Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ερωτικά’ Category

Η Λορεντάνα (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν φέτος τον Μάρτη, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το σημερινό διήγημα ανήκει στη σειρά «κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ» (σα να λέμε στον ύπνο και στον ξύπνιο) όπως και το προηγούμενο του Μαρτίου αλλά και το «Ένα απόγευμα στη Θήβα«.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτό αναφέρεται σε ένα γνωστό τραγούδι, στο Αντρέα του Φαμπρίτσιο ντ’ Αντρέ. Στο τέλος υπάρχουν το γιουτουμπάκι και τα λόγια του τραγουδιού (στα ιταλικά βεβαίως). Ο λόγος στον Τζι:

Κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ (3)  Η Λορεντάνα
                                                          Andrea aveva un amore, riccioli neri    Ο Αντρέας είχε μια αγάπη, μαύρα τσουλούφια
Andrea aveva un dolore, riccioli neri    ο Αντρέας είχε  μια θλίψη, μαύρα τσουλούφια

– Δεν θέλω να πεθάνω από ευτυχία, μ’ αρέσει η θλίψη που βγάζει η τσαπατσουλιά σου, την προτιμώ από την παγωμάρα που αναδύεται στα τακτοποιημένα ντουλάπια.

Κοίταξε τα μαλλιά της που κατρακύλαγαν στους ώμους της σε κυματιστές  μπούκλες, ποτέ δεν χρειάσθηκαν κτένισμα.

– Riccioli neri, θυμήθηκε ένα τραγούδι του Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ.

– Τι είπες ;

– Τίποτα, κάτι δικό μου…

Κάτι τον έπνιγε, άνοιξε το παράθυρο. Βαριά γκρίζα συννεφιά απ’ έξω, λες και χύμηξε μέσα να καλύψει το κενό. Η Λορεντάνα θορυβήθηκε. Κούνησε το κεφάλι της σαν νάθελε να την διώξει. Τα μαλλιά της ακολούθησαν την κίνηση, κάποια τσουλούφια πέσανε στο πρόσωπό της, τα απομάκρυνε με τα χέρια της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , | 88 Σχόλια »

Μ’ αρέσει να ‘σαι μάγκισσα (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2021

Πριν από δέκα μέρες είχαμε δημοσιεύσει μια συνεργασία  του φίλου μας του Κόρτο για την αντιμετώπιση ορισμένων πολύκροτων εγκλημάτων από το ρεμπέτικο του μεσοπολέμου, και τότε είχα αναφέρει ότι επρόκειτο για πρόγευση μιας εκτενέστερης μελέτης του. Σήμερα, που είναι αργία (για ορισμένους, τουλάχιστον) και άρα έχουμε περισσότερο χρόνο για διάβασμα, δημοσιεύω αυτή την εκτενέστερη μελέτη, προσθέτοντας μόνο ένα γιουτουμπάκι του Χιώτη. 

Καμαρώνω που το ιστολόγιο στάθηκε αφορμή για μια τόσο αξιόλογη μελέτη, με υλικό που κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει βιβλίο. Καθώς τη διαβάζω, συλλογίζομαι ότι πολλές της παράγραφοι θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε αυτοτελή άρθρα. Αλλά δεν θέλω να σας κουράσω με τα δικά μου. Θυμίζω μόνο πως ο Κόρτο μάς είχε δώσει το 2018 μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο, όπως και ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο.

 

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ’ ΣΑΙ ΜΑΓΚΙΣΣΑ

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ ΜΑΓΚΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΛΑΪΚΗΣ ΑΠΗΧΗΣΕΩΣ (ΤΕΛΗ 19ΟΥ ΑΙΩΝΟΣ – ΔΕΚΑΕΤΙΑ ’50)

Προλεγόμενα

Το κάτωθι άρθρο φιλοδοξεί να αποτελέσει μία σταχυολόγηση μοτίβων στα οποία απεικονίζεται η γυναίκα του μάγκικου κοινωνικού στρώματος, κατά την διάρκεια ακμής του φαινομένου, δηλαδή από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνος μέχρι τα μισά περίπου της δεκαετίας του 1950. Οι αναφορές εξάγονται κατά κύριο λόγο από το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και από άλλες μορφές συναφούς τέχνης λαϊκής εμπνεύσεως ή απηχήσεως, όπως και από ορισμένες δημοσιογραφικού ή ιστορικού τύπου πληροφορίες. Το ζητούμενο είναι η απόδοση των κυριότερων στοιχείων με τα οποία τυποποιήθηκε η μάγκισσα, όπως την αναγνωρίζουμε σήμερα. Πρόκειται δηλαδή για μία επιτομή λαογραφικών καταγραφών, αφού επικεντρώνεται στην μελέτη του αστικού λαϊκού μας πολιτισμού -και όχι μία εργασία κοινωνιολογικού περιεχομένου, η οποία θα απαιτούσε μία εντελώς διαφορετική μεθοδολογία.

Όπως και στο σχετικό άρθρο της 11/ 6/ 2021, εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες στον Νίκο Σαραντάκο για την παρότρυνσή του να συντάξω το κείμενο και για την προθυμία του να το δημοσιεύσει. Ευχαριστώ εξίσου τον φίλο Γιάννη Ιατρού, και όσους φίλους σχολιαστές του παρόντος ιστολογίου έδειξαν ενδιαφέρον για μία τέτοια δημοσίευση. Και ακόμα οφείλω πολλές ευχαριστίες στον συγγραφέα και μελετητή του ρεμπέτικου Κώστα Βλησίδη, ο οποίος προθύμως μας προσέφερε πολύτιμο υλικό για την Ειρήνη την τεκετζού και για την Μαρία Γουλανδρή από το προσωπικό του αρχείο.

 

Τι εστί μάγκισσα

Το σημασιολογικό εύρος του όρου «μάγκας» και των συνωνύμων του βρίσκεται σε σχεδόν ισότιμη αναλογία με την σημασία των αντιστοίχων θηλυκών τύπων. Η μάγκισσα, η μόρτισσα, η μαγκίτισσα, η μαγκιόρα (ή μαγγιώρα), η αλανιάρα, η ντερβίσαινα, η ντερμπεντέρισσα, η ασίκισσα, η βλάμισσα, η μποέμ και η μποέμισσα, αλλά και κατά κάποιον τρόπο και η μπαγιαντέρα, η σατράπισσα και ο θηλυκός σατράπης, καθώς και ένα πλήθος άλλων σχετικών λέξεων, λίγο πολύ χρησιμοποιούνται στον λαϊκό λόγο αδιακρίτως, περιγράφοντας γυναίκες με διαφορετικά κοινωνικά, ηθικά ή ψυχολογικά γνωρίσματα. Στα ρεμπέτικα τραγούδια και στον σχετιζόμενο λαογραφικό πλούτο της εποχής της δημιουργίας τους (από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50 περίπου) παρουσιάζεται μία ποικιλία γυναικών οι οποίες ανήκουν σε διάφορες ανθρωπολογικές ταξινομήσεις. Αναφέρονται εργαζόμενες (εργάτριες, δούλες, παραμάνες, μοδίστρες, πλύστρες, μικροπωλήτριες κλπ) ή άεργες. Παρουσιάζονται άγαμες, χήρες, ζωντοχήρες ή παντρεμένες. Άλλες είναι παραβατικές ή περιθωριακές και άλλες έντιμες, ενταγμένες στην ευρύτερη λαϊκή κοινωνία. Ως προς την καταγωγή καταγράφονται προσφυγοπούλες ή ντόπιες, από διάφορα μέρη της Ελλάδος – αλλά ακόμα και ξένες. Σε χαρακτηρολογικό επίπεδο γίνεται λόγος για κουτσομπόλες, τσιγκούνες, σπάταλες, γκρινιάρες, επιθετικές, παιχνιδιάρες, καλόκαρδες, ερωτικές, σοβαρές, έκλυτες, πιστές ή άπιστες, άλλες που είναι δύσκολες στην επιλογή γαμπρού και άλλες που επιδιώκουν εντόνως στεφάνι.

Σε πολλές από αυτές τις γυναίκες, όχι όμως σε όλες, αποδίδεται ο χαρακτηρισμός της μάγκισσας ή των σχετικών συνωνύμων πολυτρόπως. Σε κάθε περίπτωση ως μάγκισσα νοείται γυναίκα των μεσαίων λαϊκών έως και των πολύ χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Αν και είναι εξαιρετικώς δύσκολο να διατυπωθεί μία πλήρης κατηγοριοποίηση των σημασιών της λέξης, ωστόσο -με έναν μεγάλο βαθμό γενίκευσης- διακρίνονται οι εξής τρόποι με τους οποίους χρησιμοποιείται:

  • ως επιθετικός προσδιορισμός για την προσωπικότητα μίας γυναίκας, κυρίως με επαινετικό πρόσημο (αν και όχι πάντα) σε σχέση με την αποφασιστικότητα, τον δυναμισμό, το πνεύμα ελευθερίας και την ευθύτητα της ή σε σχέση με την εξυπνάδα και την πονηριά της , η λεγόμενη καταφερτζού.
  • ως επαινετικός χαρακτηρισμός για την γοητεία και την ομορφιά μίας γυναίκας, όμως δύσκολης για ερωτική κατάκτηση, τρόπον τινά γυναίκα του μπελά, ασχέτως της κοινωνικής της τοποθέτησης.
  • με την σημασία της μερακλούς, της γυναίκας που ζει ή θέλει να ζει ανέμελα, προτάσσοντας την διασκέδαση, το κέφι και την καλοπέραση, αντί την τακτοποιημένη καθημερινότητα. Τρόπον τινά το πλησιέστερο συνώνυμο είναι η μποέμισσα.
  • ως συνώνυμο της ρεμπέτισσας, της γυναίκας του λαϊκού τραγουδιού και γενικότερα των λαϊκών καλλιτεχνίδων. Αυτός ο προσδιορισμός όμως είναι μάλλον προβληματικός, διότι οδηγεί σε παρερμηνείες.
  • με την σημασία της γυναίκας του περιθωρίου ή του υποκόσμου, η οποία μπορεί να ακολουθεί παραβατικές ή ανήθικες πρακτικές οποιασδήποτε μορφής. Αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως ο χαρακτηρισμός που πλησιάζει περισσότερο στην πρωταρχική σημασία της λέξης «μάγκας».

Τουλάχιστον στα ρεμπέτικα τραγούδια δεν φαίνεται να προηγείται χρονικώς σε σημαντικό βαθμό κάποια από αυτές τις σημασιολογικές αποκλίσεις. Για παράδειγμα ήδη το 1919 ο Τούντας στο τραγούδι «η εύθυμος χήρα», ή αλλιώς «η ζωντοχήρα» με ερμηνεία της Μαρίας Σμυρναίου (δεύτερη εκτέλεση το 1926 ως «η μόρτισσα» με τον Βαγγέλη Σωφρονίου), η λέξη «μόρτισσα» χρησιμοποιείται κυρίως ως έκφραση προσδιοριστική των ερωτικών θέλγητρων μίας μικρής: «Μια μόρτισσα θεότρελη τσαχπίνα και τσακίρα/ μ’ έχει σηκώσει το μυαλό έμορφη ζωντοχήρα». Στον εν λόγω στίχο δεν προτάσσονται ιδιαίτερα κοινωνιολογικά γνωρίσματα της «μόρτισσας», παρά μόνον στοιχεία της τσαχπίνικης προσωπικότητάς της. Παρόμοια παραδείγματα βρίσκονται σε διάφορα άλλα ρεμπέτικα, π.χ. «η βλάμισσα» του Γιοβάν Τσαούς (1936 με τον Στελλάκη Περπινιάδη): «Μέρες και νύχτες περπατώ μέσα στην Δραπετσώνα/ για μια σουλτάνα βλάμισσα, πεντάμορφη κοκκώνα» ή «η μάγκισσα», αλλιώς «με έκαψες ρε μάγκισσα», επίσης του Γιοβάν Τσαούς (1936 πάλι με τον Στελλάκη): «Με έκαψες, ρε μάγκισσα, μου πήρες την καρδιά μου/ με μια μονάχα σου ματιά, μου καις τα σωθικά μου».

Πολλές φορές όλες αυτές οι σημασίες της «μάγκισσας» και των συνωνύμων της εμφανίζονται στον αστικό λαϊκό πολιτισμό συνδυαστικά ή και συγκεχυμένα, ενίοτε με κάποιον βαθμό ασάφειας.

 

Εγώ το πίνω το κρασί, μ’ οκάδες, με γαλόνια και ώρες είν’ μου φαίνεται να βάλω πανταλόνια

Το ντύσιμο και η εξωτερική εμφάνιση του άνδρα της μαγκιάς έχει περιγραφεί, τυποποιηθεί και απεικονιστεί σε δεκάδες τραγούδια, μαρτυρίες, λογοτεχνικά κείμενα, φωτογραφίες και σκίτσα (τζογέ παντελόνι, μυτερά στιβάνια, ζωνάρι, καβουράκι ή τραγιάσκα, μαχαίρι, κομπολόι κλπ). Αντιθέτως στην περίπτωση της μόρτισσας δεν φαίνεται να έχουν σχηματοποιηθεί τυπικά γνωρίσματα ντυσίματος και εμφάνισης. Οι γυναίκες αυτών των κοινωνικών κατηγοριών μάλλον φαίνονται να ακολουθούν την γενικότερη λαϊκή γυναικεία μόδα του άστεως. Ο γυναικείος καλλωπισμός αποτυπώνεται σε διάφορα λαϊκά τραγούδια: «στου Βύρων το συνοικισμό/ μια χήρα είκοσι χρονώ/ με μάτια σουρμελίδικα/ γλυκά και σεβνταλίδικα» ακούγεται στον «Αγαπησιάρη» του Τούντα (μία ηχογράφηση το 1931 με τον Νταλγκά και μία δεύτερη το 1932 με τον Στέφανο Βαζαίο). Οι νέες γυναίκες των αστικών κέντρων του μεσοπολέμου περιποιούνται και βάφουν τα μαλλιά τους1: «Περμανάτες και αρλούμπες, μπούκλες και μυστήρια/ κι υποφέρουν, στο Θεό τους, χίλια δυο μαρτύρια/ για να γίνεται ωραία κάθε μια αλητήρια» ακούγεται στο τραγούδι «Τα ξανθά είναι της μόδας» του Κώστα Καρίπη (1934 με την Ρόζα Εσκενάζυ). Η αξία των κοσμημάτων που φορούν είναι ανάλογη της οικονομικής δυνατότητάς τους: «Στα χέρια σου δυο ψεύτικα έβαλες δαχτυλίδια» γράφει ο Πετροπουλέας στο τραγούδι «η αριστοκράτισσα» σε μουσική του Δημήτρη Σέμση (1937 με τη Τασία Βρυώνη και διασκευή από τον Γιώργο Κατσαρό το 1938 ως «εγώ για σένα ξενυχτώ»). Στο τραγούδι «θα σε κλέψω θα σε πάρω» με στίχους του Μίνωος Μάτσα και μουσική του Σκαρβέλη πάνω σε παραδοσιακή μελωδία (1940, με τον Χατζηχρήστο και τον Μάρκο) διακρίνεται μία ειρωνεία προς την μεγαλομανία των λαϊκών κοριτσιών: «παπούτσια θέλεις να φοράς, σα πολυκατοικία, Ελενίτσα μου/ να σε λένε γκραν κυρία, βρε κουκλίτσα μου».

Έως και στα τέλη του 19ου αιώνα τα μακριά γυναικεία φουστάνια έκρυβαν τα πόδια των ωραίων κορασίδων, η δε θέα γυμνής γυναικείας γάμπας προκαλούσε τον ανδρικό ενθουσιασμό. Ο Τίμος Μωραϊτίνης στις αναμνήσεις του από την παλαιά Αθήνα, μας παραδίδει το λαϊκό δίστιχο: «Είδες γάμπα, τα ποτήρια σπάστα»2. Αλλά οι πολύπλοκες και πλούσιες γυναικείες εμφανίσεις με τα δαντελωτά φουστάνια, τα επιβλητικά καπέλα, τα βέλα, τις κορδέλες και τους κορσέδες, έχουν αρχίσει ήδη να παρέρχονται από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα: «Κάτου τα βέλα και τα καπέλα, και η νουβέλ και τα φτερά και τα μωρά/ δεν θέλω πιέτες, κορσέδες, φούστες και δεν πετώ σε κορδελίτσες τον παρά» τραγουδάει «η νέα γυναίκα» σε μία εκδήλωση χειραφετήσεως, στο ομώνυμο επιθεωρησιακό τραγούδι του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, διασκευή ιταλικής μελωδίας του Vincenzo Di Chiara, με στίχους του Μπάμπη Άννινου και του Γιώργου Τσοκόπουλου (1909, Ελληνική Εστουδιαντίνα Σμύρνης και 1924 με ερμηνεία της Σωτηρίας Ιατρίδου).

Έτσι στα χρόνια μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο η γυναικεία μόδα γίνεται όλο και πιο απλή και συνάμα πιο αποκαλυπτική. Τουλάχιστον στα ρεμπέτικα τραγούδια αυτή η τάση θα γίνει δεκτή με τρόπο περιπαικτικό αλλά όχι αυστηρά επικριτικό. Οι νέες εμφανίσεις γεννούν ερωτικούς παλμούς. Στο τραγούδι του Γιάννη Δραγάτση «οι γαμπίτσες» (στην εκδοχή του 1933 με την Μαρίκα Πολίτισσα – άλλη μία ηχογράφηση το ίδιο έτος με τον Ρούκουνα) ακούγεται: «Η γαμπίτσα σου με σφάζει/ την καρδιά μου την σπαράζει/ και οι μπούκλες στα μαλλιά σου/ μ’ έφεραν στην γειτονιά σου». Στο τραγούδι του Γρηγόρη Ασίκη «δίχως κάλτσες περπατούν» (1934 με την Ρόζα) τα τσαχπίνικα και σκερτσοπαιχνιδιάρικα κορίτσια έχουν ελευθεριάζουσα συμπεριφορά: «και τη μόδα κυνηγούν, δίχως κάλτσες περπατούν». Παρομοίως «των κοριτσιών εφαίνονται οι όμορφες γαμπίτσες/ μα δεν τους κακοφαίνεται/ φορούν κοντές ρομπίτσες» γράφει ο Βαγγέλης Παπάζογλου στο χιουμοριστικό σεξουαλικό ρεμπέτικο «μου φαίνεται» (1935 με τον Ρούκουνα και την ίδια χρονιά με τον Στελλάκη).

Οι μόρτες βέβαια, Αθηναίοι, Πολίτες, Σμυρνιοί κλπ, ανακατεμένοι επί χρόνια με τις ημίγυμνες αλανιάρες του υποκόσμου αρέσκονται να αντικρίζουν γυναίκες με προκλητικές εμφανίσεις: «Μη μου χαλάς τα γούστα μου/ και πάρε μου τα ούλα/ κι άφες τα στήθια σου ανοιχτά/ να βλέπω την τρεμούλα» τραγουδάει ο Πωλ Γαδ στην διασκευή του «γιαφ γιουφ» με τίτλο «τα κούναγα» (1929, με τον Γαδ και την Ελληνική Εστουδιαντίνα στην Πόλη). Αλλά και ο γνήσιος μάγκας και μέγας ρεμπέτης Μανώλης Χιώτης μεταπολεμικά θα γράψει το τραγούδι «με την μακριά σου φούστα» (1948, με την Χασκήλ και τον συνθέτη), όπου παραπονείται: «Με τη μακριά σου φούστα/ μου χαλάς όλα τα γούστα/ γιατί κρύβεις, βρε τσαχπίνα/ τη γαμπίτσα σου τη φίνα».

Γενικώς οι μάγκες αγαπούν τις καλοντυμένες γυναίκες. «Αγαπώ μια παντρεμένη, όμορφη καλοντυμένη» λέει ο Τσιτσάνης στο τραγούδι «αγαπώ μια παντρεμένη» (1939, με τον Στράτο και τον συνθέτη). Και ο Κηρομύτης στο τραγούδι «ντυμένη σαν αρχόντισσα» (1940 με τον συνθέτη και την Γεωργακοπούλου) θαυμάζει την μάγκισσα που είναι μαζί του: «Ντυμένη σαν αρχόντισσα / μαζί μου να γυρίζεις/ να πίνεις σαν παλιός μπεκρής, κουκλάκι μου/ με σκέρτσο να καπνίζεις/ Να βάζεις τη φουστίτσα σου/ με γούστο και μεράκι/ και στο ποδάρι να φοράς, τσαχπίνα μου,/ το πιο καλό γοβάκι». Σε μία αντίθετη περίπτωση ο Χιώτης στενοχωρείται και προσπαθεί να νουθετήσει την όμορφη πλην αφημένη και κακοντυμένη κοπέλα, στο τραγούδι του «παράξενη κοπέλα» (1950, με την Νίνου, τον Νίκο Βούλγαρη και τον συνθέτη): «Τι μυστήριο κορίτσι είσαι ’συ/ μια σε βλέπω στα μεταξωτά ντυμένη/ μια σε βλέπω να τα πίνεις σαν τρελή/ κι από ντύσιμο πολύ κακοφτιαγμένη».

Παράλληλα με την κυρίαρχη λαϊκή μόδα, κάποιες λεπτομέρειες θα φέρουν τις γυναίκες της μαγκιάς εμφανισιακά κάπως πιο κοντά στο στυλ του αγοροκόριτσου, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί απαρέγκλιτο στοιχείο τυποποίησης. Κάποιες μόρτισσες κόβουν τα μαλλιά τους αλά γκαρσόν, όπως φαίνεται στην πρόζα του επιθεωρησιακού «το μορτάκι» του Ζάχου Θάνου (εκδοχή του 1928, με τον Γιαννάκη Ιωαννίδη και την Λίζα Κουρούκλη):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δύο φύλα, Ερωτικά, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Une mèche de cheveux (διήγημα του Gpointofview)

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι τον Νοέμβριο, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα, ενώ ενδιάμεσα είχαμε βάλει και δυο ποιήματά του και πριν από ενάμισι μήνα μια μη μυθοπλαστική συνεργασία για το Γαλαξίδι.

Το σημερινό διήγημα μου το έστειλε πριν από λίγες μέρες λέγοντάς μου «κορονοϊός διηγήματα κατεργάζεται» -και πάλι καλά. Ανήκει στη σειρά «κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ» (σα να λέμε στον ύπνο και στον ξύπνιο) όπως και ένα προηγούμενο το «Ένα απόγευμα στη Θήβα«.

Για τους μη γαλλομαθείς ή/και για τους νεότερους, ο τίτλος του διηγήματος είναι και τίτλος ενός τραγουδιού του Ανταμό. Θα πει «μια τούφα απ’ τα μαλλιά» (της). Τον εξηγεί άλλωστε ο Τζι στο τέλος. Πρόσθεσα το γιουτουμπάκι. Αλλά εγώ δεν θα πω άλλα. Του δίνω τον λόγο:

Είναι κάποια τραγούδια που τα σιγοψιθυρίζω συνέχεια, ειδικά αν μου αρέσουν και τα λόγια. Κάποια στιγμή αρχίζω να πλάθω μια ιστορία μ΄αυτά, είτε στον ύπνο μου είτε στο ξύπνιο μου όταν αφαιρούμαι. Στο τέλος μπερδεύονται το όναρ με το ύπαρ και…

 

Κατ’ όναρ, καθ’ ύπαρ (2) – Une mèche de cheveux

Je sentais ma mémoire prête à tout raconter   
Mais je connaissais l’histoire, j’ai préféré rêver… 

(ψυλιάστηκα πως το μνημονικό μου είναι έτοιμο ν΄αρχίσει το παραμύθι, μα γνωρίζω το στόρυ, προτιμώ να ονειρευτώ)

– Είσαι ο πρώτος και ο μόνος που αφήνω να χαϊδεύει τα μαλλιά μου, του είπε μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, αποτέλεσμα της σύγκρουσης των παλιών συνηθειών με τα καινούργια συναισθήματα. Αυθόρμητα το μυαλό του πήγε στην γάτα του, κι αυτή δεν δεχότανε χάδια από άλλον, τόσο πιστή κι ελεύθερη μαζί. Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του, είχε πολλή κίνηση στην εθνική οδό για να μπορέσει να γυρίσει το κεφάλι του. Ενα χαριτωμένο προφίλ φάνηκε, τα μαλλιά της ήταν πιο πίσω. Ηταν ένα από τα ατού της τα μαλλιά αλλά όχι το μόνο, γλυκό πρόσωπο και καλοφιαγμένο κορμάκι συνόδευαν ένα μάγκικο και εντελώς ευθύ  χαρακτήρα, σπάνιο πράγμα για γυναίκα κι ακόμα πιο σπάνιο,  διαμορφωμένο στα είκοσί της.    Δεν τον πείραξε που δεν είδε τα μαλλιά της, του έφτανε η αίσθησή τους στο δεξί του χέρι καθώς τυλίγονταν στο δάκτυλό του με μια περιστροφική κίνηση και ξετυλίγονταν με την αντίθετη φορά. Ηταν ίσια, καστανόξανθα και απίστευτα βαριά.                  

 

rol

Ηξερε πως δεν του έλεγε ψέμματα. Ενα μήνα τώρα μαζί είχε δει πως τα είχε περί πολλού και είχε εκτιμήσει σωστά την φορά που ήρθε με βρεγμένα μαλλιά για να μην τον αφήσει να περιμένει στο ξαφνικό κάλεσμά του, ούτε μπορούσε να παραβλέψει την «θυσία» της όταν τον άφησε να κόψει μια τούφα δυο πόντους από τον χείμαρο που ξεχυνότανε στην πλάτη της. Φύλαξε το τρόπαιο ευλαβικά στην θήκη που σχημάτιζε το καπάκι του χρυσού ρολογιού τσέπης που είχε από τον παπού του, ένα πολύτιμο αντικείμενο γι αυτόν, μέσα σ’ ένα πολύτιμο αντικείμενο  για τους ρολογάδες και για όλο τον κόσμο… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Τραγούδια, γαλλικά | Με ετικέτα: , , | 140 Σχόλια »

Η χαμένη ευκαιρία (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από πέντε μήνες, πριν από την καραντίνα δηλαδή, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το σημερινό διήγημα είναι πολύς καιρός που μου το έστειλε ο Τζι, αλλά είχε εξαρχής ζητήσει να δημοσιευτεί αμέσως μετά την επέτειο της αποκατάστασης της δημοκρατίας, αφού αυτό είναι το θέμα του διηγήματος -ή μάλλον, όπως λέει ο ίδιος, «Είναι κάπως τολμηρό από πολιτικής και ερωτικής πλευράς καθώς οι περιπέτειες της δημοκρατίας και η εξωσυζυγική σχέση κάποιας αφήνουν την ίδια γεύση καθώς εξελίσσονται παράλληλα».

Δίνω τον λόγο λοιπόν στον Τζι:

Η χαμένη ευκαιρία

Μόλις κτύπησε το τηλέφωνο την ξανάφερε στο νου του. Ηταν αυτή.

– Ελα τώρα. Μπορείς ;

– Ναι, ψιθύρισε άβουλα και με σκοτεινιασμένο βλέμμα. Πάλευαν μέσα του η σαρκική η επιθυμία  και τ’ απομεινάρια της ηθικής του. Μπερδεμένος, το πρώτο καλοκαίρι της θητείας του στο ναυτικό, είχε άλλα δυο μπροστά του για να ξεκαθαρίσει κάπως τα πράγματα. Και στην υπηρεσία του μπερδεμένοι ήσαντε ακόμα. Χρόνια συνηθισμένοι στο Βασιλικό το Ναυτικό πάλευαν τώρα ν’ αφομοιώσουν το Πολεμικό και την δημοκρατία που του άλλαξε το όνομα  Επρεπε όλοι να το καταλάβουν πως έφυγε η χούντα  η μετονομασία ήταν ένα καλό επιχείρημα. Πολεμικό το Ναυτικό, Πολεμική και η Αεροπορία ! Οπου τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά χρειαζόταν και επεξηγηματική δήλωση: «Όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» είχε δηλώσει ο «εθνάρχης» σε όσους τον κατηγορούσαν γιατί δεν έστειλε στο απόσπασμα τους πρωταίτιους της δικτατορίας όπως έλεγε η δικαστική απόφαση. Και τα εννοούσε πραγματικά, αποδείχθηκε.

Λίγα χρόνια μετά την μεταπολίτευση, θητεία στο ναυτικό. Βασική εκπαίδευση, σχολή αξιωματικών και πρώτη άδεια μετά την μετάθεση του στον Πόρο. Πήγε στο νησί, τακτοποιήθηκε σ’ ένα σπίτι και γύρισε. Μόλις που φίλησε την μάνα του, αμέσως πήγε  έναν όροφο πιο πάνω να δει τον φίλο του, μα έλειπε. Ητανε μόνο η γυναίκα του και το δίχρονο παιδί τους. Τον κράτησε με το ζόρι να πιουν ένα καφέ και τον γέμισε κατηγόριες για τον Σπύρο. Εβλεπε γυναίκα από κοντά μετά από τόσες μέρες και αισθανότανε λίγο άβολα, αλλά δεν είχε και το κουράγιο για να φύγει. Το κοριτσάκι έπαιζε σκαρφαλωμένο στην μάνα του τραβώντας της την μπλούζα και σηκώνοντάς της την φούστα, το πεινασμένο βλέμμα του ακολουθούσε τα τερτίπια της μικρής.  Κάποια στιγμή το ένα της στήθος  αποκαλύφθηκε. Χαμογέλασε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το μαζέψει. Σαν μαγεμένος το κοίταζε ο ναύτης. Ηταν κι όπως του άρεσε, μέτριο σε μέγεθος και σχεδόν το μισό να ανήκει στην ρόγα.  Οι τόσες μέρες απομόνωσης από τον κόσμο στο στρατόπεδο έπαιξαν τον ρόλο τους. Κάθησε δίπλα της κι άρχισε να παίζει κι’ αυτός με την  μικρή ακουμπώντας την μάνα της δήθεν τυχαία. Κάποια στιγμή τα χείλη του βρεθήκανε στο στήθος της. Αναστέναξε ελαφρά και τούπε «αργότερα, σαν κοιμηθεί η μικρή». Ωρα πολλή μετά, η μικρή εξακολουθούσε να παίζει με την μάνα της και το βυζί να είναι ακάλυπτο. Η  Πόπη φαινότανε να το διασκεδάζει, φαινομενικά δεν έδειχνε καμιά βιασύνη για τα περαιτέρω, ήτανε ήρεμη κι’ ευτυχισμένη που δεν ήταν αναγκασμένη να σκέπτεται τον άντρα της, όπως τούλεγε κοιτάζοντας τον φιλικά. Τον είχε ήδη κατηγορήσει πως πήγαινε με άλλες για να δικαιολογήσει την δική της στάση, μα δεν τον ένοιαζε. Αισθάνθηκε σαν νάτανε ένα διακοσμητικό στοιχείο στην παράσταση και σηκώθηκε να πάει να δει την μάνα του που τον περίμενε, για την ώρα ο πόθος του είχε υποχωρήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Μεταπολίτευση | Με ετικέτα: | 156 Σχόλια »

Η Νίτσα, η μανιόλια και τα χόρτα της (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι τον Νοέμβριο, και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Στο σημερινό διήγημα η δράση εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1970, οπότε έτσι εξηγείται που η ηρωίδα επιμένει να απαντά «Νίτσα με λένε» -σήμερα, όλα αυτά τα γυναικεία υποκοριστικά, τα θεωρούμενα λαϊκά, όπως Λίτσα, Νίτσα, Ρούλα και τα λοιπά έχουν υποχωρήσει αισθητά.

Επίσης, επειδή λεξιλογούμε, να πω ότι το λουλούδι εγώ το ξέρω μανόλια, έστω κι αν το διεθνές του όνομα είναι magnolia (από τον βοτανολόγο Pierre Magnol). Αλλά, a rose by any other name…

Το όνομά της ήταν Νίτσα χωρίς να διευκρινισθεί η προέλευσή του. Το Ελένη και Ουρανία ήταν τα πιο πιθανά αλλά σε κάθε ερώτηση των νεαρών αξιωματικών η απάντηση ήταν κοφτή «Νίτσα με λένε».

Ηταν κάθε μέρα καθισμένη μπροστά στη γραφομηχανή της, μέσα στο άσπρο κεντητό πουκάμισό της, με τον κλασσικό κότσο στα μαλλιά και τον χρυσό σταυρό να κρέμεται στο στήθος της, που φυσικά «νικούσε κι όλα τα κακά σκορπούσε». Φούστα φαρδειά και μακριά, τσάντα μεγάλη κι ούτε κραγιόν από καλλυντικά. Υφος ψυχρό κι ενοχλημένο, βλέμμα απόμακρο αλλά με κάποιες σπιθίτσες αμφιβολίας για τους προσεκτικούς παρατηρητές. Η μιλιά της, τυπική.

Μοιραζότανε με τους τρεις νεοφερμένους αξιωματικούς θητείας, την αίθουσα καθηγητών της σχολής που ήταν φανερά διακοσμημένη στο γούστο της, με εικόνες του Χριστού και αγίων και σεμνά αγριολούλουδα στα βάζα. Το κέντρο εκπαίδευσης μονίμων υπαξιωματικών ναυτικού χρησιμοποιούσε για τα μαθήματα κλασσικής παιδείας στρατεύσιμους πτυχιούχους, κατα προτίμηση βαθμοφόρους γιατί οι μαθητές, οι ναυτόπαιδες, ήταν ζόρικοι. Ενα μεγάλο ποσοστό από αυτούς ήταν ανεπιθύμητα παιδιά από διαλυμένες οικογένειες που τα «παρκάρανε» δωρεάν στις στρατιωτικές σχολές. Το καταλάβαινε κάποιος όταν είχαν εξόδου κι έβλεπε πολλά παιδιά να μην βγαίνουν γιατί δεν είχαν πού να πάνε. Τον καθηγητή δεν τον φοβότουσαν αλλά τους βαθμοφόρους τούς έτρεμαν μην τους ρίξουν φυλακή. Ενας φρέσκος στρατεύσιμος αξιωματικός κάποτε ρώτησε ένα από αυτά τα παιδιά:

– Εχεις μητέρα ;

– Οχι, απάντησε το παιδί, έχει πεθάνει.

– Κι ο πατέρας σου ; ξαναρώτησε.

– Είναι φυλακή.

– Γιατί ;

– Γιατί σκότωσε τη μάνα μου !

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Ονόματα, Στρατός | Με ετικέτα: | 172 Σχόλια »

Είναι ρομαντικοί αυτοί οι Ρωμαίοι

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2020

Του Αγίου Βαλεντίνου σήμερα, γιορτή των ερωτευμένων. Κι επειδή πρέπει ήδη να μετράει καμιά σαρανταριά χρόνια που έχει έρθει στα μέρη μας η γιορτή αυτή, λέω να ενδώσουμε και φέτος στο έθιμο και να ερωτολεξιλογήσουμε πάνω σε μια από τις πολλές λέξεις, τις πάμπολλες λέξεις που συνδέονται με την αγάπη και τον έρωτα.

Η λέξη αυτή είναι το ρομάντζο ή ρομάντσο. Tο παλιό λαϊκό περιοδικό που είχε αυτόν τον τιτλο γραφόταν Ρομάντσο, αν και όλοι σχεδόν το πρόφεραν Ρομάντζο.

Ρομάντζο λοιπόν είναι ένα αφήγημα με ερωτική υπόθεση. Ειδικότερα έχουμε το μεσαιωνικό ή αναγεννησιακό ρομάντζο, δηλαδή «αφηγηματικό λογοτεχνικό έργο, γραμμένο σε ποιητική ή πεζή μορφή, με περιπετειώδες, ηρωικό και ερωτικό περιεχόμενο» (ορισμός από ΜΗΛΝΕΓ).

Στη νεότερη εποχή, το ρομάντζο είναι λογοτεχνικό ή παραλογοτεχνικό έργο με ερωτικό θέμα, με χαμηλή αισθητική και προβλέψιμη πλοκή (ΜΗΛΝΕΓ και πάλι, που δίνει και την παραδειγματική φράση «Γράφει ρομάντζα με το κιλό και τα υπογράφει με ψευδώνυμο»).

Όμως ρομάντζο είναι βέβαια και το ειδύλλιο, η ερωτική ιστορία δυο ανθρώπων. («Το σύντομο αλλά παθιασμένο τους ρομάντζο άφησε εποχή»). Η λέξη λέγεται κυρίως για μια ερωτική περιπέτεια που έχει πια τελειώσει.

Όλα τα σύγχρονα λεξικά μας καταγράφουν τη σημασία αυτή, εκτός από το ΛΚΝ -πράγμα περίεργο διότι δεν είναι καινούργια σημασία. Για παράδειγμα, στο τραγούδι του Μητσάκη, «μια φωτιά που άναψες τη σβήνεις κι έτσι το ρομάντζο μας το κλείνεις».

Εκτός από το ρομάντζο όμως έχουμε και τη ρομάντζα, που είναι αφενός μουσική σύνθεση με συναισθηματικό, λυρικό χαρακτήρα και αφετέρου είναι ο ρεμβασμός, η ονειροπόληση, αλλά και η βόλτα σε περιβάλλον που προκαλεί ονειροπόληση και ρεμβασμό («πάμε για ρομάντζα στην παραλία»). Από εκεί και το ρήμα «ρομαντζάρω» δηλ. ρεμβάζω απολαμβάνοντας το φυσικό περιβάλλον.

Και βέβαια, συγγενικές με όλες τις παραπάνω λέξεις είναι οι λέξεις ρομαντικός και ρομαντισμός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ερωτικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ρώμη | Με ετικέτα: , , , | 170 Σχόλια »

Τα 135 πρόσωπα της αγαπημένης

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2019

Tου Αγίου Βαλεντίνου σήμερα και για δεύτερη ή τρίτη (το πολύ) φορά το ιστολόγιο ενδίδει στο έθιμο, που θέλει να γιορτάζουμε σήμερα τον έρωτα. Δεν θα σας προσφέρω σοκολάτα όμως, διότι εδώ λεξιλογούμε.

Ονόματα θα σας προσφέρω, ονόματα για ν’ αποκαλέσετε την αγαπημένη σας.

Από το βιβλίο του φίλου Παντελή Μπουκάλα «Όταν το ρήμα γίνεται όνομα. Η ‘αγαπώ’ και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών», που το παρουσιάσαμε πρόπερσι στο ιστολόγιο, θα ξεσηκώσω έναν κατάλογο επιθέτων που έχουν αντληθεί από δημοτικά τραγούδια.

Γράφει ο Μπουκάλας: Στη δημοτική ποίηση λοιπόν και στα παινέματά της είναι πολλά και ευφάνταστα τα σύνθετα επίθετα που επιχειρούν να συλλάβουν και να αποδώσουν μονολεκτικά είτε ένα πρόσωπο στην ολότητά του είτε κάποιο ξεχωριστό χάρισμά του, μια εξαιρετική δεξιότητά του.

Και για να στηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό, ο Μπουκάλας παρουσιάζει έναν κατάλογο, όχι εξαντλητικό: Ακολουθεί σχετικός κατάλογος, με σποραδικές εσωτερικές ομαδοποιήσεις, ο οποίος είναι, εννοείται, ατελής και ανοιχτός.

Ο κατάλογος πιάνει τρεις σελίδες (312-314) του βιβλίου. Τον παραθέτω στα επόμενα με κάποια επεξηγηματικά σχόλια, τα περισσότερα από τον ίδιο τον Μπουκάλα σε υποσημειώσεις και τελικές σημειώσεις.

Φυσικά, πρόκειται για κατάλογο παινεμάτων για γυναίκα. Παινέματα για άντρες, από γυναίκες, υπάρχουν, αλλ’ επειδή ο γυναικείος λόγος είναι υπόγειος και δεν αγαπά τη δημοσιότητα δεν (ξέρω να) έχουν συγκεντρωθεί. Βέβαια, κσός και κσομηλιγγάτος [χρυσός και χρυσομηλιγγάτος] και στην κορφή αστεράτος, είχε καταγράψει ο Παπαδιαμάντης από το γυναικείο ιδίωμα της Σκιάθου.

Ιδού λοιπόν τα 135 πρόσωπα της αγαπημένης -κάποιο θα βρείτε να ταιριάζει!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Ερωτικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 231 Σχόλια »

Θεοί και ποιητές μάταια παλεύουν με του Έρωτα τα βέλη

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2018

Τα Χριστούγεννα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα ο δεύτερος τόμος από τη σειρά δοκιμίων του φίλου Παντελή Μπουκάλα με τιτλο «Το αίμα της αγάπης – Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση«. Ο πρώτος τόμος, (Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών) είχε κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 2016 και τον ειχα παρουσιάσει εδώ στο ιστολόγιο στις αρχές του Γενάρη 2017. Σκόπιμα καθυστέρησα την παρουσίαση του δεύτερου τόμου για να συμπέσει με την αρχή του καλοκαιριού, που οι περισσότεροι έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Να πω παρενθετικά ότι σε καναδυο βδομάδες θα δημοσιευτει στο ιστολόγιο και το σχεδόν καθιερωμένο τέτοια εποχη βιβλιοφιλικό άρθρο, με προτασεις βιβλίων για το καλοκαιρι, όμως εκρινα πως το βιβλίο του Μπουκάλα αξίζει αυτοτελή παρουσίαση.

Αξίζει αυτοτελή παρουσίαση επειδή νομίζω ότι αυτά τα δοκίμια του Μπουκάλα υποσχονται να αποτελέσουν σημαντικότατο όχι εκδοτικό αλλά πνευματικό γεγονός. Ο γενικός τίτλος της σειράς είναι «Πιάνω γραφη να γράψω – Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι» και ο χαλκέντερος Παντελής σχεδιάζει να την ολοκληρώσει σε δέκα τόμους, που οι περισσότεροι έχουν αρχίσει να γράφονται.

Και όταν λέμε για τομους, κυριολεκτούμε. Ο δεύτερος τόμος της σειράς, που θα παρουσιάσω σήμερα, φτανει τις 832 σελίδες από τις οποίες το ένα τρίτο είναι σημειώσεις -ο πρώτος τόμος έπιανε «μόνο» 600 σελίδες με την ίδια αναλογία. Ο επιβλητικός όγκος μπορει να προκαλει δέος και να αποθαρρύνει επίδοξους αναγνωστες -αλλά θα ήταν λάθος, διότι το βιβλίο του Μπουκάλα δεν σε αναγκάζει να το διαβάσεις απο την αρχή ως το τέλος, αφού τα επιμέρους κεφάλαια και υποκεφάλαια είναι σε μεγαλο βαθμό αυτοτελή.

Όπως είχα γράψει και για το πρώτο βιβλίο της σειράς: Έχουμε δηλαδή μια σειρά από ημιανεξάρτητα δοκίμια, που διαβάζονται και αυτοτελώς αλλά συνδέονται και μεταξύ τους και που οδηγούν αργά αλλά σταθερά, και απολαυστικά, στην κορύφωση.

Το περιεχόμενο του δεύτερου τόμου είναι η άγρια και σκοτεινή πλευρά του έρωτα, όπως εκφράζεται μέσα απο τα δημοτικά τραγούδια αλλά και την επώνυμη ποίηση. Ο πόθος, που συνήθως εκλαμβάνεται σαν πάλη, είναι αντικείμενο του πρώτου μέρους, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο Εμπόλεμος έρωτας. Στα επομενα δύο μέρη, Ο έρωτας σαν εκούσια σφαγή, και Το σφαγείο του έρωτα, τα πράγματα σοβαρεύουν και το αίμα ρέει ποτάμια. Στο τέταρτο μέρος, Το όνομα, το αίτημα, το αίμα, με όχημα το δημοτικό τραγούδι του Δήμου και με εξαντλητική μελέτη των μοτίβων του, ολοκληρώνεται η εξέταση του θέματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημοτικά τραγούδια, Ερωτικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 122 Σχόλια »

Γιατί οι γυναίκες χαίρονταν περισσότερο το σεξ στον σοσιαλισμό

Posted by sarant στο 18 Αυγούστου, 2017

Έχω πει ότι τώρα το καλοκαίρι (αλλά και το φθινόπωρο, ως τον Νοέμβριο ας πούμε) επειδή έχω κάποιες άλλες υποχρεώσεις θα βάζω περισσότερες αναδημοσιεύσεις και επαναλήψεις άρθρων. Ως τώρα δεν έχω τηρήσει με συνέπεια αυτή την… υπόσχεση, οπότε επανορθώνω σήμερα αναδημοσιεύοντας ένα άρθρο της Kristen Godshee, που αρχικά δημοσιεύτηκε στη Νιου Γιορκ Τάιμς. Πέρα από το ενδιαφέρον του, ένας επιπλέον λόγος που με παρακίνησε να το αναδημοσιεύσω ειναι ότι πρόσφατα δημοσιεύτηκε και στο Χάφινγκτον Ποστ, όμως με ανεξήγητες περικοπές αλλά και κωμικά λάθη, μεταφραστικά ή επιμέλειας (ακόμα και του κορέκτορα: κάπου η Κολλοντάι γίνεται… Κολωνία!)

Εδώ το δημοσιεύω ολόκληρο και με καλή μετάφραση, που τη βρήκα στο ιστολόγιο του Άκη Γαβριηλίδη -ίσως το έχει μεταφράσει ο ίδιος, αν και δεν το λέει ρητά. Έκανα πάντως μερικές επουσιώδεις αλλαγές.

Όταν οι Αμερικανοί σκέφτονται τον κομμουνισμό στην Ανατολική Ευρώπη, φαντάζονται ταξιδιωτικούς περιορισμούς, ζοφερά τοπία με γκρίζο τσιμέντο, δυστυχισμένους άντρες και γυναίκες να ξεροσταλιάζουν σε ουρές για να ψωνίσουν από άδεια μαγαζιά, και μυστικές υπηρεσίες να παρακολουθούν την ιδιωτική ζωή των πολιτών. Μολονότι πολλά από αυτά ισχύουν, το συλλογικό μας στερεότυπο για τη ζωή στον κομμουνισμό δεν λέει όλη την αλήθεια.

Ίσως κάποιοι να θυμούνται ότι οι γυναίκες του ανατολικού μπλοκ απολάμβαναν πολλά δικαιώματα και προνόμια άγνωστα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες εκείνη την εποχή, μεταξύ των οποίων σημαντικές κρατικές επενδύσεις στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, την πλήρη ενσωμάτωσή τους στο εργατικό δυναμικό, γενναιόδωρες άδειες και επιδόματα μητρότητας και εγγυημένη δωρεάν παιδική φροντίδα. Αλλά υπάρχει και ένα πλεονέκτημα που δεν έχει προσεχτεί πολύ: οι γυναίκες υπό τον κομμουνισμό απολάμβαναν περισσότερη σεξουαλική ευχαρίστηση.

Μια συγκριτική κοινωνιολογική μελέτη μεταξύ Ανατολικογερμανών και Δυτικογερμανών μετά την επανένωση το 1990, διαπίστωσε ότι οι γυναίκες στην Ανατολή είχαν διπλάσιους οργασμούς από τις δυτικές. Οι ερευνητές έμειναν κατάπληκτοι με αυτή τη διαφορά, ιδίως επειδή οι γυναίκες της Ανατολικής Γερμανίας υπέφεραν από το περίφημο διπλό βάρος της επίσημης δουλειάς και του νοικοκυριού. Αντίθετα, οι γυναίκες της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας έμεναν στο σπίτι και επωφελούνταν από όλες τις συσκευές εξοικονόμησης εργασίας που παρήγε η ακμάζουσα καπιταλιστική οικονομία. Έκαναν όμως λιγότερο σεξ, και λιγότερο ικανοποιητικό σεξ, από γυναίκες που έπρεπε να περιμένουν στην ουρά για να πάρουν χαρτί υγείας.

Πώς εξηγείται αυτή η πτυχή της ζωής πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Δύο φύλα, Ερωτικά, ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , , , | 124 Σχόλια »

Το φλερτ, το κόρτε, η εργολαβία

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2017

Συνεχίζοντας από το χτεσινό άρθρο κινούμαστε και πάλι σε κλίμα ερωτικό, μια και αύριο έχουμε τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Επειδή όμως εμείς στο ιστολόγιο αύριο έχουμε τους Αριμασπούς, το σχετικό με τη γιορτή των ερωτευμένων άρθρο μπαίνει σήμερα.

Οι τρεις λέξεις του τίτλου είναι τρεις όροι για την ερωτοτροπία, την εκδήλωση της ερωτικής συμπάθειας, όπως γινόταν σε κάπως παλιότερες εποχές, όπου την πρωτοβουλία για την εκδήλωση την είχε αποκλειστικά ή σχεδόν ο άντρας. Και οι τρεις όροι τα έχουν τα χρονάκια τους, αλλά ο πρώτος, το φλερτ, χρησιμοποιείται πολύ και σήμερα, ενώ οι άλλοι δυο έχουν πια παλιώσει.

Περισσότερο βέβαια έχει παλιώσει η εργολαβία, η οποία τον 19ο αιώνα σήμαινε τόσο το φλερτάρισμα όσο και την ερωτική σχέση. Από τα τρία μεγάλα λεξικά μας, μόνο το ΛΚΝ αναφέρει ακόμα τη σημασία «ερωτική σχέση», σημειώνοντας ότι είναι «παρωχημένη» ενώ και στο λήμμα εργολάβος παραθέτει, επίσης ως ‘παρωχημένη’, τη σημασία «εραστής».

Για παράδειγμα, στην Μετανάστι του Παπαδιαμάντη, διαβάζουμε:

-Και είναι πολύ ωραία προς τούτοις, και εις αυτήν την ηλικίαν αι νέαι είναι επικίνδυνοι.
-Λοιπόν θα είπης;
-Και τας πολιορκούν πολλοί εργολάβοι.

Να σημειωθεί και ο λαϊκότερος τύπος «αργολαβία». Πάλι από τον Παπαδιαμάντη και το διήγημα «Απόλαυσις στη γειτονιά» με καταγραφή κουτσομπολιού:

Εκείνη εκοίταζε πολλούς· είχε αργολάβους. Έκανε αργολαβίες με το μεροκάματο.

Εργολάβοι βέβαια είναι και τα γλυκά, και η σχέση ανάμεσα στους εργολάβους-εραστές και τους εργολάβους-γλυκά μάς είχε απασχολήσει παλιότερα στο ιστολόγιο (δείτε εδώ τα σχόλια από 204 και μετά) αλλά και στη Λεξιλογία. Θα προσπεράσω το ακανθώδες ερώτημα, αν το γλύκισμα «εργολάβοι» είναι αυτό που λέγεται και «μακαρόν», διότι δεν ξέρω την απάντηση. Πάντως, δεν ισχυει αυτό που έχει γραφτεί, ότι το γλύκισμα πήρε την ονομασία του επειδή προσφερόταν ως τρατάρισμα όταν υπογράφονταν τα συμβολαια της αντιπαροχής στη δεκαετία του ’60 ανάμεσα στους  ιδιοκτήτες και τον εργολάβο, διότι γλύκισμα με την ονομασία αυτή υπήρχε από τον 19ο αιώνα στην Αθήνα.

Στη «Συναγωγή νέων λέξεων», το 1900, ο Στέφανος Κουμανούδης καταγράφει τη λέξη «εργολάβος» με ερωτική σημασία ήδη σε κείμενο του 1867, σημειώνοντας ότι η νέα αυτή σημασία έχει ηλικία μερικές δεκαετίες, ενώ εδώ και μερικές δεκαετίες έχουν επίσης ονομαστεί «εργολάβοι» κάποια γλυκίσματα.

Γιατί ονομάστηκε «εργολαβία» η ερωτική πολιορκία, το φλερτάρισμα, και «εργολάβος» ο επίδοξος εραστής ή ο εραστής; Ο Κουμανούδης παραθέτει εξήγηση που δόθηκε το 1889 στο Δελτίον της Εστίας, ότι γύρω στο 1855 κάποιοι νεαροί κομψευόμενοι συχνοπερνούσαν κάτω από τα παραθύρια μιας κοπέλας και, όταν τους ζήτησαν το λόγο, απάντησαν ότι έχουν πάρει εργολαβία τον δρόμο -κι επειδή έγινε επεισόδιο, και δίκη, η σημασία αυτή της λέξης στέριωσε. Ο ίδιος ο Κουμανούδης, χωρίς να απορρίπτει την εξήγηση, σημειώνει ότι δεν έχει ακούσει τέτοιο επεισόδιο, παρόλο που κατοικεί μισόν αιώνα στην Αθήνα.

Να μη σταθούμε στο συγκεκριμένο επεισόδιο, δεν το έχουμε ανάγκη για να γεννηθεί η φράση, μας αρκεί η γενική εικόνα. Ο εργολάβος που έχει αναλάβει μια δουλειά, περνάει καθημερινά από τον τόπο των εργασιών για να τις ελέγχει. Έτσι, ο νέος που αγαπούσε μια κόρη και περνούσε καθημερινά από το σπίτι της, κάτι που γινόταν βέβαια αντιληπτό και στους γείτονες, είναι πολύ λογικό να ονομάστηκε ειρωνικά ‘εργολάβος’ από τη γειτονιά και να έλεγαν στο πέρασμά του ότι «έχει εργολαβία».

Γιατί το γλύκισμα ονομάστηκε έτσι, δεν το ξέρω. Να τα πρόσφεραν οι ‘εργολάβοι’ (εραστές) όταν επιτέλους προχωρούσαν σε επίσκεψη στο σπίτι της Δουλτσινέας τους; Δεν το βρίσκω πιθανό. Σημειώνω πάντως ότι και οι δυο σημασίες (εργολάβοι-εραστές και εργολάβοι-γλυκά) παρουσιάζονται περίπου την ίδια εποχή, αν πιστέψουμε τον Κουμανούδη.

Πάμε τώρα στο κόρτε, λέξη η οποία ολοφάνερα είναι δάνειο. Είναι δάνειο από τα ιταλικά, όπου fare la corte σημαίνει ‘ερωτοτροπώ, φλερτάρω’ ίδια όπως και η γαλλική faire la cour.

Στα ιταλικά corte είναι η αυλή -αλλά και η Αυλή, και παρόμοια το cour στα γαλλικά. Κι επειδή στις αυλές των παλατιών οι αυλικοί συνομιλούσαν με λόγια ευγενικά και με πολλές περικοκλάδες, η έκφραση far la corte, από την αρχική σημασία «μιλάω όπως οι αυλικοί, μιλάω ευγενικά» πήρε τελικά τη σημασία «φλερτάρω» και πέρασε έτσι και στα ελληνικά.

Να πούμε εδώ σε παρένθεση ότι η σύνδεση ανάμεσα στις αυλές των ευγενών και στους καλούς τρόπους υπάρχει σε πολλές γλώσσες. Στα γερμανικά, Hof είναι η αυλή και höflich σημαίνει «ευγενικά», ενω από εκεί (μέσω των μεσαιωνικών hofesch, hübesch) προέρχεται και το hübsch = όμορφος. Αλλά και στα αγγλικά court (η αυλή) ως ρήμα σημαίνει ‘ερωτοτροπώ’ και courteous είναι ο ευγενικός.

Στα ελληνικά είπαμε κόρτε, κορτάρω το ρήμα και κορτάκιας αυτός που κορτάρει συχνά και πολύ, που φλερτάρει συνεχώς, με τη μία και με την άλλη. Η χροιά είναι σαφώς αρνητική, όπως και στις περισσότερες λέξεις που έχουν το επίθημα -άκιας.

Στον Υμνούμενο, το διάσημο επιθεωρησιακό νούμερο του Π. Κυριακού που το έχουμε παρουσιάσει κι εδώ, κορτάκηδες θεωρούνται οι Σμυρνιοί. Οι μάγκες, πάλι, δεν θα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κομψευόμενους και παρφουμαρισμένους κορτάκηδες -οι «Πέντε μάγκες» του Γιοβάν Τσαούς, όταν παραπονιούνται στον τεκετζή που τους έδωσε να φουμάρουν νοθευμένο πράμα, του λένε «εσύ νόμισες πως έχεις τίποτα κορτάκηδες».

Αν έχει εμφανίσεις η λέξη «κόρτε» στο ρεμπέτικο τραγούδι δεν ξέρω, αρμοδιότερος γι’ αυτό το θέμα είναι, αν μη τι άλλο λόγω… χρηστωνύμου, ο φίλος μας ο Κόρτο!

Οι μάγκες, είπαμε, δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κορτάκηδες, αλλά ένας Γιάννης Μάγκας (μάλλον ψευδώνυμο) έβγαζε το Κόρτε. Κόρτε ονομαζόταν ένα «τολμηρό» περιοδικό που έβγαινε στις αρχές του 20ού αιώνα, που δημοσίευε γελοιογραφίες με ημίγυμνες καλλονές, πονηρά ανέκδοτα, ερωτικά διηγηματάκια κτλ. Ιδού ένα εξώφυλλο του 1904:

korte-23-1904-08-19-1flert-29-1904-05-023

Την ίδια όμως περίοδο εκδιδόταν κι άλλο ένα περιοδικό, στο ίδιο σχήμα και με την ίδια ακριβώς ύλη, το Φλερτ, κι έτσι περνάμε στην τρίτη λέξη μας.

Το φλερτ είναι δάνειο από τα αγγλικά, flirt. Παλιότερα είχα διαβάσει ότι η αγγλική λέξη προέρχεται από το παλιό γαλλικό ρήμα fleureter (πετάω από λουλούδι σε λουλούδι / λέω γλυκόλογα). Κατά τους ετυμολόγους, το flirt, που είχε αρχική σημασία ‘μορφάζω, κάνω απότομες κινήσεις’ μπορεί να είναι εκφραστική λέξη ηχομιμητικής αρχής, αλλά στη διαμόρφωση της σημασίας ‘ερωτοτροπώ’ μπορεί πράγματι να έπαιξε ρόλο η γαλλική λέξη.

Κλείνοντας σημειώνω και την έκφραση «κάνω τον έρωτα», η οποία σε κείμενα του 19ου αιώνα και παλιότερα σήμαινε, ακριβώς, ερωτοτροπώ -το ίδιο όπως και το ιταλικό fare all’amore. Βέβαια, ο Σεφέρης και ο Θεοτοκάς, και άλλοι της ίδιας γενιάς, έγραφαν «κάνω τον έρωτα» εννοώντας τη σεξουαλική πράξη, αυτό που λέγαμε στη δική μου εποχή «κάνω έρωτα», αλλά παλιότερα δεν ήταν έτσι.

Για παράδειγμα, η Λιαλιώ, η Νοσταλγός του Παπαδιαμάντη, λέει «Αν ήθελα να κάμω τον έρωτα, το σιγουρότερο θα ήτο να μένω σιμά στον μπαρμπα-Μοναχάκη» -προφανώς εννοεί «να φλερτάρω».

Ακόμα πιο καθαρά, στον Υπάλληλο του Χουρμούζη, υπάρχει ο διάλογος:

— Την αλήθεια πες μας, σα φίλος· πόσος καιρός είναι οπού κάμετε τον έρωτα.

— Σχεδόν σχεδόν δύο χρόνια· από τον καιρό όμως οπού αρχίσαμε την αλληλογραφία είναι χρόνος.

Κάνουν τον έρωτα (δηλαδή θα άλλαζαν ματιές στο σεργιάνι) δυο χρόνια, αλλά μόνο ένα χρόνο άρχισαν και να αλληλογραφούν. Αν και στις μέρες μας η διαδικασία έχει επιταχυνθεί πολύ.

 

 

Posted in Επετειακά, Ερωτικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 216 Σχόλια »

Ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2016

Του αγίου Βαλεντίνου σήμερα, η μέρα των ερωτευμένων -και μπορεί να’ναι ξενόφερτος ο άγιος, και απροκάλυπτα εμπορικό σκοπό να είχε η δημιουργία του εθίμου, αλλά θαρρώ πως τώρα πια έχουν ριζώσει, θα’ναι μια γενιά περίπου που γιορτάζουμε και στην Ελλάδα τις 14 Φεβρουαρίου, παναπεί υπάρχει πια παράδοση.

Την παράδοση αυτή, περιέργως, το ιστολόγιο δεν την έχει τιμήσει, δηλαδή δεν έχουμε αφιερώσει άρθρο στην ημέρα -μόνο πέρυσι, που έπεφτε Σάββατο, είχα τιτλοφορήσει «ερωτοχτυπημένα» τα μεζεδάκια της ημέρας. Ας επανορθώσω.

Αν ήταν μια καθημερινή μέρα, ίσως θα άξιζε να ψάξει κανείς σε έντυπα της δεκαετίας του 80 να δει ποιες ήταν, τότε, οι εντυπώσεις από τα πρώτα βήματα του γιορτασμού του αγίου Βαλεντίνου στη χώρα μας. Είναι όμως Κυριακή, μέρα που βάζουμε λογοτεχνικό υλικό, οπότε θα βάλουμε ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων, ερωτικά ποιήματα δηλαδή.

Έγραψα «θα βάλουμε» και το εννοώ. Εγώ θα βάλω ένα-δυο, για φώλι, κι εσείς θα προσθέσετε (ή δεν θα προσθέσετε) όποιο ή όποια σας αρέσουν.

Και ξεκινάω, καθόλου πρωτότυπα, με το «Σ’ αγαπώ» της Μυρτιώτισσας.

Σ’ αγαπώ!

Σ’ αγαπώ· δεν μπορώ
τίποτ’ άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
με λαχτάρα σκορπώ
τον πολύφυλλο ανθό
της ζωής μου.

Ω μελίσσι μου, πιες
απ’ αυτόν τις γλυκές,
τις αγνές ευωδιές
της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου, να!
στα προσφέρω δετά
για να γείρεις γλυκά
το κεφάλι,

κι η καρδιά μου σκιρτά
κι όλη ζήλια ζητά
να σου γίνει ως αυτά
προσκεφάλι!

Και για στρώμα, Καλέ,
πάρε όλην εμέ,
σβήσ’ τη φλόγα σ’ εμέ
της φωτιάς σου,

ενώ δίπλα σου εγώ
τη ζωή θ’ αγρικώ
να κυλάει στο ρυθμό
της καρδιάς σου…

Σ’ αγαπώ· τι μπορώ,
Ακριβέ, να σου πω,
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο;

Φυσικά, το ξέρετε και το θυμάστε μελοποιημένο (και με αλλαγμένη τη σειρά στις στροφές) από τον Μεγάλο Ερωτικό, τον Μάνο Χατζιδάκι.

Ένα άλλο ερωτικό ποίημα που έχει μελοποιηθεί είναι, ακριβώς, το Ερωτικό. Ποίημα του αγαπημένου μου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που το μελοποίησε ο Νίκος Ξυδάκης και το απέδωσε έξοχα η Ελευθερία Αρβανιτάκη.

Το ποίημα:

Καημός, αλήθεια, να περνώ του έρωτα, πάλι, το στενό,
ώσπου να πέσει η σκοτεινιά, μια μέρα, του θανάτου,
στενό, βαθύ και θλιβερό, που θα θυμάμαι για καιρό,
τι μου στοιχίζει, στην καρδιά, το ξαναπέρασμά του.

Ας είναι, ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,
στερνό φιλί, πρώτο φιλί, και με λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα το φιλί, που μου το τάξανε πολλοί,
κι όμως δεν μπόρεσε κανείς, ποτέ, να μου το δώσει…

Ίσως, μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας, πάλι, στο βυθό,
και με τη Νύχτα, μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,
αυτό τ’ ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,
σα μια παλιά της οφειλή, να μου το ξαναφέρει!

Το ποίημα δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο ποιητής. Βρισκόταν στα χαρτιά που παρέδωσε ο κληρονόμος τού Λαπαθιώτη στον Άρη Δικταίο, το 1964, για να ετοιμάσει τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του. Καθώς το αντέγραφε ο Δικταίος, πρόσεξε πως υπάρχει ακροστιχίδα, δηλαδή τα πρώτα γράμματα κάθε στίχου σχημάτιζαν το όνομα Κώστας Γκίκας.

Όπως έχουμε ξαναγράψει, ο Κώστας Γκίκας από το Μενίδι ήταν ο μεγάλος έρωτας του Λαπαθιώτη -συνδέονταν ίσως από το 1925 και έως τουλάχιστον το 1937. Το ποίημα γράφτηκε το 1928.

Στο αρχείο Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ δεν υπάρχει το χειρόγραφο του ποιήματος που είδαμε, όμως υπάρχει ένα άλλο ποίημα του Λαπαθιώτη με ακροστιχίδα, που είναι πολύ λιγότερο γνωστό -αξίζει λοιπόν να το δούμε σήμερα.

lap-gluk

 

Είναι γλυκοθλιμμένα τα ματάκια σου
Κι είναι η ψυχή μου τόσο πονεμένη!
Μέσ’ από το γλυκόλαλο χειλάκι σου
Ουράνιο μύρο αγάπης ανασαίνει…

Μακρυά σου τι με νοιάζει αν γλυκοχάραμα
Ροδίζει στα βουνά τα χρυσωμένα;
Αυγούλες κρυσταλλένιες και ολογάλανες
Τα μάτια σου μονάχα είναι για μένα!

Νύχτα και μέρα εγώ διψώ τη μέθη τους,
Είναι η ψυχή μου τόσο πονεμένη
Ολόγλυκα η λαχτάρα μου και η θλίψη μου,
Σαν ίσκιος, μ’ ένα γέλιο σου πεθαίνει!

Υγρά τα μάτια μου είναι από τα κλάματα…
Η νύχτες, τα φεγγάρια τα θλιμμένα,
Η θάλασσα, το φως, τα ροδοσύννεφα
Σιμά σου μοναχά, γλυκό τρελόπαιδο,
Λάμπουν και φέγγουν κι είναι ωραία για μένα!…

Η ακροστιχίδα είναι διπλή, πλεχτή. Οι μονοί στίχοι σχηματίζουν το όνομα ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ και οι ζυγοί το επώνυμο ΚΟΡΤΕΣΗΣ -είναι ο νεαρός από την Ίο με τον οποίο συνδεόταν ο Λαπαθιώτης από το 1906 ως το 1910 περίπου, δηλαδή σε ηλικία 18-22 χρονών.

Να προσέξουμε ότι ο τέταρτος στίχος από το τέλος είναι γραμμένος σύμφωνα την ορθογραφία της εποχής «Η νύχτες», αντί «Οι νύχτες», και δεν μπορούμε να τον εκσυγχρονίσουμε διότι χαλάει την ακροστιχίδα.

lap-nolisΣτην πίσω πλευρά του χαρτιού υπάρχει μια πλεγμένη υπογραφή:

ΝαπολέΩν ΛαπαθιώτΗΣ

Τα πέντε υπερμεγέθη γράμματα που επισκιάζουν τα άλλα τα μικρούτσικα σχηματίζουν το όνομα ΝΩΛΗΣ, που είναι κυκλαδίτικο υποκοριστικό του «Μανώλης» -και τον Γλέζο τον φωνάζουν έτσι στο χωριό του. Τέτοια παιχνίδια με πλεχτές υπογραφές κάνουν και σήμερα θαρρώ τα ερωτευμένα ζευγάρια -εγώ πάντως στον καιρό μου έκανα μερικά πολύ ωραία αλλά δεν τα έχω κρατήσει.

Έβαλα τρία ποιήματα, σειρά σας να βάλετε κι εσείς όσα και όποια σας αρέσουν, σε ελεύθερο ή παραδοσιακό στίχο, μελοποιημένα ή όχι!

 

Posted in χειρόγραφα, Ερωτικά, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 116 Σχόλια »