Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘ΕΣΣΔ’ Category

Η πτώση του Παρισιού, μυθιστόρημα του Ηλία Έρενμπουργκ

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2018

Παλιομοδίτης όπως είμαι, οι αγαπημενοι μου συγγραφείς ειναι επίσης παλαιοί -ένας απ’ αυτους ο σοβιετικός Ηλίας Έρενμπουργκ, που αποσπάσματα απο τα απομνημονεύματά του και από άλλα έργα του έχω ξαναβάλει στο ιστολόγιο.

Περνώντας προσφατα από το βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής είδα ότι εκδόθηκε, σε δύο τόμους και συνολικά 720 σελίδες, το μυθιστόρημα «Η πτωση του Παρισιού» του Ερενμπουργκ. Το πήρα και το διάβασα σχεδόν απνευστί -το ένιωθα πως θα μου άρεσε και δεν έπεσα έξω. Είχε βγει και παλιά από άλλον εκδοτικό οίκο, όμως τούτη η έκδοση της Συγχρονης Εποχής πρέπει να είναι φετινή (αν κάνω λάθος, διορθώστε).

Στην Πτώση του Παρισιού, ο Έρενμπουργκ δινει μια τοιχογραφία της Γαλλίας από το 1936 και τις εκλογές που έφεραν τη νικη του Λαϊκού Μετώπου έως το 1940 και την είσοδο των Γερμανών στο Παρίσι μετά τη συνθηκολόγηση. Ο Έρενμπουργκ, με διαφορά ο πιο δυτικός από τους Σοβιετικούς συγγραφείς, περιγράφει πράγματα που τα έζησε από πρώτο χέρι, αφού εκείνην την περίοδο ζούσε στο Παρίσι ως ανταποκριτής σοβιετικών εφημερίδων (αν και ειχε περάσει αρκετους μήνες και στην Ισπανία ως πολεμικός ανταποκριτής στον εκεί εμφύλιο· άλλωστε και η Ισπανία φιγουράρει στο μυθιστόρημα). Καθώς διάβαζα το μυθιστόρημα, εδώ κι εκεί αναγνώριζα σκηνές και φράσεις που τις είχε επίσης περιγράψει και αναφέρει ο Έρενμπουργκ, αν και κάπως διαφορετικά, στα απομνημονεύματά του.

Ειναι παραδοσιακό μυθιστόρημα, όπου παρελαύνουν δεκάδες ήρωες, οι περισσότεροι απ’ αυτους ζωγραφισμένοι πολύ πετυχημένα. Ο ίδιος ο Έρενμπουργκ, κρίνοντας το έργο του, έγραψε ότι «ορισμενοι ήρωες μού φαίνονται ζωντανοί, με τρεις διαστάσεις, άλλοι επίπεδοι, κατάλληλοι για πλακάτ» και συνεχίζει λέγοντας ότι κακώς έκανε αψεγάδιαστους τους «καλούς» (τον κομμουνιστή εργάτη Μισό ή Μιχιό, θα πούμε μετά, ή τη Ντενίζ). Πέτυχε όμως πολύ καλά τους ενδιάμεσους, σαν τον έξυπνο και ευαίσθητο καπιταλιστή Ντεσέρ. Ίσως ο πιο καλοσχεδιασμένος χαρακτήρας να είναι ο πολιτικός Τεσά, βουλευτής του ριζοσπαστικού κόμματος, που ξεκινάει από βουλευτής του Λαϊκού Μετωπου και καταλήγει υπουργός του Πετέν -ο συγγραφέας περιγράφει με μεγάλη επιτυχία και πολύ πειστικά την αλυσίδα των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων.

Το βιβλίο έχει ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία δεν θα την πληροφορηθεί ο αναγνώστης της σπαρτιατικής έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής. Τη λέω σπαρτιατική, επειδή παρουσιάζει σκέτο το κείμενο: δεν έχει ούτε προλογο, ούτε μεταφραστικές ή άλλες υποσημειώσεις, ούτε επίμετρο, ούτε τίποτα, μόνο ένα σημείωμα στο οπισθόφυλλο, για το οποίο θα πω μετά. Βέβαια, το κείμενο αρκεί και αποζημιώνει τον αναγνώστη με το παραπάνω, παρά τα μεταφραστικά προβλήματα (βλ. παρακάτω). Αλλά στην εποχή μας, ο αναγνωστης θέλει και κάτι παραπάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γαλλία, ΕΣΣΔ, Κριτική μεταφράσεων, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 180 Σχόλια »

Όσα δεν είπε ο Μπιλ Μαζάουερ

Posted by sarant στο 16 Απρίλιος, 2018

Ο τίτλος ίσως σας κάνει ν’ απορήσετε, αφού ο γνωστός ιστορικός, που έχει γράψει εκτενώς για την Ελλάδα και την ιστορία της, λέγεται Μαρκ Μαζάουερ.

Ωστόσο, στο τελευταίο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πέρυσι στα αγγλικά και πολύ γρήγορα στη συνέχεια στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα, πρωταγωνιστούν δυο άλλοι Μαζάουερ, που φαίνονται και στη φωτογραφία του εξωφύλλου: ο πατέρας και ο παππούς τού συγγραφέα.

Το βιβλίο έχει τίτλο «Όσα δεν είπες» (What you did not tell) -απευθύνεται ο γιος προς τον πατέρα. Με το που πέθανε ο πατέρας του ο Μπιλ, ο Μαρκ Μαζάουερ συνειδητοποίησε, όπως γράφει, ότι «ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του» τού ήταν άγνωστο, έψαξε στα χαρτιά του πατέρα του και βρήκε τα ημερολόγιά του (κρατούσε ημερολόγιο επί πενήντα χρόνια ο Μπιλ!) και τα διάβασε, αλλά η ανάγνωση αυτή του δημιούργησε ακόμα περισσότερες απορίες. Κι έτσι, ο Μαζάουερ ως ιστορικος πια, διερεύνησε την οικογενειακή ιστορία του πατέρα του και του παππού του, και έγραψε αυτό το γοητευτικό βιβλίο που περιέχει «όσα δεν του είπε» ο πατέρας του. Ή ίσως «όσα δεν είπε» γενικά, μια και η σιωπή και η λακωνικότητα είναι ένα θέμα που διαπερνά το βιβλίο, αφού και ο παππούς του συγγραφέα ήταν άνθρωπος που απέφευγε να μιλάει για το δικό του παρελθόν.

Είναι πολύ συνηθισμένο να γράφει ο γιος τη βιογραφία του πατέρα -το έκανε και ο δικός μου πατέρας για τον δικό μου παππού (το βιβλίο το έχουμε παρουσιάσει σε συνέχειες στο ιστολόγιο). Όμως ο Μαζάουερ δεν έκανε μόνο αυτό -δεν περιορίζεται στη βιογραφία του πατέρα του, αλλά επίσης βιογραφει τον παππού του, τη γιαγιά του, τα ετεροθαλή αδέρφια του πατέρα του, κάποιους άλλους θείους. Πρόκειται δηλαδή για μια, θα λέγαμε, «οικογενειακή βιογραφία», που γίνεται σε μεγάλο βάθος και πλάτος αλλά από αυστηρά πατρογραμμική σκοπιά, δηλαδή βιογραφούνται μόνο οι συγγενείς από τη μεριά του πατέρα του συγγραφέα. Η μητέρα του αναφέρεται ελάχιστα και οι δικοί της πρόγονοι σχεδον καθόλου, ενώ αφιερώνονται σελίδες π.χ. στον πρώτο σύζυγο της γιαγιάς του συγγραφέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Εργατικό κίνημα, ΕΣΣΔ, Εβραϊσμός, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , | 157 Σχόλια »

Οι Δώδεκα του Αλέξανδρου Μπλοκ σε δυο μεταφράσεις κι ένα απόσπασμα

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2018

Πριν από δυο μήνες έκλεισαν 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το σημερινό μας άρθρο έρχεται να τιμήσει μιαν άλλη επέτειο, φιλολογική, που είναι αποτέλεσμα της προηγούμενης: τα 100 χρόνια από το ποίημα «Οι Δώδεκα» του Αλέξανδρου Μπλοκ, που θεωρειται το εμβληματικό ποίημα της Οχτωβριανής Επανάστασης και που δημοσιεύτηκε ακριβώς τον Ιανουάριο του 1918.

Κορυφαία μορφή του ρωσικού συμβολισμού, ο Αλέξανδρος Μπλοκ γεννήθηκε το 1880 στην Πετρούπολη, σε οικογένεια διανοούμενων, ανατράφηκε αριστοκρατικά, παντρεύτηκε την κόρη του διάσημου χημικού Μεντελέγιεφ και είχε δραστήρια συμμετοχή στο ποιητικό κίνημα του συμβολισμού και στην πνευματική ζωή της προεπαναστατικής Ρωσίας. Σε αντίθεση με τους περισσότερους φίλους του αλλά και με το κοινό του, αγκάλιασε την Οκτωβριανή επανάσταση, που την έβλεπε σαν κάτι το μεσσιανικό. Γρήγορα απογοητεύτηκε από τα πάντα, σταμάτησε να γράφει και πέθανε το 1921 από απροσδιόριστη αρρώστια. (Βρίσκω πως ο αγαπημένος μου Ναπολέων Λαπαθιωτης, συμβολιστής κι αυτος, έχει πολλά κοινά στη ζωή του).

Ο Μπλοκ θεωρούσε πως οι Δώδεκα ήταν το αριστούργημά του. Παρουσιάζει 12 μπολσεβίκους στρατιώτες που διασχίζουν στους δρόμους της επαναστατημένης Πετρούπολης μέσα στη χιονοθύελλα, κάπως σαν τους Δώδεκα Αποστόλους. Χρησιμοποιεί γλώσσα σε διάφορα επίπεδα ύφους, δανείζεται εκφράσεις από την αργκό των προλεταριακών στρωμάτων ή μοτίβα από λαϊκά τραγούδια, δίνει τρομερή σημασία στις παρηχήσεις και στον ρυθμο και γι’ αυτό η μετάφρασή του είναι πρόκληση.

Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές έχει μεταφράσει και παρουσιάσει στο ιστολόγιο κείμενα ρωσικής λογοτεχνίας (παράδειγμα) μού έστειλε το ποίημα του Μπλοκ σε δική της μετάφραση, με αντικριστό το ρωσικό πρωτότυπο, αλλά και στη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα. Θα ήθελα να παρουσιάσω τα τρία κείμενα (πρωτότυπο και δύο μεταφράσματα) σε τρίστηλο, όπως μού τα έστειλε η Ρανέλε, για να είναι πιο ευχερής η αντιπαραβολή, αλλά δεν μπορώ να μεταφέρω καλά τον πίνακα ώστε να διατηρείται η στοίχιση στην οθόνη. Έτσι, έσπασα τον τρίστηλο πίνακα σε δύο δίστηλους πίνακες, πρώτα η μετάφραση της Ρανέλε και δίπλα το πρωτότυπο και μετά το πρωτότυπο με τη μετάφραση του Μπλάνα. H Ρανέλε μου έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου, το τέλος του ποιήματος. Αυτό το παραθέτω μόνο του, στο τέλος.

Επειδή από html και πίνακες είμαι ανίδεος, η παρουσίαση δεν βγήκε όπως το ήθελα, και δυσκολεύει το διάβασμα του ποιήματος. Ζητώ συγγνώμη.

 

Οι Δώδεκα, Αλεξάντρ Μπλοκ, μτφρ. Ranele

 

1

Μαύρο, μαύρο βράδυ.
Άσπρο χιόνι σαν το χάδι.
Ο αέρας το ρημάδι
ρίχνει καταγής, ξυρίζει σαν ξυράφι!
Ο αέρας το ρημάδι
λυσσομανά σ΄ολόκληρη την πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Σκούζει ο βοριάς σαν το σκυλί
Παντού το χιόνι το λευκό
Από κάτω κρύβει το γυαλί
Ολισθηρό, σκληρό
Όποιος περνά, γλιστρά
– βρε, τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Ανάμεσα στα κτήρια αντικρινά
Έχει τεντωθεί ένα σκοινί.
Στο σκοινί κρέμεται ένα πανό ψηλά:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση!»
Μια γριούλα απορεί, μοιρολογεί
Τι σημαίνουν τούτα στο μυαλό της δεν χωρεί,
Για τούτο το ακαταλαβίστικο πανό
Γιατί χαλάστηκε τόσο πανί γερό;
Ένα σωρό φασκιά
θα΄βγαιναν για τα παιδιά.
Αφού υπάρχουν τόσα ξυπόλυτα και γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Η γριούλα αδέξια σαν την κλώσα
Τσαλαβουτά η καημένη μες στις χιονοστιβάδες
-Παναγιά προστάτιδα, βοήθα!
-Οι Μπολσεβίκοι θα μας βάλουν σε μπελάδες!Ο αέρας μαστιγώνει!
Το κρύο δυναμώνει!
Ένας αστός πάνω στο σταυροδρόμι
Τη μύτη του χώνει μες στο πανωφόρι.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος είναι αυτός ο μαλλιάς
Που ρητορεύει χαμηλόφωνα;
–          Προδοσία!
–          Πάει η Ρωσία!
Θα΄ναι κανένας γραφιάς,
ο μπλαμπλάς…Νάτος και ένας ρασοφόρος –
Σούρνεται άκρη άκρη κλεφτά…
Από τι δεν είσαι ελπιδοφόρος,
Σύντροφε παπά;Θυμάσαι τα παλιά
Πίσω εσύ, η κοιλιά μπροστά
με το σταυρό να λαμποκοπά
προχωρούσες ανάμεσα στο λαό αλαζονικά;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να και μια δεσποινίς με το γουναρικό
Παραπονιέται και ρωτάει το διπλανό:
– Κλαίμε σερί, τι θα απογίνουμε χωρίς…
Γλίστρησε και τσουπ  πάρ΄την κάτω
Ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά καταγής
-Άους! -Τράβα, σήκωσέ την, να χαρείς!Ο αέρας όλο ζαβολιά
Φυσάει άγρια και χαρωπά
Σηκώνει τους ποδόγυρους
Θερίζει τους περαστικούς
Σκίζει, τσαλακώνει,
Παίρνει και σηκώνει
Ένα τεράστιο πανό που διακηρύσσει:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση»…
Και κάτι σπαράγματα λόγων στριφογυρίζει:
…Ιδρύσαμε κι εμείς συνδικάτο, αδερφάκι…
…Να μες στο σπίτι με το κόκκινο φαναράκι…
… Συζητήσαμε –
αποφασίσαμε:
δεκάρικο για μια ωρίτσα,
για μια νύχτα, κορίτσα–
χωρίς παζάρι
ένα κοσιπεντάρι …
…Και άντε στο κρεβατάκι
να πιάσουμε το παραδάκι…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Σκοτεινιάζει.
Ο δρόμος αδειάζει.
Ένας αλήτης
Καμπουριάζει.
Ο αέρας περουνιάζει…
Βρε, το φουκαρά!
Έλα πιο κοντά –
Δώσ΄μου δυο φιλιά…
Πρώτα το ψωμί ή τα λεφτά!
Τα θες μπροστά;
Έμπα μέσα, φουκαρά!Μαύρος κατάμαυρος ο ουρανός.
Μαύρη, θλιβερή οργή
Βράζει μες στην ψυχή…
Μαύρη, ιερή οργή…Σύντροφε! Μάτια
Τέσσερα!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2
Ο αγέρας σεριανίζει,
Το χιονάκι πεταρίζει.
Μια ντουζίνα ανθρώπων βαδίζει.
Μαύρες τελαμώνες σταυρωτά
Όλα τα φώτα της πόλης ανοιχτά…Μες στο στόμα τσιγαράκι,
Βαλμένο μόρτικα το καπελάκι.
θα΄ταν του σκοινιού και του παλουκιού παλιά!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Κρυώνω, σύντροφοι, πολύ!
2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Ο Βάνια και η Κάτια καλοπερνούν στο καπηλειό…
– Εκείνη έχει κομπόδεμα γερό!
-Και ο Βάνια δεν είναι πια κάνα μπατιράκι…
-Ήταν δικός μας, μα σε άλλους πήγε φανταράκι!- Για τόλμα,  Βάνκα, μπάσταρδε, αστέ,
να φιλήσεις το δικό μου το αμόρε!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Η Κατίνα με τον Βάνια έχουνε δουλειά –
Τι δουλειά; Τι δουλειά;
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!
— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Παντού τριγύρω αναμμένα φώτα
Πάνω στους ώμους τελαμώνα…
Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!Σύντροφε, μη δειλιάζεις, κράτα γερά
Στην Αγία Ρούσια ας ρίξουμε καμιά τουφεκιά –
Στην πατροπαράδοτη και οπισθοδρομικιά
Στην καλυβένια και ξυλένια
Στην καλοθρεμμένη με τα οπίσθια παχιά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3
Σαν πήγανε παιδιά φαντάροι
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Να χάσουν το θερμό κεφάλι!
Αχ, μωρέ, τι συφορά,
Η ζωή είναι γλυκιά!
Τρύπες, μπαλώματα στη χλαίνη,
Τουφέκι αυστριακό στο χέρι!Για να σκάσουν επιτέλους οι αστοί
Φωτιά στον κόσμο θα βάλουμε χιαστί,
Φωτιά στο αίμα και στα μπατζάκια σας –
Κύριε, ελέησον μας!
3
Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!
4Το χιόνι στροβιλίζεται,
Ο αμαξάς ωρύεται,
Ο Βάνκα με την Κάτια
Στ΄αμάξι  χαριεντίζεται –
Φαναράκι μου λαμπρό,
Φέγγε τον κοσμάκη μην πατώ…
Άκρη, βρε τον παλαβό!Μες στη χλαίνη στρατιωτική
Έχει φάτσα μουρόχαβλη
Στρίψε, στρίψε το μουστάκι,
Μπας και γίνεις πιο αντράκι.
Πες κανένα αστειάκι,
Να γελάσει το γκομενάκι.Κοίτα πως κορδώνεται!
Κοίτα πως καμώνεται!
Αγκαλιάζει τη χαζούλα,
Ξεμυαλίζει την Καιτούλα…Γέρνει πίσω το κεφάλι,
Στα δοντάκια μαργαριτάρι
Αχ Κατίνα, Κατινάκι
Παχουλό γλυκό μουτράκι…
4Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…
5.

Αχ, Κατίνα μου γλυκιά,
στο λαιμό δεν έχει γιάνει
Η ουλή απ΄το σουγιά.
Και στον κόρφο σου ματώνει
Εκείνη κει η γρατσουνιά!

Πω, πω, πω,
χορεύει το μωρό!
Τι κορμί, θα τρελαθώ!

Νταντελένια κιλοτάκια
φόραγε ακόλαστα –
Με τα αξιωματάκια
Γλένταγε  αχόρταγα –
Κατίνα μου γλυκιά,
πάν΄όλ΄αυτά!

Πω, πω, πω,
κάνει νάζι το μωρό!
Πάει η καρδιά μου, θα χαθώ!

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμήσου, Κατινάκι,  το γαλονά –
Που για σένα έφαγε τη μαχαιριά…
Μπας και τα ξέχασες, μωρή χαζοβιόλα;
Μπας και τά΄χασες τα μυαλά σου όλα;Πω, πω, πω,
κάνε μου το ψυχικό!
Να πλαγιάσω με μωρό!Κάλτσες μάλλινες φορούσε,
Σοκολάτες μασουλούσε,
Με ευέλπιδες γλεντούσε –
Τώρα ξέπεσε πιο χαμηλά
Με φαντάρους το γλεντά;Πω, πω, πω,
Είσαι κόλαση, κουκλί!
Βούτα μες στην αμαρτία
ν΄αλαφρώσει η ψυχή!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
… Και πάλι καλπάζει ο αμαξάς.
Τρέχει, ωρύεται ο φωνακλάς…
Σταμάτα, σου λένε,  κερατά!
Πετράκη, πίσω, Αντρέα μπροστά!…Μπαμ , πέφτει ο πυροβολισμός!
Σύννεφο χιονιού ο κουρνιαχτός! …
Σβέλτα! Ο Βάνια γίνεται μπουχός…
Ρίξ΄του ξανά! Σημάδεψέ τον ακριβώς!…
Μπαμ , να σου γίνει μάθημα το πάθημα,
………………………………………………………………
Μη σαλιαρίζεις με του αλλουνού το αίσθημα!…
Φτου! Την έκανε το ρεμάλι του κερατά,
Σε κανονίζω αύριο, βρε μασκαρά!Πού΄ναι η Κατίνα; – Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στην κεφαλή!
Δε μιλάς, Κατίνα; – Μουγκό  το στόμα…
Καλά να πάθεις, παλιοβρόμα!Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Οι δώδεκα πάλι πιάνουν βήμα σταθερό,
Πίσω από τους ώμους ένα τουφέκι φονικό.
Μοναχά ο δόλιος ο φονιάς
Έχασε το κέφι του μεμιάς…Τρέχει να ξεφύγει από το κακό
Το βήμα βιάζει, χαλάει το ρυθμό
Έδεσε το μαντίλι γύρω από το λαιμό –
Πού να συνέλθει από τον καημό;…-Τι συμβαίνει, φιλαράκο;
-Σύντροφε, τι δε μιλιέσαι;
-Πού΄ν’το κέφι σου, Πετράκο;
Την Κατίνα συλλογιέσαι;
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, συντρόφοι μου καλοί,
Την κοπελιά αυτήν
πολύ την λαχταρούσα
Νύχτα μαύρη μεθυστική
Αγκαλιά με αυτήν
Συχνά πυκνά γλυκοπερνούσα…-Με μεθούσε η τσαχπινιά
Μες στα μάτια της τα φλογερά
Και η κόκκινη ελιά,
Πάνω στον ώμο της δεξιά,
Πάει, την σκότωσα, ο καταραμένος,
Απ΄τη ζήλια τυφλωμένος!-Κοίτα τον, τι λέει ο βλάκας,
Μπας και είσαι ντιπ μαλάκας;
-Είναι ώρα για κουβέντα;
Τι την μπλέκεις την ψυχή;
-Ίσιαξε το κορμί σου σβέλτα
-Κράτα ψηλά την κεφαλή!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν είναι ώρα για νταλκάδες,
Ούτε για το ντάντεμα, μωρέ,
Μη μας βάζεις σε μπελάδες
Σύντροφέ μας, ακριβέ!Ο Πετρής επιβραδύνει
Τα γοργά του βήματα…
Τους νταλκάδες τους αφήνει
Ξαναβρίσκει της  χαράς πατήματα …Βρε! Κάπου να ξεσπάσουμε
την πλάκα μας να σπάσουμε!Βρε, κόσμε, αμπαρώστε τα νοικοκυριά,
Απόψε θα πλιατσικολογήσουμε γερά!
Ξεκλειδώστε τα κελάρια με τα κρασιά-
Απόψε θα  τα σπάσει όλα η φτωχολογιά!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8
Αχ, αμάν! Φαρμάκι η ζωή
Αχ, αμάν! Βαρεμάρα βαρετή
Βαρεμάρα που ανοίγει πληγή!Για να ξεχαστώ
Θα γλεντήσω τον καιρό…Για να ξεχαστώ
Το κεφάλι θα χτυπώ…Για να ξεχαστώ
πασατέμπο θα μασουλώ…Για να ξεχαστώ
Το σουγιά μου θα μεταχειριστώ! …Βρε αστέ, με του σπουργίτη την καρδιά!
Άι φεύγα! Μην τραβήξω καμιά μαχαιριά
Για να ξεχάσω την αγάπη μου παλιά,
Με τα φρύδια μαύρα και καμαρωτά…

Γαλήνευσον, Κύριε, την ψυχήν του δούλου σου…

Ρύσαι με εκ της πλήξεως τρομερής !

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης δεν ηχεί,
Πάνω απ΄τον πύργο του Νέβα απλώνεται σιγή
Δεν υπάρχει πια η αστυφυλακή
Σπάστε τα, παιδιά, χωρίς κρασί!
Στο σταυροδρόμι στέκεται ένας αστός
Μες στο παλτό του ζαρώνοντας τα μέλη
Και δίπλα του τρίβεται ένας βρομερός
Κοπρίτης με την ουρά στα σκέλη.

Στέκεται λοιπόν ο αστός σαν τον κοπρίτη νηστικός,
Σάμπως ερωτηματικό βουβός ζαρώνοντας τα μέλη
Και σαν κοπρίτης ο κόσμος ο παλιός
Κρύβεται πίσω του με την ουρά στα σκέλη.

9
Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.
10
Δυναμώνει ο χιονιάς
Δυσκολεύουν τα πατήματα!
Από το χιόνι δε θωράς
Μες στα δυο βήματα!Απάνω το χιόνι σηκώνεται,
Ο χιονοστρόβιλος ορθώνεται…-Πω τι θύελλα ΄ναι αυτή, σώσον μας, Χριστέ!
-Βρε,  Πετρή! Τα΄χεις χάσει!
Τάχα πότε σε έχει σώσει, βρε αδερφέ,
Το χρυσό εικονοστάσι;Πόσο ανερμάτιστος πες να΄σαι,
Σκέψου κομματάκι  λογικά-
Ή τα χέρια σου δε στάζουν αίμα
Για της Κατίνας την αγκαλιά;-Κράτα βήμα επαναστατικό!
Κυνήγα τον άγρυπνο εχθρό!
Εμπρός, εμπρός, ωρέ
Εργαζόμενε λαέ!
10Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!
11
…Προχωρούν χωρίς όσια και ιερά
Και οι δώδεκα μπροστά.
Έτοιμοι για όλα τα στραβά,
Δίχως λύπηση καμιά…Τα σιδερένια τους τουφέκια
Σημαδεύουν τον αόρατο εχθρό …
Μες στα σκοτεινά σοκάκια,
Όπου η χιονοθύελλα λυσσομανά
Μες στις στοιβάδες από χιόνια –
Όπου το πόδι πατά στα μαλακά…
Ως σταθερός προσανατολισμός
Η κόκκινη παντιέρα τους καλεί
Ο ρυθμικός τους βηματισμός
Γύρω γύρω αντηχεί
Ο άσπονδος εχθρός
Όπου να΄ναι θα φανεί…Η θύελλα τους τυφλώνει
Τους ρίχνει μες στα μάτια χιόνι
μέρα νύχτα τους παγώνει …Εμπρός, εμπρός ωρέ
Ω εργαζόμενε λαέ!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά…
– Άλτ! Ποιος σαλεύει εκεί πέρα;
Κανείς. Είν΄ το παιχνίδι του αέρα
που φλερτάρει χαρωπά
με την κόκκινη παντιέρα…

Μπροστά ορθώνεται  βουνό το χιόνι,
– Φανερώσου όποιος κρύβεται εκεί!…
Ενώ ξοπίσω τους χωλαίνει
Μονάχα ένα ψωριάρικο θεονήστικο σκυλί…

-Ξεκουμπίσου, χολεριασμένο,
Αλλιώς δε γλιτώνεις από ξιφολόγχη αιχμηρή!
Ρε παλιέ κόσμε, σαν το σκυλί αρρωστημένο
Χάσου, αλλιώς σε περιμένει η στιβαρή πυγμή!

Ο σκύλος ξεπαγιασμένος χωρίς αφεντικά –
Γρυλλίζει σαν τον πεινασμένο λύκο απειλητικά –
Με την ουρά στα σκέλη τους ακολουθεί από κοντά…
-Βρε μίλα, ποιος είσαι; Αναφέρσου κανονικά!

12
… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?
– Ποιος ανεμίζει άραγε την κόκκινη παντιέρα;
– Πού να τον δεις  με τούτο το σκοτάδι,
– Νάτος! Κινείται σαν τον ίσκιο εκεί πέρα,
Κρύβεται πίσω απ΄τα σπίτια, το ρημάδι;-Θα σε πιάσω πού θα μου πας,
Κάλλιο παραδώσου ζωντανός
-Ρε άνθρωπε, μη μου το χαλάς,
Βγες, αλλιώς θα πέσει ο πυροβολισμός!Μπαμ αναμπάμ ! – μονάχα η ηχώ
Αντιλαλεί στο δρόμο σκοτεινό
Και η θύελλα σφυρά μελωδικά
Γελώντας μαζί τους μοχθηράΜπαμ- μπαμ – αναμπάμ!
Μπαμ- μπαμ – αναμπάμ…
… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά –
Από πίσω το θεονήστικο σκυλί τους ακολουθά,
Μπροστά με την ματοβαμμένη παντιέρα ψηλά
Αόρατος  μες στο χιονιά
Άτρωτος στην τουφεκιά
Μες στη θύελλα με την ανάλαφρη πατημασιά
Πάνω  στου χιονιού την μαργαριταρένια απλωσιά
Στεφανωμένος με τα ρόδα τα λευκά
Ο Ιησούς Χριστός φαντάζει αμυδρά.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

Και τώρα πάλι σε δίστηλο, η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα (εκδ. Γκοβόστης) μαζί με το ρωσικό πρωτότυπο:

 

Δώδεκα, Αλέξανδρος Μπλοκ, μτφρ. Γ. Μπλάνας

1

Μαύρη ΄ναι η νύχτα
Λευκό το χιόνι.
Λυσσάει ο άνεμος, λυσσάει: πάει
Να σε σωριάσει
Χάμω – σαρώνει
Απ΄άκρη σ΄άκρη τη Θεία Πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Λυσσάει, σηκώνει
Ψηλά το αφράτο
Χιόνι: από κάτω πάγος σκληρός
Και γλιστερός.
Πάτα γερά!
Πρόσεχε! Έπεσε! Τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Από σπίτι σε σπίτι
Απλωμένο,
το πανό γερά δεμένο:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Από κάτω μια γριά κοιτάει
Δεν ξέρει τι σημαίνει
Αυτό το πράγμα – μοιρολογεί!
Πάει χαμένο τόσο πανί!
Τόσο πανί για ένα πανό!
Ένα σωρό ποδοφάσκια θα΄χα βγάλει για τα δύστυχα παιδιά,
Τριγυρίζουν ξυπόλυτα, γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Σαν την πουλάδα η γριά
Πιλαλάει μες στον χιονιά.
-Βοήθα, Παρθένα μου! Οι Μπολσεβίκοι
Θα μας σφάξουν σαν τα ζα!Δαγκώνει ο άνεμος!
Δεν πάει πίσω η παγωνιά!
Για δες εκεί στη διασταύρωση τον μπουρζουά:
βαθιά χωμένη η μύτη στον γιακά.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος να΄ναι; Η κόμη του λυτή
Στους ώμους και μονολογεί!
-Αληταρία!
-Πάει η Ρωσία!
Κάνας συγγραφέας θα΄ναι –
Απ΄ αυτούς που όλο μιλάνε και μιλάνε…Μεγαλοσχήμων ίσκιος προβαίνει
Μέσα στο χιόνι – πάει μουλωχτά…
Δύσκολες μέρες ψωμί δε βγαίνει,
Ε, σύντροφε παπά;Θυμάσαι τότε που τριγυρνούσες καμαρωτός:
Μπροστά σαν τούμπανο η κοιλιά,
Κι άστραφτε πάνω της σταυρός
Να λάβει φώτιση ο λαός;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να μια δεσποινίς με Αστραχάν
Και γυρίζει, λέει στην συνοδό της:
-Κλαίγαμε, κλαίγαμε…
Και ξαφνικά γλιστράει
-Αμάν! Πάρ΄την κάτω σαν σακί!
Πω, πω! Τι τούμπα ήταν αυτή!
Δώστε ένα χέρι να σηκωθεί!Ο άνεμος παλαβώνει.
Μια χαϊδεύει, μια δαγκώνει
Σηκώνει φούστες και παλτά
Θερίζει τους διαβάτες σαν σπαρτά.
Πιάνει, σκίζει, κουρελιάζει το τεράστιο πανό
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Σκορπίζουν τα λόγια από δω κι από κει.
…Είχαμε κι εμείς «συντακτική»
…σ΄αυτό το κτήριο, εκεί…
…τα συζητήσαμε-
Τα συμφωνήσαμε:
Δέκα την ώρα – διανυκτέρευση ΄κοσ΄πέντε…
…ντάγκα-ντάγκα…
…και βουρ στο κρεβάτι με τον μάγκα…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Αργά το βράδυ.
Άδειος ο δρόμος.
Ένας αλήτης βαδίζει
Βαριά, σκυφτά,
Ο άνεμος σφυρίζει…
Ψιτ, Ομορφούλα!
Είσαι για ένα
Φιλί στη ζούλα;Ψωμί!
Πού πάμε!
Προχώρα!Μαύρος, μαύρος ουρανός.
Θυμός, θυμός σκοτεινός
Βράζει βαθιά στο στήθος: στυγνός, ιερός…Σύντροφε! Τα μάτια σου
Πάντα ανοιχτά!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2

Λυσσάει ο άνεμος, φτεροκοπάει το χιόνι σαν τρελό.
Δώδεκα αυτοί και προχωρούν μέσα στον χαλασμό.
Χιαστί των τουφεκιών μαύρα λουριά
Κι όλα γύρω φωτιά…Τσιγάρο βαρύ στα χείλια οι παίδες
Τους λείπουν μόνο οι χειροπέδες!

Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!

Μπαμ, μπαμ, μπαμ!

Τι ψοφόκρυο είναι, σύντροφοι, αυτό!

2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Αλλά ο Βάνια και η Κάτια στην ταβέρνα είναι ωραία…
– Στην καλτσοδέτα, του Κέρενσκη το πληθωριστικό!
-Τα κονόμησε ο Βάνια τελευταία…
-Ήταν δικός μας, αλλά πήγε στον στρατό!-Κάθαρμα, Βάνια, μπουρζουά έλα αποδώ
Αν σου βαστάει να δεις φιλιά!Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Την κάνει η Κάτια στον Βάνια την δουλειά
-κανονικά!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Όλα γύρω φωτιά…
Στον ώμο τα τουφέκια κρεμασμένα…
Προχωρείτε, επαναστάτες – πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
Σύντροφε, βάρα στο ψαχνό
Την Αγία Ρωσία –
Την χωραφού
Την καλυβού,
Την κωλαρού!
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3

Καμαρωτοί οι λεβέντες μας πήγαν να πολεμήσουν
Στον Κόκκινο Στρατό –
Στον Κόκκινο Στρατό –
Για την τιμή της εργατιάς το αίμα τους να χάσουν!Πικρός ο κόρφος σου ζωή,
τ΄αχείλι σου γλυκό!
Έχω μια χλαίνη κουρελιασμένη
κι ένα τουφέκι αυστριακό!

Τρομάζει, τρέχει, σκούζει ο μπουρζουάς.
Τον κόσμο θα τον κάψουμε
Στο αίμα θα το βάψουμε –
Κύριε, ελέησον ημάς!

3

Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!

Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!

4

Το χιόνι στροβιλίζεται, ουρλιάζει ο αμαξάς,
Ο Βάνια και η Κάτια προελαύνουν –
Μπροστά φανάρια ηλεκτρικά…
Φευγάτε, ρε, μην σας πατήσει!
Χα, χα, χα!Χλαίνη στρατιωτική, βλακοφυσιογνωμία-
Στρίβει, στρίβει το μουστάκι με μανία
Το κατσαροτσιγκελώνει
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Γεια σου Βάνια μπρατσαρά!
Γεια σου Βάνια φαφλατά!
Την χαζή Κάτια χουφτώνει,
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Τον κοιτάζει τάχατες μου ντροπαλά:
Δυο σειρές μαργαριτάρια τα δοντάκια,
Αχ, εσύ,Κάτια μου, γλυκιά μου Κάτια
Αχ, αφράτο μου κουκλί…

4

Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…

Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…

Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…

5

Στον λαιμό σου, η μαχαιριά,
Κάτια μου, έχει γίνει ουλή.
Όμως κάτω απ΄ το βυζί
Είναι φρέσκια, αιμορραγεί!
Ε, ρε, γλέντια και χοροί!
Παναγιά μου, ένα παιδί!

Με δαντελωτά βρακιά
Έκανες την τσάρκα σου-
Και οι αξιωματικοί
Γλένταγαν την σάρκα σου.

Πού΄ναι τώρα τα βρακιά σου
Και τα καβαλήματά σου;

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμάσαι κείνον τον γαλονά-
Του΄χωσες την μαχαιριά…
Θυμήσου, Κάτια μου, θυμήσου τα όλα!
Τι έγινε –τα ξέχασες μωρή παλιοκαριόλα;
Θα τα θυμηθείς, ωστόσο,
Όλα, όταν σε κουτουπώσω!
Μου φορούσες γκρι μποτάκια,
Έτρωγες σοκολατάκια,
Και δεν έπαιρνες κανέναν,
αν δεν ήταν βαθμοφόρος ευγενής.
Τώρα γύρισε η τύχη
κι έπεσες στους σκαπανείς.
Γλέντα, Κάτια η αμαρτία
Σώζει –είναι ευλογία!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
…Να τους πάλι –καλπάζουν, σαρώνουν το χιόνι
Μουγκρίζει, ουρλιάζει, ο αμαξάς, μαστιγώνει…
Αλτ! Απάνω τους Αντριούχα!
Χύνεται μπροστά ο Πετριούχα!
Μπαμ, μπαμ! Σύννεφο το χιόνι:
Στ΄ουρανού κατά τα μέρη άσπρη, παγωμένη σκόνη! …Κόβει λάσπη ο αμαξάς –με τον Βάνια… Τι κοιτάς;
Όπλισε και ξαναρίξε! Θα μας φύγει ο κερατάς!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Πάρ΄τα κορτάκια,
…………………………………………………………..
Για να μην ξανακολλήσεις σ΄αλλωνών τα γκομενάκια!
Έφυγες, παλιοκαθίκι! Δεν τελειώσαμε εδώ!
Είσαι τελειωμένος λέρα! Κάπου θα σε ξαναβρώ!Μα η Κάτια … Πού είναι η Κάτια; Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στο κεφάλι, αιμορραγεί!Είσαι καλά, Κάτια μου, τώρα;
Είσαι ικανοποιημένη;
Δεν μου κελαηδάς, ε;
Μείνε τώρα κούκλα μου εκεί, σαν κουρούνα παγωμένη!Προχωρείτε επαναστάτες –πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Ξαναπιάνουν οι δώδεκα το ρωμαλέο ρυθμό
της πορείας τους. Μόνο ο φτωχός
δολοφόνος βαδίζει βουβός,
σκυθρωπός, σκοτεινός…
Προχωρά νευρικά, σαν να θέλει να φύγει
Στον λαιμό το μαντίλι τον πνίγει
Το τραβάει να το λύσει-
Θέλει μα δεν μπορεί να λησμονήσει…-Τι έγινε, ρε σύντροφε, που πας;
-Ρε φιλαράκο, γιατί δε μιλάς;
-Ρε Πετρούχα, λυπάσαι την Κάτια; Ντροπή!
-Ψηλά το κεφάλι, ρε συ!
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, αδέρφια, σύντροφοί μου,
Το αγαπούσα το κορίτσι –ήταν δική μου …
Πόσα βράδια σκοτεινά στην αγκαλιά της,
Μέθυσα με τα φιλιά της…-Για λάμψη ειρωνική
Στο φλογερό της βλέμμα
Για ένα σημάδι πορφυρό
Στον ώμο της τον δεξιό,
Της πήρα ο άθλιος τη ζωή,
την έπνιξα, ο τρελός στο αίμα!-Άσε τα κλαψουρίσματα, ρε Πέτια!
Είσαι καμιά λιπόψυχη, πορδόλυσσα γριά;
Χάζεψες, ρε ζωντόβολο; Λυπήσου την ψυχή σου!
Σταμάτα να την σκέφτεσαι –ξύπνα! Έλεος πια!
Θάρρος, μωρέ: στήθος μπροστά, μέσα η κοιλιά σου!
-Δείξε το ανάστημά σου!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν μας παίρνει
Να νταντεύουμε κανέναν, τέτοια ώρα!
Μας κολλάει, μας μποδάει, μας βαραίνει,
Σύντροφε –κατάλαβέ το, πάρε ανάσα και προχώρα!Ο Πετρούχα κοντοστέκεται και αρχίζει
Να βαδίζει με ρυθμό κανονικό…
Το κεφάλι ψηλά, το ηθικό
Ακμαιότατο… Βρήκε το κέφι του πάλι…Βρε, άντε από κει!
Δεν είναι ντροπή να γλεντάς τη ζωή!Κλείστε δώμα και κατώγι
Έρχονται οι πλιατσικολόγοι!
Ντου στου κελαριού το έμπα –
Να το τσούξει και η πλέμπα!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8

Μαύρη μαυρίλα!
Βαριεστημάρα, πικροπικρίλα
Και θανατίλα!Έχω ένα κάρο χρόνο
Να σκοτώσω τον σκοτώνω…

Έχω κούτρα και την ξύνω
Και την ξύνω και την ξύνω…

Βρίσκω και κάνα σποράκι,
Το μασάω και το φτύνω…

Έχω κι ένα σουγιαδάκι, το ανοίγω και στην δίνω!

Πίσω, μπουρζουά, ζουλάπι!
Τρέχα το αίμα θα σου πιω
Για την όμορφη μου αγάπη
Με το κορακόφρυδο…

Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου εν…
Βαριεστημάρα!

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης εξέλιπε. Σιωπή
Ύπερθεν του ακρόπυργου της Νιέβσκι εξηπλούτο.
Σώπασαν οι μπάτσοι, από νωρίς «εξέλιπε» το κνούτο-
Γλεντήστε τώρα, μάγκες μου, δίχως γουλιά κρασί!

Στο σταυροδρόμι ο μπουρζουάς: χωμένη στο γιακά
Η μύτη του κι ένα σκυλί τρισάθλιο, φαγωμένο
Από τους ψύλλους, κάθεται δίπλα του παγωμένο
Με την ουρά στα σκέλια και γρυλίζει σιγανά.

Σαν το σκυλί ο μπουρζουάς, ψωριάρης πεινασμένος
Στέκεται εκεί: ένα βουβό ερωτηματικό.
Και δίπλα ο κόσμος ο παλιός, γρυλίζει κουρνιασμένος,
Με την ουρά στα σκέλη μπας και βρει παρηγοριά

9

Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.

Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.

10

Παίρνει πάλι να φυσάει
Ο χιονιάς –λυσσάει, λυσσάει!
Ούτε τη μύτη τους δε βλέπουν –πόσο μάλλον
Ο ένας τον άλλον.Στροβιλίζεται το χιόνι: ένα χωνί
Και στο κέντρο του προβάλλει μια μορφή σατανική…

Τι χαλασμός! Λυπήσου μας ο εν τοις ουρανοίς!
-Κατούρα μας, ρε Πέτια! Δεν πρόκειται να δεις
Καλό απ΄το σταυρί κι από την αγιαστούρα!
Είσαι χαζός; Σκέψου τι λες και συγκεντρώσου-

Βάλε κάτω το νιονιό σου!
-Έβαψες τα χέρια σου με αίμα,
Για την Κάτια, για ένα ψέμα;
-Εμπρός με βήμα σταθερό, επαναστατικό!
Μην υποτιμάτε τον εχθρό!

Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
τιμημένη εργατιά!

10

Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…

— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?

— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!

11
…και προχωρούν χωρίς θεό
Κι αγίους. Προχωρούν:
Δώδεκα-κι όλα τα ζητούν,
και τίποτα δε συγχωρούν …Έχουν ατσάλι πυρωμένο
για τον αόρατο εχθρό…
που κρύβεται μες στα σκοτάδια
σε κάθε έρημο στενό…
αχόρταγο ζητάει το χιόνι
τις μπότες τους να καταπιεί…Κόκκινη σαν τη σημαία
Ανεμίζει η ματιά τους.Βροντούν, μουγκρίζουν
Τα βήματά τους.Οι εχθροί! Προσέξτε!
Οπλίστε! Να τους!Και το χιόνι που τους ζώνει
Μέρα- νύχτα τους τυφλώνει!…Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
Τιμημένη εργατιά!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

…Προχωρούν μαχητικά…
-Ποιος είναι εκεί; Έβγα μπροστά!
Σιωπή – μονάχα ο άνεμος χτυπά
Την κόκκινη σημαία με μανία…

Μπροστά τους ένα ψήλωμα από χιόνι,
-Βγες, αλλιώς δεν σε γλυτώνει τίποτα! Ξανά σιωπή!
Και προβάλει πεινασμένο, σέρνοντας, ξεπαγιασμένο,
Ένα ψωραλέο σκυλί…

Ξου, κοπρίτη! Αλλιώς σε σφάζω
Με την ξιφολόγχη! Χάσου
Κόσμε παλιέ, αλλιώς σε βάζω
Κάτω και τρώω τα σωθικά σου!

…δείχνει τα δόντια του, γρυλίζει – σαν λύκος πεινασμένος-
Η ουρά στα σκέλια – δε σαλεύει-
Ένας σκύλος δίχως σπίτι – ένας σκύλος παγωμένος…
-Μίλα, ρε, ποιος είναι εκεί;

12

… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…

— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!

… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη σημαία;
-Τι μαυρίλα είναι, ρε σύντροφοι, αυτή!
-Ποιος πηγαίνει τοίχο-τοίχο, σαν σκιά;
Γιατί βιάζεσαι; Ωραία, θα σου δείξω εγώ…
– Ρε συ, όσο είσαι ζωντανός.
Έβγα έξω μην σε βγάλω πεθαμένο!
Ρε τι πράγμα είναι αυτός!
Ε, δεν θα σε περιμένω…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Η τουφεκιά
Πόρτα πόρτα αντιλαλεί… Ύστερα όλα σιωπηλά…
Μόνο η θύελλα λυσσάει γύρω τους – και ξαφνικά…
Ναι – γελάει γελάει, γελάει σου χιονιού την ερημιά…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!…Προχωρούν μαχητικά-
Πίσω ο σκύλος πεινασμένος και μπροστά
-με την κόκκινη σημαία αιματωμένη-
Άγγιχτη από τις σφαίρες και τον άγριο χιονιά,
-μ΄ ένα μαργαριταρένιο
Πέπλο άσπιλου χιονιού
Και λευκά ρόδα στεμμένη-
Μ΄ αλαφρό πόδι προβαίνει
Η μορφή του Ιησού Χριστού.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

 

Η μετάφραση της Ranele μού φαίνεται πιο πιστή, αλλά βρίσκω πως ο Μπλάνας έχει συνολικά πιο πετυχημένες ποιητικές επιλογές -αν και σε ορισμένα σημεία μού αρέσουν περισσότερο οι λύσεις που βρήκε η Ranele.

Η οποία μού έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου -το τέλος του ποιήματος. Νομίζω πως το φινάλε του Ρίτσου, με το «Ιησούς Χριστός» απαραιτητα στην ονομαστική, όπως και στα ρώσικα, είναι το πιο πετυχημένο από τα τρία.

Οι Δώδεκα [απόσπασμα]

[απόδοση: Γιάννης Ρίτσος]

 

Πρώτος, δεύτερος, τρίτος,
τέταρτος, πέμπτος, έκτος,
έβδομος, όγδοος, ένατος,
δέκατος, ενδέκατος…
Δώδεκα.

Με βήμα σίγουρο, βαδίζουν πέρα… Πέρα…

-Τις ει; Τις ει; Έβγα όξω!
Τσιμουδιά!…

Ο άνεμος μόνο με την κόκκινη παντιέρα, παίζει μπροστά…
Μπροστά το χιόνι, στοίβες χιόνι, παγωμένο.

-Τις ει;

Ποιος είναι μες στο χιόνι; Έβγα από κει.

Τίποτα, μόνο ένα σκυλί ξεπηδισμένο
τραβάει κουτσαίνοντας, ψωριάρικο σκυλί…
-Όξω σου λέω, για ξεκουμπίσου κασιδιάρη
μ’ αυτή τη λόγχη το λαιμό σου γαργαλώ!
Κόσμε παλιέ, σκύλε μαγκούφη και ψωριάρη
χάσου από μπρος μου, αλλιώς στο χώμα σε πατώ.
Δείχνει τα δόντια, όμοιος με πεινασμένο λύκο
πεσμένη η ουρά του, μα ούτε ρούπι παρακεί.
-Σκύλε ορφανέ, σκύλε λιμάρη,
Ε, άιντε σήκω,
Έι, αποκρίσου το λοιπόν…

Τις ει; Τις ει;

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη παντιέρα;
…Για κοίτα ντε… τι σκοτεινιά, τι σκοτεινιά…
-Ποιος με το βήμα έτσι γοργό φτάνει από πέρα
τοίχο τον τοίχο στων σπιτιώνε τη σκιά;

Δε μου γλιτώνεις
σού μυρίζεται κουμπούρα
τη ζωή σου αν θες, κάλλιο τα χέρια σου ψηλά
Έι! ΄Ει! συντρόφι, σού το λέω, θάν τα βρεις σκούρα
έβγα σού λέω
αλλιώς θα ρίξω στα στραβά,

Τραχ ταχ ταχ …
Κι αντηχεί, Θέ μου, μόνο η ηχώ, σπίτι το σπίτι…
μόνο ο σαρκασμός του ανέμου
σβήνει στου χιονιού την κοίτη…
Τραχ, ταχ, ταχ…
Τράχ, ταχ, ταχ…
Με το βήμα το πλατύ, βαδίζουν πέρα…
Πίσω, ο πεινασμένος σκύλος…
Μπρος, μ’ αιμάτινη παντιέρα
άφαντος πίσω απ’ το χιόνι…
κι ούτε σφαίρα τον λαβώνει
πάνω από την καταιγίδα
μ’ ένα βήμα πουπουλένιο
σ’ ένα σπίθισμα νιφάδων μαργαριταρένιο
με στεφάνι από άσπρα ρόδα…
σιωπηλός…
πάει μπροστά
ο Ιησούς Χριστός!

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ, Μεταφραστικά, Ποίηση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 68 Σχόλια »

Αναμνήσεις ενός επαναστάτη: συναρπαστική αφήγηση, μεταφραστική πανωλεθρία, λειψή επανόρθωση

Posted by sarant στο 30 Νοέμβριος, 2017

Στον παλιό μου τον ιστότοπο δημοσίευα πότε-πότε κριτικές μεταφράσεων, συνήθως αλλά όχι πάντοτε επικριτικές. Στο ιστολόγιο σπάνια παρουσιάζω τέτοια άρθρα επειδή έχουν μάλλον ειδικό χαρακτήρα που δεν ενδιαφέρει την πλειοψηφία των αναγνωστών.

Σήμερα θα κάνω μιαν εξαίρεση και θα παρουσιάσω την κριτική στη μετάφραση του βιβλίου του Βικτόρ Σερζ «Αναμνήσεις ενός επαναστάτη (1905-1941)» που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε νέα έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Ακυβέρνητες πολιτείες.

Το βιβλίο αυτό έχει ιστορία. Είχε πρωτοεκδοθεί στα ελληνικά το 2008 από τις εκδόσεις Scripta και παρ’ όλο που η μετάφραση, η επιμέλεια και η διόρθωση υπογράφονταν από βαριά ονόματα της πνευματικής μας ζωής, με πολύ και σημαντικότατο έργο, το τελικό αποτέλεσμα, το βιβλίο δηλαδή, ήταν μια μεταφραστική πανωλεθρία, με εκατοντάδες χοντρά, αποτρέψιμα μεταφραστικά λάθη που πρόδιναν πολύ λειψή γνώση της γαλλικής γλώσσας αλλά και ασυγχώρητη τσαπατσουλιά στην επιμέλεια. Δεν ήταν η χειρότερη μετάφραση όλων των εποχών αλλά σίγουρα διεκδικεί τον τίτλο της χειρότερης μετάφρασης του 21ου αιώνα. Στον παλιό μου ιστότοπο είχα κάνει μια δριμύτατη κριτική της μετάφρασης αυτής (δεν είχα ακόμη αρχίσει το ιστολόγιο τότε). Την κριτική αυτή απέφυγα να την αναδημοσιεύσω στο ιστολόγιο, μεταξύ άλλων επειδή το βιβλιο είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία. Πάντως, δεν ήμουν ο μόνος που ειχε δημόσια επικρίνει την άθλια αυτη μετάφραση.

Φέτος, με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την Οχτωβριανή επανάσταση, το βιβλίο του Σερζ επανεκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Ακυβέρνητες πολιτείες της Θεσσαλονίκης. Στη νέα έκδοση έχει γίνει εκτεταμένη αναθεώρηση της μετάφρασης και νέα επιμέλεια του κειμένου, από την κ. Άννα Μανούκα, η οποία, στη σελίδα του κοπιράιτ του βιβλίου, πιστώνεται, κάπως τσιγγούνικα, απλώς με τις «διορθώσεις β’ έκδοσης», μια διατύπωση που κρύβει το ηράκλειο έργο μεταφραστικής θεώρησης που κατόρθωσε να μετατρέψει μια άθλια μετάφραση σε υποφερτή.

Δυστυχώς, το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι μια «καλή» μετάφραση -και ο χαρακτηρισμός «υποφερτή» επιεικής είναι. Ένα κάκιστο μετάφρασμα, με σοβαρά μεταφραστικά λάθη, παρανοήσεις και τέτοια, σε κάθε σελίδα σχεδόν, κάποτε και 2-3 τη σελίδα, δεν μπορεί να «αναθεωρηθεί». Πρεπει να ξαναγραφτεί από την αρχή. Η κυρία Μανούκα έχει τον αμέριστο θαυμασμό μου για τη δουλειά που έκανε αλλά δεν μπόρεσε να εντοπίσει και να διορθώσει όλα τα μαργαριτάρια της πρώτης μετάφρασης. Μερικά από αυτά θα τα παρουσιάσω εδώ.

Στο παλιό μου άρθρο (το βρίσκετε εδώ) είχα επισημάνει καμιά πενηνταριά χοντρά λάθη. Με χαρά είδα πως η κ. Μανούκα διόρθωσε τα περισσότερα, ας πούμε το 80-85%. Γιατί δεν τα διόρθωσε όλα; Αναρωτιέμαι, οι νέοι εκδότες δεν ήξεραν το παλιό μου άρθρο ώστε να το αξιοποιήσουν; Θα έπρεπε να το ξέρουν. Ή το αξιοποίησαν αλλά έκριναν ότι είχα άδικο σε μερικά από τα λάθη που επισήμαινα κι έτσι δεν τα διόρθωσαν; Εσείς θα κρίνετε αν καλώς δεν τα διόρθωσαν.

Αλλά πρώτα πρέπει να πω δυο κουβέντες για το βιβλίο του Βικτόρ Σερζ.

Ο Βικτόρ Σερζ (ψευδώνυμο: είχε γεννηθεί Βίκτωρ Κιμπάλτσιτς) δεν έζησε πολύ· πέθανε πριν κλείσει τα εξήντα, αλλά έζησε πολλά· ήταν Ρώσος αλλά γεννήθηκε στις Βρυξέλλες· ήταν αναρχικός αλλά και στέλεχος της Κομμουνιστικής Διεθνούς· έγραψε αφθονότατα πολιτικά άρθρα αλλά θα μείνουν τα μυθιστορήματά του. Και οι «Αναμνήσεις ενός επαναστάτη», ένα σχεδίασμα αυτοβιογραφίας που άρχισε να το επεξεργάζεται δέκα χρόνια πριν πεθάνει αλλά δεν πρόφτασε να το τελειώσει, είναι μια συναρπαστική αφήγηση, όχι μόνο χάρη στο λογοτεχνικό ταλέντο του συγγραφέα αλλά και επειδή το υλικό είναι πολύτιμο.

Τέτοια βιβλία, δηλαδή αυτοβιογραφίες προσώπων της πρόσφατης ιστορίας, είναι συχνά η απόλαυση του αναγνώστη, αλλά πάντοτε ο εφιάλτης του μεταφραστή. Είναι από τα πιο δυσκολομετάφραστα βιβλία γιατί ο μεταφραστής πρέπει να μάθει σε βάθος ένα σωρό λεπτομέρειες για την κατάσταση στις χώρες εκείνες και στις εποχές εκείνες όπου έζησε ο αυτοβιογραφούμενος –ο οποίος, επειδή έχει άλλου επιπέδου εξοικείωση με τα όσα αφηγείται, μπορεί να μην δίνει όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις. Και επειδή οι αυτοβιογραφίες είναι γεμάτες από κύρια ονόματα, οι παγίδες για τον μεταφραστή πολλαπλασιάζονται. Γιατί τα κύρια ονόματα είναι ο υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος για τον μεταφραστή: εύκολο να πατήσεις την πεπονόφλουδα και πανεύκολο να ξεσκεπαστείς. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις αρνητικής κριτικής σε μεταφράσεις, όπου όλες ή σχεδόν όλες οι επικρίσεις αφορούν την κακή απόδοση κύριων ονομάτων.

Ωστόσο, το βιβλίο του Βικτόρ Σερζ δεν πάσχει στα κύρια ονόματα –ή, πιο σωστά, δεν πάσχει κυρίως στα κύρια ονόματα. Μπροστά στον ποταμό ονομάτων που είχαν να αντιμετωπίσουν, η μεταφράστρια και ο επιμελητής επέλεξαν να μεταγράφουν κατά κανόνα τα ονόματα… εκτός όταν ήταν δυσκολοπρόφερτα. Έτσι, στην ίδια πρόταση βλέπεις να κονταροχτυπιούνται τα δυο αλφάβητα, π.χ. «του Ανατόλ Φρανς και του Jehan Rictus» (σελ. 31). Πάντως, το 90% των κύριων ονομάτων μεταγράφεται, συνήθως σωστά, αν και υπάρχουν λαθεμένες μεταγραφές (για παράδειγμα, ο Ολλανδός κομμουνιστής Wijnkoop στη σελ. 154 γράφεται Βιζνκοοπ !!, ενώ κανονικά προφέρεται Βάινκοπ ενώ και η γερμανική πόλη Chemnitz δεν προφέρεται Σέμνιτς (σελ. 240) αλλά KΧέμνιτς).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , | 78 Σχόλια »

Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο

Posted by sarant στο 5 Νοέμβριος, 2017

Την Τρίτη συμπληρώνονται 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση, που έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1917 με το παλιό ημερολόγιο, 7 Νοεμβρίου δηλαδή με το ημερολόγιο που ισχύει σήμερα -και, όπως έχουμε πει, επειδή αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων υιοθετήθηκε το νέο ημερολόγιο, στην πραγματικότητα η Οκτωβριανή επανάσταση ουδέποτε γιορτάστηκε Οχτώβρη μήνα στη χώρα όπου έγινε.

Αυτόπτης μάρτυρας της επανάστασης ήταν κι ένας Αμερικανός, ο δημοσιογράφος και ακτιβιστής Τζον Ριντ (John Reed), που κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο Δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο (Ten Days that Shook the World), το οποίο εκδόθηκε το 1919. Τον Οκτώβριο του 1920 ο Ριντ πέθανε, έχοντας προσβληθεί από τύφο, στα 33 χρόνια του και τάφηκε στα τείχη του Κρεμλίνου, μια τιμή που έχει γίνει σε ελάχιστους Αμερικανούς. Η ζωή και το έργο του Ριντ μεταφέρθηκαν αρκετές φορές στον κινηματογράφο, με γνωστότερη την ταινία Reds (1981) του Γουόρεν Μπίτι, που υποδύθηκε τον Ριντ.

Για να τιμήσω την επέτειο παρουσιάζω ένα εκτενές απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης» (συγκεκριμένα την αρχή, σελ 131-140, και το τέλος, σελ. 172-177, του κεφαλαίου). Διαλεξα το απόσπασμα από την έκδοση της Σύγχρονης Εποχής και… αφού σκανάρισα τις σελίδες αντιλήφθηκα ότι το έργο έχει δημοσιευτεί σε συνέχειες το 1997 στον Ριζοσπάστη και υπήρχε ονλάιν, οπότε τις πήρα από εκεί.

Αξιοπερίεργο αυτής της έκδοσης είναι πως δεν αναφέρεται όνομα μεταφραστή. Αυτό εν μέρει εξηγείται επειδή το κείμενο βασίζεται στη μετάφραση που είχε γίνει το 1961 από τις «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», τον εκδοτικό οίκο που είχε το ΚΚΕ στις σοσιαλιστικές χώρες την εποχή της παρανομίας του. Στο οπισθόφυλλο διαβάζω πως τώρα η μετάφραση ειναι ξανακοιταγμένη και βελτιωμένη, αλλά δεν βρήκα το όνομα ούτε του αρχικού μεταφραστή ούτε του θεωρητή. Πείτε με συντεχνιακό, αλλά νομίζω πως θα έπρεπε να αναφέρονται και τα ονόματά τους, εφόσον αναφέρονται τα ονόματα των συντελεστών της τυπογραφικής διόρθωσης, της εκτύπωσης του εξωφύλλου ή της βιβλιοδεσίας.

Ωστόσο, αυτά είναι δευτερεύοντα. Σήμερα, το κράτος που ίδρυσαν οι μπολσεβίκοι πριν από 100 χρόνια, αφού μετατράπηκε από καθυστερημένη μισοφεουδαρχική χώρα σε υπερδύναμη, αφού τσάκισε τον ναζισμό και αφού έφτασε μέχρι το Διάστημα, κατέρρευσε λίγα χρόνια μετά τα εβδομηντάχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης. Όμως το ενδιαφέρον για το κομμουνιστικό πείραμα παραμένει και ασφαλώς δεν έχουμε φτάσει στο τέλος της ιστορίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης

Την Τετάρτη στις 7 του Νοέμβρη (25 του Οχτώβρη) σηκώθηκα πολύ αργά. Οταν βγήκα στη λεωφόρο Νέβσκι στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ βρόντηξε μεσημεριάτικα το κανόνι. Η μέρα ήταν υγρή και κρύα… Απέναντι στις κλειδωμένες πόρτες της κρατικής τράπεζας στέκονταν κάμποσοι στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη.

«Ποιοι είστε σεις;» ρώτησα. «Με την κυβέρνηση είστε;», «Δεν υπάρχει πια κυβέρνηση!» απάντησε με χαμόγελο ένας στρατιώτης. «Δόξα τω Θεώ!» Αυτό ήταν όλο που κατάφερα να μάθω απ’ αυτόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Επετειακά, ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 146 Σχόλια »

Τι χρωστάμε στη Σοβιετική Ένωση; (της Ελένης Τζάνου)

Posted by sarant στο 26 Οκτώβριος, 2017

Καθώς πλησιάζουν τα εκατοντάχρονα της Οχτωβριανής επανάστασης (που έγινε βέβαια στις 25 Οκτωβρίου αλλά με το παλιό ημερολόγιο) αναδημοσιεύω σήμερα από το Φέισμπουκ ένα άρθρο της φίλης Ελένης Τζάνου, που εξετάζει τι χρωστάμε στη Σοβιετική Ένωση.

Το αναδημοσιεύω χωρίς να προσθέσω κάτι, μόνο αλλάζω τον τίτλο -ο αρχικός τίτλος ήταν μοντυπυθωνικός: What have the Soviets ever done for us, που θα καταλάβατε σε τι παραπέμπει.

Με τη θέση του άρθρου γενικά συμφωνώ -πράγματι, πολλά από αυτά που εκτιμάμε στη Δυτική Ευρώπη τα χρωστάμε στην ΕΣΣΔ. (Δείτε κι ένα παλιότερο κουίζ του ιστολογίου για το σοσιαλιστικό πρόγραμμα που είχε το 1947 το γερμανικό χριστιανοδημοκρατικό κόμμα)

1917-2017:
WHAT HAVE THE SOVIETS EVER DONE FOR US?

Η πίστη στη δύναμη και τη σοφία των αγορών είναι ένα παραμύθι σαν κι αυτά που πουλάνε οι παπάδες οταν τσεπώνουν τα εκατομμύρια απο αγίες παντόφλες κι οδοντόβουρτσες. Σήμερα μπορούμε ως χρυσόψαρα να το χάβουμε με μεγάλη ευκολία, αλλά την περίοδο μετά το κραχ του 1929, ήταν αδύνατον να πουληθούν τετοια φούμαρα όταν ακριβώς δίπλα στην Σύνθλιψη του Μεσοπολέμου υπήρχε μια ΕΣΣΔ εντελώς απρόσβλητη: η ανεργία στις αρχές της δεκαετίας του ’30 στην «Δύση» (αδόκιμος όρος, τον βαζω για οικονομία) κυμαινόταν απο 22% εως 44% (το τελευταίο νουμερο αφορά στη Γερμανια όπου οι άνεργοι μάλιστα βαφτίζονταν «φυγοπονοι αντικοινωνικοί») και στις ΗΠΑ σχεδόν τα μισά στεγαστικά δάνεια δεν εξυπηρετουνταν.

Ταυτόχρονα, οι Εργατικοί και τα συνδικάτα στη Βρετανία, παραμένοντας πιστά στην ορθοδοξία των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και της αντιπληθωριστικής πολιτικής, έχασαν τα μισά τους μέλη απο το 1920 και μετά, καθώς οι εργαζόμενοι δεν είχαν κανένα λόγο να συμμετέχουν σε μια συλλογικότητα η οποία σαμποτάρει τα συμφέροντά τους. Την ίδια περίοδο στην ΕΣΣΔ η λέξη «ανεργία» ήταν άγνωστη και η βιομηχανική παραγωγή τριπλασιάστηκε (απο το 5% της παγκόσμιας παραγωγής μεταποίησης το 1929 εκτοξεύθηκε στο 18% το 1938). Το εργατικό δυναμικό στις πόλεις διπλασιάστηκε απο το 1927 εως το 1932 και σχεδόν τετραπλασιαστηκε ως το 1939.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ | Με ετικέτα: , , , , , | 113 Σχόλια »

Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας (Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ)

Posted by sarant στο 1 Οκτώβριος, 2017

Μια και σε λίγες μέρες έχουμε τα εκατόχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης, είπα σήμερα να βάλω κάτι σοβιετικό. Είχα δει τις προάλλες σε έναν ιστότοπο φιλικό προς τη μνήμη της ΕΣΣΔ μια αναδρομή στη σοβιετική σάτιρα, που μου φάνηκε να υστερεί, αφού δεν ανέφερε τις δυο κορυφές της σοβιετικής προπολεμικής σάτιρας, τον Ηλία Ιλφ και τον Ευγένιο Πετρόφ -ουσιαστικά μία κορυφή, αφού οι δυο αυτοί δαιμόνιοι χιουμορίστες έγραφαν πάντοτε μαζί.

«Πώς γράφετε μαζί;» τους ρωτούσαν συχνά οι δημοσιογράφοι. «Όπως οι αδελφοί Γκονκούρ», απαντούσαν εκείνοι. «Ο ένας κυνηγούσε τους εκδότες να κλείσει καινούργιο συμβόλαιο και ο άλλος έμενε σπίτι προσέχοντας μην μπει κανένας ανταγωνιστής και κλέψει τα χειρόγραφα».

Ο Ιλφ και ο Πετρόφ έδωσαν τους δίδυμους ήλιους της σοβιετικής σάτιρας, τα εξαιρετικά μυθιστορήματα «Οι δώδεκα καρέκλες» και «Το χρυσό μοσχάρι». Στο πρώτο, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, ο αριστοκράτης Βορομπιάνινοφ αναζητά έναν θησαυρό που είναι κρυμμένος σε μία από τις δώδεκα καρέκλες της πάμπλουτης θείας του. Συνεταιρίζεται με τον γοητευτικό απατεώνα Οστάπ Μπέντερ, και αφού διατρέξουν τη μισή Σοβιετική Ένωση βρίσκουν -ή δεν βρίσκουν- τον θησαυρό. Στο «Χρυσό μοσχάρι» ο Οστάπ είναι αρχηγός μιας μικρής σπείρας απατεώνων που αναζητούν έναν σοβιετικό εκατομμυριούχο -και πάλι, τον βρίσκουν αλλά… Η συνέχεια επί της οθόνης, θα έλεγα, αφού κάποτε θα παρουσιάσω τα κλασικά αυτά έργα.

Και τα δυο ονόματα είναι ψευδώνυμα, ο Ιλφ λεγόταν Φάινζιλμπεργκ, ο Πετρόφ: Κατάγιεφ -αδελφός του είναι ο γνωστός συγγραφέας Βαλεντίν Κατάγιεφ. Γεννημένοι κι οι δυο στην Οδησσό, στο Χρυσό Μοσχάρι την αποκαλούν Τσερνομόρετς αν θυμάμαι καλά, κι έχουν κι έναν Έλληνα, τον Βαλιάδη, στην παρέα των γέρων με τα πικέ γιλέκα. Ο Ιλφ πέθανε από φυματίωση το 1937, τον Πετρόφ τον ρίξαν οι Γερμανοί το 1942, όταν, πολεμικός ανταποκριτής, επέστρεφε αεροπορικώς από την πολιορκημένη Σεβαστούπολη.

Τα δυο τους μυθιστορήματα γνώρισαν αξεπέραστη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό και πλούτισαν τη ρωσική γλώσσα με κάμποσες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Σε κάποιαν ανθολογία χιούμορ της δεκαετίας του 60 που είχαμε στο σπίτι όταν ήμουν έφηβος, υπήρχε και το διήγημα «Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας» του Ιλφ και του Πετρόφ. Το βιβλίο αυτό δεν ξέρω πού έχει καταλήξει, πάντως τώρα δεν το έχω. Ομως το συγκεκριμένο διήγημα είναι αρκετά γνωστό, και στο απέραντο Διαδίκτυο μπόρεσα να βρω όχι μία, αλλά δύο αγγλικές μεταφράσεις του, οπότε κάθισα και το μετέφρασα ξανά.

Το (όχι και τόσο, εδώ που τα λέμε) περίεργο ήταν ότι οι δυο μεταφράσεις είχαν αρκετές διαφορές. Στηρίχτηκα περισσότερο στη μία, αλλά σε δυο -τρία σημεία κράτησα εκφράσεις της παλιάς ελληνικής μετάφρασης όπως τις θυμόμουν επειδή μ’ άρεσαν περισσότερο. Κράτησα επίσης τον τίτλο της παλιάς ελληνικής μετάφρασης, αφού οι αγγλικές μεταφράσεις έχουν τον σχοινοτενή τίτλο «Πώς γράφτηκε ο σοβιετικός Ροβινσώνας Κρούσος».

Τέλος πάντων, από δεύτερο χέρι όλο και κάτι θα χάθηκε στο πάρε-δώσε, ελπίζω όμως να σας αρέσει το διήγημα, που πιστεύω ότι δεν προδίδει το χιούμορ των συγγραφέων. Σημειώνω πως το διήγημα είναι γραμμένο το 1933.

Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας

Η συντακτική επιτροπή του δεκαπενθήμερου εικονογραφημένου περιοδικού Ο κόσμος της περιπέτειας παραπονιόταν για έλλειψη λογοτεχνικής ύλης. Έλειπαν τα λογοτεχνήματα που θα τραβούσαν και θα διατηρούσαν την προσοχή των νεαρών αναγνωστών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, ΕΣΣΔ, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Γιατί οι γυναίκες χαίρονταν περισσότερο το σεξ στον σοσιαλισμό

Posted by sarant στο 18 Αύγουστος, 2017

Έχω πει ότι τώρα το καλοκαίρι (αλλά και το φθινόπωρο, ως τον Νοέμβριο ας πούμε) επειδή έχω κάποιες άλλες υποχρεώσεις θα βάζω περισσότερες αναδημοσιεύσεις και επαναλήψεις άρθρων. Ως τώρα δεν έχω τηρήσει με συνέπεια αυτή την… υπόσχεση, οπότε επανορθώνω σήμερα αναδημοσιεύοντας ένα άρθρο της Kristen Godshee, που αρχικά δημοσιεύτηκε στη Νιου Γιορκ Τάιμς. Πέρα από το ενδιαφέρον του, ένας επιπλέον λόγος που με παρακίνησε να το αναδημοσιεύσω ειναι ότι πρόσφατα δημοσιεύτηκε και στο Χάφινγκτον Ποστ, όμως με ανεξήγητες περικοπές αλλά και κωμικά λάθη, μεταφραστικά ή επιμέλειας (ακόμα και του κορέκτορα: κάπου η Κολλοντάι γίνεται… Κολωνία!)

Εδώ το δημοσιεύω ολόκληρο και με καλή μετάφραση, που τη βρήκα στο ιστολόγιο του Άκη Γαβριηλίδη -ίσως το έχει μεταφράσει ο ίδιος, αν και δεν το λέει ρητά. Έκανα πάντως μερικές επουσιώδεις αλλαγές.

Όταν οι Αμερικανοί σκέφτονται τον κομμουνισμό στην Ανατολική Ευρώπη, φαντάζονται ταξιδιωτικούς περιορισμούς, ζοφερά τοπία με γκρίζο τσιμέντο, δυστυχισμένους άντρες και γυναίκες να ξεροσταλιάζουν σε ουρές για να ψωνίσουν από άδεια μαγαζιά, και μυστικές υπηρεσίες να παρακολουθούν την ιδιωτική ζωή των πολιτών. Μολονότι πολλά από αυτά ισχύουν, το συλλογικό μας στερεότυπο για τη ζωή στον κομμουνισμό δεν λέει όλη την αλήθεια.

Ίσως κάποιοι να θυμούνται ότι οι γυναίκες του ανατολικού μπλοκ απολάμβαναν πολλά δικαιώματα και προνόμια άγνωστα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες εκείνη την εποχή, μεταξύ των οποίων σημαντικές κρατικές επενδύσεις στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, την πλήρη ενσωμάτωσή τους στο εργατικό δυναμικό, γενναιόδωρες άδειες και επιδόματα μητρότητας και εγγυημένη δωρεάν παιδική φροντίδα. Αλλά υπάρχει και ένα πλεονέκτημα που δεν έχει προσεχτεί πολύ: οι γυναίκες υπό τον κομμουνισμό απολάμβαναν περισσότερη σεξουαλική ευχαρίστηση.

Μια συγκριτική κοινωνιολογική μελέτη μεταξύ Ανατολικογερμανών και Δυτικογερμανών μετά την επανένωση το 1990, διαπίστωσε ότι οι γυναίκες στην Ανατολή είχαν διπλάσιους οργασμούς από τις δυτικές. Οι ερευνητές έμειναν κατάπληκτοι με αυτή τη διαφορά, ιδίως επειδή οι γυναίκες της Ανατολικής Γερμανίας υπέφεραν από το περίφημο διπλό βάρος της επίσημης δουλειάς και του νοικοκυριού. Αντίθετα, οι γυναίκες της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας έμεναν στο σπίτι και επωφελούνταν από όλες τις συσκευές εξοικονόμησης εργασίας που παρήγε η ακμάζουσα καπιταλιστική οικονομία. Έκαναν όμως λιγότερο σεξ, και λιγότερο ικανοποιητικό σεξ, από γυναίκες που έπρεπε να περιμένουν στην ουρά για να πάρουν χαρτί υγείας.

Πώς εξηγείται αυτή η πτυχή της ζωής πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Δύο φύλα, Ερωτικά, ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , , , | 124 Σχόλια »

Στην Αλκυονίδα για τον Βάρναλη και την ΕΣΣΔ

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2017

Την Πέμπτη που μας πέρασε, 15 του μηνός, μίλησα στην Αλκυονίδα, στην παρουσίαση του βιβλίου «Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ», που κυκλοφόρησε το 2014 σε δική μου επιμέλεια από τις εκδόσεις Αρχείο και περιέχει τις εντυπώσεις του Κώστα Βάρναλη από το ταξίδι του στην ΕΣΣΔ το 1934, όταν είχε προσκληθεί να παρακολουθήσει το 1ο Συνέδριο της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων.

Όπως είπα και στην ομιλία μου, ήταν για μένα πολύ συγκινητικό να ξαναβρεθώ σε έναν από τους χώρους που είχα πολύ αγαπήσει στα νιάτα μου, στα φοιτητικά μου χρόνια. Η Αλκυονίς, εμβληματικός κινηματογράφος του καλού μη εμπορικού κινηματογράφου στη δεκαετία του 1970-80, είχε πάψει να λειτουργεί. Πρόσφατα εμφανίστηκε και πάλι ανακαινισμένη και ξανάρχισε τις προβολές, ταυτόχρονα με εκδηλώσεις σαν την παρουσίαση του βιβλίου του Βάρναλη, που ήταν ενταγμένη σε σειρά εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια της Οχτωβριανής επανάστασης. Να αναφέρω ότι το επόμενο Σάββατο θα παρουσιαστεί στην Αλκυονίδα το βιβλίο με τις εντυπώσεις του Δημήτρη Γληνού από την ΕΣΣΔ.

Θέλω εδώ να ευχαριστήσω τον Βελισσάριο Κοσυβάκη της New Star, της εταιρείας που διευθύνει την Αλκυονίδα (αλλά και το Στούντιο, επίσης εμβληματικό κινηματογράφο της εποχής εκείνης), για την τέλεια οργάνωση της εκδήλωσης, που περιλάμβανε και δύο μουσικές εκπλήξεις, δύο τραγούδια πάνω σε ποιήματα του Βάρναλη. Μάλιστα ένα από αυτά, ο Οχτώβρης, παίχτηκε για πρώτη φορά. Έπαιξαν ο Βαγγέλης Προδρόμου και ο Δημήτρης Σίντας και χόρεψε η Άννα Λιανοπούλου. Αποσπάσματα από το έργο του Βάρναλη διάβασε ο ηθοποιός Γιώργος Ζιώγαλας.

Θα παραθέσω πιο κάτω το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου, αν όμως είστε οπτικοακουστικοί τύποι υπάρχει και το βίντεο της εκδήλωσης χάρη στον ιστότοπο ibdb.gr, που ειδικεύεται σε βιντεοσκοπήσεις βιβλιοπαρουσιάσεων.

Η σελίδα του βίντεο εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, ΕΣΣΔ, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 162 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 26 και τέλος (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 25 Απρίλιος, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Με τη σημερινή συνέχεια, την εικοστή έκτη, το μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Θυμίζω ότι βρισκόμαστε στον επίλογο του μυθιστορήματος, πέντε χρόνια μετά, όπου οι τέσσερις φίλοι έχουν πάει εκδρομή στη Μόσχα.

Από τη μεθεπόμενη Τρίτη θα αρχίσω να δημοσιεύω κάποιο άλλο έργο του πατέρα μου -ακόμα δεν έχω αποφασίσει ποιο.

Από τη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο Σερεμέτιεβο καταλάβαμε πως πολλά είχαν αλλάξει, σε σχέση με το 1985. Φτάνοντας δε στο κέντρο της Μόσχας βρήκαμε μια πόλη τελείως διαφορετική από εκείνη την απαστράπτουσα πρωτεύουσα, που είχαμε γνωρίσει πριν οχτώ χρόνια.  Θυμάμαι έναν τοτινό συνταξιδιώτη μας, τον μπάρμπα Γιάννη, ένα Πόντιο λαχειοπώλη από τις Σέρρες, που χρόνια μάζευε λεφτά για να κάνει αυτό το ταξίδι, που μόλις βγήκε από το πούλμαν και είδε τα κτίρια που περιβάλλουν την Κόκκινη πλατεία, μου λέει

“Κράτα με σύντροφε, γιατί δεν την αντέχω τέτοια ομορφιά!”

Τώρα η Κόκκινη Πλατεία ήταν αποκλεισμένη στο μεγαλύτερο τμήμα της “λόγω εκτελουμένων έργων”, όπως μας είπαν και το Μαυσωλείο του Λένιν φυσικά απρόσιτο. Τα κτίρια βέβαια ήταν τα ίδια, αλλά βρήκαμε τους δρόμους αυτή τη φορά βρώμικους αλλά πολύ πιο θορυβώδεις, την κίνηση του πλήθους ζωηρή και τα εμπορικά καταστήματα μεταμορφωμένα. Ευρωπαϊκές, εντυπωσιακά στολισμένες, βιτρίνες με όλα τα καλά και τα αγαθά, τα μαγαζιά μέσα γεμάτα κόσμο, που απλώς όμως περιεργαζόταν την πραμάτεια χωρίς να αγοράζει κανείς τίποτα. Πολλά αυτοκίνητα και τεράστιες οθόνες σαν της τηλεόρασης δεξιά κι αριστερά των λεωφόρων, που πρόβαλαν διαφημίσεις. Ζητιάνοι σε κάθε γωνία, ουκ ολίγοι παπάδες με τα ράσα τους και πολύ καλοντυμένες νεαρές γυναίκες με υπερβολικό μίνι που από μακρυά καταλάβαινες πως κάναν πεζοδρόμιο.

Το Αρμπάτ κι αυτό μεταμορφωμένο. Είχανε ανοίξει δεκάδες μπαράκια, καφενεία, φαστφουντάδικα και άλλα παρόμοια κέντρα. Μικρές ορχήστρες πειναλέων τύπων ζητιάνευαν με αξιοπρέπεια. Οι κλασικές ξύλινες μπάμπουσκες είχαν αντικατασταθεί με ομοιώματα πρώην και νυν ηγετών, με ιδιαίτερη προτίμηση στη γελοιογραφική απεικόνιση του Γκορμπατσώφ. Όλα τα πράγματα πάντως ήταν πανάκριβα, ακόμα και για μας που διαθέταμε δολάρια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, ΕΣΣΔ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 25 (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 11 Απρίλιος, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πέμπτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Την προηγούμενη φορά είχα προαναγγείλει ότι με τη σημερινή δημοσίευση θα ολοκληρωνόταν το μυθιστόρημα. Ωστόσο, τώρα βλέπω ότι το τελευταίο κεφάλαιο, ο επίλογος, που έχει τίτλο «Πέντε χρόνια μετά», είναι πολύ μεγάλο για να πάει μονοκοπανιά και κυρίως χωρίζεται λογικά σε δύο κομμάτια, αν και όχι εντελώς ισομεγέθη. Οπότε σήμερα βάζω το πρώτο μισό και τη μεθεπόμενη Τρίτη θα έχουμε το τέλος.

 

ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Οχτώ μήνες μετά το θάνατο του Βελή ολοκληρώθηκε το προαναγγελθέν Συμπλήρωμα και σύμφωνα με την ειλημμένη απόφαση της Βελήδαινας η εκδοτική επιχείρηση έκλεισε. Εδώ και τέσσερα χρόνια είμαι χωρίς δουλειά αλλά αυτό δε με ενοχλεί ποσώς. Έχω τη σύνταξή μου, δουλεύει ακόμα η Μαργαρίτα και τα λεφτά που έπαιρνα από την Εγκυκλοπαίδεια μας περίσσευαν. Άλλωστε τα έξοδα μας περιορίστηκαν καθώς στο μεταξύ τα παιδιά δημιούργησαν δικές τους οικογένειες και νοικοκυριά. Ούτε φοβάμαι πως θα βρεθώ σε κανένα κενό απασχόλησης. Οσονούπω γίνομαι παππούς (και μάλιστα εις διπλούν, από τη μεγάλη μου κόρη και από τη νύφη μου) και προβλέπω πως θα έχω μπόλικη απασχόληση με τα εγγονάκια.

Θα έπρεπε να νοιώθω γαλήνιος και ευχαριστημένος, μα στο βάθος δε νοιώθω έτσι ύστερα από όσα γίνανε τα τρία τελευταία χρόνια. Ακυρώθηκε η ενοποίηση της Αριστεράς, που τόσες ελπίδες μας γέννησε, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το πιο συγκλονιστικό είναι άλλο: από πρόπερσι έπαψε να υπάρχει η Σοβιετική Ένωση! Είναι κάτι το τόσο απίστευτο, που δε μπορεί να το χωρέσει το μυαλό του ανθρώπου. Στις ατέλειωτες συζητήσεις που είχα με τον Γιώργο τον Λαμπρόπουλο τελειώναμε πάντα με καυγά. Αυτός τόχε λύσει το πρόβλημα. Βρεθήκαν μερικοί προδότες, πράχτορες της ΣΙΑ και διαλύσανε το κόμμα και το κράτος!

“Καλά βρε Γιώργο. Εισχώρησαν πράχτορες στο κόμμα και βρέθηκαν και προδότες. Πόσοι θες να ήταν: Εκατό χιλιάδες; Ένα εκατομμύριο; Έστω. Τα τριάντα εκατομμύρια των κομματικών μελών και τα πενήντα εκατομμύρια οι κομσομόλοι τι κάνανε; Και τα τρακόσια εκατομμύρια σοβιετικοί άνθρωποι, πώς αφέθηκαν έτσι χωρίς αντίσταση να προδοθούν; Πώς γκρεμίζονται τα αγάλματα του Λένιν και δε βρίσκεται ένας να αντισταθεί; Ξέρεις τι κάναμε εμείς τον Οχτώβρη του ΄49, στην τρίτη επέτειο από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού; Είχε πέσει πια το Βίτσι και ο Γράμμος κι όλα φαίνονταν να είχαν τελειώσει. Κι όμως πήγαμε μια νύχτα με δικιά μας πρωτοβουλία, οι οργανώσεις δε λειτουργούσαν, και γράψαμε σε τοίχους στις Τζιτζιφιές: “Ζήτω ο Δημοκρατικός Στρατός. Ο αγώνας συνεχίζεται”. Εκεί γιατί δε γίνεται τίποτα; Δε σε εντυπωσιάζει η παντελής αδιαφορία που δείχνει ο λαός για τη διάλυση του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ;”

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 24 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τέταρτη και προτελευταία. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Απροσδόκητες και δυσάρεστες εξελίξεις». Σε δεκαπέντε μέρες, Μεγάλη Τρίτη, θα ολοκληρωθεί το μυθιστόρημα.

Απροσδόκητες και δυσάρεστες εξελίξεις

Η δεύτερη και οριστική εξαφάνιση του Χρήστου δεν ενόχλησε τον Βελή. Στην έκδοση της  Εγκυκλοπαίδειας και του τόμου Το Άλας της Γης όλα πήγαιναν ρολόι. Όσο για τα Αριμάσπεια Έπη ο Βελής το καιρόριχνε. Κάθε τόσο προανήγγειλε δια του Σύμπαντος την προσεχή έκδοσή τους, αλλά τίποτα περισσότερο. Άριστος επιχειρηματίας, καταλάβαινε πως η αγορά δε θα μπορούσε να απορροφήσει ικανοποιητικά το Άλας της Γης και τα Έπη ταυτόχρονα. Εμείς όμως αδημονούσαμε. Θέλαμε επί τέλους να πιάσουμε στα χέρια μας τα περίφημα Έπη. Περιμένοντας πάντως πότε θα ευδοκούσε να μας δώσει την έγκρισή του, δεν κάτσαμε με σταυρωμένα χέρια. Είχαμε ήδη το μεγαλύτερο μέρος των Επών, το ταξίδι του Αριστέα, τη Γρυπομαχία και τον Ύμνο στον Απόλλωνα. Ανεξάρτητα της επαλήθευσης και παραβολής, που οπωσδήποτε θα κάναμε με το κείμενο που θα μας έδινε ο Βελής, μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Βρήκαμε κι ένα νεαρό φιλόλογο,  πολύ σοβαρό και καταρτισμένο παιδί, που είχε μανία με τα δημοτικά τραγούδια και ο οποίος ανέλαβε να αποδόσει τα Έπη εμμέτρως σε δεκαπεντασύλλαβους. Φυσικά προσωρινά θα τον πληρώναμε ο Δημήτρης κι εγώ εξ ιδίων.

Και ξαφνικά ενώ όλα έβαινον κατ’ ευχήν, συνέβη κάτι απροσδόκητο και καθοριστικό για την τύχη της Εγκυκλοπαίδειας, αλλά και πολλών συντακτών της καθώς και του περιοδικού. Αναπάντεχα πέθανε ο Βελής!

Παρά τις προφυλάξεις και τα μέτρα που έπαιρνε, πήγε τελικά “από νταμπλά”, όπως τόχε προβλέψει, αλλά σε συνθήκες που οπωσδήποτε δε μπορούσε να προβλέψει, ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Τα πράγματα εκτυλίχτηκαν τελείως ανεξέλεγκτα. Ήταν ήδη εκνευρισμένος με την καθυστέρηση του τυπογραφείου και έξω φρενών είχε στείλει τον Παντελή με το αμάξι του να φέρει στο γραφείο τα δοκίμια. Ενώ περίμενε τον οδηγό του, βράζοντας από αδημονία, του τηλεφώνησε ο χρηματιστής του ζητώντας του επειγόντως οδηγίες για το αν θά ΄πρεπε να αγοράσει ή να πουλήσει κάτι μετοχές, γιατί το ρίσκο ήταν μεγάλο, το ποσόν σοβαρό και δεν ήθελε να πάρει μόνος του πρωτοβουλίες. Ο Βελής αφού τον σκυλόβρισε από τηλεφώνου, σε έξαλλη κατάσταση πήρε το καπέλο του και ξεκίνησε για το Χρηματιστήριο με τα πόδια, χωρίς να ενημερώσει το γιατρό του, που εκείνη την ώρα χαριεντιζόταν με μιαν υπάλληλο της επιχείρησης στο διπλανό γραφείο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Δημήτρης Σαραντάκος, ΕΣΣΔ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »