Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘ζώα’ Category

Τα φλαμίνγκα δεν χορεύουν φλαμένκο

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2022

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο μού την έδωσε ένας φίλος στο Τουίτερ, που μου κοινοποίησε ένα πολύ συμπαθητικό βιντεάκι, που παρουσιάζει ένα μωρό φλαμίνγκο που μαθαίνει πώς να στέκεται στο ένα πόδι. Δεν έχω μάθει όμως πώς να ενσωματώνω τα βιντεάκια αυτά εδώ στο ιστολόγιο, οπότε, αν θέλετε να το δείτε, πρέπει να πάτε στο Τουίτερ.

Δεν διάλεξα όμως καλή φωτογραφία για να συνοδέψει το άρθρο, έπρεπε να βρω μία να δείχνει το πουλί να στέκεται στο ένα πόδι. Ας είναι.

Το φλαμίνγκο της φωτογραφίας ανήκει στο είδος Phoenicopterus roseus, και λέγεται επίσης μεγάλο φλαμίνγκο. Υπάρχουν έξι είδη φλαμίνγκων (ας ακτιβίσω λίγο, δεν μου πάει να το αφήνω άκλιτο, κι έχω να ξεπληρώσω και μερικά «τσίρκο», «παλτό» και «καζίνο»), από τα οποία τα δύο, μεταξύ των οποίων και αυτό που βλέπετε, είναι είδη του παλαιού κόσμου.

Στην Ελλάδα τα φλαμίνγκα είναι αποδημητικά, περνάνε τον Μάρτιο όπως ανεβαίνουν προς βορρά ή τον Οκτώβριο κατεβαίνοντας προς Αφρική. Πολλά όμως μένουν εδώ και ξεχειμωνιάζουν σε παράκτιους υγρότοπους στη Θράκη ή αλλού. Είναι πουλί κοινωνικό, ζει σε μεγάλα σμήνη, που φτάνουν εκατοντάδες άτομα και τρέφεται με διάφορα μαλάκια που βρίσκει στα ρηχά νερά. Το καμπυλωτό ράμφος του έχει πολύ ενδιαφέρον από μηχανική άποψη.

Ο φίλος με ρώτησε πώς το λέγαν οι αρχαίοι το φλαμίνγκο, αν βέβαια το ήξεραν. Φαίνεται πως το ήξεραν, αν και οι αναφορές στην ελληνική αρχαία γραμματεία είναι λίγες. Η πιο σημαντική είναι στους Όρνιθες του Αριστοφάνη, με τον εξής διάλογο:

ΕΥ. νὴ Δί᾽ ὄρνις δῆτα. τίς ποτ᾽ ἐστίν; οὐ δήπου ταὧς;
ΠΙ. οὗτος αὐτὸς νῷν φράσει. τίς ἐστιν ὄρνις οὑτοσί;
ΕΠ. οὗτος οὐ τῶν ἠθάδων τῶνδ᾽ ὧν ὁρᾶθ᾽ ὑμεῖς ἀεί,
ἀλλὰ λιμναῖος. ΕΥ. βαβαῖ, καλός γε καὶ φοινικιοῦς.
ΕΠ. εἰκότως ‹γε›· καὶ γὰρ ὄνομ᾽ αὐτῷ ᾽στὶ φοινικόπτερος.

Βλέπουν ενα πουλί και λέει ο Ευελπίδης: Θεέ μου, ένα πουλί. Τι είν’ αυτό; Δεν είναι παγόνι, ε;

Ο Πεισθέταιρος ρωτάει τον Έποπα, τον Τσαλαπετεινό, ο οποίος απαντάει πως «δεν είναι από τα συνηθισμένα είδη που ξέρετε, είναι λιμναίο πουλί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Ετυμολογικά, Ζωολογία, Ισπανία, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 237 Σχόλια »

Κοριός, έντομο της επικαιρότητας

Posted by sarant στο 29 Αυγούστου, 2022

Το σκάνδαλο για τις παρακολουθήσεις έφερε ξανά στην επικαιρότητα και τη λέξη «κοριός». Μάλιστα, στην προχτεσινή συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών, ο Αλέξης Τσίπρας ανέφερε ότι ο πρωθυπουργός «πιάστηκε με τον κοριό στ’ αυτί», που βέβαια παραφράζει τη γνωστή (και πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια) έκφραση «πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη» που τη λέμε όταν κάποιος πιάνεται επ’ αυτοφώρω να κάνει κάτι αξιοκατάκριτο.

Αλλού πάλι είδα να χαρακτηρίζεται ο πρωθυπουργός «Άρχοντας των κοριών», παράφραση του αριστουργήματος «Ο άρχοντας των μυγών» του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ.

Για το σκάνδαλο των («νόμιμων») παρακολουθήσεων της ΕΥΠ, που μας έκανε ευρύτερα γνωστό και τον όρο «επισύνδεση» έχουμε ήδη συζητήσει, και δεν αποκλείεται να συζητήσουμε ξανά. Σήμερα όμως θα λεξιλογησουμε για τον κοριό, το έντομο της επικαιρότητας.

Κατά τον μάλλον φλύαρο ορισμό του Λεξικού Μπαμπινιώτη, ο κοριός είναι νυκτοβιο έντομο, που ζει στις κατοικίες και παρασιτεί στον άνθρωπο και σε μερικά θηλαστικά και πουλιά, έχει πλατύ σώμα χωρίς φτερά, μήκος περίπου πέντε χιλιοστων, καφέ χρώμα και τρέφεται με το αίμα των θυμάτων του τσιμπώντας τα ενώ κοιμούνται.

Πιο συνοπτικός ο ορισμός στο ΛΚΝ: μικρό παρασιτικό έντομο με πεπλατυσμένο σώ μα, το οποίο αναδίδει εξαιρετικά δυσάρεστη οσμή

Κι επειδή μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις, στη φωτογραφία πιο πάνω βλέπουμε κοριό έτοιμον να τσιμπήσει το μπράτσο ενός εθελοντή, που προσφέρθηκε να δώσει το αίμα του (λίγες σταγόνες, έστω) για τη φωτογράφιση. Να σημειωθεί πως τα τσιμπήματα του κοριού, εκτός από τον πόνο που προκαλούν, δεν είναι επικίνδυνα για μολύνσεις ή μετάδοση ασθενειών.

Ο κοριός, ως λέξη, προέρχεται από το αρχαίο «κόρις», μέσω του μεσαιωνικού τύπου «κορεός», που έγινε κοριός  γι’ αποφυγή της χασμωδίας, ενώ υπάρχει και ο λαϊκός τύπος «κορέος, οι κορέοι». Στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, ο Σωκράτης διατάζει τον Στρεψιάδη να πάρει το ανάκλιντρο (τον ασκάντη) και να βγει έξω, και εκείνος απαντάει:  ἀλλ᾽ οὐκ ἐῶσί μ᾽ ἐξενεγκεῖν οἱ κόρεις, δεν μ’ αφηνουν οι κορέοι να τον βγάλω έξω.

Αλλά λίγο πιο μετά, ο Στρεψιάδης πάλι βγάζει μια κραυγή κι όταν τον ρωτάνε γιατί, απαντάει: ἀπόλλυμαι δείλαιος· ἐκ τοῦ σκίμποδος δάκνουσί μ᾽ ἐξέρποντες οἱ Κορ—ίνθιοι, δηλ. «χάθηκα ο δόλιος, βγαίνουν από το στρώμα και με δαγκώνουν οι κοριοί-Κορίνθιοι», λογοπαίγνιο με τους εχθρούς της πόλης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 72 Σχόλια »

Τα σπουργίτια του Βάρναλη

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2022

Πριν από μερικές εβδομάδες, πάντως μέσα στο καλοκαίρι, μια φίλη έβαλε στο Φέισμπουκ τη φωτογραφία που βλέπετε, κι έγραψε:

Οι Ρωμαίοι πίστευαν ότι τα σπουργίτια έσερναν το άρμα της Αφροδίτης, γι’ αυτό και ο Κατουλλος στα ερωτικά του ποιήματα τους δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Στις σύγχρονες πόλεις πάλι γίνονται ζητιανάκια, σε πλησιάζουν για λίγα ψιχουλάκια. Ίσως όμως να είναι «λίγα ψίχουλα αγάπης» αυτό που γυρεύουν.

Εκείνη τη μέρα έτρεχα εδώ κι εκεί και δεν βρήκα καιρό να σχολιάσω στην ανάρτησή της -και το κακό με το Φέισμπουκ είναι που οι παλιές αναρτήσεις σκεπάζονται από τις νεότερες και δεν φαίνονται.

Κι έτσι, είπα να γράψω το σημερινό άρθρο στο ιστολόγιο γι’ αυτούς τους συμπαθέστατους αλήτες των πόλεων.

Από τον τίτλο που έβαλα, μπορείτε να υποθέσετε ότι θ’ αφιερώσω ένα μεγάλο τμήμα του άρθρου σε γραφτά του Κώστα Βάρναλη.

Σωστά, αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα αρχίσουμε από τη λέξη. Λέμε «το σπουργίτι» αλλά επίσης «ο σπουργίτης», αν και το ουδέτερο είναι συχνότερο.

Η λέξη ετυμολογείται από το ελληνιστικό «πυργίτης». Για να το πω πληρέστερα, ο σπουργίτης λεγόταν «στρουθός πυργίτης», επειδή έχτιζε φωλιές σε κτίσματα. Λέει κάπου ο Γαληνός:

καὶ οἱ πυργῖται καλούμενοι στρουθοὶ καὶ ὅσοι κατὰ τὰς ἀμπέλους διαιτῶνται καὶ τῶν περιστερῶν αἱ ἐκ τῶν πύργων ἀμείνους τῶν κατοικιδίων εἰσίν

ενώ ο Ορειβάσιος συγκρίνει το κρέας διαφόρων πουλιών και λέει ότι

καὶ τῶν μικρῶν στρουθίων, ἐν οἷς εἰσι καὶ οἱ πυργῖται καλούμενοι, σκληροτέρα τούτων

δηλαδή έχουνε σάρκα δύσοψη αυτοί οι παλιοκλέφτες -τι σαρκα να’χουνε, δυο δράμια πραματάκι, θα πείτε· αλλά θα έρθουμε και σ’ αυτό.

Το «πυργιτης» ανέπτυξε ου αντί για υ, λόγω του π, και προθεματικό σ (τους πουργίτες -> τους σπουργίτες) κι έτσι προέκυψε η σημερινή λέξη, που είναι ήδη μεσαιωνική, τη βρίσκουμε π.χ. στον Πουλολόγο:

Κι ἐπῆραν με ἐκ τὸν βασιλέα, εἴ τι θέλω νὰ τρώγω,
σπουργίτες, κίχλες, κόσσυφας, ἀσκορδιαλοὺς καὶ ἄλλα.

και πιο παλιά σε γιατροσόφια του Ν. Μυρεψού.

Το σπουργίτι έχει προσαρμοστεί άριστα στο αστικό τοπίο και είναι στοιχείο της καθημερινότητάς μας. Παλιότερα, και εννοώ πριν από 50-80 χρόνια, πρέπει να υπήρχαν περισσότερα σπουργίτια στις (μικρότερες, φυσικά) πόλεις. Ειναι πουλί κοινωνικό, που έχει μάθει να συμβιώνει με τον άνθρωπο. Για κάποιον που τρώει πολύ λίγο, λέμε «τρώει σα σπουργίτι».

Στη Διήγησή του ο Κολοκοτρώνης γράφει κάτι που μου έκανε εντύπωση: τα ήμερα δεν θα διώξουν τα άγρια· όλα φεύγουν, ο σπουργίτης πάντοτε μένει.

Το χαρούμενα αλήτικο στοιχείο των σπουργιτιών το έχει πιάσει βέβαια ωραία και το παιδικό ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου, που το ξέρουν όλα τα παιδιά επειδή μελοποιήθηκε, για τους σπουργίτες που τρωγόπιναν σε μια ρώγα από σταφύλι. Επιπλέον, το στοιχείο του μικρού και απροστάτευτου, που φέρνει στο νου το σπουργίτι, ιδίως στο υποκοριστικό «σπουργιτακι», την εξέφρασε π.χ. η Αλίκη Βουγιουκλάκη όταν τραγούδησε το κινηματογραφικό Σπουργιτάκι του Χατζιδάκι:

Αλλά βέβαια, σπουργιτάκι ήταν η Εντίτ Πιάφ (piaf θα πει σπουργίτι στην αργκό). Να θυμηθούμε, τέλος, το σπουργίτι, το τρομερό παιδί στις Χαμηλές Πτήσεις του Αρκά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Ετυμολογικά, Ζωολογία, Χρονογραφήματα, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 134 Σχόλια »

Καλαμάρι χωρίς χαρτί

Posted by sarant στο 3 Αυγούστου, 2022

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε άρθρο για τα καβούρια. Σήμερα συνεχίζουμε θαλασσινά, με άλλα θαλασσινά, κι έτσι θ’ αφιερωσουμε το σημερινό μας άρθρο στα καλαμάρια. Θα επαναλάβουμε έτσι μερικά πράγματα που είχαμε πει σε παλιότερο άρθρο αφιερωμένο σε όλα τα «φρούτα της θάλασσας«, αλλά εδώ θα τα αναπτύξουμε πολύ εκτενέστερα.

Το καλαμάρι είναι κεφαλόποδο, δεκάποδο, που η επιστημονική του ονομασία είναι Loligo vulgaris. Υπάρχουν γιγαντιαία καλαμάρια που ξεπερνάνε τα 10 μέτρα, στην Ιαπωνία και αλλού, αλλά στα μέρη τα δικά μας είναι σαφώς πιο ματζόβολα. Το μυθικό Κράκεν θα μπορούσε να είναι κάποιο γιγάντιο καλαμάρι. Υπάρχουν και τα θράψαλα, που είναι πιο μεγάλα και θέλουν κατάψυξη για να μαλακώσει η σάρκα τους (ή όχι;).

Το καλαμάρι ή καλαμαράκι το τρώμε βεβαίως, αλλά υπάρχει και το άλλο το καλαμάρι, ή έστω υπήρχε μέχρι σχετικά πρόσφατα, εννοώ το μελανοδοχείο. Δεν θέλω να δείξω τα χρόνια μου, αλλά όταν ήμουν μαθητής δημοτικού, επί δικτατορίας, στην εκπαίδευση είχε επανέλθει, σε ένδειξη εκσυγχρονισμού ίσως, η πένα και το μελανοδοχείο. Όχι μόνο η καλλιγραφία, αλλά και η καθημερινή Αντιγραφή γίνονταν με καλαμάρι και πένα -κι εγώ, εξαρχής κακογράφος και απρόσεχτος, έκανα τις πιο εντυπωσιακές μουτζούρες της καριέρας μου.

Βέβαια, τα σημερινά παιδιά έχουν γλιτώσει από αυτό το καλαμάρι αν και, όσα παιδιά τουλάχιστον λένε τα κάλαντα, μνημονεύουν κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς το χαρτί και το καλαμάρι που κρατάει εκείνο το παλικάρι ο Δεσκεμές.

Επειδή τα δυο καλαμάρια ετυμολογικώς συνδέονται, εδώ θα μιλήσουμε και για τα δύο. Αν σας πω ότι η αρχή της λέξης «καλαμάρι» είναι το καλάμι, δεν θα το αποκλείσετε αφού η ηχητική ομοιότητα είναι πρόδηλη, αλλά θα παραξενευτείτε -τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα.

Οι αρχαίοι το καλαμάρι το λέγανε «τευθίς», θηλυκό. Υπήρχε και το υποκοριστικό, το τευθίδιον, αλλά και το τεύθος, μεγαλύτερο. Αυτά για το ζώο. Στο μεταξύ, η λέξη «καλαμος» στα αρχαία σήμαινε, πέρα από το καλάμι, και τη γραφίδα -το λέμε ακόμα και σήμερα για κάποιον  ότι είναι, ξερωγώ, «δεινός χειριστής του καλάμου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 121 Σχόλια »

Σαν τον κάβουρα

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2022

Καλοκαίρι είναι, συνηθίζουμε τα άρθρα με θαλασσινό και ναυτικό περιεχόμενο. Πριν από τρία χρόνια, τέτοιες μέρες περίπου, είχαμε γράψει ένα άρθρο για τα θαλασσινά, όπου λεξιλογήσαμε για χταπόδια, καλαμάρια, γαρίδες και συναφή. Στο άρθρο εκείνο έχω σκοπό να επιστρέψω, για ν’ αναπτύξω περισσότερο ένα από τα ζώα αυτά αλλά προς το παρόν θα βγάλω ένα χρέος.

Εννοώ ότι σε εκείνο το άρθρο περί θαλασσινών είχα αφήσει απέξω τα καβούρια. Όπως είχα γράψει, «στο καβούρι αποφάσισα ν’ αφιερώσω ειδικό άρθρο, καθώς έχει πολύ μεγάλο φρασεολογικό πλούτο -άλλωστε δεν είναι αμιγώς θαλασσινό. Κάποια άλλη φορά λοιπόν θα πούμε για τον κάβουρα και την περπατησιά του, τα καβούρια της τσέπης, τα καβουράκια και την κυρία καβουρίνα».

Ε, η στιγμή αυτή ήρθε σήμερα.

O κάβουρας είναι ζώο που ανήκει στα καρκινοειδή, μαζί με τις γαρίδες, τις καραβίδες και τους αστακούς. Τα καρκινοειδή ειναι μια πολυμελέστατη υποδιαίρεση, ουσιαστικά υποσυνομοταξία. Ο κάβουρας είναι δεκάποδο, με δυο μεγάλες δαγκάνες μπροστά και οχτώ μικρότερα πόδια πίσω, από τέσσερα. Ίσως για τον λόγο αυτό, στη λαϊκή μούσα θα δείτε να γίνεται λόγος για οχτώ πόδια του κάβουρα, ας πούμε:

Οχτώ ποδιά ‘χει ο κάβουρας και πάει μπρος και πίσω
τη νιότη μου στα χέρια σου θα την απαρατήσω.

Μπορεί το δίστιχο να είναι ανακριβές ως προς τον αριθμό των ποδιών του, αλλά σωστά λέει ότι «πάει μπρος και πίσω». Για την ακρίβεια, η κατασκευή των ποδιών του δίνει στο καβούρι την ευχέρεια να μετακινείται με ταχύτητα είτε προς τα μπρος, είτε προς τα πίσω, είτε προς τα πλάγια, για να κρυφτεί στις σχισμές των βράχων ας πούμε, να ξεφύγει από διώκτες ή να πιάσει το θήραμά του. Ο άνθρωπος, μαθημένος να περπατάει με επιδεξιότητα μόνο προς τα μπρος, το προσόν αυτό του κάβουρα το θεώρησε ελάττωμα.

Κι έτσι γεννήθηκε η φράση «πάει σαν τον κάβουρα», που τη λέμε για έργο που προχωράει πολύ αργά ή για κάποιον που δουλεύει με πολύ βραδύ ρυθμό. Και υπάρχει και το ρήμα «καρκινοβατώ», που αυτήν ακριβώς την κατάσταση περιγράφει, όταν ένα έργο προχωράει με πολύ αργό ρυθμό, προσκρούει συνεχώς σε εμπόδια ή και οπισθοδρομεί. Το ρήμα είναι νεότερο, αλλά ήδη από τα αρχαία υπήρχε ο όρος καρκινοβάτης και καρκινοβήτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ζωολογία, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , | 166 Σχόλια »

Πώς ερώμιεψε το χωριό (διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη)

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2020

Κυριακή σήμερα, και για το σχεδόν καθιερωμένο λογοτεχνικό μας ανάγνωσμα διάλεξα ένα διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη, που τον μνημονέψαμε πρόσφατα δημοσιεύοντας μιαν επιστολή του σχετική με τη γλώσσα. Το σημερινό διήγημα δεν είναι άγνωστο στο Διαδίκτυο, αφού το είχα ανεβάσει και στον παλιό μου ιστότοπο, αλλά έχει την πρωτοτυπία ότι μπορείτε όχι μόνο να το διαβασετε παρά και να το ακούσετε -και μάλιστα από κάποια μάλλον απρόσμενη φωνή.

Μπορείτε επίσης να το διαβάσετε και στα αγγλικά, διότι -με αφορμή μια συζήτηση που είχαμε κάνει εδώ πριν από δέκα χρόνια- ο φίλος Νίκος Νικολάου το μετέφρασε στ’ αγγλικά και το δημοσίευσε στον ιστότοπό του. O Νικολάου επισημαίνει ότι το χωριό, που ήταν σχεδόν τουρκοχώρι και στο τέλος ρώμιεψε, είναι το Μόδι, το χωριό όπου υπηρέτησε ως δάσκαλος ο Κονδυλάκης -και έγραψε το Όταν ήμουν δάσκαλος.

Αλλά ας δούμε πρώτα το διήγημα:

Πώς ερώμιεψε το χωριό

Πολλάκις είχεν ακούσει από τον πατέρα του την ιστορίαν διά την οποίαν εξεπούλησεν από το Μόδι και μετώκησεν εις το ορεινόν χωρίον Ακαράνου. Η αφορμή ήταν ένας Τούρκος με συμπάθιο και ένας χοίρος με συχώρεσι, ως έλεγε δια να εκφράσει το μίσος του κατά του Τούρκου εκείνου ιδιαιτέρως και κατά των Τούρκων εν γένει. Το Μόδι ήτο τότε ακόμη τουρκοχώρι. Είχεν ολίγους Χριστιανούς, αλλά ήσαν ταπεινοί κατωμερίτες, τριτάριδες, δηλαδή καλλιεργηταί των τουρκικών κτημάτων με απολαυήν ενός ποσοστού από το εισόδημα. Σχεδόν δούλοι. Ο μόνος όστις είχε κάποιαν ανθρωπίνην αξιοπρέπειαν και υπερηφάνειαν, διότι είχε και αρκετήν περιουσίαν ώστε να μη δουλεύει τους αγάδες, ήτο ο πατέρας του ο Μιχάλης Αλεφούζος. Αλλά ακριβώς διότι είχεν ανεξαρτησίαν φρονήματος και η σπονδυλική του στήλη δεν ελύγιζεν εύκολα, δεν τον εχώνευεν ο Κερίμ αγάς, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος Τούρκος εις το Μόδι, άνθρωπος φανατικός και τυραννικός, ο οποίος ήθελε τους Χριστιανούς να συναισθάνονται ότι ζουν μόνον κατ’ ανοχήν των Τούρκων. Δια τούτο όταν διέβαινεν ο Αλεφούζος και τον εχαιρέτα μ’ ένα απλούν «καλή ’σπέρα, Κερίμ αγά», έσειε την κεφαλήν και τον παρηκολούθει με απειλητικόν βλέμμα απομακρυνόμενον. Μίαν ημέραν δε είπε προς άλλον Τούρκον παριστάμενον:

– Αυτός, μωρέ, βαλλαή, ο Αλεφούζος, είναι ασής[1]˙ εσήκωσε κεφαλή, δεν είναι ραγιάς αυτός.

Όταν η αιγυπτιακή κυριαρχία έφερε κάποιαν ανακούφισιν εις την κατάστασιν των Χριστιανών της Κρήτης, ο Αλεφούζος, ενθαρρυνθείς, έκαμε μέγα τόλμημα. Ηγόρασεν ένα χοίρον και τον έτρεφε δια τα Χριστούγεννα. Χοίρο στο Μόδι! Χοίρο στο χωριό του Κερίμ αγά, δίπλα μάλιστα στο κονάκι του! Φτου! Ανασινί σικτιγήμ ο γκιαούρης!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Διηγήματα, Ισλάμ, Κρήτη, Λογοτεχνία, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »

Στρουθοκαμηλισμός

Posted by sarant στο 23 Ιανουαρίου, 2019

Σε πρόσφατη ανοιχτή επιστολή του προς τους 300 βουλευτές, ο Μίκης Θεοδωράκης, εκφράζοντας την αντίθεσή του στη Συμφωνία των Πρεσπών, ανέφερε ανάμεσα στα άλλα:

Η κυβέρνηση αγνόησε και τους κινδύνους και τον ελληνικό λαό και, χωρίς καμία λογική, αποφάσισε να προχωρήσει, με κάθε κόστος. Για ένα θέμα στο οποίο δεν έχουμε κανένα απολύτως λόγο να κάνουμε πίσω, ένα θέμα που δεν χρειάζεται να «λυθεί» γιατί για την Ελλάδα είναι λυμένο.

Επομένως, σύμφωνα με τον Μίκη Θεοδωράκη, και δυστυχώς σύμφωνα με μεγάλη μερίδα του ελληνικού πολιτικού κόσμου και των συμπολιτών μας, το ζήτημα του ονόματος της γειτονικής χώρας «είναι λυμένο» και δεν χρειάζεται να «λυθεί» (τα τελευταία εισαγωγικά είναι του Μίκη).

Λίγο μετράει για τον Μ.Θ. και για όλους τους αρνητές της πραγματικότητας, ότι 140 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα, Δημοκρατία της Μακεδονίας. Όπως άλλωστε επισημαίνει ο ίδιος ο Μίκης σε επόμενο σημείο της επιστολής του:

Δεν έχει σημασία αν υπάρχουν χώρες που αναγνώρισαν τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία» παραβλέποντας ότι έτσι γελοιοποιούνται μπροστά στην ιστορία. Θυμηθείτε το παράδειγμα της Δυτικής Γερμανίας, που δεν αναγνώρισε ώς το τέλος την Ανατολική Γερμανία παρά το ότι δεκάδες χώρες είχαν συνάψει μαζί της διπλωματικές σχέσεις, θεωρώντας πως δεν μπορεί η αποδοχή από τους άλλους να παραχαράξει τελεσίδικα την ιστορία χωρίς τη δική τους νομιμοποίηση.

Εδώ, ο Μ.Θ. επαναλαμβάνει μια ιστορική ανακρίβεια, που διακινούν οι αρνητές της πραγματικότητας τον τελευταίο καιρό. Βέβαια, είναι θλιβερό να βλέπει κανείς κάποιον που έχει θητεύσει δεκαετίες στην κομμουνιστική αριστερά να θεωρεί ότι η ύπαρξη της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποτελούσε ή διεκδικούσε παραχάραξη της γερμανικής ιστορίας, και εκτός αυτού η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο Γερμανιών δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με το Μακεδονικό ζήτημα, αλλά πριν προχωρήσουμε είναι χρήσιμο να επισημάνουμε κι αυτήν την ανακρίβεια.

Είναι ακριβές ότι η Δυτική Γερμανία τις πρώτες δεκαετίες αρνιόταν απολύτως να αναγνωρίσει την ΛΔ της Γερμανίας. Θεωρούσε ότι είναι παράνομο κράτος, και την αποκαλούσαν «σοβιετική ζώνη κατοχής» ή «Ανατολική ζώνη». Ήταν το λεγόμενο «δόγμα Χαλστάιν» -μάλιστα, αρχικά η Δυτική Γερμανία αρνιόταν τις σχέσεις με οποιοδήποτε κράτος είχε αναγνωρίσει τη ΛΔΓ, κάνοντας αναγκαστική εξαίρεση για την ΕΣΣΔ.

Ωστόσο, η στάση αυτή άλλαξε όταν ο σοσιαλδημοκράτης Βίλι Μπραντ ανέλαβε την καγκελαρία και εφάρμοσε τη λεγόμενη Οστπολιτίκ, που αποκορυφώθηκε στην υπογραφή της Βασικής συνθήκης, τον Δεκέμβριο του 1972 -στα γερμανικά λεγόταν Grundlagevertrag και ο πλήρης τίτλος της ήταν: Vertrag über die Grundlagen der Beziehungen zwischen der Bundesrepublik Deutschland und der Deutschen Demokratischen Republik. Δεν χρειάζεται να ξέρετε γερμανικά για να καταλάβετε ότι τα δύο γερμανικά κράτη αλληλοαναγνωρίστηκαν, δηλαδή ότι η Δυτική Γερμανία αναγνώρισε τη ΛΔΓ με το συνταγματικό της όνομα -και από τότε οι σχέσεις μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών ομαλοποιήθηκαν πλήρως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Μακεδονικό, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 290 Σχόλια »

Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2019

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφόρησε λίγο πριν από τις γιορτές από τις εκδόσεις Παπαζήση ένα βιβλίο σε επιμέλεια της καθηγήτριας Άννας Λυδάκη, μια συλλογή κειμένων, λογοτεχνικών και επιστημονικών, γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα. Συνολικά συμμετέχουν 80 συγγραφείς (εδώ τα περιεχόμενα).

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί απόψε, Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 19:00
στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» ( Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8).

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Κώστας Κατσουλάρης, Συγγραφέας
Αντώνης Καφετζόπουλος, Ηθοποιός
Ηλίας Μαγκλίνης, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας

Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσουν
οι ηθοποιοί: Αθηνά Μαξίμου, Κάρμεν Ρουγγέρη
και οι συγγραφείς: Ζυράννα Ζατέλη, Αλέξης Πανσέληνος

Συντονίζουν οι φοιτήτριες Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου: Ηλέκτρα Κατσίκη, Εύα Φρέντζου

Την εκδήλωση θα κλείσουν με τα τραγούδια τους οι Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης.

Πολύ λυπάμαι που, επειδή λείπω από την Αθήνα, δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω την εκδήλωση. Αν ήμουν, ασφαλώς θα πήγαινα, όχι μόνο επειδή το πάνελ έχει ενδιαφέρον αλλά και επειδή στον τόμο αυτό έχω την τιμή να συμμετέχω κι εγώ, με ένα κείμενο για τα φρασεολογικά των ζώων.

Πρόκειται, με μικρές διαφορές, για ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το 2011, και που μου φάνηκε ότι αξίζει να δημοσιευτεί. Βέβαια, κάθε αλλο παρά καλύπτει τη φρασεολογική μεταχείριση των ζώων, ήμερων και άγριων: βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτό το θέμα και ίσως κάποτε γραφτεί. Το άρθρο που θα διαβάσετε είναι απλώς μια ακροθιγής εισαγωγή.

Αρπαχτικά και κατοικίδια

Ο άνθρωπος είναι αχάριστο πλάσμα κι αυτό αντικατοπτρίζεται στη φρασεολογία του. Τα ζώα τα ήμερα, που τα έχει του χεριού του από την αρχή του χρόνου και που τα εκμεταλλεύεται αγρίως, τα αντιμετωπίζει, τουλάχιστον στη νεοελληνική γλώσσα, με έσχατη περιφρόνηση.

Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, ο σκύλος, έχει τη χειρότερη μεταχείριση: σκυλίσια ζωή, δουλεύει σαν σκύλος, ψόφησε σαν το σκυλί, έγινε ρεζίλι των σκυλιών, το σκυλομετάνιωσα. Σκυλί θεωρείται ο άνθρωπος ο ανάλγητος, ο σκληρός· άπιστα σκυλιά λέγαμε τους αγαρηνούς, κι εκείνοι έλεγαν τα ίδια και χειρότερα· ακόμα κι όταν πεις ότι κάποιος είναι σκυλί στη δουλειά, δηλαδή ακούραστος, με ανεξάντλητη αντοχή, στην ουσία τον θεωρείς καλό για να σε υπηρετεί μόνο. Ίδια γεύση πατερναλιστικού επαίνου αφήνει και το «πιστό σκυλί».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Επαναλήψεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 347 Σχόλια »

Το οποίο σκουλήκι…

Posted by sarant στο 15 Νοεμβρίου, 2018

Ήταν μια φορά, λέει, ένας καθηγητής της Ζωολογίας, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη των σκουληκιών και ήταν παγκόσμια αυθεντία στον τομέα αυτόν. Κι έτσι, στις εξετάσεις έβαζε πάντοτε θέματα σχετικά με τα σκουλήκια. Οι φοιτητές, φυσικά, που ήξεραν το πάθος του, μελετούσαν εξαντλητικά για τα σκουλήκια και μόνο και δεν διάβαζαν τίποτε άλλο και περνούσαν όλοι με άριστα. Κάποια φορά, αποφάσισε να αλλάξει τακτική και να ρωτάει και για άλλα θέματα. Όταν μπήκε ο πρώτος φοιτητής μέσα (αυτά γίνονταν τον παλιό καιρό που οι εξετάσεις ήταν προφορικές στο γραφείο του καθηγητή) τον ρώτησε τι ξέρει για την κότα.

Ο φοιτητής αιφνιδιάστηκε βέβαια, αφού περίμενε ερώτηση για τα σκουλήκια, αλλά γρήγορα ανέκτησε την ψυχραιμία του. «Η κότα», άρχισε να λέει, «είναι ΄πτηνό, εξημερωμένο, που τρέφεται με σκουλήκια. Τα οποία σκουλήκια…» και συνεχίζει να λέει νεράκι όσα ήξερε για τα σκουλήκια κι ο καθηγητής, ευχαριστημένος που άκουγε το αγαπημένο του θέμα, όχι απλώς δεν τον έκοψε αλλά του έβαλε άριστα.

Τον δεύτερο φοιτητή τον ρώτησε για τον ελέφαντα. «Ο ελέφαντας είναι ένα πολύ μεγαλο ζώο», είπε αυτός, «που ζει στην Αφρική και που έχει μια μεγάλη προβοσκίδα αντί για μύτη, η οποία μοιάζει με σκουλήκι. Το οποίο σκουλήκι….» και συνέχισε το τροπάρι περί σκουληκιών και πήρε άριστα κι αυτός.

Τον τρίτο τον ρώτησε για τη φάλαινα. Ίδρωσε και ξίδρωσε αυτός, αλλά τελικά βρήκε τη λύση: «Η φάλαινα είναι ένα μεγάλο κήτος, που ζει μέσα στη θάλασσα, και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση έχει με τα σκουλήκια. Τα οποία σκουλήκια….»

Τα οποία σκουλήκια θα μας απασχολήσουν στο σημερινό άρθρο, χωρίς να υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος γι’ αυτό. Έτσι έτυχε.

Βέβαια, εδώ δεν ζωολογούμε -κι έτσι δεν θα εξετάσουμε το σκουλήκι όπως ο καθηγητής του ανεκδότου μας, που ασφαλώς θα είχε πολλά να μας πει, αλλά θα το εξετάσουμε γλωσσικά κυρίως και πολιτισμικά δευτερευόντως.

Στη φρασεολογία μας χρησιμοποιούμε διάφορα ζώα ως μειωτικούς χαρακτηρισμούς -κι εκεί δείχνουμε την αχαριστία μας, μια και ο σκύλος είναι, υποτίθεται, ο πιο πιστός μας φίλος, ενώ ο γάιδαρος στάθηκε πολύτιμο υποζύγιο επί χιλιετίες, κι όμως είναι βρισιά, βαριά σε ορισμένους πολιτισμούς, να χαρακτηρίσεις κάποιον σκύλο ή γιο σκύλου ή γάιδαρο. Ωστόσο, νομίζω πως ο πιο υποτιμητικός χαρακτηρισμός με ζώο που υπάρχει είναι να αποκαλέσεις κάποιον «σκουλήκι» -τον χαρακτηρίζεις ταυτόχρονα τιποτένιο και σιχαμερό.

Ολοφάνερα, δεν το έχουμε σε εκτίμηση το μικροσκοπικό ασπόνδυλο, δεν μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί του, στους περισσότερους προκαλεί απέχθεια -συν τοις άλλοις επειδή είναι ταυτισμένο με τη σήψη και τον θάνατο κι επειδή ξέρουμε πως μια μέρα εκείνα θα μας φάνε, κι όχι εμείς αυτά. Ίσως μόνο οι ψαράδες, που το χρησιμοποιουν για δόλωμα, να μπορούν να εκτιμήσουν τα σκουλήκια και τις μεταξύ τους διαφορές -και να τα μεταχειρίζονται χωρίς ν’ αηδιάζουν.

Η λέξη σκουλήκι είναι μετεξέλιξη της αρχαίας «σκώληξ», μέσω του ήδη αρχαίου υποκοριστικού «σκωλήκιον». Η λέξη σκώληξ, με τη χαρακτηριστική κατάληξη -ηξ, που τη βρίσκουμε και στη λ. μύρμηξ, ανάγεται σε αμάρτυρο *σκώλος (= καμπύλη, κυρτότητα) και σε ρίζα από την οποία προήλθαν επίσης οι λ. σκέλος και σκολιός,

Στο Ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη λέγεται ότι ο σκώληξ είναι λέξη που μαρτυρείται από τον 5ο αιώνα, αλλά τη βρισκω στον Όμηρο, στο Ν της Ιλιάδας, όπου όταν σκοτώνεται στη μάχη ο Αρπαλίων, ένας Παφλαγόνας σύμμαχος των Τρώων, «ὥς τε σκώληξ ἐπὶ γαίῃ κεῖτο ταθείς» – και στην γην ξαπλώθη τεντωμένος ωσάν σκουλήκι, μεταφράζει ο Πολυλάς.

Απο το σκωλήκιον έχουμε το μεσαιωνικο σκουλήκιν, με έντονη παρουσία στην κρητική λογοτεχνία, και από εκεί τη σημερινή λέξη. Να σημειωθεί και ο σκούληκας, συχνά με μεγεθυντική σημασία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Ζωολογία, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, Μονοτονικό, Ποίηση, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , , | 243 Σχόλια »

Ζωώδεις καταστάσεις

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο το εχω δανειστεί από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποια συμμετεχω (και σας προτρέπω να γίνετε μέλη, αν χασομεράτε και στο Φέισμπουκ). Οπότε, τα περισσότερα λήμματα του καταλόγου που ακολουθεί τα  έχουν βρει οι φίλοι που συμμετείχαν στη συζήτηση. Εγώ εμπλούτισα τον κατάλογο, τον έβαλα σε αλφαβητική σειρά και έγραψα και μερικά πράγματα για το κάθε λήμμα. Μερικά σπανιότερα λήμματα τα έχω με αστερίσκο.

Το ζητούμενο είναι να βρουμε ρήματα που περιγράφουν ανθρώπινες συμπεριφορές ή καταστασεις παραπέμποντας μεταφορικά σε χαρακτηριστικά ή σε ιδιότητες ζώων, όπως σκυλιάζω, κορακιάζω ή μουλαρώνω.

Να διευκρινίσω ότι δεν μας ενδιαφέρουν ρήματα που δηλώνουν την ενέργεια που κάνουμε στο/με το ζώο, όπως ψαρεύω ή ιππεύω, έστω κι αν το ψαρευω μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά.

    • αλαφιάζω: τρομάζω καποιον· αλαφιάζομαι: τινάζομαι τρομαγμένος, ξαφνιασμένος, όπως το αλάφι (ελάφι).
    • *αλεπογανίζω: Χρονοτριβώ με άσκοπες μετακινήσεις εδώ κι εκει, όπως η αλεπού, η οποία, κατά την κοινή αντίληψη, κάνει ελιγμούς για να χαθούν τα ίχνη της.
    • *αλεποτινάζω: Αρπάζω κάποιον με δύναμη και τον τινάζω, όπως τα σκυλιά την αλεπού.
    • *αλεπουδεύω, ιδίως στα ποντιακά με τη μορφή λαπουδεύω. Αναλαμβάνω σωματικές δυνάμεις μετά από αρρώστια. Και αναλαμβάνω οικονομικά.
    • *αλεπουδίζω: Κάνω πονηριές και τσαλιμάκια, αν πιστέψω κάποιες αναφορές στο Διαδίκτυο. Και το αρχαίο αλωπεκίζω.
    • αλωπεκίζω. Βλ. παραπάνω.
    • αποκτηνώνομαι: Με τον γενικό όρο, φερομαι σαν ζώο, κυριαρχούμαι από κατώτερα ένστικτα.
    • αραχνιάζω: βρίσκομαι σε κατάσταση εγκατάλειψης, ερήμωσης. Είμαι παρατημενος. (Μπορεί να νοηθεί και κυριολεκτικά, για μέρος που έχει γεμίσει με ιστούς αράχνης).
    • αρκουδίζω: περπατάω με τα τέσσερα, μπουσουλάω.
    • *βοϊδοδουλεύω: εργάζομαι σκληρά και επίμονα, σαν το βόδι. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοκοιμάμαι: κοιμάμαι βαθιά. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοπεικάζω (ή *βοϊδονιώθω): είμαι αργόστροφος σαν το βόδι.
    • γαϊδουρεύω και γαϊδουροφέρνω: φέρνομαι με τρόπο αγροίκο, βάναυσο.
    • γαϊδουρίζω: όπως παραπάνω. Και με τη σημασία «πεισμώνω» (βλ. μουλαρώνω)
    • *γαϊδουρογυρίζω και *γαϊδουροκαθίζω: εξευτελίζω, διαπομπεύω κάποιον (και κυριολεκτικά, τα παλιά χρόνια)
    • *γουρουνεύω ή γουρουνίζω: συμπεριφέρομαι άπρεπα, με τρόπο αγροίκο.
    • γουρουνιάζω: νεότερη αργκό παραλλαγή, πολύ κοινή, που λέγεται ιδίως όταν κάποιος τρώει πολύ και χωρίς τακτ, αλλά λέγεται και για άλλες μορφές κραιπάλης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Ζωολογία, Λογολογία, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 232 Σχόλια »

Η υπ’ αριθ. 095 ημίονος (διήγημα του Κίμωνα Λώλου)

Posted by sarant στο 22 Οκτωβρίου, 2017

Μια και το άλλο σαββατοκύριακο έχουμε την 28η Οκτωβρίου, δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που έχει θέμα τον πόλεμο της Αλβανίας, ένα διήγημα που το είχα ανεβάσει πριν από οχτώ χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο, σε εκείνη τη σύντομη περίοδο που πρόσθετα ταυτόχρονα ύλη και στον ιστότοπο και στο ιστολόγιο (τελικά, όπως το’χα προβλέψει, ετούτο έφαγε εκείνο).

Το διήγημα το έγραψε ο Κίμων Λώλος. Γεννήθηκε το 1916 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στην Έδεσσα, πρέπει να πολέμησε στην Αλβανία, τελείωσε Νομική και το 1950 έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε και πέθανε το 1998. Έγραψε και στα αγγλικά και στα ελληνικά. Τον είχα ανακαλύψει μέσα από περιοδικά της δεκαετίας του 1940 και έχω βάλει κάμποσα διηγήματά του στον παλιό μου ιστότοπο. Κοκκινίζοντας, ομολογώ πως δεν έχω κρατήσει σημείωση από πού πήρα το συγκεκριμένο διήγημα -υπάρχει πιθανότητα να το είχε σε βιβλίο ο συνεργάτης που το πληκτρολόγησε, ο Γιάννης Π. από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν θυμάμαι τώρα και δεν έχει και μεγάλη σημασία, μόνο που δεν μπορώ να ξανακάνω αντιπαραβολή μήπως έχει ξεφύγει κανένα λαθάκι στην πληκτρολόγηση.

Στο τέλος τέλος του διηγήματος, υπάρχουν δυο λέξεις που μπορεί να σας δυσκολέψουν, μάλιστα στην ίδια φράση: το ζαρίφικο κεφάλι της με τα νοητικά αυτιά. Ζαρίφικος (τούρκικο δάνειο, αραβικής υποθέτω αρχής) είναι ο κομψός. Τα νοητικά αυτιά είναι αυτά που νογάνε, που καταλαβαίνουν. Να θυμίσω την παλιά λαϊκή λέξη «νοητάκι», που λέγεται για το έξυπνο εξημερωμένο ζώο (και ιδίως για το άλογο, και στα παραμύθια για το άλογο με υπερφυσικές δυνάμεις).

Για να τελειώσω, εντύπωση κάνει η φράση «για νιοστή φορά», που εγώ τουλάχιστον την έχω συνδέσει με νεότερες εποχές. Κρίμα που δεν ξέρουμε πότε γράφτηκε το διήγημα (βρείτε κάτι κι εσείς!) να δούμε αν είναι η παλαιότερη λογοτεχνική ανεύρεση του όρου. Προσθήκη: Το διήγημα δημοσιευτηκε πρώτα στα αγγλικά το 1963 και μετά στα ελληνικά -σε μετάφραση του συγγραφέα- το 1967 στη Νέα Εστία. Οπότε, δεν ξενιζει και τόσο πολύ η έκφραση «για νιοστή φορά».

 

Η ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 095 ΗΜΙΟΝΟΣ

Οι Ιταλοί σπάσαν τα σύνορα στις πέντε το πρωί. Οι Έλληνες κινητοποίησαν όποιον και οτιδήποτε μπορούσε να πολεμήσει, να βαδίσει, να κουβαλήσει, να εφοδιάσει. Κι οι Ιταλοί σπρώχτηκαν πίσω στην Αλβανία. Κι ο πόλεμος κατακάθισε. Κι ήταν τρεις βδομάδες πριν από τις βροχές.

Η «υπ’ αριθ. Ε.Σ. 095 ημίονος» στρατολογήθηκε καθώς βοσκούσε κοντά στο λιοτρίβι του Κορωπιού. Ο πεταλωτής του συντάγματος ετοίμασε τους σιδερένιους μαρκαδόρους. Ο υποψήφιος ημιονηγός κουβάριασε το καπίστρι της γύρω στο χέρι του. Ο δεκανέας σήκωσε και κουλούριασε το μπροστινό δεξί της πόδι. Μα όταν ο μαρκαδόρος — Ε.Σ.— απόθεσε το καυτερό του φίλημα στο αριστερό νύχι της κι ένα λιγνό κορδόνι καπνού ανέβηκε, εκείνη έδωσε γενναίο ταρακούνημα στους δυο που την κρατούσαν, τόσο, που ο δεκανέας αναγκάστηκε ν’ αμολήσει το ποδάρι της. Κι ο πεταλωτής πισωτραβήχτηκε.

Ο μουλαράς έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το καπίστρι. Μα κείνη κλωτσούσε του ψήλου, πηδούσε και σβουριζόταν σα μαινάδα. Κι ο μουλαράς ξαμόλησε το καπίστρι και φύσηξε να δροσίσει τη σκοινογδαρμένη παλάμη του καθώς την έβλεπε να ποδοβολεί πέρα, λεύτερη κι όμορφη στην αγριάδα της. Εκείνη σταμάτησε μόνο σαν έφτασε στο ασημοσταχτί δασάκι με τα λιόδενδρα.

Ο ταγματάρχης, που ήταν υπεύθυνος για την επίταξη για λογαριασμό του συντάγματος, νεύριασε:

– Να… το κεφάλι σου, είπε με κλειδωμένα δόντια.

– Παρακαλώ, κύριε ταγματάρχα, μη με βρίζετε, διαμαρτυρήθηκε ο μουλαράς γιατροπορεύοντας την απαλάμη του.

– Α άμε… σου. Άντε να την πιάσεις.

– Κύριε ταγματάρχα, είπα μη…

Χαστούκι του ’ρθε του μουλαρά και για μια στιγμή θάρρεψαν πως θ’ αντιπλήρωνε. Μα κράτησε την ψυχραιμία του και μοναχά έφτυσε καταγής, λοξά, με σημασία. Και τώρα το ’ξεραν πως δε θα πήγαινε να πιάσει το ζώο ακόμη κι αν ο ταγματάρχης τραβούσε πιστόλι. Αποτραβήχτηκε μ’ αξιοπρέπεια. Κι ο ταγματάρχης μετάνιωσε, κι είχε θυμό για το που έδειχνε μετάνοια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »

Πετεινοί, όρνιθες και αβγά -από τον Γεράσιμο Ρηγάτο

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2017

Δεν είναι ορνιθοπαραγωγός βέβαια ο φίλος Γεράσιμος Ρηγάτος, γιατρός είναι και πολυγραφότατος συγγραφέας, ανάμεσα στ’ άλλα σε θέματα που ενδιαφέρουν πολύ το ιστολόγιο, όπως είναι η λαογραφία, η φρασεολογία, η γλώσσα και τα ονόματα. Ένα παλιότερο βιβλίο του είχα παρουσιάσει στο ιστολογιο πριν από χρόνια, και είχα γράψει τότε πως ο Ρηγάτος συνεχίζει την παλιά παράδοση των ιατροφιλοσόφων.Δείγμα από το τεράστιο έργο του μπορείτε να πάρετε στον ιστότοπό του.

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω το πιο πρόσφατο βιβλίο του, που μου έκανε την τιμή να μου το στείλει, κι έχει τον τίτλο «Πετεινοί, όρνιθες και αβγά στη νεοελληνική λαογραφία«.

Ο τίτλος είναι ακριβής απεικόνιση των περιεχομένων του βιβλίου: ο Ρηγάτος αποδελτιώνει λέξεις, παροιμίες, παραδόσεις, τραγούδια και ταχταρίσματα, αινίγματα, μύθους, γιατροσόφια και συμβουλές της λαϊκής διατροφολογίας, δεισιδαιμονίες, μαντικές και μαγικές πρακτικές και τελετουργίες καθώς και λογοτεχνικές καταγραφές που έχουν σχέση με αυγά, πετεινούς και όρνιθες.

Ο λόγος που πετεινοί και όρνιθες παίζουν τόσο καίριο ρόλο στον λαϊκό λόγο σε όλες τις εκφάνσεις του και στον λαϊκό πολιτισμό, είναι ότι ήταν τα κατεξοχήν εκμεταλλεύσιμα κατοικίδια, από την αυγή της ιστορίας έως πολύ πρόσφατα. Ειδικά στη φτωχή Ελλάδα με τη φτενή της γη πολλά αγροτικά νοικοκυριά δεν είχαν τα μέσα να αποκτήσουν μεγάλα ζώα, όμως και το πιο φτωχό σπίτι θα είχε το κοτέτσι του και το καθημερινό αυγό ήταν ουσιαστική συμβολή στο διαιτολόγιό τους. Ακόμα κι όταν άρχισε η οικοδόμηση σύγχρονων πόλεων, το κοτέτσι αποδείχτηκε πιο ανθεκτικό. Στη δεκαετία του 60, στο Φάληρο, είχαμε κότες στην αυλή, όπως και αρκετοί άλλοι στη γειτονιά -μονάχα τις τελευταίες δεκαετίες έχουν μετατραπεί τα προάστια της Αθήνας σε τόπο «όπου κοκόρι δεν λαλεί, κότα δεν κακαρίζει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαογραφία, Ορθογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου, Παροιμίες, ζώα | Με ετικέτα: , , , | 182 Σχόλια »

Η αθώα περιστερά (χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2017

Το σημερινό χρονογράφημα το θυμήθηκα τις προάλλες, που είχε γίνει στα σχόλια μια συζήτηση για το πώς μπορεί κανείς να μαγειρέψει περιστέρια -αφού, όπως θα δείτε, περιστρέφεται γύρω από αυτό ακριβώς το θέμα.

Όμως, μαγείρεμα περιστεριών υπό ειδικές συνθήκες -μέσα στην Κατοχή και μάλιστα μέσα στον εφιαλτικό χειμώνα του 1941-42. Το χρονογράφημα που θα παραθέσω σήμερα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 11 Ιανουαρίου του 1942.

Δεν περιλαμβάνεται στον τόμο με τα Αττικά χρονογραφήματα που εξέδωσα πέρυσι, διότι το έχω κρατήσει για άλλον τόμο, που θα ακολουθήσει, το 2018 ή το 2019 αν είμαστε γεροί, με (προσωρινό) τίτλο «Του καφενείου και της ταβέρνας». Ωστόσο δεν είναι και άγνωστο στους νεότερους αναγνώστες, αφού συμπεριλαμβάνεται στον τόμο «Φέιγ βολάν της Κατοχής» με 80 κατοχικά χρονογραφήματα του Βάρναλη που τα διάλεξε ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης.

Το χρονογράφημα όπως θα δείτε δεν αφήνει να φανεί η φονική πείνα του χειμώνα εκείνου -προφανώς η λογοκρισία δεν θα το επέτρεπε. Από την άλλη, μην ξεχνάμε πως για να τονωθεί το ηθικό του αναγνώστη ώστε να αντέξει τη μαυρίλα, χρειάζονταν εύθυμα κι αισιόδοξα κείμενα.

Στο ιστολόγιο δεν έχουμε δημοσιεύσει άρθρο για το περιστέρι, δηλαδή για τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά του. Να πούμε απλώς ότι υπάρχει η έκφραση «κάνει την αθώα περιστερά» για κάποιον που παριστάνει ότι δεν έχει καμιά συμμετοχή σε κάποια επιλήψιμη πράξη, ακριβώς επειδή το περιστέρι είναι σύμβολο όχι μόνο της ειρήνης αλλά και της αθωότητας.

Η αθώα περιστερά
(Πρωία, 11.01.1942)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Ζωολογία, Κατοχή, Χρονογραφήματα, ζώα, μαγειρική | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Άνθρωποι και σκυλιά

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2016

Πολλή συζήτηση έγινε τις τελευταίες μέρες με αφορμή το τραγικό περιστατικό της Κοζάνης, όταν πεντάχρονο παιδάκι, σε οικογενειακή επίσκεψη ανήμερα του Πάσχα, κατασπαράχτηκε από δυο ροτβάιλερ, από τα οχτώ (!) συνολικά που διατηρούσε ο οικοδεσπότης, απόστρατος στρατηγός 72 χρονών.

Προχτές, ξεκίνησα μια συζήτηση στον τοίχο μου στο Φέισμπουκ, που συνεχίζεται ως σήμερα με εκατοντάδες σχόλια, αλλά στο ιστολόγιο δεν συζητήσαμε παρά ελάχιστα και ξώφαλτσα το θέμα -αισθάνθηκα λοιπόν πως πρέπει να επανορθώσω. Αλλά δεν θα εστιαστώ στο συγκεκριμένο τραγικό συμβάν, που μας δίνει βέβαια το έναυσμα για τη συζήτηση, διότι δεν θέλω οι ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης να μας κρύψουν τη γενικότητα.

Φιλόζωος δεν είμαι, αλλά ούτε και φοβάμαι ή απεχθάνομαι τα κατοικίδια. Το είδος ζωής που έχω αναγκαστεί ή επιλέξει να κάνω, με συχνές πολυήμερες μετακινήσεις, δεν μου επέτρεψε να έχω μεγάλα κατοικίδια στην ενήλικη ζωή μου, αλλά όταν ήμουν παιδί και έφηβος είχαμε σκυλιά και γάτες στην οικογένεια, πιο πολύ στην αυλή (και διάφορα άλλα ζώα κατά καιρούς, κότες, κουνέλια, ινδικά χοιρίδια, μέχρι κι ένα κατσίκι). Με τα χρόνια έφτασα να εκτιμώ περισσότερο τη θηλυκή ανεξαρτησία της γάτας από την αρσενική αφοσίωση του σκύλου, αλλά η σχέση μου παραμένει πλατωνική. Έτσι κι αλλιώς, όμως, το θέμα μας δεν είναι οι γάτες.

Με αφορμή λοιπόν το τραγικό συμβάν της Κοζάνης, μίλησαν στα μέσα ενημέρωσης ή τοποθετήθηκαν στη μπλογκόσφαιρα αρκετοί «ειδικοί» ή ειδικοί, φιλόζωοι, εκπαιδευτές σκυλιών ή κτηνίατροι ειδικευμένοι στη συμπεριφορά των ζώων (παράδειγμα). Υποστήριξαν λοιπόν ότι δεν υπάρχουν επικίνδυνες φυλές γενικώς (μεγαλύτερο ρόλο στο αν το σκυλί θα αναπτύξει επιθετικότητα, είπαν, παίζει, η άμεση γενετική γραμμή) και ότι δεν υπάρχουν επιθετικά σκυλιά αλλά κακοί ιδιοκτήτες, που τα έχουν εκπαιδεύσει ανεπαρκώς ή καθόλου, που δεν τα έχουν κοινωνικοποιήσει κτλ.

Ασφαλώς έχουν δίκιο οι φιλόζωοι και οι εκπαιδευτές κτλ. ότι για την επιθετικότητα του σκυλιού φταίει ο ιδιοκτήτης, ο οποίος άλλωστε έχει και τις συνέπειες απέναντι στον νόμο για όποια ζημιά προκαλέσει το «δεσποζόμενο» ζώο του. Θα μπορούσα να δεχτώ επίσης, για χάρη της συζήτησης, ότι δεν υπάρχουν γενικά επικίνδυνες φυλές (ράτσες) σκυλιών.

Υπάρχουν όμως μεγαλόσωμες και μικρόσωμες ράτσες σκυλιών. Και οι μεγαλόσωμες ράτσες, τα ντόμπερμαν, τα ροτβάιλερ, τα πιτ-μπουλ και άλλα μπορούν εύκολα να τραυματίσουν έναν ενήλικα και να κατασπαράξουν ένα παιδί -κάτι που, δυστυχώς, έχει γίνει πολλές φορές, και που έχει οδηγήσει αρκετές χώρες, κάποιες φορές υπό το κράτος των εντυπώσεων από τέτοια τραγικά γεγονότα, να θεσπίσουν περιορισμούς σε συγκεκριμένες ράτσες σκυλιών ή και ολοκληρωτικές απαγορεύσεις (breed-specific legislation λέγεται αυτό στα αγγλικά, και εδώ βρίσκετε έναν κατάλογο των χωρών και των μέτρων, που όπως βλέπετε κυμαίνονται από την ολοκληρωτική απαγόρευση έως την υποχρέωση εκπαίδευσης του ιδιοκτήτη ή σύναψης ασφαλιστήριου συμβολαίου αστικής ευθύνης).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Μεταμπλόγκειν, ζώα | Με ετικέτα: , , | 364 Σχόλια »