Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Θεατρικά’ Category

Η ζωή του Μήτσου Μυράτ

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2018

Χτες που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο αναφέρθηκα και στην αυτοβιογραφία του Μήτσου Μυράτ και είπα ότι κάποια μέρα θα την παρουσιάσω κι εδώ. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν.

Το βιβλίο «Η ζωή μου» του Μήτσου Μυράτ κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις θαυμάσιες Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης στη σειρά «Παλαιά κείμενα νέες αναγνώσεις» όπου παρουσιάζονται σε καινούργιες και κατά κάποιο τρόπο οριστικές εκδόσεις κλασικά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όπως η Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη ή η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου, με εκτενές επίμετρο και εκδοτικό σημείωμα.

Το βιβλίο του Μυράτ όμως διαφέρει από τα άλλα της σειράς διότι δεν είναι λογοτεχνικό αλλ’ αυτοβιογραφικό. Ίσως γι’ αυτό και ίσως επειδή ο όγκος του δεν είναι ευκαταφρόνητος, ενώ το είχα πάρει εδώ και καιρό, το άφηνα να σκονίζεται πάνω πάνω στη στοίβα με τ’ αδιάβαστα και να μ’ ατενίζει επιτιμητικά.

Πρόσφατα ξεπέρασα τους δισταγμούς και το διάβασα, και δεν το μετάνιωσα αν και δεν το συστήνω ανεπιφύλακτα αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για την εποχή ή για το θέατρο.

Ο Μήτσος Μυράτ (1878-1964) ήταν από τις μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όσοι είναι της γενιάς μου ή παλαιότεροι θα ξέρουν τον γιο του, τον Δημήτρη Μυράτ, που μεσουράνησε στο θέατρο στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ή την κόρη του, τη Μιράντα.

Ο Μυράτ γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια μάλλον λεβαντίνικη, αλλά με ελληνική συνείδηση. Το επώνυμό του ήταν Μουράτ αλλά το εξευρωπάισε σε Murat, Μυράτ, αν και στα γαλλικά συχνά το έγραφε και Myrat. Έμαθε καλά γαλλικά αλλά δεν σπούδασε κι αφού περιπλανήθηκε μερικούς μήνες στην Αίγυπτο ως επιστάτης σε δημόσια έργα, χάρη σε γνωριμίες συγγενών, και επειδή από παιδί είχε λατρεία με το θέατρο, έφυγε για το Παρίσι για να το μάθει από κοντά.

Γύρισε στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη θνησιγενή σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά ήταν τυχερός που τότε ακριβώς, στο γύρισμα του αιώνα, ο Χρηστομάνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Σκηνή, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στο ελληνικό θέατρο.

Ουσιαστικά όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην περίοδο της Νέας Σκηνής, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Παρόλο που το βιβλίο αρχικά δημοσιεύτηκε το 1928, η αυτοβιογραφική εξιστόρηση σταματάει στα 1906 -αργότερα ο Μυράτ έγραψε κι άλλο βιβλίο για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 50 Σχόλια »

Χάρρυ Κλυνν, κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης (1940-2018)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2018

Η θλιβερή είδηση του θανάτου του αγαπημένου Χάρρυ Κλυνν μαθεύτηκε χτες το μεσημέρι -τον μνημονέψατε βέβαια στα σχόλιά σας στο άρθρο της ημέρας, απο τα οποία αντλώ κάποιο υλικό εδώ, αλλά το ιστολόγιο αισθάνεται ότι χρωστάει ένα καθώς πρέπει μνημόσυνο στον κωμικό που συντρόφεψε τόσες γενιές και που εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα της δεκαετίας του 80, αφού η χρυσή εποχή του είναι από λίγο πριν έως λίγο μετά τη δεκαετία αυτή, από το 1978 έως το 1992 ας πούμε -αν και με την οριοθέτηση αυτή ίσως τον αδικώ.

Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε στην Καλαμαριά το 1940 από φτωχή οικογένεια. Από πολύ νέος έδειξε ταλέντο μίμου και σε ηλικία 10 ετών, όπως αποκάλυψε αργότερα σε μια συνέντευξη που αξίζει να τη δείτε (εδώ, στο 2.04) πήρε το ψευδώνυμό του, όταν μιμήθηκε στην αυλή του δημοτικού σχολείου τα ξιφομαχικά κατορθώματα του Έρολ Φλυν -για κάποιο λογο, στις επευφημίες των συμμαθητών του, το «Φλυν» παραλλάχτηκε σε «Κλυν». Χάρη στον Γιώργο Οικονομίδη, κατέβηκε στην Αθήνα για σπουδές σε δραματική σχολή ενώ παράλληλα εμφανιζόταν σε αναψυκτήρια και κοσμικά κέντρα. Εικοσάχρονος πρωταγωνίστησε στην κωμική ταινία μικρού μήκους «Σύγχυσις«, ήδη με το ψευδώνυμό του, όπου ήδη δείχνει ότι ξέρει να δημιουργεί έναν τύπο. Οι περισσότεροι θα τον θυμούνται σε χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους στις ταινίες Γάμος αλά ελληνικά και 201 Καναρίνια, και οι δυο του 1964.

Τότε έφυγε για την Αμερική, όπου έζησε και δούλεψε μια δεκαετία. Όπως γράφει ο φίλος Φώντας Τρούσσας, «καλλιτεχνικά ανδρώθηκε στην Αμερική, στα underground μαγαζιά της Νέας Υόρκης, του Σικάγου και του Μόντρεαλ, πέφτοντας μέσα στην ακμή της πάντα πολιτικά ανορθόδοξης stand-up comedy (στο καθοριστικό διάστημα για τα πάντα-όλα, από τα late sixties μέχρι και τα early seventies).
Οι βασικές του επιρροές δεν ήταν οι δικοί μας κωμικοί του ’50 και του ’60 (φυσικά), αλλά ο Lenny Bruce (που πιθανώς να τον είδε και ζωντανό), ο George Carlin και κυρίως και πάνω απ’ όλους ο μαύρος κωμικός και πολιτικο-κοινωνικός ακτιβιστής Dick Gregory. Από τον Gregory πήρε ο Χάρρυ Κλυνν το δούναι και λαβείν του μονολόγου, την επικοινωνία με το κοινό δηλαδή, και τον τρόπο μέσω του οποίου θα επιτυγχανόταν η λεκτική κορύφωση, που θα πυροδοτούσε και τη γενικότερη έκρηξη (του ακροατηρίου)«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Εις μνήμην, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Ογδόνταζ, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 199 Σχόλια »

Τυχερή φουρτούνα

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2018

Πριν από κάμποσο καιρό, καθώς έψαχνα κάτι στο Διαδίκτυο, έπεσα πάνω σε μια αφίσα της παράστασης ενός κλασικου ρουμάνικου θεατρικού έργου -όχι αυτήν της εικόνας αριστερά, αλλά σαν κι αυτήν.

O συγγραφέας, ο Ίον Λούκα Καρατζιάλε, είναι ο εθνικός θεατρικός συγγραφέας της Ρουμανίας -«ο Μολιέρος της Ρουμανιας» όπως γράφεται συχνά. Λέγεται πως ήταν ελληνικής καταγωγής (Καραγιάλης;) αλλά αυτο δεν θα μας απασχολήσει στο σημείωμά μας.

Το έργο του είναι κωμωδία, και έχει παιχτεί και στην Ελλάδα, και επειδή θυμομουν τον ελληνικό τίτλο, «Μια φουρτουνιασμένη νύχτα» ήταν εύκολο να κάνω την ταύτιση. Λατινογενής γλώσσα τα ρουμάνικα, και από το λατινικό nox, noctem (συγγενικό με το δικό μας νυξ, νυκτός) προέκυψε το γαλλικό nuit, το ιταλικό notte, τα άλλα λατινογενή -και το ρουμάνικο.

Λατινογενής και η δεύτερη λέξη, furtonoasă, «θυελλώδης» ας πούμε, μια και furtună είναι στα ρουμάνικα η θύελλα, η καταιγίδα αλλά και η τρικυμία. Κι επειδή η τρικυμία είναι και στα ελληνικά φουρτούνα, υποθέτω πως ο Έλληνας μεταφραστής, ο Γρηγόρης Μασαλάς πρεπει να είναι, επηρεάστηκε από την ομοιότητα των λέξεων και το απέδωσε «φουρτουνιασμένη» ενώ, αν δεν κάνω λάθος, το έργο δεν αναφέρεται σε τρικυμία στη θάλασσα αλλά σε θύελλα στη στεριά. (Αν κάνω λάθος, συγνώμη σας ζητώ).

Για το θεατρικό έργο δεν ξέρω περισσότερα -μας έδωσε απλώς την αφορμή. Στο άρθρο θα εστιαστούμε στη λέξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Θεατρικά, Ιστορίες λέξεων, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 195 Σχόλια »

Ο Μικάδος στον Νιάρχο

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2017

Την Παρασκευή που μας πέρασε πήγα στο ΚΠΙΣΝ και παρακολούθησα την κωμική όπερα «Ο Μικάδος» των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν, και είπα να γράψω κάτι σύντομο, που μάλιστα σκέφτηκα να το βάλω εμβόλιμο προχτές.

Τελικά όμως έγραψα κάτι εκτενέστερο, το οποίο, αφού θα δοθούν παραστάσεις και τούτη την εβδομάδα (από αύριο) ταιριάζει να μπει και σήμερα, μέρα αργίας και ραστώνης έτσι κι αλλιώς, να κάνει και λίγη αντίστιξη, αφού χτες και προχτές είχαμε χριστουγεννιάτικη λογοτεχνική ύλη.

Είπα για κωμική όπερα, θα μπορούσα να πω και οπερέτα (όπως συνήθως χαρακτηρίζονται τα έργα του Όφενμπαχ ή του Στράους περίπου την ίδια εποχή). Πάντως είναι είδος διαφορετικό από την κλασική όπερα της χρυσής εποχής, αφού περιλαμβάνει εκτεταμένα διακριτά μέρη με διαλόγους, που εκφωνούνται θεατρικά και όχι τραγουδιστά όπως στα ρετσιτατίβα και που προωθούν σημαντικά την πλοκή -όχι όπως στο ζίνγκσπιλ όπου έχουν μάλλον συνδετικό ρόλο. Πρόδρομος του μιούζικαλ, ας πούμε. Βεβαια, ο Μικάδος και τα άλλα έργα της δυάδας είναι παιδιά της βικτοριανής εποχής, αφού όλα γράφτηκαν μεταξύ 1871 και 1896, στο απόγειο της δόξας και της δύναμης της αποικιακής αυτοκρατορίας. Ο Μικάδος είναι η πιο πολυπαιγμένη από τις κωμικές όπερες των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν.

Ενδεικτικό της σημασίας που έχει ο λόγος στο είδος αυτό είναι ακριβώς ότι το δημιουργικό δίδυμο στο οποίο οφείλουμε τον Μικάδο έχει καθιερωθεί να ονομάζεται «Γκίλμπερτ και Σάλιβαν», δηλαδή το όνομα του λιμπρετίστα (Γκίλμπερτ) προτάσσεται, ενώ θα ήταν αδιανόητο να πούμε π.χ. ότι ο Κουρέας της Σεβίλλης είναι έργο των Στερμπίνι-Ροσίνι. Στην κλασική όπερα το όνομα του λιμπρετίστα σπανίως αναφέρεται και, όταν αναφέρεται, έρχεται πάντοτε δεύτερο.

Η παράσταση δόθηκε στην Εναλλακτική Σκηνή του ΚΠΙΣΝ, όπου είναι εύκολο να βρεις σχετικά καλή θέση ακόμα και την τελευταία στιγμή, ενώ για την Κεντρική Σκηνή τα πράγματα είναι σαφώς πιο δύσκολα. Έτσι, είχα βρει μια θέση στην πρώτη σειρά, αν και πλάγια (που όμως το προτιμώ). Η παράσταση ετσι κι αλλιώς έχει διασκευαστεί για μικρή ορχήστρα 6 μουσικών ενώ ο διευθυντής, ο Μιχάλης Παπαπέτρου, παίζει επίσης και ένα από τα πρόσωπα του έργου, τον Πις-Τας.

Η υπόθεση του έργου: Στη φανταστική πόλη Τιτιπού της Ιαπωνίας καταφθάνει ο Νάνκι-Που, γιος του Μικάδου (του αυτοκράτορα) μεταμφιεσμένος σε περιπλανώμενο τροβαδούρο, αναζητώντας την αγαπημένη του Γιαμ-Γιαμ. Ταξιδεύει με ψεύτικο όνομα επειδή ήταν υποχρεωμένος να παντρευτεί με την Κάτισα, μια ώριμη αριστοκράτισα που τον ερωτεύτηκε σφόδρα, και για να την αποφύγει το έσκασε.

Η Γιαμ-Γιαμ είναι λογοδοσμένη με τον κηδεμόνα της, τον ράφτη Κο-Κο. Ωστόσο, συνέβησαν ορισμένα γεγονότα που έχουν μπλέξει το κουβάρι. Πρώτα, ο Μικάδος θέσπισε νόμο που θεωρεί έγκλημα το φλερτ και το τιμωρεί με την ποινή του θανάτου. Μετά, ο Κο-Κο καταδικάστηκε σε θάνατο για φλερτ. Ταυτόχρονα όμως, με απόφαση του Μικαδου, ο θανατοποινίτης ορίστηκε Μέγας Εκτελεστής της πόλης -οπότε, βέβαια, είναι αδύνατον να αποκεφαλίσει τον εαυτό του.

Έτσι, δεν γίνεται καμιά εκτελεση και ετοιμάζεται ο γάμος του Κο-Κο με τη Γιαμ-Γιαμ προς μεγάλη απογοήτευση του Νανκι-Που. Ωστόσο, ο Μικάδος με γράμμα του εκφράζει τη δυσφορία του που δεν έχει γίνει καμιά εκτέλεση τόσον καιρό, και διατάζει να γίνει η επόμενη εκτέλεση μέσα σε ένα μήνα -και επισκέπτεται την πόλη μαζί με την ακολουθία του και με την Κάτισα.

Ύστερα από διάφορες παλινωδίες που τις αφήνω για έκπληξη, και επειδή ο Κο-Κο δεν είναι καλός στους αποκεφαλισμούς, παρουσιάζουν στον Μικάδο ένα πλαστό πιστοποιητικό εκτέλεσης του Νάνκι-Που -αλλά ο Μικάδος εξοργίζεται όταν συνειδητοποιεί ότι εκτέλεσαν τον μονάκριβο γιο του, οπότε τελικά του φανερώνουν ότι ο γιος του ζει. Ο Κο-Κο παντρεύεται την Κάτισα κι έτσι απαλλάσσει τον Νανκι-Που ο οποίος παίρνει τη Γιαμ-Γιαμ και ζουν αυτοί καλά κι εμεις καλύτερα.

Πρόκειται δηλαδή για μια εντελώς σουρεάλ υπόθεση, ένα παιχνίδι παραλόγου. Ο σκηνοθέτης, Ακύλλας Καραζήσης, επέλεξε μια πολιτική ματιά, κι έτσι αντί για μια άχρονη στιλιζαρισμένη Ιαπωνία όπως συνήθως στις παραστάσεις του Μικάδου, διανθίζει την παράστασή του με σύμβολα που παραπέμπουν ολοφάνερα στην Κίνα του Μάο, με κόκκινα αστέρια στο πηλήκιο και κομσομόλικα μαντίλια στο λαιμό, και για όποιον δεν το κατάλαβε το αναφέρει και στο πρόγραμμα: «οι συνειρμοί που γεννάει η παράλογη απαγόρευση … θα έλεγα ότι δεν είναι γιαπωνέζικης αλλά κινέζικης και μάλιστα μαοϊκής απόχρωσης». Προσωπικά, βρήκα εκβιασμένη την ερμηνεία του. Στο έργο γίνεται παράλογο χιούμορ, δεν καταγγέλλεται καμιά… φονική γραφειοκρατία -και πώς να είναι φονική αφού κατάφερε την απόλυτη συνθήκη ώστε να μην αποκεφαλιστεί ποτέ κανείς, διορίζοντας Αρχιεκτελεστή έναν θανατοποινίτη, που μάλιστα είναι αλλεργικός στα αίματα.

Μου άρεσαν πολύ οι τραγουδιστές, ιδίως ο μπασοβαρύτονος Μάριος Σαραντίδης στον ρόλο του Μικάδου, που με εντυπωσίασε καθώς με πολύ μεγάλη άνεση τραγουδούσε πάνω στην κίνηση. Όλοι έδειξαν πέρα από φωνητικά προσόντα και υποκριτικό ταλέντο όχι ευκαταφρόνητο, κάτι απαραίτητο για το είδος αυτό.

Επειδή, όπως είπα πιο πάνω, ο λόγος παίζει καίριο ρόλο, ο Μικάδος, όπως και όλες θαρρώ οι κωμικές όπερες των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν, παιζεται μεταφρασμένος -κάτι που γίνεται σπάνια πλέον με τις κλασικές όπερες. Η μετάφραση των κειμένων της παράστασης έγινε από τον Γιωργο Τσακνιά, ενώ οι στίχοι των τραγουδιών ανατέθηκαν στην Κατερίνα Σχινά.

Μου άρεσε η δουλειά και των δυο. Η μετάφραση του πεζου ειναι σαφώς πιο απλή υπόθεση, αλλά έγινε με κέφι, με καλή αξιοποίηση των επιπέδων ύφους, χωρίς πολλές επικαιροποιήσεις, με λελογισμένες δόσεις καθαρεύουσας και με μερικές καλές ατάκες, από τις οποίες συγκράτησα μόνο μία -εκεί που συζητούν για διάφορους τρόπους θανάτωσης, «το να θάβεσαι ζωντανός είναι χάλια τρόπος να πεθάνεις -πιο χάλια πεθαίνεις».

Η Κατερίνα Σχινά είχε σαφώς πιο δύσκολο έργο, διότι έπρεπε να δώσει στίχους που να τραγουδιούνται κι αυτό δεν είναι απλό. Ξέρουμε ότι στη μετάφραση απο τ’ αγγλικά οι συλλαβές αυξάνονται πολύ (το sad γίνεται ‘λυπημένος’) αλλά από την άλλη δεν υπάρχει η υποχρέωση να είναι ακριβής η μετάφραση, αρκεί να είναι στρωτή και ευρηματική.

Στα τραγούδια υπήρχε προβολή των (ελληνικών) στίχων με υπερτίτλους στο πάνω μέρος της σκηνής -αλλιώς δεν είναι εύκολο να διακρίνεις τα λόγια μόνο με το αυτί. Νομίζω ότι η Σχινά τα κατάφερε πολύ καλά με τη μετάφραση, ιδίως στα χιουμοριστικά κομμάτια (που είναι και τα περισσότερα) -στα αισθηματικά μέρη μού φάνηκε ότι αφέθηκε σε εύκολες λύσεις. Και για να τολμήσω μια γενική παρατήρηση, νομίζω πως όταν μεταφράζει κανείς κωμική όπερα πρέπει να προσπαθήσει να δώσει και μερικές απρόσμενες πλούσιες ρίμες (πλούσιες είναι οι ρίμες όπου ριμάρουν δύο ή περισσότερες συλλαβές, αλλά βέβαια όχι «χέρια-μαχαίρια») διότι έτσι ξαφνιάζεται ευχάριστα ο ακροατής. Επίσης χρειάζονται ρίμες με λέξεις που ανήκουν σε διαφορετικά μέρη του λόγου, κάτι που αυξάνει την πρωτοτυπία και το ξάφνιασμα -η Σχινά είχε μερικές πετυχημένες π.χ. «αν το πεις – απρεπής» αλλά θα ήθελα περισσότερες.

Βρήκα πολύ πετυχημένη τη μετάφραση των στίχων της Λίστας (I’ve got a little list) που ειναι και το «σουξέ» του έργου. Εδώ ο Κο-Κο διαβάζει έναν μακρύ κατάλογο ανθρώπων που με χαρά θα αποκεφάλιζε.

Μπορείτε να το ακούσετε εδώ στα αγγλικά, αλλά οι στίχοι διαφέρουν από τους αρχικούς του Γκίλμπερτ επειδή είναι έθιμο να επικαιροποιούνται με κάθε νέα παράσταση του Μικάδου:

Παρακάλεσα την Κατερίνα Σχινά να μου στείλει την ελληνική μετάφραση των στίχων της και την παρουσιάζω εδώ πλάι στο αγγλικό πρωτότυπο.

As some day it may happen that a victim must be found2

 

Βρίσκω ότι η μεταφράστρια έκανε εδώ καλή δουλειά, κράτησε κάποια σημεία του πρωτοτύπου κι έδωσε ένα κείμενο που τραγουδήθηκε πολύ καλά.

Σε άλλα κομμάτια, η Σχινά δεν απέφυγε στη μετάφρασή της τις υπαινικτικές ή ευθείες αναφορές στην τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα της Ελλάδας -και πολύ καλά έκανε, κατά τη γνώμη μου, με μια εξαίρεση που θα αναφέρω πιο κάτω.

Ετσι, γέλασα με την αναφορά στον πρωθυπουργό που περνάει Συμπληγάδες (ή κάτι τέτοιο) ή στον υπουργό που σηκώνει αεροπλάνα. Κάπου άκουσα ένα «πλεονέκτημα ηθικό» αλλά δεν συγκράτησα τα συμφραζόμενα, και υπήρχαν και αναφορές σε τροπολογίες. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα -είπαμε ότι και οι ίδιοι οι Άγγλοι διασκευάζουν τα λόγια του Γκίλμπερτ όταν ανεβάζουν σήμερα τις οπερέτες αυτές- και άλλωστε η σάτιρα είναι για τις κυβερνήσεις.

Με ενόχλησε πολύ όμως η ταύτιση της αυστηρής, ηλικιωμένης και δυσκολοαγάπητης αριστοκράτισσας Κάτισα με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, ταύτιση που έγινε αφού στα λόγια της προστέθηκαν στη μετάφραση οι φράσεις «επονείδιστο και επαχθές» και «παράνομο και απεχθές». Αυτό και σεξιστικό το βρίσκω και όχι έντιμο πολιτικά, το θεωρώ στραβοπάτημα της παράστασης.

Κι ένα άλλο γλωσσικό, με το οποίο θα κλείσω. Αν είχα κάτι να προσάψω στη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά θα ήταν ότι χρησιμοποιούσε λόγιες λέξεις λιγάκι συχνότερα απ’ όσο συνηθίζω εγώ. Μη φανταστείτε όμως τρομερές υπερβολές -υπάρχουν πολύ χειρότερα, και τα είχαμε δει σε μερικές όπερες που παίχτηκαν πρόσφατα από το κανάλι της Βουλής όπου ο υποτιτλιστής μετέφραζε βυθισμένος στο Λίντελ Σκοτ και χρησιμοποιούσε λέξεις όπως… ριγεδανός.

Όχι, η Σχινά απέφυγε τέτοιες ακρότητες. Και δεν θα έγραφα τίποτα αν δεν συνέβαινε το περιστατικό που θα σας αφηγηθώ.

Ο διπλανός μου στο θέατρο, νεότερος από εμένα, με χαιρέτισε πριν αρχίσει η παράσταση και δήλωσε αναγνώστης του ιστολογίου. Στο πρώτο μέρος του έργου, λίγο μετά το τραγούδι που είδαμε πιο πάνω, υπάρχει το τρίο των μαθητριών, όπου σε ένα ρεφρέν τραγουδούν όλες μαζί:

Three, little maids who, all unwary,
Come from a ladies’ seminary,
Freed from its genius tutelary –
Three little maids from school!

Η ελληνική μετάφραση:

Τρεις κοπελιές κι οι τρεις αθώες
Απ’ το σχολειό βγήκαμε σώες
Απαλλαγμένες απ’ τους νόες
Απ’ το σχολειό κι οι τρεις!

Αυτό το ρεφρέν ακούστηκε δύο φορές και το είδαμε να προβάλλεται στους υπέρτιτλους. Μου έκανε εντύπωση ο πληθυντικός «νόες», τον βρήκα άκομψο, βεβιασμένη επιλογή για χατίρι της ρίμας -και σημείωσα στη μέσα σελίδα του προγράμματος: νόες! (Το έχω συνήθεια να κρατάω σημειώσεις όταν παρακολουθώ παραστάσεις).

Στο διάλειμμα, βγήκα έξω μαζί με τον διπλανό μου και, όπως είχε αναπτυχθεί οικειότητα, είπαμε δυο λόγια για την παράσταση. Οπότε, κάποια στιγμή με ρωτάει.

— Συγνώμη, τι θα πει «νόες»;

Ανοιξα το πρόγραμμα, τού έδειξα τη σημείωση που είχα κάνει, του είπα ότι είναι ο πληθυντικός του «νους», που βέβαια είναι δύσχρηστος και σπάνιος διότι σχεδόν πάντα λέμε «μυαλά» (πχ είναι λαμπρός νους – αλλά: είναι από τα πιο λαμπρά μυαλά της γενιάς του) και συμφωνήσαμε ότι ήταν λάθος αυτή η επιλογή της μεταφράστριας.

Ζητησα την άδεια από τον συνομιλητή μου να αναφέρω εδώ ότι είναι λίγο κάτω από 40 χρονών και με μεταπτυχιακές σπουδές, φίλος του μουσικού θεάτρου. Οπότε, αν η λέξη είναι άγνωστη στον συνομιλητή μου που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά σαφώς ήταν κακή επιλογή.

Αλλά δεν είναι πρέπον να κατακρίνεις μια επιλογή χωρίς να προτείνεις εναλλακτική. Μια λύση που θα μπορούσε να σταθεί χωρίς τους ασυμπάθιστους νόες θα ήταν:

Τρεις κοπελιές, κορίτσια αθώα
Απ’ το σχολειό βγήκαμε σώα
Γλιτώσαμε κι απ’ τα μητρώα
Απ’ το σχολειό κι οι τρεις!

Βέβαια, κάπως σκαμπανεβάζει στις εναλλαγες του γένους. Ισως υπάρχουν λύσεις με -όες, αλλά χωρίς νόες και πλόες.

Κάντε κάτι κι εσείς! (Μη μου φέρετε όμως τις Φερόες!)

 

Posted in όπερα, Θεατρικά, Κριτική μεταφράσεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Ο Χάρι Πότερ ταξιδεύει στον χρόνο

Posted by sarant στο 23 Νοέμβριος, 2016

Με το σημερινό άρθρο πρώτος ταξιδεύω στον χρόνο εγώ, αφού θυμάμαι μιαν αγαπημένη μου συνήθεια των αρχών του αιώνα.

Η σειρά των βιβλίων του Χάρι Πότερ, δεν ντρέπομαι να το πω, μου άρεσε πολύ -και μπορεί το πρώτο ή το δεύτερο βιβλίο της σειράς να τα πήρα για τις κόρες μου, αλλά τα υπόλοιπα τα διάβασα πρώτος εγώ. Μάλιστα, για μερικές χρονιές υπήρχε το εξής τελετουργικό: αγόραζα τον καινούργιο τόμο της σειράς αμέσως μόλις κυκλοφορούσε στα αγγλικά, τον διάβαζα απνευστί και τον διηγιόμουν στις κόρες μου. Ήταν και μεγάλα βιβλία, με πολλές εκατοντάδες σελίδες, οπότε ξενυχτούσα -αλλά ήταν καλοκαίρι.

Αργότερα αγοράζαμε και την ελληνική μετάφραση, οπότε για μένα το ενδιαφέρον ήταν να δω πώς είχε αποδώσει η μεταφράστρια τα διάφορα λογοπαίγνια και πώς τα είχε καταφέρει με τα δύσκολα σημεία. Τότε δεν είχα ιστολόγιο, αλλά στον παλιό μου ιστότοπο είχα γράψει μερικά αρθράκια γύρω από τα μεταφραστικά του Χάρι Πότερ. Όταν βγήκε το έκτο βιβλίο, Harry Potter and the Half-blood Prince, ο ελληνικός εκδοτικός οίκος ανακοίνωσε ότι ο τίτλος θα ήταν «Ο Χ.Π. και ο πρίγκιπας του αίματος» -έγραψα τότε ένα άρθρο, αλλά και άλλοι πολλοί επέκριναν τον τίτλο, που ήταν εντελώς παραπλανητικός. Τελικά ο τίτλος άλλαξε στο πετυχημένο «.. και ο ημίαιμος Πρίγκιψ».

Εννοείται ότι είδαμε επίσης τις ταινίες της σειράς οικογενειακώς -εκτός από τις δυο τελευταίες, όπου τα κορίτσια είχαν πια μεγαλώσει και πήγαιναν σινεμά με την παρέα τους, κι έτσι τις είδα μόνος μου, χμ, κάπου στο Διαδίκτυο. Μέχρι εκεί -δεν ασχολήθηκα με βιντεοπαιχνίδια ή άλλα χαριποτερικά παραφερνάλια, αν και οι μικρές κάτι έπαιξαν.

Η σειρά των βιβλίων του Χάρι Πότερ ολοκληρώθηκε το 2007 με τον έβδομο τόμο -ένας τόμος για κάθε χρονιά του Χάρι στο Χόγκγουορτς.

Ωστόσο, η Τζ.Κ.Ρόουλινγκ συνέχισε να γράφει -το πρώτο της βιβλίο για μεγάλους, το A Casual Vacancy ήταν το πρώτο και μοναδικό ως τώρα λογοτεχνικό βιβλίο που το διάβασα από την αρχή ως το τέλος σε ηλεκτρονική μορφή, σε έναν ηλαναγνώστη που είχα τότε. Θέμα της μια μικρή αγγλική επαρχιακή πόλη, όπου ο ξαφνικός θάνατος ενός δημοτικού συμβούλου από εγκεφαλικό αφήνει τη θέση του στο συμβούλιο κενή (αυτή είναι η vacancy του τίτλου -στα ελληνικά αποδόθηκε ‘Ένας ξαφνικός θάνατος»). Κι αυτό μού άρεσε πολύ, η Ρόουλινγκ ξέρει να γράφει.

unnamed_614Φέτος κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που μπορεί να θεωρηθεί το όγδοο βιβλίο της σειράς του Χάρι Πότερ, αν και δεν θα συμφωνούσαν όλοι. Καταρχάς, δεν είναι γραμμένο από την Ρόουλινγκ ή μόνο από την Ρόουλινγκ -στο εξώφυλλο συν-συγγραφείς δηλώνονται οι Τζον Τίφανι και Τζακ Θορν. Κι έπειτα, δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά θεατρικό έργο -το «σενάριο της πρόβας» γράφει το εξώφυλλο. Πρόκειται μάλιστα για ένα θεατρικό έργο σε δύο μέρη, το οποίο, όπως διαβάζω, παίζεται τώρα στο Λονδίνο, αλλά όλα τα εισιτήρια έχουν πουληθεί ως του χρόνου τον Μάιο (διάβασα μάλιστα ότι η Ρόουλινγκ επέμενε να είναι οι τιμές των εισιτηρίων χαμηλές -10 λίρες, που είναι αδιανόητο για θέατρο του Λονδίνου).

Το αγόρασα πάντως και το διάβασα -και δεν το μετάνιωσα. Βέβαια, σενάριο είναι -αλλά ομολογώ ότι σε ορισμένα σημεία με συνάρπασε. Η δράση τοποθετείται 19 χρόνια μετά το τέλος του προηγούμενου, έβδομου τόμου, όταν ο Χάρι Πότερ πλησιάζει τα σαράντα, είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Μαγείας και έχει τρία παιδιά -ο δεύτερος γιος του, ο Άλμπους, ετοιμάζεται να πάει στο Χόγκγουορτς, όπου θα είναι συμμαθητής με τον γιο του Ντράκο Μαλφόι και με την κόρη του Ρον και της Ερμιόνης. Ωστόσο, δεν ακολουθεί τα βήματα του πατέρα του: πιάνει φίλο τον Σκόρπιους Μαλφόι και το Καπέλο της Επιλογής τον κατατάσσει στο Σλίθεριν, πράγμα που κι ο ίδιος φοβόταν.

Όπως κι άλλοι γιοι διάσημων πατεράδων, ο Άλμπους νιώθει να τον βαραίνει το όνομα του πατέρα του και εξεγείρεται -κι ο Χάρι δεν μπορεί να χειριστεί σωστά την απείθεια του γιου του. Αυτά έχουν συμβεί σε εκατομμύρια οικογένειες, αλλά στον κόσμο των μάγων τα πράγματα περιπλέκονται, ιδίως όταν διαρρέει η πληροφορία ότι στο Υπουργείο Μαγείας υπάρχει κάπου μια χρονομηχανή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επιστημονική φαντασία, Θεατρικά, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 181 Σχόλια »

Για τη Φαύστα του Μποστ στο θέατρο Προσκήνιο

Posted by sarant στο 4 Νοέμβριος, 2016

faustaΠριν από λίγο καιρό, είχα τη χαρά να επικοινωνήσει μαζί μου η κυρία Μάρθα Φριντζήλα, που πολύ μου αρέσουν τα τραγούδια που ερμηνεύει. Η χαρά μου έγινε μεγαλύτερη όταν μου είπε ότι διαβάζει το ιστολόγιο και της αρέσουν τα άρθρα στα οποία παρουσιάζουμε γελοιογραφίες του Μποστ -και μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για το πρόγραμμα της Φαύστας, που επρόκειτο να ανεβεί σε δική της σκηνοθεσία στο θέατρο Προσκήνιο, με την Ελένη Κοκκίδου (φωτογρ.) στον επώνυμο ρόλο.

Έτσι κι έγινε, και προχτές πήγα να δω το έργο, στο οποίο και θ’ αφιερώσω το σημερινό σημείωμα. Αν δεν ξέρετε την υπόθεση του έργου, παρόλο που την αφηγείται παρακάτω σε ένα έξοχο σημείωμα (που επίσης υπάρχει στο πρόγραμμα) ο φίλος Κώστας Μποσταντζόγλου, γιος του Μποστ, να πούμε ότι πρόκειται για μια ιλαροτραγωδία, όπου το τετράχρονο κοριτσάκι μιας οικογένειας χάνεται στη θάλασσα -το καταπίνει ένα θαλάσσιο τέρας. Κάμποσα χρόνια αργότερα, ο πατέρας της μικρής ψαρεύει ένα τεράστιο ψάρι και στην κοιλιά του βρίσκουν την «απολεσθείς κόρη». Όμως, πριν καλά καλά προλάβουν να χαρούν, το κορίτσι, που μυρίζει ψαρίλα, το κατασπαράζουν οι γάτες. Αργότερα έρχεται για προξενειό μια οικογένεια, της οποίας ο γιος είχε επίσης χαθεί στη θάλασσα και βρέθηκε στο στομάχι ψαριού: αλλά είναι πολύ αργά πια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεατρικά, Μποστ | Με ετικέτα: , , , , , | 164 Σχόλια »

Τώρα που σταμάτησε η φάμπρικα

Posted by sarant στο 7 Απρίλιος, 2016

Στο τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου, ο Λάκης Χαλκιάς ερμηνεύει υποδειγματικά τους στίχους του Γιώργου Σκούρτη: Η φάμπρικα, η φάμπρικα δεν σταματά, δουλεύει νύχτα μέρα, περιγράφοντας πολύ παραστατικά τις εμπειρίες των γκασταρμπάιτερ στις γερμανικές φάμπρικες. Δεν ήταν βέβαια το πρώτο τραγούδι που μίλησε για τις φάμπρικες, μάλιστα ήρθε σε μια εποχή που η μετανάστευση προς τη Γερμανία είχε μειωθεί κατά πολύ σε σχέση με τις προηγούμενες δύο δεκαετίες. Αυτές τις προηγούμενες δεκαετίες τις εκφράζει περισσότερο το τραγούδι του Καζαντζίδη (στίχοι Κώστα Βίρβου) για τις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές. Πρώτος όμως ύμνησε τη δουλειά στις φάμπρικες ο Βασίλης Τσιτσάνης στο ομώνυμο τραγούδι, έναν ύμνο της εργατικής τάξης, που είναι πιο γνωστό με τον πρώτο στίχο του («Σφυρίζει η φάμπρικα«) ή από το ρεφρέν του, «Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά».

Φάμπρικα είναι βεβαίως το εργοστάσιο. Η λέξη είναι δάνειο από τα ιταλικά, και στα νεότερα χρόνια σπάνια χρησιμοποιείται στην κυριολεξία της, την οποία τα δύο από τα τρία μεγάλα λεξικά μας (όχι ο Μπαμπινιώτης) χαρακτηρίζουν, και σωστά, «παρωχημένη». Έχει πάθει αυτό που και άλλες δάνειες λέξεις έπαθαν όταν ήρθαν στη θέση τους οι αυτόχθονες θεσμικές: πήρε μεταφορική σημασία, και έπαθε δείνωση. Φάμπρικα λοιπόν σημαίνει πια κυρίως μιαν επινόηση, ένα κόλπο, συχνά δόλιο ή αθέμιτο, που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει κάτι: καινούργια φάμπρικα για να μαζέψουν λεφτά, βλέπω γκουγκλίζοντας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Θεατρικά, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 296 Σχόλια »

Λογοκρισία χωρίς ισορροπία (του Nash)

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2016

censΗ παράσταση της πειραματικής σκηνής του Εθνικού με το έργο «Ισορροπία του Nash», που είχε προκαλέσει θόρυβο τις προηγούμενες μέρες επειδή χρησιμοποιούσε, παρέμβλητα  στο έργο του Καμύ «Οι δίκαιοι», αποσπάσματα από το βιβλίο του ισοβίτη δολοφόνου Σάββα Ξηρού, κατέβηκε τελικά τέσσερις μέρες πριν ολοκληρώσει τον, σύντομο έτσι κι αλλιώς, κύκλο της, με απόφαση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού, ο οποίος έκανε λόγο για απειλές που εκτοξεύτηκαν κατά της ζωής των συντελεστών της. Είχαν προηγηθεί εκτενή τρομοκρατικά ρεπορτάζ των ιδιωτικών καναλιών.

Το έργο δεν το έχω δει, όπως δεν το έχει δει και η συντριπτική πλειοψηφία των επικριτών του, κι έτσι δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη για την καλλιτεχνική του αξία, ούτε ξέρω αν ηρωοποιεί τον Σάββα Ξηρό, όπως κατάγγειλαν διάφοροι εκπρόσωποι του ακραίου κέντρου. Κάποιος που το είδε, μου είπε πως ήταν πολύ καλό, αλλά ας μην το πάρετε υπόψη σας -δεν θα κρίνουμε το έργο, θα κρίνουμε το γεγονός της απόσυρσής του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ελευθερία του λόγου, Θεατρικά, Λογοκρισία | Με ετικέτα: , , | 286 Σχόλια »

Πραζ αν Κράου;

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2015

Ο τίτλος είναι λογοπαίγνιο και ίσως όχι πολύ πετυχημένο, αλλά αναλαμβάνω την ευθύνη. Η φράση «πραζ αν τράου;» είναι παράδειγμα από τις φράσεις εκείνες που χρησιμοποιεί κανείς για να σατιρίζει τα βόρεια ιδιώματα, μια και με πρώτο άκουσμα μοιάζει ξένη, ενώ αν τη μετατρέψουμε στη φωνητική της κοινής νεοελληνικής θα δούμε ότι λέει «πειράζει αν τηράω;» δηλαδή «πειράζει αν/που κοιτάω;», ερώτηση που υποτίθεται ότι απευθύνει ορεσίβιος σε πρωτευουσιάνο, ο οποίος μένει να χάσκει μην καταλαβαίνοντας.

Κράου, από την άλλη, είναι η καθιερωμένη (και από τον ίδιο) σύντμηση του ονόματος του Σταμάτη Κραουνάκη, οπότε έτσι προκύπτει το λογοπαίγνιο του τίτλου.

Ο Κραουνάκης είναι ο αγαπημένος μου συνθέτης από τους νεότερους, και κάθε φορά που βγάζει καινούργια δουλειά σπεύδω να τον δω / να τον ακούσω, περίπου όπως σπεύδω να διαβάσω κάθε καινούργιο βιβλίο που βγάζει ο Γιάννης Μακριδάκης, ο αγαπημένος μου συγγραφέας από τους νεότερους. Τον τελευταίο καιρό ο Κραουνάκης κατοικοεδρεύει στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, ή τουλάχιστον εκεί ανεβάζει τις παραστάσεις του, και μετά την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη» (στο κείμενο του Βάρναλη, όπου είχα κι εγώ μια μικρή ανάμιξη στο πρόγραμμα της παράστασης) και το «Μπεεε», τώρα παρουσιάζεται, σε 31 παραστάσεις, από τα τέλη Οκτωβρίου έως τις 31 Ιανουαρίου, το σόου «Όλοι ένα. Φίλα με«, κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ. Προχτές μπόρεσα επιτέλους να πάω να το δω, και το σημερινό άρθρο θα το αφιερώσω στην παράσταση αυτή, που σας συστήνω ένθερμα να δείτε.

Το λέει «ουαν μαν σόου» (one man show δηλαδή), και η περιγραφή είναι σχεδόν ακριβής, με την έννοια ότι δεν συμμετέχει ολόκληρη η Σπείρα-Σπείρα όπως σε παλιότερες δουλειές. Βέβαια, εκτός από τον Κραουνάκη πάνω στη σκηνή υπάρχουν ο Άρης Βλάχος και άλλοι δυο μουσικοί, και πέντε νεαροί με καταπληκτικές φωνές, που τραγουδάνε, παίζουν, κάνουν παρλάτες -αλλά φυσικά, στο κέντρο βρίσκεται ο Κράου, και τα περισσότερα τραγούδια είναι δικά του και καμιά δεκαπενταριά ολόδικά του (στίχοι και  μουσική δηλαδή).

Δεν είναι καινούργια τα τραγούδια της παράστασης, εκτός από ένα, το εναρκτήριο, το «Για σένα», που το δίνουν και σε σιντάκι μαζί με το πρόγραμμα, αλλά ευτυχώς υπάρχει στο Γιουτούμπ κι έτσι γλιτώνω τον κόπο να το ριπάρω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεατρικά, Παραστάσεις, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , | 35 Σχόλια »

Ναι και Όχι

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2015

Μεθαύριο καλούμαστε να ψηφίσουμε αν εγκρίνουμε ή όχι τη συμφωνία που είχε προταθεί από τους εταίρους ώστε, σε αυτή τη βάση, να συνεχιστεί η διαπραγμάτευση. Οι δυνατές απαντήσεις στο ερώτημα του δημοψηφίσματος είναι δύο, Ναι ή Όχι. Καθεμιά από αυτές τις δυο λέξεις μπορεί να δώσει άφθονο υλικό για αυτοτελές άρθρο, και είχα αρχικά σκεφτεί να βάλω το άρθρο του Ναι και το άρθρο του Όχι, αλλά έπεσε πολλή δουλειά, οπότε σήμερα θα πούμε δυο λόγια για τον συνδυασμό τους, το Ναι και Όχι.

Το ερώτημα του δημοψηφίσματος καταλήγει σε μια διάζευξη: Ναι ή Όχι. Παρόμοιες διαζευκτικές ερωτήσεις μας θυμίζουν τα μαθητικά μας χρόνια, αφού ήταν πολύ συχνό, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, να έχουμε θέματα που κατέληγαν ρητά σε αυτή τη διάζευξη -μια μορφή της άλλωστε είναι και οι ερωτήσεις «Σωστό-Λάθος» που μπαίνουν ακόμα και στις πανελλήνιες εξετάσεις (τα παιδιά τις λένε «Σουλού»).

Βέβαια δεν απαντιούνται όλες οι ερωτήσεις με Ναι ή Όχι -και δεν εννοώ εδώ ότι κάποιος μπορεί να έχει επιφυλάξεις, να μη θέλει να απαντήσει, να θέλει να το σκεφτεί, να προτιμήσει το δουξουδουά (δεν ξέρω/δεν απαντώ) των δημοσκόπων. Παρόλο που ο Ιησούς έλεγε «έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι ου ου, το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστίν», υπάρχουν ερωτήσεις που δεν μπορείς να τις απαντήσεις με ένα μονολεκτικό Όχι. Παράδειγμα, η ερώτηση «Έχεις ακόμα κέρατα;», ή, σε παραλλαγή, «Εξακολουθείς να δέρνεις τη γυναίκα σου;» όπου δεν μπορείς να απαντήσεις με ένα σκέτο Όχι, θέλεις να διευκρινίσεις επιπλέον πως ουδέποτε δεν είχες / δεν το έκανες αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Γιουτουμπάκια, Επικαιρότητα, Θεατρικά | Με ετικέτα: , , , , | 354 Σχόλια »

Η καλύβα της Γαλάτειας και πάλι

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου, που είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από δύο μόλις χρόνια (και ούτε). Ο λόγος για την τόσο κοντινή αναδημοσίευση (συνήθως προτιμώ να αναδημοσιεύω άρθρα αφού περάσουν 3-4 χρόνια από την αρχική δημοσίευση) είναι διπλός: αφενός, υπάρχει κάτι καινούργιο που μπορεί να προστεθεί -τις προάλλες πήρα ηλεμήνυμα από τον καθηγητή Αλέξη Πολίτη, ο οποίος με ενημέρωσε για ένα εύρημά του που προσθέτει νέα στοιχεία στο θέμα. Και αφετέρου, ξανακοιτάζοντας το παλιό μου εκείνο άρθρο, συνειδητοποίησα ότι είχε δημοσιευτεί αρχικά την Κυριακή 13 Αυγούστου (του 2013). Όσοι έχουν ιστολόγιο θα ξέρουν ότι τα καλοκαιρινά σαββατοκύριακα η κίνηση είναι αρκετά μειωμένη, αλλά το σαββατοκύριακο της χρονιάς με τη χαμηλότερη κίνηση, μαζί με τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, είναι το σαββατοκύριακο κοντά στον Δεκαπενταύγουστο -άρα, την αρχική δημοσίευση του άρθρου αρκετοί θα την έχασαν, οπότε μπορούμε να την επαναλάβουμε τώρα, που και πάλι είναι σαββατοκύριακο μειωμένης κίνησης λόγω του τριημέρου.

Επαναλαμβάνω λοιπόν το παλιό μου άρθρο, επικαιροποιημένο και με κάποιες τροποποιήσεις.

Μια φράση που έχουμε για να δείξουμε τον απόλυτο έρωτα, όταν κάποιος αρνείται πλούτη και δόξες αρκεί να βρίσκεται μαζί με το αγαπημένο του πρόσωπο, είναι «την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην». Η φράση έχει γίνει παροιμιώδης, κι αν γκουγκλίσετε το «και μίαν καλύβην» ή το δημοτικότερο «και μια καλύβα» θα δείτε διάφορες παραλλαγές, όπου το αγαπημένο πρόσωπο δεν έχει όνομα: «την αγάπη μου και μίαν καλύβην» ή «την καλήν μου και μίαν καλύβην» ή ακόμα «την καρδίαν σου και μίαν καλύβην». Ωστόσο, θα εστιαστούμε κυρίως στη Γαλάτεια, μια και αυτή η παραλλαγή έχει περισσότερο ενδιαφέρον.

Στη βάση εννοιών της Λέξιγκραμ, η φράση «την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην» υπάρχει στην κατηγορία «βούληση», υποκατηγορία «μόνο αυτό θέλω», μαζί με την άλλη, πολύ κοινότερη, «και ξερό ψωμί», όπως λέμε ΠΑΟΚ και ξερό ψωμί -κι άλλες πολλές παραλλαγές.

Θέλω λοιπόν μόνο τη Γαλάτεια, αλλά πώς βγήκε η φράση; Διότι, παρά την καθαρευουσιάνικη διατύπωση, δεν είναι αρχαίο ρητό, όπως είδα κάπου στο Διαδίκτυο. Πρόκειται για μια φράση που, πράγμα σπάνιο, ξέρουμε από ποιον γεννήθηκε σε αυτή τη μορφή. Την είπε, ή μάλλον την έγραψε, ο Νίκος Καζαντζάκης, νεαρός τότε και ερωτευμένος με τη Γαλάτεια Αλεξίου, στο Ηράκλειο της ακόμα αυτόνομης Κρήτης, γύρω στο 1908. Τις λεπτομέρειες δεν τις θυμάμαι καλά, και γράφω μακριά από τα κιτάπια μου, αλλά καθώς απαντούσε στις ερωτήσεις του λευκώματος ενός συμμαθητή του, κάτι που ήταν πολύ αγαπημένη ασχολία των νέων της εποχής, φτάνοντας στην ερώτηση «Τι επιθυμείτε από την ζωήν;» (ή κάπως έτσι), απάντησε: «Την Γαλάτειαν και μίαν καλύβην». Δεν ήταν μεγάλη πόλη το Ηράκλειο, όλοι κατάλαβαν ποιαν εννοούσε, δεν το κρατούσε άλλωστε και μυστικό. Την απέκτησε αργότερα τη Γαλάτεια, αλλά όπως ξέρουμε δεν έμειναν μαζί για πολύ.

Τη φράση του Καζαντζάκη, που έγινε παροιμιώδης, την πήρε αργότερα ο Εγγονόπουλος, και από σύζευξη τη μετάτρεψε σε δίλημμα, στο οποίο έδωσε απάντηση:

την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

(Από το Γλωσσάριο των ανθέων).

Όλα καλά, αλλά η ιστορία δεν σταματάει εδώ. Η απάντηση του Καζαντζάκη στο λεύκωμα ήταν τάχα ξεκάρφωτη, απλή εκδήλωση του έρωτά του ή την εμπνεύστηκε από κάπου αλλού;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Θεατρικά, Ποίηση, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 99 Σχόλια »

Ο φίλος μου ο Φέρμας (του Θαν. Σαράφη-Καρτέρη)

Posted by sarant στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

sarkartΚυριακή σήμερα, αλλά και πρώτη του μηνός. Να βάλω το μηνολόγιο ή το φιλολογικό άρθρο που συνηθίζω; Τελικά αποφάσισα να αφήσω το μηνολόγιο για αύριο, μια και είχα κάτι φιλολογικό έτοιμο, ένα φιλολογικό θέμα που συνδέει μια συμπαθέστατη μορφή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τον Νίκο Φέρμα, με έναν αγαπημένο μου ποιητή, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Δεν μπορούσα λοιπόν να αντισταθώ.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι γραμμένο από τον Θανάση Σαράφη-Καρτέρη, που τον βλέπετε εδώ αριστερά σκιτσαρισμένον από τον Μίλτη Παρασκευαΐδη. Δημοσιεύτηκε το 1984 στις Καμάρες, το περιοδικό του Συλλόγου Μοριανών Αττικής -δηλαδή των καταγομένων από τη Μόρια, ένα χωριό 7 χλμ. έξω από τη Μυτιλήνη. (Στη Μόρια είχε μαγαζί ο παππούς του πατέρα μου, ο Μυρογιάννης, αν και δεν λογαριάζεται για Μοριανός, πιο πολύ για Πληγωνιάτης, άλλο χωριό, από την άλλη μεριά της πόλης της Μυτιλήνης). Αργότερα, το αφήγημα περιλήφθηκε και στη συλλογή Κείμενα του ίδιου συγγραφέα.

Δεν παίρνω όρκο για την ακρίβεια των όσων αφηγείται ο Θ. Σαράφης-Καρτέρης. Για παράδειγμα, ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1888, όχι το 1889 ενώ και σε αρκετά άλλα σημεία έχω αμφιβολίες (ας πούμε, η Βικιπαίδεια αναφέρει ότι η γυναίκα του Φέρμα λεγόταν Άννα Παντζίκα, ενώ εδώ αναφέρεται ως Νίτσα Μπάτσικα). Αλλά δεν είναι αυτό το βασικό. Από την άλλη, πολύ γουστόζικο είναι το επεισόδιο με τον Λαπαθιώτη που μάντευε τις τετριμμένες ρίμες του πρωτόλειου ποιήματος.

Ευχαριστώ πολύ τον θείο μου Κώστα Μίσσιο, ποιητή και χαλκέντερο γραμματολόγο της λεσβιακής γραμματείας, που έθεσε το κείμενο υπόψη μου.

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΦΕΡΜΑΣ

Όσοι παρακολουθούν τις παλιές ελληνικές ταινίες που προβάλλονται συχνότατα στην Τηλεόραση, θα έχουν προσέξει έναν καλόν ηθοποιό που εμφανίζεται στις περισσότερες απ’ αυτές, τον Νίκο Φέρμα. Είναι ένας θαυμάσιος τυπίστας που αποδίδει αριστοτεχνικά χαρακτηριστικούς ρόλους ανθρώπων του υπόκοσμου, διευθυντές υπόπτων κέντρων, νταήδες, κομπιναδόρους ή και απλούς λαϊκούς τύπους, όπως παλιατζήδες, μανάβηδες κ.α. Σ’ αυτά τα περιθωριακά πρόσωπα, τους ανθρώπους της πιάτσας, ο Φέρμας με το καλλιτεχνικό του ένστικτο δίνει ζωντάνια και πειστικότητα.

Fermas_NikosΚατά την εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στις δόξες του και η μια ταινία διαδεχόταν την άλλη, ο Φέρμας ήταν περιζήτητος απ’ τους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες κι έχει παίξει σημαντικούς ρόλους πλάι σε μεγάλες φίρμες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως τον Χορν, την αξέχαστη Λαμπέτη, τον Κωνσταντάρα, τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη, τη Σμαρούλα Γιούλη, τον Αυλωνίτη, τον Χατζηχρήστο, τον Φωτόπουλο και άλλους πρωταγωνιστές μας. Σε κάποια ταινία που δεν θυμάμαι τον τίτλο της, συμπρωταγωνιστούσε με τον θαυμάσιο κωμικό Βασίλη Αυλωνίτη. Κι είχε σημειώσει εξαιρετική επιτυχία.

Αυτός λοιπόν ο καλός ηθοποιός της σκηνής και της οθόνης, ο Νίκος Φέρμας, είναι Μοριανός. Αν διασώζονται στα γραφεία της Κοινότητας Μόριας τα παλιά μητρώα Αρρένων, σίγουρα θα τον βρούμε γραμμένο στα 1905 η 1906. Όχι φυσικά σαν Φέρμα. Το επίθετο αυτό είναι ψευδώνυμο καλλιτεχνικό και θα δούμε στη συνέχεια ποιος του τόδωσε, ποιος ήταν νονός του. Το πραγματικό του επώνυμο είναι Χατζηανδρέου. Ο πατέρας του, όπως έχω συμπεράνει απ’ τις κουβέντες που κάναμε κατά την πολύχρονη φιλία μας, ήταν ένας φτωχός αγρότης, μεροκαματιάρης. Όλη η περιουσία του ήταν ένα κτηματάκι με λίγα λιόδεντρα. Πέθανε όταν ο μονάκριβος γιος του ήταν σε μικρή ηλικία, τριών – τεσσάρων χρόνων. Η χήρα του για να τα βγάλει πέρα, εγκατέλειψε το χωριό κι εγκαταστάθηκε με το παιδί της στη Μυτιλήνη, όπου άρχισε να εργάζεται σαν οικιακή βοηθός σε διάφορα πλουσιόσπιτα. Για αρκετά χρόνια εργάστηκε μόνιμα σαν ένα είδος οικονόμου, στο αρχοντικό του Πιττακού Ευστρατίου στη Σουράδα, που ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος της «Τράπεζας Αθηνών».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Λαπαθιώτης, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 236 Σχόλια »

Ο Θεόδωρος Λασκαρίδης αποκτά μορφή

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2014

laskaridis-photo2Το σημερινό σημείωμα το γράφω με πολλή συγκίνηση έστω κι αν καταλαβαίνω ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν τη συμμερίζονται και πολλοί, ίσως και κανείς άλλος. Με τον Θεόδωρο Λασκαρίδη ασχολούμαι εδώ και αρκετά χρόνια, και έχω γράψει πολλές φορές και στο ιστολόγιο, τόσο πριν όσο και μετά την κυκλοφορία του βιβλίου «Το φονικό μοιραίο βόλι» στο οποίο συγκέντρωσα όσα λογοτεχνικά κείμενα του Θ. Λασκαρίδη μπόρεσα να βρω. Επειδή όμως μπορεί το σημερινό σημείωμα να το διαβάζουν κάποιοι που δεν έχουν διαβάσει τα προηγούμενα άρθρα, θα κάνω μια (όχι και τόσο) σύντομη ανασκόπηση πριν περάσω στην αιτία που μου προκαλεί συγκίνηση.

Η ενασχόλησή μου άρχισε πριν από έξι περίπου χρόνια, όταν, διαβάζοντας μια μελέτη του Μ. Μ. Παπαϊωάννου για την αντιπολεμική λογοτεχνία και τον Κ. Βάρναλη, έπεσα πάνω στο εξής απόσπασμα: «Ο Θ. Λασκαρίδης, ο νεαρός αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη, που αυτοκτόνησε πάνω στα εικοσιέξι του χρόνια, με τα μικρά ωραία αντιπολεμικά του διηγήματα, τα δημοσιευμένα με το ψευδώνυμο Σλαβέικοφ«. Αυτό άρκεσε για να μου κεντρίσει την περιέργεια και επειδή στις μέρες μας είναι ευκολότερη η πρόσβαση σε παλιά χαρτιά, βρήκα στα φύλλα του Ριζοσπάστη του 1920 μερικά από τα διηγήματα του Λασκαρίδη. Τα διηγήματα άξιζαν και, βλέποντας την υπόσχεση που είχαν δώσει πάνω στον τάφο του Λασκαρίδη οι σύντροφοί του από τον Ριζοσπάστη να τα εκδώσουν σε βιβλίο, υπόσχεση που δεν μπόρεσαν να τηρήσουν, άρχισα να παρουσιάζω το έργο του στον ιστότοπό μου και μετά, αφού τα έδειξα στον Γιάννη Ευαγγέλου που του άρεσαν επίσης, αποφασίσαμε να βγάλουμε ένα βιβλίο με τα έργα του Λασκαρίδη από τις εκδόσεις «Διάπυρον», που τότε ξεκινούσε ο Γιάννης.

Δεν ήταν εύκολο. Στοιχεία για τον Θεόδωρο Λασκαρίδη δεν θα βρείτε σε καμιά εγκυκλοπαίδεια, βιογραφικό λεξικό ή ιστορία της λογοτεχνίας· μετρημένες στα δάχτυλα ήταν οι αναφορές στο πρόσωπό του. Για να μαζέψω ψηφίδα-ψηφίδα το βιογραφικό σημείωμα που θα διαβάσετε πιο κάτω, χρειάστηκε να φυλλομετρήσω χιλιάδες σελίδες εφημερίδων και περιοδικών της εποχής. Γιατί όμως; Ο Λασκαρίδης με κέντρισε επειδή είναι ο πρώτος Έλληνας που έγραψε για τον Μεγάλο Πόλεμο, είναι ο πρώτος που έγραψε συλλογή με αντιπολεμικά διηγήματα (ο Μυριβήλης προηγήθηκε, αλλά με μεμονωμένα διηγήματα), είναι ο πρώτος γνωστός αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη στη φάση της μετατροπής του σε κομμουνιστική εφημερίδα. Ακόμα, σε φιλολογικό επίπεδο, ο Λασκαρίδης είναι, απ’ όσο ξέρω, ο πρώτος Έλληνας που χρησιμοποίησε το τέχνασμα να παρουσιάσει τα έργα του δήθεν ως μετάφραση ξένων. (Το ίδιο επρόκειτο να κάνει μεταπολεμικά ο ποιητής Τάσος Παππάς με τα Τραγούδια του Παθανάρες).

Με βάση τα στοιχεία που συγκέντρωσα, ο Θεόδωρος Λασκαρίδης γεννήθηκε το 1895 ή το 1896 στη Βουλγαρία, στην Αγχίαλο (σήμερα Πομόριε), παραθαλάσσια πόλη με ακμαία ελληνική κοινότητα. Το 1906, με την καταστροφή της Αγχιάλου, η οικογένειά του τον στέλνει στην Πόλη να σπουδάσει. Τον Ιανουάριο του 1916, ενώ είναι φοιτητής στην Κωνσταντινούπολη, οι τουρκικές αρχές τον συλλαμβάνουν και τον στέλνουν στη Βουλγαρία, η οποία μόλις είχε μπει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα πολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο, στον τομέα του Καϊμακτσαλάν. Συμμετέχει στις πολύνεκρες μάχες που ακολουθούν τη σερβική επίθεση του Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 1916 και κάποια στιγμή αυτομολεί στους Σέρβους. Παραμένει φυλακισμένος στο περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης και ύστερα στέλνεται, μαζί με άλλους ελληνικής καταγωγής αυτόμολους του βουλγαρικού στρατού, στο στρατόπεδο της Μπάνιτσας (σήμερα Βεύη). Τον Νοέμβριο του 1917 δραπετεύει από το στρατόπεδο και κατεβαίνει στην Αθήνα. Στις αρχές του 1918 πιάνει δουλειά στον Ριζοσπάστη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεατρικά, Λογοτεχνία, Ντοκουμέντα, Πρόσφατη ιστορία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 88 Σχόλια »

Ο Λεσσουίρος και ο Εϊδέκος, ο Ορφανίδης και ο Χουρμούζης

Posted by sarant στο 20 Οκτώβριος, 2013

Κι άλλη μια φορά έχουμε αναφερθεί στον Θεόδωρο Ορφανίδη, και επειδή όσα είχα γράψει δεν αλλάζουν, αντιγράφω την αρχή εκείνου του περσινού άρθρου.

170px-Theodoros_OrphanidisΟ Θεόδωρος Ορφανίδης (1817-1886) υπήρξε ένας από τους πρώτους βοτανολόγους του νεοελληνικού κράτους. Σπούδασε βοτανική στο Παρίσι, περιέγραψε την ελληνική χλωρίδα, ανακάλυψε κάμποσα είδη φυτών, εξέδωσε για μερικά χρόνια το περιοδικό “Γεωπονικά”, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο, όπου διετέλεσε και πρύτανης. Μάλιστα, ένα είδος φυτών έχει ονομαστεί προς τιμήν του: Orphanidesia (εδώ βλέπετε ένα λουλούδι, το Orphanidesia gaultherioides).Γεννήθηκε στη Σμύρνη, αλλά την εγκατέλειψε πολύ μικρός (μάλλον με τους διωγμούς του 1821) και η οικογένειά του ήρθε στη Σύρα και στην Τήνο, και μετά στο Ανάπλι και στην Αθήνα, όπου τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές.

Όμως ο Ορφανίδης ήταν και ποιητής, ένας από τους κορυφαίους της Α’ αθηναϊκής σχολής. Τον έχουμε αναφέρει παρεμπιπτόντως καναδυό φορές στο ιστολόγιο, επειδή είχε σε έναν ιστορικό φιλολογικό καβγά με τον Ραγκαβή, όταν ο Ραγκαβής, κριτής σε ποιητικό διαγωνισμό το 1860, βράβευσε τον Αρματωλό του Γρηγόρη Σταυρίδη και όχι τον Άγιο Μηνά του Ορφανίδη, και ο Ορφανίδης κατηγόρησε τον Ραγκαβή ότι επίτηδες βράβευσε ένα ποιητικό έκτρωμα για να εξευτελίσει τον θεσμό. Το θέμα έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί ο Σταυρίδης αυτός είναι ο μετέπειτα Γκριγκόρ Παρλίτσεφ, που σήμερα θεωρείται περίπου εθνικός ποιητής της γειτονικής πΓΔΜ, αλλά αξίζει χωριστό άρθρο που δεν έχω σκοπό να το γράψω τώρα. Πάντως, κρίνοντας εκ των υστέρων, δηλαδή σήμερα, ο Αρματωλός μόνο σαν παρωδία διαβάζεται.

Ο Ορφανίδης όμως δεν έγραψε μόνο επικολυρικά, έγραψε και σατιρικά ποιήματα και κυρίως ως σατιρικός έχει μείνει. Στα σατιρικά του μάλιστα ποιήματα χρωστάει, έμμεσα, τη μετέπειτα σταδιοδρομία του. Στα νιάτα του, ενώ ήταν γραφέας στο Υπουργείο Εσωτερικών, δημοσίευε σατιρικά ποιήματα όπου έκανε κριτική στην κυβέρνηση, και τελικά το 1844 ο Κωλέττης τον έστειλε με υποτροφία να σπουδάσει βοτανική στο Παρίσι για να μην τον έχει μέσα στα πόδια του. Μερικά από αυτά τα ποιήματα θα δούμε τώρα, που τα εξέδωσε σε συλλογή με τίτλο Μένιππος το 1836, Η σατιρική αυτή συλλογή του κόστισε την απόλυση από την υπηρεσία του και ολιγοήμερη φυλάκιση, αλλά η κατακραυγή της κοινής γνώμης ήταν τέτοια που τελικά τον επανέφεραν στη θέση του.

Στον Μένιππο, ο 19χρονος Ορφανίδης εντάσσεται καθαρά στην παράδοση του Σούτσου, στον οποίο άλλωστε αφιερώνει το «πονημάτιον τούτο» (εδώ μπορείτε να δείτε τη συλλογή), αλλά αυτό που μου προκάλεσε το ενδιαφέρον είναι ότι αναφέρεται επίσης ευμενώς στον Χουρμούζη, έναν ακόμα σφοδρό επικριτή της Βαβαροκρατίας. Ο Μιλτιάδης Χουρμούζης (1804-1882), αγωνιστής της Επανάστασης στα νιάτα του, έγραψε μερικά πετυχημένα θεατρικά έργα όπου σατιρίζει μεταξύ άλλων τους Βαβαρούς, αργότερα ασχολήθηκε και με την πολιτική, και τελικά κυνηγημένος έφυγε πίσω στην Πόλη το 1856. Έμεινε έναν αιώνα και κάτι στη σκιά, ώσπου τον ανακάλυψαν στη δεκαετία του 1960 και τα έργα του άρχισαν να παίζονται από το 1974 και μετά. Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Χουρμούζης και ο Ορφανίδης γνωρίζονταν. Κάτι που δεν ξέρω αν το έχει επισημάνει κανείς πρωτύτερα, είναι ότι στον «κατάλογο συνδρομητών» του βιβλίου του Χουρμούζη «Ο τυχοδιώκτης», μια κωμωδία για την οποία θα πούμε κάμποσα παρακάτω (έτσι τυπώνονταν τότε τα βιβλία, με προεγγραφη συνδρομητών, περίπου με πληθοχρηματοδότηση δηλαδή, όπως έχει αρχίσει και τώρα να γίνεται!), έναν κατάλογο που είναι καταταγμένος σε αλφαβητική σειρά με το μικρό όνομα, στο γράμμα Θ βρίσκω τον Θ. Ορφανίδη, που ασφαλώς είναι ο (18χρονος τότε) ποιητής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Θεατρικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 43 Σχόλια »