Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Θεσσαλονίκη’ Category

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 2

Posted by sarant στο 10 Οκτωβρίου, 2019

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα ξέρετε. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία, όπως φαντάζομαι ότι θα φανεί.

Αν σας είναι κάπως γνώριμος αυτός ο πρόλογος, έχετε καλό μνημονικό: έτσι άρχιζε ένα άρθρο του ιστολογίου πριν από 7-8 μήνες, ένα άρθρο όπου αναδημοσίευσα σύντομα γλωσσικά σχόλιά μου από την ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε κανα χρόνο, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Χτες όμως, καθώς δημοσίευα ένα σχολιο στα Υπογλώσσια συνειδητοποίησα πως το σακούλι έχει γεμίσει κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.

Όλα τα επιμέρους σχόλια, τα σφηνάκια, δημοσιεύτηκαν κατά το εφτάμηνο από τον Μάρτιο έως σήμερα. Δεν τα παραθέτω ακριβώς με αλφαβητική σειρά. Καμποσα τα έχω επεκτείνει, προσθέτοντας (αρκετό) επιπλέον υλικό.

  • Ο καλαμπόρτζος

Στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Το φάλτσο μικρόφωνο» της Ελένης Φυσέκη, όπου ο αφηγητής είναι ηχολήπτης στο επάγγελμα, προσέχω την εξής φράση που έχει 3-4 λέξεις αλεξικογράφητες από τα μεγάλα λεξικά μας, που όμως καταγράφονται σε ηλεκτρονικούς γλωσσικούς πόρους:

(Μιλάει για ένα κλαμπ γειτονιάς με στοιχειώδη ηχητικό εξοπλισμό):

Λες και θα ακουγόταν ποτέ μπάσο και μπότα από αυτά τα ηχεία. Αν υποθέταμε πως είχε καμιά σοβαρή λούπα και δεν ήταν ένας από τους πολλούς καλαμπόρτζους που απλά βάζανε μπλιμπλίκια.

Καλαμπόρτζος είναι ο ατζαμής, ιδίως για μουσικό (έχει ήδη αναφερθεί και εξηγηθεί στο βιβλίο η λέξη). Από τα ρομανί, βρίσκω.

Τα άλλα θα τα ξέρετε: λούπα είναι το επαναλαμβανόμενο μουσικό μοτίβο, από αγγλ. loop, διαφορετικό από τη λούπα = μεγεθυντικός φακός (από γαλλ. loupe). Μπλιμπλίκια, εδώ, είναι οι έτοιμοι ήχοι, τα έτοιμα ηχητικά εφέ.

  • αποσυντ… κάτι τέτοιο τέλος πάντων

Στα Στοιχειώδη σωματίδια του Ουελμπέκ βρίσκω τη φράση:

Είχε την εντύπωση πως ανάμεσα στα πόδια του κρεμόταν ένα κομμάτι κρέας που έσταζε και αποσυντίθονταν’ το καταβρόχθιζαν σκουλήκια.

Ο καλός μεταφραστής, αφού έκανε την επιλογή να χρησιμοποιήσει αυτό το ρήμα και όχι μια περίφραση ή άλλο ρήμα (πχ που έσταζε και διαλυόταν) είχε να ξεπεράσει τον σκόπελο του τρίτου ενικού του παρατατικού.

Δεν μπορούσε βέβαια να βάλει το «γραμματικά σωστό» αποσυνετίθετο που συνιστά ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του. Οπότε παρουσίασε έναν αυτοσχέδιο τύπο, τυπικά σε τρίτο πληθυντικό, αλλά ευπρόσωπον.

Σκέφτομαι πως μπορεί να είχαν δίκιο οι παλιοί δημοτικιστές (όχι μάλιστα μαλλιαροί) που αυτόν τον σκόπελο τον απόφευγαν μαστόρικα, παίρνοντας το ρήμα «αποσυνθέτομαι»: ένα κομμάτι κρέας που έσταζε και αποσυνθετόταν.

  • Διέξοδοι με μουστάκια

Στη χτεσινή [20.3.2019] συνέντευξη στη Βίκη Φλεσσα, ο Γ. Μπαμπινιώτης, στο 21.32 της εκπομπής (για όποιον έχει το βίντεο) είπε:

«…στην ελληνική γλώσσα η διτυπία λόγω της διττής μας παράδοσης είναι ευλογία δεν είναι κατάρα· το να έχει περισσότερους τύπους είναι πάντοτε ευλογία διότι είναι διέξοδοι πολλαπλοί της σκέψης.»

Απροσεξία στον προφορικό λόγο, βέβαια -αλλά ίσως να είναι και μια ακόμα ένδειξη πως τα θηλυκά σε -ος είναι ξένο σώμα στην ελληνική.

  • Ακανές

Ένας συνάδελφος στο γραφείο έφερε το πρωί για κέρασμα ακανέδες, το γνωστό σερραϊκό γλύκισμα που θα μπορούσε να περιγραφεί σαν διασταύρωση λουκουμιού και κουραμπιέ, και θυμήθηκα ότι την πρώτη φορά που είχα δει, έφηβος, ένα κουτί γλυκά με την επιγραφή ΑΚΑΝΕΣ ΛΑΪΛΙΑ, είχα αναρωτηθεί ποια είναι αυτή η άλλη γλώσσα που γράφεται με ελληνικό αλφάβητο.

Για τον ακανέ, στον ιστότοπο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προτείνεται μια ετυμολογία που θα έκανε περήφανο τον Γκας Πορτοκάλο:

Σήμερα κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά από που προήλθε η ονομασία ακανές. Η ιστορία του χάνεται στην εποχή της Τουρκοκρατίας και ίσως μαζί της χάθηκε και η ιστορία προέλευσης του ονόματός του. Βάσιμη ετυμολογία της λέξης δεν υπάρχει. Παρόλα αυτά όμως υπάρχει μία εκδοχή που ίσως να πλησιάζει περισσότερο την πραγματικότητα. Η λέξη «ακανές» προήλθε, όπως λένε, από την λέξη «ανακατεύω», γιατί το μίγμα χρειάζεται πολύωρο ανακάτεμα και από το κατάφαση «ναι», που έλεγαν πάντα οι δούλοι, οι οποίοι ήταν αυτοί που ανακάτευαν το μίγμα.

Ο ακανές, βέβαια, δεν μπορεί να προήλθε από το «ανακάτεμα» και το «ναι». Πιο πειστική η πρόταση στον ιστότοπο του ακανεδοπαρασκευαστηρίου Ρούμπου, από το hakane helva, το γλυκό του πρίγκιπα (χάνου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Θεσσαλονίκη, Λεξικογραφικά, Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Σουρής, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 177 Σχόλια »

Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2019

Κυριακή σήμερα, μέρα ανάγνωσης -καλοκαιρινή Κυριακή μάλιστα. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αφήγημα με έμμεσο καλοκαιρινό χρώμα, αφού εκτυλίσσεται σε μια μικρή νησιωτική πόλη, που δεν κατονομάζεται ρητά αλλά είναι το Πλωμάρι της Μυτιλήνης.

Πρόκειται για το βιβλίο «Το ουζερί», του Μυτιληνιού συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη (1940-), που γεννήθηκε στο Πλωμάρι αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη.

Το Πλωμάρι είναι πανελλήνια γνωστό για το ούζο που παράγει, ωστόσο ο συγγραφέας μάς λέει πως η λέξη «ουζερί» ήταν άγνωστη στην πόλη έως το 1952 που άρχισε να λειτουργεί ένα τέτοιο μαγαζί. Και με κέντρο το μαγαζί αυτό, ο Μαυραγάνης περιγράφει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1950, αφήνοντας τη διήγηση ελεύθερη να περνάει από το ένα θέμα στο άλλο.

Παραθέτω λοιπόν ένα εκτενές απόσπασμα από τις σελίδες 55-66 του βιβλίου. Συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλιο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ βρήκα και μια ραδιοφωνική του συνέντευξη.

Το ουζερί (απόσπασμα)

Πολύ γρήγορα έγινε γνωστό το Ουζερί και πολύ πέρα από τα σύνορα της μικρής μας πόλης και για τους εξαιρετικούς μεζέδες που πρόσφερε. Γιατί, έξω από τα γνωστά και τετριμμένα, χταπόδι στη σχάρα ή ξιδάτο, παστά, ελιές, κεφτέδες και λοιπά, απόκτησε ειδικότητα, ίσως και μοναδικότητα, στα θαλασσινά και στα όστρακα, που του έρχονταν ειδικά από τον κόλπο της Καλλονής. Τα περίφημα χτένια, που τα πρόσφερε ωμά με μπόλικο λεμόνι ή πολύ ελαφρά ψημένα όσο ν’ ανοίξει το καύκαλό τους, με μπόλικο επίσης λεμόνι, πίνες τηγανητές ή μεταμορφωμένες σε πινοκεφτέδες, σουπιές και καλαμαράκια ολοζώντανα στη σχάρα ή τηγανητά, καραβίδες και φυσικά αστακούς και τις εκπληκτικές αστακοκαραβίδες, γνωστές και με το όνομα «κωλοχτύπες», που βεβαίως ορισμένες εποχές απαγορευόταν η αλίευσή τους, φαίνεται όμως πως για το Ουζερί γίνονταν κάποιες εξαιρέσεις.

Όλα αυτά, όμως, μαζί με τους κεφτέδες, χορτοκεφτέδες, συκώτια αρνίσια ή κατσικίσια τηγανητά ή ψητά στο κάρβουνο, σφουγγάτα, ντολμαδάκια γιαλαντζί ή με κρέας, σουγάνια, δηλαδή κρεμμυδοντολμάδες, τα περίφημα και περιζήτητα γεμιστά κολοκυθολούλουδα και πολλά άλλα, συνοδεύοντάς τα με τα αξεπέραστα ξινά του. Που υπήρχαν, βέβαια, και στους μεζέδες των καφενείων, αλλά στο Ουζερί λεγόταν πως είχαν άλλη γεύση.

Σε μια ατέλειωτη σειρά γυάλινων βάζων τοποθετημένων σ’ ένα μεγάλο ράφι πάνω από την κουζίνα μπορούσες να βρεις κάπαρη, ξινήθρα -αξνίθρα στην τοπική μας διάλεκτο- κρίταμο που σκέπαζε όλες τις βραχώδεις ακτές και που μέχρι σήμερα λίγοι το ξέρουν και το εκτιμούν, αγουρίδα, τρυφερούς βλαστούς αμπελιών, αρκόμπλα, τσάγαλα, ήτοι μικρά πριν προλάβει ακόμα να γίνει ξύλο η εξωτερική τους επιφάνεια, αμύγδαλα και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια. Κι όλα αυτά στην άλμη, με μια ιδέα ξίδι στο διάλυμα της συντήρησής τους. Όλα, για να νοστιμίζουν τους άλλους εξαιρετικής ποιότητας μεζέδες και να διευκολύνουν την κατάποση μεγαλύτερων ποσοτήτων απ’ αυτούς.

Τα μούσμουλα στην άρμη ήταν μια απ’ τις πιο θελκτικές λιχουδιές εμάς των μικρών. Αλλά πέρα απ’ αυτά που τρώγαμε από τα βάζα των μανάδων μας -πόσα, άραγε, θα μπορούσαν να έχουν στις κουζίνες τους;- ήταν κι εκείνα που αγοράζαμε από τους πλανόδιους πωλητές, τον Μάρκο ή τον Φώτη ή τον Αριστείδη τον Ντιν-Νταν. Όχι πως είχε καμιά ιδιορρυθμία ο άνθρωπος ή ιδιαιτερότητα, αλλά το παρατσούκλι τού το κόλλησαν γιατί μ’ ένα μικρό κουδουνάκι, που κρατούσε στο χέρι, έκανε γνωστή την παρουσία του στους παντοειδείς πελάτες του. Κλασικός μικροπωλητής του δρόμου ο Ντιν-Νταν, διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς. Λαχεία, καραμέλες, μικρές σοκολατίτσες της μπουκιάς, λουκουμάκια, παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί. Όλοι αυτοί μάς πουλούσαν τα μούσμουλα στην άρμη μέσα σε μικρά χωνάκια από φύλλα εφημερίδων, που μούλιαζαν σχεδόν αμέσως και διαλύονταν μέσα στα χέρια σου, με κίνδυνο απώλειας του περίφημου μεζέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 170 Σχόλια »

Τα παντούμ και η συλλογή του Θάνου Γιαννούδη

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2019

Την Κυριακή βάζουμε λογοτεχνικό θέμα συνήθως -και συνήθως πεζογραφία, διηγήματα ας πούμε. Σπάνια βάζουμε ποιήματα και ακόμα σπανιότερα ποιήματα σημερινών ποιητών (μια εξαίρεση ήταν η παρουσίαση της συλλογής του Δημήτρη Κοσμόπουλου πριν απο δυόμισι μήνες).

Εξαίρεση κάνω και σήμερα, αφού παρουσιάζω μιαν ακόμα ποιητική συλλογή και μάλιστα ενός νέου ποιητή, του Θάνου Γιαννούδη ο οποίος ακόμα δεν έχει κλείσει τα τριάντα του χρόνια. Ο Γιαννούδης είναι εκπρόσωπος της νεότατης γενιάς των ποιητών που αναβιώνουν τον παραδοσιακό στίχο. Παλιότερα δημοσίευε τα ποιήματά του στο ιστολόγιό του, και στη συνέχεια σε λογοτεχνικούς ιστοτόπους (παράδειγμα), τώρα όμως έβγαλε και την πρώτη του ποιητική συλλογή, Του ουρανού και της γης.

Με τον Θάνο γνωριζόμαστε εδώ και καιρό, ιντερνετικά αλλά και διά ζώσης όποτε περνάω από Θεσσαλονίκη. Μου είχε δώσει τη συλλογή πριν ακόμα βγει και μου ζήτησε να πάρω μέρος στην παρουσίασή της -επειδή όμως η ημερομηνία της εκδήλωσης άλλαξε και δεν βρισκόμουν στην Ελλάδα, τελικά η συμμετοχή μου στην παρουσίαση έγινε μέσω υπομνήματος, που το διάβασε ο μυστηριώδης ποιητής Ααρών Μνησιβιάδης.

Το κείμενο αυτό θα το παρουσιάσω πιο κάτω, αλλά πρώτα θα πω δυο λόγια για το παντούμ, ένα στιχουργικό είδος που μ’ αρέσει πολύ και που αρέσει και στον Γιαννούδη, αρκετά ώστε να ξεκινήσει τη συλλογή του με ένα παντούμ.

Πρόλογος – Παντούμ για το Νέο Κόσμο

 ”O brave new world,
that has such people in ‘t!” –
Shakespeare

 

Αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα…
Μακριά σου ο κόσμος όνειρο κακό,
κιθαρίστας που τού έκλεψαν την πένα
και μαντεύει κάθε νότα το σκοπό.

Μακριά σου ο κόσμος όνειρο κακό
-Πόση αγάπη θα επιζήσει; Πες μου, πόση;-
και μαντεύει η κάθε νότα το σκοπό,
τη σειρά της μουσικής να περισώσει.

Πόση αγάπη θα επιζήσει; Πες μου, πόση;
Ποιο τραγούδι θα υμνήσει τον καιρό,
τη σειρά της μουσικής θα περισώσει;
Δεν στεριώνει ο ρυθμός που προχωρώ…

Ποιο τραγούδι θα υμνήσει τον καιρό:
νέε κόσμε, εσύ, λαμπρέ φωτοκυκλώνα!
Δεν στεριώνει ο ρυθμός που προχωρώ,
η καρδιά της πλάσης θάφτηκε στο χώμα.

Νέε κόσμε, εσύ, λαμπρέ φωτοκυκλώνα,
σε γεννήσαν ο καημός κι η συμφορά!
Η καρδιά της πλάσης θάφτηκε στο χώμα,
το χαμόγελό σου η άβυσσος φορά!

Σε γεννήσαν ο καημός κι η συμφορά
-Χαίρε, άμετρη ανθρώπινή μας φύση!-
Το χαμόγελό σου η άβυσσος φορά
κι έχει μέσα σου το χάος εμφυσήσει.

Χαίρε, άμετρη ανθρώπινή μας φύση,
χαίρε φύσημα της πλαστουργού πνοής!
Έχει μέσα σου το χάος εμφυσήσει
σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής.

Χαίρε φύσημα της πλαστουργού πνοής,
νιότης όνειρα που μοιάζετε σαν ξένα
σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής
-αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα…

2017

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Εκλογές και εκπαίδευση στα δυτικά της Θεσσαλονίκης (μια συνεργασία του Κώστα)

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2019

To άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα είναι μια συνεργασία του φίλου μας του Κώστα -επειδή όμως με το όνομα αυτό είναι πολλοί φίλοι στο ιστολόγιο, πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι εννοώ τον ΚΩΣΤΑ, που πάντοτε κεφαλαιογράμματος σχολιάζει -αλλά δεν ήθελα να βάλω στον τίτλο τα κεφαλαία.

Τις προάλλες, ο φίλος μας ο Κώστας σε κάποιο σχόλιο αναφέρθηκε στην έρευνα που έχει κάνει στην τοπική ιστορία των προσφυγικών συνοικισμών της Θεσσαλονίκης, έρευνα που έχει αποκρυσταλλωθεί και σε ένα βιβλίο που έχει εκδώσει. Τον προέτρεψα να διαλέξει κάποιο κεφάλαιο για να δημοσιευτεί στο ιστολόγιο και μου έστειλε δύο ξεχωριστά θέματα, ένα επίκαιρο σχετικά με τις εκλογές στους συνοικισμούς και ένα για την εκπαίδευση.

Το βιβλίο του Κώστα με τίτλο «Δυτικά της Θεσσαλονίκης» είναι μια ιστορική ανασκόπηση των δυτικών προσφυγικών συνοικισμών (Αμπελοκήπων, Επταλόφου, Καϊστρίου Πεδίου και Νέας Μενεμένης) με αποδελτίωση των φύλλων της εφημ. Μακεδονία, για την περίοδο 1924-1932.

Φυσικά, κάποια τοπωνύμια έχουν αλλάξει. Έτσι για ένα εύκολο κουίζ, πώς λέγονται σήμερα οι εξής περιοχές:

Δουδουλάρ ή Ντουντουλάρ
Αραπλή
Κουκλουτζάς
Καραϊσίν
Λεμπέτ

Εγώ μόνο τον Κουκλουτζά ήξερα πώς λέγεται σήμερα. Οι απαντήσεις στο τέλος του άρθρου.

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Γενικά. Σε κάθε εκλογική διαδικασία, οι κάτοικοι των συνοικισμών της Επταλόφου και των Αμπελοκήπων, είχαν, με το δικό τους τρόπο, ενεργή συμμετοχή και συνέβαλαν στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου προεκλογικού κλίματος. Είναι βέβαια γνωστό ότι η εφημερίδα Μακεδονία στήριζε πολιτικά τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τα συνεργαζόμενα με αυτόν κόμματα. Ως εκ τούτου, ενδεχομένως, να υπάρχουν και ενστάσεις για την αντικειμενικότητα της εφημερίδας, όσον αφορά την προβολή των υποψηφίων βενιζελικών υποψηφίων έναντι των υποψηφίων των άλλων κομμάτων και δημοτικών παρατάξεων. Με δεδομένη αυτή την επιφύλαξη, θα δώσουμε στη συνέχεια το προεκλογικό κλίμα που διαμορφωνόταν στους δύο συνοικισμούς, όπως προκύπτει από την ειδησεογραφία της εφημερίδας.

 

Με τον Χαρίσιο Βαμβακά. Δημοτικές εκλογές, για τις 14 Δεκεμβρίου 1930. Ο Χ. Βαμβακάς κατέβηκε ως υποψήφιος δήμαρχος με το χρίσμα του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Ήταν προσωπικός φίλος και παλαιός συνεργάτης του Ελ. Βενιζέλου. Διαχειρίστηκε το θέμα της προσάρτησης και ένταξης στην Ελλάδα της Δυτ. Θράκης.

Οι εκλογές αυτές υπήρξαν οι πιο έντονες και οι πιο θορυβώδεις για τους συνοικισμούς των Αμπελοκήπων και της Επταλόφου. Ίσως σε αυτό να συνετέλεσαν και τοπικά κίνητρα. Ο Χ. Βαμβακάς είχε στενή σχέση με την περιοχή. Είχε στην ιδιοκτησία του μία μεγάλη έκταση στα δυτικά του συνοικισμού των Αμπελοκήπων, προς το σημερινό στρατόπεδο Μ. Αλέξανδρος, όπου σήμερα βρίσκονται οι εργατικές κατοικίες. Ίσως να διέθετε και κατοικία, διότι υπάρχουν αόριστες αναφορές παλιών Αμπελοκηπιωτών για ύπαρξη βίλας Βαμβακά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκπαίδευση, Εκλογές, Θεσσαλονίκη, Συνεργασίες, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , | 204 Σχόλια »

Λεξιλογικά στο Δικό μας αίμα

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό, παρουσίασα στο ιστολόγιο το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι!» από τη συλλογή πεζογραφημάτων «Το δικό μας αίμα» (1978). Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία -έχουμε φτιάξει, εδώ στην ξενιτειά, μια Λέσχη ανάγνωσης, και αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο που (διαβάσαμε και) συζητήσαμε.

Καθώς εδώ λεξιλογούμε, σκέφτηκα να παρουσιάσω σήμερα ορισμένες λέξεις και φράσεις που πρόσεξα καθώς (ξανα)διάβαζα το βιβλίο του Ιωάννου, λέξεις που δεν τις βρίσκει κανείς στα σημερινά γενικά λεξικά ή που αξίζουν κάποιον σχολιασμό, κάτι που είχα μισοϋποσχεθεί όταν δημοσίευσα το διήγημα.

Αλλά να πω και δυο λόγια για το βιβλίο. Πρόκειται για μια συλλογή από 17 πεζογραφήματα -αυτόν τον ορο χρησιμοποιεί ο Ιωάννου στο εξώφυλλο- πολλά από τα οποία αρχικά είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Καθημερινή. Το κοινό τους θέμα είναι η Θεσσαλονίκη και η πρόσφατη ιστορία της, όπου μπλέκονται βιώματα του Ιωάννου, οικογενειακές ιστορίες και περιγραφή των τόπων και των ανθρώπων. Είναι βιβλίο καθαρά πολεογραφικό αφού η πόλη είναι πανταχού παρούσα και πρωταγωνιστεί σε όλα σχεδόν τα πεζογραφήματα, διακατέχει σχεδόν τυραννικά τον Ιωάννου που βλέπει «τα σημάδια της απάνω του» και νιώθει να χαράζεται η τοπογραφία της πάνω στο σώμα του. Ίσως να αισθάνεται και ενοχή αφού όταν τα γράφει αυτά έχει εγκαταλείψει τη γενέθλια πόλη ενδίδοντας στα θέλγητρα της Αθήνας.

Εξαίρεση αποτελεί το πεζό που παρουσιάσαμε τις προάλλες, το Βουκουρέστι: είναι το μοναδικό της συλλογής που δεν έχει πρωταγωνίστρια την πόλη αλλά ανθρώπινους χαρακτήρες.

Περισσότερα για τη συλλογή έχει γράψει ο φίλος μας ο Ρογήρος, που έκανε και την παρουσιαση στη Λέσχη Ανάγνωσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσολογοτεχνικά, Θεσσαλονίκη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 88 Σχόλια »

«Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι!» (διήγημα του Γιώργου Ιωάννου)

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2019

Το έχω ξαναπεί πως ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Τον θυμήθηκα πρόσφατα για δυο λόγους. Από τη μια, ήμουν στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη τις προάλλες. Κι έπειτα, σε μια λέσχη ανάγνωσης που έχουμε φτιάξει εδώ στην ξενιτειά συζητήσαμε προχτές το βιβλίο «Το δικό μας αίμα» από το οποίο προέρχεται και το διήγημα που θα διαβάσετε σήμερα.

Μια και ξαναδιάβασα το βιβλίο με αφορμή τη συζήτηση αυτή, δεν αποκλείεται σε ένα από τα επόμενα άρθρα να επιστρέψω στο Δικό μας αίμα και να το εξετάσω λεξιλογικά. Σήμερα όμως, που έχουμε αμιγώς λογοτεχνικό θέμα, θα βάλω ένα διήγημα από το βιβλίο, ένα διήγημα που μου αρέσει και που ξεχωρίζει από τα άλλα του βιβλίου.

Δεν εννοώ ότι υπερέχει. Εννοώ ότι όλα τα άλλα διηγήματα του τόμου είναι πολεογραφικά, έχουν πρωταγωνιστή την πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ ετούτο διαφέρει αφού διηγείται ιστορίες ανθρώπων πιο πολύ και όχι της πόλης -αν και η Θεσσαλονίκη έχει κι εδώ πρωταγωνιστική θέση.

«Βουκουρέστι, αχ, Βουκουρέστι!»

Η γιαγιά μου ήταν αντίθετη στον κομμουνισμό, το ίδιο και οι φιλενάδες της. Δεν είχανε με τους κομμουνιστές, τους μπολσεβίκους, όπως έλεγαν καμιά ιδιαίτερη μανία, ούτε και πολυθέλανε το κακό τους, τους φοβόντουσαν όμως και τους κατηγορούσαν γιατί κυνηγούσανε τη θρησκεία και τις διδασκαλίες της. Και όποιος κυνηγάει τη θρησκεία, κυνηγάει τα πάντα, έλεγαν.

Μαζεύονταν, λοιπόν, για καφέ, έστω και κριθαρένιον, και ανταλλάσσανε ή ξαναλέγανε τις παμπάλαιες πληροφορίες τους. Μια ιστορία που είχε κάνει θραύση στον κύκλο τους προπολεμικά, ήταν εκείνη με τον καλόγερο. Οι άλλες ήταν σχετικές με τις ερωτικές δραστηριότητες, τις παραλυσίες και τους εκφυλισμούς στη Σοβιετία.

Ένας Ρώσος καλόγερος, αφού υπόφερε τα πάνδεινα από τους μπολσεβίκους στις εξορίες και τις φυλακές κι αφού άκουσε βρισίδι και διαφώτιση που του πήγε καπνός κι αντάρα, άρχισε να δείχνει ότι παραδέχεται σε πολλά σημεία τις αντιθρησκευτικές απόψεις των διαφωτιστών του. Κατευχαριστημένοι εκείνοι σκέφτηκαν να τον παρουσιάσουν έτσι με τα ράσα και τα γένια στο λαό, για να μιλήσει μέσα σ’ ένα κατάμεστο στάδιο εναντίον της θρησκείας. Και πραγματικά μάζεψαν τον κόσμο και ανέβασαν σ’ ένα ψηλό βάθρο τον καλόγερο, για να τον βλέπουν όλοι. Κι αυτός, αφού πρώτα περίμενε να γίνει ησυχία απόλυτη και να στραφούνε όλα τα βλέμματα επάνω του, έβγαλε ξαφνικά από τον κόρφο του έναν μεγάλο σταυρό και υψώνοντάς τον κραύγασε προς τα πλήθη· «Χριστός Ανέστη!». Έγινε τότε πανδαιμόνιο, χαλασμός κόσμου. Οι μπολσεβίκοι αυτοστιγμεί πέσαν απάνω του και τον λιανίσαν.

Η ιστορία αυτή τελείωνε πάντα με σταυροκοπήματα, πράγμα που σήμαινε πως ο καλόγερος κατατασσόταν αυτόματα από την ομήγυρη μεταξύ των αγίων μαρτύρων. Παρόλο όμως το τραγικό και όχι απίθανο τέλος της, εγώ την έβρισκα πάντοτε λιγάκι διασκεδαστική. Και πολύ θα ’θελα να μπορούσα να είχα δει από καμιά μεριά τα μούτρα των έξυπνων αυτών υπευθύνων τη στιγμή που την πάθαιναν από τον φανατικό καλόγερο.

Ύστερα, οι γριές άρχιζαν να λένε και να λένε, ψιθυριστά, για τα σεξουαλικά όργια, που κατά τις πληροφορίες τους γινόντουσαν στη Ρωσία.

–      Χορεύουν άντρες με γυναίκες γυμνοί, λέγανε σκυφτές.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο μαυροφορεμένος χορός.

–      Χορεύουν γυμνοί άντρες με άντρες, λέγανε γουργουριστά.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο χηρευάμενος χορός.

–      Χορεύουν γυμνές γυναίκες με γυναίκες, σφύριζαν χαμηλόφωνα.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζαν όλες μαζί και

σταυροκοπιόντουσαν, ίσως γιατί έπιαναν με τη φαντασία τους την ομήγυρή τους ολόγυμνη να χορεύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 62 Σχόλια »

Γιώργος Ιωάννου: Η μόνη κληρονομιά. Και το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο.

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε κάτι λογοτεχνικό κι έτσι σήμερα θα δημοσιεύσω ένα αγαπημένο διήγημα ενός αγαπημένου συγγραφέα: Το διήγημα «Η μόνη κληρονομιά» του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) από την ομότιτλη συλλογή, που κυκλοφόρησε το 1974.

Είναι ένα διήγημα που πάντα με συγκινεί σαν το διαβάζω. Δυστυχώς στην περίπτωση του Ιωάννου η δοξασία για τη μόνη κληρονομιά επαληθεύτηκε -έφυγε κι αυτός πριν τα εξήντα του χρόνια, όπως όλοι οι αρσενικοί στο σόι του.

Το διήγημα αυτό το είχα δημοσιεύσει το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο. Σήμερα δημοσιεύεται και σε μια άλλη γωνιά του ελληνόφωνου Διαδικτύου, στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο.

Το Λογοτεχνικό ιστολόγιο ξεκινάει σήμερα το ταξίδι του στον κυβερνοχώρο, όμως έχει πίσω του μια μικρή ιστορία.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα όταν απέκτησα κι εγώ προσωπική σελίδα στο Διαδίκτυο, τον Απρίλιο του 1998, ήταν να φτιάξω έναν κατάλογο με συνδέσμους προς τα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα που υπήρχαν στο Διαδίκτυο -ελάχιστα τότε.

Σιγά σιγά, ο κατάλογος πύκνωνε, τα ονόματα των λογοτεχνών πλήθαιναν, αλλά πάντοτε τα ονόματα και τα έργα που έλειπαν ήταν πολύ περισσότερα. Έτσι, άρχισα να πληκτρολογώ ή να σκανάρω ποιήματα και σύντομα πεζά που μου άρεσαν και να τα προσθέτω στον κατάλογο.

Τα χρόνια περνούσε, η συλλογή μου όλο και πλουτιζόταν, αν και κάθε τόσο κάποιοι σύνδεσμοι έπαυαν να λειτουργούν, κάποιοι ιστότοποι καταργούνταν.

Όταν απέκτησα ιστότοπο στο όνομά μου, www.sarantakos.com, με περισσότερο διαθέσιμο χώρο, άρχισα να προσθέτω περισσότερο υλικό. Κάποια στιγμή είχα την ιδέα να ζητήσω τη βοήθεια εθελοντών, που ανέλαβαν να πληκτρολογούν κείμενα που τους έστελνα σκαναρισμένα. Την πρωτοβουλία αυτή την ονόμασα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ.

Έτσι μπορέσαμε να ανεβάσουμε πολλά εκτενή πεζά λογοτεχνικά κείμενα: Παπαδιαμάντη, Βουτυρά, αρκετά μυθιστορήματα, ανθολογίες διηγημάτων. Όπως πάντοτε συμβαίνει σε ανάλογες προσπάθειες, αρκετοί ήταν εκείνοι που εκδήλωσαν προθυμία, λίγοι ήταν οι πιο ταχτικοί συνεργάτες. Οφείλω να εξάρω ιδίως τρεις, τον Σφραγιδονυχαργοκομήτη, τη Μαρία Μ. και τον Γιάννη Π. Ο Γιάννης, μάλιστα, εφαρμόζοντας κάποιες πανέξυπνες πατέντες, μπόρεσε να επιταχύνει πολύ την ψηφιοποίηση πολυτονικών κειμένων (σε μονοτονικό φυσικά).

Τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ λειτούργησαν όλο το 2008 και το πρώτο μισό του 2009. Σταμάτησαν για δύο λόγους. Ο ένας, ότι από τον Φλεβάρη του 2009 άρχισε να λειτουργεί τούτο εδώ το ιστολόγιο που απορροφούσε πλέον όλον τον ελεύθερο χρόνο μου. Ο άλλος, ότι ο ιστότοπος sarantakos.com είχε πια εξαντλήσει τον διαθέσιμο χώρο του. Έτσι, η πρωτοβουλία σταμάτησε -αν και κατά καιρούς έπαιρνα γράμματα επισκεπτών που δήλωναν πρόθυμοι να συμμετάσχουν.

Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια. Το ιστολόγιο στο μεταξύ συνέχισε να λειτουργεί ακατάπαυστα -την τελευταία πενταετία, όπως ξέρετε, δεν έχει περάσει μέρα χωρίς καινούργιο άρθρο. Στις αρχές του 2019, ο Γιάννης Π., ο παλιός καλός συνεργάτης, έριξε την ιδέα να μετατρέψουμε τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ σε ιστολόγιο, κι έτσι να ξεπεράσουμε τα προβλήματα χωρητικότητας και ενδεχομένως να αρχίσουμε να προσθέτουμε και νέο υλικό.

Προς το παρόν έχει μεταφερθεί στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο ο κύριος όγκος των κειμένων που υπήρχαν στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ, με εξαίρεση κάποια έργα που έτσι κι αλλιώς τα βρίσκει κανείς σε ειδικούς έγκυρους ιστότοπους όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Σε δεύτερη φάση θα μεταφερθούν επίσης άλλα λογοτεχνικά κείμενα από τον παλιό μου ιστότοπο και από το παρόν ιστολόγιο ενώ θα προστεθεί και καινούργιο υλικό -ο Γιάννης έχει κατά νου τον Βλαχογιάννη.

Η νέα μορφή επιτρέπει και σχόλια, αλλά δεν θα είναι αυτός ο βασικός χαρακτήρας του εγχειρήματος. Σκοπός είναι να μείνει ένα αποθετήριο ελληνικών λογοτεχνικών κειμένων που δεν υπάρχουν αλλού στο Διαδίκτυο.

Θα υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση με το εδώ ιστολόγιο, με την έννοια ότι κάποια κείμενά του θα δημοσιεύονται και εδώ, ενώ και κάποια διηγηματα που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο θα φιλοξενηθούν και εκεί. Όμως είναι δυο διαφορετικά εγχειρήματα -άλλωστε το Λογοτεχνικό ιστολόγιο είναι συλλογικό και, για αντικειμενικούς λόγους, ο Γιάννης Π. θα είναι πιο κοντά στην καθημερινή διαχείρισή του.

Μετά από αυτή την απαραίτητη παρένθεση, το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου:

Η μόνη κληρονομιά

Τώρα που έχουν πεθάνει όλες οι γριές, γιαγιάδες και παραγιαγιάδες, τώρα βρήκαν να ξεφυτρώσουν μέσα μου ένα σωρό απορίες βαθιές για πρόσωπα και πράγματα παλιά και για πάντα σβησμένα. Όσο ζούσαν εκείνες, δεν ξέρω γιατί, σχεδόν τίποτα δεν ήθελα να ρωτήσω. Η αλήθεια είναι πως κι οι ίδιες δεν έδειχναν προθυμία να μου τα πουν. Τυχαία μόνο τις άκουγα να λένε μεταξύ τους για τους προγόνους και τα παλιά, σαν τις κυρίευε η νοσταλγία και το παράπονο για τη βασανισμένη ζωή, που τους ήταν γραμμένο να κάνουνε στα στερνά τους στην προσφυγιά. Αυτό σχεδόν με εξόργιζε. Θαρρούσα πως κατηγορούσαν πλάγια τις συνθήκες ζωής που είχαμε εξασφαλίσει. Άνοιγα τότε το στόμα μου κι εγώ κι αράδιαζα αστόχαστα διάφορα πράγματα πικρά και περιγελαστικά για τα πρωτόγονα, όπως νόμιζα, μέρη απ’ όπου είχαμε ξεριζωθεί άγρια. Εκείνες όμως διαμαρτύρονταν σφοδρά, φέρνοντας στο φως, απάνω στην αγανάκτησή τους, περιγραφές που έδειχναν μια ζωή πολύ ανώτερη, και προπαντός ευγενικότερη, απ’ αυτήν της ρωμέικιας κοινωνίας, όπου βουρλιζόμαστε ανελέητα, χωρίς ανάπαυλα, όλοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Κείμενα, Λογοτεχνία, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , | 145 Σχόλια »

Σαπφώ (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2018

Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα «Ο Ευριπίδης της ταφής» του θεσσαλονικιού Κωστή Ανετάκη. Πριν από λίγες μέρες, ο Ανετάκης μου έστειλε ένα καινούργιο διήγημά του που, όπως μου είπε, είναι εμπνευσμένο από την πρόσφατη τραγική δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου.

Σαπφώ

Η Σαπφώ, ο Θεός ν’ αναπαύει την ψυχούλα της, αυτή μ’ έκανε άνθρωπο. Η μάνα μου, ο κόσμος μου ολάκερος. Μοναχή μ’ ανέστησε με χίλια βάσανα· έκοβε τη μπουκιά της να με ταΐσει, φόραγε κείνη κουρέλια για να με στέλνει ευπρεπισμένο στο σκολειό, μη με προγκάνε τα καλόπαιδα. Παραδουλεύτρα σε σπίτια, μερονυχτίς, τα ’φερνε βόλτα τσίμα τσίμα.

Μα αγάπη είχε περίσσια για όλους και δεν την τσιγκουνευόταν. Σκόρπαγε διπλοπάλαμα φροντίδα, τρυφεράδα, συμπόνια, κι είχε ένα γέλιο να χαρίσει στον καθένα· μέχρι και στ’ αδέσποτα της γειτονιάς, που τρέχανε ξοπίσω της κοπάδι, σαν οσμίζονταν τη γερτή κατάκοπη φιγούρα της να στρίβει τη γωνιά. Και τη μερίδα του λέοντος, απ’ την τόση χάρη, τη φύλαγε για ελόγου μου. Τίποτα δε μου ’λειψε, κι ας μην είχα δεύτερο παντελόνι κι ας φορούσα τρία νούμερα μεγαλύτερο παπούτσι, μέχρι να μεγαλώσει το ποδάρι μου, να το γιομίσει.

Ποτέ της δεν με κακοκάρδισε, δε με μάλωσε, δε μου τις έβρεξε. Πάντα με το καλό, με τον γλυκό το λόγο, με το παραμύθι και το παράδειγμα μ’ ανάτρεφε. Μονάχα μια φορά έγινε μαζί μου αυστηρή. Γιατί υπάρχουνε μαθήματα που μόνο με τον σκληρό τρόπο μπορείς να τα πάρεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , | 176 Σχόλια »

Γέεννα (του Ισίδωρου Ζουργού)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2018

Λογοτεχνικό θέμα ζητάει η ημέρα αλλά ακόμα μας κυνηγάει η κάπνα από την πυρκαγιά. Κάτι ανάλαφρο, που είχα διαλέξει από την περασμένη κιόλας Κυριακή, θα ήταν αταίριαστο -το μεταθέτω λοιπόν για την επόμενη Κυριακή και για σήμερα διαλέγω τη λογοτεχνική παρουσίαση μιας ιστορικής πυρκαγιάς, της πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 1917, όπως μας την αφηγείται ο Ισίδωρος Ζουργός στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Λίγες και μία νύχτες«.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ζουργός παρακολουθεί τη ζωή του Λευτέρη, ενός πανέξυπνου Θεσσαλονικιού, γεννημένου στα τέλη του 19ου αιώνα, που σημαδεύεται πολύ νέος από έναν αταίριαστο έρωτα. Η πυρκαγιά του 1917 τον βρίσκει να έχει μια υποτυπώδη επιχείρηση πρακτόρευσης εφημερίδων ενώ ταυτόχρονα είναι δεξί χέρι του ντονμέ Αλπερέν Μπέη αλλά κρυφά έχει δεσμό και με την κόρη του. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο παίζει φυσικά και η πόλη, η Θεσσαλονίκη, και ιδίως η οδός Εξοχών, η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας.

Ο Ζουργός αφιερώνει στην πυρκαγιά ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί Γέεννα. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος από το κεφάλαιο αυτό.

Γέεννα

Κυριακή 7 Αυγούστου 1917

Ο Θόδωρος, ο αμαξάς του Αλπερέν μπέη, δε θυμόταν να είχε δει τον Λευτέρη άλλη φορά σε τέτοιο χάλι. Κό­ντευε έξι το απόγευμα όταν πέρασε τη σιδερένια καγκελόπορτα και προχώρησε στον κήπο. Δε φορούσε σακάκι και το πουκάμισό του ήταν γεμάτο κάπνα και χώματα. Από το ένα του παπούτσι είχε φύγει το τακούνι κι αναγκαστικά στραβοπατούσε. 0 αμαξάς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει, ού­τε καν να τον καλησπερίσει. Ήταν φανερό ότι είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Άλλωστε ποιος είχε κοιμηθεί τέτοια νύχτα;

«Είναι μέσα ο μπέης;» τον ρώτησε καθώς έτριβε τα μάτια του που ήταν κόκκινα απ’ τους καπνούς και το ξενύχτι.

«Μέσα είναι, Λευτέρη. Τι θεομηνία είναι πάλι αυτή;»

Κούνησε μόνο το κεφάλι και προχώρησε. Χωρίς αμφιβο­λία θα του είπαν «Καλησπέρα» τα πεύκα και τα τριαντά­φυλλά του· σίγουρα θα περίμεναν ένα χάδι του καθώς περ­νούσε από μπροστά τους. Δεν τους μίλησε, παρά έριξε μια γρήγορη ματιά για να βεβαιωθεί ότι εκεί στη βίλα ο κόσμος παρέμενε ο ίδιος και δεν τον είχε μαυρίσει η κόλαση της φω­τιάς, που από χθες το μεσημέρι κατάπινε έναν έναν τους δρό­μους της πόλης, τα ξύλινα φτωχόσπιτα, τις αυλές, τα δέντρα, τα μέγαρα με τους κίονες και τις μετόπες… Ευτυχώς στον περίβολο της έπαυλης νικούσε ακόμη το πράσινο. Εκεί μαύ­ρο ήταν μόνο το λαντό, που το είχε έτοιμο ο Θόδωρος για κά­θε ενδεχόμενο, κι εκείνο το κομμάτι του ουρανού που έβλε­πε προς τη Δύση και το Λιμάνι, εκεί όπου ακόμη μαινόταν η μεγάλη πυρκαγιά.

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια χωρίς να σκουπίσει τα παπούτσια του και χτύπησε το ρόπτρο της λευκής εξώπορ­τας. Του άνοιξε η Μίρζα κι όχι η υπηρέτρια, γιατί ήταν οι ώρες τέτοιες που έμπαινε στο περιθώριο η κοινωνική εθιμο­τυπία.

«Είναι στο γραφείο και νομίζω σε περιμένει», του είπε χω­ρίς καν να τον καλησπερίσει.

«Ευχαριστώ», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του και προχώρησε στον διάδρομο.

«Λευτέρη!» άκουσε πάλι τη φωνή της και κοντοστάθηκε. «Ό,τι έχεις να του πεις, με τρόπο σε παρακαλώ. Δεν πλησία­σε στο κρεβάτι του από χθες».

Άκουσε τα βήματά της πίσω απ’ την πλάτη του.

«Θέλω να ’μαι κι εγώ μπροστά. Τι κι αν είμαι γυναίκα; Έχω νομίζω το δικαίωμα…»

Μια πνοή αέρα που κουβαλούσε η φωνή της του δρόσισε τον λαιμό.

«Κι εγώ σε θέλω εκεί μέσα», της είπε. «Ας ελπίσουμε να μην έχει αντίρρηση».

Η Μίρζα τον προσπέρασε αθόρυβα και στάθηκε στην πόρ­τα του γραφείου του. Χτύπησε και του έκανε νόημα να πε­ριμένει. Την είδε να μπαίνει και ν’ αφήνει πίσω της την πόρ­τα μισάνοιχτη. Προχώρησε προς το άνοιγμά της, κι από κει είδε το μισό γραφείο κι ένα κομμάτι απ’ τη βιβλιοθήκη του. Η φωνή της ακουγόταν καθαρά, αλλά δεν πολυκαταλάβαινε γιατί μιλούσαν τούρκικα ανάκατα με λαντίνο. Αυτό που σί­γουρα ήξερε ήταν πως τον ενοχλούσε πια να στέκεται πίσω από μισάνοιχτες πόρτες και να κρυφακούει. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »

Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2018

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε ήμουν στη Θεσσαλονίκη και επισκέφτηκα φυσικά τη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου. Το χάρηκα πάρα πολύ, διότι δεν είναι μια έκθεση όπως εκείνες του Ζαππείου: υπάρχουν βεβαίως περίπτερα εκδοτικών οικων και αγοράζεις βιβλία, όμως γίνονται συνεχώς εκδηλώσεις, ομιλίες και παρουσιάσεις, πολλες ταυτόχρονα, που ένιωθα σαν παιδί σε μαγαζί με παιχνίδια, μεγάλη δυσκολία είχα να διαλέξω τι θα παρακολουθήσω.

Τελικα προτίμησα να ρίξω το βάρος στις συζητήσεις με γνωστούς και φίλους, που είτε συμμετείχαν στην έκθεση είτε ειχαν πάει κι αυτοί ως θεατές. Ομως παρακολούθησα και λίγες παρουσιάσεις, ανάμεσά τους κι αυτήν που αφορούσε τις νέες εκδόσεις του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, με ομιλητές τον Γ. Κεχαγιόγλου και την Σωτηρια Σταυρακοπούλου. Σε δική της επιμέλεια και το καινούργιο βιβλίο Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου, που θα σας παρουσιάσω σήμερα.

Η έκδοση αυτή είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», το 11ο βιβλίο της σειράς. Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο βιβλίο της ίδιας σειράς, τον Έπαινο των γυναικών, κατά σύμπτωση πάλι σε επιμέλεια της Σωτ. Σταυρακοπούλου. Όλα τα βιβλία της σειράς χαρακτηρίζονται από υποδειγματική επιμέλεια, εκτενή εισαγωγή και επίμετρο, ενώ, το είχαμε συζητήσει και παλιότερα, υπάρχει αντικριστά και η μετάφραση του κειμένου στα σημερινά νεοελληνικά, μια επιλογή που ίσως ξενίσει κάποιους -αφού το κείμενο πολύ μικρή δυσκολία πρέπει να παρουσιάζει για τον σημερινό αναγνώστη.

Ο Μπερτόλδος είναι το πρωτο πεζό κείμενο της σειράς του ΙΝΣ. Οι επιμελητές έχουν θέσει ως όρο απαράβατο τα κείμενα που παρουσιάζονται στη σειρά να μην ξεπερνούν τους 1000 στίχους τα έμμετρα ή τις περίπου 30 σελίδες τα πεζά κι αυτό σήμαινε ότι δεν παρουσιάζεται ολόκληρο το κείμενο αλλά ανθολογούνται τα καλύτερα κομμάτια. Εκδοτική απόφαση είναι αυτή, που συζητιέται.

Δεν είναι πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, αλλά ανώνυμη μετάφραση από το ιταλικό Le sottilissime astuzie di Bertoldo (1606) του Iταλού Giulio Cesare dalla Croce, που κι αυτο βασίζεται σε παλιότερα αναγεννησιακά κείμενα (στην Εισαγωγή θα βρείτε άφθονες πληροφορίες). Η ελληνική μετάφραση τυπώθηκε σε βιβλίο το 1646 και εγινε δημοφιλέστατο λαϊκό ανάγνωσμα επί αιώνες, με πάμπολλες εκδόσεις. Ο μεταφραστής πάντως έχει και μερικά λαθάκια που δείχνουν όχι τέλεια γνώση της ιταλικής -για παράδειγμα, στο Προοίμιο (θα το δείτε πιο κάτω), το l’esercito di Serse το αποδίδει «άσκησην του Ξέρξου» ενώ πρόκειται για τον στρατό, την εκστρατεία.

Ο Μπερτόλδος βεβαια εχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά -η επισκόπηση της βιβλιογραφίας υπάρχει στο βιβλίο. Πολύ καλή είναι η έκδοση του Α. Αγγέλου στη εξαιρετικη παλιότερη σειρά της ΝΕΒ, η οποια μαλιστα περιλαμβάνει και τις περιπέτειες του Μπερτολδίνου, γιου του Μπερτόλδου (επόμενο έργο του ίδιου συγγραφέα) ενώ στα google books μπορειτε να βρειτε μια απο τις αμέτρητες επανεκδόσεις της πρώτης μετάφρασης, με κάποιες διορθώσεις σε σχέση με το αρχικό κείμενο (με χρονολογία 1836).

Ο Μπερτόλδος είναι ένας κακάσχημος αλλά πανέξυπνος χωρικός, που καταφθάνει με τον γάιδαρό του στην αυλή του βασιλιά της Λομβαρδίας. Ο βασιλιάς, για να διασκεδάσει μαζί του, του κάνει αλλεπάλληλες ερωτήσεις και του βάζει διάφορες δοκιμασίες, στις οποιες αυτός καταφέρνει και αντεπεξέρχεται χάρη στην ευστροφία του. Το ίδιο γίνεται στη συνέχεια με τη βασίλισσα. Όλο το βιβλίο είναι μια σειρά από τέτοια επεισόδια. Θριαμβευτης τελικά ο Μπερτόλδος προσλαμβάνεται αυλικός σύμβουλος του βασιλιά -αλλά αμάθητος στο καλό φαΐ και στην καλοπέραση αρρωσταίνει κι όταν οι γιατροί της αυλής δεν σκέφτονται να του χορηγησουν το συνηθισμένο του φάρμακο, φασόλια με κρεμμύδια, πεθαίνει και θάβεται με μεγάλες τιμες.

Ο Μπερτόλδος, σαν δημοφιλέστατο ανάγνωσμα, άφησε ίχνη και στη γλώσσα, κυρίως ως μπερτόδουλος (παρετυμολογία με το δούλος). Ήρωας με το ονομα Μπερτόδουλος υπάρχει στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ενώ τον υπουργο της κυβέρνησης Στεφανόπουλου (αποστατών) Χρήστο Αποστολάκο τον έλεγαν Μπερτόδουλο κοροϊδευτικά επειδή κυκλοφορούσε φορώντας μια μπέρτα. Αυτά, το 1965-66.

Το μοτίβο του έξυπνου δούλου ή υπηρέτη που συντροφεύει τον αριστοκράτη αφέντη του υπάρχει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, σε πολλά αλλα κλασικά έργα, επώνυμα και ανώνυμα, από τον βίο του Αισώπου έως τον Δον Κιχώτη ή τον Καραγκιόζη, για να μην αναφερω και τον Τζιβς του Wodehouse. Στο επίμετρο, η Σ. Σταυρακοπούλου βρίσκει επίσης αναλογίες με τις αστείες διηγήσεις του Νασρεντίν Χότζα και τον κ. Κόινερ του Μπρεχτ ενώ θυμίζει ότι τον Μπερτόλδο τον έχει διασκευάσει στη σκηνή και ο Γιώργος Σκούρτης.

Ο Μπερτόλδος διαβάζεται και σήμερα, αλλά αμφιβάλλω αν θα γελάσουν πολλοί με τις «υψηλότατες πανουργίες» του. Όπως έχω γράψει και όταν παρουσίασα τον Φιλόγελο, που είναι ένας ακόμα πρόγονος του Μπερτόλδου, δεν γελάμε με τα ίδια πραγματα που γελούσαν οι προπροπροπροπαππούδες μας.

Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο του ΙΝΣ είναι μια πολύ καλή δουλειά, που αξίζει να το προσέξουν όσοι ενδιαφέρονται για τα παλιότερα νεοελληνικά κείμενα.

Να μου επιτραπεί εκτός από τους επαίνους να επισημάνω κι ένα λαθάκι. Στη σελ. 53, σε μια επισκόπηση των αναφορών στον Μπερτόλδο από λογοτέχνες, διαβάζουμε: «Σε κείμενα του Κώστα Βάρναλη, το 1892, και του Μ.Ι.Γεδεών, την ίδια εποχή, βρίσκουμε αναφορές στους ‘πλανεμπόρους’, τους πλανόδιους βιβλιοπώλες/γυρολόγους (colporteurs), που διακινούσαν μαζί με τις άλλες ‘φυλλάδες’ και τον Μπερτολδο

Πιθανόν να έχει γραψει ο Βάρναλης για τον Μπερτολδο αλλά όχι το 1892 όταν ήταν 8-9 χρονών. Όμως, μια και το έφερε η κουβέντα, να αναφέρω δυο συναντήσεις Βάρναλη και Μπερτόλδου που τις βρίσκω στα κιτάπια μου:

* Στην Αληθινή απολογία του Σωκράτη, ο Β. κάνει έναν ωραίο αναχρονισμό, αφού βάζει τον Σωκράτη να λέει (σε ενα απόσπασμα όχι κολακευτικό για τη συλλογική σοφία): Κι αν είσαστε κολλημένοι πεντακόσοι διαλεχτοί σοφοί (Σωκράτηδες να πούμε), δε θα κάνατε μισό Μπερτόλδο· όχι τώρα που ’σαστε πεντακόσοι Μπερτόλδοι.

* Σε ένα χρονογράφημα της εποχής του πολέμου του 1940, ο Βάρναλης αναρωτιέται «αν οι γενναίοι φασίστες θα μπούνε στην Ελλάδα όπως μπήκε κάποτε ο συμπατριώτης τους ο Μπερτόλδος στο δωμάτιο του βασιλιά του: με τη ράχη».

Παραθέτω, πρώτα, το προοίμιο του Μπερτολδου, αφενός στο πρωτότυπο και αφετέρου σε μετάφραση σε σημερινή γλώσσα:

Εδώ, ω φιλάνθρωπε διαβαστά, δεν σου διηγούμαι την κρίσην του Πάριδος, μήτε την αρπαγήν της Ελένης, μήτε τον εμπρησμόν της Τροίας, αλλ’ ούτε το πέρασμα του Αινείου εις την Ιταλίαν, όχι τας μεγάλας πλάνας του Οδυσσέως, όχι τα μαγικά έργατα της Κέρκης, όχι τον χαλασμόν της Καρθαγένης, όχι την άσκησην του Ξέρξου, όχι τας δοκιμάς του Αλεξάνδρου, όχι την δύναμην του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Μάριου, όχι τα θαυμαστά τραπέζια του Λουκούλου, όχι τας μεγάλας μοίρας του Σιπιόνου, μήτε τα νικητήρια του Καίσαρος, μήτε την τύχην του Οτταβιάνου, επειδή και αι Ιστορίαι τέτοια καμώματα μας φανερώνουσιν, διαβάζοντές τας με πολλήν ηδο­νήν. Όμως, αν καλά και της παρισταίνω ομπροσθά έναν χωριάτην άσχημον και τε­ρατώδη, αλλά επιμελή και πανούργον, και νουν υψηλότατον, εις τόσον ότι, συγκρίνοντας και ομοιάζοντας την ασχημάδιαν του κορμιού του με την ομορφάδαν της ψυ­χής του, ημπορείς να ειπείς, καλέ μου διαβαστά, ότι αυτός ομοιάζει ενός σακιού από χοντρόπανον, ενδυμένον από μέσα με μετάξιον και χρυσάφιον. Εδώ θέλεις ακούσει πανουργίας, νεύματα, αποφάσεις, επιχειρήματα, παροιμίας και στρατηγήματα (ήγουν πανουργεύματα των σολδάτων) υψηλότατα, τα οποία δεν παρακινούσι μόνον να θαυ­μάζει τινάς, αλλά να έβγει από τον νουν του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίον, διατί από τούτο θέλεις εβγάλει γλυκά ξεφαντώματα και ακαρτερήματα, επειδή και το έργον είναι πολλά αρεστόν και χαρούμενον.

Και η «μετάφραση»:

Στο βιβλίο αυτό, καλοπροαίρετε αναγνώστη, δεν σου διηγούμαι την απόφαση του Πάρη, ούτε την αρπαγή της Ελένης, ούτε την πυρπόληση της Τροίας, μα ούτε την αποβίβαση του Αινεία στην Ιταλία, ούτε τις πολύχρονες περιπλανήσεις του Οδυσσέα, ούτε τις μαγικές πράξεις της Κίρκης, όχι την καταστροφή της Καρχηδόνας, όχι την εκστρατεία του Ξέρξη, όχι τα κατορθώματα του Αλέξανδρου, όχι τη δύ­ναμη του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Γάιου Μάριου, όχι τα θαυμαστά συμπό­σια του Λούκουλου, όχι τη μεγαλειώδη μοίρα του Σκιπίωνα του Αφρικανού, μήτε τα επινίκια του Ιούλιου Καίσαρα, μήτε την καλοτυχία του Οκταβιανού Αύγουστου, επειδή τέτοιες πράξεις μάς τις προβάλλουν τα ιστορικά έργα, που τα διαβά­ζουμε με μεγάλη τέρψη. Ωστόσο, μολονότι σας παρουσιάζω έναν χωριάτη άσχη­μο και τερατόμορφο, αλλά ενεργητικό και πανούργο, και με μυαλό οξυδερκέστατο, τόσο, που αν συγκρίνεις και παραβάλεις την ασχήμια του κορμιού του με την ομορφιά της ψυχής του, μπορείς να πεις, καλέ μου αναγνώστη, ότι αυτός μοιάζει με ένα τσουβάλι υφασμένο από χοντρό πανί, ντυμένο όμως από μέσα με φόδρα μεταξωτή και χρυσή. Εδώ θα ακούσεις πανουργίες, υπαινιγμούς, αποφθέγματα, εγχειρήματα, παροιμίες και στρατηγήματα εξυπνότατα, που όχι απλώς παρακι­νούν κάποιον να θαυμάσει, αλλά τον κάνουν και να χάσει το μυαλό του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίο, γιατί θα κερδίσεις από αυτό γλύκες απολαύσεις και προσ­δοκίες, μια και το έργο είναι αξιαγάπητο και διασκεδαστικό.

* Ασφαλώς το σημερινό κείμενο διαβάζεται πιο εύκολα, αλλά το πρωτότυπο έχει το άρωμα της εποχής και ίσως η αφέλεια της γλώσσας να βοηθάει στο κωμικό αποτέλεσμα. Τα επόμενα αποσπάσματα τα παραδίδω μόνο στο πρωτότυπο, χωρίς μετάφραση.

Ομορφάδες του Μπερτόλδου.

Ο μισέρ Μπερτόλδος ήτον τέτοιος: μικροπρόσωπος, χοντροκέφαλος, ολοστρόγγυλος σαν φούσκα, το μέτωπόν του ζαρωμένον. Τα μάτια του κόκκινα σαν φωτία, τα φρύ­δια του μακρά και άγρια σαν γουρουνότριχες, τα αυτιά του γαϊδουρινά, μεγα­λόστομος, στραβόστομος, με τα χείλη κρεμασμένα κάτω σαν του αλόγου, τα γένια του συχνά και πολλά αποκάτω εις το πιγούνι του, και έπεφταν σαν εκείνα του τράγου, η μύτη του στραβή και ασηκωμένη απάνω με τες τρύπες της μύτης πλατείες. Τα δόντια του όξω σαν των καπρίων, με τρία ή τέσσαρα χοντρά αποκά­τω εις τον λαιμόν, τα οποία, οπόταν εμίλουνε, εφαινόντησαν σαν τόσα τσουκά­λια οπού να έβραζαν. Είχε τα ποδάρια του τραγίτικα, μακρά και πλατέα σαν του Σάτυρου, και όλον του το κορμίον μαλλιαρόν, τα καλτσούνια του ήτον από χοντρόν μπαμπάκιον, όλα μπαλωμένα, τα παπούτσια του υψηλά και στολισμένα με χοντρά κομμάτια. Εις κοντολογίαν, ετούτος ήτον όλως διόλου το εναντίον του Ναρ­κίσσου.

* με τρία ή τέσσαρα χοντρά = τρία-τέσσερα εξογκώματα

Πανουργία ομορφότατη του Μπερτόλδου, εις το να γυρίσει ομπροσθά εις τον βασιλέα κατά τον τρόπον οπού του είπεν.

 

Ήλθε το ταχύ, και ο Μπερτόλδος εφάνη ομπροσθά εις τον βασιλέα, τυλιμένος μέσα σε ένα δίχτυον οπού ψα­ρεύουν, και ο βασιλεύς, σαν τον είδεν εκεί μέσα, λέγει του:

Βασιλεύς: Διατί εσύ εφάνης ομπροσθά μου έτσι;

Μπερτόλδος: Δεν μου είπες εσύ ότι εγώ να γυρίσω τούτην την ταχινήν σε σέναν έτσι, να μην είμαι μήτε γυμνός μήτε εντυμένος;

Β: Ναι, είπα.

Μπ: Και νά ’μαι, τυλιμένον σε τούτο το δίχτυον, με το οποίον μέ­ρος από τα μέλη μου σκεπάζονται και μέρος φαίνονται.

[…]

Β: Πόσους χρόνους έχεις εσύ;

Μπ: Όποιος μετρά τους χρόνους του, κάνει λογαριασμόν με τον θάνατον.

Β: Ποιον είναι το ασπρύτερον πράγμα οπού να είναι;

Μπ: Η ημέρα.

Β: Περισσότερον από το γάλα;

Μπ: Περισσότερον από το γάλα, και από το χιόνι ακόμα.

Β: Αν εσύ δεν με κάμεις να το ιδώ ετούτο, θέλω να κάμω να σε δεί­ρουν δυνατά.

Μπ: Ω δυστυχία και κακοριζικία των αυλών!

* τούτην την ταχινήν = σήμερα το πρωί

Πανουργία υψηλότατη του Μπερτόλδου, διά να μην πάρει ραβδιές.

Επήγε το λοιπόν ο Μπερτόλδος και έπιασεν ένα σίκλον γάλα και κρυφά τον ήφερεν εις την κάμαραν του βασιλέως και έκλεισεν όλα τα παραθύρια, και ήτον μεσημέριον, και, εμβαίνοντας ο βασιλεύς εις την κάμαραν, εσυνέβη να σκουντρίσει εις τον άνωθεν σίκλον του γάλατος και το ξαναγύρισεν όλον και ολίγον έλειψεν να μην πέσει με το μούτρον εις την γην. Όθεν, όλος θυμωμένος έκαμε να ανοίξουν τα παραθύρια και, βλέποντας εκείνον το γάλα χυμένον εις την γην και εκείνος πως εχτύπησε σε εκείνον τον σίκλον, άρχισεν να χουάζει, λέγοντας:

Β: Ποιος εστάθη εκείνος οπού έβαλεν εκείνον τον σίκλον το γάλα εις την κάμαράν μου και έκλεισεν τα παραθύρια, διά να σκουντρίσω εγώ μέσα;

Μπ: Εγώ εστάθηκα εκείνος, διά να σου δείξω πως η ημέρα είναι πλέον άσπρη και πλέον καθαρή από το γάλα. Διατί, αν ίσως και το γάλα ήτον ασπρύτερον από την ημέραν, εκείνο ήθελε σου ψέξει εις την κάμεραν, και δεν ήθελες κτυπήσει εις τον σίκλον, σαν έκαμες.

Β: Εσύ είσαι ένας πονηρός χωριάτης και κάθε καλαθιού ηυρίσκεις το χέρι του. Αμή τις είναι εκείνος οπού έρχεται εδώ; Αυτός είναι χωρίς άλλον ένας στελμένος από την βασίλισσαν και κρατεί μίαν γραφήν εις το χέρι του. Τραβίσου κάμπο­σον σε μίαν μερίαν, διά να καταλάβω τό λέγει ετούτος.

σίκλος: κουβάς

να σκουντρίσω: να σκοντάψω

Posted in Βάρναλης, Θεσσαλονίκη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 82 Σχόλια »

Εβραίικη φτώχεια (του Χρήστου Χρηστοβασίλη)

Posted by sarant στο 29 Απριλίου, 2018

Πριν από μερικές μέρες, καθώς συζητουσαμε για το βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ και τους Εβραίους εργάτες που ίδρυσαν τη Μπουντ, η συζήτηση ήρθε στους Εβραίους προλετάριους και ο φίλος μας ο Κόρτο ανέφερε στα σχόλια μια σειρά ανταποκρίσεων του Χρήστου Χρηστοβασιλη από την οθωμανική Θεσσαλονίκη, στις οποιες επισης θίγεται το θέμα των φτωχών Εβραίων -κόντρα στο στερεότυπο που θέλει ολους τους Εβραίους να ειναι πλούσιοι ή έστω μονομανείς με το χρήμα. Θυμηθηκα με την ευκαιρία ένα μικρο απόσπασμα από το «προλεταριακό» μυθιστόρημα Jews without Money του Μάικλ Γκολντ, που είχα μεταφράσει στα νιάτα μου (για μια ανθολογια αμερικάνικης προλεταριακής λογοτεχνιας) και ζήτησα απο τον φιλο μας τον Κόρτο να δει αν μπορει να πληκτρολογήσει κάτι να το ανεβάσουμε εδώ.

Ο Κόρτο μού έστειλε λοιπόν τη σημερινή συνεργασία -τον ευχαριστώ πολύ και τη δημοσιεύω. Βέβαια, μέσα στη βδομάδα είχαμε και ένα ακόμα άρθρο (όπου η συζήτηση ακόμα συνεχίζεται) περί αντισημιτισμού, αλλά πρόκειται για καθαρή σύμπτωση.

Εκτος από την ανταπόκριση του Χρηστοβασιλη, ο Κόρτο έστειλε και εκτενή εισαγωγή, οποτε εγω καλό ειναι να μην μακρηγορήσω. Να πω πάντως ότι ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937) ήταν σημαντικός λογοτέχνης και δημοσιογράφος, λίγο μεγαλύτερος από τον Κρυστάλλη, που έγραψε εκτενώς για την Ήπειρο. Σημειώνω επίσης με κάποια απορία την πληροφορία του Χρηστοβασίλη ότι στην οθωμανική Θεσσαλονίκη του 1890 είχαν μεταναστεύσει Εβραίοι απο τη Ρωσία.

Πέρα απο το μονοτονικό, δεν άλλαξα την ορθογραφια του πρωτοτύπου. Ίσως γερνάω.

ΕΒΡΑΙΙΚΗ ΦΤΩΧΕΙΑ (του Χρήστου Χρηστοβασίλη)

Πρόλογος:

Το ακόλουθο κείμενο του Χρήστου Χρηστοβασίλη ανήκει σε μία σειρά επιστολών δημοσιογραφικού χαρακτήρα, με γενικό τίτλο «Εντυπώσεις εκ Θεσσαλονίκης», τις οποίες συνέταξε ο συγγραφέας κατά την επίσκεψή του στην πόλη το 1894. Η σειρά αποτελείται από ένδεκα ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις, στις οποίες κατά κύριο λόγο περιγράφονται διάφορες όψεις της τότε πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας.

Η πρώτη δημοσίευση των επιστολών έγινε μόλις το 2007, από τις εκδόσεις «ΡΟΕΣ/ οι Ηπειρώτες», στο βιβλίο1 «Περί Εβραίων», με αναλυτική και κατατοπιστική εισαγωγή της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου και φιλολογική επιμέλεια της Δροσιάς Κατσίλα, εγγονής του Χρηστοβασίλη και μελετήτριας του έργου του, η οποία ανέσυρε τα κείμενα αυτά από το ιδιωτικό αρχείο του Αλέξη και της Ντόρας Μπακοπούλου, επίσης εγγονών του συγγραφέα. Όπως σημειώνεται από την Δ. Κατσίλα, δεν είναι γνωστό αν πράγματι υπήρξε ποτέ κάποιος αποδέκτης των επιστολών. Πάντως στην εισαγωγή της παραπάνω έκδοσης, η Φ. Αμπατζοπούλου εικάζει βάσιμα ότι οι επιστολές γράφηκαν για λογαριασμό της εφημερίδας «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη, με την οποία συνεργαζόταν ο Χρηστοβασίλης, αλλά τελικά δεν δημοσιεύτηκαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Εφημεριδογραφικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 119 Σχόλια »

Ο Ευριπίδης της ταφής (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2017

Παρουσιάζω σήμερα ένα διήγημα του Κωστή Ανετάκη, που δεν τον γνωρίζω «στην πραγματική ζωή», ούτε σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, αλλά παρακολουθεί τα άρθρα του ιστολογίου μέσα από το Φέισμπουκ και τα σχολιάζει συχνά, όπως και τις άλλες δημοσιεύσεις μου εκεί.

Τις προάλλες ο Κωστής μού έδειξε το διήγημα, ζητώντας τη γνώμη μου για ορισμένα γλωσσικά θέματα. Επειδή μού άρεσε, κι επειδή βρήκα πως έχει κάτι σπάνιο για τα πεζογραφήματα της εποχης μας, δηλαδή χιούμορ,  έστω και μαύρο, του ζήτησα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο, πράγμα που κάνω σήμερα.

Όπως θα δείτε, η δράση εκτυλίσσεται στο σήμερα ή μάλλον στο κοντινό μέλλον αφού γίνεται μια παρεμπίπτουσα αναφορά στην έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Επίσης, εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη -κι έτσι μερικές λέξεις που ανήκουν στη ‘βορειοελλαδική κοινή’ εξηγούνται από τον συγγραφέα σε υποσημειώσεις.

Ο Ευριπίδης της Ταφής

Η εποχή απαιτούσε μιαν εικόνα
του επιταχυνόμενου μορφασμού της
Έζρα Πάουντ

Ήμουν ευτυχισμένος κείνο το βράδυ. Καιρό είχα να αισθανθώ τέτοια χαρμονή, τόση ανάταση. Έσφιξα τα δόντια μην τ’ αφήσω να φανεί. Θα ’ταν αντιεπαγγελματικό, σόλοικο αναμφίβολα. Πάσκισα να πειθαρχήσω τ’ ακρόχειλα, που με θράσος ξεχαλινωμένο έπαιρναν την ανηφοριά μόλις άφηνα την προσοχή μου κομματάκι ν’ αποσπαστεί.

Ο αρκουδόκορμος άντρας με βοήθησε στο φόρτωμα. Σφάλισα τις πόρτες του βαν, έβγαλα οχτώ πενηντάρικα απ’ την τσέπη και του τα πάσαρα στα μουλωχτά. Έμπειρος, τα γράπωσε με την ίδια κίνηση που μου ’κανε χειραψία.

«Χάρηκα για τη συνεργασία, να ’χεις το νου σου αν προκύψει οτιδήποτε» χαμογέλασα όσο πιο ουδέτερα μπορούσα. Δεν είναι να δίνεις θάρρος σε τέτοια καρτάλια[1].

«Πάντα στη διάθεσή σου» έκανε κείνος με κρύα φωνή και τσέπωσε το ζεστό παραδάκι. Μου γύρισε την πλάτη και χώθηκε ξανά στην πίσω εξώπορτα του καλόγουστου μοντέρνου χτίριου. Πήγα να τονε σιχτιρίσω μέσα απ’ τα δόντια μου μα συγκρατήθηκα, μη γκαντεμιάσω τη στιγμή.

Κάθισα πίσω απ’ το τιμόνι και γύρισα το κλειδί στη μίζα. Διέσχισα τη φαρδιά αυλή ως την πύλη. Ο νυχτοφύλακας ανέβασε την μπάρα και με χαιρέτισε με μια βαριεστημένη κίνηση του χεριού. Ανταπέδωσα και πάτησα απαλά το γκάζι.

Μόλις τότε αφέθηκα να εκδηλωθώ. «Γιες, γιες, γιες, ρε γαμώτο μου» έκανα με τη γροθιά σφιγμένη στον αέρα, σαν Ελληνοαμερικανός μπασκετμπολίστας που πέτυχε τρίποντο με την κόρνα της λήξης. Γιατί κάπως έτσι ήτανε τα πράματα. Αν δεν τα είχα καταφέρει και τούτη τη φορά, δε θα ’χα άλλην ευκαιρία. Ξεφύσησα μ’ ανακούφιση.

Μόλις απομακρύνθηκα λίγο, έβαλα στο ηχοσύστημα τις ροκιές μου, ανέβασα την ένταση κι άρχισα να ταρακουνάω πάνω κάτω το κεφάλι στο ρυθμό. Χέντριξ, Μόρισον, Γκάλαχερ, Λέμι… Ο κολλητός μου, ο Παντελής, με δούλευε για τούτα μου τα γούστα: «Μουσική για γέρους ακούς, φιλαράκι, δαύτοι είναι πεθαμένοι από καιρό».

Βγήκα στον κεντρικό δρόμο του Πανοράματος κι άρχισα ν’ ανηφορίζω προς Εξοχή. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπω στον Περιφερειακό για να φτάσω στη Νεάπολη, στα κεντρικά γραφεία. Μια βουνίσια αυτοκινητάδα ήταν ό,τι χρειαζόμουνα…

***

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: | 125 Σχόλια »

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Το αυγό (διήγημα του Στάθη Κοψαχείλη)

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2017

Αυγό ή αβγό; Θα ασχοληθούμε άλλη φορά με το… φλέγον αυτό ερώτημα, σήμερα είναι Κυριακή κι έτσι έχουμε ύλη λογοτεχνική -αν λεξιλογήσουμε, θα γίνει στο περιθώριο.

Θα δούμε σήμερα ένα διήγημα από μια σχετικά πρόσφατη συλλογή διηγημάτων, το βιβλίο του Στάθη Κοψαχείλη «Η δρακοντιά» (είναι φυτό, που έχει και αρκετό λεξιλογικό ενδιαφέρον), μια συλλογή του 2015 που σχολιάστηκε πολύ από την κριτική αλλά που, ομολογώ, δεν έχω αξιωθεί να διαβάσω. Η φίλη μας η Μαρία το διάλεξε και το πληκτρολόγησε.

Η Δρακοντιά είναι η δεύτερη συλλογή του Στάθη Κοψαχείλη, ο οποίος γεννήθηκε το 1957 στο Λιτόχωρο και ζει στη Θεσσαλονίκη. Περιλαμβάνει 12 διηγήματα. Είχε προηγηθεί η συλλογή «Παραμιλητά» το 2011.

Στο τέλος του κειμένου, βάζω ένα απόσπασμα κριτικής και κάποια λίγα λεξιλογικά.

Το αυγό
Στον Δημήτρη Παπαθανασίου

Το πρωί της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1942 ο Αποστόλης Βαρθαλαμής, που έχει πατήσει για καλά τα εξήντα, ξύπνησε άκεφος. Ένιωθε μεγάλη αδυναμία, εξαντλημένος από την παρατεταμένη ασιτία και, παρ’ ότι έκανε ζέστη, αυτός κρύωνε. Δυο μέρες τώρα δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του, εκτός από μερικές κληματσίδες που μάζεψε απ’ το αμπέλι του. Τις τρώει αλλά μετά υποφέρει απ’ τους πόνους, γιατί είναι στομαχικός. Λίγες μέρες πριν με πολλές προφυλάξεις περπάτησε στο κομμάτι της σιδηροδρομικής γραμμής ανάμεσα στα δυο γερμανικά φυλάκια και βρήκε μια μουχλιασμένη κουραμάνα. Την καθάρισε και μ’ αυτή πορεύτηκε άλλες τρεις μέρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , | 130 Σχόλια »