Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Θεσσαλονίκη’ Category

Οι οικογένειες (διήγημα της Ελένης Γερασιμίδου)

Posted by sarant στο 17 Ιουλίου, 2022

Ένα καλοκαιρινό διήγημα διάλεξα για σήμερα που ο ήλιος καίει, με αναμνήσεις από το Πανόραμα Θεσσαλονίκης την εποχή που ήταν ακόμα χωριό και τόπος παραθερισμού «αλά παλαιά».

Γεννημένη στο Πανοραμα, η Ελένη Γερασιμίδου (1949) εκτός από γνωστή ηθοποιός είναι και συγγραφέας (εδώ η εργογραφία της) ενώ επίσης έχει και πολιτική δραστηριότητα μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ -εξελέγη βουλεύτρια Β’ Θεσσαλονίκης το 2012 και τον Γενάρη του 2015, ενώ είχε εκλεγεί και στις εκλογές του 2019 αλλά παραιτήθηκε.

Το σύντομο αλλά πολύ καλογραμμένο σημερινό διήγημα προέρχεται από τη συλλογή «To Σινέ Πανόραμα» με 21 διηγήματα για το Πανόραμα των παιδικών χρόνων της συγγραφέα. Το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο.

Οι οικογένειες

Το Πανόραμα κάθε καλοκαίρι γέμιζε παραθεριστές. Από την αρχή της άνοιξης ερχόντουσαν οι οικογένειες και ψάχνανε να καπαρώσουν κάποιο σπίτι για τους μήνες του καλοκαιριού. Υπήρχαν και κάνα – δυο μεσίτες, χωρίς γραφεία και άδειες βέβαια, που βοηθούσαν τους Σαλονικιούς να επιλέξουν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους.

Το σπίτι της γιαγιάς μου ήταν απ΄ τα καλύτερα τότε. Είχε μεγάλη σάλα, βεράντες μπρος-πίσω και μια ασυναγώνιστη θέα στην πόλη. Οι άνθρωποι που το νοίκιαζαν ήταν επίλεκτα μέλη της σαλονικιώτικης κοινωνίας, με λεφτά και γούστο. Στο κάτω σπίτι που μέναμε εμείς ερχόντουσαν πιο φτωχοί, τίποτα δημόσιοι υπάλληλοι ή μικροβιοτέχνες που νοικιάζανε το ένα δωμάτιο με κουζίνα που διαθέταμε.

Εμείς πηγαίναμε σ΄ ένα διπλανό δωμάτιο που μας παραχωρούσε η γιαγιά. Μας άρεσε που μπαίναν τα ντιβάνια ακόμα πιο στριμωχτά και τα κουζινικά σ΄ ένα τραπέζι όλα. Πλέναμε τα πιάτα έξω στην αυλή, στη βρύση, πάνω σ΄ ένα τραπέζι εκστρατείας. Μετακομίζαμε κάθε καλοκαίρι με το που έκλειναν τα σχολεία και ξανά το φθινόπωρο που άνοιγαν. Το πανηγύρι γινόταν τον Ιούνιο που άρχιζαν να έρχονται οι πρώτοι παραθεριστές.

Εμείς τη στήναμε στη στροφή, στο ύψωμα όπου τώρα είναι το Ηρώον, και περιμέναμε. Από μακριά βλέπαμε το φορτηγό. Ο πρώτος που το έβλεπε φώναζε : «Οικογένεια! Οικογένεια!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Καλοκαιρινά | Με ετικέτα: , | 89 Σχόλια »

Στην Αθήνα τρώμε σουβλάκι

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2022

Μιλώντας τις προάλλες στη Βουλή, ο Δημήτρης Κουτσούμπας, ο γραμματέας του ΚΚΕ, έκανε μια αναφορά που είχε αντίκτυπο στα σόσιαλ και συζητήθηκε αρκετά -και παράλληλα έδωσε την πάσα για το σημερινό μας άρθρο.

Είπε, απευθυνόμενος στον πρωθυπουργό:

Πάνω από 1,5 εκατομμύριο νοικοκυριά δε μπορούν να πληρώσουν τους φόρους που έχετε επιβάλει. Κι έρχεστε εδώ σήμερα να πείτε στον ελληνικό λαό ότι μεριμνάτε για το εισόδημα του;

Το σουβλάκι με πίτα, το γνωστό πιτόγυρο, έχει πάει 3 και 3,5 ευρώ! Η βενζίνη 2,5 ευρώ το λίτρο! Το σούπερ μάρκετ έχει εκτιναχθεί!

Καταλαβαίνουμε ότι εσείς δεν τρώτε σουβλάκια συνήθως αλλά ούτε βενζίνη βάζετε;”

Η ατάκα του Κουτσούμπα για το σουβλάκι είναι κατά τη γνώμη μου εύστοχη. Πράγματι, πρόκειται για ένα φτηνό και αγαπημένο λαϊκό έδεσμα, που η τιμή του έχει επανειλημμένα συζητηθεί τώρα που τα πάντα ακριβαίνουν. Παλιά, το περιοδικό Εκόνομιστ είχε καθιερώσει ένα Hamburger index, έναν δείκτη που σύγκρινε τις τιμές του χάμπουργκερ σε διάφορες χώρες -στην Ελλάδα θα μπορούσε να καθιερωθεί ένας δείκτης σουβλακιού για να συγκρίνει την τιμή του σουβλακιού στις διάφορες πόλεις της Ελλάδας.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν η τιμή του σουβλακιού διαφέρει αισθητά ανάμεσα σε Αθήνα και προάστια ή Αθήνα και Θεσσαλονίκη και επαρχία. Ξέρω όμως ότι διαφέρει η σημασία της λέξης «σουβλάκι«, τουλάχιστον ανάμεσα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και μάλιστα η διαφορά αυτη είναι από τις πιο τρανταχτές που ξεχωρίζουν το λεξιλόγιο των δύο πόλεων.

Κι έτσι, η ατάκα του Κουτσούμπα προκάλεσε και τέτοια σχόλια, τοπικογλωσσικά. Γράφει μία Θεσσαλονικιά στο Τουίτερ:

«Το σουβλάκι με πίτα, το γνωστό πιτόγυρο…», είπε ο Κουτσούμπας στη βουλή αναφερόμενος στην ακρίβεια. Και εμεις οι καυμένοι Θεσσαλονικείς ακόμη ψάχνουμε τι εννοεί.

Κι ένας γνωστός υποστηρικτής του ΚΚΕ, που είναι από Θεσσαλονίκη: Όπως τα λέει ο Κουτσούμπας, εκτός από το τι είναι σουβλάκι και τι είναι πιτόγυρο.

Πράγματι, στη Θεσσαλονίκη «σουβλάκι» είναι μικρά κομμάτια κρέατος περασμένα σε μικρή και λεπτή βέργα (σε μικρή σούβλα) για να ψηθούν (ο ορισμός από το ΛΚΝ, το οποίο, όπως έχουμε πει με άλλη ευκαιρία, είναι γραμμένο στη βορειοελλαδική ποικιλία της κοινής νεοελληνικής).

Αλλά αυτό στην Αθήνα λέγεται «καλαμάκι». Στην Αθήνα, σουβλάκι είναι «πρόχειρο φαγητό από κομμάτια κρέατος που ψήθηκαν περασμένα σε μικρή και λεπτή βέργα ή από γύρο ή από μπιφτέκι, τοποθετημένα μέσα σε μικρή στρογγυλή πίτα μαζί με άλλα υλικά». Ο ορισμός αυτός δίνεται από το λεξικό Μπαμπινιώτη, το οποίο δίνει όμως και τον πιο πάνω ορισμό του ΛΚΝ.

Όταν στην Αθήνα παραγγέλνουμε (ή: παραγγέλναμε) σουβλάκια, στη συνέχεια διευκρινίζουμε αν θέλουμε να είναι με γύρο (και τι γύρο) ή με καλαμάκι. Αν θέλουμε σκέτο το καλαμάκι χωρίς πίτα, λέμε (ή λέγαμε) «σκέτο». Βάζω και παρελθοντικό χρόνο, διότι δεν είμαι βέβαιος αν αυτό ισχύει πλέον για όλους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες λέξεων, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , | 197 Σχόλια »

Άδεια για γεμάτα στο σκυλάδικο

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2022

Περίεργος ο τίτλος του σημερινού άρθρου, αλλά θα σας τον εξηγήσω αμέσως. Το σημερινό άρθρο, λοιπόν, είναι αφιερωμένο στην προέλευση της λέξης «σκυλάδικο». Όμως, σε αντίθεση με τα περισσότερα άρθρα της κατηγορίας αυτής, δεν πρόκειται να σας εκθέσω την άποψή μου για την ετυμολογία και την ιστορία της λέξης, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχω άποψη -δεν ξέρω, για να το πω πιο ωμά. Με άλλα λόγια, ρίχνω άδεια για να πιάσω γεμάτα, ελπίζοντας ότι από τη συζήτηση θα βγάλουμε κάποιαν άκρη.

Όχι όμως  εντελώς άδεια. Θα παραθέσω διάφορες εκδοχές που κυκλοφορούν. Δεν αποκλείω κάποια από αυτές να είναι σωστή, κάθε άλλο. Αλλά δεν μπορώ, αυτή τη στιγμή, να προκρίνω κάποια.

Λέγοντας «σκυλάδικο» εννοούμε, κατ’ αρχάς, έναν συγκεκριμένο τύπο νυχτερινού κέντρου και, κατ’ επέκταση, το είδος τραγουδιού που συνηθίζεται σε αυτά τα κέντρα. Εικάζω ότι πρώτα ονοματίστηκε το κέντρο και μετά το είδος τραγουδιού. Ο τραγουδιστής του σκυλάδικου λέγεται σκυλάς -και σκυλού η τραγουδίστρια. Σκυλάδες όμως λέγονται και όσοι συχνάζουν σε σκυλάδικα (κέντρα) ή τους αρέσουν τα σκυλάδικα (τραγούδια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες λέξεων, Μουσική | Με ετικέτα: , , , , , , | 206 Σχόλια »

Ένας μήνας στη Θεσσαλονίκη το 1916 (από την αυτοβιογραφία του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2022

Συμπληρώθηκαν χτες 78 χρόνια από την αυτοκτονία του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Κάθε χρόνο, τη μέρα εκείνη ή την κοντινότερη Κυριακή, το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει ένα άρθρο σχετικό με τον ποιητή, παρουσιάζοντας είτε κάποιο άγνωστο κείμενό του είτε στοιχεία για τη ζωή του.

Σήμερα διάλεξα να παρουσιάσω ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του, που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1940 στο περιοδικό Μπουκέτο (και πλέον κυκλοφορεί σε βιβλίο, με τίτλο «Η ζωή μου» σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα)

Διάλεξα ένα σημείο προς το τέλος της αυτοβιογραφίας (η οποία τελειώνει με τα γεγονότα του 1917), εκεί που ο Λαπαθιώτης διηγείται ένα ταξίδι του μαζί με τον πατέρα του στη Θεσσαλονίκη -αλλά όχι ένα ταξίδι σαν όλα τα άλλα: μέσα στην περίοδο που έμεινε γνωστή σαν «εθνικός διχασμός», ο πατέρας του, ο στρατηγός Λεωνίδας Λαπαθιώτης, πήρε μέρος στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας, πλάι στον Βενιζέλο κι έτσι ο Ναπολέων βρέθηκε πολύ κοντά στα ανώτατα στελέχη του κινήματος και του «κράτους της Θεσσαλονίκης», που εγκαθιδρύθηκε.

Αντί να βάλω σημειώσεις πριν ή μετά το κείμενο του Λαπαθιώτη, προτίμησα να τις παρεμβάλω στο κείμενο δηλώνοντάς τες με πλάγια μέσα σε έντονες αγκύλες, [ και ]. O τίτλος του άρθρου είναι, βεβαια, δικός μου. Η φωτογραφία του Λαπαθιώτη είναι 2-3 χρόνια μεταγενέστερη από τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ.

Ένας μήνας στη Θεσσαλονίκη

Μετά την αποστράτευσή μου από το Λόχο Βοηθητικών — αποστράτευση που επεβλήθη από τους Συμ­μάχους —, [Η επιστράτευση άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1915 και έληξε, σταδιακά, τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1916. Ο Λαπαθιώτης υπηρέτησε στην Αθήνα] πήγα, με τον πατέρα μου, στας Πάτρας, να συνέλθω και να ξεσκοτίσω απ’ την ταλαιπωρία που δοκίμασα. Κι εκεί, ένα καλό πρωί, μαθαίναμε το κίνη­μα -την ξαφνική φευγάλα δηλαδή του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, με το σκοπό να βοηθήσει τους Συμμά­χους. Ο πατέρας μου, που εν τω μεταξύ είχε λάβει μέρος ενεργό στην κίνηση αυτή, όλως άσχετα με τις παράλληλες ενέργειες, τις συστηματικές, του Βενιζέλου, και σύμφωνα με τις ατομικές του πεποιθήσεις, έπρεπε κι αυτός να προσχωρήσει. Και μαζί του κι εγώ φυσικά. Φύγαμε λοιπόν αμέσως, γυρνώντας στας Αθήνας, κι έπειτ’ από λίγες μέρες, έν’ αυτοκίνητο κλειστό μας έφερε στον Πειραιά, και με το βαπόρι ξεκινούσαμε για τη Θεσσαλονίκη…

Στην υπέρ των Συμμάχων, και ιδίως της Γαλλίας, κίνηση, είχα κι εγώ πολύ αναμιχθεί, με το δικό μου τρόπο εννοείται, το φιλολογικό. Εκτός απ’ την «Κραυγή», πολλά ποιήματά μου στις εφημερίδες είχαν δημοσιευθεί, επιδεικτικά και αλλεπάλληλα [Ειδικό άρθρο μας για το ποίημα αυτό του Λαπαθιώτη και άλλα σχετικά]. Φορούσα μια γραβάτα τρίχρωμη, με τα χρώματα τής γαλλικής σημαίας, και, παρ’ όλους τους κινδύνους, τότε έκανα μ’ αυτή τον ταχτικό περίπατό μου στην οδό Σταδίου και στο Σύνταγμα… Αλλά και πολλά μικροτσακώματά μου μ’ αντιφρονούντας φίλους και συναδέλφους είχαν λάβει χώραν, αυτή την εποχή — όπως με τον Χάρη Σταματίου, που του ’στειλα μια κάρτα τσουχτερή, έπειτ’ από ένα ειρωνικό του χρονογράφημα για μένα! [Δεν έχω ψάξει να βρω αυτό το χρονογράφημα του Σταματίου. Εδώ δείτε τεκμήριο ενός άλλου τσακωμού με τον Τάκη Μπαρλά] Είχ’ ανοίξει το δικό μου κι εγώ «χάσμα» — και πολεμούσα μέρα-νύχτα με τα… όπλα μου, με το καλαμάρι και την πένα!

Τώρα ωστόσο που απ’ τον καιρόν εκείνο έχουν περάσει τόσα χρόνια, κι όλοι τα βλέπουμε με μάτι ιλαρότερο, μπορώ να βεβαιώσω, με κάθε ειλικρίνεια, ότι σ’ αυτές μου τις… μονομαχίες ποτέ δεν ένιωσα κακό φανατισμό, ούτε και μίσησα πραγματικά κανέναν. Άσχετα μ’ ό,τι πίστευα στα βάθη τής ψυχής μου — και πίστευα κι ευχόμουνα τη νίκη των Συμμάχων-, τα περισσότερα απ’ όσα είχα κάμει οφείλοντο στην ίδια φιλαρέσκεια που μ’ έκανε να περπατώ, δεν ξέρω πόσα χρόνια, με το λουλούδι στην «κομβιοδόχη», είτε φορώντας τ’ ανοιχτά πουκάμισα του Μπάιρον, και προκαλώντας ελαφρά τους άλλους, και γελώντας με την έκπληξή τους, το θυμό και το σκανδάλισμά τους. Καλλιεργουσα τη μικροεπίδειξη μ’ έναν τρόπο, που και σήμερα ακόμα δεν τον βρίσκω και πολύ αντιπαθητικό, αλλά μονάχα κάπως επιπόλαιο… Όμως, τα περασμένα, περασμένα. Κι εξάλλου δα δεν γράφω τώρα εγχειρίδιο ψυχαναλύσεως και αυτοκριτικής, αλλά μια σύντομη κι απλή «αυτοβιογραφία».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Α' παγκόσμιος πόλεμος, Αυτοβιογραφία, Θεσσαλονίκη, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , | 121 Σχόλια »

Γήσμπα (αφήγημα του Νώντα Τσίγκα)

Posted by sarant στο 7 Νοεμβρίου, 2021

Στο κυριακάτικο λογοτεχνικό μας άρθρο θα αναδημοσιεύσω ένα σύντομο αφήγημα του Νώντα Τσίγκα, που το πήρα από το 2ο τεύχος του περιοδικού Αντίθετα ρεύματα. Θυμίζω ότι από το πρώτο τεύχος του ίδιου περιοδικού είχα παρουσιάσει εδώ, πριν από 3-4 μήνες, ένα πεζογράφημα του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου.

Το περιοδικό εκδίδεται στη Χαλκίδα, αλλά ο συγγραφέας ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου ασκεί την ιατρική και έχει αξιόλογη λογοτεχνική παρουσία. Καιρό ήθελα να βάλω κάτι δικό του.

Διάλεξα τη Γήσμπα επειδή έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Θα το υποψιαστήκατε ίσως ότι η Γήσμπα του Τσίγκα έχει κάποια σχέση με τη ρωσική ίσμπα, την καλύβα των χωρικών.

Την ίσμπα την ξέρουμε κυρίως από τα ρωσικά μυθιστορήματα, αλλά η λέξη έχει περάσει και σε βορειοελλαδίτικα ιδιώματα, όπου σημαίνει υπόγειο, υπόγεια κρύπτη, αλλά και ειδικότερα, στους καπνοπαραγωγικούς τόπους, το υπόγειο όπου κρεμούσαν τον καπνό για να μαλακώσει. Την είχαμε αναφέρει άλλωστε σε ένα κείμενο του Πίτερ Μάκριτζ που είχε φιλοξενήσει πριν από εφτά χρόνια το ιστολόγιο, όπου ένα τυπογραφικό λάθος στον Μοσκώβ Σελήμ του Βιζυηνού είχε δώσει τον ανύπαρκτο τύπο «ιόμπα».

Στα σχόλια εκείνου του παλιού άρθρου, ο φίλος μας ο Σπιριντιόνε είχε αναφέρει και τον τύπο «γίσμπα», που καταγράφεται στην Κοζάνη και στη Χαλκιδική, πάντοτε με τη σημασία «υπόγειο, χαμοκέλα». Είναι εύκολο να αναπτυχθεί το αρχικό γ-, για να αποφευχθεί η χασμωδία της εκφοράς «η ίσμπα».

Ο Τσίγκας επίσης χρησιμοποιεί τον τύπο «γίσμπα», με γιώτα, στο άρθρο του -το ήτα του τίτλου, γήσμπα, εξηγείται στο τέλος του σύντομου αφηγήματός του. Αλλά βέβαια, το ότι είναι σύντομο (κάτω από 500 λέξεις, μπονζάι που θα το έλεγε ο Γιάννης Πατίλης) δεν το κάνει λιγότερο αξιοδιάβαστο. 

Καθώς ο Τσίγκας πέρασε παιδικά χρόνια στο Βογατσικό της Καστοριάς, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η γίσμπα/ γήσμπα λεγόταν και σε εκείνα τα μέρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 212 Σχόλια »

Αναζητώντας τον Αρίστατο (του Κώστα Κούρτη)

Posted by sarant στο 20 Οκτωβρίου, 2021

Ο φίλος μας ο ΚΩΣΤΑΣ, ο Κώστας Κούρτης δηλαδή, έβγαλε πριν από λίγο καιρό ένα ενδιαφέρον βιβλίο για τα οδωνύμια, δηλαδή τα ονόματα των δρόμων, του δήμου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης.

Το έναυσμα για το βιβλίο αυτό τού το έδωσε το όνομα ενός μικρού δρόμου της πόλης του, της οδού Αριστάτου (που έχει πλέον μετονομαστεί σε Χρήστου Ράπτη). Ποιος να ήταν αυτός ο Αρίστατος; Ο Κώστας με είχε ρωτήσει τότε αλλά δεν είχα μπορέσει να βοηθήσω -επανέλαβε την απορία του και σε ένα σχόλιο στο ιστολόγιο.

Άρχισε λοιπόν ο Κώστας να αναζητεί τον Αρίστατο. Δεν τον βρήκε, αλλά η έρευνά του αποδείχτηκε γόνιμη, αφού καρπός της είναι ακριβώς το βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα με τίτλο «ΟΔΟΙπορικό στους ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΥΣ Θεσσαλονίκης» από το Κέντρο Ιστορίας Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης (ΚΙΑΘ).

Θα δημοσιεύσω σήμερα τον πρόλογο του Κώστα στο βιβλίο του, στον οποίο αφηγείται ακριβώς την αναζήτηση του Αρίστατου, που οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου. Πιστεύω πως είναι πολύ καλό όταν καταρτισμένοι ερασιτέχνες σαν τον Κώστα, ωθούμενοι από το μεράκι τους και αξιοποιώντας τους πόρους που απλόχερα προσφέρει η νέα τεχνολογία, επιδίδονται σε σοβαρή έρευνα για την ιδιαίτερη πατρίδα τους ή για άλλους τομείς ενδιαφερόντων τους και δίνουν έργο που, πέρα από την αυτοτελή αξία του, μπορεί να αξιοποιηθεί και από τους πιο ειδικούς επιστήμονες.

Δεν αλλάζω φυσικά το κείμενο, αλλά προσθέτω στο τέλος ένα επιλογικό σχόλιο.
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία,
όμως, δεν την βρήκαμε γραμμένη πουθενά…

Αρίστατος και προς τιμήν του οδός «Αριστάτου», στην Επτάλοφο. Μάλιστα. Έλα μου όμως, όσους δρόμους, στενά και σοκάκια κι αν περπατήσαμε, πουθενά αλλού δεν βρήκαμε οδό Αριστάτου. Ποιος να ήταν άραγε ο Αρίστατος; Όσες εγκυκλοπαίδειες κι αν ανοίξαμε, σε όσα βιβλία κι αν ψάξαμε, Αρίστατο δεν συναντήσαμε. Μην ήταν παράκου- σμα του πρακτικογράφου, όταν βάφτιζαν τους δρόμους; Μην ήταν λάθος του επιγραφοποιού, όταν έφτιαχνε την πινακίδα; Μην, μην, μην …;
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Παρουσίαση βιβλίου, Συνεργασίες, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , | 158 Σχόλια »

Προς Ουρανούπολιν (διήγημα του Αλέξανδρου Υδάτη)

Posted by sarant στο 3 Οκτωβρίου, 2021

Τον Φεβρουάριο είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το διήγημα Τα σαράντα του καρεκλά, του Αλέξανδρου Υδάτη, που μας είχε γενικά αρέσει πολύ. Ο Υδάτης (είναι ψευδώνυμο βέβαια) κατοικεί στους Αμπελοκήπους Θεσσαλονίκης, όπως και ο φίλος μας ο Κώστας, και άλλωστε μέσω του Κώστα πλησίασε το ιστολόγιό μας. Πριν από καιρό, ο συγγραφέας μού έστειλε τρία άλλα διηγήματά του για να διαλέξω και να δημοσιεύσω κάποιο εδώ.

Το ένα από αυτά ήταν ουσιαστικά νουβέλα, σχεδόν 12.000 λέξεις, με θέμα από τον Εμφύλιο. Δείλιασα όμως, όχι για το θέμα (μάλιστα, η πραγμάτευσή του ήταν ενδιαφέρουσα) αλλά για την έκταση -σε συνέχειες; αυτοτελές; Ήμουν δίβουλος, και τελικά αποφάσισα να το αφήσω για κάποια αργία, και προς το παρόν να παρουσιάσω ένα από τα δύο μικρότερα διηγήματα, που έχουν πιο ματζόβολο μέγεθος.

Προς Ουρανούπολιν λοιπόν, Χαλκιδική όπως θα καταλάβατε. Στο δρόμο.

Το διήγημα έχει κάποιες διακειμενικές αναφορές που είμαι βέβαιος ότι θα τις αναγνωρίσετε. Επειδή ο συγγραφέας έχει ιδιότυπη στίξη, μεταφέρω το κείμενό του κοπιπαστάδα, χωρίς να διορθώνω όπως κάνω συνήθως. Εντύπωσή μου είναι πάντως ότι ο Έλιοτ το γράφει cruellest, αλλά νομιζω ότι και οι δυο ορθογραφίες είναι δεκτές στα αγγλικά. Έτσι κι αλλιώς, ο Απρίλης στα ελληνικά είναι σκληρός.

 

Πρός Ουρανούπολιν

 

 

— » Αpril is the cruelest month»,

— » o Mάιος είναι ο μήνας των ερώτων και της πολιτικής»,

— » Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε»,

— » μέρα Μαγιού μου μίσεψες»… φράσεις – στίχοι απο αγαπημένα του ποιήματα κάμανε κατοχή του μυαλού του, όπως συχνά του συμβαίνει, σε τυχαίες στιγμές.

— » Μα Απρίλιος είναι τούτος ή Μάιος;» συλλογίστηκε οδηγώντας με 140, μόνος στον αυτοκινητόδρομο προς Χαλκιδική. «Μπερδεύτηκαν οι εποχές μπερδεύτηκαν κι οι μήνες. «Pollution» η αιτία, που λέει κι η {φωτοδότρα} δύση, τρύπα όζοντος, Greenpeace… Παράξενο είναι νά ‘χεις δεκαοχτώ – είκοσι βαθμούς θερμοκρασία, τεσσεράμισυ τα ξημερώματα 25 Απριλίου… ή μήπως είναι Μαϊου;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Παλαιογερμανικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2021

Γιατί τάχα ονόμασα έτσι το σημερινό μας άρθρο; Λέτε να αναλύω κάποια λέξη, που η ετυμολογία της ανάγεται σε κάποια παλαιογερμανική ρίζα; Αλλά σήμερα είναι Σάββατο, και το Σάββατο, ως γνωστόν, δεν λεξιλογούμε ακριβώς αλλά παρουσιάζουμε όσα στραβά και ανάποδα, γλωσσικά βεβαίως, έχω μαζέψει και μου έχετε στείλει μέσα στη βδομάδα.

Συμβαίνει κάποτε, ο τίτλος του σαββατιάτικου μεζεδοάρθρου μας να έχει προκύψει από ένα μεζεδάκι της πιατέλας, ένα μεζεδάκι βέβαια που για κάποιον λόγο ξεχωρίζει. Αυτό έγινε και σήμερα, παρόλο που το σχετικό εύρημα το έχουμε ήδη συζητήσει στα σχόλια προηγούμενου άρθρου προχτές. Όμως δεν θα μπορούσε τέτοια ασύλληπτη γκάφα να λείπει από τη συλλογή μας, έστω και για λόγους τάξεως και πληρότητας. Και μάλιστα γκάφα αποτυπωμένη σε φυσικό μέσο.

Εννοώ βέβαια τη φοβερή πινακίδα της φωτογραφίας, που βρίσκεται σε κάποιον δρόμο της Θεσσαλονίκης. Ο νέος δήμαρχος, μου λένε, θέλησε να δείξει έργο κι έτσι πρόσθεσε αυτές τις «πληροφοριακές» πινακίδες, που μας λένε ποιο είναι το πρόσωπο ή ο τόπος ή το πράγμα που τιμάται σε κάθε οδωνύμιο.

Κάτι τέτοιο έχει κάνει εδώ και δεκαετίες ο δήμος Ηρακλείου, όμως εκεί οι επεξηγήσεις είναι λακωνικές (π.χ. στην οδό Μινωταύρου: Μυθικό τέρας), ενώ εδώ ο δήμος Θεσσαλονίκης θέλησε να εκμεταλλευτεί την τεχνολογία κι έτσι αύξησε τις διαστάσεις των πινακίδων ώστε να αφήνουν χώρο για ένα κάπως εκτενέστερο πληροφοριακό σημείωμα, αλλά και για έναν κωδικό QR που, αν έχετε σμαρτόφωνο, σάς δίνει περαιτέρω πληροφορίες.

Είναι μεγάλες οι δυνατότητες της τεχνολογίας, αλλά η παραδοσιακή αδιαφορία και η τσαπατσουλιά πάντα θα υπερισχύουν, όπως δείχνει η πινακίδα αυτή.

Διότι βέβαια, ο Γερμανός, αφού έζησε από το 1771 έως το 1826, και είναι άλλωστε ένας από τους γνωστότερους πρωταγωνιστές της Επανάστασης του Εικοσιένα, δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί στο Γουδί εκατό χρόνια μετά, το 1922. Η περιγραφή ταιριάζει στον Δημήτριο Γούναρη, και πράγματι η οδός Δημητρίου Γούναρη βρίσκεται πολύ κοντά στην Π.Π.Γερμανού. Κάπως έγινε και μπερδεύτηκαν τα κείμενα του πληροφοριακού σημειώματος, αλλά και πάλι το περίεργο είναι ότι η περιγραφή αρχίζει σωστά, αφού δίνει τις χρονολογίες γέννησης/θανάτου του ΠΠΓερμανού και στη συνέχεια λοξοδρομεί στον Γούναρη!

Το εξοργιστικό όμως είναι ότι κανείς από τους εμπλεκόμενους, απ’ όσους δηλαδή έφτιαξαν την πινακίδα ή ανέλαβαν να την κρεμάσουν κτλ. δεν διάβασε το κείμενο ή δεν αντιλήφθηκε το τερατώδες παράδοξο ή δεν ενδιαφέρθηκε να το αναφέρει. Αν σε τόσο απλά πράγματα τα κάνει μούσκεμα ο μηχανισμός του κ. Ζέρβα, τι θα κάνει με τα πιο σύνθετα;

Τελειώσαμε; Όχι, έχει και συνέχεια το φιάσκο, έστω κι αν δεν είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού. Είπαμε πιο πάνω για τον κωδικό QR. Λοιπόν, αν κάνετε το πείραμα και σκοπεύσετε τον κωδικό QR της φωτογραφίας με την κάμερα του σμαρτοφώνου σας, μεταφέρεστε στο thessaloniki.gr, όπου παίρνετε πληροφορίες για… τον Ιωάννη Τσιμισκή!! Θα ξέρετε βέβαια ότι η Ιωάννου Τσιμισκή είναι κεντρική αρτηρία της συμπρωτεύουσας, που μάλιστα τέμνεται με την ΠΠΓερμανού.

Ανακεφαλαιώνω: Η πινακίδα για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό περιέχει το βιογραφικό του Δημ. Γούναρη και παραπέμπει σε πληροφορίες για τον Ιωάννη Τσιμισκή -τέτοιο αλαλούμ. Αναρωτιέμαι αν ο κωδικός QR στην αντιστοιχη πινακίδα της οδού Δημ. Γούναρη παραπέμπει στον Παλ.Πατρών Γερμανό!

Λέγεται ότι η επιμαχη πινακίδα κατέβηκε, αλλά δεν είναι βέβαιο. Δεν είδα πουθενά να έχει γίνει αυτοψία στο σημείο, που τέλος πάντων δεν βρίσκεται σε κάποιαν δυσπρόσιτη βουνοκορφή αλλά στο κέντρο της πόλης. Ίσως κάποιος σχολιαστής περάσει από την Π.Π.Γερμανού και μας πει. Ή από τη Γούναρη, ή από την Τσιμισκή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Θεσσαλονίκη, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νόμος του Μέφρι, Υπότιτλοι | Με ετικέτα: , , , , | 238 Σχόλια »

Πένθιμα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 10 Απριλίου, 2021

Στο Λονδίνο οι σημαίες κυματίζουν μεσίστιες και οι Βρετανοί πενθούν τον πρίγκιπα Φίλιππο που έφυγε χτες από τον μάταιο τούτο κόσμο, δυο μήνες πριν συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής . Στην Ελλάδα, η δημοσιογραφική οικογένεια πενθεί τον δημοσιογράφο Γιώργο Καραϊβάζ, που δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από επαγγελματίες δολοφόνους μέρα μεσημέρι -σε πολλούς θύμισε τη δολοφονία του δημοσιογράφου Σωκράτη Γκιόλια, που έμεινε ανεξιχνίαστη -κατά σύμπτωση υπουργός Προστασίας του Πολίτη ήταν ο σημερινός.

Αλλά πενθεί και το ιστολόγιό μας αφού χτες έφυγε από τη ζωή, στα 77 του χρόνια, ύστερα από πολύμηνη μάχη, ο φίλος μας ο Γς (κατά κόσμον Γιάννης Σούρδης, καθηγητής στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο), ένας από τους δραστηριότερους σχολιαστές επί σειρά ετών. Ο Κάκτος μας θα μας λείψει πολύ. Να με συμπαθάτε αν τα σημερινά μεζεδάκια βγουν άκεφα, παρόλο που ο ίδιος δεν θα το ήθελε.

* Ωστόσο, ρίντι παλιάτσο.

Και ξεκινάω με ένα μεταφραστικό -της αυτόματης μετάφρασης. Όταν αναζητήσετε καποιον στο Γκουγκλ, συχνά σας εμφανίζει δεξιά μια περίληψη απο το αντιστοιχο λήμμα της Βικιπαίδειας. Αν η ελληνική Βικιπαίδεια δεν έχει λήμμα για το συγκεκριμένο πρόσωπο, μπορεί να σας εμφανίσει περίληψη απο το λήμμα της αγγλικής Βικιπαίδειας.

Αυτό ακριβώς έγινε όταν φίλος αναζήτησε τη Γαλλίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Ariane Chemin.

Όπως βλέπετε, το μηχανάκι φόρεσε μουστάκια στην Αριάν Σεμέν, αφού τη θεώρησε άντρα -αλλά αυτό είναι το μικρότερο κακό:

O Ariane Chemin, γεννημένος το 1962, είναι Γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας. Αποφοίτησε στις ανθρωπιστικές σπουδές και είναι αλουμίνα των Επιστημών Ρο.

Ο Αριάν είναι λοιπόν αλουμίνα! Όσο για τις Επιστήμες Ρο, ίσως ειναι η Ροοστατική, η Ροδοκαλλιέργεια και η Ρομανική φιλολογία.

Βλέπετε βεβαίως πιο κάτω το αγγλικό αντίστοιχο, που είναι Ariane Chemin, born in 1962, is a French journalist and writer. She graduated in humanities and is an alumna of Sciences Po.

Αlumna είναι η Αριάν, απόφοιτη δηλαδή του συγκεκριμένου πανεπιστημίου. Αν ήταν άντρας, θα έλεγε alumnus, αλλά το μηχανάκι τέτοιες λεπτομέρειες τις προσπερνάει αγέρωχο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Θεσσαλονίκη, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση | Με ετικέτα: , , , , , , | 266 Σχόλια »

Τα σαράντα του καρεκλά (διήγημα του Αλέξανδρου Υδάτη)

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2021

Ο φίλος μας ο Κώστας μού έστειλε ένα διήγημα γραμμένο από έναν φίλο του και συμπολίτη του (με την παλιά έννοια της λέξης), του Αλέξανδρου Υδάτη. Ο Υδάτης (είναι ψευδώνυμο βέβαια) κατοικεί στους Αμπελοκήπους Θεσσαλονίκης αλλά πρέπει, όπως και ο Κώστας, να έχει καταγωγή από τη Θεσσαλία -ή τουλάχιστον το διήγημα εκεί εκτυλίσσεται, σε ένα κεφαλοχώρι του νομού Λαρίσης.

Θα μπορούσαμε ίσως να προσδιορίσουμε ακριβέστερα τον τόπο, από την αναφορά στο «πλατάνι του Καραγάτση» που υπάρχει στο διήγημα, αν θεωρήσουμε ότι εννοείται το πλατάνι στην πλατεία της Ραψάνης με την προτομή του Μ. Καραγάτση. Ταιριάζει και το πολύ καλό κρασί του χωριού. Αλλά το όνομα της εκκλησίας είναι άλλο. Τέλος πάντων, πρόκειται για λεπτομέρεια. Στάθηκα στη λεπτομέρει αυτή, επειδή ο Κώστας μου είπε πως το διήγημα έχει κάποια πραγματικά στοιχεία, ανάμεσά τους και στην επιλογή του τόπου.

 

ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΕΚΛΑ

Περασμένα μεσάνυχτα, τι μεσάνυχτα – σκέφτηκε με κόπο – ποιος ξέρει τι ώρα είναι… δυο, τρεις ώρες πριν το ξημέρωμα… ο τραχανάς άχνιζε μπροστά του… κάποιος του γέμισε το ποτήρι με άλικο κόκκινο μπρούσκο κρασί… του ‘ρθε μιαν αηδία στη σκέψη να πιει κι άλλο… καλύτερα να ‘τρωγε τον ζεστό τραχανά… μπορεί να έστρωνε το στομάχι του, που ‘ταν σαν τσαρούχι. Λένε ο τραχανάς είναι σαν τον πατσά… άμα έχεις πιεί πολύ κι ανακατεύεσαι απ’ τη ζαλάδα, ο πατσάς είναι ό,τι πρέπει να σε στρώσει… έτσι κι ο τραχανάς. Η ζαλάδα κι η θολούρα στο κεφάλι του… πολλή ζαλάδα – πολλή θολούρα… έμοιαζε σαν να τον είχε πλακώσει το βαρύ μαύρο σύννεφο. Σαν εκείνο το ίδιο που χάζευε αρκετές ώρες νωρίτερα, βλέποντας απέναντι την κορυφή του Κίσσαβου… το βαρύ μαύρο σύννεφο είχε κάτσει ακίνητο σαν σομπρέρο πάνω στην κορυφή. Σαν εξωγήινο διαστημόπλοιο… ρε μπας και ήταν;

Έβαλε στο στόμα την πρώτη κουταλιά. Κι ένιωσε τον ζεστό καλοβουτυρωμένο τραχανά να κατεβαίνει στο ταραγμένο στομάχι, θερμαίνοντας καταπραϋντικά τον οισοφάγο και τα στήθια του. Σήκωσε το κεφάλι, έψαξε με το βλέμμα τριγύρω κι είδε απέναντι στην πόρτα της κουζίνας την Σούλα. Να στέκεται αμήχανη. Σκέφτηκε να την ευχαριστήσει και να της παινέψει, όχι μονάχα την ιδέα της, να τους έχει ετοιμάσει τον τραχανά με την επιστροφή τους, αλλά και το πόσο νόστιμο τον είχε φτιάξει. Όμως η Σούλα, έστεκε φανερά αγχωμένη, στεναχωρεμένη και μισοκλαμένη, με τα μεγάλα μάτια της γιομάτα αχρείαστη απόγνωση. Έχοντας φράξει με την παλάμη το στόμα της, κοίταγε τον άντρα της τον Νικόλα με απελπισία. Ολάκερη ήταν μεταμορφωμένη σ’ ένα αναπάντητο γιατί. Νευρίασε που την είδε έτσι. Στο θολωμένο του μυαλό δεν ήξευρε τι έπρεπε ν’ αποφασίσει. Να της δώσει συγχαρητήρια για τον θεραπευτικό τραχανά ή να της εξηγήσει ότι όλη η στάση της απόψε ήταν και παραήταν ανώφελα υπερβολική;.

Κοίταξε τους τριγύρω συνδαιτημόνες στο μεγάλο τραπέζι. Είχαν πέσει σιωπηλοί πάνω στα πιάτα τους. Μονάχα ο Δημητρός δεν έτρωγε και κάπνιζε σκυθρωπός, εξουθενωμένος απ’ το πιοτί. Οι δυο οργανοπαίχτες, το ούτι και το κλαρίνο – αλήθεια πώς είπαμε πως τους λένε…- έμοιαζαν πιο στέρεοι. Αριστερά στον καναπέ, πίσω απ’ τον ατάραχο Νικόλα είδε την Ελένη τη γυναίκα του. Καθιστή κι αμίλητη να τον παρατηρεί με τα χείλη νευρικά σφιγμένα. Είχε φορέσει το δωρικό ύφος του εισαγγελέα υπηρεσίας, που μαζεύει, υπομονετικά, στοιχεία, για να σε στείλει μια και καλή στο απόσπασμα.

—    Σούλα! Κατόρθωσε πνιχτά να φωνάξει.

—    Ναι, γιε μ’; απάντησε καλοσυνάτα, ξαφνιασμένη η νύφη του.

—    Ωραίος τραχανάς! της δήλωσε ικανοποιημένος… — και ό,τι πρέπει για τέτοια ώρα και τέτοιο στομάχι.

—    …και για τέτοια μυαλά! Πέταξε πικρόχολα, μη χάνοντας την ευκαιρία η οιονεί εισαγγελέας συμβία του.

Τότε ακριβώς και πριν προλάβει ν’ απαντήσει ακούστηκε κάποιος να χτυπά την οξώπορτα πίσω του.

—    Μη χειρότερα, ακούστηκε η φωνή του Νικόλα ξαφνιασμένη. —Ποιος είναι τέτοια ώρα; και συνέχισε προσπαθώντας να εγερθεί: —Εμπρός! Περάστε!

Η πόρτα άνοιξε, μιας και το κλειδί ήταν πάντα πάνω στην κλειδαριά. Όμως δεν γύρισε να ει, αδιαφορώντας. Αυτό του ’λειπε! Να παραταθεί κι άλλο τ’ αποψινό ξενύχτι! Συνέχισε να τρώει τον τραχανά, με σκοπό να βιαστεί να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Που τόσο πολύ το ’χε ανάγκη. Άλλωστε η πόρτα του δωματίου του ήταν δυο βήματα ακριβώς δίπλα κι εύκολα και χωρίς κόπο θα την έπεφτε για ύπνο.

Οι νιοφερμένοι επισκέπτες ήταν τρείς νεαροί. Δυο απ’ αυτούς ήταν χωροφύλακες. Φόραγαν τις στολές υπηρεσίας με τα πιστόλια να κρέμονται επιδεικτικά στις ζώνες. Ο τρίτος ήταν με πολιτικά και μάλλον ήταν ο επικεφαλής τους. Ένας φαλακρός νεαρός με κατάμαυρο παχύ μουστάκι. Μάλιστα ήταν κουστουμαρισμένος στην πένα. Τι περίεργο! Τέλειωσε το πιάτο του καθώς γίνονταν οι συστάσεις. Από ευγένεια, κάθισε και περίμενε για λίγο, πριν δραπετεύσει στο δωμάτιο. Ο φιλόξενος Νικόλας τους έβαλε να κάτσουν στο μεγάλο τραπέζι, δίνοντας εντολή στη Σούλα να φτιάξει κι άλλο τραχανά. Γιόμισε τα ποτήρια τους με κρασί απ’ τη νταμιτζάνα με το ψάθινο πλεκτό περίβλημα και τα σήκωσαν όλοι προς υγείαν όλων. Έφερε το ποτήρι μέχρι τα χείλη αλλά δεν δοκίμασε να πιεί. Επειδή ήταν βέβαιος πως αν έπινε άλλο ένα ποτήρι, τα μαλλιά της κεφαλής του κινδύνευαν ν’ αρπάξουν φωτιά! Να λαμπαδιάσουν, καθώς το αλκοόλ που εξατμίζονταν από πάνω του παραήταν αρκετό. Έτσι, σηκώθηκε με κόπο, καληνύχτισε την ομήγυρη και μπήκε στο δωμάτιο τρεκλίζοντας ανακουφισμένος κι ασφαλής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 175 Σχόλια »

Εν ταις ημέραις εκείναις… (αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου)

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2020

Στο σημερινό κυριακάτικο λογοτεχνικό μας άρθρο θα βάλω ένα εμμέσως επίκαιρο κείμενο. Είναι το τριήμερο του Αγίου Δημητρίου, που θυμίζει τη Θεσσαλονίκη, οπότε θα διαβάσουμε ένα αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου. Ο Ιωάννου έχει γράψει πολλά για τη γενέθλια πόλη του, όμως το κείμενο που θα διαβάσουμε σήμερα έχει να κάνει με τον αφανισμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην Κατοχή.

Το αφήγημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο Η πρωτεύουσα των προσφύγων

Iούλιος 1942, Eβραίοι συγκεντρωμένοι στην πλατεία Ελευθερίας για να τους καταγράψουν οι Ναζί

Eν ταις ημέραις εκείναις…

Θα προσπαθήσω ώστε η κατάθεσή μου αυτή για το διωγμό και την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης επί γερμανικής κατοχής να είναι ξερή — ξερή και στεγνή — χωρίς ιστορικές και φιλολογικές επεκτάσεις ή αμφίβολα ακούσματα. Και όλα αυτά από σεβασμό προς το φριχτό μαρτύριό τους, που μόνο το πένθος και την άκρα σοβαρότητα εμπνέει.

Δεν είναι, άλλωστε, πολλά, ούτε ιδιαιτέρως συνταραχτικά αυτά που έχω να πω εγώ για την υπόθεση, γιατί ήμουν τότε μικρό παιδί — φτωχός και περίκλειστος έφηβος — με βάσανα και προβλήματα, που τον κρατούσαν κιόλας σε απόσταση από τους άλλους. Πάντως, οι Εβραίοι στη Θεσσαλονίκη ήταν τόσο πολλοί και τόσο μπλεγμένοι με τη ζωή μας, ώστε όσο κλειστός και αν ήσουν ήταν αδύνατο να μην υποπέσει στην αντίληψή σου η συμφορά, που τους είχε βρει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 191 Σχόλια »

Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931-2020)

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2020

Μέσα στη βδομάδα είχαμε την απώλεια του σημαντικού ποιητή μας Ντίνου Χριστιανόπουλου. Τον τιμήσαμε βεβαια στα σχόλια της μέρας εκείνης, όμως αξίζει κι ένα αυτοτελές άρθρο, όπως είχε ζητήσει και η φίλη μας η Nwjsj.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γεννήθηκε Κωνσταντίνος Δημητριάδης, από πρόσφυγες γονείς. Σπούδασε κλασικός φιλόλογος. Εργάστηκε πρώτα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια επιμελητής εκδόσεων. Εξέδωσε το πολύ σημαντικό περιοδικό Διαγωνιος.

Ήταν ομοφυλόφιλος και δεν έκρυψε την ομοφυλοφιλία του στα ποιήματά του, ωστόσο αρνιόταν ότι γράφει «ομοφυλόφιλη ποίηση». Ήταν πάντοτε αιρετικός, μόνιμα «εναντίον», όχι μόνο στα γραφτά του αλλά και έμπρακτα: το 2011 αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων, δεν το έχουν κάνει πολλοί αυτό.

Δεν ήταν εύκολος χαρακτήρας, δεν μασούσε τα λόγια του, έκανε πολλούς φιλολογικούς καβγάδες, έλεγε τη γνώμη του απερίφραστα.

Οι λογοτέχνες συνηθίζουν να αλληλοπαινεύονται. Ο Χριστιανόπουλος δεν δίσταζε να γραψει την πραγματική άποψή του σε οσους ομοτέχνους του στέλναν τη συλλογή τους. Θυμάμαι κάποτε, που ένας νεαρός ποιητής, οικογενειακός μας φίλος, είχε συγκεντρώσει σε ένα λεύκωμα όλες τις κριτικές που του έκαναν διάφοροι για τις συλλογές των ποιημάτων του, που βέβαια τους τις είχε στείλει τιμής ένεκεν. Όλοι έλεγαν καλά λόγια που εύκολα διέκρινες πως ήταν τυπικότητες. Ο Χριστιανόπουλος για την πρώτη συλλογή είχε να πει δυο καλά λόγια και μετά απαριθμούσε ψεγάδια, ενώ για τη δεύτερη συλλογή ήταν πιο αυστηρός, κάτι σαν «Φοβάμαι πως τα ελαττώματα που είχα επισημάνει στην πρώτη συλλογή σας εδώ φαίνονται πιο καθαρά. Δεν κανατε πρόοδο, βιαστήκατε πολύ να τυπώσετε».

Τα τελευταία χρόνια σε κάποιες εμφανίσεις του στην τηλεόραση σαν να απολάμβανε που είχε το ελεύθερο να λέει διάφορα ου φωνητά. Στη συνέχεια ταλαιπωρήθηκε πολύ με την υγεία του. Κυκλοφόρησε κι ένα βιβλίο με τα σώψυχά του, μάλλον κουτσομπολίστικου περιεχομένου (δεν το έχω δει) στο οποίο δεν είναι βέβαιο ότι είχε δει και εγκρίνει το τελικό κείμενο οσο βρισκόταν σε διαύγεια -πάντως, πολλοί διανοούμενοι διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτό τον λόγο.

Δεν θα μεινει το κουτσομπολιό, θα μεινει το έργο του. Μας θύμισε ότι η ποίηση μπορει να είναι απλή και να συγκινεί, όσο κι αν έχει κάποια βάση η κριτική που του έγινε ότι κυνηγούσε την ατάκα -έδωσε όμως και ατάκες αριστοτεχνικές. Θίγοντας μιαν άλλη παράμετρο, ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης έγραψε: «Μάνος Ελευθερίου, Νάνος Βαλαωρίτης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Γιάννης Δάλλας, Κική Δημουλά, Ντίνος Χριστιανόπουλος… Μέσα σε δύο χρόνια, η ελληνική ποίηση έχασε όλες σχεδόν τις προβεβλημένες φυσιογνωμίες της, τους ανθρώπους που τη συνέδεαν με ένα ευρύτερο κοινό, που εκπροσωπούσαν καθένας με τον τρόπο του μια δημόσια, όχι μια στενά ιδιωτική, στάση για την τέχνη και τη ζωή«.

Στον παλιό μου ιστότοπο εχω συγκεντρώσει πολλούς συνδέσμους σε ποιήματα και πεζά του Χριστιανόπουλου, αν και δεν λειτουργούν όλοι.

Μεταφέρω εδώ μερικά ποιήματα του Χριστιανόπουλου, με πρώτο ένα που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον:

«Έτσι στο τσάμπα
με ρώτησε ο νεαρός
τόσο πολύ με σόκαρε το σίγμα
που τον παράτησα.

Πριν από χρόνια ένας λεβέντης
«όχι και τζάμπα»
μου είπε γελαστός
το ζήτα του με μάγεψε
του τα ‘δωσα όλα.

* * * * *

Αυτό μου αρέσει περισσότερο

Αποστρατευμένος

Τώρα δεν έχει πια ΕΣΑ,
φωνές δεκανέων να σου ξηλώνουν τα όνειρα,
κυρίες ταγματαρχών να σφουγγαρίζεις την κουζίνα τους,
και κάθε βράδυ στο θάλαμο διψώντας λίγη θαλπωρή,
καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα.

Τώρα,
δίχως μπερέ και ζωστήρα,
οι λερωμένες αρβύλες δίνουν μια ιδέα λευτεριάς,
ξεκουμπωμένο στήθος θα πει είμαι κύριος,
νά και το κορδονάκι που καθάριζα το όπλο μου,
θα το κρατήσω να θυμάμαι τις επιθεωρήσεις.

Θά’ θελα κάτι ν’ αγοράσω πριν φύγω,
ένα τσιτάκι για την αδερφή μου, κανένα παιχνίδι για τα μικρά,
μα η τσέπη μου είναι άδεια σαν την καρδιά μου.
Θά’ θελα να τριγυρίσω και πάλι στους δρόμους,
να δω για τελευταία φορά τη Σαλονίκη,
όμως δεν έχω πόδια πια, δεν έχω μάτια,
δεν έχω όρεξη ούτε να μιλήσω,
ο νους μου κιόλας ταξιδεύει στο χωριό.

‘Ιπποι 8, άνδρες 40
(αυτό ας είναι το τελευταίο μας στρίμωγμα,
η τελευταία ανταμοιβή απ’ την πατρίδα),
όμως ετούτο το τράνταγμα γιατί μου σφίγγει έτσι την καρδιά;
Αυτό που πέρασε δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που θά’ ρθει,
αναδουλειά, ξηρασίες, καταστροφή της σοδειάς,
η καθημερινή αγωνία για το καρβέλι,
και τ’ αδερφάκια να κλαίνε, κι η σύνταξη του πατέρα μικρή,
κι ο θείος από την Αμερική μονάχα υποσχέσεις.

Δεν έχει τέλος αυτή η θητεία.

* * * * *

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αφιερώματα, Εις μνήμην, Θεσσαλονίκη, Ποίηση, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Γιατί το λένε μπουγιουρντί;

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2020

Μια και το Ορούτς Ρεΐς εξακολουθεί να βρίσκεται στις παρυφές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ ή της περιοχής που θα μπορούσαμε να έχουμε ανακηρύξει ως ΑΟΖ, και εκτελεί ή απειλεί να εκτελέσει ή προσπαθεί να εκτελέσει σεισμογραφικές έρευνες στην περιοχή, σε ένδειξη αντιποίνων το ιστολόγιο θα εκτελέσει λεξικογραφικές έρευνες στην ελληνοτουρκική γλωσσική υφαλοκρηπίδα, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε για το μπουγιουρντί.

Το μπουγιουρντί είναι μια από τις πολλές λέξεις που μας έχει κληροδοτήσει η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, λέξεις της οθωμανικής διοίκησης και καθημερινότητας, που μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έμειναν άνεργες αλλά προσέλαβαν καινούργιες σημασιες, συνήθως με δείνωση της σημασίας τους.

Έτσι, ο τσαούσης δεν είναι πια ο υπαξιωματικός (σε βαθμό αντίστοιχο με τον λοχία) αλλά κάποιος πεισματάρης και απαιτητικός άνθρωπος· το ασκέρι δεν είναι πια στρατιωτικό τμήμα αλλά δηλώνει όχλο ή συρφετό ή πολυμελή ομάδα ή οικογένεια π.χ. «μας κουβαλήθηκε ο κουμπάρος με το ασκέρι του», ενώ ο ντερβέναγας δεν είναι ο επικεφαλής του στρατιωτικού τμήματος που φυλάει τα στρατηγικά ορεινά περάσματα αλλά κάποιος που φέρεται αυταρχικά ή που απρόσκλητος παρεμβαίνει σε υποθέσεις μας που δεν τον αφορούν -«ντερβέναγα σε βάλαμε;» θα του πούμε τότε.

Αλλά ας έρθουμε στο μπουγιουρντί.

Η αρχική του λοιπόν σημασία είναι έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο αρχικός τύπος, στα μεσαιωνικά χρόνια, ήταν μπουγιουρουλντί, από το buyuruldu, που θα πει «διετάχθη», εννοείται «υφ’ ημών» και με το οποίο τελείωνε το κατεβατό της διαταγής.

Στην αρχη της λέξης βρίσκουμε το ρήμα buyurmak, διατάσσω, που έχει αόριστο buyurdum. Δεν ξέρω αν το ελληνικό πια μπουγιουρντί προέκυψε από το μπουγιουρουλντί με απλολογία ή αν παρήχθη από μεταγενέστερο απλούστερο τουρκικό τύπο (βρίσκω buyurtu) ή αν βγηκε από το τρίτο πρόσωπο του αορίστου του buyurmak, που είναι buyurdu σήμερα (αλλά δεν ξέρω πώς ήταν στην τότε γλώσσα) όμως δεν έχει και τόση σημασία. Πάντως, στα κείμενα της εποχής βρίσκουμε διάφορες παραλλαγές, όπως μπουγιουρτί, πουγιουρτί, μπουγιουρδί κτλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, τούρκικα, Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Από το Άνωθεν Ασύλου του Τάσσου Αγγελίδη

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2020

Θα παρουσιάσω σήμερα μερικά αφηγήματα από το βιβλίο Άνωθεν Ασύλου, του φίλου Τάσσου Αγγελίδη. Τον Τάσσο τον ξέρω από πολύ παλιά, αφού τις τελευταίες τρεις δεκαετίες βρισκόμαστε μαζί στο Λουξεμβούργο, αλλά οι ιστορίες του βιβλίου του είναι ακόμα παλιότερες, μια και αναφέρονται στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά του χρόνια, στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στην οικογενειακή του ιστορία.

Ο Τάσος δημοσίευε στα έντυπα των Ελλήνων του Λουξεμβούργου ποιήματα και πεζά, κάποτε με το ψευδώνυμο Τάσος Κολχικός, που ήθελα να τον ρωτήσω από πού το εμπνεύστηκε και τώρα διαβάζοντας το βιβλίο το έμαθα -είναι το χωριό του, πρωην Μπαλάφτσα. Το Άνωθεν Ασύλου είναι το πρώτο του βιβλίο.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, μέσα στην πανδημία, από τον καλό εκδοτικό οίκο Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης. Στις μόλις 80 σελίδες του έχουν χωρέσει 34 σύντομα αφηγήματα, πολλές αναμνήσεις, πολλή ζωή. Μετά τα πρώτα αφηγήματα του βιβλίου, τα επόμενα είναι οργανωμένα σε ενότητες: Μάνα, Πατέρας, Άνωθεν Ασύλου, Δεκαετίες του 60 και του 70, Μια σκηνή από τη δεκαετία του 80.

Ο τίτλος είναι κι αυτός τοπικά προσδιορισμένος και θα είναι υποθέτω οικείος στους Θεσσαλονικιούς, αφού στον χάρτη βλέπω ότι η περιοχή της Σταυρούπολης μεταξύ Λεωφ. Στρατού και Ιεραποστόλου Κοσμά λέγεται «Άνωθεν Ασύλου». Εκεί μεγάλωσε ο συγγραφέας. Βέβαια, το Άσυλο του Παιδιού βρίσκεται πολύ μακριά πιο κάτω, στην Εγνατία. Γιατί ονομάστηκε έτσι αυτή η τόσο μακρινή γειτονιά, δεν το ξέρω.

 

ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στο Άσυλο του Παι­διού, στη συμβολή Εγνατίας και Εθνικής Αμύνης, απέναντι απ’ το «Σιντριβάνι», στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η μάνα μου ήρθε εκεί απ’ το χωριό, ολόκληρο ταξίδι τότε, παρόλο που στα χωριά του κάμπου μας οι γυναίκες γεννούσαν ακόμα στο σπίτι. Ο πατέρας μου περίμενε το ευτυχές γεγονός σ’ ένα παγκάκι απέναντι, ενώ κάποια στιγμή έφτασαν εκεί και ο παππούς Βαγ­γέλης κι η γιαγιά Δήμητρα για συμπαράσταση. Ο παππούς Αναστάσης δεν φάνηκε ούτε κι η γιαγιά Μαρία, βέβαια, η μητριά του πατέρα μου. Επειδή η ώρα είχε φτάσει, αλλά η γέννα καθυ­στερούσε, η μαμή την επίσπευσε, ανεβαίνοντας στην κοιλιά της μάνας μου. Το μήνυμα της γέννας δόθηκε απ’ το παράθυρο.

Η γιαγιά Μαρία είχε παραγγείλει να μην γυρίσουμε στο χω­ριό με κούρσα, να πάρουμε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, για να μην ξοδευτεί, καθώς έμεναν ακόμη όλοι μαζί στο πατρικό. Ο πα­τέρας μου δεν της έκανε τη χάρη. Ύστερα από λίγους μήνες θα ερχόμασταν στην πόλη.

ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΟΓΔΑΝΑ

Εκείνα τα χρόνια πηγαίναμε πολύ συχνά στο χωριό. Σαββατοκύριακα, γιορτές και πανηγύρια. Οι γονείς μου, νέοι ακόμη, ένοιωθαν πολύ δεμένοι με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Μάλιστα για αυτό επέλεξαν και τη Σταυρούπολη για να χτίσουν το σπίτι μας. Το χωράφι όπου έχτισαν το αυθαίρετο, με πολλή προσωπική εργασία, θυμάμαι όλα τα αδέλφια κι απ’ τις δυο μεριές και τους φίλους να σκάβουν για τα θεμέλια, ήταν κοντά στην οδό Λαγκαδά, το μεγάλο δρόμο, την άσφαλτο, που οδηγούσε στον Λαγκαδά και, λίγο μετά, στο χωριό μας, το Κολχικό, την Μπαλάφτσα για μας τους ντόπιους. Οι δυτικές συνοι­κίες δεν ήταν η καλύτερη επιλογή, το παραδέχτηκαν κι αυτοί αργότερα, αλλά επικράτησαν το συναίσθημα, η αίσθηση της εγ­γύτητας και της γρήγορης πρόσβασης.

Εγώ ακολουθούσα απρόθυμα την επιστροφή στις ρίζες των δικών μου. Θεωρούσα τον εαυτό μου «πρωτευουσιάνο», καθώς είχα γεννηθεί κιόλας στην πόλη, και οι επαφές με τους θείους και τις θείες εκεί ήταν και οδυνηρές κι επώδυνες, καθώς με αγ­κάλιαζαν σφιχτά, με φιλούσαν, με τσιμπούσαν στο μάγουλο και με χάιδευαν με τα ροζιασμένα χέρια τους και εγώ δεν ήμουν συ­νηθισμένος σε τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης και στοργής. Το καλό μέρος ήταν ότι μου έδιναν κάποια κέρματα κι έβγαζα ένα χαρ­τζιλίκι. Τα πιο πολλά τα έδινε ο παππούς Αναστάσης και λόγω ονόματος. Εικοσάρικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »