Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Θεσσαλονίκη’ Category

Εν ταις ημέραις εκείναις… (αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου)

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2020

Στο σημερινό κυριακάτικο λογοτεχνικό μας άρθρο θα βάλω ένα εμμέσως επίκαιρο κείμενο. Είναι το τριήμερο του Αγίου Δημητρίου, που θυμίζει τη Θεσσαλονίκη, οπότε θα διαβάσουμε ένα αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου. Ο Ιωάννου έχει γράψει πολλά για τη γενέθλια πόλη του, όμως το κείμενο που θα διαβάσουμε σήμερα έχει να κάνει με τον αφανισμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην Κατοχή.

Το αφήγημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο Η πρωτεύουσα των προσφύγων

Iούλιος 1942, Eβραίοι συγκεντρωμένοι στην πλατεία Ελευθερίας για να τους καταγράψουν οι Ναζί

Eν ταις ημέραις εκείναις…

Θα προσπαθήσω ώστε η κατάθεσή μου αυτή για το διωγμό και την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης επί γερμανικής κατοχής να είναι ξερή — ξερή και στεγνή — χωρίς ιστορικές και φιλολογικές επεκτάσεις ή αμφίβολα ακούσματα. Και όλα αυτά από σεβασμό προς το φριχτό μαρτύριό τους, που μόνο το πένθος και την άκρα σοβαρότητα εμπνέει.

Δεν είναι, άλλωστε, πολλά, ούτε ιδιαιτέρως συνταραχτικά αυτά που έχω να πω εγώ για την υπόθεση, γιατί ήμουν τότε μικρό παιδί — φτωχός και περίκλειστος έφηβος — με βάσανα και προβλήματα, που τον κρατούσαν κιόλας σε απόσταση από τους άλλους. Πάντως, οι Εβραίοι στη Θεσσαλονίκη ήταν τόσο πολλοί και τόσο μπλεγμένοι με τη ζωή μας, ώστε όσο κλειστός και αν ήσουν ήταν αδύνατο να μην υποπέσει στην αντίληψή σου η συμφορά, που τους είχε βρει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 51 Σχόλια »

Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931-2020)

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2020

Μέσα στη βδομάδα είχαμε την απώλεια του σημαντικού ποιητή μας Ντίνου Χριστιανόπουλου. Τον τιμήσαμε βεβαια στα σχόλια της μέρας εκείνης, όμως αξίζει κι ένα αυτοτελές άρθρο, όπως είχε ζητήσει και η φίλη μας η Nwjsj.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γεννήθηκε Κωνσταντίνος Δημητριάδης, από πρόσφυγες γονείς. Σπούδασε κλασικός φιλόλογος. Εργάστηκε πρώτα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια επιμελητής εκδόσεων. Εξέδωσε το πολύ σημαντικό περιοδικό Διαγωνιος.

Ήταν ομοφυλόφιλος και δεν έκρυψε την ομοφυλοφιλία του στα ποιήματά του, ωστόσο αρνιόταν ότι γράφει «ομοφυλόφιλη ποίηση». Ήταν πάντοτε αιρετικός, μόνιμα «εναντίον», όχι μόνο στα γραφτά του αλλά και έμπρακτα: το 2011 αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων, δεν το έχουν κάνει πολλοί αυτό.

Δεν ήταν εύκολος χαρακτήρας, δεν μασούσε τα λόγια του, έκανε πολλούς φιλολογικούς καβγάδες, έλεγε τη γνώμη του απερίφραστα.

Οι λογοτέχνες συνηθίζουν να αλληλοπαινεύονται. Ο Χριστιανόπουλος δεν δίσταζε να γραψει την πραγματική άποψή του σε οσους ομοτέχνους του στέλναν τη συλλογή τους. Θυμάμαι κάποτε, που ένας νεαρός ποιητής, οικογενειακός μας φίλος, είχε συγκεντρώσει σε ένα λεύκωμα όλες τις κριτικές που του έκαναν διάφοροι για τις συλλογές των ποιημάτων του, που βέβαια τους τις είχε στείλει τιμής ένεκεν. Όλοι έλεγαν καλά λόγια που εύκολα διέκρινες πως ήταν τυπικότητες. Ο Χριστιανόπουλος για την πρώτη συλλογή είχε να πει δυο καλά λόγια και μετά απαριθμούσε ψεγάδια, ενώ για τη δεύτερη συλλογή ήταν πιο αυστηρός, κάτι σαν «Φοβάμαι πως τα ελαττώματα που είχα επισημάνει στην πρώτη συλλογή σας εδώ φαίνονται πιο καθαρά. Δεν κανατε πρόοδο, βιαστήκατε πολύ να τυπώσετε».

Τα τελευταία χρόνια σε κάποιες εμφανίσεις του στην τηλεόραση σαν να απολάμβανε που είχε το ελεύθερο να λέει διάφορα ου φωνητά. Στη συνέχεια ταλαιπωρήθηκε πολύ με την υγεία του. Κυκλοφόρησε κι ένα βιβλίο με τα σώψυχά του, μάλλον κουτσομπολίστικου περιεχομένου (δεν το έχω δει) στο οποίο δεν είναι βέβαιο ότι είχε δει και εγκρίνει το τελικό κείμενο οσο βρισκόταν σε διαύγεια -πάντως, πολλοί διανοούμενοι διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτό τον λόγο.

Δεν θα μεινει το κουτσομπολιό, θα μεινει το έργο του. Μας θύμισε ότι η ποίηση μπορει να είναι απλή και να συγκινεί, όσο κι αν έχει κάποια βάση η κριτική που του έγινε ότι κυνηγούσε την ατάκα -έδωσε όμως και ατάκες αριστοτεχνικές. Θίγοντας μιαν άλλη παράμετρο, ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης έγραψε: «Μάνος Ελευθερίου, Νάνος Βαλαωρίτης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Γιάννης Δάλλας, Κική Δημουλά, Ντίνος Χριστιανόπουλος… Μέσα σε δύο χρόνια, η ελληνική ποίηση έχασε όλες σχεδόν τις προβεβλημένες φυσιογνωμίες της, τους ανθρώπους που τη συνέδεαν με ένα ευρύτερο κοινό, που εκπροσωπούσαν καθένας με τον τρόπο του μια δημόσια, όχι μια στενά ιδιωτική, στάση για την τέχνη και τη ζωή«.

Στον παλιό μου ιστότοπο εχω συγκεντρώσει πολλούς συνδέσμους σε ποιήματα και πεζά του Χριστιανόπουλου, αν και δεν λειτουργούν όλοι.

Μεταφέρω εδώ μερικά ποιήματα του Χριστιανόπουλου, με πρώτο ένα που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον:

«Έτσι στο τσάμπα
με ρώτησε ο νεαρός
τόσο πολύ με σόκαρε το σίγμα
που τον παράτησα.

Πριν από χρόνια ένας λεβέντης
«όχι και τζάμπα»
μου είπε γελαστός
το ζήτα του με μάγεψε
του τα ‘δωσα όλα.

* * * * *

Αυτό μου αρέσει περισσότερο

Αποστρατευμένος

Τώρα δεν έχει πια ΕΣΑ,
φωνές δεκανέων να σου ξηλώνουν τα όνειρα,
κυρίες ταγματαρχών να σφουγγαρίζεις την κουζίνα τους,
και κάθε βράδυ στο θάλαμο διψώντας λίγη θαλπωρή,
καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα.

Τώρα,
δίχως μπερέ και ζωστήρα,
οι λερωμένες αρβύλες δίνουν μια ιδέα λευτεριάς,
ξεκουμπωμένο στήθος θα πει είμαι κύριος,
νά και το κορδονάκι που καθάριζα το όπλο μου,
θα το κρατήσω να θυμάμαι τις επιθεωρήσεις.

Θά’ θελα κάτι ν’ αγοράσω πριν φύγω,
ένα τσιτάκι για την αδερφή μου, κανένα παιχνίδι για τα μικρά,
μα η τσέπη μου είναι άδεια σαν την καρδιά μου.
Θά’ θελα να τριγυρίσω και πάλι στους δρόμους,
να δω για τελευταία φορά τη Σαλονίκη,
όμως δεν έχω πόδια πια, δεν έχω μάτια,
δεν έχω όρεξη ούτε να μιλήσω,
ο νους μου κιόλας ταξιδεύει στο χωριό.

‘Ιπποι 8, άνδρες 40
(αυτό ας είναι το τελευταίο μας στρίμωγμα,
η τελευταία ανταμοιβή απ’ την πατρίδα),
όμως ετούτο το τράνταγμα γιατί μου σφίγγει έτσι την καρδιά;
Αυτό που πέρασε δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που θά’ ρθει,
αναδουλειά, ξηρασίες, καταστροφή της σοδειάς,
η καθημερινή αγωνία για το καρβέλι,
και τ’ αδερφάκια να κλαίνε, κι η σύνταξη του πατέρα μικρή,
κι ο θείος από την Αμερική μονάχα υποσχέσεις.

Δεν έχει τέλος αυτή η θητεία.

* * * * *

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αφιερώματα, Εις μνήμην, Θεσσαλονίκη, Ποίηση, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Γιατί το λένε μπουγιουρντί;

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2020

Μια και το Ορούτς Ρεΐς εξακολουθεί να βρίσκεται στις παρυφές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ ή της περιοχής που θα μπορούσαμε να έχουμε ανακηρύξει ως ΑΟΖ, και εκτελεί ή απειλεί να εκτελέσει ή προσπαθεί να εκτελέσει σεισμογραφικές έρευνες στην περιοχή, σε ένδειξη αντιποίνων το ιστολόγιο θα εκτελέσει λεξικογραφικές έρευνες στην ελληνοτουρκική γλωσσική υφαλοκρηπίδα, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε για το μπουγιουρντί.

Το μπουγιουρντί είναι μια από τις πολλές λέξεις που μας έχει κληροδοτήσει η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, λέξεις της οθωμανικής διοίκησης και καθημερινότητας, που μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έμειναν άνεργες αλλά προσέλαβαν καινούργιες σημασιες, συνήθως με δείνωση της σημασίας τους.

Έτσι, ο τσαούσης δεν είναι πια ο υπαξιωματικός (σε βαθμό αντίστοιχο με τον λοχία) αλλά κάποιος πεισματάρης και απαιτητικός άνθρωπος· το ασκέρι δεν είναι πια στρατιωτικό τμήμα αλλά δηλώνει όχλο ή συρφετό ή πολυμελή ομάδα ή οικογένεια π.χ. «μας κουβαλήθηκε ο κουμπάρος με το ασκέρι του», ενώ ο ντερβέναγας δεν είναι ο επικεφαλής του στρατιωτικού τμήματος που φυλάει τα στρατηγικά ορεινά περάσματα αλλά κάποιος που φέρεται αυταρχικά ή που απρόσκλητος παρεμβαίνει σε υποθέσεις μας που δεν τον αφορούν -«ντερβέναγα σε βάλαμε;» θα του πούμε τότε.

Αλλά ας έρθουμε στο μπουγιουρντί.

Η αρχική του λοιπόν σημασία είναι έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο αρχικός τύπος, στα μεσαιωνικά χρόνια, ήταν μπουγιουρουλντί, από το buyuruldu, που θα πει «διετάχθη», εννοείται «υφ’ ημών» και με το οποίο τελείωνε το κατεβατό της διαταγής.

Στην αρχη της λέξης βρίσκουμε το ρήμα buyurmak, διατάσσω, που έχει αόριστο buyurdum. Δεν ξέρω αν το ελληνικό πια μπουγιουρντί προέκυψε από το μπουγιουρουλντί με απλολογία ή αν παρήχθη από μεταγενέστερο απλούστερο τουρκικό τύπο (βρίσκω buyurtu) ή αν βγηκε από το τρίτο πρόσωπο του αορίστου του buyurmak, που είναι buyurdu σήμερα (αλλά δεν ξέρω πώς ήταν στην τότε γλώσσα) όμως δεν έχει και τόση σημασία. Πάντως, στα κείμενα της εποχής βρίσκουμε διάφορες παραλλαγές, όπως μπουγιουρτί, πουγιουρτί, μπουγιουρδί κτλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, τούρκικα, Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Από το Άνωθεν Ασύλου του Τάσσου Αγγελίδη

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2020

Θα παρουσιάσω σήμερα μερικά αφηγήματα από το βιβλίο Άνωθεν Ασύλου, του φίλου Τάσσου Αγγελίδη. Τον Τάσσο τον ξέρω από πολύ παλιά, αφού τις τελευταίες τρεις δεκαετίες βρισκόμαστε μαζί στο Λουξεμβούργο, αλλά οι ιστορίες του βιβλίου του είναι ακόμα παλιότερες, μια και αναφέρονται στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά του χρόνια, στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στην οικογενειακή του ιστορία.

Ο Τάσος δημοσίευε στα έντυπα των Ελλήνων του Λουξεμβούργου ποιήματα και πεζά, κάποτε με το ψευδώνυμο Τάσος Κολχικός, που ήθελα να τον ρωτήσω από πού το εμπνεύστηκε και τώρα διαβάζοντας το βιβλίο το έμαθα -είναι το χωριό του, πρωην Μπαλάφτσα. Το Άνωθεν Ασύλου είναι το πρώτο του βιβλίο.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, μέσα στην πανδημία, από τον καλό εκδοτικό οίκο Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης. Στις μόλις 80 σελίδες του έχουν χωρέσει 34 σύντομα αφηγήματα, πολλές αναμνήσεις, πολλή ζωή. Μετά τα πρώτα αφηγήματα του βιβλίου, τα επόμενα είναι οργανωμένα σε ενότητες: Μάνα, Πατέρας, Άνωθεν Ασύλου, Δεκαετίες του 60 και του 70, Μια σκηνή από τη δεκαετία του 80.

Ο τίτλος είναι κι αυτός τοπικά προσδιορισμένος και θα είναι υποθέτω οικείος στους Θεσσαλονικιούς, αφού στον χάρτη βλέπω ότι η περιοχή της Σταυρούπολης μεταξύ Λεωφ. Στρατού και Ιεραποστόλου Κοσμά λέγεται «Άνωθεν Ασύλου». Εκεί μεγάλωσε ο συγγραφέας. Βέβαια, το Άσυλο του Παιδιού βρίσκεται πολύ μακριά πιο κάτω, στην Εγνατία. Γιατί ονομάστηκε έτσι αυτή η τόσο μακρινή γειτονιά, δεν το ξέρω.

 

ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στο Άσυλο του Παι­διού, στη συμβολή Εγνατίας και Εθνικής Αμύνης, απέναντι απ’ το «Σιντριβάνι», στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η μάνα μου ήρθε εκεί απ’ το χωριό, ολόκληρο ταξίδι τότε, παρόλο που στα χωριά του κάμπου μας οι γυναίκες γεννούσαν ακόμα στο σπίτι. Ο πατέρας μου περίμενε το ευτυχές γεγονός σ’ ένα παγκάκι απέναντι, ενώ κάποια στιγμή έφτασαν εκεί και ο παππούς Βαγ­γέλης κι η γιαγιά Δήμητρα για συμπαράσταση. Ο παππούς Αναστάσης δεν φάνηκε ούτε κι η γιαγιά Μαρία, βέβαια, η μητριά του πατέρα μου. Επειδή η ώρα είχε φτάσει, αλλά η γέννα καθυ­στερούσε, η μαμή την επίσπευσε, ανεβαίνοντας στην κοιλιά της μάνας μου. Το μήνυμα της γέννας δόθηκε απ’ το παράθυρο.

Η γιαγιά Μαρία είχε παραγγείλει να μην γυρίσουμε στο χω­ριό με κούρσα, να πάρουμε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, για να μην ξοδευτεί, καθώς έμεναν ακόμη όλοι μαζί στο πατρικό. Ο πα­τέρας μου δεν της έκανε τη χάρη. Ύστερα από λίγους μήνες θα ερχόμασταν στην πόλη.

ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΟΓΔΑΝΑ

Εκείνα τα χρόνια πηγαίναμε πολύ συχνά στο χωριό. Σαββατοκύριακα, γιορτές και πανηγύρια. Οι γονείς μου, νέοι ακόμη, ένοιωθαν πολύ δεμένοι με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Μάλιστα για αυτό επέλεξαν και τη Σταυρούπολη για να χτίσουν το σπίτι μας. Το χωράφι όπου έχτισαν το αυθαίρετο, με πολλή προσωπική εργασία, θυμάμαι όλα τα αδέλφια κι απ’ τις δυο μεριές και τους φίλους να σκάβουν για τα θεμέλια, ήταν κοντά στην οδό Λαγκαδά, το μεγάλο δρόμο, την άσφαλτο, που οδηγούσε στον Λαγκαδά και, λίγο μετά, στο χωριό μας, το Κολχικό, την Μπαλάφτσα για μας τους ντόπιους. Οι δυτικές συνοι­κίες δεν ήταν η καλύτερη επιλογή, το παραδέχτηκαν κι αυτοί αργότερα, αλλά επικράτησαν το συναίσθημα, η αίσθηση της εγ­γύτητας και της γρήγορης πρόσβασης.

Εγώ ακολουθούσα απρόθυμα την επιστροφή στις ρίζες των δικών μου. Θεωρούσα τον εαυτό μου «πρωτευουσιάνο», καθώς είχα γεννηθεί κιόλας στην πόλη, και οι επαφές με τους θείους και τις θείες εκεί ήταν και οδυνηρές κι επώδυνες, καθώς με αγ­κάλιαζαν σφιχτά, με φιλούσαν, με τσιμπούσαν στο μάγουλο και με χάιδευαν με τα ροζιασμένα χέρια τους και εγώ δεν ήμουν συ­νηθισμένος σε τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης και στοργής. Το καλό μέρος ήταν ότι μου έδιναν κάποια κέρματα κι έβγαζα ένα χαρ­τζιλίκι. Τα πιο πολλά τα έδινε ο παππούς Αναστάσης και λόγω ονόματος. Εικοσάρικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Άουσβιτς, ένα ποίημα του Θάνου Γιαννούδη

Posted by sarant στο 20 Απριλίου, 2020

Τελειώνει σημερα αυτή η αλλόκοτη πασχαλινή περίοδος. Την αποχαιρετάμε με κάτι λογοτεχνικό, με μια ποιητική σύνθεση του Θανου Γιαννούδη που ολοκληρώθηκε τώρα, επομένως είναι επηρεασμένη από το κλίμα της πανδημίας (έστω κι αν είχε αρχίσει να γράφεται νωρίτερα).

Ο φίλος Θάνος Γιαννούδης είναι σημαντικός νεότατος ποιητής μας, που ξεχωριζει από το ότι γράφει σε παραδοσιακό στίχο, όπως και αρκετοί άλλοι -τα πέτρινα χρόνια της ισόμετρης ποίησης έχουν περάσει και δεν είναι πια δακτυλοδεικτούμενοι όσοι γράφουν έτσι.

Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο την πρώτη ποιητική συλλογή του Γιαννούδη. Τώρα μου στέλνει την ποιητική του σύνθεση, που έχει κάτι το ιδιαίτερο στην τεχνική της αν και δεν θα το προσέξουν όλοι.

Το ιδιαίτερο είναι ότι η ποιητική σύνθεση είναι γραμμένη σε δακτυλικό ρυθμό, που είναι αρκετά σπάνιος. Δακτυλικός είναι ο ρυθμός στον οποίο ο στίχος παίρνει τόνο στην πρώτη συλλαβή του τρισύλλαβου μέτρου, δηλ. στην 1η, την 4η, την 7η, την 10η και την 13η (οι στίχοι του Γιαννούδη είναι πεντάμετρα). Η 1η συλλαβή μπορεί κάποτε να μένει ατόνιστη.

Τον δακτυλικό ρυθμό τον ξέρουμε από τους αρχαίους, αφού το δακτυλικό εξάμετρο (σε 17σύλλαβο στίχο) είναι το μέτρο της ομηρικής και γενικότερα της επικής ποίησης. Ο δάκτυλος είναι δύσκολος ρυθμός, διότι, όπως λέει ο Θρασύβουλος Σταύρου στη Νεοελληνική μετρική «το αδιάκοπο ξαναγύρισμα του τόνου σε κάθε τριάδα συλλαβών δίνει στον στίχο ένα βάδισμα τόσο χτυπητό και μονότονο που στο τέλος κουράζει».

Οπότε, το στοίχημα είναι να τηρηθεί ο μετρικός περιορισμός αλλά και να κυλάει ομαλά το ποίημα. Νομίζω πως ο Γιαννούδης το κερδίζει το στοίχημα αυτό.

 

Άουσβιτς

‘’…το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου’’
– Κ. Καρυωτάκης

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 101 Σχόλια »

Ο άνθρωπος που δεν αρρώσταινε (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2020

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ιστολόγιο δημοσιεύει διήγημα του φίλου Κωστή Ανετάκη -έχουμε ήδη δημοσιεύσει δύο δικά του: Σαπφώ και Ο Ευριπίδης της ταφής. Το σημερινό, που το έχει ήδη δημοσιεύσει στο ιστολόγιό του και που συζητήθηκε πρόσφατα σε κάποιο σχόλιο, είναι κατά κάποιο τρόπο στο πνεύμα της πανδημίας, αφού αφορά αρρώστιες και νοσοκομεία -και είναι βιωματικό, απ’ όσο ξέρω, γι’ αυτό και ο συγγραφέας το χαρακτηρίζει «Αφήγημα».

Ο άνθρωπος που δεν αρρώσταινε

Τέλη Οκτώβρη, μια μικρή αδιαθεσία, πόνος στην αριστερή αμυγδαλή, λίγα δέκατα, συνηθισμένα πράματα. Ζεστά αφεψήματα, λίγη πρόπολη, κουκούλωμα, δυο βράδια. Έντονη εφίδρωση τη νύχτα. Τρίτη μέρα το πρωί όλα καλά. Το δαιμόνιο ανοσοποιητικό μου έκανε πάλι το θάμα του.

Ήλιος λαμπρός, ζέστη, το πρωινό με τσίγκλιζε με την ανέμελη σπιρτάδα του. Τετάρτη, μέρα λαϊκής, ό,τι πρέπει για μια βόλτα. Προηγουμένως ένα ντους, βρομοκοπούσα απ’ τον νυχτερινό ιδρώτα. Φόρεσα μπουφάν, βγήκα. Ο ήλιος χτυπούσε κατακέφαλα όπου σε πετύχαινε, ίδρωσα. Έβγαλα το μπουφάν. Μα όπου έπεφτε σκιά, κάτι άλλο καιροφυλαχτούσε. Ένα ύπουλο σύγκρυο, απ’ τη μέση ως το σβέρκο. Φόρεσα πάλι το μπουφάν. Ήταν πολύ αργά. Η αλαζονεία είν’ ο τάφος του ισχυρού.

Το βράδυ άρχισαν οι πόνοι στην πλάτη, έντονοι, σουβλεροί. Μυϊκοί σπασμοί, ψύξη στα σίγουρα. Αλοιφές, εντριβές, διατάσεις. Ο ύπνος δύσκολος, όπως κι αν γυρνούσα. Τι να ξέρει από αρρώστια κάποιος που δεν αρρώστησε ποτέ; Μόνο καμιά ίωση κι αυτή όχι κάθε χρόνο.

Η τελευταία φορά που ’χα πάρει αντιβίωση, που πέρασα μέρες στο κρεβάτι, είκοσι έξι χρόνια πριν, στο στρατό. Πυρετός τριάντα εννιά, αντιβίωση, τρεις μέρες κλινήρης, μετά περδίκι, σκοπιά-αγγαρεία. Άλλη μια φορά, πέντε χρόνια πιο πίσω, ερωτική απογοήτευση, ευτυχώς ξέσπασε ’κει. Πιο πριν τίποτα, μονάχα στην παιδική ηλικία, τότε που το ανοσοποιητικό εκπαιδευόταν. Άφησα να περάσουν πέντε μέρες με μαντζούνια, παραλίγο μοιραία καθυστέρηση.

Δευτέρα βράδυ ήρθε ο Πόνος. Απόλυτος, συντριπτικός, αδυσώπητος, σαν τοίχος από ρευστό μαύρο γρανίτη. Ό,τι άλλο είχα νιώσει ως τα πριν, απλό χάδι. Κοντανάσαινα σαν το σκυλί, ιδρώτας απ’ το μέτωπο ποτάμι.

Η Δήμητρα έκλαιγε, δε μ’ είχε ξαναδεί έτσι. «Να καλέσουμε ασθενοφόρο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Υγεία | Με ετικέτα: , | 240 Σχόλια »

Μεζεδάκια εξ αποστάσεως

Posted by sarant στο 4 Απριλίου, 2020

Θα μου πείτε, πάντοτε εξ αποστάσεως δεν είναι τα μεζεδάκια μας; Πώς μου ήρθε και διάλεξα ειδικά τώρα αυτόν τον τίτλο;

Βαφτίζω έτσι το σημερινό πολυσυλλεκτικό μας άρθρο επειδή ο τίτλος αυτός μας εισάγει, πολύ εύκολα, στο πρώτο μεζεδάκι της πιατέλας.

Ο όρος «εξ αποστάσεως» ακούγεται πάρα πολύ στους πανδημικούς καιρούς που ζούμε καθώς όλο και περισσότερες δραστηριότητες εκτελούνται από απόσταση -τα είχαμε πει και σε ένα άρθρο πριν από λίγο καιρό. Και βλέπει κανείς πότε-πότε, ακόμα και σε επίσημα κείμενα, να γράφεται το εξ με απόστροφο, «*εξ’ αποστάσεως», όπως για παράδειγμα εδώ, σε ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας. Νομίζω πως το έχω δει και σε κείμενο του Υπουργείου Παιδείας, αλλά δεν παίρνω όρκο.

Λοιπόν, το εξ είναι δεύτερος τύπος της πρόθεσης «εκ» όταν ακολουθεί φωνήεν, τόσο σε ελεύθερη μορφή (εξ αδιαιρέτου) όσο και στη σύνθεση (εξυμνώ, εξαργυρώνω). Απόστροφος δεν δικαιολογείται, διότι δεν υπήρχε κάποιο φωνήεν που να έχει σιγηθεί (να έχει φύγει) όπως πχ στις φράσεις «απ’ όλα», «τ’ άλογο, τ’ άλογο» ή «σ’ όλους». Μπορεί να βάζουν μερικοί την απόστροφο, όπως ο συγγραφέας Χ. Χωμενίδης, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται πιο επίσημο το κείμενο, αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

(Έχω ακούσει ότι τον παλιό καιρό κάποιος καθηγητής της Νομικής έκοβε χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον υποψήφιο έβαζε απόστροφο στο εξ -που τότε, λόγω της καθαρεύουσας, ήταν και πολύ πιο συχνό. Δεν είναι ανάγκη να φτάσουμε ως εκεί -αρκεί να αποφεύγουμε την απόστροφο. Ούτε χρειάζεται βέβαια απόστροφος στο «εκ» ή στο «εν» όπως έχω δει κάποιους λίγους να βάζουν).

* Και συνεχίζουμε με μεζεδάκια πανδημικά. Πολύ γέλασα με αυτό το εξώφυλλο, με αυτούς που «σώζουν την Ελλάδα». Και καλά ο πρωθυπουργός, ο Τσιόδρας και ο Χαρδαλιάς -βρίσκονται, ο πρώτος έτσι κι αλλιώς κι οι άλλοι δύο λόγω του ρόλου τους, στην πρώτη γραμμή της μάχης. Αλλά ο κ. Πατούλης, από πού κι ως πού μας σώζει κι αυτός;

— Είναι γιατρός, γι’ αυτό -είπε φίλος του ιστολογίου σαρκαστικά, όταν εξέφρασα την ίδια απορία στο Τουίτερ

Αλλά προφανώς ο εκδότης του εντύπου (το οποίο δεν έχει κάποια οργανική σχέση με την ΚΕΔΕ, απλώς έχει αυτοδιοικητική ύλη) προσβλέπει σε κάποια ενίσχυση από την Περιφέρεια Αττικής, στην εθνική προσπάθεια για να ενημερωθούν οι πολίτες για την πανδημία και να ξεκοκαλίσουν οι ημέτεροι τα σχετικά κονδύλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Ευπρεπισμός, Θεσσαλονίκη, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μιμίδια, Ποίηση, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , , | 234 Σχόλια »

Ποιο από τα δυο είναι σωστό;

Posted by sarant στο 6 Φεβρουαρίου, 2020

Στο γνωστό ανέκδοτο, ο κατσαρομάλλης ρωτούσε «Ποιο από τα δύο είναι σωστό; Ιράν ή Ιράκ;», οπότε δικαίως προκαλούσε το γέλιο, αφού και τα δύο ονόματα είναι βεβαίως σωστά αλλά δεν αναφέρονται στην ίδια χώρα.

Η ερώτηση «Ποιο από τα δύο είναι σωστό;» είναι μια από τις πιο συχνές που ακούμε τόσο σε σχέση με τη γλώσσα όσο και σε ποικίλα άλλα πεδία της γνώσης και της ζωής -αλλά ας το περιορίσουμε στη γλώσσα, όπου είναι πράγματι συχνότατη. Χαρακτηριστικά, το σχετικό θρεντ στη Λεξιλογία μετράει κάπου 140 σχόλια, ενώ γενικεύοντας το δίλημμα η Άννα Ιορδανίδου είχε κυκλοφορήσει βιβλίο με τέτοια γλωσσικά διλήμματα και απορίες.

Κι εμένα με ρωτάνε αρκετές φορές «ποιο από τα δυο είναι σωστό», ενώ άλλες φορές ο τίτλος του άρθρου του ιστολογίου περιέχει ένα ανάλογο ερώτημα, π.χ. Εξοστρακίστηκε ή εποστρακίστηκε;.. Πριν από καμιά δεκαριά μέρες, το επίκαιρο άρθρο μας Κορονοϊός ή κοροναϊός αναδημοσιεύτηκε και διαβάστηκε αρκετά. Το διάβασε και η δημοσιογράφος κ. Λέλα Κεσίδου και είχε την καλοσύνη να με καλέσει να συζητήσουμε στο δημόσιο ραδιόφωνο της ΕΤ3, όπου έχει κάθε Κυριακή την εκπομπή «Έχουμε και λέμε» (10πμμ-12μ.).

Στη συζήτησή μας τέθηκε ακριβώς το ερώτημα «ποιο από τα δύο είναι σωστό», με αφορμή το δίλημμα «κορονοϊός ή κοροναϊός», αλλά το γενικεύσαμε αρκετά, οπότε κρίνω πως έχει νόημα να αφιερώσω στη συζήτηση αυτή το σημερινό άρθρο.

Μπορείτε να ακούσετε εδώ το ηχητικό στιγμιότυπο από την εκπομπή.

Εγώ εδώ θα παραθέσω όχι πιστή απομαγνητοφώνηση της συζήτησης, αλλά τα βασικά στοιχεία, ενδεχομένως με μια επιπλέον ανάπτυξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Θεσσαλονίκη, Ορολογία, Ραδιόφωνο, Συνεντεύξεις | Με ετικέτα: , , , , | 129 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 2

Posted by sarant στο 10 Οκτωβρίου, 2019

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα ξέρετε. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία, όπως φαντάζομαι ότι θα φανεί.

Αν σας είναι κάπως γνώριμος αυτός ο πρόλογος, έχετε καλό μνημονικό: έτσι άρχιζε ένα άρθρο του ιστολογίου πριν από 7-8 μήνες, ένα άρθρο όπου αναδημοσίευσα σύντομα γλωσσικά σχόλιά μου από την ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε κανα χρόνο, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Χτες όμως, καθώς δημοσίευα ένα σχολιο στα Υπογλώσσια συνειδητοποίησα πως το σακούλι έχει γεμίσει κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.

Όλα τα επιμέρους σχόλια, τα σφηνάκια, δημοσιεύτηκαν κατά το εφτάμηνο από τον Μάρτιο έως σήμερα. Δεν τα παραθέτω ακριβώς με αλφαβητική σειρά. Καμποσα τα έχω επεκτείνει, προσθέτοντας (αρκετό) επιπλέον υλικό.

  • Ο καλαμπόρτζος

Στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Το φάλτσο μικρόφωνο» της Ελένης Φυσέκη, όπου ο αφηγητής είναι ηχολήπτης στο επάγγελμα, προσέχω την εξής φράση που έχει 3-4 λέξεις αλεξικογράφητες από τα μεγάλα λεξικά μας, που όμως καταγράφονται σε ηλεκτρονικούς γλωσσικούς πόρους:

(Μιλάει για ένα κλαμπ γειτονιάς με στοιχειώδη ηχητικό εξοπλισμό):

Λες και θα ακουγόταν ποτέ μπάσο και μπότα από αυτά τα ηχεία. Αν υποθέταμε πως είχε καμιά σοβαρή λούπα και δεν ήταν ένας από τους πολλούς καλαμπόρτζους που απλά βάζανε μπλιμπλίκια.

Καλαμπόρτζος είναι ο ατζαμής, ιδίως για μουσικό (έχει ήδη αναφερθεί και εξηγηθεί στο βιβλίο η λέξη). Από τα ρομανί, βρίσκω.

Τα άλλα θα τα ξέρετε: λούπα είναι το επαναλαμβανόμενο μουσικό μοτίβο, από αγγλ. loop, διαφορετικό από τη λούπα = μεγεθυντικός φακός (από γαλλ. loupe). Μπλιμπλίκια, εδώ, είναι οι έτοιμοι ήχοι, τα έτοιμα ηχητικά εφέ.

  • αποσυντ… κάτι τέτοιο τέλος πάντων

Στα Στοιχειώδη σωματίδια του Ουελμπέκ βρίσκω τη φράση:

Είχε την εντύπωση πως ανάμεσα στα πόδια του κρεμόταν ένα κομμάτι κρέας που έσταζε και αποσυντίθονταν’ το καταβρόχθιζαν σκουλήκια.

Ο καλός μεταφραστής, αφού έκανε την επιλογή να χρησιμοποιήσει αυτό το ρήμα και όχι μια περίφραση ή άλλο ρήμα (πχ που έσταζε και διαλυόταν) είχε να ξεπεράσει τον σκόπελο του τρίτου ενικού του παρατατικού.

Δεν μπορούσε βέβαια να βάλει το «γραμματικά σωστό» αποσυνετίθετο που συνιστά ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του. Οπότε παρουσίασε έναν αυτοσχέδιο τύπο, τυπικά σε τρίτο πληθυντικό, αλλά ευπρόσωπον.

Σκέφτομαι πως μπορεί να είχαν δίκιο οι παλιοί δημοτικιστές (όχι μάλιστα μαλλιαροί) που αυτόν τον σκόπελο τον απόφευγαν μαστόρικα, παίρνοντας το ρήμα «αποσυνθέτομαι»: ένα κομμάτι κρέας που έσταζε και αποσυνθετόταν.

  • Διέξοδοι με μουστάκια

Στη χτεσινή [20.3.2019] συνέντευξη στη Βίκη Φλεσσα, ο Γ. Μπαμπινιώτης, στο 21.32 της εκπομπής (για όποιον έχει το βίντεο) είπε:

«…στην ελληνική γλώσσα η διτυπία λόγω της διττής μας παράδοσης είναι ευλογία δεν είναι κατάρα· το να έχει περισσότερους τύπους είναι πάντοτε ευλογία διότι είναι διέξοδοι πολλαπλοί της σκέψης.»

Απροσεξία στον προφορικό λόγο, βέβαια -αλλά ίσως να είναι και μια ακόμα ένδειξη πως τα θηλυκά σε -ος είναι ξένο σώμα στην ελληνική.

  • Ακανές

Ένας συνάδελφος στο γραφείο έφερε το πρωί για κέρασμα ακανέδες, το γνωστό σερραϊκό γλύκισμα που θα μπορούσε να περιγραφεί σαν διασταύρωση λουκουμιού και κουραμπιέ, και θυμήθηκα ότι την πρώτη φορά που είχα δει, έφηβος, ένα κουτί γλυκά με την επιγραφή ΑΚΑΝΕΣ ΛΑΪΛΙΑ, είχα αναρωτηθεί ποια είναι αυτή η άλλη γλώσσα που γράφεται με ελληνικό αλφάβητο.

Για τον ακανέ, στον ιστότοπο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προτείνεται μια ετυμολογία που θα έκανε περήφανο τον Γκας Πορτοκάλο:

Σήμερα κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά από που προήλθε η ονομασία ακανές. Η ιστορία του χάνεται στην εποχή της Τουρκοκρατίας και ίσως μαζί της χάθηκε και η ιστορία προέλευσης του ονόματός του. Βάσιμη ετυμολογία της λέξης δεν υπάρχει. Παρόλα αυτά όμως υπάρχει μία εκδοχή που ίσως να πλησιάζει περισσότερο την πραγματικότητα. Η λέξη «ακανές» προήλθε, όπως λένε, από την λέξη «ανακατεύω», γιατί το μίγμα χρειάζεται πολύωρο ανακάτεμα και από το κατάφαση «ναι», που έλεγαν πάντα οι δούλοι, οι οποίοι ήταν αυτοί που ανακάτευαν το μίγμα.

Ο ακανές, βέβαια, δεν μπορεί να προήλθε από το «ανακάτεμα» και το «ναι». Πιο πειστική η πρόταση στον ιστότοπο του ακανεδοπαρασκευαστηρίου Ρούμπου, από το hakane helva, το γλυκό του πρίγκιπα (χάνου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Θεσσαλονίκη, Λεξικογραφικά, Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Σουρής, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 177 Σχόλια »

Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2019

Κυριακή σήμερα, μέρα ανάγνωσης -καλοκαιρινή Κυριακή μάλιστα. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αφήγημα με έμμεσο καλοκαιρινό χρώμα, αφού εκτυλίσσεται σε μια μικρή νησιωτική πόλη, που δεν κατονομάζεται ρητά αλλά είναι το Πλωμάρι της Μυτιλήνης.

Πρόκειται για το βιβλίο «Το ουζερί», του Μυτιληνιού συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη (1940-), που γεννήθηκε στο Πλωμάρι αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη.

Το Πλωμάρι είναι πανελλήνια γνωστό για το ούζο που παράγει, ωστόσο ο συγγραφέας μάς λέει πως η λέξη «ουζερί» ήταν άγνωστη στην πόλη έως το 1952 που άρχισε να λειτουργεί ένα τέτοιο μαγαζί. Και με κέντρο το μαγαζί αυτό, ο Μαυραγάνης περιγράφει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1950, αφήνοντας τη διήγηση ελεύθερη να περνάει από το ένα θέμα στο άλλο.

Παραθέτω λοιπόν ένα εκτενές απόσπασμα από τις σελίδες 55-66 του βιβλίου. Συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλιο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ βρήκα και μια ραδιοφωνική του συνέντευξη.

Το ουζερί (απόσπασμα)

Πολύ γρήγορα έγινε γνωστό το Ουζερί και πολύ πέρα από τα σύνορα της μικρής μας πόλης και για τους εξαιρετικούς μεζέδες που πρόσφερε. Γιατί, έξω από τα γνωστά και τετριμμένα, χταπόδι στη σχάρα ή ξιδάτο, παστά, ελιές, κεφτέδες και λοιπά, απόκτησε ειδικότητα, ίσως και μοναδικότητα, στα θαλασσινά και στα όστρακα, που του έρχονταν ειδικά από τον κόλπο της Καλλονής. Τα περίφημα χτένια, που τα πρόσφερε ωμά με μπόλικο λεμόνι ή πολύ ελαφρά ψημένα όσο ν’ ανοίξει το καύκαλό τους, με μπόλικο επίσης λεμόνι, πίνες τηγανητές ή μεταμορφωμένες σε πινοκεφτέδες, σουπιές και καλαμαράκια ολοζώντανα στη σχάρα ή τηγανητά, καραβίδες και φυσικά αστακούς και τις εκπληκτικές αστακοκαραβίδες, γνωστές και με το όνομα «κωλοχτύπες», που βεβαίως ορισμένες εποχές απαγορευόταν η αλίευσή τους, φαίνεται όμως πως για το Ουζερί γίνονταν κάποιες εξαιρέσεις.

Όλα αυτά, όμως, μαζί με τους κεφτέδες, χορτοκεφτέδες, συκώτια αρνίσια ή κατσικίσια τηγανητά ή ψητά στο κάρβουνο, σφουγγάτα, ντολμαδάκια γιαλαντζί ή με κρέας, σουγάνια, δηλαδή κρεμμυδοντολμάδες, τα περίφημα και περιζήτητα γεμιστά κολοκυθολούλουδα και πολλά άλλα, συνοδεύοντάς τα με τα αξεπέραστα ξινά του. Που υπήρχαν, βέβαια, και στους μεζέδες των καφενείων, αλλά στο Ουζερί λεγόταν πως είχαν άλλη γεύση.

Σε μια ατέλειωτη σειρά γυάλινων βάζων τοποθετημένων σ’ ένα μεγάλο ράφι πάνω από την κουζίνα μπορούσες να βρεις κάπαρη, ξινήθρα -αξνίθρα στην τοπική μας διάλεκτο- κρίταμο που σκέπαζε όλες τις βραχώδεις ακτές και που μέχρι σήμερα λίγοι το ξέρουν και το εκτιμούν, αγουρίδα, τρυφερούς βλαστούς αμπελιών, αρκόμπλα, τσάγαλα, ήτοι μικρά πριν προλάβει ακόμα να γίνει ξύλο η εξωτερική τους επιφάνεια, αμύγδαλα και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια. Κι όλα αυτά στην άλμη, με μια ιδέα ξίδι στο διάλυμα της συντήρησής τους. Όλα, για να νοστιμίζουν τους άλλους εξαιρετικής ποιότητας μεζέδες και να διευκολύνουν την κατάποση μεγαλύτερων ποσοτήτων απ’ αυτούς.

Τα μούσμουλα στην άρμη ήταν μια απ’ τις πιο θελκτικές λιχουδιές εμάς των μικρών. Αλλά πέρα απ’ αυτά που τρώγαμε από τα βάζα των μανάδων μας -πόσα, άραγε, θα μπορούσαν να έχουν στις κουζίνες τους;- ήταν κι εκείνα που αγοράζαμε από τους πλανόδιους πωλητές, τον Μάρκο ή τον Φώτη ή τον Αριστείδη τον Ντιν-Νταν. Όχι πως είχε καμιά ιδιορρυθμία ο άνθρωπος ή ιδιαιτερότητα, αλλά το παρατσούκλι τού το κόλλησαν γιατί μ’ ένα μικρό κουδουνάκι, που κρατούσε στο χέρι, έκανε γνωστή την παρουσία του στους παντοειδείς πελάτες του. Κλασικός μικροπωλητής του δρόμου ο Ντιν-Νταν, διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς. Λαχεία, καραμέλες, μικρές σοκολατίτσες της μπουκιάς, λουκουμάκια, παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί. Όλοι αυτοί μάς πουλούσαν τα μούσμουλα στην άρμη μέσα σε μικρά χωνάκια από φύλλα εφημερίδων, που μούλιαζαν σχεδόν αμέσως και διαλύονταν μέσα στα χέρια σου, με κίνδυνο απώλειας του περίφημου μεζέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 171 Σχόλια »

Τα παντούμ και η συλλογή του Θάνου Γιαννούδη

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2019

Την Κυριακή βάζουμε λογοτεχνικό θέμα συνήθως -και συνήθως πεζογραφία, διηγήματα ας πούμε. Σπάνια βάζουμε ποιήματα και ακόμα σπανιότερα ποιήματα σημερινών ποιητών (μια εξαίρεση ήταν η παρουσίαση της συλλογής του Δημήτρη Κοσμόπουλου πριν απο δυόμισι μήνες).

Εξαίρεση κάνω και σήμερα, αφού παρουσιάζω μιαν ακόμα ποιητική συλλογή και μάλιστα ενός νέου ποιητή, του Θάνου Γιαννούδη ο οποίος ακόμα δεν έχει κλείσει τα τριάντα του χρόνια. Ο Γιαννούδης είναι εκπρόσωπος της νεότατης γενιάς των ποιητών που αναβιώνουν τον παραδοσιακό στίχο. Παλιότερα δημοσίευε τα ποιήματά του στο ιστολόγιό του, και στη συνέχεια σε λογοτεχνικούς ιστοτόπους (παράδειγμα), τώρα όμως έβγαλε και την πρώτη του ποιητική συλλογή, Του ουρανού και της γης.

Με τον Θάνο γνωριζόμαστε εδώ και καιρό, ιντερνετικά αλλά και διά ζώσης όποτε περνάω από Θεσσαλονίκη. Μου είχε δώσει τη συλλογή πριν ακόμα βγει και μου ζήτησε να πάρω μέρος στην παρουσίασή της -επειδή όμως η ημερομηνία της εκδήλωσης άλλαξε και δεν βρισκόμουν στην Ελλάδα, τελικά η συμμετοχή μου στην παρουσίαση έγινε μέσω υπομνήματος, που το διάβασε ο μυστηριώδης ποιητής Ααρών Μνησιβιάδης.

Το κείμενο αυτό θα το παρουσιάσω πιο κάτω, αλλά πρώτα θα πω δυο λόγια για το παντούμ, ένα στιχουργικό είδος που μ’ αρέσει πολύ και που αρέσει και στον Γιαννούδη, αρκετά ώστε να ξεκινήσει τη συλλογή του με ένα παντούμ.

Πρόλογος – Παντούμ για το Νέο Κόσμο

 ”O brave new world,
that has such people in ‘t!” –
Shakespeare

 

Αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα…
Μακριά σου ο κόσμος όνειρο κακό,
κιθαρίστας που τού έκλεψαν την πένα
και μαντεύει κάθε νότα το σκοπό.

Μακριά σου ο κόσμος όνειρο κακό
-Πόση αγάπη θα επιζήσει; Πες μου, πόση;-
και μαντεύει η κάθε νότα το σκοπό,
τη σειρά της μουσικής να περισώσει.

Πόση αγάπη θα επιζήσει; Πες μου, πόση;
Ποιο τραγούδι θα υμνήσει τον καιρό,
τη σειρά της μουσικής θα περισώσει;
Δεν στεριώνει ο ρυθμός που προχωρώ…

Ποιο τραγούδι θα υμνήσει τον καιρό:
νέε κόσμε, εσύ, λαμπρέ φωτοκυκλώνα!
Δεν στεριώνει ο ρυθμός που προχωρώ,
η καρδιά της πλάσης θάφτηκε στο χώμα.

Νέε κόσμε, εσύ, λαμπρέ φωτοκυκλώνα,
σε γεννήσαν ο καημός κι η συμφορά!
Η καρδιά της πλάσης θάφτηκε στο χώμα,
το χαμόγελό σου η άβυσσος φορά!

Σε γεννήσαν ο καημός κι η συμφορά
-Χαίρε, άμετρη ανθρώπινή μας φύση!-
Το χαμόγελό σου η άβυσσος φορά
κι έχει μέσα σου το χάος εμφυσήσει.

Χαίρε, άμετρη ανθρώπινή μας φύση,
χαίρε φύσημα της πλαστουργού πνοής!
Έχει μέσα σου το χάος εμφυσήσει
σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής.

Χαίρε φύσημα της πλαστουργού πνοής,
νιότης όνειρα που μοιάζετε σαν ξένα
σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής
-αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα…

2017

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Εκλογές και εκπαίδευση στα δυτικά της Θεσσαλονίκης (μια συνεργασία του Κώστα)

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2019

To άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα είναι μια συνεργασία του φίλου μας του Κώστα -επειδή όμως με το όνομα αυτό είναι πολλοί φίλοι στο ιστολόγιο, πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι εννοώ τον ΚΩΣΤΑ, που πάντοτε κεφαλαιογράμματος σχολιάζει -αλλά δεν ήθελα να βάλω στον τίτλο τα κεφαλαία.

Τις προάλλες, ο φίλος μας ο Κώστας σε κάποιο σχόλιο αναφέρθηκε στην έρευνα που έχει κάνει στην τοπική ιστορία των προσφυγικών συνοικισμών της Θεσσαλονίκης, έρευνα που έχει αποκρυσταλλωθεί και σε ένα βιβλίο που έχει εκδώσει. Τον προέτρεψα να διαλέξει κάποιο κεφάλαιο για να δημοσιευτεί στο ιστολόγιο και μου έστειλε δύο ξεχωριστά θέματα, ένα επίκαιρο σχετικά με τις εκλογές στους συνοικισμούς και ένα για την εκπαίδευση.

Το βιβλίο του Κώστα με τίτλο «Δυτικά της Θεσσαλονίκης» είναι μια ιστορική ανασκόπηση των δυτικών προσφυγικών συνοικισμών (Αμπελοκήπων, Επταλόφου, Καϊστρίου Πεδίου και Νέας Μενεμένης) με αποδελτίωση των φύλλων της εφημ. Μακεδονία, για την περίοδο 1924-1932.

Φυσικά, κάποια τοπωνύμια έχουν αλλάξει. Έτσι για ένα εύκολο κουίζ, πώς λέγονται σήμερα οι εξής περιοχές:

Δουδουλάρ ή Ντουντουλάρ
Αραπλή
Κουκλουτζάς
Καραϊσίν
Λεμπέτ

Εγώ μόνο τον Κουκλουτζά ήξερα πώς λέγεται σήμερα. Οι απαντήσεις στο τέλος του άρθρου.

 

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

Γενικά. Σε κάθε εκλογική διαδικασία, οι κάτοικοι των συνοικισμών της Επταλόφου και των Αμπελοκήπων, είχαν, με το δικό τους τρόπο, ενεργή συμμετοχή και συνέβαλαν στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου προεκλογικού κλίματος. Είναι βέβαια γνωστό ότι η εφημερίδα Μακεδονία στήριζε πολιτικά τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τα συνεργαζόμενα με αυτόν κόμματα. Ως εκ τούτου, ενδεχομένως, να υπάρχουν και ενστάσεις για την αντικειμενικότητα της εφημερίδας, όσον αφορά την προβολή των υποψηφίων βενιζελικών υποψηφίων έναντι των υποψηφίων των άλλων κομμάτων και δημοτικών παρατάξεων. Με δεδομένη αυτή την επιφύλαξη, θα δώσουμε στη συνέχεια το προεκλογικό κλίμα που διαμορφωνόταν στους δύο συνοικισμούς, όπως προκύπτει από την ειδησεογραφία της εφημερίδας.

 

Με τον Χαρίσιο Βαμβακά. Δημοτικές εκλογές, για τις 14 Δεκεμβρίου 1930. Ο Χ. Βαμβακάς κατέβηκε ως υποψήφιος δήμαρχος με το χρίσμα του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Ήταν προσωπικός φίλος και παλαιός συνεργάτης του Ελ. Βενιζέλου. Διαχειρίστηκε το θέμα της προσάρτησης και ένταξης στην Ελλάδα της Δυτ. Θράκης.

Οι εκλογές αυτές υπήρξαν οι πιο έντονες και οι πιο θορυβώδεις για τους συνοικισμούς των Αμπελοκήπων και της Επταλόφου. Ίσως σε αυτό να συνετέλεσαν και τοπικά κίνητρα. Ο Χ. Βαμβακάς είχε στενή σχέση με την περιοχή. Είχε στην ιδιοκτησία του μία μεγάλη έκταση στα δυτικά του συνοικισμού των Αμπελοκήπων, προς το σημερινό στρατόπεδο Μ. Αλέξανδρος, όπου σήμερα βρίσκονται οι εργατικές κατοικίες. Ίσως να διέθετε και κατοικία, διότι υπάρχουν αόριστες αναφορές παλιών Αμπελοκηπιωτών για ύπαρξη βίλας Βαμβακά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκπαίδευση, Εκλογές, Θεσσαλονίκη, Συνεργασίες, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , | 204 Σχόλια »

Λεξιλογικά στο Δικό μας αίμα

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό, παρουσίασα στο ιστολόγιο το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι!» από τη συλλογή πεζογραφημάτων «Το δικό μας αίμα» (1978). Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία -έχουμε φτιάξει, εδώ στην ξενιτειά, μια Λέσχη ανάγνωσης, και αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο που (διαβάσαμε και) συζητήσαμε.

Καθώς εδώ λεξιλογούμε, σκέφτηκα να παρουσιάσω σήμερα ορισμένες λέξεις και φράσεις που πρόσεξα καθώς (ξανα)διάβαζα το βιβλίο του Ιωάννου, λέξεις που δεν τις βρίσκει κανείς στα σημερινά γενικά λεξικά ή που αξίζουν κάποιον σχολιασμό, κάτι που είχα μισοϋποσχεθεί όταν δημοσίευσα το διήγημα.

Αλλά να πω και δυο λόγια για το βιβλίο. Πρόκειται για μια συλλογή από 17 πεζογραφήματα -αυτόν τον ορο χρησιμοποιεί ο Ιωάννου στο εξώφυλλο- πολλά από τα οποία αρχικά είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Καθημερινή. Το κοινό τους θέμα είναι η Θεσσαλονίκη και η πρόσφατη ιστορία της, όπου μπλέκονται βιώματα του Ιωάννου, οικογενειακές ιστορίες και περιγραφή των τόπων και των ανθρώπων. Είναι βιβλίο καθαρά πολεογραφικό αφού η πόλη είναι πανταχού παρούσα και πρωταγωνιστεί σε όλα σχεδόν τα πεζογραφήματα, διακατέχει σχεδόν τυραννικά τον Ιωάννου που βλέπει «τα σημάδια της απάνω του» και νιώθει να χαράζεται η τοπογραφία της πάνω στο σώμα του. Ίσως να αισθάνεται και ενοχή αφού όταν τα γράφει αυτά έχει εγκαταλείψει τη γενέθλια πόλη ενδίδοντας στα θέλγητρα της Αθήνας.

Εξαίρεση αποτελεί το πεζό που παρουσιάσαμε τις προάλλες, το Βουκουρέστι: είναι το μοναδικό της συλλογής που δεν έχει πρωταγωνίστρια την πόλη αλλά ανθρώπινους χαρακτήρες.

Περισσότερα για τη συλλογή έχει γράψει ο φίλος μας ο Ρογήρος, που έκανε και την παρουσιαση στη Λέσχη Ανάγνωσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσολογοτεχνικά, Θεσσαλονίκη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 88 Σχόλια »

«Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι!» (διήγημα του Γιώργου Ιωάννου)

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2019

Το έχω ξαναπεί πως ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Τον θυμήθηκα πρόσφατα για δυο λόγους. Από τη μια, ήμουν στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη τις προάλλες. Κι έπειτα, σε μια λέσχη ανάγνωσης που έχουμε φτιάξει εδώ στην ξενιτειά συζητήσαμε προχτές το βιβλίο «Το δικό μας αίμα» από το οποίο προέρχεται και το διήγημα που θα διαβάσετε σήμερα.

Μια και ξαναδιάβασα το βιβλίο με αφορμή τη συζήτηση αυτή, δεν αποκλείεται σε ένα από τα επόμενα άρθρα να επιστρέψω στο Δικό μας αίμα και να το εξετάσω λεξιλογικά. Σήμερα όμως, που έχουμε αμιγώς λογοτεχνικό θέμα, θα βάλω ένα διήγημα από το βιβλίο, ένα διήγημα που μου αρέσει και που ξεχωρίζει από τα άλλα του βιβλίου.

Δεν εννοώ ότι υπερέχει. Εννοώ ότι όλα τα άλλα διηγήματα του τόμου είναι πολεογραφικά, έχουν πρωταγωνιστή την πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ ετούτο διαφέρει αφού διηγείται ιστορίες ανθρώπων πιο πολύ και όχι της πόλης -αν και η Θεσσαλονίκη έχει κι εδώ πρωταγωνιστική θέση.

«Βουκουρέστι, αχ, Βουκουρέστι!»

Η γιαγιά μου ήταν αντίθετη στον κομμουνισμό, το ίδιο και οι φιλενάδες της. Δεν είχανε με τους κομμουνιστές, τους μπολσεβίκους, όπως έλεγαν καμιά ιδιαίτερη μανία, ούτε και πολυθέλανε το κακό τους, τους φοβόντουσαν όμως και τους κατηγορούσαν γιατί κυνηγούσανε τη θρησκεία και τις διδασκαλίες της. Και όποιος κυνηγάει τη θρησκεία, κυνηγάει τα πάντα, έλεγαν.

Μαζεύονταν, λοιπόν, για καφέ, έστω και κριθαρένιον, και ανταλλάσσανε ή ξαναλέγανε τις παμπάλαιες πληροφορίες τους. Μια ιστορία που είχε κάνει θραύση στον κύκλο τους προπολεμικά, ήταν εκείνη με τον καλόγερο. Οι άλλες ήταν σχετικές με τις ερωτικές δραστηριότητες, τις παραλυσίες και τους εκφυλισμούς στη Σοβιετία.

Ένας Ρώσος καλόγερος, αφού υπόφερε τα πάνδεινα από τους μπολσεβίκους στις εξορίες και τις φυλακές κι αφού άκουσε βρισίδι και διαφώτιση που του πήγε καπνός κι αντάρα, άρχισε να δείχνει ότι παραδέχεται σε πολλά σημεία τις αντιθρησκευτικές απόψεις των διαφωτιστών του. Κατευχαριστημένοι εκείνοι σκέφτηκαν να τον παρουσιάσουν έτσι με τα ράσα και τα γένια στο λαό, για να μιλήσει μέσα σ’ ένα κατάμεστο στάδιο εναντίον της θρησκείας. Και πραγματικά μάζεψαν τον κόσμο και ανέβασαν σ’ ένα ψηλό βάθρο τον καλόγερο, για να τον βλέπουν όλοι. Κι αυτός, αφού πρώτα περίμενε να γίνει ησυχία απόλυτη και να στραφούνε όλα τα βλέμματα επάνω του, έβγαλε ξαφνικά από τον κόρφο του έναν μεγάλο σταυρό και υψώνοντάς τον κραύγασε προς τα πλήθη· «Χριστός Ανέστη!». Έγινε τότε πανδαιμόνιο, χαλασμός κόσμου. Οι μπολσεβίκοι αυτοστιγμεί πέσαν απάνω του και τον λιανίσαν.

Η ιστορία αυτή τελείωνε πάντα με σταυροκοπήματα, πράγμα που σήμαινε πως ο καλόγερος κατατασσόταν αυτόματα από την ομήγυρη μεταξύ των αγίων μαρτύρων. Παρόλο όμως το τραγικό και όχι απίθανο τέλος της, εγώ την έβρισκα πάντοτε λιγάκι διασκεδαστική. Και πολύ θα ’θελα να μπορούσα να είχα δει από καμιά μεριά τα μούτρα των έξυπνων αυτών υπευθύνων τη στιγμή που την πάθαιναν από τον φανατικό καλόγερο.

Ύστερα, οι γριές άρχιζαν να λένε και να λένε, ψιθυριστά, για τα σεξουαλικά όργια, που κατά τις πληροφορίες τους γινόντουσαν στη Ρωσία.

–      Χορεύουν άντρες με γυναίκες γυμνοί, λέγανε σκυφτές.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο μαυροφορεμένος χορός.

–      Χορεύουν γυμνοί άντρες με άντρες, λέγανε γουργουριστά.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο χηρευάμενος χορός.

–      Χορεύουν γυμνές γυναίκες με γυναίκες, σφύριζαν χαμηλόφωνα.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζαν όλες μαζί και

σταυροκοπιόντουσαν, ίσως γιατί έπιαναν με τη φαντασία τους την ομήγυρή τους ολόγυμνη να χορεύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 62 Σχόλια »