Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Θεσσαλονίκη’ Category

Γέεννα (του Ισίδωρου Ζουργού)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2018

Λογοτεχνικό θέμα ζητάει η ημέρα αλλά ακόμα μας κυνηγάει η κάπνα από την πυρκαγιά. Κάτι ανάλαφρο, που είχα διαλέξει από την περασμένη κιόλας Κυριακή, θα ήταν αταίριαστο -το μεταθέτω λοιπόν για την επόμενη Κυριακή και για σήμερα διαλέγω τη λογοτεχνική παρουσίαση μιας ιστορικής πυρκαγιάς, της πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 1917, όπως μας την αφηγείται ο Ισίδωρος Ζουργός στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Λίγες και μία νύχτες«.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ζουργός παρακολουθεί τη ζωή του Λευτέρη, ενός πανέξυπνου Θεσσαλονικιού, γεννημένου στα τέλη του 19ου αιώνα, που σημαδεύεται πολύ νέος από έναν αταίριαστο έρωτα. Η πυρκαγιά του 1917 τον βρίσκει να έχει μια υποτυπώδη επιχείρηση πρακτόρευσης εφημερίδων ενώ ταυτόχρονα είναι δεξί χέρι του ντονμέ Αλπερέν Μπέη αλλά κρυφά έχει δεσμό και με την κόρη του. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο παίζει φυσικά και η πόλη, η Θεσσαλονίκη, και ιδίως η οδός Εξοχών, η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας.

Ο Ζουργός αφιερώνει στην πυρκαγιά ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί Γέεννα. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος από το κεφάλαιο αυτό.

Γέεννα

Κυριακή 7 Αυγούστου 1917

Ο Θόδωρος, ο αμαξάς του Αλπερέν μπέη, δε θυμόταν να είχε δει τον Λευτέρη άλλη φορά σε τέτοιο χάλι. Κό­ντευε έξι το απόγευμα όταν πέρασε τη σιδερένια καγκελόπορτα και προχώρησε στον κήπο. Δε φορούσε σακάκι και το πουκάμισό του ήταν γεμάτο κάπνα και χώματα. Από το ένα του παπούτσι είχε φύγει το τακούνι κι αναγκαστικά στραβοπατούσε. 0 αμαξάς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει, ού­τε καν να τον καλησπερίσει. Ήταν φανερό ότι είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Άλλωστε ποιος είχε κοιμηθεί τέτοια νύχτα;

«Είναι μέσα ο μπέης;» τον ρώτησε καθώς έτριβε τα μάτια του που ήταν κόκκινα απ’ τους καπνούς και το ξενύχτι.

«Μέσα είναι, Λευτέρη. Τι θεομηνία είναι πάλι αυτή;»

Κούνησε μόνο το κεφάλι και προχώρησε. Χωρίς αμφιβο­λία θα του είπαν «Καλησπέρα» τα πεύκα και τα τριαντά­φυλλά του· σίγουρα θα περίμεναν ένα χάδι του καθώς περ­νούσε από μπροστά τους. Δεν τους μίλησε, παρά έριξε μια γρήγορη ματιά για να βεβαιωθεί ότι εκεί στη βίλα ο κόσμος παρέμενε ο ίδιος και δεν τον είχε μαυρίσει η κόλαση της φω­τιάς, που από χθες το μεσημέρι κατάπινε έναν έναν τους δρό­μους της πόλης, τα ξύλινα φτωχόσπιτα, τις αυλές, τα δέντρα, τα μέγαρα με τους κίονες και τις μετόπες… Ευτυχώς στον περίβολο της έπαυλης νικούσε ακόμη το πράσινο. Εκεί μαύ­ρο ήταν μόνο το λαντό, που το είχε έτοιμο ο Θόδωρος για κά­θε ενδεχόμενο, κι εκείνο το κομμάτι του ουρανού που έβλε­πε προς τη Δύση και το Λιμάνι, εκεί όπου ακόμη μαινόταν η μεγάλη πυρκαγιά.

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια χωρίς να σκουπίσει τα παπούτσια του και χτύπησε το ρόπτρο της λευκής εξώπορ­τας. Του άνοιξε η Μίρζα κι όχι η υπηρέτρια, γιατί ήταν οι ώρες τέτοιες που έμπαινε στο περιθώριο η κοινωνική εθιμο­τυπία.

«Είναι στο γραφείο και νομίζω σε περιμένει», του είπε χω­ρίς καν να τον καλησπερίσει.

«Ευχαριστώ», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του και προχώρησε στον διάδρομο.

«Λευτέρη!» άκουσε πάλι τη φωνή της και κοντοστάθηκε. «Ό,τι έχεις να του πεις, με τρόπο σε παρακαλώ. Δεν πλησία­σε στο κρεβάτι του από χθες».

Άκουσε τα βήματά της πίσω απ’ την πλάτη του.

«Θέλω να ’μαι κι εγώ μπροστά. Τι κι αν είμαι γυναίκα; Έχω νομίζω το δικαίωμα…»

Μια πνοή αέρα που κουβαλούσε η φωνή της του δρόσισε τον λαιμό.

«Κι εγώ σε θέλω εκεί μέσα», της είπε. «Ας ελπίσουμε να μην έχει αντίρρηση».

Η Μίρζα τον προσπέρασε αθόρυβα και στάθηκε στην πόρ­τα του γραφείου του. Χτύπησε και του έκανε νόημα να πε­ριμένει. Την είδε να μπαίνει και ν’ αφήνει πίσω της την πόρ­τα μισάνοιχτη. Προχώρησε προς το άνοιγμά της, κι από κει είδε το μισό γραφείο κι ένα κομμάτι απ’ τη βιβλιοθήκη του. Η φωνή της ακουγόταν καθαρά, αλλά δεν πολυκαταλάβαινε γιατί μιλούσαν τούρκικα ανάκατα με λαντίνο. Αυτό που σί­γουρα ήξερε ήταν πως τον ενοχλούσε πια να στέκεται πίσω από μισάνοιχτες πόρτες και να κρυφακούει. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 152 Σχόλια »

Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2018

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε ήμουν στη Θεσσαλονίκη και επισκέφτηκα φυσικά τη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου. Το χάρηκα πάρα πολύ, διότι δεν είναι μια έκθεση όπως εκείνες του Ζαππείου: υπάρχουν βεβαίως περίπτερα εκδοτικών οικων και αγοράζεις βιβλία, όμως γίνονται συνεχώς εκδηλώσεις, ομιλίες και παρουσιάσεις, πολλες ταυτόχρονα, που ένιωθα σαν παιδί σε μαγαζί με παιχνίδια, μεγάλη δυσκολία είχα να διαλέξω τι θα παρακολουθήσω.

Τελικα προτίμησα να ρίξω το βάρος στις συζητήσεις με γνωστούς και φίλους, που είτε συμμετείχαν στην έκθεση είτε ειχαν πάει κι αυτοί ως θεατές. Ομως παρακολούθησα και λίγες παρουσιάσεις, ανάμεσά τους κι αυτήν που αφορούσε τις νέες εκδόσεις του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, με ομιλητές τον Γ. Κεχαγιόγλου και την Σωτηρια Σταυρακοπούλου. Σε δική της επιμέλεια και το καινούργιο βιβλίο Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου, που θα σας παρουσιάσω σήμερα.

Η έκδοση αυτή είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», το 11ο βιβλίο της σειράς. Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο βιβλίο της ίδιας σειράς, τον Έπαινο των γυναικών, κατά σύμπτωση πάλι σε επιμέλεια της Σωτ. Σταυρακοπούλου. Όλα τα βιβλία της σειράς χαρακτηρίζονται από υποδειγματική επιμέλεια, εκτενή εισαγωγή και επίμετρο, ενώ, το είχαμε συζητήσει και παλιότερα, υπάρχει αντικριστά και η μετάφραση του κειμένου στα σημερινά νεοελληνικά, μια επιλογή που ίσως ξενίσει κάποιους -αφού το κείμενο πολύ μικρή δυσκολία πρέπει να παρουσιάζει για τον σημερινό αναγνώστη.

Ο Μπερτόλδος είναι το πρωτο πεζό κείμενο της σειράς του ΙΝΣ. Οι επιμελητές έχουν θέσει ως όρο απαράβατο τα κείμενα που παρουσιάζονται στη σειρά να μην ξεπερνούν τους 1000 στίχους τα έμμετρα ή τις περίπου 30 σελίδες τα πεζά κι αυτό σήμαινε ότι δεν παρουσιάζεται ολόκληρο το κείμενο αλλά ανθολογούνται τα καλύτερα κομμάτια. Εκδοτική απόφαση είναι αυτή, που συζητιέται.

Δεν είναι πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, αλλά ανώνυμη μετάφραση από το ιταλικό Le sottilissime astuzie di Bertoldo (1606) του Iταλού Giulio Cesare dalla Croce, που κι αυτο βασίζεται σε παλιότερα αναγεννησιακά κείμενα (στην Εισαγωγή θα βρείτε άφθονες πληροφορίες). Η ελληνική μετάφραση τυπώθηκε σε βιβλίο το 1646 και εγινε δημοφιλέστατο λαϊκό ανάγνωσμα επί αιώνες, με πάμπολλες εκδόσεις. Ο μεταφραστής πάντως έχει και μερικά λαθάκια που δείχνουν όχι τέλεια γνώση της ιταλικής -για παράδειγμα, στο Προοίμιο (θα το δείτε πιο κάτω), το l’esercito di Serse το αποδίδει «άσκησην του Ξέρξου» ενώ πρόκειται για τον στρατό, την εκστρατεία.

Ο Μπερτόλδος βεβαια εχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά -η επισκόπηση της βιβλιογραφίας υπάρχει στο βιβλίο. Πολύ καλή είναι η έκδοση του Α. Αγγέλου στη εξαιρετικη παλιότερη σειρά της ΝΕΒ, η οποια μαλιστα περιλαμβάνει και τις περιπέτειες του Μπερτολδίνου, γιου του Μπερτόλδου (επόμενο έργο του ίδιου συγγραφέα) ενώ στα google books μπορειτε να βρειτε μια απο τις αμέτρητες επανεκδόσεις της πρώτης μετάφρασης, με κάποιες διορθώσεις σε σχέση με το αρχικό κείμενο (με χρονολογία 1836).

Ο Μπερτόλδος είναι ένας κακάσχημος αλλά πανέξυπνος χωρικός, που καταφθάνει με τον γάιδαρό του στην αυλή του βασιλιά της Λομβαρδίας. Ο βασιλιάς, για να διασκεδάσει μαζί του, του κάνει αλλεπάλληλες ερωτήσεις και του βάζει διάφορες δοκιμασίες, στις οποιες αυτός καταφέρνει και αντεπεξέρχεται χάρη στην ευστροφία του. Το ίδιο γίνεται στη συνέχεια με τη βασίλισσα. Όλο το βιβλίο είναι μια σειρά από τέτοια επεισόδια. Θριαμβευτης τελικά ο Μπερτόλδος προσλαμβάνεται αυλικός σύμβουλος του βασιλιά -αλλά αμάθητος στο καλό φαΐ και στην καλοπέραση αρρωσταίνει κι όταν οι γιατροί της αυλής δεν σκέφτονται να του χορηγησουν το συνηθισμένο του φάρμακο, φασόλια με κρεμμύδια, πεθαίνει και θάβεται με μεγάλες τιμες.

Ο Μπερτόλδος, σαν δημοφιλέστατο ανάγνωσμα, άφησε ίχνη και στη γλώσσα, κυρίως ως μπερτόδουλος (παρετυμολογία με το δούλος). Ήρωας με το ονομα Μπερτόδουλος υπάρχει στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ενώ τον υπουργο της κυβέρνησης Στεφανόπουλου (αποστατών) Χρήστο Αποστολάκο τον έλεγαν Μπερτόδουλο κοροϊδευτικά επειδή κυκλοφορούσε φορώντας μια μπέρτα. Αυτά, το 1965-66.

Το μοτίβο του έξυπνου δούλου ή υπηρέτη που συντροφεύει τον αριστοκράτη αφέντη του υπάρχει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, σε πολλά αλλα κλασικά έργα, επώνυμα και ανώνυμα, από τον βίο του Αισώπου έως τον Δον Κιχώτη ή τον Καραγκιόζη, για να μην αναφερω και τον Τζιβς του Wodehouse. Στο επίμετρο, η Σ. Σταυρακοπούλου βρίσκει επίσης αναλογίες με τις αστείες διηγήσεις του Νασρεντίν Χότζα και τον κ. Κόινερ του Μπρεχτ ενώ θυμίζει ότι τον Μπερτόλδο τον έχει διασκευάσει στη σκηνή και ο Γιώργος Σκούρτης.

Ο Μπερτόλδος διαβάζεται και σήμερα, αλλά αμφιβάλλω αν θα γελάσουν πολλοί με τις «υψηλότατες πανουργίες» του. Όπως έχω γράψει και όταν παρουσίασα τον Φιλόγελο, που είναι ένας ακόμα πρόγονος του Μπερτόλδου, δεν γελάμε με τα ίδια πραγματα που γελούσαν οι προπροπροπροπαππούδες μας.

Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο του ΙΝΣ είναι μια πολύ καλή δουλειά, που αξίζει να το προσέξουν όσοι ενδιαφέρονται για τα παλιότερα νεοελληνικά κείμενα.

Να μου επιτραπεί εκτός από τους επαίνους να επισημάνω κι ένα λαθάκι. Στη σελ. 53, σε μια επισκόπηση των αναφορών στον Μπερτόλδο από λογοτέχνες, διαβάζουμε: «Σε κείμενα του Κώστα Βάρναλη, το 1892, και του Μ.Ι.Γεδεών, την ίδια εποχή, βρίσκουμε αναφορές στους ‘πλανεμπόρους’, τους πλανόδιους βιβλιοπώλες/γυρολόγους (colporteurs), που διακινούσαν μαζί με τις άλλες ‘φυλλάδες’ και τον Μπερτολδο

Πιθανόν να έχει γραψει ο Βάρναλης για τον Μπερτολδο αλλά όχι το 1892 όταν ήταν 8-9 χρονών. Όμως, μια και το έφερε η κουβέντα, να αναφέρω δυο συναντήσεις Βάρναλη και Μπερτόλδου που τις βρίσκω στα κιτάπια μου:

* Στην Αληθινή απολογία του Σωκράτη, ο Β. κάνει έναν ωραίο αναχρονισμό, αφού βάζει τον Σωκράτη να λέει (σε ενα απόσπασμα όχι κολακευτικό για τη συλλογική σοφία): Κι αν είσαστε κολλημένοι πεντακόσοι διαλεχτοί σοφοί (Σωκράτηδες να πούμε), δε θα κάνατε μισό Μπερτόλδο· όχι τώρα που ’σαστε πεντακόσοι Μπερτόλδοι.

* Σε ένα χρονογράφημα της εποχής του πολέμου του 1940, ο Βάρναλης αναρωτιέται «αν οι γενναίοι φασίστες θα μπούνε στην Ελλάδα όπως μπήκε κάποτε ο συμπατριώτης τους ο Μπερτόλδος στο δωμάτιο του βασιλιά του: με τη ράχη».

Παραθέτω, πρώτα, το προοίμιο του Μπερτολδου, αφενός στο πρωτότυπο και αφετέρου σε μετάφραση σε σημερινή γλώσσα:

Εδώ, ω φιλάνθρωπε διαβαστά, δεν σου διηγούμαι την κρίσην του Πάριδος, μήτε την αρπαγήν της Ελένης, μήτε τον εμπρησμόν της Τροίας, αλλ’ ούτε το πέρασμα του Αινείου εις την Ιταλίαν, όχι τας μεγάλας πλάνας του Οδυσσέως, όχι τα μαγικά έργατα της Κέρκης, όχι τον χαλασμόν της Καρθαγένης, όχι την άσκησην του Ξέρξου, όχι τας δοκιμάς του Αλεξάνδρου, όχι την δύναμην του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Μάριου, όχι τα θαυμαστά τραπέζια του Λουκούλου, όχι τας μεγάλας μοίρας του Σιπιόνου, μήτε τα νικητήρια του Καίσαρος, μήτε την τύχην του Οτταβιάνου, επειδή και αι Ιστορίαι τέτοια καμώματα μας φανερώνουσιν, διαβάζοντές τας με πολλήν ηδο­νήν. Όμως, αν καλά και της παρισταίνω ομπροσθά έναν χωριάτην άσχημον και τε­ρατώδη, αλλά επιμελή και πανούργον, και νουν υψηλότατον, εις τόσον ότι, συγκρίνοντας και ομοιάζοντας την ασχημάδιαν του κορμιού του με την ομορφάδαν της ψυ­χής του, ημπορείς να ειπείς, καλέ μου διαβαστά, ότι αυτός ομοιάζει ενός σακιού από χοντρόπανον, ενδυμένον από μέσα με μετάξιον και χρυσάφιον. Εδώ θέλεις ακούσει πανουργίας, νεύματα, αποφάσεις, επιχειρήματα, παροιμίας και στρατηγήματα (ήγουν πανουργεύματα των σολδάτων) υψηλότατα, τα οποία δεν παρακινούσι μόνον να θαυ­μάζει τινάς, αλλά να έβγει από τον νουν του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίον, διατί από τούτο θέλεις εβγάλει γλυκά ξεφαντώματα και ακαρτερήματα, επειδή και το έργον είναι πολλά αρεστόν και χαρούμενον.

Και η «μετάφραση»:

Στο βιβλίο αυτό, καλοπροαίρετε αναγνώστη, δεν σου διηγούμαι την απόφαση του Πάρη, ούτε την αρπαγή της Ελένης, ούτε την πυρπόληση της Τροίας, μα ούτε την αποβίβαση του Αινεία στην Ιταλία, ούτε τις πολύχρονες περιπλανήσεις του Οδυσσέα, ούτε τις μαγικές πράξεις της Κίρκης, όχι την καταστροφή της Καρχηδόνας, όχι την εκστρατεία του Ξέρξη, όχι τα κατορθώματα του Αλέξανδρου, όχι τη δύ­ναμη του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Γάιου Μάριου, όχι τα θαυμαστά συμπό­σια του Λούκουλου, όχι τη μεγαλειώδη μοίρα του Σκιπίωνα του Αφρικανού, μήτε τα επινίκια του Ιούλιου Καίσαρα, μήτε την καλοτυχία του Οκταβιανού Αύγουστου, επειδή τέτοιες πράξεις μάς τις προβάλλουν τα ιστορικά έργα, που τα διαβά­ζουμε με μεγάλη τέρψη. Ωστόσο, μολονότι σας παρουσιάζω έναν χωριάτη άσχη­μο και τερατόμορφο, αλλά ενεργητικό και πανούργο, και με μυαλό οξυδερκέστατο, τόσο, που αν συγκρίνεις και παραβάλεις την ασχήμια του κορμιού του με την ομορφιά της ψυχής του, μπορείς να πεις, καλέ μου αναγνώστη, ότι αυτός μοιάζει με ένα τσουβάλι υφασμένο από χοντρό πανί, ντυμένο όμως από μέσα με φόδρα μεταξωτή και χρυσή. Εδώ θα ακούσεις πανουργίες, υπαινιγμούς, αποφθέγματα, εγχειρήματα, παροιμίες και στρατηγήματα εξυπνότατα, που όχι απλώς παρακι­νούν κάποιον να θαυμάσει, αλλά τον κάνουν και να χάσει το μυαλό του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίο, γιατί θα κερδίσεις από αυτό γλύκες απολαύσεις και προσ­δοκίες, μια και το έργο είναι αξιαγάπητο και διασκεδαστικό.

* Ασφαλώς το σημερινό κείμενο διαβάζεται πιο εύκολα, αλλά το πρωτότυπο έχει το άρωμα της εποχής και ίσως η αφέλεια της γλώσσας να βοηθάει στο κωμικό αποτέλεσμα. Τα επόμενα αποσπάσματα τα παραδίδω μόνο στο πρωτότυπο, χωρίς μετάφραση.

Ομορφάδες του Μπερτόλδου.

Ο μισέρ Μπερτόλδος ήτον τέτοιος: μικροπρόσωπος, χοντροκέφαλος, ολοστρόγγυλος σαν φούσκα, το μέτωπόν του ζαρωμένον. Τα μάτια του κόκκινα σαν φωτία, τα φρύ­δια του μακρά και άγρια σαν γουρουνότριχες, τα αυτιά του γαϊδουρινά, μεγα­λόστομος, στραβόστομος, με τα χείλη κρεμασμένα κάτω σαν του αλόγου, τα γένια του συχνά και πολλά αποκάτω εις το πιγούνι του, και έπεφταν σαν εκείνα του τράγου, η μύτη του στραβή και ασηκωμένη απάνω με τες τρύπες της μύτης πλατείες. Τα δόντια του όξω σαν των καπρίων, με τρία ή τέσσαρα χοντρά αποκά­τω εις τον λαιμόν, τα οποία, οπόταν εμίλουνε, εφαινόντησαν σαν τόσα τσουκά­λια οπού να έβραζαν. Είχε τα ποδάρια του τραγίτικα, μακρά και πλατέα σαν του Σάτυρου, και όλον του το κορμίον μαλλιαρόν, τα καλτσούνια του ήτον από χοντρόν μπαμπάκιον, όλα μπαλωμένα, τα παπούτσια του υψηλά και στολισμένα με χοντρά κομμάτια. Εις κοντολογίαν, ετούτος ήτον όλως διόλου το εναντίον του Ναρ­κίσσου.

* με τρία ή τέσσαρα χοντρά = τρία-τέσσερα εξογκώματα

Πανουργία ομορφότατη του Μπερτόλδου, εις το να γυρίσει ομπροσθά εις τον βασιλέα κατά τον τρόπον οπού του είπεν.

 

Ήλθε το ταχύ, και ο Μπερτόλδος εφάνη ομπροσθά εις τον βασιλέα, τυλιμένος μέσα σε ένα δίχτυον οπού ψα­ρεύουν, και ο βασιλεύς, σαν τον είδεν εκεί μέσα, λέγει του:

Βασιλεύς: Διατί εσύ εφάνης ομπροσθά μου έτσι;

Μπερτόλδος: Δεν μου είπες εσύ ότι εγώ να γυρίσω τούτην την ταχινήν σε σέναν έτσι, να μην είμαι μήτε γυμνός μήτε εντυμένος;

Β: Ναι, είπα.

Μπ: Και νά ’μαι, τυλιμένον σε τούτο το δίχτυον, με το οποίον μέ­ρος από τα μέλη μου σκεπάζονται και μέρος φαίνονται.

[…]

Β: Πόσους χρόνους έχεις εσύ;

Μπ: Όποιος μετρά τους χρόνους του, κάνει λογαριασμόν με τον θάνατον.

Β: Ποιον είναι το ασπρύτερον πράγμα οπού να είναι;

Μπ: Η ημέρα.

Β: Περισσότερον από το γάλα;

Μπ: Περισσότερον από το γάλα, και από το χιόνι ακόμα.

Β: Αν εσύ δεν με κάμεις να το ιδώ ετούτο, θέλω να κάμω να σε δεί­ρουν δυνατά.

Μπ: Ω δυστυχία και κακοριζικία των αυλών!

* τούτην την ταχινήν = σήμερα το πρωί

Πανουργία υψηλότατη του Μπερτόλδου, διά να μην πάρει ραβδιές.

Επήγε το λοιπόν ο Μπερτόλδος και έπιασεν ένα σίκλον γάλα και κρυφά τον ήφερεν εις την κάμαραν του βασιλέως και έκλεισεν όλα τα παραθύρια, και ήτον μεσημέριον, και, εμβαίνοντας ο βασιλεύς εις την κάμαραν, εσυνέβη να σκουντρίσει εις τον άνωθεν σίκλον του γάλατος και το ξαναγύρισεν όλον και ολίγον έλειψεν να μην πέσει με το μούτρον εις την γην. Όθεν, όλος θυμωμένος έκαμε να ανοίξουν τα παραθύρια και, βλέποντας εκείνον το γάλα χυμένον εις την γην και εκείνος πως εχτύπησε σε εκείνον τον σίκλον, άρχισεν να χουάζει, λέγοντας:

Β: Ποιος εστάθη εκείνος οπού έβαλεν εκείνον τον σίκλον το γάλα εις την κάμαράν μου και έκλεισεν τα παραθύρια, διά να σκουντρίσω εγώ μέσα;

Μπ: Εγώ εστάθηκα εκείνος, διά να σου δείξω πως η ημέρα είναι πλέον άσπρη και πλέον καθαρή από το γάλα. Διατί, αν ίσως και το γάλα ήτον ασπρύτερον από την ημέραν, εκείνο ήθελε σου ψέξει εις την κάμεραν, και δεν ήθελες κτυπήσει εις τον σίκλον, σαν έκαμες.

Β: Εσύ είσαι ένας πονηρός χωριάτης και κάθε καλαθιού ηυρίσκεις το χέρι του. Αμή τις είναι εκείνος οπού έρχεται εδώ; Αυτός είναι χωρίς άλλον ένας στελμένος από την βασίλισσαν και κρατεί μίαν γραφήν εις το χέρι του. Τραβίσου κάμπο­σον σε μίαν μερίαν, διά να καταλάβω τό λέγει ετούτος.

σίκλος: κουβάς

να σκουντρίσω: να σκοντάψω

Posted in Βάρναλης, Θεσσαλονίκη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 82 Σχόλια »

Εβραίικη φτώχεια (του Χρήστου Χρηστοβασίλη)

Posted by sarant στο 29 Απρίλιος, 2018

Πριν από μερικές μέρες, καθώς συζητουσαμε για το βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ και τους Εβραίους εργάτες που ίδρυσαν τη Μπουντ, η συζήτηση ήρθε στους Εβραίους προλετάριους και ο φίλος μας ο Κόρτο ανέφερε στα σχόλια μια σειρά ανταποκρίσεων του Χρήστου Χρηστοβασιλη από την οθωμανική Θεσσαλονίκη, στις οποιες επισης θίγεται το θέμα των φτωχών Εβραίων -κόντρα στο στερεότυπο που θέλει ολους τους Εβραίους να ειναι πλούσιοι ή έστω μονομανείς με το χρήμα. Θυμηθηκα με την ευκαιρία ένα μικρο απόσπασμα από το «προλεταριακό» μυθιστόρημα Jews without Money του Μάικλ Γκολντ, που είχα μεταφράσει στα νιάτα μου (για μια ανθολογια αμερικάνικης προλεταριακής λογοτεχνιας) και ζήτησα απο τον φιλο μας τον Κόρτο να δει αν μπορει να πληκτρολογήσει κάτι να το ανεβάσουμε εδώ.

Ο Κόρτο μού έστειλε λοιπόν τη σημερινή συνεργασία -τον ευχαριστώ πολύ και τη δημοσιεύω. Βέβαια, μέσα στη βδομάδα είχαμε και ένα ακόμα άρθρο (όπου η συζήτηση ακόμα συνεχίζεται) περί αντισημιτισμού, αλλά πρόκειται για καθαρή σύμπτωση.

Εκτος από την ανταπόκριση του Χρηστοβασιλη, ο Κόρτο έστειλε και εκτενή εισαγωγή, οποτε εγω καλό ειναι να μην μακρηγορήσω. Να πω πάντως ότι ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937) ήταν σημαντικός λογοτέχνης και δημοσιογράφος, λίγο μεγαλύτερος από τον Κρυστάλλη, που έγραψε εκτενώς για την Ήπειρο. Σημειώνω επίσης με κάποια απορία την πληροφορία του Χρηστοβασίλη ότι στην οθωμανική Θεσσαλονίκη του 1890 είχαν μεταναστεύσει Εβραίοι απο τη Ρωσία.

Πέρα απο το μονοτονικό, δεν άλλαξα την ορθογραφια του πρωτοτύπου. Ίσως γερνάω.

ΕΒΡΑΙΙΚΗ ΦΤΩΧΕΙΑ (του Χρήστου Χρηστοβασίλη)

Πρόλογος:

Το ακόλουθο κείμενο του Χρήστου Χρηστοβασίλη ανήκει σε μία σειρά επιστολών δημοσιογραφικού χαρακτήρα, με γενικό τίτλο «Εντυπώσεις εκ Θεσσαλονίκης», τις οποίες συνέταξε ο συγγραφέας κατά την επίσκεψή του στην πόλη το 1894. Η σειρά αποτελείται από ένδεκα ταξιδιωτικές ανταποκρίσεις, στις οποίες κατά κύριο λόγο περιγράφονται διάφορες όψεις της τότε πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας.

Η πρώτη δημοσίευση των επιστολών έγινε μόλις το 2007, από τις εκδόσεις «ΡΟΕΣ/ οι Ηπειρώτες», στο βιβλίο1 «Περί Εβραίων», με αναλυτική και κατατοπιστική εισαγωγή της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου και φιλολογική επιμέλεια της Δροσιάς Κατσίλα, εγγονής του Χρηστοβασίλη και μελετήτριας του έργου του, η οποία ανέσυρε τα κείμενα αυτά από το ιδιωτικό αρχείο του Αλέξη και της Ντόρας Μπακοπούλου, επίσης εγγονών του συγγραφέα. Όπως σημειώνεται από την Δ. Κατσίλα, δεν είναι γνωστό αν πράγματι υπήρξε ποτέ κάποιος αποδέκτης των επιστολών. Πάντως στην εισαγωγή της παραπάνω έκδοσης, η Φ. Αμπατζοπούλου εικάζει βάσιμα ότι οι επιστολές γράφηκαν για λογαριασμό της εφημερίδας «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη, με την οποία συνεργαζόταν ο Χρηστοβασίλης, αλλά τελικά δεν δημοσιεύτηκαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Εφημεριδογραφικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 119 Σχόλια »

Ο Ευριπίδης της ταφής (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2017

Παρουσιάζω σήμερα ένα διήγημα του Κωστή Ανετάκη, που δεν τον γνωρίζω «στην πραγματική ζωή», ούτε σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, αλλά παρακολουθεί τα άρθρα του ιστολογίου μέσα από το Φέισμπουκ και τα σχολιάζει συχνά, όπως και τις άλλες δημοσιεύσεις μου εκεί.

Τις προάλλες ο Κωστής μού έδειξε το διήγημα, ζητώντας τη γνώμη μου για ορισμένα γλωσσικά θέματα. Επειδή μού άρεσε, κι επειδή βρήκα πως έχει κάτι σπάνιο για τα πεζογραφήματα της εποχης μας, δηλαδή χιούμορ,  έστω και μαύρο, του ζήτησα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο, πράγμα που κάνω σήμερα.

Όπως θα δείτε, η δράση εκτυλίσσεται στο σήμερα ή μάλλον στο κοντινό μέλλον αφού γίνεται μια παρεμπίπτουσα αναφορά στην έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Επίσης, εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη -κι έτσι μερικές λέξεις που ανήκουν στη ‘βορειοελλαδική κοινή’ εξηγούνται από τον συγγραφέα σε υποσημειώσεις.

Ο Ευριπίδης της Ταφής

Η εποχή απαιτούσε μιαν εικόνα
του επιταχυνόμενου μορφασμού της
Έζρα Πάουντ

Ήμουν ευτυχισμένος κείνο το βράδυ. Καιρό είχα να αισθανθώ τέτοια χαρμονή, τόση ανάταση. Έσφιξα τα δόντια μην τ’ αφήσω να φανεί. Θα ’ταν αντιεπαγγελματικό, σόλοικο αναμφίβολα. Πάσκισα να πειθαρχήσω τ’ ακρόχειλα, που με θράσος ξεχαλινωμένο έπαιρναν την ανηφοριά μόλις άφηνα την προσοχή μου κομματάκι ν’ αποσπαστεί.

Ο αρκουδόκορμος άντρας με βοήθησε στο φόρτωμα. Σφάλισα τις πόρτες του βαν, έβγαλα οχτώ πενηντάρικα απ’ την τσέπη και του τα πάσαρα στα μουλωχτά. Έμπειρος, τα γράπωσε με την ίδια κίνηση που μου ’κανε χειραψία.

«Χάρηκα για τη συνεργασία, να ’χεις το νου σου αν προκύψει οτιδήποτε» χαμογέλασα όσο πιο ουδέτερα μπορούσα. Δεν είναι να δίνεις θάρρος σε τέτοια καρτάλια[1].

«Πάντα στη διάθεσή σου» έκανε κείνος με κρύα φωνή και τσέπωσε το ζεστό παραδάκι. Μου γύρισε την πλάτη και χώθηκε ξανά στην πίσω εξώπορτα του καλόγουστου μοντέρνου χτίριου. Πήγα να τονε σιχτιρίσω μέσα απ’ τα δόντια μου μα συγκρατήθηκα, μη γκαντεμιάσω τη στιγμή.

Κάθισα πίσω απ’ το τιμόνι και γύρισα το κλειδί στη μίζα. Διέσχισα τη φαρδιά αυλή ως την πύλη. Ο νυχτοφύλακας ανέβασε την μπάρα και με χαιρέτισε με μια βαριεστημένη κίνηση του χεριού. Ανταπέδωσα και πάτησα απαλά το γκάζι.

Μόλις τότε αφέθηκα να εκδηλωθώ. «Γιες, γιες, γιες, ρε γαμώτο μου» έκανα με τη γροθιά σφιγμένη στον αέρα, σαν Ελληνοαμερικανός μπασκετμπολίστας που πέτυχε τρίποντο με την κόρνα της λήξης. Γιατί κάπως έτσι ήτανε τα πράματα. Αν δεν τα είχα καταφέρει και τούτη τη φορά, δε θα ’χα άλλην ευκαιρία. Ξεφύσησα μ’ ανακούφιση.

Μόλις απομακρύνθηκα λίγο, έβαλα στο ηχοσύστημα τις ροκιές μου, ανέβασα την ένταση κι άρχισα να ταρακουνάω πάνω κάτω το κεφάλι στο ρυθμό. Χέντριξ, Μόρισον, Γκάλαχερ, Λέμι… Ο κολλητός μου, ο Παντελής, με δούλευε για τούτα μου τα γούστα: «Μουσική για γέρους ακούς, φιλαράκι, δαύτοι είναι πεθαμένοι από καιρό».

Βγήκα στον κεντρικό δρόμο του Πανοράματος κι άρχισα ν’ ανηφορίζω προς Εξοχή. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπω στον Περιφερειακό για να φτάσω στη Νεάπολη, στα κεντρικά γραφεία. Μια βουνίσια αυτοκινητάδα ήταν ό,τι χρειαζόμουνα…

***

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: | 125 Σχόλια »

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Το αυγό (διήγημα του Στάθη Κοψαχείλη)

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2017

Αυγό ή αβγό; Θα ασχοληθούμε άλλη φορά με το… φλέγον αυτό ερώτημα, σήμερα είναι Κυριακή κι έτσι έχουμε ύλη λογοτεχνική -αν λεξιλογήσουμε, θα γίνει στο περιθώριο.

Θα δούμε σήμερα ένα διήγημα από μια σχετικά πρόσφατη συλλογή διηγημάτων, το βιβλίο του Στάθη Κοψαχείλη «Η δρακοντιά» (είναι φυτό, που έχει και αρκετό λεξιλογικό ενδιαφέρον), μια συλλογή του 2015 που σχολιάστηκε πολύ από την κριτική αλλά που, ομολογώ, δεν έχω αξιωθεί να διαβάσω. Η φίλη μας η Μαρία το διάλεξε και το πληκτρολόγησε.

Η Δρακοντιά είναι η δεύτερη συλλογή του Στάθη Κοψαχείλη, ο οποίος γεννήθηκε το 1957 στο Λιτόχωρο και ζει στη Θεσσαλονίκη. Περιλαμβάνει 12 διηγήματα. Είχε προηγηθεί η συλλογή «Παραμιλητά» το 2011.

Στο τέλος του κειμένου, βάζω ένα απόσπασμα κριτικής και κάποια λίγα λεξιλογικά.

Το αυγό
Στον Δημήτρη Παπαθανασίου

Το πρωί της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1942 ο Αποστόλης Βαρθαλαμής, που έχει πατήσει για καλά τα εξήντα, ξύπνησε άκεφος. Ένιωθε μεγάλη αδυναμία, εξαντλημένος από την παρατεταμένη ασιτία και, παρ’ ότι έκανε ζέστη, αυτός κρύωνε. Δυο μέρες τώρα δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του, εκτός από μερικές κληματσίδες που μάζεψε απ’ το αμπέλι του. Τις τρώει αλλά μετά υποφέρει απ’ τους πόνους, γιατί είναι στομαχικός. Λίγες μέρες πριν με πολλές προφυλάξεις περπάτησε στο κομμάτι της σιδηροδρομικής γραμμής ανάμεσα στα δυο γερμανικά φυλάκια και βρήκε μια μουχλιασμένη κουραμάνα. Την καθάρισε και μ’ αυτή πορεύτηκε άλλες τρεις μέρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , | 130 Σχόλια »

Το σκουλήκι (διηγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2017

Την περασμένη Κυριακή είχαμε δει ένα διήγημα του μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, ενώ πριν από έναν μήνα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη από τη Σπάρτη. Συνεχίζω σήμερα στο ίδιο πνεύμα με έναν άλλο πεζογράφο που κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτισμένος με μια πόλη, τον δραμινό Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει και δουλεύει στη Δράμα.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα περιλαμβάνεται στην πρώτη του συλλογή, Η βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα, που κυκλοφόρησε το 1990. Από τη συλλογή αυτή έχω δημοσιεύσει το ομότιτλο διήγημα στον παλιό μου ιστότοπο.

Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα η δράση δεν εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη αλλά στη Θεσσαλονίκη των φοιτητών, και όσοι σπούδασαν εκεί μπορεί να θυμηθούν δικά τους βιώματα. Πάντως, η Πρίγκιπος Νικολάου έχει μετονομαστεί σε Σβώλου («κι οι πρίγκιπές σου τώρα γίναν σβώλοι…» έγραψε κάποιος φίλος που σπούδασε εκεί στη δεκαετία του 80).

Από γλωσσική άποψη, δεν έχουμε πολλές ιδιωματικές λέξεις. Δυο φορές γίνεται λόγος για «οικοδομή», που όταν το λέμε εμείς οι χαμουτζήδες εννοούμε κτίριο που χτίζεται, αλλά στη Θεσσαλονίκη σημαίνει και την (τελειωμένη και κατοικούμενη) πολυκατοικία. Η χαρχάλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για γυναίκα, πηδιόλα ας πούμε. Νόμιζα ότι είναι βορειοελλαδίτικος ιδιωματισμός αλλά βλέπω στο σλανγκρ ότι λέγεται και στην Κρήτη και αλλού και ότι έχει ποικίλες σημασίες. Τέλος πάντων.

Το κείμενο ήταν εξαρχής σε μονοτονικό οπότε έκανα ελάχιστες επεμβάσεις στην ορθογραφία και τη στίξη.

Το σκουλήκι

Μας συντάραξε η καρτούλα. Η μπορντούρα της σύνορο χρυσό, αυτός μέσα, εμείς απ’ έξω και το αγέρωχο της ηρεμίας μας κομμάτια. «Γεωλόγος του Πανεπιστημίου της Στουτγάρδης», έγραφε. «Θα περάσω αύριο στις ε­φτά. Σας πεθύμησα».

Παρτίδες μαζί του δεν πολυγουστάραμε, από πα­λιά τον είχαμε κατατάξει στους «κατώτερους». Στο γυ­μνάσιο για να περνάει τις τάξεις «έγλειφε» τους καθη­γητές κι όλοι τον κοροϊδεύαμε «Σαλιάρα». Είχαμε μια φιλόλογο, που της κουβαλούσε απ’ το χωριό του φρέσκα αυγά, με τ’ αζημίωτο βέβαια, αφού στα Νέα και τ’ Αρχαία πάντα προβιβαζόταν απ’ τον Ιούνιο. Ως και τον οδηγό του πούλμαν στη μεγάλη εκδρομή της τελευταίας τάξης κατάντησε να τον καλοπιάνει κι ενώ όλοι τη βγά­ζαμε στρωματσάδα στα σχολεία, όπου διανυκτερεύαμε, αυτός κοιμόταν μέσα στ’ αυτοκίνητο. Εκείνη τη χρονιά όμως, προς τέρψιν πολλών, έμεινε ανεξεταστέος σε πεντέξι μαθήματα κι από τότε τον ξεχάσαμε εντελώς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 192 Σχόλια »

52 λέξεις της κοινής βορειοελλαδικής

Posted by sarant στο 2 Μαρτίου, 2017

Μια και βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη αυτές τις μέρες, είπα σήμερα να παρουσιάσω ένα άρθρο γλωσσικό -όμως ένα άρθρο που να έχει ως αντικείμενο όχι ακριβώς τις λεξιλογικές διαφορές βορρά και νότου, αφού έχουμε ήδη ασχοληθεί με το θέμα αυτό παρουσιάζοντας το βιβλίο Μπαγιάτηδες και χαμουτζήδες του Μπάμπη Μεταξά, ούτε τον τύπο «σε λέω» (με τον οποίο έχουμε επίσης ασχοληθεί), αλλά λέξεις που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αρκετά διαδεδομένες στη Βόρεια Ελλάδα όχι όμως στη Νότια.

Θα μου πείτε, δεν είναι ιδιωματισμοί αυτοί; Η απάντηση είναι θέμα οπτικής γωνίας. Σε ένα λεξικό της κοινής νεοελληνικής κανονικά δεν έχουν θέση οι ιδιωματισμοί, ας πούμε ο κρητικός μπέτης, τα ποντιακά καρτόφια ή το επτανησιακό τζαντζαμίνι. Ωστόσο, σε ένα λεξικό της κοινής νεοελληνικής που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όπως το ΛΚΝ, υπάρχουν λέξεις που δεν τις περιλαμβάνουν τα λεξικά της κοινής νεοελληνικής που έχουν εκδοθεί στην Αθήνα. Οι λέξεις αυτές, επομένως, μπορούν να θεωρηθούν λέξεις της «κοινής βορειοελλαδικής», αφού είναι αρκετά κοινές ώστε να θεωρούνται άξιες λημματογράφησης σε ένα «θεσσαλονικιό πανελλήνιο» λεξικό -αλλά όχι σε ένα «αθηναϊκό» πανελλήνιο λεξικό.

Πρακτικά, ζητάμε λέξεις που να τις έχει το ΛΚΝ (το λεγόμενο και λεξικό Τριανταφυλλίδη, το οποίο εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη) και να μην τις έχει το Λεξικό Μπαμπινιώτη ή το Χρηστικό της Ακαδημίας, αλλά βέβαια λέξεις λαϊκές και όχι λόγιες ή επιστημονικές -διότι βέβαια η μη συμπερίληψη ενός όρου σε ένα λεξικό μπορεί επίσης να οφείλεται σε διαφορές στη λεξικογραφική νοοτροπία και πολιτική του κάθε λεξικού.

Έφτιαξα λοιπόν τον εξής κατάλογο, με 52 λέξεις που τις καταγράφει το ΛΚΝ και που, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, χρησιμοποιούνται στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά δεν τις συμπεριλαμβάνει το λεξικό Μπαμπινιώτη. Φυσικά, τα λήμματα του ΛΚΝ που δεν υπάρχουν στο λεξικό Μπαμπινιώτη είναι πολύ περισσότερα -στον μικρό μας κατάλογο έχω 52 μόνο λήμματα, που όλα είναι δάνεια, 51 από τα οποία είναι δάνεια από τα τουρκικά. Αυτό οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο συνέταξα τον κατάλογο, διότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να συγκρίνω το συνολικό λημματολόγιο των δύο λεξικών.

Στον κατάλογο παραθέτω το περιεχόμενο του ΛΚΝ για τα σχετικά λήμματα, χωρίς δικό μου σχολιασμό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Θεσσαλονίκη, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , | 249 Σχόλια »

Παραλειπόμενα της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Τόλης Καζαντζής)

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2016

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα του Θεσσαλονικιού πεζογράφου Τόλη Καζαντζή (1938-1991), που μου το έστειλε ο φίλος μας ο Δημήτρης Ρ. προτείνοντας μάλιστα κι ένα σχετικό κουίζ. Ο Καζαντζής είναι από τους πεζογράφους που μου αρέσουν πολύ, ιδίως τα πρώτα του έργα στα οποία αφηγείται αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας  (4-5 από αυτά έχω παρουσιάσει στον παλιό μου ιστότοπο). Το σημερινό όμως διήγημα ανήκει στη δεύτερη περίοδό του, τα τελευταία χρόνια πριν από τον πρόωρο θάνατό του, με κομμάτια εμπνευσμένα από την εποχή του -και συχνά με καυστική ειρωνεία, όπως θα δείτε.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στη Διαγώνιο (στον κύκλο της οποίας ανήκε ο Καζαντζής) και μετά στη συλλογή Καταστροφές (1987, β’ έκδ. 1994). Εδώ το μετατρέπω σε μονοτονικό και αλλάζω ελάχιστα την ορθογραφία (σε μία μόνο λέξη, αν θυμάμαι καλά).

Ο Καζαντζής, θα δείτε, έχει στο στόχαστρό του κάποιες πασίγνωστες μορφές των γραμμάτων μας -και, ειδικότερα, αναφέρεται με σφαγιαστικήν ειρωνεία σε μια φωτογραφία που έβγαλαν δύο από αυτούς, που την περιγράφει με περισσή λεπτομέρεια.

Το κουίζ μας έχει δυο επίπεδα, εύκολο και δύσκολο. Στο εύκολο η ερώτηση είναι: «Ποιοι είναι οι δυο πολύ γνωστοί λογοτέχνες της φωτογραφίας;» Στο δύσκολο, σας ζητάω να βρείτε την ίδια τη φωτογραφία -υπάρχει στο Διαδίκτυο, το έλεγξα.

Προσθήκη: Η απάντηση βρέθηκε, αν θέλετε μπορείτε να δείτε τη φωτογραφία στο σχόλιο αριθ. 6.

Μπορείτε, βέβαια, απλώς να διαβάσετε το διήγημα. Επωφελούμαι πάντως για να βάλω και μια τρίτη ερώτηση στο κουίζ: απ’ όσο θυμάμαι, άλλαξα την ορθογραφία σε μία μόνο λέξη. Μαντεύετε ποια είναι αυτή;

Προσθήκη: Κι αυτό απαντήθηκε, είναι η λέξη «μετρ» (ήταν «μαιτρ»).

Παραλειπόμενα της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Αιθέρια αερικά «εποχής», με καλοτυλιγμένα κι ευκίνητα κορμιά σε μουσελίνες, με μπουκετάκι «μιγκέ» στο ντεκολτέ τους, εκεί ακριβώς που αρχινάει η σκιερή χαράδρα των τροφαντών μαστών, περιφέρονται —ίδιες «Ατθίδες αύρες»— μέσα στη νοσταλγικά διατηρημένη «ανατολίτικη» ατμόσφαιρα του σαλονιού πετώντας πού και πού, εμβόλιμα, κάποιο χαριτωμένο, γαργα­λιστικό γαλλικό. Προσφέρουνε, υπό τους ήχους του ταγκό, «μαρασκινό», μέσα σε κείνα τα λιλιπούτεια -επάργυρα— κολονάτα ποτηράκια, στους νέους της συντροφιάς, με το νωχελικό και ατημέλητό τους κάθι­σμα και τα καλοζυγισμένα —αεράτα— τους κοστούμια σε χρώμα σαμπανί από «σαντακρούτα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Κουίζ, Λογοτεχνία, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , | 132 Σχόλια »

Οι τρεις κι εμείς

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2016

Δικά μου κείμενα δεν συνηθίζω να βάζω, αλλά σήμερα θα κάνω μια εξαίρεση, έχω τους λόγους μου. Δημοσιεύω λοιπόν ένα διήγημα από την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων («Για μια πορεία», 1984). Το διήγημα είναι πρόδηλα νεανικό, για/από τα φοιτητικά μου χρόνια. Εδώ το δημοσιεύω χωρίς κάποιες ορθογραφικές ιδιορρυθμίες που είχα εφαρμόσει στο βιβλίο, αλλά κατά τα άλλα σχεδόν χωρίς άλλη αλλαγή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ

Το σπίτι βρισκόταν στην οδό Ιπποδρομίου, στη Θεσσαλο­νίκη· και ο δρόμος αυτός είναι πολύ διάσημος εις τα πέριξ, καθότι εκεί ήταν κι η πολυκατοικία που κατέρρευσε, τότε, στους μεγάλους σεισμούς του ’78· σαν αποτέλεσμα, σε όλη τη γύρω περιοχή στα κτίρια κρέμασαν κίτρινες και κόκκινες καρτελίτσες, ανάλογα με τη ζημιά που είχε γίνει, με επακόλουθο τα νοίκια εκειγύρω να πέσουν κατακόρυφα, γιατί ο κόσμος, και με το δίκιο του, φοβόταν και την απέφευγε τη γρουσούζικη τη γειτονιά, ειδικά οι ντόπιοι, που ’χαν περάσει μύρια όσα τότες, αν και υπήρξαν κάποιοι θαρραλέοι, σαν το Σταύρο, ο οποίος λέει, άπαξ και έπαψαν οι πολλές δονήσεις, επέστρεψε στην καφετέρια όπου ήταν την ώρα του κακού για να παρακολουθήσει τη συνέχεια του Μουντιάλ, διότι το ματς ήταν μεγάλης σημασίας κι οι φάσεις συναρπαστικές, αλλά κι αυτή η παλικαριά αμφι­σβητείται αν ληφθεί υπόψη η μετέπειτα διαγωγή του στους σεισμούς της Αθήνας, όταν επί ένα μήνα μετά διανυκτέρευε στο Πάρκο και τα γύρω αλσύλλια φοβούμενος μην πέσει το ταβάνι και τονε πλακώσει. Οι Τρεις όμως έφτασαν στη Σαλονίκη το φθινόπωρο μετά το σεισμό, ανεπηρέαστο το θυμικό και το θυμητικό τους από δονήσεις, και φρόντισαν να επωφεληθούν από τη συγκυρία και καλά κάναν, γιατί τον καλό τον καιρό τα νοίκια είναι πρόβλημα μέγα και στην αναμπουμπούλα τέτοια κελεπούρια δεν πρέπει να χάνονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: | 128 Σχόλια »

Μπαγιάτηδες και χαμουτζήδες

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2015

mpaxamΜπαγιάτηδες είναι οι Θεσσαλονικιοί, βεβαίως, και μάλιστα οι παλιοί Θεσσαλονικιοί, σε αντιδιαστολή με τους νεοφερμένους. Χαμουτζήδες είναι οι Αθηναίοι, όπως τους λένε οι Θεσσαλονικιοί και γενικότερα οι βορειοελλαδίτες -επειδή έρχονται από «χάμου», από τη νότια Ελλάδα, κι επειδή συχνά χρησιμοποιούν τη λέξη «χάμω», που ξενίζει τους Θεσσαλονικιούς που λένε μόνο «κάτω».

Οι δυο λέξεις μαζί, ωστόσο, απαρτίζουν τον τίτλο του βιβλίου που το εξώφυλλό του το βλέπετε αριστερά, και που θα το παρουσιάσω σήμερα. Είχα ήδη κάνει μια πρώτη νύξη πριν από καμιά δεκαριά μέρες, στο άρθρο όπου προτείναμε βιβλία για το καλοκαίρι.

Συγγραφέας είναι ο Χαράλαμπος Α. Μεταξάς, ενώ το βιβλίο εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Αρχείο, με τον οποίο συνεργάζομαι κι εγώ, και για τον λόγο αυτό μου δόθηκε η ευκαιρία να δω το κείμενο όταν βρισκόταν στη φάση της επιμέλειας και να κάνω κάποιες (όχι σημαντικές πάντως) παρατηρήσεις. Έτσι, μπορείτε να θεωρήσετε προκατειλημμένο το άρθρο μου, πολύ περισσότερο που τον συγγραφέα τον ξέρω -όχι με σάρκα και οστά στην πραγματική ζωή, αλλά ως αβατάρα στο slang.gr, του οποίου αποτελεί διακεκριμένο μέλος ο Χαράλαμπος Μεταξάς, με ψευδώνυμο βέβαια.

Το slang.gr είναι βέβαια συλλογικό εγχείρημα, βασισμένο στις αρχές της συλλογικής συγκέντρωσης και επεξεργασίας υλικού, αλλά οι Μπαγιάτηδες και χαμουτζήδες είναι ατομικό έργο, έστω κι αν ο συγγραφέας έχει διαλέξει και παραθέτει ίσως και αυτούσια κάποια λήμματα του θαυμάσιου αυτού ιστότοπου. Πάντως, δεν περιλαμβάνονται όλα τα λήμματα του βιβλίου στο slang.gr, αλλά η βασική επιρροή του ιστότοπου πάνω στο βιβλίο βρίσκεται όχι τόσο στο λημματολόγιο, όσο στο λεξικογραφικό ύφος του βιβλίου, που χαρακτηρίζεται από παιγνιώδη κάποτε αλλά σοβαρή (και όχι σοβαροφανή) πραγμάτευση των λημμάτων, πραγματικά και διασκεδαστικά παραθέματα, σύντομες παρεκβάσεις, προσπάθεια να διανθίζεται η ξερή λεξικογραφική αφήγηση με πνευματώδη σχόλια.

Επειδή κι εγώ στα δικά μου έργα ακολουθώ μια παρόμοια τακτική, χάρηκα το βιβλίο του Μεταξά. Όσο για τη μέθοδό του, τον αφήνω να τα πει ο ίδιος -αντιγράφω το μεγαλύτερο μέρος από τον πρόλογο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Θεσσαλονίκη, Λεξικογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 138 Σχόλια »

Στήσιμο ξένου περιπτέρου (εις μνήμην Καρόλου Τσίζεκ)

Posted by sarant στο 14 Δεκέμβριος, 2014

Συμπληρώνεται σήμερα ένας χρόνος από τον θάνατο του Κάρολου Τσίζεκ (1929-2013). Ο Τσίζεκ, γεννημένος στη Μπρέσια από Τσέχους γονείς, έζησε από το 1929 στη Θεσσαλονίκη και ήταν από τις εμβληματικές πνευματικές μορφές της -ζωγράφο θα τον λέγαμε αν θέλαμε να τον χαρακτηρίσουμε με μια λέξη. Το αφήγημα που παραθέτω σήμερα, που το πληκτρολόγησε η φίλη Μαρία, περιλαμβάνεται στη συλλογή Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις (Κίχλη 2013).

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι η λέξη «τσίμπουλκα», όπως είναι στα τσέχικα το κρεμμυδάκι, είναι ομόρριζη με το γαλλ. ciboulette, το ιταλ. cipolla, το ισπανικό cebolla, το γερμ. Zwiebel. Όλα ανάγονται στο λατιν. cepa. Περισσότερα όμως για τα κρεμμύδια, σε παλιό μας άρθρο.

ΣΤΗΣΙΜΟ ΞΕΝΟΥ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥ

Τσίζεκ 3Τσίμπουλκα στα τσέχικα σημαίνει κρεμμυδάκι ή και Κρεμμυδάκης, αν πρόκειται για επώνυμο. Για τα ελληνικά αυτιά ωστόσο το επώνυμο αυτό ηχούσε Τσιμπούκας. Κι έτσι φωνάζαμε αυτόν που το είχε οι λίγοι ντόπιοι που δουλεύαμε στο στήσιμο του ξένου περιπτέρου στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Η παρερμηνεία οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος και στη συνήθειά του να καπνίζει πίπα. Ο Τσίμπουλκα ή Τσιμπούκας ήταν ένας πρόσχαρος γέρος Τσέχος μαραγκός. Με την ευκαιρία του ερχομού του στην πόλη των αδελφών ιεραποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου, λαχταρούσε να επισκεφθεί το Άγιον Όρος. Εκτός από αυτό, υπέφερε από δυσκοιλιότητα. Όταν τελικά η εκδρομή στο Άγιον Όρος ματαιώθηκε, έδειχνε απαρηγόρητος. Ήταν το όνειρο της ζωής του. Όσο για τη δυσκοιλιότητα, του έδωσαν καθαρτικό. Την επομένη, όταν συνάδελφοί του τον ρωτούσαν περιπαιχτικά, αλλά χωρίς κακία: «Τσίμπουλκο» (κλητική του Τσίμπουλκα), «πώς πάει ο κωλαρίκος σου;» εκείνος απαντούσε περιχαρής: «Νάιλον!» εννοώντας «φίνα». Και σήκωνε το χέρι με τον δείκτη και τον αντίχειρα να σχηματίζουν κύκλο και τα υπόλοιπα τρία δάχτυλα σε σχήμα βεντάγιας στον αέρα.

Για το προσωπικό των ξένων περιπτέρων η Διεθνής Έκθεση διοργάνωνε πότε πότε εκδρομές, ιδίως στους αρχαιολογικούς χώρους και τη Χαλκιδική. Τη δεκαετία του ΄50, στην οποία αναφέρομαι, το οδικό δίκτυο της χερσονήσου ήταν υποτυπώδες. Αυτό προσέδιδε μια πρωτόγνωρη και σχεδόν εξωτική γοητεία στις ακρογιαλιές της, που άρεζαν ιδιαίτερα στον διευθυντή Δαμιανό Γαλαζούδη. Όμως οι σχετικές ανακοινώσεις, με μεγάλη μου δυσφορία (δούλευα στο περίπτερο σαν διερμηνέας και μεταφραστής), καταχωνιάζονταν ανεξήγητα στα συρτάρια της διεύθυνσης του περιπτέρου. Κάποιος απ’ το προσωπικό μου εξήγησε, τελικά το λόγο: «Οι διευθυντές δεν θέλουν τις εκδρομές. Φοβούνται μήπως κάποιος από μας το σκάσει και βρουν το μπελά τους. Μην επιμένετε, κύριε Τσίζεκ, να μας ενημερώνετε, θα μπλεχτείτε άσχημα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Θεσσαλονίκη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 135 Σχόλια »