Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Θεσσαλονίκη’ Category

Το σκουλήκι (διηγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2017

Την περασμένη Κυριακή είχαμε δει ένα διήγημα του μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, ενώ πριν από έναν μήνα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη από τη Σπάρτη. Συνεχίζω σήμερα στο ίδιο πνεύμα με έναν άλλο πεζογράφο που κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτισμένος με μια πόλη, τον δραμινό Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει και δουλεύει στη Δράμα.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα περιλαμβάνεται στην πρώτη του συλλογή, Η βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα, που κυκλοφόρησε το 1990. Από τη συλλογή αυτή έχω δημοσιεύσει το ομότιτλο διήγημα στον παλιό μου ιστότοπο.

Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα η δράση δεν εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη αλλά στη Θεσσαλονίκη των φοιτητών, και όσοι σπούδασαν εκεί μπορεί να θυμηθούν δικά τους βιώματα. Πάντως, η Πρίγκιπος Νικολάου έχει μετονομαστεί σε Σβώλου («κι οι πρίγκιπές σου τώρα γίναν σβώλοι…» έγραψε κάποιος φίλος που σπούδασε εκεί στη δεκαετία του 80).

Από γλωσσική άποψη, δεν έχουμε πολλές ιδιωματικές λέξεις. Δυο φορές γίνεται λόγος για «οικοδομή», που όταν το λέμε εμείς οι χαμουτζήδες εννοούμε κτίριο που χτίζεται, αλλά στη Θεσσαλονίκη σημαίνει και την (τελειωμένη και κατοικούμενη) πολυκατοικία. Η χαρχάλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για γυναίκα, πηδιόλα ας πούμε. Νόμιζα ότι είναι βορειοελλαδίτικος ιδιωματισμός αλλά βλέπω στο σλανγκρ ότι λέγεται και στην Κρήτη και αλλού και ότι έχει ποικίλες σημασίες. Τέλος πάντων.

Το κείμενο ήταν εξαρχής σε μονοτονικό οπότε έκανα ελάχιστες επεμβάσεις στην ορθογραφία και τη στίξη.

Το σκουλήκι

Μας συντάραξε η καρτούλα. Η μπορντούρα της σύνορο χρυσό, αυτός μέσα, εμείς απ’ έξω και το αγέρωχο της ηρεμίας μας κομμάτια. «Γεωλόγος του Πανεπιστημίου της Στουτγάρδης», έγραφε. «Θα περάσω αύριο στις ε­φτά. Σας πεθύμησα».

Παρτίδες μαζί του δεν πολυγουστάραμε, από πα­λιά τον είχαμε κατατάξει στους «κατώτερους». Στο γυ­μνάσιο για να περνάει τις τάξεις «έγλειφε» τους καθη­γητές κι όλοι τον κοροϊδεύαμε «Σαλιάρα». Είχαμε μια φιλόλογο, που της κουβαλούσε απ’ το χωριό του φρέσκα αυγά, με τ’ αζημίωτο βέβαια, αφού στα Νέα και τ’ Αρχαία πάντα προβιβαζόταν απ’ τον Ιούνιο. Ως και τον οδηγό του πούλμαν στη μεγάλη εκδρομή της τελευταίας τάξης κατάντησε να τον καλοπιάνει κι ενώ όλοι τη βγά­ζαμε στρωματσάδα στα σχολεία, όπου διανυκτερεύαμε, αυτός κοιμόταν μέσα στ’ αυτοκίνητο. Εκείνη τη χρονιά όμως, προς τέρψιν πολλών, έμεινε ανεξεταστέος σε πεντέξι μαθήματα κι από τότε τον ξεχάσαμε εντελώς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 192 Σχόλια »

52 λέξεις της κοινής βορειοελλαδικής

Posted by sarant στο 2 Μαρτίου, 2017

Μια και βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη αυτές τις μέρες, είπα σήμερα να παρουσιάσω ένα άρθρο γλωσσικό -όμως ένα άρθρο που να έχει ως αντικείμενο όχι ακριβώς τις λεξιλογικές διαφορές βορρά και νότου, αφού έχουμε ήδη ασχοληθεί με το θέμα αυτό παρουσιάζοντας το βιβλίο Μπαγιάτηδες και χαμουτζήδες του Μπάμπη Μεταξά, ούτε τον τύπο «σε λέω» (με τον οποίο έχουμε επίσης ασχοληθεί), αλλά λέξεις που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αρκετά διαδεδομένες στη Βόρεια Ελλάδα όχι όμως στη Νότια.

Θα μου πείτε, δεν είναι ιδιωματισμοί αυτοί; Η απάντηση είναι θέμα οπτικής γωνίας. Σε ένα λεξικό της κοινής νεοελληνικής κανονικά δεν έχουν θέση οι ιδιωματισμοί, ας πούμε ο κρητικός μπέτης, τα ποντιακά καρτόφια ή το επτανησιακό τζαντζαμίνι. Ωστόσο, σε ένα λεξικό της κοινής νεοελληνικής που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όπως το ΛΚΝ, υπάρχουν λέξεις που δεν τις περιλαμβάνουν τα λεξικά της κοινής νεοελληνικής που έχουν εκδοθεί στην Αθήνα. Οι λέξεις αυτές, επομένως, μπορούν να θεωρηθούν λέξεις της «κοινής βορειοελλαδικής», αφού είναι αρκετά κοινές ώστε να θεωρούνται άξιες λημματογράφησης σε ένα «θεσσαλονικιό πανελλήνιο» λεξικό -αλλά όχι σε ένα «αθηναϊκό» πανελλήνιο λεξικό.

Πρακτικά, ζητάμε λέξεις που να τις έχει το ΛΚΝ (το λεγόμενο και λεξικό Τριανταφυλλίδη, το οποίο εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη) και να μην τις έχει το Λεξικό Μπαμπινιώτη ή το Χρηστικό της Ακαδημίας, αλλά βέβαια λέξεις λαϊκές και όχι λόγιες ή επιστημονικές -διότι βέβαια η μη συμπερίληψη ενός όρου σε ένα λεξικό μπορεί επίσης να οφείλεται σε διαφορές στη λεξικογραφική νοοτροπία και πολιτική του κάθε λεξικού.

Έφτιαξα λοιπόν τον εξής κατάλογο, με 52 λέξεις που τις καταγράφει το ΛΚΝ και που, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, χρησιμοποιούνται στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά δεν τις συμπεριλαμβάνει το λεξικό Μπαμπινιώτη. Φυσικά, τα λήμματα του ΛΚΝ που δεν υπάρχουν στο λεξικό Μπαμπινιώτη είναι πολύ περισσότερα -στον μικρό μας κατάλογο έχω 52 μόνο λήμματα, που όλα είναι δάνεια, 51 από τα οποία είναι δάνεια από τα τουρκικά. Αυτό οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο συνέταξα τον κατάλογο, διότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να συγκρίνω το συνολικό λημματολόγιο των δύο λεξικών.

Στον κατάλογο παραθέτω το περιεχόμενο του ΛΚΝ για τα σχετικά λήμματα, χωρίς δικό μου σχολιασμό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Θεσσαλονίκη, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , | 246 Σχόλια »

Παραλειπόμενα της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Τόλης Καζαντζής)

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2016

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα του Θεσσαλονικιού πεζογράφου Τόλη Καζαντζή (1938-1991), που μου το έστειλε ο φίλος μας ο Δημήτρης Ρ. προτείνοντας μάλιστα κι ένα σχετικό κουίζ. Ο Καζαντζής είναι από τους πεζογράφους που μου αρέσουν πολύ, ιδίως τα πρώτα του έργα στα οποία αφηγείται αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας  (4-5 από αυτά έχω παρουσιάσει στον παλιό μου ιστότοπο). Το σημερινό όμως διήγημα ανήκει στη δεύτερη περίοδό του, τα τελευταία χρόνια πριν από τον πρόωρο θάνατό του, με κομμάτια εμπνευσμένα από την εποχή του -και συχνά με καυστική ειρωνεία, όπως θα δείτε.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στη Διαγώνιο (στον κύκλο της οποίας ανήκε ο Καζαντζής) και μετά στη συλλογή Καταστροφές (1987, β’ έκδ. 1994). Εδώ το μετατρέπω σε μονοτονικό και αλλάζω ελάχιστα την ορθογραφία (σε μία μόνο λέξη, αν θυμάμαι καλά).

Ο Καζαντζής, θα δείτε, έχει στο στόχαστρό του κάποιες πασίγνωστες μορφές των γραμμάτων μας -και, ειδικότερα, αναφέρεται με σφαγιαστικήν ειρωνεία σε μια φωτογραφία που έβγαλαν δύο από αυτούς, που την περιγράφει με περισσή λεπτομέρεια.

Το κουίζ μας έχει δυο επίπεδα, εύκολο και δύσκολο. Στο εύκολο η ερώτηση είναι: «Ποιοι είναι οι δυο πολύ γνωστοί λογοτέχνες της φωτογραφίας;» Στο δύσκολο, σας ζητάω να βρείτε την ίδια τη φωτογραφία -υπάρχει στο Διαδίκτυο, το έλεγξα.

Προσθήκη: Η απάντηση βρέθηκε, αν θέλετε μπορείτε να δείτε τη φωτογραφία στο σχόλιο αριθ. 6.

Μπορείτε, βέβαια, απλώς να διαβάσετε το διήγημα. Επωφελούμαι πάντως για να βάλω και μια τρίτη ερώτηση στο κουίζ: απ’ όσο θυμάμαι, άλλαξα την ορθογραφία σε μία μόνο λέξη. Μαντεύετε ποια είναι αυτή;

Προσθήκη: Κι αυτό απαντήθηκε, είναι η λέξη «μετρ» (ήταν «μαιτρ»).

Παραλειπόμενα της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Αιθέρια αερικά «εποχής», με καλοτυλιγμένα κι ευκίνητα κορμιά σε μουσελίνες, με μπουκετάκι «μιγκέ» στο ντεκολτέ τους, εκεί ακριβώς που αρχινάει η σκιερή χαράδρα των τροφαντών μαστών, περιφέρονται —ίδιες «Ατθίδες αύρες»— μέσα στη νοσταλγικά διατηρημένη «ανατολίτικη» ατμόσφαιρα του σαλονιού πετώντας πού και πού, εμβόλιμα, κάποιο χαριτωμένο, γαργα­λιστικό γαλλικό. Προσφέρουνε, υπό τους ήχους του ταγκό, «μαρασκινό», μέσα σε κείνα τα λιλιπούτεια -επάργυρα— κολονάτα ποτηράκια, στους νέους της συντροφιάς, με το νωχελικό και ατημέλητό τους κάθι­σμα και τα καλοζυγισμένα —αεράτα— τους κοστούμια σε χρώμα σαμπανί από «σαντακρούτα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Κουίζ, Λογοτεχνία, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , | 132 Σχόλια »

Οι τρεις κι εμείς

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2016

Δικά μου κείμενα δεν συνηθίζω να βάζω, αλλά σήμερα θα κάνω μια εξαίρεση, έχω τους λόγους μου. Δημοσιεύω λοιπόν ένα διήγημα από την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων («Για μια πορεία», 1984). Το διήγημα είναι πρόδηλα νεανικό, για/από τα φοιτητικά μου χρόνια. Εδώ το δημοσιεύω χωρίς κάποιες ορθογραφικές ιδιορρυθμίες που είχα εφαρμόσει στο βιβλίο, αλλά κατά τα άλλα σχεδόν χωρίς άλλη αλλαγή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ

Το σπίτι βρισκόταν στην οδό Ιπποδρομίου, στη Θεσσαλο­νίκη· και ο δρόμος αυτός είναι πολύ διάσημος εις τα πέριξ, καθότι εκεί ήταν κι η πολυκατοικία που κατέρρευσε, τότε, στους μεγάλους σεισμούς του ’78· σαν αποτέλεσμα, σε όλη τη γύρω περιοχή στα κτίρια κρέμασαν κίτρινες και κόκκινες καρτελίτσες, ανάλογα με τη ζημιά που είχε γίνει, με επακόλουθο τα νοίκια εκειγύρω να πέσουν κατακόρυφα, γιατί ο κόσμος, και με το δίκιο του, φοβόταν και την απέφευγε τη γρουσούζικη τη γειτονιά, ειδικά οι ντόπιοι, που ’χαν περάσει μύρια όσα τότες, αν και υπήρξαν κάποιοι θαρραλέοι, σαν το Σταύρο, ο οποίος λέει, άπαξ και έπαψαν οι πολλές δονήσεις, επέστρεψε στην καφετέρια όπου ήταν την ώρα του κακού για να παρακολουθήσει τη συνέχεια του Μουντιάλ, διότι το ματς ήταν μεγάλης σημασίας κι οι φάσεις συναρπαστικές, αλλά κι αυτή η παλικαριά αμφι­σβητείται αν ληφθεί υπόψη η μετέπειτα διαγωγή του στους σεισμούς της Αθήνας, όταν επί ένα μήνα μετά διανυκτέρευε στο Πάρκο και τα γύρω αλσύλλια φοβούμενος μην πέσει το ταβάνι και τονε πλακώσει. Οι Τρεις όμως έφτασαν στη Σαλονίκη το φθινόπωρο μετά το σεισμό, ανεπηρέαστο το θυμικό και το θυμητικό τους από δονήσεις, και φρόντισαν να επωφεληθούν από τη συγκυρία και καλά κάναν, γιατί τον καλό τον καιρό τα νοίκια είναι πρόβλημα μέγα και στην αναμπουμπούλα τέτοια κελεπούρια δεν πρέπει να χάνονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: | 128 Σχόλια »

Μπαγιάτηδες και χαμουτζήδες

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2015

mpaxamΜπαγιάτηδες είναι οι Θεσσαλονικιοί, βεβαίως, και μάλιστα οι παλιοί Θεσσαλονικιοί, σε αντιδιαστολή με τους νεοφερμένους. Χαμουτζήδες είναι οι Αθηναίοι, όπως τους λένε οι Θεσσαλονικιοί και γενικότερα οι βορειοελλαδίτες -επειδή έρχονται από «χάμου», από τη νότια Ελλάδα, κι επειδή συχνά χρησιμοποιούν τη λέξη «χάμω», που ξενίζει τους Θεσσαλονικιούς που λένε μόνο «κάτω».

Οι δυο λέξεις μαζί, ωστόσο, απαρτίζουν τον τίτλο του βιβλίου που το εξώφυλλό του το βλέπετε αριστερά, και που θα το παρουσιάσω σήμερα. Είχα ήδη κάνει μια πρώτη νύξη πριν από καμιά δεκαριά μέρες, στο άρθρο όπου προτείναμε βιβλία για το καλοκαίρι.

Συγγραφέας είναι ο Χαράλαμπος Α. Μεταξάς, ενώ το βιβλίο εκδίδεται από τον εκδοτικό οίκο Αρχείο, με τον οποίο συνεργάζομαι κι εγώ, και για τον λόγο αυτό μου δόθηκε η ευκαιρία να δω το κείμενο όταν βρισκόταν στη φάση της επιμέλειας και να κάνω κάποιες (όχι σημαντικές πάντως) παρατηρήσεις. Έτσι, μπορείτε να θεωρήσετε προκατειλημμένο το άρθρο μου, πολύ περισσότερο που τον συγγραφέα τον ξέρω -όχι με σάρκα και οστά στην πραγματική ζωή, αλλά ως αβατάρα στο slang.gr, του οποίου αποτελεί διακεκριμένο μέλος ο Χαράλαμπος Μεταξάς, με ψευδώνυμο βέβαια.

Το slang.gr είναι βέβαια συλλογικό εγχείρημα, βασισμένο στις αρχές της συλλογικής συγκέντρωσης και επεξεργασίας υλικού, αλλά οι Μπαγιάτηδες και χαμουτζήδες είναι ατομικό έργο, έστω κι αν ο συγγραφέας έχει διαλέξει και παραθέτει ίσως και αυτούσια κάποια λήμματα του θαυμάσιου αυτού ιστότοπου. Πάντως, δεν περιλαμβάνονται όλα τα λήμματα του βιβλίου στο slang.gr, αλλά η βασική επιρροή του ιστότοπου πάνω στο βιβλίο βρίσκεται όχι τόσο στο λημματολόγιο, όσο στο λεξικογραφικό ύφος του βιβλίου, που χαρακτηρίζεται από παιγνιώδη κάποτε αλλά σοβαρή (και όχι σοβαροφανή) πραγμάτευση των λημμάτων, πραγματικά και διασκεδαστικά παραθέματα, σύντομες παρεκβάσεις, προσπάθεια να διανθίζεται η ξερή λεξικογραφική αφήγηση με πνευματώδη σχόλια.

Επειδή κι εγώ στα δικά μου έργα ακολουθώ μια παρόμοια τακτική, χάρηκα το βιβλίο του Μεταξά. Όσο για τη μέθοδό του, τον αφήνω να τα πει ο ίδιος -αντιγράφω το μεγαλύτερο μέρος από τον πρόλογο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Θεσσαλονίκη, Λεξικογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 138 Σχόλια »

Στήσιμο ξένου περιπτέρου (εις μνήμην Καρόλου Τσίζεκ)

Posted by sarant στο 14 Δεκέμβριος, 2014

Συμπληρώνεται σήμερα ένας χρόνος από τον θάνατο του Κάρολου Τσίζεκ (1929-2013). Ο Τσίζεκ, γεννημένος στη Μπρέσια από Τσέχους γονείς, έζησε από το 1929 στη Θεσσαλονίκη και ήταν από τις εμβληματικές πνευματικές μορφές της -ζωγράφο θα τον λέγαμε αν θέλαμε να τον χαρακτηρίσουμε με μια λέξη. Το αφήγημα που παραθέτω σήμερα, που το πληκτρολόγησε η φίλη Μαρία, περιλαμβάνεται στη συλλογή Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις (Κίχλη 2013).

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι η λέξη «τσίμπουλκα», όπως είναι στα τσέχικα το κρεμμυδάκι, είναι ομόρριζη με το γαλλ. ciboulette, το ιταλ. cipolla, το ισπανικό cebolla, το γερμ. Zwiebel. Όλα ανάγονται στο λατιν. cepa. Περισσότερα όμως για τα κρεμμύδια, σε παλιό μας άρθρο.

ΣΤΗΣΙΜΟ ΞΕΝΟΥ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥ

Τσίζεκ 3Τσίμπουλκα στα τσέχικα σημαίνει κρεμμυδάκι ή και Κρεμμυδάκης, αν πρόκειται για επώνυμο. Για τα ελληνικά αυτιά ωστόσο το επώνυμο αυτό ηχούσε Τσιμπούκας. Κι έτσι φωνάζαμε αυτόν που το είχε οι λίγοι ντόπιοι που δουλεύαμε στο στήσιμο του ξένου περιπτέρου στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Η παρερμηνεία οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος και στη συνήθειά του να καπνίζει πίπα. Ο Τσίμπουλκα ή Τσιμπούκας ήταν ένας πρόσχαρος γέρος Τσέχος μαραγκός. Με την ευκαιρία του ερχομού του στην πόλη των αδελφών ιεραποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου, λαχταρούσε να επισκεφθεί το Άγιον Όρος. Εκτός από αυτό, υπέφερε από δυσκοιλιότητα. Όταν τελικά η εκδρομή στο Άγιον Όρος ματαιώθηκε, έδειχνε απαρηγόρητος. Ήταν το όνειρο της ζωής του. Όσο για τη δυσκοιλιότητα, του έδωσαν καθαρτικό. Την επομένη, όταν συνάδελφοί του τον ρωτούσαν περιπαιχτικά, αλλά χωρίς κακία: «Τσίμπουλκο» (κλητική του Τσίμπουλκα), «πώς πάει ο κωλαρίκος σου;» εκείνος απαντούσε περιχαρής: «Νάιλον!» εννοώντας «φίνα». Και σήκωνε το χέρι με τον δείκτη και τον αντίχειρα να σχηματίζουν κύκλο και τα υπόλοιπα τρία δάχτυλα σε σχήμα βεντάγιας στον αέρα.

Για το προσωπικό των ξένων περιπτέρων η Διεθνής Έκθεση διοργάνωνε πότε πότε εκδρομές, ιδίως στους αρχαιολογικούς χώρους και τη Χαλκιδική. Τη δεκαετία του ΄50, στην οποία αναφέρομαι, το οδικό δίκτυο της χερσονήσου ήταν υποτυπώδες. Αυτό προσέδιδε μια πρωτόγνωρη και σχεδόν εξωτική γοητεία στις ακρογιαλιές της, που άρεζαν ιδιαίτερα στον διευθυντή Δαμιανό Γαλαζούδη. Όμως οι σχετικές ανακοινώσεις, με μεγάλη μου δυσφορία (δούλευα στο περίπτερο σαν διερμηνέας και μεταφραστής), καταχωνιάζονταν ανεξήγητα στα συρτάρια της διεύθυνσης του περιπτέρου. Κάποιος απ’ το προσωπικό μου εξήγησε, τελικά το λόγο: «Οι διευθυντές δεν θέλουν τις εκδρομές. Φοβούνται μήπως κάποιος από μας το σκάσει και βρουν το μπελά τους. Μην επιμένετε, κύριε Τσίζεκ, να μας ενημερώνετε, θα μπλεχτείτε άσχημα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Θεσσαλονίκη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 135 Σχόλια »