Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορία’ Category

Στο Λουξεμβούργο έχουν γιορτή

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2022

Σήμερα, 23 Ιουνίου, είναι η εθνική γιορτή του Λουξεμβούργου, όπως η 14η Ιουλίου για τους Γάλλους ή η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου για εμάς. Η μέρα δεν σημαδεύει το ξέσπασμα κάποιας επανάστασης, την έναρξη ή τη λήξη κάποιου πολέμου ή την ανακήρυξη του κράτους, όπως σε άλλες περιπτώσεις, αλλά τα γενέθλια του Μεγάλου Δούκα.

Υποτίθεται δηλαδή, διότι στην πραγματικότητα κανείς μονάρχης του Λουξεμβούργου δεν έχει γεννηθεί στις 23 Ιουνίου. Όταν αποφάσισαν να καθιερώσουν τη γιορτή, στον θρόνο βρισκόταν η Μεγάλη Δούκισσα Καρλότα, η γιαγιά του τωρινού Μ. Δούκα Ερρίκου, η οποία είχε γεννηθεί στις 23 Ιανουαρίου. Επειδή το χειμώνα εδώ κάνει κρύο (και τότε έκανε περισσότερο), αποφάσισαν να μεταφέρουν τη γιορτή σε πιο φιλικές θερμοκρασίες κι έτσι καθιερώθηκε η 23η Ιουνίου.

Όχι ότι σήμερα θα είναι όλα ανέφελα. Το δελτίο προβλέπει σκόρπιες βροχές το απόγευμα -αλλά έτσι κι αλλιώς το μεγάλο πατιρντί έγινε χτες, με πυροτεχνήματα, συναυλίες στο δρόμο και γλέντι μέχρι πρωίας, παρόλο που και πάλι έριξε μια μπόρα. Ήταν εδώ και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας προχτές, δεν ξέρω αν έμεινε για τις γιορτές, ελπίζω να πήρε μαζί της ομπρέλα.

Το Λουξεμβούργο είναι Μεγάλο Δουκάτο, το μοναδικό κράτος σήμερα στον κόσμο που έχει αυτό τον τίτλο. Εμφανίστηκε όμως πρώτη φορά ως κομητεία, το 963, όταν ο κόμης Ζίγκφριντ των Αρδενών αγόρασε έναν βράχο που είχε πάνω του ρωμαϊκές οχυρώσεις, που λεγόταν Lucilinburhuc, λέξη σύνθετη που το πρώτο της συνθετικό είναι το παλαιογερμανικό luzel που σημαίνει «μικρός» (από εκεί και το αγγλ. little) και το δεύτερη «κάστρο, πύργος». Καστράκι, δηλαδή, κι ας μας ξεγελάει το Lux- που θυμίζει φωταψίες και είδη πολυτελείας.

Το 1353 η κομητεία του Λουξεμβούργου ενώθηκε με άλλες περιοχές ολόγυρα και αποτέλεσε το Δουκάτο του Λουξεμβούργου, τον καιρό που η Ευρώπη ήταν μια κουρελού από πριγκιπάτα, δουκάτα και μικρά βασίλεια. Από το 1440 και μετά το Δουκάτο του Λουξεμβούργου εντάσσεται στις Κάτω Χώρες, που αρχικά ανήκουν στη Βουργουνδία, μετά στους Αψβούργους, μετά στην Ισπανία. Όταν η Ολλανδία αποκτά την ανεξαρτησία της το 1581, οι υπόλοιπες επαρχίες που παραμένουν υπό ισπανική κυριαρχία αναφέρονται ως Ισπανικές Κάτω Χώρες. Το 1659, με τη Συνθήκη των Πυρηναίων, αρκετά εδάφη του Δουκάτου παραχωρούνται στη Γαλλία. Το 1714 όλη η περιοχή περνάει υπό αυστριακή κυριαρχία, έως το 1795 που έρχονται οι Γάλλοι της Επανάστασης. Το Δουκάτο του Λουξεμβούργου (που είναι πολύ μεγαλύτερο από το σημερινό κράτος) αποτελεί νομό της δημοκρατικής Γαλλίας, τον Νομό Δασών (Departement des Forêts).

Μετά το Βατερλό, το Συνέδριο της Βιέννης μοιράζει πάλι την Ευρώπη. Το Δουκάτο του Λουξεμβούργου χάνει κάποια εδάφη που δίνονται στην Πρωσία, ενώ το υπόλοιπο προάγεται σε Μεγάλο Δουκάτο, που τελεί υπό προσωπική ένωση με τον θρόνο του Ηνωμένου Βασιλείου των Κάτω Χωρών, στον οποίο βρίσκεται ο βασιλιάς Γουλιέλμος. Ταυτόχρονα ομως ανήκει στη Γερμανική Συνομοσπονδία. Το 1830 το Βέλγιο γίνεται ανεξάρτητο και το 1839 όλα τα γαλλόφωνα μέρη του Μεγάλου Δουκάτου παραχωρούνται στο Βέλγιο, όπου απαρτίζουν τη σημερινή επαρχία Λουξεμβούργου με πρωτεύουσα την Αρλόν. Αυτό που απομένει είναι το σημερινό κράτος, πολύ μικρότερο από παλιότερα (εδώ βλέπετε τη διαδοχική συρρίκνωσή του). Από το 1839 λογαριάζεται ως ανεξάρτητο κράτος το Λουξεμβούργο. Έμεινε ανεξάρτητο, επειδή οι μεγάλες δυνάμεις φοβούνταν μήπως κάποια άλλη το κατακτήσει. Το 1866, Πρωσία και Γαλλία παρά λίγο να συρθούν σε πόλεμο γι’ αυτόν το λόγο. Τελικά με τη Συνθήκη του Λονδίνου, το 1867, όλες οι μεγάλες δυνάμεις εγγυήθηκαν την ανεξαρτησία του Λουξεμβούργου και σε αντάλλαγμα οι Λουξεμβουργιανοί δέχτηκαν να γκρεμίσουν τα απόρθητα τείχη της πρωτεύουσάς τους, που της είχαν χαρίσει την ονομασία «Γιβραλτάρ του Βορρά» -έχουν βέβαια απομείνει αρκετά ερείπια και ίχνη των οχυρώσεων.

Είναι μικρό το κράτος του Λουξεμβούργου, αλλά όχι μικροσκοπικό. Δεν είναι Μονακό ή Άγιος Μαρίνος, έχει έκταση 2586 τ.χιλ., παναπεί κάτι λιγότερο από τον νομό Καρδίτσας και κάτι περισσότερο από τον νομό Ροδόπης. Έχει σχήμα ρόμβου, που η μεγάλη του διαγώνιος φτάνει τα 100 χιλιόμετρα και η μικρή τα 40. Συνορεύει με το Βέλγιο από δυτικά, με τη Γερμανία από τ’ ανατολικά, με τη Γαλλία στο νότο. Τα σύνορα με τη Γερμανία είναι τρία ποτάμια, Μοζέλας, Ζάουερ και Ουρ, εκτός από ένα σημείο, στο Βιάντεν, όπου υπάρχουν και χερσαία σύνορα για λίγα χιλιόμετρα.

Το κράτος έχει πληθυσμό 645.000 (2022) ενώ η πρωτεύουσα, που λέγεται επίσης Λουξεμβούργο, ή πόλη του Λουξεμβούργου, 128.000. Tα τελευταία χρόνια, το Λουξεμβούργο είναι το ευρωπαϊκό κράτος που σημειώνει τη μεγαλύτερη αύξηση πληθυσμού. Αρκεί να σκεφτούμε ότι το 2010 ο πληθυσμός ήταν 507.000, δηλ σημείωσε αύξηση 27% σε 12 χρόνια!

Αυτό έγινε με την αθρόα εισδοχή μεταναστών. Για παράδειγμα, το 2021 το ισοζύγιο γεννησεων/θανάτων ήταν θετικό κατά 2200 αλλά το ισοζύγιο της μετανάστευσης ήταν θετικό κατά 9500. Σήμερα το 52% των κατοίκων είναι Λουξεμβούργιοι και το 48% ξένοι, ενώ στο 52% μετράνε και όσοι έχουν πολιτογραφηθεί Λουξεμβούργιοι. Η δεύτερη μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα είναι οι Πορτογάλοι, κάπου 95.000. Οι Έλληνες (που δεν έχουν πάρει λουξεμβουργιανη ιθαγένεια) είναι γύρω στους 3700.

Το Λουξεμβούργο έχει ενεργητική πολιτική πολιτογραφήσεων και κάθε χρόνο παίρνουν την ιθαγένεια κάπου 8000 κάτοικοι, εφόσον το επιθυμούν, έχουν συμπληρώσει πενταετία και εφόσον περάσουν εξετάσεις στη λουξεμβουργιανή γλώσσα, κάτι που δεν είναι τυπική διαδικασία. Ωστόσο, για όσους μένουν στη χώρα είκοσι χρόνια, αρκεί να παρακολουθήσουν 24 ώρες μαθήματα της γλώσσας.

Το Λουξεμβούργο είναι χώρα τρίγλωσση. Επίσημες γλώσσες είναι τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα λουξεμβουργιανά. Ουσιαστικά, το Λουξεμβούργο είναι η μόνη πολύγλωσση χώρα της Ευρώπης, διότι το Βέλγιο και η Ελβετία αποτελούνται απο μονόγλωσσες οντότητες. Ο Λουξεμβούργιος θα μιλήσει λουξεμβουργιανά με την οικογένειά του, θα διαβάσει γερμανικά στην εφημερίδα του και θα επικοινωνήσει στα γαλλικά με τον πελάτη του. Τα γαλλικά είναι η γλώσσα της καθημερινής επικοινωνίας (όπως και της σύνταξης των νόμων) κι έτσι στις καθημερινες συναλλαγές σε καταστήματα, δημόσιες υπηρεσίες κτλ. όλοι μιλάνε γαλλικά. Τα λουξεμβουργιανά άλλωστε αποτέλεσαν καθεστώς επίσημης γλώσσας μόλις το 1984 και δεν έχουν καθεστώς επίσημης γλώσσας στην Ευρωπαϊκή Ένωση -μάλιστα, οι αρχές της χώρας δεν έχουν πιέσει, για λόγους που δεν μου είναι γνωστοί, να γίνει η γλώσσα τους επίσημη της ΕΕ, όπως έκαναν Ιρλανδοί και Μαλτέζοι. Ωστόσο, τα τελευταία 10-15 χρόνια τα λουξεμβουργιανά χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο (από αυτούς που τα ξέρουν, βέβαια).

Μια και εδώ ασχολούμαστε με τη γλώσσα, να πούμε καναδυό πράγματα.

Τα Lëtzebuergesch, δηλαδή τα λουξεμβουργιανά (εμείς που μένουμε εδώ τα λέμε και λούξικα) είναι η μητρική γλώσσα των Λουξεμβούργιων και μιλιέται ή έστω μιλιόταν και στις… αλύτρωτες παραμεθόριες περιοχές του Βελγίου και της Γαλλίας. Είναι γερμανική διάλεκτος, ακριβέστερα φρανκονική, με αρκετές γαλλικές επιρροές στο λεξιλόγιο. Ας πούμε, το «ευχαριστώ» είναι Merci, τα χρήματα (τα λεφτά) είναι suen, από το γαλλικό sou, ενώ ο δικηγόρος λέγεται affekot.

Διαφορές με τα γερμανικά υπάρχουν επίσης και στο αλφάβητο, αφού τα λουξεμβουργιανά έχουν τα γράμματα με διακριτικά é και ë, που δεν υπάρχουν στα γερμανικά, και δεν έχουν τα ö και ü των γερμανικών (έχουν ä). Επίσης, η ορθογραφία τους είναι περισσότερο φωνηματική από των γερμανικών ενώ τα ουσιαστικά δεν αρχίζουν από κεφαλαίο γράμμα.

Για τον γερμανομαθή, τα λουξεμβουργιανά κρύβουν κι άλλες μικροεκπλήξεις, επειδή για αρκετές βασικές έννοιες έχουν κάποια λέξη που μοιάζει με λαϊκό όρο της γερμανικής. Ας πούμε, το «μιλάω» είναι sprechen στα στάνταρ γερμανικά, αλλά στα λουξεμβουργιανά είναι schwätzen (‘τσαμπουνάω, φλυαρώ’ στα στάνταρ γερμανικά). Οι πατάτες είναι Kartoffeln στα στάνταρ γερμανικά αλλά gromperen (κατά λέξη: γεωάχλαδα) στα λουξεμβουργιανά, όπως άλλωστε και σε διάφορες γερμανικές διαλέκτους.

Κάτι που διακρίνει τα λουξεμβουργιανά από τις μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες, ειναι ότι βάζουν άρθρο στα κύρια ονόματα, όπως κάνουμε κι εμείς στα ελληνικά. Ως γνωστόν οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, στην επίσημη μορφή τους, δεν βάζουν άρθρα στα κύρια ονόματα, λένε Philippe et Catherine, I am Nick, io sono Alberto. Ωστόσο, στις διαλέκτους αλλά και στη λαϊκή γλώσσα όλων αυτών των χωρών είναι από σπάνιο έως αρκετά συνηθισμένο να ακούσεις το κύριο όνομα να δηλώνεται έναρθρα.

Τα λουξεμβουργιανά, επειδή ήταν προφορική διάλεκτος που έγινε γλώσσα, διατηρούν έναρθρα τα κύρια ονόματα στην προτυπη μορφή της γλώσσας, κάτι που θα ακούγεται πολύ χωριάτικο στους Γάλλους και τους Γερμανούς, υποθέτω.

Το οριστικό άρθρο είναι: d’ για τα θηλυκά ονόματα και de ή den για τα αρσενικά. Είναι den αν ακολουθεί φωνήεν ή D, H, N, T, Z. Αν ακολουθεί άλλο σύμφωνο, είναι de.

Έτσι, θα μπορούσα να πω:
Ech senn den Nikos. Εγώ είμαι ο Νίκος
Du bass d’Nefeli. Εσύ είσαι η Νεφέλη.
Dat ass de Petros. Αυτός είναι ο Πέτρος.

Ο κανόνας της παράλειψης του τελικού n, που ισχύει και σε άλλες δυτικογερμανικές διαλέκτους, μπερδεύει αρκετά διότι η ίδια λέξη αλλάζει ανάλογα με το περιβάλλον της. Ας πούμε, το 35 είναι fënnefandrësseg (γερμ. fünfunddreissig) αλλά το 45 είναι fënnefavéierzeg (γερμ fünfundvierzig). Το «όταν θα πάω» είναι wann ech ginn «when I go», αλλά στο «όταν θα πάμε», wa mer ginn, το n χάνεται.

Πολλοί Λουξεμβούργιοι, μαζί και κόμματα της δεξιάς, ανησυχούν για το μέλλον της λουξεμβουργιανής γλώσσας, που θεωρούν ότι απειλείται με εξαφάνιση. Η ανησυχία αυτή φαίνεται εύλογη αν σκεφτούμε ότι συνεχώς αυξάνεται το ποσοστό των αλλοδαπών στη χώρα, ενώ πρεπει επίσης να μετρήσουμε και τις 200.000 «φρονταλιέ», τους εργαζόμενους που δουλεύουν στο Λουξεμβούργο αλλά ζουν στη Γαλλία ή στο Βέλγιο (και λιγότεροι στη Γερμανία) και καθημερινά κάνουν τη διαδρομή -πολύ λίγοι από αυτούς μιλούν λουξεμβουργιανά. Οι ανησυχούντες βλέπουν την απειλή από τα γαλλικά, τα αγγλικά δεν τους ενοχλούν.

Από την άλλη, η ανησυχία δεν φαίνεται εύλογη αν σκεφτούμε ότι τα παιδιά των αλλοδαπών κατοίκων, όσα τουλάχιστον φοιτούν σε λουξεμβουργιανά σχολεία (που έχουν δικαίωμα να πάρουν την ιθαγένεια στα 18 τους αν γεννήθηκαν εδώ) θα μάθουν καλά λουξεμβουργιανά, κάτι που δεν ισχύει π.χ. για τα μαλτέζικα (υπάρχουν στη Μάλτα σχολεία που δεν διδάσκουν τη γλώσσα, μόνο αγγλικά) ή για τα ιρλανδικά.

Επιπλέον, η λουξεμβουργιανή έχει, για να το πω λαϊκά, ξεψαρώσει, δηλαδή πιο σωστά έχουν ξεψαρώσει οι ομιλητές της, που τη χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο. Στο μεγαλύτερο κατάστημα της ντόπιας αλυσίδας σουπερμάρκετ πρόσεξα σήμερα πολλά διαφημιστικά γραμμένα μόνο στα λουξεμβουργέζικα, κάτι που θα ήταν αδιανόητο πριν από 10-20 χρόνια.

Το κράτος επικοινωνεί με τους κατοίκους τουλάχιστον στις 3 επίσημες γλώσσες (λουξ, γερμ, γαλλ) αλλά συνήθως σε 5 (+ πορτογαλικά και αγγλικά). Οι ιδιώτες δεν δεσμεύονται. Στο αεροδρόμιο τα μηνύματα προς το κοινό είναι μόνο σε αγγλικά και γαλλικά (και όχι πια στα λουξεμβουργιανά και στα γερμανικά). Στα μαγαζιά βλέπει πολύ συχνά κανείς ανακοινώσεις στα γαλλικά και τα λουξεμβουργιανά ή στα γαλλικά, τα αγγλικά και τα λουξεμβουργιανά -ένα παράδειγμα από φούρνο της γειτονιάς μου. Οι γερμανομαθείς θα καταλάβουν τα περισσότερα λουξεμβουργιανά.

Μια όμορφη περιοχή στο ανατολικό Λουξεμβούργο, με δάση, ρυάκια, ασβεστολιθικούς σχηματισμούς, καταρράκτες και τα συναφή, λέγεται «Μικρή Ελβετία». Κάποιοι θα έλεγαν ότι και ολόκληρη η χώρα ή τουλάχιστον ο τραπεζικός και χρηματοπιστωτικός τομέας της λειτουργεί σαν μικρή Ελβετία ή τέλος πάντων σαν φορολογικός παράδεισος, και ότι εκεί οφείλεται ο πλούτος της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες. Οι Λουξεμβούργιοι θα απαντούσαν ότι συμμορφώνονται με τις τραπεζικές οδηγίες της ΕΕ και ότι ειδικά καθεστώτα έχουν και η Ολλανδία ή η Ιρλανδία, για να μη μιλήσουμε για τα διάφορα νησιά της Μάγχης, το Μονακό ή το Ντελαγουέρ.

Σε κάθε περίπτωση, ένα τόσο μικρό (αλλά όχι μικροσκοπικό) κράτος δεν μπορεί ν’ αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση (ή προς αποφυγή) για κράτη του μεγέθους της Ελλάδας, αν και πολύ θα ήθελα να αντιγράφαμε την ανοιχτή στάση τους απέναντι στη χορήγηση ιθαγένειας -ενώ στην Ελλάδα μια δυσκίνητη και αναποτελεσματική γραφειοκρατία ταπεινώνει και χαρατσώνει αλλοδαπούς που θέλουν και δικαιούνται να πολιτογραφηθούν, αναζητώντας το παραμικρό πρόσχημα από τα πολλά που προσφέρει ο νέος νόμος της ΝΔ προκειμένου να τους κόψει. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

Προς το παρόν, ας ευχηθούμε χρόνια πολλά στους Λουξεμβούργιους που γιορτάζουν -ακόμα κι αν βρέχει.

Advertisement

Posted in Γλώσσες, Ιστορία, Λουξεμβούργο | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »

Ισίδωρος Ζουργός: Περί της εαυτού ψυχής, τρία αποσπάσματα

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2022

Άλλη μια φορά έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο αποσπάσματα από μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού -από το Λίγες και μία νύχτες.

Τότε, είχαμε παρουσιάσει ένα κεφάλαιο, που είχε κάποιαν αυτοτέλεια. Σήμερα, θα δούμε όχι ένα κεφάλαιο αλλά τρία μικρότερα αποσπάσματα, από το τελευταίο βιβλίο του Ζουργού, Περί της εαυτού ψυχής (Πατάκης, 2021).

Θέμα του μυθιστορήματος, το Βυζάντιο, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την εποχή της δυναστείας των Κομνηνών, τον 11ο-12ο αιώνα.

Ήρωάς του ο Σταυράκιος Κλαδάς, γεννημένος το 1064, τρίτος γιος μιας αρχοντικής οικογένειας του Δορυλαίου, που ξεκληρίζεται από επιδρομές Σελτζούκων. Τα τρία ορφανά αγόρια καταφεύγουν στην Πόλη, όπου ο Σταυράκιος θα μπει στη μονή Στουδίου για να σπουδάσει αντιγραφέας. Θα του δοθεί η ευκαιρία να μαθητεύσει για λίγο κοντά στον Μιχαήλ Ψελλό, κι όταν ο Ψελλός πεθάνει θα φύγει από το μοναστήρι και θα περιπλανηθεί στη Μακεδονία, θα καταταγεί στον στρατό και θα καταλήξει στην Καστοριά, όπου, επειδή είναι καλός γραφέας, θα αναλάβει βοηθός και ευνοούμενος του πολιτικού διοικητή της πόλης. Εκεί γνωρίζει την αγαπημένη του, οπότε εγκαταλείπει τη θέση του και ξεκινάει μια ακόμα περιπλάνηση που τον φέρνει για λίγο στα Σέρβια και μετά στο Κίτρος, στις αλυκές, όπου θα περάσει μερικά χρόνια. Τελικά θα φύγει και από εκεί για τη Θεσσαλονίκη και μετά για την Πόλη, όπου ο παλιός του προστάτης έχει αναλάβει πρωτοασικρήτης, ανώτερο αξίωμα. Για μερικά χρόνια ζει την άνετη ζωη του παλατιανού, ώσπου πέφτει θύμα μιας σκευωρίας, φυλακίζεται για λίγο και εγκαταλείπει το παλάτι. Βιοπορίζεται ανοίγοντας αντιγραφείο, μέχρι που τον καλούν και πάλι να αναλάβει βοηθός ανώτερου αξιωματούχου, κάτι που το αποδέχεται κυρίως επειδή τον πιέζουν τα παιδιά του, που έχουν πια φτιάξει δική τους οικογένεια -ο ίδιος είναι εντελώς αφιλόδοξος. Τελειώνει τις μέρες του σε ένα ξεροχώραφο στη Σήλυβρία, όπου ξαναβρίσκει τα δυο του αδέρφια -και τότε, σε ηλικία 80 χρονών, γράφει τα όσα διαβάζουμε στο μυθιστόρημα.

Η πρωτοτυπία του μυθιστορήματος του Ζουργού βρισκεται στο ότι παρακολουθούμε τη ζωή όχι ενός στρατιωτικού ή πολιτικού αλλά ενός ανθρώπου των γραμμάτων, κάτι που μου κίνησε το ενδιαφέρον, κι έτσι διάλεξα να παρουσιάσω τρία αποσπάσματα σχετικά με την τέχνη και την τεχνολογία της γραφής και τη ζωή των γραφιάδων. Έχει ενδιαφέρον, πιστεύω, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας περνάει τις διάφορες πραγματολογικές πληροφορίες στο μυθιστόρημά του.

Στο πρώτο απόσπασμα, ο μεγαλύτερος αδελφός του Σταυράκιου, ο Θεοφύλακτος, 21 χρονών και δέκαρχος στον στρατό, επισκέπτεται τη μονή Στουδίου όπου είναι μαθητής ο 13χρονος Σταυράκιος.

Σταμάτησαν έξω από ένα επιβλητικό διώροφο κτίριο, φτιαγ­μένο όλο από πέτρα. Αν είχε τρούλο και κωδωνοστάσιο, θα ’λεγες πως ήταν ένας άλλος μεγάλος ναός και θα σου έμπαιναν ιδέες πως το μοναστήρι έχει τελικά δύο καθολικά, δύο μεγά­λες εκκλησίες.

«Αγαπάτε, όπως βλέπω, την πέτρα, αδελφέ Ιγνάτιε», σχο­λίασε ο Θεοφύλακτος θαυμάζοντας τους ψηλούς καλοβαλμέ­νους τοίχους και τα μαρμάρινα περβάζια των παραθύρων.

«Είναι γιατί την πέτρα δεν την αγαπάει η φωτιά, δέκαρχε. Οι πατέρες της μονής, πριν από έτη πολλά, έχτισαν το αντιγραφείο χωρίς να χρησιμοποιήσουν ξύλα ή άλλη καύσιμη ύλη, όσο ήταν βέβαια δυνατόν. Ξύλα υπάρχουν μόνο στα μαδέρια της οροφής και στα μεσοπατώματα. Οι πόρτες είναι κατά ένα μέρος σιδερένιες, πυρεστίες και μαγκάλια απαγορεύονται. Μο­ναδική μας παραχώρηση στον κίνδυνο είναι οι λύχνοι που κρέ­μονται απ’ την οροφή κι ανάβουν μόνο τις συννεφιασμένες μέ­ρες. Όλα λειτουργούν με τάξη, αυστηρούς κανονισμούς και πει­θαρχία. Η φωτιά είναι πιο ύπουλος εχθρός ακόμη κι απ’ αυτούς που πολεμάτε στον Βορρά, τους Κουμάνους, τους Πετσενέγγους, αυτούς τέλος πάντων…»

Ο Θεοφύλακτος ετοιμάστηκε να του πει πως τους τελευ­ταίους μήνες ζώντας σε εμφύλιο σπαραγμό πολεμούσαν με τα στρατεύματα του Νικηφόρου Βρυέννιου, που είχε στασιάσει, αλλά σιώπησε κι αυτήν τη φορά.

«Είναι πραγματικά θαυμαστά όλα αυτά που μου λέτε, πα­τέρα Ιγνάτιε».

«Τα πραγματικά θαυμαστά είναι αυτά που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη μας. Βρίσκεται στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο του κτιρίου που είναι μπροστά σου, όπου μπαίνεις από αυτήν την μπρούτζινη πόρτα, που την έχουμε κλειδωμένη. Ένα κλει­δί κρατάει ο ηγούμενος κι ένα άλλο είναι κρεμασμένο στον λαι­μό μου, μαζί με τον σταυρό, που τον φοράω διαρκώς απ’ τη στιγμή που έγινα μοναχός. Το κλειδί για μια τέτοια πόρτα εί­ναι μεγάλο και ιδιαίτερα πολύπλοκο, παίδεψε πολύ τον κλειθροποιό. Έχοντας το καθημερινά στο στήθος, καταλαβαίνεις πόσο κυριολεκτικά βαρύ είναι το καθήκον του βιβλιοφύλακα».

Ο αδελφός Ιγνάτιος χαμογέλασε για πρώτη φορά. 0 Θεο­φύλακτος σκάφτηκε πως δεν του ταίριαζε και πολύ. Ήταν βέ­βαιος πια ότι το χάρισμα του Ιγνάτιου θα ’πρεπε να το αναζη­τήσει κανείς ανάμεσα στην αυστηρότητα και στην ικανότητα να χειρίζεται τον συνομιλητή του.

«Αυτή η χαμηλή πόρτα μπροστά μας που οδηγεί;» ρώτησε τον βιβλιοφύλακα.

«Εδώ είναι το μεμβρανάριο, το υπόγειο όπου κατεργαζό­μαστε τις περγαμηνές. Βλέπεις, δέκαρχε, τα χρόνια που το ξυλοχάρτιο* έφτανε με αφθονία στην πόλη έχουν περάσει, η Αίγυπτος δεν είναι πια επαρχία του βασιλείου των Ρωμαίων. Οι περγαμηνές κοστίζουν ακριβά και τις έχουμε για τα έγ­γραφα μεγάλης αξίας. Εδώ κάτω συντηρούμε κι αυτό το υλι­κό που έχει αλλάξει τη γραφή τα τελευταία χρόνια. Μιλάω, φυσικά, για τον βαμβύκινο.** Αν κάποια στιγμή βρούμε τον χρόνο, θα ήθελα να σε ξεναγήσω στα μυστικά του. Όμως μι­λούσαμε για τη βιβλιοθήκη. Οι πατέρες αυτού του μοναστη­ριού, κυρίως από την εποχή του άλλου μας αγίου, του Θεοδώ­ρου της μονής μας, του Στουδίτη, έδωσαν βάση στην αντιγρα­φή. Δε σου κρύβω πως ένας λόγος που το μοναστήρι μας πλούτισε ήταν κι αυτός. Στο κτίριο που βλέπεις έχουν γίνει παραγγελίες από δούκες, δυνατούς, κατεπάνω, μάγιστρους, κι από αυτοκράτορες, αν το πιστεύεις. Είχαμε παραγγελίες ακόμα και από πρίγκιπες των Φράγκων και των Ρως. Κατα­λαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι να κρατάμε την παράδοση, το καλό μας όνομα δηλαδή. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν σε τι χώ­ρο εισέρχεται ο Σταυράκιος. Ακολούθησέ με και θα καταλά­βεις περισσότερα».

Ο Ζουργός χρησιμοποιεί και ορολογία της εποχής, που την επεξηγεί με υποσημειώσεις. Εδώ, ξυλοχάρτιο είναι ονομασία του παπύρου ενώ βαμβύκινος είναι μια από τις πρώτες ονομασίες του χαρτιού, που ήταν κάτι καινούργιο.

Στο δεύτερο απόσπασμα, βρισκόμαστε στην Καστορία, τη σημερινη Καστοριά, όπου ο Σταυράκιος Κλαδάς έχει αναλάβει νοτάριος, βοηθός του μεσάζοντος Λεοντίου, του πολιτικού διοικητή της πολης -την οποία μόλις ανακατέλαβε ο Αλέξιος Κομνηνός από τους Νορμανδούς του Βοημούνδου. (Παρένθεση: ο Λεόντιος, αν δεν σφάλλω, δεν είναι ιστορικό πρόσωπο. Στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας παραθέτει πίνακα με τα ιστορικά πρόσωπα που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα, όπως π.χ. ο Ψελλός).

Καστορία, έτος 1084 από Χριστού, βασιλεύοντος κυρ Αλέξιου Κομνηνού

Τι είναι αυτό στο χέρι σας, εξοχότατε;»

Ο μεσάζων Λεόντιος κοίταξε το κληροδότημα μιας χή­νας, που έσφιγγε στα δάχτυλά του.

«Για το φτερό λες, νοτάριε;»

«Μάλιστα, γι’ αυτό».

«Πρώτη φορά βλέπεις να γράφουν με φτερό;»

«Ομολογώ πως ναι».

«Στη Στουδίου δεν το συνηθίζατε;»

«Καθόλου, πιστέψτε με».

«Το χρησιμοποίησα πρώτη φορά στη μονή της Κρυπτοφέρρης κι από τότε το ’χω πάντα στο γραφείο».

«Μείνατε και εκεί, εξοχότατε;»

«Τρία χρόνια, όσο να τελειώσει η αποστολή μου και να μάθω τη γλώσσα των Λατίνων. Όταν μιλάω για λατινικά, δεν εννοώ τις πέντε φράσεις που χρησιμοποιούν ο αχθοφόροι στις αποβάθρες του Κεράτιου. Μιλάω για τον Κικέρωνα, τον Σενέκα, τον Κοϊντιλιανό, για τέτοια λατινικά μιλάω. Έκπληξη λοιπόν το φτερό;»

«Όσο δε φαντάζεστε…»

«Μία σου και μία μου, Σταυράκιε. Ξέρεις τι ξάφνιασμα πή­ρα χθες το βράδυ εδώ στο πραιτόριο, όταν παραμέρισα το βήλο του γραφείου σου και σε βρήκα σε κείνο το σκαμνί να δια­βάζεις από μέσα σου».

«Το συνηθίζω κάπου κάπου, το έκαναν κάποιοι αδερφοί στο μοναστήρι».

«Αν και δε θα ’πρεπε να εκπλαγώ, γιατί υπάρχει η παλιά μαρτυρία του Αγίου Αυγουστίνου, που είδε κάποτε τον Άγιο Αμβρόσιο να διαβάζει ένα βιβλίο σιωπηλός».

«Να το δοκιμάσετε κι εσείς, εξοχότατε. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι πολύ εξυπηρετικό, άλλωστε κερδίζεις χρόνο».

«Σύμφωνοι! Θα δοκιμάσω, αφού πρώτα όμως δεχτείς εσύ αυτό».

Ο μεσάζων Λεόντιος σκάλισε λίγο το μικρό κουτί με τα μολυβδόβουλα και τις σφραγίδες, που είχε αφημένο επάνω στο τραπέζι, και τράβηξε από εκεί ένα εντυπωσιακό λευκό φτερό.

«Η κυκλοφορία της μελάνης σ’ αυτό γίνεται πιο εύκολα από οποιοδήποτε άλλο καλάμι. Το χέρι σου θα το αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο. Πάρ’ το, είναι δικό σου, δώρο, πώς το λένε…»

Ο Σταυράκιος το κράτησε στο χέρι με μεγάλη προσοχή κι ύστερα έγειρε με σεβασμό το κεφάλι του στον αξιωματούχο.

«Τιμή μου, εξοχότατε, ευχαριστώ!»

«Μη με ευχαριστείς, το συμφέρον μου κοιτάζω. Μ’ ένα κα­λύτερο εργαλείο το χέρι σου θα αποδώσει περισσότερο. Τρεις εβδομάδες που είμαστε εδώ στο πραιτόριο, νοτάριε, και ομο­λογώ ότι μου έχεις λύσει τα χέρια. Να μην αναφέρω βέβαια την εξαίρετη έκθεση που συνέταξες για την κατάληψη της πόλης. Ο αυτοκράτορας ενθουσιάστηκε και την ενέταξε αμέσως στα στρατιωτικά αρχεία. Σαφήνεια, λιτότητα και ύφος συγκρατημένο, όπως ταιριάζει σε κρατικά έγγραφα που αρχειοθετού­νται στο παλάτι. Φεύγοντας ο Αλέξιος για την Κωνσταντινού­πολη το πήρε μαζί του. Εύγε, νοτάριε! Η γραφή είναι ο δρόμος σου, αυτό να το θυμάσαι».

Στο τρίτο απόσπασμα, ο Σταυράκιος είναι πια μεσόκοπος, πενηντάρης. Έχει χηρέψει νωρίς, έχει εκδιωχθεί από το παλάτι και έχει ανοίξει το αντιγραφείο του, δέχτηκε όμως την πρόσκληση του Ιωάννη Αξούχ να επιστρέψει και να αναλάβει βοηθός του Γρηγόριου Καματηρού, του λογοθέτη των σεκρέτων, με υπόσχεση μάλιστα να πάρει αργότερα τη θέση του. Ο Σταυράκιος διστάζει, αλλά τον πιέζουν τα παιδιά του που σκέφτονται ότι έτσι θα προχωρήσει η καριέρα τους. Εδώ συζητάει με τον ανιψιό του τον Σέργιο, εξώγαμο παιδί του μεγάλου του αδελφού με μια παλλακίδα από τη βόρεια Ευρώπη, που τον έχει πάρει σαν ψυχοπαίδι του όταν ο αδελφός του έκανε το λάθος να πάρει μέρος σε μια αυλική συνωμοσία που απέτυχε, και κατέληξε στη φυλακή.

Τις επόμενες μέρες ήταν σχεδόν αμίλητος. Πήγαινε στο εργαστήρι πριν ακόμη ξημερώσει και δούλευε με το κερί όσες πα­ραγγελίες είχαν μείνει σε εκκρεμότητα. Ζούσε μια εσωτερική διαπάλη με την απόφασή του να γέρνει πότε στη μια πλευρά της ζυγαριάς και πότε στην άλλη. Μέσα στα πολλά που είχε ακούσει εκείνο το απόγευμα από τον Ιωάννη Αξούχο, είχε συ­νειδητοποιήσει και μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Δεν μπορού­σε να συνεχίζει για πολύ ακόμη τη δουλειά του αντιγραφέα με τους ρυθμούς που εργαζόταν τα τελευταία χρόνια. Η μέση του τον ενοχλούσε καθημερινά και τα μάτια του κουράζονταν γρή­γορα. Η εμμονή του να είναι κάθε αντίγραφο άψογο σε πιστό­τητα και εμφάνιση τον εξαντλούσε. 0 δομέστικος είχε δίκιο, αυτό θα έπρεπε κάποτε να σταματήσει. Στην προσπάθειά του να ολοκληρώσει τις τελευταίες ημέρες όλες τις παραγγελίες, αυτή η αλήθεια είχε ορθωθεί αμείλικτη μπροστά του. Η συστη­ματική αντιγραφή αφορούσε περισσότερο τη νεότητα, η οποία ήταν φανερό πως τον είχε από καιρό αποχαιρετήσει.

Κάποιο απόγευμα ζήτησε από τον Σέργιο να μιλήσουν. Ήταν πια δική του η απόφαση, αν θα κρατούσε μόνος του το αντιγραφείο ή θα επιζητούσε μια μισθωτή υπηρεσία σε κάποια γραμ­ματεία συντεχνίας ή ό,τι άλλο θα έβρισκε στην πρωτεύουσα.

«Θα φύγεις, δηλαδή, το αποφάσισες;» τον ρώτησε ο Σέρ­γιος ύστερα από λίγο.

«Ναι, θα φύγω, και μάρτυς μου ο Θεός, το κάνω δίχως να ξέρω αν είναι το σωστό».

«Θα κρατήσω, θείε, το μαγαζί, να ξέρεις. Δεν τρέφω καμιά ψευδαίσθηση ότι θα καταφέρω κάποτε να αντιγράφω βιβλία όπως εσύ, θέλω όμως, αν κάτι πάει στραβά εκεί στο παλάτι, να υπάρχει αυτή η γωνιά εδώ και να σε περιμένει».

«Καλέ μου, με νοιάζεσαι περισσότερο κι απ’ τα ίδια μου τα παιδιά, αυτό το έχω καταλάβει από καιρό. Μιας και αποφά­σισες να κρατήσεις το αντιγραφείο, θέλω να έχεις στον νου σου πως οι εποχές αλλάζουν. Σήμερα συντάσσονται και αντιγρά­φονται πολύ περισσότερα έγγραφα και βιβλία απ’ την εποχή που ξεκινήσαμε εμείς. Ο κόσμος δίνει λιγότερη σημασία στη φιλοκαλία των σελίδων, ο μόχθος των αντιγραφέων δεν έχει πια το ίδιο αντίκρισμα. Η ζήτηση σήμερα επιβάλλει πιο φτηνά βι­βλία και φτιαγμένα σε συντομότερο χρόνο. Αυτοί που νοιάζο­νται για την ακριβή στοίχιση, τα περίτεχνα αρχιγράμματα και όλα τα πλουμίδια, με τα οποία στολίζουμε τις σελίδες, αυτοί οι πελάτες ολοένα και λιγοστεύουν, αυτό βλέπω εγώ. Αν υπήρ­χε μια μηχανή να γράφει γρήγορα και φτηνά, ο μονότονος και άψυχος χαρακτήρας των γραμμάτων θα μας είχε νικήσει αμετάκλητα και θα αλλάζαμε δουλειά. Μη σκας, λοιπόν, τόσο πο­λύ για την ομορφιά. Αυτήν κράτα τη μέσα σου ή σε λίγες μό­νο εκλεκτές σελίδες, δικές σου. Με λίγα λόγια, κράτα την πι­στότητα, εφάρμοζε λιτότητα στον τρόπο που αντιγράφεις και ρίξε τις τιμές. Αυτή είναι η επαγγελματική συμβουλή που έχω να σου δώσω αποχωρώντας».

«Το εργαστήρι μας νομίζω πως μπορεί να με ζήσει. Αν πάλι κάτι πάει στραβά, θα κρατήσω το δίπλωμα που πήρα απ’ τη σχολή, χάρη σε σένα και αυτό, και θα αρχίσω να χτυπάω πόρτες. Έχει ο Θεός… Εσύ όμως πρέπει να νιώθεις ικανοποιημένος. Αν δε σε ήξερα τόσο καλά, θα σου έλεγα να αισθάνεσαι υπερήφανος. Σε καλούν εκεί που χτυπάει η καρδιά της αυτοκρατορίας, μην το παραβλέπεις αυτό».

Ο Σταυράκιος σηκώθηκε απ’ το τραπέζι κι έκανε μερικά βήματα για να ανακουφίσει κάπως τη μέση του, που πάλι τον ενοχλούσε.

«Σημασία έχει να πηγαίνεις εκεί που σου λέει η ψυχή σου, πρόσθεσε μετά από λίγο.

«Η δική σου τι σου λέει;»

«Αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Η κατοικία της ψυχής ου τόπος, Σέργιε, αυτό να το θυμάσαι».

«Η φωνή της όμως έρχεται από κάποια κατεύθυνση. Δεν μπορώ να τη φανταστώ αλλιώς».

«Έχω καταλάβει ότι όλος ο αγώνας της ζωής μας είναι πώς θα βρούμε ένα κόσκινο που θα διαχωρίζει τα πρόσκαιρα και τα ευτελή από εκείνα που έχουν πραγματική αξία. Εκεί που νομίζεις πως έχεις βρει το σωστό κόσκινο κι ενώ βλέπεις όλος χαρά το αλεύρι να πέφτει κάτω από τη σήτα πλούσιο στη σκά­φη, όταν έρθει η ώρα να φας το ψωμί, νιώθεις στα δόντια σου πετραδάκια. Πού πήγε λοιπόν το ξεδιάλεγμα;»

«Όλα αυτά που μου λες είναι φιλοσοφία ή απλώς θλίψη;»

«Απλή άγνοια, γιατί φοβάμαι πως τα αιώνια αιωνίως θα μας διαφεύγουν».

Ο Σέργιος τον πλησίασε και τον αιφνιδίασε αγκαλιάζοντάς τον.

«Θέλω να πας εκεί δυνατός και αισιόδοξος, με ακούς; Πά­ντα έλεγες πως, όταν η ζωή διαλέγει αυτή αντί για μας, εμείς θα πρέπει να την υπακούμε. Πήγαινε λοιπόν και σταμάτα να μεμψιμοιρείς».

Ο Σταυράκιος ένιωσε τα μάτια του να υγραίνονται. Χάιδεψε τα μαλλιά του Σέργιου, το ροδαλό πρόσωπο και το μαλα­κό γένι. Το δέρμα του μοσχοβολούσε σαπούνι, γιατί ο ανιψιός του πήγαινε στα λουτρά δυο φορές την εβδομάδα, μάλλον πλη­σίαζε ο καιρός που θα παντρευόταν.

Το τελευταίο χαρτί που συμπλήρωσε ο Σταυράκιος στην τά­βλα του εργαστηρίου ήταν ένα σημείωμα υπογεγραμμένο από τον ίδιο και κλεισμένο με κερί για τον μέγα δομέστικο. Εκεί ανέφερε ότι αποδεχόταν την τιμητική πρόσκληση της πολιτι­κής διοίκησης και ανέμενε τη στιγμή που θα τον καλούσαν να αναλάβει καθήκοντα.

Posted in Βυζάντιο, Ιστορία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 121 Σχόλια »

Ιδιωτικά μνημεία, δημόσια ψευδοϊστορία (ανταπόκριση από Κέρκυρα)

Posted by sarant στο 30 Δεκεμβρίου, 2021

Το σημερινό άρθρο αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια μιας προηγούμενης ανταπόκρισης από την Κέρκυρα, που είχε δημοσιευτεί εδώ πριν από εφτά περίπου μήνες, σε σχέση με την ανέγερση ενός ογκώδους οβελίσκου στο λιμάνι της Κέρκυρας στη μνήμη των Κερκυραίων που απέκρουσαν την οθωμανική επιδρομή το 1716. H ανέγερση θα γινόταν με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Κερκυραϊκής Κληρονομιάς, που είναι το προσωπικό ίδρυμα του επιχειρηματία Σπύρου Φλαμπουριάρη.

Τελικά, τον Μάιο δεν έγινε η ανέγερση του οβελίσκου, αφού οι αντιδράσεις στο αντιαισθητικό αυτό μνημείο ήταν πολλές, μεταξύ άλλων και από το τοπικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής. Όμως σύμφωνα με τοπικά δημοσιεύματα ο κίνδυνος της ανέγερσης επανέρχεται.

Δημοσιεύουμε λοιπόν μιαν ακόμα ανταπόκριση απο Κέρκυρα, που έχει κυκλοφορήσει με ηλεταχυδρομείο και έχει δημοσιευτεί και τουλάχιστον σε ένα τοπικό μέσο. Την υπογράφει και πάλι ο Ματέλλος Ματελότος (πρέπει να είναι ψευδώνυμο). Η αξία του άρθρου αυτού βρίσκεται στο ότι επεκτείνεται σε ένα ακόμα περιστατικό της ιστορίας του νησιού, που έχει τιμηθεί με μνημεία -την «απελευθέρωση» της Κέρκυρας το 1799, από τον ναύαρχο Ουσακόφ. Αλλά ποιος κατείχε την Κέρκυρα τότε; Μήπως οι επάρατοι Οθωμανοί; Όχι, το 1799 η Κέρκυρα βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Γάλλων, των δημοκρατικών επαναστατών Γάλλων. Και την κυρίεψε όχι απλώς ο Ουσακόφ, αλλά η ρωσοτουρκική συμμαχία -το νησί, με άλλα λόγια, υποτάχτηκε στους Οθωμανούς (και τους Ρώσους). Αυτό το γεγονός σήμερα τιμάται με μνημεια στην Κέρκυρα, φυσικά με αποσιώπηση του ρόλου των Οθωμανών.

Όμως να μην τα λέω εγώ. Δινω τον λόγο στον Μ. Ματελότο, που διάλεξε και την εικόνα που κοσμεί το άρθρο.

Η συντριβή των Οθωμανών στο Πετροβαραντίν, 5 Αυγούστου 1716 (Georg Philipp Rugendas)

Ιδιωτικά μνημεία, δημόσια ψευδοϊστορία

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανταποκρίσεις, Επικαιρότητα, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 94 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (18) – Ο Γ. Βλαχογιάννης γράφει για το Σύνταγμα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο όγδοο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Πριν από μερικές μέρες είχαμε την επέτειο της 3ης Σεπτεμβρίου, που είναι γνωστή από την επανάσταση του 1843 με την οποία πείσθηκε ο έως τότε απόλυτος μονάρχης Όθων να δώσει Σύνταγμα κι έτσι το πολίτευμα μετατράπηκε από απόλυτη μοναρχία σε συνταγματική μοναρχία. Αλλά η διεκδίκηση Συντάγματος είχε ξεκινήσει ήδη από τα χρόνια της Επανάστασης και επί Καποδίστρια, οπότε το σημερινό θέμα αν και αφορά γεγονότα που συνέβησαν μετά την καταληκτική μάχη της Πέτρας, ασφαλώς έχει συνάφεια με το Εικοσιένα.

Θα δούμε σήμερα ένα σύντομο κείμενο του Γιάννη Βλαχογιάννη, τον κορυφαίο ιστορικό ερευνητή του Εικοσιένα, στον οποίο οφείλουμε ανάμεσα σε πολλά άλλα την ανακάλυψη του χειρόγραφου του Μακρυγιάννη, στο οποίο εξετάζεται το πώς προσέλαβε ο λαός τη διεκδίκηση για το Σύνταγμα, δίνοντάς του μαγικές διαστάσεις και υπερφυσικές δυνάμεις, ακόμα και προσωποποιώντας το, ο Σύνταμας.

Το κείμενο αποτελεί τις καταληκτικές παρατηρήσεις του Βλαχογιάννη στο τέλος του τρίτου τόμου των Στρατιωτικών Ενθυμημάτων του Νικ. Κασομούλη, που είναι ο δεύτερος απομνημονευματογραφικός ογκόλιθος που οφείλουμε στον συγγραφέα από τον Έπαχτο. Το βρίσκω πολύ καλογραμμένο, πέρα από τα στοιχεία που δίνει για το θέμα -και ανεξάρτητα από τη θέση του συγγραφέα ως προς το αν ήταν άκαιρη ή πρόωρη η διεκδίκηση Συντάγματος.

Επί του γλωσσικού, βλέπουμε ότι ο λαϊκός τύπος είναι Σύνταμα. Τον ίδιο τύπο χρησιμοποιεί και ο Μακρυγιάννης, που κάνει λόγο για «Σύνταμα κι Εθνική Συνέλεψη».

Ο λόγος στον Βλαχογιάννη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Ιστορία, Κείμενα | Με ετικέτα: , , , , | 84 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 22 (τελευταίο)

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2021

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή δεύτερη και τελευταία. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις.

Σήμερα φτάνουμε στο τέλος. Θα διαβάσουμε τον «απολογητικό επίλογο» του πατέρα μου, με τον οποίο κλείνει το βιβλίο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ (ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ)

Προσπάθησα να αφηγηθώ τη ζωή κάποιων μεγάλων ανθρώπων, που έζησαν τον πρώτον αιώνα της χρονολογίας μας και τις συνέπειες που είχε η δράση και η διδασκαλία τους, στη διαμόρφωση μιας παγκόσμιας θρησκείας. Απέφυγα να δώσω στην αφήγησή μου αυτή τον χαρακτήρα ιστορικής μελέτης αλλά ταυτόχρονα προσπάθησα να μην αφίσταται, στο μέτρο του δυνατού, από τα όσα εξιστορούν οι πηγές. 

Όταν ήμουν παιδί υπήρξα θρησκευόμενο άτομο και, εκτός του ότι εξ απαλών ονύχων είχα εξοικειωθεί με τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, (χάρη στον παππού μου – άνθρωπο ευλαβή αλλά όχι θρησκόληπτο – και στον πατέρα μου – βαθύ γνώστη των Γραφών και εντούτοις άθεο), με είχε γοητεύσει και η προσωπικότητα του Ιησού. Βοήθησε πολύ σ’ αυτό και η παρουσία στην πόλη όπου ζούσαμε ενός εξαιρετικά χαρισματικού και φωτισμένου ανθρώπου, του αρχιμανδρίτη Χαράλαμπου Δέδε.

Κατόπιν ήρθε η Κατοχή, η Πείνα και αργότερα η Αντίσταση και ρήσεις όπως:

ουαί υμίν τοις πλουσίοις,  ότι απέχετε την παράκλησιν υμών
ουαί υμίν οι εμπεπλησμένοι, ότι πεινάσετε
μακάριοι οι πτωχοί, ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών
μακάριοι οι πεινώντες, ότι αυτοί χορτασθήσονται
ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν,
πυρ ήλθον βαλείν εις την γην

και άλλες ανάλογες, τις εύρισκα επίκαιρες και με συγκινούσαν. Στο μεταξύ όμως, μαθητής γυμνασίου πλέον, είχα υποκύψει στο κάλλος της Αρχαίας Ελλάδας και ανακάλυψα ότι η ελληνική κοσμοαντίληψη ήταν πολύ πιο εύληπτη, καλαίσθητη και ανθρωποκεντρική  από την ιουδαιοχριστιανική. Ξαναδιάβασα, με κριτικό πνεύμα αυτή τη φορά, τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και τότε μου γεννήθηκαν ορισμένες απορίες. Πώς είναι δυνατό το πρόσωπο που είπε τα παραπάνω να είπε επίσης και τα ακόλουθα:

απόδοτε ουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι
μακάριοι οι ειρηνοποιοί
αγαπάτε τους εχθρούς υμών
εάν τις σε αγγαρεύσει εν μίλιον ύπαγε μετ’ αυτού δύο…

Αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, ήρθε η εποχή της απόλυτης αμφισβήτησης των πάντων και από το διάβασμα αρκετών βιβλίων, ορισμένων απλοϊκών και ισοπεδωτικών, κάποιων όμως αξιόλογων, έφτασα στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξαν ούτε ο Ιησούς Χριστός ούτε ο Απόστολος Παύλος. Όπως ήταν επόμενο, είχα τότε πολλές και έντονες συζητήσεις, με αγαπητούς φίλους, συζητήσεις που, ανεξάρτητα με τη θέση που έπαιρνε καθένας μας, τις θέρμαινε η αγάπη μας προς τον υιόν του τέκτονος, είτε αυτός υπήρξε είτε όχι. Κράτησα τότε ορισμένες σημειώσεις και διατύπωσα κάποια σχόλια.

Την εποχή εκείνη με βασάνιζε επίσης το ερώτημα, πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσω τα βιβλία της Καινής Διαθήκης:

— Ως θρησκευτικά κείμενα, (θεόπνευστα ή μη), που είναι γραμμένα με αλληγορικό ύφος και έχουν κατηχητικό σκοπό;

–’Η ως ιστορικές πραγματείες, που δίνουν αξιόπιστες πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Ιησού Χριστού και των άλλων προσώπων που έδρασαν στη συγκεκριμένη αυτή εποχή και στη συγκεκριμένη αυτή χώρα;

Αντιπαρερχόμενος το γεγονός ότι θεόπνευστα κείμενα δεν μπορεί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να αντιφάσκουν μεταξύ τους ή να περιέχουν γραμματικά ή λογικά σφάλματα, δε θα είχα  αντίρρηση να δεχτώ ολόκληρη την Καινή Διαθήκη ως απλό θρησκευτικό κατηχητικό κείμενο, γραμμένο με αλληγορικό ύφος. Στην περίπτωση αυτή το ζήτημα θα έπρεπε να είχε θεωρηθεί λήξαν και κατά συνέπεια θα περίττευε το γράψιμο αυτού του βιβλίου.

Επειδή όμως υπάρχουν πολλοί και διαπρεπείς συγγραφείς, που  θεωρούν την Καινή Διαθήκη «το εγκυρότερο βιβλίο και το πιστότερα διατηρημένο», την «πλέον ασφαλή πηγή πληροφοριών», οι οποίες μάλιστα «παρατάσσονται με ακρίβεια ως προς τον χρόνον», όπου «περιγράφονται τα γεγονότα εντελώς ψυχρά, χωρίς συναίσθημα θα λέγαμε», πράγμα που κατ’ αυτούς «αποδεικνύει την ιστορικότητα της Βίβλου» και επειδή δυστυχώς η γνώμη αυτή είναι η επικρατούσα στον τόπο μας, θέλησα να αντικρούσω την άποψη αυτήν, έστω και με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής. 

Ξαναδιάβασα λοιπόν, για πολλοστή φορά, τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, σε συνδυασμό με τα συγγράμματα του Ιουστίνου, του Ευσέβιου, του Ειρηναίου, του Κλήμη του Αλεξανδρέα και άλλων πατέρων της Εκκλησίας, με ορισμένα Απόκρυφα, με τα έργα του Φλάβιου Ιώσηπου, του Φίλωνα, του Τάκιτου, του Σουητώνιου, και άλλων συγγραφέων εκείνης της εποχής και άλλες εξ ίσου αρχαίες πηγές, που μας δίνουν κάποιες πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Ιησού Χριστού, του Παύλου και των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων.

Την ανάγνωση των πηγών προσπάθησα να την κάνω με όσο το δυνατό περισσότερο κριτικό πνεύμα, απαλλαγμένος από προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, προσπαθώντας μόνο να προσεγγίσω την αλήθεια, έχοντας όμως πάντοτε στο νου μου ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια, πολύ δε περισσότερο ότι δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια.

Από τη μελέτη αυτή κατέληξα στο παράδοξο, αλλά απολύτως αναμφισβήτητο, για μένα,  γεγονός είναι ότι ο Ιησούς Χριστός ως ιστορικό πρόσωπο απουσιάζει από την ιστορία. Οι σύγχρονοί του, συγγραφείς, ιστορικοί, και φιλόσοφοι, τον αγνοούν πλήρως. Από τα αρχεία του ρωμαϊκού κράτους εκείνων των χρόνων, τα οποία κατά κανόνα είναι πολύ λεπτολόγα και  ενημερωτικά, απουσιάζει επίσης οποιαδήποτε μνεία για τη ζωή και τη δράση του. Αδιάβλητα αρχαιολογικά ευρήματα που να πιστοποιούν το πέρασμα του από τη γη δεν υπάρχουν. Μόνο τα Ευαγγέλια μας δίνουν κάποιες πληροφορίες, οι οποίες όμως εκτός του ότι περιορίζονται στα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του και μόνο, είναι αλληλοσυγκρουόμενες, αντιφατικές και αόριστες. Όσον αφορά τα λοιπά τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, απουσιάζει από αυτά κάθε πληροφορία σχετική με την κατά σάρκα ζωή του.

Η απουσία του Ιησού Χριστού από την Ιστορία, οδήγησε πολλούς συγγραφείς (φιλόσοφους, ιστορικούς,  θεολόγους,  λογοτέχνες ή απλώς σκεπτόμενους ανθρώπους), στο να αρνηθούν την ύπαρξή του. Το πρόβλημα της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού είχε ήδη τεθεί από τον 2ον αιώνα[1], αναζωπυρώθηκε κατά τους 16ον και 17ον αιώνες και γνώρισε μεγάλην έξαρση κατά τον 19ο και τον 20ο. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται είναι ισχυρά και η διαθέσιμη βιβλιογραφία έχει εντυπωσιακές διαστάσεις και περιλαμβάνει εκατοντάδες έργα. Τα σημαντικότερα από αυτά μνημονεύονται στο Παράρτημα.

Από την άλλη πλευρά οι οπαδοί της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού είναι εξ ίσου πολυάριθμοι και τα επιχειρήματά τους αναλόγου βαρύτητας με εκείνα των οπαδών της μυθικότητας του. Βεβαίως υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των πιστών, των οπαδών δηλαδή της ορθόδοξης άποψης, ότι ήταν Θεάνθρωπος και των άλλων, των οπαδών της άποψης ότι ήταν προικισμένος προφήτης και διδάσκαλος ή πολιτικός επαναστάτης ή κοινωνικός αναμορφωτής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Θρησκεία, Ιστορία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , | 102 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 21

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2021

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πρώτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις, παρόλο που είναι πάρα πολλές.

Πλησιάζουμε πια στο τέλος. Το σημερινό 15ο κεφάλαιο είναι το τελευταίο του βιβλίου -ακολουθεί όμως και ένας «απολογητικός επίλογος». Και σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο θα δούμε τη βιογραφία «ενός άλλου σπουδαίου ανθρώπου».

15

ΟΡΘΩΣ ΟΙΚΙΖΟΜΕΝΗ ΠΟΛΙΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΣΤΑΣΙΑΖΟΥΣΗΣ ΔΕΙΣΘΑΙ

Σταματώ στο σημείο αυτό την αφήγησή μου. Η ιστορία μου άρχισε τον καιρό που κυβερνούσε ο Σεβαστός-Αύγουστος Καίσαρας και τελειώνει λίγο πριν δολοφονηθεί ο Δομιτιανός, περισσότερο από εκατό χρόνια μετά. Προσπάθησα να περιγράψω τη ζωή και τη δράση τριών (ή τεσσάρων άν συνυπολογίσω και τον Ιωάννη τον Βαπτιστή) θαυμαστών ανθρώπων, των μαθητών τους και όσων αργότερα ακολούθησαν τα βήματά τους. Δεν πρέπει εντούτοις να αγνοηθεί το γεγονός ότι, παρά τη φλογερή ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων αυτών και τη δύναμη των ιδεών τους, η επιρροή τους, για πολλά χρόνια, έμεινε περιορισμένη στην Παλαιστίνη και τις κοντινές μ’ αυτήν περιοχές. Μερικές από τις ιδέες τους ξεχάστηκαν, κάποιες διαστρεβλώθηκαν και παραποιήθηκαν, ενώ άλλες επέζησαν και αργότερα αποτέλεσαν τη βάση πολλών νέων πίστεων και λατρειών. Παράλληλα, εξ αιτίας των κατακλυσμικών γεγονότων που σάρωσαν την  Παλαιστίνη, η μορφή, η βιογραφία και η δράση των δύο από τους τρεις αυτούς μεγάλους ανθρώπους, του Ζηλωτή και του Πρίγκηπα, ξεθώριασαν, λησμονήθηκαν και τελικά ενσωματώθηκαν στη μορφή, τη δράση και τη διδασκαλία του τρίτου, του Διδάσκαλου, η οποία, χάρη σ’ έναν ακόμη μεγάλον άνθρωπο, τον Παύλο, έγινε η βάση μιας καινούργιας, παγκόσμιας, θρησκείας. Αδιαμόρφωτη και ανομοιογενής ακόμα, περιείχε εντούτοις όλα εκείνα τα στοιχεία, που θα την έκαναν αυτό που ονομάζουμε Χριστιανισμό. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Οι άνθρωποι της ιστορίας μου όμως δεν ήταν οι μόνοι διδάσκαλοι και προφήτες, που έζησαν σ’ αυτήν την εποχή. Οι καιροί εκείνοι γεννούσαν διδάσκαλους, προφήτες και κήρυκες. Οι άνθρωποι ζούσαν στην αβεβαιότητα, το άγχος και την αγωνία και ζητούσαν παραμυθία και λύτρωση. Είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις αρχαίες αρετές και εγκατέλειψαν τις αξίες και τα οράματα, τα οποία εντούτοις είχαν δημιουργήσει το μεγαλείο της Αρχαίας Ελλάδας. Οι μεν σκεπτόμενοι είχαν παραδοθεί στις μυστικιστικές παρηγορίες των Νεοπλατωνικών και των Γνωστικών, οι δε λοιποί στην πιο χοντροκομένη δεισιδαιμονία1.

Θα ήθελα λοιπόν να κλείσω την αφήγησή μου, αναφερόμενος σε έναν άλλον σπουδαίον άνθρωπο, ξεχασμένον ίσως σήμερα, πιο κοντινόν όμως σε όσους μετέχουμε της ελληνικής παιδείας, σε ένα Θείον Άνδρα, τον  μεγάλο  διδάσκαλο   Απολλώνιο τον  Τυανέα, που εμφανίστηκε την  ίδια περίπου εποχή με  τον Ιησού το Ναζωραίο και  τον Παύλο2 και έδρασε και δίδαξε σε πολύ ευρύτερη γεωγραφική περιοχή και για περισσότερο χρόνο, αφού πέρασε τα εκατό χρόνια ζωής. Όπως όλοι αυτοί οι κήρυκες, προφήτες και δασκάλοι, Ναζωραίοι, Εβιωναίοι, Χριστιανοί, Γνωστικοί, Στωικοί και Νεοπλατωνικοί, έτσι και ο Απολλώνιος είχε τον ίδιο σκοπό: να λευτερώσει τον άνθρωπο από την αγωνία, να τον παρηγορήσει και να του δείξει έναν άλλο δρόμο ζωής.

Στηριγμένος στην παράδοση του Πυθαγόρα και συνδυάζοντας τη φιλοσοφία με τον ασκητισμό, τη θεουργία με τη φιλοκαλία, δίδασκε πως η λύτρωση θα έρθει με την αυτογνωσία  και την ηθική ολοκλήρωση του ανθρώπου, μέσα από την άσκηση και την εγκράτεια.

*  *  *

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Θρησκεία, Ιστορία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , | 64 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 20

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2021

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις, παρόλο που είναι πάρα πολλές.

Σήμερα θα διαβάσουμε το 14ο κεφάλαιο, στο οποίο βλέπουμε την επικράτηση του όρου «Χριστιανοί» αντί των «Ναζωραίων». (Η Πέλλα που αναφέρεται στο κείμενο είναι πόλη της Δεκαπόλεως, στην Παλαιστίνη, στην κοιλάδα του Ιορδάνη).

14

ΛΕΓΟΝΤΕΣ ΙΟΥΔΑΙΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΕΑΥΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΥΚ ΕΙΣΙΝ, ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ

Στην Πέλλα της Δεκαπόλεως οι Ναζωραίοι, που κατέφυγαν εκεί από τα Ιεροσόλυμα, δέχτηκαν την είδηση για την πτώση της Αγίας Πόλης με ανάμικτα αισθήματα. Πολλοί, όπως οι πρεσβύτεροι, που ήταν επικεφαλής της εκκλησίας, ο Ιούστος, ο Ζακχαίος, ο Τωβίας, ο Βενιαμίν, ο Φίλιππος και άλλοι, χάρηκαν γιατί τιμωρηθηκαν οι διώκτες του Δασκάλου, αυτοί οι Ιουδαίοι που τον κατατρέξαν και τον παραδώσαν στους Ρωμαίους για να θανατωθεί. Αλλοι, σαν τον προφήτη Ιωάννη, είδαν τις καταστροφές και τα δεινά που συνόδεψαν την πολιορκία κι την άλωση, ως προανάκρουσμα της επερχόμενης Συντελείας του κόσμου. Υπήρξαν βέβαια και αρκετοί που τους έθλιψε η εξαφάνιση του θρησκευτικού τους κέντρου και η καταστροφή του Ναού, όπου τόσες φορές είχαν προσευχηθεί στον Θεό.

Πολλές εκκλησίες των Ναζωραίων, σε πόλεις όπως η Καισάρεια, η Σαμάρεια, η Σκυθόπολη και η Δαμασκός, είχαν εξολοθρευτεί από τους Ρωμαίους και τους συμμάχους τους, γιατί κατά τις εκτεταμένες σφαγές του ιουδαϊκού πληθυσμού από τους Εθνικούς συμπολίτες τους, που έγιναν εκεί, τόσο οι πολίτες όσο και οι στρατιωτικοί, δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσουν τους Ναζωραίους από τους άλλους Ιουδαίους.

Όταν η τάξη αποκαταστάθηκε στην Ιουδαία, οι Ρωμαίοι σταμάτησαν να καταδιώκουν τους Ισραηλίτες, γιατί εξ αρχής δεν τους αντιμετώπισαν σαν πιστούς της ιουδαϊκής θρησκείας αλλά σαν στασιαστές κατά της εξουσίας του Καίσαρα. Όταν η στάση καταπνίγηκε και οι στασιαστές τιμωρήθηκαν, η αυστηρότητα των Ρωμαίων αμβλύνθηκε πολύ. Με τη χαρακτηριστική τους ικανότητα προσαρμογής οι Ισραηλίτες, μετά τις συμφορές του πολέμου, άρχισαν να ανασυγκροτούνται. Παρά τις τρομακτικές απώλειες που είχαν, εξακολούθούσαν να αποτελούν το πολυπληθέστερο εθνικό στοιχείο της χώρας. Το πνευματικό τους κέντρο έγινε το μικρό συνέδριο της Ιάμνειας, που ίδρυσε ο ραββίνος Ιωάννης μπεν Ζακκάι. Εκεί τώρα κυριαρχούσαν οι Φαρισαίοι, μια που οι Σαδδουκαίοι είχαν εκμηδενιστεί. Η πίστη τους στον μελλοντικό ερχομό του Χριστού του Θεού, που θα λευτέρωνε τη γη του Ισραήλ από τους ειδωλολάτρες, δεν είχε μειωθεί καθόλου από την άτυχη έκβαση του πολέμου. Αντίθετα έγινε πιο θερμή. Όσους δεν το πίστευαν σ’ αυτήν τους αντιμετώπιζαν με εχθρότητα, που έφτανε στο μίσος.

Ήδη από τα πριν από τον πόλεμο χρόνια1 αντιπαθούσαν τους οπαδούς του Ιησού του Ναζωραίου, γιατί τους θεωρούσαν παραβάτες του Νόμου. Μετά τον πόλεμο όμως η αντιπάθεια αυτή έγινε εχθρότητα, όχι μόνο γιατί οι Ναζωραίοι δίδασκαν ότι ο Χριστός, που οι Ιουδαίοι περίμεναν σαν ελευθερωτή,  ήρθε, δίδαξε, σταυρώθηκε για το καλό των ανθρώπων, αναστήθηκε και πολύ σύντομα θα επανεμφανιστεί, αλλά και γιατί στην κρίσιμη στιγμή, όταν ο κλοιός των Ρωμαίων έκλεινε γύρω από τα Ιεροσόλυμα, διάλεξαν το δρόμο της αποστασίας. Εφυγαν μακρυά για να μη συμμεριστούν την κοινή τύχη με τους άλλους Ιουδαίους. Με αυτή την ενέργειά τους έγιναν στα μάτια των άλλων Ιουδαίων αποστάτες και προδότες.

Το ίδιο μίσος έδειχναν οι πιστοί Ιουδαίοι κατά των αιρετικών εκείνων, που απαρνήθηκαν τον ένα και μοναδικό Θεό, έλεγαν πως είναι ένας κατώτερος, μοχθηρός θεός και του έδιναν το όνομα Ιαλνταμπαώθ. Το συνέδριο της Ιάμνειας και αργότερα η ραββινική ακαδημία της Τιβεριάδας, θέλανε να υποκαταστήσουν την κοσμική εξουσία που είχε το Μεγάλο Συνέδριο του Ναού με μια πνευματικήν εξουσία, την οποία μόνο η ραββινική ορθοδοξία θα δημιουργούσε2. Μία σύνοδος ραββίνων στην Ιάμνεια καθόρισε ποια από τα ιερά βιβλία είναι «κανονικά» και ποια «δευτεροκανονικά» ενώ απέκλεισε μια τρίτη κατηγορία βιβλίων, που ονομάστηκαν «απόκρυφα». Αργότερα ο ραββίνος Γαμαλιήλ ο Γ’3, τροποποίησε την δωδέκατη από τις «δεκαεπτά ευχές»4, που κάθε πιστός Ιουδαίος έπρεπε να απαγγέλει πρωί, μεσημέρι και βράδι, ώστε να γίνει ουσιαστικά μια κατάρα κατά των αιρετικών, εμμέσως κατά της Ρώμης και κυρίως κατά του αποστάτη και των οπαδών του5. Ο αποστάτης ήταν ο Ιησούς, οι οπαδοί του, οι Ναζωραίοι6.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εβραϊσμός, Θρησκεία, Ιστορία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 78 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 19

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2021

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη ένατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις, παρόλο που είναι πάρα πολλές.

Σήμερα θα διαβάσουμε το δεύτερο μέρος από το 13ο κεφάλαιο, στο οποίο έχουμε το τέλος του Ιουδαϊκού πολέμου με την ισοπέδωση της Ιερουσαλήμ.

Από την αρχή ο ιουδαϊκός πόλεμος πήρε τη μορφή όχι μόνο αγώνα για την εθνική απελευθέρωση, αλλά και πολέμου φυλετικής κάθαρσης και εμφύλιου σπαραγμού με κοινωνικά χαρακτηριστικά. Σε πολλές πόλεις της Παλαιστίνης οι εξαγριωμένοι επαναστάτες έσφαξαν όλους τους Ελληνες και Σύρους και γενικά τους Εθνικούς κάτοικους. Αντίθετα σε άλλες πόλεις της Παλαιστίνης, όπου η πλειοψηφία των κατοίκων δεν ήταν εβραϊκή, οι Εθνικοί, έσφαξαν και εξανδραπόδησαν όλους τους Ιουδαίους. Στην Καισάρεια σφάχτηκαν είκοσι  χιλιάδες και πολλές χιλιάδες πουλήθηκαν δούλοι. Χιλιάδες επίσης σκοτώθηκαν στην Πτολεμαϊδα, στη Σεβάστεια, στις πόλεις της Δεκάπολης. Ο διωγμός επεκτάθηκε και στις γειτονικές επαρχίες. Στη Δαμασκό οι Εθνικοί έσφαξαν δέκα χιλιάδες Εβραίους και η σφαγή προετοιμάστηκε με απόλυτη μυστικότητα, μονάχα από τους άντρες, γιατί πολλές γυναίκες του εθνικού πληθυσμού είχαν προσηλυτιστεί στον ιουδαϊσμό ή συμπαθούσαν τους Εβραίους. Σφαγές έγιναν στην Αλεξάνδρεια και σ’άλλες πόλεις  της Ανατολής, όπου υπήρχαν εβραϊκές παροικίες, οι οποίες καταστράφηκαν, όχι όμως στην Αντιόχεια και τη Σιδώνα, όπου οι Εθνικοί δεν πείραξαν τους Ιουδαίους συμπολίτες τους40.

Ο Νέρων, μαθαίνοντας τα νέα στην Αχαϊα, όπου βρισκόταν, αποφάσισε να στείλει στην Ιουδαία τον ικανώτατο στρατηγό του Φλάβιο Βεσπασιανό, με μεγάλο στρατό. Ο Βεσπασιανός ξεκίνησε από την Πτολεμαϊδα την άνοιξη του επόμενου χρόνου41,  έχοντας μαζύ του και το γιό του Τίτο, με τρεις λεγεώνες  (5η, 10η και 15η) και πολυάριθμα βοηθητικά συμμαχικά στρατεύματα, Σύρων και Ναβαταίων Αράβων. Συνολικά ο στρατός του έφτανε τις εξήντα χιλιάδες. Μία από τις πρώτες διαταγές που έβγαλε αρχίζοντας την εκστρατεία του ήταν να συλληφθούν όλοι οι απόγονοι του βασιλικού οίκου του Δαυίδ42. Ο Μαναήμος όμως ήταν ήδη νεκρός.

Οι Ρωμαίοι εισέβαλλαν πρώτα στη Γαλιλαία, ορμητήριο των Ζηλωτών και οχυρό της επανάστασης. Ο Ζηλωτής ηγέτης, Ιωάννης από τα Γίσχαλα υπερασπίστηκε την πατρίδα του και την περιοχή της αλλά τελικά υπέκυψε στην υπεροχή των Ρωμαίων. Τα Γίσχαλα έπεσαν και ο Ιωάννης κατόρθωσε με μεγάλες δυσκολίες να διαφύγει στα Ιεροσόλυμα. Αρχηγός της αντίστασης στο βορειότερο τμήμα της Γαλιλαίας, με έρεισμα την πόλη  και το φρούριο Ιωτάπατα ήταν ο επιφανής Φαρισαίος,  Ιωσήφ γιος του Ματαθία, που είχε όμως χάσει τον  αρχικό  ενθουσιασμό  του   και  αναζητούσε  τρόπους  για  να  εγκαταλείψει  τον αγώνα43. Οι Ρωμαίοι, ύστερα από αρκετές μάχες στους γύρω λόφους, πολιόρκησαν  την πόλη και το  φρούριο  με  μεγάλες δυνάμεις.  Παρά την ηρωική αντίσταση των Εβραίων και τις στρατιωτικές αρετές  που έδειξε ο Ιωσήφ, ή πόλη έπεσε στα χέρια του εχθρού και σε λίγες μέρες κυριεύθηκε, με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές, και το φρούριο. Μόνο στα υπόγειά του σε μια δεξαμενή έμειναν κρυμένοι σαράντα μαχητές με τον Ιωσήφ, που ορκίστηκαν να αυτοκτονήσουν διαδοχικά και  με κλήρο, παρά να παραδοθούν. Όταν εντούτοις οι άλλοι αυτοκτόνησαν, ο Ιωσήφ που είχε καταφέρει να κληρωθεί τελευταίος, αυτομόλησε στους Ρωμαίους44. Ο Βεσπασιανός του φέρθηκε μεγαλόψυχα και όταν ο Ιωσήφ πρόβλεψε πως σύντομα θα γινόταν καίσαρας στη Ρώμη, τον κράτησε μαζύ του, σαν ειδικό σύμβουλο. Ο Ιωσήφ από τη μεριά του αφοσιώθηκε στο Ρωμαίο στρατηγό, τον αναγνώρισε ως τον αναμενόμενο Χριστό και αργότερα πήρε το όνομα του γένους των Φλαβίων, που ήταν το γένος του Βεσπασιανού. Από δω και μπρος θα είναι γνωστός με το όνομα Φλάβιος Ιώσηπος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εβραϊσμός, Θρησκεία, Ιστορία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , , | 48 Σχόλια »

Η αιχμή του οβελίσκου ή Κολόνες και φλάμπουρα (μια ανταπόκριση από την Κέρκυρα)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2021

Την Παρασκευή 21 Μαΐου, με την παρουσία της Προέδρου της Δημοκρατίας, θα γίνουν στην Κέρκυρα τα αποκαλυπτήρια ενός ογκώδους οβελίσκου, στη μνήμη των Κερκυραίων που απέκρουσαν την οθωμανική επιδρομή το 1716.

Το μνημείο είναι προσφορά του Ιδρύματος Κερκυραϊκής Κληρονομιάς, που είναι το προσωπικό ίδρυμα του επιχειρηματία Σπύρου Φλαμπουριάρη, κατοίκου Λονδίνου, ο οποίος προβάλλεται ως «κόμης Φλαμπουριάρης» παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα της Ελλάδας δεν αναγνωρίζει τίτλους ευγενείας (αλλά και ότι, από το λίγο που το ερεύνησα, η αξίωσή του στον τίτλο έστω και κατά το εραλδικό δίκαιο μάλλον θολή φαίνεται).

Και τι πειράζει; θα πείτε. Η Κέρκυρα ήδη διαθέτει μνημειακόν οβελίσκο, «την κολόνα του Ντούγκλα» προς τιμήν ενός Βρετανού αρμοστή, γιατί να μην αποκτήσει άλλον έναν για τουριστικούς αν μη τι άλλο λόγους (γι’ αυτό άλλωστε και μία από τις τέσσερις γλώσσες που θα εμφανίζονται στον οβελίσκο θα είναι τα ρωσικά, παρά το γεγονός ότι οι Ρώσοι καμιά σχέση δεν έχουν με το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός).

Πειράζει, αφενός διότι το κράτος πολύ εύκολα συγκατατέθηκε στο καπρίτσιο ενός πλούσιου. Μάλιστα, στον ίδιο χώρο πριν από ένα-δυο χρόνια οι αρμόδιες υπηρεσίες εμπόδισαν την κατασκευή σιντριβανιού, επειδή «εμποδιζόταν η θέα προς το Νέο Φρούριο», ενώ τώρα επιτρέπουν ένα ογκώδες μνημείο ύψους 8 μέτρων! Πειράζει, επειδή το μνημείο είναι αισθητικά απαράδεκτο. Και επίσης πειράζει επειδή ο χορηγός, ο «κόντες» Φλαμπουριάρης, με ανιστόρητες δηλώσεις του, έχει προσδώσει στο γεγονός χαρακτήρα που σαφώς δεν έχει, παραποιώντας την ιστορία.

Όμως εγώ δεν θα πω περισσότερα. Θα αναδημοσιεύσω ένα πολύ καλογραμμένο κείμενο που εμφανίστηκε σε κερκυραϊκά μέσα. Το υπογράφει ο Μ. Ματελότος, που ίσως να είναι και ψευδώνυμο. Δική του και η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο.

Η αιχμή του οβελίσκου

ή

Κολόνες και φλάμπουρα

Ο (αιγυπτιακός) «οβελίσκος του Θεοδοσίου» μπροστά στο Μπλε Τζαμί (Κωνσταντινούπολη).

Διαβάσαμε, με κάποια ταραχή, για τον οβελίσκο (με ύψος οκτώ μέτρα και βάρος 15 τόνους) που είναι να στηθεί στο λιμάνι της Κέρκυρας για να τιμηθούν, λέει, οι Κερκυραίοι, αλλά μπορεί και οι Επτανήσιοι και οι λοιποί Ευρωπαίοι, που αγωνίστηκαν εναντίον των Οθωμανών το 1716, και ο οποίος είναι ευγενής προσφορά του κ. Φλαμπουριάρη και του προσωπικού του ιδρύματος. Και η μεν αισθητική πλευρά του πράγματος είναι, ας πούμε, υποκειμενική υπόθεση, οβελίσκους και πυραμίδες και άλλα παρόμοια έχτιζαν από παλιά οι θνητοί για να κερδίσουν κάποιου είδους αθανασία κι ίσως να ’ρθε η στιγμή για ν’ αποχτήσουμε, μαζί με την ιστορική και γέρικη «κολόνα του Ντούγλα», και μια πρωτόφαντη «κολόνα του Φλαμπουριάρη». Στο κάτω-κάτω, σε μια εποχή που τσιμεντώνουν την Ακρόπολη, εμείς θα φάμε μόνο 15 τόνους όρθιο μάρμαρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανταποκρίσεις, Επικαιρότητα, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 121 Σχόλια »

Ιταάξι, μια ανύπαρκτη λέξη

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2020

Το σημερινό μικροφιλολογικό μας θέμα δεν θα ενδιαφέρει πολλούς, και δεν θα σας κρατήσω κακία αν μου το πείτε κατάμουτρα -όμως ενδιαφέρει εμένα, όπως ενδιαφέρει και το ιστολόγιο, που έχει κι άλλες φορές ασχοληθεί με ανύπαρκτες λέξεις που είδαν το φως εξαιτίας τυπογραφικού λάθους -ένα ευρέως γνωστό παράδειγμα είναι το dord, ένα άλλο είναι η ιόμπα του Βιζυηνού, όπως παλιότερα είχε γράψει σε ένα άρθρο στο ιστολόγιο ο Πίτερ Μάκριτζ. (Και βεβαια μια ειδική περίπτωση είναι η μυρτοφοβία/myrtophobia που πολύ μας απασχόλησε πρόσφατα)

Στο αξιόλογο και πολυδιαβασμένο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη Τα καπάκια υπάρχει μια ενδιαφέρουσα παράγραφος σχετικά με τη διαδικασία διορισμού του αρματολού επί Τουρκοκρατίας.

Ο αρματολός εντασσόταν στον μηχανισμό της οθωμανικής εξουσίας με το μασαλά, καπετάν σιν μπιζίμισιν (είσαι δικός μας). Ο Κουτσονίκας συνοψίζει σε μια παράγραφο το πέρασμα του κλέφτη από την παρανομία στην αναγνώριση. «Των οθωμανών λοιπόν αποκαμνόντων από των τοιούτων κακώσεων, συνεκαλείτο το τζεμαέτι (ο λαός ή οι πρόκριτοι) εις τον μεκχεμέ (δικαστήριον) παρόντων του τε καδή και του μουσελίμη, προειδοποιείτο δε και ο καπιτάνος διά τινος μεσίτου να εμφανισθή εις τον καδήν διά να κάμη το ιταάξι (υποταγήν) και να λάβη τον μουρασελέ, απόφασιν ή συναίνεσιν της καπιτανίας.... (σελ. 88-89· μεταφέρω πιστά, αλλά μονοτονίζω και μαυρίζω την επίμαχη λέξη).

Ο Παπαγιώργης δίνει σε υποσημείωση παραπομπή στο βιβλίο του Λάμπρου Κουτσονίκα «Γενική ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως», εκδ. Βεργίνα, τόμος α’, σελ. 11.

Επειδή έχω τελευταία διαβάσει πολλά κειμενα της εποχής εκείνης, αμέσως συνειδητοποίησα ότι η λέξη «ιταάξι» πρέπει να είναι λάθος. Τούρκικα δυστυχώς δεν ξέρω, ξέρω όμως ότι οι καταλήξεις τουρκικών δανείων είναι -άτι και -έτι (πχ αμανάτι, ζαναχάτι, σαλτανάτι, μερχαμέτι, βιλαέτι) ενώ δεν υπάρχουν τουρκικά δάνεια σε -άξι ή -άχσι. Ήξερα ακόμα πως υπάρχει στα ελληνικά της εποχής λέξη «ιταάτι» ή «ιταέτι», τουρκικό δάνειο που σημαίνει την υποταγή.

Κατά σύμπτωση μάλιστα, σε ένα πρόσφατο άρθρο στο ιστολόγιο, όπου είχαμε δει μια επιστολή του Κολοκοτρώνη στην οποία επιχειρούσε να καταπτοήσει τον (πολιορκημένο στην Τριπολιτσά) Κεχαγιάμπεη αφηγούμενός του διάφορα φανταστικά κατορθώματα των Ελλήνων, υπήρχε, ακριβώς, το ιταέτι:

εμείς έχομεν προσταγήν από τον Πρίγκιπα, όχι τους Τούρκους μόνον, οπού δεν κάνουν ιταέτι, να πολεμήσομεν, αλλά και όσους Ρωμαίους τουρκοφρονούν.

Οπότε, δεν χωράει αμφιβολία πως το «ιταάξι» του Παπαγιώργη είναι τυπογραφικό λάθος. Η τουρκική λέξη είναι itaat, και έχει αποδοθεί στα ελληνικά ιταάτι και ιταέτι. Ο Κολοκοτρώνης έγραψε ιταέτι, ο Κουτσονίκας υποθέτουμε πως έγραψε ιταάτι που διαβάστηκε ιταάξι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Δαίμων του τυπογραφείου, Ιστορία, Νομανσλάνδη | Με ετικέτα: , , , , , , | 207 Σχόλια »

Τα ιστορικά αφηγήματα του Ερίκ Βουγιάρ

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2019

Όπως έγραψα και τις προάλλες, από την έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκης, τον Μάιο, έφυγα με μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία (η αλήθεια είναι ότι μου χάρισαν και πολλά). Θα έλεγε κανείς ότι έτσι κάλυψα τις αναγνωστικές μου ορέξεις, αλλά καμιά φορά διαβάζοντας ένα βιβλίο ανοίγεις λογαριασμούς -δηλαδή νιώθεις τον πειρασμό να βρεις και τα υπόλοιπα του ίδιου συγγραφέα. Σ’ αυτόν τον πειρασμό συνήθως ενδίδω, η πείρα έχει δείξει πως αξίζει τον κόπο.

Κι έτσι, ενώ από την έκθεση είχα αγοράσει την Ημερήσια διάταξη του Eric Vuillard, μόλις το διάβασα, τελευταία μέρα πριν φύγω για τα ξένα, έσπευσα να βρω και τα άλλα δύο του ίδιου συγγραφέα που έχουν κυκλοφορήσει, πάντοτε από τις εκδόσεις Πόλις: τη 14η Ιουλίου και το Κονγκό.

Ο Βουγιάρ μάς βάζει σε μπελάδες ήδη από τα αποδυτήρια -πώς θα μεταγράψουμε το όνομά του στα ελληνικά; Ο εκδοτικός οίκος προτίμησε το Βυϊγιάρ, που είναι και το πιο ακριβές, τουλάχιστον αν έχουμε συμφωνήσει ότι το υ το χρησιμοποιούμε για να αποδώσουμε το γαλλικό u (και το γερμανικό ü) αλλά η αλληλουχία αυτή των φθόγγων είναι κάπως δύσκολη για τα ελληνικά λαρύγγια. Κι αφού οι Γάλλοι λένε Αλκιντίς τον Χαλκίδη και Τομοπουλός τον Θωμόπουλο, θαρρώ πως μπορούμε κι εμείς, κάπως αγροτικά, να πούμε Βουγιάρ τον Vuillard. Πάντως, αν επιμένετε στο Βυϊγιάρ, τα διαλυτικά χρειάζονται, αλλιώς το υι θα πρέπει να προφερθεί ι, όπως στην υιοθεσία.

Δεύτερος μπελάς, πιο σοβαρός. Σε ποιο είδος ανήκουν τα πεζά του Βουγιάρ; Λογοτεχνία ή ιστορία; Ο ίδιος βέβαια το έχει ξεκαθαρίσει, και το γράφει και φαρδιά-πλατιά στο εξώφυλλο της Ημερήσιας διάταξης: Αφήγημα, Récit στα γαλλικά. Όχι το αφήγημα που το έχουν κάνει ψωμοτύρι οι κλισεδιάρηδες των εφημερίδων και δεν θέλει να το ακούει ο κ. Μπαμπινιώτης -εδώ η λέξη χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική της έννοια.

Ο Βουγιάρ σε κάθε του βιβλίο αφηγείται μιαν ιστορία -μιαν ιστορία από την ιστορία. Θα το καταλάβατε ότι η 14η Ιουλίου μιλάει για την κατάληψη της Βαστίλλης το 1789, το Κονγκό την αποικιακή κατάληψη της περιοχής και γενικότερα το μοίρασμα των αποικιών, όσο για την Ημερήσια διάταξη είναι η εξιστόρηση του Άνσλους, της κατάληψης της Αυστρίας από τον Χίτλερ το 1938.

Τα αφηγείται με ξεχωριστή μαστοριά, ο μπαγάσας. Θα παραθέσω πιο κάτω ένα δείγμα, αλλά πρέπει να το τονίσω, η γραφή του είναι απολαυστική. Άλλωστε η Ημερήσια διάταξη βραβεύτηκε με το Γκονκούρ, που δίνεται σε λογοτεχνικά έργα.

Όμως, στην Ημερήσια διάταξη (αλλά και στα άλλα δύο βιβλία) δεν υπάρχουν μυθιστορηματικοί ήρωες. Όταν διαβάζουμε για τις αφόρητες πιέσεις που ασκούσε ο Χίτλερ στον Αυστριακό καγκελάριο Σούσνιγκ για να τον καταφέρει να ενδώσει στο Άνσλους και τι σκεφτόταν ο καθένας τους, ή όταν ο Βουγιάρ μας διηγείται πώς ο Ρίμπεντροπ κατάφερε, φλυαρώντας περί ανέμων και υδάτων σε ενα επίσημο δείπνο, να καθυστερήσει τις αντιδράσεις της βρετανικής διπλωματίας μετά το Άνσλους, περιγράφονται ιστορικά γεγονότα στα οποία παίρνουν μέρος ιστορικά πρόσωπα -το στοιχείο της μυθοπλασίας βρίσκεται στην ατμόσφαιρα, στην περιγραφή των χώρων και των σκέψεων. Αλλά πιο κάτω θα παραθέσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο οπότε θα δείτε περί τίνος πρόκειται.

Και επειδή ακριβώς τα βιβλία του Βουγιάρ (ο οποίος δεν είναι ιστορικός) κινούνται στο μεταίχμιο ιστορίας και λογοτεχνίας, ξέσπασε και μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους κριτικούς. Ο διάσημος ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον στο New York Review of Books επέκρινε την Ημερήσια διάταξη κατηγορώντας τον Βουγιάρ ότι δεν κάνει λογοτεχνία αλλά ιστορία και ότι δεν είναι ουδέτερος, ότι επιλέγει να περιγράψει (έστω, με μπρίο) ορισμένες μόνο σκηνές, ορισμένα γεγονότα από την ιστορία του Άνσλους παραλείποντας άλλα και ότι αυτό που κάνει θα ηταν αποδεκτό μόνο αν χρησιμοποιούσε μυθιστορηματικούς ήρωες. Αλλά και ο (επίσης ιστορικός) Robert Tombs, κριτικός του Times Literary Supplement έκρινε ότι το έργο του Βουγιάρ είναι ένα υβρίδιο λογοτεχνίας και ιστορίας που δεν πείθει ούτε ως λογοτέχνημα ουτε ως ιστορικό εργο, κι αν διακρίνεται ένα γενικό θέμα αυτό είναι ότι το μεγάλο κεφάλαιο χρηματοδότησε τον ναζισμό και ωφελήθηκε από αυτόν, κάτι που είναι μισή αλήθεια και όχι πολύ πρωτότυπο. (Ο φίλος μας ο Ρογηρος μου έστειλε δυο σελίδες από το περιοδικό Histoires, που τις συνόψισα στα προηγούμενα -τις έχω ανεβάσει εδώ για όποιον θέλει να τις διαβάσει).

Δύσκολο να πάρει κανείς θέση σε αυτή τη διαμάχη. Ωστόσο, νομίζω πως αυτό που αθωώνει τον Βουγιάρ είναι το έξοχο γράψιμό του -εννοώ ότι ο αναγνώστης έχει επίγνωση πως δεν διαβάζει ιστορικό δοκίμιο αλλά λογοτέχνημα. Ο συγγραφέας επέλεξε να ρίξει τον φακό του σε ορισμένα επεισόδια τα οποία τα αφηγείται μένοντας πιστός στην ιστορική αλήθεια και να δώσει (διατύπωση του Πιέρ Ασουλίν) «μια υποκειμενική θεώρηση της ιστορίας, σκηνοθετημένη και μετουσιωμένη από τη λογοτεχνία».

Τα τρια βιβλία του Βουγιάρ δεν είναι μεγάλα. Η Ημερήσια διάταξη πιάνει 150 σελίδες (με απλόχωρο στήσιμο σελίδας), κάτι που έκανε τον Πάξτον να ειρωνευτεί «το πιο φτενό βραβείο Γκονκούρ που δοθηκε ποτέ», η 14η Ιουλίου μόλις φτάνει τις 200 σελίδες ενώ το Κονγκό δεν φτάνει τις 120. Πάντως διαβάζονται με απόλαυση -και ήδη αδημονώ να πιάσω στα χέρια μου τον Πόλεμο των φτωχών, που επίσης ετοιμάζεται.

Θα μπορούσα βέβαια να τον διαβάσω στα γαλλικά, αλλά έχει κάποιο νόημα να στηρίζουμε και τις ελληνικές εκδόσεις και τη δουλειά μας -εννοώ τη μετάφραση. Η μετάφραση των βιβλίων είναι καλή, αν και έχω κάποιες διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, ελάσσονες όμως. Για παράδειγμα (και θα περιοριστώ στην Ημερήσια διάταξη) με ξένισαν κάποιες μάλλον λόγιες επιλογές λέξεων και τύπων όπως το «οιδαλέο σουλούπι» ή «αυτό το κάλεσμα, το αναμφίβολα κάπως αύθαδες» ή η άτσαλη γενική «είχε αρχίσει την επαγγελματική του καριέρα ως εισαγωγέας σαμπανιών Mumm και Pommery» (σαμπάνιας θα έβαζα ή θα απέφευγα τη γενική).

Κι έπειτα μια φράση που τη συζήτησα και στη Λεξιλογία:

Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα…

πρωτότυπο: il devait être trop bien renseigné pour ne pas trouver un peu curieuse cette promenade

που θα το απέδιδα αλλιώς, πχ πρέπει να ήταν τόσο καλά πληροφορημένος ώστε αποκλείεται να μην του φάνηκε κάπως παράξενη αυτή η βόλτα...

Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες.

Και παρόλο που στάθηκα περισσότερο στην Ημερήσια διάταξη, ίσως η προτίμησή μου να βρίσκεται στην 14η Ιουλίου. Αλλά αφού κυρίως αυτό το έργο παρουσίασα, παραθέτω και ένα ολόκληρο κεφάλαιο από αυτό, με τίτλο Επίσκεψη αβροφροσύνης (σελ. 27-32 στο βιβλίο).

Επίσκεψη αβροφροσύνης

Ένα σκοτεινό ένστικτο μιας παρέδωσε στον εχθρό, παθητικούς και περιδεείς. Από τότε, τα βιβλία μας της Ιστορίας επανέρχονται ξανά και ξανά σε αυτό το τρομακτικό γεγονός, στο οποίο φαίνεται πως συναρμόστηκαν ο αιφνιδιασμός με τη λογική. Έτσι, άπαξ και προσηλυτίστηκαν οι βαρόνοι της βιομηχανίας και των τραπεζών, κι έπειτα οι αντιτιθέμενοι φιμώθηκαν, οι μοναδικοί σοβαροί αντίπαλοι του καθεστώτος ήταν οι ξένες δυνάμεις. Oι τόνοι ανέβαιναν ολοένα και περισσότερο με τη Γαλλία και την Αγγλία, με τα ωραία λόγια και τις επιδείξεις δύναμης να εναλλάσσονται. Και σε αυτό το πλαίσιο, τον Νοέμβριο του 1937, ανάμεσα σε δύο ξεσπάσματα οργής, έπειτα από μερικές διαμαρτυρίες καθαρά τυπικού χαρακτήρα για το θέμα της προσάρτησης του Ζάαρλαντ, της επαναστρατίωτικοποίησης της Ρηνανίας ή του βομβαρδισμού της Γκερνίκα από τη λεγεώνα Κόνδωρ, ο Χάλιφαξ, λόρδος πρόεδρος του Συμβουλίου, πήγε ιδιωτικά στη Γερμανία, έπειτα από πρόσκληση του Χέρμαν Γκαίρινγκ, υπουργού της Αεροπορίας, αρχηγού της Λουφτβάφε, υπουργού του Ράιχ για τα δάση και το κυνήγι, προέδρου του συγχωρεμένου του Ράιχσταγκ – δημιουργού της Γκεστάπο. Δεν είναι και λίγα όλα αυτά, και όμως ο Χάλιφαξ δεν ενοχλείται, δεν του φαίνεται περίεργος αυτός ο λυρικός και πληθωρικός τύπος, ο διαβόητος αντισημίτης, με πλάκα τα παράσημα. Και δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι τον Χάλιφαξ τον τύλιξε κάποιος που κρατούσε κλειστά τα χαρτιά του, ότι δεν παρατήρησε πως ντυνόταν σαν δανδής, δεν παρατήρησε τους ατελείωτους τίτλους, την παραληρηματική, δυσνόητη ρητορική, το οιδαλέο σουλούπι· όχι. Εκείνη την εποχή ήμασταν ήδη πολύ μακριά από τη σύσκεψη της 20ής Φεβρουάριου, οι ναζί είχαν χάσει κάθε αυτοσυγκράτηση. Κι επιπλέον, πήγαν κυνήγι παρέα, γέλασαν παρέα, δείπνησαν παρέα· και ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, που δεν ήταν φειδωλός σε εκδηλώσεις τρυφερότητας και καλοσύνης, εκείνος που μάλλον είχε ονειρευτεί να γίνει ηθοποιός και που με τον τρόπο του είχε εντέλει γίνει, μπορεί και να του είχε δώσει ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, ίσως και να τον είχε λοιδορήσει λιγάκι, τον γερο-Χάλιφαξ, και να του είχε πετάξει κατάμουτρα και κάτι διφορούμενα παραμύθια, από αυτά που αφή-νουν τον αποδέκτη τους άναυδο, κάπως αμήχανο, όπως όταν αφήνεις σεξουαλικά υπονοούμενα.

Να τον είχε τυλίξει ο Μέγας Κυνηγεσιάρχης στην εσάρπα του από καταχνιά και σκόνη; Ωστόσο, ο λόρδος Χάλιφαξ, όπως βέβαια και οι είκοσι τέσσερις βαρόνοι της γερμανικής βιομηχανίας, δεν μπορεί παρά να ήξερε αρκετά πράγματα για τον Γκαίρινγκ, δεν μπορεί παρά να γνώριζε έστω και λίγο την ιστορία του, τη ζωή του ως πραξικοπηματία, την αγάπη του για τις φανταχτερές στολές, τη μορφινομανία του, τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο στη Σουηδία, τη με συντριπτικά στοιχεία διάγνωση περί βίαιης συμπεριφοράς, νοητικών διαταραχών, κατάθλιψης, τις αυτοκτονικές του τάσεις. Δεν ήταν δυνατόν να στέκεται μόνο στον ήρωα των αιθέρων, στον πιλότο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στον έμπορο αλεξίπτωτων, στον βετεράνο στρατιώτη. Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα, στη διάρκεια της οποίας διακρίνονται οι δυο τους, σε μία μικρή ταινία, να θαυμάζουν το πάρκο με τους βίσονες και όπου ένας Γκαίρινγκ, απίστευτα χαλαρός, δίνει μαθήματα ευεξίας. Δεν μπορεί να μην έχει διακρίνει το γελοίο μίικρό φτερό που έχει στο καπέλο του, τον γούνινο γιακά, την αλλόκοτη γραβάτα. Ίσως και να του αρέσει και εκείνου το κυνήγι, του Χάλιφαξ, όπως άρεσε στον γέρο πατέρα του, και τότε σίγουρα θα ευχαριστήθηκε στο Σορφχάιντε, αλλά δεν μπορεί να μην είδε το παράξενο δερμάτινο μπουφάν που φορούσε ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, ούτε το στιλέτο στη ζώνη του, να μην άκουσε τα απαίσια υπονοούμενα που κρύβονταν κάτω από χοντροκομμένα αστειάκια. Ίσως και να τον είδε να ρίχνει βέλη, μεταμφιεσμένος σε σαλτιμπάγκο· πιθανότατα είδε και τα άγρια ζώα που είχε εξημερώσει, το λιονταράκι που ήρθε να γλείψει το πρόσωπο του αφεντικού του. Αλλά ακόμα και αν δεν είδε τίποτε απ’ όλα αυτά, ακόμα και αν πέρασε μονάχα ένα τέταρτο με τον Γκαίρινγκ, είχε αναμφίβολα ακούσει για τα παιδικά ηλεκτρικά τρενάκια που κυκλοφορούσαν παντού στο υπόγειο του σπιτιού του και τον άκουσε αναπόφευκτα να ψιθυρίζει ένα σωρό ανοησίες. Κι έπειτα, αυτή η γριά αλεπού ο Χάλι-φαξ δεν ήταν δυνατόν να μην έλαβε υπόψη την παραληρηματική του εγωπάθεια· μπορεί, μάλιστα, και να τον είδε να αφήνει ξαφνικά το τιμόνι του καμπριολέ του και να ουρλιάζει στον άνεμο! Ναι, δεν είναι δυνατόν να μη διέκρινε κάτω από το πλαδαρό και πρησμένο προσωπείο τον τρομακτικό πυρήνα. Κι έπειτα συνάντησε και τον Φύρερ· ούτε εκεί δεν είδε τίποτα ο Χάλιφαξ! Παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Ήντεν, άφησε μάλιστα να εννοηθεί στον Χίτλερ ότι οι γερμανικές αξιώσεις στην Αυστρία και ένα μέρος της Τσεχοσλοβακίας δεν φαίνονταν αθέμιτες στην κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος, υπό τον όρο ότι αυτό θα γινόταν ειρηνικά καί μετά από δίαβούλευση. Έχει κοινωνικότητα ο Χάλιφαξ. Αλλά μία ακόμα πινελιά δίνει την πλήρη εικόνα του ανθρώπου. Μπροστά στο Μπέρχτεσγκαντεν, όπου τον άφησαν, ο λόρδος Χάλιφαξ διέκρινε μία σιλουέτα δίπλα στο αυτοκίνητο, την οποία πέρασε για υπηρέτη. Φαντάστηκε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε έρθει προς το μέρος του για να τον βοηθήσει να ανεβεί τα σκαλοπάτια του πρόθυρου. Οπότε, ενώ του άνοιγαν την πόρτα, του έδωσε το παλτό του. Αλλά, αμέσως, ο φον Νόιρατ ή κάποιος άλλος, μπορεί κι ένας υπηρέτης, του ψιθύρισε στ’ αυτί με βραχνή φωνή: «Ο Φύρερ!» Ο λόρδος Χάλιφαξ σήκωσε το βλέμμα. Πράγματι, ήταν ο Χίτλερ. Τον είχε περάσει για λακέ! Ο λόγος ήταν ότι δεν είχε καταδεχτεί να σηκώσει το κεφάλι, όπως θα αναφέρει ο ίδιος αργότερα στο βιβλιαράκι μιε τα απομνημονεύμιατά του, Πληρότητα των ημερών: αρχικά είδε ένα παντελόνι και κάτω κάτω ένα ζευγάρι παπούτσια. Το ύφος είναι ειρωνικό, ο λόρδος Χάλιφαξ θέλει να μας κάνει να γελάσουμε. Αλλά αυτό εγώ δεν το βρίσκω αστείο. Ο Αγγλος αριστοκράτης, ο διπλωμάτης που στέκει περήφανα ως ο τελευταίος μιας ολόκληρης σειράς θεόκουφων, βλαμμένων, στενόμυαλων προγόνων, είναι κάτι που με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι, άλλωστε, ο εντιμότατος πρώτος υποκόμης Χάλιφαξ που ως υπουργός Οικονομικών αντιτάχθηκε σθεναρά σε κάθε πρόσθετη βοήθεια προς την Ιρλανδία, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του; Ο λιμός είχε ως αποτέλεσμα ένα εκατομμύριο νεκρούς. Και ο εντιμότατος δεύτερος υποκόμης, ο πατέρας του Χάλιφαξ, εκείνος που ήταν αξιωματούχος στην υπηρεσία του βασιλιά, συλλέκτης ιστοριών φαντασμάτων, τις οποίες δημοσίευσε, μετά τον θάνατό του, ένας από τους γιους-φαντάσματα που είχε, μπορεί άραγε να οχυρωθεί κανείς πίσω από τέτοιους ανθρώπους; Επιπλέον, αυτή η αδεξιότητα δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, δεν πρόκειται για την γκάφα κάποιου επιπόλαιου γέρου, μαρτυρεί κοινωνική τύφλωση, μαρτυρεί έπαρση. Από την άλλη, όμως, σε ό,τι έχει να κάνει με ιδέες, ο Χάλιφαξ είναι ελάχιστα σεμνότυφος. Έτσι, για τη συνάντησή του με τον Χίτλερ, θα γράψει στον Μπάλντουιν: «Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός είναι ισχυρές δυνάμεις, αλλά δεν τις θεωρώ ούτε παρά φύσιν, ούτε ανήθικες!»· και λίγο αργότερα; «Δεν αμφιβάλλω ότι αυτοί οι άνθρωποι μισούν πραγματικά τους κομμουνιστές. Και σας διαβεβαιώνω ότι αν ήμασταν στη θέση τους, θα αισθανόμασταν το ίδιο πράγμα». Τέτοια ήταν τα προμηνύματα αυτού που και σήμερα ακόμα ονομάζουμε πολιτική κατευνασμού.

Οπότε, λέω, ίσως να ενόχλησαν και αυτά που λέει ο Βουγιάρ.

 

Posted in Ιστορία, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Ο μύθος της Ψωροκώσταινας (μια συνεργασία του Spiridione)

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2019

Με μεγάλη χαρά, και κάποια ανακούφιση, παρουσιάζω σήμερα ένα πολύ σημαντικό άρθρο, μια συνεργασία του φίλου μας του Spiridione.

Οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου ξέρουν ότι οι συνεργασίες του Spiridione με το ιστολόγιο είναι από τα διαμάντια που κοσμούν το ιστολόγιο -αρκεί να αναφέρω το άρθρο για τους Μόρτηδες, το άρθρο για τους Τραμπούκους ή τη μελέτη για τους 200 της Καισαριανής, ενώ και σε άλλα άρθρα η συμβολή του υπήρξε πολύτιμη. Εδώ και καιρό, ο Spiridione ερευνούσε την ιστορία και τον μύθο γύρω από τον ορο «Ψωροκώσταινα» και μου έστελνε διαρκώς και άλλα ευρήματά του μήπως και αξιωθώ να γράψω το σχετικό άρθρο.

Με το ένα και με το άλλο το άρθρο δεν το έγραφα, οπότε είδε κι απόειδε ο Spiridione και το έγραψε εκείνος -γι’ αυτό και η χαρά μου συνδυάζεται με ανακούφιση, αφού ένιωθα πως το χρωστούσα. Και με ζήλια συνδυάζεται βεβαίως, γιατί το ζηλεύω το άρθρο του.

Το παραθέτω χωρίς άλλα δικά μου σχόλια:

Ψωροκώσταινα είναι ένας πολύ γνωστός μειωτικός και περιπαικτικός χαρακτηρισμός που λέμε για τη χώρα μας, ένας αυτοφαυλισμός που έχει πει και ο Ν. Σαραντάκος. Τον χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να αναφερθούμε στην υπανάπτυξη, την έλλειψη χρημάτων ή την ανοργανωσιά του νεοελληνικού κράτους, όπως γράφει και το ΛΚΝ. Έχει χρησιμοποιηθεί επίσης, συνήθως απ’ τον χώρο της Αριστεράς, ο όρος «ιδεολογία ή σύνδρομο της Ψωροκώσταινας» ως κριτική απέναντι σε συντηρητικές απόψεις για την κατάσταση στη χώρα μας. Πρόσφατα μάλιστα είχε δημιουργηθεί παρεξήγηση σε μια πολιτική συζήτηση μεταξύ Στ. Κούλογλου και Βασ. Κικίλια για τη φράση ακριβώς αυτή.

Ταυτόχρονα, επίσης, είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι η λέξη Ψωροκώσταινα προήλθε από παρωνύμιο υπαρκτού προσώπου που έζησε στο Ναύπλιο στα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Πριν κάνουμε λόγο για την ιστορία αυτού του προσώπου, όπως μας παραδίδεται, ας δούμε πότε εμφανίζεται η λέξη στα γραπτά τεκμήρια που έχουμε.

Οι πρώτες ανευρέσεις της λέξης είναι σε απομνημονεύματα και ιστορικά κείμενα σχετικά με την Επανάσταση του 1821 και τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους. Ο Νικόλαος Δραγούμης σε ιστορικές του αναμνήσεις (Πανδώρα, 1853) διηγείται ότι το 1833, όταν ήταν κυβερνητικός υπάλληλος στο Ναύπλιο, ζήτησε από έναν βαρκάρη να τον μεταφέρει στο πλοίο που βρισκόταν ο Όθωνας που μόλις είχε φτάσει στην Ελλάδα. Όταν είπε στον βαρκάρη ότι θα πληρωθεί από την κυβέρνηση μετά την επιστροφή τους, αυτός του γύρισε την πλάτη και του απάντησε απαξιωτικά «Η ψωροκώσταινα!». Την ίδια άρνηση αντιμετώπισε και απ’ τους υπόλοιπους βαρκάρηδες, και αναγκάστηκε να αναφέρει απογοητευμένος στον προϊστάμενό του ότι «την κυβέρνησιν ονομάζουσι όλοι ψωροκώσταινα και ουδέ λεπτόν εμπιστεύονται εις αυτήν».

Επίσης και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του (γραμμένα λογικά στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα) αναφέρει ότι Ψωροκώσταινα έλεγαν την τελευταία κυβέρνηση πριν από την έλευση του Όθωνα. Το ίδιο και ο Αναστάσιος Γούδας στους Παράλληλους Βίους του (1873).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορία, Μύθοι, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 100 Σχόλια »

Η λαπαλισάδα του Ντάνου

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2019

Σχολίαζα στο προχτεσινό άρθρο ένα βίντεο της τηλεπερσόνας που ακούει στο ψευδώνυμο Ντάνος (κατά κόσμον Γιώργος Αγγελόπουλος). Στο βίντεο αυτό, ο Ντάνος διαφήμιζε το βιβλίο που έγραψε (που του έγραψαν, για να τα λέμε όλα) και που το εξέδωσε από έναν κάποτε σοβαρό εκδοτικό οίκο. Το βιβλίο είχε αναμενόμενα μεγάλη επιτυχία: οι πελάτες έκαναν ουρά έξω από το βιβλιοπωλείο.

Τον χλευάσαμε αρκετά τον Ντάνο για τις κοτσάνες που λέει στο βίντεο, ότι έχει διαβάσει οχτώ βιβλία, κι ότι δεν μπόρεσε να διαβάσει μονοκοπανιάς το δικό του. Να παραδεχτώ πως είναι εύκολος στόχος. Πάντως, σαν προϊόν της μαζικής κουλτούρας που είναι, επιδέχεται και σχολιασμό και κριτική -γιατί όχι και χλευασμό.

Το αξιοχλεύαστο δεν είναι τα οχτώ βιβλία του Ντάνου, είναι η ψευτιά και η πλαστικούρα του Ντάνου. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν διαβάσει 8 βιβλία ή και λιγότερα κι όμως έχουν γράψει κείμενα που κέρδισαν την αθανασία -ο Μακρυγιάννης, ας πούμε, δεν είχε διαβάσει κανένα βιβλίο. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν να διαβάζουν κι όμως έχουν σοφία ζωής που επιβάλλει τον σεβασμό.

Λοιπόν, σε εκείνο το βίντεο, όταν ρωτήθηκε ο Ντάνος για τις κακές κριτικές που έγιναν στο βιβλίο του, απάντησε: Οι κακές κριτικές είναι το αντίθετο των καλών κριτικών -ή κάτι τέτοιο.

Ολόσωστο, βέβαια, αλλά και εντελώς ταυτολογικό -που γινόταν ακόμα πιο αστείο όταν έβλεπες το σοβαρό ύφος που είχε ο ηγεμών από τη Δυτική Λιβύη οταν εκφωνούσε το απόφθεγμα.

Αυτό το απόφθεγμα, το χαρακτηρισα «λαπαλισικό», λέξη που προκάλεσε την απορία ενός φίλου. Στον τίτλο, μιλάω για τη «λαπαλισάδα του Ντάνου», όρος κάπως πιο καθιερωμένος, που ανάγεται στο γαλλικό lapalissade και που αρέσκεται να τον χρησιμοποιεί ο Γιώργος Κεντρωτής και μου τον έχει κολλήσει κι εμένα.

Λαπαλισάδα, από τον ντε Λα Παλίς. Να το πούμε ολόκληρο, από τον Jacques II de Chabannes de La Palice, στρατάρχη του Φραγκίσκου του 1ου της Γαλλίας. Μεγάλος πολεμιστής, ο άρχοντας ντε λα Παλίς πέθανε ηρωικά το 1525 στην πολιορκία της Παβίας.

Για τον ηρωικό του θάνατο, γράφτηκε τραγούδι, σύμφωνα με μια εκδοχή το εξής:

Hélas, La Palice est mort,
Il est mort devant Pavie ;
Hélas, s’il n’était pas mort,
Il ferait encore envie

Πέθανε ο ντελαΠαλίς
Πέθανε μπρος στην Παβία
Αχ, αν δεν είχε πεθάνει
θα τονε ζηλεύαν όλοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Επικαιρότητα, Ιστορία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 213 Σχόλια »

Η φαβορίτα του Λάνθιμου

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, όταν η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου τιμήθηκε με κάμποσα βραβεία BAFTA, ο Κυρ. Μητσοτάκης συγχάρηκε με τουίτ στα αγγλικά τον σκηνοθέτη, όπου ανέφερε: Congratulations Yorgos Lanthimos for the great success of The Favorite at the

«Μάθε πρώτα πώς λένε την ταινία και μετά δώσε συγχαρητήρια» ήταν το δηκτικό σχόλιο του πρώτου σχολιαστή, ενώ και αρκετοί άλλοι επισήμαναν ότι ο τίτλος της ταινίας γράφεται κάπως διαφορετικά: The Favourite και όχι The Favorite.

Μικρό το κακό, φυσικά. Δεν πρόκειται για ανορθογραφία, αλλά για διπλοτυπία. Στα αμερικάνικα αγγλικά γράφουν favor, honor, color, ενώ στα βρετανικά αγγλικά favour, honour, colour και αυτή είναι μια από τις γνωστότερες ορθογραφικές διαφορές ανάμεσα στις δυο γλωσσικές ποικιλίες -υπάρχουν και άλλες, ίσως όμως όχι τόσες ώστε να δικαιώνουν το παλιό ευφυολόγημα ότι η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι δυο χώρες που χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα (φαίνεται πως το είπε ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σόου, ο οποίος βέβαια ήταν Ιρλανδός).

Οπότε, θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τον καημένο τον Κούλη για λειψή γνώση της αγγλικής αν και καλά θα έκανε να ελέγξει τον τίτλο της ταινίας πριν συγχαρεί τον σκηνοθέτη της.

Όσο για τον ελληνικό τίτλο, είναι «Η ευνοουμενη». Επίτηδες δεν έβαλα τόνο, διότι και στο τρέιλερ της ταινίας αλλά και στην αφίσα της ο τίτλος γράφεται με κεφαλαία, Η ΕΥΝΟΟΥΜΕΝΗ, κι έτσι δεν ξέρουμε αν ο Λάνθιμος θα ήθελε να τονίζεται ο ελληνικός τίτλος της ταινίας του «Η ευνοούμενη» ή «η ευνοουμένη».

Όταν πρωτοέγραψα για την ταινία, έβαλα τόνο στην παραλήγουσα, «Η ευνοουμένη», επειδή θεώρησα πως όταν η μετοχή έχει ουσιαστικοποιηθεί (και σημαίνει την ερωμένη ενός εστεμμένου) παροξύνεται ενώ όταν παίζει ρόλο επιθέτου (π.χ. η ευνοούμενη παράταξη) τονίζεται στην προπαραλήγουσα. Ωστόσο, στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι αναφορές στα ελληνικά μέσα τονίζουν τη λέξη στην προπαραλήγουσα, Η ευνοούμενη, οπότε αυτό θα πάρουμε για σωστό εκτός αν ο Λάνθιμος εκφράσει άλλη άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγγλικά, Ετυμολογικά, Ιστορία, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 217 Σχόλια »