Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Λεξιλογικά της εκκλησίας

Posted by sarant στο 3 Δεκέμβριος, 2018

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα, το ένθετο της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς αλλαγές.

(Στις εφημερίδες υπάρχει περιορισμός στην έκταση των άρθρων -στην προκειμένη περίπτωση, το όριο είναι οι 800 λέξεις, ενώ ειδικά αυτό το θέμα είναι τεράστιο και θα μπορούσαν άνετα να γραφτούν τα τετραπλάσια.

Καθώς έγραφα το άρθρο, όχι για πρώτη φορά, σκεφτόμουν ότι πρέπει να αφήσω έξω κάποια πράγματα, αλλά ότι στη δημοσίευση στο ιστολόγιο θα τα πρόσθετα. Όμως, τώρα που ξαναβλέπω το άρθρο διστάζω να κάνω προσθήκες για να μη χαλάσει η ισορροπία του κειμένου. Επαφίεμαι λοιπόν στα σχόλιά σας).

Λεξιλογικά της εκκλησίας

Η συγκυρία έπαιξε άσκημο παιχνίδι στη στήλη, αφού όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο του προηγούμενου μήνα κυριαρχούσε στην επικαιρότητα η συμφωνία με την εκκλησία, που όμως τώρα έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο. Ωστόσο, επειδή το θέμα θα επανέλθει και επειδή η λέξη έχει μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον, αποφάσισα σήμερα να λεξιλογήσουμε ακριβώς για την εκκλησία.

Η εκκλησία έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη χριστιανική θρησκεία, όμως η λέξη εμφανίστηκε νωρίτερα, είναι της κλασικής, προχριστιανικής αρχαιότητας. Σημαίνει τη συνέλευση των πολιτών, σε αντιδιαστολή με τον πιο γενικό “σύλλογο”, κι έτσι πχ διαβάζουμε στον Θουκυδίδη πως ο Περικλής ἐκκλησίαν τε οὐκ ἐποίει αὐτῶν οὐδὲ ξύλλογον οὐδένα, τοῦ μὴ ὀργῇ τι μᾶλλον ἢ γνώμῃ ξυνελθόντας ἐξαμαρτεῖν, απέφευγε να συγκαλέσει συνέλευση των πολιτών ούτε άλλου είδους συνάθροιση για να μην πάρουν λάθος αποφάσεις από την οργή που ένιωθαν βλέποντας τους Πελοποννήσιους να καταστρέφουν την αττική ύπαιθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Ετυμολογικά, Εκκλησία, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 229 Σχόλια »

Γιατί τρώμε ψάρια;

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2018

Τρώμε ψάρια επειδή είναι νόστιμα, τρώμε ψάρια επειδή περιέχουν ωμέγα-3, κάποιοι τα τρώνε επειδή τα ψαρεύουν οι ίδιοι, ενώ όταν ήμουν μικρός και δεν μου πολυάρεσαν -ίσως επειδή ήταν μπελάς να τα καθαρίζεις- η μητέρα μου με πρότρεπε να τρώω ψάρια επειδή κάνουν καλό στα μάτια, μια παραίνεση που θα την έχουν ακούσει αμέτρητα παιδιά.

Όμως εδώ δεν διαιτολογούμε αλλά λεξιλογούμε, ως γνωστόν. Οπότε, θα εννοήσουμε και την ερώτηση του τίτλου κάπως διαφορετικά, αν και βέβαια επίτηδες τη διατύπωσα έτσι ώστε όποιος τη διαβάζει να σκέφτεται πρώτα τη διαιτολογική πλευρά. Κάπως διαφορετικά, δηλαδή ετυμολογικά -γιατί τρώμε ψάρια και όχι ιχθείς, ή, μ’ άλλα λόγια, πώς γεννήθηκε η λέξη «ψάρι»;

Να προειδοποιήσω πριν ξεκινήσω ότι στο σημερινό άρθρο θα θίξω μόνο τα ετυμολογικά του ψαριού -όχι τις σημασίες που έχει προσλάβει η λέξη ή τα φρασεολογικά του: αυτα τα αφήνω για μελλοντικό άρθρο, αφού αν ήθελα να τα χωρέσω όλα, ετυμολογικά, ιστορία λέξης, φρασεολογικά, λαογραφικά κτλ. σε ένα άρθρο θα επρεπε να γράψω πάρα πολλά. Οπότε, μη μου πείτε στα σχόλια για το ψάρι έξω απ’ το νερό ούτε για το φανταρίστικο ψάρωμα.

Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ τέθηκε το εξής ερώτημα:

Εχθές, παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ για την Δήλο, αναφερόμενοι στη διατροφή τους, οι ειδικοί είπαν πως το ψάρι ήταν είδος πολυτελείας, και το δικαιολόγησαν αναφερόμενοι στην ετυμολογία της λέξης «ψάρι»< οψάριον<οψέ (αργά). Είναι έτσι;

Δεν είναι έτσι, κι αν το είπαν ειδικοί τότε είναι διπλό το κακό, αλλ’ ας ελπίσουμε ότι ο φίλος δεν άκουσε καλά αυτό που ειπώθηκε. Όμως να δούμε ποια είναι η ετυμολογία του ψαριού.

Το ψάρι ετυμολογείται από το οψάριον, που είναι υποκοριστικό της λέξης όψον. Όψον ήταν στα αρχαία ελληνικά το προσφάι που συνοδεύει το ψωμί ή ο μεζές που συνοδεύει το κρασί. Η λέξη μπορεί να συνδέεται ετυμολογικα΄με το οψέ, και ίσως αυτό να άκουσε ο φίλος μας στην εκπομπή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομηρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 230 Σχόλια »

Τα τοξικά τόξα

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2018

Πλησιάζει το τέλος της χρονιάς, άρχισαν λοιπόν να εμφανίζονται άρθρα με τον απολογισμό του 2018 στον ένα ή στον άλλο τομέα -και, επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα εστιαστούμε στα άρθρα με τις Λέξεις της χρονιάς, μια διάκριση την οποία απονέμουν, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, διάφοροι οργανισμοί, φυσικά ο καθένας για τη γλώσσα του. Για τα ελληνικά το ιστολόγιό μας έχει ξεκινήσει από το 2010 την ανάλογη διαδικασία -πέρυσι βγάλαμε Λέξη της χρονιάς τον όρο «φέικ νιουζ».

Η δική μας διαδικασία ανακήρυξης της Λέξης της χρονιάς ξεκινάει κάθε χρόνο γύρω στις 10 Δεκεμβρίου και ολοκληρώνεται στις 31 του μήνα, κι αν όλα πάνε καλά δεν αποκλείεται να τη διοργανώσουμε και φέτος, όμως άλλοι φορείς έχουν ήδη ανακηρύξει τη δική τους, κάποιοι από τα μέσα Νοεμβρίου κιόλας. Έτσι, το dictionary.com επέλεξε τη λέξη misinformation, το λεξικό Collins τον όρο single-use, ενώ το λεξικό της Οξφόρδης το επίθετο toxic.

Με αυτή την τελευταία λέξη θ’ ασχοληθεί το σημερινό μας άρθρο.

Στην ανακοίνωση των υπεύθυνων του Oxford διαβάζουμε ότι διάλεξαν τη λέξη toxic για Λέξη της χρονιάς επειδή μέσα στη χρονιά διευρύνθηκε εντυπωσιακά το πεδίο εφαρμογής της ή, με δικά τους λόγια, επειδή: In 2018, toxic added many strings to its poisoned bow becoming an intoxicating descriptor for the year’s most talked about topics. It is the sheer scope of its application, as found by our research, that made toxic the stand-out choice for the Word of the Year title. Δεν το μεταφράζω για να μη χαθούν τα έξυπνα λογοπαίγνια -και επισημαίνω και την έκφραση to have/add another string to one’s bow.

Η λέξη toxic είναι ελληνικής ετυμολογίας, όπως ανέφεραν οι περισσότεροι ιστότοποι που κάλυψαν το θέμα, αν και κάποιοι έμειναν στο λατινικό ενδιάμεσο. Μεταφράζω τις ετυμολογικές πληροφορίες που δίνει ο ιστότοπος του Όξφορντ:

Το επίθετο toxic σημαίνει «δηλητηριώδης» και εμφανίστηκε πρώτη φορά στα αγγλικά στα μέσα του 17ου αιώνα, από το μεσαιωνικό λατινικό toxicus, που σημαίνει ‘δηλητηριασμένος’ ή ‘διαποτισμένος με δηλητήριο’.

Αλλά η φαρμακερή ιστορία της λέξης δεν αρχίζει από εδώ. Ο μεσαιωνικός λατινικός όρος είναι με τη σειρά του δάνειο από το λατινικό toxicum, που σημαίνει ‘δηλητήριο’, λέξη που ανάγεταο στο ελληνικό τοξικόν φάρμακον, το φονικό δηλητήριο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για να αλείφουν τις αιχμές των βελών τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα λατινικά δεν μεταφέρθηκε η λέξη φάρμακον, που σήμαινε το δηλητήριο, αλλά η λέξη τοξικόν που προέρχεται από τη λέξη τόξον.

Ότι φάρμακον στα αρχαία σήμαινε δηλητήριο, το έχουμε πει στο ιστολόγιο παλιότερα. Τοξικόν φάρμακον λοιπόν, το δηλητήριο για τα τόξα. Για τα βέλη, θα έλεγε κάποιος αυστηρός, αφού τα βέλη άλειφαν με το φαρμάκι, αλλά η οικονομία της γλώσσας έτσι το θέλησε. Να το θυμηθούμε αυτό την επόμενη φορά που θα μας πει κάποιος «ακολουθήστε τα τόξα» και θα τον ειρωνευτούμε για αγράμματο που δεν είπε «ακολουθήστε τα βέλη». Και οι αρχαίοι ημών έτσι σκέφτηκαν.

Όσο για την απόπτωση του ουσιαστικού και την παράλληλη ουσιαστικοποίηση του επιθέτου, είναι κοινός τόπος στη γλώσσα. Όπως το τοξικόν φάρμακον έγινε σκέτο τοξικόν έτσι και ο ποντικός μυς έγινε ποντικός ή το νεαρόν ύδωρ έγινε νεαρόν και μετά νηρόν και νερόν/νερό, ως τις μέρες μας που η χωριάτικη σαλάτα έγινε χωριάτικη και το κινητό τηλέφωνο: κινητό.

Οι ετυμολογικές πληροφορίες του Όξφορντ είναι σωστές, αν και αναφέρει ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήταν εκείνοι που άλειφαν τα βέλη τους με δηλητήριο ενώ το λεξικό του Μπαμπινιώτη λέει ότι τη συνήθεια αυτή την είχαν οι Κέλτες και οι Σκύθες. Ο Αριστοτέλης δίνει δίκιο στον Μπαμπινιώτη, μια και λέει:

Φασὶ δὲ παρὰ τοῖς Κελτοῖς φάρμακον ὑπάρχειν τὸ καλούμενον ὑπ’ αὐτῶν τοξικόν· ὃ λέγουσιν οὕτω ταχεῖαν ποιεῖν τὴν φθορὰν ὥστε τῶν Κελτῶν τοὺς κυνηγοῦντας, ὅταν ἔλαφον ἢ ἄλλο τι ζῷον τοξεύσωσιν, ἐπιτρέχοντας ἐκ σπουδῆς ἐκτέμνειν τῆς σαρκὸς τὸ τετρωμένον πρὸ τοῦ τὸ φάρμακον διαδῦναι…..

Μετάφραση δεν χρειάζεται στους απογόνους των τρισχιλιετών. Λέει πως οι Κέλτες έχουν ένα δηλητήριο, που το αποκαλούν τοξικό και, όπως λένε, τόσο γρήγορη δράση έχει ώστε, όταν κυνηγούν και χτυπήσουν με το τόξο ελάφι ή άλλο ζώο πρέπει να βιαστούν και να κόψουν το χτυπημένο μέρος της σάρκας του ζώου πριν διαδοθεί το δηλητήριο και στο υπόλοιπο.

Να σημειωθεί εδώ πως το επίθετο «τοξικός» το χρησιμοποιούσαν και για άλλες χρήσεις οι αρχαίοι ημών, όχι μόνο για το τοξικόν φάρμακον. Ας πούμε, τοξική στολή δεν ήταν μια στολή που αρρωσταίνεις όταν τη φοράς αλλά ο εξοπλισμός του τοξότη, ενώ τοξικος κάλαμος ένα καλάμι κατάλληλο για βέλη. Η αυτονόμηση και ουσιαστικοποίηση του επιθέτου έρχεται μερικούς αιώνες αργότερα, π.χ. στον γιατρό Διοσκουρίδη, τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Τα υπόλοιπα της ετυμολογικής αλυσίδας τα είδαμε παραπάνω. Και τον 19ο αιώνα επανακάμπτουν στα ελληνικά, μέσω γαλλικών, οι επιστημονικοί όροι αυτής της οικογένειας, όπως η τοξίνη και η τοξιναιμία, η τοξικολογία και η τοξικότητα, ενώ η τοξικομανία πρέπει να είναι του εικοστού αιώνα.

Αντιδάνεια; Θεωρητικά ναι, αφού οι γαλλικές λέξεις όπως toxicologie κτλ. ανάγονται σε ελληνική λέξη, όμως η ελληνική βιβλιογραφία τους όρους αυτούς δεν τους χαρακτηρίζει αντιδάνεια αλλά (ο Μπαμπινιώτης) «μεταφορά ελληνογενούς ξένου όρου».

Πριν φύγουμε από τα ετυμολογικά, μια τελευταία επισήμανση. Η ετυμολογία του «τοξικού» (όπως και πολλών άλλων λέξεων) δείχνει πόσο πλανημένη είναι η άποψη ότι, τάχα, η ετυμολογία φανερώνει το αληθινό νόημα/το βαθύτερο νόημα των λέξεων. Λέτε το αληθινό ή το βαθύτερο νόημα της σημερινής λέξης «τοξικός» (π.χ. ο ασθενής διακομίστηκε με τοξικό σοκ) να βρίσκεται στο τόξο; Όχι βέβαια. Η ετυμολογία, παρά το γεγονός ότι έτυμον = αληθές, δεν δείχνει παρά τον τρόπο που σκέφτηκαν εκείνοι που ονομάτισαν έτσι το κάθε πράγμα.

Ας επιστρέψουμε όμως στον τοξικό, αλλά στα σημερινά πλέον χρόνια.

Ως πολύ πρόσφατα, το επίθετο «τοξικός» έμενε περιορισμένο στην επιστημονική ορολογία. Είχαμε τοξικές ουσίες, τοξικά αέρια, τοξικό νέφος, τοξικό σοκ και άλλες τέτοιες κυριολεκτικές, επιστημονικές χρήσεις. Είχαμε και τοξικά φάρμακα, όχι φυσικά με την αρχαία σημασία παρά με τη σύγχρονη, φάρμακα που επιδρούν τοξικά. Είχαμε και τοξικά απόβλητα.

Στον αιώνα μας, το επίθετο αρχίζει και χρησιμοποιείται, πρώτα στα αγγλικά, ολοένα και περισσότερο μεταφορικά κι έτσι έχουμε π.χ. τα τοξικά ομόλογα (από τα μεγάλα έντυπα λεξικά μας, μόνο το Χρηστικό της Ακαδημίας καταγράφει τον όρο). Τοξικά ειπώθηκαν τα ομόλογα επειδή, έχοντας χάσει μεγάλο μέρος της αξίας τους, προκαλούν ζημιά στον κάτοχό τους, όπως μια τοξική ουσία.

Και οι μεταφορικές χρήσεις επεκτάθηκαν περαιτέρω, σε τοξικά συναισθήματα, τοξικές σχέσεις, τοξικό περιβάλλον, τοξική συμπεριφορά -αυτά όλα πρέπει να είναι του εικοστού πρώτου αιώνα φράσεις, παλιότερα αντί για «τοξικό» θα λέγαμε «φθοροποιό» ή «ψυχοφθόρο». Ενδεικτικό είναι ότι το ΜΗΛΝΕΓ, το μεγάλο ηλεκτρονικό λεξικό που συντάσσεται αυτή την περίοδο, έχει εκτενείς αναφορές στις μεταφορικές χρήσεις της λ. τοξικός.

Και ειδικά στις ΗΠΑ πέρυσι, με την υπόθεση του δικαστή Κάβανο, έδωσε και πήρε ο όρος toxic masculinity, τοξική αρρενωπότητα δηλαδή. Με παραξενεύει, αλλά βρίσκω πως ο όρος έχει προλάβει να αποκτήσει λήμμα και στην ελληνική Βικιπαίδεια.

Αν αξιωθούμε και κάνουμε και φέτος ψηφοφορια για τη λέξη της χρονιάς στο ιστολόγιο, θα βάλουμε κι εμείς τη λέξη ‘τοξικός’ στο ψηφοδέλτιο. Λέτε να διακριθεί και στα ελληνικά;

 

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 182 Σχόλια »

Το οποίο σκουλήκι…

Posted by sarant στο 15 Νοέμβριος, 2018

Ήταν μια φορά, λέει, ένας καθηγητής της Ζωολογίας, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη των σκουληκιών και ήταν παγκόσμια αυθεντία στον τομέα αυτόν. Κι έτσι, στις εξετάσεις έβαζε πάντοτε θέματα σχετικά με τα σκουλήκια. Οι φοιτητές, φυσικά, που ήξεραν το πάθος του, μελετούσαν εξαντλητικά για τα σκουλήκια και μόνο και δεν διάβαζαν τίποτε άλλο και περνούσαν όλοι με άριστα. Κάποια φορά, αποφάσισε να αλλάξει τακτική και να ρωτάει και για άλλα θέματα. Όταν μπήκε ο πρώτος φοιτητής μέσα (αυτά γίνονταν τον παλιό καιρό που οι εξετάσεις ήταν προφορικές στο γραφείο του καθηγητή) τον ρώτησε τι ξέρει για την κότα.

Ο φοιτητής αιφνιδιάστηκε βέβαια, αφού περίμενε ερώτηση για τα σκουλήκια, αλλά γρήγορα ανέκτησε την ψυχραιμία του. «Η κότα», άρχισε να λέει, «είναι ΄πτηνό, εξημερωμένο, που τρέφεται με σκουλήκια. Τα οποία σκουλήκια…» και συνεχίζει να λέει νεράκι όσα ήξερε για τα σκουλήκια κι ο καθηγητής, ευχαριστημένος που άκουγε το αγαπημένο του θέμα, όχι απλώς δεν τον έκοψε αλλά του έβαλε άριστα.

Τον δεύτερο φοιτητή τον ρώτησε για τον ελέφαντα. «Ο ελέφαντας είναι ένα πολύ μεγαλο ζώο», είπε αυτός, «που ζει στην Αφρική και που έχει μια μεγάλη προβοσκίδα αντί για μύτη, η οποία μοιάζει με σκουλήκι. Το οποίο σκουλήκι….» και συνέχισε το τροπάρι περί σκουληκιών και πήρε άριστα κι αυτός.

Τον τρίτο τον ρώτησε για τη φάλαινα. Ίδρωσε και ξίδρωσε αυτός, αλλά τελικά βρήκε τη λύση: «Η φάλαινα είναι ένα μεγάλο κήτος, που ζει μέσα στη θάλασσα, και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση έχει με τα σκουλήκια. Τα οποία σκουλήκια….»

Τα οποία σκουλήκια θα μας απασχολήσουν στο σημερινό άρθρο, χωρίς να υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος γι’ αυτό. Έτσι έτυχε.

Βέβαια, εδώ δεν ζωολογούμε -κι έτσι δεν θα εξετάσουμε το σκουλήκι όπως ο καθηγητής του ανεκδότου μας, που ασφαλώς θα είχε πολλά να μας πει, αλλά θα το εξετάσουμε γλωσσικά κυρίως και πολιτισμικά δευτερευόντως.

Στη φρασεολογία μας χρησιμοποιούμε διάφορα ζώα ως μειωτικούς χαρακτηρισμούς -κι εκεί δείχνουμε την αχαριστία μας, μια και ο σκύλος είναι, υποτίθεται, ο πιο πιστός μας φίλος, ενώ ο γάιδαρος στάθηκε πολύτιμο υποζύγιο επί χιλιετίες, κι όμως είναι βρισιά, βαριά σε ορισμένους πολιτισμούς, να χαρακτηρίσεις κάποιον σκύλο ή γιο σκύλου ή γάιδαρο. Ωστόσο, νομίζω πως ο πιο υποτιμητικός χαρακτηρισμός με ζώο που υπάρχει είναι να αποκαλέσεις κάποιον «σκουλήκι» -τον χαρακτηρίζεις ταυτόχρονα τιποτένιο και σιχαμερό.

Ολοφάνερα, δεν το έχουμε σε εκτίμηση το μικροσκοπικό ασπόνδυλο, δεν μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί του, στους περισσότερους προκαλεί απέχθεια -συν τοις άλλοις επειδή είναι ταυτισμένο με τη σήψη και τον θάνατο κι επειδή ξέρουμε πως μια μέρα εκείνα θα μας φάνε, κι όχι εμείς αυτά. Ίσως μόνο οι ψαράδες, που το χρησιμοποιουν για δόλωμα, να μπορούν να εκτιμήσουν τα σκουλήκια και τις μεταξύ τους διαφορές -και να τα μεταχειρίζονται χωρίς ν’ αηδιάζουν.

Η λέξη σκουλήκι είναι μετεξέλιξη της αρχαίας «σκώληξ», μέσω του ήδη αρχαίου υποκοριστικού «σκωλήκιον». Η λέξη σκώληξ, με τη χαρακτηριστική κατάληξη -ηξ, που τη βρίσκουμε και στη λ. μύρμηξ, ανάγεται σε αμάρτυρο *σκώλος (= καμπύλη, κυρτότητα) και σε ρίζα από την οποία προήλθαν επίσης οι λ. σκέλος και σκολιός,

Στο Ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη λέγεται ότι ο σκώληξ είναι λέξη που μαρτυρείται από τον 5ο αιώνα, αλλά τη βρισκω στον Όμηρο, στο Ν της Ιλιάδας, όπου όταν σκοτώνεται στη μάχη ο Αρπαλίων, ένας Παφλαγόνας σύμμαχος των Τρώων, «ὥς τε σκώληξ ἐπὶ γαίῃ κεῖτο ταθείς» – και στην γην ξαπλώθη τεντωμένος ωσάν σκουλήκι, μεταφράζει ο Πολυλάς.

Απο το σκωλήκιον έχουμε το μεσαιωνικο σκουλήκιν, με έντονη παρουσία στην κρητική λογοτεχνία, και από εκεί τη σημερινή λέξη. Να σημειωθεί και ο σκούληκας, συχνά με μεγεθυντική σημασία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Ζωολογία, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, Μονοτονικό, Ποίηση, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , , | 243 Σχόλια »

Στον αστερισμό της μίζας

Posted by sarant στο 12 Νοέμβριος, 2018

Tο άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Κανονικά, οι συνεργασίες μου αυτές δημοσιεύονται κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα, κατ’ εξαίρεση όμως την περασμένη Κυριακή, λόγω πληθώρας ύλης που λένε, ορισμένες στήλες μετατέθηκαν για τούτη την εβδομάδα, ανάμεσα σ’ αυτές κι η δική μου. Έτσι, το άρθρο έχασε κάποια από την επικαιρότητά του αφού στο μεταξύ ανακοινώθηκε η συμφωνία ή η πρόθεση για συμφωνία με την εκκλησία, μια λέξη που έχει επίσης μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον -αλλά βέβαια θα δοθεί η ευκαιρία και για ένα τέτοιο άρθρο, πιθανώς τον επόμενο μήνα.

Το σημερινό άρθρο επαναλαμβάνει εν μέρει κάποια πράγματα που είχαμε ξαναγράψει πριν από πέντε χρόνια, όταν είχε έρθει πάλι στην επικαιρότητα μια υπόθεση δωροδοκίας. Αναδημοσιεύω το άρθρο χωρίς προσθήκες, απλώς βάζω λινκ προς το ευφυέστατο «Μίζων ελληνικό λεξικό». Από την άλλη, θα είχε ενδιαφέρον αν στα σχόλιά σας αναφέρατε κι άλλα συνώνυμα της μίζας.

Στον αστερισμό της μίζας

Οπωσδήποτε, η είδηση για την προφυλάκιση (ορθότερα: προσωρινή κράτηση) ενός πρώην υπουργού, και μάλιστα πρωτοκλασάτου, είναι επόμενο να προκαλέσει αίσθηση στην κοινή γνώμη, αλλά είναι επίσης γεγονός αρκετά σημαντικό ώστε να διεκδικήσει σχολιασμό και από τη δική μας στήλη.

Φυσικά, ο δικός μας ο σχολιασμός θα είναι λεξιλογικός, πολύ περισσότερο που θα σεβαστούμε το τεκμήριο της αθωότητας του κ. Γιάννου Παπαντωνίου -κάτι που, παρεμπιπτόντως, δεν έκαναν πολλοί πολιτικοί και σχολιαστές της αντιπολίτευσης, οι οποίοι παραλλήλισαν τον ακόμη αθώο κ. Παπαντωνίου με τον πολλαπλά και τελεσίδικα καταδικασμένο κ. Τσοχατζόπουλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 185 Σχόλια »

Τζιμάνι, μια ανακεφαλαίωση

Posted by sarant στο 7 Νοέμβριος, 2018

Στο σημερινό άρθρο θα πούμε πράγματα γνωστά στους ταχτικούς και στους ισχυρομνήμονες αναγνώστες του ιστολογίου, αφού θα ανακεφαλαιώσουμε πράγματα που έχουν ήδη γραφτεί σε σχόλια. Ανακεφαλαίωση σημαίνει και ανακύκλωση, σ’ ένα βαθμό, γι’ αυτό και ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη που θα διαβάσετε πράγματα που τα έχουμε ξαναπεί και μάλιστα πολύ πρόσφατα.

Ωστόσο, η ανακεφαλαίωση είναι απαραίτητη κατά τη γνώμη μου, επειδή η αρχική συζήτηση είχε γίνει στα σχόλια ενός εντελώς άσχετου άρθρου, η δε αναφορά που έκανα προχτές δεν ήταν πλήρης. Με τη σημερινή ανακεφαλαίωση παρουσιάζεται πλήρης η εικόνα της ετυμολογίας της λέξης «τζιμάνι» έτσι ώστε να μπορεί κανείς να βρει σε ένα μέρος όλα όσα έχουμε πει και να τα σχολιάσει, ενώ ελπίζω ότι με τα σχόλιά σας μπορεί να ξεκαθαρίσουν μια-δυο εκκρεμότητες που υπάρχουν. Και άλλα άρθρα του ιστολογίου χρειάζονται τέτοιο νοικοκύρεμα.

Πράγματι, η αρχική συζήτηση είχε γίνει πριν από δυόμισι χρόνια, σε ένα άρθρο για τις λέξεις γέμελος και μπινιάρης (σημαίνουν και οι δυο «δίδυμος»). Εκεί, ο φίλος μας ο Κόρτο είχε αναρωτηθεί αν η λέξη «τζεμάλι», παράλληλος τύπος της γνωστότερης «τζιμάνι», μπορεί να προέρχεται από την ιταλική  gemelli (δίδυμοι).

Η εικασία αυτή δεν ήταν σωστή, αλλά αναπόφευκτα τέθηκε στη συζήτηση η ετυμολογία της λέξης «τζιμάνι». Βγάλαμε ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία τα ανέφερα την περασμένη Παρασκευή, πολύ περιληπτικά, στην ομιλία μου για τα Ληξιαρχεία της γλώσσας, που αναδημοσιεύτηκε και εδώ προχτές. Η αναδημοσίευση προκάλεσε νέες συζητήσεις καθώς και κάποια ερωτήματα -που θα τα συζητήσουμε σήμερα.

Το αρχικό ερώτημα του Κόρτο είναι πολύ καλά διατυπωμένο:

Τζεμάλι: τζιμάνι ή τζεμάνι, ο πολύ ικανός, που καταπιάνεται με όλα και τα καταφέρνει όλα.
Γνωστή η λέξη από το τραγούδι του Αντώνη Νταλγκά το μπαγλαμαδάκι σπάσε:

«Ήτανε παιδί τζεμάλι, πρώτος στον λουλά
και τον εζηλεύαν όλοι μες τη γειτονιά».

Επίσημη ετυμολογία: αγγλ. g-man `ειδικός πράκτορας του FBI

Δεν πείθομαι ιδιαιτέρως με τον πράκτορα του FBI στην προπολεμική Ελλάδα. Υπάρχει καμιά άλλη προσέγγιση; Ίσως κάποια σχέση με τον γέμελο;

Να προσέξουμε ότι για το τζιμάνι όλα τα λεξικά: ΛΚΝ, Μπαμπινιώτη (Γενικό αλλά και Ετυμολογικό), Χρηστικό, αλλά και το πρόσφατο ΜΗΛΝΕΓ, δίνουν την ίδια ετυμολογία, με την ίδια διατύπωση. Αυτή η ομοφωνία είναι βέβαια σημαντικό στοιχείο, αλλά όποιος έχει λεξικογραφική πείρα ξέρει ότι πολλές φορές δεν σημαίνει και πάρα πολλά: όταν δεν έχει προβληθεί κάποια εναλλακτική άποψη, τα λεξικά συνηθίζουν να υιοθετούν τις ετυμολογίες των προγενέστερων -είναι ανθρωπίνως αδύνατο να κάνεις ειδική ετυμολογική έρευνα για κάθε μία από τις χιλιάδες λέξεις του λεξικού σου, οπότε φυλάς τους πορους σου για τις αμφισβητούμενες περιπτώσεις. Για τη λέξη «τζιμάνι» δεν είχε εγερθεί ως τώρα αμφισβήτηση.

Ώστε τζιμάνι ο τζι-μαν, ο πράχτορας του FBI, ικανός, έξυπνος και γενναίος, που λογικό είναι να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού, και που θα μπορούσε να έχει περάσει και στην ελληνική γλώσσα μέσα από τις ταινίες του υποκόσμου και τα περιοδικά τύπου Μάσκας. Αυτή την εξήγηση την δεχόμουν κι εγώ, κι αν ανατρέξετε στη συζήτηση στο προπέρσινο άρθρο θα δείτε ότι αρχικά αυτήν υποστήριζα και ήμουν δύσπιστος σε εναλλακτικές εξηγήσεις -όμως, επειδή έχω μάθει πια να μην ερωτεύομαι ετυμολογίες και θεωρίες, όταν είδα ότι τα στοιχεία υπέρ της εναλλακτικής θεωριας ήταν παραπάνω από πειστικά, αναθεώρησα.

Διότι, το βασικό εδώ είναι η χρονολόγηση, και το λέει θαυμάσια ο Κόρτο πιο πάνω: δεν πείθει ιδιαίτερα ο πράκτορας του FBI στην προπολεμική Ελλάδα. Στη μεταπολεμική, θα έπειθε. Αφενός επειδή, με εξαίρεση τις ναυτικές λέξεις, είναι ελάχιστες οι λέξεις που πέρασαν απευθείας από τα αγγλικά στα ελληνικά, χωρίς δηλ. να μεσολαβήσει η γαλλική ή η ιταλική, πριν από το 1945.

Για να γενικεύσω λίγο, νομίζω ότι αυτός ο εμπειρικός κανόνας έχει ισχύ σχεδόν αξιώματος: δεν υπάρχουν λαϊκά δάνεια απευθείας από τα αγγλικά στην προπολεμική γλώσσα, εκτός ναυτικών λέξεων και ειδικής ορολογίας (πχ. σπορ). Κάποιοι προτείνουν σαν πιθανό δίαυλο δανεισμού τους μετανάστες, που κάποιοι από αυτούς (λίγοι πάντως) επέστρεφαν ήδη από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, αλλά δεν ξέρω καμιά λέξη που να μπήκε στην ελληνική γλώσσα από τους ελληνοαμερικάνους μετανάστες πριν το 1940. Ξέρετε εσείς;

Αυτό θα αρκουσε, αλλά υπάρχει και μια επιπρόσθετη δυσκολία, ότι και τα αγγλικά ο όρος G-man, από τον οποίο υποτίθεται ότι φτιάχτηκε η ελληνική λέξη, εμφανίζεται μάλλον αργά. Το 1930 κατά το etymonline που επαναλαμβάνει την αναφορά του OED (η παλαιότερη ανεύρεση του 1917 αφορά ιρλανδική χρήση και δεν μας ενδιαφέρει), το 1928 κατά τo Merriam-Webster. Μιλάμε για πρώτες ανευρέσεις, αλλά ο όρος έγινε γνωστός και ευρέως διαδεδομένος αργότερα, ίσως στα χρόνια του Β’ Παγκ. Πολέμου (απ’ όπου και η αφίσα αριστερά).

Είναι δύσκολο μέσα σε λίγα χρόνια από την πρώτη εμφάνισή του, ενώ καλά καλά δεν είχε διαδοθεί ευρέως ο όρος στην Αμερική, να πέρασε στην Ελλάδα, και ειδικά και μόνο στην Ελλάδα χωρίς να περάσει σε άλλες χώρες. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι πολύ δύσκολο.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γιώργος Κάτος, στο λεξικό της περιθωριακής γλώσσας, γράφει για τη λέξη τζιμάνι: ότι διαδόθηκε στην Ελλάδα μεταπολεμικά από τα αμερικανικά αστυνομικά έργα όπου πρωταγωνιστής, δηλ. τζίμαν, ήταν ο αστυνομικός Λέμι Κόσιον που τον ερμήνευε ο Έντι Κονσταντίν. Ο Κάτος είναι καλός ερευνητής αλλά δεν είναι ιστορικός γλωσσολόγος και εδώ αστοχεί διότι η λέξη «τζιμάνι» έχει μπει στη γλώσσα μας πριν από το 1945.

Καιρός όμως να ανατρέξουμε στα σώματα κειμένων, να δούμε πότε εμφανίζεται ο τύπος «τζιμάνι» και ο παράλληλος τύπος «τζιμάλι» και «τζεμάλι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανακεφαλαιώσεις, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , | 148 Σχόλια »

Τα ληξιαρχεία της γλώσσας

Posted by sarant στο 5 Νοέμβριος, 2018

Την Παρασκευή που μας πέρασε ήμουν προσκαλεσμένος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης για να δώσω μια διάλεξη στους φοιτητές του Μεταπτυχιακού «Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία. Διδακτική της Γλώσσας». Νομίζω πως η διάλεξη πήγε πολύ καλά, κυρίως όσον αφορά την προσέλευση και τη συμμετοχή των φοιτητών, παρόλο που ήταν στο τέλος της εβδομάδας, απόγευμα Παρασκευής.

Στην ομιλία μου ασχολήθηκα με ένα θέμα που το έχω επανειλημμένα θίξει στο ιστολόγιο, αλλά δεν του έχω αφιερώσει ειδικό άρθρο: τη χρονολόγηση της πρώτης εμφάνισης λέξεων. Ενδεικτικός είναι και ο τίτλος της ομιλίας: Τα ληξιαρχεία της γλώσσας: Αναζητώντας την πρώτη εμφάνιση λέξεων και φράσεων.

Τα περισσότερα παραδείγματα που ανέφερα τα έχουμε συζητήσει ήδη στο ιστολόγιο, αλλά όχι κάτω από αυτή τη σκοπιά.

Δυστυχώς, από δικη μου αμέλεια δεν ηχογραφήθηκε η ομιλία κι έτσι θα αρκεστούμε στο γραπτό κείμενο -από το οποίο βέβαια ξέφυγα μερικές φορές. Δεν θα παραθέσω ολόκληρο το κείμενο αλλά περίπου τα δύο τρίτα του, που αφορούν τη χρονολόγηση λέξεων. Αφήνω δηλαδή απέξω τη χρονολόγηση φράσεων, που είναι θέμα πιο γνωστό στους αναγνώστες του ιστολογίου, καθώς και τον επίλογο της ομιλίας -η οποία έτσι εμφανίζεται να τελειώνει απότομα.

Τη φωτογραφία την έβγαλε φίλος του ιστολογίου -πριν αρχίσει η ομιλία, να εξηγούμαστε.

Τα ληξιαρχεία της γλώσσας

Καλησπέρα σας, θέλω να ευχαριστήσω το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης και την κυρία Ευγενία Μαγουλά για την τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να με προσκαλέσουν να μιλήσω απόψε στο μεταπτυχιακό σας, και σας ευχαριστώ κι εσάς που μου κάνατε την τιμή να έρθετε εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εκδηλώσεις, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 155 Σχόλια »

Τι κι αν φορώ τραγιάσκα;

Posted by sarant στο 24 Οκτώβριος, 2018

Τραγιάσκα δεν φοράω εγώ. Το ρητορικό ερώτημα του τίτλου το θέτει ο μεγάλος Απόστολος Χατζηχρήστος, ή ακριβέστερα ο Γιάννης Λελάκης που έγραψε τους στίχους, στο τραγούδι «Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη»:

Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη, μη μου μιλάς με μάσκα
γιατί κι εγώ έχω καρδιά, τι κι αν φορώ τραγιάσκα.

Αφού ο ήρωας φοράει τραγιάσκα θα πει πως είναι εργατόπαιδο, βιοπαλαιστής, φτωχός. Αν ήταν ευκατάστατος, θα φορούσε ξερωγώ ρεπούμπλικα ή και ημίψηλο σε ειδικές περιστάσεις. Αν ήταν καλλιτέχνης, πάλι, μπορεί και να φορούσε μπερέ.

Τότε που γράφτηκε το τραγούδι, ήταν σχεδόν αδιανόητο να βγει κανείς στον δρόμο με ακάλυπτο το κεφάλι -εδώ και πολύ καιρό, η κατάσταση έχει αλλάξει άρδην, και είναι μάλλον σπάνιο θέαμα να δούμε στον δρόμο κάποιον με τραγιάσκα, ή με οποιοδήποτε άλλο καπέλο εκτός από τα αθλητικά τύπου τζόκεϊ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 247 Σχόλια »

Η καθημερινότητα και η εξωστρέφεια

Posted by sarant στο 16 Οκτώβριος, 2018

Θα αναρωτιέστε τι κοινό έχουν αυτές οι δυο λέξεις και γιατί συγκατοικούν στον τίτλο.

Εκ πρώτης όψεως όχι πολλά, αλλά απασχολούν και οι δυο εναν φιλο του ιστολογιου, ο οποίος μού έθεσε ορισμένα ερωτήματα, που θα σας τα παρουσιάσω να δω και τη δική σας γνώμη.

Μου γράφει ο φίλος:

Με αρκετές λέξεις νοιώθω αμήχανα: όχι τόσο επειδή είναι καινούργιες, όσο επειδή δεν καταλαβαίνω το νόημα τους, όσο και να προσπαθώ.

Δύο χαρακτηριστικές τέτοιες λέξεις είναι η “καθημερινότητα” και η “εξωστρέφεια”. Από όσο γνωρίζω δεν θα τις βρει κανείς στα παλιά λεξικά. Δεν είναι όμως λέξεις που προέρχονται από την αργκό, και η λογιοσύνη τους είναι χτυπητή.

Καθημερινότητα παλιότερα ονομαζόταν αραιά και πού η ρουτίνα. Σήμερα όμως έχει αποκτήσει νέες ιδιότητες, που μέχρι πρότινος ήταν στη σφαίρα αρμοδιότητας της καθημερινής ζωής. Εξωστρέφεια αμφιβάλλουμε αν υπήρχε σαν λέξη μέχρι πριν λίγα χρόνια, και είναι η μεταφορά μιας ψυχολογικής ή και ψυχιατρικής έννοιας στην κοινωνική και πολιτική μας ζωή.

Καμία από τις δύο λέξεις δεν έχει ακριβή μετάφραση στα αγγλικά, και γι αυτό κανείς αναρωτιέται πού στον κόρακα μας φύτρωσαν, αφού τέτοιου είδους λέξεις συνήθως μας έρχονται από έξω. Δεν υπάρχουν ούτε everydayness (τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι πολύ πρόσφατα) ούτε extrovertedness. Υπάρχουν το επίθετο everyday, που έχει την έννοια όμως του κοινού, του συνηθισμένου (άρα και αδιάφορου) καθώς και το extrovert, που σημαίνει εξωστρεφής, αλλά με πιθανώς αρνητικές προεκτάσεις, όπως σε έναν επιδειξιομανή ή και επιδειξία ακόμα.

Η καθημερινότητα παρουσιάζεται σαν μία έννοια χωρίς αρνητική φόρτιση, ίσως και με ελαφρώς θετική. Παράξενο για μία λέξη που μέχρι πριν λίγα χρόνια είχε μόνο την έννοια της ρουτίνας, η οποία σπάνια απαντάται με θετικό πρόσημο. Ενώ η επέκταση των εννοιών που καλύπτει κάνει πολύ δύσκολο να την ξεχωρίσει κανείς από την καθημερινή ζωή. Μάλιστα, εξωραΐζει την καθημερινή ζωή, τόσο ώστε να μπορεί να ειπωθεί ότι “η καθημερινότητα είναι το λάιφσταϋλ του φτωχού”. Αλλά τότε, οι αριστεροί τουλάχιστον, που επαγγέλλονται την αλλαγή της ζωής όλων, θα έπρεπε να αποφεύγουν τη λέξη.

Η εξωστρέφεια είναι ακόμα χειρότερη περίπτωση: αποτελεί δάνειο από την ψυχολογία στην κομματική ορολογία, όπου η καλή “εξωστρέφεια” ανταγωνίζεται την κακή “εσωστρέφεια”, με τη δεύτερη να σημαίνει τις εσωκομματικές διαφωνίες (και κατά συνέπεια όμως την ουσιαστική πολιτική συζήτηση) και την πρώτη τίποτα παραπάνω από την προπαγάνδιση των κομματικών θέσεων με ζέση (και ταυτόχρονα υποταγή στην εκάστοτε κομματική γραμμή). Σήμερα παρουσιάζεται σαν κάτι απαραίτητο για οποιαδήποτε υπηρεσία ή οργανισμό, δημόσιο, συνεταιριστικό ή ιδιωτικό, αν και παραμένει ασαφές τι ακριβώς πρέπει κανείς να κάνει για να την επιτύχει. Να αρχίσει να φωνάζει μέχρι να ασχοληθούν όλοι μαζί του; Ή μήπως ακόμα και να βγάλει το μόριο του στη φόρα, εν ανάγκη να τα κοπανάει και στο τραπέζι, όπως κάνουν ορισμένοι ακραία εξωστρεφείς;

Προσπαθώ να καταλάβω ποια ακριβώς ανάγκη προσπαθούν να καλύψουν αυτές οι δύο λέξεις, και δεν μπορώ να τη βρω. Αν μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει, θα ήμουν ευγνώμων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Αποκαλύπτει η ετυμολογία μιας λέξης τη σημασία της; (άρθρο του Βενέδικτου Βασιλείου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2018

Ταξίδευα χτες, δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο. Αντί να αναδημοσιεύσω κάποιο παλιότερο δικό μας, που είναι η πρώτη δοκιμασμένη λύση σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω στη δεύτερη λύση, να αναδημοσιεύσω άρθρο άλλου, φυσικά μέσα στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου.

Το σημερινό άρθρο είναι από αυτά που θα ήθελα να είχα γράψει, γιατί αγγίζει θέματα που μας απασχολούν πολύ εδώ στο ιστολόγιο: την ετυμολογία και τον ρόλο της. Το έχει γράψει ο γλωσσολόγος Βενέδικτος Βασιλείου, που έχει (ή είχε) εβδομαδιαία στήλη με γλωσσικά θέματα στην κυπριακή Σημερινή, και που κι άλλη φορά έχουμε δημοσιεύσει γλωσσικό του άρθρο.

Η ετυμολογία, λένε κάποιοι, αποκαλύπτει τη σημασία των λέξεων -ή, άλλοι, το προσδιορίζουν: τη βαθύτερη, την πραγματική σημασία. Κι αυτό το στηρίζουν στο ότι «έτυμος» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «αληθής». Ωστόσο, δεν νομίζω πως είναι έτσι. Η ετυμολογία… δεν λέει αλήθεια. Δεν αποκαλύπτει τίποτα για την πραγματική σημασία των λέξεων, ενδεχομένως μπορεί να μας φωτίζει την αρχική σημασία των λέξεων και, σε κάθε περίπτωση, μας δείχνει πώς σκέφτονταν αυτοί που ονομάτισαν έτσι το ένα και το άλλο πράγμα. Το πορτοκάλι ετυμολογείται από την Πορτογαλία, αλλά δεν παράγεται στην Πορτογαλία, απλώς κάποια πορτοκάλια έρχονταν στη Μεσόγειο μέσω Πορτογαλίας και γι’ αυτό οι Ιταλοί τα είπαν arancio da Portogallo.

Αλλά δεν θα γράψω εγώ το άρθρο, δίνω τον λόγο στον Βενέδικτο Βασιλείου (εδώ η αρχική δημοσίευση):

Αποκαλύπτει η ετυμολογία μιας λέξης τη σημασία της;

Πολλοί θα απαντούσαν καταφατικά—και μάλιστα, χωρίς να το διαπραγματεύονται. Διότι αρκεί να διακρίνουμε τη ρίζα ή τα συνθετικά μιας λέξης, για να μάθουμε τη σημασία της: ο αεικίνητος ετυμολογείται από το ἀεί (δηλαδή, πάντοτε) και το κινώ και επομένως σημαίνει αυτόν που κινείται ασταμάτητα· το ρήμα υδροδοτώ ετυμολογείται από το αρχαιοελληνικό ὕδωρ και το –δοτώ από το ουσιαστικό δότης, το οποίο προέρχεται από το ρήμα δίδω, και άρα σημαίνει παρέχω νερό. Μας βοηθά όμως να μάθουμε τη σημασία της λέξης πονηρός το να ξέρουμε ότι προέρχεται από τη λέξη πόνος; Μάλλον θα οδηγούμασταν σε λάθος σημασία: ότι ο πονηρός είναι κάποιος που πονάει πολύ! Αντίστοιχα, ένα άσχημο κτήριο θα ήταν ένα κτήριο χωρίς σχήμα! Τα πράγματα δεν είναι τόσο μονόπλευρα.

Οι λέξεις πλάθονται σε μια ορισμένη χρονική στιγμή με τα διαθέσιμα λεξιλογικά υλικά, αποκτούν την αρχική τους σημασία και ταξιδεύουν στον χρόνο. Στην ιστορική αυτή διαδρομή η σημασία αλλάζει: μπορεί να βελτιώνεται, να χειροτερεύει, να περιορίζεται ή να διευρύνεται. Η ετυμολογία μάς δείχνει το ἔτυμον της λέξης, δηλαδή μια «αλήθεια» για τη λέξη, την αλήθεια για την προέλευσή της, μια ιστορική εγκυκλοπαιδική γνώση για το πώς πλάστηκε, τι σήμαινε αρχικά και πώς η σημασία της έχει αλλάξει μέχρι τις μέρες μας. Μας ανοίγει κι ένα παράθυρο στο πώς οι παλαιότεροι ομιλητές προσλάμβαναν την πραγματικότητα, τι θεωρούσαν σημαντικό και πώς αντιλαμβάνονταν τον κόσμο. Δεν μας αποκαλύπτει όμως απαραίτητα την αλήθεια για τη σημερινή, τρέχουσα σημασία της λέξης.

Είναι πλήθος οι νεοελληνικές λέξεις των οποίων η ρίζα ή τα συνθετικά δεν διατηρούνται πια στη νέα ελληνική—αυτό, συνεπώς, εμποδίζει την προσέγγιση της σημασίας τους μέσω της ετυμολογίας. Αλλά, και αν ακόμα η ρίζα ή τα συνθετικά διατηρούνται ή μας θυμίζουν κάποια υπάρχουσα λέξη στη νέα ελληνική, το πιθανότερο είναι να μας παρασύρουν σε λανθασμένες σημασίες, γιατί το λεξιλόγιο είναι σε όλες του τις εκφάνσεις κάτι πολύ ρευστό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 191 Σχόλια »

Μπέργκερ από το Αμβούργο

Posted by sarant στο 12 Οκτώβριος, 2018

Εδώ και λίγα χρόνια έχει ανοίξει στη γειτονιά μου ένα Χαμπουργκεράδικον, έτσι με το νι του μεζεδοπώλη να ντιντινίζει στο τέλος. Δεν λέω ολόκληρο το όνομά του για να μην κάνω γκρίζα διαφήμιση και επειδή δεν το έχω επισκεφθεί δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο. Είναι πάντως διακοσμημένο σε αμερικάνικο στιλ, διόλου περίεργο αφού σερβίρει ένα από τα εμβληματικά, εδώ θαρρώ πως ταιριάζει η λέξη, αμερικανικά εδέσματα.

Ωστόσο, το εμβληματικό αυτό αμερικάνικο έδεσμα φαίνεται πως έλκει την καταγωγή από τον Παλαιό Κόσμο, και μάλιστα το λέει και το φωνάζει, αφού το ίδιο το όνομά του, κατά πάσα πιθανότητα, προέρχεται από το Αμβούργο, το μεγάλο γερμανικό λιμάνι. Hamburger από το Hamburg.

Εκφράζομαι με κάποια επιφύλαξη, διότι η προέλευση του εδέσματος από τη γερμανική πόλη δεν έχει ξεκαθαριστεί απόλυτα. Δεν υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση της προέλευσης καθαυτής αλλά δεν είναι καθαρό πώς και πότε έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες το καινοφανές έδεσμα. Στην αγγλική Βικιπαίδεια βρίσκω ότι σε έναν αγγλικό τσελεμεντέ του 1758 υπάρχει μια συνταγή για Hamburgh sausage, που σερβίρεται «πάνω σε φρυγανισμένο ψωμί», ενώ λέγεται ότι στα πλοία της HAPAG που έκαναν τη συγκοινωνία Αμβούργου-Ηνωμένων Πολιτειών, σερβιριζόταν ψητό βοδινό κρέας ανάμεσα σε δυο φέτες ψωμί. Καθώς το Αμβούργο ήταν το λιμάνι απ’ όπου έφευγε η μεγάλη μάζα των Γερμανών μεταναστών προς τις ΗΠΑ, είναι πιθανό το χάμπουργκερ να οφείλει την ονομασία του στα πλοία αυτά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , , , | 223 Σχόλια »

Για τ’ όνομα

Posted by sarant στο 8 Οκτώβριος, 2018

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην τακτική μου στήλη στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς προσθήκες ή αλλαγές.

Για τ’ όνομα

Το δημοψήφισμα την περασμένη Κυριακή στη γειτονική χώρα δεν έδωσε το αναντίρρητο αποτέλεσμα που θα βοηθούσε να προχωρήσει απρόσκοπτα η διαδικασία για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών ώστε να λυθεί επιτέλους το ζήτημα του οριστικού ονόματος της πΓΔΜ –το «ονοματολογικό» όπως μάλλον άστοχα έχει επικρατήσει να λέγεται.

Αναλύσεις όμως για το δημοψήφισμα και το τι θ’ ακολουθήσει, θα έχετε σίγουρα διαβάσει όλη την εβδομάδα και θα τις βρείτε και σε άλλες σελίδες στο σημερινό φύλλο της Αυγής. Η στήλη εδώ λεξιλογεί και σήμερα θα μιλήσουμε για το όνομα –όχι ειδικά της γειτονικής χώρας, αλλά τη λέξη όνομα.

Λέξη αρχαιότατη, ήδη ομηρική, όπου με μετρική έκταση εμφανίζεται και ο τύπος ούνομα, το όνομα έχει πολλά αντίστοιχα στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, όπως τα name, nom, nome, Namen κτλ. των δυτικοευρωπαϊκών γλωσσών.

Στην αρχαιότητα υπήρχε και ο αιολικός-δωρικός τύπος όνυμα, που έχει επιβιώσει στη νεότερη γλώσσα αφού με βάση αυτόν τον τύπο επικράτησε να σχηματίζονται πολλές σύνθετες λέξεις, με πρώτη πρώτη το επώνυμο, που είναι το οικογενειακό μας όνομα, και που καθιερώθηκε από τότε που η ανάγκη για μεταβίβαση της περιουσίας αφενός και η γραφειοκρατία αφετέρου επέβαλαν τον θεσμό. Ως τότε, αρκούσε το πατρώνυμο, γι’ αυτό άλλωστε και πάρα πολλά επώνυμα είναι πατρωνυμικά, από τον Παπαδόπουλο ίσαμε τον Γιόχανσον. Οι Κύπριοι απέκτησαν επώνυμα τον εικοστό αιώνα –συνήθως το πατρώνυμό τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , | 331 Σχόλια »

Νοικοκυραίοι και νοικοκύρηδες

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2018

Η θανάτωση του Ζακ Κωστόπουλου έφερε ξανά στη δημόσια συζήτηση τον όρο «νοικοκυραίοι».

Σταχυολογώ τίτλους πρόσφατων δημοσιευμάτων: Οι «νοικοκυραίοι» και το τέρας, στην ΕφΣυν, Ο Ζακ ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος που τον δολοφόνησαν οι «νοικοκυραίοι» της Μαρίας Λούκα στην Popaganda, Οι άριστοι «νοικοκυραίοι» και οι απειλές για την κοινωνία τους στο altsantiri, Φονιάδες των λαών νοικοκυραίοι στον Provocateur (το σύνθημα προϋπήρχε) με τη λέξη αυτή, που τη βρίσκω επίσης και σε πόλλά άλλα άρθρα, καθώς και σε αμέτρητες δημοσιεύσεις στο Φέισμπουκ.

Σπεύδω να διευκρινίσω πως δεν συμφωνώ κατ΄ανάγκη με το περιεχόμενο των άρθρων (δεν τα έχω άλλωστε διαβάσει όλα), ούτε δέχομαι υποχρεωτικά ότι τον Ζακ τον δολοφόνησαν νοικοκυραίοι εντός ή εκτός εισαγωγικών -δύο-τρία άτομα άλλωστε είδαμε να τον κλωτσούν με δύναμη στο κεφάλι, όχι κάποιο πλήθος.

Αλλά προς το παρόν εδώ λεξιλογούμε. Και θα λεξιλογήσουμε για τη λέξη «νοικοκυραίοι» και τη διαφορά της, αν υπάρχει, από τους νοικοκύρηδες.

Ν’ αρχίσουμε από την αρχή. Ο νοικοκύρης είναι λέξη που εμφανίστηκε στα μεσαιωνικά χρόνια. Ανάγεται στο οικοκύριος > οικοκύρης. Και από τον οικοκύρη, ακριβώς με τη συνεκφορά «τον οικοκύρη» που οδήγησε σε επανανάλυση: «τον οικοκύρη» –> «το νοικοκύρη» πλάστηκε η νέα ονομαστική νοικοκύρης. Αυτή η επανανάλυση έχει επίσης δώσει τύπους όπως μπαλάσκα (την παλάσκα), γκαμήλα (την καμήλα), κτλ. αλλά ο νοικοκύρης είναι το μοναδικό παράδειγμα της κοινής νεοελληνικής όπου από την επανανάλυση προστίθεται αρχικό νι σε λέξη από φωνήεν. Λέω «της κοινής» διότι σε διαλέκτους ή στην αργκό έχουμε κι άλλα παραδείγματα, π.χ. ο νώμος (τον ώμο).

Ο νοικοκύρης σχηματίζει τον πληθυντικό «οι νοικοκύρηδες» και, σε πιο ανεπίσημο ύφος, «οι νοικοκυραίοι». Αυτός ο πληθυντικός σε -αίοι έχει ενδιαφέρον.

Το παραγωγικό τέρμα -αίοι έχει την αφετηρία του σε αρχαία επίθετα πχ αγοραίος, κορυφαίος, τελευταίος, που παράγονταν από ουσιαστικά σε -α (ή σε α μακρό που είχε τραπεί σε η στην αττική και ιωνική διάλεκτο) με το επίθημα -ιος. Εμφανίστηκε κατ’ αρχάς ως πατριδωνυμικό: Αθηναίοι, Ρωμαίοι. Φυσικά, εδώ ο ενικός είναι Αθηναίος, Ρωμαίος.

Από τα μεσαιωνικά χρόνια αρχίζει να εμφανίζεται το επίθημα -αίοι στον πληθυντικό λέξεων που δεν έχουν ενικό σε -αίος, πχ καβαλαραίοι, Σαρακηναίοι, κι έτσι αυτονομήθηκε.

Σήμερα, εμφανίζεται καταρχάς ως επίθημα σε πληθυντικούς οικογενειακών ονομάτων, και μάλιστα πολλές φορές με τη σημασία όλων των μελών μιας ευρύτερης οικογένειας, για το σόι δηλαδη, π.χ. οι Κολοκοτρωναίοι. Λέγεται βέβαια και για μια πυρηνική οικογένεια, πχ μας έκαναν επίσκεψη οι Παπαδοπουλαίοι. Από εκεί και τα πάμπολλα τοπωνύμια σε -αίικα (ή -έικα αν προτιμάτε).

Επίσης, το -αίοι εμφανίστηκε ως επίθημα για τον σχηματισμό παράλληλων τύπων του πληθυντικού αρσενικών ουσιαστικών, συνήθως σε -ης, που δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα: μουσαφιραίοι (παράλλ. τ. του μουσαφίρηδες), τσαγκαραίοι, φουρναραίοι, νοικοκυραίοι, καπεταναίοι. Κάποτε ο τύπος αυτός είναι σαφώς μειωτικός (π.χ. σκουπιδιαραίοι), κάποτε όχι. Οι νοικοκυραίοι ως πρόσφατα δεν είχαν μειωτική χροιά. Πάντως, οι τύποι σε -αίοι είναι λαϊκότεροι, οικειότεροι. Προσθέστε αν θέλετε στον κατάλογο και άλλους τύπους πληθυντικού σε -αίοι (που να μην έχουν ενικό σε -αίος, δηλ. όχι οι νεολαίοι).

Να προσεχτεί ότι ο πληθυντικός αυτός δεν έδινε -τουλάχιστον ως τώρα- νέο ενικό, δηλαδή λέμε μεν οι μουσαφιραίοι αλλά όχι ο μουσαφιραίος. Πρέπει επίσης να αναφέρουμε τη λέξη «οι νοματαίοι», χωρίς ενικό, όπου ο παράλληλος τύπος υπερτερεί σαφώς έναντι του «κανονικού» τύπου «οι νομάτοι» (Η λέξη έχει ενδιαφέρουσα ετυμολογία: τα ονόματα -> οι ονομάτοι -> οι νομάτοι -αξίζει αρθράκι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 313 Σχόλια »

Ο νόμος του Λιντς στην οδό Γλάδστωνος

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2018

Σύμφωνα με το Μεγάλο Ηλεκτρονικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (ΜΗΛΝΕΓ) των εκδόσεων Πατάκη, λιντσάρισμα είναι η κακοποίηση ή και η θανάτωση κάποιου, που είναι ή θεωρείται ένοχος, υπεύθυνος για κάτι, από πλήθος εξαγριωμένων ανθρώπων.

Τη λέξη τη δανειστήκαμε, φυσικά, από τα αγγλικά ή, ακριβέστερα, από τα αμερικάνικα. Η ετυμολογία της αγγλικής λέξης δεν είναι απόλυτα καθαρή, αν και το ρήμα to lynch (λιντσάρω) γεννήθηκε μάλλον τον καιρό της Αμερικανικής Επανάστασης, από τη φράση Lynch law (ο νόμος του Λιντς) και έχει την προέλευσή του σε κάποιον Λιντς, ίσως τον Charles Lynch, ο οποίος χρησιμοποίησε συνοπτικές εξωδικαστικές διαδικασίες για να καταστείλει την εξέγερση οπαδών του βρετανικού στέμματος.

Αργότερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε ιδίως για τη θανάτωση Αφροαμερικανών από πλήθη λευκών, ενδεχομένως επειδή τα θύματα είχαν κάνει κάποιο αδίκημα (ή «αδίκημα»: τον 14χρονο Έμετ Τιλ τον σκότωσαν στη δεκαετία του 1950 επειδή χαμογέλασε σε μια λευκή κοπέλα). Το αρχετυπικό λιντσάρισμα γινόταν με κρέμασμα, συνήθως δημόσιο, αν και φυσικά χρησιμοποιήθηκαν και άλλες μέθοδοι θανάτωσης.

Στη γλώσσα μας η λέξη εισήχθη από τον 19ο αιώνα. Ο Στέφανος Κουμανούδης στη Συναγωγή του καταγράφει κάποιες προσπάθειες ημιεξελληνισμού: Λύντσειος τιμωρία, λυντσισμός, λυντσισθέντες, λυντσοδικία, λυντσοτομηθέντες -στην τελευταία περίπτωση τον νεολογισμό τον έπλασε συντάκτης της Ακρόπολης σε είδηση για το λιντσάρισμα 11 Ιταλών μεταναστών στη «Νέα Αυρηλία» της Αμερικής, που είναι η Νέα Ορλεάνη θαρρώ. Ωστόσο, τελικά επικράτησαν οι τύποι λυντσάρω και λυντσάρισμα, που μετά τη μεταρρύθμιση του 1976 γράφονται απλά: λιντσάρω, λιντσάρισμα.

Ο όρος λιντσάρισμα χρησιμοποιήθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τη θανάτωση του Ζακ Κωστόπουλου προχτές, στην οδό Γλάδστωνος, κοντά στην Ομόνοια. Οι πρώτες ειδήσεις έκαναν λόγο για εισβολή ληστή με μαχαίρι σε κοσμηματοπωλείο, χωρίς να αναφέρουν πολλές λεπτομέρειες σχετικά με το πώς τραυματίστηκε θανάσιμα ο «επίδοξος ληστής» (η ταυτότητα του νεκρού δεν ήταν γνωστή τις πρώτες ώρες) και άφηναν να εννοηθεί ότι είτε ο καταστηματάρχης τον σκότωσε «σε άμυνα» είτε ότι το πλήθος, πολλοί περαστικοί μαζί, ξυλοκόπησαν τον νεαρό. Από εκεί και οι αναφορές σε λιντσάρισμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, ΗΠΑ, Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , | 274 Σχόλια »