Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Μέσα στη μποτίλια

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2019

Καθώς γύριζα χτες το απόγευμα από τη δουλειά έπεσα σε μποτιλιάρισμα και έκανα πάνω από μισάωρο για μια διαδρομή δέκα λεπτών. Κάνουν έργα για το τραμ και σε κάποιο σημείο κοβόταν μισή λωρίδα, και αυτό ήταν η αιτία του κακού.

Μποτιλιάρισμα, λέμε στην καθομιλουμένη. Αν θέλουμε να το πούμε επίσημα, κυκλοφοριακή συμφόρηση. Η εικόνα του μποτιλιαρίσματος, πάντως, είναι πολύ παραστατική: το σώμα της μποτίλιας είναι πλατύ, ο λαιμός της στενός -στην εκροή σημειώνεται συμφόρηση. Πολύ σπάνια θα χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία, της εμφιάλωσης.

Στα γαλλικά, η μεταφορική σημασία εμφανίζεται ήδη από τα χρόνια του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, αρχικά σε στρατιωτικά συμφραζόμενα και στη συνέχεια για αυτοκίνητα στο Παρίσι με πολλές αναφορές από τη δεκαετία του 1920. Πότε μπήκε στη γλώσσα μας η λέξη; Ιδέα δεν έχω, αλλά υποθέτω μεταπολεμικά. Τη θυμάμαι πάντως από μικρός.

Τη φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο τη βρήκα κάπου στο Διαδίκτυο, γκουγκλίζοντας -δεν θα είχε νόημα να σας βάλω κουίζ από πού είναι, αφού κάθε μεγαλούπολη μπορεί να παρουσιάσει παρόμοιες εικόνες. Για την ιστορία, πάντως, είναι από τη Τζακάρτα της Ινδονησίας. Παρόμοιες εικόνες σε μικρότερη κλίμακα συναντάμε και στις μικρότερες πόλεις, αλλά μποτιλιαρίσματα σημειώνονται και στους αυτοκινητοδρόμους, μακριά από τα αστικά κέντρα, στη μέση του πουθενά -συχνά ύστερα από δυστύχημα ή όταν γίνονται έργα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αυτοκίνηση, Αυτοκίνητα, Γλωσσικά δάνεια, Ιστορίες λέξεων, Συγκριτικά γλωσσικά, Φυσική | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Να κεράσει άλλο ένα κεράσι;

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2019

Όταν δεν προλαβαίνω να γράψω καινούργιο άρθρο, επαναλαμβάνω κάποιο παλιότερο -αυτό συμβαίνει και με το σημερινό μας άρθρο, που δημοσιεύεται για τρίτη φορά σήμερα. Ta άρθρα μου για τα οπωρικά συνηθίζω να τα επαναλαμβάνω κάθε 4-5 χρόνια, και αφού η προηγούμενη δημοσίευση του σημερινού έγινε το 2015 νομίζω ότι δεν θα γκρινιάξετε πολύ, ειδικά αφού τα κεράσια είναι στην εποχή τους. Προσθέτω και μερικά πράγματα, άλλωστε.

Στο τραγούδι «Ναύτης βγήκε στη στεριά», ο Μάνος Ελευθερίου, που έγραψε τους στίχους, βάζει τον ναύτη να θέλει να κεράσει «μια βανίλια παγωτό και γλυκό κεράσι». Κεράσι θα σας κεράσω στο κεφάλαιο αυτό, επισημαίνοντας πρώτα-πρώτα ότι η ομοιότητα του κερασιού με το ρήμα «κερνάω» είναι εντελώς συμπτωματική.

(Yπάρχει βέβαια και το ανέκδοτο, με τον αλλοδαπό που πηγαίνει στο περίπτερο και ρωτάει «έχει παγκωτό κεράσι;» κι όταν ο περιπτεράς του πει να πάρει από ψυγείο εκείνος λέει: «ευκαριστώ, εγκώ κεράσει άλλη φορά»).

Η λέξη κεράσι έχει αρχαία ελληνική προέλευση, από το ελληνιστικό κεράσιον, υποκοριστικό του κέρασος, που σήμαινε την κερασιά. Το δέντρο φαίνεται πως ήρθε από τη Μικρασία, αν σκεφτούμε και το τοπωνύμιο Κερασούς, οπότε η ελληνική λέξη θα είναι δάνειο από κάποια μικρασιατική γλώσσα, πανάρχαιο μάλιστα.

Στη Ρώμη, την καλλιεργούμενη κερασιά την έφερε από τον Πόντο ο Λούκουλλος  και ονομάστηκε cerasus. Ο καρπός της κερασιάς, το κεράσι, ονομάστηκε cerasium, στα μεταγενέστερα λατινικά ceresium, και στα λαϊκά λατινικά ο τύπος του πληθυντικού ceresia θεωρήθηκε εσφαλμένα ως ενικός θηλυκού γένους. Από αυτόν παράγεται το γαλλικό cerise και το αγγλονορμανδικό cherise, και επειδή η κατάληξη θεωρήθηκε κατά λάθος ότι δηλώνει πληθυντικό, στα αγγλικά το τελικό –s εξέπεσε κι έχουμε το μεσαιωνικό αγγλικό chery, σημερινό cherry,  που σημαίνει κεράσι. Μέσω των λατινικών πέρασε η λέξη στις πιο πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες (ή και όχι μέσω των λατινικών, π.χ. κιράζ στα τούρκικα,) και από τα αγγλικά επανήλθε ως αντιδάνειο το τσέρι, που είναι σύντμηση του cherry brandy.

Στα ιταλικά το κεράσι είναι ciliegia, που και αυτό στο λαϊκό λατινικό ανάγεται, απλώς έχει αλλάξει λίγο περσσότερο. Πάντως στη νότια Ιταλία το λένε cerase, που δείχνει πιο καθαρά την προέλευσή του.

Να σημειωθεί ότι το σέρι (sherry) είναι και αυτό αγγλικής προελεύσεως και ηδύποτο, αλλά ετυμολογικά δεν έχει καμιά σχέση με το τσέρι, αφού πήρε την ονομασία του από την ισπανική πόλη Xeres απ’ όπου το προμηθεύονταν οι Άγγλοι. Αντιδάνειο και από κεράσια, αλλά λιγότερο διαδομένο είναι το γερμανικό κιρς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 171 Σχόλια »

Το αφήγημα του κ. Μπαμπινιώτη

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2019

Ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης δημοσίευσε πρόσφατα στον ιστότοπό του, αλλά και στην προσωπική σελίδα του στο Φέισμπουκ, ένα σχετικά σύντομο σχόλιο για τη λέξη «αφήγημα». Το παραθέτω ολόκληρο:

Όχι άλλα αφηγήματα!

Το αφήγημα (από το αφηγούμαι) «η έκθεση ή εξιστόρηση πραγματικών ή φανταστικών γεγονότων σε γραπτό συνήθ. λόγο» (ορισμός στο λεξικό μου) έφτασε να γίνει «ψωμοτύρι» στη γλώσσα των ασχολουμένων με την πολιτική (πολιτικών, δημοσιογράφων, πολιτειολόγων, αναλυτών κ.ά.). Χρησιμοποιείται με τις σημασίες «θέση, απόψεις, ισχυρισμός, λεγόμενα/λεχθέντα κ.λπ.» συνήθως με αρνητική χροιά, στο πλαίσιο μιας χρήσιμης (και επιδιωκόμενης συχνά) πολυσημίας που την περιβάλλουν μια αχλύς αοριστίας και μια αίγλη δήθεν γλωσσικής κουλτούρας.

Οι νεολογισμοί δεν βλάπτουν (στη γλώσσα χρησιμοποιούνται νεολογισμοί) αλλά υπάρχουν και «όρια χρήσεως» μιας λέξης ως νεολογισμού, ώστε να μη περιπίπτει σε λέξη-φάντασμα, κενή δηλωτικότητας με οιονεί κρυπτική περιβολή.

Ο κ. Μπαμπινιώτης δεν είναι απλώς ο πιο προβεβλημένος γλωσσολόγος μας, είναι επίσης ο υπεύθυνος του πιο καλοπουλημένου λεξικού μας, οπότε οι γνώμες του, ειδικά για λεξικογραφικά θέματα, πάντοτε αξίζουν προσοχή. Εδώ φαίνεται να θεωρεί καταχρηστική την επέκταση της σημασίας της λέξης «αφήγημα» στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο, μιας σημασίας που δεν την έχει καταγράψει στο λεξικό του.

Παρόλο που υποστηρίζει πως οι νεολογισμοί δεν βλάπτουν, όμως, δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Μπαμπινιώτης κατακεραυνώνει νεολογισμούς -ή, τέλος πάντων, όρους που ο ίδιος θεωρεί νεολογισμούς. Θα θυμάστε ότι πριν από μερικά χρόνια είχε ξεσπαθώσει ενάντια στον «παραπλανητικό», όπως αν θυμάμαι καλά τον έλεγε, όρο «γενόσημα» (κάτι αναφέρω στο τέλος του άρθρου αυτού) ενώ πολύ πρόσφατα είχε σχεδόν χλευάσει τη χρήση της λέξης «απεύθυνση«. Άλλες φορές βέβαια καμαρώνει (και με το δίκιο του) για πετυχημένους νεολογισμούς που ο ίδιος έχει εισηγηθεί πολυμέσα, ας πούμε), οπότε ίσως να ενοχλείται μόνο από νεολογισμούς που δεν έχει προτείνει ο ίδιος.

Θα συμφωνήσουμε σε ένα πράγμα με τον κ. Μπαμπινιώτη. Ότι στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο είναι πολύ συχνή η χρήση της λ. «αφήγημα» με αυτή τη νεότερη σημασία. Γκουγκλίζοντας τη λέξη, βρίσκω, ας πούμε ότι τις τελευταίες μέρες ο αντιπολιτευόμενος Τύπος ανέφερε ότι η κυβέρνηση «αναζητεί ισχυρό πολιτικό αφήγημα» ενόψει των εκλογών ενώ ο υπουργός Ν. Παππάς υποστήριξε ότι η Νέα Δημοκρατία και ο φιλικός της Τύπος «χτίζουν το αφήγημα που θα δικαιολογεί την επιβολή τέταρτου μνημονίου».

Ωστόσο, η συμφωνία μου με τον κ. Μπαμπινιώτη σταματάει εδώ. Στα υπόλοιπα διαφωνώ, και στο ύφος και επί της ουσίας.

Καταρχάς, στο σύντομο σημείωμά του ο κ. Μπ. δεν δείχνει μεγάλη λεξικογραφική επιμέλεια. Το «αφήγημα» με την έννοια που χρησιμοποιείται στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο δεν σημαίνει γενικώς και αορίστως «θέση, απόψεις, ισχυρισμός, λεγόμενα/λεχθέντα κ.λπ.» όπως γράφει.

Για αντιδιαστολή, ιδού πώς πραγματεύεται το ΜΗΛΝΕΓ, το ηλεκτρονικό λεξικό των εκδόσεων Πατάκη, τη δεύτερη σημασία της λέξης «αφήγημα»:

2) (στη σύγχρονη γλώσσα των πολιτικών και δημοσιογράφων)

Παρουσίαση της πραγματικότητας κατά μία ορισμένη εκδοχή, ερμηνεία είτε υπόθεση, εικασία, σενάριο σχετικά με μελλοντικές εξελίξεις

Κατέρρευσε το αφήγημα για την οικονομία
Χρειάζεται ένα νέο και πειστικό αφήγημα
Μου φαίνεται ότι ο ορισμός είναι εύστοχος και δεν νομίζω πως στις παραπάνω φράσεις υπάρχει «αχλύς αοριστίας» ή ότι η λέξη είναι «κενή δηλωτικότητας».
Όπως σημειώνει και το ΜΗΛΝΕΓ, η σημασία αυτή είναι μεταφραστικό σημασιολογικό δάνειο από το αγγλικό narrative. Με τον ορισμό του Merriam-Webster:
: a way of presenting or understanding a situation or series of events that reflects and promotes a particular point of view or set of values
The rise of the Tea Party and the weakness of the Obama economy have fueled a Republican narrative about Big Government as a threat to liberty
Βλέπουμε, θαρρώ, ποια είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο «αφήγημα» και σε «θέση, απόψεις, ισχυρισμούς». Το αφήγημα είναι ένας υποκειμενικός τρόπος παρουσίασης μιας κατάστασης. Τα γεγονότα που το απαρτίζουν είναι πραγματικά, αλλά το αφήγημα επιλέγει να φωτίσει κάποιες σχέσεις ανάμεσά τους και να αποσιωπήσει κάποιες άλλες, κατά τρόπο που να προωθεί την άποψη του πομπού του.
Πότε μπήκε στη γλώσσα μας το αφήγημα με αυτή τη σημασία; Ευτυχώς που έχουμε τα γλωσσικά φόρουμ -οι λεξικογράφοι θα πρέπει να τους είναι ευγνώμονες- και ειδικότερα τη Λεξιλογία κι έτσι μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις πρώτες συζητήσεις για τον νεολογισμό. Στις αρχές του 2011 καταγράφεται αγανακτισμένο άρθρο του Λ. Παπαδόπουλου στα Νέα για την κατάχρηση της λέξης «αφήγηση». Πράγματι, στην αρχή άλλοι έλεγαν «αφήγηση» και άλλοι «αφήγημα». Τελικά επικράτησε το «αφήγημα» και το 2012 ο Ν. Λίγγρης σημειώνει σε νέο σημείωμα:

Στον παλιότερο τίτλο του Βήματος («Το νέο αφήγημα του Γιώργου») ή τον πιο πρόσφατο («Για ένα νέο εθνικό αφήγημα») ή στο χρυσοχοΐδειο «Γυρίζουμε σελίδα γράφοντας ένα νέο αναπτυξιακό αφήγημα» (αυτό που σήμερα αφηγείται ο κ. Χατζηδάκης) έχουμε μια σημασία του αφηγήματος που δεν θα βρείτε στα ελληνικά λεξικά. Αλλά και στα αγγλικά λεξικά δύσκολα θα βρείτε κάτι για το αντίστοιχο αγγλικό narrative. Η έρευνα έβγαλε μόνο ένα εύρημα στο ODE:

a representation of a particular situation or process in such a way as to reflect or conform to an overarching set of aims or values: the coalition’s carefully constructed narrative about its sensitivity to recession victims

Και ο Λίγγρης, που το ερεύνησε, βρίσκει μια από τις πρώτες ανευρέσεις της λέξης στα πρακτικά της Βουλής το 2004 (από τον βουλευτή Δημήτρη Γαλαμάτη):

Αγαπητοί συνάδελφοι, κλείνοντας με αυτές τις δύο επισημάνσεις, θα ήθελα να υπογραμμίσω πως η Κυβέρνηση Καραμανλή με σίγουρα και σταθερά βήματα σκιαγραφεί ένα νέο αφήγημα για τον τόπο μας. Ένα νέο αφήγημα για το οποίο λαχταρά ο ελληνικός λαός και το απέδειξε στις εκλογές του Μαρτίου, στις ευρωεκλογές, το αποδεικνύει και στις τελευταίες μετρήσεις της κοινής γνώμης. Ένα νέο αφήγημα για τις γενιές που έρχονται, που αφορά μια Ελλάδα με δυνατούς πολιτικούς, χωρίς δεσμεύσεις και εξαρτήσεις, που φέρουν οι ίδιοι την ευθύνη της απόφασης, μια Ελλάδα με ανάπτυξη παντού και για όλους, μια πατρίδα που να παράγει και να δημιουργεί, που να κερδίζει το στοίχημα του ανταγωνισμού και να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά.

Ο Λίγγρης έχει καταγράψει και μια από τις πρώτες ενστάσεις για την κατάχρηση της νέας σημασίας, από τον φίλο Παντελή Μπουκάλα το 2010:

Μια χαρά λέξη είναι το αφήγημα, στον οικείο του τόπο εννοείται. Πάει να γίνει της μόδας ωστόσο η χρήση του (να, και η κ. Διαμαντοπούλου δήλωσε ότι «το ΠΑΣΟΚ έχει αφήγημα για τη χώρα»). Κι αν η παραγωγή μιμητών συνεχιστεί αμείωτη, στο τέλος θα διστάζουμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη ακόμα κι εκεί που είναι αναντικατάστατη, στην κριτική της λογοτεχνίας ή στην ιστοριογραφία (απ’ όπου υποθέτω ότι αντλήθηκε, αν δεν αποτελεί αυτόματη μετάφραση του αγγλικού «story»). Το καινούργιο κοσκινάκι, το «αφήγημα», ίσως έρχεται να πάρει τη θέση του παλιού, της «φιλοσοφίας», που το έφθειρε η κατάχρηση. Για χρόνια άκουγες να μιλούν για τη «φιλοσοφία» τους τόσοι Αριστοτέληδες, Πλάτωνες, Επίκουροι και Επίκτητοι (πολιτικοί, σκηνοθέτες, προπονητές, τραγουδιστές, ποινικολόγοι, δημοσιογράφοι κ.ο.κ.) ώστε κατέληγες να πιστεύεις ότι η μετεμψύχωση είναι γεγονός.

Ελπίζω να μην σας κούρασα πολύ με αυτή την εκτενή επισκόπηση. Είδαμε νομίζω ότι το αφήγημα με αυτή τη σημασία δεν είναι μια παροδική λέξη του συρμού αφού μετράει τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια χρήσης, αν και αναμφισβήτητα έχει γίνει κλισέ. Σε μερικά χρόνια, κατά πάσα πιθανότητα θα πάψει να είναι κλισέ αλλά θα τολμήσω (παρά τα όσα έχω πει για την επισφάλεια των προβλέψεων σε θέματα γλώσσας) να διατυπώσω την πρόβλεψη ότι η σημασία έχει έρθει για να μείνει, ότι δεν θα πάψει να χρησιμοποιείται ακόμα κι όταν πάψει να είναι κλισέ.

Όπως είδαμε, κι άλλοι είχαν εκφράσει πριν από τον κ. Μπαμπινιώτη, την ενόχλησή τους για την κατάχρηση της λέξης «αφήγημα» στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο. Πρέπει όμως να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα: άλλο είναι η ενόχληση που νιώθουμε όταν ακούμε να χρησιμοποιείται κατά κόρον μια λέξη (ή μια φράση), να γίνεται της μόδας, να γίνεται κλισέ, σαν το αφήγημα, το διακύβευμα, τη φιλοσοφία, το ύφος και το ήθος, τον πολιτικό πολιτισμό μας και άλλα πολλά (κάποτε πρέπει να βάλουμε ένα άρθρο για να μαζέψουμε τις κλισεδούρες της νέας εσοδείας) και άλλο είναι η διαφωνία με τη χρήση του όρου συνολικά.

Το βρίσκω θεμιτό να ενοχλείται κανείς από τον συρμό και από την συχνή επανάληψη ενός κλισέ, επανάληψη που οφείλεται είτε στην τεμπελιά του συντάκτη που δεν θέλει να κουράσει το μυαλό του και παίρνει έτοιμες λύσεις από το ράφι με τα κλισέ, είτε και στην επιθυμία του να εντυπωσιάσει, να δείξει ότι ανήκει κι αυτός στο κλαμπ των εκλεκτών που χρησιμοποιούν τους όρους της μόδας. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει πως είναι αποδοκιμαστέα συνολικά (και πώς θα μπορούσε να είναι;) η χρήση της λέξης.

Κι έπειτα, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως η χρήση της λέξης είναι απόλυτα λανθασμένη (βάλτε εισαγωγικά εδώ), αυτά τα πράγματα πρέπει να τα σκοτώνεις όσο είναι μικρά, που λέει και το ανέκδοτο. Το 2010 είχε νόημα να διαμαρτύρεται κανείς για την επέκταση της σημασίας της λ. «αφήγημα». Δέκα χρόνια μετά, είναι μάταιο, η σημασία έχει πια καθιερωθεί -διότι η γλώσσα δεν υπακούει σε εκκλήσεις προσωπικοτήτων, είναι πράγμα κομμουνιστικό και διαμορφώνεται από κοινού απ’ όλους μας.

Και θα κλείσω με μια παρατήρηση που την έχω διατυπώσει ξανά και την επαναλαμβάνω εδώ κοπιπαστηδόν. Πολλοί, και ανάμεσά τους και ο κ. Μπαμπινιώτης, έχουν κατ’ επανάληψη θρηνήσει για την υποτιθεμενη «λεξιπενία», τη νόσο από την οποία δήθεν πάσχουν οι νεότεροι ιδίως ομιλητές της γλώσσας μας. Αναρωτιέμαι αν συμβιβάζεται ο θρήνος για τη λεξιπενία με την αποδοκιμασία των νεολογισμών -που δεν είναι ίδιον του κ. Μπαμπινιώτη μόνο, αφού χαρακτηρίζει πολλούς γλωσσανησυχούντες σχολιαστές οι οποίοι γεμίζουν τις στήλες αναγνωστών της Καθημερινής και διαμαρτύρονται, ο ένας για τον όρο «δημοφιλία», ο αλλος για τον όρο «γενόσημα», ο τρίτος ο καλύτερος για την απεύθυνση, ο διπλανός για το «διακύβευμα», ο παραδιπλανός για τη «γυναικοκτονία» και ο στερνός για το «αφήγημα».

Βέβαια, για τον κ. Μπαμπινιώτη οι λόγοι είναι και πολιτικοί. Πολύ πρόσφατα, όταν απέρριπτε την εντελώς υπαρκτή και από δεκαετίες πολλές καθιερωμένη λέξη «απεύθυνση» είχε ειρωνευτεί το «λεξιλόγιο τής αριστερής διανόησης με την τάση της προς νεολογισμούς και καινολεξίες (που ενίοτε καταλήγουν σε κενολεξίες)». Και είναι θλιβερό που, εδώ και αρκετό καιρό, έχει υποτάξει την επιστημονική του ακεραιότητα στις πολιτικές του θέσεις ή βλέψεις.

Προσθήκη: Στο σχόλιο 96 διευκρινίζεται ότι στη νέα έκδοση του ΛΝΕΓ (Λεξικού Μπαμπινιώτη) θα προστεθεί δεύτερη σημασία στο λήμμα αφήγημα (δείτε το σχόλιο).

Posted in Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , | 183 Σχόλια »

Λεξιλογικά της ήττας

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2019

Tο κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» στα Ενθέματα της Αυγής. Ήταν φυσικά γραμμένο αρκετές μέρες νωρίτερα, και ασφαλώς πριν από τη χτεσινή μέρα οπότε δεν παίρνει υπόψη τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών.

Λεξιλογικά της ήττας

Οι ευρωπαϊκές εκλογές της προηγούμενης εβδομάδας δεν ανέδειξαν μόνο τους 21 Έλληνες βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά έβαλαν επίσης ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στις πολιτικές εξελίξεις -αυτά όμως τα ξέρετε από άλλες στήλες της Αυγής· εμείς εδώ λεξιλογούμε, ως γνωστόν, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε· και θα μιλήσουμε, δυστυχώς αλλά ανθρώπινα, για την ήττα, αφού στις εκλογές της περασμένης Κυριακής ο ΣΥΡΙΖΑ γνώρισε ήττα· μάλιστα, όπως έγραψε ο Νίκος Ξυδάκης, “πρώτη φορά από το 2009, ο ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάζει τη γεύση της εκλογικής ήττας”.

Η ήττα είναι λέξη αρχαία· το ουσιαστικό, με δασεία τότε, ήττα και ήσσα (π.χ. στον Θουκυδίδη), καταγράφεται από την κλασική εποχή, όπως και το ρήμα, ηττώμαι, με τον παράλληλο τύπο ησσώμαι, είναι παλιότερο. Ανάγονται όλα αυτά στο επίθετο ήσσων/ήττων (μικρότερος, λιγότερος), όπου οι τύποι με -ττ- είναι οι αττικοί τύποι.

Σύμφωνα με το λογοπαίγνιο, η ήττα γράφεται με ήτα· όμως το όνομα του γράμματος Η δεν έχει καμιά ετυμολογική σχέση με την ήττα, αφού είναι λέξη σημιτικής αρχής (heth).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 251 Σχόλια »

Κάλπες για την Ευρώπη, κάλπες για τους δήμους

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2019

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε προχτές στην μηνιαία στήλη μου στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Κανονικά τα άρθρα αυτά τα δημοσιεύω εδώ τη Δευτέρα μετά τη δημοσίευσή τους στην εφημερίδα, αλλά χτες είχαμε το άρθρο στη μνήμη του Στέλιου Ανεμοδουρά οπότε έκανα τη μετάθεση κατά μία μέρα.

Το άρθρο είναι προεκλογικό αφού σε είκοσι μέρες έχουμε τις ευρωπαϊκές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Μοιραία, τα λεξιλογικά του άρθρου είναι επανάληψη από προηγούμενα προεκλογικά άρθρα -στα δέκα χρόνια του ιστολογίου έχουμε περάσει πολλές εκλογικές αναμετρήσεις κάθε λογής.

Ο μήνας που άρχισε είναι μήνας εκλογικός, αφού την τελευταία Κυριακή του ψηφίζουμε για τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Λογικό είναι λοιπόν να λεξιλογήσουμε εκλογικά, έστω κι αν θα επαναλάβουμε εν μέρει παλιότερα άρθρα, αφού κι άλλες φορές έχει ασχοληθεί η στήλη με εκλογικές αναμετρήσεις.

Στις 26 Μαΐου λοιπόν θα πάμε στις κάλπες. Η λέξη κάλπη εμφανίζεται πρώτη φορά τα ελληνιστικά χρόνια, παράλληλος τύπος του αρχαίου «κάλπις», που είναι λέξη ομηρική. Σήμερα η κάλπη είναι ένα μεγάλο κιβώτιο, σε σχήμα κύβου, ξύλινο ή από διαφανές πλαστικό, με μια σχισμή στην επάνω πλευρά του για να ρίχνουμε τον φάκελο με το ψηφοδέλτιο. Στην αρχαιότητα όμως η κάλπις ήταν άλλοτε κανάτι για νερό (με αυτή τη σημασία στον Όμηρο), άλλοτε αγγείο που το χρησιμοποιούσαν σαν τεφροδόχο, αλλά επίσης και μια λήκυθος όπου έβαζαν κλήρους -από εκεί και η σημασία της ψηφοδόχου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευρωπαϊκή Ένωση, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 184 Σχόλια »

Τι θα κατεβάσει το Μπρέξιτ

Posted by sarant στο 8 Απρίλιος, 2019

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην κυριακάτικη Αυγή, στη στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι από το politico.eu. Στο άρθρο προτίμησα να λεξιλογήσω -περιμένω όμως τα δικά σας σχόλια και για το διεθνοπολιτικό σκέλος.

Αν όλα πήγαιναν βάσει σχεδίου, σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση θα είχε 27 μόνο κράτη μέλη και οι εφημερίδες θα ανέλυαν τις λεπτομέρειες αυτού του ιστορικού διαζυγίου· πράγματι, η 29η Μαρτίου είχε οριστεί ως η μέρα του Μπρέξιτ, αποδείχτηκε όμως πως ακόμα και στα συναινετικά διαζύγια ο διάβολος μπορεί να κρύβεται στις λεπτομέρειες -κι έτσι, αφού το αγγλικό Κοινοβούλιο, και πρώτα και κύρια το κυβερνών Συντηρητικό κόμμα, δεν μπόρεσε να εγκρίνει τη συμφωνία που είχε κλείσει η πρωθυπουργός της χώρας, αλλά απέρριψε ταυτόχρονα την έξοδο χωρίς συμφωνία, το μέλλον είναι περισσότερο ομιχλώδες κι από το στενό της Μάγχης τα χειμωνιάτικα πρωινά. Οπότε, το σημερινό μας άρθρο θα έχει χρώμα βρετανικό.

Η επίσημη ονομασία του εταίρου που θέλει και δεν θέλει να φύγει είναι “Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας” που συντομεύεται σε σκέτο “Ηνωμένο Βασίλειο”, αλλά πολύ συχνό είναι και το Μεγάλη Βρετανία, αν και κανονικά αυτός ο όρος αναφέρεται μόνο στο μεγάλο νησί· εξίσου συχνό, έστω και καταχρηστικά, το “Αγγλία”, που παραβλέπει πως η Αγγλία δεν είναι παρά η μεγαλύτερη από τις οντότητες που συναπαρτίζουν τη Μεγάλη Βρετανία μαζί με τη Σκωτία και την Ουαλία (περίπου όπως τις Κάτω Χώρες τις λέμε Ολλανδία)· κι είναι πολύ συχνό να αποκαλούμε Άγγλο ή Εγγλέζο τον Βρετανό, αν και μερικοί Ουαλοί ή Σκωτσέζοι θα ενοχλούνταν πολύ αν το συνειδητοποιούσαν.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διεθνής πολιτική, Επικαιρότητα, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιστορίες λέξεων, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , | 92 Σχόλια »

Ποιο είναι το διασημότερο χωριό του κόσμου;

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2019

Το σημερινό άρθρο είναι στυγνή επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου, με μια διαφορά: ενώ συνήθως επαναλήψεις βάζω όποτε δεν προλαβαίνω να γράψω φρέσκο άρθρο, τούτη τη φορά την επανάληψη τη ζητήσατε εσείς ή έστω ο φίλος μας ο Eli Ven, που είδε τις προάλλες το άρθρο, του άρεσε και έριξε την ιδέα της επανάληψης. Τραβάτε με κι ας κλαίω, είπα κι εγώ.

Ποιο είναι, θα σας ρωτούσα, το πιο διάσημο χωριό στον κόσμο; Θα το πιστεύατε ότι είναι το χωριό της φωτογραφίας αριστερά; Μάλλον όχι, δεν φαίνεται να έχει τίποτε το ιδιαίτερο. Όμως φταίω εγώ, που δεν σας προσδιόρισα λίγο περισσότερο τι εννοώ με τη λέξη «διάσημο».

Αν το παίρναμε τουριστικά, πολύ διάσημο χωριό είναι, έστω, το Ροβανιέμι, το χωριό υποτίθεται του Αγιοβασίλη ή μάλλον του Σάντα Κλάους. Αν το πάρεις καλλιτεχνικά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε κάποια χωριά της νότιας Γαλλίας που έγιναν πηγή έμπνευσης και στέκια μεγάλων ζωγράφων, σαν το Κολλιούρ. Αν πάλι πηγαίναμε στα χωριά που έγιναν γνωστά σαν τόποι μαρτυρίου, τότε θα είχαμε να διαλέξουμε ανάμεσα στην Κάντανο και το Δίστομο, το γαλλικό Οραντούρ και το τσέχικο Λίντιτσε, που όλα τους καταστράφηκαν από τους Ναζί και οι κάτοικοί τους εξοντώθηκαν. (Δεν τα ξεχνάω τα Καλάβρυτα, αλλά δεν είναι και χωριό, είναι πόλη).

Όμως, το ιστολόγιο εδώ με τα γλωσσικά κυρίως ασχολείται κι έτσι εγώ εννοώ γλωσσική διασημότητα (ωστόσο, αν έχετε άποψη για κανένα άλλο διάσημο χωριό, θα ήθελα να τη μάθω). Λοιπόν, ποιο είναι το χωριό που έδωσε όχι μία αλλά πολλές λέξεις σε πολλές γλώσσες; Μπορεί να μου ξεφεύγει κανένα αρχαίο, αλλά κατά πάσα πιθανότητα το πιο διάσημο είναι το χωριό της φωτογραφίας, που βρίσκεται, το ξέρω ότι σας έσκασα έτσι που το πηγαίνω λάου λάου, που βρίσκεται λέω στη βόρεια Ουγγαρία, 65 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Βουδαπέστης και λέγεται Κοτς (Kocs). Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια, απ’ όπου και η φωτογραφία, έχει 2.700 κατοίκους. Οπότε, μεγάλο χωριό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γεωγραφία, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ορολογία | Με ετικέτα: , , | 157 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν σούργελα;

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2019

Η ερώτηση του τίτλου δεν είναι εντελώς παραπλανητική, πάντως δεν κυριολεκτεί. Αφού, σύμφωνα με το λεξικό, σούργελο είναι το γελοίο υποκείμενο, ο περίγελος, θα έλεγε κανείς πως σούργελα υπάρχουν απανέκαθεν [δεν ταιριάζει περισσότερο ο ‘λαθεμένος’ τύπος;]

Ωστόσο, η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Και καλύτερα, πριν σας μπλέξω περισσότερο, να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Τις προάλλες, ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος, που δεν χρειάζεται βέβαια συστάσεις, έδωσε μια σημαντική συνέντευξη στην Lifo. Aν δεν την έχετε διαβάσει, διαβάστε την και πείτε μου μετά αν βρίσκετε αντιπροσωπευτικό τον τίτλο που διάλεξε να βάλει η αρχισυνταξία της Lifo -εγώ τον θεωρώ δημοσιογραφικό ατόπημα, αφού με κανένα τρόπο δεν αποδίδει ο τίτλος το βασικό θέμα της συνέντευξης.

Η συνέντευξη Αλιβιζάτου συζητήθηκε πολύ διότι ο καθηγητής, πρόσωπο αδιαφιλονίκητου κύρους, έπλεξε το εγκώμιο του πρωθυπουργού, έψεξε το ΚΙΝΑΛ για τις παλινωδίες του, επέκρινε τους αντίπαλους του ΣΥΡΙΖΑ για επιθετικότητα και ανοίκειο ύφος (κατονομάζοντας τον, φίλο του πάντως, Γ. Πρετεντέρη) και, ενώ είχε να πει πολλά επικριτικά και για την κυβέρνηση και το κυβερνών κόμμα, δεν ήταν κατεδαφιστικός στην κριτική του αυτή. Επίσης πρόβλεψε οτι το μέλλον του Ποταμιού και του ΚΙΝΑΛ είναι δυσοίωνο καθώς το κυβερνών κόμμα έρχεται να αλώσει τον χώρο της Κεντροαριστεράς -και, στο θέμα αυτό, ο Αλιβιζάτος έχει βαρύνουσα γνώμη, αφού ήταν εκείνος που πρωτοστάτησε στη διαδικασία δημιουργίας του ΚΙΝ.ΑΛ. που τόσο άδοξα το διέλυσε ουσιαστικά η Φώφη Γεννηματά όταν αγνόησε επανειλημμένα και επιδεικτικά τους εταίρους της και επέβαλε τη δική της μειοψηφική (μεταξύ της ηγεσίας) άποψη, τόσο στο Μακεδονικό όσο και σε άλλα ζητήματα.

Στα κοινωνικά μέσα πολλοί φανατικοί αντισυριζαίοι (διότι πάει καιρός τώρα που ο φανατισμός είναι σχεδόν αποκλειστικότητα της αντισύριζα πλευράς) θεώρησαν προδοσία τη συνέντευξη του Αλιβιζάτου -και θα είχε πολύ ενδιαφέρον να το συζητήσουμε και αυτό, όπως και την ίδια τη συνέντευξη, όμως το χούι μας, γλωσσικό ιστολόγιο καθώς είμαστε, είναι να λεξιλογούμε. Και, όπως ξέρετε, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Οπότε, θα λεξιλογήσουμε παίρνοντας αφορμή από μιαν αναφορά του κ. Αλιβιζάτου.

Σε ερώτηση για τις ριζικές μεταστροφές ανθρώπων με αφορμή το Μακεδονικό, ο Αλιβιζάτος απάντησε:

Κοιτάξτε, είναι και αγαπημένος μου φίλος από παλιά… ο Γιάννης Πρετεντέρης με τον οποίο έχω συμπορευθεί πολλές φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια. Όταν, για παράδειγμα, είχε τεθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το Μακεδονικό από τον Αντώνη Σαμαρά είχαμε δώσει μαζί τη μάχη εναντίον του φανατισμού και της δίωξης ανθρώπων που παραπέμπονταν σε δίκες επειδή μοίραζαν προκηρύξεις υπέρ της ανεύρεσης λύσης.
Μου έχει κάνει εντύπωση η αλλαγή της θέσης του Γιάννη Πρετεντέρη σε αυτήν τη φάση. Κάθε άνθρωπος μπορεί να αλλάζει θέσεις, να περνάει από την άλλη πλευρά. Δεν είναι αυτό που μου κάνει εντύπωση. Είναι η απαξίωση με την οποία πλέον αντιμετωπίζει αυτούς που έχουν αντίθετη θέση από τη δική του.
Θυμάστε τι ειπώθηκε: «εξαγορές αληταριών», «παρέλαση σούργελων». Σημειωτέον, επειδή το έψαξα, «σούργελο» σημαίνει «μουνόπανο» στα τουρκικά.
Είναι πράγματι εντυπωσιακή η απαξίωση με την οποία πολλοί αντιμετωπίζουν την αντίθετη άποψη. Το έχω νιώσει για τα καλά κι εγώ στο πετσί μου όταν κάποιοι κεντροαριστεροί ή κεντροδεξιοί γνωστοί της πραγματικής ζωής μού επιτέθηκαν με άδικους χαρακτηρισμούς επειδή έχω πολιτική τοποθέτηση διαφορετική από αυτούς. Αλλά είπαμε, εδώ λεξιλογούμε. Οπότε, εστιαζόμαστε στην τελευταία φράση:

Σημειωτέον, επειδή το έψαξα, «σούργελο» σημαίνει «μουνόπανο» στα τουρκικά.

Εδώ έχουμε να εξετάσουμε δύο θέματα:

Α. Ισχύει αυτή η εντυπωσιακή πληροφορία για την αρχική σημασία της λέξης «σούργελο» στα τουρκικά;

Β. Εάν ισχύει, επηρεάζει αυτό τη σημασία της λέξης στα ελληνικά; Έστω τη χρήση της;

Ας ξεκινήσουμε από το δεύτερο, που είναι πιο εύκολο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 266 Σχόλια »

Ο κ. Μπαμπινιώτης γνωματεύει για την «απεύθυνση»

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2019

Το σημερινό άρθρο είναι, κατά κάποιο τρόπο, συνέχεια του προχτεσινού μας, στο οποίο είχαμε διερωτηθεί αν υπάρχει η λέξη «απεύθυνση». Ο λόγος για τον οποίο επανέρχομαι τόσο γρήγορα στο ίδιο θέμα είναι, όπως βλέπετε στον τίτλο, ότι τοποθετήθηκε σχετικά ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης, υποστηρίζοντας στο άρθρο του ορισμένα πράγματα που χρειάζονται σχολιασμό -εννοώ γενικότερα θέματα δεοντολογίας και λεξικογραφίας.

Με την ευκαιρία, ενσωματώνω και ορισμένα στοιχεία για την ιστορία της λέξης, που δεν υπήρχαν στο προηγούμενο άρθρο.

Λοιπόν, προχτές το βράδυ ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης δημοσίευσε στο protagon.gr άρθρο με τίτλο «Τι είναι αυτό το ‘απεύθυνση’ κ. Μπαμπινιώτη;» Θα μεταφέρω εδώ τα πιο ουσιαστικά τμήματα του άρθρου:

Και ξαφνικά χτυπάνε τα τηλέφωνα. Λέμε στη γλώσσα μας απεύθυνση, που είπε ο Πρωθυπουργός μιλώντας για «απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος»; Υπάρχει τέτοια λέξη και δεν την ξέρουμε; Και χα, χα, χα …. Σοβαροί, εγγράμματοι δημοσιογράφοι, επιστήμονες, εκπαιδευτικοί, ακροατές, τηλεθεατές αντιδρούν στο άκουσμα τής λέξης. Η απεύθυνση προσκρούει στο γλωσσικό τους αίσθημα. Και τι θέλει να πει… ο ποιητής, εν προκειμένω ο πρωθυπουργός μας, με την «απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος»; Μπράβο, λέω! Απορίες για κάτι σημαντικό και ουσιαστικό, για τη γλώσσα μας. Επιτέλους. Έστω κι αν το απεύθυνση θυμίζει —και συνδέεται πράγματι ετυμολογικά— με το απευθυσμένον (έντερο). Και τα δύο ανάγονται ετυμολογικά στο ευθύς: ευθύνω – απευθύνω (αρχική σημασία «καθιστώ κάτι ευθύ, ισιώνω») – απευθυσμένο (το ορθόν τμήμα τού παχέος εντέρου) και απεύθυνση (;)
H λέξη ἀπεύθυνσις δεν είναι μεν συχνή, αλλά ούτε και νέα∙ χρησιμοποιήθηκε με άλλη σημασία ήδη τον έβδομο μ.Χ. αιώνα στα Ιατρικά τού Παύλου Αιγινήτη (Ἐπιτομῆς ἰατρικῆς βιβλία ζ΄, 6. 92). Στο Λεξικό τής Αρχαίας, στο Liddell-Scott, στο λήμμα ἀπεύθυνσις μαθαίνουμε ότι η λέξη σημαίνει «adjustment, setting” ή όπως αποδίδεται στο ελληνικό Συμπλήρωμα τού Liddell-Scott (από τον Παναγιώτη Γεωργούντζο) «τακτοποίησις, διόρθωσις, προσαρμογή», στο δε εξίσου έγκυρο Σύγχρονο Λεξικό τής Αρχαίας Ελληνικής τού Franco Montanari, το ίδιο λήμμα αποδίδεται ως «διευθέτηση, τακτοποίηση».
Βεβαίως, ένας πρωθυπουργός δεν έχει σχέση με Γράμματα, λέξεις και λεξικά. Θα άκουσε ο άνθρωπος τη λέξη απεύθυνση που (χωρίς καμιά σχέση με την παλιά) πλάστηκε με νέα σημασία. Κάπου στο λεξιλόγιο τής αριστερής διανόησης με την τάση της προς νεολογισμούς και καινολεξίες (που ενίοτε καταλήγουν σε κενολεξίες). Ίσως το βρήκε και σε λεξικά που σπεύδουν να υιοθετήσουν και να επικυρώσουν ό,τι εμφανίζεται (με περιορισμένη έστω συχνότητα) στο Google. Πάντως δεν το βρήκε στα δικά μας λεξικά: στο λεξικό τού Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, στού Κριαρά, στο λεξικό τού Παπύρου, στού Δημητράκου, στων Τεγόπουλου-Φυτράκη, στού Σταματάκου, στής Πρωίας, στο δικό μου λεξικό, όλοι έχουμε λήμμα απευθύνω (ακολουθούμενο από το λήμμα απευθυσμένο!). Τα μεν παλαιότερα από αυτά τα λεξικά δεν γνώριζαν ίσως τη λέξη (γιατί δεν υπήρχε ακόμη), ενώ τα νεότερα θεωρήσαμε προφανώς πρώιμο να υιοθετήσουμε τέτοια λέξη προτού εμφανίσει ευρύτερη χρήση και αποδοχή.
Και το ότι εμφανίζεται σε αναζητήσεις στο Google με κάποιες χιλιάδες; Αυτές δεν δεσμεύουν τον λεξικογράφο, όταν δεν εκτιμά τη χρήση του ως ευρεία και όταν μάλιστα (όπως αποδείχθηκε στην πράξη) τόσοι έγκυροι ομιλητές τής γλώσσας αντιδρούν αυθόρμητα με αρνητικό τρόπο, εκπλήσσονται και σατιρίζουν ακόμη μια τέτοια χρήση.
Βεβαίως, ως τύπος (μορφολογικά/γραμματικά) δεν ξενίζει η λέξη: κατά τα διευθύνω – διεύθυνση και κατευθύνω – κατεύθυνση (αυτά τα δύο υπάρχουν), μπορεί να πλασθεί και τύπος απευθύνω – απεύθυνση. Και ένας τέτοιος νεολογισμός φαίνεται πως άρχισε όντως δειλά-δειλά να χρησιμοποιείται τελευταία, ως το ουσιαστικό τού απευθύνομαι, με τη σημασία «το να απευθύνεις / να απευθύνεσαι». Είναι ευρύτερα αποδεκτός ο νεολογισμός αυτός; Oχι. Ηχεί ακόμη ξένος και παράξενος στα αφτιά των ομιλητών τής γλώσσας μας —ίσως και λόγω συνειρμού προς το απευθυσμένο (όρθό έντερο). «Τι είναι πάλι τούτο;» αναρωτιούνται πολλοί. Ωστὀσο, ψάχνοντας στο Διαδίκτυο —το είπα ήδη—, διαπιστώνεις ότι κάποιοι το χρησιμοποιούν. Κάποιοι κάνουν απεύθυνση ή απευθύνσεις. Εγώ και ως ομιλητής και ως λεξικογράφος θα το απέφευγα ακόμη, ακριβώς για να μην ενοχλώ τους συνομιλητές ή τους αναγνώστες μου. Αν καθιερωθεί, θα το υιοθετήσω και ως κύριο λήμμα τού λεξικού μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , | 186 Σχόλια »

Δεξιά και ακροδεξιά

Posted by sarant στο 4 Μαρτίου, 2019

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στη μηνιαία στήλη μου στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Οι ισχυρομνήμονες αναγνώστες θα αναγνωρίσουν ότι περίπου το μισό άρθρο είναι παρμένο από παλιότερο άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο (αλλά δεν είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα). Σημειώνω επίσης ότι στο ιστολόγιο έχουμε ήδη δημοσιεύσει άρθρο για τα λεξιλογικά της Αριστεράς, οπότε μας μένει μόνο το Κέντρο.

Δεξιά και ακροδεξιά

Στις ευρωπαϊκές εκλογές, στις 26 Μαΐου, αναμένεται σε πολλές χώρες της Ευρώπης σημαντική -και ανησυχητική- ενίσχυση των ακροδεξιών κομμάτων. Σε άλλες σελίδες της Αυγής θα έχετε διαβάσει για την πολιτική διάσταση του θέματος· στη δική μας στήλη λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε σήμερα για τη δεξιά και την ακροδεξιά.

Και αφού λεξιλογούμε, θα εξετάσουμε τις λέξεις απ’ όλες τους τις πτυχές και όχι μόνο τις πολιτικές· διότι, αν η ακροδεξιά χρησιμοποιείται μόνο στην πολιτική ορολογία, το επίθετο “δεξιός” έχει βέβαια και πολλές άλλες σημασίες.

Η λέξη «δεξιός» είναι αρχαία, μάλιστα ήδη μυκηναϊκή. Πιθανώς να έχει απώτερη ετυμολογική σχέση με το «δέχομαι». Για τους περισσότερους ανθρώπους το δεξί χέρι είναι το πιο ικανό, και αυτή η διαφορά καθόρισε από πολύ παλιά τη μοίρα της λέξης “δεξιός”, που από τ’ αρχαία χρόνια πήρε μια σειρά θετικές σημασίες

Έτσι, ήδη από την αρχαιότητα, δεξιός σήμαινε και «επιδέξιος» ή «σωστός» ή «καλοφτιαγμένος» (π.χ. «Ευριπίδου δράμα δεξιώτατον»), ενώ επίσης πήρε τη σημασία «ευνοϊκός» στην οιωνοσκοπία. Αντίθετα, όπως ξέρουμε, η αριστερή πλευρά θεωρήθηκε δυσοίωνη και γι’ αυτό για να ονοματιστεί χρησιμοποιήθηκαν ευφημισμοί, όπως «ευώνυμος» -αλλά και το «αριστερός» ευφημισμός είναι, παράγωγο του «άριστος».

Στις διαλέκτους σώζεται η αρχαία σημασία αφού “δέξιος” είναι ο ικανός, ο επιδέξιος που λέμε, αλλά και στην κοινή γλώσσα ονομάζουμε “δεξιότητες” τις ικανότητες που έχει αποκτήσει ή πρέπει να διαθέτει κάποιος. Και όποιος δεν είναι ικανός, είναι αδέξιος. (Έφυγαν οι δεξιοί και ήρθαν οι αδέξιοι, ήταν μια εξυπνακίστικη ατάκα το 1981). Στη συνθηματική γλώσσα των μαστόρων του 19ου αιώνα, δέξος ήταν ο Έλληνας και ζέρβος ο Τούρκος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Πολιτική, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , | 196 Σχόλια »

Οι γκαζές της γκαζόζας γκαζώνουν αγκαζέ στο γκαζόν

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο το ζητήσατε εσείς. Το περασμένο Σάββατο είχαμε τα Μεζεδάκια της γκαζόζας, με αφορμή τη διάσημη πια ατάκα του βουλευτή Αριστείδη Φωκά, που, όπως δικαιολογήθηκε, έχασε την ονομαστική ψηφοφορία επειδή είχε πιει μια γκαζόζα και αισθάνθηκε την ανάγκη να πάει εκεί που και οι βουλευτές πηγαίνουν μόνοι τους. Στα σχόλια εκείνου του άρθρου αρκετοί γκαζοζολογήσατε και ζητήσατε «μετ’ επιτάσεως» που λέει και το κλισέ να αφιερωθεί άρθρο στη γκαζόζα.

Αμ’ έπος αμ’ έργον λοιπόν.

Το άρθρο περιέχει τοποθέτηση προϊόντος, επειδή μου χρειαζόταν μια εικόνα και δεν έβρισκα καμία χωρίς μάρκα επάνω.

Η γκαζόζα, σύμφωνα με το ΛΚΝ, είναι «εμφιαλωμένο αεριούχο αναψυκτικό». Νομίζω πως ο ορισμός πάσχει, αν δεχτούμε ότι η γκαζόζα πρέπει να έχει γεύση λεμονιού (όχι να περιέχει λεμόνι). Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας προσδιορίζει «που περιέχει κιτρικό οξύ».

Πράγματι, η γκαζόζα της εικόνας έχει τα εξής συστατικά: Νερό, Ζάχαρη, Διοξείδιο Άνθρακα, Μέσο Οξίνισης: Κιτρικό Οξύ, Αντιοξειδωτικό: Ασκορβικό Οξύ, Συντηρητικό: Σορβικό Κάλιο, Ρυθμιστής Οξύτητας: Κιτρικό Νάτριο, Φυσικές Αρωματικές Ύλες, ενώ η λεμονάδα περιέχει και χυμό λεμονιού.

Μ’ άλλα λόγια, η γκαζόζα δεν είναι λεμονάδα.

Η γκαζόζα είναι λαϊκό αναψυκτικό. Όπως είχα γράψει στο προηγούμενο άρθρο, σε μια παλιά ερωτική ταινία (σοφτ) που είχε γυρίσει προδικτατορικά, ο Κώστας Γκουσγκούνης αποδίδει την επιτυχία του στις γυναικες στο γεγονός ότι είναι χουβαρντάς. Και αμέσως μετά εμφανίζεται να πηγαίνει με μια κοπέλα στο ζαχαροπλαστείο και να τη ρωτάει «Να σε κεράσω μια γκαζόζα;». Ο Φρέντι Γερμανός είχε ειρωνευτεί την τόση γαλαντομία (στο «Γράψτο όπως το λέω»).

Ο Μπαμπινιώτης, αλλά και το Χρηστικό Λεξικό, υποστηρίζουν ότι η γκαζόζα ετυμολογείται από το ιταλικό gassosa, θηλυκό του gassoso, αεριώδης ή αεριούχος. H θεωρία αυτή προσκρούει στο ότι στα ιταλικά λέγεται gazzosa, που προφέρεται γκατσόζα.

Νομίζω πως δίκιο έχει το ΛΚΝ, που θεωρεί ότι τη γκαζόζα την πήραμε από το τουρκικό gazoz, το οποίο βέβαια έχει μάλλον γαλλική αρχή (από το eau gazeuse).

Tο απόκομμα που βλέπετε αριστερά, από εφημερίδα του 1901, που μιλάει για «φιάλες γκαζόζ» μάλλον δικαιώνει οριστικά το ΛΚΝ.

Δεν ξέρω αν θα το περιμένατε, όμως βρίσκω τη γκαζόζα 16 φορές σε ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, που του αρέσει να τη χρησιμοποιεί σε εικόνες με λαϊκούς ανθρώπους, π.χ. Στο καφενείο η γκουβερνάντα πίνει τη γκαζόζα της, το μωρό είναι ήσυχο μέσα στο καροτσάκι του. Υπάρχει μια φορά και στον Σεφέρη, στο Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη: Κάνει ζέστη βαθιά ώς τη νύχτα, τ’ άστρα πετάνε σκνίπες, πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , | 318 Σχόλια »

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Στην εδώ αναδημοσίευση προσθέτω ορισμένα περί κουρελούς όπως και τη φωτογραφία.

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Ο μήνας που μας πέρασε ήταν γεμάτος γεγονότα. Η συμφωνία των Πρεσπών στάθηκε καταλύτης για το διαζύγιο των κυβερνητικών εταίρων και δρομολόγησε εξελίξεις -όχι μόνο την ψήφο εμπιστοσύνης αλλά και την ανασύνθεση των πολιτικών δυνάμεων. Τελικά, η Συμφωνία ψηφίστηκε από τη Βουλή μάλλον άνετα, αλλά η αξιωματική (και όχι μόνο) αντιπολίτευση μίλησε προσβλητικά για κυβέρνηση-κουρελού και χαρακτήρισε “ρετάλια” τους βουλευτές εκτός ΣΥΡΙΖΑ που έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης ή στήριξαν τη Συμφωνία των Πρεσπών στη Βουλή.

Κουρελού είναι υφαντό στο οποίο ως υφάδι έχουν χρησιμοποιηθεί λεπτές λουρίδες διάφορων υφασμάτων και το οποίο χρησιμεύει ως πρόχειρο χαλί ή στρωσίδι. Από την άποψη αυτή, ο χαρακτηρισμός “κουρελού” για την κυβερνητική πλειοψηφία δεν είναι πολύ ακριβής, αφού η κουρελού αποτελείται από πολλά μικρά κομμάτια και όχι από ένα μεγάλο και πολλά μικρά -αλλ’ ας το προσπεράσουμε αυτό.

Το κουρέλι δεν είναι λέξη ελληνικής ετυμολογίας· οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν το ράκος, λέξη ήδη ομηρική (π.χ. στην Οδύσσεια όταν ο Οδυσσέας εμφανίζεται στο παλάτι του ως ζητιάνος, φοράει ράκη: ζώσατο μὲν ῥάκεσιν περὶ μήδεα, “έζωσε τα κουρέλια του τριγύρω στα κρυφά του” στη μετάφραση του Σίδερη). Από εκεί έχει επιβιώσει ο ρακοσυλλέκτης. Όμως το κουρέλι είναι μεσαιωνικό δάνειο από το λατινικό coriellum, που ανάγεται στο corium, δέρμα και πετσί ζώου. Πάντως, σε μεσαιωνικά κείμενα βρίσκει κανείς κουρέλιν να λέγεται και το κοράλλι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 295 Σχόλια »

Το γκλομπ και το κλαμπ

Posted by sarant στο 14 Δεκέμβριος, 2018

Επειδή ταξίδευα χτες και δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, καταφεύγω στη δοκιμασμένη μέθοδο της επανάληψης, κι έτσι θα αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχε πρωτοδημοσιευτεί στο ιστολόγιο πριν από εννιά χρόνια (και κάτι μέρες). Σήμερα κάνω κάποιες αλλαγές, μεταξύ άλλων επειδή το αρχικό άρθρο εστιαζόταν σε μια πορτοκαλική ετυμολογία του ακροδεξιού Κ. Πλεύρη, ενώ το θέμα έχει ενδιαφέρον αυτοτελές, και εννιά χρόνια μετά δεν χρειάζεται η παρά-πλευρη έμφαση.

Τι σχέση έχουν τα κλαμπ με τα γκλομπ, θα ρωτήσετε; Αν γίνει φασαρία σε ένα κλαμπ, μπορεί να επέμβει η αστυνομία,  οι δε αστυνομικοί έχουν κλομπ, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς -όμως η σχέση ανάμεσα στις δύο λέξεις είναι ετυμολογική και μόνο.

Να ξεκινήσουμε από το κλαμπ.

Λοιπόν, το κλαμπ. Λέξη αγγλική, αν και δεν είναι βέβαιο πως εμείς τη δανειστήκαμε από τα αγγλικά.

Κλαμπ είναι η λέσχη, ειδικότερα η αγγλική λέσχη, ο σύλλογος γενικότερα. Τη λέξη τη χρησιμοποιούμε στα σημερινά ελληνικά κυρίως για ένα είδος νυχτερινών κέντρων, με χορό και μουσική. Αυτά παλιότερα, στη δεκαετία του 1960 ας πούμε, τα λέγαμε νάιτ κλαμπ, τότε που η λέξη σκανδάλιζε κάθε καθωσπρέπει πατέρα με τη σκέψη ότι το σπλάχνο του μπορεί να παρασυρθεί σε τέτοια καταγώγια, τώρα όμως σπάνια το λέμε έτσι. Παρόλο που η λέξη ήρθε σχετικά αργά κι έτσι δεν προσαρμόστηκε στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής (αν και τα Ημισκούμπρια έχουν τραγουδήσει για κλάμπι), έχει δώσει το κλαμπάκι, αν και το άλλο πιο πρόσφατο παραγωγό της είναι κι αυτό ξενότροπο, το κλάμπινγκ.

Βέβαια ‘κλαμπ’ είναι και κάθε είδους λέσχη, και το χρησιμοποιούμε και μ’ αυτή τη σημασία, ενώ το λέμε και κάπως μεταφορικά, συχνά χαριτολογώντας, για μια άτυπη κοινότητα ανθρώπων ή πραγμάτων με τα ίδια χαρακτηριστικά –για παράδειγμα, όταν ανακοίνωσα ότι παντρεύομαι κάποιοι παντρεμένοι μου είπαν ‘καλώς ήρθες στο κλαμπ των παντρεμένων’ (βέβαια μερικοί το είπαν στα αγγλικά, welcome to the club)· αλλά και τώρα διαβάζω σε μια εφημερίδα ότι το Octavia είναι το φτηνότερο μέλος «του κλαμπ των 200 ίππων».

Μια άλλη σημασία της λέξης στα ελληνικά, πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια στη γλώσσα των αθλητικογράφων, είναι η σημασία «ποδοσφαιρικός σύλλογος, ιδίως μεγάλος». Οι αθλητικογράφοι αρέσκονται πολύ να ονομάζουν κλαμπ τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, λες κι αν γράψουν ‘σύλλογος’ ή ‘ομάδα’ θα τους πέσει η μύτη. Βέβαια, συνήθως κλαμπ ονομάζονται οι μεγάλες και ιστορικές ομάδες, όπως Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Λίβερπουλ, τέτοιες. Ο Σαρωνικός Αιγίνης δεν είναι κλαμπ. Τέλος, υπάρχει το «φαν κλαμπ», η λέσχη των θαυμαστών ενός τραγουδιστή ή ηθοποιού, ενώ από τα εδέσματα θα αναφέρουμε το κλαμπ σάντουιτς.

Όλες αυτές οι σημασίες υπάρχουν και στα αγγλικά και βέβαια μας θυμίζουν τα κλαμπ της αγγλικής αριστοκρατίας, εκείνους τους μυθικούς τόπους καταφυγής των γαλαζοαίματων παράσιτων, που τόσο σπαρταριστά περιγράφει ο Γουντζχάουζ στις ιστορίες τού αξιαγάπητου μικρονοϊκού αριστοκράτη Μπέρτι Γούστερ και του πανέξυπνου υπηρέτη του, του Τζιβς (που όποιος τις μεταφράσει στα ελληνικά θα του βγάλω το καπέλο μέχρι το δάπεδο, μια και τις θεωρώ σχεδόν αμετάφραστες, δηλαδή μη μεταφράσιμες).

Όμως, αυτή η σημασία, της συνάθροισης δηλ. ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα (και κατ’ επέκταση των χώρων στους οποίους συχνάζουν) δεν είναι η πρώτη χρονολογικά σημασία της λέξης club στα αγγλικά. Όπως ξέρουμε, club είναι επίσης στα αγγλικά το ρόπαλο, το ματσούκι. Αυτή η σημασία στα αγγλικά, μου λέει το OED πως είναι η αρχαιότερη, πως υπάρχει από το 1200 (ως clubbe) και έχει συγγενικές λέξεις στις σκανδιναβικές γλώσσες.

 Θα ρωτήσετε, και με το δίκιο σας, πώς φτάσαμε από το ματσούκι στη λέσχη; Τι περίεργο σημασιολογικό άλμα είναι δαύτο; Άλμα είναι, και μεγάλο μάλιστα, και το χειρότερο είναι πως κι οι ίδιοι οι εγγλέζοι δεν ξέρουν να το εξηγήσουν πειστικά. Φαίνεται πάντως ότι από τη σημασία της σφιχτής μάζας, όπως σφιχτή είναι η άκρη του ροπάλου, προήλθε με κάποιο τρόπο και η σημασία της συγκέντρωσης ανθρώπων και από εκεί της λέσχης και των κλαμπ.

Στα σημερινά αγγλικά συνυπάρχουν και οι δυο σημασίες, του ρόπαλου και της λέσχης, πράγμα που έδωσε τη δυνατότητα στον Γκράουτσο Μαρξ, ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε πει ότι ουδέποτε θα γινόταν μέλος ενός κλαμπ το οποίο θα τον δεχόταν για μέλος, να πει επίσης: I got a good mind to join a club and beat you over the head with it (από την ταινία Duck soup, βλ. δίπλα). Νομίζω ότι οι μαρξιστές του ιστολογίου πρέπει να το ξέρουμε αυτό.

Όσοι εκτός από μαρξιστές είναι και χαρτόμουτρα, θα προσθέσουν ότι club στα αγγλικά είναι και τα σπαθιά, η μία από τις τέσσερις φυλές της τράπουλας. Πράγματι, μόνο που το σύμβολο που τα συνοδεύει, το ♣, δεν μοιάζει και πολύ με ματσούκι. Ούτε με σπαθί μοιάζει, εδώ που τα λέμε. Βλέπετε, στις ονομασίες των φυλών της τράπουλας έχει γίνει ένα φοβερό αλαλούμ που αξίζει να το δούμε σε άλλο σημείωμα, πάντως το τριφυλλάκι των σπαθιών και των clubs είναι γαλλική επιρροή –εκείνοι βέβαια τα λένε Trèfles, τριφύλλια, οπότε είναι συνεπείς.

Τελειώσαμε; Όχι ακόμα. Διότι αυτό το πρωτεϊκό club, που είναι και ρόπαλο, είναι και λέσχη, είναι και τριφυλλόμορφη φυλή της τράπουλας, έχει δώσει κι άλλο ένα δάνειο στην ελληνική γλώσσα, οπότε πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτό. Εννοώ το γκλομπ ή κλομπ, το ροπαλάκι που κουβαλάνε οι αστυνομικοί και ενίοτε το κατεβάζουν και σε κανένα κεφάλι. Αυτό είναι δάνειο από τα αγγλικά, διότι στα γαλλικά δεν έχει περάσει η σημασία club = ρόπαλο (μόνο μπαστούνι του γκολφ). Θα επιστρέψω στο ρόπαλο αλλά πρώτα θέλω να ξεκαθαρίσω πότε και από πού μπήκε στην ελληνική γλώσσα το «κλαμπ» (με τη σημασία της λέσχης).

Τα μεγάλα λεξικά μας (ΛΚΝ και Μπαμπινιώτη) θεωρούν ότι η λέξη κλαμπ είναι δάνειο από τα αγγλικά, χωρίς να δίνουν χρονολογία εισόδου στην ελληνική. Έχω κάποιες επιφυλάξεις. Οι παλαιότερες εμφανίσεις της λέξης στα ελληνικά είναι από τα γαλλικά και αφορούν διάφορες λέσχες γαλλικές, όπως το Automobile Club (μεταγραμμένο στα ελληνικά, βεβαίως) είτε σε ανταποκρίσεις από Παρίσι είτε σε μεταφράσεις γαλλικών μυθιστορημάτων. Η παλιότερη ανεύρεση, από το 1908.

Βέβαια, στα επόμενα χρόνια δεν άργησαν να εμφανιστούν και εγχώρια κλαμπ, όχι νυχτερινά κέντρα εννοείται, αλλά λέσχες και σύλλογοι όπως το τέννις κλαμπ. Και εδώ πρέπει να πούμε ότι επειδή στα γαλλικά η λέξη club προφέρεται περίπου «κλομπ», με ένα ιδιότροπο /ο/ κοντά στο –ου- πολλές φορές τη λέξη τη βρίσκουμε γραμμένη «κλομπ» ή «κλουμπ» (το Πέρα Κλουμπ της Πόλης ακόμα υπάρχει, τώρα στην Αθήνα, και μάλιστα το τμήμα ποδοσφαίρου αγωνιζόταν έναν καιρό στη Δ’ Εθνική). Για παράδειγμα, στο Ελεύθερο Βήμα, το 1927: «Προχθές Κυριακή ήτο η «ουβερτύρ» του τέννις κλομπ με απαρτία ωραίου και κομψού κόσμου».

Αλλά ας επιστρέψω στο άλλο κλομπ, το αστυνομικό ροπαλάκι ή γκλομπ. Πότε μπήκε αυτό στα ελληνικά; Έχω ψάξει αρκετά τα σώματα των εφημερίδων και παρατηρώ το εξής ενδιαφέρον, ότι η λέξη «κλομπ» με τη σημασία του ροπάλου ή γκλομπ απουσιάζει εντελώς πριν από το 1929, ενώ ξαφνικά μετά το 1929 εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα, σχεδόν πάντα σε περιγραφές επιθέσεων της αστυνομίας εναντίον απεργών ή διαδηλωτών, όπως εδώ: «ούτω συνήφθη πραγματική μάχη, των απεργών χρησιμοποιούντων καρέκλας και των αστυνομικών καρέκλας και κλομπ». Εικάζω, αν και δεν το έχω διασταυρώσει από άλλη πηγή, ότι η αστυνομία πρέπει να υιοθέτησε το ροπαλάκι στα τέλη του 1928 ή στις αρχές του 1929, αλλιώς δεν εξηγείται εύκολα η απόλυτη απουσία του πρωτύτερα και η μαζική παρουσία του μετά. Εκτός βέβαια αν δεν έψαξα καλά στα σώματα των εφημερίδων. Βέβαια, κάποιο ματσούκι θα είχαν και πριν οι αστυνομικοί, αλλά επειδή δεν το είχαν εισαγάγει απέξω δεν θα το λέγανε έτσι.

Η παραλλαγή γκλομπ είναι λαϊκότερη –έχουμε και μερικά άλλα παραδείγματα τροπής αρχικού κ σε γκ, αλλά σε αρσενικά ή θηλυκά, οπότε εξηγείται από τη συνεκφορά με άρθρα. Εδώ δεν μπορώ να την εξηγήσω. Όμως μπορώ να σκεφτώ ότι λόγω της εμφάνισης του κλομπ = ροπαλάκι το κλομπ = λέσχη άρχισε να υποχωρεί κι έτσι (βοηθώντας και η αγγλομάθεια) επικράτησε ο τύπος κλαμπ.

Στο παλιό άρθρο είχα αναφερθεί εκτενώς στην πορτοκαλική ετυμολογία του Πλεύρη, ας την παραθέσω κι εδώ σε συντομία.

Λοιπόν, στο βιβλίο του Κώστα Πλεύρη «Οι κίναιδοι», ο… μέγας διανοητής αναφέρεται στη Σαπφώ, και λέει ότι με τις φίλες της τη συνέδεε απλώς αγνή φιλία και ότι στις αιολικές πόλεις οι γυναίκες είχαν δικαιώματα και ότι «ελειτούργουν κλειστοί σύλλογοι, με μέλη γυναίκας, που ησχολούντο με την καλλιτεχνικήν, πολιτικήν και γενικωτέραν πνευματικήν δημιουργίαν. Εις αυτούς τους κλειστούς συλλόγους, που εθεωρούντο «κλωβοί» εισήρχοντο μόνον τα μέλη. Το γράμμα «ωμέγα» στα αρχαία Ελληνικά προφέρεται και ως «ου». Ο κλωβός (κλουβί) μεταφερθείς στα λατινικά προφέρεται clubo, εξελίχθη στα ιταλικά εις clubo, στα αγγλικά club, κτλ. που εννοεί τον κλειστόν σύλλογον, άλλως «κλαμπ» των ξενομανών».

Θέλει κάποιο ταλέντο για να χωρέσεις σε μια παράγραφο τόσο πολλές και τόσο χοντρές κοτσάνες! Μετρήστε:

α) Η λέξη κλωβός στα αρχαία είχε μοναδική σημασία «κλουβί, ιδίως για πουλιά».
β) Η λέξη είναι πολύ μεταγενέστερη, δεν υπήρχε στην εποχή της Σαπφώς.
γ) Η λέξη κλωβός δεν έχει μεταφερθεί στα λατινικά.
δ) Λέξη clubo δεν υπάρχει στα λατινικά· το κλουβί στα λατινικά λεγόταν cavea.
ε) Ούτε στα ιταλικά υπάρχει λέξη clubo.
στ) Το κυριότερο: η αγγλική λέξη club, όπως ήδη είδαμε, έχει εντελώς διαφορετική ετυμολογία.

Πρέπει βέβαια να πούμε ότι η «εφεύρεση» της ετυμολογίας του club από το κλωβός δεν είναι ολότελα του Πλεύρη. Στα Άτακτα, στον τρίτο τόμο, ο Κοραής αναφέρεται σε κάποιον περίεργο θεσμό της αρχαίας Χίου, το πρεσβυτικόν, όπου μαζεύονταν οι ηλικιωμένοι πολίτες και έπιναν, έπαιζαν και συζητούσαν τα πολιτικά, και λέει ότι μοιάζει «με τας συνήθεις εις τα πολιτισμένα της Ευρώπης έθνη Εταιρίας, τας λεγομένας Κλωβούς (Clubs), ή τους εις την Ιταλίαν ονομαζομένους Οικίσκους (casini)». Ο Κοραής δηλαδή δεν ετυμολογεί το club από τον κλωβό, αλλά εξελληνίζει το club σε κλωβός, μια και η συνήθεια της εποχής ήταν να εξελληνίζονται τα πάντα.

Δεν ξέρω λοιπόν αν μόνος του ο Πλεύρης φαντάστηκε ότι το club ετυμολογείται από τον κλωβό ή αν διάβασε τον Κοραή και τον διέστρεψε, αλλά και δεν ενδιαφέρει. Η ιστορία της λέξης είναι τόσο ενδιαφέρουσα, από ρόπαλο σε λέσχη και σε εντευκτήριο αριστοκρατών, και μετά σε αθλητικούς συλλόγους και σε κέντρα διασκέδασης της νεολαίας, και ταυτόχρονα πάλι σε ρόπαλο στα χέρια αστυνομικών αυτή τη φορά, και από τις σκανδιναβικές χώρες στην Αγγλία και μέσω Γαλλίας στα ελληνικά, οπότε ας αφήσουμε καλύτερα στη δυστυχία του τον κακομοίρη τον Πλεύρη και ας απολαύσουμε τη γλώσσα που είναι τόσο απέραντη ώστε από αγκάθι να βγαίνει ρόδο.

Πριν τον αφήσουμε όμως, ας τον τσιγκλίσουμε λιγάκι: η αρχαία ελληνική λέξη «κλωβός», που όπως είπαμε δεν είναι της κλασικής αρχαιότητας αλλά μεταγενέστερη, δεν είναι ακραιφνής ελληνική· το χειρότερο; Σύμφωνα με τα λεξικά, ο κλωβός είναι σημιτικό δάνειο. Το κλουβί είναι κελούβ στα εβραϊκά, κελούμπ στα συριακά. Και μ’ αυτό το πάρθιο βέλος (ή ροπαλιά) μπορώ να κλείσω το άρθρο.

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , , , | 198 Σχόλια »

Λεξιλογικά της εκκλησίας

Posted by sarant στο 3 Δεκέμβριος, 2018

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα, το ένθετο της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς αλλαγές.

(Στις εφημερίδες υπάρχει περιορισμός στην έκταση των άρθρων -στην προκειμένη περίπτωση, το όριο είναι οι 800 λέξεις, ενώ ειδικά αυτό το θέμα είναι τεράστιο και θα μπορούσαν άνετα να γραφτούν τα τετραπλάσια.

Καθώς έγραφα το άρθρο, όχι για πρώτη φορά, σκεφτόμουν ότι πρέπει να αφήσω έξω κάποια πράγματα, αλλά ότι στη δημοσίευση στο ιστολόγιο θα τα πρόσθετα. Όμως, τώρα που ξαναβλέπω το άρθρο διστάζω να κάνω προσθήκες για να μη χαλάσει η ισορροπία του κειμένου. Επαφίεμαι λοιπόν στα σχόλιά σας).

Λεξιλογικά της εκκλησίας

Η συγκυρία έπαιξε άσκημο παιχνίδι στη στήλη, αφού όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο του προηγούμενου μήνα κυριαρχούσε στην επικαιρότητα η συμφωνία με την εκκλησία, που όμως τώρα έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο. Ωστόσο, επειδή το θέμα θα επανέλθει και επειδή η λέξη έχει μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον, αποφάσισα σήμερα να λεξιλογήσουμε ακριβώς για την εκκλησία.

Η εκκλησία έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη χριστιανική θρησκεία, όμως η λέξη εμφανίστηκε νωρίτερα, είναι της κλασικής, προχριστιανικής αρχαιότητας. Σημαίνει τη συνέλευση των πολιτών, σε αντιδιαστολή με τον πιο γενικό “σύλλογο”, κι έτσι πχ διαβάζουμε στον Θουκυδίδη πως ο Περικλής ἐκκλησίαν τε οὐκ ἐποίει αὐτῶν οὐδὲ ξύλλογον οὐδένα, τοῦ μὴ ὀργῇ τι μᾶλλον ἢ γνώμῃ ξυνελθόντας ἐξαμαρτεῖν, απέφευγε να συγκαλέσει συνέλευση των πολιτών ούτε άλλου είδους συνάθροιση για να μην πάρουν λάθος αποφάσεις από την οργή που ένιωθαν βλέποντας τους Πελοποννήσιους να καταστρέφουν την αττική ύπαιθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εκκλησία, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 229 Σχόλια »