Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2021

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως έχω ήδη γράψει, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 11 ως τώρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Οι ισχυρομνήμονες παλαιοί φιλοι του ιστολογίου ίσως αναγνωρίσουν κάποια κομμάτια του σημερινού άρθρου. Πράγματι, ενώ το βουλεβάρτο είναι σήμερα λέξη της επικαιρότητας λόγω των εξαγγελιών του δημάρχου Αθηναίων, στο ιστολόγιο έχουμε ήδη βάλει ένα άρθρο με τα λεξιλογικά της λέξης αυτής, σε ανύποπτο χρόνο και με άλλη αφορμή. Οπότε, το λεξιλογικό κομμάτι είναι επανάληψη. 

Σημειώνεται ότι το άρθρο γράφτηκε πριν από τη νεροποντή που πλημμύρισε την Αττική -διαφορετικά, μπορεί σήμερα να γράφαμε για τα λεξιλογικά της γόνδολας. 

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Μεγάλη εντύπωση προκάλεσαν οι νέες ανακοινώσεις του δημάρχου Αθηναίων για το σχέδιο ανάπλασης της οδού Πανεπιστημίου. Θα φυτευτούν 86 πλάτανοι, διαβάσαμε, που θα δώσουν «την αίσθηση ενός αστικού βουλεβάρτου που θα είναι αντάξιο με τα αντίστοιχα που υπάρχουν σε πόλεις της Ευρώπης, στο Βερολίνο για παράδειγμα». Η αρχική μάλιστα ανακοίνωση του δήμου ήταν τόσο προχειρογραμμένη που αφενός επέμενε πως τα πλατάνια είναι δέντρα αειθαλή (ενώ όσοι έχουν δει ελληνικό πλάτανο ξέρουν ότι τα φύλλα του όχι μόνο πέφτουν αλλά και προκαλούν κάμποσα προβλήματα, στις πλατείες των χωριών, με την ολισθηρότητά τους) ενώ αφετέρου υποστήριζε ότι αποτελούν στοιχείο της… αστικής πανίδας ανατρέποντας όλα όσα ξέραμε για το φυτικό και το ζωικό βασίλειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »

Η αξία της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών

Posted by sarant στο 13 Οκτωβρίου, 2021

Τις μέρες αυτές απεργούν οι εκπαιδευτικοί και διαμαρτύρονται για την αξιολόγηση και τις λοιπές αλλαγές που προωθεί το υπουργείο Παιδείας. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο κλάδος, όπως φαίνεται, είναι κατηγορηματικά αντίθετος με τις επιχειρούμενες αλλαγές και μάλιστα σε ποσοστό 90%, δεν πρόκειται δηλαδή για αντίθεση μόνο σε επίπεδο συνδικαλιστικών ηγεσιών που αφήνει αδιάφορη τη βάση.

Στο ιστολόγιο βέβαια λεξιλογούμε. Μάλιστα για την αξιολόγηση έχουμε ήδη λεξιλογήσει, σε άρθρο του 2017, πριν από τεσσεράμισι χρόνια. Τότε βέβαια γινόταν λόγος για μιαν άλλη αξιολόγηση: την αξιολόγηση των μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης από τους «θεσμούς». Το πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό, αν και βέβαια τα λεξιλογικά δεν αλλάζουν.

Στο ιστολόγιο έχουμε πολλούς φίλους σχολιαστές (και φίλες σχολιάστριες) που είναι μάχιμοι εκπαιδευτικοί ή που έχουν πια αφυπηρετήσει, πρόσφατα ή εδώ και αρκετά χρόνια. Είναι λοιπόν προνομιακός τόπος για κάθε συζήτηση σχετικά με την εκπαίδευση -και για έναν ακόμα λόγο, ότι μας διαβάζουν αφανώς, χωρις να σχολιάζουν, πολλοί εκπαιδευτικοί ακόμα, αν τουλάχιστον κρίνω από τα μέιλ που παίρνω κατά καιρούς.

Οπότε, στο σημερινό άρθρο θα επαναλάβω τα λεξιλογικά του παλιότερου άρθρου μας και θα παραθέσω και μια τοποθέτηση της Β’ ΕΛΜΕ Έβρου για την αξιολόγηση και τις λοιπές αλλαγές που προωθούνται. Θέλω όμως να δω τα δικά σας σχόλια, από εκπαιδευτικούς και μη.

Η αξιολόγηση φαίνεται λέξη αρχαία αλλά δεν είναι. Απ’ όλη την οικογένεια των λέξεων στην οποία ανήκει, μονάχα το επίθετο αξιόλογος έχει αρχαίες περγαμηνές, μια και προήλθε με συναρπαγή από τη φράση άξιος λόγου και είχε και στην αρχαιότητα σημασία παρόμοια με τη σημερινή –αξιολογώτατον χαρακτηρίζει ο Θουκυδίδης τον Πελοποννησιακό πόλεμο στο προοίμιο του έργου του.

Η αξιολόγηση όμως όχι μόνο δεν είναι λέξη αρχαία, αλλά επιπλέον όπως φαίνεται δεν πλάσθηκε ούτε από τους μεταγενέστερους ούτε καν από τους λόγιους του 19ου αιώνα, καθώς απουσιάζει από τη Συναγωγή νέων λέξεων του Κουμανούδη, και με βάση μιαν αναζήτηση στα σώματα κειμένων φαίνεται πως πρόκειται για λέξη του 20ού αιώνα, που φτιάχτηκε ως μεταφραστικό δάνειο πάνω στο πρότυπο του αγγλ. evaluation, ίσως και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Για μας τους αιωνοφάγους Έλληνες λοιπόν, η αξιολόγηση είναι καινούργια λέξη. Για την έννοια αυτή λέγαμε παλιότερα αποτίμηση.

Αρχαία είναι όμως η λέξη άξιος, ο προπάτορας της αξιολόγησης. Ανάγεται στο ρήμα άγω, μέσω ενός αμάρτυρου τύπου *άγ-τιος, *άκ-τιος, και η αρχική του σημασία ήταν «αυτός που έχει ίδιο βάρος με κάτι άλλο» ή «ισότιμο με κάτι άλλο»: στην προτελευταία ραψωδία της Ιλιάδας, στους αθλητικούς αγώνες στη μνήμη του Πατρόκλου, ο Αχιλλέας αθλοθέτησε ένα λεβέτι «βοός άξιον» -που θ’ άξιζε όσο ένα βόδι. Στη συνέχεια, η λέξη πήρε τη σημασία «που έχει αξία», «που του πρέπει να…», ενώ χρησίμεψε ως πρώτο συνθετικό για δεκάδες σύνθετα επίθετα, από τον αξιαγάπητο ως τον αξιόχρεο, περνώντας από τον αξιοδάκρυτο, τον αξιέπαινο, τον αξιοθρήνητο ή τον αξιοκατάκριτο –δεν συνδέεται δηλαδή μόνο με θετικές σημασίες.

Η έκφραση άξιον εστίν, με τη σημασία «αξίζει, ταιριάζει», αποτέλεσε την αρχή ενός μεγαλυναρίου της Παναγίας («άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον») και δόθηκε ως τίτλος σε μιαν αγιονορείτικη εικόνα της Θεοτόκου, που με θαυματουργό τρόπο υποτίθεται πως συνδέθηκε με τη γέννηση του ύμνου –και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη οικογένεια εικόνων· από εκεί, βέβαια, και ο τίτλος του ποιήματος του Οδυσσέα Ελύτη, που το μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης σε μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της έντεχνης λαϊκής μουσικής του 20ού αιώνα.

Να σημειώσουμε και τον μεσαιωνικό τύπο άξος, που τον βρίσκουμε όχι μόνο σε δημοτικά τραγούδια αλλά και στην ποίηση του Βάρναλη (Κρεβάτι εσύ, όπου γνώρισα το μέγα σκίρτημα, άξο / της Άγιας Τράπεζας μικρή αδερφή να σε φωνάξω), ενώ μεσαιωνικό είναι και το ρήμα αξίζω, που μερικοί κακώς το συντάσσουν με γενική, επηρεασμένοι από τη σύνταξη του επιθέτου όπου η γενική έχει τη θέση της. Έτσι, λέμε απορίας άξιο, άξιος της τύχης του, άξιος λόγου, άξιος του ονόματός του, αλλά αξίζει τον κόπο, αξίζει τα λεφτά του, δεν αξίζει φράγκο.

Στην ίδια οικογένεια έχουμε και την αξία, το ρήμα αξιώ (αξιώνω σήμερα), την αξίωση, το αξίωμα και τον αξιωματικό. Ο Μαρξ μάς δίδαξε για τον νόμο της αξίας, τον αυθόρμητο ρυθμιστή της οικονομίας στον καπιταλισμό, για το χρήμα ως μέτρο της αξίας και για την υπεραξία που παράγουν οι εργαζόμενοι και που την ιδιοποιείται ο κεφαλαιοκράτης, ο κάτοχος των μέσων παραγωγής. Ο Μαρξ διέκρινε σε κάθε εμπόρευμα δύο διαστάσεις της αξίας, την αξία χρήσης και την ανταλλαχτική αξία. Στο Ψαράκι της γυάλας, ο Μάριος Χάκκας διακρίνει και μια τρίτη διάσταση, την παραλλαχτική· έτσι, ο διστακτικός αριστερός συμμετέχει στις διαδηλώσεις των ιουλιανών κρατώντας ένα καρπούζι παραμάσχαλα, για να φαντάζει νοικοκύρης άνθρωπος.

Για την αξιολόγηση ειδικά των εκπαιδευτικών, που προβάλλεται από κάποιους ως πανάκεια που θα λύσει όλα τα προβλήματα της εκπαίδευσης, σε εκείνο το παλιό άρθρο ο φίλος μας ο Γιάννης Κ. είχε γράψει: Αξιολόγηση εκπαιδευτικών; Ναι, απαραιτήτως. Αλλά όχι ελληνικού τύπου, με βάση τα φρονήματα του εκπαιδευτικού, τους πολιτικούς του προστάτες και μπαρμπάδες στην Κορώνη που τυχόν διαθέτει. Τριάντα χρόνια στον χώρο, μιλάω μετά λόγου γνώσεως. Ας μην ξεχνάμε ότι σ’ αυτή τη σουί γκένερις χώρα δικτυωμένοι και με άκρες είναι οι άχρηστοι, οι τεμπέληδες και οι αργόμισθοι. Οι άλλοι παιδεύονται με ίδιες δυνάμεις και εξαρτώνται από τα κέφια των κλικών και των καρεκλοκένταυρων. Για ποια αξιολόγηση μιλάμε, λοιπόν; Την αντικειμενική, που αποσκοπεί στη βελτίωση της εκπαίδευσης ή στην «αξιολόγηση», που αποσκοπεί στις απολύσεις των «άλλων» και στην προώθηση των «ημέτερων»; Τα αυτονόητα των πολιτισμένων χωρών δεν είναι αυτονόητα σ’ αυτή τη μαγική χώρα.

Θυμάμαι πριν από μερικά χρόνια, τότε που μια δασκάλα από τη Ραφήνα είχε ξεκινήσει έναν εντελώς αβάσιμο θόρυβο ότι τάχα η νέα γραμματική του δημοτικού… καταργεί το η και το ω (η γνωστή «Φωνηεντιάδα») κάποιοι είχαν γράψει ότι «αν υπήρχε αξιολόγηση η συγκεκριμένη δασκάλα θα είχε απολυθεί». Εγώ πάλι υπέθεσα, βάσιμα νομίζω, ότι θα είχε αξιολογηθεί με πολύ καλό βαθμό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 155 Σχόλια »

Γιατί μωρέ;

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2021

Ο τίτλος θα μπορούσε να εκφράζει παράπονο, να εννοεί «γιατί μωρέ το έκανες αυτό;», που το λέμε σε κάποιον που μας έκανε κακό χωρίς να το περιμένουμε, όπως θα μπορούσε, λέμε τώρα, να πει κι ο Καίσαρας στον Βρούτο.

Αλλά οι τακτικοί μας φίλοι θα το ξέρουν, το ιστολόγιο ειδικεύεται στους παραπλανητικούς τίτλους· κι έτσι ο σημερινός μας τίτλος δεν εκφράζει κανένα παράπονο, απλώς αναρωτιέται ποια είναι η προέλευση του επιφωνήματος «μωρέ».

Το ερώτημα αυτό μού το είχε θέσει πριν από καιρό σε μέιλ του κάποιος αναγνώστης -του είχα απαντήσει και είχα σημειώσει την ερώτηση και την απάντηση για να τη βάλω στα άρθρα με ερωτήσεις και απαντήσεις που βάζω αραιά και πού. Είδα όμως πως μια πλήρης απάντηση θα ήθελε αρκετή ανάπτυξη, οπότε σκέφτηκα πως θα μπορούσα να αναπτύξω την απάντηση σε αυτοτελές άρθρο -αυτό που διαβάζετε.

Το «μωρέ» είναι επιφώνημα που το χρησιμοποιούμε με διάφορους τρόπους ή μάλλον για να εκφράσουμε διάφορα συναισθήματα και καταστάσεις, ανάλογα βέβαια και με τον χρωματισμό της φωνής μας όπως και με τα συμφραζόμενα.

Μπορεί ας πούμε να εκφράζει χαρά, και μάλιστα απρόσμενη, ένα ευχάριστο ξάφνιασμα: Μωρέ τι έκπληξη ήταν αυτή; Μπορεί να εκφράζει ακόμα και θαυμασμό, π.χ. «Μωρέ τι ωραίο μαλλί που σου έκανε!»

Μπορεί να εκφράζει παράκληση, π.χ. «Έλα μωρέ Γιάννη, κάνε μου το χατίρι».

Από την άλλη, μπορεί να εκφράζει ενόχληση ή αγανάκτηση, σε ήπιο ή σε έντονο βαθμό, π.χ. «Γιατί μωρέ παιδιά κάνετε τόσο θόρυβο» ή «Ως πότε θα σε ανέχομαι, μωρέ χαραμοφάη;».

Μπορεί επίσης να εκφράζει ειρωνεία: Μωρέ μπράβο αναίδεια! Ή διαμαρτυρία: Μωρέ τι μας λες!

Μπορεί να δώσει έμφαση όταν αναφερόμαστε σε κάποιον: Μωρέ αυτός είναι μεγάλος απατεώνας!

Και βέβαια, σε κλητική πτώση λειτουργεί ως προσφώνηση. Εγέρασα, μωρέ παιδιά, σαράντα χρόνους κλέφτης.

Aυτό το άκλιτο «μωρέ», που σήμερα το έχουμε για επιφώνημα, είναι η κλητική του αρχαίου επιθέτου «μωρός». Το να μετατραπεί η κλητική σε επιφώνημα το βρίσκουμε και στο επιφώνημα «καλέ», από το «καλός».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 249 Σχόλια »

Μπουρζουάδες και μπουρτζόβλαχοι

Posted by sarant στο 4 Οκτωβρίου, 2021

Άκουγα προχτές στο αυτοκίνητο το Les bourgeois του Ζακ Μπρελ, με το φοβερό ρεφρέν Les bourgeois c’est comme les cochons / Plus ça devient vieux, plus ça devient bête (Οι μπουρζουάδες είναι σαν τα γουρούνια, όσο γερνάνε τόσο πιο βλάκες γίνονται).

Η λέξη του τίτλου έχει περάσει και στα ελληνικά: μπουρζουάς, οι μπουρζουάδες, αντί για το εγχώριο «οι αστοί», ενώ έχουμε και το δάνειο «η μπουρζουαζία» για την αστική τάξη, από τα γαλλικά bourgeois, bourgeoisie. Οι παλιότεροι θα θυμούνται την ταινία του Μπουνιουέλ «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας» (Le charme discret de la bourgeoisie).

Η λέξη σήμερα δεν χρησιμοποιείται τόσο όσο στις δεκαετίες του 1970-80, νομίζω. Το λεξικό Μπαμπινιώτη σημειώνει ότι ο όρος χρησιμοποιείται «κυρίως στην ορολογία της Αριστεράς», πράγμα που μάλλον ισχύει. Επίσης, ο όρος έχει μια, υποδόρια ή όχι, μειωτική χροιά και αναφέρεται περισσότερο στην ανώτερη αστική τάξη, στους πλούσιους.

Ωστόσο, ο τύπος «μπουρζουάς» είχε μπει στη γλώσσα από νωρίτερα, με αρχική σημασία τον Γάλλο αστό, κυρίως σε ανταποκρίσεις από το Παρίσι, το οποίο στις αρχές του αιώνα είχε αίγλη και επιρροή, όπως και η Γαλλία, πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι σήμερα. Έτσι, για παράδειγμα, διαβάζουμε σε ανταπόκριση στο Εμπρός στις 3.12.1915 «Τι διάβολο, παρεπονείτο αγανακτημένος μπουρζουά» -τον καιρό εκείνο, το δάνειο το βλέπαμε και ασυμμόρφωτο, ο μπουρζουά, οι μπουρζουά, μετά όμως προσαρμόστηκε στο δικό μας τυπικό.

Η γαλλική λέξη bourgeois ανάγεται στο υστερολατινικό burgensis από το burgus. Στην ύστερη αρχαιότητα, burgus ήταν ένας πύργος, μια οχυρή θέση που έλεγχε μια βασική οδική αρτηρία, στις παρυφές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Με την επικρατούσα άποψη, το λατινικό burgus έχει ετυμολογία παλαιογερμανική. Από την ίδια ρίζα προέρχονται το γερμανικό Burg και το αγγλικό borough, που τα βρίσκουμε σε αμέτρητα τοπωνύμια στη γηραιά αμς ήπειρο (αλλά και πιο πέρα), από το Λουξεμβούργο και το Αμβούργο έως το Γκέτεμποργκ (με τη συμβατική του προφορά) και το Σκάρμπορο (Scarborough) για να μην πούμε για το Εξωμβούργο της Τήνου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 229 Σχόλια »

Αυτόχθονες και ιθαγενείς

Posted by sarant στο 29 Σεπτεμβρίου, 2021

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές στο ηλεπεριοδικό 2020mag. Όπως έχω ήδη γράψει, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, δέκα ως τώρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Αυτόχθονες και ιθαγενείς

Οι δυο λέξεις ήρθαν στην επικαιρότητα μαζί τις τελευταίες μέρες, όταν, μετά το άνοιγμα των σχολείων, διάφοροι γονείς αρνήθηκαν να κάνει αυτοτέστ το παιδί τους ή να φορέσει μάσκα στο σχολείο, επικαλούμενοι κάποιαν «ανάκληση πληρεξουσιότητας» και μιλώντας στο όνομα των «Αυτοχθόνων ιθαγενών».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 181 Σχόλια »

Μια πάστα, μα ποια πάστα;

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2021

Ποια πάστα, αλήθεια;

Σοκολατίνα; Μήπως πάστα αμυγδάλου; Σεράνο; Ποντικάκι ίσως, όπως στη φωτογραφία;

Τρώτε πάστες; Ή μήπως τρώτε πάστα;

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε. Ούτε συνταγές ζαχαροπλαστικής θα αναφέρω, ούτε θα συζητήσω τις προτιμήσεις μου στα γλυκίσματα, αν και στα σχόλιά σας, όπως πάντα, είστε ελεύθεροι να στρέψετε τη συζήτηση όπου βαστάει η καρδιά σας.

Κι έτσι, ενώ θα ήταν καλό να ξεκινήσουμε τη βδομάδα με ένα γλυκάκι, το άρθρο δεν θα εστιαστεί στα είδη πάστας που υπάρχουν αλλά στη λέξη πάστα, με τις τουλάχιστον τρεις σημασίες που έχει -ή μάλλον τέσσερις.

Γιατί βεβαίως, όταν λέμε «έφαγα μια πάστα» το μυαλό μας πάει στο ζαχαροπλαστείο, αλλά η λέξη έχει κι άλλες σημασίες, φαγώσιμες αλλά όχι γλυκές, ή και όχι φαγώσιμες ή και μεταφορικές.

Έχουμε καταρχάς την πάστα του ζαχαροπλαστείου, με την οποία ξεκινήσαμε, το ατομικό γλύκισμα μικρού σχετικά μεγέθους (αν και τώρα έχουν βγει και… υποατομικά, τα παστάκια). Αυτή είναι μάλλον η πρώτη σημασία που μάθαμε οι περισσότεροι.

Όμως πάστα είναι επίσης γενική ονομασία για τα ζυμαρικά -και με τη διάδοση που έχουν πάρει τις τελευταίες δεκαετίες οι έθνικ κουζίνες αλλά και εξαιτίας της ανάγκης για διαφοροποίηση, πλάι στις πιτσαρίες έχουν εμφανιστεί και παστερίες, που η ραχοκοκαλιά του μενού τους είναι τα μακαρόνια (κάποια μαγαζιά, αλλά πολύ λιγότερα, αποκαλούνται «μακαρονάδικα»). Έτσι, όλο και περισσότερο, χρησιμοποιούμε τη λέξη «πάστα» και με τη σημασία των ζυμαρικών, πολύ περισσότερο που έτσι τη βλέπουμε να χρησιμοποιείται και στα παγκοσμίως κυρίαρχα αγγλικά (τα οποία εν προκειμένω δεν έχουν κόμπλεξ να δανειστούν λέξεις από άλλες γλώσσες, και μάλιστα ασυμμόρφωτες όπως εδώ).

Δεύτερη πάστα λοιπόν, αν και, υποθέτω ότι σύγχυση δεν υπάρχει, διότι όταν αναφερόμαστε στο γλύκισμα θα πούμε «έφαγα μια πάστα», «πήγαμε να αγοράσουμε πάστες«, ενώ για τα ζυμαρικά θα πούμε «μου αρέσει η πάστα» μάλλον και όχι «οι πάστες», αν δηλαδή χρησιμοποιήσουμε τη λέξη -σε μένα δεν έχει τύχει, λέω «μακαρόνια» ή «ζυμαρικά», αλλά εγώ είμαι πια γέρος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Σειρές και σίριαλ

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Σειρές υπάρχουν πολλών ειδών. Υπάρχουν οι σειρές των μαθηματικών, που κάποτε τις ήξερα καλά μα τις έχω σχεδόν ολότελα ξεχάσει. Οι φαντάροι ανήκουν ο καθένας σε μια σειρά, μαζί με όσους κατατάχτηκαν τις ίδιες μέρες, την ΕΣΣΟ -εξού και η προσφώνηση «ρε σειρά» ή «ρε σειρούλα». Σειρές υπάρχουν και στη μουσική, στη σειρά μπαίνουν οι στρατιώτες και οι μαθητές, όταν θέλουμε να εξηγήσουμε κάτι παίρνουμε τα πράγματα με τη σειρά, ενώ παλιά έλεγαν πως ο τάδε παντρεύτηκε την τάδε «που δεν είναι της σειράς του».

Αλλά στο άρθρο αυτό, θα το καταλάβατε από τον τίτλο, όταν λέω για σειρές εννοώ τις σειρές που βλέπουμε. Αν το άρθρο το έγραφα πριν από δέκα χρόνια, θα έλεγα «τις σειρές που βλέπουμε στην τηλεόραση» ή «τις τηλεοπτικές σειρές», δηλαδή τα σίριαλ, και οι δυο λέξεις θα ήταν συνώνυμες ή περίπου. Σήμερα, νομίζω πως οι δυο λέξεις δεν είναι συνώνυμες, τουλάχιστον για τους νεότερους χρήστες, που κάνουν σαφή διάκριση.

Η λέξη «σίριαλ» μπήκε στην ελληνική γλώσσα στο γύρισμα της δεκαετίας του 1970, όταν άρχισαν να προβάλλονται στην νεαρή τότε ελληνική τηλεόραση με τα δυο κανάλια οι πρώτες σειρές σε συνέχειες, Ο Άγνωστος πόλεμος ή η Γειτονιά από τις ελληνικές και διάφορες ξένες, Ταξίδι στ΄αστέρια, Μπονάντσα ή το Μικρό σπίτι στο λιβάδι. Tότε στις εφημερίδες έγραφαν «σήριαλ», αφού το ήτα υποτίθεται ότι μετέφερε το μακρό του αγγλ. serial. Μακρότητα βεβαίως υπήρχε σε εκείνα τα παλιά σίριαλ που διαρκούσαν και διαρκούσαν, οπότε η λέξη πήρε και μεταφορική σημασία για κάθε ζήτημα που χρονίζει, που παρατείνεται υπερβολικά και αδικαιολόγητα: Σίριαλ κατάντησε αυτή η υπόθεση!

Τον καιρό που πρωτάρχισα να ασχολούμαι με την ετυμολογία, νόμιζα ότι η λέξη «σίριαλ» είναι αντιδάνειο, αφού το αγγλικό serial προέρχεται από το αγγλ. series, και ήμουν σίγουρος, χωρίς ανάγκη να ανοίξω λεξικό, ότι το series είναι δάνειο από το ελληνικό.

Ίσως έχετε κι εσείς την ίδια εντύπωση, αφού «όλα από εμάς τα πήραν», αν όμως ανοίξουμε το λεξικό θα δούμε ότι δεν είναι έτσι.

Η σειρά είναι αρχαία, ανάγεται σε αμάρτυρο τύπο *σερ-jά (με αντέκταση) από ινδοευρ. ρίζα *twer-ja, που συνδέεται με λιθουαν. tveriu «τυλίγω, σφίγγω», ενώ, λέει το λεξικό του Μπαμπινιώτη, «δεν ευσταθεί φωνητικά η προσπάθεια για σύνδεση με τα συνώνυμα λατιν. sero και αρχ. είρω -με δασεία, πρβλ. ειρμός.

Από την άλλη, το αγγλ. serial ανάγεται στο λατινικό series, από το ρήμα serere, που σημαίνει «ενώνω, συνδέω» και που ανήκει στην ίδια ινδοευρ. ετυμολογική οικογένεια με τον δικό μας «ειρμό» και με το ρήμα «είρω», όχι όμως και με τη σειρά.

Οπότε, το series δεν έχει ελληνική αρχή κι έτσι το σίριαλ δεν είναι αντιδάνειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Διαδίκτυο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , | 230 Σχόλια »

Τα ντάτα και τα μαντάτα

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2021

Από τις πολλές εξαγγελίες και τα νέα μέτρα που περιείχε η ομιλία του πρωθυπουργού τις προάλλες στη ΔΕΘ εκείνη που συζητήθηκε περισσότερο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, η εξαγγελία ότι όσοι έφηβοι ηλικίας 15-17 ετών εμβολιαστούν θα πάρουν, ως επιβράβευση, ή ως κίνητρο, «50 γκιγκαμπάιτ δωρεάν ντάτα στο κινητό τους».

Το γράφω ελληνικά, ντάτα, όχι μόνο επειδή γενικά μού αρέσει να χρησιμοποιώ το ελληνικό αλφάβητο, αλλά και για να φανεί ο τρόπος που πρόφερε ο πρωθυπουργός τη λέξη, ενώ αν έγραφα data δεν θα ήταν αμέσως προφανές, αφού υπάρχουν πάνω από μία αποδεκτές προφορές της αγγλικής λέξης, όπως θα δούμε παρακάτω.

Αν θέλετε και το στιγμιότυπο, μπορείτε να το δείτε/ακούσετε εδώ.

Στο Τουίτερ η εξαγγελία αυτή σχολιάστηκε πολύ, κυρίως σε πνεύμα διακωμώδησης. Και, πάνω από μία φορά, τα πρωθυπουργικά ντάτα, συνδυάστηκαν με τα μαντάτα, όπως σε αυτό το τουίτ που βλέπετε εδώ, που κάθε αλλο παρά το μοναδικό ήταν. Άλλος έγραψε «δώσε και σε μένα data / για ν’ ακούσεις τα μαντάτα» κι άλλος «θα πάρετε κι επίδομα 50 γίγα data / να ‘χετε να μαθαίνετε τα θλιβερά μαντάτα».

Φυσικά, στο τουίτ της εικόνας παρωδείται η αρχή του Ερωτόκριτου (εννοώ του τραγουδιού, όχι του ίδιου του έργου, που αρχίζει «Του κύκλου τα γυρίσματα»). Και παρόλο που όλοι σχεδόν οι σχολιαστές στο Τουίτερ και στο Φέισμπουκ έγραψαν data, είναι φανερό ότι προφέρουν «ντάτα».

Και καλά κάνουν, διότι έτσι προφέρεται η λέξη στα ελληνικά. Όταν μιλάμε αγγλικά, μπορεί να την προφέρουμε «ντέιτα» μια και αυτή είναι η συχνότερη αγγλική προφορά. Αλλά στα ελληνικά, οταν μιλάμε όχι για δεδομένα γενικώς, αλλά για όγκο κατανάλωσης δεδομένων σε κινητή τηλεφωνία, τότε λεμε «ντάτα» -θυμάμαι μάλιστα μια ραδιοφωνική διαφήμιση που, για να παινέψει τα απεριόριστα δεδομένα που πρόσφερε μια εταιρεία στα συμβόλαιά της, έβαζε τον εκφωνητή να διαβάζει το ντα-τα-τα-τα σαν να ήταν ριπή αυτόματου όπλου.

Η αγγλική λέξη data έχει λατινική προέλευση. Είναι ο πληθυντικός του datum, που είναι μετοχή παρακειμένου, στο ουδέτερο γένος, του ρήματος dare = δίνω, «αυτό που έχει δοθεί», αντιστοιχεί δηλ. ακριβώς με το δικό μας «δεδομένο» Ως ουσιαστικό, στα λατινικά, σήμαινε «δώρο», π.χ. Quia non suppetunt dictis data, διότι τα δώρα του δεν ταιριάζουν με τα λόγια του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 147 Σχόλια »

Πρωτόκολλο, το πρωτεϊκό

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2021

Μέσα στην πανδημία, ακούμε συνεχώς για πρωτόκολλα. Τώρα που συζητιέται το άνοιγμα των σχολείων, η νέα αναπλ. υπουργός κ. Γκάγκα δήλωσε ότι το πρωτόκολλο για τα σχολεία θα είναι αυστηρό αλλά ο καθηγητής Παυλάκης κάλεσε το υπουργείο να επανεξετάσει το πρωτόκολλο για τη λειτουργία των σχολείων.

Πρωτόκολλο όμως υπάρχει ή υπήρχε τον καιρό των περιορισμών για πολλά ακόμα πράγματα: τις μετακινήσεις και τα ταξίδια, τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, των καταστημάτων και των χώρων εστίασης, τις εμπορικές δραστηριότητες. Τις προάλλες, αναδημοσίευσα την ανάρτηση ενός καθηγητή ΑΕΙ, ο οποίος διαμαρτυρόταν ότι για την ανώτατη εκπαίδευση δεν έχουν εκδοθεί νέα πρωτόκολλα.

Με αυτή τη σημασία που χρησιμοποιείται μέσα στην πανδημία, το πρωτόκολλο είναι ένα σύνολο κανόνων που διέπουν τη λειτουργία μιας δραστηριότητας, μέσα στις ειδικές συνθήκες της πανδημίας. Το πρωτόκολλο είναι λοιπόν ένα κείμενο που εκθέτει τους κανόνες αυτούς, και που εκδίδεται από κάποιον επίσημο φορέα, ας πούμε τον ΕΟΔΥ. Για τα σχολεία, διάβασα, το σχετικό πρωτόκολλο έχει τίτλο «Αρχές Διαχείρισης Ύποπτων ή Επιβεβαιωμένων Περιστατικών Λοίμωξης COVID-19 σε σχολικές μονάδες».

Αυτή τη σημασία της λέξης, και την εξειδικευμένη χρήση της σε συνθήκες πανδημίας, δεν θα τη βρείτε στα λεξικά, αν και παρεμφερεις σημασίες θα βρείτε. Είναι άλλωστε διεθνής ο όρος, protocol στα αγγλικά και protocole στα γαλλικά -όπου επίσης εκδόθηκε protocole sanitaire για τη σχολική χρονιά 2021-22.

Αλλά η λέξη «πρωτόκολλο» έχει τόσες σημασίες, που ίσως δικαιολογείται ο (λογοπαικτικός βέβαια) χαρακτηρισμός «πρωτεϊκό» στον τίτλο, από τον παλιό Πρωτέα που άλλαζε εμφάνιση και μεταμορφωνόταν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , | 141 Σχόλια »

Λεξιλογώντας για το φεγγάρι και την πανσέληνο

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2021

Χτες είχαμε πανσέληνο και δημοσιεύσαμε ένα χρονογράφημα του Βάρναλη στο ιστολόγιο, αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε σήμερα θα αποκαταστήσουμε την ισορροπία και θα δούμε τα λεξιλογικά της πανσελήνου, της σελήνης και του φεγγαριού.

Είναι βέβαια τεράστιο το θέμα, ακόμα κι αν περιοριστούμε στα αυστηρώς λεξιλογικά, οπότε δεν θα προσπαθήσω καν να το καλύψω -τι τα έχουμε τα σχόλιά σας;

Και να ξεκινήσουμε από τη λέξη που πρωταγωνιστούσε χτες, την πανσέληνο. Είναι λέξη της κλασικής αρχαιότητας, με την ολοφάνερη προέλευση από παν + σελήνη. Η πανσέληνος, ως λέξη, έχει φυσικά μεγάλη παρουσία στην αρχαία γραμματεία, ενώ υπάρχει μία και μοναδική εμφάνιση του τύπου «πασσέληνος» -μία αλλά σημαδιακή, αφού εμφανίζεται στο έβδομο βιβλίο του Θουκυδίδη, στη σικελική εκστρατεία, όταν οι Αθηναίοι ανέβαλαν την αναχώρησή τους επειδή έτυχε έκλειψη σελήνης, τέλη Αυγούστου και τότε, ενώ ήταν πανσέληνος (που είναι υποχρεωτικό η έκλειψη να συμβεί σε πανσέληνο, όπως μας είπε προχτές ο Άγγελος): καὶ μελλόντων αὐτῶν, ἐπειδὴ ἑτοῖμα ἦν, ἀποπλεῖν ἡ σελήνη ἐκλείπει· ἐτύγχανε γὰρ πασσέληνος οὖσα. Ο Νικίας τότε επηρεαστηκε απο τους μάντεις και έδωσε διαταγή να αναβάλουν για 27 μέρες την αναχώρηση -και ήρθε η τελική καταστροφή.

Η σελήνη λοιπόν, που υπάρχει στην πανσέληνο, ή σελάνα όπως είναι ο δωρικός τύπος και σελάννα ο αιολικός τύπος, είναι λέξη αρχαία, ήδη ομηρική. Μάλιστα, στο Σ της Ιλιάδας εμφανίζεται και η πανσέληνος, αλλά όχι ως λέξη: ἠέλιόν τ᾽ ἀκάμαντα σελήνην τε πλήθουσαν (Σ484 – τον ήλιο τον ακούραστο, τ’ ολόγιομο φεγγάρι, στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή).

Στον Όμηρο, αλλά και αλλού, εμφανίζεται και άλλη μια λέξη για τον δορυφόρο της Γης: η μήνη, που συνδέεται με τον μήνα και με το σεληνιακό ημερολόγιο που είχαν πολλοί λαοί. Σταδιακά εκτοπίστηκε από τη σελήνη. Η αντικατάσταση αυτή, λέει το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, είναι συχνή στις λεγόμενες λέξεις-ταμπού, και σχετίζεται με τη σύνδεση της σελήνης με υπερφυσικά φαινόμενα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 169 Σχόλια »

Το μανίκι της μάνικας

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2021

Προχτές τα  μεζεδάκια μας τιτλοφορήθηκαν «με τη μάνικα στο χέρι». Και μου στέλνει ένας φίλος προσωπικό μήνυμα στο Μέσεντζερ, και με ρωτάει: «τι σχέση έχει η μάνικα με το μανίκι και με το μανικιούρ;»

Του απάντησα σύντομα, και μου ανταπάντησε «Αξίζει άρθρο, όπως σου αρέσει να λες». Κι επειδή δεν είχα κάτι άλλο έτοιμο, είπα να γράψω ένα αρθράκι για αυτήν την οικογένεια λέξεων.

Αφού μιλώ για «οικογένεια» λέξεων, είναι φανερό πως κάποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στη μάνικα, στο μανίκι και στο μανικιούρ -σχέση ετυμολογική. Και μάλιστα, η οικογένεια αυτή είναι πολυμελής, με αμέτρητα αδερφοξάδερφα σκορπισμένα σε όλες τις γλώσσες της Ευρώπης (τουλάχιστον), πολλά από αυτά να σταδιοδρομούν ευδοκίμως στην ελληνική γλώσσα.

Δεν ειναι όμως ελληνικής αρχής παρά λατινικής.

Γενάρχης της μεγάλης αυτής οικογένειας είναι η λατινική λέξη manus, που σημαίνει το χέρι. Βασικότατη λέξη φυσικά, επόμενο ήταν να παράξει (σικ, ρε) αμέτρητα σύνθετα και παράγωγα για ένα σωρό συγκεκριμένα πράγματα και αφηρημένες έννοιες -σκεφτείτε πόσο παραγωγικό είναι και το δικό μας «χέρι, χειρ».

Ένα από τα παράγωγα του manus είναι και το manica, δηλαδή η χειρίδα (ή περιχειρίδα;), ένα σωληνωτό περιβραχιόνιο που αποτελούσε μέρος της στολής του Ρωμαίου λεγεωνάριου. Κάλυπτε το χέρι, ίσως και το μπράτσο, από τον καρπό ως τον αγκώνα τουλάχιστον και ίσως ίσαμε τον ώμο. Αυτή της εικόνας είναι δερμάτινη αλλά πολύ συχνά οι manicae αυτές ήταν μεταλλικές.

Από τις manicae λοιπόν έχουμε το υστερολατινικό manicium που περνάει ως μανίκιον στα βυζαντινά ελληνικά και χρησιμοποιείται για διάφορα προστατευτικά των χεριών του πολεμιστή.

Γράφει ο Νικηφόρος Φωκάς στη στρατηγική του έκθεση πώς πρέπει να είναι η εξάρτυση των στρατευμάτων:

τὰ δὲ μανίκια αὐτῶν εἶναι κοντὰ καὶ πλατέα, ἔχοντα εἰς τὰς μασχάλας σχίσματα πρὸς τὸ ῥᾳδίως ὁμοῦ καὶ εὐκόλως τὰς αὐτῶν χεῖρας ἐκβάλλειν καὶ μάχεσθαι. τὰ δὲ μανίκια αὐτῶν ὄπισθεν εἰς τοὺς ὤμους ὑπὸ κομποθηλυκίων κρατεῖσθαι.

Φυσικά, η λέξη περνάει και στην πολιτική ζωή και περιγράφει ό,τι και η σημερινή, π.χ. είχεν η τραχηλία του και τα μανίκια του λιθάρια υπέρλαμπρα μετά μαργαριτάρια, στην Αχιλληίδα. Παίρνει επίσης η λέξη «μανίκι» και μιαν άλλη σημασία, τη λαβή του όπλου.

Από το ίδιο manica, το λατινικό ή το ιταλικό, ή από το μανίκιον, εμφανίζεται στα μεσαιωνικά χρόνια και η μανίκα ή μάνικα, που περιγράφει πάντοτε το σωληνωτό περιβραχιόνιο του πολεμιστή. Στον κρητικό Στάθη ανάμεσα στ’ άρματα που ζητάει ο ήρωας να του φέρει ο υπηρέτης του είναι «μανίκες και πουνιάλο, γαμπιέρες και μονόπολα».

Από εκεί λοιπόν και η σημερινή μανικα, ο σωλήνας των πυροσβεστών (ή του ποτίσματος); Ναι και όχι. Θέλω να πω, από την ίδια ρίζα. Αλλά η σημερινή μάνικα δεν είναι μετεξέλιξη της μεσαιωνικής μανίκας, αλλά μάλλον νέο δάνειο από το ιταλ. manica στα νεότερα χρόνια, ακριβώς με τη σημασία «σωλήνας για πότισμα» κτλ.

Το μανικιούρ πάλι, για να κλείσουμε την τριάδα των λέξεων που ανέφερε ο φίλος μου, είναι της ίδιας οικογένειας αλλά μας ήρθε μέσω γαλλικών. Ο γαλλικός όρος είναι manucure, που δεν είναι παλιά λέξη, αλλά πλάστηκε τον 19ο αιώνα από το λατινικό manus και το στοιχείο -cure (από το λατ. curare, κουράρω, θεραπεύω) κατ’ αναλογία προς το προϋπάρχον pédicure (των ποδιών), που το έχουμε επίσης δανειστεί ως πεντικιούρ. Υπό την επίδραση του τελευταίου εμφανίστηκε και τύπος manicure στα γαλλικά (όπως είναι και η αντίστοιχη αγγλική λέξη).

Είπαμε όμως ότι η οικογένεια του μανικιού και της μάνικας είναι πολυμελής. Καταρχάς, το ίδιο το μανίκι έχει απογόνους: τα μανικέτια και τα μανικετόκουμπα (για να μην πούμε και τα αμάνικα, κοντομάνικα και μακρυμάνικα). Αλλά υπάρχουν κι άλλα μέλη της οικογένειας.

Πράγματι, ανάμεσα στα ξαδέρφια της βρίσκουμε τη μανιβέλα. Κι αυτή ξεκινάει από το manus, ή μάλλον από το υποκοριστικό manicula που ήταν η χειρολαβή του αρότρου. Από παράλληλο τύπο *manibula και *manabella έχουμε το γαλλ. manivelle, για διάφορα είδη χειρολαβών και εργαλείων, που το πιο γνωστό ήταν ο περιστρεφόμενος μοχλός των παλιών αυτοκινήτων.

Η μανέλα, πάλι, είναι είδος μοχλού και προέρχεται από το βενετικό manoela, της ίδιας οικογένειας.

Άλλο ξαδερφάκι είναι η μανούβρα, από το βενετ. manuvra, που ανάγεται στο λαϊκό λατινικό manuopera, εργασία που γίνεται με το χέρι, από το manus και το opera = δραστηριότητα (από το opus, έργο -κάποτε θα γράψουμε και γι’ αυτήν την οικογένεια). Από τους χειρισμούς (να η λέξη) των πλοίων πρέπει να προέκυψε η μεταφορική σημασία του ελιγμού.

Η μανσέτα είναι απλή περίπτωση, δάνειο από το γαλλ. manchette, που είναι υποκοριστικό του γαλλ. manche («μανίκι»). Μανικάκι, ας πούμε. Από την ίδια γαλλική λέξη και το μανσόν, αφού η ορολογία της ένδυσης είναι σε μεγάλο βαθμό γαλλόπνευστη. Στο προχτεσινό άρθρο, ο φίλος μας ο Άγγελος μάς θύμισε ότι η Μάγχη λέγεται γαλλικά (απ’ όπου πήραμε κι εμείς το τοπωνύμιο και το εξελληνίσαμε) La Manche, που θα πει «το μανίκι» -από το επίμηκες σχήμα.

Απλή περίπτωση είναι και το ρήμα μανιπουλάρω, δηλ. χειραγωγώ, δάνειο από το ιταλ. manipolare ή το γαλλ. manipuler. Στις ξένες γλώσσες μπορεί να έχει και ουδέτερη σημασία (χειρίζομαι) ενώ στα ελληνικά μόνο αρνητική.

Σε αφηρημένες σημασίες έχουμε, πάντα στην ίδια οικογένεια, τη μανιέρα. Mανιέρα είναι ο τρόπος, το στιλ, το ύφος, από ιταλ. maniera και αυτό από γαλλ. manière, που ανάγεται σε παλιό γαλλικό επίθετο manier, «αυτό που λειτουργεί με το χέρι».

Έχουμε και τη φράση μάνι μάνι, για κάτι που γίνεται γρήγορα. Αρχικά ήταν ναυτικός όρος, από το γενουατ. manimani, με σημασία «από χέρι σε χέρι».

Και πάμε στους μακρινούς συγγενείς. Θα ελεγε κανείς πως το μανάρι, το οικόσιτο αρνί που το τρέφουμε για να το σφάξουμε, που βέβαια χρησιμοποιείται και ως χαϊδευτική προσφώνηση προς αγαπημένο πρόσωπο, προέρχεται από τη μάνα, και πράγματι αυτή την ετυμολογία δίνει το ΛΚΝ. Ωστόσο, ο Μπαμπινιώτης θεωρεί πιθανότερη την προέλευση από το αρωμουνικό manari, πληθ. του manaru, «οικόσιτο ζώο», από το υστερολατινικό manuarius, «αυτός που τρέφεται από το χέρι κάποιου, που μεγαλώνει στο χέρι κάποιου».

Κι αν το μανάρι είναι αβέβαιος συγγενής, ο μάνατζερ είναι σίγουρο τριτοξάδερφο. Το αγγλικό manager έρχεται από το ρήμα manage (χειρίζομαι, και αρχικά ‘εκπαιδεύω άλογο’) που ανάγεται στο ιταλ. maneggiare, μέσω γαλλικών, το οποίο επίσης είχε την αρχική σημασία «ελέγχω, διευθύνω άλογο» και που προέρχεται επίσης από το manus. Της ίδιας οικογένειας είναι και το ιδιωματικό-λαϊκό ματζόβολος (ή μανιτζέβελος ή μαϊτζέβελος -έχουμε γράψει άρθρο, που ασφαλώς σηκώνει αναδημοσίευση, ξαναδουλεμένο όμως).

Κάπου εδώ τελειώνουν τα μέλη της οικογένειας του μανικιού και της μάνικας, εξόν κι αν μου ξέφυγε κανένα. Το μανεκέν και το μανιτάρι έχουν αλλη ετυμολογία, αν και το μανιφέστο μπορεί τελικά να ανάγεται στο manus, όμως δεν είναι βέβαιο.

Η λέξη «μανίκι» στα νέα ελληνικά, πέρα από την ένδυση, διατηρεί ακόμα (παρωχημένη όμως) τη σημασία της λαβής του μαχαιριού, γι’ αυτό και λέμε «μαυρομάνικο μαχαίρι».

Βέβαια, έχει και την ελαφρώς χυδαία σημασία της σεξουαλικής πράξης, ενώ σημαινει επίσης τη δύσκολη δουλειά, τον μπελά, το παλούκι που λέμε. Πριν από πολλά χρόνια, αμνημόνευτα πες, είχα γράψει «η επιβίωση κατάντησε μανίκι – αυτό το άγχος πια δεν μου ανήκει». Ευτυχώς όμως οι υπόλοιποι στίχοι έχουν ξεχαστεί…

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 167 Σχόλια »

Στις στάχτες

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2021

Οι πρωτοφανείς πυρκαγιές φαίνεται πια να έχουν υποχωρήσει, αφού βέβαια πρώτα κατέκαψαν όλη σχεδόν τη βόρεια Εύβοια και τόσες άλλες περιοχές στην Αττική κυρίως και στην Πελοπόννησο. Ο πρωθυπουργός στο προχτεσινό διάγγελμά του ζήτησε συγγνώμη «για τις όποιες αδυναμίες» (που σημαίνει ότι μπορεί και να μην υπήρξαν αδυναμίες), οι πυρόπληκτοι μαζεύουν τα κομμάτια τους και θα προσπαθήσουν να ξαναχτίσουν τις καμένες ζωές τους, ήρθε η ώρα των απολογισμών και της άντλησης διδαγμάτων.

Αυτό βέβαια είναι μια κουβέντα. Και αν θα γίνει εδώ, θα γίνει στα σχόλιά σας. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε σήμερα θα λεξιλογήσουμε με τη λέξη του τίτλου, τη στάχτη, που κυριαρχεί στα καμένα, εκεί όπου σπίτια, δέντρα, ζώα, όνειρα, κόποι, σχέδια, έχουν όλα γίνει στάχτη.

Στάχτη, και να την πιάσουμε από την αρχή.

Η σημερινή λέξη προέρχεται από το μεσαιωνικό «στάκτη», το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνιστικό «στακτή κονία», που ήταν το σταχτόνερο, η αλισίβα, άρα από το επίθετο «στακτός» και από το ρήμα στάζω. (Η αρχαία λέξη για τη στάχτη είναι τέφρα, που επίσης έχει επιβιώσει στη σημερινή γλώσσα -ίσως αξίζει ειδικό άρθρο).

Στα κείμενα του Γαληνού και των άλλων μεγάλων Ελλήνων γιατρών της ελληνιστικής εποχής και της ύστερης αρχαιότητας υπάρχουν πολλές αναφορές στη «στακτή κονία», σε διάφορα γιατροσόφια και συνταγές, π.χ. «τῶν μὲν οὖν ὑγρῶν ἡ στακτὴ καλουμένη κονία τοιαύτην ἔχει δύναμιν».

Όπως συχνά συμβαίνει, κι όπως το νεαρόν ύδωρ έγινε νηρόν και νερό ή το κινητό τηλέφωνο έγινε κινητό, έτσι και στη στακτή κονία το ουσιαστικό μαράθηκε κι έπεσε και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε: η στακτή, και με ανέβασμα του τόνου (όπως π.χ. στο λευκή –> λεύκη) έγινε «στάκτη», και η λέξη πήρε πια τη σημερινή σημασία σε μεσαιωνικά κείμενα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 256 Σχόλια »

Αναζωπύρωση, λέξη που μας τρόμαξε

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2021

Όταν άρχισα χτες να γράφω το σημερινό, στην Αττική οι πυρκαγιές φαίνονταν να έχουν τεθεί υπό έλεγχο, αλλά η Εύβοια εξακολουθούσε να καίγεται, από την παραλία του Ευβοϊκού ίσαμε τις ακτές που βλέπουν στο Αιγαίο. Πρώτη φορά στα χρονικά με τέτοιο πλάτος η καταστροφή στο νησί. Τις προηγούμενες μέρες, οι τίτλοι στους ειδησεογραφικούς ιστοτόπους έκαναν να φαντάζει απειλητική μια λέξη που δεν μας είχε ως τώρ’ ακουστεί δυσοίωνη.

Αγωνία για τις αναζωπυρώσεις στην Αττική, ο ένας τίτλος. Η αναζωπύρωση στην περιοχή της Νεμούτας (στην Ηλεία είναι) οδήγησε σε μεγάλο μέτωπο, σεγοντάρει ο άλλος.

Να αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο, που δεν θα είναι και μεγάλο, σ’ αυτή τη λέξη.

Αναζωπύρωση, λέει το λεξικό, είναι το ξαναφούντωμα της φωτιάς, που προηγουμένως βρισκόταν σε ύφεση ή που είχε τεθεί υπό έλεγχο. Αυτή η απαίσια κυριολεκτική σημασία μάς ταλαιπωρεί τόσες μέρες -από τότε που η φωτιά της Βαρυμπόμπης, που είχε τεθεί υπό έλεγχο, ξαναφούντωσε και έκαψε πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις.

Αλλά η λέξη έχει και μεταφορικές σημασίες, που αυτές συνήθως ακούμε τον καλό τον καιρό, και που δεν έχουν αμιγώς αρνητική χροιά.

Αναζωπύρωση λοιπόν είναι και η εκ νέου ενίσχυση της έντασης ενός φαινομένου που είχε ατονήσει ή και που κινδύνευε να χαθεί. Μπορεί να μιλήσουμε για αναζωπύρωση του εθνικισμού, των πολιτικών παθών, των ταραχών ή του πληθωρισμού, αλλά εξίσου μπορεί να κάνουμε λόγο για αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος ή της ζήτησης. Χαρακτηριστικά, το ΜΗΛΝΕΓ δίνει σαν συνώνυμα της αναζωπύρωσης την αναμόχλευση, για τις πρώτες χρήσεις, αλλά την αναζωογόνηση για τις δεύτερες. Υπάρχει και η αναθέρμανση, που χρησιμοποιείται κυρίως με θετική χροιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Στο φούρνο

Posted by sarant στο 5 Αυγούστου, 2021

Προχτές κάηκε η Βαρυμπόμπη, χτες η Εύβοια, αλλά και η αρχαία Ολυμπία, σήμερα ελπίζω να μην τριτώσει το κακό. Μπήκε άσκημα ο Αύγουστος, με σαραντάρια και σαρανταπεντάρια, και ευτυχώς που ως τώρα οι άνεμοι δεν ήταν δυνατοί αλλιώς οι καταστροφές θα ήταν ανυπολόγιστες. (Η καταπληκτική φωτογραφία που κοσμεί το άρθρο, του Κοσμά Κουμιανού, είναι από τη φωτιά της Βαρυμπόμπης).

Το καλό είναι που δεν θρηνήσαμε (ως τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές) ανθρώπινες ζωές, αλλά οι καταστροφές από τις πυρκαγιές είναι πολύ μεγάλες -κυρίως στο περιβάλλον, που δεν αποκατασταίνεται τόσο γρήγορα.

Να το πάρουμε απόφαση πως η κλιματική αλλαγή έχει έρθει και πως δεν θα μας αρέσει; Πως τέτοια και χειρότερα ακραία καιρικά φαινόμενα θα βλέπουμε όλο και συχνότερα και παντού; Διότι βέβαια πυρκαγιές μαίνονται και στη γειτονική Τουρκία, και στην Ιταλία, και νωρίτερα στην Καλιφόρνια, και στην Αυστραλία, όπως και στην Ιβηρική. Πλημμύρες χτύπησαν πριν από λίγες βδομάδες στη Γερμανία και στο Βέλγιο.

Αλλά εμείς εδώ δεν κλιματολογούμε, όσο κι αν στα σχόλιά σας είμαι βέβαιος πως θα θίξετε το ζήτημα της αλλαγής του κλίματος. Εμείς εδώ λεξιλογούμε.

Σε πολλούς τίτλους ειδησεογραφικών άρθρων είδα το κλισέ της πυρινης κόλασης, συνηθισμένο κάθε φορά που έχουμε μεγάλη πυρκαγιά, όπως και τον πύρινο κλοιό, αλλά πρόσεξα επίσης ένα χτεσινό άρθρο με τίτλο «Τοξικός φούρνος η Αττική» μαζί με τις συμβουλές του Αστεροσκοπείου προς τους πολίτες να μείνουν μέσα έχοντας κλείσει πόρτες και παράθυρα. Όμως και τις προηγούμενες μέρες, όταν το πρόβλημά μας ήταν μονάχα ο καύσωνας (εντάξει, και η πανδημία) κάμποσα άρθρα προανάγγειλαν ότι θα μπει «σε φούρνο» η χώρα.

Οπότε, είπα σήμερα να λεξιλογήσω για τον φούρνο.

Ο φούρνος είναι λέξη δάνεια, αλλά είναι δανειο παλιό, από τα λατινικά, furnus, ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ. Στην κλασική αρχαιότητα δεν ήξεραν τη λέξη, έλεγαν «ιπνός», έλεγαν και κάμινος. Εξηγεί ο γραμματικός Ερωτιανός: «ἰπνοῦ· καμίνου, οἱ δὲ φούρνου. καὶ γὰρ ὁ φοῦρνος ἰπνὸς λέγεται…» -από το οποίο εγώ καταλαβαίνω ότι τότε που τα έγραφε, τον 1ο αιώνα, η κλασική λέξη (ιπνός) κόντευε να ξεχαστεί. Και ο Ήρωνας ο μεγάλος εφευρέτης έχει στα Στερεομετρικά του ένα κεφάλαιο «Μέτρησις φούρνου».

Και φουρνίτης άρτος το φουρνιστό ψωμί, όπως σε μια συμβουλή του Γαληνού: Δίδου φουρνίτου ἄρτου μετὰ ἰσχάδων ἱκανῶν φαγεῖν -με ξερά σύκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 249 Σχόλια »