Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Για ποιον χτυπάει η μπαταρία;

Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2022

Πριν από λίγο καιρό, στο άρθρο που είχαμε για το νικέλιο, αναφέραμε ότι ο λόγος που το μέταλλο αυτό έχει γίνει περιζήτητο είναι ότι χρησιμοποιείται στις μπαταρίες. Τότε σκέφτηκα ότι δεν έχουμε ακόμα λεξιλογήσει στο ιστολόγιο για τη λέξη «μπαταρία», αν και κατά καιρούς έχω αναφέρει το στερεότυπο «αξίζει άρθρο». Οπότε, με το σημερινό άρθρο ξεχρεώνω.

Μπαταρία είναι ο συσσωρευτής ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τον ορισμό του ΛΚΝ: «συσκευή που μπορεί να αποθηκεύει ηλεκτρική ενέργεια ή να χρησιμοποιείται ως φορητή πηγή ηλεκτρικού ρεύματος». Πάρα πολλές μικροσυσκευες που έχουμε στο σπίτι λειτουργούν με μπαταρίες, από φακούς και ραδιοφωνάκια έως ζυγαριές ή κάθε λογής τηλεχειριστήρια. Η τεχνολογία έφερε ανάγκη για ολοένα και περισσότερες μπαταρίες -για κινητά τηλέφωνα, ας πούμε- ενώ επίσης αύξησε την ποικιλία σχημάτων και μεγεθών των μπαταριών -ας πούμε, εμφανίστηκαν μπαταρίες σε σχήμα δισκίου, σαν χάπια. Στις πολύωρες πεζοπορίες που κάνω, κι επειδή το gps καταναλώνει πολλή ενέργεια, έχω πάντα μαζί μου power bank (πώς το λένε αυτό ελληνικά;), που κι αυτό μορφή μπαταρίας είναι, όπως και μπαταρίες για τη φωτογραφική μηχανή. Σε ένα πολυήμερο ταξίδι, όλες μαζί οι συσκευές αποθήκευσης ενέργειας ζυγίζουν κάμποσο.

Υπάρχει βέβαια και η μπαταρία του αυτοκινήτου, αλλά μπαταρία έχουμε και στη μπανιέρα μας, παρόλο που δεν αποθηκεύει ηλεκτρική ενέργεια, δεν έχει καμιά σχέση με ηλεκτρισμό. Πώς εξηγείται αυτό; Λίγη υπομονή, να δούμε την ιστορία της λέξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Γλωσσικά ταξίδια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 94 Σχόλια »

Πόσοι πρωθυπουργοί χρειάζονται για ν’ αλλάξουν μια λάμπα;

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2022

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως θα ξέρετε, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 22 ως τώρα. Στην εδώ δημοσίευση προσθέτω το τραγούδι και την ενδοϊστολογική αναφορά. 

Κατά πάσα πιθανότητα θα έχετε ακούσει κάποια ανέκδοτα της οικογένειας «Πόσοι Χ χρειάζονται για να αλλάξουν μια λάμπα;» όπου Χ μπορεί να είναι μέλη εθνοτικών ομάδων ή εκπρόσωποι διάφορων επαγγελμάτων ή άλλες κατηγορίες -άλλοτε η απάντηση είναι 5 (ο ένας αλλάζει τη λάμπα και οι τέσσερις γυρίζουν το τραπέζι), άλλοτε είναι το προφανές «ένας» αλλά με διάφορες ανατροπές στο τέλος -στο Διαδίκτυο θα βρείτε πάμπολλες παραλλαγές, τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά διότι είναι διεθνή αυτά τα ανέκδοτα.

Ομολογώ ότι δεν έχω συναντήσει παραλλαγή με το ερώτημα του τίτλου μας, ίσως επειδή ένας είναι ανά πάσα στιγμή ο πρωθυπουργός της χώρας. Ωστόσο, αυτό μου ήρθε στο νου διαβάζοντας την τελευταία «χαλαρή» ραδιοφωνική συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη, σε εκπομπή που ακούν πολλοί νέοι, στην οποία ο πρωθυπουργός, σαν άλλος θείος που κάθεται με τη νεολαία, θέλοντας ενόψει εκλογών να φτιάξει προφίλ ανθρώπου της διπλανής πόρτας, εξομολογήθηκε ότι από μαστορέματα στο σπίτι δεν σκαμπάζει και πολλά, αλλά αλλάζει τις λάμπες και ξέρει πού είναι οι ασφάλειες. (Βέβαια, αυτό δίνει μάλλον την εικόνα που ήθελε ν’ αποτινάξει, του πορφυρογεννητου γόνου που πάντοτε είχε γύρω του υπηρέτες, αλλά τέλος πάντων).

Έτσι όμως βρήκαμε κι εμείς θέμα για το σημερινό μας άρθρο -κι επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα λεξιλογήσουμε για τη λέξη «λάμπα», μια λέξη που έχει αρκετό ενδιαφέρον από αυτή την άποψη.

Η λάμπα είναι δάνειο από το γαλλικό lampe, επειδή όμως η γαλλική λέξη, όπως θα δούμε, έχει απώτερη ελληνική αρχή, λέμε ότι πρόκειται για αντιδάνειο.

Πράγματι, στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκεται η αρχαία λέξη λαμπάς που παράγεται από το ρήμα «λάμπω». Η λαμπάς των αρχαίων είναι βέβαια η γιαγιά της δικής μας λαμπάδας, αλλά η σημασία τους δεν είναι ίδια. Η λαμπάδα σήμερα είναι το μεγάλο κερί, για τις μεγάλες γιορτές ας πούμε, που παραδοσιακά παίρνουν δώρο οι νονοί στα βαφτιστήρια τους, αλλά στα αρχαία ήταν ο πυρσός, η δάδα. Στους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου, ας πούμε, υπάρχει ο στίχος «φλέγει δὲ λαμπὰς διὰ χερῶν ὡπλισμένη», στη μετάφραση του Γρυπάρη «Και λάμπει η δάδα αρματωμένη στη δεξιά του».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ανέκδοτα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , , | 179 Σχόλια »

Κηδείες…

Posted by sarant στο 19 Σεπτεμβρίου, 2022

Σήμερα γίνεται η κηδεία της βασίλισσας Ελισάβετ Β’ της Μεγάλης Βρετανίας, 11 μέρες μετά τον θάνατό της. Προηγουμένως, η σορός της είχε εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα πρώτα στο Εδιμβούργο και μετά στο Λονδίνο, στο Γουεστμίνστερ, ενώ σήμερα θα ταφεί στο παλάτι Ουίνδσορ.

Κατά σύμπτωση, τον θάνατο της Ελισάβετ ακολούθησαν αλυσιδωτά τρεις ακόμα απώλειες εγχώριων προσωπικοτήτων, γνωστών ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, του Δημήτρη Παντερμαλή, του Κώστα Καζάκου και της Ειρήνης Παπά -συνομήλικης της εστεμμένης.

Είχαμε λοιπόν πολλές κηδείες αυτές τις μέρες. Το θέμα δεν είναι ευχάριστο, κι έτσι ίσως εξηγείται ότι ενώ επί δεκατρία χρόνια έχουμε γράψει αποχαιρετιστήρια άρθρα για όχι λίγες προσωπικότητες που έφυγαν από τον μάταιο τούτο κόσμο, για τη λέξη «κηδεία» δεν έχουμε δημοσιεύσει άρθρο.

Να διορθώσουμε λοιπόν αυτή την παράλειψη με το σημερινό άρθρο.

Η κηδεία είναι λέξη αρχαία, αλλά η σημασία της έχει αλλάξει πολύ μέσα στους αιώνες. Προέρχεται από το ρήμα κηδεύω, το οποίο, με τη σειρά του, ανάγεται στο κήδω-κήδομαι.

Το ενεργητικο ρήμα κήδω σήμαινε «χτυπάω, βλάπτω». Ας πούμε στο Ε της Ιλιάδας (στ. 404) λένε για τον Διομήδη ότι «τόξοισιν έκηδε θεούς», δηλ. τραυμάτιζε με τα βέλη του τους θεούς. Αλλά το μέσο κήδομαι, απεναντίας, σήμαινε «φροντίζω κάποιον, νοιάζομαι για κάποιον». Από εκεί άλλωστε είναι και ο κηδεμών, κηδεμόνας σήμερα, που ανάμεσα στις σημασίες του είχε και τη σημερινή.

Το ρήμα «κηδεύω», από το «κήδω» με παραγωγικό τέρμα «-εύω» είχε επίσης αρχική σημασία «φροντίζω, μεριμνώ», αλλά στη συνέχεια πήρε τη σημασια «νυμφεύομαι» (παντρεύομαι, αλλά για άντρα), συμπεθεριάζω. Στον Προμηθέα Δεσμώτη, υπάρχει ο γνωμικός στίχος (890): ὡς τὸ κηδεῦσαι καθ᾽ ἑαυτὸν ἀριστεύει μακρῷ, που ο Γρυπάρης τον μεταφράζει «πολύ πιο κάλλιο είναι κανείς μ’ όμοιους του να συμπεθεριάζει».

Παρομοίως, η αρχική σημασία της λέξης «κηδεία» είναι η συγγένεια από γάμο, η συγγένεια εξ αγχιστείας που λέμε σήμερα. Ο Αριστοτέλης, ας πούμε, λέει στα Πολιτικά για συγγενείς «ή προς αίματος ή κατά … κηδείαν», ενώ πιο κάτω, όταν γράφει » κηδεῖαί τ’ ἐγένοντο κατὰ τὰς πόλεις» εννοεί συμπεθεριά, παντρειές -όχι βεβαια κηδείες με τη σημερινή σημασία!

Ωστόσο, ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια εμφανίζεται η σημερινή σημασία, «τελετή της ταφής» για την κηδεία ενώ το ρήμα «κηδεύω» είχε πάρει (και) τη σημασία «τελώ την ταφή» ήδη από την κλασική εποχή. Ας πούμε, στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή εμφανίζεται η Ηλέκτρα να θρηνεί τον Ορέστη (που υποτίθεται ότι είχε σκοτωθεί στα ξένα και μόνο τις στάχτες του έφεραν στην πατρίδα) και να του λέει «εν ξένησι χερσί κηδευθείς τάλας» (στ. 1141), από ξενα χέρια κηδεύτηκες κακόμοιρε.

Φαίνεται παράξενο, που συνυπήρχαν για ένα διάστημα στην ίδια λέξη δυο σημασίες που φαίνονται διαμετρικά αντίθετες, ο γάμος και η κηδεία, αλλά το κοινό στοιχείο είναι η φροντίδα που χρειάζεται για την τελετή. Αν είχε δηλαδή διατηρηθεί αυτή η συνύπαρξη των σημασιών, η γνωστή αγγλική κωμωδία θα μπορούσε να αποδοθεί «Τέσσερις κηδείες και μια κηδεία», αλλά βέβαια υπερβάλλω διότι η αρχαία κηδεία δεν ήταν η γαμήλια τελετή αλλά το συμπεθεριό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 140 Σχόλια »

Εσείς θα προσαρμοστείτε;

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2022

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως θα ξέρετε, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 21 ως τώρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Ο υπουργός κ. Στέλιος Πέτσας έχει κερδίσει μιαν αμφίβολη υστεροφημία επειδή το όνομά του έχει για πάντα συνδεθεί με τη φερώνυμη λίστα εκμαυλισμού του Τύπου, η οποία συνέβαλε όχι λίγο στο να βρεθεί η χώρα μας στην τελευταία θέση στην ΕΕ από πλευράς ελευθεροτυπίας. Ωστόσο, από προχτές το όνομά του συζητιέται και πάλι με διαφορετική αφορμή, και συγκεκριμένα για την ατάκα του σε τηλεοπτική εκπομπή, ότι «Όποιος αρνείται να προσαρμοστεί, πεθαίνει». Την απάντηση αυτή την έδωσε όταν ρωτήθηκε αν η κυβέρνηση σκέφτεται να βοηθήσει τους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που πριν από μερικά χρόνια υποβλήθηκαν σε πολλά έξοδα για να βάλουν φυσικό αέριο, επειδή ήταν πιο οικολογικό, και τώρα η κυβέρνηση τούς καλεί να επιστρέψουν στο πετρέλαιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Παράδες και γρόσια

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2022

Στο άρθρο για τα άσπρα, τα νομίσματα, της περασμένης εβδομάδας, έγινε όπως ήταν φυσικό λόγος και για δυο άλλα βασικά νομίσματα της εποχής της τουρκοκρατίας, που έχουν περάσει και στη γλώσσα μας, αν και δεν έχουν δείξει την ίδια αντοχή στο χρόνο. Πρόκειται για το γρόσι, για να ξεκινήσουμε από το νόμισμα μεγαλύτερης αξίας, και για τον παρά -θα τους αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό μας άρθρο.

Το γρόσι ήταν ασημένιο τουρκικό νόμισμα, που κόπηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Β΄ το 1688 στο πρότυπο του ολλανδικού τάλιρου. Στα τουρκικά είναι kuruş και guruş, ωστόσο η ελληνική λέξη δεν προέρχεται από την τουρκική, αφού προϋπήρχε.

Νόμισμα των 5 kurus (1808)

Στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκουμε το λατινικό grossus, χοντρός. Διάφορα ασημένια νομίσματα λοιπόν, μάλλον μεγάλου πάχους, ονομάστηκαν στον Μεσαίωνα denarius grossus, απ’ οπου η λέξη πέρασε στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, grosso στα ιταλικά, gros στα γαλλικά, Groschen στα γερμανικά, guruş/kuruş στα τουρκικά και, από τον ενετικό πληθυντικό grossi, γρόσι στα ελληνικά.

Πότε μπήκε η λέξη γρόσι στην ελληνική γλώσσα; Οι ανευρέσεις είναι σε πηγές που δεν έχουν ασφαλή χρονολόγηση, η παλιότερη όμως που βρίσκω στο TLG είναι απο μια διήγηση των θαυμάτων του Αγίου Νικολάου, που χρονολογείται 7ο με 11ο αιώνα, και εκεί βρίσκουμε:

καὶ ὑπῆγεν εἰς τοὺς καταλλάκτας, νομίζων πουλῆσαι αὐτὸ διὰ πέντε, ἕξι γρόσια, νὰ ἀγοράσῃ ψωμί

(Κάπως μοντέρνα μου φαίνεται η γλώσσα, αλλά ας είναι). Σε μοναστηριακά έγγραφα των επόμενων αιώνων οι αναφορές σε γρόσια είναι πάρα πολλές, όπως και π.χ. στον παπαΣυναδινό.

Στα χρόνια του Εικοσιένα, το γρόσι χρησίμευε όχι μόνο ως νόμισμα αλλά και ως λογιστική μονάδα αφού σε αυτό ανάγονταν όλα τα νομίσματα, ευρωπαϊκά ή τουρκικά, σωστή πανσπερμία, που υπήρχαν σε κυκλοφορία και που είχε στο κεμέρι του ο καθένας. Το γρόσι είχε 40 παράδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »

Από το λευκό στο άσπρο

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2022

Το σημερινό άρθρο έχει ως αφορμή την ερώτηση που μου έκανε μια φίλη, για την προέλευση της λέξης «άσπρος». Έχουμε βέβαια αναφερθεί στο θέμα, αλλά δεν της έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο -οπότε τη σύντομη απάντηση που της έδωσα σκέφτηκα να την αναπτύξω σε ξεχωριστό άρθρο, αυτό που διαβάζετε.

Η αρχαία λέξη, το ξέρουμε, είναι «λευκός». Είναι λέξη ομηρική, ή και παλιότερη αφού υπάρχει στις μυκηναϊκές επιγραφές. Λευκός δεν ήταν μόνο ο άσπρος. Η αρχική του σημασία ήταν «λαμπρός, φωτεινός». Στην Ιλιάδα πχ διαβάζουμε «λευκὸν δ’ ἦν ἠέλιος ὥς«, «που’χε του ηλιού την λάμψιν» μεταφράζει ο Πολυλάς. Φυσικά, η λέξη δηλώνει και το χρώμα, ηδη από τον Όμηρο όπου βρίσκουμε στην Ιλιάδα, ανάμεσα στ’ άλλα, και την καθιερωμένη παρομοίωση «λευκότεροι χιόνος» (για κάτι ίππους το λέει).

Φυσικά η λέξη έχει δώσει στην αρχαιότητα πάμπολλα σύνθετα, και πάλι ήδη από τον Όμηρο, όπου ένα από τα στερεότυπα επίθετα είναι η λευκώλενος, κυρίως για την Ήρα, με άσπρα μπράτσα. Γούστο έχει ο λευκηπατίας ή λευχηπατίας (το ήπαρ έπαιρνε δασεία αλλά η σχετική εγκύκλιος δεν κοινοποιήθηκε σε ολους κι έτσι στο TLG πλειοψηφούν οι αδάσυντοι τύποι) που είναι ο δειλός, που έχει άσπρο συκώτι.

Ο λευκός βέβαια υπάρχει και σήμερα στο λεξιλόγιό μας, ζει και βασιλεύει, και μάλιστα πολύ περισσότερο από άλλους αρχαίους τύπους για ονομασίες χρωμάτων όπως ο ερυθρός ή ο κυανούς ή ο ιώδης. Βοήθησε κι η διαφήμιση στην εδραίωση αυτή του λευκού, με τα ολόλευκα ρούχα που υπόσχεται κάθε απορρυπαντικό, αλλά και με τα λευκά είδη ή τις λευκές συσκευές (ή τον λευκό γάμο, αν και περισσότεροι είναι αυτοί που αγοράζουν πλυντήριο).

Ωστόσο, και παρά έναν καταμερισμό, σαν συμφωνία κυρίων, όπου καθένας απο τους δύο τύπους έχει τα δικά του χωράφια, στα οποία ο άλλος δεν μπαίνει, νομίζω πως ο δημοτικός τύπος «άσπρος» είναι συχνότερος σαν όνομα του χρώματος λευκού.

Η εμφάνιση της λέξης «άσπρος» και η σταδιακή της καθιέρωση έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αν δεν ξέρετε την ετυμολογία της λέξης, ίσως παραξενευτείτε αν σας πω ότι η λέξη έχει λατινική αρχή. Βέβαια, όσοι μας διαβάζουν ταχτικά θα το έχουν ίσως διαβάσει διότι έχουμε γράψει καναδυό φορές για το πώς γεννήθηκε η λέξη «άσπρος».

Στα λατινικά asper σημαίνει «τραχύς» (τη λέξη τη βρίσκουμε και στο γαλλικό âpre αλλά και στο αγγλικό asperity). Yπάρχει κι ένα λατινικό ρητό, που πολλοί το βάζουν για τατουάζ, που λέει ad astra per aspera (ή ανάποδα) και σημαίνει «μέσα από τις δυσκολίες φτάνεις στ’ άστρα»). Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, στα λατινικά, το νιόκοπο ασημένιο νόμισμα, τραχύ και λαμπερό πριν λειανθεί από τη χρήση, ονομαζόταν nummus asper, τραχύ νόμισμα. Σιγά-σιγά έμεινε μόνο το επίθετο, asper, και πήρε θέση ουσιαστικού, και πέρασε στα βυζαντινά ελληνικά (από τον πληθυντικό: aspera, aspra) όπου άσπρα ονομάστηκαν τα ασημένια νομίσματα μικρής αξίας. Και επειδή το ασήμι είναι λευκό, η λέξη άσπρο έφτασε να εκφράζει τη λευκότητα, κι έγινε συνώνυμο της λέξης «λευκός» και μάλιστα την υποκατέστησε στη λαϊκή γλώσσα.

Σε κείμενα αδιαμφισβήτητης χρονολόγησης, βρίσκω τον τύπο «άσπρος» για το λευκό χρώμα στον Ιωάννη Μαλάλα, η γλώσσα του οποίου κάνει πολλές παραχωρήσεις στη δημώδη της εποχής, πράγμα για το οποίο του χρωστάμε αιώνια χάρη. Ο Μαλάλας λοιπον γράφει για κάποιον ότι «εφόρει στολήν άσπρην ως η χιών» και για άλλον ότι φορούσε «σανδάλια άσπρα» ενώ κάπου χρησιμοποιεί τη λέξη και ως δευτεροκλιτη, αφού πάνω από μια φορά λέει για κάποιον ότι φορούσε «στολήν άσπρον» π.χ. «την δε στολήν ο αλύταρχος άσπρον ολοσήρικον εφόρει» -ολομέταξη στολή ήθελε ο αλήτης.

Κι έτσι πήγαμε από το λευκό στο άσπρο. Κι επειδή αν λεξιλογήσω για το άσπρο χρώμα (ή το λευκό) θα χρειαστώ πολλές πολλές σελίδες (ή λέξεις, τέλος πάντων) λέω να το αφήσω για άλλη φορά, και να κλείσω το σημερινό άρθρο λεξιλογώντας για το νόμισμα «άσπρο», που είναι σαφώς πιο ματζόβολο θέμα.

Λοιπόν, άσπρον ήταν ήδη απο τα βυζαντινά χρόνια ένα ασημένιο νόμισμα μικρής αξίας αλλά μεγάλης κυκλοφορίας. Από νωρίς η λέξη πήρε και τη γενική σημασία, στον πληθυντικό βέβαια, των χρημάτων, οπως λέμε σήμερα «τα φράγκα». Έτσι, σε βίους αγίων του 9ου αιώνα βρίσκω και την ειδική σημασία και τη γενική. Ας πούμε: «Άγιε Γεώργιε, βοήθει μας να εβγούμεν και να σε δώσωμεν από δέκα άσπρα καθ’ ένας» αλλά και «Σας παρακαλώ, αυθένται μου, λάβετε χρυσίον και αργύριον και άλλα άσπρα όσα μού ευρίσκονται» (στο πρώτο απόσπασμα ειδική σημασία, στο δεύτερο γενική).

Υπάρχουν πολλές παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις με τα άσπρα. Ας πούμε, τον ξέρουν σαν κάλπικο άσπρο (σαν κάλπικη δεκάρα λέμε σήμερα). Ή, τον έκανε απ’ ασπρού, που θα πει τον εξευτέλισε (πρβλ. «τον έκανε πέντε παραδιών»). Ασπρού δουλειά δεν κάνει, δηλ. ή δεν δουλεύει ή η δουλειά του είναι κακής ποιότητας. Ή «ένα άσπρο και κρίμα στ’ άσπρο», για κάτι που δεν αξίζει τίποτα. Ή, «χιλια λόγια ένα άσπρο». Ή, Έχεις άσπρα, έχεις άστρα και σε άλλη παραλλαγή «τ’ άσπρα κατεβάζουν τ’ άστρα». Ή, «Τούρκον είδες; Άσπρα θέλει. Κι άλλον είδες; Κι άλλα θέλει». Ή, «Τ’ άσπρα λαλούν, τ’ άσπρα μιλούν, τ’ άσπρα ‘ν’ που κουβεντιάζουν».

Και δημοτικός στίχος: Τ’ άσπρα πουλήσαν τον Χριστό, τ’ άσπρα πουλούν και σένα.

Στην τουρκοκρατία, το άσπρο ήταν υποδιαίρεση του ασημένιου παρά. Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα άσπρα και πολύ περισσότερα υπάρχουν σ’ ενα καταπληκτικό βιβλίο της Ευτυχίας Λιάτα, με τίτλο «Φλωρία δεκατέσσερα στένουν γρόσια σαράντα», που επειδή είναι έκδοση του ΕΙΕ υπάρχει διαθέσιμο ονλάιν δωρεάν. Όπως λέει η Λιάτα, τόσο το άσπρο όσο και ο παράς (για τον οποίο επιφυλάσσομαι να γράψω χωριστό άρθρο) κατέληξαν απλές λογιστικές μονάδες.

Τι σημαίνει αυτό θα το δείτε στην πράξη αν διαβάσετε κατάστιχα π.χ. της εποχής του Εικοσιένα. Επειδή υπήρχε σε κυκλοφορία πανσπερμία νομισμάτων, τουρκικών και δυτικών, γινόταν αναγωγή του κάθε εσόδου ή εξόδου σε άσπρα ή παράδες ή γρόσια και αθροίζονταν.

Οι αναφορές είναι με τη γενική σημασία («χρήματα»). Όταν πχ ο Καραϊσκάκης υπόσχεται στους πολιορκημένους της Αθήνας «η υπόσχεσή μας είναι οπού να πληρωθούν έως άσπρον και δεν θέλει χάσουν ούτε οβολόν», εννοεί αυτό που σήμερα θα λέγαμε «θα πληρωθούν μέχρι τελευταία δεκάρα». Αλλού, το Βουλευτικό παρακαλεί βουλευτή που καθυστερεί «μας ελέγετε τα άσπρα ήτον έτοιμα, και σήμερον είκοσι ημέρας μήτε άσπρα, μήτε απόκρισίν σας ελάβαμεν» (Παλιγγ. 1.183). Ή, όπως το συνοψίζει επιστολή της Γερουσίας Δυτικής Χέρσου Ελλάδος προς τον Βαρνακιώτη (Φυσ. 129): «επειδή είναι χρεία δι’ άσπρα». Δει δε χρημάτων!

 

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα, Φρασεολογικά, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Κοριός, έντομο της επικαιρότητας

Posted by sarant στο 29 Αυγούστου, 2022

Το σκάνδαλο για τις παρακολουθήσεις έφερε ξανά στην επικαιρότητα και τη λέξη «κοριός». Μάλιστα, στην προχτεσινή συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών, ο Αλέξης Τσίπρας ανέφερε ότι ο πρωθυπουργός «πιάστηκε με τον κοριό στ’ αυτί», που βέβαια παραφράζει τη γνωστή (και πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια) έκφραση «πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη» που τη λέμε όταν κάποιος πιάνεται επ’ αυτοφώρω να κάνει κάτι αξιοκατάκριτο.

Αλλού πάλι είδα να χαρακτηρίζεται ο πρωθυπουργός «Άρχοντας των κοριών», παράφραση του αριστουργήματος «Ο άρχοντας των μυγών» του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ.

Για το σκάνδαλο των («νόμιμων») παρακολουθήσεων της ΕΥΠ, που μας έκανε ευρύτερα γνωστό και τον όρο «επισύνδεση» έχουμε ήδη συζητήσει, και δεν αποκλείεται να συζητήσουμε ξανά. Σήμερα όμως θα λεξιλογησουμε για τον κοριό, το έντομο της επικαιρότητας.

Κατά τον μάλλον φλύαρο ορισμό του Λεξικού Μπαμπινιώτη, ο κοριός είναι νυκτοβιο έντομο, που ζει στις κατοικίες και παρασιτεί στον άνθρωπο και σε μερικά θηλαστικά και πουλιά, έχει πλατύ σώμα χωρίς φτερά, μήκος περίπου πέντε χιλιοστων, καφέ χρώμα και τρέφεται με το αίμα των θυμάτων του τσιμπώντας τα ενώ κοιμούνται.

Πιο συνοπτικός ο ορισμός στο ΛΚΝ: μικρό παρασιτικό έντομο με πεπλατυσμένο σώ μα, το οποίο αναδίδει εξαιρετικά δυσάρεστη οσμή

Κι επειδή μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις, στη φωτογραφία πιο πάνω βλέπουμε κοριό έτοιμον να τσιμπήσει το μπράτσο ενός εθελοντή, που προσφέρθηκε να δώσει το αίμα του (λίγες σταγόνες, έστω) για τη φωτογράφιση. Να σημειωθεί πως τα τσιμπήματα του κοριού, εκτός από τον πόνο που προκαλούν, δεν είναι επικίνδυνα για μολύνσεις ή μετάδοση ασθενειών.

Ο κοριός, ως λέξη, προέρχεται από το αρχαίο «κόρις», μέσω του μεσαιωνικού τύπου «κορεός», που έγινε κοριός  γι’ αποφυγή της χασμωδίας, ενώ υπάρχει και ο λαϊκός τύπος «κορέος, οι κορέοι». Στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, ο Σωκράτης διατάζει τον Στρεψιάδη να πάρει το ανάκλιντρο (τον ασκάντη) και να βγει έξω, και εκείνος απαντάει:  ἀλλ᾽ οὐκ ἐῶσί μ᾽ ἐξενεγκεῖν οἱ κόρεις, δεν μ’ αφηνουν οι κορέοι να τον βγάλω έξω.

Αλλά λίγο πιο μετά, ο Στρεψιάδης πάλι βγάζει μια κραυγή κι όταν τον ρωτάνε γιατί, απαντάει: ἀπόλλυμαι δείλαιος· ἐκ τοῦ σκίμποδος δάκνουσί μ᾽ ἐξέρποντες οἱ Κορ—ίνθιοι, δηλ. «χάθηκα ο δόλιος, βγαίνουν από το στρώμα και με δαγκώνουν οι κοριοί-Κορίνθιοι», λογοπαίγνιο με τους εχθρούς της πόλης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 69 Σχόλια »

Άρχισε το ματς

Posted by sarant στο 26 Αυγούστου, 2022

Κανονικά, το σημερινό άρθρο θα έπρεπε να το δημοσιεύσω την περασμένη Παρασκευή, αλλά δεν μου έκοψε -κάλλιο αργά όμως παρά ποτέ.

Άρχισε το ματς, διότι το περασμένο παρασκευοσαββατοκύριακο άρχισε το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, η Σουπερλίγκ, που θα φανερώσω τα χρόνια μου αν σας εκμυστηρευτώ ότι εξακολουθώ να τη λέω (μέσα μου) «Άλφα Εθνική».

Το ιστολόγιο συζητάει βεβαίως και τα ποδοσφαιρικά, και μερικές φορές έχουν γίνει και καβγάδες για τα ποδοσφαιρικά σχόλια που παρεμβάλλονται σε άλλα άρθρα, αλλά σήμερα θα γεφυρώσουμε τις δυο μερίδες μια και θα λεξιλογήσουμε ποδοσφαιρικά. Όχι γενικά για το ποδόσφαιρο, το θέμα είναι απέραντο και χρειάζεται σειρά άρθρων για να το καλύψουμε. Έχουμε βέβαια γράψει άρθρο για τα φρασεολογικά του ποδοσφαίρου, καθώς και για τη γεωγραφία της Σούπερ Λιγκ, ενώ παλιότερα είχαμε δει την ιστορία της λέξης πέναλτι, όπως και της λέξης Μουντιάλ.

Το οποίο Μουντιάλ, φέτος, κατά πρωτοφανή παρέκκλιση, δεν παίχτηκε τον Ιούνιο, διότι αποφάσισαν να διεξαχθεί στο Κατάρ, που λιώνει ο ήλιος την πέτρα (τις έχει λιώσει όλες), κι έτσι θα παιχτεί Νοέμβριο-Δεκέμβριο, με αποτέλεσμα το ελληνικό πρωτάθλημα (και όλα τα άλλα φυσικά) να διακοπεί για ένα μήνα και κάτι (από 13/11 έως 21/12). Αλλά το αλ-Μουντιάλ, για να το πω έτσι και να μην το πω Καταραμένο, θα το συζητήσουμε ξανά, όταν έρθει ο καιρός του.

Προς το παρόν, αφού άρχισε το ματς, λέω να συζητήσουμε σήμερα αυτήν ακριβώς τη λέξη, τη λέξη «ματς». Θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο, ότι ο όρος «ματς» δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε ποδοσφαιρική συνάντηση, αλλά θα σας απαντήσω ότι τις περισσότερες φορές, όταν λέμε «ματς», αγώνα ποδοσφαίρου εννοούμε. Γι’ αυτό και το ΜΗΛΝΕΓ δίνει τον ορισμό: Ο αθλητικός αγώνας μεταξύ δύο (συνήθ. ποδοσφαιρικών) ομάδων ή μεταξύ δύο αθλητών.

Εξάλλου, και το τραγούδι του Κηλαηδόνη που τον τίτλο του παραφράζω στο σημερινό άρθρο, στο ποδόσφαιρο αναφέρεται:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »

Ο φετφάς του μουφτή

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2022

Στις 14 Φεβρουαρίου 1989, λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, ανώτατος ηγέτης της Ισλαμικής δημοκρατίας του Ιράν, εξέδωσε από ραδιοφώνου έναν φετφά με τον οποίο καλούσε τους πιστούς να θανατώσουν τον συγγραφέα Σαλμάν Ράσντι για το «βλάσφημο» βιβλίο του «Σατανικοί στίχοι», που είχε κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο του  1988. Ταυτόχρονα, ο Βρετανός συγγραφέας επικηρύχτηκε από ιρανικά μέσα ενημέρωσης για αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (στη συνέχεια το ποσό αυτό έφτασε τα 3 εκατομμύρια).

Ο Ράσντι αναγκάστηκε να ζει κρυμμένος, με διαρκή αστυνομική προστασία, και με το ψευδώνυμο Τζόζεφ Άντον. Το Ηνωμένο Βασίλειο διέκοψε διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν λίγο μετά την έκδοση του φετφά. Όμως το 1998 οι σχέσεις των δυο χωρών αποκαταστάθηκαν, όταν ο τότε πρόεδρος του Ιράν δήλωσε ότι η χώρα του δεν στηρίζει (αλλά ούτε και εμποδίζει!) προσπάθειες δολοφονίας του Ράσντι. Ο φετφάς πάντως δεν άρθηκε ποτέ (και είναι και ένα ζήτημα αν μπορεί να τον άρει άλλο πρόσωπο, τη στιγμή που αυτός που τον εξέδωσε έχει πεθάνει) και επόμενοι αξιωματούχοι του Ιράν επιβεβαίωσαν ότι ο Ράσντι είναι επικηρυγμένος.

Ο συγγραφέας στο μεταξύ είχε μετακομίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και είχε αρχίσει, εδώ και χρόνια, να ζει χωρίς σωματοφύλακες και να κάνει περισσότερες δημόσιες εμφανίσεις -αλλά το σπαθί του Δαμοκλή εξακολουθούσε να κρέμεται από πάνω του, όπως τραγικα φάνηκε πριν από δέκα μέρες. Ο Ράσντι επρόκειτο να δώσει διάλεξη στο πνευματικό ίδρυμα μιας μικρής πόλης (με απρόφερτο όνομα, Chautauqua) στην πολιτεία της Νέας Υόρκης όταν τον πλησίασε ο 24χρονος Χαντί Ματάρ, Αμερικανός με καταγωγή από τον Λίβανο, και τον μαχαίρωσε αρκετές φορές πριν τον ακινητοποιήσουν οι παριστάμενοι. Ο Ράσντι διασωληνώθηκε στο νοσοκομείο και η κατάστασή του παραμένει σοβαρή.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιος είχε προσπαθήσει να εκτελέσει τον φετφά του Χομεϊνί. Το 1989 στο Λονδίνο κάποιος ετοίμαζε ένα βιβλίο-βόμβα, αλλά η βόμβα εξερράγη πρόωρα και σκότωσε τον επίδοξο φονιά. Εξάλλου, πολλοί έχουν βρει τον θάνατο ή έχουν δεχτεί επιθέσεις εξαιτίας του φετφά. Ο Χιτόσι Ιγκαράσι, ο Γιαπωνέζος μεταφραστής του βιβλίου, δολοφονήθηκε το 1991. Φονική επίθεση δέχτηκε και ο Έτορε Καπριόλο, ο Ιταλός μεταφραστής, το ίδιο και ο William Nygaard, ο εκδότης της νορβηγικής μετάφρασης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ελευθερία του λόγου, Θρησκεία, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Κάτω στον γιαλό κάτω στο περιγιάλι

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2022

Παρά τη ραστώνη, το ιστολόγιο επιμένει καλοκαιρινά, αν και το σημερινό άρθρο δεν είναι ακριβώς καινούργιο -πιο πολύ, είναι ανάπτυξη ενός κομματιού από παλιότερο άρθρο, στο οποίο είχαμε εξετάσει τέσσερις-πέντε καλοκαιρινές, θαλασσινές λέξεις. Σήμερα θα σταθούμε σε μία από αυτές, στη λέξη «γιαλός».

Σε αντίθεση με λέξεις όπως παραλία, ακροθαλασσιά, ακρογιάλι, περιγιάλι (όπως και τη λέξη «πλαζ», που σημαίνει την ειδικά διαμορφωμένη παραλία), η λέξη «γιαλός» είναι δίσημη. Όπως θα δείτε σε όλα τα λεξικά, μπορεί να σημαίνει τόσο το τμήμα της ξηράς πλάι στη θάλασσα, όσο και τα ρηχά νερά, το τμήμα της θάλασσας κατά μήκος της ξηράς, κι έτσι η εντολή «πήγαινε γιαλό-γιαλό» μπορεί να δοθεί και σε βαρκάρη και σε πεζοπόρο. Θα το δούμε πιο αναλυτικά παρακάτω, αφού πούμε για την ετυμολογία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Θαλασσινά, Ιστορίες λέξεων, Καλοκαιρινά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 116 Σχόλια »

Πληρώνει, παίζει και γράφει…

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2022

O τίτλος του σημερινού άρθρου παραπέμπει σε μια παλιά διαφήμιση της Bic: Ξυρίζει, ανάβει και γράφει κι απλουστεύει τη ζωή, έλεγε η διαφήμιση, εννοώντας τα ξυραφάκια, τους αναπτήρες και τα στυλό διαρκείας, τα τρία βασικά προϊοντα της Bic.

Αλλά τι είναι εκείνο που πληρώνει, παίζει και γράφει; Δεν είναι εταιρεία που παράγει τρία προϊόντα, είναι μια λέξη, στην οποία θ’ αφιερωθεί το σημερινό άρθρο.

Για να δωσω μια βοήθεια, την περασμένη βδομάδα είχαμε το άρθρο για το καλαμάρι, τόσο το κεφαλόποδο όσο και το μελανοδοχείο, κι ένας φίλος στο Φέισμπουκ μου παράγγειλε: αφού είπαμε για το χαρτί και το καλαμάρι, δεν βάζεις κι ένα άρθρο για την …., που κι αυτή έχει διπλό και τριπλό ρόλο;

Θα το καταλάβατε, η λέξη που λείπει είναι η πένα -και με την πένα κάποτε γράφαμε, εξακολουθούμε να παίζουμε διάφορα έγχορδα όργανα, ενώ επίσης με πένες πληρώνουμε, δηλαδή χρησιμοποιούμε το σχετικό νόμισμα.

Εδώ όμως αρχίζουν από τα πίσω έδρανα να διατυπώνονται αντιρρήσεις: μία λέξη τα κάνει όλα αυτά ή μήπως έχουμε περισσότερες από μία, ομόγραφες;

Όσοι θυμούνται το σχετικά πρόσφατο άρθρο μας για τις λέξεις-φίλτρα, δηλαδή τις ομόγραφες λέξεις διαφορετικής ετυμολογίας, στα σχόλιά σας είχατε αναφέρει και την περίπτωση της πένας (το άρθρο την είχε, κακώς, παραλείψει).

Πράγματι, στα λεξικά θα βρείτε δύο λήμματα «πένα». Η μία είναι η υποδιαίρεση της στερλίνας. Η άλλη είναι η πένα που κάνει όλα τα άλλα. Τουλάχιστον διά γυμνού οφθαλμού, αυτές οι δυο πένες δεν συνδέονται ετυμολογικά.

Η πένα το νόμισμα είναι, σήμερα, το 1/100 της βρετανικής στερλίνας. Tη βλέπουμε αριστερά με την εικόνα της βασίλισσας Ελισάβετ. Λέω «σήμερα», διότι η υποδιαίρεση της στερλίνας σε 100 πένες είναι κάτι που ισχύει από το 1971. Πρωτύτερα, η λίρα διαιρούταν (σικ, ρε) σε 20 σελίνια και το σελίνι σε 12 πένες, άρα η λίρα είχε 240 πένες. Αλλά τότε η πένα δεν ήταν η χαμηλότερη υποδιαίρεση, μια και εκείνη με τη σειρά της διαιρούταν σε 4 φαρδίνια.

Θα δείξω τα χρόνια μου: στην 6η δημοτικού, που μαθαίναμε τους συμμιγείς αριθμούς, έμαθα για πένες, σελίνια και φαρδίνια, και πώς να πολλαπλασιάζω συμμιγείς, κι έτσι μπορούσα να ξέρω πόσα θα πληρωσω για 4 κιλά πορτοκάλια, αν το 1 κιλό πωλείται προς 6 σελίνια και 8 πενες. Από μια άποψη άχρηστη γνώση διότι όταν τα έμαθα αυτά, αρχές του 1972, το καρολίγγειο σύστημα (με σελίνια και φαρδίνια) είχε ήδη δώσει τη θέση του στο δεκαδικό!

Η αγγλική πένα είναι μεταφορά του αγγλικού penny, το οποίο ανάγεται στο παλαιό αγγλικό penning, που έχει παλαιογερμανική προέλευση, όχι βεβαιωμένη. Σύμφωνα με μια από τις θεωρίες συνδέεται με το λατιν. pannus, ύφασμα, αφού συχνά τα υφάσματα χρησιμοποιούνταν ως νόμισμα. Αν αυτό ισχύει, συνδέεται με το πανί. Το βέβαιο είναι πως από την ίδια ρίζα με την penny προέρχεται το γερμανικό Pfennig, η υποδιαίρεση του πάλαι ποτέ μάρκου. Οι μετανάστες στη Γερμανία τα έλεγαν «φοινίκια».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαφημίσεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα, Ομόηχα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Καλαμάρι χωρίς χαρτί

Posted by sarant στο 3 Αυγούστου, 2022

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε άρθρο για τα καβούρια. Σήμερα συνεχίζουμε θαλασσινά, με άλλα θαλασσινά, κι έτσι θ’ αφιερωσουμε το σημερινό μας άρθρο στα καλαμάρια. Θα επαναλάβουμε έτσι μερικά πράγματα που είχαμε πει σε παλιότερο άρθρο αφιερωμένο σε όλα τα «φρούτα της θάλασσας«, αλλά εδώ θα τα αναπτύξουμε πολύ εκτενέστερα.

Το καλαμάρι είναι κεφαλόποδο, δεκάποδο, που η επιστημονική του ονομασία είναι Loligo vulgaris. Υπάρχουν γιγαντιαία καλαμάρια που ξεπερνάνε τα 10 μέτρα, στην Ιαπωνία και αλλού, αλλά στα μέρη τα δικά μας είναι σαφώς πιο ματζόβολα. Το μυθικό Κράκεν θα μπορούσε να είναι κάποιο γιγάντιο καλαμάρι. Υπάρχουν και τα θράψαλα, που είναι πιο μεγάλα και θέλουν κατάψυξη για να μαλακώσει η σάρκα τους (ή όχι;).

Το καλαμάρι ή καλαμαράκι το τρώμε βεβαίως, αλλά υπάρχει και το άλλο το καλαμάρι, ή έστω υπήρχε μέχρι σχετικά πρόσφατα, εννοώ το μελανοδοχείο. Δεν θέλω να δείξω τα χρόνια μου, αλλά όταν ήμουν μαθητής δημοτικού, επί δικτατορίας, στην εκπαίδευση είχε επανέλθει, σε ένδειξη εκσυγχρονισμού ίσως, η πένα και το μελανοδοχείο. Όχι μόνο η καλλιγραφία, αλλά και η καθημερινή Αντιγραφή γίνονταν με καλαμάρι και πένα -κι εγώ, εξαρχής κακογράφος και απρόσεχτος, έκανα τις πιο εντυπωσιακές μουτζούρες της καριέρας μου.

Βέβαια, τα σημερινά παιδιά έχουν γλιτώσει από αυτό το καλαμάρι αν και, όσα παιδιά τουλάχιστον λένε τα κάλαντα, μνημονεύουν κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς το χαρτί και το καλαμάρι που κρατάει εκείνο το παλικάρι ο Δεσκεμές.

Επειδή τα δυο καλαμάρια ετυμολογικώς συνδέονται, εδώ θα μιλήσουμε και για τα δύο. Αν σας πω ότι η αρχή της λέξης «καλαμάρι» είναι το καλάμι, δεν θα το αποκλείσετε αφού η ηχητική ομοιότητα είναι πρόδηλη, αλλά θα παραξενευτείτε -τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα.

Οι αρχαίοι το καλαμάρι το λέγανε «τευθίς», θηλυκό. Υπήρχε και το υποκοριστικό, το τευθίδιον, αλλά και το τεύθος, μεγαλύτερο. Αυτά για το ζώο. Στο μεταξύ, η λέξη «καλαμος» στα αρχαία σήμαινε, πέρα από το καλάμι, και τη γραφίδα -το λέμε ακόμα και σήμερα για κάποιον  ότι είναι, ξερωγώ, «δεινός χειριστής του καλάμου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 121 Σχόλια »

Σαν τον κάβουρα

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2022

Καλοκαίρι είναι, συνηθίζουμε τα άρθρα με θαλασσινό και ναυτικό περιεχόμενο. Πριν από τρία χρόνια, τέτοιες μέρες περίπου, είχαμε γράψει ένα άρθρο για τα θαλασσινά, όπου λεξιλογήσαμε για χταπόδια, καλαμάρια, γαρίδες και συναφή. Στο άρθρο εκείνο έχω σκοπό να επιστρέψω, για ν’ αναπτύξω περισσότερο ένα από τα ζώα αυτά αλλά προς το παρόν θα βγάλω ένα χρέος.

Εννοώ ότι σε εκείνο το άρθρο περί θαλασσινών είχα αφήσει απέξω τα καβούρια. Όπως είχα γράψει, «στο καβούρι αποφάσισα ν’ αφιερώσω ειδικό άρθρο, καθώς έχει πολύ μεγάλο φρασεολογικό πλούτο -άλλωστε δεν είναι αμιγώς θαλασσινό. Κάποια άλλη φορά λοιπόν θα πούμε για τον κάβουρα και την περπατησιά του, τα καβούρια της τσέπης, τα καβουράκια και την κυρία καβουρίνα».

Ε, η στιγμή αυτή ήρθε σήμερα.

O κάβουρας είναι ζώο που ανήκει στα καρκινοειδή, μαζί με τις γαρίδες, τις καραβίδες και τους αστακούς. Τα καρκινοειδή ειναι μια πολυμελέστατη υποδιαίρεση, ουσιαστικά υποσυνομοταξία. Ο κάβουρας είναι δεκάποδο, με δυο μεγάλες δαγκάνες μπροστά και οχτώ μικρότερα πόδια πίσω, από τέσσερα. Ίσως για τον λόγο αυτό, στη λαϊκή μούσα θα δείτε να γίνεται λόγος για οχτώ πόδια του κάβουρα, ας πούμε:

Οχτώ ποδιά ‘χει ο κάβουρας και πάει μπρος και πίσω
τη νιότη μου στα χέρια σου θα την απαρατήσω.

Μπορεί το δίστιχο να είναι ανακριβές ως προς τον αριθμό των ποδιών του, αλλά σωστά λέει ότι «πάει μπρος και πίσω». Για την ακρίβεια, η κατασκευή των ποδιών του δίνει στο καβούρι την ευχέρεια να μετακινείται με ταχύτητα είτε προς τα μπρος, είτε προς τα πίσω, είτε προς τα πλάγια, για να κρυφτεί στις σχισμές των βράχων ας πούμε, να ξεφύγει από διώκτες ή να πιάσει το θήραμά του. Ο άνθρωπος, μαθημένος να περπατάει με επιδεξιότητα μόνο προς τα μπρος, το προσόν αυτό του κάβουρα το θεώρησε ελάττωμα.

Κι έτσι γεννήθηκε η φράση «πάει σαν τον κάβουρα», που τη λέμε για έργο που προχωράει πολύ αργά ή για κάποιον που δουλεύει με πολύ βραδύ ρυθμό. Και υπάρχει και το ρήμα «καρκινοβατώ», που αυτήν ακριβώς την κατάσταση περιγράφει, όταν ένα έργο προχωράει με πολύ αργό ρυθμό, προσκρούει συνεχώς σε εμπόδια ή και οπισθοδρομεί. Το ρήμα είναι νεότερο, αλλά ήδη από τα αρχαία υπήρχε ο όρος καρκινοβάτης και καρκινοβήτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ζωολογία, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , | 166 Σχόλια »

Από πότε λέμε «γεια σου»; (επανάληψη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2022

Επειδή έχω ταξίδι αυτές τις μέρες, καταφεύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης, μάλιστα της διπλοεπανάληψης, αφού το σημερινό άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί στο ιστολόγιο τη δεύτερη μέρα της ζωής του, οπότε δεν το είχαν δει και πολλοί, κι έτσι το ξαναδημοσίευσα τον Ιούλιο του 2012. Ήδη, από εκείνη τη δεύτερη δημοσίευση έχουν περάσει 10 χρόνια -πώς περνάνε! Αρκετοί σχολιαστές έχουν μείνει οι ίδιοι, κάποιοι έχουν σταματήσει να γράφουν, όμως έχουν προστεθεί άλλοι πολλοί -οπότε, σκέφτομαι, δεν είναι άσκοπη η σημερινή επανάληψη, αφού το θέμα έχει, θαρρώ, μεγάλο ενδιαφέρον γλωσσικό. Έχω κάνει μερικές αλλαγές από την προηγούμενη δημοσίευση και μια ουσιαστική προσθήκη στο τέλος.

Ο χαιρετισμός «γεια» ή «γεια σου» ή «γεια χαρά» είναι ο πιο συνηθισμένος στα ελληνικά και τον χρησιμοποιούμε πολλές φορές κάθε μέρα όταν συναντάμε γνωστούς μας ή όταν τους αποχαιρετάμε.

Το «γεια» προέρχεται από το αρχαίο «υγεία» μέσω του μεσαιωνικού «υγειά». Και οι ξένοι που επισκέπτονται την Ελλάδα μαθαίνουν αμέσως το Yassou, και θα σας έχει τύχει, όταν γνωρίζεστε με ξένους εκτός Ελλάδος να σας πουν το Yassou ως φιλοφρόνηση ή για να δείξουν ότι ξέρουν και μια ελληνική λέξη.

Όχι τυχαία, σε έναν διαγωνισμό της Γιουροβίζιον πριν από μερικά χρόνια (το 2007), η ελληνική συμμετοχή, στην επιδίωξη ενός διεθνώς αναγνωρίσιμου τίτλου, ήταν το τραγούδι «Γεια σου Μαρία» ή μάλλον Yassou Maria, που πήρε την 7η θέση στον διαγωνισμό.

Θα λέγαμε λοιπόν ότι έχουμε ταυτισθεί με το «Γεια σου» -από πότε όμως υπάρχει η έκφραση στη γλώσσα μας; Από πότε λέμε «γεια σου»; Στο μεσαιωνικό λεξικό του Δουκαγγίου (Du Cange) που εκδόθηκε το 1688, καταγράφεται το «γειάσου» και ερμηνεύεται, σωστά, με τα αρχαιοπρεπή «χαίρε, έρρωσο, υγίαινε». Ωστόσο, πριν από μερικά χρόνια βρέθηκε μια πολύ πρωιμότερη εμφάνιση της έκφρασης.

Ο φλωρεντινός διδακτικός ποιητής Fazio degli Uberti (1305- μετά το 1367) μπορεί να μην είναι γνωστός παρά σε ελάχιστους, αλλά αξίζει την προσοχή μας από σπόντα. Ήταν γόνος παλιάς φλωρεντινής οικογένειας (του κλάδου των Γιβελίνων) που μνημονεύεται στην Κόλαση του Δάντη, και η οποία είχε εξοριστεί για πολιτικούς λόγους από τη γενέθλια πόλη. Έτσι, ο ποιητής γεννήθηκε στην Πίζα και έζησε σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας επιδιώκοντας πάντα να επιστρέψει στη Φλωρεντία. Μάταια, αφού πέθανε στη Βερόνα.

Το έργο της ζωής του ήταν ένα μεγάλο διδακτικό ποίημα, Il Dittamondo (που είναι εξιταλισμός του λατινικού Dicta Mundi και σημαίνει κάτι σαν «Αφηγήσεις για την οικουμένη»), σαφώς επηρεασμένο από τον Δάντη. Το δούλευε είκοσι χρόνια χωρίς να το τελειώσει και σ’ αυτό αφηγείται τις περιπλανήσεις του σε όλα τα μέρη του γνωστού τότε κόσμου.

Στο τρίτο βιβλίο και στο 23ο κεφάλαιο υπάρχει το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει. Γιατί μας ενδιαφέρει; Διότι μας διασώζει, σε προφορικό λόγο, φράσεις ελληνικές που δεν έχουν καταγραφεί σε ελληνικά κείμενα παρά πολύ αργότερα -ας όψεται η διγλωσσία που ταλανίζει τον τόπο από τους ελληνιστικούς χρόνους και μετά.

Έτσι, στο ποίημα αυτό, που ξεκίνησε να γράφεται το 1346, βρίσκουμε τις ελληνικότατες φράσεις Γεια σουΚαλώς ήρθεςΞεύρεις φραγκικά; Είμαι Ρωμαίος και ξεύρω γλώσσεςΠαρακαλώ σε φίλε μουΜετά χαράς, φυσικά γραμμένες στο λατινικό αλφάβητο, αφού το ποίημα είναι γραμμένο στα ιταλικά.

Το απόσπασμα του ποιήματος που μας ενδιαφέρει είναι:

E giunto a lui, de la bocca m’uscio
Jiá su” e fu greco il saluto,
perché l’abito suo greco scoprio. 30
Ed ello, come accorto e proveduto,
Calós írtes allora mi rispose,
allegro piú che non l’avea veduto.
Cosí parlato insieme molte cose,
ípeto: xéuris franchicá? Ed esso: 35
Ime roméos e xéuro plus glose.
E io: Paracaló se, fíle mu; apresso
mílise franchicá ancor gli dissi.
Metá charás, fu sua risposta adesso.

Πρόχειρη μετάφραση:

Φτάνοντας κοντά του, από το στόμα μου βγήκε
ένα «Γεια σου», που είναι ελληνικός χαιρετισμός,
γιατί τα ρούχα του φανέρωναν τον Έλληνα.
Κι εκείνος, σαν να ήταν προετοιμασμένος,
«Καλώς ήρθες», μου απαντάει τώρα
πιο χαρωπός απ’ όσο πριν τον είδα.
Κι  έτσι κουβεντιάσαμε πολλά και διάφορα
και του είπα: «Ξεύρεις φραγκικά;» Κι εκείνος:
«Είμαι Ρωμαίος και ξεύρω πολλές γλώσσες».
Κι εγώ μετά: «Παρακαλώ σε φίλε μου,
μίλησέ μου φραγκικά», του είπα.
«Μετά χαράς», απάντησε αμέσως.

Και λίγους στίχους πιο κάτω, όταν τον ρωτάει πού πηγαίνει, ο Ρωμιός τού απαντάει χρησιμοποιώντας μια ακόμα ελληνική λέξη:

“Qui presso a una chora, dove il re Pirro anticamente stava”, δηλαδή «Εδώ κοντά σε μια χώρα όπου παλιά ήταν ο βασιλιάς ο Πύρρος».

Στο υπόλοιπο έργο, απ’ όσο κοίταξα, δεν υπάρχουν άλλες ελληνικές λέξεις -αλλά και πάλι, νομίζω πως η ανακάλυψη είναι εντυπωσιακή. Ώστε πριν από 676 χρόνια, οι άνθρωποι που ζούσαν σ’ αυτό τον τόπο χρησιμοποιούσαν φράσεις πολύ όμοιες με τις σημερινές!

Να προσέξουμε κάτι, ότι από το μέτρο του δεύτερου στίχου τεκμαίρεται πως στην εποχή του ποιήματος το «Γειάσου» το πρόφερναν τρισύλλαβο, είτε «Γει-ά-σου» είτε «Υ-γειά-σου».

Για να μη βλογάω τα γένια μου: το εύρημα δεν είναι δικό μου. Ο γλωσσολόγος Νίκος Νικολάου το βρήκε, ο Nick Nicholas δηλαδή, που σχολιάζει και εδώ κατά καιρούς, ο ελληνοαυστραλός μάγος του TLG και μεταφραστής (μαζί με τον Γιώργο Μπαλόγλου) της Παιδιοφράστου διηγήσεως των τετραπόδων ζώων στα αγγλικά. Μου το είχε στείλει σε ανύποπτο χρόνο, που λένε, πριν από καμιά εικοσαετία, σε κάποια αλλαγή υπολογιστή έχασα το ηλεμήνυμα αλλά τελικά ξαναβρήκα το κείμενο χάρη στο γκουγκλ που βλέπει τα πάντα. Ο Νίκολας είχε γράψει κι αυτός κάτι για το ποίημα αυτό, στο ιστολόγιό του.

Πάντως, θα συμφωνήσετε ότι είναι αρκετά εντυπωσιακό εύρημα! Αν πάλι το μικρό απόσπασμα από το Dittamondo σάς άνοιξε την όρεξη και θέλετε να γνωρίσετε και το υπόλοιπο ποίημα, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ, αν ξέρετε ιταλικά, φοβάμαι όμως πως δεν θα το βρείτε τρομερά συναρπαστικό.

Στην προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, ο φίλος Νότης Τουφεξής είχε παραθέσει αποσπάσματα από ένα άλλο έργο, κατά 150 χρόνια μεταγενέστερο. Πρόκειται για το ταξιδιωτικό κείμενο του Γερμανού ιππότη Άρνολντ φον Χαρφ, ο οποίος το 1496 με 1499 πήγε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους και πέρασε, το 1497, από τη Ρόδο. Ο Χαρφ παραθετει το ελληνικό αλφάβητο και έχει και έναν σύντομο κατάλογο με λέξεις και φράσεις με την αντιστοιχία τους στα γερμανικά της εποχής,

Το βιβλίο του Χαρφ το βρίσκετε εδώ, κι αν πάτε στη σελίδα 75 θα δείτε τον κατάλογο που αρχίζει με τα βασικά: ψωμί, κρασί, νερό, κρέας:

ipschomij broyt

kressij wijn

nero wasser

kreyas vleysch

Ο Χαρφ μεταγράφει κάπως ιδιότροπα τα ελληνικά, και φαίνεται να έχει κάνει ένα λάθος, αφού μετά τα «κυρά» και «κόρη» έχει το more που σημαίνει «νεαρός» ενώ προφανώς καταγράφει την προσφώνηση «μωρέ».

Προσέξτε ότι ανάμεσα στις φράσεις πρώτης ανάγκης που σημειώνει είναι και kyratza gamysso sena ego, kyrasche nazis gymati meto sena [κυρά μου, να ζεις, άσε με να κοιμηθώ με τα σένα], kyrasche egome panda dycosso [είμαι πάντα δικός σου].

Τις απαντήσεις που του έδωσαν δεν τις έχει, πάντως.

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , | 155 Σχόλια »