Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Ατομική ευθύνη, κρατική ανευθυνότητα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στη στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Εδώ το αναδημοσιεύω προσθέτοντας στο τέλος ένα υστερόγραφο περί υπευθυνότητας.

Ατομική ευθύνη, κρατική ανευθυνότητα

Μια από τις φράσεις που ακούστηκαν πολύ και που έγιναν κλισέ κατά την πανδημική περίοδο που διάγουμε, ιδίως μάλιστα κατά το δεύτερο στάδιό της, είναι και η «ατομική ευθύνη». Ταιριάζει λοιπόν στο σημερινό άρθρο, το πρώτο μετά την καλοκαιρινή ανάπαυλα, που ανοίγει τούτον τον παράξενο πανδημικό Σεπτέμβρη, που μόνο με καινούργια αισιόδοξη αρχή δεν μοιάζει, ν’ ασχοληθούμε με αυτή τη λέξη που ολοένα και περισσότερο ακούμε, την ευθύνη.

Κατά το λεξικό, ευθύνη είναι «η υποχρέωση κάποιου να ανταποκριθεί σε ορισμένη εντολή, υπόσχεση, καθήκον κτλ. και να λογοδοτήσει, να απολογηθεί για τις σχετικές ενέργειες». Η λέξη είναι αρχαία, αλλά όχι ακριβώς έτσι· οι αρχαίοι είχαν την εύθυνα.

Στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκεται ο ευθύς, ο ίσιος, λέξη χωρίς ινδοευρωπαϊκή ετυμολογία, που έχει τον παλαιότερο, ομηρικό τύπο ιθύς, απ’ όπου έχουν επιβιώσει ως τα σήμερα οι ιθύνοντες και η ιθύνουσα τάξη. Από τον ευθύ και το ρήμα ευθύνω, κατά λέξη ισιώνω, που όμως πήρε γρήγορα σημασίες μεταφορικές: διευθύνω, κατευθύνω, εξετάζω.

Από το ρήμα ευθύνω και η εύθυνα, ένας πολύ ενδιαφέρων θεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας. Κάθε δημόσιος αξιωματούχος στο τέλος της θητείας του ήταν υποχρεωμένος να λογοδοτήσει δημόσια για τα πεπραγμένα του· η διαδικασία αυτή ήταν η εύθυνα και ο πολίτης που κληρωνόταν για να ασκήσει αυτόν τον δημόσιο έλεγχο ήταν ο εύθυνος -ενώ ο ελεγχόμενος αξιωματούχος λεγόταν υπεύθυνος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 158 Σχόλια »

Ο Δράμαλης και η νίλα

Posted by sarant στο 20 Αυγούστου, 2020

Μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Εικοσιένα ήταν η εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη στο Μοριά το καλοκαίρι του 1822. Ο Δράμαλης είχε πολύ στρατό και είχε σκοπό να συντρίψει την επανάσταση -και σημείωσε μια πρώτη απρόσμενη επιτυχία όταν ο φρούραρχος του Ακροκόρινθου, που μάταια είχε πάρει το παρατσούκλι Αχιλλέας, πανικοβλήθηκε βλέποντας το ασκέρι και εγκατέλειψε το φρούριο «αντουφέκηγο» που έγραψε κι ο Μακρυγιάννης.

Αν ο Δράμαλης έστεκε στην Κόρινθο και εγκαθιστούσε εκεί το στρατηγείο του, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχτεί πολύ δυσάρεστα για τους επαναστάτες, αλλά μεθυσμένος από τις πρώτες επιτυχίες θέλησε να τελειώνει γρήγορα. Ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε πολιτική καμένης γης, γνωρίζοντας από αναφορές ανιχνευτών ότι το ασκέρι του Δράμαλη έχει «χασνέδες [χρήματα] και εφόδια πολεμικά αρκετά, πλην από ζαερέδες [προμήθειες σε τρόφιμα] υστερούνται». Στον αργολικό κάμπο άρχισε να τους βασανίζει η ζέστη και η δυσεντερία, καθώς οι Έλληνες μόλυναν και τις πηγές, και θελησαν να αναδιπλωθούν -αλλά στα στενά των Δερβενακιών (ντερβένι είναι το στενό) στα τέλη Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης τους πετσόκοψε. Λίγοι σώθηκαν από το μεγαλο ασκέρι κι ο ίδιος ο Μαχμούτ Πασάς πέθανε ειτε από τη λύπη του είτε απο τύφο στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου 1822.

Το περιστατικό επιβεβαιώνει μια παρατήρηση που έχουν κάνει ίσως αρκετοί αλλά σίγουρα ο Κ. Παπαγιώργης, ότι οι μεγάλες νίκες του Εικοσιένα οφείλονται όλες σε ενέδρα ή αιφνιδιασμό ή εκμετάλλευση του πεδίου της μάχης ή φθορά του αντιπάλου με κλεφτοπόλεμο και όχι σε κατά μέτωπο σύγκρουση. Όποτε οι Έλληνες θέλησαν να αντιπαρατεθούν στους Τούρκους «ευρωπαϊκά», σε ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν επώδυνες ήττες: Πέτα, Κρεμμύδι, Ανάλατος.

Η σφαγή αυτή του πανίσχυρου στρατού του Δράμαλη στα Δερβενάκια έσωσε την επανάσταση, εδραίωσε ακόμα περισσότερο το γόητρο του Κολοκοτρώνη και έγινε παροιμιώδης, αφού έμεινε γνωστή και ως «η νίλα του Δράμαλη». Πολύ συχνά θα δείτε τη μάχη στα Δερβενάκια να αναφέρεται ως «νίλα του Δράμαλη».

Το ΛΚΝ στο λήμμα «νίλα» αναφέρει, ακριβώς, τον Δράμαλη:

νίλα η [níla] Ο25α : 1.(οικ.) α. μεγάλη καταστροφή: Ο στρατός του Δράμαλη έπαθε μεγάλη ~ από τους Έλληνες. β. μεγάλη αποτυχία σε διαγωνισμό ή συναγωνισμό: ~ στα μαθηματικά. H ομάδα μας έπαθε ~ στο σημερινό αγώνα. γ. ζημιά που προκαλεί μεγάλη ταλαιπωρία: Πάθαμε μια ~ στο ταξίδι… μας χάλασε το αυτοκίνητο. 2. (παρωχ.) καψόνι.

Το λεξικό ετυμολογεί, χωρίς βεβαιότητα, τη λέξη από τα λατινικά: [ίσως μσν. *νίλα < λατ. nila πληθ. του nilum (ουδ.) `τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία΄ που θεωρήθηκε θηλ. εν.]

Το λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει την ίδια ετυμολογία, και πάλι χωρίς βεβαιότητα, δεν αναφέρει τον Δράμαλη, και δίνει παραδειγματική φράση παρμένη από το ποδόσφαιρο, «πάθαμε μεγάλη νίλα μέσα στην έδρα μας» ή κάτι τέτοιο. Πράγματι, στις σημερινές χρήσεις συχνά θα δούμε τη νίλα σε αθλητικά-ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα.

Σε πολλά κείμενα για το 1821, ιστορικά ή λογοτεχνικά, βρίσκω αναφορά στη «νίλα του Δράμαλη». Μάλιστα, ο Βασίλης Ρώτας έχει γράψει το θεατρικό έργο «Κολοκοτρώνης ή η νίλα του Δράμαλη». Στον «Καραϊσκάκη», τη μυθιστορηματική βιογραφία του ήρωα από τον Δημ. Φωτιάδη, υπάρχει επίσης κεφάλαιο «Η νίλα του Δράμαλη».

Το περίεργο είναι ότι στα κείμενα της εποχής δεν υπάρχει καμιά τέτοια αναφορά σε «νίλα του Δράμαλη» -ή εγώ δεν βρήκα. Σίγουρα δεν υπάρχει στον Μακρυγιάννη, αν και η λέξη «νίλα» χρησιμοποιείται σε άλλα συμφραζόμενα, αλλά ούτε και στα απομνημονευματα του Κολοκοτρώνη, του πρωταγωνιστή της υπόθεσης. Ούτε σε άλλο κείμενο της εποχής βρήκα «νίλα του Δράμαλη», εκτός αν βρείτε εσείς και με διαψεύσετε.

Πράγματι, στα σώματα κειμένων που έψαξα, η παλαιότερη αναφορά που βρήκα σε «νίλα του Δραμαλη» είναι το 1910 στον Ρωμηό του Σουρή και το 1917 στο Ημερολόγιο Σκόκου. Ίσως κάποιος άλλος βρει κάτι ακόμα παλιότερο, αλλά το ζήτημα είναι πόσο παλιότερο -δυο τρεις δεκαετίες ή κοντινό στα γεγονότα;

Το άλλο περίεργο είναι ότι ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί στο έργο του δυο φορές τη λέξη «νίλα» αλλά όχι με τη σημασία «πανωλεθρία, παταγώδης αποτυχία».

Γράφει ο Μακρυγιάννης, περιγράφοντας την εγκληματική θανάτωση άμαχων Τούρκων από ανειδοποίητους Ρωμιούς κοντά στο Κομπότι παρά τις συνθήκες που είχαν υπογραφτεί: «Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Tούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα» (Α53). Και αλλού, σε σχέση με την πολιορκία της Αθήνας: «Πήγαμεν εις το φρούριον. Ήταν η νίλα εκεί· γυναικόπαιδα, ζώα» (Α213).

Δηλαδή, την εποχή του Μακρυγιάννη η σημασία της λέξης ήταν κάπως διαφορετική, σήμαινε: οίκτο, τραγικό θέαμα που προκαλεί τον οίκτο, συμφορά· «με πήρε η νίλα» σήμαινε «με κυρίεψε ο οίκτος».

Αυτή η σημασία βρίσκουμε να επιβιώνει στο ηπειρωτικό ιδίωμα. Αντιγράφω από το σχετικό σύγγραμμα του Ευάγγελου Μπόγκα (ο οποίος γράφει νήλα):

νήλα: 1. Το τραγικό θέαμα, «είναι νήλα να γλέπ’ς να σφάζουν μπροστά σου τ’ αρνάκια», 2. Ο οίκτος: Όταν τον είδα ξαπλωμένον στα χώματα, μ’ έκοψε η νήλα. Στο Ζαγόρι λένε «να τον φτάκει η νήλα μου» δηλ. κατάρα να δυστυχήσει κάποιος τόσο πολύ που να τον λυπηθούμε. Ο Μπόγκας γράφει «νήλα» επειδή ετυμολογεί από το νηλεές ήμαρ του Ομήρου, που μάλλον είναι πορτοκαλισμός.

Εικαζω λοιπόν ότι η πανωλεθρία του πανίσχυρου στρατου του Δράμαλη, που χαρακτηρίστηκε νίλα του Δράμαλη βοήθησε να μεταπέσει η σημασία από το «τραγικό θέαμα» και τη «συμφορά» προς την «παταγώδη αποτυχία» κι έτσι να χρησιμοποιείται σήμερα για αποτυχία στις εξετάσεις ή στο ποδόσφαιρο. Η μετάπτωση της σημασίας είναι ευκολη, αφού η «συμφορά» είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο οικτρό θέαμα και στην παταγώδη αποτυχία.

Μάλιστα, στις στρατιωτικές σχολές κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα το καψόνι που γινόταν στους πρωτοετείς λεγόταν «νίλα», σημασία που την καταγραφει το ΛΚΝ αν και κοντεύει πια να ξεχαστεί.

Σχεδον τελειώσαμε. Τελευταία πτυχή, ο Μάμαλης. Στις συλλογές παροιμιωδών εκφράσεων υπάρχει η έκφραση «έπαθε τη νίλα του Μάμαλη». Ποιος ο Μάμαλης; Κάποιοι λένε τον Ιμάμ Αλή, πασά της Ναυπάκτου, άλλοι αναφέρουν κάποιον οπλαρχηγό Μάμαλη που τον παλούκωσε ο Αλή Πασάς. (Όποιος ενδιαφέρεται: Δημ. Πετρόπουλος, «Η θανάτωσις δι’ ανασκολοπισμού κατά την Τουρκοκρατίαν», ΕΕΒΣ, Τόμ. 23 (1953), σελ. 535-6.)

Αν ισχύει αυτό, τότε προϋπήρξε η νίλα (δηλαδή η συμφορά, το τραγικό θέαμα) του Μάμαλη και η ομοηχία διευκόλυνε να γίνει παροιμιώδης και η φράση για τον Δράμαλη. Μπορεί βέβαια να προϋπήρξε η «νίλα του Δράμαλη», το θέμα αξίζει διερεύνηση.

Όσο για την ετυμολογία, κι ας λέει ο Μπόγκας, με βάση τα παραπάνω, φαίνεται πιθανότερη μια σλαβική αρχή της λέξης και ασφαλώς απορρίπτεται το λατινικό nila, που προτείνεται χωρίς σιγουριά από τα λεξικά. Όποιος έχει πρόσβαση στο περιοδικό Βυζαντινά, του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ, τόμος 8, σελ. 301-2, όπου υπάρχει άρθρο για τη νίλα, θα μπορούσε ίσως να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Ο φίλος μας ο Spiridione βρήκε τη δημοσίευση στα Βυζαντινά, που νομίζω ότι φωτίζει το θέμα:

Κ. Παπαχρίστου, νεοελληνικά ετυμολογικά, σελ. 301, 302

νίλα, η: α) αφανισμός, β) τραγικό θέαμα, που προκαλεί τον οίκτο, και γ) οίκτος. Από τις τρεις αυτές σημασίες η τρίτη, δηλ. νίλα = οίκτος, έχει λησμονηθή σήμερα στην Ελλάδα, με εξαίρεση την ’Ήπειρο — ίσως και κάποια άλλη περιοχή, που δε μπόρεσα να επισημάνω- για την Ήπειρο δίνει ο Μπάγκας την ερμηνεία: νήλα = 1) τραγικό θέαμα και 2) οίκτος: «όντας τουν είδα ξαπλουμένουν στα χώματα μ’ έκουψι η νήλα», και παραθέτει το Ζαγοριακό: «να τον φτάκη η νήλα μου» = «να δυστυχήση δηλ. σε τέτοιο βαθμό που να μου προκαλέση τον οίκτο». Παλαιότερα, όμως, η λ. νίλα στη σημασία «οίκτος» απανταται και σε άλλες περιοχές, π.χ. τη Ρούμελη, καθώς διαπιστώνεται από το Μακρυγιάννη, που γράφει: «Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα». Το νεοελ. νίλα προέρχεται από το αρωμουν. nila (= οίκτος, συμπάθεια) ← ρουμαν. mila ← σλαβ. міль (= συμπάθεια), στα αρωμουνικά: ρ. niluesku (= ελεώ, οικτίρω, συμπαθώ) και επίθ. niluitu – ta (=οικτρός), η τροπή του m → n (ρουμαν. mila → nila) είναι συνήθης στα αρωμουνικά: λατιν. mille → nile (= χίλια). Εσφαλμένα υποστηρίζει ο Νικολαίδης ότι το σλαβ. mih, το ρουμαν. mila και το αρωμουν. nila προέρχονται από το αρχ. ελλην. μείλιον (= «παν το ευφραίνον»), ούτε, βέβαια, είναι δυνατό να γίνη οποιοσδήποτε συσχετισμός του νεοελ. νίλα με το ομηρικό επίθ. νηλεές (ήμαρ), που υπαινίσσεται ο Μπόγκας και γι’ αυτό γράφει νήλα αντί νίλα, δικαιολογημένα ο Ανδριώτης αγνοεί αυτή την ετυμολογία.

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Πρέπει άραγε να τηρούμε ευλαβικά τις οδηγίες του ΕΟΔΥ;

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2020

Αν σκεφτήκατε οτι στο σημερινό άρθρο θα συζητήσω κάποιες από τις πρόσφατες οδηγίες του ΕΟΔΥ, ισως για το κλείσιμο των εστιατορίων, μπαρ κτλ. στις 12, και μάλιστα με τη διάθεση να τις αμφισβητήσω, αφού διατυπώνω ερώτημα, πέφτετε έξω.

Σας παραπλάνησε ο τίτλος, και παραδέχομαι πως εσκεμμένα τον διατύπωσα έτσι, για γούστο.

Όχι, δεν είναι ο ΕΟΔΥ το θέμα μου ούτε η πανδημία. Το σημερινό άρθρο έχει θέμα καθαρά γλωσσικό, όσο κι αν δεν του φαίνεται. Οπότε, ας εξηγηθώ.

Έναυσμα μού δίνει ένα πρόσφατο σημείωμα του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Τελευταία, νομίζω το έχω ξανασχολιάσει, ο καθηγητής χρησιμοποιεί το Φέισμπουκ για να εκφράζει τις απόψεις του για γλωσσικά φαινόμενα και θέματα, συνήθως αποδοκιμάζοντας τη μία ή την άλλη χρήση. Θα πείτε ότι αυτό είναι μάλλον παράδοξη στάση από γλωσσολόγο (είναι σαν να βλέπεις έναν μετεωρολόγο να αποδοκιμάζει τους ισχυρούς βορειοανατολικούς ανέμους) αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας.

Λοιπόν, πρόσφατα ο κ. Μπαμπινιώτης απεύθυνε έκκληση σε σχέση με την κατ’ αυτόν σωστή χρήση του επιρρήματος «ευλαβικά».

O καθηγητής προτάσσει την εξής εισαγωγή:

Σεβαστείτε το «ευλαβικά»!

Ένα επίρρημα, το ευλαβικά, υποφέρει γλωσσικά. Λυπηθείτε το! Δεν είναι «διά πᾶσαν χρήσιν…». Δεν σημαίνει «προσεκτικά», ούτε «επακριβώς» ούτε «επιμελώς»! Σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό». Κι έτσι πρέπει να χρησιμοποιείται.

και στη συνέχεια αναπτύσσει τις σκέψεις του μέσα στο ορθογώνιο πλαίσιο.

Μας λέει ότι ακούγονται φράσεις όπως «Τηρούμε ευλαβικά τις αποστάσεις» ή «Προσέχουμε ευλαβικά τις οδηγίες», στις οποίες χρησιμοποιούμε το «ευλαβικά» σχεδόν σαν να σημαίνει «προσεκτικά», «επακριβώς», «επιμελώς», ενώ σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό» (δική του η έμφαση).

Μπορεί να το χρησιμοποίησε μεταφορικά ο κ. Τσιόδρας, λέει, για να τονίσει ότι η τήρηση των μέτρων προφύλαξης πρέπει να γίνεται σαν να υπερασπιζόμαστε κάτι ιερό, αφού εχει σχέση με την προστασία της υγείας μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να το χρησιμοποιούμε με άλλη, διαφορετική σημασία! (Και πάλι δική του η έμφαση).

Και αφού παραθέσει την ετυμολογία (κουτσουρεμένη, όπως θα δούμε) της λέξης «ευλαβής», καταλήγει στο συμπέρασμα: Ας ευλαβούμεθα την σημασία μιας λέξης με ιδιαίτερη βαρύτητα στην επικοινωνία μας, το ευλαβικά.

Θα σχολιάσω την παραπάνω άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσοδιορθωτές, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »

Γιατί το λένε μπουγιουρντί;

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2020

Μια και το Ορούτς Ρεΐς εξακολουθεί να βρίσκεται στις παρυφές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ ή της περιοχής που θα μπορούσαμε να έχουμε ανακηρύξει ως ΑΟΖ, και εκτελεί ή απειλεί να εκτελέσει ή προσπαθεί να εκτελέσει σεισμογραφικές έρευνες στην περιοχή, σε ένδειξη αντιποίνων το ιστολόγιο θα εκτελέσει λεξικογραφικές έρευνες στην ελληνοτουρκική γλωσσική υφαλοκρηπίδα, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε για το μπουγιουρντί.

Το μπουγιουρντί είναι μια από τις πολλές λέξεις που μας έχει κληροδοτήσει η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, λέξεις της οθωμανικής διοίκησης και καθημερινότητας, που μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έμειναν άνεργες αλλά προσέλαβαν καινούργιες σημασιες, συνήθως με δείνωση της σημασίας τους.

Έτσι, ο τσαούσης δεν είναι πια ο υπαξιωματικός (σε βαθμό αντίστοιχο με τον λοχία) αλλά κάποιος πεισματάρης και απαιτητικός άνθρωπος· το ασκέρι δεν είναι πια στρατιωτικό τμήμα αλλά δηλώνει όχλο ή συρφετό ή πολυμελή ομάδα ή οικογένεια π.χ. «μας κουβαλήθηκε ο κουμπάρος με το ασκέρι του», ενώ ο ντερβέναγας δεν είναι ο επικεφαλής του στρατιωτικού τμήματος που φυλάει τα στρατηγικά ορεινά περάσματα αλλά κάποιος που φέρεται αυταρχικά ή που απρόσκλητος παρεμβαίνει σε υποθέσεις μας που δεν τον αφορούν -«ντερβέναγα σε βάλαμε;» θα του πούμε τότε.

Αλλά ας έρθουμε στο μπουγιουρντί.

Η αρχική του λοιπόν σημασία είναι έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο αρχικός τύπος, στα μεσαιωνικά χρόνια, ήταν μπουγιουρουλντί, από το buyuruldu, που θα πει «διετάχθη», εννοείται «υφ’ ημών» και με το οποίο τελείωνε το κατεβατό της διαταγής.

Στην αρχη της λέξης βρίσκουμε το ρήμα buyurmak, διατάσσω, που έχει αόριστο buyurdum. Δεν ξέρω αν το ελληνικό πια μπουγιουρντί προέκυψε από το μπουγιουρουλντί με απλολογία ή αν παρήχθη από μεταγενέστερο απλούστερο τουρκικό τύπο (βρίσκω buyurtu) ή αν βγηκε από το τρίτο πρόσωπο του αορίστου του buyurmak, που είναι buyurdu σήμερα (αλλά δεν ξέρω πώς ήταν στην τότε γλώσσα) όμως δεν έχει και τόση σημασία. Πάντως, στα κείμενα της εποχής βρίσκουμε διάφορες παραλλαγές, όπως μπουγιουρτί, πουγιουρτί, μπουγιουρδί κτλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, τούρκικα, Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Προσοχή στο κύμα

Posted by sarant στο 10 Αυγούστου, 2020

Ποιο κύμα, θα ρωτήσετε. Όχι αυτό της φωτογραφίας, πάντως. Είναι επικίνδυνα κάποιες φορές τα κύματα της θάλασσας, αλλά το άρθρο σε άλλο κύμα αναφέρεται.

Αλλά, μιας και την πιάσαμε τη λέξη, δεν βλάφτει να λεξιλογήσουμε λιγάκι για το κύμα με όλες του τις σημασίες -και μάλιστα απορώ που δεν είχα τόσα χρόνια γράψει κάτι για το θέμα, αν και ξώφαλτσα εχουμε κυματολεξιλογήσει σε καναδυό παλιότερα άρθρα.

Αν παρ’ελπίδα το Αλτσχαιμερ έχει προχωρήσει τόσο που δεν βρίσκω καν το παλιότερο κυματοάρθρο μας, ζητώ συγγνώμη προκαταβολικά.

Λοιπόν, λέγαμε για το κύμα και τις σημασίες του. Η πρώτη και κύρια, σύμφωνα με το λεξικό, είναι «όγκος νερού ο οποίος ανυψώνεται και πέφτει σε συνεχείς σχηματισμούς στην επιφάνεια θάλασσας, λίμνης κτλ., όταν αυτή αναταράζεται, συνήθ. από δυνατό άνεμο».

Το κύμα είναι λέξη αρχαία, μάλιστα ομηρική Στο Β της Ιλιαδας υπάρχει ο στίχος «ὡς ὅτε κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης αἰγιαλῷ μεγάλῳ βρέμεται, σμαραγεῖ δέ τε πόντος» -«καθώς σε ακρόγιαλο πλατύ βροντάει το κύμα της πολυτάραχης της θάλασσας και τα πελάη μουγκρίζουν» στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή.

Το κύμα ετυμολογείται απ’ το ρημα κύω και κυώ (κυέω) δηλαδή κυοφορώ, και σημαινε επίσης οτιδήποτε εξογκωμένο, φουσκωμένο. Φυσικά η λέξη πηρε και μεταφορικές σημασίες, όπως τα κύματα των στρατιωτών («κύμα χερσαίον στρατού») ή «κύματα κακών».

Παράλληλα, υπήρξε και τύπος κύμα που ήταν άλλος τύπος της λέξης κύημα, από το ρήμα κυέω, που στην ελληνιστική εποχή έχει πάρει τη σημασία «νεαρός βλαστός». Με τη σημασία αυτή, η λ. κῦμα περνάει στα λατινικά, ως cyma, cima, και αλλάζει και το γένος της, γίνεται θηλυκή. Η αρχική σημασία είναι νεαρός βλαστός, κορυφή φυτού, αλλά στα μεταγενέστερα λατινικά παίρνει τις σημασίες «κορυφή δέντρου», «κορυφή λόφου», δηλαδή τη σημασία του ακρότατου σημείου. Με αυτή την έννοια, της κορυφής και της άκρης, περνάει στα ιταλικά (και στα γαλλικά, άλλωστε, ως cime = κορυφή) και έτσι επιστρέφει στα ελληνικά ως τσίμα στα Επτάνησα και στην πανελλήνια έκφραση «τσίμα τσίμα» ως αντιδάνειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επιστημονικά, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , | 172 Σχόλια »

Η θερινή ραστώνη

Posted by sarant στο 7 Αυγούστου, 2020

Στην καρδιά του καλοκαιριού βρισκόμαστε, ταιριάζει να ασχοληθούμε με μια λέξη καλοκαιρινή, αφού η «θερινή ραστώνη» ή η «καλοκαιρινή ραστώνη» είναι ένα από τα δημοσιογραφικά κλισέ που εύκολα χρησιμοποιεί όποιος θέλει να χαρακτηρίσει την πλήρη αδράνεια, τη χαλαρότητα που επικρατεί το καλοκαίρι και ειδικότερα τον Αύγουστο.

Η αίσθησή μου είναι πως η λέξη χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια περισσότερο, ακριβώς επειδή έχει γίνει κλισέ, εύκολη λύση. Για να κοροϊδέψω αυτή την κατάχρηση, στο ιστολόγιο πότε πότε λέω για «το ραστόνι». Είχα γράψει, ας πούμε, μια φορά τις χριστουγεννιάτικες μέρες: σήμερα η πιατέλα δεν θα είναι ξέχειλη, δεν έχουμε μαζέψει πολλά ευρήματα: ούτε εγώ βρήκα πολλά, ούτε εσείς μού στείλατε -το ραστόνι που λέγαμε, η εορταστική ραστώνη του κλισέ δηλαδή (παλιά τη λέγαμε μουργέλα και δεν ήταν τόσο γκλάμορους).

Διότι ραστώνη, δηλαδή χαλάρωση, ραθυμία, τεμπελιά, υπάρχει και στις γιορτές, όχι μόνο το καλοκαίρι.

Η ραστώνη είναι μάλλον λόγια λέξη· ανήκει, ας πούμε, στο ψαγμένο λεξιλόγιο -που ο κ. Μπαμπινιώτης το λέει «απαιτητικό», ή τουλάχιστον εκεί ανήκε πριν γίνει κλισέ. Όταν το 2003 στις Πανελλήνιες εξετάσεις έπεσε ένα κείμενο του Βασ. Θερμού, που έκανε λόγο για «τη ραστώνη της συνεχούς εναλλαγης καναλιών, του ζάπινγκ», η επιτροπή των εξετάσεων έδωσε εκ των υστέρων διευκρίνιση για τη σημασία της λέξης -μια όχι πολύ διαφημισμένη περίπτωση «αρωγής και ευδοκίμησης». Ραστώνη, αυτή η άγνωστη λέξη, έγραψε μια εφημερίδα. Θα έλεγα πως σήμερα δεν είναι πλέον άγνωστη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Καλοκαιρινά, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , | 167 Σχόλια »

Εσείς τσαντίζεστε ή τσατίζεστε;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2020

Ο μπακάλης σαν φτωχύνει τα παλιά τεφτέρια πιάνει, λένε. Θα μπορούσατε να το πείτε αυτό για το σημερινό άρθρο, αφού παίρνει αφορμή (και αντλεί πολύ υλικό) από μια συζήτηση που είχε γίνει στη Λεξιλογία το μακρινό 2008, πριν από 12 ολόκληρα χρόνια (και καναδυό μήνες) και με δική μου συμμετοχή.

Το ερώτημα του τίτλου το είχα τότε θέσει εγώ και το επαναλαμβάνω τώρα εδώ. Φυσικά, η ερώτηση δεν αφορά το αν είστε ήρεμοι τύποι ή ευέξαπτοι, αλλά ποιον τυπο προτιμάτε. Είχα λοιπόν γράψει τότε:

Μου λέει, φίλος και συνονόματος:

Τις 2-3 πρώτες φορές που είδα γραμμένο το «τσατίζω», νόμιζα ότι ήταν τυπογραφικό λάθος. Τις επόμενες, νόμιζα ότι ήταν κωμικός κι αδέξιος εξευγενισμός. Ώσπου άνοιξα τον Μπάμπι κι είδα ότι έχει τον τύπο κατά προτεραιότητα.
Αλλά μάλλον πρέπει νάχω χάσει συνέχειες…

Κι εγώ ομολογώ ότι τσαΝΤίζομαι το ξέρω, έτσι το ‘λεγα ανέκαθεν και μόνο σε μεγάλη ηλικία συνειδητοποίησα ότι κάποιοι «τσατίζονται». Έχω βγάλει το (προσωρινό) συμπέρασμα ότι στην επιλογή του τύπου παίζει ρόλο και το πού μεγάλωσε κανείς. Οι Αθηναίοι έχουν τάση προς το «ντ», οι Βορειοελλαδίτες και οι Κρητικοί προς το «τ». Γι’ αυτό το λόγο και πολλοί ακούνε μόνο τον έναν από τους δύο τύπους στα παιδικά τους χρόνια.

Τα λεξικά μας κατά πλειοψηφία δείχνουν να προτιμούν τους τύπους με Τ.

Το ΛΚΝ έχει πρώτους τους τύπους με Τ (τσατίζω και τσαντίζω, γράφει στο ρήμα), το ίδιο και ο Μπαμπινιώτης, όπως και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας. Αντίθετα, το πιο καινούργιο, το ΜΗΛΝΕΓ, δίνει την πρωτοκαθεδρία στους τύπους με -ντ, αφού έχει πρώτο το «τσαντίζω» και δεύτερο το «τσατίζω».

Κοιτάζοντας τις συχνότητες του Γκουγκλ, βλέπουμε ότι οι τύποι με «ντ» υπερτερούν στο βασικό λήμμα (τσαντίζω έναντι τσατίζω) αλλά πολύ περισσότερο, συντριπτικά, στα παράγωγα (πχ τσαντισμένος έναντι τσατισμένος· μάλιστα το Γκουγκλ, αν ζητήσεις «τσατισμένος» σε ρωταει μήπως εννοείς «τσαντισμένος»). Συντριπτικά υπερτερεί και η «τσαντίλα» έναντι της «τσατίλας» αν και βέβαια κάποιες από τις ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» αφορούν την αραιοϋφασμένη σακούλα (γιαούρτι στην τσαντίλα), αν και αυτές δεν είναι πολλές. [Και ακόμα λιγότερες θα είναι, υποθέτω, οι ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» που αναφέρονται στη… χαρακτηριστική μυρωδιά της τσάντας 🙂 ]

Από τα ευρήματα στο γκουγκλ συνάγεται ότι κάποιοι θα λένε μεν «τσατίζω» αλλά «τσαντισμένος». Αυτή την «ασυνέπεια» (τα εισαγωγικά εδώ έχουν σημασία, δεν είναι πραγματική ασυνέπεια) τη συναντήσαμε και στο πρόσφατο άρθρο μας, όπου κάποιοι είπαν ότι λένε ντους αλλά ντουζιέρα.

Πάμε τώρα στην ετυμολογία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 149 Σχόλια »

Για τα πανηγύρια

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2020

Tη φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό σημείωμα την πήρα απο ένα πρόσφατο άρθρο ειδησεογραφικού ιστοτόπου με τίτλο «Τρόμος για τα πανηγύρια». Δεν ξέρω αν είναι πρόσφατη, βγαλμένη από κάποιο μετακορονοϊκό πανηγύρι, σαν κι αυτά που έγιναν π.χ. στην Αλίαρτο ή αν είναι φωτογραφία αρχείου από το περσινό ή κάποιο άλλο προκορονοϊκό καλοκαίρι.

Διότι βέβαια, η εποχή των πανηγυριών είναι το καλοκαίρι -η σεζόν, θα λέγαμε, μόλις άρχισε. Και οι επιστήμονες άρχισαν να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, ζητώντας άλλοι αυστηρό έλεγχο στα πανηγύρια κι άλλοι την απαγόρευσή τους. Κανονικά τα πανηγύρια πρέπει να απαγορευτούν, υποστήριξε η πρόεδρος των νοσοκομειακών γιατρών, επισημαίνοντας το οφθαλμοφανές, ότι στα πανηγύρια δεν μπορεί να υπάρξει τήρηση αποστάσεων.

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε για το πανηγύρι. Η λεξη, λέει το ετυμολογικό λεξικό, ανάγεται στο ελληνιστικό πανηγύριον, υποκοριστικό του αρχαίου πανήγυρις, που το βρίσκουμε πρώτη φορά σε απόσπασμα του Αρχίλοχου, αρκετά παλιά δηλαδή: Δήμητρος ἁγνῆς καὶ Κόρης τὴν πανήγυριν σέβων.

Η λέξη αυτή είναι σύνθετη από το παν + άγυρις (με έκταση εν συνθέσει, Βακερνάγκελ γαρ) που συνδέεται με το ρήμα αγείρω (συναθροίζω δηλαδή). Από την ίδια ρίζα η αγορά και η ομήγυρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά, Πεζογραφία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 416 Σχόλια »

Σθλάβοι στα δεσμά τους και πάλι

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2020

Επειδή δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, είπα να αναδημοσιεύσω ένα παλιότερο. Πολύ παλιότερο μάλιστα, από τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το έχετε διαβάσει ή να μην το θυμάστε. Από την πολύ καλή συζήτηση που είχε γίνει στην αρχική δημοσίευση μεταφέρω λίγα πράγματα, δεν βλάφτει όμως να ανατρέξετε και στα παλιά σχόλια, αν έχετε όρεξη -ο φίλος μας ο Πέπε, που το εκανε πρόπερσι είχε βρει συναρπαστική τη συζήτηση.

Σε προηγούμενο άρθρο (εδώ στην τελευταία εκδοχή του) είδαμε πώς η λέξη grec (Έλληνας) πήρε στα γαλλικά τη σημασία ‘απατεώνας, χαρτοκλέφτης’. Μας πρόσβαλε αυτό, αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Εδώ θα δούμε για μια άλλη ομάδα λαών και πώς το ελληνικό εθνωνύμιό της πήρε τη σημασία «δούλος» και πώς γέννησε, στα μεσαιωνικά ελληνικά, τη λέξη σκλάβος, που έδωσε δάνεια σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

Στην αρχή έχουμε τους Σλάβους, που έρχονται στη Βαλκανική περί τον 5ο αιώνα· αυτοί αυτοαποκαλούνται slovĕne (όνομα που επιβιώνει στους σημερινούς Σλοβένους). Το αρχικό σλ- είναι δυσπρόφερτο στα ελληνικά και αναπτύσσεται ένα ενδιάμεσο σύμφωνο για να διευκολύνει την προφορά. (σ: φατνιακό τριβόμενο, λ: οδοντικό προσεγγιστικό, θ: οδοντικό τριβόμενο. Δηλαδή το θ είναι φθόγγος ενδιάμεσος μεταξύ του σ και του λ: προφέρεται με τη γλώσσα στον ίδιο τόπο άρθρωσης όπως το θ, αλλά με τον ίδιο τρόπο άρθρωσης όπως το σ). Kάτι ανάλογο συμβαίνει και με πολλά σλαβικά ονόματα που τα βρίσκουμε γραμμένα σε βυζαντινά κείμενα με -σθλ, π.χ. Ιερόσθλαβος, Ραδόσθλαβος, Ρασίσθλαβος, Στανίσθλαβος κτλ.

Έτσι το εθνωνύμιο περνάει στα ελληνικά της εποχής ως Σθλαβηνός, Σκλαβηνός ή Σθλάβος, Σκλάβος· η πρώτη μαρτυρία της λέξης υπάρχει σε κείμενο του 56ου αιώνα, στον Μαλάλα (Μηνὶ μαρτίῳ ἰνδικτιῶνος ζ’ ἐπανέστησαν οἱ Οὗννοι καὶ οἱ Σκλᾶβοι τῇ Θρᾴκῃ). Οι δυο μορφές, η συντομευμένη και η εκτενέστερη, συνυπάρχουν στα κείμενα. Από το βυζαντινό σκλάβος έχουμε και το λατινικό sclavus. (Δείτε όμως πιο κάτω μια επιφύλαξη).

Οι Σλάβοι είχαν ασθενή πολιτική οργάνωση, βασισμένη χαλαρά στις οικογένειες και στα γένη· ήταν αγροτικός και ποιμενικός λαός, και έτσι αποτελούσαν εύκολη λεία για συγκροτημένους εισβολείς που με το γυμνασμένο ιππικό τους έκαναν επιδρομές και αιχμαλώτιζαν πολλούς Σλάβους που στη συνέχεια τους πουλούσαν σκλάβους. Κάποια στιγμή, γύρω στον ένατο αιώνα, το εθνωνύμιο Σκλάβος / Sclavus άρχισε να σημαίνει όχι πια «Σλάβος» αλλά «Σλάβος δούλος» και στη συνέχεια απλώς «δούλος» όχι απαραίτητα Σλάβος πλέον. Δεν έχει εξακριβωθεί σε ποια εποχή και γλώσσα πρωτοέγινε αυτή η μετάβαση· οι εντελώς αναμφίσημες εμφανίσεις μη Σλάβων σκλάβων π.χ. sclava grecha ή σαρακηνός σκλάβος είναι μεταγενέστερες. Πάντως όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι έγινε στις παρυφές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στη Βαλκανική χερσόνησο, εκεί που συναντιούνταν Βυζαντινοί, Άραβες και Γερμανοί.

Πράγματι, το λατινικό sclavus με την αναντίλεκτη σημασία «σκλάβος» εμφανίζεται σχετικά αργά στην Ιταλία (τέλος 11ου αιώνα) ή τη Γαλλία αλλά αρκετά νωρίτερα στη Γερμανία, από τον 10ο αιώνα. Στην αραβική Ισπανία οι Σλάβοι σκλάβοι καταφθάνουν από τον 10ο επίσης αιώνα ως λεία Σαρακηνών πειρατών ή πραμάτεια Εβραίων δουλεμπόρων. Αρχικά σακλάμπ (που είναι δάνειο από το σκλάβος, θυμηθείτε ότι οι άραβες δεν προφέρουν το σίγμα στην αρχή της λέξης μαζί με άλλο σύμφωνο) είναι το εθνωνύμιο που σημαίνει Σλάβος, στη συνέχεια σακαλίμπα είναι η λέξη που δηλώνει τους Σλάβους σκλάβους, και στη συνέχεια εφαρμόζεται σε οποιουσδήποτε ανοιχτόχρωμους σκλάβους, ανεξαρτήτως καταγωγής. Στην Κόρδοβα περί το 950 οι σακαλίμπα φτάνουν τις 13.000, και πολλοί απ’ αυτούς είναι ευνούχοι και εποπτεύουν τα χαρέμια, οπότε η λέξη φτάνει να σημαίνει και «ευνούχος», σημασία που επιβιώνει στο σημερινό ισπανικό ciclan «μόνορχις».

Η συνύπαρξη των σημασιών σθλάβος/σκλάβος = Σλάβος και σθλάβος/σκλάβος = σκλάβος βασανίζει τους μελετητές όχι λίγο. Λογουχάρη, όταν λέει ο Πορφυρογέννητος για την Πελοπόννησο «εσθλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος», εννοεί άραγε «εκσλαβίστηκε» ή «σκλαβώθηκε»; Πιθανότερο το πρώτο, αλλά δεν μας πολυσυμφέρει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 282 Σχόλια »

Μουστάκι

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2020

Μια από τις παρενέργειες του κορονοϊού ήταν και ότι μέσα στην καραντίνα άφησα μουστάκι. Το ίδιο είχα κάνει κι όταν είχα πάει φαντάρος, και ίσως το ψυχολογικό κίνητρο να είναι το ίδιο και στις δυο περιπτώσεις: να ξυπνάς το πρωί και να βλέπεις πάνω σου κάτι που να έχει αλλάξει, έστω και λίγο.

Είχα πει πως μόλις τελειώσει η καραντίνα θα το κόψω, αλλά τελικά το άφησα έως την παραμονή της αναχώρησής μου για την Ελλάδα, πριν από δέκα μέρες δηλαδή. Έβγαλα και μερικές φωτογραφίες μυστακοφόρος, μία από τις οποίες τη φανέρωσα ήδη στο Φέισμπουκ, οπότε λόγοι διαφάνειας και ισονομίας επιβάλλουν να τη δημοσιοποιήσω κι εδώ -επειδή όμως δεν ισχύει πλέον, προτίμησα να μην την βάλω φάτσα φόρα στο άρθρο αλλά να την ανεβάσω εδώ.

Παρόλο που τα γένια έχουν ξαναγυρίσει στη μόδα, σκέτο μουστάκι είναι μάλλον σπάνιο σε νεότερους. Εγώ είχα γένια (και μουστάκι) μετά τον στρατό, αλλά τώρα δεν αποπειράθηκα να αφήσω ξανά, διότι βγαίνουν άσπρα.

Την τελευταία φορά που είχα μουστάκι προηγουμένως ήταν το 1999, που το άφησα και πάλι μια περίοδο που ήμουν για ένα μήνα μακριά από την οικογένεια. Μόλις με είδε μυστακοφόρο η μικρή μου κόρη, που τότε ήταν κάπου 18 μηνών, δεν είπε τίποτα αλλά έφυγε από το δωμάτιο. Το ξύρισα αμέσως.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Οπότε, σκέφτομαι ν’ αφιερώσω το σημερινό άρθρο στο μουστάκι, με αφορμή την εφήμερη μυστακοτροφία μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 246 Σχόλια »

Αράπικα

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2020

Όχι φιστίκια. Όπως είχα υποσχεθει χτες, το σημερινό άρθρο αποτελεί συνέχεια του χτεσινού. Χτες λέγαμε για τα αγάλματα που αποκαθηλώθηκαν και την ταινία που αποσύρθηκε, και τα δυο σε άλλη γη και σε άλλα μέρη, σήμερα μεταφέρουμε τη συζήτηση στο πεδίο της γλώσσας, και ειδικά στον όρο «Αράπης» και στα σύνθετα και παράγωγά του.

Γέφυρα με το χτεσινό άρθρο, ένα απόσπασμά του, που το επαναλαμβάνω εδώ:

Μεταφέροντας τη συζήτηση στα καθ’ ημάς, η Ξένια Κουναλάκη αναρωτήθηκε, όχι αβάσιμα κατά τη γνώμη μου, σε επιφυλλίδα της στην Καθημερινή αν μπορεί να διδαχτεί στο σημερινό σχολείο χωρίς κάποιο υπομνηματισμό η παρακάτω περικοπή από το κλασικό αναγνωστικό του Παπαντωνίου:

Ή, αν διαβάσει στα «Ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Γύρισαν και κοίταξαν τον Αραπόβραχο που μαύριζε στο σκοτείνιασμα. Στην κορφή του έβλεπες αλήθεια ένα κεφάλι, ένα μέτωπο, μια πλατιά μύτη, ένα στόμα και δυο χοντρά χείλια», συνοδευόμενη από μια υποσημείωση που εντάσσει την επίμαχη αποστροφή σε ένα γλωσσικό και χρονικό περιβάλλον, τότε ένας μικρός μαθητής δεν κινδυνεύει, π.χ., να προσβάλει τον μαύρο διπλανό του, αποκαλώντας τον «αράπη».

(Το βιβλίο του Παπαντωνίου έχει διδάξει γενεές, αλλά σε άλλες εποχές και με άλλη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού. Πάντως, να σημειώσουμε ότι, ακριβώς επειδή είναι σχολικό βιβλίο, του έχουν ήδη γίνει πολλές αλλαγές σιωπηρά. Τις επισημαίνει ο Χάρης Αθανασιάδης στο εξαιρετικό βιβλίο του για τα Αποσυρθέντα σχολικά βιβλία που κακώς δεν έχω παρουσιάσει εδώ).

Οπότε, για να γενικεύσουμε τη συζήτηση, θα δούμε τον όρο Αράπης αφενός ιστορικά και αφετέρου πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί σήμερα, αλλά και τι κάνουμε με παλιότερες αναφορές του όρου που υπάρχουν σε έργα τέχνης κτλ.

Η λέξη Αράπης, λέει το λεξικό, σημαίνει βεβαίως αυτόν που ανήκει στη μαύρη φυλή, όμως σημαίνει και αυτόν που ανήκει στο αραβικό έθνος, τον Άραβα. Η σημασία αυτή που κάποιοι θα τη θεωρούσαν παρωχημένη, ήταν η επικρατέστερη στα μεσαιωνικά χρόνια.

Αλλωστε πολλές φορές το επίθετο αράπικος δηλώνει σαφώς, σε παλιότερα ιδίως κείμενα, τον αραβικό. Έτσι, το αράπικο άλογο, το αράπικο φυστίκι αλλά και τα αράπικα, ως γλώσσα, στους Άραβες αναφέρονται.

Ετυμολογικά, ο Αράπης είναι δάνειο από το τουρκ. Αrap, από το αραβικό arab, από το οποίο προέρχεται και το αρχαίο Άραψ, που έχει δώσει το σημερινό Άραβας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσική αλλαγή, Ζωγραφική, Ιστορίες λέξεων, Πολιτική ορθότητα | Με ετικέτα: , , , , , , | 306 Σχόλια »

Τουρίστες στα ξενοδοχεία

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2020

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς σοβαρές αλλαγές, μια προσθήκη μέσα σε παρενθέσεις. H φωτογραφία είναι τυχαία, από πρόσφατο άρθρο οικονομικού ιστοτόπου.

Tουρίστες στα ξενοδοχεία

Τις τελευταίες μέρες έγινε πολύς λόγος για τον τουρισμό, καθώς η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αρχίζουν να χαλαρώνουν τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς και ετοιμάζονται να υποδεχτούν τουρίστες. Θα αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό μας άρθρο στη λεγόμενη βαριά βιομηχανία της χώρας, λεξιλογώντας για τις δυο λέξεις του τίτλου.

Στα αρχαία ελληνικά η λέξη ‘τόρνος’ σήμαινε αφενός ένα εργαλείο που είναι αντίστοιχο με το σημερινό ομώνυμο, αλλά και ένα όργανο σαν τον διαβήτη για χάραξη κύκλων (ἐργαλεῖον τεκτονικόν, ᾧ τὰ στρογγύλα σχήματα περιγράφεται, λέει ο Ησύχιος). Η λέξη περνάει στα λατινικά ως tornus και ανοίγει ολόκληρη φλέβα λεξιλογική. Εκεί λοιπόν φτιάχτηκε το ρήμα tornare, το οποίο, κατ’ αναλογία με το ελληνικό ‘τορνεύω’, σήμαινε «κατεργάζομαι κάτι στον τόρνο». Επειδή όμως όταν δουλεύουμε κάτι στον τόρνο το περιστρέφουμε, πολύ γρήγορα το tornare πήρε τη σημασία «στρέφω, περιστρέφω, γυρίζω» και απέσπασε μεγάλο μέρος του σημασιολογικού πεδίου των αυτοχθόνων λατινικών ρημάτων vertere και torquere.

Από τα λατινικά, στις νεότερες γλώσσες έχουμε το ρήμα tourner, το οποίο περνάει και στα αγγλικά, όπου τον 14ο αιώνα έχουμε τη λέξη tour, «στροφή, βάρδια», η οποία περί το 1650 παίρνει και τη σημασία «βόλτα, εκδρομή, περιήγηση», ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα καταγράφεται και η λέξη tourism, που περνάει στη συνέχεια στα γαλλικά και γίνεται διεθνής.

Βέβαια, τον 19ο αιώνα ο τουρισμός δεν ήταν μαζική υπόθεση, αλλά περιηγητές υπήρχαν από παλιότερα. Στα ελληνικά, η λέξη «τουρισμός» μπήκε στις αρχές του 20ού αιώνα, πιθανώς μετά το 1910, μάλλον από τα γαλλικά. Δεν υπάρχει στη Συναγωγή του Κουμανούδη, ενώ την έχω βρει σε χρονογράφημα του Φορτούνιο (Σπύρου Μελά) το καλοκαίρι του 1917, ο οποίος μάλιστα υποστηρίζει ότι «Δεν έχουμε ακόμη αποκτήσει ούτε την λέξιν» -άρα θα ήταν πολύ πρόσφατη τότε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 157 Σχόλια »

Το φρούτο της εποχής, ξανά

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2020

Θ’ αναρωτηθείτε, ποιο είναι το φρούτο της εποχής, μια και ο Μαϊούνης φέρνει πολλά οπωρικά. Ή μάλλον δεν θ’ αναρωτηθείτε, επειδή βάζω τη φωτογραφία -για τις φράουλες θα μιλήσουμε σήμερα. Οι ταχτικοί θαμώνες του ιστολογίου ξέρουν άλλωστε πως το ιστολόγιο αγαπάει τα φρούτα και τη φρουτολεξιλογία. Τα σχετικά άρθρα, που έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, τα επαναλαμβάνω στο ιστολόγιο κάθε 4-5 χρόνια, ανάρια για να έχουν νοστιμάδα, οπότε σήμερα βάζω το άρθρο για τις φράουλες, που η τελευταία του δημοσίευση είχε γίνει τέτοιες μέρες πριν από πέντε χρόνια.

Η φράουλα είναι από τα δημοφιλέστερα φρούτα, και όχι μόνο για νωπή κατανάλωση αλλά και ως γεύση σε παγωτά, μαρμελάδες, τσίχλες, ζελέ και συστατικό σε αρώματα, καλλυντικά και διάφορα άλλα προϊόντα, κι όμως… δεν είναι φρούτο!  Όντως, από φυτολογική άποψη, η φράουλα είναι ψευδοφρούτο: τα πραγματικά φρούτα είναι τα πολλά μικροσκοπικά «σποράκια» που βλέπουμε στην επιφάνεια της σάρκας της φράουλας, ενώ το σαρκώδες μέρος δεν είναι παρά το περίβλημα του καρπού. Μπορεί αυτό να το υποστηρίζουν οι βοτανολόγοι, ωστόσο εμείς που τις απολαμβάνουμε τις θεωρούμε φρούτα και με το παραπάνω – και μάλιστα, αν ρωτήσετε τα παιδιά, πάω στοίχημα πως η φράουλα θα πάρει μια θέση ανάμεσα στις πρώτες, με το κόκκινο χρώμα της, τη λάμψη της, το άρωμά της. Ίσως και την πρώτη, κι ας λένε οι βοτανολόγοι.

Αν εξαιρέσουμε τα εξωτικά φρούτα, οι φράουλες ήρθαν τελευταίες στα μέρη μας: στη Γεωργική και οικιακή οικονομία του, γραμμένη το 1835, ο πρωτοπόρος Γρηγόριος Παλαιολόγος σημειώνει μεν ότι η φράγουλα, που την ονομάζει επίσης χαμαίβατο, καλλιεργείται σε πολλούς κήπους των Αθηνών και πετυχαίνει σχεδόν παντού, αλλά την παρουσιάζει ανάμεσα στα σχετικώς άγνωστα φρούτα (χαρακτηριστικό είναι ότι αμέσως μετά περιγράφει το ανανάσιον, δηλαδή τον ανανά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 113 Σχόλια »

Ταβέρνες κι εστιατόρια

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2020

Ένα μεγάλο βήμα στην άρση των κοροναϊκών περιορισμών γίνεται σήμερα, καθώς αρχίζουν και πάλι να λειτουργούν τα «καταστήματα εστίασης» δηλαδή ταβέρνες, εστιατόρια, μπαρ και καφεζαχαροπλαστεία, που ως τώρα είχαν διακόψει τη λειτουργία τους με μόνη εξαίρεση την παράδοση φαγητών με πακέτο ή το ντελίβερι, αν και η εξαίρεση αυτή είχε σε ορισμένες περιπτώσεις, συνήθως σε καφετεριες, οδηγήσει σε καταστρατηγήσεις.

Από σημερα ξανανοίγουν κανονικά, αν και το επίρρημα θα έπρεπε να το βάλουμε σε εισαγωγικά, αφού θα υπάρχουν αρκετές διαφορές από την π.Κ. κατάσταση -υποτίθεται ότι τα τραπέζια θα τοποθετηθούν έτσι ώστε να υπάρχει η ενδεδειγμένη απόσταση μεταξύ τους, δεν θα υπάρχουν μεγάλες παρέες σε ενωμένα τραπέζια, και άλλα τέτοια μέτρα ώστε να αποφεύγεται ο συγχρωτισμός. Σε αντιστάθμισμα της μείωσης της πυκνότητας των δυνητικών πελατών, τα καταστήματα εστίασης θα επιτρέπεται να καταλάβουν έως και διπλάσιο δημόσιο χώρο με τα τραπεζοκαθίσματά τους. Δεδομένου ότι και π.Κ. σε πολλά σημεία τα τραπεζοκαθίσματα είχαν τόσο επεκταθεί που δεν χωρούσε να περάσει άνθρωπος, καταλαβαίνετε τι θα γίνει τώρα: μου λένε ότι σε μερικές πλατείες του λεκανοπεδίου έχουν αρχίσει να τοποθετούν τραπέζια ακόμα και στα μπαλκόνια των γειτονικών πολυκατοικιών. Εντάξει, αυτό είναι μάλλον υπερβολή, αλλά αν οσφραίνομαι καλά το κλίμα μού φαίνεται πως εκείνα τα εισαγωγικά που είχαμε θελήσει να βάλουμε στην αρχή της παραγράφου μάλλον καλώς δεν τα βάλαμε -θέλω να πω, προβλέπω ότι ύστερα από καναδυό βδομάδες τα πράγματα δεν θα διαφέρουν και πολύ απ’ ό,τι ήταν προ κορονοϊού.

Αλλά αλλιώς δεν γινόταν, έπρεπε να ξαναρχισει να λειτουργεί ο κλάδος. Έπρεπε, όχι μόνο επειδή με δυο μήνες απραξίας πολλές επιχειρήσεις έχουν έρθει στα πρόθυρα της κατάρρευσης αλλά και επειδή δεν αντέχει άλλο και η πελατεία χωρίς αυτήν την «περιττή» διέξοδο. Και, εδώ που τα λέμε, αν είναι να συνωστίζονται οι νέοι όπως στη φωτογραφία (που τη βρήκα στο Διαδικτυο και υποτίθεται ότι είναι παρμένη προχτές από την οδό Τάκη στου Ψυρρή· δεν βάζω το χέρι στη φωτιά για την αυθεντικότητά της, αλλά γνήσια φαίνεται) τότε καλύτερα να ξανανοίξουν τα μαγαζιά να μοιράζεται κάπως ο συνωστισμός. Το ίδιο ισχύει και για τα πάρκα, παρεμπιπτόντως.

Ο κλάδος της εστίασης επηρεάζει την κατανάλωση τροφίμων και ποτών. Στο δίμηνο (να το πούμε δεκαβδόμαδο;) της καραντίνας η κατανάλωση ποτών έπεσε κατακόρυφα, τουλάχιστον σε κάποιες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, διότι βέβαια η μικρή αύξηση της οικιακής κατανάλωσης δεν αντιστάθμιζε, ούτε κατά διάνοια, την κατακόρυφη πτώση (έως και μηδενισμό) στα καταστήματα. Αλλά έπεσε και η κατανάλωση τροφίμων, διαβάζω, παρά τη μεγάλη αύξηση στην οικιακή κατανάλωση. Τουλάχιστον αυτά σημειώθηκαν σε χώρες όπου, πέρα από τα εστιατόρια, ήταν επίσης πολύ σημαντική η δραστηριότητα της σχολικής και επαγγελματικής εστίασης.

Για να χαιρετίσω το άνοιγμα των καταστημάτων εστίασης, σήμερα θα λεξιλογήσω για το ένα σκέλος του κλαδου, για τα εστιατόρια, τις ταβέρνες και τα συναφή καταστήματα. Το άλλο σκέλος, καφενεία, ζαχαροπλαστεία και μπαρ το αφήνω για άλλη φορά, όπως χωριστό άρθρο αξίζει και για τα ξενοδοχεία, παρόλο που πολλά ξενοδοχεία έχουν και εστιατόριο. Ας τα αφησουμε κι αυτά για αλλη φορά λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 246 Σχόλια »