Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Σθλάβοι στα δεσμά τους και πάλι

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2020

Επειδή δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, είπα να αναδημοσιεύσω ένα παλιότερο. Πολύ παλιότερο μάλιστα, από τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το έχετε διαβάσει ή να μην το θυμάστε. Από την πολύ καλή συζήτηση που είχε γίνει στην αρχική δημοσίευση μεταφέρω λίγα πράγματα, δεν βλάφτει όμως να ανατρέξετε και στα παλιά σχόλια, αν έχετε όρεξη -ο φίλος μας ο Πέπε, που το εκανε πρόπερσι είχε βρει συναρπαστική τη συζήτηση.

Σε προηγούμενο άρθρο (εδώ στην τελευταία εκδοχή του) είδαμε πώς η λέξη grec (Έλληνας) πήρε στα γαλλικά τη σημασία ‘απατεώνας, χαρτοκλέφτης’. Μας πρόσβαλε αυτό, αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Εδώ θα δούμε για μια άλλη ομάδα λαών και πώς το ελληνικό εθνωνύμιό της πήρε τη σημασία «δούλος» και πώς γέννησε, στα μεσαιωνικά ελληνικά, τη λέξη σκλάβος, που έδωσε δάνεια σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

Στην αρχή έχουμε τους Σλάβους, που έρχονται στη Βαλκανική περί τον 5ο αιώνα· αυτοί αυτοαποκαλούνται slovĕne (όνομα που επιβιώνει στους σημερινούς Σλοβένους). Το αρχικό σλ- είναι δυσπρόφερτο στα ελληνικά και αναπτύσσεται ένα ενδιάμεσο σύμφωνο για να διευκολύνει την προφορά. (σ: φατνιακό τριβόμενο, λ: οδοντικό προσεγγιστικό, θ: οδοντικό τριβόμενο. Δηλαδή το θ είναι φθόγγος ενδιάμεσος μεταξύ του σ και του λ: προφέρεται με τη γλώσσα στον ίδιο τόπο άρθρωσης όπως το θ, αλλά με τον ίδιο τρόπο άρθρωσης όπως το σ). Kάτι ανάλογο συμβαίνει και με πολλά σλαβικά ονόματα που τα βρίσκουμε γραμμένα σε βυζαντινά κείμενα με -σθλ, π.χ. Ιερόσθλαβος, Ραδόσθλαβος, Ρασίσθλαβος, Στανίσθλαβος κτλ.

Έτσι το εθνωνύμιο περνάει στα ελληνικά της εποχής ως Σθλαβηνός, Σκλαβηνός ή Σθλάβος, Σκλάβος· η πρώτη μαρτυρία της λέξης υπάρχει σε κείμενο του 56ου αιώνα, στον Μαλάλα (Μηνὶ μαρτίῳ ἰνδικτιῶνος ζ’ ἐπανέστησαν οἱ Οὗννοι καὶ οἱ Σκλᾶβοι τῇ Θρᾴκῃ). Οι δυο μορφές, η συντομευμένη και η εκτενέστερη, συνυπάρχουν στα κείμενα. Από το βυζαντινό σκλάβος έχουμε και το λατινικό sclavus. (Δείτε όμως πιο κάτω μια επιφύλαξη).

Οι Σλάβοι είχαν ασθενή πολιτική οργάνωση, βασισμένη χαλαρά στις οικογένειες και στα γένη· ήταν αγροτικός και ποιμενικός λαός, και έτσι αποτελούσαν εύκολη λεία για συγκροτημένους εισβολείς που με το γυμνασμένο ιππικό τους έκαναν επιδρομές και αιχμαλώτιζαν πολλούς Σλάβους που στη συνέχεια τους πουλούσαν σκλάβους. Κάποια στιγμή, γύρω στον ένατο αιώνα, το εθνωνύμιο Σκλάβος / Sclavus άρχισε να σημαίνει όχι πια «Σλάβος» αλλά «Σλάβος δούλος» και στη συνέχεια απλώς «δούλος» όχι απαραίτητα Σλάβος πλέον. Δεν έχει εξακριβωθεί σε ποια εποχή και γλώσσα πρωτοέγινε αυτή η μετάβαση· οι εντελώς αναμφίσημες εμφανίσεις μη Σλάβων σκλάβων π.χ. sclava grecha ή σαρακηνός σκλάβος είναι μεταγενέστερες. Πάντως όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι έγινε στις παρυφές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στη Βαλκανική χερσόνησο, εκεί που συναντιούνταν Βυζαντινοί, Άραβες και Γερμανοί.

Πράγματι, το λατινικό sclavus με την αναντίλεκτη σημασία «σκλάβος» εμφανίζεται σχετικά αργά στην Ιταλία (τέλος 11ου αιώνα) ή τη Γαλλία αλλά αρκετά νωρίτερα στη Γερμανία, από τον 10ο αιώνα. Στην αραβική Ισπανία οι Σλάβοι σκλάβοι καταφθάνουν από τον 10ο επίσης αιώνα ως λεία Σαρακηνών πειρατών ή πραμάτεια Εβραίων δουλεμπόρων. Αρχικά σακλάμπ (που είναι δάνειο από το σκλάβος, θυμηθείτε ότι οι άραβες δεν προφέρουν το σίγμα στην αρχή της λέξης μαζί με άλλο σύμφωνο) είναι το εθνωνύμιο που σημαίνει Σλάβος, στη συνέχεια σακαλίμπα είναι η λέξη που δηλώνει τους Σλάβους σκλάβους, και στη συνέχεια εφαρμόζεται σε οποιουσδήποτε ανοιχτόχρωμους σκλάβους, ανεξαρτήτως καταγωγής. Στην Κόρδοβα περί το 950 οι σακαλίμπα φτάνουν τις 13.000, και πολλοί απ’ αυτούς είναι ευνούχοι και εποπτεύουν τα χαρέμια, οπότε η λέξη φτάνει να σημαίνει και «ευνούχος», σημασία που επιβιώνει στο σημερινό ισπανικό ciclan «μόνορχις».

Η συνύπαρξη των σημασιών σθλάβος/σκλάβος = Σλάβος και σθλάβος/σκλάβος = σκλάβος βασανίζει τους μελετητές όχι λίγο. Λογουχάρη, όταν λέει ο Πορφυρογέννητος για την Πελοπόννησο «εσθλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος», εννοεί άραγε «εκσλαβίστηκε» ή «σκλαβώθηκε»; Πιθανότερο το πρώτο, αλλά δεν μας πολυσυμφέρει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 279 Σχόλια »

Μουστάκι

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2020

Μια από τις παρενέργειες του κορονοϊού ήταν και ότι μέσα στην καραντίνα άφησα μουστάκι. Το ίδιο είχα κάνει κι όταν είχα πάει φαντάρος, και ίσως το ψυχολογικό κίνητρο να είναι το ίδιο και στις δυο περιπτώσεις: να ξυπνάς το πρωί και να βλέπεις πάνω σου κάτι που να έχει αλλάξει, έστω και λίγο.

Είχα πει πως μόλις τελειώσει η καραντίνα θα το κόψω, αλλά τελικά το άφησα έως την παραμονή της αναχώρησής μου για την Ελλάδα, πριν από δέκα μέρες δηλαδή. Έβγαλα και μερικές φωτογραφίες μυστακοφόρος, μία από τις οποίες τη φανέρωσα ήδη στο Φέισμπουκ, οπότε λόγοι διαφάνειας και ισονομίας επιβάλλουν να τη δημοσιοποιήσω κι εδώ -επειδή όμως δεν ισχύει πλέον, προτίμησα να μην την βάλω φάτσα φόρα στο άρθρο αλλά να την ανεβάσω εδώ.

Παρόλο που τα γένια έχουν ξαναγυρίσει στη μόδα, σκέτο μουστάκι είναι μάλλον σπάνιο σε νεότερους. Εγώ είχα γένια (και μουστάκι) μετά τον στρατό, αλλά τώρα δεν αποπειράθηκα να αφήσω ξανά, διότι βγαίνουν άσπρα.

Την τελευταία φορά που είχα μουστάκι προηγουμένως ήταν το 1999, που το άφησα και πάλι μια περίοδο που ήμουν για ένα μήνα μακριά από την οικογένεια. Μόλις με είδε μυστακοφόρο η μικρή μου κόρη, που τότε ήταν κάπου 18 μηνών, δεν είπε τίποτα αλλά έφυγε από το δωμάτιο. Το ξύρισα αμέσως.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Οπότε, σκέφτομαι ν’ αφιερώσω το σημερινό άρθρο στο μουστάκι, με αφορμή την εφήμερη μυστακοτροφία μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 246 Σχόλια »

Αράπικα

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2020

Όχι φιστίκια. Όπως είχα υποσχεθει χτες, το σημερινό άρθρο αποτελεί συνέχεια του χτεσινού. Χτες λέγαμε για τα αγάλματα που αποκαθηλώθηκαν και την ταινία που αποσύρθηκε, και τα δυο σε άλλη γη και σε άλλα μέρη, σήμερα μεταφέρουμε τη συζήτηση στο πεδίο της γλώσσας, και ειδικά στον όρο «Αράπης» και στα σύνθετα και παράγωγά του.

Γέφυρα με το χτεσινό άρθρο, ένα απόσπασμά του, που το επαναλαμβάνω εδώ:

Μεταφέροντας τη συζήτηση στα καθ’ ημάς, η Ξένια Κουναλάκη αναρωτήθηκε, όχι αβάσιμα κατά τη γνώμη μου, σε επιφυλλίδα της στην Καθημερινή αν μπορεί να διδαχτεί στο σημερινό σχολείο χωρίς κάποιο υπομνηματισμό η παρακάτω περικοπή από το κλασικό αναγνωστικό του Παπαντωνίου:

Ή, αν διαβάσει στα «Ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Γύρισαν και κοίταξαν τον Αραπόβραχο που μαύριζε στο σκοτείνιασμα. Στην κορφή του έβλεπες αλήθεια ένα κεφάλι, ένα μέτωπο, μια πλατιά μύτη, ένα στόμα και δυο χοντρά χείλια», συνοδευόμενη από μια υποσημείωση που εντάσσει την επίμαχη αποστροφή σε ένα γλωσσικό και χρονικό περιβάλλον, τότε ένας μικρός μαθητής δεν κινδυνεύει, π.χ., να προσβάλει τον μαύρο διπλανό του, αποκαλώντας τον «αράπη».

(Το βιβλίο του Παπαντωνίου έχει διδάξει γενεές, αλλά σε άλλες εποχές και με άλλη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού. Πάντως, να σημειώσουμε ότι, ακριβώς επειδή είναι σχολικό βιβλίο, του έχουν ήδη γίνει πολλές αλλαγές σιωπηρά. Τις επισημαίνει ο Χάρης Αθανασιάδης στο εξαιρετικό βιβλίο του για τα Αποσυρθέντα σχολικά βιβλία που κακώς δεν έχω παρουσιάσει εδώ).

Οπότε, για να γενικεύσουμε τη συζήτηση, θα δούμε τον όρο Αράπης αφενός ιστορικά και αφετέρου πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί σήμερα, αλλά και τι κάνουμε με παλιότερες αναφορές του όρου που υπάρχουν σε έργα τέχνης κτλ.

Η λέξη Αράπης, λέει το λεξικό, σημαίνει βεβαίως αυτόν που ανήκει στη μαύρη φυλή, όμως σημαίνει και αυτόν που ανήκει στο αραβικό έθνος, τον Άραβα. Η σημασία αυτή που κάποιοι θα τη θεωρούσαν παρωχημένη, ήταν η επικρατέστερη στα μεσαιωνικά χρόνια.

Αλλωστε πολλές φορές το επίθετο αράπικος δηλώνει σαφώς, σε παλιότερα ιδίως κείμενα, τον αραβικό. Έτσι, το αράπικο άλογο, το αράπικο φυστίκι αλλά και τα αράπικα, ως γλώσσα, στους Άραβες αναφέρονται.

Ετυμολογικά, ο Αράπης είναι δάνειο από το τουρκ. Αrap, από το αραβικό arab, από το οποίο προέρχεται και το αρχαίο Άραψ, που έχει δώσει το σημερινό Άραβας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσική αλλαγή, Ζωγραφική, Ιστορίες λέξεων, Πολιτική ορθότητα | Με ετικέτα: , , , , , , | 306 Σχόλια »

Τουρίστες στα ξενοδοχεία

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2020

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς σοβαρές αλλαγές, μια προσθήκη μέσα σε παρενθέσεις. H φωτογραφία είναι τυχαία, από πρόσφατο άρθρο οικονομικού ιστοτόπου.

Tουρίστες στα ξενοδοχεία

Τις τελευταίες μέρες έγινε πολύς λόγος για τον τουρισμό, καθώς η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αρχίζουν να χαλαρώνουν τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς και ετοιμάζονται να υποδεχτούν τουρίστες. Θα αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό μας άρθρο στη λεγόμενη βαριά βιομηχανία της χώρας, λεξιλογώντας για τις δυο λέξεις του τίτλου.

Στα αρχαία ελληνικά η λέξη ‘τόρνος’ σήμαινε αφενός ένα εργαλείο που είναι αντίστοιχο με το σημερινό ομώνυμο, αλλά και ένα όργανο σαν τον διαβήτη για χάραξη κύκλων (ἐργαλεῖον τεκτονικόν, ᾧ τὰ στρογγύλα σχήματα περιγράφεται, λέει ο Ησύχιος). Η λέξη περνάει στα λατινικά ως tornus και ανοίγει ολόκληρη φλέβα λεξιλογική. Εκεί λοιπόν φτιάχτηκε το ρήμα tornare, το οποίο, κατ’ αναλογία με το ελληνικό ‘τορνεύω’, σήμαινε «κατεργάζομαι κάτι στον τόρνο». Επειδή όμως όταν δουλεύουμε κάτι στον τόρνο το περιστρέφουμε, πολύ γρήγορα το tornare πήρε τη σημασία «στρέφω, περιστρέφω, γυρίζω» και απέσπασε μεγάλο μέρος του σημασιολογικού πεδίου των αυτοχθόνων λατινικών ρημάτων vertere και torquere.

Από τα λατινικά, στις νεότερες γλώσσες έχουμε το ρήμα tourner, το οποίο περνάει και στα αγγλικά, όπου τον 14ο αιώνα έχουμε τη λέξη tour, «στροφή, βάρδια», η οποία περί το 1650 παίρνει και τη σημασία «βόλτα, εκδρομή, περιήγηση», ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα καταγράφεται και η λέξη tourism, που περνάει στη συνέχεια στα γαλλικά και γίνεται διεθνής.

Βέβαια, τον 19ο αιώνα ο τουρισμός δεν ήταν μαζική υπόθεση, αλλά περιηγητές υπήρχαν από παλιότερα. Στα ελληνικά, η λέξη «τουρισμός» μπήκε στις αρχές του 20ού αιώνα, πιθανώς μετά το 1910, μάλλον από τα γαλλικά. Δεν υπάρχει στη Συναγωγή του Κουμανούδη, ενώ την έχω βρει σε χρονογράφημα του Φορτούνιο (Σπύρου Μελά) το καλοκαίρι του 1917, ο οποίος μάλιστα υποστηρίζει ότι «Δεν έχουμε ακόμη αποκτήσει ούτε την λέξιν» -άρα θα ήταν πολύ πρόσφατη τότε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 157 Σχόλια »

Το φρούτο της εποχής, ξανά

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2020

Θ’ αναρωτηθείτε, ποιο είναι το φρούτο της εποχής, μια και ο Μαϊούνης φέρνει πολλά οπωρικά. Ή μάλλον δεν θ’ αναρωτηθείτε, επειδή βάζω τη φωτογραφία -για τις φράουλες θα μιλήσουμε σήμερα. Οι ταχτικοί θαμώνες του ιστολογίου ξέρουν άλλωστε πως το ιστολόγιο αγαπάει τα φρούτα και τη φρουτολεξιλογία. Τα σχετικά άρθρα, που έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, τα επαναλαμβάνω στο ιστολόγιο κάθε 4-5 χρόνια, ανάρια για να έχουν νοστιμάδα, οπότε σήμερα βάζω το άρθρο για τις φράουλες, που η τελευταία του δημοσίευση είχε γίνει τέτοιες μέρες πριν από πέντε χρόνια.

Η φράουλα είναι από τα δημοφιλέστερα φρούτα, και όχι μόνο για νωπή κατανάλωση αλλά και ως γεύση σε παγωτά, μαρμελάδες, τσίχλες, ζελέ και συστατικό σε αρώματα, καλλυντικά και διάφορα άλλα προϊόντα, κι όμως… δεν είναι φρούτο!  Όντως, από φυτολογική άποψη, η φράουλα είναι ψευδοφρούτο: τα πραγματικά φρούτα είναι τα πολλά μικροσκοπικά «σποράκια» που βλέπουμε στην επιφάνεια της σάρκας της φράουλας, ενώ το σαρκώδες μέρος δεν είναι παρά το περίβλημα του καρπού. Μπορεί αυτό να το υποστηρίζουν οι βοτανολόγοι, ωστόσο εμείς που τις απολαμβάνουμε τις θεωρούμε φρούτα και με το παραπάνω – και μάλιστα, αν ρωτήσετε τα παιδιά, πάω στοίχημα πως η φράουλα θα πάρει μια θέση ανάμεσα στις πρώτες, με το κόκκινο χρώμα της, τη λάμψη της, το άρωμά της. Ίσως και την πρώτη, κι ας λένε οι βοτανολόγοι.

Αν εξαιρέσουμε τα εξωτικά φρούτα, οι φράουλες ήρθαν τελευταίες στα μέρη μας: στη Γεωργική και οικιακή οικονομία του, γραμμένη το 1835, ο πρωτοπόρος Γρηγόριος Παλαιολόγος σημειώνει μεν ότι η φράγουλα, που την ονομάζει επίσης χαμαίβατο, καλλιεργείται σε πολλούς κήπους των Αθηνών και πετυχαίνει σχεδόν παντού, αλλά την παρουσιάζει ανάμεσα στα σχετικώς άγνωστα φρούτα (χαρακτηριστικό είναι ότι αμέσως μετά περιγράφει το ανανάσιον, δηλαδή τον ανανά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 113 Σχόλια »

Ταβέρνες κι εστιατόρια

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2020

Ένα μεγάλο βήμα στην άρση των κοροναϊκών περιορισμών γίνεται σήμερα, καθώς αρχίζουν και πάλι να λειτουργούν τα «καταστήματα εστίασης» δηλαδή ταβέρνες, εστιατόρια, μπαρ και καφεζαχαροπλαστεία, που ως τώρα είχαν διακόψει τη λειτουργία τους με μόνη εξαίρεση την παράδοση φαγητών με πακέτο ή το ντελίβερι, αν και η εξαίρεση αυτή είχε σε ορισμένες περιπτώσεις, συνήθως σε καφετεριες, οδηγήσει σε καταστρατηγήσεις.

Από σημερα ξανανοίγουν κανονικά, αν και το επίρρημα θα έπρεπε να το βάλουμε σε εισαγωγικά, αφού θα υπάρχουν αρκετές διαφορές από την π.Κ. κατάσταση -υποτίθεται ότι τα τραπέζια θα τοποθετηθούν έτσι ώστε να υπάρχει η ενδεδειγμένη απόσταση μεταξύ τους, δεν θα υπάρχουν μεγάλες παρέες σε ενωμένα τραπέζια, και άλλα τέτοια μέτρα ώστε να αποφεύγεται ο συγχρωτισμός. Σε αντιστάθμισμα της μείωσης της πυκνότητας των δυνητικών πελατών, τα καταστήματα εστίασης θα επιτρέπεται να καταλάβουν έως και διπλάσιο δημόσιο χώρο με τα τραπεζοκαθίσματά τους. Δεδομένου ότι και π.Κ. σε πολλά σημεία τα τραπεζοκαθίσματα είχαν τόσο επεκταθεί που δεν χωρούσε να περάσει άνθρωπος, καταλαβαίνετε τι θα γίνει τώρα: μου λένε ότι σε μερικές πλατείες του λεκανοπεδίου έχουν αρχίσει να τοποθετούν τραπέζια ακόμα και στα μπαλκόνια των γειτονικών πολυκατοικιών. Εντάξει, αυτό είναι μάλλον υπερβολή, αλλά αν οσφραίνομαι καλά το κλίμα μού φαίνεται πως εκείνα τα εισαγωγικά που είχαμε θελήσει να βάλουμε στην αρχή της παραγράφου μάλλον καλώς δεν τα βάλαμε -θέλω να πω, προβλέπω ότι ύστερα από καναδυό βδομάδες τα πράγματα δεν θα διαφέρουν και πολύ απ’ ό,τι ήταν προ κορονοϊού.

Αλλά αλλιώς δεν γινόταν, έπρεπε να ξαναρχισει να λειτουργεί ο κλάδος. Έπρεπε, όχι μόνο επειδή με δυο μήνες απραξίας πολλές επιχειρήσεις έχουν έρθει στα πρόθυρα της κατάρρευσης αλλά και επειδή δεν αντέχει άλλο και η πελατεία χωρίς αυτήν την «περιττή» διέξοδο. Και, εδώ που τα λέμε, αν είναι να συνωστίζονται οι νέοι όπως στη φωτογραφία (που τη βρήκα στο Διαδικτυο και υποτίθεται ότι είναι παρμένη προχτές από την οδό Τάκη στου Ψυρρή· δεν βάζω το χέρι στη φωτιά για την αυθεντικότητά της, αλλά γνήσια φαίνεται) τότε καλύτερα να ξανανοίξουν τα μαγαζιά να μοιράζεται κάπως ο συνωστισμός. Το ίδιο ισχύει και για τα πάρκα, παρεμπιπτόντως.

Ο κλάδος της εστίασης επηρεάζει την κατανάλωση τροφίμων και ποτών. Στο δίμηνο (να το πούμε δεκαβδόμαδο;) της καραντίνας η κατανάλωση ποτών έπεσε κατακόρυφα, τουλάχιστον σε κάποιες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, διότι βέβαια η μικρή αύξηση της οικιακής κατανάλωσης δεν αντιστάθμιζε, ούτε κατά διάνοια, την κατακόρυφη πτώση (έως και μηδενισμό) στα καταστήματα. Αλλά έπεσε και η κατανάλωση τροφίμων, διαβάζω, παρά τη μεγάλη αύξηση στην οικιακή κατανάλωση. Τουλάχιστον αυτά σημειώθηκαν σε χώρες όπου, πέρα από τα εστιατόρια, ήταν επίσης πολύ σημαντική η δραστηριότητα της σχολικής και επαγγελματικής εστίασης.

Για να χαιρετίσω το άνοιγμα των καταστημάτων εστίασης, σήμερα θα λεξιλογήσω για το ένα σκέλος του κλαδου, για τα εστιατόρια, τις ταβέρνες και τα συναφή καταστήματα. Το άλλο σκέλος, καφενεία, ζαχαροπλαστεία και μπαρ το αφήνω για άλλη φορά, όπως χωριστό άρθρο αξίζει και για τα ξενοδοχεία, παρόλο που πολλά ξενοδοχεία έχουν και εστιατόριο. Ας τα αφησουμε κι αυτά για αλλη φορά λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 244 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν ανθέλληνες;

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2020

Στο ερώτημα του τίτλου ίσως κάποιοι να απαντούσαν «Από πολύ παλιά», «Από πάντοτε» ή «Από τότε που υπάρχουν Έλληνες», αλλά επειδή κι άλλες φορές έχουμε διατυπώσει τέτοια ερωτήματα σε τίτλους άρθρων, οι τακτικοί φίλοι του ιστολογίου θα καταλάβουν πως εδώ δεν εννοούμε το πράγμα αλλά τη λέξη, όπως π.χ. και τότε που είχαμε ρωτήσει «από πότε υπάρχουν ρουφιάνοι«.

Η ερώτηση είναι ληξιαρχικού τύπου, και ενδιαφέρεται ν’ ανιχνεύσει από πότε μπήκε στην υπερτρισχιλιετή μας ο όρος «ανθέλληνας» ή, παλαιότερα, «ανθέλλην». Βέβαια, θα πούμε δυο (ή και περισσότερα) λόγια για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη λέξη.

Συμφωνα με το λεξικό (το ΛΚΝ), ανθέλληνας είναι «χαρακτηρισμός για κπ. (Έλληνα ή ξένο) που διάκειται ή που ενεργεί εχθρικά προς τους Έλληνες, που βλάπτει τα συμφέροντά τους» και το αντίθετο είναι φιλέλληνας.

Παρόλο που δεν έχω εποπτεία από πολλές ξένες γλώσσες, έχω την εντύπωση ότι συγκριτικά με τους περισσότερους λαούς, στη νεότερη Ελλάδα χρησιμοποιούμε μάλλον απλόχερα τον όρο «ανθέλληνες», πολύ εύκολα δηλαδή χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον.

Ή μάλλον, ακριβέστερα, πολύ εύκολα χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον άλλον Έλληνα. Στα κοινωνικά μέσα, η βρισιά αυτή δίνει και παίρνει -και μένα με έχουν χαρακτηρίσει ανθελληνα, ένας μάλιστα τις προάλλες έλεγε πως είμαι μεγάλος ανθέλληνας και το χειρότερο είναι ότι ζω από την ελληνική γλώσσα. Ας είναι. Πάντως δεν έχουμε το μονοπώλιο στο να κατηγορούμε συμπολίτες μας για εθνική μειοδοσία -να θυμίσω το self-hating Jew ή τη HUAC, την Επιτροπή (διερεύνησης) Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων της Βουλής των ΗΠΑ.

Αλλά είπαμε πως το άρθρο είναι κυρίως ληξιαρχικό, οπότε ας επιστρέψουμε στην ιστορία της λέξης «ανθέλλην».

Οι αρχαίοι δεν είχαν ανθελληνες -θέλω να πω, δεν είχαν τη λέξη. Είχαν τη λέξη «φιλέλλην», αλλά για τον εχθρό των Ελλήνων είχαν «μισέλλην».

Να πούμε εδώ ότι η λέξη «μισέλλην» σπάνια χρησιμοποιείται στην αρχαία γραμματεία. Στο TLG έχει όλες κι όλες οχτώ ανευρέσεις, με αρχαιότερη στον Ξενοφώντα, όπου ο Αγησίλαος βρισκόταν στην Αίγυπτο ενώ είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος και δυο ηγεμόνες διεκδικούσαν τον θρόνο. Ο Αγησίλαος έμαθε ποιος φαινόταν περισσότερο φιλέλληνας και τάχθηκε με αυτόν, εξασφαλίζοντας έτσι, μετά τη νίκη, ότι θα πληρώνονταν οι στρατιώτες:

κρίνας ὁπότερος φιλέλλην μᾶλλον ἐδόκει εἶναι, στρατευσάμενος μετὰ τούτου τὸν μὲν μισέλληνα μάχῃ νικήσας
χειροῦται, τὸν δ’ ἕτερον συγκαθίστησι

Τρεις μόνο άνθρωποι έχουν χαρακτηριστεί «μισέλληνες» στην αρχαία γραμματεία: ο Αννίβας (όχι ο διάσημος, ένας προηγούμενος), ο Τισσαφέρνης και ο ιερέας Χρύσης σε σχόλια της Ιλιάδας. Υπάρχουν και κάποιες αναφορές, ακόμα πιο λίγες, σε «μισαθήναιο» και σε «μισολάκωνα» -πόλεις-κράτη γαρ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »

Ρυθμικά τραγουδάει το τσούρμο

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2020

Μια συζήτηση που έγινε τις προάλλες στο Φέισμπουκ μού θύμισε ένα σημείωμα που είχα γράψει… την προηγούμενη χιλιετία στον παλιό μου ιστότοπο και το οποίο περιέργως δεν το έχω δημοσιεύσει ως τώρα στο ιστολόγιο.

Ο λόγος, για τη λέξη τσούρμο και τα ετυμολογικά της, που είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα ιστορία.

Σήμερα τσούρμο σημαίνει κυρίως πλήθος ανθρώπων, συχνά παιδιών, με κάποια μειωτική χροιά μάλιστα –συνήθως το τσούρμο είναι θορυβώδες και άταχτο ή τουλάχιστον αυτή την εικόνα φέρνει στο μυαλό, μαζί και μιαν ιδέα συνωστισμού, ας πούμε «Ένα τσούρμο απο τουρίστες κατέβηκε από το πλοίο της γραμμής», μια φράση που ακούγεται εξωτική σε μέρες πανδημίας και κοινωνικης αποστασιοποίησης.

Κάποτε η λέξη χρησιμοποιείται και ως επίρρημα, πχ «Κουβαλήθηκαν στη γιορτή τσούρμο όλα τα παιδιά της τάξης» (οι δυο φράσεις από το ΜΗΛΝΕΓ).

Κατά σύμπτωση, προχτές διάβασα σε ελληνικούς ιστότοπους ότι ο πρόεδρος Τραμπ, απαγορεύοντας στον Άντονι Φάουτσι να καταθέσει στη Βουλή, δήλωσε: Η Βουλή είναι ένα τσούρμο όσων μισούν τον Τραμπ -όχι πολύ καλή απόδοση του a bunch of Trump-haters, και δεν εννοώ την επιλογή της λέξης «τσούρμο». Εδώ θα μπορούσε εξίσου καλά να βάλει συρφετός, μπουλούκι ή παρέα, αλλά και το τσούρμο δεν είναι κακό. Η μειωτική χροιά υπάρχει και στο bunch και στο τσούρμο: Η Βουλή είναι ένα τσούρμο αντιτραμπικοί.

Όμως αυτή δεν είναι ούτε η μόνη σημασία της λέξης, ούτε η πρώτη. Στη ναυτική γλώσσα, τσούρμο είναι το πλήρωμα του πλοίου· ο παλιός ο καπετάνιος, όταν ήθελε να μπαρκάρει, έπρεπε πρώτα να τσουρμάρει, δηλαδή να μαζέψει πλήρωμα.

Για παράδειγμα, στα Λόγια της Πλώρης του Καρκαβίτσα διαβάζουμε: Εκείνες τις μέρες βγήκε λόγος στην Κρασόσκαλα πώς ένας Σπετσώτης τσουρμάρει για τη Μαύρη Θάλασσα ενώ σε άλλο σημείο του βιβλίου διατυπώνεται, περίπου σαν γνωμικό, ότι «Ανάθεμα τον καπετάνιο που τσουρμάρει συντοπίτες του».

Η σημασία αυτή είναι παρωχημένη και δεν ακούγεται τόσο πολύ στις μέρες μας, αλλά ακουγόταν επί αιώνες. Ωστόσο, η ιστορία της λέξης «τσούρμο» πάει πολύ πίσω στον χρόνο, μένοντας όμως πάντοτε στη θάλασσα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ιστορίες λέξεων, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , | 101 Σχόλια »

Λεξιλογικά των γιατρών

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2020

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Το ξαναδημοσιεύω εδώ με κάποιες προσθήκες.

Έχει γούστο: συνήθως όταν γράφω το άρθρο για την εφημερίδα, όπου το όριο είναι οι 800 λέξεις, κόβω διάφορα και λέω μέσα μου «θα τα προσθέσω όταν δημοσιεύσω το άρθρο στο ιστολόγιο». Τις περισσότερες φορές όμως, όταν έρθει η ώρα της δημοσίευσης στο ιστολόγιο, ή δεν θυμάμαι τι είχα κόψει ή δυσκολευομαι να κάνω τις προσθήκες γιατί μου φαίνεται πως χαλάει η ισορροπία του κειμένου. Σήμερα έβαλα μία μόνο από τις πολλές προσθήκες που είχα κατά νου, αλλά σίγουρα θα προσθέσετε κι εσείς πολλά στα σχόλιά σας.

Λεξιλογικά των γιατρών

Καθώς σε όλη την Ευρώπη οι κοινωνίες ετοιμάζονται με δειλά βήματα να βγουν από την καραντίνα, περνώντας στη δεύτερη φάση, της συμβίωσης με τον κορονοϊό, δεν πρέπει να ξεχάσουμε τους ήρωες της πρώτης φάσης, τους επαγγελματίες της υγείας, το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, που έδωσαν τη μάχη από την πρώτη γραμμή, με τεράστιο προσωπικό κόστος -και σε ανθρώπινες ζωές. Οπότε, στο σημερινό σημείωμα θα λεξιλογήσουμε για τους γιατρούς.

Λέμε γιατρός στην καθημερινή γλώσσα, αλλά ιατρός στο πιο επίσημο, που είναι λέξη αρχαία, ομηρική μάλιστα. Στο Λ της Ιλιάδας λένε για τον Μαχάονα, τον γιο του Ασκληπιού και γιατρό των Αχαιών, ότι ἰητρὸς γὰρ ἀνὴρ πολλῶν ἀντάξιος ἄλλων, ο γιατρός αξίζει όσο πολλοί άντρες -ιητρός είναι ο ιωνικός τύπος. Η λέξη ετυμολογείται από το ρήμα ιάομαι, θεραπεύω, γιατρεύω, που έχει επιβιώσει στα ιαματικά λουτρά και στην ιατρική ιδιόλεκτο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαγγελματικά θηλυκά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , , , | 202 Σχόλια »

Αγέλη αναζητεί ανοσία

Posted by sarant στο 29 Απριλίου, 2020

Όπως είχε προαναγγελθεί, το χτεσινό διάγγελμα του πρωθυπουργού ανακοίνωσε την έναρξη της χαλάρωσης των μέτρων εγκλεισμού, κάτι που έχει αρχίσει να γίνεται σε όλη την Ευρώπη. Φυσικά, η χαλάρωση αυτή θα είναι σταδιακή και κάθε μέτρο ελευθέρωσης θα είναι υπό αίρεση, με την έννοια ότι αν παρ’ ελπίδα αυξηθεί ο αριθμός των κρουσμάτων τότε θα επανέρχονται κάποιοι περιορισμοί.

Με άλλα λόγια, περνάμε στο δεύτερο στάδιο. Έχοντας αποφύγει την κατάρρευση του συστήματος υγείας, καλούμαστε τώρα να μάθουμε να ζούμε με τον ιό (οι παλιοί θα θυμούνται το παλιό σλόγκαν ‘να μάθουμε να ζούμε με τους σεισμούς’). Όπως είπε ο πρωθυπουργός, από το «Μένουμε σπίτι» περνάμε στο «Μένουμε ασφαλείς».

Ίσως τώρα αρχίζουν τα δύσκολα, αλλά βέβαια κανείς δεν περίμενε πως η καραντίνα θα κρατούσε για πάντα -και κανείς δεν θα το άντεχε. Ούτε η οικονομία θα το άντεχε άλλωστε, τουλάχιστον σε αυτό το κοινωνικο-οικονομικό καθεστώς.

Κάποιοι εξέφρασαν απορία για αυτή την αλλαγή πλεύσης, περίπου στο εξής μοτίβο: «Πριν μας λέγατε ότι οι μάσκες είναι προς αποφυγήν διοτι δίνουν ένα αίσθημα ψευδούς ασφάλειας, τώρα ότι πρέπει να φοράμε μάσκες και μάλιστα επιβάλλουν τσουχτερό πρόστιμο. Πριν, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνονται μαζικά τεστ, τώρα ότι πρέπει να γίνονται τεστ. Πριν, οικτίραμε τη Σουηδία και τη Μεγάλη Βρετανία που επέλεξαν ως λύση την ανοσία αγέλης, τώρα προσανατολιζόμαστε κι εμείς προς τα εκεί».

Ως προς τα δύο πρώτα, είναι σαφές ότι, σε ένα βαθμό, οι εξηγήσεις ήταν συνάρτηση των δυνατοτήτων: τον Μάρτιο οι μάσκες ήταν σπάνιες σε όλη την Ευρώπη, ενώ η χώρα μας δεν είχε δυνατότητα για πολλά τεστ. Σήμερα, υποτίθεται ότι η χώρα έχει κάνει τις απαραίτητες προμήθειες, αν και στο χτεσινό διάγγελμα δεν άκουσα να δίνονται στοιχεία που να βεβαιώνουν την επάρκεια.

Όσο για την ανοσία αγέλης, αυτή ήταν ανέκαθεν η μόνη λύση σε τελευταία ανάλυση -αλλά οι περισσότερες χώρες επέλεξαν να επιδιώξουν την επιπέδωση της καμπύλης, ώστε να μην εκτιναχθεί στα ύψη ο αριθμός των κρουσμάτων και καταρρεύσουν τα συστήματα υγείας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά, Υγεία | Με ετικέτα: , | 272 Σχόλια »

Λέξεις του Πάσχα, για μια ακόμα φορά

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2020

Εμείς εδώ λεξιλογούμε, ως γνωστόν -και τη Μεγαλοβδομάδα αναμενόμενο είναι να λεξιλογήσουμε πασχαλινά, ακόμα και φέτος που η πανδημία μάς έκλεψε το Πάσχα.

Βέβαια, αφου το φετινό είναι το δωδέκατο Πάσχα του ιστολογίου μας (ζωή νάχουμε!) επόμενο είναι τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά της Λαμπρής να τα έχουμε συζητήσει πάνω από μία φορά -και το σημερινό άρθρο είναι πολυεπανάληψη -τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει το 2016.

Δεν πειράζει όμως. Αφού φέτος το Πάσχα όλα σχεδόν είναι αλλαγμένα, ας μείνει τούτο το άρθρο ίδιο με αλλοτινούς καιρούς (όχι εντελώς ίδιο, άλλαξα κάποια πράγματα).

Ξεκινώντας την περιήγησή μας στις πασχαλινές λέξεις, πρώτα πρώτα έχουμε το ίδιο το Πάσχα, που είναι λέξη άκλιτη, δάνειο από το αραμαϊκό pasha και αυτό από το εβραϊκό pesah (πέσαχ είναι το σημερινό εβραϊκό Πάσχα), από τον αόριστο ενός ρήματος που σημαίνει «αυτός προσπέρασε». Και το «προσπέρασε» μας πηγαίνει στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, όπου στη δέκατη πληγή του Φαραώ ο άγγελος Κυρίου θανάτωσε τους πρωτότοκους γιους των Αιγυπτίων· πέρασε γραμμή τα σπίτια και έσπειρε τον όλεθρο, είχε όμως προηγουμένως ειδοποιήσει τους Εβραίους να σφάξουν ένα αρνάκι και να βάψουν με το αίμα του την πόρτα του σπιτιού τους για να τα προσπεράσει. Ή, όπως το λέει στην Έξοδο: και παρελεύσεται κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επὶ της φλιάς και επ’ αμφοτέρων των σταθμών͵ και παρελεύσεται κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολεθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. Άγρια πράγματα τα παλαιοδιαθηκικά, αλλά από εκεί θαρρώ προήλθε το αρνάκι που σουβλίζουμε –βέβαια με νέα σηματοδότηση μετά τη σταύρωση του Χριστού που ήταν ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.

(Για να απαντήσω και σε μια ερώτηση που έγινε σε πρόσφατο σχόλιο, επαναλαμβάνω πως το Πάσχα είναι άκλιτο -αν θελετε να το κλίνετε, να πείτε «η Πασχαλιά» ή «η Λαμπρή»).

Το Πάσχα το λέμε και Λαμπρή, μια και είναι η μεγαλύτερη γιορτή, και παρόμοια ονομασία υπάρχει στα βουλγάρικα, όπου επισήμως το Πάσχα λέγεται βελικντέν, δηλαδή «μεγάλη μέρα», ενώ στους δυτικούς σλάβους λέγεται συχνά «μεγάλη νύχτα» (π.χ. Wielkanoc στα πολωνικά και αναλόγως στα σλοβένικα ή στα τσέχικα) -στα σερβοκροάτικα λέγεται Uskrs, που υποψιάζομαι πως σημαίνει Ανάσταση. Στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες η ονομασία προήλθε από το ελληνικό, συνήθως μέσω λατινικών, κι έτσι έχουμε το γαλλικό Pâques ή το ιταλικό Pasqua, αν και στα αγγλικά έχουμε Εaster, που προέρχεται από μια παγανιστική γιορτή προς τιμήν μιας τευτονικής θεάς της άνοιξης και του φωτός, της ανατολής του ήλιου (άλλωστε east είναι η ανατολή). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα γερμανικά (Ostern).

Το φετινό Πάσχα πέφτει σχεδόν στο μέσο της περιοχής ημερομηνιών του (οι πιθανές ημερομηνίες του ορθόδοξου Πάσχα πηγαίνουν από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου) και έχει μία βδομάδα διαφορά από το καθολικό, που μόλις προηγήθηκε. Του χρόνου θα έχουν διαφορά 4 εβδομάδων, 4 Απριλίου οι Καθολικοί και 2 Μαΐου εμείς. Όπως είχε σχολιάσει εδώ παλιά ο φίλος Βιοάννης: Το ορθόδοξο Πάσχα από το δυτικό διαφέρουν 1, 4, 5 εβδομάδες (το ορθόδοξο πάντα έπεται) ή συμπίπτουν. Ποτέ δεν διαφέρουν 2 ή 3 εβδομάδες. Η διαφορά των 4 εβδομάδων είναι σπάνια, μόνο στο 5,2% των περιπτώσεων για τα έτη 1583-2100. Από το 1583 έχουμε διαφορά στις ημερομηνίες εορτασμού, μια και εμφανίστηκε το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Καθώς τα χρόνια θα περνούν και θα αποκλίνει το ορθόδοξο από την αστρονομική πραγματικότητα, θα εμφανιστούν και διαφορές 6 εβδομάδων (πρώτη φορά το 2437) και θα εξαφανιστεί η ταύτιση (τελευταία φορά το 2698), όπως και θα εμφανιστεί διαφορά 2 εβδομάδων (το 2725) όχι όμως διαφορά 3 εβδομάδων (έως το 4100, που το έχω ψάξει). Να πω ότι αυτά δεν τα έχω τσεκάρει προσωπικά, κι έτσι αν το 2437 δεν εμφανιστεί διαφορά έξι εβδομάδων μην μου κάνετε επικριτικά σχόλια, σας παρακαλώ. Αλλά αυτό θα το συζητήσουμε τότε.

Πάντως, επειδή ο τρόπος υπολογισμού του Πάσχα είναι περίπλοκος, η εκκλησία κάθε χρόνο βγάζει το πασχάλιον του σωτηρίου έτους τάδε, το οποίο αναφέρει όλες τις κινητές γιορτές –και από εκεί βγήκε και η φράση «έχασε τα πασχάλια του» που τη λέμε όταν κάποιος έχει περιέλθει σε πλήρη σύγχυση. Και επειδή το Πάσχα έχει συνδεθεί αξεχώριστα με τα κόκκινα αυγά, η παροιμιακή αυτή φράση συμφύρθηκε με την άλλη που λέει «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια», για όποιον έχει πάθει μεγάλη ζημιά, κι έγινε «έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια», που εκ πρώτης όψεως είναι «λάθος» αλλά απόλυτα εύλογο. (Περισσότερα για τις εκφράσεις αυτές εδώ, ενώ για τα κόκκινα αυγά ειδικώς έχουμε ανεβάσει το 2013 ένα κείμενο του Εμμ. Ροΐδη).

Πέρα από τα αυγά, το Πάσχα έχουμε και τον οβελία. Οβελίας αρχικά ήταν οτιδήποτε ψήνεται στη σούβλα (ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές κάνει λόγο για οβελίαν άρτον, ψωμί στη σούβλα), αλλά έχει επικρατήσει πια να τη λέμε για το αρνάκι. Η λέξη οβελός για τη σούβλα είναι αρχαία, ήδη ομηρική: οι ήρωες του Ομήρου κατ’ επανάληψη παρουσιάζονται να κόβουν κρέατα και να τα περνούν σε οβελούς. Και επειδή κάποτε θα χρησιμοποιήθηκαν μικροί οβελοί από μέταλλο ως μονάδες συναλλαγής, υπήρχε στην Αθήνα το νόμισμα οβολός που ήταν το ένα έκτο της δραχμής. Και με τον εξαίσιο συντηρητισμό της γλώσσας, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, κι ας έχει στο μεταξύ καταργηθεί η δραχμή, ακόμα μας ζητούν να συνεισφέρουμε τον οβολό μας (όταν δεν μας τον παίρνουν δηλαδή, με το έτσι θέλω και με φοροεπιδρομές). Να πούμε πάντως ότι και η Ιόνιος Πολιτεία το 1819 είχε θεσπίσει ως νόμισμα τον οβολό, με μικρότερο νόμισμα τον ημιώβολο -απ’ όπου και η παλιά φράση «δεν έχω μιώβολο», αλλά και τα όβολα, λαϊκή ονομασία για τα χρήματα.

Βέβαια, ο οβελίας είναι λέξη αναστημένη από τους λογίους. Η σούβλα, πάλι, είναι δάνειο λατινικό (από το subula, που σήμαινε χοντρή βελόνα ή το σουβλί των παπουτσήδων), λέξη που εμφανίζεται ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη γραμματεία σε διάφορες περιγραφές βασανιστηρίων, και που επικρατεί εκτοπίζοντας τον οβελό. Υποκοριστικό της το σουβλάκι, που ήταν στην αρχή το καλαμάκι στο οποίο περνούσαν το κρέας (και δεν θα μπω στη διαμάχη Βορρά-Νότου για το αν είναι «λάθος» να λέμε σουβλάκι το φαγητό με τυλιχτή πίτα και γύρο, αλλά θα παρατηρήσω ότι ο όρος πιτόγυρο που δεν συνηθιζόταν στην Αθήνα όταν ήμουν νέος διαδίδεται όλο και περισσότερο).

Για το αρνάκι που σουβλίζουμε, τα είπαμε· ετυμολογικά η λέξη είναι αρχαία (αρνίον, ήδη της κλασικής εποχής, υποκοριστικό του αρήν, αρνός = πρόβατο, λέξη που είχε και δίγαμμα μπροστά και που παράγωγά της βρίσκουμε και σε επιγραφές της γραμμικής Β’), όπως τόσες άλλες λέξεις της δημοτικής που η καθαρεύουσα τις περιφρονεί. Ωστόσο, δεν είναι πανελλήνιο έθιμο το σούβλισμα: σε κάποια μέρη φουρνίζουν το «κουτάλι» (ένα χεράκι αρνιού), σε άλλα ολόκληρο κατσικάκι αλλά στον φούρνο, κάποτε σκεπασμένο με ζύμη.

Τα γαστρονομικά του Πάσχα κλείνουν με τη λαμπροκουλούρα ή το τσουρέκι, που ως λέξη είναι τουρκικό δάνειο (çörek, λέξη που αρχικά σήμαινε το στρογγυλό ψωμί αλλά και άλλα στρογγυλά αντικείμενα). Παρόμοιες λέξεις (και γλυκίσματα) υπάρχουν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, μέχρι τα αρμένικα, όπου το λαμπρόψωμο λέγεται cheoreg και βάζουν μέσα και νόμισμα. Και πάλι, έχουμε τοπικές διαφορές: στην Κρήτη, πιθανώς και αλλού, λένε ή έλεγαν «κουλούρα» αυτό που οι Αθηνάιοι λένε «τσουρέκι», και αντίστροφα λένε «τσουρέκια» αυτά που εμείς θα λέγαμε κουλούρια.

Μπορεί ο Πόντιος Πιλάτος να ένιψε τας χείρας του (κάτι που έγινε παροιμιώδες, αν και δεν ξέρουμε κατά πόσον τας έπλυνε «πολύ σχολαστικά» όπως ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο πασίγνωστο πλέον αντικορονικό μήνυμα) και να δήλωσε αθώος από του αίματος τούτου, ωστόσο δεν απέφυγε την ηθική καταδίκη. Από το όνομά του προέρχεται το ρήμα «πιλατεύω», που έχει τη σημασία «ταλαιπωρώ, βασανίζω». Στο μεσαιωνικό λεξικό του ο Κριαράς δίνει και το «πιλατήριο» με σημασία «μαρτύριο, βασανιστήριο» αλλά και «φυλακή». Βέβαια, στη σημερινή γλώσσα «πιλατεύομαι» σημαίνει «ασκούμαι κάνοντας πιλάτες». Βασανιστήριο είναι κι αυτό αλλά ετυμολογικώς δεν συνδέεται άμεσα με τον Πιλάτο

Μια άλλη μεγαλοβδομαδιάτικη λέξη που έχει περάσει από τα Ευαγγέλια στη γλώσσα μας είναι ο Γολγοθάς. Γολγοθάς είναι ο λόφος της Ιερουσαλήμ όπου σταυρώθηκε, σύμφωνα με τους ευαγγελιστές, ο Ιησούς. Το όνομα παραδίδεται και στα τέσσερα Ευαγγέλια, π.χ. στον Ιωάννη: Παρέλαβον οὖν τὸν Ἰησοῦν·  καὶ βαστάζων αὑτῷ τὸν σταυρὸν ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου Τόπον, λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν. ἔγραψεν δὲ καὶ τίτλον Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον, Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Όπως μάς λέει ο Ιωάννης, Γολγοθά στα εβραϊκά σημαίνει «Κρανίου τόπος». Πράγματι, στα αραμαϊκά Gulgulthā είναι το κρανίο. Στην αρχή το γένος του Γολγοθά επαμφοτερίζει στα ελληνικά, αλλά τελικά σταθεροποιήθηκε στο αρσενικό: ο Γολγοθάς. Κάποιοι λένε ότι η ονομασία «Κρανίου τόπος» οφείλεται στο ότι ο Γολγοθάς ήταν ο «συνήθης τόπος εκτελέσεων», άλλοι ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι απλώς επειδή είχε σχήμα κρανίου· αυτή η δεύτερη εκδοχή ακούγεται συχνότερα. Η κάποια φωνητική ομοιότητα μεταξύ Γολγοθά και Γολιάθ γέννησε τον γλωσσικό μύθο ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι επειδή ο Δαβίδ έθαψε εκεί το κρανίο του Γολιάθ. Μύθος είναι.

Στα ελληνικά, έχει μείνει και η έκφραση «κρανίου τόπος», που τη λέμε για ένα εξαιρετικά ξερό και αφιλόξενο μέρος, χωρίς απαραίτητα να τη συνδέουμε στο μυαλό μας με τον Γολγοθά και το μαρτύριο του Ιησού. Λέμε επίσης κρανίου τόπο ένα μέρος που έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή και ερήμωση· συχνά το χρησιμοποιούμε για περιπτώσεις πυρκαγιάς (π.χ. κρανίου τόπος το φοινικόδασος της Πρέβελης), αλλά και πιο μεταφορικά, π.χ. ότι η ελληνική διαφημιστική αγορά είναι κρανίου τόπος λόγω της κρίσης. Η βιβλική αναφορά μεταφράστηκε Calvariae Locus στα λατινικά, που έδωσε το αγγλικό calvary και το γαλλικό calvaire, που επίσης σημαίνουν όχι μόνο τον Γολγοθά καθαυτόν αλλά και μια μεγάλη ταλαιπωρία, δοκιμασία –έναν γολγοθά μεταφορικά.

Φυσικά και στα ελληνικά χρησιμοποιούμε το κύριο όνομα σαν ουσιαστικό, δηλ. τον Γολγοθά μεταφορικά, σαν μια σειρά από ταλαιπωρίες και βάσανα που περνάει κάποιος, μια μακρά πορεία πόνου και ταπεινώσεων – «Ο Γολγοθάς μιας ορφανής» ήταν μια παλιά ελληνική ταινία. Βέβαια, με τον γλωσσικό πληθωρισμό που επικρατεί σε ορισμένους δημοσιογραφικούς κύκλους, διαβάζεις ότι κάποια σταρ περνάει Γολγοθά και δεν ξέρεις αν χαροπαλεύει ή αν απλώς πήρε δυο κιλά που δεν μπορεί να τα χάσει (και όλα τα ενδιάμεσα στάδια), ωστόσο γενικά ο Γολγοθάς δείχνει μια επώδυνη και μακρόχρονη διαδικασία.

Ο Γολγοθάς κατέληξε στη σταύρωση. Περιέργως, τόσα χρόνια δεν έχω γράψει άρθρο για τον σταυρό, ίσως επειδή το θέμα είναι πολύ εκτενές και με πιάνει δέος. Κάποτε θα το αποφασίσω, πού θα πάει. Πάντως, να πούμε προς το παρόν ότι στα αρχαία ελληνικά η λέξη «σταυρός» δεν δηλώνει το σημερινό σχήμα αλλά είναι, απλώς, ένας πάσσαλος. Πολλή συζήτηση γίνεται επίσης και για το σχήμα του ξύλου που πάνω του θανατώθηκε ο Ιησούς, αν συνέβη κάτι τέτοιο, δηλαδή αν ήταν πάσσαλος, δύο ξύλα σε σχήμα Τ ή δύο ξύλα σε σχήμα +.

Πριν από μερικές μέρες ο κ. Χαρδαλιάς ειπε ότι «σηκώνουμε τον Γολγοθά μας», ένα συγγνωστό λαθάκι. Τον σταυρό σηκώνουμε και ανεβαίνουμε στον Γολγοθά, αλλά το μπέρδεμα είναι εύκολο. Το πρόβλημα είναι ότι ο Γολγοθάς στον οποίο έχουμε μπει δεν προβλέπεται να τελειώσει μόλις βγούμε από την καραντίνα. Κάποιοι λένε ότι τότε αρχίζει. Προς το παρόν όμως ας ευχηθούμε καλές γιορτές σε όλους, όσο μας επιτρέψει ο κοροναϊκός περιορισμός.

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ημερολογιακά, Ιστορίες λέξεων, Λαογραφία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 275 Σχόλια »

Συνωστισμός στη Ριβιέρα

Posted by sarant στο 13 Απριλίου, 2020

Το Σάββατο που μας πέρασε, σύμφωνα με τα κανάλια, επικράτησε «απίστευτος συνωστισμός» στο Παλαιό Φάληρο και σε άλλα σημεία της «αθηναϊκής Ριβιέρας». Παρόλο που δεν μένω πολύ κοντά στην παραλία, μου αρέσει όταν πέφτει ο ήλιος να κάνω τη βόλτα μου στα σημεία του «απίστευτου συνωστισμού», κι αν τύχαινε να μ’ έχει πετύχει η καραντίνα στην Ελλάδα μπορεί να’μουν κι εγώ ανάμεσα στους συνωστιζόμενους -όμως έχω άλλοθι, είμαι πολύ μακριά, δυστυχώς.

Για να πω την αμαρτία μου, τον όρο «αθηναϊκή Ριβιέρα» τον ήξερα βέβαια, αλλά καθόλου δεν μου αρέσει και δεν τον χρησιμοποιώ, μου φαίνεται όρος γεννημένος από το μάρκετινγκ. Πάντως, έχει καθιερωθεί, σε σημείο να έχει αποκτήσει λήμμα στη Βικιπαίδεια, ελληνική τε και αγγλική. Είναι δηλαδή η περιοχή από τον Πειραιά ως το Σούνιο -η παραλιακή που τη λέγαμε πριν μεγαλοπιαστούμε.

Καμαρώνω ότι την έχω περπατήσει όλην, από το Πέραμα ως το Λαύριο, αν και φυσικά σε πολλές δόσεις, όχι μονομιάς -και φυσικά σε πολλά σημεία είναι αδύνατο να πας παραλιακά αφού πολυτελείς βιλάρες έχουν κλέίσει κάθε πρόσβαση, ενώ σε ένα-δυο μέρη απαγορεύεται με πινακίδα της τροχαίας η είσοδος σε όσους δεν είναι κάτοικοι ή προσκαλεσμένοι.

Γιατί Ριβιέρα; Γιατί έτσι έχει επικρατήσει να ονομάζεται η ακτογραμμή που έχει ωραίες πλαζ, ακριβά σπίτια, κέντρα διασκέδασης. Η γαλλική Ριβιέρα είναι αυτή που τη λέγαμε παλιά Κυανή Ακτή (οι Γάλλοι έτσι τη λέμε ακόμα) αλλά τώρα έχουν πληθύνει οι ανά τον κόσμο ριβιέρες, έχει και στην Αλβανία (με εξαιρετικές παραλίες με πολύ όμορφα χρώματα αλλά, λένε, και κιτσάτα κτίρια -στο Βουθρωτό να πάτε).

H λέξη ριβιέρα είναι ιταλικής ετυμολογίας, και ιταλική ήταν η πρώτη Riviera, η παραλιακή περιοχή γύρω από τη Γένοβα -ουσιαστικά από τη Λα Σπέτσια ως τη Μασσαλία, σε εποχές που τα σύνορα δεν ήταν τα σημερινά. Στα ιταλικά, σημαίνει «όχθη» -ίδια ρίζα με το γαλλικό rivière και το αγγλ. river, από το λατιν. ripa.

Tέλος πάντων, εμένα η αγαπημένη μου Ριβιέρα είναι το σινεμά στα Εξάρχεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παρίσι, Υγεία, Φαληρικά | Με ετικέτα: , , , | 333 Σχόλια »

Ενας γερος γερος

Posted by sarant στο 10 Απριλίου, 2020

Ο τίτλος του σημερινού άρθρου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε διαφημιστικό σποτάκι των οπαδών της χρήσης τόνων. Θα μπορούσαμε μάλιστα να φανταστούμε και την εξής συζήτηση, σε κεφαλαία:

ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΜΗ ΒΓΑΙΝΕΙ ΕΞΩ, ΕΙΝΑΙ ΓΕΡΟΣ

ΜΠΑ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ ΑΥΤΟΣ, ΕΙΝΑΙ ΓΕΡΟΣ.

Συζήτηση βέβαια που θα γινόταν την π.Κ. εποχή, αφού σήμερα όσο γερός κι αν είναι ο γέρος πρέπει να μένει μέσα.

Έχουμε λοιπόν το ζευγάρι «γερός» και «γέρος» που δεν είναι ομόηχα, αφού τονίζονται σε διαφορετική συλλαβή, ούτε ομόγραφα, όσο κρατάμε το τονικό σημάδι, αλλά γίνονται ομόγραφα αν υιοθετήσουμε ατονικό σύστημα ή απλώς γράψουμε με κεφαλαία -όπως π.χ. στα κόμικς. (Και θυμάμαι κάποιον φίλο του ιστολογίου να λέει ότι έμαθε τη λέξη ΚΡΗΣΦΥΓΕΤΟ από τα Μίκι Μάους -το κρησφύγετο των Λύκων- όπου όμως η λέξη γραφόταν με κεφαλαία κι έτσι για κάμποσο καιρό νόμιζε πως είναι «το κρησφυγέτο»).

Τέτοια ζευγάρια σαν το γέρος/γερός είναι κάμποσα, π.χ. άλλα/αλλά, ώμος/ωμός. Όμως δεν θα σας ζητήσω να βρείτε κι άλλα ζευγάρια -ούτε βέβαια θα σας απαγορέψω να αναφέρετε στα σχόλια-, το σημερινό άρθρο θα εστιαστεί αποκλειστικά στο ζευγάρι του τίτλου, και μάλιστα κυρίως στον γερό και όχι στον γέρο.

Σε κάποια συζήτηση πρόσφατα, νομίζω στο Τουίτερ, εκφράστηκε η απορία αν οι δυο λέξεις, γερός και γέρος, έχουν ετυμολογική συγγένεια. Δεν έχουν. Κάποιες φορές, έχουμε ανέβασμα του τόνου, πχ σε αρχαία κύρια ονόματα (πχ ξανθός-Ξάνθος, χρηστός-Χρήστος) αλλά ο γερός και ο γέρος δεν συνδέονται.

Ο γέρος (το αρχαίο γέρων) ανήκει σε μια οικογένεια μαζί με το γήρας, τη γραία αλλά και το γέρας, αφού αρχικά ήταν η τιμητική θέση που προοριζόταν για τους ηλικιωμένους, τους γέροντες, και μετά πήρε τη σημασία του τιμητικού βραβείου.

Θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε ολόκληρο το άρθρο στα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά του γέρου και των γερατειών αλλά θα το αφήσω για μιαν άλλη φορά -προτιμώ να εστιάσω το υπόλοιπο άρθρο στο έτερον ήμισυ του ζευγαριού, τον γερό.

Από πού προέρχεται η λέξη «γερός»;

Δεν φαίνεται με πρώτη ματιά, ίσως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 286 Σχόλια »

Μένουμε σπίτι

Posted by sarant στο 9 Απριλίου, 2020

Επιστρέφουμε σήμερα σε πανδημικούς ρυθμούς.

Ανάμεσα στις λέξεις και τις φράσεις που γέννησε η πανδημία ξεχωριστή θέση έχει η φράση «Μένουμε σπίτι» καθώς είναι σύνθημα επίσημο, θεσμικό. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο πληθυσμός προτρέπεται να μένει στο σπίτι, να αποφεύγει τις περιττές μετακινήσεις.

Aυτός ο περιορισμός των μετακινήσεων, lockdown που το είπαν στα αγγλικά, ξεκίνησε από την Κίνα, τον Γενάρη, και σταδιακά επεκτάθηκε σε άλλες χώρες. Πολύς κόσμος, όσος μπορεί, δουλεύει από το σπίτι, ενώ βέβαια στο σπίτι μένουν και οι μαθητές, αφού τα σχολεία είναι κλειστά. Πολλές χώρες, κι η Ελλάδα ανάμεσά τους, έχουν θεσπίσει μέτρα ελέγχου των μετακινήσεων, με πρόστιμα, κάποτε τσουχτερά, σε όσους κριθεί ότι παραβαίνουν τις διατάξεις.

Οπότε, μένουμε σπίτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Υγεία | Με ετικέτα: , , | 340 Σχόλια »