Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Γιατί βλέπουν τσόντες οι νέοι;

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2018

Για άλλη μια φορά, ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν θα ασχοληθώ σχεδόν καθόλου με την πορνογραφία και αν έχει διάδοση (που θα έχει, κυρίως η διαδικτυακή) στους νέους. Το θέμα του άρθρου είναι καθαρά γλωσσικό: λεξικογραφικό και ετυμολογικό, ειδικότερα.

Τσόντα λέμε την πορνοταινία. Σύμφωνα με το Πιπέρι στο στόμα, το καλό αυτό βιβλίο που διερευνά τις λέξεις ταμπού της ελληνικής (το έχουμε παρουσιάσει εδώ) οι πορνογραφικές ταινίες, με σύντμηση πορνό, έχουν «δυσφημιστικό ισοδύναμο, ιδιαίτερα διαδεδομένο» το ουσιαστικό τσόντες.

Δυσφημιστικό λέγεται επειδή σε ορισμένα επίπεδα ύφους ή περιβάλλοντα συζήτησης δεν θα πει κανείς «τσόντα» αλλά «πορνό» ή πορνοταινία ή πορνογράφημα ή «αυστηρώς ακατάλληλον» ή «άσεμνη ταινία» κτλ.  Ωστόσο, ο όρος ειναι πράγματι εξαιρετικά διαδεδομένος -και στις μέρες μας.

Θα μου πείτε ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αλλά για λόγους τάξεως το κουκουβαγιέλι χρειάζεται. Η πρώτη σημασία της λέξης «τσόντα», σύμφωνα με τα λεξικά, είναι: μικρό κομμάτι από ύφασμα, που το ράβουν μαζί με άλλο όμοιο για να το συμπληρώσουν: Έβαλε μια τσόντα στη φούστα για να τη μακρύνει. Ο ορισμός είναι αυτός από το ΛΚΝ. Ο Μπαμπινιώτης αναφέρει ότι πρόκειται για «πρόσθετο» κομμάτι υφάσματος, μια λέξη σημαντική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 192 Σχόλια »

Τσιφτέδες για τσίφτηδες ξανά

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2017

Δεν είχα έμπνευση για φρέσκο άρθρο χτες -με είχε κυριέψει η διάθεση της εορταστικής χαλάρωσης, ας πούμε. Κι έτσι καταφεύγω για μιαν ακόμα φορά στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου και παρουσιάζω ξανά ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τέτοιες μέρες πριν από έξι χρόνια, για την ακρίβεια πριν από έξι χρόνια παρά μία μέρα.

Τέτοιες μέρες, αλλά όχι με θέμα εορταστικό. Λέξεις αναζητά και συσχετίζει το σημερινό μας άρθρο. Αλλά πριν προχωρήσω να σας θυμίσω ότι αν δεν έχετε ψηφίσει για τη Λέξη της χρονιάς 2017 πρέπει να βιαστείτε. Μιάμιση μέρα έμεινε, μετά θα είναι πολύ αργά.

Τις προάλλες είχα πάει σ’ έναν φίλο και του χάρισα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Ο φίλος μου, που είναι Κρητικός, άρχισε να το φυλλομετράει, και σε μια στιγμή μου λέει «ναι, αλλά εδώ για τον τσιφτέ έχεις λάθος».

Δαγκώθηκα, διότι ο τσιφτές (το κυνηγετικό όπλο) είναι λέξη (και) της κρητικής διαλέκτου και οι ντόπιοι μπορεί να ξέρουν κάτι που μου ξέφυγε, και τον ρώτησα πού είναι το λάθος -μου λέει «δεν γράφεις ότι προέρχεται από το αγγλικό Chieftain, το όνομα της εταιρείας που έφτιαχνε αυτά τα όπλα!» Ανάσανα ανακουφισμένος, αλλά ο φίλος μου συνέχισε, «όπως η μέγκλα που είναι από το made in England».

Πράγματι, ίδια περίπτωση είναι, αλλά όχι όπως το εννοούσε: ούτε η μέγκλα προέρχεται από το made in England, αν και θα έχετε ακούσει ότι έτσι είναι, ούτε ο τσιφτές από την Chieftain, παρόλο που υπάρχει πράγματι εταιρεία με το όνομα αυτό που φτιάχνει τανκς και άλλα σύνεργα σκοτωμού. Πάντως, όπως μου είπε, η θεωρία δεν ήταν δική του, αλλά ακούγεται ευρύτερα.

Εκ πρώτης όψεως δεν είναι παράλογη η θεωρία· άλλωστε, υπάρχουν ανάλογα προηγούμενα. Ο γκρας, το παλιό όπλο των προπαππούδων μας, ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του, του Γάλλου Gras, αν και για το θρυλικό καριοφίλι, που θεωρούσαμε για πολύν καιρό ότι ονομάστηκε έτσι από τη μανιφατούρα Carlo e figli, Κάρολος και υιοί, που έφτιαχνε τέτοια όπλα, η νεότερη έρευνα έδειξε ότι το όνομα δεν προέρχεται από τον κατασκευαστή του. Κάποια στιγμή θα γράψουμε άρθρο για τα ουσιαστικά που έχουν προκύψει από εμπορικές ονομασίες -από τη ρομβία και την πομόνα ως το σελοτέιπ και τα πάμπερς.

Όμως για τον τσιφτέ δεν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν έχει προέλθει από εμπορική ονομασία. Αφενός, η λέξη είναι παλιά, τη βρίσκουμε σε τραγούδια του 19ου αιώνα, ίσως και παλιότερα, οπότε κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχε η εταιρεία Chieftain τότε, ούτε ήταν τόσο εύκολος ο δανεισμός από τα αγγλικά. (Κατά εμπειρικό κανόνα: Λέξη που εμφανίζεται σε κείμενο του 19ου αιώνα και δεν είναι ναυτική δεν είναι δάνειο από τα αγγλικά).

Αφετέρου, και αυτό είναι το πιο βασικό, η ετυμολογία του τσιφτέ είναι γνωστή: προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι» ή «διπλός», επειδή αρχικά ο τσιφτές ήταν όπλο δίκαννο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Υγείαρτος, το ανύπαρκτο «γιαούρτι των αρχαίων Ελλήνων»

Posted by sarant στο 28 Δεκέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο το είχα υποσχεθεί πριν από καιρό σε κάποιον φίλο, αλλά με τούτα και με κείνα το αμέλησα, και τώρα που τελειώνει ο χρόνος σπεύδω να ξεπληρώσω την υπόσχεση να μην αρχίσουν να τρέχουν τόκοι υπερημερίας.

Ο λόγος, για την ανύπαρκτη στην αρχαία ελληνική γλώσσα λέξη «Υγείαρτος», από την οποία, σύμφωνα με ορισμένους ελληνοβαρεμένους και συναφείς, προέρχεται η τουρκική λέξη yoğurt από την οποία παράγεται η ελληνική λέξη ‘γιαούρτι’ και βέβαια και οι αντίστοιχες λέξεις των άλλων γλωσσών.

Πράγματι, στο Διαδίκτυο θα βρείτε αρκετά (αν και όχι πάρα πολλά άρθρα) στα οποία τονίζεται η (αδιαμφισβήτητη) διατροφική αξία του γιαουρτιού και παρεμπιπτόντως αναφέρεται ότι π.χ. «Δίκαια οι αρχαίοι το ονόμαζαν «υγείαρτο», δηλαδή «ο άρτος της υγείας», αφού είναι μια τροφή με θαυματουργές ιδιότητες που συμβάλουν στην διατήρηση της υγείας αλλά και στην αποκατάσταση της«. Σε ιστότοπο με συνταγές μαγειρικής, η συνταγή για σπιτικό γιαούρτι συνοδεύεται από την επισήμανση: «Επίσης θέλω να αναφέρω πως η λέξη γιαούρτι είναι καθαρά παράφραση της ελληνικής υγείαρτος. Αυτό για να μην τους πιστεύετε όταν γράφουν ότι η λέξη είναι τουρκική ή αραβική«.

Αλλού διαβάζουμε: «Γιαούρτι ή Υγείαρτος των Αρχαίων Ελλήνων (…) Χωρίς αμφιβολία, το γιαούρτι, υπήρχε πολλά χρόνια πριν οι άνθρωποι γράψουν γι’ αυτό. Είναι πολύ πιθανό ότι η ανακάλυψη του έγινε τυχαία. Γενικά πιστεύεται ότι πρωτοεμφανίστηκε στη Μέση Ανατολή, κάπου στην περιοχή της σημερινής Τουρκίας, ή ίσως στη γειτονική Περσία. Περιλαμβάνεται στο διαιτολόγιο των Ελλήνων από τους αρχαίους χρόνους, γιατί το θεωρούσαν τροφή πλούσια σε θρεπτικά συστατικά. Για το λόγο αυτό το ονόμαζαν και υγείαρτο

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γκας Πορτοκάλος, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 225 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα για φέτος;

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2017

Επειδή το ζήτησε ο φίλος μου ο Πάτροκλος, αναδημοσιεύω ένα άρθρο του 2014 που αναφέρεται στο αιώνιο δίλημμα των χριστουγεννιάτικων γιορτών.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο για ξεκάρφωμα), είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”  Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά ξεθωριάζουν και παύουν να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Λεξιλογικά της πλημμύρας

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2017

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής στη στήλη «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Βέβαια, το θέμα των πλημμυρών ήταν επίκαιρο πριν από δυο βδομάδες περίπου, αλλά η στήλη είναι μηνιαία. Επειδή είχα κατά νου ότι θα έγραφα για την εφημερίδα, δεν μπήκε νωρίτερα σχετικό άρθρο στο ιστολόγιο.

Ο μήνας που μας πέρασε σημαδεύτηκε από τις φονικές πλημμύρες της Δυτικής Αττικής, στη Μάνδρα, τη Μαγούλα και τη Νέα Πέραμο. Αναλύσεις για τις περιστάσεις και τις αιτίες της τραγωδίας θα έχετε διαβάσει σε προηγούμενα φύλλα της Αυγής· όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε κι έτσι η στήλη θα περιοριστεί στο κατεξοχήν αντικείμενό της, στα λεξιλογικά της πλημμύρας.

Και ξεκινάμε από την ίδια τη λέξη «πλημμύρα». Είναι αρχαία, και μάλιστα ο τύπος πλημ(μ)υρίς είναι ήδη ομηρικός και σήμαινε αρχικά την άνοδο των νερών της θάλασσας, από την παλίρροια ή άλλες αιτίες. Στην Οδύσσεια, ο τυφλωμένος πια Πολύφημος πετάει έναν θεόρατο βράχο προς το πλοίο του Οδυσσέα, χωρίς να βρει τον στόχο, αλλά από το κύμα που σηκώνεται προκαλείται «πλημυρίς εκ πόντοιο» (ι486), «φουσκονεριά απ’ το πέλαγο» στη μετάφραση του Εφταλιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 148 Σχόλια »

Αλαμπουρνέζικα, είπαμε

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2017

Επειδή χτες μου συνέβη ένα τυχαίο ατύχημα, που έλεγε και ο Ντάριο Φο, δεν πρόλαβα να γράψω φρέσκο άρθρο, οπότε θα επαναλάβω ένα παλιότερο, που είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από εφτά χρόνια  (και κάτι μέρες) στο ιστολόγιο, Νοέμβριο του 2010, εποχή πολύ μακρινή.

Διάλεξα για αναδημοσίευση το συγκεκριμένο άρθρο όχι μόνο επειδή είναι παλιό και άρα θα έχει ξεχαστει, αλλά και επειδή το ξαναγράφω σε μεγαλο βαθμό, καταλήγοντας σε εν μέρει διαφορετικά συμπεράσματα.

Το τι σημαίνει αλαμπουρνέζικα, το ξέρουμε. Η λέξη χρησιμοποιείται σκωπτικά για κάτι που λέγεται ή γράφεται σε ακαταλαβίστικη ή ασυνάρτητη γλώσσα, γενικότερα για κάτι ασυνάρτητο ή ακατανόητο. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σε ένα αρκετά γνωστό δοκίμιό του έχει χαρακτηρίσει «αλαμπουρνέζικα» τη «γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων«.

Η λέξη πήρε καινούργια ώθηση με τον ερχομό των υπολογιστών, αφού ένα από τα βασικά προβλήματα με τις ελληνικές γραμματοσειρές ήταν στο παρελθόν (και ίσως είναι ακόμα) ότι αν δεν είχες δώσει τη σωστή κωδικοσελίδα έβλεπες στην οθόνη αλαμπουρνέζικα (αν και αυτά εγώ τα έλεγα καραγκιοζάκια). Με την πάροδο του χρόνου τα προβλήματα γραμματοσειράς στους υπολογιστές έχουν μειωθεί πολύ αλλά «αλαμπουρνέζικα» εξακολουθούν να εμφανίζονται σε κινητές συσκευές, υποτίτλους κτλ.

Αν η σημασία της λέξης είναι καθαρή, για την ετυμολογία της δεν υπάρχει βεβαιότητα.

Το (γενικό) λεξικό Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στις τρεις πρώτες εκδόσεις του, αφού αναφέρει ότι είναι αβέβαιο ετύμου, παραθέτει τρεις εξηγήσεις που έχουν προταθεί, από τις οποίες τις δυο τις βρίσκω εντελώς απίθανες. (Πιθανόν στην 4η έκδοση που δεν την έχω να έχει αλλάξει εν μέρει άποψη).

Πρώτη θεωρία, ότι προέρχεται από την (ακατάληπτη) γλώσσα της φυλής Μπουρνού του Σουδάν (!), τα μπουρνέζικα (!!). Αλα + Μπουρνέζικα, ίσον αλαμπουρνέζικα. Αυτή η κατ’ εμε εξωφρενική ετυμολογία έχει προταθεί από τον Φαίδωνα Κουκουλέ. Η φυλή Μπορνού είναι υπαρκτή, είχε μαλιστα συγκροτήσει αυτοκρατορία στην κεντρική Αφρική, πριν από πολλούς αιώνες αλλά δεν υπάρχει καμιά απολύτως μαρτυρία για σχέσεις ή επαφές με τη χώρα μας που θα μπορούσαν να κάνουν παροιμιώδη τη γλώσσα τους.

Δεύτερη θεωρία, που είναι αρκετά διαδεδομένη, ότι προέρχεται από το αλιβορνέζικα, που σημαίνει, λέει, θαυμαστά πράγματα που εισάγονταν από το Λιβόρνο, την ιταλική πόλη. Κι αυτό το βρίσκω απίθανο, παρόλο που υπήρχε στο Λιβόρνο ακμαία ελληνική παροικία και υπήρχαν επαφές. Αλλά δεν θα έπρεπε να έχει αποτυπωθεί κάπου αυτή η μαζικη εισαγωγή «αλιβορνέζικων» αγαθών;

Τρίτη εξήγηση: από το ιταλ. alla burla, «στα αστεία, στην πλάκα», και την κατάληξη -έζικα που χρησιμοποιείται για γλώσσες.

Παρεμφερή εξήγηση δίνει το ΛΚΝ (ετυμολογική επιμέλεια Πετρούνια), που θεωρεί αρχή της λ. αλαμπουρνέζικα τη φράση alla burlesca, «με παιχνιδιάρικο ύφος». Την ίδια εξήγηση δέχεται και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας.

Το Ετυμολογικό Λεξικό του Μπαμπινιώτη, επίσης, θεωρεί πιθανή την προέλευση από το alla burla + -έζικα  και αναφέρει ότι «δεν είναι πιθανή» η πρόταση για προέλευση από το Λιβόρνο.

Πράγματι, είναι αρκετά πιθανό η αρχή της ελληνικής λέξης να βρίσκεται είτε στο alla burla είτε στο alla burlesca. Είτε από τη μια είτε από την άλλη αρχή καταλήγουμε σε ένα «αλαμπουρλέζικα», που εύκολα δίνει με ανομοίωση «αλαμπουρνέζικα». Η απόσταση από την πλάκα και το αστείο ως την ασυναρτησία και την ακαταληψία δεν είναι μεγάλη.

Για να κάνουμε βέβαια σωστή ετυμολογική διερεύνηση, πρέπει να ξερουμε πότε περίπου μπήκε η λέξη στη γλώσσα μας. Όπως έχω ξαναπεί, τα γλωσσικά ληξιαρχεία στη χώρα μας δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, ιδίως για λαϊκές λέξεις. Ωστόσο βρίσκουμε τα «αλαμπουρνέζικα» σε ένα λεξικό των μέσων του 19ου αιώνα, το «Λεξικόν ελληνικόν και γαλλικόν» του Σκαρλάτου Βυζάντιου (1846), ο οποίος τη λέξη baragouinage την αποδίδει «διάλεκτος (ομιλία) σολοικοβάρβαρος και ακατανόητος, κοινώς αλαμπουρνέζικα».

Το δυστύχημα όμως είναι ότι πολύς κόσμος ελκύεται από τις εντυπωσιακές ιστορίες. Έτσι, η προέλευση από το εξωτικό Σουδάν ή έστω από το Λιβόρνο έχει γοητεύσει πολλούς κι έτσι θα τη βρείτε σε πολλές ιστοσελίδες όπως στο Βικιλεξικό, που αναφέρει με βεβαιότητα την προέλευση από το Σουδάν. Kοτζαμάν Σουδάν ακούγεται πιο μεγαλόπρεπο από μια μπερδεμένη ιταλική φράση.

Στην πρώτη έκδοση αυτού του άρθρου, είχα παρουσιάσει και μιαν ακόμα εξήγηση, που την έβρισκα πειστική -αλλά τώρα έχω αλλάξει γνώμη. Ας την αναφέρω όμως.

Ξεφυλλίζοντας παλιά περιοδικά, έπεσα τυχαία τις προάλλες σε μια σειρά από άρθρα του Νικ. Ποριώτη στο εξαιρετικό περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Φωτιάδη, που έβγαινε από το 1935 έως την Κατοχή. Ο Ποριώτης ήταν πολύ γερός λόγιος, δημοτικιστής, μεταφραστής αρχαίων αλλά και όπερας,  θεατρικός συγγραφέας. Έκανε και κάμποσα χρόνια στο ναυτικό και ήξερε καλά τη ναυτική γλώσσα. Τα σημειώματα αυτά που σας λέω τα γράφει πια στα 65 του και είναι πολλές φορές απολαυστικά, πάντα με γλωσσικό ενδιαφέρον. Λοιπόν, ο Ποριώτης λέει ότι υπήρχε στην Ιταλία τον 16ο αιώνα ένας σατιρικός ποιητής, ο Φραντσέσκο Μπέρνι, που πέθανε πριν κλείσει τα σαράντα του, στη Φλωρεντία, φαρμακωμένος από έναν καρδινάλιο επειδή αρνήθηκε να φαρμακώσει έναν άλλο καρδινάλιο (ή τουλάχιστο έτσι λένε).

Ο Μπέρνι έγραφε σάτιρες και ήταν ονομαστός για τα πνευματώδη λογοπαίγνιά του, λέει ο Ποριώτης, σε σημείο που το ύφος του να ονομαστεί bernesco, και πλάι στην έκφραση alla burlesca να φτιαχτεί, κατ΄ αναλογία, alla bernesca, με το ύφος του Μπέρνι δηλαδή. Η έκφραση αυτή υπάρχει και σήμερα στα ιταλικά, όπως μπορείτε να δείτε με ένα γκούγκλισμα. Περισσότερα για τον Μπέρνι έχει η Βικιπαίδεια.

Οπότε, λέει ο Ποριώτης, από το «αλά μπουρλέσκα» και από το «αλά μπερνέσκα», με συμφυρμό, προέκυψαν και τα δικά μας αλαμπουρνέζικα.

Την εξήγηση του Ποριώτη την είχα βρει πειστική διότι η φράση alla bernesca ήταν υπαρκτή και συχνή στα ιταλικά, ενώ υπήρχαν και πολλοί ποιητές που ακολουθούσαν τη μανιέρα του Μπέρνι.

Τώρα ομως που ξαναβλέπω όσα είχα γράψει, δεν πείθομαι τόσο πολύ -βρίσκω ότι πρόκειται για περιττή περιπλοκή. Η τροπή του λ σε ν (αλαμπουρλέσκα –> αλαμπουρνέζικα) δεν είναι δύσκολη. Κι έτσι, παρά την μεγάλη εκτίμηση που τρέφω στον Ν. Ποριώτη, πιστεύω πως μπορούμε να μείνουμε στο alla burla / alla burlesca σαν εξήγηση για τα αλαμπουρνέζικα.

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 111 Σχόλια »

Πέτσινο χρηματιστήριο

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2017

Τις προάλλες έπεσε στα χέρια μου η εικόνα που βλέπετε αριστερά, που είναι παρμένη από το Υπόμνημα ενός σχεδίου πόλεως του Πειραιά του 19ου αιώνα και προέρχεται από το ψηφιακό αρχείο του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος του ΕΜΠ. Με τα αρχιτεκτονικά εγώ δεν είμαι ειδήμονας, κι έτσι δεν ασχολήθηκα με το σχέδιο καθαυτό. Εμείς εδώ λεξιλογούμε και θα εστιαστούμε σε μία από τις λέξεις του Υπομνήματος, τη μόνη που δεν βρίσκεται σε χρήση στη σημερινή νεοελληνική γλώσσα.

Πρόκειται για τη λέξη Βύρσα, στον αριθμό 13 του Υπομνήματος. Η λέξη δεν υπάρχει στα σημερινά λεξικά, αν και μας είναι οικείο ένα σύνθετό της, η βυρσοδεψία. Βύρσα λοιπόν, στα αρχαία, είναι το γδαρμένο δέρμα ζώου, η δορά, το τομάρι· επίσης, ο ασκός κρασιού, το τουλούμι.

Ολοφάνερα όμως, ο συντάκτης του υπομνήματος δεν έχει τοποθετήσει στο σχέδιο, πλάι στην εκκλησία και στο θέατρο, ούτε δέρμα ζώου ούτε τουλούμι με κρασί. Προφανώς, η λέξη Βύρσα προσδιορίζει κάποιο δημόσιο κτίριο. Ποιο όμως;

Να το πάρει το ποτάμι;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 208 Σχόλια »

Εκεί όπου και ο βασιλιάς πηγαίνει μόνος του

Posted by sarant στο 20 Νοέμβριος, 2017

Σας προειδοποιώ πως το σημερινό άρθρο δεν έχει εύοσμο θέμα· έχει όμως μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον, και εκτός αυτού ήταν και επίκαιρο.

Επίκαιρο ήταν χτες, που έπεφτε Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία. Και η χτεσινή Κυριακή, 19 Νοεμβρίου, ήταν, ανάμεσα στ’ άλλα, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, Παγκόσμια Ημέρα Αποχωρητηρίου, World Toilet Day στα αγγλικά, όπως έχει ανακηρυχθεί πριν από μερικά χρόνια με απόφαση του ΟΗΕ.

Ομολογώ πως δεν ήξερα τιποτα για το θέμα, μέχρι που ένας φίλος με ρώτησε κάτι και, παρεμπιπτόντως, την ανέφερε. Την απορία του φίλου μου θα τη δείτε πιο κάτω, διότι έχει σχέση με το θέμα μας.

Γιατί να υπάρχει Παγκόσμια Ημέρα Αποχωρητηρίου, θα ρωτήσετε. Απλούστατα, επειδή πάρα πολλοί συνάνθρωποί μας, σε 2 δισεκατομμύρια υπολογίζονται, δεν έχουν πρόσβαση σε ικανοποιητικές εγκαταστάσεις υγιεινής, κι αυτή η έλλειψη στοιχίζει κάθε χρόνο πολλές χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Είναι λοιπόν θέμα ζωτικό, αλλά είναι και θέμα ποιότητας ζωής -οι πιο παλιοί θα έχουν προλάβει άλλωστε την εποχή όπου ακόμα και οικονομικά ευκατάστατες οικογένειες δεν είχαν τουαλέτα μέσα στο σπίτι τους -αλλά τα περιγράφει με τόση μαστοριά ο Μάριος Χάκκας στον Μπιντέ, που δεν είναι ανάγκη να πω περισσότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 352 Σχόλια »

Η κλήρωση και η δημοκρατία

Posted by sarant στο 6 Νοέμβριος, 2017

Tο άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα, το ένθετο της κυριακάτικης Αυγής, που ξανάρχισε να δημοσιεύεται και στο οποίο δέχτηκα με χαρά την πρόσκληση να συνεργάζομαι με την ίδια μηνιαία στήλη που είχα από τον Σεπτέμβριο του 2008. (Για την ιστορία, τα Ενθέματα είχαν σταματήσει τον Μάιο του 2016 και αντικαταστάθηκαν από το ένθετο Υποτυπώσεις, το οποίο σταμάτησε να δημοσιεύεται φέτος το καλοκαίρι).

Το θέμα το σκεφτόμουν καιρό, αλλά όταν έγραψα το άρθρο δεν είχε συμβεί η ρατσιστική επίθεση στο σπίτι του μικρού Αμίρ. Η φωτογραφία που συνόδευε το άρθρο διαλέχτηκε από τη συντακτική ομάδα.

Στην εδώ αναδημοσίευση έχω προσθέσει μερικά πράγματα, διότι, ως γνωστόν, η εφημερίδα έχει πεπερασμένο χώρο ενώ τα ηλεδάση του Καναδά είναι (σχεδόν) ανεξάντλητα.

Μια από τις πιο ευχάριστες ειδήσεις των τελευταίων εβδομάδων ήταν και η αναγγελία της επανακυκλοφορίας του ένθετου «Ενθέματα» της κυριακάτικης Αυγής. Η στήλη, που ξεκίνησε το ταξίδι της στα «Ενθέματα» τον Σεπτέμβριο του μακρινού 2008, τότε με προτροπή του Στρατή Μπουρνάζου, με χαρά αποδέχεται την πρόσκληση να πάρει μέρος και στη νέα περίοδο του εγχειρήματος. Όπως και πριν, θα έχουμε το ραντεβού μας την πρώτη Κυριακή του μήνα και θα σχολιάζουμε μία ή περισσότερες λέξεις που ακούστηκαν και απασχόλησαν την επικαιρότητα τον μήνα που πέρασε.

Για τούτο το πρώτο άρθρο της νέας περιόδου διάλεξα μια λέξη που είχε ακουστεί πολύ πριν από μερικούς μήνες, τον καιρό που η στήλη δεν δημοσιευόταν, και που ακούστηκε και πάλι πριν από μερικές μέρες: τη λέξη «κλήρωση», αφού με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας η επιλογή των σημαιοφόρων στις μαθητικές παρελάσεις κατά τις εθνικές εορτές θα γίνεται πλέον με κλήρωση ανάμεσα στους μαθητές της 5ης και της 6ης Δημοτικού, μια απόφαση που προκάλεσε συντεταγμένες και ενορχηστρωμένες αντιδράσεις από τους λαθρέμπορους της αριστείας. Και τώρα, στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου τις προάλλες, υλοποιήθηκε (ή δεν υλοποιήθηκε) για πρώτη φορά η απόφαση αυτή.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για την κλήρωση, που είναι λέξη αρχαία (κλήρωσις), της κλασικής αρχαιότητας και βέβαια ανάγεται στο ρήμα κληρώ (σήμερα κληρώνω) κι αυτό στο ουσιαστικό κλήρος. Ο κλήρος είναι λέξη ομηρική και αρχικά πρέπει να σήμαινε το αντικείμενο (κομμάτι ξύλο, πετραδάκι) που χρησιμοποιούσαν στην κλήρωση -στο Η της Ιλιάδας, όπου γίνεται κλήρωση για να επιλεγεί εκείνος που θα πολεμήσει με τον Έκτορα, βάζουν λαχνούς μέσα στο κράνος του Αγαμέμνονα και τελικά έθορε κλήρος κυνέης … Αίαντος, από το κράνος ξεπήδησε ο λαχνός του Αίαντα. Ο κλήρος ανήκει στην οικογένεια του ρήματος κλάω-κλω, απ’ όπου και το κλάσμα ή ο κλάδος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 217 Σχόλια »

Γλυκά πορτοκάλια, πικρά νεράντζια ξανά

Posted by sarant στο 3 Νοέμβριος, 2017

Μέρα γιορτής εχτές, πού καιρός και μυαλό για άρθρο. Μοιραία, ξανασερβίρω παλιότερο άρθρο, αρκετά παλιό (εξίμισι χρόνια) ώστε κάποιοι να μην το έχουν διαβάσει. Και επειδή πριν από καμιά εικοσαριά μέρες είχαμε αναδημοσίευση του άρθρου για τα λεμόνια, τώρα αναδημοσιεύω το άρθρο για τα πορτοκάλια -αλλά όχι από την αρχική του δημοσίευση στο ιστολόγιο, παρά από το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου μου Οπωροφόρες λέξεις, που είναι αρκετά διαφορετικό.

Από τα εσπεριδοειδή, ξεχωρίζει ένα –το πορτοκάλι– που όμως θα το εξετάσουμε όχι μόνο του, παρά μαζί με έναν φτωχό του συγγενή· και τούτο επειδή οι ιστορίες τους και τα γλωσσικά τους έχουν μπλέξει τόσο που να μην είναι εύκολο να διηγηθείς το ένα χωρίς να πεις για το άλλο.

Και τα δυο πάντως είναι φρούτα γηγενή της Ασίας, από την Ινδία το νεράντζι και από την Κίνα το πορτοκάλι. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν τα ήξεραν· απ’ όλα τα εσπεριδοειδή, μόνο το κίτρο έμαθαν, κι αυτό μόνο στην ελληνιστική εποχή.

Ο φτωχός συγγενής, το νεράντζι, ήρθε πρώτος. Στα ινδικά λεγόταν κάτι σαν ναράνγκα, nāraṅga, στα περσικά ναράνγκ (نارنگ, nārang), στα αραβικά ναράντζ (نارنج, nāranj). Γύρω στον ένατο-δέκατο αιώνα έχει φτάσει στην Μέση Ανατολή και στο Βυζάντιο, οι Σταυροφόροι το βρίσκουν στην Παλαιστίνη, ενώ οι Άραβες το μεταφέρουν στη Σικελία. Στα ελληνικά της εποχής, το ναράντζ αυτό περνάει ως «νεράντζι», ίσως με παρετυμολογική επίδραση του νερού. Στα ισπανικά, περνάει ως naranja, στα ιταλικά narancia και στην Τοσκάνη narancio. Από τη συνεκφορά un narancio το αρχικό n- χάνεται (αυτό το φαινόμενο δεν είναι καθόλου σπάνιο) κι έτσι γίνεται arancio και arancia, και το βρίσκει κανείς και mela arancia (το μήλο είπαμε πως συχνά είναι γενική ονομασία για κάθε οπωρικό) και περνάει και δάνειο στα γαλλικά, orenge (σήμερα orange) και pome orenge, απ’ όπου το παίρνουν και οι Άγγλοι, orange. Αυτά, το νεράντζι, που βέβαια ούτε τότε το τρώγαν, μόνο το χρησιμοποιούσαν ως είδος φαρμακευτικό ή για διακόσμηση ή για γλυκά.

Ο άρχοντας, το πορτοκάλι, ήρθε δεύτερος, κάμποσους αιώνες αργότερα, και όχι από την Ανατολή παρά από τη Δύση. Έμποροι Πορτογάλοι, την εποχή της θαλασσοκρατορίας, αφού παρέκαμψαν το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και πιάσαν εμπορικές σχέσεις με την Ινδία και την Κίνα, έφεραν το πορτοκάλι στην Ευρώπη. Αυτό το καινούργιο φρούτο, το τόσο όμοιο εξωτερικά με το νεράντζι, το είπαν οι Ιταλοί arancio de Portogallo, πορτογαλέζικο νεράντζι σαν να λέμε, και μετά σκέτο portogallo, πληθυντικός portogalli, απ’ όπου έγινε το ελληνικό πορτοκάλι, μέσα στην Τουρκοκρατία, το βουλγάρικο πορτοκάλ, το αλβανικό παρόμοιο, το τούρκικο portakal, ακόμα και το αραβικό al-burtuqal. Αναμενόμενο, αλλά ειρωνικό, είναι ότι στην ίδια την Πορτογαλία το πορτοκάλι λέγεται αλλιώς, laranja.

Όπως είδαμε, στις νότιες χώρες, όπου το νεράντζι υπήρχε και καλλιεργιόταν, τα δυο φρούτα ακολούθησαν το καθένα τον δικό του γλωσσικό δρόμο. Ωστόσο, στις μεγάλες γλώσσες της Ευρώπης, ο πλούσιος νεοφερμένος έδιωξε τον ταπεινό προκάτοχό του. Στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα ισπανικά το πορτοκάλι σφετερίστηκε την ονομασία του νεραντζιού, δηλαδή το υποκατέστησε· πράγματι, το νεράντζι σήμερα στα αγγλικά λέγεται bitter orange, πικρό πορτοκάλι, ενώ στα γαλλικά bigarade.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 164 Σχόλια »

Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια ξανά

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2017

Πάλι έπεσαν διάφορα και δεν πρόλαβα να ετοιμάσω άρθρο, πάλι ανεβάζω αναδημοσίευση -ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί εδώ πριν από εξίμισι χρόνια, την άνοιξη του 2011 και ανήκε στη σειρά άρθρων με τα «φρούτα εποχής» που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις». Η σημερινή αναδημοσίευση διαφέρει αρχικά απο την αρχική, διότι έχω ενσωματώσει αρκετό υλικό από το αντίστοιχο άρθρο του βιβλίου, που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση.

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Προφανώς, η ονομασία «εσπεριδοειδή» ανάγεται στον μύθο με τα μήλα των Εσπερίδων, τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μήλα των Εσπερίδων ήταν εσπεριδοειδή –τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι έχουμε πιάσει σωστά τη γεωγραφία του μύθου και ο κήπος των Εσπερίδων ήταν προς τα δυτικά, κάπου στο σημερινό Μαρόκο, διότι όπως φαίνεται τα εσπεριδοειδή ήρθαν στην Αφρική πολύ αργότερα.

Τα φρούτα αυτά είναι ιθαγενή της Ινδίας και της Κίνας. Το πρώτο που ήρθε προς τα δικά μας μέρη είναι το λιγότερο διαδεδομένο ίσως, το κίτρο, που έφτασε στους ελληνιστικούς χρόνους –και το είπαν, στην αρχή, μηδικόν μήλον, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν να χρησιμοποιούν το μήλο σαν γενικό όρο για τα οπωρικά.

Τον όρο μηδικόν μήλον τον χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., που το ήξερε το κίτρο, έστω κι αν δεν είχε αρχίσει ακόμα να καλλιεργείται στα μέρη τα δικά μας. Αντίθετα, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η καλλιέργειά του έχει πλέον διαδοθεί, κι έτσι ο Διοσκουρίδης γράφει «τα δε μηδικά λεγόμενα ή περσικά ή κεδρόμηλα, ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Οι λέξεις της μουσικής ξανά

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2017

Επαναλαμβάνω σήμερα ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια, ελπίζοντας να μην το θυμάστε πολύ καλά οι παλαιότεροι. Παρόλο που είχαν γίνει πολλά και καλά σχόλια στο αρχικό άρθρο, ελάχιστα ενσωματώνω στην αναδημοσίευση επειδή ήδη ήταν μεγάλο το αρχικό άρθρο και έκρινα πως θα παραφορτωνόταν.

Λένε πως η μουσική μπορεί να πει τα πάντα χωρίς να χρησιμοποιεί λέξεις, όταν όμως εμείς οι άνθρωποι μιλάμε για τη μουσική λέξεις βέβαια χρησιμοποιούμε, καθώς και μια ειδική ορολογία –και το σημερινό μας ταξίδι θα περιστραφεί γύρω από αυτή την ορολογία και τις λέξεις της μουσικής.

Η ίδια η μουσική πήρε τ’ όνομά της από τις μούσες· και αρχικά, μουσική τέχνη ήταν κάθε τέχνη που είχε προστάτιδα κάποια από τις εννιά Μούσες, σιγά-σιγά όμως το ουσιαστικό «τέχνη» μαράθηκε κι έπεσε, ενώ η σημασία στένεψε κι έμεινε στη μουσική και στη λυρική ποίηση. Από τα λατινικά, musica, πέρασε η λέξη στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και έγινε διεθνής.

Όπως διεθνής λέξη έγινε και το μουσείον, που ήταν στην αρχή ο χώρος ο αφιερωμένος στις Μούσες· και επειδή στη Δύση έφτιαχναν στα πάρκα τους σπήλαια αφιερωμένα στις Μούσες, που τα διακοσμούσαν με ένα ιδιαίτερο είδος ψηφιδογραφίας, αυτό ονομάστηκε musaicus, των Μουσών δηλαδή, και από εκεί το ιταλικό mosaico και αντιδάνειο το δικό μας μωσαϊκό, κάποτε ταπεινό και τώρα περιζήτητο· το μωσαϊκό, που μέσω των στίχων της Νικολακοπούλου ακόμα διατηρεί κάποια σχέση με τη μουσική, αφού τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει.

Η μουσική μιλάει μόνη της, λέγαμε πιο πάνω, αλλά ταυτόχρονα μιλάει τη γλώσσα στην οποία γράφονται τα πιο δημοφιλή μουσικά έργα της εκάστοτε εποχής. Κάποτε, μιλούσε ελληνικά· στην εποχή μας, μιλάει σαφώς αγγλικά· ίσως πριν από τον πόλεμο να μιλούσε γαλλικά, πάντως για πολλούς αιώνες νωρίτερα η μουσική μιλούσε ιταλικά. Και όχι μόνο η μουσική, αλλά και οι μουσικοί μιλούσαν ιταλικά, είτε ήταν Ιταλοί, πράγμα καθόλου σπάνιο καθώς πλήθη Iταλών μουσικών και τραγουδιστών είχαν κατακλύσει τις βασιλικές αυλές και τις λυρικές σκηνές της Ευρώπης, είτε ήταν ντόπιοι και αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν την ιταλική ορολογία, ή και την ιταλική γλώσσα. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν η όπερα του Μότσαρτ «Η μεγαλοψυχία του Τίτου» ανέβηκε στην Πράγα τον Σεπτέμβριο του 1791, λίγο πριν από τον θάνατό του, η αυτοκράτειρα Μαρία Λουίζα λέγεται ότι την απέρριψε περιφρονητικά, χαρακτηρίζοντάς την, εις επήκοον όλων, porcheria tedesca, γερμανική γουρουνιά. Η Γερμανίδα αυτοκράτειρα χρησιμοποιούσε την ιταλική γλώσσα για να βρίσει τον κορυφαίο Γερμανό συνθέτη! (και ας μην ανοίξουμε τώρα συζήτηση αν ο Μότσαρτ ήταν Αυστριακός ή Γερμανός). Την ίδια εποχή ο Μότσαρτ είχε αποφασίσει να ξεκόψει με την Αυλή και να στραφεί προς το λαϊκό θέαμα, στα φτηνά θεατράκια των προαστίων, και είχε ήδη κάνει την περισσότερη δουλειά πάνω σε ένα γερμανόφωνο λιμπρέτο του «αδελφού» του, του επίσης ελευθεροτέκτονα Σικανέντερ –κι έτσι γεννήθηκε αυτό το μπερδεμένο αριστούργημα, ο Μαγικός Αυλός, που είχαμε μια φορά την κουβέντα του και αποφανθήκαμε ότι κακώς ειπώθηκε Μαγεμένος σε μετάφραση από τα γαλλικά (La flute enchantée). Αλλά πλατειάζω. Το γεγονός είναι ότι η σοβαρή μουσική, επειδή στην περίοδο της άνδρωσης και της ακμής της ήταν ιταλόφωνη, έχει λεξιλόγιο σχεδόν αμιγώς ιταλικό -και ακόμα και σήμερα, επειδή οι περισσότερες όπερες έχουν λιμπρέτο ιταλικό, οι λυρικοί τραγουδιστές ξέρουν ιταλικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Μουσική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 200 Σχόλια »

Στο σχολείο με το σκουλαρίκι, ξανά

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2017

Αύριο αρχίζουν τα σχολεία, οπότε σκέφτομαι ότι ταιριάζει να βάλουμε κάτι σχολικό -κι έτσι θα επαναλάβω, αλλά με αλλαγές και προσθήκες, ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου που είχε δημοσιευτεί εδώ πριν από πέντε χρόνια τέτοιες μέρες και έχει θέμα κάποια ετυμολογικά του σχολείου -βασίζεται άλλωστε σε ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει στη στήλη μου στην Αυγή π.Ι. (προ Ιστολογίου).

Ανοίγουν αύριο τα σχολεία σε όλη τη χώρα, μια και στη χώρα μας, τουλάχιστον τα τελευταία (κάμποσα) χρόνια η ημερομηνία έναρξης της σχολικής χρονιάς δεν είναι κυμαινόμενη όπως αλλού (π.χ. η πρώτη Τρίτη του Σεπτεμβρίου) αλλά σταθερή, εκτός βέβαια αν πέφτει Σαββατοκύριακο -ακόμα κι όταν τυχαίνει η 11 Σεπτεμβρίου να πέφτει Παρασκευή.

Στον τοίχο μιας φίλης στο Φέισμπουκ, που νομίζω πως είναι εκπαιδευτικός, είδα το διάγραμμα της φωτογραφίας και γέλασα πολύ. Γέλασα, αλλά θυμάμαι τις κόρες μου όταν πλησίαζε η αποφράδα μέρα, που αρκετές φορές αδημονούσαν να ανοίξουν τα σχολεία, να βρουν τους φίλους και τις φίλες τους -αυτό βέβαια ισχύει κυρίως για τα μικρότερα παιδιά που ζουν στη μεγαλούπολη, όχι για τα πιο τυχερά παιδιά που ζουν σε επαρχία.

Κάποια παιδιά, πρωτάκια, θα πάνε για πρώτη φορά σχολείο αύριο, είτε στο δημοτικό είτε στο γυμνάσιο, τα δικά μου τα κορίτσια έχουν εδώ και δυο-τρία χρόνια ξεσκολίσει πια, οπότε το παρακολουθώ το θέμα πιο ψύχραιμα. Διότι, όσο και να πεις, με το που ξεκινάει κάθε σχολική χρονιά, κι ας μην είναι η πρώτη, μερικοί χαζογονείς βουρκώνουν.

Εμείς εδώ όμως δεν βουρκώνουμε, λεξιλογούμε -κι έτσι σήμερα θα δούμε ακριβώς τη λέξη «σχολείο» και τις παραφυάδες της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Βυζάντιο, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 264 Σχόλια »

Ζάπλουτοι και πάμπλουτοι

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2017

Το θέμα του σημερινού άρθρου είχα ξεκινήσει να το γράφω πριν από δεκαπέντε μέρες, με πρόλαβε κάποιο επίκαιρο και το άφησα, οπότε το ξαναπιάνω σήμερα.

Τηλεόραση σπανιότατα βλέπω, όμως στο Διαδίκτυο εκτίθεται κανείς από σπόντα και στα τηλεοπτικά. Έτσι είδα ότι ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο το κανάλι Star πρόβαλε την ταινία «Προσεχώς… ζάμπλουτοι«, μια αμερικάνικη κωμωδία του 2008. Δεν ξέρω αν η ταινία είχε κυκλοφορήσει στις αίθουσες, οπότε αυτός ήταν ο τίτλος που της έδωσε το πρακτορείο της, ή αν ο τίτλος είναι πρωτοβουλία του καναλιού που την πρόβαλε.

Λίγες μέρες νωρίτερα, ένας φίλος μού είχε στείλει, για να το βάλω στα μεζεδάκια, ένα απόσπασμα από τηλεοπτικό καβγά του Άδωνη με μια βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ, όπου ο Άδωνης, τσιρίζοντας όπως συνήθως, αποκαλούσε «ζάμπλουτη» τη βουλευτίνα. Δεν το έβαλα, επειδή είχα πληθώρα ύλης κι επειδή, ακούγοντας το απόσπασμα, δεν μπορούσα να βεβαιωθώ αν προφέρει όντως «ζάΜΠλουτη» -κι έτσι, έστω κι αν η μεταγραφή της (οΘντκ) αντιπαράθεσης είχε τον τύπο «ζάμπλουτη», δεν θέλησα να χρεώσω το αμφισβητούμενο φάουλ στον Άδωνη, έχει άλλωστε φιλοτεχνήσει τόσα αναμφισβήτητα μαργαριτάρια που δεν έχει νόημα να προσθέτουμε και τα αβέβαια.

Θα μπορούσα να βάλω στα μεζεδάκια τη χρήση του τύπου «ζάμπλουτος», είτε από τον Άδωνη είτε στον τίτλο της ταινίας, επειδή δεν είναι ο κανονικός τύπος της λέξης. Κανονικά, η λέξη είναι «ζάπλουτος».

Πολύς κόσμος λέει «ζάμπλουτος», κι αυτός ο τύπος χαρακτηρίζεται σολοικισμός ή απλώς εσφαλμένος. Αλλά για να δούμε γιατί είναι λάθος ο «ζάμπλουτος» πρέπει να δούμε γιατί είναι σωστό ο «ζάπλουτος».

Η λέξη «ζάπλουτος» είναι αρχαία. Είναι λέξη σύνθετη, και αναγνωρίζουμε το δεύτερο συνθετικό της, τον πλούτο. Αυτό το περίεργο «ζα» στην αρχή της λέξης είναι αιολικός τύπος της πρόθεσης «διά». Ο ζάπλουτος δηλαδή είναι διάπλουτος, δηλαδή γεμάτος πλούτο, πάρα πολύ πλούσιος. Είπαμε ότι η λέξη είναι αρχαία, τη βρίσκουμε πχ στον Ηρόδοτο, στο επεισόδιο όπου ο Σόλων προσπαθεί να δείξει στον Κροίσο ότι ο πλούτος δεν φέρνει την ευτυχία, και του λέει «Πολλοὶ μὲν γὰρ ζάπλουτοι ἀνθρώπων ἀνόλβιοί εἰσι».

Στην αρχαία ελληνική υπήρχαν πολλές άλλες λέξεις που είχαν σχηματιστεί με παρόμοιο τρόπο και άρχιζαν από ζα-. Αν αναδιφήσετε το Λίντελ Σκοτ, θα δείτε λέξεις όπως:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 143 Σχόλια »