Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Η Γκρέτα και το κλίμα

Posted by sarant στο 7 Οκτώβριος, 2019

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής, στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Για τη Γκρέτα Τούνμπεργκ έχουμε γράψει πρόσφατα στο ιστολόγιο αλλά ελάχιστη αλληλοκάλυψη υπάρχει με τούτο το άρθρο, το οποίο λεξιλογεί για το κλίμα.

Η Γκρέτα και το κλίμα

Οι σύνοδοι κορυφής και οι άλλες επίσημες συνεδριάσεις των Ηνωμένων Εθνών συνήθως αφορούν μόνο διπλωμάτες και λοιπούς μεγαλοσχήμονες και περνούν απαρατήρητες από τον μέσο πολίτη· η πρόσφατη σύνοδος κορυφής για το κλίμα αποτέλεσε εξαίρεση, χάρη στη 16χρονη Σουηδή Γκρέτα Τούνμπεργκ. Η νεαρή ακτιβίστρια κατάφερε να στρέψει επάνω της τους προβολείς της δημοσιότητας και να θέσει το θέμα της κλιματικής αλλαγής με τον επείγοντα χαρακτήρα που έχει· και κέρδισε όχι μόνο την προσοχή όλων και τη συμπάθεια εκατομμυρίων αλλά και τα φαρμακερά βέλη πολλών σχολιαστών, κυρίως (αλλά με κανένα τρόπο αποκλειστικά) δεξιών και ακροκεντρώων -μέχρι και σάιμποργκ τη χαρακτήρισε ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Ονφρέ, όπως θα διαβάσατε πριν από λίγο καιρό στην Αυγή.

Αφού λοιπόν η Γκρέτα πρωταγωνίστησε στην επικαιρότητα, ταιριάζει να της αφιερώσουμε το άρθρο αυτού του μήνα· όχι ακριβώς στην ίδια, όσο στην έννοια που εκείνη ανέδειξε, εννοώ το κλίμα. Και βέβαια εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε για το κλίμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κλίμα | Με ετικέτα: , , , | 185 Σχόλια »

Το πιρούνι και πώς γράφεται

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2019

Χτες έπιασα μια συζήτηση στο Φέισμπουκ με αφορμή ένα κείμενο που είχε αναδημοσιευτεί από γνωστόν γνωστού, μια παραλλαγή του Λερναίου με τον ποιητικό τίτλο «Τι σημαίνει η ελληνική γλώσσα λίγοι από εμάς το γνωρίζουν«.

Το κείμενο αυτό το βλέπω να κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο, κι όλο λέω να επιχειρήσω να το ανασκευασω αλλά μετά παραιτούμαι. Είναι τόσο μεγάλο και αγγίζει τόσα πολλά διαφορετικά θέματα, που αν ήθελε κανείς να το ανασκευάσει καταλεπτώς θα ήθελε ολόκληρο βιβλίο. Βλέπετε, ο νόμος του Μπραντολίνι λέει πως η ποσότητα ενέργειας που χρειάζεται για να καταρριφθεί μια σαχλαμάρα είναι μια τάξη μεγέθους μεγαλύτερη από την ποσότητα που χρειάζεται για να παραχθεί η σαχλαμάρα -ή, κατά την κρητική παροιμία που μ’αρέσει να επαναλαμβάνω, «Ρίχνει ο κουζουλός μια πέτρα στο πηγάδι και σαράντα γνωστικοί δεν μπορούν να τηνε βγάλουν».

Οπότε, δεν έχω μέχρι σήμερα βρει το κουράγιο να αναμετρηθώ κατά μέτωπο με τον Γολιάθ των λερναίων μεταλλάξεων και ούτε θα το επιχειρήσω σε τούτο το άρθρο. Θα πιάσω ένα μόνο σημείο του, που έτυχε και συζητήθηκε χτες, όταν ένας υποστηρικτής του κειμένου με προ(σ)κάλεσε να βρω ένα (1) λάθος σε αυτό.

Του λέω λοιπόν ότι στο απόσπασμα αυτό υπάρχει λάθος στην ετυμολογία που προτείνεται.

Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Το πιρούνι δεν είναι καθόλου προφανές ότι προέρχεται απευθείας από το ρήμα «πείρω» που (όντως) σημαίνει «τρυπώ, διαπερνώ». Κανένα ετυμολογικό λεξικό δεν δέχεται την εξήγηση αυτή και για το λόγο αυτό άλλωστε η γραφή «πειρούνι» που προτείνεται στο άρθρο είναι πολύ σπάνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λερναίο κείμενο, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 182 Σχόλια »

Φθινοπωρινό

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2019

Το γκουγκλ μάς πληροφορεί (αν βάλετε «φθινόπωρο») ότι στο Βόρειο Ημισφαίριο το φθινόπωρο αρχίζει στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, δηλαδή σήμερα, ενώ από άλλους ιστοτόπους μαθαίνουμε ειδικότερα πως στην Ελλάδα το φθινόπωρο αρχίζει στις 10.51 το πρωί (ώρα Ελλάδος).

Επομένως, το σημερινό άρθρο κάποιοι θα αρχίσουν να το διαβάζουν καλοκαίρι αλλά… θα το τελειώσουν φθινόπωρο (μα τόσο αργά διαβάζουν;) Και βέβαια, αφού είναι τέτοια η μέρα, δεν θα παραξενευτείτε αν αφιερώσουμε το άρθρο στο φθινόπωρο που αρχίζει. Θα έλεγα μάλιστα πως το παράξενο είναι που ως τώρα δεν είχαμε βάλει άρθρο για το φθινόπωρο, αφού το φετινό είναι το δέκατο ιστολογικό μας φθινόπωρο.

Το φθινόπωρο είναι η τρίτη εποχή του χρόνου, η εποχή ανάμεσα στο καλοκαίρι και στον χειμώνα: η γέφυρα που οδηγεί από το καλοκαίρι προς τον χειμώνα, θα ελεγε κανείς.

Θ’ ακούσετε συχνά να λένε ότι «έτσι οπως κατάντησε το κλίμα, δεν υπάρχουν πια τέσσερις εποχές αλλά δύο: χειμώνας και καλοκαίρι». Είναι κοινός τόπος της συζήτησης ότι τα τελευταία χρόνια έχουν χαθεί οι ενδιάμεσες εποχές, η άνοιξη και το φθινόπωρο.

Νομίζω όμως ότι οι ενδιάμεσες εποχές ανέκαθεν βρίσκονταν σε υποδεέστερη θέση ως προς το χειμώνα και το καλοκαίρι. Η παροιμία τι λέει; Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα -παναπεί, η λαϊκή ψυχολογία έχει μια τάση να παραβλέπει τις αποχρώσεις: εστιάζει στο βασικό. Δυο είναι οι εποχές, από αυτή την οπτική γωνία: η καλή και η κακή. Με λίγη καλή θέληση τους ενδιάμεσους μήνες τους βολεύουμε στο ένα ή στο άλλο άκρο.

Εμείς ομως εδώ λεξιλογούμε και δεν αναφερθήκαμε ακόμα στη λέξη φθινόπωρο. Η λέξη είναι αρχαία, από τον 5ο κιόλας αιώνα π.Χ. Θα αναγνωρίσατε τα συνθετικά της, φθίνω (λιγοστεύω, ελαττώνομαι) και οπώρα. Οπώρα είναι σήμερα το φρούτο, το οπωρικό, και οπωρικά εμφανίζονται ολοχρονίς, οπότε χρειάζεται κάποια εξήγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαπαθιώτης, Παροιμίες, Ποίηση, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 123 Σχόλια »

Αλχημιστές και μέταλλα, και πάλι για τις λέξεις της χημείας

Posted by sarant στο 16 Σεπτεμβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες και προχτές, οπότε δεν προλάβαινα να γραψω φρέσκο άρθρο. Στις περιπτώσεις αυτές, καταφεύγω σε επαναλήψεις, κι αυτο θα κάνω και σήμερα.

Διάλεξα λοιπόν να παρουσιάσω ένα παλιό άρθρο, αρχικά δημοσιευμένο πριν από δέκα χρόνια (παρά δυο μήνες) στο ιστολόγιο, ένα άρθρο που αρχικά είχα δημοσιεύσει στο περιοδικό Το φαινόμενο του Λουξεμβούργου, που έβγαζε επί πολλά χρόνια η εδώ ελληνική κοινότητα -ένα άρθρο στο οποίο θυμάμαι αυτά που μάθαινα σε μιαν άλλη ζωή, τότε που ήμουν χημικός μηχανικός.

Οπότε, το αναδημοσιεύω -και βάζω και στο τελος ένα σχόλιο που είχε κάνει στην αρχική δημοσίευση ο αξέχαστος πατέρας μου.

Εκτός από μάθημα στο γυμνάσιο και το λύκειο, βαρετό για μερικούς και ενδιαφέρον, ίσως και συναρπαστικό, για άλλους, η χημεία, μια επιστήμη συνυφασμένη με την καθημερινή ζωή μας, έχει επίσης πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Στο σημερινό μας σημείωμα, βέβαια, δεν θα σας ταλαιπωρήσω με χημικούς τύπους και αντιδράσεις, που άλλωστε δεν θυμάμαι και πολλούς, για να πω τη μαύρη αλήθεια, ύστερα από τόσα χρόνια μακριά από τα θρανία, αλλά θα εξετάσω λεξιλογικά το θέμα, θα μιλήσουμε δηλαδή για τις λέξεις της χημείας.

Και επειδή αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις, επιβάλλεται να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας από την ίδια τη λέξη «χημεία». Το κακό όμως είναι ότι η ετυμολογία της λέξης δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο θα θέλαμε. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η αρχή βρίσκεται στο τοπωνύμιο Χημία δηλαδή την Αίγυπτο (η λέξη απαντά στον Πλούταρχο), που αποτελεί εξελληνισμό της κοπτικής λέξης kem (μαύρος, επειδή η γη της Αιγύπτου είναι μαύρη και εύφορη). Ωστόσο, επικρατέστερη φαίνεται η άποψη ότι η αρχή βρίσκεται στη λ. χυμός ή χύμα (υγρό). Πράγματι, οι πρώτες ενασχολήσεις των «χυμευτών» αφορούσαν τη φαρμακευτική και τους χυμούς ή τα αφεψήματα φυτών, και στα πρωτοβυζαντινά κείμενα βρίσκουμε πράγματι τη γραφή χυμεία. Στη συνέχεια, έγιναν διάσημοι οι Αλεξανδρινοί αλχημιστές, που αναζητούσαν τον τρόπο να συνθέτουν χρυσό και άργυρο, με αποτέλεσμα να συμφυρθεί η χυμεία με την Χημία και να επικρατήσει τελικά η γραφή χημεία, με σημασία την προσπάθεια κατασκευής χρυσού. Όπως λέει και το βυζαντινό λεξικό Σούδα, Χημεία είναι «η του αργύρου και χρυσού κατασκευή, ής τα βιβλία διερευνησάμενος ο Διοκλητιανός έκαυσεν», θυμίζοντάς μας ότι ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, γύρω στο 300 μ.Χ. κυνήγησε τους αλχημιστές της Αιγύπτου.

Διότι είναι γεγονός ότι οι αλχημιστές της Αιγύπτου, με κορυφαίο τον Ζώσιμο τον Πανοπολίτη είχαν από τον 3ο κιόλας αιώνα αναπτύξει τη χημεία, ή, όπως λέει ο ίδιος ο Ζώσιμος, «την ιεράν και θείαν τέχνην της του χρυσού και αργύρου ποιήσεως». Όταν κυριεύουν την Αίγυπτο οι Άραβες, δανείζονται τις γνώσεις των Αλεξανδρινών μαζί και τη λέξη. Τώρα, η σκυτάλη της επιστημονικής πρωτοπορίας περνάει στους Άραβες, που ονομάζουν kimiya τη φιλοσοφική λίθο αλλά και την τέχνη της αναζήτησής της. Η λέξη, μαζί με το αραβικό άρθρο, al-kimiya, περνάει στα μεσαιωνικά λατινικά, alchimia, και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (alchemy, alchimie, κτλ.) απ’ όπου επέστρεψε και στα ελληνικά ως αντιδάνειο. Βέβαια, όταν με τον καιρό αναπτύχθηκε η επιστήμη της χημείας, η αλχημεία έμεινε να σημαίνει τις αναζητήσεις των αλχημιστών, ενώ στη νεότερη χρήση έχει πάρει (συνήθως στον πληθυντικό) τη σημασία του συνδυασμού ετερόκλητων στοιχείων με ανορθόδοξο τρόπο, με σκοπό την παραπλάνηση, όπως λ.χ. όταν η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προσπαθεί «με στατιστικές αλχημείες» να εμφανίσει μειωμένη την ανεργία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in χημεία, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ονόματα, Φαινόμενο του Λουξεμβούργου | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 147 Σχόλια »

Η παλινόρθωση της επιτελικής κανονικότητας

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2019

To άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, δεύτερη Κυριακή κατ’ εξαίρεση του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής, στη στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Το αναδημοσιεύω εδώ με κάμποσες προσθήκες, που βέβαια δεν χωρούσαν στον περιορισμένο χώρο της εφημερίδας.

Η παλινόρθωση της επιτελικής κανονικότητας

Πρώτο άρθρο της στήλης μετά τη θερινή ανάπαυλα, κατ’ εξαίρεση τη δεύτερη Κυριακή του μήνα, με τη διαφορά πως το καλοκαίρι που μας πέρασε κάθε άλλο παρά στερημένο από πολιτικές εξελίξεις ήταν, αφού είχαμε τις εκλογές και την αναμενόμενη νίκη της Νέας Δημοκρατίας αλλά και την ισχυρή παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ, που κατοχυρώνει την κυριαρχία του ως ο δεύτερος πόλος του πολιτικού μας σκηνικού.

Κι έτσι, οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας επανήλθαν στην κυβέρνηση και με τα πρώτα νομοθετήματα εξαγγέλθηκε η οικοδόμηση επιτελικού κράτους -ενώ τα μέσα ενημέρωσης, μονομερή όσο ποτέ τις τελευταίες δεκαετίες, σαλπίζουν σε όλους τους τόνους την επιστροφή στην κανονικότητα.

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενη η στήλη, θα λεξιλογήσει για την κανονικότητα.

Πρόκειται βέβαια για λέξη που πλάστηκε τον 19ο αιώνα, αλλά προέρχεται από τον κανόνα, που είναι αρχαίος, μάλιστα ομηρικός. Κανών, στα αρχαία, ήταν αρχικά όρος με διάφορες τεχνικές σημασίες: γενικά σήμαινε την ευθεία ράβδο, τη βέργα, οπότε δεν αποκλείεται να είναι παράγωγο της λέξης κάννα, καλάμι, πιθανό σημιτικό δάνειο.

Ο κανών πήρε ανάμεσα σε πολλές άλλες και τη σημασία της βαθμονομημένης ράβδου που χρησιμοποιούσαν οι ξυλουργοί και οι χτίστες για τις μετρήσεις, και αυτό άνοιξε τον δρόμο για τη συναρπαστική μεταφορική επέκταση των σημασιών της λέξης, που από την κλασική κιόλας εποχή άρχισε να σημαίνει “αρχή, διάταξη”, στη συνέχεια δε “πρότυπο”. Κανών ονομάστηκε από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους ο κατάλογος των συγγραφέων και των έργων της κλασικής εποχής που θεωρούνταν υποδειγματικά για τη γλώσσα τους, άρα κατάλληλα να διδάσκονται, και γι’ αυτό σώθηκαν τα συγκεκριμένα έργα των τριών τραγικών και του Αριστοφάνη και όχι άλλα έργα των ίδιων ή άλλων συγγραφέων.

Την ίδια εποχή έχουμε και τους κανόνες της γραμματικής, ενώ στη μουσική, κανών και κανόνιον ήταν ένα μονόχορδο μουσικό όργανο. Με τον ερχομό του χριστιανισμού εμφανίζεται ο κανόνας ως σύστημα τροπαρίων που αποτελείται από εννέα ωδές (π.χ. ο μεγάλος παρακλητικός κανόνας), ενώ πήρε και την ειδικότερη σημασία του επιτίμιου, της εκκλησιαστικής ποινής που επιβαλλόταν για σοβαρά αμαρτήματα· με αυτή την ειδική σημασία, συχνά λεγόταν στη λαϊκή γλώσσα και “κάνονας”.

Να πούμε ότι σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα ο κανών πέρασε και στα λατινικά και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, όπου το λατινικό canonicus σήμαινε τον ιερέα -από εκεί και το γαλλικό chanoine ή το μεσαιωνικό αντιδάνειο κανόνικος ή κανόνικας για τους Καθολικούς ιερείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστημονικά, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Θρησκεία, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 239 Σχόλια »

Το χαλάλι και το χαράμι

Posted by sarant στο 26 Αύγουστος, 2019

 

Το σημερινό άρθρο γράφεται ύστερα απο προτροπή φίλων, με αφορμή ένα επεισόδιο που για μερικές μέρες (όχι πάνω απο δυο-τρεις, βέβαια) προκάλεσε τρικυμία στο ποτηράκι του ελληνόφωνου Τουίτερ.

Η αρχή ήταν η εξης φωτογραφία που την ανάρτησε κάποιος, σχολιάζοντας ότι αφού το τυρί Ήπειρος έχει πιστοποίηση χαλάλ (μέσα στον κύκλο κάτω αριστερά) τότε ο ίδιος θα προτιμήσει μια άλλη μάρκα (δεν θυμάμαι ποιαν και δεν έχει σημασία το γούστο του κάθε ισλαμόφοβου).

Ακολούθησαν πολλά σχόλια, κάποια επίσης ισλαμοφοβικά που καλούσαν για μποϊκοτάζ, αλλά ευτυχώς τα περισσότερα λογικά και μετρημένα.

Μερικοί αναρωτήθηκαν, όχι παράλογα, πώς μπορεί να είναι πιστοποιημένο «χαλάλ» ένα τυρί -αφού η παρασκευή του δεν συνεπάγεται τη σφαγή ζώου. Και αυτό διότι το χαλάλ, που θα πει «επιτρεπτό» στα αραβικά είναι ο κώδικας που διέπει τα ισλαμικά διαιτολογικά έθιμα -και έχει αρκετές ομοιότητες με το εβραϊκό κοσέρ, χωρίς όμως να ταυτίζονται.

Για να παρασκευαστεί το τυρί απαραίτητη είναι (ή, έστω, ήταν) η πυτιά, που προκαλεί το πήξιμο και που προέρχεται από το στομάχι μηρυκαστικού. Υποθέτω ότι για να είναι χαλάλ ένα τυρί πρέπει να περιέχει πυτιά από σφάγιο χαλάλ ή να μην περιέχει ζωική πυτιά διότι πήξιμο γίνεται και με το γάλα της συκιάς ή με άλλες μεθόδους.

Το χαλάλ ορίζει συγκεκριμένη διαδικασία σφαγής των ζώων, με βαθιά τομή στο λαιμό του ζώου (σφαγίτιδα φλέβα, καρωτίδα και τραχεία) και στη συνέχεια το ζώο κρέμεται ανάποδα μέχρι να να στραγγίξει πλήρως από αίμα. Παράλληλα ο σφαγέας προσεύχεται στον Αλλάχ για να του εξηγήσει γιατί το σφάζει, αφού στο Ισλάμ η θανάτωση ζώου επιτρέπεται μόνο προς βρώση ή για λόγους ασφαλείας πχ λύσσα. Το εβραϊκό κοσέρ έχει κάποιες μικροδιαφορές. Και οι δυο τρόποι είναι πανάρχαιοι, παραδοσιακοί, και με παρόμοιο τρόπο (αν και χωρίς το στράγγισμα από το αίμα) θανάτωναν τα ζώα και στα μέρη μας από τα παλιά χρόνια έως πρόσφατα.

Ωστόσο, στα σύγχρονα σφαγεία (πλην χαλάλ/κοσέρ) το ζώο πρώτα αναισθητοποιείται/θανατώνεται και μετά σφάζεται, οπότε υποφέρει λιγότερο. Αυτό αποτελεί μειονέκτημα των χαλάλ/κοσέρ τρόπων, αφού η θρησκεία δεν έχει επιτρέψει την εξέλιξη των μεθόδων ώστε ν’ ανταποκρίνονται στις σημερινές αντιλήψεις.

Φυσικά, όλοι εκείνοι που έκραζαν το χαλάλ τυρί δεν ενδιαφέρονταν για την καλή μεταχείριση των ζώων -τα οποία και στη δυτικοευρωπαϊκή βιομηχανική κτηνοτροφία δεν περνάνε και πολύ καλά, πρέπει να πούμε- αλλά εξέφραζαν το ενστικτώδες μίσος τους στο διαφορετικό.

Όμως εμείς εδώ δεν θρησκειολογούμε ούτε διαιτολογούμε αλλά λεξιλογούμε, οπότε θα προχωρήσουμε από το χαλάλ στο χαλάλι. Η απόσταση αλλωστε είναι ελάχιστη. Όπως είπαμε, το halal είναι λέξη αραβική (حلال). Στα τουρκικά είναι helal, αλλά στα ελληνικά πρέπει να πέρασε από τουρκικό διαλεκτικό τυπο halal. Κι αν στα αραβικά και στα τουρκικά το helal/halal ειναι το επιτρεπτό και το νόμιμο, στα ελληνικά το χαλάλι έχει θέση επιρρήματος και σημαίνει μια δαπάνη ή μια θυσία όχι ευκαταφρόνητη αλλά που αξίζει τον κόπο. Ας πούμε «Πολύ ωραίο σπίτι, χαλάλι τα λεφτά που ξόδεψες» ή «Χαλάλι τόσοι κόποι αφού πέρασα στη σχολή». Υπάρχει και το πασίγνωστον κυπρέικον τραγούιν, «για την καρκιάν και την αγκάλη σου, μα τον θεόν ούλλα χαλάλιν σου».

Έχουμε και το ρήμα ‘χαλαλίζω’, όταν κάνω μια δαπάνη ή μια θυσία με ευχαρίστηση, επειδή το αξίζει -θα τα χαλαλίσω τα δυο κατοστάρικα γι’ αυτά τα παπούτσια.

Το αραβικό halal έχει αντίθετο το haram, που κι αυτό έχει περάσει στα ελληνικά ως χαράμι. Επειδή για το χαράμι έχουμε γράψει παλιότερα άρθρο, μπορώ να αντιγράψω μερικά πράγματα:

Στα τούρκικα, haram είναι το απαγορευμένο από τη θρησκεία, το παράνομο, το αθέμιτο, το κακό. Harami είναι ο ληστής (που πέρασε και στα ελληνικά, χαραμής, και που έγινε και επώνυμο).

Χαράμ ολσούν είναι κατάρα, που έχει περάσει και στα ελληνικά: «χαράμι να σου γίνει», δηλαδή να μην το χαρείς, στο λαιμό να σου κάτσει. Πολύ ωραία είχε πει η Μοσχολιού το «Χαράμι» του Σουγιούλ (σε στίχους Τραϊφόρου)

Από την ίδια τριγράμματη αραβική ρίζα χ-ρ-μ από την οποία προήλθε το χαράμι πηραμε επίσης το χαρέμι και το χράμι, αλλά για την ιστορία των λέξεων αυτών σας παραπέμπω στο παλιό άρθρο.

Το χαράμι λοιπόν με το χαλάλι είναι δίπολο στα ελληνικά, όπως και το χαραμίζω είναι αντίθετο του χαλαλίζω -εκεί, τα χρήματά μας πάνε στο βρόντο, μάταια. Χαράμισα τα νιάτα μου για σένα, μπορεί να πει κάποιος/α στο έτερόν του ήμισυ.

Το δίπολο το βλέπουμε και σε ένα ωραίο δημοτικό τραγούδι, όπου η κόρη διαπιστώνει πως ενώ κοιμόταν κάποιος την φίλησε. Ήταν όμως ο άντρας της ή ο αγαπός;

Ξυπνά η κόρη την αυγή σα μήλο μαραμένο
βρίσκει τον κόρφο τς ανοιχτό, τ’ αχείλι φιλημένο
και τη χρυσή της την ποδιά ψηλά ανασκουμπωμένη.
«Τάχα το ποιος μου το ‘κανε, τάχα ποιος μου το κάνει;»
Αν είν’ από τον άντρα μου, χαράμι να του γένει
κι αν είν’ από όποιον αγαπώ, χαλάλι να του γένει!

Τέτχοιες είστε. Αλλά ας κλείσουμε με μια κάπως αθωότερη παραλλαγή, όπου αυτός που τραγουδάει πατάει ένα νημόρι (μνημούρι, μνήμα):

Και το νημόρι μίλησε και το νημόρι λέει
Ποιος είναι αυτός που με πατεί ανάμεσα στα μάτια

Αν είναι κάνας νιος καλός, χαλάλι να του  γένει
Αν είναι κάνας γέροντας, χαράμι να του γένει

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Δημοτικά τραγούδια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ισλάμ, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , | 187 Σχόλια »

Το ελληνικό μαύρο χρυσάφι ξανά

Posted by sarant στο 13 Αύγουστος, 2019

Επειδή είχα μετακινήσεις χτες, αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιό άρθρο της σειράς με τα οπωρικά, ένα άρθρο μάλιστα που, περιέργως, δεν έχει αναδημοσιευτεί μετά την αρχική του δημοσίευση, το μακρινό 2011, παρά μόνο στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις». Σήμερα βάζω το αντίστοιχο κομμάτι από το βιβλίο, που είναι αρκετά διαφορετικό από την αρχική μορφή του άρθρου.

Πετρέλαιο ακόμα δεν έχουμε αξιωθεί να βρούμε σε μεγάλες ποσότητες κάτω από τη γη ή τη θάλασσά μας, και ίσως να μη βρούμε ποτέ, αλλά ελληνικός μαύρος χρυσός έχει υπάρξει στο παρελθόν, εξίσου προσοδοφόρος και πολύ πιο εύγευστος. Είναι η σταφίδα.

Η αποξήρανση των σταφυλιών για παρασκευή σταφίδας είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Ο Έρμιππος, κωμικός της κλασικής εποχής, σε ένα απόσπασμα κωμωδίας που διασώζεται από τον Αθήναιο, μας πληροφορεί ότι οι καλύτερες σταφίδες έρχονταν από τη Ρόδο. Η λέξη που χρησιμοποιεί είναι «ασταφίς», που ήταν παράλληλος τύπος με το «σταφίς» και αρχαιότερος. Φανερή είναι η σχέση με τη λέξη «σταφυλή». Υπάρχει και αρχαία παροιμία, «Ανθρώπου γέροντος ασταφίς η κεφαλή», η οποία μας θυμίζει το «σταφιδιασμένος» που λέμε εμείς σήμερα για κάποιον που έχει γεράσει και το δέρμα του είναι ζαρωμένο και  γεμάτο ρυτίδες.

Η κορινθιακή σταφίδα, δηλαδή η μαύρη, έγινε τόσο ονομαστή ώστε ταυτίστηκε σχεδόν με τη σταφίδα και γλωσσικά. Η λέξη «currant», που σημαίνει στα αγγλικά την κορινθιακή μαύρη σταφίδα, έχει την αρχή της στην Κόρινθο. Από τα γαλλικά, raisins de Corinthe, ή μάλλον raisins de Corauntz όπως ήταν στα γαλλικά της εποχής, πέρασε τον 14ο αιώνα και στα αγγλικά, όπου σιγά-σιγά το raisins παραλείφθηκε. Στα κείμενα της εποχής τη λέξη τη βρίσκει κανείς γραμμένη σε πάμπολλες παραλλαγές: corentes, corauntz, currents, currence, corans κτλ.

Μάλιστα, όταν τον 16ο αιώνα άρχισαν να καλλιεργούνται στην Αγγλία τα φραγκοστάφυλα, ο κόσμος νόμισε ότι αυτός ο καρπός είναι η νωπή μορφή της σταφίδας, και τα είπε κι αυτά currant· το λάθος επισημάνθηκε αμέσως, αλλά, όπως συχνά συμβαίνει, ρίζωσε, γι’ αυτό  σήμερα currants λέγονται και τα φραγκοστάφυλα και οι σταφίδες. Στην Αμερική, για να διαλυθεί η σύγχυση, τις σταφίδες τις λένε Zante currants, δηλαδή ζακυνθινές. Η Ζάκυνθος ήταν σημαντική πηγή για εξαγωγές σταφίδας προς τη Βρετανία. Μια λέξη σχεδόν ξεχασμένη για την κορινθιακή σταφίδα είναι το κουρεντί,  αντιδάνειο από το currant.

Όταν κέρδισε η Ελλάδα την ανεξαρτησία της, η σταφίδα ήταν το μοναδικό αξιόλογο εξαγωγικό προϊόν του νεαρού κράτους. Δεδομένου ότι έφτασε να αντιπροσωπεύει το 50%-75% της αξίας του συνόλου των ευρωπαϊκών εξαγωγών, δεν είναι υπερβολή αυτό που είχε πει ο Ξ. Ζολώτας, ότι η σταφίδα για την Ελλάδα ήταν «ό,τι και ο καφές για τη Βραζιλία». Τότε η σταφίδα χαρακτηρίστηκε «χρυσός της Κορινθίας», αν και καλλιεργήθηκε σε πολύ ευρύτερη ζώνη, σε όλη τη δυτική και βορειοδυτική Πελοπόννησο και στα Επτάνησα, όπου οι αγρότες επέκτειναν δυσανάλογα τις αμπελοφυτείες σε βάρος των ελαιώνων και των άλλων καλλιεργειών. Πολλές οικογένειες που έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην ελληνική πολιτική σκηνή εδραιώθηκαν με άξονα τις ζώνες Κόρινθος-Πάτρα και Πύργος-Καλαμάτα και συνδέθηκαν με το εμπόριο της σταφίδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 142 Σχόλια »

Η υστεροφημία του σιχτίρ (μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 9 Αύγουστος, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το ενδέκατο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων άρθρων.

Στο σημερινό άρθρο, ο Νίκος Νικολάου ασχολείται με την προέλευση της έκφρασης «άει σιχτίρ» και τη διάδοση αντίστοιχων λέξεων και εκφράσεων σε διάφορες γλώσσες, βαλκανικές και άλλες. Βέβαια, σύμφωνα με τους πορτοκαλίζοντες παρετυμολόγους μας, όπως την πρόσφατα εκλιπούσα κ. Τζιροπούλου, η έκφραση έχει ελληνική αρχή, από το «σε οικτίρω». Μάλιστα, σε μια ομάδα ελληνετυμολογίας στο Φέισμπουκ είχαν φανταστεί ότι την έκφραση αυτή την εκφωνούσε, στην οθωμανική αυλή, ο δήμιος, ενώ αποκεφάλιζε τους ισχυρούς τοπάρχες που είχαν εναντιωθεί στον Σουλτάνο!

Αλλά ας δώσουμε τον λόγο στον Νικολάου:

Στην Κβόρα τέθηκαν δύο συναφείς ερωτήσεις: «τι σημαίνει το siktir στα περσικά;», και ποιοι πρώην οθωμανοκρατούμενοι λαοί καταλαβαίνουν ακόμα το siktir;»

Τον οβολό μου τον κατέθεσα στην απάντησή στο δεύτερο, που ήταν αρχικά σχόλιο στο πρώτο. (Δεν ήταν μάλιστα η πρώτη φορά που ασχολήθηκα με το σιχτίρ: το 2010 είχα γράψει άρθρο όπου πρότεινα πως το α στο α σιχτίρ πηγάζει από το τουρκικό hassiktir, και πως το τουρκικό hay! ίσως να προκάλεσε το άει να περιοριστεί σε επιφωνηματική χρήση.)

Μια περιοδεία στις γλώσσες που γειτονεύουν με τα τουρκικά πάντως αξίζει. Ας περάσω τις απαντήσεις που δόθηκαν στην Κβόρα με τη σειρά.

Στα ελληνικά, να αναφέρω μόνο τις συνεκδοχές που έχουν αναπτυχθεί με το σιχτίρ. Στην Κρήτη το γαμοπίλαφο είναι συχνά το τελευταίο πιάτι που σερβιρίζεται στους καλεσμένους σε γάμο. Ο γάμος παίρνει τρεις μέρες, και καλεσμένο είναι ολόκληρο το χωριό. Εξ ού και η εναλλακτική ονομασία του πιάτου (στην Κρήτη, αλλά και στην Πόλη): σιχτίρ πιλάφ. (Και θα μπορούσε να πει κανείς, πως πάλι για γαμο-πίλαφο πρόκειται.) Ανάλογα είναι και το σιχτίρ γλυκό και το σιχτίρ καφεσί.

Όπως επεσήμανε η φίλη Δήμητρα Τριανταφυλλίδου, στη Θράκη παίζουν, συχνά σε γάμους, σκοπό με όνομα σιχτίρ χαβασί. «Ο χορός είναι μονότονος, γρήγορος, και τα βήματα δεν είναι καθόλου εύκολα άμα τα έχεις κοπανήσει. Οι μουσικοί το παίζουν για να κουράσουν τον κόσμο και να τον προτρέψει να φύγει. Είναι το πρώτο μέρος του βίντεο. Δεν είναι και τόσο ανιαρό τα πρώτα ένα-δύο λεπτά, αλλά μετά…»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αθυροστομίες, Βαλκάνια, Γκας Πορτοκάλος, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 107 Σχόλια »

Φαρμακεία και αποθήκες

Posted by sarant στο 5 Αύγουστος, 2019

Στα ταξίδια που κάνω προς και από την Ελλάδα περνάω συχνά απ’ το αεροδρόμιο της Ζυρίχης. Εκεί υπάρχει κι ένα φαρμακείο, που έχει μια πινακίδα πολύγλωσση. Μια και έχουμε την πετριά με τις γλώσσες, την τελευταία φορά που πέρασα απ’τη Ζυρίχη φωτογράφισα την πινακίδα, έχοντας κατά νου να γράψω κάποτε ένα άρθρο για τις λέξεις που εμφανίζονται πάνω της.

Κατά σύμπτωση, πριν από δέκα μέρες ένας φίλος του ιστολογίου ρώτησε για την ιστορία της λέξης «φαρμακείο», επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει στα αρχαία ελληνικά -κι εγώ του απάντησα ότι θα γράψω κάτι, και να περιμένει καμιά βδομάδα. Χτες είδα ξανά εκείνη τη συζήτηση, θυμήθηκα λοιπόν τη χρωστούμενη υπόσχεση και σπεύδω τώρα να την εκπληρώσω.

Στην πραγματικότητα, το σημερινό άρθρο είναι εύκολο για μένα, διότι κατά ένα μεγάλο μέρος αποτελεί συρραφή υλικού από δύο παλιότερα άρθρα (και τα δύο του 2013). Αυτό είναι το καλό άμα έχεις ήδη ένα σώμα από παλιά άρθρα, μπορείς να αναδιευθετείς και να ξαναδουλεύεις το υλικό σου (να το ανακυκλώνεις, θα έλεγαν κάποιοι).

Να δούμε τις λέξεις της πινακίδας:

Apotheke (γερμανικά) – Pharmacie (γαλλικά)

Farmacia (ιταλικά) – Apoteca (ραιτορωμανικά, η 4η επίσημη γλώσσα της Ελβετίας)

Pharmacy (αγγλικά) – Farmacia (ισπανικά)

Farmácia (πορτογαλικά) – Apotheek (ολλανδικά)

Apotek (δανέζικα) – Apotek (νορβηγικά)

Apotek (σουηδικά) – Apteekki (φινλανδικά)

Gyógyszertár (ουγγρικά) – Lékárna (τσέχικα)

Apoteka (κροατικά) – Farmaci (αλβανικά)

Eczane (τουρκικά) – Аптека (ρωσικά)

φαρμακείο (ελληνικά) – …. (ταμίλ)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , | 155 Σχόλια »

Με τόση ζέστη πώς να δουλέψεις;

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2019

Δεν το λέω εγώ αυτό, μεταξύ άλλων επειδή έχω την τύχη να βρίσκομαι σε διακοπές κι επειδή ακόμα η ζέστη δεν έχει φτάσει σε ανυπόφορα επίπεδα, αν και χτες τα πλησιάσαμε, τουλάχιστον εδώ που βρίσκομαι. Θα μπορούσα όμως να πω: με τόση ζέστη πώς να γράψεις καινούργιο άρθρο; Εκμεταλλεύομαι λοιπόν την ευκαιρία και αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο του 2014, (που κι αυτό επανάληψη ήταν), ανασυσκευασμένο όμως και με άλλον τίτλο και με προσθήκη ορισμένων καινούργιων στοιχείων.

Εκεί που ο καύσωνας έπιασε ιστορικά ρεκόρ, ήταν στην ως πρόσφατα ασυνήθιστη σε τέτοια Δυτική Ευρώπη. Την Πέμπτη που μας πέρασε έσπασαν ρεκόρ θερμοκρασίας στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο. Στο Παρίσι ο υδράργυρος (που λέει το κλισέ, διότι τώρα πια τα θερμόμετρα χρησιμοποιούν άλλες ουσίες) ξεπέρασε τους 42 βαθμούς ενώ από τότε που τηρούνται στοιχεία μία μόνο φορά είχε ξεπεράσει τους 40, το 1947. Ωστόσο, στη Γαλλία γενικά δεν έγινε ρεκόρ αυτή τη φορά. Βλέπετε, δεν ξεπεράστηκε το ρεκόρ των 45.9 (ή 46) βαθμών που είχε σημειωθεί στη νότια Γαλλία πριν από ένα μήνα, στις 28 Ιουνίου, στο προηγούμενο κύμα καύσωνα που βασάνισε τη Δυτική Ευρώπη.

Τούτη τη φορά όμως, ευτυχώς οι αρχές ήταν προετοιμασμένες κι έτσι τα θύματα του καύσωνα ήταν λιγοστά. Στον μεγάλο καύσωνα του 2003, που είχε κρατήσει και πολύ περισσότερες μέρες, στη Γαλλία υπήρχαν χιλιάδες θύματα (κατά τις εκτιμήσεις, ακόμα και 20.000). Ο αντίστοιχος δικός μας καύσωνας είχε συμβεί το 1987, κατά σύμπτωση τέτοιες μέρες, τέλη Ιουλίου, και είχε στοιχίσει περίπου 1500 νεκρούς.

Οι Γάλλοι τον καύσωνα τον λένε canicule. Εμείς λέμε για καύσωνα ενώ, για να θυμηθούμε τα δημοσιογραφικά κλισέ, μπορούμε επίσης να πούμε: η Αθήνα έγινε καμίνι, ο ήλιος σκάει την πέτρα, η άσφαλτος βράζει, ο υδράργυρος σκαρφαλώνει σε νέα ύψη. Κάποιος πιο παλιομοδίτης μπορεί να χρησιμοποιήσει την έκφραση «κυνικά καύματα».

Το ακούμε κάθε τόσο κι αυτό το κλισέ όταν σφίγγουν οι ζέστες. Και γεννιέται εύλογα η απορία: μόνο οι σκύλοι ζεσταίνονται; Όμως η έκφραση αυτή γεννήθηκε όχι από τη ζωολογία αλλά απ’ την αστρονομία. Το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούλη, ο Σείριος, το πιο λαμπρό αστέρι του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός, που λεγόταν στην αρχαιότητα και κύναστρος ή κύναστρον, ανέτελλε και έδυε περίπου ταυτόχρονα με τον Ήλιο, κι επειδή τότε ακριβώς παρατηρούνται συνήθως οι πιο ζεστές μέρες του χρόνου, οι αρχαίοι είχαν ονομάσει «κυνάδες ημέρες» τις μέρες τούτες που περνάμε, και «κυνικά καύματα» τις μεγάλες ζέστες που μας ταλαιπωρούν.

 

Αλλά και στα λατινικά, ο Σείριος ειπώθηκε canicula, κατά λέξη «σκυλίτσα», οι κυνάδες ημέρες dies caniculares (απ’ όπου και το γαλλικό canicule που λέγαμε), ενώ στα αγγλικά, που είναι γλώσσα πιο δημοκρατική, λένε απλώς dog days, σκυλίσιες μέρες, αν και έχουν και το επίθετο canicular.

Τα κυνικά καύματα δεν τα έχουμε μεταφέρει στη δημοτική, αν και ο Σεφέρης είχε γράψει για τα «σκυλόδοντα του καλοκαιριού», ενώ ο Δ. Λιαντίνης έγραψε: Όσο και να την κρεουργούν οι άνεμοι, όσο και να τη δαγκώνουν οι λυσσάρικοι σκύλοι του Ιουλίου, ο μικρός πίσω από το μέγα Κύνα την εποχή των κυνικών καυμάτων, στους dies caniculares, τη θάλασσα ποτέ δεν την ξεδίψασε η βροχή. Και ποτέ δε λιποθύμησε μέσα στα αναφιλητά και τον ιδρώτα της. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Καλοκαιρινά, Ρεκόρ | Με ετικέτα: , , , , | 183 Σχόλια »

Από πού βγαίνει το καρπούζι; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων άρθρων.

Στο σημερινό άρθρο, ο Νίκος Νικολάου ασχολείται με ένα φρούτο της εποχής, το καρπούζι, αλλά από ετυμολογική άποψη -και συνομιλεί με παλιότερα άρθρα του ιστολογίου.

Αρχική μορφή εδώ.

Η συμβολή μου εδώ παίρνει τη μορφή κονσέρβας: αναδημοσιεύω άρθρα που είχα γράψει στην Κβόρα, το 2016 και 2017, εμπλουτισμένα και μεταφρασμένα.

Το συγκεκριμένο άρθρο συγγενεύει με άρθρο που έχει ήδη δυο φορές εμφανιστεί εδώ κονσέρβα από τον ίδιο το Νίκο το Σαραντάκο: Το ελληνικό πεπόνι με τα πολλά ονόματα (ύστατη μορφή: Ο βασιλιάς του καλοκαιριού;)

Το άρθρο του Νίκου για το καρπούζι αναφέρει:

Εμείς βέβαια το λέμε καρπούζι, το οποίο είναι τουρκικό δάνειο (karpuz), αν και δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι. Και οι Ρώσοι, που το λένε Αρμπούζ, από τα τούρκικα πρέπει να το έχουν πάρει.

[…]

Το ήξεραν οι αρχαίοι το καρπούζι; Οι γνώμες διίστανται. Είναι μάλλον βέβαιο πως η κοιτίδα του καρπουζιού είναι η τροπική Αφρική, οι δε Αιγύπτιοι σαφώς το γνώριζαν –το έβαζαν και στους τάφους των Φαραώ, βρίσκω κάπου· στου Τουταγχαμών τον τάφο έχουν βρεθεί σπόρια καρπουζιού. Ο Γεννάδιος υποστηρίζει λοιπόν ότι είναι αδύνατο οι αρχαίοι Έλληνες, που είχαν διαρκή επικοινωνία από πολύ παλιά με τους Αιγυπτίους, να μη γνώριζαν το καρπούζι.

Σε ανύποπτο χρόνο, ανέφερα στην Κβόρα την πρόταση του Νικόλαου του Κονεμένου να αντικαταστήσει το τουρκικό καρπούζι με το χειμωνικό. (Αγγλόγλωσσος ιστότοπος γενικού ενδιαφέροντος είναι η Κβόρα, αλλά έλεγα και γω τα δικά μου.)

Οπότε ο τούρκος Κβορανός Ali Berat απόρησε, και με ρώτησε.

Μα δεν είναι ελληνικό το karpuz; Κοίταξα στο ετυμολογικό λεξικό, και μου είπε πως βγαίνει από το καρπόω

(Όπως είπε ο Νίκος: «δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι».)

Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως, το να παράγεται το καρπούζι από το καρπός αποτελεί μια ιδέα τόσο κουφή, που μόνο στην πλάκα αναφέρεται. Όπως μάλιστα είχα αναφέρει, προκύπτει στον ελληνόγλωσσο ιστό μόνο στο σατιρικό Καινούργιες λέξεις III («Πρόκειται για γνησία αρχαία ελληνική οπώρα, η οποία έθελξε και τους τουρκεστανούς εισβολείς, εξού και το τουρκοπρεπές γλωσσικό ένδυμα.» Το παράγει μάλιστα από το σκοπίμως ασυνάρτητο υποκοριστικό καρπός-διον.) Α, προκύπτει και σε διστακτικό σχόλιο που έχει γίνει εδώ το 2010, στην πρώτη ανάρτηση: «Αποκλείεται η λέξη καρπουζ να είναι αντιδάνειο; Από τους «καρπούς»; Λέμε τώρα.»

Οπότε η απορία του Αλί Μπεράτ, και το ενδεχόμενο να αποτελεί αντιδάνειο το καρπούζι, με ξαπόστειλε σε πέντε ετυμολογικά άρθρα, και κίνησε και μένα και τη φίλη μου τη Δήμητρα Τριανταφυλλίδου να ψάξουμε την προϊστορία του καρπουζιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Συνεργασίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 167 Σχόλια »

Το φρούτο από την Περσία -και πάλι

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2019

Στα νιάτα μου, που πηγαινα πολύ στο σινεμά, το καλοκαίρι ήταν εποχή επαναλήψεων -μια ευκαιρία να δεις όχι μόνο (και όχι τόσο) τις ταινίες της χειμωνιάτικης σεζόν που είχες χάσει αλλά και πλήθος κλασικές παλιές ταινίες. Στο ιστολόγιο το καλοκαίρι επαναλαμβάνουμε άρθρα, πότε πότε. Αφήνω όμως να περνάνε κάμποσα χρόνια από την αρχική δημοσίευση ή την προηγούμενη αναδημοσίευση, ώστε να το έχουν μισοξεχάσει οι παλαιότεροι.

Κι έτσι σήμερα θα δούμε ένα από τα παλιά άρθρα μου για τα οπωρικά, που είναι και η εποχή τους.

Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί πριν από οχτώ χρόνια κι ένα μήνα, τον Ιούνιο του 2011, και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις. Η πρώτη αναδημοσίευση έγινε το 2015, πριν από τέσσερα χρόνια δηλαδή. H σημερινή αναδημοσίευση είναι η δεύτερη, πάντα με ενσωμάτωση κάποιων σχολίων από την προηγούμενη.

Και θα ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Γιατί το είπα «φρούτο από την Περσία»;

Όπως έχουμε ξαναπεί, οι αρχαίοι Έλληνες, αλλά και οι Ρωμαίοι, χρησιμοποιούσαν σε πολλές περιπτώσεις το μήλο (malum) σαν γενικό όρο για τα οπωρικά, προσθέτοντας ένα προσδιοριστικό επίθετο για να δηλώσουν άλλα φρούτα.

Έτσι, για παράδειγμα, το βερίκοκο το ονόμασαν αρμενιακόν μήλον, αν και η ονομασία δεν έπιασε. Το χρυσό ροδάκινο το είπαν περσικόν μήλον, και η ονομασία έπιασε στα λατινικά, όπως θα δούμε παρακάτω, όχι όμως στα ελληνικά. Η ροδακινιά είναι βέβαια ιθαγενής της Κίνας, στα μέρη μας όμως τα ροδάκινα ήρθαν από την Περσία, πιθανότατα με τις εκστρατείες του Αλέξανδρου.

Ο Θεόφραστος, στο σύγγραμμά του για την ιστορία των φυτών,  αναφέρει την περσική μηλέα, ενώ ο Αθήναιος παραθέτει άφθονες αναφορές που ασφαλώς ή πιθανώς εννοούν τα ροδάκινα, μεταξύ των οποίων και ένα απόσπασμα από έργο του Αντιφάνη, όπου ένας νέος προσφέρει σε μια κόρη να δοκιμάσει «χρυσά μήλα», και της λέει πως «νεωστί γαρ το σπέρμα τούτ’ αφιγμένον εις τας Αθήνας παρά του βασιλέως» (δηλαδή πρόσφατα ήρθε από την Περσία), και η κοπέλα τα παινεύει λέγοντας πως τα νόμισε μήλα των Εσπερίδων. Πρέπει βέβαια να πούμε πως ο Αθήναιος θεωρεί ότι ο διάλογος αφορά τα κίτρα, που και αυτά, όπως έχουμε πει  στο σχετικό άρθρο τα έλεγαν «μηδικά μήλα», αλλά είναι πολύ πιθανότερο να νοούνται τα ροδάκινα γιατί προσφέρονται ως εκλεκτό έδεσμα –κάτι που μάλλον αποκλείει τα (σχεδόν μη φαγώσιμα) κίτρα.

Περσικά μήλα λοιπόν τα ροδάκινα, και όπως πολύ συχνά συμβαίνει το ουσιαστικό έπεσε και ονομάστηκαν σκέτα περσικά. Αλλά και στα λατινικά, malum persicum το είπαν το ροδάκινο κι εκεί το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε και το φρούτο έμεινε να λέγεται persicum, στον πληθυντικό persica. Κι απ’ αυτόν τον πληθυντικό, που θεωρήθηκε ενικός θηλυκού γένους, ονομάστηκε, με τις ανάλογες αλλοιώσεις, το ροδάκινο σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες (αν και όχι στα ισπανικά, βλ. πιο κάτω): peach στα αγγλικά, pêche στα γαλλικά, Pfirsisch στα γερμανικά, pesca στα ιταλικά, pêssego στα πορτογαλικά· κι αν στις παραπάνω λέξεις μόνο ο ετυμολόγος μπορεί να αναγνωρίσει την περσική αρχή, τα ολλανδικά (Perzik) ή τα ρώσικα (πέρσικι) ή μερικές ιταλικές διάλεκτοι (persica) διατηρούν ολοζώντανη την ανάμνηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 130 Σχόλια »

Κυβερνήσεις και κόμματα

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2019

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές Κυριακή στα Ενθέματα της Αυγής, στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Κανονικά τα άρθρα αυτά δημοσιεύονται πρώτη Κυριακή του μήνα, όμως η επόμενη Κυριακή θα ήταν η μέρα των εκλογών, οπότε κατ’ εξαίρεση δημοσιεύτηκαν προχτές, πολύ κοντά έτσι κι αλλιώς στην πρώτη μέρα του μήνα. Τα άρθρα αυτά συνήθως τα αναδημοσιεύω εδώ την αμέσως επόμενη μέρα, αλλά χτες είχαμε το Μηνολόγιο.

Εκλογικό και το σημερινό μας σημείωμα, που μάλιστα κατ’ εξαίρεση δημοσιεύεται μια βδομάδα νωρίτερα, αφού η πρώτη Κυριακή του μήνα είναι η μέρα των εκλογών, οπότε ένα (προ)εκλογικό άρθρο θα ήταν μάλλον άκαιρο.

Στο άρθρο μας στις αρχές Μαΐου είχαμε επίσης αναφερθεί στο εκλογικό λεξιλόγιο, συνεχίζουμε όμως εκλογολεξιλογώντας, αφού δεν έχουμε εξαντλήσει το θέμα. Οι εκλογές του Μαΐου ήταν για την ανάδειξη των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (όπως και των δημοτικών και περιφερειακών αρχών), αλλά την άλλη Κυριακή θα ψηφίσουμε για την ανάδειξη κυβέρνησης στην Ελλάδα.

Η λέξη ανάγεται στο ρήμα κυβερνώ, που είναι αρχαίο· πανάρχαιο μάλιστα, αφού απαντά ήδη στον Όμηρο, όπως και το ουσιαστικό κυβερνήτης (αλλά και κυβερνητήρ). Η αρχική σημασία βέβαια του ρήματος αφορούσε τη διοίκηση του πλοίου: κυβερνήτης ήταν ο τιμονιέρης και κυβέρνησις η διακυβέρνηση του πλοίου, αλλά ήδη από την κλασική εποχή εμφανίζεται η, πολύ φυσιολογική άλλωστε, μεταφορική επέκταση του όρου στη διοίκηση των πόλεων. Οπότε, ο κάπως τετριμμένος παραλληλισμός του εκάστοτε πρωθυπουργού με τον ναυτικό που κρατάει στα στιβαρά του χέρια το τιμόνι της χώρας είναι πολύ παλιός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Διαδίκτυο, Ετυμολογικά, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , | 226 Σχόλια »

Μέσα στη μποτίλια

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2019

Καθώς γύριζα χτες το απόγευμα από τη δουλειά έπεσα σε μποτιλιάρισμα και έκανα πάνω από μισάωρο για μια διαδρομή δέκα λεπτών. Κάνουν έργα για το τραμ και σε κάποιο σημείο κοβόταν μισή λωρίδα, και αυτό ήταν η αιτία του κακού.

Μποτιλιάρισμα, λέμε στην καθομιλουμένη. Αν θέλουμε να το πούμε επίσημα, κυκλοφοριακή συμφόρηση. Η εικόνα του μποτιλιαρίσματος, πάντως, είναι πολύ παραστατική: το σώμα της μποτίλιας είναι πλατύ, ο λαιμός της στενός -στην εκροή σημειώνεται συμφόρηση. Πολύ σπάνια θα χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία, της εμφιάλωσης.

Στα γαλλικά, η μεταφορική σημασία εμφανίζεται ήδη από τα χρόνια του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, αρχικά σε στρατιωτικά συμφραζόμενα και στη συνέχεια για αυτοκίνητα στο Παρίσι με πολλές αναφορές από τη δεκαετία του 1920. Πότε μπήκε στη γλώσσα μας η λέξη; Ιδέα δεν έχω, αλλά υποθέτω μεταπολεμικά. Τη θυμάμαι πάντως από μικρός.

Τη φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο τη βρήκα κάπου στο Διαδίκτυο, γκουγκλίζοντας -δεν θα είχε νόημα να σας βάλω κουίζ από πού είναι, αφού κάθε μεγαλούπολη μπορεί να παρουσιάσει παρόμοιες εικόνες. Για την ιστορία, πάντως, είναι από τη Τζακάρτα της Ινδονησίας. Παρόμοιες εικόνες σε μικρότερη κλίμακα συναντάμε και στις μικρότερες πόλεις, αλλά μποτιλιαρίσματα σημειώνονται και στους αυτοκινητοδρόμους, μακριά από τα αστικά κέντρα, στη μέση του πουθενά -συχνά ύστερα από δυστύχημα ή όταν γίνονται έργα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνηση, Αυτοκίνητα, Γλωσσικά δάνεια, Ιστορίες λέξεων, Συγκριτικά γλωσσικά, Φυσική | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »