Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Λεξιλογικά του τσιγάρου

Posted by sarant στο 3 Δεκεμβρίου, 2019

Θα μου πείτε πως για το τσιγάρο και τον αντικαπνιστικό νόμο συζητήσαμε την περασμένη εβδομάδα στο ιστολόγιο. Ωστόσο, στο άρθρο εκείνο είχαμε συζητήσει διάφορες πτυχές του θέματος, είχαμε όμως αμελήσει εντελώς τα λεξιλογικά μας, λησμονώντας το γνωστό σλόγκαν του ιστολογίου «Εμείς εδώ λεξιλογούμε».

Το κενο αυτό έρχεται να το καλύψει το σημερινό άρθρο, που αρχικά δημοσιεύτηκε προχτές, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Εδώ το έχω συμπληρώσει με ορισμένα για τον ναργιλέ, που δεν χώρεσαν στο άρθρο της εφημερίδας. Αντιστάθηκα στον πειρασμό να προσθέσω και αναφορές στο τσιγάρο από την ποίηση και το τραγούδι διότι είναι αμέτρητες. Μάλλον χρειάζεται ξεχωριστό άρθρο.

Λεξιλογικά του τσιγάρου

Πριν από δέκα μέρες, στη Βουλή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραπονέθηκε στον Αλέξη Τσίπρα για την ερώτηση που του είχε υποβάλει: “Γιατί με ρωτάτε για τη διαφθορά και τα οικονομικά εγκλήματα; Χάθηκε να με ρωτήσετε για τον αντικαπνιστικό νόμο;” -όταν τα έχεις βρει όλα εύκολα στη ζωή σου, δυσφορείς με τις δύσκολες ερωτήσεις.

Αλλά παρόλο που όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις υπερψήφισαν τα μέτρα ελέγχου του καπνίσματος, η εφαρμογή του νόμου στην πράξη δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση. Όμως αυτό το θέμα είναι αρμοδιότητα άλλων στηλών της Αυγής -εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο στις λέξεις του τσιγάρου και του καπνίσματος.

Με τη λέξη καπνός, βέβαια, εννοούμε τόσο το φυτό από το οποίο παράγονται τα τσιγάρα όσο και το μίγμα από αέρια και στερεά σωματίδια που εκπέμπει ένα σώμα που καίγεται· το φυτό μάς ήρθε από τον νέο κόσμο, αλλά ο καπνός είναι μαζί μας από την αυγή της ανθρωπότητας ή και νωρίτερα, αφού συνόδευε τη φωτιά, βασικό μέσο εξανθρωπισμού του πιθήκου. Η λέξη είναι ομηρική (“καπνόν αποθρώσκοντα” λαχταρούσε ν’ αντικρίσει ο Οδυσσέας) ενώ ομηρικό είναι και το ρήμα “καπνίζω”, φυσικά με τη σημασία “προκαλώ, σηκώνω καπνό”. Σε κείμενα της ελληνιστικής εποχής βρίσκουμε τη λέξη “καπνιστήριο” που βέβαια δεν σημαίνει τον ειδικό χώρο για καπνιστές αλλά ένα είδος ατμόλουτρο. (Στον μεσαίωνα, καπνιστήρι ήταν το θυμιατήρι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , | 311 Σχόλια »

Άσπρα και μπλε κολάρα

Posted by sarant στο 21 Νοεμβρίου, 2019

Στην προχτεσινή του συνέντευξη ο Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε ότι η κυβέρνηση αλλάζει τον ποινικό κώδικα για να αθωώνει τους «μπαχαλάκηδες» του λευκού κολάρου, ενώ παράλληλα σε ερώτηση στη Βουλή, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε ΄λόγο για «εγκλήματα του λευκού κολάρου».

Υπάρχει και τηλεοπτική σειρά με τίτλο White Collar

Έτσι ο όρος ήρθε στην επικαιρότητα και συζητήθηκε. Με ρώτησε μάλιστα κάποιος στο Τουίτερ αν είναι σωστή η έκφραση ή αν αποτελεί μετάφραση με google translate. Προφανώς ο συνομιλητής μου δεν είχε συναντήσει ποτέ την ελληνική έκφραση, ενώ ήξερε το αμερικάνικο white-collar crime ή έστω το σκέτο white collar (και το αντίστοιχό του, το blue collar) και, με την έπαρση που δίνει η ημιμάθεια, σκέφτηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια έκφραση στα ελληνικά.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έκφραση ασφαλώς καινούργια, της τελευταίας δεκαετίας, αλλά καθιερωμένη πλέον και λεξικογραφημένη. Όμως πρέπει να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Στην αρχή έχουμε τις αγγλικές/αμερικανικές εκφράσεις blue collar, μπλε γιακάς ας πούμε, και blue-collar worker, που είναι ο εργάτης, ιδίως ο βιομηχανικός εργάτης, που κάνει δουλειά σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτική. Μπορεί να είναι ανειδίκευτος, μπορεί να είναι ειδικευμένος και να βγάζει καλά λεφτά, πάντως είναι μουτζούρης και χειρώνακτας. Πρόκειται για έκφραση που εμφανίστηκε πρώτη φορά στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1920, από τα τζιν πουκάμισα που φορούσαν οι εργάτες.

Λίγα χρόνια αργότερα, εμφανίστηκε ο άλλος όρος, σε αντιδιαστολή: white-collar worker είναι ο εργαζόμενος του γραφείου, που κάνει δουλειά «πνευματική» με την ευρεία έννοια του όρου, δουλειά γραφείου πάντως· ακόμα κι αν δουλεύει σε βιομηχανία βρίσκεται μακριά από τη μουτζούρα της γραμμής παραγωγής, και φοράει κουστούμι: σακάκι, πουκάμισο, γραβάτα.

Βλέπετε, οι όροι είναι ανδροκεντρικοί, αγνοούν τις γυναίκες εργάτριες ή εργαζόμενες γραφείου. Σε ανδροκρατούμενο κόσμο ζούμε.

Λίγο αργότερα, έχουμε τον όρο white-collar crime, που όμως δεν είναι κάθε έγκλημα που διαπράττεται από εργαζόμενο γραφείου. Είναι, σύμφωνα με τον ορισμό του κοινωνιολόγου Edwin Sutherland, που εισηγήθηκε τον όρο το 1939 (και έγραψε και βιβλίο το 1949), «έγκλημα που διαπράττεται από ευυπόληπτο άτομο υψηλής κοινωνικής θέσης μέσα στο πλαίσιο της εργασίας του». Υπόψη ότι πρόκειται για μη βιαιο έγκλημα, συνήθως οικονομικής υφής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 201 Σχόλια »

Ο κατάφρακτος καρπός και πάλι

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες, μην περιμένετε καινούργιο άρθρο. Ή δεν θα έβαζα τίποτα ή θα κατέφευγα στη δοκιμασμένη λύση, την επανάληψη κάποιου παλιότερου άρθρου. Προτίμησα να μη σπάσω το σερί της καθημερινής δημοσίευσης που κρατάει αδιάλειπτα από τον Γενάρη του 2014, οπότε αναδημοσιεύω σήμερα για δεύτερη φορά ένα άρθρο της σειράς των οπωρικών -το είχα αρχικά δημοσιεύσει το 2011 οπότε μπήκε και στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, και το ξανάβαλα το 2015. Ενσωματώνω μερικά από τα σχόλιά σας.

Το διάλεξα επειδη τώρα είναι η εποχή τους, εννοώ η εποχή των καρυδιών. Μάλιστα, μέχρι πριν από καμιά δεκαριά μέρες έβρισκα στο σουπερμάρκετ και τα χλωρά καρύδια, που μ’ αρέσουν πολύ, κι έχω ακόμα καναδυό διχτάκια στο ψυγείο.

Στον Πωρικολόγο, το υστεροβυζαντινό σατιρικό ποίημα όπου προσωποποιούνται τα φρούτα, οι ξηροί καρποί παρουσιάζονται σε δεύτερη μοίρα, ως σωματοφύλακες (βάραγγοι) των αρχόντων: ο Καρύδιος, ο Κάστανος και ο Λεπτοκάρυος και άλλοι.

Οι Βάραγγοι, να πούμε για την ιστορία, ήταν Ρως και σκανδιναβοί μισθοφόροι (αργότερα και αγγλοσάξονες), που συγκροτήθηκαν σε σώμα από τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο και σταδιακά αποτέλεσαν το πιο επίλεκτο τμήμα της αυτοκρατορικής φρουράς στο Βυζάντιο από τον 11ο αιώνα και μετά, πιο αξιόπιστο από τους ντόπιους οι οποίοι ήταν επιρρεπείς σε πραξικοπήματα. Δεν αποκλείεται ο ανώνυμος συγγραφέας του Πωρικολόγου να διαλέγει αυτή την παρομοίωση επειδή οι ξηροί καρποί έχουν κι αυτοί πανοπλία, το κέλυφός τους, άρα δίνουν την εντύπωση του πολεμιστή. Και ο επικεφαλής αυτής της φρουράς, που αποτελεί μια ξεχωριστή οικογένεια μέσα στον κόσμο των οπωρικών, δεν είναι άλλος από το καρύδι.

Και λεξιλογικά αν το σκεφτούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα καρύδια είναι ο κατεξοχήν ξηρός καρπός, αν σκεφτούμε ότι οι αρχαίοι τους ξηρούς καρπούς τους αποκαλούσαν «κάρυα», περίπου όπως τις οπώρες τις έλεγαν «μήλα». Πάντα τα ακρόδρυα κάρυα λέγουσιν, επισημαίνει ο Αθήναιος. Τα καρύδια τα έλεγαν σκέτα κάρυα όταν δεν υπήρχε περιθώριο για σύγχυση αλλά και Περσικά κάρυα ή βασιλικά κάρυα, δηλαδή προερχόμενα από τον βασιλιά της Περσίας. Η ανάμνηση του βασιλιά μένει και στην επιστημονική ονομασία της καρυδιάς που είναι Juglans regia, δηλαδή βασιλική.

Αυτό το περίεργο λατινικό Juglans σημαίνει, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, «Διός βάλανος» (Jovis glans)· βέβαια οι Έλληνες, π.χ. ο Θεόφραστος, αποκαλούσαν Διός βάλανο τα κάστανα, αλλά δεν είναι καθόλου σπάνιο να αποκαλείται ένας καρπός με όνομα που έχει χρησιμοποιηθεί και για κάποιον άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 174 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν ρουφιάνοι;

Posted by sarant στο 23 Οκτωβρίου, 2019

Τι ερώτηση κι αυτή! Από πάντα, θα απαντήσετε, ανέκαθεν, από την εποχή του Αδάμ -ποιος λέτε να κάρφωσε στον Πανάγαθο πως ο Αδάμ έκοψε το μήλο; Ωστόσο, οι ταχτικοί αναγνώστες του ιστολογίου ξέρουν πως συνηθίζουμε στο ιστολόγιο άρθρα με παρεμφερείς τίτλους (π.χ. «Από πότε υπάρχουν μαλάκες;«), τιτλους ελαφρώς παραπλανητικούς αφού εννοούν «από πότε υπάρχει η τάδε λέξη» και όχι «από πότε υπάρχει το πράγμα που περιγράφει η λέξη».

Οπότε, αν θέλαμε να διατυπώσουμε ακριβέστερα το ερωτημα του τίτλου θα έπρεπε να ρωτάει: «Από πότε υπάρχει η λέξη ‘ρουφιάνος’;» Και μάλιστα, όπως θα δείτε στη συνέχεια, αυτό που μάς απασχολεί δεν είναι (μόνο ή τόσο) πότε εμφανίστηκε η λέξη «ρουφιάνος» αλλά πότε εμφανίστηκε η σημερινή (επικρατέστερη) σημασία της, δηλαδή η σημασία του καταδότη, του χαφιέ, του καρφιού, του προδότη, του συκοφάντη.

Τι μου ήρθε και ασχολήθηκα με το θέμα; Τον τελευταίο καιρό στα κοινωνικά μέσα πολύς κόσμος χαρακτηρίζει με αυτό το ελάχιστα κολακευτικό επίθετο τον βουλευτή της ΝΔ Κ. Μπογδάνο. Μάλιστα, αν βάλετε στο γκουγκλ «εθνικός ρουφιάνος», η πρώτη εικόνα που βγαίνει είναι αυτή που βλέπετε αριστερά. Σπεύδω να διευκρινίσω πως εγώ απλώς καταγράφω ένα φαινόμενο -δεν το επιδοκιμάζω.

Η αμφίβολη δόξα του κ. Μπογδάνου είναι πρόσφατη. Στο παρελθόν ο χαρακτηρισμός «εθνικός ρουφιάνος» έχει απονεμηθεί, δίκαια ή άδικα, σε άλλους, κυρίως σε δημοσιογράφους. Είναι άλλωστε γνωστό το υβριστικό (και άδικο, θα έλεγα, αφου γενικεύει) σύνθημα που έχει το ακρώνυμο ΑΡΔ (όπου το Ρ ειναι ρουφιάνοι και το Δ δημοσιογραφοι. Α, μας διαβαζει και η μαμά μου).

Πώς κέρδισε ο κ. Μπογδάνος αυτόν τον όχι περιζήτητο τίτλο; Κυρίως επειδή πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες, που είχε γίνει σύγκρουση διαδηλωτών του ΠΑΜΕ με την αστυνομία, και που είχε γίνει ιότροπη μια φωτογραφία στην οποία ένας διαδηλωτής φαινόταν να επιτίθεται με φιγούρα του καράτε σε έναν αστυνομικό, ο κ. Μπογδάνος έσπευσε να γράψει στον λογαριασμό του στο Τουίτερ ότι το όνομα του διαδηλωτή είναι έτσι κι έτσι. (Μην το γράψει κανείς, θα το σβήσω). Το επανελαβε και από την τηλεόραση.

Αυτό κατά πάσα πιθανότητα είναι παράνομο και οπωσδήποτε είναι φοβερά επικίνδυνο και ανήθικο να το κάνει ένας βουλευτής. Η παρανομία, αν υπάρχει, έγκειται στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων (ταύτιση του προσώπου της συγκεκριμένης φωτογραφίας με πρόσωπα που εικονίζονται σε άλλες φωτογραφίες). Το επικίνδυνο έγκειται στο οτι ο βουλευτής, που έχει δεκάδες χιλιάδες ακόλουθους στο Τουίτερ, κατονομάζει εναν απλό πολίτη και τον εκθέτει σε ενδεχόμενες πράξεις αντεκδίκησης, ενώ καθόλου δεν αποκλείεται ο βουλευτής να έχει κάνει λάθος στην ταύτιση των προσώπων στις φωτογραφίες. Είναι και ανήθικο, διότι ο βουλευτής καλύπτεται από ασυλία κι έτσι ο θιγείς πολίτης δεν μπορεί να διεκδικήσει εύκολα το δίκιο του.

(To πόσο επικίνδυνες ειναι οι «καταγγελίες» στα κοινωνικά μέσα φάνηκε χτες, όταν ο κ. Μπογδάνος κατονόμασε ως υπεύθυνη για το φιάσκο με την ταινία Τζόκερ την κ. Μαρία Βλαζάκη, η οποία δεν είχε καμιά σχέση. Ο βουλευτής ζήτησε συγγνώμη αλλά στο μεταξύ η ψευδοκαταγγελία έχει κάνει τον γύρο της Ελλάδας).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , | 216 Σχόλια »

Νερό από την αποικία

Posted by sarant στο 21 Οκτωβρίου, 2019

Πριν από κάμποσα χρόνια, πηγαίναμε μιαν εκδρομή οικογενειακώς στην Κολονία (ή Κολωνία, θα δούμε παρακάτω τα ορθογραφικά).

Η μικρή μου κόρη ρώτησε:

– Θα πάρουμε και κολόνιες από την Κολονία; Αφού εκεί βγαίνουν.

Η μεγάλη την κοίταξε περιφρονητικά από την άβυσσο των δύο χρόνων που τις χώριζε, και έσπευσε να τη διορθώσει, λέγοντάς της ότι κολόνιες βγάζουν σε πολλά μέρη.

Ωστόσο, η μικρή είχε δίκιο, ετυμολογικά τουλάχιστον, διότι αν σήμερα κολόνιες φτιάχνονται σε όλα τα μέρη του κόσμου, ωστόσο η πρώτη κολόνια (ή κολώνια) φτιάχτηκε στην Κολονία (ή Κολωνία, είπαμε) και από εκεί πήρε το όνομά της -δεν είναι δηλαδή συμπτωματική η ομοιότητα η ηχητική.

Αν δείτε άλλωστε ένα μπουκαλάκι κολόνιας, το λέει καθαρά:

Eau de Cologne, κατά λέξη «νερό της Κολονίας».Μάλιστα εδώ το βλέπουμε και στα γερμανικά, Kölnisch Wasser, Κολονέζικο νερό, που είναι και echt, γνήσιο.

(Αναγκαστικά η φωτογραφία περιλαμβανει τοποθέτηση προϊόντος. Ζητώ συγγνώμη από τους αναγνώστες. Αν διαβάζετε από την 4711, πείτε μου πού να στείλω αριθμό λογαριασμού).

Γιατί νερό της Κολονίας; Διότι πρωτοφτιάχτηκε στη μεγάλη πόλη του Ρήνου. O Ιταλός αρωματοποιός Τζοβάνι Μαρία Φαρίνα, εγκατεστημένος στην Κολονία από τις αρχές του 18ου αιώνα, έφτιαξε το 1709 ένα άρωμα που το ονόμασε Eau de Cologne, στα γαλλικά, αφού η γαλλική γλώσσα ήταν εκείνη που κυριαρχούσε πανευρωπαϊκά, ιδίως σε θέματα μόδας και πολυτέλειας. Η οικογένεια Φαρίνα ακόμα φτιάχνει στην Κολονία τα δικά της αρώματα, οχτώ γενιες μετά.

(Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1704, ένας άλλος Ιταλός αρωματοποιός, ο Τζαν Πάολο Φέμινις, που συνεργαζόταν με τον Φαρίνα, είχε παρουσιάσει ένα παρόμοιο άρωμα, που όμως το ονόμασε λατινιστί aqua mirabilis, θαυμαστό νερό. Επειδή όμως τριακόσια χρόνια μετά ο Γαβρόγλου επρόκειτο να καταργησει τα λατινικά, η λατινική ονομασία δεν έπιασε και αντιθέτως καθιερώθηκε η γαλλική).

Η Κολονία ήταν σημαντικό κέντρο της αρωματοποιίας λοιπόν και στο τέλος του 18ου αιώνα ένας Γερμανός αρωματοποιός παρουσίασε ένα δικό του άρωμα που το έφτιαχνε στο εργαστήριό του στην οδό Glockengasse 4. Και επειδή όλα τα οικήματα της πόλης πήραν τότε αριθμό και το δικό του οίκημα είχε πάρει τον αριθμό 4711, ονόμασε το άρωμά του 4711, που διατηρείται έως σήμερα παρόλο που η μάρκα έχει πλέον αλλάξει χέρια.

Από το γαλλικό (και διεθνές) eau de Cologne, λοιπόν, και η δική μας κολόνια, μέσω του ιταλικού colonia μάλλον. Αλλά δεν τελειώσαμε, μάλλον αρχίζουμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λατινικά, Τραγούδια, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 202 Σχόλια »

Φίλντισι, μια ωραία λέξη

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2019

Επειδή χτες είχα μια δουλειά και δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο, και μάλιστα από τους πρώτους μήνες του ιστολογίου, αφού η αρχική του δημοσίευση έγινε λίγο πριν συμπληρώσει τρεις μήνες ζωής το ιστολόγιο -και στη συνέχεια μπήκε και στο βιβλίο μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Τυχαία ξαναείδα το παλιό αυτό άρθρο πριν από λίγες μέρες, και μου άρεσε, οπότε σκέφτηκα σήμερα να το επαναλάβω, αν και τελικά το άλλαξα κάμποσο και πρόσθεσα και καινούργιο υλικό.

Φίλντισι είναι, καταρχήν, το ελεφαντόδοντο. Ωραία λέξη είναι, εξαιρετικά εύηχη, ενδιαφέρουσα ιστορία έχει, ας την κοιτάξουμε.

Φιλντισένιος αλφίλ από το νησί Λιούις

Στα ελληνικά, λέμε ελέφαντας, ελέφας στα αρχαία ελληνικά και από εκεί πέρασε στις δυτικότερες ευρωπαϊκές γλώσσες κι έχουμε το εγγλέζικο elephant και τα άλλα. Όμως στα αρχαία, ‘ελέφας’ ήταν και το ελεφαντόδοντο και το ζώο ο ελέφαντας, και μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αρχαίοι πρώτα θα είδαν αντικείμενα από ελεφαντόδοντο και μετά ελέφαντες. Στον Όμηρο τουλάχιστον όλες οι εμφανίσεις της λέξης ‘ελέφας’ (αν δεν μου ξέφυγε καμία) αφορούν το ελεφαντόδοντο, όχι το ζώο. Για παράδειγμα, στο δ της Οδύσσειας ο Τηλέμαχος παινεύει την πολυτέλεια που βλέπει στο παλάτι του Νέστορα, όπου

χρυσοῦ τ’ ἠλέκτρου τε καὶ ἀργύρου ἠδ’ ἐλέφαντος

ή, στη μετάφραση του Αργύρη Εφταλιώτη, «το μάλαμα και το ήλεχτρο, τὸ φίλντισι, τ’ ασήμι».

Βρίσκω επίσης πως η λέξη απαντά ήδη στη Γραμμική Β΄ ως e-re-pa. Ανατολικό δάνειο λοιπόν, μάλλον από μικρασιάτικη γλώσσα, αλλά η ετυμολογία της λέξης έχει κάποιες δυσκολίες  –όποιος θέλει, τις βρίσκει στο ετυμολογικό του Σαντρέν.

Aντίθετα, στα μεσαιωνικά χρόνια, η λ. ‘ελέφας’ ή ‘ελέφαντας’ σημαίνει μόνο το ζώο, ενώ υπάρχουν και παραλλαγές, όπως ‘αλέφαντας’ ή ‘αλέφας’. Σε κάποια από τις παραλλαγές της Φυλλάδας του Μεγαλέξαντρου διαβάζω ότι «Ο Πώρος όρθωσεν πενήντα χιλιάδες αλέφαντους και εις πάσα αλέφαντον όρθωσεν ωσάν πύριγος απάνου». Προφανώς από εκεί ετυμολογείται το επώνυμο του γνωστού προπονητή.

Στα λατινικά, το ελεφαντόδοντο είναι ebur· κι αυτή η λέξη δάνειο είναι, μάλλον από τα αιγυπτιακά. Το ζώο όμως, ο ελέφαντας, λέγεται αλλιώς: elephas ή elephantus, ολοφάνερο δάνειο από τα ελληνικά. Βλέπετε, τους ελέφαντες τους γνώρισαν από πρώτο χέρι από την εκστρατεία του Πύρρου, όπου παραλίγο να πάθουν τη νίλα, και τούς έμεινε ζωντανή η ανάμνηση. Από το ebur το λατινικό, ή μάλλον από το επίθετο ebureus (φιλντισένιος) βγαίνει το ιταλικό avorio, το γαλλικό ivoire κι από εκεί το αγγλικό ivory.

Πιο πέρα, όχι. Οι Ισπανοί έχουν marfil και οι Πορτογάλοι marfin, κι αυτό δεν είναι η τράπεζα του Βγενόπουλου, είναι λέξη «συγγενική» με το φίλντισι. Τι κοινό έχει το marfil με το φίλντισι; Το «φιλ». Φιλ είναι ο ελέφαντας στα αραβικά. Στα αραβικά, το φίλντισι το λένε αζμ-αλ-φιλ, το κόκαλο του ελέφαντα. Οι Ισπανοί το είπαν almalfil, και κάποια στιγμή το αρχικό al θεωρήθηκε αραβικό άρθρο και έπεσε: malfil και μετά marfil.

Εμείς, το φίλντισι το πήραμε από τους Τούρκους. Φιλ ο ελέφαντας, ντις το δόντι, ι η κτητική αντωνυμία, παναπεί φίλντισι = ο ελέφαντας-το δόντι του, έτσι αγαπάνε να φτιάχνουν σύνθετες λέξεις οι Τούρκοι. Και οι Ρουμάνοι πήραν τη λέξη από τα τούρκικα, τη λένε fildeș. Υπάρχει και επώνυμο -είχα στον στρατό γνωρίσει έναν Φιλντίση, και υπάρχει και η συγγραφέας, Σοφία Φιλντίση. Βλέπω πως το επώνυμο είναι συχνό στη Μεσσηνία (Κοπανάκι, Κυπαρισσία).

Με τον «φιλ» όμως δεν ξεμπερδέψαμε ακόμα, όπως θα σας πει κάποιος διαβασμένος σκακιστής. Θα μου πείτε, υπάρχει ελέφαντας στο σκάκι; Στο σημερινό δυτικό σκάκι όχι, υπήρχε παλιότερα όμως, στο αραβοπέρσικο σκάκι. Και ποιο τάχα κομμάτι να είναι ο διάδοχος του αραβοπέρσικου σκακιστικού ελέφαντα, που λεγόταν, στα αραβικά, αλ-φιλ; Θα περίμενε κανείς να είναι ο πύργος, το πιο βαρύ κομμάτι· όχι όμως, είναι ο αξιωματικός, ο φου, ο τρελός, κομμάτι κομψό και ελαφρό. Βλέπετε, ο αραβικός σκακιστικός ελέφαντας ήταν ένα μάλλον αδύνατο κομμάτι, που μπορούσε να κινείται μόνο κατά δύο τετράγωνα διαγωνίως, αλλά μπορούσε να υπερπηδά το διαγώνια γειτονικό του τετράγωνο αν ήταν κατειλημμένο, όπως δηλαδή κάνει το άλογο.

Η αραβική λέξη πέρασε στην Ευρώπη με το άρθρο κολλημένο ως al-fil, από όπου και το σημερινό ισπανικό alfil. Όμως στην Ευρώπη δεν υπήρχαν ελέφαντες, κι έτσι οι ευρωπαίοι προσπαθούσαν, με λαϊκή ετυμολογία, να ερμηνεύσουν αυτό το περίεργο alfil, έτσι οι Ιταλοί το είπαν alfiere (σημαιοφόρο), ενώ οι γάλλοι το συσχέτισαν με το fol, fou, που σημαίνει τρελός αλλά και γελωτοποιός· κι έτσι βάφτισαν fou αυτό το περίεργο κομμάτι που βρισκόταν πλάι στο βασιλιά και κινιόταν περίεργα. (Η εικόνα του άρθρου

Η ονομασία πέρασε και στα ρουμάνικα και στα ελληνικά, όπου στα χρόνια τα δικά μου τον «αξιωματικό» τον έλεγαν ‘τρελό’ και ‘φου’. Αν και έχω δεκαετίες να πατήσω σε σκακιστικό σύλλογο, οι φίλοι μου σκακιστές με πληροφορούν ότι τα παιδιά σήμερα λένε κυρίως ‘αξιωματικός’ αλλά το ‘φου’ ακόμα αντέχει, ίσως επειδή είναι μονοσύλλαβο. Αντίθετα, ο ‘τρελός’ χρησιμοποιείται μόνο από μεγαλύτερους στην ηλικία παίχτες –όσο κι αν ο σκακιστικός τρελός έχει περάσει στην αθανασία χάρη στο ποίημα του Αναγνωστάκη (…μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω / που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει).

Το φίλντισι το λέμε ελεφαντόδοντο ή ελεφαντοστό (ελεφαντοστούν στην καθαρεύουσα). Οι λέξεις αυτές δεν είναι αρχαίες, βλέπω στον Κουμανούδη ότι πρωτοεμφανίστηκαν γύρω στο 1870-1880 ή τουλάχιστον τότε τις κατέγραψε ο ίδιος. Μη με ρωτήσετε πώς το λέγαν στα ελληνικά το ελεφαντόδοντο πριν δανειστούν το φίλντισι, διότι δεν ξέρω. Στο μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά βρίσκω τα ουσιαστικοποιημένα επίθετα ‘το ελεφάντινον’ και ‘το ελεφάντειον’ που σήμαιναν «ελεφαντόδοντο». Βέβαια, το επίθετο ‘ελεφάντινος’ είναι αρχαίο, θυμόμαστε όλοι τα χρυσελεφάντινα αγάλματα του Δία και της Αθηνάς.

Πάντως, λατινογενές δάνειο δεν βρίσκω στα λεξικά, ή μάλλον βρίσκω στον Δημητράκο το ‘αβόριον’, αλλά το βρίσκω όχι σαν λήμμα αλλά μόνο στο ερμήνευμα της λέξης ελεφαντοστούν. (Παρεμπιπτόντως, το να έχεις μια λέξη σε ερμήνευμα και να μην έχεις λήμμα γι’ αυτή τη λέξη είναι θαρρώ χοντρό λεξικογραφικό φάουλ, αλλά αυτό συμβαίνει και στα καλύτερα λεξικά). Το ‘αβόριο’ το βρίσκω και σήμερα στο Γκουγκλ, λίγες φορές όμως και μόνο σαν ονομασία χρώματος, που πρέπει να είναι (αλλά δεν παίρνω κι όρκο) συνώνυμο με το ιβουάρ, το οποίο είναι ένα είδος άσπρο (η γυναίκα μου ανατριχιάζει από την ιεροσυλία, διότι βέβαια άλλο ιβουάρ και άλλο άσπρο, και άλλο οι άλλες τριανταέξι ανάμεσά τους αποχρώσεις). Επίσης, τώρα τελευταία χρησιμοποιείται το εθνωνύμιο Ιβοριανός, για όσους κατάγονται από την Ακτή Ελεφαντοστού, Côte d’Ivoire γαλλιστί (και διεθνώς, μια και η κυβέρνηση της χώρας έχει ζητήσει να αποκαλείται έτσι από όλες τις χώρες), που είναι πολύ βολικό διότι πώς αλλιώς να τους πεις; Ακτελεφαντοστιανούς; Αλλά δεν θα επεκταθώ και στην ιστορία της χώρας αυτής, θα παραπάει μακριά η βαλίτσα, κι ας έχει φιλντισένιο χερούλι.

Το φίλντισι μοιάζει με το σεντέφι (από τουρκικό sedef, περσικής προέλευσης), που λέγεται και μάργαρος και είναι η ουσία που καλύπτει το εσωτερικό κάποιων οστράκων. Από το φίλντισι και από το σεντέφι κατασκευάζονται συναφή αντικείμενα, π.χ. λαβές μαχαιριών, γι’ αυτό πολλοί τα μπερδεύουν. Το λεξικό Τριανταφυλλίδη δέχεται καταχρηστικά σαν δεύτερη σημασία της λ. ‘φίλντισι’ το σεντέφι, ενώ τα νεότερα (Μπαμπινιώτη, Χρηστικό, ΜΗΛΝΕΓ) δίνουν απλώς ως πρώτη σημασία της λ. φίλντισι το ελεφαντόδοντο και δεύτερη τον μάργαρο, το σεντέφι. (Στην πρώτη του έκδοση το λεξικό Μπαμπινιώτη διέπραξε εδώ μια μεγαλόπρεπη γκάφα, διότι έλεγε ότι φίλντισι είναι ο μάργαρος μόνο. Και από ένα λαθοθηρικό λεξικό, ένα τέτοιο λάθος παίρνει τρίδιπλες διαστάσεις). Ευτυχώς το διόρθωσαν.

Από το φίλντισι φτιάχναν πράγματι πολυτελή και φίνα αντικείμενα από τα πανάρχαια χρόνια· το δώρο που δίνει ο Ευρύαλος στον Οδυσσέα στο θ της Οδύσσειας έχει «κολεόν νεοπρίστου ελέφαντος» (νιοπριόνιστο φηκάρι φιλντισένιο μεταφράζει ο Εφταλιώτης), ενώ και ο θρόνος της Πηνελόπης είναι «τορνευτός με φίλντισι και ασήμι» (ελέφαντι και αργύρω). Υπάρχουν όπως είπαμε και τα χρυσελεφάντινα αγάλματα, που ήταν από ελεφαντόδοντο επενδυμένο με πλάκες χρυσού.

Η Αφροδίτη των σπηλαίων

Μάλιστα, κατά σύμπτωση, την εποχή που γράφτηκε το αρχικό άρθρο, τα διεθνή πρακτορεία δημοσίευσαν την είδηση πως βρέθηκε σε γερμανικό σπήλαιο ένα πανάρχαιο αγαλματίδιο από χαυλιόδοντα μαμούθ, ηλικίας, λέει, 35.000 ετών –να που και οι Γερμανοί χόμο σάπιενς έθεταν τις βάσεις της τέχνης σε μια εποχή που ο δικός μας ο αρχάνθρωπος κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Το φιλντισένιο αυτό έργο τέχνης είχε υπερτονισμένα τα γυναικεία του χαρακτηριστικά, πράγμα που έδωσε στους δημοσιογράφους την αφορμή να το ονομάσουν «Αφροδίτη των σπηλαίων». Θα μπορούσαμε άραγε να το πούμε φιλντισένιο, αφού δεν είναι από ελεφαντόδοντο αλλά από… μαμουθόδοντο; Πιστεύω ναι, η λέξη ‘φίλντισι’ έχει χάσει την ετυμολογική της διαφάνεια. Αντίθετα, αν πεις «ελεφαντόδοντο μαμούθ» κάποιοι θα χαμογελάσουν ή θα ενοχληθούν.

Παρόμοιες εικόνες για φιλντισένια κομψοτεχνήματα βρίσκουμε και στα δημοτικά μας τραγούδια, π.χ. «Μαλαματένιο τ’ αργαλειό και φίλντισι το χτένι», αλλά και η «Φιλντισοκοκαλένια» που την έκανε γνωστή και ευρύτερα η Μαρίζα Κωχ:

Φίλντισι βρίσκουμε όμως και στα ρεμπέτικα, αφού από «φίλντισι και μάλαμα» θα ’ναι ο μπαγλαμάς που θα πάρει δώρο στον αγαπημένο της μάγκα η πριγκιπέσα που ’ρχεται από το Μαρόκο μέσα κι έχει λίρα με ουρά, στο γνωστό ρεμπέτικο.

Μόνο που κάθε χτένι και κάθε κομψοτέχνημα σημαίνει κι ένας ελέφαντας που έχασε τους χαυλιόδοντές του και τη ζωή του. Σήμερα το εμπόριο απαγορεύεται ή διέπεται από δρακόντειες ρυθμίσεις, αλλά παλιότερα δεν ήταν έτσι. Τον 19ο αιώνα χρησιμοποιούσαν ελεφαντόδοντο για κουμπιά και για μπουτόν, για πλήκτρα του πιάνου και για τις μπάλες του μπιλιάρδου, και χιλιάδες ελέφαντες θυσιάζονταν κάθε χρόνο για να παίζουν οι Ευρωπαίοι μπιλιάρδο –στην πλάτη τους, θα λέγαμε. (Κάπου διάβασα πως η Αγγλία χρειαζόταν ελεφαντόδοντο από 4.000 ελέφαντες το χρόνο). Βρέθηκε τελικά, το 1910 περίπου, ένας δαιμόνιος Βέλγος από τη Γάνδη, ο Λέο Μπέκελαντ (Baekeland), ένας καταπληκτικός εφευρέτης που επινόησε ένα σωρό πράγματα (π.χ. το φωτογραφικό χαρτί) και που βέβαια τον κράτησε η ρουφιάνα η Αμερική. Ο Μπέκελαντ λοιπόν εφεύρε τον βακελίτη (που του ’δωσε και τ’ όνομά του) αλλά ο ξολοθρεμός των ελεφάντων δεν σταμάτησε.

Οπότε, καλύτερα σεντέφι, σκέφτομαι. Εκτός κι αν έχουν αρχίσει να λιγοστεύουν και τα όστρακα.

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 202 Σχόλια »

Η Γκρέτα και το κλίμα

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής, στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Για τη Γκρέτα Τούνμπεργκ έχουμε γράψει πρόσφατα στο ιστολόγιο αλλά ελάχιστη αλληλοκάλυψη υπάρχει με τούτο το άρθρο, το οποίο λεξιλογεί για το κλίμα.

Η Γκρέτα και το κλίμα

Οι σύνοδοι κορυφής και οι άλλες επίσημες συνεδριάσεις των Ηνωμένων Εθνών συνήθως αφορούν μόνο διπλωμάτες και λοιπούς μεγαλοσχήμονες και περνούν απαρατήρητες από τον μέσο πολίτη· η πρόσφατη σύνοδος κορυφής για το κλίμα αποτέλεσε εξαίρεση, χάρη στη 16χρονη Σουηδή Γκρέτα Τούνμπεργκ. Η νεαρή ακτιβίστρια κατάφερε να στρέψει επάνω της τους προβολείς της δημοσιότητας και να θέσει το θέμα της κλιματικής αλλαγής με τον επείγοντα χαρακτήρα που έχει· και κέρδισε όχι μόνο την προσοχή όλων και τη συμπάθεια εκατομμυρίων αλλά και τα φαρμακερά βέλη πολλών σχολιαστών, κυρίως (αλλά με κανένα τρόπο αποκλειστικά) δεξιών και ακροκεντρώων -μέχρι και σάιμποργκ τη χαρακτήρισε ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Ονφρέ, όπως θα διαβάσατε πριν από λίγο καιρό στην Αυγή.

Αφού λοιπόν η Γκρέτα πρωταγωνίστησε στην επικαιρότητα, ταιριάζει να της αφιερώσουμε το άρθρο αυτού του μήνα· όχι ακριβώς στην ίδια, όσο στην έννοια που εκείνη ανέδειξε, εννοώ το κλίμα. Και βέβαια εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε για το κλίμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κλίμα | Με ετικέτα: , , , | 185 Σχόλια »

Το πιρούνι και πώς γράφεται

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2019

Χτες έπιασα μια συζήτηση στο Φέισμπουκ με αφορμή ένα κείμενο που είχε αναδημοσιευτεί από γνωστόν γνωστού, μια παραλλαγή του Λερναίου με τον ποιητικό τίτλο «Τι σημαίνει η ελληνική γλώσσα λίγοι από εμάς το γνωρίζουν«.

Το κείμενο αυτό το βλέπω να κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο, κι όλο λέω να επιχειρήσω να το ανασκευασω αλλά μετά παραιτούμαι. Είναι τόσο μεγάλο και αγγίζει τόσα πολλά διαφορετικά θέματα, που αν ήθελε κανείς να το ανασκευάσει καταλεπτώς θα ήθελε ολόκληρο βιβλίο. Βλέπετε, ο νόμος του Μπραντολίνι λέει πως η ποσότητα ενέργειας που χρειάζεται για να καταρριφθεί μια σαχλαμάρα είναι μια τάξη μεγέθους μεγαλύτερη από την ποσότητα που χρειάζεται για να παραχθεί η σαχλαμάρα -ή, κατά την κρητική παροιμία που μ’αρέσει να επαναλαμβάνω, «Ρίχνει ο κουζουλός μια πέτρα στο πηγάδι και σαράντα γνωστικοί δεν μπορούν να τηνε βγάλουν».

Οπότε, δεν έχω μέχρι σήμερα βρει το κουράγιο να αναμετρηθώ κατά μέτωπο με τον Γολιάθ των λερναίων μεταλλάξεων και ούτε θα το επιχειρήσω σε τούτο το άρθρο. Θα πιάσω ένα μόνο σημείο του, που έτυχε και συζητήθηκε χτες, όταν ένας υποστηρικτής του κειμένου με προ(σ)κάλεσε να βρω ένα (1) λάθος σε αυτό.

Του λέω λοιπόν ότι στο απόσπασμα αυτό υπάρχει λάθος στην ετυμολογία που προτείνεται.

Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Το πιρούνι δεν είναι καθόλου προφανές ότι προέρχεται απευθείας από το ρήμα «πείρω» που (όντως) σημαίνει «τρυπώ, διαπερνώ». Κανένα ετυμολογικό λεξικό δεν δέχεται την εξήγηση αυτή και για το λόγο αυτό άλλωστε η γραφή «πειρούνι» που προτείνεται στο άρθρο είναι πολύ σπάνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λερναίο κείμενο, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 183 Σχόλια »

Φθινοπωρινό

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2019

Το γκουγκλ μάς πληροφορεί (αν βάλετε «φθινόπωρο») ότι στο Βόρειο Ημισφαίριο το φθινόπωρο αρχίζει στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, δηλαδή σήμερα, ενώ από άλλους ιστοτόπους μαθαίνουμε ειδικότερα πως στην Ελλάδα το φθινόπωρο αρχίζει στις 10.51 το πρωί (ώρα Ελλάδος).

Επομένως, το σημερινό άρθρο κάποιοι θα αρχίσουν να το διαβάζουν καλοκαίρι αλλά… θα το τελειώσουν φθινόπωρο (μα τόσο αργά διαβάζουν;) Και βέβαια, αφού είναι τέτοια η μέρα, δεν θα παραξενευτείτε αν αφιερώσουμε το άρθρο στο φθινόπωρο που αρχίζει. Θα έλεγα μάλιστα πως το παράξενο είναι που ως τώρα δεν είχαμε βάλει άρθρο για το φθινόπωρο, αφού το φετινό είναι το δέκατο ιστολογικό μας φθινόπωρο.

Το φθινόπωρο είναι η τρίτη εποχή του χρόνου, η εποχή ανάμεσα στο καλοκαίρι και στον χειμώνα: η γέφυρα που οδηγεί από το καλοκαίρι προς τον χειμώνα, θα ελεγε κανείς.

Θ’ ακούσετε συχνά να λένε ότι «έτσι οπως κατάντησε το κλίμα, δεν υπάρχουν πια τέσσερις εποχές αλλά δύο: χειμώνας και καλοκαίρι». Είναι κοινός τόπος της συζήτησης ότι τα τελευταία χρόνια έχουν χαθεί οι ενδιάμεσες εποχές, η άνοιξη και το φθινόπωρο.

Νομίζω όμως ότι οι ενδιάμεσες εποχές ανέκαθεν βρίσκονταν σε υποδεέστερη θέση ως προς το χειμώνα και το καλοκαίρι. Η παροιμία τι λέει; Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα -παναπεί, η λαϊκή ψυχολογία έχει μια τάση να παραβλέπει τις αποχρώσεις: εστιάζει στο βασικό. Δυο είναι οι εποχές, από αυτή την οπτική γωνία: η καλή και η κακή. Με λίγη καλή θέληση τους ενδιάμεσους μήνες τους βολεύουμε στο ένα ή στο άλλο άκρο.

Εμείς ομως εδώ λεξιλογούμε και δεν αναφερθήκαμε ακόμα στη λέξη φθινόπωρο. Η λέξη είναι αρχαία, από τον 5ο κιόλας αιώνα π.Χ. Θα αναγνωρίσατε τα συνθετικά της, φθίνω (λιγοστεύω, ελαττώνομαι) και οπώρα. Οπώρα είναι σήμερα το φρούτο, το οπωρικό, και οπωρικά εμφανίζονται ολοχρονίς, οπότε χρειάζεται κάποια εξήγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαπαθιώτης, Παροιμίες, Ποίηση, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 123 Σχόλια »

Αλχημιστές και μέταλλα, και πάλι για τις λέξεις της χημείας

Posted by sarant στο 16 Σεπτεμβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες και προχτές, οπότε δεν προλάβαινα να γραψω φρέσκο άρθρο. Στις περιπτώσεις αυτές, καταφεύγω σε επαναλήψεις, κι αυτο θα κάνω και σήμερα.

Διάλεξα λοιπόν να παρουσιάσω ένα παλιό άρθρο, αρχικά δημοσιευμένο πριν από δέκα χρόνια (παρά δυο μήνες) στο ιστολόγιο, ένα άρθρο που αρχικά είχα δημοσιεύσει στο περιοδικό Το φαινόμενο του Λουξεμβούργου, που έβγαζε επί πολλά χρόνια η εδώ ελληνική κοινότητα -ένα άρθρο στο οποίο θυμάμαι αυτά που μάθαινα σε μιαν άλλη ζωή, τότε που ήμουν χημικός μηχανικός.

Οπότε, το αναδημοσιεύω -και βάζω και στο τελος ένα σχόλιο που είχε κάνει στην αρχική δημοσίευση ο αξέχαστος πατέρας μου.

Εκτός από μάθημα στο γυμνάσιο και το λύκειο, βαρετό για μερικούς και ενδιαφέρον, ίσως και συναρπαστικό, για άλλους, η χημεία, μια επιστήμη συνυφασμένη με την καθημερινή ζωή μας, έχει επίσης πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Στο σημερινό μας σημείωμα, βέβαια, δεν θα σας ταλαιπωρήσω με χημικούς τύπους και αντιδράσεις, που άλλωστε δεν θυμάμαι και πολλούς, για να πω τη μαύρη αλήθεια, ύστερα από τόσα χρόνια μακριά από τα θρανία, αλλά θα εξετάσω λεξιλογικά το θέμα, θα μιλήσουμε δηλαδή για τις λέξεις της χημείας.

Και επειδή αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις, επιβάλλεται να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας από την ίδια τη λέξη «χημεία». Το κακό όμως είναι ότι η ετυμολογία της λέξης δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο θα θέλαμε. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η αρχή βρίσκεται στο τοπωνύμιο Χημία δηλαδή την Αίγυπτο (η λέξη απαντά στον Πλούταρχο), που αποτελεί εξελληνισμό της κοπτικής λέξης kem (μαύρος, επειδή η γη της Αιγύπτου είναι μαύρη και εύφορη). Ωστόσο, επικρατέστερη φαίνεται η άποψη ότι η αρχή βρίσκεται στη λ. χυμός ή χύμα (υγρό). Πράγματι, οι πρώτες ενασχολήσεις των «χυμευτών» αφορούσαν τη φαρμακευτική και τους χυμούς ή τα αφεψήματα φυτών, και στα πρωτοβυζαντινά κείμενα βρίσκουμε πράγματι τη γραφή χυμεία. Στη συνέχεια, έγιναν διάσημοι οι Αλεξανδρινοί αλχημιστές, που αναζητούσαν τον τρόπο να συνθέτουν χρυσό και άργυρο, με αποτέλεσμα να συμφυρθεί η χυμεία με την Χημία και να επικρατήσει τελικά η γραφή χημεία, με σημασία την προσπάθεια κατασκευής χρυσού. Όπως λέει και το βυζαντινό λεξικό Σούδα, Χημεία είναι «η του αργύρου και χρυσού κατασκευή, ής τα βιβλία διερευνησάμενος ο Διοκλητιανός έκαυσεν», θυμίζοντάς μας ότι ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, γύρω στο 300 μ.Χ. κυνήγησε τους αλχημιστές της Αιγύπτου.

Διότι είναι γεγονός ότι οι αλχημιστές της Αιγύπτου, με κορυφαίο τον Ζώσιμο τον Πανοπολίτη είχαν από τον 3ο κιόλας αιώνα αναπτύξει τη χημεία, ή, όπως λέει ο ίδιος ο Ζώσιμος, «την ιεράν και θείαν τέχνην της του χρυσού και αργύρου ποιήσεως». Όταν κυριεύουν την Αίγυπτο οι Άραβες, δανείζονται τις γνώσεις των Αλεξανδρινών μαζί και τη λέξη. Τώρα, η σκυτάλη της επιστημονικής πρωτοπορίας περνάει στους Άραβες, που ονομάζουν kimiya τη φιλοσοφική λίθο αλλά και την τέχνη της αναζήτησής της. Η λέξη, μαζί με το αραβικό άρθρο, al-kimiya, περνάει στα μεσαιωνικά λατινικά, alchimia, και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (alchemy, alchimie, κτλ.) απ’ όπου επέστρεψε και στα ελληνικά ως αντιδάνειο. Βέβαια, όταν με τον καιρό αναπτύχθηκε η επιστήμη της χημείας, η αλχημεία έμεινε να σημαίνει τις αναζητήσεις των αλχημιστών, ενώ στη νεότερη χρήση έχει πάρει (συνήθως στον πληθυντικό) τη σημασία του συνδυασμού ετερόκλητων στοιχείων με ανορθόδοξο τρόπο, με σκοπό την παραπλάνηση, όπως λ.χ. όταν η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προσπαθεί «με στατιστικές αλχημείες» να εμφανίσει μειωμένη την ανεργία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in χημεία, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ονόματα, Φαινόμενο του Λουξεμβούργου | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 147 Σχόλια »

Η παλινόρθωση της επιτελικής κανονικότητας

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2019

To άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, δεύτερη Κυριακή κατ’ εξαίρεση του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής, στη στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Το αναδημοσιεύω εδώ με κάμποσες προσθήκες, που βέβαια δεν χωρούσαν στον περιορισμένο χώρο της εφημερίδας.

Η παλινόρθωση της επιτελικής κανονικότητας

Πρώτο άρθρο της στήλης μετά τη θερινή ανάπαυλα, κατ’ εξαίρεση τη δεύτερη Κυριακή του μήνα, με τη διαφορά πως το καλοκαίρι που μας πέρασε κάθε άλλο παρά στερημένο από πολιτικές εξελίξεις ήταν, αφού είχαμε τις εκλογές και την αναμενόμενη νίκη της Νέας Δημοκρατίας αλλά και την ισχυρή παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ, που κατοχυρώνει την κυριαρχία του ως ο δεύτερος πόλος του πολιτικού μας σκηνικού.

Κι έτσι, οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της χώρας επανήλθαν στην κυβέρνηση και με τα πρώτα νομοθετήματα εξαγγέλθηκε η οικοδόμηση επιτελικού κράτους -ενώ τα μέσα ενημέρωσης, μονομερή όσο ποτέ τις τελευταίες δεκαετίες, σαλπίζουν σε όλους τους τόνους την επιστροφή στην κανονικότητα.

Τοις κείνων ρήμασι πειθόμενη η στήλη, θα λεξιλογήσει για την κανονικότητα.

Πρόκειται βέβαια για λέξη που πλάστηκε τον 19ο αιώνα, αλλά προέρχεται από τον κανόνα, που είναι αρχαίος, μάλιστα ομηρικός. Κανών, στα αρχαία, ήταν αρχικά όρος με διάφορες τεχνικές σημασίες: γενικά σήμαινε την ευθεία ράβδο, τη βέργα, οπότε δεν αποκλείεται να είναι παράγωγο της λέξης κάννα, καλάμι, πιθανό σημιτικό δάνειο.

Ο κανών πήρε ανάμεσα σε πολλές άλλες και τη σημασία της βαθμονομημένης ράβδου που χρησιμοποιούσαν οι ξυλουργοί και οι χτίστες για τις μετρήσεις, και αυτό άνοιξε τον δρόμο για τη συναρπαστική μεταφορική επέκταση των σημασιών της λέξης, που από την κλασική κιόλας εποχή άρχισε να σημαίνει “αρχή, διάταξη”, στη συνέχεια δε “πρότυπο”. Κανών ονομάστηκε από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους ο κατάλογος των συγγραφέων και των έργων της κλασικής εποχής που θεωρούνταν υποδειγματικά για τη γλώσσα τους, άρα κατάλληλα να διδάσκονται, και γι’ αυτό σώθηκαν τα συγκεκριμένα έργα των τριών τραγικών και του Αριστοφάνη και όχι άλλα έργα των ίδιων ή άλλων συγγραφέων.

Την ίδια εποχή έχουμε και τους κανόνες της γραμματικής, ενώ στη μουσική, κανών και κανόνιον ήταν ένα μονόχορδο μουσικό όργανο. Με τον ερχομό του χριστιανισμού εμφανίζεται ο κανόνας ως σύστημα τροπαρίων που αποτελείται από εννέα ωδές (π.χ. ο μεγάλος παρακλητικός κανόνας), ενώ πήρε και την ειδικότερη σημασία του επιτίμιου, της εκκλησιαστικής ποινής που επιβαλλόταν για σοβαρά αμαρτήματα· με αυτή την ειδική σημασία, συχνά λεγόταν στη λαϊκή γλώσσα και “κάνονας”.

Να πούμε ότι σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα ο κανών πέρασε και στα λατινικά και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, όπου το λατινικό canonicus σήμαινε τον ιερέα -από εκεί και το γαλλικό chanoine ή το μεσαιωνικό αντιδάνειο κανόνικος ή κανόνικας για τους Καθολικούς ιερείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστημονικά, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Θρησκεία, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 239 Σχόλια »

Το χαλάλι και το χαράμι

Posted by sarant στο 26 Αυγούστου, 2019

 

Το σημερινό άρθρο γράφεται ύστερα απο προτροπή φίλων, με αφορμή ένα επεισόδιο που για μερικές μέρες (όχι πάνω απο δυο-τρεις, βέβαια) προκάλεσε τρικυμία στο ποτηράκι του ελληνόφωνου Τουίτερ.

Η αρχή ήταν η εξης φωτογραφία που την ανάρτησε κάποιος, σχολιάζοντας ότι αφού το τυρί Ήπειρος έχει πιστοποίηση χαλάλ (μέσα στον κύκλο κάτω αριστερά) τότε ο ίδιος θα προτιμήσει μια άλλη μάρκα (δεν θυμάμαι ποιαν και δεν έχει σημασία το γούστο του κάθε ισλαμόφοβου).

Ακολούθησαν πολλά σχόλια, κάποια επίσης ισλαμοφοβικά που καλούσαν για μποϊκοτάζ, αλλά ευτυχώς τα περισσότερα λογικά και μετρημένα.

Μερικοί αναρωτήθηκαν, όχι παράλογα, πώς μπορεί να είναι πιστοποιημένο «χαλάλ» ένα τυρί -αφού η παρασκευή του δεν συνεπάγεται τη σφαγή ζώου. Και αυτό διότι το χαλάλ, που θα πει «επιτρεπτό» στα αραβικά είναι ο κώδικας που διέπει τα ισλαμικά διαιτολογικά έθιμα -και έχει αρκετές ομοιότητες με το εβραϊκό κοσέρ, χωρίς όμως να ταυτίζονται.

Για να παρασκευαστεί το τυρί απαραίτητη είναι (ή, έστω, ήταν) η πυτιά, που προκαλεί το πήξιμο και που προέρχεται από το στομάχι μηρυκαστικού. Υποθέτω ότι για να είναι χαλάλ ένα τυρί πρέπει να περιέχει πυτιά από σφάγιο χαλάλ ή να μην περιέχει ζωική πυτιά διότι πήξιμο γίνεται και με το γάλα της συκιάς ή με άλλες μεθόδους.

Το χαλάλ ορίζει συγκεκριμένη διαδικασία σφαγής των ζώων, με βαθιά τομή στο λαιμό του ζώου (σφαγίτιδα φλέβα, καρωτίδα και τραχεία) και στη συνέχεια το ζώο κρέμεται ανάποδα μέχρι να να στραγγίξει πλήρως από αίμα. Παράλληλα ο σφαγέας προσεύχεται στον Αλλάχ για να του εξηγήσει γιατί το σφάζει, αφού στο Ισλάμ η θανάτωση ζώου επιτρέπεται μόνο προς βρώση ή για λόγους ασφαλείας πχ λύσσα. Το εβραϊκό κοσέρ έχει κάποιες μικροδιαφορές. Και οι δυο τρόποι είναι πανάρχαιοι, παραδοσιακοί, και με παρόμοιο τρόπο (αν και χωρίς το στράγγισμα από το αίμα) θανάτωναν τα ζώα και στα μέρη μας από τα παλιά χρόνια έως πρόσφατα.

Ωστόσο, στα σύγχρονα σφαγεία (πλην χαλάλ/κοσέρ) το ζώο πρώτα αναισθητοποιείται/θανατώνεται και μετά σφάζεται, οπότε υποφέρει λιγότερο. Αυτό αποτελεί μειονέκτημα των χαλάλ/κοσέρ τρόπων, αφού η θρησκεία δεν έχει επιτρέψει την εξέλιξη των μεθόδων ώστε ν’ ανταποκρίνονται στις σημερινές αντιλήψεις.

Φυσικά, όλοι εκείνοι που έκραζαν το χαλάλ τυρί δεν ενδιαφέρονταν για την καλή μεταχείριση των ζώων -τα οποία και στη δυτικοευρωπαϊκή βιομηχανική κτηνοτροφία δεν περνάνε και πολύ καλά, πρέπει να πούμε- αλλά εξέφραζαν το ενστικτώδες μίσος τους στο διαφορετικό.

Όμως εμείς εδώ δεν θρησκειολογούμε ούτε διαιτολογούμε αλλά λεξιλογούμε, οπότε θα προχωρήσουμε από το χαλάλ στο χαλάλι. Η απόσταση αλλωστε είναι ελάχιστη. Όπως είπαμε, το halal είναι λέξη αραβική (حلال). Στα τουρκικά είναι helal, αλλά στα ελληνικά πρέπει να πέρασε από τουρκικό διαλεκτικό τυπο halal. Κι αν στα αραβικά και στα τουρκικά το helal/halal ειναι το επιτρεπτό και το νόμιμο, στα ελληνικά το χαλάλι έχει θέση επιρρήματος και σημαίνει μια δαπάνη ή μια θυσία όχι ευκαταφρόνητη αλλά που αξίζει τον κόπο. Ας πούμε «Πολύ ωραίο σπίτι, χαλάλι τα λεφτά που ξόδεψες» ή «Χαλάλι τόσοι κόποι αφού πέρασα στη σχολή». Υπάρχει και το πασίγνωστον κυπρέικον τραγούιν, «για την καρκιάν και την αγκάλη σου, μα τον θεόν ούλλα χαλάλιν σου».

Έχουμε και το ρήμα ‘χαλαλίζω’, όταν κάνω μια δαπάνη ή μια θυσία με ευχαρίστηση, επειδή το αξίζει -θα τα χαλαλίσω τα δυο κατοστάρικα γι’ αυτά τα παπούτσια.

Το αραβικό halal έχει αντίθετο το haram, που κι αυτό έχει περάσει στα ελληνικά ως χαράμι. Επειδή για το χαράμι έχουμε γράψει παλιότερα άρθρο, μπορώ να αντιγράψω μερικά πράγματα:

Στα τούρκικα, haram είναι το απαγορευμένο από τη θρησκεία, το παράνομο, το αθέμιτο, το κακό. Harami είναι ο ληστής (που πέρασε και στα ελληνικά, χαραμής, και που έγινε και επώνυμο).

Χαράμ ολσούν είναι κατάρα, που έχει περάσει και στα ελληνικά: «χαράμι να σου γίνει», δηλαδή να μην το χαρείς, στο λαιμό να σου κάτσει. Πολύ ωραία είχε πει η Μοσχολιού το «Χαράμι» του Σουγιούλ (σε στίχους Τραϊφόρου)

Από την ίδια τριγράμματη αραβική ρίζα χ-ρ-μ από την οποία προήλθε το χαράμι πηραμε επίσης το χαρέμι και το χράμι, αλλά για την ιστορία των λέξεων αυτών σας παραπέμπω στο παλιό άρθρο.

Το χαράμι λοιπόν με το χαλάλι είναι δίπολο στα ελληνικά, όπως και το χαραμίζω είναι αντίθετο του χαλαλίζω -εκεί, τα χρήματά μας πάνε στο βρόντο, μάταια. Χαράμισα τα νιάτα μου για σένα, μπορεί να πει κάποιος/α στο έτερόν του ήμισυ.

Το δίπολο το βλέπουμε και σε ένα ωραίο δημοτικό τραγούδι, όπου η κόρη διαπιστώνει πως ενώ κοιμόταν κάποιος την φίλησε. Ήταν όμως ο άντρας της ή ο αγαπός;

Ξυπνά η κόρη την αυγή σα μήλο μαραμένο
βρίσκει τον κόρφο τς ανοιχτό, τ’ αχείλι φιλημένο
και τη χρυσή της την ποδιά ψηλά ανασκουμπωμένη.
«Τάχα το ποιος μου το ‘κανε, τάχα ποιος μου το κάνει;»
Αν είν’ από τον άντρα μου, χαράμι να του γένει
κι αν είν’ από όποιον αγαπώ, χαλάλι να του γένει!

Τέτχοιες είστε. Αλλά ας κλείσουμε με μια κάπως αθωότερη παραλλαγή, όπου αυτός που τραγουδάει πατάει ένα νημόρι (μνημούρι, μνήμα):

Και το νημόρι μίλησε και το νημόρι λέει
Ποιος είναι αυτός που με πατεί ανάμεσα στα μάτια

Αν είναι κάνας νιος καλός, χαλάλι να του  γένει
Αν είναι κάνας γέροντας, χαράμι να του γένει

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Δημοτικά τραγούδια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ισλάμ, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , | 187 Σχόλια »

Το ελληνικό μαύρο χρυσάφι ξανά

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2019

Επειδή είχα μετακινήσεις χτες, αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιό άρθρο της σειράς με τα οπωρικά, ένα άρθρο μάλιστα που, περιέργως, δεν έχει αναδημοσιευτεί μετά την αρχική του δημοσίευση, το μακρινό 2011, παρά μόνο στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις». Σήμερα βάζω το αντίστοιχο κομμάτι από το βιβλίο, που είναι αρκετά διαφορετικό από την αρχική μορφή του άρθρου.

Πετρέλαιο ακόμα δεν έχουμε αξιωθεί να βρούμε σε μεγάλες ποσότητες κάτω από τη γη ή τη θάλασσά μας, και ίσως να μη βρούμε ποτέ, αλλά ελληνικός μαύρος χρυσός έχει υπάρξει στο παρελθόν, εξίσου προσοδοφόρος και πολύ πιο εύγευστος. Είναι η σταφίδα.

Η αποξήρανση των σταφυλιών για παρασκευή σταφίδας είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Ο Έρμιππος, κωμικός της κλασικής εποχής, σε ένα απόσπασμα κωμωδίας που διασώζεται από τον Αθήναιο, μας πληροφορεί ότι οι καλύτερες σταφίδες έρχονταν από τη Ρόδο. Η λέξη που χρησιμοποιεί είναι «ασταφίς», που ήταν παράλληλος τύπος με το «σταφίς» και αρχαιότερος. Φανερή είναι η σχέση με τη λέξη «σταφυλή». Υπάρχει και αρχαία παροιμία, «Ανθρώπου γέροντος ασταφίς η κεφαλή», η οποία μας θυμίζει το «σταφιδιασμένος» που λέμε εμείς σήμερα για κάποιον που έχει γεράσει και το δέρμα του είναι ζαρωμένο και  γεμάτο ρυτίδες.

Η κορινθιακή σταφίδα, δηλαδή η μαύρη, έγινε τόσο ονομαστή ώστε ταυτίστηκε σχεδόν με τη σταφίδα και γλωσσικά. Η λέξη «currant», που σημαίνει στα αγγλικά την κορινθιακή μαύρη σταφίδα, έχει την αρχή της στην Κόρινθο. Από τα γαλλικά, raisins de Corinthe, ή μάλλον raisins de Corauntz όπως ήταν στα γαλλικά της εποχής, πέρασε τον 14ο αιώνα και στα αγγλικά, όπου σιγά-σιγά το raisins παραλείφθηκε. Στα κείμενα της εποχής τη λέξη τη βρίσκει κανείς γραμμένη σε πάμπολλες παραλλαγές: corentes, corauntz, currents, currence, corans κτλ.

Μάλιστα, όταν τον 16ο αιώνα άρχισαν να καλλιεργούνται στην Αγγλία τα φραγκοστάφυλα, ο κόσμος νόμισε ότι αυτός ο καρπός είναι η νωπή μορφή της σταφίδας, και τα είπε κι αυτά currant· το λάθος επισημάνθηκε αμέσως, αλλά, όπως συχνά συμβαίνει, ρίζωσε, γι’ αυτό  σήμερα currants λέγονται και τα φραγκοστάφυλα και οι σταφίδες. Στην Αμερική, για να διαλυθεί η σύγχυση, τις σταφίδες τις λένε Zante currants, δηλαδή ζακυνθινές. Η Ζάκυνθος ήταν σημαντική πηγή για εξαγωγές σταφίδας προς τη Βρετανία. Μια λέξη σχεδόν ξεχασμένη για την κορινθιακή σταφίδα είναι το κουρεντί,  αντιδάνειο από το currant.

Όταν κέρδισε η Ελλάδα την ανεξαρτησία της, η σταφίδα ήταν το μοναδικό αξιόλογο εξαγωγικό προϊόν του νεαρού κράτους. Δεδομένου ότι έφτασε να αντιπροσωπεύει το 50%-75% της αξίας του συνόλου των ευρωπαϊκών εξαγωγών, δεν είναι υπερβολή αυτό που είχε πει ο Ξ. Ζολώτας, ότι η σταφίδα για την Ελλάδα ήταν «ό,τι και ο καφές για τη Βραζιλία». Τότε η σταφίδα χαρακτηρίστηκε «χρυσός της Κορινθίας», αν και καλλιεργήθηκε σε πολύ ευρύτερη ζώνη, σε όλη τη δυτική και βορειοδυτική Πελοπόννησο και στα Επτάνησα, όπου οι αγρότες επέκτειναν δυσανάλογα τις αμπελοφυτείες σε βάρος των ελαιώνων και των άλλων καλλιεργειών. Πολλές οικογένειες που έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην ελληνική πολιτική σκηνή εδραιώθηκαν με άξονα τις ζώνες Κόρινθος-Πάτρα και Πύργος-Καλαμάτα και συνδέθηκαν με το εμπόριο της σταφίδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 142 Σχόλια »

Η υστεροφημία του σιχτίρ (μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το ενδέκατο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων άρθρων.

Στο σημερινό άρθρο, ο Νίκος Νικολάου ασχολείται με την προέλευση της έκφρασης «άει σιχτίρ» και τη διάδοση αντίστοιχων λέξεων και εκφράσεων σε διάφορες γλώσσες, βαλκανικές και άλλες. Βέβαια, σύμφωνα με τους πορτοκαλίζοντες παρετυμολόγους μας, όπως την πρόσφατα εκλιπούσα κ. Τζιροπούλου, η έκφραση έχει ελληνική αρχή, από το «σε οικτίρω». Μάλιστα, σε μια ομάδα ελληνετυμολογίας στο Φέισμπουκ είχαν φανταστεί ότι την έκφραση αυτή την εκφωνούσε, στην οθωμανική αυλή, ο δήμιος, ενώ αποκεφάλιζε τους ισχυρούς τοπάρχες που είχαν εναντιωθεί στον Σουλτάνο!

Αλλά ας δώσουμε τον λόγο στον Νικολάου:

Στην Κβόρα τέθηκαν δύο συναφείς ερωτήσεις: «τι σημαίνει το siktir στα περσικά;», και ποιοι πρώην οθωμανοκρατούμενοι λαοί καταλαβαίνουν ακόμα το siktir;»

Τον οβολό μου τον κατέθεσα στην απάντησή στο δεύτερο, που ήταν αρχικά σχόλιο στο πρώτο. (Δεν ήταν μάλιστα η πρώτη φορά που ασχολήθηκα με το σιχτίρ: το 2010 είχα γράψει άρθρο όπου πρότεινα πως το α στο α σιχτίρ πηγάζει από το τουρκικό hassiktir, και πως το τουρκικό hay! ίσως να προκάλεσε το άει να περιοριστεί σε επιφωνηματική χρήση.)

Μια περιοδεία στις γλώσσες που γειτονεύουν με τα τουρκικά πάντως αξίζει. Ας περάσω τις απαντήσεις που δόθηκαν στην Κβόρα με τη σειρά.

Στα ελληνικά, να αναφέρω μόνο τις συνεκδοχές που έχουν αναπτυχθεί με το σιχτίρ. Στην Κρήτη το γαμοπίλαφο είναι συχνά το τελευταίο πιάτι που σερβιρίζεται στους καλεσμένους σε γάμο. Ο γάμος παίρνει τρεις μέρες, και καλεσμένο είναι ολόκληρο το χωριό. Εξ ού και η εναλλακτική ονομασία του πιάτου (στην Κρήτη, αλλά και στην Πόλη): σιχτίρ πιλάφ. (Και θα μπορούσε να πει κανείς, πως πάλι για γαμο-πίλαφο πρόκειται.) Ανάλογα είναι και το σιχτίρ γλυκό και το σιχτίρ καφεσί.

Όπως επεσήμανε η φίλη Δήμητρα Τριανταφυλλίδου, στη Θράκη παίζουν, συχνά σε γάμους, σκοπό με όνομα σιχτίρ χαβασί. «Ο χορός είναι μονότονος, γρήγορος, και τα βήματα δεν είναι καθόλου εύκολα άμα τα έχεις κοπανήσει. Οι μουσικοί το παίζουν για να κουράσουν τον κόσμο και να τον προτρέψει να φύγει. Είναι το πρώτο μέρος του βίντεο. Δεν είναι και τόσο ανιαρό τα πρώτα ένα-δύο λεπτά, αλλά μετά…»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αθυροστομίες, Βαλκάνια, Γκας Πορτοκάλος, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 107 Σχόλια »