Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Παρμεζάνα και σαμπάνια μέσα στη μπορντό λιμουζίνα

Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2023

Τι κοινό έχουν οι τέσσερις (εκτός από τις συνδετικές, δηλαδή) λέξεις του τίτλου; Ίσως δεν έπρεπε να βάλω το μπορντό, παραείναι εύκολο: και οι τέσσερις λέξεις προέρχονται από τοπωνύμια.

Παλιά είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για ουσιαστικά που έχουν παραχθεί από κύρια ονόματα, στο σημερινό θα δούμε ένα ειδικότερο θέμα: ουσιαστικά που προέρχονται από τοπωνύμια, κυρίως από ονόματα πόλεων και περιοχών.

Την ιδέα την πήρα από μια πρόσφατη δημοσίευση του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Αντλώντας υλικό από το πρόσφατο Λεξικό κυρίων ονομάτων (το έχουμε παρουσιάσει) ο καθηγητής δημοσίευσε ένα πλαίσιο κι ένα συνοδευτικό κείμενο με «αντικείμενα που  το όνομά τους προέρχεται από τοπωνύμια».

Το πλαίσιο το βλέπετε αριστερά, ενώ το συνοδευτικό κείμενο, που θα το παραθέσω, είναι μεταφορά (κόπι-πάστε, αν πρόσεξα καλά) μιας ενότητας του Λεξικού -όπως είχα γράψει, το λεξικό εκτός από τα αλφαβητικά λήμματα έχει και 114 θεματικές ενότητες, που είναι τερπνό ανάγνωσμα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν άρθρο του ιστολογίου.

Πριν προχωρήσω, ένα μικρό κουίζ. Το κείμενο του πλαισίου που βλέπετε αριστερά, περιέχει ένα όχι ασήμαντο πραγματολογικό λάθος. Μπορείτε να το βρείτε;

Στο πλαίσιο αναφέρονται 15 «αντικείμενα» που πήραν το όνομά τους από τοπωνύμια (αντικείμενα με την ευρεία έννοια, αφού έχουμε και το χρώμα μπορντό). Στο συνοδευτικό κείμενο του κ. Μπαμπινιώτη, είναι κάπως περισσότερα, 22. Ωστόσο, μπορούμε να συμπληρώσουμε τον κατάλογο -και αυτό θα κάνω ή μάλλον θα το κάνουμε μαζί αφού περιμένω και τα δικά σας σχόλια.

Το συνοδευτικό κείμενο:

ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ η μετωνυμική λειτουργία, σύμφωνα με την οποία ορισμένα κύρια ονόματα μετατρέπονται σε κοινά. Συχνός τρόπος μετωνυμίας είναι η μετατροπή ονομάτων περιοχών όπου παράγεται κάποιο προϊόν σε ονόματα των ίδιων των προϊόντων.
Μερικές ενδιαφέρουσες λέξεις που προήλθαν από τοπωνύμια έχουν την αφετηρία τους στα αρχαία χρόνια.

Από το τοπωνύμιο Πέργαμος προήλθε η λέξη περγαμηνή. Προέρχεται συγκεκριμένα από την ελληνιστική φράση περγαμηνὴ τέχνη / μεμβράνη, η οποία αναφερόταν στην τεχνική κατεργασίας τού δέρματος αιγοπροβάτων που αναπτύχθηκε στην Πέργαμο τον 4ο-3ο αιώνα π.Χ., προκειμένου να αντικατασταθεί ο σπάνιος και εύθρυπτος πάπυρος ως υλικό γραφής. Από το αρχαίο Μάγνης, -ητος (της Μαγνησίας) και την αρχαία περίφραση Μαγνῆτις (λίθος) (ἡ) προήλθε η ελληνιστική λέξη μαγνήτης, καθώς ήδη από την αρχαιότητα ήταν γνωστή η σύνδεση τού μαγνήτη με την εν λόγω περιοχή (χωρίς όμως τεκμηριωμένη ερμηνεία). Το όνομα Βερενίκη τής πόλης τής Κυρηναϊκής (η σημερινή Βεγγάζη) έδωσε το ελληνιστικό βερενίκιον «νίτρο αρίστης ποιότητας» (που παραγόταν εκεί), από όπου προήλθε το σημερινό βερνίκι. Από το όνομα τού νησιού Κίμωλος έλαβε το όνομά της ήδη στην αρχαιότητα η κιμωλία, επειδή εκεί βρέθηκε τέτοιου τύπου πέτρωμα. Η γάζα προήλθε από την πόλη Γάζα (εβραϊκό ‘Az(z)a), όπου παρασκευαζόταν (από βαμβάκι ή λινάρι) το συγκεκριμένο προϊόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ονόματα, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , , | 217 Σχόλια »

Το πετσί και η πετσέτα

Posted by sarant στο 19 Ιανουαρίου, 2023

Τέτοιες μέρες πριν από ένα χρόνο μας είχε πιάσει η μανία με το Wordle και τις παραφυάδες του σε κάθε γλώσσα (το σχετικό άρθρο του ιστολογίου το είχαμε δημοσιεύσει πριν από ένα χρόνο κι έξι μέρες) Κάποιοι βαρέθηκαν τη νέα μόδα και την παράτησαν, κάποιοι τη συνεχίζουν (στην ειδική σελίδα μας βλέπω περιστασιακά και καινούργια σχόλια).

Eγώ τον πρώτο καιρό έπαιζα 6-7 συναφή παιχνίδια κάθε μέρα, σε διάφορες γλώσσες, αλλά δεν κράτησε πολύ και τα σταμάτησα. Όλα; Όχι όλα. Ένας φίλος, που ξέρει καλά πορτογαλικά, και που τον μύησα στο πορτογαλικό Wordle (το λένε Palavra do dia, λέξη της ημέρας) παίζει κάθε μέρα το παιχνίδι και μου στέλνει το αποτέλεσμά του μαζί με μια νύξη για τη λέξη που βρήκε (ή που, σπανίως, δεν βρήκε) κι εγώ δοκιμάζω και του απαντάω -είναι, ας πούμε, ο τρόπος μας για να λέμε καλημέρα. Εγώ πορτογαλικά δεν έχω διδαχτεί, αλλά κάτι σκαμπάζω από δεύτερο χέρι, κι έτσι συνήθως βρίσκω τη λέξη.

Τις προάλλες, ο φίλος μού έστειλε το αποτέλεσμά του εκείνης της μέρας με το σχόλιο: Εύκολο, παραπέμπει και στην τέχνη. Εύκολο ήταν πράγματι, το βρήκα σε τρεις προσπάθειες -πάντα ξεκινάω από τη λέξη CLARO, είχα έμπνευση να βάλω δεύτερη PESCA, και η σωστή απάντηση ήταν PECAS. Το παιχνίδι δεν έχει πρόβλεψη για τα γράμματα με διακριτικά που έχει η πορτογαλική γλώσσα (ã, ç), θεωρεί πως είναι σαν τα αντίστοιχα απλά γράμματα. Έτσι, η απάντηση στην πραγματικότητα ήταν η λέξη peças, που θα πει «κομμάτια» -peça (πέσα) είναι το κομμάτι, το εξάρτημα, με διάφορες σημασίες, είναι όμως και το θεατρικό έργο.

Πέτσες και πετσέτες δηλαδή, απαντάω στον φίλο μου. Διότι, πράγματι, η πέτσα και η πετσέτα είναι ξαδερφάκια του (θηλυκού γένους) peça. Στην ίδια οικογένεια (σαν τους εστεμμένους, που κατέκλυσαν προχτές το Τατόι, έτσι και κάποιες λέξεις έχουν συγγενείς σε όλη την Ευρώπη) έχουμε το αγγλικό piece, το γαλλ. pièce, το ιταλ. pezzo, το ισπανικό pieza κτλ.

Όλες αυτές οι λέξεις ανάγονται σε μια δημώδη λατινική λέξη *pettia (πρβλ. τη μεσαιωνική λατινική pettia), η οποία μάλλον είναι κελτικής αρχής -ας πούμε, υπάρχει ουαλικό peth «πράγμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 111 Σχόλια »

Κουτσουκέλες

Posted by sarant στο 16 Ιανουαρίου, 2023

Γίνεται σήμερα στο Τατόι η κηδεία του τέως βασιλιά. Ένα τραγούδι που έχει έρθει στην επικαιρότητα αυτές τις μέρες, μια και μιλάει και για τον Τέως και για το Τατόι, είναι το Ο καραγκιόζης και ο Τέως του Σταύρου Ξαρχάκου.

Το τραγούδι αυτό ανοίγει τον δίσκο Ακούσατε ακούσατε του Ξαρχάκου (1992) και είναι το μοναδικό καινούργιο από τα 20 τραγούδια του δίσκου. Καινούργιο εν μέρει, διότι η μουσική είναι ίδια με το «Της Αμύνης τα παιδιά» από το Ρεμπέτικο του Ξαρχάκου, αλλά οι στίχοι είναι καινούργιοι, του Νίκου Γκάτσου. Τραγουδάει ο καραγκιοζοπαίχτης Ευγένιος Σπαθάρης και οι Νίκος Μαραγκόπουλος και Κώστας Τσίγκος. Η παραγωγή του δίσκου ήταν του Σκάι (ήταν την εποχή που ο πατήρ Μητσοτάκης είχε αποκαλέσει χαμαιτυπείο αυτό τον ραδιοφωνικό σταθμό). Να το ακούσουμε:

Και οι στίχοι του Γκάτσου:

Εμένα φίλε με λένε Καραγκιόζη
Παντού κερδίζω κι ας μη κρατάω κόζι
Κι αν κάνω κουτσουκέλες κάπου κάπου
Το’χω στο αίμα μου πάππου προς πάππου

Γεια σου μάνα μου Ελλάς
Είμαι κλεφτοφουκαράς
Μα δε μοιάζω με τους άλλους
Τους τρανούς και τους μεγάλους
Πού’χουνε μακρύ το χέρι
Και κρατάνε και μαχαίρι

Ούτε μοιάζω με τον μάγκα
Που όταν ξέμεινε από φράγκα
Σήκωσε όλο το Τατόι
Να πουλάει και να τρώει

Εμένα φίλε με λένε Καραγκιόζη
Δε με τρομάζουνε μασόνοι και μαφιόζοι
Φοβάμαι μόνο κάθε πολιτσμάνο
Μη με γραπώσει στην κουτσουκέλα επάνω

Γεια σου μάνα μου Ελλάς
Είμαι κλεφτοφουκαράς
Μα δεν έχω νταραβέρια
Με της τράκας τα ξεφτέρια
Πού’χουν υπουργούς μαζί τους
Και το κράτος μαγαζί τους

Μένω πάντα τελευταίος
Μα δε μοιάζω με τον Τέως
Που του είπαν τα χρυσά μου
Ό,τι θες εσύ πασά μου

Πέρα από τη ρητή αναφορά στον Τέως στο τέλος, υπάρχει και η έμμεση αλλά εύγλωττη για τον μάγκα «που σήκωσε όλο το Τατόι να πουλάει και να τρώει» -ήταν νωπή η αρπαγή των θησαυρών μέσα στα 9 κοντέινερ, το 1991 και πάλι, όχι τυχαία, επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη.

Ο Καραγκιόζης του Γκάτσου παραδέχεται ότι κάνει «κουτσουκέλες κάπου κάπου» και φοβάται μονάχα τον πολιτσμάνο, μην τον γραπώσει «στην κουτσουκέλα απάνω». Να σταθούμε σ’ αυτή τη λέξη.

Κατά το ΛΚΝ, κουτσουκέλα είναι «η ζημιά που κάνουμε σε κπ., όταν εκμεταλλευτούμε την εμπιστοσύνη του» και χαρακτηρίζεται λέξη «του προφορικού λόγου. Στον Μπαμπινιώτη είναι «η πονηρή και κρυφή πράξη, η κατεργαριά». Στο Χρηστικό: «Κατεργαριά, μικρή απάτη, συζυγική απιστία» (και χαρακτηρίζεται επίσης του προφ. λόγου). Στο ΜΗΛΝΕΓ: 1. Ύπουλη πράξη, απάτη που γίνεται κρυφά εις βάρος κάποιου, ύστερα από εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του, με αποτέλεσμα να τον ζημιώνει, να τον βλάπτει (πρβ. κατεργαριάλαδιάπαρασπονδία). Ειδικότερα, η ερωτική απιστία. Και 2. Άστοχη, ανόητη πράξη.

Οι ορισμοί δεν συμπίπτουν, αλλά έχουν αρκετά κοινά σημεία. Τη σημασία της συζυγικής απιστίας την έχω επισημάνει κι εγώ σε ζωντανή χρήση, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -στο Τουίτερ οι περισσότερες αναφορές αφορούν είτε συζυγικές απιστίες είτε ατασθαλίες αξιωματούχων. Συχνά, όπως και στο τραγούδι που ακούσαμε, υπάρχει μια χροιά μετριασμού όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη, σα να λέμε «δεν είναι και τίποτα το σοβαρό».

Πώς ετυμολογείται η κουτσουκέλα; Το πρώτο μισό της ηχεί κάπως τουρκικό (κιουτσούκ θα πει μικρός) αλλά η κατάληξη ακούγεται ιταλική, ή ίσως γαλλική -κάποτε την έγραφα couchouquelle για να της προσδώσω γαλλικό τίτλο ευγενείας, αν και βέβαια το ch προφέρεται στα γαλλικά σ παχύ. Το ΛΚΝ δεν δίνει ετυμολογία, αλλά ο Μπαμπινιώτης μας λέει ότι προήλθε με αντιμετάθεση από την κουκουτσέλα (γραφ. κουκουτζέλα), που είναι το κουκουνάρι του πεύκου. Θυμάμαι εδώ ότι στον Μεσοπόλεμο στη Μυτιλήνη αγόραζαν για το μαγκάλι κωκ ή πυρήνα (ελιοκούκουτσα από το ελαιοτριβείο) ή γουγουτζέλες δηλαδή κουκουνάρες.

Αλλά νοηματικά πώς φτάσαμε από την κουκουνάρα στη μικροαπάτη; Ίσως θα βοηθούσε να χρονολογήσουμε τη λέξη, να πάμε πιο πίσω από τα καινούργια λεξικά μας.

Στο λεξικό της λαϊκής του Δαγκίτση αλλά και στο λεξικό της πιάτσας του Καπετανάκη, έργα που έχουν συνταχθεί τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, βρίσκουμε, και στα δύο, τον τύπο «κουτσικέλα». Ο Δαγκίτσης δίνει τις σημασίες «παράτολμη απερισκεψία· απάτη, κατεργαριά· σφάλμα, παραστράτημα».

Στον Τρελαντώνη της Πηνελόπης Δέλτα ο όρος χρησιμοποιείται, με σαφή χροιά μετριασμού και συμπάθειας, για τις αταξίες και τις ζαβολιές του ομώνυμου ήρωα.

Στον Ηπίτη (αρχές 20ού αιώνα) δίνονται οι σημασίες 1. το στραβοπάτημα 2. πράξις (ή λόγος) άνόητος, και αξιόποινος, ή ανοησία. Ο Ηπίτης δίνει τα γαλλικά αντίστοιχα faux pas, sottise, pas de clerc, boulette, τα ίδια ακριβώς και το κάπως παλιότερο ελληνογαλλικό λεξικό του Άγγ. Βλάχου.

Στο γαλλοελληνικό λεξικό του Daviers, στα μέσα του 19ου αιώνα, στο λήμμα sornettes δίνονται ως αντίστοιχα τα: φλυαρίες, μωρολογίες, κουτσουκέλες, φρύγανα.

Στον Βασιλικό, το θεατρικό έργο του ζακυνθινού Αντωνίου Μάτεση, ο Γερασιμάκης πνέει μένεα εναντίον του Γλωσσίδη: Μου έχει πολλές κουτσουκέλες γιαναμένες διά να τες υποφέρω. Το κουτσουκέλα ο επιμελητής το εξηγεί «κόλπο, ατιμία», ενώ το «γιαναμένες» δεν το εξηγεί, αλλά είναι μετοχή του γίνομαι, ζακυθινός τύπος που τον καταγράφει το ΙΛΝΕ -καμωμένες θα λέγαμε σήμερα.

Ατιμίες, αλλά μάλλον φάρσες θα τις λέγαμε, αφού συνεχίζει ο Γερασιμάκης: Μου εξαναθύμισε όλα τα περασμένα η ατιμία που εμπρός μου έκαμες του ξαδέλφου μου, να του πετάξεις τη σκούφια στα βούλουκα [στις λάσπες], να την τσολοπατήσεις και να μου δώσεις εμέ ένα φάσκελο, που σου επαραπονέθηκα.

Μπορούμε όμως να πάμε και πιο πίσω. Οι κουτσουκέλες υπάρχουν στο λεξικό του Σομαβέρα (αρχές 18ου αι.), λημματογραφημένες στον πληθυντικό: κουτζουκέλαις: pastocchie, panzane, δηλαδή επιπόλαιες κουβέντες, παραμύθια, ψέματα. H πρώτη λέξη έχει και τη χροιά του δόλου, ψέματα που αποβλέπουν σε εξαπάτηση.

Και ακόμα πιο πίσω, η λέξη εμφανίζεται στο θρησκευτικό δράμα Ευγένα (1646) του ζακυνθινού Θεόδ. Μοντσελέζε. Ο Κριαράς παραθέτει το (όχι πολύ διαφωτιστικό) απόσπασμα: Ε την, εδώ οπόρχεται μαζί με την κοπέλα – Βαστά και τ’ άσπρα μετ’ αυτή – όμορφη κουτσουκέλα! και εξηγεί «απάτη, κατεργαριά», ίσως επηρεασμένος από τη σημερινή σημασία. Ο Κριαράς θεωρεί άγνωστης ετυμολογίας τη λέξη και συνεχίζει: Για μια απίθανη ετυμολογία, καθώς και για τη χρήση της λέξης βλ. Θ. Παπαδόπουλο [Δαβίδ, σ. 171]». Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω την αντιστοιχία στη βιβλιογραφία του λεξικού και κρίμα διότι θα μαθαίναμε κάτι για τη χρήση της λέξης. Ο Θ[εόδωρος] Παπαδόπουλος (υπογράφει και ως Παπαδόπουλλος) ήταν κύπριος μελετητής.

Στην Επιτομή του λεξικού Κριαρά, που συντάχθηκε αργότερα, προστίθεται η ετυμολογία από κουκουτσέλα με αντιμετάθεση, και αποδίδεται ρητά στον Τάσο Καραναστάση, που συνεπιμελήθηκε την Επιτομή. Στο λεξικό υπάρχουν επίσης τα λήμματα κουκουτσέλα και κουκουζέλα, με σημασία κουκουνάρι.

Πώς λοιπόν, για να ξαναθέσω το ερώτημα, φτάσαμε από το κουκουνάρι στη μικροαπάτη; Η απόσταση φαίνεται δύσκολο να γεφυρωθεί, αλλά οι ενδιάμεσες σημασίες, που εξαντλητικά παράθεσα, ίσως υποδεικνύουν τη διαδρομή.

Τους πρώτους αιώνες, η σημασία της λ. κουτσουκέλα φαίνεται να είναι πιο κοντά σε φλυαρίες και ανόητα λόγια (έτσι στον Σομαβέρα) ή σε φάρσες (έτσι στον Βασιλικό). Η σημασία της μωρολογίας καταγράφεται ίσαμε τα λεξικά του 1850, αλλά εν μέρει και στον Ηπίτη.

Αλλά από τα ανόητα και ψεύτικα λόγια ως τη μικροαπάτη δεν είναι μακριά η απόσταση, ούτε από το στραβοπάτημα στην κατεργαριά.

Το να παρομοιαστούν τα κουκουνάρια/κουτσουκέλες, ευτελή δηλαδή και άνευ μεγάλης σημασίας πράγματα, παραπροϊόντα, με επιπόλαια, ανόητα ή αναληθή λόγια δεν είναι διόλου απίθανο. Να θυμηθούμε πως με παρόμοια σημασία είδαμε να χρησιμοποιούνται και τα φρύγανα, ξερόκλαδα δηλαδή.

Θα βοηθούσε να είχαμε κι άλλες παλιότερες ανευρέσεις της λέξης, βέβαια. Υπολογίζω και στη δική σας βοήθεια στα σχόλια.

Όσο για τις κουτσουκέλες του Τέως, με τη σημασία πια που δίνουν νεότερα λεξικά, χωρίς χροιά μετριασμού, δηλ. πονηρή και κρυφή πράξη, ζημιά σε κάποιον με εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του, ε, τις αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο. Είπαμε, αφού είναι ο τελευταίος ας είναι ελαφρύ το χώμα.

Posted in Ετυμολογικά, Θέατρο σκιών, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 84 Σχόλια »

Πόκερ και πόκα

Posted by sarant στο 29 Δεκεμβρίου, 2022

Τις μέρες αυτές, ή μάλλον τις νύχτες, με αποκορύφωμα τη νύχτα της παραμονής, το έθιμο θέλει να παίζουμε χαρτιά, αν και δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο έχει μεταλαμπαδευθεί στους νεότερους.

Λέω λοιπόν να αφιερώσω το σημερινό άρθρο στην πόκα, που κι εγώ κι άλλοι πολλοί παίζαμε ή παίζουμε αυτές τις μέρες -και μάλιστα απορώ πώς τόσα χρόνια δεν έχουμε δημοσιεύσει ανάλογο άρθρο.

Όταν λέμε πόκα εννοούμε μια οικογένεια παιχνιδιών με χαρτιά, που παίζονται με λιγότερα από τα 52 φύλλα. Η πόκα είναι συγγενικό παιχνίδι του διεθνούς πόκερ, poker, το οποίο όμως κανονικά παίζεται με όλα τα φύλλα.

Η ομοιότητα των δύο λέξεων δεν είναι τυχαία. Πόκερ είναι ο διεθνής, αγγλικής ή μάλλον αμερικανικής προέλευσης όρος, πόκα ο ελληνικός. Κατά την κοινώς αποδεκτή θεωρία, η λέξη πόκα αποτελεί μεταφορά του poker στα ελληνικά, με μίμηση της βρετανικής προφοράς (pokah).

Η ετυμολογία του όρου poker είναι σκοτεινή, όπως συχνά συμβαίνει με λαϊκούς όρους που αφορούν δραστηριότητες ενδεχομένως παράνομες ή επιλήψιμες. Πάντως, στο etymonline βρίσκω ότι, από εκ των υστέρων μαρτυρίες, φαίνεται πως ο όρος γεννήθηκε από τους χαρτοπαίχτες στα ποταμόπλοια του Μισισιπή κάπου το 1829. Θα περίμενα το poker να συνδέεται με το ρήμα to poke (σπρώχνω, τσιγκλάω κτλ) αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια άμεση σχέση, αλλά έμμεση μόνο αφού μια θεωρία θέλει το poker να έρχεται απόι το γερμανικό χαρτοπαίγνιο Pochspiel, το πρώτο συνθετικό του οποίου ανάγεται στο γερμανικό ρήμα pochen, ομόρριζο του αγγλικού to poke. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορολογία, Φρασεολογικά, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , | 165 Σχόλια »

Ανίψια και νεποτισμός

Posted by sarant στο 28 Δεκεμβρίου, 2022

Η ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς ολοκληρώνεται μεθαύριο Παρασκευή, και μάλιστα με ρεκόρ συμμετοχής, οπότε αν θέλετε να ψηφίσετε, και δεν έχετε ακόμα ψηφίσει, πρέπει να βιαστείτε -όχι εδώ, αλλά στην ειδική μας σελίδα.

Αλλά το άρθρο δεν το γράφω (μόνο ή κυρίως) για να σας παρακινήσω να ψηφίσετε. Μία από τις 42 λέξεις που συμμετέχουν στην ψηφοφορία είναι και ο ανιψιός. Μπορεί να μη διεκδικεί μία από τις πρώτες θέσεις, αλλά μου δίνει το έναυσμα για το σημερινό άρθρο.

Ο διάσημος ανιψιός βέβαια ήταν ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ο ανιψιός του πρωθυπουργού, που είχε μέχρι πρόσφατα τη διεύθυνση του πολιτικού γραφείου του και που φαίνεται πως είχε ανάμιξη στο σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, της ΕΥΠ ή του Πρέντατορ.

Αλλά σήμερα εμείς εδώ λεξιλογούμε οπότε θα μιλήσουμε ακριβώς για τη λέξη «ανιψιός». Ή ανηψιός; Την ερώτηση αυτή μου έκανε τις προάλλες διαδικτυακός φίλος ο οποίος με ρώτησε: Αντιμετώπισα πρόσφατα ένα ζήτημα με τη λέξη «ανηψιός», της οποίας η σωστή γραφή, σύμφωνα με τα λεξικά που είδα είναι «ανιψιός». Παρ΄ όλα αυτά, μου είναι αδιανόητο να την γράψω με «ι» αντί του «η». Έχεις άποψη επί του θέματος;

Πράγματι, παλιότερα ήταν συχνή η γραφή «ανηψιός» (ακόμα τη συναντάμε). Ο αρχαίος τύπος ήταν «ανεψιός». Στα μεσαιωνικά χρόνια, το ε τράπηκε σε ι με υποχωρητική αφομοίωση (e-i > i-i). Δεν υπάρχει λόγος να γραφτεί με η, όπως δεν υπάρχει λόγος να γράφονται με η ούτε η ελιά ή ο παλιός που παρόμοια σχηματίστηκαν από την ελαία και τον παλαιό (και που παλιότερα επίσης γράφονταν «εληά, παληός»).

Έτσι, όσο κι αν είναι «αδιανόητο» στον φίλο μου, όλα τα λεξικά γράφουν τη λέξη με «ι». Φυσικά, διατηρείται και ακούγεται, έστω και όχι πλειοψηφικά, και ο αρχαίος τύπος, ανεψιός, ανεψιά.

Αλλά το ορθογραφικό είναι το λιγότερο ενδιαφέρον στη λέξη. Πιο ενδιαφέρον βρίσκω εγώ το ερώτημα της σημασίας της. Τι σημαίνει ανεψιός;

Θα απορήσετε με το ερώτημα και με το δίκιο σας, παρόλο που ακόμα και σήμερα η λέξη δεν έχει την ίδια σημασία σε όλον τον ελληνόφωνο χώρο. Αλλά ασφαλώς στην κοινή νεοελληνική ο ανιψιός είναι ο γιος του αδελφού ή της αδελφής κάποιου, η ανιψιά είναι η κόρη του αδελφού ή της αδελφής του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 112 Σχόλια »

Το φρούτο των Χριστουγέννων και πάλι

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2022

Μέρες που είναι, να επαναλάβουμε ένα παλιότερο άρθρο, που το είχα δημοσιεύσει τελευταία φορά πριν από έξι χρόνια, ενώ επίσης περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«. Θυμίζω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς.

Δεν νομίζω να υπάρχει ένα κοινώς αποδεκτό «φρούτο των Χριστουγέννων», οπότε θα μιλήσω για τον εαυτό μου. Για μένα, φρούτο των Χριστουγέννων είναι αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία αριστερά: το μανταρίνι.

Η πιο καθαρή χριστουγεννιάτικη εικόνα που έχω συγκρατήσει από την παιδική μου ηλικία, εκτός από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, είναι τα μανταρίνια στη φρουτιέρα, κι ύστερα, στο τραπέζι, ο παππούς να καθαρίζει τα μανταρίνια ώστε να διατηρηθεί το κάτω μέρος ακέραιο, σαν καλαθάκι. Βάζαμε λίγο λάδι και ανάβαμε το άσπρο στέλεχος που απέμενε στον πάτο, σαν φιτιλάκι –και μοσχοβολούσε. Και σήμερα ακόμα, έχω συνδέσει τα Χριστούγεννα μ’ αυτό το φρούτο -αν λείπουν τα μελομακάρονα, ας πούμε, μπορεί να μην το προσέξω, αλλά τα μανταρίνια στη φρουτιέρα είναι απαραίτητα.

Σε παλιότερο άρθρο είχαμε μιλήσει για τα νεράντζια και τα πορτοκάλια. Αν το νεράντζι είναι ο φτωχός συγγενής του πορτοκαλιού, ο μικρός αδελφός του ασφαλώς είναι το μανταρίνι. Μικρότερο σε μέγεθος, ήρθε αργότερα στην Ευρώπη, αλλά εγκλιματίστηκε απόλυτα -και μόνο το όνομά του προδίδει τις ανατολίτικες καταβολές του.

Η μανταρινιά, με βοτανική ονομασία Citrus reticulata, έχει πατρίδα της την Κίνα. Άργησε να έρθει στα μέρη μας· μόλις το 1805 έγινε η πρώτη εισαγωγή μανταρινιών στην Αγγλία. Οι Άγγλοι τα καλλιέργησαν στη Μάλτα, που τότε ήταν κτήση τους και το κλίμα της ήταν πρόσφορο, και από εκεί ο νέος καρπός διαδόθηκε σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Στην Ελλάδα, μανταρινιές έφερε πρώτος από τη Μάλτα ο Ρώσος ναύαρχος Χέιδεν, που τον ξέρουμε όλοι από τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (αλλά ίσως δεν ξέρουν όλοι ότι ήταν Ολλανδός στην καταγωγή και ότι στα ρώσικα προφέρεται Γκέιντεν). Τις χάρισε στον Μανώλη Τομπάζη, στον Πόρο. Το 1877 εκείνες οι μανταρινιές σώζονταν ακόμα στον κήπο του πατρογονικού των Τομπάζηδων. Ωστόσο, το «μανδαρίνιον της Μάλτας», όπως αρχικά το αποκαλούσαν, δεν διαδόθηκε αμέσως· πάντως, μετά το 1850 το δέντρο καλλιεργιόταν στην Αθήνα, στην Κέρκυρα και στην Κρήτη. Σε εφημερίδα του 1917, διαβάζω ότι τα καλύτερα μανταρίνια έβγαιναν στα Σεπόλια και στην Κολοκυνθού· από τότε έχουν αλλάξει τα πράγματα!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , , | 78 Σχόλια »

Σοκολατάκια και πολύ τους πάει

Posted by sarant στο 21 Δεκεμβρίου, 2022

Πλησιάζουν οι γιορτές, οπότε σκέφτηκα ότι πρέπει το ιστολόγιο να τρατάρει κάτι τους φίλους του. Βέβαια, τα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα γλυκίσματα είναι τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες, αλλά γι’ αυτά έχουμε ήδη δημοσιεύσει άρθρο και πάνω από μια φορά, οπότε δεν θα το αναδημοσιεύσω φέτος –μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Κι έτσι, σοκολατάκια και πολύ τους πάει, και αναρωτιέμαι αν οι νεότεροι φίλοι του ιστολογίου ξέρουν από πού προέρχεται αυτή η ατάκα. Θα το φανερώσω αργότερα.

Με άλλα λόγια, σήμερα θα λεξιλογήσουμε για τη σοκολάτα. Και αφού λεξιλογούμε, θα ξεκινήσουμε από την ετυμολογία της λέξης. Στα ελληνικά, η λέξη ήρθε από τα ιταλικά, cioccolata, και θα έχετε ίσως συναντήσει τον λαϊκό τύπο «τσοκολάτα». Η μετατροπή σε «σοκολάτα» έγινε ασφαλώς υπό την επίδραση του γαλλικού chocolat. Κάποιοι βέβαια δικοί μας προκαλούν θυμηδία ότανν επιμένουν να προφέρουν γαλλοπρεπώς τη σοκολάτα, με παχύ σ, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Η ιταλική λέξη ανάγεται στο ισπανικό chocolate (1580), και αυτό στο chocolatl, της γλώσσας Ναχουάτλ των Αζτέκων, από τους οποίους έμαθαν τη σοκολάτα οι Ευρωπαίοι, ως ένα ρόφημα με βάση το κακάο. Ωστόσο, δεν είναι πατρίδα του κακάο το Μεξικό. Το κακαόδεντρο δεν ευδοκιμεί τόσο μακριά από τον Ισημερινό, οι Αζτέκοι εισάγανε καρπό κακάο σαν πολυτέλεια. Μάλιστα, η λέξη chocolatl φαίνεται πως δεν είναι αυθεντική λέξη της Ναχουάτλ. Η σοκολάτα είναι cacahuatl, όπου -atl το νερό, αλλά ίσως οι Ισπανοί θέλησαν ν’ αποφύγουν το κακέμφατο κι έτσι το τροποποίησαν, παίρνοντας τη λέξη chocol (ζεστός) από τη γλώσσα των Μάγια.

Ετσι, οι σπόροι του κακάο και το ρόφημα της σοκολάτας ήρθε στην Ευρώπη. Στα ελληνικά, η λέξη εμφανίζεται το 1726 στην αλληλογραφία του Αναστάσιου Γόρδιου ο οποίος, γράφοντας σε άλλον ιερωμένο, αναφέρει:

τζοκολάτα τὸ βαρβαρικῶς οὕτω καλούμενον, καί τε ὃ καὶ τζάϊ ἐμπορικῶς καὶ ἔρβα θὲ ἰταλιστί, ὡς καὶ ἐν βίβλῳ εἰκονιζόμενον ἐθεασάμην καὶ ἐχρησάμην αὐτῷ πολλάκις

Να μη σταθούμε στο τζ, ξέρουμε ότι στα κείμενα της εποχής το τσ το γράφανε τζ, όπως μας δείχνει και το «τζάι» πιο δίπλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 138 Σχόλια »

Πού πας με το food pass;

Posted by sarant στο 19 Δεκεμβρίου, 2022

Κατά τη συζήτηση στη Βουλή για τον προϋπολογισμό, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι από τον Φεβρουάριο, και για έξι μήνες, θεσπίζεται το λεγόμενο Food pass, βάσει του οποίου, μεταφέρω αυτολεξεί, «η Πολιτεία θα καλύπτει το 10% των αγορών κάθε νοικοκυριού στα super market αλλά και σε όλες τις επιχειρήσεις τροφίμων: Φούρνους, κρεοπωλεία, οπωροπωλεία, ζαχαροπλαστεία, ιχθυοπωλεία».

Το νέο αυτό μέτρο έρχεται να προστεθεί σε άλλα που έχουν θεσπιστεί με αγγλότροπη ονομασία, όπως το Fuel Pass (για τα καύσιμα κίνησης), το Power Pass (για το κόστος ενέργειας), αλλά και κάποια λιγότερο γνωστά, σαν το Evia Pass και το Samos Pass για πυρόπληκτες περιοχές.

Για να ανοίξω μια παρένθεση, το Power Pass είναι μία από τις 42 λέξεις που συμμετέχουν στην ψηφοφορία του ιστολογίου μας για τη Λέξη της χρονιάς 2022, που άρχισε στις 15 του μηνός και θα συνεχιστεί ως τις 30. Αν δεν έχετε ψηφίσει, μην το καθυστερείτε -μπορείτε να ψηφίσετε τώρα, από την ειδική σελίδα μας. Κλείνει η παρένθεση.

Κάθε μέτρο ενίσχυσης είναι καλοδεχούμενο, κι ας είναι ξεκάθαρα προεκλογικό. Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα εστιαστούμε, ακριβώς, στη λέξη Pass που χαρακτηρίζει όλα αυτά τα μέτρα, μια λέξη που έχει περάσει (όχι μέσω των αγγλικών) και στα ελληνικά και που έχει αποδειχτεί ικανή να παίρνει πολλές σημασίες, σωστός λεξιλογικός Πρωτέας.

Το pass είναι λέξη αγγλική, ρήμα και ουσιαστικό όπως συνήθως. Στα αγγλικά, το ρήμα προήλθε από το παλαιογαλλικό (και ίδιο στα σημερινά γαλλικά) passer, από το λαϊκό λατινικό *passare «βηματίζω, περπατώ, περνάω», από το λατινικό passus «βήμα».

Από τα λατινικά έχουμε και το ιταλικό passare, και το passo, βήμα αλλά και πέρασμα, από το οποίο προήλθε το ελληνικό «πάσο».

Όπως είπαμε, το πάσο είναι λέξη πολυσήμαντη. Στην έκφραση «με το πάσο μου» σημαίνει αργά, χωρίς βιασύνη, π.χ. δουλεύω με το πάσο μου, δηλαδή χαλαρά, όχι εντατικά.

Στα χαρτιά, πάω πάσο, δηλαδή παραιτούμαι (προσωρινά ή οριστικά) από το δικαίωμα να πλειοδοτήσω, να παίξω. Αυτό έχει περάσει και μεταφορικά σε χρήσεις εκτός χαρτοπαιγνίου: αν επιμένεις, εγώ πάω πάσο, δηλαδή υποχωρώ.

Στα σπίτια, το πάσο είναι το άνοιγμα σε μεσότοιχο για το πέρασμα αντικειμένων από τον ένα χώρο στον άλλο -εδώ το πάσο είναι πέρασμα.

Έχουμε όμως και το πάσο στις βίδες, το διάστημα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις αυλακώσεις της βίδας. Εδώ το πάσο είναι βήμα.

Και, το πιο συχνό ίσως, πάσο είναι το δελτίο με το οποίο ο κάτοχός του (π.χ. φοιτητής, μαθητής, πολύτεκνος κτλ) εξασφαλίζει κάποιο προνόμιο, ιδίως μειωμένη τιμή στα μέσα μεταφοράς ή ελεύθερη είσοδο σε κάποιους χώρους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , | 168 Σχόλια »

Και τα πόμολα!

Posted by sarant στο 29 Νοεμβρίου, 2022

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως θα ξέρετε, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 24 ως τώρα. Η εικόνα είναι από τη δημοσίευση στο περιοδικό. 

Μια έκφραση που ακούγεται πολύ συχνά στα σόσιαλ τα τελευταία χρόνια, σε καταγγελίες για οικονομικές ατασθαλίες κάθε λογής, ιδίως από παρατρεχάμενους της κυβέρνησης, είναι ότι έχουν φάει ή έφαγαν ή «θα φάνε και τα πόμολα» ή «μέχρι και τα πόμολα». Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βρίσκουμε και μιμίδια που εικονογραφούν την έκφραση.

Πρόκειται για έκφραση της μόδας λοιπόν, για να δηλωθεί η αχαλίνωτη κατάχρηση δημόσιου χρήματος, εκεί που παλιότερα θα λέγαμε, ας πούμε, «τρώνε με δέκα μασέλες» ή «κλέβουν και της Παναγιάς τα μάτια».

Η απαρχή της φράσης πρέπει να βρίσκεται σε περιπτώσεις διάρρηξης κατά τις οποίες οι κλέφτες αφαιρούν τα πάντα από ένα σπίτι ή κατάστημα: όχι μόνο χρήματα, τιμαλφή και έπιπλα, αλλά ακόμα και τα πόμολα από τις πόρτες, τα οποία και σχετικά χρονοβόρο είναι να ξεβιδωθούν αλλά και μικρότερη αξία έχουν. Πότε πότε βρίσκουμε τέτοιες ειδήσεις στο αστυνομικό δελτίο: έκλεψαν μέχρι και… πόμολα από πολυκατοικίες στη Θεσσαλονίκη.

Την έκφραση «τρώνε/έφαγαν/θα φάνε και τα πόμολα» τη βρίσκουμε πολύ συχνά στο Τουίτερ, αλλά ακόμα και σε δηλώσεις πολιτικών ή στην αρθρογραφία της αντιπολίτευσης (ας πούμε «ο ανασχηματισμός και τα φαγωμένα πόμολα» στην Αυγή ήδη το 2020). Από την άλλη, δεν την έχω βρει καταγραμμένη σε κάποιο έργο αναφοράς. Και βέβαια δεν έχω τέτοια απαίτηση από τα γενικά λεξικά, αφού αυτά δεν καταγράφουν νεόκοπες εκφράσεις της αργκό, αλλά παραξενεύομαι που δεν τη βρίσκω ούτε στο slang.gr, το οποίο καταγράφει μόνο μια λεξιπλασία του Τζίμη Πανούση, όπου πόμολο είναι ο εύκολα χειραγωγούμενος λαός, από το πόπολο και το μόμολο. Αυτό μάλλον δείχνει πως η έκφραση είναι πρόσφατης κοπής, αφού τα τελευταία 3-4 χρόνια το slang.gr υπολειτουργεί.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε ας πούμε δυο λόγια για τη λέξη «πόμολο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , | 82 Σχόλια »

Η αβανιά σήμερα

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2022

Σε μια γλωσσική ομάδα του Φέισμπουκ είχε γίνει λόγος, πριν από μερικές μέρες, για έναν κατάλογο που είχα δημοσιεύσει σε παλιότερο άρθρο μου, με 730 λέξεις τουρκικής προέλευσης. Στο άρθρο εκείνο, τις 730 λέξεις του καταλόγου τις χαρακτηρίζω «καθημερινές, συχνές ή όχι σπάνιες», αλλά βέβαια αυτή η ταξινόμηση έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Όλοι θα συμφωνήσουν ότι π.χ. το ντουλάπι ή ο καφές είναι λέξεις καθημερινές και (πολύ) συχνές, αλλά για άλλες λέξεις του καταλόγου δεν θα υπάρχει η ίδια ομοφωνία.

Ο κατάλογος ξεκινάει με τις λέξεις: αβανιά, αγάς, αγιάζι, αλάνα, αλάνι. Και για την πρώτη λέξη από αυτές, την αβανιά, προβλήθηκε η ένσταση πως κανείς δεν την χρησιμοποιεί σήμερα ενεργητικά.

Δεν είναι ίσως αβάσιμη η ένσταση, οπότε είπα να γράψω το σημερινό άρθρο για να το διερευνήσουμε -γι’ αυτό και ο τίτλος, που θυμίζει το τραγούδι «Η πίκρα σήμερα». Λέγεται λοιπόν η αβανιά σήμερα;

Αν κρίνουμε με βάση τα λεξικά, η αβανιά ασφαλώς είναι ζωντανή λέξη. Περιλαμβάνεται και στα τέσσερα μεγάλα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτη, Χρηστικό, ΜΗΛΝΕΓ). Στο Χρηστικό χαρακτηρίζεται «παρωχημένος» όρος, πάντως. Ο ορισμός από το ΛΚΝ:

αβανιά η [avaná] Ο24 : (λαϊκότρ., λογοτ.) 1. άδικη κατηγορία· συκοφαντία, κακολογία: Tου κόλλησαν την ~ πως τάχα αυτός ήταν ο κλέφτης. Πιο πολύ τον έπνιγαν οι αβανιές του κόσμου. 2. ζημιά, κακοτυχία, συμφορά: Mε βρήκαν / έπαθα πολλές αβανιές.

[μσν. αβάν(ης) `συκοφάντης΄ -ιά < αραβ. hawān -ης `προδότης΄]

Ωστόσο, να μην ξεχνάμε ότι η αβανιά βρίσκεται στις πολύ πρώτες σελίδες κάθε λεξικού -και μια ψυχολογική παρατήρηση είναι πως στο ξεκίνημα ενός λεξικογραφικού (ή εγκυκλοπαιδικού) έργου υπάρχει περισσότερη γενναιοδωρία ως προς την έκταση αλλά και ως προς τον αριθμό των λημμάτων.

Επίσης, η λέξη έχει ισχυρή ιστορική και λογοτεχνική παρουσία. Για παράδειγμα, στον Παπαδιαμάντη, στο διήγημα «Για την περηφάνια», ο μεθυσμένος γιος κοροϊδεύει τη  μητέρα του, που έχει βγει για να τον μαζέψει:

Μαζώξου στὸ σπίτι σου, γριά, μὴ σοῦ κολλήσουν καμμιὰ ἀβανιά, τώρα στὰ γεροντάματα… καὶ ποῦν πὼς ἐβγῆκες τάχα σὲ κακὴ στράτα.

Πάλι στον Παπαδιαμάντη, στη Στοιχειωμένη κάμαρα, διαβάζουμε:

Καὶ ὅμως ἡ μητρυιά της τὴν ἐκατάτρεχεν ἀκόμη. Ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ νυμφευθῇ ἡ κόρη, ὁ πατήρ της μίαν ἡμέραν τῆς «ἔρριξεν ἀβανιά», ὅσον ἀπίστευτον καὶ ἂν φανῇ τοῦτο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 86 Σχόλια »

Χορταίνει κανείς με χόρτα;

Posted by sarant στο 21 Νοεμβρίου, 2022

Μια φορά, ένας γνωστός, που θεωρούσε πως πρέπει να τρώει κρέας κάθε μέρα, αν όχι σε κάθε γεύμα, στην προτροπή της γυναίκας του να υιοθετήσει πιο υγιεινό διαιτολόγιο, αντέδρασε λέγοντας: Γελάδα είμαι να φάω χόρτα; Χορταίνει κανείς με χόρτα;

Φυσικά, χόρτα δεν τρώνε μόνο οι γελάδες, και ασφαλώς μπορεί να χορτάσει κανείς χωρίς κρέας, αλλά αν το πάμε ετυμολογικά τότε θα λέγαμε πως μόνο με χόρτα χορταίνει κανείς -ή έστω καταρχήν με χόρτα. Θα την προσέξατε την ομοιότητα των δυο λέξεων άλλωστε, χόρτο ή χορτάρι από τη μια και χορταίνω από την άλλη.

Κι αφού εδώ λεξιλογούμε, ας αφιερώσουμε το άρθρο αυτό στο να διερευνήσουμε, γλωσσικά πάντοτε, πώς χορταίνει κανείς με χόρτα.

Σημερα λέμε το χορτάρι και τα χόρτα, αλλά η λεξιλογική αλυσίδα ξεκινάει στην αρχαιότητα, από τον Όμηρο κιόλας, με μια λέξη γένους αρσενικού. Ο χόρτος λοιπόν, που απαντά δυο φορές στην Ιλιάδα, είναι ο περιφραγμένος περίβολος όπου βόσκουν τα ζώα, ας πούμε στο Λ772-4:

γέρων δ᾽ ἱππηλάτα Πηλεὺς
πίονα μηρία καῖε βοὸς Διὶ τερπικεραύνῳ
αὐλῆς ἐν χόρτῳ

ή, στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή:

κι ο γέρο αλογολάτης
Πηλέας στο Δία τον κεραυνόχαρο παχιά μεριά από βόδι
έκαιγε μέσα στον αυλόγυρο

Η ελληνική λέξη είναι συγγενική με το λατινικό hortus, αφού και τα δυο ανάγονται σε ινδοευρ. ρίζα *gher- από την οποία και τα garden, jardin κτλ.

Στους επόμενους αιώνες έχουμε μια μικρή μετατόπιση σημασίας, και από τον περιφραγμένο τόπο όπου υπάρχουν και βόσκουν ζώα περνάμε σε οποιονδήποτε βοσκότοπο, σε λιβάδι, σε τόπο χλοερό, συχνά στον πληθυντικό, π.χ. καὶ τείχη χόρτων τ’ εὐδένδρων στον Ευριπίδη (Ιφιγένεια εν Ταύροις 134).

Δεύτερη μετατόπιση σημασίας, πιο σημαντική, η λέξη «χόρτος» από λιβάδι άρχισε να σημαίνει «ζωοτροφή». Ο όρος χρησιμοποιείται αρχικώς για κάθε είδος τροφής ζώου -μάλιστα ο Αισχύλος χρησιμοποιεί τον όρο «λεοντόχορτος» για μιαν αντιλόπη που την κατασπαράζουν τα λιοντάρια, αλλά βέβαια σταδιακά επικράτησε να σημαίνει τη ζωοτροφή των μεγάλων εξημερωμένων ζώων, τον σανό, τη χορτονομή, μάλιστα σε αντιδιαστολή με το σιτηρέσιο των ανθρώπων/στρατιωτών, όπως στον Ηρόδοτο (9.41): σῖτόν τέ σφι ἐσενηνεῖχθαι πολλὸν καὶ χόρτον τοῖσι ὑποζυγίοισι.

Και σε μια τρίτη μετατόπιση της σημασίας, από το χόρτο για ζωοτροφή η λέξη σημαίνει το χορτάρι γενικά, που φυτρώνει στη γη, ας πούμε στο κατά Ματθαίον: ὅ τε δὲ ἐβλάστησεν ὁ χόρτος καὶ καρπὸν ἐποίησεν, τότε ἐφάνη καὶ τὰ ζιζάνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 120 Σχόλια »

Μικρό καλάθι (του νοικοκυριού) να κρατάμε…

Posted by sarant στο 27 Οκτωβρίου, 2022

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως θα ξέρετε, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 23 ως τώρα. Η εικόνα είναι από τη δημοσίευση στο περιοδικό. 

Διαβάζω ότι το Υπουργείο Ανάπτυξης σκοπεύει, πιθανώς από τις 2 Νοεμβρίου, να θέσει σε εφαρμογή το «καλάθι του νοικοκυριού», σε μια προσπάθεια να συγκρατηθούν οι τιμές στην αγορά. Πρόκειται για 50 κατηγορίες ειδών πρώτης ανάγκης, κυρίως τροφίμων· τα μεγάλα σουπερμάρκετ θα είναι υποχρεωμένα να προσφέρουν έναν κωδικό (ένα είδος) από κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες σε χαμηλή τιμή.

Ακόμα δεν έχουν ξεκαθαριστεί οι λεπτομέρειες του συστήματος, αλλά ήδη γίνεται αρκετός λόγος για το προτεινόμενο μέτρο· αλλά αυτά θα τα διαβάσετε σε άλλες στήλες, περισσότερο ειδικές. Εμείς εδώ, ως γνωστόν, λεξιλογούμε· κι έτσι, το σημερινό μας άρθρο θ’ αφιερωθεί στη λέξη «καλάθι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 121 Σχόλια »

Η μέγκλα δεν είναι made in England

Posted by sarant στο 21 Οκτωβρίου, 2022

Χτες το πρωί άκουγα στο Κόκκινο την αγαπητή μου Ευγενία Λουπάκη, και σε κάποιο σημείο ανέφερε τη λέξη «μέγκλα», οπότε  σχολίασε, εν παρόδω, απευθυνόμενη στον Χρυσόστομο Λουκά, τον συμπαρουσιαστή της: «Ξέρεις, προέρχεται από το made in England, από τα αγγλικά κασμίρια, που ήταν πρώτης ποιότητας» (ή κάτι τέτοιο).

Η άποψη αυτή κυκλοφορεί ευρέως, τη δέχεται άλλωστε, αν και με επιφύλαξη («ίσως») το ΛΚΝ. Όμως, νομίζω πως δεν ευσταθεί. Φυσικά έχουμε άρθρο στο ιστολόγιο για το θέμα, και μάλιστα πριν από 11 χρόνια, αλλά το παλιό εκείνο άρθρο χρειάζεται ξαναγράψιμο, μεταξύ άλλων για να ενσωματωθούν πολλά πολύτιμα σχόλιά σας. Οπότε γράφω το σημερινό -και όσοι ήταν μαζί μας από τον Μάρτιο του 2011 να με συγχωρήσουν για την επανάληψη, που πιο σωστά είναι ανακαίνιση.

Η λέξη μέγκλα λέγεται για κάτι το πολύ καλό, εκλεκτής ποιότητας. Ανήκει βέβαια στο μάγκικο λεξιλόγιο, αλλά είναι αρκετά διαδεδομένη, τόσο ώστε να λημματογραφείται στα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας. Χρησιμοποιείται σήμερα ως χαρακτηριστικό ενός εκλεκτού πράγματος: Αγόρασα ένα κουστουμάκι μέγκλα! αλλά και επιρρηματικά: Περάσαμε μέγκλα στο πάρτι. 

Η προέλευση της μέγκλας από το made in England απορρίπτεται καταρχάς για φωνητικούς λόγους. Η συναρπαγή αυτή κρίνεται απίθανη, διότι παραλείπονται συλλαβές χωρίς να πληρούνται οι απλολογικοί όροι.

Όμως εναντίον της αγγλικής προέλευσης συνηγορούν και χρονολογικές παράμετροι. Ένας γενικός εμπειρικός κανόνας είναι ότι λέξεις του 19ου αιώνα ή και των αρχών του 20ού δεν είναι πολύ πιθανό να έρχονται απευθείας από τα αγγλικά  στα ελληνικά (χωρίς μεσολάβηση γαλλικών ή ιταλικών ως ενδιάμεσων) εκτός αν ανήκουν στο ναυτικό λεξιλόγιο. Η λέξη «μέγκλα» είναι βέβαια του λαϊκού λεξιλογίου, οπότε οι καταγραφές σπανίζουν, πάντως, όπως θα δούμε, έχει ανευρέσεις από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενώ άλλες λέξεις της ίδιας οικογένειας από τον 19ο αιώνα, οπότε η αγγλική προέλευση γίνεται απίθανη.

Το λεξικό του Μπαμπινιώτη (και όμοια το ΜΗΛΝΕΓ) υποστηρίζει, βάσιμα πιστεύω, ότι η μέγκλα = κάτι το εκλεκτό ανάγεται στην ποντιακή λέξη μέγκλα = πέος, που πέρασε μέσω της αργκό ως κάτι εύσημο. Η ποντιακή λέξη με τη σειρά της ανάγεται στο δημώδες λατινικό mencla, και αυτό στο λατιν. mentula, ίδιας σημασίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Πόντιοι | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Από τον κόλαφο στο κουπόνι

Posted by sarant στο 13 Οκτωβρίου, 2022

Διαβάζω στον ιστότοπο της Αυγής: Κόλαφος το πόρισμα ΣΥΡΙΖΑ για τις υποκλοπές. Η πρώτη λέξη του τίτλου είναι από εκείνες τις λόγιες λέξεις που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας μόνο μεταφορικά. Κόλαφος σημαίνει χαστούκι, αλλά σήμερα, όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε κυριολεκτικό χτύπημα δεν θα πούμε κόλαφο, ούτε ράπισμα, θα πούμε χαστούκι, μπουνιά, φούσκο, γροθιά, σφαλιάρα, κατραπακιά, φάπα, μάπα, σκαμπίλι -ο κατάλογος είναι πολύ πλούσιος και σκέφτομαι προσεχώς να γράψω ένα άρθρο, σαν κι αυτά που βάζω περιστασιακά, για τις 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού και των χτυπημάτων.

Αλλά να μην ξεστρατίσω, σήμερα μιλάμε για τον κόλαφο, που όπως είπα μόνο μεταφορικά χρησιμοποιείται στις μέρες μας, ενώ το χαστούκι μπορεί να είναι μεταφορικό (Ηχηρό χαστούκι στην Τουρκία από την Κομισιόν, διάβαζα τις προάλλες) αλλά μπορεί να είναι και κυριολεκτικό.

Ο κόλαφος συχνά εμφανίζεται σε τίτλους ειδήσεων, όπως είπα. Σταχυολογώ απο την πρωτη σελίδα του γκουγκλ, από τίτλους σε ειδησεογραφικά βίντεο:

Μενέντεζ: Τροπολογία – κόλαφος για την Τουρκία

Πισπιρίγκου: Βούλευμα – «κόλαφος» για τη δολοφονία τής …

Έκθεση – κόλαφος για τα χρυσά διαβατήρια

Κόλαφος ο Γιώργος Σαχίνης για την αγωγή Αυγενάκη

Με τον τελευταίο τίτλο έχω κάποιο πρόβλημα. Εγω δεν θα τον διατυπωνα έτσι. Μια έκθεση, ένα βούλευμα μπορεί να είναι κόλαφος, αλλά για πρόσωπο θα ελεγα «Καταπέλτης». Ίσως όμως πρόκειται για προσωπική μου προτίμηση διότι στους ορισμούς των λεξικών δεν βρίσκω κάτι που να διαφοροποιεί, στις μεταφορικές τους χρήσεις, τον κόλαφο από τον καταπέλτη, τουλάχιστον ως προς τον φορέα τους.

Λέω λοιπόν σημερα να αφιερώσω το άρθρο στον κόλαφο, μια λέξη που έχει πολύ μεγάλο ετυμολογικό ενδιαφερον, μιας και αποτελεί την αφετηρία πολλών ετυμολογικών αλυσιδων και πολλών αντιδανείων -ένα θέμα που το αγαπάμε πολύ στο ιστολόγιο. Η αλήθεια είναι ότι πολλά από τα ετυμολογικά των αντιδανείων τα έχω ήδη γράψει σε δυο παλιότερα άρθρα, του 2013 και του 2016, που όμως είχαν άλλο θέμα. Αξίζει όμως κι ένα ειδικό αρθρο αφιερωμένο στη λέξη αυτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ευαγγέλιο, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , | 96 Σχόλια »