Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Φράπες, γκρέιπ φρουτ και τα υπόλοιπα εσπεριδοειδή, ξανά

Posted by sarant στο 20 Νοεμβρίου, 2020

Ταξίδευα χτες οπότε δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο. Στις περιπτώσεις αυτές συχνά καταφεύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης κι αυτό θα κάνω και σήμερα.

Το άρθρο που θα διαβάσετε είχε πρωτοδημοσιευτεί πριν απο έξι χρόνια, πάλι Νοέμβρη μήνα, αφού τον Νοέμβριο τα εσπεριδοειδή βρίσκονται στην εποχή τους -εννοώ πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο, αφού αρχικά το είχα συμπεριλάβει στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, του 2013.

Σε προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου (και αντίστοιχα άρθρα του ιστολογίου) παρουσιάστηκαν τα πορτοκάλια, τα λεμόνια και οι φτωχοί συγγενείς τους, νεράντζια και κίτρα· σε άλλο άρθρο είπαμε και για το μανταρίνι. Όμως υπάρχουν και άλλα εσπεριδοειδή, που θα μας απασχολήσουν λιγότερο, μια και δεν κατέχουν κεντρική θέση στη ζωή μας ή στην κουλτούρα μας.

Και ξεκινάμε από το γκρέιπ-φρουτ, το οποίο, παρόλο που τις τελευταίες δεκαετίες έχει μπει ορμητικά στη ζωή μας, ούτε ντόπιο όνομα δεν αξιώθηκε να αποκτήσει – είναι το πιο διαδεδομένο στην Ελλάδα φρούτο που έχει διατηρήσει ασυμμόρφωτο και άκλιτο το ξένο του όνομα (οι ανανάδες και οι μπανάνες κλίνονται, βλέπετε, ενώ το μάνγκο είναι πολύ λιγότερο διαδεδομένο). Λοιπόν, στα ελληνικά είναι δάνειο από το αγγλικό grape-fruit, που το είπαν έτσι επειδή οι καρποί του φυτρώνουν σε τσαμπιά στις άκρες των κλαδιών.

Φράπα, αγγλιστί pomelo

Αν δεν βρίσκετε πολύ εύστοχη την αγγλική ονομασία, δεν είστε ο μόνος· μάλιστα διαβάζω ότι έχουν γίνει επανειλημμένες προσπάθειες να καθιερωθεί άλλο όνομα, αλλά απέτυχαν, γιατί έχει πια ριζώσει. Αλλά, όπως θα δούμε πιο κάτω, και η επίσημη βοτανική ονομασία αναφέρεται στο τσαμπί.

Στις Αντίλλες, που είναι η πατρίδα του, και συγκεκριμένα στα νησιά Μπαρμπάντος, το είπαν αρχικά «απαγορευμένο καρπό», πράγμα που αντανακλάται και στο βοτανικό του όνομα, Citrus paradisi. Ωστόσο, το γκρέιπ-φρουτ προέκυψε από διασταύρωση ανάμεσα στο πορτοκάλι και στη φράπα, που είναι καρπός ιθαγενής της Νοτιοανατολικής Ασίας. Κάπως τα μπλέξαμε τα πράγματα, οπότε ας τα πάρουμε με τη σειρά, όσο κι αν είναι μπερδεμένα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 156 Σχόλια »

Ντάουν. Λοκ ντάουν.

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2020

Πριν από μερικές μέρες, το λεξικό Collins ανακοίνωσε ότι, σύμφωνα με τους λεξικογράφους του, Λέξη του 2020 είναι το lockdown -στα αγγλικά βεβαίως.

Εμείς διοργανώνουμε κάθε χρόνο ανάλογη ψηφοφορία, λιγότερο επιστημονική ίσως, και, αν βρούμε το κουράγιο να την κάνουμε και φέτος είναι σχεδόν βέβαιο πως θα έχουμε κυριαρχία των όρων που συνδέονται με την πανδημία -από τον ίδιο τον κορονοϊό μέχρι, ακριβώς, το λοκντάουν, περνώντας από την καραντίνα. Μάλλον θα κυριαρχήσει το λοκντάουν, επειδή είναι φρέσκο στο πετσί μας, ενώ αν η ψηφοφορία γινόταν στις αρχές της πανδημίας μάλλον θα ξεχώριζε ο κορονοϊός, που θυμάστε πόσες συζητησεις είχαμε για το πώς ακριβώς πρέπει να ειπωθεί και πώς να γράφεται.

Δεν θέλω να σας προκαταλάβω, αλλά είπα να αφιερώσουμε ένα άρθρο στα λεξιλογικά του λοκντάουν -αφού το έχουμε ήδη εξετάσει από τις άλλες απόψεις του.

Θα εξετάσω το ασυμμόρφωτο δάνειο, που επιμένω να το γράφω με ελληνικούς χαρακτήρες, λοκντάουν, και όχι lockdown (ή lock-down) στα αγγλικά. Κι αυτό δεν το κάνω ούτε απο βαρεμάρα (να αλλάξω γραμματοσειρά) ούτε από αίσθημα ξενηλασίας, αλλά επειδή όταν μιλώ ελληνικά προφέρω ελληνοπρεπώς τις ξένες λέξεις, ακόμα και τα ασυμμόρφωτα δάνεια. Προφέρω λοιπόν λοκντάουν, όχι lock-down.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 225 Σχόλια »

Πού κάμισο;

Posted by sarant στο 12 Νοεμβρίου, 2020

Τη λογοπαικτική ερώτηση του τίτλου μόλις τη σκέφτηκα, αν και δεν αποκλείω καθόλου να την έχουν σκεφτεί κι άλλοι στο παρελθόν -δεν υπάρχει γραφείο κατοχύρωσης ευρεσιτεχνιών για τα λογοπαίγνια.

Βέβαια, το «πουκάμισο» δεν αναλύεται σε πού + κάμισο, αυτό το λέμε για να γελάσουμε. Ξέρουμε άλλωστε ότι στην καθαρεύουσα ήταν «υποκάμισον».

Να το αναλύσουμε λίγο αυτό το «υποκάμισον». Θα μου πείτε, δεν θέλει ανάλυση: υπό + κάμισον. Αλλά τι είναι αυτο το κάμισον που από κάτω του μπαίνει το πουκάμισο;

Καμίσιον και κάμισον είναι τύποι της ύστερης αρχαιότητας, αφού πρώτη φορά τους βρίσκω σε κείμενα του 3ου-4ου αιώνα της χρονολογίας μας. Για να είμαι ακριβής, στο TLG βρίσκω μόνο το καμίσιον, το κάμισον υπάρχει σε παπύρους. Παίρνω ένα κάπως μεταγενέστερο παράδειγμα, από τον Ιωάννη Μόσχο (6-7 αι.):

Περὶ τούτου τοῦ ἀββᾶ Θεοδοσίου ἀκούσας Ἀβράμιος ὁ ἡγούμενος τῆς ἁγίας Θεοτόκου Μαρίας τῆς Νέας, ὅτι οὐκ εἶχεν ἱμάτιον ἐν τῷ χειμῶνι φορέσαι, ἠγόρασεν αὐτῷ καμίσιον.

Δεν είχε ρούχο να φορέσει τον χειμώνα και του αγόρασε καμίσιον -άρα το καμίσιον, τότε τουλάχιστον, θα ήταν κάπως χοντρό ρούχο, πανωφόρι, και το υποκάμισον πιο λεπτό, κάτω από το καμίσιον.

Αλλά στο ίδιο έργο του Μόσχου βρίσκουμε και την πρώτη εμφάνιση του τύπου υποκάμισον:  Εἶτα μετὰ χρόνον τινὰ λοιδορία κατ’ ἐμοῦ πρὸς τὸν βασιλέα γίνεται, ὅτι τὰ κομερκίου ἐσκόρπισα· καὶ πέμπει ὁ βασιλεὺς, καὶ διαρπάζει τὴν οἰκίαν μου, καὶ ἀπὸ ὑποκαμίσου ἀνασπᾷ με ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ δίδωσί με εἰς τὸ δεσμωτήριον, καὶ ποιῶ ἱκανὸν χρόνον μετὰ τοῦ παλαιοῦ καμισίου.

Και προχωρώντας μερικούς αιώνες πιο πέρα, βρίσκουμε και τους πρώτους τύπους με πουκάμισο, στον Σπανό, αυτό το βυζαντινό κρεσέντο κοπρολογίας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Ομοιοκαταληξία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 255 Σχόλια »

Το άλλο χρυσάφι της γης, ξανά

Posted by sarant στο 4 Νοεμβρίου, 2020

Δεν πρόφταινα να γράψω φρέσκο άρθρο, είχα ετοιμασίες για ταξίδι. Οπότε, ξαναδημοσιεύω ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, που αρχικά είχε δημοσιευτεί πριν από εννιά χρόνια κι ένα μήνα, τότε που ήμασταν νεότεροι, ωραιότεροι και χωρίς κορόνα.

Παρόλο που πολλοί συμμετείχατε και στην τότε συζήτηση, ελπίζω να μη θυμάστε πολύ καλά το άρθρο -ενώ κάποιοι σίγουρα δεν θα το έχουν δει. Ενσωματώνω και μερικά από τα τότε σχόλια.

Οι πατατοφάγοι του Βαν Γκογκ (τμήμα)

Οι Ισπανοί κονκισταδόρες που έφτασαν στο Περού γύρω στο 1530 αναζητώντας χρυσάφι και ασήμι παρατήρησαν ότι οι Ίνκας έτρωγαν έναν περίεργο χυλό, που φτιαχνόταν από κάτι αποξηραμένους καρπούς –δοκίμασαν και άρχισαν να τρώνε και οι ίδιοι, και τελικά το έφεραν στην Ευρώπη, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι ήταν κάτι πολύ πολυτιμότερο από το χρυσάφι και το ασήμι. Ήταν η πατάτα.

Όταν σκεφτούμε πόσο δεμένη είναι η πατάτα σήμερα με το καθημερινό μας διαιτολόγιο, δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι πριν από λίγους αιώνες ήταν σχεδόν ή εντελώς άγνωστη (βέβαια το ίδιο ισχύει και με τη ντομάτα). Διότι, έστω κι αν έφτασε στην Ισπανία περί το 1550, η πατάτα άργησε πολύ να πάρει τη θέση που έχει σήμερα. Από την αρχή την αντιμετώπισαν με δυσπιστία, για διάφορους λόγους.

Καταρχάς, για κανα-δυο αιώνες κανείς δεν είχε σκεφτεί να την ξεφλουδίσει. Έπειτα, πολλοί δοκίμασαν να τη φάνε ωμή, με αποτέλεσμα να αρρωστήσουν –έτσι, διαδόθηκε ότι η πατάτα προκαλεί λέπρα. Απωθητικό ήταν και το γεγονός ότι φύτρωνε κάτω από τη γη, και έδωσε λαβή να αναπτυχθούν διάφορες δεισιδαιμονίες. Έπειτα, δεν έκανε καμιά εντύπωση έτσι όπως ήταν άοσμη και άγευστη. Την καλλιεργούσαν κυρίως για ζωοτροφή.

Το όνομα της πατάτας βγήκε από ένα μπέρδεμα. Οι Ισπανοί γνώρισαν δυο παρεμφερή φυτά στον Νέο Κόσμο: την πατάτα, στο Περού, που την είπαν papa, όπως είναι στην γλώσσα Κέτσουα, και τη γλυκοπατάτα, που την είπαν batata, λέξη των Ινδιάνων της Ισπανιόλας (το μεγάλο νησί που σήμερα είναι χωρισμένο στην Αϊτή και τη Δομινικανή Δημοκρατία). Από τη διασταύρωση των λέξεων papa και batata προέκυψε ο όρος patata, που αρχικά τον χρησιμοποιούσαν αδιακρίτως και για γλυκοπατάτες και για πατάτες, και που διαδόθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 186 Σχόλια »

Η ώρα όπου σβήνουν τις φωτιές

Posted by sarant στο 26 Οκτωβρίου, 2020

Καθώς ο αριθμός των κρουσμάτων στη χώρα φλερτάρει με τα τετραψήφια νούμερα χωρίς ακόμα, ευτυχώς, να τα έχει πιάσει, από το Σάββατο εφαρμόστηκε και στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες περιοχές της χώρας, το μέτρο της νυχτερινής απαγόρευσης κυκλοφορίας.

Σύμφωνα με το κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως:

Σε περίπτωση που μια περιοχή εντάσσεται στη στήλη με το υψηλό ή το πολύ υψηλό επιδημιολογικό επίπεδο, για επιτακτικούς λόγους αντιμετώπισης σοβαρού κινδύνου δημόσιας υγείας που συνίστανται στη μείωση του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, επιβάλλεται ως μέτρο πρόληψης ο περιορισμός της κυκλοφορίας των πολιτών από τις 00:30 μέχρι τις 05:00.

Παρόμοια μέτρα απαγόρευσης της νυχτερινής κυρίως κυκλοφορίας έχουν επιβληθεί και σε πολλές μεγάλες πόλεις στη Γαλλία, ενώ στην Ιταλία, διαβάζω, τα μπαρ και τα εστιατόρια θα κλείνουν από τις 6. Στην Ισπανία, πάλι, η απαγόρευση κυκλοφορίας μετράει από τις 23.00, και μαλιστα το μέτρο επιβλήθηκε για έξι μήνες! Για να μην πηγαίνω μακριά, στο Λουξεμβούργο, όπου επίσης υπήρξε αναζωπύρωση του αριθμού των κρουσμάτων, αποφασίστηκε, αναμεσα σε άλλα μέτρα που τα βλέπετε στην εικόνα αριστερά, απαγόρευση κυκλοφορίας απο τις 23.00 ως τις 06.00.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, Λουξεμβούργο, Πανδημικά | Με ετικέτα: , | 228 Σχόλια »

Σώζει ο σωσίας;

Posted by sarant στο 21 Οκτωβρίου, 2020

Πριν από δυο μήνες περίπου, σε ένα από τα σαββατιάτικα άρθρα μας, είχαμε δει ένα μεζεδάκι όπου κάποιος στο Φέισμπουκ, σχολιάζοντας την υπόθεση του παιδιού που παραλίγο να πνιγεί δίπλα στο φέρι μποτ, έγραψε αυτό που βλέπετε στην εικόνα: Ευτυχώς που σώθηκε το παιδάκι. Μπράβο στους σωσίες του.

Mπράβο, δηλαδή σε αυτούς που έσωσαν το παιδάκι. Αλλά σώζει ο σωσίας;

Ο σωσίας, όπως ξέρουμε, είναι αυτός που μοιάζει εντυπωσιακά με κάποιον άλλον. Αυτός που σώζει δεν λέγεται σωσίας, αλλά σωτήρας.

Όπως έγραψα τότε, κι άλλη φορά έχω δει να αποκαλείται «σωσίας» αυτός που έσωσε κάποιον, αντί για «σωτήρας», διότι αυτός που σώζει είναι «αναμενόμενο» να λέγεται «σωσίας».

Από τη μια, ο σωσίας δεν έχει καμια ετυμολογική ή άλλη συνάφεια με την «εκπληκτική ομοιότητα»· από την άλλη όμως είναι μια λέξη ζωντανή, που χρησιμοποιείται συνεχώς με την κανονική της σημασία, του εμφανισιακά όμοιου.

Αυτά είχα γράψει πριν από δυο μήνες, και, απαντώντας σε μιαν ερώτηση του φίλου μας του Νεοκίντ συμπλήρωσα τη μοιραία επωδό «Ευκαιρία λοιπόν για ιδιαίτερο άρθρο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Θεατρικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 246 Σχόλια »

Κυρώσεις και ακυρώσεις

Posted by sarant στο 16 Οκτωβρίου, 2020

Η χτεσινή Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ είχε ως βασικότερο θέμα στην ημερήσια διάταξή της το δεύτερο κύμα της πανδημίας, που μαίνεται στις κεντρικές και βόρειες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις καθώς άρχισαν οι χαμηλές θερμοκρασίες -χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι η ίδια η πρόεδρος της Κομισιόν αναγκάστηκε να αποχωρήσει όταν διαγνώστηκε θετικό ένα άτομο του ιδιαίτερου γραφείου της.

Ωστόσο, στην ημερήσια διάταξη προστέθηκε, την τελευταία στιγμή και ύστερα από διάβημα του πρωθυπουργού, το ζήτημα των «τουρκικών προκλήσεων». Το βάζω σε εισαγωγικά, όχι επειδή δεν είναι αλήθεια, το αντίθετο μάλιστα, αλλά επειδή έχει πια γίνει κλισέ. Κανείς όμως δεν διαφωνεί ότι ενέργειες όπως το άνοιγμα της παραλίας στα Βαρώσια ή το καψόνι στο αεροσκάφος που μετέφερε τον ΥΠΕΞ κ. Δένδια είναι ξεκάθαρες προκλήσεις, που έρχονται να προστεθούν στην Νάβτεξ βάσει της οποίας το Ορούτς Ρεΐς πραγματοποιεί έρευνες νότια από το Καστελόριζο.

Από την άποψη αυτή, το θέμα της Τουρκίας θα έπρεπε να είναι στην ημερήσια διάταξη αυτοδίκαια, και όχι να προστεθεί τελευταία στιγμή ως παραχώρηση, ενώ φυσικά λείπει εντελώς η μαγική λέξη που επαναλαμβάνεται διαρκώς στην εσωτερική πολιτική σκηνή, αλλά δεν καταφέρνει να ακουστεί στις συνόδους κορυφής της ΕΕ: η λέξη «κυρώσεις». Ο τίτλος άλλωστε σε μια χτεσινή ειδησεογραφική εκπομπή ήταν: Η Γερμανία παγώνει τις κυρώσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διεθνή, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιστορίες λέξεων, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , | 127 Σχόλια »

Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2020

Φυσικά, ο τίτλος του άρθρου θα σας θυμίζει τον παροιμιώδη πλέον στίχο του Μανώλη Ρασούλη. Αλλά εγώ τον εννοώ κάπως διαφορετικά. Όμως, αυτό θα το δούμε παρακάτω.

Το σημερινό άρθρο έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό: τόσα χρόνια λεξιλογούμε, κι όμως δεν έχουμε γράψει άρθρο για την ετυμολογία και την ιστορία του μάγκα παρόλο που, όπως στερεότυπα έγραψα κάποτε, «αξίζει άρθρο για το θέμα αυτό».

Λοιπόν; Από πού ετυμολογείται ο μάγκας; Ο μάγκας βγαίνει από τη μάγκα. Και ποια είναι η μάγκα;

Μάγκα ονομαζόταν, τον καιρό του Εικοσιένα, αλλά και παλιότερα, ομάδα άτακτων πολεμιστών. Η μάγκα ήταν μικρότερη από το μπουλούκι -πολλές μάγκες μαζί απάρτιζαν ένα μπουλούκι. Ο Βακαλόπουλος στα Ελληνικά στρατεύματα του 1821 αντιστοιχίζει τη μάγκα με δεκανεία και το μπουλούκι με εικοσιπενταρχία, αλλά ο Κ. Καραποτόσογλου, σε ένα άρθρο του 1986, δίνει δύναμη 40-50 οπλοφόρων στη μάγκα.

Στο ίδιο άρθρο, αναφέρει ότι με το οργανωτικό διάταγμα της 14.3.1833, με το οποίο ιδρύθηκαν τα δέκα τάγματα των άτακτων ακροβολιστών, η μάγκα μετονομάστηκε σε λόχο και ορίστηκε η δύναμη στους 50 άνδρες. Τέσσερις μάγκες αποτέλεσαν, τότε, ένα τάγμα (Κ. Καραποτόσογλου, «Συγκριτικές διερευνήσεις στα νέα ελληνικά», Λεξικογραφικόν δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 16 (1986), σελ. 277) -αλλά στον άτακτο στρατό οι αριθμοί είναι αρκετά ρευστό θέμα.

Γράφει ο Μακρυγιάννης: «Πήρα το μπαγιράκι μου και καμίαν εικοσαριά, οπού είχα μάγκα εις το κονάκι μου, κι έφυγα κρυφίως», ενώ ο Σουρμελής αφηγείται ότι κατά την πολιορκία της Αθήνας κάποιος ακόλουθος του Φαβιέρου, υπέρμαχος της συνθηκολόγησης, «ετράπη εις τους ατάκτους στρατιώτας, τους ικανούς να διεγείρωσι και τους άλλους’ και από Μάγκαν εις Μάγκαν (συντροφίαν ή συσσιτίαν ή συνοικίαν) περιερχόμενος διά νυκτός, εδοκίμαζε τα πνεύματα των στρατιωτών και κατήχει πολλούς». Αναζητώντας λοιπόν ο Σουρμελής ελληνοπρεπή όρο τη μάγκα, την αποδίδει συντροφία, συσσιτία ή συνοικία.

Η μάγκα είχε ως επικεφαλής τον μάγκατζη ή μαγκατζή, ο οποίος είχε προσωπική σχέση επιρροής με τα παλικάρια του. Ο μάγκατζης ήταν το αντίστοιχο του υπαξιωματικού. Ο Κασομούλης γράφει: «εσυνάξαμεν όλους τους υπαξιωματικούς» αλλά κρίνει σκόπιμο να διευκρινίσει σε παρένθεση: «μαγκατζήδες». Θυμάται ο Μακρυγιάννης: «τους μέρασα κάθε δέκα ανθρώπων μίαν μποτίλια ρούμη· ένας, τόδωσα την ρούμη, δεν την έδωσε να πιούνε οι συντρόφοι του, οπού ’ταν μάγκατζης, την έπγε μόνος του όλη και μέθυσε». Υπάρχει και επώνυμο Μαγκατζής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 180 Σχόλια »

Υπάρχει ανέλπιστη συμφορά;

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2020

Με ρώτησε τις προάλλες ένας φίλος στο Τουίτερ, αν είναι σωστό να λέμε «παρουσιάστηκε ένα ανέλπιστο πρόβλημα» ή αν πρόκειται για οξύμωρο του τύπου «γιγαντόσωμος νάνος».

Κατά σύμπτωση, είχα ασχοληθεί με το ζήτημα παλιότερα, και το είχαμε συζητήσει και στα Υπογλώσσια, αλλά δεν μετέφερα το σημείωμα αυτό στο ιστολόγιο, όπως κάνω κατά καιρούς (στα άρθρα με τίτλο «Υπογλώσσια σφηνάκια») επειδή σκέφτηκα ότι αξίζει να αναπτυχθεί σε χωριστό άρθρο. Ε, ήρθε αυτή η ώρα.

Για να το κάνω και πιο παραστατικό, αντί για «ανέλπιστο πρόβλημα» που με είχε ρωτήσει ο φίλος, στον τίτλο αναβάθμισα την κακοτυχία από πρόβλημα σε συμφορά.

Υπάρχει λοιπόν ανέλπιστο κακό;

Ξεκινάμε από τα λεξικά, να δούμε πώς αντιμετωπίζουν τη λέξη «ανέλπιστος».

Το ΛΚΝ θεωρεί τη λέξη ουδέτερη, ότι εξίσου μπορεί να συντάσσεται με καλό ή κακό γεγονός: που δεν τον περιμένουμε να συμβεί, που συμβαίνει αντίθετα προς ό,τι ελπίζουμε ή προβλέπουμε· απροσδόκητος, απρόβλεπτος, απρόσμενος: H υπόθεση είχε ένα πρωτότυπο και ανέλπιστο τέλος. Mας βρήκε ανέλπιστο κακό / καλό. Aνέλπιστη ευτυχία / χαρά / τύχη. Aν γίνει κάτι τέτοιο, αυτό θα είναι από τα ανέλπιστα.

Κατά το ΛΚΝ λοιπόν υπάρχει «ανέλπιστο κακό». Αλλά το ΛΚΝ είναι το μόνο που έχει αυτή τη στάση.

Στον αντίποδα, το λεξικό Μπαμπινιώτη λέει από την αρχή του λήμματος ότι η λέξη αφορά ευχάριστα γεγονότα.

Τα δύο άλλα έγκυρα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας, Χρηστικό και ΜΗΛΝΕΓ, βρίσκονται στη μέση. Μας λένε ότι η λ. ανέλπιστος λέγεται «για κάτι συνήθως ευχάριστο, θετικό».

Επομένως, σύμφωνα με την ψήφο των λεξικών δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε λαθεμένο το ταίριασμα του ανέλπιστου με αρνητικά γεγονότα -ανέλπιστο κακό, ανέλπιστο πρόβλημα, ανέλπιστη συμφορά. Θα τη χαρακτηρίσουμε όμως σπάνια χρήση και δεν θα αιφνιδιαστούμε αν κάποιος, όπως ο φίλος μου παραπάνω, παραξενευτεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 244 Σχόλια »

Σχολεία και καταλήψεις

Posted by sarant στο 5 Οκτωβρίου, 2020

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα θα δημοσιευόταν στη χτεσινή κυριακάτικη Αυγή, στο ένθετο «Ενθέματα». Όμως η εφημερίδα άλλαξε τη διάρθρωση της ύλης της πριν από λίγες μέρες κι έτσι, προς το παρόν, τα Ενθέματα παύουν να δημοσιεύονται -έτσι το άρθρο το δημοσιεύω μόνο εδώ.

Κατά σύμπτωση, η συνεργασία μου με τα Ενθέματα είχε ξεκινήσει τον Οκτώβριο του μακρινού 2008, με ένα άρθρο που είχε πάλι θέμα του τα σχολεία (Οκτώβριος γαρ) και που κάποιες παράγραφοι δημοσιεύονται και εδώ. Οπότε, το κλείσιμο του κύκλου είναι ταιριαστό.

Παραθέτω το άρθρο χωρίς άλλες προσθήκες ή αλλαγές, μόνο βάζω τη φωτογραφία.

Σχολεία και καταλήψεις

Ο μήνας που μας πέρασε ήταν ο μήνας που ανοίγουν τα σχολεία, αλλά φέτος η διαδικασία αυτή, που κάθε χρόνο σηματοδοτεί και ένα νέο ξεκίνημα, βρέθηκε κάτω από το ζοφερό στίγμα της πανδημίας· και το χειρότερο είναι πως η κυβέρνηση, ίσως εφησυχασμένη ή παραπλανημένη από τις καλές επιδόσεις της χώρας στο πρώτο κύμα του κορονοϊού, πίστεψε πως μέχρι το φθινόπωρο θα έχουμε δαμάσει τον ιό κι έτσι σπατάλησε όλον τον κερδισμένο χρόνο χωρίς να πάρει κάποια μέτρα που θα απάλυναν τον συγχρωτισμό, όπως χωρισμό τάξεων ή πρόσληψη έκτακτων εκπαιδευτικών· αντίθετα, αύξησε το ανώτατο όριο μαθητών ανά τάξη, ενώ επιδόθηκε σε επικοινωνιακή εκστρατεία με το έωλο επιχείρημα ότι ο μέσος όρος των μαθητών ανά τάξη είναι 17 (σε ξένους ιστότοπους βλέπει κανείς διαστρεβλωμένη την είδηση, ότι τάχα «στην Ελλάδα έχει θεσπιστεί ανώτατο όριο 17 μαθητών ανά τάξη»!).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , | 169 Σχόλια »

Ατομική ευθύνη, κρατική ανευθυνότητα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στη στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Εδώ το αναδημοσιεύω προσθέτοντας στο τέλος ένα υστερόγραφο περί υπευθυνότητας.

Ατομική ευθύνη, κρατική ανευθυνότητα

Μια από τις φράσεις που ακούστηκαν πολύ και που έγιναν κλισέ κατά την πανδημική περίοδο που διάγουμε, ιδίως μάλιστα κατά το δεύτερο στάδιό της, είναι και η «ατομική ευθύνη». Ταιριάζει λοιπόν στο σημερινό άρθρο, το πρώτο μετά την καλοκαιρινή ανάπαυλα, που ανοίγει τούτον τον παράξενο πανδημικό Σεπτέμβρη, που μόνο με καινούργια αισιόδοξη αρχή δεν μοιάζει, ν’ ασχοληθούμε με αυτή τη λέξη που ολοένα και περισσότερο ακούμε, την ευθύνη.

Κατά το λεξικό, ευθύνη είναι «η υποχρέωση κάποιου να ανταποκριθεί σε ορισμένη εντολή, υπόσχεση, καθήκον κτλ. και να λογοδοτήσει, να απολογηθεί για τις σχετικές ενέργειες». Η λέξη είναι αρχαία, αλλά όχι ακριβώς έτσι· οι αρχαίοι είχαν την εύθυνα.

Στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκεται ο ευθύς, ο ίσιος, λέξη χωρίς ινδοευρωπαϊκή ετυμολογία, που έχει τον παλαιότερο, ομηρικό τύπο ιθύς, απ’ όπου έχουν επιβιώσει ως τα σήμερα οι ιθύνοντες και η ιθύνουσα τάξη. Από τον ευθύ και το ρήμα ευθύνω, κατά λέξη ισιώνω, που όμως πήρε γρήγορα σημασίες μεταφορικές: διευθύνω, κατευθύνω, εξετάζω.

Από το ρήμα ευθύνω και η εύθυνα, ένας πολύ ενδιαφέρων θεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας. Κάθε δημόσιος αξιωματούχος στο τέλος της θητείας του ήταν υποχρεωμένος να λογοδοτήσει δημόσια για τα πεπραγμένα του· η διαδικασία αυτή ήταν η εύθυνα και ο πολίτης που κληρωνόταν για να ασκήσει αυτόν τον δημόσιο έλεγχο ήταν ο εύθυνος -ενώ ο ελεγχόμενος αξιωματούχος λεγόταν υπεύθυνος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 158 Σχόλια »

Ο Δράμαλης και η νίλα

Posted by sarant στο 20 Αυγούστου, 2020

Μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Εικοσιένα ήταν η εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη στο Μοριά το καλοκαίρι του 1822. Ο Δράμαλης είχε πολύ στρατό και είχε σκοπό να συντρίψει την επανάσταση -και σημείωσε μια πρώτη απρόσμενη επιτυχία όταν ο φρούραρχος του Ακροκόρινθου, που μάταια είχε πάρει το παρατσούκλι Αχιλλέας, πανικοβλήθηκε βλέποντας το ασκέρι και εγκατέλειψε το φρούριο «αντουφέκηγο» που έγραψε κι ο Μακρυγιάννης.

Αν ο Δράμαλης έστεκε στην Κόρινθο και εγκαθιστούσε εκεί το στρατηγείο του, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχτεί πολύ δυσάρεστα για τους επαναστάτες, αλλά μεθυσμένος από τις πρώτες επιτυχίες θέλησε να τελειώνει γρήγορα. Ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε πολιτική καμένης γης, γνωρίζοντας από αναφορές ανιχνευτών ότι το ασκέρι του Δράμαλη έχει «χασνέδες [χρήματα] και εφόδια πολεμικά αρκετά, πλην από ζαερέδες [προμήθειες σε τρόφιμα] υστερούνται». Στον αργολικό κάμπο άρχισε να τους βασανίζει η ζέστη και η δυσεντερία, καθώς οι Έλληνες μόλυναν και τις πηγές, και θελησαν να αναδιπλωθούν -αλλά στα στενά των Δερβενακιών (ντερβένι είναι το στενό) στα τέλη Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης τους πετσόκοψε. Λίγοι σώθηκαν από το μεγαλο ασκέρι κι ο ίδιος ο Μαχμούτ Πασάς πέθανε ειτε από τη λύπη του είτε απο τύφο στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου 1822.

Το περιστατικό επιβεβαιώνει μια παρατήρηση που έχουν κάνει ίσως αρκετοί αλλά σίγουρα ο Κ. Παπαγιώργης, ότι οι μεγάλες νίκες του Εικοσιένα οφείλονται όλες σε ενέδρα ή αιφνιδιασμό ή εκμετάλλευση του πεδίου της μάχης ή φθορά του αντιπάλου με κλεφτοπόλεμο και όχι σε κατά μέτωπο σύγκρουση. Όποτε οι Έλληνες θέλησαν να αντιπαρατεθούν στους Τούρκους «ευρωπαϊκά», σε ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν επώδυνες ήττες: Πέτα, Κρεμμύδι, Ανάλατος.

Η σφαγή αυτή του πανίσχυρου στρατού του Δράμαλη στα Δερβενάκια έσωσε την επανάσταση, εδραίωσε ακόμα περισσότερο το γόητρο του Κολοκοτρώνη και έγινε παροιμιώδης, αφού έμεινε γνωστή και ως «η νίλα του Δράμαλη». Πολύ συχνά θα δείτε τη μάχη στα Δερβενάκια να αναφέρεται ως «νίλα του Δράμαλη».

Το ΛΚΝ στο λήμμα «νίλα» αναφέρει, ακριβώς, τον Δράμαλη:

νίλα η [níla] Ο25α : 1.(οικ.) α. μεγάλη καταστροφή: Ο στρατός του Δράμαλη έπαθε μεγάλη ~ από τους Έλληνες. β. μεγάλη αποτυχία σε διαγωνισμό ή συναγωνισμό: ~ στα μαθηματικά. H ομάδα μας έπαθε ~ στο σημερινό αγώνα. γ. ζημιά που προκαλεί μεγάλη ταλαιπωρία: Πάθαμε μια ~ στο ταξίδι… μας χάλασε το αυτοκίνητο. 2. (παρωχ.) καψόνι.

Το λεξικό ετυμολογεί, χωρίς βεβαιότητα, τη λέξη από τα λατινικά: [ίσως μσν. *νίλα < λατ. nila πληθ. του nilum (ουδ.) `τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία΄ που θεωρήθηκε θηλ. εν.]

Το λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει την ίδια ετυμολογία, και πάλι χωρίς βεβαιότητα, δεν αναφέρει τον Δράμαλη, και δίνει παραδειγματική φράση παρμένη από το ποδόσφαιρο, «πάθαμε μεγάλη νίλα μέσα στην έδρα μας» ή κάτι τέτοιο. Πράγματι, στις σημερινές χρήσεις συχνά θα δούμε τη νίλα σε αθλητικά-ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα.

Σε πολλά κείμενα για το 1821, ιστορικά ή λογοτεχνικά, βρίσκω αναφορά στη «νίλα του Δράμαλη». Μάλιστα, ο Βασίλης Ρώτας έχει γράψει το θεατρικό έργο «Κολοκοτρώνης ή η νίλα του Δράμαλη». Στον «Καραϊσκάκη», τη μυθιστορηματική βιογραφία του ήρωα από τον Δημ. Φωτιάδη, υπάρχει επίσης κεφάλαιο «Η νίλα του Δράμαλη».

Το περίεργο είναι ότι στα κείμενα της εποχής δεν υπάρχει καμιά τέτοια αναφορά σε «νίλα του Δράμαλη» -ή εγώ δεν βρήκα. Σίγουρα δεν υπάρχει στον Μακρυγιάννη, αν και η λέξη «νίλα» χρησιμοποιείται σε άλλα συμφραζόμενα, αλλά ούτε και στα απομνημονευματα του Κολοκοτρώνη, του πρωταγωνιστή της υπόθεσης. Ούτε σε άλλο κείμενο της εποχής βρήκα «νίλα του Δράμαλη», εκτός αν βρείτε εσείς και με διαψεύσετε.

Πράγματι, στα σώματα κειμένων που έψαξα, η παλαιότερη αναφορά που βρήκα σε «νίλα του Δραμαλη» είναι το 1910 στον Ρωμηό του Σουρή και το 1917 στο Ημερολόγιο Σκόκου. Ίσως κάποιος άλλος βρει κάτι ακόμα παλιότερο, αλλά το ζήτημα είναι πόσο παλιότερο -δυο τρεις δεκαετίες ή κοντινό στα γεγονότα;

Το άλλο περίεργο είναι ότι ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί στο έργο του δυο φορές τη λέξη «νίλα» αλλά όχι με τη σημασία «πανωλεθρία, παταγώδης αποτυχία».

Γράφει ο Μακρυγιάννης, περιγράφοντας την εγκληματική θανάτωση άμαχων Τούρκων από ανειδοποίητους Ρωμιούς κοντά στο Κομπότι παρά τις συνθήκες που είχαν υπογραφτεί: «Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Tούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα» (Α53). Και αλλού, σε σχέση με την πολιορκία της Αθήνας: «Πήγαμεν εις το φρούριον. Ήταν η νίλα εκεί· γυναικόπαιδα, ζώα» (Α213).

Δηλαδή, την εποχή του Μακρυγιάννη η σημασία της λέξης ήταν κάπως διαφορετική, σήμαινε: οίκτο, τραγικό θέαμα που προκαλεί τον οίκτο, συμφορά· «με πήρε η νίλα» σήμαινε «με κυρίεψε ο οίκτος».

Αυτή η σημασία βρίσκουμε να επιβιώνει στο ηπειρωτικό ιδίωμα. Αντιγράφω από το σχετικό σύγγραμμα του Ευάγγελου Μπόγκα (ο οποίος γράφει νήλα):

νήλα: 1. Το τραγικό θέαμα, «είναι νήλα να γλέπ’ς να σφάζουν μπροστά σου τ’ αρνάκια», 2. Ο οίκτος: Όταν τον είδα ξαπλωμένον στα χώματα, μ’ έκοψε η νήλα. Στο Ζαγόρι λένε «να τον φτάκει η νήλα μου» δηλ. κατάρα να δυστυχήσει κάποιος τόσο πολύ που να τον λυπηθούμε. Ο Μπόγκας γράφει «νήλα» επειδή ετυμολογεί από το νηλεές ήμαρ του Ομήρου, που μάλλον είναι πορτοκαλισμός.

Εικαζω λοιπόν ότι η πανωλεθρία του πανίσχυρου στρατου του Δράμαλη, που χαρακτηρίστηκε νίλα του Δράμαλη βοήθησε να μεταπέσει η σημασία από το «τραγικό θέαμα» και τη «συμφορά» προς την «παταγώδη αποτυχία» κι έτσι να χρησιμοποιείται σήμερα για αποτυχία στις εξετάσεις ή στο ποδόσφαιρο. Η μετάπτωση της σημασίας είναι ευκολη, αφού η «συμφορά» είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο οικτρό θέαμα και στην παταγώδη αποτυχία.

Μάλιστα, στις στρατιωτικές σχολές κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα το καψόνι που γινόταν στους πρωτοετείς λεγόταν «νίλα», σημασία που την καταγραφει το ΛΚΝ αν και κοντεύει πια να ξεχαστεί.

Σχεδον τελειώσαμε. Τελευταία πτυχή, ο Μάμαλης. Στις συλλογές παροιμιωδών εκφράσεων υπάρχει η έκφραση «έπαθε τη νίλα του Μάμαλη». Ποιος ο Μάμαλης; Κάποιοι λένε τον Ιμάμ Αλή, πασά της Ναυπάκτου, άλλοι αναφέρουν κάποιον οπλαρχηγό Μάμαλη που τον παλούκωσε ο Αλή Πασάς. (Όποιος ενδιαφέρεται: Δημ. Πετρόπουλος, «Η θανάτωσις δι’ ανασκολοπισμού κατά την Τουρκοκρατίαν», ΕΕΒΣ, Τόμ. 23 (1953), σελ. 535-6.)

Αν ισχύει αυτό, τότε προϋπήρξε η νίλα (δηλαδή η συμφορά, το τραγικό θέαμα) του Μάμαλη και η ομοηχία διευκόλυνε να γίνει παροιμιώδης και η φράση για τον Δράμαλη. Μπορεί βέβαια να προϋπήρξε η «νίλα του Δράμαλη», το θέμα αξίζει διερεύνηση.

Όσο για την ετυμολογία, κι ας λέει ο Μπόγκας, με βάση τα παραπάνω, φαίνεται πιθανότερη μια σλαβική αρχή της λέξης και ασφαλώς απορρίπτεται το λατινικό nila, που προτείνεται χωρίς σιγουριά από τα λεξικά. Όποιος έχει πρόσβαση στο περιοδικό Βυζαντινά, του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ, τόμος 8, σελ. 301-2, όπου υπάρχει άρθρο για τη νίλα, θα μπορούσε ίσως να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Ο φίλος μας ο Spiridione βρήκε τη δημοσίευση στα Βυζαντινά, που νομίζω ότι φωτίζει το θέμα:

Κ. Παπαχρίστου, νεοελληνικά ετυμολογικά, σελ. 301, 302

νίλα, η: α) αφανισμός, β) τραγικό θέαμα, που προκαλεί τον οίκτο, και γ) οίκτος. Από τις τρεις αυτές σημασίες η τρίτη, δηλ. νίλα = οίκτος, έχει λησμονηθή σήμερα στην Ελλάδα, με εξαίρεση την ’Ήπειρο — ίσως και κάποια άλλη περιοχή, που δε μπόρεσα να επισημάνω- για την Ήπειρο δίνει ο Μπάγκας την ερμηνεία: νήλα = 1) τραγικό θέαμα και 2) οίκτος: «όντας τουν είδα ξαπλουμένουν στα χώματα μ’ έκουψι η νήλα», και παραθέτει το Ζαγοριακό: «να τον φτάκη η νήλα μου» = «να δυστυχήση δηλ. σε τέτοιο βαθμό που να μου προκαλέση τον οίκτο». Παλαιότερα, όμως, η λ. νίλα στη σημασία «οίκτος» απανταται και σε άλλες περιοχές, π.χ. τη Ρούμελη, καθώς διαπιστώνεται από το Μακρυγιάννη, που γράφει: «Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα». Το νεοελ. νίλα προέρχεται από το αρωμουν. nila (= οίκτος, συμπάθεια) ← ρουμαν. mila ← σλαβ. міль (= συμπάθεια), στα αρωμουνικά: ρ. niluesku (= ελεώ, οικτίρω, συμπαθώ) και επίθ. niluitu – ta (=οικτρός), η τροπή του m → n (ρουμαν. mila → nila) είναι συνήθης στα αρωμουνικά: λατιν. mille → nile (= χίλια). Εσφαλμένα υποστηρίζει ο Νικολαίδης ότι το σλαβ. mih, το ρουμαν. mila και το αρωμουν. nila προέρχονται από το αρχ. ελλην. μείλιον (= «παν το ευφραίνον»), ούτε, βέβαια, είναι δυνατό να γίνη οποιοσδήποτε συσχετισμός του νεοελ. νίλα με το ομηρικό επίθ. νηλεές (ήμαρ), που υπαινίσσεται ο Μπόγκας και γι’ αυτό γράφει νήλα αντί νίλα, δικαιολογημένα ο Ανδριώτης αγνοεί αυτή την ετυμολογία.

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Πρέπει άραγε να τηρούμε ευλαβικά τις οδηγίες του ΕΟΔΥ;

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2020

Αν σκεφτήκατε οτι στο σημερινό άρθρο θα συζητήσω κάποιες από τις πρόσφατες οδηγίες του ΕΟΔΥ, ισως για το κλείσιμο των εστιατορίων, μπαρ κτλ. στις 12, και μάλιστα με τη διάθεση να τις αμφισβητήσω, αφού διατυπώνω ερώτημα, πέφτετε έξω.

Σας παραπλάνησε ο τίτλος, και παραδέχομαι πως εσκεμμένα τον διατύπωσα έτσι, για γούστο.

Όχι, δεν είναι ο ΕΟΔΥ το θέμα μου ούτε η πανδημία. Το σημερινό άρθρο έχει θέμα καθαρά γλωσσικό, όσο κι αν δεν του φαίνεται. Οπότε, ας εξηγηθώ.

Έναυσμα μού δίνει ένα πρόσφατο σημείωμα του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Τελευταία, νομίζω το έχω ξανασχολιάσει, ο καθηγητής χρησιμοποιεί το Φέισμπουκ για να εκφράζει τις απόψεις του για γλωσσικά φαινόμενα και θέματα, συνήθως αποδοκιμάζοντας τη μία ή την άλλη χρήση. Θα πείτε ότι αυτό είναι μάλλον παράδοξη στάση από γλωσσολόγο (είναι σαν να βλέπεις έναν μετεωρολόγο να αποδοκιμάζει τους ισχυρούς βορειοανατολικούς ανέμους) αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας.

Λοιπόν, πρόσφατα ο κ. Μπαμπινιώτης απεύθυνε έκκληση σε σχέση με την κατ’ αυτόν σωστή χρήση του επιρρήματος «ευλαβικά».

O καθηγητής προτάσσει την εξής εισαγωγή:

Σεβαστείτε το «ευλαβικά»!

Ένα επίρρημα, το ευλαβικά, υποφέρει γλωσσικά. Λυπηθείτε το! Δεν είναι «διά πᾶσαν χρήσιν…». Δεν σημαίνει «προσεκτικά», ούτε «επακριβώς» ούτε «επιμελώς»! Σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό». Κι έτσι πρέπει να χρησιμοποιείται.

και στη συνέχεια αναπτύσσει τις σκέψεις του μέσα στο ορθογώνιο πλαίσιο.

Μας λέει ότι ακούγονται φράσεις όπως «Τηρούμε ευλαβικά τις αποστάσεις» ή «Προσέχουμε ευλαβικά τις οδηγίες», στις οποίες χρησιμοποιούμε το «ευλαβικά» σχεδόν σαν να σημαίνει «προσεκτικά», «επακριβώς», «επιμελώς», ενώ σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό» (δική του η έμφαση).

Μπορεί να το χρησιμοποίησε μεταφορικά ο κ. Τσιόδρας, λέει, για να τονίσει ότι η τήρηση των μέτρων προφύλαξης πρέπει να γίνεται σαν να υπερασπιζόμαστε κάτι ιερό, αφού εχει σχέση με την προστασία της υγείας μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να το χρησιμοποιούμε με άλλη, διαφορετική σημασία! (Και πάλι δική του η έμφαση).

Και αφού παραθέσει την ετυμολογία (κουτσουρεμένη, όπως θα δούμε) της λέξης «ευλαβής», καταλήγει στο συμπέρασμα: Ας ευλαβούμεθα την σημασία μιας λέξης με ιδιαίτερη βαρύτητα στην επικοινωνία μας, το ευλαβικά.

Θα σχολιάσω την παραπάνω άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσοδιορθωτές, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »

Γιατί το λένε μπουγιουρντί;

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2020

Μια και το Ορούτς Ρεΐς εξακολουθεί να βρίσκεται στις παρυφές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ ή της περιοχής που θα μπορούσαμε να έχουμε ανακηρύξει ως ΑΟΖ, και εκτελεί ή απειλεί να εκτελέσει ή προσπαθεί να εκτελέσει σεισμογραφικές έρευνες στην περιοχή, σε ένδειξη αντιποίνων το ιστολόγιο θα εκτελέσει λεξικογραφικές έρευνες στην ελληνοτουρκική γλωσσική υφαλοκρηπίδα, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε για το μπουγιουρντί.

Το μπουγιουρντί είναι μια από τις πολλές λέξεις που μας έχει κληροδοτήσει η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, λέξεις της οθωμανικής διοίκησης και καθημερινότητας, που μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έμειναν άνεργες αλλά προσέλαβαν καινούργιες σημασιες, συνήθως με δείνωση της σημασίας τους.

Έτσι, ο τσαούσης δεν είναι πια ο υπαξιωματικός (σε βαθμό αντίστοιχο με τον λοχία) αλλά κάποιος πεισματάρης και απαιτητικός άνθρωπος· το ασκέρι δεν είναι πια στρατιωτικό τμήμα αλλά δηλώνει όχλο ή συρφετό ή πολυμελή ομάδα ή οικογένεια π.χ. «μας κουβαλήθηκε ο κουμπάρος με το ασκέρι του», ενώ ο ντερβέναγας δεν είναι ο επικεφαλής του στρατιωτικού τμήματος που φυλάει τα στρατηγικά ορεινά περάσματα αλλά κάποιος που φέρεται αυταρχικά ή που απρόσκλητος παρεμβαίνει σε υποθέσεις μας που δεν τον αφορούν -«ντερβέναγα σε βάλαμε;» θα του πούμε τότε.

Αλλά ας έρθουμε στο μπουγιουρντί.

Η αρχική του λοιπόν σημασία είναι έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο αρχικός τύπος, στα μεσαιωνικά χρόνια, ήταν μπουγιουρουλντί, από το buyuruldu, που θα πει «διετάχθη», εννοείται «υφ’ ημών» και με το οποίο τελείωνε το κατεβατό της διαταγής.

Στην αρχη της λέξης βρίσκουμε το ρήμα buyurmak, διατάσσω, που έχει αόριστο buyurdum. Δεν ξέρω αν το ελληνικό πια μπουγιουρντί προέκυψε από το μπουγιουρουλντί με απλολογία ή αν παρήχθη από μεταγενέστερο απλούστερο τουρκικό τύπο (βρίσκω buyurtu) ή αν βγηκε από το τρίτο πρόσωπο του αορίστου του buyurmak, που είναι buyurdu σήμερα (αλλά δεν ξέρω πώς ήταν στην τότε γλώσσα) όμως δεν έχει και τόση σημασία. Πάντως, στα κείμενα της εποχής βρίσκουμε διάφορες παραλλαγές, όπως μπουγιουρτί, πουγιουρτί, μπουγιουρδί κτλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, τούρκικα, Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »