Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ιστορίες λέξεων’ Category

Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια ξανά

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2017

Πάλι έπεσαν διάφορα και δεν πρόλαβα να ετοιμάσω άρθρο, πάλι ανεβάζω αναδημοσίευση -ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί εδώ πριν από εξίμισι χρόνια, την άνοιξη του 2011 και ανήκε στη σειρά άρθρων με τα «φρούτα εποχής» που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις». Η σημερινή αναδημοσίευση διαφέρει αρχικά απο την αρχική, διότι έχω ενσωματώσει αρκετό υλικό από το αντίστοιχο άρθρο του βιβλίου, που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση.

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Προφανώς, η ονομασία «εσπεριδοειδή» ανάγεται στον μύθο με τα μήλα των Εσπερίδων, τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μήλα των Εσπερίδων ήταν εσπεριδοειδή –τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι έχουμε πιάσει σωστά τη γεωγραφία του μύθου και ο κήπος των Εσπερίδων ήταν προς τα δυτικά, κάπου στο σημερινό Μαρόκο, διότι όπως φαίνεται τα εσπεριδοειδή ήρθαν στην Αφρική πολύ αργότερα.

Τα φρούτα αυτά είναι ιθαγενή της Ινδίας και της Κίνας. Το πρώτο που ήρθε προς τα δικά μας μέρη είναι το λιγότερο διαδεδομένο ίσως, το κίτρο, που έφτασε στους ελληνιστικούς χρόνους –και το είπαν, στην αρχή, μηδικόν μήλον, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν να χρησιμοποιούν το μήλο σαν γενικό όρο για τα οπωρικά.

Τον όρο μηδικόν μήλον τον χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., που το ήξερε το κίτρο, έστω κι αν δεν είχε αρχίσει ακόμα να καλλιεργείται στα μέρη τα δικά μας. Αντίθετα, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η καλλιέργειά του έχει πλέον διαδοθεί, κι έτσι ο Διοσκουρίδης γράφει «τα δε μηδικά λεγόμενα ή περσικά ή κεδρόμηλα, ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Οι λέξεις της μουσικής ξανά

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2017

Επαναλαμβάνω σήμερα ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια, ελπίζοντας να μην το θυμάστε πολύ καλά οι παλαιότεροι. Παρόλο που είχαν γίνει πολλά και καλά σχόλια στο αρχικό άρθρο, ελάχιστα ενσωματώνω στην αναδημοσίευση επειδή ήδη ήταν μεγάλο το αρχικό άρθρο και έκρινα πως θα παραφορτωνόταν.

Λένε πως η μουσική μπορεί να πει τα πάντα χωρίς να χρησιμοποιεί λέξεις, όταν όμως εμείς οι άνθρωποι μιλάμε για τη μουσική λέξεις βέβαια χρησιμοποιούμε, καθώς και μια ειδική ορολογία –και το σημερινό μας ταξίδι θα περιστραφεί γύρω από αυτή την ορολογία και τις λέξεις της μουσικής.

Η ίδια η μουσική πήρε τ’ όνομά της από τις μούσες· και αρχικά, μουσική τέχνη ήταν κάθε τέχνη που είχε προστάτιδα κάποια από τις εννιά Μούσες, σιγά-σιγά όμως το ουσιαστικό «τέχνη» μαράθηκε κι έπεσε, ενώ η σημασία στένεψε κι έμεινε στη μουσική και στη λυρική ποίηση. Από τα λατινικά, musica, πέρασε η λέξη στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και έγινε διεθνής.

Όπως διεθνής λέξη έγινε και το μουσείον, που ήταν στην αρχή ο χώρος ο αφιερωμένος στις Μούσες· και επειδή στη Δύση έφτιαχναν στα πάρκα τους σπήλαια αφιερωμένα στις Μούσες, που τα διακοσμούσαν με ένα ιδιαίτερο είδος ψηφιδογραφίας, αυτό ονομάστηκε musaicus, των Μουσών δηλαδή, και από εκεί το ιταλικό mosaico και αντιδάνειο το δικό μας μωσαϊκό, κάποτε ταπεινό και τώρα περιζήτητο· το μωσαϊκό, που μέσω των στίχων της Νικολακοπούλου ακόμα διατηρεί κάποια σχέση με τη μουσική, αφού τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει.

Η μουσική μιλάει μόνη της, λέγαμε πιο πάνω, αλλά ταυτόχρονα μιλάει τη γλώσσα στην οποία γράφονται τα πιο δημοφιλή μουσικά έργα της εκάστοτε εποχής. Κάποτε, μιλούσε ελληνικά· στην εποχή μας, μιλάει σαφώς αγγλικά· ίσως πριν από τον πόλεμο να μιλούσε γαλλικά, πάντως για πολλούς αιώνες νωρίτερα η μουσική μιλούσε ιταλικά. Και όχι μόνο η μουσική, αλλά και οι μουσικοί μιλούσαν ιταλικά, είτε ήταν Ιταλοί, πράγμα καθόλου σπάνιο καθώς πλήθη Iταλών μουσικών και τραγουδιστών είχαν κατακλύσει τις βασιλικές αυλές και τις λυρικές σκηνές της Ευρώπης, είτε ήταν ντόπιοι και αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν την ιταλική ορολογία, ή και την ιταλική γλώσσα. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν η όπερα του Μότσαρτ «Η μεγαλοψυχία του Τίτου» ανέβηκε στην Πράγα τον Σεπτέμβριο του 1791, λίγο πριν από τον θάνατό του, η αυτοκράτειρα Μαρία Λουίζα λέγεται ότι την απέρριψε περιφρονητικά, χαρακτηρίζοντάς την, εις επήκοον όλων, porcheria tedesca, γερμανική γουρουνιά. Η Γερμανίδα αυτοκράτειρα χρησιμοποιούσε την ιταλική γλώσσα για να βρίσει τον κορυφαίο Γερμανό συνθέτη! (και ας μην ανοίξουμε τώρα συζήτηση αν ο Μότσαρτ ήταν Αυστριακός ή Γερμανός). Την ίδια εποχή ο Μότσαρτ είχε αποφασίσει να ξεκόψει με την Αυλή και να στραφεί προς το λαϊκό θέαμα, στα φτηνά θεατράκια των προαστίων, και είχε ήδη κάνει την περισσότερη δουλειά πάνω σε ένα γερμανόφωνο λιμπρέτο του «αδελφού» του, του επίσης ελευθεροτέκτονα Σικανέντερ –κι έτσι γεννήθηκε αυτό το μπερδεμένο αριστούργημα, ο Μαγικός Αυλός, που είχαμε μια φορά την κουβέντα του και αποφανθήκαμε ότι κακώς ειπώθηκε Μαγεμένος σε μετάφραση από τα γαλλικά (La flute enchantée). Αλλά πλατειάζω. Το γεγονός είναι ότι η σοβαρή μουσική, επειδή στην περίοδο της άνδρωσης και της ακμής της ήταν ιταλόφωνη, έχει λεξιλόγιο σχεδόν αμιγώς ιταλικό -και ακόμα και σήμερα, επειδή οι περισσότερες όπερες έχουν λιμπρέτο ιταλικό, οι λυρικοί τραγουδιστές ξέρουν ιταλικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Μουσική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 200 Σχόλια »

Στο σχολείο με το σκουλαρίκι, ξανά

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2017

Αύριο αρχίζουν τα σχολεία, οπότε σκέφτομαι ότι ταιριάζει να βάλουμε κάτι σχολικό -κι έτσι θα επαναλάβω, αλλά με αλλαγές και προσθήκες, ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου που είχε δημοσιευτεί εδώ πριν από πέντε χρόνια τέτοιες μέρες και έχει θέμα κάποια ετυμολογικά του σχολείου -βασίζεται άλλωστε σε ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει στη στήλη μου στην Αυγή π.Ι. (προ Ιστολογίου).

Ανοίγουν αύριο τα σχολεία σε όλη τη χώρα, μια και στη χώρα μας, τουλάχιστον τα τελευταία (κάμποσα) χρόνια η ημερομηνία έναρξης της σχολικής χρονιάς δεν είναι κυμαινόμενη όπως αλλού (π.χ. η πρώτη Τρίτη του Σεπτεμβρίου) αλλά σταθερή, εκτός βέβαια αν πέφτει Σαββατοκύριακο -ακόμα κι όταν τυχαίνει η 11 Σεπτεμβρίου να πέφτει Παρασκευή.

Στον τοίχο μιας φίλης στο Φέισμπουκ, που νομίζω πως είναι εκπαιδευτικός, είδα το διάγραμμα της φωτογραφίας και γέλασα πολύ. Γέλασα, αλλά θυμάμαι τις κόρες μου όταν πλησίαζε η αποφράδα μέρα, που αρκετές φορές αδημονούσαν να ανοίξουν τα σχολεία, να βρουν τους φίλους και τις φίλες τους -αυτό βέβαια ισχύει κυρίως για τα μικρότερα παιδιά που ζουν στη μεγαλούπολη, όχι για τα πιο τυχερά παιδιά που ζουν σε επαρχία.

Κάποια παιδιά, πρωτάκια, θα πάνε για πρώτη φορά σχολείο αύριο, είτε στο δημοτικό είτε στο γυμνάσιο, τα δικά μου τα κορίτσια έχουν εδώ και δυο-τρία χρόνια ξεσκολίσει πια, οπότε το παρακολουθώ το θέμα πιο ψύχραιμα. Διότι, όσο και να πεις, με το που ξεκινάει κάθε σχολική χρονιά, κι ας μην είναι η πρώτη, μερικοί χαζογονείς βουρκώνουν.

Εμείς εδώ όμως δεν βουρκώνουμε, λεξιλογούμε -κι έτσι σήμερα θα δούμε ακριβώς τη λέξη «σχολείο» και τις παραφυάδες της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Βυζάντιο, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 264 Σχόλια »

Ζάπλουτοι και πάμπλουτοι

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2017

Το θέμα του σημερινού άρθρου είχα ξεκινήσει να το γράφω πριν από δεκαπέντε μέρες, με πρόλαβε κάποιο επίκαιρο και το άφησα, οπότε το ξαναπιάνω σήμερα.

Τηλεόραση σπανιότατα βλέπω, όμως στο Διαδίκτυο εκτίθεται κανείς από σπόντα και στα τηλεοπτικά. Έτσι είδα ότι ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο το κανάλι Star πρόβαλε την ταινία «Προσεχώς… ζάμπλουτοι«, μια αμερικάνικη κωμωδία του 2008. Δεν ξέρω αν η ταινία είχε κυκλοφορήσει στις αίθουσες, οπότε αυτός ήταν ο τίτλος που της έδωσε το πρακτορείο της, ή αν ο τίτλος είναι πρωτοβουλία του καναλιού που την πρόβαλε.

Λίγες μέρες νωρίτερα, ένας φίλος μού είχε στείλει, για να το βάλω στα μεζεδάκια, ένα απόσπασμα από τηλεοπτικό καβγά του Άδωνη με μια βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ, όπου ο Άδωνης, τσιρίζοντας όπως συνήθως, αποκαλούσε «ζάμπλουτη» τη βουλευτίνα. Δεν το έβαλα, επειδή είχα πληθώρα ύλης κι επειδή, ακούγοντας το απόσπασμα, δεν μπορούσα να βεβαιωθώ αν προφέρει όντως «ζάΜΠλουτη» -κι έτσι, έστω κι αν η μεταγραφή της (οΘντκ) αντιπαράθεσης είχε τον τύπο «ζάμπλουτη», δεν θέλησα να χρεώσω το αμφισβητούμενο φάουλ στον Άδωνη, έχει άλλωστε φιλοτεχνήσει τόσα αναμφισβήτητα μαργαριτάρια που δεν έχει νόημα να προσθέτουμε και τα αβέβαια.

Θα μπορούσα να βάλω στα μεζεδάκια τη χρήση του τύπου «ζάμπλουτος», είτε από τον Άδωνη είτε στον τίτλο της ταινίας, επειδή δεν είναι ο κανονικός τύπος της λέξης. Κανονικά, η λέξη είναι «ζάπλουτος».

Πολύς κόσμος λέει «ζάμπλουτος», κι αυτός ο τύπος χαρακτηρίζεται σολοικισμός ή απλώς εσφαλμένος. Αλλά για να δούμε γιατί είναι λάθος ο «ζάμπλουτος» πρέπει να δούμε γιατί είναι σωστό ο «ζάπλουτος».

Η λέξη «ζάπλουτος» είναι αρχαία. Είναι λέξη σύνθετη, και αναγνωρίζουμε το δεύτερο συνθετικό της, τον πλούτο. Αυτό το περίεργο «ζα» στην αρχή της λέξης είναι αιολικός τύπος της πρόθεσης «διά». Ο ζάπλουτος δηλαδή είναι διάπλουτος, δηλαδή γεμάτος πλούτο, πάρα πολύ πλούσιος. Είπαμε ότι η λέξη είναι αρχαία, τη βρίσκουμε πχ στον Ηρόδοτο, στο επεισόδιο όπου ο Σόλων προσπαθεί να δείξει στον Κροίσο ότι ο πλούτος δεν φέρνει την ευτυχία, και του λέει «Πολλοὶ μὲν γὰρ ζάπλουτοι ἀνθρώπων ἀνόλβιοί εἰσι».

Στην αρχαία ελληνική υπήρχαν πολλές άλλες λέξεις που είχαν σχηματιστεί με παρόμοιο τρόπο και άρχιζαν από ζα-. Αν αναδιφήσετε το Λίντελ Σκοτ, θα δείτε λέξεις όπως:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 143 Σχόλια »

Η τσαέρα και άλλα δήθεν αγγλικά δάνεια της κυπριακής

Posted by sarant στο 17 Αύγουστος, 2017

Πριν από καμιά δεκαριά μέρες, σε μια συζήτηση που είχα στο Φέισμπουκ με μια φίλη, που έχει καταγωγή (και) από την Κύπρο, ήρθε ο λόγος, δεν θυμάμαι πώς ακριβώς, στη λέξη «τσαέρα», όπως λέγεται στην κυπριακή ελληνική η καρέκλα.

Τότε κάποιος ανέφερε ότι η τσαέρα είναι δάνειο από την περίοδο της αγγλοκρατίας, από τη λέξη chair, και η φίλη μου συμφώνησε, προσθέτοντας πως η κυπριακή έχει δανειστεί πολλές λέξεις από τα αγγλικά, όπως είναι η τσαέρα ή το σταφύλι βέρικο.

Είναι αλήθεια ότι η κυπριακή έχει δανειστεί από τα αγγλικά λέξεις που δεν τις έχει δανειστεί η κοινή νέα ελληνική, ενώ πολύ περισσότερα αγγλικά δάνεια έχει το λεξιλόγιο των Κυπρίων του Λονδίνου (των Τσάρληδων). Όμως, ούτε η τσαέρα ούτε το βέρικο έχουν αγγλική αρχή -και σε αυτά τα δήθεν αγγλικά δάνεια θα αφιερώσω το σημερινό άρθρο.

Βέβαια, η ομοιότητα του «τσαέρα» με το chair είναι μεγάλη, αλλά η ομοιότητα δυο λέξεων δεν σημαίνει ότι η μία προέκυψε με δανεισμό της άλλης: θα μπορούσε η ομοιότητα να είναι συμπτωματική ή θα μπορούσε οι δυο λέξεις να συγγενεύουν, αναγόμενες σε μια τρίτη κοινή αρχή. Θέλω να πω ότι δεν μπορούμε όπου βλέπουμε ομοιότητες να δεχόμαστε αμέσως γλωσσικό δανεισμό -χρειάζονται και άλλα στοιχεία.

Στην περίπτωση της τσαέρας, η υπόθεση του δανεισμού από τα αγγλικά αποδεικνύεται αβάσιμη αν κοιτάξουμε την ιστορία της λέξης -πρόκειται για λέξη παλιά, που υπάρχει σε δημοτικά τραγούδια («τζαι κάτσετε τους φίλους μου πάνω γρυσές τσαέρες»), επομένως αποκλείεται να οφείλεται σε επίδραση της αγγλικης γλώσσας αφού η αγγλική κυριαρχία στην Κύπρο χρονολογείται από το 1877. (Αυτός ο εμπειρικός κανόνας διατηρεί την ισχύ του και για την κοινή νέα ελληνική: λέξεις που υπήρχαν στη γλώσσα από τον 18ο-19ο αιώνα είναι απίθανο να έχουν αγγλική αρχή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγγλικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, κυπριακά | Με ετικέτα: , , , , , | 130 Σχόλια »

Από τη γέφυρα

Posted by sarant στο 14 Αύγουστος, 2017

Το σημερινό άρθρο γράφεται, κατά κάποιο τρόπο, από τη γέφυρα. Όχι από τη γέφυρα της φωτογραφίας, παρόλο που αυτές τις μέρες τυχαίνει να την περνάω συχνά -με το αυτοκίνητο, διότι μάλλον δεν θα αξιωθώ να την πάω περπατώντας, αν και υπάρχει πρόβλεψη και για διέλευση πεζών.

Μάλιστα, για τους πεζούς το πέρασμα της γέφυρας είναι δωρεάν, όπως και για τους ποδηλάτες και τους μοτοσικλετιστές. Για τα αυτοκίνητα ομως υπάρχουν διόδια, και τσουχτερά.

Όχι, δεν είναι η γέφυρα του Ρίου-Αντιρρίου, παρόλο που της μοιάζει λίγο, αφού είναι κι οι δυο γέφυρες καλωδιωτές. Τούτη εδώ είναι παλιότερη -είναι η γέφυρα της Νορμανδίας, που περνάει πάνω από τις εκβολές του Σηκουάνα και ενώνει τη Χάβρη με το Ονφλέρ. Όταν χτίστηκε, το 1994, είχε το ρεκόρ της καλωδιωτής γέφυρας, με 2.200 μέτρα, αλλά το έχασε ακριβώς από τη γέφυρα του Ρίου, που έχει μήκος πάνω από 2.800 μ.

Δεν το έχω ψάξει αν η γέφυρα του Ρίου εχει ακόμα το ρεκόρ, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στις γέφυρες πολλοί δεν μετράνε το συνολικό μήκος προκειμένου να ορίσουν το ρεκόρ αλλά το ενεργό μήκος, που είναι αρκετά μικρότερο. Αλλά ας επιστρέψουμε στη Νορμανδία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 167 Σχόλια »

Με τις σαγιονάρες

Posted by sarant στο 10 Αύγουστος, 2017

Το καλοκαίρι φοράμε σαγιονάρες, ιδίως στην παραλία. Κανονικά, οι σαγιονάρες είναι τα πατούμενα όπως στην εικόνα, δηλαδή, όπως λέει το ΛΚΝ, «είδος πλαστικής παντόφλας που συγκρατείται από δύο λουριά σε σχήμα V, που η γωνία τους περνά από το μεγάλο δάχτυλο».

Ωστόσο, νομίζω πως οι περισσότεροι θα χαρακτηρίσουν σαγιονάρες και τα άλλα είδη «πλαστικής παντόφλας», ιδίως εκείνες τις παλιές, τις καφετιές, με τις δύο πλατιές πλαστικές λωρίδες που σχημάτιζαν Χ. Τέτοιες κατασκεύαζε έναν καιρό ο στρατός και τις έδιναν στους φαντάρους, αν και νομίζω ότι τώρα πια δεν τις φτιάχνουν οι ίδιοι.

Τις σαγιονάρες τις χρησιμοποιώ καμιά φορά στην έκφραση «φράκο με σαγιονάρες», όταν θέλω να ψέξω κάποιον που ανακατεύει λέξεις πολύ λόγιες και πολύ λαϊκές π.χ. κάποιος που έγραψε «ιδιότητες που απάδουν από χέρι τέτοιων κατηγοριών», όπου το σαφώς λόγιο ρήμα «απάδω» δεν συνδυάζεται καλά με το χαρτοπαικτικό «από χέρι» -η συγκεκριμένη πρόταση, παλιό μαργαριτάρι του γελοιογράφου Στάθη, έχει και το κουσούρι της γενικομανιας, βέβαια, διότι το απάδω δεν συντάσσεται με γενική. Τέλος πάντων, η φράση μού φαίνεται τόσο αταίριαστη όπως κάποιος που φοράει επίσημο ένδυμα, φράκο, με σαγιονάρες. Πολλοί βέβαια θεωρούν γενικά τις σαγιονάρες σαν επιτομή του κιτς, όχι όμως εγώ.

Όμως εδώ δεν ενδυματολογούμε, αλλά λεξιλογούμε. Η σαγιονάρα λοιπόν είναι μια από τις λέξεις που μπήκαν στη γλώσσα μας εξαιτίας του κινηματογράφου. Είναι κάμποσες τέτοιες λέξεις π.χ. το ζιβάγκο -ο φίλος Τιπούκειτος είχε παλιά γράψει ένα σχετικό άρθρο, αν και η σαγιονάρα αναφέρεται μόνο στα σχόλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 189 Σχόλια »

Ώστε υπάρχουν ακόμα κουσελιάρηδες;

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2017

Είχα πει ότι το καλοκαίρι θα έχουμε και αρκετές επαναλήψεις παλιότερων άρθρων, αλλά ίσαμε τώρα αυτές μετριούνται στα δάχτυλα. Καθώς λοιπον μου έτυχε κάτι έκτακτο χτες, ανεβάζω σε επανάληψη ένα άρθρο του 2011, ελπίζοντας ότι οι παλιότεροι αναγνώστες θα το έχουν μισοξεχάσει στα έξι (και βάλε) χρόνια που έχουν περάσει.

Φυσικά, το άρθρο περιστρέφεται γύρω από τη λέξη του τίτλου, που ίσως να σας είναι άγνωστη.

Εγώ τη λέξη τη θυμάμαι από τον Καραγάτση· όταν την είχα διαβάσει, έφηβος τότε, είχα υποθέσει το νόημά της από τα συμφραζόμενα· πρέπει να υπάρχει στον Γιούγκερμαν, αλλά δεν παίρνω όρκο, πάντως γίνεται συζήτηση ανάμεσα σε δυο άντρες, κι ο ένας κατηγορεί τον άλλον ότι δεν έπρεπε να συμπεριφερθεί σαν «κουσελιάρικο γραΐδιο». Νομίζω μάλιστα ότι κι άλλη φορά έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη ο Καραγάτσης –αλλά δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, διότι τα βιβλία του δεν φαίνεται να γκουγκλίζονται.

Θα ρωτήσετε, ποια μύγα με τσίμπησε και αποφάσισα σήμερα να αφιερώσω κοτζάμ άρθρο σ’ αυτή τη μάλλον σπάνια λέξη, που δεν υπάρχει στα σημερινά μεγάλα λεξικά μας; Απλώς, μια μέρα που ετοίμαζα το άρθρο με τα πολλά ου, σκέφτηκα τη λέξη κουσκουσούρης και κοιτάζοντας στον Πάπυρο, θυμήθηκα και τον κουσελιάρη, που είναι πολύ κοντά στο λεξικό, και που σημαίνει το ίδιο ακριβώς. Αλλά ακόμα δεν σας είπα τι είναι ο κουσελιάρης (και ο κουσκουσούρης), αν και βέβαια πολλοί θα το ξέρετε.

Κουσελιάρης λοιπόν είναι ο κουτσομπόλης, ο κακολόγος, ο συκοφάντης. Κουσέλι, το κουτσομπολιό, η κακολογία. Το ίδιο σημαίνει και ο κουσκουσούρης. Ο κουσελιάρης υπάρχει στα παλιότερα λεξικά, όχι όμως στο ΛΚΝ, ούτε στον Μπαμπινιώτη, ενώ στο Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη υπάρχει μόνο το κουσέλι. Ο κουσκουσούρης υπάρχει και στον Μπαμπινιώτη, όχι όμως στο ΛΚΝ.

Φυσικά, ο κουσελιάρης και το θηλυκό του, η κουσελιάρα, και το ουδέτερό του, το κουσελιάρικο, ολοφάνερα παράγονται από το κουσέλι, οπότε θα επικεντρωθούμε στη λέξη αυτή. Το κουσέλι, δηλαδή, όπως είπαμε, το κουτσομπολιό, πέρα από τα παραπάνω λεξικά, το βρίσκω και σε μερικά διαδικτυακά γλωσσάρια με τοπικές λέξεις –αλλά στην πραγματικότητα η λέξη, απ’ όσο ξέρω, αν και δεν είναι πανελλήνια, ακούγεται σε αρκετά μέρη: στα νησιά του Αιγαίου εξόν από την Κρήτη, στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια, καθώς και παλιότερα στη Σμύρνη, δηλαδή σε μέρη που υπήρχε ιταλική επιρροή. Ίσως από τους Κασιώτες, ακουγόταν και στην Αίγυπτο. Στη Βόρεια Ελλάδα δεν την έχω συναντήσει, αν τη λέτε και εκεί πάνω να μου το πείτε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 120 Σχόλια »

Τρώνε σπετζοφάι οι Spice Girls;

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2017

Ομολογώ πως δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση του τίτλου αν και φαντάζομαι πως η απάντηση θα είναι αρνητική: αφενός, για να μάθουν το σπετζοφάι πρέπει να βρεθούν από τα μέρη μας, αν και όχι αναγκαστικά στο Πήλιο, και αφετέρου πάω στοίχημα ότι το χωριάτικο λουκάνικο δεν ικανοποιεί τις υγιεινιστικές προδιαγραφές που με θρησκευτική ευλάβεια πρέπει να τηρούν οι αστέρες του θεάματος. Υπάρχει κι άλλο ένα προβληματάκι, ότι το πενταμελές συγκρότημα έχει διαλυθεί και οι περσινές προσπάθειες να ανασυσταθούν με τρία από τα αρχικά μέλη δεν ευοδώθηκαν.

Αρνητική όμως είναι η απάντηση αν εννοήσουμε κυριολεκτικά την ερώτηση. Ωστόσο, εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι το σημερινό άρθρο δεν θα είναι αφιερωμενο στο διαιτολόγιο του γνωστού συγκροτήματος, αλλά στο κατά πόσον υπάρχει ετυμολογική σχέση ανάμεσα στο σπετζοφάι και στη λέξη spice.

Αυτήν ακριβώς την ερώτηση την έθεσε σε σχόλιο ένας φίλος του ιστολογίου πριν από μερικές μέρες, σκέφτηκα λοιπόν ότι προσφέρεται για ένα σύντομο αρθράκι, τέτοιο που ταιριάζει σε μια καλοκαιρινή Παρασκευή.

Το σπετζοφάι λοιπόν, σύμφωνα με την επικρατέστερη εξήγηση, πήρε την ονομασία του από τις πιπεριές, που αποτελούν βασικό του συστατικό -οι δε καυτερές πιπεριές λέγονται και σπέντζες στο Πήλιο και σε άλλα πολλά σημεία της χώρας, αλλά και στα αρβανίτικα.

Στα Ρόδινα ακρογιάλια του, ο Παπαδιαμάντης, αντικρινός στο Πήλιο, παρουσιάζει έναν διάλογο με τον Κώστα, επιστάτη ενός κτήματος, που του αρέσει να ανακατεύει στην κουβέντα του τούρκικες λέξεις. Του λέει ο Κώστας, και μεταφράζει αμέσως ο αφηγητής:

― Σπέντζες ἰστέρσιν; μοῦ ἐφώναξε μακρόθεν ὁ Κώστας. Βὰρ τσόκ. (Πιπεριὲς θέλεις; Ἔχω πολλές.)

Επειδή η λέξη σπέντζα = πιπεριά δεν είναι πανελλήνια και επειδή σήμερα δεν είναι πια τόσο γνωστή, πολύς κόσμος το σπετζοφάι το παρετυμολογεί με τις Σπέτσες και το λέει σπετσοφάι -αλλά για τις Σπέτσες θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , | 173 Σχόλια »

Για μπάνιο πάω

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2017

Φέτος έτυχε να πάρω νωρίς την καλοκαιρινή μου άδεια, αλλά τον Αύγουστο που όλοι θα διακοπεύετε εγώ θα δουλεύω σκληρά. Οπότε, τη φράση του τίτλου θα μπορούσα να την πω κι εγώ, αν και την έχουν πει κι άλλοι πριν από μένα. Γενικά, ολόκληρο το σημερινό άρθρο θα έχει κάτι από ντεζαβούδι για τους ταχτικούς αναγνώστες του ιστολογίου, αφού αποτελεί, εν μέρει όμως μόνο, επανάληψη παλιότερου άρθρου -σας έχω προειδοποιήσει, άλλωστε, ότι ως τον Σεπτέμβρη το ιστολόγιο θα κινείται με πιο χαλαρούς ρυθμούς.

Το καλοκαίρι κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα, αλλά η λέξη δεν αναφέρεται μόνο στο θαλασσινό λουτρό ούτε μόνο στο κολύμπι. Μπάνιο λέγεται και το πλύσιμο ολόκληρου του σώματος, κανονικά όταν γίνεται στη μπανιέρα, αλλά και στο ντους, ενώ συνεκδοχικά μπάνιο λέγεται και ο ειδικός χώρος του σπιτιού ή του ξενοδοχείου που είναι εφοδιασμένος με μπανιέρα ή/και ντουζιέρα και όλα τα απαραίτητα.

Ετυμολογικά, η λέξη «μπάνιο» είναι δάνειο από τα ιταλικά, και όπως θα δούμε είναι αντιδάνειο. Παράλληλα, έχουμε κρατήσει την παλιότερη λέξη, λουτρό, για όλες σχεδόν τις χρήσεις -έτσι, και το δωμάτιο του μπάνιου λέγεται και λουτρό, αλλά και για θαλάσσια λουτρά μιλάμε. Μάλιστα, λέμε μόνο «λουόμενοι» όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε όσους βρίσκονται στην πλαζ και κάνουν μπάνιο, δεν έχουμε άλλη λέξη, από τη ρίζα του μπάνιου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 185 Σχόλια »

Καλό καίρι!

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2017

Σύμφωνα με πληροφορίες από το Αστεροσκοπείο, στις 07.24 σήμερα το πρωί είχαμε το θερινό ηλιοστάσιο κι έτσι μπήκαμε επισήμως στο καλοκαίρι, ένα ορόσημο που σημαδεύεται από τις μεγαλύτερες σε διάρκεια μέρες της χρονιάς. Το ιστολόγιο θα σας ευχηθεί αναδημοσιεύοντας ένα προπέρσινο άρθρο με τα λεξιλογικά του καλοκαιριού, μια και είπαμε ότι φέτος έχουμε μπει σε τροχιά επαναλήψεων.

Όμως, ενώ αναδημοσιεύω χωρίς πολλές αλλαγές το προπέρσινο άρθρο, αλλάζω τον τίτλο, για να ειρωνευτώ αυτήν τη γλωσσοδιορθωτική ανοησία που ακούστηκε πρόσφατα με τις πανελλήνιες εξετάσεις, ότι τάχαμ είναι λάθος, διότι πλεονασμός, να ευχόμαστε «καλή επιτυχία» αφού η επιτυχία είναι ούτως ή άλλως κάτι θετικό. Αν τραβήξουμε αυτή τη λογική λίγο πιο πέρα, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως είναι πλεονασμός να ευχόμαστε «καλό καλοκαίρι» διότι το καλοκαίρι έχει μέσα του το «καλό».

Πράγματι, το καλοκαίρι είναι λέξη μεσαιωνική και προέκυψε «εκ συναρπαγής» που λένε οι φιλόλογοι, δηλαδή από συγχώνευση σε μια λέξη της φράσης «καλός καιρός». Ήδη σε κάποιο ελληνολατινικό γλωσσάρι της ύστερης αρχαιότητας παραδίδεται ο τύπος «καλόκαιρος» με την επεξήγηση bonum tempus, ενώ σε κείμενο του 9ου αιώνα απαντά ο τύπος «καλοκαίριον» -από εκεί είναι εύκολο, καλοκαίριν, καλοκαίρι. Το πιάσαμε το υπονοούμενο, το καλοκαίρι κάνει καλό καιρό!

Η αρχαία λέξη έχει διατηρηθεί κι αυτή, θέρος. Είναι ήδη ομηρική (ουτ’ εν θέρει, ουδ’ εν οπώρη στην Οδύσσεια, όπου οπώρα το φθινόπωρο) και προέρχεται από ινδοευρωπαϊκή ρίζα που δηλώνει τη ζέστη και τη θερμότητα -από την οποία άλλωστε προέρχεται και η λέξη «θερμός». Θέρος όμως είναι και ο θερισμός: θέρος-τρύγος-πόλεμος λέει η παροιμία για τις τρεις μεγάλες αναστατώσεις της παλιάς εποχής. Άραγε να ονομάστηκε το καλοκαίρι από τον θερισμό, να σημαίνει «εποχή του θερισμού»; Όχι, το αντίστροφο συνέβη, η αρχική σημασία του ρήματος «θερίζω» ήταν «περνώ το καλοκαίρι» και μετά πήρε τη σημασία «δρέπω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 174 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο τελικά;

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2017

Τις προάλλες η φίλη μας η Λ. μας είπε ότι πεθύμησε κανένα φρουτάκι, εννοώντας τα άρθρα που βάζω κατά καιρούς για τα οπωρικά, που τα έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» (2013). Ήρθε στα λόγια μου, αφού το έχω πει πως αυτή την περίοδο, δηλαδή ίσαμε τον Σεπτέμβρη, το μενού του ιστολογίου θα περιλαμβάνει αρκετές επαναλήψεις και γενικά ελαφρότερο πρόγραμμα. Οπότε, αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο του 2009 για ένα φρούτο που είναι η εποχή του, ξαναδουλεμένο όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο.

Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, άλλα όμως μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα· ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι μάλλον σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά, ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποια είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης βερίκοκο; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο από την Ανατολή μάς ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη «βερίκοκο». Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 119 Σχόλια »

Σκυλεύουν χωρίς σκύλους

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2017

Στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Στο Χριστό στο Κάστρο» υπάρχει και ο ακόλουθος διάλογος ανάμεσα στον παπα-Φραγκούλη και στον Αλεξανδρή τον ψάλτη, που ο παπάς αγαπά να τον πειράζει:

«Δε μου λές, Αλεξανδρή, τί θα πή, τώρα, στην καταβασία των Χριστουγέννων, ‘ο ανυψώσας το κέρας ημών’; Ποιός είν’ αυτός ο ανυψώσας;»

«Νά, ο ανιψιός σας» απήντα ο κύρ Αλεξανδρής, μή εννοών άλλως την λέξιν.

«Και τί θα πή ‘σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών;» ηρωτα πάλιν ο παπάς.

«Νά, σκύλα Βαβυλών» απήντα ο ψάλτης, νομίζων ότι περί σκύλας πράγματι επρόκειτο.

Τη στιχομυθία πρέπει να την έχουμε αναφέρει ξανά σαν παράδειγμα παρανόησης της εκκλησιαστικής γλώσσας. Ο ψάλτης, άνθρωπος λαϊκός, που δεν θα πήγε και πολλά χρόνια στο σχολείο, ερμηνεύει το «ο ανυψώσας», που το ψέλνει κάθε χρόνο, σαν να ήταν «ο ανηψιός σας» ενώ το «σκύλα» νομίζει ότι είναι προσδιορισμός της Βαβυλώνας, που χαρακτηρίζεται σκύλα -κυριολεκτικά ή μεταφορικά, θηλυκός σκύλος ή σκληρή ή ανήθικη γυναίκα.

Δεν είναι έτσι βέβαια. Ολόκληρη η φράση του Κανόνα είναι: Σκῦλα Βαβυλὼν τῆς Βασιλίδος Σιών, καὶ δορύκτητον ὄλβον ἐδέξατο, το οποίο μεταφράζεται στη γλώσσα μας: Η Βαβυλώνα δέχτηκε τα λάφυρα της βασιλικής Σιών και τον λεηλατημένο πλούτο της. Είναι λοιπόν «τα σκύλα», τα λάφυρα της Ιερουσαλήμ.

Εδώ κάποιος πολυτονιστής, σαν τον φίλο μας τον Αρχιμήδη, θα μας πει ότι το πολυτονικό θα μας βοηθούσε να ξεδιαλύνουμε ότι πρόκειται για τα σκύλα και όχι για τη σκύλα, αλλά βέβαια ο κυρ Αλεξανδρής άκουγε, δεν διάβαζε, κι έτσι κι αλλιώς αν μπορεί κάποιος να διακρίνει τις διαφορές της σημασίας βάσει του τονισμού δεν τις έχει ανάγκη διότι καταλαβαίνει ότι δεν μπορει να γίνεται λόγος για τη σκύλα.

Το γουστόζικο αυτό μικρογλωσσικό επεισόδιο το θυμήθηκα τις προάλλες, όταν φίλος με ρώτησε αν θεωρώ σωστή τη χρήση του όρου «σκυλεύω τη μνήμη του νεκρού».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομόηχα, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 209 Σχόλια »

Το πιάνο και τα γαλλικά

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2017

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στο ένθετο Υποτυπώσεις της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω σήμερα εδώ, όπως κάνω κάθε φορά με τα άρθρα μου στην Αυγή -μόνο που σήμερα υπάρχει μια διαφορά, ότι το άρθρο γράφτηκε (και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα) *πριν* από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, ενώ εσείς το διαβάζετε *μετά* τις εκλογές. Στο μεταξύ, έχουν μεσολαβήσει τα αποτελέσματα των εκλογών, που δεν τα ξέρω ούτε τη στιγμή που γράφω αυτόν τον πρόλογο, απόγευμα Κυριακής. Αλλά αυτά τα ξέρετε ήδη από αλλού, εσείς που τα διαβάζετε το πρωί της Δευτέρας.

Προβλέπω πάντως νίκη του Εμανουέλ Μακρόν, μια νίκη περισσότερο απόρριψης του αντιπάλου παρά προσχώρησης στο πρόγραμμα του νέου προέδρου. Νίκη, αλλά με μεγάλη αποχή, ίσως τη μεγαλύτερη σε β’ γύρο προεδρικών εκλογών, και με πολλά λευκά και άκυρα. Και μια νίκη που δεν θα είναι οριστική, αφού τίποτα δεν εγγυάται ότι στις βουλευτικές εκλογές που θα ακολουθήσουν ο νέος πρόεδρος θα συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως έγινε τις προηγούμενες φορές.

Στα σχόλια μπορείτε, βέβαια, να αναφερθείτε τόσο στα αποτελέσματα όσο και στο περιεχόμενο του άρθρου.

Το πιάνο και τα γαλλικά

Ο μήνας ξεκίνησε πριν από λίγες μέρες με την ανακοίνωση ότι έκλεισε η αξιολόγηση, ωστόσο σήμερα, ενώ εσείς διαβάζετε στην Αυγή, σε ένα άλλο σημείο της ηπείρου γίνεται μια πολύ σημαντική εκλογική αναμέτρηση που μας αναγκάζει να στρέψουμε προς τα εκεί την προσοχή μας. Εννοώ βέβαια τον δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών, στον οποίο για πρώτη φορά δεν συμμετέχει υποψήφιος των μεγάλων κομμάτων, αφού στον δεύτερο γύρο προκρίθηκαν ο Εμανουέλ Μακρόν, κεντρώος πρώην υπουργός του Ολάντ, και η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν, ενώ ο αριστερός υποψήφιος Ζαν Λυκ Μελανσόν είχε εξαιρετική πορεία αλλά έμεινε με μικρή διαφορά εκτός νυμφώνος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 233 Σχόλια »