Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Καθαρεύουσα’ Category

Ο Σεφέρης, η καθαρεύουσα και ο κ. Θεοδωρόπουλος

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2019

Θα σχολιάσω σήμερα στο ιστολόγιο μια πρόσφατη επιφυλλίδα του  συγγραφέα κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το ιστολόγιο σχολιάζει τις συντηρητικότατες γλωσσικές απόψεις του κ. Τ.Θ. ή που επισημαίνει τα γλωσσικά του μαργαριτάρια («που σοβατίζει ρωγμές στους τοίχους των κειμένων» κατά την ορολογία του κυρίου Τάκη).

Εννοώ την επιφυλλίδα με τίτλο «Η ταπείνωση των ελληνικών» που δημοσιεύτηκε στο πασχαλινό φύλλο της Καθημερινής.

Ήδη από τον τίτλο ο αρθρογράφος δίνει τον τόνο -και το δηλώνει και απερίφραστα στο άρθρο του, ότι «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας». Θεωρεί δηλαδή ο αρθρογράφος ότι η μητρική του γλωσσική ποικιλία είναι κάτι το υποδεέστερο, ότι δεν φτάνει στο μεγαλείο των (εξιδανικευμένων βέβαια) αρχαίων ελληνικών.

Δεν είναι, δυστυχώς, πρωτότυπη αυτή η άποψη. Θα έλεγα μάλιστα πως κοινός τόπος της παραγλωσσολογικής συζήτησης για τα ελληνικά είναι η συνεχής σύγκριση της νέας ελληνικής με την αρχαία ελληνική, η οποία προβάλλεται ως ένα ανέφικτο ιδεώδες. Όχι μόνο επιφυλλιδογράφοι, αλλά δυστυχώς και πολλοί εκπαιδευτικοί, αλλά και πολλά σχολικά βιβλία καλλιεργούν εμμέσως την άποψη ότι η σημερινή νεοελληνική δεν είναι παρά ωχρό είδωλο της αρχαίας, πράγμα που βέβαια αφενός δεν βοηθά τους μαθητές να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν τη μητρική τους γλώσσα και αφετέρου αποτελεί εύφορο έδαφος όπου θάλλουν κάθε λογής απόψεις για γλωσσική παρακμή, ιδίως όταν αντιδιαστέλλεται η κυρίαρχη θέση της αρχαίας ελληνικής με τη θέση της σημερινής νεοελληνικής. Όπως εύστοχα είχε σημειώσει η Άννα Φραγκουδάκη, «η προφητεία για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας, με όποιο επιχείρημα κι αν εμφανίζεται, ανάμεσα στις γραμμές το ίδιο πάντα εννοεί: φανταστείτε το εθνικό μεγαλείο που… “θα” είχαμε, αν μιλούσαμε αρχαία ελληνικά».

Δεν είναι λοιπόν πρωτότυπος ο κ. Τ.Θ. αλλά θαρρώ πως είναι από τους λίγους που χρησιμοποιούν τον όρο «ταπεινωμένη» για να περιγράψουν τη μητρική τους γλώσσα.

Βέβαια, ο ίδιος ο Τ.Θ. ίσως δεν αισθάνεται τόσο μεγάλη ταπείνωση αφού μπορεί να νιώσει τη δύναμη της πανάρχαιης γλώσσας. Όπως γράφει: «… τη Μεγάλη Εβδομάδα μπορείς να πάρεις μια γεύση από τη δύναμη της γλώσσας σου. … Δεν έχεις πολλές ευκαιρίες να τη νιώσεις αυτήν τη δύναμη, εκτός πια κι αν ανήκεις στη μειονότητα των σοβαρών αναγνωστών» (τα πλάγια δικά μου).

Ο συντάκτης ολοφάνερα θεωρεί πως ο ίδιος ανήκει σε αυτούς τους λίγους και εκλεκτούς «σοβαρούς αναγνώστες», σε αυτή τη «μειονότητα» των αρίστων -και προσκαλεί τον αναγνώστη να ενστερνιστεί τις απόψεις του ώστε να ελπίζει πως στο μέλλον θα γίνει κι αυτός δεκτός σε τούτο το κλειστό κλαμπ. (Αναρωτιέμαι αν οι «σοβαροί αναγνώστες» του κ. Τάκη ταυτίζονται με τους «προσεκτικούς ομιλητές» του κ. Μπαμπινιώτη -αλλά γι’ αυτό το θέμα θα πω παρακάτω).

Δεν θα σχολιάσω όλα τα σημεία του άρθρου του κ. ΤΘ διότι θέλω να σταθώ σε ένα σημείο όπου θαρρώ πως χρειάζεται αναλυτική απάντηση. Ωστόσο, κρίνοντάς το γενικά, παρατηρώ ότι ο θρηνητικός τόνος του αρθρογράφου για τα δεινά της γλώσσας μας έχει ανέβει μιαν οκτάβα -ίσως τώρα που πέθανε ο Σαράντος Καργάκος, ένας από τους μεγαλύτερους γλωσσογκρινιάρηδες που είχαμε, ο κ. Τάκης φιλοδοξεί να καλύψει το κενό.

Και πράγματι, προσέξτε τι γράφει: Πόσες από τις λέξεις που ακούς στον δρόμο είναι απλώς βρισιές, και πόσες δεν θυμίζουν περισσότερο άναρθρη κραυγή; Αλλά αυτή την ανοησία για την ομιλία (των νέων) που θυμίζει άναρθρες κραυγές και γρυλλισμούς πρώτος την έχει γράψει ακριβώς ο μακαρίτης κ. Καργάκος. Σταχυολογώ από την περίφημη «Αλαλία» του, γραμμένη πριν από καμιά τριανταριά χρόνια:

«οι νέοι μας […] έχουν φτάσει στο σημείο να συνεννοούνται με γρυλισμούς και παντομίμες», «κάποιοι νέοι χρησιμοποιούν την ελληνική σαν να κλωτσούν καρφιά», «τον γλωσσικό χουλιγκανισμό που φέρνει τη γλώσσα μας στην εποχή των σπηλαίων […] οι νέοι μας ακρωτηριάζουν και βεβηλώνουν τη γλώσσα μας»

Σαν να έπαθε Καργάκο ο κύριος Τάκης.

Και προχωρώ στο σημείο που με ενδιαφέρει. Θρηνεί ο κ. Τάκης σε ύφος Γιανναρά:

Ο Γ. Ράλλης νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης γραμματείας μας είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, ότι η δημοτική του Σεφέρη, ή του Ελύτη είναι γεμάτη από καθαρεύουσα και ότι οποιοδήποτε επιστημονικό ή θεωρητικό κείμενο χρειάζεται την καθαρεύουσα.

Θέλω λοιπόν να εστιαστώ στην εξής θέση: «η δημοτική του Σεφέρη … είναι γεμάτη από καθαρεύουσα»

Θεωρώ ότι ο ατεκμηρίωτος αυτός ισχυρισμός είναι αβάσιμος και λαθεμένος. Ωστόσο, είναι και θέμα ορισμού: τι θα πει «δημοτική γεμάτη από καθαρεύουσα»; Να έχει λόγιες λέξεις; Αλλά δεν κάνουν οι λέξεις τη γλωσσική ποικιλία -χρειάζεται και η σύνταξη.

Ας δούμε ένα πεζό του Σεφέρη, την πολύ γνωστή δήλωσή του κατά του δικτατορικού καθεστώτος. Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω. Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται για καθαρή καλλιεργημένη δημοτική, δηλαδή για καθαρή κοινή νεοελληνική (ΚΝΕ που λέμε) και δεν βρίσκω να είναι «γεμάτο από καθαρεύουσα». Πιστεύω ότι η χρήση λέξεων όπως «ελώδη» ή «αναπότρεπτη» δεν είναι στοιχείο καθαρεύουσας -αν μη τι άλλο, στην καθαρεύουσα θα ήταν «η αναπότρεπτος».

Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε το κείμενο αυτό, του 1969, και να χαρούμε την κρουστή γλώσσα του και το περιεχόμενό του.

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Όταν συζητήσαμε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ το άρθρο του κ. Τάκη σε συνάρτηση με το κείμενο του Σεφέρη, ο γλωσσολόγος Θανάσης Μιχάλης έκανε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο που το μεταφέρω εδώ:

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στις περισσότερες περιπτώσεις εσωτερικής διγλωσσίας δεν υπάρχουν δίπολα αλλά continua. Δηλαδή, δεν υπάρχει μόνο η δημοτική ως χαμηλή ποικιλία και η καθαρεύουσα ως υψηλή, αλλά πλήθος ενδιάμεσων καταστάσεων (από τα άκρα του αρχαϊσμού και του μαλλιαρισμού, στην αστική δημοτική, την καθαρή διαλεκτική δημοτική, υπερτοπικές δημοτικές, απλή καθαρεύουσα, πλήθος ιδιολέκτων κλπ). Το πρόβλημα δεν το έχει ποτέ η μητρική γλώσσα, δηλαδή η χαμηλή ποικιλία, η οποία κατακτάται κιαι περιγράφεται εύκολα, το πρόβλημα το έχουν οι τεχνητής φύσης υψηλές ποικιλίες: τι σημαίνει καθαρεύουσα; π.χ. έχει δοτική; είναι δίδω τινί ή δίδω εις τινα, λέγω τινί ή εις τινα κλπ. Το κείμενο του Σεφέρη κατά τη γνώμη μου, είναι δείγμα αστικής δημοτικής με κατεύθυνση προς τον πόλο της δημοτικής (δημοσίεψαν). … Είναι άτοπο και παράλογο να λαμβάνει κανείς ως δεδομένο ότι τύποι του διαλεκτικού ή του ποιητικού λόγου (π.χ. πέλαγο) αποτελούν την καθαρή δημοτική και, θεωρώντας το πέλαγος καθαρεύουσα, να λέει ότι η τάδε ομιλία είναι γεμάτη καθαρεύουσα. Το κείμενο του Σεφέρη και μορφολογικά (δεν υπάρχει κανένα -ις, κανένα -ιν, κανένα -ον, κανένα -χθην ή -χθησαν) και συντακτικά είναι δημοτική.

Είναι ιδιαίτερα εύστοχη η τελευταία παρατήρηση. Κάτι ανάλογο έκαναν οι καθαρευουσιάνοι του 1900 που έλεγαν: αν είστε συνεπείς δημοτικιστές, δεν μπορείτε να λέτε Τέχνη, πρέπει να λέτε Μαστοροσύνη. Αλλά και ο ανώνυμος συντάκτης του χουντικού πονήματος «Εθνική γλώσσα» με τα ίδια σοφίσματα προσπαθεί να κατατροπώσει τους δημοτικιστές.

Όπως σχολίασε στην ίδια συζήτηση ο φίλος μας ο Άγγελος: Στο συγκεκριμένο δείγμα δεν βλέπω κανένα στοιχείο που να μπορούσα να το χαρακτηρίσω «καθαρεύουσα» — ίσως το «καταποντισΘούν», που εξισορροπείται όμως με το παραπάνω από τα «δημοσίεΨα», τα «στεκάμενα νερά», το αμετάβατο «λογαριάζουν», γλωσσικούς τύπους που εγώ τουλάχιστον, μιλώντας αυθόρμητα, δεν θα χρησιμοποιούσα (θα έλεγα «δημοσίευσα», «στάσιμα», «υπολογίζονται» ή «μετρούν».) Το να λέμε ότι ο λόγος του Σεφέρη είναι «γεμάτος καθαρεύουσα» είναι εξωφρενικό — εκτός αν εννοούμε ότι δεν είναι ψυχαρική δημοτική, πράγμα που… δεν είναι και μεγάλη ανακάλυψη!

Πράγματι, όποιος διαβάσει τις Δοκιμές του Σεφέρη θα συναντήσει τύπους που σήμερα δεν τολμάμε και πολύ να τους γράψουμε, π.χ. τρομαΧΤικός ή τη χρήση του «σαν» εκεί όπου οι μπαμπινιωτιστές θεωρούν σωστό μόνο το «ως», ας πούμε: Η εργασία μου –βιάζομαι να το τονίσω– δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν εργασία οριστική. Θα ευχόμουν να κοιταχτεί σαν αφορμή για σοβαρή σκέψη πάνω σ’ ένα σπουδαίο θέμα, για φωτισμένη κρίση και καλοπροαίρετη επίκριση.

Εννοώ ότι το κείμενο που διάλεξα, η αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη εννοώ, με κανέναν τρόπο δεν αποτελεί εξαίρεση, δεν είναι δηλαδή «δημοτικότερο» από τα πεζά που περιλαμβάνονται στις Δοκιμές του Σεφέρη. Διάλεξα το κείμενο αυτό επειδή υπήρχε στο Διαδίκτυο, αλλά είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό της γλωσσικής ποικιλίας του Σεφέρη.

Και θα κλείσω με ένα άλλο κείμενο από τις Δοκιμές του Σεφέρη, γραμμένο το 1946 όταν πέθανε ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, μια τοποθέτηση του Σεφέρη που αποτελεί δριμύ κατηγορώ για τη γλωσσική πολιτική του ελληνικού κράτους τον καιρό που βασίλευε η καθαρεύουσα, που τόσο τη νοσταλγεί ο κ. Θεοδωρόπουλος, που τολμά να επικαλείται τον Σεφέρη για να στηρίξει τις συντηρητικότατες γλωσσικές του θέσεις:

ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Δεν είμαι ειδικός για να αναλύσω τεχνικά την εργασία του Αχιλλέα Τζάρτζανου. Αλλά πως εχάσαμε έναν από τους λίγους εκλεκτούς φιλολόγους που πρόσφεραν μια μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα τους, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω.

Θα έλεγα ακόμη ότι ο Τζάρτζανος έχει έναν ιδιαίτερο δεσμό με τη λογοτεχνική γενιά που ωρίμασε και άρχισε να γράφει στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η επιστημονική του εργασία συγγενεύει, καθώς νομίζω, χαρακτηριστικά με τις γλωσσικές αναζητήσεις ορισμένων λογοτεχνών της γενιάς εκείνης.

Από την αρχή του γλωσσικού αγώνα ως τα χρόνια του μεσοπολέμου η καλλιέργεια της κοινής δημοτικής στρέφεται, κατά πρώτο λόγο, προς τη γραμματική και το τυπικό. Το πρώτο ζήτημα ήταν ποιες λέξεις θα γράφουμε και με ποια φθογγολογική μορφή θα παρουσιάζουμε αυτές τις λέξεις. Η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν τόσο μεγάλη, που τα ζητήματα του μηχανισμού της ελληνικής φράσης (χρησιμοποιώ σκόπιμα έναν όρο γενικό) δε μοιάζουν να απασχολούν πάρα πολύ τους λογίους. Στην ηρωική περίοδο του δημοτικισμού (ως τα τελευταία χρόνια του Ψυχάρη περίπου) οι άνθρωποι που ασχολούνται με την ελληνική έκφραση, μοιάζουν μαγνητισμένοι από το χρώμα και τη ζωηράδα της λαϊκής γλώσσας. Ήτανε φυσικό, αφού μόλις είχαν αφήσει τα άχρωμα δωμάτια της καθαρεύουσας. Σαν τον άρρωστο, που ύστερα από χρόνια βγαίνει για πρώτη φορά στο ύπαιθρο, έβλεπαν παντού τη γραφικότητα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου αρχίζουν να γίνουνται αισθητές άλλες ανάγκες. Πολύ συνειδητά κάποτε, και κάποτε μισοσυνείδητα, παρουσιάζεται η ανάγκη της ακρίβειας. Σ’ αυτή την ανάγκη ήρθε νομίζω να ανταποκριθεί, με τον τρόπο του, ο Αχιλλέας Τζάρτζανος. Μολονότι άλλης ηλικίας, ήταν, αισθάνομαι, ένας από τους δικούς μας ο άνθρωπος που έγραψε το πρώτο Συντακτικό της δημοτικής. Και συλλογίζομαι με αρκετή πίκρα πως αν δεν είχε την τύχη να γίνει φθισικός από υπερκόπωση και πως αν δε βρίσκονταν οι συγγενείς που τον έστειλαν να περάσει τις υποχρεωτικές διακοπές της θεραπείας του στην Ελβετία, ίσως να μην είχε πραγματοποιηθεί κι αυτή η ανεκτίμητη εργασία.

Έχω κάπου διαβάσει πως οι κάτοικοι, δε θυμούμαι ποιας χώρας, μισούν τόσο πολύ τη βλάστηση, που μόλις ξεμυτίσει το παραμικρό πράσινο φύλλο, τρέχουν αμέσως να το ξολοθρέψουν. Θυμούμαι πάντα αυτή την εικόνα όταν συλλογίζομαι τη σημερινή γλωσσική μας κατάσταση ή την αφοσίωση ανθρώπων σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο. Γιατί όλα γίνουνται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει. Ίσως, ποιος ξέρει, οι “απωθήσεις” που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας, πρέπει να μην το ξεχνάμε, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε, ή όχι, ελληνικά· αν θα γράφουμε ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνουνται σα να προτιμούμε το εσπεράντο· σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας.

Ποια είναι η γλώσσα ενός τόπου; Η ζωντανή γλώσσα που μιλά ο λαός, όπως τη διαμορφώνουν οι καλύτεροι συγγραφείς του. Από την εποχή του Αγίου Παύλου ως το Διονύσιο Σολωμό, ο ελληνικός λαός, μέσα από συνθήκες, που εύκολα θα καταντούσαν άγλωσσο οποιονδήποτε άλλο λαό, έσωσε τη γλώσσα του για να την παραδώσει στους μορφωμένους της απελευθερωμένης Ελλάδας. Μια γλώσσα ανόθευτη, που συνεχίζει πιστά και χωρίς διακοπές τη χιλιόχρονη ελληνική παράδοση, με πρωτοφανή ευλυγισία, με άπειρες δυνατότητες να αναπτυχθεί. Από το Σολωμό ως τις μέρες μας, τα καλύτερα πνεύματα που μπόρεσε ν’ αναδείξει η Ελλάδα, είναι μια πλειάδα συγγραφέων που μπορούν να αντιπαραβληθούν αδίσταχτα με τους καλύτερους ξένους της ίδιας εποχής. Κι’ όμως αυτή τη γλώσσα, σήμερα ακόμη, στα 1946, τη μαθαίνουμε όχι από διδασκαλία, αλλά μπορεί να πει κανείς από μύηση. Την έχουμε αφήσει χωρίς πυξίδα και χωρίς χάρτη. Ο νέος που θέλει να τη μάθει πρέπει να καταφύγει σε φιλολογικές έρευνες που μόνο ειδικοί θα έκαναν σε τόπους πολύ πιο προοδευτικούς από το δικό μας. Δεν έχει λεξικό· το λεξικό της Ακαδημίας βρίσκεται ακόμη στο Α –εννοώ: το στοιχείο Α. Τα πνευματικά μας ιδρύματα την καταφρονούν. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς –για να μην απαριθμεί ατέλειωτα θλιβερά δείγματα της νοοτροπίας μας– πως η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να αποκλείει μοιραία έναν επιστήμονα της ολκής και του ήθους του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αφέθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις καθημερινές εφημερίδες. Ύστερα από τόσα χρόνια ελεύθερης ζωής, και σε καιρούς που στις πολιτισμένες χώρες οι πνευματικοί διδάσκαλοι κοιτάζουν πώς να ανυψώσουν την παράδοσή τους, αυτό μονάχα βρήκε η παιδεία μας για να ανταμείψει το έθνος που έσωσε τη γλώσσα του Σολωμού και του Παλαμά μέσα από τα σκοτάδια αιώνων. Το αποτέλεσμα είναι το εσπεράντο. Ηχεί σαν τα ακόλουθα παραδείγματα που έτυχε να προσέξω αυτές τις μέρες. Στο δρόμο ένας μικροαστός λέει στο φίλο του: «Ολιγουδί να μη σε βρω». Μια υπηρεσιακή πινακίδα στην ακτή του Παλιού Φαλήρου (την αντιγράφω κατά λέξη) ειδοποιεί: «Όστις ευρεθή αναμιγνυόμενος με ιδιοκτησίαν επί της ακτής ταύτης θέλει διωχθεί αυστηρώς». Το «ολίγου δειν» μπόρεσα να το καταλάβω, αλλά το «αναμιγνυόμενος»;

Αυτή είναι η κατάστασή μας, και δε μας μένει καιρός. Χωρίς μια φούχτα ανθρώπους σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο, θα μιλούσαμε και θα γράφαμε όλοι μας έτσι.

Αύγουστος 1946

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσοδιορθωτές, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 227 Σχόλια »

Ο Ροΐδης σε νεοελληνική μεταγραφή (ή μετάφραση)

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2018

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη, σε ένα κομψό τομίδιο, όπως θέλει το κλισέ, «Τρεις μεσαιωνικές μελέτες» του Εμμανουήλ Ροΐδη. Πρόκειται για μια πρωτότυπη έκδοση που μου κίνησε το ενδιαφέρον και γι’ αυτό την παρουσιάζω σήμερα.

Δεν πρόκειται για κάποιο άγνωστο έργο του άφθαστου στιλίστα, που το έφερε πρόσφατα στο φως η αναδίφηση παλιών εφημερίδων (κάτι που έχει συμβεί με άλλα έργα ή πάρεργα του Ροΐδη) αλλά για τρεις μελέτες που έχουν ως κοινό τους θέμα τον Μεσαίωνα, γραμμένες λίγα χρόνια μετά την Πάπισσα Ιωάννα, που περιλαμβάνονται στα πεντάτομα Άπαντα του Ροΐδη, που εκδόθηκαν σε επιμέλεια Α. Αγγέλου (στον 1ο και στον 2ο τόμο).

Η πρωτοτυπία της έκδοσης δεν βρίσκεται λοιπόν στο περιεχόμενο των τριών κειμένων, που είναι γνωστό, ούτε και στον πρόλογο ή την εισαγωγή του επιμελητή, στοιχεία άλλωστε που απουσιάζουν εντελώς. Η μεγάλη πρωτοτυπία της έκδοσης βρίσκεται στο ότι το ροϊδικό κείμενο συνοδεύεται από απόδοση στα νέα ελληνικά από τον φίλο Δημήτρη Φύσσα, που επιμελείται την έκδοση. Στην αριστερή σελίδα υπάρχει η νεοελληνική απόδοση ενώ αντικριστά, στη δεξιά σελίδα, το κείμενο του Ροΐδη, στην αρκετά δύσβατη καθαρεύουσα που συνηθιζόταν στον γραπτό μας λόγο πριν από ενάμιση αιώνα.

Ο Φύσσας χαρακτηρίζει «μεταγραφή» το εγχείρημά του, αν δεν είναι πρωτοβουλία του εκδότη ο όρος αυτός. Κατ’ εμέ είναι όρος άστοχος, διότι μεταγραφή, πέρα από τους ποδοσφαιριστές, έχουμε όταν μεταφέρουμε ένα κείμενο ή μια λέξη από ένα σύστημα γραφής σε ένα άλλο, π.χ. το αγγλικό κύριο όνομα Shakespeare στο Σέξπιρ (ή Σαίξπηρ ή Σαίκσπηρ ή όσες άλλες μεταγραφές έχουν προταθεί) ή. στη μουσική, όταν γράφουμε ξανά την παρτιτούρα μιας μουσικής σύνθεσης έτσι που να μπορεί να παιχτεί από άλλο όργανο από εκείνο για το οποίο είχε αρχικά συντεθεί.

Η μεταγραφή είναι άστοχος όρος, αλλά αυτός συχνά χρησιμοποιείται (αιδημόνως) στις περιπτώσεις ενδογλωσσικής μετάφρασης, ακριβώς για να μην ακουστεί ο επικίνδυνος όρος «μετάφραση» που μπορεί να εννοηθεί ότι αφορά τη μεταφορά κειμένου από μια γλώσσα σε μια άλλη κι έτσι απειληθεί η συνέχεια της μίας και ενιαίας γλώσσας. Παλιότερα, όταν είχε μεταφραστεί η Πάπισσα Ιωάννα στη νέα ελληνική είχε χρησιμοποιηθεί ο όρος «μεταγλώττιση». Νομίζω ότι ο όρος «μετάφραση» ή «ενδογλωσσική μετάφραση» είναι απόλυτα σαφής, αυτό είχε κάνει παλιότερα ο Καλοκύρης και αυτό έκανε τώρα ο Φύσσας. Ας σημειώσω τη διαφωνία μου λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δοκίμια, Καθαρεύουσα, Μεσαίωνας, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 70 Σχόλια »

Το ελληνικό λεξιλόγιο από τον Όμηρο μέχρι σήμερα (άρθρο του Γ. Παπαναστασίου)

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2018

Στη Θεσσαλονίκη όπου είχα πάει τις προάλλες, ειχα τη χαρά να κάνω τη γνωριμια του καθηγητή Γιώργου Παπαναστασίου, Αναπληρωτή Καθηγητή Ιστορικής Γλωσσολογίας του Α.Π.Θ. και Διευθυντή του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μ. Τριανταφυλλίδη). Χάρηκα όταν μου είπε ότι μας διαβάζει και ακομα περισσότερο χάρηκα όταν, μερικές μέρες αργότερα, μου έστειλε δυο άρθρα που έχουν θεμα που ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο: τον γλωσσικό δανεισμό και τη συγκρότηση του λεξιλογιου της ελληνικής. Δημοσιευω σήμερα το πρώτο από αυτά και στο κοντινο μέλλον θα δημοσιεύσω και το άλλο, που εξετάζει «την άλλη όψη του νομίσματος» δηλαδή τα ελληνικά δάνεια σε ξένες γλώσσες. Και τα δυο άρθρα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ελιμειακά» του Συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης.

Προειδοποιώ πως το άρθρο είναι μεγάλο, αλλά δεν θα βόλευε τη συζήτηση να το κόψω σε δύο μέρη. Νομίζω άλλωστε πως αξίζει ο κόπος που θα κάνετε να το διαβάσετε. Κάποιες παράγραφοι του άρθρου θα μπορούσαν να δώσουν έναυσμα για χωριστά άρθρα του ιστολογίου -κάτι που μπορεί να γινει στο μέλλον.

«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ»

Γιώργος Κ. Παπαναστασίου

A΄. Προϊστορική, πρωτοϊστορική και αρχαϊκή εποχή. Είναι η περίοδος που ξεκινάει από την ινδοευρωπαϊκή προϊστορία και φτάνει ως τον 6ο αιώνα, συμπεριλαμβάνοντας τον Όμηρο, το πρώτο εκτενές αρχαιοελληνικό κείμενο, που ανάγεται στον 8ο αιώνα π.Χ. και μας παρέχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του πρώιμου ελληνικού λεξιλογίου. (Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Όμηρος δεν είναι το αρχαιότερο ελληνικό κείμενο. Παλαιότερα κατά αρκετούς αιώνες, αφού χρονολογούνται περίπου από το 1500 έως το 1200 π.Χ., είναι μικρά, επιγραφικά κείμενα που βρέθηκαν γραμμένα σε πήλινες πινακίδες στα ανάκτορα της Πύλου, της Κνωσού, των Μυκηνών, της Τίρυνθας, της Θήβας και άλλων πόλεων της μυκηναϊκής εποχής. Η μικρή έκταση, όμως, των κειμένων αυτών και η φύση τους, καθώς είναι σε μεγάλο βαθμό καταγραφές λογιστικού τύπου, δεν μας παρέχουν τη λεξιλογική ποικιλία που βρίσκουμε αργότερα στα ομηρικά έπη.) Ένα τμήμα του αρχαϊκού λεξιλογίου είναι κληρονομημένο από μια προϊστορική γλώσσα, που την ονομάζουμε ινδοευρωπαϊκή, από την οποία προέρχονται η ελληνική, η λατινική, η ινδική, η περσική, η αρμενική, οι σλαβικές γλώσσες, αλλά και η αγγλική, η γερμανική, η ολλανδική. Εδώ ανήκουν λέξεις όπως πατήρ, μήτηρ, φράτηρ ‘αδελφός’, θυγάτηρ, υἱός, ἀνήρ ‘άντρας’, γυνή ‘γυναίκα’, οἶκος, δόμος ‘σπίτι’, πόλις, θύρα, ἔδομαι ‘τρώω’, πίνω, ἅλς ‘αλάτι’, μέλι, ἀγρός, βοῦς ‘βόδι’, αἴξ ‘κατσίκα’, ὄϊς ‘πρόβατο’, ὗς ‘γουρούνι’, ἵππος, δρῦς ‘βαλανιδιά’, φύομαι ‘φυτρώνω’, ἀρόω ‘οργώνω’, σπείρω ‘σπέρνω’, ἀμέλγω ‘αρμέγω’, ὑφαίνω κτλ.

Ακόμη και μικρές φράσεις, όπως κλέος ἄφθιτον ‘αθάνατη δόξα’, δωτῆρες ἐάων ‘δωρητές αγαθών’, οι οποίες μαρτυρούνται στον Όμηρο, υπήρχαν ήδη στην πρωτοϊνδοευρωπαϊκή. (Ίσως είναι χρήσιμη μια μικρή παρένθεση για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, αυτή τη μητέρα-γλώσσα από την οποία προέρχονται τα ελληνικά, τα λατινικά και οι λατινογενείς γλώσσες [ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά κτλ.], τα ινδικά, αλλά και τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ολλανδικά κτλ. Ας δούμε αυτές τις ομοιότητες: αρχαίο ελληνικό πατήρ, λατινικό pater [> γαλλικό père, ιταλικό padre], ινδικό pitar-, αγγλικό father, γερμανικό Vater· αρχαίο ελληνικό μήτηρ, λατινικό mater [> γαλλικό mère, ιταλικό madre], ινδικό matar-, αγγλικό mather, γερμανικό Mutter· αρχαίο ελληνικό δύο, λατινικό duo [> γαλλικό deux, ιταλικό duo], ινδικό dva-, αγγλικό two, γερμανικό zwei· αρχαίο ελληνικό τρεῖς, λατινικό tres [> γαλλικό trois, ιταλικό tre], ινδικό trayas, αγγλικό three, γερμανικό drei· αρχαίο ελληνικό ἕξ, λατινικό sex [> γαλλικό six, ιταλικό sei], ινδικό saks-, αγγλικό six, γερμανικό sechs, κτλ. Αυτές οι λέξεις μοιάζουν η μία με την άλλη, επειδή έχουν κοινή προέλευση. Καθεμιά τους προέρχεται από την ίδια λέξη αυτής της παλαιάς γλώσσας που την έχουμε ονομάσει πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, συγκεκριμένα από τις μορφές *ph1ter, *mater, *duo, *treies, *sex. Θα μείνουμε απλώς στη διαπίστωση των ομοιοτήτων ανάμεσα στις λέξεις αυτών των γλωσσών και στην κοινή ινδοευρωπαϊκή καταγωγή τους, γιατί κάθε απόπειρα να αναλύσουμε περισσότερο αυτή την κατάσταση απλώς θα μας έβγαζε από τον στόχο αυτού του κειμένου.)

Εκτός όμως από τις κληρονομημένες λέξεις ινδοευρωπαϊκής προέλευσης, τόσο στον Όμηρο όσο και στα παλαιότερα κείμενα των μυκηναϊκών πινακίδων, υπάρχουν δάνεια από άλλες γλώσσες. Λέξεις όπως χρυσός, λαβύρινθος, σέλινον, σῖτος ‘σιτάρι’, σήσαμον ‘σουσάμι’, κέρασος ‘κεράσι’ κτλ. ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, των πολύ πρώιμων δανείων. Είναι δηλαδή λέξεις που η αρχαία ελληνική δεν τις κληρονόμησε από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, αλλά τις γνώρισε από άλλες γλώσσες με τις οποίες ήρθε σε επαφή και τις ενσωμάτωσε στο ελληνικό λεξιλόγιο. Την προέλευση ορισμένων από αυτές την αναγνωρίζουμε με μεγαλύτερη ή μικρότερη βεβαιότητα, π.χ. οι μυκηναϊκές και στη συνέχεια ομηρικές λέξεις χρυσός και χιτών γνωρίζουμε ότι είναι σημιτικής προέλευσης, προέρχονται δηλαδή από κάποια σημιτική γλώσσα (σημιτικές γλώσσες είναι μεταξύ άλλων η αρχαία αιγυπτιακή, η εβραϊκή, η φοινικική, αλλά και η σύγχρονη αραβική), αν και δεν έχουμε προσδιορίσει ποια ακριβώς είναι η πηγή τους. Αντίθετα, τα περισσότερα γράμματα του αλφαβήτου, π.χ. ἄλφα, βῆτα, γάμμα, γνωρίζουμε ότι έχουν φοινικική προέλευση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά δάνεια, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , | 189 Σχόλια »

Η κόρη του περιβολάρου έπεσε εις τας λάσπας

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2018

Επειδή έχει πέσει πολλή δουλειά, αλλά κι επειδή δεν το έχω παρουσιάσει στο ιστολόγιο, αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο που είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο πριν από πολλά πολλά χρόνια, που είναι στην πραγματικότητα ένα απόσπασμα από το κλασικό έργο Γλώσσα και ζωή του πρωτοπόρου δημοτικιστή (και μαθηματικού) Ελισαίου Γιανίδη (1865 -1942).

Να πούμε δυο λόγια για τον συγγραφέα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σταμάτης Σταματιάδης. Γεννήθηκε στο Νιχώρι του Βοσπόρου το 1865, σπούδασε γεωπονία, χημεία και μαθηματικά (όπου έκανε και διδακτορικό), εργάστηκε στην εκπαίδευση (απολύθηκε από το Βαρβάκειο επειδή έλεγε στα παιδιά να μην κλίνουν «η Κίνα της Κίνης»), και είχε σημαντικό έργο σε δυο τομείς που δεν τους είχε σπουδάσει, τη γλώσσα και τη βυζαντινή μουσική. Το βιβλίο του «Γλώσσα και ζωή» (1908 και 2η έκδοση 1915) γαλούχησε γενεές δημοτικιστών και αξίζει να διαβαστει και σήμερα, έστω κι αν το σημερινό γλωσσικό τοπίο είναι εντελώς διαφορετικό μετά την οριστική επικράτηση της δημοτικής. Ωστόσο, ο αναγνώστης μπορεί να χαρεί τον λόγο ενός μάστορα και τα επιχειρήματα ενός καθαρού μυαλού και να πάρει μια ιδέα της γλωσσικής πολεμικής στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Όπως θα δείτε, ο Γιανίδης στο απόσπασμα αυτό κάνει ένα πείραμα: παίρνει λέξεις λόγιες και τις προσαρμόζει στο τυπικό της δημοτικής, κι αυτό γίνεται σχεδόν ή τελείως αβίαστα, κι έπειτα παίρνει λέξεις λαϊκές και επιχειρεί να τις προσαρμόσει στο τυπικό της καθαρεύουσας οπότε το αποτέλεσμα είναι κωμικό, όπως στον τίτλο μας όπου η καθαρευουσιάνικη γενική των αρσενικών (του μαθητού, του εφέτου) εφαρμόζεται σε μια καθαρά λαϊκή λέξη.

Να σημειωθεί ότι αυτό το πείραμα ήταν πολύ πιο επίκαιρο πριν από 100 χρόνια, τότε που έγινε δηλαδή, όταν η καθαρεύουσα ήταν η μορφή γλώσσας που κυριαρχούσε στην εκπαίδευση και στις εφημερίδες. Σήμερα, μόνο σε δυο-τρεις περιπτώσεις ακούγονται ακόμη οι καθαρευουσιάνικοι τύποι, και μία από αυτές είναι τα γυναικεία κύρια ονόματα σε -ώ, όπου η ξιπασιά έφερε αναβίωση του αρχαίου τυπικού σε τύπους όπως «της Κλειούς» και μάλιστα επέκτασή του και σε λαϊκά ονόματα, αφού έστω και μειοψηφικά ακούγονται τύποι όπως «της Αργυρούς», που ήταν αδιανόητοι παλιότερα.

Η γλώσσα του Γιανίδη είναι θαρρώ ίδια με τη σημερινή δημοτική, με μια εξαίρεση -οι παλιοί δημοτικιστές δεν δικαιώθηκαν στον πληθυντικό των παλιών τριτοκλίτων, όπου ο τύπος π.χ. «οι λέξες», που τον χρησιμοποιεί εδώ ο Γιανίδης και που τον χρησιμοποιούσε και ο Σολωμός -είναι λαϊκός τύπος, όχι κατασκευασμένος, εννοώ- όχι μόνο δεν επικράτησε αλλά έχει πια περιπέσει σε απόλυτη αχρηστία.

Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο άρθρο.

Γλώσσα και ζωή (απόσπασμα) 

Εξετάσαμε ποιες σφαλερές αρχές πρωτοστατήσανε στο σχηματισμό του λεξικού. Όμοιο σύστημα ιδεών ακολούθησε η γραφτή μας γλώσσα και στο τυπικό. Εδώ η θεμελιακή πλάνη είναι, πως οι τύποι της φυσικής γλώσσας είναι λαθεμένοι και πως αυτό το έφερε η σκλαβιά και η αμάθεια: ο λαός δεν είχε σκολεία για να μαθαίνει τους ορθούς τύπους, γι’ αυτό τους εστρέβλωσε.

[…]

Η αλλαγή του τυπικού είναι ένα φυσικό φαινόμενο, που το φέρνουν λόγοι ψυχολογικοί, φωνητικοί, ακουστικοί. Σε καμιά γλώσσα δεν έλειψε. Το βλέπουμε και στην αρχαία ελληνική, όταν την πάρουμε σε δυο διάφορες εποχές. Κι εκείνοι που μελέτησαν την αρχαία και τη νέα ελληνική, με το φακό της επιστήμης και όχι του πατριωτισμού, οι γλωσσολόγοι δηλαδή, με μια γνώμη όλοι (και οι οπαδοί της καθαρεύουσας μαζί), μάς λένε πως διαφθορά δεν υπάρχει, και πως η μεταβολή του τυπικού που γέννησε τη σημερινή γλώσσα δεν είναι άλλο παρά συνέχεια των μεταβολών που παρατηρούμε στην ίδια την αρχαία από μιαν εποχή σ’ άλλη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γλωσσικό ζήτημα, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , | 133 Σχόλια »

Καβγάς (πεζογράφημα του Μιχαήλ Μητσάκη)

Posted by sarant στο 27 Νοεμβρίου, 2016

Τις προάλλες,  ο φίλος μας ο Αφώτιστος Φιλέλλην έκανε λόγο, σε κάποιο σχόλιο, για τον Μιχαήλ Μητσάκη (1868-1916), μιαν από τις παραγνωρισμένες μορφές της λογοτεχνίας μας -και μού θύμισε ότι στο ιστολόγιο δεν έχω βάλει καθόλου κείμενα του Μητσάκη, αν και είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο.

Οπότε, παρακάλεσα τον φίλο μας τον Σκύλο να μου πληκτρολογήσει ένα μικρό αθηναϊκό αφήγημα του Μητσάκη, με τον τίτλο Καβγάς, που το παρουσιάζω σήμερα.

Ο Μητσάκης, όπως θα δείτε, περιγράφει με τέχνη και οξυδέρκεια έναν καβγά κουτσαβάκηδων, πιθανότατα στην πλατεία Κουμουνδούρου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η γλώσσα είναι βαριά καθαρεύουσα, αλλά οι διάλογοι δίνονται στο μάγκικο ιδίωμα της εποχής.

Το αφήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Αττικόν Μουσείον στο τεύχος 9 του 1890 (Σεπτέμβριος 1890). Εγώ το πήρα από τον τόμο «Μιχαήλ Μητσάκης. Πεζογραφήματα» του εκδ. οίκου Νεφέλη, αλλά κοίταξα και το πρωτότυπο, το οποίο στη μαγική εποχή μας υπάρχει ονλάιν, κι έτσι διορθώνω το «λαμβάνων ούτω στάσεις παλαιστών» που υπήρχε στην έκδοση της Νεφέλης (σελ. 140-141) σε «λαμβάνουν ούτω στάσεις παλαιστών». Διορθώνω επίσης ένα πολύ σοβαρότερο λάθος που είχε η έκδοση της Νεφέλης, στη σελ. 143, όπου το «αναγκαζόμεν’ ίσως να ενθυμηθούν και άκοντες» το έχει κάνει «και ανήκοντες» και δεν βγαίνει νόημα.

Εκσυγχρόνισα λιγάκι την ορθογραφία -δηλαδή στην υποτακτική αν και όχι στο πρώτο πληθυντικό της- πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα. Εννοείται ότι μονοτονίζω, όχι μόνο από πεποίθηση αλλά και από ανάγκη -ποιος να πληκτρολογήσει σε πολυτονικό, χώρια που τα σκουληκάκια δεν διαβάζονται στις ταμπλέτες. Βέβαια, σε μια βαριά καθαρεύουσα όπως του Μητσάκη τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης του πολυτονικού είναι ισχυρότερα -και ακόμα περισσότερο της υπογεγραμμένης σε κάποιες δοτικές. Αλλά είναι και τεχνικοί οι λόγοι, όπως είπα.

Δεν είναι όμως η έλλειψη της υπογεγραμμένης το βασικό πρόβλημα για την κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη, αλλά η βαριά καθαρεύουσα. Λογαριάζω να το συζητήσουμε και με ευκαιρία ένα άρθρο του Ζουμπουλάκη για τον Παπαδιαμάντη, αλλά όλο και περισσότερο πιστεύω ότι δεν πρέπει να αποκλείουμε την ιδέα της μετάφρασης των αξιόλογων κειμένων που είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα του 19ου αιώνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Καθαρεύουσα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 175 Σχόλια »

Κι αν επιστρέφαμε στην καθαρεύουσα;

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2015

Ο τίτλος του άρθρου δεν είναι δικός μου, είναι ο τίτλος της επιφυλλίδας του συγγραφέα Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή της Κυριακής που μας πέρασε. Γλωσσικό είναι το ιστολόγιό μας, δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να αφήσω ασχολίαστο το άρθρο του Τ.Θ., αν και δεν θα σταθώ μόνο (ή κυρίως) στη βασιμότητα της «πρότασης» που υποθετικά διατυπώνεται στον τίτλο παρά σε ορισμένα άλλα ζητήματα που θίγει το άρθρο, κάποια από αυτά παρεμπιπτόντως.

Διότι βέβαια, η πρόταση να «επιστρέψουμε στην καθαρεύουσα» δεν διατυπώνεται στα σοβαρά από τον Τ.Θ. Όπως λέει και ο ίδιος: Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα παιδί μου, κι εγώ, εδώ που τα λέμε, είπα να κάνω λίγη πλάκα. Πράγματι, δεν είναι ούτε εφικτό ούτε επιθυμητό να επιστρέψουμε στην καθαρεύουσα: και ο ίδιος ο Τ.Θ. άλλωστε, που αν δεν κάνω λάθος (μια και είναι μεγαλύτερός μου στην ηλικία) διδάχτηκε την καθαρεύουσα στα μαθητικά θρανία, γράφει το κείμενό του στην κοινή νεοελληνική (δηλαδή στη δημοτική), παρεμβάλλοντας μόνο καναδυό κουρελάκια καθαρευουσιάνικα, ακριβώς τη γενική «καθαρευούσης» ή το ευπρεπισμένο «σιδΗρογροθιές». Και να ήθελε να γράψει καθαρεύουσα δεν θα μπορούσε ή έστω θα έπρεπε να κοπιάσει πολύ -και κατά πάσα πιθανότητα όλο και κάποια ελληνικούρα θα του ξέφευγε.

Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό του «γλωσσικού ζητήματος» στην εποχή μας. Σε αντίθεση με τα παλιότερα χρόνια, όπου όταν π.χ. ο Μιστριώτης κατακεραύνωνε τον Ψυχάρη ή ο Φιλήντας ειρωνευόταν τον Χατζιδάκι χρησιμοποιούσαν διακριτές μορφές γλώσσας, στη σημερινή αντιπαράθεση για το γλωσσικό όλοι εκείνοι που συμμετέχουν στην πολεμική, γράφουν στην ίδια Ελληνική, κατανοητή από κάθε επαρκή αναγνώστη, οι δε διαφοροποιήσεις του ενός από τον άλλον γίνονται σε υφολογικό επίπεδο και σε περιορισμένο φάσμα γλωσσικών επιλογών, όπου ο ένας προτιμά λογιότερο και ο άλλος δημωδέστερο τύπο.

Αν λοιπόν η πρόταση του κ. Θεοδωρόπουλου διατυπωνόταν στα σοβαρά, το άρθρο θα τελείωνε κάπου εδώ. Ωστόσο, η επιφυλλίδα του κ. Θ. αποτελεί βάναυση διαστρέβλωση της πραγματικότητας σε αρκετά σημεία, κι έτσι δεν είναι περιττός ο σχολιασμός της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Εφημεριδογραφικά, Εκπαίδευση, Καθαρεύουσα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , | 292 Σχόλια »

Η γουρούνα του Καλομοίρη και η καθαρεύουσα του Νομάρχη

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2012

 

Αν και δεν το περίμενα, το χτεσινό άρθρο, για το Χελίν της Κατερίνας Μουτσάτσου, έσπασε όλα τα κοντέρ επισκεψιμότητας (που λέμε) του ιστολογίου. Μέχρι χτες, το ρεκόρ των επισκέψεων σε μία μέρα ήταν κάπου 8200, από τον Φλεβάρη φέτος, που είχα βάλει το άρθρο για τον Ισίδωρο Πόσδαγλη, την ανύπαρκτη μεγαλοφυία. Και χτες, που είχα το άρθρο για το Χελίν, έγιναν… 18900 επισκέψεις, πρωτοφανές στα χρονικά του ιστολογίου, τρία και κάτι χρόνια που υπάρχει. Εδώ που τα λέμε, ήταν το γεγονός της ημέρας, και απ’ ό,τι μου λένε το έπαιξαν και τα περισσότερα κανάλια στα δελτία ειδήσεών τους.

Τέλος πάντων, αυτά δεν τα γράφω για να περιαυτομπλογκήσω, αλλά για να σας πω ότι ύστερα από δυο άρθρα με πολλές επισκέψεις και εξίσου πολλά σχόλια (διότι και το προχτεσινό άρθρο για τους Χρυσαυγίτες είχε πάρα πολλή κίνηση και ακόμα έχει), καιρός είναι να πάρουμε μια ανάσα, οπότε διάλεξα να βάλω ένα θέμα λιγότερο καυτό και λιγότερο επίκαιρο -εντελώς ανεπίκαιρο μάλιστα.

Πριν από ένα μήνα περίπου είχαμε συζητήσει τη λεγόμενη «διαταγή της Δημητσάνας«, ένα κείμενο που υποτίθεται ότι έγραψε το 1853 ο υπενωμοτάρχης Δημητσάνας για να επιβάλει την τάξη στην περιοχή δικαιοδοσίας του. Το κείμενο αυτό μάλλον δεν είναι αυθεντικό, αλλά είναι πραγματικά πολύ αστείο. Το σημερινό μας κείμενο, μια αλληλογραφία από την Κεφαλονιά το 1879, δεν είναι και τόσο αστείο, το παραδέχομαι, αλλά είναι αυθεντικό. Το βρήκε στα τοπικά αρχεία του τ. δήμου Πυλαρέων ο επιθεωρητής εκπαίδευσης Β. Παπαγεωργίου, και το έστειλε στον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ο οποίος το δημοσίευσε σε μια υποσημείωση στο έργο του Δημοτικισμός κι αντίδραση (στον έκτο τόμο των Απάντων του), όπου το βρήκα και μου άρεσε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστεία, Ανέκδοτα, Γλωσσικό ζήτημα, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , | 113 Σχόλια »

Το παρελθόν είναι ξένη χώρα (Ευθ. Φ. Παναγιωτίδης)

Posted by sarant στο 2 Απριλίου, 2011

Το άρθρο που θα διαβάσετε πιο κάτω είναι αναδημοσίευση. Πρωτοδημοσιεύτηκε το περασμένο Σάββατο στην Καθημερινή και μετά στο ιστολόγιο του Ευθ. Φοίβου Παναγιωτίδη, τις Γλωσσογραφίες. Ίσως επειδή έπεσε μέσα στο τριήμερο της 25ης Μαρτίου, δεν είδα να συζητιέται πολύ, πέρα από έναν αντίλογο από την φιλόλογο Ελ. Χατζημαυρουδή. Το θέμα του μας έχει απασχολήσει κι άλλη φορά, και θα συνεχίσει να μας απασχολεί, διότι, παρά τον τίτλο του, το άρθρο αφορά τα αρχαία ελληνικά και τη σχέση τους με τα νέα ελληνικά. Μάλιστα, ο Νίκος Λίγγρης, που αναδημοσίευσε το άρθρο στη Λεξιλογία, έδωσε διαφορετικόν τίτλο: «Τα αρχαία ελληνικά είναι ξένη χώρα». Παραθέτω λοιπόν το κείμενο του Παναγιωτίδη -αν και αναρωτιέμαι μήπως ήθελε ερωτηματικό στο τέλος της δεύτερης παραγράφου (…ή και του Αριστοτέλους -βέβαια εγώ θα έγραφα «του Αριστοτέλη»):

Δεν χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί η αρχαία γλώσσα μας θεωρείται εθνικός θησαυρός, και μάλιστα αδαπάνητος και αναπαλλοτρίωτος: θα ήταν επίσης σπατάλη χώρου και αναγνωστικού χρόνου να εκθειάσει κανείς τη σημασία της ή το πόσο κεφαλαιώδη κείμενα γράφτηκαν σε αυτή. Αν αρμόζει η μεταφορά, η αρχαία ελληνική είναι μια θαυμαστή χώρα, όμορφη και συναρπαστική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γλωσσικό ζήτημα, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , | 154 Σχόλια »