Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Καλοκαιρινά’ Category

Το σύγνεφο (διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα)

Posted by sarant στο 15 Αύγουστος, 2019

Μέρα γιορτής σημερα, αργία. Ταιριάζει να βάλουμε, εκτάκτως και μεσοβδόμαδα, κάτι λογοτεχνικό. Διάλεξα λοιπόν όχι κάτι σχετικό με τη θρησκευτική γιορτή αλλά κάτι σχετικό με την εποχή, τον Αύγουστο, και μάλιστα ένα διήγημα που έτυχε να το αναφέρουμε προχτές, στο άρθρο για τη σταφίδα.

Θα διαβάσουμε λοιπόν σήμερα το διήγημα «Το σύγνεφο», του Ανδρέα Καρκαβίτσα (1865-1922), του τρίτου μεγάλου διηγηματογράφου στο γύρισμα του 20ού αιώνα μετά τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό. Ο Καρκαβίτσας φέρνει στο μυαλό μας τα Λόγια της πλώρης, που κι εδώ τα έχουμε παρουσιάσει, αλλά το σημερινό διήγημα είναι από τα νεανικά του, γραμμένο το 1887, πριν ο συγγραφέας απορρίψει την καθαρεύουσα (για την οποία έγραψε αργότερα: «Της ρίχνεις χρυσάφι και σου βγάζει κάρβουνο· της ρίχνεις φωτιά και σου βγάζει στάχτη· της ρίχνεις αίμα και σου βγάζει λαχανόζουμο.»). Έτσι, η αφήγηση είναι σε απλή καθαρεύουσα ενώ στους διαλόγους έχουμε δημοτική.

Ο Καρκαβίτσας γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Λεχαινά, οπότε τις χαρές και τις αγωνίες του σταφιδοκαλλιεργητή τις γνώρισε εξ απαλών ονύχων και από πρώτο χέρι.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Διηγήματα του γυλιού». Το πήρα, εκσυγχρονισμένο στην ορθογραφία, από το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο, όπου έχει δημοσιευτεί ολόκληρη η συλλογή, καθώς και πολλά άλλα έργα του Καρκαβίτσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »

Τα φραγκόσυκα (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2019

Πριν απο δυο Κυριακές είχαμε δημοσιεύσει ένα καλοκαιρινό διήγημα του Στέφανου Δάφνη, οπότε είναι κάπως ασυνήθιστο να βάζουμε δεύτερο δικό του διηγημα τόσο σύντομα -και μάλιστα, με κάθε άλλο παρά καλοκαιρινό θέμα. Ωστόσο, θυμίζει σε μένα τις καλοκαιρινές διακοπές των παιδικών μου χρόνων, που τις περνούσα κοντά στο Ναύπλιο, τον τόπο όπου εκτυλίσσεται το σημερινό διήγημα, με τον παππού μου να μαζεύει πάντοτε φραγκόσυκα, πιο επιδέξια απ’ό,τι στο διήγημα.

Το σημερινό πεζό αρχικά είχε δημοσιευτεί στο Μπουκέτο το 1934 και το παρουσίασε πρόσφατα ο φίλος Γιάννης Π. στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο. Ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947), όπως είπαμε την προηγούμενη φορά, κατά κόσμον Θρασύβουλος Ζωιόπουλος, ήταν γεννημένος στο Ναύπλιο.

Ξέρω μια φοβερή ιστορία για φραγκόσυκα. Θα τη διηγηθώ με όλη της τη φρίκη, όπως έγινε σε κείνο τον τόπο, που έζησα τα μικρά μου χρόνια: στο Ανάπλι, το ιστορικό και τραγουδισμένο, την πόλη της δόξας και των αιμάτων.

Η δυσμική πλευρά του Παλαμηδιού είναι απότομη, σαν κομμένη με το μαχαίρι, και αντικρίζει τη θάλασσα, τον Αργολικό Κόρφο. Σκύβοντας κανείς από πάνω, βλέπει κάτω ένα βάραθρο, που το αντισκόβουν εδώ και κει βράχια σουβλερά, λίγες φραγκοσυκιές, τούφες ρίγανη… Φίδια φωλιάζουν εδώ μέσα και κιρκινέζια. Τα πρώτα σέρνουνται ανάμεσα στ’ αγκάθια, τα δεύτερα ξεπετούν, ξανθές σαΐτες, στον αέρα, επάνω από τα μπεντένια του Κάστρου. Αν ρίξεις πέτρα, και δε σταθεί σε κανένα χαμόκλαδο, η πέτρα κυλάει κρατώντας και πάει μπλουμ στη θάλασσα της Αρβανιτιάς. Ψηλά, στο φρύδι του φοβερού αυτού γκρεμού, είναι ένα στενό μονοπάτι, μια ποριά. Στον καιρό του Πολέμου, λέει ο ντόπιος θρύλος, οι χριστιανοί είχαν στήσει εδώ ένα μηχάνημα καταχθόνιο, μια σανίδα με σούστα, να μοιάζει τάχα σα γεφυράκι. Κι άμα γιουργήσανε και πήραν το Κάστρο, κι οι Αρβανίτες φεύγανε κυνηγημένοι κατά την Καραθώνα, περνώντας από τη στενή τούτη ποριά, πατούσανε στη σανίδα, που πατ! τους τίναζε στο γκρεμό. Από τότες, όλη ετούτη η μεριά λέγεται «Αρβανιτιά».

Όμως η Φύση πασκίζει όλα ναν τα ομορφαίνει: Έτσι και δω, την άνοιξη, φυτρώνουν αγριοβιολέτες, ζαμπάκια, που ευωδιάζουν τον αέρα. Οι φραγκοσυκιές βγάζουν καινούρια φύλλα, στολισμένα, γύρω με μεγάλα κίτρινα λουλούδια, σαν κύπελλα, που με τον καιρό, με τις κάψες του καλοκαιριού, γουρμάζουν, και κει κατά το Σεπτέμβρη λαμποκοπούν. Τα βλέπει κανείς χρυσοκόκκινα, να κρέμονται πάνω από το βάραθρο, απλησίαστα, και γύρω τους να πετούν κρώζοντας τα πουλιά, που αυτά μονάχα χαίρονται τη γλυκιά τους σάρκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , | 108 Σχόλια »

Με τόση ζέστη πώς να δουλέψεις;

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2019

Δεν το λέω εγώ αυτό, μεταξύ άλλων επειδή έχω την τύχη να βρίσκομαι σε διακοπές κι επειδή ακόμα η ζέστη δεν έχει φτάσει σε ανυπόφορα επίπεδα, αν και χτες τα πλησιάσαμε, τουλάχιστον εδώ που βρίσκομαι. Θα μπορούσα όμως να πω: με τόση ζέστη πώς να γράψεις καινούργιο άρθρο; Εκμεταλλεύομαι λοιπόν την ευκαιρία και αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο του 2014, (που κι αυτό επανάληψη ήταν), ανασυσκευασμένο όμως και με άλλον τίτλο και με προσθήκη ορισμένων καινούργιων στοιχείων.

Εκεί που ο καύσωνας έπιασε ιστορικά ρεκόρ, ήταν στην ως πρόσφατα ασυνήθιστη σε τέτοια Δυτική Ευρώπη. Την Πέμπτη που μας πέρασε έσπασαν ρεκόρ θερμοκρασίας στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο. Στο Παρίσι ο υδράργυρος (που λέει το κλισέ, διότι τώρα πια τα θερμόμετρα χρησιμοποιούν άλλες ουσίες) ξεπέρασε τους 42 βαθμούς ενώ από τότε που τηρούνται στοιχεία μία μόνο φορά είχε ξεπεράσει τους 40, το 1947. Ωστόσο, στη Γαλλία γενικά δεν έγινε ρεκόρ αυτή τη φορά. Βλέπετε, δεν ξεπεράστηκε το ρεκόρ των 45.9 (ή 46) βαθμών που είχε σημειωθεί στη νότια Γαλλία πριν από ένα μήνα, στις 28 Ιουνίου, στο προηγούμενο κύμα καύσωνα που βασάνισε τη Δυτική Ευρώπη.

Τούτη τη φορά όμως, ευτυχώς οι αρχές ήταν προετοιμασμένες κι έτσι τα θύματα του καύσωνα ήταν λιγοστά. Στον μεγάλο καύσωνα του 2003, που είχε κρατήσει και πολύ περισσότερες μέρες, στη Γαλλία υπήρχαν χιλιάδες θύματα (κατά τις εκτιμήσεις, ακόμα και 20.000). Ο αντίστοιχος δικός μας καύσωνας είχε συμβεί το 1987, κατά σύμπτωση τέτοιες μέρες, τέλη Ιουλίου, και είχε στοιχίσει περίπου 1500 νεκρούς.

Οι Γάλλοι τον καύσωνα τον λένε canicule. Εμείς λέμε για καύσωνα ενώ, για να θυμηθούμε τα δημοσιογραφικά κλισέ, μπορούμε επίσης να πούμε: η Αθήνα έγινε καμίνι, ο ήλιος σκάει την πέτρα, η άσφαλτος βράζει, ο υδράργυρος σκαρφαλώνει σε νέα ύψη. Κάποιος πιο παλιομοδίτης μπορεί να χρησιμοποιήσει την έκφραση «κυνικά καύματα».

Το ακούμε κάθε τόσο κι αυτό το κλισέ όταν σφίγγουν οι ζέστες. Και γεννιέται εύλογα η απορία: μόνο οι σκύλοι ζεσταίνονται; Όμως η έκφραση αυτή γεννήθηκε όχι από τη ζωολογία αλλά απ’ την αστρονομία. Το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούλη, ο Σείριος, το πιο λαμπρό αστέρι του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός, που λεγόταν στην αρχαιότητα και κύναστρος ή κύναστρον, ανέτελλε και έδυε περίπου ταυτόχρονα με τον Ήλιο, κι επειδή τότε ακριβώς παρατηρούνται συνήθως οι πιο ζεστές μέρες του χρόνου, οι αρχαίοι είχαν ονομάσει «κυνάδες ημέρες» τις μέρες τούτες που περνάμε, και «κυνικά καύματα» τις μεγάλες ζέστες που μας ταλαιπωρούν.

 

Αλλά και στα λατινικά, ο Σείριος ειπώθηκε canicula, κατά λέξη «σκυλίτσα», οι κυνάδες ημέρες dies caniculares (απ’ όπου και το γαλλικό canicule που λέγαμε), ενώ στα αγγλικά, που είναι γλώσσα πιο δημοκρατική, λένε απλώς dog days, σκυλίσιες μέρες, αν και έχουν και το επίθετο canicular.

Τα κυνικά καύματα δεν τα έχουμε μεταφέρει στη δημοτική, αν και ο Σεφέρης είχε γράψει για τα «σκυλόδοντα του καλοκαιριού», ενώ ο Δ. Λιαντίνης έγραψε: Όσο και να την κρεουργούν οι άνεμοι, όσο και να τη δαγκώνουν οι λυσσάρικοι σκύλοι του Ιουλίου, ο μικρός πίσω από το μέγα Κύνα την εποχή των κυνικών καυμάτων, στους dies caniculares, τη θάλασσα ποτέ δεν την ξεδίψασε η βροχή. Και ποτέ δε λιποθύμησε μέσα στα αναφιλητά και τον ιδρώτα της. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Καλοκαιρινά, Ρεκόρ | Με ετικέτα: , , , , | 183 Σχόλια »

Η Τζένη παραθερίζει (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2019

Στην καρδιά του καλοκαιριού βρισκόμαστε, οπότε σκέφτηκα να δημοσιεύσω σήμερα, που είναι Κυριακή και βάζουμε λογοτεχνική ύλη, ένα καλοκαιρινο διήγημα, ανάλαφρο, δροσερό και παλιομοδίτικο.

Συγγραφέας είναι ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947) λογοτέχνης από το Ναύπλιο με σημαντική παρουσία στα γράμματα προπολεμικά. Λεγόταν κανονικά Θρασύβουλος Ζωιόπουλος, αλλά υιοθέτησε λογοτεχνικό ψευδώνυμο και μάλιστα εκείνου του τύπου που ήταν πολύ της μόδας στον μεσοπόλεμο: όνομα και επώνυμο σχηματίζουν μια φράση, με το επώνυμο να είναι θηλυκό ουσιαστικό σε γενική πτώση.

Το «Στέφανος Δάφνης» είναι από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα, ενώ πολύ καλό είναι και το Άγγελος Δόξας (Νικ. Δρακουλίδης) καθώς και, διατί να το κρύψομεν, το Άχθος Αρούρης του παππού μου. Μάλιστα, στην περίπτωση του Στ. Δάφνη το ψευδώνυμο το χρησιμοποίησε και η σύζυγός του, η Αιμιλία Δάφνη (Αιμιλία Κούρτελη) που είχε επίσης παρουσία στα γράμματα. Δεν θυμάμαι άλλες περιπτώσεις ζευγαριού με ψευδώνυμο, αν και θα υπάρχουν.

Το διήγημα που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μπουκέτο το 1934. Περιγράφει ένα εφηβικό ειδύλλιο σε μια «ηλεκτροφωτισμένη λουτρόπολη» -τότε που ακόμα ήταν καινοτομία ο ηλεκτροφωτισμός στην επαρχία· ένα ειδύλλιο ανάμεσα σε μια έφηβη παραθερίστρια, από πλούσια οικογένεια της Αθήνας, και έναν ντόπιο νεαρό, αγωγιάτη. Το μοτίβο της αρχόντισσας και του αλήτη έχει χρησιμοποιηθεί πάρα πολλές φορές σε λογοτεχνία και κινηματογράφο. Μια ιδιαίτερη πινελιά του διηγήματος, που μας ενδιαφέρει διότι είμαστε γλωσσικό ιστολόγιο, είναι ότι εκτυλίσσεται σε αρβανιτοχώρι και ο νεαρός μιλάει (και) αρβανίτικα -ακούγονται και επεξηγούνται μερικές λέξεις.

Ευχαριστώ τον φίλο Γιάννη Π. για την πληκτρολόγηση και την όλη επιμέλεια.

Η ΤΖΕΝΗ ΠΑΡΑΘΕΡΙΖΕΙ

Κείνο το καλοκαίρι, στην ηλεκτροφώτιστη λουτρόπολη, η μικρούλα Τζένη έφερνε την ομορφιά των δεκάξι της χρόνων, την πρώιμη κοκεταρία της, τ’ ασημένιο της γέλιο. Έφερε όμως και τη δασκάλα της, που ήταν, όπως όλες οι Εγγλέζες μίσσες, ψηλή, ξεραγκιανή και σεμνότυφη σαν ξουρισμένος πάστορας. Λουτρά θα έκαναν μόνο η μαμά της, η κυρία Χατζηγιάννη και η θεία της―άλλη γεροντοκόρη αυτή― που είχαν πιαστεί από την τανάλια της αρθρίτιδας. Η Τζένη και η μις Γουότσον θα έκαναν μόνο εκδρομές στα γύρω, θα ψάρευαν σπάρους με το καλαμίδι και θα διάβαζαν τους τόμους του «Τιτ-Μπιτς» και άλλων περιοδικών, που τους φύλαγαν από τον περασμένο χειμώνα.

Η οικογένεια Χατζηγιάννη επήρε τα καλύτερα δωμάτια του ξενοδοχείου, στο πρώτο πάτωμα, με τη βεράντα ανοιχτή στη θάλασσα. Εκεί η Τζένη, ξαπλωμένη σε μια σεζ-λογκ, άκουγε τη δασκάλα της να διαβάζει και να εξηγεί την ατέλειωτη «Ιστορία της Αγγλίας». Τη στιγμή που ήταν έτοιμη να χασμουρηθεί, άκουσε μια φωνή από κάτω, από το δρόμο:

― Αγωγιάτη θέλετε, κυρίες;… Έχουμε ζα καλά, βασταγερά… ξέρουμε όλα τα κατατόπια…

Η Τζένη σηκώθηκε κι ήρθε στη ράμπα. Κείνος που μιλούσε ήταν ένας νέος χωριάτης, έφηβος ακόμη, ντυμένος με τη ντρίλινη φορεσιά του τόπου. Έστεκε ταπεινά, κρατώντας με το ‘να χέρι το κασκέτο του και με τ’ άλλο το σκοινί ενός γαϊδάρου. Κοιτάζοντας επάνω, περίμενε την απάντηση. Ήταν όμορφο αγόρι, μελαχρινό, με μάτια σα μαύρα κεράσια και μαλλιά σγουρά… Στο μυαλό της Τζένης άστραψε μια ιδέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία, Μεσοπόλεμος, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , | 117 Σχόλια »