Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κατοχή’ Category

Το τελευταίο σημείωμα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη

Posted by sarant στο 2 Νοέμβριος, 2017

Πήγα και είδα την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα» που έχει θέμα της την εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, και ειδικότερα την ηρωική μορφή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Τυχερό ήταν που βρέθηκα στην Ελλάδα αμέσως μετα την κυκλοφορία της ταινίας, που είχε ήδη συζητηθεί αρκετά στα μεσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα και πριν από την επίσημη κυκλοφορία της.

Τα ιστορικά γεγονότα είναι γνωστά. Στις 27 Απριλίου, αντάρτες του ΕΛΑΣ σκότωσαν στους Μολάους της Λακωνίας, ύστερα απο ενέδρα, τον υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και τρία μέλη της συνοδείας του. Η απάντηση των Γερμανών δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 30.4.1944 στον κατοχικό τύπο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , , | 256 Σχόλια »

Η αθώα περιστερά (χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2017

Το σημερινό χρονογράφημα το θυμήθηκα τις προάλλες, που είχε γίνει στα σχόλια μια συζήτηση για το πώς μπορεί κανείς να μαγειρέψει περιστέρια -αφού, όπως θα δείτε, περιστρέφεται γύρω από αυτό ακριβώς το θέμα.

Όμως, μαγείρεμα περιστεριών υπό ειδικές συνθήκες -μέσα στην Κατοχή και μάλιστα μέσα στον εφιαλτικό χειμώνα του 1941-42. Το χρονογράφημα που θα παραθέσω σήμερα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 11 Ιανουαρίου του 1942.

Δεν περιλαμβάνεται στον τόμο με τα Αττικά χρονογραφήματα που εξέδωσα πέρυσι, διότι το έχω κρατήσει για άλλον τόμο, που θα ακολουθήσει, το 2018 ή το 2019 αν είμαστε γεροί, με (προσωρινό) τίτλο «Του καφενείου και της ταβέρνας». Ωστόσο δεν είναι και άγνωστο στους νεότερους αναγνώστες, αφού συμπεριλαμβάνεται στον τόμο «Φέιγ βολάν της Κατοχής» με 80 κατοχικά χρονογραφήματα του Βάρναλη που τα διάλεξε ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης.

Το χρονογράφημα όπως θα δείτε δεν αφήνει να φανεί η φονική πείνα του χειμώνα εκείνου -προφανώς η λογοκρισία δεν θα το επέτρεπε. Από την άλλη, μην ξεχνάμε πως για να τονωθεί το ηθικό του αναγνώστη ώστε να αντέξει τη μαυρίλα, χρειάζονταν εύθυμα κι αισιόδοξα κείμενα.

Στο ιστολόγιο δεν έχουμε δημοσιεύσει άρθρο για το περιστέρι, δηλαδή για τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά του. Να πούμε απλώς ότι υπάρχει η έκφραση «κάνει την αθώα περιστερά» για κάποιον που παριστάνει ότι δεν έχει καμιά συμμετοχή σε κάποια επιλήψιμη πράξη, ακριβώς επειδή το περιστέρι είναι σύμβολο όχι μόνο της ειρήνης αλλά και της αθωότητας.

Η αθώα περιστερά
(Πρωία, 11.01.1942)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Ζωολογία, Κατοχή, Χρονογραφήματα, ζώα, μαγειρική | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Και οι δήμιοι πεθαίνουν

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2017

Θυμήθηκα τη φράση του τίτλου επειδή το Σάββατο, που ήταν 10 Ιουνίου, ήταν η επέτειος γεγονότων με τα οποία συνδέεται.

«Και οι δήμιοι πεθαίνουν» είναι o ελληνικός τίτλος της αμερικανικής ταινίας Hangmen also die. Πρόκειται για ένα νουάρ του 1943, σε σκηνοθεσία του Φριτς Λανγκ, που έχει την ιδιομορφία να είναι η μοναδική χολιγουντιανή ταινία στην οποία δούλεψε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Η ταινία είναι εμπνευσμένη από τον σκοτωμό του Ράινχαρντ Χάιντριχ, του «δήμιου της Πράγας», ανώτατου στελέχους του ναζιστικού κόμματος και εμπνευστή της «τελικής λύσης». Ο Χάιντριχ εκτελούσε χρέη κυβερνήτη στο προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας (Τσεχίας). Στις 27 Μαΐου 1942 δυο Τσέχοι κομάντο, που είχαν εκπαιδευτεί ειδικά στη Βρετανία, έριξαν χειροβομβίδα στο αυτοκίνητό του. Το «ξανθό κτήνος» τραυματίστηκε, είχε όμως δυνάμεις να βγει και να ανταλλάξει πυρά με τους κομάντο πριν καταρρεύσει. Αφού χαροπάλεψε αρκετές μέρες, έφυγε για την Κόλαση στις 4 Ιουνίου.

Οι τυραννοκτόνοι εντοπίστηκαν, μέρες αργότερα, ύστερα από προδοσία, σε εκκλησία όπου κρύβονταν και αυτοκτόνησαν αντί να παραδοθούν. Η λύσσα των Γερμανών και του Χίτλερ προσωπικά για τον θάνατο του «ανθρώπου με τη σιδερένια καρδιά», όπως τον έλεγαν, ήταν απερίγραπτη και τα αντίποινα ανατριχιαστικά. Διάλεξαν το χωριό Λίντιτσε, 22 χιλιόμετρα μακριά από την Πράγα, επειδή είχαν (ψευδείς, τελικά) πληροφορίες ότι εκεί υπήρχε ομάδα υποστήριξης στην επίθεση κατά του Χάιντριχ. Το περικύκλωσαν και εφάρμοσαν τις λεπτομερείς διαταγές που είχαν.

Εκτέλεσαν όλους τους άντρες. Μετέφεραν τις γυναίκες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ξεδιάλεξαν από τα παιδιά όσα ήταν «κατάλληλα προς εκγερμανισμό» και τα έδωσαν σε γερμανικές οικογένειες να τα μεγαλώσουν. Τα άλλα, που ήταν τα περισσότερα, τα έστειλαν στον θάλαμο αερίων. Μάζεψαν τα ζώα του χωριού και τα σκότωσαν επίσης. Ξέθαψαν τους νεκρούς από το νεκροταφείο, τους σκύλευσαν από τιμαλφή και χρυσά δόντια και τους έκαψαν. Στη συνέχεια, δύναμη 100 ανδρών εξαφάνισε κάθε ίχνος της ύπαρξης του Λίντιτσε: Ισοπέδωσαν τα σπίτια, εκτρέψανε το ποταμάκι που περνούσε μέσα από το χωριό, έσκαψαν τους δρόμους που πήγαιναν προς και από το χωριό, το σκέπασαν με φρέσκο χώμα και φύτεψαν επάνω καλλιέργειες. Όλα αυτά τα κινηματογραφούσε ένας Τσέχος συνεργάτης των Γερμανών, διότι το Λίντιτσε, σε αντίθεση με άλλες σφαγές, οι Γερμανοί δεν το κρύψανε αλλά αρχικά το διαφήμισαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 179 Σχόλια »

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Μνήμη Άχθου Αρούρη (1903-24.3.1977)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 40 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου, του Νίκου Δ. Σαραντάκου. Δεν είναι άγνωστος στο ιστολόγιο: έχω παρουσιάσει πολλά ποιήματά του και, κυρίως, πριν από 2-3 χρόνια δημοσίευσα σε συνέχειες το βιβλίο που έγραψε για τον παππού μου ο πατέρας μου, το «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης». Θέλω λοιπόν να κάνω σήμερα ένα μνημόσυνο στον Άχθο Αρούρη.

Αν είστε νεοφερμένοι στο ιστολόγιο, Άχθος Αρούρης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που είχε ο παππούς μου προπολεμικά στη Μυτιλήνη. Η έκφραση «άχθος αρούρης» είναι ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», παναπεί άχρηστος άνθρωπος. Να σημειώσουμε ωστόσο ότι ενώ στον Όμηρο η λέξη «άχθος» είναι βεβαίως ουδέτερο ουσιαστικό, ο παππούς το χρησιμοποιούσε σαν αρσενικό όνομα, άρα κλίνεται «Ο Άχθος, του Άχθου, τον Άχθο, ω Άχτε» -κάποτε και «ο Άχτος», από ειρωνικό υπερδημοτικισμό.

Από τον παππού μου επηρεάστηκα πολύ και πήρα πολλά πέρα από όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο (και αριθμό φορολογικού μητρώου, και είχα τραβήγματα με την εφορία, αλλά χαλάλι). Μερικές φορές, στο παρελθόν, δανείστηκα και το ψευδώνυμό του, αλλά το μετάνιωσα. Ο παππούς με αυτό το έξοχο ψευδώνυμο δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά. Συλλογή τυπωμένη δεν αξιώθηκε να δει, ετοίμαζε μία όταν τον βρήκε ο καρκίνος και μας τον πήρε. Την τύπωσαν οι δικοί μου μεταθανατίως κι έχει ποιήματα «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου.»

Το προοίμιο του βιβλίου αυτού είναι το ποίημά του «Η προσευχή του ταπεινού», που παίρνει ίσως έμπνευση από το ομότιτλο ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου αλλά δεν το παρωδεί καθόλου.

Η προσευχή του ταπεινού

Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σου
έτσι που εύσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.
Δεν είμαι τάχατες κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με την κατάσπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου, υποθέτω, σου ζητώ
μια κάποια λογικήν αποζημίωση
έτσι που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.

Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτό
ζητώ να βρουν οι κόποι μου δικαίωση.
Τι να την κάνω τη διαβεβαίωση
μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι.

Θεούλη μου σε βεβαιώ δεν με πειράζει
την κουρασμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου
αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει
δυο τρεις αυγούλες ροδαλές, ήλιο και φως αληθινό
και τη χαρά να τη χαρεί κάτω απ’ τον γήινο ουρανό.
Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.

(Μυτιλήνη, 1936. Περιλαμβάνεται σαν πρόλογος στη συλλογή Της Κατοχής και του Στρατόπεδου)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Κατοχή, Μυτιλήνη, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Βιβλιοφιλία και βιβλιοκλεπτομανία

Posted by sarant στο 5 Μαρτίου, 2017

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε αρχικά στο βιβλιολογικό περιοδικό «Μέλισσα των βιβλίων» (Τόμος 1ος, τεύχος Β’, 1974) που το εξέδιδαν οι (παλαιο)βιβλιοπώλες Νότης και Διονύσης Καραβίας στη δεκαετία του 1970. Πρόκειται για μια ανάμνηση του Νότη Καραβία που αφορά τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, μια μαρτυρία που δεν την έχω δει να καταγράφεται αλλού, και που παρουσιάζει μια πτυχή του Λαπαθιώτη η οποία δεν επιβεβαιώνεται από άλλες μαρτυρίες.

Ευχαριστώ τον φίλο μας τον Γρηγόρη τον Κοτορτσινό που μου υπέδειξε το κείμενο και τον φίλο μας τον Σκύλο που έκανε τον κόπο να το πληκτρολογήσει. Ο ίδιος πρότεινε και τη φωτογραφία που κοσμεί το άρθρο, η οποία δεν έχει άμεση σχέση με το κείμενο -αλλά έχει έμμεση, αφού αναφέρεται σε βιβλia την εποχή του πολέμου: είναι τραβηγμένη στο Λονδίνο την εποχή των μεγάλων γερμανικών βομβαρδισμών του 1940.

 

hollandhouselibrarylondonblitz_2

ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΚΛΕΠΤΟΜΑΝΙΑ

Νότης Καραβίας

Ήταν ο Χειμώνας του 1942. Οι δουλειές των βιβλίων παρ’ όλη την πείνα πήγαιναν καλά. Με τον περιορισμό της κυκλοφορίας στους δρόμους και το κλείσιμο του κόσμου στα σπίτια του από τις 8 το βράδι, το βιβλίο απόκτησε ξαφνικά τεράστια κίνηση. Δεν ήταν όμως μόνο από την πλευρά του αναγνωστικού κοινού που είχε σαν βασικό μέσο ψυχαγωγίας το βιβλίο για τις ώρες της αναγκαστικής κλεισούρας. Για μας τους παλαιο-βιβλιοπώλες ιδιαίτερα ανοίχτηκε ξαφνικά μεγάλο πεδίο δραστηριότητας με τις αθρόες αγορές παλαιών βιβλίων σε ποσότητα, εξ αιτίας της αναπάντεχης ένδειας και ελλείψεως πορισμού των στοιχειωδών μέσων διατροφής από διανοούμενους και γενικά καλλιεργημένους. Τραγικό ήταν εξ άλλου το θέαμα αξιοσέβαστων ανθρώπων των γραμμάτων, που λόγω στερήσεως αναγκάζονταν να πουλήσουν τα βιβλία τους. Βιβλιοθήκες επί βιβλιοθηκών σωριάζονταν στα υπόγεια και τις αποθήκες των βιβλιοπωλείων. Ανάλογα συνέβησαν κατά τον πόλεμο και αλλού, στην Αγγλία για παράδειγμα, όπου η έλλειψη χώρου λόγω της καταστροφής των σπιτιών από βομβαρδισμούς δημιούργησε προβλήματα στεγάσεως. Ολόκληρες λοιπόν βιβλιοθήκες βγήκαν στον δρόμο σαν σεμνά κορίτσια που ξάφνου αναγκάζονται να πορνευτούν μέσα στη συμφορά του πολέμου. Μια νύξη εκείνης της καταστάσεως μας έδωσε ο Αιμίλιος Χουρμούζιος («Το παλιό βιβλίο στην Αγγλία» Ο Βιβλιόφιλος, Έτος Γ’ [1949] 23-4), ο οποίος τριγύριζε, σαν κυνηγός του παλιού καλού βιβλίου στη μεταπολεμική Βρετανία. Ωστόσο οι λόγιοι δεν πούλαγαν όλοι τους θησαυρούς τους για να ζήσουν, αλλά πολλοί εξακολουθούσαν και ν’ αγοράζουν, όσοι μάλιστα δεν διέθεταν χρήματα επιχειρούσαν και να τα κλέβουν. Η κλεπτομανία βέβαια δεν είναι φαινόμενο που το προκαλεί μόνο η ανέχεια. Είναι επίσης νοσηρό πάθος, ακόμα και ένα είδος αθλήματος για τους επιδιδόμενους σ’ αυτήν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Κατοχή, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , | 119 Σχόλια »

Όταν ο Καραγάτσης συνομιλούσε με τους Πρωτοπόρους

Posted by sarant στο 23 Οκτώβριος, 2016

Ποιους Πρωτοπόρους, θα ρωτήσετε. Με τον τίτλο αυτόν («Πρωτοπόροι») κυκλοφόρησε το 1930-31 ένα «περιοδικό της προχωρημένης διανόησης», όπως ήταν ο υπότιτλός του, που εκδιδόταν από ομάδα αριστερών λογοτεχνών-καλλιτεχνών, με ψυχή τους τον Πέτρο Πικρό και με την υποστήριξη του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1931 το ΚΚΕ ήρθε σε σύγκρουση με τον Πικρό κατηγορώντας τον (όχι τελείως αβάσιμα) ότι χρησιμοποιεί το περιοδικό για προσωπική προβολή του, οπότε η υπόλοιπη συντακτική ομάδα αποχώρησε και εξέδωσε το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», με το οποίο συνεργάστηκαν πολλοί αριστεροί και κομμουνιστές λογοτέχνες και διανοούμενοι, έως το 1936 που το περιοδικό έκλεισε με τη δικτατορία του Μεταξά.

Τον Αύγουστο του 1943 με πρωτοβουλία του ΕΑΜ εκδόθηκαν πάλι οι Πρωτοπόροι, φυσικά παράνομοι, αλλά με χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε νόμιμο έντυπο: τακτική κυκλοφορία, τιμή πώλησης, ακόμα και στήλη αλληλογραφίας.

prot4

Επειδή όμως το περιοδικό ήταν παράνομο, οι συνεργάτες του υπέγραφαν με ψευδώνυμα, εκτός από όσους είχαν βγει στο αντάρτικο. Έτσι, ας πούμε, μπορεί ο Γιώργος Λαμπρινός να υπέγραφε με το όνομά του, αλλά οι περισσότερες συνεργασίες ήταν ή ανυπόγραφες ή ψευδώνυμες: ως Μ. Αλκαίος υπογράφει ένα διήγημά του ο Ηλίας Βενέζης, ως Α. Ταπεινός έδωσε το ποίημα «Αθήνα 1943» ο Νίκος Καββαδίας, ενώ ο Μάρκος Αυγέρης, που ήταν στυλοβάτης του περιοδικού υπέγραφε Μ. Στεφανίδης (ψευδώνυμο του ψευδωνύμου, αφού το κανονικό του όνομα ήταν Παπαδόπουλος).

Οι Πρωτοπόροι εξέδωσαν πέντε τεύχη, έως τον Δεκέμβριο του 1943. Δεν ξέρω για ποιον λόγο διακόπηκε η έκδοση, αν δηλαδή υπήρξαν τεχνικές δυσκολίες ή αν έγινε η επιλογή να διοχετευτούν οι προσπάθειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό Καλλιτεχνικά Νέα που κυκλοφορούσε νόμιμα.

Πέρα από ποιήματα και διηγήματα, οι Πρωτοπόροι δημοσίευαν και κριτικά κείμενα. Σε κάποια από αυτά γίνεται καλοπροαίρετη κριτική σε λογοτέχνες οι οποίοι δεν ανήκαν στην Αριστερά, σε μια προσπάθεια συζήτησης, προσέγγισης ή προσεταιρισμού τους. Έτσι, στο 3ο τεύχος δημοσιεύτηκε κριτική στο «Δαιμόνιο» του Γ. Θεοτοκά, ενώ στο 2ο τεύχος δημοσιεύτηκε μια συνολική κριτική του έργου του Μ. Καραγάτση, η οποία προκάλεσε, στο 4ο τεύχος, την απάντηση του ενδιαφερόμενου, έστω και με ψευδώνυμο -δήθεν ότι πρόκειται για «φίλο του Καραγάτση».

Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα αυτή την ανταλλαγή απόψεων μέσα στην Κατοχή, και θα δημοσιεύσω εδώ τα δύο κείμενα, που τα πληκτρολόγησαν η Σουμέλα και ο Σκύλος -τους ευχαριστώ πολύ. Να σημειώσω ότι δεν είναι, βεβαίως, αθησαύριστα ή άγνωστα -αλλά, από την άλλη, δεν είναι και πολύ γνωστά, και πάντως δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Την επιστολή Καραγάτση την έχει σχολιάσει ο Αλέξ.Αργυρίου στο Αντί (τχ. 768-9/2002) και από εκεί αντλώ επίσης κάποια στοιχεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Περιοδικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 109 Σχόλια »

Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – ΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Τώρα έχουμε περάσει στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Έχουμε αφήσει τον θείο Αλκιβιάδη να κερδίζει ένα μεγάλο ποσό στο λαχείο και να αφήνει τη Μυτιλήνη για την Αθήνα, όπου πιάνει δουλειά σε έναν εκδοτικό οίκο.

Με τη σημερινή συνέχεια ολοκληρώνεται η νουβέλα και το βιβλίο. Τη μεθεπόμενη μάλλον Τρίτη θα αρχίσω να δημοσιεύω σε συνέχειες κάποιο άλλο βιβλίο του πατέρα μου, μάλλον «Τα έπη των Αριμασπών».

mimis_jpeg_χχsmallΌταν είπαμε να πάμε να τον δούμε, η μητέρα μου τον πήρε πρώτα στο τηλέφωνο και τον ρώτησε πού ακριβώς βρισκόταν το σπίτι του και με ποιόν τρόπο θα πηγαίναμε. Εξακριβώθηκε πως το σπίτι που είχε αγοράσει ο θείος Αλκιβιάδης ήταν στην περιοχή ανάμεσα στο Μαρούσι και τα Μελίσσια, στον οικοδομικό συνεταιρισμό «Νέα Λέσβος», που τον συγκρότησαν συμπατριώτες και όπου και εκείνη είχε αγοράσει ένα οικοπεδάκι. Αυτό διευκόλυνε τα πράγματα, γιατί είχε πάει μερικές φορές ως εκεί με τον πατέρα μου. Εκείνο που της δημιούργησε κάποιες απορίες ήταν το ύφος με το οποίο ο ξάδερφός της αντιμετώπισε την πρόθεσή μας να ανηφορίσουμε κατά τη γειτονιά του. Από τον τόνο της φωνής του και από τα λόγια του φάνηκε σα να μην τον ενθουσίαζε μια τέτοια επίσκεψη. Δεν της το είπε φυσικά καθαρά, αντίθετα τη διαβεβαίωσε πως μετά χαράς θα μας υποδεχόταν σπίτι του, αλλά κάτι μασημένα λόγια για την ακαταστασία που θα συναντούσαμε και για την εργένικη ζωή του, την έβαλαν σε σκέψεις. Παρ΄ όλ΄ αυτά αποφάσισε να πάμε.

Το σπίτι του θείου Αλκιβιάδη βρισκόταν στο υψηλότερο μέρος του οικισμού και στο πίσω μέρος του οικοπέδου υπήρχε μεγάλος και με απότομες πλευρές βράχος, που εκτός του ότι έκρυβε την ανατολή και σκίαζε το σπίτι, ασκήμαινε με τις γυμνές του επιφάνειες το τοπίο. Ο Αλκιβιάδης μας περίμενε στην πόρτα της αυλής του. Μου φάνηκε πολύ γερασμένος για τα πενήντα του χρόνια, αλλά με παραξένεψε το ότι φορούσε σορτς, μ΄ όλο που δεν έκανε ζέστη και επί πλέον δεν του πήγαιναν καθόλου, έτσι που άφηναν εκτεθειμένα σε κοινή θέα τα λιπόσαρκα πόδια του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 169 Σχόλια »

Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – ΙI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Από την προηγούμενη συνέχεια  έχουμε περάσει στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου, στην οποία πρωταγωνιστεί ο θείος Αλκιβιάδης, ο επιλεγόμενος και «Αλπινιστής». Με την επόμενη τρίτη συνέχεια ολοκληρώνεται η νουβέλα αυτή -και το βιβλίο. Να θυμίσω ότι έχουμε σταματήσει στον Μάη του 1941 και ο θείος Αλκιβιάδης, έχοντας πολεμήσει στην Αλβανία, επιστρέφει με καΐκι στο νησί.

mimis_jpeg_χχsmallΣτο χωριό έπιασε δουλειά στο μπακάλικο του πατέρα του. Οι δουλειές φάνηκε να ανοίγουν. Ο κυρ Βασίλης στην αρχή νόμισε πως είχε βρει την ευκαιρία της ζωής του. Στο κεφαλοχώρι υπήρχε γερμανική φρουρά, αλλά, καθώς βρισκόταν στο κέντρο του νησιού περνούσαν απ΄ αυτό συχνά γερμανικές μονάδες. Οι Γερμανοί στρατιώτες αγόραζαν τα πάντα, δίνοντας στρατιωτικά μάρκα. Αλλά και οι χωριανοί αγόραζαν ό,τι βρίσκανε. Ο κυρ Βασίλης μάζεψε σε δυο μήνες κάπου εκατό χιλιάδες τέτοια μάρκα. Μάζεψε επίσης κάπου μισό εκατομμύριο δραχμές. Ταχτοποίησε τα χαρτονομίσματα προσεκτικά σε δεσμίδες και βάζοντας όλον αυτόν τον θησαυρό σε μια μεγάλη τσάντα, κατέβηκε στη Χώρα, με βοϊδάμαξα φυσικά,  να ανανεώσει το εμπόρευμα του και να βάλει μερικά στην πάντα. Γύρισε σε δύο μέρες, πάλι με βοϊδάμαξα, ερείπιο. Ο θησαυρός του δεν άξιζε τίποτα. Οι μεν δραχμές, με τον πληθωρισμό που κάλπαζε,  είχαν χάσει, στο μεταξύ, τα εννέα δέκατα της αξίας τους, τα δε μάρκα δεν τα έπαιρνε κανείς. Στην Εμπορική Τράπεζα, με την οποία συναλλασσόταν  από παλιά, ο διευθυντής της του εξήγησε πως τα στρατιωτικά μάρκα δεν είχαν καμία πέραση.

«Να ήταν ράιχσμαρκ, θα σου τα άλλαζα αμέσως, αυτά όμως είναι φέλντμαρκ, είναι για συναλλαγές των στρατιωτών με τις καντίνες τους, δεν είναι κανονικά χαρτονομίσματα. Και να σου πω κυρ Βασίλη, υποπτεύομαι πως τα χρησιμοποιούν για ένα είδος νομότυπη λεηλασία των κατεχομένων. Κι άλλοι την έπαθαν σαν και σένα».

Ο πατέρας του δε μπόρεσε ποτέ να συνέλθει από το χτύπημα που δέχτηκε η φιλοχρηματία του και σε λίγο πέθανε, μάλλον από εγκεφαλικό. Στο σπίτι έπεσε δυστυχία και σ΄ αυτόν η ευθύνη να τα βγάλει πέρα. Ήταν πια ο αρχηγός της οικογένειας. Ευτυχώς είχαν κάτι χτηματάκια με καρπερή γη και ο Αλκιβιάδης ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Αποδείχτηκε καλός αγρότης και μέσα σ΄ ένα χρόνο όχι μόνο επιβίωσαν κι αυτός κι οι τρεις γυναίκες της οικογένειας, η μάνα του κι αδερφές του, αλλά φάνηκε η αυγή μιας νέας οικογενειακής ευμάρειας. Το νησί, όπως και όλη η ελληνική ύπαιθρος, είχε ξαναγυρίσει στο καθεστώς της κλειστής οικονομίας, όπου όλες οι συναλλαγές γίνονταν με ανταλλαγές, με βάση το λάδι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 266 Σχόλια »

Τα Ρίχτερ μετά τη δίκη

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2016

Πριν από μερικούς μήνες, ενώ γινόταν στο Ρέθυμνο η δίκη του Χάινς Ρίχτερ, είχα γράψει το άρθρο «Τα Ρίχτερ της δίκης«, κάνοντας ένα μάλλον εύκολο λογοπαίγνιο με το όνομα του Γερμανού ιστορικού. Η δίκη τελείωσε, ο Γερμανός καθηγητής, όπως ήταν αναμενόμενο, αθωώθηκε, αλλά η ιστορία δεν τελείωσε εκεί.

Αντίθετα, αμέσως μετά την έκδοση της αθωωτικής απόφασης (η οποία, αν θυμάμαι καλά, εκδόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου) ο καθηγητής Ρίχτερ, αναγνωρισμένος πλέον εξαιτίας της δίωξής του ως «γνώστης των ελληνικών θεμάτων» άρχισε μια ομοβροντία δημοσιεύσεων, συνεντεύξεων και δηλώσεων στις οποίες πρόβαλε θέσεις καινοφανείς και απαράδεκτες.

Έτσι, με άρθρα του στο Σπίγκελ, στο Φόκους και στη Βελτ, όλα μέσα στην πρώτη εβδομάδα από την αθώωσή του, ο καθηγητής Ρίχτερ υποστήριξε ότι όχι μόνο δεν υφίσταται θέμα γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα αλλά και στην πραγματικότητα, όπως προέκυψε ύστερα από πολυπλοκους υπολογισμούς του καθηγητή Ρίχτερ, η Ελλάδα είναι εκείνη που οφείλει ένα σεβαστό ποσό προς το γερμανικό κράτος!

Επιπλέον, ο καθηγητής Ρίχτερ συμμετείχε σε σύσκεψη στο γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, στην οποία ενημέρωσε στελέχη της γερμανικής δημόσιας διοίκησης για τα πορίσματά του, έστω κι αν η γερμανική κυβέρνηση, απαντώντας σε ερώτηση βουλευτών του Κόμματος της Αριστεράς, παρουσίασε ως ασήμαντο το θέμα.

Τέλος, την περασμένη Κυριακή, ο Γερμανός καθηγητής έδωσε συνέντευξη στην Καθημερινή, στην οποία υποστηρίζει τις ίδιες απαράδεκτες θέσεις και αναφέρεται και στο ενδεχόμενο να του αφαιρεθεί ο τίτλος του δόκτορα επί τιμή που του έχει απονεμηθεί από το Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Τότε που γινόταν ακόμα η δίκη, αλλά και πριν γίνει, είχα τοποθετηθεί και είχα θεωρήσει απαράδεκτη τη δίωξη του κ. Ρίχτερ. Μήπως αισθάνομαι τώρα άσχημα, μήπως μετανιώνω για τη θέση που πήρα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκπαίδευση, Ελευθερία του λόγου, Ιστορία, Κρήτη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , , | 282 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το έβδομο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα είναι σύζυγος πλέον του εφοριακού Κωστάκη, και έχουμε σταματήσει μόλις αρχίζει η Κατοχή. Να προειδοποιήσω ότι η νουβέλα έχει ακόμα ένα κεφάλαιο κι έναν επίλογο, που μάλλον θα τα παρουσιάσω μαζί τη μεθεπόμενη Τρίτη.

7

mimis_jpeg_χχsmallΤα πρώτα δύο χρόνια της Κατοχής πέρασαν ήσυχα. Η Μαρίνα πίστευε στην τελική νίκη των Γερμανών και προσπάθησε να δημιουργήσει κοσμικές σχέσεις μαζί τους. Ο επιφυλακτικός και διορατικότερος Κωστάκης για πρώτη φορά δεν συντάχθηκε μαζί της

— Καλοί κι άγιοι οι Γερμανοί Μαρινάκι μου, αλλά στο τέλος θα χάσουν. Για σκέψου: Αγγλία, Αμερική και Ρωσία τους πολεμάν. Αργά ή γρήγορα θα νικηθούν. Γι΄ αυτό μη μιλάς πολύ.

Απροσδόκητα η Μαρίνα τον άκουσε. Οι βεγγέρες με τους Γερμανούς αξιωματικούς σταμάτησαν, μόλο που συνέχιζαν να χαιρετιούνται εγκάρδια όταν συναντιόντουσαν στο δρόμο. Άλλωστε τον τρίτο χρόνο της Κατοχής τα πράγματα στα προάστεια της Αθήνας αγρίεψαν. Ολόκληρες γειτονιές ήταν ανεξάρτητες από τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους. Ακόμα και στο Νέο Ηράκλειο τα βράδια ακουγόταν όχι μόνο το χωνί, που τους γέμιζε φόβο, αλλά καμιά φορά και το ελασίτικο ντουφέκι.

Αυτό που έκανε έξω φρενών τη Μαρίνα ήταν πως ο αδερφός της ο Γιώργος, ένας υπαλληλάκος του Δήμου Νέας Ιωνίας κι η γυναίκα του μια αμόρφωτη προσφυγοπούλα, που είχε ανοίξει ψιλικατζίδικο στα σύνορα Νέας Ιωνίας και Νέου Ηράκλειου, για να συμπληρώνει τον πενιχρό μισθό του αντρός της, ήταν στο ΕΑΜ και μάλιστα στελέχη! Αν ήταν ποτέ δυνατό δυο φτωχοί κι ασήμαντοι άνθρωποι, όχι μόνο να τολμούν  να έχουν διαφορετικήν άποψη αλλά όπως φαινόταν είχαν και κάποιαν εξουσία. Αν είναι ποτέ δυνατόν!

Από αυτόν και μόνο το λόγο μίσησε ακόμα περισσότερο τους  εαμίτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 257 Σχόλια »

Τα Ρίχτερ της δίκης

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2015

Για τη δίκη του Γερμανού καθηγητή Χάιντς Ρίχτερ που γίνεται αυτές τις μέρες στο Ρέθυμνο δεν έχω γράψει. Και ο λόγος που δεν έχω γράψει δεν είναι ότι δεν έχω διαβάσει το επίμαχο βιβλίο, στο οποίο ο καθηγητής Ρίχτερ κατηγορείται ότι «επιδοκίμασε, ευτέλισε και κακόβουλα αρνήθηκε την ύπαρξη και τη σοβαρότητα αναγνωρισμένων από τη Βουλή των Ελλήνων εγκλημάτων του ναζισμού (…) και η αξιόποινη αυτή συμπεριφορά του στρέφεται κατά του συνόλου των ανθρώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, τη γενεαλογική καταβολή (…) πράττοντας τούτο με τρόπο που στρέφεται κατά του κρητικού λαού και που ενέχει εξυβριστικό χαρακτήρα εις βάρος του» όπως λέει το Κλητήριο θέσπισμα, το οποίο πέρα από όλα τα άλλα αναγνωρίζει «κρητικόν λαό», μια επικίνδυνη ανοησία αφού υπονοεί ότι οι Κρητικοί είναι κάτι άλλο από τον ελληνικό λαό.

Το ότι δεν έχω διαβάσει το επίμαχο βιβλίο του καθηγητή Ρίχτερ δεν το θεωρώ εμπόδιο για να αποφανθώ για τη δίωξή του, διότι τη δίωξη τη θεωρώ απαράδεκτη ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του βιβλίου. Θα μου πείτε: θα έλεγες το ίδιο αν στη θέση του Ρίχτερ ήταν, έστω, ο Κ. Πλεύρης; Θα σας απαντήσω ότι δεν είναι το ίδιο. Ο ένας είναι καθηγητής σε αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο, παρασημοφορημένος από την ελληνική πολιτεία΄ο άλλος είναι ένας αξιοθρήνητος ακροδεξιός αναθεωρητής. Πάντως, αν τα βάλουμε στη ζυγαριά, προτιμώ να μη δικαστεί ο Πλεύρης με το αντιρατσιστικό (θυμίζω ότι δικάστηκε και αθωώθηκε σχεδόν πανηγυρικά με τον προηγούμενο νόμο) παρά να δικάζεται ο Ρίχτερ, η Ρεπούση, ο Φίλης, εγώ κι εσείς με τον άθλιο αυτόν νόμο.

Ο λόγος που δεν έχω ακόμα γράψει για τη δίκη του Ρίχτερ είναι, πολύ πεζά και ανόητα, συνδυασμός φόρτου εργασίας και «τεχνικών» περιορισμών. Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος της χρονιάς, έχουμε διάφορα άρθρα επετειακού και απολογιστικού χαρακτήρα: προχτές είχαμε τη Λέξη της χρονιάς, που ακόμα μπορείτε να διατυπώσετε δικές σας προτάσεις για να τεθούν σε ψηφοφορία, το πρωί είχαμε προτάσεις για βιβλία στις γιορτές, την Τρίτη θα έχουμε τις τελικές προτάσεις για να ψηφίσετε Λέξη της χρονιάς, έχω και καναδυό ακόμα άρθρα που τα χρωστάω, οπότε οι ελεύθερες μέρες είναι λιγοστές. Αυτό εξηγεί το ανήκουστο, ότι δημοσιεύω δεύτερο άρθρο την ίδια μέρα, και μάλιστα Παρασκευιάτικα.

Επίσης, δεν έχω να πω πολλά για την υπόθεση, επειδή τη γνώμη μου για το άθλιο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο την έχω ήδη διατυπώσει, και για την υπόθεση Ρίχτερ είχα γράψει τα δικά μου και είχα αναδημοσιεύσει άρθρο του ιστορικού Βαγγέλη Καραμανωλάκη τον Μάρτιο, τότε δηλαδή που ασκήθηκε η δίωξη στον Γερμανό καθηγητή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Ελευθερία του λόγου, Κρήτη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 313 Σχόλια »

Το σαββατιανό σταφύλι του Βάρναλη

Posted by sarant στο 10 Αύγουστος, 2015

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα, το είχα προγραμματίσει για χτες που θα ήταν ακριβώς η επέτειος -αλλά η θλιβερή επικαιρότητα επέβαλε να μετατεθεί κατά μία ημέρα, καθώς χτες τίμησα τη μνήμη του Μιχάλη Λιαρούτσου που μας άφησε πρόσφατα.

Πρόκειται λοιπόν για ένα χρονογράφημα αφιερωμένο στα σαββατιανά σταφύλια, που το δημοσίευσε ο Κώστας Βάρναλης στην εφημερίδα Πρωία στις αρχές της Κατοχής, δηλαδή πριν ενσκήψει η φονική πείνα -και πιο συγκεκριμένα στις 9 Αυγούστου 1941, πριν από 75 χρόνια και μία μέρα. Ο Βάρναλης δεν τσιγκουνεύεται τους ύμνους και το λυρικό ύφος για μια παρακατιανή, λαϊκή ποικιλία, όπως είναι το σαββατιανό, που μάλιστα το βρίσκει ανώτερο από τα «σταφύλια πολυτελείας».

savatianoΣτο ιστολόγιο έχουμε ανεβάσει πολλά άρθρα για διάφορα οπωρικά, λείπει όμως ένα άρθρο για το σταφύλι γενικώς. Έχουμε όμως δημοσιεύσει άρθρο για τη σταφίδα, καθώς και για τα φρασεολογικά του αμπελιού. Οπότε, ας συμπληρωθεί η τριάδα με το σαββατιανό και με μιαν άλλη ευκαιρία θα δημοσιεύσουμε και το γενικό άρθρο.

Όπως συνήθιζε στα χρονογραφήματά του, ο Βάρναλης και εδώ έχει αναφορές στην αρχαία γραμματεία. Δεν ξέρω αν ήταν όλες οικείες στους αναγνώστες του, πάντως στο τέλος λέω δυο λόγια για τις αναφορές αυτές -κι έχω και μια απορία μου.

Το σαββατιανό σταφύλι

Έκανε προχθές την πρώτη του θριαμβευτική είσοδο στην πρωτεύουσα «επί πώλου όνου» το σαββατιανό: ο βασιλιάς των σταφυλιών –κι ας είναι το λαϊκότερο απ’ όλα τα σταφύλια— καβάλα επάνω στο βασιλιά των τετραπόδων – κι ας είναι το ταπεινότερο απ’ όλα τα τετράποδα!

Αν δεν υποδέχτηκε ο λαός μετά βαΐων και κλάδων τον «ιερό» καρπό των αρχαίων και το «ιερό» ζώο της Γραφής κι αν δε στρώσανε τα προικιά τους οι κοπέλες και τα σακάκια τους οι άντρες για να πατήσουν οι δύο μεγαλειότητες, όμως η αυγή έστρωσε με τριαντάφυλλα το δρόμο τους κι όταν έσκασε ο πρώτος ήλιος, η σκόνη έγινε «ψήγματα χρυσού», η άσφαλτος έβενος και τα ξεράγκαθα εφτάφωτες λυχνίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Κατοχή, Φρούτα εποχής, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 170 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Εγκατάσταση στο… Ντάντσιχ

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή δεύτερη και είναι η τριτη του 9ου κεφαλαίου. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1946 και ο ποιητής αποφυλακίζεται ώσπου να δικαστεί και αποφασίζει να μετοικήσει στην Αθήνα -οπότε η δράση μεταφέρεται εκεί.

Ο τίτλος του σημερινού αποσπάσματος είναι ελαφρώς παραπλανητικός, αλλά μού άρεσε. Όπως και το προηγούμενο απόσπασμα, και το σημερινό αφηγείται στην αρχή ιστορίες της Κατοχής, τις περιπέτειες του Γιώργου και του Μιχάλη Σαραντάκου, αδελφών του ποιητή.

mimis_jpeg_χχsmallΟ Γιώργος [αδελφός του ποιητή] είχε αποσπαστεί από τους Γερμανούς, που είχαν φυ­σικά επιτάξει τη Συρματουργία του Αγγελόπουλου, ως διευθυντής σε ένα μικρό εργοστάσιο μεταλλικών κουμπιών στον Πειραιά, που το είχαν επίσης επιτάξει. Τώρα το εργοστάσιο αυτό έφτιαχνε επάργυ­ρα και επίχρυσα κουμπιά για τις στολές των Γερμανών αξιωματικών. Σε πολύ σύντομο διάστημα ο Γιώργος με μερικούς άλλους εαμίτες εργάτες οργάνωσαν στο ΕΑΜ το σύνολο των απασχολούμενων στο εργοστάσιο και άρχισαν να αφαιρούν, για λογαριασμό της Οργάνω­σης, τα δύο τρίτα του μεταλλικού χρυσού και αργύρου που τους έδι­ναν οι Γερμανοί για ανόδια (τα ηλεκτρόδια της ανόδου, που αποτελούνται από το μέταλλο με το οποίο γίνεται η επιμετάλλωση). Ο Γιώργος, εμπειρότατος γαλβανοτέχνης, είχε βρει τρόπο να νοθεύει το χρυσό και τον άργυρο χωρίς να προδίδεται η νοθεία από την εμφάνιση των κουμπιών, παρά μόνο με χημική ανάλυση, η οποία όμως ως τότε δε γινόταν.

Όπως ήταν όμως φυσικό τελικά οι Γερμανοί μυρίστηκαν τη νοθεία και τότε η Οργάνωση του εργοστασίου, έγκαιρα ειδοποιημένη, έβα­λε φωτιά στο κτίριο που κάηκε ως τα θεμέλια. Ύστερα από αυτό, το φθινόπωρο του ’43, ο Γιώργος έφυγε οικογενειακώς από την Αθήνα και πήγε στη Μάνη, όπου αναδείχτηκε ηγέτης της τοπικής οργάνω­σης του ΕΑΜ, στη θέση του δολοφονημένου Κλέαρχου Κουρούνη. Σημειωτέον ότι ο πατέρας τους είχε εκλεγεί πρόεδρος του τοπικού Λαϊκού Δικαστηρίου, μόλο που δεν είχε οργανωθεί στο ΕΑΜ και γενικώς ήταν μάλλον συντηρητικών πολιτικών αρχών. Όταν τις πρώ­τες μέρες της Κατοχής οι Ιταλοί ήρθαν στη Γέρμα, ζήτησαν από τους κατοίκους να παραδώσουν τα όπλα που είχαν, για τα οποία ήταν άριστα πληροφορημένοι από κάποιο τομάρι. Ο Δημήτρης ο Σαραντάκος παράδωσε τα προκατακλυσμιαία εμπροσθογεμή και τα κυνηγε­τικά δίκανα, αλλά τα πολεμικά όπλα τα πασάλειψε με γράσο, τα τύ­λιξε σε λαδόχαρτα και λινάτσες και τα ’κρύψε σε μιαν αλεπότρυπα στον Λόγγο. Όταν κατέβηκε ο Γιώργος, του ’δείξε την κρυψώνα και τα όπλα παραδόθηκαν στον ΕΛΑΣ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μάνη | Με ετικέτα: , , , | 40 Σχόλια »