Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κινηματογράφος’ Category

Αμάνσαφτα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2018

Αμάν! Τι λέξη είναι αυτη στον τίτλο; Αρχικά σκεφτόμουν το σημερινό πολυσυλλεκτικό μας άρθρο να το τιτλοφορήσω «Μουντιαλικά μεζεδάκια», επειδή όμως τον τιτλο αυτό τον έχουμε χρησιμοποιήσει ήδη είπα να βάλω στον τίτλο κάτι που να δειχνει το μέχρι στιγμής τρανταχτό γεγονός του φετινού Μουντιάλ, που βεβαια είναι ο αποκλεισμός της Γερμανίας.

Κι επειδή η εθνική ομάδα της Γερμανίας είναι η Νατσιονάλμανσαφτ, ή σκέτη Μάνσαφτ, δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό και σκάρωσα αυτον τον φριχτό νεολογισμό, με το αλφα το στερητικό. Τι, το αμένσιωτος καλύτερο ειναι; (Είναι, εδω που τα λέμε).

Είναι γεγονος ότι ο πρόωρος αποκλεισμός της γερμανικής ομάδας, που πολλοι τον πανηγύρισαν, αποτέλεσε μεγαλη έκπληξη έστω κι αν η φετινή Εθνική Γερμανίας φαινόταν να έχει αρκετά προβλήματα. Πάντως, υπήρχαν και αρκετοί που τη θεωρούσαν φαβορί, είτε κατ’ εφαρμογη του Αξιώματος του Λίνεκερ (έχει ήδη αναθεωρηθει) ειτε ύστερα από εφαρμογή επιστημονικων μεθόδων.

Με βάση 10.000 προσομοιώσεις, η UBS είχε προβλέψει πως η Γερμανία θα κατακτούσε το κύπελλο. Μίκρυνα πολύ την εικόνα κι έτσι δεν φαίνεται το σχόλιο του αναγνώστη απο κάτω, που λέει: Reminder that those are the same people running our economies.

Κακίες, διοτι ένας οικονομολόγος μπορεί να μας αναλύσει πειστικότατα για ποιο λόγο αποκλείστηκε η Γερμανία.

Πάντως, τα υπόλοιπα μεζεδάκια της πιατέλας μας δεν είναι μουντιαλικά ούτε αναφέρονται στο γερμανικό στραπάτσο -αν και πρόσεξα το διαφημιστικό τιτίβισμα της Ράιαν, που λογοπαίζει και με το όνομα του προπονητή τής Μάνσαφτ:

Making an unexpected exit? We have Löw fares on ryanair.com

* Και ξεκινάμε με ένα μεζεδάκι που ξεχάστηκε από την προηγούμενη βδομάδα αλλα θεωρώ πως δεν μπαγιάτεψε.

Σε άρθρο της Έλενας Ματθαιοπούλου στην Καθημερινή για τα 100χρονα του Λ. Μπερνστάιν, διαβάζουμε: «Συναντηθήκαμε ξανά δύο φορές ένα μήνα αργότερα στη Νέα Υόρκη, στο διαμέρισμά του στο εικονικό Αρ Νουβό κτίριο Ντακότα, στη δυτική πλευρά του Σέντραλ Παρκ (μπροστά στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Τζον Λένον), αλλά εδώ υπήρχε μια διάχυτη μελαγχολία.»

Το κτίριο δεν ήταν εικονικό, βέβαια -αντίθετα, ήταν φτιαγμένο από τούβλα. Ο εικονικός είναι ο virtual ενώ ο iconic ειναι ο ψευτοφίλος που μπερδεύει και παραπλανά όσους σκέφτονται πρώτα στα αγγλικά -και χωρίς να έχουν τη δικαιολογία της συγκεκριμένης συντακτριας. Πείτε το διασημο το κτίριο, πείτε το εμβληματικο, εικονικό όμως στα ελληνικά δεν είναι.

Στο ίδιο αρθρο υπάρχει μια μικρή ανακρίβεια. Γράφει ότι ο Μπερνστάιν και έχει συνθεσει βραβευμένα με Οσκαρ σάουντρακ, όπως για την ταινία «Το λιμάνι της αγωνίας» (1954) του Ελία Καζάν. Όχι όμως. Προτάθηκε για Όσκαρ αλλά τελικά βραβεύτηκε άλλο σάουντρακ.

* Πολυ πρόσφατα είχαμε γράψει για τον (κατ’ εμέ) τερατώδη τύπο «η μετά-μνημόνιο εποχή» που τον είχε χρησιμοποιήσει σε ένα τιτίβισμά του κάποιος πολιτικός (ίσως ο Χρ. Σταϊκούρας).

Δεύτερο κρούσμα, και μάλιστα από κατά τεκμήριο σοβαρό ιστότοπο: Αρθρο με τίτλο «Ελλάδα: Οι προκλήσεις στη μετά-μνημόνιο εποχή».

Ακριβέστερα, τον άγαρμπο τύπο τον χρεώνεται μόνο ο υλατζής του ιστότοπου, που έβαλε τον τίτλο, ενώ στο κείμενο του αρθρου βρίσκουμε τον ομαλό και φυσιολογικό τύπο «στη μεταμνημονιακή εποχή».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in ποδόσφαιρο, Κινηματογράφος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά, Ψευδόφιλες λέξεις | Με ετικέτα: , , , , , , | 187 Σχόλια »

Χάρρυ Κλυνν, κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης (1940-2018)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2018

Η θλιβερή είδηση του θανάτου του αγαπημένου Χάρρυ Κλυνν μαθεύτηκε χτες το μεσημέρι -τον μνημονέψατε βέβαια στα σχόλιά σας στο άρθρο της ημέρας, απο τα οποία αντλώ κάποιο υλικό εδώ, αλλά το ιστολόγιο αισθάνεται ότι χρωστάει ένα καθώς πρέπει μνημόσυνο στον κωμικό που συντρόφεψε τόσες γενιές και που εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα της δεκαετίας του 80, αφού η χρυσή εποχή του είναι από λίγο πριν έως λίγο μετά τη δεκαετία αυτή, από το 1978 έως το 1992 ας πούμε -αν και με την οριοθέτηση αυτή ίσως τον αδικώ.

Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε στην Καλαμαριά το 1940 από φτωχή οικογένεια. Από πολύ νέος έδειξε ταλέντο μίμου και σε ηλικία 10 ετών, όπως αποκάλυψε αργότερα σε μια συνέντευξη που αξίζει να τη δείτε (εδώ, στο 2.04) πήρε το ψευδώνυμό του, όταν μιμήθηκε στην αυλή του δημοτικού σχολείου τα ξιφομαχικά κατορθώματα του Έρολ Φλυν -για κάποιο λογο, στις επευφημίες των συμμαθητών του, το «Φλυν» παραλλάχτηκε σε «Κλυν». Χάρη στον Γιώργο Οικονομίδη, κατέβηκε στην Αθήνα για σπουδές σε δραματική σχολή ενώ παράλληλα εμφανιζόταν σε αναψυκτήρια και κοσμικά κέντρα. Εικοσάχρονος πρωταγωνίστησε στην κωμική ταινία μικρού μήκους «Σύγχυσις«, ήδη με το ψευδώνυμό του, όπου ήδη δείχνει ότι ξέρει να δημιουργεί έναν τύπο. Οι περισσότεροι θα τον θυμούνται σε χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους στις ταινίες Γάμος αλά ελληνικά και 201 Καναρίνια, και οι δυο του 1964.

Τότε έφυγε για την Αμερική, όπου έζησε και δούλεψε μια δεκαετία. Όπως γράφει ο φίλος Φώντας Τρούσσας, «καλλιτεχνικά ανδρώθηκε στην Αμερική, στα underground μαγαζιά της Νέας Υόρκης, του Σικάγου και του Μόντρεαλ, πέφτοντας μέσα στην ακμή της πάντα πολιτικά ανορθόδοξης stand-up comedy (στο καθοριστικό διάστημα για τα πάντα-όλα, από τα late sixties μέχρι και τα early seventies).
Οι βασικές του επιρροές δεν ήταν οι δικοί μας κωμικοί του ’50 και του ’60 (φυσικά), αλλά ο Lenny Bruce (που πιθανώς να τον είδε και ζωντανό), ο George Carlin και κυρίως και πάνω απ’ όλους ο μαύρος κωμικός και πολιτικο-κοινωνικός ακτιβιστής Dick Gregory. Από τον Gregory πήρε ο Χάρρυ Κλυνν το δούναι και λαβείν του μονολόγου, την επικοινωνία με το κοινό δηλαδή, και τον τρόπο μέσω του οποίου θα επιτυγχανόταν η λεκτική κορύφωση, που θα πυροδοτούσε και τη γενικότερη έκρηξη (του ακροατηρίου)«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Εις μνήμην, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Ογδόνταζ, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 199 Σχόλια »

Τρίτη και 13

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2018

Σήμερα ο μήνας έχει δεκατρείς, άρα, το λέει και το τραγούδι, είναι μέρα γρουσούζικη. Επιπλέον, είναι Τρίτη, που είναι η πιο γρουσούζικη μέρα της εβδομάδας, άρα έχουμε γρουσουζιά στο τετράγωνο -γι’ αυτό και η Τρίτη και 13 του μηνός είναι παροιμιωδώς μέρα δυσοίωνη, όπως δείχνει και ο τίτλος της παλιάς ελληνικής ταινίας με τον Νικο Σταυρίδη στον ρόλο ενός προληπτικού εργολάβου.

Η Τρίτη θεωρείται ευρέως μέρα δυσοίωνη, επειδή, λέει, η 29η Μαΐου του 1453, που έπεσε η Πόλη, ήταν μερα Τρίτη (δεν το έχω ελέγξει). Πάντως, ενώ η απέχθεια για το 13 είναι πολύ διαδεδομένη παγκοσμίως (αν και όχι οικουμενική: οι Κινέζοι θεωρούν γρουσούζικο το 4, οι Ιταλοί το 17), ο φόβος της Τρίτης πρεπει να είναι δική μας πατέντα.

Οι Αγγλοσάξονες, ας πούμε, θεωρούν την Παρασκευή (και 13) γρουσούζικη. Και είχαν ρωτήσει τον Μπέρναρ Σω, «Δάσκαλε, αληθεύει πως η Παρασκευή είναι κακή μέρα για να παντρεύεται κανείς;»

Κι εκείνος απάντησε: «Ασφαλώς, αγαπητοί μου. Γιατι η Παρασκευή να αποτελει εξαίρεση;»

Αφού το εμπεδώσαμε ότι Τρίτη και 13 είναι το τετράγωνο της γρουσουζιάς, να πω ότι στην οικογένεια λέγαμε πως απ’ ολες τις Τρίτες και 13 η πιο γρουσούζικη είναι η Τρίτη 13 Μαρτίου. Δεν ξέρω αν κι εσείς έχετε ακούσει αυτή την εξειδίκευση ή αν ήταν οικογενειακή μας παραδοση, αν πάντως ισχύει, σήμερα που είναι Τρίτη 13 Μαρτίου θα έχουμε γρουσουζιά στον κύβο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Επετειακά, Ετυμολογικά, Κινηματογράφος, Λαογραφία, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Νταλκάς

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2018

Σύμφωνα με το ανέκδοτο, όταν ρωτάνε, ας πούμε στα διάφορα τηλεοπτικά παιχνίδια ή στα καλλιστεία «Ποιο είναι το χειρότερο ελάττωμά σου», οι περισσότερες απαντήσεις των διαγωνιζόμενων αναφέρουν διάφορα «τιμητικά» δήθεν ελαττώματα, όπως «είμαι τελειομανής», «δεν ανέχομαι την υποκρισία», «δείχνω υπερβολική εμπιστοσύνη στους ανθρώπους».

Πάντως, αν εμένα με ρωτήσετε ποιο είναι το μεγάλο μου ελάττωμα ως γραφιά, θα παραδεχτώ ευθαρσώς πως είμαι φλύαρος. Αυτό φαίνεται και από τα αρθρα του ιστολογίου τα οποία, φέτος, με πληροφορεί η WordPress, έχουν κατά μέσον όρο 1869 λέξεις το καθένα -αν και βέβαια εδώ κλέβω αφού πολλές από τις λέξεις αυτές είναι παραθέματα από κείμενα άλλων (καλά το έλεγε ο Κομφούκιος πως από τότε που βγήκε η κοπυπάστη χάθηκε το φιλότιμο).

Όπως λέω πότε-πότε, τα ηλεδάση του Καναδά είναι ανεξάντλητα, εννοώντας ότι στο Διαδικτυο, ιδιως αν η σελίδα ειναι δική σου, μπορείς να γράψεις οσο βαστάει η καρδιά σου -και η υπομονή των αναγνωστών σου βέβαια- όσο κι αν αυτό φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με το άλλο αξίωμα, ότι το Διαδίκτυο δεν θέλει εκτενή άρθρα αλλά τηλεγραφικά.

Από την άλλη, όταν γράφω σε εφημερίδα ή σε άλλο έντυπο, ο χώρος είναι περιορισμενος, κάποτε αδήριτα. Τα μηνιαία άρθρα μου στην Αυγή έχουν υποχρεωτικά έκταση 600-800 λέξεις -και συνήθως ακουμπάνε στο επάνω όριο και πολύ συχνά πρέπει να διαλέξω, να βγαλω αυτό για να βάλω εκείνο το στοιχείο. Στις αναδημοσιευσεις που κάνω εδώ στο ιστολόγιο, κάποτε προσθέτω επιπλέον πραγματα που δεν χώρεσαν στο έντυπο.

Αλλά οι περιορισμοί έχουν και τη χάρη τους. Όταν έγραφα τις Λέξεις που χάνονται, είχαμε αποφασίσει με τον εκδότη το κάθε λήμμα να μην ξεπερνάει τις 200 λέξεις. Μετά αποφάσισα και οργανωσα όλα τα λήμματα ώστε να έχουν τρεις παραγράφους το καθένα και τολμω να πω ότι το τελικό αποτέλεσμα μου αρέσει αρκετά, όσο κι αν, εξαιτίας του ορίου των 200 λέξεων, σε πολλα λήμματα ηταν δύσκολο να διαλέξω τι θα αφήσω έξω.

Ο φλύαρος αυτός πρόλογος γίνεται για να σας πω ότι πριν απο καμιά δεκαπενταριά μέρες μού ζήτησαν να γράψω ένα μικρό σημείωμα για το ένθετο περιοδικό της εφημεριδας Ντοκουμέντο, που επρόκειτο να έχει αφιέρωμα για τον νταλκά. Περιέργως δεν είχαμε γράψει κάτι στο ιστολόγιο για το θέμα. Είπα λοιπόν ότι θα γράψω ένα κειμενάκι γύρω στις 250 λέξεις και έτσι έγινε και δημοσιεύτηκε στο φύλλο της περασμένης Κυριακής (δηλαδή πριν απο 8 μέρες, διότι δεν είμαστε Γαλλοι να λέμε le dimanche passé σήμερα Δευτέρα και να εννοούμε χτες. Και οι Άγγλοι θαρρω έτσι το λένε, ίσως αξίζει άρθρο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Ουσίες, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 144 Σχόλια »

Αγαπητέ Αντονιόνι…, του Ρολάν Μπαρτ (συνεργασία της Αθανασίας Παπαδημητρίου)

Posted by sarant στο 4 Μαρτίου, 2018

Το ιστολόγιο δεν είναι σινεφίλ, έχει όμως φίλους που είναι. Παρουσιάζω σήμερα ένα σημαντικό κείμενο, που μου το έστειλε η φίλη Αθανασία Παπαδημητρίου, μια επιστολή του Ρολάν Μπαρτ προς τον σκηνοθέτη Μικελάντζελο Αντονιόνι.

Η επιστολή δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 1980 στο τεύχος 311 του περίφημου περιοδικού Cahiers du cinéma, λίγες εβδομάδες μετά τον αδόκητο θάνατο του Μπαρτ (τον παρέσυρε το φορτηγάκι ενός στεγνοκαθαριστηρίου ενώ βάδιζε). Στο τέλος, η μεταφράστρια παραθέτει και την απάντηση που είχε αρχίσει να γράφει ο Αντονιόνι όταν έμαθε τον θάνατο του Μπαρτ.

Το κείμενο υπάρχει μεταφρασμένο στο Διαδίκτυο, αλλά εδώ το παρουσιάζουμε εξαντλητικά σχολιασμένο, με σχόλια της μεταφράστριας που δεν θα τα βρείτε αλλού και που βοηθούν στην κατανόηση -μια πολύ σοβαρή δουλειά που θα άξιζε να εκδοθεί, πιστεύω.

Το πρωτότυπο, για όποιον θέλει, είναι εδώ.

Αγαπητέ Αντονιόνι,[1]

Στην τυπολογία του, ο Νίτσε[2] διακρίνει δύο τύπους: του ιερέα και του καλλιτέχνη. Από ιερείς σήμερα να φάν’ κι οι κότες: όχι μόνο όλων των θρησκειών, μα κι έξω απ’ αυτές. Αλλά από καλλιτέχνες;  Θα ήθελα, αγαπητέ Αντονιόνι, να μου επιτρέψετε για μια στιγμή να δανειστώ μερικά στοιχεία απ’ το έργο σας, στοιχεία  που θα μου επιτρέψουν να καθορίσω τις τρεις δυνάμεις ή, αν το προτιμάτε, τις τρεις αρετές που ορίζουν τον  καλλιτέχνη. Τις αναφέρω ευθύς αμέσως: η ενάργεια, η σοφία και η πιο παράδοξη όλων, η τρωτότητα.

Σε αντίθεση με τον ιερέα, ο καλλιτέχνης ξαφνιάζεται και θαυμάζει· η ματιά του μπορεί να εμπεριέχει κριτική αλλά δεν είναι καταγγελτική. Ο καλλιτέχνης δεν νιώθει πικρία. Επειδή ακριβώς είστε  καλλιτέχνης, το έργο σας είναι ανοιχτό στη Νεωτερικότητα. Οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται τη Νεωτερικότητα σαν ένα πολεμικό λάβαρο ενάντια στον παλιό κόσμο και στις παρωχημένες αρχές του. Για σας όμως δεν αποτελεί το στατικό όρο μιας εύκολης αντιπαράθεσης αλλά αντιθέτως μια ενεργή δυσκολία ν’ ακολουθήσετε τις αλλαγές του Χρόνου, όχι πια στο επίπεδο της επίσημης Ιστορίας, αλλά στο εσωτερικό αυτής της ταπεινής Ιστορίας όπου η ύπαρξη του καθενός από μας συνιστά το μέτρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Κινηματογράφος, Συνεργασίες, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , | 71 Σχόλια »

Γιατί βλέπουν τσόντες οι νέοι;

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2018

Για άλλη μια φορά, ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν θα ασχοληθώ σχεδόν καθόλου με την πορνογραφία και αν έχει διάδοση (που θα έχει, κυρίως η διαδικτυακή) στους νέους. Το θέμα του άρθρου είναι καθαρά γλωσσικό: λεξικογραφικό και ετυμολογικό, ειδικότερα.

Τσόντα λέμε την πορνοταινία. Σύμφωνα με το Πιπέρι στο στόμα, το καλό αυτό βιβλίο που διερευνά τις λέξεις ταμπού της ελληνικής (το έχουμε παρουσιάσει εδώ) οι πορνογραφικές ταινίες, με σύντμηση πορνό, έχουν «δυσφημιστικό ισοδύναμο, ιδιαίτερα διαδεδομένο» το ουσιαστικό τσόντες.

Δυσφημιστικό λέγεται επειδή σε ορισμένα επίπεδα ύφους ή περιβάλλοντα συζήτησης δεν θα πει κανείς «τσόντα» αλλά «πορνό» ή πορνοταινία ή πορνογράφημα ή «αυστηρώς ακατάλληλον» ή «άσεμνη ταινία» κτλ.  Ωστόσο, ο όρος ειναι πράγματι εξαιρετικά διαδεδομένος -και στις μέρες μας.

Θα μου πείτε ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αλλά για λόγους τάξεως το κουκουβαγιέλι χρειάζεται. Η πρώτη σημασία της λέξης «τσόντα», σύμφωνα με τα λεξικά, είναι: μικρό κομμάτι από ύφασμα, που το ράβουν μαζί με άλλο όμοιο για να το συμπληρώσουν: Έβαλε μια τσόντα στη φούστα για να τη μακρύνει. Ο ορισμός είναι αυτός από το ΛΚΝ. Ο Μπαμπινιώτης αναφέρει ότι πρόκειται για «πρόσθετο» κομμάτι υφάσματος, μια λέξη σημαντική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 192 Σχόλια »

Μαυροπαρασκευιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 25 Νοέμβριος, 2017

Εσείς το διαβάζετε το Σάββατο, αλλά το σημερινό άρθρο γράφεται Παρασκευή -και όχι όποια κι όποια Παρασκευή, αλλά τη Μαύρη Παρασκευή ή, όπως ειναι υποχρεωτικό να την αναφέρουμε, Black Friday.

Μαύρη για ποιον; θα ρωτήσει κάποιος. Σίγουρα για τους εργαζόμενους στα εμπορικά καταστήματα που συμμετέχουν στη φιέστα. Ίσως και για κάποιους που θα αγοράσουν κάποια εκπληκτική προσφορά και μετά θα δουν ότι δεν τη χρειάζονταν και τόσο ή ότι πλήρωσαν πολλά. Είδα μάλιστα στο Φέισμπουκ (αλλά δυστυχώς δεν την κράτησα) μια διαφήμιση μεγάλης αλυσίδας που πρόσφερε έναν υπολογιστή στην εκπληκτική τιμή των 729 ευρώ και την ίδια στιγμή στο Σκρουτζ το ίδιο ακριβώς μοντέλο πουλιόταν προς 469 ευρώ.

Από την άλλη, δεν έχει άδικο μια φίλη που σχολίασε: Πάντως οι χορτασμένοι και οι άνετοι ας μην τα βάζουμε με τους νέους που στήνονται στη black friday. Δεν ειναι εύκολο πράμα νάσαι 20-25 χρονών, να λαχταράς ένα καινούργιο φουστανάκι, ένα κραγιόν σαν της κολλητής σου, ένα τσίλικο τηλέφωνο και να μην μπορείς να το πάρεις.

Από την πλευρά μου, ομολογώ με συντριβή ότι απέφυγα να πάω σε οποιοδήποτε κατάστημα χτες, εκτός από το σουπερμάρκετ της γωνίας όπου το μόνο είδος που αγόρασα με προσφορά ήταν κάτι γιαούρτια «ελληνικού τύπου», το ένα στα τέσσερα δώρο. Αναρωτιέμαι αν λογαριάζεται για εκπλήρωση του ιερού καταναλωτικού καθήκοντος ή αν θα με απελάσουν.

Τέλος πάντων, σήμερα μεζεδάκια σερβίρουμε οπότε δεν θα σχολιασω άλλο τα χτεσινά -εσείς, αν θέλετε, μπορείτε να εκφράσετε τη γνώμη σας για το νιόφερτο έθιμο.

* Και ξεκινάω με ενα μαργαριτάρι σε υποτίτλους, όχι ερασιτεχνικούς αλλά εντελώς επαγγελματικούς, που το ανακοίνωσε η φίλη Αόρατη Μελάνη στη Λεξιλογία:

Στην ταινία Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές που είδα σήμερα στο σινεμά, ο Πουαρό κλήθηκε να εξετάσει τους προγόνους (antecedents) των υπόπτων, ενώ εκφράστηκε η άποψη ότι ίσως εκπέσουν σαν τον Λούσιφερ (πότε καταργήθηκε ο Εωσφόρος, δεν ξέρω).

* Σε ενδιαφέρον άρθρο που γράφτηκε στον απόηχο της τραγωδίας της Μάνδρας, διαβάζω:

Ήδη από αυτή την περίοδο διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό της αστικής γαιοκτησίας στην Ελλάδα, δηλαδή η κατάτμησή της σε πολύ μικρά οικόπεδα. Η ιδιοκτησία γης θεωρείται ως η μόνη υγιής βάση για την εθνική οικονομική ανάπτυξη και περνάει ένας μεγάλος αριθμός νόμων για την προώθηση και την προστασία της. Η ελπίδα ήταν ότι μια ευάριθμη «τάξη» μικροϊδιοκτητών θα υποστήριζε το θρόνο και την κρατική εξουσία (Πετρόπουλος, Κουμαριανού, 1977). Μέσα από την πρόσβαση στην ιδιοκτησία γης μεγάλες ομάδες του πληθυσμού απέφυγαν την περιθωριοποίηση και διαμόρφωσαν στρατηγικές επιβίωσης γύρω από την ιδιοκατοίκηση και την εκμετάλλευση της γης.

Όπως έχω παλιότερα πει, η λέξη «ευάριθμος» πρέπει να αποφεύγεται και θα ήταν ευχής έργο να αποβληθεί απο τη γλώσσα, διότι οι μισοί ομιλητές τη χρησιμοποιούν σαν να σημαίνει «ολιγάριθμος» (έτσι λένε και τα λεξικά) ενώ οι άλλοι μισοί στην Κίν… τη χρησιμοποιούν σαν να σημαίνει «πολυάριθμος» (όπως εύπορος είναι ο πλούσιος, σκέφτονται). Ακομα κι αν εσείς τη χρησιμοποιειτε σωστά, δεν είναι βέβαιο ότι την κατανοούν σωστά εκείνοι που σας διαβάζουν.

Εδώ, πάντως, από τα συμφραζόμενα (γι’ αυτό παρέθεσα όλη την παράγραφο) είναι φανερό πως οι συντάκτριες θεωρούν ότι «ευάριθμος» σημαίνει «πολυάριθμος». Με το λεξικό, δεν έχουν δίκιο. (Προφανώς, το «πολυάριθμος» που είναι σαφές, θεωρείται μαλλιαρό, τι να πω).

* Μου έστειλαν αυτή τη φωτογραφία, που είναι από κατάλογο εστιατορίου, όπως βλέπω ενός ινδικού εστιατορίου στην Αχαρνών.

Ο φίλος που το στέλνει, σχολιάζει:

Κάποτε θα’ρθει και για τα κοτόπουλα η άνοιξη, και θα τρέχουν στο διαιρεμένο έδαφος σαν τρελά!

Δεν ξέρω αν για την (οΘντκ) μετάφραση χρησιμοποιήθηκε το Google Translate ή άλλο μεταφραστήρι. Το Google translate που δοκίμασα εγώ τα θαλασσώνει με το chicken spring roll, ενώ το ground chicken το μεταφράζει απλώς «κοτόπουλο», σκέτο, στα ελληνικά (αλλά σωστά, poulet haché, στα γαλλικά).

* Από τη συζήτηση στη Βουλή για το κοινωνικό μέρισμα, πρόσεξα ότι ο Αλέξης Τσίπρας είπε ένα «των παρακρατηθέντων συντάξεων» -πριν από δυο μήνες τα συζητούσαμε αυτά.

Άλλη ομιλία δεν άκουσα, κι έτσι είναι μονομερής η μαργαριτοκάλυψη.

* Η γενικομανία της εβδομάδας, σε άρθρο για την επέτειο της δολοφονίας του Τζ.Φ.Κένεντι (ήταν στις 22 Νοεμβρίου). Σε περιγραφή της αυτοκινητοπομπής διαβάζουμε:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Κινηματογράφος, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , , | 205 Σχόλια »

Το τελευταίο σημείωμα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη

Posted by sarant στο 2 Νοέμβριος, 2017

Πήγα και είδα την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα» που έχει θέμα της την εκτέλεση των διακοσίων κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, και ειδικότερα την ηρωική μορφή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Τυχερό ήταν που βρέθηκα στην Ελλάδα αμέσως μετα την κυκλοφορία της ταινίας, που είχε ήδη συζητηθεί αρκετά στα μεσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα και πριν από την επίσημη κυκλοφορία της.

Τα ιστορικά γεγονότα είναι γνωστά. Στις 27 Απριλίου, αντάρτες του ΕΛΑΣ σκότωσαν στους Μολάους της Λακωνίας, ύστερα απο ενέδρα, τον υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και τρία μέλη της συνοδείας του. Η απάντηση των Γερμανών δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 30.4.1944 στον κατοχικό τύπο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , , | 261 Σχόλια »

Ο Ουγκό, η ανάγκη και η Παναγία των Παρισίων

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2017

Τις προάλλες που είχα πάει στο Παρίσι, πέρασα κι από το νησί του Σηκουάνα και από την Παναγία των Παρισίων, όπου τώρα εκτός από τους τουρίστες και τους υπαίθριους ζωγράφους ήταν επιδεικτική και η παρουσία πάνοπλων στρατιωτών, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε.

Επειδή είχα κανονίσει μια συνάντηση, ανάβαλα για μιαν ακόμα φορά το σχέδιο που έχω να ανέβω πάνω στους πύργους της εκκλησίας, να δω το Παρίσι από ψηλά -κάτι λέγαμε για τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες προχτές.

Κάποτε θα ανέβω. Πάντως, τούτη τη φορά είχα κι έναν λόγο παραπάνω, διοτι φέτος το καλοκαίρι διάβασα την Παναγία των Παρισίων, του Βίκτωρος Ουγκό, και το είχα σχετικά πρόσφατο στη μνήμη μου. Αν πάω του χρόνου, θα χρειαστεί να το ξαναφρεσκάρω.

Δεν είχα διαβάσει την Παναγία των Παρισίων ως τώρα, παρά μόνο (ίσως) σε Κλασικά Εικονογραφημένα, αν και πρέπει να την είχα δει στο σινεμά, και βέβαια, επειδή οι κόρες μου βρίσκονταν σε κατάλληλην ηλικία, όταν ήταν μικρές είδαν ίσαμε 867 φορές το βίντεο από την αντίστοιχη ταινία της Ντίσνεϊ, και κάμποσες δεκάδες φορές είχα την τύχη να τη δω κι εγώ -τα παιδιά έχουν ανάγκη την επανάληψη των εμπειριών και των διηγήσεων, τα βοηθάει να ταξινομούν τον κόσμο τους. Οι ενήλικες βαριούνται τις επαναλήψεις, τουλάχιστον μέχρι να ωριμάσουν· τότε αρχίζουν να επισκέπτονται ξανά τα τοπία και τα βιβλία της νιότης τους. «Ποτέ δεν διαβάζω βιβλίο που να μην το έχω ξαναδιαβάσει», λέει ένας φίλος μου.

Το βιβλίο του Ουγκό το είχα, αλλά αδιάβαστο. Με παρακίνησε να το διαβάσω ο φίλος μας ο Δύτης, που το διάβασε πρώτος, και δη στα γαλλικά, κι έγραψε ένα συναρπαστικό άρθρο για μια λεπτομέρεια, που θα την αναφέρω παρακάτω. Παρασυρμένος από τον Δύτη, που είχε περισσότερους λόγους να το διαβάσει, αφού εκείνο τον καιρό βρισκόταν στο Παρίσι, το διάβασα κι εγώ που έκανα μπάνια στην Αίγινα -και τώρα γράφω αυτό το άρθρο.

Ο Ουγκό έγραψε το βιβλίο του το 1830 περίπου, αλλά η δράση (με τον Κουασιμόδο, την Εσμεράλδα και τον Φρολό) εκτυλίσσεται το 1482, έτσι ο σημερινός αναγνώστης έχει να δρασκελίσει δυο χάσματα αιώνων. Έχει επιπλέον να αναμετρηθεί με τον τρόπο γραφής του 19ου αιώνα, τους πλατειασμούς και τις παρεκβάσεις, που βέβαια επειδή στα χέρια ενός μάστορα οικοδομούν κόσμους τελικά μάλλον σε καλό αποβαίνουν. Ωστόσο, το βιβλίο πιάνει 670 σελίδες -δεν είναι δηλαδή ευκαταφρόνητο εγχείρημα να το διαβάσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Κινηματογράφος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 121 Σχόλια »

Το ελληνικό κέρατο

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2017

Ελπίζω να μην πήγε ο νους σας στο πονηρό. Ο τίτλος δεν υπαινίσσεται τίποτα για τα ελληνικά αντρόγυνα. Αντίθετα, έχει σχέση με λαχανικά.

Θα μπορούσα μάλιστα να το βάλω κουίζ, και μάλλον θα είχε και γούστο, να σας ζητήσω δηλαδή να μαντέψετε ποιο λαχανικό λέγεται «ελληνικό κέρατο» σε κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά υπερίσχυσε η επιθυμία μου να βάλω και φωτογραφία στο άρθρο, οπότε το κουίζ δεν έχει νόημα.

Οπότε, σήμερα θα μιλήσουμε για τις μπάμιες. Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι του συγγραφέα Θάνου Κάππα, ο οποίος έγραψε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα πολύ ωραίο κείμενο για τη σχέση του με τις μπάμιες, που θα το αναδημοσιεύσω πιο κάτω, αφού πήρα την άδεια. Το κείμενο του Θ.Κ. ήταν και αυτό που μ’ έσπρωξε να γράψω το σημερινό άρθρο, συν το γεγονός ότι έχω πολύν καιρό να προσθέσω άρθρο στο «Μποστάνι των λέξεων», όπως λέω την κατηγορία άρθρων που έχουν να κάνουν με τα λεξιλογικά των λαχανικών και των οσπρίων.

Πριν σας λύσω την απορία ποιοι λένε «ελληνικό κέρατο» την μπάμια, να δούμε γιατί τη λέμε μπάμια εμείς.

Τη λέμε μπάμια, λοιπόν, επειδή δανειστήκαμε τη λέξη από τα τουρκικά, bamya. Η τουρκική λέξη είναι αραβικής αρχής.

Η επίσημη ονομασία του φυτού είναι Ιβίσκος ο εδώδιμος, διότι υπάρχουν και άλλοι ιβίσκοι που χρησιμεύουν σαν καλλωπιστικά φυτά. Δεν νομίζω πάντως ότι η λέξη «ιβίσκος» χρησιμοποιήθηκε ποτέ ευρύτερα. Άλλωστε, αν πεις «έλα να φάμε, έχω μαγειρέψει ιβίσκους» κινδυνεύεις να σε καταγγείλουν στη Φιλοζωική Εταιρεία ότι σκότωσες και τρως κάποιο σπάνιο είδος εξωτικών πουλιών.

Παρεμπιπτόντως, η λέξη ιβίσκος δεν είναι ελληνικής αρχής, είναι δάνειο από το λατινικό hibiscus, το οποίο είναι, λέει, κελτικής αρχής. Και ενώ ο hibiscus έχει h, ο ιβίσκος περιέργως δεν έπαιρνε δασεία, αλλ’ αφού ο άγιος Κριαράς μάς απάλλαξε από τ’ αλεξανδρινά σκουληκάκια δεν μας νοιάζει. Αλλά φλυαρώ.

Ο Σταματάκος λέει ότι το αρχαίο αντίστοιχο της μπάμιας είναι λαθυρίς, αλλά στα κιτάπια μου βρίσκω πως η λαθυρίς αντιστοιχεί σε άλλα φυτά -υπάρχει άλλωστε στη νεότερη γλώσσα το λαθούρι. Φαίνεται ότι ο Σταματάκος έπεσε θύμα παλαιότερων λεξικογράφων, και δεν διάβασε τον πρωτοπόρο Γρ. Παλαιολόγο, ο οποίος από το 1833 το έλεγε ότι την πάμια «κατά λάθος λεξικογράφοι τινές λαθυρίδα ονόμασαν, διότι λαθυρίς είναι το άνθος κινατζιτζεή τουρκιστί λεγόμενον». Και την λέει «πάμια» υποθέτω από κυπριακή επιρροή.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι μάλλον δεν πρέπει να γνώριζαν τη μπάμια. Στη Βικιπαίδεια βρίσκω ότι ήρθε στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα μέσω Αιγύπτου, αλλά ότι η απώτερη προέλευσή της είναι μάλλον η Δυτική Αφρική. Στα αγγλικά, η μπάμια λέγεται okra, που δεν έχει σχέση με την «ωχρά» λίρα ή σπειροχαίτη, αλλά είναι δάνειο από τη γλώσσα Igbo της Δυτικής Αφρικής.

Στα γαλλικά, η μπάμια λέγεται καταρχάς gοmbo, που επίσης είναι αφρικανικό δάνειο -και από εκεί λέγεται gumbo σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ. Ωστόσο, πάλι στα γαλλικά, οι μπάμιες λέγονται και cornes grecques, ελληνικά κέρατα κατά λέξη, κι έτσι λύθηκε το αίνιγμα του τίτλου.

Η ομοιότητα της μπάμιας με το κέρατο είναι οφθαλμοφανής, αλλά γιατί ελληνικά; Ίσως επειδή οι μπάμιες τρώγονται κυρίως στα μέρη τα δικά μας, στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι και φαγητό που ταιριάζει στα δικά μας τα γούστα. Όπως λέει ο προαναφερθείς Παλαιολόγος, «Ολίγοι Ευρωπαίοι εκ των ζώντων εις την Ελλάδα ημπορούν να τας συνηθίσουν, αν και ημείς τας ευρίσκομεν νοστίμους».

Ίσως πάλι οι μπάμιες να έγιναν γνωστές από Έλληνες εμπόρους ή ίσως να τις προτιμούσαν οι Ρωμιοί. Πάντως μού έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο όρος corne grecque συνηθιζόταν κυρίως στα γαλλικά της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η ονομασία είναι και σήμερα ζωντανή -και εδώ μπορείτε να δείτε μια συνταγή για ελληνικά κέρατα ραγού (όχι, δεν υπάρχει κερασφόρο ζώο ονόματι «ραγός»!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Κινηματογράφος, Μποστάνι των λέξεων, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Ζάπλουτοι και πάμπλουτοι

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2017

Το θέμα του σημερινού άρθρου είχα ξεκινήσει να το γράφω πριν από δεκαπέντε μέρες, με πρόλαβε κάποιο επίκαιρο και το άφησα, οπότε το ξαναπιάνω σήμερα.

Τηλεόραση σπανιότατα βλέπω, όμως στο Διαδίκτυο εκτίθεται κανείς από σπόντα και στα τηλεοπτικά. Έτσι είδα ότι ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο το κανάλι Star πρόβαλε την ταινία «Προσεχώς… ζάμπλουτοι«, μια αμερικάνικη κωμωδία του 2008. Δεν ξέρω αν η ταινία είχε κυκλοφορήσει στις αίθουσες, οπότε αυτός ήταν ο τίτλος που της έδωσε το πρακτορείο της, ή αν ο τίτλος είναι πρωτοβουλία του καναλιού που την πρόβαλε.

Λίγες μέρες νωρίτερα, ένας φίλος μού είχε στείλει, για να το βάλω στα μεζεδάκια, ένα απόσπασμα από τηλεοπτικό καβγά του Άδωνη με μια βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ, όπου ο Άδωνης, τσιρίζοντας όπως συνήθως, αποκαλούσε «ζάμπλουτη» τη βουλευτίνα. Δεν το έβαλα, επειδή είχα πληθώρα ύλης κι επειδή, ακούγοντας το απόσπασμα, δεν μπορούσα να βεβαιωθώ αν προφέρει όντως «ζάΜΠλουτη» -κι έτσι, έστω κι αν η μεταγραφή της (οΘντκ) αντιπαράθεσης είχε τον τύπο «ζάμπλουτη», δεν θέλησα να χρεώσω το αμφισβητούμενο φάουλ στον Άδωνη, έχει άλλωστε φιλοτεχνήσει τόσα αναμφισβήτητα μαργαριτάρια που δεν έχει νόημα να προσθέτουμε και τα αβέβαια.

Θα μπορούσα να βάλω στα μεζεδάκια τη χρήση του τύπου «ζάμπλουτος», είτε από τον Άδωνη είτε στον τίτλο της ταινίας, επειδή δεν είναι ο κανονικός τύπος της λέξης. Κανονικά, η λέξη είναι «ζάπλουτος».

Πολύς κόσμος λέει «ζάμπλουτος», κι αυτός ο τύπος χαρακτηρίζεται σολοικισμός ή απλώς εσφαλμένος. Αλλά για να δούμε γιατί είναι λάθος ο «ζάμπλουτος» πρέπει να δούμε γιατί είναι σωστό ο «ζάπλουτος».

Η λέξη «ζάπλουτος» είναι αρχαία. Είναι λέξη σύνθετη, και αναγνωρίζουμε το δεύτερο συνθετικό της, τον πλούτο. Αυτό το περίεργο «ζα» στην αρχή της λέξης είναι αιολικός τύπος της πρόθεσης «διά». Ο ζάπλουτος δηλαδή είναι διάπλουτος, δηλαδή γεμάτος πλούτο, πάρα πολύ πλούσιος. Είπαμε ότι η λέξη είναι αρχαία, τη βρίσκουμε πχ στον Ηρόδοτο, στο επεισόδιο όπου ο Σόλων προσπαθεί να δείξει στον Κροίσο ότι ο πλούτος δεν φέρνει την ευτυχία, και του λέει «Πολλοὶ μὲν γὰρ ζάπλουτοι ἀνθρώπων ἀνόλβιοί εἰσι».

Στην αρχαία ελληνική υπήρχαν πολλές άλλες λέξεις που είχαν σχηματιστεί με παρόμοιο τρόπο και άρχιζαν από ζα-. Αν αναδιφήσετε το Λίντελ Σκοτ, θα δείτε λέξεις όπως:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 143 Σχόλια »

Ο Μποστ για τον θάνατο της Μέριλιν Μονρόε, πριν από 55 χρόνια

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2017

Ο Μποστ αρέσει στο ιστολόγιο και, ελπίζω, σε αρκετούς αναγνώστες και φίλους. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει πολλά σκίτσα του, σχεδόν πάντα σχολιασμένα ώστε να αναδεικνύουμε στοιχεία της επικαιρότητας που δεν είναι γνωστά στον σημερινό αναγνώστη.

Από το 2014 ως το 2016 παρουσίασα σκίτσα του Μποστ που σχολίαζαν γεγονότα που συνέβηκαν πριν από 50 χρόνια (εδώ το τελευταίο άρθρο αυτής της σειράς). Το καλοκαίρι του 2016 η επετειακή αυτή σειρά πήρε τέλος, αφού ο Μποστ, κουρασμένος από την καθημερινή δουλειά της εφημερίδας, είχε σταματήσει τη συνεργασία με την Αυγή στα τέλη Ιουλίου του 1966 και είχε αφιερωθεί στο μαγαζί του («Λαϊκέ εικόνε», στην οδόν Ομήρου). Ύστερα ήρθε η δικτατορία.

Στα τέλη Ιουνίου μήνα παρουσίασα ένα σκίτσο του Μποστ που αναφερόταν σε ένα γεγονός που συνέβη τέτοιες μέρες πριν από 55 χρόνια, το σκάνδαλο της ΔΕΗ, που είχε έρθει στην επιφάνεια το 1962, το λεγόμενο «σκάνδαλο Πεζόπουλου». Σήμερα θα δούμε πώς σχολίασε ο Μποστ ένα θλιβερό γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας, τον θάνατο της Μέριλιν Μονρόε.

Η Μέριλιν Μονρόε βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της, στις 5 Αυγούστου 1962, σε ηλικία 36 χρονών. Το σκίτσο που θα δούμε δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν ο Μποστ, στις 12 Αυγούστου 1962.

Η επίσημη εκδοχή είναι ο θάνατος της Μονρόε ήταν αυτοκτονία με υπερβολική δόση βαρβιτουρικών, αλλά έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες (συνωμοσίας, θα λέγαμε) που μιλούν για δολοφονία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κινηματογράφος, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 85 Σχόλια »

Με τις σαγιονάρες

Posted by sarant στο 10 Αύγουστος, 2017

Το καλοκαίρι φοράμε σαγιονάρες, ιδίως στην παραλία. Κανονικά, οι σαγιονάρες είναι τα πατούμενα όπως στην εικόνα, δηλαδή, όπως λέει το ΛΚΝ, «είδος πλαστικής παντόφλας που συγκρατείται από δύο λουριά σε σχήμα V, που η γωνία τους περνά από το μεγάλο δάχτυλο».

Ωστόσο, νομίζω πως οι περισσότεροι θα χαρακτηρίσουν σαγιονάρες και τα άλλα είδη «πλαστικής παντόφλας», ιδίως εκείνες τις παλιές, τις καφετιές, με τις δύο πλατιές πλαστικές λωρίδες που σχημάτιζαν Χ. Τέτοιες κατασκεύαζε έναν καιρό ο στρατός και τις έδιναν στους φαντάρους, αν και νομίζω ότι τώρα πια δεν τις φτιάχνουν οι ίδιοι.

Τις σαγιονάρες τις χρησιμοποιώ καμιά φορά στην έκφραση «φράκο με σαγιονάρες», όταν θέλω να ψέξω κάποιον που ανακατεύει λέξεις πολύ λόγιες και πολύ λαϊκές π.χ. κάποιος που έγραψε «ιδιότητες που απάδουν από χέρι τέτοιων κατηγοριών», όπου το σαφώς λόγιο ρήμα «απάδω» δεν συνδυάζεται καλά με το χαρτοπαικτικό «από χέρι» -η συγκεκριμένη πρόταση, παλιό μαργαριτάρι του γελοιογράφου Στάθη, έχει και το κουσούρι της γενικομανιας, βέβαια, διότι το απάδω δεν συντάσσεται με γενική. Τέλος πάντων, η φράση μού φαίνεται τόσο αταίριαστη όπως κάποιος που φοράει επίσημο ένδυμα, φράκο, με σαγιονάρες. Πολλοί βέβαια θεωρούν γενικά τις σαγιονάρες σαν επιτομή του κιτς, όχι όμως εγώ.

Όμως εδώ δεν ενδυματολογούμε, αλλά λεξιλογούμε. Η σαγιονάρα λοιπόν είναι μια από τις λέξεις που μπήκαν στη γλώσσα μας εξαιτίας του κινηματογράφου. Είναι κάμποσες τέτοιες λέξεις π.χ. το ζιβάγκο -ο φίλος Τιπούκειτος είχε παλιά γράψει ένα σχετικό άρθρο, αν και η σαγιονάρα αναφέρεται μόνο στα σχόλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 189 Σχόλια »

Και οι δήμιοι πεθαίνουν

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2017

Θυμήθηκα τη φράση του τίτλου επειδή το Σάββατο, που ήταν 10 Ιουνίου, ήταν η επέτειος γεγονότων με τα οποία συνδέεται.

«Και οι δήμιοι πεθαίνουν» είναι o ελληνικός τίτλος της αμερικανικής ταινίας Hangmen also die. Πρόκειται για ένα νουάρ του 1943, σε σκηνοθεσία του Φριτς Λανγκ, που έχει την ιδιομορφία να είναι η μοναδική χολιγουντιανή ταινία στην οποία δούλεψε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Η ταινία είναι εμπνευσμένη από τον σκοτωμό του Ράινχαρντ Χάιντριχ, του «δήμιου της Πράγας», ανώτατου στελέχους του ναζιστικού κόμματος και εμπνευστή της «τελικής λύσης». Ο Χάιντριχ εκτελούσε χρέη κυβερνήτη στο προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας (Τσεχίας). Στις 27 Μαΐου 1942 δυο Τσέχοι κομάντο, που είχαν εκπαιδευτεί ειδικά στη Βρετανία, έριξαν χειροβομβίδα στο αυτοκίνητό του. Το «ξανθό κτήνος» τραυματίστηκε, είχε όμως δυνάμεις να βγει και να ανταλλάξει πυρά με τους κομάντο πριν καταρρεύσει. Αφού χαροπάλεψε αρκετές μέρες, έφυγε για την Κόλαση στις 4 Ιουνίου.

Οι τυραννοκτόνοι εντοπίστηκαν, μέρες αργότερα, ύστερα από προδοσία, σε εκκλησία όπου κρύβονταν και αυτοκτόνησαν αντί να παραδοθούν. Η λύσσα των Γερμανών και του Χίτλερ προσωπικά για τον θάνατο του «ανθρώπου με τη σιδερένια καρδιά», όπως τον έλεγαν, ήταν απερίγραπτη και τα αντίποινα ανατριχιαστικά. Διάλεξαν το χωριό Λίντιτσε, 22 χιλιόμετρα μακριά από την Πράγα, επειδή είχαν (ψευδείς, τελικά) πληροφορίες ότι εκεί υπήρχε ομάδα υποστήριξης στην επίθεση κατά του Χάιντριχ. Το περικύκλωσαν και εφάρμοσαν τις λεπτομερείς διαταγές που είχαν.

Εκτέλεσαν όλους τους άντρες. Μετέφεραν τις γυναίκες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ξεδιάλεξαν από τα παιδιά όσα ήταν «κατάλληλα προς εκγερμανισμό» και τα έδωσαν σε γερμανικές οικογένειες να τα μεγαλώσουν. Τα άλλα, που ήταν τα περισσότερα, τα έστειλαν στον θάλαμο αερίων. Μάζεψαν τα ζώα του χωριού και τα σκότωσαν επίσης. Ξέθαψαν τους νεκρούς από το νεκροταφείο, τους σκύλευσαν από τιμαλφή και χρυσά δόντια και τους έκαψαν. Στη συνέχεια, δύναμη 100 ανδρών εξαφάνισε κάθε ίχνος της ύπαρξης του Λίντιτσε: Ισοπέδωσαν τα σπίτια, εκτρέψανε το ποταμάκι που περνούσε μέσα από το χωριό, έσκαψαν τους δρόμους που πήγαιναν προς και από το χωριό, το σκέπασαν με φρέσκο χώμα και φύτεψαν επάνω καλλιέργειες. Όλα αυτά τα κινηματογραφούσε ένας Τσέχος συνεργάτης των Γερμανών, διότι το Λίντιτσε, σε αντίθεση με άλλες σφαγές, οι Γερμανοί δεν το κρύψανε αλλά αρχικά το διαφήμισαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 179 Σχόλια »