Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κινηματογράφος’ Category

Τα παπούτσια των άλλων

Posted by sarant στο 15 Απριλίου, 2021

Δεν πρόκειται για τίτλο ταινίας όσο κι αν θυμίζει τις «Ζωές των άλλων» -έναν τίτλο που εγώ θα τον μετέφραζα «Η ζωή των άλλων» διότι μια ζωή την έχουμε (κι αν δεν τη γλεντήσουμε, τι θα καταλάβουμε, τι θα καζαντίσουμε;) εκτός από τις γάτες κι από εκείνον που ζούσε μονάχα δυο φορές. Αλλά παπούτσια έχουμε τουλάχιστον δύο ο καθένας εκτός από τον μονοσάνδαλο Ιάσονα και κανέναν μονοπόδαρο, οπότε ο τίτλος στέκει.

Τι μας ενδιαφέρουν όμως τα παπούτσια των άλλων; Μας ενδιαφέρουν από φρασεολογική άποψη -όχι στα ελληνικά, ή τουλάχιστον όχι μέχρι πρόσφατα στα ελληνικά. Όμως καθώς τα αγγλικά είναι πλέον παγκόσμια και κυρίαρχη γλώσσα, οι εκφράσεις της αγγλικής περνάνε και στις άλλες γλώσσες -κι έτσι τα παπούτσια των άλλων μπορεί να γίνουν και δικά μας παπούτσια, παρόλο που η παροιμία προειδοποιεί ότι πρέπει να διαλέγουμε παπούτσι από τον τόπο μας.

Το άρθρο λογάριαζα αρκετές μέρες να το γράψω, όμως εχτές έβλεπα το Κόκκινο του Κισλόφσκι και ένας διάλογος με παρακίνησε να το γράψω επιτέλους. Έβλεπα την ταινία στα γαλλικά αλλά είχα βάλει και τους αγγλικούς υποτίτλους. Κι εκεί σε μια συζήτηση του Τρεντινιάν με την κοπέλα, λέει ο Τρεντινιάν, συνταξιούχος δικαστής, για όσους είχε καταδικάσει στην καριέρα του, J’étais pas dans leur peau mais dans la mienne. Μεταφράζει ο υποτιτλιστής: I was in my shoes, not theirs.

Ο Έλληνας υποτιτλιστής σωστά το αποδίδει: Δεν ήμουν στη θέση τους, αλλά στη δική μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Κινηματογράφος, Μεταφραστικά, Ξενισμοί, Υπότιτλοι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 159 Σχόλια »

Από τα 400 χτυπήματα στη Διπλή ταυτότητα

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2021

Ο τίτλος του σημερινού άρθρου αναφέρει δυο τίτλους ταινιών που έχουν τουλάχιστον ένα κοινό στοιχείο. Επίτηδες χρησιμοποίησα το «που» για την αμφισημία του -διότι κοινά στοιχεία δεν έχουν μόνο οι δυο ταινίες αλλά και οι τίτλοι των ταινιών.

Για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, πρόκειται για την ταινία «Τα 400 χτυπήματα» (Les 400 coups) του Φρανσουά Τρυφό (Truffaut) και την «Διπλή ταυτότητα» (Double Indemnity) του Μπίλι Γουάιλντερ.

Οι δυο ταινίες μπορεί να πει κανείς ότι έχουν κάμποσα κοινά στοιχεία. Ας πούμε, είναι και οι δυο ασπρόμαυρες -κάτι αναμενόμενο για τη δεύτερη, που γυρίστηκε το 1944 αλλά κάπως λιγότερο για την πρώτη, που είναι συνομήλική μου, γυριστήκαμε και οι δυο το 1959.

Είναι επίσης ταινίες που θεωρούνται κλασικές, καθώς έχουν περάσει τη δοκιμασία του χρόνου με επιτυχία και εξακολουθούν να είναι αγαπημένες πολλών -και περιλαμβάνονται και σε πολλούς καταλόγους των 100, 200 ή 500 καλύτερων ταινιών όλων των εποχών.

Αυτές οι δυο ταινίες βρίσκονται λοιπόν σε έναν τέτοιο κατάλογο, που μας τον γνώρισε πριν από καμιά εικοσαριά μέρες ο φίλος μας ο Αθεόφοβος σε σχόλιό του, το οποίο παρέπεμπε σε παλιότερο άρθρο του. Αν δείτε το άρθρο του Αθεόφοβου, περιλαμβάνει έναν κατάλογο με τις 250 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών όπως προέκυψαν από τον συγκερασμό των κατατάξεων σε τέσσερις ιστοτόπους. Επειδή ο κατάλογος αυτός εκφράζει τις απόψεις τόσο κριτικών όσο και του κοινού περιέχει και αρκετές υπερπαραγωγές -αλλά ο Αθεόφοβος στο άρθρο του έχει ενσωματώσει και έναν άλλο κατάλογο με 100 ταινίες από το περιοδικό Sight and Sound, με σαφώς πιο σινεφίλ προσανατολισμό (ενώ υπάρχει και λινκ προς παλαιότερο άρθρο του με άλλον κατάλογο 100 ταινιών, από το Cahiers du Cinema).

Στον διακοσοπενηντάρη κατάλογο «του Αθεόφοβου» τα 400 χτυπήματα βρίσκονται στην 27η θέση ενώ η Διπλή ταυτότητα στην 39η θέση.

Επειδή τώρα τελευταία περνάω φάση κινηματογραφοφιλική και βλέπω πολλές ταινίες, έχω πάρει τον κατάλογο των 250 ταινιών και κοιτάζω εκει για να διαλέγω ταινίες -κι έτσι, πριν από μερικές μέρες είδα και τις δύο ταινίες του τίτλου.

Τη Διπλή ταυτότητα την είχα ξαναδεί πριν απο καμιά τριανταριά χρόνια και πρέπει να βρίσκεται σε μια κούτα με βιντεοταινίες γραμμένες από την τηλεόραση. Η εν λόγω κούτα δεν θυμάμαι πού βρίσκεται: ή στην αποθήκη μου ή την έχω δώσει σε σινεφίλ φίλο. Επίσης σε μιαν άλλη ζωή είχα διαβάσει και το σχετικά γνωστό αστυνομικό μυθιστόρημα του James M. Cain πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία -αλλά δεν θυμάμαι καθόλου το βιβλίο.

Τα 400 χτυπήματα ομολογώ πως δεν τα είχα δει. Αλλά είναι γνωστό πως στην κινηματογραφοφιλική παιδεία μου έχω τεράστια κενά. Ήξερα όμως περί τίνος πρόκειται.

Αλλά θα πείτε, εμείς εδώ λεξιλογούμε. Θα είναι αμιγώς σινεφίλ το σημερινό άρθρο ή θα έχει και γλωσσική πτυχή;

Θα έχει -και εδώ είναι το τελευταίο κοινό στοιχείο των δύο ταινιών, ή μάλλον το πρώτο κοινό στοιχείο που έχουν οι τίτλοι τους, εννοώ τους ελληνικούς τίτλους: και οι δυο είναι κακομεταφρασμένοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Μεταφραστικά, Παρίσι, Τίτλοι | Με ετικέτα: , , , | 194 Σχόλια »

Είδα τη Λάμψη

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2021

Πριν από μερικές μέρες είδα τη Λάμψη. Το γράφω με κεφαλαίο, οπότε δεν εννοώ ότι είδα τίποτε λάμψεις, ας πούμε από αστραπές ή από φώτα αυτοκινήτων.

Και πάλι όμως, ποια Λάμψη; Δεν είδα βέβαια τη Λάμψη του Φώσκολου, που είναι το μακροβιότερο ελληνικό σίριαλ, με σχεδόν 3500 επεισόδια (αριθμός που είναι βέβαια εντυπωσιακός, αν και σε άλλες χώρες υπάρχουν τηλεοπτικές εκπομπές και σίριαλ που έχουν συμπληρώσει πολύ περισσότερα επεισόδια). Αυτή τη Λάμψη μπορεί και να μην την έχω δει ποτέ, αφού παιζόταν σε μια εποχή που ήμουν τον πιο πολύ καιρό εκτός Ελλάδος, και μάλιστα στη δεκαετία του 90, που ή δεν είχα ακόμα μπει στο Διαδικτυο ή τέλος πάντων οι ταχύτητες και το εύρος ζώνης δεν έδιναν δυνατότητα να βλέπεις τηλεοπτικές εκπομπές.

Βεβαια, παρόλο που δεν παρακολουθούσα τη Λάμψη του Φώσκολου, ξέρω τα διάφορα αστεία που κυκλοφορούν με τους σχοινοτενείς διαλόγους ανάμεσα στη Βίρνα και στον Γιάγκο Δράκο (– Βίρνα, θέλεις να πεις ότι έχεις εραστή; – Ναι, Γιάγκο, αυτό θέλω να σου πω, ότι έχω εραστή. – Δηλαδή εννοείς ότι έχεις εραστή; – Γιάγκο, δε μπορώ να στο κρύβω άλλο, έχω εραστή.– Πώς είναι δυνατόν, Βίρνα, να έχεις εραστή; και ούτω καθεξής). Αλλά δεν εννοώ αυτή τη Λάμψη.

Την άλλη Λάμψη είδα, την ταινία του Κιούμπρικ (Κούμπρικ προφέρεται κανονικά, αλλά αφού ανατρέχω στο παρελθόν θα το πω όπως τον λέγαμε, πριν μάθουμε το Μίσιγκαν και το Ιλινόι) με τον Τζακ Νίκολσον. Τώωωρα την είδες, θα μου πείτε; Ε, ναι, έχετε δίκιο. Η Λάμψη είναι ταινία του 1980, πώς έγινε να αξιωθώ να τη δω μόλις 40 χρόνια μετά;

Και είναι ακόμα πιο περίεργο διότι τότε, που ήμουν φοιτητής, πήγαινα πολύ συχνά στον κινηματογράφο. Κι ομως, η Λάμψη μού ξέφυγε, και τότε που παίχτηκε σε πρώτη προβολή, και σε επανάληψη στα θερινά τα σινεμά. Δεν θυμάμαι τα καθέκαστα -ισως έτυχε να μην πάω όταν πήγε η παρέα, και μετά να μην έβρισκα παρέα αφού την είχαν δει όλοι. ‘

Όμως, όπως και για τη φωσκόλεια Λάμψη, έτσι και για την κιουμπρική έμαθα πολλά, μαλλον πολύ περισσότερα, χωρίς να τη δω. Ήξερα δηλαδή μέσες ακρες την υπόθεσή της, είχα δει πολλές φωτογραφίες -σαν κι αυτή που έβαλα στο άρθρο- του τρελαμένου Νίκολσον, ήξερα οτι έχει (τρόπος του λέγειν, δηλαδή) χάπι εντ, και τωρα με το διαδίκτυο είχα δει αφενός μιμίδια εμπνευσμένα από την ταινία (αυτό με τα δυο κοριτσάκια, ας πούμε) όπως και κάποια αποσπάσματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 121 Σχόλια »

Τρία βιβλία

Posted by sarant στο 28 Δεκεμβρίου, 2020

Από τις λιγοστές εξαιρέσεις στο λοκντάουν που σημάδεψε τα φετινά μας Χριστούγεννα ήταν το άνοιγμα των βιβλιοπωλείων. Σε ό,τι με αφορά, δεν άνοιξαν ματαίως. Έκανα κάμποσες επισκέψεις στους τόπους λατρείας, τουλάχιστον σε όσους δεν είχαν συνωστισμό και ουρά στην είσοδο -και λογαριάζω από σήμερα να κάνω κι άλλες επισκέψεις γιατί δεν έχω ακόμα κορέσει τη δίψα μου ύστερα από τόσες βδομάδες στέρησης.

Θα παρουσιάσω σήμερα τρία βιβλία που αγόρασα και διάβασα αυτές τις μέρες, νέας εσοδείας -αν και δεν είναι και τα τρία καινούργιες εκδόσεις. Πριν προχωρήσω όμως, κι επειδή ο παπάς τα γένια του βλογάει, να υπενθυμίσω ευγενικά ότι μια από τις νέες κυκλοφορίες στους πάγκους των βιβλιοπωλείων είναι και το δικό μου καινούργιο βιβλίο, Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, που το συνιστώ θερμά -αλλά δεν είμαι βέβαια αμερόληπτος.

Το πρώτο βιβλίο για το οποίο θα σας μιλήσω είναι μεν έκδοση του 2020 αλλά πρόκειται για επανέκδοση, ή ίσως επανέκδοση επανέκδοσης.

Είναι «Η ξένη του 1854» του Εμμανουήλ Λυκούδη, ένα πεζογράφημα γραμμένο το 1893 με θέμα την επιδημία χολέρας του 1854, στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου, που θέρισε την Αθήνα και τον Πειραιά. Είχε εκδοθεί το 1998 από τις εκδόσεις Πατάκη και επανεκδόθηκε φέτος τον Μάιο, προφανώς επειδή η πανδημία του κορονοϊού έκανε επίκαιρο το θέμα. Ο Λυκούδης αποκαλεί «ξένη» τη χολέρα, αφού πράγματι ήρθε από το εξωτερικό:

«Δυστυχισμένη θεοκατάρατη χρονιά. Ποιος θα λησμονήση τι κακά έσυρε μαζί της; Είναι κάτι χρόνοι, όπου τραβούν οπίσω τους τα βάσανα, τις συμφορές, αλυσίδα βαρειά, ατέλειωτη αλυσίδα που σέρνεται στα στήθια.
… Πώς μας ήρθε λοιπόν η θεοκατάρατη Ξένη; Πολλά λένε. Αλλά περισσότερο επιστεύθηκε πως μπήκε κρυφά επιβάτης και κρύφτηκε κάτω βαθειά, στο μπαλαούρο, μέσα σε μια καμαρωμένη φρεγάδα, χυτή, χαριτωμένη, που ήρχουνταν στον Πειραιά φορτωμένη στρατό για την Κριμαία.»

Ο Λυκούδης είναι αξιόλογος συγγραφέας και όπως βλέπετε από το μικρό δείγμα η γλώσσα του είναι κατά βάση δημοτική και γοητευτικά πολυκαιρισμένη. Εμείς παραλληλίζουμε τη σημερινή πανδημία με παλιότερες, κι έτσι ο Λυκούδης παραλληλίζει την επιδημία του 1854 με τον λοιμό του Πελοποννησιακού πολέμου και παραθέτει και Θουκυδίδη για να δείξει τα κοινά σημεία. Το αφήγημά του είναι περισσότερο ένα χρονικό για την επιδημία της χολέρας αν και έχει στοιχεία μυθοπλασίας που, εδώ που τα λέμε, κάπως μηχανικά δένονται στην αφήγηση, πάντως είναι ενδιαφέρον ανάγνωσμα -και σύντομο άλλωστε, αφού δεν φτάνει τις 100 σελίδες (έχει προστεθεί και ένα μικρό ναυτικό διήγημά του στο τέλος).

Το εισαγωγικό σημείωμα του Σπ. Τσακνιά είναι κατατοπιστικό, αλλά το γλωσσάρι στο τέλος το βρήκα μάλλον λειψό. Οπότε, ως παρωνυχίδα, θα επισημανω δυο λέξεις που κακώς κατά τη γνωμη μου λείπουν από το γλωσσάρι. Στη σελ. 21 ο Λυκούδης γράφει ότι η Ξένη (η επιδημία) «μόλις εις το τέλος Σεπτεμβρίου άρχισε να τρυγά εις τας Αθήνας τα πρώτα πριμαρόλια του θανάτου». Η λέξη δεν εξηγείται στο Γλωσσάρι. Πριμαρόλια, το ξέρουμε από τον τίτλο του βιβλίου της Αθ. Κακούρη, έλεγαν τα καράβια που μετέφεραν τον πρώτο καρπό της σταφιδικής σεζόν την εποχή που η σταφίδα ήταν το μοναδικό αξιόλογο εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας, αλλά αυτό είναι επέκταση της έννοιας. Πριμαρόλια είναι οι απαρχές, και ειδικότερα οι πρώτοι καρποί της εμπορικής σεζόν, ανεξάρτητα από καλλιέργεια -το γαλλικό primeurs. Εδώ ο Λυκουδης τη χρησιμοποιεί φυσικά μεταφορικά, και δεν έπρεπε να λείπει από το γλωσσάρι, όπου υπάρχουν προφανείς λέξεις όπως πλειο ( = πιο) ή «ανάρηα» (= ανάρια, αραιά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Βιβλία, Κινηματογράφος, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 182 Σχόλια »

Οι ελιές του Δημήτρη Κολλάτου

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2020

Στο σημερινό λογοτεχνικό μας θέμα θα παρουσιάσω το διήγημα του Δημήτρη Κολλάτου «Οι ελιές». Πολλοί θα έχετε δει ή θα έχετε ακούσει την ομώνυμη ταινία μικρού μήκους του Κολλάτου που φυσικά είναι στηριγμένη στο διήγημα, και που βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1964. Αν όμως απέσπασε τον έπαινο των κριτικών, προκάλεσε τεράστια αντίδραση από σωματεία Κρητικών που θεωρούσαν πως η ταινία δυσφημεί την Κρήτη και τους Κρητικούς. Αποτέλεσμα ήταν να απαγορευτεί η προβολή της -διαβάζω ότι έμεινε απαγορευμένη 18 χρόνια.

Ο Δημήτρης Κολλάτος (1937) είναι σε πολλούς γνωστός για την ικανότητά του να προκαλεί και να κάνει θόρυβο, έχει όμως πολύ ταλέντο. Δεν είμαι αμερόληπτος, διότι τον έχω γνωρίσει πολύ καλά στην Αίγινα και τον εκτιμώ πολύ ως καλλιτέχνη όσο κι αν διαφωνώ απόλυτα με πολλές πολιτικές απόψεις του, ιδίως τις τελευταίες. Αλλά δεν θα συζητήσουμε σήμερα τον Κολλάτο γενικώς. Το διήγημα του θα διαβάσουμε.

Το διήγημα περιλαμβανεται στην πρώτη συλλογή διηγημάτων που έχει επίσης τίτλο «Οι ελιές» και που κυκλοφόρησε αρχικά το 1964, αλλά εγώ το παίρνω από μια επανέκδοση εικονογραφημένη, του 2006 στον Καστανιώτη, που μου την έχει χαρίσει ο Κολλάτος. Από εκεί και η ζωγραφιά του Γιαννη Μιγάδη που συνοδεύει το συγκεκριμένο διήγημα.

Oι ελιές

Της έκανε νόημα να χύσει και άλλο κρασί. Ήτανε εδώ και δυο ώρες κλεισμένοι στο μεγά­λο δωμάτιο και τρώγανε και πίνανε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κρήτη, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Άγγελοι πάνω από το Βερολίνο (ένα πεζογράφημα του Άγγελου Μανουσόπουλου)

Posted by sarant στο 4 Οκτωβρίου, 2020

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα μου το έστειλε ο φίλος μας ο Αλέξης, αλλά δεν είναι δικό του (παρόλο που έχουμε στο ιστολόγιο δημοσιεύσει συνεργασίες του Αλέξη, αν και όχι λογοτεχνικές).

Είναι γραμμένο από τον Άγγελο Μανουσόπουλο, ο οποίος ήταν δραστήριος μπλόγκερ τη χρυσή εποχή των μπλογκ (πριν από 12-15 χρόνια δηλαδή). Στη συνέχεια, εξέδωσε μια επιλογή από κείμενά του στο βιβλίο «Ο πόνος της επιστροφής» (δηλαδή: το άλγος του νόστου) που μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή εδώ, ενώ βλέπω ότι πέρυσι εξέδωσε και μυθιστόρημα.

Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι αντιπροσωπευτικό των πεζογραφημάτων που δημοσιεύονταν στα ιστολόγια της χρυσής εποχής (τότε που ο όρος ιστολόγιο δεν ηταν τόσο διαδεδομένος οσο τώρα). Μιας εποχής που σχεδόν δεν την πρόλαβε το δικό μας ιστολόγιο, αφού, όταν εμεις εμφανιστήκαμε στις αρχές του 2009 η ιστολογική παλίρροια είχε δώσει τη θέση της στην άμπωτη. Αλλά το δικό μας το ιστολόγιο δεν είναι αντιπροσωπευτικό της χρυσής εποχής, όπου η θεματολογία ήταν πολύ προσωπική, ένα είδος προσωπικού ημερολογίου.

Ποιο ενδιαφέρον έχει ένα προσωπικό ημερολόγιο, θα ρωτήσετε. Η απάντηση θαρρώ δίνεται από κείμενα σαν το σημερινό, όπου το θέμα είναι πώς δυο έφηβοι παρακολουθούν μια αρκετά γνωστή κινηματογραφική ταινία. Καλογραμμένο κείμενο, με χιούμορ, αντιπροσωπευτικό νομίζω των καλών δειγμάτων γραφής των ιστολογίων της εποχής του.

Να πούμε για την ταινία του Βέντερς, ότι ο γερμανικός τιτλος είναι «Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο» αλλά στα αγγλικά είχε κυκλοφορήσει ως Wings of Desire, και από εκεί πήραμε κι εμείς το ελαφρώς πιο αθώο «Τα φτερά του έρωτα». Δεν θυμάμαι αν το είχα δει στην Αθήνα ή στο Λουξεμβούργο, αλλά μάλλον στο Λουξεμβούργο. Όμως δεν θα πω περισσότερα, παραθέτω το πεζογράφημα. Η εικόνα δική μου.

Άγγελοι πάνω από το Βερολίνο

            Μαζί με τις ταινίες που παρακολούθησα υπό δύσκολες συνθήκες, η ταινία “Τα Φτερά του Έρωτα” του Βιμ Βέντερς αξίζει ιδιαίτερη μνεία – δηλαδή ξεχωριστό άρθρο.

            Η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 1988. Ένα Σάββατο απόγευμα εκείνης της χρονιάς, εγώ κι ο κολλητός μου, μαθητής δευτέρας λυκείου εγώ, της πρώτης εκείνος, στη Σαββατιάτικη έξοδό μας, στεκόμασταν μπροστά στη μαρκίζα ενός κινηματογράφου με τρεις αίθουσες για να αποφασίσουμε ποιο από τα τρία έργα θα βλέπαμε. Εγώ ήξερα τι εστί Βιμ Βέντερς έχοντας ήδη δει το “Παρίσι-Τέξας” που μου είχε αρέσει. Η συγκεκριμένη ταινία είχα διαβάσει ότι γνώρισε ενθουσιώδη υποδοχή από τους κριτικούς και ότι κέρδισε βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες. Ήθελα λοιπόν να τη δω, αλλά δεν τολμούσα να την προτείνω στον φίλο μου που δεν συμμεριζόταν καθόλου τις δικές μου καλλιτεχνικές ανησυχίες. Αυτός προτιμούσε περιπέτειες, κωμωδίες και σοφτ πορνό (αφού δεν μας έβαζαν ακόμα στα κανονικά). Καθώς οι άλλες δύο ταινίες δεν του έλεγαν τίποτα, πρότεινε ο ίδιος να πάμε στα “Φτερά του Έρωτα”. Τον ξεγέλασε ο τίτλος και μία φωτογραφία μιας γυμνής γυναίκας (γυμνής πλάτης για την ακρίβεια) και υπέθεσε ότι θα είχε και λίγη τσόντα. Εγώ εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και συμφώνησα, χωρίς να του εξηγήσω περί τίνος πρόκειται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Μεταμπλόγκειν, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 215 Σχόλια »

Αγάλματα και κείμενα, η αμηχανία απέναντι στο παρελθόν (άρθρο του Sraosha με κάποια σχόλια)

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2020

Τις τελευταίες μέρες συζητήθηκαν πολύ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δυο γεγονότα που συνδέονται μεταξύ τους ποικιλότροπα.

Ο Λεοπόλδος του Βελγίου βάφτηκε κόκκινος

Από τη μια, η αποκαθήλωση του αγάλματος του δουλέμπορου Edward Colston από διαδηλωτές στο Μπρίστολ, μια πράξη που πυροδότησε κι άλλες ανάλογες, και από την άλλη η απόφαση μιας πλατφόρμας διανομής ταινιών κατά παραγγελία, της HBO, να αποσύρει από τον κατάλογό της προσωρινά την κλασική ταινία «Οσα παίρνει ο άνεμος», επειδή εξωραΐζει τον θεσμό της δουλείας στον παλιό αμερικάνικο Νότο. Και στις δυο περιπτώσεις, στο φόντο βρίσκεται το διεθνές κίνημα εναντίον του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας που ξεκίνησε με τη θανάτωση του Τζορτζ Φλόιντ.

Η αποκαθήλωση των αγαλμάτων παρομοιάστηκε από κάποιους με ταλιμπανισμό, εφόσον πρόκειται για έργα τέχνης. Βέβαια, κατά τη γνώμη μου ένας ανδριάντας σε δημόσιο χώρο (και όχι σε μια αίθουσα μουσείου) είναι πολύ λιγότερο έργο τέχνης όσο δήλωση τιμής προς το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο. Και εν πάση περιπτώσει, αν είναι βανδαλισμός η αποκαθήλωση του αγάλματος του δουλέμπορου ή του Λεοπόλδου, γιατί δεν ήταν πριν από 30 χρόνια βανδαλισμός το γκρέμισμα των αγαλμάτων του Λένιν;

Η απόσυρση της ταινίας αντιμετωπίστηκε από πολλούς σχολιαστές εδώ στα καθ’ ημάς σαν μια ακόμα από τις υπερβολές της πολιτικής ορθότητας, της «κορεκτίλας» σύμφωνα με τον όρο που τόσο επίμονα πλασάρουν οι διαμορφωτές γνώμης της δεξιάς (και χάφτουν κάποιοι άλλοι). Και ακούστηκαν και πάλι τα ευφυολογήματα, αν θα αλλάξουμε τοπωνύμια όπως την Αραπίτσα, επώνυμα όπως το Αράπογλου ή το Αραπάκης και τραγούδια όπως τον Αράπη του Ζαμπέτα.

Ίσως αξίζει να επισημανθεί πως η ταινία αποσύρθηκε προσωρινά από τη συγκεκριμένη πλατφόρμα και μόνο, και αυτό ύστερα από τη δημόσια έκκληση του βραβευμένου σεναριογράφου John Ridley (μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ). Ο Ridley επισημαίνει τα ρατσιστικά στερεότυπα της ταινίας και ότι προβάλλεται «χωρίς καν μια προειδοποίηση». Ανακοινώθηκε ότι η ταινία θα επανέλθει συνοδευόμενη από κάποιο σχολιασμό, κάτι που επίσης θεωρήθηκε «λογοκρισία» από σχολιαστές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Διεθνή, Επικαιρότητα, Κινηματογράφος, Ρατσισμός | Με ετικέτα: , , , , , , , | 229 Σχόλια »

Το φρούτο της εποχής, ξανά

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2020

Θ’ αναρωτηθείτε, ποιο είναι το φρούτο της εποχής, μια και ο Μαϊούνης φέρνει πολλά οπωρικά. Ή μάλλον δεν θ’ αναρωτηθείτε, επειδή βάζω τη φωτογραφία -για τις φράουλες θα μιλήσουμε σήμερα. Οι ταχτικοί θαμώνες του ιστολογίου ξέρουν άλλωστε πως το ιστολόγιο αγαπάει τα φρούτα και τη φρουτολεξιλογία. Τα σχετικά άρθρα, που έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, τα επαναλαμβάνω στο ιστολόγιο κάθε 4-5 χρόνια, ανάρια για να έχουν νοστιμάδα, οπότε σήμερα βάζω το άρθρο για τις φράουλες, που η τελευταία του δημοσίευση είχε γίνει τέτοιες μέρες πριν από πέντε χρόνια.

Η φράουλα είναι από τα δημοφιλέστερα φρούτα, και όχι μόνο για νωπή κατανάλωση αλλά και ως γεύση σε παγωτά, μαρμελάδες, τσίχλες, ζελέ και συστατικό σε αρώματα, καλλυντικά και διάφορα άλλα προϊόντα, κι όμως… δεν είναι φρούτο!  Όντως, από φυτολογική άποψη, η φράουλα είναι ψευδοφρούτο: τα πραγματικά φρούτα είναι τα πολλά μικροσκοπικά «σποράκια» που βλέπουμε στην επιφάνεια της σάρκας της φράουλας, ενώ το σαρκώδες μέρος δεν είναι παρά το περίβλημα του καρπού. Μπορεί αυτό να το υποστηρίζουν οι βοτανολόγοι, ωστόσο εμείς που τις απολαμβάνουμε τις θεωρούμε φρούτα και με το παραπάνω – και μάλιστα, αν ρωτήσετε τα παιδιά, πάω στοίχημα πως η φράουλα θα πάρει μια θέση ανάμεσα στις πρώτες, με το κόκκινο χρώμα της, τη λάμψη της, το άρωμά της. Ίσως και την πρώτη, κι ας λένε οι βοτανολόγοι.

Αν εξαιρέσουμε τα εξωτικά φρούτα, οι φράουλες ήρθαν τελευταίες στα μέρη μας: στη Γεωργική και οικιακή οικονομία του, γραμμένη το 1835, ο πρωτοπόρος Γρηγόριος Παλαιολόγος σημειώνει μεν ότι η φράγουλα, που την ονομάζει επίσης χαμαίβατο, καλλιεργείται σε πολλούς κήπους των Αθηνών και πετυχαίνει σχεδόν παντού, αλλά την παρουσιάζει ανάμεσα στα σχετικώς άγνωστα φρούτα (χαρακτηριστικό είναι ότι αμέσως μετά περιγράφει το ανανάσιον, δηλαδή τον ανανά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 113 Σχόλια »

Το ποδόσφαιρο που παίζεται με τα χέρια (μια συνεργασία του Σταύρου Παύλου)

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2020

Με χαρά δημοσιεύω σήμερα ένα ακόμα άρθρο της σειράς «Εξωτικά αθλήματα», γραμμένο και αυτό από τον φίλο μας τον Σταύρο, στον οποίο χρωστάμε και τα δυο προηγούμενα άρθρα, για το σνούκερ και για το μπέιζμπολ. (Είχε προηγηθεί ένα δικό μου άρθρο για το ράγκμπι).

Θα πείτε, αθλήματα στην εποχή της πανδημίας; Πράγματι, η αγωνιστική δραστηριότητα έχει σταματήσει και για το φούτμπολ, όπως και για το κανονικό ποδόσφαιρο. Αυτός ήταν ο ενδοιασμός του Σταύρου όταν μου έστειλε το άρθρο πριν από κανένα μήνα. Αφού όμως σιγά σιγά οι δραστηριότητες που είχαν ανασταλεί ξαναρχίζουν και γίνεται λόγος να ξαναρχισουν και (κάποιες) αθλητικές δραστηριότητες, έκρινα πως η δημοσίευση σήμερα δεν θα ήταν άτοπη -χώρια που, έτσι κι αλλιώς, πρόκειται για εξωτικό άθλημα.

Εγώ από το άθλημα δεν σκαμπάζω, οπότε δεν έχω τίποτ’ άλλο να προσθέσω. Δίνω τη σκυτάλη στον Σταύρο.

Να πω μόνο ότι με τη σημερινή δημοσίευση ο Σταύρος εξάντλησε το στοκ των εξωτικών αθλημάτων που ξέρει καλά. Αν κάποιος ξέρει και θέλει να γράψει για το κρίκετ ή για κάποιο άλλο άθλημα εξίσου διαδεδομένο σε άλλες χώρες αλλ’άγνωστο στα καθ’ ημάς, είναι καλοδεχούμενος.

Το ποδόσφαιρο που παίζεται με τα χέρια

Ο τίτλος ασφαλώς προκαλεί απορίες. Πώς είναι δυνατόν ένα παιχνίδι που παίζεται με τα χέρια να ονομάζεται ποδόσφαιρο; Τα συνθετικά της λέξης «ποδόσφαιρο» υποδηλώνουν το παίξιμο μιας μπάλας (σφαίρας) με τα πόδια. Κι όμως υπάρχει παιχνίδι που ονομάζεται football, δηλαδή ποδόσφαιρο, και παίζεται σχεδόν αποκλειστικά με τα χέρια. Πρόκειται για το American football ή απλώς football για τους Αμερικανούς. Αυτό το παιχνίδι δεν έχει καμία σχέση με αυτό που εμείς λέμε ποδόσφαιρο και οι Βρετανοί football. Οι Αμερικανοί το κανονικό ποδόσφαιρο το λένε soccer. Για το παιχνίδι που θα παρουσιάσω παρακάτω θα χρησιμοποιώ το όνομα φούτμπολ αμετάφραστο, ώστε να το διακρίνω από το ποδόσφαιρο, αλλά κυρίως επειδή υπάρχουν και όρια στο τι μπορεί να αποκληθεί ποδόσφαιρο.

To συγκεκριμένο παιχνίδι κληρονόμησε το όνομα φούτμπολ από το ράγκμπι, από το οποίο προέκυψε και εξελίχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Το ράγκμπι ονομαζόταν τότε Rugby football (σε αντιδιαστολή με το ποδόσφαιρο που ονομαζόταν και ονομάζεται Association football) και οι κανόνες του προέβλεπαν μεγαλύτερη χρήση των ποδιών απ’ ό,τι σήμερα. Σταδιακά οι κανόνες του ράγκμπι τροποποιήθηκαν, η λέξη football αφαιρέθηκε από την ονομασία του και έτσι έμεινε η διαμάχη για το τι είναι το football να αποτελεί μια ακόμα διαφωνία ανάμεσα σε τόσες άλλες μεταξύ Βρετανών και Αμερικανών.

Από το ράγκμπι, εκτός από το αμερικανικό φούτμπολ, προέκυψε και μία άλλη εκδοχή του φούτμπολ, η οποία εξελίχθηκε παράλληλα και έχει παρόμοιους κανόνες αλλά και κάποιες σημαντικές διαφορές: το καναδικό φούτμπολ. Μια γενική ονομασία που περιλαμβάνει αυτές τις δύο παραλλαγές είναι gridiron football. Στα αγγλικά gridiron σημαίνει σχάρα και η ονομασία οφείλεται στο ότι το γήπεδο του φούτμπολ θυμίζει σχάρα με τις παράλληλες γραμμές που είναι χαραγμένες κάθε πέντε γιάρδες (1 γιάρδα = 0,914 μέτρα). Στην εικόνα φαίνεται ένα σχεδιάγραμμα του γηπέδου του αμερικανικού φούτμπολ. Παρόμοιο με κάποιες διαφορές είναι και το γήπεδο του καναδικού φούτμπολ.

Το καναδικό φούτμπολ είναι ελάχιστα γνωστό έξω από τον Καναδά. Από την άλλη, το αμερικανικό φούτμπολ, εκτός του ότι είναι το δημοφιλέστερο από όλα τα σπορ στις ΗΠΑ, έχει φίλους και σε πολλές άλλες χώρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αθλήματα, Αμερική, Ηνωμένες Πολιτείες, Κινηματογράφος, Ορολογία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »

Όταν ο Σεφέρης είδε τον Αλέξη Ζορμπά στο σινεμά

Posted by sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2020

Κυκλοφόρησε πέρυσι ο τελευταίος τόμος των Ημερολογίων του Γιώργου Σεφέρη (Μέρες Θ’) που πιάνει τα ημερολόγια της περιόδου από 1 Φεβρουαρίου 1964 έως 11 Μαΐου 1971 -είναι η τελευταία εγγραφή, αν και ο ποιητής πέθανε τέσσερις μήνες αργότερα.

Μπορεί να γράψω και άλλο άρθρο για το σημαντικό αυτό βιβλίο, αλλά προς το παρόν θέλω να εστιαστώ σε μία μόνο εγγραφή, που με έχει προβληματίσει. Είναι σχετικά γνωστή, με την έννοια ότι αναδημοσιεύτηκε σε διάφορους ιστότοπους πέρυσι, οπότε ίσως να την ξέρετε, αλλά θαρρώ πως αξίζει να τη συζητήσουμε.

Eίναι η εγγραφή της 21.3.1965, η εξής:

Χτές είδαμε το Ζορμπά, το φίλμ του Κακογιάννη-Καζαντζάκη. Με δηλητηρίασε όλη τη νύχτα και σήμερα πρωί. Όχι από συναίσθημα εθνικής προσβολής, που ύστερα από βροντερές τυμπανοκρουσίες και παρασημοφορίες για την πρεμιέρα του στο Παρίσι, ανακαλύπτουν τώρα οι Έλληνες χωρίς να’ χουν το θάρρος ν’ αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Αλλά για την ανυπόφορη αναισθησία αυτού του ανθρώπου, του Καζ., που νομίζει πως είναι ευαίσθητος, που νομίζει πως είναι ερευνητής της αλήθειας για να μην πω φιλόσοφος. Δε με πειράζει ο σκοτωμός της χήρας – ούτε το πλιάτσικο στο σπίτι της ετοιμοθάνατης Ορτάνς. Όλα μπορεί να τα πει κανείς. Αν ένα χωριό στην Κρήτη ήταν κάποτε βάρβαρο, ήταν βάρβαρο· ποιος δεν ήταν βάρβαρος κάποτε –όλα μπορεί να τα πει κανείς– αλλά σ’ ένα έργο που διεκδικεί την ανθρωπιά το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι πώς εξαγοράζει κανείς αυτά που γράφει κι αν δεν τα λέει στο βρόντο. Ψεύτικη γλώσσα, ψεύτικες πόζες, απομιμήσεις αισθημάτων μου φαίνεται είναι ο Καζαντζάκης. Και δεν βρέθηκε άνθρωπος να τον κρίνει, τόσα χρόνια που αλωνίζει ανάμεσό μας. Έχω την εντύπωση πως είμαστε συνηθισμένοι στην ψευτιά χρόνια και αιώνες. Μας αρέσει. Δεν έχουμε δύναμη ν’ αντιδράσουμε.

Πρόκειται για την πασίγνωστη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη με τον Άντονι Κουίν στον ρόλο του Ζορμπά. Η ταινία όπως βρίσκω στη Βικιπαίδεια) έκανε πρεμιέρα στην Ελλάδα στις 14 Δεκεμβρίου 1964, δηλαδή όταν την είδε ο Σεφέρης είχε ήδη τρεις μηνες που προβαλλόταν στις αίθουσες.

Ο Σεφέρης δεν συμπαθούσε τον Καζαντζάκη. Σαν συγγραφείς και σαν άνθρωποι είναι τα δυο άκρα αντίθετα. Στην ιστοσελίδα της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων του Καζαντζάκη βρίσκουμε το εξής:

Ο νεοελληνιστής καθηγητής στο King’s College (Λονδίνο) Ροντερίκ Μπιτόν έχει ασχοληθεί κυρίως με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη και του Γιώργου Σεφέρη. «Δύο αντίθετοι πόλοι», σχολιάζει: «Ο Σεφέρης δεν τον χώνευε καθόλου. Πιστεύω, ζήλευε θανάσιμα τον Καζαντζάκη επειδή ο τελευταίος είχε την πολυτέλεια να ζει μόνο από το γράψιμο. Ίσως γι’αυτό τα περισσότερα απ’όσα έχει γράψει ο Καζαντζάκης δεν διαβάζονται. Ο Σεφέρης ήταν διπλωμάτης, ο οποίος όμως στις κρίσιμες στιγμές τον βρίσκουμε πάνω στη δουλειά και να φτάνει σε υψηλές θέσεις μεταπολεμικά. Θυμάμαι πάντως κάτι αστείο. Ο μεταφραστής του Καζαντζάκη, ο Πήτερ Μπιν, συνάντησε τον Σεφέρη σε ένα ταξίδι του τελευταίου στην Αμερική, επί χούντας. Όταν ο Μπιν του είπε ότι έχει μεταφράσει Καζαντζάκη, ο Σεφέρης έγινε έξαλλος: «Μα τι είναι πια αυτός ο Καζαντζάκης; Ένας τιποτένιος είναι.» (εφημερίδα Καθημερινή, 9 Ιανουαρίου 2011)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ημερολόγια, Κινηματογράφος, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Άρθρο 4000

Posted by sarant στο 20 Δεκεμβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες, οπότε κανονικά θα έβαζα σήμερα μιαν επανάληψη -αλλά έχουμε ένα ορόσημο σήμερα, οπότε θα του αφιερώσω το σημερινό (αναγκαστικά σύντομο) άρθρο.

Το ορόσημο είναι ότι το σημερινό άρθρο είναι το υπ’ αριθμόν 4000 από τότε που άρχισε να λειτουργεί το ιστολόγιο, στις 16 Φεβρουαρίου 2009. Από τότε ως σήμερα είναι 3960 μέρες (δεν κάθισα να τις μετρήσω μία προς μία, το λογάριασε το μηχανάκι εδώ) που σημαίνει ότι έχουμε λίγο περισσότερα άρθρα από ένα τη μέρα (τα πρώτα χρόνια τύχαινε να μη γράψω μερικές μέρες, αλλά τύχαινε να βάλω και δυο άρθρα τη μέρα· από τις 28/1/2014 γράφω κάθε μέρα άρθρο αλλά σπανίως έχω δεύτερο την ίδια μέρα -φέτος ας πούμε δεν είχα κανένα δίκροκο).

Αυτές οι τέσσερις χιλιάδες άρθρα είχαν συνολικά κάπου 5.422.000 λέξεις. Βέβαια, δεν τις έγραψα όλες εγώ, αφού πολύ συχνά παραθέτω μικρά ή μεγάλα αποσπάσματα από άρθρα άλλων. Ούτε όλα τα άρθρα τα έγραψα εγώ -συχνά έχουμε συνεργασίες, αυτή τη βδομάδα ας πούμε είχαμε το άρθρο του Νίκου Παντελίδη για το αιγινήτικο ιδίωμα, φέτος είχαμε πάνω από δέκα συνεργασίες του Νίκου Νικολάου, κάθε δεύτερη Τρίτη έχω τα αποσπάσματα από τα βιβλία του πατέρα μου, ενώ δεν είναι σπάνιες και οι ευκαιριακές συνεργασίες φίλων του ιστολογίου ή οι αναδημοσιεύσεις άρθρων.

(Να βάλουμε ένα μέτρο σύγκρισης για τα 5.400.000 λέξεις; Συνηθισμένο μέτρο του εκτενούς έργου είναι το Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι, αν και δεν είναι το εκτενέστερο μυθιστόρημα. Το αριστούργημα του Τολστόι, λοιπόν, πιάνει 587.000 λέξεις, άρα έχουμε δημοσιεύσει εδώ εννιά φορές τον όγκο του -βεβαια, ο κύριος Λέων γράφει καλύτερα).

Λοιπόν είναι ένας όχι ευκαταφρόνητο σώμα κειμένων -και μόνο ποσοτικά να το δει κανείς- και επιπλέον είναι ένα σώμα κειμένων που συχνά δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που ανακύπτουν εδώ κι εκεί, γλωσσικά και όχι μόνο. Οπότε, καθώς κάνω αυτόν τον απολογισμό, θα ήταν ψέματα αν έλεγα πως δεν καμαρώνω. Όχι μόνο ή τόσο για όσα έχω γράψει αλλά επειδή στο εγχείρημα αυτό, που κρατάει σχεδόν έντεκα χρόνια με αυτή τη συχνότητα και την πυκνότητα, έχω την τύχη να έχω συγκεντρώσει μια εκλεκτή ομήγυρη σχολιαστών (και σχολιαστριών, αν και θα θέλαμε περισσότερες) που με τα σχόλιά τους αυξάνουν κατακόρυφα την αξία κάθε άρθρου. (Αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε κενός έπαινος. Τυχαία έπεσα προχτές σε συζήτηση σε φόρουμ, και μάλιστα νεανικο, όπου αναγνώστης παίνευε το ιστολόγιο και έγραψε: «Το πολύ ζουμί είναι στα σχόλια … Θησαυρός»). Σε αυτά τα 4000 άρθρα έχουν γίνει 583.000 σχόλια, κατά μέσον όρο περί τα 145 ανά άρθρο, αν και τα πρώτα χρόνια είχαμε λιγότερα σχόλια. Τελευταία έχουμε γύρω στα 180 σχόλια κατά μέσον όρο σε κάθε άρθρο. Δεν είναι και λίγα, σας ευχαριστώ πολύ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Κινηματογράφος, Πρόσφατη ιστορία, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Οι Γερμανοί ξανάρχονται (αναμνήσεις του Αλέκου Σακελλάριου)

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2019

Το σημερινό κυριακάτικο ανάγνωσμά μας δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό -οι αυτοβιογραφίες βρίσκονται στις παρυφές της λογοτεχνίας, αν και κάποιος κακεντρεχής έλεγε πως αυτό είναι άδικο διότι πολλές αυτοβιογραφίες περιέχουν μεγάλες δόσεις μυθοπλασίας, αν δεν είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες.

Τέλος πάντων, προχτές συζητήσαμε την ετυμολογία της λ. αλαλούμ, και έκανα αναφορά στον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» χρησιμοποιεί τη λέξη με τη σημασία του καψονιού. Όπως έγραψα, το βιβλίο αυτό έχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Αλαλούμ», που ξεκινάει ως εξής:

Η λέξη «αλαλούμ», στην αργκό των θεατρικών παραστάσεων, σημαίνει καψόνι. Και είναι, συνήθως, ένα καψόνι σκληρό και ανελέητο, που το υφίστανται αγογγύστως όσοι έχουν την αφέλεια να θέλουνε να επιδείξουνε το «ταλέντο» τους στους ηθοποιούς ενός θιάσου.

Διάλεξα σήμερα να σας παρουσιάσω ένα άλλο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο ο Σακελλάριος (1913-1991) διηγείται περιστατικά απο το γύρισμα της ταινίας «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948) και όπου το αλαλούμ/καψόνι παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό.

Για τον Σακελλάριο συστάσεις δεν χρειάζονται κι ας λείπει τόσα χρόνια -αν τα θεατρικά του έργα δεν παίζονται συχνά, οι αμέτρητες ταινίες που σκηνοθέτησε ή όπου έγραψε το σενάριο επαναπροβάλλονται συνεχώς στην τηλεόραση, ενώ ακούγονται και τα τραγούδια που έχει γράψει τους στίχους τους, συχνά χωρίς να ξέρουμε πως είναι δικά του -από το Άσ’τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα ως το Μονοπάτι ή το Έχω ένα μυστικό. Όπως όλοι οι παλιοί μάστορες της επιθεώρησης, είχε τεράστιο ταλέντο και, υποχρεωτικά, εξαιρετική παραγωγικότητα.

Το βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» (τίτλος πασίγνωστου τραγουδιού του σε μουσική Κώστα Γιαννίδη) ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε «επετειακή» έκδοση, συμπληρωμένη με κάποιο υλικό (τις τρεις τελευταίες ενότητες στα περιεχόμενα που βλέπετε εδώ). Εγώ έχω μια παλιότερη έκδοση. Όπως βλέπετε, η ύλη διαιρειται σε ολιγοσέλιδες ενότητες με αναμνήσεις του Σακελλάριου, γραμμένες στη δεκαετία του 1980 -ίσως πρωτοδημοσιεύτηκαν σε κάποια εφημερίδα, αλλά δεν υπάρχει κάποια μνεία στον πρόλογο.

Θα προσέξετε ότι, ενω σε άλλες πηγές αναφέρεται πως στα κινηματογραφικα΄»αλαλούμ» γινόταν λήψη χωρίς φιλμ στη μηχανή, εδώ ο Σακελλάριος λέει για κανονική λήψη -και μάλιστα ότι οι ταινίες αυτές κάπου φυλάγονταν.

Το βιβλίο ήταν τυπωμένο σε μονοτονικό, που μου έκανε πιο εύκολη τη ζωή στη μετατροπή του. Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλιο -υπήρχε κι άλλη μία που δεν την έβαλα.

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ακριβώς από το εργοστάσιο τσιμέντων «Άτλας» στις Τρεις Γέφυρες, υπήρχε μια μεγάλη εγκαταλελειμένη αποθήκη. Αυτή, λοιπόν, την αποθήκη την πήρε ο Φίνος και την έκανε «πλατό». Κι όταν λέμε «πλατό» μην πάει το μυαλό σας στα «πλατό» όπως είναι σήμερα.

Το πρώτο «πλατό» του Φίνου, που στην ουσία ήταν και το πρώτο «πλατό» του ελληνικού κινηματογράφου, ήταν όπως είπαμε μια αποθήκη χωρίς κανέναν από τους γνωστούς τεχνικούς εξοπλισμούς. Και μόνο η εφευρετικότητα του Φίνου, κατάφερε να κάνει στούντιο -και μάλιστα, στούντιο μέσα στο οποίο γυριστήκανε αξιόλογες ταινίες— αυτόν τον εντελώς ακατάλληλο χώρο. Και πρώτα-πρώτα δεν υπήρχαν προβολείς. Προβολείς που σήμερα έχουνε ακόμα κι οι ερασιτέχνες φωτογράφοι, τότε ήταν ένα είδος εντελώς άγνωστο.

Ο πρώτος προβολέας που μπήκε στο στούντιο του Φίνου, ήταν ένας μικρός προβολέας -πεντακόσια βατ όλα κι όλα— που δεν ξέρω πού τον βρήκε ο Φίνος και τον έφερε με όλας τας τιμάς, όταν γυρίζαμε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», για να κάνουμε ένα εφφέ.

Τα φώτα, λοιπόν, στο πρώτο αυτό «πλατό» ήταν μεγάλες και μικρές τενεκεδένιες σκάφες, που είχανε απλά «ντουί» στα οποία βιδώναμε κοινές λάμπες των εκατό και των διακοσίων κεριών. Υπήρχαν, ακόμα και μερικοί δήθεν προβολείς, που δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μεγάλες λάμπες απάνω σε κάποιο πόδι, χωρίς να έχουνε όμως μπροστά τους ειδικούς αυτούς φακούς που έχουνε οι προβολείς και που επιτρέπουν, με τους κατάλληλους χειρισμούς, το φως, να γίνεται συγκεντρωτικό ή διάχυτο.

Πριν, όμως, προχωρήσω στο πώς γυρίστηκε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» και στα χαριτωμένα επεισόδια που δημιουργηθήκανε στη διάρκεια του γυρίσματος, θα έπρεπε ίσως να σας πω ότι τότε δεν υπήρχανε τα κινηματογραφικά συνεργεία, που δημιουργηθήκανε λίγα χρόνια αργότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Κινηματογράφος, Παρουσίαση βιβλίου, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , , , | 144 Σχόλια »

Αλαλούμ

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2019

Δεν κάνω σχόλιο για την κυβερνητική πολιτική, ούτε διαφημίζω ετεροχρονισμένα την ταινία του αξέχαστου Χάρρυ Κλυνν, παρά την εικόνα που συνοδεύει το άρθρο. Όχι, δεν είναι επίκαιρο το άρθρο μου, αντίθετα είναι όσο πιο ανεπίκαιρο θα μπορούσε να γίνει, αφού επιστρέφει και ανακεφαλαιώνει μια συζήτηση που είχε γίνει στο ιστολόγιο πριν από… δέκα χρόνια, τον Οκτώβριο του 2009.

Η συζήτηση αυτή είχε γίνει στο περιθώριο άλλου άρθρου, δηλαδή στα σχόλια (από το σχόλιο 53 και πέρα, σποραδικά) και αν ανατρέξετε θα δείτε πως πήραν μέρος φίλοι που εξακολουθούν να σχολιάζουν και σήμερα, καθώς και κάποιοι που έχουν σταματήσει -αλλά, ενώ η συζήτηση έβγαλε συμπεράσματα που τα θεωρώ αξιόλογα (και, κατά τη γνώμη μου, πειστικά) σχετικά με την ετυμολογία της λέξης «αλαλούμ», τα συμπεράσματα αυτά έμειναν θαμμένα στα σχόλια, διότι δέκα χρόνια τώρα αμέλησα να γράψω ένα ανακεφαλαιωτικό άρθρο, αν και σποραδικά, σε άρθρα του ιστολογίου και σε ομιλίες μου, έχω αναφερθεί στην ετυμολογία της λέξης αλαλούμ.

Οπότε, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να γράψω αυτό το ανακεφαλαιωτικό άρθρο.

Σύμφωνα με τα λεξικά, αλαλούμ είναι «Η κατάσταση κατά την οποία μια ομάδα ανθρώπων βρίσκεται σε σύγχυση, αναστάτωση, συχνά ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς ενημέρωσης, αντικρουόμενων πληροφοριών ή έλλειψης οργάνωσης». Δίνω τον (κάπως φλύαρο αλλά σωστό κτγμ) ορισμό του ΜΗΛΝΕΓ, το οποίο δίνει ως συνώνυμα τις λέξεις κομφούζιο και χάος. Παραδείγματα χρήσης είναι ίσως περιττά αφού η λέξη είναι απολύτως ζωντανή -αλλά ας δώσουμε ένα: Απίστευτο αλαλούμ επικρατεί στο αεροδρόμιο εξαιτίας της απεργίας των ιπτάμενων φροντιστών (πάλι από ΜΗΛΝΕΓ).

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη αναφέρει ότι έχουν προταθεί τρεις απόψεις για την προέλευση της περίεργης αυτής λέξης: 1. Από το αραβικό επιφώνημα ulalum, με αφομοιωση του u προς το επόμενο α, 2. από τη φράση άλλα άλλων, κατ επίδραση του συνώνυμου [;;] γιουσουρούμ, 3. Από παιδικά παιχνίδια και τραγούδια.

Από τις εκδοχές αυτές το λεξικό θεωρεί επικρατέστερη την πρώτη, του αραβικού επιφωνήματος. Το ΛΚΝ αναφέρει μόνο αυτή την εκδοχή, με επιφύλαξη («ίσως»).

Περιέργως κανένα από τα δύο λεξικά δεν μας λέει τι είδους επιφώνημα είναι το αραβικό ulalum -είναι επιφώνημα χαράς; πόνου; αγανάκτησης; Μας αφήνουν στο σκοτάδι. Αλλά ας το προσπεράσουμε αυτό. Υπάρχει βέβαια και το ποίημα Ulalume του Πόου και το Ουλαλούμ του δικού μας Σκαρίμπα, που το έχει μελοποιήσει ο Άσιμος, αλλά δεν νομίζω πως θα μας φωτίσουν ως προς την ετυμολογία του αλαλούμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανακεφαλαιώσεις, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 78 Σχόλια »

Με μια μπάλα κι ένα ρόπαλο (μια συνεργασία του Σταύρου Παύλου)

Posted by sarant στο 8 Νοεμβρίου, 2019

Πριν από καμιά εικοσαριά μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για το ράγκμπι (Με μια μπάλα σαν πεπόνι), ένα άθλημα πολυ αγαπητό στη Μεγ. Βρετανία και τις χώρες της Κοινοπολιτείας αλλά μάλλον άγνωστο στα μέρη μας. Αρκετοί φίλοι εκδήλωσαν την επιθυμία να δημοσιευτούν και άλλα ανάλογα άρθρα για αθλήματα άγνωστα στην Ελλάδα αλλά δημοφιλή αλλού. Ωστόσο, εγώ δεν θα μπορούσα να γράψω τέτοιο άρθρο γιατι δεν ξέρω καλά κανένα άλλο άθλημα.

Ο φίλος μας ο Σταύρος, γνωστός και ως ΣΠ, φιλοτιμήθηκε να γράψει για το μπέιζμπολ και το θαυμάσιο άρθρο του θα το διαβάσουμε σήμερα. Η πρόσκληση μένει ανοιχτή για όποιον θέλει να γράψει για αμέρικαν φούτμπολ, για σνούκερ ή για κρίκετ ή για όποιο άλλο ανάλογο άθλημα.

Καθώς εγώ δεν ξέρω τίποτε από μπέιζμπολ, πετάω το μπαλάκι στον ΣΠ:

Με μια μπάλα κι ένα ρόπαλο

Ο τίτλος ίσως φαίνεται κάπως αινιγματικός, θα μπορούσε να είναι τίτλος διηγήματος ή κινηματογραφικής ταινίας. Όμως αφορά απλώς ένα παιχνίδι που παίζεται με αυτά τα αντικείμενα. Τα γνωστότερα τέτοια παιχνίδια είναι το μπέιζμπολ (και το αδερφάκι του το σόφτμπολ, παιχνίδι με παρόμοιους κανόνες, που παίζεται κυρίως από ομάδες γυναικών) και το κρίκετ, αλλά υπάρχουν και πολλά άλλα, μάλλον άγνωστα. Για το πώς παίζεται το κρίκετ γνωρίζω πολύ λίγα, οπότε στην συνέχεια θα ασχοληθώ με το μπέιζμπολ, που το γνωρίζω αρκετά καλά.

Το μπέιζμπολ γεννήθηκε στις ΗΠΑ ως εξέλιξη άλλων παλαιότερων παιχνιδιών που παίζονταν με μπάλα και ρόπαλο και απέκτησε περίπου τους σημερινούς κανόνες περί τα μέσα του 19ου αιώνα. Είναι βέβαια πολύ δημοφιλές στις ΗΠΑ, αλλά είναι επίσης δημοφιλές και σε άλλες χώρες όπως ο Καναδάς, το Μεξικό, η Κούβα και άλλες χώρες της Κεντρικής Αμερικής και της Καραϊβικής, η Ιαπωνία, η Ν. Κορέα κ.ά. Στην Ευρώπη δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές αν και κάποιες χώρες, όπως η Ολλανδία και η Ιταλία έχουν καλά οργανωμένα πρωταθλήματα.

Στην Ελλάδα το 1997, όταν η χώρα μας ανέλαβε την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ιδρύθηκε η Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Μπέιζμπολ και η Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Σόφτμπολ με βασικό στόχο την δημιουργία εθνικών ομάδων για να μας εκπροσωπήσουν στους αγώνες της Αθήνας. Βέβαια αυτό έγινε, όχι μέσω της ανάπτυξης των αγωνισμάτων στην χώρα μας, αλλά μέσω της στρατολόγησης ομογενών εξ Αμερικής. Η Ελλάδα, που ως διοργανώτρια συμμετέσχε αυτοδίκαια στους αγώνες, κατέλαβε την 7η θέση επί οκτώ ομάδων και στους άνδρες (μπέιζμπολ) και στις γυναίκες (σόφτμπολ). Έτσι, οι παίκτες και παίκτριες των δύο εθνικών ομάδων απέκτησαν το δικαίωμα να αποκαλούνται Ολυμπιονίκες (!) με βάση το καταστατικό του Συλλόγου Ελλήνων Ολυμπιονικών, σύμφωνα με το οποίο Έλληνες αθλητές, που καταλαμβάνουν μία από τις οκτώ πρώτες θέσεις ενός αγωνίσματος στους Ολυμπιακούς Αγώνες, έχουν το δικαίωμα να εγγραφούν στον σύλλογο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, ΗΠΑ, Ηνωμένες Πολιτείες, Κινηματογράφος, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 138 Σχόλια »