Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κινηματογράφος’ Category

Και οι δήμιοι πεθαίνουν

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2017

Θυμήθηκα τη φράση του τίτλου επειδή το Σάββατο, που ήταν 10 Ιουνίου, ήταν η επέτειος γεγονότων με τα οποία συνδέεται.

«Και οι δήμιοι πεθαίνουν» είναι o ελληνικός τίτλος της αμερικανικής ταινίας Hangmen also die. Πρόκειται για ένα νουάρ του 1943, σε σκηνοθεσία του Φριτς Λανγκ, που έχει την ιδιομορφία να είναι η μοναδική χολιγουντιανή ταινία στην οποία δούλεψε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Η ταινία είναι εμπνευσμένη από τον σκοτωμό του Ράινχαρντ Χάιντριχ, του «δήμιου της Πράγας», ανώτατου στελέχους του ναζιστικού κόμματος και εμπνευστή της «τελικής λύσης». Ο Χάιντριχ εκτελούσε χρέη κυβερνήτη στο προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας (Τσεχίας). Στις 27 Μαΐου 1942 δυο Τσέχοι κομάντο, που είχαν εκπαιδευτεί ειδικά στη Βρετανία, έριξαν χειροβομβίδα στο αυτοκίνητό του. Το «ξανθό κτήνος» τραυματίστηκε, είχε όμως δυνάμεις να βγει και να ανταλλάξει πυρά με τους κομάντο πριν καταρρεύσει. Αφού χαροπάλεψε αρκετές μέρες, έφυγε για την Κόλαση στις 4 Ιουνίου.

Οι τυραννοκτόνοι εντοπίστηκαν, μέρες αργότερα, ύστερα από προδοσία, σε εκκλησία όπου κρύβονταν και αυτοκτόνησαν αντί να παραδοθούν. Η λύσσα των Γερμανών και του Χίτλερ προσωπικά για τον θάνατο του «ανθρώπου με τη σιδερένια καρδιά», όπως τον έλεγαν, ήταν απερίγραπτη και τα αντίποινα ανατριχιαστικά. Διάλεξαν το χωριό Λίντιτσε, 22 χιλιόμετρα μακριά από την Πράγα, επειδή είχαν (ψευδείς, τελικά) πληροφορίες ότι εκεί υπήρχε ομάδα υποστήριξης στην επίθεση κατά του Χάιντριχ. Το περικύκλωσαν και εφάρμοσαν τις λεπτομερείς διαταγές που είχαν.

Εκτέλεσαν όλους τους άντρες. Μετέφεραν τις γυναίκες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ξεδιάλεξαν από τα παιδιά όσα ήταν «κατάλληλα προς εκγερμανισμό» και τα έδωσαν σε γερμανικές οικογένειες να τα μεγαλώσουν. Τα άλλα, που ήταν τα περισσότερα, τα έστειλαν στον θάλαμο αερίων. Μάζεψαν τα ζώα του χωριού και τα σκότωσαν επίσης. Ξέθαψαν τους νεκρούς από το νεκροταφείο, τους σκύλευσαν από τιμαλφή και χρυσά δόντια και τους έκαψαν. Στη συνέχεια, δύναμη 100 ανδρών εξαφάνισε κάθε ίχνος της ύπαρξης του Λίντιτσε: Ισοπέδωσαν τα σπίτια, εκτρέψανε το ποταμάκι που περνούσε μέσα από το χωριό, έσκαψαν τους δρόμους που πήγαιναν προς και από το χωριό, το σκέπασαν με φρέσκο χώμα και φύτεψαν επάνω καλλιέργειες. Όλα αυτά τα κινηματογραφούσε ένας Τσέχος συνεργάτης των Γερμανών, διότι το Λίντιτσε, σε αντίθεση με άλλες σφαγές, οι Γερμανοί δεν το κρύψανε αλλά αρχικά το διαφήμισαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 169 Σχόλια »

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Ο Μποστ στη Συνοικία το σκάψιμο (1961)

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2016

Τις Παρασκευές του φετινού αποκαλόκαιρου βάζουμε Μποστ, κάτι που θα σταματήσει σήμερα -του χρόνου πάλι- αν και θα βρούμε κι άλλες αφορμές για Μποστ μέσα στη χρονιά. Την περασμένη Παρασκευή είχαμε δει πώς σχολίασε ο Μποστ την επίσκεψη του Νάσερ, του ηγέτη της Αιγύπτου στην Αθήνα το 1960. Σήμερα θα πάμε στο 1961 για να δούμε τον Μποστ να σχολιάζει τα έργα που γίνονταν τότε στην Αθήνα -και όχι μόνο.

610806

Το σκίτσο δημοσιεύτηκε στην κεντρώα Ελευθερία  στις 6 Αυγούστου 1961. Τις μέρες εκείνες είχε αρχίσει η διάνοιξη της σήραγγας για τον αναβατήρα του Λυκαβηττού, που τον λένε και τελεφερίκ και που δεν έχω αξιωθεί να τον πάρω ποτέ για να ανέβω επάνω (αλήθεια: λειτουργεί ακόμα;) αν και έχω ανεβεί βέβαια πολλές φορές με τα πόδια ή με όχημα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κινηματογράφος, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στη Στέλλα και στον Στέλιο!

Posted by sarant στο 26 Νοέμβριος, 2015

Χτες γιόρταζε η Κατερίνα, σήμερα γιορτάζει η Στέλλα και ο Στέλιος. Δεν ξέρω αν έχουμε πολλές τέτοιες συνεχόμενες γιορτές στο εορτολόγιό μας. Βέβαια, κάθε μέρα κάμποσοι άγιοι γιορτάζουν, αλλά εννοώ συνεχόμενες μέρες που να γιορτάζουν συχνά ονόματα. Πρόχειρα θυμάμαι τα Νικολοβάρβαρα (4-5-6 Δεκεμβρίου, αλλά ο Σάββας είναι σχετικά σπάνιο όνομα) και τον Αντώνη με τον Θανάση (17-18 Ιανουαρίου).

Για την Κατερίνα έχω γράψει ευχετήριο άρθρο πρόπερσι, που λεξιλογεί για τ’ όνομά της. Οπότε, μια καλή φίλη του ιστολογίου χτες μού θύμισε πως είχα υποσχεθεί άρθρο και για τη σημερινή γιορτή, του Στέλιου και της Στέλλας. Μην τάξεις σ’ άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι, λέει η παροιμία -για άρθρα δεν λέει, και είναι πολλές οι τέτοιες υποσχέσεις που έχω δώσει, καθώς τις δίνω εύκολα, και που δεν έχω τηρήσει -ωστόσο τούτην εδώ λέω να την τηρήσω, χωρίς να αποτελεί αυτό προηγούμενο.

Όμως, ενώ χτες γιόρταζαν μόνο κυρίες, σήμερα έχουμε και κυρίους: γιορτάζει και η Στέλλα αλλά κι ο Στέλιος, οπότε μοιραία το σημερινό άρθρο θα είναι δίκορκο, άρα δεν θα πάει σε μεγάλο βάθος.

Από τον Στέλιο θα ξεκινήσω για λόγους τεχνικούς. Ο Στέλιος στο επίσημο είναι Στυλιανός, και ο άγιος Στυλιανός είναι που γιορτάζει σήμερα. Ο άγιος Στυλιανός έδρασε στην Παφλαγονία ενώ είχε εδραιωθεί η χριστιανική θρησκεία, τον 5ο αιώνα περίπου, δεν μαρτύρησε δηλαδή -αλλά άγιασε επειδή μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και βοηθούσε γυναίκες να τεκνοποιήσουν (με μια θαυματουργή προσευχή, να εξηγούμαστε), κι έτσι θεωρήθηκε προστάτης των νηπίων.

Το όνομα Στυλιανός ετυμολογείται από τη λέξη «στύλος», και αναφέρεται στους στυλίτες μοναχούς, όμως στα νεότερα χρόνια ερμηνεύτηκε ότι βοηθάει το νεογέννητο «να στυλώσει» -κι έτσι, καθώς η παιδική θνησιμότητα έκανε θραύση, σε πολλά παιδιά έδιναν αυτό το όνομα για να στυλωθούν, να μεγαλώσουν γερά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Ετυμολογικά, Εορτολόγιο, Κινηματογράφος, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 168 Σχόλια »

Ο Μάρκος, ο Λόντος και ο Κόλα Κβαριάνι (ή Κοριάνι)

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι προέκταση ή διασκευή ενός άρθρου του αξέχαστου φίλου Αλλού Φαν Μαρξ, που πέθανε πέρυσι αλλά είναι πάντα παρών στη μπλογκόσφαιρα μέσα από το ιστολόγιό του. Το αρχικό άρθρο του Αλλουφάνη είχε δημοσιευτεί το 2008, και σε ανύποπτο χρόνο του είχα πει «αυτό θα σου το κλέψω» εννοώντας πως θα το αναδημοσίευα, επειδή μου άρεσε πάρα πολύ. Στο μεταξύ, σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρήκα κάμποσα ενδιαφέροντα στοιχεία για το θέμα, οπότε τελικά αποφάσισα να γράψω ένα δικό μου άρθρο, που όμως αντλεί υλικό από το άρθρο του αείμνηστου φίλου. Μπορούμε να το πούμε συνεργασία αυτό άραγε;

Πέρα από τις λέξεις, έχουν και τα τραγούδια τη δική τους ιστορία -σε κάποιες περιπτώσεις απλή και τετριμμένη, σε άλλες συναρπαστική. Το τραγούδι που θα δούμε σήμερα έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αν και δεν είναι από τα πιο γνωστά του μέγιστου Μάρκου Βαμβακάρη. Ο τίτλος του είναι «Λόντος και Κοριάνι».

Οι στίχοι, που θα τολμήσω να πω ότι είναι κάπως άτσαλοι:

Πάρ’την αιμοβορία σου και τράβα στην πατρίδα σου, αγαπητέ Κοριάνι
που σ’ έστειλε ο Λόντος μας, σε μακρινό σιργιάνι

Ήρθες απ΄την πατρίδα σου τον ζόρικο να κάνεις,
κι ο κόσμος αν δεν σε γλίτωνε, κόντεψες να πεθάνεις.

Να ήσουνα μονάχα συ, κομμάτια πια να γίνει,
μα όσοι ευρεθήκανε, την πάθανε κι εκείνοι.

Κι έτσι λοιπόν ο Λόντος μας βρέθηκε παλικάρι,
κι όλος ο κόσμος τον αγαπά, του Άργους το καμάρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Κινηματογράφος, Πρόσφατη ιστορία, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 81 Σχόλια »

Ο φίλος μου ο Φέρμας (του Θαν. Σαράφη-Καρτέρη)

Posted by sarant στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

sarkartΚυριακή σήμερα, αλλά και πρώτη του μηνός. Να βάλω το μηνολόγιο ή το φιλολογικό άρθρο που συνηθίζω; Τελικά αποφάσισα να αφήσω το μηνολόγιο για αύριο, μια και είχα κάτι φιλολογικό έτοιμο, ένα φιλολογικό θέμα που συνδέει μια συμπαθέστατη μορφή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τον Νίκο Φέρμα, με έναν αγαπημένο μου ποιητή, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Δεν μπορούσα λοιπόν να αντισταθώ.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι γραμμένο από τον Θανάση Σαράφη-Καρτέρη, που τον βλέπετε εδώ αριστερά σκιτσαρισμένον από τον Μίλτη Παρασκευαΐδη. Δημοσιεύτηκε το 1984 στις Καμάρες, το περιοδικό του Συλλόγου Μοριανών Αττικής -δηλαδή των καταγομένων από τη Μόρια, ένα χωριό 7 χλμ. έξω από τη Μυτιλήνη. (Στη Μόρια είχε μαγαζί ο παππούς του πατέρα μου, ο Μυρογιάννης, αν και δεν λογαριάζεται για Μοριανός, πιο πολύ για Πληγωνιάτης, άλλο χωριό, από την άλλη μεριά της πόλης της Μυτιλήνης). Αργότερα, το αφήγημα περιλήφθηκε και στη συλλογή Κείμενα του ίδιου συγγραφέα.

Δεν παίρνω όρκο για την ακρίβεια των όσων αφηγείται ο Θ. Σαράφης-Καρτέρης. Για παράδειγμα, ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1888, όχι το 1889 ενώ και σε αρκετά άλλα σημεία έχω αμφιβολίες (ας πούμε, η Βικιπαίδεια αναφέρει ότι η γυναίκα του Φέρμα λεγόταν Άννα Παντζίκα, ενώ εδώ αναφέρεται ως Νίτσα Μπάτσικα). Αλλά δεν είναι αυτό το βασικό. Από την άλλη, πολύ γουστόζικο είναι το επεισόδιο με τον Λαπαθιώτη που μάντευε τις τετριμμένες ρίμες του πρωτόλειου ποιήματος.

Ευχαριστώ πολύ τον θείο μου Κώστα Μίσσιο, ποιητή και χαλκέντερο γραμματολόγο της λεσβιακής γραμματείας, που έθεσε το κείμενο υπόψη μου.

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΦΕΡΜΑΣ

Όσοι παρακολουθούν τις παλιές ελληνικές ταινίες που προβάλλονται συχνότατα στην Τηλεόραση, θα έχουν προσέξει έναν καλόν ηθοποιό που εμφανίζεται στις περισσότερες απ’ αυτές, τον Νίκο Φέρμα. Είναι ένας θαυμάσιος τυπίστας που αποδίδει αριστοτεχνικά χαρακτηριστικούς ρόλους ανθρώπων του υπόκοσμου, διευθυντές υπόπτων κέντρων, νταήδες, κομπιναδόρους ή και απλούς λαϊκούς τύπους, όπως παλιατζήδες, μανάβηδες κ.α. Σ’ αυτά τα περιθωριακά πρόσωπα, τους ανθρώπους της πιάτσας, ο Φέρμας με το καλλιτεχνικό του ένστικτο δίνει ζωντάνια και πειστικότητα.

Fermas_NikosΚατά την εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στις δόξες του και η μια ταινία διαδεχόταν την άλλη, ο Φέρμας ήταν περιζήτητος απ’ τους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες κι έχει παίξει σημαντικούς ρόλους πλάι σε μεγάλες φίρμες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως τον Χορν, την αξέχαστη Λαμπέτη, τον Κωνσταντάρα, τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη, τη Σμαρούλα Γιούλη, τον Αυλωνίτη, τον Χατζηχρήστο, τον Φωτόπουλο και άλλους πρωταγωνιστές μας. Σε κάποια ταινία που δεν θυμάμαι τον τίτλο της, συμπρωταγωνιστούσε με τον θαυμάσιο κωμικό Βασίλη Αυλωνίτη. Κι είχε σημειώσει εξαιρετική επιτυχία.

Αυτός λοιπόν ο καλός ηθοποιός της σκηνής και της οθόνης, ο Νίκος Φέρμας, είναι Μοριανός. Αν διασώζονται στα γραφεία της Κοινότητας Μόριας τα παλιά μητρώα Αρρένων, σίγουρα θα τον βρούμε γραμμένο στα 1905 η 1906. Όχι φυσικά σαν Φέρμα. Το επίθετο αυτό είναι ψευδώνυμο καλλιτεχνικό και θα δούμε στη συνέχεια ποιος του τόδωσε, ποιος ήταν νονός του. Το πραγματικό του επώνυμο είναι Χατζηανδρέου. Ο πατέρας του, όπως έχω συμπεράνει απ’ τις κουβέντες που κάναμε κατά την πολύχρονη φιλία μας, ήταν ένας φτωχός αγρότης, μεροκαματιάρης. Όλη η περιουσία του ήταν ένα κτηματάκι με λίγα λιόδεντρα. Πέθανε όταν ο μονάκριβος γιος του ήταν σε μικρή ηλικία, τριών – τεσσάρων χρόνων. Η χήρα του για να τα βγάλει πέρα, εγκατέλειψε το χωριό κι εγκαταστάθηκε με το παιδί της στη Μυτιλήνη, όπου άρχισε να εργάζεται σαν οικιακή βοηθός σε διάφορα πλουσιόσπιτα. Για αρκετά χρόνια εργάστηκε μόνιμα σαν ένα είδος οικονόμου, στο αρχοντικό του Πιττακού Ευστρατίου στη Σουράδα, που ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος της «Τράπεζας Αθηνών».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Λαπαθιώτης, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 236 Σχόλια »

Δυο υποσημειώσεις στο Γεράκι της Μάλτας

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2014

malteseΤο Γεράκι της Μάλτας (The Maltese Falcon) είναι το γνωστότερο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ντάσιελ Χάμετ, κάτι που το οφείλει σε μεγάλο βαθμό στην περίφημη κινηματογραφική του μεταφορά, το 1941, από τον Τζον Χιούστον, με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στον ρόλο του ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ.

Ο Ντάσιελ Χάμετ, πατέρας του σκληροτράχηλου αστυνομικού αφηγήματος, είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Εχω διαβάσει όλα του σχεδόν τα έργα, αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι εδώ και αρκετό καιρό έπαψα να παρακολουθώ την εκδοτική κίνηση κι έτσι κάποια θα μου έχουν ξεφύγει -βέβαια ο Χάμετ έχει πεθάνει από το 1961, αλλά όλο και κάποια από τα πρώτα έργα του βγήκαν στην επιφάνεια τα τελευταία μόλις χρόνια.

Στα νιάτα μου μετέφρασα τα μυθιστορήματά του Το γεράκι της Μάλτας και Κόκκινος Θερισμός (και τα δύο για τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή) και τη συλλογή διηγημάτων Το μεγάλο χτύπημα για τον Καστανιώτη. Επειδή εκείνο τον καιρό επικρατούσε καθεστώς ασάφειας σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα των έργων που είχαν γραφτεί πριν από το 1946, και τα δυο αυτά μυθιστορήματα έχουν εκδοθεί πολλές φορές στα ελληνικά σε διαφορετικές μεταφράσεις, τόσο πριν όσο και μετά από τη δική μου.

Πολλοί μεταφραστές αποφεύγουν να βάζουν υποσημειώσεις, ιδίως όταν μεταφράζουν λογοτεχνία. Εγώ είμαι της άλλης σχολής, που όχι μόνο δεν αποφεύγει τις υποσημειώσεις αλλά ίσως και να κάνει κατάχρηση -τόσο όταν μετέφραζα, όσο και στα βιβλία που γράφω ή επιμελούμαι εγώ ο ίδιος. Καταλαβαίνω τον αντίλογο, ότι η υποσημείωση διασπά τον ειρμό και ότι δεν πρέπει να δίνεις μασημένη τροφή στον αναγνώστη, αλλά δεν συμφωνώ -ας πούμε ότι είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας.

Όπως και στις άλλες μεταφράσεις μου, έτσι και στο Γεράκι της Μάλτας (που τώρα πρέπει να είναι εξαντλημένο) έβαλα κάμποσες υποσημειώσεις και σήμερα θα συζητήσω για δυο από αυτές, που βρίσκονται κοντά-κοντά, σε διπλανές σελίδες, και που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και οι δυο προαιρετικές, πολύ περισσότερο που, απ’ όσο έχω ψάξει, κανείς άλλος μεταφραστής δεν θεώρησε σκόπιμο να τις βάλει.

Είμαστε στο δέκατο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Ο καναπές του Μπελβεντέρε». Ο Σπέιντ, που δεν έχει ακόμη συναντηθεί με τον Χοντρό, βρίσκεται στο ξενοδοχείο Μπελβεντέρε, και βλέπει στον καναπέ του σαλονιού τον νεαρό πιστολά, το τσιράκι του Χοντρού, που επιτηρεί την κίνηση κάνοντας πως διαβάζει εφημερίδα. Τον πλησιάζει, κάθεται σε μια διπλανή καρέκλα (δείτε την εικόνα από την ταινία του Χιούστον) και αρχίζει να του κάνει ερωτήσεις με σκοπό αφενός να δηλώσει την παρουσία του στον Χοντρό και αφετέρου για να σπάσει τον τσαμπουκά του μικρού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αστυνομική λογοτεχνία, Κινηματογράφος, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Ο Μπερλιόζ και οι άθικτοι

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2014

intouchΤις προάλλες είχα δυο ώρες καιρό και αρκετές τύψεις, οπότε είπα να δω μια ταινία από τις πολλές που έχω στον σκληρό μου και που δεν τις βλέπω ποτέ. Κατά τύχη διάλεξα τη γαλλική κομεντί «Ιntouchables», ταινία του 2011, που είδα πως έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα με τον αναμενόμενο ίσως τίτλο «Άθικτοι».  Λέω «ίσως», επειδή κάτι δεν μου αρέσει στην απόδοση αλλά δεν ξέρω και με ποια σημασία χρησιμοποιείται η γαλλική λέξη, αν εννοεί τους παρίες, που κανείς δεν τους ακουμπάει ή αυτούς που τίποτα δεν μπορεί να τους πειράξει. Λείπει και το άρθρο από τον γαλλικό τίτλο, ο οποίος δεν μπερδεύει μόνο εμένα. Άλλωστε και στις ΗΠΑ ο τίτλος δεν μεταφράστηκε, αλλά προστέθηκε το αγγλικό άρθρο (The Intouchables) ενώ στη Βρετανία ο τίτλος μεταφράστηκε μεν αλλά στον ενικό (Untouchable).

Η ταινία είναι μια από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες του γαλλικού κινηματογράφου, τόσο μέσα στη Γαλλία όσο και στο εξωτερικό. Ένας πάμπλουτος αριστοκράτης, ο Φιλίπ, που έπαθε ατύχημα κάνοντας παραπέντε (αλεξίπτωτο πλαγιάς, αν προτιμάτε) και έχει μείνει τετραπληγικός, έχει βάλει αγγελία και αναζητεί βοηθό/νοσοκόμο. Ανάμεσα στους πολλούς υποψήφιους για τη θέση, που όλοι τους έχουν κάνει ειδικές σπουδές και έχουν πείρα στη φροντίδα πλουσίων αρρώστων, παρουσιάζεται και ο Ντρις, ένας Σενεγαλέζος από τα προάστια (κι όταν λέμε προάστια, banlieues, στο Παρίσι εννοούμε δύσκολες γειτονιές, με τις πανύψηλες πολυκατοικίες διαμερισμάτων με επιδοτούμενο ενοίκιο και με μεγάλο ποσοστό μαύρων στον πληθυσμό). Ο Ντρις δεν έχει βέβαια καμιά βλέψη για τη θέση, θέλει απλώς να του υπογράψουν ένα χαρτί ότι ζήτησε εργασία και απορρίφθηκε, ώστε να συνεχίσει να τον πληρώνει το ταμείο ανεργίας. Και όταν, ύστερα από δυο ώρες αναμονή, βλέπει ότι η γραμματέας του αριστοκράτη καλεί μέσα τους άλλους και αυτόν τον αποφεύγει, μπουκάρει με το έτσι θέλω για να πάρει την πολυπόθητη υπογραφή.

Ωστόσο, ύστερα από μια επεισοδιακή συζήτηση ο Φιλίπ, που έχει απαυδήσει με την υποκρισία των άλλων διεκδικητών της θέσης, αποφασίζει να προτείνει τη θέση στον Ντρις, δοκιμαστικά για ένα μήνα. Ο Ντρις αναλαμβάνει καθήκοντα προσωπικού βοηθού, θα μένει μέσα στο μέγαρο, σε ένα δωμάτιο διακοσμημένο με πίνακες μουσείου, και δουλειά του είναι να προσέχει, να ντύνει, να ταΐζει και να είναι τα μπράτσα και τα πόδια του ανάπηρου Φιλίπ, ο οποίος δεν ελέγχει το σώμα του από τον λαιμό και κάτω. Φυσικά, η συνύπαρξη των δυο τόσο διαφορετικών ανθρώπων προκαλεί ένα σωρό κωμικές σκηνές, που θυμίζουν πότε τον Πυγμαλίωνα και πότε τον Σοφέρ της κυρίας Ντέιζι, αλλά δεν θα κάνω κινηματογραφική κριτική εδώ, δεν έχω τα προσόντα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Υπότιτλοι | Με ετικέτα: , | 86 Σχόλια »

Ο θρύλος του «Μάικλ Κόλχας» και ο Μίχαελ Κόλχαας

Posted by sarant στο 15 Απρίλιος, 2014

Kohlhaas_poster

(Το άρθρο αυτό το είχα ανεβάσει χτες κατά λάθος, και αμέσως το απέσυρα. Ζητώ συγνώμη από όσους το είδαν να περνάει φευγαλέα από τις οθόνες τους και να χάνεται σαν οπτασία!)

Προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες αυτή την εβδομάδα η γαλλογερμανική παραγωγή «Ο θρύλος του Michael Kohlhaas», βασισμένη στη νουβέλα του Χάινριχ φον Κλάιστ «Μίχαελ Κόλχαας». Οι διανομείς της ταινίας στην αφίσα που βλέπετε αριστερά προτίμησαν να αφήσουν αμετάγραπτο το όνομα, αλλά στο επίσημο τρέιλερ (μπορείτε να το δείτε εδώ) κάνουν λόγο για «Μάικλ Κόλχας» δηλαδή τον μεταγράφουν σαν να ήταν αγγλόφωνος. Γενικά η Seven δεν πρέπει να έχει και μεγάλη επιτυχία στις μεταγραφές ξένων ονομάτων, αν κρίνω από το όνομα του σκηνοθέτη (Arnaud des Pailleres), που τον έχουν μεταγράψει στη μεν αφίσα ως «ντε Παλιέρ» στο δε τρέιλερ ως «ντε Παλιέγ», χωρίς να πετύχουν το σωστό, που είναι ντε Παγιέρ! Προκειμένου για το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας, αφού η ταινία είναι γαλλογερμανική και η κόπια που έχουμε είναι γαλλική, θα μπορούσε να αποδοθεί «Μισέλ Κολάς» (ή έστω Κολάζ), όπως ακούγεται και στο τρέιλερ της ταινίας (στο 1.29).

Επειδή όμως η ταινία είναι, όπως είπα, βασισμένη στη νουβέλα του φον Κλάιστ, θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί η γερμανότροπη εκφορά του ονόματος, Μίχαελ Κόλχαας, μια λύση που θα είχε το πλεονέκτημα ότι θα ακολουθούσε την ελληνική απόδοση του τίτλου της νουβέλας, όπως έχει εκδοθεί σε βιβλίο (βλ. παρακάτω) -αν και αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η παράμετρος ελάχιστη σημασία έχει για τους διανομείς.

Από την άλλη, ένα επιχείρημα υπέρ της γαλλότροπης εκφοράς (Μισέλ Κολάς), πέρα από το προφανές ότι ανταποκρίνεται σε ό,τι θα ακούσουν όσοι παρακολουθήσουν την ταινία, είναι ότι το σενάριο της ταινίας, παρόλο που παρακολουθεί πιστά τη νουβέλα του φον Κλάιστ, ωστόσο μεταφέρει τη δράση στην κεντρική Γαλλία (αντί της Σαξονίας). Μάλιστα, ενώ στη νουβέλα εμφανίζεται ο Λούθηρος, στην ταινία τον αντικαθιστά κάποιος μη κατονομαζόμενος θεολόγος.

Πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογείται η αγγλότροπη εκφορά του ονόματος. Όσο μπορούμε, όσοι μπορούμε, ας αντιπαραθέτουμε την πολυγλωσσική πολυμορφία στην κυριαρχία της μίας γλώσσας που φτωχαίνει το πολιτισμικό τοπίο.

Όπως έγραψα πιο πάνω, η νουβέλα του φον Κλάιστ έχει εκδοθεί στα ελληνικά, πριν από μερικά χρόνια, από τις εκδόσεις Ερατώ. Είχα γράψει μερικά πράγματα για το βιβλίο αυτό σε ένα παλιό μου άρθρο, οπότε δεν θα ήταν περιττό να τα επαναλάβω εδώ τώρα που η ιστορία του Κόλχαας ξανάρθε στην επικαιρότητα.

KleistΤο έργο γράφτηκε το 1810, ένα χρόνο πριν αυτοκτονήσει ο φον Κλάιστ, αλλά η υπόθεσή του εκτυλίσσεται τον 16ο αιώνα -άλλωστε έχει τον υπότιτλο “Από ένα παλιό χρονικό”.

Ο έμπορος αλόγων Μίχαελ Κόλχαας, νομοταγής και ευκατάστατος πολίτης, ξεκινάει από την πόλη του να πάει να πουλήσει τα άλογά του στη Λιψία. Στο δρόμο, περνάει από τον πύργο ενός νεαρού άρχοντα, ο οποίος του ζητάει άδεια διέλευσης από τα εδάφη του, οπότε ο έμπορος αφήνει αμανάτι τα δυο καλύτερα άλογά του ώσπου να βγάλει. Στη Λιψία, μαθαίνει πως τέτοια άδεια δεν υφίσταται, ήταν ένα αστείο των ανθρώπων του άρχοντα. Γυρίζοντας στον πύργο, βρίσκει τα άλογά του σε άθλια κατάσταση, ξεθεωμένα στη δουλειά και νηστικά. Πάει στα δικαστήρια να βρει το δίκιο του, αλλά μάταια, αφού ο άρχοντας έχει παντού γνωριμίες. Ο Κόλχαας επιμένει, γιατί ξέρει ότι έχει δίκιο. Καθώς η γυναίκα του προσπαθεί να δει τον πρίγκιπα-εκλέκτορα, τραυματίζεται και πεθαίνει.

Τότε ο Κόλχαας γίνεται αντάρτης -μόνος του, μαζί με τους λίγους έμπιστους δουλευτάδες του. Κυριεύουν τον πύργο του νεαρού άρχοντα και τον καίνε, όμως ο άρχοντας ξεφεύγει στη γειτονική πόλη, τη Βιτεμβέργη (Wittenberg). Ο αντάρτικος στρατός πληθαίνει καθώς όλο και περισσότεροι χωρικοί προσχωρούν στις γραμμές του. Βάζουν φωτιά σε γειτονιές της πόλης, ζητώντας να τους παραδοθεί ο άρχοντας. Το αίτημα του Κόλχαας είναι να υποχρεωθεί ο νεαρός άρχοντας να παχύνει ξανά τα δυο μαύρα άλογά του και να του τα παραδώσει σε άριστη κατάσταση όπως ήταν!

Τελικά, επεμβαίνει ο Λούθηρος και καταφέρνει να δοθεί αμνηστία στον Κόλχαας για να εξεταστεί η υπόθεσή του από τα δικαστήρια. Όπως θα καταλάβατε, τελικά ο Κόλχαας καταλήγει στο ικρίωμα, αν και δικαιώνεται στην υπόθεση με τα άλογα. Αυτή η μανιακή επιδίωξη της δικαιοσύνης είναι θέμα πολύ μοντέρνο, όπως πολύ μοντέρνο είναι και το στυλ του συγγραφέα, π.χ. δεν έχει καθόλου περιγραφές τοπίων.Το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι και βοηθάει σ’ αυτό η έξοχη μετάφραση του Θόδωρου Παρασκευόπουλου.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Κόλχαας ήταν υπαρκτό πρόσωπο -αν και λεγόταν Κόλχαζε (Kohlhase) και πράγματι ήταν αλογέμπορος, που αδικήθηκε από έναν ευγενή για δυο άλογα, και πράγματι ξεκίνησε αντάρτικο, όλα αυτά γύρω στο 1534, και έκαψε σπίτια στη Βιτεμβέργη παρά τις παραινέσεις του Λούθηρου. Κατέληξε στον τροχό το 1540 -χωρίς να προηγηθεί αμνηστία όμως και συνεννόηση με τις αρχές του κράτους όπως στο μυθιστόρημα. Ο φιλέρευνος αναγνώστης θα βρει σε επίμετρο του  βιβλίου όσα λένε οι πηγές για τον υπαρκτό Κόλχαζε.

Η νουβέλα του φον Κλάιστ έχει σημαντική θέση στη γερμανόφωνη λογοτεχνία. Το θέμα του νομοταγή πολίτη που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κατάφωρη αδικία και επαναστατεί είναι διαχρονικό και συναρπαστικό. Στο μυθιστόρημα Ragtime του Doctorow η ιστορία μεταφέρεται στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1920. Με πρόφαση ότι πρόκειται για ιδιωτική οδό οι εθελοντές πυροσβέστες ζητούν διόδια από τον μαύρο μουσικό Coalhouse Walker όταν περνάει από μπροστά τους με την απαστράπτουσα T-Ford του. Εκείνος αρνείται, φεύγει για να διαμαρτυρηθεί στις αρχές, επιστρέφει και βρίσκει κατεστραμμένο το αυτοκίνητο και η ιστορία εξελίσσεται με παρόμοιο τρόπο. Ο Ντόκτοροου, θέλοντας να δείξει ότι έχει εμπνευστεί από τον Κλάιστ, «εξαμερικάνισε» το όνομα του Κόλχαας. Όσο για τη νουβέλα, δεν είναι η πρώτη φορά που μεταφέρεται στον κινηματογράφο: είχε μεταφερθεί και το 1969 από τον Φόλκερ Σλέντορφ.

Μια λεπτομέρεια από το βιβλίο, που την είχαμε συζητήσει αρκετά στο αρχικό άρθρο. Σε κάποιο σημείο γίνεται λόγος για μια μολυβένια χτένα, και στην υποσημείωση ο μεταφραστής μάς πληροφορεί ότι χρησιμοποιούσαν χτένες από μολύβι για να σκουραίνουν τα μαλλιά. Αναφέρει μάλιστα και μια παροιμία της εποχής: Ein Bleikamm schwerzt die Haare, doch jüngt er nicht die Jahre, που θα πεί ότι “Η μολυβένια χτένα μαυρίζει τα μαλλιά, μα δεν μικραίνει τα χρόνια”. Στο βιβλίο τη χτένα τη χρησιμοποιεί άντρας, αλλά δεν ξέρω αν οι μολυβένιες χτένες ήταν σύνεργο αποκλειστικά αντρικού καλλωπισμού, ούτε βέβαια ξέρω αν στην ταινία εμφανίζεται η χτένα -όποιος την είδε, ας μας πει. Βέβαια, ο μόλυβδος δεν είναι ό,τι το υγιεινότερο, αλλά από παλιά οι άνθρωποι έβαζαν τα κάλλη πάνω από τον πόνο.

 

Posted in Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Κινηματογράφος, Λογοτεχνία, Μεταγραφή ξένων ονομάτων, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 89 Σχόλια »

Πριν από πενήντα χρόνια: ο Μποστ σχολιάζει τις διακοινοτικές συγκρούσεις στην Κύπρο

Posted by sarant στο 3 Ιανουαρίου, 2014

Ο Μποστ αρέσει στο ιστολόγιο και, ελπίζω, σε αρκετούς αναγνώστες και φίλους. Εδώ και λίγο καιρό ανεβάζω, πότε-πότε, σκίτσα του Μποστ που σχολιάζουν σημαντικά γεγονότα που συνέβηκαν πριν από 50 χρόνια. Το προηγούμενο σκίτσο αυτής της σειράς, που σχολίαζε την απονομή του βραβείου Νόμπελ στον Γ. Σεφέρη, το είχα δημοσιεύσει πριν από δεκαπέντε περίπου μέρες.

Τα Χριστούγεννα του 1963 στην Κύπρο σημαδεύτηκαν από το ξέσπασμα μιας κρίσης που σοβούσε επί μήνες, με αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε ελληνοκυπρίους και τουρκοκυπρίους και την οριστική αποχώρηση των τουρκοκυπρίων από τους θεσμούς του νεαρού κράτους.

Ο Μποστ δημοσίευσε αρκετά σκίτσα με θέμα το Κυπριακό, μεταξύ των οποίων και το παρακάτω:

mpost-cyprus1

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κύπρος, Κινηματογράφος, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 23 Σχόλια »

Τα σινεμά του Δημήτρη Φύσσα

Posted by sarant στο 12 Νοέμβριος, 2013

Παρά την κρίση, σε ένα μήνα και κάτι έχουμε Χριστούγεννα, και κάθε χρόνο τέτοιον καιρό το ιστολόγιο αρχίζει να μπαίνει στο κλίμα το εορταστικό με τον δικό του τρόπο, δηλαδή με παρουσιάσεις βιβλίων και επομένως το ποσοστό των βιβλιοπαρουσιαστικών άρθρων θα αυξηθεί τούτη την περίοδο (ήδη παρουσιάσαμε την προηγούμενη εβδομάδα το «Μίλα μου για γλώσσα» του Φ. Παναγιωτίδη). Οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι θα εκμεταλλευτώ την ευκαιρία για να παρουσιάσω και δυο-τρία δικά μου βιβλία που μόλις εκδόθηκαν ή είναι έτοιμα για έκδοση, διότι αν δεν παινέψεις το σπίτι σου ξέρετε ποιες είναι οι συνέπειες. Επίσης, με την ευκαιρία να αναγγείλω ότι δυο παλιότερα βιβλία μου, που ήταν εξαντλημένα, ανατυπώθηκαν και ήδη βρίσκονται σε πολλά βιβλιοπωλεία. Πρόκειται για τη Γλώσσα μετ’ εμποδίων, βιβλίο του 2007 (προ ιστολογίου δηλαδή), που πολλοί μού το ζητούσαν, και για το νεότερο, αλλά επίσης εξαντλημένο, Λέξεις που χάνονται. Ανατυπώθηκαν και τα δυο, σε ψηφιακή τώρα εκτύπωση, που δίνει τη δυνατότητα για μικρότερο τιράζ. Με ενοχλούσε που τα βιβλία είχαν εξαντληθεί, πίεζα τον εκδότη να τα ανατυπώσει, ελπίζω να μη μείνουν τώρα απούλητα και το μετανιώσει ο άνθρωπος.

Αλλά αυτά είναι απλώς μια αναγγελία, το θέμα του σημερινού άρθρου δεν αφορά δικά μου βιβλία αλλά το βιβλίο ενός άλλου, ένα βιβλίο αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Καταρχάς, όχι ακριβώς βιβλίο, αλλά ηλεβιβλίο, ελληνιστί e-book, αλλά και πάλι όχι ακριβώς ηλεβιβλίο, διότι δεν κυκλοφορεί (απ’ όσο ξέρω) σε μορφή epub ή σε κάποιον άλλον ηλεβιβλιακό μορφότυπο που εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες των συσκευών ηλανάγνωσης, Κιντλ και συναφών, αλλά σε απλό pdf. Και, δεύτερη πρωτοτυπία, δεν πουλιέται αλλά διατίθεται δωρεάν, σε μια γενναιόδωρη χειρονομία του συγγραφέα του, του  παλιού φίλου Δημήτρη Φύσσα.

Πρόκειται για το βιβλίο «Τα σινεμά της Αθήνας 1896-2013. Ιστορίες του αστικού τοπίου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο συγγραφέας του έχει γράψει και διηγήματα, ποιήματα και μυθιστορήματα, όμως έχει και τη φλέβα του ερευνητή και το σαράκι του συλλέκτη μικροτεκμηρίων και την πετριά του αθηναιογράφου. Ένα από τα πρώτα βιβλία του, ας πούμε, ήταν το «Η γενιά του Πολυτεχνείου. Ένα βιογραφικό λεξικό» (1993), σε ένα άλλο είχε παρουσιάσει προγράμματα από αθηναϊκά τσοντοσινεμά, ενώ διατηρεί μια πολύ καλή αθηναιογραφική στήλη (τυχαίο άρθρο) στην Άθενς Βόις. Μια και έχουμε περπατήσει παλιά στους ίδιους δρόμους, τώρα που σε πολλά δεν συμφωνούμε προτιμώ να συζητάω μαζί του αυτά στα οποία συμφωνούμε, και είναι ακόμα αρκετά.

Ο Φύσσας βάλθηκε λοιπόν να φτιάξει ένα λεξικό των κινηματογράφων της Αθήνας -όχι μόνο των κινηματογράφων που λειτουργούν σήμερα ή που ήταν ανοιχτοί μέχρι πρόσφατα και ακόμα σώζονται, έστω και κλειστοί, αλλά όλων των κινηματογράφων που λειτούργησαν ποτέ στα όρια του Δήμου Αθηναίων, ξεκινώντας από το 1896, δηλαδή θα βρείτε να περιγράφονται και κινηματογράφοι που έχουν πάψει να υπάρχουν εδώ και πολλές δεκαετίες, που έχουν γκρεμιστεί και στη θέση τους βρίσκονται συνήθως πολυκατοικίες. Ο Φύσσας εντόπισε την ύπαρξή τους από παλιές εφημερίδες και ειδικά περιοδικά (ήδη από τη δεκαετία του 1920 κυκλοφορούν στη χώρα μας πολυσέλιδα μηνιαία περιοδικά αφιερωμένα στη νέα τέχνη), πήγε επιτόπου και αναζήτησε στην παλιά διεύθυνση τα ίχνη των σινεμά, μίλησε με περιοίκους, ιδίως γέρους σε καφενεία, που θυμούνταν την εποχή που το σινεμά ακόμα λειτουργούσε. Όρεξη να’χεις να κάνεις τέτοια δουλειά, που δεν τελειώνει ποτέ και ποτέ δεν πληρώνεται -αλλά εμπεριέχει την ανταμοιβή της.

Θα παραθέσω τον πρόλογο του συγγραφέα, που έχει τον παλαιικό τίτλο «Τοις εντευξομένοις», γιατί τα λέει καλύτερα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βιβλία, Διαφημίσεις, Κινηματογράφος, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 85 Σχόλια »

Ο Μποστ με τον Σπύρο Σκούρα στο Χόλιγουντ

Posted by sarant στο 9 Αύγουστος, 2013

Όπως κάθε καλοκαιρινή Παρασκευή, σήμερα δημοσιεύω σκίτσο του Μποστ, κι αφού το πήρα σκοινί κορδόνι να δημοσιεύω ένα σκίτσο απο κάθε χρονιά, σήμερα έχουμε ένα σκίτσο του 1962 (την περασμένη Παρασκευή είχαμε σκίτσο του 1961). Εδώ που τα λέμε, το σκίτσο αυτό λογάριαζα να το παρουσιάσω πέρσι τον Ιούλιο που ήταν τα πενηντάχρονα του γεγονότος, αλλά κάτι έγινε και το ξέχασα, οπότε τώρα βγάζω τα δανεικά.

bost620701

Το σκίτσο δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία την 1η Ιουλίου 1962 και σχολιάζει ένα γεγονός του καλλιτεχνικού στερεώματος: ο Σπύρος Σκούρας (1893-1971), μετανάστης από το Σκουροχώρι Ηλείας, που έφτασε να γίνει μεγιστάνας του αμερικανικού κινηματογράφου και πρόεδρος επί εικοσαετία της 20th Century Fox, είχε μόλις εξαναγκαστεί (στις 27 Ιουνίου) σε παραίτηση, όταν οι μέτοχοι εξεγέρθηκαν για τις τεράστιες υπερβάσεις κόστους της υπερπαραγωγής Κλεοπάτρα.

Πράγματι, η Κλεοπάτρα με σκηνοθέτη τον Τζόζεφ Μάνκιεβιτς, πρωταγωνιστές την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, είναι ακόμα και σήμερα η ακριβότερη παραγωγή στην ιστορία του κινηματογράφου (αν υπολογίσουμε τον πληθωρισμό) αφού κόστισε 44 εκατ. δολάρια (που ισοδυναμούν με 320 σημερινά) και φυσικά δεν έβγαλε τα έξοδά της. Ο αρχικός προϋπολογισμός ήταν μόνο 2 εκατομμύρια!

Η υπέρβαση του κόστους οφείλεται με μια σειρά από ατυχίες στο γύρισμα που έριξαν έξω τον χρονοπρογραμματισμό και τον προϋπολογισμό, όπως ότι διάλεξαν για γύρισμα τη Ρώμη, αλλά συνέπεσε με τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1960, κάτι που τους έβαλε ανυπέρβλητα προβλήματα, και μετά μεταφέρθηκαν σε ένα βρετανικό στούντιο, πολύ κακή ιδέα αφού η συνεχής ομίχλη και βροχή του Λονδίνου δεν ταίριαζε με την Αλεξάνδρεια, και τελικά, αφού η Λιζ Τέιλορ αρρώστησε σοβαρά και άλλαξε ο αρχικός σκηνοθέτης, το γύρισμα επέστρεψε στη Ρώμη το καλοκαίρι του 1961.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κινηματογράφος, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 44 Σχόλια »

Ποιος έκανε το τρένο να σφυρίζει τρεις φορές;

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2013

highnoonΟ τίτλος του άρθρου, όπως θα το καταλάβατε, είναι υπαινιγμός στην κλασική ταινία γουέστερν «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές», ταινία του 1952 σε σκηνοθεσία του Φρεντ Τσίνεμαν, με τον Γκάρι Κούπερ και τη Γκρέις Κέλι, ένα ασπρόμαυρο γουέστερν που μπορεί να ιδωθεί και σαν πολιτική αλληγορία και καταγγελία του μακαρθισμού… αλλά το ιστολόγιο δεν έχει επιδόσεις στον κινηματογράφο, ο καθένας στο είδος του κι εμείς πιο πολύ με τη γλώσσα ασχολούμαστε, οπότε αφήνουμε την ταινία για τους σινεφίλ και τους κριτικούς, κι εμείς εστιαζόμαστε στον τίτλο της ταινίας, τίτλο που έχει γράψει τη δική του πορεία κι έχει γίνει παροιμιώδης κατά κάποιο τρόπο, αφού συχνά-πυκνά βλέπει κανείς άρθρα στις εφημερίδες με υπαινιγμούς στον τίτλο της παλιάς αυτής ταινίας, αλλά και έχει δώσει, παρωδούμενος, τον τίτλο στην επιθεώρηση «Το τρέντυ θα χτυπήσει τρεις φορές«. Όμως, το τρένο σφυρίζει τρεις φορές στον ελληνικό τίτλο της ταινίας. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι High noon, που θα πει «ντάλα μεσημέρι» ή «καταμεσήμερο», όπως βλέπετε και στην εικόνα αριστερά.

Δεν ξέρω τα δικά σας γούστα, αλλά ο ελληνικός τίτλος μού φαίνεται πολύ καλύτερος. Θα μου πείτε, και με το δίκιο σας, ότι κατά ένα μέρος αυτό οφείλεται στη συνήθεια και στην εξοικείωση, αλλά και πάλι εξακολουθώ να τον βρίσκω καλύτερο ή, τουλάχιστον, πολύ πετυχημένο. Παραδέχομαι βέβαια ότι τον αγγλικό τίτλο τον έμαθα αργότερα από τον ελληνικό (που τον είχα ακούσει πριν δω την ταινία). Στις μέρες μας συνηθίζεται να παρατίθενται οι δυο τίτλοι, αγγλικός κι ελληνικός, πλάι πλάι, κι έτσι φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι έχουν επίγνωση της μεταφραστικής αναντιστοιχίας. Μάλιστα, όταν το 2000 κυκλοφόρησε μια κωμική ταινία με στοιχεία γουέστερν και κουνγκ φου και τίτλο Shanghai noon, λογοπαίγνιο με το High noon, ο ελληνικός τίτλος μετέφερε το λογοπαίγνιο, αφού ήταν «Ο Κινέζος θα χτυπήσει τρεις φορές«.

Κι άλλες φορές ο ελληνικός τίτλος, που δεν είναι πιστή μετάφραση του αγγλικού, φαίνεται πιο πετυχημένος -για παράδειγμα, συγκρίνετε το «Φράουλες και αίμα», τίτλο που ξαναέγινε επίκαιρος με τις ματωμένες φράουλες της Μανωλάδας, με το κάπως ξερό ή πεζό «The Strawberry Statement».

Η μεταφραστική αναντιστοιχία έχει γεννήσει και μερικές γουστόζικες ιστορίες. Ο μεταφραστής Ανδρέας Παππάς είχε γράψει για την ταινία Splendor in the grass του Ελία Καζάν, που παίχτηκε στα ελληνικά με τίτλο «Πυρετός στο αίμα»:  Ένας συμμαθητής μου, λοιπόν, που είχε προσέξει τον αγγλικό τίτλο βλέποντας την ταινία, υπερήφανος για τους ορίζοντες της αγγλομάθειας που ανοίγονταν μπροστά του, μας είχε πει: «Ρε σεις, το ξέρατε ότι ο πυρετός είναι splendor και το αίμα grass;».

Στην τελευταία περίπτωση, ο αγγλικός τίτλος είναι παρμένος από στίχο του Wordsworth, που ασφαλώς κάτι θα έλεγε στον καλλιεργημένο αγγλόφωνο θεατή. Για τον Έλληνα, που δεν έχει τέτοια εξοικείωση, η αναφορά θα είχε χαθεί ακόμα κι αν ο τίτλος μεταφραζόταν πιστά.

Αυτό μου θυμίζει έναν μεταφρασμένο ελληνικό τίτλο για τον οποίο έχω γκρινιάξει στο παρελθόν, παρόλο που αναγνωρίζω πως ο τίτλος του βιβλίου είναι εκδοτικό προνόμιο. Ένα από τα ιστορικά αστυνομικά βιβλία του Peter Tremayne, όπου πρωταγωνιστεί η Ιρλανδέζα μοναχή Φιντέλμα, έχει τον αγγλικό τίτλο Suffer little children. Αυτό είναι παρμένο από την αγγλική μετάφραση των Ευαγγελίων και αντιστοιχεί στο ελληνικό Άφετε τα παιδία. Είχε έτοιμον ωραίο τίτλο ο εκδότης, βαρύ και τριζάτο, κι όμως προτίμησε να τιτλοφορήσει την ελληνική μετάφρασή του «Η καταδίωξη των μικρών διαδόχων», επιλογή εντελώς αξιοθρήνητη κατά την ταπεινή μου γνώμη, όχι επειδή δεν είναι πιστή μετάφραση αλλά επειδή μαρτυράει το κλειδί του έργου και χαλάει όλο το μυστήριο,  διότι στο βιβλίο εμφανίζονται κάτι μαυρομάλλικα παιδιά που φοβούνται και τον ίσκιο τους, και που τελικά αποδεικνύεται πως είναι διάδοχοι του θρόνου και κάποιος θέλει να τα σκοτώσει… μυστικό που φανερώνεται στον Έλληνα αναγνώστη ήδη από τον τίτλο, αυτογκόλ από τ’ αποδυτήρια που λέμε, όπως σε μια παλιάν ελληνική κωμωδία όπου ο Νίκος Σταυρίδης παίζει (με περούκα) τη θεία του ήρωα, που είναι συγγραφέας αστυνομικών βιβλίων, που το βιβλίο της σημείωσε παταγώδη αποτυχία επειδή είχε τίτλο «Δολοφόνος ήταν ο γιατρός».

Εκδοτικό προνόμιο ο τίτλος, είπαμε, οπότε συγχωρείται να μην αποτελεί πιστή μετάφραση του πρωτοτύπου, αλλά όχι κι έτσι. Κι άλλες φορές έχω γκρινιάξει για τίτλο, όπως ας πούμε σ’ ένα διήγημα του Τσάντλερ, με τον πρωτότυπο τίτλο Finger man, παναπεί καταδότης (και ο Μάρλοου στο διήγημα αυτό έχει πράγματι καταθέσει εις βάρος ενός κακοποιού, άρα είναι καταδότης στα μάτια του), το οποίο στην ελληνική του μετάφραση έγινε «Χρυσοδάκτυλος», που το βρήκα εντελώς παραπλανητικό.

Μπορεί βέβαια να παρατηρήσει κανείς ότι μερικοί μεταφρασμένοι τίτλοι έχουν εσκεμμένα γίνει λίγο πιο πιασάρικοι στη μετάφρασή τους. Για παράδειγμα, σε ένα από τα βιβλία της Φιντέλμας, που ανέφερα πιο πάνω, αστυνομικό πάλι, το Valley of the Shadow, θέλοντας ο εκδότης και μη θέλοντας ο μεταφραστής έχει αποδοθεί «Κοιλάδα του θανάτου». Είπαμε, ο εκδότης βάζει τα λεφτά του, έχει λόγο στην επιλογή του τίτλου, άλλωστε κρίνεται. Παρόμοια, ένα από τα βιβλία της σειράς του Χάρι Πότερ, θαρρώ το προτελευταίο, Harry Potter and the Half-blood Prince, αρχικά είχε αποδοθεί «Ο Χάρι Πότερ και ο πρίγκιπας του αίματος», αλλά τελικά, αφού πολλοί διαμαρτυρήθηκαν (κι εγώ μαζί τους) στο βιβλίο προκρίθηκε ο τίτλος «ΧΠ και ο ημίαιμος πρίγκιψ», σαφώς καλύτερος κατά τη γνώμη μου.

Αλλά, όπως ξαναείπα, σε πολλές περιπτώσεις συγχωρείται ή ακόμα και επιβάλλεται η μη πιστή απόδοση του τίτλου. Για το λόγο αυτό, όχι απλώς διαφωνώ ριζικά αλλά και θεωρώ άσχετον με τη μετάφραση τον αγγλομαθή που κατάρτισε το «τοπ-10 των χειρότερων μεταφράσεων τίτλων ταινιών«, όπου περιλαμβάνει πολλές αποδόσεις που εγώ τις θεωρώ ευρηματικές. Σας προσκαλώ μάλιστα να αναφέρετε κι άλλες περιπτώσεις ταινιών που ο τίτλος τους δεν αποτελεί πιστή μετάφραση του πρωτοτύπου.

Πρέπει όμως πρώτα να απαντήσω στο ερώτημα του δικού μου τίτλου, «Ποιος έκανε το τρένο να σφυρίζει τρεις φορές». Διότι, πρέπει να το πω, παρόλο που σε κάποιο παλιό μου άρθρο είχα παινέψει τον ανώνυμο Έλληνα εισαγωγέα του The Strawberry Statement για την ευρηματικότητά του που μας χάρισε το έξοχο «Φράουλες και αίμα», τελικά αποδεικνύεται ότι ο έπαινος (ή η κατακραυγή, αν δεν συμφωνείτε  με τη γνώμη μου) ανήκει στον Γάλλο εισαγωγέα, διότι στα γαλλικά η ταινία κυκλοφόρησε ως Des fraises et du sang, και είναι μάλλον βέβαιο ότι εμείς από τους Γάλλους το πήραμε, και όχι οι Γάλλοι από εμάς. Από τα γαλλικά πήραμε και τους άλλους δύο τίτλους που ανάφερα στην αρχή: La Fièvre dans le sang είναι ο γαλλικός τίτλος της ταινίας του Καζάν (απ’ όπου κι ο δικός μας Πυρετός στο αίμα), ενώ η ταινία του Τσίνεμαν στα γαλλικά είναι Le train sifflera trois fois κι έτσι βρίσκουμε και την απάντηση στο ερώτημα «ποιος έκανε το τρένο να σφυρίζει τρεις φορές».

Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις μεταφραστικής αναντιστοιχίας σε αγγλικό τίτλο, δεν υπάρχει ταύτιση με τη γαλλική κόπια. Έτσι, το χιτσκοκικό Rear Window κυκλοφόρησε στα ελληνικά ως Σιωπηλός μάρτυρας, ενώ ο γαλλικός τίτλος (αλλά και ο γερμανικός, ο ιταλικός και όσοι άλλοι κοίταξα) ακολουθούν περίπου τον αγγλικό. Για να πω την αλήθεια, δεν θεωρώ φοβερά πετυχημένο τον ελληνικό τίτλο, μια χαρά θα μπορούσε να μεταφραστεί ο πρωτότυπος.

Αντίθετα, σε μιαν άλλη χιτσκοκική ταινία, το άχαρο Νorth by Northwest του πρωτοτύπου πολλοί το αποφύγανε, ο καθένας με τον τρόπο του. La Mort aux trousses (ο θάνατος στο κατόπι ή κάτι τέτοιο) στα γαλλικά, Der unsichtbare Dritte (ο αόρατος τρίτος) στα γερμανικά, Intrigo internazionale στα ιταλικά και παρόμοιο στα πορτογαλικά, Στο τελευταίο λεπτό (ή κάτι τέτοιο) στα σουηδικά, Ανθρωποκυνηγητό (ή κάτι τέτοιο) στα δανέζικα, και βέβαια το μεγαλειώδες «Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων» στα ελληνικά, που δεν βρίσκω να υπάρχει αλλού αντίστοιχό του.

Οπότε, ίσως θα έπρεπε να βάλω στο άρθρο τον τίτλο «Ποιος κάθισε στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων».

Posted in Κινηματογράφος, Μεταφραστικά, Συγκριτικά γλωσσικά, Τίτλοι | Με ετικέτα: , , , , , | 233 Σχόλια »

Κομπάρσοι και πρωταγωνιστές

Posted by sarant στο 25 Απρίλιος, 2013

Τον τελευταίο καιρό γίνεται λόγος για τριγμούς που παρατηρούνται στον κυβερνητικό συνασπισμό, ας πούμε με το αίτημα του Υπουργού Εργασίας για παραίτηση του διευθυντή του ΟΑΕΔ ή τις φήμες για επικείμενο ανασχηματισμό. Ένα προχτεσινό άρθρο που διάβασα στο Βήμα έχει τον τίτλο «Δεν είμαστε κομπάρσοι«, φράση που υποτίθεται ότι απεύθυναν οι δυο ελάσσονες εταίροι, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, στον πρωθυπουργό. Βέβαια, παραφράζοντας τη μακαρίτισσα Μάργκαρετ Θάτσερ θα μπορούσαμε να πούμε ότι «Το να είσαι ισότιμος εταίρος είναι όπως το να είσαι κυρία. Αν πρέπει να λες στους άλλους ότι είσαι, τότε δεν είσαι». Ωστόσο, αυτά είναι για όσους πολιτικολογούν, οπότε εμείς, που ως γνωστόν λεξιλογούμε, θα τα αντιπαρέλθουμε και θα πάρουμε απλώς αφορμή από τον τίτλο του άρθρου για να εξετάσουμε τη λέξη κομπάρσος.

Σύμφωνα με τα λεξικά, κομπάρσος είναι, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, ο ηθοποιός (του κινηματογράφου, του θεάτρου ή της τηλεόρασης) που εμφανίζεται σε μικρό και συνήθως βωβό ρόλο. Ο κομπάρσος σπάνια λέει κάτι, κι αν πει θα είναι δυο-τρεις λέξεις και θα λογαριάζεται για τυχερός. Πολλές φορές οι κομπάρσοι είναι φίλοι του σκηνοθέτη, χωρίς θεατρικές σπουδές, αν και μπορεί επίσης να είναι άσημοι ηθοποιοί. Ο διασημότερος κομπάρσος στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου είναι ασφαλώς ο Χρούντι Μπάκσι, κατά κόσμον Πίτερ Σέλερς, ο οποίος κατάφερε να ανατινάξει το πανάκριβο ψεύτικο φρούριο στην κλασική κωμωδία «Το πάρτι» θέλοντας να δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών του. «Θα φροντίσω να μην ξαναπαίξεις ποτέ σε ταινία!» του λέει, στα όρια της αποπληξίας, ο παραγωγός. «Εννοείτε και την τηλεόραση;» ρωτάει αυτός πριν τον πάρουν στο κυνήγι. Και πράγματι ο παραγωγός έγραψε το όνομά του με σκοπό να τον βάλει στη μαύρη λίστα, αλλά κατά λάθος το πρόσθεσε στον κατάλογο των προσκεκλημένων σ’ ένα τρελό χολιγουντιανό πάρτι… και η συνέχεια επί της οθόνης.

Από την άλλη, η πιο διάσημη κομπάρσα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου είναι η Βίκυ, με εμφανίσεις σε αρκετές ταινίες, σε μερικές από τις οποίες λέει και κάτι περισσότερο από ένα «γεια σας». Μάλιστα, σε μια από αυτές χορεύει κιόλας, και επειδή ο παραγωγός την αναφέρει στο ζενερίκ έμεινε και το όνομά της, όχι όμως και το επώνυμο. Περισσότερα στο λινκ, αλλά ας προσπεράσουμε το βάρβαρο «η κομπάρσος». Η λέξη κλίνεται κανονικότατα, ο κομπάρσος – η κομπάρσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Θεατρικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , | 104 Σχόλια »