Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κινηματογράφος’ Category

Ο Ουγκό, η ανάγκη και η Παναγία των Παρισίων

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2017

Τις προάλλες που είχα πάει στο Παρίσι, πέρασα κι από το νησί του Σηκουάνα και από την Παναγία των Παρισίων, όπου τώρα εκτός από τους τουρίστες και τους υπαίθριους ζωγράφους ήταν επιδεικτική και η παρουσία πάνοπλων στρατιωτών, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε.

Επειδή είχα κανονίσει μια συνάντηση, ανάβαλα για μιαν ακόμα φορά το σχέδιο που έχω να ανέβω πάνω στους πύργους της εκκλησίας, να δω το Παρίσι από ψηλά -κάτι λέγαμε για τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες προχτές.

Κάποτε θα ανέβω. Πάντως, τούτη τη φορά είχα κι έναν λόγο παραπάνω, διοτι φέτος το καλοκαίρι διάβασα την Παναγία των Παρισίων, του Βίκτωρος Ουγκό, και το είχα σχετικά πρόσφατο στη μνήμη μου. Αν πάω του χρόνου, θα χρειαστεί να το ξαναφρεσκάρω.

Δεν είχα διαβάσει την Παναγία των Παρισίων ως τώρα, παρά μόνο (ίσως) σε Κλασικά Εικονογραφημένα, αν και πρέπει να την είχα δει στο σινεμά, και βέβαια, επειδή οι κόρες μου βρίσκονταν σε κατάλληλην ηλικία, όταν ήταν μικρές είδαν ίσαμε 867 φορές το βίντεο από την αντίστοιχη ταινία της Ντίσνεϊ, και κάμποσες δεκάδες φορές είχα την τύχη να τη δω κι εγώ -τα παιδιά έχουν ανάγκη την επανάληψη των εμπειριών και των διηγήσεων, τα βοηθάει να ταξινομούν τον κόσμο τους. Οι ενήλικες βαριούνται τις επαναλήψεις, τουλάχιστον μέχρι να ωριμάσουν· τότε αρχίζουν να επισκέπτονται ξανά τα τοπία και τα βιβλία της νιότης τους. «Ποτέ δεν διαβάζω βιβλίο που να μην το έχω ξαναδιαβάσει», λέει ένας φίλος μου.

Το βιβλίο του Ουγκό το είχα, αλλά αδιάβαστο. Με παρακίνησε να το διαβάσω ο φίλος μας ο Δύτης, που το διάβασε πρώτος, και δη στα γαλλικά, κι έγραψε ένα συναρπαστικό άρθρο για μια λεπτομέρεια, που θα την αναφέρω παρακάτω. Παρασυρμένος από τον Δύτη, που είχε περισσότερους λόγους να το διαβάσει, αφού εκείνο τον καιρό βρισκόταν στο Παρίσι, το διάβασα κι εγώ που έκανα μπάνια στην Αίγινα -και τώρα γράφω αυτό το άρθρο.

Ο Ουγκό έγραψε το βιβλίο του το 1830 περίπου, αλλά η δράση (με τον Κουασιμόδο, την Εσμεράλδα και τον Φρολό) εκτυλίσσεται το 1482, έτσι ο σημερινός αναγνώστης έχει να δρασκελίσει δυο χάσματα αιώνων. Έχει επιπλέον να αναμετρηθεί με τον τρόπο γραφής του 19ου αιώνα, τους πλατειασμούς και τις παρεκβάσεις, που βέβαια επειδή στα χέρια ενός μάστορα οικοδομούν κόσμους τελικά μάλλον σε καλό αποβαίνουν. Ωστόσο, το βιβλίο πιάνει 670 σελίδες -δεν είναι δηλαδή ευκαταφρόνητο εγχείρημα να το διαβάσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αρχαία ελληνικά, Κινηματογράφος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 119 Σχόλια »

Το ελληνικό κέρατο

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2017

Ελπίζω να μην πήγε ο νους σας στο πονηρό. Ο τίτλος δεν υπαινίσσεται τίποτα για τα ελληνικά αντρόγυνα. Αντίθετα, έχει σχέση με λαχανικά.

Θα μπορούσα μάλιστα να το βάλω κουίζ, και μάλλον θα είχε και γούστο, να σας ζητήσω δηλαδή να μαντέψετε ποιο λαχανικό λέγεται «ελληνικό κέρατο» σε κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά υπερίσχυσε η επιθυμία μου να βάλω και φωτογραφία στο άρθρο, οπότε το κουίζ δεν έχει νόημα.

Οπότε, σήμερα θα μιλήσουμε για τις μπάμιες. Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι του συγγραφέα Θάνου Κάππα, ο οποίος έγραψε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα πολύ ωραίο κείμενο για τη σχέση του με τις μπάμιες, που θα το αναδημοσιεύσω πιο κάτω, αφού πήρα την άδεια. Το κείμενο του Θ.Κ. ήταν και αυτό που μ’ έσπρωξε να γράψω το σημερινό άρθρο, συν το γεγονός ότι έχω πολύν καιρό να προσθέσω άρθρο στο «Μποστάνι των λέξεων», όπως λέω την κατηγορία άρθρων που έχουν να κάνουν με τα λεξιλογικά των λαχανικών και των οσπρίων.

Πριν σας λύσω την απορία ποιοι λένε «ελληνικό κέρατο» την μπάμια, να δούμε γιατί τη λέμε μπάμια εμείς.

Τη λέμε μπάμια, λοιπόν, επειδή δανειστήκαμε τη λέξη από τα τουρκικά, bamya. Η τουρκική λέξη είναι αραβικής αρχής.

Η επίσημη ονομασία του φυτού είναι Ιβίσκος ο εδώδιμος, διότι υπάρχουν και άλλοι ιβίσκοι που χρησιμεύουν σαν καλλωπιστικά φυτά. Δεν νομίζω πάντως ότι η λέξη «ιβίσκος» χρησιμοποιήθηκε ποτέ ευρύτερα. Άλλωστε, αν πεις «έλα να φάμε, έχω μαγειρέψει ιβίσκους» κινδυνεύεις να σε καταγγείλουν στη Φιλοζωική Εταιρεία ότι σκότωσες και τρως κάποιο σπάνιο είδος εξωτικών πουλιών.

Παρεμπιπτόντως, η λέξη ιβίσκος δεν είναι ελληνικής αρχής, είναι δάνειο από το λατινικό hibiscus, το οποίο είναι, λέει, κελτικής αρχής. Και ενώ ο hibiscus έχει h, ο ιβίσκος περιέργως δεν έπαιρνε δασεία, αλλ’ αφού ο άγιος Κριαράς μάς απάλλαξε από τ’ αλεξανδρινά σκουληκάκια δεν μας νοιάζει. Αλλά φλυαρώ.

Ο Σταματάκος λέει ότι το αρχαίο αντίστοιχο της μπάμιας είναι λαθυρίς, αλλά στα κιτάπια μου βρίσκω πως η λαθυρίς αντιστοιχεί σε άλλα φυτά -υπάρχει άλλωστε στη νεότερη γλώσσα το λαθούρι. Φαίνεται ότι ο Σταματάκος έπεσε θύμα παλαιότερων λεξικογράφων, και δεν διάβασε τον πρωτοπόρο Γρ. Παλαιολόγο, ο οποίος από το 1833 το έλεγε ότι την πάμια «κατά λάθος λεξικογράφοι τινές λαθυρίδα ονόμασαν, διότι λαθυρίς είναι το άνθος κινατζιτζεή τουρκιστί λεγόμενον». Και την λέει «πάμια» υποθέτω από κυπριακή επιρροή.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι μάλλον δεν πρέπει να γνώριζαν τη μπάμια. Στη Βικιπαίδεια βρίσκω ότι ήρθε στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα μέσω Αιγύπτου, αλλά ότι η απώτερη προέλευσή της είναι μάλλον η Δυτική Αφρική. Στα αγγλικά, η μπάμια λέγεται okra, που δεν έχει σχέση με την «ωχρά» λίρα ή σπειροχαίτη, αλλά είναι δάνειο από τη γλώσσα Igbo της Δυτικής Αφρικής.

Στα γαλλικά, η μπάμια λέγεται καταρχάς gοmbo, που επίσης είναι αφρικανικό δάνειο -και από εκεί λέγεται gumbo σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ. Ωστόσο, πάλι στα γαλλικά, οι μπάμιες λέγονται και cornes grecques, ελληνικά κέρατα κατά λέξη, κι έτσι λύθηκε το αίνιγμα του τίτλου.

Η ομοιότητα της μπάμιας με το κέρατο είναι οφθαλμοφανής, αλλά γιατί ελληνικά; Ίσως επειδή οι μπάμιες τρώγονται κυρίως στα μέρη τα δικά μας, στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι και φαγητό που ταιριάζει στα δικά μας τα γούστα. Όπως λέει ο προαναφερθείς Παλαιολόγος, «Ολίγοι Ευρωπαίοι εκ των ζώντων εις την Ελλάδα ημπορούν να τας συνηθίσουν, αν και ημείς τας ευρίσκομεν νοστίμους».

Ίσως πάλι οι μπάμιες να έγιναν γνωστές από Έλληνες εμπόρους ή ίσως να τις προτιμούσαν οι Ρωμιοί. Πάντως μού έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο όρος corne grecque συνηθιζόταν κυρίως στα γαλλικά της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η ονομασία είναι και σήμερα ζωντανή -και εδώ μπορείτε να δείτε μια συνταγή για ελληνικά κέρατα ραγού (όχι, δεν υπάρχει κερασφόρο ζώο ονόματι «ραγός»!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Κινηματογράφος, Μποστάνι των λέξεων, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Ζάπλουτοι και πάμπλουτοι

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2017

Το θέμα του σημερινού άρθρου είχα ξεκινήσει να το γράφω πριν από δεκαπέντε μέρες, με πρόλαβε κάποιο επίκαιρο και το άφησα, οπότε το ξαναπιάνω σήμερα.

Τηλεόραση σπανιότατα βλέπω, όμως στο Διαδίκτυο εκτίθεται κανείς από σπόντα και στα τηλεοπτικά. Έτσι είδα ότι ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο το κανάλι Star πρόβαλε την ταινία «Προσεχώς… ζάμπλουτοι«, μια αμερικάνικη κωμωδία του 2008. Δεν ξέρω αν η ταινία είχε κυκλοφορήσει στις αίθουσες, οπότε αυτός ήταν ο τίτλος που της έδωσε το πρακτορείο της, ή αν ο τίτλος είναι πρωτοβουλία του καναλιού που την πρόβαλε.

Λίγες μέρες νωρίτερα, ένας φίλος μού είχε στείλει, για να το βάλω στα μεζεδάκια, ένα απόσπασμα από τηλεοπτικό καβγά του Άδωνη με μια βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ, όπου ο Άδωνης, τσιρίζοντας όπως συνήθως, αποκαλούσε «ζάμπλουτη» τη βουλευτίνα. Δεν το έβαλα, επειδή είχα πληθώρα ύλης κι επειδή, ακούγοντας το απόσπασμα, δεν μπορούσα να βεβαιωθώ αν προφέρει όντως «ζάΜΠλουτη» -κι έτσι, έστω κι αν η μεταγραφή της (οΘντκ) αντιπαράθεσης είχε τον τύπο «ζάμπλουτη», δεν θέλησα να χρεώσω το αμφισβητούμενο φάουλ στον Άδωνη, έχει άλλωστε φιλοτεχνήσει τόσα αναμφισβήτητα μαργαριτάρια που δεν έχει νόημα να προσθέτουμε και τα αβέβαια.

Θα μπορούσα να βάλω στα μεζεδάκια τη χρήση του τύπου «ζάμπλουτος», είτε από τον Άδωνη είτε στον τίτλο της ταινίας, επειδή δεν είναι ο κανονικός τύπος της λέξης. Κανονικά, η λέξη είναι «ζάπλουτος».

Πολύς κόσμος λέει «ζάμπλουτος», κι αυτός ο τύπος χαρακτηρίζεται σολοικισμός ή απλώς εσφαλμένος. Αλλά για να δούμε γιατί είναι λάθος ο «ζάμπλουτος» πρέπει να δούμε γιατί είναι σωστό ο «ζάπλουτος».

Η λέξη «ζάπλουτος» είναι αρχαία. Είναι λέξη σύνθετη, και αναγνωρίζουμε το δεύτερο συνθετικό της, τον πλούτο. Αυτό το περίεργο «ζα» στην αρχή της λέξης είναι αιολικός τύπος της πρόθεσης «διά». Ο ζάπλουτος δηλαδή είναι διάπλουτος, δηλαδή γεμάτος πλούτο, πάρα πολύ πλούσιος. Είπαμε ότι η λέξη είναι αρχαία, τη βρίσκουμε πχ στον Ηρόδοτο, στο επεισόδιο όπου ο Σόλων προσπαθεί να δείξει στον Κροίσο ότι ο πλούτος δεν φέρνει την ευτυχία, και του λέει «Πολλοὶ μὲν γὰρ ζάπλουτοι ἀνθρώπων ἀνόλβιοί εἰσι».

Στην αρχαία ελληνική υπήρχαν πολλές άλλες λέξεις που είχαν σχηματιστεί με παρόμοιο τρόπο και άρχιζαν από ζα-. Αν αναδιφήσετε το Λίντελ Σκοτ, θα δείτε λέξεις όπως:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 143 Σχόλια »

Ο Μποστ για τον θάνατο της Μέριλιν Μονρόε, πριν από 55 χρόνια

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2017

Ο Μποστ αρέσει στο ιστολόγιο και, ελπίζω, σε αρκετούς αναγνώστες και φίλους. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει πολλά σκίτσα του, σχεδόν πάντα σχολιασμένα ώστε να αναδεικνύουμε στοιχεία της επικαιρότητας που δεν είναι γνωστά στον σημερινό αναγνώστη.

Από το 2014 ως το 2016 παρουσίασα σκίτσα του Μποστ που σχολίαζαν γεγονότα που συνέβηκαν πριν από 50 χρόνια (εδώ το τελευταίο άρθρο αυτής της σειράς). Το καλοκαίρι του 2016 η επετειακή αυτή σειρά πήρε τέλος, αφού ο Μποστ, κουρασμένος από την καθημερινή δουλειά της εφημερίδας, είχε σταματήσει τη συνεργασία με την Αυγή στα τέλη Ιουλίου του 1966 και είχε αφιερωθεί στο μαγαζί του («Λαϊκέ εικόνε», στην οδόν Ομήρου). Ύστερα ήρθε η δικτατορία.

Στα τέλη Ιουνίου μήνα παρουσίασα ένα σκίτσο του Μποστ που αναφερόταν σε ένα γεγονός που συνέβη τέτοιες μέρες πριν από 55 χρόνια, το σκάνδαλο της ΔΕΗ, που είχε έρθει στην επιφάνεια το 1962, το λεγόμενο «σκάνδαλο Πεζόπουλου». Σήμερα θα δούμε πώς σχολίασε ο Μποστ ένα θλιβερό γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας, τον θάνατο της Μέριλιν Μονρόε.

Η Μέριλιν Μονρόε βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της, στις 5 Αυγούστου 1962, σε ηλικία 36 χρονών. Το σκίτσο που θα δούμε δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν ο Μποστ, στις 12 Αυγούστου 1962.

Η επίσημη εκδοχή είναι ο θάνατος της Μονρόε ήταν αυτοκτονία με υπερβολική δόση βαρβιτουρικών, αλλά έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες (συνωμοσίας, θα λέγαμε) που μιλούν για δολοφονία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κινηματογράφος, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 85 Σχόλια »

Με τις σαγιονάρες

Posted by sarant στο 10 Αύγουστος, 2017

Το καλοκαίρι φοράμε σαγιονάρες, ιδίως στην παραλία. Κανονικά, οι σαγιονάρες είναι τα πατούμενα όπως στην εικόνα, δηλαδή, όπως λέει το ΛΚΝ, «είδος πλαστικής παντόφλας που συγκρατείται από δύο λουριά σε σχήμα V, που η γωνία τους περνά από το μεγάλο δάχτυλο».

Ωστόσο, νομίζω πως οι περισσότεροι θα χαρακτηρίσουν σαγιονάρες και τα άλλα είδη «πλαστικής παντόφλας», ιδίως εκείνες τις παλιές, τις καφετιές, με τις δύο πλατιές πλαστικές λωρίδες που σχημάτιζαν Χ. Τέτοιες κατασκεύαζε έναν καιρό ο στρατός και τις έδιναν στους φαντάρους, αν και νομίζω ότι τώρα πια δεν τις φτιάχνουν οι ίδιοι.

Τις σαγιονάρες τις χρησιμοποιώ καμιά φορά στην έκφραση «φράκο με σαγιονάρες», όταν θέλω να ψέξω κάποιον που ανακατεύει λέξεις πολύ λόγιες και πολύ λαϊκές π.χ. κάποιος που έγραψε «ιδιότητες που απάδουν από χέρι τέτοιων κατηγοριών», όπου το σαφώς λόγιο ρήμα «απάδω» δεν συνδυάζεται καλά με το χαρτοπαικτικό «από χέρι» -η συγκεκριμένη πρόταση, παλιό μαργαριτάρι του γελοιογράφου Στάθη, έχει και το κουσούρι της γενικομανιας, βέβαια, διότι το απάδω δεν συντάσσεται με γενική. Τέλος πάντων, η φράση μού φαίνεται τόσο αταίριαστη όπως κάποιος που φοράει επίσημο ένδυμα, φράκο, με σαγιονάρες. Πολλοί βέβαια θεωρούν γενικά τις σαγιονάρες σαν επιτομή του κιτς, όχι όμως εγώ.

Όμως εδώ δεν ενδυματολογούμε, αλλά λεξιλογούμε. Η σαγιονάρα λοιπόν είναι μια από τις λέξεις που μπήκαν στη γλώσσα μας εξαιτίας του κινηματογράφου. Είναι κάμποσες τέτοιες λέξεις π.χ. το ζιβάγκο -ο φίλος Τιπούκειτος είχε παλιά γράψει ένα σχετικό άρθρο, αν και η σαγιονάρα αναφέρεται μόνο στα σχόλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 189 Σχόλια »

Και οι δήμιοι πεθαίνουν

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2017

Θυμήθηκα τη φράση του τίτλου επειδή το Σάββατο, που ήταν 10 Ιουνίου, ήταν η επέτειος γεγονότων με τα οποία συνδέεται.

«Και οι δήμιοι πεθαίνουν» είναι o ελληνικός τίτλος της αμερικανικής ταινίας Hangmen also die. Πρόκειται για ένα νουάρ του 1943, σε σκηνοθεσία του Φριτς Λανγκ, που έχει την ιδιομορφία να είναι η μοναδική χολιγουντιανή ταινία στην οποία δούλεψε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Η ταινία είναι εμπνευσμένη από τον σκοτωμό του Ράινχαρντ Χάιντριχ, του «δήμιου της Πράγας», ανώτατου στελέχους του ναζιστικού κόμματος και εμπνευστή της «τελικής λύσης». Ο Χάιντριχ εκτελούσε χρέη κυβερνήτη στο προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας (Τσεχίας). Στις 27 Μαΐου 1942 δυο Τσέχοι κομάντο, που είχαν εκπαιδευτεί ειδικά στη Βρετανία, έριξαν χειροβομβίδα στο αυτοκίνητό του. Το «ξανθό κτήνος» τραυματίστηκε, είχε όμως δυνάμεις να βγει και να ανταλλάξει πυρά με τους κομάντο πριν καταρρεύσει. Αφού χαροπάλεψε αρκετές μέρες, έφυγε για την Κόλαση στις 4 Ιουνίου.

Οι τυραννοκτόνοι εντοπίστηκαν, μέρες αργότερα, ύστερα από προδοσία, σε εκκλησία όπου κρύβονταν και αυτοκτόνησαν αντί να παραδοθούν. Η λύσσα των Γερμανών και του Χίτλερ προσωπικά για τον θάνατο του «ανθρώπου με τη σιδερένια καρδιά», όπως τον έλεγαν, ήταν απερίγραπτη και τα αντίποινα ανατριχιαστικά. Διάλεξαν το χωριό Λίντιτσε, 22 χιλιόμετρα μακριά από την Πράγα, επειδή είχαν (ψευδείς, τελικά) πληροφορίες ότι εκεί υπήρχε ομάδα υποστήριξης στην επίθεση κατά του Χάιντριχ. Το περικύκλωσαν και εφάρμοσαν τις λεπτομερείς διαταγές που είχαν.

Εκτέλεσαν όλους τους άντρες. Μετέφεραν τις γυναίκες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ξεδιάλεξαν από τα παιδιά όσα ήταν «κατάλληλα προς εκγερμανισμό» και τα έδωσαν σε γερμανικές οικογένειες να τα μεγαλώσουν. Τα άλλα, που ήταν τα περισσότερα, τα έστειλαν στον θάλαμο αερίων. Μάζεψαν τα ζώα του χωριού και τα σκότωσαν επίσης. Ξέθαψαν τους νεκρούς από το νεκροταφείο, τους σκύλευσαν από τιμαλφή και χρυσά δόντια και τους έκαψαν. Στη συνέχεια, δύναμη 100 ανδρών εξαφάνισε κάθε ίχνος της ύπαρξης του Λίντιτσε: Ισοπέδωσαν τα σπίτια, εκτρέψανε το ποταμάκι που περνούσε μέσα από το χωριό, έσκαψαν τους δρόμους που πήγαιναν προς και από το χωριό, το σκέπασαν με φρέσκο χώμα και φύτεψαν επάνω καλλιέργειες. Όλα αυτά τα κινηματογραφούσε ένας Τσέχος συνεργάτης των Γερμανών, διότι το Λίντιτσε, σε αντίθεση με άλλες σφαγές, οι Γερμανοί δεν το κρύψανε αλλά αρχικά το διαφήμισαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 179 Σχόλια »

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Ο Μποστ στη Συνοικία το σκάψιμο (1961)

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2016

Τις Παρασκευές του φετινού αποκαλόκαιρου βάζουμε Μποστ, κάτι που θα σταματήσει σήμερα -του χρόνου πάλι- αν και θα βρούμε κι άλλες αφορμές για Μποστ μέσα στη χρονιά. Την περασμένη Παρασκευή είχαμε δει πώς σχολίασε ο Μποστ την επίσκεψη του Νάσερ, του ηγέτη της Αιγύπτου στην Αθήνα το 1960. Σήμερα θα πάμε στο 1961 για να δούμε τον Μποστ να σχολιάζει τα έργα που γίνονταν τότε στην Αθήνα -και όχι μόνο.

610806

Το σκίτσο δημοσιεύτηκε στην κεντρώα Ελευθερία  στις 6 Αυγούστου 1961. Τις μέρες εκείνες είχε αρχίσει η διάνοιξη της σήραγγας για τον αναβατήρα του Λυκαβηττού, που τον λένε και τελεφερίκ και που δεν έχω αξιωθεί να τον πάρω ποτέ για να ανέβω επάνω (αλήθεια: λειτουργεί ακόμα;) αν και έχω ανεβεί βέβαια πολλές φορές με τα πόδια ή με όχημα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κινηματογράφος, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στη Στέλλα και στον Στέλιο!

Posted by sarant στο 26 Νοέμβριος, 2015

Χτες γιόρταζε η Κατερίνα, σήμερα γιορτάζει η Στέλλα και ο Στέλιος. Δεν ξέρω αν έχουμε πολλές τέτοιες συνεχόμενες γιορτές στο εορτολόγιό μας. Βέβαια, κάθε μέρα κάμποσοι άγιοι γιορτάζουν, αλλά εννοώ συνεχόμενες μέρες που να γιορτάζουν συχνά ονόματα. Πρόχειρα θυμάμαι τα Νικολοβάρβαρα (4-5-6 Δεκεμβρίου, αλλά ο Σάββας είναι σχετικά σπάνιο όνομα) και τον Αντώνη με τον Θανάση (17-18 Ιανουαρίου).

Για την Κατερίνα έχω γράψει ευχετήριο άρθρο πρόπερσι, που λεξιλογεί για τ’ όνομά της. Οπότε, μια καλή φίλη του ιστολογίου χτες μού θύμισε πως είχα υποσχεθεί άρθρο και για τη σημερινή γιορτή, του Στέλιου και της Στέλλας. Μην τάξεις σ’ άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι, λέει η παροιμία -για άρθρα δεν λέει, και είναι πολλές οι τέτοιες υποσχέσεις που έχω δώσει, καθώς τις δίνω εύκολα, και που δεν έχω τηρήσει -ωστόσο τούτην εδώ λέω να την τηρήσω, χωρίς να αποτελεί αυτό προηγούμενο.

Όμως, ενώ χτες γιόρταζαν μόνο κυρίες, σήμερα έχουμε και κυρίους: γιορτάζει και η Στέλλα αλλά κι ο Στέλιος, οπότε μοιραία το σημερινό άρθρο θα είναι δίκορκο, άρα δεν θα πάει σε μεγάλο βάθος.

Από τον Στέλιο θα ξεκινήσω για λόγους τεχνικούς. Ο Στέλιος στο επίσημο είναι Στυλιανός, και ο άγιος Στυλιανός είναι που γιορτάζει σήμερα. Ο άγιος Στυλιανός έδρασε στην Παφλαγονία ενώ είχε εδραιωθεί η χριστιανική θρησκεία, τον 5ο αιώνα περίπου, δεν μαρτύρησε δηλαδή -αλλά άγιασε επειδή μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και βοηθούσε γυναίκες να τεκνοποιήσουν (με μια θαυματουργή προσευχή, να εξηγούμαστε), κι έτσι θεωρήθηκε προστάτης των νηπίων.

Το όνομα Στυλιανός ετυμολογείται από τη λέξη «στύλος», και αναφέρεται στους στυλίτες μοναχούς, όμως στα νεότερα χρόνια ερμηνεύτηκε ότι βοηθάει το νεογέννητο «να στυλώσει» -κι έτσι, καθώς η παιδική θνησιμότητα έκανε θραύση, σε πολλά παιδιά έδιναν αυτό το όνομα για να στυλωθούν, να μεγαλώσουν γερά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Ετυμολογικά, Εορτολόγιο, Κινηματογράφος, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 168 Σχόλια »

Ο Μάρκος, ο Λόντος και ο Κόλα Κβαριάνι (ή Κοριάνι)

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι προέκταση ή διασκευή ενός άρθρου του αξέχαστου φίλου Αλλού Φαν Μαρξ, που πέθανε πέρυσι αλλά είναι πάντα παρών στη μπλογκόσφαιρα μέσα από το ιστολόγιό του. Το αρχικό άρθρο του Αλλουφάνη είχε δημοσιευτεί το 2008, και σε ανύποπτο χρόνο του είχα πει «αυτό θα σου το κλέψω» εννοώντας πως θα το αναδημοσίευα, επειδή μου άρεσε πάρα πολύ. Στο μεταξύ, σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρήκα κάμποσα ενδιαφέροντα στοιχεία για το θέμα, οπότε τελικά αποφάσισα να γράψω ένα δικό μου άρθρο, που όμως αντλεί υλικό από το άρθρο του αείμνηστου φίλου. Μπορούμε να το πούμε συνεργασία αυτό άραγε;

Πέρα από τις λέξεις, έχουν και τα τραγούδια τη δική τους ιστορία -σε κάποιες περιπτώσεις απλή και τετριμμένη, σε άλλες συναρπαστική. Το τραγούδι που θα δούμε σήμερα έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αν και δεν είναι από τα πιο γνωστά του μέγιστου Μάρκου Βαμβακάρη. Ο τίτλος του είναι «Λόντος και Κοριάνι».

Οι στίχοι, που θα τολμήσω να πω ότι είναι κάπως άτσαλοι:

Πάρ’την αιμοβορία σου και τράβα στην πατρίδα σου, αγαπητέ Κοριάνι
που σ’ έστειλε ο Λόντος μας, σε μακρινό σιργιάνι

Ήρθες απ΄την πατρίδα σου τον ζόρικο να κάνεις,
κι ο κόσμος αν δεν σε γλίτωνε, κόντεψες να πεθάνεις.

Να ήσουνα μονάχα συ, κομμάτια πια να γίνει,
μα όσοι ευρεθήκανε, την πάθανε κι εκείνοι.

Κι έτσι λοιπόν ο Λόντος μας βρέθηκε παλικάρι,
κι όλος ο κόσμος τον αγαπά, του Άργους το καμάρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Κινηματογράφος, Πρόσφατη ιστορία, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 81 Σχόλια »

Ο φίλος μου ο Φέρμας (του Θαν. Σαράφη-Καρτέρη)

Posted by sarant στο 1 Φεβρουαρίου, 2015

sarkartΚυριακή σήμερα, αλλά και πρώτη του μηνός. Να βάλω το μηνολόγιο ή το φιλολογικό άρθρο που συνηθίζω; Τελικά αποφάσισα να αφήσω το μηνολόγιο για αύριο, μια και είχα κάτι φιλολογικό έτοιμο, ένα φιλολογικό θέμα που συνδέει μια συμπαθέστατη μορφή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τον Νίκο Φέρμα, με έναν αγαπημένο μου ποιητή, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Δεν μπορούσα λοιπόν να αντισταθώ.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι γραμμένο από τον Θανάση Σαράφη-Καρτέρη, που τον βλέπετε εδώ αριστερά σκιτσαρισμένον από τον Μίλτη Παρασκευαΐδη. Δημοσιεύτηκε το 1984 στις Καμάρες, το περιοδικό του Συλλόγου Μοριανών Αττικής -δηλαδή των καταγομένων από τη Μόρια, ένα χωριό 7 χλμ. έξω από τη Μυτιλήνη. (Στη Μόρια είχε μαγαζί ο παππούς του πατέρα μου, ο Μυρογιάννης, αν και δεν λογαριάζεται για Μοριανός, πιο πολύ για Πληγωνιάτης, άλλο χωριό, από την άλλη μεριά της πόλης της Μυτιλήνης). Αργότερα, το αφήγημα περιλήφθηκε και στη συλλογή Κείμενα του ίδιου συγγραφέα.

Δεν παίρνω όρκο για την ακρίβεια των όσων αφηγείται ο Θ. Σαράφης-Καρτέρης. Για παράδειγμα, ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε το 1888, όχι το 1889 ενώ και σε αρκετά άλλα σημεία έχω αμφιβολίες (ας πούμε, η Βικιπαίδεια αναφέρει ότι η γυναίκα του Φέρμα λεγόταν Άννα Παντζίκα, ενώ εδώ αναφέρεται ως Νίτσα Μπάτσικα). Αλλά δεν είναι αυτό το βασικό. Από την άλλη, πολύ γουστόζικο είναι το επεισόδιο με τον Λαπαθιώτη που μάντευε τις τετριμμένες ρίμες του πρωτόλειου ποιήματος.

Ευχαριστώ πολύ τον θείο μου Κώστα Μίσσιο, ποιητή και χαλκέντερο γραμματολόγο της λεσβιακής γραμματείας, που έθεσε το κείμενο υπόψη μου.

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΦΕΡΜΑΣ

Όσοι παρακολουθούν τις παλιές ελληνικές ταινίες που προβάλλονται συχνότατα στην Τηλεόραση, θα έχουν προσέξει έναν καλόν ηθοποιό που εμφανίζεται στις περισσότερες απ’ αυτές, τον Νίκο Φέρμα. Είναι ένας θαυμάσιος τυπίστας που αποδίδει αριστοτεχνικά χαρακτηριστικούς ρόλους ανθρώπων του υπόκοσμου, διευθυντές υπόπτων κέντρων, νταήδες, κομπιναδόρους ή και απλούς λαϊκούς τύπους, όπως παλιατζήδες, μανάβηδες κ.α. Σ’ αυτά τα περιθωριακά πρόσωπα, τους ανθρώπους της πιάτσας, ο Φέρμας με το καλλιτεχνικό του ένστικτο δίνει ζωντάνια και πειστικότητα.

Fermas_NikosΚατά την εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στις δόξες του και η μια ταινία διαδεχόταν την άλλη, ο Φέρμας ήταν περιζήτητος απ’ τους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες κι έχει παίξει σημαντικούς ρόλους πλάι σε μεγάλες φίρμες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως τον Χορν, την αξέχαστη Λαμπέτη, τον Κωνσταντάρα, τη Βουγιουκλάκη, την Καρέζη, τη Σμαρούλα Γιούλη, τον Αυλωνίτη, τον Χατζηχρήστο, τον Φωτόπουλο και άλλους πρωταγωνιστές μας. Σε κάποια ταινία που δεν θυμάμαι τον τίτλο της, συμπρωταγωνιστούσε με τον θαυμάσιο κωμικό Βασίλη Αυλωνίτη. Κι είχε σημειώσει εξαιρετική επιτυχία.

Αυτός λοιπόν ο καλός ηθοποιός της σκηνής και της οθόνης, ο Νίκος Φέρμας, είναι Μοριανός. Αν διασώζονται στα γραφεία της Κοινότητας Μόριας τα παλιά μητρώα Αρρένων, σίγουρα θα τον βρούμε γραμμένο στα 1905 η 1906. Όχι φυσικά σαν Φέρμα. Το επίθετο αυτό είναι ψευδώνυμο καλλιτεχνικό και θα δούμε στη συνέχεια ποιος του τόδωσε, ποιος ήταν νονός του. Το πραγματικό του επώνυμο είναι Χατζηανδρέου. Ο πατέρας του, όπως έχω συμπεράνει απ’ τις κουβέντες που κάναμε κατά την πολύχρονη φιλία μας, ήταν ένας φτωχός αγρότης, μεροκαματιάρης. Όλη η περιουσία του ήταν ένα κτηματάκι με λίγα λιόδεντρα. Πέθανε όταν ο μονάκριβος γιος του ήταν σε μικρή ηλικία, τριών – τεσσάρων χρόνων. Η χήρα του για να τα βγάλει πέρα, εγκατέλειψε το χωριό κι εγκαταστάθηκε με το παιδί της στη Μυτιλήνη, όπου άρχισε να εργάζεται σαν οικιακή βοηθός σε διάφορα πλουσιόσπιτα. Για αρκετά χρόνια εργάστηκε μόνιμα σαν ένα είδος οικονόμου, στο αρχοντικό του Πιττακού Ευστρατίου στη Σουράδα, που ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος της «Τράπεζας Αθηνών».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Λαπαθιώτης, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 236 Σχόλια »

Δυο υποσημειώσεις στο Γεράκι της Μάλτας

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2014

malteseΤο Γεράκι της Μάλτας (The Maltese Falcon) είναι το γνωστότερο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ντάσιελ Χάμετ, κάτι που το οφείλει σε μεγάλο βαθμό στην περίφημη κινηματογραφική του μεταφορά, το 1941, από τον Τζον Χιούστον, με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στον ρόλο του ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ.

Ο Ντάσιελ Χάμετ, πατέρας του σκληροτράχηλου αστυνομικού αφηγήματος, είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Εχω διαβάσει όλα του σχεδόν τα έργα, αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι εδώ και αρκετό καιρό έπαψα να παρακολουθώ την εκδοτική κίνηση κι έτσι κάποια θα μου έχουν ξεφύγει -βέβαια ο Χάμετ έχει πεθάνει από το 1961, αλλά όλο και κάποια από τα πρώτα έργα του βγήκαν στην επιφάνεια τα τελευταία μόλις χρόνια.

Στα νιάτα μου μετέφρασα τα μυθιστορήματά του Το γεράκι της Μάλτας και Κόκκινος Θερισμός (και τα δύο για τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή) και τη συλλογή διηγημάτων Το μεγάλο χτύπημα για τον Καστανιώτη. Επειδή εκείνο τον καιρό επικρατούσε καθεστώς ασάφειας σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα των έργων που είχαν γραφτεί πριν από το 1946, και τα δυο αυτά μυθιστορήματα έχουν εκδοθεί πολλές φορές στα ελληνικά σε διαφορετικές μεταφράσεις, τόσο πριν όσο και μετά από τη δική μου.

Πολλοί μεταφραστές αποφεύγουν να βάζουν υποσημειώσεις, ιδίως όταν μεταφράζουν λογοτεχνία. Εγώ είμαι της άλλης σχολής, που όχι μόνο δεν αποφεύγει τις υποσημειώσεις αλλά ίσως και να κάνει κατάχρηση -τόσο όταν μετέφραζα, όσο και στα βιβλία που γράφω ή επιμελούμαι εγώ ο ίδιος. Καταλαβαίνω τον αντίλογο, ότι η υποσημείωση διασπά τον ειρμό και ότι δεν πρέπει να δίνεις μασημένη τροφή στον αναγνώστη, αλλά δεν συμφωνώ -ας πούμε ότι είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας.

Όπως και στις άλλες μεταφράσεις μου, έτσι και στο Γεράκι της Μάλτας (που τώρα πρέπει να είναι εξαντλημένο) έβαλα κάμποσες υποσημειώσεις και σήμερα θα συζητήσω για δυο από αυτές, που βρίσκονται κοντά-κοντά, σε διπλανές σελίδες, και που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και οι δυο προαιρετικές, πολύ περισσότερο που, απ’ όσο έχω ψάξει, κανείς άλλος μεταφραστής δεν θεώρησε σκόπιμο να τις βάλει.

Είμαστε στο δέκατο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Ο καναπές του Μπελβεντέρε». Ο Σπέιντ, που δεν έχει ακόμη συναντηθεί με τον Χοντρό, βρίσκεται στο ξενοδοχείο Μπελβεντέρε, και βλέπει στον καναπέ του σαλονιού τον νεαρό πιστολά, το τσιράκι του Χοντρού, που επιτηρεί την κίνηση κάνοντας πως διαβάζει εφημερίδα. Τον πλησιάζει, κάθεται σε μια διπλανή καρέκλα (δείτε την εικόνα από την ταινία του Χιούστον) και αρχίζει να του κάνει ερωτήσεις με σκοπό αφενός να δηλώσει την παρουσία του στον Χοντρό και αφετέρου για να σπάσει τον τσαμπουκά του μικρού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αστυνομική λογοτεχνία, Κινηματογράφος, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Ο Μπερλιόζ και οι άθικτοι

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2014

intouchΤις προάλλες είχα δυο ώρες καιρό και αρκετές τύψεις, οπότε είπα να δω μια ταινία από τις πολλές που έχω στον σκληρό μου και που δεν τις βλέπω ποτέ. Κατά τύχη διάλεξα τη γαλλική κομεντί «Ιntouchables», ταινία του 2011, που είδα πως έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα με τον αναμενόμενο ίσως τίτλο «Άθικτοι».  Λέω «ίσως», επειδή κάτι δεν μου αρέσει στην απόδοση αλλά δεν ξέρω και με ποια σημασία χρησιμοποιείται η γαλλική λέξη, αν εννοεί τους παρίες, που κανείς δεν τους ακουμπάει ή αυτούς που τίποτα δεν μπορεί να τους πειράξει. Λείπει και το άρθρο από τον γαλλικό τίτλο, ο οποίος δεν μπερδεύει μόνο εμένα. Άλλωστε και στις ΗΠΑ ο τίτλος δεν μεταφράστηκε, αλλά προστέθηκε το αγγλικό άρθρο (The Intouchables) ενώ στη Βρετανία ο τίτλος μεταφράστηκε μεν αλλά στον ενικό (Untouchable).

Η ταινία είναι μια από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες του γαλλικού κινηματογράφου, τόσο μέσα στη Γαλλία όσο και στο εξωτερικό. Ένας πάμπλουτος αριστοκράτης, ο Φιλίπ, που έπαθε ατύχημα κάνοντας παραπέντε (αλεξίπτωτο πλαγιάς, αν προτιμάτε) και έχει μείνει τετραπληγικός, έχει βάλει αγγελία και αναζητεί βοηθό/νοσοκόμο. Ανάμεσα στους πολλούς υποψήφιους για τη θέση, που όλοι τους έχουν κάνει ειδικές σπουδές και έχουν πείρα στη φροντίδα πλουσίων αρρώστων, παρουσιάζεται και ο Ντρις, ένας Σενεγαλέζος από τα προάστια (κι όταν λέμε προάστια, banlieues, στο Παρίσι εννοούμε δύσκολες γειτονιές, με τις πανύψηλες πολυκατοικίες διαμερισμάτων με επιδοτούμενο ενοίκιο και με μεγάλο ποσοστό μαύρων στον πληθυσμό). Ο Ντρις δεν έχει βέβαια καμιά βλέψη για τη θέση, θέλει απλώς να του υπογράψουν ένα χαρτί ότι ζήτησε εργασία και απορρίφθηκε, ώστε να συνεχίσει να τον πληρώνει το ταμείο ανεργίας. Και όταν, ύστερα από δυο ώρες αναμονή, βλέπει ότι η γραμματέας του αριστοκράτη καλεί μέσα τους άλλους και αυτόν τον αποφεύγει, μπουκάρει με το έτσι θέλω για να πάρει την πολυπόθητη υπογραφή.

Ωστόσο, ύστερα από μια επεισοδιακή συζήτηση ο Φιλίπ, που έχει απαυδήσει με την υποκρισία των άλλων διεκδικητών της θέσης, αποφασίζει να προτείνει τη θέση στον Ντρις, δοκιμαστικά για ένα μήνα. Ο Ντρις αναλαμβάνει καθήκοντα προσωπικού βοηθού, θα μένει μέσα στο μέγαρο, σε ένα δωμάτιο διακοσμημένο με πίνακες μουσείου, και δουλειά του είναι να προσέχει, να ντύνει, να ταΐζει και να είναι τα μπράτσα και τα πόδια του ανάπηρου Φιλίπ, ο οποίος δεν ελέγχει το σώμα του από τον λαιμό και κάτω. Φυσικά, η συνύπαρξη των δυο τόσο διαφορετικών ανθρώπων προκαλεί ένα σωρό κωμικές σκηνές, που θυμίζουν πότε τον Πυγμαλίωνα και πότε τον Σοφέρ της κυρίας Ντέιζι, αλλά δεν θα κάνω κινηματογραφική κριτική εδώ, δεν έχω τα προσόντα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Υπότιτλοι | Με ετικέτα: , | 86 Σχόλια »

Ο θρύλος του «Μάικλ Κόλχας» και ο Μίχαελ Κόλχαας

Posted by sarant στο 15 Απρίλιος, 2014

Kohlhaas_poster

(Το άρθρο αυτό το είχα ανεβάσει χτες κατά λάθος, και αμέσως το απέσυρα. Ζητώ συγνώμη από όσους το είδαν να περνάει φευγαλέα από τις οθόνες τους και να χάνεται σαν οπτασία!)

Προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες αυτή την εβδομάδα η γαλλογερμανική παραγωγή «Ο θρύλος του Michael Kohlhaas», βασισμένη στη νουβέλα του Χάινριχ φον Κλάιστ «Μίχαελ Κόλχαας». Οι διανομείς της ταινίας στην αφίσα που βλέπετε αριστερά προτίμησαν να αφήσουν αμετάγραπτο το όνομα, αλλά στο επίσημο τρέιλερ (μπορείτε να το δείτε εδώ) κάνουν λόγο για «Μάικλ Κόλχας» δηλαδή τον μεταγράφουν σαν να ήταν αγγλόφωνος. Γενικά η Seven δεν πρέπει να έχει και μεγάλη επιτυχία στις μεταγραφές ξένων ονομάτων, αν κρίνω από το όνομα του σκηνοθέτη (Arnaud des Pailleres), που τον έχουν μεταγράψει στη μεν αφίσα ως «ντε Παλιέρ» στο δε τρέιλερ ως «ντε Παλιέγ», χωρίς να πετύχουν το σωστό, που είναι ντε Παγιέρ! Προκειμένου για το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας, αφού η ταινία είναι γαλλογερμανική και η κόπια που έχουμε είναι γαλλική, θα μπορούσε να αποδοθεί «Μισέλ Κολάς» (ή έστω Κολάζ), όπως ακούγεται και στο τρέιλερ της ταινίας (στο 1.29).

Επειδή όμως η ταινία είναι, όπως είπα, βασισμένη στη νουβέλα του φον Κλάιστ, θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί η γερμανότροπη εκφορά του ονόματος, Μίχαελ Κόλχαας, μια λύση που θα είχε το πλεονέκτημα ότι θα ακολουθούσε την ελληνική απόδοση του τίτλου της νουβέλας, όπως έχει εκδοθεί σε βιβλίο (βλ. παρακάτω) -αν και αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η παράμετρος ελάχιστη σημασία έχει για τους διανομείς.

Από την άλλη, ένα επιχείρημα υπέρ της γαλλότροπης εκφοράς (Μισέλ Κολάς), πέρα από το προφανές ότι ανταποκρίνεται σε ό,τι θα ακούσουν όσοι παρακολουθήσουν την ταινία, είναι ότι το σενάριο της ταινίας, παρόλο που παρακολουθεί πιστά τη νουβέλα του φον Κλάιστ, ωστόσο μεταφέρει τη δράση στην κεντρική Γαλλία (αντί της Σαξονίας). Μάλιστα, ενώ στη νουβέλα εμφανίζεται ο Λούθηρος, στην ταινία τον αντικαθιστά κάποιος μη κατονομαζόμενος θεολόγος.

Πάντως, σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογείται η αγγλότροπη εκφορά του ονόματος. Όσο μπορούμε, όσοι μπορούμε, ας αντιπαραθέτουμε την πολυγλωσσική πολυμορφία στην κυριαρχία της μίας γλώσσας που φτωχαίνει το πολιτισμικό τοπίο.

Όπως έγραψα πιο πάνω, η νουβέλα του φον Κλάιστ έχει εκδοθεί στα ελληνικά, πριν από μερικά χρόνια, από τις εκδόσεις Ερατώ. Είχα γράψει μερικά πράγματα για το βιβλίο αυτό σε ένα παλιό μου άρθρο, οπότε δεν θα ήταν περιττό να τα επαναλάβω εδώ τώρα που η ιστορία του Κόλχαας ξανάρθε στην επικαιρότητα.

KleistΤο έργο γράφτηκε το 1810, ένα χρόνο πριν αυτοκτονήσει ο φον Κλάιστ, αλλά η υπόθεσή του εκτυλίσσεται τον 16ο αιώνα -άλλωστε έχει τον υπότιτλο “Από ένα παλιό χρονικό”.

Ο έμπορος αλόγων Μίχαελ Κόλχαας, νομοταγής και ευκατάστατος πολίτης, ξεκινάει από την πόλη του να πάει να πουλήσει τα άλογά του στη Λιψία. Στο δρόμο, περνάει από τον πύργο ενός νεαρού άρχοντα, ο οποίος του ζητάει άδεια διέλευσης από τα εδάφη του, οπότε ο έμπορος αφήνει αμανάτι τα δυο καλύτερα άλογά του ώσπου να βγάλει. Στη Λιψία, μαθαίνει πως τέτοια άδεια δεν υφίσταται, ήταν ένα αστείο των ανθρώπων του άρχοντα. Γυρίζοντας στον πύργο, βρίσκει τα άλογά του σε άθλια κατάσταση, ξεθεωμένα στη δουλειά και νηστικά. Πάει στα δικαστήρια να βρει το δίκιο του, αλλά μάταια, αφού ο άρχοντας έχει παντού γνωριμίες. Ο Κόλχαας επιμένει, γιατί ξέρει ότι έχει δίκιο. Καθώς η γυναίκα του προσπαθεί να δει τον πρίγκιπα-εκλέκτορα, τραυματίζεται και πεθαίνει.

Τότε ο Κόλχαας γίνεται αντάρτης -μόνος του, μαζί με τους λίγους έμπιστους δουλευτάδες του. Κυριεύουν τον πύργο του νεαρού άρχοντα και τον καίνε, όμως ο άρχοντας ξεφεύγει στη γειτονική πόλη, τη Βιτεμβέργη (Wittenberg). Ο αντάρτικος στρατός πληθαίνει καθώς όλο και περισσότεροι χωρικοί προσχωρούν στις γραμμές του. Βάζουν φωτιά σε γειτονιές της πόλης, ζητώντας να τους παραδοθεί ο άρχοντας. Το αίτημα του Κόλχαας είναι να υποχρεωθεί ο νεαρός άρχοντας να παχύνει ξανά τα δυο μαύρα άλογά του και να του τα παραδώσει σε άριστη κατάσταση όπως ήταν!

Τελικά, επεμβαίνει ο Λούθηρος και καταφέρνει να δοθεί αμνηστία στον Κόλχαας για να εξεταστεί η υπόθεσή του από τα δικαστήρια. Όπως θα καταλάβατε, τελικά ο Κόλχαας καταλήγει στο ικρίωμα, αν και δικαιώνεται στην υπόθεση με τα άλογα. Αυτή η μανιακή επιδίωξη της δικαιοσύνης είναι θέμα πολύ μοντέρνο, όπως πολύ μοντέρνο είναι και το στυλ του συγγραφέα, π.χ. δεν έχει καθόλου περιγραφές τοπίων.Το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι και βοηθάει σ’ αυτό η έξοχη μετάφραση του Θόδωρου Παρασκευόπουλου.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Κόλχαας ήταν υπαρκτό πρόσωπο -αν και λεγόταν Κόλχαζε (Kohlhase) και πράγματι ήταν αλογέμπορος, που αδικήθηκε από έναν ευγενή για δυο άλογα, και πράγματι ξεκίνησε αντάρτικο, όλα αυτά γύρω στο 1534, και έκαψε σπίτια στη Βιτεμβέργη παρά τις παραινέσεις του Λούθηρου. Κατέληξε στον τροχό το 1540 -χωρίς να προηγηθεί αμνηστία όμως και συνεννόηση με τις αρχές του κράτους όπως στο μυθιστόρημα. Ο φιλέρευνος αναγνώστης θα βρει σε επίμετρο του  βιβλίου όσα λένε οι πηγές για τον υπαρκτό Κόλχαζε.

Η νουβέλα του φον Κλάιστ έχει σημαντική θέση στη γερμανόφωνη λογοτεχνία. Το θέμα του νομοταγή πολίτη που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κατάφωρη αδικία και επαναστατεί είναι διαχρονικό και συναρπαστικό. Στο μυθιστόρημα Ragtime του Doctorow η ιστορία μεταφέρεται στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1920. Με πρόφαση ότι πρόκειται για ιδιωτική οδό οι εθελοντές πυροσβέστες ζητούν διόδια από τον μαύρο μουσικό Coalhouse Walker όταν περνάει από μπροστά τους με την απαστράπτουσα T-Ford του. Εκείνος αρνείται, φεύγει για να διαμαρτυρηθεί στις αρχές, επιστρέφει και βρίσκει κατεστραμμένο το αυτοκίνητο και η ιστορία εξελίσσεται με παρόμοιο τρόπο. Ο Ντόκτοροου, θέλοντας να δείξει ότι έχει εμπνευστεί από τον Κλάιστ, «εξαμερικάνισε» το όνομα του Κόλχαας. Όσο για τη νουβέλα, δεν είναι η πρώτη φορά που μεταφέρεται στον κινηματογράφο: είχε μεταφερθεί και το 1969 από τον Φόλκερ Σλέντορφ.

Μια λεπτομέρεια από το βιβλίο, που την είχαμε συζητήσει αρκετά στο αρχικό άρθρο. Σε κάποιο σημείο γίνεται λόγος για μια μολυβένια χτένα, και στην υποσημείωση ο μεταφραστής μάς πληροφορεί ότι χρησιμοποιούσαν χτένες από μολύβι για να σκουραίνουν τα μαλλιά. Αναφέρει μάλιστα και μια παροιμία της εποχής: Ein Bleikamm schwerzt die Haare, doch jüngt er nicht die Jahre, που θα πεί ότι “Η μολυβένια χτένα μαυρίζει τα μαλλιά, μα δεν μικραίνει τα χρόνια”. Στο βιβλίο τη χτένα τη χρησιμοποιεί άντρας, αλλά δεν ξέρω αν οι μολυβένιες χτένες ήταν σύνεργο αποκλειστικά αντρικού καλλωπισμού, ούτε βέβαια ξέρω αν στην ταινία εμφανίζεται η χτένα -όποιος την είδε, ας μας πει. Βέβαια, ο μόλυβδος δεν είναι ό,τι το υγιεινότερο, αλλά από παλιά οι άνθρωποι έβαζαν τα κάλλη πάνω από τον πόνο.

 

Posted in Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Κινηματογράφος, Λογοτεχνία, Μεταγραφή ξένων ονομάτων, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 89 Σχόλια »