Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κλασικά κείμενα’ Category

Δεκαήμερο: Εισαγωγή και μια ιστορία

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2020

Στην αρχή της πανδημίας, είχαμε αναφέρει την άποψη του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348, στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο. Σε εκείνο το άρθρο, πριν από τρεις μήνες, είχα γράψει ότι «τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά».

Σήμερα, που τα μέτρα περιορισμού έχουν χαλαρώσει, στην Ευρώπη τουλάχιστον μια και η πανδημία σε άλλες ηπείρους δεν έχει ακόμα καταλαγιάσει, νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να εκπληρώσω αυτή την κάπως ασαφή υπόσχεση που είχα δώσει και να παρουσιάσω ένα απόσπασμα από το Δεκαήμερο.

Το έργο του Βοκκάκιου έχει τεράστια σημασία, διότι είναι το πρώτο πεζό λογοτεχνικό έργο σε νεότερη ευρωπαϊκή γλώσσα, σε μια εποχή που οι λόγιοι έγραφαν λατινικά. Είναι και το πρώτο νεότερο μυθιστόρημα, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για συλλογή από ανεξάρτητες ιστορίες. Πάντως, άσκησε τεράστια επιρροή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

O Ιωάννης Βοκκάκιος (1313-1375) έγραψε το Δεκαήμερο στα αμέσως επόμενα χρόνια μετά την επιδημία του 1348. Το 1352 το είχε τελειώσει. Καθώς η Φλωρεντία δοκιμάζεται από την πανούκλα, εφτά γυναίκες της καλής τάξης αποσύρονται στην εξοχή σε μια έπαυλη που έχει μείνει έρημη, μαζί με τρεις νεαρούς. Για να περάσει η ώρα, διηγούνται ιστορίες: κάθε μέρα μία ή ένας από τους δέκα χρίζεται βασίλισσα ή βασιλιάς της ημέρας και ορίζει το θέμα που θα έχουν οι ιστορίες. Στη συνέχεια το κάθε μέλος της δεκαμελούς συντροφιάς αφηγείται μια ιστορία και στο τέλος ο βασιλιάς ή η βασίλισσα κάνει μιαν ανακεφαλαίωση. Δέκα μέρες επί δέκα αφηγητές, εκατό ιστορίες.

Οι ιστορίες του Δεκαημέρου συχνά είναι ευτράπελες, απηχούν λαϊκές διηγήσεις, πολλές έχουν θέμα τον έρωτα ή την απιστία, άλλες παρουσιάζουν έξυπνα κόλπα με τα οποία ο ήρωας μπόρεσε να βγει από μια δύσκολη θέση ή δίνουν ένα ηθικό δίδαγμα κτλ.

Το Δεκαήμερο έχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει στο εμπόριο αυτή τη στιγμή κάποια έκδοσή του. Τα κείμενα που εγώ θα παρουσιάσω σήμερα προέρχονται από την δίτομη έκδοση από τα Γράμματα σε μετάφραση του μεγάλου τεχνίτη Κοσμά Πολίτη.

Διάλεξα να παρουσιάσω την εισαγωγή, όπου ο Βοκκάκιος περιγράφει την επιδημία της πανούκλας στη Φλωρεντία. Σταματάω αμέσως πριν από το σημείο όπου γνωρίζουμε τις εφτά ηρωίδες.

Και για να μην μείνουμε με την πικρή γεύση, προσθέτω μιαν ευτράπελη ιστορία απιστίας, την 7η ιστορία της 7ης ημέρας, από την οποία καθιερώθηκε σε διάφορες γλώσσες η έκφραση «κερατάς, δαρμένος κι ευχαριστημένος».

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ

Ο συγγραφέας εκθέτει για ποιο λόγο συγκέντρωσε ορισμένα πρόσωπα που δε θ’ αργήσουν να εμφανι­στούν. Ύστερα, κάτω από την ηγεμονία της Παμπινέας, καθένα από τούτα τα πρόσωπα καταπιάνεται με το θέμα που του είναι περισσότερο αγαπητό.

Κάθε φορά, χαριτωμένες αναγνώστριες, που στοχάζομαι πόσο ευαίσθητο, από την ίδια του τη φύση, είναι το φύ­λο σας, λέω μέσα μου πως τούτο το βιβλίο θα σας κάνει στην αρχή οδυνηρή εντύπωση. Η θανατηφόρα πανού­κλα, που έχει περάσει τώρα πια, μα που η θύμησή της εί­ναι τόσο θλιβερή για όσους έχουν δει ή έχουν πληροφορηθεί το ρήμαγμα που είχε κάνει — αυτή είναι η προμε­τωπίδα του βιβλίου μου. Όμως δε θα ‘θελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς. Ο βραχνάς της αρχής; Φανταστείτε ένα βου­νό, που οι κακοτράχαλες πλαγιές του ορθώνονται μπρο­στά στους ταξιδιώτες· μα εκεί πλάι απλώνεται ένας κάμ­πος, που η ομορφιά του θέλγει και μαγεύει τόσο περισ­σότερο, όσο δυσκολότερο ήταν το σκαρφάλωμα και το κατηφόρισμα. Αν η θλίψη γειτονεύει με την ευθυμία, οι συμφορές σκορπούν σαν έρχεται η χαρά. Αυτή τη σύν­τομη στενοχώρια (τη λέω σύντομη γιατί πιάνει μονάχα μερικές αράδες) τη διαδέχονται αμέσως η γλύκα κι η ευ­χαρίστηση που σας υποσχέθηκα πιο πάνω και που, δί­χως καμιά υποχρέωση από μέρους μου, η εισαγωγή δε σας επιτρέπει καθόλου να ελπίζετε. Αχ! Αν μπορούσα να σας οδηγήσω εκεί όπου επιθυμώ, ακολουθώντας ένα δρό­μο διαφορετικό από το τραχύ μονοπάτι που σας προτεί­νω, θα το ’κανα μ’ όλη μου την καρδιά. Αλλά πώς μπο­ρώ, δίχως να αναφερθώ σ’ εκείνη τη συμφορά, να εξηγή­σω την προέλευση των όσων θα διαβάσετε παρακάτω; Η ανάγκη με κάνει ν’ αποφασίσω αυτό τον πρόλογο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , | 199 Σχόλια »

Πόλεμος και ειρήνη

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2020

Μέσα στην καραντίνα διάβασα το Πόλεμος και ειρήνη. Το είχα ξαναδοκιμάσει καναδυό φορές, στα νιάτα μου και μια πριν από μερικά χρόνια, αλλά τότε το άφησα νωρίς επειδή μπήκαν στη μέση άλλα, πιο επείγοντα διαβάσματα. Μετά με τρόμαζε το μέγεθος, 1500 σελίδες είναι αυτές (περισσότερες είναι).

Αλλά στα μέσα Μαρτίου, που άρχισε η καραντίνα και η τηλεργασία, ενώ τελείωνα έναν Μπαλζάκ, δηλαδή είχα μπει στο κλασικό ύφος, θυμήθηκα τον Τολστόι. «Αν όχι τώρα, πότε;» είπα, και το ξεκίνησα.

Δεν τον θυμήθηκα μόνο εγώ. Ο φίλος μας ο Δύτης, που ειναι σεσημασμένος τολστοϊκός, ανέφερε ένα ομαδικό εγχείρημα, διάβασμα με συζήτηση του έργου, που γινόταν στο Τουίτερ, στα αγγλικά φυσικά. Τους παρακολούθησα για λίγο, και είχαν ενδιαφέρον αλλά μετα τους άφησα και δεν ξέρω τι απόγιναν.

Στην αρχή διάβαζα το βιβλίο πολύ συστηματικά, κοίταζα και την αγγλική μετάφραση και το ρώσικο πρωτότυπο, σημείωνα φράσεις ή μεταφραστικά προβληματάκια κτλ. Ε, αυτό κράτησε για τον μισό πρώτο τόμο (απο τους πέντε της έκδοσης που έχω). Μετά παραιτήθηκα από τις πολλές φιλοδοξίες και το διάβασα κανονικά, σαν μυθιστόρημα και όχι σαν διατριβή, αλλά σημειώνοντας πάντοτε πράγματα που μου κινούσαν το ενδιαφέρον ή την περιέργεια.

Κάποια πράγματα τα εμφάνισα κι εδώ, μαζί κι ένα άρθρο για τα πολλά γαλλικά που περιέχει η πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος.

Διάβασα τη μετάφραση της Κοραλίας Μακρή, που κυκλοφορεί ακόμα από τον Γκοβοστη -αλλά εγώ έτυχε να έχω μια φτηνή επανέκδοσή της που είχε μοιράσει έναν καιρό η Ελευθεροτυπία. Υπάρχουν κι άλλες μεταφράσεις, αλλά η Μακρή μού ταιριάζει με την παλιακή δημοτική της. (Βλέπω ότι κυκλοφορεί σε επίτομη έκδοση με 1168 σελίδες. Στην έκδοση που είχα εγώ είναι άλλη η σελιδοποίηση, οπότε βγαίνουν 1614 σελίδες).

Έκανα κάπου δυο μήνες βέβαια για να διαβάσω τους πέντε τόμους και τις 1600 σελίδες. Το βιβλίο, να πω, είναι οργανωμένο σε δεκαπέντε βιβλία, το καθένα από τα οποία χωριζεται σε κεφάλαια (από 15 εως 30 περίπου) ενώ υπάρχουν και δυο επίλογοι. Παρακολουθεί τη Ρωσία και τους Ναπολεόντειους πολέμους από το 1805 έως το 1812-13, δηλαδή από τον θρίαμβο του Ναπολέοντα στο Αουστερλιτς ως την πανωλεθρία στην εκστρατεία στη Ρωσία. Ο επίλογος μάς μεταφέρει στο 1820.

Παρελαύνουν δεκάδες, εκατοντάδες ίσως πρόσωπα, αλλά βασικοί πρωταγωνιστές είναι πέντε οικογένειες ευγενών, που βλεπουμε τη ζωή τους και τις περιπέτειές τους, τους έρωτες και τους γάμους τους. Είχα βρει κάπου ένα γενεαλογικό δέντρο τους, κι αυτό βοηθάει για να μη χάνεις τα ονόματα, αλλά δεν ήταν πολύ καλή ιδέα διότι από το σχεδιάγραμμα είδα ότι ο Πιέρ παντρεύεται στο τέλος τη Νατάσα, κάτι που δεν είναι προφανές αμέσως διότι η Νατάσα αρραβωνιάζεται τον Αντρέι, επιστήθιο φίλο του Πιέρ. Κι έτσι το ήξερα από πριν κι αυτό δεν μου άρεσε. (Γενικά δεν είναι καλό να κοιτάς πολλά για ένα μυθιστόρημα. Προηγουμένως την είχα πατήσει με τον Εξάδελφο Πονς του Μπαλζάκ, όπου αναζητώντας το πρωτότυπο έκανα το λάθος και διάβασα και την υπόθεση στη Βικιπαίδεια και είχα ξενερώσει)

Eίπα ότι το διάβασα αλλά είναι λίγο όπως με τη Γαλατία και το χωριό του Αστερίξ. Δεν το διάβασα όλο-όλο. Στον επίλογο, και αφού έχουμε μάθει τι απόγιναν οι ήρωες, ο Τολστόι αφιερώνει έναν δεύτερο επίλογο για να αναλύσει σε καθαρά δοκιμιακό ύφος θέματα ιστορίας, δηλαδή ποιοι είναι οι παράγοντες που κινούν την ιστορία. Ε, στάθηκε αδύνατο να διαβάσω αυτές τις λίγες σελίδες, που τις βρήκα εξαιρετικά βαρετές (ιεροσυλία; αλλά δεν είναι μυθιστόρημα πλέον) κι έτσι έφαγα την καμήλα, που λέει πλέον η παροιμία, και άφησα λίγες τρίχες από την ουρά της. Ισως κάποιαν άλλη φορά βρω το σθένος να το τελειώσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 97 Σχόλια »

Τίμων ο Αθηναίος, ο μισάνθρωπος

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2018

Τις προάλλες, που ήμουν στην Αθήνα, πήγα στο Εθνικό, στο Ρεξ, και είδα το έργο του Σέξπιρ «Τίμων ο Αθηναίος» σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. μια παράσταση που μου την είχε συστήσει ένας φίλος που την κρίση του την εμπιστεύομαι.

Λέω «το έργο του Σέξπιρ» αλλά αυτό δεν είναι εντελώς ακριβές. Οι μελετητές από πολύ παλιά υποστήριζαν ότι το έργο έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν ταιριάζουν στη σεξπιρική πένα και τελικά η επιστήμη έχει σήμερα καταλήξει ότι κατά πάσα πιθανότητα το έργο έχει γραφτεί από δύο συγγραφείς, τον Ουίλιαμ Σέξπιρ και τον Τόμας Μίντλτον. Υποδεικνύουν μάλιστα οι μελετητές ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία τα οποία φαίνεται να έχουν γραφτεί από τον Μίντλτον.

Αυτή τη συγκυριότητα την αναγνωρίζει η παράσταση του Εθνικού, αφού στον τίτλο δηλώνεται ρητά «των Ουίλιαμ Σέξπιρ και Τόμας Μίντλτον». Ωστόσο, το έργο περιλαμβάνεται από την αρχή στον σεξπιρικό κανόνα και για λόγους πρακτικούς στη συνέχεια μπορεί να αναφερθώ στον Σέξπιρ μόνο ως συγγραφέα.

Στην Αθήνα λοιπόν, όχι βεβαια την κλασική αλλά της ποιητικής άδειας αφού πολλοί ήρωες έχουν λατινογενή ονόματα, ο πλούσιος Τίμων μαζεύει στο σαλόνι του ένα σωρό παράσιτους και κόλακες που του κάνουν τον φίλο, σκορπάει χρήματα αλογάριαστα όταν του τα ζητούν, προικίζει τον ένα και ξεχρεώνει τον άλλον, κάνει βαρύτιμα δώρα σε όσους προσκαλεί στα λουκούλλεια συμπόσιά του, χωρίς να δίνει σημασία στις προειδοποιήσεις του οικονόμου του, που βλέπει τα σεντούκια ν’ αδειάζουν και τα χτήματα να υποθηκεύονται. Απ’ όλους τους προσκαλεσμένους μονάχα ένας κυνικός ποιητής, ο Απείμαντος, αρνείται το παραμικρό δώρο του Τίμωνα και ρίχνει φαρμακερές σπόντες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Θεατρικά, Κλασικά κείμενα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 123 Σχόλια »

Τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2018

Θα σας παραξενέψει ο τίτλος του σημερινού άρθρου -θυμίζει βέβαια την πασίγνωστη ρήση «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» αλλά δεν είναι πιστή απόδοσή της.

Θα πω μερικά πραγματα για την ιστορία της ρήσης αυτής, που μπορεί να είναι γνωστά σε αρκετούς. Ας κάνουν υπομονή, μετά θα πούμε και για την απόδοσή της.

Είναι αρκετά γνωστό πως η ρήση «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» δεν είναι αρχαία ελληνική αλλά κατασκευή της καθαρεύουσας, του 19ου αιωνα. Δεν έχω επιχειρήσει να ανιχνεύσω πότε εμφανίζεται, αλλά θα με εξέπληττε να ήταν πολύ παλαιότερη από το νεοελληνικό κράτος.

Ξέρουμε επίσης ότι η ρήση ειναι μετάφραση απο τα λατινικά. Η αντίστοιχη λατινική ρήση είναι Timeo Danaos et dona ferentes (ή ferentis σε άλλα χειρόγραφα) και είναι στίχος από την Αινειάδα του Βιργίλιου, από το 2ο βιβλίο (ΙΙ.49).

Στην Αινειαδα τα λογια αυτά τα λέει ο Λαοκόων, ο ιερέας που επιχείρησε να πείσει τους άλλους Τρώες να μην βάλουν μέσα στα τείχη τον Δούρειο Ίππο -μάταια όμως διότι, όπως θα θυμομαστε από τη μυθολογία ή από το διάσημο γλυπτό, αμεσως ξεπηδησαν από τη θάλασσα δυο τεράστια φίδια και τον κατασπάραξαν, με αποτέλεσμα βέβαια οι Τρωες να πιστέψουν πως ήταν θελημα θεού να δεχτούν το δώρο -ήταν θέλημα θεών, αλλά όχι για το καλό τους. Τη νύχτα οι κρυμμένοι Αχαιοί άνοιξαν την καταπακτή και βγηκαν έξω κι έτσι αλώθηκε το Ίλιο.

Παρόλο που τον Όμηρο τον διδασκόμαστε υποτίθεται στο σχολείο, δεν έχουν όλοι συνειδητοποιήσει πως για τον Δούρειο Ίππο και το πάρσιμο της Τροίας η πηγή μας δεν είναι η Ιλιάδα, που τελειώνει με την ταφή του Έκτορα, αλλά κάποιες αναφορές στην Οδύσσεια -και φυσικά αρκετές μεταγενέστερες πηγές. Όσο για τον Λαοκόωντα, δεν εμφανίζεται στα ομηρικά έπη καθόλου, όμως πρωταγωνιστουσε σε μια, χαμένη σήμερα, τραγωδία του Σοφοκλή, και αναφέρεται και σε άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ωστόσο, η πληρέστερη πηγή μας είναι η Αινειάδα.

Ας επιστρέψουμε στη λατινικη φράση Timeo Danaos et dona ferentes. Πολλά λατινικά δεν σκαμπάζουμε, αλλά είναι επίσης γενικά γνωστο ότι αυτό το Timeo δεν είναι προστακτική αλλά πρωτο πρόσωπο της οριστικής: Φοβούμαι. Γιατί όμως το «φοβούμαι» μετατράπηκε σε «φοβού»; Δεν εχω οριστική απαντηση, αλλά μπορώ να κάνω δύο υποθέσεις. Αφενός, ο συγκεκομμένος τύπος δίνει ρυθμικότερη φράση: Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας. Αφετερου, σε πρώτο πρόσωπο η φράση δεν ειναι διδακτική. Καθώς έγινε παροιμιώδης, και απομακρύνθηκε από την Τροία και τον Λαοκόωντα, αλλα αντίθετα προειδοποιει να είμαστε δύσπιστοι στις ξαφνικές χειρονομίες φιλίας κάποιων που τους ξέρουμε για εχθρούς μας, βολεύει να διατυπωνεται σε προστακτική, οπως τόσες και τόσες παροιμίες και γνωμικά. Άλλωστε, και στα αγγλικά η φράση έγινε γνωμικό σε προστακτική διατυπωμένο: Beware of Greeks bearing gifts, εξού και η έκφραση Greek gift για δώρο που κρύβει κακό σκοπό -και από εκεί θα πάμε στα οσα κατά καιρους αρνητικά έχουν ειπωθεί για τους Έλληνες, αλλά δεν θέλω να ξεστρατίσει εκεί η συζήτηση (δείτε πάντως για τον Θεόδωρο Άπουλο).

Η φραση που έβαλα στον τίτλο είναι πιστή μετάφραση του λατινικού στίχου, γι’ αυτο και διαφέρει από τη δική μας παροιμιώδη ρήση. Τη βρήκα στο βιβλίο που θα σας παρουσιάσω σήμερα, που το εξώφυλλό του το βλέπετε πιο πάνω, μια νέα μετάφραση της Αινειάδας από τον καθηγητή Θεόδωρο Παπαγγελή, που έχει παλιότερα μεταφράσει και το άλλο μεγάλο έπος της λατινικής λογοτεχνιας, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου.

Είναι μια εξαιρετική έκδοση από το ΜΙΕΤ, με σκληρό δέσιμο, χορταστικά προλεγόμενα και σημειώσεις από τον Παπαγγελή, και μπορείτε να τη βρείτε σε πολύ καλή τιμή, γύρω στα 20 ευρώ. Ο Παπαγγελής στα προλεγόμενα τοποθετει την Αινειάδα στο πλαίσιό της, αναφέρει σχέσεις με τον Όμηρο και τον Δάντη, φτάνει ως την εποχή μας -πάνω από 100 σελίδες πιάνουν τα προλεγόμενα.

Αλλά βέβαια προέχει η μετάφραση. Ο Παπαγγελής έκανε την πολύ εύστοχη κατά τη γνώμη μου επιλογή να προτιμήσει πολυσύλλαβο στίχο -21σύλλαβο, αλλά με αυστηρή τήρηση του μέτρου και με τομή πάντοτε στη μέση, ώστε ο κάθε στίχος να χωρίζεται σε εντεκασύλλαβο και δεκασύλλαβο ημιστίχιο κι έτσι το έργο να διαβάζεται ομαλά και να ρέει.

Βέβαια, εύκολο ανάγνωσμα δεν είναι η Αινειάδα Ιλιάδα, και δεν θα είναι πολλοί εκείνοι που θα τη διαβάσουν από αρχή ως τέλος μονορούφι. Εγώ κορφολόγησα εδώ κι εκεί και ελπιζω κάποτε να βρω την ησυχία και να χαρώ αυτό το κλασικό έργο κι αυτή την πανέμορφη έκδοση όπως τους αξίζει.

Θα παραθέσω εδώ τους στίχους που αφορούν, ακριβώς, την ιστορία του Λαοκόωντα και το φριχτό του τέλος.

Κι εκεί απάνω, πρώτος με μακριά ξοπίσω ακολουθία ο Λαοκόων
κατέβαινε απ’ της πόλης την ψηλήν ακρόπολη και έτσι ξαναμμένος
από μακριά τούς έκραξε «Προς τι η τόση αφροσύνη, συμπολίτες;
Πιστέψατε πως φύγαν οι εχθροί; Θαρρήσατε των Δαναών τα δώρα
λεύτερα από δόλο; Δηλαδή ξεχάσατε ποιος είναι ο Οδυσσέας;
Στο ξύλο τούτο μέσα Αχαιοί θα κλείστηκαν και θα φυλάν κρυμμένοι·
ή τούτη η μηχανή έχει φκιαχτεί ενάντια στης πόλης μας το κάστρο,
να κατοπτεύει σπίτια από ψηλά, ένας βραχνάς επάνω από την Τροία,
ή κάτι πονηρό παραφυλά. Τον ίππο, Τεύκροι, μην εμπιστευθείτε.
Ό,τι κι αν είναι, εγώ τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι.

Μίλησε και με χέρι στιβαρό σφεντόνιασε ένα τεράστιο δόρυ
απάνω στου θεριού τα πλαϊνά, εκεί που αρμοί κυρτώναν την κοιλιά του.
Με τρέμουλο καρφώθηκεν αυτό, τραντάχτηκε από κάτω η γαστέρα,
το κοίλο μέσα βόγκηξε, αχό ανάδωσε το κύτος απ’ τα βάθη.
Κι αν ήταν ριζικό από θεό, ο νους μας αν δεν ήταν στραβωμένος,
ξεχάρβαλο με τα σιδερικά θα κάναμε των Αργειτών την κρύπτη,
θα έστεκεν η Τροία και εσύ, κάστρο ψηλό του Πρίαμου ολόρθο
θα έστεκες (…)

Είναι οι στιχοι 40-56 από το 2ο βιβλίο της Αινειάδας.

Για σύγκριση, το πυκνότατο λατινικό πρωτότυπο:

Primus ibi ante omnis, magna comitante caterva,
Laocoon ardens summa decurrit ab arce,
et procul: ‘O miseri, quae tanta insania, cives?
Creditis avectos hostis? Aut ulla putatis
dona carere dolis Danaum? Sic notus Ulixes?
aut hoc inclusi ligno occultantur Achivi,
aut haec in nostros fabricata est machina muros
inspectura domos venturaque desuper urbi,
aut aliquis latet error; equo ne credite, Teucri.
Quicquid id est, timeo Danaos et dona ferentis.’
Sic fatus, validis ingentem viribus hastam
in latus inque feri curvam compagibus alvum
contorsit: stetit illa tremens, uteroque recusso
insonuere cavae gemitumque dedere cavernae.
Et, si fata deum, si mens non laeva fuisset,
impulerat ferro Argolicas foedare latebras,
Troiaque, nunc stares, Priamique arx alta, maneres.

Μολις όμως τελείωσε ο Λαοκόωντας, παρουσιάστηκε ο Σίνωνας, κατάσκοπος των Αχαιών, και υποστηρίζει πως οι Αχαιοί θέλανε να τον θυσιάσουν στους θεούς φεύγοντας, και τάχα τους ξέφυγε, και διαβεβαιωνει τους Τρωες πως ο στόλος των εχθρων έχει αποπλεύσει. Κι όπως το κοινό των Τρωων είναι δίβουλο…..

Και ιδού την ώρα κείνη απ’ τη μεριά τής Τένεδος, στην κάλμα του πελάγους,
συστρέφοντας με κύκλους τα κορμιά, δυο φίδια θηριώδη (ανατριχιάζω!)
ορμάνε στα νερά, τα δυο μαζί, και σταθερά στοχεύουν τ’ ακρογιάλι.
Τα στήθια τους στα κύματα στητά, τα άλικα λοφία, σκέτο αίμα,
ανάερα απάνω απ’ το νερό, το πίσω του κορμιού σε μέγα μάκρος
τη θάλασσα μετράει και σπειρωτό τα νώτα του ατέλειωτα κολπώνει.
Στον αφρισμένο πόντο συριγμός, κι όπως το περιγιάλι κιόλα επιάναν,
είχαν το μάτι φώσφορο και πυρ, σαν από αίμα που άπλωσε βαμμένο,
τα στόματα που δίναν συριγμό οι γλώσσες τους με τρέμουλο τα γλείφαν.
Κατάχλωμοι σκορπίσαμε· αυτά θέλουν το Λαοκόωντα, σ’ εκείνον
ολόισια τραβάν και στην αρχή τυλίγουν τα κορμιά των δυο παιδιών του —
κορμιά μικρά σε αγκάλη ερπετού, σφιχτά μες στις κουλούρες τους μπλεγμένα,
τα δύσμοιρα με τις δαγκωματιές τα κόβουνε καθένα για βορά του.
Το Λαοκόωντα μετά που βοηθός προστρέχοντας επήρε τις σαΐτες
γραπώνουν και του κάνουνε δεσιά με σπείρες θηριώδεις. Κι όπως τώρα
μεσόκορμα τον ζώσαν δυο φορές και δυο φορές τριγύρω στο λαιμό του
φολιδωτά τυλίχτηκαν, ψηλά κι απάνωθέ του σβέρκο και κεφάλι
εκράταγαν. Περίχυτος αυτός με λύθρο και ολέθριο φαρμάκι,
το δέσιμο με χέρια πολεμά να ρίξει από πάνω του· συνάμα
φριχτές ν’ ανατριχιάζεις οιμωγές ως τ’ ουρανού τα ύψη ανεβάζει·
κι ακούγονταν σαν το μουγκανητό του πληγωμένου ταύρου που ξεφεύγει
απ’ το βωμό και άστοχο μπαλτά από τον τράχηλό του αποτινάζει.
Αθόρυβα οι δράκοντες γλιστρούν ψηλά προς το ναό της Τριτωνίδας,
γυρεύουν στην ακρόπολη φωλιά, στης άσπλαχνης θεάς την κατοικία,
στα πόδια της μαζεύονται κι εκεί στη στρογγυλή ασπίδα βρίσκουν σκέπη.
Ανταριασμένος ήταν ολωνών ο νους και τότε ήρθε από πάνω
και φώλιασε καινούριος πανικός· το κρίμα του αντάξια πληρώνει
ο Λαοκόων, λέγανε, αυτός πού έβλαψε το ιερό το ξύλο
με σίδερου αιχμή κι αμαρτωλό στη ράχη του ίππου έμπηξε κοντάρι.

Κι εβαλαν το ξύλινο άλογο μέσα και μετά φαντάζεστε τι έγινε…

 

Posted in Κλασικά κείμενα, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 233 Σχόλια »