Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κρήτη’ Category

Χρονιάρες μέρες (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2022

Ο φίλος μας ο Antonislaw πληκτρολόγησε και μού έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα, ένα διήγημα πρωτοχρονιάτικο, που εξαιτίας της συρροής ειδικών άρθρων (μηνολόγιο, πρωτοχρονιάτικο άρθρο κτλ) δεν ήταν εφικτό να δημοσιευτεί την Κυριακή που μας πέρασε. Αφού σήμερα είναι αργία, η τελευταία του χριστουγεννιάτικου δωδεκάμερου, δεν ειναι αταίριαστο να το βάλουμε σήμερα το διήγημα -προτιμότερο παρά να το κρατήσω για του χρόνου και να το ξεχάσω.

Θυμίζω ότι ο Αντώνης είχε και πριν από καιρό στειλει ενα άλλο διήγημα των ίδιων συγγραφέων, από το οποίο μεταφέρω εδώ, δυστυχώς επικαιροποιημένη, τη σύντομη παρουσίασή τους.

Ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή ήταν από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της αντίστασης στην Κρήτη στη γερμανική Κατοχή. Στη συνέχεια πήραν μέρος στον εμφύλιο και έμειναν στην παρανομία καθοδηγώντας τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και ζωντας κυρίως σε σπηλιές μέχρι το 1962, όταν με χίλιες αντιξοότητες κατόρθωσαν να διαφύγουν με την αποδεκατισμένη ομάδα τους μέσω Ιταλίας στην ΕΣΣΔ και στην Τασκένδη. (Δύο από τα οχτώ μέλη της ομάδας αρνήθηκαν να αφήσουν την Κρήτη. Ήταν οι θρυλικοί Μπλαζάκης και Τζομπανάκης, που τελικά κατέβηκαν από τα βουνά το 1975).

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οπως την ειδαν από πρώτο χέρι στην Τασκένδη, δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκαν με το ΚΚΕ Εσωτερικού οπότε πέρασαν από αρκετές δυσκολιες και τελικά επαναπατρίστηκαν το 1976. Συνέχισαν στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στο ΚΚΕ εσωτ., στην ΑΚΟΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής (1920-2012) πέθανε το 2012, στα 92 του χρόνια (εδώ μια βιογραφία του). Η Αργυρώ Πολυχρονάκη-Κοκοβλή (1927-2019) έφυγε από τη ζωή στην ίδια ηλικία, τον Μάρτιο του 2019. Εδώ η είδηση του θανάτου της σε χανιώτικον ιστότοπο, μαζί με το προηγούμενο διήγημα που είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο, αν και χωρις αναφορά πηγής. Από εκεί παίρνω και τη φωτογραφία των συγγραφέων).

Για όλα αυτά μπορειτε να δείτε το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που βασίστηκε στο βιβλίο τους «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», εκδόσεις Πολύτυπο, που σας το συνιστώ κι αυτο να το διαβάσετε, αν το βρείτε (αλλού φέρεται εξαντλημένο, αλλού ότι κυκλοφορεί). Οι ίδιοι έγραψαν και το «ΕΣΣΔ, προσδοκίες και πραγματικότητα προσφύγων», εκδόσεις Κουλτούρα.

Ο φίλος μας ο Αντώνης βρήκε σε διαδικτυακό παλαιοβλιοπωλείο ένα βιβλίο με διηγήματα του ζεύγους Κοκοβλή, που όμως το υπογράφουν με ψευδώνυμο, Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, με τίτλο «Βάσανα και Καημοί» που εκδόθηκε το 1965 από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ στην προσφυγιά). Το βιβλίο αυτό δεν (πρεπει να) έχει επανεκδοθεί. Από το βιβλίο αυτό προέρχεται και το σημερινό διήγημα, το οποίο είναι βέβαια γραμμένο με στερεότυπα, αλλά με διαφορετικό ίσως τρόπο δεν είναι εκτός τόπου και χρόνου ούτε σήμερα.

(Το κείμενο μονοτονίστηκε και έγινε κάποιος ορθογραφικός εκσυγχρονισμός)

Νίκου και Αργυρώς Μαδαρίτη (Νίκος και Αργυρώ Κοκοβλή)

Από το βιβλίο «Βάσανα και καημοί (Διηγήματα)»

1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

«Χρονιάρες μέρες»

Ήτανε πολύ πρωί. Έδεσε χαμηλά τη μαύρη παλιά μαντήλα της κι ετοιμάστηκε να βγει. Κείνη τη στιγμή το μικρό της κοριτσάκι πετάχτηκε απ’ το ξυλοκρέβατο πού’ταν στη γωνιά της μοναδικής, κρύας παλιοκάμαρας και την έπιασε απ’ το φουστάνι. Ύστερα σηκώθηκε και το δεύτερο και το τρίτο της παιδί. Όλα κορίτσια. Τα κοίταξε κι η καρδιά της ράγισε. Αχ πόσο θά΄θελε νά’ φευγε χωρίς να τη δουν!… Τα ρουφηγμένα μαγουλάκια τους ήταν σαν κέρινα και τα ματάκια τους απέραντα μεγάλα σε σχέση με τ΄ ασθενικά προσωπάκια τους. Είχανε κάτι ποδαράκια σαν ολόιδια καλαμάκια και τα κορμάκια τους λες και κρέας καθόλου πάνω τους δεν είχανε. Όσο κι αν ήθελες να σκεφτείς υπερβολικά δεν τά’ κανες πάνω από δυο ως πέντε χρονών. Κι όμως το πιο μεγάλο ξεπερνούσε τα οχτώ.

Ρουφούσαν ακατάπαυστα τις παχιές μυξίτσες τους και κοιτάζοντας σαν ένοχα τη μάνα τους μουρμούριζαν παραπονιάρικα τις «απαιτήσεις» τους. Είναι αλήθεια, ποτέ τους δεν ζητούσαν τίποτα. Καταλάβαιναν τις δυσκολίες. Μα τώρα, μέρες πού’ρχονταν η στέρηση γινόταν πιο χτυπητή. Και μέσα τους ξυπνούσε δυνατή η λαχτάρα για κάτι.

Το μεσαίο έσκυβε μια το κεφάλι και κοίταζε τα ξυπόλητα ποδαράκια του και μια το σήκωνε δειλά δειλά κατά τη μάνα του. Τέλος αποτόλμησε:

– Τα παπουτσάκια μαμά!…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κρήτη, Κομμουνιστικό κίνημα, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 132 Σχόλια »

Φαλκονέρα, 8 Δεκεμβρίου 1966 (μαρτυρία του Λευτέρη Αεράκη)

Posted by sarant στο 12 Δεκεμβρίου, 2021

Η Φαλκονέρα είναι βραχονησίδα στο Μυρτώο Πέλαγος. Μια και εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι Φαλκονέρα σημαινει Γερακότοπος -άλλωστε ένα άλλο όνομα της βραχονησίδας είναι Γερακουλιά. Όμως δεν είναι γι’ αυτό γνωστή η Φαλκονέρα, που είναι ίσως η πιο διάσημη από τις ελληνικές βραχονησίδες -μετά τα Ίμια.

Το βράδυ της 7ης προς 8 Δεκεμβρίου 1966, το επιβατηγό-οχηματαγωγό «Ηράκλειον» που εκτελούσε το δρομολόγιο Χανιά-Πειραιάς βυθίστηκε κοντά στη Φαλκονέρα. Παραμένει το μεγαλύτερο ναυάγιο της ελληνικής ναυσιπλοΐας με 277 θύματα (κατ’ άλλες πηγές 247 ή 273).

Πριν από μερικές μέρες, ο φίλος Γιώργος Αεράκης δημοσίευσε στο Φέισμπουκ μια μαρτυρία του πατέρα του, ο οποίος επίσης ταξίδευε εκείνη τη νύχτα, αλλά όχι με το Ηράκλειον. Η διήγηση αυτή μού άρεσε πολύ, γιατί είναι χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκού ιδιωματικού λόγου, και του ζήτησα την άδεια να την αναδημοσιεύσω εδώ.

Ο Λευτέρης Αεράκης (1920-2013) ή Νταρολευτέρης γεννήθηκε στα Ανώγεια και είχε ενεργό συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση. Λέει ο γιος του: «Είχα ακούσει πολλές φορές τον πατέρα μου να διηγείται την ιστορία του ναυαγίου. Τελευταία φορά λίγο πριν πεθάνει το 2013. Τότε κράτησα και σημειώσεις. Θυμάμαι με τρόμο τη μέρα εκείνη, σχόλασα και κόσμος ήταν μαζεμένος στο σπίτι μας. Η μάνα μου με λυμένα τα μαλλιά να μοιρολογάται περιτριγυρισμένη από τις αδελφές της…»

Και διευκρινίζει:

Εκείνο το βράδυ ο πατέρας μου Λευτέρης Αεράκης (Νταρολευτέρης) ταξίδευε με το πλοίο ΜΙΝΩΣ από το Ηράκλειο προς Πειραιά. Το πλοίο τους έφτασε πρώτο στο σημείο του ναυαγίου και ας δούμε την διήγηση του Νταρολευτέρη στην ντοπιολαλιά του.

Η διήγηση του Λευτέρη Αεράκη

«Το καλοκαίρι του 1966, έφυγα από τα Ανώγεια και ήρθα στο Ηράκλειο μαζί με τη γυναίκα μου και τα τρία μου κοπέλια για να αναζητήσω καλύτερη τύχη. Τα κοπέλια μου ήσανε μικιά, μαθητές δημοτικού και Γυμνασίου. Έκανα διάφορες δουλειές του ποδαριού, εργάτης στα σταφιδεργοστάσια, στσι οικοδομές, μέχρι να ανοίξω μαζί με τον κουνιάδο μου το Κίμο το Μανουρά, το Χειμώνα του 1968 το κρητικό μαγαζί «Ερωτόκριτο» απέναντι από την εφημερίδα Μεσόγειο στη Χάνδακος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κρήτη, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , | 360 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (23) – Οι Σφακιανοί γράφουν στον βεζίρη των Χανίων [Συνεργασία του ΜΙΚ_ΙΟΥ]

Posted by sarant στο 30 Νοεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό τρίτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ. Πρόκειται για μια συνεργασία που μου έστειλε ο φίλος μας ο ΜΙΚ_ΙΟΣ, από τον αγώνα στην Κρήτη -κι έτσι συνδυάζεται με το αμέσως προηγούμενο. Εδώ βλέπουμε ένα γράμμα των Σφακιανών προς τον Πασά, που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Οι σημειώσεις είναι επίσης του ΜΙΚ_ΙΟΥ.

Βλέπουμε ότι οι υπογράφοντες προσπαθούν να καθησυχάσουν τον Οθωμανό αξιωματούχο ώστε να αποφευχθούν συνέπειες για τους αμάχους.

Eγώ απλώς χώρισα το κείμενο σε παραγράφους για να διαβάζεται πιο εύκολα και επίσης άλλαξα τη σειρά παρουσίασης δηλαδή προτάσσω την επιστολή, ακολουθεί η πηγή και τα εισαγωγικά σχόλια του εκδότη και τέλος τα λεξιλογικά σχόλια από τον ΜΙΚ_ΙΟ.

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ:

Υψηλότατε και υπέρτατε μέγα βεζύρη των Χανίων

Ημείς οι πιστοί ραγιάδες και σκλάβοι της κραταιάς βασιλείας οι κατοικούντες το Καστέλλι των Σφακίων δουλικώς προσκυνούμεν το υψηλόν προσκυνητόν πουγιουρτού Σας ελάβομεν και ως πιστοί ραγιάδες το προσκυνήσαμεν και ευθύς κατά την προσταγήν του υψηλοτάτου βεζύρη μας εμαζώξαμεν όλους τους ραγιάδες σας Σφακιανούς από όλο το καστέλλι και τους το διαβάσαμε και των είπαμε και εμείς οι προεστοί να ανοίξουνε τα μάθια τωνε μικροί μεγάλοι οπού να φανούμε εις ετούτο το καιρό και να δείξωμε ταετλήδες και πιστοί ραγιάδες της κραταιάς βασιλείας ως καθώς ήμεστανε και επερνούσαμε ήσυχα·

αποκριθήκασι όλοι ότι και το πουγιουρτού του αφέτη μας προσκυνούμεν και εις την προσταγήν του ήμεστανε πρόθυμοι και χιανέτηδες και ασίδες δεν ήμεθα μήτε δεν γινόμαστε καθώς ίσως μας στοχάζονται μερικοί, το ψωμί της βασιλείας οπού τρώγομε δεν το καταπατούμε·

όθεν και ημείς οι γέροντες και καπεταναίοι παρακαλούμεν και προσκυνούμεν τον ύψιστον οπού εις ταις σημεριναίς ημέραις της ακαταστασίας να κάμετε το μεριχαμέτι σας και εις εμάς τους πτωχούς ραγιάδες και να προστάξετε να μην μας πειράζουν από το σαντζάκι του Ρεθέμνου επειδή και από μέρες εκατέβηκε ένα παϊράκι εις τα σύνορα τα δικά μας έχοντας για κεφάλι κάποιον ισμαΐλαγα Κουτουράκη, ο οποίος δεν έλειπε πάντα και εις τον καλό καιρό να μας πειράζη τώρα μάλιστα ως καθώς θωρούμε γυρεύγει με τινά τρόπον να μας καταστήση καπαετλήδες·

αυτός επάτησε μερικά χωριά από τα χάσικα οπού εκάθουντα φαμελιές εδικιές μας και επήραν δύο γυναίκες εδικές μας και τσι σέρνανε μαζύ τωνε και τσι ρεστάρανε· επήγανε εις ένα μιτάτο και εζήτησαν να δέσουσι τους Σφακιανούς και να γδύσουσι ίσως το μιτάτο και όμως εσταθήκαν εις τα άρματα και εβαρήκανε και η μια πάτα και η άλλη και εσκοτώθησαν από τσι βοσκούς ένας και από τσι τούρκους δεν εμάθαμε ακόμα αν εβαρεστήκανε γιατί εφύγανε οι βοσκοί και επιάσι τα βουνά φοβούμενοι από εμάς τσι προεστούς, γιατί εκατέχανε το ταμπίχι οπού είχαμε καμωμένο και αν ημπορέσωμε και τους πιάσωμε θενά έρθωμε από το δίκιον τωνε·

έτζι παρακαλούμε το ύψος του αφέντη μας να τσι καταλαγιάζη αυτούς τους ανθρώπους γιατί έχομε και εμείς πολλούς κουζουλούς και δεν μπορούμε να τσι απαλεύωμε, γιατί το γυναικώ το κάμωμα επήραξε πολλά το καστέλλι μας και φοβούμεθα και εμείς να μη γενή καμιά κακή δουλιά και αφανιστούμε, γιατί το ίρτζι είναι του βασιλέως και εμείς ήμεστενε ραγιάδες πιστοί και δεν θέλομε να γενούμε ωσάν εκείνους τους σκύλους τσι χιανέτηδες τους νησιώτες, τους οποίους ελπίζομεν να παιδεύση η κραταιά βασιλεία  γλήγορα για να ησυχάση και ο κόσμος και εμείς και προσκυνητώς μένομεν εν ταις προσταγαίς του υψηλοτάτου κράτους σου και τοαζλήδες εις το χουζούρι σου.

====-====

Πηγή: ‘‘Συλλογή εγγράφων Ζαχαρία Πρακτικίδη (ή Τσιριγιώτη) : Έγγραφα ετών 1810-1834’’, υπό Μοτάκης, Στυλιανός, Ιστορικόν Αρχείον Κρήτης (1953), σ. 37-38.

Επιστολή Σφακιανών προς βεζύρην Χανίων δι’ ης υπόσχονται υποταγήν και πειθαρχίαν, ενώ ταυτοχρόνως παραπονούνται δια τουρκικάς υπερβασίας.

Διπλούν φύλ. χάρτου χονδρού διαστ. 22 . 31. Επί της πρώτης σελίδος το κείμενον της επιστολής των Σφακιανών, η οποία συνεχίζεται και επί της δευτέρας, όπου κάτω δεξιά και καθέτως τα εξής δι’ άλλης χειρός:

«Παϊπά ρούσιο χαιρετόσε και καθός με προστάζουν οι γέροντες σπεύδο με τον λόογοντος σε γράφω όντη να κάμις τον κόπον να πας νάβρης τον διδάσκαλον να κάμι ένα αγουστουχάλι παρόμιο και να το στείλουν του χανιότι βαλίσι, ακόμαλοένα οσάν αυτό του καστρουβαλίσι έτζι καθός μας γράφουν και τα πουγιουθιά τος ότι θέλου λάβουν τιν απόκρισίν μας και ότης λογίς τόβρισκεν μονοτίπι δια να γένουν διό τέθια παρόμια και να τα περικλίσετε εις το γράμα του Στουρούνογλου(1) και να του γράψομε παρακαλεστικώς δια να τα δόσι τον βεζιράδο.

ταύτα Χ’αναγνώστις παναγιώτου* σε γράφο».

Επί της τρίτης σελίδος το κείμενον της εκ Σπετσών επιστολής. Επί δε της τελευταίας: «το υψιλόν και προσκηνητόν μπουγιουρτί», κάτω δε αριστερά επί του τετάρτου του εις τέσσαρα διπλωμένου χειρογράφου τα εξής δια τρίτης χειρός: «αναγκαία αμφότερα τα περιεχόμενα. Τη 26 Μαρτίου 1821. Επιστολή Σφακιανών προς βεζύρην Χανίων δι’ ης ομολογούν υποταγήν των εις αυτόν κλπ (αρκετά περίεργος). Δια του τρόπου τούτου ηπάτουν συχνότατα τους Μουσουλμάνους εχθρούς των έως ότου ενεδυναμόνοντο και κατεφέροντο τρομερώς, θηριωδώς σπαράττοντες αυτούς εις τας μεταξύ των μάχας.**

Διατήρησις χειρογράφου όχι καλή.

(1)Τουρκοκρής εκ Σελίνου, απαγχονισθείς αργότερον υπό των Τούρκων.</i>

====-====

Λεξιλόγιο (για τα γράμματα στις αγκύλες, βλ. πηγές στο τέλος)

* πουγιου(ρ)τί και πουγιουρτού = μπουγιουρντί. Έγγραφη διαταγή αξιωματούχου· από τουρκ. buyuruldu. [Z]

* ταετλής = ιταετλής (και ιταατλής): αυτός που κάνει ιταέτι (ή ιταάτι), δηλ. που δηλώνει υποταγή και πειθαρχεί· από τουρκ. itaatli < itaat.

{η ερμηνεία –με υπόδειξη του Νικοκύρη- από άρθρο του ιστολογίου.}

* χϊανέτης (και χιγιανέτης): δόλιος, δύστροπος, ανυπάκουος· 2. ατημέλητος· 3. τεμπέλης· από τουρκ. hiyanet [O]

 * ασής : αντάρτης, επαναστάτης· από τουρκ. asi [O]

 * μεριχαμέτι = μερχαμέτι (και μεραχμέτι, μερεχμέτι). Ευσπλαχνία, οίκτος, φιλανθρωπία· από τουρκ. merhamet. [Z]

* σαντζάκι: Δευτεροβάθμια διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποδιαίρεση του εγιαλετιού· από τουρκ. sancak [Ζ]

 * κα(μ)παετλής: φταίχτης, ένοχος, υπεύθυνος· από τουρκ. kabahatli [O].

* χάσικος : 1. καθαρός, λευκός· 2. χαρακτηρισμός για ανθρώπους, ιδίως γυναίκες, με λευκό και αφράτο δέρμα· 3. εκλεκτός· από τουρκ. has [O].

{- εδώ, χάσικα χωριά, εννοούνται τα μη επαναστατούντα πεδινά χωριά της περιοχής (Εμμ. Βαρβίδης). Αλλά ίσως να ήταν και τα μη βακουφικά, «μη ησφαλισμένα εν τω εφκαφίω» (Βασ. Ψιλάκης).}

* ρεστάρω = αρεστάρω: συλλαμβάνω, κρατώ, φυλακίζω· από ιταλ. arrestare [Π]

* ταμπίχι = τεμπίχι: Διαταγή, έντονη σύσταση, προειδοποίηση ή απαγόρευση· αλλά και παραγγελία, ειδοποίηση· και νουθεσία· από τουρκ. tembih, tenbih. [Z]

* ίρτζι : Η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Δάνειο από το τουρκ. irz. [Z]

* τοαζλήδες: Άλλη εκφορά για τους ‘ντοαζλήδες’ = ευχέτες, Από το τουρκ. dua και διαλεκτ. doa, δέηση, παράκληση, προσευχή. [Ο]

* αγουστουχάλι = αρτζουχάλι (και αρζουχάλι, αρζιχάλι, χαρτζουχάλι και άλλες παραλλαγές είναι γραπτή αναφορά, έκκληση προς ανώτερο· από τουρκ. arzuhal. [Z]

* βαλίσι = βαλής. Διοικητικός τίτλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διοικητής βιλαετιού ή εγιαλετιού… Συνήθως ήταν πασάδες τριών ιππουρίδων, άρα έφεραν τον τίτλο του βεζίρη. Από το τουρκ. vali που ανάγεται στο αραβικό wally. [Z]

* μονοτίπι. Μάλλον πρόκειται για λάθος γραφή (ή μεταγραφή) της λ.  ‘μονασίπι’. Η σύνταξη με το ρήμα βρίσκω ήταν συνηθισμένη :  «…όπου το ευρήτε μονασίπι…», «…και αν βρεθή μονασίπι…»}.

μονασίπι (και μουνασίπι, μινασίπι): Κατάλληλο, εύλογο, ο κατάλληλος τρόπος· από τουρκ. münasip. [Z]

* Χ’Αναγνώστης Παναγιώτου: Σφακιανός οπλαρχηγός/πλοίαρχος. Εκλεγμένος στην Καγκελαρία των Σφακίων, υπεύθυνος των ναυτικών επιχειρήσεων. Ένας από τους πληρεξουσίους της Κρήτης στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους.

** Δια του τρόπου τούτου… μεταξύ των μάχας: Δεν είναι ξεκάθαρο αν η διατύπωση αυτή είναι εκτίμηση του Ζ. Πρακτικίδη ή του επιμελητή της έκδοσης. Μάλλον είναι του ίδιου του Ζ. Πρ., δεδομένου ότι στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ, που έγραψε ο ίδιος και εξιστορεί τα συμβάντα κατά το 1821,υπάρχει το παρακάτω απόσπασμα (αναφέρεται στην 14-6-1821):

 Πάντως, και άλλοι ιστορικοί αναφέρουν τέτοιες παραπλανητικές ενέργειες που χρησιμοποιούσαν, όχι μόνο οι Κρητικοί αλλά και οι Τούρκοι αντίστοιχα. Ιδιαίτερα οι Σφακιανοί, που είχαν πάντα στο μυαλό τους την τραγική γι’ αυτούς κατάληξη της επανάστασης του Δασκαλογιάννη στα 1770-71, μετέρχονταν κάθε μέσο και τρόπο ώστε να είναι, κατά το δυνατόν, εξασφαλισμένοι.

 

 

Πηγές για το λεξιλόγιο:

[Z]: Νικ. Σαραντάκος, ‘Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων’, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2020.

[O]: Βασ. Ορφανός, ‘Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα’, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2014.

[Π]: Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 11., Βουλή των Ελλήνων (διαδικτυακή έκδοση).

 

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κρήτη, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 166 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (22) – Αύτη η αποστασία δεν αρέσει του Θεού

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό δεύτερο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ (στις 2 Νοεμβρίου δεν είχαμε άρθρο της σειράς λόγω των γενεθλίων ενός φίλου του ιστολογίου).

Θα διαβάσουμε σήμερα μιαν επισκοπική εγκύκλιο, την εγκύκλιο που έστειλε στις αρχές Ιουλίου του 1822 ο Καλλίνικος, επίσκοπος Κυδωνίας, προς τους Χριστιανούς της μητρόπολής του, που είχαν εξεγερθεί, με την οποία τους καλεί να καταθέσουν τα όπλα και να προσκυνήσουν τον βεζίρη.

Βέβαια, ο Καλλίνικος δεν τα γράφει αυτά με ελεύθερη βούληση -όπως βρίσκω στις πηγές, από τον Ιούνιο του 1821 βρισκόταν φυλακισμένος. Μάλιστα, πέθανε στη φυλακή, από τις κακουχίες και τις στερήσεις, λίγες μόνο μέρες μετά την επιστολή αυτή.

Ο Καλλίνικος Σαρπάκης, με καταγωγή από τη Σαντορίνη, έχει αγιοκαταταχθεί. Πολλοί άλλοι ανώτεροι κληρικοί της Εκκλησίας της Κρήτης μαρτύρησαν στα πρώτα χρόνια του ξεσηκωμού.

Πήρα το κείμενο από τα Αρχεία της Παλιγγενεσίας (τόμος 15αβ, σελ. 116). Η επιστολή του Καλλίνικου έχει ενδιαφέρον και στο περιεχόμενο, αλλά και στη γλωσσική μορφή, καθώς είναι γραμμένη σε μικτή γλώσσα, κατά βάση δημοτική με καθαρευουσιάνικα ποικίλματα, και με αρκετά διαλεκτικά στοιχεία. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Στο τέλος εξηγώ μερικές λέξεις και στη συνέχεια θέτω μια άσχετη ερώτηση, επί της διαδικασίας, ας πούμε.

+ Όλους σας ευλογημένοι χριστιανοί, τόσον τους Αποκωρονιότας, όσον και τούς Χά­νια νααγεσλίδες, παπάδες και λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους, ευχόμεθα πατρικώς από ψυχής και καρδίας και ευλογούμεν εν Αγίω Πνεύματι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Εκκλησία, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 160 Σχόλια »

Παντέρμη Κρήτη (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη)

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2021

Τις μέρες αυτές συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου με 1 Ιουνίου 1941). Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον λαϊκό λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη, με θέμα τη Μάχη της Κρήτης. Πέρυσι είχαμε διαβάσει ένα άλλο διήγημα του Φραγκούλη για το ίδιο θέμα, τον Κοκοβιό, ενώ πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Αντώνης μας είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Το σημερινό διήγημα έχει δύο ιδιαιτερότητες. Η πρώτη, ότι δεν περιγράφει τη Μάχη από κοντά. Αντίθετα, είναι ένα χρονικό για το πώς ζήσανε τη Μάχη της Κρήτης ή -όπως λέει ο Φραγκούλης- τον απόηχο της «Μάχης» αποκλεισμένοι στη Θήβα μια ομάδα κρητικών φαντάρων, τα απομεινάρια της 5ης Μεραρχίας Κρητών που επέστρεφε από το Αλβανικό και το Μακεδονικό μέτωπο μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι ότι, σε αντίθεση με άλλα διηγήματα του Φραγκούλη όπως το προηγούμενο που είχαμε δει, το σημερινό είναι γραμμένο όχι στο κρητικό ιδίωμα αλλά στην κοινή νεοελληνική.

Όπως θα δείτε, ο Φραγκούλης υποστηρίζει ότι σκοπίμως δεν τους επέτρεψαν να διαπεραιωθούν στην Κρήτη γιατί οι Γερμανοί δεν ήθελαν να ενισχυθεί καθώς ήταν το τελευταίο εναπομείναν τμήμα του ελληνικού κράτους-είχε ήδη μεταφερθεί εκεί η κυβέρνηση- και είχαν σκοπό να το προσβάλουν από αέρος και να το καταλάβουν κι αυτό. Υπάρχει και ένα νεοριζίτικο που αναφέρεται στο γεγονός της κατάληψης της Κρήτης από τους Γερμανούς επειδή το νησί ήταν «ξαρμάτωτο και λείπαν τα παιδιά της» («Χίτλερ να μην το καυχηθείς«,στίχοι-μουσική εκτέλεση του λαουτιέρη Γιώργη Κουτσουρέλη (1914-1994) βασισμένο σε παραδοσιακή μελωδία και τραγούδι Χρήστος Κορωνιωτάκης που δισκογραφήθηκε μεταπολεμικά, στίχοι:

Χίτλερ, να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύρηκες και λείπαν τα παιδιά της,
στα ξένα επολεμούσανε πάνω στην Αλβανία,
μα πάλι επολεμήσανε

Ο φιλος μας ο Αντώνης λέει ότι το κείμενο δεν είναι από τα δυνατότερα του Φραγκούλη καθώς βρίθει από στερεότυπες -τυποποιημένες εκφράσεις, κυρίως σχετικά με την περιγραφή των Γερμανών αλλά και της γενναιότητας των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Κρητικών. Επίσης το κείμενο θυμίζει σε κάποια σημεία του και αντίστοιχους πανηγυρικούς λόγους με αφορμή την επέτειο της Μάχης της Κρήτης και είναι έντονα συναισθηματικά φορτισμένο.

Βέβαια θυμίζει περιγραφές ανθρώπων που είχαν ζήσει και πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα και ίσως έχει αξία και σαν χρονικό αλλά και σαν ένα είδος λόγου και ύφος που πλέον δεν υπάρχει, που έφυγε καθώς έφυγαν σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές των πολεμικών εκείνων γεγονότων.

ΠΑΝΤΕΡΜΗ ΚΡΗΤΗ

ΚΩΣΤΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ από τη συλλογή διηγημάτων «Κατσιφάρα»

Μάη έπεσε η πόλη. Μάη και η Κρήτη. Με πόλεμο η Βασιλεύουσα, με πόλεμο και το Θέμα της. Ο Μάης είναι μήνας «κάλλιστος πάντων». Στα βουνά βγαίνουν οι βοσκοί με τα κοπάδια τους κι οι χαράδρες αντιλαλούν λύρες, τραγούδια και γερακοκούδουνα. Οι πέρδικες πλουμίζουν τα πλάγια σύρνοντας τα πουλιά τους. Οι πετροκοτσυφοί σφυρίζουν ξένοιαστοι στα βράχια, και στις ρεματιές οι ποταμίδες έχουν μεθύσει και τραγουδούν και τις νύχτες ακόμη τον έρωτα και τη χαρά της ζωής.

Κάτω στη γης είναι στρωμένα μυριοπλούμιστα χιράμια και χαλιά για να περπατήσει πάνω τους η άνοιξη. Στον καταγάλανο ουρανό γυροφέρνουν χελιδόνια. Κι η θάλασσα κάτω μουρμουρίζει τον ασίγαστο καημό της… Όλος ο κόσμος πλέει μέσα σ’ ένα όνειρο, απαλό κολυμπά σε μια ποίηση που ομορφαίνει τη ζωή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 89 Σχόλια »

Το σπρεσόμπρικο (διήγημα του Αλεξαντρή Παπαδοδιαμαντάκη)

Posted by sarant στο 30 Απριλίου, 2021

Το φετινό Πάσχα το ιστολόγιο δεν τήρησε τις παραδόσεις -δεν βάλαμε κανένα λεξιλογικό/φρασεολογικό άρθρο σχετικό με την περίσταση. Όμως θα σας αποζημιώσω με ένα σπάνιο διήγημα, που το ανακάλυψε πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Πέπε σε ένα παλιό σεντούκι, στο σπίτι που νοίκιαζε στην Κρήτη.

Επειδή είναι γραμμένο μεν σε καθαρεύουσα αλλά και περιέχει στους διαλόγους πολλές ιδιωματικές λέξεις, στο τέλος υπάρχει γλωσσάρι, πάλι με φροντίδα του Πέπε, ο οποίος επίσης συμπλήρωσε ορισμένα σημεία όπου το χειρόγραφο ήταν φθαρμένο από την πολυκαιρία και την υγρασία.

Για τον συγγραφέα ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Εικάζεται ότι πρόκειται για ψευδώνυμο φανατικού λάτρη του Παπαδιαμάντη, φυσικά Κρητικού. Ίσως με τα σχόλιά σας βοηθήσετε να μάθουμε περισσότερα.

Ἀλεξαντρὴς Παπαδοδιαμαντάκης

ΤΟ ΣΠΡΕΣΟΜΠΡΙΚΟ

—Ὀφέτος, γρά, παράδες τὸ χάρισμα, μὰ καλά ντως εἶναι. Κι ὅσο γιὰ τσὶ καφέδες, νὰ πίνομε θέλει φραπέδες ἀποὺ τσί ‘χαμε και στὸ χωριό μας.

—Ἐδὰ* στὰ γεροντάματα, μάθε γέρο γράμματα, ἔσειε θυμοσόφως τὴν κεφαλὴν ἡ θειὰ τὸ Ἀριανθώ.

Ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἐνιαυτοῦ, ἀφοῦ δῆλα δὴ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ διαβόητος πανδημία τοῦ ἔτους 202…, ἡ μαστίζουσα ὄχι μόνον τὴν Χώραν καὶ τὴν νῆσον ἅπασαν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπάνω Ἑλλάδα καὶ —καθὼς ἔλεγαν— σύμπασαν ἐν γένει τὴν ὑφήλιον, καὶ ἐκλείσθησαν ὅλοι προληπτικῶς εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ ἠρημώθησαν οἱ στράτες, καὶ ἀγριόχοιροι καὶ ἔλαφοι καὶ δελφῖνες καὶ παντοῖα ἄλλα θηρία ἐσεργάνιζαν ἀνενόχλητα εἰς τῆς πόλεως τὸ κέντρον, καὶ ἐκατέβασαν οἱ καταστηματάρχαι τὰ κεπέγκια, καὶ μόναι αἱ ἐκκλησίαι παρέμενον ἀσφαλεῖς καὶ ἀπυρόβλητοι, ἀλλὰ καὶ πιὸ στερνά, ἀνειμένων ἤδη ὁπωσοῦν τῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέηκ ἀγοαίη καὶ τοῦ κλὶκ ἰνσάιδ, οὐδεμίαν εἶχεν ἐπιχειρήσει ἐμπορικὴν συναλλαγὴν ὁ μπάρμπα Νικολῆς, εἰ μὴ μόνον ἅπαξ τὴν ἀγορὰν καινούργιου λουρακίου διὰ τὸ ῥωλόγι του τῆς χειρός, ἀπορρακωθέντος ἤδη πρὸ καιροῦ τοῦ παλαιοῦ καὶ εἰς κλωστὰς καταστάντος. Τὸ ποσὸν ἦτο εὐκαταφρόνητον, δέκα εὐρουλάκια ἐν ὅλῳ ἢ δεκαπέντε, ὅσα καὶ τὰ τετραγωνικὰ τοῦ συνοικιακοῦ καταστήματος ὅπου τὸ ἐψώνισεν· καὶ πάλιν ὁ ἔμπορος ἀρχικῶς ἠξίου νὰ τοῦ δείξῃ ὁ γέρων μουστερὴς τὸν ἐσεμέν, ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, νὰ τὸν ἀποστείλει παραχρῆμα· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ γέροντος, καὶ ἀφοῦ, περιστρέψας τὸ βλέμμα πρῶτον εἰς τὴν πλατεῖαν τὴν σφύζουσαν ἀπὸ μασκοφόρους, ὕστερον εἰς τὸ σκοτεινὸν καὶ φτωχικὸν καὶ ἔρημον ἐσωτερικὸν τοῦ μαγαζιοῦ του, ἐννόησεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ μάταιον καὶ τὸ γελοῖον τοῦ πράγματος, ἔστερξεν ἐπὶ τέλους νὰ δεχθῇ τὸν ἀνεσέμεστον μουστερήν, ὑποτονθορίζων «ἡ γι-ἐμισή ντροπὴ δικιά σου κι ἡ γι-ἐμισὴ δικιά μου».

Ἀλλ’ εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς νἀ μυηθῇ πλέον ἑκὼν ἄκων ὁ ἀφιλεσέμεστος μπάρμπα Νικολῆς εἰς τὰς καινοφανεῖς μεθόδους τῶν ἐσεμεστῶν ἀγορῶν. Ἐπλησίαζαν τὰ Λαμπρόσκολα, καὶ ἤδη ἀπό τινων ἑβδομάδων ἐμελέτα εἰς τὸν νοῦ του τίνι τρόπῳ θὰ κατώρθωνε νὰ πάρῃ τὰ ὀφειλόμενα πασκαλινὰ χαρίσματα εἰς τὰ δύο φιλιοτσάκια του. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πιστὸς εἴς τι ἔθιμον τὸ ὁποῖον ἄδηλον ἦτο ἂν ὄντως ὑφίστατο παλαιόθεν ἢ τὸ ἐφαντάσθη ἀπατός του, συνώδευε καὶ τὶς δύο λαμπριάτικες λαμπάδες στερεοτύπως μὲ ζεῦγος ὑποδημάτων, φροντίζων ἄλλοτε ἐγκαίρως καὶ ἄλλοτε παρακαίρως νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῶν δύο συντέκνων εἰς ποῖον ἑκάστοτε νούμερον εἶχον αἰσίως ἀνέλθει τῶν βαπτιστηριῶν του τὰ ποδάρια. Μόνον τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχεν ἀρχίσει νὰ βάζῃ ὀλίγον νερὸ ‘ς τὸ κρασί του, ἀντικαθιστῶν τὰ ὑποδήματα ἄλλοτε μὲ ροῦχα, ἐνίοτε δὲ μὲ βιβλία, μηδέποτε τολμήσας νὰ ἀνοιχθῇ εἰς τολμηροτέρας ἐπιλογάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κρήτη, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 193 Σχόλια »

Αναπληροφόρηση στο Ζορμπαλίκι των ραγιάδων

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2021

Θα ευλογήσω τα γένια μου σήμερα, αφού θα μιλήσω για το τελευταίο μου βιβλίο -αλλά θα τα ευλογήσω μέσω πληρεξουσίου ή πιο σωστά μέσω πληρεξουσίων.

Όπως γράφει και ο τίτλος, το σημερινό άρθρο είναι άρθρο «αναπληροφόρησης». Με τον όρο “αναπληροφόρηση” εννοώ αυτό που ο κ. Μπαμπινιώτης θα έλεγε feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες.

Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία “γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια”, αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν και προσωπικά προτιμώ την αναπληροφόρηση, έστω κι αν η λέξη δεν νομίζω να έχει λεξικογραφηθεί. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία).

Με αυτά τα αρθρα αναπληροφόρησης έχουμε καθιερώσει μια μικρή παράδοση στο ιστολόγιο. Σε προηγούμενα βιβλία μου, ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης έκανε τον κόπο να διαβάσει το κάθε βιβλίο μου με χαρτί και μολύβι και να γράψει όσα συνειρμικά του έρχονταν στο νου καθώς διάβαζε. Βιβλία που έχει σχολιάσει με αυτόν τον τρόπο ο Άρης, που οδήγησαν σε αντίστοιχα άρθρα του ιστολογίου ήταν το Η γλώσσα έχει κέφια (το άρθρο εδώ), οι Λέξεις που χάνονται (τα σχόλιά του τα είχα δημοσιεύσει εδώ) και τις Οπωροφόρες λέξεις (αντίστοιχο άρθρο εδώ) και τα Λόγια του αέρα (εδώ το άρθρο μας).

Στο σημερινό άρθρο ο Άρης τιμά την παράδοση που έχει δημιουργήσει και μου στέλνει τα συνειρμικά σχόλιά του για το Ζορμπαλίκι των ραγιάδων, αλλά σήμερα η χαρά μου είναι διπλή διότι ο Άρης έχει καλή παρέα, αφού παρόμοια σχολια μού έστειλε επίσης ο φίλος μας ο Δημήτρης Ραπτάκης. Με τιμά που οι δυο φίλοι αφιέρωσαν τόση προσοχή στο βιβλίο μου, αλλά και βρίσκω ότι έχουν αξία τα σχόλιά τους και ελπίζω ότι θα σας δώσουν αφορμή και για δικά σας σχόλια.

Με τη σύμφωνη γνωμη και των δύο, τα κείμενά τους θα συστεγαστούν στο παρόν άρθρο -δεν θα ήταν και τόσο σεμνό να απασχολήσω δύο άρθρα του ιστολογίου για το ίδιο θέμα. Στο τέλος του άρθρου έχουμε και μια τρίτη, ειδική συνεισφορά.

Τα σχολια του Άρη Γαβριηλίδη για το Ζορμπαλίκι των ραγιάδων

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων

Νίκου Σαραντάκου

 Αγαπητέ Νίκο

Ακολουθώντας την παράδοση που δημιουργήσαμε με τα προηγούμενα βιβλία σου, εδώ σού στέλνω τώρα τα σχόλια μου για το νέο σου έργο, για δημοσίευση, εφόσον φυσικά τα βρεις ενδιαφέροντα.

αγαρηνός: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει» Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Δ. Σολωμού.

αγάς: Το θέατρο σκιών βρίθει αγάδων.

αγιάνης: Ξαδέλφια του ο Γιάννης Αγιάννης και ο Αϊ Γιάννης (ο Ρέντης,  ο Πρόδρομος ή Αποκεφαλιστής και ο Θεολόγος )

αρεστάρω: Στη Βαβυλωνία, γραμμένη το 1836, «αρέστο» διέταζε ο Αστυνόμος στέλνοντας τους γλεντοκόπους στη φυλακή.

άρματα: Άρματα σήμερα, έστω και ομοηχούντα, εκτός από τα άρματα μάχης (τανκς) έχουμε και στα καρναβάλια.

αρματολοί: Παλαιότερα «αρματωλός». Πράγματι, στο βιβλίο της Ιστορίας του δημοτικού, δεκαετία του ’50, έτσι πρωτόειδα την λέξη και την απομνημόνευσα. Γι’ αυτό μου φαίνεται ακόμη παράξενη η γραφή με όμικρον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Αναπληροφόρηση, Κρήτη, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Οι ελιές του Δημήτρη Κολλάτου

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2020

Στο σημερινό λογοτεχνικό μας θέμα θα παρουσιάσω το διήγημα του Δημήτρη Κολλάτου «Οι ελιές». Πολλοί θα έχετε δει ή θα έχετε ακούσει την ομώνυμη ταινία μικρού μήκους του Κολλάτου που φυσικά είναι στηριγμένη στο διήγημα, και που βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1964. Αν όμως απέσπασε τον έπαινο των κριτικών, προκάλεσε τεράστια αντίδραση από σωματεία Κρητικών που θεωρούσαν πως η ταινία δυσφημεί την Κρήτη και τους Κρητικούς. Αποτέλεσμα ήταν να απαγορευτεί η προβολή της -διαβάζω ότι έμεινε απαγορευμένη 18 χρόνια.

Ο Δημήτρης Κολλάτος (1937) είναι σε πολλούς γνωστός για την ικανότητά του να προκαλεί και να κάνει θόρυβο, έχει όμως πολύ ταλέντο. Δεν είμαι αμερόληπτος, διότι τον έχω γνωρίσει πολύ καλά στην Αίγινα και τον εκτιμώ πολύ ως καλλιτέχνη όσο κι αν διαφωνώ απόλυτα με πολλές πολιτικές απόψεις του, ιδίως τις τελευταίες. Αλλά δεν θα συζητήσουμε σήμερα τον Κολλάτο γενικώς. Το διήγημα του θα διαβάσουμε.

Το διήγημα περιλαμβανεται στην πρώτη συλλογή διηγημάτων που έχει επίσης τίτλο «Οι ελιές» και που κυκλοφόρησε αρχικά το 1964, αλλά εγώ το παίρνω από μια επανέκδοση εικονογραφημένη, του 2006 στον Καστανιώτη, που μου την έχει χαρίσει ο Κολλάτος. Από εκεί και η ζωγραφιά του Γιαννη Μιγάδη που συνοδεύει το συγκεκριμένο διήγημα.

Oι ελιές

Της έκανε νόημα να χύσει και άλλο κρασί. Ήτανε εδώ και δυο ώρες κλεισμένοι στο μεγά­λο δωμάτιο και τρώγανε και πίνανε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κρήτη, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Στο Ηράκλειο έχουν βεντέμα

Posted by sarant στο 2 Δεκεμβρίου, 2020

Μπορεί να έχετε μιαν άγνωστη λέξη στον τίτλο. Πάντως, σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι λάθος πληκτρολόγησης -δεν εννοούσα «βεντέτα» παρόλο που και βεντέτες συμβαίνουν κάποτε στην Κρήτη.

Φέτος, λοιπόν στο Ηράκλειο Κρήτης έχουν βεντέμα. Εγώ δεν το ήξερα, αλλά με ενημέρωσε σχετικά φίλος του ιστολογίου, που διάβασε ένα άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών την περασμένη εβδομάδα. Εκεί λοιπόν συνάντησε την άγνωστη γι’ αυτόν λέξη:

Συγκεκριμένα, ο Δήμος Ηρακλείου διαθέτει στο ακίνητο, γνωστό και ως «μετόχι Γρυλλιωνάκη», περίπου 1.300 ελαιόδεντρα που φέτος έχουν βεντέμα.

Μου έγραψε ο φίλος: Παρόλο που έχω ζήσει στην Κρήτη, τη λέξη δεν την ξέρω. Ίσως είναι στην αργκό των ελαιοπαραγωγών.

Αν ψάξετε στα σύγχρονα λεξικά μας, δεν θα βρείτε τη βεντέμα. Εγώ την ήξερα, και μάλιστα την έχω συμπεριλάβει στις 366 λέξεις του βιβλίου μου Λέξεις που χάνονται. Οπότε, του υποσχέθηκα ότι θα γράψω άρθρο, αυτό που διαβάζετε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αγροτικά, Κρήτη, Λεξικογραφικά, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , | 239 Σχόλια »

Εσείς τσαντίζεστε ή τσατίζεστε;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2020

Ο μπακάλης σαν φτωχύνει τα παλιά τεφτέρια πιάνει, λένε. Θα μπορούσατε να το πείτε αυτό για το σημερινό άρθρο, αφού παίρνει αφορμή (και αντλεί πολύ υλικό) από μια συζήτηση που είχε γίνει στη Λεξιλογία το μακρινό 2008, πριν από 12 ολόκληρα χρόνια (και καναδυό μήνες) και με δική μου συμμετοχή.

Το ερώτημα του τίτλου το είχα τότε θέσει εγώ και το επαναλαμβάνω τώρα εδώ. Φυσικά, η ερώτηση δεν αφορά το αν είστε ήρεμοι τύποι ή ευέξαπτοι, αλλά ποιον τυπο προτιμάτε. Είχα λοιπόν γράψει τότε:

Μου λέει, φίλος και συνονόματος:

Τις 2-3 πρώτες φορές που είδα γραμμένο το «τσατίζω», νόμιζα ότι ήταν τυπογραφικό λάθος. Τις επόμενες, νόμιζα ότι ήταν κωμικός κι αδέξιος εξευγενισμός. Ώσπου άνοιξα τον Μπάμπι κι είδα ότι έχει τον τύπο κατά προτεραιότητα.
Αλλά μάλλον πρέπει νάχω χάσει συνέχειες…

Κι εγώ ομολογώ ότι τσαΝΤίζομαι το ξέρω, έτσι το ‘λεγα ανέκαθεν και μόνο σε μεγάλη ηλικία συνειδητοποίησα ότι κάποιοι «τσατίζονται». Έχω βγάλει το (προσωρινό) συμπέρασμα ότι στην επιλογή του τύπου παίζει ρόλο και το πού μεγάλωσε κανείς. Οι Αθηναίοι έχουν τάση προς το «ντ», οι Βορειοελλαδίτες και οι Κρητικοί προς το «τ». Γι’ αυτό το λόγο και πολλοί ακούνε μόνο τον έναν από τους δύο τύπους στα παιδικά τους χρόνια.

Τα λεξικά μας κατά πλειοψηφία δείχνουν να προτιμούν τους τύπους με Τ.

Το ΛΚΝ έχει πρώτους τους τύπους με Τ (τσατίζω και τσαντίζω, γράφει στο ρήμα), το ίδιο και ο Μπαμπινιώτης, όπως και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας. Αντίθετα, το πιο καινούργιο, το ΜΗΛΝΕΓ, δίνει την πρωτοκαθεδρία στους τύπους με -ντ, αφού έχει πρώτο το «τσαντίζω» και δεύτερο το «τσατίζω».

Κοιτάζοντας τις συχνότητες του Γκουγκλ, βλέπουμε ότι οι τύποι με «ντ» υπερτερούν στο βασικό λήμμα (τσαντίζω έναντι τσατίζω) αλλά πολύ περισσότερο, συντριπτικά, στα παράγωγα (πχ τσαντισμένος έναντι τσατισμένος· μάλιστα το Γκουγκλ, αν ζητήσεις «τσατισμένος» σε ρωταει μήπως εννοείς «τσαντισμένος»). Συντριπτικά υπερτερεί και η «τσαντίλα» έναντι της «τσατίλας» αν και βέβαια κάποιες από τις ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» αφορούν την αραιοϋφασμένη σακούλα (γιαούρτι στην τσαντίλα), αν και αυτές δεν είναι πολλές. [Και ακόμα λιγότερες θα είναι, υποθέτω, οι ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» που αναφέρονται στη… χαρακτηριστική μυρωδιά της τσάντας 🙂 ]

Από τα ευρήματα στο γκουγκλ συνάγεται ότι κάποιοι θα λένε μεν «τσατίζω» αλλά «τσαντισμένος». Αυτή την «ασυνέπεια» (τα εισαγωγικά εδώ έχουν σημασία, δεν είναι πραγματική ασυνέπεια) τη συναντήσαμε και στο πρόσφατο άρθρο μας, όπου κάποιοι είπαν ότι λένε ντους αλλά ντουζιέρα.

Πάμε τώρα στην ετυμολογία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 149 Σχόλια »

Πριν από 60 χρόνια: Ο Μποστ και η επίσκεψη του Τσόρτσιλ στην Κνωσό

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2020

Tο ιστολόγιο αγαπάει τον Μποστ και του έχει αφιερώσει αμέτρητα άρθρα, σε πολλά από τα οποία θυμόμαστε (οι παλιότεροι) ή γνωρίζουμε (οι νεότεροι) γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μέσα απο γελοιογραφίες του Μποστ. Στην αρχή, τα άρθρα αυτά είχαν γενικό τίτλο «Πριν από 50 χρόνια…», μετά «Πριν από 55 χρόνια…», αλλά τα χρόνια περνάνε και το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει, οπότε πριν από δυο μήνες εγκαινιάσαμε μια νέα χρονολόγηση, τη σειρά «Πριν από 60 χρόνια» -το πρώτο σκίτσο της σειράς είναι εδώ.

Πριν από 60 χρόνια είχαμε διπολικό κόσμο, υπήρχε Σοβιετική Ένωση με τον Νικήτα Χρουστσόφ και ΗΠΑ με Πρόεδρο τον Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Στην Ελλάδα είχαμε βασιλεία, πρωθυπουργό τον Κων. Καραμανλή και -κατ’ εξαίρεση- αξιωματική αντιπολίτευση την ΕΔΑ.

Και τέτοιες μέρες πριν από 60 χρόνια επισκέφτηκε την Ελλάδα ο Ουίνστον Τσόρτσιλ. Δεν ήταν επίσημη επίσκεψη, αλλά καθαρά ιδιωτική, αφού έγινε με το θρυλικό κότερο Χριστίνα του Αριστοτέλη Ωνάση, ο οποίος το παραχώρησε στο ζεύγος Τσόρτσιλ και σε άλλους προσκαλεσμένους για μια κρουαζιέρα σε ελληνικά νησιά. Ο Τσόρτσιλ ήταν ήδη 86 χρονών και, παρόλο που διατηρούσε την έδρα του στη Βουλή (ως το 1964 έμεινε βουλευτής) είχε ήδη μισοαποσυρθεί.

Οι Βρετανοι καλεσμένοι επιβιβάστηκαν στη Χριστίνα στη Βενετία. Η θαλαμηγός έπιασε και στην Κρήτη, πρώτα στα Χανιά και μετά στο Ηράκλειο, και οι Βρετανοί προσκεκλημένοι επισκέφτηκαν τις αρχαιότητες της Κνωσού. Ο Μποστ σχολιάζει στη γελοιογραφία του αυτήν ακριβώς την επίσκεψη.

H γελοιογραφία δημοσιεύτηκε στην κεντρώα Ελευθερία, με την οποία συνεργαζόταν τότε ο Μποστ, την Κυριακή 24 Ιουλίου 1960, ακριβώς πριν από 60 χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κρήτη, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 97 Σχόλια »

Ο Κοκοβιός (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη για τη μάχη της Κρήτης)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2020

Τις μέρες αυτές έχουμε την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης. Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον Κωστή Φραγκούλη, λαϊκό λογοτέχνη που έγραφε στο κρητικό ιδίωμα, με θέμα παρμένο από τη Μάχη της Κρήτης. Πρόπερσι, ο ίδιος μάς είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Ο Φραγκούλης, όπως είπα, γράφει στα κρητικά κι έτσι ο σημερινός (μη Κρητικός) αναγνώστης θα συναντήσει δυσκολίες σε κάποια σημεία. Ο φίλος μας ο Αντώνης όμως εξηγεί τις λέξεις αυτές στο γλωσσάρι που θα βρείτε στο τέλος.

Επίσης, ο Αντώνης έστειλε και μια εισαγωγή όπου δίνει πληροφορίες για τον συγγραφέα. Την παραθέτω χωρίς άλλα εισαγωγικά και στο τέλος προσθέτω ένα βίντεο αφιερωμένο στον συγγραφέα.

Εισαγωγή

Με αφορμή την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μάη με 1 Ιούνη 1941), που είναι κάτι σαν γιορτή των απανταχού Κρητικών και όπως σας είχα ξαναστείλει στο παρελθόν ένα διήγημα που είχα πληκτρολογήσει του ζεύγους Νίκου και Αργυρώς Κοκοβλή, πήρα πάλι το θάρρος να σας αποστείλω ένα διήγημα που βρήκα σχετικό με τη Μάχη της Κρήτης και το πληκτρολόγησα για το ιστολόγιο. Αυτή τη φορά το διήγημα λέγεται «ο Κοκοβιός» και είναι του κρητικού λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη ή Ανταίου, από το βιβλίο του: «Η κατσιφάρα- Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την κατοχή», εκδόσεις Κνωσός Αθήναι, 1974. Το διήγημα ανήκει μάλλον στο είδος της επαρχιώτικης ηθογραφίας και χρησιμοποιεί ως φόντο τη μάχη της Κρήτης. Στην ηθογραφία του αυτή ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει τη συμβολή του άμαχου πληθυσμού στη μάχη της Κρήτης, καθώς ο κύριος όγκος των Κρητών στρατιωτών δεν κατέστη δυνατόν να διαπεραιωθεί εγκαίρως και να ενισχύσει στρατιωτικά το νησί κατά τη μάχη. Έτσι πέρα από τις δυνάμεις των Άγγλων, των Αυστραλών, των Νεοζηλανδών, κάποιων μικρών τμημάτων ελληνικού στρατού και ελληνικής χωροφυλακής, έντονη παρουσία κατά τη μάχη της Κρήτης υπήρξε από Κρήτες αμάχους, ηλικιωμένους, γυναίκες, ανήλικους αλλά και νέους άντρες, που όμως είχαν κριθεί «ανίκανοι» να φέρουν όπλα, όπως και ο ήρωας του διηγήματος αυτού, ο Κοκοβιός. Μάλιστα ο ανορθόδοξος και ασύνταχτος τρόπος που πολέμησαν οι άτακτοι και εν πολλοίς απέλπιδες αυτοί μαχητές εξερέθισε ιδιαίτερα και τον ιστορικό Heinz Richter ,  ο οποίος στο βιβλίο του « η μάχη της Κρήτης» εκδόσεις Γκοβόστη, 2011, μέμφθηκε τη δράση αυτή των ατάκτων, ότι δεν τηρούσαν τους κανόνες του πολέμου και ότι ευθύνονταν για βιαιοπραγίες κατά  Γερμανών στρατιωτικών, με επακόλουθο την πολύκροτη δίκη κατά του βιβλίου και του ιστορικού, με την οποία είχε ασχοληθεί και το παρόν ιστολόγιο.

Στο συγκεκριμένο διήγημα, ο ήρωας, τη στιγμή που καταφέρνει να καταβάλει με ένα αναπάντεχο τρόπο τον επιτιθέμενο Γερμανό, παρουσιάζεται από το συγγραφέα να πηγαίνει πάνω από τον πνέοντα τα λοίσθια στρατιώτη και να τον «χτυπά με μια πρωτοφανή λύσσα, μ’ένα μίσος άγριο, με μιαν απίθανη σκληρότητα» αλλά όχι από τυφλό μίσος παρά για να κερδίσει μια θέση στην κοινωνία του χωριού του ως άντρας ισότιμος με όσους πολέμησαν στο Αλβανικό. Το διήγημα παρουσιάζει με τρόπο γλαφυρό και ευτράπελο τα παθήματα του Κοκοβιού από τους συγχωριανούς και τις γυναίκες λόγω της δυσμορφίας και της ακαταλληλότητας για να υπηρετήσει στο στρατό καθώς και τη δικαίωσή του και την αναβάπτισή του μέσα από τη συμμετοχή του στη μάχη της Κρήτης χωρίς να αποφεύγονται ίσως συναισθηματισμοί και πλατειασμοί.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα: Ο Κωστής Φραγκούλης (1905-2005) ήταν αξιόλογος ποιητής (ποιητάρης μάλιστα, καθώς έγραψε στο τοπικό κρητικό ιδίωμα) συγγραφέας και ραδιοφωνικός σχολιαστής γεννημένος στη Λάστρο της Σητείας, και επομένως συντοπίτης του Βιτσέντζου Κορνάρου, όπως έχει επισημανθεί. Βέβαια ο ίδιος ο Φραγκούλης για αυτή τη σύγκριση είχε γράψει σε μια μαντινάδα του (ή μαντινιάδα, κατά το ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης) : «Πολλοί μου λένε δεύτερος πως έγινα Κορνάρος, μα εκείνος ήταν στρατηγός κι εγώ απλός φαντάρος». (Από τη Λάστρο Σητείας είχε απώτερη καταγωγή και ο ποιητής Άρης Δικταίος.). Όσον αφορά την εγκύκλια εκπαίδευση, ο Κωστής Φραγκούλης είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο, αλλά ήταν βαθιά καλλιεργημένος και διαβασμένος. Άσκησε το επάγγελμα του τυπογράφου στην Αθήνα και στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ως χαρακτήρας καταγράφεται ότι ήταν πρόσχαρος και χωρατατζής, ευαίσθητος και ερωτικός, και διατηρούσε και τιμούσε τις φιλίες του σε όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής του.

Τα κυριότερα έργα ήταν τα δύο βιβλία του με ποιήματα -κρητικά τραγούδια τα ονόμαζε ο ίδιος- σε κρητικό δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο, «Τα δίφορα» το 1961, και «Τα δίφορα-βιβλίο δεύτερο» το 1988, για το οποίο τιμήθηκε το 1990 με το βραβείο Σωτηρίου Ματράγκα από την Ακαδημία Αθηνών ενώ νωρίτερα, το 1988, του είχε απονεμηθεί τιμητική σύνταξη από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η εισηγήτρια του Υπουργείου Πολιτισμού για την απονομή της σύνταξης αυτής ήταν η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ που είχε χαρακτηριστικά επισημάνει: «Είναι τόση η γοητεία που αποπνέει ο ρυθμός, ο γλωσσικός πλούτος και οι ζωγραφιές, που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει κάποιο απόσπασμα του Ερωτόκριτου.». Άλλα βιβλία που δημοσίευσε ο Κωστής Φραγκούλης είναι: Η ποιητική συλλογή «Μ’ανοιχτά φτερά», 1933, οι συλλογές διηγημάτων «Στον κύκλο του μαχαιριού», 1971, «Η Κατσιφάρα, χρονικά της μάχης της Κρήτης», 1974, «Οργισμένα στάχυα», 1980, «Η ρούσικη καμπάνα», 1982 και ένα μυθιστόρημα, «Το προξενιό του Πολυδώρου», 2000.Τα βιβλία του τα  στοιχειοθέτησε και τα εκτύπωσε ο ίδιος ενώ διαβάζουμε ότι διηγήματά του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και πολλά μετέδωσε το B.B.C.

Πηγές:

http://lexima.gr/lxm/read-521.html

http://www.ekevi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=RESOURCE&cresrc=3683&cnode=573

http://www.alkman.gr/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CF%87%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%83-%CE%BF-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7/

https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/4/4/2/metadata-1511257532-977853-10553.tkl

 

Ο Κοκοβιός

Κωστή Φραγκούλη

Από το βιβλίο «Η κατσιφάρα» Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την Κατοχή

Εκδόσεις Κνωσσός Αθήναι, 1974

Το Νικολιό του Τρεχαλογιώργη δεν τό ’βρισκες αλλοιώς, αν δεν τό ’λεγες Κοκοβιό. Κι αυτό,  γιατί ‘ταν ένα κοντακιανό και αχαμνό αντράκι, με λιανά σκεβρωμένα πόδια, πλατύ στόμα βατράχου, κρεμασμένα πλαδαρά μάγουλα κι αυτιά μεγάλα, σαν δυο χναρόφυλλα, κολλημένα στη χοντρή κεφάλα του. Ίδιος κοκοβιός, τον είπε κάποιος μια μέρα και τού ‘μεινε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 149 Σχόλια »

Από τον Χάντακα στα νησιά Λοφότεν, το στοκοφίσι (μια συνεργασία του Ρογήρου)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2020

Το σημερινό σημείωμα βασίζεται σε ένα άρθρο που δημοσίευσε στο Φέισμπουκ ο φίλος μας ο Ρογήρος. Το διάβασα, μου άρεσε, και πάνω στη συζήτηση ένας άλλος φίλος έκανε ένα σχόλιο που μου έδωσε πάσα, οπότε έτσι γεννήθηκε το σημερινό άρθρο, συλλογικό προϊόν να πούμε. Αλλά τα πρωτεία ανήκουν στον Ρογήρο.

Γεννημένος κατά πάσα πιθανότητα λίγα χρόνια πριν από το 1400, ο Πέτρος Κουερίνι ήταν παιδί μιας από τις πλέον επιφανείς οικογένειες της ενετικής αριστοκρατίας. Για χρόνια ήταν εγκατεστημένος στον Χάνδακα της Κρήτης, μια και, εκτός των άλλων, ήταν άρχοντας των Δαφνών και του Τεμένους (τότε Καστέλ Τέμινι, επί τουρκοκρατίας Κανλί Καστέλι, σήμερα Προφήτης Ηλίας). Τα φέουδά του παρήγαν κυρίως το γλυκό κρασί που έμεινε γνωστό με την ονομασία Μαλβαζία.

Στις 25 Απριλίου 1431, ο Πέτρος σάλπαρε από τον Χάνδακα με το πλοίο του, την Κουερίνα. Το πλοίο ήταν φορτωμένο με 800 βαρέλια μαλβαζία, μπαχαρικά, βαμβάκι, κερί και στυπτηρία. Συγκυβερνήτες του Κουερίνι ήταν ο Νικόλαος Ντε Μικέλ κι ο Χριστόφορος Φιοραβάντε. Το πλοίο είχε ως προορισμό του ταξιδιού του τα πλούσια λιμάνια της Φλάνδρας όπου ο Κουερίνι θα διέθετε τα προϊόντα του φορτίου.

Όσο το πλοίο έπλεε στη Μεσόγειο, το ταξίδι δεν επεφύλασσε απρόοπτα. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν στον Ατλαντικό. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1431, ενώ η Κουερίνα έπλεε ανοιχτά των ακτών της Γαλικίας, καταιγίδες και σφοδροί άνεμοι έβγαλαν το σκάφος από την πορεία του. Τα θαλάσσια ρεύματα παρέσυραν το πλοίο μακριά στον Βορρά, πέρα από τον Αρκτικό Κύκλο. Τον Δεκέμβριο το πλοίο ναυάγησε. Το πλήρωμα χωρίστηκε σε δύο ομάδες και η καθεμία ξεκίνησε στη λέμβο της αναζητώντας τη σωτηρία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ενετοκρατία, Κρήτη, Συνεργασίες, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 187 Σχόλια »

Πώς ερώμιεψε το χωριό (διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη)

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2020

Κυριακή σήμερα, και για το σχεδόν καθιερωμένο λογοτεχνικό μας ανάγνωσμα διάλεξα ένα διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη, που τον μνημονέψαμε πρόσφατα δημοσιεύοντας μιαν επιστολή του σχετική με τη γλώσσα. Το σημερινό διήγημα δεν είναι άγνωστο στο Διαδίκτυο, αφού το είχα ανεβάσει και στον παλιό μου ιστότοπο, αλλά έχει την πρωτοτυπία ότι μπορείτε όχι μόνο να το διαβασετε παρά και να το ακούσετε -και μάλιστα από κάποια μάλλον απρόσμενη φωνή.

Μπορείτε επίσης να το διαβάσετε και στα αγγλικά, διότι -με αφορμή μια συζήτηση που είχαμε κάνει εδώ πριν από δέκα χρόνια- ο φίλος Νίκος Νικολάου το μετέφρασε στ’ αγγλικά και το δημοσίευσε στον ιστότοπό του. O Νικολάου επισημαίνει ότι το χωριό, που ήταν σχεδόν τουρκοχώρι και στο τέλος ρώμιεψε, είναι το Μόδι, το χωριό όπου υπηρέτησε ως δάσκαλος ο Κονδυλάκης -και έγραψε το Όταν ήμουν δάσκαλος.

Αλλά ας δούμε πρώτα το διήγημα:

Πώς ερώμιεψε το χωριό

Πολλάκις είχεν ακούσει από τον πατέρα του την ιστορίαν διά την οποίαν εξεπούλησεν από το Μόδι και μετώκησεν εις το ορεινόν χωρίον Ακαράνου. Η αφορμή ήταν ένας Τούρκος με συμπάθιο και ένας χοίρος με συχώρεσι, ως έλεγε δια να εκφράσει το μίσος του κατά του Τούρκου εκείνου ιδιαιτέρως και κατά των Τούρκων εν γένει. Το Μόδι ήτο τότε ακόμη τουρκοχώρι. Είχεν ολίγους Χριστιανούς, αλλά ήσαν ταπεινοί κατωμερίτες, τριτάριδες, δηλαδή καλλιεργηταί των τουρκικών κτημάτων με απολαυήν ενός ποσοστού από το εισόδημα. Σχεδόν δούλοι. Ο μόνος όστις είχε κάποιαν ανθρωπίνην αξιοπρέπειαν και υπερηφάνειαν, διότι είχε και αρκετήν περιουσίαν ώστε να μη δουλεύει τους αγάδες, ήτο ο πατέρας του ο Μιχάλης Αλεφούζος. Αλλά ακριβώς διότι είχεν ανεξαρτησίαν φρονήματος και η σπονδυλική του στήλη δεν ελύγιζεν εύκολα, δεν τον εχώνευεν ο Κερίμ αγάς, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος Τούρκος εις το Μόδι, άνθρωπος φανατικός και τυραννικός, ο οποίος ήθελε τους Χριστιανούς να συναισθάνονται ότι ζουν μόνον κατ’ ανοχήν των Τούρκων. Δια τούτο όταν διέβαινεν ο Αλεφούζος και τον εχαιρέτα μ’ ένα απλούν «καλή ’σπέρα, Κερίμ αγά», έσειε την κεφαλήν και τον παρηκολούθει με απειλητικόν βλέμμα απομακρυνόμενον. Μίαν ημέραν δε είπε προς άλλον Τούρκον παριστάμενον:

– Αυτός, μωρέ, βαλλαή, ο Αλεφούζος, είναι ασής[1]˙ εσήκωσε κεφαλή, δεν είναι ραγιάς αυτός.

Όταν η αιγυπτιακή κυριαρχία έφερε κάποιαν ανακούφισιν εις την κατάστασιν των Χριστιανών της Κρήτης, ο Αλεφούζος, ενθαρρυνθείς, έκαμε μέγα τόλμημα. Ηγόρασεν ένα χοίρον και τον έτρεφε δια τα Χριστούγεννα. Χοίρο στο Μόδι! Χοίρο στο χωριό του Κερίμ αγά, δίπλα μάλιστα στο κονάκι του! Φτου! Ανασινί σικτιγήμ ο γκιαούρης!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Διηγήματα, Ισλάμ, Κρήτη, Λογοτεχνία, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »