Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κρήτη’ Category

Ο ανήφορος του Νίκου Καζαντζάκη

Posted by sarant στο 27 Νοεμβρίου, 2022

Στις 26 Οκτωβρίου, ακριβώς 65 χρόνια μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα (που επανεκδίδουν το σύνολο του έργου του) το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο ανήφορος».

Όποια γνώμη κι αν έχει κανείς για τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, η έκδοση αυτή ασφαλώς αποτελεί σημαντικό εκδοτικό και φιλολογικό γεγονός.

Το μυθιστόρημα το έγραψε ο Καζαντζάκης το 1946, όταν έφυγε από την Ελλάδα για την Αγγλία, στον πρώτο σταθμό μιας αυτοεξορίας που έμελλε να κρατήσει ίσαμε τον θάνατό του, το 1957. Ένα κομμάτι («Ο θάνατος του παππού») το δημοσίευσε στη Νέα Εστία, τον Μάρτιο του 1947 (τχ 473) με αφιέρωση στην Τέα Ανεμογιάννη και με την υποσημείωση: Ένα κεφάλαιο από το τελευταίο βιβλίο που γράφτηκε στο Cambridje [sic], αλλά το υπόλοιπο έργο το άφησε ανέκδοτο.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιες σελίδες του τις χρησιμοποίησε στον Καπετάν Μιχάλη. Στο απόσπασμα που θα διαβάσετε πιο κάτω, ίσως θυμηθείτε τη σκηνή με τους τέσσερις τζουτζέδες του πατέρα του αφηγητή, που είμαι βέβαιος (αλλά δεν μπορώ να το ψάξω τώρα) πως υπάρχει  και στον Καπετάν Μιχάλη.

Ήρωες στο μυθιστόρημα είναι ο Κοσμάς, σαραντάχρονος συγγραφέας και προφανές  αλτερέγκο του Καζαντζάκη, και η Νοεμή, η Πολωνοεβραία γυναίκα του που έχει περάσει όλη τη φρίκη του πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην Κρήτη αρχικά και στη συνέχεια την Αγγλία.

Ο εκδοτικός οίκος Διόπτρα έδωσε στο γεγονός τη σημασία που του αξίζει. Η έκδοση είναι καλαίσθητη και το κείμενο του μυθιστορήματος (αλλά όχι των προλόγων κτλ) είναι τυπωμένο σε ιδιαίτερη γραμματοσειρά, πολύ ευχάριστη στο μάτι. Αρκετές λέξεις εξηγούνται σε υποσημείωση, με μια πρωτοτυπία: δεν υπάρχει αστερίσκος ή άλλη ένδειξη στη λέξη που εξηγείται, αλλά στο κάτω μέρος της σελίδας υπάρχουν οι εξηγήσεις με διαφορετική γραμματοσειρά. Οι εξηγήσεις βασίζονται στο «Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» του Β. Γεώργα, ένα πολύ αξιόλογο έργο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπ. Εκδόσεις Κρήτης και που φιλοδοξώ κάποτε να παρουσιάσω εδώ. Για να πάρετε μια ιδέα των λέξεων που εξηγούνται, στο τέλος του αποσπάσματος που θα παραθέσω βάζω όλες μαζί τις εξηγούμενες λέξεις -και σημειώνω και κάποιες παρατηρήσεις.

Αξιοδιάβαστο και χρήσιμο είναι και το Επίμετρο που το υπογράφουν, όπως και τον πρόλογο, ο Νίκος Μαθιουδάκης και η Παρασκευή Βασιλειάδη.

Γεννιέται το ερώτημα, αν προσθέτει κάτι ο Ανήφορος στο έργο του Καζαντζάκη που ξέρουμε (που ξέρουν, όσοι έχουν διαβάσει τα μεγάλα του έργα τουλάχιστον). Ενώ αναγνωρίζω πως είναι σημαντικό γεγονός φιλολογικά, δεν είμαι πεισμένος ότι στέκεται στο ύψος των γνωστών έργων του Καζαντζάκη σαν συνολικό εγχείρημα. Κι ο ίδιος άλλωστε το ίδιο φαίνεται να πίστευε, αφού πήρε σελίδες από το [αποτυχημένο; αποκηρυγμένο;] έργο του και τις ένταξε (σικ, ρε) στον Καπετάν Μιχάλη. Όμως η γνώμη μου αυτή είναι προσωρινή εντύπωση και μπορεί ν’ αλλάξει. Θα άξιζε επίσης να υπάρξει αντιπαραβολή με τον Καπετάν Μιχάλη, κάτι που δεν το κάνουν οι Μαθιουδάκης και Βασιλειάδη στο Επίμετρο, όπου πάντως αναφέρουν πολλά ενδιαφέροντα για την ιστορία του χειρογράφου και την αντιμετώπιση που είχε ως τώρα.

Θα παραθέσω λοιπόν εδώ τις πρώτες σελίδες από τον Ανήφορο (σελ. 29-43 του βιβλίου) και στο τέλος τις Λέξεις που εξηγούνται. Αν μου ξέφυγε κανένα λαθάκι από το Οσιάρ, διορθώστε με.

Πριν προχωρήσω, μια επισήμανση. Έχω βάλει με μαύρα τη λέξη «δυνάμες» (όλες του τις δυνάμες) διότι θεωρώ απίθανο να το έγραψε αυτό ο Καζαντζάκης, ή, ακόμα κι αν είναι έτσι στο χειρόγραφο που σώζεται, θα έπρεπε να το διορθώσουν οι επιμελητές. Ο Καζαντζάκης «δύναμες» και μόνο «δύναμες» έγραφε, όπως είναι ο παλιός δημοτικός-λαϊκός τύπος των δημοτικών τραγουδιών, του Σολωμού και του Βάρναλη, όχι «δυνάμεις» που είναι ο κανονικός τύπος της σημερινής κοινής νεοελληνικής, και οπωσδήποτε όχι το αλλόκοτο «δυνάμες». Οπότε, ένα μείον για την επιμέλεια της έκδοσης. Εχω  και μια μικρή επιφύλαξη για το απόσπασμα: Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε, όπου λογικά θα περίμενα «ήταν γερός», αλλά και το «γέρος» στέκει. Όμως αυτά είναι παρωνυχίδες. Ο λόγος στο άγνωστο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη

Ο ανήφορος

Ι

Ξημέρωνε. Απόγειο αγεράκι φύσηξε κι η θάλασσα ανατρίχιασε ανάλαφρη μυρωδιά από θυμάρι κατέβαινε από τη στεριά κι ο Κοσμάς, όρθιος στην πλώρα, ανάσαινε βαθιά τον κόρφο της Πατρίδας. Βράχοι άγριοι σηκώνουνταν μπροστά του, κάπου κάπου δέντρα μαυρολογούσαν, μακριά οι βουνοκορφές ρόδιζαν. Πώς έφυγε, είκοσι τώρα χρόνια, νέος με χνουδάτα μάγουλα, με χνουδάτη ψυχή και πώς τώρα γύριζε! Στράφηκε’ μια κοπέλα δίπλα του, μικρή, χλωμή, κοίταζε κι αυτή, με μεγάλα μάτια γιομάτα τρομάρα.

— Η Κρήτη! της είπε, χαμογέλασε και της άγγιξε με τρυφε­ρότητα τον ώμο.

Η κοπέλα τινάχτηκε.

— Ναι, είπε’ και σώπασε.

— Εδώ θα ξεχάσεις, της είπε με σιγανή φωνή. Τούτη πια είναι η πατρίδα σου. Ξέχασε την άλλη…

Κι επειδή η κοπέλα σώπαινε:

–  Ξέχασε την άλλη… της ξανάπε με γλύκα.

– Ναι, Κοσμά… έκαμε η κοπέλα· και σώπασε πάλι.

Κι άξαφνα τον άρπαξε από το μπράτσο, τον έσφιξε ανήσυχη, σα να ‘θελε να βεβαιωθεί πως υπάρχει. Γαλήνεψε λίγο.

Η Κρήτη όλο και ζύγωνε με τα βουνά της, με τους ελαιώνες, με τ’ αμπέλια. Το Μεγάλο Κάστρο, πέρα, ασπρολογούσε μέσα στο πρωινό φως. Η μυρωδιά του θυμαριού πλήθαινε. Το φως είχε κατηφορίσει πια από τις κορυφές στις ποδιές του βουνού, έπιανε τώρα τις ρίζες του, χύνουνταν ήσυχα και πλημμύριζε τον κάμπο. Τα δέντρα άρχιζαν και ξεχώριζαν, κοκόρια ακούστηκαν, ο κόσμος ξυπνούσε.

Ο άντρας έσκυψε στην κοπέλα:

— Σε παρακαλώ, της είπε σιγά, τώρα που θα μπεις στο πατρικό μου σπίτι, βάστα την καρδιά σου, μην τρομάξεις. Σκέψου πως είμαι μαζί σου, πάντα. Η μητέρα μου είναι μια άγια γυναίκα, θα σε αγαπήσει· η αδερφή μου, πρέπει να ξέρεις…

Σώπασε· μάζεψε τα φρύδια με αγανάχτηση.

— Τι; είπε η κοπέλα και κοίταξε τον άντρα ανήσυχη.

—  Όταν έγινε δώδεκα χρονών, ο γέρος τη φώναξε: «Δε θα δρασκελίσεις πια το κατώφλι της εξώπορτας», της είπε· «δε θα παρουσιαστείς πια μπροστά μου. Φεύγα!» Κι από τότε πια κλειδομανταλώθηκε σπίτι· κάθουνταν όλη μέρα, ύφαινε, κεντούσε, έκανε τα προυκιά της· όταν γύριζε ο γέρος το βράδυ, άκουγε πρώτη από μακριά το βήμα του κι έτρεχε στη μέσα κάμαρα να κρυφτεί. Όταν έγινε είκοσι χρονών είδε ψηλά από το παράθυρο ένα νέο που την κοίταζε. Την άλλη μέρα, το ίδιο. Την άλλη το ίδιο. Τον αγάπησε… Ένα βράδυ, στα σκοτεινά, του έριξε ένα χαρτάκι: «Έλα, τα μεσάνυχτα’ θα ’μαι στην πόρτα».

Ο Κοσμάς σώπασε· η φλέβα ανάμεσα στα φρύδια του είχε φουσκώσει και χτυπούσε. Τινάχτηκε πάλι μέσα του, όλο αγριότητα, το μίσος, ο φόβος, η αγάπη για το γέρο. Χάθηκε η Κρήτη και διάνεψε μέσα στον αγέρα ο φοβερός ο ίσκιος.

— Σώπα, ψιθύρισε η κοπέλα· σώπα, δε θέλω να μου πεις.

—  Όχι, πρέπει. Τα μεσάνυχτα η αδερφή μου κατέβηκε, ξυπόλυτη, σιγά σιγά για να μην τρίξουν οι σκάλες… Μα ο γέρος αγρυπνούσε, την άκουσε, γλίστρησε ξοπίσω της, την ακολούθησε. Η κακόμοιρη η κοπέλα βγήκε στην αυλή και τη στιγμή που άπλωνε το χέρι ν’ ανοίξει την πόρτα, ο γέρος την άρπαξε από τα μαλλιά, κάρφωσε απάνω της τα νύχια του, την ανέβασε λιπόθυμη στην κάμαρά της, την πέταξε μέσα, την κλείδωσε κι έβαλε το κλειδί στη μέση του. Λέξη ο γέρος δεν ξεστόμισε· μα από τότε πια η αδερφή μου, δεκαπέντε χρόνια, δεν πρόβαλε το πρόσωπό της μήτε στην πόρτα μήτε στο παράθυρο· δεν μπορεί, μου λεν, να κοιμηθεί· κι όταν μονάχα ζυγώνουν τα μεσάνυχτα, ανοίγει το παραθύρι της, σκύβει, κι αν τύχει και περνάει κανένας στο δρόμο, του φωνάζει: «Κοντεύουν μεσά­νυχτα;» και κλείνει ευτύς, πάλι, το παράθυρο, με τρόμο.

Ο Κοσμάς σώπασε. Τα ξανθά μαλλιά, τα γαλάζια μάτια, η γλύκα της αδερφής, το γέλιο της, όταν ήταν μικρή… Σα να ’ταν ένα βαθύ μαύρο νερό κι έβλεπε μέσα.

—  Και τώρα; ρώτησε η κοπέλα. Τώρα που πέθανε ο γέρος…

Κάτι ήθελε να πει, μα η φωνή της κόπηκε.

—  Τώρα που πέθανε ο γέρος; Δεν ξέρω’ μα ναι πολύ αργά.

Έκαμε μερικά βήματα στο κατάστρωμα, επεστράτεψε πάλι,

όπως το συνήθιζε, όλες του τις δυνάμες, ησύχασε λίγο. Ξαναγύρισε στην κοπέλα.

— Σε παρακαλώ, της ξανάπε, μην τρομάξεις.

— Μα… έκαμε η κοπέλα.

Ο Κοσμάς άπλωσε το χέρι, σα να ’θελε να της φράξει το στόμα.

—  Όχι, όχι… είπε· δεν πέθανε. Θα δεις.

Κοίταζε ο Κοσμάς πίσω από το Μεγάλο Κάστρο, κατά νότου, το ξακουστό βουνό, το Γιούχτα – τεράστιο θεϊκό κεφάλι, ξαπλω­μένο ψηλά απάνω από τις ελιές και τ’ αμπέλια, με το τραχύ όλο ανήφορο μέτωπο, με την όρθια μύτη, με το φαρδύ κλεισμένο στόμα και τα γένια από βράχους και γκρεμούς που χιμούσαν και κατέβαιναν στον κάμπο. Κείτονταν ανάσκελα, σαν πεθα­μένος, μαρμαρωμένος θεός, γαλαζόμαυρος, κακοτράχαλος, αλαφριά ανασηκωμένος, σα να κοίταζε ακόμα και ν’ αφέντευε την Κρήτη.

«Δεν πέθανε ο γέρος», συλλογίστηκε ξαφνικά ο Κοσμάς, με

τα μάτια καρφωμένα στο ανησυχαστικό μπροστά του βουνό. «Όσο ζει και σαλεύει μέσα μου, δεν πέθανε, όσο ζω και τον συλλογιέμαι δε θα πεθάνει. Οι άλλοι θα τον ξεχάσουν, από μένα κρέμεται η ζωή του. Με κρατάει μα κι εγώ τον κρατώ…»

Ένιωθε τον κύρη στα σωθικά του να πιάνει, ν’ απλώνει ρίζες, να μη θέλει να ξεκολλήσει. Έτσι ήταν πάντα του. Άγριος, αμίλητος κι έκανε κατοχή. Τον θυμάται, μικρός, με τα μαύρα καραμπογιά γένια, με το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, βαρύς, λιγομίλητος κι είχε κάμει όρκο να μη γελάσει αν δε λευτε­ρωθεί η Κρήτη. Κι ένα βράδυ, θυμάται ο Κοσμάς, είχε έρθει βεγγέρα σπίτι τους ο θείος ο Δημητρός, ο αδερφός της μητέρας, πρόσχαρος, αγαθός, από άλλο χώμα καμωμένος. Είπε κάτι στην κουβέντα απάνω και γέλασε’ ο κύρης μάζεψε τα χοντρά του φρύδια και πια δε μίλησε. Κι όταν ο θειος έφυγε, στράφηκε κι είδε τον Κοσμά: «Δεν ντρέπεται», είπε, «γέλασε».

Δε μιλούσε, δε γελούσε, κοίταζε τους ανθρώπους και δεν τους ήθελε. Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε· μα μέσα του ένιωθε βαριά κατασκέπαση, ακατανόητη πίκρα, ένα αχ! ανέβαινε στο λαιμό του και τον έπνιγε. Στέρνιαζε, στέρνιαζε τον πόνο ένα μήνα, δυο μήνες, έξι μήνες, μα πια ξεχείλιζε μέσα του, δεν μπορούσε πια να χωρέσει, πήγαινε να σπάσει η καρδιά του. Και τότε, κάθε έξι μήνες, μεθούσε. Τα μεθύσια αυτά τα θυμάται ακόμα ο Κοσμάς με τρόμο. Είχε τέσσερεις τζουτζέδες, φτωχούς ανθρώπους, που τους έδινε δανεικά όλο το χρόνο, για να τους έχει στην υποταγή του όταν τους ήθελε’ όταν, κάθε έξι μήνες, μεθούσε και του χρειάζουνταν. Καθένας τους είχε και μια χάρη – ο ένας χόρευε καλά, ο άλλος τραγουδούσε, ο άλλος έπαιζε λύρα κι ο τέταρτος έκανε χωρατάδες. Σαν έρχουνταν ο γραμμένος καιρός, ο κύρης έστελνε τον παραγιό στον καθένα και τους μηνούσε: «Χαιρετίσματα», λέει, «από τον καπετάν Μιχάλη, και να κλείσετε το μαγαζί και να κοπιάσετε σπίτι».

Τρόμος τους έπιανε. Έστελναν ανθρώπους, παρακαλούσαν τον κύρη αν ήταν μπορετό ν’ αναβάλει δυο τρεις μέρες, να ετοιμαστούν. Είχαν δουλειά, δεν την τέλειωσαν, η γυναίκα τους ήταν άρρωστη, είχαν να παν στο χωριό να τρυγήσουν. Τίποτα! Έστελνε ο γέρος πάλι τον παραγιό: «Να κοπιάστε, λέει, ευτύς!» Κλειούσαν λοιπόν τα μαγαζάκια τους οι κακόμοιροι κι έγραφαν σ’ ένα κομμάτι χαρτί και το κολνούσαν απόξω: «Θα λείψω οχτώ μέρες», γιατί τόσο βαστούσαν τα μεθύσια του γέρου. Ψώνιζαν μιας βδομάδας πράματα, πήγαιναν σπίτι τους, αποχαιρετούσαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έκαναν το σταυρό τους και κατάφταναν ένας ένας στο σπίτι. Η δούλα τούς κατέβαζε στο υπόγειο· εκεί ταν τα βαρέλια το κρασί, ένα πιθάρι λάδι, ένα πιθάρι ελιές και δυο πιθάρια αλεύρι και στάρι. Είχε σύντοιχα ένα μακρύ πατάρι με μαξιλάρες και μεντέρια και μπροστά ένα μακρύ τραπέζι. 0 γέρος κάθουνταν στη μέση, έβανε δεξά του τους δυο, ζερβά τους άλλους δυο, κατέβαζε η δούλα τους μεζέδες, κινούσαν να σφάζουνται οι όρνιθες στη μέσα αυλή κι άρχιζε το φαγοπότι. Έτρωγαν, έπιναν, δε μιλούσαν. Κανένας από τους τέσσερεις δεν είχε κέφι· καθένας συλλογίζουνταν τις δουλειές του και το σπίτι του κι αγαναχτούσε μα σώπαινε. Σιγά σιγά, με το κρασί, με το φαΐ ζωντάνευαν, θόλωνε το μυαλό, ξεχνούσαν, έκανε νόημα ο γέρος, έπιανε τη λύρα ο λυράρης, ρουφούσε ο τραγουδιστής ένα αυγό να καθαρίσει η φωνή του κι άρχιζε το ξεφάντωμα. Πετιούνταν ο χορευτής, κινούσε τα χωρατά ο χωρατατζής, όλο το υπόγειο βροντούσε κι έτρεμε. Περνούσε η μέρα, έφτανε η νύχτα, ξημέρωνε. Ο γέρος, αγέλα­στος, ακίνητος, έπινε και θωρούσε· δεν τραγουδούσε, δε χόρευε ποτέ του. Ακουμπούσαν στον τοίχο οι καλεσμένοι, ή στον ώμο ο ένας του άλλου, έπαιρναν κλεφτάτα έναν ύπνο και πάλι, με μια σκουντιά του γέρου, τινάζουνταν και ξαναρχινούσε το φαγοπότι. Μέρες τρεις, τέσσερεις, οχτώ. Απάνω στις οχτώ, ο γέρος σηκώνουνταν, άνοιγε την πόρτα, άπλωνε το χέρι: «Φευγάτε!» έλεγε ήσυχα. Ποτέ δε θα τους ξεχάσει ο Κοσμάς τους κακόμοιρους πώς έφευγαν τοίχο τοίχο κι οι τέσσερεις, ο ένας πίσω από τον άλλον, κιτρινοπράσινοι από τους εμετούς και τις αγρυπνίες, άπλυτοι, αξούριστοί, τρεκλίζοντας… Κι ο γέρος καβαλίκευε τη φοράδα του, περνούσε από τους τούρκικους μαχαλάδες, έβγαινε από την πολιτεία και πήγαινε στο μετόχι του να πάρει αγέρα.

Τίναξε ο Κοσμάς θυμωμένος το κεφάλι, σα να ’θελε να πετάξει αποπάνω του τον κύρη, στράφηκε να δει την κοπέλα, να γλυκάνει ο νους του. Την είδε να κάθεται απάνω στην κουλούρα τα σκοινιά, στην πλώρα, και να κοιτάζει με τα μεγάλα μαύρα μάτια της την πολιτεία που όλο και ζύγωνε… Τα βενετσάνικα τείχη, τα χαλασμένα σπίτια, δυο τρεις μιναρέδες κουτσου­ρεμένοι, χωρίς πια μισοφέγγαρο, κι απάνω απ’ όλα μια μεγάλη εκκλησιά με γαλαζόμαυρο τρούλο.

— Είναι η μητρόπολη, ο Άγιος Μηνάς, είπε ο Κοσμάς και κάθισε δίπλα της. Είναι ο προστάτης του Μεγάλου Κάστρου όταν χιμούσαν οι Τούρκοι να πατήσουν την εκκλησιά, αυτός πηδούσε από το κόνισμά του κι όπως ήταν, καβαλάρης, με τα σγουρά κοντά γένια, με την ασημένια αρμάτα, με το μακρύ κοντάρι, πρόβαινε στην πόρτα της εκκλησιάς και χύνουνταν στους Τούρκους…

Έζωσε το χέρι του στη μέση της, ένιωσε τη ζεστασιά του κορμιού της, την παράξενη μυρωδιά της ανάσας της -σα να μύριζε μοσχοκάρυδο και κανέλα- κι άγρια του γεννήθηκε η λαχτάρα ν’ αναποδογυρίσει το αγαπημένο κεφάλι, απάνω στα καραβόσκοινα, να το φιλήσει. Δυο χρόνια τώρα το χαίρεται, κι ακόμα δεν μπορεί να χορτάσει το ζεστό λιανοκόκαλο αυτό κορμί, από χώρα μακρινή, από ξένη ράτσα, από θλιμμένους, κατατρομαγμένους προγόνους.

– Νοεμή, της είπε σιγά, σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις.

Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι, μαζεύτηκε στο στήθος του αντρός

σα να ‘θελε να μπει, να χαθεί μέσα του, να μην υπάρχει.

Το φως τράνεψε, από χλωμό πρωινό τριαντάφυλλο έγινε άγριο ρόδο κάτασπρο κι η θάλασσα γέμισε μαστούς, χοροπηδούσε και δέχουνταν τον ήλιο. Ο Γιούχτας άρχισε ν’ αραιώνει και να χάνεται μέσα στους αχνούς της ζέστας που ανέβαιναν κιόλας από τη γης. Ο ουρανός αποπάνω είχε χάσει τη γλύκα του την πρωινή κι είχε γίνει γαλάζιο ατσάλι.

Κάθε πρωί, είπε η κοπέλα κι αναστέναξε, άνοιγε ο πατέρας μου  το παράθυρο και τον έπαιρναν τα κλάματα. «Τι ομορφιά είναι τούτη», έλεγε, «τι θάμα!» Και τι έβλεπε; Μαύρες καμι­νάδες κι ένα κομμάτι μολυβένιο ουρανό κι ανθρώπους άσκη­μους και κουρελήδες που τουρτούριζαν. Τι θα ’λεγε, Θε μου, αν έβλεπε την Κρήτη!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε αναστενάζοντας ένας γέρος βρακάς, που πρόβαλε το κεφάλι του από το αμπάρι, αναμαλλιασμένο, μαχμουρλίδικο και κοίταξε. Παντέρμη Κρήτη!

Έσκυψε στο αμπάρι.

— Ελάτε, μωρέ παιδιά, να δείτε’ όλο χαλάσματα!

Ένας ναύτης περνούσε:

— Σώπα, γέρο, του φώναξε, σώπα και καλά τα πλερώνουν τώρα οι Φρίτσοι κι οι Φριτσομάνες!

Μα ο γέρος κούνησε το κεφάλι:

— Μωρέ, κι όλη η Γερμανία να ξεπατωθεί, το αχ! της Κρήτης δε σβήνει! Παντέρμη Κρήτη! αναστέναξε πάλι κι έκαμε το σταυρό του’ να ’σουν γυναίκα, θα ’χες πάει στην Παράδεισο· μα ’σαι νησί, κακομοίρα!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε κι ο Κοσμάς, μαρτύρησε πάλι. Εγώ ’μουν τότε ακόμα στην Αθήνα, δε με είχε ακόμα πιάσει η ντροπή, δεν είχα ακόμα πάρει την απόφαση να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να κιντυνέψω κι εγώ, σαν άντρας. Ήταν οι τελευταίες μέρες του Μάη του ’41. Ο ουρανός σκοτείνιασε, γέμισε αεροπλάνα, χύθηκαν όλα, γραμμή, σα γερανοί, κατά την Κρήτη. Οι γυναίκες και τα παιδιά πήραν σκληρίζοντας τα βουνά, οι άντρες, ξαρμάτωτοι, χιμούσαν και φώναζαν: «Ελευ­θερία ή θάνατος!» Ένας Εγγλέζος αξιωματικός μου δηγόταν, ύστερα από καιρό, στην Αφρική, για την πατρίδα που καίγουνταν. «Κι οι άντρες;» ρώτησα. Ο Εγγλέζος γέλασε: «Κρατούσαν μεγάλες σκουριασμένες μαχαίρες και φώναζαν: ‘Ελευθερία ή θάνατος!” κι έπεφταν απάνω στους αλεξιπτωτιστές». «Και γιατί γελάς;» «Για να μην κλαίω· εμείς φεύγαμε. Σ’ ένα χωριό, στο Λιβυκό πέλαγο, την ώρα που πηδούσα στο καράβι, ένας γέρος καπετάνιος με ρώτησε: “Γιατί φεύγετε;” “Μα δε βλέπεις, καπε­τάνιο; Θα μας σκοτώσουν”. “Ε, κι ύστερα;” έκαμε ο καπετάνιος. “Κι αν φύγεις, δε θα πεθάνεις θαρρείς μια μέρα; Πέθανε τώρα!” “Όσο αργότερα, τόσο καλύτερα”, του αποκρίθηκα. “Τον κακό σου τον καιρό!” μου φώναξε ο γερο-Κρητικός και μου γύρισε τις πλάτες». Ύστερα από καιρό έμαθα πως ο γερο-καπετάνιος αυτός ήταν ο παππούς μου.

— Βαριές ψυχές είναι τούτες, ζόρικοι άντρες οι Κρητικοί, σα να μπαίνω σε ζούγκλα, ψιθύρισε η κοπέλα, κοίταξε τον άντρα και του χαμογέλασε για να γλυκάνει λίγο τα λόγια της.

«Έχει δίκιο», συλλογίστηκε ο Κοσμάς, «έχει δίκιο. Βαριά πολύ η ψυχή του Κρητικού, μονόχνοτη, άγρια, σα ρινόκερος».

Θυμήθηκε στην Αφρική, όταν πήγε να πολεμήσει κι αυτός, πώς ξάφνου ανοίχτηκαν τα σπλάχνα του και πετάχτηκαν οι παμπάλαιοι δαιμόνοι. Στην αρχή δεν μπορούσε να δει χωριό να καίγεται, αίμα να χύνεται. Την πρώτη φορά που είδε άνθρωπο σκοτωμένο παραλίγο να λιποθυμήσει. Μα, σιγά σιγά, περιπλέ­χτηκε στο αιματερό παιχνίδι, το πάθος τον κυρίεψε, η προαιώνια σκοτεινή λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώνει ανθρώπους… Άνοιξαν μέσα του οι καταπαχτές και ξεπετάχτηκαν οι παμπά­λαιοι πρόγονοι – ο τίγρης, ο λύκος, το αγριογούρουνο.

—Έχει δίκιο, μουρμούρισε πάλι και κοίταξε τη γυναίκα με συμπόνια.

— Θαρρώ δε θα βγω από δω ζωντανή, είπε η κοπέλα τόσο σιγά που δεν ακούστηκε.

Οι επιβάτες ξεπρόβαλαν όλοι από τ’ αμπάρια, από τις καμπίνες, μαζώχτηκαν στην πλώρα, κοίταζαν. Έμπαιναν πια στο λιμάνι έλαμψε δεξιά, σφηνωμένο στους βράχους, το πέτρινο λιοντάρι της Βενετιάς με το ανοιχτό Βαγγέλιο στα νύχια. Βούιζε το λιμάνι, μύριζε σάπια λεμόνια, λάδι, κίτρα, χαρούπι… Πίσω η θάλασσα η λουλακιά χόχλαζε. Ο ήλιος πια είχε ανέβει, κι έκαιγε. 0 Κοσμάς πήδηξε στο μόλο, άπλωσε το χέρι, πήρε το χέρι της κοπέλας:

— Πρωτοπάτησε με το δεξό σου πόδι, της είπε σιγά· ευτυ­χισμένη να ’ναι τούτη η στιγμή.

Πρωτοπάτησε με το δεξό της πόδι η κοπέλα, κρεμάστηκε από το μπράτσο του αντρός, εξαντλημένη.

— Κουράστηκα, είπε.

— Κοντά ’ναι το σπίτι, είπε ο Κοσμάς, κάνε κουράγιο. Φτάσαμε.

Προχώρεσαν. Ο Κοσμάς κοίταζε με απληστία τα σπίτια, τους ανθρώπους, τους δρόμους. Όλα είχαν γεράσει· οι μαύρες τρίχες άσπρισαν, τα μάγουλα βούλιαξαν, οι μπογιές ξέβαφαν, ξέφτισαν οι τοίχοι, πολλοί γκρεμίστηκαν. Πολλά κατώφλια είχαν χορταριάσει. Πήρε το χέρι της κοπέλας, το ’σφίξε.

— Τούτη είναι η πατρίδα μου, είπε· να, είμαι από τούτο το χώμα που πατούμε.

Η κοπέλα έσκυψε, πήρε από χάμω λίγο χώμα, το ’θρύψε στα δάχτυλά της:

— Είναι ζεστό, είπε· μου αρέσει.

Και θυμήθηκε τη μακρινή δική της πατρίδα, την παγωμένη.

Μπήκαν στα στενά σοκάκια. Ο Κοσμάς είχε αφήσει το μπράτσο της κοπέλας, πήγαινε τώρα λίγο μπροστά· βιάζουνταν. Η καρδιά του χτυπούσε. Πήρε δεξά, έστριψε το δρομάκι· από μακριά ξέκρινε την πατρική πόρτα· κλειστή. Αποπάνω το παράθυρο, κλειστό. Κανένας στο δρόμο. Καμιά φωνή· σα να ονειρεύουνταν. Ζύγωσε στην παλιά δοξαρωτή πόρτα, με το χοντρό σιδερένιο κρικέλι. Τα γόνατά του λύγισαν λίγο. Έκαμε κουράγιο.

Χτύπησε. Βήματα ακούστηκαν στην αυλή, κάποιος στέναξε. Τα βήματα σταμάτησαν, ξαναχτύπησε. Η πόρτα άνοιξε, μια γριούλα πρόβαλε, κάτασπρη, εξαντλημένη, λιωμένη, ντυμένη κατάμαυρα. Μόλις είδε τον άντρα, έσυρε φωνή:

— Παιδί μου! κι άνοιξε την αγκάλη.

Η αδερφή πρόβαλε, λιγνή, λιωμένη κι αυτή, με άσπρες τρίχες τα μάτια της ολάνοιχτα, γεμάτα κακία και πίκρα. Τα στήθια της του κάκου περίμεναν όρθια, χρόνια· έπεσαν.

Χαρές, κλάματα, τα χέρια άδραχναν με λαχτάρα το αγαπη­μένο σώμα.

Μπήκαν μέσα· ένα καντήλι άναβε στην πέρα γωνιά του καναπέ, όπου κάθουνταν πάντα ο γέρος.

Ο Κοσμάς τρόμαξε μια στιγμή, έκαμε το σταυρό του.

— Είπε τίποτα πεθαίνοντας; ρώτησε.

— Όχι, αποκρίθηκε η μάνα· μούγκριζε σα θεριό. Του δώκαμε το κόνισμα της Παναγιάς, το πέταξε.

— Πονούσε;

—  Όχι· από θυμό που πέθαινε.

— Σιγά! είπε η αδερφή, δείχνοντας το καντήλι. Ακούει!

Μα η μάνα είχε τώρα το γιο της, δε φοβόταν εξακολούθησε

δυνατά:

—Έκρυψε το χρυσάφι του όλο μέσα στη γης, να μη χαρούμε. Σούρθηκε όξω στο μετόχι ετοιμοθάνατος, μας έδιωξε όλους, έσκαψε τη γης και το ‘κρύψε. Το βράδυ γύρισε· έπεσε ευχαριστημένος κι άρχισε το ρουχαλητό του θανάτου. Ήρθε ο παπάς να τον μεταλάβει. Άνοιξε τα μάτια, τον είδε· αγρίεψε: «Φύγε!» του φώναξε. «Την κατάρα σου να ’χω!» «Δε φοβάσαι το Θεό;» του κάνει ο παπάς και του ’δείξε το άγιο δισκοπότηρο. «Δικός μου λογαριασμός!» αποκρίθηκε ο γέρος· «ξεκουμπίσου πό δω!»

Τα μεσάνυχτα άρχισε να χλιμιντράει σαν άλογο· η αδερφή σου κι εγώ μι οι γειτόνισσες μαζευτήκαμε σε μια γωνιά του σπιτιού και τρέμαμε. Αυτός χλιμίντριζε και λέγαμε τώρα θα πέσει το σπίτι να μας πλακώσει. Κι άξαφνα σιωπή. «Πέθανε!» είπε η κυρα-Κατίγκω η γειτόνισσα· «ποια θα πάει να δει;» Μα καμιά δεν τολμούσε. «Πήγαινε εσύ να του κλείσεις τα μάτια», μου κάνει η κυρα-Κατίγκω, «πήγαινε κι είναι αμαρτία». Έκαμα το σταυρό μου, πήγα. Κρατούσε ακόμα τα σίδερα του κρεβατιού και τα ’χε λυγίσει…

Άξαφνα, ως μιλούσε, είδε την κοπέλα να στέκει ακόμα στην αυλή, στον παραστάτη της οξώπορτας.

— Είναι…; ρώτησε η μάνα σιγά.

— Ναι, η γυναίκα μου…

Η αδερφή έστρεφε το πρόσωπο πέρα, με αναγούλα· η μάνα ζύγωσε το γιο:

— Γιατί την πήρες; ρώτησε σιγά. Θα μολέψει το αίμα. Οβραία.

— Είναι μεγάλη ψυχή. Σε αυτή χρωστώ τη ζωή μου· αν έλειπε, θα ’χα πεθάνει. Άλλη χαρά δεν έχω. Αγάπα τη, μητέρα. Και συ, Μαρία… είπε και στράφηκε στην αδερφή του.

Μα αυτή είχε γλιστρήσει μέσα να ετοιμάσει τον καφέ.

— Είναι Οβραία… ξανάπε η μάνα. Μα αφού τη θέλεις… Ένα μονάχα φοβούμαι…

-Τι;

— Μην την πνίξει.

— Ποιος;

Η μάνα δεν αποκρίθηκε· στράφηκε, κοίταξε κατά το αναμ­μένο καντήλι. Ο Κοσμάς κατάλαβε, ακούμπησε στον τοίχο. Σιγή. Ήξεραν κι οι δυο πως σαράντα μέρες η ψυχή δε φεύγει από το σπίτι, τρογυρίζει στην αυλή, ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες, μανταλώνει τη νύχτα την πόρτα, κάθεται δίπλα στο καντήλι και κοιτάζει κι ακούει τα πάντα. Ο γέρος του μήνυσε ως έμαθε πως παντρεύτηκε Οβραία: «Όσο ζω να μην πατήσεις στην Κρήτη!» Και τώρα είναι μονάχα δέκα μέρες που πέθανε.

Έσκυψε ένα βήμα προς την πόρτα.

— Χρυσούλα, είπε, έλα!

Την πήρε από το χέρι, την πήγε στη μάνα του.

— Μητέρα, η κόρη σου, είπε.

Η κοπέλα έσκυψε, φίλησε το χέρι της γριάς και στάθηκε πάλι και περίμενε.

Η μάνα την κοίταζε, αμίλητη. Τη γρυπή μύτη, τα χοντρά χείλια, τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια. Τη χρυσή αλυσιδίτσα που της έζωνε το λαιμό.

— Βαφτίστηκες; ρώτησε η γριά, χωρίς ν’ απλώσει το χέρι.

— Βαφτίστηκε, αποκρίθηκε ο Κοσμάς. Να ο σταυρός. Πήρε και τ’ όνομά σου, μητέρα. Χρυσούλα.

Τράβηξε την αλυσιδίτσα κι ανέβηκε από το στήθος, ζεστό, ένα χρυσό σταυρουλάκι.

— Καλώς όρισες! είπε η μάνα και της άγγιξε με κάποιο δισταγμό το κεφάλι.

Ο Κοσμάς άρχισε να τρογυρίζει στο σπίτι κι ήταν η καρδιά του βαριά· ανέβαινε, κατέβαινε, χάδευε αμίλητος τις πόρτες, τα παλιά έπιπλα, το τεράστιο ρολόι του τοίχου, τις ασημένιες πιστόλες τις προγονικές δίπλα στα κονίσματα.

— Κι ο παππούς; ρώτησε.

— Πέρα, στο χωριό· κείτεται του θανατά.

Οι δυο γυναίκες κάθισαν στο μακρύ παμπάλαιο καναπέ. Η μάνα κοίταζε έξω από το κλειστό παράθυρο, τη χαλικοστρω­μένη αυλή, τις γλάστρες το βασιλικό και πάνω από το πηγάδι την κληματαριά φορτωμένη αγουρίδες. Κάποτε έριχνε και μια λοξή ματιά στην κοπέλα. «Τι να της πω;» συλλογίζουνταν. «Άλλη ράτσα, άλλος θεός την έπλασε αυτή, δεν τη θέλω!» Κι η κοπέλα έβλεπε πέρα από την αυλή, πάνω από την κληματαριά, απέρα­ντους κάμπους χιονισμένους, μαύρες έρημες φάμπρικες και δάση κρουσταλλεμένα και καβαλάρηδες με γυμνά σπαθιά που έσπαζαν τις πόρτες των σπιτιών και μάζωναν τους Οβραίους… Και τα χιόνια έλιωναν από το ζεστό αίμα, γίνουνταν λάσπη, και τα κοπάδια, άντρες και γυναικόπαιδα, έσερναν φωνές, μάζωναν τους μπόγους και τα παιδιά τους κι έτρεχαν…

Στράφηκε· είδε τη γριά που την κοίταζε. Έκαμε να της χαμογελάσει, δεν μπόρεσε· τα μάτια της ξαφνικά είχαν βουρ­κώσει. Η γριά τη λυπήθηκε.

— Τι συλλογιέσαι; τη ρώτησε, την πατρίδα σου; Πού γεννήθηκες;

— Μακριά, μακριά, στην Πολωνία. Σε μια μαύρη πολιτεία, με φάμπρικες.

— Τι κάνουν;

— Κανόνια, αεροπλάνα, μηχανές… Μα ο πατέρας μου…

Ήθελε να πει: «Δε μόλευε τα χέρια του φτιάνοντας μηχανές

να σκοτώνουν ανθρώπους, ήταν ραβίνος…» μα πρόλαβε και κρατήθηκε.

— Ο πατέρας σου, τι; ρώτησε η γριά.

— Ήταν καλός άνθρωπος, αποκρίθηκε η κοπέλα στενά­ζοντας.

Η γριά σηκώθηκε, βγήκε στην αυλή, έκοψε ένα κλωνί βασιλικό, το ’δωκε στην κοπέλα.

—Έχετε σεις βασιλικό; ρώτησε.

-Όχι.

— Φύτρωσε στον τάφο του Χριστού, είπε η γριά και σώπασε.

Ωστόσο κατάφταναν οι θείοι, οι θείες, οι γειτόνισσες. Γέμισε

το σπίτι. Είχαν ξεχάσει το γέρο, όλοι χαίρουνταν για τον ερχομό του γιου. Και κοίταζαν τη γυναίκα του από την κορυφή ως στα νύχια, σαν ένα όμορφο ζώο περίεργο κι ανησυχαστικό.

Η κυρα-Κατίγκω έσκυψε στο αυτί της γειτόνισσάς της:

— Είδες τι μυρωδιά που βγάνει; είπε. Για ζύγωσε κοντά της.

— Οβραΐλα, μουρμούρισε η γειτόνισσα και σούφρωσε τα χείλια. Έτσι μυρίζουν αυτές.

Ο Κοσμάς, μια στιγμή περνώντας, είδε τη γυναίκα του και την πόνεσε. Σαν πληγωμένος κύκνος του φάνηκε ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι χήνες, πάπιες και καρακάξες. Όλες άπλωναν το λαιμό και την κοίταζαν, έβγαναν μερικές φωνές και τραβούσαν πάλι το λαιμό τους πίσω· και σώπαιναν.

— Άκου πώς τσίρισε το καντήλι! είπε άξαφνα μια γριά και σταυροκοπήθηκε. Κύριε ελέησον!

Όλες στράφηκαν κατά τη γωνιά του καναπέ, όπου άγριο, ασάλευτο μέσα στο μεσόφωτο, έλαμπε το κόκκινο μάτι του καντηλιού.

— Ο γέρος! μουρμούρισε μια παχουλή γυναικούλα και χλώμιασε.

— Πού;

— Να, εκεί, στη γωνιά του καναπέ, διπλοπόδι.

— Άνοιξε το παράθυρο να φύγει! ακούστηκαν τρομαγμένες φωνές.

Μια γριά γαντζώθηκε από το παράθυρο της αυλής, το άνοιξε’ μπήκε ο ήλιος.

— Βλέπεις τώρα τίποτα, κυρα-Πηνελόπη;

Η στρουμπουλή γειτονοπούλα έκαμε το σταυρό της:

— Δόξα σοι ο Θεός, είπε· έφυγε!

Η Μαρία έφερε τους καφέδες. Μαραμένη, στριμμένη, με μια μαύρη κορδέλα στο λαιμό, για να κρύβει τις ζάρες. Κοίταξε τη Χρυσούλα με μίσος· ήταν πιο νέα, πιο όμορφη και της είχε πάρει τον αδερφό της.

Ο Κοσμάς πλαντούσε. Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, πήρε τους δρόμους. Ήλιος βαρύς, αποσυνθέτουνταν οι άνθρωποι, τα ζώα, τα φρούτα βρομούσαν και μύριζαν οι δρόμοι. Χαλάσματα, μαγαζιά ετοιμόρροπα, τριμμένα σακάκια, μπαλωμένα παντα­λόνια, φάτσες ρημαγμένες από την πείνα. Μέσα από ψαρά γένια και βουλιαγμένα μάγουλα αναγνώριζε με τρόμο παλιούς συμμαθητές κι άλλαζε δρόμο. «Δε με νοιάζει ο θάνατος», συλλογίζουνταν, «με νοιάζει η φθορά· αυτή εξευτελίζει τον άνθρωπο. Αυτήν πρέπει να νικήσω…» Είχε γεράσει η πολιτεία της παιδικής του ηλικίας και της νιότης, θρύβουνταν κι αυτή, άρχιζε να γίνεται κουρνιαχτός και να σκορπίζεται στον άνεμο.

Μπορούσε άλλη πολιτεία να χτιστεί αποπάνω της μα δε θα ’ταν η δική του· θα ξαναγέμιζαν πάλι οι δρόμοι με νέους μα δε θα ’ταν η δική του νιότη…

Αγαπημένο Κάστρο, μουρμούριζε κοιτάζοντάς το με τρυφερότητα, γεράσαμε…

……..

Γλωσσάρι

απόγειος: για άνεμο που πνέει από τη στεριά, από την ξηρά, που είναι στεριανός

μαυρολογώ: αποκτώ μελανή απόχρωση, γίνομαι σκοτεινός, σκούρος

ασπρολογώ: φαίνομαι άσπρος, ξεχωρίζω για τη λευκότητά μου

διανεύω: κινούμαι ελαφρά, σαλεύω

ανησυχαστικός: που προκαλεί ανησυχία, ανησυχητικός· επίφοβος

βεγγέρα: εσπερινή συγκέντρωση για συζήτηση και διασκέδαση

κατασκέπαση: η δυσκολία στην αναπνοή, αίσθημα έντονης δυσφορίας

στερνιάζω: αποθηκεύω, συσσωρεύω κάτι σε αποθηκευτικό χώρο, συγκεντρώνομαι σε ποσότητα

κλειώ: κλείνω κάτι, ενώνω κάτι με κάτι άλλο

μεντέρι: είδος χαμηλού ανατολίτικου καναπέ ή κρεβατιού, ντιβάνι

μετόχι: κτήμα με σπίτι

αρμάτα: οπλισμός, πανοπλία, πολυτελής ενδυμασία

τρανεύω: ολοκληρώνω τη σωματική ανάπτυξη· αυξάνω, μεγαλώνω’ γίνομαι τρανός

παντέρμος: που είναι εντελώς έρημος, εγκαταλειμμένος

μαχμουρλίδικος: που χαρακτηρίζεται από νωχέλεια, νωθρότητα, βαρυθυμία

θρύβω: διαλύω σε πολύ μικρά κομμάτια, θρυμματίζω, συντρίβω κάτι

ξεκρίνω: διακρίνω, ξεχωρίζω με το βλέμμα μου κάτι, βλέπω

δοξαρωτός: που έχει σχήμα τόξου, τοξωτός, καμαρωτός

μολεύω: μολύνω κάποιον ή κάτι· μιαίνω

γρυπός: που είναι γαμψός, κυρτός, καμπύλος

μεσόφωτο: το αμυδρό φως της ατμόσφαιρας κατά το σούρουπο ή την αυγή· ημίφως

διπλοπόδι: καθιστά, με τις κνήμες διασταυρωμένες, οκλαδόν

πλαντώ: κρύβω, εξασθενίζω κάτι, δυσφορώ, δημιουργώ κλίμα δυσφορίας

κουρνιαχτός: σύννεφο σκόνης που σηκώνεται από το έδαφος

Μια δική μου παρατήρηση στο Γλωσσάρι. Δεν είναι κακό να εξηγούνται τύποι και λέξεις όπως ανησυχαστικός, βεγγέρα, διπλοπόδι, κουρνιαχτός, που τις βρίσκει κανείς σε κάθε λεξικό. Κάποιοι αναγνώστες, ίσως νεότεροι, μπορεί να αγνοούν τη σημασία τους ή να μην είναι βέβαιοι. Ωστόσο, είναι περίεργο, ενώ εξηγείται ο «ανησυχαστικός» και η «βεγγέρα» να μένουν χωρίς εξήγηση οι τζουτζέδες ή η λέξη «σύντοιχα».

Advertisement

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθησαύριστα, Κρήτη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 81 Σχόλια »

Το κερεβίζι της οργής

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2022

Μπορεί να έχετε μιαν αγνωστη λέξη στον τίτλο, αν και οι Κρητικοί ίσως την ξέρουν -στα σχόλια θα μου πείτε αν ξέρετε τι είναι το κερεβίζι, αλλά αν δεν ξέρετε δεν θα σας το κρατήσω μυστικό: είναι το σέλινο.

Τη λέξη την είχαμε συναντήσει σε ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, τότε που παρουσιάσαμε το λεξικό του φίλου μας του Βασίλη Ορφανού για τις λέξεις τουρκικής προέλευσης που υπάρχουν στο κρητικό ιδίωμα.

Γράφει στο λεξικό του ο Ορφανός:

κερεβίζι, το [t∫erevízi] (Παπ., Πάγκ., Πιτ., Ξανθιν., Γαρ., Ροδ., Ιδομ., Αποστ., Τσιρ., Κριτσ., Κασσ.) : το φυτό Apium graveolens, κοινώς σέλινο. Αστείο δίστιχο: «– Ίντα ψήνεις και μυρίζει; – Κεντανέ και κερεβίζι {= πράσα με σέλινο}» (Πιτ.).
[< kereviz (Παπ.)] (كرويز ٬ كرفس )
{Ο Ιδομενέως και ο Αποστολάκης έχουν τη γραφή: κερεβύζι. Στα λεξικά η λ. κερεβίζι φαίνεται να χρησιμοποιείται μόνο στο παραπάνω δίστιχο, αλλά εγώ την άκουγα από τον πατέρα
μου (1904-1995) ως κανονική λ. για το σέλινο.}

Eγώ πάλι τη λέξη «κερεβίζι» την έμαθα ως φοιτητής, από μια καλή φίλη, Κρητικιά, που μου διηγόταν ότι, μόλις είχε πρωτοέρθει στην Αθήνα, σε ηλικία 12 χρονών, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, και την έστειλαν στο μανάβικο της γειτονιάς για ν’ αγοράσει κερεβίζι, που φυσικά ο μανάβης δεν το ήξερε -αλλά ένας πελάτης, από την Πόλη, τους βοήθησε να συνεννοηθούν.

Στο γκουγκλ θα βρείτε το κερεβίζι κυρίως σε συνταγές πρασόρυζου, ακριβώς χάρη στο αστείο δίστιχο που λέει για τον «κεντανέ με κερεβίζι» (ας πούμε εδώ).

Τώρα, το λαχανικό της φωτογραφίας, που το πήρα από το λήμμα kereviz της τουρκικής βικιπαίδειας, είναι σέλινο με ρίζα, ενώ συνήθως στο σουπερμάρκετ βρίσκουμε το σέλινο σε ματσάκια, μόνο τα φύλλα. Υπάρχει και το άλλο είδος, ποικιλία κι αυτό του Apium graveolens, του εύστοχα ονομασμένου «βαρύοσμου» σέλινου, που το λέμε στα ελληνικά «σέλερι» και συνεννοούμαστε. Αλλιώς, θα το πούμε κι αυτό σέλινο και μπορεί να μη συνεννοηθούμε.

Άρθρο για το σέλινο (και για το σέλερι) θα βάλω κάποτε, έχει αρκετό ενδιαφέρον, αλλά όχι σήμερα. Σήμερα θα μιλήσουμε για το κερεβίζι. Το κερεβίζι, όπως είπα, της οργής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γκας Πορτοκάλος, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , , , | 129 Σχόλια »

Δυο κηλίδες αίμα στο αλεξίπτωτο (διήγημα της Ειρήνης Ταχατάκη)

Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2022

Τις μέρες αυτές έχουμε την επέτειο της Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου με 1 Ιουνίου 1941). Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από την Ειρήνη Ταχατάκη, με θέμα τη Μάχη της Κρήτης. Ο Αντώνης τα τελευταία χρόνια έχει στείλει και άλλα σχετικά διηγήματα. Πέρυσι, στα 80 χρόνια, την Παντέρμη Κρήτη του Κωστή Φραγκούλη, πρόπερσι ένα άλλο διήγημα του Φραγκούλη για το ίδιο θέμα, τον Κοκοβιό, ενώ πριν από μερικά χρόνια ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Το σημερινό διήγημα πήρε δεύτερο βραβείο στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Νομαρχίας Χανίων το 1991 αφιερωμένο στα 50 χρόνια της Μάχης της Κρήτης (1941-1991) με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον φίλο Χριστόφορο Χαραλαμπάκη. Τα βραβευμένα κείμενα δημοσιεύτηκαν σε ειδική έκδοση της Νομαρχίας Χανίων με τίτλο «Αφιέρωμα στη μάχη και την αντίσταση της Κρήτης (1941-45)», Χανιά 1992.

Η Ειρήνη Ταχατάκη (1935-) από τις Αρχάνες είναι δασκάλα, λαογράφος και συγγραφέας πολλών βιβλίων, με ενεργό και πολύχρονη συμμετοχή στα πολιτιστικά πράγματα της Κρήτης. Είναι επίσης ζωγράφος και κεντήστρα και τα σχέδια που συνοδεύουν το διήγημα είναι δικά της,

Το κείμενο, όπως θα δείτε, έχει αρκετές ιδιωματικές λέξεις και φράσεις. Όταν εκδόθηκε σε βιβλίο, οι επιμελητές επισήμαναν κάποιες λέξεις με αστερίσκο και πρόσθεσαν ένα γλωσσάρι στο τέλος, που το αναπαράγει εδώ ο Αντώνης. Όμως άφησαν χωρίς εξήγηση πολλές ακόμα και κάθε άλλο παρά ευνόητες ιδιωματικές λέξεις, και αυτές τις έχει εξηγήσει ο φίλος μας ο Αντώνης σε αγκύλες μέσα στο κείμενο. Kαι πάλι βεβαια απόμειναν χωρις εξήγηση μερικές λέξεις που εγώ, αν είχα να επιμεληθώ το κείμενο, θα τις εξηγούσα (π.χ. ταχυνή, μιγαδερά).

ΔΥΟ ΚΗΛΙΔΕΣ ΑΙΜΑ ΣΤΟ ΑΛΕΞΙΠΤΩΤΟ

Η κατοχή των Γερμανών ήταν στο φόρτε της. Πολλές οι κακουχίες, οι στερήσεις, η πείνα! Περισσότερο βέβαια στα αστικά κέντρα και λιγότερο στην ύπαιθρο που όλο και κάτι χάριζε η Μάνα Γη στα πεινασμένα πλάσματά της: Τα κηπικά, τα φρούτα, τις βρούβες, τα σιτηρά… Και όσοι είχαν χωράφια και τα καλλιεργούσαν, όχι μόνο ζούσαν καλά μα βόλευαν κι αρκετούς άλλους που ζητούσαν με την εργασία τους στήριγμα για ζωή.

Αυτή η αισιόδοξη και γεμάτη φιλότιμο κίνηση, υπήρξε συνήθως στα σιτοχώρια της ευλογημένης πεδιάδας της Μεσαράς, στο Νομό Ηρακλείου. Στη δική μας περιοχή Τεμένους, βγάζαμε ελάχιστα σιτηρά. Γιατί πάντα από τα αρχαία χρόνια, καλλιεργούσαν εδώ τ’ αμπέλια. Αλλά με την Κατοχή πώς να καλλιεργηθούν και αυτά όπως έπρεπε και πού να πουληθούν τα τυχόν εισοδήματα; Όσοι δεν είχαν αμπέλια, δούλευαν στα ξένα σαν εργάτες, όμως τι μεροκάματο να κερδίσουν, να φάνε, να στηρίξουν οικογένεια, ν’ αναθρέψουν παιδιά;

Πολλά τα προβλήματα κι η δική μας καταδιά* μικρή κι ασήμαντη. Οι ανάγκες μεγάλες και στην οικογένεια τα παιδιά ανήλικα. Νήπια σχεδόν εμείς τα κοριτσάκια. Και το πιο μικρό, το νεογέννητο, ούτε καλά καλά είχε σαραντίσει όταν έγινε η Μάχη της Κρήτης, τότε που έπεφταν από τα σιδερένια εχθρικά πουλιά μιλιούνια οι χρωματιστές ομπρέλες των αλεξιπτωτιστών, στην ήρεμη και φωτολουσμένη γη μας…

Μάης καιρός. Οι γονείς μας πήραν τις οικογένειές τους μαζί με άλλους χωριανούς και μας πήγαν σε μια όμορφη εξοχική τοποθεσία για να προστατευτούμε από τους βομβαρδισμούς. «Ψηλό Κουτούτο» λεγόταν ο τόπος που δέσποζε στην περιοχή πάνω σ’ ένα καταπράσινο γόνιμο λόφο κατάφυτο μ’ αμπέλια και κρεβατίνες. Εκεί νιώθαμε πιο ασφαλείς από τις βόμβες  που μπορούσαν να πέσουν μέσα στην κωμόπολη [σημ. στις Αρχάνες], κάτι που ευτυχώς δεν έγινε, χάριν στην προστασία της Θαυματουργού μας Παναγιάς.

Από τον τόπο αυτό φαινόταν προς βορρά φάτσα το Ηράκλειο, με τις φωτιές των βομβαρδισμών και την αντάρα. Στήσανε οι γονείς μας τις παράγκες που θα μέναμε, γεμάτοι έγνοια και μεράκι να μας σώσουν από τον όλεθρο. Πώς θα μας σώζανε όμως από το φάσμα της πείνας;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη, Πολεμικά | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Πριν από 60 χρόνια: Ο Μποστ για την υπόθεση Κεφαλογιάννη (μια συνεργασία του ΜΙΚ_ΙΟΥ)

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2022

Tο ιστολόγιο αγαπάει τον Μποστ και του έχει αφιερώσει αμέτρητα άρθρα, σε πολλά από τα οποία θυμόμαστε (οι παλιότεροι) ή γνωρίζουμε (οι νεότεροι) γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μέσα απο γελοιογραφίες του Μποστ. Στην αρχή, τα άρθρα αυτά είχαν γενικό τίτλο «Πριν από 50 χρόνια…», μετά «Πριν από 55 χρόνια…», αλλά τα χρόνια περνάνε και το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει, οπότε πέρσι εγκαινιάσαμε μια νέα χρονολόγηση, τη σειρά «Πριν από 60 χρόνια». Tο προηγούμενο, δωδέκατο σκίτσο της σειράς το είχαμε δημοσιεύσει πριν από 3 μήνες περίπου -εδώ, κι έτσι το σημερινό είναι το πρώτο με σκίτσα του 1962.

Το σημερινό άρθρο είναι μια συνεργασία του φίλου μας του ΜΙΚ_ΙΟΥ, και έχει θέμα κρητικό, ένα επεισόδιο που έγινε στην Κρήτη το 1962. Μάλιστα, είναι δίκροκο, αφού ο Μποστ είχε αφιερώσει δύο συνεχόμενα σκίτσα στο επεισόδιο. Θα αφήσω τον Μικ_ιο να τα πει, εγώ απλώς κάνω ορισμένες δευτερεύουσες επεμβάσεις.

Θα δούμε σήμερα δύο σκίτσα του Μποστ, αφού το δεύτερο από αυτά, που δημοσιεύτηκε πριν ακριβώς 60 χρόνια, στις 4-2-1962 στην Ελευθερία, είναι ουσιαστικά συνέχεια του πρώτου, που είχε δημοσιευτεί την αμέσως προηγούμενη Κυριακή 28-1-1962.

Αναφέρονται και τα δύο σε ένα σοβαρό επεισόδιο που είχε συμβεί στις 25-1-1962 στο Ηράκλειο, όταν ο Βαγγέλης Κεφαλογιάννης, αδελφός του βουλευτή της ΕΡΕ (και πρώην υφυπουργού οικισμού, 1958-61) Μανώλη Κεφαλογιάννη, είχε επιτεθεί μέσα στα γραφεία της εφημερίδας «Αλλαγή» στον διευθυντή της δημοσιογράφο Μανώλη Καρέλλη –μετέπειτα Δήμαρχο Ηρακλείου και αργότερα ευρωβουλευτή. Το γεγονός είχε, φυσικά, πολιτικό αντίκτυπο και τα όσα ακολούθησαν έδειξαν ότι επηρέασε σημαντικά τις πολιτικές εξελίξεις.

Ο Μαν. Καρέλλης (Μ.Καρ. στα επόμενα), με την αρθρογραφία του στην «Αλλαγή», είχε ανοίξει μέτωπο με την οικογένεια Κεφαλογιάννη –και ειδικότερα τον Βαγγέλη (Β.Κεφ.)- με κατηγορίες για παραβιάσεις του νόμου σε διάφορα πεδία, όπως: χασισοκαλλιέργειες, παρανομίες στα χοιροστάσιά τους, παράνομες ρουλέτες, μέχρι και αυθαίρετες κατασκευές εγκαταστάσεων ηλεκτροδότησης σε χωριά! (εξηλεκτρισμός, τότε)

Σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο παθών αλλά και οι μάρτυρες, ο Β.Κεφ. ‘μπούκαρε’ στο γραφείο του δημοσιογράφου το απομεσήμερο της 25-1-1962, φωνάζοντας κάτι περί «ενταφιασμού» και του επιτέθηκε, τραυματίζοντάς τον στον μηρό, «ανασπάσας μάχαιραν» μήκους 24 εκ. Ακούγοντας τη φασαρία έτρεξαν από το υπόγειο εργαζόμενοι και συγκράτησαν τον δράστη. Το μαχαίρι τού είχε φύγει από το χέρι (ύστερα από κλοτσιά του Μ.Καρ.;), ο Β.Κεφ. τράβηξε και πιστόλι, αλλά οι εργαζόμενοι τον απέτρεψαν από το να το χρησιμοποιήσει (ή δεν πρόλαβε) και τον άφησαν να φύγει (ή τους ξέφυγε).

Ο Μ.Καρ. μεταφέρθηκε σε κλινική, όπου του έραψαν το τραύμα και βγήκε μετά από 4-5 μέρες.

Στο 1ο σκίτσο (ΝΟΜΙΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΑΙ) ο Β. Κεφ., με αμφίεση μεταξύ χωροφύλακα, καουμπόι και (ψευτό-)μάγκα και ύφος «καπετάνιου», ζητά καταφύγιο και νομική προστασία από τον αδελφό του. Στο πηλήκιο γράφει ΦΡΟΥΡΑΡΧΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ, όπως ήταν προσωνύμιο του συγκεκριμένου παράγοντα της πόλης, για ευνόητους λόγους. Τα παράσημα τού είχαν απονεμηθεί –υποθέτω- για την αντιστασιακή του δράση κατά την κατοχή.

Ο Β.Κεφ. μάλλον δεν κρυβόταν στο σπίτι τού και δικηγόρου Μ.Κεφ. (του οποίου, ωστόσο, το δίπλωμα υπογράφει ο Μποστ!). Το κρησφύγετο βρισκόταν –απ’ όσα αργότερα λέχθηκαν- σε συγγενικό του σπίτι στη βορειοδυτική πλευρά του Ηρακλείου (Αγία Τριάδα, ίσως)

Το κείμενο στο ανοικτό σύγγραμμα που συμβουλεύεται ο Μ.Κεφ. (για να μην κουράζεστε), επαναλαμβάνει τον ‘κώδιξ της ΕΡΕ’:

’’ΑΝΑΞΙΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΚΑΙ ΑΞΙΟΙ ΦΡΟΥΡΑΡΧΟΙ ΝΟΜΙΚΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΘΩΟΙ’’.

Μπορεί εύκολα να διακρίνει κανείς το ταλέντο του Μποστ να θίγει, με το γνωστό ύφος και τα λογοπαίγνιά του, θέματα της επικαιρότητας.

Στις ράχες των βιβλίων λογοπαίζει με:

– ΝΕΟΝ ΕΝΟΙΚΙΟΣΤΑΣΙΟΝ-ΧΟΙΡΟΣΤΑΣΙΟΝ: Ως γνωστόν, η οικογένεια Κεφαλογιάννηδων είχε μεγάλα χοιραστάσια, γι’ αυτό και ο Μ.Κεφ. αποκαλούνταν χλευαστικά ‘χοιροβοσκός’.

– Ο ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΓΕΩΠΟΝΟΣ-ΦΥΤΟΛΟΓΙΑ , αλλά και ΓΕΟΠΟΝΙΚΑΙ ΣΥΝΒΟΥΛΑΙ (στο γραφείο): Μπηχτές,

για την ανάπτυξη χασισοκαλλιεργειών, στην οποία επιδίδονταν ο Β. Κεφ.– σύμφωνα με τον Μ. Καρ. αλλά και τον βουλευτή της Ε.Κ. Μαρή Κων. Είχε γίνει και σχετικό δικαστήριο στα Χανιά 9-8-1961, όπου μάλιστα ο Β.Κεφ. είχε απειλήσει τον Μ.Καρ.

– ΣΤΑΝΤΑΛ / ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΚΙΝΟ: Προφανής υπαινιγμός για τις ρουλέτες, που ήταν μια ακόμη δραστηριότητα του Β.Κεφ., σύμφωνα με τους κατηγόρους του (στο επόμενο σκίτσο αναφέρεται ξεκάθαρα).

– Στο γραφείο μπροστά επίσης –εκτός από τα προφανή «ΔΙΚΑΙΑ» που υπηρετεί ο Μ.Κεφ.- βλέπουμε ότι ασχολείται και με ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ. Πρόκειται για ειρωνικό σχόλιο στην υπόσχεση του Υπ. Εσωτερικών στη Βουλή, ότι θα προβεί σε λεξικογράφηση των εκλογικών καταλόγων, για να εκκαθαριστούν από πεθαμένους, διπλοεγγεγραμμένους κλπ, που «χρησίμευσαν» στις εκλογές βίας και νοθείας της 29-10-1961.

Στα συννεφάκια:

  • Ρεβόλβερον: Καθαρευουσιάνικη απόδοση, κι όμως ρεβόρ(λ)βορο, πράγματι λέγανε οι παλιοί το μικρό πιστόλι γενικά-στα ηρακλειώτικα, τουλάχιστον. Το οποίον, τελικά, δεν «ήναψεν αυτοφυώς» (καταπληκτική έκφραση!-κτγμ), όπως είπαμε και πιο πάνω.
  • Ευδιάκριτο το λογοπαίγνιο χήρους -> χήρας.
  • … ν’ αποδράς με «Μιγκ» στην Ιταλίαν. Βούλγαρος πιλότος είχε κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός (κατασκοπευτικού 😉 Μιγκ-17 κοντά στο Μπάρι πριν λίγες μέρες.
  • Λεξικογράφησις… Καταλάνοι: Για την λεξικογράφηση είπαμε, οι δε Καταλάνοι είναι οι διαβόητοι αδελφοί Κατελάνοι, μπράβοι που μεσουρανούσαν στη νυχτερινή πιάτσα της Αθήνας την εποχή εκείνη.

Στη μπορντούρα διαβάζουμε:

ΔΟΥΛΕΒΟΥΜΕ ΔΙΑ Ν’ ΑΠΟΚΤΑ ΑΞΙΑΝ ΤΟ ΧΟΡΤΑΡΙ
ΚΕ ΤΟ ΦΑΣΚΟΜΥΛΟΝ ΒΟΥΝΟΥ, Τ’ ΑΥΤΟΦΥΗ ΚΑΛΑΜΙΑ
ΚΑΘ’ ΗΝ ΣΤΙΓΜΗΝ ΟΙ ΙΝΟΝΟΥ ΚΙ’ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΒΟΥΛΓΆΡΟΙ
ΖΗΤΟΥΝ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΙΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΣΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ.

ΚΙ’ ΑΝΤΙ Ο ΤΥΠΟΣ ΝΑ ΣΤΑΘΗ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΕΠΑΙΝΕΣΗ
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΚΑΡΕΛΛΗΔΕΣ ΟΙΤΙΝΕΣ ΜΑΣ ΜΟΧΘΟΥΝ
ΛΟΙΠΟΝ ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΚΕ ΦΟΤΙΑ ΑΠΑΝΩ ΤΟΥΣ ΘΑ ΠΕΣΗ
ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΑ ΗΜΩΝ ΘΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΟΎΝ.

  • … ΧΟΡΤΑΡΙ… ΑΥΤΟΦΥΗ ΚΑΛΑΜΙΑ (!): Πάλι υπαινιγμοί για χασισοφυτείες στα όρη…
  • … ΟΙ ΙΝΟΝΟΥ ΚΙ’ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΒΟΥΛΓΆΡΟΙ ΖΗΤΟΥΝ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΙΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΣΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ.

Αναφορά σε δημοσίευμα βουλγαρικής εφημερίδας περί της ανάγκης να συνεργαστούν Βουλγαρία, Ελλάδα και Τουρκία για την αξιοποίηση των ποταμών Νέστου-Στρυμόνα-Έβρου.

  • Υπάρχει και η ωραιότατη ομοιοκαταληξία ΜΟΧΘΟΥΝ – ΚΑΤΑΒΡΟΧΘΟΎΝ, όπου το ‘μας μοχθούν’ προκύπτει ως υβρίδιο από «μας φθονούν μοχθηρά» (νομίζω).

Και πάμε στο 2ο σκίτσο

Ο δράστης Β.Κεφ. δεν παραδόθηκε παρά μετά από μιαν εβδομάδα, την επόμενη Πέμπτη 1-2-1962. Είχαν προηγηθεί διάφορες διαβουλεύσεις και …όροι – μέχρι και προτάσεις «σασμού» ακούστηκαν.

  • Παρά το ότι ‘μποστική αδεία’ ο Β.Κεφ. δείχνεται να συνοδεύεται από τον Μ.Κεφ., στην πραγματικότητα εμφανίστηκε συνοδευόμενος από τον άλλο του αδελφό Κώστα και τον δικηγόρο του. (Αλλά, πάντως, οι χωροφύλακες αποδίδουν τιμές …«φρουράρχου»!)

Τον σκιτσάρει κάπως πιο περιποιημένο (αφού θα επαρουσιάζετο εις τας Αρχάς…), αλλά και πάλι με πλήρη …εξάρτυση.

Εδώ στα συννεφάκια, έχουμε:

– ’’… όπως γάμον της Σοφίας με πολάς ταβρομαχίας’’: Εκείνην την περίοδο γίνονταν οι προετοιμασίες για τους γάμους Σοφίας-Χουάν Κάρλος, με μέγα ζήτημα  -και πολιτικό- το ύψος της προίκας και τον τρόπο εξεύρεσης της.

– ’’…εις τα ίχνη μιας θυσίας ιεράρχου’’: Είχε υποβληθεί στις 25-1 παραίτηση του μόλις προ 12ημέρου νεοεκλεγμένου Αρχιεπισκόπου Ιακώβου. Στο κείμενο παραίτησης αναφέρεται και η έκφραση: «Θυσιάζω και σφαγιάζω εμαυτόν και ρίπτομαι ως ο Ιωνάς εις την θάλασσαν… κλπ». Η κυβέρνηση τον πίεζε να παραιτηθεί, ύστερα από εκρηκτική κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Εκκλησία (κατηγορίες και μήνυση εναντίον του για «ακατονόμαστες πράξεις», διενέργεια ανακρίσεων κ.λπ)

– ’’…ούτε χοίρους κε φητείας κε ρουλέτας να γυρίζουν’’, με προφανέστατες σπόντες.

– …κε μίαν αμνηστείαν: Τελικά ο Β.Κεφ. έπεσε στα μαλακά (αναμενόμενον γαρ…). Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2,5 μηνών, εξαγοράσιμη προς 120 μεταλλικές δραχμές/ημέρα.

– Και όλο το τελευταίο τετράστιχο με …ισπανικές αναφορές στους πολυδάπανους πριγκιπικούς γάμους.

Η μπορντούρα λέει:

Η ΣΚΕΨΙΣ ΜΑΣ ΕΒΑΝΓΚΕΛΕ, ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ ΠΤΕΡΟΥΓΙΖΕΙ
ΣΕ ΠΑΡΑΣΤΕΚΕΙ ΣΙΌΠΗΛΟΝ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΣΥΜΠΑΓΕΣ
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ ΕΚ ΜΥΡΤΙΑΣ ΤΟ ΜΕΤΟΠΟΝ ΣΤΟΛΙΖΕΙ
ΚΑΘ’ ΗΝ ΣΤΙΓΜΗΝ ΕΙΣ ΙΔΡΗΜΑ ΕΜΒΑΙΝΕΙΣ ΕΥΑΓΕΣ.

Η ΤΟΛΜΗ ΣΟΥ ΕΒΑΝΓΚΕΛΕ ΑΛΑ Κ’ Η ΨΗΧΡΕΜΙΑ
ΝΑ ΑΝΑΣΠΑΣΗΣ ΤΟΝ ΣΟΥΓΙΑ ΕΙΣ ΚΡΙΣΙΜΟΝ ΣΤΙΓΜΗΝ
ΤΗΝ ΟΡΑΝ ΠΟΥ ΤΟ ΟΠΛΟΝ ΣΟΥ ΕΠΑΝΘΑΝΕ ΖΗΜΙΑ –
ΜΟΝΟΝ ΑΦΤΟ ΣΕ ΚΑΘΙΣΤΑ ΔΙ’ ΑΝΔΡΑ ΜΕ ΠΥΓΜΗΝ.

ΕΧΕ ΨΗΛΑ ΤΟ ΜΕΤΟΠΟΝ ΔΙΟΤΙ ΕΙΣ ΤΑΣ ΛΑΡΊΣΑΣ –
ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΑ ΙΧΝΗ ΣΟΥ ΚΕ ΑΝΔΡΕΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ –
ΣΚΟΡΠΙΖΩΝ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΝ, ΤΗΝ ΥΠΕΘΡΟΝ ΦΟΤΙΣΑΣ –
ΩΣ ΝΕΟΣ ΓΟΥΤΕΜΒΕΡΓΙΟΣ ΚΕ ΙΔΡΗΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ.

ΤΑΣ ΑΡΕΤΑΣ ΣΟΥ ΕΞ ΗΜΩΝ ΟΥΔΕΙΣ ΘΑ ΤΑΣ ΞΕΧΑΣΗ –
ΘΑ ΖΗΣ ΣΤΑΣ ΦΛΕΒΑΣ ΟΛΟΝΩΝ, ΩΣ ΛΕΓΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ –
ΚΕ ΟΡΚΙΖΟΜΕΘΑ ΣΚΛΗΡΩΣ Σ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ Σ’ ΕΧΟΥΝ ΠΙΑΣΗ
ΝΑ ΜΗΝ ΧΟΡΕΨΟΜΕ «ΤΟΥΪΣΤ» ΑΝ ΔΕΝ ΑΠΟΛΗΘΗΣ.

  • Ωραίος ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΦΝΗΣ ΕΚ ΜΥΡΤΙΑΣ!
  • ΝΑ ΑΝΑΣΠΑΣΕΙΣ ΤΟΝ ΣΟΥΓΙΑΝ: Έκφραση από ρεπορτάζ των ημερών.
  • ΙΔΡΗΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ο Β.Κεφ., αφού στα ίχνη του βαδίζουν και βουλευτές της ΕΡΕ. Στις 2-2-62 στη Λάρισα κυβερνητικός βουλευτής με δύο μπράβους του επιτέθηκε και ξυλοκόπησε ομόφρονα (!) δημοσιογράφο-διευθυντή εφημερίδας.
  • Η αναφορά στο ΤΟΥΪΣΤ, επειδή μόλις είχε αρχίσει να διαδίδεται και στην Ελλάδα ο νέος χορός. Ο οποίος ξεκινώντας στα μέσα του 1960 από Αμερική, διαδόθηκε στην Ευρώπη όλο το 1961 και από αρχές του ’62 ήρθε να κυριέψει και την Ελλάδα. Εκείνες τις μέρες προβαλλόταν η πρώτη ελληνική ταινία με τουίστ (Λάσκαρη-Ηλιόπουλος), ‘Ο ατσίδας’, που είχε μεγάλη επιτυχία.

Ελευθερία, 26.1.1962

Το θέμα της επίθεσης στον Μ.Καρ. ήρθε στη Βουλή, όπου και δημιούργησε αναμενόμενες αντιπαραθέσεις, ενώ οδήγησε και σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας, οργανωμένη από την Ε.Κ. στο Ηράκλειο στις 31-1-1962. Η συγκέντρωση αυτή –αμφιλεγόμενης επιτυχίας- θεωρήθηκε πάντως προάγγελος της μεγάλης –πραγματικά- συγκέντρωσης της Ε.Κ. στο Ηράκλειο με ομιλητή τον Γεώργιο Παπανδρέου στις 18-3-1962. Αυτή η συγκέντρωση θεωρείται από πολλούς σταθμός στην εξέλιξη του «ανένδοτου αγώνα», που έφερε την αναχώρηση Κ.Καραμανλή, τη νίκη της Ε.Κ. στις εκλογές του Νοεμβρίου 1963 και την άνετη πλειοψηφία της Ε.Κ. στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964.

Posted in Γελοιογραφίες, Κρήτη, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Χρονιάρες μέρες (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2022

Ο φίλος μας ο Antonislaw πληκτρολόγησε και μού έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα, ένα διήγημα πρωτοχρονιάτικο, που εξαιτίας της συρροής ειδικών άρθρων (μηνολόγιο, πρωτοχρονιάτικο άρθρο κτλ) δεν ήταν εφικτό να δημοσιευτεί την Κυριακή που μας πέρασε. Αφού σήμερα είναι αργία, η τελευταία του χριστουγεννιάτικου δωδεκάμερου, δεν ειναι αταίριαστο να το βάλουμε σήμερα το διήγημα -προτιμότερο παρά να το κρατήσω για του χρόνου και να το ξεχάσω.

Θυμίζω ότι ο Αντώνης είχε και πριν από καιρό στειλει ενα άλλο διήγημα των ίδιων συγγραφέων, από το οποίο μεταφέρω εδώ, δυστυχώς επικαιροποιημένη, τη σύντομη παρουσίασή τους.

Ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή ήταν από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της αντίστασης στην Κρήτη στη γερμανική Κατοχή. Στη συνέχεια πήραν μέρος στον εμφύλιο και έμειναν στην παρανομία καθοδηγώντας τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και ζωντας κυρίως σε σπηλιές μέχρι το 1962, όταν με χίλιες αντιξοότητες κατόρθωσαν να διαφύγουν με την αποδεκατισμένη ομάδα τους μέσω Ιταλίας στην ΕΣΣΔ και στην Τασκένδη. (Δύο από τα οχτώ μέλη της ομάδας αρνήθηκαν να αφήσουν την Κρήτη. Ήταν οι θρυλικοί Μπλαζάκης και Τζομπανάκης, που τελικά κατέβηκαν από τα βουνά το 1975).

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οπως την ειδαν από πρώτο χέρι στην Τασκένδη, δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκαν με το ΚΚΕ Εσωτερικού οπότε πέρασαν από αρκετές δυσκολιες και τελικά επαναπατρίστηκαν το 1976. Συνέχισαν στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στο ΚΚΕ εσωτ., στην ΑΚΟΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής (1920-2012) πέθανε το 2012, στα 92 του χρόνια (εδώ μια βιογραφία του). Η Αργυρώ Πολυχρονάκη-Κοκοβλή (1927-2019) έφυγε από τη ζωή στην ίδια ηλικία, τον Μάρτιο του 2019. Εδώ η είδηση του θανάτου της σε χανιώτικον ιστότοπο, μαζί με το προηγούμενο διήγημα που είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο, αν και χωρις αναφορά πηγής. Από εκεί παίρνω και τη φωτογραφία των συγγραφέων).

Για όλα αυτά μπορειτε να δείτε το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που βασίστηκε στο βιβλίο τους «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», εκδόσεις Πολύτυπο, που σας το συνιστώ κι αυτο να το διαβάσετε, αν το βρείτε (αλλού φέρεται εξαντλημένο, αλλού ότι κυκλοφορεί). Οι ίδιοι έγραψαν και το «ΕΣΣΔ, προσδοκίες και πραγματικότητα προσφύγων», εκδόσεις Κουλτούρα.

Ο φίλος μας ο Αντώνης βρήκε σε διαδικτυακό παλαιοβλιοπωλείο ένα βιβλίο με διηγήματα του ζεύγους Κοκοβλή, που όμως το υπογράφουν με ψευδώνυμο, Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, με τίτλο «Βάσανα και Καημοί» που εκδόθηκε το 1965 από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ στην προσφυγιά). Το βιβλίο αυτό δεν (πρεπει να) έχει επανεκδοθεί. Από το βιβλίο αυτό προέρχεται και το σημερινό διήγημα, το οποίο είναι βέβαια γραμμένο με στερεότυπα, αλλά με διαφορετικό ίσως τρόπο δεν είναι εκτός τόπου και χρόνου ούτε σήμερα.

(Το κείμενο μονοτονίστηκε και έγινε κάποιος ορθογραφικός εκσυγχρονισμός)

Νίκου και Αργυρώς Μαδαρίτη (Νίκος και Αργυρώ Κοκοβλή)

Από το βιβλίο «Βάσανα και καημοί (Διηγήματα)»

1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

«Χρονιάρες μέρες»

Ήτανε πολύ πρωί. Έδεσε χαμηλά τη μαύρη παλιά μαντήλα της κι ετοιμάστηκε να βγει. Κείνη τη στιγμή το μικρό της κοριτσάκι πετάχτηκε απ’ το ξυλοκρέβατο πού’ταν στη γωνιά της μοναδικής, κρύας παλιοκάμαρας και την έπιασε απ’ το φουστάνι. Ύστερα σηκώθηκε και το δεύτερο και το τρίτο της παιδί. Όλα κορίτσια. Τα κοίταξε κι η καρδιά της ράγισε. Αχ πόσο θά΄θελε νά’ φευγε χωρίς να τη δουν!… Τα ρουφηγμένα μαγουλάκια τους ήταν σαν κέρινα και τα ματάκια τους απέραντα μεγάλα σε σχέση με τ΄ ασθενικά προσωπάκια τους. Είχανε κάτι ποδαράκια σαν ολόιδια καλαμάκια και τα κορμάκια τους λες και κρέας καθόλου πάνω τους δεν είχανε. Όσο κι αν ήθελες να σκεφτείς υπερβολικά δεν τά’ κανες πάνω από δυο ως πέντε χρονών. Κι όμως το πιο μεγάλο ξεπερνούσε τα οχτώ.

Ρουφούσαν ακατάπαυστα τις παχιές μυξίτσες τους και κοιτάζοντας σαν ένοχα τη μάνα τους μουρμούριζαν παραπονιάρικα τις «απαιτήσεις» τους. Είναι αλήθεια, ποτέ τους δεν ζητούσαν τίποτα. Καταλάβαιναν τις δυσκολίες. Μα τώρα, μέρες πού’ρχονταν η στέρηση γινόταν πιο χτυπητή. Και μέσα τους ξυπνούσε δυνατή η λαχτάρα για κάτι.

Το μεσαίο έσκυβε μια το κεφάλι και κοίταζε τα ξυπόλητα ποδαράκια του και μια το σήκωνε δειλά δειλά κατά τη μάνα του. Τέλος αποτόλμησε:

– Τα παπουτσάκια μαμά!…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κρήτη, Κομμουνιστικό κίνημα, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 132 Σχόλια »

Φαλκονέρα, 8 Δεκεμβρίου 1966 (μαρτυρία του Λευτέρη Αεράκη)

Posted by sarant στο 12 Δεκεμβρίου, 2021

Η Φαλκονέρα είναι βραχονησίδα στο Μυρτώο Πέλαγος. Μια και εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι Φαλκονέρα σημαινει Γερακότοπος -άλλωστε ένα άλλο όνομα της βραχονησίδας είναι Γερακουλιά. Όμως δεν είναι γι’ αυτό γνωστή η Φαλκονέρα, που είναι ίσως η πιο διάσημη από τις ελληνικές βραχονησίδες -μετά τα Ίμια.

Το βράδυ της 7ης προς 8 Δεκεμβρίου 1966, το επιβατηγό-οχηματαγωγό «Ηράκλειον» που εκτελούσε το δρομολόγιο Χανιά-Πειραιάς βυθίστηκε κοντά στη Φαλκονέρα. Παραμένει το μεγαλύτερο ναυάγιο της ελληνικής ναυσιπλοΐας με 277 θύματα (κατ’ άλλες πηγές 247 ή 273).

Πριν από μερικές μέρες, ο φίλος Γιώργος Αεράκης δημοσίευσε στο Φέισμπουκ μια μαρτυρία του πατέρα του, ο οποίος επίσης ταξίδευε εκείνη τη νύχτα, αλλά όχι με το Ηράκλειον. Η διήγηση αυτή μού άρεσε πολύ, γιατί είναι χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκού ιδιωματικού λόγου, και του ζήτησα την άδεια να την αναδημοσιεύσω εδώ.

Ο Λευτέρης Αεράκης (1920-2013) ή Νταρολευτέρης γεννήθηκε στα Ανώγεια και είχε ενεργό συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση. Λέει ο γιος του: «Είχα ακούσει πολλές φορές τον πατέρα μου να διηγείται την ιστορία του ναυαγίου. Τελευταία φορά λίγο πριν πεθάνει το 2013. Τότε κράτησα και σημειώσεις. Θυμάμαι με τρόμο τη μέρα εκείνη, σχόλασα και κόσμος ήταν μαζεμένος στο σπίτι μας. Η μάνα μου με λυμένα τα μαλλιά να μοιρολογάται περιτριγυρισμένη από τις αδελφές της…»

Και διευκρινίζει:

Εκείνο το βράδυ ο πατέρας μου Λευτέρης Αεράκης (Νταρολευτέρης) ταξίδευε με το πλοίο ΜΙΝΩΣ από το Ηράκλειο προς Πειραιά. Το πλοίο τους έφτασε πρώτο στο σημείο του ναυαγίου και ας δούμε την διήγηση του Νταρολευτέρη στην ντοπιολαλιά του.

Η διήγηση του Λευτέρη Αεράκη

«Το καλοκαίρι του 1966, έφυγα από τα Ανώγεια και ήρθα στο Ηράκλειο μαζί με τη γυναίκα μου και τα τρία μου κοπέλια για να αναζητήσω καλύτερη τύχη. Τα κοπέλια μου ήσανε μικιά, μαθητές δημοτικού και Γυμνασίου. Έκανα διάφορες δουλειές του ποδαριού, εργάτης στα σταφιδεργοστάσια, στσι οικοδομές, μέχρι να ανοίξω μαζί με τον κουνιάδο μου το Κίμο το Μανουρά, το Χειμώνα του 1968 το κρητικό μαγαζί «Ερωτόκριτο» απέναντι από την εφημερίδα Μεσόγειο στη Χάνδακος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κρήτη, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , | 360 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (23) – Οι Σφακιανοί γράφουν στον βεζίρη των Χανίων [Συνεργασία του ΜΙΚ_ΙΟΥ]

Posted by sarant στο 30 Νοεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό τρίτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ. Πρόκειται για μια συνεργασία που μου έστειλε ο φίλος μας ο ΜΙΚ_ΙΟΣ, από τον αγώνα στην Κρήτη -κι έτσι συνδυάζεται με το αμέσως προηγούμενο. Εδώ βλέπουμε ένα γράμμα των Σφακιανών προς τον Πασά, που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Οι σημειώσεις είναι επίσης του ΜΙΚ_ΙΟΥ.

Βλέπουμε ότι οι υπογράφοντες προσπαθούν να καθησυχάσουν τον Οθωμανό αξιωματούχο ώστε να αποφευχθούν συνέπειες για τους αμάχους.

Eγώ απλώς χώρισα το κείμενο σε παραγράφους για να διαβάζεται πιο εύκολα και επίσης άλλαξα τη σειρά παρουσίασης δηλαδή προτάσσω την επιστολή, ακολουθεί η πηγή και τα εισαγωγικά σχόλια του εκδότη και τέλος τα λεξιλογικά σχόλια από τον ΜΙΚ_ΙΟ.

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ:

Υψηλότατε και υπέρτατε μέγα βεζύρη των Χανίων

Ημείς οι πιστοί ραγιάδες και σκλάβοι της κραταιάς βασιλείας οι κατοικούντες το Καστέλλι των Σφακίων δουλικώς προσκυνούμεν το υψηλόν προσκυνητόν πουγιουρτού Σας ελάβομεν και ως πιστοί ραγιάδες το προσκυνήσαμεν και ευθύς κατά την προσταγήν του υψηλοτάτου βεζύρη μας εμαζώξαμεν όλους τους ραγιάδες σας Σφακιανούς από όλο το καστέλλι και τους το διαβάσαμε και των είπαμε και εμείς οι προεστοί να ανοίξουνε τα μάθια τωνε μικροί μεγάλοι οπού να φανούμε εις ετούτο το καιρό και να δείξωμε ταετλήδες και πιστοί ραγιάδες της κραταιάς βασιλείας ως καθώς ήμεστανε και επερνούσαμε ήσυχα·

αποκριθήκασι όλοι ότι και το πουγιουρτού του αφέτη μας προσκυνούμεν και εις την προσταγήν του ήμεστανε πρόθυμοι και χιανέτηδες και ασίδες δεν ήμεθα μήτε δεν γινόμαστε καθώς ίσως μας στοχάζονται μερικοί, το ψωμί της βασιλείας οπού τρώγομε δεν το καταπατούμε·

όθεν και ημείς οι γέροντες και καπεταναίοι παρακαλούμεν και προσκυνούμεν τον ύψιστον οπού εις ταις σημεριναίς ημέραις της ακαταστασίας να κάμετε το μεριχαμέτι σας και εις εμάς τους πτωχούς ραγιάδες και να προστάξετε να μην μας πειράζουν από το σαντζάκι του Ρεθέμνου επειδή και από μέρες εκατέβηκε ένα παϊράκι εις τα σύνορα τα δικά μας έχοντας για κεφάλι κάποιον ισμαΐλαγα Κουτουράκη, ο οποίος δεν έλειπε πάντα και εις τον καλό καιρό να μας πειράζη τώρα μάλιστα ως καθώς θωρούμε γυρεύγει με τινά τρόπον να μας καταστήση καπαετλήδες·

αυτός επάτησε μερικά χωριά από τα χάσικα οπού εκάθουντα φαμελιές εδικιές μας και επήραν δύο γυναίκες εδικές μας και τσι σέρνανε μαζύ τωνε και τσι ρεστάρανε· επήγανε εις ένα μιτάτο και εζήτησαν να δέσουσι τους Σφακιανούς και να γδύσουσι ίσως το μιτάτο και όμως εσταθήκαν εις τα άρματα και εβαρήκανε και η μια πάτα και η άλλη και εσκοτώθησαν από τσι βοσκούς ένας και από τσι τούρκους δεν εμάθαμε ακόμα αν εβαρεστήκανε γιατί εφύγανε οι βοσκοί και επιάσι τα βουνά φοβούμενοι από εμάς τσι προεστούς, γιατί εκατέχανε το ταμπίχι οπού είχαμε καμωμένο και αν ημπορέσωμε και τους πιάσωμε θενά έρθωμε από το δίκιον τωνε·

έτζι παρακαλούμε το ύψος του αφέντη μας να τσι καταλαγιάζη αυτούς τους ανθρώπους γιατί έχομε και εμείς πολλούς κουζουλούς και δεν μπορούμε να τσι απαλεύωμε, γιατί το γυναικώ το κάμωμα επήραξε πολλά το καστέλλι μας και φοβούμεθα και εμείς να μη γενή καμιά κακή δουλιά και αφανιστούμε, γιατί το ίρτζι είναι του βασιλέως και εμείς ήμεστενε ραγιάδες πιστοί και δεν θέλομε να γενούμε ωσάν εκείνους τους σκύλους τσι χιανέτηδες τους νησιώτες, τους οποίους ελπίζομεν να παιδεύση η κραταιά βασιλεία  γλήγορα για να ησυχάση και ο κόσμος και εμείς και προσκυνητώς μένομεν εν ταις προσταγαίς του υψηλοτάτου κράτους σου και τοαζλήδες εις το χουζούρι σου.

====-====

Πηγή: ‘‘Συλλογή εγγράφων Ζαχαρία Πρακτικίδη (ή Τσιριγιώτη) : Έγγραφα ετών 1810-1834’’, υπό Μοτάκης, Στυλιανός, Ιστορικόν Αρχείον Κρήτης (1953), σ. 37-38.

Επιστολή Σφακιανών προς βεζύρην Χανίων δι’ ης υπόσχονται υποταγήν και πειθαρχίαν, ενώ ταυτοχρόνως παραπονούνται δια τουρκικάς υπερβασίας.

Διπλούν φύλ. χάρτου χονδρού διαστ. 22 . 31. Επί της πρώτης σελίδος το κείμενον της επιστολής των Σφακιανών, η οποία συνεχίζεται και επί της δευτέρας, όπου κάτω δεξιά και καθέτως τα εξής δι’ άλλης χειρός:

«Παϊπά ρούσιο χαιρετόσε και καθός με προστάζουν οι γέροντες σπεύδο με τον λόογοντος σε γράφω όντη να κάμις τον κόπον να πας νάβρης τον διδάσκαλον να κάμι ένα αγουστουχάλι παρόμιο και να το στείλουν του χανιότι βαλίσι, ακόμαλοένα οσάν αυτό του καστρουβαλίσι έτζι καθός μας γράφουν και τα πουγιουθιά τος ότι θέλου λάβουν τιν απόκρισίν μας και ότης λογίς τόβρισκεν μονοτίπι δια να γένουν διό τέθια παρόμια και να τα περικλίσετε εις το γράμα του Στουρούνογλου(1) και να του γράψομε παρακαλεστικώς δια να τα δόσι τον βεζιράδο.

ταύτα Χ’αναγνώστις παναγιώτου* σε γράφο».

Επί της τρίτης σελίδος το κείμενον της εκ Σπετσών επιστολής. Επί δε της τελευταίας: «το υψιλόν και προσκηνητόν μπουγιουρτί», κάτω δε αριστερά επί του τετάρτου του εις τέσσαρα διπλωμένου χειρογράφου τα εξής δια τρίτης χειρός: «αναγκαία αμφότερα τα περιεχόμενα. Τη 26 Μαρτίου 1821. Επιστολή Σφακιανών προς βεζύρην Χανίων δι’ ης ομολογούν υποταγήν των εις αυτόν κλπ (αρκετά περίεργος). Δια του τρόπου τούτου ηπάτουν συχνότατα τους Μουσουλμάνους εχθρούς των έως ότου ενεδυναμόνοντο και κατεφέροντο τρομερώς, θηριωδώς σπαράττοντες αυτούς εις τας μεταξύ των μάχας.**

Διατήρησις χειρογράφου όχι καλή.

(1)Τουρκοκρής εκ Σελίνου, απαγχονισθείς αργότερον υπό των Τούρκων.</i>

====-====

Λεξιλόγιο (για τα γράμματα στις αγκύλες, βλ. πηγές στο τέλος)

* πουγιου(ρ)τί και πουγιουρτού = μπουγιουρντί. Έγγραφη διαταγή αξιωματούχου· από τουρκ. buyuruldu. [Z]

* ταετλής = ιταετλής (και ιταατλής): αυτός που κάνει ιταέτι (ή ιταάτι), δηλ. που δηλώνει υποταγή και πειθαρχεί· από τουρκ. itaatli < itaat.

{η ερμηνεία –με υπόδειξη του Νικοκύρη- από άρθρο του ιστολογίου.}

* χϊανέτης (και χιγιανέτης): δόλιος, δύστροπος, ανυπάκουος· 2. ατημέλητος· 3. τεμπέλης· από τουρκ. hiyanet [O]

 * ασής : αντάρτης, επαναστάτης· από τουρκ. asi [O]

 * μεριχαμέτι = μερχαμέτι (και μεραχμέτι, μερεχμέτι). Ευσπλαχνία, οίκτος, φιλανθρωπία· από τουρκ. merhamet. [Z]

* σαντζάκι: Δευτεροβάθμια διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υποδιαίρεση του εγιαλετιού· από τουρκ. sancak [Ζ]

 * κα(μ)παετλής: φταίχτης, ένοχος, υπεύθυνος· από τουρκ. kabahatli [O].

* χάσικος : 1. καθαρός, λευκός· 2. χαρακτηρισμός για ανθρώπους, ιδίως γυναίκες, με λευκό και αφράτο δέρμα· 3. εκλεκτός· από τουρκ. has [O].

{- εδώ, χάσικα χωριά, εννοούνται τα μη επαναστατούντα πεδινά χωριά της περιοχής (Εμμ. Βαρβίδης). Αλλά ίσως να ήταν και τα μη βακουφικά, «μη ησφαλισμένα εν τω εφκαφίω» (Βασ. Ψιλάκης).}

* ρεστάρω = αρεστάρω: συλλαμβάνω, κρατώ, φυλακίζω· από ιταλ. arrestare [Π]

* ταμπίχι = τεμπίχι: Διαταγή, έντονη σύσταση, προειδοποίηση ή απαγόρευση· αλλά και παραγγελία, ειδοποίηση· και νουθεσία· από τουρκ. tembih, tenbih. [Z]

* ίρτζι : Η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Δάνειο από το τουρκ. irz. [Z]

* τοαζλήδες: Άλλη εκφορά για τους ‘ντοαζλήδες’ = ευχέτες, Από το τουρκ. dua και διαλεκτ. doa, δέηση, παράκληση, προσευχή. [Ο]

* αγουστουχάλι = αρτζουχάλι (και αρζουχάλι, αρζιχάλι, χαρτζουχάλι και άλλες παραλλαγές είναι γραπτή αναφορά, έκκληση προς ανώτερο· από τουρκ. arzuhal. [Z]

* βαλίσι = βαλής. Διοικητικός τίτλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διοικητής βιλαετιού ή εγιαλετιού… Συνήθως ήταν πασάδες τριών ιππουρίδων, άρα έφεραν τον τίτλο του βεζίρη. Από το τουρκ. vali που ανάγεται στο αραβικό wally. [Z]

* μονοτίπι. Μάλλον πρόκειται για λάθος γραφή (ή μεταγραφή) της λ.  ‘μονασίπι’. Η σύνταξη με το ρήμα βρίσκω ήταν συνηθισμένη :  «…όπου το ευρήτε μονασίπι…», «…και αν βρεθή μονασίπι…»}.

μονασίπι (και μουνασίπι, μινασίπι): Κατάλληλο, εύλογο, ο κατάλληλος τρόπος· από τουρκ. münasip. [Z]

* Χ’Αναγνώστης Παναγιώτου: Σφακιανός οπλαρχηγός/πλοίαρχος. Εκλεγμένος στην Καγκελαρία των Σφακίων, υπεύθυνος των ναυτικών επιχειρήσεων. Ένας από τους πληρεξουσίους της Κρήτης στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους.

** Δια του τρόπου τούτου… μεταξύ των μάχας: Δεν είναι ξεκάθαρο αν η διατύπωση αυτή είναι εκτίμηση του Ζ. Πρακτικίδη ή του επιμελητή της έκδοσης. Μάλλον είναι του ίδιου του Ζ. Πρ., δεδομένου ότι στην ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ, που έγραψε ο ίδιος και εξιστορεί τα συμβάντα κατά το 1821,υπάρχει το παρακάτω απόσπασμα (αναφέρεται στην 14-6-1821):

 Πάντως, και άλλοι ιστορικοί αναφέρουν τέτοιες παραπλανητικές ενέργειες που χρησιμοποιούσαν, όχι μόνο οι Κρητικοί αλλά και οι Τούρκοι αντίστοιχα. Ιδιαίτερα οι Σφακιανοί, που είχαν πάντα στο μυαλό τους την τραγική γι’ αυτούς κατάληξη της επανάστασης του Δασκαλογιάννη στα 1770-71, μετέρχονταν κάθε μέσο και τρόπο ώστε να είναι, κατά το δυνατόν, εξασφαλισμένοι.

 

 

Πηγές για το λεξιλόγιο:

[Z]: Νικ. Σαραντάκος, ‘Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων’, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2020.

[O]: Βασ. Ορφανός, ‘Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα’, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2014.

[Π]: Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 11., Βουλή των Ελλήνων (διαδικτυακή έκδοση).

 

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κρήτη, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 166 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα (22) – Αύτη η αποστασία δεν αρέσει του Θεού

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό δεύτερο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ (στις 2 Νοεμβρίου δεν είχαμε άρθρο της σειράς λόγω των γενεθλίων ενός φίλου του ιστολογίου).

Θα διαβάσουμε σήμερα μιαν επισκοπική εγκύκλιο, την εγκύκλιο που έστειλε στις αρχές Ιουλίου του 1822 ο Καλλίνικος, επίσκοπος Κυδωνίας, προς τους Χριστιανούς της μητρόπολής του, που είχαν εξεγερθεί, με την οποία τους καλεί να καταθέσουν τα όπλα και να προσκυνήσουν τον βεζίρη.

Βέβαια, ο Καλλίνικος δεν τα γράφει αυτά με ελεύθερη βούληση -όπως βρίσκω στις πηγές, από τον Ιούνιο του 1821 βρισκόταν φυλακισμένος. Μάλιστα, πέθανε στη φυλακή, από τις κακουχίες και τις στερήσεις, λίγες μόνο μέρες μετά την επιστολή αυτή.

Ο Καλλίνικος Σαρπάκης, με καταγωγή από τη Σαντορίνη, έχει αγιοκαταταχθεί. Πολλοί άλλοι ανώτεροι κληρικοί της Εκκλησίας της Κρήτης μαρτύρησαν στα πρώτα χρόνια του ξεσηκωμού.

Πήρα το κείμενο από τα Αρχεία της Παλιγγενεσίας (τόμος 15αβ, σελ. 116). Η επιστολή του Καλλίνικου έχει ενδιαφέρον και στο περιεχόμενο, αλλά και στη γλωσσική μορφή, καθώς είναι γραμμένη σε μικτή γλώσσα, κατά βάση δημοτική με καθαρευουσιάνικα ποικίλματα, και με αρκετά διαλεκτικά στοιχεία. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Στο τέλος εξηγώ μερικές λέξεις και στη συνέχεια θέτω μια άσχετη ερώτηση, επί της διαδικασίας, ας πούμε.

+ Όλους σας ευλογημένοι χριστιανοί, τόσον τους Αποκωρονιότας, όσον και τούς Χά­νια νααγεσλίδες, παπάδες και λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους, ευχόμεθα πατρικώς από ψυχής και καρδίας και ευλογούμεν εν Αγίω Πνεύματι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Εκκλησία, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 160 Σχόλια »

Παντέρμη Κρήτη (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη)

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2021

Τις μέρες αυτές συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου με 1 Ιουνίου 1941). Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον λαϊκό λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη, με θέμα τη Μάχη της Κρήτης. Πέρυσι είχαμε διαβάσει ένα άλλο διήγημα του Φραγκούλη για το ίδιο θέμα, τον Κοκοβιό, ενώ πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Αντώνης μας είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Το σημερινό διήγημα έχει δύο ιδιαιτερότητες. Η πρώτη, ότι δεν περιγράφει τη Μάχη από κοντά. Αντίθετα, είναι ένα χρονικό για το πώς ζήσανε τη Μάχη της Κρήτης ή -όπως λέει ο Φραγκούλης- τον απόηχο της «Μάχης» αποκλεισμένοι στη Θήβα μια ομάδα κρητικών φαντάρων, τα απομεινάρια της 5ης Μεραρχίας Κρητών που επέστρεφε από το Αλβανικό και το Μακεδονικό μέτωπο μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι ότι, σε αντίθεση με άλλα διηγήματα του Φραγκούλη όπως το προηγούμενο που είχαμε δει, το σημερινό είναι γραμμένο όχι στο κρητικό ιδίωμα αλλά στην κοινή νεοελληνική.

Όπως θα δείτε, ο Φραγκούλης υποστηρίζει ότι σκοπίμως δεν τους επέτρεψαν να διαπεραιωθούν στην Κρήτη γιατί οι Γερμανοί δεν ήθελαν να ενισχυθεί καθώς ήταν το τελευταίο εναπομείναν τμήμα του ελληνικού κράτους-είχε ήδη μεταφερθεί εκεί η κυβέρνηση- και είχαν σκοπό να το προσβάλουν από αέρος και να το καταλάβουν κι αυτό. Υπάρχει και ένα νεοριζίτικο που αναφέρεται στο γεγονός της κατάληψης της Κρήτης από τους Γερμανούς επειδή το νησί ήταν «ξαρμάτωτο και λείπαν τα παιδιά της» («Χίτλερ να μην το καυχηθείς«,στίχοι-μουσική εκτέλεση του λαουτιέρη Γιώργη Κουτσουρέλη (1914-1994) βασισμένο σε παραδοσιακή μελωδία και τραγούδι Χρήστος Κορωνιωτάκης που δισκογραφήθηκε μεταπολεμικά, στίχοι:

Χίτλερ, να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύρηκες και λείπαν τα παιδιά της,
στα ξένα επολεμούσανε πάνω στην Αλβανία,
μα πάλι επολεμήσανε

Ο φιλος μας ο Αντώνης λέει ότι το κείμενο δεν είναι από τα δυνατότερα του Φραγκούλη καθώς βρίθει από στερεότυπες -τυποποιημένες εκφράσεις, κυρίως σχετικά με την περιγραφή των Γερμανών αλλά και της γενναιότητας των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Κρητικών. Επίσης το κείμενο θυμίζει σε κάποια σημεία του και αντίστοιχους πανηγυρικούς λόγους με αφορμή την επέτειο της Μάχης της Κρήτης και είναι έντονα συναισθηματικά φορτισμένο.

Βέβαια θυμίζει περιγραφές ανθρώπων που είχαν ζήσει και πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα και ίσως έχει αξία και σαν χρονικό αλλά και σαν ένα είδος λόγου και ύφος που πλέον δεν υπάρχει, που έφυγε καθώς έφυγαν σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές των πολεμικών εκείνων γεγονότων.

ΠΑΝΤΕΡΜΗ ΚΡΗΤΗ

ΚΩΣΤΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ από τη συλλογή διηγημάτων «Κατσιφάρα»

Μάη έπεσε η πόλη. Μάη και η Κρήτη. Με πόλεμο η Βασιλεύουσα, με πόλεμο και το Θέμα της. Ο Μάης είναι μήνας «κάλλιστος πάντων». Στα βουνά βγαίνουν οι βοσκοί με τα κοπάδια τους κι οι χαράδρες αντιλαλούν λύρες, τραγούδια και γερακοκούδουνα. Οι πέρδικες πλουμίζουν τα πλάγια σύρνοντας τα πουλιά τους. Οι πετροκοτσυφοί σφυρίζουν ξένοιαστοι στα βράχια, και στις ρεματιές οι ποταμίδες έχουν μεθύσει και τραγουδούν και τις νύχτες ακόμη τον έρωτα και τη χαρά της ζωής.

Κάτω στη γης είναι στρωμένα μυριοπλούμιστα χιράμια και χαλιά για να περπατήσει πάνω τους η άνοιξη. Στον καταγάλανο ουρανό γυροφέρνουν χελιδόνια. Κι η θάλασσα κάτω μουρμουρίζει τον ασίγαστο καημό της… Όλος ο κόσμος πλέει μέσα σ’ ένα όνειρο, απαλό κολυμπά σε μια ποίηση που ομορφαίνει τη ζωή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 90 Σχόλια »

Το σπρεσόμπρικο (διήγημα του Αλεξαντρή Παπαδοδιαμαντάκη)

Posted by sarant στο 30 Απριλίου, 2021

Το φετινό Πάσχα το ιστολόγιο δεν τήρησε τις παραδόσεις -δεν βάλαμε κανένα λεξιλογικό/φρασεολογικό άρθρο σχετικό με την περίσταση. Όμως θα σας αποζημιώσω με ένα σπάνιο διήγημα, που το ανακάλυψε πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Πέπε σε ένα παλιό σεντούκι, στο σπίτι που νοίκιαζε στην Κρήτη.

Επειδή είναι γραμμένο μεν σε καθαρεύουσα αλλά και περιέχει στους διαλόγους πολλές ιδιωματικές λέξεις, στο τέλος υπάρχει γλωσσάρι, πάλι με φροντίδα του Πέπε, ο οποίος επίσης συμπλήρωσε ορισμένα σημεία όπου το χειρόγραφο ήταν φθαρμένο από την πολυκαιρία και την υγρασία.

Για τον συγγραφέα ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Εικάζεται ότι πρόκειται για ψευδώνυμο φανατικού λάτρη του Παπαδιαμάντη, φυσικά Κρητικού. Ίσως με τα σχόλιά σας βοηθήσετε να μάθουμε περισσότερα.

Ἀλεξαντρὴς Παπαδοδιαμαντάκης

ΤΟ ΣΠΡΕΣΟΜΠΡΙΚΟ

—Ὀφέτος, γρά, παράδες τὸ χάρισμα, μὰ καλά ντως εἶναι. Κι ὅσο γιὰ τσὶ καφέδες, νὰ πίνομε θέλει φραπέδες ἀποὺ τσί ‘χαμε και στὸ χωριό μας.

—Ἐδὰ* στὰ γεροντάματα, μάθε γέρο γράμματα, ἔσειε θυμοσόφως τὴν κεφαλὴν ἡ θειὰ τὸ Ἀριανθώ.

Ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἐνιαυτοῦ, ἀφοῦ δῆλα δὴ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ διαβόητος πανδημία τοῦ ἔτους 202…, ἡ μαστίζουσα ὄχι μόνον τὴν Χώραν καὶ τὴν νῆσον ἅπασαν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπάνω Ἑλλάδα καὶ —καθὼς ἔλεγαν— σύμπασαν ἐν γένει τὴν ὑφήλιον, καὶ ἐκλείσθησαν ὅλοι προληπτικῶς εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ ἠρημώθησαν οἱ στράτες, καὶ ἀγριόχοιροι καὶ ἔλαφοι καὶ δελφῖνες καὶ παντοῖα ἄλλα θηρία ἐσεργάνιζαν ἀνενόχλητα εἰς τῆς πόλεως τὸ κέντρον, καὶ ἐκατέβασαν οἱ καταστηματάρχαι τὰ κεπέγκια, καὶ μόναι αἱ ἐκκλησίαι παρέμενον ἀσφαλεῖς καὶ ἀπυρόβλητοι, ἀλλὰ καὶ πιὸ στερνά, ἀνειμένων ἤδη ὁπωσοῦν τῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέηκ ἀγοαίη καὶ τοῦ κλὶκ ἰνσάιδ, οὐδεμίαν εἶχεν ἐπιχειρήσει ἐμπορικὴν συναλλαγὴν ὁ μπάρμπα Νικολῆς, εἰ μὴ μόνον ἅπαξ τὴν ἀγορὰν καινούργιου λουρακίου διὰ τὸ ῥωλόγι του τῆς χειρός, ἀπορρακωθέντος ἤδη πρὸ καιροῦ τοῦ παλαιοῦ καὶ εἰς κλωστὰς καταστάντος. Τὸ ποσὸν ἦτο εὐκαταφρόνητον, δέκα εὐρουλάκια ἐν ὅλῳ ἢ δεκαπέντε, ὅσα καὶ τὰ τετραγωνικὰ τοῦ συνοικιακοῦ καταστήματος ὅπου τὸ ἐψώνισεν· καὶ πάλιν ὁ ἔμπορος ἀρχικῶς ἠξίου νὰ τοῦ δείξῃ ὁ γέρων μουστερὴς τὸν ἐσεμέν, ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, νὰ τὸν ἀποστείλει παραχρῆμα· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ γέροντος, καὶ ἀφοῦ, περιστρέψας τὸ βλέμμα πρῶτον εἰς τὴν πλατεῖαν τὴν σφύζουσαν ἀπὸ μασκοφόρους, ὕστερον εἰς τὸ σκοτεινὸν καὶ φτωχικὸν καὶ ἔρημον ἐσωτερικὸν τοῦ μαγαζιοῦ του, ἐννόησεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ μάταιον καὶ τὸ γελοῖον τοῦ πράγματος, ἔστερξεν ἐπὶ τέλους νὰ δεχθῇ τὸν ἀνεσέμεστον μουστερήν, ὑποτονθορίζων «ἡ γι-ἐμισή ντροπὴ δικιά σου κι ἡ γι-ἐμισὴ δικιά μου».

Ἀλλ’ εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς νἀ μυηθῇ πλέον ἑκὼν ἄκων ὁ ἀφιλεσέμεστος μπάρμπα Νικολῆς εἰς τὰς καινοφανεῖς μεθόδους τῶν ἐσεμεστῶν ἀγορῶν. Ἐπλησίαζαν τὰ Λαμπρόσκολα, καὶ ἤδη ἀπό τινων ἑβδομάδων ἐμελέτα εἰς τὸν νοῦ του τίνι τρόπῳ θὰ κατώρθωνε νὰ πάρῃ τὰ ὀφειλόμενα πασκαλινὰ χαρίσματα εἰς τὰ δύο φιλιοτσάκια του. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πιστὸς εἴς τι ἔθιμον τὸ ὁποῖον ἄδηλον ἦτο ἂν ὄντως ὑφίστατο παλαιόθεν ἢ τὸ ἐφαντάσθη ἀπατός του, συνώδευε καὶ τὶς δύο λαμπριάτικες λαμπάδες στερεοτύπως μὲ ζεῦγος ὑποδημάτων, φροντίζων ἄλλοτε ἐγκαίρως καὶ ἄλλοτε παρακαίρως νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῶν δύο συντέκνων εἰς ποῖον ἑκάστοτε νούμερον εἶχον αἰσίως ἀνέλθει τῶν βαπτιστηριῶν του τὰ ποδάρια. Μόνον τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχεν ἀρχίσει νὰ βάζῃ ὀλίγον νερὸ ‘ς τὸ κρασί του, ἀντικαθιστῶν τὰ ὑποδήματα ἄλλοτε μὲ ροῦχα, ἐνίοτε δὲ μὲ βιβλία, μηδέποτε τολμήσας νὰ ἀνοιχθῇ εἰς τολμηροτέρας ἐπιλογάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κρήτη, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 193 Σχόλια »

Αναπληροφόρηση στο Ζορμπαλίκι των ραγιάδων

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2021

Θα ευλογήσω τα γένια μου σήμερα, αφού θα μιλήσω για το τελευταίο μου βιβλίο -αλλά θα τα ευλογήσω μέσω πληρεξουσίου ή πιο σωστά μέσω πληρεξουσίων.

Όπως γράφει και ο τίτλος, το σημερινό άρθρο είναι άρθρο «αναπληροφόρησης». Με τον όρο “αναπληροφόρηση” εννοώ αυτό που ο κ. Μπαμπινιώτης θα έλεγε feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες.

Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία “γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια”, αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν και προσωπικά προτιμώ την αναπληροφόρηση, έστω κι αν η λέξη δεν νομίζω να έχει λεξικογραφηθεί. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία).

Με αυτά τα αρθρα αναπληροφόρησης έχουμε καθιερώσει μια μικρή παράδοση στο ιστολόγιο. Σε προηγούμενα βιβλία μου, ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης έκανε τον κόπο να διαβάσει το κάθε βιβλίο μου με χαρτί και μολύβι και να γράψει όσα συνειρμικά του έρχονταν στο νου καθώς διάβαζε. Βιβλία που έχει σχολιάσει με αυτόν τον τρόπο ο Άρης, που οδήγησαν σε αντίστοιχα άρθρα του ιστολογίου ήταν το Η γλώσσα έχει κέφια (το άρθρο εδώ), οι Λέξεις που χάνονται (τα σχόλιά του τα είχα δημοσιεύσει εδώ) και τις Οπωροφόρες λέξεις (αντίστοιχο άρθρο εδώ) και τα Λόγια του αέρα (εδώ το άρθρο μας).

Στο σημερινό άρθρο ο Άρης τιμά την παράδοση που έχει δημιουργήσει και μου στέλνει τα συνειρμικά σχόλιά του για το Ζορμπαλίκι των ραγιάδων, αλλά σήμερα η χαρά μου είναι διπλή διότι ο Άρης έχει καλή παρέα, αφού παρόμοια σχολια μού έστειλε επίσης ο φίλος μας ο Δημήτρης Ραπτάκης. Με τιμά που οι δυο φίλοι αφιέρωσαν τόση προσοχή στο βιβλίο μου, αλλά και βρίσκω ότι έχουν αξία τα σχόλιά τους και ελπίζω ότι θα σας δώσουν αφορμή και για δικά σας σχόλια.

Με τη σύμφωνη γνωμη και των δύο, τα κείμενά τους θα συστεγαστούν στο παρόν άρθρο -δεν θα ήταν και τόσο σεμνό να απασχολήσω δύο άρθρα του ιστολογίου για το ίδιο θέμα. Στο τέλος του άρθρου έχουμε και μια τρίτη, ειδική συνεισφορά.

Τα σχολια του Άρη Γαβριηλίδη για το Ζορμπαλίκι των ραγιάδων

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων

Νίκου Σαραντάκου

 Αγαπητέ Νίκο

Ακολουθώντας την παράδοση που δημιουργήσαμε με τα προηγούμενα βιβλία σου, εδώ σού στέλνω τώρα τα σχόλια μου για το νέο σου έργο, για δημοσίευση, εφόσον φυσικά τα βρεις ενδιαφέροντα.

αγαρηνός: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει» Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Δ. Σολωμού.

αγάς: Το θέατρο σκιών βρίθει αγάδων.

αγιάνης: Ξαδέλφια του ο Γιάννης Αγιάννης και ο Αϊ Γιάννης (ο Ρέντης,  ο Πρόδρομος ή Αποκεφαλιστής και ο Θεολόγος )

αρεστάρω: Στη Βαβυλωνία, γραμμένη το 1836, «αρέστο» διέταζε ο Αστυνόμος στέλνοντας τους γλεντοκόπους στη φυλακή.

άρματα: Άρματα σήμερα, έστω και ομοηχούντα, εκτός από τα άρματα μάχης (τανκς) έχουμε και στα καρναβάλια.

αρματολοί: Παλαιότερα «αρματωλός». Πράγματι, στο βιβλίο της Ιστορίας του δημοτικού, δεκαετία του ’50, έτσι πρωτόειδα την λέξη και την απομνημόνευσα. Γι’ αυτό μου φαίνεται ακόμη παράξενη η γραφή με όμικρον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Αναπληροφόρηση, Κρήτη, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Οι ελιές του Δημήτρη Κολλάτου

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2020

Στο σημερινό λογοτεχνικό μας θέμα θα παρουσιάσω το διήγημα του Δημήτρη Κολλάτου «Οι ελιές». Πολλοί θα έχετε δει ή θα έχετε ακούσει την ομώνυμη ταινία μικρού μήκους του Κολλάτου που φυσικά είναι στηριγμένη στο διήγημα, και που βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1964. Αν όμως απέσπασε τον έπαινο των κριτικών, προκάλεσε τεράστια αντίδραση από σωματεία Κρητικών που θεωρούσαν πως η ταινία δυσφημεί την Κρήτη και τους Κρητικούς. Αποτέλεσμα ήταν να απαγορευτεί η προβολή της -διαβάζω ότι έμεινε απαγορευμένη 18 χρόνια.

Ο Δημήτρης Κολλάτος (1937) είναι σε πολλούς γνωστός για την ικανότητά του να προκαλεί και να κάνει θόρυβο, έχει όμως πολύ ταλέντο. Δεν είμαι αμερόληπτος, διότι τον έχω γνωρίσει πολύ καλά στην Αίγινα και τον εκτιμώ πολύ ως καλλιτέχνη όσο κι αν διαφωνώ απόλυτα με πολλές πολιτικές απόψεις του, ιδίως τις τελευταίες. Αλλά δεν θα συζητήσουμε σήμερα τον Κολλάτο γενικώς. Το διήγημα του θα διαβάσουμε.

Το διήγημα περιλαμβανεται στην πρώτη συλλογή διηγημάτων που έχει επίσης τίτλο «Οι ελιές» και που κυκλοφόρησε αρχικά το 1964, αλλά εγώ το παίρνω από μια επανέκδοση εικονογραφημένη, του 2006 στον Καστανιώτη, που μου την έχει χαρίσει ο Κολλάτος. Από εκεί και η ζωγραφιά του Γιαννη Μιγάδη που συνοδεύει το συγκεκριμένο διήγημα.

Oι ελιές

Της έκανε νόημα να χύσει και άλλο κρασί. Ήτανε εδώ και δυο ώρες κλεισμένοι στο μεγά­λο δωμάτιο και τρώγανε και πίνανε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κρήτη, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Στο Ηράκλειο έχουν βεντέμα

Posted by sarant στο 2 Δεκεμβρίου, 2020

Μπορεί να έχετε μιαν άγνωστη λέξη στον τίτλο. Πάντως, σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι λάθος πληκτρολόγησης -δεν εννοούσα «βεντέτα» παρόλο που και βεντέτες συμβαίνουν κάποτε στην Κρήτη.

Φέτος, λοιπόν στο Ηράκλειο Κρήτης έχουν βεντέμα. Εγώ δεν το ήξερα, αλλά με ενημέρωσε σχετικά φίλος του ιστολογίου, που διάβασε ένα άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών την περασμένη εβδομάδα. Εκεί λοιπόν συνάντησε την άγνωστη γι’ αυτόν λέξη:

Συγκεκριμένα, ο Δήμος Ηρακλείου διαθέτει στο ακίνητο, γνωστό και ως «μετόχι Γρυλλιωνάκη», περίπου 1.300 ελαιόδεντρα που φέτος έχουν βεντέμα.

Μου έγραψε ο φίλος: Παρόλο που έχω ζήσει στην Κρήτη, τη λέξη δεν την ξέρω. Ίσως είναι στην αργκό των ελαιοπαραγωγών.

Αν ψάξετε στα σύγχρονα λεξικά μας, δεν θα βρείτε τη βεντέμα. Εγώ την ήξερα, και μάλιστα την έχω συμπεριλάβει στις 366 λέξεις του βιβλίου μου Λέξεις που χάνονται. Οπότε, του υποσχέθηκα ότι θα γράψω άρθρο, αυτό που διαβάζετε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αγροτικά, Κρήτη, Λεξικογραφικά, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , | 239 Σχόλια »

Εσείς τσαντίζεστε ή τσατίζεστε;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2020

Ο μπακάλης σαν φτωχύνει τα παλιά τεφτέρια πιάνει, λένε. Θα μπορούσατε να το πείτε αυτό για το σημερινό άρθρο, αφού παίρνει αφορμή (και αντλεί πολύ υλικό) από μια συζήτηση που είχε γίνει στη Λεξιλογία το μακρινό 2008, πριν από 12 ολόκληρα χρόνια (και καναδυό μήνες) και με δική μου συμμετοχή.

Το ερώτημα του τίτλου το είχα τότε θέσει εγώ και το επαναλαμβάνω τώρα εδώ. Φυσικά, η ερώτηση δεν αφορά το αν είστε ήρεμοι τύποι ή ευέξαπτοι, αλλά ποιον τυπο προτιμάτε. Είχα λοιπόν γράψει τότε:

Μου λέει, φίλος και συνονόματος:

Τις 2-3 πρώτες φορές που είδα γραμμένο το «τσατίζω», νόμιζα ότι ήταν τυπογραφικό λάθος. Τις επόμενες, νόμιζα ότι ήταν κωμικός κι αδέξιος εξευγενισμός. Ώσπου άνοιξα τον Μπάμπι κι είδα ότι έχει τον τύπο κατά προτεραιότητα.
Αλλά μάλλον πρέπει νάχω χάσει συνέχειες…

Κι εγώ ομολογώ ότι τσαΝΤίζομαι το ξέρω, έτσι το ‘λεγα ανέκαθεν και μόνο σε μεγάλη ηλικία συνειδητοποίησα ότι κάποιοι «τσατίζονται». Έχω βγάλει το (προσωρινό) συμπέρασμα ότι στην επιλογή του τύπου παίζει ρόλο και το πού μεγάλωσε κανείς. Οι Αθηναίοι έχουν τάση προς το «ντ», οι Βορειοελλαδίτες και οι Κρητικοί προς το «τ». Γι’ αυτό το λόγο και πολλοί ακούνε μόνο τον έναν από τους δύο τύπους στα παιδικά τους χρόνια.

Τα λεξικά μας κατά πλειοψηφία δείχνουν να προτιμούν τους τύπους με Τ.

Το ΛΚΝ έχει πρώτους τους τύπους με Τ (τσατίζω και τσαντίζω, γράφει στο ρήμα), το ίδιο και ο Μπαμπινιώτης, όπως και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας. Αντίθετα, το πιο καινούργιο, το ΜΗΛΝΕΓ, δίνει την πρωτοκαθεδρία στους τύπους με -ντ, αφού έχει πρώτο το «τσαντίζω» και δεύτερο το «τσατίζω».

Κοιτάζοντας τις συχνότητες του Γκουγκλ, βλέπουμε ότι οι τύποι με «ντ» υπερτερούν στο βασικό λήμμα (τσαντίζω έναντι τσατίζω) αλλά πολύ περισσότερο, συντριπτικά, στα παράγωγα (πχ τσαντισμένος έναντι τσατισμένος· μάλιστα το Γκουγκλ, αν ζητήσεις «τσατισμένος» σε ρωταει μήπως εννοείς «τσαντισμένος»). Συντριπτικά υπερτερεί και η «τσαντίλα» έναντι της «τσατίλας» αν και βέβαια κάποιες από τις ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» αφορούν την αραιοϋφασμένη σακούλα (γιαούρτι στην τσαντίλα), αν και αυτές δεν είναι πολλές. [Και ακόμα λιγότερες θα είναι, υποθέτω, οι ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» που αναφέρονται στη… χαρακτηριστική μυρωδιά της τσάντας 🙂 ]

Από τα ευρήματα στο γκουγκλ συνάγεται ότι κάποιοι θα λένε μεν «τσατίζω» αλλά «τσαντισμένος». Αυτή την «ασυνέπεια» (τα εισαγωγικά εδώ έχουν σημασία, δεν είναι πραγματική ασυνέπεια) τη συναντήσαμε και στο πρόσφατο άρθρο μας, όπου κάποιοι είπαν ότι λένε ντους αλλά ντουζιέρα.

Πάμε τώρα στην ετυμολογία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 149 Σχόλια »