Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κρήτη’ Category

Η συμφωνία με την εκκλησία

Posted by sarant στο 8 Νοέμβριος, 2018

Το προχτεσινό κοινό ανακοινωθέν Πολιτείας-Εκκλησίας, όπως χαρακτηρίστηκε, αιφνιδίασε πολλούς μια και δεν ήταν κάτι αναμενόμενο και δεν έχει σχέση με τη συνταγματική αναθεώρηση που επίσης ανακοινώθηκε πριν από μερικές μέρες. Αιφνιδίασε, όπως φαίνεται, και ικανή μερίδα της ιεραρχίας της εκκλησίας, αφού ακούστηκαν από διάφορους ιεράρχες δριμείες επικρίσεις κατά του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, που τον έκαναν μάλιστα να αναδιπλωθεί και να διευκρινίσει ότι δεν υπήρξε συμφωνία αλλά «εκδηλώθηκε πρόθεση να συμφωνήσουμε». Πάντως, και στην ανακοίνωση της Ιεράς συνόδου δηλώνεται η «πρόθεση προκειμένου Εκκλησία και Πολιτεία να καταλήξουν σε μία ιστορική συμφωνία που θα πάρει μορφή νομοθετικής ρύθμισης».

Στο ιστολόγιο συνήθως λεξιλογούμε, αλλά το σημερινό άρθρο θα αποτελέσει εξαίρεση, παρόλο που η εκκλησία έχει πολύ ενδιαφέρον και από λεξιλογική άποψη. Ωστόσο, για λόγους τεχνικούς, ας πούμε, προτιμώ να αναβάλω για αργότερα τη λεξιλογική ανάλυση κι έτσι σήμερα θα περιοριστώ σε έναν πρώτο σχολιασμό της διαφαινόμενης συμφωνίας -περιμένοντας να ακούσω και τα δικά σας σχόλια.

Το σύνθημα του χωρισμού της εκκλησίας από το κράτος είναι βασικό παλαιό αίτημα των αριστερών κομμάτων αλλά και εντάσσεται σε έναν στοιχειώδη αστικό εκσυγχρονισμό. Ωστόσο, από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα καμιά κυβέρνηση δεν επιχείρησε να προχωρήσει προς την κατευθυνση του χωρισμού, αν και ασφαλώς πάρθηκαν αναγκαια εκσυγχρονιστικά μέτρα όπως η καθιέρωση του πολιτικού γάμου το 1982 ή η απαλοιφή της μνείας του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, από την κυβέρνηση Σημίτη το 2001. Να σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο διάστημα πάρθηκαν και μέτρα προς την αντίθετη κατεύθυνση: για παράδειγμα, η ίδια κυβέρνηση Σημίτη το 2004 κατάργησε το 35% που εισέπραττε το κράτος από τα έσοδα των ναών, ως μερικό αντιστάθμισμα για τη μισθοδοσία των κληρικών, κι έτσι από τότε η μισθοδοσία των κληρικών βαραίνει αποκλειστικά τον κρατικό προϋπολογισμό.

Αναφέρθηκα στη μισθοδοσία του κλήρου διότι είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που μνημονεύονται κάθε φορά που γίνεται λόγος για χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος. Το προχτεσινό σχέδιο συμφωνίας αναγνωρίζει ότι το δημόσιο έχει αναλάβει τη μισθοδοσία του κλήρου ως αντιστάθμισμα «με την ευρεία έννοια» της εκκλησιαστικής περιουσίας που απέκτησε στο παρελθόν. Επιπλέον, προβλέπει ότι οι ιερείς παύουν στο εξής να θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι αλλά η μισθοδοσία τους θα εξασφαλίζεται από επιδότηση ισόποση με το σημερινό κονδύλιο του προϋπολογισμού, που θα την καταβάλλει το κράτος σε ειδικό ταμείο της εκκλησίας.

Με μια πρώτη ματιά, αυτό μοιάζει σαν να μην αλλάζει καθόλου την υφιστάμενη κατάσταση -και έδωσε λαβή για έξυπνα σχόλια, όπως τη μίμηση της προφητείας του Παΐσιου, ότι «οι ιερείς δεν θα είναι πλέον δημόσιοι υπάλληλοι αλλά θα πληρώνονται σαν να είναι», ενώ κάποιοι θυμήθηκαν τη χαρυκλυνική ατάκα «μένουν οι βάσεις που φεύγουν». (Πάντως αυτό είναι το μοντέλο που ισχύει στη Γερμανία, όπου το κράτος επίσης επιδοτεί τις εκκλησίες για τη μισθοδοσία των ιερέων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γαλλία, Επικαιρότητα, Εκκλησία, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , , , , | 211 Σχόλια »

Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων (Δημ. Σαραντάκος) 7 – Οι μεγάλοι αποικισμοί κατά την προϊστορία

Posted by sarant στο 23 Οκτώβριος, 2018

Εδώ και λίγο καιρό ξεκίνησα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων, μια ιστορία των εξερευνητών και των εξερευνήσεων του αρχαίου κόσμου. Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Από σήμερα περνάμε στο 3ο κεφάλαιο που εξετάζει τους μεγάλους αποικισμούς.

Στις εξερευνήσεις θα μπορούσαν να περιληφθούν με κάποιο περιθώριο ανοχής και οι αποικισμοί της αρχαιότητας. Οπωσδήποτε, πολλοί από τους αποικισμούς αυτούς ήταν συνέπεια εξερευνήσεων που προηγήθηκαν. Οι αποικισμοί της αρχαιότητας διαφέρουν ουσιαστικά και από τις μεταναστεύσεις των λαών, αλλά και από τους αποικισμούς των νεότερων χρόνων.

Στην ιστορία της αρχαιότητας αναφέρονται μεγάλες περίοδοι αποικισμού, κατά τις οποίες οι άνθρωποι, λόγω υπερπληθυσμού ή από άλλες αιτίες, έφευγαν από την πατρίδα τους και αναζητούσαν νέες χώρες για να εγκατασταθούν και να δημιουργήσουν καινούργια εστία.

Ελληνικοί αποικισμοί κατά την προϊστορία

Ο μινωικός αποικισμός (1700-1400 π.χ.)

Η Κρήτη κατοικήθηκε από πολύ παλιά. Παλαιότερα, οι ιστορικοί, μη έχοντας αδιάσειστες ενδείξεις για παρουσία παλαιολιθικών ανθρώπων στο νησί, πίστευαν πως κατοικήθηκε στις αρχές της νεολιθικής εποχής. Προσφάτως, όμως, ανακαλύφθηκε στη Γαύδο αληθινό εργαστήριο επεξεργασίας οψιδιανού, που χρονολογήθηκε ότι ανήκει στην παλαιολιθική εποχή και αυτό δείχνει πως από τότε υπήρχαν άνθρωποι στη μεγαλόνησο, οι οποίοι, επιπλέον, μπορούσαν να κάνουν μακρινά θαλασσινά ταξίδια, αφού ο οψιδιανός υπήρχε μόνο στη Μήλο. Όπως υποστηρίζει ο Ηρόδοτος [Κλειώ 176], οι πρώτοι έποικοι της Κρήτης ήρθαν από την ΝΔ Μικρασία, τη Λυκία ή την Καρία και ονομάζονταν Τερμίλες.

Οι μινωικοί κάτοικοι της Κρήτης ήταν πολύ εξοικειωμένοι με τη θάλασσα και από νωρίς είχαν αποικίσει πολλά νησιά και χερσαίες περιοχές του Αιγαίου, με οργανωμένες αποστολές στις οποίες την ηγεσία είχαν είτε οι ίδιοι οι βασιλείς είτε οι γιοί τους ή άλλοι στενοί συγγενείς. Έτσι, ο Ραδάμανθυς εγκαταστάθηκε στην Εύβοια, ο Αλθαμένης στη Ρόδο, ο Σαρπηδών στη Λυκία, ο Μίλητος στην Καρία, όπου ίδρυσε την πόλη που έχει το όνομά του. Διάφοροι άλλοι ακόλουθοι ή συγγενείς βασιλέων εγκαταστάθηκαν σε διάφορα νησιά. Ο Στάφυλος στην Πεπάρηθο (Σκόπελο) ο Οινοπίων στη Χίο, ο Άνιος στη Νάξο και ο Ευάνθης στη Θάσο.

Ο ίδιος ο Μίνωας ίδρυσε αποικίες στη Μεγαρίδα και στην Κέα, ενώ πολλές πόλεις ή απλά εμπορεία είχαν την ονομασία Μινώα, που μαρτυρεί την εξάρτησή τους από την Κρήτη. Τέτοιες Μινώες υπήρχαν σε πολλά σημεία του Αιγαίου, της Αδριατικής, της Ιταλίας, ακόμα και της Δυτικής Μεσογείου. Αλλά και τα σεπτότερα ελληνικά ιερά, των Δελφών, της Ολυμπίας και της Ελευσίνας, συνδέονται σε ορισμένους μύθους με την Κρήτη.

Τις μυθολογικές αφηγήσεις ενισχύει και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επαληθεύει η αρχαιολογική έρευνα. Στη Μήλο, ο λεγόμενος δεύτερος οικισμός της Φυλακωπής, με στοιχεία που θυμίζουν έντονα την κρητική αρχιτεκτονική, συμπίπτει με τη δεύτερη νεοανακτορική φάση. Την ίδια εποχή άκμασε, στην Αγία Ειρήνη της Κέας, παρόμοιος οικισμός, προστατευμένος προς το εσωτερικό με τείχος που είχε πύλες και πύργους, όπως της Φυλακωπής, ενώ σε ιερό που ανακαλύφθηκε κοντά στην ανατολική πύλη, βρέθηκαν τα μεγαλύτερα γνωστά πήλινα ειδώλια της μινωικής θεάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γεωγραφία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εξερευνήσεις, Κρήτη, Μεσόγειος | Με ετικέτα: , , | 162 Σχόλια »

Ο Σηφαλιός πάει Μέγαρο

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2018

Το σημερινό θέμα το ξεσηκώνω φρέσκο φρέσκο από μια ανάρτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Κανονικά, θα το έβαζα στο συρτάρι μέχρι που να βρω την έντυπη πηγή (που αναφέρεται πιο κάτω) και να ελέγξω αν είναι ακριβής η αναπαραγωγή του κειμένου και αν υπάρχουν άλλες πληροφορίες, όμως φοβούμαι μην το ξεχάσω εντελώς -και θα’ναι κρίμα.

Πρόκειται για ένα γουστόζικο κρητικό ανέκδοτο, αφηγημένο σε ανόθευτη κρητική διάλεκτο -και προφανώς συνειδητά καμωμένο έτσι που ν’ αποφεύγονται οι τύποι της κοινής και να προτιμούνται οι διαλεκτικοί.

Στην ανάρτηση αναφέρεται ότι το ανέκδοτο είναι παρμένο από ανακοίνωση του Μιχάλη Κοπιδάκη με τίτλο «Kenning στην κρητική διάλεκτο», συνεισφορά στο Συνέδριο με θέμα «Ο λαϊκός αινιγματικός λόγος στην Κρήτη: Τα αινίγματα—(α)νιώματα», στη μνήμη της Μαρίας Λιουδάκη, Ιεράπετρα, 7, 8 και 9 Οκτωβρίου 2011 (τόμος με τα πρακτικά του Συνεδρίου εκδόθηκε το 2016 από το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας). Ο Κοπιδάκης αναφέρει: «Ο φίλος και πονετικός ασκληπιάδης Νίκος Μαρκάκης από τον Κρασούνα Μυλοποτάμου είχε την καλοσύνη να μου αναδιηγηθεί το ακόλουθο ανέκδοτο με ομοδιηγηματικό αφηγητή τον γκαλονόμο Σηφαλιό»

Ωστόσο, κατά τη συζήτηση, η φίλη γλωσσολόγος Μαριάννα Κατσογιάννου ανέφερε ότι το ίδιο ανέκδοτο (αν και με κάποιες διαφορές) το διηγιόταν η γλωσσολόγος Ειρήνη Φιλιππάκη, που είχε γίνει διάσημη στις παρέες των γλωσσολόγων γι’ αυτό το ανέκδοτο, που το διηγιόταν με την κρητική της προφορά.

Θα μου πείτε, στα ανέκδοτα δεν χωρεί πατρότητα. Ωστόσο, το συγκεκριμένο μού φαίνεται πως αποτελεί προσωπική δημιουργία. Θα το δείτε κι εσείς.

Προσθήκη: Ο φίλος μου ο Λεωνίδας από τα Χανιά με πληροφορεί ότι το ανέκδοτο υπάρχει από παλιά, το ξέρει από… τον προηγούμενον αιώνα και έχει κάπως διαφορετικά. Ο Σηφαλιός παρουσιάζεται στο καφενείο του χωριού φορώντας ένα ροζ γουνάκι. Τον ρωτάνε πώς και τι, και αρχίζει να τους εξιστορεί ότι πήγε στην Αθήνα, κόσμος και κακό, αυτοκίνητα, το ένα, το άλλο, και τελικά λέει ότι τον πήγε ο ξάδερφος στη Λυρική (το ανέκδοτο είναι παλιότερο από το Μέγαρο) και αφού περιγράψει πώς ήταν η παράσταση, λέει ότι στο τέλος ήταν ένα μέρος που ο καθένας έλεγε ένα νούμερο κι έπαιρνε άλλος ομπρέλα, άλλος παλτό, πήγε κι ο Σηφαλιός και πήρε αυτό το γουνάκι.

Άλλος φίλος, γλωσσολόγος, επιβεβαιώνει ότι η Ειρήνη Φιλιππάκη συνήθιζε να διηγείται αριστοτεχνικά το ανέκδοτο, που όλοι το ήξεραν ως «το γουνάκι» αλλά μου λέει ότι στη βερσιόν της Φιλιππάκη υπάρχουν ελάχιστα κρητικά ιδιωματικά στοιχεία, αυτά που είναι γνωστά σε όλους (ίντα, τση, απέ κτλ) και όχι άγνωστες λέξεις όπως της δικής μας βερσιόν. Οπότε, υποθέτω πως κάποιος πήρε το ήδη γνωστό ανέκδοτο και το μετάτρεψε σε ιδιωματικό.

Το ανέκδοτο αφηγείται πώς πήγε ο Σηφαλιός να παρακολουθήσει παράσταση όπερας στο Μέγαρο Μουσικής. Όπως είπα, η σύντομη αφήγηση είναι κατάφορτη με κρητικές διαλεκτικές λέξεις. Με τα βοηθήματα που έχω προσπάθησα να εξηγήσω όλες τις λέξεις του κειμένου, αλλά αν κάπου δεν τα κατάφερα θα ζητήσω τη βοήθεια τη δική σας, κυρίως των Κρητικών και των παρεπιδημούντων στη λεβεντογέννα.

Στο τέλος δίνω και μια μετάφραση στην κοινή.

«Στην Αθήνα ήμουνε και ανέλωσέ με μιαν αργατινή ο αξάδερφός μου ο Ζαχάρης να πάμε, λέει, στο Μέγαρο, που μαζώντουνε καθ’ αργά αθρώποι μπεγεντισμένοι να κάμουνε σεΐρι. Έ, επήγαμε. Μπαίνομε, κόσμος αρίφνητος, μια βαβουρανιά, ένα καλαμπαλίκι, κυράδες με τα βέλα και τα καπέλα, μεγαλουσάνοι, τσίμουροι, κοπελολόι, τση Σταυροπροσκύνησης εγίνουντονε. Ας είναι. Εκάτσαμε και μια κοπανιά σκοτίδι κι επόεις σηκώνεται ο μπερντές και φανερώνεται ένας μαυροφορεμένος κι εκράθειε ένα βιτσαλάκι. Εκαληνώρισέ μας ο άθρωπος, ήκαμε ένα τεμενά και ξεπροβαίνει μια πατουλιά (πού στο διάολο ήτανε χωσμένοι και επαρακατσεύανε;) και εντακάρανε να φωνιάζουνε. Ο μαυροφορεμένος, σηκώνει ο καϋμέχαρος το βιτσαλάκι, κάνει το νόημα «κεδιά!», μα όσο ανεβοκατέβαζε αυτός το βιτσαλάκι, τοσονά εφωνιάζανε σαν τσι Πανασιθιανούς γαυγιώτες όντε μονοπαντήζουνε. Εχοροπήδα ο μαυροκακομοίρης, αυτοί το χαβά ντως. Προβαίνει από τη ζερβή μπάντα κι ένα χοντρός, μωρέ, ανιχί ο Καράς απού ‘χε το κασαπιό στο Μεϊντάνι, κι ήκραζε κι αυτός σαν τον κούκλη. Έρχεται και μια θρομύλα ανεμαλιασμένη σαν τη Ζωνιανή, εφώνιαζε κι αυτή, διαόλους είχε στην κοιλιά δε γ-κατέχω, οικογενειακά είχανε, ποιος κατέχει, έ, ετρώγουντονε σαν τα λιμοπρόγονα. Επέρασε ώρα, ήπιασέ με μια κεφαλόκριση, εγύριζε ο κόσμος σαν το σφοντύλι, επακοιμήθηκα. Όντε εφεύγαμε, με ρωτά μια κοπελιά (από τα σουσούμια τση την ήβγαλα Χανιώτισσα) «τον αριθμό σας, κύριε» και τση κάνω «Δεκοχτώ». Δίδει μου ετουτονέ το γαμπαδάκι, που το φορώ εδά, κι ετσά δεν επήγε ολότελα στράφνι η βραδιά…».

Οι ιδιωματικές λέξεις του κειμένου με τη σειρά που εμφανίζονται:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ευτράπελα, Κρήτη, Μεταμπλόγκειν, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , | 203 Σχόλια »

Μιλώντας για τον Κοτζιούλα στα Χανιά

Posted by sarant στο 22 Ιουλίου, 2018

Το περασμένο σαββατοκύριακο πετάχτηκα στα Χανιά, όπου τη Δευτέρα είχα την ευκαιρία να πάρω μέρος σε ημερίδα για τον αγαπημένο μου ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα. Πολύ χάρηκα τη σύντομη εκδρομή, είδα και φίλους παλιούς και καινούργιους, πέρασα το φαράγγι της Σαμαριάς, πήγα για μπάνιο, όλα ωραία και καλά. Ταξίδεψα με Ράιαν από ένα μικρό βέλγικο αεροδρόμιο, το αεροπλάνο γεμάτο ντόπιους πολύ χαρούμενους για το ταξίδι τους -και δεν καταλαβαίνω την περιφρονητική ατάκα που διάβασα κάπου, λίγο πριν ταξιδέψω, ότι με τις φτηνές εταιρείες έχουν, λέει, γεμίσει οι ελληνικές παραλίες με νοσοκόμες από το Λέστερ.

Τέλος πάντων, σήμερα είναι Κυριακή οπότε έχουμε θέμα λογοτεχνικό και, όπως συνηθίζω, θα δημοσιεύσω την ομιλία μου στην ημερίδα που έγινε, μαζί με μερικές από τις εικόνες που πρόβαλα σε διαφάνειες. Μίλησα για τα Ημερολόγια του Γιώργου Κοτζιούλα, που τα έχω παρουσιάσει και εδώ. Έκανα μια παρουσίαση του περιεχομένου των Ημερολογίων, που πρόκειται να εκδοθούν σε βιβλίο τα Χριστούγεννα.

(Αυτό που δεν είπα, αλλά το αναφέρω καταλεπτώς και με ονόματα στην εισαγωγή του βιβλίου, είναι ότι στη μεταγραφή ορισμένων εξαιρετικά φθαρμένων και δυσανάγνωστων σελίδων των ημερολογίων με βοήθησαν καθοριστικά μερικοί φίλοι του ιστολογίου -είχαμε τότε φτιάξει ένα μικρό κρυφό ιστολόγιο όπου συζητούσαμε σελίδα προς σελίδα τη μεταγραφή).

Η ημερίδα, κακά τα ψέματα, δεν είχε τόσο πολύ κόσμο, αφού έγινε σε εργάσιμη μέρα και κατακαλόκαιρο -μερικές εισηγήσεις πάντως ήταν πολύ καλές, ενώ είχα τη χαρά να γνωρίσω δύο φίλους του ιστολογίου που ζουν στα Χανιά. Και βέβαια η συζήτηση στην ταβέρνα που ακολούθησε ήταν επίσης πολύ διασκεδαστική.

Τα ημερολόγια του Γιώργου Κοτζιούλα

Καλημέρα σας

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές, το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, την Περιφερειακή Ενότητα Χανίων και τον Σύλλογο Ηπειρωτών του Νομού Χανίων για την τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να πάρω μέρος σε αυτή την εκδήλωση, και βέβαια ευχαριστώ όλους εσάς που μας κάνατε την τιμή να έρθετε να μας ακούσετε αντί να ενδώσετε στα θέλγητρα της παραλίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Ημερολόγια, Κρήτη, Ποίηση, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 93 Σχόλια »

Ο ήλιος επιάστηκε (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2018

Ο φίλος μας ο Antonislaw, που σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, πληκτρολόγησε και μού έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα και που έχει κάπως επετειακό χαρακτήρα μια και αναφέρεται στη Μάχη της Κρήτης, που έγινε στα τέλη Μαϊου 1941.

Το έγραψαν ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή, που είναι από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της αντίστασης στην Κρήτη στη γερμανική Κατοχή. Στη συνέχεια πήραν μέρος στον εμφύλιο και έμειναν στην παρανομία καθοδηγώντας τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και ζωντας κυρίως σε σπηλιές μέχρι το 1962, όταν με χίλιες αντιξοότητες κατόρθωσαν να διαφύγουν με την αποδεκατισμένη ομάδα τους μέσω Ιταλίας στην ΕΣΣΔ και στην Τασκένδη. (Δύο από τους 8 της ομάδας αρνήθηκαν να αφήσουν την Κρήτη. Ήταν οι θρυλικοί Μπλαζάκης και Τζομπανάκης, που τελικά κατέβηκαν από τα βουνά το 1975).

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οπως την ειδαν από πρώτο χέρι στην Τασκένδη, δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκαν με το ΚΚΕ Εσωτερικού οπότε πέρασαν από αρκετές δυσκολιες και τελικά επαναπατρίστηκαν το 1976. Συνέχισαν στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στο ΚΚΕ εσωτ., στην ΑΚΟΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής πέθανε το 2012, στα 92 του χρόνια (εδώ μια βιογραφία του).

Για όλα αυτά μπορειτε να δείτε το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που βασίστηκε στο βιβλίο τους «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», εκδόσεις Πολύτυπο, που σας το συνιστώ κι αυτο να το διαβάσετε, αν το βρείτε (αλλού φέρεται εξαντλημένο, αλλού ότι κυκλοφορεί). Οι ίδιοι έγραψαν και το «ΕΣΣΔ, προσδοκίες και πραγματικότητα προσφύγων», εκδόσεις Κουλτούρα.

Ο φίλος μας ο Antonislaw βρήκε σε διαδικτυακό παλαιοβλιοπωλείο ένα βιβλίο με διηγήματα του ζεύγους Κοκοβλή, που όμως το υπογράφουν με ψευδώνυμο, Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, με τίτλο «Βάσανα και Καημοί» που εκδόθηκε το 1965 από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ στην προσφυγιά). Το βιβλίο αυτό δεν (πρεπει να) έχει επανεκδοθεί.

(Το 1979, ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή εξεδωσαν αλλη μια συλλογή διηγηματων με το ιδιο ψευδωνυμο, Στα βουνα της Κρητης και στην παρανομία (αληθινές ιστορίες)»).

Το βιβλίο Βάσανα και καημοί περιέχει 14 διηγήματα, ανάμεσά τους και το διήγημα «Ο ήλιος επιάστηκε» που αναφέρεται στη μάχη της Κρήτης (20 με 31 Μαΐου του 1941).
Σημειώνει ο Antonislaw: Το διήγημα έχει τις όποιες κοινοτοπίες των αντίστοιχων της εποχής, όμως είναι το μόνο, από όσα εγώ γνωρίζω που είναι γραμμένο από αριστερούς αγωνιστές πρώτης γραμμής. … Επίσης έχει σημεία και στιγμές εξαιρετικές, όπως το σημείο που ο παπα-Γιώργης πυροβολεί τους Γερμανούς προτάσσοντας κάθε φορά «στο όνομα του Θεού». Επισημαίνεται επίσης στο διήγημα ο αφοπλισμός των κρητικών από το Μεταξά, ένα αντιδιχτατορικό κίνημα του 1938, καθώς και η άρνηση των ντόπιων «αρχόντων» και των Εγγλέζων να δώσουν όπλα στον ντόπιο πληθυσμό, κυρίως γέροι και γυναικόπαιδα, και λίγοι φαντάροι που είχαν καταφέρει με ίδια μέσα να κατέβουν από την ήδη υπόδουλη ηπειρωτική Ελλάδα.

Το ύφος της διήγησης δεν είναι ενιαίο. Σε κάποια σημεία είναι αμιγώς κρητικό, σε άλλα φαίνεται η διάθεση των συγγραφέων να μιλήσουν στην κοινή νεοελληνική, για να απευθυνθούν σε ευρύτερο κοινό. (πχ γράφει ζα-που δεν λέγεται στην Κρήτη- αντί για οζά). Σε κάποια σημεία οι συγγραφείς μέσα σε παρένθεση παραθέτουν μετάφραση σε λέξεις που πιστεύουν ότι δε θα είναι κατανοητές στους αναγνώστες [ Γλάκα (τρέξε) ,Δεν γκατέω (δεν ξέρω), γη (ή) ].  Σε άλλες περιπτώσεις όχι, που ίσως θα χρειαζόταν («Μα κείνοι οι εγγλέζοι δε νοιώθανε».Εδώ το νοιώθω έχει την έννοια του γνωρίζω να κάνω κάτι καλά, πχ νοιώθεις να γράψεις;πράμα δε νοιώθεις!»

Το κείμενο μονοτονίστηκε και έγινε κάποιος ορθογραφικός εκσυγχρονισμός.

Νίκου και Αργυρώς Μαδαρίτη

Βάσανα και καημοί (Διηγήματα)

1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

Ο ήλιος επιάστηκε

Ο μπάρμπα Νικόλας έφερε την παλάμη πάνω απ’ τα φρύδια, στο πλατύ ρυτιδωμένο του μέτωπο και κοίταξε τον ουρανό γύρω τριγύρω. Απ’ τα χοντρά ξασπρισμένα χείλη του έφυγε μια οργισμένη βρισιά: «Ούλ’ οι διαόλοι στο μιλέτι σας, ρημάδια». Ύστερα, μετέφερε το δρεπάνι απ’ τ’ αριστερό στο δεξί χέρι έσκυψε κι’ άρχισε πάλι να θερίζει τις μαραμένες κουκιές.

Σχεδόν μια ώρα απ’ το χωριό, κάτω στον κάμπο, είναι το χωράφι τούτο του μπάρμπα Νικόλα. Πρωί πρωί, όπως κάθε μέρα όταν έχει την υγειά του, πήγε και σήμερα στη δουλειά. Μαζί του είναι και η νύφη του, μια στρογγυλοπρόσωπη και δυνατή εικοσάχρονη κοπέλα. Τριάντα μέτρα πιο πέρα κι ο παπάς. Θερίζει κι αυτός. Καθώς είναι σκυμένος του αναδεύει το αεράκι την πυκνή σαν λιονταριού χαίτη μαύρη γενειάδα του. Πού και πού στένει ίσιο το κορμί του για να ξεκατσουνιάσει η μέση του και να ξαποστάσει. Η μέρα είναι απ’ τις πιο όμορφες της άνοιξης. Ο ουρανός, καταγάλανος, χαμογελάει καλωσυνάτα στη στολισμένη φύση. Τα ολοπράσινα δέντρα και τ’ ανθισμένα χαμόκλαδα, τα πολύχρωμα μαγιάτικα λουλούδια κι’ η μυρωμένη γη, τα μεστά στάχυα και το βαθυπράσινο χορτάρι, τα πουλιά με το γλυκό τους κελάιδημα και τα ζώα με τα χαρούμενα ξεφωνητά τους, όλα τραγουδούνε στον ίδιο σκοπό την ομορφιά και τη χαρά της ζωής και τη διαιώνισή της που παίρνει μια ξεχωριστή σημασία τούτη την ευλογημένη εποχή. Μόνο ένα πλάσμα, το ανώτερο πλάσμα της φύσης, ο άνθρωπος, δεν τραγουδούσε. Δεν τραγουδούσε αυτός που έπρεπε να χαίρεται, να τραγουδά, να γελά πιο πολύ. Τη ζωή του σήμερα τη σκιάζει μια μαύρη καταχνιά: Ο Πόλεμος. Μήπως ήθελε χειρότερο; Χαμοί, χωρισμοί, πόνοι, φόβοι, καταστροφές, γδύμια και πείνα. Α, αυτός ο εφιάλτης της πείνας! Μα να, από τούτο το πανηγύρι του χρόνου που λέγεται άνοιξη, έχει κι’ ο άνθρωπος το μερτικό του. Πολλά από τα κακά που βαραίνουν τη ζωή του γίνονται τώρα πιο μικρά. Με το φευγιό του χειμώνα δεν ξαναραχνιάζει μήπως λίγο και το στόμα του; Ευλογημένη εποχή, σκέφτεται ο μπάρμπα Νικόλας. Δυο κουκιά σήμερα, λίγο σταροκρίθαρο αύριο, δυο χόρτα την άλλη μας κρατούνε στη ζωή… Την πείνα σήμερα την πολεμάς όσο νάναι. Κι’ ύστερα και τον οχτρό δεν τον έχεις στο σπίτι σου. Βέβαια πώς λευτεριά δεν είναι σαν τ’ αδέρφια σου είναι σκλαβωμένα. Όμως και το ίδιο δεν είναι. Νοιώθεις του καταχτητή την άχνα του μα δεν αντικρίζεις τη φαρμακερή ματιά του. Δεν τον έχεις στο σπίτι σου, στην αυλή σου, να σε σκοτώνει, να σ’ ατιμάζει, ν’ αρπάζει το βιος σου, ό,τι βρει. Δεν τον συναντάς κάθε μέρα, κάθε ώρα στην πορπατησιά σου. Μα κείνοι κει στην άλλη Ελλάδα τον έχουνε ένα μήνα τώρα το γερμανό καταχτητή στην πλάτη τους. Και τάχουνε κι’ όλα τ’ άλλα τα κακά του πολέμου. Στο νησί μας ναι, δεν πάτησε ακόμα το πόδι του ο τρισκατάρατος τύραννος. Μα τούτα τα ρημάδια τ’ αεροπλάνα του ανασκάφτουνε μέρα νύχτα τον τόπο, και σκορπούνε το θάνατο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , , , , , | 158 Σχόλια »

Δίμουρα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2018

Δεν είχα βρει τίτλο για το σημερινό πολυσυλλεκτικό μας άρθρο, αλλά την ώρα που σκεφτόμουν τι να βάλω ήρθε σαν από μηχανής θεός το ηλεμήνυμα ενός φίλου, ο οποίος με ρωτούσε αν υπάρχει η λέξη «δίμουρος».

Υπάρχει, του είπα. Και τότε μου έστειλε ένα λινκ από το οποίο και θα αρχίσουμε τη σημερινή μας περιήγηση στα γλωσσικά αξιοπερίεργα της περασμένης εβδομάδας.

Όπως έχω πει πολλές φορές, τηλεόραση δεν βλέπω. Κι έτσι δεν ξέρω τι είναι και τι θέλει το Power of Love, αλλά υποθέτω πως είναι κάποιο τηλεοπτικό παιχνίδι.

Στο παιχνιδι αυτό υπάρχει μια παίκτρια ονόματι Στέλλα, το δε άρθρο που μου έστειλαν υποστηρίζει ότι «ο Μπαμπινιώτης σκίζει το λεξικό του» και «οι γλωσσολόγοι σκίζουν τα πτυχία τους» επειδή η Στέλλα είπε να πλάσει νέες λέξεις και «πέταξε ένα επικό μαργαριτάρι».

Ποιο μαργαριτάρι; Ακούστε το:

Ο συνομιλητής ρωτάει την παίκτρια αν δείχνει κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι, κι εκείνη του απαντάει «σε λίγο θα με πεις και δίμουρη και θα νευριάσω στ’ αλήθεια». Ο νεαρός δεν ξέρει τη λέξη, οπότε επιχειρεί να τη διορθώσει «διπρόσωπη θες να πεις». Το βιντεάκι κόβεται εκεί και δεν ξέρουμε ποια ήταν η αντίδραση της Στέλλας. Ελπίζω να είχε την ετοιμότητα να του πει κάτι τσουχτερό, αλλά φοβάμαι πως όχι.

Ώστε το… επικό μαργαριτάρι που μάλιστα θα μπει στα Best of the best της τηλεόρασης είναι η «ανύπαρκτη» λέξη «δίμουρος».

Μόνο που η λέξη δεν ειναι ανύπαρκτη! Δίμουρος θα πει πράγματι διπρόσωπος, υποκριτής, και είναι λέξη πολύ συνηθισμένη στην Κρήτη -ίσως από εκεί βαστάει η κοπέλα της εκπομπής- όπου είναι αρκετά συχνή σε μαντινάδες, για παράδειγμα

Ο Χάρος είναι δίμουρος, άσπλαχνος και ζηλιάρης / γι’ αυτό και τέθιο θάνατο εδιάταξε να πάρεις, ή

Δίμουρε και διπρόσωπε και ψεύτη της αγάπης / Σα δεν κατέχεις ν’ αγαπάς για δε ρωτάς να μάθεις

Φαίνεται όμως πως η λέξη δεν είναι περιορισμένη στο κρητικό ιδίωμα, διότι τη βρισκω στο Λεξικό του Δημητράκου, το οποίο σε γενικές γραμμές δεν έχει πολλές αμιγώς ιδιωματικές λέξεις. Και φαίνεται πως είναι ακόμα ζωντανή, αφού τη βρίσκουμε όχι μόνο σε παραδειγματα χρησης στο Διαδίκτυο αλλά και στο Βικιλεξικό.

Προφανώς, δεν είναι ντροπή να μην ξέρεις μια λέξη, κανείς μας δεν έχει πλήρη εποπτεία του λεξιλογίου. Ντροπή όμως είναι να θεωρείς δεδομένο ότι αφού δεν ξέρεις εσύ τη λέξη δεν υπάρχει, και να επιχειρείς να ξεφτιλίσεις εκείνον που την είπε -ξεφτίλα βέβαια που γυρναει πάνω στον ημιμαθή συντάκτη του ιστοτόπου, για να μη μιλήσουμε για τον πηχτό σεξισμό που στάζει απ’ το άρθρο του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δύο φύλα, Επιγραφές, Κρήτη, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 530 Σχόλια »

Τσιφτέδες για τσίφτηδες ξανά

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2017

Δεν είχα έμπνευση για φρέσκο άρθρο χτες -με είχε κυριέψει η διάθεση της εορταστικής χαλάρωσης, ας πούμε. Κι έτσι καταφεύγω για μιαν ακόμα φορά στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου και παρουσιάζω ξανά ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τέτοιες μέρες πριν από έξι χρόνια, για την ακρίβεια πριν από έξι χρόνια παρά μία μέρα.

Τέτοιες μέρες, αλλά όχι με θέμα εορταστικό. Λέξεις αναζητά και συσχετίζει το σημερινό μας άρθρο. Αλλά πριν προχωρήσω να σας θυμίσω ότι αν δεν έχετε ψηφίσει για τη Λέξη της χρονιάς 2017 πρέπει να βιαστείτε. Μιάμιση μέρα έμεινε, μετά θα είναι πολύ αργά.

Τις προάλλες είχα πάει σ’ έναν φίλο και του χάρισα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Ο φίλος μου, που είναι Κρητικός, άρχισε να το φυλλομετράει, και σε μια στιγμή μου λέει «ναι, αλλά εδώ για τον τσιφτέ έχεις λάθος».

Δαγκώθηκα, διότι ο τσιφτές (το κυνηγετικό όπλο) είναι λέξη (και) της κρητικής διαλέκτου και οι ντόπιοι μπορεί να ξέρουν κάτι που μου ξέφυγε, και τον ρώτησα πού είναι το λάθος -μου λέει «δεν γράφεις ότι προέρχεται από το αγγλικό Chieftain, το όνομα της εταιρείας που έφτιαχνε αυτά τα όπλα!» Ανάσανα ανακουφισμένος, αλλά ο φίλος μου συνέχισε, «όπως η μέγκλα που είναι από το made in England».

Πράγματι, ίδια περίπτωση είναι, αλλά όχι όπως το εννοούσε: ούτε η μέγκλα προέρχεται από το made in England, αν και θα έχετε ακούσει ότι έτσι είναι, ούτε ο τσιφτές από την Chieftain, παρόλο που υπάρχει πράγματι εταιρεία με το όνομα αυτό που φτιάχνει τανκς και άλλα σύνεργα σκοτωμού. Πάντως, όπως μου είπε, η θεωρία δεν ήταν δική του, αλλά ακούγεται ευρύτερα.

Εκ πρώτης όψεως δεν είναι παράλογη η θεωρία· άλλωστε, υπάρχουν ανάλογα προηγούμενα. Ο γκρας, το παλιό όπλο των προπαππούδων μας, ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του, του Γάλλου Gras, αν και για το θρυλικό καριοφίλι, που θεωρούσαμε για πολύν καιρό ότι ονομάστηκε έτσι από τη μανιφατούρα Carlo e figli, Κάρολος και υιοί, που έφτιαχνε τέτοια όπλα, η νεότερη έρευνα έδειξε ότι το όνομα δεν προέρχεται από τον κατασκευαστή του. Κάποια στιγμή θα γράψουμε άρθρο για τα ουσιαστικά που έχουν προκύψει από εμπορικές ονομασίες -από τη ρομβία και την πομόνα ως το σελοτέιπ και τα πάμπερς.

Όμως για τον τσιφτέ δεν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν έχει προέλθει από εμπορική ονομασία. Αφενός, η λέξη είναι παλιά, τη βρίσκουμε σε τραγούδια του 19ου αιώνα, ίσως και παλιότερα, οπότε κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχε η εταιρεία Chieftain τότε, ούτε ήταν τόσο εύκολος ο δανεισμός από τα αγγλικά. (Κατά εμπειρικό κανόνα: Λέξη που εμφανίζεται σε κείμενο του 19ου αιώνα και δεν είναι ναυτική δεν είναι δάνειο από τα αγγλικά).

Αφετέρου, και αυτό είναι το πιο βασικό, η ετυμολογία του τσιφτέ είναι γνωστή: προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι» ή «διπλός», επειδή αρχικά ο τσιφτές ήταν όπλο δίκαννο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 7 – Ο πενηνταεφτάχρονος ύπνος του Επιμενίδη

Posted by sarant στο 2 Αύγουστος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη, επειδή όμως χτες, που ήταν η κανονική μέρα, είχαμε το Μηνολόγιο, μετατέθηκε η δημοσίευση κατά μία ημέρα.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη, αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες. Είναι μαλλον σύντομη, καλοκαίρι γαρ. Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό. Από σήμερα περνάμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο, που βρίσκονται στο έργο του «Βίοι φιλοσόφων». Η σημερινή ιστορία βασίζεται στο κεφάλαιο 109 του 1ου βιβλίου.

Στα μέσα του 7ου αιώνα η Αθήνα περνούσε μεγάλη κοινωνική κρίση, από την οποία θα έβγαινε πολλά χρόνια αργότερα, χάρη στις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα πρώτα, και του Κλεισθένη αργότερα. Κυβερνούσαν οι αριστοκράτες αλλά η δυσαρέσκεια του λαού ήταν πολύ μεγάλη. Τη δυσαρέσκεια αυτήν επιχείρησε να εκμεταλλευθεί ένας ευγενής που λεγόταν Κύλων και είχε δυο σοβαρά ατού: ήταν ολυμπιονίκης και ο πεθερός του, ο Θεαγένης, ήταν τύραννος στα γειτονικά Μέγαρα.

Με αρκετούς λοιπόν οπαδούς του, και με τη βοήθεια ενόπλων που του παραχώρησε ο Θεαγένης, ο Κύλων έκανε κατάληψη, όπως θα λέγαμε σήμερα, στην Ακρόπολη και επιχείρησε να γίνει τύραννος. Η βοήθεια όμως που του έδωσε ο Θεαγένης, θεωρήθηκε από τους Αθηναίους «ξένη επέμβαση» και ο Κύλων απομονώθηκε. Ένοπλοι πολίτες από το Άστυ και την ύπαιθρο έτρεξαν και τον πολιόρκησαν στην Ακρόπολη. Εκείνος, πιστεύοντας σε μια σύντομη νίκη, δεν είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με τρόφιμα και άλλα εφόδια. Τελικά, αυτός μεν κατάφερε να ξεφύγει μαζί με τον αδελφό του, οι οπαδοί του όμως και οι Μεγαρίτες σύμμαχοι, εξαντλημένοι από την πείνα καταφύγαν ικέτες στο βωμό της Αθηνάς.

Οι άρχοντες των Αθηναίων τους υποσχέθηκαν πως αν παραδοθούν δεν θα θιγούν αλλά θα περάσουν από κανονική δίκη, μόλις όμως εκείνοι καταθέσαν τα όπλα οι πολιορκητές τους τους θανάτωσαν. Μόνο ο Κύλων και ο αδελφός του δικάστηκαν ερήμην και καταδικάστηκαν σε «αειφυγία» δηλαδή σε ισόβια εξορία και απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων τους, ποινή που επεκτάθηκε και στους απογόνους τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 203 Σχόλια »

Ο έπαινος των γυναικών (Ακατάλληλον δι’ ανηλίκους)

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από τον «Έπαινο των γυναικών», όπως λέγεται ένα από τα πρώιμα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ένα απόσπασμα που το χαρακτήρισα «ακατάλληλον δι’ ανηλίκους» επειδή έχει ως θέμα του τις εξωσυζυγικές περιπέτειες των γυναικών, που τις περιγράφει χωρίς περιφράσεις και περιστροφές.

Από μια άποψη, το σημερινό άρθρο συναρτάται με το πρόσφατο άρθρο μας για τα συζυγικά κέρατα, ενώ έμμεσα σχετίζεται και με το άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει την προπερασμένη Κυριακή για την ανάγκη ή όχι μεταγλώττισης ή μετάφρασης του Παπαδιαμάντη.

Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. «Ο έπαινος των γυναικών» είναι ένα ανώνυμο δημώδες στιχούργημα που υπολογίζεται ότι γράφτηκε στα τέλη του 15ου αιώνα (την περίοδο 1485-1500) στην Κρήτη, αλλά μας παραδίδεται από ένα και μοναδικό χειρόγραφο που βρέθηκε στην Κέρκυρα και πάντως περιέχει σχετικά λίγους κρητικούς ιδιωματισμούς. Αποτελείται από 735 οχτασύλλαβους στίχους, γενικά ομοιοκατάληκτους.

Ο ανώνυμος ποιητής στο προοίμιο δηλώνει ότι σκοπός του είναι να εξετάσει «τα κακά τα’χουν [που έχουν] εις τα φυσικά τους» οι γυναίκες, και για να τις εξετάσει τις χωρίζει σε τρεις κατηγορίες: ανύπαντρες κοπέλες, παντρεμένες γυναίκες, και χήρες. Ωστόσο η μερίδα του λέοντος, περίπου 450 στίχοι από τους συνολικούς 735, αφιερώνεται στις παντρεμένες γυναίκες. Ο ανώνυμος ποιητής ξεκινάει από το ελάττωμα της φιλαρέσκειας και προχωράει σε άλλα «τυπικά γυναικεία» ελαττώματα και χαρακτηριστικά, όπως η συζυγική απιστία, η φιληδονία ή η κακία και η πονηριά. Βλέπουμε δηλαδή ότι ο τίτλος είναι ειρωνικός: πουθενά δεν επαινεί τις γυναίκες ο ανώνυμος ποιητής, μόνο τις κακολογεί.

«Αντιγυναικεία» έργα του τύπου αυτού υπάρχουν αρκετά στη δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, αλλά δεν έχει βρεθεί κάποιο που να αποτέλεσε το πρότυπο του «Επαίνου». Πάντως, όσο υπερβολικό κι αν είναι το κατηγορητήριο κατά των γυναικών, δείχνει ότι το έργο είναι γραμμένο σε μια εποχή όπου η γυναίκα είχε αρχίσει να αμφισβητεί την πατρική και συζυγική εξουσία -και ταυτόχρονα κινείται ολοφάνερα σε αστικό περιβάλλον, μάλλον στον Χάνδακα, στο σημερινό Ηράκλειο πρέπει να γράφτηκε.

b189802Όπως θα δείτε, το στιχούργημα δεν διεκδικεί δάφνες για την τέχνη του, ούτε και για την τεχνική του. Είναι αξιόλογο επειδή υπάρχει, θα λέγαμε. Πάντως δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία, όσο κι αν πρέπει να τα φιλτράρουμε, παίρνοντας υπόψη την υπερβολή και την προκατάληψη του ποιητή.

Η γλώσσα του ποιήματος είναι η δημώδης γλώσσα των αρχών των Νεότερων χρόνων -μια γλώσσα μικτή, όπου στον καμβά της πρώιμης νεοελληνικής υπάρχουν λόγια στοιχεία καθώς και κάποιοι αρχαϊσμοί. Ιδιωματικοί τύποι όπως είπαμε υπάρχουν, αλλά είναι μάλλον λιγοστοί.

Ο Έπαινος των γυναικών κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια σε υποδειγματική έκδοση από το πρωτοπόρο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών της Θεσσαλονίκης, σε πλουσιότατη επιμέλεια της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου. Η έκδοση είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», πέμπτος τόμος της σειράς. Εγώ ομολογώ ότι το έργο το πληροφορήθηκα από κάποια αποσπάσματα που δημοσίευσε πριν από κανένα χρόνο ο φίλος Τάσος Καπλάνης στην Αυγή, όταν για ένα μήνα είχε αναλάβει την εκ περιτροπής θέση του ανθολόγου. Ο Τάσος έχει κάνει και κάποια εργασία για τον Έπαινο, αλλά δεν την έχω δει.

Φυσικά υπάρχει εκτενής πρόλογος, πλούσια εικονογράφηση, επίμετρο με παράλληλα κείμενα, ενώ ανάμεσα στις ενότητες του ποιήματος η επιμελήτρια παρεμβάλλει μικρά, πολύ ενδιαφέροντα δοκίμια που φωτίζουν διάφορα θέματα που θίγονται στο ποίημα. Ξαναλέω, πρόκειται για έκδοση υποδειγματική, όπως όλες σχεδόν του ΙΝΣ -αν ήταν να επισημάνω μια έλλειψη, θα ανέφερα ότι δεν υπάρχει γλωσσάρι και ότι το γλωσσικό-λεξιλογικό τμήμα αναπτύσσεται πολύ λιγότερο από το πραγματολογικό. Η ετυμολογία απουσιάζει εντελώς.

Αλλά δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για γλωσσάρι, για τον απλό λόγο ότι η επιμελήτρια έκανε μια ασυνήθιστη επιλογή: αντικριστά στο κείμενο παραθέτει μετάφρασή του στη σημερινή νεοελληνική -γι’ αυτό είπα ότι το σημερινό άρθρο συνδέεται με εκείνο για τη μεταγλώττιση του Παπαδιαμάντη. Αναδημοσιεύω κι εγώ τη μετάφραση πλάι στο πρωτότυπο (με τη βοήθεια του Στάζιμπου για τα τεχνικά) κι εσείς θα κρίνετε αν είναι περιττή, απαραίτητη ή απλώς χρήσιμη.

Σκόρπιους στίχους του Επαίνου μπορείτε να βρείτε στο Διαδίκτυο, κυρίως εδώ. Προτίμησα να μην κορφολογήσω στίχους και αποσπάσματα, αλλά να παραθέσω ένα ενιαίο εκτενές απόσπασμα, τους στίχους 208 έως 325, δηλαδή σχεδόν το ένα έκτο του συνόλου. Έτσι θα πάρετε μια αντικειμενική εικόνα -βέβαια, το ενιαίο απόσπασμα είναι πιο βαρετό από τα κορφολογήματα. Να σημειωθεί ότι δεν έκανα μετατροπή σε μονοτονικό, για τον απλό λόγο ότι το βιβλίο είναι ήδη τυπωμένο μονοτονικά, όπως άλλωστε πρέπει να τυπώνονται τα πρώιμα νεοελληνικά κείμενα. Το φως σε ό,τι αφορά τη φιλολογία στην Ελλάδα έρχεται από τον Βορρά, εδώ και 90 χρόνια. Στο τέλος λέω μερικά λεξιλογικά.

Και άλλες όταν παντρευτούν,
θέλουν δια να ποπευτούν
δοκιμάζουν και άλλους θέλουν,
να σκολάσουν πλέο δε θέλουν.
Φαίνεται της σαν το μέλι
και γοργά πάει εις το μπουρδελι,
νέον, γέρον, δεν την μέλει,
βάνει και μικρόν κοπέλι
και τον άνδρα της ου θέλει,
επειδή τον έχει ως τρέλη.
Και όσες έναι οπού το κάμαν
τούτο το κακόν το πράμαν,
δύσκολα δια να το αφήσουν,
ειμή μόνο ν’ αστοχήσουν
ή να πάρουσιν ζουλιάρην
ή κακόν μαλωματάρην
ή κανένα παλληκάριν
να ’χει φρόνεσην και χάρην
και καλά να την φυλάσσει
ότι να μη τον γελάσει.
Αμή, όσα θέλει ας την φυλάει,
δεν μπορεί να το απαλλάγει
και τον κόπον μόνον χάνει,
αμή αυτήν δεν τηνε πιάνει,
ειμή μόνο αν εστεκέτο
πάντα να μη κοιμιζέτο
και να την αγκαλιαζέτο,
μετά κείνην να σφαλιέτο,
εις σετούκι να έμπει απέσω.
Και να πει ότι: «Θε να πέσω»,
ή ότι: «Κόπτει με να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να την πει: «Κάμε το αυτού
ένα και άλλον, και ας κτυπούν.»
Και αν ειπεί: «Να κατουρήσω,
δεν πορώ δια να τουρήσω»,
να την λέει ώς και αυτό:
«Εδαυτού σε το κρατώ,
πάντα σου δια να το κάμνεις
και από την μοιχείαν να λείπεις.»
Και αν ειπεί: «Και αν πεινάσω
και καμπόσο να διψάσω,
πού να το εύρω να χορτάσω
εδώ μέσα οπό πλαντάσσω;»,
να την πει: «Εγώ, μά τ’ άγια,
και μά τα μυστήρια τα άγια,
δύνομαι να σε χορταίνω
και σφικτά να σε βασταίνω.»
Κι αν αυτή το στεργηθεί
εκεί μέσα να σταθεί,
πρέπει να μη κοιμηθεί
και ποσώς μη πλανεύει,
ώστα ζει να την θωρεί,
νύκτα ημέρα ως ημπορεί,
και έτοιμος με το σπαθί
να την κρατεί, μη γαμηθεί·
τότες έναι δυνατό
να μηδέν κερατωθεί.
Αμή αλλέως δεν έχει φύση
άνθρωπος να την κρατήσει
την γυνήν την πομπεμένην
και την μουτζοπαντρεμένην
και την άλλην την καμένην
οπού ευρέθη εγκαστρωμένη.
Αμή αν θέλεις να κοιμάσαι,
πάντοτες αυτή πλανά σε.
Μερικές εις το κρεβάτι
έχουν καύχους, και κτυπά τη,
και τον άνδρα ωσάν προβάτο
έχει τον και ωσάν κτημάτο.
Άτυχος, ουδέ γρικά τη
‘τι μαγεύει τον με κάτι,
και πίσω άλλος πελεκά τη.
Λέει το ότι δοικά τη,
αμή εκείνη λέει πάντα:
«Βάρει! Μόνον αν επλάντα!
Ο κρουσμένος σαν κοιμάται,
ως το ξύλον δεν γρικάται.»
Δεν σας λέγω όταν λείπει
ο άνδρας εις την μαύρην λύπη
τότε έχει τον καιρόν
να χορεύει τον χορόν·
βλέπει τον ωσάν ξερόν,
λέγει: «Θε να ’βρω να χαρώ
με άλλον, νέον τρυφερόν,
να με ποίσει ωσάν πτερό
‘λαφρικήν και γλυκασμένην
την καρδιά μου την καμένην.»
Την αλήθεια, τέτοιον πράγμα
δεν εφάνηκεν εις γράμμα,
οπού κάμνουν οι γυναίκες,
να ’ναι ξενοπηδημένες.
‘Δέτε μόνο αν έχει γνώση
η γυναίκα να μετρήσει
ένα, δύο και τα τρία
(ναι, μα την Οδηγητρία!),
ήγουν την ζωήν που ζούμεν
και το πλέον, οπού γρικούμεν,
και το τρίτον, την τιμήν τους,
πόναι πλέο από την ζωήν τους.
Αμή εκείνες ’δέ θυμούνται,
ουδέ τάσσου, ουδέ φοβούνται
να μηδέν τας εγρικήσουν
και τας κάρας τους τσακίσουν,
ήγου οι βαριομοιριασμένοι,
οι άνδρες των οι μαγεμένοι.
Μόνον λέγουν ας χορτάσουν,
κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν,
δεν φοβούνται να τας πιάσουν,
ουδέ καν να τας γρικήσουν,
και εντροπήν ουδέν ψηφούν
να ποπεύονται κρυφά.
Και όταν έλθει να την φτάσει,
θέλει διά να την πιάσει,
έναι νόμος δια να χάσει
το προικιόν της, αν πλαντάζει·
τότες απομένει γδούρια
και πηδούν τη τα γαδούρια.
Και άλλες, όταν παντρευτούν,
το πάνε φιρί φιρί να ντροπιαστούν·
δοκιμάζουν και άλλους ποθούν,
δεν θέλουν πια να σταματήσουν.
Της φαίνεται σαν το μέλι
και γρήγορα καταλήγει στο μπουρδέλο,
νέο, γέρο, δεν τη νοιάζει,
παίρνει και μικρό αγόρι·
και ο άντρας της δεν της αρέσει,
επειδή τον θεωρεί τρελό.
Και όσες το έκαναν
τούτο το κακό το πράμα,
δύσκολο να το αφήσουν,
παρά μόνο αν κάνουν λάθος
και πάρουν άντρα ζηλιάρη
ή κακό καβγατζή
ή κανένα νεαρό
που να έχει σύνεση και δύναμη
και να τη φυλάει
καλά για να μην τον απατήσει.
Αλλά, όσο θέλει ας τη φυλάει,
δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτό
και μόνο χάνει τον κόπο του,
αυτή δεν τη συγκρατεί,
παρά μόνο αν στεκόταν
πάντα ξύπνιος
και την αγκάλιαζε
και κλεινόταν μαζί της
κι έμπαινε μέσα σε σεντούκι.
Και αν του έλεγε «Θα ξαπλώσω»,
ή «Μου έρχεται να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να της απαντούσε: «Κάνε το εδώ
και το ένα και το άλλο, κι ας χτυπούν απέξω.»
Και αν έλεγε «Να κατουρήσω,
δεν μπορώ να αντέξω»,
να της έλεγε ακόμη κι αυτό:
«Ορίστε, εδώ σου το κρατώ,
πάντα να το κάνεις
και να αποφεύγεις τη μοιχεία.»
Και αν έλεγε: «Κι άμα πεινάσω
και διψάσω πολύ,
πού θα βρω να χορτάσω
εδώ μέσα που πλαντάζω;»,
να της απαντούσε: «Εγώ, μά τα ιερά,
και μά τ’ άγια μυστήρια,
μπορώ να σε χορταίνω
και να σε βαστάω σφιχτά.»
Και αν εκείνη το δεχτεί
να μείνει εκεί μέσα,
πρέπει αυτός να μην κοιμάται
και καθόλου να μην ξεγελιέται,
να την προσέχει όσο ζει,
νύχτα μέρα, όπως μπορεί,
κι έτοιμος με το σπαθί
να την κρατάει, για να μη γαμηθεί·
τότε είναι δυνατό
να μη φορέσει κέρατα.
Μα, αλλιώς, δεν έχει φυσική δύναμη
ο άντρας να την κρατήσει
τη γυναίκα την ξευτελισμένη
και τη διαπομπευμένη σύζυγο
και την άλλη την καημένη
που βρέθηκε γκαστρωμένη.
Πάντως, αν θέλεις να κοιμάσαι,
αυτή πάντα θα σε εξαπατά.
Μερικές στο κρεβάτι
έχουν αγαπητικούς, και την πηδάνε,
και τον άντρα της σαν πρόβατο
τον έχει και σαν ζώο.
Ο κακότυχος, ούτε καν την ακούει,
γιατί τον μαγεύει με κάτι,
και ύστερα άλλος την κανονίζει.
Λέει ότι την εξουσιάζει,
αλλά εκείνη λέει συνέχεια:
«Απαύτωνέ με! Αχ, και μόνο να ψοφούσε!
Ο κερατάς όταν κοιμάται,
είναι αναίσθητος σαν το ξύλο.»
Δεν σας λέω τί γίνεται όταν λείπει
ο άντρας της· στη μαύρη λύπη μέσα
τότε έχει τον καιρό
να χορεύει τον ερωτικό χορό·
βλέπει τον άντρα της σαν ψοφίμι,
λέει: «Θα βρω για να χαρώ
άλλον, νέο τρυφερό,
να μου κάνει σαν φτερό
ελαφριά και γλυκαμένη
την καρδιά μου την καημένη.»
Αλήθεια, τέτοιο πράγμα
δεν έχει γραφτεί ακόμα,
αυτό που κάνουν οι γυναίκες,
που πηδιούνται με ξένους.
Δείτε μόνο αν έχει μυαλό
η γυναίκα να μετρήσει
το ένα, δύο και τρία
(ναι, μά την Παναγιά την Οδηγήτρια!),
δηλαδή πρώτον τη ζωή που ζούμε,
δεύτερον την αντίληψη που έχουμε,
και, τρίτον, την τιμή τους,
που είναι πιο πάνω κι από τη ζωή τους.
Αλλά εκείνες τίποτε δεν λογαριάζουν,
ούτε υπόσχονται, ούτε φοβούνται
μήπως τις πάρουν είδηση
και τσακίσουν τα κεφάλια τους,
εννοώ οι κακότυχοι
οι άντρες τους οι μαγεμένοι.
Το μόνο που λένε είναι οι ίδιες να χορτάσουν,
κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται,
δεν φοβούνται μήπως τις τσακώσουν,
ούτε καν μήπως τις πάρουν χαμπάρι,
και καθόλου δεν θεωρούν ντροπή
το να ξευτελίζονται κρυφά.
Μα όταν συμβεί να τη βρει,
και να την πιάσει στα πράσα,
ο νόμος είναι να χάσει
την προίκα της, αν σκάσει από πόθο·
τότε απομένει φτωχή
και την πηδούν τα γαϊδούρια.
208
 
210
 
 
 
 
 
 
 
 
 
220
 
 
 
 
 
 
 
 
 
230
 
 
 
 
 
 
 
 
 
240
 
 
 
 
 
 
 
 
 
250
 
 
 
 
 
 
 
 
 
260
 
 
 
 
 
 
 
 
 
270
 
 
 
 
 
 
 
 
 
280
 
 
 
 
 
 
 
 
 
290
 
 
 
 
 
 
 
 
 
300
 
 
 
 
 
 
 
 
 
310
 
 
 
 
 
 
 
 
 
320
 
 
 
 
325

Μερικά λεξιλογικά:

* Στον στίχο 324, στην απόδοση, παραλείπω την επεξηγηματική προσθήκη της επιμελήτριας: [και συνουσιαστεί με άλλον] επειδή μου χαλάει τη στοίχιση.

* Μια γενική παρατήρηση, ότι σε πολλές περιπτώσεις τα μπ, ντ γράφονται π, τ (ποπευτούν αντί πομπευτούν, σετούκι αντί σεντούκι, πορώ αντί μπορώ και άλλα πολλά). Δεν είδα κάπου μια αναφορά σε αυτό το φαινόμενο ή μια εξήγησή του, αν είναι δηλαδή σύμβαση της γραφής ή αν έχει πραγματική βάση -ίσως όμως να υπήρχε αναφορά και να μην την πρόσεξα.

* Στίχος 217, «επειδή τον έχει ως τρέλη». Η επιμελήτρια μεταφράζει «επειδή τον θεωρεί τρελό». Δεν ξέρω αν ο τύπος «τρέλης» υπάρχει ή αν έγινε για χάρη της ομοιοκαταληξίας, αλλά αναρωτιέμαι γιατί απορρίφθηκε ο απλός παρατονισμός (που τέτοιους έχει πολλούς χάρη της ρίμας στο ποίημα) δηλαδή «επειδή τον έχει ως τρελή». Αλλά λέξη «τρέλλης» υπάρχει όπως με πληροφορεί το σχ. 21 οπότε εδώ μάλλον κακώς αναρωτήθηκα.

* Στίχος 243, «να τουρήσω». Πρόκειται πάλι για τη γραφή τ αντί για ντ. Ο τύπος είναι «να ντουρήσω», από το ρήμα «ντουρώ», αντέχω, και αλλού «διατηρούμαι», που είναι δάνειο από το βενετικό durar, ιταλικό durare. Να σημειώσουμε ότι και το κοινό «φτουράω» προέρχεται μάλλον από το λατ. obduro.

* 269 «μουτζοπαντρεμένη» Σύνθετο που μας θυμίζει την πρακτική της διαπόμπευσης των μοιχαλίδων -φυσικά για τη μούντζα αξίζει να γραφτεί άρθρο, να δούμε πότε θ’ αξιωθώ.

* 275 «καύχους». Καύκος και καύχος ο αγαπητικός, καύκα και καύχα η αγαπητικιά. Και για τη λέξη αυτή αξίζει άρθρο, μεταξύ άλλων επειδή η ετυμολογία της είναι σκληρό καρύδι που αντιστέκεται -μπορεί πάντως να έχει σχέση με το ποτήρι τον καύκο (του γνωστού βυζαντινού συνθήματος Πάλιν τον καύκον έπιες…) Στην Κύπρο οι λέξεις καύκος και καύκα είναι σε χρήση -ο αστικός μύθος λέει ότι το 1970 το τελωνείο απέρριψε βιβλίο του Κάφκα που ερχόταν από Ελλάδα επειδή το θεώρησαν άσεμνο αφού μιλούσε για ερωμένες (καύκα, νόμισε ο τελώνης).

* 275 «κτυπά τη» – μια από τις πολλές λέξεις για την ερωτική πράξη. Βλ. και «βαράει» ή «πελεκάει» αμέσως πιο κάτω, ενώ ο κερατωμένος σύζυγος λέγεται «κρουσμένος»

* 309 «ουδέ τάσσου» [τάσσουν] Η επιμελήτρια το μεταφράζει «υπόσχονται», και εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται λογικό, αφού τάσσω = τάζω, αλλά το νόημα δεν βγαίνει. Στον στίχο  315 πιο κάτω, το «κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν» αποδίδεται πειστικά «κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται», οπότε εικάζω ότι αυτό είναι και εδώ το νόημα, οι γυναίκες «δεν σκέφτονται/νοιάζονται, δεν φοβούνται». Δυστυχώς η έκδοση του μεσαιωνικού λεξικού του Κριαρά δεν έχει φτάσει ως το Τ ακόμα (ο 19ος τόμος τελειώνει στο σιργ-) οπότε δεν μπορώ να ανατρέξω εκεί, βρίσκω όμως την ίδια σημασία, τάσσω= σκέφτομαι, νοιάζομαι και στον Πόλεμο της Τρωάδας:

Ἐξ ὅ, τι καὶ ἂν ἐχάσασιν οἱ Ἕλληνες ἀπάρτι,
ὅλον ἐλησμονῆσαν το, τίποτε δὲν τὸ τάσσουν

οπότε πείθομαι ότι το διαβάζω σωστά.

* 324 «απομένει γδούρια», αποδίδεται «φτωχή», αλλά είναι λιγάκι πιο έντονο. Γδούρης είναι ο πάμφτωχος, που δεν του έχει απομείνει τίποτα, που τον «έχουν γδάρει» μεταφορικά. Αυτή είναι άλλωστε και η ετυμολογία της λέξης, αφού προέρχεται από το εκδόριον, εκδούριν και το κδ τρέπεται σε γδ. Εδώ, η μοιχαλίδα που σκάει από τον πόθο και συνουσιάζεται με άλλον βάσει του νόμου χάνει την περιουσία της (και την προικώα, υποθέτω) οπότε μένει επί ξύλου κρεμάμενη, τσίτσιδη, όχι απλώς φτωχή. Στο Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, του Π. Κουσαθανά, βρίσκω ότι «γδούρι» σημαίνει α) κουρεμένος γουλί, β) γυμνός, ολότελα χαμένος σε τυχερό παιχνίδι.

Οπότε, το μοναδικό παράπονο από αυτή την έξοχη έκδοση είναι πως δεν είχε δέκα σελιδούλες παραπάνω με μερικά γλωσσικά σχόλια σαν κι αυτά που σημείωσα.

 

 

Posted in Αθυροστομίες, Δύο φύλα, Κρήτη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 136 Σχόλια »

Τα Ρίχτερ μετά τη δίκη

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2016

Πριν από μερικούς μήνες, ενώ γινόταν στο Ρέθυμνο η δίκη του Χάινς Ρίχτερ, είχα γράψει το άρθρο «Τα Ρίχτερ της δίκης«, κάνοντας ένα μάλλον εύκολο λογοπαίγνιο με το όνομα του Γερμανού ιστορικού. Η δίκη τελείωσε, ο Γερμανός καθηγητής, όπως ήταν αναμενόμενο, αθωώθηκε, αλλά η ιστορία δεν τελείωσε εκεί.

Αντίθετα, αμέσως μετά την έκδοση της αθωωτικής απόφασης (η οποία, αν θυμάμαι καλά, εκδόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου) ο καθηγητής Ρίχτερ, αναγνωρισμένος πλέον εξαιτίας της δίωξής του ως «γνώστης των ελληνικών θεμάτων» άρχισε μια ομοβροντία δημοσιεύσεων, συνεντεύξεων και δηλώσεων στις οποίες πρόβαλε θέσεις καινοφανείς και απαράδεκτες.

Έτσι, με άρθρα του στο Σπίγκελ, στο Φόκους και στη Βελτ, όλα μέσα στην πρώτη εβδομάδα από την αθώωσή του, ο καθηγητής Ρίχτερ υποστήριξε ότι όχι μόνο δεν υφίσταται θέμα γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα αλλά και στην πραγματικότητα, όπως προέκυψε ύστερα από πολυπλοκους υπολογισμούς του καθηγητή Ρίχτερ, η Ελλάδα είναι εκείνη που οφείλει ένα σεβαστό ποσό προς το γερμανικό κράτος!

Επιπλέον, ο καθηγητής Ρίχτερ συμμετείχε σε σύσκεψη στο γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, στην οποία ενημέρωσε στελέχη της γερμανικής δημόσιας διοίκησης για τα πορίσματά του, έστω κι αν η γερμανική κυβέρνηση, απαντώντας σε ερώτηση βουλευτών του Κόμματος της Αριστεράς, παρουσίασε ως ασήμαντο το θέμα.

Τέλος, την περασμένη Κυριακή, ο Γερμανός καθηγητής έδωσε συνέντευξη στην Καθημερινή, στην οποία υποστηρίζει τις ίδιες απαράδεκτες θέσεις και αναφέρεται και στο ενδεχόμενο να του αφαιρεθεί ο τίτλος του δόκτορα επί τιμή που του έχει απονεμηθεί από το Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Τότε που γινόταν ακόμα η δίκη, αλλά και πριν γίνει, είχα τοποθετηθεί και είχα θεωρήσει απαράδεκτη τη δίωξη του κ. Ρίχτερ. Μήπως αισθάνομαι τώρα άσχημα, μήπως μετανιώνω για τη θέση που πήρα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκπαίδευση, Ελευθερία του λόγου, Ιστορία, Κρήτη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , , | 294 Σχόλια »

Τα Ρίχτερ της δίκης

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2015

Για τη δίκη του Γερμανού καθηγητή Χάιντς Ρίχτερ που γίνεται αυτές τις μέρες στο Ρέθυμνο δεν έχω γράψει. Και ο λόγος που δεν έχω γράψει δεν είναι ότι δεν έχω διαβάσει το επίμαχο βιβλίο, στο οποίο ο καθηγητής Ρίχτερ κατηγορείται ότι «επιδοκίμασε, ευτέλισε και κακόβουλα αρνήθηκε την ύπαρξη και τη σοβαρότητα αναγνωρισμένων από τη Βουλή των Ελλήνων εγκλημάτων του ναζισμού (…) και η αξιόποινη αυτή συμπεριφορά του στρέφεται κατά του συνόλου των ανθρώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, τη γενεαλογική καταβολή (…) πράττοντας τούτο με τρόπο που στρέφεται κατά του κρητικού λαού και που ενέχει εξυβριστικό χαρακτήρα εις βάρος του» όπως λέει το Κλητήριο θέσπισμα, το οποίο πέρα από όλα τα άλλα αναγνωρίζει «κρητικόν λαό», μια επικίνδυνη ανοησία αφού υπονοεί ότι οι Κρητικοί είναι κάτι άλλο από τον ελληνικό λαό.

Το ότι δεν έχω διαβάσει το επίμαχο βιβλίο του καθηγητή Ρίχτερ δεν το θεωρώ εμπόδιο για να αποφανθώ για τη δίωξή του, διότι τη δίωξη τη θεωρώ απαράδεκτη ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του βιβλίου. Θα μου πείτε: θα έλεγες το ίδιο αν στη θέση του Ρίχτερ ήταν, έστω, ο Κ. Πλεύρης; Θα σας απαντήσω ότι δεν είναι το ίδιο. Ο ένας είναι καθηγητής σε αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο, παρασημοφορημένος από την ελληνική πολιτεία΄ο άλλος είναι ένας αξιοθρήνητος ακροδεξιός αναθεωρητής. Πάντως, αν τα βάλουμε στη ζυγαριά, προτιμώ να μη δικαστεί ο Πλεύρης με το αντιρατσιστικό (θυμίζω ότι δικάστηκε και αθωώθηκε σχεδόν πανηγυρικά με τον προηγούμενο νόμο) παρά να δικάζεται ο Ρίχτερ, η Ρεπούση, ο Φίλης, εγώ κι εσείς με τον άθλιο αυτόν νόμο.

Ο λόγος που δεν έχω ακόμα γράψει για τη δίκη του Ρίχτερ είναι, πολύ πεζά και ανόητα, συνδυασμός φόρτου εργασίας και «τεχνικών» περιορισμών. Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος της χρονιάς, έχουμε διάφορα άρθρα επετειακού και απολογιστικού χαρακτήρα: προχτές είχαμε τη Λέξη της χρονιάς, που ακόμα μπορείτε να διατυπώσετε δικές σας προτάσεις για να τεθούν σε ψηφοφορία, το πρωί είχαμε προτάσεις για βιβλία στις γιορτές, την Τρίτη θα έχουμε τις τελικές προτάσεις για να ψηφίσετε Λέξη της χρονιάς, έχω και καναδυό ακόμα άρθρα που τα χρωστάω, οπότε οι ελεύθερες μέρες είναι λιγοστές. Αυτό εξηγεί το ανήκουστο, ότι δημοσιεύω δεύτερο άρθρο την ίδια μέρα, και μάλιστα Παρασκευιάτικα.

Επίσης, δεν έχω να πω πολλά για την υπόθεση, επειδή τη γνώμη μου για το άθλιο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο την έχω ήδη διατυπώσει, και για την υπόθεση Ρίχτερ είχα γράψει τα δικά μου και είχα αναδημοσιεύσει άρθρο του ιστορικού Βαγγέλη Καραμανωλάκη τον Μάρτιο, τότε δηλαδή που ασκήθηκε η δίωξη στον Γερμανό καθηγητή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Ελευθερία του λόγου, Κρήτη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 314 Σχόλια »

Φοινίκια από τη φοινικιά

Posted by sarant στο 30 Νοέμβριος, 2015

xourmadesΠροχτές η φίλη μας η Λ. ρώτησε αν υπάρχει άρθρο για τα φοινίκια, που είναι και η εποχή τους. Για τα φοινίκια που ξέρω εγώ, γιατί τη λέξη αυτή την έμαθα πολύ μικρός από την αιγενήτισσα γιαγιά μου, δεν έχει ακόμα έρθει ο καιρός τους, αν και πλησιάζει με βήμα ταχύ: διότι «φοινίκια» ξέρω τα μελομακάρουνα, κατεξοχήν γλυκό των Χριστουγέννων (άλλοι θεωρούν τα φοινίκια διαφορετικό γλύκισμα -αλλά έτσι κι αλλιώς μοιάζει πολύ με τα μελομακάρουνα).

Όμως η Λ. είναι από την Κύπρο, και οι κουμπάροι όταν λένε «φοινίκια» εννοούν τους χουρμάδες. Και για τους χουρμάδες είχα έτοιμο άρθρο, που μάλιστα περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«, αλλά δεν έχει δημοσιευτεί ως τώρα στο ιστολόγιο. (Τα περισσότερα κεφάλαια εκείνου του βιβλίου, που είναι αφιερωμένο στους καρπούς, είχαν αρχικά παρουσιαστεί στο ιστολόγιο και μετά ξαναδουλεμένα και εμπλουτισμένα μπήκαν στο βιβλίο. Μερικά όμως δεν έχουν δημοσιευτεί εδώ).

Οπότε, παρουσιάζω σήμερα το άρθρο για τους χουρμάδες, που έχει επίσης και λίγα λόγια στο τέλος για την ινδική καρύδα. Προσθέτω και μερικά πράγματα.

Ο χουρμάς είναι ο καρπός του φοίνικα, του πανύψηλου και πανέμορφου δέντρου που φυτρώνει ως διακοσμητικό και στην πατρίδα μας. Ακριβέστερα, είναι καρπός του φοίνικα του δακτυλοφόρου, που λέγεται επίσης φοινικιά ή χουρμαδιά ή και βαγιά. Πρόκειται για δίοικο δέντρο (δηλαδή έχει αρσενικό και θηλυκό, όπως και η φιστικιά) που καλλιεργείται από τα πολύ αρχαία χρόνια στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο, ίσως από το 4.000 π.Χ. αν και πατρίδα του πρέπει να είναι η Αραβία, κοντά στον Περσικό κόλπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Παρετυμολογία, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 185 Σχόλια »

Λεξιλογώντας για τον Αστερίξ στην Κορσική

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι το έκτο της «λεξιλογικής» παρουσίασης που κάνω στις περιπέτειες του Αστερίξ.

corse-coverΌπως έχω πει, με μια δόση υπερβολής βέβαια, οι 24 τόμοι του Αστερίξ (εννοώ την κοινή δημιουργία του Ρενέ Γκοσινί και του Αλμπέρ Ουντερζό) είναι μια από τις σημαντικότερες προσφορές της Γαλλίας στον παγκόσμιο πολιτισμό μεταπολεμικά. Τουλάχιστον η γενιά μου, που γνώρισε τον Αστερίξ στα φοιτητικά της χρόνια, τον αγάπησε σχεδόν ομόθυμα -και η ανταπόκρισή σας σε αυτές τις δημοσιεύσεις ήταν πολύ θετική, οπότε είχα πει ότι θα αρχίσω να παρουσιάζω στο ιστολόγιο, έναν προς έναν, τους 24 τόμους του Αστερίξ, κάτι που, με μια συχνότητα έναν τόμο κάθε δίμηνο (και εφόσον δεν κάνω παρασπονδίες, όπως τον Αύγουστο), θα μας πάρει τέσσερα χρόνια.

Ξεκινήσαμε πέρσι τέτοιον καιρό, τον Οκτώβριο του 2014, με μια παρουσίαση της περιπέτειας Αστερίξ στους Βρετανούς και μετά με μια γενική παρουσίαση των πρωταγωνιστών του κόμικς. Τον Δεκέμβριο είχαμε τη δεύτερη περιπέτεια, την Κατοικία των θεών, τον Φλεβάρη είδαμε τον Μάγο (ή Μάντη) ενώ στα τέλη Απριλίου παρουσίασα τον «Αστερίξ στη χώρα των Ελβετών». Τέλη Ιουνίου παρουσιάστηκε Ο αγώνας των αρχηγών, η πέμπτη περιπέτεια της σειράς, αλλά στα τέλη Αυγούστου δεν είχαμε περιπέτεια για τεχνικούς λόγους. Οπότε, ο κύκλος ξαναπιάνει με τη σημερινή, έκτη δημοσίευση.

Θυμίζω ότι οι περιπέτειες του Αστερίξ κυκλοφόρησαν στα ελληνικά πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τις εκδόσεις Ψαρόπουλου (σε μετάφραση αρχικά του Κώστα Ταχτσή και μετά του Αργύρη Χιόνη) ενώ αργότερα κυκλοφόρησαν σε νέα μετάφραση (της Ειρήνης Μαραντέι) από τις εκδόσεις Μαμούθ, που είναι και η έκδοση που (νομίζω πως) βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο εμπόριο.

Εγώ έχω γαλουχηθεί με τις μεταφράσεις του Ψαρόπουλου, και ομολογώ πως τις βρίσκω καλύτερες, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι τις έχω συνηθίσει. Από την άλλη, ο δεύτερος μεταφραστής βρίσκεται σε δύσκολη θέση, διότι ίσως αισθάνεται αναγκασμένος να αποφύγει τα λογοπαικτικά ευρήματα του πρώτου. Ένα σταθερό χαρακτηριστικό των παρουσιάσεων που κάνω εδώ είναι η σύγκριση των δύο ελληνικών μεταφράσεων, Ψαρόπουλου και Μαμούθ. Η κυρία Ιρένε Μαραντέι, που έχει κάνει τις μεταφράσεις της σειράς Μαμούθ, μάς έκανε την τιμή να σχολιάσει εδώ.

Όπως λέει και ο τίτλος, «Ο Αστερίξ στην Κορσική» είναι μια από τις ταξιδιωτικές περιπέτειες, δηλαδή οι δυο ήρωες ταξιδεύουν σε μια κοντινή ή μακρινή χώρα και το γέλιο σε μεγάλο ποσοστό βγαίνει από ευρήματα που έχουν να κάνουν με τις ιδιομορφίες του άλλου λαού. Εδωπέρα υπάρχει μια κόντρα-ιδιομορφία, ότι το ταξίδι γίνεται στην Κορσική, που ανήκει στη Γαλλία, αλλά που έχει μακρά ιστορία εθνικιστικών (κατά τη γαλλική ορολογία) κινημάτων. Πάντως, είναι από τις πιο πλούσιες σε χιούμορ και πρόσωπα περιπέτειες του Αστερίξ -υποθέτω πως αν κάναμε δημοψήφισμα, αρκετοί θα την κατέτασσαν στην πρώτη τριάδα.

corse-mapΟ συγκεκριμένος τόμος έχει και άλλες δυο ιδιομορφίες. Η πρώτη είναι ότι στη δεύτερη σελίδα, αντί για τον καθιερωμένο χάρτη του γαλατικού χωριού που είναι περικυκλωμένο από τα τέσσερα ρωμαϊκά στρατόπεδα, βρίσκουμε χάρτη της Κορσικής, με δεκάδες ρωμαϊκά στρατόπεδα στην παραλία (πιο μέσα δεν τολμάνε να προχωρήσουν οι Ρωμαίοι, λέει ο Κορσικανός αρχηγός).

Φυσικά τα ονόματα των στρατοπέδων είναι λογοπαίγνια, είτε με λατινικές λέξεις που έχουν περάσει στη γαλλική γλώσσα (ultimatum, auditorium, maximum) είτε με γαλλικές λατινοφανείς (tartopum αντί για tarte aux pommes, μηλόπιτα).

Η δεύτερη ιδιομορφία είναι ότι στην τρίτη σελίδα υπάρχει πρόλογος του Γκοσινί και του Ουντερζό, όπου λένε πολλά καλά λόγια για τους Κορσικανούς και την Κορσική. «Και γιατί τα λέμε όλα αυτά;» καταλήγουν με ρητορική ερώτηση. «Επειδή», συνεχίζουν, «οι Κορσικανοί εκτός από ατομιστές, φιλόξενοι, τίμιοι, πιστοί φίλοι, θαρραλέοι και δεμένοι με την πατρίδα τους, είναι και κάτι ακόμα: Είναι ευερέθιστοι». Παναπεί, για να μην ενοχληθούν οι Κορσικανοί από τη σάτιρα του Γκοσινί στα στερεότυπα σχετικά με τον εθνικό τους χαρακτήρα (όσο νερό κι αν σηκώνει αυτός ο όρος – παραδείγματα θα δούμε πιο κάτω). Τέτοια προειδοποίηση σε πρόλογο μόνο άλλη μια φορά είχαν κρίνει σκόπιμο να βάλουν οι Γκοσινί και Ουντερζό: στην περιπέτεια με τους Βρετανούς, αλλά και πάλι μόνο στην αγγλική έκδοση.

Να σταθούμε εδωπέρα στη λέξη «ευερέθιστοι», όπως αποδίδει ο Χιόνης τον γαλλικό όρο susceptibles. Η Μαραντέι, στο Μαμούθ, προτιμάει την απόδοση «ευέξαπτοι». Ο άγγλος μεταφραστής, touchy. Βέβαια, αν δεν κάνω λάθος, ο susceptible είναι ευερέθιστος αλλά με κάτι που λες γι’ αυτόν, δηλαδή παραξηγιάρης ή ίσως μυγιάγγιχτος. Κι επειδή η περιπέτεια αυτή έχει και μια τρίτη ιδιομορφία, δηλαδή είναι μια από τις λίγες αστεριξοπεριπέτειες που έχουν μεταφραστεί σε ελληνική διάλεκτο, και συγκεκριμένα στα κρητικά από τον Μιχάλη Πατεράκη, με τίτλο Ο Αστερικάκης στην Κορσική, να πούμε ότι η κρητική λέξη είναι «ρεφουλιάρηδες».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστερίξ, Κρήτη, Κόμικς, Λογοπαίγνια, Μεταφραστικά, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 206 Σχόλια »

Μια δυσάρεστη «δικαίωση» (άρθρο του Βαγγέλη Καραμανωλάκη)

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2015

Την εποχή που συζητιόταν το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, είχα εκφράσει την αντίθεσή μου με αρκετές διατάξεις του, εκτιμώντας ότι θα αποβούν σε βάρος της ελευθερίας του λόγου και της ελευθερίας της έρευνας. Για παράδειγμα, είχα γράψει: «Ποινικοποιείται ολοφάνερα η ιστορική γνώμη, και το κακό δεν διορθώνεται επειδή η δίωξη περιορίζεται στις περιπτώσεις «κακόβουλης» άρνησης. Με λίγη κακή θέληση είναι εύκολο να χαρακτηριστεί κακόβουλη ακόμα και μια επιστημονική αντιπαράθεση, και η προοπτική να ξεκινήσει βιομηχανία μηνύσεων από «εργολάβους της μνήμης» δεν μπορεί να αποκλειστεί. Άλλωστε, η νεόκοπη βουλευτίνα της ΝΔ κ. Ιακωβίδου (αυτοαποκαλείται πολιτισμΙολόγος) δήλωσε ότι θα ψηφίσει το αντιρατσιστικό για να στείλει στη φυλακή την κ. Ρεπούση, η οποία υποτίθεται ότι αρνείται τη γενοκτονία των Ελλήνων. Και πράγματι, δεν δυσκολεύομαι να φανταστώ Έλληνα δικαστή να θεωρεί ότι η αναφορά σε «συνωστισμό στη Σμύρνη» συνιστά κακόβουλη άρνηση γενοκτονίας -εδώ βρέθηκαν άλλοι που αποφάνθηκαν ότι η φράση «οι Εβραίοι θέλουν εκτελεστικό απόσπασμα» (παραθέτω από μνήμης, δεν εγγυώμαι για την ακρίβεια) αφορά μόνο τους σιωνιστές και όχι όλους τους Εβραίους.»

Ομολογώ ότι δεν περίμενα να αληθέψει τόσο γρήγορα αυτή η απαισιόδοξη πρόβλεψη, αν και ο πρώτος ιστορικός που διώκεται με το νέο νομοσχέδιο δεν είναι η κυρία Ρεπούση (ούτε ο κ. Νακρατζάς, όπως είχα γράψει με άλλη ευκαιρία) αλλά κάποιος αλλοδαπός, ο γνωστός Γερμανός ιστορικός Χάιντς Ρίχτερ.

Ο κ. Ρίχτερ, ειδικός σε θέματα Ελλάδας και Κύπρου, εξέδωσε το 2011 το βιβλίο του Operation Merkur: Die Eroberung der Insel Kreta im Mai 1941, [Επιχείρηση Ερμής: Η κατάκτηση της νήσου Κρήτης τον Μάιο του 1941] το οποίο μέσα στον ίδιο χρόνο μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα ελληνικά από τον Γκοβόστη με τον συντομότερο και πιο ευπρεπισμένο τίτλο Η μάχη της Κρήτης. Δεν είναι το πρώτο έργο του κ. Ρίχτερ για την Ελλάδα, ούτε το πρώτο του που μεταφράζεται στα ελληνικά (δείτε εδώ εργογραφία του).

Το βιβλίο του κ. Ρίχτερ δεν έγινε δεκτό με ανεπιφύλακτη επιδοκιμασία -αρκετοί ιστορικοί τού άσκησαν κριτική σε επιμέρους σημεία, κάποτε αυστηρή (όποιος μπορεί να δώσει λινκ εδώ, ευπρόσδεκτος). Περισσότερα δεν μπορώ να πω για το βιβλίο, διότι δεν το έχω διαβάσει. Ωστόσο, δεν προκάλεσε θόρυβο έξω από τον στενό κύκλο των ιστορικών, ούτε καν ψιθύρους. Και έτσι είναι το αναμενόμενο, τα ιστορικά βιβλία δεν προκαλούν ούτε πάταγο ούτε πανικό στην κοινή γνώμη.

Και τα πράγματα θα έμεναν έτσι, αν το Πανεπιστήμιο Κρήτης δεν είχε πέρυσι την κακή, όπως αποδείχτηκε, ιδέα να αναγορεύσει επίτιμο διδάκτορα τον Γερμανό ιστορικό. Ξέσπασε τότε στα τοπικά μέσα μεγάλος θόρυβος για την τιμή που θα γινόταν στον συκοφάντη του κρητικού λαού (εδώ βέβαια πρέπει να μπουν εισαγωγικά, διότι δεν συμμερίζομαι την άποψη). Κατηγορήθηκε το πανεπιστήμιο για την επιλογή του και, αν δεν κάνω λάθος, τελικά η αναγόρευση ματαιώθηκε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Ελευθερία του λόγου, Κρήτη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , , , | 174 Σχόλια »