Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κρήτη’ Category

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 7 – Ο πενηνταεφτάχρονος ύπνος του Επιμενίδη

Posted by sarant στο 2 Αύγουστος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη, επειδή όμως χτες, που ήταν η κανονική μέρα, είχαμε το Μηνολόγιο, μετατέθηκε η δημοσίευση κατά μία ημέρα.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη, αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες. Είναι μαλλον σύντομη, καλοκαίρι γαρ. Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό. Από σήμερα περνάμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο, που βρίσκονται στο έργο του «Βίοι φιλοσόφων». Η σημερινή ιστορία βασίζεται στο κεφάλαιο 109 του 1ου βιβλίου.

Στα μέσα του 7ου αιώνα η Αθήνα περνούσε μεγάλη κοινωνική κρίση, από την οποία θα έβγαινε πολλά χρόνια αργότερα, χάρη στις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα πρώτα, και του Κλεισθένη αργότερα. Κυβερνούσαν οι αριστοκράτες αλλά η δυσαρέσκεια του λαού ήταν πολύ μεγάλη. Τη δυσαρέσκεια αυτήν επιχείρησε να εκμεταλλευθεί ένας ευγενής που λεγόταν Κύλων και είχε δυο σοβαρά ατού: ήταν ολυμπιονίκης και ο πεθερός του, ο Θεαγένης, ήταν τύραννος στα γειτονικά Μέγαρα.

Με αρκετούς λοιπόν οπαδούς του, και με τη βοήθεια ενόπλων που του παραχώρησε ο Θεαγένης, ο Κύλων έκανε κατάληψη, όπως θα λέγαμε σήμερα, στην Ακρόπολη και επιχείρησε να γίνει τύραννος. Η βοήθεια όμως που του έδωσε ο Θεαγένης, θεωρήθηκε από τους Αθηναίους «ξένη επέμβαση» και ο Κύλων απομονώθηκε. Ένοπλοι πολίτες από το Άστυ και την ύπαιθρο έτρεξαν και τον πολιόρκησαν στην Ακρόπολη. Εκείνος, πιστεύοντας σε μια σύντομη νίκη, δεν είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με τρόφιμα και άλλα εφόδια. Τελικά, αυτός μεν κατάφερε να ξεφύγει μαζί με τον αδελφό του, οι οπαδοί του όμως και οι Μεγαρίτες σύμμαχοι, εξαντλημένοι από την πείνα καταφύγαν ικέτες στο βωμό της Αθηνάς.

Οι άρχοντες των Αθηναίων τους υποσχέθηκαν πως αν παραδοθούν δεν θα θιγούν αλλά θα περάσουν από κανονική δίκη, μόλις όμως εκείνοι καταθέσαν τα όπλα οι πολιορκητές τους τους θανάτωσαν. Μόνο ο Κύλων και ο αδελφός του δικάστηκαν ερήμην και καταδικάστηκαν σε «αειφυγία» δηλαδή σε ισόβια εξορία και απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων τους, ποινή που επεκτάθηκε και στους απογόνους τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 203 Σχόλια »

Ο έπαινος των γυναικών (Ακατάλληλον δι’ ανηλίκους)

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από τον «Έπαινο των γυναικών», όπως λέγεται ένα από τα πρώιμα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ένα απόσπασμα που το χαρακτήρισα «ακατάλληλον δι’ ανηλίκους» επειδή έχει ως θέμα του τις εξωσυζυγικές περιπέτειες των γυναικών, που τις περιγράφει χωρίς περιφράσεις και περιστροφές.

Από μια άποψη, το σημερινό άρθρο συναρτάται με το πρόσφατο άρθρο μας για τα συζυγικά κέρατα, ενώ έμμεσα σχετίζεται και με το άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει την προπερασμένη Κυριακή για την ανάγκη ή όχι μεταγλώττισης ή μετάφρασης του Παπαδιαμάντη.

Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. «Ο έπαινος των γυναικών» είναι ένα ανώνυμο δημώδες στιχούργημα που υπολογίζεται ότι γράφτηκε στα τέλη του 15ου αιώνα (την περίοδο 1485-1500) στην Κρήτη, αλλά μας παραδίδεται από ένα και μοναδικό χειρόγραφο που βρέθηκε στην Κέρκυρα και πάντως περιέχει σχετικά λίγους κρητικούς ιδιωματισμούς. Αποτελείται από 735 οχτασύλλαβους στίχους, γενικά ομοιοκατάληκτους.

Ο ανώνυμος ποιητής στο προοίμιο δηλώνει ότι σκοπός του είναι να εξετάσει «τα κακά τα’χουν [που έχουν] εις τα φυσικά τους» οι γυναίκες, και για να τις εξετάσει τις χωρίζει σε τρεις κατηγορίες: ανύπαντρες κοπέλες, παντρεμένες γυναίκες, και χήρες. Ωστόσο η μερίδα του λέοντος, περίπου 450 στίχοι από τους συνολικούς 735, αφιερώνεται στις παντρεμένες γυναίκες. Ο ανώνυμος ποιητής ξεκινάει από το ελάττωμα της φιλαρέσκειας και προχωράει σε άλλα «τυπικά γυναικεία» ελαττώματα και χαρακτηριστικά, όπως η συζυγική απιστία, η φιληδονία ή η κακία και η πονηριά. Βλέπουμε δηλαδή ότι ο τίτλος είναι ειρωνικός: πουθενά δεν επαινεί τις γυναίκες ο ανώνυμος ποιητής, μόνο τις κακολογεί.

«Αντιγυναικεία» έργα του τύπου αυτού υπάρχουν αρκετά στη δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, αλλά δεν έχει βρεθεί κάποιο που να αποτέλεσε το πρότυπο του «Επαίνου». Πάντως, όσο υπερβολικό κι αν είναι το κατηγορητήριο κατά των γυναικών, δείχνει ότι το έργο είναι γραμμένο σε μια εποχή όπου η γυναίκα είχε αρχίσει να αμφισβητεί την πατρική και συζυγική εξουσία -και ταυτόχρονα κινείται ολοφάνερα σε αστικό περιβάλλον, μάλλον στον Χάνδακα, στο σημερινό Ηράκλειο πρέπει να γράφτηκε.

b189802Όπως θα δείτε, το στιχούργημα δεν διεκδικεί δάφνες για την τέχνη του, ούτε και για την τεχνική του. Είναι αξιόλογο επειδή υπάρχει, θα λέγαμε. Πάντως δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία, όσο κι αν πρέπει να τα φιλτράρουμε, παίρνοντας υπόψη την υπερβολή και την προκατάληψη του ποιητή.

Η γλώσσα του ποιήματος είναι η δημώδης γλώσσα των αρχών των Νεότερων χρόνων -μια γλώσσα μικτή, όπου στον καμβά της πρώιμης νεοελληνικής υπάρχουν λόγια στοιχεία καθώς και κάποιοι αρχαϊσμοί. Ιδιωματικοί τύποι όπως είπαμε υπάρχουν, αλλά είναι μάλλον λιγοστοί.

Ο Έπαινος των γυναικών κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια σε υποδειγματική έκδοση από το πρωτοπόρο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών της Θεσσαλονίκης, σε πλουσιότατη επιμέλεια της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου. Η έκδοση είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», πέμπτος τόμος της σειράς. Εγώ ομολογώ ότι το έργο το πληροφορήθηκα από κάποια αποσπάσματα που δημοσίευσε πριν από κανένα χρόνο ο φίλος Τάσος Καπλάνης στην Αυγή, όταν για ένα μήνα είχε αναλάβει την εκ περιτροπής θέση του ανθολόγου. Ο Τάσος έχει κάνει και κάποια εργασία για τον Έπαινο, αλλά δεν την έχω δει.

Φυσικά υπάρχει εκτενής πρόλογος, πλούσια εικονογράφηση, επίμετρο με παράλληλα κείμενα, ενώ ανάμεσα στις ενότητες του ποιήματος η επιμελήτρια παρεμβάλλει μικρά, πολύ ενδιαφέροντα δοκίμια που φωτίζουν διάφορα θέματα που θίγονται στο ποίημα. Ξαναλέω, πρόκειται για έκδοση υποδειγματική, όπως όλες σχεδόν του ΙΝΣ -αν ήταν να επισημάνω μια έλλειψη, θα ανέφερα ότι δεν υπάρχει γλωσσάρι και ότι το γλωσσικό-λεξιλογικό τμήμα αναπτύσσεται πολύ λιγότερο από το πραγματολογικό. Η ετυμολογία απουσιάζει εντελώς.

Αλλά δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για γλωσσάρι, για τον απλό λόγο ότι η επιμελήτρια έκανε μια ασυνήθιστη επιλογή: αντικριστά στο κείμενο παραθέτει μετάφρασή του στη σημερινή νεοελληνική -γι’ αυτό είπα ότι το σημερινό άρθρο συνδέεται με εκείνο για τη μεταγλώττιση του Παπαδιαμάντη. Αναδημοσιεύω κι εγώ τη μετάφραση πλάι στο πρωτότυπο (με τη βοήθεια του Στάζιμπου για τα τεχνικά) κι εσείς θα κρίνετε αν είναι περιττή, απαραίτητη ή απλώς χρήσιμη.

Σκόρπιους στίχους του Επαίνου μπορείτε να βρείτε στο Διαδίκτυο, κυρίως εδώ. Προτίμησα να μην κορφολογήσω στίχους και αποσπάσματα, αλλά να παραθέσω ένα ενιαίο εκτενές απόσπασμα, τους στίχους 208 έως 325, δηλαδή σχεδόν το ένα έκτο του συνόλου. Έτσι θα πάρετε μια αντικειμενική εικόνα -βέβαια, το ενιαίο απόσπασμα είναι πιο βαρετό από τα κορφολογήματα. Να σημειωθεί ότι δεν έκανα μετατροπή σε μονοτονικό, για τον απλό λόγο ότι το βιβλίο είναι ήδη τυπωμένο μονοτονικά, όπως άλλωστε πρέπει να τυπώνονται τα πρώιμα νεοελληνικά κείμενα. Το φως σε ό,τι αφορά τη φιλολογία στην Ελλάδα έρχεται από τον Βορρά, εδώ και 90 χρόνια. Στο τέλος λέω μερικά λεξιλογικά.

Και άλλες όταν παντρευτούν,
θέλουν δια να ποπευτούν
δοκιμάζουν και άλλους θέλουν,
να σκολάσουν πλέο δε θέλουν.
Φαίνεται της σαν το μέλι
και γοργά πάει εις το μπουρδελι,
νέον, γέρον, δεν την μέλει,
βάνει και μικρόν κοπέλι
και τον άνδρα της ου θέλει,
επειδή τον έχει ως τρέλη.
Και όσες έναι οπού το κάμαν
τούτο το κακόν το πράμαν,
δύσκολα δια να το αφήσουν,
ειμή μόνο ν’ αστοχήσουν
ή να πάρουσιν ζουλιάρην
ή κακόν μαλωματάρην
ή κανένα παλληκάριν
να ’χει φρόνεσην και χάρην
και καλά να την φυλάσσει
ότι να μη τον γελάσει.
Αμή, όσα θέλει ας την φυλάει,
δεν μπορεί να το απαλλάγει
και τον κόπον μόνον χάνει,
αμή αυτήν δεν τηνε πιάνει,
ειμή μόνο αν εστεκέτο
πάντα να μη κοιμιζέτο
και να την αγκαλιαζέτο,
μετά κείνην να σφαλιέτο,
εις σετούκι να έμπει απέσω.
Και να πει ότι: «Θε να πέσω»,
ή ότι: «Κόπτει με να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να την πει: «Κάμε το αυτού
ένα και άλλον, και ας κτυπούν.»
Και αν ειπεί: «Να κατουρήσω,
δεν πορώ δια να τουρήσω»,
να την λέει ώς και αυτό:
«Εδαυτού σε το κρατώ,
πάντα σου δια να το κάμνεις
και από την μοιχείαν να λείπεις.»
Και αν ειπεί: «Και αν πεινάσω
και καμπόσο να διψάσω,
πού να το εύρω να χορτάσω
εδώ μέσα οπό πλαντάσσω;»,
να την πει: «Εγώ, μά τ’ άγια,
και μά τα μυστήρια τα άγια,
δύνομαι να σε χορταίνω
και σφικτά να σε βασταίνω.»
Κι αν αυτή το στεργηθεί
εκεί μέσα να σταθεί,
πρέπει να μη κοιμηθεί
και ποσώς μη πλανεύει,
ώστα ζει να την θωρεί,
νύκτα ημέρα ως ημπορεί,
και έτοιμος με το σπαθί
να την κρατεί, μη γαμηθεί·
τότες έναι δυνατό
να μηδέν κερατωθεί.
Αμή αλλέως δεν έχει φύση
άνθρωπος να την κρατήσει
την γυνήν την πομπεμένην
και την μουτζοπαντρεμένην
και την άλλην την καμένην
οπού ευρέθη εγκαστρωμένη.
Αμή αν θέλεις να κοιμάσαι,
πάντοτες αυτή πλανά σε.
Μερικές εις το κρεβάτι
έχουν καύχους, και κτυπά τη,
και τον άνδρα ωσάν προβάτο
έχει τον και ωσάν κτημάτο.
Άτυχος, ουδέ γρικά τη
‘τι μαγεύει τον με κάτι,
και πίσω άλλος πελεκά τη.
Λέει το ότι δοικά τη,
αμή εκείνη λέει πάντα:
«Βάρει! Μόνον αν επλάντα!
Ο κρουσμένος σαν κοιμάται,
ως το ξύλον δεν γρικάται.»
Δεν σας λέγω όταν λείπει
ο άνδρας εις την μαύρην λύπη
τότε έχει τον καιρόν
να χορεύει τον χορόν·
βλέπει τον ωσάν ξερόν,
λέγει: «Θε να ’βρω να χαρώ
με άλλον, νέον τρυφερόν,
να με ποίσει ωσάν πτερό
‘λαφρικήν και γλυκασμένην
την καρδιά μου την καμένην.»
Την αλήθεια, τέτοιον πράγμα
δεν εφάνηκεν εις γράμμα,
οπού κάμνουν οι γυναίκες,
να ’ναι ξενοπηδημένες.
‘Δέτε μόνο αν έχει γνώση
η γυναίκα να μετρήσει
ένα, δύο και τα τρία
(ναι, μα την Οδηγητρία!),
ήγουν την ζωήν που ζούμεν
και το πλέον, οπού γρικούμεν,
και το τρίτον, την τιμήν τους,
πόναι πλέο από την ζωήν τους.
Αμή εκείνες ’δέ θυμούνται,
ουδέ τάσσου, ουδέ φοβούνται
να μηδέν τας εγρικήσουν
και τας κάρας τους τσακίσουν,
ήγου οι βαριομοιριασμένοι,
οι άνδρες των οι μαγεμένοι.
Μόνον λέγουν ας χορτάσουν,
κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν,
δεν φοβούνται να τας πιάσουν,
ουδέ καν να τας γρικήσουν,
και εντροπήν ουδέν ψηφούν
να ποπεύονται κρυφά.
Και όταν έλθει να την φτάσει,
θέλει διά να την πιάσει,
έναι νόμος δια να χάσει
το προικιόν της, αν πλαντάζει·
τότες απομένει γδούρια
και πηδούν τη τα γαδούρια.
Και άλλες, όταν παντρευτούν,
το πάνε φιρί φιρί να ντροπιαστούν·
δοκιμάζουν και άλλους ποθούν,
δεν θέλουν πια να σταματήσουν.
Της φαίνεται σαν το μέλι
και γρήγορα καταλήγει στο μπουρδέλο,
νέο, γέρο, δεν τη νοιάζει,
παίρνει και μικρό αγόρι·
και ο άντρας της δεν της αρέσει,
επειδή τον θεωρεί τρελό.
Και όσες το έκαναν
τούτο το κακό το πράμα,
δύσκολο να το αφήσουν,
παρά μόνο αν κάνουν λάθος
και πάρουν άντρα ζηλιάρη
ή κακό καβγατζή
ή κανένα νεαρό
που να έχει σύνεση και δύναμη
και να τη φυλάει
καλά για να μην τον απατήσει.
Αλλά, όσο θέλει ας τη φυλάει,
δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτό
και μόνο χάνει τον κόπο του,
αυτή δεν τη συγκρατεί,
παρά μόνο αν στεκόταν
πάντα ξύπνιος
και την αγκάλιαζε
και κλεινόταν μαζί της
κι έμπαινε μέσα σε σεντούκι.
Και αν του έλεγε «Θα ξαπλώσω»,
ή «Μου έρχεται να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να της απαντούσε: «Κάνε το εδώ
και το ένα και το άλλο, κι ας χτυπούν απέξω.»
Και αν έλεγε «Να κατουρήσω,
δεν μπορώ να αντέξω»,
να της έλεγε ακόμη κι αυτό:
«Ορίστε, εδώ σου το κρατώ,
πάντα να το κάνεις
και να αποφεύγεις τη μοιχεία.»
Και αν έλεγε: «Κι άμα πεινάσω
και διψάσω πολύ,
πού θα βρω να χορτάσω
εδώ μέσα που πλαντάζω;»,
να της απαντούσε: «Εγώ, μά τα ιερά,
και μά τ’ άγια μυστήρια,
μπορώ να σε χορταίνω
και να σε βαστάω σφιχτά.»
Και αν εκείνη το δεχτεί
να μείνει εκεί μέσα,
πρέπει αυτός να μην κοιμάται
και καθόλου να μην ξεγελιέται,
να την προσέχει όσο ζει,
νύχτα μέρα, όπως μπορεί,
κι έτοιμος με το σπαθί
να την κρατάει, για να μη γαμηθεί·
τότε είναι δυνατό
να μη φορέσει κέρατα.
Μα, αλλιώς, δεν έχει φυσική δύναμη
ο άντρας να την κρατήσει
τη γυναίκα την ξευτελισμένη
και τη διαπομπευμένη σύζυγο
και την άλλη την καημένη
που βρέθηκε γκαστρωμένη.
Πάντως, αν θέλεις να κοιμάσαι,
αυτή πάντα θα σε εξαπατά.
Μερικές στο κρεβάτι
έχουν αγαπητικούς, και την πηδάνε,
και τον άντρα της σαν πρόβατο
τον έχει και σαν ζώο.
Ο κακότυχος, ούτε καν την ακούει,
γιατί τον μαγεύει με κάτι,
και ύστερα άλλος την κανονίζει.
Λέει ότι την εξουσιάζει,
αλλά εκείνη λέει συνέχεια:
«Απαύτωνέ με! Αχ, και μόνο να ψοφούσε!
Ο κερατάς όταν κοιμάται,
είναι αναίσθητος σαν το ξύλο.»
Δεν σας λέω τί γίνεται όταν λείπει
ο άντρας της· στη μαύρη λύπη μέσα
τότε έχει τον καιρό
να χορεύει τον ερωτικό χορό·
βλέπει τον άντρα της σαν ψοφίμι,
λέει: «Θα βρω για να χαρώ
άλλον, νέο τρυφερό,
να μου κάνει σαν φτερό
ελαφριά και γλυκαμένη
την καρδιά μου την καημένη.»
Αλήθεια, τέτοιο πράγμα
δεν έχει γραφτεί ακόμα,
αυτό που κάνουν οι γυναίκες,
που πηδιούνται με ξένους.
Δείτε μόνο αν έχει μυαλό
η γυναίκα να μετρήσει
το ένα, δύο και τρία
(ναι, μά την Παναγιά την Οδηγήτρια!),
δηλαδή πρώτον τη ζωή που ζούμε,
δεύτερον την αντίληψη που έχουμε,
και, τρίτον, την τιμή τους,
που είναι πιο πάνω κι από τη ζωή τους.
Αλλά εκείνες τίποτε δεν λογαριάζουν,
ούτε υπόσχονται, ούτε φοβούνται
μήπως τις πάρουν είδηση
και τσακίσουν τα κεφάλια τους,
εννοώ οι κακότυχοι
οι άντρες τους οι μαγεμένοι.
Το μόνο που λένε είναι οι ίδιες να χορτάσουν,
κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται,
δεν φοβούνται μήπως τις τσακώσουν,
ούτε καν μήπως τις πάρουν χαμπάρι,
και καθόλου δεν θεωρούν ντροπή
το να ξευτελίζονται κρυφά.
Μα όταν συμβεί να τη βρει,
και να την πιάσει στα πράσα,
ο νόμος είναι να χάσει
την προίκα της, αν σκάσει από πόθο·
τότε απομένει φτωχή
και την πηδούν τα γαϊδούρια.
208
 
210
 
 
 
 
 
 
 
 
 
220
 
 
 
 
 
 
 
 
 
230
 
 
 
 
 
 
 
 
 
240
 
 
 
 
 
 
 
 
 
250
 
 
 
 
 
 
 
 
 
260
 
 
 
 
 
 
 
 
 
270
 
 
 
 
 
 
 
 
 
280
 
 
 
 
 
 
 
 
 
290
 
 
 
 
 
 
 
 
 
300
 
 
 
 
 
 
 
 
 
310
 
 
 
 
 
 
 
 
 
320
 
 
 
 
325

Μερικά λεξιλογικά:

* Στον στίχο 324, στην απόδοση, παραλείπω την επεξηγηματική προσθήκη της επιμελήτριας: [και συνουσιαστεί με άλλον] επειδή μου χαλάει τη στοίχιση.

* Μια γενική παρατήρηση, ότι σε πολλές περιπτώσεις τα μπ, ντ γράφονται π, τ (ποπευτούν αντί πομπευτούν, σετούκι αντί σεντούκι, πορώ αντί μπορώ και άλλα πολλά). Δεν είδα κάπου μια αναφορά σε αυτό το φαινόμενο ή μια εξήγησή του, αν είναι δηλαδή σύμβαση της γραφής ή αν έχει πραγματική βάση -ίσως όμως να υπήρχε αναφορά και να μην την πρόσεξα.

* Στίχος 217, «επειδή τον έχει ως τρέλη». Η επιμελήτρια μεταφράζει «επειδή τον θεωρεί τρελό». Δεν ξέρω αν ο τύπος «τρέλης» υπάρχει ή αν έγινε για χάρη της ομοιοκαταληξίας, αλλά αναρωτιέμαι γιατί απορρίφθηκε ο απλός παρατονισμός (που τέτοιους έχει πολλούς χάρη της ρίμας στο ποίημα) δηλαδή «επειδή τον έχει ως τρελή». Αλλά λέξη «τρέλλης» υπάρχει όπως με πληροφορεί το σχ. 21 οπότε εδώ μάλλον κακώς αναρωτήθηκα.

* Στίχος 243, «να τουρήσω». Πρόκειται πάλι για τη γραφή τ αντί για ντ. Ο τύπος είναι «να ντουρήσω», από το ρήμα «ντουρώ», αντέχω, και αλλού «διατηρούμαι», που είναι δάνειο από το βενετικό durar, ιταλικό durare. Να σημειώσουμε ότι και το κοινό «φτουράω» προέρχεται μάλλον από το λατ. obduro.

* 269 «μουτζοπαντρεμένη» Σύνθετο που μας θυμίζει την πρακτική της διαπόμπευσης των μοιχαλίδων -φυσικά για τη μούντζα αξίζει να γραφτεί άρθρο, να δούμε πότε θ’ αξιωθώ.

* 275 «καύχους». Καύκος και καύχος ο αγαπητικός, καύκα και καύχα η αγαπητικιά. Και για τη λέξη αυτή αξίζει άρθρο, μεταξύ άλλων επειδή η ετυμολογία της είναι σκληρό καρύδι που αντιστέκεται -μπορεί πάντως να έχει σχέση με το ποτήρι τον καύκο (του γνωστού βυζαντινού συνθήματος Πάλιν τον καύκον έπιες…) Στην Κύπρο οι λέξεις καύκος και καύκα είναι σε χρήση -ο αστικός μύθος λέει ότι το 1970 το τελωνείο απέρριψε βιβλίο του Κάφκα που ερχόταν από Ελλάδα επειδή το θεώρησαν άσεμνο αφού μιλούσε για ερωμένες (καύκα, νόμισε ο τελώνης).

* 275 «κτυπά τη» – μια από τις πολλές λέξεις για την ερωτική πράξη. Βλ. και «βαράει» ή «πελεκάει» αμέσως πιο κάτω, ενώ ο κερατωμένος σύζυγος λέγεται «κρουσμένος»

* 309 «ουδέ τάσσου» [τάσσουν] Η επιμελήτρια το μεταφράζει «υπόσχονται», και εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται λογικό, αφού τάσσω = τάζω, αλλά το νόημα δεν βγαίνει. Στον στίχο  315 πιο κάτω, το «κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν» αποδίδεται πειστικά «κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται», οπότε εικάζω ότι αυτό είναι και εδώ το νόημα, οι γυναίκες «δεν σκέφτονται/νοιάζονται, δεν φοβούνται». Δυστυχώς η έκδοση του μεσαιωνικού λεξικού του Κριαρά δεν έχει φτάσει ως το Τ ακόμα (ο 19ος τόμος τελειώνει στο σιργ-) οπότε δεν μπορώ να ανατρέξω εκεί, βρίσκω όμως την ίδια σημασία, τάσσω= σκέφτομαι, νοιάζομαι και στον Πόλεμο της Τρωάδας:

Ἐξ ὅ, τι καὶ ἂν ἐχάσασιν οἱ Ἕλληνες ἀπάρτι,
ὅλον ἐλησμονῆσαν το, τίποτε δὲν τὸ τάσσουν

οπότε πείθομαι ότι το διαβάζω σωστά.

* 324 «απομένει γδούρια», αποδίδεται «φτωχή», αλλά είναι λιγάκι πιο έντονο. Γδούρης είναι ο πάμφτωχος, που δεν του έχει απομείνει τίποτα, που τον «έχουν γδάρει» μεταφορικά. Αυτή είναι άλλωστε και η ετυμολογία της λέξης, αφού προέρχεται από το εκδόριον, εκδούριν και το κδ τρέπεται σε γδ. Εδώ, η μοιχαλίδα που σκάει από τον πόθο και συνουσιάζεται με άλλον βάσει του νόμου χάνει την περιουσία της (και την προικώα, υποθέτω) οπότε μένει επί ξύλου κρεμάμενη, τσίτσιδη, όχι απλώς φτωχή. Στο Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, του Π. Κουσαθανά, βρίσκω ότι «γδούρι» σημαίνει α) κουρεμένος γουλί, β) γυμνός, ολότελα χαμένος σε τυχερό παιχνίδι.

Οπότε, το μοναδικό παράπονο από αυτή την έξοχη έκδοση είναι πως δεν είχε δέκα σελιδούλες παραπάνω με μερικά γλωσσικά σχόλια σαν κι αυτά που σημείωσα.

 

 

Posted in Αθυροστομίες, Δύο φύλα, Κρήτη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 136 Σχόλια »

Τα Ρίχτερ μετά τη δίκη

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2016

Πριν από μερικούς μήνες, ενώ γινόταν στο Ρέθυμνο η δίκη του Χάινς Ρίχτερ, είχα γράψει το άρθρο «Τα Ρίχτερ της δίκης«, κάνοντας ένα μάλλον εύκολο λογοπαίγνιο με το όνομα του Γερμανού ιστορικού. Η δίκη τελείωσε, ο Γερμανός καθηγητής, όπως ήταν αναμενόμενο, αθωώθηκε, αλλά η ιστορία δεν τελείωσε εκεί.

Αντίθετα, αμέσως μετά την έκδοση της αθωωτικής απόφασης (η οποία, αν θυμάμαι καλά, εκδόθηκε στις 10 Φεβρουαρίου) ο καθηγητής Ρίχτερ, αναγνωρισμένος πλέον εξαιτίας της δίωξής του ως «γνώστης των ελληνικών θεμάτων» άρχισε μια ομοβροντία δημοσιεύσεων, συνεντεύξεων και δηλώσεων στις οποίες πρόβαλε θέσεις καινοφανείς και απαράδεκτες.

Έτσι, με άρθρα του στο Σπίγκελ, στο Φόκους και στη Βελτ, όλα μέσα στην πρώτη εβδομάδα από την αθώωσή του, ο καθηγητής Ρίχτερ υποστήριξε ότι όχι μόνο δεν υφίσταται θέμα γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα αλλά και στην πραγματικότητα, όπως προέκυψε ύστερα από πολυπλοκους υπολογισμούς του καθηγητή Ρίχτερ, η Ελλάδα είναι εκείνη που οφείλει ένα σεβαστό ποσό προς το γερμανικό κράτος!

Επιπλέον, ο καθηγητής Ρίχτερ συμμετείχε σε σύσκεψη στο γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, στην οποία ενημέρωσε στελέχη της γερμανικής δημόσιας διοίκησης για τα πορίσματά του, έστω κι αν η γερμανική κυβέρνηση, απαντώντας σε ερώτηση βουλευτών του Κόμματος της Αριστεράς, παρουσίασε ως ασήμαντο το θέμα.

Τέλος, την περασμένη Κυριακή, ο Γερμανός καθηγητής έδωσε συνέντευξη στην Καθημερινή, στην οποία υποστηρίζει τις ίδιες απαράδεκτες θέσεις και αναφέρεται και στο ενδεχόμενο να του αφαιρεθεί ο τίτλος του δόκτορα επί τιμή που του έχει απονεμηθεί από το Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Τότε που γινόταν ακόμα η δίκη, αλλά και πριν γίνει, είχα τοποθετηθεί και είχα θεωρήσει απαράδεκτη τη δίωξη του κ. Ρίχτερ. Μήπως αισθάνομαι τώρα άσχημα, μήπως μετανιώνω για τη θέση που πήρα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκπαίδευση, Ελευθερία του λόγου, Ιστορία, Κρήτη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , , | 282 Σχόλια »

Τα Ρίχτερ της δίκης

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2015

Για τη δίκη του Γερμανού καθηγητή Χάιντς Ρίχτερ που γίνεται αυτές τις μέρες στο Ρέθυμνο δεν έχω γράψει. Και ο λόγος που δεν έχω γράψει δεν είναι ότι δεν έχω διαβάσει το επίμαχο βιβλίο, στο οποίο ο καθηγητής Ρίχτερ κατηγορείται ότι «επιδοκίμασε, ευτέλισε και κακόβουλα αρνήθηκε την ύπαρξη και τη σοβαρότητα αναγνωρισμένων από τη Βουλή των Ελλήνων εγκλημάτων του ναζισμού (…) και η αξιόποινη αυτή συμπεριφορά του στρέφεται κατά του συνόλου των ανθρώπων που προσδιορίζεται με βάση τη φυλή, τη γενεαλογική καταβολή (…) πράττοντας τούτο με τρόπο που στρέφεται κατά του κρητικού λαού και που ενέχει εξυβριστικό χαρακτήρα εις βάρος του» όπως λέει το Κλητήριο θέσπισμα, το οποίο πέρα από όλα τα άλλα αναγνωρίζει «κρητικόν λαό», μια επικίνδυνη ανοησία αφού υπονοεί ότι οι Κρητικοί είναι κάτι άλλο από τον ελληνικό λαό.

Το ότι δεν έχω διαβάσει το επίμαχο βιβλίο του καθηγητή Ρίχτερ δεν το θεωρώ εμπόδιο για να αποφανθώ για τη δίωξή του, διότι τη δίωξη τη θεωρώ απαράδεκτη ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του βιβλίου. Θα μου πείτε: θα έλεγες το ίδιο αν στη θέση του Ρίχτερ ήταν, έστω, ο Κ. Πλεύρης; Θα σας απαντήσω ότι δεν είναι το ίδιο. Ο ένας είναι καθηγητής σε αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο, παρασημοφορημένος από την ελληνική πολιτεία΄ο άλλος είναι ένας αξιοθρήνητος ακροδεξιός αναθεωρητής. Πάντως, αν τα βάλουμε στη ζυγαριά, προτιμώ να μη δικαστεί ο Πλεύρης με το αντιρατσιστικό (θυμίζω ότι δικάστηκε και αθωώθηκε σχεδόν πανηγυρικά με τον προηγούμενο νόμο) παρά να δικάζεται ο Ρίχτερ, η Ρεπούση, ο Φίλης, εγώ κι εσείς με τον άθλιο αυτόν νόμο.

Ο λόγος που δεν έχω ακόμα γράψει για τη δίκη του Ρίχτερ είναι, πολύ πεζά και ανόητα, συνδυασμός φόρτου εργασίας και «τεχνικών» περιορισμών. Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος της χρονιάς, έχουμε διάφορα άρθρα επετειακού και απολογιστικού χαρακτήρα: προχτές είχαμε τη Λέξη της χρονιάς, που ακόμα μπορείτε να διατυπώσετε δικές σας προτάσεις για να τεθούν σε ψηφοφορία, το πρωί είχαμε προτάσεις για βιβλία στις γιορτές, την Τρίτη θα έχουμε τις τελικές προτάσεις για να ψηφίσετε Λέξη της χρονιάς, έχω και καναδυό ακόμα άρθρα που τα χρωστάω, οπότε οι ελεύθερες μέρες είναι λιγοστές. Αυτό εξηγεί το ανήκουστο, ότι δημοσιεύω δεύτερο άρθρο την ίδια μέρα, και μάλιστα Παρασκευιάτικα.

Επίσης, δεν έχω να πω πολλά για την υπόθεση, επειδή τη γνώμη μου για το άθλιο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο την έχω ήδη διατυπώσει, και για την υπόθεση Ρίχτερ είχα γράψει τα δικά μου και είχα αναδημοσιεύσει άρθρο του ιστορικού Βαγγέλη Καραμανωλάκη τον Μάρτιο, τότε δηλαδή που ασκήθηκε η δίωξη στον Γερμανό καθηγητή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Ελευθερία του λόγου, Κρήτη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 313 Σχόλια »

Φοινίκια από τη φοινικιά

Posted by sarant στο 30 Νοέμβριος, 2015

xourmadesΠροχτές η φίλη μας η Λ. ρώτησε αν υπάρχει άρθρο για τα φοινίκια, που είναι και η εποχή τους. Για τα φοινίκια που ξέρω εγώ, γιατί τη λέξη αυτή την έμαθα πολύ μικρός από την αιγενήτισσα γιαγιά μου, δεν έχει ακόμα έρθει ο καιρός τους, αν και πλησιάζει με βήμα ταχύ: διότι «φοινίκια» ξέρω τα μελομακάρουνα, κατεξοχήν γλυκό των Χριστουγέννων (άλλοι θεωρούν τα φοινίκια διαφορετικό γλύκισμα -αλλά έτσι κι αλλιώς μοιάζει πολύ με τα μελομακάρουνα).

Όμως η Λ. είναι από την Κύπρο, και οι κουμπάροι όταν λένε «φοινίκια» εννοούν τους χουρμάδες. Και για τους χουρμάδες είχα έτοιμο άρθρο, που μάλιστα περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«, αλλά δεν έχει δημοσιευτεί ως τώρα στο ιστολόγιο. (Τα περισσότερα κεφάλαια εκείνου του βιβλίου, που είναι αφιερωμένο στους καρπούς, είχαν αρχικά παρουσιαστεί στο ιστολόγιο και μετά ξαναδουλεμένα και εμπλουτισμένα μπήκαν στο βιβλίο. Μερικά όμως δεν έχουν δημοσιευτεί εδώ).

Οπότε, παρουσιάζω σήμερα το άρθρο για τους χουρμάδες, που έχει επίσης και λίγα λόγια στο τέλος για την ινδική καρύδα. Προσθέτω και μερικά πράγματα.

Ο χουρμάς είναι ο καρπός του φοίνικα, του πανύψηλου και πανέμορφου δέντρου που φυτρώνει ως διακοσμητικό και στην πατρίδα μας. Ακριβέστερα, είναι καρπός του φοίνικα του δακτυλοφόρου, που λέγεται επίσης φοινικιά ή χουρμαδιά ή και βαγιά. Πρόκειται για δίοικο δέντρο (δηλαδή έχει αρσενικό και θηλυκό, όπως και η φιστικιά) που καλλιεργείται από τα πολύ αρχαία χρόνια στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο, ίσως από το 4.000 π.Χ. αν και πατρίδα του πρέπει να είναι η Αραβία, κοντά στον Περσικό κόλπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Παρετυμολογία, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 185 Σχόλια »

Λεξιλογώντας για τον Αστερίξ στην Κορσική

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι το έκτο της «λεξιλογικής» παρουσίασης που κάνω στις περιπέτειες του Αστερίξ.

corse-coverΌπως έχω πει, με μια δόση υπερβολής βέβαια, οι 24 τόμοι του Αστερίξ (εννοώ την κοινή δημιουργία του Ρενέ Γκοσινί και του Αλμπέρ Ουντερζό) είναι μια από τις σημαντικότερες προσφορές της Γαλλίας στον παγκόσμιο πολιτισμό μεταπολεμικά. Τουλάχιστον η γενιά μου, που γνώρισε τον Αστερίξ στα φοιτητικά της χρόνια, τον αγάπησε σχεδόν ομόθυμα -και η ανταπόκρισή σας σε αυτές τις δημοσιεύσεις ήταν πολύ θετική, οπότε είχα πει ότι θα αρχίσω να παρουσιάζω στο ιστολόγιο, έναν προς έναν, τους 24 τόμους του Αστερίξ, κάτι που, με μια συχνότητα έναν τόμο κάθε δίμηνο (και εφόσον δεν κάνω παρασπονδίες, όπως τον Αύγουστο), θα μας πάρει τέσσερα χρόνια.

Ξεκινήσαμε πέρσι τέτοιον καιρό, τον Οκτώβριο του 2014, με μια παρουσίαση της περιπέτειας Αστερίξ στους Βρετανούς και μετά με μια γενική παρουσίαση των πρωταγωνιστών του κόμικς. Τον Δεκέμβριο είχαμε τη δεύτερη περιπέτεια, την Κατοικία των θεών, τον Φλεβάρη είδαμε τον Μάγο (ή Μάντη) ενώ στα τέλη Απριλίου παρουσίασα τον «Αστερίξ στη χώρα των Ελβετών». Τέλη Ιουνίου παρουσιάστηκε Ο αγώνας των αρχηγών, η πέμπτη περιπέτεια της σειράς, αλλά στα τέλη Αυγούστου δεν είχαμε περιπέτεια για τεχνικούς λόγους. Οπότε, ο κύκλος ξαναπιάνει με τη σημερινή, έκτη δημοσίευση.

Θυμίζω ότι οι περιπέτειες του Αστερίξ κυκλοφόρησαν στα ελληνικά πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τις εκδόσεις Ψαρόπουλου (σε μετάφραση αρχικά του Κώστα Ταχτσή και μετά του Αργύρη Χιόνη) ενώ αργότερα κυκλοφόρησαν σε νέα μετάφραση (της Ειρήνης Μαραντέι) από τις εκδόσεις Μαμούθ, που είναι και η έκδοση που (νομίζω πως) βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο εμπόριο.

Εγώ έχω γαλουχηθεί με τις μεταφράσεις του Ψαρόπουλου, και ομολογώ πως τις βρίσκω καλύτερες, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι τις έχω συνηθίσει. Από την άλλη, ο δεύτερος μεταφραστής βρίσκεται σε δύσκολη θέση, διότι ίσως αισθάνεται αναγκασμένος να αποφύγει τα λογοπαικτικά ευρήματα του πρώτου. Ένα σταθερό χαρακτηριστικό των παρουσιάσεων που κάνω εδώ είναι η σύγκριση των δύο ελληνικών μεταφράσεων, Ψαρόπουλου και Μαμούθ. Η κυρία Ιρένε Μαραντέι, που έχει κάνει τις μεταφράσεις της σειράς Μαμούθ, μάς έκανε την τιμή να σχολιάσει εδώ.

Όπως λέει και ο τίτλος, «Ο Αστερίξ στην Κορσική» είναι μια από τις ταξιδιωτικές περιπέτειες, δηλαδή οι δυο ήρωες ταξιδεύουν σε μια κοντινή ή μακρινή χώρα και το γέλιο σε μεγάλο ποσοστό βγαίνει από ευρήματα που έχουν να κάνουν με τις ιδιομορφίες του άλλου λαού. Εδωπέρα υπάρχει μια κόντρα-ιδιομορφία, ότι το ταξίδι γίνεται στην Κορσική, που ανήκει στη Γαλλία, αλλά που έχει μακρά ιστορία εθνικιστικών (κατά τη γαλλική ορολογία) κινημάτων. Πάντως, είναι από τις πιο πλούσιες σε χιούμορ και πρόσωπα περιπέτειες του Αστερίξ -υποθέτω πως αν κάναμε δημοψήφισμα, αρκετοί θα την κατέτασσαν στην πρώτη τριάδα.

corse-mapΟ συγκεκριμένος τόμος έχει και άλλες δυο ιδιομορφίες. Η πρώτη είναι ότι στη δεύτερη σελίδα, αντί για τον καθιερωμένο χάρτη του γαλατικού χωριού που είναι περικυκλωμένο από τα τέσσερα ρωμαϊκά στρατόπεδα, βρίσκουμε χάρτη της Κορσικής, με δεκάδες ρωμαϊκά στρατόπεδα στην παραλία (πιο μέσα δεν τολμάνε να προχωρήσουν οι Ρωμαίοι, λέει ο Κορσικανός αρχηγός).

Φυσικά τα ονόματα των στρατοπέδων είναι λογοπαίγνια, είτε με λατινικές λέξεις που έχουν περάσει στη γαλλική γλώσσα (ultimatum, auditorium, maximum) είτε με γαλλικές λατινοφανείς (tartopum αντί για tarte aux pommes, μηλόπιτα).

Η δεύτερη ιδιομορφία είναι ότι στην τρίτη σελίδα υπάρχει πρόλογος του Γκοσινί και του Ουντερζό, όπου λένε πολλά καλά λόγια για τους Κορσικανούς και την Κορσική. «Και γιατί τα λέμε όλα αυτά;» καταλήγουν με ρητορική ερώτηση. «Επειδή», συνεχίζουν, «οι Κορσικανοί εκτός από ατομιστές, φιλόξενοι, τίμιοι, πιστοί φίλοι, θαρραλέοι και δεμένοι με την πατρίδα τους, είναι και κάτι ακόμα: Είναι ευερέθιστοι». Παναπεί, για να μην ενοχληθούν οι Κορσικανοί από τη σάτιρα του Γκοσινί στα στερεότυπα σχετικά με τον εθνικό τους χαρακτήρα (όσο νερό κι αν σηκώνει αυτός ο όρος – παραδείγματα θα δούμε πιο κάτω). Τέτοια προειδοποίηση σε πρόλογο μόνο άλλη μια φορά είχαν κρίνει σκόπιμο να βάλουν οι Γκοσινί και Ουντερζό: στην περιπέτεια με τους Βρετανούς, αλλά και πάλι μόνο στην αγγλική έκδοση.

Να σταθούμε εδωπέρα στη λέξη «ευερέθιστοι», όπως αποδίδει ο Χιόνης τον γαλλικό όρο susceptibles. Η Μαραντέι, στο Μαμούθ, προτιμάει την απόδοση «ευέξαπτοι». Ο άγγλος μεταφραστής, touchy. Βέβαια, αν δεν κάνω λάθος, ο susceptible είναι ευερέθιστος αλλά με κάτι που λες γι’ αυτόν, δηλαδή παραξηγιάρης ή ίσως μυγιάγγιχτος. Κι επειδή η περιπέτεια αυτή έχει και μια τρίτη ιδιομορφία, δηλαδή είναι μια από τις λίγες αστεριξοπεριπέτειες που έχουν μεταφραστεί σε ελληνική διάλεκτο, και συγκεκριμένα στα κρητικά από τον Μιχάλη Πατεράκη, με τίτλο Ο Αστερικάκης στην Κορσική, να πούμε ότι η κρητική λέξη είναι «ρεφουλιάρηδες».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστερίξ, Κρήτη, Κόμικς, Λογοπαίγνια, Μεταφραστικά, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 206 Σχόλια »

Μια δυσάρεστη «δικαίωση» (άρθρο του Βαγγέλη Καραμανωλάκη)

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2015

Την εποχή που συζητιόταν το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, είχα εκφράσει την αντίθεσή μου με αρκετές διατάξεις του, εκτιμώντας ότι θα αποβούν σε βάρος της ελευθερίας του λόγου και της ελευθερίας της έρευνας. Για παράδειγμα, είχα γράψει: «Ποινικοποιείται ολοφάνερα η ιστορική γνώμη, και το κακό δεν διορθώνεται επειδή η δίωξη περιορίζεται στις περιπτώσεις «κακόβουλης» άρνησης. Με λίγη κακή θέληση είναι εύκολο να χαρακτηριστεί κακόβουλη ακόμα και μια επιστημονική αντιπαράθεση, και η προοπτική να ξεκινήσει βιομηχανία μηνύσεων από «εργολάβους της μνήμης» δεν μπορεί να αποκλειστεί. Άλλωστε, η νεόκοπη βουλευτίνα της ΝΔ κ. Ιακωβίδου (αυτοαποκαλείται πολιτισμΙολόγος) δήλωσε ότι θα ψηφίσει το αντιρατσιστικό για να στείλει στη φυλακή την κ. Ρεπούση, η οποία υποτίθεται ότι αρνείται τη γενοκτονία των Ελλήνων. Και πράγματι, δεν δυσκολεύομαι να φανταστώ Έλληνα δικαστή να θεωρεί ότι η αναφορά σε «συνωστισμό στη Σμύρνη» συνιστά κακόβουλη άρνηση γενοκτονίας -εδώ βρέθηκαν άλλοι που αποφάνθηκαν ότι η φράση «οι Εβραίοι θέλουν εκτελεστικό απόσπασμα» (παραθέτω από μνήμης, δεν εγγυώμαι για την ακρίβεια) αφορά μόνο τους σιωνιστές και όχι όλους τους Εβραίους.»

Ομολογώ ότι δεν περίμενα να αληθέψει τόσο γρήγορα αυτή η απαισιόδοξη πρόβλεψη, αν και ο πρώτος ιστορικός που διώκεται με το νέο νομοσχέδιο δεν είναι η κυρία Ρεπούση (ούτε ο κ. Νακρατζάς, όπως είχα γράψει με άλλη ευκαιρία) αλλά κάποιος αλλοδαπός, ο γνωστός Γερμανός ιστορικός Χάιντς Ρίχτερ.

Ο κ. Ρίχτερ, ειδικός σε θέματα Ελλάδας και Κύπρου, εξέδωσε το 2011 το βιβλίο του Operation Merkur: Die Eroberung der Insel Kreta im Mai 1941, [Επιχείρηση Ερμής: Η κατάκτηση της νήσου Κρήτης τον Μάιο του 1941] το οποίο μέσα στον ίδιο χρόνο μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα ελληνικά από τον Γκοβόστη με τον συντομότερο και πιο ευπρεπισμένο τίτλο Η μάχη της Κρήτης. Δεν είναι το πρώτο έργο του κ. Ρίχτερ για την Ελλάδα, ούτε το πρώτο του που μεταφράζεται στα ελληνικά (δείτε εδώ εργογραφία του).

Το βιβλίο του κ. Ρίχτερ δεν έγινε δεκτό με ανεπιφύλακτη επιδοκιμασία -αρκετοί ιστορικοί τού άσκησαν κριτική σε επιμέρους σημεία, κάποτε αυστηρή (όποιος μπορεί να δώσει λινκ εδώ, ευπρόσδεκτος). Περισσότερα δεν μπορώ να πω για το βιβλίο, διότι δεν το έχω διαβάσει. Ωστόσο, δεν προκάλεσε θόρυβο έξω από τον στενό κύκλο των ιστορικών, ούτε καν ψιθύρους. Και έτσι είναι το αναμενόμενο, τα ιστορικά βιβλία δεν προκαλούν ούτε πάταγο ούτε πανικό στην κοινή γνώμη.

Και τα πράγματα θα έμεναν έτσι, αν το Πανεπιστήμιο Κρήτης δεν είχε πέρυσι την κακή, όπως αποδείχτηκε, ιδέα να αναγορεύσει επίτιμο διδάκτορα τον Γερμανό ιστορικό. Ξέσπασε τότε στα τοπικά μέσα μεγάλος θόρυβος για την τιμή που θα γινόταν στον συκοφάντη του κρητικού λαού (εδώ βέβαια πρέπει να μπουν εισαγωγικά, διότι δεν συμμερίζομαι την άποψη). Κατηγορήθηκε το πανεπιστήμιο για την επιλογή του και, αν δεν κάνω λάθος, τελικά η αναγόρευση ματαιώθηκε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Ελευθερία του λόγου, Κρήτη, Κατοχή | Με ετικέτα: , , , , | 174 Σχόλια »

Τα παράξενα κρητικά επιρρήματα

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2015

Τα κρητικά, μαζί με τα κυπριακά, πρέπει να είναι η πιο συγκροτημένη και πλούσια από τις ελληνικές διαλέκτους που είναι άμεσα κατανοητές από τον ομιλητή της κοινής ελληνικής (εξαιρώ δηλαδή ποντιακά και τσακώνικα). Κάτι που μου έχει κάνει εντύπωση σε σχέση με το διαλεκτικό λεξιλόγιο των κρητικών, αν και μπορεί να λαθεύω, είναι πως (μου φαίνεται ότι) έχουν πολλά επιρρήματα που διαφέρουν από την κοινή ελληνική. Το διαλεκτικό λεξιλόγιο θα περίμενα να διαφοροποιείται κυρίως στα ουσιαστικά, λιγότερο στα ρήματα και ακόμα λιγότερο στα επιρρήματα, βλέπω όμως ότι στα κρητικά υπάρχουν πολλά επιρρήματα που δεν τα έχει η κοινή ελληνική (και αντίστροφα: επιρρήματα της κοινής δεν τα έχει το κρητικό ιδίωμα).

Είχα αναφέρει καναδυό φορές σε σχόλια ότι θέλω κάποτε να γράψω ένα άρθρο για τα κρητικά επιρρήματα, αλλά το ανέβαλλα, μέχρι που ο φίλος Δημήτρης Ραπτάκης μού έστειλε μια πραγματεία, του Μιχάλη Καυκαλά, με τίτλο «Τα επιρρήματα της κρητικής διαλέκτου, ολόκληρο βιβλίο 230 σελίδων. Οπότε δεν έχω πια δικαιολογία, κι έτσι στο άρθρο αυτό θα παρουσιάσω δεκαοχτώ επιρρήματα της κρητικής διαλέκτου που δεν τα έχει η κοινή νέα ελληνική.

Μερικά είναι δάνεια από τα ενετικά/ιταλικά ή από τα τουρκικά, άλλα είναι από τα αρχαία. Δεν διάλεξα μόνο γνωστά επιρρήματα, πάντως απέφυγα τα πολύ σπάνια. Επίσης απέφυγα τα επιρρήματα που παράγονται από επίθετα με την ίδια ακριβώς σημασία. Κατά τα άλλα, η επιλογή έγινε μάλλον αυθαίρετα αλλά νομίζω πως το δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό.

Εκτός από το βιβλίο του Καυκαλά, συμβουλεύτηκα και το Γλωσσικό ιδίωμα της Ανατολικής Κρήτης, του Μανώλη Πιτυκάκη και, για τα τουρκικά δάνεια, το βιβλίο του Βασίλη Ορφανού.

1. χάμαι: Αυτό το ήξερα από παλιά και είναι εύκολο να καταλάβουμε τι σημαίνει. Χάμαι θα πει κάτω, καταγής, χάμω. Από το αρχαίο χαμαί, με ανέβασμα του τόνου.

Στον Ερωτόκριτο: χάμαι στη γης εξάπλωσε τση Πάτρας το λιοντάρι (Β1515). Α θέλεις ντρέτα πήγαινε, κι α θέλεις πέφτε χάμαι.

Υπάρχει και η ιδιωματική φράση «χάμαι θωρώ και λέω το», με την οποία ο ομιλητής, που μόλις έχει πει ή ετοιμάζεται να πει κάτι το υβριστικό ή μειωτικό, ζητάει συγνώμη γι’ αυτό, ας πούμε: «Το κοπέλι τουτονά είναι του διαόλου, χάμαι θωρώ και λέω το, και θάχει κακό τέλος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γραμματική, Ετυμολογικά, Κρήτη, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 120 Σχόλια »

Το σελέμι και η χιώνα (συνεργασία Μ. Μαρκάκη)

Posted by sarant στο 24 Νοέμβριος, 2014

Την περασμένη βδομάδα είχαμε ένα άρθρο με κρητικές λέξεις τουρκικής προέλευσης και συνεχίζουμε κρητικά στο σημερινό μας άρθρο, που μου το έστειλε ο Μανώλης Μαρκάκης (παίρνοντας αφορμή από παλιότερο άρθρο του ιστολογίου για το κούρεμα), και παρουσιάζει ένα επεισόδιο από την ιστορία της Κρητικής Πολιτείας, από κείμενο του 1895 που έχει και τα αντισημιτικά στερεότυπα της εποχής εκείνης. Στο τέλος θα λεξιλογήσω.

Κόκκινα δάνεια, κούρεμα, διαγραφή χρέους, ιδιωτικού ή δημόσιου. Αν είναι δυνατόν ! Γίνονται τέτοια πράγματα; (…)

Κι όμως, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, όχι μόνο έχουν ξαναγίνει τέτοια πράγματα, αλλά και ένα από τα πρώτα εφαρμοσμένα παραδείγματα έγινε εδώ στον τόπο μας, στην Κρήτη.

Στις απαρχές της Κρητικής Πολιτείας, της γνωστής περιόδου της Αυτονομίας υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, από τα πρώτα νομοθετήματα και μάλιστα με εισήγηση-σύνταξη του Ελ.Βενιζέλου (Εθνάρχη ή προδότη, διαλέξτε…) είναι αυτά «κατά των αισχροκερδών» (υπ΄ αριθμόν 153) και «κατά των κακόπιστων οφειλετών» (υπ’ αριθμόν 154).

Μεταφέρω μια σχετική ιστορία :

Τα χρέη, τα οποία βαρύνουσι και καταθλίβουσι τα ελαιοφόρα χωρία, τα μη παράγοντα επαρκή σιτηρά, δεν παρατηρούνται εις τα χωρία του λεκανοπεδίου Χανδρά. Αν εις αυτά δεν υπάρχωσι οι μεγάλοι των ελαιοφόρων χωρίων κεφαλαιούχοι, οίτινες εφαρμόζοντες και τα περίφημα σελέμια, την απαισιοτέραν ταύτην του εμπορίου μορφήν, υπερπλουτούσι, δεν υπάρχουσιν όμως ουδέ οι των χωρίων πάμπτωχοι, των οποίων και αυτή η πενιχρά καλύβη ανήκει εις τον σελεμιτζήν ελαιοέμπορον.

Σελέμι είναι λέξις τουρκική σημαίνουσα προπώλησις. Εις τι συνίσταται η επαίσχυντος αυτή του εμπορίου μέθοδος καταφαίνεται εκ του επομένου παραδείγματος. Αγοράζων τις επί πιστώσει κριθήν, από την έξωθεν εισαγομένην (η του τόπου παραγωγή δεν επαρκεί εις την κατανάλωσιν), ή άλλα εμπορεύματα αξίας γροσίων 200 (επί παραδείγματι), αναλαμβάνει δια σενετίου (γραμματίου) την υποχρεώσιν να παραδώση «όταν βγή το λάδι» οκάδας 80 εξ αυτού (υπολογίζεται εις το ήμισυ της συνήθους τιμής των 5 γροσίων).

Αν δε εξ αφορίας των ελαιών ή εξ άλλου λόγου δεν παραδωθή το έλαιον, υποχρεούται υπό του υπογραφέντος γραμματίου του να πληρώση αυτό προς την ακεραίαν την τρέχουσαν τιμήν ήτοι προς γρ.5 εκάστην οκάν, καταβαλλών εν όλο 400 γρόσια, το διπλάσιον δηλ. της αξίας του αγορασθέντος εμπορεύματος. Αν δε μηδέ το χρηματικόν τούτο ποσόν κατεβάλη, αναγκάζεται «ν΄αλλάξη σενέτι» και να «κόψη λάδι» πάλιν προς 2 ½ λογιζόμενον, οκάδας 160, υπό τον όρον πάντοτε να πληρώνη αυτό προς γρ.5, αν δεν το παραδώση, καταβαλών εν όλω γρ. 800, ή «ν΄αλλάξη σενέτι» πάλιν και να «κόψη λάδι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Κρήτη, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 129 Σχόλια »

Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα

Posted by sarant στο 20 Νοέμβριος, 2014

basorfanΤα γλωσσικά δάνεια και αντιδάνεια είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν συχνά το ιστολόγιο, γιατί ο γλωσσικός δανεισμός (και αντιδανεισμός) είναι φαινόμενο που με σαγηνεύει. Κατά καιρούς παρουσιάζω εδώ άρθρα για λέξεις που μπήκαν στα ελληνικά από τη μια ή την άλλη γλώσσα ή για ελληνικές λέξεις σε ξένες γλώσσες ή για αντιδάνεια. Για προφανείς λόγους, μεγάλο μέρος των γλωσσικών αυτών δανείων στην ελληνική γλώσσα είναι τουρκικής προέλευσης -και έχω παλιότερα δημοσιεύσει ένα άρθρο με «220 τούρκικες λέξεις«. Το άρθρο εκείνο είχε ένα μειονέκτημα: το λημματολόγιο δεν το είχα καταρτίσει εγώ αλλά, όπως έλεγα, το είχα βρει να κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο και είχε αρκετά λαθάκια στις εξηγήσεις, καναδυό λέξεις που δεν ήταν τούρκικης προέλευσης, καθώς και αρκετές ελλείψεις. Έχω σκοπό στο μέλλον να φτιάξω ένα άλλο άρθρο με κάπως πληρέστερο κατάλογο, με τουλάχιστον διπλάσιο πλήθος λημμάτων. Να δούμε πότε θα αξιωθώ.

Κι έτσι, πήρα στα χέρια μου με μεγάλη χαρά και πολύ ενδιαφέρον ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν από λίγο καιρό από τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, το «Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα» του Βασίλη Ορφανού. Με ενδιαφέρον, διότι και οι διάλεκτοι είναι θέμα που με ενδιαφέρει πολύ. Με χαρά, επειδή ο Βασίλης είναι καλός φίλος και φίλος του ιστολογίου και ήξερα ότι δουλεύει εδώ και χρόνια το βιβλίο αυτό, κι είναι πάντοτε ενθαρρυντικό να βλέπεις τους κόπους να καρποφορούν και να δίνουν τόσο μεστούς καρπούς: το βιβλίο του Βασίλη εκτείνεται σε σχεδόν 600 σελίδες και περιέχει περίπου 3.000 λήμματα, 3.000 λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα.

Ο αριθμός αυτός φαίνεται πολύ μεγάλος, αλλά πρέπει να πάρουμε υπόψη δυο παράγοντες: α) Δεν χρησιμοποιούνται σήμερα όλες αυτές οι λέξεις· και πολλές από όσες χρησιμοποιούνται, ακούγονται κυρίως στην ύπαιθρο ή είναι γνωστές μόνο στους γεροντότερους, και β) Ο Ορφανός καταγράφει επισης όλες τις σύνθετες και παράγωγες λέξεις, ακόμα και όταν μόνο το ένα συνθετικό είναι τουρκογενής λέξη (θα δώσω πιο κάτω ένα παράδειγμα). Από την άλλη, δεν περιλαμβάνει λέξεις που, αν και στις πηγές αναφέρονται ως τουρκικά δάνεια, έχουν μπει στη γλώσσα απευθείας απο τα αραβικά, ας πούμε το ζάρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Αντιδάνεια, Κρήτη, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 145 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Συνθηκολόγηση

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πρώτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε το καλοκαίρι του 1935 και ο ποιητής, ο παππούς μου δηλαδή, ενδίδει στις πιέσεις της γιαγιάς, που είχε κουραστεί από την αβεβαιότητα του ελεύθερου επαγγέλματος, και επιστρέφει στη ζωή του υπάλληλου. (Στη σημερινή συνέχεια παρατίθενται δυο εκτενή ποιήματα του παππού μου. Στο βιβλίο, ο πατέρας μου έδωσε αποσπάσματα μόνο, αλλά επειδή εμείς εδώ κόβουμε αλύπητα τα καναδέζικα ηλεδάση τα δημοσιεύω ολόκληρα).

mimis_jpeg_χχsmallΤελικά ο ποιητής αποφάσισε να αποσυρθεί από την επιχείρηση και να κοιτάξει να διοριστεί κάπου. Έστειλε τη γυναίκα του και το γιο του στη Μυτιλήνη, ξενοίκιασε το σπίτι της Καλλιθέας και βολεύτηκε προσωρι­νά στο πατρικό του στο Παγκράτι. Εξακολούθησε να απασχολείται στη Λαϊκή Αποταμίευση ενώ παράλληλα έψαχνε για δουλειά

Εκείνη την εποχή η Αγροτική Τράπεζα ανοιγόταν στην ελληνική επαρχία ιδρύοντας υποκαταστήματα σε κάθε πρωτεύουσα νομού. Η ανάπτυξη αυτή δε γινόταν χωρίς δυσκολίες, γιατί αντιδρούσαν οι άλλες τράπεζες και κυρίως η Εθνική, που ως τότε μονοπωλούσε ουσιαστικά την αγροτική πίστη. Η διοίκηση της Αγροτικής, όπως ήταν φυσικό, επιθυμούσε να προσελκύσει πεπειραμένους υπαλλήλους από άλλες τράπεζες και γι’ αυτό προσέφερε υψηλότερους μισθούς.

Ο Νίκος όταν το έμαθε υπέβαλε αμέσως αίτηση να προσληφθεί, μνημονεύοντας τη δεκαεπτάχρονη προϋπηρεσία του στην Εμπορική Τράπεζα. Περιμένοντας απάντηση, παράλληλα με την απασχόλησή του στη Λαϊκή Αποταμίευση, άρχισε να δίνει έναντι κάποιας αμοιβής σημειώματα και άρθρα εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα σε περιοδικά και εφημερίδες στις οποίες τον είχαν συστήσει ο Βασίλης ο Σπανόπουλος, που είχε εξελιχθεί σε μόνιμο συντάκτη της “Καθημερινής” (για να διαπρέψει αργότερα με τις Σημειώσεις ενός Αθηναίου) και ο Πολ Νορ, που μετά το κλείσιμο της «Παπαρούνας» έπιασε δουλειά στη “Βραδυνή”. Και οι δύο, εκτιμώντας τις γνώσεις και το γράψιμό του θέλαν να τον πείσουν να στραφεί στη δημοσιογραφία. Αν ήταν ανύπαντρος θα δεχόταν αμέσως.

 

Τέλος του καλοκαιριού του 1935 πήρε την απάντηση στην αίτηση που είχε κάνει. Τον προσέλαβαν με το βαθμό του λογιστή Α’, τον ίδιο δηλαδή που είχε στην Εμπορική, αλλά με σημαντικά υψηλότερο μισθό. Τοποθετήθηκε στην Κρήτη, στον Άγιο Νικόλαο, ως προϊστάμενος λο­γιστηρίου και με προοπτική να γίνει διευθυντής του υπό ίδρυσιν υπο­καταστήματος της Σητείας. Πήγε στη Μυτιλήνη, πήρε τη φαμίλια του και μέσω Πειραιώς έφτασε στο Ηράκλειο κι από κει οδικώς στον Άγιο Νικόλαο. Η Κρήτη τον κατάκτησε αμέσως. Ο Αγιος Νικόλαος ήταν τότε μια ειδυλλιακή γωνιά, γραφική κι απόμερη. Πολύ γρήγορα έπιασε φιλίες με πολλούς Κρητικούς, συναδέλφους και μη. Με τους φίλους του της Μυτιλήνης διατηρούσε πυκνή αλληλογραφία και έστελνε τακτικά ποιήματά του, που δημοσιεύονταν στον «Τρίβολο». Το πρώτο όπως ήταν φυσικό απηχούσε τις πρώτες του εντυπώσεις από την Κρήτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , , | 110 Σχόλια »

Τα μπράτη, μια υπόθεση για την ετυμολογία της λέξης

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2014

Το άρθρο που ακολουθεί μού το έστειλε ο φίλος Βασίλης Ορφανός, που μελετάει εδώ και χρόνια την κρητική διάλεκτο και μάλιστα ετοιμάζει κι ένα λεξικό με τα τουρκικά της δάνεια. Όπως αναφέρει κι ο ίδιος, την αφορμή την πήρε από ένα παλιό άρθρο του ιστολογίου, στο οποίο είχε γίνει μνεία της λέξης αυτής, που ακούγεται (ή ακουγόταν) και στην Αμοργό.

Ο Βασίλης Ορφανός διατυπώνει μια υπόθεση για την ετυμολογία της λέξης. Ομολογώ ότι την κρητική διάλεκτο δεν την έχω μελετήσει τόσο που να μου επιτρέπεται να έχω γνώμη, αλλά βάσει γενικών αρχών η εκδοχή του δεν με πείθει -ο λόγος είναι ότι σπάνια μια λέξη με βασική «πονηρή» σημασία προσλαμβάνει και άλλες σημασίες μη αισχρές, συνήθως γίνεται το αντίθετο, μια γενική λέξη (πράμα, ας πούμε) παίρνει και μιαν πονηρή σημασία. Ωστόσο, αυτό δεν ακυρώνει την αξία του άρθρου, που -πέρα από τα ετυμολογικά- είναι μια πλήρης μελέτη, πολύ καλογραμμένη και τεκμηριωμένη, υπόδειγμα για ανάλογες εργασίες. Σημειώστε άλλωστε ότι και ο ίδιος ο συντάκτης έχει αμφιβολίες για την υπόθεσή του.

Μια υπόθεση για την ετυμολογία της λέξης (α)μπράτη (τα)

(Γράφτηκε με αφετηρία συζήτηση στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου για τη λέξη μπράτη, από ένα κατάλογο με σπάνιες λέξεις από την Αμοργό, που του είχε στείλει ο φίλος του ιστολογίου που υπογράφει ως Αρκεσινεύς και ο οποίος ετυμολογεί με ερωτηματικό τη λέξη από το αρχ. πρατός (< πέρνημι ‘εξάγω πράγματα προς πώληση’). Ευχαριστώ θερμά τον  οικοδεσπότη του ιστολογίου που δέχτηκε πρόθυμα να φιλοξενήσει το κείμενό μου. Ευχαριστώ προκαταβολικά και καθέναν που θα ήθελε να σχολιάσει το γραφτό μου, ιδίως ως προς τον έλεγχο της ετυμολογίας που προτείνω. Με την ευκαιρία: Καλή Χρονιά σε όλους!)

Στην Κρήτη χρησιμοποιούμε τη λέξη πράμα με τις εξής σημασίες (μόνο στην πρώτη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στον πληθυντικό) :
1.
πράγμα, αντικείμενο: Ποτέ μου δεν πρικαίνομαι όντε θα χάσω πράμα, γιατί ποτέ τα πράματα αθρώπους δεν εκάμα(ν) (παλιά μαντινάδα).

2. κάτι: ― Ίντα θές; Θές πράμα; (εδώ μου θυμίζει το παλιό γαλλ. rien).

3. τίποτε: (Απάντηση στο προηγούμενο) ―Όι, πράμα δε θέλω (και εδώ βεβαίως το σύγχρονο rien).

4. περιουσία, κατ’ εξοχήν η αγροτική.  Με τη σημ. αυτή στην παροιμία Το πράμα μου είναι καλό και δεν παρακαλώ, που ισοδυναμεί με τις πανελλήνιες Έχει κι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) ή Το μοναστήρι να ’ν’ καλά (και καλογέροι χίλιοι). Λέγεται κατά περίσταση και ως σεξουαλικό υπονοούμενο, διότι η λ. πράμα

5. «μεταφ. σημαίνει το γυναικείον αιδοίον» (γράφει ο Πάγκαλος (Δ 573), αλλά αλλού (Β 416) την έχει και ως συνώνυμο του πέους) ή «τα γεννητικά όργανα ανθρώπων και ζώων» (Κριτσωτάκης) (έτσι την ξέρω κι εγώ, αλλά αν αναφερόμαστε σε αρσενικό, δηλώνει το πέος).

Θυμούμαι που είχαμε στο χωριό μια γειτόνισσα με τσουχτερή γλώσσα. Όταν άκουγε κάποιον/α να μιλάει με   κομπασμό για το πράμα του/της, δηλ. την περιουσία του/της, έλεγε μέσα από τα μουστάκια της (διότι είχε!) την κατάρα: «Μoυρνιά!». Η σιβυλλική κατάρα γίνεται αμέσως διαφανής, αν σκεφτούμε ότι η γειτόνισσα έδινε στη λ. πράμα τη σημασία ‘γεννητικά όργανα’, ενώ έπαιζε με τη λ. μουρνιά, που εκτός από ‘μουριά’ σημαίνει επίσης ‘καρκίνος του δέρματος’: Μουρνιά να φυτρώξει στο πράμα σου!  (Καλοσύνη όμως, ε;)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθυροστομίες, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 87 Σχόλια »

Είκοσι αγκούγκλιστες παροιμίες, κι άλλες 6980 στο βιβλίο

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2012

Τα κανάλια μάς διαβεβαιώνουν ότι σωθήκαμε («ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα», που έλεγε κι εκείνο το ανέκδοτο), ο πρωθυπουργός ότι η χτεσινή μέρα ήταν ιστορική, και ο υπουργός Οικονομικών ότι «αφαιρέθηκαν 107 δις από τις πλάτες των Ελλήνων» (πόσα αφαιρέθηκαν από τις τσέπες μας δεν μάθαμε, επειδή η αφαίμαξη συνεχίζεται). Οπότε, αφού όλα πάνε καλά, μπορούμε με αίσθημα εθνικής ανακούφισης να στραφούμε σε πιο ανώδυνα θέματα, κι έτσι παρουσιάζω σήμερα 20 αγκούγκλιστες παροιμίες.

Παρενθετικά, να πω ότι ο νεολογισμός «αγκούγκλιστος», που ξέχασα να τον προσθέσω στο Γλωσσάρι του ιστολογίου, που παρουσιάστηκε εδώ την προηγούμενη βδομάδα, μπορεί να σημαίνει τόσο ungoogled (τη λέξη που δεν γκουγκλίζεται) όσο και ungoogleable (τη λέξη που είναι αδύνατον να γκουγκλιστεί). Είναι αυτό μια αδυναμία της (τέλειας ωστόσο) γλώσσας μας που την έχουμε ξανασυζητήσει. Στην προκείμενη περίπτωση, «αγκούγκλιστες παροιμίες» είναι αυτές που δεν εμφανίζονται αν τις αναζητήσετε στο γκουγκλ, ungoogled, αλλά αγκούγκλιστες με την άλλη σημασία είναι οι λέξεις που γράφουμε με παρεμφερείς χαρακτήρες, όταν δεν θέλουμε να τις πιάσει η απόχη του γκουγκλ, π.χ. αν γράψω Σαραvτάκος βάζοντας το αγγλικό v αντί για το ν. Πριν μπω στο ψητό, να πω ότι ο τύπος «γκουγκλίζω» που χρησιμοποιώ εγώ, υπερέχει σε σχέση με το «γκουγκλάρω» που χρησιμοποιούν άλλοι, διότι το «αγκούγκλιστος» κάνει οικονομία μίας συλλαβής σε σύγκριση με το «αγκουγκλάριστος». Σε καιρούς λιτότητας, τέτοιες εξοικονομήσεις μπορεί να φανούν σωτήριες. Αλλά ας περάσουμε στις παροιμίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κρήτη, Κριτική βιβλίου, Λαογραφία, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , , , | 164 Σχόλια »

Τσιφτέδες για τσίφτηδες

Posted by sarant στο 30 Δεκέμβριος, 2011

 

Χτες το μεσημέρι είχα πάει σ’ έναν φίλο και του χάρισα το τελευταίο μου βιβλίο, τις Λέξεις που χάνονται (τουλάχιστον φέτος έχω εύκολο το δώρο). Ο φίλος μου, που είναι Κρητικός, άρχισε να φυλλομετράει το βιβλίο, και σε μια στιγμή μου λέει «ναι, αλλά εδώ για τον τσιφτέ έχεις λάθος».

Δαγκώθηκα, διότι ο τσιφτές (το κυνηγετικό όπλο) είναι λέξη (και) της κρητικής διαλέκτου και οι ντόπιοι μπορεί να ξέρουν κάτι που μου ξέφυγε, και τον ρώτησα πού είναι το λάθος -μου λέει «δεν γράφεις ότι προέρχεται από το αγγλικό Chieftain, το όνομα της εταιρείας που έφτιαχνε αυτά τα όπλα!» Ανάσανα ανακουφισμένος, αλλά ο φίλος μου συνέχισε, «όπως η μέγκλα που είναι από το made in England».

Πράγματι, ίδια περίπτωση είναι, αλλά όχι όπως το εννοούσε: ούτε η μέγκλα προέρχεται από το made in England, αν και θα έχετε ακούσει ότι έτσι είναι, ούτε ο τσιφτές από την Chieftain, παρόλο που υπάρχει πράγματι εταιρεία με το όνομα αυτό που φτιάχνει τανκς και άλλα σύνεργα σκοτωμού. Πάντως, όπως μου είπε, η θεωρία δεν ήταν δική του, αλλά ακούγεται κάπως ευρύτερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος | Με ετικέτα: , | 66 Σχόλια »