Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Κύπρος’ Category

Ελισαβετιανά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2022

Φυσικά ο τίτλος αναφέρεται στον προχτεσινό θάνατο της βασίλισσας της Αγγλίας, παρόλο που κανονικά το επίθετο «ελισαβετιανός», που βεβαιως λεξικογραφείται, δηλώνει οτιδήποτε σχετίζεται με τη βασίλισσα Ελισάβετ Α’ και την εποχή της, 500 χρόνια περίπου πριν από την τωρινή. (To τριβιδάκι της ημέρας είναι ότι ανάμεσα στις δυο Ελισάβετ τρεις μόνο γυναίκες ανέβηκαν στο θρόνο, η Μαρία Β’ και η Άννα τον 17ο αιώνα και η Βικτωρία).

Στα σόσιαλ πολλοί υποδέχτηκαν την είδηση του θανάτου της Ελισάβετ με σχόλια για την άρνησή της να δώσει χάρη στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ο οποίος απαγχονίστηκε το 1957 αφού καταδικάστηκε σε θάνατο για τη συμμετοχή του στον αντιαποικιακό αγώνα. Στην πραγματικότητα, αυτη τουλάχιστον η Ελισάβετ, η Β’, δεν μπορούσε ακόμα κι αν ήθελε να δώσει χάρη εφόσον δεν υπήρχε σχετική εισήγηση της κυβέρνησης. Όχι βεβαια ότι το ήθελε να διαφοροποιηθεί.

Ασφαλώς όμως σοκάρει η σκληρότητα της αποικιακής Βρετανίας, που οδήγησε στην αγχόνη νεαρούς αγωνιστές, όπως ο Παλληκαρίδης που δεν είχε καν ένοπλη δράση (για διακίνηση οπλισμού καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά βέβαια σε ηλικία 15 ετών είχε σκίσει τη βρετανική σημαία τη μέρα της στέψης της Ελισάβετ, και ίσως αυτό μέτρησε).

Προχωράμε ομως στα μεζεδάκια μας και ξεκινάμε, φυσικά, με την ειδησεογραφική κάλυψη του θανάτου της Ελισάβετ.

To κολάζ που βλέπετε το έκλεψα από τον τοίχο του δημοσιογράφου Θάνου Παναγόπουλου στο Φέισμπουκ ο οποίος σατιρίζει την ομόφωνη υιοθέτηση του τίτλου «τέλος εποχής»: Ο αστικός μύθος θα λέει κάποτες ότι το 2022 απολύθηκε αρχισυντάκτης στην Ελλάδα επειδής αμέλησε να αναγγείλει στην πρώτη σελίδα τον θάνατο της Ελισάβετ με τον πρωτότυπο, ευρηματικό και απρόβλεπτο τίτλο «Τέλος Εποχής».

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι και εδώ στην Εσπερία είδα αντίστοιχους τίτλους σε εφημερίδες -και δεν είναι παράδοξο αν σκεφτούμε ότι η μακαρίτισσα έμεινε στον θρόνο 70 χρόνια. (Κι αλλο τριβιδάκι: Ο Κάρολος, τώρα πια Κάρολος ο Γ’, είναι το γηραιότερο πρόσωπο που ανεβαίνει στον βρετανικό θρόνο, σε ηλικία 74 ετών. Κάποιες πηγές γράφουν 73 αλλά αφού σε δυο μήνες θα κλείσει τα 74 δεν κάνει να του μειώνουμε το ρεκόρ).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Θηλυκό γένος, Κύπρος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 191 Σχόλια »

Καλαμάρι χωρίς χαρτί

Posted by sarant στο 3 Αυγούστου, 2022

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε άρθρο για τα καβούρια. Σήμερα συνεχίζουμε θαλασσινά, με άλλα θαλασσινά, κι έτσι θ’ αφιερωσουμε το σημερινό μας άρθρο στα καλαμάρια. Θα επαναλάβουμε έτσι μερικά πράγματα που είχαμε πει σε παλιότερο άρθρο αφιερωμένο σε όλα τα «φρούτα της θάλασσας«, αλλά εδώ θα τα αναπτύξουμε πολύ εκτενέστερα.

Το καλαμάρι είναι κεφαλόποδο, δεκάποδο, που η επιστημονική του ονομασία είναι Loligo vulgaris. Υπάρχουν γιγαντιαία καλαμάρια που ξεπερνάνε τα 10 μέτρα, στην Ιαπωνία και αλλού, αλλά στα μέρη τα δικά μας είναι σαφώς πιο ματζόβολα. Το μυθικό Κράκεν θα μπορούσε να είναι κάποιο γιγάντιο καλαμάρι. Υπάρχουν και τα θράψαλα, που είναι πιο μεγάλα και θέλουν κατάψυξη για να μαλακώσει η σάρκα τους (ή όχι;).

Το καλαμάρι ή καλαμαράκι το τρώμε βεβαίως, αλλά υπάρχει και το άλλο το καλαμάρι, ή έστω υπήρχε μέχρι σχετικά πρόσφατα, εννοώ το μελανοδοχείο. Δεν θέλω να δείξω τα χρόνια μου, αλλά όταν ήμουν μαθητής δημοτικού, επί δικτατορίας, στην εκπαίδευση είχε επανέλθει, σε ένδειξη εκσυγχρονισμού ίσως, η πένα και το μελανοδοχείο. Όχι μόνο η καλλιγραφία, αλλά και η καθημερινή Αντιγραφή γίνονταν με καλαμάρι και πένα -κι εγώ, εξαρχής κακογράφος και απρόσεχτος, έκανα τις πιο εντυπωσιακές μουτζούρες της καριέρας μου.

Βέβαια, τα σημερινά παιδιά έχουν γλιτώσει από αυτό το καλαμάρι αν και, όσα παιδιά τουλάχιστον λένε τα κάλαντα, μνημονεύουν κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς το χαρτί και το καλαμάρι που κρατάει εκείνο το παλικάρι ο Δεσκεμές.

Επειδή τα δυο καλαμάρια ετυμολογικώς συνδέονται, εδώ θα μιλήσουμε και για τα δύο. Αν σας πω ότι η αρχή της λέξης «καλαμάρι» είναι το καλάμι, δεν θα το αποκλείσετε αφού η ηχητική ομοιότητα είναι πρόδηλη, αλλά θα παραξενευτείτε -τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα.

Οι αρχαίοι το καλαμάρι το λέγανε «τευθίς», θηλυκό. Υπήρχε και το υποκοριστικό, το τευθίδιον, αλλά και το τεύθος, μεγαλύτερο. Αυτά για το ζώο. Στο μεταξύ, η λέξη «καλαμος» στα αρχαία σήμαινε, πέρα από το καλάμι, και τη γραφίδα -το λέμε ακόμα και σήμερα για κάποιον  ότι είναι, ξερωγώ, «δεινός χειριστής του καλάμου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 121 Σχόλια »

Ποιες λέξεις είναι πραγματικά ελληνικές; (του Σπύρου Αρμοστή)

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2022

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου γλωσσολόγου Σπύρου Αρμοστή, που και άλλες φορές τον έχω αναφέρει στο ιστολόγιο, κατά σύμπτωση δε μόλις την Κυριακή επειδή είχε τη γλωσσική επιμέλεια στο μυθιστόρημα της Λ. Παπαλοΐζου «Το βουνί» από το οποίο δημοσιεύσαμε αποσπάσματα.

Το άρθρο αρχικά δημοσιεύτηκε στο Παράθυρο, το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας και του ιστότοπου Πολίτης της Κύπρου και το ανέφερε εδώ, σε κάποιο σχόλιο, κάποιος φίλος. Μου άρεσε και αποφάσισα να το αναδημοσιεύσω επειδή, αν και είναι σχετικά σύντομο, δίνει αρκετά εναύσματα για συζήτηση πάνω σε θέματα που τα έχουμε συζητήσει πολλές φορές και στο ιστολόγιο και αλλού.

Ας πούμε, θέτει το ερώτημα «γιατί το ακρώνυμο ΑΕΚ το προφέρουμε άεκ, ενώ το ΑΕΛ το προφέρουμε αέλ;» Και το ενδιαφέρον είναι πως (υποθέτω, αν και δεν το λέει ρητά) ότι η ΑΕΚ και η ΑΕΛ του Αρμοστή δεν είναι οι ελληνικές ομάδες (ΑΕΚ και Λάρισα) αλλά είναι η ΑΕΚ Λάρνακας και η ΑΕ Λεμεσού. Η ΑΕΚ Λάρνακας ιδρύθηκε το 1994 με συγχώνευση του Πεζοπορικού και της ΕΠΑ Λάρνακας, και το Κ στο ΑΕΚ δεν σημαίνει, βέβαια, Κωνσταντινουπόλεως αλλά Κίτιον.

Θίγει επίσης το θέμα «ποιες είναι ελληνικές λέξεις» ή μάλλον το ερώτημα που πολύ συχνά εμφανίζεται σε γλωσσικές ομάδες του Φέισμπουκ, «πώς λέμε στα ελληνικά το σι-ντι» ή κάποιο άλλο καθιερωμένο δάνειο. Συχνά στις ερωτήσεις αυτές κι εγώ απαντώ όπως ο Αρμοστής στο άρθρο, δηλαδή «το σιντί στα ελληνικά το λέμε σιντί», για τους λόγους που, πιο καλά από μένα, εκθέτει ο συντάκτης του άρθρου.

Αυτό που εννοεί εκείνος που ρωτάει «πώς λέμε στα ελληνικά το σι-ντί» είναι «πώς μπορούμε να το αποδώσουμε / πώς έχει αποδοθεί με όρο ελληνικής ετυμολογίας». Και ενώ δεν είμαι αντίθετος με την αναζήτηση «αυτοχθόνως ελληνικών» όρων, πρέπει να κρίνουμε πότε έχει ελπίδα να καθιερωθεί εγχώριος όρος και πότε είναι προτιμότερο να δεχτούμε το δάνειο, ενδεχομένως προσαρμόζοντάς το στο τυπικό της γλώσσας.

Παρεμπιπτόντως, ο Αρμοστής θέτει και το θέμα της προφοράς των δανείων. Όταν προφέρουμε ελληνικά, το σάντουιτς ή το μοντάζ το προφέρουμε ελληνοπρεπώς, με τα ελληνικά φωνήεντα και σύμφωνα. Όσοι το προφέρουν αγγλο/γαλλοπρεπώς προκαλούν κωμική εντύπωση και, αν δεν ζουν πολλά χρόνια στο εξωτερικό, φανερώνουν ότι το κάνουν για φιγούρα.

Με την ευκαιρία, θυμάμαι κι ένα αστείο στιγμιότυπο σε πρωινάδικο, όπου ο καλεσμένος (ή η καλεσμένη), όταν ρωτήθηκε τι δουλειά κάνει, απάντησε «Make-up artist».

— Πώς το λέμε αυτό στα ελληνικά; ρώτησε η παρουσιάστρια

— Χμμ… Μακιγιέρ (ή μακιγιέζ, δεν θυμάμαι) απάντησε ο καλεσμένος (ή η καλεσμένη.

Και είχε δίκιο.

Πολλά είπα, το άρθρο του Σπύρου Αρμοστή:

Πρόσφατα σε μια διαδικτυακή συζήτηση τέθηκε το ερώτημα γιατί κάποια ακρωνύμια, όπως «ΑΕΚ», τονίζονται στην παραλήγουσα, ενώ κάποια άλλα, όπως «ΑΕΛ», τονίζονται στη λήγουσα. Ειδικά με αφορμή το ζεύγος «ΑΕΚ vs ΑΕΛ», διατυπώθηκε η υπόθεση πως ίσως το τελικό «Λ» να «ελκύει» τον τόνο. Απάντησα πως η υπόθεση αυτή ίσως έχει κάποια βάση, αφού εάν ψάξουμε τις ελληνικές λέξεις που λήγουν σε «-λ», θα δούμε ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία τονίζονται στη λήγουσα (π.χ. Ισραήλ, Ραφαήλ, αλκοόλ, τηλεκοντρόλ, Βαβέλ, νορμάλ, μπανάλ κ.ά.), ενώ είναι λίγες εκείνες που τονίζονται αλλού (π.χ. Άβελ, πάνελ, σίριαλ, σνίτσελ κ.ά.). Επομένως, ψυχογλωσσολογικά μιλώντας, το μυαλό μας ενδεχομένως να έχει συσχετίσει στατιστικά το ληκτικό «-λ» με τον τονισμό στη λήγουσα· αν ισχύει όντως αυτό, συνεπάγεται πως αν πλάσω μια καινούργια ελληνική λέξη που να λήγει σε «-λ», όπως ένα καινούργιο ακρωνύμιο, τότε θα ενεργοποιηθεί αυτή η συσχέτιση και θα τονιστεί το ακρωνύμιο στη λήγουσα. Ίσως και να υπάρχει κάποια καλύτερη ερμηνεία από αυτήν που προτείνω. Αυτό όμως που έκανε τη συζήτηση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η (αναμενόμενη) ένσταση που διατυπώθηκε στη συνέχεια: «μα αυτές δεν είναι ελληνικές λέξεις».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Κύπρος | Με ετικέτα: , , | 99 Σχόλια »

Το βουνί, της Λουίζας Παπαλοΐζου (δυο αποσπάσματα)

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2022

Μια από τις φιλολογικές εκπλήξεις της χρονιάς που μας πέρασε ήταν το μυθιστόρημα «Το βουνί» της Λουίζας Παπαλοΐζου. Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (εξ ημισείας) αλλά και με το κυπριακό Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1972 στην κατεχόμενη σήμερα Μόρφου, ανήκει δηλαδή στη γενιά που δεν έχει μνήμες από την Κύπρο πριν από το πραξικόπημα, τον Αττίλα και τον χωρισμό του νησιού, αλλά είχε την αίσθηση του ξεριζωμού και της απώλειας.

Το βιβλίο είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα σε τρία μέρη, με τρεις κεντρικούς ήρωες, στην ορεινή Τηλλυρία, στους αρχαίους Σόλους, όπου έχουν βρεθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα -το Βουνί, όπως το λένε οι ντόπιοι, είναι ένα ύψωμα όπου υπήρχε αρχαίο ανάκτορο. Έχει εκδοθεί από τις φιλικές εκδόσεις Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη. 

Πέρα από την εξαιρετική λογοτεχνική του αξία, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την παρουσίαση της ζωής στην Κύπτο την εποχή της αποικιοκρατίας, που ήταν για μένα άγνωστη. Αλλά το βιβλίο έχει και ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον καθώς τα τρία μέρη του διαφοροποιούνται γλωσσικά. Στο πρώτο μέρος, η ιστορία του Ξενή, του ναυτικού που επιστρέφει στη δεκαετία του 60 στο χωριό του όταν μια σοβαρή αρρώστια τον αφήνει μισερό, παρουσιάζεται στην κοινή ελληνική με τους διαλόγους στα κυπριακά. Το τρίτο μέρος, τα ημερολόγια του Σουηδού αρχαιολόγου που συμμετέχει σε ανασκαφές στη δεκαετία του 1920, είναι γραμμένο στην κοινή ελληνική, αλλά το δεύτερο μέρος, η ιστορία της Κόρης και του σημαδιακού αδερφού της, είναι γραμμένο ολόκληρο στα κυπριακά, και, όπως θα διαπιστώσετε, δεν διαβάζεται εύκολα από καλαμαράδες. Υπάρχει άλλωστε και εκτενές γλωσσάρι, ενώ τη φιλολογική επιμέλεια της κυπριακής διαλέκτου την είχε ο φίλος Σπύρος Αρμοστής.

Θα παρουσιάσω σήμερα δυο αποσπάσματα, δυο ξεχωριστά κεφάλαια από το Βουνί. Από το πρώτο μέρος, το κεφάλαιο «Η Ελένη», και από το δεύτερο μέρος το κεφάλαιο «Δεκατρία». Στο τέλος παραθέτω τις εξηγήσεις λέξεων από το γλωσσάρι, αλλά όχι τις λέξεις της κυπριακής που έχουν φωνητικές αλλαγές από την ελληνική, δηλαδή δεν εξηγώ τον τζαιρό (καιρός) ή τη θκιαλεχτίνα (διαλεχτίνα, εργάτρια της διαλογής) ή το χωρκόν (χωριό) ή τον τζύρη (κύρης, πατέρας) ή τα ττενεκούθκια (διπλό τ στην αρχή, ντενεκάκια).

Στην εδώ παρουσίαση κάνω μια αναγκαστική έκπτωση. Στο βιβλίο χρησιμοποιούνται δυο χαρακτήρες που δεν ανήκουν στο αλφάβητο της κοινής ελληνικής, το ζ με καπελάκι και το σ με καπελάκι, για το παχύ ζ και το παχύ σ, δυο φθόγγους που δεν τους έχουμε στην κοινή ελληνική αλλά που υπάρχουν στην κυπριακή. Για να τους περιγράφω έτσι μπακάλικα, ζ με καπελάκι κτλ., θα καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να τους παρουσιάσω εδώ, αφού δεν υπάρχουν στο Unicode. Με τον φίλο Αχιλλέα Τζάλλα, που είχε την τυπογραφική επιμέλεια του βιβλίου (υποδειγματική, να πω) εξετάσαμε διάφορες λύσεις αλλά τελικά καταλήξαμε στο να παραλείψουμε απλώς το σύμβολο, το καπελάκι, όπου υπήρχε. Έκπτωση, αλλά αναπόφευκτη, που θα ξενίσει ίσως τους ομιλητές της κυπριακής.

Πριν προχωρήσουμε στα κείμενα, μια συνέντευξη της συγγραφέας στον Θοδωρή Αντωνόπουλο.

Το πρώτο απόσπασμα:

Η Ελένη

Η Ροδού δεν είπε λέξη, όταν της είπα να ξεχάσει το εστιατόριο. Καθάριζε φλούδες καρπουζιού μέσα στην ποδιά της, καθισμένη στην αυλή, για να φτιάξει γλυκό. Δεν χρειάστηκε να πω κάτι παραπάνω. Κατάλαβε.

Με τον Γιαννή είμαστε δεύτερα ξαδέρφια, οι πατεράδες μας πρώτα, οι παππούδες μας ήταν αδέρφια. Παιδιά κάναμε πολλή παρέα. Γεννημένοι με τρεις μήνες διαφορά, περνούσαμε για δίδυμοι. «Καλώς τους δίπλαρους!» παντού έτσι μας προσφωνούσαν. Ώσπου οι πατεράδες μας έκοψαν την καλημέρα. Στη μεγάλη απεργία της CMC, το ’48. Εκατόν είκοσι δύο μέρες έμειναν κλειστά τα μεταλλεία μέχρι να καμφθούν οι Αμερικάνοι, γιατί μέχρι τότε ούτε οι υπερωρίες είχαν κατοχυρωθεί ούτε οι άδειες ανάπαυσης ούτε οι αργίες. Είχαν πρωτοστατήσει οι πατεράδες μας στα γεγονότα, ώσπου ο ένας τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του απεργιακού αγώνα, ο άλλος κατά. Μοιράστηκε ο κόσμος. Όπλισαν οι Εγγλέζοι για να φοβερίσουν τους απεργούς. Ξυλοδαρμοί, πυροβολισμοί, συλλήψεις. Τα ξαδέρφια αντάλλαξαν βαριές κουβέντες, πιάστηκαν στα χέρια. Με τα μάτια μου είδα τον πατέρα και τον θείο μου πάνω στην αποβάθρα. Φώναζαν οι μανάδες μας, κλαίγαμε όλοι μαζί, μπήκαν στη μέση να τους χωρίσουν.

δεξιοί τζαι αριστεροί έλεγε ο κόσμος

Όση παρέα κάναμε έκτοτε με τον Γιαννή γινόταν στα κρυφά. Μόνο οι μανάδες μας ήξεραν, μα έκαναν τις ανήξερες. Η ιστορία του τσακωμού βέβαια είχε κοστίσει πολύ στη Ροδού, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι άφησε ποτέ να φανεί, γιατί με τη θεία μου ήταν φίλες αχώριστες. Μια πόρτα χώριζε τα σπίτια μας. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου τα πράγματα άλλαξαν. Η Ροδού δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Κλείσαμε πόρτες και παράθυρα, στο σπίτι μας δεν ήταν ευπρόσδεκτος κανένας, ούτε ο θείος μου ούτε η θεία μου ούτε τα παιδιά τους.

Με ένα μαχαιράκι αφαιρούσε την πράσινη φλούδα, έπειτα έκοβε την ψίχα σε μικρά τετραγωνισμένα κομμάτια και τα έριχνε σε έναν κουβά με νερό και ασβεστόσκονη· η φλούδα έπεφτε ολόκληρη μέσα στην ποδιά της. Όταν το καθάρισμα τελείωσε, έπιασε με το ένα χέρι την ποδιά, με το άλλο τον κουβά και μπήκε στην κουζίνα. Στο λεπτό επέστρεψε —η ποδιά ακόμα γεμάτη—, πέρασε από μπροστά μου, διέσχισε την αυλή, το περβόλι, έφτασε ώς το κοτέτσι και έριξε τις φλούδες στα πουλιά.

άκουγα τους γάλους και τις όρνιθες να κακαρίζουν ολόχαροι

Η αδερφή μου ήταν ανένδοτη. Για την Ελένη ο πατέρας του Γιαννή ήταν ο κύριος υπαίτιος για τον θάνατο του πατέρα μας, γιατί είτε από τραγική σύμπτωση είτε γιατί έτσι ήταν γραφτό του, ο κύρης μας αρρώστησε και πέθανε έναν χρόνο μετά από τα επεισόδια στα μεταλλεία. Στα καλά καθούμενα. Δεν αρρωστούσε ποτέ, ήταν αεικίνητος, ακάματος, εργάτης. Στα καλά καθούμενα, ο πατέρας μας πέθανε. Στην αρχή νομίσαμε πως ήταν ένα αθώο κρυολόγημα, μα ο πυρετός και ο βήχας δεν υποχωρούσαν. Το κρυολόγημα είχε εξελιχθεί σε βρογχίτιδα. Μια λοίμωξη των πνευμόνων, μας ενημέρωσε ο γιατρός στο νοσοκομείο· θα του περάσει, μας έλεγαν όλοι. Μα οι πνεύμονές του δεν ήταν δυνατοί· τους είχαν σκάψει τα μεταλλεία.

Τον έφαγε το μαράζι, έλεγε η Ελένη, που τότε ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών. Από το μαράζι πέθανε ο κύρης μας, η κακία και η αχαριστία του κόσμου τον σκότωσαν, τίποτε άλλο. Βγήκε από το σχολείο για να μας μεγαλώσει. Η Μάρω ήταν δυο χρονών, η Ευθυμία πέντε, εγώ δέκα. Δεκαπέντε χρονών η Ελένη λογιζόταν για γυναίκα. Αυτή μας πότιζε, μας τάιζε, μας κοίμιζε. Η Ροδού άργησε να σταθεί στα πόδια της, μας κοιτούσε με τα μάτια να κολυμπούν στο αίμα. Πλάνταζαν οι μικρές στο κλάμα, ήθελαν να τις πάρει αγκαλιά, μα εκείνη μας κοίταζε ανήμπορη. «Επρόφτασεν την το πένθος», έλεγαν οι χωριανοί. «Εστοιβαχτήκαν πολλοί στην σειράν. Έσει πολλούς να θρηνήσει η Ροδού, έντζε εν’ έναν τζαι θκυο αθρώπους δικούς της που έθαψεν. Με τον τζαιρόν εννά συνέλθει.»

Είχαν δίκαιο, γιατί στον έναν χρόνο η Ροδού σηκώθηκε. Βρήκε και η Ελένη δουλειά στα συσκευαστήρια, άρχισε να φέρνει χρήματα στο σπίτι. Ανασάναμε. Κοντεύαμε να εξαϋλωθούμε από την πείνα. Θκιαλεχτίνα. Διάλεγε τα πιο μεγάλα και μοσχοαναθρεμμένα πορτοκάλια, τα τύλιγε ανά τεμάχιο σε ρυζόχαρτο και τα στοίβαζε σε ξύλινα κασόνια για το λιμάνι της Αμμοχώστου. Αυτή έφερνε χρήματα στο σπίτι. Ώσπου έγινα δεκαπέντε χρονών και ξενιτεύτηκα.

Προσπάθησαν οι συγχωριανοί να μας βοηθήσουν, κακά τα ψέματα, ούτε η θεία και ο θείος μου έκατσαν με σταυρωμένα χέρια, μα η Ροδού ήταν περήφανη· δεν ήθελε βοήθεια από κανέναν. Ο θείος μου θυμούμαι όπου με έβρισκε μου άνοιγε το χέρι και μου έβαζε μέσα ένα πεντοσέλινο, δεκασέλινο, ό,τι κρατούσε μου το έδινε. Σσσσσς, μου ένευε, να μην το πω σε κανέναν. Μια φορά μάθαμε πως είχε ξοφλήσει το χρέος μας στον κύριο Αντώνη. «Σσσσσς», του είπε, «μεν το πεις σε κανέναν.» Το είπε η κυρία Πέρσα στη μάνα μου. Αν είχαμε χρήματα, θα τους τα επέστρεφε όλα, ώς το τελευταίο γρόσι.

Μόλις η Ελένη κατάλαβε πως τράβηξα πίσω εξαιτίας του Γιαννή, επαναστάτησε. Ξύπνησε η πίκρα και το μίσος μέσα της.

«Ελυπήθηκες τον Γιαννήν! Τον γιον του φονιά που εσκότωσεν τον τζύρην μας; Τον Γιαννήν τον ψευτοπαλλικαράν, που φουμίζεται πως εφκήκεν αντάρτης στα βουνά, μα ούλλον το χωρκόν ξέρει πως εδούλευκεν πλασιέ στην Χώραν. Επούλαν καλλυντικά!»

Η Ροδού βγήκε τρεχτή από την κουζίνα να συνετίσει την κόρη της, να της νέψει να σιωπήσει.

«Έν φοούμαι κανέναν εγώ», την έκοψε η Ελένη, «έχω την αλήθκειαν με το μέρος μου! Άλλοι να φοούνται μες στο χωρκόν, άλλοι έχουν την φωλιάν τους λερωμένην. Εμέναν το στόμαν μου έν θα μου το κρατήσει κλειστόν κανένας!»

Σηκώθηκα. Είχα ξεμάθει τόσα χρόνια. Μπορεί και να μην ήμουν έτοιμος να ακούσω. Περπάτησα ώς την καγκελόπορτα, ώσπου μια δεύτερη φωνή μού ψιθύρισε: αλήθειαν ανέχου. Άλλαξα γνώμη. Επέστρεψα. Έβαλα το ένα πόδι πάνω στο άλλο και άναψα τσιγάρο να ακούσω την Ελένη.

«Αντρέπεσαι τον Γιαννήν, που όπου εστέκετουν τζαι όπου εκάθετουν εκακολογούσεν τον γιον της Ροδούς τζαι του Χριστάκη! Οι Εγγλέζοι πυροβολούν μας, κρεμμάζουν μας, τζαι ο Ξενής τρώει τζαι πίννει μιτά τους!»

δεν ήταν η πρώτη φορά

Ήταν γνωστό πως ο Γιαννής ήταν μεγάλος φουμισιάρης. Του άρεσε να καυχιέται πως είχε βγει αντάρτης στα βουνά, πως είχε πολεμήσει τους Εγγλέζους, μα το χωριό βούιζε. Ν’ ακούεις πολλά, να πιστεύεις τα μισά. Στην καλύτερη περίπτωση ο Γιαννής είχε εκτελέσει μια-δυο παρακινδυνευμένες αποστολές, αυτό ήταν όλο. «Θκυο ττενεκκούθκια δυναμίτην», έλεγαν όσοι ήταν εκ των έσω, «που τα μεταλλεία.» Τον είχαν κλέψει ουγγιά-ουγγιά οι εργάτες, μήπως και τους υποψιαστούν οι Αμερικάνοι. Μια μυστική αλυσίδα είχε στηθεί από τα μεταλλεία ώς τα βουνά, γιατί έπρεπε πάση θυσία ο δυναμίτης να φτάσει στον παραλήπτη στην ώρα του. Στο χωριό μας όμως ο κρίκος άνοιξε. Παντρεμένος με δυο παιδιά λύγισε. Έπρεπε πάση θυσία να βρεθεί άλλος συγχωριανός να τον αντικαταστήσει. Βρέθηκε ο Γιαννής.

Μα οι άλλοι μισοί, αυτοί που έλεγαν πως κατείχαν την υπέρτατη αλήθεια, ισχυρίζονταν πως η ιστορία του δυναμίτη ήταν ένα μεγάλο ψέμα, αποκυήματα της φαντασίας του Γιαννή και του πατέρα του. Φυλλάδια είχε ρίξει ο Γιαννής, ανακοινώσεις και προκηρύξεις της Αλκίμου Νεολαίας, όπως όλοι οι νέοι στο χωριό. «Νύχταν-νύχταν μάλιστα», έλεγαν οι πιο δύσπιστοι, «κρυφτός πουκάτω που το γιοφύριν.» Τον υπόλοιπο καιρό δούλευε πλασιέ στη Χώρα.

Πάντως αντάρτης στα βουνά δεν βγήκε ποτέ. Σ’ αυτό όλοι συμφωνούσαν, μα ο Γιαννής δεν έλεγε να συνετιστεί. Και σαν να μην έφταναν τα ψέματα, τα έλεγε μάλιστα μπροστά στον Κωστή, που του είχαν σακατέψει τα χέρια οι Εγγλέζοι, και ο Κωστής, θέλεις πιστός στη φιλία των παιδικών μας χρόνων, θέλεις γιατί είχε ευεργετηθεί ουκ ολίγες φορές από τις γνωριμίες του Γιαννή με την πελατεία στο συνεργείο, δεν τον διέψευσε ποτέ.

«Έννεν’ μιαν τζαι θκυο φορές που σε εκατηγόρησεν ο Γιαννής. Ούτε ήταν ο μόνος! Άννοιξε τα μμάθκια σου, Ξενή. Νομίζεις ότι οι φίλοι σου εν’ όπως τους άφηκες; Πως εν’ τα κοπελλούθκια που ήξερες; Τούτοι εδρατζιάσαν, εννά φαν τον τόπον!»

Πισώπλατα ο κόσμος έλεγε πολλά. Μπροστά στον Γιαννή όμως κανένας, γιατί με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο ο Γιαννής είχε καταφέρει να έχει γνωριμίες στα πιο ψηλά δώματα. Έβλεπαν οι συγχωριανοί τις Mercedes, τα bmw, τα Land Rover σταθμευμένα έξω από το κέντρο. Και ό,τι βοήθεια ήθελε ο κάθε συγχωριανός στον Γιαννή πήγαινε, και ο Γιαννής, κακά τα ψέματα, δεν αρνιόταν χέρι βοήθειας ποτέ σε κανέναν. Και το χέρι βαθιά στην τσέπη το έβαζε και τη ράχη του κόντρα να μεσολαβήσει για τα πάντα. «Εν’ μισή κυβέρνησις ο Γιαννής», έλεγε ο κόσμος. Δύσκολα έβρισκες άνθρωπο στο χωριό μας που δεν είχε ευεργετηθεί από τις γνωριμίες του. Ποιος να τον αντικρούσει;

Ήθελα να πω στην Ελένη να μιλήσει ξεκάθαρα, να μου πει ονόματα και διευθύνσεις, μα από εγωισμό ίσως και από ατολμία δεν το έκανα. Έβαζα το χέρι μου στη φωτιά όμως πως ούτε ο Κωστής ούτε ο Ττόμης ούτε ο Λεύκιος ήταν ικανοί να με συκοφαντήσουν. Ακόμα και για τον Γιαννή έπαιρνα όρκο. Μπορεί να ήταν φουμισιάρης, αππωμένος, μπορεί να μην το έλεγε η καρδιά του να βγει αντάρτης στα βουνά —ποιος ήμουν εγώ στο κάτω-κάτω να κρίνω και να κατακρίνω—, τον Ξενή όμως δεν θα τον πρόδιδε ποτέ.

«Προδότη πάνω, προδότη κάτω είχαν σε οι φίλοι σου!»

σηκώθηκα να φύγω

Η Ροδού έσκυψε ολόκληρη πάνω από την Ελένη. Πίστεψα πως θα άπλωνε το χέρι και θα της έβγαζε το μαλλί τρίχα-τρίχα.

«Δίκασ’ με μάνα, δέρ’ με, ό,τι θέλεις κάμε μου. Το στόμαν μου πάντως έν θα μου το κλείσεις!»

Και το δεύτερο κείμενο, σε αμιγή κυπριακή:

ΔΕΚΑΤΡΙΑ

Κάποτε η μάνα μου στέκεται τζαι θωρεί τον. Βάλλει με τον νουν της διάφορα. Καταλυέται. Εν’ τζείνη που φταίει, λαλεί, που έκαμεν γιον παραθκιάνταλον, επειδή που ήτουν έγκυος ετζοιμάτουν μπρούμουττα. Η μάνα της τζαι η αρφή της επαραντζέλλαν της: «Κόρη, μεν τζοιμάσαι μπρούμουττα, εννά τσιλλήσεις το μωρόν, να το καταϊσέψεις.» Μα ώσπου έππεφτεν ανάσσελλα, το μωρόν έκαμνεν κουρτουμπέλλες μέσα στην τζοιλιάν της, ετάρασσεν όπως το καλικαντζαρούιν, παμόν έν έβρισκεν κανένας που τους θκυο τους. Στον πολλύν τζαιρόν έν άντεξεν. Μιαν νύχταν που τα μμάθκια της εχογλούσαν, εγύρισεν μπρούμουττα, εψήλωσεν το πόδιν της όπως ξεβαίννεις την σκάλαν τζαι μονομιάς το μωρόν εβούλιαξεν, εποτζοιμήθην. Το πρόβλημαν ελύθηκεν. Κάθε νύχταν εγύριζεν μπρούμουττα, εξέβαιννεν το σκαλίν, εποτζοιμάτουν. Αντάν τζαι εγέννησεν τον Ττιμήν τζαι εβάλεν τον η μαμμού πάνω της πομαυρισμένον τζαι είδεν την δεξιάν του πάνταν τσιλλημένην, εσυντρομάχτηκεν. Ερούφησεν την το σκοτάδιν. Εσηκώστηκεν μεμιάς που το κρεβάτιν, τα σσέλια της κόμα γαιματωμένα, να πλύννει πρώτη το μωρόν μες στην βούρναν, να γυρέψει το αυτίν του. Επασπάτευκεν του κάκου. Μια τρυπούα σαν το αρφάλιν τζαι η τζεφαλή του που την μιαν πάνταν τσιλλημένη. Αντάκωσεν το κλάμαν. Τόσον εσυντρομάχτηκεν, που έν εκατέβηκεν το γάλαν της. Εβάλλαν της το μωρόν πομαυρισμένον που το κλάμαν πάνω στο βυζίν της, το μωρόν άκκαννεν λυσσάρικα τες θηλές της, εγαιματώνναν τα βυζιά της, εγαιματώνναν τα σείλη του μωρού, μα το γάλαν έν έτρεσεν. Εστέκουμουν πουπάνω που τον τζισβέν, ενεκάτωννα λλίον αλεύριν τζαι ζάχαρην να το ταΐσω.

Ώς την Παρασκευήν, μια γυναίκα έφερεν της λάδιν θαυματουργόν που την Παναγίαν την Γαλόκτιστην. Έτριψεν το λάδιν πάνω στα βυζιά της, επασάλειψεν την παντού. Η γυναίκα τούτη έν ήτουν που το χωρκόν μας, ήτουν ξένη, κανένας έν ήξερεν το όνομαν της, μα πριχού φύει έδωκεν της μάνας μου μιαν εικονούδαν μιτσιάν τζαι επαράντζειλεν της:

«Πρωίν νύχταν έσε τούτην την Παναγίαν μες στην τρασηλιάν σου, ώσπου να τρέξει άφθονον το γάλαν.»

Μόνον τούτον. Τίποτε άλλον έν της είπεν.

Τόσον πομαυρισμένη ήτουν η εικονούδα, που τίποτε έν εφαίνετουν πάνω στο ξύλον. Τρεις φορές έβαλα την μέσα στο φως της καντήλας να την παρατηρήσω, γιατί άκουσα τες χωρκανές να λαλούν πως η Παναγία η Γαλόκτιστη εν’ η μόνη Παναγία που ταΐζει τον Χριστόν με το βυζίν της πόξω, μα τίποτε έν είδα. Στες είκοσι τέσσερις ώρες τα βυζιά της μάνας μου εξεκινήσαν να στάσσουν, στες σαράντα οχτώ το γάλαν έτρεσεν όπως το νερόν στες βρύσες. Έπιννεν το μωρόν καπάλιν τζαι όσον γάλαν επερίσσευκεν έβαλλεν το η μάνα μου μες στην φίζαν για να πιούσιν τζαι τα μωρά τα ξένα.

Αναθάρρησεν.

Επαράντζειλεν μου στα κρυφά να ‘βρω τον καντηλανάφτην του χωρκού, που ήτουν καλός τεχνίτης του τζερκού, να μου κάμει μιαν τζεφαλήν μωρού για τάμαν, με θκυο αυτιά στητά, καλοκαμωμένα. Στες θκυο εφτομάδες που ήταν έτοιμη η μάνα μου να καβαλλιτζέψει την γαούραν, εκούρτισεν πέντ’-έξι γεναίτζες του χωρκού να πάμεν. Μάνα τζαι κόρη καβαλλαρκές, ο Ττιμής τουλουππιασμένος μες στον κόρφον μας, η τζεφαλή με τα θκυο αυτιά μες στο καλάθιν. Λλίον η μάνα μου, λλίον εγώ, εκρατούσαμεν τον Ττιμήν ούλλες οι γεναίτζες που γυρόν.

Τρεις ημέρες δρόμον ώς την Παναγίαν την Γαλόκτιστην. Τον ίδιον δρόμον ηθέλαμεν τζαι για την Παναγίαν του Τζύκκου που εν’ περίτου θαματουργή, άκουσα μιαν κοτζάκαρην σε έναν χωρκόν να λαλεί, μα έν ετόλμουν να συντύχω της μάνας μου. Άμαν η Γαλόκτιστη εγέμωσεν τα βυζιά της μάνας μου με τρεχούμενον γάλαν, έν ήτουν να γεμώσει το αυτίν του Ττιμή;

Ώσπου να φτάσουμεν, ήμαστουν καραβάνιν ολόκληρον, γιατί που όποιον χωρκόν επερνούσαμεν οι γεναίτζες επαίρναν θάρρος, ηθέλαν να έρτουν μιτά μας. «Οι προσκυνήτρες της Γαλόκτιστης», ελαλούσαν όποθθεν μας εθωρούσαν. Εδείχναν τα βυζιά της μάνας μου, εφέρναν τα βρέφη τους να τα ταΐσει. Το μεσημέριν εκαθούμαστεν ποκάτω που τες τερατσιές να φάμεν. Απλώθαμεν σεντόνια, πεύτζια, οι γεναίτζες εφκάλλαν φαΐν που τα καλάθκια, ετρώαν καπάλιν. Χαλλούμια, ελιές, οπωρικά. Εμείς μόνον νερόν. «Αν πάμεν χορτασμένες, κόρη, στην Παναγίαν, με ίντα μούτρα εννά της ζητήσουμεν δεύτερην χάρην; Ίνταλος εννά μας ακρωστεί; Αν μεν πάμεν νηστιτζές, ίνταλος εννά μας πιστέψει;»

Την τέταρτην ημέραν, την ώραν που ο ήλιος εκατέβαιννεν που τα ψηλά τζαι εχρυσαφίζαν τα βουνά τζαι τα αλμυρά νερά, εμπήκαμεν στην εκκλησιάν. Γονατιστές. Με το βρέφος στην αγκαλιάν. Εσσύψαμεν μπροστά που την εικόναν της Παναγίας, εκρεμμάσαμεν την τζέρινην την τζεφαλήν με τα στητά αυτιά πάνω στο ξύλον τζαι εμείναμεν χαμαί ασάλευτες. Στην πολλήν ώραν, εκαύκουμουν, ήθελα να ξαναδώ την εικόναν, να γυρέψω το βυζίν της Παναγίας, μα όποτε εσήκωννα την τζεφαλήν μου η μάνα μου εδίαν μου πουπάνω:

«Μείνε σσυφτή τζαι κάμε την προσευχήν σου. Ό,τι λαλώ να λαλείς τζαι εσύ. Αντίς του γιου μου, εσύ να λαλείς του αρφού μου.»

Παναγία μου Γαλόκτιστη, Μεγαλόχαρη, Θαυματουργή,
ώσπου μου στέλλεις γάλαν, ξέρε το, εννά θηλάζω
τα μωρά τα ξένα όπως θηλάζω το δικόν μου
Γάλαν έν θα αρνηθώ ποττέ σε κανέναν μωρόν
γιά χρισκιανής γιά Τούρτζισσας γιά ξένης
Παναγία Γαλόκτιστη, Μεγαλόχαρη, Θαυματουργή,
θέλω ακόμα μιαν χάρην να σου πω, έναν τάμαν να σου μολοήσω:
ώσπου μιαλινίσκουν τα μωρά που το δικόν μου γάλαν
παρακαλώ σε που τα βάθη της καρκιάς μου
να μεγαλώννει τζαι τ’ αυτίν του γιου μου

Λέξεις από το γλωσσάρι:

  • δίπλαροι: δίδυμοι
  • φουμίζεται: καυχιέται
  • φουμισιάρης: καυχησιάρης
  • εδρατζιάσαν: φούντωσαν, θέριεψαν
  • καταλυέται: διαλύεται, φθείρεται
  • παραθκιάνταλος: με σωματικό ελάττωμα
  • τσιλλώ: πιέζω
  • παμός: ησυχία, ανάπαυση
  • χογλώ, χογλάζω: κοχλάζω, βράζω.
  • αντακώννω: αρχίζω
  • τζισβές: μπρίκι
  • καπάλιν: συνέχεια
  • φίζα: γυάλινο δοχείο
  • περίτου: περισσότερο
  • κοτζάκαρη: γριά

Posted in Όχι στα λεξικά, Κύπρος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 60 Σχόλια »

Ανοιξιάτικα (;) μεζεδάκια

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2022

Αύριο το μεσημέρι (στις 3.33 μ.μ. για την ακρίβεια) έχουμε την εαρινή ισημερία στο Βόρειο Ημισφαίριο, άρα μπαίνουμε και επίσημα στην άνοιξη.

Μπαίνουμε αλήθεια; Ο καιρός μάλλον χειμωνιάτικος είναι, ο πόλεμος ρίχνει τη βαριά σκιά του, οι τιμές έχουν πάρει την ανηφόρα σε όλα τα είδη, από το φυσικό αέριο μέχρι το ηλιέλαιο, ενώ η πανδημία, που λέγανε ότι έφυγε και τελείωσε, σηκώνει πάλι κεφάλι. Γι’ αυτό και έβαλα το ερωτηματικό στον τίτλο -ανοιξιάτικα είναι αυτά;

Τέλος πάντων, ας ξεκινήσουμε.

Και ξεκινάμε με ένα πολύ αστείο μεταφραστικό λάθος, που παραλίγο να με παρακινήσει να δώσω στο σημερινό μας άρθρο τον τίτλο «Ακριβή μεζεδάκια».

Η οθονιά προέρχεται από την αγγλική έκδοση του Πρώτου Θέματος, όπου ο ελληνικός τίτλος

Μήνυμα (ή διάγγελμα) Μητσοτάκη για τα μέτρα κατά της ακρίβειας

αποδόθηκε

PM Mitsotakis message on measures against accuracy

Βάζω οθονιά επειδή, στις μέρες που μεσολάβησαν, και ύστερα από τον ορυμαγδό που προκλήθηκε στο Τουίτερ, η εφημερίδα έσπευσε να διορθώσει το λάθος, παρόλο που τη λαθεμένη έκδοση μπορείτε ακόμα να τη βρείτε σε αναδημοσιεύσεις.

Κάθε φορά που βλέπω τόν τίτλο γελάω μόνος μου σαν σκέφτομαι ποια θα μπορούσαν να είναι τα measures against accuracy, αν και ύστερα ξανασκέφτομαι ότι δεν έχουμε, ως κράτος, ανάγκη από άλλα μέτρα στον τομέα αυτόν!

Eδώ βλέπετε και λίγο από το κείμενο της είδησης όπως είχε αρχικά μεταφραστεί από τον Panos:

Από τον Panos μεταφράστηκε, αλλά με την καθοριστική συμβολή του Google Translate. Έκανα το τεστ, εβαλα στο Google Translate τη φράση

Το νέο πλαίσιο στήριξης απέναντι στην ακρίβεια που δοκιμάζει τις αντοχές ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρήσεων

και πήρα τη μετάφραση:

The new framework of support for accuracy that tests the resilience of Greek households and businesses

Θα έλεγε κανείς βέβαια ότι έτσι που είναι μεταφρασμένο, το νόημα είναι πως το πλαίσιο δοκιμάζει τις αντοχές, αλλά τέλος πάντων.

* Και συνεχίζω με ένα οικολογικό μεζεδάκι, που το είδα να επισημαίνεται σε μια σελίδα φίλων του Γιάννη Μακριδάκη στο Φέισμπουκ (μπορεί να το επισήμανε κι ο ίδιος ο συγγραφέας).

Λοιπόν, ο υφυπουργός Μεταφορών και Υποδομών κ. Γιώργος Καραγιάννης δήλωσε:

«Αυξάνουμε το περιβαλλοντικό αποτύπωμα καθώς θα προχωρήσουμε σε 3.000 δενδροφυτεύσεις και αστικές αναπλάσεις σε συνολική επιφάνεια 85.000τ.μ. Στόχος μας είναι να “πρασινίσουμε” τον Δήμο της Αθήνας αλλά και τους τέσσερις δήμους από τους οποίους θα διέρχεται η Γραμμή 4 του Μετρό».

Η εξαγγελία είναι βέβαια καλοδεχούμενη. Ωστόσο, ο όρος περιβαλλοντικό αποτύπωμα ενός έργου, χρησιμοποιείται εδώ εντελώς λάθος από τον υφυπουργό, αφού καλό ειναι πάντοτε να κάνουμε έργα με μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, δηλαδή όσο γίνεται πιο φιλικά στο περιβάλλον.

* Κι ένα ακόμα παράδειγμα «προστακτικής με αύξηση», στον τίτλο ενός σεμιναρίου «αυτοβελτίωσης».

Απέκτησε τον έλεγχο σε δύσκολες συνθήκες

Στη γλωσσική ομάδα όπου το είδα, καναδυό μέλη έσπευσαν να σχολιάσουν: Ποιος απέκτησε;

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι η σύμπτωση αορίστου και προστακτικής, ούτε μπορούμε να την αποφύγουμε. Όλοι θα συμφωνούσαν π.χ. με τις φράσεις «Περίμενε να έρθω» ή «Απάντησε πότε σε βολεύει» παρόλο που και σε αυτές έχουμε σύμπτωση.

Έπειτα, πολλοί ομιλητές της νεοελληνικής θεωρούν πιο οικείους και πιο δόκιμους τους τύπους της «εναύξητης» προστακτικής, αν και όχι σε όλα τα ρήματα (άλλο το «επέστρεφε» ή το «συνέλαβε» κι άλλο το «απήντησε», με κάμποσες ενδιάμεσες βαθμίδες).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κύπρος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Υπότιτλοι | Με ετικέτα: , , , , , | 247 Σχόλια »

Μεζεδάκια με πανσέληνο

Posted by sarant στο 21 Αυγούστου, 2021

Δεν έβαλα κεφαλαίο, επομένως εννοώ την πανσέληνο και όχι τον συγγραφέα Αλέξη Πανσέληνο. Και κανονικά η πανσέληνος είναι αύριο, αλλά ελπίζω το σημερινό μας άρθρο να διαβάζεται και αύριο. Καλύτερα να τιτλοφορηθεί από κάτι όμορφο παρά από τις ασταμάτητες πυρκαγιές που μας κατακαίουν ή από την άλωση της Καμπούλ από τους Ταλιμπάνους.

Και ξεκινάμε με ένα ορθογραφικό λαθάκι, που δυστυχώς δεν διορθώνεται εύκολα διότι δεν είναι γραμμένο σε χαρτί ή ακόμα καλύτερα σε ηλεκτρονικό μέσο αλλά στο μάρμαρο.

H φωτογραφία είναι από τα Γιάννενα, αν δεν κάνω λάθος. Πρόκειται για προτομή ενός αξιόλογου πολιτικού, του Γεωργίου Μυλωνά, ο οποίος ως υφυπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Παπανδρέου μερίμνησε για την ίδρυση του πανεπιστημίου Ιωαννίνων το 1964 -στη συνέχεια ο Μυλωνάς είχε αξιόλογη αντιδικτατορική δράση, δραπέτευσε κινηματογραφικά από την Αμοργό όπου είχε εξοριστεί, ενώ το 1989 έγινε υπουργός Πολιτισμού εκ μέρους του Συνασπισμού στην κυβέρνηση Τζαννετάκη και μετά στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας.

Αλλά στην προτομή υπάρχει λαθάκι. Δεν έγιναν αυτά «επί υπουργείας του» αλλά «επί υπουργίας του».

Γιατί; θα ρωτήσει κάποιος. Δεν υπάρχει ρήμα «υπουργεύω» και «πρωθυπουργεύω»;

Υπάρχει, αλλά η υπουργία προέρχεται από τον υπουργό. Το δέχομαι πως δεν είναι και τόσο εύκολο να ξέρει πάντοτε κανείς αν το αυγό έκανε την κότα ή η κότα τ’ αυγό, αλλά πάντως γράφουμε «η υπουργία, η πρωθυπουργία». (Και: τα υπουργεία, ενίοτε στη γνωστή φράση αγανάκτησης).

* Kαι μια είδηση από το αστυνομικό δελτίο, με αμφίσημο (;) τίτλο.

21χρονος με μαύρη ζώνη ξυλοκόπησε 15χρονο. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με τραύματα στο κεφάλι.

Κανονικά, έτσι που είναι γραμμένο, στο νοσοκομείο μεταφέρθηκε ο 21χρονος με τη μαύρη ζώνη -ξυλοκόπησε τον έφηβο αλλά μάλλον θα έφαγε κι αυτός μερικές.

Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι στην πραγματικότητα ο έφηβος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Και ισως δικαιολογείται η φαινομενική αμφισημία από την ανάγκη για οικονομία στους τίτλους.

(Πιο αστείο, και ίσως πιο αμφίσημο, θα ήταν αν έγραφε «επιτέθηκε σε 15χρονο»).

* Φίλος επισημαίνει ευπρεπισμό σε άρθρο του Protagon για την περεστρόικα:

Και το γεγονός ότι ο Στιλ είναι πια φθασμένος συγγραφέας ιστορικών και γεωπολιτικών θεμάτων έπαιξε ασφαλώς τον ρόλο του.

Ο ευπρεπισμός είναι στον τύπο «φθασμένος». Λέμε βεβαίως «φθάνω», ισότιμα με το «φτάνω», λέμε και «καταφθάνω», αλλά η επιθετικοποιημένη μετοχή «φτασμένος» με τη σημασία «επιτυχημένος, καταξιωμένος» (π.χ. ο τάδε είναι φτασμένος καλλιτέχνης) ακούγεται κάπως κωμικά αν τη γράψουμε «φθασμένος».

* Κι ένας κυπριωτισμός. Το είδα στο Φέισμπουκ, σε ανάρτηση από την Κύπρο, που παραθέτω απόσπασμά της.

Ας προσπεράσουμε την ανορθογραφία στην τελευταία σειρά (καλύτερα να σε λένε άφιλο, παρά το άλλο που έχει και δύσκολη ορθογραφία, είχε γράψει ο Γιώργος Ιωάννου) και ας προσέξουμε ότι ο μητροπολίτης «έφταιγε τις εγκύους».

Το φταίω ως μεταβατικό, με τη σημασία «κατηγορώ, μέμφομαι, επικρίνω» ακούγεται πολύ παράξενο στην κοινή ελληνική, αλλά στην κοινή κυπριακή είναι απολύτως κανονικός τύπος.

Ίσως πρόκειται για επίδραση του αγγλικού blame.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διεθνή, Επαγγελματικά θηλυκά, Κύπρος, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 173 Σχόλια »

Χαλαρωτικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2021

Χαλαρωτικά διότι από σήμερα χαλαρώνουν οι περιορισμοί (στην πράξη εχουν χαλαρώσει εδώ και μέρες -δημοσιογράφοι από κάποιον τηλεοπτικό σταθμό έκαναν τη διαδρομή Αθήνα-Γύθειο από την εθνική οδό χωρίς να τους σταματήσουν πουθενά για έλεγχο). Χαλαρώνουν  οι περιορισμοί όχι επειδή έχουμε ρίξει στο ελάχιστο τους σχετικούς δείκτες για την εξάπλωση της πανδημίας -κάθε άλλο, ο αριθμός των κρουσμάτων είναι τετραψήφιος και σχεδόν καθημερινά έχουμε νέο ρεκόρ σε διασωληνωμένους ασθενείς. Αλλά δεν αντέχουμε άλλο.

Κουραστήκαμε, η οικονομία καταρρέει, οπότε ανοίγουμε ελπίζοντας ότι ο καλός μας ο καιρός και ο Θεός της Ελλάδος θα σταθούν αρωγοί.

* Και ξεκινάμε, έτσι για αλλαγή, με ένα μαργαριτάρι από υποτίτλους που δεν αφορά την πανδημία.

Ο φίλος μας ο Jago που μου το έστειλε με διαβεβαιώνει ότι το είδε με τα μάτια του, καθώς παρακολουθούσε τη σειρά Blacklist στο Νέτφλιξ.

Η Σουηδική (αντί της Σαουδικής) Αραβία είναι στάνταρ ευφυολόγημα αλλά έχω δει πολλές φορες να γράφεται από λάθος και μάλιστα όχι μόνο σε υποτίτλους αλλά και σε πολύ σοβαρότερα κείμενα. Οπότε και το τωρινό δείγμα δεν είναι τρολιά αλλά γέννημα απροσεξίας.

Αλλά αν υπήρχε Σουηδική Αραβία, θα τη διασχίζαν άραγε τάρανδοι;

* Λέγαμε πιο πριν για τη χαλάρωση των μέτρων και την κούραση που υπάρχει. Διαβαζω λοιπόν στο in.gr ότι «οι πολίτες είναι πλέον σε άλλο μήκος κλίματος από την κυβέρνηση και τους λοιμωξιολόγους».

Ήτανε μακρύ το κλίμα και τό’φαγε ο γάιδαρος!

(Φυσικά, για μήκος κύματος μιλάει η στερεότυπη έκφραση -αλλά θα έγινε καποια συζήτηση και για το κλίμα κι έτσι από τον συμφυρμό προέκυψε το τερατάκι).

* Tο έχουμε ξαναβάλει σε μεζεδάκια, τον Νοέμβριο, τώρα όμως το βλεπουμε και στο σουπεράκι της δημόσιας τηλεόρασης, που ειναι και λίγο ντροπή.

Ο λόγος για τα περιβόητα rabbit test, που δεν είναι εξελιγμένα τεστ για τον κορονοϊό που γίνονται σε κουνέλια στη Νομανσλάνδη, όπως είχα γραψει στα αστεία, αλλά είναι το rapid test όπως το παράκουσε το παιδί που έχει Λόουερ (αλλά ήταν στη ΔΑΠ και γι’ αυτο πήρε τη θέση).

Βέβαια, αν τα είχαμε πει «ταχυτέστ» δεν θα γινόταν το λαθάκι (που δεν είναι τόσο σπάνιο όσο θα νόμιζε κανείς).

Η πλάκα είναι ότι rabbit test υπάρχουν ή πιο σωστά έχουν υπάρξει -ήταν ένα από τα πρώτα τεστ εγκυμοσύνης, που αναπτύχθηκε προπολεμικά. Έκαναν ένεση σε μια κουνέλα με ούρα γυναίκας κι αν ήταν έγκυος η γυναίκα λίγες μέρες αργότερα οι ωοθήκες της κουνέλας διογκώνονταν -αλλά φυσικά για να το δουν αυτό οι επιστήμονες έπρεπε να ανατάμουν και άρα να θανατώσουν το δύστυχο το ζώο.

Αργότερα αναπτύχθηκε μια άλλη μέθοδος με βατράχους με την οποία δεν χρειαζόταν να σκοτώνεται ο βάτραχος κι έτσι το Αρεταίειο, τα πρώτα χρόνια όταν δούλευε εκεί η μητέρα μου, διέθετε στέρνα με βατράχους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κύπρος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Υπότιτλοι | Με ετικέτα: , , , , , | 302 Σχόλια »

Κορονογενεθλιακά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2021

H πρώτη λέξη του τίτλου δεν γκουγκλίζεται ή, για να είμαι ακριβέστερος, δεν γκουγκλιζόταν όταν άρχισα να γράφω το άρθρο. Τι θέλει να πει; Ότι τη βδομάδα που μας πέρασε είχαμε κορονογενέθλια. Γενέθλια υπό συνθήκες κορονοϊού; Όχι ακριβώς. Ασφαλώς πολλοί θα είχαν γενέθλια την εβδομάδα που μας πέρασε (εγώ όχι, είμαι Σκορπιός) αλλά, από μια άποψη, γενέθλια είχε και ο ίδιος ο κορονοϊός.

Πράγματι, πέρυσι τέτοιες μέρες, στις 26 Φεβρουαρίου 2020, είχαμε το πρώτο επιβεβαιωμένο κρούσμα κορονοϊού στην Ελλάδα. Και το μεζεδοάρθρο μας στις 29.2.2020 (πέρσι ο χρόνος ήταν δίσεκτος από πολλές απόψεις) ειχε τίτλο «Κορονιασμένα μεζεδάκια», τον πρώτο «κορονοτίτλο» τέτοιου άρθρου.

Το Φέισμπουκ έχει το χαρακτηριστικό να σου θυμίζει μια δημοσίευση που έκανες πέρσι ή πρόπερσι ή πριν από 3 χρόνια τέτοια μέρα. Κι έτσι χτες μού θύμισε ότι πέρσι τέτοιον καιρό είχα κάνει δημοσίευση για την παρουσίαση του βιβλίου μου Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα, στο Επί λέξει. Μου φαίνεται να πέρασε πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Αλλά ας πάμε στα μεζεδάκια μας.

* Από την επικαιρότητα της εβδομάδας και τη λιγναδιάδα, και το σουπεράκι του Μέγκα, που εμφανίζει τον καλλιτεχνικό κόσμο να ζητάει την παραίτηση «της Μενδώνης».

Ναι, θα το διορθώσουμε αν το δούμε, αλλά εγώ τουλάχιστον με κάποια συμπάθεια, για έναν λαϊκό τύπο που έχει μια λογική -το άκλιτο θηλυκό επίθετο είναι μια ανωμαλία, αν το καλοσκεφτούμε.

Θυμόμαστε βέβαια οι παλιότεροι πόσους αγαπούσαν «τις ταινίες της Βουγιουκλάκης» και οι κάπως νεότεροι τους θαυμαστές και τις θαυμάστριες «της Βανδής».

* Μέσα στην εβδομάδα είχαμε κι ένα υβριστικό τουίτ του βουλευτή της ΝΔ Μακάριου Λαζαρίδη που αποκάλεσε «κίναιδο και παιδεραστή» τον Άρη Βελουχιώτη, πριν τον αναγκάσει ο αρχηγός της ΝΔ να ανακαλέσει και να ζητήσει συγγνώμη (αν και αυτή τη συγγνώμη δεν την έχω δει, πιστεύω όμως πως ζητήθηκε).

Υπήρξε όμως και αντίδραση από τον Κ. Ζουράρη, που καιρό είχαμε να τον ακούσουμε. Τη δήλωση τη μεταφέρω εδώ, διατηρώντας το πολυτονικό:

«Μαψυλάκας βουλευτὴς τῆς Νέας Δημοκρατίας, ὁ Μακάριος Λαζαρίδης, πίσυνος ὢν γιὰ τὸ κοπροβριθὲς τῶν φρενῶν του, καθύβρισε τὸν ἱερομάρτυρα τοῦ Γένους Ἄρη Βελουχιώτη, τὸν Καθηγέτη καὶ Πρωτουργὸ στὴν μεγίστη ἐποποιΐα τοῦ λαοῦ μας, τότε, στὰ χρόνια τῆς κατοχῆς 1941-44.

Ὁ σαπροδιψὴς Μακάριος Λαζαρίδης, βουλευτὴς τῆς Νέας Δημοκρατίας, ὡς γερμανοκατοχικὸς μόθων, συνεπὴς μὲ τὴν βεβορβορωμένη γλωσσοπλασία του, συναρμόζει καὶ τὴν ψολοκομπία του.

Ἐναρμονίως: γενέσιον σκῶρ τὸν γεμίζει, Θυέστειον τὸ σκῶρ ποὺ τὸν φαιδρύνει. Κεχεσμένως».

Θυμίζει λίγο το περίφημο Ψολόεις κατουρίσας του Ποριώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Κύπρος, Λεξικογραφικά, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , , | 458 Σχόλια »

Η ώρα όπου σβήνουν τις φωτιές

Posted by sarant στο 26 Οκτωβρίου, 2020

Καθώς ο αριθμός των κρουσμάτων στη χώρα φλερτάρει με τα τετραψήφια νούμερα χωρίς ακόμα, ευτυχώς, να τα έχει πιάσει, από το Σάββατο εφαρμόστηκε και στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες περιοχές της χώρας, το μέτρο της νυχτερινής απαγόρευσης κυκλοφορίας.

Σύμφωνα με το κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως:

Σε περίπτωση που μια περιοχή εντάσσεται στη στήλη με το υψηλό ή το πολύ υψηλό επιδημιολογικό επίπεδο, για επιτακτικούς λόγους αντιμετώπισης σοβαρού κινδύνου δημόσιας υγείας που συνίστανται στη μείωση του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, επιβάλλεται ως μέτρο πρόληψης ο περιορισμός της κυκλοφορίας των πολιτών από τις 00:30 μέχρι τις 05:00.

Παρόμοια μέτρα απαγόρευσης της νυχτερινής κυρίως κυκλοφορίας έχουν επιβληθεί και σε πολλές μεγάλες πόλεις στη Γαλλία, ενώ στην Ιταλία, διαβάζω, τα μπαρ και τα εστιατόρια θα κλείνουν από τις 6. Στην Ισπανία, πάλι, η απαγόρευση κυκλοφορίας μετράει από τις 23.00, και μαλιστα το μέτρο επιβλήθηκε για έξι μήνες! Για να μην πηγαίνω μακριά, στο Λουξεμβούργο, όπου επίσης υπήρξε αναζωπύρωση του αριθμού των κρουσμάτων, αποφασίστηκε, αναμεσα σε άλλα μέτρα που τα βλέπετε στην εικόνα αριστερά, απαγόρευση κυκλοφορίας απο τις 23.00 ως τις 06.00.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, Λουξεμβούργο, Πανδημικά | Με ετικέτα: , | 228 Σχόλια »

Αυτοπροστατευόμενα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2020

Τα μεζεδάκια της προηγούμενης εβδομάδας ήταν περιορισμένα από τα μέτρα περιορισμού που επιβάλλονταν σε διάφορες περιοχές της χώρας, τούτα εδώ είναι αυτοπροστατευόμενα, παίρνοντας αφορμή από μια φράση του προχτεσινού διαγγέλματος του πρωθυπουργού.

Eίπε λοιπόν ο πρωθυπουργός ότι το δίλημμα είναι «αυτοπροστασία ή καραντίνα». Θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε αρκετά το περιεχόμενο του μηνύματός του, αλλά όχι σήμερα, σήμερα κάνουμε γλωσσικά και ευτράπελα σχόλια, όχι συζήτηση επί της ουσίας.  Οπότε, από την αυτοπροστασία δανειζόμαστε τον τίτλο του σημερινού βδομαδιάτικου άρθρου μας, κι έτσι έχουμε «αυτοπροστατευόμενα μεζεδάκια».

* Κι επειδή ο πρωθυπουργός ξεκίνησε το διάγγελμα λέγοντας ότι βρισκόμαστε «σε μια κρίσιμη καμπή της μάχης με την πανδημία», ενώ κατά σύμπτωση ο ανιψιός του πρωθυπουργού, που είναι και δήμαρχος Αθηναίων, επέρριψε τις ευθύνες για την κακή κατάσταση του γκαζόν της Ομόνοιας στις κάμπιες που το έφαγαν, πολλοί φωτοσοπιστές στα σόσιαλ άρπαξαν την ευκαιρία και παρώδησαν το σουπεράκι της ΕΡΤ μετατρέποντας την καμπή σε κάμπια όπως εδώ. Κι έτσι, είμαστε σε μια κρίσιμη κάμπια (Και μια κάμπια τόση, με το συμπάθειο, θα μπορούσαμε να πούμε).

Να θυμίσουμε ότι η κάμπια στα αρχαία ή στην καθαρεύουσα λέγεται «κάμπη» και πιθανώς συνδέεται με το ρήμα «κάμπτω», απ’ όπου παράγεται και η καμπή -αλλά αυτό αξίζει ίσως να αναπτυχθεί σε ξεχωριστό άρθρο.

* Κατά τα άλλα, και επειδή αυτή η κυβέρνηση περισσότερο από τις προηγούμενες δείχνει να κινείται με βάση τις συμβουλές επικοινωνιολόγων και για τα μικρά και για τα μεγάλα, αναρωτιέμαι τι να σκέφτηκαν οι επικοινωνιολόγοι του πρωθυπουργού όταν τον συμβούλεψαν να φορέσει πένθιμη μοβ γραβάτα για το διάγγελμά του;

* Mεγάλη γκάφα των ΕΛΤΑ. Ήταν να εκδοθούν γραμματόσημα για τα 2500 χρόνια των Θερμοπυλών και της Σαλαμίνας, αλλά τελικά «για τεχνικούς λόγους» κυκλοφόρησε μόνο το σχετικό με τη Σαλαμίνα.

Οι τεχνικοί λόγοι ήταν ότι στο γραμματόσημο για τις Θερμοπύλες, που είχε το επίγραμμα του Σιμωνίδη, υπήρχαν όχι ένα αλλά δύο ορθογραφικά λάθη στο αρχαίο περσικό κείμενο, τα οποία δεν τα πρόσεξε κανείς ανευθυνοϋπεύθυνος του οργανισμού, αλλά εντοπίστηκαν (υποθέτω από πολλούς πολίτες και πάντως στο ιστολόγιο σε σχόλιο μέσα στη βδομάδα) μόλις τα ΕΛΤΑ έδωσαν στον Τύπο εικόνες των νέων γραμματοσήμων 2-3 μέρες πριν από την προγραμματισμένη κυκλοφορία.

Όπως βλέπετε, το «κείνων» έγινε «κοινων» -έτσι όπως είναι άτονο, θα το πούμε «κοινών» άραγε;- ενώ η τελευταία λέξη, το «πειθόμενοι» απέκτησε ωμέγα αντί για όμικρον έτσι που να φαντάζει πιο αρχοντική -το όμικρον είναι για την πλέμπα.

Ντροπή τους, μια δουλειά είχε να κάνει κάποιος και όπως φαίνεται δεν την έκανε. Αλλά να περάσει από τόσα μάτια (ή δεν πέρασε από τόσα μάτια;) και να μην το δουν; Τέτοιο κάζο δεν θυμάμαι τα τελευταία κάμποσα χρόνια στα ΕΛΤΑ, και πέρα από το πλήγμα στο γόητρο του οργανισμού φαντάζομαι ότι θα υπάρχει και όχι αμελητέα οικονομική ζημία αφού το γραμματόσημο είχε τυπωθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Επιγραφές, Κύπρος, Λογοπαίγνια, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Ορθογραφικά, Παρίσι | Με ετικέτα: , , , , , , | 515 Σχόλια »

Όταν ο Γιώργος Γαβριήλ συνάντησε τον Κώστα Βάρναλη

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2020

Παραπλανητικός ο τίτλος του άρθρου και κατά πάσα πιθανότητα ανακριβής. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Κύπριος εκπαιδευτικός και ζωγράφος Γιώργος Γαβριήλ, που το όνομά του βρέθηκε τις τελευταίες μέρες στην επικαιρότητα στη Μεγαλόνησο, δεν συνάντησε ποτέ τον Κώστα Βάρναλη, αφού ο μεγάλος ποιητής μας άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο τον Δεκέμβρη του 1974 όταν ο κ. Γαβριήλ θα ήταν, υπολογίζω, έφηβος.

Ωστόσο, συναντήθηκαν με μιαν άλλη έννοια της λέξης: είναι ομοιοπαθείς, διότι και οι δυο δέχτηκαν διώξεις ως εκπαιδευτικοί όχι για τις επιδόσεις τους, αλλά για το καλλιτεχνικό-δημιουργικό τους έργο. Υπάρχουν κι άλλες ομοιότητες ανάμεσά τους, αλλά οι διαφορές είναι πολλές και σημαντικές: ο Βάρναλης είναι πασίγνωστος ποιητής, ο Γαβριήλ όχι πολύ γνωστός ζωγράφος· και βέβαια, ο Βάρναλης διώχθηκε το 1925 ενώ ο κ. Γαβριήλ το 2020.

Για την περίπτωση του Κώστα Βάρναλη έχει γράψει το ιστολόγιο. Τον καιρό που ο ποιητής, ως φιλόλογος, υπηρετούσε στην Παιδαγωγική Ακαδημία, δέχθηκε επιθέσεις επειδή μερικά χρόνια νωρίτερα, στο Φως που καίει, που το είχε εκδώσει με ψευδώνυμο στην Αλεξάνδρεια, υπήρχαν αντιπατριωτικοί και αντιθρησκευτικοί στίχοι. Τελικά τιμωρήθηκε με εξάμηνη παύση και ουσιαστικά εξωθήθηκε σε παραίτηση.

Ο ζωγράφος Γιώργος Γαβριήλ υπηρετεί ως «καθηγητής Τέχνης» (πρέπει να είναι αυτό που εμείς οι καλαμαράδες λέμε Καλλιτεχνικά) στη μέση εκπαίδευση στην Κύπρο και πρέπει να βρίσκεται προς το τέλος της σταδιοδρομίας του έχοντας ανέβει και ιεραρχικά σε βαθμό διευθυντή. Στα κοινωνικά μέσα διάβασα ενθουσιώδεις έως διθυραμβικές μαρτυρίες παλιών του μαθητών αλλά, όπως και ο Βάρναλης, δέχεται κριτική όχι για την εκπαιδευτική του επάρκεια αλλά για τις εξωσχολικές του δημιουργικές δραστηριότητες, δηλαδή για τους πινακες που ζωγραφίζει (και που εκθέτει και πουλάει), όπως αυτός εδώ:

O κ. Γαβριήλ ζωγραφίζει τον Ιησού Χριστό πίσω από συρματοπλέγματα -εμφανώς πρόσφυγα σε κλειστή δομή. Σε άλλον πίνακα τον φαντάζεται με αντιφασιστικό κασκόλ της Ομόνοιας (της ποδοσφαιρικής ομάδας· ο κ. Γαβριήλ όπως και ο Βάρναλης είναι αριστερός, και αυτό στην Κύπρο σημαίνει, σχεδόν υποχρεωτικά, πως είναι Ομονοιάτης).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκπαίδευση, Ελευθερία του λόγου, Ζωγραφική, Κύπρος | Με ετικέτα: , , , | 212 Σχόλια »

Εσείς τσαντίζεστε ή τσατίζεστε;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2020

Ο μπακάλης σαν φτωχύνει τα παλιά τεφτέρια πιάνει, λένε. Θα μπορούσατε να το πείτε αυτό για το σημερινό άρθρο, αφού παίρνει αφορμή (και αντλεί πολύ υλικό) από μια συζήτηση που είχε γίνει στη Λεξιλογία το μακρινό 2008, πριν από 12 ολόκληρα χρόνια (και καναδυό μήνες) και με δική μου συμμετοχή.

Το ερώτημα του τίτλου το είχα τότε θέσει εγώ και το επαναλαμβάνω τώρα εδώ. Φυσικά, η ερώτηση δεν αφορά το αν είστε ήρεμοι τύποι ή ευέξαπτοι, αλλά ποιον τυπο προτιμάτε. Είχα λοιπόν γράψει τότε:

Μου λέει, φίλος και συνονόματος:

Τις 2-3 πρώτες φορές που είδα γραμμένο το «τσατίζω», νόμιζα ότι ήταν τυπογραφικό λάθος. Τις επόμενες, νόμιζα ότι ήταν κωμικός κι αδέξιος εξευγενισμός. Ώσπου άνοιξα τον Μπάμπι κι είδα ότι έχει τον τύπο κατά προτεραιότητα.
Αλλά μάλλον πρέπει νάχω χάσει συνέχειες…

Κι εγώ ομολογώ ότι τσαΝΤίζομαι το ξέρω, έτσι το ‘λεγα ανέκαθεν και μόνο σε μεγάλη ηλικία συνειδητοποίησα ότι κάποιοι «τσατίζονται». Έχω βγάλει το (προσωρινό) συμπέρασμα ότι στην επιλογή του τύπου παίζει ρόλο και το πού μεγάλωσε κανείς. Οι Αθηναίοι έχουν τάση προς το «ντ», οι Βορειοελλαδίτες και οι Κρητικοί προς το «τ». Γι’ αυτό το λόγο και πολλοί ακούνε μόνο τον έναν από τους δύο τύπους στα παιδικά τους χρόνια.

Τα λεξικά μας κατά πλειοψηφία δείχνουν να προτιμούν τους τύπους με Τ.

Το ΛΚΝ έχει πρώτους τους τύπους με Τ (τσατίζω και τσαντίζω, γράφει στο ρήμα), το ίδιο και ο Μπαμπινιώτης, όπως και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας. Αντίθετα, το πιο καινούργιο, το ΜΗΛΝΕΓ, δίνει την πρωτοκαθεδρία στους τύπους με -ντ, αφού έχει πρώτο το «τσαντίζω» και δεύτερο το «τσατίζω».

Κοιτάζοντας τις συχνότητες του Γκουγκλ, βλέπουμε ότι οι τύποι με «ντ» υπερτερούν στο βασικό λήμμα (τσαντίζω έναντι τσατίζω) αλλά πολύ περισσότερο, συντριπτικά, στα παράγωγα (πχ τσαντισμένος έναντι τσατισμένος· μάλιστα το Γκουγκλ, αν ζητήσεις «τσατισμένος» σε ρωταει μήπως εννοείς «τσαντισμένος»). Συντριπτικά υπερτερεί και η «τσαντίλα» έναντι της «τσατίλας» αν και βέβαια κάποιες από τις ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» αφορούν την αραιοϋφασμένη σακούλα (γιαούρτι στην τσαντίλα), αν και αυτές δεν είναι πολλές. [Και ακόμα λιγότερες θα είναι, υποθέτω, οι ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» που αναφέρονται στη… χαρακτηριστική μυρωδιά της τσάντας 🙂 ]

Από τα ευρήματα στο γκουγκλ συνάγεται ότι κάποιοι θα λένε μεν «τσατίζω» αλλά «τσαντισμένος». Αυτή την «ασυνέπεια» (τα εισαγωγικά εδώ έχουν σημασία, δεν είναι πραγματική ασυνέπεια) τη συναντήσαμε και στο πρόσφατο άρθρο μας, όπου κάποιοι είπαν ότι λένε ντους αλλά ντουζιέρα.

Πάμε τώρα στην ετυμολογία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 149 Σχόλια »

Ο Διον. Σαββόπουλος και το πρόπλασμα του μύθου για τη «δήλωση Κίσινγκερ»

Posted by sarant στο 4 Οκτωβρίου, 2019

Ένας από τους πιο ανθεκτικούς ελληναράδικους μύθους είναι, χωρίς αμφιβολία, ο μύθος για τη «δήλωση Κίσινγκερ». Όπως πιθανότατα θα ξέρετε, ο μύθος συνίσταται στο ότι ο Αμερικανός πολιτικός είχε πει:

Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ, δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στα Βαλκάνια, να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για μας, για την πολιτική των ΗΠΑ.

Τον μύθο τον έκανε γνωστό η Λιάνα Κανέλλη, σήμερα βουλεύτρια του ΚΚΕ, το 1997 (λίγα χρόνια πριν αρχίσει να συνεργάζεται με το ΚΚΕ). Η Κανέλλη εξέδιδε τότε το (εθνικιστικό και τουρκοφαγικό, λέω εγώ) περιοδικό Νέμεσις και στο τεύχος του Φεβρουαρίου 1997 δημοσίευσε την πλαστή δήλωση, φυσικά παρουσιάζοντάς την για αληθινή, που έγινε τάχα το 1994.

Κι ένα μικρό παιδί καταλαβαίνει πως για έναν διπλωμάτη καριέρας τέτοιες δηλώσεις είναι αδιανόητες. Επιπλέον, όπως αναφέρω σε παλιό άρθρο του ιστολογίου, ο ίδιος ο Κίσινγκερ διέψευσε τον ισχυρισμό ενώ όταν προκλήθηκε να τον τεκμηριώσει η κ. Κανέλλη επικαλέστηκε ένα φύλλο της Turkish Daily News το οποίο τελικά βρέθηκε αλλά δεν περιέχει τίποτα σχετικό (Είμαστε στην εποχή όπου δεν έχουν περάσει τα πάντα στο Διαδικτυο κι έτσι η κ. Κανέλλη μπορούσε να διατηρεί για καιρό το ψέμα της).

Η δήλωση Κίσινγκερ λοιπόν αποδείχτηκε πέρα από κάθε αμφιβολία πλαστή, αν και αυτό δεν εμπόδισε πολλούς να την αναπαράγουν -και να την «τεκμηριώνουν» με το «επιχείρημα»: Μήπως δεν επαληθεύτηκαν τα όσα λέει;

Μια περιπλοκή στο θέμα είναι πως, όπως αποκάλυψαν οι ερευνητές της ομάδας του Ιού, τον Ιανουάριο του 1987, ο δικηγόρος Θ. Σταυρόπουλος, σε άρθρο του στην Ελευθεροτυπία υπέρ της επαναφοράς των αρχαίων στο γυμνάσιο από το πρωτότυπο, παρέθεσε μια συντομότερη, αλλά σαφώς ιδίου κλίματος δήλωση του Κίσινγκερ, η οποία, κατ’ αυτόν, είχε ειπωθεί το 1973, αμέσως μετά τη σφαγή του Πολυτεχνείου! Συγκεκριμένα, η δήθεν δήλωση είναι: «Τους Έλληνες δεν μπορούμε να τους δαμάσουμε. Είναι μη κυβερνήσιμοι (ingouvernables). Πρέπει να τους χτυπήσουμε στις πολιτικές τους βάσεις» Henry Kissinger (Νοέμβρης 1973).

Σε δεύτερο άρθρο του ιστολογίου θέλησα να βρω τις απαρχές των ψευτοδηλώσεων Κισινγκερ και βρήκα μια ρήση του Κάστλρι, λόρδου Λοντόντερι, όπως την παραθέτει ο Αμερικανός διπλωμάτης Τσαρλς Τάκερμαν: Lord Londonderry, who wished to render Greece » as harmless as possible, and to make her people like the spiritless nations of Hindostan.»

Η ρήση αυτη έχει συμπεριληφθεί στο βιβλίο του Γεωργίου Φιλάρετου «Ξενοκρατία και βασιλεία εν Ελλάδι», που έχει διαβαστει αρκετά και που επανεκδόθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας, και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από διάφορους δημοσιολόγους όπως ο Μάριος Πλωρίτης.

Οπότε, η υπόθεση εργασίας που κάνω είναι πως η ρήση αυτή χρησίμεψε σαν έναυσμα για να χαλκευθει, άγνωστο από ποιον και πότε ακριβώς, η δήλωση Κισινγκερ που εμφανίζεται αθορυβα και απαρατήρητη το 1987 στο άρθρο του Θ. Σταυρόπουλου και δέκα χρόνια αργότερα με τυμπανοκρουσίες από τη Λιανα Κανέλλη.

Ως εδώ έχετε διαβάσει μια απαραίτητη (και αναπόφευκτη) περίληψη των δύο προηγούμενων άρθρο μου για τον μύθο της δήλωσης Κίσινγκερ. Από εδώ και πέρα, το νέο στοιχείο.

Το νέο στοιχείο δεν ανατρέπει τα πράγματα αλλά προσθέτει μια νέα ψηφίδα στην ανίχνευση του μύθου. Το οφείλουμε εξ ολοκλήρου σε ένα εύρημα του φίλου Παναγιώτη Ανδριόπουλου, που το αποκάλυψε με διαδοχικές δημοσιεύσεις στο Τουίτερ και στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Ο ίδιος έκανε και όλη την υπολοιπη έρευνα που θα παρουσιάσω.

Λοιπόν, όσοι έζησαν στη δεκαετία του 1980 θα θυμούνται ότι το 1986, τότε που δεν υπήρχε ακόμα ιδιωτική τηλεόραση, ο Διονύσης Σαββόπουλος άρχισε στην ΕΡΤ μιαν εκπομπή «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι». Την έβλεπα και μου άρεσε. Θα θυμούνται επίσης οι ίδιοι ότι την ευλογημένη εκείνη εποχή οι μαθητές Γυμνασίου δεν διδάσκονταν αρχαία από το πρωτότυπο αλλά μόνο από μετάφραση. Αρχαία κείμενα μάθαιναν στο Λύκειο -και αυτό δεν εμπόδισε πολλούς να γίνουν άριστοι κλασικοί φιλόλογοι. Το μέτρο αυτό είχε αρχίσει από το 1976 με τη μεταρρύθμιση Ράλλη, ωστόσο το 1986 ο τότε υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης άκουγε ευμενώς τις εισηγήσεις συντηρητικών κύκλων όπως η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων και ο Γ. Μπαμπινιώτης και είχε εκφράσει τον προβληματισμό μήπως πρεπει να επανέλθει η διδασκαλία των αρχαίων στο γυμνάσιο ώστε να αντιμετωπιστεί η (ανύπαρκτη) νόσος της λεξιπενίας.

Μην ανησυχείτε, φτάνω στο ψητό. Στις 27 Δεκεμβριου 1986, και ενώ έχει ανάψει η συζήτηση για τα αρχαια ελληνικά, στο 6ο επεισόδιο της εκπομπής «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι» ο Διον. Σαββόπουλος αφιερώνει τη μισή εκπομπή στη γλώσσα (την εκπομπή μπορείτε να τη δείτε εδώ) και μεταξύ άλλων λέει τα εξής:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Εκπαίδευση, Κύπρος, Λαθροχειρίες, Μύθοι, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 143 Σχόλια »

Τα φρούτα της θάλασσας

Posted by sarant στο 12 Αυγούστου, 2019

Φρούτα της θάλασσας τα λένε οι Γάλλοι, fruits de mer δηλαδή. Εμείς τα λέμε θαλασσινά. Καλοκαίρι είναι, παραθαλάσσιες ταβέρνες ή ουζερί, μεζέδες, ας βάλουμε σήμερα ένα καλοκαιρινό πιάτ.. άρθρο, παρόλο που έχουμε μπει στην κεσατλίδικη βδομάδα κι έτσι δεν θα το δουν πολλοί -αλλά γι’ αυτό είναι οι επαναλήψεις.

Τα θαλασσινά μπορούμε να τα χωρίσουμε σε μερικές μεγάλες κατηγορίες: μαλάκια (οστρακα όπως στρείδια, μύδια και κυδώνια αλλά και κεφαλόποδα όπως χταπόδια και καλαμάρια), καρκινοειδή όπως γαρίδες, καραβίδες, καβούρια και αστακούς ή και εχινόδερμα όπως οι αχινοί.

Όμως εμείς εδώ δεν κάνουμε ζωολογική μελέτη, εμείς ως γνωστόν λεξιλογούμε, οπότε τα θαλασσινά θα τα εξετάσουμε από λεξιλογική, ετυμολογική και φρασεολογική άποψη. Κι επειδή η πιατέλα είναι μεγάλη και φορτωμένη, ξεκινάμε χωρίς άλλες εισαγωγές.

Ξεκιναμε, τυχαία, από τις γαρίδες. Η γαρίδα προέρχεται από το αρχαίο καρίς. Από τη συμπροφορά με το άρθρο στην αιτιατική, την καρίδα > τηνγκαρίδα, η καρίς έγινε γαρίδα.

Επειδή τα μάτια της γαρίδας φαινονται γουρλωμένα, όπως του πρωθυπουργού, λέμε «γαρίδα το μάτι του» για κάποιον που λαχταράει κάτι ή για έναν περίεργο που παρατηρεί αδιάκριτα αλλά και για κάποιον που δεν μπορεί να κοιμηθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Κύπρος, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 150 Σχόλια »