Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λαπαθιώτης’ Category

Οι μιμήσεις του Πλάτωνα Χαρμίδη

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 131 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. (Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος).

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, μέρα καθημερινή, παρόλο που το περιεχόμενό του ταιριάζει περισσότερο σε κυριακάτικο άρθρο.

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα θέμα όχι άγνωστο, που το έχω επίσης δημοσιεύσει εδώ και πολλά χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο (το λινκ είναι αυτό, αλλά προς το παρόν δεν λειτουργεί). Το συνδυάζω με ένα δοκίμιο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου, με τίτλο «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και η τέχνη της παρωδίας» που περιλαμβάνεται στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο της «Συνομιλίες ποιητών. Μεταπλάσεις, παρωδίες και αντίλογοι στη νεοελληνική ποίηση του 20ού αιώνα».

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσίεψε το 1938-1939 στο περιοδικό «Πνευματική ζωή» μια σειρά από ποιήματα γραμμένα à la manière de, στα οποία παρωδούσε το ύφος γνωστών ομοτέχνων του (Καβάφη, Καρυωτάκη, Καββαδία, έως τους νεότερους). Συνολικά οι μιμήσεις αυτές είναι έντεκα· χαρακτηριστικό είναι πως τις υπόγραφε με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης, που το είχε πρωτοχρησιμοποιήσει σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα για να υποβάλει ποιήματα σε έναν ποιητικό διαγωνισμό… στον οποίο ήταν επίσης μέλος της κριτικής επιτροπής.

Κατά πάσα πιθανότητα, τη χρήση ψευδωνύμου την επέβαλε η μεταξική λογοκρισία, η οποία είχε βάλει στα μαύρα κατάστιχα τον ποιητή ύστερα από το άσεμνο ποίημα Επεισόδιο του 1938 (παλιότερο άρθρο, που θα χρειαζόταν τροποποίηση).

Η πρώτη μίμηση (Καβάφης) συνοδευόταν και από το εξής σημείωμα του «Πλάτωνα Χαρμίδη»:

«Παίζοντας, προ κάμποσου καιρού (ίσως αυτό το “παίζοντας”, που γράφω, να μην είναι η λέξη που ταιριάζει, αλλ’ αφού την έγραψα, ας μένει), δοκίμασα να μιμηθώ το “στυλ” κάποιων μου ποιητών αγαπημένων. Δεν ήλπιζα ποτέ να δουν το φως, – είν’ απ’ αυτά που γράφονται για το συρτάρι μόνο: Ωστόσο, να που σήμερα το βλέπουν. Όσοι συμβεί να μην τα συμπαθήσουν, τουλάχιστον ας μου τα συγχωρήσουν. Εγώ δεν τα ’χω ακόμα συγχωρήσει, – αλλά δεν έπαυσα κι απ’ το να τ’ αγαπώ

Η Αθηνά Βογιατζόγλου χαρακτηρίζει «παρωδίες» τα έντεκα ποιητικά γυμνάσματα του Λαπαθιώτη, άλλοι μελετητές μιλούν για «μιμήσεις». Εγώ χρησιμοποιώ τους δυο όρους εναλλακτικά. Το θέμα της ορολογίας είναι αρκετά σύνθετο και θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο γι’ αυτό, αλλά προτιμώ να το αφήσω για άλλη φορά.

Όλες οι μιμήσεις είναι λίγο ή πολύ ειρωνικές αλλά πολύ πιο αιχμηρές για τους υπερρεαλιστές που ο Λαπαθιώτης αντιπαθούσε (Ελυτιότητες είχε χαρακτηρίσει μια επαινετική κριτική για ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη).

Οι παρωδίες από τον Λαπαθιώτη δεν ήταν οι μόνες· την ίδια εποχή, δηλ. προπολεμικά, δημοσιεύονταν άφθονες παρωδίες γνωστών ποιημάτων ακόμα και σε λαϊκά περιοδικά. Όχι πάντα πετυχημένες –αλλά ίσως να μαρτυρούν πόσο μεγαλύτερη διάδοση είχε τότε η ποίηση έξω από έναν κύκλο μυημένων. Οι καβαφικές παρωδίες γεμίζουν (και έχουν γεμίσει) βιβλίο.

Για να παρωδήσεις έναν ποιητή πρέπει να έχεις μελετήσει καλά το ύφος και το λεξιλόγιό του -και να είσαι κι εσύ ποιητής. Κάποτε το προϊόν της μίμησης/παρωδίας δεν ξεχωρίζει και πολύ από τα γνήσια ποιήματα του παρωδούμενου ποιητή.

Δείτε, ας πούμε, το ποίημα που έγραψε ο Λαπαθιώτης à la manière de Μαβίλη. Είναι φυσικά σονέτο:

ΣΟΝΕΤΤΟ

Την ώρα που βυθά το χλωμό δείλι,
κι αποτραβιέται ο γήλιος σ’ άλλους τόπους,
κι η νύχτα ανοί, σα μυστικό ασφοδίλι,
συλλογιέμαι τους δόλιους τους ανθρώπους,

καθώς γοργοπερνάν, οχτροί και φίλοι,
σε περίσσιους βαρειά δοσμένοι κόπους,
κάνοντας ο καθένας ό,τι οφείλει
και του βολεί, με τους δικούς του τρόπους…

Μα να που η νύχτα τον παραμονεύει,
κι ο Χάρος, φοβερό κι άπονο τέρας,
και τη στιγμή που αυτός ποθεί ν’ ανέβη,

μέσ’ στο φως και τη λάμψη της ημέρας,
και βλέπει από ψηλά τον κόσμο κάτου,
δίνει μια, και του σπάζει τα φτερά του!

Πλάτων Χαρμίδης (= Ναπολέων Λαπαθιώτης) Πνευματική ζωή τχ. 37, 10.12.1938

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 119 Σχόλια »

Φθινοπωρινό

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2019

Το γκουγκλ μάς πληροφορεί (αν βάλετε «φθινόπωρο») ότι στο Βόρειο Ημισφαίριο το φθινόπωρο αρχίζει στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, δηλαδή σήμερα, ενώ από άλλους ιστοτόπους μαθαίνουμε ειδικότερα πως στην Ελλάδα το φθινόπωρο αρχίζει στις 10.51 το πρωί (ώρα Ελλάδος).

Επομένως, το σημερινό άρθρο κάποιοι θα αρχίσουν να το διαβάζουν καλοκαίρι αλλά… θα το τελειώσουν φθινόπωρο (μα τόσο αργά διαβάζουν;) Και βέβαια, αφού είναι τέτοια η μέρα, δεν θα παραξενευτείτε αν αφιερώσουμε το άρθρο στο φθινόπωρο που αρχίζει. Θα έλεγα μάλιστα πως το παράξενο είναι που ως τώρα δεν είχαμε βάλει άρθρο για το φθινόπωρο, αφού το φετινό είναι το δέκατο ιστολογικό μας φθινόπωρο.

Το φθινόπωρο είναι η τρίτη εποχή του χρόνου, η εποχή ανάμεσα στο καλοκαίρι και στον χειμώνα: η γέφυρα που οδηγεί από το καλοκαίρι προς τον χειμώνα, θα ελεγε κανείς.

Θ’ ακούσετε συχνά να λένε ότι «έτσι οπως κατάντησε το κλίμα, δεν υπάρχουν πια τέσσερις εποχές αλλά δύο: χειμώνας και καλοκαίρι». Είναι κοινός τόπος της συζήτησης ότι τα τελευταία χρόνια έχουν χαθεί οι ενδιάμεσες εποχές, η άνοιξη και το φθινόπωρο.

Νομίζω όμως ότι οι ενδιάμεσες εποχές ανέκαθεν βρίσκονταν σε υποδεέστερη θέση ως προς το χειμώνα και το καλοκαίρι. Η παροιμία τι λέει; Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα -παναπεί, η λαϊκή ψυχολογία έχει μια τάση να παραβλέπει τις αποχρώσεις: εστιάζει στο βασικό. Δυο είναι οι εποχές, από αυτή την οπτική γωνία: η καλή και η κακή. Με λίγη καλή θέληση τους ενδιάμεσους μήνες τους βολεύουμε στο ένα ή στο άλλο άκρο.

Εμείς ομως εδώ λεξιλογούμε και δεν αναφερθήκαμε ακόμα στη λέξη φθινόπωρο. Η λέξη είναι αρχαία, από τον 5ο κιόλας αιώνα π.Χ. Θα αναγνωρίσατε τα συνθετικά της, φθίνω (λιγοστεύω, ελαττώνομαι) και οπώρα. Οπώρα είναι σήμερα το φρούτο, το οπωρικό, και οπωρικά εμφανίζονται ολοχρονίς, οπότε χρειάζεται κάποια εξήγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαπαθιώτης, Παροιμίες, Ποίηση, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 123 Σχόλια »

Ο μπερντές των Βρετανών

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2019

Τα άρθρα που βάζω στο ιστολόγιο κάθε μέρα, τα αναδημοσιεύω και στο Φέισμπουκ όπως και στο Τουίτερ -στη μια περίπτωση αυτό γίνεται αυτόματα, στην άλλη πρέπει να το φροντίσω εγώ. Στο Φέισμπουκ γίνεται συχνά συζήτηση για τα άρθρα, αλλά ποτέ δεν φτάνει σε μεγάλο αριθμό σχολίων όπως στο ιστολόγιο -το κάθε μέσο έχει τις ιδιομορφίες του. Στο Τουίτερ πολύ πιο σπάνια γίνεται συζήτηση.

Το σημερινό άρθρο είναι εξαίρεση, με την έννοια ότι γεννήθηκε από ένα σύντομο σχόλιο που έκανα στο Φέισμπουκ, και που το συντόμεψα ακόμα περισσότερο στο Τουίτερ -όπου, να θυμίσω, το όριο είναι 280 χαρακτήρες, παναπεί καμιά σαρανταριά λέξεις, αντε 50. Είδα όμως πως το θέμα έχει αρκετό ενδιαφέρον και θα’ταν κρίμα να μην δημοσιευτεί και στο ιστολόγιο, που είναι και το πιο μόνιμο από τα τρία βήματα δημοσιευσης, κι έτσι γράφω το σημερινό άρθρο, στο οποίο ενσωματώνω πολλά πράγματα από τη συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Έτσι κι αλλιώς, εδώ δεν υπάρχει περιορισμός στην έκταση των άρθρων, και βέβαια το κοινό του ιστολογίου δεν ταυτίζεται με το κοινό του Φέισμπουκ ή του Τουίτερ -δυσκολεύομαι ακόμα να γράψω «τα κοινά», πάντως εικάζω πως η τομή των τριών συνόλων δεν θα είναι ιδιαίτερα πολυμελής.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, θα το έχετε αντιληφθεί, τα έχουν μπλέξει κάπως με το Μπρέξιτ. Η νέα κυβέρνηση των Συντηρητικών υποστηρίζει ότι θα σεβαστεί την καταληκτική ημερομηνία της 31ης Οκτωβρίου για το Μπρέξιτ, κάτι που σημαίνει στην πράξη ότι, αν δεν υποχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οδεύουμε προς άτακτο Μπρέξιτ, χωρίς συμφωνία δηλαδή.

Ο ηγέτης των Εργατικών, ο Τζέρεμι Κόρμπιν, σε επιστολή που έστειλε στους άλλους ηγέτες κομμάτων της αντιπολίτευσης, δήλωσε την πρόθεσή του να καταθέσει πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης.

Σε περίπτωση που η πρόταση αυτή στεφθεί με επιτυχία, με τη βοήθεια προφανώς «ανταρτών» βουλευτών του Συντηρητικού κόμματος, ο Κόρμπιν ζήτησε τη στήριξη των άλλων κομμάτων για να σχηματίσει κυβέρνηση αυστηρά περιορισμένου χρόνου με στόχο να συμφωνηθεί με την ΕΕ η μετάθεση της ημερομηνίας αποχώρησης, και στη συνέχεια να συγκαλέσει εκλογές ώστε να αποφασίσει ο λαός αν θέλει την αποχώρηση από την ΕΕ ή την παραμονή.

Η ιδέα του Κόρμπιν έχει τα θετικά της αλλά δεν είναι καθόλου βεβαιο πως θα εξασφαλίσει τη συμφωνία άλλων κομμάτων. Εκτός αυτού, ακόμα κι αν γινόταν ένα δεύτερο δημοψήφισμα (κάτι που μόνο η Βουλή μπορεί να αποφασίσει), το αποτέλεσμα μάλλον θα ήταν το ίδιο.

Αυτά μπορούμε να τα συζητήσουμε στα σχόλια, όμως εδώ λεξιλογούμε κι έτσι θα λεξιλογήσουμε για τον μπερντέ των Βρετανών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βουλή, Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Διεθνής πολιτική, Ευρωπαϊκή Ένωση, Λαπαθιώτης, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , , , , | 115 Σχόλια »

Αλτ και αλίμονο σε αμαξιτή οδό – του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2019

Τις προάλλες η φίλη μας η Έφη έδωσε παραπομπή σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του φίλου Χριστόφορου Χαραλαμπάκη στο ηλεπεριοδικό Ο Χάρτης.

Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο είχαμε παρουσιάσει, στις αρχές του χρόνου, το παρθενικό άρθρο του Χ.Χαραλαμπάκη στο πρώτο τεύχος της νέας περιόδου του Χάρτη. Ωστόσο, ο Χάρτης συνέχισε να ηλεκδίδεται, ο δε Χαραλαμπάκης συνεχίζει τα γλωσσικά του άρθρα, που μάλιστα έχουν πάρει τον γενικό τίτλο «Γλωσσολογικά και λεξικογραφικά». Στα άρθρα αυτά, ο κορυφαίος γλωσσολόγος κάνει κάτι πολύ ενδιαφέρον: παρουσιάζει σχολιασμένα τα σχόλια που είχε κάνει ο Στέφανος Κουμανουδης στην περίφημη Συναγωγή νέων λέξεων… πριν από εκατόν τόσα χρόνια.

Πράγματι, ο Κουμανούδης δεν αρκέστηκε στο να καταγράφει ξερά λέξεις που αποδελτίωνε από εφημερίδες και συγγράμματα. Κάθε τόσο, όχι τόσο συχνά που να καταντάνε περισπασμός αλλά αρκετά συχνά ώστε να γίνονται αισθητά, αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο να κάνει γενικότερα γλωσσικά ή κοινωνικά σχόλια. Κάπου έχω μαζέψει μερικές τέτοιες «λεξικογραφικές ανάσες» και σκόπευα να τις κάνω άρθρο. Ο Χαραλαμπάκης κάνει κάτι πιο ουσιαστικό, παίρνει αυτά τα σχόλια ένα προς ένα και με αλφαβητική σειρά και τα σχολιάζει εκτενώς.

Στο προτελευταίο τεύχος του Χάρτη, ο Χ.Χ. δημοσιεύει το έβδομο άρθρο με «Σχόλια στα σχόλια του Στέφανου Κουμανούδη». Το  μεταφέρω εδώ ολόκληρο και στο τέλος επιτρέπω στον εαυτό μου μια διόρθωση στον σοφό φίλο μου.

Σχόλια στα σχόλια του Στέφανου Κουμανούδη (7)

αλήμων ώ. Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος εν τω λεξικώ του της καθ’ ημάς Ελληνικής διαλέκτου, 1835 ούτως έγραψεν το κοινώς παρ’ ημίν γραφόμενον επίρ. αλλοίμονον, κρίνας αυτό παρεφθαρμένον εκ του εν τη Γαλεομαχία «Ιαλέμων ω» του Θεοδώρου Προδρόμου. Ούτω και εν τω Γαλλοελληνικώ λεξικώ του, 1856. – Αλλά πόσους έπεισεν;

*

Με τις τρεις τελευταίες λέξεις ο Κουμανούδης θέτει μια ρητορική ερώτηση η απάντηση της οποίας είναι ασυζητητί «Δεν έπεισε κανένα». Ο Βυζάντιος παραθέτει το παράδειγμα: Αλήμων ω εις εμένα τον ταλαίπωρον! με τα αρχαιοελληνικά ερμηνεύματα Οίμοι τω ταλαιπώρω!, ω τάλας! Στο λήμμα αλλοιμονώτερον, Ακρόπολις, 25 Μαΐου 1889, ο Κουμανούδης επαναλαμβάνει τα όσα γράφει στο αλήμων ω, χωρίς εσωτερική παραπομπή στο λήμμα αυτό. Γνωρίζει, επίσης, τη μη πιθανή ετυμολογία του Ν. Γ. Πολίτη (1898) από το ηλί ηλί, αλίμονο < αλί + μόνον.

 

Η ετυμολογία του επιφωνήματος αλίμονο –αυτή η ορθογράφηση, ως απλούστερη, έχει καθιερωθεί–, με μακρά παράδοση στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας, παραμένει αβέβαιη, όπως δείχνουν οι διαφορετικές ορθογραφικές αναπαραστάσεις της λέξης.[1]
Με βάση τη στατιστική συχνότητα της μηχανής αναζήτησης Google (6 Ιουνίου 2019) παρουσιάζονται οι ακόλουθες μορφές: αλίμονο (459.000 παραδείγματα), αλλοίμονο (109.000), αλοίμονο (36.000), αλλίμονο (7.110), αλήμονο (459), αλλήμονο (160), αλλείμονο (9), αλείμονο (5). Στο Ιστορικό λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, λήμμα αλλοίμονο, με την μη πειστική αναγωγή στο αρχαίο λλ’ οἴμοι, καταγράφονται 35 μορφολογικοί τύποι, όπως αγλοίμονο αϊλοίμονο και αλοίσμονο από την Κρήτη, αλλοί, ναλλοί και ναϊλλοί από τον Πόντο κ.ά. Το αλλοί στην ουσία είναι το αλί (βλ. αλί και τρισαλί), ήδη μεσαιωνικό, το οποίο σε όλα τα λεξικά καταγράφεται ως χωριστό λήμμα. Το επιφώνημα αλλοιμονάκι αναπτύσσεται στο Ιστορικό λεξικό ως αυτόνομο λήμμα, ενώ πρόκειται για ευκαιριακό σχηματισμό που εξυπηρετεί μετρικές ανάγκες.[2] Για τα επώνυμα Αλλοίμονος και Αλλοιμονάκις, με απωσιώπηση των απλούστερων ορθογραφήσεων Αλίμονος και Αλιμονάκης, παραθέτει ενδιαφέροντα στοιχεία ο Δικαίος Βαγιακάκος.[3]

Σχόλιο Ν.Σ.: Για το αλίμονο και την ορθογραφία του έχουμε γράψει και στο ιστολόγιο. Για την υποσημ. 2 έχω μια επισήμανση στο τέλος.

*

αλτ! … Κανονισμός ασκήσεων πεζικού, 1876. – Μιχαήλ Ν. Δαμιράλης εν μεταφράσει του Σαιξπηρείου Άμλετ, 1890. – Ακρόπολις 11 Φεβρουαρίου 1895. – Ηναγκάσθην δυστυχώς να καταχωρίσω εδώ και την ακράτως ξένην ταύτην λέξιν, επειδή λόγιοι την κατεδέχθησαν και την εισήγαγον όχι μόνον εις τον στρατόν ως κέλευσμα, αλλά και άλλως και εις τα ποιήματα. Το στάσου, ή στάσ’, δεν τους ήρεσεν.

*

Ενδιαφέρουσα είναι η υπόρρητη θέση του Κουμανούδη ότι το ξενικό επιφώνημα είναι ανεκτό ως στρατιωτικό κέλευσμα. Πράγματι με τη σημασία αυτή αποτελεί διεθνισμό. Ξεκίνησε ως γερμανισμός: προστακτική halt του ρήματος halten «σταματώ» με επιφωνηματική σημασία. Το ιταλικό alt είναι γνωστό από το 1482. Στη γαλλική, απ’ όπου εισήλθε στη γλώσσα μας, και στην αγγλική ως halt, μαρτυρείται το επιφώνημα halte! ως στρατιωτικός όρος από το 1636. Το Λεξικό Δημητράκου ετυμολογεί το αλτ αόριστα από το γερμανικό halten και το ερμηνεύει με το αρχαϊστικό «στήθι ή στήτε». Τα συνώνυμα «ακίνητος», «σταμάτησε», «στάσου», «στοπ» δεν εναλλάσσονται κατά το δοκούν. Μπορεί να πει κάποιος σε έναν που δεν είναι στρατιώτης αλτ! με την απειλητική σημασία «ακίνητος!» ή χαριεντιζόμενος, δεν ταυτίζεται όμως υφολογικά με το στάσου! Θα ήταν γελοίο να αντικατασταθεί αυτή η προστακτική με το αλτ στο εξαιρετικό λ.χ. στιχούργημα του Άκου Δασκαλόπουλου (1937-1998), μελοποιημένο από τον Μίμη Πλέσσα, Κορίτσι στάσου να σου πω/στάσου λιγάκι./Δεν βλέπεις πόσο σ’ αγαπώ/χελιδονάκι.
Το γαλλικό halte έλαβε μεταφορική σημασία και ταυτίστηκε με το stop: Dire halte à la guerre. (Πείτε στοπ στον πόλεμο). Χρησιμοποιείται, επίσης, σε ελλειπτικές προτάσεις: Halte aux essais nucléaires! (στοπ στις πυρηνικές δοκιμές). Αντίστοιχη σημασιολογική εξέλιξη, έστω και σε περιορισμένη χρήση, παρουσιάζει το αλτ.[4]
Τα μονοσύλλαβα αλτ και στοπ προσφέρονται για προτάσεις-συνθήματα: αλτ (= τέρμα) στη φοροδιαφυγή. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι γραφικές απεικονίσεις: «Διαστ-ΑΛΤ(!)-ικά». Διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 16 του Συντάγματος που απαγορεύει τη σύσταση ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Με σαφή προειδοποίηση να σταματήσει η προσπάθεια κατάργησης του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης.[5]
Αξιοπρόσεκτα είναι και ορισμένα ακρωνύμια τα οποία αποτελούν πια παρελθόν, αφού η γλώσσσα και η κοινωνία αλλάζουν διαρκώς. ΑΛΤ σημαίνει Αποκλειστικές Λωρίδες Ταξί.[6] Κατά τις λεωφορειολωρίδες και τις αποκλειστικές λωρίδες λεωφορείων (ΑΛΛ) σχηματίστηκε ad hoc ένα άτυπο, αλλά υπαρκτό ακρωνύμιο. Το 1998 δημιουργήθηκε η ομάδας της Άμεσης Δράσης «ΑΛΤ» που σημαίνει Αντιμετώπιση Ληστειών Τραπεζών. Μόλις διαλύθηκε η ομάδα, εξαφανίστηκε και το ακρωνύμιο.
Ο Κουμανούδης δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η μικρή αυτή λέξη όχι μόνο θα παγιωνόταν στο στρατιωτικό λεξιλόγιο, αλλά θα αποκτούσε και άλλες χρήσεις.
Από το 1981 μπήκε ένα καινούργιο αλτ στη ζωή μας που έχει σχέση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Λημματογραφήθηκε πρώτη φορά στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών. Πρόκειται για το αμερικανικό alt(ernate key), πλήκτρο που μπορεί να πατηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλο για την εκτέλεση εναλλακτικής λειτουργίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Λαπαθιώτης, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Το Έθνος που έκλεισε

Posted by sarant στο 2 Αύγουστος, 2019

Το γράφω με κεφαλαίο, οπότε εννοώ την εφημερίδα, όχι τίποτα ευρύτερο. Θα μου πείτε ότι υπερβάλλω, και από μια άποψη ίσως έχετε δίκιο, διότι στους ψηφιακούς καιρούς μας οι εφημερίδες έχουν και ηλεπαρουσία, και εξάλλου η κυριακάτικη έκδοση θα συνεχίσει προς το παρόν, το γεγονός όμως είναι ότι από τις 30 Ιουλίου η καθημερινή έκδοση της εφημερίδας Έθνος σταμάτησε να εκδίδεται. Το τελευταίο πρωτοσέλιδο, της 30.7.2019, το βλέπετε εδώ ή στο 2ο σχόλιο.

Κι επειδή το Έθνος είναι μια από τις λιγοστές αιωνόβιες εφημερίδες που έχουμε, έστω και χωρίς αδιάλειπτη παρουσία, κι επειδή το ιστολόγιο είναι παλαιάς κοπής και έχει γαλουχηθεί με το διάβασμα εφημερίδων, αφιερώνουμε το σημερινό άρθρο, μνημόσυνο πες, στο Έθνος που έκλεισε.

(Αλήθεια, ποιες είναι οι άλλες αιωνόβιες εφημερίδες μας; Η Εστία, που άρχισε να εκδίδεται τον προηγούμενο αιώνα, και ο Ριζοσπάστης, ίσως όχι από το 1908 αλλά σίγουρα από το 1917, έστω και με μεγάλα διαστήματα παράνομης έκδοσης, ενώ η Καθημερινή θα μπει στο κλαμπ στις 15 Σεπτεμβρίου φέτος και το Βήμα το 2022. Αν ξεχνάω κάποιαν πείτε μου, αλλά δεν θα υπολογίσω την Ακρόπολη, η οποία υποτίθεται πως κυκλοφορεί, σκέλεθρο εφημερίδας).

Το Έθνος κυκλοφόρησε στις 26 Οκτωβρίου 1913, μέρα σημαδιακή, την επέτειο ενός έτους από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Στον ιστότοπο της Βιβλιοθήκης της Βουλής βρήκα, σκισμένο βέβαια, το πρωτοσέλιδο του πρώτου φύλλου, αλλά αν πιστέψω την «Ιστορία του ελληνικού τύπου» του Κώστα Μάγερ το πρώτο εκείνο πρωτοσέλιδο είχε τετράστηλο έγχρωμο κλισέ με τον βασιλιά Κωνσταντίνο έφιππο, το οποίο δεν φαίνεται να διασώθηκε στο σώμα της βιβλιοθήκης. Το Έθνος το εξέδιδε ο δημοσιογράφος Σπύρος Νικολόπουλος, από το 1938 που πέθανε ο αδελφός του Ιωάννης και στη συνέχεια οι ανιψιοί τους Κώστας Κυριαζής και Κώστας Νικολόπουλος.

Η εφημερίδα εξαρχής τάχθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στον κεντρώο-φιλελεύθερο χώρο αν και όχι με τόση οξύτητα οσο άλλες βενιζελικές εφημερίδες -ωστόσο αναγκάστηκε να κλείσει για μερικούς μήνες, από τον Νοέμβριο του 1916 ως τον Μάρτιο του 1917 τον καιρό της μοναρχικής τρομοκρατίας των επιστράτων, όπως επίσης και για ενάμισι μήνα μετά το αποτυχημένο κίνημα του Μαρτίου 1935.

Την πρώτη περίοδο συνεργάστηκαν με το Έθνος διάφοροι γνωστοί δημοσιογράφοι (Μπάμπης Άννινος, Μ. Λιδωρίκης, Σπ. Μελάς, Τιμ. Σταθόπουλος, Τ. Μωραϊτίνης, Νικ. Λάσκαρης κτλ.). Ο Δημήτρης Ταγκόπουλος έγραφε χρονογράφημα («Ιερεμίας»), ο Γρηγ. Ξενόπουλος έδινε «αθηναϊκό μυθιστόρημα» σε συνέχειες ενώ ο Κων. Τρικογλίδης μετέφραζε ποίηση και λογοτεχνία της Ανατολής. Την περίοδο 1919-1920 και 1923-24 συνεργάστηκε με το Έθνος ο αγαπημένος μου Ναπολέων Λαπαθιώτης, δημοσιεύοντας μεταφράσεις πεζών ποιημάτων (στις οποίες συνήθιζε να παρεμβάλλει και δικά του κείμενα, τάχα γραμμένα από τον ανύπαρκτο Γάλλο Montfonon!).

Με την είσοδό τους στην Αθήνα το 1941 οι Γερμανοί έκλεισαν το Έθνος και χρησιμοποίησαν το τυπογραφείο του για την εκδοση γερμανικών εντύπων. Η εφημερίδα επανεκδόθηκε στις 29.1.1945, σε γραμμή εθνικόφρονα-αντικομμουνιστική. Υποστήριξε τον Παπάγο, αλλά στη συνέχεια επέστρεψε στο Κεντρο και από το 1958 που ανέλαβε αρχισυντάκτης ο Γιάννης Καψής είχε έντονο αντιδεξιό προσανατολισμό και την περίοδο 1965-67 στήριζε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Στη δεκαετία του 1950-60 αξιοσημείωτη είναι η καθημερινή λογοτεχνική στήλη του με τον Αχιλλέα Μαμάκη.

Στη δικτατορία του 1967 το Έθνος συνέχισε να εκδίδεται με προσεκτική αλλά τολμηρή για τα δεδομένα της δικτατορίας αντιπολίτευση στο καθεστώς. Στο φύλλο της 24.3.1970 (βάζω εδώ το πρωτοσέλιδο, αλλά είναι λίγο βαρύ) δημοσιεύτηκε δήλωση του Ιω. Ζίγδη με κριτική για το Κυπριακό και υπέρ της συγκρότησης κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Το καθεστώς αντέδρασε αμέσως. Συνελήφθησαν οι εκδότες Κώστας Νικολόπουλος και Κώστας Κυριαζής, ο διευθυντής σύνταξης Κ. Οικονομίδης και ο αρχισυντάκτης Ιωάννης Καψής, καθώς και ο Ιω. Ζίγδης, και λίγες μέρες αργότερα καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 1-5 ετών. Επιβλήθηκε επίσης στέρηση ατέλειας χάρτου στην εφημερίδα, με αποτέλεσμα στις 4 Απριλίου το Έθνος να αναστείλει την έκδοση του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Λαπαθιώτης, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 138 Σχόλια »

Οι τελευταίες συνεργασίες του Λαπαθιώτη στο Μπουκέτο

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2019

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 45 (άνοιξη 2019) του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά, με το οποίο συνεργάζομαι τακτικά. Αφορά βέβαια ένα είδος, το πεζό ποίημα ή πεζοτράγουδο, που δεν καλλιεργείται σχεδόν καθόλου στις μέρες μας.

Οι τελευταίες συνεργασίες του Ναπ. Λαπαθιώτη στο Μπουκέτο

Στα σχεδόν σαράντα χρόνια παρουσίας του στον λογοτεχνικό στίβο, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης συνεργάστηκε με πάρα πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Ωστόσο, δύο από αυτά ξεχωρίζουν, για τον όγκο και τη χρονική διάρκεια της συνεργασίας: η Νέα Εστία και το Μπουκέτο. Και με τα δύο αυτά περιοδικά, ο Λαπαθιώτης συνεργάστηκε από την αρχή της έκδοσής του έως το τέλος της ζωής του.

Κι αν η συνεργασία με τη Νέα Εστία, τη ναυαρχίδα των λογοτεχνικών περιοδικών την περίοδο του μεσοπολέμου (και στη συνέχεια) ήταν αυτονόητη, ο σημερινός αναγνώστης ίσως θα παραξενευτεί διαπιστώνοντας ότι ο ποιητής, ένας από τους κορυφαίους του μεσοπολέμου, είχε ακόμα πιο πυκνή και μακρόχρονη συνεργασία με το “λαϊκό” Μπουκέτο, ένα ταπεινό περιοδικό ποικίλης ύλης.

Ωστόσο, το Μπουκέτο, παρόλο που συχνά κατατάσσεται στα περιοδικά ποικίλης ύλης (ή “οικογενειακά περιοδικά”), αδικείται από την ταξινόμηση αυτή. Όχι τόσο επειδή το ίδιο αυτοπροσδιοριζόταν “Εβδομαδιαία εικονογραφημένη φιλολογική επιθεώρησις”, αλλά διότι πράγματι το περιοδικό, τουλάχιστον στη χρυσή εποχή του (από το 1924 έως το 1933 περίπου) διατηρούσε ανοιχτή επαφή με τη μεγάλη λογοτεχνία, ελληνική και ξένη και σε αυτό δημοσίευσαν έργα τους οι κορυφαίοι λογοτέχνες της εποχής (Παλαμάς, Νιρβάνας, Ουράνης, Πορφυρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Μυρτιώτισσα, Φιλύρας, Ξενόπουλος). Χαρακτηριστική για την επίδραση που είχε το Μπουκέτο στο νεανικό και στο αμύητο κοινό είναι η ανάμνηση του Γιώργου Κοτζιούλα, ο οποίος θυμάται πως όταν πρωτοείδε, έφηβος μαθητής Γυμνασίου στην Άρτα, τεύχος του, του φάνηκε σαν “Ευαγγέλιο της λογοτεχνίας”.

Ο Λαπαθιώτης συνεργάστηκε με το Μπουκέτο από το πρώτο τεύχος του (24.7.1924 με το πεζοτράγουδο “Μίσος”). Στο Μπουκέτο δημοσίευσε δεκάδες ποιήματα (πολλά σε πρώτη δημοσίευση), τα περισσότερα διηγήματά του, πολλά πεζά ποιήματα, στοχασμούς και άλλα κείμενα, αλλά και δύο εκτενή σημαντικά πεζογραφήματά του σε συνέχειες: τη νουβέλα Το τάμα της Ανθούλας το 1932 και την Αυτοβιογραφία του το 1940.

Η συνεργασία του χαρακτηρίζεται από περιόδους πυκνών δημοσιεύσεων, όπου σε κάθε τεύχος του περιοδικού ή σχεδόν υπάρχει κείμενο του Λαπαθιώτη, ακολουθούμενες από παρατεταμένες παύσεις και από νέα περίοδο πυκνής συνεργασίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες (π.χ. του Γ. Κοτζιούλα) υπήρχαν περίοδοι που ο Λαπαθιώτης περνούσε σχεδόν κάθε βράδυ από τα γραφεία του περιοδικού “περισσότερο για κουβέντα παρά για συνεργασία”.

Ωστόσο, υπήρξαν και περίοδοι που ο Λαπαθιώτης συγκρούστηκε με τους ανθρώπους του περιοδικού, πράγμα που εξηγεί και τις πολύχρονες διακοπές της συνεργασίας. Παρά τους καβγάδες όμως, ο Λαπαθιώτης τελικά πάντοτε επέστρεφε και ξανάδινε συνεργασία. Ίσως είχε βρει στο Μπουκέτο ένα εκφραστικό βήμα για να φτάνουν τα κείμενά του σε πλατύτερα στρώματα, ένα βήμα που διατηρούσε ένα ελάχιστο επίπεδο ποιότητας που άλλα λαϊκά περιοδικά, στα οποία ο Λαπαθιώτης είχε περιστασιακά δώσει συνεργασία, δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν.

Η συνεργασία του Λαπαθιώτη με το Μπουκέτο στην αρχή αγνοήθηκε: στο πρώτο αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Λαπαθιώτη, αμέσως μετά τον θάνατό του, το 1944, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο περιοδικό, ούτε καν στην εκεί δημοσίευση της αυτοβιογραφίας του. Αλλά και ο Άρης Δικταίος έκανε το 1964 τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιώτη χωρίς να έχει δει τα σώματα του Μπουκέτου, κάτι που εξηγεί ένα μέρος από τις ελλείψεις της έκδοσής του.

Σήμερα η συνεργασία του Λαπαθιώτη με το Μπουκέτο έχει γίνει γνωστή και έχει αξιοποιηθεί και εκδοτικά, με εξαίρεση την τελευταία περίοδο του περιοδικού. Πράγματι, το Μπουκέτο διέκοψε την έκδοσή του μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα το 1941, ωστόσο προς τα τέλη του χρόνου άρχισε πάλι να εκδίδεται, σκιά πλέον του εαυτού του, με πολύ λιγότερες σελίδες. Σε αυτή τη νέα περίοδο, από την οποία δεν έχουμε εντελώς πλήρη σώματα, οι συνεργασίες του Λαπαθιώτη είναι αρχικά σποραδικές. Στο 1943, και ενώ σταδιακά οι σελίδες του περιοδικού αυξάνονται και η ύλη βελτιώνεται, ο Λαπαθιώτης δίνει για δημοσίευση δύο διηγήματά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Περιοδικά, Πεζό ποίημα, Φιλολογία | Με ετικέτα: , | 80 Σχόλια »

Υπάρχει λέξη «απεύθυνση»;

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2019

Όπως οι άνθρωποι, έτσι κι οι λέξεις μπορεί ξαφνικά, αναπάντεχα, να βρεθούν κάτω από το φως των προβολέων της επικαιρότητας και ν’ αποτελέσουν αντικείμενο γενικής προσοχής.

Αυτό συνέβη προχτές με τη λέξη «απεύθυνση». Τη χρησιμοποίησε, δυο φορές, ο Αλέξης Τσίπρας, σε τηλεοπτικές δηλώσεις, σε σχέση με την πρόσκληση που αποφάσισε να απευθύνει ο ΣΥΡΙΖΑ στις προοδευτικές δυναμεις. Η λέξη φαίνεται πως ξένισε κάποιους, οι οποίοι εξέφρασαν, άλλοι καλοπροαίρετα κι άλλοι όχι, την απορία τους.

Κι έτσι βρήκαμε θέμα για το σημερινό μας άρθρο -κάτι άλλο είχα σκοπό να γράψω, αλλά με ρώτησαν απ’ το πρωί κάμποσοι φίλοι και γνωστοί αν υπάρχει η λέξη «απεύθυνση», οπότε κατάλαβα πως έπρεπε να γράψω κατι.

Ή μάλλον, δεν θα το γράψω κυρίως εγώ: θα αντιγράψω δυο ωραιότατα σεντόνια από τη Λεξιλογία που ανιχνεύουν εξαιρετικά την ιστορία της λέξης, κι εγώ θα κάνω μερικά γενικότερα σχόλια.

Το ερώτημα «Υπάρχει η λέξη Χ;» διατυπώνεται συχνά σε διαδικτυακές συζητήσεις. Νιώθει κανείς τον πειρασμό να πει ότι πρόκειται για ένα «μη ερώτημα» ή έστω για ένα ερώτημα που απαντιέται με το που τίθεται. Ωστόσο, καλό είναι να αντισταθούμε στον πειρασμό: δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα και δεν θα συμφωνήσω με την άποψη «ο εντοπισμός και μόνο μιας λέξης αποδείχνει την ύπαρξή της», που τη θεωρώ ελαφρώς αγοραία. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει η λέξη «λαντάμι» κι ας την έχω χρησιμοποιήσει (σαν παράδειγμα ανύπαρκτης λέξης). Δεν υπάρχει ούτε η λέξη «σαβίνι» κι ας την έχει χρησιμοποιήσει ο αγαπημένος μου Ν. Λαπαθιώτης στο διάσημο υπερλεξιστικό (αβάν λα λετρ) σονέτο του «Βάο γάο δάο»:

Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι
κι απονιβώντας ερομιδαλιό,
κουμάνισα το βίρο τού λαβίνι
με σάβαλο γιδένι τού θαλιό.

Πέρα από παρόμοιες πεποιημένες λέξεις, υπάρχουν και οι ευκαιριακοί σχηματισμοί. Υπάρχει λέξη «ατσιγαροποίηση»; Θα πείτε όχι, και πράγματι η λέξη δεν γκουγκλίζεται [«τώρα γκουγκλίζεται!» ακούγεται μια μεταλλική φωνή από ψηλά]. Μπορεί όμως να τη χρησιμοποιήσει κάποιος σε ένδειξη διαμαρτυρίας που τον μποδίζουν να καπνίζει. Υπάρχει λέξη «αγνωριστοποίηση»; Πριν βιαστείτε να πείτε επίσης «όχι», να σας πω ότι αυτή γκουγκλίζεται (λίγο) και λεγόταν πολύ πριν από 90 χρόνια. Είχε κερδίσει ο Βενιζέλος τις εκλογές με το σύνθημα να κάνει την Ελλάδα αγνώριστη. Και στη συνέχεια, όποτε η αντιπολίτευση κατάγγελνε διάφορα σκάνδαλα και κακώς κείμενα, έλεγε «ένα ακόμη δείγμα αγνωριστοποιήσεως της χώρας».

Φυσικά, τις λέξεις αυτές δεν θα τις συμπεριλάβει κανένα λεξικό, διότι τα λεξικά δεν είναι «θησαυροί» να καταγράφουν ό,τι λέγεται έστω και άπαξ -και δεν θα μπορούσαν άλλωστε. Τέτοιες λέξεις, που έχουν μηδενικές ή ελάχιστες ανευρέσεις σε σώματα κειμένων και που δεν καταγράφονται σε λεξικα αλλά ούτε και σε γλωσσάρια, ακόμα κι αν είναι κανονικά σχηματισμένες, μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε «πρακτικά ανύπαρκτες».

Συνήθως όμως το ερώτημα «υπάρχει η λέξη τάδε;» διατυπώνεται για νεολογισμούς που δεν τους εχουμε συναντήσει ξανά, αλλά που -στατιστικά να το δούμε- έχουν αρκετά μεγάλη διάδοση. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι την κατηγορηματική διαβεβαίωση ότι «η τάδε λέξη δεν υπάρχει» τη διατυπώνει κάποιος όχι επειδή έχει κάνει έρευνα στα σώματα κειμένων και έχει βρει μηδενικές ή ελάχιστες ανευρέσεις της, αλλά επειδή, απλούστατα, δεν του αρέσει η λέξη!

Το έχουμε δει πολλές φορές αυτό. Άλλος λέει ότι δεν υπάρχει η λέξη «δημοφιλία», άλλος ότι δεν υπάρχει το «διακύβευμα», άλλος επιμένει πως δεν υπάρχει η λέξη «γενόσημα» ενώ, πολύ πρόσφατα και πολύ χαρακτηριστικά, ένα σωρό σεξιστές ανέβηκαν στα κάγκελα ωρυόμενοι πως δεν υπάρχει λέξη «γυναικοκτονία».

Στην πραγματικότητα, όταν μια λέξη καταγράφεται σε έγκυρο λεξικό, δεν δικαιούται κανεις να τη θεωρεί ούτε ανύπαρκτη ούτε αδόκιμη. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν η λέξη έχει ικανές ανευρέσεις στα σώματα κειμένων -διότι μπορεί ένας όρος να είναι σχετικά καινούργιος και να μην έχει προλάβει να αποθησαυριστεί στα λεξικά ή μπορεί να ανήκει σε ειδική ορολογία οπότε ενδέχεται να μην έχει θέση σε γενικά λεξικά.

Απ’ αυτή την άποψη, η απεύθυνση έχει εντάξει τα χαρτιά της. Καταγράφεται στα καινούργια λεξικά μας, όπως επιμελώς κατέγραψε ο Νίκος Λίγγρης προχτές στη Λεξιλογία:

Λεξικό της Ακαδημίας

απεύθυνση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ενέργεια που στοχεύει στην κινητοποίηση του ενδιαφέροντος και τη δραστηριοποίηση ομάδων ή των αρμοδίων: δημόσια/ευρεία/κοινωνική/μονομερής/πολιτική/συστηματική ~. στους/(σπανιότ.) προς τους τοπικούς φορείς. Η μαζική ~ της τηλεόρασης (στο ευρύ κοινό). Μήνυμα ειρήνης διεθνούς ~ης. Πρωτοβουλίες και ~ύνσεις. Βλ. απήχηση. 2. εκφορά λόγου με συγκεκριμένο αποδέκτη. Πβ. προσφώνηση. [< μτγν. απεύθυνσις ‘διευθέτηση’, γαλλ. adressage]

ΜΗΛΝΕΓ-Πατάκης

απεύθυνση και <λόγ.> απεύθυνσις, η (ουσ.).

1) (+γεν.πράγμ. και πρόθ. σε, προς {+αιτ.προσ.})
Το να στείλει κάποιος γραπτό ή προφορικό μήνυμα σε κπν, συνήθως επισήμως, με σκοπό να διατυπώσει απόψεις, να υποβάλει αιτήματα ή να θέσει ερωτήματα, να προτρέψει, να κάνει προτάσεις, να εξηγήσει κτ, να εκφράσει τα συναισθήματά του κτλ.
Χρήσεις:
απεύθυνση ερωτημάτων από το κοινό προς τους ομιλητές | η απεύθυνση διαγγέλματος από τον πρωθυπουργό προς τον ελληνικό λαό | απεύθυνση έκκλησης προς τις αρχές | απεύθυνση πρόσκλησης συμμετοχής στο σωματείο εργαζομένων

2) (+γεν.προσ. και πρόθ. σε, προς {+αιτ.})
Το να έλθει κάποιος σε επικοινωνία με κπν ή να στραφεί σε κπν, προφορικά ή γραπτά, συνήθως για μια πληροφορία, για τη διατύπωση ερωτημάτων ή απόψεων, για την υποβολή αιτήματος, για βοήθεια, για κάποια συναλλαγή, για κάποια δήλωσή του κτλ.
Χρήσεις:
απεύθυνση του προέδρου προς τα μέλη του κόμματος | η απεύθυνση των κομμάτων στους ψηφοφόρους | απεύθυνση εκπαιδευτικών σε παιδιά νηπιακής ηλικίας
«Κείμενο απεύθυνσης στις συνελεύσεις γειτονιάς» (διαδίκτυο)
«Απεύθυνση της Λαϊκής Συνέλευσης σε τοπικά μαγαζιά για την κάλυψη αναγκών» (διαδίκτυο)

3)
(κατ’ επέκτ.)
Η αποστολή ενός μηνύματος κυρίως με τρόπους και ενέργειες πέραν της γλωσσικής επικοινωνίας
Χρήσεις :
«Αριστερή ψήφος διπλής απεύθυνσης» (στο διαδίκτυο, τίτλος άρθρου του Γ. Ρούση, «topontiki.gr»)
«Πρόκειται λοιπόν κυρίως για κρίση κοινωνικής απεύθυνσης και πολιτικού προσανατολισμού του ΠΑΣΟΚ, η οποία είχε αποτέλεσμα να “χάσει την ψυχή του” και μαζί της το 1/5 της εκλογικής του δύναμης μετά το 1993» (διαδίκτυο)

[ΕΤΥΜ σημασ. δάν.: < ελνστ. ἀπεύθυνσις ‘προσαρμογή, διευθέτηση’ με προσαρμ. στη δημοτική < γαλλ. adressage].

Βλέπετε πως η απεύθυνση έχει περγαμηνές ελληνιστικές, αν και βέβαια με άλλη σημασία αφού τότε σήμαινε «διευθέτηση» ή και «ίσιωμα». Θα δούμε όμως πως έχει μπει στη γλώσσα μας όχι πριν από 1-2 δεκαετίες, αλλά αρκετά παλιότερα.

Πάλι από τη Λεξιλογία, αντιγράφω εκτενέστατη λεξικογραφική έρευνα του Ζάζουλα, που δείχνει πως η λέξη έχει μπει στη γλώσσα, σποραδικά βέβαια, από το σωτήριον έτος 1900:

Επειδή διαπίστωσα και αλλού μια αδικαιολόγητη αλλεργία απέναντι στην απεύθυνση, ας καταγράψω και εδώ κάποια ευρήματα που δείχνουν ότι, με ακριβώς τη σημερινή σημασία της, καθόλου νεολογισμός δεν είναι η απεύθυνση και δηλώνει το προφανές: “η ενέργεια και/ή το αποτέλεσμα του απευθύνω / απευθύνομαι (με τη σημερινή σημασία των ρημάτων αυτών)”.

  1. 1900, δικαστ. εφημ. Θέμις, σελ. 660, ευρετήριο νομολογίας: «απεύθυνσις κατά δανειστού και οφειλέτου»
  2. 16/02/1905, εφημ. Σκριπ, σελ. 1: «Πολυάριθμος ομάς εκ των μελών της κοινότητος, συνέταξεν αναφοράν προς τον Τσάρον, διά της οποίας λέγει ότι αι αιματηραί τραγωδίαι της Πετρουπόλεως, της Άπω Ανατολής και του Κρεμλίνου καταδεικνύουσιν ότι αι παρούσαι της χώρας συνθήκαι είνε ανώμαλοι και ότι πρέπει να ζητηθή νέον της καταστάσεως φάρμακον, και ως τοιούτον η απεύθυνσις αύτη προτείνει την κλήσιν των αντιπροσώπων της ρωσσικής κοινωνίας, όπως διευθετήσουν τα πράγματα κατά τρόπον τοιούτον, ώστε να μη επαναληφθώσιν εις το μέλλον παρόμοια γεγονότα.»
  3. 1923, δικαστ. εφημ. Θέμις, σελ. 18, ευρετήριο νομολογίας: «απεύθυνσις κατά προσεπικληθέντος και παρεμβάντος»
  4. 1923, Εφημερίς της Ελληνικής και Γαλλικής Νομολογίας, σελ. 323, ευρετήριο νομολογίας: «μη απεύθυνσις εφέσεως κατά πάντων διαδίκων»
  5. 1953, Η κυρωτική λειτουργία του Δικαίου ως προφύλαξις / Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, σελ. 202: «Έπειτα, επί ωρισμένων ιδία ποινών, είναι απαραίτητον, εφ’ όσον είναι δυνατόν, κατά την στιγμήν ή, κυρίως, κατά την διάρκειαν της εκτελέσεως αυτών, να μη συμβαίνη, ώστε να γεννώνται, λόγω των εν γένει συνθηκών αυτής, εις τον διά της ποινής πληττόμενον τοιαύται ψυχικαί συνέπειαι —π.χ. αγανάκτησις, μίσος, αορίστου μάλιστα απευθύνσεως—, οίαι μοιραίως επιφέρουν ολικήν ή μερικήν εξουδετέρωσιν του εκ της εκτελέσεως της ποινής προσδοκωμένου ψυχολογικού προς —ειδικήν— πρόληψιν εξαναγκασμού.»
  6. 14/12/1963, πρόταση του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κ. Στυλ. Μπούτη για την υπόθεση των αιματηρών επεισοδίων της 22ας Μαΐου: «[…] και επήλθεν ο θάνατος του ειρημένου παθόντος τας πρωινάς ώρας της 27ης Μαΐου 1963, ούτως από κοινού, καθ’ α προερρέθη, μετά των συγκατηγορουμένων του Εμμανουήλ Καπελώνη, Ξενοφώντος Γιοσμά και άλλων αγνώστων μέχρι στιγμής τη ανακρίσει συνενόχων του διά κοινής προσπαθείας, αλλά και κατ’ ιδίαν έκαστος εκ προθέσεως προεκάλεσαν εις τους ανωτέρω δράστας (φυσικούς αυτουργούς) διά συμβουλών, πειθούς, φορτικότητος, παροχής και υποσχέσεως δώρων, εκφράσεως επιθυμίας και δι’ απευθύνσεως της προσταγής προς τον οδηγόν του θανατηφόρου τρικύκλου Σπυρίδωνα Κοτζαμάνην επί λέξεσι “βάλε εμπρός, τι κάθεσε, έρχονται”, εν τη εννοία της υποδείξεως προς εκκίνησιν του τρικύκλου διά την πρόσπτωσίν του κατά του διερχομένου παθόντος Γρηγορίου Λαμπράκη, […].»
  7. 29/12/1964, διατακτικό του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για τα γεγονότα της 22ας Μαΐου 1963: «Από της ενάρξεως των ομιλιών τούτων […] ήρξαντο και αι, εις μεγαλυτέραν έκτασιν, αποδοκιμασίαι των εκτός του μεγάρου και εις τα πέριξ πεζοδρόμια συγκεντρωθέντων αντιφρονούντων διά της απευθύνσεως ύβρεων, συνθημάτων και απειλών κατά των εντός της αιθούσης συγκεντρωμένων […].»
  8. 24/05/1972, αποφάσεις 2337/1972 και 2338/1972 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: «Η δ’ έννοια του “διαδίκου” εν αυτή λαμβάνεται ουχί μόνον βάσει του τυπικού κριτηρίου, ήτοι της κατ’ αυτού απευθύνσεως της αιτήσεως, αλλά βάσει της αυθορμήτου ή μετά κλήσιν προσελεύσεώς του εις την αναφερομένην εις αυτόν δίκην […].»
  9. 1973, Αναμνηστικός τόμος καθηγητού Εμμ. Μιχελάκη (Ένωση Ελλήνων Δικονομολόγων), σελ. 508: «Ζήτημα γεννάται εάν είναι απαραίτητος η απεύθυνσις της αιτήσεως ή τουλάχιστον η επίδοσης αύτης μετά κλήσεως προς συζήτησιν προς τους αναγγελθέντας νομίμως και εμπροθέσμως δανειστάς.»
  10. 1999, Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα / επιμ. Δημήτρης Χριστόπουλος (Κριτική), σελ. 147: «[…] η ΟΕΕ επιχειρεί να ενισχύσει τον ιδεολογικό της ρόλο με έντονη έκφραση εθνικιστικών τάσεων και με απόπειρες για κοινωνική παρέμβαση, δηλ. για μαζική απεύθυνση στους πολίτες, στους οποίους παρέχει ιδεολογικές υπηρεσίες, επιχειρώντας να δείξει […].»
  11. 31/10-01/11/2003, Ευαγγελικά 1901 – Ορεστειακά 1903: νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις / επιμ. Ουρανία Καϊάφα (Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας — Σχολή Μωραΐτη), σελ. 140: «Π.χ., η Κλυταιμνήστρα σαφώς μπαίνει μέσα για το φόνο, μετά την απεύθυνσή της στην Κασσάνδρα, αλλά πουθενά δεν δηλώνεται αυτό στο χειρόγραφο.»
  12. 2007, Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα : Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση 1940-1945 / επιμ. Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκόπης Παπαστράτης (Βιβλιόραμα), σελ. 48: «Η κοινωνική τους απεύθυνση και το πολιτικό στελεχικό τους δυναμικό συγκροτούνταν κυρίως από νέους διανοουμένους, πολιτευτές και φοιτητές αλλά και μικρούς επιχειρηματίες. Κοινό χαρακτηριστικό όλων η ιδεολογική ασάφεια, η απουσία οργανωτικών δομών, η συσπείρωση γύρω από κάποια έντυπα, που εκθείαζαν ενέργειες δολιοφθοράς οι οποίες συνήθως δεν γίνονταν, ή προγράμματα με χαρακτηριστικό τη γενικόλογη πολυσυλλεκτική απεύθυνση.»
  13. 2006, Παλαμάς, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης : Η διαρκής ανεπάρκεια της ποίησης / Έλλη Φιλοκύπρου (Ελληνικά Γράμματα), σελ. 120: «Μια αιτία του περιορισμού της ανιχνεύεται ίσως στο ερώτημα στο οποίο οδηγείται η απεύθυνση του ομιλητή προς την ψυχή του: “μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τί θα πεις;/ ω, τί θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;” Τα όσα θα καλούνταν να πει η ψυχή αφορούν μάλλον έναν απολογισμό, τον οποίο δεν μπορεί να κάνει.»
  14. 2004, περιοδ. Ελληνικά, τόμος 54, τεύχος 2ο (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών), Διακειμενικά και ανθρωπολογικά στοιχεία στην Ευγένα του Θεόδωρου Μοντσελέζε / Γιώργος Πεφάνης, σελ. 295: «Στις συνήθεις εισαγωγικές προσφωνήσεις των νεκρών αντιστοιχεί η εισαγωγική για το δεύτερο μέρος προσφώνηση στον εαυτό, με την τριπλή παρουσία του συναισθηματικά φορτισμένου “Οϊμένα” (στ. 653, 655). Η καταληκτική προσφώνηση γίνεται έμμεσα με την απεύθυνση προς τον Χάρο (στ. 759-760). Οι δύο αυτές προσφωνήσεις πλαισιώνουν το κυρίως αφηγηματικό τμήμα του θρήνου, έτσι ώστε να ισχύει και εδώ η τυπική τριαδική δομή: εισαγωγική προσφώνηση – κύριο αφηγηματικό τμήμα – καταληκτική προσαγόρευση.»
  15. 2005, Γιώργος Λίκος: μια παρουσίαση / ανθολ.-επιμ. Χρήστος Δανιήλ (Γαβριηλίδης), σελ. 26: «Κάποια άλλα σημεία που αποτελούν χαρακτηριστικά του έργου του Λίκου και που, αν και εντοπίζονται και στο έργο των υπολοίπων μεταπολεμικών ποιητών, λαμβάνουν ιδιαίτερη ανάπτυξη και συντελούν στη διαμόρφωση της προσωπικής του ποιητικής είναι α) η εμφάνιση του ιστορικοκοινωνικού πλαισίου, β) ο εξομολογητικός τόνος και η απεύθυνση στο δεύτερο πρόσωπο και γ) η ιδιαίτερη και έντονη εικονοπλαστική του ικανότητα.»
  16. 2008, Five seasons of the Russian avant-garde (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης — Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης), σελ. 170: «Περιορίζοντας τη χρωματική του κλίμακα στα καθαρά χρώματα —κόκκινο, λευκό και μαύρο— ανέδειξε τη βασική κονστρουκτιβιστική παλέτα της επαναστατικής τέχνης, εγκαινιάζοντας μία νέα πολιτισμική παράδοση με εξαιρετική διεισδυτικότητα και ανθεκτικότητα καθώς εξασφάλιζε μέσω της λιτής μορφολογίας την άμεση απεύθυνση και ερμηνεία του εκπεμπόμενου μηνύματος.»
  17. 2007, Στέφανος: τιμητική προσφορά στον Βάλτερ Πούχνερ / επιμ. Ιωσήφ Βιβιλάκης (Ergo), σελ. 991: «Εάν ένας δραματικός διάλογος, για να είναι καλός, πρέπει να χαρακτηρίζεται από οικονομία των μέσων (των διατυπώσεων, των περιγραφών, των αφηγήσεων ή των απευθύνσεων), ο περιεκτικός στοχασμός ανάγει μοιραία αυτήν την οικονομία σε απόλυτη αρχή. Μας το δείχνουν ο Δάσκαλος στο Παραμύθι χωρίς όνομα (σ. 87): “Οι ήρωες κι οι μάρτυρες θένε ιδέες για να γεννηθούνε…”, η Κλυταιμνήστρα στο Γράμμα στον Ορέστη (σ. 27): “Εμάς τις γυναίκες μας αφήνουν να διαλέγουμε μόνο το νυφικό μας, […]”.»
  18. Και από τον Εθνικό Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας (ΕΘΕΓ) του Ινστιτούτου Επεξεργασίας του Λόγου (ΙΕΛ):
    1. Γιατί τόσο η επιθυμία-μου όσο και ο φόβος-μου έχουνε συγκεκριμένη κατεύθυνση και απεύθυνση.
    2. Εδώ, τα πράγματα είναι πολύ πιο κοινωνικά, η απεύθυνση συλλογική, η μνήμη παρούσα και οι συμπεριφορές συνειδητές στον ιστορικό και τον παρόντα χρόνο, με διαδικασίες πολύ πιο άμεσες, αφού το έργο το δημιουργεί ο καλλιτέχνης στη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά θα μπορούσε να το είχε δημιουργήσει και ένας ολόκληρος λαός που λειτουργεί κάτω από κοινούς τρόπους στην ψυχαγωγία.
    3. Επομένως, με το δεδομένο ότι δεν έχει υποχρέωση ο Βουλευτής να προσέλθει στην προκαταρκτική εξέταση, η μόνη ασφαλιστική δικλίδα της σοβαρής απεύθυνσης μιας αίτησης προς τη Βουλή είναι η ρύθμιση η οποία γίνεται, ότι δηλαδή ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απευθύνεται στη Βουλή και ζητεί να δοθεί η άδεια για την ποινική δίωξη.

Σε μια προηγούμενη συζήτηση στη Λεξιλογία, το 2011, γινόταν λόγος για την απόδοση του αγγλικού όρου outreach, στη φράση I have been broadening my outreach, και τότε πρότεινα, όχι πολύ θαρρετά είναι η αλήθεια, τον όρο «απεύθυνση» («Λέγεται πάντως τα τελευταία χρόνια και η απεύθυνση», είπα -διότι τον όρο τον χρησιμοποιούσα ήδη κάμποσα χρόνια ακριβώς για να αποδίδω το outreach) και διαπίστωσα  πως δεν τον είχαν όλοι συναντήσει -τότε. Σήμερα, η απεύθυνση είναι πιστεύω γνωστή σε ευρύτερο κοινό -σα να λέμε, διευρύνθηκε η απεύθυνσή της.

Οπότε, για ν’ ανακεφαλαιώσω, η λέξη «απεύθυνση» υπάρχει, αν και εγώ δεν θα έλεγα «αποφάσισε την απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος» διότι αποφεύγω τις ονοματικές φράσεις. Πολύ προτιμότερες βρίσκω τις ρηματικές φράσεις, «αποφάσισε ν’ απευθύνει πλατύ κάλεσμα». Αλλά η πλατιά απεύθυνση (ή έστω ευρεία απεύθυνση αν θέλουμε λογιότερο ύφος) σαφώς και στέκει και μπορεί να την έχω χρησιμοποιήσει κι εγώ μεταφράζοντας κάπου το wide outreach.

Και το περίεργο είναι πως εκείνοι που διαμαρτύρονται για κακόζηλους νεολογισμούς όταν διαβάζουν πότε τη δημοφιλία, πότε το διακύβευμα, πότε τη γυναικοκτονία και πότε την απεύθυνση, συχνά είναι οι ίδιοι που θρηνούν για τη λεξιπενία που μαστίζει την εποχή μας και ιδίως τη νεολαία. Δεν είναι κάπως αντιφατικό αυτό;

 

Posted in Επικαιρότητα, Λαπαθιώτης, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , , | 177 Σχόλια »

Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης (του Γιώργου Ιωάννου)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2019

Μεθαύριο, στις 8 Ιανουαρίου, συμπληρώνονται 75 χρόνια από την αυτοκτονία του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Κάθε χρόνο, τη μέρα εκείνη ή την κοντινότερη Κυριακή, το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει ένα άρθρο σχετικό με τον ποιητή, παρουσιάζοντας είτε κάποιο άγνωστο κείμενό του είτε στοιχεία για τη ζωή του. Στη φετινή δημοσίευση αλλάζω κάπως τακτική, αφού δημοσιεύω ένα αρκετά γνωστό κείμενο για τον Λαπαθιώτη, γραμμένο από τον επίσης αγαπημένο Γιώργο Ιωάννου.

Ένας από τους λόγους της σημερινής δημοσίευσης είναι ότι σχετικά πρόσφατα το εξαιρετικό αυτό κείμενο του Ιωάννου ανέβηκε διασκευασμένο σε θεατρικό μονόλογο, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη, με έξοχη ερμηνεία του Αντώνη Γκρίτση στο Μπιζού ντε καντ. Πρόσφατα συνάντησα τον ηθοποιό που μου έστειλε και ένα ωραίο φυλλάδιο για την παράσταση, όπου υπήρχε και ενδιαφέρον κείμενο του Δημήτρη Παπανικολάου, που μπορείτε να το βρείτε εδώ. Το κείμενο του Παπανικολάου αναλύει και φωτίζει το αφήγημα του Γ. Ιωάννου, οπότε σας συνιστώ να το διαβάσετε μετά.

Από τη δημοσίευση του πεζογραφήματος του Ιωάννου έχουν περάσει 35 χρόνια, ο ίδιος δεν βρίσκεται πια στη ζωή -μάλιστα πέθανε αναπάντεχα δυο χρόνια μόλις μετά- και η περιοχή που περιγράφεται, η γειτονιά του Λαπαθιώτη, πίσω από το Μουσείο, έχει αλλάξει κι αυτή. Το σπίτι του Λαπαθιώτη μένει, μένει να ρημάζει…

Η φωτογραφία του σπιτιού είναι εκείνη που συνόδευε την αρχική δημοσίευση στη Λέξη.

Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δεν υπήρξε, βέβαια, γείτονάς μου την εποχή που ζούσε. Αυτό έγινε – δηλαδή «έγινε» – πολύ αργότερα, όταν εγώ πήρα των ομματιών μου και εγκαταστάθηκα οριστικά στην Αθήνα και μάλιστα, χωρίς να το καταλάβω, πάνω σ΄ αυτά τα ίδια χώματα με τα ίχνη από τα πατήματα και τα παραπατήματά του.

Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να είμαστε στην ίδια γειτονιά επί δεκάξι χρόνια, εφόσον τόσο ήμουν εγώ, όταν αυτός, πενηνταπεντάρης πια, αυτοκτόνησε στις 8 Ιανουαρίου 1944, μέσα σ΄ αυτό το πατρικό του σπίτι της οδού Κουντουριώτου – Κουντουριώτου και Οικονόμου – στα Εξάρχεια, απ΄ όπου περνώ πολλές φορές τη μέρα και πάντοτε τον μνημονεύω. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να λείψω από αυτό το δημόσιο σαραντάχρονο μνημόσυνό του.

Φοβούμαι πως αν καθόμασταν από τότε κοντά, θα τον θυμόμουν τώρα μόνο στα τελευταία του, απάνω στη μεγάλη καταρράκωση και τον παρατημό του, γιατί όταν είναι κανένας πολύ μικρός, δεν ξέρει να προσέξει, ενώ όταν είναι έφηβος, ξαφνικά ανακαλύπτει τα πάντα, ιδίως τα παράξενα φαινόμενα, και εύκολα ερεθίζεται η φαντασία του. Θα τον θυμόμουν, λοιπόν, κι εγώ στα τελευταία του, όπως κυρίως τον θυμούνται ακόμη μερικοί σ΄ αυτή τη γειτονιά.

Πάντως, από αυτό το σπίτι, όπου κατοικώ τώρα, της οδού Δεληγιάννη 3, δεν θα ήταν δυνατό να γειτονεύω μαζί του, γιατί τότε βρισκόταν στο χώρο αυτό η ξακουστή ταβέρνα του Γιώργη του Μιχαλάκου του κουλού, απόπου ο Λαπαθιώτης περνούσε συχνά, για να πιει κρασί με την παρέα του ή να δεχτεί κανένα ευγενικό κέρασμα, στα τελευταία του, όταν είχε πια καταπέσει. «Για τον ποιητή!»

Θα υπήρχε, λοιπόν, κάποια άλλη οπτική γωνία, κάποια διαφορετική σχέση και συνάφεια ή μάλλον δεν θα υπήρχε και πάλι τίποτα, μα θα ήταν πάντα, αυτό, που είναι και τώρα : ο Λαπαθιώτης να διαγράφει τα τελευταία στάδια του κύκλου του σ΄ αυτή τη γειτονιά, κι εγώ δεκάξι χρονών έφηβος στη Θεσσαλονίκη, τρομοκρατημένος και τσαλαπατημένος, ζώντας μέσα στον εφιάλτη της Κατοχής και της άλλης καταπίεσης, να διαβάζω ό,τι έβρισκα μπροστά μου από τα κείμενά του, είτε σε παλιούς τόμους του «οικογενειακού» περιοδικού «Μπουκέτο», είτε στα τεύχη του περιοδικού της Εγκυκλοπαίδειας του «Πυρσού». Και βέβαια, όχι μονάχα Λαπαθιώτη, αλλά όλο το σύμπλεγμα.

Μόνον ανίδεοι και ξιππασμένοι μπορούν σήμερα να λένε πως ο Λαπαθιώτης ήταν ένας μέτριος ή και ασήμαντος ποιητής του μεσοπολέμου, κι αυτό γιατί δεν μπορούν να δουν άλλο τίποτε παρά μονάχα τα ποιήματά του, και μάλιστα αυτά τα δημοσιεύσιμα, ενώ ο Λαπαθιώτης ήταν ένας δυνατός αισθησιακός ποιητής και προπαντός μια πνευματική προσωπικότητα. Η ποίηση του Λαπαθιώτη βρίσκεται στα ανέκδοτα τολμηρά ποιήματά του.

Τον Λαπαθιώτη, λοιπόν, τον είχα προσέξει ως όνομα και ως ποιητή προτού αυτοκτονήσει, διαβάζοντας τα ποιήματα της χρυσής του εποχής, της γύρω από το τριάντα, τον καιρό που αυτός πέθαινε. Και σίγουρα γι΄ αυτό η είδηση της «ξαφνικής» αυτοκτονίας του μού έκανε εντύπωση, αναφερόταν σε ποιητή που με είχε συγκινήσει. Και λίγο αργότερα γι΄ αυτό ακριβώς καταλάβαινα πολύ καλά όλες τις νύξεις και τους υπαινιγμούς, που γίνονταν μέσα στη χριστιανική κίνηση, όπου είχα καταφύγει κι εγώ, επειδή κάτι είχα γευτεί από την «ολέθρια» ποίησή του. Φαίνεται ότι μερικοί από κείνους τους νεοχριστιανούς σαγηνεύονταν από το έργο του και μπαίνανε σε πειρασμό σκεπτόμενοι τη ζωή του, γι΄ αυτό και τον ξορκίζανε έτσι. Αλλά δεν πρόκειται εδώ να εξιστορήσω αυτά. Εδώ πρόκειται να ξαναπώ πόσο πιο δυνατή προσωπικότητα από πολλούς άλλους παρόμοιους ήταν ο Λαπαθιώτης, πόση σπουδαία και ξεχωριστή σημασία έχει αυτό και πόσο όλοι αυτοί με τις πανεπιστημιακές μεζούρες στο χέρι δεν μπορούν κάτι τέτοια να τα «πιάσουν». Κάθε τόσο ρίχνουν στη μέση διάφορους ποιητές της εποχής του και της παρέας του, λέγοντας ότι ο Λαπαθιώτης είναι πιο αδύνατος από αυτούς, ανυπόφορα αισθηματικός σε μερικά, ακόμα και σαλιάρης. Ναι, όλοι αυτοί έχουν δίκαιο στα σημεία, αλλά όχι στο σύνολο.

Και εγώ άλλοτε είχα πέσει σ΄ αυτή τη λούμπα, όταν είχα γίνει ένας λογοκρατούμενος οπαδός της θεωρητικής γραμμής της γενιάς του τριάντα, η οποία ήταν μια σπουδαία γενεά, αλλά κάπως πονηρή και άκαρδη. Έβλεπα τον Λαπαθιώτη σαν ένα σαχλό αισθηματικό ποιητή και για πολλά κείμενά του ακόμα έτσι τον βλέπω. Το ενδιαφέρον μου γι΄ αυτόν ξαναζεστάθηκε, από τότε που διάβασα μερικά από τα τολμηρά ποιήματά του, που ακόμα κι εκείνη την έκδοση Δικταίου, με τις εισαγωγές της, είχαν κάνει υποφερτή. Ερωτικά κείμενα πρώτης γραμμής, που αληθινά διεγείρουν.

Τώρα αποδεικνύεται ότι είχα πρωτοβρεθεί στη γειτονιά του Λαπαθιώτη, όταν γνώρισα τον Δικταίο και πέρασα καλεσμένος από το σπίτι του, Καλλιδρομίου 74Α, μια Κυριακή πρωί του 1955. Εντούτοις, ο Δικταίος, που θα μπορούσε να ισχυριστεί κι αυτός ότι ήταν γείτονας του προστάτη του Λαπαθιώτη, και μάλιστα σε εποχή πολύ κοντινότερη προς το θάνατό του, δεν μού είχε κάνει νύξη γι΄ αυτή τη γειτνίαση, ούτε και στην εκτενή και ιδιωτικής συχνά φύσεως εισαγωγή του λέει κάτι σχετικό.

Ενώ σε μένα έχει κάνει σπουδαία, συνταρακτική μπορώ να πω, εντύπωση η γειτνίαση και συχνά, καθώς περνώ μέσα στα μισοσκότεινα έξω από το σπίτι του Λαπαθιώτη, συλλογίζομαι πως ευχαρίστως θα κατοικούσα κι εγώ μέσα σ΄ αυτό το ξεφλουδισμένο από το σουβά του αρχοντικό, αν το επισκεύαζαν κάπως, το «αναπαλαίωναν», όπως λένε, και μου το πρότειναν. Τότε η γειτνίαση θα μετατρεπόταν σε συγκατοίκηση. Δεν φοβούμαι εγώ τα φαντάσματα και μακάρι να υπήρχαν.

Στην ανακάλυψη του σπιτιού του Λαπαθιώτη, και ότι οπωσδήποτε αυτό πρέπει να είναι, οδηγήθηκα από τη διαίσθησή μου, λίγον καιρό μετά την εγκατάστασή μου στη γειτονιά, το 1971. Είναι σπίτι δίπατο, με ισόγειο από τη μεριά της οδού Οικονόμου. Είναι τεράστιο, έχει στέγη με αέτωμα και από πίσω μεριά κήπο. Στο τζαμικιάνι, όπου καταλήγει η σκάλα, σώζονται ακόμη μικρά χρωματιστά τζάμια, που τόσο συνηθίζονταν κάποτε στα αρχοντικά. Η είσοδος είναι από την Κουντουριώτου, αλλά η πρόσοψη με το μπαλκόνι από την Οικονόμου. Τα πάντα ξεφτισμένα και ο σουβάς πεσμένος ολότελα και περίεργα. Εντούτοις, το σπίτι δεν μοιάζει με ετοιμόρροπο. Κάτω από το σουβά υπήρχαν χοντροί τοίχοι φτιαγμένοι με μεγάλες πέτρες, που τώρα προβάλλουν. Η πτώση του σουβά πιθανώς να επισπεύσθηκε και από τους όλμους, που άφθονοι έπεσαν κατά τα Δεκεμβριανά στην περιοχή, αφήνοντας τα ίχνη τους σε πολλά σημεία. «Σημεία και τέρατα!…»

Ο Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε μέσα σ΄ αυτό το σπίτι, εννιά περίπου μήνες πριν από την απελευθέρωση. Αν έκαμνε λίγο κουράγιο ακόμη, θα μπορούσε να είχε ζήσει και τον τρόμο των Δεκεμβριανών, καθώς και  τον Εμφύλιο. Και ποιος τη χάρη του, τότε… Όλη αυτή η παρέα ξεκληρίστηκε από τον πόλεμο. Ο Τέλλος Άγρας πήγε από αδέσποτη σφαίρα, που άρπαξε τις τελευταίες μέρες της Κατοχής, ενώ ο Μήτσος Παπανικολάου, «ένας από τους πιο δυσειδείς ανθρώπους, που είδε στη ζωή του», όπως με καλοσύνη γράφει ο Δικταίος, πέθανε «φυσιολογικά» από πείνα και κατάπτωση εξαιτίας της ηρωίνης. Στο αφιέρωμα που του έκανε κάποτε ένα γνωστό περιοδικό, δημοσιεύονται ξεδιάντροπες αναμνήσεις πνευματικών ανθρώπων, όπου λένε πώς θυμούνται τον Παπανικολάου να σέρνεται ζητιάνος στους δρόμους, τυλιγμένος με τσουβάλια και πρησμένος ολόκληρος. Δεν ήταν μόνο ανεπρόκοποι, μα έπαιρναν και ναρκωτικά, ακόμα και ηρωίνη. Και αυτός και ο Λαπαθιώτης. «Αυτά δεν βγαίνουν σε καλό», διακηρύττει ο αυστηρός φύλακας της ηθικής Ντίνος Χριστιανόπουλος σε παλαιότερο άρθρο του για το Λαπαθιώτη.

Το σπίτι του Λαπαθιώτη φέρει πια κάτι, που σε βάζει σε υποψία. Έγιναν μέσα και γύρω του χίλια δυο και του έβγαλαν στην επιφάνεια πυκνές ζαρωματιές και σημάδια. Σαν βαρυφορτωμένο από πείρα αρχοντικό πρόσωπο. Πάντως, εγώ για τις υποψίες μου ως προς το περίεργο αυτό σπίτι βεβαιώθηκα από μια κουβέντα που είχα κάποτε με τον ποιητή και εκδότη Νίκο Καρύδη. Με κάποια αφορμή, άρχισε να μου διηγείται πώς λίγο μετά την αυτοκτονία κλήθηκε και μπήκε ως εκτιμητής της βιβλιοθήκης μέσα στο σπίτι του Λαπαθιώτη. Εγώ αντί να ακούω αυτή την ενδιαφέρουσα διήγηση, τον ρωτούσα επίμονα : «Είναι αυτό που βρίσκεται στην Οικονόμου και Κουντουριώτου γωνία; Αυτό το μεγάλο ρεπιασμένο σπίτι;» «Ναι!», μού είπε ο Καρύδης και ησύχασα. Αυτό ήταν! Τώρα, που επρόκειτο να κάνω αυτό το σημείωμα, πήγα στον «Ίκαρο» και τα ξαναείπαμε. Θα τα αφηγηθώ παρακάτω.

Αδράνησα πάρα πολύν καιρό να κάνω κάτι για το σπίτι, κι αν πάθει τίποτε, φοβούμαι ότι εγώ θα φταίω περισσότερο. Πριν από μερικούς μήνες ένα μικρό βυτιοφόρο, από αυτά που μοιράζουν πετρέλαιο, αναποδογύρισε ακριβώς έξω από την εξώπορτα του Λαπαθιώτη. Τα πετρέλαια πήραν την κατηφόρα και έφτασαν ως τη Σπυρίδωνος Τρικούπη. Έφριξα όταν τα είδα. Το πρώτο που θα καιγόταν, θα ήταν το σπίτι του ποιητή. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή, εγώ δεν θα ένιωθα καμιά ευθύνη για τη φωτιά, το σπίτι όπως και νά ΄ταν, διατηρητέο ή όχι, θα πέθαινε, αλλά θα ένιωθα τύψεις, γιατί θα είχε χαθεί, χωρίς να έχει τιμηθεί εκεί ο Λαπαθιώτης και η μαρτυρική ζωή του, και χωρίς να έχει μεταβιβασθεί κάτι από την ατμόσφαιρά του στους μεταγενέστερους, που περνούν απέξω ανίδεοι. Αλλά και μέσα του κατοικούν ανίδεοι και από αυτούς το σπίτι κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή και φθείρεται. Είναι κάτι οικογένειες από τα χωριά της Πίνδου ή των Αγράφων, που περιέργως έχουν ιδρύσει κάτι σαν παροικία στη γειτονιά μας και ενοικιάζουν πολλά από τα παλιά αυτά σπίτια, που αφθονούν στην περιοχή. Σε ένα υπόμνημά μου που έδωσα στο Υπουργείο Πολιτισμού, για να κηρυχθεί το σπίτι διατηρητέο, τα αναφέρω όλα.

Ορισμένοι παλαιοί κάτοικοι της περιοχής με τους οποίους συνομίλησα θυμούνται το σπίτι πολύ ωραίο κάποτε, με κήπο περιποιημένο, στάβλο για τα άλογα της άμαξας, υποστατικό για τους υπηρέτες. Τώρα όμως είναι το πιο απεριποίητο σπίτι της περιοχής. Οι παλαιοί αυτοί κάτοικοι θυμούνται και κάτι σπουδαιότερο. Θυμούνται καλά τον ίδιο τον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Λίγο μετά από κείνη τη συζήτηση με τον ποιητή Νίκο Καρύδη, πήρα θάρρος και άνοιξα το θέμα σε μια βραδινή συναναστροφή στο σπίτι του νοικοκύρη μου Γιώργου Τσάπρα. Αμέσως διαπίστωσα πως ένας από τους συνδαιτημόνες, ο κύριος Κίμων Μαντέλλος, πρώην ανώτερος αξιωματικός του στρατού, θυμόταν πάρα πολύ καλά τον Λαπαθιώτη, γνωριζόταν μαζί του μάλιστα, και είχε αρκετά πράγματα να πει γι΄ αυτόν. Και μια κυρία επίσης, που τώρα είναι βαριά άρρωστη, ήξερε πολλά για τον ποιητή, καθώς και για την οικογένειά του. Λίγο αργότερα, είχα την κακή έμπνευση να μιλήσω γι΄ αυτές τις ανακαλύψεις μου σε ορισμένους παράγοντες της τηλεόρασης. Ήθελα κάτι να γίνει για τη μνήμη του Λαπαθιώτη και για το σπίτι του. Το αποτέλεσμα το είδα λίγους μήνες μετά, ξαπλωμένος και μπανταρισμένος με γύψους στο κρεβάτι μου στο ΚΑΤ. Οι παλαιοί κάτοικοι της γειτονιάς δεν είχαν δεχτεί να παρουσιαστούν στο φακό και αντί γι΄ αυτούς μιλούσε ο Δικταίος, ο οποίος παρ΄ όλο που είχε βοηθηθεί στα πρώτα του βήματα από τον ποιητή και ήταν επιμελητής του τόμου με τα ποιήματα του Λαπαθιώτη, δεν συμπαθούσε και πολύ τον ποιητή και προπαντός τον κύκλο του, όπως άλλωστε φαίνεται και στην εισαγωγή του τόμου. Εκείνο το βράδυ η κατάστασή μου χειροτέρεψε. Μέσα στην ταραχή μου, πήρα την απόφαση πως εγώ ο ίδιος έπρεπε κάποτε να κάνω κάτι.

Όταν μου δινόταν η ευκαιρία, συζητούσα με τη γειτονιά, τους παλαιούς κατοίκους. Κι έτσι το δεύτερο για το οποίο βεβαιώθηκα, ήταν ότι από άποψη εδαφικής επαφής ήμουν πολύ κοντινότερος με τον Λαπαθιώτη, απ΄ ό,τι μέχρι τότε νόμιζα. Το σπίτι στο οποίο συνεχώς αφότου ήρθα μένω, και μάλιστα στο ισόγειο, χτίστηκε επάνω στο οικόπεδο της ταβέρνας του Γιώργη Μιχαλάκου του κουλού, η οποία ήταν στέκι του Λαπαθιώτη και της παρέας του. Στέκι για τις ανάγκες του στη γειτονιά, βέβαια. Για την ακρίβεια, το σπίτι μας είναι χτισμένο πάνω στον κήπο της ταβέρνας, που είχε, λέει, εξαίσια δέντρα, λεύκες και ιτιές, και όπου οι θαμώνες όλους τους ζεστούς μήνες εκάθονταν, μια και το οίκημα που βρισκόταν κάτω από τη διπλανή μας τώρα πολυκατοικία ήταν μικρό, για το χειμώνα μόνο κατάλληλο. Αφού και τα πολλά βαρέλια του μαγαζιού ήταν στεγασμένα κάτω από ένα ανοιχτό υπόστεγο στην αυλή. Το κρασί, πάντως, ήταν από το Κορωπί.

Πολλές φορές τη νύχτα, καθώς κάθομαι κλεισμένος μέσα και δουλεύω ή στοχάζομαι, προσπαθώ να ανακαλέσω τα γέλια, τις χαρές, τα αστεία, τους χορούς και τις γλυκιές φιλικές ματιές, που διασταυρώθηκαν επί δεκαετίες σ΄ αυτούς τους βουβούς τώρα χώρους και σχεδόν απορώ με τη ματαιότητα των εγκοσμίων και τη μουγγαμάρα των στοιχείων της ύλης, που είναι βέβαια αυτά τα ίδια με τότε. Τίποτε!

Αν ήμουν κανένας σαχλαμάρας, θα είχα ίσως κι εγώ κάποια αναπαράσταση της τότε εικόνας εδώ, με τον Λαπαθιώτη να κουτσοπίνει με την παρέα του, πάνω στο χωρίς τραπεζομάντηλο τραπέζι, και τους γεροδεμένους μάγκες της καρδιάς του πιο εκεί να χορεύουν. Αλλά όχι. Να λείπουν από μας οι φενακισμοί. Αυτά τα αφήνω στους κακόγουστους φιλολόγους, που διέπρεψαν φέτος σε καβαφικές αναπαραστάσεις και σαρκασμούς. Πάντως, αληθινή εικόνα της περίφημης αυτής ταβέρνας και της αυλής μπορεί να πάρει κανείς από την ταινία του Κακογιάννη «Στέλλα», η οποία γυρίστηκε ακριβώς εδώ πάνω. Βέβαια, η ταβέρνα για τις ανάγκες της ταινίας είχε λάβει το όνομα «Παράδεισος», αλλά ήταν αυτή η ίδια του Γιώργη Μιχαλάκου του κουλού. Όλη η γειτονιά θυμάται τη Μελίνα και τον Φούντα.

Μέσα στις συζητήσεις ή μάλλον τις αναζητήσεις μου αυτές, άρχισε σιγά σιγά να αναδύεται και η μορφή του Κώστα Καρυωτάκη, ο οποίος καθόταν – άκουσον! άκουσον! – στον ίδιο δρόμο με τον Λαπαθιώτη, στην οδό Κουντουριώτου δηλαδή, αλλά λίγο παρακάτω. Στη γωνία Κουντουριώτου και Νοταρά, δεξιά ανεβαίνοντας. Εκεί έμενε η οικογένειά του όταν κι αυτός, ή μάλλον πρώτος αυτός, αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα το 1928. Ο Καρυωτάκης πρέπει, σύμφωνα με τα λεγόμενα της γειτονιάς, να ήταν πολύ φίλος του Λαπαθιώτη. Ερχόταν συχνά στο σπίτι και πήγαινε μαζί του στην ταβέρνα του Μιχαλάκου. Πάντα μαζεμένος και πολύ συμπαθής.

Πέρσι το καλοκαίρι, όταν πια βεβαιώθηκα για το απίστευτο, ότι το σπίτι του Λαπαθιώτη δεν έχει κηρυχθεί διατηρητέο, έγραψα μια αναφορά στο Υπουργείο Πολιτισμού, με ημερομηνία 13.6.83. Επειδή όμως δεν έπαιρνα απάντηση και στο σπίτι του Λαπαθιώτη ήδη είχαν εμφανισθεί ένα γύρω πωλητήρια, έκανα μια δεύτερη αναφορά (13.9.83), ύστερα και από συνομιλία με τον δημοτικό σύμβουλο κύριο Γιώργο Βερνίκο, προς το Δήμο Αθηναίων, όπου βεβαίως σημείωνα πως για το ίδιο θέμα είχα κάνει αναφορά και στο Υπουργείο Πολιτισμού. Από το Δήμο μου απάντησαν αμέσως, γράφοντάς μου και συγχαρητήρια για το ενδιαφέρον μου. Έλεγαν ότι θα εξετάσουν το θέμα. Αλλά εκεί που δεν το περίμενα πια, έλαβα και από το Υπουργείο Πολιτισμού μια απάντηση, κοινοποίηση μάλλον, με ημερομηνία 28.12.83, όπου γράφουν ότι το θέμα παραπέμπεται στη Γραμματεία του Συμβουλίου Μνημείων Στερεάς Ελλάδος. Από τότε δεν έχω καμιά άλλη πληροφορία, αλλά αυτό οφείλεται και σε δική μου αμέλεια, γιατί δεν πήρα στο τηλέφωνο να ρωτήσω. Κατά βάθος, αισιοδοξώ πως κάτι θα γίνει. Δεν είναι δυνατό… Πάντως, από το έγγραφο του Υπουργείου έμαθα τα ονόματα των σημερινών ιδιοκτητών του σπιτιού. Παρακάτω, θα παραθέσω την αναφορά μου, αυτήν μάλιστα που έστειλα στο Δήμο, γιατί είναι κάπως πληρέστερη. Συγκεφαλαιώνει πολλά από αυτά, που μέχρι τώρα είπαμε :

            «Κύριε Δήμαρχε, ονομάζομαι Γιώργος Ιωάννου και είμαι συγγραφέας. Κατοικώ στην περιοχή Εξαρχείων και έτσι καθημερινά παρατηρώ τη φθορά και τους κινδύνους που διατρέχει ένα ιστορικό και ωραίο σπίτι της ίδιας περιοχής. Πρόκειται για το σπίτι του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στη γωνία των οδών Κουντουριώτη και Οικονόμου στα Εξάρχεια.

             Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1889-1944) υπήρξε σημαντικός ποιητής, ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος και πολιτιστικός παράγων εξαιρετικά υπολογίσιμος στον καιρό του. Εξετιμάτο ιδιαιτέρως από τον ποιητή Κ.Π. Καβάφη και αποτελούσε πνευματική ομάδα με τους, επίσης σημαντικούς ποιητές, Τέλλο Άγρα και Μήτσο Παπανικολάου.

             Ο πατέρας του ποιητή, Λεωνίδας Λαπαθιώτης, υπήρξε στρατηγός και υπουργός των Στρατιωτικών. Γι΄ αυτό και το σπίτι, παρά τις διάφορες φθορές του, διακρίνεται από μια ιδιαίτερη αρχοντιά. Οι παλαιοί γείτονες διηγούνται ότι το σπίτι αυτό γνώρισε μεγάλες κοινωνιές δόξες και τιμήθηκε με επισκέψεις πρωθυπουργών και ανωτάτων αρχόντων της εποχής. Εξάλλου συχνά αναφέρεται στην ποίηση του Ναπ. Λαπαθιώτη. Εδώ, το 1944, επί Κατοχής, αυτοκτόνησε ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης.

             Σήμερα το σπίτι κατοικείται από φτωχές οικογένειες, προερχόμενες από τα μέρη της Πίνδου, που το ενοικιάζουν κατά δωμάτιο. Φοβούμαι μήπως κάποια στιγμή καταστραφεί από πυρκαγιά. Αφήνω τους άλλους κινδύνους.

             Πιστεύω πως, αν ξαφνικά επέλθει κάποια καταστροφή του σπιτιού, θα είναι ντροπή για όλους μας και τότε θα σηκωθούν να φωνάζουν όλοι αυτοί που, ενώ το ξέρουν,  τώρα σωπαίνουν.

             Προτείνω, λοιπόν – και παρακαλώ θερμότατα – να κηρυχθεί από το Δήμο διατηρητέο και το σπίτι αυτό, να επισκευασθεί, και μετά την αποπεράτωση των εργασιών να γίνει Πολιτιστικό Κέντρο των Εξαρχείων, μιας περιοχής που δεν έχει τέτοιο Κέντρο, ενώ έχει τόση ανάγκη, όπως γνωρίζετε.

             Προ μηνών έκανα παρόμοια αναφορά και προς το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά δεν έλαβα καμιά απάντηση. Τώρα επισπεύδω, διότι γύρω από το σπίτι εμφανίσθηκαν επιγραφές που γράφουν ότι «Πωλείται» και δίνουν τον αριθμό τηλεφώνου (…)».

             Πράγματι, μέσα στα ποιήματα του Λαπαθιώτη όχι μόνο αναφέρεται το σπίτι, αλλά φέρεται συνδεδεμένο με τη μητέρα του. Σπίτι και μητέρα ήταν για τον ποιητή ένα σύνολο, ένα σώμα, μια ύπαρξη. Και όταν εκείνη εξέλιπε, ο ποιητής νιώθει το σπίτι εχθρικό και ξένο :

Το σπίτι μου δεν έχει πια καρδιά·
το σπίτι μου με τυραννεί σαν ξένο·
το σπίτι μου μια πλάκα είναι βαριά,
που με πνίγει – και μόλις ανασαίνω.

Την ίδια μέρα που έφυγες Εσύ,
κι αυτό, με μιας, μου πήρε τη στοργή του :
Μητέρα, αν ήξερες πώς με μισεί,
γιατί μ΄ άφησες μόνο στην οργή του;

Από τη γειτονιά μου είπαν ότι η μάνα του Λαπαθιώτη ήταν μια πολύ ωραία αρχοντική γυναίκα κι ότι ο ποιητής της έμοιαζε. Έτσι πρέπει πάντα. Τέτοιο σπίτι και τέτοιος ποιητής θέλει μια ωραία αρχοντική μάνα. Ακόμα κι αν δεν την θυμούνταν, έτσι θα έλεγαν. Και θα ήταν σωστό.

Συζήτησα, για να κάνω αυτό το κείμενο, με τον κύριο Κίμωνα Μαντέλλο, πρώην ανώτερο αξιωματικό, όπως είπα, και βοηθό στρατιωτικό ακόλουθο στην πρεσβεία μας στη Σόφια, καθώς και με τον κύριο Κώστα Καρατζά, συνταξιούχο των Σιδηροδρόμων και ανεψιό, από τη μητέρα του, του ζωγράφου Νικολάου Γύζη. Για την εσωτερική εικόνα του σπιτιού του Λαπαθιώτη αμέσως μετά την αυτοκτονία του, μου μίλησε ο ποιητής και διευθυντής των εκδόσεων «Ίκαρος» κύριος Νίκος Καρύδης και για την ταβέρνα του Γιώργη Μιχαλάκου μου είπε μερικά χαρακτηριστικά ο πάλαι ποτέ συνάδελφός μου φιλόλογος κύριος Κώστας Μιχαλάκος, νεώτερος εμού, αλλά συγγενής του ιδιοκτήτη της ταβέρνας.

Ο ταβερνιάρης Γιώργης Μιχαλάκος πέθανε πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, η γυναίκα του όμως είναι εν ζωή. Πιστεύω πως αν βρισκόταν παλιότερα κανένας λόγιος με μεράκι και άνοιγε εγκαίρως συζητήσεις με αυτόν τον σπουδαίο μαγαζάτορα, πολλά θα είχε να μάθει για τις φιλολογικές παρέες της εποχής – όχι μόνο του Λαπαθιώτη. Αλλά αυτά συνήθως περιφρονούνται από τους κοντινούς λογίους, δηλαδή της αμέσως επόμενης γενιάς και κρίνονται ως μη σπουδαία, διότι η κάθε γενιά κατά κανόνα δημιουργεί διαφορές και αντιζηλίες με τις κοντινές της, την προηγούμενη και την επόμενη.

Οι Λαπαθιώτηδες ήταν πλούσιοι και αριστοκράτες, όχι μόνο για τη γειτονιά, αλλά και για την Αθήνα. Ο πατέρας του ποιητή, Λεωνίδας, είχε καταλάβει γρήγορα ανώτερες θέσεις στο στράτευμα και για ένα σύντομο διάστημα την εποχή της επανάστασης στο Γουδί, το 1909, διορίστηκε υπουργός στην κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Έκτοτε παρέμεινε βενιζελικός και μάλιστα έλαβε μέρος στο Κίνημα της Θεσσαλονίκης το 1916. Εκεί τον ακολούθησε και ο ποιητής, πράγμα που παρουσιάζει, νομίζω, κάποιο ενδιαφέρον. Όσον αφορά το σπίτι για το οποίο μιλάμε, αυτό υπέστη μία εξονυχιστική έρευνα από τους αντιβενιζελικούς.

Η γειτονιά, πάντως, ακόμα θυμάται τον γέρο Λαπαθιώτη ως διοικητή της Σχολής Ιππικού, που είχε τις εγκαταστάσεις της στο σημερινό «Πανελλήνιο Γυμναστήριο», στο Πεδίον του Άρεως, πολύ κοντά στο σπίτι. Σε ορισμένες μέρες, γιορτές εθνικές ή θρησκευτικές, επίλεκτα τμήματα ιππέων της Σχολής, με τη σημαία και τις σάλπιγγες, έκαμναν παρέλαση εμπρός από το σπίτι του αρειμάνιου στρατηγού, ο οποίος τους χαιρετούσε από το μεγάλο μπαλκόνι, στην πλευρά της οδού Οικονόμου. Ο ποιητής στεκόταν παράμερα, αλλά ο καθείς μπορεί να φαντασθεί τη συγκίνησή του, καθώς περνούσαν από μπροστά τους οι απαστράπτοντες από λεβεντιά ιππείς. Ο πατέρας του είχε όνειρα μεγάλα γι΄ αυτόν. Το όνομα Ναπολέων δεν μπορεί να δόθηκε τυχαία στο μοναχογιό!

Δυστυχώς, οι μνήμες της γειτονιάς είναι πολύ πυκνές για την εποχή της καταρράκωσης του ποιητή και πολύ αμυδρές για τα προηγούμενα καλά χρόνια. Πάντως, θυμούνται το γέρο στρατηγό, που συνήθιζε να παίρνει το καφεδάκι του σ΄ ένα καφενείο στο Πεδίον του Άρεως, πίσω, λέει, από το εκκλησάκι – ποιο από τα εκκλησάκια, δεν κατάλαβα. Εκεί τη νύχτα γίνονταν μεγάλες καντάδες από τους νεαρούς της γειτονιάς, οι οποίοι, βέβαια, τραγουδούσαν και μέσα στους δρόμους των Εξαρχείων. «Η γειτονιά είχε πολλούς κανταδόρους. Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς», μού είπε ο κύριος Κ. Καρατζάς, 86 χρονών σήμερα. Σε κάτι τέτοιο θα αναφέρεται και το ποίημα του Λαπαθιώτη «Νοσταλγία» :

Ήρθε προς τα μεσάνυχτα,
στο δρόμο, μια παρέα
και μου σιγοτραγούδησε
τόσο γλυκά κι ωραία,

που η σκέψη μου όλη ρίγησε
και ξέφυγε από μένα,
και πήγε πάλι στα παλιά
και τα λησμονημένα…

Και η γειτονιά όμως νοσταλγεί τώρα εκείνη την εποχή. Ήταν, λέει πολύ ωραία εδώ.

Άλλες μνήμες, μάλλον απ΄ τις παλιές, αναφέρονται στον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, χωρίς όμως να μπορούν να ξεβράσουν κανένα χαρακτηριστικό του στιγμιότυπο. Τον θυμούνται να πηγαίνει συχνά στου Λαπαθιώτη ή να έρχεται μαζί του στην ταβέρνα του Μιχαλάκου.

Όσο ζούσαν οι γονείς του Ναπολέοντα, το σπίτι το κρατούσαν όλο μόνοι τους. Αλλά από κάποια εποχή και πέρα το σπίτι απέκτησε και ενοικιαστές. Στο πρώτο πάτωμα κατοικούσε ο ναύαρχος Παπαβασιλείου, που είχε και ένα γιο στο βασιλικό ναυτικό. Ο ναύαρχος Παπαβασιλείου ήταν εκείνος που παρέλαβε και οδήγησε στην Ελλάδα το καταδρομικό «Έλλη» από την Αμερική. Το γεγονός αυτό είχε κάνει τεράστια εντύπωση στη γειτονιά. Ο κύριος Καρατζάς, που κατοικούσε απέναντι, είχε πάει στο σπίτι του ναυάρχου, αλλά στο σπίτι των Λαπαθιώτηδων όχι. Και οι άλλοι γείτονες το ίδιο. Τον καιρό που ο Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε στο σπίτι δεν υπήρχε ενοικιαστής, εκτός ίσως από κάποιον γεροδεμένο λαϊκό τύπο, φιλοξενούμενο μάλλον του ποιητή. Αλλά και γι΄ αυτόν ακόμα μπορεί να έχει κανείς αμφιβολίες, αν έμενε μόνιμα εδώ ή ερχόταν μόνο την ημέρα για καμιά εξυπηρέτηση.

Στάθηκε αδύνατο να μάθω από τους γείτονες κάτι συγκεκριμένο για τους έρωτες του Λαπαθιώτη. Όλοι, βέβαια, κάτι είχαν ακούσει, όπως είχαν ακούσει και για τα ναρκωτικά, αλλά κανένας δεν είχε κάτι το συγκεκριμένο να πει, κάποιο πρόσωπο, κάποιο περιστατικό, κάποιο σκάνδαλο εδώ στη γειτονιά, την εποχή εκείνη. Και ουδείς άκουσε τίποτε για τον εκ Μενιδίου Κώτσο Γκίκα. Ήταν εξαιρετικά συμπαθής ο Λαπαθιώτης εδώ στη γειτονιά και πολύ προσεκτικός. Είχε επίσης τη φήμη του ανθρώπου που βοηθάει τους δυστυχισμένους – τους βοηθάει οικονομικά. Και έτσι όποιος και να μπαινόβγαινε στο σπίτι του, όσο άλλου ρυθμού και αν ήταν, δεν προκαλούσε λόγω της διάχυτης για τον ποιητή συμπάθειας τα σχόλια της γειτονιάς. Πρόβλημα παρουσιαζόταν καμιά φορά, όταν έρχονταν, λέει, τη νύχτα κάτι μεθυσμένοι λαϊκοί τύποι και φωνάζαν διάφορες χυδαιότητες κάτω από τα παράθυρά του, στην ησυχία της βραδιάς. «Δεν τους έδινε πλέον λεφτά, γι΄ αυτό φωνάζαν». «Και τι έκαμνε ο Λαπαθιώτης;» ρώτησα εγώ. «Φερόταν σαν κύριος, ούτε έβγαινε ούτε τους απαντούσε». Τι να προσθέσει κανείς;

Ήταν, λοιπόν, πολύ συμπαθής ο Λαπαθιώτης και εξαιρετικά αγαπητός στη γειτονιά. Η γυναίκα του ταβερνιάρη Γιώργη Μιχαλάκου μού μήνυσε με το φίλο μου, ότι ο άντρας της τής μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον ευγενικότατο κύριο Λαπαθιώτη. Αυτός ο ίδιος ταβερνιάρης είχε δηγηθεί σε έναν από τους κυρίους, που μου μίλησαν για το Λαπαθιώτη και ο οποίος με παρακάλεσε να μην προσδιορίσω τις πληροφορίες του, ότι κάποτε, όταν πέθανε ξαφνικά κάποιος, που κατοικούσε στην κοντινή οδό Ιουστινιανού, αφήνοντας τρία ορφανά, ο Λαπαθιώτης πέρασε από το σπίτι τους τη νύχτα και τους άφησε κρυφά ένα σημαντικό ποσό κάτω από την πόρτα τους. Δεν ξέρω πώς το είχε μάθει ο ταβερνιάρης, αλλά ίσως πρέπει να σκεφθούμε ότι οι ταβερνιάρηδες όλα τα μαθαίνουν. Δεν ήταν, λοιπόν, ο Λαπαθιώτης μόνον ο ωραιοπαθής εστέτ, που πράγματι ξεχωρίζει σε διάφορα κείμενά του.

Ένας από τους φίλους του μου είπε ότι ο Λαπαθιώτης είχε ερωτευθεί μία κοπέλα της γειτονιάς. Ήταν μία ξανθούλα, που την έλεγαν Λένα και κατοικούσε στο σπίτι που βρίσκεται στη γωνία των οδών Οικονόμου και Καλλιδρομίου, δηλαδή στην ταβέρνα απέναντι. Η κοπέλα, που κατοικούσε μαζί με την αδερφή της, έβγαινε πότε πότε στη χαμηλή ταράτσα να ταΐσει κάτι περιστέρια και την έβλεπαν από την ταβέρνα οι θαμώνες και ιδιαίτερα ο Λαπαθιώτης, που, όπως είπαμε, την είχε ερωτευθεί. Αλλά ήταν Κατοχή, η κοπέλα αρρώστησε από φυματίωση, και σε λίγο πέθανε. Ο ποιητής ήταν απαρηγόρητος. Πήγε στην κηδεία, μα στεκόταν κάπως μακριά από τον κόσμο, που ήταν κυρίως άνθρωποι της γειτονιάς. Ήταν άλλωστε κουρελιασμένος, όπως μου είπε ο αφηγητής μου, και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος, που δεν ήθελε να πλησιάσει. Μόνο όταν την κατέβασαν στον τάφο, ο ποιητής πλησίασε και είπε μερικούς συγκινητικούς στίχους. «Ομόρφυνες το φέρετρο!», θυμάται ο αφηγητής μου πως είπε. Και από το βούρκωμά του υποθέτω, πως η κοπέλα αυτή δεν ήταν ξένη προς τον αφηγητή μου, αλλά ίσως στενή συγγενής του. «Ομόρφυνες το φέρετρο!». Στο γυρισμό από το νεκροταφείο, βρήκα, μου λέει, το Λαπαθιώτη στο ταβερνάκι να πίνει. Η ιστορία αυτή μολονότι πολύ μελοδραματική και «λαπαθιωτική», φαίνεται πως είναι γνήσια. Την άκουσα πριν από μερικά χρόνια από τον αφηγητή μου και την ξανάκουσα τώρα, πάντα με πολλή συγκίνηση εκ μέρους του. Τότε μάλιστα θυμόταν περισσότερους στίχους. Εκείνο όμως που δεν νομίζω, είναι πως πρόκειται για ιστορία έρωτος. Συμπάθεια ίσως, φρεναπάτη ίσως, υποβολή μπορεί, αλλά κανονικού έρωτος όχι. Δεν πρόκειται να υποστηρίξω αηδίες σαν αυτές που είδαμε να λέγονται για τον Καβάφη· ότι στα νεανικά του χρόνια είχε περιπέτειες με γυναίκες και κατόπι άλλαξε. Όπως και νά ΄ναι πάντως, είναι συγκινητικό για το Λαπαθιώτη.

Ο άνθρωπος αυτός δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να πουλάει ή να μοιράζει με ευκολία τα χρήματα και τα υπάρχοντα της οικογενείας του. Όσο κι αν ήταν πολλά, κάποτε πήραν να σώνονται. Ο ίδιος ποτέ δεν κέρδισε ούτε πεντάρα. Είχε από πάνω και το πάθος των ναρκωτικών, είχε και τις κλεψιές των διαφόρων τύπων. Κάποτε κατέφθασε στην ταβέρνα φορώντας μες στο κατακαλόκαιρο μόνο μια παλιά καμπαρντίνα και αποκάτω ολόγυμνος. Κάποιος του είχε κλέψει όλα του τα ρούχα. Τα βιβλία όμως κανείς δεν του τα έκλεβε και παρ΄ όλο που πούλησε κι ο ίδιος έναν αριθμό, ανεξακρίβωτο βέβαια, εν τούτοις μέσα στο γυμνό και πανάθλιο σπίτι του βρέθηκε, μετά το θάνατό του, μια τεράστια και λαμπρή βιβλιοθήκη. «Μια βδομάδα κουβαλούσαν με τα κάρα οι κληρονόμοι τα βιβλία του. Είχε αγανακτήσει όλη η γειτονιά». Τι έγιναν αυτά τα βιβλία; Ποιοι και πόσοι ήταν οι κληρονόμοι του;

Αλλά η κατάρρευση του Λαπαθιώτη είχε αρχίσει πριν από τον πόλεμο. Με τον πόλεμο και τη φριχτή πείνα στην Αθήνα τα πράγματα απόγιναν. Ο ποιητής ερχόταν στην ταβέρνα μόνο για λίγο κρασί. Ο ταβερνιάρης, που ήξερε το δράμα του, αλλά και τα παλιά μεγαλεία του, δεν τον άφηνε να πληρώσει. Οι παρέες των νεαρών της γειτονιάς τού έστελναν με τρόπο κρασί στο τραπέζι : «Για τον ποιητή!». Ο Λαπαθιώτης δεν έπινε πολύ.

Για το ξεπούλημα των βιβλίων έστελνε άλλους, τους οποίους προφανώς καθοδηγούσε. Το 1943, όταν πρωτάνοιξε ο εκδοτικός οίκος «Ίκαρος», στεγάστηκε στην οδό Σταδίου 10, σε ένα κατάστημα που πουλούσε γραφομηχανές, οι οποίες όμως τότε δεν παρουσίαζαν καμία κίνηση. Ο «Ίκαρος» είχε για τα βιβλία του τη δεξιά βιτρίνα του μαγαζιού. Εκεί άρχισε να εμφανίζεται κάθε τόσο ένας λαϊκός τύπος, με βιβλία για πούλημα υπό μάλης, τα οποία όμως δεν ήταν καθόλου λαϊκά, αλλά ένα κι ένα. Ο «Ίκαρος» αγόραζε τα εκλεκτά βιβλία. Αλλά πάντα υπήρχε το μυστήριο, από ποια βιβλιοθήκη προέρχονται. Ώσπου κάποια μέρα αποκαλύφθηκε το μυστικό : τα βιβλία προέρχονταν από τη βιβλιοθήκη του Λαπαθιώτη!

Και η αποκάλυψη έγινε ως εξής : μετά το θάνατο του Λαπαθιώτη και την κηδεία του, που έγινε, ως γνωστό, με έρανο, έπρεπε να ορισθούν εκτιμητές για τη βιβλιοθήκη του, που μετά το σπίτι ήταν το μόνο αξιόλογο κατάλοιπο. Και έτσι ο άνθρωπος, που πήγαινε τα βιβλία στον «Ίκαρο», κληρονόμος προφανώς, πρότεινε ως εκτιμητή από μέρους του τον κύριο Νίκο Καρύδη, τον οποίο γνώριζε από τις μεταβάσεις του στο βιβλιοπωλείο.

Το σπίτι ήταν γυμνό από έπιπλα και πολύ βρώμικο. Ο Νίκος Καρύδης δεν είχε γνωρίσει τον ποιητή. Ο ποιητής είχε αυτοκτονήσει στο πρώτο πάτωμα, μπαίνοντας. Οι φορατζήδες ήταν εκεί, καθώς και ο αρρενωπός φίλος του ποιητή. Ήταν ένα κρεβάτι μπαίνοντας δεξιά, το στρώμα χωρίς σεντόνι. Το στρώμα με λεκέδες, ίσως αίματα. Πίσω από την πόρτα πολλές κουρελιασμένες γραβάτες, κρεμασμένες. Στο βάθος απέναντι ένας μικρός νιπτήρας. Αριστερά μια πόρτα, απόπου περνούσες σ΄ ένα μεγάλο χώρο. Όμως όλοι οι τοίχοι σκεπασμένοι με βιβλιοθήκες, φορτωμένες βιβλία. Ήταν τόσο πολλά τα βιβλία, ώστε υπήρχαν και βιβλιοθήκες κάθετες προς το χώρο των δωματίων, σαν χωρίσματα στη μέση. Τα βιβλία ήταν εκλεκτά και ακριβά, σε γαλλική κυρίως γλώσσα. Μυθιστορήματα, ποιήματα, μελέτες, βαριές καλλιτεχνικές εκδόσεις. Και ήταν διαβασμένα βιβλία, χρησιμοποιημένα βιβλία – ζεστά. Γεμάτα σκόνη, βέβαια. «Μια βδομάδα κουβαλούσαν οι κληρονόμοι τη βιβλιοθήκη του. Είχε αγανακτήσει η γειτονιά». Ο κύριος Ναπολέων! «Κανείς δεν ξέρει την τύχη της βιβλιοθήκης του». Είναι εφτάψυχα τα βιβλία, εμείς να δούμε τι θα απογίνουμε. «Όλοι οι παλιοί εξέλιπαν πια, μόνο εγώ απόμεινα». Ο κύριος Κώστας! Καμιά μέρα θα γκρεμίσουν και το σπίτι ή θα το κάψουν. Κανείς δεν άκουσε την πιστολιά! Ούτε πρόκειται ν΄ ακούσει.

Πικρή αλλά γνωστή πια η μοίρα του γείτονά μου Λαπαθιώτη. Η μοίρα του γείτονά του όμως άγνωστη. Ο κύριος Γιώργος!

Περιοδικό «η λέξη», τεύχος 33, Μάρτιος – Απρίλιος 1984, σ. 204-216.

 

Όπως βλέπετε, ο Ιωάννου για να γράψει το κείμενό του έκανε επιτόπια πρωτογενή έρευνα, συλλέγοντας μαρτυρίες πολύτιμες αν και όχι αναγκαστικά αξιόπιστες. Να σημειώσω (και καλώ τους συν-λαπαθιωτιστές να με διορθώσουν αν κάνω λάθος) πως δεν έχω υπόψη μου άλλη πηγή να αναφέρει φιλία, στενή κιόλας, ανάμεσα στον Λαπαθιώτη και στον Καρυωτάκη. Βέβαια, ο Λαπαθιώτης έχει γράψει μια παρωδία a la maniere de Καρυωτάκη, το 1938. Ενδεικτικό επίσης είναι ότι αφιέρωσε ένα πεισιθάνατο πεζοτράγουδό του «Στη γοητεία της σκιάς του Κώστα Καρυωτάκη» (ένα απόσπασμα εδώ), αλλά από αυτά δεν τεκμαίρεται προσωπική σχέση.

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , , , , , | 176 Σχόλια »

Τα στρατολογικά του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2018

Συμπληρώνονται σήμερα 130 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. (Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος Κάνιγγος).

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα είτε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος. Και επειδή η περασμένη Κυριακή ήταν η 28η Οκτωβρίου και είχαμε επετειακό άρθρο, το λαπαθιωτικό δημοσιεύεται σήμερα, μέρα καθημερινή, παρόλο που το περιεχόμενό του ταιριάζει περισσότερο σε κυριακάτικο άρθρο.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο 44o τεύχος του περιοδικού Μικροφιλολογικά, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε -και έχει ιδιαίτερο λαπαθιωτικό ενδιαφέρον αφού συνοδεύεται με χωριστό τεύχος αφιερωμένο στις συνεργασίες του Λαπαθιώτη με την εφημερίδα Έθνος, σε επιμέλεια του Τραϊανού Μάνου.

Στο άρθρο διερευνώ μια λεπτομέρεια της ζωής του Λαπαθιώτη: πού και πώς υπηρέτησε στον στρατό, ανασκευάζοντας την άποψη που είχε παλιότερα διατυπωθεί, ότι είχε αποφύγει τη στράτευση ως το 1914 επειδή ο πατέρας του, ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ήταν ανώτερος αξιωματικός. Παρόλο που υπάρχουν άφθονα στοιχεία που ανασκευάζουν την άποψη αυτή, θέλησα να έχω και την οριστική διαβεβαίωση και απευθύνθηκα στην αρμόδια υπηρεσία του ελληνικού στρατού -προς έκπληξή μου, πήρα πολύ γρήγορα την απάντηση που αναζητούσα, όπως θα δείτε στο άρθρο.

 

Τα στρατολογικά του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Στο περίφημο «τεύχος Λαπαθιώτη» του περιοδικού Η λέξη (τχ. 33, Μάρτης-Απρίλης 1984) φιλοξενείται, ανάμεσα στ’ άλλα, άρθρο του Τάσου Μουμτζή με τίτλο «Τα στρατιωτικά χρόνια του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη». Στο άρθρο αυτό προτάσσεται εισαγωγή του Τάσου Κόρφη, ο οποίος άλλωστε είχε προτρέψει τον Μουμτζή να καταγράψει τις λαπαθιωτικές αναμνήσεις του.

Ο συντάκτης του άρθρου, γεννημένος το 1894, αφηγείται ότι ήταν προπαιδευτής του Λαπαθιώτη όταν αυτός παρουσιάστηκε στον 8ο Λόχο του 1ου Πεζικού Συντάγματος στις αρχές του 1914 για να υπηρετήσει τη θητεία του ως κληρωτός της κλάσεως 1914 γεννηθείς το 1895. Ο επιλοχίας του λόχου, ο ονομαστός Κ. Νέρης, είχε αμέσως καλέσει κατά μέρος τον Μουμτζή και τον είχε παρακαλέσει να θέσει υπό την προστασία του τον νεοσύλλεκτο Λαπαθιώτη, καθώς ήταν γιος του στρατηγού Λεωνίδα Λαπαθιώτη. Αφού περιγράψει τη γνωριμία του με τον Λαπαθιώτη και τους γονείς του, ο Μουμτζής προσθέτει ότι λίγο αργότερα ο ίδιος στάλθηκε να φοιτήσει στον Ουλαμό Εφέδρων Αξιωματικών και έχασε τα ίχνη του Ναπολέοντα, τον οποίο δεν τον ξαναείδε παρά στη Θεσσαλονίκη το 1916, «ως… επαναστάτη έφεδρο ανθυπολοχαγό διερμηνέα, μαζί με τον Στρατηγό πατέρα του».

Τελειώνοντας το άρθρο, ο Μουμτζής διατυπώνει την υποψία ότι ο Λαπαθιώτης δεν θα ήταν γεννημένος το 1895 αλλά νωρίτερα και ότι είχε μείνει αδήλωτος στα στρατολογικά μητρώα, όπως και άλλοι πολλοί γόνοι μεγάλων οικογενειών, για να αποφύγει να πολεμήσει στους βαλκανικούς του 1912-13. Και κλείνει ο Μουμτζής διερωτώμενος πώς μπόρεσε ο άσπιλος στρατηγός Λαπαθιώτης «να υποπέσει στο ολίσθημα της αποφυγής στρατεύσεως του παιδιού του στα 1912».

Ο Τάσος Κόρφης, που ξέρει ότι ο Λαπαθιώτης είχε γεννηθεί το 1888, υιοθετεί πλήρως αυτή την «καθόλου τιμητική για τον ποιητή», όπως λέει, εκδοχή του Μουμτζή στο εισαγωγικό του σημείωμα. Οι αναμνήσεις του Μουμτζή μαζί με το εισαγωγικό σημείωμα του Κόρφη αναδημοσιεύονται αυτολεξεί στο σημαντικό βιβλίο του Τάσου Κόρφη Ναπολέων Λαπαθιώτης: συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του (1985).

Το 1985 δεν είχαν έρθει στο φως πολλά στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Λαπαθιώτη, οπότε είναι συγγνωστό το αστόχημα του Κόρφη. Διότι βέβαια πρόκειται για αστόχημα, αφού σήμερα ξέρουμε ότι ο ισχυρισμός του Μουμτζή δεν ισχύει και ότι ο Λαπαθιώτης υπηρέτησε κανονικά και σύννομα τη στρατιωτική του θητεία και δεν απέφυγε την επιστράτευση στους βαλκανικούς πολέμους.

Ωστόσο, επειδή το πολύ αξιόλογο κατά τα άλλα βιβλίο του Κόρφη, όπως και το αφιερωματικό τεύχος της Λέξης εξακολουθούν να κυκλοφορούν, χρήσιμο θα είναι να ανασκευαστούν οι σχετικοί ισχυρισμοί οριστικά. Πέρα από τα άλλα στοιχεία, θα παρουσιάσω ένα άγνωστο ντοκουμέντο: το απόσπασμα του βιβλίου στρατολογικών μεταβολών που αφορά τον Ν. Λαπαθιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Α' παγκόσμιος πόλεμος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , | 153 Σχόλια »

Όταν ο Λαπαθιώτης συνάντησε τον Παλαμά -και τον Πόε

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2018

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα ξεπήδησε από μια συζήτηση που έγινε στο Φέισμπουκ στις αρχές Αυγούστου. Λόγω του καλοκαιρινού κλίματος, δεν θέλησα ή δεν μπόρεσα να το γράψω τότε, οπότε το γράφω τώρα.

Η συνάντηση του τίτλου είναι φιλολογική. Στην πραγματική ζωή ο Κωστής Παλαμάς (1859-1943) και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944) είχαν συναντηθεί πολλές φορές, αν και βέβαια η μεγάλη διαφορά της ηλικίας (29 χρόνια νεότερος ο Λαπαθιώτης, κι ας πέθαναν με ένα χρόνο διαφορά) δεν τους άφησε να γίνουν φίλοι. Στην εφηβεία και την πρώτη νιότη του ο Λαπαθιώτης ήταν φίλος με τον γιο του Παλαμά, τον Λέαντρο, και ανήκαν και οι δυο τους στην ομάδα των δέκα νεαρών ποιητών (μαζί με Φιλύρα και Βάρναλη, μεταξύ άλλων) που έκδωσαν το 1907 το πρωτοποριακό ποιητικό περιοδικό Ηγησώ -που το βάφτισε ο Κωστής, ο οποίος συνεργαζόταν με το περιοδικό, όπως συνεργάστηκε άλλωστε και με την «αμαρτωλή» Ανεμώνη το 1910 (εδώ εξηγώ γιατί τη λέω αμαρτωλή).

Στην αλληλογραφία του ο Λαπαθιώτης αναφέρεται πότε-πότε στον Παλαμά και σε συναντήσεις τους, και μάλιστα σε ένα σημείο μάς λέει ότι ο Παλαμάς είχε παινέψει πολύ ένα ποίημα του έφηβου Λαπαθιώτη, όταν ο τελευταίος το είχε απαγγείλει σε μια συγκέντρωση στο σπίτι του Νικ. Πολίτη, που οι δυο γιοι του, ο Φώτος και ο Γιώργος, ήταν περίπου συνομήλικοι και φίλοι με τον Ναπολέοντα. Το ποίημα αυτό, «Ο τρελός» δεν έχει βρεθεί πουθενά -μάλλον δεν δημοσιεύτηκε οπότε για να το μάθουμε θα πρέπει μάλλον να ανοίξουν κάποτε οι αδελφοί Παπανδρέου το μυθικό αρχείο Λαπαθιώτη που έχουν ιδιοκτησία τους και να εκδοθούν τα περιεχόμενά του. Αλλά πλατειάζω.

Αργότερα ο Λαπαθιώτης πήρε απερίφραστα το μέρος του Καβάφη στη μεγάλη διαμάχη που δίχασε τη φιλολογούσα Ελλάδα από το 1924 και μετά: Παλαμάς ή Καβάφης; Έτσι, ήρθε σε σφοδρή σύγκρουση με τους παλαμικούς, αν και όχι με τον ίδιο τον Παλαμά.

Εδώ όμως θα δούμε μια ποιητική τους συνάντηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 164 Σχόλια »

Μεσοσεπτεμβριανά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2018

Λογικό να τα πω έτσι, αφού σήμερα βρισκόμαστε στις 15 του Σεπτέμβρη, ακριβώς στα μισά του μήνα.

Ωστόσο, αυτολογοκρίνομαι. Είχε εκφραστεί από εκλεκτούς φίλους του ιστολογίου η επιθυμία να ονομαστούν τα σημερινά μεζεδάκια μας ‘Μεζεδάκια του κώλου’, εξαιτίας της διάσημης πια φωτογραφίας του Άρη Μεσσήνη με τον ξεβράκωτο μακεδονομάχο, τη βεργινοντυμένη με τις πλατφόρμες και την εικόνα της Παναγίας με τη μάσκα αερίων.

Εδώ παρουσιάζω μια από τις πολλές πειραγμένες εκδοχές της φωτογραφίας, όπου στο τρίο αυτό του «συλλαλητηρίου του κώλου» έχει προστεθεί ο κυριούλης με το Απερόλ, καθιερωμένη πια φιγούρα των ελληνικών μιμιδίων. Βέβαια, έτσι κρύβεται το μεγαλείο του μακεδονικού κώλου, που είναι ένας και είναι ελληνικός, αλλά αν θέλετε να τον θαυμάσετε σε όλο του το απροκάλυπτο μεγαλείο μπορείτε εδώ να δείτε άλλη φωτογραφία από το ίδιο στιγμιότυπο, που έχει παρθεί λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα, από τον Γιάννη Κέμμο. Kαι εδώ άλλη μια φωτοσοπιά εμπνευσμένη από το ίδιο στιγμιότυπο.

Ωστόσο, επειδή μας διαβάζει και η μαμά μου, δίστασα να βάλω φάτσα-κάρτα τον τίτλο αυτόν και προτίμησα την ανώδυνη ημερολογιακή αναφορά.

* Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφόρησαν πάρα πολλά φέικ νιουζ σχετικά με τη ΔΕΘ και το συλλαλητήριο του κώλου, όπως ας πούμε ότι το Μακεδονία Παλάς είχε φωταγωγηθεί με τα χρώματα της αστερόεσσας -με πειστήριο μια φωτογραφία από… το δημαρχείο του Τελ Αβίβ. Αλλά και επαγγελματίες (οΘντκ) δημοσιογράφοι δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό της παραπληροφόρησης. Ο Γ. Λοβέρδος, ας πούμε, ανέβασε στη σελίδα του μια φωτογραφία από επεισόδια του Ιουνίου 2011 στην Αθήνα με αστυνομικούς των ΜΑΤ να κυνηγούν έναν ηλικιωμένο, και θέλησε να την περάσει για προχτεσινή από τη Θεσσαλονίκη. Μετά την κατακραυγή, κατέβασε τη σχετική ανάρτηση.

* Αλλά η ΔΕΘ και οι σχετικές συνεντεύξεις μάς έδωσαν και γλωσσική ύλη. Σχολιάστηκε αρκετά το ότι ο Αλέξης Τσίπρας στην ομιλία του χρησιμοποίησε, και μάλιστα τρεις φορές, τον όρο «η διεθνή έκθεση» αντί του τυπικά σωστού «η διεθνής έκθεση». Το επίθετο αυτό βαίνει προς εξομάλυνση -ήδη σε κάποιες σχολικές γραμματικές, αν δεν κάνω λάθος, αναγνωρίζεται η γενική «του διεθνή», που είναι ευρύτατα διαδεδομένη άλλωστε. Ο διεθνής, του διεθνή για να ακολουθήσει η διεθνή της διεθνής, έστω σαν αποδεκτός προφορικός τύπος.

* Οπότε, δεν με ενοχλεί η διεθνή έκθεση, αν και δεν θα το γράψω.

Ωστόσο, δεν θα πω ποτέ ότι «πονάνε τ’ αυτιά μου» όπως η συντηρητική στα γλωσσικά συντάκτρια της ΕφΣυν.

Πρόσεξα επίσης το «συνάντηση με επικεφαλείς και εκπροσώπους» από τουίτ του πρωθυπουργού. Φυσικά είναι λάθος, αφού το «επικεφαλής» είναι άκλιτο επίρρημα. Φαίνεται όμως ότι η ανάγκη να δηλωθεί ο πληθυντικός και γενικά να κλιθεί η λέξη είναι πολύ ισχυρή, διότι πρόκειται για λάθος πολύ διαδεδομένο.

Και το αστείο είναι πως το λάθος αυτό δεν το κάνει μόνο ο διαχειριστής του πρωθυπουργικού τουίτερ, αλλά και καθηγητές πανεπιστημίων, φιλόλογοι και άλλοι κατά τεκμήριο γλωσσικά καταρτισμένοι ομιλητές. Για παράδειγμα, στα πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών βρίσκω αναφορά σε «επικεφαλείς των ερευνητικών ομάδων«.

Ο Γ. Μπαμπινιώτης γράφει «ο επί κεφαλής» και υποστηρίζει πως με τη γραφή αυτή είναι δυσκολότερο να θεωρηθεί η έκφραση επίθετο και κατά συνέπεια να κλιθεί (του επικεφαλή, των επικεφαλών). Ωστόσο, αν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί επίθετο, ο τρόπος γραφής μικρή σημασία έχει -όπως το διαπασών έγινε μία λέξη παρόλο που ξεκίνησε ως ολόκληρη φράση (η διά πασών των χορδών συμφωνία).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in φέικ νιουζ, Επαγγελματικά θηλυκά, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , | 230 Σχόλια »

Κωνσταντίνου και Ελένης λοιπόν

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2018

Εδώ στην Εσπερία σήμερα είναι αργία και όπως έγραψα προχτές έχω πάει μια μικρή εκδρομή. Στην Ελλάδα, πάλι, δεν είναι αργία (αν και ήταν πολύ παλιότερα) ωστόσο γιορτάζει η μισή Ελλάδα κατά το κοινώς λεγόμενο: Κωνσταντίνου και Ελένης, λίγες θα είναι οι οικογένειες που δεν θα έχουν κάποιον ή κάποια που να γιορτάζει (εγώ έχω την αδερφή μου, χώρια θείους και ξαδέρφια). Οπότε, αφού άρθρο δεν προλαβαίνω να γράψω, επαναλαμβάνω ένα εορταστικο παλιότερο που τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει πριν από τρια χρόνια και παρακαλώ τους ισχυρομνήμονες να με συγχωρησουν για την επανάληψη (αν γιορτάζουν, δεν δικαιούνται να παραπονεθούν όμως).

Λοιπόν, σήμερα έχουμε μεγάλη γιορτή, μιαν από τις σπουδαιότερες στο εορτολόγιό μας. Αν πιστέψουμε τον πίνακα συχνοτήτων των ελληνικών ονομάτων του Χάρη Φουνταλή, βρίσκουμε τον Κωνσταντίνο στην τρίτη θέση, πολύ κοντά στον δεύτερο Δημήτρη και στον τέταρτο Γιάννη -πρωτος μακράν είναι ο Γιώργος-  και την Ελένη επίσης δεύτερη στα γυναικεία πίσω από την αναμφισβήτητη πρωταθλήτρια Μαρία. Δεν ξέρω αν η κατάταξη αυτή είναι απόλυτα σωστή, αλλά δίνει μια ιδέα της σχετικής συχνότητας των ονομάτων και της εορτολογικής σπουδαιότητας της μέρας. Και μην ξεχνάμε ότι και η Κωνσταντίνα είναι αρκετά διαδεδομένο όνομα, 14ο στον γυναικείο κατάλογο -ο Έλενος βέβαια είναι σπανιότατος (αν είναι το αρσενικό της Ελένης) κι έτσι κι αλλιώς γιορτάζει τον Νοέμβριο, όπως κι ο Λένος. Οπότε, σπουδαία γιορτή η σημερινή και να πω και χρόνια πολλά στην αδερφή μου τη Λένα και στον θείο και τον ξάδερφό μου τον Κώστα, αν διαβάζουν, και σε όλους τους άλλους εορτάζοντες φίλους του ιστολογίου, είτε φανερούς είτε ψευδώνυμους. Όμως θα προειδοποιήσω ότι είναι αδύνατο να εξαντλήσω όλες τις πτυχές των δυο ονομάτων, θα κορφολογήσω μερικές και θα αφήσω ενδεχομένως σε σας τη συμπλήρωση.

Ο λόγος που τα δυο ονόματα γιορτάζουν μαζί, είναι βέβαια ότι η αγία Ελένη ήταν η μητέρα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, που έπαιξαν κι οι δυο τον καθοριστικό ρόλο που ξέρουμε στην επικράτηση του χριστιανισμού, γι’ αυτό άλλωστε και η εκκλησία τούς θεωρεί ισαπόστολους, παραβλέποντας, καλώς ή κακώς δεν θα σταθούμε, ότι ο αυτοκράτορας δολοφόνησε τον γιο του και (με εντολή της μητέρας του) τη σύζυγό του. Και στις καλύτερες οικογένειες άλλωστε συμβαίνουν τέτοια μικροκαβγαδάκια.

Αν όμως το όνομα του Κωνσταντίνου έγινε διάσημο από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα, της Ελένης ήταν ήδη ξακουστό από την πανέμορφη βασίλισσα της Σπάρτης και της Τροίας.

Διότι, παρόλο που εορτολογικά συμπίπτουν, ετυμολογικά τα δυο ονόματα διαφέρουν: το όνομα Ελένη είναι αρχαίο ελληνικό, το Κωνσταντίνος λατινικό. Η Ελένη έχει άγνωστη ετυμολογία και ήδη από την αρχαιότητα είχαν διατυπωθεί παρετυμολογικές εξηγήσεις και συσχετίσεις, π.χ. με τη σελήνη, ενώ ο Κωνσταντίνος προέρχεται από το λατινικό επίθετο constans (σταθερός), δηλαδή ετυμολογικά ο Κώστας είναι ένα είδος εξευρωπαϊσμένου Στάθη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Λαπαθιώτης, Ονόματα, Σατιρικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Αι εντυπώσεις του υιού ενός εκ των υπουργών μας (Χρονογράφημα του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2018

Κυκλοφόρησε πριν απο μερικές μέρες το 43ο τεύχος (Άνοιξη 2018) του εξαμηνιαίου περιοδικού Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργάζομαι τακτικά εδω και μερικά χρόνια.

Όπως συνηθίζω, τις συνεργασίες μου στα Μικροφιλολογικά τις αναδημοσιεύω εδώ, στο ιστολόγιο, φυσικά αφού κυκλοφορήσει το τεύχος. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα.

Παρόλο που αρκετά από τα θέματα του περιοδικού έχουν ειδικό κυπριακό ενδιαφέρον, η ύλη του ασχολείται με ολόκληρη την ελληνική λογοτεχνία και σας συνιστώ να το αναζητήσετε -ακόμα καλύτερα, να γραφτειτε συνδρομητές, προς 15 ευρώ τον χρόνο (πρέπει να στείλετε ηλεμήνυμα στον Λευτέρη Παπαλεοντίου, που τη διεύθυνσή του τη βρίσκετε εδώ).

Δεν αποκλείεται να παρουσιάσω στο μέλλον και κάποιο άλλο από τα άρθρα του τεύχους αυτού. Προς το παρόν αναδημοσιεύω το δικό μου άρθρο, το οποίο παρουσιάζει ένα χρονογράφημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη αλλά και ένα πεζό ποίημα του ποιητή για το οποίο γινεται λόγος στο χρονογράφημα.

 

Αι εντυπώσεις του υιού ενός εκ των υπουργών μας – Χρονογράφημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Στην αυτοβιογραφία του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ο ποιητής αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία ο πατέρας του, στρατιωτικός καριέρας, διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών μετά την επανάσταση (ορθότερα ίσως «προνουντσιαμέντο») του 1909. Η περίοδος αυτή ήταν σύντομη· διάρκεσε λίγο περισσότερο από 4 μήνες (Αύγουστος – Δεκέμβριος 1909), καθώς ο πατέρας Λαπαθιώτης ήταν χαρακτήρας ασυμβίβαστος και οξύθυμος κι έτσι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ύστερα από μια έντονη σύγκρουση που είχε στη Βουλή με την (εχθρική προς την επανάσταση) πλειοψηφία των βουλευτών.

Γράφει λοιπόν ο Λαπαθιώτης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Πεζό ποίημα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 44 Σχόλια »

Έρως πλατωνικός (επιφυλλίδα του Ναπ. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2018

Συμπληρώνονται αύριο 74 χρόνια από την αυτοκτονία του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στις 8 Ιανουαρίου 1944. Κάθε χρόνο, τέτοια (περίπου) μέρα ανεβάζω στο Διαδίκτυο ένα άρθρο για τον ποιητή, συνήθως με κάποιο δυσεύρετο ή αθησαύριστο κείμενό του. Καθώς λογοτεχνικό υλικό ανεβάζω συνήθως την Κυριακή, έκρινα σκόπιμο να βάλω σήμερα Κυριακή το λαπαθιωτικό άρθρο.

Θα παρουσιάσω μια επιφυλλίδα που δημοσίευσε ο Ν. Λαπαθιώτης τον Αύγουστο του 1924 στην εφημερίδα Δημοκρατία, με την οποία συνεργαζόταν τακτικά εκείνη τη χρονιά. Η Δημοκρατία ήταν όργανο της Δημοκρατικής Ένωσης, του κόμματος του Αλ. Παπαναστασίου, που αποτελούσε μάλλον την πιο προοδευτική πτέρυγα της βενιζελικής παράταξης. Διευθυντής της ήταν ο Σπύρος Μελάς, που τότε ανήκε ακόμα στο προοδευτικό κέντρο με σοσιαλίζουσες τάσεις. Αργότερα, η Δημοκρατία θα κέρδιζε το εύσημο ότι ήταν η μοναδική μη κομμουνιστική εφημερίδα την οποία έκλεισε ο «βενιζελικός» δικτάτορας Θ. Πάγκαλος. Ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι σήμερα τον ίδιο τίτλο τον έχει μια έξαλλη ακροδεξιά εφημερίδα.

Ο Λαπαθιώτης άρχισε να συνεργάζεται με τη Δημοκρατία τον Νοέμβριο του 1923 και ως τα τέλη Ιουλίου 1924 είχε δημοσιεύσει γύρω στις 35 συνεργασίες, κυρίως μεταφρασμένα πεζά ποιήματα ή φιλολογικές επιφυλλίδες, κάποιες από αυτές σε δύο συνέχειες.

Ωστόσο, η επιφυλλίδα που θα παρουσιάσω σήμερα, που δημοσιεύτηκε την Κυριακή 3 Αυγούστου 1924 διέφερε από τις άλλες, διότι ο Λαπαθιώτης σε αυτήν επιχειρεί μια συνηγορία υπέρ του ομοφυλοφιλικού έρωτα, σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό πρότυπο.

Και ενώ στην επιφυλλίδα αυτή, που ίσως επίτηδες είναι γραμμένη σε αρκετά συντηρητική καθαρεύουσα, σε αντίθεση με προηγούμενα άρθρα του, ο Λαπαθιώτης δεν μπαίνει καν στην ουσία της επιχειρηματολογίας του, και μόνο η επιλογή του θέματος φαίνεται πως ξεπέρασε τα εσκαμμένα διότι το ρητά προαναγγελθέν δεύτερο άρθρο δεν δημοσιεύτηκε ποτέ! Και όχι μόνο αυτό, αλλά την επόμενη Κυριακή, που κανονικά θα δημοσιευόταν το δεύτερο άρθρο, η Δημοκρατία δημοσίευσε μια επιφυλλίδα του Λαπαθιώτη σχετική με την… ορθογραφία, που ήταν και το τελευταίο άρθρο που έμελλε να δημοσιεύσει ο Λαπαθιώτης στην εφημερίδα αυτή -ουσιαστικά η συνεργασία τους τερματίστηκε σιωπηρά.

Μπορεί να είναι σύμπτωση, αλλά κατά πάσα πιθανότητα το τολμηρό θέμα της επιφυλλίδας στάθηκε η αιτία για τη διακοπή της συνεργασίας.

Μην περιμένετε να διαβάσετε κάτι τρομερά τολμηρό. Ο Λαπαθιώτης σε αυτό το πρώτο άρθρο μένει ουσιαστικά στην εισαγωγή, ωστόσο τονίζει και επαναλαμβάνει πάνω από μία φορά ότι ο έρωτας μεταξύ ομοφύλων δεν είναι ανωμαλία ούτε διαφθορά. Βέβαια για το 1924 τέτοιες τοποθετήσεις ήταν τολμηρές. Ίσως γι’ αυτό, ο Λαπαθιώτης επικαλείται διάφορες αυθεντίες, ενώ δεν αποκλείεται ασυναίσθητα να χρησιμοποίησε την καθαρεύουσα ακριβώς για να προσδώσει επισημότητα και κύρος στο άρθρο του.

Άλλωστε την ομοφυλοφιλία του ο Λαπαθιώτης δεν την έκρυψε ποτέ, από τότε που εικοσάχρονος πήγαινε στη Βουλή να παρακολουθήσει τον πατέρα του από τα υπουργικά θεωρεία, συνοδευόμενος από τον νεαρό φίλο του.

Μονοτονίζω αλλά διατηρώ τα κύρια ονόματα όπως δημοσιεύονται στο άρθρο, για να διατηρήσω λίγην από την πατίνα της εποχής.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

ΕΡΩΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ

ΔΥΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ Ν. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ

Α’

Εις την Ρωσίαν και Γερμανίαν, κατά τηλεγραφήματα νεότατα, γίνεται τελευταίως δημοσία μεταξύ σοφών επιστημόνων και διαπρεπών παιδαγωγών, συζήτησις ευρεία και μεγάλη, περί του δυνατού και ωφελίμου της συστηματικης αναβιώσεως, εν τω πλαισίω των συγχρόνων συνθηκών, της παλαιάς ελληνικής Φιλίας, του Πλατωνικού εκείνου έρωτος, που συνέδεε τους νέους μεταξύ των, είτε τους μαθητάς προς τον διδάσκαλον, εις τάς παλαίστρας και εις τα γυμνάσια, εις την Ακαδημίαν και το Λύκειον, και ο οποίος θεωρείται έκπαλαι, από διασήμους φιλοσόφους, εκ των σημαντικών συντελεστών τής ελληνικής νοοτροπίας και του ελληνικού πολιτισμού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επετειακά, Εφημεριδογραφικά, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »