Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λαπαθιώτης’ Category

Βάο, γάο, δάο: ένα υπερσουρεαλιστικό σονέτο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 29 Οκτώβριος, 2017

Μεθαύριο συμπληρώνονται 129 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες συνηθίζω να δημοσιεύω κάτι σχετικό με τον Λαπαθιώτη, συνήθως κάποιο όχι πολύ γνωστό έργο του ή κάτι σχετικό με μια πτυχή της ζωής του.

Θα συνεχίσω βέβαια και φέτος την παράδοση με το σημερινό άρθρο, αν και κατ’ εξαίρεση θα το αφιερώσω σε ένα αρκετά γνωστό έργο ή μάλλον πάρεργο του Λαπαθιώτη. Αφενός επειδή ό,τι είναι γνωστο στους φανατικούς λαπαθιωτιστές δεν είναι και ευρύτερα γνωστό και αφετέρου επειδή θέλω να διορθωθεί στη Βικιπαίδεια μια ανακρίβεια, στη διάδοση της οποίας ίσως κι έχω κι εγώ ακούσια συμβάλει, αφού πρώτα διαλευκάνουμε (εδώ λογαριάζω και στη βοήθεια τη δική σας) καναδυό λεπτομέρειες.

Λοιπόν, στο τεύχος 271 της Νέας Εστίας (1 Απριλίου 1938, σελ. 485-6), στη σελίδα της Αλληλογραφίας αναγνωστών, δημοσιεύτηκε η εξής επιστολή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη:

Πέραν του Συρρεαλισμού

Αγαπητέ μου Χάρη,

θα ξέρεις, βέβαια, ότι είμαι ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος των αποκαλυπτικών εμπνεύσεων και καινοτομιών. Αν δεν το ξέρεις, μάθε το, λοιπόν, σήμερα! Μελετώντας, άρρωστος, αυτές τις μέρες, τη φιλοσοφία του Συρρεαλισμού, που, λογικά, καταργεί τη λογική, σκέφτηκα τούτο: Αφού, καλά ή κακά, φτάσαμε στο σημείο, λυτρωμένοι από το ζυγό του ειρμού, στις σημερινές ποιητικές συνθέσεις μας, να ζητήσουμε την έμπνευση στην ίδια της πηγή, που ήταν πάντα, έμμεσα, και είναι τώρα, άμεσα, το υποσυνείδητο, γιατί τάχα να μην κάνουμε ακόμα ένα βήμα, – το τελευταίο ίσως δυνατό προς την κατεύθυνση αυτή, και να λυτρωθούμε κι από τη συμβατικότητα της γλώσσας, κάθε γλώσσας; Γιατί να μην άρομε και το τελευταίο εμπόδιο προς την κατάκτηση της άμεσής του επαφής, που μας προβάλλουν οι καθιερωμένοι γλωσσικοί τύποι με τα έτοιμα καλούπια τους; Γιατί να μην αφήσομε το υποσυνείδητο εντελώς ελεύθερο να δημιουργήσει και τους γλωσσικούς εκφραστικούς του τρόπους, ανάλογα, κάθε φορά, με τις μυστηριώδεις απαιτήσεις του; Φαντάζομαι, τότε, τη λαμπρή προοπτική που διανοίγεται στο μέλλον της Ποιήσεως από μια τέτοια ριζική της χειραφέτηση! Σου παραθέτω, για δείγμα, ένα σονέτο, που μου υπαγόρευσε το υποσυνείδητό μου, ώστε να χρησιμεύσει σαν αφετηρία στην ανυπολόγιστη αυτή μελλοντική κίνηση… Διάβασε, και καμάρωσε:

ΣΟΝΕΤΟ ΥΠΕΡΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επετειακά, Ευτράπελα, Λαπαθιώτης, Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 88 Σχόλια »

Βιβλιοφιλία και βιβλιοκλεπτομανία

Posted by sarant στο 5 Μαρτίου, 2017

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε αρχικά στο βιβλιολογικό περιοδικό «Μέλισσα των βιβλίων» (Τόμος 1ος, τεύχος Β’, 1974) που το εξέδιδαν οι (παλαιο)βιβλιοπώλες Νότης και Διονύσης Καραβίας στη δεκαετία του 1970. Πρόκειται για μια ανάμνηση του Νότη Καραβία που αφορά τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, μια μαρτυρία που δεν την έχω δει να καταγράφεται αλλού, και που παρουσιάζει μια πτυχή του Λαπαθιώτη η οποία δεν επιβεβαιώνεται από άλλες μαρτυρίες.

Ευχαριστώ τον φίλο μας τον Γρηγόρη τον Κοτορτσινό που μου υπέδειξε το κείμενο και τον φίλο μας τον Σκύλο που έκανε τον κόπο να το πληκτρολογήσει. Ο ίδιος πρότεινε και τη φωτογραφία που κοσμεί το άρθρο, η οποία δεν έχει άμεση σχέση με το κείμενο -αλλά έχει έμμεση, αφού αναφέρεται σε βιβλia την εποχή του πολέμου: είναι τραβηγμένη στο Λονδίνο την εποχή των μεγάλων γερμανικών βομβαρδισμών του 1940.

 

hollandhouselibrarylondonblitz_2

ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΚΛΕΠΤΟΜΑΝΙΑ

Νότης Καραβίας

Ήταν ο Χειμώνας του 1942. Οι δουλειές των βιβλίων παρ’ όλη την πείνα πήγαιναν καλά. Με τον περιορισμό της κυκλοφορίας στους δρόμους και το κλείσιμο του κόσμου στα σπίτια του από τις 8 το βράδι, το βιβλίο απόκτησε ξαφνικά τεράστια κίνηση. Δεν ήταν όμως μόνο από την πλευρά του αναγνωστικού κοινού που είχε σαν βασικό μέσο ψυχαγωγίας το βιβλίο για τις ώρες της αναγκαστικής κλεισούρας. Για μας τους παλαιο-βιβλιοπώλες ιδιαίτερα ανοίχτηκε ξαφνικά μεγάλο πεδίο δραστηριότητας με τις αθρόες αγορές παλαιών βιβλίων σε ποσότητα, εξ αιτίας της αναπάντεχης ένδειας και ελλείψεως πορισμού των στοιχειωδών μέσων διατροφής από διανοούμενους και γενικά καλλιεργημένους. Τραγικό ήταν εξ άλλου το θέαμα αξιοσέβαστων ανθρώπων των γραμμάτων, που λόγω στερήσεως αναγκάζονταν να πουλήσουν τα βιβλία τους. Βιβλιοθήκες επί βιβλιοθηκών σωριάζονταν στα υπόγεια και τις αποθήκες των βιβλιοπωλείων. Ανάλογα συνέβησαν κατά τον πόλεμο και αλλού, στην Αγγλία για παράδειγμα, όπου η έλλειψη χώρου λόγω της καταστροφής των σπιτιών από βομβαρδισμούς δημιούργησε προβλήματα στεγάσεως. Ολόκληρες λοιπόν βιβλιοθήκες βγήκαν στον δρόμο σαν σεμνά κορίτσια που ξάφνου αναγκάζονται να πορνευτούν μέσα στη συμφορά του πολέμου. Μια νύξη εκείνης της καταστάσεως μας έδωσε ο Αιμίλιος Χουρμούζιος («Το παλιό βιβλίο στην Αγγλία» Ο Βιβλιόφιλος, Έτος Γ’ [1949] 23-4), ο οποίος τριγύριζε, σαν κυνηγός του παλιού καλού βιβλίου στη μεταπολεμική Βρετανία. Ωστόσο οι λόγιοι δεν πούλαγαν όλοι τους θησαυρούς τους για να ζήσουν, αλλά πολλοί εξακολουθούσαν και ν’ αγοράζουν, όσοι μάλιστα δεν διέθεταν χρήματα επιχειρούσαν και να τα κλέβουν. Η κλεπτομανία βέβαια δεν είναι φαινόμενο που το προκαλεί μόνο η ανέχεια. Είναι επίσης νοσηρό πάθος, ακόμα και ένα είδος αθλήματος για τους επιδιδόμενους σ’ αυτήν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Κατοχή, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , | 119 Σχόλια »

Και πάλι Λαπαθιώτης

Posted by sarant στο 8 Ιανουαρίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 73 χρόνια από την αυτοκτονία του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στις 8 Ιανουαρίου 1944. Κάθε χρόνο, τέτοια (περίπου) μέρα ανεβάζω στο Διαδίκτυο ένα άρθρο για τον ποιητή, συνήθως με κάποιο δυσεύρετο ή αθησαύριστο κείμενό του. Αυτό σκοπεύω να κάνω και σήμερα, οπότε ο τίτλος «Και πάλι Λαπαθιώτης» ταιριάζει. Είναι ακριβώς ο τίτλος ενός άρθρου για τον Λαπαθιώτη, που δημοσιεύτηκε πριν από 20 χρόνια στο Αθηναϊκό Ημερολόγιο 1997 των εκδόσεων Φιλιππότη.

Το άρθρο αυτό το αγνοούσα μέχρι πρόσφατα που μου το έστειλε φίλος -και, εκτός λάθους, και κανείς άλλος μελετητής του Λαπαθιώτη δεν το είχε προσέξει. Είναι σημαντικό διότι περιέχει δύο άγνωστα πρωτόλεια του Λαπαθιώτη, που δεν έχουν συμπεριληφθεί σε καμιά έκδοση ποιημάτων του, καθώς και κάποιες σημαντικές βιογραφικές του πληροφορίες. Το άρθρο το υπογράφει η κυρία Ιουλία Βαγενά, συγγενής του ποιητή από τη μεριά της μητέρας του. Τα ποιήματα καθαυτά δεν έχουν ίσως μεγάλη αξία, αλλά καλό είναι να καταγραφούν κι εδώ ώστε να συμπεριληφθούν σε μελλοντική έκδοση των Απάντων του Λαπαθιώτη. Είναι, όπως είπαμε, πρωτόλεια: το πρώτο το έγραψε ο Λαπαθιώτης στα 13 χρόνια του, ή ίσως 2-3 χρόνια αργότερα, ενώ το δεύτερο, αν κρίνω από τον γραφικό χαρακτήρα, πρέπει να έχει γραφτεί την περίοδο 1905-1907, όταν ο ποιητής (γενν. 1888) ήταν περίπου 18 χρονών.

Παραθέτω το άρθρο της Ιουλίας Βαγενά, με κάποια δικά μου σχόλια μέσα σε αγκύλες [,]

ΙΟΥΛΙΑ ΒΑΓΕΝΑ

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Αγαπητέ κ. Καιροφύλα, στο τελευταίο Ημερολόγιό σας του 1996, το οποίο διάβασα με πολύ ενδιαφέρον λόγω της εξαιρετικής όντως ύλης του και των περιόπτων επωνύμων τα οποία περικλείει, είδα κι ένα κομμάτι του Καθηγητού του Πανεπιστημίου κ. Καρόλου Μητσάκη «Μικρή Συμβολή στην ζωή και το έργο του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη». [Tο άρθρο αυτό είναι γνωστό]

Το διάβασα με κομμένη ανάσα, διότι μ’ ενδιαφέρει αφάνταστα ό,τι γράφεται και λέγεται δι’ Αυτόν.

lap-tafos2Είμαι στενή συγγενής του, δηλαδή η Μητέρα του Βασιλική Παπαδοπούλου (κόρη Αντωνίου Παπαδοπούλου και Καλλιρόης Ραζηκώτσικα) και μετέπειτα Λαπαθιώτη, ήτο αδελφή του πάππου μου Νικολάου Παπαδοπούλου, ανωτάτου αξιωματικού του Πυροβολικού, ως εκ τούτου έχω κι εγώ ορισμένας αναμνήσεις από τον θείο μου Ναπολέοντα.

Σχετικά με την αυτοκτονία του και το ερωτηματικό δια το όργανο που προκάλεσε την βαθιά πληγή στο στήθος, έχω ν’ αναφέρω το εξής: Πρώτον ότι στο συγγενικό του περιβάλλον τότε κυκλοφόρησε η εκδοχή της δια περιστρόφου αυτοκτονίας του. Δεύτερον επειδή έχω την τιμή να τον φιλοξενώ στον Οικογενεικό μας Τάφο στο Α’Νεκροταφείο, τμήμα Α’, τάφο της οικογένειας του πάππου μου ως αναφέρω ανωτέρω Νικολάου Παπαδοπούλου, όπου είναι χαραγμένο και το όνομα του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη, μπορώ να επιβεβαιώσω απόλυτα την εκδοχή της διά περιστρόφου αυτοκτονίας από το εξής περιστατικό: Όταν εχρειάσθη στον ως άνω τάφο να γίνη εκταφή του ποιητού για να ταφεί ο άλλος θείος μου Ναύαρχος Ιωάννης Ραζηκώτσικας κι έγινε ανακομιδή των οστών του Ναπολέοντος, ο επιστατήσας εις την θλιβεράν αυτή διαδικασία αδελφός της μητέρας μου αξιωματικός Πυροβολικού Κωνσταντίνος Ν. Παπαδόπουλος (πρώτος εξάδελφος το Ναπολέοντος), διεπίστωσε ότι μεταξύ των οστών ευρέθη και η σφαίρα με την οποία είχε τελευτήσει ο αυτόχειρ. [Η εκδοχή της αυτοκτονίας με περίστροφο είναι και η επίσημη, αλλά ο Μάριος Βαϊάνος έχει προβάλει την εκδοχή ότι ο Λαπαθιώτης είχε χρησιμοποιήσει μαχαίρι]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Ποίηση | Με ετικέτα: , | 162 Σχόλια »

Αναπολώ… (χρονογράφημα του Ναπ. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 30 Οκτώβριος, 2016

Μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου που τηρείται, αν δεν σφάλλω, απαρέγκλιτα, είναι να τιμάμε την επέτειο της γέννησης (31 Οκτωβρίου) και της αυτοκτονίας (8 Ιανουαρίου) του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Η δημοσίευση δεν γίνεται απαραίτητα τη μέρα της επετείου αλλά ίσως την πιο κοντινή Κυριακή, αφού η Κυριακή είναι η μέρα που συνηθίζουμε να βάζουμε φιλολογικά άρθρα.

Συχνά τέτοιες μέρες παρουσιάζω κάποιο αθησαύριστο ποίημα ή άλλο κείμενο του Λαπαθιώτη, και τη συνήθεια αυτή θα συνεχίσω και σήμερα. Όχι με ποίημα αθησαύριστο, διότι δεν είναι και τόσα πολλά, αλλά με ένα χρονογράφημα αφιερωμένο σε μιαν αγαπημένη πόλη του Λαπαθιώτη, το Ναύπλιο.

Ο Λαπαθιώτης όταν ήταν παιδί, στα οχτώ του χρόνια, πέρασε μερικούς μήνες στο Ναύπλιο, όπου εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς το 1896 όταν ο πατέρας του, ο στρατιωτικός καριέρας Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ορίστηκε διοικητής του εκεί Οπλοστασίου (που πρέπει να ήταν επίσης στρατιωτικό οπλουργείο). Παρά τη σχετικά σύντομη διάρκεια της διαμονής στο Ναύπλιο, ο Λαπαθιώτης αγάπησε την πόλη και κράτησε τις καλύτερες αναμνήσεις -και στην αυτοβιογραφία του αφιερώνει αρκετές σελίδες στη διαμονή του στο Ναύπλιο. Η ειδυλλιακή διαμονή διακόπηκε την άνοιξη του 1897, όταν, με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο πατέρας Λαπαθιώτης έφυγε για το μέτωπο της Ηπείρου και η υπόλοιπη οικογένεια επέστρεψε στην Αθήνα.

Το 1915, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, ο 27χρονος πια ποιητής επιστρέφει στο Ναύπλιο: μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό και τον Κλέωνα Παράσχο έκαναν μια εκδρομή στην Πελοπόννησο και πέρασαν μερικές μέρες στο Ναύπλιο. Κάποιες εντυπώσεις του από την εκδρομή αυτή τις κατέγραψε σε χρονογραφήματα που δημοσίευσε στην Ακρόπολι, με την οποία συνεργάστηκε αρκετές φορές στο πρώτο μισό του 1915, κυρίως αλλά όχι μόνο με χρονογραφήματα.

Διάλεξα λοιπόν να  παρουσιάσω σήμερα το χρονογράφημα «Αναπολώ…» που δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι στις 14 Μαρτίου 1915 και είναι αφιερωμένο στο Ναύπλιο, τόσο στην πρόσφατη διαμονή του όσο και στις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία.

Και από μια άποψη, έχει γούστο, να διαβάζουμε 101 χρόνια μετά, ένα κείμενο που γράφτηκε χωρίς καμιά απαίτηση για υστεροφημία -τι πιο εφήμερο από ένα χρονογράφημα; Από την άλλη, πάντοτε έχουν ενδιαφέρον τα κείμενα που είναι αφιερωμένα σε μια πόλη, όπως εδώ στο Ναύπλιο -μια πόλη που πολλοί συγκαταλέγουν στις αγαπημένες τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Ταξιδιωτικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »

«Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ» -δυο επιστολές για ένα ποίημα

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2016

Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες το 40ό τεύχος (Φθινόπωρο 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο έχω τη χαρά και την τιμή να συνεργάζομαι ταχτικά εδώ και μερικά χρόνια. Το περιοδικό ασχολείται, όπως λέει ο τίτλος του, με ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν λεπτομέρειες ή υποσημειώσεις: αθησαύριστα έργα, συμπληρώσεις της βιβλιογραφίας, επιστολές λογοτεχνών. Τα Μικροφιλολογικά βγάζουν δύο τεύχη το χρόνο κι έτσι με το 40ό τεύχος κλείνουν 20 χρόνια ζωής. Μαζί με το κυρίως τεύχος συνήθως κυκλοφορούν και ένα ή δύο τετράδια με έκτακτη ύλη, που έχουν εκτενέστερες δημοσιεύσεις αφιερωματικού χαρακτήρα. Έτσι, μαζί με το 40ό τεύχος των ΜΦ κυκλοφορούν και δύο «Μικροφιλολογικά τετράδια», το ένα με επιστολές Αναγνωστάκη-Σινόπουλου και το άλλο με συμπληρώματα της καβαφικής βιβλιογραφίας  από τον φίλο Λευτέρη Παπαλεοντίου.

Το νέο τεύχος έχει πολύ ενδιαφέρουσα ύλη αλλά επειδή δεν το έχω πάρει ακόμα στα χέρια μου θα περιοριστώ προς το παρόν να παρουσιάσω εδώ το δικό μου άρθρο, που έχει για αντικείμενο δυο επιστολές του αγαπημένου μου Ναπ. Λαπαθιώτη προς τον Γιώργο Μυλωνογιάννη, οι οποίες φωτίζουν ένα μικροφιλολογικό ζήτημα. Παραθέτω το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά αλλά προσθέτω κάποιους συνδέσμους και τις φωτογραφίες των χειρογράφων.

Δυο επιστολές του Ν. Λαπαθιώτη στον Γ. Μυλωνογιάννη και ένα απλό παιδί

Στο τμήμα του αρχείου Λαπαθιώτη που απόκειται στο ΕΛΙΑ υπάρχουν και αρκετές επιστολές προς τον ποιητή και κριτικό Γιώργο Μυλωνογιάννη (για τον οποίο, βλ. παλιότερο άρθρο μας), με τον οποίο ο Λαπαθιώτης συνδεόταν φιλικά και συνεργαζόταν στα φιλολογικά, ιδίως στη δεκαετία του 1930.

Θα παρουσιάσω σήμερα δύο από τις επιστολές αυτές, η πρώτη από τις οποίες θέτει ένα μικροφιλολογικό πρόβλημα, στο οποίο η δεύτερη δίνει την απάντηση–που δεν έχει ως τώρα προσεχτεί.

Η πρώτη επιστολή φέρει ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1935 και είναι γραμμένη όχι στο συνηθισμένο επιστολόχαρτο που αγαπούσε να χρησιμοποιεί ο Λαπαθιώτης αλλά σε κόλλα διαγωνισμού Α4 με ρίγες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »

Και πάλι, ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2016

Και σήμερα βάζω επανάληψη, όχι μόνο επειδή είναι καλοκαίρι και το καλοκαίρι βάζουμε επαναλήψεις, αλλά και επειδή το αρχικό άρθρο, που είχε δημοσιευτεί όταν το ιστολόγιο βρισκόταν ακόμα στον τέταρτο μήνα της ζωής του (σήμερα διάγουμε το όγδοό μας έτος), είχε περάσει μάλλον απαρατήρητο. Βέβαια, πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι το σημερινό άρθρο έχει πονηρά υπονοούμενα, είναι δηλαδή σόκιν όπως λέγαμε τα παλιά χρόνια -οπότε μην το δείξετε στη μαμά σας. Επίσης, έχω προσθέσει στο τέλος μερικές ακόμα γυμνασιακές αθυροστομίες, που δεν υπήρχαν στο αρχικό άρθρο.

Και μια έκκληση για εθελοντές ή μάλλον για έναν εθελοντή -ζητάω κάποιον να μου πληκτρολογήσει ένα αξιοπερίεργο για την επόμενη Κυριακή, τρεις μεγάλες (αλλά όχι πυκνοτυπωμένες) σελίδες παλιού περιοδικού. Ή και δύο, αν το μοιράσουμε. Θα τηρηθει σειρά προτεραιότητας 🙂

Πριν από κάμποσα χρόνια, ο φίλος Γιάννης Χάρης είχε δημοσιέψει στο ιστολόγιό του την εξής διασκεδαστική ιστορία που έχει και φιλολογικό ενδιαφέρον:

…και μια παλιά ιστορία, από τις άπειρες που μου ‘λεγε ο αλεξανδρινός συγγραφέας Μανόλης Γιαλουράκης (1921-1987) -τη γράφω πριν την ξεχάσω εντελώς, ήδη δεν είμαι σίγουρος για όλες τις λεπτομέρειές της, έψαξα και στο ίντερνετ, τίποτα σχετικό, μακάρι να βρεθεί κάποιος που να ξέρει και να συμπληρώσει ή να διορθώσει:

Κάποια εποχή λοιπόν ο Λαπαθιώτης που ήταν τσακωμένος με τον Πέτρο Χάρη (ψευδώνυμο, ε; μην το ξεχνάμε) έστειλε στη Νέα Εστία ένα ποίημα. Κολακεύτηκε ο Πετροχάρης που ο ποιητής τού ξεθύμωσε και του έστειλε και ποίημα, και το έβαλε στην πρώτη σελίδα (ή ίσως και στο εξώφυλλο;). Το ποίημα είχε τίτλο «Καρκινική επιγραφή», τέλειωνε με κάτι σαν απόφαση του ποιητή να επισκεφτεί την περίφημη κρήνη, όπου -έλεγε ο τελευταίος στίχος-

ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση

[διαβάστε φωναχτά, και θα καταλάβετε το τι χαμός έγινε μόλις κυκλοφόρησε το τεύχος…]

Να πω εδώ ότι ο Πέτρος Χάρης (1902-1998) λεγόταν στην πραγματικότητα Ιωάννης Μαρμαριάδης, οπότε ο Γιάννης Χάρης είναι και συνονόματος με τον παλιό λόγιο (στο πραγματικό του ονοματεπώνυμο) αλλά και συνεπώνυμός του (στο ψευδώνυμό του).

Επειδή μελετάω τον Λαπαθιώτη, όταν διάβασα την ανάρτηση αυτή έγραψα στον Γιάννη Χάρη, αλλά δεν θυμόταν κάτι περισσότερο από τα παραπάνω. Στο μεταξύ, τα περισσότερα τεύχη της Νέας Εστίας υπάρχουν σε ηλεκτρονική μορφή στο ΕΚΕΒΙ, αλλά τέτοιο πρωτοσέλιδο ποίημα δεν φαίνεται να υπάρχει. Ούτε μ’ αυτό τον τίτλο, ούτε μ’ αυτό τον τελευταίο στίχο. Άρα; Πλαστή η ιστορία του Γιαλουράκη; Απλώς μπεντροβάτη; Όχι αναγκαστικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Επαναλήψεις, Λαπαθιώτης, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Ένα αθησαύριστο φιλοπόλεμο «Σάλπισμα» του Ναπ. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 3 Απρίλιος, 2016

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 39 (άνοιξη 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργάζομαι ταχτικά. Παρουσιάζω σε αυτό ένα αθησαύριστο ποίημα του Ν. Λαπαθιώτη, ενός ποιητή που με το έργο του ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια. Γενικά, μου αρέσει να αναζητώ αθησαύριστα έργα και χαίρομαι πολύ όταν τα ανακαλύπτω, παρόλο που πολύ σπάνια ένα χαμένο έργο θα αλλάξει την εικόνα που έχουμε για έναν λογοτέχνη -θα προσθέσει απλώς μια ψηφίδα.

Αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο μου, προσθέτοντας συνδέσμους. Επίσης, βάζω και ένα άλλο (όχι άγνωστο) ποίημα του Λαπαθιώτη, που κάνει αντίστιξη με το «Σάλπισμα» και που δεν το έβαλα στο έντυπο άρθρο επειδή υπήρχε περιορισμός χώρου. Εδώ, δόξα ο Θεός, δεν φοβόμαστε μήπως εξαντληθούν τα καναδέζικα ηλεδάση.

Ένα αθησαύριστο φιλοπόλεμο Σάλπισμα του Ναπ. Λαπαθιώτη

Σε προηγούμενα τεύχη των Μικροφιλολογικών έχω παρουσιάσει αθησαύριστα επικαιρικά ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη γραμμένα την εποχή του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. («Εις τον θάνατον των υιών του Ριτσιότη Γαριβάλδη» (τχ. 29, 51-54), δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1915, και «Κατάρα» (τχ. 31, 29-32), δημοσιευμένο τον Ιούνιο του 1917). Επικαιρικό και αθησαύριστο είναι και το ποίημα που θα παρουσιάσω σήμερα, αλλά έχει γραφτεί νωρίτερα, την εποχή των βαλκανικών πολέμων.

Ως τώρα, είναι γνωστά δύο ποιήματα του Λαπαθιώτη για τους βαλκανικούς πολέμους: τα «Stabat Mater Dolorosa» (Νουμάς, Νοέμβριος 1912) και «Οι αγύριστοι» (Ακρόπολις, 22 Ιουλίου 1913). Και τα δύο είναι αντιπολεμικά, μάλιστα το πρώτο είχε γίνει και αντικείμενο χλεύης και παρωδίας από τον συντηρητικό τύπο της εποχής του (βλ. Λαπαθιώτη Η ζωή μου, σε επιμέλεια Γιάννη Παπακώστα, σελ. 210-212). Και τα δυο εστιάζονται όχι σε πολεμικές δόξες αλλά στον καημό των μανάδων που θρηνούν τους νεκρούς γιους τους, ενώ και τα δυο είναι γραμμένα ύστερα από μιαν αποφασιστική καμπή του πολέμου: το πρώτο ύστερα από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ενώ το δεύτερο μετά την ανακωχή και τον τερματισμό των επιχειρήσεων στον Β’ Βαλκανικό πόλεμο.

Το ποίημα που θα παρουσιάσω σήμερα διαφέρει ριζικά: όχι απλώς δεν είναι αντιπολεμικό, αλλά μάλλον πολεμοχαρές πρέπει να χαρακτηριστεί. Αυτό άλλωστε εξαγγέλλει και ο ποιητής στους δυο πρώτους στίχους του.

Δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι στις 4 Ιουλίου 1913, στη 2η σελίδα. Στην εδώ δημοσίευση μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία αλλά διατηρώ τη γραφή κάποιων λέξεων με αρχικό κεφαλαίο.

 

Σάλπισμα!…

Το Λυδικόν τρόπο ας κοιμήσω,
τον πλιο γερό ρυθμό να πάρω,
τα σωτικά να τρικυμίσω,
ναν τα γιομίσω από το Μίσο
της Βουλγαριάς και των Βουλγάρω.

Πέρα απ’ το πέλαο το γαλάζο
σα μπόρα την Κραυγή μου λύνω,
τον πράο το στίχο τον αλλάζω,
και μέσ’ στα τρίστρατα αλαλάζω
την παλιά Δόξα των Eλλήνω.

Εντός μου εκόχλασεν η μπόρα,
και μιαν αποθυμιάν ελύθη
μέσ’ την ψυχή μου· πώς να ημπόρα
ναν τα μεταναστήσει τώρα
όσα που τα κατάπιε η Λήθη.

Τα χρυσά χρόνια, τα χαμένα
Ώ Λαέ, καλέ και τρισμεγάλε.
Τραβώντας τα απ’ τον ύπνο –ωιμένα.
Δοσμένο ας ήτανε σε μένα,
στον Ήλιο ναν τα υψώσω πάλε!

Τη Δόξα –του κορμιού του αλκίμου
που σκέπη το ίδιο φως του εφόρειε
μελώδισέ τη, ω μουσική μου.
(Κάτου απ’ τα δάφνα κοίμου, ω κοίμου.
Τρισεύγενε Αθηναίε πανώριε…)

Ω Παρθενώνες κι Εικοσιένα
χρόνια χρυσά, μέρες και μήνες.
Ελάτε, ελάτε ασημωμένα,
ω Παρθενώνες κι Εικοσιένα,
Μαραθώνες και Σαλαμίνες!

Απάνου απ’ όλους θαν τις σείσω
τις Δόξες σας –κι από το νόημά τους
τα στήθια θαν τα πλημμυρίσω·
–από θυμόν παλικαρίσον
όλους ναν τους ιδώ γιομάτους.

Όλη η Φυλή, η Φυλή ν’ αντρειέψει,
να γίνει θάμπος μέσ’ τα θάμπη,
κι ιλαρό δάκρυο να μουσκέψει
τα μάτια –και να λάμψει η Σκέψη
όπου το θείο τους νόημα θα ’μπει…

Ω Πνεύμα, Δίκαιο Πνεύμα, δράμε
εσύ που τ’ άκουσες και τα ’δες,
και την ψυχήν μας όλην κάμε
μια φλόγα, ένα σπαθί, να πάμε
εκδικητές και νικητάδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 117 Σχόλια »

Ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2016

Του αγίου Βαλεντίνου σήμερα, η μέρα των ερωτευμένων -και μπορεί να’ναι ξενόφερτος ο άγιος, και απροκάλυπτα εμπορικό σκοπό να είχε η δημιουργία του εθίμου, αλλά θαρρώ πως τώρα πια έχουν ριζώσει, θα’ναι μια γενιά περίπου που γιορτάζουμε και στην Ελλάδα τις 14 Φεβρουαρίου, παναπεί υπάρχει πια παράδοση.

Την παράδοση αυτή, περιέργως, το ιστολόγιο δεν την έχει τιμήσει, δηλαδή δεν έχουμε αφιερώσει άρθρο στην ημέρα -μόνο πέρυσι, που έπεφτε Σάββατο, είχα τιτλοφορήσει «ερωτοχτυπημένα» τα μεζεδάκια της ημέρας. Ας επανορθώσω.

Αν ήταν μια καθημερινή μέρα, ίσως θα άξιζε να ψάξει κανείς σε έντυπα της δεκαετίας του 80 να δει ποιες ήταν, τότε, οι εντυπώσεις από τα πρώτα βήματα του γιορτασμού του αγίου Βαλεντίνου στη χώρα μας. Είναι όμως Κυριακή, μέρα που βάζουμε λογοτεχνικό υλικό, οπότε θα βάλουμε ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων, ερωτικά ποιήματα δηλαδή.

Έγραψα «θα βάλουμε» και το εννοώ. Εγώ θα βάλω ένα-δυο, για φώλι, κι εσείς θα προσθέσετε (ή δεν θα προσθέσετε) όποιο ή όποια σας αρέσουν.

Και ξεκινάω, καθόλου πρωτότυπα, με το «Σ’ αγαπώ» της Μυρτιώτισσας.

Σ’ αγαπώ!

Σ’ αγαπώ· δεν μπορώ
τίποτ’ άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
με λαχτάρα σκορπώ
τον πολύφυλλο ανθό
της ζωής μου.

Ω μελίσσι μου, πιες
απ’ αυτόν τις γλυκές,
τις αγνές ευωδιές
της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου, να!
στα προσφέρω δετά
για να γείρεις γλυκά
το κεφάλι,

κι η καρδιά μου σκιρτά
κι όλη ζήλια ζητά
να σου γίνει ως αυτά
προσκεφάλι!

Και για στρώμα, Καλέ,
πάρε όλην εμέ,
σβήσ’ τη φλόγα σ’ εμέ
της φωτιάς σου,

ενώ δίπλα σου εγώ
τη ζωή θ’ αγρικώ
να κυλάει στο ρυθμό
της καρδιάς σου…

Σ’ αγαπώ· τι μπορώ,
Ακριβέ, να σου πω,
πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο;

Φυσικά, το ξέρετε και το θυμάστε μελοποιημένο (και με αλλαγμένη τη σειρά στις στροφές) από τον Μεγάλο Ερωτικό, τον Μάνο Χατζιδάκι.

Ένα άλλο ερωτικό ποίημα που έχει μελοποιηθεί είναι, ακριβώς, το Ερωτικό. Ποίημα του αγαπημένου μου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που το μελοποίησε ο Νίκος Ξυδάκης και το απέδωσε έξοχα η Ελευθερία Αρβανιτάκη.

Το ποίημα:

Καημός, αλήθεια, να περνώ του έρωτα, πάλι, το στενό,
ώσπου να πέσει η σκοτεινιά, μια μέρα, του θανάτου,
στενό, βαθύ και θλιβερό, που θα θυμάμαι για καιρό,
τι μου στοιχίζει, στην καρδιά, το ξαναπέρασμά του.

Ας είναι, ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,
στερνό φιλί, πρώτο φιλί, και με λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα το φιλί, που μου το τάξανε πολλοί,
κι όμως δεν μπόρεσε κανείς, ποτέ, να μου το δώσει…

Ίσως, μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας, πάλι, στο βυθό,
και με τη Νύχτα, μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,
αυτό τ’ ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,
σα μια παλιά της οφειλή, να μου το ξαναφέρει!

Το ποίημα δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο ποιητής. Βρισκόταν στα χαρτιά που παρέδωσε ο κληρονόμος τού Λαπαθιώτη στον Άρη Δικταίο, το 1964, για να ετοιμάσει τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του. Καθώς το αντέγραφε ο Δικταίος, πρόσεξε πως υπάρχει ακροστιχίδα, δηλαδή τα πρώτα γράμματα κάθε στίχου σχημάτιζαν το όνομα Κώστας Γκίκας.

Όπως έχουμε ξαναγράψει, ο Κώστας Γκίκας από το Μενίδι ήταν ο μεγάλος έρωτας του Λαπαθιώτη -συνδέονταν ίσως από το 1925 και έως τουλάχιστον το 1937. Το ποίημα γράφτηκε το 1928.

Στο αρχείο Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ δεν υπάρχει το χειρόγραφο του ποιήματος που είδαμε, όμως υπάρχει ένα άλλο ποίημα του Λαπαθιώτη με ακροστιχίδα, που είναι πολύ λιγότερο γνωστό -αξίζει λοιπόν να το δούμε σήμερα.

lap-gluk

 

Είναι γλυκοθλιμμένα τα ματάκια σου
Κι είναι η ψυχή μου τόσο πονεμένη!
Μέσ’ από το γλυκόλαλο χειλάκι σου
Ουράνιο μύρο αγάπης ανασαίνει…

Μακρυά σου τι με νοιάζει αν γλυκοχάραμα
Ροδίζει στα βουνά τα χρυσωμένα;
Αυγούλες κρυσταλλένιες και ολογάλανες
Τα μάτια σου μονάχα είναι για μένα!

Νύχτα και μέρα εγώ διψώ τη μέθη τους,
Είναι η ψυχή μου τόσο πονεμένη
Ολόγλυκα η λαχτάρα μου και η θλίψη μου,
Σαν ίσκιος, μ’ ένα γέλιο σου πεθαίνει!

Υγρά τα μάτια μου είναι από τα κλάματα…
Η νύχτες, τα φεγγάρια τα θλιμμένα,
Η θάλασσα, το φως, τα ροδοσύννεφα
Σιμά σου μοναχά, γλυκό τρελόπαιδο,
Λάμπουν και φέγγουν κι είναι ωραία για μένα!…

Η ακροστιχίδα είναι διπλή, πλεχτή. Οι μονοί στίχοι σχηματίζουν το όνομα ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ και οι ζυγοί το επώνυμο ΚΟΡΤΕΣΗΣ -είναι ο νεαρός από την Ίο με τον οποίο συνδεόταν ο Λαπαθιώτης από το 1906 ως το 1910 περίπου, δηλαδή σε ηλικία 18-22 χρονών.

Να προσέξουμε ότι ο τέταρτος στίχος από το τέλος είναι γραμμένος σύμφωνα την ορθογραφία της εποχής «Η νύχτες», αντί «Οι νύχτες», και δεν μπορούμε να τον εκσυγχρονίσουμε διότι χαλάει την ακροστιχίδα.

lap-nolisΣτην πίσω πλευρά του χαρτιού υπάρχει μια πλεγμένη υπογραφή:

ΝαπολέΩν ΛαπαθιώτΗΣ

Τα πέντε υπερμεγέθη γράμματα που επισκιάζουν τα άλλα τα μικρούτσικα σχηματίζουν το όνομα ΝΩΛΗΣ, που είναι κυκλαδίτικο υποκοριστικό του «Μανώλης» -και τον Γλέζο τον φωνάζουν έτσι στο χωριό του. Τέτοια παιχνίδια με πλεχτές υπογραφές κάνουν και σήμερα θαρρώ τα ερωτευμένα ζευγάρια -εγώ πάντως στον καιρό μου έκανα μερικά πολύ ωραία αλλά δεν τα έχω κρατήσει.

Έβαλα τρία ποιήματα, σειρά σας να βάλετε κι εσείς όσα και όποια σας αρέσουν, σε ελεύθερο ή παραδοσιακό στίχο, μελοποιημένα ή όχι!

 

Posted in χειρόγραφα, Ερωτικά, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 116 Σχόλια »

Πώς γράφετε;

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2016

Προχτές έδωσα μια ομιλία στο Λουξεμβούργο με θέμα τον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, κυρίως εστιάζοντας στη διαδρομή της ζωής του, με απαγγελίες είκοσι ποιημάτων του από δυο φίλες. Δεν είναι βολικό να παρουσιάσω στο ιστολόγιο την ομιλία μου, επειδή ήταν αρκετά εκτενής, και άλλωστε λέει πράγματα γνωστά σε γενικές γραμμές στους εδώ αναγνώστες, θα το κοιτάξω μήπως βάλω κάποια στιγμή το ηχητικό αρχείο ή κάποια αποσπάσματα σε βίντεο.

Ωστόσο, καθώς έφτιαχνα την ομιλία και κοίταζα διάφορα κείμενα του Λαπαθιώτη, πρόσεξα ένα κείμενο γραμμένο δεκαπέντε μέρες πριν από την αυτοκτονία του και δημοσιευμένο μετά τον θάνατό του, στο περιοδικό Ορίζοντες του φίλου του Μάριου Βαϊάνου. Ο Λαπαθιώτης απαντά στο ερώτημα «Πώς γράφετε;» που έθετε το περιοδικό σε διάφορους συγγραφείς (στο προηγούμενο τεύχος υπήρχαν οι απαντήσεις του Σικελιανού και του Ξενόπουλου).

Βρήκα ότι οι απαντήσεις του Λαπαθιώτη έχουν κάποιο ενδιαφέρον και τις παρουσιάζω σήμερα εδώ. Ο Λαπαθιώτης έστειλε στον Βαϊάνο το κείμενό του στις 23 Δεκεμβρίου 1943. Στις 8 Ιανουαρίου 1944 αυτοκτόνησε και στο τεύχος Φεβρουαρίου 1944 των Οριζόντων, που είχε εκτενές αφιέρωμα στο έργο του, με ανέκδοτα (τότε) ποιήματά του, δημοσιεύτηκε και αυτή η προγραμματισμένη από τα πριν απάντησή του στην έρευνα του περιοδικού.

Τη μεταφέρω εδώ μονοτονισμένη και έχοντας (λίγο) εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

Και στο τέλος βάζω και ένα ποίημα (που απαγγέλθηκε και στην προχτεσινή εκδήλωση) από το αρχείο Λαπαθιώτη στο ΕΛΙΑ, για να δούμε πόσο δουλεμένα ήταν μερικές φορές τα χειρόγραφα των ποιημάτων του Λαπαθιώτη.

Απαντήσεις στην έρευνά μας ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΕ;

Και πρώτα-πρώτα, μπορώ απόλυτα να βεβαιώσω, πως δεν εργάστηκα ποτέ μου δίχως κέφι. Λέγοντας «κέφι» εννοώ την ειδική κατάσταση εκείνη, που οι παλιοί ρομαντικοί αποκαλούσαν «έμπνευση», «οίστρον», «εμπνοή» και «θείαν Έξαρση»,— και που δεν εί­ναι, παρά μια συναισθηματική υπερδιέγερση (κάτι αναμεταξύ ενθουσιασμού και νοσταλγίας), εκείνο, ίσα ίσα, που ο λαός αποκαλεί, ίσως επιτυχέστερα, «μεράκι». Χωρίς αυτό δεν έπιασα την πένα, μέχρι σήμερα, —ούτε καν γι’ απλήν αντιγραφή, ούτε και στις δύσκολες σημερινές συνθήκες. Ποτέ δεν έγραψα,— δεν το μπορούσα δηλαδή, ακόμα και να το ’θελα, και πολλές φορές το θέλησα πολύ —ούτε «κατά παραγγελίαν», ούτε «υπό την πίεσιν ανάγκης»… Πρόχειρα, «στο γό­νατο», δεν έγραψα ποτέ μου.

Πρωί, απόγεμα ή βράδυ, μου ήταν αδιάφορο. Αυτό το κέφι, δε λογάριαζε την ώρα. Άλλες φορές, για να το προκαλέσω τεχνητά, προσέφευγα στη μουσική, παίζοντας πιάνο. Και κάποτε αργότερα, και στα ναρκωτικά. Αλλ’ αυτό,— μιλώ για «τότε», πάντα— κατά πολύ μεγάλα διαστήματα. Εργάζομαι αργά, προσεχτικά, ζυγίζοντας τες λέξεις, και δεν προχωρώ, ποτέ, στην παρακάτω φράση, αν, αυτή που έγρα­ψα, δε με ικανοποιεί, με κάποιον τρό­πο. Πολλές φορές, ωστόσο, αφήνω κε­νούς χώρους, για να τους συμπληρώ­σω υστερότερα, όταν θα βρω την πιο καλή μου διατύπωση. Κι όταν την πετύχω μια φορά, έτσι καθώς τη θέ­λω, χαίρομαι σαν το Σκοπευτή, που πετυχαίνει στη σκοποβολή του. Άλ­λοτε, όταν ήμουνα παιδάκι, έκανα τρέλες, σφύριζα, πηδούσα, τραγου­δούσα. Δυστυχώς τώρα, δεν μπορώ να τα κάνω… δεν προσχεδιάζω ποτέ τίποτε: Ό,τι φέρ’ ή ώρα κι η στιγμή. Πολλές Φορές, για μια φράση, που μου άρεσε, είτε για ένα στίχο, —της αρχής, της μέσης ή του τέλους— έ­γραψα ολόκληρο διήγημα, ή ποίημα. Τώρα τελευταία, συνήθιζα πολύ να γράφω όρθιος: έχω φκιάσει ένα όρ­θιο γραφείο, σαν τ’ αναλόγια τα εκκλησιαστικά, ειδικά γι’ αυτή την εργασία. Και τούτο, γιατί βηματίζω πολύ, γράφοντας, και με κουράζει το να σηκωνοκάθομαι, στο συνηθισμένο μου γραφείο.

Ό,τι γράφω, μ’ ενθουσιάζει, μια στιγμή, —αλλά σέ λίγο, γρήγορα (και κάπως πολύ γρήγορα, αλίμονο!) μου φαίνεται ασήμαντο, μηδαμινό, γελοίο… Κι η εντύπωση αυτή μού μένει για καιρό. Πέρασαν χρόνια, κά­ποτε, για να μπορέσω να το δω με μάτια αμερόληπτα, — κι ίσως ποτέ, αυτό το τελευταίο, να μην το κατόρθωσα απόλυτα! Είν’ ένα δυστύχημα για μένα, το να μην εκτιμώ τα όσα γράφω… Αλλά και δε σκίζω ποτέ τί­ποτε : τ’ αφήνω,— και γιατί τ’ αφήνω, τάχα;…

Έχω φυλάξει, έτσι, ένα πλήθος παιδικά χειρόγραφά μου, μόνο και μόνον επειδή λυπήθηκα, από τότε, να τα καταστρέψω… και για τον ίδιο λόγο, κι εξακολουθώ να τα κρατώ. Τίποτε δεν εκτιμώ, — κι ωστόσο, τ’ αγαπώ…

Άλλη μου συνήθεια, για χρόνια, ήταν να σημειώνω σε χαρτάκια, τις νύχτες, που γυρνούσα, —ήμουν, καθώς είναι γνωστό, ο θρυλικός ξενύ­χτης!— ό,τι μου κατέβαινε, —στίχους, σκέψεις, φράσεις— στα συνοικιακά καφενεδάκια, και στα εστιατόρια, όπου μ’ οδηγούσαν κάθε βράδι, τ’ ά­σκοπα, τα πλάνα βήματά μου… Κι απ’ αυτά, ελάχιστα χρησίμεψαν κα­τόπι.

Πρωτόγραψα πολύ μικρός, σε ηλικία εφτά-οχτώ χρονών: είν’ ένα ποί­ημα, —ας το πούμε «ποίημα»!— με πατριωτικό περιεχόμενο, γραμμένο σ’ ένα λεύκωμα μεγάλο, μαζί με ζω­γραφιές, χαλκομανίες, και με διάφορα χρωματιστά μολύβια και κραγιόνια… Κι από τότε… δε σταμάτησα να γράφω! Κι ως τη στιγμήν αυτή, που χαράζω τις γραμμές μου τούτες, εξα­κολουθώ πιστά να γράφω…

Όσοι διαβάζουν, ας με συγχωρή­σουν! Εγώ, ωστόσο, όπως συμβαίνει στις μεγάλες τις αγάπες, που δε μας είναι δυνατόν να ζήσουμε, μήτε μ’ αυτές, μήτε χωρίς αυτές, — δεν το συγχώρησα, ποτέ, στον εαυτό μου! Κι ας ήταν απ’ τις λίγες μου χαρές, μέσ’ στη ζωή…

(23.12.43) ΝΑΠΟΛ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

deprofundis

Δυστυχώς η φωτογραφία κόβει το κάτω κάτω μέρος της σελίδας.

Αν ενδιαφέρεστε να δείτε το τελικό έντυπο αποτέλεσμα, το ποίημα δημοσιεύτηκε στις 15 Μαΐου 1930 στη Νέα Εστία, και αργότερα στην επιλογή του 1939, με αλλαγμένον ή μάλλον μεταφρασμένο τον τίτλο (Εκ βαθέων αντί για De profundis) ως εξής:

Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα,
χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πώς
-χωρίς να ’χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δένει, και ποιος ο σκοπός!

Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί,
ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!

Λυπήσου όλα κείνα που πάνε του κάκου,
γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι’ αυτό!

Λυπήσου κι εκείνα, λυπήσου και μένα,
-και μένα, που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μια λύση, σε πράματα ξένα,
που δεν έχουν, Θε μου, καμιά λογική…

Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,
κι αμέσως η μοίρα μού το ξαναπαίρνει,
κι αμέσως η μοίρα γυρίζει ξανά…

Λυπήσου με, Θε μου, στην απόγνωσή μου,
λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ,
-λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό…

 

Posted in Λαπαθιώτης, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , | 89 Σχόλια »

Μιαν ιστορία χωρίς σκοπό στην επέτειο του Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2016

Το ιστολόγιο κατά βάθος τηρεί τις παραδόσεις, ιδίως εκείνες που έχει θεσπίσει το ίδιο -και μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου μας είναι ότι κάθε χρόνο, στην επέτειο της γέννησης του ποιητή (31 Οκτωβρίου) όπως και στην επέτειο του θανάτου του (8 Ιανουαρίου), είτε ανήμερα είτε την πιο κοντινή Κυριακή, δημοσιεύουμε ένα λαπαθιωτικό άρθρο, συχνά ένα άρθρο στο οποίο παρουσιάζεται κάποιο αθησαύριστο κείμενο του αγαπημένου μου συγγραφέα.

Το σημερινό άρθρο τηρεί την παράδοση, αλλά με μια διαφορά. Ναι μεν παρουσιάζω και σήμερα ένα αθησαύριστο κείμενο του Λαπαθιώτη, όχι όμως (όπως συνήθως) ένα κείμενο που το έχω βρει εγώ. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζω (κοκκινίζοντας, αλλά έτσι μου πρέπει) μια μεγαλοπρεπή γκάφα που είχα κάνει σε προηγούμενο λαπαθιωτικό άρθρο μου.

Συγκεκριμένα, στο περυσινό επετειακό άρθρο είχα αναφερθεί σε μια σειρά πεζοτράγουδα που δημοσίευσε ο Λαπαθιώτης στην εφημερίδα Έθνος το 1923-24, όπου, ανάμεσα σε μεταφρασμένα από τον ίδιο πεζά διαφόρων συγγραφέων, έβαζε και μερικά δικά του πεζά ποιήματα, παρουσιάζοντάς τα τάχα ως μεταφράσεις από το γαλλικό πρωτότυπο του ανύπαρκτου συγγραφέα Montfonon, που θα πει mon faux nom δηλαδή «το πλαστό μου όνομα».

Για το τέχνασμα αυτό του Λαπαθιώτη με τον Montfonon είχε γράψει το 1964 ο Κλέων Παράσχος, σε άρθρο με αναμνήσεις από τον φίλο του τον Λαπαθιώτη: Κάποτε, στην εφημερίδα Έθνος δημοσίευε μεταφράσεις ξένων διηγημάτων. Ο συγγραφέας ενός από τα διηγήματα αυτά ήταν ο… πασίγνωστος Baron Letruc de Monfaunom, δηλαδή ο «Βαρόνος Τοκόλπο του Ψευδονόματός μου». Το διήγημα ήταν του Λαπαθιώτη και είχε επινοήσει ένα συγγραφέα, βαρόνο κιόλας, για να το περάσει για ξένο.

Διαβάζοντας την ανάμνηση του Παράσχου, είχα (προπετώς) υποθέσει ότι ο Παράσχος, γράφοντας σαράντα χρόνια αργότερα από το γεγονός, θυμάται λάθος τις λεπτομέρειες, κι έτσι έγραψα: «Ο ανύπαρκτος συγγραφέας που έπλασε ο Λαπαθιώτης δεν είχε βέβαια το εξωφρενικό όνομα Baron Letruc de Monfaunom, που το λογοπαίγνιό του κάνει μπαμ από τρία μίλια μακριά (ιδίως στη γαλλόφωνη αθηναϊκή διανόηση του μεσοπόλεμου), αλλά το πεζότερο και σεμνότερο Montfonon, χωρίς τίτλο ευγενείας».

Κούνια που με κούναγε! Ο Παράσχος θυμότανε ολόσωστα, αλλά αναφερόταν σε προηγούμενες δημοσιεύσεις του Λαπαθιώτη στο Έθνος, όχι το 1923-24 αλλά το 1919-20, όταν είχε κάνει για πρώτη φορά το ίδιο κόλπο με τον ψεύτικο Γάλλο βαρόνο-συγγραφέα.

Καλά να πάθω. Ο φίλος Τραϊανός Μάνος, σεμνότερος από εμένα, πήρε τοις μετρητοίς την ανάμνηση του Κλ. Παράσχου, έψαξε στο σώμα της εφημ. Έθνος και βρήκε τις παλαιότερες αυτές συνεργασίες του Λαπαθιώτη, και τις παρουσίασε στο τελευταίο τεύχος (τχ. 38, φθινόπωρο 2015) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας. Και βέβαια, ο Λαπαθιώτης είχε τολμήσει να χρησιμοποιήσει το ψευδώνυμο Baron Letruc de Montfonon, σχεδόν όπως το θυμόταν ο Κλ. Παράσχος.

Δεν είναι και τόσο σπάνιο αυτό το είδος φιλολογικής φάρσας, να επινοεί κάποιος έναν ανύπαρκτο ξένο δημιουργό και να του χαρίζει την πατρότητα των δικών του έργων, κι ο ίδιος να εμφανίζεται απλός μεταφραστής τους. Στην Ελλάδα, πρώτος το έκανε ο Θεόδωρος Λασκαρίδης, που το 1920 «μετέφρασε» τα αντιπολεμικά διηγήματα του «διάσημου Βούλγαρου Π. Σλαβέικοφ», και λίγο αργότερα αποκάλυψε πως ήταν δικά του. Μεταπολεμικά, ο Τάσος Παππάς έκανε το ίδιο τέχνασμα, πολύ πιο διάσημο, με τα Τραγούδια του Παθανάρες -του ανύπαρκτου Παθανάρες. (Περισσότερα και για τους δύο, σε παλιό μας άρθρο -και ειδικά για τον Λασκαρίδη δείτε και το Φονικό μοιραίο βόλι, βιβλίο σε δική μου επιμέλεια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , , | 35 Σχόλια »

Οι αμαρτωλοί Μπερντέδες του Ναπ. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2015

Συμπληρώνονται σήμερα 127 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα (ή, τέτοιες μέρες) έχω καθιερώσει τη συνήθεια να δημοσιεύω ένα άρθρο που να φωτίζει μια πτυχή του έργου του ή της ζωής του, συνήθως μαζί με κάποιο αθησαύριστο ή δυσεύρετο κείμενο. Τούτη τη φορά θα κάνω μιαν εξαίρεση -θα δημοσιεύσω κάτι αρκετά γνωστό, έως πασίγνωστο στους λαπαθιωτιστές, αλλά όχι πολύ γνωστό (ελπίζω) στους παραέξω κύκλους. Επίσης, θα το συνδυάσω με μια πρωτότυπη προσφορά.

Να πούμε ότι η σημερινή δημοσίευση αναστατώνει λίγο το πρόγραμμα του ιστολογίου: τα μεζεδάκια αναβάλλονται για αύριο Κυριακή, που κατά σύμπτωση είναι 1η του μηνός, κι έτσι το Μηνολόγιο θα δημοσιευτεί τη Δευτέρα, 2 του μηνός. Αναστάτωση, πράγματι, αλλά τι να κάνουμε -έναν τον είχαμε, έναν αλλά Ναπολέοντα!

Σπεύδω να διευκρινίσω πως το λογοπαίγνιο αυτό δεν μου ανήκει: είναι του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, πατέρα του ποιητή, και συνδέεται με τη σημερινήν ανάρτηση. Λίγη υπομονή.

Το 1910 ο Λαπαθιώτης ήταν 22 χρονών και συμμετείχε σε διάφορες εφήμερες ή πιο σταθερές παρέες νέων λογοτεχνών, μία από τις οποίες ήταν η παρέα γύρω από το περιοδικό Ανεμώνη. Ιδρυτές του περιοδικού ήταν ο Ιούλιος Νάρκισσος (ψευδώνυμο του μετέπειτα πολύ γνωστού αρχαιολόγου Γιάννη Μηλιάδη), οι Κώστας Δελακοβίας, Παύλος Λαμπρινός και Παύλος Φλώρος, και ο Έχτορας (σικ) Άδωνις, ψευδώνυμο που έχει μείνει αταύτιστο απ’ όσο ξέρω. Στην παρέα της Ανεμώνης ανήκε και ο Βίκτωρ Ζήνων, φίλος του Λαπαθιώτη, που τον έχουμε δει να τη μνημονεύει σε επιστολές του.

Γράφει λοιπόν ο Λαπαθιώτης στην αυτοβιογραφία του (Η ζωή μου): «Με είχαν παρακαλέσει και μένα να τους δίνω πού και πού συνεργασία, όπως γίνεται συνήθως. Στο τρίτο φύλλο ή στο τέταρτο -δεν καλοθυμούμαι- έτυχε µια σύµπτωση περίεργη: όλα σχεδόν τα περιεχόµενά του, µηδέ της συνεργασίας του Παλαµά και του Βλαχογιάννη εξαιρουµένων, µιλούσαν γι’ απολαύσεις ή άφηναν υπαινιγµούς για ωραιοπάθειες. Ο Παλαµάς είχε ένα ‘Αµαρτωλό Τραγούδι’!»

Ο Λαπαθιώτης καλούτσικα θυμάται. Το αμαρτωλό τεύχος ήταν διπλό, το αριθ. 3-4/Μάιος-Ιούνιος 1910 και πρέπει να κυκλοφόρησε στα τέλη Μαΐου. Στην πρώτη σελίδα είχε το «Αμαρτωλό Τραγούδι» του Παλαμά και στην τρίτη σελίδα την πέτρα του σκανδάλου, τους περίφημους Μπερντέδες (όπως έγιναν γνωστοί αργότερα):

anemoni

ΚΙ ΕΠΙΝΑ ΜΕΣ’ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΙΑ ΣΟΥ

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι,
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
το γλυκό γλυκό Σου μάτι·

Και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
στο κορμί μου γύρω γύρω,
κι έπινα μέσ’ απ’ τα χείλια Σου,
γλυκιάν άχνα σαν το μύρο·

Και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
γλυκά λόγια, σαν τα μύρα
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι μας
κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι Αγάπη μου, Σε χόρτασα
κι έτσι τη γλυκάδα Σου ήπια
μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα,
στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια,

Κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε
το κορμί σου και το μάτι
κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι…

Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 118 Σχόλια »

Σεπτεμβρίου εορτολόγιο, πριν 125 χρόνια

Posted by sarant στο 2 Σεπτεμβρίου, 2015

rmartyr3Από τον Οκτώβριο πέρσι άρχισα να παρουσιάζω κάθε αρχή του μηνός το Ημερολόγιο του Ρωμηού 1889. Τα ημερολόγια αυτά ήταν ένα πολύ συνηθισμένο είδος εντύπου από το 1880 ως το 1930 περίπου. Κυκλοφορούσαν τον Δεκέμβριο και είχαν το ημερολόγιο της επόμενης χρονιάς, συνήθως με μια σελίδα για κάθε μήνα, διανθισμένο με διάφορες χρήσιμες πληροφορίες και με κάποια στιχουργήματα ή ανέκδοτα. Σταδιακά, προστέθηκε και φιλολογική ύλη, κι έτσι στα επόμενα ημερολόγια το ημερολογιακό στοιχείο είχε περάσει στο περιθώριο ή και απουσίαζε εντελώς -όπως, ας πούμε, στο Ημερολόγιο του Μπουκέτου, που έβγαλε γύρω στα 8 ετήσια τεύχη από το 1925 έως το 1932 (το έχω παρουσιάσει εδώ).

Ημερολόγια τέτοια βγαίνουν ακόμα, πολυσέλιδα και φιλολογικά. Με ένα από αυτά, το Λεσβιακό ημερολόγιο, έχω συνεργαστεί κι εγώ ως εκ πατρός Λέσβιος.

Ο Σουρής, όσο έβγαζε τον Ρωμηό, την έμμετρη εβδομαδιαία εφημερίδα του, έβγαλε και μερικά “Ρωμηού ημερολόγια”, αν και όχι κάθε χρόνο (Στην Ανέμη υπάρχουν τρία ή τέσσερα). Το “Ρωμηού ημερολόγιον με το μαρτυρολόγιον” του 1889, που λογικά θα κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1888.

Γραμμένο ολόκληρο από τον Σουρή (“Εργασία του Σουρή τύποις αδελφών Περρή) είχε 36 σελίδες και απαρτιζόταν μόνο από το έμμετρο και σατιρικό “μαρτυρολόγιο” του κάθε μήνα (“Των μηνών η δωδεκάς / με προσθέσεις μερικάς”), με λίγα σκίτσα από τον σκιτσογράφο του Ρωμηού, χωρίς να έχει καν σελίδες με ημερολόγιο.

Όπως μπορείτε να δείτε, ήταν όλο έμμετρο, από τον τίτλο ίσαμε την αναφορά της τιμής στο οπισθόφυλλο: Εις μεν το εσωτερικόν λεπτά πενήντα η τιμή εις δε το εξωτερικόν εξήντα με προπληρωμή.

Αυτά τα «εορτολογικά-μαρτυρολογικά» άρθρα τα έβαζα άλλοτε την πρώτη του μηνός, ίδια μέρα με το Μηνολόγιο, άλλοτε την επόμενη, όταν δεν προλάβαινα να γράψω κάτι άλλο, όπως συμβαίνει σήμερα. Χρησιμοποιώ χρόνο αόριστο, επειδή με το σημερινό άρθρο τελειώνει ο κύκλος των 12 μηνών (είχαμε αρχίσει τον Οκτώβριο του 2014) οπότε εδώ σταματάει η δημοσίευση του εορτολογίου του Σουρή εκτός αν ανακαλύψω έμμετρα εορτολόγια άλλης χρονιάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εορτολόγιο, Ημερολόγια, Λαπαθιώτης, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , , , | 55 Σχόλια »

Ένα φεγγάρι του Λαπαθιώτη για τη χτεσινή πανσέληνο

Posted by sarant στο 30 Αύγουστος, 2015

Χτες, καθώς γυρνούσαμε από τη Θεσσαλονίκη, αντικρίσαμε ξαφνικά ένα τεράστιο φεγγάρι να κάθεται πάνω στο Καλλίδρομο, και συνειδητοποιήσαμε πως ήταν πανσέληνος -δυο φεγγάρια τον Αύγουστο που έλεγε κι εκείνη η ταινία. Για το φεγγάρι έχουν γραφτεί αμέτρητα ποιήματα και τραγούδια, που σε πιάνει δέος ακόμα και να σκεφτείς πως θα τα ανθολογήσεις, οπότε θα περιορίσω το πεδίο μου στον αγαπημένο μου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Ο Λαπαθιώτης έχει γράψει πολλά ποιήματα για το φεγγάρι, σήμερα όμως θα διαλέξω να παρουσιάσω ένα πεζό του με αυτόν ακριβώς τον τιτλο – Φεγγάρι. Ένα πεζό σχεδόν σαν ποίημα, με τη γνωστή ρυθμική πρόζα του Λαπαθιώτη, που το είχα παρουσιάσει και στον παλιό μου ιστότοπο κι ύστερα το συμπεριέλαβα στον πρώτο τόμο των διηγημάτων του Λαπαθιώτη (Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες). Πρώτη του δημοσίευση, τον Αύγουστο του 1922 στο περιοδικό «Μούσα».

Να πούμε εδώ ότι ενώ το φεγγάρι είναι συχνότατο μοτίβο στα λαπαθιωτικά ποιήματα, όχι σπάνια είναι λυπημένο και χλωμό ή άλλες φορές μάλλον εχθρικό, αλλόκοτο, προκαλεί φόβο: Έν’ αλλόκοτο φεγγάρι, σαν ένα κομμάτι πάγου, / πεθαμένο και στημένο μες στη μέση του πελάγου (Τοπίο χειμωνιάτικο) ή το παράξενο φεγγάρι περπατούσε μυστικά (Μια νύχτα πόθου μαγική) ή ακόμα και τερατώδες: Απόψε πρόβαλε γυμνή, σαν τέρας, η Σελήνη (Εκάτης πάθη). Ωστόσο, στο πεζό που θα παρουσιάσουμε σήμερα, το φεγγάρι μπορεί να είναι πελώριο και παράξενο, αλλά κάνει τη νύχτα απαλότατη και τους ανθρώπους να φαίνονται σχεδόν καλοί καλούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαπαθιώτης, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 83 Σχόλια »

Καβαφισμός και άλλες επιδημίες από την Αίγυπτο

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2015

Το σημερινό κυριακάτικο, άρα φιλολογικό μας άρθρο αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια ενός παλιότερου φιλολογικού άρθρου. Βέβαια, το παλιότερο εκείνο άρθρο δεν δημοσιεύτηκε την περασμένη ή την προπερασμένη Κυριακή αλλά πριν από τριάμισι χρόνια -τι τα θέλετε όμως, αν ο βίος είναι βραχύς, η τέχνη είναι μακρά.

Στο άρθρο που είχα γράψει το 2012 για την τερατώδη γκάφα του (οΘντκ) φιλόλογου κ. Σ. Καργάκου να βγάλει φασίστα τον Καβάφη επειδή σε κάποια παλιά εφημερίδα βρήκε μια πλαστή επιστολή υπέρ του φασιστικού κόμματος που την υπέγραφε ο Καβάφης και άλλοι επιφανείς αλεξαντριανοί, αγνοώντας ότι υπήρξε διάψευση και μη μπορώντας να δει ότι ο Καβάφης με τον Λαγουδάκη δεν θα υπέγραφαν μαζί ούτε έγγραφο διαμαρτυρίας για τα τσουχτερά κοινόχρηστα της οκέλας τους (της πολυκατοικίας δηλαδή), έγραφα και τα εξής: Οι φίλοι του Καβάφη συγκέντρωσαν υπογραφές κάτω από ένα κείμενο διαμαρτυρίας, το οποίο δημοσιεύτηκε ευρέως και στην Αλεξάνδρεια αλλά και στην Αθήνα. Ο Δρ Λάιγξ κατατροπώθηκε, αλλά η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου οι φίλοι του Παλαμά αισθάνθηκαν να απειλείται το είδωλό τους από τον αλεξανδρινό ποιητή. Όχι με μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξαιτίας του επεισοδίου Λαγουδάκη βγήκε το ειδικό καβαφικό τεύχος του περιοδικού Νέα Τέχνη, μορφοποιήθηκε ο πυρήνας των φίλων του Καβάφη στην Αθήνα (Λαπαθιώτης, Βαϊάνος κτλ.) και εδραιώθηκε ο Καβάφης ως το αντίπαλον δέος στον Παλαμά. Όμως το κεφάλαιο αυτό θα μας απασχολήσει σε επόμενο σημείωμα, διότι ήδη έχω γράψει πάρα πολλά.

Βρισκόμαστε στα 1924 και στην ελληνική ποίηση, όπως τουλάχιστον αυτή είναι αντιληπτή στην Αθήνα, κυριαρχεί ο Παλαμάς, αν και ο Καβάφης έχει αρχίσει να ακούγεται. Με αφορμή το επεισόδιο Λαγουδάκη λοιπόν, ο Δημήτρης Ταγκόπουλος, ο εκδότης του ιστορικού Νουμά, της ναυαρχίδας των δημοτικιστών, έγραψε στην εφημερίδα Έθνος, όπου είχε καθημερινή φιλολογική στήλη αλλά και χρονογράφημα, το άρθρο που θα διαβάσετε, με τίτλο «Καβαφισμός». Στο αρνητικότατο για τον Καβάφη άρθρο, που παρομοίαζε με επιδημία τον καβαφισμό, απάντησε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, από τους πρώτους και πιο πιστούς φίλους του Καβάφη στην Αθήνα, με μια μάλλον σύντομη επιστολή του, που την παρουσιάζω επίσης. Οι δυο επιστολές είναι γνωστές στους παροικούντες τη φιλολογικήν Ιερουσαλήμ, αλλά αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Καβαφικά, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 58 Σχόλια »