Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λεξικογραφικά’ Category

Αλτ και αλίμονο σε αμαξιτή οδό – του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2019

Τις προάλλες η φίλη μας η Έφη έδωσε παραπομπή σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του φίλου Χριστόφορου Χαραλαμπάκη στο ηλεπεριοδικό Ο Χάρτης.

Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο είχαμε παρουσιάσει, στις αρχές του χρόνου, το παρθενικό άρθρο του Χ.Χαραλαμπάκη στο πρώτο τεύχος της νέας περιόδου του Χάρτη. Ωστόσο, ο Χάρτης συνέχισε να ηλεκδίδεται, ο δε Χαραλαμπάκης συνεχίζει τα γλωσσικά του άρθρα, που μάλιστα έχουν πάρει τον γενικό τίτλο «Γλωσσολογικά και λεξικογραφικά». Στα άρθρα αυτά, ο κορυφαίος γλωσσολόγος κάνει κάτι πολύ ενδιαφέρον: παρουσιάζει σχολιασμένα τα σχόλια που είχε κάνει ο Στέφανος Κουμανουδης στην περίφημη Συναγωγή νέων λέξεων… πριν από εκατόν τόσα χρόνια.

Πράγματι, ο Κουμανούδης δεν αρκέστηκε στο να καταγράφει ξερά λέξεις που αποδελτίωνε από εφημερίδες και συγγράμματα. Κάθε τόσο, όχι τόσο συχνά που να καταντάνε περισπασμός αλλά αρκετά συχνά ώστε να γίνονται αισθητά, αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο να κάνει γενικότερα γλωσσικά ή κοινωνικά σχόλια. Κάπου έχω μαζέψει μερικές τέτοιες «λεξικογραφικές ανάσες» και σκόπευα να τις κάνω άρθρο. Ο Χαραλαμπάκης κάνει κάτι πιο ουσιαστικό, παίρνει αυτά τα σχόλια ένα προς ένα και με αλφαβητική σειρά και τα σχολιάζει εκτενώς.

Στο προτελευταίο τεύχος του Χάρτη, ο Χ.Χ. δημοσιεύει το έβδομο άρθρο με «Σχόλια στα σχόλια του Στέφανου Κουμανούδη». Το  μεταφέρω εδώ ολόκληρο και στο τέλος επιτρέπω στον εαυτό μου μια διόρθωση στον σοφό φίλο μου.

Σχόλια στα σχόλια του Στέφανου Κουμανούδη (7)

αλήμων ώ. Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος εν τω λεξικώ του της καθ’ ημάς Ελληνικής διαλέκτου, 1835 ούτως έγραψεν το κοινώς παρ’ ημίν γραφόμενον επίρ. αλλοίμονον, κρίνας αυτό παρεφθαρμένον εκ του εν τη Γαλεομαχία «Ιαλέμων ω» του Θεοδώρου Προδρόμου. Ούτω και εν τω Γαλλοελληνικώ λεξικώ του, 1856. – Αλλά πόσους έπεισεν;

*

Με τις τρεις τελευταίες λέξεις ο Κουμανούδης θέτει μια ρητορική ερώτηση η απάντηση της οποίας είναι ασυζητητί «Δεν έπεισε κανένα». Ο Βυζάντιος παραθέτει το παράδειγμα: Αλήμων ω εις εμένα τον ταλαίπωρον! με τα αρχαιοελληνικά ερμηνεύματα Οίμοι τω ταλαιπώρω!, ω τάλας! Στο λήμμα αλλοιμονώτερον, Ακρόπολις, 25 Μαΐου 1889, ο Κουμανούδης επαναλαμβάνει τα όσα γράφει στο αλήμων ω, χωρίς εσωτερική παραπομπή στο λήμμα αυτό. Γνωρίζει, επίσης, τη μη πιθανή ετυμολογία του Ν. Γ. Πολίτη (1898) από το ηλί ηλί, αλίμονο < αλί + μόνον.

 

Η ετυμολογία του επιφωνήματος αλίμονο –αυτή η ορθογράφηση, ως απλούστερη, έχει καθιερωθεί–, με μακρά παράδοση στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας, παραμένει αβέβαιη, όπως δείχνουν οι διαφορετικές ορθογραφικές αναπαραστάσεις της λέξης.[1]
Με βάση τη στατιστική συχνότητα της μηχανής αναζήτησης Google (6 Ιουνίου 2019) παρουσιάζονται οι ακόλουθες μορφές: αλίμονο (459.000 παραδείγματα), αλλοίμονο (109.000), αλοίμονο (36.000), αλλίμονο (7.110), αλήμονο (459), αλλήμονο (160), αλλείμονο (9), αλείμονο (5). Στο Ιστορικό λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, λήμμα αλλοίμονο, με την μη πειστική αναγωγή στο αρχαίο λλ’ οἴμοι, καταγράφονται 35 μορφολογικοί τύποι, όπως αγλοίμονο αϊλοίμονο και αλοίσμονο από την Κρήτη, αλλοί, ναλλοί και ναϊλλοί από τον Πόντο κ.ά. Το αλλοί στην ουσία είναι το αλί (βλ. αλί και τρισαλί), ήδη μεσαιωνικό, το οποίο σε όλα τα λεξικά καταγράφεται ως χωριστό λήμμα. Το επιφώνημα αλλοιμονάκι αναπτύσσεται στο Ιστορικό λεξικό ως αυτόνομο λήμμα, ενώ πρόκειται για ευκαιριακό σχηματισμό που εξυπηρετεί μετρικές ανάγκες.[2] Για τα επώνυμα Αλλοίμονος και Αλλοιμονάκις, με απωσιώπηση των απλούστερων ορθογραφήσεων Αλίμονος και Αλιμονάκης, παραθέτει ενδιαφέροντα στοιχεία ο Δικαίος Βαγιακάκος.[3]

Σχόλιο Ν.Σ.: Για το αλίμονο και την ορθογραφία του έχουμε γράψει και στο ιστολόγιο. Για την υποσημ. 2 έχω μια επισήμανση στο τέλος.

*

αλτ! … Κανονισμός ασκήσεων πεζικού, 1876. – Μιχαήλ Ν. Δαμιράλης εν μεταφράσει του Σαιξπηρείου Άμλετ, 1890. – Ακρόπολις 11 Φεβρουαρίου 1895. – Ηναγκάσθην δυστυχώς να καταχωρίσω εδώ και την ακράτως ξένην ταύτην λέξιν, επειδή λόγιοι την κατεδέχθησαν και την εισήγαγον όχι μόνον εις τον στρατόν ως κέλευσμα, αλλά και άλλως και εις τα ποιήματα. Το στάσου, ή στάσ’, δεν τους ήρεσεν.

*

Ενδιαφέρουσα είναι η υπόρρητη θέση του Κουμανούδη ότι το ξενικό επιφώνημα είναι ανεκτό ως στρατιωτικό κέλευσμα. Πράγματι με τη σημασία αυτή αποτελεί διεθνισμό. Ξεκίνησε ως γερμανισμός: προστακτική halt του ρήματος halten «σταματώ» με επιφωνηματική σημασία. Το ιταλικό alt είναι γνωστό από το 1482. Στη γαλλική, απ’ όπου εισήλθε στη γλώσσα μας, και στην αγγλική ως halt, μαρτυρείται το επιφώνημα halte! ως στρατιωτικός όρος από το 1636. Το Λεξικό Δημητράκου ετυμολογεί το αλτ αόριστα από το γερμανικό halten και το ερμηνεύει με το αρχαϊστικό «στήθι ή στήτε». Τα συνώνυμα «ακίνητος», «σταμάτησε», «στάσου», «στοπ» δεν εναλλάσσονται κατά το δοκούν. Μπορεί να πει κάποιος σε έναν που δεν είναι στρατιώτης αλτ! με την απειλητική σημασία «ακίνητος!» ή χαριεντιζόμενος, δεν ταυτίζεται όμως υφολογικά με το στάσου! Θα ήταν γελοίο να αντικατασταθεί αυτή η προστακτική με το αλτ στο εξαιρετικό λ.χ. στιχούργημα του Άκου Δασκαλόπουλου (1937-1998), μελοποιημένο από τον Μίμη Πλέσσα, Κορίτσι στάσου να σου πω/στάσου λιγάκι./Δεν βλέπεις πόσο σ’ αγαπώ/χελιδονάκι.
Το γαλλικό halte έλαβε μεταφορική σημασία και ταυτίστηκε με το stop: Dire halte à la guerre. (Πείτε στοπ στον πόλεμο). Χρησιμοποιείται, επίσης, σε ελλειπτικές προτάσεις: Halte aux essais nucléaires! (στοπ στις πυρηνικές δοκιμές). Αντίστοιχη σημασιολογική εξέλιξη, έστω και σε περιορισμένη χρήση, παρουσιάζει το αλτ.[4]
Τα μονοσύλλαβα αλτ και στοπ προσφέρονται για προτάσεις-συνθήματα: αλτ (= τέρμα) στη φοροδιαφυγή. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι γραφικές απεικονίσεις: «Διαστ-ΑΛΤ(!)-ικά». Διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 16 του Συντάγματος που απαγορεύει τη σύσταση ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Με σαφή προειδοποίηση να σταματήσει η προσπάθεια κατάργησης του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης.[5]
Αξιοπρόσεκτα είναι και ορισμένα ακρωνύμια τα οποία αποτελούν πια παρελθόν, αφού η γλώσσσα και η κοινωνία αλλάζουν διαρκώς. ΑΛΤ σημαίνει Αποκλειστικές Λωρίδες Ταξί.[6] Κατά τις λεωφορειολωρίδες και τις αποκλειστικές λωρίδες λεωφορείων (ΑΛΛ) σχηματίστηκε ad hoc ένα άτυπο, αλλά υπαρκτό ακρωνύμιο. Το 1998 δημιουργήθηκε η ομάδας της Άμεσης Δράσης «ΑΛΤ» που σημαίνει Αντιμετώπιση Ληστειών Τραπεζών. Μόλις διαλύθηκε η ομάδα, εξαφανίστηκε και το ακρωνύμιο.
Ο Κουμανούδης δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η μικρή αυτή λέξη όχι μόνο θα παγιωνόταν στο στρατιωτικό λεξιλόγιο, αλλά θα αποκτούσε και άλλες χρήσεις.
Από το 1981 μπήκε ένα καινούργιο αλτ στη ζωή μας που έχει σχέση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Λημματογραφήθηκε πρώτη φορά στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών. Πρόκειται για το αμερικανικό alt(ernate key), πλήκτρο που μπορεί να πατηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλο για την εκτέλεση εναλλακτικής λειτουργίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Λαπαθιώτης, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Μεζεδάκια πριν ανοίξουν οι κάλπες

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2019

Ο τίτλος είναι προβλέψιμος αφού αύριο έχουμε εκλογές. Βέβαια, κι άλλες φορές έχω βάλει παρεμφερείς τίτλους στο πολυσυλλεκτικό σαββατιάτικο άρθρο μας, όταν δημοσιεύεται την παραμονή εκλογικής αναμέτρησης -δεν είναι εύκολη η πρωτοτυπία σε τέτοιες συγκυρίες.

Επιπλέον, το σημερινό άρθρο, επειδή χτες ταξίδευα (για να έρθω να ψηφίσω) είναι μικρότερο από τα συνηθισμένα μεζεδοάρθρα μας. Ζητώ συγγνώμη προκαταβολικά.

Και αφού έχουμε αύριο εκλογές, να ξεκινήσω με μια γενική παρατήρηση, ότι σε τούτες τις εκλογές, όπως και στις ευρωεκλογές που προηγήθηκαν, πρόσεξα αρκετούς υποψηφίους να κάνουν λογοπαίγνια με το επώνυμό τους.

Δεν είναι τωρινό το φαινόμενο (θυμάμαι εδώ και τριάντα χρόνια το «Όχι στα σκάνδαλα, ναι στον Σκανδαλάκη) αλλά η εντύπωσή μου είναι πως τώρα τελευταία τα λογοπαικτικά συνθήματα υποψηφίων έχουν πληθύνει.

Στα σχόλια ενός πρόσφατου άρθρου είχαμε δει το αφισάκι με το φοβερό σύνθημα «Κοπάνα το στην Κοπανάκη«, με το οποίο μια υποψήφια βουλεύτρια της ΝΔ από το λεκανοπέδιο ζητάει την ψήφο των συμπολιτών μας, ενώ αριστερά βλέπουμε ένα λογοπαίγνιο υποψήφιου της Πιερίας.

Το βρίσκω κάπως κρύο, για να πω την αμαρτία μου, ιδίως την επισήμανση ότι πρόκειται για αστειάκι, που θυμίζει κάτι ατάλαντους κωμικούς, που κάνουν δυο και τρεις φορές το ίδιο αστείο για να εξασφαλίσουν ότι θα το πιάσει το νοήμον κοινό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιγραφές, Εκλογές, Κύπρος, Λεξικογραφικά, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση | Με ετικέτα: , , , | 207 Σχόλια »

Προσεκτικοί ομιλητές, αυτολογοκρισία και το στοίχημα του Πασκάλ

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2019

Στο σημερινό άρθρο θα επαναλάβουμε εν μέρει ένα παλιότερο, όχι επειδή θέλω να ξεκουραστώ από το μαγγανοπήγαδο της καθημερινής ιστογραφίας αλλά διότι προστέθηκαν νέα στοιχεία στη συζήτηση.

Στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια ανέκυψε χτες, για πέμπτη ή δέκατη φορά, το… ακανθώδες ερώτημα αν «το σωστό» είναι να λέμε «αυτό αφορά τον τάδε» ή «αυτό αφορά στον τάδε». Έτσι γίνεται όταν συζητάμε στα ιστολόγια, τα φόρουμ και τα κοινωνικά μέσα, αφού το κοινό που απαρτίζει την ομήγυρη ανανεώνεται και μεταβάλλεται κι έτσι τα ίδια ερωτήματα, παρόλο που έχουν συζητηθεί ήδη, τίθενται ξανά και ξανά.

Το θέμα το έχουμε συζητήσει και εδώ, στο ιστολόγιο -και ως απάντηση στην ερώτηση παρέθεσα το περσινό μας άρθρο.

Μια φίλη, που είναι μάχιμη φιλόλογος, σχολίασε ως εξής:

Συμφωνώ απολύτως με την απρόθετη χρήση – και επίσης ταιριάζει περισσότερο στο γλωσσικό μου αισθητήριο. Αλλά έχω το εξής πρόβλημα: κρίνομαι ως φιλόλογος και στο μυαλό πολλών, αν με ακούσουν να λέω «αφορά το», θα χαρακτηριστώ αστοιχείωτη. Αυτό με «υποχρεώνει» να χρησιμοποιώ το «αφορά στο», ώστε να είμαι «σωστή» σε κάθε περίπτωση.

Και συνόδεψε το σχόλιό της με μια λυπημένη φατσούλα 😦 για να δείξει ότι δεν το κάνει με χαρά της αυτό.

Η φίλη μας δηλαδή παραδέχτηκε ότι ενώ εκείνη θεωρεί σωστή και στρωτή τη σύνταξη «αυτό αφορά την τάξη μας», επειδή είναι φιλόλογος και φοβάται μήπως άλλοι (γονείς μαθητών; συνάδελφοι; ο διευθυντής;) τη χαρακτηρίσουν αστοιχείωτη, εξαναγκάζεται να χρησιμοποιεί τη σύνταξη «αυτό αφορά στην τάξη μας» για να έχει τα νώτα της καλυμμένα (αυτήν ακριβώς τη διατύπωση χρησιμοποίησε στη συνέχεια της συζήτησης.

Το βρίσκω ανθρώπινο από μέρους της αλλά εξοργιστικό που αναγκάζεται σε μια τέτοια γλωσσική αυτολογοκρισία και στρέβλωση.

Της έγραψα: Αχ, σας καταλαβαίνω, αλλά είναι σωστό να κάνουμε το χατίρι των ηλιθίων; (Διότι ηλίθιος είναι όποιος κακοχαρακτηρίσει φιλόλογο επειδή γράφει «αφορά το τάδε θέμα» αντί για «αφορά στο τάδε θέμα»).

Τη δική μου θέση την ξέρετε. Θεωρώ εξίσου αποδεκτούς τους δύο τύπους και προσωπικά χρησιμοποιώ τον απρόθετο («αφορά το») πάντοτε. Άλλοι (λιγότεροι προς το παρόν) χρησιμοποιούν πάντοτε τον εμπρόθετο τύπο, κάποιοι χρησιμοποιούν πότε τον ένα και πότε τον άλλον ενώ κάποιοι κάνουν και διάκριση ανάλογα με τις σημασίες του ρήματος.

Το βέβαιο είναι ότι πριν από 25 χρόνια ο απρόθετος τύπος (αφορά το) ήταν ακόμα πιο συχνός απ’ό,τι είναι σήμερα. Την αύξηση της χρήσης του εμπρόθετου τύπου μπορούμε να την αποδώσουμε σε σημαντικό βαθμό στο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη.

Στο λεξικό αυτό, σημειώνεται, σε ειδικό πλαίσιο και με μαύρα στοιχεία:

Η χρήση αφορά σε είναι λογιότερη και πιο προσεγμένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Επαναλήψεις, Εκπαίδευση, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , | 90 Σχόλια »

Σαν οδοστρωτήρας

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2019

Βρισκόμαστε και επίσημα σε προεκλογική περίοδο, οπότε το ιστολόγιο δεν μπορεί να μείνει αδιάφορο -θα σχολιάζει την κίνηση, ας πούμε πολιτικολεξιλογώντας.

Τις δυο-τρεις τελευταίες μέρες, η λέξη που βρέθηκε κάτω από τους προβολείς της επικαιρότητας, και αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, ήταν η λέξη «οδοστρωτήρας».

Στα κοινωνικά μέσα κυκλοφόρησε ένα βίντεο με αποσπάσματα από τη συνάντηση του Κ. Μητσοτάκη με επιχειρηματίες στην Κω.

Παρουσιάζεται λοιπόν ένας επιχειρηματίας, προφανώς από τον κλάδο του τουρισμού, ο οποίος ακούγεται να λέει:

Για να τελειώνουμε. Εφταήμερο εργασίας. Όχι αυτός ο εκβιασμός που γίνεται από τους ελέγχους εδώ πέρα, και όχι εξαήμερο, εφταήμερο. Άρα απαιτούμε να γίνει πιο εύκολα, πιο ευέλικτο το θέμα των εφτά ημερών, και όχι να επικρέμεται η σπάθη… έλεγχος έλεγχος και πρόστιμο.

Και ύστερα ο Κ. Μητσοτάκης λέει:

Μιλάμε για την ανάγκη να σαρώσουμε στην κυριολεξία ως οδοστρωτήρες τα εμπόδια τα οποία σήμερα κρατούνε δέσμια την ελληνική επιχειρηματικότητα.

Και το βιντεάκι τελειώνει με χαιρετισμούς και χειροκροτήματα.

Μονταζιέρα! διαμαρτυρήθηκαν από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και ο ιστότοπος EllinikaHoaxes επιβεβαίωσε το προφανές, ότι το βίντεο ήταν μονταρισμένο παρουσιάζοντας ταυτόχρονα το πλήρες βίντεο της συνάντησης.

Μονταρισμένο θα ήταν σίγουρα το βίντεο, αφού η συνάντηση διάρκεσε πάνω από μια ώρα, ενώ το συγκεκριμένο απόσπασμα διαρκεί δυο λεπτά. Μονταρισμένο επίσης, διότι δίνει στον θεατή την εντύπωση ότι ο κ. Μητσοτάκης απαντά απευθείας στον επιχειρηματία, ενώ στην πραγματικότητα δεν έγινε διάλογος ενός προς έναν. Οι παρευρισκόμενοι διατύπωσαν, ο ένας μετά τον άλλον, τις απόψεις τους και τα αιτήματά τους, και ο κ. Μητσοτάκης έδωσε απαντήσεις συνολικά.

Επομένως, δεν είναι σαφές αν στα «εμπόδια που κρατούν δέσμια την επιχειρηματικότητα» συγκαταλέγεται και η απαλλαγή από τους «εκβιασμούς» των ελέγχων τήρησης της εργατικής νομοθεσίας. Ωστοσο, την επόμενη μέρα ο Κ. Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στους Ιορδάνη Χασαπόπουλο και Γιάννη Σαραντάκο (απλή συνωνυμία, ας διευκρινίσω) ξεκαθάρισε ότι «θα έρθουμε σαν οδοστρωτήρας για να σαρώσουμε τα εμπόδια που σήμερα κρατάνε πίσω τις επενδύσεις» και όχι τα κοινωνικά δικαιώματα.

Ο οδοστρωτήρας είναι βέβαια το γνωστό μηχάνημα που χρησιμοποιείται στην οδοποιία, με τον μεγάλο μεταλλικό κύλινδρο που χρησιμεύει για να συμπιέζει και να ισοπεδώνει το οδόστρωμα ώστε η επίπεδη πλέον επιφάνεια να μπορεί να στρωθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in παρατσούκλια, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Επικαιρότητα, Εργατικά, Εκλογές, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 166 Σχόλια »

Το αφήγημα του κ. Μπαμπινιώτη

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2019

Ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης δημοσίευσε πρόσφατα στον ιστότοπό του, αλλά και στην προσωπική σελίδα του στο Φέισμπουκ, ένα σχετικά σύντομο σχόλιο για τη λέξη «αφήγημα». Το παραθέτω ολόκληρο:

Όχι άλλα αφηγήματα!

Το αφήγημα (από το αφηγούμαι) «η έκθεση ή εξιστόρηση πραγματικών ή φανταστικών γεγονότων σε γραπτό συνήθ. λόγο» (ορισμός στο λεξικό μου) έφτασε να γίνει «ψωμοτύρι» στη γλώσσα των ασχολουμένων με την πολιτική (πολιτικών, δημοσιογράφων, πολιτειολόγων, αναλυτών κ.ά.). Χρησιμοποιείται με τις σημασίες «θέση, απόψεις, ισχυρισμός, λεγόμενα/λεχθέντα κ.λπ.» συνήθως με αρνητική χροιά, στο πλαίσιο μιας χρήσιμης (και επιδιωκόμενης συχνά) πολυσημίας που την περιβάλλουν μια αχλύς αοριστίας και μια αίγλη δήθεν γλωσσικής κουλτούρας.

Οι νεολογισμοί δεν βλάπτουν (στη γλώσσα χρησιμοποιούνται νεολογισμοί) αλλά υπάρχουν και «όρια χρήσεως» μιας λέξης ως νεολογισμού, ώστε να μη περιπίπτει σε λέξη-φάντασμα, κενή δηλωτικότητας με οιονεί κρυπτική περιβολή.

Ο κ. Μπαμπινιώτης δεν είναι απλώς ο πιο προβεβλημένος γλωσσολόγος μας, είναι επίσης ο υπεύθυνος του πιο καλοπουλημένου λεξικού μας, οπότε οι γνώμες του, ειδικά για λεξικογραφικά θέματα, πάντοτε αξίζουν προσοχή. Εδώ φαίνεται να θεωρεί καταχρηστική την επέκταση της σημασίας της λέξης «αφήγημα» στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο, μιας σημασίας που δεν την έχει καταγράψει στο λεξικό του.

Παρόλο που υποστηρίζει πως οι νεολογισμοί δεν βλάπτουν, όμως, δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Μπαμπινιώτης κατακεραυνώνει νεολογισμούς -ή, τέλος πάντων, όρους που ο ίδιος θεωρεί νεολογισμούς. Θα θυμάστε ότι πριν από μερικά χρόνια είχε ξεσπαθώσει ενάντια στον «παραπλανητικό», όπως αν θυμάμαι καλά τον έλεγε, όρο «γενόσημα» (κάτι αναφέρω στο τέλος του άρθρου αυτού) ενώ πολύ πρόσφατα είχε σχεδόν χλευάσει τη χρήση της λέξης «απεύθυνση«. Άλλες φορές βέβαια καμαρώνει (και με το δίκιο του) για πετυχημένους νεολογισμούς που ο ίδιος έχει εισηγηθεί πολυμέσα, ας πούμε), οπότε ίσως να ενοχλείται μόνο από νεολογισμούς που δεν έχει προτείνει ο ίδιος.

Θα συμφωνήσουμε σε ένα πράγμα με τον κ. Μπαμπινιώτη. Ότι στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο είναι πολύ συχνή η χρήση της λ. «αφήγημα» με αυτή τη νεότερη σημασία. Γκουγκλίζοντας τη λέξη, βρίσκω, ας πούμε ότι τις τελευταίες μέρες ο αντιπολιτευόμενος Τύπος ανέφερε ότι η κυβέρνηση «αναζητεί ισχυρό πολιτικό αφήγημα» ενόψει των εκλογών ενώ ο υπουργός Ν. Παππάς υποστήριξε ότι η Νέα Δημοκρατία και ο φιλικός της Τύπος «χτίζουν το αφήγημα που θα δικαιολογεί την επιβολή τέταρτου μνημονίου».

Ωστόσο, η συμφωνία μου με τον κ. Μπαμπινιώτη σταματάει εδώ. Στα υπόλοιπα διαφωνώ, και στο ύφος και επί της ουσίας.

Καταρχάς, στο σύντομο σημείωμά του ο κ. Μπ. δεν δείχνει μεγάλη λεξικογραφική επιμέλεια. Το «αφήγημα» με την έννοια που χρησιμοποιείται στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο δεν σημαίνει γενικώς και αορίστως «θέση, απόψεις, ισχυρισμός, λεγόμενα/λεχθέντα κ.λπ.» όπως γράφει.

Για αντιδιαστολή, ιδού πώς πραγματεύεται το ΜΗΛΝΕΓ, το ηλεκτρονικό λεξικό των εκδόσεων Πατάκη, τη δεύτερη σημασία της λέξης «αφήγημα»:

2) (στη σύγχρονη γλώσσα των πολιτικών και δημοσιογράφων)

Παρουσίαση της πραγματικότητας κατά μία ορισμένη εκδοχή, ερμηνεία είτε υπόθεση, εικασία, σενάριο σχετικά με μελλοντικές εξελίξεις

Κατέρρευσε το αφήγημα για την οικονομία
Χρειάζεται ένα νέο και πειστικό αφήγημα
Μου φαίνεται ότι ο ορισμός είναι εύστοχος και δεν νομίζω πως στις παραπάνω φράσεις υπάρχει «αχλύς αοριστίας» ή ότι η λέξη είναι «κενή δηλωτικότητας».
Όπως σημειώνει και το ΜΗΛΝΕΓ, η σημασία αυτή είναι μεταφραστικό σημασιολογικό δάνειο από το αγγλικό narrative. Με τον ορισμό του Merriam-Webster:
: a way of presenting or understanding a situation or series of events that reflects and promotes a particular point of view or set of values
The rise of the Tea Party and the weakness of the Obama economy have fueled a Republican narrative about Big Government as a threat to liberty
Βλέπουμε, θαρρώ, ποια είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο «αφήγημα» και σε «θέση, απόψεις, ισχυρισμούς». Το αφήγημα είναι ένας υποκειμενικός τρόπος παρουσίασης μιας κατάστασης. Τα γεγονότα που το απαρτίζουν είναι πραγματικά, αλλά το αφήγημα επιλέγει να φωτίσει κάποιες σχέσεις ανάμεσά τους και να αποσιωπήσει κάποιες άλλες, κατά τρόπο που να προωθεί την άποψη του πομπού του.
Πότε μπήκε στη γλώσσα μας το αφήγημα με αυτή τη σημασία; Ευτυχώς που έχουμε τα γλωσσικά φόρουμ -οι λεξικογράφοι θα πρέπει να τους είναι ευγνώμονες- και ειδικότερα τη Λεξιλογία κι έτσι μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις πρώτες συζητήσεις για τον νεολογισμό. Στις αρχές του 2011 καταγράφεται αγανακτισμένο άρθρο του Λ. Παπαδόπουλου στα Νέα για την κατάχρηση της λέξης «αφήγηση». Πράγματι, στην αρχή άλλοι έλεγαν «αφήγηση» και άλλοι «αφήγημα». Τελικά επικράτησε το «αφήγημα» και το 2012 ο Ν. Λίγγρης σημειώνει σε νέο σημείωμα:

Στον παλιότερο τίτλο του Βήματος («Το νέο αφήγημα του Γιώργου») ή τον πιο πρόσφατο («Για ένα νέο εθνικό αφήγημα») ή στο χρυσοχοΐδειο «Γυρίζουμε σελίδα γράφοντας ένα νέο αναπτυξιακό αφήγημα» (αυτό που σήμερα αφηγείται ο κ. Χατζηδάκης) έχουμε μια σημασία του αφηγήματος που δεν θα βρείτε στα ελληνικά λεξικά. Αλλά και στα αγγλικά λεξικά δύσκολα θα βρείτε κάτι για το αντίστοιχο αγγλικό narrative. Η έρευνα έβγαλε μόνο ένα εύρημα στο ODE:

a representation of a particular situation or process in such a way as to reflect or conform to an overarching set of aims or values: the coalition’s carefully constructed narrative about its sensitivity to recession victims

Και ο Λίγγρης, που το ερεύνησε, βρίσκει μια από τις πρώτες ανευρέσεις της λέξης στα πρακτικά της Βουλής το 2004 (από τον βουλευτή Δημήτρη Γαλαμάτη):

Αγαπητοί συνάδελφοι, κλείνοντας με αυτές τις δύο επισημάνσεις, θα ήθελα να υπογραμμίσω πως η Κυβέρνηση Καραμανλή με σίγουρα και σταθερά βήματα σκιαγραφεί ένα νέο αφήγημα για τον τόπο μας. Ένα νέο αφήγημα για το οποίο λαχταρά ο ελληνικός λαός και το απέδειξε στις εκλογές του Μαρτίου, στις ευρωεκλογές, το αποδεικνύει και στις τελευταίες μετρήσεις της κοινής γνώμης. Ένα νέο αφήγημα για τις γενιές που έρχονται, που αφορά μια Ελλάδα με δυνατούς πολιτικούς, χωρίς δεσμεύσεις και εξαρτήσεις, που φέρουν οι ίδιοι την ευθύνη της απόφασης, μια Ελλάδα με ανάπτυξη παντού και για όλους, μια πατρίδα που να παράγει και να δημιουργεί, που να κερδίζει το στοίχημα του ανταγωνισμού και να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά.

Ο Λίγγρης έχει καταγράψει και μια από τις πρώτες ενστάσεις για την κατάχρηση της νέας σημασίας, από τον φίλο Παντελή Μπουκάλα το 2010:

Μια χαρά λέξη είναι το αφήγημα, στον οικείο του τόπο εννοείται. Πάει να γίνει της μόδας ωστόσο η χρήση του (να, και η κ. Διαμαντοπούλου δήλωσε ότι «το ΠΑΣΟΚ έχει αφήγημα για τη χώρα»). Κι αν η παραγωγή μιμητών συνεχιστεί αμείωτη, στο τέλος θα διστάζουμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη ακόμα κι εκεί που είναι αναντικατάστατη, στην κριτική της λογοτεχνίας ή στην ιστοριογραφία (απ’ όπου υποθέτω ότι αντλήθηκε, αν δεν αποτελεί αυτόματη μετάφραση του αγγλικού «story»). Το καινούργιο κοσκινάκι, το «αφήγημα», ίσως έρχεται να πάρει τη θέση του παλιού, της «φιλοσοφίας», που το έφθειρε η κατάχρηση. Για χρόνια άκουγες να μιλούν για τη «φιλοσοφία» τους τόσοι Αριστοτέληδες, Πλάτωνες, Επίκουροι και Επίκτητοι (πολιτικοί, σκηνοθέτες, προπονητές, τραγουδιστές, ποινικολόγοι, δημοσιογράφοι κ.ο.κ.) ώστε κατέληγες να πιστεύεις ότι η μετεμψύχωση είναι γεγονός.

Ελπίζω να μην σας κούρασα πολύ με αυτή την εκτενή επισκόπηση. Είδαμε νομίζω ότι το αφήγημα με αυτή τη σημασία δεν είναι μια παροδική λέξη του συρμού αφού μετράει τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια χρήσης, αν και αναμφισβήτητα έχει γίνει κλισέ. Σε μερικά χρόνια, κατά πάσα πιθανότητα θα πάψει να είναι κλισέ αλλά θα τολμήσω (παρά τα όσα έχω πει για την επισφάλεια των προβλέψεων σε θέματα γλώσσας) να διατυπώσω την πρόβλεψη ότι η σημασία έχει έρθει για να μείνει, ότι δεν θα πάψει να χρησιμοποιείται ακόμα κι όταν πάψει να είναι κλισέ.

Όπως είδαμε, κι άλλοι είχαν εκφράσει πριν από τον κ. Μπαμπινιώτη, την ενόχλησή τους για την κατάχρηση της λέξης «αφήγημα» στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο. Πρέπει όμως να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα: άλλο είναι η ενόχληση που νιώθουμε όταν ακούμε να χρησιμοποιείται κατά κόρον μια λέξη (ή μια φράση), να γίνεται της μόδας, να γίνεται κλισέ, σαν το αφήγημα, το διακύβευμα, τη φιλοσοφία, το ύφος και το ήθος, τον πολιτικό πολιτισμό μας και άλλα πολλά (κάποτε πρέπει να βάλουμε ένα άρθρο για να μαζέψουμε τις κλισεδούρες της νέας εσοδείας) και άλλο είναι η διαφωνία με τη χρήση του όρου συνολικά.

Το βρίσκω θεμιτό να ενοχλείται κανείς από τον συρμό και από την συχνή επανάληψη ενός κλισέ, επανάληψη που οφείλεται είτε στην τεμπελιά του συντάκτη που δεν θέλει να κουράσει το μυαλό του και παίρνει έτοιμες λύσεις από το ράφι με τα κλισέ, είτε και στην επιθυμία του να εντυπωσιάσει, να δείξει ότι ανήκει κι αυτός στο κλαμπ των εκλεκτών που χρησιμοποιούν τους όρους της μόδας. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει πως είναι αποδοκιμαστέα συνολικά (και πώς θα μπορούσε να είναι;) η χρήση της λέξης.

Κι έπειτα, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως η χρήση της λέξης είναι απόλυτα λανθασμένη (βάλτε εισαγωγικά εδώ), αυτά τα πράγματα πρέπει να τα σκοτώνεις όσο είναι μικρά, που λέει και το ανέκδοτο. Το 2010 είχε νόημα να διαμαρτύρεται κανείς για την επέκταση της σημασίας της λ. «αφήγημα». Δέκα χρόνια μετά, είναι μάταιο, η σημασία έχει πια καθιερωθεί -διότι η γλώσσα δεν υπακούει σε εκκλήσεις προσωπικοτήτων, είναι πράγμα κομμουνιστικό και διαμορφώνεται από κοινού απ’ όλους μας.

Και θα κλείσω με μια παρατήρηση που την έχω διατυπώσει ξανά και την επαναλαμβάνω εδώ κοπιπαστηδόν. Πολλοί, και ανάμεσά τους και ο κ. Μπαμπινιώτης, έχουν κατ’ επανάληψη θρηνήσει για την υποτιθεμενη «λεξιπενία», τη νόσο από την οποία δήθεν πάσχουν οι νεότεροι ιδίως ομιλητές της γλώσσας μας. Αναρωτιέμαι αν συμβιβάζεται ο θρήνος για τη λεξιπενία με την αποδοκιμασία των νεολογισμών -που δεν είναι ίδιον του κ. Μπαμπινιώτη μόνο, αφού χαρακτηρίζει πολλούς γλωσσανησυχούντες σχολιαστές οι οποίοι γεμίζουν τις στήλες αναγνωστών της Καθημερινής και διαμαρτύρονται, ο ένας για τον όρο «δημοφιλία», ο αλλος για τον όρο «γενόσημα», ο τρίτος ο καλύτερος για την απεύθυνση, ο διπλανός για το «διακύβευμα», ο παραδιπλανός για τη «γυναικοκτονία» και ο στερνός για το «αφήγημα».

Βέβαια, για τον κ. Μπαμπινιώτη οι λόγοι είναι και πολιτικοί. Πολύ πρόσφατα, όταν απέρριπτε την εντελώς υπαρκτή και από δεκαετίες πολλές καθιερωμένη λέξη «απεύθυνση» είχε ειρωνευτεί το «λεξιλόγιο τής αριστερής διανόησης με την τάση της προς νεολογισμούς και καινολεξίες (που ενίοτε καταλήγουν σε κενολεξίες)». Και είναι θλιβερό που, εδώ και αρκετό καιρό, έχει υποτάξει την επιστημονική του ακεραιότητα στις πολιτικές του θέσεις ή βλέψεις.

Προσθήκη: Στο σχόλιο 96 διευκρινίζεται ότι στη νέα έκδοση του ΛΝΕΓ (Λεξικού Μπαμπινιώτη) θα προστεθεί δεύτερη σημασία στο λήμμα αφήγημα (δείτε το σχόλιο).

Posted in Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , | 185 Σχόλια »

Ο Κρίμωνας και το παιδί του Βαθυκλή (μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2019

Εδώ και λίγο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το έκτο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων.

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύεται δέκα μόλις μέρες μετά το προηγούμενο, ενώ ως τώρα η συχνότητα ήταν περίπου μηνιαία. Αυτό γίνεται για δικούς μου τεχνικούς λόγους αλλά και επειδή η συχνότητα δημοσίευσης των συνεργασιών του ΝΝ θα πυκνώσει έτσι κι αλλιώς.

Επίσης έχει κάποιο γούστο, τρεις μέρες πριν από μια σημαντική εκλογική αναμέτρηση, η οποία κιόλας δεν με αφηνει καθόλου αδιάφορο, όπως ξέρετε, να δημοσιεύει το ιστολόγιο όσα ίχνη έχουν απομείνει από μια ιστορία που διαδραματίστηκε πριν από 2700 και βάλε χρόνια!

Τέλος, οφείλω να προειδοποιήσω ότι το σημερινό άρθρο έχει θέμα φιλολογικό μεν άσεμνο δε. Η αρχική δημοσίευση του άρθρου στα αγγλικά είχε γίνει εδώ.

 

Με ρώτησαν στην Κβόρα να δώσω κάποιο ενδιαφέρον παράδειγμα της αρχαιοελληνικής καθομιλουμένης.

Το παράδειγμα που έδωσα, εγώ τουλάχιστον το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον, για πολλαπλούς λόγους. Και έχει και σχέση με προηγούμενη απάντηση που αναδημοσιεύτηκε σε τούτο εδώ το ιστολόγιο, το Πώς χαντάκωσα τα Παμφυλιακά.

Η ενασχόλησή μου με τα αρχαϊκά γράμματα της ελληνικής άρχισε όταν συγκρότησα κατάλογο στοιχείων στα κείμενα του TLG, όπου δούλεψα για 17 χρόνια· συνεχίστηκε με ιστότοπο που έγραψα το 2003, όπου μάζεψα όσα βρήκα· και κατέληξε στις προτάσεις για νέα γράμματα για την Unicode, που βγήκαν το 2008, και που τα περιέγραψα στο άρθρο για τα Παμφυλιακά. Ένα από αυτά ήταν το hήτα <ͱ>, το γράμμα που συμβατικά αποδίδει το Η όταν αντιπροσώπευε δασεία και όχι φωνήεν.

Το παράδειγμα που αναφέρω σήμερα της αρχαιοελληνικής καθομιλουμένης, είναι μια έμμετρη επιγραφή που την πετυχαίνει αργά ή γρήγορα όποιος ασχολείται με την ιστορία του ελληνικού αλφαβήτου. Πρόκειται για έμμετρο γκραφίτι που ανακαλύφθηκε το 1898, κοντά στο γυμνάσιο της Θήρας (Inscriptiones Graecae xii 3.537 = Iambica Adespota 29Aa). Η επιγραφή χρονολογείται από τα τέλη του ηʹ π.Χ. αι., δηλαδή ούτε αιώνα αφού οι Έλληνες υιοθέτησαν το αλφάβητο. Και γι’ αυτό το λόγο η επιγραφή χρησιμοποιεί ιδιαίτερα αρχαϊκή μορφή του. Δεν είναι μόνο ότι του λείπει το ωμέγα και το ήτα ως φωνήεν —αυτό συνέβαινε σε όλες τις παραλλαγές του αλφαβήτου έξω από την Ιωνία. Του λείπει ακόμα και το <φ>. Τον φθόγγο αυτό η επιγραφή τον γράφει ως ΠΗ, δηλαδή όπως ακριβώς τον έγραψαν οι Ρωμαίοι ως ph.

(Για να μην τα χάσουμε εντελώς, θα τον γράψω με το στοιχείο που λανσάρσισα στην Γιούνικοντ: <πͱ>>.)

Η Anne Jeffery αντέγραψε την επιγραφή ως εξής:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Αθυροστομίες, Λεξικογραφικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 209 Σχόλια »

Κορεκτίλα, μια λέξη που αντιπαθώ

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2019

Μια λέξη σχετικά καινούργια, μια λέξη στην οποία θ’ αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο.

Μια λέξη που δεν την έχουν τα γενικά λεξικά μας, ούτε καν το ηλεκτρονικό και υπό κατασκευή ΜΗΛΝΕΓ, ίσως δίκαια, αφού είναι καινούργια. Την έχει ομως, από το 2011, το slang.gr. Άρα είναι λέξη της αργκό; Πιο πολύ της καθομιλουμένης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα έλεγα -αλλά αν αναδιφήσετε τα σώματα κειμένων (λέγε με γκουγκ) θα τη δείτε να χρησιμοποιείται και σε εφημερίδες, και σε δηλώσεις πολιτικών -άρα, δεν είναι αργκό με την κλασική έννοια της λέξης.

Τι είναι κορεκτίλα; Θα προσπαθήσω να δώσω έναν ορισμό. Θα έλεγα πως κορεκτίλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για αυτό που λέμε «πολιτική ορθότητα», αν και κάποιοι θα έλεγαν πως είναι η υπερβολική ή άτεγκτη τήρηση των επιταγών της πολιτικής ορθότητας.

Ο όρος είναι ξεκάθαρα μειωτικός, άλλωστε η χρήση του επιθήματος -ίλα σχεδόν αναπόδραστα δίνει αρνητική χροιά. Ακόμα κι όταν δεν πρόκειται για μια δυσάρεστη οσμή (ιδρωτίλα, ποδαρίλα, τσιγαρίλα) ή κατάσταση (σαπίλα), οι λέξεις σε -ίλα έχουν σημασία αρνητική. Όταν λέμε «ασπρίλα» δεν εννοούμε απλώς ότι κάτι είναι άσπρο -λέμε ότι είναι άσπρο ενώ δεν θα έπρεπε να είναι· αν θέλαμε να το περιγράψουμε ουδέτερα θα λέγαμε «ασπράδα», αν θέλαμε να το παινέψουμε θα λέγαμε «λευκότητα»· η ασπρίλα δεν μπορεί παρά νάναι αρνητική. Παρομοίως, όταν λέμε π.χ. «τυρίλα» δεν εννοούμε την ευχάριστη ή τη γαργαλιστική μυρωδιά του τυριού -εννοούμε τη βαριά, ενοχλητική, υπερβολική μυρωδιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Πολιτική ορθότητα | Με ετικέτα: , , , | 220 Σχόλια »

Έφτασε στο νυν και αεί

Posted by sarant στο 23 Απρίλιος, 2019

Καθώς μπήκε η Μεγαλοβδομάδα, ταιριάζει ένα άρθρο σαν το σημερινό, παρόλο που δεν συνδέεται άμεσα με την ειδικώς πασχαλινή φρασεολογία. Όπως όμως θα δείτε πιο κάτω, υπάρχει και κάποια σχέση με την επικαιρότητα.

Νυν και αεί θα πει «τώρα και πάντοτε», είναι φράση στερεότυπη που την ξέρουμε από την εκκλησία. Την ξέρουμε και για έναν ακόμα λόγο, τουλάχιστον οι της γενιάς μου, καθώς αποτελεί τον τίτλο ενός από τους πιο σημαντικούς δίσκους του έντεχνου τραγουδιού -εννοώ βέβαια το Νυν και αεί του Σταύρου Ξαρχάκου και του Νίκου Γκάτσου, με τη Βίκη Μοσχολιού και τον Νίκο Δημητράτο, έναν δίσκο του 1975 αν δεν κάνω λάθος, που τον είχαμε συζητήσει και παλιότερα στο ιστολόγιο, με αφορμή τη μυστηριώδη λιόστρα.

Το «νυν και αεί» υπάρχει και στη φρασεολογία μας. Λέμε λοιπόν «φτάνω στο νυν και αεί» εννοώντας, όπως λέει το λεξικό, εξαντλούμαι τελείως, φτάνω στο τέλος: H υπομονή μου έφτασε στο νυν και αεί. Δεν αντέχω άλλο, έφτασα στο νυν και αεί.

Τα ίδια περίπου βρίσκουμε και στα άλλα λεξικά, τόσο γενικά όσο και ειδικά, όπως το Λεξικό της λαϊκής και περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που γράφει (σε εικόνα διότι δεν επιτρέπει κοπυπάστη):

Στο βιβλίο μου «Λόγια του αέρα», όπου καταγράφω 1001 παγιωμένες ή στερεότυπες εκφράσεις, γράφω:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Η μέρα του χαλβά

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2019

Κούλουμα σήμερα, αν και για τους ξενιτεμένους η μέρα είναι εργάσιμη και τίποτα το γιορταστικό δεν έχει. Τις φετινές Απόκριες δεν τις τίμησε αρθρογραφικώς το ιστολόγιο, οπότε σήμερα θα προσπαθήσω να επανορθώσω.

Πέρυσι είχαμε βάλει (σ’ επανάληψη) ένα άρθρο για τη λαγάνα, ταιριάζει σήμερα να λεξιλογήσουμε για το απαραίτητο συνοδευτικό της, τον χαλβά.

Ποιον χαλβά; θα αναρωτηθείτε. Ποιον απ’ όλους; Η ερώτηση μπορεί να έχει πολλές απαντήσεις διότι χαλβάδες υπάρχουν πολλοί -και εννοώ τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία.

Έχουμε, ας πούμε, τον σιμιγδαλένιο χαλβά, ο οποίος στη βασική του μορφή έχει απλούστατη σύνθεση, και είναι γνωστος και ως χαλβάς 1:2:3:4 επειδή παρασκευάζεται με 1 μέρος βούτυρο ή λάδι, 2 μέρη σιμιγδάλι, 3 μέρη ζάχαρη και 4 μέρη νερό. Ως εκεί, ξέρω κι εγώ που οι επιδόσεις μου στη μαγειρική είναι υποτυπώδεις. Αυτός είναι ο κατεξοχήν σπιτικός χαλβάς, ενώ τώρα τελευταία τον φερνουν συχνά και στις ταβέρνες σαν κέρασμα στο τέλος.

Υπάρχει βέβαια και ο χαλβάς Φαρσάλων ή σαπουνέ χαλβάς, που χρησιμοποιεί νισεστέ αντί για σιμιγδάλι. Η λέξη «νισεστές» είναι τουρκικό δάνειο, περσικής αρχής (nişasta, το αμυλάλευρο). Μου αρέσει, αλλά με γκώνει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 171 Σχόλια »

Ο κ. Μπαμπινιώτης γνωματεύει για την «απεύθυνση»

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2019

Το σημερινό άρθρο είναι, κατά κάποιο τρόπο, συνέχεια του προχτεσινού μας, στο οποίο είχαμε διερωτηθεί αν υπάρχει η λέξη «απεύθυνση». Ο λόγος για τον οποίο επανέρχομαι τόσο γρήγορα στο ίδιο θέμα είναι, όπως βλέπετε στον τίτλο, ότι τοποθετήθηκε σχετικά ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης, υποστηρίζοντας στο άρθρο του ορισμένα πράγματα που χρειάζονται σχολιασμό -εννοώ γενικότερα θέματα δεοντολογίας και λεξικογραφίας.

Με την ευκαιρία, ενσωματώνω και ορισμένα στοιχεία για την ιστορία της λέξης, που δεν υπήρχαν στο προηγούμενο άρθρο.

Λοιπόν, προχτές το βράδυ ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης δημοσίευσε στο protagon.gr άρθρο με τίτλο «Τι είναι αυτό το ‘απεύθυνση’ κ. Μπαμπινιώτη;» Θα μεταφέρω εδώ τα πιο ουσιαστικά τμήματα του άρθρου:

Και ξαφνικά χτυπάνε τα τηλέφωνα. Λέμε στη γλώσσα μας απεύθυνση, που είπε ο Πρωθυπουργός μιλώντας για «απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος»; Υπάρχει τέτοια λέξη και δεν την ξέρουμε; Και χα, χα, χα …. Σοβαροί, εγγράμματοι δημοσιογράφοι, επιστήμονες, εκπαιδευτικοί, ακροατές, τηλεθεατές αντιδρούν στο άκουσμα τής λέξης. Η απεύθυνση προσκρούει στο γλωσσικό τους αίσθημα. Και τι θέλει να πει… ο ποιητής, εν προκειμένω ο πρωθυπουργός μας, με την «απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος»; Μπράβο, λέω! Απορίες για κάτι σημαντικό και ουσιαστικό, για τη γλώσσα μας. Επιτέλους. Έστω κι αν το απεύθυνση θυμίζει —και συνδέεται πράγματι ετυμολογικά— με το απευθυσμένον (έντερο). Και τα δύο ανάγονται ετυμολογικά στο ευθύς: ευθύνω – απευθύνω (αρχική σημασία «καθιστώ κάτι ευθύ, ισιώνω») – απευθυσμένο (το ορθόν τμήμα τού παχέος εντέρου) και απεύθυνση (;)
H λέξη ἀπεύθυνσις δεν είναι μεν συχνή, αλλά ούτε και νέα∙ χρησιμοποιήθηκε με άλλη σημασία ήδη τον έβδομο μ.Χ. αιώνα στα Ιατρικά τού Παύλου Αιγινήτη (Ἐπιτομῆς ἰατρικῆς βιβλία ζ΄, 6. 92). Στο Λεξικό τής Αρχαίας, στο Liddell-Scott, στο λήμμα ἀπεύθυνσις μαθαίνουμε ότι η λέξη σημαίνει «adjustment, setting” ή όπως αποδίδεται στο ελληνικό Συμπλήρωμα τού Liddell-Scott (από τον Παναγιώτη Γεωργούντζο) «τακτοποίησις, διόρθωσις, προσαρμογή», στο δε εξίσου έγκυρο Σύγχρονο Λεξικό τής Αρχαίας Ελληνικής τού Franco Montanari, το ίδιο λήμμα αποδίδεται ως «διευθέτηση, τακτοποίηση».
Βεβαίως, ένας πρωθυπουργός δεν έχει σχέση με Γράμματα, λέξεις και λεξικά. Θα άκουσε ο άνθρωπος τη λέξη απεύθυνση που (χωρίς καμιά σχέση με την παλιά) πλάστηκε με νέα σημασία. Κάπου στο λεξιλόγιο τής αριστερής διανόησης με την τάση της προς νεολογισμούς και καινολεξίες (που ενίοτε καταλήγουν σε κενολεξίες). Ίσως το βρήκε και σε λεξικά που σπεύδουν να υιοθετήσουν και να επικυρώσουν ό,τι εμφανίζεται (με περιορισμένη έστω συχνότητα) στο Google. Πάντως δεν το βρήκε στα δικά μας λεξικά: στο λεξικό τού Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, στού Κριαρά, στο λεξικό τού Παπύρου, στού Δημητράκου, στων Τεγόπουλου-Φυτράκη, στού Σταματάκου, στής Πρωίας, στο δικό μου λεξικό, όλοι έχουμε λήμμα απευθύνω (ακολουθούμενο από το λήμμα απευθυσμένο!). Τα μεν παλαιότερα από αυτά τα λεξικά δεν γνώριζαν ίσως τη λέξη (γιατί δεν υπήρχε ακόμη), ενώ τα νεότερα θεωρήσαμε προφανώς πρώιμο να υιοθετήσουμε τέτοια λέξη προτού εμφανίσει ευρύτερη χρήση και αποδοχή.
Και το ότι εμφανίζεται σε αναζητήσεις στο Google με κάποιες χιλιάδες; Αυτές δεν δεσμεύουν τον λεξικογράφο, όταν δεν εκτιμά τη χρήση του ως ευρεία και όταν μάλιστα (όπως αποδείχθηκε στην πράξη) τόσοι έγκυροι ομιλητές τής γλώσσας αντιδρούν αυθόρμητα με αρνητικό τρόπο, εκπλήσσονται και σατιρίζουν ακόμη μια τέτοια χρήση.
Βεβαίως, ως τύπος (μορφολογικά/γραμματικά) δεν ξενίζει η λέξη: κατά τα διευθύνω – διεύθυνση και κατευθύνω – κατεύθυνση (αυτά τα δύο υπάρχουν), μπορεί να πλασθεί και τύπος απευθύνω – απεύθυνση. Και ένας τέτοιος νεολογισμός φαίνεται πως άρχισε όντως δειλά-δειλά να χρησιμοποιείται τελευταία, ως το ουσιαστικό τού απευθύνομαι, με τη σημασία «το να απευθύνεις / να απευθύνεσαι». Είναι ευρύτερα αποδεκτός ο νεολογισμός αυτός; Oχι. Ηχεί ακόμη ξένος και παράξενος στα αφτιά των ομιλητών τής γλώσσας μας —ίσως και λόγω συνειρμού προς το απευθυσμένο (όρθό έντερο). «Τι είναι πάλι τούτο;» αναρωτιούνται πολλοί. Ωστὀσο, ψάχνοντας στο Διαδίκτυο —το είπα ήδη—, διαπιστώνεις ότι κάποιοι το χρησιμοποιούν. Κάποιοι κάνουν απεύθυνση ή απευθύνσεις. Εγώ και ως ομιλητής και ως λεξικογράφος θα το απέφευγα ακόμη, ακριβώς για να μην ενοχλώ τους συνομιλητές ή τους αναγνώστες μου. Αν καθιερωθεί, θα το υιοθετήσω και ως κύριο λήμμα τού λεξικού μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , | 186 Σχόλια »

Υπάρχει λέξη «απεύθυνση»;

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2019

Όπως οι άνθρωποι, έτσι κι οι λέξεις μπορεί ξαφνικά, αναπάντεχα, να βρεθούν κάτω από το φως των προβολέων της επικαιρότητας και ν’ αποτελέσουν αντικείμενο γενικής προσοχής.

Αυτό συνέβη προχτές με τη λέξη «απεύθυνση». Τη χρησιμοποίησε, δυο φορές, ο Αλέξης Τσίπρας, σε τηλεοπτικές δηλώσεις, σε σχέση με την πρόσκληση που αποφάσισε να απευθύνει ο ΣΥΡΙΖΑ στις προοδευτικές δυναμεις. Η λέξη φαίνεται πως ξένισε κάποιους, οι οποίοι εξέφρασαν, άλλοι καλοπροαίρετα κι άλλοι όχι, την απορία τους.

Κι έτσι βρήκαμε θέμα για το σημερινό μας άρθρο -κάτι άλλο είχα σκοπό να γράψω, αλλά με ρώτησαν απ’ το πρωί κάμποσοι φίλοι και γνωστοί αν υπάρχει η λέξη «απεύθυνση», οπότε κατάλαβα πως έπρεπε να γράψω κατι.

Ή μάλλον, δεν θα το γράψω κυρίως εγώ: θα αντιγράψω δυο ωραιότατα σεντόνια από τη Λεξιλογία που ανιχνεύουν εξαιρετικά την ιστορία της λέξης, κι εγώ θα κάνω μερικά γενικότερα σχόλια.

Το ερώτημα «Υπάρχει η λέξη Χ;» διατυπώνεται συχνά σε διαδικτυακές συζητήσεις. Νιώθει κανείς τον πειρασμό να πει ότι πρόκειται για ένα «μη ερώτημα» ή έστω για ένα ερώτημα που απαντιέται με το που τίθεται. Ωστόσο, καλό είναι να αντισταθούμε στον πειρασμό: δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα και δεν θα συμφωνήσω με την άποψη «ο εντοπισμός και μόνο μιας λέξης αποδείχνει την ύπαρξή της», που τη θεωρώ ελαφρώς αγοραία. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει η λέξη «λαντάμι» κι ας την έχω χρησιμοποιήσει (σαν παράδειγμα ανύπαρκτης λέξης). Δεν υπάρχει ούτε η λέξη «σαβίνι» κι ας την έχει χρησιμοποιήσει ο αγαπημένος μου Ν. Λαπαθιώτης στο διάσημο υπερλεξιστικό (αβάν λα λετρ) σονέτο του «Βάο γάο δάο»:

Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι
κι απονιβώντας ερομιδαλιό,
κουμάνισα το βίρο τού λαβίνι
με σάβαλο γιδένι τού θαλιό.

Πέρα από παρόμοιες πεποιημένες λέξεις, υπάρχουν και οι ευκαιριακοί σχηματισμοί. Υπάρχει λέξη «ατσιγαροποίηση»; Θα πείτε όχι, και πράγματι η λέξη δεν γκουγκλίζεται [«τώρα γκουγκλίζεται!» ακούγεται μια μεταλλική φωνή από ψηλά]. Μπορεί όμως να τη χρησιμοποιήσει κάποιος σε ένδειξη διαμαρτυρίας που τον μποδίζουν να καπνίζει. Υπάρχει λέξη «αγνωριστοποίηση»; Πριν βιαστείτε να πείτε επίσης «όχι», να σας πω ότι αυτή γκουγκλίζεται (λίγο) και λεγόταν πολύ πριν από 90 χρόνια. Είχε κερδίσει ο Βενιζέλος τις εκλογές με το σύνθημα να κάνει την Ελλάδα αγνώριστη. Και στη συνέχεια, όποτε η αντιπολίτευση κατάγγελνε διάφορα σκάνδαλα και κακώς κείμενα, έλεγε «ένα ακόμη δείγμα αγνωριστοποιήσεως της χώρας».

Φυσικά, τις λέξεις αυτές δεν θα τις συμπεριλάβει κανένα λεξικό, διότι τα λεξικά δεν είναι «θησαυροί» να καταγράφουν ό,τι λέγεται έστω και άπαξ -και δεν θα μπορούσαν άλλωστε. Τέτοιες λέξεις, που έχουν μηδενικές ή ελάχιστες ανευρέσεις σε σώματα κειμένων και που δεν καταγράφονται σε λεξικα αλλά ούτε και σε γλωσσάρια, ακόμα κι αν είναι κανονικά σχηματισμένες, μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε «πρακτικά ανύπαρκτες».

Συνήθως όμως το ερώτημα «υπάρχει η λέξη τάδε;» διατυπώνεται για νεολογισμούς που δεν τους εχουμε συναντήσει ξανά, αλλά που -στατιστικά να το δούμε- έχουν αρκετά μεγάλη διάδοση. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι την κατηγορηματική διαβεβαίωση ότι «η τάδε λέξη δεν υπάρχει» τη διατυπώνει κάποιος όχι επειδή έχει κάνει έρευνα στα σώματα κειμένων και έχει βρει μηδενικές ή ελάχιστες ανευρέσεις της, αλλά επειδή, απλούστατα, δεν του αρέσει η λέξη!

Το έχουμε δει πολλές φορές αυτό. Άλλος λέει ότι δεν υπάρχει η λέξη «δημοφιλία», άλλος ότι δεν υπάρχει το «διακύβευμα», άλλος επιμένει πως δεν υπάρχει η λέξη «γενόσημα» ενώ, πολύ πρόσφατα και πολύ χαρακτηριστικά, ένα σωρό σεξιστές ανέβηκαν στα κάγκελα ωρυόμενοι πως δεν υπάρχει λέξη «γυναικοκτονία».

Στην πραγματικότητα, όταν μια λέξη καταγράφεται σε έγκυρο λεξικό, δεν δικαιούται κανεις να τη θεωρεί ούτε ανύπαρκτη ούτε αδόκιμη. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν η λέξη έχει ικανές ανευρέσεις στα σώματα κειμένων -διότι μπορεί ένας όρος να είναι σχετικά καινούργιος και να μην έχει προλάβει να αποθησαυριστεί στα λεξικά ή μπορεί να ανήκει σε ειδική ορολογία οπότε ενδέχεται να μην έχει θέση σε γενικά λεξικά.

Απ’ αυτή την άποψη, η απεύθυνση έχει εντάξει τα χαρτιά της. Καταγράφεται στα καινούργια λεξικά μας, όπως επιμελώς κατέγραψε ο Νίκος Λίγγρης προχτές στη Λεξιλογία:

Λεξικό της Ακαδημίας

απεύθυνση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ενέργεια που στοχεύει στην κινητοποίηση του ενδιαφέροντος και τη δραστηριοποίηση ομάδων ή των αρμοδίων: δημόσια/ευρεία/κοινωνική/μονομερής/πολιτική/συστηματική ~. στους/(σπανιότ.) προς τους τοπικούς φορείς. Η μαζική ~ της τηλεόρασης (στο ευρύ κοινό). Μήνυμα ειρήνης διεθνούς ~ης. Πρωτοβουλίες και ~ύνσεις. Βλ. απήχηση. 2. εκφορά λόγου με συγκεκριμένο αποδέκτη. Πβ. προσφώνηση. [< μτγν. απεύθυνσις ‘διευθέτηση’, γαλλ. adressage]

ΜΗΛΝΕΓ-Πατάκης

απεύθυνση και <λόγ.> απεύθυνσις, η (ουσ.).

1) (+γεν.πράγμ. και πρόθ. σε, προς {+αιτ.προσ.})
Το να στείλει κάποιος γραπτό ή προφορικό μήνυμα σε κπν, συνήθως επισήμως, με σκοπό να διατυπώσει απόψεις, να υποβάλει αιτήματα ή να θέσει ερωτήματα, να προτρέψει, να κάνει προτάσεις, να εξηγήσει κτ, να εκφράσει τα συναισθήματά του κτλ.
Χρήσεις:
απεύθυνση ερωτημάτων από το κοινό προς τους ομιλητές | η απεύθυνση διαγγέλματος από τον πρωθυπουργό προς τον ελληνικό λαό | απεύθυνση έκκλησης προς τις αρχές | απεύθυνση πρόσκλησης συμμετοχής στο σωματείο εργαζομένων

2) (+γεν.προσ. και πρόθ. σε, προς {+αιτ.})
Το να έλθει κάποιος σε επικοινωνία με κπν ή να στραφεί σε κπν, προφορικά ή γραπτά, συνήθως για μια πληροφορία, για τη διατύπωση ερωτημάτων ή απόψεων, για την υποβολή αιτήματος, για βοήθεια, για κάποια συναλλαγή, για κάποια δήλωσή του κτλ.
Χρήσεις:
απεύθυνση του προέδρου προς τα μέλη του κόμματος | η απεύθυνση των κομμάτων στους ψηφοφόρους | απεύθυνση εκπαιδευτικών σε παιδιά νηπιακής ηλικίας
«Κείμενο απεύθυνσης στις συνελεύσεις γειτονιάς» (διαδίκτυο)
«Απεύθυνση της Λαϊκής Συνέλευσης σε τοπικά μαγαζιά για την κάλυψη αναγκών» (διαδίκτυο)

3)
(κατ’ επέκτ.)
Η αποστολή ενός μηνύματος κυρίως με τρόπους και ενέργειες πέραν της γλωσσικής επικοινωνίας
Χρήσεις :
«Αριστερή ψήφος διπλής απεύθυνσης» (στο διαδίκτυο, τίτλος άρθρου του Γ. Ρούση, «topontiki.gr»)
«Πρόκειται λοιπόν κυρίως για κρίση κοινωνικής απεύθυνσης και πολιτικού προσανατολισμού του ΠΑΣΟΚ, η οποία είχε αποτέλεσμα να “χάσει την ψυχή του” και μαζί της το 1/5 της εκλογικής του δύναμης μετά το 1993» (διαδίκτυο)

[ΕΤΥΜ σημασ. δάν.: < ελνστ. ἀπεύθυνσις ‘προσαρμογή, διευθέτηση’ με προσαρμ. στη δημοτική < γαλλ. adressage].

Βλέπετε πως η απεύθυνση έχει περγαμηνές ελληνιστικές, αν και βέβαια με άλλη σημασία αφού τότε σήμαινε «διευθέτηση» ή και «ίσιωμα». Θα δούμε όμως πως έχει μπει στη γλώσσα μας όχι πριν από 1-2 δεκαετίες, αλλά αρκετά παλιότερα.

Πάλι από τη Λεξιλογία, αντιγράφω εκτενέστατη λεξικογραφική έρευνα του Ζάζουλα, που δείχνει πως η λέξη έχει μπει στη γλώσσα, σποραδικά βέβαια, από το σωτήριον έτος 1900:

Επειδή διαπίστωσα και αλλού μια αδικαιολόγητη αλλεργία απέναντι στην απεύθυνση, ας καταγράψω και εδώ κάποια ευρήματα που δείχνουν ότι, με ακριβώς τη σημερινή σημασία της, καθόλου νεολογισμός δεν είναι η απεύθυνση και δηλώνει το προφανές: “η ενέργεια και/ή το αποτέλεσμα του απευθύνω / απευθύνομαι (με τη σημερινή σημασία των ρημάτων αυτών)”.

  1. 1900, δικαστ. εφημ. Θέμις, σελ. 660, ευρετήριο νομολογίας: «απεύθυνσις κατά δανειστού και οφειλέτου»
  2. 16/02/1905, εφημ. Σκριπ, σελ. 1: «Πολυάριθμος ομάς εκ των μελών της κοινότητος, συνέταξεν αναφοράν προς τον Τσάρον, διά της οποίας λέγει ότι αι αιματηραί τραγωδίαι της Πετρουπόλεως, της Άπω Ανατολής και του Κρεμλίνου καταδεικνύουσιν ότι αι παρούσαι της χώρας συνθήκαι είνε ανώμαλοι και ότι πρέπει να ζητηθή νέον της καταστάσεως φάρμακον, και ως τοιούτον η απεύθυνσις αύτη προτείνει την κλήσιν των αντιπροσώπων της ρωσσικής κοινωνίας, όπως διευθετήσουν τα πράγματα κατά τρόπον τοιούτον, ώστε να μη επαναληφθώσιν εις το μέλλον παρόμοια γεγονότα.»
  3. 1923, δικαστ. εφημ. Θέμις, σελ. 18, ευρετήριο νομολογίας: «απεύθυνσις κατά προσεπικληθέντος και παρεμβάντος»
  4. 1923, Εφημερίς της Ελληνικής και Γαλλικής Νομολογίας, σελ. 323, ευρετήριο νομολογίας: «μη απεύθυνσις εφέσεως κατά πάντων διαδίκων»
  5. 1953, Η κυρωτική λειτουργία του Δικαίου ως προφύλαξις / Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, σελ. 202: «Έπειτα, επί ωρισμένων ιδία ποινών, είναι απαραίτητον, εφ’ όσον είναι δυνατόν, κατά την στιγμήν ή, κυρίως, κατά την διάρκειαν της εκτελέσεως αυτών, να μη συμβαίνη, ώστε να γεννώνται, λόγω των εν γένει συνθηκών αυτής, εις τον διά της ποινής πληττόμενον τοιαύται ψυχικαί συνέπειαι —π.χ. αγανάκτησις, μίσος, αορίστου μάλιστα απευθύνσεως—, οίαι μοιραίως επιφέρουν ολικήν ή μερικήν εξουδετέρωσιν του εκ της εκτελέσεως της ποινής προσδοκωμένου ψυχολογικού προς —ειδικήν— πρόληψιν εξαναγκασμού.»
  6. 14/12/1963, πρόταση του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κ. Στυλ. Μπούτη για την υπόθεση των αιματηρών επεισοδίων της 22ας Μαΐου: «[…] και επήλθεν ο θάνατος του ειρημένου παθόντος τας πρωινάς ώρας της 27ης Μαΐου 1963, ούτως από κοινού, καθ’ α προερρέθη, μετά των συγκατηγορουμένων του Εμμανουήλ Καπελώνη, Ξενοφώντος Γιοσμά και άλλων αγνώστων μέχρι στιγμής τη ανακρίσει συνενόχων του διά κοινής προσπαθείας, αλλά και κατ’ ιδίαν έκαστος εκ προθέσεως προεκάλεσαν εις τους ανωτέρω δράστας (φυσικούς αυτουργούς) διά συμβουλών, πειθούς, φορτικότητος, παροχής και υποσχέσεως δώρων, εκφράσεως επιθυμίας και δι’ απευθύνσεως της προσταγής προς τον οδηγόν του θανατηφόρου τρικύκλου Σπυρίδωνα Κοτζαμάνην επί λέξεσι “βάλε εμπρός, τι κάθεσε, έρχονται”, εν τη εννοία της υποδείξεως προς εκκίνησιν του τρικύκλου διά την πρόσπτωσίν του κατά του διερχομένου παθόντος Γρηγορίου Λαμπράκη, […].»
  7. 29/12/1964, διατακτικό του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για τα γεγονότα της 22ας Μαΐου 1963: «Από της ενάρξεως των ομιλιών τούτων […] ήρξαντο και αι, εις μεγαλυτέραν έκτασιν, αποδοκιμασίαι των εκτός του μεγάρου και εις τα πέριξ πεζοδρόμια συγκεντρωθέντων αντιφρονούντων διά της απευθύνσεως ύβρεων, συνθημάτων και απειλών κατά των εντός της αιθούσης συγκεντρωμένων […].»
  8. 24/05/1972, αποφάσεις 2337/1972 και 2338/1972 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: «Η δ’ έννοια του “διαδίκου” εν αυτή λαμβάνεται ουχί μόνον βάσει του τυπικού κριτηρίου, ήτοι της κατ’ αυτού απευθύνσεως της αιτήσεως, αλλά βάσει της αυθορμήτου ή μετά κλήσιν προσελεύσεώς του εις την αναφερομένην εις αυτόν δίκην […].»
  9. 1973, Αναμνηστικός τόμος καθηγητού Εμμ. Μιχελάκη (Ένωση Ελλήνων Δικονομολόγων), σελ. 508: «Ζήτημα γεννάται εάν είναι απαραίτητος η απεύθυνσις της αιτήσεως ή τουλάχιστον η επίδοσης αύτης μετά κλήσεως προς συζήτησιν προς τους αναγγελθέντας νομίμως και εμπροθέσμως δανειστάς.»
  10. 1999, Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα / επιμ. Δημήτρης Χριστόπουλος (Κριτική), σελ. 147: «[…] η ΟΕΕ επιχειρεί να ενισχύσει τον ιδεολογικό της ρόλο με έντονη έκφραση εθνικιστικών τάσεων και με απόπειρες για κοινωνική παρέμβαση, δηλ. για μαζική απεύθυνση στους πολίτες, στους οποίους παρέχει ιδεολογικές υπηρεσίες, επιχειρώντας να δείξει […].»
  11. 31/10-01/11/2003, Ευαγγελικά 1901 – Ορεστειακά 1903: νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις / επιμ. Ουρανία Καϊάφα (Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας — Σχολή Μωραΐτη), σελ. 140: «Π.χ., η Κλυταιμνήστρα σαφώς μπαίνει μέσα για το φόνο, μετά την απεύθυνσή της στην Κασσάνδρα, αλλά πουθενά δεν δηλώνεται αυτό στο χειρόγραφο.»
  12. 2007, Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα : Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση 1940-1945 / επιμ. Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκόπης Παπαστράτης (Βιβλιόραμα), σελ. 48: «Η κοινωνική τους απεύθυνση και το πολιτικό στελεχικό τους δυναμικό συγκροτούνταν κυρίως από νέους διανοουμένους, πολιτευτές και φοιτητές αλλά και μικρούς επιχειρηματίες. Κοινό χαρακτηριστικό όλων η ιδεολογική ασάφεια, η απουσία οργανωτικών δομών, η συσπείρωση γύρω από κάποια έντυπα, που εκθείαζαν ενέργειες δολιοφθοράς οι οποίες συνήθως δεν γίνονταν, ή προγράμματα με χαρακτηριστικό τη γενικόλογη πολυσυλλεκτική απεύθυνση.»
  13. 2006, Παλαμάς, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης : Η διαρκής ανεπάρκεια της ποίησης / Έλλη Φιλοκύπρου (Ελληνικά Γράμματα), σελ. 120: «Μια αιτία του περιορισμού της ανιχνεύεται ίσως στο ερώτημα στο οποίο οδηγείται η απεύθυνση του ομιλητή προς την ψυχή του: “μάταιη ψυχή, στο πέλαγο, στο αγέρι τί θα πεις;/ ω, τί θα πεις, στενή καρδιά, στη χλωμή δύση αγνάντια;” Τα όσα θα καλούνταν να πει η ψυχή αφορούν μάλλον έναν απολογισμό, τον οποίο δεν μπορεί να κάνει.»
  14. 2004, περιοδ. Ελληνικά, τόμος 54, τεύχος 2ο (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών), Διακειμενικά και ανθρωπολογικά στοιχεία στην Ευγένα του Θεόδωρου Μοντσελέζε / Γιώργος Πεφάνης, σελ. 295: «Στις συνήθεις εισαγωγικές προσφωνήσεις των νεκρών αντιστοιχεί η εισαγωγική για το δεύτερο μέρος προσφώνηση στον εαυτό, με την τριπλή παρουσία του συναισθηματικά φορτισμένου “Οϊμένα” (στ. 653, 655). Η καταληκτική προσφώνηση γίνεται έμμεσα με την απεύθυνση προς τον Χάρο (στ. 759-760). Οι δύο αυτές προσφωνήσεις πλαισιώνουν το κυρίως αφηγηματικό τμήμα του θρήνου, έτσι ώστε να ισχύει και εδώ η τυπική τριαδική δομή: εισαγωγική προσφώνηση – κύριο αφηγηματικό τμήμα – καταληκτική προσαγόρευση.»
  15. 2005, Γιώργος Λίκος: μια παρουσίαση / ανθολ.-επιμ. Χρήστος Δανιήλ (Γαβριηλίδης), σελ. 26: «Κάποια άλλα σημεία που αποτελούν χαρακτηριστικά του έργου του Λίκου και που, αν και εντοπίζονται και στο έργο των υπολοίπων μεταπολεμικών ποιητών, λαμβάνουν ιδιαίτερη ανάπτυξη και συντελούν στη διαμόρφωση της προσωπικής του ποιητικής είναι α) η εμφάνιση του ιστορικοκοινωνικού πλαισίου, β) ο εξομολογητικός τόνος και η απεύθυνση στο δεύτερο πρόσωπο και γ) η ιδιαίτερη και έντονη εικονοπλαστική του ικανότητα.»
  16. 2008, Five seasons of the Russian avant-garde (Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης — Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης), σελ. 170: «Περιορίζοντας τη χρωματική του κλίμακα στα καθαρά χρώματα —κόκκινο, λευκό και μαύρο— ανέδειξε τη βασική κονστρουκτιβιστική παλέτα της επαναστατικής τέχνης, εγκαινιάζοντας μία νέα πολιτισμική παράδοση με εξαιρετική διεισδυτικότητα και ανθεκτικότητα καθώς εξασφάλιζε μέσω της λιτής μορφολογίας την άμεση απεύθυνση και ερμηνεία του εκπεμπόμενου μηνύματος.»
  17. 2007, Στέφανος: τιμητική προσφορά στον Βάλτερ Πούχνερ / επιμ. Ιωσήφ Βιβιλάκης (Ergo), σελ. 991: «Εάν ένας δραματικός διάλογος, για να είναι καλός, πρέπει να χαρακτηρίζεται από οικονομία των μέσων (των διατυπώσεων, των περιγραφών, των αφηγήσεων ή των απευθύνσεων), ο περιεκτικός στοχασμός ανάγει μοιραία αυτήν την οικονομία σε απόλυτη αρχή. Μας το δείχνουν ο Δάσκαλος στο Παραμύθι χωρίς όνομα (σ. 87): “Οι ήρωες κι οι μάρτυρες θένε ιδέες για να γεννηθούνε…”, η Κλυταιμνήστρα στο Γράμμα στον Ορέστη (σ. 27): “Εμάς τις γυναίκες μας αφήνουν να διαλέγουμε μόνο το νυφικό μας, […]”.»
  18. Και από τον Εθνικό Θησαυρό της Ελληνικής Γλώσσας (ΕΘΕΓ) του Ινστιτούτου Επεξεργασίας του Λόγου (ΙΕΛ):
    1. Γιατί τόσο η επιθυμία-μου όσο και ο φόβος-μου έχουνε συγκεκριμένη κατεύθυνση και απεύθυνση.
    2. Εδώ, τα πράγματα είναι πολύ πιο κοινωνικά, η απεύθυνση συλλογική, η μνήμη παρούσα και οι συμπεριφορές συνειδητές στον ιστορικό και τον παρόντα χρόνο, με διαδικασίες πολύ πιο άμεσες, αφού το έργο το δημιουργεί ο καλλιτέχνης στη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά θα μπορούσε να το είχε δημιουργήσει και ένας ολόκληρος λαός που λειτουργεί κάτω από κοινούς τρόπους στην ψυχαγωγία.
    3. Επομένως, με το δεδομένο ότι δεν έχει υποχρέωση ο Βουλευτής να προσέλθει στην προκαταρκτική εξέταση, η μόνη ασφαλιστική δικλίδα της σοβαρής απεύθυνσης μιας αίτησης προς τη Βουλή είναι η ρύθμιση η οποία γίνεται, ότι δηλαδή ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απευθύνεται στη Βουλή και ζητεί να δοθεί η άδεια για την ποινική δίωξη.

Σε μια προηγούμενη συζήτηση στη Λεξιλογία, το 2011, γινόταν λόγος για την απόδοση του αγγλικού όρου outreach, στη φράση I have been broadening my outreach, και τότε πρότεινα, όχι πολύ θαρρετά είναι η αλήθεια, τον όρο «απεύθυνση» («Λέγεται πάντως τα τελευταία χρόνια και η απεύθυνση», είπα -διότι τον όρο τον χρησιμοποιούσα ήδη κάμποσα χρόνια ακριβώς για να αποδίδω το outreach) και διαπίστωσα  πως δεν τον είχαν όλοι συναντήσει -τότε. Σήμερα, η απεύθυνση είναι πιστεύω γνωστή σε ευρύτερο κοινό -σα να λέμε, διευρύνθηκε η απεύθυνσή της.

Οπότε, για ν’ ανακεφαλαιώσω, η λέξη «απεύθυνση» υπάρχει, αν και εγώ δεν θα έλεγα «αποφάσισε την απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος» διότι αποφεύγω τις ονοματικές φράσεις. Πολύ προτιμότερες βρίσκω τις ρηματικές φράσεις, «αποφάσισε ν’ απευθύνει πλατύ κάλεσμα». Αλλά η πλατιά απεύθυνση (ή έστω ευρεία απεύθυνση αν θέλουμε λογιότερο ύφος) σαφώς και στέκει και μπορεί να την έχω χρησιμοποιήσει κι εγώ μεταφράζοντας κάπου το wide outreach.

Και το περίεργο είναι πως εκείνοι που διαμαρτύρονται για κακόζηλους νεολογισμούς όταν διαβάζουν πότε τη δημοφιλία, πότε το διακύβευμα, πότε τη γυναικοκτονία και πότε την απεύθυνση, συχνά είναι οι ίδιοι που θρηνούν για τη λεξιπενία που μαστίζει την εποχή μας και ιδίως τη νεολαία. Δεν είναι κάπως αντιφατικό αυτό;

 

Posted in Επικαιρότητα, Λαπαθιώτης, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , , | 177 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2019

Υπάρχουν υπογλώσσια σφηνάκια; Δεν ξέρω.

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα ξέρετε. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία, όπως φαντάζομαι ότι θα φανεί.

 

  • Τριλογία της εξάρτησης

Στην «Εξαδέλφη Μπέττη» του Μπαλζάκ, στις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, στην πρώτη πρώτη σελίδα γίνεται λόγος για έναν «άντρα με στρατιωτική εξάρτΗση».

Στρατιωτική εξάρτηση υπάρχει, φυσικά, πχ ενός ανίσχυρου κράτους, αλλά εδώ χρειαζόταν το ομόηχο, η στρατιωτική εξάρτΥση.

Ένα λάθος στην πρώτη σελίδα δεν είναι ο καλύτερος οιωνός για την επιμέλεια του βιβλίου, αλλά θα το προσπεράσω. Και μια και αναφέρθηκε η ομοηχία εξάρτηση-εξάρτυση θα ήταν παράλειψη να μην πούμε πως υπάρχει και τρίτο ομόηχο, εξάρτιση, των καραβιών, και να μην αναφερθεί η «Τριπλή παραλλαγή», τρίστιχο ποίημα του Παντελή Μπουκάλα.

Στον έρωτά μου προχωρώ δίχως εξάρτυση
στην πιο βαθιά ποθώντας να δοθώ εξάρτηση
– ότι το βλέμμα σου με ναυπηγεί με πλήρη εξάρτιση.

  • Αλεξίλογος

Σε ένα απόσπασμα του Κριτία, που ήταν ένας από τους τριάκοντα τυράννους, αλλά έγραψε και θεατρικά έργα από τα οποία λίγοι στίχοι σώθηκαν, υπάρχει ο στίχος

Φοίνικες δ’ ηὗρον γράμματ’ ἀλεξίλογα

Αλεξίλογα, που προφυλάσσουν τον λόγο, τον διασώζουν αφού τον αποτυπώνουν σε σταθερό μέσο.

Προσθέτω πως το πρόθημα αλεξι- τις περισσότερες φορές σημαίνει «προφυλάσσω από κάτι», σημασία που έχει περάσει στα νεότερα αλεξιβρόχιο, αλεξήνεμο (το παρμπρίζ) κτλ. αλλά υπάρχει και η δεύτερη σημασία του, προστατεύω κάτι, το επιμελούμαι, το ενισχύω. Σώζεται ο τίτλος ενός εγχειριδίου κηπουρικής, Αλεξίκηπος, ενώ αλλού λένε για αλεξίχορους αοιδούς.

 

  • Η αυξημένη πληρότητα

– Το είδες το μαργαριτάρι; μου λέει η φίλη
– Ποιο;
– Να, εδώ που λέει «Αυξημένη είναι η πληρότητα των ξενοδοχείων…»
– Μαργαριτάρι;
– Ε, ναι. Ή υπάρχει πληρότητα, όταν το ξενοδοχείο είναι πλήρες, ή δεν υπάρχει. Δεν μπορείς να πεις «μικρή, μεγάλη, αυξημένη» πληρότητα, όπως δεν μπορεις να πεις και «ολίγον έγκυος».

Και ενώ «πληρότητα είναι η ιδιότητα εκείνου που είναι πλήρης» κατά τα λεξικά, τόσο τα σώματα κειμένων αλλά και οι παραδειγματικές φράσεις των ίδιων των λεξικών βρίθουν από εκφράσεις του τύπου «αυξημένη πληρότητα», «μικρή πληρότητα», «μεγαλύτερη πληρότητα».

Δεν έχει δίκιο η φίλη μου να ενίσταται διότι η ετυμολογία μιας λέξης έμμεση μόνο σχέση έχει με τη σημασία της και πάντως δεν την καθορίζει. Τη σημασία την καθορίζουν οι χρήστες -και γι’ αυτό οι σημασίες αλλάζουν- και την αποτυπώνουν τα λεξικά.

Τα οποία λεξικά παίρνουν όλα κακό βαθμό διότι ενώ όπως ειπα περιλαμβάνουν φράσεις του τύπου «αυξημένη/μικρή/μεγάλη πληρότητα των ξενοδοχείων» δεν δίνουν ορισμό της σημασίας αυτής.

Όλα; Όχι όλα. Καλό βαθμό παίρνει το ΜΗΛΝΕΓ που καταγράφει τη σημασία «πληρότητα: Ο βαθμός κάλυψης των θέσεων…»

 

  • Κάνει κρύο, κάνει τσίφι

Σε κάποιο σχολικό βιβλίο υπήρχε ο στίχος «Κάνει κρύο, κάνει τσίφι / για το δόλιο το κοτσύφι». Αυτό το «τσίφι» δεν ήξερα, βέβαια, τι ακριβώς είναι. Αργότερα είχα υποθέσει ότι το τσίφι είναι λέξη αυτοσχέδια, χωρίς νόημα, που μπήκε για την ομοιοκαταληξία. Περιέργως, δεν το έψαξα περισσότερο.

Φυλλομετράω σήμερα τη μελέτη για τους ιταλισμούς της νεοελληνικής, της Domenica Minniti Gonias, και βλέπω ανάμεσα στα διαλεκτικά δάνεια και το: φα τσιφέτα < fa cifetta “fa molto freddo” [κάνει πολύ κρύο]

Και μετά βρίσκω στο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος ότι τσίφι είναι το ελαφρό και διαπεραστικό κρύο.

Οπότε, βρέθηκε και το τσίφι. Αχ, το δόλιο το κοτσύφι!

  • Ο Σπύρος Γύρας δεν μένει πια εδώ.

Υπάρχει ένα αμερικάνικο τζαζ συγκρότημα, που λέγεται Spyro Gyra. Ανέκαθεν νόμιζα ότι ο ιδρυτής του ή κάτι τέτοιο είναι κάποιος ομογενής ονόματι Σπύρος Γύρας. Τότε όμως δεν είχα ιντερνέτ να ψάξω.

Μαθαίνω σήμερα ότι το όνομα της μπάντας δόθηκε από λάθος. Θέλανε να το ονομάσουνε Spirogyra, που είναι ένα είδος άλγες, φύκια να πούμε. Όμως ο μπάρμαν εκεί που θα έπαιζαν, όταν ακόμα έκαναν τα πρώτα τους βήματα, δεν ήξερε φυσικά τη λέξη αυτή και το έγραψε Spyro Gyra κι έτσι κράτησαν την εκδοχή αυτή, χωρίς να υπάρχει κάποιος Σπύρος Γύρας μέλος τους ή μέντοράς τους.

[Για να είμαι δικαιος, αυτό το σφηνάκι γεννήθηκε εδώ, στο ιστολόγιο, από σχόλιο του φίλου μας του ΣΠ, αλλά έκρινα πως είναι κρίμα να μένει θαμμένο στα σχόλια]

  • Και άλλο ένα νεόπλαστο, πολύ συχνότερο

Μιλώντας για νεόπλαστα ρήματα, καινούργιους ενεστώτες που φτιάχνονται από τον αόριστο, ας δούμε ένα πολύ συχνό παράδειγμα που μάλιστα προέρχεται από γραπτό λόγο, από βιβλίο.

Φίλιπ Κερ, Η τριλογία του Βερολίνου, σ. 450 («Ο χλωμός εγκληματίας»)

… αυτός ο μανιακός τις απαγάγει, τις βιάζει, τους κόβει το λαρύγγι και μετά πετάει κάπου το γυμνό κορμί τους…

Εδώ που τα λέμε, αυτός ο νεόπλαστος ενεστώτας (απαγάγω) μάλλον φυσικότερος ακούγεται από τον «σωστό» τύπο:

… αυτός ο μανιακός τις απάγει, τις βιάζει, τους κόβει το λαρύγγι και μετά πετάει κάπου το γυμνό κορμί τους…

  • Usus norma loquendi

Προ ολίγου σε φιλικό τοίχο πήρα μέρος σε μια συζήτηση, στην οποία μία φίλη φίλου υποστήριζε μια άποψη (γλωσσική) κόντρα και στα λεξικά και στη χρήση, επιμένοντας ότι η άποψή της είναι σωστή και ότι όσοι λένε το αντίθετο έχουν λειψές γνώσεις.

Σε εκείνο το σημειο αποχώρησα από τη συζήτηση διότι με έναν άγνωστο που πετάει έμμεσες προσβολές δεν μπορώ να συζητώ. Ο τοιχοδεσπότης, πιο υπομονετικός (είναι και φίλη του άλλωστε) συνέχισε τη συζήτηση, οπότε η φίλη του έγραψε το εξής:

«και ο Μπαμπινιωτης λεει πως οταν καθιερωθεί και διαδοθεί κατι λανθασμένο, πρεπει να εκλαμβάνεται ως σωστό.Το παει πλειοψηφικά. Αμ δεν ειναι ετσι. Το λανθασμενο ειναι λανθασμενο. Σαν να μου πει πως εαν σε διαγωνισμα λύση σε πρόβλημα οι περισσοτεροι μαθητες δώσουν την ιδια λανθασμενη, θα πρεπει να την θεωρησουμε ως σωστή !!!!»

Το επισημαίνω επειδή το έχω δει να γράφεται πολλές φορές αυτό και είναι αδικία. Η άποψη ότι το συχνά επαναλαμβανόμενο παύει να είναι λάθος είναι κεφαλαιώδης νόμος της γλώσσας -έτσι αλλάζει η γλώσσα, από λάθη και usus norma loquendi που λέγανε πριν καταργήσει ο Γαβρόγλου τα λατινικά.

Ωστόσο, από τους γλωσσολόγους μας, ο Μπαμπινιώτης είναι εκείνος που λιγότερο από όλους τους άλλους συναδέλφους του και μόνο πολύ απρόθυμα δέχεται αυτόν τον γλωσσικό νόμο, και έχει άλλωστε στο λεξικό του επιχειρήσει να ανατρέψει καθιερωμένες ορθογραφίες αιώνων και χιλιετιών (πχ προτείνοντας πλημύρα και κροκόδιλος αντί πλημμύρα και κροκόδειλος) επειδή πιστεύει ότι αυτές είναι σωστές παρότι δεν χρησιμοποιούνται. Για τον ίδιο λόγο, επιμενει σε τύπους όπως «πανεπιστημιόπολη» παρόλο που η συντριπτική πλειοψηφία (ή πλειονότητα) των ομιλητών λέει «πανεπιστημιούπολη».

Κι όμως, πρέπει να είναι η δέκατη φορά που βλέπω κάποιον στο Φέισμπουκ να χρεώνει στον Μπαμπινιώτη την τήρηση -ίσως δε και την πατρότητα- του usus norma loquendi. Eίναι άδικο αυτο, πολύ άδικο

* Για την ιστορία, η φίλη του φίλου υποστήριζε ότι πρέπει να λέμε «το κβάντουμ, του κβάντουμ – τα κβάντα, των κβάντα» ενω εγώ, ο τοιχοδεσπότης, τα λεξικά και πολλοί άλλοι λέμε «το κβάντο, του κβάντου – τα κβάντα των κβάντων»

  • Ο τοξικομανής του τοξικομανή

Aπό ένα άρθρο της ΕφΣυν για τη φέικ λογοτεχνία, απομονώνω μια παράγραφο: η αυτοβιογραφική αφήγηση του 23χρονου τοξικομανή και αλκοολικού, ο οποίος αναδύεται από την προσωπική του κόλαση και επιστρέφει στον κόσμο των «κανονικών» ανθρώπων, αποδείχθηκε σκέτη κατασκευή!

Πρόκειται για κείμενο σε καλλιεργημένη γλώσσα, που όμως χρησιμοποιεί πολύ φυσικά τον ομαλοποιημένο τύπο της γενικής («του τοξικομανή»). Πιστεύω πως αν δεν σας το επισήμαινα, αρκετοί δεν θα το προσέχατε καν.

Παναπεί, η εξομάλυνση προχωρεί -ήδη κάποια σχολική Γραμματική καταγράφει εναλλακτικά τις γενικές όπως «του διεθνή». Και η εμπειρική παρατήρηση είναι πως πιο εύκολα εξομαλύνεται η κλιση των επιθέτων όταν χρησιμοποιούνται σαν ουσιαστικά.

  • Κόβουν ρόδα μυρωμένα

Στην αρχή του αστυνομικού «Ο χλωμός εγκληματίας» ο αφηγητής, ο ντετέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ, παρατηρεί:

«…η ανάγκη μου για τη διαιώνιση του είδους έχει γίνει κτηνώδης και, βέβαια, οι γυναίκες το βλέπουν αυτό στα μάτια σου και κόβουν ρόδα μυρωμένα»

Εγώ ξέρω τι σημαίνει η έκφραση «κόβω ρόδα μυρωμένα» αλλά αναρωτιέμαι αν το ξέρουν όλοι. Ή, αν καταλαβαίνουν τη σημασία.

[Η έκφραση σημαίνει «κόβω λάσπη, το βάζω στα πόδια». Στο ιστολόγιο την έχουμε χρησιμοποιήσει αρκετές φορές, ανάμεσά τους και σε άρθρο του Κορτο για τις Λέξεις του Τζογέ.

  • Νέα εντεκασύλλαβη λέξη

Δεν έχουμε και πολλές, οπότε την καταγράφω. Στο δελτίο ειδήσεων του Αντένα είχε ρεπορτάζ για τις δραστηριότητες κάποιων που βραβεύτηκαν διότι βιντεοσκόπησαν με δρόνους (ελληνιστί drones) το κάστρο της Μεθώνης, και προβλήθηκε απόσπασμα από τη δήλωση μίας κυρίας η οποία είχε την ιδιότητα:

Αεροκινηματογραφίστρια

22 γράμματα («μόνο») αλλά 11 συλλαβές.

  • Μαστίσανε

Σε μια καλή μετάφραση, διαβάζω: Ο Βικτορίνος Υλό είχε υποστεί όλα τα απανωτά δεινά που μαστίσανε την οικογένειά του…..

Με ξενίζει ο συνοπτικός χρόνος με το ρήμα «μαστίζω», το έχω συνδέσει με εξακολουθητικό χρόνο. Γκουγκλίζω και βρίσκω να χρησιμοποιείται στον αόριστο, όχι πολλές φορές, αλλά εξακολουθεί να με ξενίζει.

Θα έβαζα «που χτυπήσανε» ή κάποιο άλλο συνώνυμο. Και εκτός των άλλων με ενοχλεί και η ομοηχία (μαστίσανε – μας στήσανε). Αλλά και «μάστισαν» να έλεγε, πάλι θα με ενοχλούσε.

 

  • Ο Στρεψιάδης στο Καταφύγι

Το πρωί είχα πάει να περπατήσω, παραλιακά. Καθώς έφτασα σε έναν παραλιακό οικισμό που λέγεται Καταφύγι, η λεωφόρος συνέχιζε ανηφορίζοντας ενώ υπήρχε δρόμος που οδηγούσε στον οικισμό. Επειδή το μέρος δεν το ήξερα, είχα μια αμφιβολία αν θα μπορέσω να ξαναβρώ τη λεωφόρο και ρώτησα δυο ποδηλάτες που έρχονταν προς το μέρος μου αν έχει έξοδο προς τη λεωφόρο από την άλλη μεριά του οικισμού.

– Ναι, μου λένε, αλλά είναι ανήφορος. Πάντως μπορείτε να βγείτε στη λεωφόρο, έχει πολλούς εξόδους.

Μπήκε στη συζήτηση και ο σύντροφός του, που επιβεβαίωσε ότι ο οικισμος έχει πολλούς εξόδους.

Στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, ο Σωκράτης τρολάρει τον Στρεψιάδη και του λέει ότι η κάρδοπος κανονικά έπρεπε να λέγεται καρδόπη για να είναι θηλυκιά.

Παναπεί, εδώ και 25 αιώνες, τα θηλυκά ουσιαστικά σε -ος τα αντιλαμβανόμαστε ερμαφρόδιτα -και μάλλον δεν θα τα αποδεχτούμε ποτέ.

  • Κινηματική ορολογία

Κινηματική ορολογία. Όταν οι αγρότες κλείνουν τους δρόμους, χρησιμοποιούμε συνήθως τον όρο «μπλόκα». Οι Γάλλοι, όταν σε μια κινητοποίηση κλείνουν τους δρόμους, που το κάνουν συχνά, είτε οι αγρότες είτε άλλοι, και τώρα τα Κίτρινα Γιλέκα, λένε για barrages, λέξη που έχει περάσει και στα ελληνικά ως μπαράζ, είτε για τον φραγμό πυρός στον πόλεμο είτε για τον αθλητικό αγώνα που θα κρίνει ποια ομάδα θα υποβιβαστεί/ανέβει κατηγορία.

Για να ξέρετε, τα γαλλικά μπλόκα είναι barrages filtrants όταν δεν είναι στεγανά αλλά αφήνουν να περνάνε αυτοκίνητα, αλλά με αργό ρυθμό, πχ ένα το δίλεπτο. Αλλιώς, αν δεν αφήνουν κανέναν, είναι barrages bloquants. Στεγανό μπλόκο και ημιπερατό μπλόκο, ίσως.

 

Και εδώ τελείωσαν τα σφηνάκια από τα Υπογλώσσια. Σε κανα χρόνο, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο!

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά, Μεταφραστικά, Σφηνάκια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 209 Σχόλια »

Γκώσαμε, ή μια τρύπα στα λεξικά μας

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, στην ομάδα «Υπογλώσσια» του Φέισμπουκ, όπου συμμετέχω κι εγώ, κάποιος φίλος έφερε για συζήτηση μιαν οθονιά από συζήτηση, έχοντας υπογραμμίσει τη λέξη «γκώσαμε».

Τη συζητησαμε λοιπόν εκεί, οπότε συνειδητοποίησα πως δεν την έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, παρόλο που, γκουγκλίζοντας, βρίσκω πως έχουμε χρησιμοποιήσει μερικές φορές το ρήμα «γκώνω» και ιδίως τον τύπο «γκώσαμε», για παράδειγμα, σε συζήτηση για βιβλία κάποιος σχολίασε: «Όχι άλλο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γκώσαμε πια» ενώ, με άλλη ευκαιρία, κάποιος άλλος έκανε το διαγλωσσικό λογοπαίγνιο «γκώσαμε πια με τα γκόσιπ!»

Όμως ξεκίνησα κάπως από τη μέση, θεωρώντας δεδομένο πως ξέρετε τι σημαίνει η λέξη -ίσως επειδή υποθέτω πως οι περισσότεροι θα την ξέρετε, αν και δεν αποκλείεται να έχετε ακούσει το «γκώσαμε» με τη σημασία του «φτάνει πια», «νισάφι», «μπάστα», «όχι άλλο κάρβουνο», αλλά να μην ξέρετε τι ακριβώς σημαίνει το σχετικό ρήμα.

Και, εδώ που τα λέμε, όλοι σχεδόν που χρησιμοποιούν την περίπου συνώνυμη «νισάφι» δεν ξέρουν -και δεν είναι ανάγκη να ξέρουν- την ετυμολογία της λέξης, ούτε τι σημαίνει η τουρκική λέξη insaf από την οποία προέρχεται το δικό μας νισάφι.

Το ρήμα «γκώνω» το είχα συμπεριλάβει στις Λέξεις που χάνονται, όπου έβαζα λέξεις που δεν συμπεριλαμβάνονταν στα μεγάλα λεξικά μας (τότε ήταν το ΛΚΝ και του Μπαμπινιώτη, το Χρηστικό δεν είχε κυκλοφορήσει το 2011 που βγήκε αυτό το βιβλίο μου). Είχα γράψει τα εξής:

Γκώνω και αγκώνω σημαίνει εξογκώνομαι, πρήζομαι από το πολύ φαγητό, αισθάνομαι κορεσμό. Το ρήμα είναι και αμετάβατο («έφαγα πολύ και έγκωσα») και μεταβατικό («οι λουκουμάδες με γκώνουν»). Πρόκειται για μια δυσάρεστη αίσθηση κορεσμού, πολύ κοντύτερα στο μπουχτίζω παρά στο χορταίνω. Προέρχεται από το αρχαίο ογκώ, μέσω του μεσαιωνικού ογκώνω, αγκώνω. Πανελλήνια και ολοζώντανη λέξη.

Προκειμένου για γλυκά, το γκώνω είναι λίγο πιο βαρύ από το λιγώνω. Σε ένα διάσημο στίχο από την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, η Ράλα διώχνει το νιο ψαρά: «Σύρε στον ουρανό σου να χαθείς και παρθενιές δε θέλω / το άσπρο κρινάνθι σου μ’ αναγουλιάει κι η γλύκα σου με γκώνει».

Μεταφορικά, βρίσκουμε το γκώνω πολύ συχνά σε άρθρα εφημερίδων και σε διαδικτυακές συζητήσεις. Όταν στη Σκάλα του Μιλάνου οι θεατές αποδοκίμασαν τον σκηνοθέτη μιας παράστασης, ο Κ. Γεωργουσόπουλος έγραψε στα Νέα: «οι άνθρωποι έγκωσαν πια». Μάλιστα, εξελίσσεται σε παροιμιακή φράση το «γκώσαμε», σαν παραλλαγή και συνώνυμο των παλιότερων «δώσαμε, δώσαμε» και «όχι άλλο κάρβουνο», ένδειξη κορεσμού, π.χ.: «Όχι άλλες γκέι παραστάσεις. Γκώσαμε!» ή «Όχι άλλον [όνομα τηλεσχολιαστή]. Γκώσαμε!» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 261 Σχόλια »

Να λείπει το βύσσινο; (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2019

Μια μεγάλη χαρά που πήρα τώρα στις γιορτές ήταν που μπόρεσα επιτέλους να συναντηθώ από κοντά με τον Νίκο Νικολάου, ή Nick Nicholas, τον δαιμόνιο Ηλληνιστεύκοντα γλωσσολόγο που μας κάνει συχνά την τιμή να σχολιάζει στο ιστολόγιο. Αλληλογραφία έχουμε εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, αλλά ως τώρα, επειδή εκείνος κυκλοφορούσε μεταξύ ΗΠΑ και Αυστραλίας κι εγώ συνήθως ήμουν εκτός Ελλάδος όποτε την επισκεπτόταν, δεν είχαμε μπορέσει να συναντηθούμε.

Ανάμεσα στα πολλά και τα διάφορα που συζητήσαμε, ο Νικολάου μού είπε ότι είχε γράψει, στα αγγλικά, αρκετά γλωσσικά άρθρα ελληνικού ενδιαφέροντος για άλλους ιστοτόπους. Του είπα λοιπόν, ότι θα ήταν πολύ καλή ιδέα αν μπορούσε να μεταφράσει/ξαναγράψει μερικά από τα άρθρα αυτά για το ιστολόγιό μας.

Σήμερα δημοσιεύω με πολλή χαρά το πρώτο άρθρο του Νίκου Νικολάου. Αν και όταν βρει καιρό, θα μας στείλει και άλλο, αλλά μην περιμένετε συχνότερα από ένα άρθρο το μήνα.

Μη σας ξεγελάει ο τίτλος. Το άρθρο δεν ασχολείται με την πασίγνωστη έκφραση «Να λείπει το βύσσινο», ή «να μένει το βύσσινο», που τη λέει κάποιος όταν αρνείται πρόταση ή προσφορά που του έγινε, επειδή συνοδεύεται από υποχρεώσεις που δεν θέλει να δεχθεί ή επειδή τη βρίσκει ασύμφορη ή επικίνδυνη. Με την έκφραση αυτή είχαμε ασχοληθεί σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, όπου εξετάζουμε και την κοινώς παραδεκτή ετυμολογία της λέξης «βύσσινο». Μόνο που ο Νίκος Νικολάου έρχεται εδώ να προτείνει μια διαφορετική ετυμολογία για το βύσσινο. Ας τον ακούσουμε. [Η αρχική δημοσίευση του άρθρου στα αγγλικά, είναι εδώ].

Να λείπει το βύσσινο;

Δύσκολο πράγμα η ετυμολογία, κατά γενική ομολογία. Για να κάνεις ετυμολογία σωστά, πρέπει να ξέρεις γερά και γλώσσες, και γλωσσικές διαδικασίες, και ιστορία, και να βάλεις κάτω και μπόλικη λογική. Και να τα βάλεις αυτά κάτω, πάλι θα καταντήσεις συχνά να ξεδιαλέγεις ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο πιθανές εικασίες. Γιατί καταπώς είπε κι ο Τσιφόρος κάποτε, οι σοφοί διαφωνούν όταν δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Όταν ξέρουν, λένε «ένα κι ένα κάνουν δύο», και τελειώσανε.

Η δε ετυμολογία της νεοελληνικής, δεν είναι κι από τις λιγότερο ζόρικες. Έχεις να κάνεις με το βάρος της τρισχιλιετούς, έχεις να κάνεις με τις τόσες γλώσσες που πέρασαν από το ρωμαίικο κατά καιρούς, διαβατάρικες ή μόνιμες, έχεις να κάνεις και με το πολυπληθές των διαλέκτων και των γλωσσικών διαδικασιών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , | 168 Σχόλια »