Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λεξικογραφικά’ Category

Κάηκε το πούσι

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2020

Άλλη θα είναι η λέξη της χρονιάς, αλλά η λέξη της βδομάδας που διανύουμε, αν υπήρχε τρόπος να διοργανωθεί τέτοιος διαγωνισμός στα σόσιαλ, μπορεί και να είναι το πούσι.

Ποιο πούσι; Όχι εκείνο που έπεσε αποβραδίς, το πούσι του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών.

Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Την Κυριακή έπιασε φωτιά στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών. Σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης, οι ζημιές ήταν περιορισμένες, αν και, επειδή στην Ελλάδα σχεδόν όλα τα μέσα ενημέρωσης είναι χειραγωγημένα, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το γεγονός. Πάντως, η είδηση της πυρκαγιάς μάλλον υποβαθμισμένα παρουσιάστηκε από τα πετσωμένα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

O αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών μετά την πυρκαγιά. Με το βελάκι η πύλη των λεόντων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαιολογία, Επικαιρότητα, Λεξικογραφικά, Λογοπαίγνια | Με ετικέτα: , , , , , | 162 Σχόλια »

Τα έκανε θάλασσα: οι 50 αποχρώσεις της αποτυχίας

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2020

Πριν από μερικές μέρες γράψαμε εδώ για τη νίλα, που έχει φτάσει να σημαίνει την παταγώδη αποτυχία, σε άλλο άρθρο είδαμε την έκφραση «την πάθαμε χιώτικα» και κατά σύμπτωση στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» άνοιξε ένα νήμα συζήτησης όπου καταγράφονταν εκφράσεις που να δηλώνουν την αποτυχία.

Παίρνοντας αφορμή από τα παραπάνω, σκέφτηκα σήμερα να παρουσιάσω όσο περισσότερες εκφράσεις μπόρεσα να βρω, που περιγράφουν την έννοια της αποτυχίας. Πρέπει να έχουμε πολλές, ίσως επειδή το να διαπιστώνουμε την αποτυχία του άλλου είναι κάτι που μας παρηγορεί και μας επιβεβαιώνει.

Στο ιστολόγιο έχουμε κάνει άλλα δυο τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματος και της μέθης.

Βέβαια, η έννοια της αποτυχίας μπορεί να συνδέεται και να επικαλύπτεται και με άλλες, ας πούμε την έννοια της ματαιοπονίας -η έκφραση «έκανε μια τρύπα στο νερό» μπορεί να εκφράζει και αποτυχία και ματαιοπονία- ή πολύ περισσότερο με την έννοια της ήττας, του παθήματος, της συμφοράς -και πιο πέρα, της εξαπάτησης. Επίσης, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην αποτυχία όπως επίσης υπάρχουν και είδη αποτυχίας -αποτυχία είναι και το να μην καταφέρεις να κερδίσεις κάτι, αλλά διαφέρει απο τη συντριβή.

Υπάρχουν επίσης τομεακές αποτυχίες δηλ. εκφράσεις για την αποτυχία στον έρωτα ή για την αποτυχία σε εξετάσεις κτλ.

Ξεκινάμε λοιπόν τον κατάλογό μας, τιμής ένεκεν από την έκφραση του τίτλου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , | 167 Σχόλια »

Επακούμβηση, μια νέα λέξη (σε συνεργασία με τον Παντελή Μπουκάλα)

Posted by sarant στο 27 Αυγούστου, 2020

Για ένα πράγμα δεν θα έχουμε παράπονο από το 2020, παρόλο που σε πολλά άλλα έχει αποδειχτεί annus horribilis: κι αυτό το ένα είναι ότι έχει γεννήσει πολλές νέες λέξεις. Βέβαια, οι περισσότερες από αυτές αναφέρονται στην πανδημία, με προεξάρχοντα τον κορονοϊό ή κοροναϊό ή κόβιντ (έχουν πολλά ονόματα οι κακοποιοί). Ωστόσο, η λέξη του σημερινού μας άρθρου καμιά σχέση δεν εχει με τα πανδημικά, αφού την ακούσαμε σε συνάρτηση με την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ΑΟΖ όταν η ελληνική φρεγάτα Λήμνος έπεσε πάνω στο τουρκικό Κεμάλ Ρεΐς.

Για να είμαστε δίκαιοι, η επακούμβηση δεν είναι φετινής κοπής λέξη. Είχε ξανακουστεί και πρόπερσι, σε ανάλογο επεισόδιο ελαφράς πρόσκρουσης πλοίων. Ωστόσο, λόγω της έντασης και της αυξημένης ευαισθησίας, φέτος η λέξη ακούστηκε πολύ περισσότερο παρά πρόπερσι.

Ο φίλος Παντελής Μπουκάλας δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα στην Καθημερινή ένα άρθρο για τις γλωσσικές (και όχι μόνο) πτυχές του θέματος, που το ανέφερε κάποιος στα σχόλια. Σημείωσα τότε ότι θα ήθελα να αναδημοσιεύσω το άρθρο του Μπουκάλα γαρνιρισμένο με μερικά δικά μου σχόλια -κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.

Και ξεκινάω με τον φίλο Παντελή (το μεταφέρω από εδώ):

Η επακούμβηση και οι Βρυξέλλες

Λέξη των ημερών η «επακούμβηση», δεν ακούστηκε πάντως πρώτη φορά τώρα, μετά τη σύγκρουση της φρεγάτας «Λήμνος» με το  τουρκικό πολεμικό «Κεμάλ Ρέις» που συνοδεύει το σεισμογραφικό «Ορούτς Ρέις». Οι στενές επαφές ανεπιθύμητου τύπου ανάμεσα σε πολεμικά σκάφη είναι αναπόφευκτες όποτε η συστηματικά αναθεωρητική Τουρκία νιώθει να τη στενεύουν οι συμφωνίες που έχει υπογράψει και διεκδικεί στο Αιγαίο μερίδιο αντίστοιχο των νεοοθωμανικών βλέψεών της. Στην τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα ο Τύπος αναπαρήγε συνήθως τον όρο «παρακούμβηση» της ναυτικής ορολογίας, αλλά πλέον έχει υιοθετήσει την «επακούμβηση», που, όπως γράφουν οι εξοικειωμένοι με τα στρατιωτικά, δηλώνει μια ήπια επαφή σκαφών, ενδεχομένως τυχαία, όχι σκόπιμη ή ύπουλη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επικαιρότητα, Εθνικά, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 110 Σχόλια »

Ο Δράμαλης και η νίλα

Posted by sarant στο 20 Αυγούστου, 2020

Μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Εικοσιένα ήταν η εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη στο Μοριά το καλοκαίρι του 1822. Ο Δράμαλης είχε πολύ στρατό και είχε σκοπό να συντρίψει την επανάσταση -και σημείωσε μια πρώτη απρόσμενη επιτυχία όταν ο φρούραρχος του Ακροκόρινθου, που μάταια είχε πάρει το παρατσούκλι Αχιλλέας, πανικοβλήθηκε βλέποντας το ασκέρι και εγκατέλειψε το φρούριο «αντουφέκηγο» που έγραψε κι ο Μακρυγιάννης.

Αν ο Δράμαλης έστεκε στην Κόρινθο και εγκαθιστούσε εκεί το στρατηγείο του, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχτεί πολύ δυσάρεστα για τους επαναστάτες, αλλά μεθυσμένος από τις πρώτες επιτυχίες θέλησε να τελειώνει γρήγορα. Ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε πολιτική καμένης γης, γνωρίζοντας από αναφορές ανιχνευτών ότι το ασκέρι του Δράμαλη έχει «χασνέδες [χρήματα] και εφόδια πολεμικά αρκετά, πλην από ζαερέδες [προμήθειες σε τρόφιμα] υστερούνται». Στον αργολικό κάμπο άρχισε να τους βασανίζει η ζέστη και η δυσεντερία, καθώς οι Έλληνες μόλυναν και τις πηγές, και θελησαν να αναδιπλωθούν -αλλά στα στενά των Δερβενακιών (ντερβένι είναι το στενό) στα τέλη Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης τους πετσόκοψε. Λίγοι σώθηκαν από το μεγαλο ασκέρι κι ο ίδιος ο Μαχμούτ Πασάς πέθανε ειτε από τη λύπη του είτε απο τύφο στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου 1822.

Το περιστατικό επιβεβαιώνει μια παρατήρηση που έχουν κάνει ίσως αρκετοί αλλά σίγουρα ο Κ. Παπαγιώργης, ότι οι μεγάλες νίκες του Εικοσιένα οφείλονται όλες σε ενέδρα ή αιφνιδιασμό ή εκμετάλλευση του πεδίου της μάχης ή φθορά του αντιπάλου με κλεφτοπόλεμο και όχι σε κατά μέτωπο σύγκρουση. Όποτε οι Έλληνες θέλησαν να αντιπαρατεθούν στους Τούρκους «ευρωπαϊκά», σε ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν επώδυνες ήττες: Πέτα, Κρεμμύδι, Ανάλατος.

Η σφαγή αυτή του πανίσχυρου στρατού του Δράμαλη στα Δερβενάκια έσωσε την επανάσταση, εδραίωσε ακόμα περισσότερο το γόητρο του Κολοκοτρώνη και έγινε παροιμιώδης, αφού έμεινε γνωστή και ως «η νίλα του Δράμαλη». Πολύ συχνά θα δείτε τη μάχη στα Δερβενάκια να αναφέρεται ως «νίλα του Δράμαλη».

Το ΛΚΝ στο λήμμα «νίλα» αναφέρει, ακριβώς, τον Δράμαλη:

νίλα η [níla] Ο25α : 1.(οικ.) α. μεγάλη καταστροφή: Ο στρατός του Δράμαλη έπαθε μεγάλη ~ από τους Έλληνες. β. μεγάλη αποτυχία σε διαγωνισμό ή συναγωνισμό: ~ στα μαθηματικά. H ομάδα μας έπαθε ~ στο σημερινό αγώνα. γ. ζημιά που προκαλεί μεγάλη ταλαιπωρία: Πάθαμε μια ~ στο ταξίδι… μας χάλασε το αυτοκίνητο. 2. (παρωχ.) καψόνι.

Το λεξικό ετυμολογεί, χωρίς βεβαιότητα, τη λέξη από τα λατινικά: [ίσως μσν. *νίλα < λατ. nila πληθ. του nilum (ουδ.) `τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία΄ που θεωρήθηκε θηλ. εν.]

Το λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει την ίδια ετυμολογία, και πάλι χωρίς βεβαιότητα, δεν αναφέρει τον Δράμαλη, και δίνει παραδειγματική φράση παρμένη από το ποδόσφαιρο, «πάθαμε μεγάλη νίλα μέσα στην έδρα μας» ή κάτι τέτοιο. Πράγματι, στις σημερινές χρήσεις συχνά θα δούμε τη νίλα σε αθλητικά-ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα.

Σε πολλά κείμενα για το 1821, ιστορικά ή λογοτεχνικά, βρίσκω αναφορά στη «νίλα του Δράμαλη». Μάλιστα, ο Βασίλης Ρώτας έχει γράψει το θεατρικό έργο «Κολοκοτρώνης ή η νίλα του Δράμαλη». Στον «Καραϊσκάκη», τη μυθιστορηματική βιογραφία του ήρωα από τον Δημ. Φωτιάδη, υπάρχει επίσης κεφάλαιο «Η νίλα του Δράμαλη».

Το περίεργο είναι ότι στα κείμενα της εποχής δεν υπάρχει καμιά τέτοια αναφορά σε «νίλα του Δράμαλη» -ή εγώ δεν βρήκα. Σίγουρα δεν υπάρχει στον Μακρυγιάννη, αν και η λέξη «νίλα» χρησιμοποιείται σε άλλα συμφραζόμενα, αλλά ούτε και στα απομνημονευματα του Κολοκοτρώνη, του πρωταγωνιστή της υπόθεσης. Ούτε σε άλλο κείμενο της εποχής βρήκα «νίλα του Δράμαλη», εκτός αν βρείτε εσείς και με διαψεύσετε.

Πράγματι, στα σώματα κειμένων που έψαξα, η παλαιότερη αναφορά που βρήκα σε «νίλα του Δραμαλη» είναι το 1910 στον Ρωμηό του Σουρή και το 1917 στο Ημερολόγιο Σκόκου. Ίσως κάποιος άλλος βρει κάτι ακόμα παλιότερο, αλλά το ζήτημα είναι πόσο παλιότερο -δυο τρεις δεκαετίες ή κοντινό στα γεγονότα;

Το άλλο περίεργο είναι ότι ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί στο έργο του δυο φορές τη λέξη «νίλα» αλλά όχι με τη σημασία «πανωλεθρία, παταγώδης αποτυχία».

Γράφει ο Μακρυγιάννης, περιγράφοντας την εγκληματική θανάτωση άμαχων Τούρκων από ανειδοποίητους Ρωμιούς κοντά στο Κομπότι παρά τις συνθήκες που είχαν υπογραφτεί: «Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Tούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα» (Α53). Και αλλού, σε σχέση με την πολιορκία της Αθήνας: «Πήγαμεν εις το φρούριον. Ήταν η νίλα εκεί· γυναικόπαιδα, ζώα» (Α213).

Δηλαδή, την εποχή του Μακρυγιάννη η σημασία της λέξης ήταν κάπως διαφορετική, σήμαινε: οίκτο, τραγικό θέαμα που προκαλεί τον οίκτο, συμφορά· «με πήρε η νίλα» σήμαινε «με κυρίεψε ο οίκτος».

Αυτή η σημασία βρίσκουμε να επιβιώνει στο ηπειρωτικό ιδίωμα. Αντιγράφω από το σχετικό σύγγραμμα του Ευάγγελου Μπόγκα (ο οποίος γράφει νήλα):

νήλα: 1. Το τραγικό θέαμα, «είναι νήλα να γλέπ’ς να σφάζουν μπροστά σου τ’ αρνάκια», 2. Ο οίκτος: Όταν τον είδα ξαπλωμένον στα χώματα, μ’ έκοψε η νήλα. Στο Ζαγόρι λένε «να τον φτάκει η νήλα μου» δηλ. κατάρα να δυστυχήσει κάποιος τόσο πολύ που να τον λυπηθούμε. Ο Μπόγκας γράφει «νήλα» επειδή ετυμολογεί από το νηλεές ήμαρ του Ομήρου, που μάλλον είναι πορτοκαλισμός.

Εικαζω λοιπόν ότι η πανωλεθρία του πανίσχυρου στρατου του Δράμαλη, που χαρακτηρίστηκε νίλα του Δράμαλη βοήθησε να μεταπέσει η σημασία από το «τραγικό θέαμα» και τη «συμφορά» προς την «παταγώδη αποτυχία» κι έτσι να χρησιμοποιείται σήμερα για αποτυχία στις εξετάσεις ή στο ποδόσφαιρο. Η μετάπτωση της σημασίας είναι ευκολη, αφού η «συμφορά» είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο οικτρό θέαμα και στην παταγώδη αποτυχία.

Μάλιστα, στις στρατιωτικές σχολές κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα το καψόνι που γινόταν στους πρωτοετείς λεγόταν «νίλα», σημασία που την καταγραφει το ΛΚΝ αν και κοντεύει πια να ξεχαστεί.

Σχεδον τελειώσαμε. Τελευταία πτυχή, ο Μάμαλης. Στις συλλογές παροιμιωδών εκφράσεων υπάρχει η έκφραση «έπαθε τη νίλα του Μάμαλη». Ποιος ο Μάμαλης; Κάποιοι λένε τον Ιμάμ Αλή, πασά της Ναυπάκτου, άλλοι αναφέρουν κάποιον οπλαρχηγό Μάμαλη που τον παλούκωσε ο Αλή Πασάς. (Όποιος ενδιαφέρεται: Δημ. Πετρόπουλος, «Η θανάτωσις δι’ ανασκολοπισμού κατά την Τουρκοκρατίαν», ΕΕΒΣ, Τόμ. 23 (1953), σελ. 535-6.)

Αν ισχύει αυτό, τότε προϋπήρξε η νίλα (δηλαδή η συμφορά, το τραγικό θέαμα) του Μάμαλη και η ομοηχία διευκόλυνε να γίνει παροιμιώδης και η φράση για τον Δράμαλη. Μπορεί βέβαια να προϋπήρξε η «νίλα του Δράμαλη», το θέμα αξίζει διερεύνηση.

Όσο για την ετυμολογία, κι ας λέει ο Μπόγκας, με βάση τα παραπάνω, φαίνεται πιθανότερη μια σλαβική αρχή της λέξης και ασφαλώς απορρίπτεται το λατινικό nila, που προτείνεται χωρίς σιγουριά από τα λεξικά. Όποιος έχει πρόσβαση στο περιοδικό Βυζαντινά, του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ, τόμος 8, σελ. 301-2, όπου υπάρχει άρθρο για τη νίλα, θα μπορούσε ίσως να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Ο φίλος μας ο Spiridione βρήκε τη δημοσίευση στα Βυζαντινά, που νομίζω ότι φωτίζει το θέμα:

Κ. Παπαχρίστου, νεοελληνικά ετυμολογικά, σελ. 301, 302

νίλα, η: α) αφανισμός, β) τραγικό θέαμα, που προκαλεί τον οίκτο, και γ) οίκτος. Από τις τρεις αυτές σημασίες η τρίτη, δηλ. νίλα = οίκτος, έχει λησμονηθή σήμερα στην Ελλάδα, με εξαίρεση την ’Ήπειρο — ίσως και κάποια άλλη περιοχή, που δε μπόρεσα να επισημάνω- για την Ήπειρο δίνει ο Μπάγκας την ερμηνεία: νήλα = 1) τραγικό θέαμα και 2) οίκτος: «όντας τουν είδα ξαπλουμένουν στα χώματα μ’ έκουψι η νήλα», και παραθέτει το Ζαγοριακό: «να τον φτάκη η νήλα μου» = «να δυστυχήση δηλ. σε τέτοιο βαθμό που να μου προκαλέση τον οίκτο». Παλαιότερα, όμως, η λ. νίλα στη σημασία «οίκτος» απανταται και σε άλλες περιοχές, π.χ. τη Ρούμελη, καθώς διαπιστώνεται από το Μακρυγιάννη, που γράφει: «Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα». Το νεοελ. νίλα προέρχεται από το αρωμουν. nila (= οίκτος, συμπάθεια) ← ρουμαν. mila ← σλαβ. міль (= συμπάθεια), στα αρωμουνικά: ρ. niluesku (= ελεώ, οικτίρω, συμπαθώ) και επίθ. niluitu – ta (=οικτρός), η τροπή του m → n (ρουμαν. mila → nila) είναι συνήθης στα αρωμουνικά: λατιν. mille → nile (= χίλια). Εσφαλμένα υποστηρίζει ο Νικολαίδης ότι το σλαβ. mih, το ρουμαν. mila και το αρωμουν. nila προέρχονται από το αρχ. ελλην. μείλιον (= «παν το ευφραίνον»), ούτε, βέβαια, είναι δυνατό να γίνη οποιοσδήποτε συσχετισμός του νεοελ. νίλα με το ομηρικό επίθ. νηλεές (ήμαρ), που υπαινίσσεται ο Μπόγκας και γι’ αυτό γράφει νήλα αντί νίλα, δικαιολογημένα ο Ανδριώτης αγνοεί αυτή την ετυμολογία.

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Πρέπει άραγε να τηρούμε ευλαβικά τις οδηγίες του ΕΟΔΥ;

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2020

Αν σκεφτήκατε οτι στο σημερινό άρθρο θα συζητήσω κάποιες από τις πρόσφατες οδηγίες του ΕΟΔΥ, ισως για το κλείσιμο των εστιατορίων, μπαρ κτλ. στις 12, και μάλιστα με τη διάθεση να τις αμφισβητήσω, αφού διατυπώνω ερώτημα, πέφτετε έξω.

Σας παραπλάνησε ο τίτλος, και παραδέχομαι πως εσκεμμένα τον διατύπωσα έτσι, για γούστο.

Όχι, δεν είναι ο ΕΟΔΥ το θέμα μου ούτε η πανδημία. Το σημερινό άρθρο έχει θέμα καθαρά γλωσσικό, όσο κι αν δεν του φαίνεται. Οπότε, ας εξηγηθώ.

Έναυσμα μού δίνει ένα πρόσφατο σημείωμα του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Τελευταία, νομίζω το έχω ξανασχολιάσει, ο καθηγητής χρησιμοποιεί το Φέισμπουκ για να εκφράζει τις απόψεις του για γλωσσικά φαινόμενα και θέματα, συνήθως αποδοκιμάζοντας τη μία ή την άλλη χρήση. Θα πείτε ότι αυτό είναι μάλλον παράδοξη στάση από γλωσσολόγο (είναι σαν να βλέπεις έναν μετεωρολόγο να αποδοκιμάζει τους ισχυρούς βορειοανατολικούς ανέμους) αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας.

Λοιπόν, πρόσφατα ο κ. Μπαμπινιώτης απεύθυνε έκκληση σε σχέση με την κατ’ αυτόν σωστή χρήση του επιρρήματος «ευλαβικά».

O καθηγητής προτάσσει την εξής εισαγωγή:

Σεβαστείτε το «ευλαβικά»!

Ένα επίρρημα, το ευλαβικά, υποφέρει γλωσσικά. Λυπηθείτε το! Δεν είναι «διά πᾶσαν χρήσιν…». Δεν σημαίνει «προσεκτικά», ούτε «επακριβώς» ούτε «επιμελώς»! Σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό». Κι έτσι πρέπει να χρησιμοποιείται.

και στη συνέχεια αναπτύσσει τις σκέψεις του μέσα στο ορθογώνιο πλαίσιο.

Μας λέει ότι ακούγονται φράσεις όπως «Τηρούμε ευλαβικά τις αποστάσεις» ή «Προσέχουμε ευλαβικά τις οδηγίες», στις οποίες χρησιμοποιούμε το «ευλαβικά» σχεδόν σαν να σημαίνει «προσεκτικά», «επακριβώς», «επιμελώς», ενώ σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό» (δική του η έμφαση).

Μπορεί να το χρησιμοποίησε μεταφορικά ο κ. Τσιόδρας, λέει, για να τονίσει ότι η τήρηση των μέτρων προφύλαξης πρέπει να γίνεται σαν να υπερασπιζόμαστε κάτι ιερό, αφού εχει σχέση με την προστασία της υγείας μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να το χρησιμοποιούμε με άλλη, διαφορετική σημασία! (Και πάλι δική του η έμφαση).

Και αφού παραθέσει την ετυμολογία (κουτσουρεμένη, όπως θα δούμε) της λέξης «ευλαβής», καταλήγει στο συμπέρασμα: Ας ευλαβούμεθα την σημασία μιας λέξης με ιδιαίτερη βαρύτητα στην επικοινωνία μας, το ευλαβικά.

Θα σχολιάσω την παραπάνω άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσοδιορθωτές, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »

Η θερινή ραστώνη

Posted by sarant στο 7 Αυγούστου, 2020

Στην καρδιά του καλοκαιριού βρισκόμαστε, ταιριάζει να ασχοληθούμε με μια λέξη καλοκαιρινή, αφού η «θερινή ραστώνη» ή η «καλοκαιρινή ραστώνη» είναι ένα από τα δημοσιογραφικά κλισέ που εύκολα χρησιμοποιεί όποιος θέλει να χαρακτηρίσει την πλήρη αδράνεια, τη χαλαρότητα που επικρατεί το καλοκαίρι και ειδικότερα τον Αύγουστο.

Η αίσθησή μου είναι πως η λέξη χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια περισσότερο, ακριβώς επειδή έχει γίνει κλισέ, εύκολη λύση. Για να κοροϊδέψω αυτή την κατάχρηση, στο ιστολόγιο πότε πότε λέω για «το ραστόνι». Είχα γράψει, ας πούμε, μια φορά τις χριστουγεννιάτικες μέρες: σήμερα η πιατέλα δεν θα είναι ξέχειλη, δεν έχουμε μαζέψει πολλά ευρήματα: ούτε εγώ βρήκα πολλά, ούτε εσείς μού στείλατε -το ραστόνι που λέγαμε, η εορταστική ραστώνη του κλισέ δηλαδή (παλιά τη λέγαμε μουργέλα και δεν ήταν τόσο γκλάμορους).

Διότι ραστώνη, δηλαδή χαλάρωση, ραθυμία, τεμπελιά, υπάρχει και στις γιορτές, όχι μόνο το καλοκαίρι.

Η ραστώνη είναι μάλλον λόγια λέξη· ανήκει, ας πούμε, στο ψαγμένο λεξιλόγιο -που ο κ. Μπαμπινιώτης το λέει «απαιτητικό», ή τουλάχιστον εκεί ανήκε πριν γίνει κλισέ. Όταν το 2003 στις Πανελλήνιες εξετάσεις έπεσε ένα κείμενο του Βασ. Θερμού, που έκανε λόγο για «τη ραστώνη της συνεχούς εναλλαγης καναλιών, του ζάπινγκ», η επιτροπή των εξετάσεων έδωσε εκ των υστέρων διευκρίνιση για τη σημασία της λέξης -μια όχι πολύ διαφημισμένη περίπτωση «αρωγής και ευδοκίμησης». Ραστώνη, αυτή η άγνωστη λέξη, έγραψε μια εφημερίδα. Θα έλεγα πως σήμερα δεν είναι πλέον άγνωστη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Καλοκαιρινά, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , | 167 Σχόλια »

Μπιτσόμπαρο, μια λέξη της εποχής

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2020

Συνεχίζουμε σήμερα με ένα ακόμα καλοκαιρινό άρθρο, αφού σε πείσμα κρίσης και πανδημίας βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού. «Βρίσκεστε», παραλίγο να γράψω, διότι εγώ φέτος έκανα νωρίς τις διακοπές μου.

Θα δούμε λοιπόν σήμερα μια λέξη καλοκαιρινή, άρα της εποχής. Της εποχής όμως και από μιαν άλλη άποψη, διότι είναι λέξη σχετικά καινούργια, ίσως του αιώνα μας. Όταν ήμουν νέος, η λέξη δεν υπήρχε -και, εδώ που τα λέμε, δεν υπήρχε και το πράγμα.

Το μπιτσόμπαρο μεταφέρει στα ελληνικά το αγγλικό beach bar, με τον τρόπο που γίνεται ο δανεισμός από ανθρώπους του λαού -δηλαδή, προσαρμογή της ξένης λέξης στο ελληνικό τυπικό. Εδώ η προσαρμογή είναι άψογη, αφού κρατήθηκε και ο κανόνας για το συνδετικό φωνήεν όμικρον. Τέτοιοι δανεισμοί αποτελούσαν τον κανόνα τούς προηγούμενους αιώνες. Σήμερα με την επέκταση της γλωσσομάθειας -και ειδικά της αγγλομάθειας- πολλοί θεωρούν ένδειξη αμορφωσιάς τον δανεισμό με προσαρμογή, άλλοι πάλι τον θεωρούν ένδειξη συντηρητισμού ή γλωσσαμυντορισμού. Ωστόσο, αν είναι να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη στα ελληνικά, μάς βολεύει περισσότερο να την έχουμε προσαρμόσει γιατί η γλώσσα μας έχει κλιτούς τύπους. Δεν είναι υποχρεωτική η προσαρμογή, το σάντουιτς ας πούμε δεν το προσαρμόσαμε, αλλά βοηθάει.

Ο λόγιος δανεισμός, από την άλλη, συνήθως καταφεύγει στη λύση του μεταφραστικού δανείου. Το Eisenbahn το λέει σιδηρόδρομο και το sky scraper ουρανοξύστη. Το beach bar με τη λογική αυτή θα ήταν παραλιακό μπαρ, που λέγεται βέβαια αλλά δεν έχει απόλυτη ακρίβεια, διότι ένα παραλιακό μπαρ μπορεί να μην είναι μπιτσόμπαρο, να είναι απλώς ένα μπαρ που βρίσκεται στην παραλία, χωρίς ομπρέλες και ξαπλώστρες στην άμμο, που αν δεν κάνω λάθος αποτελούν το ειδοποιό γνώρισμα των μπιτσόμπαρων.

Αλλά ποιος είναι ο ορισμός του μπιτσόμπαρου; Αν ψάξουμε στα λεξικά θ’ απογοητευτούμε, διότι κανένα δεν καταγράφει τη λέξη. Ούτε το ΛΚΝ (αλλά ίσως το 1998 να μην υπήρχε καν η λέξη), ούτε ο Μπαμπινιώτης, ούτε το Χρηστικό, ούτε το ΜΗΛΝΕΓ. Έχουν το μπιτς βόλεϊ, το Χρηστικό μάλιστα έχει και μπιτς σόκερ και μπιτς χάντμπολ όπως και το μπιτς πάρτι, αλλά όχι το μπιτσόμπαρο. Κάνουν καλά ή άσχημα; Δεν ξερω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γλωσσικά δάνεια, Καλοκαιρινά, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , | 246 Σχόλια »

Εσείς τσαντίζεστε ή τσατίζεστε;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2020

Ο μπακάλης σαν φτωχύνει τα παλιά τεφτέρια πιάνει, λένε. Θα μπορούσατε να το πείτε αυτό για το σημερινό άρθρο, αφού παίρνει αφορμή (και αντλεί πολύ υλικό) από μια συζήτηση που είχε γίνει στη Λεξιλογία το μακρινό 2008, πριν από 12 ολόκληρα χρόνια (και καναδυό μήνες) και με δική μου συμμετοχή.

Το ερώτημα του τίτλου το είχα τότε θέσει εγώ και το επαναλαμβάνω τώρα εδώ. Φυσικά, η ερώτηση δεν αφορά το αν είστε ήρεμοι τύποι ή ευέξαπτοι, αλλά ποιον τυπο προτιμάτε. Είχα λοιπόν γράψει τότε:

Μου λέει, φίλος και συνονόματος:

Τις 2-3 πρώτες φορές που είδα γραμμένο το «τσατίζω», νόμιζα ότι ήταν τυπογραφικό λάθος. Τις επόμενες, νόμιζα ότι ήταν κωμικός κι αδέξιος εξευγενισμός. Ώσπου άνοιξα τον Μπάμπι κι είδα ότι έχει τον τύπο κατά προτεραιότητα.
Αλλά μάλλον πρέπει νάχω χάσει συνέχειες…

Κι εγώ ομολογώ ότι τσαΝΤίζομαι το ξέρω, έτσι το ‘λεγα ανέκαθεν και μόνο σε μεγάλη ηλικία συνειδητοποίησα ότι κάποιοι «τσατίζονται». Έχω βγάλει το (προσωρινό) συμπέρασμα ότι στην επιλογή του τύπου παίζει ρόλο και το πού μεγάλωσε κανείς. Οι Αθηναίοι έχουν τάση προς το «ντ», οι Βορειοελλαδίτες και οι Κρητικοί προς το «τ». Γι’ αυτό το λόγο και πολλοί ακούνε μόνο τον έναν από τους δύο τύπους στα παιδικά τους χρόνια.

Τα λεξικά μας κατά πλειοψηφία δείχνουν να προτιμούν τους τύπους με Τ.

Το ΛΚΝ έχει πρώτους τους τύπους με Τ (τσατίζω και τσαντίζω, γράφει στο ρήμα), το ίδιο και ο Μπαμπινιώτης, όπως και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας. Αντίθετα, το πιο καινούργιο, το ΜΗΛΝΕΓ, δίνει την πρωτοκαθεδρία στους τύπους με -ντ, αφού έχει πρώτο το «τσαντίζω» και δεύτερο το «τσατίζω».

Κοιτάζοντας τις συχνότητες του Γκουγκλ, βλέπουμε ότι οι τύποι με «ντ» υπερτερούν στο βασικό λήμμα (τσαντίζω έναντι τσατίζω) αλλά πολύ περισσότερο, συντριπτικά, στα παράγωγα (πχ τσαντισμένος έναντι τσατισμένος· μάλιστα το Γκουγκλ, αν ζητήσεις «τσατισμένος» σε ρωταει μήπως εννοείς «τσαντισμένος»). Συντριπτικά υπερτερεί και η «τσαντίλα» έναντι της «τσατίλας» αν και βέβαια κάποιες από τις ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» αφορούν την αραιοϋφασμένη σακούλα (γιαούρτι στην τσαντίλα), αν και αυτές δεν είναι πολλές. [Και ακόμα λιγότερες θα είναι, υποθέτω, οι ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» που αναφέρονται στη… χαρακτηριστική μυρωδιά της τσάντας 🙂 ]

Από τα ευρήματα στο γκουγκλ συνάγεται ότι κάποιοι θα λένε μεν «τσατίζω» αλλά «τσαντισμένος». Αυτή την «ασυνέπεια» (τα εισαγωγικά εδώ έχουν σημασία, δεν είναι πραγματική ασυνέπεια) τη συναντήσαμε και στο πρόσφατο άρθρο μας, όπου κάποιοι είπαν ότι λένε ντους αλλά ντουζιέρα.

Πάμε τώρα στην ετυμολογία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 149 Σχόλια »

666 ελληνικές λέξεις γαλλικής προέλευσης

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2020

Μια και σήμερα, 14 Ιουλίου, είναι η εθνική γιορτή της Γαλλίας, το ιστολόγιο, που τρέφει μεγάλη αγάπη στη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα, αφιερώνει ένα άρθρο για τις ελληνικές λέξεις γαλλικής προέλευσης.

Ξέρουμε ότι τους προηγούμενους αιώνες, ας πούμε από τον 17ο έως τα μισά του εικοστού, η Γαλλία ήταν η κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη από πολλές απόψεις και τα γαλλικά η κατ’ εξοχήν διεθνής γλώσσα, των μορφωμένων και των διπλωματών, του πνεύματος και του διαφωτισμού. Για παράδειγμα, η αλληλογραφία του Μαυροκορδάτου με τους ξένους επίσημους γίνεται στα γαλλικά.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο μας είχαμε δει ότι οι Ρώσοι αριστοκράτες της εποχής του Ναπολέοντα συζητούσαν στα γαλλικά, και το ίδιο συνέβαινε και με τη δική μας «καλή κοινωνία» στον μεσοπόλεμο. Τα αγγλικά έχουν σημαντικότατη ποσότητα δανείων από τα γαλλικά και μάλιστα από πολύ παλιότερα, ενώ και τα γερμανικά έχουν δανειστεί πάρα πολλούς όρους παρά τις προσπάθειες καθαρισμού.

Όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες λοιπόν μπολιάστηκαν από τη γαλλική γλώσσα, μια κατάσταση που διάρκεσε χοντρικά ως τον πόλεμο -από τότε και μετά, τα αγγλικά πήραν τη σκυτάλη και αναδείχτηκαν στη νέα λίνγκουα φράνκα και σε μηχανή παραγωγής νέων όρων που ακόμα πιο εύκολα και γρήγορα, χάρη στην εκρηκτική ανάπτυξη των επικοινωνιών, διαδίδονται σε όλες τις γλώσσες του πλανήτη, ακόμα κι εκεί όπου τα γαλλικά δεν είχαν μπορέσει να ασκήσουν μεγάλη επιρροή. Ωστόσο, κάποιοι θύλακες γαλλοφωνίας διατηρούνται ακόμα στη διεθνή διπλωματία.

Η ελληνική γλώσσα λοιπόν έχει δανειστεί πολλές λέξεις από τα γαλλικά, ιδίως σε τομείς όπως η ενδυμασία και η μόδα, η κουλτούρα αλλά και η κουζίνα, το αυτοκίνητο αλλά και κάποια αθλήματα.

Ο κατάλογος που ακολουθεί είναι παρμένος από το Ετυμολογικό Λεξικό Μπαμπινιώτη και τον μεταφέρω με απλή αντιγραφή. Ίσως έμειναν κάποια λαθάκια από την οπτική αναγνώριση. Όπως θα δείτε, πολλές λέξεις του καταλόγου έχουν αρχική προέλευση από άλλες γλώσσες -αλλά τα γαλλικά ήταν το μέσο για να φτάσουν στη γλώσσα μας λέξεις όπως λαντό (από το όνομα Γερμανικής πόλης), μανεκεν (ολλανδικής αρχής), καουτσούκ ή μουσώνας από μακρινές χώρες. Στον πίνακα υπάρχουν και κάποιες αντιδάνειες λέξεις, αλλά πολύ λίγες.

Οι λέξεις του καταλόγου ήταν 662, οπότε για να φτάσουμε μέχρι το σημαδιακό 666 πρόσθεσα τέσσερις ακόμα: φούιτ (βορειοελλαδίτικο), νατουραλιζέ (πρόσφατο δάνειο), φουλάρι και καμπαρντίνα. Με τις δυο αυτές λέξεις συμβαίνει το περίεργο ότι, ενώ στα αντίστοιχα λήμματα του ετυμ. λεξικού Μπαμπινιώτη δηλώνεται σαφώς η γαλλική προέλευση, δεν έχουν συμπεριληφθεί στον συγκεντρωτικό πίνακα. Κι αυτό σημαίνει ότι ο συγκεντρωτικός πίνακας δεν είναι εξαντλητικός και μπορεί να υπάρχουν στο λεξικό κι άλλες λέξεις γαλλικής προέλευσης που να μην έχουν συμπεριληφθεί.

Επί του πιεστηρίου, διαπιστώνω ότι ο πίνακας του Μπαμπινιώτη δεν περιλαμβάνει τα περισσότερα αντιδάνεια γαλλικής προέλευσης, λέξεις όπως πλαζ, πατισερί, πλαγκτόν, πλασάρω, ρεπό, σομιέ, σοφιστικέ, αν και μερικά αντιδάνεια τα έχει, όπως πατέ, σαμπρέλα. Δεν ξερω αν είναι συμπτωματικό αυτό ή αν ο Μπαμπινιώτης πιστεύει ότι τα αντιδάνεια είναι «πάλι με χρόνους με καιρούς δικά μας», πάντως αν εγώ έφτιαχνα τον ίδιο πίνακα θα τα συμπεριλάμβανα, αφού μας ενδιαφέρουν οι λέξεις που δανειστήκαμε από τα γαλλικά και όχι η απώτερη προέλευση των λέξεων. Όπως σωστά περιλαμβάνεται στον πίνακα πχ. το λαντό, έπρεπε να υπάρχει π.χ. και η πλαζ.

Σε κάθε περίπτωση, περιμένω συμπληρώσεις στα σχόλιά σας.

Και θυμίζω ανάλογα άρθρα του ιστολογίου:

100 ελληνικές λέξεις σλαβικής προέλευσης

730 (ή χίλιες και μία) ελληνικές λέξεις τουρκικής προέλευσης

Πενήντα ελληνικές λέξεις αλβανικής προέλευσης

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Επετειακά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , | 337 Σχόλια »

Μεθυσμενάκι, μια ανακεφαλαίωση

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2020

Το σημερινό μας άρθρο κάνει ανακεφαλαίωση μιας συζήτησης που είχαμε κάνει πέρσι μέσα στο κατακαλόκαιρο (δεκαεξαύγουστο, να φανταστείτε) για ένα θέμα που ήρθε ξανά στην επιφάνεια από ένα βιντεάκι του Κουραφέλκυθρου.

Ίσως όμως δεν ξέρετε τον Κουραφέλκυθρο ή τα Κουραφέλκυθρα -και δεν σας αδικώ, διότι «δεν είναι καν λέξη» όπως λέει ο δημιουργός της, ο κομίστας Αντώνης Βαβαγιάννης ή Κουραφέλκυθρος. Τα κόμικς που δημοσιεύει στη σειρά Κουραφέλκυθρα ξεχωρίζουν για το σουρεαλιστικό χιούμορ και τα έξυπνα λογοπαίγνια που δείχνουν οξύ αισθητήριο. Μπορείτε να τα βρείτε στην ειδική σελίδα του Φέισμπουκ.

Πριν από λίγο καιρό, μου είχε αρέσει πολύ ένα στριπ των Κουραφέλκυθρων που είχε γλωσσικό ενδιαφέρον. Σκεφτόμουν να το παρουσιάσω εδώ αλλά το αμέλησα -δεν είναι όμως επίκαιρο οπότε επιφυλάσσομαι. Προχτές όμως, ο Αντώνης Βαβαγιάννης ανέβασε όχι κόμικς αλλά ένα βίντεο που πάλι έχει γλωσσικό ενδιαφέρον, αφού υποστηρίζει ότι «Η λέξη μεθυσμενάκι δεν υπάρχει».

Το βίντεο μπορείτε να το δείτε στη σελίδα του στο Φέισμπουκ, αλλά και στο YouTube.

Καταπιάνεται λοιπόν ο Κουραφέλκυθρος με τη λέξη «μεθυσμενάκι», παρουσιάζοντας τα πορίσματα ενδελεχών ερευνών που κατατείνουν στο συμπέρασμα της Επιτροπής Αποκατάστασης της Αλήθειας πως «Δεν υπάρχει λέξη μεθυσμενάκι».

Στο βίντεο βλέπουμε τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου από τη Τζαμάικα, από τον αξέχαστο δίσκο Θαλασσογραφίες σε μουσική Μάνου Λοΐζου, έναν δίσκο που κλείνει φέτος μισόν αιώνα ζωής και τα τραγούδια του ακούγονται πάντοτε.

Το ρεφρέν της Τζαμάικας το έχουμε σίγουρα τραγουδήσει:

Κι αρμενίζαμε στα πέλαγα αγάπη μου παλιά
Κι ύστερα το βραδάκι μεθυσμενάκι στα καπηλειά
Σ’ έπινα κοριτσάκι σαν το κρασάκι γουλιά γουλιά

Ας το ακούσουμε:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαπαθιώτης, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Ποίηση, Στιχουργική, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 146 Σχόλια »

Πέτσωμα, η αναβάπτιση ενός όρου

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2020

Τη στιγμή που ξεκινάω να γράφω το άρθρο,  ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο κ. Πέτσας, δεν έχει ακόμα δώσει στη δημοσιότητα τα ποσά με τα οποία επιδοτήθηκαν τα «μέσα ενημέρωσης» που διαφήμισαν την εκστρατεία «Μένουμε σπίτι», αν και έχουν αρχίσει να διαρρέουν ποσά, πολλές φορές κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητα -μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για κάποιους ιστότοπους. Πριν από μερικές μέρες, ύστερα από έντονες πιέσεις της αντιπολίτευσης, είχε παρουσιάσει έναν κατάλογο μέσων, αλλά χωρίς ποσά.

Έστω και λειψός, ο κατάλογος αυτός ήταν αρκετά αποκαλυπτικός, αφού περιλαμβάνει ιστότοπους χαμηλής ή μηδενικής επισκεψιμότητας, πολλοί από τους οποίους δεν περιλαμβάνονται καν στο μητρώο Online Media, που είναι προϋπόθεση για να λάβουν κρατική διαφήμιση βάσει του νόμου. Κάποιοι ιστότοποι έχουν και μηδενικό περιεχόμενο ή άρχισαν να προσθέτουν περιεχόμενο… μετά τη δημοσιοποίηση του καταλόγου, όπως λέγεται ότι έγινε με τον ιστότοπο του κ. Μένιου Φουρθιώτη.

Σε άλλες περιπτώσεις, το ίδιο άτομο έχει πολλούς ιστοτόπους, που ο ένας αντιγράφει το περιεχόμενο του άλλου και που έχουν όλοι χρηματοδοτηθεί, και βέβαια κατά σύμπτωση πρόκειται για πολιτικό φίλο της κυβέρνησης. Εδώ μπορείτε να δείτε μια έρευνα για την περίπτωση της NK Media που πήρε χρηματοδότηση για τους οχτάδυμους ιστοτόπους της. Ο Βαξεβάνης, που έκανε την έρευνα, αποκλείστηκε βεβαίως από τη χρηματοδότηση, για να μάθει.

Το πρόβλημα λοιπόν είναι διττό. Από τη μια, λαθρόβιοι ιστότοποι επιχορηγήθηκαν πιθανώς με σχετικά μικρά ποσά (10 χιλιάδες, ας πούμε) και από την άλλη υπαρκτοί ιστότοποι φιλικοί προς την κυβέρνηση λέγεται ότι πήραν επιχορήγηση πολλών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Και βέβαια, ένας λόγος για τον οποίο ο κ. Πέτσας διστάζει να αποκαλύψει τα ποσά της επιχορήγησης, είναι για να μη μάθουν οι πολιτικοί του φίλοι πόσα πήραν οι άλλοι λυμεώνες και αρχίσουν τα παράπονα: Στον Θανάση γιατί έδωσες τόσα πολλά και σε μένα ούτε τα μισά;

Παρόμοιες πρακτικές χρηματοδότησης υπαρκτών και ανύπαρκτων ιστοτόπων δεν είναι καινούργιες. Τις εφάρμοζε κατά κόρον το αμαρτωλό ΚΕΕΛΠΝΟ την περίοδο 2010-2014, κι έτσι ένα σωρό παντελώς άγνωστοι ιστότοποι είχαν χρηματοδοτηθεί με γερά χαρτζιλίκια για να «ενημερώνουν το κοινό για επιδημιολογικά θέματα». Στη δημοσιογραφική πιάτσα, η πρακτική αυτή αναφέρεται ενίοτε ως «Βελόνα και κλωστή» επειδή έτσι ονομαζόταν μια «ενημερωτική ιστοσελίδα» που πήρε 48.000 για «διαφήμιση» τριών μηνών.

Αλλά οι ιστότοποι αυτοί έρχονται και παρέρχονται. Ανοίγουν για να επιδοτηθούν, ενθυλακώνουν το χαρτζιλίκι (ή το κωλόκουρο, αν τα χρήματα τα μοιράζονται κι άλλοι) και κλείνουν, οπότε δεν είναι βολικό να αλλάζει κάθε τόσο το όνομα της πρακτικής. Με το σημερινό άρθρο έρχομαι να εισηγηθώ να υιοθετηθεί ένας γενικός όρος για το μπαχτσίσι προς φιλικά και πρόθυμα μέσα ενημέρωσης, ένας όρος βαθιά ριζωμένος στις αγνές παραδόσεις του ελληνικού κοινοβουλευτισμού αλλά και ταυτόχρονα σημερινός, του 21ου αιώνα.

Προτείνω λοιπόν τον όρο «Πέτσωμα» -και στον πληθυντικό «Πετσώματα». Ο όρος είναι υπαρκτός από παλιά, αλλά το βρήκα σαγηνευτικό ότι σήμερα αρχιερέας της πετσωματικής τέχνης είναι ένας πολιτικός που ονομάζεται Πέτσας! Τυχαίο; Δεν νομίζω, που έλεγε το παλιό κλισέ.

Τι είναι όμως τα πετσώματα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Λεξικογραφικά, Μέσα ενημέρωσης, Πρόσφατη ιστορία, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 157 Σχόλια »

Ένας απτάλης, πολλοί μπουνταλάδες

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2020

Το σημερινό μας σύντομο άρθρο αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, εξόφληση χρέους. Πριν από μερικές μέρες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για δέκα λέξεις του Κασομούλη, ανάμεσα στις οποίες ήταν και ο όρος «φακίρ φουκαράς», που σήμαινε «ο λαουτζίκος, η φτωχολογιά».

Είχα βάλει και λινκ σε ένα παλιότερο άρθρο μας, με τίτλο «Ένας φακίρης, πολλοί φουκαράδες» όπου επισήμαινα ένα γλωσσικό παράδοξο: ότι οι λέξεις φακίρης και φουκαράς από ετυμολογική άποψη «ουσιαστικά είναι η ίδια λέξη», αφού «τον φακίρη τον πήραμε από τα τούρκικα (fakir, φτωχός αλλά και ασκητής), δάνειο από τα αραβικά (faqir). Και τον φουκαρά από τα τούρκικα τον πήραμε, από το fukara, δάνειο και αυτό από τα αραβικά (fuqara), που όμως είναι ο πληθυντικός του faqir! Δηλαδή στα αραβικά, το ουσιαστικό faqir (φτωχός) έχει πληθυντικό fuqara (οι φτωχοί)».

Σε εκείνο το παλιό άρθρο του 2012 σημείωνα:

Υπάρχει κι άλλη μια τουρκική λέξη που την έχουμε δανειστεί διπλά, στον ενικό και στον πληθυντικό, σαν τον φακίρη και τον φουκαρά, αλλά την αφήνω για μελλοντικό άρθρο και παρακαλείται ο Δύτης και οι λοιποί αραβοτουρκομαθείς να μην τη μαρτυρήσουν.

Ο φίλος μας ο Spiridione, λοιπόν, το πρόσεξε αυτό και έγραψε τις προάλλες: Δύτη μαρτύρα την, γιατί περάσανε 8 χρόνια και ακόμα περιμένουμε. Και του απάντησα «Να μην το μαρτυρήσει ο Δύτης και να γράψω κάτι την άλλη βδομάδα».

Το πλήρωμα του χρόνου, δηλαδή η άλλη βδομάδα ήρθε -και γράφω το σημερινό άρθρο, που δεν είναι και πολύ μεγάλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Λεξικογραφικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , | 146 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν ανθέλληνες;

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2020

Στο ερώτημα του τίτλου ίσως κάποιοι να απαντούσαν «Από πολύ παλιά», «Από πάντοτε» ή «Από τότε που υπάρχουν Έλληνες», αλλά επειδή κι άλλες φορές έχουμε διατυπώσει τέτοια ερωτήματα σε τίτλους άρθρων, οι τακτικοί φίλοι του ιστολογίου θα καταλάβουν πως εδώ δεν εννοούμε το πράγμα αλλά τη λέξη, όπως π.χ. και τότε που είχαμε ρωτήσει «από πότε υπάρχουν ρουφιάνοι«.

Η ερώτηση είναι ληξιαρχικού τύπου, και ενδιαφέρεται ν’ ανιχνεύσει από πότε μπήκε στην υπερτρισχιλιετή μας ο όρος «ανθέλληνας» ή, παλαιότερα, «ανθέλλην». Βέβαια, θα πούμε δυο (ή και περισσότερα) λόγια για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη λέξη.

Συμφωνα με το λεξικό (το ΛΚΝ), ανθέλληνας είναι «χαρακτηρισμός για κπ. (Έλληνα ή ξένο) που διάκειται ή που ενεργεί εχθρικά προς τους Έλληνες, που βλάπτει τα συμφέροντά τους» και το αντίθετο είναι φιλέλληνας.

Παρόλο που δεν έχω εποπτεία από πολλές ξένες γλώσσες, έχω την εντύπωση ότι συγκριτικά με τους περισσότερους λαούς, στη νεότερη Ελλάδα χρησιμοποιούμε μάλλον απλόχερα τον όρο «ανθέλληνες», πολύ εύκολα δηλαδή χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον.

Ή μάλλον, ακριβέστερα, πολύ εύκολα χαρακτηρίζουμε ανθέλληνα κάποιον άλλον Έλληνα. Στα κοινωνικά μέσα, η βρισιά αυτή δίνει και παίρνει -και μένα με έχουν χαρακτηρίσει ανθελληνα, ένας μάλιστα τις προάλλες έλεγε πως είμαι μεγάλος ανθέλληνας και το χειρότερο είναι ότι ζω από την ελληνική γλώσσα. Ας είναι. Πάντως δεν έχουμε το μονοπώλιο στο να κατηγορούμε συμπολίτες μας για εθνική μειοδοσία -να θυμίσω το self-hating Jew ή τη HUAC, την Επιτροπή (διερεύνησης) Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων της Βουλής των ΗΠΑ.

Αλλά είπαμε πως το άρθρο είναι κυρίως ληξιαρχικό, οπότε ας επιστρέψουμε στην ιστορία της λέξης «ανθέλλην».

Οι αρχαίοι δεν είχαν ανθελληνες -θέλω να πω, δεν είχαν τη λέξη. Είχαν τη λέξη «φιλέλλην», αλλά για τον εχθρό των Ελλήνων είχαν «μισέλλην».

Να πούμε εδώ ότι η λέξη «μισέλλην» σπάνια χρησιμοποιείται στην αρχαία γραμματεία. Στο TLG έχει όλες κι όλες οχτώ ανευρέσεις, με αρχαιότερη στον Ξενοφώντα, όπου ο Αγησίλαος βρισκόταν στην Αίγυπτο ενώ είχε ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος και δυο ηγεμόνες διεκδικούσαν τον θρόνο. Ο Αγησίλαος έμαθε ποιος φαινόταν περισσότερο φιλέλληνας και τάχθηκε με αυτόν, εξασφαλίζοντας έτσι, μετά τη νίκη, ότι θα πληρώνονταν οι στρατιώτες:

κρίνας ὁπότερος φιλέλλην μᾶλλον ἐδόκει εἶναι, στρατευσάμενος μετὰ τούτου τὸν μὲν μισέλληνα μάχῃ νικήσας
χειροῦται, τὸν δ’ ἕτερον συγκαθίστησι

Τρεις μόνο άνθρωποι έχουν χαρακτηριστεί «μισέλληνες» στην αρχαία γραμματεία: ο Αννίβας (όχι ο διάσημος, ένας προηγούμενος), ο Τισσαφέρνης και ο ιερέας Χρύσης σε σχόλια της Ιλιάδας. Υπάρχουν και κάποιες αναφορές, ακόμα πιο λίγες, σε «μισαθήναιο» και σε «μισολάκωνα» -πόλεις-κράτη γαρ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »

Υποκειμενικές απόψεις (συνεργασία από ΣτοΔγιαλοΧτηνος)

Posted by sarant στο 3 Μαΐου, 2020

Το κείμενο που δημοσιεύουμε σήμερα είναι γραμμένο από τον φίλο μας ΣτοΔγιαλοΧτηνος. Πριν από ενάμιση χρόνο είχαμε δημοσιεύσει ένα άλλο δικό του πεζό., που το είχαμε χαρακτηρίσει διήγημα επιστημονικής φαντασίας. Το σημερινό κείμενο έχει περισσότερο χαρακτήρα δοκιμίου για τη γλώσσα και τη χρήση της ή παιγνιώδους λεξικογραφίας, άρα ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο.

Ο συγγραφέας προτάσσει στο κείμενό του την εξής αφιέρωση:

Το κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη μιας δασκάλας ελληνικών που λείπει. Την έλεγαν Κρόνη, Cronopiusa, Αμαλία.  Και στον Spiral Architect. Αν και ο γραφιάς δεν τον γνώρισε παρά μόνο από την παρουσία του στο ιστολόγιο, θέλει να πιστεύει πως θα του άρεσε το πόνημα.

 

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ

Αν και ως γνωστόν οι καλοί φίλοι είναι αυθεντίες στα μαθηματικά και συνεπώς είναι περιττό να κάνουν λογαριασμούς, εμείς ας λογαριαστούμε εξ αρχής ευθέως:

Όπως δηλώνει ευθαρσώς ο τίτλος του πονήματος, ο γράφων δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να είναι αντικειμενικός. Στο κάτω-κάτω, όπως λέει και ο αγαπητότερος των φίλων του, περάσαμε τόσες δεκαετίες αγωνιζόμενοι σκληρά και ανυποχώρητα για να συγκροτήσουμε και να χαλυβδώσουμε την υποκειμενικότητά μας. Θα ήταν τρέλα να τινάξουμε τώρα στον αέρα τους κόπους μιας  ολόκληρης ζωής εν ονόματι μιας ασαφούς και νεφελώδους αντικειμενικότητας.

Όλως αντιθέτως λοιπόν, για τον γράφοντα είναι απολύτως αδύνατον να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους η λέξη «υποκείμενο» έχει παλαιόθεν επιβαρυνθεί με το πασίγνωστο, όσο και δυσβάστακτο φορτίο απαξίας.

Φράσεις όπως «Μμμ, σπουδαίο υποκείμενο ο φιλαράκος σου», «Άκουσε κόρη μου, αυτό το ύποπτο υποκείμενο που μας κουβάλησες εγώ δεν το κάνω γαμπρό μου», «Το ευρισκόμενο στο εδώλιο άθλιο υποκείμενο Κύριοι Δικαστές…» κλπ, στιγματίζουν αυτό το αγρίως συκοφαντηθέν μέρος του Λόγου με ιδιότητες οι οποίες συνήθως χαρακτηρίζουν ένα μούτρο ή ένα κουμάσι.

Ωστόσο, μια προσεκτικότερη προσέγγιση του θέματος θα έπειθε και τον πλέον κακοπροαίρετο συζητητή πως το υποκείμενο όχι μόνο δεν αξίζει την ισόβια ποινή διαπόμπευσης στην οποία έχει αδίκως καταδικαστεί, αλλά αντιθέτως αναδεικνύεται σε κρίσιμο καταλύτη και ρυθμιστικό παράγοντα καταστάσεων που χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά ευαίσθητες ισορροπίες.

Ίσως ακόμα σπουδαιότερος να είναι ο ρόλος του υποκειμένου στην αποκάλυψη της ύπουλης, διπρόσωπης στάσης του ρήματος, το οποίο συλλαμβάνεται πολλάκις επ’ αυτοφώρω άλλα να δηλώνει και άλλα να υπονοεί. Με την καθοριστική όμως παρέμβαση του υποκειμένου γίνεται ξεκάθαρο το ποιος είναι ποιος και τίνος τα συμφέροντα  υπηρετεί ο καθένας.

Ελάτε λοιπόν, ανοίξτε την πτυσσόμενη αλουμινένια σκάλα και ας ξεσκονίσουμε τα θαμμένα στο πατάρι σχολικά βιβλία της Ελληνικής Γραμματικής, για να θυμηθούμε μαζί κάποιους βασικούς ορισμούς στους οποίους εντρυφούσαμε στα ξένοιαστα μαθητικά μας χρόνια :

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Δοκίμια, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 136 Σχόλια »