Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λεξικογραφικά’ Category

ΜΕΘ, το αρκτικόλεξο της χρονιάς;

Posted by sarant στο 19 Νοεμβρίου, 2020

Πλησιάζει ο Δεκέμβριος, που είναι συνδεδεμένος με μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου, την ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς. Δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι θα γίνει και φέτος ο διαγωνισμός (η εφορευτική επιτροπή δεν έχει συνεδριάσει ακόμα), αλλά, αν γίνει, δεν θέλει μαντικό ταλέντο για να προβλέψουμε πως θα πρωταγωνιστήσουν όροι σχετικοί με την πανδημία του κορονιού.

Δεν ξέρω αν το αρκτικόλεξο ΜΕΘ θα πλασαριστεί σε καλή θέση στην ψηφοφορία (αν γίνει), αλλά δεν το θεωρώ από τα πρώτα φαβορί. Ωστόσο, μπορεί να είναι το αρκτικόλεξο της χρονιάς. Βέβαια, δεν κάνουμε ξεχωριστή ψηφοφορία για αρκτικόλεξα -όμως αυτά συμμετέχουν κανονικά στη γενική ψηφοφορία, και μάλιστα το 2014 ένα αρκτικόλεξο κατάκτησε την πρώτη θέση (δεν αναπολείτε τα χρόνια που το βασικό μας πρόβλημα ήταν ο ΕΝΦΙΑ;). Τέλος πάντων, το σημερινό άρθρο θα το αφιερώσουμε στο αρκτικόλεξο ΜΕΘ.

Μεθ’ είναι βέβαια η πρόθεση μετα όταν φτιάχνει σύνθετες λέξεις όπου το δεύτερο συνθετικό έπαιρνε δασεία μια φορά κι έναν καιρό (οι Ίωνες βέβαια είχαν απαλλαγεί από τη δάσυνση νωρίτερα). Ως αρκτικόλεξο όμως ΜΕΘ σημαίνει βέβαια «Μονάδα Εντατικής Θεραπείας» και ο όρος βρίσκεται συνέχεια στην επικαιρότητα και στα δελτία ειδήσεων, ειδικά αυτές τις μέρες που φαίνεται να λιγοστεύουν μέχρι μηδενισμού οι κενές ΜΕΘ, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα.

Λεξικογραφικά, τόσο το λεξικό Μπαμπινιώτη όσο και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, λημματογραφούν και ξεχωριστά το αρκτικόλεξο ΜΕΘ, ενώ το Χρηστικό περιλαμβάνει (και σωστά κατά τη γνώμη μου) και ξεχωριστό λήμμα «εντατική» ενώ το λεξικό Μπαμπινιώτη, όπως και το ΛΚΝ, έχουν τις σχετικές πληροφορίες στο λήμμα «εντατικός».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ακρώνυμα, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 260 Σχόλια »

Ντάουν. Λοκ ντάουν.

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2020

Πριν από μερικές μέρες, το λεξικό Collins ανακοίνωσε ότι, σύμφωνα με τους λεξικογράφους του, Λέξη του 2020 είναι το lockdown -στα αγγλικά βεβαίως.

Εμείς διοργανώνουμε κάθε χρόνο ανάλογη ψηφοφορία, λιγότερο επιστημονική ίσως, και, αν βρούμε το κουράγιο να την κάνουμε και φέτος είναι σχεδόν βέβαιο πως θα έχουμε κυριαρχία των όρων που συνδέονται με την πανδημία -από τον ίδιο τον κορονοϊό μέχρι, ακριβώς, το λοκντάουν, περνώντας από την καραντίνα. Μάλλον θα κυριαρχήσει το λοκντάουν, επειδή είναι φρέσκο στο πετσί μας, ενώ αν η ψηφοφορία γινόταν στις αρχές της πανδημίας μάλλον θα ξεχώριζε ο κορονοϊός, που θυμάστε πόσες συζητησεις είχαμε για το πώς ακριβώς πρέπει να ειπωθεί και πώς να γράφεται.

Δεν θέλω να σας προκαταλάβω, αλλά είπα να αφιερώσουμε ένα άρθρο στα λεξιλογικά του λοκντάουν -αφού το έχουμε ήδη εξετάσει από τις άλλες απόψεις του.

Θα εξετάσω το ασυμμόρφωτο δάνειο, που επιμένω να το γράφω με ελληνικούς χαρακτήρες, λοκντάουν, και όχι lockdown (ή lock-down) στα αγγλικά. Κι αυτό δεν το κάνω ούτε απο βαρεμάρα (να αλλάξω γραμματοσειρά) ούτε από αίσθημα ξενηλασίας, αλλά επειδή όταν μιλώ ελληνικά προφέρω ελληνοπρεπώς τις ξένες λέξεις, ακόμα και τα ασυμμόρφωτα δάνεια. Προφέρω λοιπόν λοκντάουν, όχι lock-down.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 225 Σχόλια »

Ποιος εντέλλεται;

Posted by sarant στο 11 Νοεμβρίου, 2020

Το σημερινό άρθρο το είχα, κατά κάποιο τρόπο, προαναγγείλει από προχτές. Βεβαια, το θέμα το συζητήσαμε αρκετά στα σχόλια, αλλά επειδή οι συζητήσεις που γίνονται στα σχόλια δεν διαβάζονται από πολλούς -πέρα απ’ όσους συμμετέχουν στη συζήτηση- έκρινα ότι το θέμα αξίζει ειδικό άρθρο. Εξάλλου, έχουμε ένα θέμα γλωσσικό κι ένα θέμα πολιτικό -ή μάλλον γλωσσοπολιτικό.

Λοιπόν, προχτές η καθηγήτρια κ. Βάσω Κιντή επέπληξε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ την βουλεύτρια και πρώην υπουργό Όλγα Γεροβασίλη, η οποία σε τουίτ της είχε γράψει «η Δημοκρατία δεν εντέλλεται».

Όχι, λέει η κ Κιντή, η χρήση αυτή είναι λάθος, διότι «εντέλλομαι» σημαίνει «δίνω εντολές». Μάλλον χρειάζεται μαθήματα η κ. Γεροβασίλη. Από κάτω, φίλοι της κ. Κιντή σχολίασαν ξεσπαθώνοντας για την αμορφωσιά των Συριζαίων.

Το λεξικό του κ. Μπαμπινιώτη δίνει δίκιο στην κ. Κιντή. Kατά Μπαμπινιώτη, εντέλλομαι σημαίνει «αναθέτω σε κάποιον την εντολή για την εκτέλεση συγκεκριμένης αποστολής», π.χ. «ο υπουργός εντέλλεται τις αρμόδιες υπηρεσίες να τηρούν σχολαστικά τις κείμενες διατάξεις». Ο Μπαμπινιώτης έχει μάλιστα και ειδικό πλαίσιο στο οποίο εξηγεί για ποιο λόγο κατά τη γνώμη του είναι εσφαλμένη η χρήση «εντέλλομαι» με τη σημασία «δέχομαι εντολές». Θεωρεί λάθος φράσεις όπως «Τα λιμενικά όργανα εντέλλονται να παρακολουθούν την τήρηση των κανονισμών» και προτείνει αναδιατύπωση είτε με το «έχουν λάβει εντολή να…» είτε κάτι σαν «οι αρμόδιες λιμενικές αρχές εντέλλονται τα λιμενικά όργανα να…»

Από την άλλη, το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη) δίνει δίκιο στην κ. Γεροβασίλη, αφού δέχεται για βασική σημασία του «εντέλλομαι» το «δέχομαι εντολή, διατάσσομαι» και ως σπανιότερη την ενεργητική σημασία. Να τι λέει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , | 274 Σχόλια »

Λευκός, γοργός ή αργός ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα; (άρθρο του Παντελή Μπουκάλα)

Posted by sarant στο 29 Οκτωβρίου, 2020

Πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, ο φίλος μας ο Π.Κ. μού έστειλε το λινκ σε μια τότε πρόσφατη επιφυλλίδα του φίλου Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή, προτείνοντας να την (ανα)δημοσιεύσω στο ιστολόγιο αφού είχε γλωσσικό ενδιαφέρον -και ήταν βέβαια πολύ καλογραμμένη.

Περίμενα να περάσουν μερικές μέρες, ύστερα ήρθε η επικαιρότητα με τις απαιτήσεις της, οπότε τελικά αναδημοσιεύω σήμερα το άρθρο του Παντελή (εδώ η αρχική δημοσίευση). Πρέπει να ομολογήσω πως με βολεύει, διότι είχα πολλά τρεχάματα αυτές τις μέρες, αλλά έτσι κι αλλιώς βρίσκω πολύ αξιόλογο το κείμενο.

Σε διπλές αγκύλες βρίσκονται δυο δικά μου σχόλια, ενώ πρόσθεσα και την εικόνα των τεσσάρων ιππέων της Αποκάλυψης.

Λευκός, γοργός ή αργός ο σκύλος του Οδυσσέα;

Για λογοτεχνικούς λόγους παρά για θρησκευτικούς, και οι δύο νομπελίστες μας αναμετρήθηκαν με την «Αποκάλυψη». Προσυπέγραψαν έτσι έμπρακτο το παλιό αίτημα μεταφοράς των Γραφών στη νεοελληνική. Αν στόχος είναι η κατανόηση του βιβλικού λόγου, και όχι η μαγεμένη παρακολούθηση του ήχου μισογνωστών-μισοάγνωστων λέξεων, τότε η μετάφρασή του είναι αναγκαία και υποχρεωτική. Ούτε ανευλαβής ούτε «αντικανονική». 

Ο Γιώργος Σεφέρης χαρακτήρισε «μεταγραφή» τη δοκιμή του (οριστική έκδοση Ικαρος, 1975), ο δε Οδυσσέας Ελύτης «μορφή στα νέα ελληνικά» (Υψιλον, 1985). Και οι δύο αποφεύγουν τον όρο «μετάφραση», όπως και αλλού, επιλογή που αξίζει σχολιασμό· δεν είναι όμως του παρόντος. Στο κρίσιμο εδάφιο της «Αποκάλυψης» που μας απασχόλησε την περασμένη Κυριακή, ο Σεφέρης μεταφράζει ως «χλωμό» τον «χλωρό» τέταρτο ίππο: «Και είδα, και ιδού άλογο χλωμό, κι ο καβαλάρης τ’ όνομά του Θάνατος». Ο Ελύτης ενισχύει (ή μάλλον αποσαφηνίζει) το «χλωμός» με ένα επιπλέον επίθετο: «Και είδα και να: ένα κιτρινιάρικο, χλωμό άλογο· κι ο που το καβαλούσε, ο Θάνατος με τ’ όνομα». Ακόμα και λίγες λέξεις αρκούν για να υποδείξουν τον ιδιασμό κάθε ποιητή. Ούτε το «χλωρός» (με την τωρινή σημασία) ούτε το «χλωμός» είναι εναργές επί ίππων, εξ ου και η επιλογή «πρασινοκίτρινο» των μεταφραστών της Βιβλικής Εταιρίας. Απολύτως οικείες οι δύο σχεδόν ομόηχες λέξεις, σχηματίζουν όμως θολή εικόνα. Σημειωτέον, σε σύγχρονες εικαστικές αποδόσεις της ιππικής τετράδας, το άλογο του Θανάτου είναι πράσινο. [[Αξίζει να δείτε και το προηγούμενο άρθρο του Παντελή Μπουκάλα. Όσο για τον χλωρό ίππο της Αποκάλυψης, και η δική μου άποψη είναι πως ήταν πράσινος -δείτε εδώ στο τέλος]]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αναδημοσιεύσεις, Λεξικογραφικά, Ομηρικά | Με ετικέτα: , , , , | 128 Σχόλια »

Ποιοι είναι οι συμπολίτες μας;

Posted by sarant στο 12 Οκτωβρίου, 2020

Πιθανώς όλα, αλλά τουλάχιστον ένα από τα διαγγέλματα που απεύθυνε (σε ποιον; θα το δούμε στη συνέχεια) ο πρωθυπουργός της χώρας με την ευκαιρία της πανδημίας ξεκινάει με την προσφώνηση: Συμπολίτες μου.

Σε ποιον απευθύνεται ο πρωθυπουργός; Εγώ λέω ότι απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους της χώρας -και αυτό είναι το λογικό. Ωστόσο, τι σημαίνει «συμπολίτης»;

Θα ανοίξουμε τα λεξικά, αλλά ας δούμε τι γράφει στην Καθημερινή ένας αναγνώστης, συνάδελφος κατά μία έννοια (εννοώ ότι δηλώνει χημικός μηχανικός· εγώ δεν το δηλώνω, αλλά σε μιαν άλλη ζωή αυτό είχα σπουδάσει):

Οταν ο ομιλών ευρίσκεται στην Αθήνα, «συμπολίτες» είναι μόνον οι Αθηναίοι, «πολίτες», τυπικά, δεν είναι τα παιδιά, ενώ η αναφορά σε «Ελληνες και Ελληνίδες» ή σε «συμπατριώτες» αγνοεί τις αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες (νόμιμους) κατοίκους της χώρας μας αλλοδαπής προέλευσης.

Εφόσον οι δέκτες των διαγγελμάτων και ανακοινώσεων είναι το σύνολο των κατοίκων της Ελλάδος, γιατί δεν χρησιμοποιείται, αν όχι η ιστορικά φορτισμένη προσφώνηση «λαέ της Ελλάδος», η ίδιου περιεχομένου «κάτοικοι της Ελλάδος»

Ο επιστολογράφος (και συνάδελφός μου) διορθώνει τον πρωθυπουργό, χωρίς να τον κατονομάζει, διότι «συμπολίτες» είναι μόνο όσοι κατοικούν στην ίδια πόλη με αυτόν που χρησιμοποιεί τον όρο.

Τα λεξικά δίνουν δικιο στον συνάδελφο. Στο ΛΚΝ, στο λήμμα «συμπολίτης» (θηλυκό «συμπολίτισσα») διαβάζουμε:

αυτός που κατοικεί στην ίδια πόλη ή που κατάγεται από την ίδια πόλη με άλλον ή με άλλους και ως προς τη σχέση του με αυτούς: Aγαπητοί συμπολίτες! Mε την Kούλα και τη Σοφία είμαστε συμπολίτισσες. Ο Γιάννης είναι ~ μου.

Τα ιδια βρίσκουμε και στο Χρηστικό: Πρόσωπο που κατοικεί ή κατάγεται από την ίδια πόλη με άλλον ή άλλους, αλλά και στον Μπαμπινιώτη: Καθένας απο τους πολίτες της ίδιας πολης σε σχέση με τους άλλους. Τα ίδια και στο νεότερο από τα τέσσερα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας, το ΜΗΛΝΕΓ: Αυτός που ζει στην ίδια πόλη με άλλον ή άλλους ή κατάγεται από την ίδια πόλη με άλλον ή άλλους.

Τα τέσσερα λεξικά ομοφωνούν στον ορισμό, αν εξαιρέσουμε ότι ο Μπαμπινιώτης δεν αναφέρεται ρητά σε κατοικία ή/και καταγωγή από μια πόλη.

Είναι όμως έτσι στην πράξη; Είδαμε πιο πάνω ότι ο πρωθυπουργός ξεκίνησε το διάγγελμά του με την προσφώνηση «Συμπολίτες μου». Αλλά στο θέμα υπάρχει… διακομματική συναίνεση, διότι και ο Αλέξης Τσίπρας, αναφερόμενος στις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας, επισήμανε ότι και πριν ακόμα ξεσπάσει, πολλοί συμπολίτες μας κινδύνευαν να χάσουν το σπίτι τους απο πλειστηριασμό. Προφανώς δεν αναφέρεται μόνο στους Αθηναίους, εξίσου κινδυνεύουν από την οικονομική κρίση και οι Θεσσαλονικιοί, οι Πατρινοί, όλοι τέλος πάντων οι Έλληνες ή, πιο σωστά, όσοι κατοικούν τη χώρα.

Από την άλλη, να επισημάνω ότι η προσφώνηση «συμπολίτες μου» εξακολουθεί να χρησιμοποιείται με τη σημασία «κάτοικοι της ίδιας πόλης», και το βλέπουμε αυτό στα σώματα κειμένων ιδίως σε ομιλίες και τοποθετήσεις υποψηφίων ή νυν δημάρχων.

Σε μια παλιά συζήτηση στη Λεξιλογία, πριν από εφτά χρόνια, γίνεται η εξής επισήμανση: Εδώ και κάμποσο καιρό, προφανώς παρασυρμένοι από το fellow citizen των αμερικανοσπουδαγμένων, έχουν αρχίσει και οι Έλληνες (κυρίως πολιτικοί και δημοσιογράφοι) να τη χρησιμοποιούν υπονοώντας τον συν+πολίτη, δηλαδή τον πολίτη της ίδιας χώρας, δηλαδή τον συμπατριώτη. Τη χάσαμε τη λέξη, πατριώτηηη...

Η επισήμανση είναι χρήσιμη κυρίως διότι βάζει τη χρονική διάσταση -οι γλωσσολόγοι θα πρέπει να χρωστάνε χάρη στα γλωσσικά φόρουμ και για αυτή τη λειτουργία τους. Προσωπικά όμως δεν καταδικάζω τους «αμερικανοσπουδαγμένους». Μάλιστα, ομολογώ ότι και εγώ, αν και δεν είμαι αμερικανοσπουδαγμένος και σίγουρα δεν έχω επηρεαστει από το fellow citizen, έχω χρησιμοποιήσει, σε άρθρο μου εδώ, τον όρο «συμπολίτες» με τη σημασία που τη χρησιμοποίησε ο Μητσοτάκης και ο Τσίπρας -και κάποιος από εσάς με διόρθωσε.

Είχα την ιδέα τις προάλλες να θέσω το ερώτημα αυτό στο Τουίτερ. Το Τουίτερ προσφέρεται ιδιαίτερα για πρόχειρες και γρήγορες σφυγμομετρήσεις. Ρώτησα λοιπόν:

Σύντομο γκάλοπ χωρίς πολιτικές ή άλλες προεκτάσεις. Όταν λέω «Οι συμπολίτες μου…» εννοώ όσους είναι:

A. Kάτοικοι της ίδιας πόλης
Β. Πολίτες του ίδιου κράτους

Μέσα σε 6 ώρες απάντησαν 884… συγκυβερνοπολίτες, και έδωσαν αποτέλεσμα: 42,6% το Α, 57,4% το Β.

Δηλαδή, οι απόψεις είναι μοιρασμένες, αλλά σαφής πλειοψηφία καταλαβαίνει τη λέξη αντίθετα με τη σημασία που της δίνουν ομοφώνως τα λεξικά!

Σχολιάζει καποιος γνωστός: O κάτοικος της πόλης είναι ο δημότης. Ο πολίτης είναι η ατομικότητα στην Πολιτεία δηλαδή στο κράτος.

Του απαντώ: Δες τι έχουν όλα τα λεξικά στο λήμμα «συμπολίτης».

Σχολιάζει άλλος φίλος, σχολιαστής και του ιστολογίου: Έχω την εντύπωση ότι η έννοια βρίσκεται υπό μετάβαση, από το Α στο Β.

Συμφώνησα με αυτό, αλλά προσέχω και το σχόλιο άλλου φίλου: Εξαρτάται ποιός το λέει, νομίζω. Αν το λέει ο δήμαρχος εννοεί τους πολίτες της πόλης, αν ο Π/Θ τότε είναι πολίτες του κράτους. Αν το πεί ο Τραμπ σε «παγκόσμια εισβολή» τότε μας παίρνει η μπάλα όλους.

Εντάξει, αυτό με τον Τραμπ ειπώθηκε στα αστεία, αλλά η επισήμανση έχει βάση.

Μα, θα πείτε, (το λέει πιο πάνω το σχόλιο της Λεξιλογίας), ο πολίτης της ίδιας χώρας είναι ο συμπατριώτης. Είναι όμως έτσι; Ο συνάδελφος, ο επιστολογράφος της Καθημερινής, δείχνει να διαφωνεί, αφού θεωρεί ότι το «συμπατριώτες μου» απευθύνεται μόνο στους Έλληνες -και όχι στους αλλοδαπούς κατοίκους, που μπορεί παρεμπιπτόντως να ψηφίζουν κιόλας στις δημοτικές εκλογές. Δείχνει ακόμα το γράμμα του συναδέλφου πόσο χρήσιμος είναι ο όρος «συμπολίτες μου» με τη νέα έννοια, με την οποία το χρησιμοποίησε στο διάγγελμά του ο πρωθυπουργός ή στην τοποθέτησή του ο Αλέξης Τσίπρας, διότι αλλιώς θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το δύσκαμπτο «κάτοικοι της Ελλάδας».

Φαίνεται πως μας χρειάζεται ένας όρος για να αναφερθούμε στα άλλα μέλη της κοινωνίας, και ο συμπολίτης ταιριάζει. Για όσους κατοικούν σε /κατάγονται από την ίδια πόλη, υπάρχει και ο συνδημότης ή ο συντοπίτης.

Περιμένω να ακούσω τα σχόλιά σας. Σε κάθε περίπτωση, νομίζω πως η λέξη «συμπολίτης» βρίσκεται σε φάση αλλαγής σημασίας, αν και δεν αποκλείω τη συνύπαρξη των δύο σημασιών για μεγάλο διάστημα ακόμα. Πάντως, τα λεξικά εδώ βρίσκονται σε υστέρηση, θα έπρεπε να καταγράψουν τη νέα σημασία, είτε είναι «σωστή» είτε όχι. Η γλωσσική αλλαγή μπορεί να μη μας αρέσει, αλλά πρέπει να την καταγράφουμε.

Posted in Γλωσσική αλλαγή, Λεξικογραφικά, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , , | 191 Σχόλια »

Υπάρχει ανέλπιστη συμφορά;

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2020

Με ρώτησε τις προάλλες ένας φίλος στο Τουίτερ, αν είναι σωστό να λέμε «παρουσιάστηκε ένα ανέλπιστο πρόβλημα» ή αν πρόκειται για οξύμωρο του τύπου «γιγαντόσωμος νάνος».

Κατά σύμπτωση, είχα ασχοληθεί με το ζήτημα παλιότερα, και το είχαμε συζητήσει και στα Υπογλώσσια, αλλά δεν μετέφερα το σημείωμα αυτό στο ιστολόγιο, όπως κάνω κατά καιρούς (στα άρθρα με τίτλο «Υπογλώσσια σφηνάκια») επειδή σκέφτηκα ότι αξίζει να αναπτυχθεί σε χωριστό άρθρο. Ε, ήρθε αυτή η ώρα.

Για να το κάνω και πιο παραστατικό, αντί για «ανέλπιστο πρόβλημα» που με είχε ρωτήσει ο φίλος, στον τίτλο αναβάθμισα την κακοτυχία από πρόβλημα σε συμφορά.

Υπάρχει λοιπόν ανέλπιστο κακό;

Ξεκινάμε από τα λεξικά, να δούμε πώς αντιμετωπίζουν τη λέξη «ανέλπιστος».

Το ΛΚΝ θεωρεί τη λέξη ουδέτερη, ότι εξίσου μπορεί να συντάσσεται με καλό ή κακό γεγονός: που δεν τον περιμένουμε να συμβεί, που συμβαίνει αντίθετα προς ό,τι ελπίζουμε ή προβλέπουμε· απροσδόκητος, απρόβλεπτος, απρόσμενος: H υπόθεση είχε ένα πρωτότυπο και ανέλπιστο τέλος. Mας βρήκε ανέλπιστο κακό / καλό. Aνέλπιστη ευτυχία / χαρά / τύχη. Aν γίνει κάτι τέτοιο, αυτό θα είναι από τα ανέλπιστα.

Κατά το ΛΚΝ λοιπόν υπάρχει «ανέλπιστο κακό». Αλλά το ΛΚΝ είναι το μόνο που έχει αυτή τη στάση.

Στον αντίποδα, το λεξικό Μπαμπινιώτη λέει από την αρχή του λήμματος ότι η λέξη αφορά ευχάριστα γεγονότα.

Τα δύο άλλα έγκυρα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας, Χρηστικό και ΜΗΛΝΕΓ, βρίσκονται στη μέση. Μας λένε ότι η λ. ανέλπιστος λέγεται «για κάτι συνήθως ευχάριστο, θετικό».

Επομένως, σύμφωνα με την ψήφο των λεξικών δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε λαθεμένο το ταίριασμα του ανέλπιστου με αρνητικά γεγονότα -ανέλπιστο κακό, ανέλπιστο πρόβλημα, ανέλπιστη συμφορά. Θα τη χαρακτηρίσουμε όμως σπάνια χρήση και δεν θα αιφνιδιαστούμε αν κάποιος, όπως ο φίλος μου παραπάνω, παραξενευτεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 244 Σχόλια »

Κάηκε το πούσι

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2020

Άλλη θα είναι η λέξη της χρονιάς, αλλά η λέξη της βδομάδας που διανύουμε, αν υπήρχε τρόπος να διοργανωθεί τέτοιος διαγωνισμός στα σόσιαλ, μπορεί και να είναι το πούσι.

Ποιο πούσι; Όχι εκείνο που έπεσε αποβραδίς, το πούσι του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών.

Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Την Κυριακή έπιασε φωτιά στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών. Σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης, οι ζημιές ήταν περιορισμένες, αν και, επειδή στην Ελλάδα σχεδόν όλα τα μέσα ενημέρωσης είναι χειραγωγημένα, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το γεγονός. Πάντως, η είδηση της πυρκαγιάς μάλλον υποβαθμισμένα παρουσιάστηκε από τα πετσωμένα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

O αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών μετά την πυρκαγιά. Με το βελάκι η πύλη των λεόντων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαιολογία, Επικαιρότητα, Λεξικογραφικά, Λογοπαίγνια | Με ετικέτα: , , , , , | 162 Σχόλια »

Τα έκανε θάλασσα: οι 50 αποχρώσεις της αποτυχίας

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2020

Πριν από μερικές μέρες γράψαμε εδώ για τη νίλα, που έχει φτάσει να σημαίνει την παταγώδη αποτυχία, σε άλλο άρθρο είδαμε την έκφραση «την πάθαμε χιώτικα» και κατά σύμπτωση στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» άνοιξε ένα νήμα συζήτησης όπου καταγράφονταν εκφράσεις που να δηλώνουν την αποτυχία.

Παίρνοντας αφορμή από τα παραπάνω, σκέφτηκα σήμερα να παρουσιάσω όσο περισσότερες εκφράσεις μπόρεσα να βρω, που περιγράφουν την έννοια της αποτυχίας. Πρέπει να έχουμε πολλές, ίσως επειδή το να διαπιστώνουμε την αποτυχία του άλλου είναι κάτι που μας παρηγορεί και μας επιβεβαιώνει.

Στο ιστολόγιο έχουμε κάνει άλλα δυο τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματος και της μέθης.

Βέβαια, η έννοια της αποτυχίας μπορεί να συνδέεται και να επικαλύπτεται και με άλλες, ας πούμε την έννοια της ματαιοπονίας -η έκφραση «έκανε μια τρύπα στο νερό» μπορεί να εκφράζει και αποτυχία και ματαιοπονία- ή πολύ περισσότερο με την έννοια της ήττας, του παθήματος, της συμφοράς -και πιο πέρα, της εξαπάτησης. Επίσης, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην αποτυχία όπως επίσης υπάρχουν και είδη αποτυχίας -αποτυχία είναι και το να μην καταφέρεις να κερδίσεις κάτι, αλλά διαφέρει απο τη συντριβή.

Υπάρχουν επίσης τομεακές αποτυχίες δηλ. εκφράσεις για την αποτυχία στον έρωτα ή για την αποτυχία σε εξετάσεις κτλ.

Ξεκινάμε λοιπόν τον κατάλογό μας, τιμής ένεκεν από την έκφραση του τίτλου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , | 169 Σχόλια »

Επακούμβηση, μια νέα λέξη (σε συνεργασία με τον Παντελή Μπουκάλα)

Posted by sarant στο 27 Αυγούστου, 2020

Για ένα πράγμα δεν θα έχουμε παράπονο από το 2020, παρόλο που σε πολλά άλλα έχει αποδειχτεί annus horribilis: κι αυτό το ένα είναι ότι έχει γεννήσει πολλές νέες λέξεις. Βέβαια, οι περισσότερες από αυτές αναφέρονται στην πανδημία, με προεξάρχοντα τον κορονοϊό ή κοροναϊό ή κόβιντ (έχουν πολλά ονόματα οι κακοποιοί). Ωστόσο, η λέξη του σημερινού μας άρθρου καμιά σχέση δεν εχει με τα πανδημικά, αφού την ακούσαμε σε συνάρτηση με την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ΑΟΖ όταν η ελληνική φρεγάτα Λήμνος έπεσε πάνω στο τουρκικό Κεμάλ Ρεΐς.

Για να είμαστε δίκαιοι, η επακούμβηση δεν είναι φετινής κοπής λέξη. Είχε ξανακουστεί και πρόπερσι, σε ανάλογο επεισόδιο ελαφράς πρόσκρουσης πλοίων. Ωστόσο, λόγω της έντασης και της αυξημένης ευαισθησίας, φέτος η λέξη ακούστηκε πολύ περισσότερο παρά πρόπερσι.

Ο φίλος Παντελής Μπουκάλας δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα στην Καθημερινή ένα άρθρο για τις γλωσσικές (και όχι μόνο) πτυχές του θέματος, που το ανέφερε κάποιος στα σχόλια. Σημείωσα τότε ότι θα ήθελα να αναδημοσιεύσω το άρθρο του Μπουκάλα γαρνιρισμένο με μερικά δικά μου σχόλια -κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.

Και ξεκινάω με τον φίλο Παντελή (το μεταφέρω από εδώ):

Η επακούμβηση και οι Βρυξέλλες

Λέξη των ημερών η «επακούμβηση», δεν ακούστηκε πάντως πρώτη φορά τώρα, μετά τη σύγκρουση της φρεγάτας «Λήμνος» με το  τουρκικό πολεμικό «Κεμάλ Ρέις» που συνοδεύει το σεισμογραφικό «Ορούτς Ρέις». Οι στενές επαφές ανεπιθύμητου τύπου ανάμεσα σε πολεμικά σκάφη είναι αναπόφευκτες όποτε η συστηματικά αναθεωρητική Τουρκία νιώθει να τη στενεύουν οι συμφωνίες που έχει υπογράψει και διεκδικεί στο Αιγαίο μερίδιο αντίστοιχο των νεοοθωμανικών βλέψεών της. Στην τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα ο Τύπος αναπαρήγε συνήθως τον όρο «παρακούμβηση» της ναυτικής ορολογίας, αλλά πλέον έχει υιοθετήσει την «επακούμβηση», που, όπως γράφουν οι εξοικειωμένοι με τα στρατιωτικά, δηλώνει μια ήπια επαφή σκαφών, ενδεχομένως τυχαία, όχι σκόπιμη ή ύπουλη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επικαιρότητα, Εθνικά, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 110 Σχόλια »

Ο Δράμαλης και η νίλα

Posted by sarant στο 20 Αυγούστου, 2020

Μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Εικοσιένα ήταν η εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη στο Μοριά το καλοκαίρι του 1822. Ο Δράμαλης είχε πολύ στρατό και είχε σκοπό να συντρίψει την επανάσταση -και σημείωσε μια πρώτη απρόσμενη επιτυχία όταν ο φρούραρχος του Ακροκόρινθου, που μάταια είχε πάρει το παρατσούκλι Αχιλλέας, πανικοβλήθηκε βλέποντας το ασκέρι και εγκατέλειψε το φρούριο «αντουφέκηγο» που έγραψε κι ο Μακρυγιάννης.

Αν ο Δράμαλης έστεκε στην Κόρινθο και εγκαθιστούσε εκεί το στρατηγείο του, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχτεί πολύ δυσάρεστα για τους επαναστάτες, αλλά μεθυσμένος από τις πρώτες επιτυχίες θέλησε να τελειώνει γρήγορα. Ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε πολιτική καμένης γης, γνωρίζοντας από αναφορές ανιχνευτών ότι το ασκέρι του Δράμαλη έχει «χασνέδες [χρήματα] και εφόδια πολεμικά αρκετά, πλην από ζαερέδες [προμήθειες σε τρόφιμα] υστερούνται». Στον αργολικό κάμπο άρχισε να τους βασανίζει η ζέστη και η δυσεντερία, καθώς οι Έλληνες μόλυναν και τις πηγές, και θελησαν να αναδιπλωθούν -αλλά στα στενά των Δερβενακιών (ντερβένι είναι το στενό) στα τέλη Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης τους πετσόκοψε. Λίγοι σώθηκαν από το μεγαλο ασκέρι κι ο ίδιος ο Μαχμούτ Πασάς πέθανε ειτε από τη λύπη του είτε απο τύφο στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου 1822.

Το περιστατικό επιβεβαιώνει μια παρατήρηση που έχουν κάνει ίσως αρκετοί αλλά σίγουρα ο Κ. Παπαγιώργης, ότι οι μεγάλες νίκες του Εικοσιένα οφείλονται όλες σε ενέδρα ή αιφνιδιασμό ή εκμετάλλευση του πεδίου της μάχης ή φθορά του αντιπάλου με κλεφτοπόλεμο και όχι σε κατά μέτωπο σύγκρουση. Όποτε οι Έλληνες θέλησαν να αντιπαρατεθούν στους Τούρκους «ευρωπαϊκά», σε ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν επώδυνες ήττες: Πέτα, Κρεμμύδι, Ανάλατος.

Η σφαγή αυτή του πανίσχυρου στρατού του Δράμαλη στα Δερβενάκια έσωσε την επανάσταση, εδραίωσε ακόμα περισσότερο το γόητρο του Κολοκοτρώνη και έγινε παροιμιώδης, αφού έμεινε γνωστή και ως «η νίλα του Δράμαλη». Πολύ συχνά θα δείτε τη μάχη στα Δερβενάκια να αναφέρεται ως «νίλα του Δράμαλη».

Το ΛΚΝ στο λήμμα «νίλα» αναφέρει, ακριβώς, τον Δράμαλη:

νίλα η [níla] Ο25α : 1.(οικ.) α. μεγάλη καταστροφή: Ο στρατός του Δράμαλη έπαθε μεγάλη ~ από τους Έλληνες. β. μεγάλη αποτυχία σε διαγωνισμό ή συναγωνισμό: ~ στα μαθηματικά. H ομάδα μας έπαθε ~ στο σημερινό αγώνα. γ. ζημιά που προκαλεί μεγάλη ταλαιπωρία: Πάθαμε μια ~ στο ταξίδι… μας χάλασε το αυτοκίνητο. 2. (παρωχ.) καψόνι.

Το λεξικό ετυμολογεί, χωρίς βεβαιότητα, τη λέξη από τα λατινικά: [ίσως μσν. *νίλα < λατ. nila πληθ. του nilum (ουδ.) `τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία΄ που θεωρήθηκε θηλ. εν.]

Το λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει την ίδια ετυμολογία, και πάλι χωρίς βεβαιότητα, δεν αναφέρει τον Δράμαλη, και δίνει παραδειγματική φράση παρμένη από το ποδόσφαιρο, «πάθαμε μεγάλη νίλα μέσα στην έδρα μας» ή κάτι τέτοιο. Πράγματι, στις σημερινές χρήσεις συχνά θα δούμε τη νίλα σε αθλητικά-ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα.

Σε πολλά κείμενα για το 1821, ιστορικά ή λογοτεχνικά, βρίσκω αναφορά στη «νίλα του Δράμαλη». Μάλιστα, ο Βασίλης Ρώτας έχει γράψει το θεατρικό έργο «Κολοκοτρώνης ή η νίλα του Δράμαλη». Στον «Καραϊσκάκη», τη μυθιστορηματική βιογραφία του ήρωα από τον Δημ. Φωτιάδη, υπάρχει επίσης κεφάλαιο «Η νίλα του Δράμαλη».

Το περίεργο είναι ότι στα κείμενα της εποχής δεν υπάρχει καμιά τέτοια αναφορά σε «νίλα του Δράμαλη» -ή εγώ δεν βρήκα. Σίγουρα δεν υπάρχει στον Μακρυγιάννη, αν και η λέξη «νίλα» χρησιμοποιείται σε άλλα συμφραζόμενα, αλλά ούτε και στα απομνημονευματα του Κολοκοτρώνη, του πρωταγωνιστή της υπόθεσης. Ούτε σε άλλο κείμενο της εποχής βρήκα «νίλα του Δράμαλη», εκτός αν βρείτε εσείς και με διαψεύσετε.

Πράγματι, στα σώματα κειμένων που έψαξα, η παλαιότερη αναφορά που βρήκα σε «νίλα του Δραμαλη» είναι το 1910 στον Ρωμηό του Σουρή και το 1917 στο Ημερολόγιο Σκόκου. Ίσως κάποιος άλλος βρει κάτι ακόμα παλιότερο, αλλά το ζήτημα είναι πόσο παλιότερο -δυο τρεις δεκαετίες ή κοντινό στα γεγονότα;

Το άλλο περίεργο είναι ότι ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί στο έργο του δυο φορές τη λέξη «νίλα» αλλά όχι με τη σημασία «πανωλεθρία, παταγώδης αποτυχία».

Γράφει ο Μακρυγιάννης, περιγράφοντας την εγκληματική θανάτωση άμαχων Τούρκων από ανειδοποίητους Ρωμιούς κοντά στο Κομπότι παρά τις συνθήκες που είχαν υπογραφτεί: «Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Tούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα» (Α53). Και αλλού, σε σχέση με την πολιορκία της Αθήνας: «Πήγαμεν εις το φρούριον. Ήταν η νίλα εκεί· γυναικόπαιδα, ζώα» (Α213).

Δηλαδή, την εποχή του Μακρυγιάννη η σημασία της λέξης ήταν κάπως διαφορετική, σήμαινε: οίκτο, τραγικό θέαμα που προκαλεί τον οίκτο, συμφορά· «με πήρε η νίλα» σήμαινε «με κυρίεψε ο οίκτος».

Αυτή η σημασία βρίσκουμε να επιβιώνει στο ηπειρωτικό ιδίωμα. Αντιγράφω από το σχετικό σύγγραμμα του Ευάγγελου Μπόγκα (ο οποίος γράφει νήλα):

νήλα: 1. Το τραγικό θέαμα, «είναι νήλα να γλέπ’ς να σφάζουν μπροστά σου τ’ αρνάκια», 2. Ο οίκτος: Όταν τον είδα ξαπλωμένον στα χώματα, μ’ έκοψε η νήλα. Στο Ζαγόρι λένε «να τον φτάκει η νήλα μου» δηλ. κατάρα να δυστυχήσει κάποιος τόσο πολύ που να τον λυπηθούμε. Ο Μπόγκας γράφει «νήλα» επειδή ετυμολογεί από το νηλεές ήμαρ του Ομήρου, που μάλλον είναι πορτοκαλισμός.

Εικαζω λοιπόν ότι η πανωλεθρία του πανίσχυρου στρατου του Δράμαλη, που χαρακτηρίστηκε νίλα του Δράμαλη βοήθησε να μεταπέσει η σημασία από το «τραγικό θέαμα» και τη «συμφορά» προς την «παταγώδη αποτυχία» κι έτσι να χρησιμοποιείται σήμερα για αποτυχία στις εξετάσεις ή στο ποδόσφαιρο. Η μετάπτωση της σημασίας είναι ευκολη, αφού η «συμφορά» είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο οικτρό θέαμα και στην παταγώδη αποτυχία.

Μάλιστα, στις στρατιωτικές σχολές κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα το καψόνι που γινόταν στους πρωτοετείς λεγόταν «νίλα», σημασία που την καταγραφει το ΛΚΝ αν και κοντεύει πια να ξεχαστεί.

Σχεδον τελειώσαμε. Τελευταία πτυχή, ο Μάμαλης. Στις συλλογές παροιμιωδών εκφράσεων υπάρχει η έκφραση «έπαθε τη νίλα του Μάμαλη». Ποιος ο Μάμαλης; Κάποιοι λένε τον Ιμάμ Αλή, πασά της Ναυπάκτου, άλλοι αναφέρουν κάποιον οπλαρχηγό Μάμαλη που τον παλούκωσε ο Αλή Πασάς. (Όποιος ενδιαφέρεται: Δημ. Πετρόπουλος, «Η θανάτωσις δι’ ανασκολοπισμού κατά την Τουρκοκρατίαν», ΕΕΒΣ, Τόμ. 23 (1953), σελ. 535-6.)

Αν ισχύει αυτό, τότε προϋπήρξε η νίλα (δηλαδή η συμφορά, το τραγικό θέαμα) του Μάμαλη και η ομοηχία διευκόλυνε να γίνει παροιμιώδης και η φράση για τον Δράμαλη. Μπορεί βέβαια να προϋπήρξε η «νίλα του Δράμαλη», το θέμα αξίζει διερεύνηση.

Όσο για την ετυμολογία, κι ας λέει ο Μπόγκας, με βάση τα παραπάνω, φαίνεται πιθανότερη μια σλαβική αρχή της λέξης και ασφαλώς απορρίπτεται το λατινικό nila, που προτείνεται χωρίς σιγουριά από τα λεξικά. Όποιος έχει πρόσβαση στο περιοδικό Βυζαντινά, του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ, τόμος 8, σελ. 301-2, όπου υπάρχει άρθρο για τη νίλα, θα μπορούσε ίσως να μας δώσει περισσότερες πληροφορίες.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Ο φίλος μας ο Spiridione βρήκε τη δημοσίευση στα Βυζαντινά, που νομίζω ότι φωτίζει το θέμα:

Κ. Παπαχρίστου, νεοελληνικά ετυμολογικά, σελ. 301, 302

νίλα, η: α) αφανισμός, β) τραγικό θέαμα, που προκαλεί τον οίκτο, και γ) οίκτος. Από τις τρεις αυτές σημασίες η τρίτη, δηλ. νίλα = οίκτος, έχει λησμονηθή σήμερα στην Ελλάδα, με εξαίρεση την ’Ήπειρο — ίσως και κάποια άλλη περιοχή, που δε μπόρεσα να επισημάνω- για την Ήπειρο δίνει ο Μπάγκας την ερμηνεία: νήλα = 1) τραγικό θέαμα και 2) οίκτος: «όντας τουν είδα ξαπλουμένουν στα χώματα μ’ έκουψι η νήλα», και παραθέτει το Ζαγοριακό: «να τον φτάκη η νήλα μου» = «να δυστυχήση δηλ. σε τέτοιο βαθμό που να μου προκαλέση τον οίκτο». Παλαιότερα, όμως, η λ. νίλα στη σημασία «οίκτος» απανταται και σε άλλες περιοχές, π.χ. τη Ρούμελη, καθώς διαπιστώνεται από το Μακρυγιάννη, που γράφει: «Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι κι όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ’ έπαιρνε η νίλα». Το νεοελ. νίλα προέρχεται από το αρωμουν. nila (= οίκτος, συμπάθεια) ← ρουμαν. mila ← σλαβ. міль (= συμπάθεια), στα αρωμουνικά: ρ. niluesku (= ελεώ, οικτίρω, συμπαθώ) και επίθ. niluitu – ta (=οικτρός), η τροπή του m → n (ρουμαν. mila → nila) είναι συνήθης στα αρωμουνικά: λατιν. mille → nile (= χίλια). Εσφαλμένα υποστηρίζει ο Νικολαίδης ότι το σλαβ. mih, το ρουμαν. mila και το αρωμουν. nila προέρχονται από το αρχ. ελλην. μείλιον (= «παν το ευφραίνον»), ούτε, βέβαια, είναι δυνατό να γίνη οποιοσδήποτε συσχετισμός του νεοελ. νίλα με το ομηρικό επίθ. νηλεές (ήμαρ), που υπαινίσσεται ο Μπόγκας και γι’ αυτό γράφει νήλα αντί νίλα, δικαιολογημένα ο Ανδριώτης αγνοεί αυτή την ετυμολογία.

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Πρέπει άραγε να τηρούμε ευλαβικά τις οδηγίες του ΕΟΔΥ;

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2020

Αν σκεφτήκατε οτι στο σημερινό άρθρο θα συζητήσω κάποιες από τις πρόσφατες οδηγίες του ΕΟΔΥ, ισως για το κλείσιμο των εστιατορίων, μπαρ κτλ. στις 12, και μάλιστα με τη διάθεση να τις αμφισβητήσω, αφού διατυπώνω ερώτημα, πέφτετε έξω.

Σας παραπλάνησε ο τίτλος, και παραδέχομαι πως εσκεμμένα τον διατύπωσα έτσι, για γούστο.

Όχι, δεν είναι ο ΕΟΔΥ το θέμα μου ούτε η πανδημία. Το σημερινό άρθρο έχει θέμα καθαρά γλωσσικό, όσο κι αν δεν του φαίνεται. Οπότε, ας εξηγηθώ.

Έναυσμα μού δίνει ένα πρόσφατο σημείωμα του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Τελευταία, νομίζω το έχω ξανασχολιάσει, ο καθηγητής χρησιμοποιεί το Φέισμπουκ για να εκφράζει τις απόψεις του για γλωσσικά φαινόμενα και θέματα, συνήθως αποδοκιμάζοντας τη μία ή την άλλη χρήση. Θα πείτε ότι αυτό είναι μάλλον παράδοξη στάση από γλωσσολόγο (είναι σαν να βλέπεις έναν μετεωρολόγο να αποδοκιμάζει τους ισχυρούς βορειοανατολικούς ανέμους) αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας.

Λοιπόν, πρόσφατα ο κ. Μπαμπινιώτης απεύθυνε έκκληση σε σχέση με την κατ’ αυτόν σωστή χρήση του επιρρήματος «ευλαβικά».

O καθηγητής προτάσσει την εξής εισαγωγή:

Σεβαστείτε το «ευλαβικά»!

Ένα επίρρημα, το ευλαβικά, υποφέρει γλωσσικά. Λυπηθείτε το! Δεν είναι «διά πᾶσαν χρήσιν…». Δεν σημαίνει «προσεκτικά», ούτε «επακριβώς» ούτε «επιμελώς»! Σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό». Κι έτσι πρέπει να χρησιμοποιείται.

και στη συνέχεια αναπτύσσει τις σκέψεις του μέσα στο ορθογώνιο πλαίσιο.

Μας λέει ότι ακούγονται φράσεις όπως «Τηρούμε ευλαβικά τις αποστάσεις» ή «Προσέχουμε ευλαβικά τις οδηγίες», στις οποίες χρησιμοποιούμε το «ευλαβικά» σχεδόν σαν να σημαίνει «προσεκτικά», «επακριβώς», «επιμελώς», ενώ σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό» (δική του η έμφαση).

Μπορεί να το χρησιμοποίησε μεταφορικά ο κ. Τσιόδρας, λέει, για να τονίσει ότι η τήρηση των μέτρων προφύλαξης πρέπει να γίνεται σαν να υπερασπιζόμαστε κάτι ιερό, αφού εχει σχέση με την προστασία της υγείας μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να το χρησιμοποιούμε με άλλη, διαφορετική σημασία! (Και πάλι δική του η έμφαση).

Και αφού παραθέσει την ετυμολογία (κουτσουρεμένη, όπως θα δούμε) της λέξης «ευλαβής», καταλήγει στο συμπέρασμα: Ας ευλαβούμεθα την σημασία μιας λέξης με ιδιαίτερη βαρύτητα στην επικοινωνία μας, το ευλαβικά.

Θα σχολιάσω την παραπάνω άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσοδιορθωτές, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »

Η θερινή ραστώνη

Posted by sarant στο 7 Αυγούστου, 2020

Στην καρδιά του καλοκαιριού βρισκόμαστε, ταιριάζει να ασχοληθούμε με μια λέξη καλοκαιρινή, αφού η «θερινή ραστώνη» ή η «καλοκαιρινή ραστώνη» είναι ένα από τα δημοσιογραφικά κλισέ που εύκολα χρησιμοποιεί όποιος θέλει να χαρακτηρίσει την πλήρη αδράνεια, τη χαλαρότητα που επικρατεί το καλοκαίρι και ειδικότερα τον Αύγουστο.

Η αίσθησή μου είναι πως η λέξη χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια περισσότερο, ακριβώς επειδή έχει γίνει κλισέ, εύκολη λύση. Για να κοροϊδέψω αυτή την κατάχρηση, στο ιστολόγιο πότε πότε λέω για «το ραστόνι». Είχα γράψει, ας πούμε, μια φορά τις χριστουγεννιάτικες μέρες: σήμερα η πιατέλα δεν θα είναι ξέχειλη, δεν έχουμε μαζέψει πολλά ευρήματα: ούτε εγώ βρήκα πολλά, ούτε εσείς μού στείλατε -το ραστόνι που λέγαμε, η εορταστική ραστώνη του κλισέ δηλαδή (παλιά τη λέγαμε μουργέλα και δεν ήταν τόσο γκλάμορους).

Διότι ραστώνη, δηλαδή χαλάρωση, ραθυμία, τεμπελιά, υπάρχει και στις γιορτές, όχι μόνο το καλοκαίρι.

Η ραστώνη είναι μάλλον λόγια λέξη· ανήκει, ας πούμε, στο ψαγμένο λεξιλόγιο -που ο κ. Μπαμπινιώτης το λέει «απαιτητικό», ή τουλάχιστον εκεί ανήκε πριν γίνει κλισέ. Όταν το 2003 στις Πανελλήνιες εξετάσεις έπεσε ένα κείμενο του Βασ. Θερμού, που έκανε λόγο για «τη ραστώνη της συνεχούς εναλλαγης καναλιών, του ζάπινγκ», η επιτροπή των εξετάσεων έδωσε εκ των υστέρων διευκρίνιση για τη σημασία της λέξης -μια όχι πολύ διαφημισμένη περίπτωση «αρωγής και ευδοκίμησης». Ραστώνη, αυτή η άγνωστη λέξη, έγραψε μια εφημερίδα. Θα έλεγα πως σήμερα δεν είναι πλέον άγνωστη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Καλοκαιρινά, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , | 167 Σχόλια »

Μπιτσόμπαρο, μια λέξη της εποχής

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2020

Συνεχίζουμε σήμερα με ένα ακόμα καλοκαιρινό άρθρο, αφού σε πείσμα κρίσης και πανδημίας βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού. «Βρίσκεστε», παραλίγο να γράψω, διότι εγώ φέτος έκανα νωρίς τις διακοπές μου.

Θα δούμε λοιπόν σήμερα μια λέξη καλοκαιρινή, άρα της εποχής. Της εποχής όμως και από μιαν άλλη άποψη, διότι είναι λέξη σχετικά καινούργια, ίσως του αιώνα μας. Όταν ήμουν νέος, η λέξη δεν υπήρχε -και, εδώ που τα λέμε, δεν υπήρχε και το πράγμα.

Το μπιτσόμπαρο μεταφέρει στα ελληνικά το αγγλικό beach bar, με τον τρόπο που γίνεται ο δανεισμός από ανθρώπους του λαού -δηλαδή, προσαρμογή της ξένης λέξης στο ελληνικό τυπικό. Εδώ η προσαρμογή είναι άψογη, αφού κρατήθηκε και ο κανόνας για το συνδετικό φωνήεν όμικρον. Τέτοιοι δανεισμοί αποτελούσαν τον κανόνα τούς προηγούμενους αιώνες. Σήμερα με την επέκταση της γλωσσομάθειας -και ειδικά της αγγλομάθειας- πολλοί θεωρούν ένδειξη αμορφωσιάς τον δανεισμό με προσαρμογή, άλλοι πάλι τον θεωρούν ένδειξη συντηρητισμού ή γλωσσαμυντορισμού. Ωστόσο, αν είναι να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη στα ελληνικά, μάς βολεύει περισσότερο να την έχουμε προσαρμόσει γιατί η γλώσσα μας έχει κλιτούς τύπους. Δεν είναι υποχρεωτική η προσαρμογή, το σάντουιτς ας πούμε δεν το προσαρμόσαμε, αλλά βοηθάει.

Ο λόγιος δανεισμός, από την άλλη, συνήθως καταφεύγει στη λύση του μεταφραστικού δανείου. Το Eisenbahn το λέει σιδηρόδρομο και το sky scraper ουρανοξύστη. Το beach bar με τη λογική αυτή θα ήταν παραλιακό μπαρ, που λέγεται βέβαια αλλά δεν έχει απόλυτη ακρίβεια, διότι ένα παραλιακό μπαρ μπορεί να μην είναι μπιτσόμπαρο, να είναι απλώς ένα μπαρ που βρίσκεται στην παραλία, χωρίς ομπρέλες και ξαπλώστρες στην άμμο, που αν δεν κάνω λάθος αποτελούν το ειδοποιό γνώρισμα των μπιτσόμπαρων.

Αλλά ποιος είναι ο ορισμός του μπιτσόμπαρου; Αν ψάξουμε στα λεξικά θ’ απογοητευτούμε, διότι κανένα δεν καταγράφει τη λέξη. Ούτε το ΛΚΝ (αλλά ίσως το 1998 να μην υπήρχε καν η λέξη), ούτε ο Μπαμπινιώτης, ούτε το Χρηστικό, ούτε το ΜΗΛΝΕΓ. Έχουν το μπιτς βόλεϊ, το Χρηστικό μάλιστα έχει και μπιτς σόκερ και μπιτς χάντμπολ όπως και το μπιτς πάρτι, αλλά όχι το μπιτσόμπαρο. Κάνουν καλά ή άσχημα; Δεν ξερω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γλωσσικά δάνεια, Καλοκαιρινά, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , | 246 Σχόλια »

Εσείς τσαντίζεστε ή τσατίζεστε;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2020

Ο μπακάλης σαν φτωχύνει τα παλιά τεφτέρια πιάνει, λένε. Θα μπορούσατε να το πείτε αυτό για το σημερινό άρθρο, αφού παίρνει αφορμή (και αντλεί πολύ υλικό) από μια συζήτηση που είχε γίνει στη Λεξιλογία το μακρινό 2008, πριν από 12 ολόκληρα χρόνια (και καναδυό μήνες) και με δική μου συμμετοχή.

Το ερώτημα του τίτλου το είχα τότε θέσει εγώ και το επαναλαμβάνω τώρα εδώ. Φυσικά, η ερώτηση δεν αφορά το αν είστε ήρεμοι τύποι ή ευέξαπτοι, αλλά ποιον τυπο προτιμάτε. Είχα λοιπόν γράψει τότε:

Μου λέει, φίλος και συνονόματος:

Τις 2-3 πρώτες φορές που είδα γραμμένο το «τσατίζω», νόμιζα ότι ήταν τυπογραφικό λάθος. Τις επόμενες, νόμιζα ότι ήταν κωμικός κι αδέξιος εξευγενισμός. Ώσπου άνοιξα τον Μπάμπι κι είδα ότι έχει τον τύπο κατά προτεραιότητα.
Αλλά μάλλον πρέπει νάχω χάσει συνέχειες…

Κι εγώ ομολογώ ότι τσαΝΤίζομαι το ξέρω, έτσι το ‘λεγα ανέκαθεν και μόνο σε μεγάλη ηλικία συνειδητοποίησα ότι κάποιοι «τσατίζονται». Έχω βγάλει το (προσωρινό) συμπέρασμα ότι στην επιλογή του τύπου παίζει ρόλο και το πού μεγάλωσε κανείς. Οι Αθηναίοι έχουν τάση προς το «ντ», οι Βορειοελλαδίτες και οι Κρητικοί προς το «τ». Γι’ αυτό το λόγο και πολλοί ακούνε μόνο τον έναν από τους δύο τύπους στα παιδικά τους χρόνια.

Τα λεξικά μας κατά πλειοψηφία δείχνουν να προτιμούν τους τύπους με Τ.

Το ΛΚΝ έχει πρώτους τους τύπους με Τ (τσατίζω και τσαντίζω, γράφει στο ρήμα), το ίδιο και ο Μπαμπινιώτης, όπως και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας. Αντίθετα, το πιο καινούργιο, το ΜΗΛΝΕΓ, δίνει την πρωτοκαθεδρία στους τύπους με -ντ, αφού έχει πρώτο το «τσαντίζω» και δεύτερο το «τσατίζω».

Κοιτάζοντας τις συχνότητες του Γκουγκλ, βλέπουμε ότι οι τύποι με «ντ» υπερτερούν στο βασικό λήμμα (τσαντίζω έναντι τσατίζω) αλλά πολύ περισσότερο, συντριπτικά, στα παράγωγα (πχ τσαντισμένος έναντι τσατισμένος· μάλιστα το Γκουγκλ, αν ζητήσεις «τσατισμένος» σε ρωταει μήπως εννοείς «τσαντισμένος»). Συντριπτικά υπερτερεί και η «τσαντίλα» έναντι της «τσατίλας» αν και βέβαια κάποιες από τις ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» αφορούν την αραιοϋφασμένη σακούλα (γιαούρτι στην τσαντίλα), αν και αυτές δεν είναι πολλές. [Και ακόμα λιγότερες θα είναι, υποθέτω, οι ανευρέσεις του τύπου «τσαντίλα» που αναφέρονται στη… χαρακτηριστική μυρωδιά της τσάντας 🙂 ]

Από τα ευρήματα στο γκουγκλ συνάγεται ότι κάποιοι θα λένε μεν «τσατίζω» αλλά «τσαντισμένος». Αυτή την «ασυνέπεια» (τα εισαγωγικά εδώ έχουν σημασία, δεν είναι πραγματική ασυνέπεια) τη συναντήσαμε και στο πρόσφατο άρθρο μας, όπου κάποιοι είπαν ότι λένε ντους αλλά ντουζιέρα.

Πάμε τώρα στην ετυμολογία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 149 Σχόλια »