Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λεξικογραφικά’ Category

Από πότε γίνεται τζερτζελές;

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2023

Προχτές, ένας γνωστός δημοσιογράφος αποφάνθηκε από τη στήλη του ότι όλα όσα γίνονται με την ΑΔΑΕ ανήκουν στην κατηγορία «τζερτζελές να γίνεται».

Ο τζερτζελές, σύμφωνα με τα λεξικά, είναι η μεγάλη φασαρία, η αναστάτωση, ιδίως όμως η ευχάριστη, η ευπρόσδεκτη αναστάτωση. Τα τρία από τα τέσσερα μεγάλα λεξικά μας συμφωνούν με την απόχρωση της «ευχάριστης φασαρίας». Το τέταρτο, στην προκειμένη περίπτωση το ΛΚΝ, δεν διαφωνεί, απλώς… απέχει. Θέλω να πω, το ΛΚΝ (έκδ. 1998) δεν περιλαμβάνει λήμμα «τζερτζελές» -θα επανέλθω σε αυτό.

Ακόμα, τζερτζελές είναι και χαρακτηρισμός προσώπου -ο σαματατζής, ο πλακατζής. Λέμε επίσης και «το τζέρτζελο», που είναι παράλληλος τύπος, χωρίς, αν δεν σφάλλω, διαφορά στη σημασία.

Σημειώνω ακόμα ότι στο πρόσφατο πολύ αξιόλογο μυθιστόρημά του Μπέμπης (μονόλογος που βιογραφεί μυθιστορηματικά τον θρυλικό μπουζουκτσή Δημήτρη Στεργίου ή Μπέμπη) ο Θωμάς Κοροβίνης χρησιμοποιεί τη λέξη «τζερτζελιάστρα» (αυτή που κάνει τζερτζελέ, που δημιουργεί γύρω της μπερδέματα).

Ως προς την ετυμολογία της λέξης, οι πρώτες εκδόσεις του λεξικού Μπαμπινιώτη ανέφεραν «ονοματοποιημένη λέξη» ενώ σε επόμενες εκδόσεις (και στο ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη) προστίθεται: πρβλ. τουρκ. cırcır που δηλώνει επαναλαμβανόμενο θόρυβο.

Το Χρηστικό Λεξικό δεν δίνει ετυμολογία, ενώ το ΜΗΛΝΕΓ υιοθετεί την άποψη για το τουρκ. cırcır.

Η εξήγηση της ονοματοποιίας είναι ευλογοφανής, ωστόσο δεν είναι αυτή η σωστή ετυμολογία. Η τελευταία, 5η έκδοση (2019) του λεξικού Μπαμπινιώτη, που έχει αρκετές βελτιώσεις στο ετυμολογικό μέρος, σωστά παράγει την ελληνική λέξη από την τουρκική zelzele, που σημαίνει «σεισμός», και που ανάγεται στην αραβ. zalzala, ίδιας σημασίας.

Η λέξη zelzele είναι κάπως παρωχημένη στη σημερινή τουρκική γλώσσα, αλλά ακόμα χρησιμοποιείται –αν τη βάλετε στο γκουγκλ θα πάρετε ειδοποιήσεις για τους σεισμούς που συνέβησαν τις τελευταίες ώρες.

Η τροπή του πρώτου λ σε ρ με ανομοίωση, στα ελληνικά, είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Ο τύπος «ζερζελές» (με σημασία τον σεισμό) καταγράφεται, αν και σπάνια, σε μικρασιατικές διαλέκτους. Δεν υπάρχει όμως στο γλωσσάριο των λέξεων τουρκικής προέλευσης του Κουκκίδη (του υπαρκτού) κάτι που δείχνει τη σπανιότητά του. Βρισκω και (σπάνιο επίσης) επώνυμο Ζερζελές.

Για να τα λέμε όλα, τη σωστή ετυμολογία του τζερτζελέ πρέπει την είχε αναφέρει πρώτη φορά στην ελληνική λεξικογραφία το slang.gr, το οποίο έχει λήμμα «τζερτζελές» (και «τζέρτζελος») και σημειώνει ότι κακώς ο Μπαμπινιώτης προτείνει ηχοποίητη λέξη διότι η λέξη προέρχεται από το τουρκ. zelzele = σεισμός. Το λήμμα αυτό συντάχθηκε το 2009.

Το slang.gr σημειώνει ακόμα: Ο τζερτζελές γίνεται. Η έκφραση «έλα μωρέ, τζερτζελές να γίνεται» είναι πολύ κοινή και δηλώνει ότι προέχει να φωνάξουμε, να γελάσουμε ή να καβγαδίσουμε, να εκτονωθούμε τέλος πάντων, παρά να βγει κάποια άκρη.

Και παραθέτει το εξής απόσπασμα: Ο δημόσιος βίος έχει ουσιαστικώς γίνει τηλεοπτικός. Οι πολιτικές συζητήσεις διεξάγονται στην τηλεόραση, οποιεσδήποτε άλλες δεν μετράνε … Το κριτήριο πρόσκλησης για συζήτηση είναι η αναγνωρισιμότητα, δηλαδή η συμβολή στην ακροαματικότητα. Στόχος δεν είναι, μέσα από «έξυπνη» συζήτηση, αναλύσεις, επιχειρήματα, θέσεις, ο προβληματισμός και η ενημέρωση του κοινού. Στόχος είναι ο «τζερτζελές». Κουβέντα να γίνεται, ει δυνατόν και τσάκωμα. (Από το ΒΗΜΑ, 22/10/06)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Αργκό, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 87 Σχόλια »

Κουτσουκέλες

Posted by sarant στο 16 Ιανουαρίου, 2023

Γίνεται σήμερα στο Τατόι η κηδεία του τέως βασιλιά. Ένα τραγούδι που έχει έρθει στην επικαιρότητα αυτές τις μέρες, μια και μιλάει και για τον Τέως και για το Τατόι, είναι το Ο καραγκιόζης και ο Τέως του Σταύρου Ξαρχάκου.

Το τραγούδι αυτό ανοίγει τον δίσκο Ακούσατε ακούσατε του Ξαρχάκου (1992) και είναι το μοναδικό καινούργιο από τα 20 τραγούδια του δίσκου. Καινούργιο εν μέρει, διότι η μουσική είναι ίδια με το «Της Αμύνης τα παιδιά» από το Ρεμπέτικο του Ξαρχάκου, αλλά οι στίχοι είναι καινούργιοι, του Νίκου Γκάτσου. Τραγουδάει ο καραγκιοζοπαίχτης Ευγένιος Σπαθάρης και οι Νίκος Μαραγκόπουλος και Κώστας Τσίγκος. Η παραγωγή του δίσκου ήταν του Σκάι (ήταν την εποχή που ο πατήρ Μητσοτάκης είχε αποκαλέσει χαμαιτυπείο αυτό τον ραδιοφωνικό σταθμό). Να το ακούσουμε:

Και οι στίχοι του Γκάτσου:

Εμένα φίλε με λένε Καραγκιόζη
Παντού κερδίζω κι ας μη κρατάω κόζι
Κι αν κάνω κουτσουκέλες κάπου κάπου
Το’χω στο αίμα μου πάππου προς πάππου

Γεια σου μάνα μου Ελλάς
Είμαι κλεφτοφουκαράς
Μα δε μοιάζω με τους άλλους
Τους τρανούς και τους μεγάλους
Πού’χουνε μακρύ το χέρι
Και κρατάνε και μαχαίρι

Ούτε μοιάζω με τον μάγκα
Που όταν ξέμεινε από φράγκα
Σήκωσε όλο το Τατόι
Να πουλάει και να τρώει

Εμένα φίλε με λένε Καραγκιόζη
Δε με τρομάζουνε μασόνοι και μαφιόζοι
Φοβάμαι μόνο κάθε πολιτσμάνο
Μη με γραπώσει στην κουτσουκέλα επάνω

Γεια σου μάνα μου Ελλάς
Είμαι κλεφτοφουκαράς
Μα δεν έχω νταραβέρια
Με της τράκας τα ξεφτέρια
Πού’χουν υπουργούς μαζί τους
Και το κράτος μαγαζί τους

Μένω πάντα τελευταίος
Μα δε μοιάζω με τον Τέως
Που του είπαν τα χρυσά μου
Ό,τι θες εσύ πασά μου

Πέρα από τη ρητή αναφορά στον Τέως στο τέλος, υπάρχει και η έμμεση αλλά εύγλωττη για τον μάγκα «που σήκωσε όλο το Τατόι να πουλάει και να τρώει» -ήταν νωπή η αρπαγή των θησαυρών μέσα στα 9 κοντέινερ, το 1991 και πάλι, όχι τυχαία, επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη.

Ο Καραγκιόζης του Γκάτσου παραδέχεται ότι κάνει «κουτσουκέλες κάπου κάπου» και φοβάται μονάχα τον πολιτσμάνο, μην τον γραπώσει «στην κουτσουκέλα απάνω». Να σταθούμε σ’ αυτή τη λέξη.

Κατά το ΛΚΝ, κουτσουκέλα είναι «η ζημιά που κάνουμε σε κπ., όταν εκμεταλλευτούμε την εμπιστοσύνη του» και χαρακτηρίζεται λέξη «του προφορικού λόγου. Στον Μπαμπινιώτη είναι «η πονηρή και κρυφή πράξη, η κατεργαριά». Στο Χρηστικό: «Κατεργαριά, μικρή απάτη, συζυγική απιστία» (και χαρακτηρίζεται επίσης του προφ. λόγου). Στο ΜΗΛΝΕΓ: 1. Ύπουλη πράξη, απάτη που γίνεται κρυφά εις βάρος κάποιου, ύστερα από εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του, με αποτέλεσμα να τον ζημιώνει, να τον βλάπτει (πρβ. κατεργαριάλαδιάπαρασπονδία). Ειδικότερα, η ερωτική απιστία. Και 2. Άστοχη, ανόητη πράξη.

Οι ορισμοί δεν συμπίπτουν, αλλά έχουν αρκετά κοινά σημεία. Τη σημασία της συζυγικής απιστίας την έχω επισημάνει κι εγώ σε ζωντανή χρήση, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -στο Τουίτερ οι περισσότερες αναφορές αφορούν είτε συζυγικές απιστίες είτε ατασθαλίες αξιωματούχων. Συχνά, όπως και στο τραγούδι που ακούσαμε, υπάρχει μια χροιά μετριασμού όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη, σα να λέμε «δεν είναι και τίποτα το σοβαρό».

Πώς ετυμολογείται η κουτσουκέλα; Το πρώτο μισό της ηχεί κάπως τουρκικό (κιουτσούκ θα πει μικρός) αλλά η κατάληξη ακούγεται ιταλική, ή ίσως γαλλική -κάποτε την έγραφα couchouquelle για να της προσδώσω γαλλικό τίτλο ευγενείας, αν και βέβαια το ch προφέρεται στα γαλλικά σ παχύ. Το ΛΚΝ δεν δίνει ετυμολογία, αλλά ο Μπαμπινιώτης μας λέει ότι προήλθε με αντιμετάθεση από την κουκουτσέλα (γραφ. κουκουτζέλα), που είναι το κουκουνάρι του πεύκου. Θυμάμαι εδώ ότι στον Μεσοπόλεμο στη Μυτιλήνη αγόραζαν για το μαγκάλι κωκ ή πυρήνα (ελιοκούκουτσα από το ελαιοτριβείο) ή γουγουτζέλες δηλαδή κουκουνάρες.

Αλλά νοηματικά πώς φτάσαμε από την κουκουνάρα στη μικροαπάτη; Ίσως θα βοηθούσε να χρονολογήσουμε τη λέξη, να πάμε πιο πίσω από τα καινούργια λεξικά μας.

Στο λεξικό της λαϊκής του Δαγκίτση αλλά και στο λεξικό της πιάτσας του Καπετανάκη, έργα που έχουν συνταχθεί τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, βρίσκουμε, και στα δύο, τον τύπο «κουτσικέλα». Ο Δαγκίτσης δίνει τις σημασίες «παράτολμη απερισκεψία· απάτη, κατεργαριά· σφάλμα, παραστράτημα».

Στον Τρελαντώνη της Πηνελόπης Δέλτα ο όρος χρησιμοποιείται, με σαφή χροιά μετριασμού και συμπάθειας, για τις αταξίες και τις ζαβολιές του ομώνυμου ήρωα.

Στον Ηπίτη (αρχές 20ού αιώνα) δίνονται οι σημασίες 1. το στραβοπάτημα 2. πράξις (ή λόγος) άνόητος, και αξιόποινος, ή ανοησία. Ο Ηπίτης δίνει τα γαλλικά αντίστοιχα faux pas, sottise, pas de clerc, boulette, τα ίδια ακριβώς και το κάπως παλιότερο ελληνογαλλικό λεξικό του Άγγ. Βλάχου.

Στο γαλλοελληνικό λεξικό του Daviers, στα μέσα του 19ου αιώνα, στο λήμμα sornettes δίνονται ως αντίστοιχα τα: φλυαρίες, μωρολογίες, κουτσουκέλες, φρύγανα.

Στον Βασιλικό, το θεατρικό έργο του ζακυνθινού Αντωνίου Μάτεση, ο Γερασιμάκης πνέει μένεα εναντίον του Γλωσσίδη: Μου έχει πολλές κουτσουκέλες γιαναμένες διά να τες υποφέρω. Το κουτσουκέλα ο επιμελητής το εξηγεί «κόλπο, ατιμία», ενώ το «γιαναμένες» δεν το εξηγεί, αλλά είναι μετοχή του γίνομαι, ζακυθινός τύπος που τον καταγράφει το ΙΛΝΕ -καμωμένες θα λέγαμε σήμερα.

Ατιμίες, αλλά μάλλον φάρσες θα τις λέγαμε, αφού συνεχίζει ο Γερασιμάκης: Μου εξαναθύμισε όλα τα περασμένα η ατιμία που εμπρός μου έκαμες του ξαδέλφου μου, να του πετάξεις τη σκούφια στα βούλουκα [στις λάσπες], να την τσολοπατήσεις και να μου δώσεις εμέ ένα φάσκελο, που σου επαραπονέθηκα.

Μπορούμε όμως να πάμε και πιο πίσω. Οι κουτσουκέλες υπάρχουν στο λεξικό του Σομαβέρα (αρχές 18ου αι.), λημματογραφημένες στον πληθυντικό: κουτζουκέλαις: pastocchie, panzane, δηλαδή επιπόλαιες κουβέντες, παραμύθια, ψέματα. H πρώτη λέξη έχει και τη χροιά του δόλου, ψέματα που αποβλέπουν σε εξαπάτηση.

Και ακόμα πιο πίσω, η λέξη εμφανίζεται στο θρησκευτικό δράμα Ευγένα (1646) του ζακυνθινού Θεόδ. Μοντσελέζε. Ο Κριαράς παραθέτει το (όχι πολύ διαφωτιστικό) απόσπασμα: Ε την, εδώ οπόρχεται μαζί με την κοπέλα – Βαστά και τ’ άσπρα μετ’ αυτή – όμορφη κουτσουκέλα! και εξηγεί «απάτη, κατεργαριά», ίσως επηρεασμένος από τη σημερινή σημασία. Ο Κριαράς θεωρεί άγνωστης ετυμολογίας τη λέξη και συνεχίζει: Για μια απίθανη ετυμολογία, καθώς και για τη χρήση της λέξης βλ. Θ. Παπαδόπουλο [Δαβίδ, σ. 171]». Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω την αντιστοιχία στη βιβλιογραφία του λεξικού και κρίμα διότι θα μαθαίναμε κάτι για τη χρήση της λέξης. Ο Θ[εόδωρος] Παπαδόπουλος (υπογράφει και ως Παπαδόπουλλος) ήταν κύπριος μελετητής.

Στην Επιτομή του λεξικού Κριαρά, που συντάχθηκε αργότερα, προστίθεται η ετυμολογία από κουκουτσέλα με αντιμετάθεση, και αποδίδεται ρητά στον Τάσο Καραναστάση, που συνεπιμελήθηκε την Επιτομή. Στο λεξικό υπάρχουν επίσης τα λήμματα κουκουτσέλα και κουκουζέλα, με σημασία κουκουνάρι.

Πώς λοιπόν, για να ξαναθέσω το ερώτημα, φτάσαμε από το κουκουνάρι στη μικροαπάτη; Η απόσταση φαίνεται δύσκολο να γεφυρωθεί, αλλά οι ενδιάμεσες σημασίες, που εξαντλητικά παράθεσα, ίσως υποδεικνύουν τη διαδρομή.

Τους πρώτους αιώνες, η σημασία της λ. κουτσουκέλα φαίνεται να είναι πιο κοντά σε φλυαρίες και ανόητα λόγια (έτσι στον Σομαβέρα) ή σε φάρσες (έτσι στον Βασιλικό). Η σημασία της μωρολογίας καταγράφεται ίσαμε τα λεξικά του 1850, αλλά εν μέρει και στον Ηπίτη.

Αλλά από τα ανόητα και ψεύτικα λόγια ως τη μικροαπάτη δεν είναι μακριά η απόσταση, ούτε από το στραβοπάτημα στην κατεργαριά.

Το να παρομοιαστούν τα κουκουνάρια/κουτσουκέλες, ευτελή δηλαδή και άνευ μεγάλης σημασίας πράγματα, παραπροϊόντα, με επιπόλαια, ανόητα ή αναληθή λόγια δεν είναι διόλου απίθανο. Να θυμηθούμε πως με παρόμοια σημασία είδαμε να χρησιμοποιούνται και τα φρύγανα, ξερόκλαδα δηλαδή.

Θα βοηθούσε να είχαμε κι άλλες παλιότερες ανευρέσεις της λέξης, βέβαια. Υπολογίζω και στη δική σας βοήθεια στα σχόλια.

Όσο για τις κουτσουκέλες του Τέως, με τη σημασία πια που δίνουν νεότερα λεξικά, χωρίς χροιά μετριασμού, δηλ. πονηρή και κρυφή πράξη, ζημιά σε κάποιον με εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του, ε, τις αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο. Είπαμε, αφού είναι ο τελευταίος ας είναι ελαφρύ το χώμα.

Posted in Ετυμολογικά, Θέατρο σκιών, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 84 Σχόλια »

Τα χάπια μου!

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2023

Καθώς συνεχίζονται οι ελλείψεις σε φάρμακα, η παροιμιώδης φράση του τίτλόυ παίρνει καινούργιο νόημα, καθώς θα μπορούσε να τη φωνάζουν χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι που ψάχνουν και δεν βρίσκουν αναλγητικά, αντιπυρετικά και άλλα βασικά φάρμακα που λείπουν.

Ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων εξέδωσε συστάσεις για εναλλακτικά φάρμακα, με την ίδια δραστική ουσία, αλλά εμείς, ως ιστολόγιο, λεξιλογούμε, οπότε αρπάζω την ευκαιρία για ένα άρθρο. Όχι για τα φάρμακα γενικώς (έχουμε βάλει στο παρελθόν και θα το ξαναδημοσιεύσουμε κάποτε) αλλά ειδικά για τα χάπια.

Σύμφωνα με το ΜΗΛΝΕΓ, χάπι είναι «Φαρμακευτικό παρασκεύασμα με τη μορφή δισκίου που καταπίνεται». Το ΛΚΝ δίνει ελαφρώς διαφορετικό ορισμό, «φάρμακο σε στερεά μορφή και σε σφαιρικό σχήμα, για να καταπίνεται εύκολα» και «(επέκτ.) δισκίο». Για τον Μπαμπινιώτη είναι «μικρού μεγέθους δισκίο ή κάψουλα φαρμάκου, που έχει σχεδιαστεί ώστε να λαμβάνεται από το στόμα είτε με κατάποση είτε με διάλυσή του στο στόμα», ενώ για το Χρηστικό το χάπι είναι «στερεό φαρμακευτικό παρασκεύασμα μικρού μεγέθους και συνήθως κυκλικού ή κυλινδρικού σχήματος, το οποίο λαμβάνεται από το στόμα». Δεν ξέρω τι μ’έπιασε και αντέγραψα και τους τέσσερις ορισμούς, αν και θα ήταν μια καλή άσκηση σε ένα σεμινάριο λεξικογραφίας. Πάντως, έχω την εντύπωση πως όταν λέμε «χάπι» συνήθως δεν σκεφτόμαστε ορισμένο σχήμα -θα μπορούσε να είναι σφαιρικό ή κυλινδρικό ή σε μορφή δισκίου (ή είναι κυλινδρικό ήδη το δισκίο;)

Η λέξη «χάπι» είναι τουρκικό δάνειο, από το τουρκ. hap, που είναι αραβικής αρχής. Χάπια είχαν βεβαίως και οι αρχαίοι, αν και τη φαρμακευτική ουσία την έκλειναν μέσα σε ζύμη. Τα έλεγαν «τροχίσκους», μια λέξη που χρησιμοποιείται και σήμερα στην φαρμακευτική ορολογία. Αργότερα εμφανίστηκε και ο όρος «πάστιλλος», δάνειο από το λατιν. pastillus, που ανάγεται στο panis = ψωμί. Και η παστίλια άλλωστε μπορεί να έχει φαρμακευτική χρήση, αλλά όχι αναγκαστικά. Στα νεότερα χρόνια, αμιγώς ελληνική λέξη είναι το καταπότι(ο).

Στα αγγλικά το χάπι είναι pill, pilule στα γαλλικά, pillola στα ιταλικά, pildora στα ισπανικά -όλα αυτά ανάγονται στο λατινικό pilula, που σήμαινε μπαλίτσα (pila η μπάλα) και είχε πάρει φαρμακευτική σημασία ήδη από τα αρχαία χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 111 Σχόλια »

ΔΗΚΕΟΣΗΝΙ, η λέξη του 2022!

Posted by sarant στο 31 Δεκεμβρίου, 2022

Όπως ξέρουν οι φίλοι του ιστολογίου, χτες το βράδι έληξε η ψηφοφορία για τη λέξη της χρονιάς, που είχε αρχίσει από τις 15 Δεκεμβρίου πάνω σε λέξεις που εσείς είχατε προτείνει με τα σχόλιά σας σε προηγούμενο άρθρο. Δεν μας χρειάζεται σασπένς, γι’ αυτό και ο τίτλος φανερώνει αμέσως την ετυμηγορία σας: λέξη της χρονιάς, λέξη του 2022, είναι η ΔΗΚΕΟΣΗΝΙ. Τη βλέπετε άλλωστε να φιγουράρει σε περίοπτη θέση στο υπέροχο λεξοσύννεφο που έφτιαξε ο φίλος μας ο Στάζιμπος, που είναι άλλωστε κάθε χρόνο ο μάγος που στήνει όλον τον μηχανισμό της Λέξης της χρονιάς και που χωρίς τη δική του υλικοτεχνική υποστήριξη δεν θα γινόταν τίποτα.

Να προσέξουμε ότι η Λέξη της χρονιάς δεν είναι η λέξη «δικαιοσύνη» ή «Δικαιοσύνη», αλλά ΔΗΚΕΟΣΗΝΙ, γραμμένη με κεφαλαία γράμματα, να φωνάζει, όπως είχε αποτυπωθεί στο πανό της οικογένειας Σαμπάνη μετά την εκτέλεση του γιου τους από αστυνομικό πέρυσι, κι όπως επανήλθε τραγικά στην επικαιρότητα κι έγινε πρωτοσέλιδο μετά την εκτέλεση φέτος του Κώστα Φραγκούλη στη Θεσσαλονίκη, οπότε ο όρος, έτσι γραμμένος, έγινε πρωτοσέλιδο σε εφημερίδες και κυριάρχησε στα σόσιαλ (το ιστορικό και φωτογραφίες π.χ. εδώ).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , | 116 Σχόλια »

Μάρκετ πας με market pass;

Posted by sarant στο 22 Δεκεμβρίου, 2022

Βάλαμε τις προάλλες ένα άρθρο για το food pass, το μέτρο ενίσχυσης που εξάγγειλε ο πρωθυπουργός, αλλά τελικά το όνομα του μέτρου άλλαξε σε market pass. Δεν υπονοώ βέβαια πως η αλλαγή έγινε επειδή γράψαμε το άρθρο εμείς -μάλλον ο όρος food pass θα κρίθηκε ότι παραπέμπει πολύ έντονα σε δελτίο σίτισης, σε τρόφιμα, σε πληθυσμό αναγκεμένο, ενώ το market pass δεν έχει τέτοιες συνδηλώσεις, είναι σαφώς πιο γκλαμουράτο, καθώς φέρνει στο νου το αόρατο χέρι της αγοράς που όλα τα ρυθμίζει.

Kατά τα άλλα, δεν φαίνεται ν’ άλλαξε τίποτα στο εξαγγελθέν μέτρο, που έτσι κι αλλιώς θα αρχίσει να ισχύει, αν αρχίσει, από τον Φλεβάρη.

Όμως η αλλαγή αυτή του ονόματος μάς δίνει λαβή για ένα ακόμα άρθρο -προχτές λεξιλογήσαμε για το πάσο και το pass, σήμερα θα λεξιλογήσουμε για το μάρκετ και το market.

Το γράφω ελληνικά και αγγλικά, επειδή θεωρώ ότι έχουμε δυο διαφορετικές λέξεις, μια της αγγλικής γλώσσας, market, και μια της ελληνικής, μάρκετ, δάνειο βέβαια από την πρώτη.

Βέβαια, στα λεξικά μας, μέχρι τώρα, δεν υπάρχει λήμμα «μάρκετ». Υπάρχει λήμμα «σούπερ μάρκετ» και «μίνι μάρκετ» (κάποτε με ενωτικό, σούπερ-μάρκετ, μίνι-μάρκετ), υπάρχει και το ομόρριζο «μάρκετινγκ», αλλά «μάρκετ» όχι. Ωστόσο, συχνά συμβαίνει να πούμε «πάω στο μάρκετ» εννοώντας το σουπερμάρκετ, οπότε νομίζω πως αργά ή γρήγορα θα αποκτήσουμε και αυτόνομο λήμμα. Στο Τουίτερ πάντως βρίσκω δεκάδες παραδείγματα χρήσης, όπως «ψάχνουμε μισή ώρα στο μάρκετ να βρούμε ένα φτηνό χαρτί υγείας» ή «είδα στο μάρκετ μια μαμά που τάιζε το μωρό της».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ευρωπαϊκή Ένωση, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »

Πεισμένοι και πεπεισμένοι

Posted by sarant στο 16 Δεκεμβρίου, 2022

Την αφορμή για το σημερινό άρθρο την παίρνω από μια πρόσφατη επιστολή στην Καθημερινή, που την υπογράφει ο αγαπητότατος Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, στον οποίο χρωστάμε, πρώτο ανάμεσα σε πολλά, την κριτική έκδοση του Παπαδιαμάντη.

Μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ, αλλά είναι πολύ σύντομη, οπότε την παραθέτω ολόκληρη:

Με τους «πειραμένους» ή τους πεπειραμένους; 

Κύριε διευθυντά
Σε κείμενο τακτικού συνεργάτη σας διαβάζω: «Ετσι που στο τέλος μπερδεύεται όποιος δεν είναι εξαρχής πεισμένος ότι οι ‘’δικοί μας’’ έχουν πάντα δίκιο» («Κ», Τετάρτη 23 Νοεμβρίου, σελ. 13).

Διατρέχω τον κίνδυνο να θεωρηθώ γεροπαράξενος, ωστόσο ομολογώ ότι η μετοχή παρακειμένου «πεισμένος» με ενοχλεί.

Ασφαλώς ημπορούμε τις περισσότερες φορές να παραλείπουμε τον αναδιπλασιασμό του παρακειμένου και να λέμε ή να γράφουμε «λυμένος», «σωσμένος», «θαμμένος», «θωρακισμένος» κ.λπ. Είναι πάντως βέβαιο ότι κανένα ελληνικό αφτί δεν θα άντεχε το «δομένος» αντί του «δεδομένος», «πειραμένος» αντί του «πεπειραμένος» ή «κτημένος» αντί του «κεκτημένος».

Δεν ισχυρίζομαι ότι το «πεισμένος» είναι εξίσου ανατριχιαστικό και απαράδεκτο. Παρά ταύτα δεν θα τολμούσα μιλώντας ή γράφοντας να του αφαιρέσω τον αναδιπλασιασμό.

Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο σεβαστός Ν.Δ.Τ. (που είναι φιλόλογος, μάχιμος όσο υπηρετούσε) δηλώνει ότι τον ενοχλεί η παράλειψη του αναδιπλασιασμού στον τύπο «πεισμένος» της μετοχής παρακειμένου και θα προτιμούσε τον αναδιπλασιασμένο τύπο «πεπεισμένος».

Πολύ σωστά αναγνωρίζει ότι τις περισσότερες φορές ο αναδιπλασιασμός παραλείπεται, παραθέτοντας ορισμένα παραδείγματα, αλλά βέβαια, συνεχίζει, υπάρχουν περιπτώσεις όπου κανένας δεν θα ανεχόταν παράλειψη του αναδιπλασιασμού.

Εύστοχα επίσης τοποθετεί την περίπτωση του πεισμένος/πεπεισμένος ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα (παράλειψη του αναδιπλασιασμού – υποχρεωτικός αναδιπλασιασμός) αλλά θεωρεί πως βρίσκεται κοντά στον υποχρεωτικό αναδιπλασιασμό μια και ο ίδιος «δεν θα τολμούσε» να πει ή να γράψει μη αναδιπλασιασμένο τον τύπο («πεισμένος»).

Κατά σύμπτωση, ένας άλλος πολύ αγαπημένος μου διανοούμενος έχει ασχοληθεί με το ίδιο θέμα. Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας το 1947 είχε μια εβδομαδιαία στήλη στον Ριζοσπάστη, όπου σχολίαζε γλωσσικά φαινόμενα -κάτι σαν τα δικά μας σαββατιάτικα μεζεδάκια. Εκεί είχε επικρίνει για υπερβάλλοντα δημοτικιστικό ζήλο τον συντάκτη αριστερού εντύπου που έγραψε «πεισμένος» και είχε συστήσει να διατηρείται ο αναδιπλασιασμένος τύπος (πεπεισμένος) «όπου δεν μπορούμε να το αποφύγουμε» αφού είναι «αναγκαίο κακό για τη δημοτική».

Εγώ πάντως, στα δικά μου κείμενα, όπως βλέπω, χρησιμοποιώ και τους δύο τύπους (πεισμένος / πεπεισμένος), ίσως περισσότερο τον μη διπλασιασμένο, πεισμένος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως έχω προγράψει τους αναδιπλασιασμούς γενικώς -ούτε θα πω «πειραμένος», για να χρησιμοποιήσω ένα από τα παραδείγματα του Ν.Δ.Τ., ούτε θα κοιτάξω να δω αν μπορώ να τον αποφύγω, όπως φαίνεται να συμβουλεύει ο Κοτζιούλας.

Κατά τη γνώμη μου, ανάμεσα στις δυο κατηγορίες («όχι αναδιπλασιασμός» και «πάντα αναδιπλασιασμός») υπάρχει και μια τρίτη, «προαιρετικός αναδιπλασιασμός», ίσως πιο ολιγομελής. Επίσης, το ποια ρήματα ανήκουν στην μία ή την άλλη κατηγορία είναι κάτι που εξελίσσεται, όπως και η γλώσσα. Θυμάμαι έναν διάλογο από τις εφημερίδες, γύρω στο 1923, παναπεί πριν από 100 περίπου χρόνια, ανάμεσα στον Ν. Λαπαθιώτη και τον Κώστα Παρορίτη. Είχε προτείνει ο Λαπαθιώτης να συγκροτηθεί μια «εκλελεγμένη» επιτροπή, για κάποιο θέμα των λογοτεχνών. «Ψυχή μου αναδιπλασιασμός!» σχολίασε ο Παρορίτης, και ο Λαπαθιώτης, που κι αυτός δημοτική έγραφε, απάντησε πως μια χαρά στέκει ο αναδιπλασιασμός. Σήμερα θαρρώ πως λίγοι θα συμφωνούσαν μαζί του, τουλάχιστον στην Ελλάδα (Στην Κύπρο βλέπω πως ο τύπος χρησιμοποιείται και σήμερα).

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Αναδιπλασιασμός, στα αρχαία ελληνικά,  είναι η επανάληψη του αρχικού συμφώνου τοιυ ρήματος, συνοδευόμενου από το ε, στους συντελικούς χρόνους. Στα αρχαία, δεν ήταν μόνο η μετοχή του παρακειμένου που έπαιρνε αναδιπλασιασμό, αλλά όλοι οι τύποι του (μονολεκτικού στα αρχαία) παρακειμένου και υπερσυντέλικου: λελυμένος, αλλά επίσης λέλυκα και ελελύκειν.

Δεν έπαιρναν αναδιπλασιασμό όλα τα ρήματα. Όσα άρχιζαν από φωνήεν, ή από ρ, ζ, ξ, ψ ή από δύο ή τρία σύμφωνα έπαιρναν απλή αύξηση, αν και υπήρχε κόντρα εξαίρεση, διότι τα ρήματα που είχαν δεύτερο σύμφωνο υγρό (λ, ρ) αναδιπλασιάζονταν. Έτσι, εσκαμμένος, εστραμμένος αλλά κεκλιμένος. Επίσης, τα ρήματα από θ,φ,χ αναδιπλασιάζονταν με τα αντίστοιχα κλειστά σύμφωνα: τεθλασμένη, πεφυσιωμένος, κεχαριτωμένη.

Ο Μπαμπινιώτης έχει ένα πλαίσιο στο λεξικό του, όπου τα λέει καλά: Μερικές μετοχές μεσοπαθητικού παρακειμένου έχουν διατηρήσει -όταν χρησιμοποιούνται ως ονόματα (επίθετα ή ουσιαστικά) ή για υφολογικές διακρίσεις σε λογιότερο ή πιο τυπικό κείμενο- τον αναδιπλασιασμό που είχαν στην αρχαία και τη λόγια γλωσσική παράδοση όλες ανεξαιρέτως οι μετοχές του μεσοπαθητικού παρακειμένου.

Σε κάποια ρήματα, ο αναδιπλασιασμένος τύπος της μετοχής εμφανίζεται μόνο σε κάποιες στερεότυπες χρήσεις ή σε απολιθώματα, ενώ για τις άλλες υπάρχει ο απλός τύπος. Θωρακισμένο αυτοκίνητο, αλλά υπηρετώ στα Τεθωρακισμένα. Χαίρε Κεχαριτωμένη αλλά χαριτωμένη κοπέλα, υπερέβη τα εσκαμμένα, αλλά σκαμμένο χωράφι, κεκλεισμένων των θυρών αλλά κλεισμένη θέση. Σε αυτές άλλωστε τις περιπτώσεις, η μετοχή, όπως λέει ο Μπαμπινιώτης, χρησιμοποιείται ως όνομα. Το τετριμμένο (πχ επιχείρημα) είναι επίθετο, το τριμμένο τυρί είναι μετοχή, τυρί που το τρίψαμε.

Παρόμοια, ως ονόματα χρησιμοποιούνται: το κεκλιμένο επίπεδο, η τεθλασμένη, ο σεσημασμένος κακοποιός, η πεπατημένη, ο επιτετραμμένος, η τετμημένη, η τεταγμένη, η δεδηλωμένη, το δεδικασμένο, τα δεδομένα (και το γεγονός, εδώ που τα λέμε) κτλ.

Κάποιοι χρησιμοποιούν αναδιπλασιασμό και με ρήματα που κανονικά δεν τον εμφανίζουν, για φιγούρα ή ειρωνικά. Ας πούμε, πριν από μερικά χρόνια είχα δει το ειρωνικό «η πεπολιτισμένη Δύση». Αυτό βέβαια γραφόταν και λεγόταν στην καθαρεύουσα του 19ου αιώνα, ή έως και το πρώτο μισό του 20ού, αλλά σήμερα πολύ λίγο.

Όπως το κεκλιμένο επίπεδο, έχουμε και μερικά άλλα ζευγάρια επιθέτου-ουσιαστικού με αναδιπλασιασμό, σε στερεότυπες φράσεις: διακεκαυμένη ζώνη, κεκτημένα δικαιώματα, κεκορεσμένο διάλυμα -μπορούμε να προσθέσουμε κι άλλα. Ωστόσο, έχω ακούσει για κορεσμένο διάλυμα, μπορεί και να το έλεγα κι εγώ σε μιαν άλλη ζωή που ήμουνα χημικός. Από την άλλη, το πεπιεσμένο χαρτί και ο πεπιεσμένος αέρας αντέχουν, ενώ όλοι λένε «είμαι πολύ πιεσμένος σήμερα».

Σε άλλες περιπτώσεις, είναι θέμα ύφους. Εδώ εντάσσω εγώ τον πεισμένο/πεπεισμένο. Για κάποιον που διαγράφτηκε (ή διεγράφη) από ένα κόμμα, λέμε «ο διαγραμμένος», λέμε όμως και «ο διαγεγραμμένος» (και «ο διεγραμμένος» έχω δει, που κανονικά δεν δικαιολογείται). Άλλα σύνθετα του ίδιου ρήματος έχουν πιο ανθεκτικούς αναδιπλασιασμούς: εγγεγραμμένος, αναγεγραμμένος, προσγεγραμμένος, περιγεγραμμένος, καταγεγραμμένος, προδιαγεγραμμένος. Αλλά γραμμένος, αντιγραμμένος και προγραμμένος

Κλείνω με μιαν αυτοτιμωρία, αντιγράφω από τον Μπαμπινιώτη έναν μακρότατο κατάλογο με ρήματα που παίρνουν αναδιπλασιασμό. Καλά να πάθω (αλλά καλά που υπάρχει και οσιάρ):

(αναπετάννυμι) αναπεπταμένος

(βάλλω, επιβάλλω, συμβάλλω…) επιβεβλημένος, συμβεβλημένος, καταβεβλημένος, προσβεβλημένος, μεταβεβλημένος, διαβεβλημένος, περιβεβλημένος. παρεμβεβλημένος, αποβεβλημένος,

(βαρώ / βαρύνω, επιβαρύνω) βεβαρημένος / επιβεβαρυμμένος,

(βιάζω) βεβιασμένος,

(γλύφω, εγγλύφω) παλαιότ. γεγλυμμένος, παλαιότ. εγγεγλυμμένος,

(γράφω, εγγράφω, υπογράφω…) εγγεγραμμένος, υπογεγραμμένος, διαγεγραμμένος, καταγεγραμμένος, περιγεγραμμένος, προδιαγεγραμμένος, αναγεγραμμένος, επιγεγραμμένος, παραγεγραμμένος, προγεγραμμένος, προσγεγραμμένος,

(δεικνύω, ενδείκνυται, αποδεικνύω) ενδεδειγμένος, αποδεδειγμένος,

(δέω, συνδέω, προσδέω) συνδεδεμένος, προσδεδεμένος,

(δηλώνω) δεδηλωμένος,

(δικάζω, επιδικάζω, προδικάζω) δεδικασμένος, επιδεδικασμένος, προδεδικασμένος,

(διδάσκω) παλαιότ. δεδιδαγμένος,

(δίδω, διαδίδω, εκδίδω) δεδομένος / δεδομένα (όχι δεδόμενα!), διαδεδομένος, εκδεδομένος,

(δουλεύω) δεδου­λευμένα.

(εκλέγω) παλαιότ. εκλελεγμένος.

(εκφράζω) εκπεφρασμένος,

(ενδύω) ενδεδυμένος,

(εντέλλομαι) εντεταλμένος,

(επιτηδεύω) παλαιότ. επιτετηδευμένος,

(επιτρέπω) επιτετραμμένος,

(θέτω. εκθέτω, διαθέτω, αναθέ­τω…) τεθειμένος, διατεθειμένος, ανατεθειμένος, κατατεθειμένος, μετατεθειμέ­νος, εκτεθειμένος, συντεθειμένος, παρατεθειμένος, παρεντεθειμένος, αποσυ­ντεθειμένος, προστεθειμένος,

(θλίβω) τεθλιμμένος,

(θλω) τεθλασμένος,

(καίω, διακαίω) κεκαυμένος, διακεκαυμένος,

(καλύπτω, συγκαλύπτω) κεκαλυμμένος, συγκεκαλυμμένος,

(κανονίζω) κεκανονισμένος,

(κεράννυμι) κεκραμένος,

(κηρύσσω) κεκηρυγμένος,

(κινδυνεύω) παλαιότ. παρακεκινδυνευμένος,

(κλεί­νω) κεκλεισμένος,

(κλίνω) κεκλιμένος,

(κορέννυμι) κεκορεσμένος,

(κόπτω, δια­κόπτω, συγκόπτω…) διακεκομμένος, συγκεκομμένος. παλαιότ. αποκεκομμένος, περικεκομμένος,

(κρίνω, εγκρίνω, διακρίνω, συγκρίνω) εγκεκριμένος, δια­κεκριμένος. συγκεκριμένος,

(κτώμαι) κεκτημένος / κεκτημένα,

(κυρώνω) κεκυρωμένος,

(λαμβάνω, καταλαμβάνω, αναλαμβάνω…) ειλημμένος (< *εσληβμένος. με ανομοιωτική αποβολή τού δασέος φθόγγου, < «σε-σληβ-μένος), κατειλημμένος, ανειλημμένος, προκατειλημμένος, επανειλημμένος,

(λέγω) ειρημένος,

(λειαίνω) παλαιότ. λελειασμένος,

(λείπω, εγκαταλείπω) εγκαταλελειμμένος,

(λύω, διαλύω, αναλύω) λελυμένος, παλαιότ. διαλελυμένος, παλαι­ότ. αναλελυμένος,

(λογίζω) λελογισμένος,

(μαρτυρώ) παλαιότ. μεμαρτυρημένος,

(μειγνύω, αναμειγνύω, προσμειγνύω) αναμεμιγμένος, προσμεμιγμένος.

(μονώ) μεμονωμένος,

(μυώ) μεμυημένος.

(νομίζω) νενομισμένος,

(παιδεύω) πεπαιδευμένος,

(παλαιώ) πεπαλαιωμένος,

(πατώ) πεπατημένος / πεπατημένη,

(παραδέχομαι) παραδεδεγμένος,

(περιπλέκω) περιπεπλεγμένος,

(περώ) πεπε­ρασμένος,

(πιέζω) πεπιεσμένος,

(πιστεύω, διαπιστεύω) διαπεπιστευμένος,

(πλανώ) παλαιότ. πεπλανημένος,

(ποικίλλω) πεποικιλμένος,

(προσκαλώ) προ­σκεκλημένος,

(προχωρώ) προκεχωρημένος,

(πτύσσω) ανεπτυγμένος, συνε­πτυγμένος,

(σημαίνω) σεσημασμένος,

(σπω) απεσπασμένος, διεσπασμένος.

(συμφωνώ) συμπεφωνημένος / συμπεφωνημένα,

(τάσσω, διατάσσω, εντάσ­σω…) διατεταγμένος, εντεταγμένος, συντεταγμένος, παρατεταγμένος,

(τείνω, εκτείνω, παρατείνω…) τεταμένος, εκτεταμένος, παρατεταμένος, παρεκτεταμένος, προτεταμένος, εντεταμένος,

(τελώ) τετελεσμένος,

(τέμνω, κατατέμνω, συντέμνω…) τετμημένος, κατατετμημένος, συντετμημένος, περιτετμημένος,

(τήκω) τετηγμένος,

(τρίβω) τετριμμένος,

(φιλώ) πεφιλημένος,

(αρχ. φυσιώ) πεφυσιωμένος,

(χέω, συγχέω, διαχέω) συγκεχυμένος, διακεχυμένος.

Για λόγους πληρότητας, βάζω και τις «μετοχές με αύξηση» από τη συνέχεια του ίδιου πλαισίου.

Μετοχές με αύξηση. Πρόκειται για μερικές μετοχές από ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν ή από ρ, ζ, ξ, ψ, δύο σύμφωνα (πλπν κ, π, t, β, δ, γ. φ. θ. χ + υγρό) ή από τρία σύμφωνα. Τέτοιες μετοχές είναι: (αγγέλλω, εξαγ­γέλλω. καταγγέλλω) εξηγγελμένος. κατηγγελμένος, (αγιάζω) ηγιασμένος, προηγιασμένος, (άγω, προάγω, εισάγω, παράγω…) προηγμένος, εισηγμένος, παρηγμένος, (αιρώ, διαιρώ, συναιρώ) διηρημένος, συνηρημένος, (αισχύνω, καταισχύνω) κατησχυμμένος, (αίρω, επαίρομαι) επηρμένος, (αμαρτάνω) ημαρ­τημένος, (αναγνωρίζω) ανεγνωρισμένος, (απαρχαιώνω) απηρχαιωμένος, (άπτω, συνάπτω, εξάπτω) συνημμένος, εξημμένος, (αρτώ, αναρτώ, προσαρ­τώ…) ανηρτημένος, προσηρτημένος, συνηρτημένος, (καταρτίζω) κατηρτισμένος, (ασκώ, εξασκώ) ησκημένος, εξησκημένος, (αυξάνω, επαυξάνω, προσαυξά­νω) ηυξημένος, επηυξημένος, προσηυξημένος, (γιγνώσκω) εγνωσμένος, απε­γνωσμένος. (ελέγχω) ηλεγμένος, (θέλω) ηθελημένος, (ενώνω) ηνωμένος, (ζητώ, εκζητώ) εξεζητημένος, (ελίσσω, εξελίσσω) εξειλιγμένος, (ίημι, ανίημι) ανειμένος, (οικώ, κατοικώ) κατωκημένος, (οίχομαι, παροίχομαι) παρωχημένος, (πτύσσω, αναπτύσσω, συμπτύσσω) ανεπτυγμένος, συνεπτυγμένος, (ρίπτω) ερριμμένος, (ρώννυμι) ερρωμένος, (σκάπτω, ανασκάπτω) εσκαμμένος, ανε­σκαμμένος, (σκέπτομαι) εοκεμμένος, (σκοτίζω) εσκοτισμένος, (σπείρω, διασπείρω, εγκατασπείρω…) διεσπαρμένος, κατεσπαρμένος, εγκατεσπαρμένος, (σπεύδω) εσπευσμένος, (σταυρώνω) εσταυρωμένος, (στέλλω, συστέλλω, αποστέλλω…) συνεσταλμένος, απεσταλμένος, διεσταλμένος, (στέφω) εστεμ­μένος, (στεγάζω) εστεγασμένος, (στρέφω, διαστρέφω, καταστρέφω…) διε­στραμμένος. κατεστραμμένος, ανεστραμ-μένος, αντεστραμμένος, (σφάλλω) εσφαλμένος, (-σχομαι, υπόσχομαι) υπεσχημένος, (φθείρω, διαφθείρω, παρα­φθείρω) διεφθαρμένος, παρεφθαρμένος.

Θα προσέξατε ένα λαθάκι, τα απεσπασμένος και διεσπασμένος (ρήμα σπω) δεν είναι αναδιπλασιασμός αλλά μετοχή με αύξηση. 

Βέβαια, δεν θα συμφωνήσουμε όλοι με τον κ. Μπαμπινιώτη σε όλες τις περιπτώσεις -ας πούμε δεν νομίζω ότι λέμε συχνά «λελυμένος», ενώ πάντοτε λέμε συμβεβλημένος. Τέλος πάντων εξαρτάται και από το ύφος. Περιμένω δικά σας σχόλια για μετοχές που ο πίνακας τις έχει αναδιπλασιασμένες αλλά εσείς τις χρησιμοποιείτε απλές. Δεν εννοώ αυτές που έχουν την ένδειξη «παλαιότ.», όπου οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν ότι δεν τις αναδιπλασιάζουν.

Εγώ θα έβαζα, όπως είπα, το λελυμένος, που δεν το λέω ποτέ, το διαγραμμένος, που ήδη το ανάφερα, αλλά και «καταγραμμένος». Κάποτε λέω «αναπτυγμένος», ποτέ δεν θα έλεγα «κεκηρυγμένος», ενώ, όπως είπα, χρησιμοποιώ και το «πεισμένος» και το «πεπεισμένος».

Το οποίο «πεπεισμένος» λείπει περιέργως από τον κατάλογο του Μπαμπινιώτη, παρόλο που στο λήμμα «πείθω» αναφέρεται ο τύπος, ενώ υπάρχει και ιδιαίτερο λήμμα «πεπεισμένος». Λείπει άλλωστε από τον κατάλογο και ο πεπειραμένος, που σημαίνει ότι δεν είναι πλήρης ο κατάλογος.

Οπότε, δεύτερο ζητούμενο για τα σχόλιά σας:

Μπορείτε να βρείτε άλλες μετοχές με αναδιπλασιασμό, που να χρησιμοποιούνται στη σημερινή γλώσσα, όπως οι πεπεισμένος και πεπειραμένος, αλλά να λείπουν από τον πίνακα;

Posted in Γραμματική, Εφημεριδογραφικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 133 Σχόλια »

Ψηφίστε τη Λέξη της χρονιάς για το 2022!

Posted by sarant στο 15 Δεκεμβρίου, 2022

Τις προάλλες, και ακριβέστερα την περασμένη Παρασκευή, 9 του μηνός, σας είχα καλέσει να επαναλάβουμε το πείραμα των δώδεκα τελευταίων ετών και να διαλέξουμε τη λέξη της χρονιάς, τη λέξη του 2022. Στο άρθρο εκείνο προτείνατε τις υποψήφιες λέξεις, τώρα λοιπόν θα ψηφίσουμε αυτήν ή αυτές που θεωρούμε «λέξη της χρονιάς».

Πέρυσι είχαν μπει στην ψηφοφορία 42 λέξεις. Και φέτος η εφορευτική επιτροπή παραμένει στην ίδια απάντηση για όλα, τις 42 λέξεις, ευελπιστώντας να εκφραστούν καλύτερα οι προτιμήσεις σας, χωρίς να διασπαστούν σε ομόρριζες ή συναφείς λέξεις.

Και φέτος, η εφορευτική επιτροπή αποφάσισε να ακολουθήσει την πάγια τα τελευταία χρόνια τακτική και να μην επιτρέψει τη δυνατότητα που υπήρχε παλαιότερα, δηλαδή να μην μπορείτε να προτείνετε κι άλλες λέξεις εκτός του τελικού καταλόγου. Η δυνατότητα αυτή δημιουργεί τεχνικές δυσκολίες, μακραίνει πολύ τον κατάλογο των λέξεων και δεν οδηγεί σε κανένα πρακτικό αποτέλεσμα αφού αυτές οι εκτός καταλόγου λέξεις σπάνια συγκεντρώνουν πολλές ψήφους.

Οι 42 λέξεις που μπαίνουν σε ψηφοφορία είναι:

αδιευκρίνιστος καταραμένο Μουντιάλ
ακαταδίωκτο κεταμίνη
ακρίβεια Long Covid
ακροκεντρώος μολυσμένο μήνυμα
αναθεωρητισμός ολιγάρχες
ανατιμήσεις ολιστική θεώρηση
ανεμβολίαστοι υγειονομικοί παιδοβιαστής
ανιψιός Power Pass
βάουτσερ πάτερ
ΔΗΚΕΟΣΗΝΙ πληθωρισμός
ενεργειακή κρίση πόλεμος
ενεργειακή φτώχεια πουτινάκια
επαναπροωθήσεις προσωπικός γιατρός
επίδομα θέρμανσης ρευματοκοπή
επισύνδεση ρήτρα αναπροσαρμογής
θέση 108 σωστή πλευρά της ιστορίας
θεσμική εκτροπή τοξικότητα
και τα πόμολα ΤΨΡΜ
κακόβουλο λογισμικό υποκλοπές
κακοποιητικός Wordle
καλάθι του νοικοκυριού χρηματιστήριο ενέργειας

Μερικά τεχνικά ζητήματα:

  • Δεν ψηφίζουμε εδώ, αλλά χρησιμοποιούμε την ωραιότατη ειδική σελίδα που έχει φτιάξει ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής, ο αγαπητός Στάζιμπος (ή Stazybo Horn). Όπως και πέρυσι, οι λέξεις δεν παρουσιάζονται με την αλφαβητική σειρά (όπως εδώ παραπάνω) αλλά κάθε φορά με διαφορετική, τυχαία σειρά.
  • Εδώ, στο άρθρο μας αυτό, μπορούμε να ανακοινώνουμε τι ψηφίσαμε, να κάνουμε προγνωστικά, κτλ.
  • Ψηφίζουμε το πολύ τρεις λέξεις –όχι υποχρεωτικά τρεις, μπορείτε και μία μόνο ή δύο.
  • Η ψηφοφορία θα διαρκέσει έως τις 18:00 της Παρασκευής 30 Δεκεμβρίου. Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν, καλώς εχόντων των πραγμάτων, το πρωί της παραμονής της πρωτοχρονιάς.

Μπορείτε να ψηφίσετε νεολογισμό, μπορείτε να ψηφίσετε υπάρχουσα λέξη που πήρε νέα σημασία μέσα στη χρονιά, μπορείτε να ψηφίσετε λέξη που ακούστηκε πολύ στη χρονιά που πέρασε –εγώ έχω τις προτιμήσεις μου, αλλά δεν θα τις φανερώσω.

Πέρυσι είχαμε σπάσει κάθε ρεκόρ συμμετοχής, αφού είχαν ψηφίσει 3.215 φίλοι του ιστολογίου. Να δούμε φέτος…

Επαναλαμβάνω, για να ψηφίσετε κλικάρετε εδώ! Γράφω εδώ τον ευκολομνημόνευτο σύνδεσμο: https://bit.ly/ltx2022

Εναλλακτικά, με το σμαρτόφωνό σας, σκανάρετε την παρακάτω εικόνα:
Ψήφισε τη Λέξη της Χρονιάς! (QR code)

Υ.Γ. Αν έχετε δικό σας ιστολόγιο και θέλετε να βάλετε μπανεράκι της ψηφοφορίας, μπορείτε να ενσωματώσετε τον εξής κώδικα:

ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ

<a href="https://bit.ly/ltx2022">
<img src="https://i.imgur.com/VHgZIMj.jpg"
alt="Ψήφισες για τη λέξη της χρονιάς;"
title="Ψήφισες για τη λέξη της χρονιάς;"
width="50%"></a>

Προσοχή! Να μην γίνουν πλάγια τα «αυτάκια».

Το width=»50%» μπορεί να παραλειφθεί, ή να πάρει όποια τιμή απαιτείται.

Οι διαστάσεις της εικόνας είναι 480×480.
Άλλες διαστάσεις, εδώ: μισή https://i.imgur.com/eMzDxLz.jpg, διπλάσια https://i.imgur.com/LW40Uw9.jpg

Posted in Λεξικογραφικά, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: | 139 Σχόλια »

Ποια είναι η λέξη της χρονιάς για το 2022;

Posted by sarant στο 9 Δεκεμβρίου, 2022

Το τέλος της χρονιάς παραδοσιακά είναι καιρός απολογισμών. Το ιστολόγιο προσπαθεί να τηρεί ευλαβικά τις παραδόσεις κι έτσι με το σημερινό άρθρο συνεχίζουμε ένα εγχείρημα που φέτος επαναλαμβάνεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, για δέκατη τρίτη χρονιά: πράγματι, ήρθε και φέτος το πλήρωμα του χρόνου για να διαλέξουμε τη Λέξη της Χρονιάς για το 2022.

Όταν λέμε «λέξη της χρονιάς», εννοούμε κάποια λέξη που ακούστηκε πολύ μέσα στη χρονιά που κοντεύει να τελειώσει. Δεν είναι υποχρεωτικό να είναι νεολογισμός· μπορεί να είναι λέξη που υπάρχει ήδη, αλλά να έχει πάρει καινούργια σημασία ή γενικά να σημάδεψε τη χρονιά που τελειώνει. Τη «λέξη» την εννοούμε με την ευρύτερη έννοια, δηλαδή γίνονται δεκτοί και σύμπλοκοι όροι (το 2018 λέξη της χρονιάς ήταν σύμπλοκος όρος, Συμφωνία των Πρεσπών ενώ το 2017 ξενικός σύμπλοκος όρος, τα φέικ νιουζ) καθώς και ακρώνυμα (το 2014, λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε ο ΕΝΦΙΑ).

Κάθε χρόνο η διαδικασία ξεκινάει περίπου την ίδια εποχή και περιλαμβάνει τρία στάδια, με τρία ισάριθμα άρθρα. Φέτος ξεκινάμε στις 9 Δεκεμβρίου, όπως και πέρυσι.

Για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, τα περυσινά αποτελέσματα είναι εδώ. Πέρυσι λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε η γυναικοκτονία, με ρεκόρ ψήφων, στη δεύτερη θέση μακράν το εμβόλιο και στην τρίτη ο αρνητής. Τα προπέρσινα αποτελέσματα είναι εδώ. Πρόπερσι λέξη της χρονιάς αναδείχτηκε ο κορονοϊός, ενώ ακολούθησε το λοκντάουν και το σκόιλ ελικικού. Τα αποτελέσματα του 2019 υπάρχουν εδώ. Το 2019 είχατε αναδείξει λέξη της χρονιάς την κανονικότητα, με διαφορά από τη δεύτερη, την αριστεία, και τρίτη τη γυναικοκτονία. Τα αποτελέσματα του 2018 θα τα βρείτε εδώ. Το 2018 ψηφίστηκε λέξη της χρονιάς η Συμφωνία των Πρεσπών, με αρκετή διαφορά από τη δεύτερη τιναφτόρε και από την τρίτη, Μακεδονικό. Τα αποτελέσματα του 2017 θα τα βρείτε εδώ. Το 2017 είχατε ψηφίσει λέξη της χρονιάς τον  όρο φέικ νιουζ ενώ στη δεύτερη και τρίτη θέση είχαμε ισοβαθμία των όρων POS και αντισπισιστής. Τα αποτελέσματα του 2016 θα τα βρείτε εδώ. Λέξη της χρονιάς για το 2016 ψηφίστηκε το Μπρέξιτ και ακολούθησαν πρόσφυγες και χοτ σποτ. Τα αποτελέσματα του 2015 μπορείτε να τα βρείτε εδώ. Το 2015 λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε ο σύμπλοκος όρος κάπιταλ κοντρόλς, στη δεύτερη θέση είχαμε τον όρο πρώτη φορά αριστερά και στην τρίτη το γκρέξιτ. Τα αποτελέσματα του 2014 θα τα βρείτε εδώ. Το 2014 λέξη της χρονιάς ήταν, όπως είπαμε, ο ΕΝΦΙΑ, ενώ στη δεύτερη θέση βρέθηκαν οι ιπτάμενοι αναρχικοί και στην τρίτη ο ένοικος του τάφου. Τα αποτελέσματα του 2013 μπορείτε να τα βρείτε εδώ. Το 2013, λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε το σαξές στόρι, ενώ στη δεύτερη θέση ήρθε η βιαποπουκιανπροέρχεται και στην τριτη θέση τα άκρα/θεωρία των άκρων. Τα αποτελέσματα του 2012 μπορείτε να τα βρείτε εδώ. Το 2012 είχατε ψηφίσει για λέξη της χρονιάς την επαναδιαπραγμάτευση, στη δεύτερη  θέση το εγέρθουτου και στην τρίτη την αλληλεγγύη. Αν θέλετε να πάμε ακόμα πιο πίσω, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας του 2011 βρίσκονται εδώ. Το 2011 πρώτη είχε έρθει, με διαφορά, η λέξη αγανακτισμένοι, ενώ στη δεύτερη και τρίτη θέση ισοβάθμησαν το κούρεμα και το χαράτσι. Τέλος, τα αποτελέσματα, του 2010, βρίσκονται εδώ. Το 2010, πρώτη χρονιά του… θεσμού, είχε έρθει πρώτη η λέξη μνημόνιο, ακολούθησε με μικρή διαφορά το ΔουΝουΤου και την τριάδα έκλεισε η τρόικα. Το 2009 δεν είχε διοργανωθεί διαγωνισμός από το ιστολόγιο.

Ίσως σας κούρασε αυτή η αναδρομή αλλά δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον πιστεύω, έχουμε μια λεξιλογική επισκόπηση της δωδεκαετίας με τον τρόπο αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , | 220 Σχόλια »

Ερωτήσεις και απαντήσεις νούμερο έξι

Posted by sarant στο 2 Δεκεμβρίου, 2022

Νούμερο έξι, επειδή δεν είναι το πρώτο άρθρο της κατηγορίας αυτής, αν και βέβαια πάει αρκετός καιρός από το προηγούμενο αντίστοιχο.

Στις στήλες των χρονογραφημάτων, αν υπάρχουν ακόμα χρονογραφήματα σε εφημερίδες, όσες εφημερίδες υπάρχουν ακόμα, συνέβαινε πότε πότε ο χρονογράφος να δημοσιεύει μία ή περισσότερες επιστολές αναγνωστών, άλλοτε σχολιάζοντας κι ο ίδιος κι άλλοτε παραχωρώντας ολόκληρο τον χώρο της στήλης στους αναγνώστες του. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στα Νέα έβαζε στα χρονογραφήματα αυτά τον τίτλο «Απ’ όσα μου γράφουν». Τέτοια άρθρα, πέρα από την επικοινωνία, έδιναν στον συντάκτη μιαν ανάπαυλα, διότι είναι μεγάλη καταδίκη να πρέπει να γράφεις κάθε μέρα τις εξακόσιες, οχτακόσιες ή χίλιες λέξεις για να γεμίσεις τη στήλη σου.

Εμείς εδώ δεν είμαστε εφημερίδα και δεν γράφουμε χρονογράφημα, όμως έχουμε κάθε μέρα καινούργιο άρθρο (εντάξει, κάποτε επαναλαμβάνουμε παλιά άρθρα, αλλά με μέτρο). Βέβαια, τη γνώμη σας την εκφράζετε στα σχόλια, δημόσια.

Συχνά συμβαίνει όμως να μου κάνουν ερωτήσεις, για γλωσσικά κυρίως θέματα, είτε γνωστοί είτε άγνωστοι, άλλοτε με ηλεμήνυμα (email που λέει ο κ. Μπαμπινιώτης) κι άλλοτε στο Φέισμπουκ. Όταν μπορώ απαντάω, όπως μπορώ, αν και μερικές φορές δεν προλαβαίνω να το κοιτάξω σε βάθος το θέμα. Μια φορά στο τόσο, κρατάω σε ένα αρχείο την ερώτηση και την απάντηση, μήπως και έχει ενδιαφέρον να ξαναδώ το θέμα ή να το αναπτύξω σε άρθρο στο ιστολόγιο, όπως έχω κάνει όχι λίγες φορές.

Πριν από χρόνια σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να βλέπουν κι άλλοι την απάντηση, όχι για να μάθουν αλλά κυρίως γιατί μπορεί να έχουν κάτι να προσθέσουν, κι έτσι βάλαμε τον Ιούνιο του 2015 ένα τέτοιο άρθρο, με ερωτήσεις που μου είχαν γίνει και με τις αντίστοιχες απαντήσεις, και μερικούς μήνες αργότερα ένα ακόμα. Το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής το έβαλα το 2017, το τέταρτο το 2019 και στις αρχές του χρόνου το πέμπτο άρθρο. Σήμερα βάζω το έκτο άρθρο της κατηγορίας αυτής.

Παρουσιάζω λοιπόν 15 ερωτήσεις που μου έγιναν, μαζί με τις απαντήσεις, που εδώ τις έχω ενδεχομένως αναπτύξει κάπως περισσότερο.

Και ξεκινάω με μια ερώτηση που δίστασα αν θα τη συμπεριλάβω γιατί πλησιάζει στο να αποκαλύπτει προσωπικά δεδομένα. Έχει όμως γλωσσικό ενδιαφέρον και αφού το επώνυμο για το οποίο γίνεται λόγος δεν είναι πια και τόσο σπάνιο, και αφού δεν αποκαλύπτω φυσικά το όνομα, θαρρώ ότι δεν έχουμε δεοντολογικό θέμα.

* Λοιπόν, φίλη με το επώνυμο Μαντουβάλου μου γράφει:

Θα σας παρακαλούσα, αν δεν σας είναι κόπος, να μου πείτε σε ποια συλλαβή είναι σωστό να τονίζεται το επώνυμό μου.

Εγώ το έμαθα και το κρατάω Μαντουβάλου, οι περισσότεροι όμως πλέον με λένε Μαντούβαλου.

Kαλημέρα σας.

Ο κανόνας είναι ότι ο τόνος κατεβαίνει στη γενική, αλλά σε αυτόν τον κανόνα υπάρχουν εξαιρέσεις α) για λαϊκές λέξεις και β) για πολυσύλλαβες λέξεις.

Αυτό όμως ισχύει για απλές λέξεις, π.χ. λέμε «του ανθρώπου» αλλά, π.χ. «του αρχοντάνθρωπου», «του παλιοσίδερου», «του σαράβαλου»

Εδώ όμως έχουμε επώνυμο, και τα θηλυκά επώνυμα διατηρούν τον τόνο κατεβασμένο. Λέμε «Η κόρη του Παπαδόπουλου» αλλά «η κυρία Παπαδοπούλου».

Οπότε, Μαντουβάλου. Με εντυπωσιάζει ότι οι περισσότεροι σας αποκαλούν «Μαντούβαλου», ίσως αυτό να οφείλεται στη σχετική σπανιότητα και αδιαφάνεια του επωνύμου, δεν νομίζω να λένε «Η κυρία Γιαννακόπουλου».

Πράγματι, το επώνυμο Μαντούβαλος δεν ανήκει στα πιο γνωστά καλούπια επωνύμων (με καταλήξεις -όπουλος, -άκης κτλ.) ούτε αναλύεται εύκολα.

Αναρωτιέμαι αν έχουν κι άλλες φίλες παρατηρήσει να μην κατεβαίνει ο τόνος στο επώνυμό τους.

Καλημέρα. Έχουμε μια διαφωνία με συνεργάτη Αναζητούμε λοιπόν τον καλύτερο για να μας διαφωτίσει.

Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το per mare per terram εννοώντας με κάθε τρόπο;

Κανονικά όχι. Λέμε «τον αναζητούν per mare per terram», εμείς συνήθως το λέμε αντεστραμμένα, σε ξηρά και θάλασσα.

Η αλήθεια όμως είναι ότι έχει χρησιμοποιηθεί και με αυτό τον τρόπο. Δες εδώ συζήτηση στο φόρουμ της Λεξιλογίας, για δημοσίευμα της Καθημερινής όπου γράφεται ότι «Μορφωμένοι νέοι, ηλικίας 25 – 35 ετών, προσπαθούν να φύγουν από την Ελλάδα per marem per terras, προσβλέποντας σε μεγαλύτερες αμοιβές, αξιοκρατικότερη αντιμετώπιση, καλύτερη ποιότητα ζωής.»

Βέβαια, η Καθημερινή έχει λάθος τη λατινικούρα, αλλά κι εδώ η σημασία είναι «με κάθε τρόπο». Τι να πω, εγώ θα το απέφευγα.

Καλησπέρα κύριε Σαραντάκο. Άκουσα ένα παρατσούκλι σε χωριό της Κορινθίας «αμπράζος». Έχετε να δώσετε κάποια εξήγηση; Αναφέρονται σε άνθρωπο που είναι τσαπατσούλης. Ευχαριστώ εκ των προτέρων

Καλησπέρα. Υπάρχει και επίθετο, Αμπράζης και Αμπράζος. Στο Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής βρίσκω λήμμα «αμπράζης» με διάφορες (υποτιμητικές) σημασίες, ανάμεσα στις οποίες «άταχτος, απρόσεχτος» και «χονδροειδής» αλλά και «βάναυσος, αγροίκος». Προέρχεται από το αραβοτουρκικό ebras, λεπρώδης, ψωραλέος, λέει το ΙΛΝΕ. (Φαίνεται μεγάλη η σημασιακή μετατόπιση, αλλά στις αρνητικές σημασίες συμβαίνουν αυτά).

Νίκο, γεια-χαρά, πες μου την γνώμη σου

«Μια συγκλονιστική εμπειρία του Θεόφραστου Γέρου ως δάσκαλος στην Πτερούντα της Λέσβου στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής»

είναι σωστό το ως δάσκαλος ή πρέπει να γίνει ως δασκάλου;

Και εδώ:

«αλλά και στην πράξη έδειξε ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις ανάγκες όλου του νησιού με αποτέλεσμα να προβάλει ως λυτρωτική λύση η διάσπαση»

μήπως το να προβάλει θέλει 2 λ γιατί δείχνει διάρκεια;

Καλησπέρα Χ… Επιγραμματικά:

α) στο πρώτο θα έβαζα «ως δασκάλου»

β) στο δεύτερο κάνε το εξής τεστ. Βάλε ένα άλλο ρήμα πχ το «εμφανίζομαι».

Αν σου ταιριάζει «να εμφανιστεί ως λυτρωτική λύση η διάσπαση» τότε θα βαλεις: να προβάλει

Αν σου ταιριάζει «να εμφανίζεται ως λυτρωτική λύση η διάσπαση» θα βάλεις: να προβάλλει

(Όπως καταλάβατε το μήνυμα το έστειλε φίλος από Μυτιλήνη)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Η αβανιά σήμερα

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2022

Σε μια γλωσσική ομάδα του Φέισμπουκ είχε γίνει λόγος, πριν από μερικές μέρες, για έναν κατάλογο που είχα δημοσιεύσει σε παλιότερο άρθρο μου, με 730 λέξεις τουρκικής προέλευσης. Στο άρθρο εκείνο, τις 730 λέξεις του καταλόγου τις χαρακτηρίζω «καθημερινές, συχνές ή όχι σπάνιες», αλλά βέβαια αυτή η ταξινόμηση έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Όλοι θα συμφωνήσουν ότι π.χ. το ντουλάπι ή ο καφές είναι λέξεις καθημερινές και (πολύ) συχνές, αλλά για άλλες λέξεις του καταλόγου δεν θα υπάρχει η ίδια ομοφωνία.

Ο κατάλογος ξεκινάει με τις λέξεις: αβανιά, αγάς, αγιάζι, αλάνα, αλάνι. Και για την πρώτη λέξη από αυτές, την αβανιά, προβλήθηκε η ένσταση πως κανείς δεν την χρησιμοποιεί σήμερα ενεργητικά.

Δεν είναι ίσως αβάσιμη η ένσταση, οπότε είπα να γράψω το σημερινό άρθρο για να το διερευνήσουμε -γι’ αυτό και ο τίτλος, που θυμίζει το τραγούδι «Η πίκρα σήμερα». Λέγεται λοιπόν η αβανιά σήμερα;

Αν κρίνουμε με βάση τα λεξικά, η αβανιά ασφαλώς είναι ζωντανή λέξη. Περιλαμβάνεται και στα τέσσερα μεγάλα λεξικά μας (ΛΚΝ, Μπαμπινιώτη, Χρηστικό, ΜΗΛΝΕΓ). Στο Χρηστικό χαρακτηρίζεται «παρωχημένος» όρος, πάντως. Ο ορισμός από το ΛΚΝ:

αβανιά η [avaná] Ο24 : (λαϊκότρ., λογοτ.) 1. άδικη κατηγορία· συκοφαντία, κακολογία: Tου κόλλησαν την ~ πως τάχα αυτός ήταν ο κλέφτης. Πιο πολύ τον έπνιγαν οι αβανιές του κόσμου. 2. ζημιά, κακοτυχία, συμφορά: Mε βρήκαν / έπαθα πολλές αβανιές.

[μσν. αβάν(ης) `συκοφάντης΄ -ιά < αραβ. hawān -ης `προδότης΄]

Ωστόσο, να μην ξεχνάμε ότι η αβανιά βρίσκεται στις πολύ πρώτες σελίδες κάθε λεξικού -και μια ψυχολογική παρατήρηση είναι πως στο ξεκίνημα ενός λεξικογραφικού (ή εγκυκλοπαιδικού) έργου υπάρχει περισσότερη γενναιοδωρία ως προς την έκταση αλλά και ως προς τον αριθμό των λημμάτων.

Επίσης, η λέξη έχει ισχυρή ιστορική και λογοτεχνική παρουσία. Για παράδειγμα, στον Παπαδιαμάντη, στο διήγημα «Για την περηφάνια», ο μεθυσμένος γιος κοροϊδεύει τη  μητέρα του, που έχει βγει για να τον μαζέψει:

Μαζώξου στὸ σπίτι σου, γριά, μὴ σοῦ κολλήσουν καμμιὰ ἀβανιά, τώρα στὰ γεροντάματα… καὶ ποῦν πὼς ἐβγῆκες τάχα σὲ κακὴ στράτα.

Πάλι στον Παπαδιαμάντη, στη Στοιχειωμένη κάμαρα, διαβάζουμε:

Καὶ ὅμως ἡ μητρυιά της τὴν ἐκατάτρεχεν ἀκόμη. Ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ νυμφευθῇ ἡ κόρη, ὁ πατήρ της μίαν ἡμέραν τῆς «ἔρριξεν ἀβανιά», ὅσον ἀπίστευτον καὶ ἂν φανῇ τοῦτο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 86 Σχόλια »

Για το Λεξικό κυρίων ονομάτων του Γ. Μπαμπινιώτη

Posted by sarant στο 11 Νοεμβρίου, 2022

Το λεξικό που βλεπετε κυκλοφόρησε πριν από δεκαπεντε περίπου μέρες από το Κέντρο Λεξικολογίας, που εκδίδει όλα τα λεξικά του Γ. Μπαμπινιώτη (και της ομάδας γλωσσολόγων του Κέντρου βεβαίως). Η σημερινή παρουσίαση είναι επομένως κάπως πρώιμη, αφου το λεξικό αυτό το πήρα στα χέρια μου πριν από μια βδομάδα περίπου, και δεν το έχω δουλέψει όσο θα χρειαζόταν για να εκφέρω ώριμη άποψη, αλλά για τεχνικούς, ας πούμε, λόγους προτίμησα να γράψω τώρα το άρθρο αυτό επειδή αν το ανάβαλλα η αναβολή θα μπορούσε να αποδειχτεί πολύμηνη.

Το λεξικό είναι το στερνοπαίδι από τα Λεξικά Μπαμπινιώτη, το όγδοο ίσως της οικογένειας, με πρώτο το «μεγάλο» λεξικό, το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, που πρωτοεκδόθηκε το 1998 και το 2019 έκανε την 5η έκδοσή του. Ακολούθησαν το Λεξικό για το σχολείο και το γραφείο, το Ορθογραφικό, το πολύ καλό Ετυμολογικό λεξικό, το Λεξικό Δυσκολιών, το Λεξικό Συνωνύμων, το Λεξικό Απαιτητικών Λέξεων, το Λεξικό Παραγώγων και Συνθέτων (δεν το έχω κοιτάξει), και ίσως να μου ξεφεύγει και κάποιο ακόμα. Κάποιος είχε πει χαριτολογώντας ότι ο Μπαμπινιώτης δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ανασυσκευάζει την ύλη του μεγάλου λεξικού και να την ξανασερβίρει κατανεμημένη σε μικρότερα λεξικά, μια μπηχτή που ίσως έχει κάποια βάση για ορισμένα προηγούμενα λεξικά αλλά μάλλον αδικεί το Λεξικό Κυρίων Ονομάτων, όπως θα δούμε.

Τα κύρια ονόματα είναι ένας τομέας που βρίσκεται στις παρυφές της λεξικογραφίας, για να το πω έτσι. Πολλά λεξικά, όπως το ΛΚΝ, δεν λημματογραφούν καν τα κύρια ονόματα, παρά μόνο τα τυχόν παράγωγά τους, έτσι το ΛΚΝ έχει τα Δημήτρια αλλά όχι τη Δήμητρα ή τον Δημήτρη και κατ’ εξαίρεση περιλαμβάνει λήμμα «Γιάννης», μόνο και μόνο για να καταγράψει τις σχετικές παροιμίες. Παρομοίως, έχει λήμμα «καλαματιανός» αλλά όχι για την Καλαμάτα. Αυτή είναι μια συγκεκριμένη λεξικογραφική άποψη -κι έτσι, οποιος θέλει να βρει το θηλυκό του Άραβα δεν θα το βρει στο ΛΚΝ. Το λεξικό Μπαμπινιώτη (το μεγάλο, το ΛΝΕΓ εννοώ), που χαρακτηρίζεται από αρκετήν εγκυκλοπαιδικότητα, λημματογραφούσε εξαρχής κύρια ονόματα και έδινε και πολλές ετυμολογικές και άλλες πληροφορίες, τις οποίες αναπτύσσει περαιτέρω το Λεξικό Κυρίων Ονομάτων που παρουσιάζουμε σήμερα.

Γιατί «Κυρίων» και όχι «Κύριων Ονομάτων», αφού στην κοινή νέα ελληνική τα επίθετα ανεβαζουν τον τόνο; Την απορία αυτή τη διατύπωσε ο φίλος και συνάδελφος Δημήτρης Χαρβάτης στη Λεξιλογία. Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε «για τον ίδιο λόγο που ο καθηγητής Μπαμπινιώτης στις πολλές δημοσιεύσεις του στο Φέισμπουκ ανακοινώνει ότι το Λεξικό του «κυκλοφορήθηκε», αντί να πει «κυκλοφόρησε»» -εννοώ ότι ακολουθεί μια πιο συντηρητική εκδοχή της γλωσσας, που βέβαια δεν εκφράζεται με διαφοροποιήσεις πολλές και ριζικές αλλά με λιγοστές και συμβολικές, σαν την κονκάρδα που φοράει ο άλλος στο πέτο για να δηλώσει την αγαπημένη του ομάδα ή το κόμμα που υποστηρίζει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ονόματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 118 Σχόλια »

Η μέγκλα δεν είναι made in England

Posted by sarant στο 21 Οκτωβρίου, 2022

Χτες το πρωί άκουγα στο Κόκκινο την αγαπητή μου Ευγενία Λουπάκη, και σε κάποιο σημείο ανέφερε τη λέξη «μέγκλα», οπότε  σχολίασε, εν παρόδω, απευθυνόμενη στον Χρυσόστομο Λουκά, τον συμπαρουσιαστή της: «Ξέρεις, προέρχεται από το made in England, από τα αγγλικά κασμίρια, που ήταν πρώτης ποιότητας» (ή κάτι τέτοιο).

Η άποψη αυτή κυκλοφορεί ευρέως, τη δέχεται άλλωστε, αν και με επιφύλαξη («ίσως») το ΛΚΝ. Όμως, νομίζω πως δεν ευσταθεί. Φυσικά έχουμε άρθρο στο ιστολόγιο για το θέμα, και μάλιστα πριν από 11 χρόνια, αλλά το παλιό εκείνο άρθρο χρειάζεται ξαναγράψιμο, μεταξύ άλλων για να ενσωματωθούν πολλά πολύτιμα σχόλιά σας. Οπότε γράφω το σημερινό -και όσοι ήταν μαζί μας από τον Μάρτιο του 2011 να με συγχωρήσουν για την επανάληψη, που πιο σωστά είναι ανακαίνιση.

Η λέξη μέγκλα λέγεται για κάτι το πολύ καλό, εκλεκτής ποιότητας. Ανήκει βέβαια στο μάγκικο λεξιλόγιο, αλλά είναι αρκετά διαδεδομένη, τόσο ώστε να λημματογραφείται στα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας. Χρησιμοποιείται σήμερα ως χαρακτηριστικό ενός εκλεκτού πράγματος: Αγόρασα ένα κουστουμάκι μέγκλα! αλλά και επιρρηματικά: Περάσαμε μέγκλα στο πάρτι. 

Η προέλευση της μέγκλας από το made in England απορρίπτεται καταρχάς για φωνητικούς λόγους. Η συναρπαγή αυτή κρίνεται απίθανη, διότι παραλείπονται συλλαβές χωρίς να πληρούνται οι απλολογικοί όροι.

Όμως εναντίον της αγγλικής προέλευσης συνηγορούν και χρονολογικές παράμετροι. Ένας γενικός εμπειρικός κανόνας είναι ότι λέξεις του 19ου αιώνα ή και των αρχών του 20ού δεν είναι πολύ πιθανό να έρχονται απευθείας από τα αγγλικά  στα ελληνικά (χωρίς μεσολάβηση γαλλικών ή ιταλικών ως ενδιάμεσων) εκτός αν ανήκουν στο ναυτικό λεξιλόγιο. Η λέξη «μέγκλα» είναι βέβαια του λαϊκού λεξιλογίου, οπότε οι καταγραφές σπανίζουν, πάντως, όπως θα δούμε, έχει ανευρέσεις από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενώ άλλες λέξεις της ίδιας οικογένειας από τον 19ο αιώνα, οπότε η αγγλική προέλευση γίνεται απίθανη.

Το λεξικό του Μπαμπινιώτη (και όμοια το ΜΗΛΝΕΓ) υποστηρίζει, βάσιμα πιστεύω, ότι η μέγκλα = κάτι το εκλεκτό ανάγεται στην ποντιακή λέξη μέγκλα = πέος, που πέρασε μέσω της αργκό ως κάτι εύσημο. Η ποντιακή λέξη με τη σειρά της ανάγεται στο δημώδες λατινικό mencla, και αυτό στο λατιν. mentula, ίδιας σημασίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Πόντιοι | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Ευθειάσματα και φτιασίδια

Posted by sarant στο 18 Οκτωβρίου, 2022

Εκτός από την Ομάδα Παρακολούθησης Πρωτοσέλιδων Εστίας (ΟΠΠΕ), που ταχτικά τροφοδοτεί με υλικό τα σαββατιάτικα μεζεδοάρθρα μας, υπάρχει στα σόσιαλ και το Παρατηρητήριο Επιστολών Καθημερινής, το ΠΕΚ.

Το σημερινό μας σημείωμα, λοιπόν, το οφείλουμε στο ΠΕΚ, μέλος του οποίου επισήμανε τις προάλλες στο Τουίτερ μιαν επιστολή του Πέτρου Παραρά, επίτιμου αντιπρόεδρου του ΣτΕ (με αξιόλογη δράση στον τομέα των δικαιωμάτων του ανθρώπου), με γλωσσικό ενδιαφέρον. Την παραθέτω και εδώ:

Βυζαντινών ευθειάσματα

Κύριε  διευθυντά
Σε κείμενο του καθηγητή Κωνστ. Φίλη στην «Κ» («Από τους ελιγμούς στους αυτο-εγκλωβισμούς», 24/7/2022, σελ. 11) υπάρχει η φράση: «…στροφή, η οποία πρέπει να φτιασιδωθεί», χρησιμοποιείται δε και η έκφραση «το φτειασίδωμα μιας κατάστασης» (και πολιτικής), δηλαδή η ωραιοποίησή της, ώστε να μη θίγεται κανένας. Στα λεξικά το ρήμα μεταφέρεται ως «καλλωπίζω» και «μακιγιάρω» (Χαραλαμπάκης) ή «ευθειάζω» (Τριανταφυλλίδης) ή «φτειασιδώνω» (Μπαμπινιώτης).

Αποκαλυπτικός όμως είναι εν προκειμένω ο ακαδημαϊκός Φαίδων Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, Τόμος Ε΄ Παράρτημα, Institut Français d’ Athènes 1952, όπου (σελ. 48-49) αναφέρει ότι οι γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και στο Βυζάντιο, χρησιμοποιούσαν διάφορα καλλυντικά στο πρόσωπο για να φαίνονται ακόμη πιο ωραίες. Verbatim: «Τ’ ανωτέρω όμως καλλυντικά μέσα συλλήβδην εκαλούντο υπό των Βυζαντινών “ευθειάσματα”, εκ τούτων δε προήλθον τα “ευθειασίδια” ή “φτειασίδια”, τα καθιστώντα δηλαδή ευθύ το [γυναικείο] πρόσωπο [δηλαδή χωρίς ρυτίδες]. Το φτειασίδι λοιπόν διά του ει γραπτέον».

Η σύντομη αυτή επιστολή έχει αρκετό ενδιαφέρον, ετυμολογικό κυρίως αλλά και λεξικογραφικό.

Πράγματι, την ωραιοποίηση τη λέμε και φτιασίδωμα (ή, αν προτιμάτε, φτειασίδωμα κατά Μπαμπινιώτην, αλλά για την ορθογραφία θα τα πούμε παρακάτω). Εγώ δεν θα έγραφα ότι στον «Τριανταφυλλίδη» (δηλαδή στο ΛΚΝ, το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής) το ρήμα μεταφέρεται ως «ευθειάζω» διότι το ρ. ευθειάζω στο ΛΚΝ δίνεται με τη σημασία «κάνω κάτι ευθύ ή επίπεδο», ενώ υπάρχει φυσικά και λήμμα «φτιασιδώνω», με τη σημασία «μακιγιάρω» (όχι δηλαδή τη μεταφορική).

Στη δεύτερη παράγραφο ο κ. Παραράς παραθέτει σχεδόν αυτολεξεί ένα απόσπασμα από τον Κουκουλέ. Γράφω «σχεδόν» αυτολεξεί επειδή σιωπηρά εκσυγχρονίζει κάπως τη γλώσσα του Κουκουλέ (πρόσωπο αντί πρόσωπον, δηλαδή αντί δήλα δη) και παραλείπει τον τύπο «φτειάσματα» που ο Κουκουλές τον δίνει σαν παράλληλο του «ευθειάσματα» σημειώνοντας παράλληλα ότι ο τύπος αυτός εμφανίζεται σε Νομοκάνονα του 17ου αιώνα. Αλλά αυτά ειναι παρωνυχίδες.

Λοιπόν, το φτιασίδι (ή φτειασίδι αφού ο Κουκουλές το θεωρεί διά του ει γραπτέον) ανάγεται, κατά τον Κουκουλέ, στο ευθείασμα. Και παρόλο που δεν το λέει ρητά ο Κουκουλές, αφού δεν είναι αυτό το θέμα του, θα έχετε ίσως καταλάβει ότι το ρήμα «φτιάχνω» (ή φτιάνω), ένα από τα πιο σημαντικά και πολύχρηστα ρήματα της νεοελληνικής, προέρχεται από το αρχαίο «ευθειάζω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 89 Σχόλια »

Από τον κόλαφο στο σουλτάν μερεμέτ: οι 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2022

Στο ιστολόγιο βάζουμε πότε-πότε άρθρα «καταλογογράφησης» όπως τα λέω, όπου βρίσκουμε συνώνυμες (ή περίπου) εκφράσεις με τις οποίες μπορεί να περιγραφτεί μια κατάσταση. Καθώς είμαι επιρρεπής στα κλισέ, τα άρθρα αυτά τα ονομάζω «Οι 50 αποχρώσεις….»

Ήδη έχουμε δημοσιεύσει έξι τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματοςτης μέθης, της αποτυχίας, του θανάτου, της κατάπληξης, και της υπερβολικής ταχύτητας, το τελευταίο από αυτά φέτος τον Μάιο.

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε ένα άρθρο, ετυμολογικό, για τη λέξη «κόλαφος», και εκεί έγραψα ότι έχουμε πάρα πολλές λέξεις για να περιγράψουμε διάφορα είδη χτυπημάτων και ξυλοδαρμού και ότι θα μπορούσε να γραφτεί ένα καταλογογραφικό άρθρο. Μάλιστα, στα σχόλιά σας προσθέσατε κι εσείς μερικές ακόμα. Οπότε, σήμερα γράφω το άρθρο, εξοφλώντας (για μια φορά) αμέσως το χρέος που εγώ ο ίδιος δημιούργησα.

Συνήθως τα άρθρα της κατηγορίας αυτής είναι εστιασμένα είτε σε λέξεις είτε σε εκφράσεις, είτε σε ουσιαστικά δηλαδή είτε σε ρήματα. Βέβαια, από τα ουσιαστικά εύκολα μεταπίπτει κανείς στις εκφράσεις με ρήματα, ας πούμε από το μπερντάχι θα πούμε «του έριξε ένα μπερντάχι» και από το «ξύλο» λέμε «του έδωσε (πολύ) ξύλο», αν και το αντίστροφο δεν ισχύει, δηλαδή από το «τον έκανε του αλατιού» ή «του άργασε το τομάρι» δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ουσιαστικό. Τέλος πάντων, λέω σήμερα να κάνουμε διπλό κατάλογο, τόσο λέξεων όσο και εκφράσεων.

Θα μπορούσα βέβαια να φτιάξω δεύτερο άρθρο, αλλά θα ήταν κάπως άχαρο. Καλύτερα έτσι μου φαίνεται.

Οι 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού θα συμπεριλάβουν τόσο τη γενική έννοια του δαρμού (δαρμός, ξυλοδαρμός, ξύλο, ξυλοφόρτωμα) όσο και ειδικές έννοιες για διάφορα είδη χτυπημάτων: γροθιά, ράπισμα, σκαμπίλι, καρπαζιά, κατραπακιά, κτλ.

Πέρα από την κυριολεκτική τους χρήση, πολλές από τις λέξεις του ξυλοφορτώματος έχουν και μεταφορική χρήση, αρκετά σημαντική μάλιστα. Κόλαφος το πόρισμα για τις υποκλοπές, έγραφα στο πρόσφατο άρθρο, τον τίτλο ενός άρθρου στην Αυγή. Νέο ράπισμα της Κομισιόν στην Τουρκία, είπε προχτές το δελτίο ειδήσεων, ενώ η ίδια είδηση από την εφημερίδα Τα Νέα τιτλοφορήθηκε Νέο χαστούκι από την ΕΕ στην Άγκυρα.  Χαστούκια δίνουμε και κυριολεκτικά, βέβαια, ραπίσματα λιγότερο, κυριολεκτικός κόλαφος έχει ν’ ακουστεί πολύ πολύ καιρό.

Σημειώνω τέλος ότι, όπως και ο κόλαφος, έτσι και αρκετές ακόμα λέξεις του καταλόγου έχουν και καθαυτές ενδιαφέρον, ετυμολογικό ή άλλο. Επιφυλάσσομαι για επόμενα άρθρα. Μόνο να πω, μια και το έβαλα στον τίτλο, ότι απ’ όσο ξέρω (ας επιβεβαιώσουν οι τουρκομαθείς) το «σουλτάν μερεμέτ» δεν υπάρχει στα τουρκικά, είναι ψευδοτουρκισμός.

Να δούμε λοιπόν τις 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού, πρώτα σε λέξεις/ουσιαστικά:

  1. δαρμός
  2. ξύλο
  3. ξυλοδαρμός
  4. ξυλοφόρτωμα
  5. ξύλισμα
  6. ξυλίκι
  7. ξυλοκόπημα
  8. σουλτάν μερεμέτ
  9. μπαγλάρωμα
  10. πελέκημα
  11. τουλούμιασμα
  12. μπερντάχι/περντάχι
  13. γροθιά/γρόνθος
  14. γρονθοκόπημα
  15. μπουνιά
  16. μπηχτή
  17. κόνδυλος
  18. γροθοκοπάνισμα
  19. γροθοπατινάδα
  20. κροσέ
  21. άπερκατ
  22. ανάποδη
  23. (ξ)ανάστροφη
  24. κόλαφος
  25. κολάφισμα
  26. ράπισμα
  27. μπάτσος
  28. σφαλιάρα
  29. χαστούκι
  30. χαστουκιά
  31. σκαμπίλι
  32. σκαμπίλισμα
  33. μπάτσισμα
  34. καρπαζιά
  35. καρπάζωμα
  36. κατακεφαλιά
  37. κατραπακιά
  38. φάπα
  39. μάπα
  40. καταυχένισμα
  41. γιακάς
  42. σβερκιά
  43. κλοτσιά
  44. κλότσος
  45. κλοτσοπατινάδα
  46. ποδοκλότσημα
  47. φούσκος
  48. φατούρο [ομαδικό]
  49. σκιόπος
  50. κοπανιά

Τα δύο τελευταία τα προτείνατε κι εσείς.

Υπάρχουν κι άλλες πολλές λέξεις, αλλά σας αφήνω να συμπληρώσετε.

Και αμέσως περνάω στον κατάλογο ρημάτων και εκφράσεων που δηλώνουν ξυλοφόρτωμα.

  1. τον δέρνω
  2. τον ξυλίζω
  3. του δίνω ξύλο [+ επίθετα]
  4. του δίνω το ξύλο της χρονιάς του
  5. τον ξυλοφορτώνω
  6. τον ξυλοκοπώ
  7. τον μπαγλαρώνω
  8. τον πελεκάω
  9. τον χειροτονώ
  10. τον αλαλιάζω [στο ξύλο]
  11. τον πεθαίνω [στο ξύλο]
  12. τον σπάω στο ξύλο
  13. του μετράω τα πλευρά / τα παΐδια
  14. του κάνω τα πλευρά του μαλακά σαν την κοιλιά του
  15. του λύνω τον αφαλό
  16. τον μαυρίζω στο ξύλο
  17. τον μελανιάζω στο ξύλο
  18. τον κάνω μαύρο στο ξύλο
  19. τον κάνω μπλε μαρέν
  20. τον σακατεύω στο ξύλο
  21. τον σαπίζω στο ξύλο
  22. τον κάνω τουλούμι στο ξύλο
  23. τον τουλουμιάζω
  24. τον παραγουλιάζω
  25. τον τρελαίνω στο ξύλο
  26. τον κάνω τ’ αλατιού
  27. τον κάνω πεστίλι στο ξύλο
  28. του αργάζω το τομάρι
  29. του τινάζω το πετσί / την προβιά
  30. τον κάνω οχτακόσιες οκάδες (στο ξύλο)
  31. τον κάνω ίσαμ’ ένα άλογο (στο ξύλο)
  32. του δίνω παρά μία τεσσαράκοντα
  33. του τις βρέχω
  34. του τις παίζω
  35. τον κολαφίζω
  36. τον ραπίζω
  37. τον μπατσίζω
  38. τον σκαμπιλίζω
  39. τον χαστουκίζω
  40. του σπάω τα μούτρα
  41. τον σφαλιαρίζω
  42. τον καρπαζώνω
  43. τον κατραπακιάζω
  44. τον καταχερίζω
  45. τον γρονθοκοπώ
  46. τον λακτίζω
  47. τον κλοτσάω
  48. τον κάνω τόπί στο ξύλο
  49. τον κάνω τελατίνι
  50. τον κάνω κιμά

Και πάλι μένω στα 50 του καταλόγου, είμαι βέβαιος ότι θα προσθέσετε πολλά λήμματα και εδώ.

Μπόνους, που λένε, μια έκφραση που χαρακτηρίζει τον ξυλοδαρμό, «πού σε πονεί και πού σε σφάζει», και μια αρχαία, «πυξ λαξ» (δεν εννοώ το συγκρότημα).

Υπάρχουν πολλές ακόμα προσθήκες, και στον ένα και στον άλλο κατάλογο, αλλά τις περιμένω απο εσάς.

Posted in τούρκικα, Γενικά γλωσσικά, Κατάλογοι, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 240 Σχόλια »