Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λεξικογραφικά’ Category

Η καθημερινότητα και η εξωστρέφεια

Posted by sarant στο 16 Οκτώβριος, 2018

Θα αναρωτιέστε τι κοινό έχουν αυτές οι δυο λέξεις και γιατί συγκατοικούν στον τίτλο.

Εκ πρώτης όψεως όχι πολλά, αλλά απασχολούν και οι δυο εναν φιλο του ιστολογιου, ο οποίος μού έθεσε ορισμένα ερωτήματα, που θα σας τα παρουσιάσω να δω και τη δική σας γνώμη.

Μου γράφει ο φίλος:

Με αρκετές λέξεις νοιώθω αμήχανα: όχι τόσο επειδή είναι καινούργιες, όσο επειδή δεν καταλαβαίνω το νόημα τους, όσο και να προσπαθώ.

Δύο χαρακτηριστικές τέτοιες λέξεις είναι η “καθημερινότητα” και η “εξωστρέφεια”. Από όσο γνωρίζω δεν θα τις βρει κανείς στα παλιά λεξικά. Δεν είναι όμως λέξεις που προέρχονται από την αργκό, και η λογιοσύνη τους είναι χτυπητή.

Καθημερινότητα παλιότερα ονομαζόταν αραιά και πού η ρουτίνα. Σήμερα όμως έχει αποκτήσει νέες ιδιότητες, που μέχρι πρότινος ήταν στη σφαίρα αρμοδιότητας της καθημερινής ζωής. Εξωστρέφεια αμφιβάλλουμε αν υπήρχε σαν λέξη μέχρι πριν λίγα χρόνια, και είναι η μεταφορά μιας ψυχολογικής ή και ψυχιατρικής έννοιας στην κοινωνική και πολιτική μας ζωή.

Καμία από τις δύο λέξεις δεν έχει ακριβή μετάφραση στα αγγλικά, και γι αυτό κανείς αναρωτιέται πού στον κόρακα μας φύτρωσαν, αφού τέτοιου είδους λέξεις συνήθως μας έρχονται από έξω. Δεν υπάρχουν ούτε everydayness (τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι πολύ πρόσφατα) ούτε extrovertedness. Υπάρχουν το επίθετο everyday, που έχει την έννοια όμως του κοινού, του συνηθισμένου (άρα και αδιάφορου) καθώς και το extrovert, που σημαίνει εξωστρεφής, αλλά με πιθανώς αρνητικές προεκτάσεις, όπως σε έναν επιδειξιομανή ή και επιδειξία ακόμα.

Η καθημερινότητα παρουσιάζεται σαν μία έννοια χωρίς αρνητική φόρτιση, ίσως και με ελαφρώς θετική. Παράξενο για μία λέξη που μέχρι πριν λίγα χρόνια είχε μόνο την έννοια της ρουτίνας, η οποία σπάνια απαντάται με θετικό πρόσημο. Ενώ η επέκταση των εννοιών που καλύπτει κάνει πολύ δύσκολο να την ξεχωρίσει κανείς από την καθημερινή ζωή. Μάλιστα, εξωραΐζει την καθημερινή ζωή, τόσο ώστε να μπορεί να ειπωθεί ότι “η καθημερινότητα είναι το λάιφσταϋλ του φτωχού”. Αλλά τότε, οι αριστεροί τουλάχιστον, που επαγγέλλονται την αλλαγή της ζωής όλων, θα έπρεπε να αποφεύγουν τη λέξη.

Η εξωστρέφεια είναι ακόμα χειρότερη περίπτωση: αποτελεί δάνειο από την ψυχολογία στην κομματική ορολογία, όπου η καλή “εξωστρέφεια” ανταγωνίζεται την κακή “εσωστρέφεια”, με τη δεύτερη να σημαίνει τις εσωκομματικές διαφωνίες (και κατά συνέπεια όμως την ουσιαστική πολιτική συζήτηση) και την πρώτη τίποτα παραπάνω από την προπαγάνδιση των κομματικών θέσεων με ζέση (και ταυτόχρονα υποταγή στην εκάστοτε κομματική γραμμή). Σήμερα παρουσιάζεται σαν κάτι απαραίτητο για οποιαδήποτε υπηρεσία ή οργανισμό, δημόσιο, συνεταιριστικό ή ιδιωτικό, αν και παραμένει ασαφές τι ακριβώς πρέπει κανείς να κάνει για να την επιτύχει. Να αρχίσει να φωνάζει μέχρι να ασχοληθούν όλοι μαζί του; Ή μήπως ακόμα και να βγάλει το μόριο του στη φόρα, εν ανάγκη να τα κοπανάει και στο τραπέζι, όπως κάνουν ορισμένοι ακραία εξωστρεφείς;

Προσπαθώ να καταλάβω ποια ακριβώς ανάγκη προσπαθούν να καλύψουν αυτές οι δύο λέξεις, και δεν μπορώ να τη βρω. Αν μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει, θα ήμουν ευγνώμων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Απορίες, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Τι ήταν το «άγαλμα» στο τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου;

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2018

Διάβασα κάπου ότι ο δίσκος «Ο δρόμος» του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με βασικό ερμηνευτή τον Γιάννη Πουλόπουλο, που κυκλοφόρησε το 1969, έχει κάνει τις περισσότερες πωλήσεις από όλους τους ελληνικούς δίσκους μακράς διαρκείας, ξεπερνώντας το 1 εκατομμύριο ήδη από την εποχή του βινυλίου.

Τον δίσκο τον ξανάκουσα τώρα, πριν γράψω το άρθρο, και, πέρα από την απόλαυση και τη νοσταλγία, πρόσεξα λίγο περισσότερο τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που αγγίζουν κατά τη γνώμη μου τη στιχουργική τελειότητα. Μπορείτε να θυμηθείτε κι εσείς τη θαυμάσια αυτή δουλειά εδώ, αλλά στο σημερινό άρθρο δεν θ’ ασχοληθούμε με ολόκληρο τον δίσκο, αλλά μ’ ένα μονάχα τραγούδι του, το πασίγνωστο Άγαλμα. Ας το ακούσουμε:

Το μόνο κακό μ’ αυτά τα τραγούδια, αναπόφευκτο για εμάς τους κάπως μεγαλύτερους, είναι ότι τα έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές κι έχουν, όσο και να το κάνεις, κάπως τριφτεί.

Όμως εδώ δεν θα μουσικολογήσουμε, αλλά ούτε και θα λεξιλογήσουμε -έτσι γι’ αλλαγή. Θα μυθολογήσουμε ή πιο σωστά θ’ ασχοληθούμε με κάτι που λέγεται για το τραγούδι αυτό, που το βρίσκω αβάσιμο -και με έναυσμα τη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πούμε και μερικά γενικότερα πράγματα.

Λοιπόν, πριν από μερικές μέρες, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης ανέβασε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ το γιουτουμπάκι με το Άγαλμα, συνοδεύοντάς το από το εξής σχόλιο:

Θα μαλλιάσει η γλώσσα μου να το επαναλαμβάνω.

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν είναι παράφρων να βάζει τον ερωτοκαμμένο ήρωά του να πιάνει την κουβέντα με προτομές ή με αδριάντες ηρώων ή ευεργετών.

«Αγάλματα» έλεγαν στον καιρό του τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο, που έστεκαν στο ίδιο πόστο με καύσωνα ή με αγιάζι. Από μια τέτοια παρηγορείται ο ήρωας του τραγουδιού. Ακούστε το έτσι και θα σάς φανεί ασυγκρίτως συγκινητικότερο.

Πριν προχωρήσω, και επειδή μας διαβάζουν και παιδιά, να παρατηρήσω ότι κανονικά ο «ερωτοκαμένος», όπως και ο σκέτος καμένος γράφονται με ένα μι. Ο υπουργός Πάνος μπορεί να γράφει όπως θέλει το επώνυμό του, όπως και ο πρώην πρωθυπουργός κ. Πικραμμένος, αλλά οι μετοχές αυτές γράφονται κανονικά με ένα μι, καμένος, πικραμένος. Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, ο Χρ. Χωμενίδης προβάλλει τον εντυπωσιακό ισχυρισμό ότι λάθος ακούγαμε τόσα χρόνια το κοσμαγάπητο αυτό τραγούδι, ότι θα ήταν παράφρων ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αν έβαζε το άγαλμα να σκουπίζει τα μάτια του άτυχου ερωτευμένου, ότι στην καθομιλουμένη της εποχής έλεγαν «αγάλματα» τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο και ότι μια τέτοια κοπέλα παρηγόρησε τον νεαρό. Η ανάρτηση είχε αρκετή απήχηση, αφού αναδημοσιεύτηκε 29 φορές.

Οι εντυπωσιακοί ισχυρισμοί χρειάζονται και εντυπωσιακά καλή τεκμηρίωση, και ο Χωμενίδης δεν παρουσιάζει κανένα τεκμήριο που να στηρίζει τα όσα λέει. Ομολογώ ότι, αν και μεγαλύτερος σε ηλικία, δεν έχω πουθενά συναντήσει να αποκαλούν «αγάλματα» τις κοπέλες που κάνουν πεζοδρόμιο. Τροτέζες, ναι. Καλντεριμιτζούδες, ναι. Αγάλματα, όχι.

Θα μου πείτε, μπορεί να το λέγανε και να μην το ξέρω. Ωστόσο, ανέτρεξα και σε λεξικά, γενικά και ειδικά, χωρίς αποτέλεσμα. Στο πληρέστατο λεξικό Γεωργακά, που συντάχθηκε ακριβώς στη δεκαετία του 1960, δεν υπάρχει καμία αναφορά τέτοιας σημασίας. Θα μου πείτε, ήταν όρος της αργκό. Μα, ούτε στο λεξικό της Λαϊκής, του Δαγκίτση, ούτε στο λεξικό της πιάτσας, του Καπετανάκη βρίσκω τίποτα. Ούτε στο slang.gr, αλλά ούτε και στο, εξαντλητικά πλήρες, Λεξικό της Λαϊκής και της Περιθωριακής Γλώσσας, του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει ονλάιν.

Αλλά ποιος ο λόγος να προσφεύγουμε σε λεξικά για ένα κείμενο που ο δημιουργός του ζει και βασιλεύει. Κάποτε που είχα αμφιβολία αν καταλαβαίνω σωστά έναν στίχο του Φώντα Λάδη, του έστειλα μέιλ και τον ρώτησα (και είχα καταλάβει λάθος). Επειδή όμως δεν έχω την τύχη να γνωρίζω τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, καταφεύγω σε μια συνέντευξή του στο Ποντίκι, όπου, για καλή μας τύχη, μιλάει για το τραγούδι αυτό.

Αυτά που γράφετε στους στίχους σας είναι πράγματα που έχετε ζήσει ή που θα θέλατε να έχετε ζήσει;
Κατά κανόνα, πράγματα που έχω ζήσει, αλλά, όταν γράφεις, δημιουργείς στην ψυχή σου συνθήκες που σου επιτρέπουν να γράψεις. Τα περισσότερα μπορεί να είναι επινοημένα. Αλλά ξέρεις, για παράδειγμα, πώς είναι να είσαι προδομένος, να πονάς. Το «Άγαλμα» μιλάει για απεριόριστη μοναξιά. Αυτός δεν έχει να πάει πουθενά, πού να μιλήσει, είναι όλες οι πόρτες σφαλιστές. Το άγαλμα τον ακούει, και φεύγει από το βάθρο του για να τον συντροφέψει στον δρόμο.

Κατόπιν τούτου, θαρρώ πως είμαστε αναγκασμένοι να συμπεράνουμε πως  η εκδοχή που πλασάρει ο Χ. Χωμενίδης δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Γράφω «που πλασάρει», διότι βλέπω στον ιστότοπο των στίχων να αναφέρεται η ίδια θεωρία από το 2006: Ίσως να χαλάω την εικόνα που μπορεί να έχει κάποιος όσον αφορά το υπέροχο αυτό άσμα, αλλά πρέπει να ξέρετε ότι τις δεκαετίες 60-70, αγάλματα αποκαλούσαν τις γυναίκες του πεζοδρομίου. Ίσως αυτό εννοούσε ο Παπαδόπουλος.

Θα μου πείτε, δεν ενισχύει αυτό τη θεωρία Χωμενίδη; Δεν θα το έλεγα. Το ότι υπάρχουν και άλλοι που διαδίδουν την ίδια θεωρία, σημαίνει απλώς ότι είναι κάτι που έχει ειπωθεί από παλιότερα και ότι δεν το σκέφτηκε τώρα ο Χ. Χωμενίδης. Για να φέρω ένα άλλο παράδειγμα, μόλις χτες είδαμε ότι, σύμφωνα με δεκάδες ιστότοπους, η παρετυμολογία της Αιγύπτου από τη φράση «υπτίως του Αιγαίου» οφείλεται στον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα. Κι όμως αυτό δεν ισχύει. Επειδή κάτι το επαναλαμβάνουν πολλοί δεν σημαίνει ότι ισχύει.

Και εδώ που τα λέμε, στα δικά μου τουλάχιστον τα μάτια είναι εξαιρετικά υποβλητική η εικόνα του άψυχου, χάλκινου ή μαρμάρινου, ψυχρού αντικειμένου που συγκινείται από τον καημό του νεαρού και βουρκώνει -και μετά κατεβαίνει από το βάθρο του για να τον παρηγορήσει. Με απογοητεύει ότι ένας συγγραφέας βρίσκει «παραφροσύνη» την ποιητικότατη αυτή εικόνα, που βέβαια αντλεί από ένα γνωστό μοτίβο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που το βρίσκουμε π.χ. στον Ντον Ζουάν του Μολιέρου (και στην όπερα Ντον Τζοβάνι του Μότσαρτ), και στο παλιότερο έργο του Τίρσο ντε Μολίνα και στον θρύλο του Δον Ζουάν, όπου το άγαλμα του Διοικητή κατεβαίνει από το βάθρο του, όχι από συγκίνηση πια αλλά για να τιμωρήσει τον αμαρτωλό κεντρικό ήρωα. Δεν θα έλεγε βέβαια κανείς… παράφρονα τον Μολιέρο ή τον Λορέντσο ντα Πόντε.

Για να γενικεύσουμε λίγο, και να μη μου πείτε ότι σπατάλησα ολόκληρο άρθρο για να διορθώσω τον καημένο τον Χωμενίδη, τέτοιες «ανασκευές» είναι συχνές τον καιρό του Διαδικτύου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με τη φράση «πράσινα άλογα» που τη λέμε για κάτι το παράλογο. Βγήκε κάποτε κάποιος εξυπνάκιας και είπε «Μα, τρελοί είσαστε; Υπάρχουν πράσινα άλογα; Δεν ξέρετε την αρχαία φράση «πράσσειν άλογα», που θα πει ‘φέρομαι παράλογα’;» Βέβαια, όπως έχουμε πει αναλυτικά στο ειδικό άρθρο που έχουμε αφιερώσει στην έκφραση αυτή, τέτοια «αρχαία φράση» δεν παραδίδεται πουθενά στη γραμματεία, ενώ για μια σειρά λόγους είναι μάλλον εύλογο να θεωρείται το πράσινο (ανύπαρκτο) άλογο ως σύμβολο μιας παράλογης κατάστασης -άλλωστε ανάλογες εκφράσεις, με πράσινα άλογα, υπάρχουν και σε άλλες γλώσσες.

Ο άνθρωπος είναι πλάσμα φιλέρευνο, αναζητά εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων, θέλει να βρίσκει την αιτία των πραγμάτων και την προέλευσή τους -μαζί και των λέξεων ή των εκφράσεων. Το να δίνεις μιαν εξήγηση διαφορετική από αυτήν που φαίνεται πεζή και εύλογη, είναι ένας τρόπος να ξεχωρίσεις, να τέρψεις το κοινό σου, να τραβήξεις την προσοχή. Το ίδιο ισχύει και όταν προσφέρεις μιαν εξήγηση για μια έκφραση για την προέλευση της οποίας καμιά πειστική θεωρία δεν έχει διατυπωθεί.

Αυτό άλλωστε έκανε κατά κόρον ο μακαρίτης ο Τάκης Νατσούλης, που τις ευφάνταστες εξηγήσεις του τις έχουμε κατ’ επανάληψη ανασκευάσει σε διάφορα άρθρα -έχουμε, μάλιστα, πλάσει και τον όρο «νατσουλισμός» για όποιον πλάθει ανάλογες εξηγήσεις.

Θα κλείσω εξετάζοντας μια τέτοια θεωρία, που υποψιάζομαι, χωρίς να μπορώ να το αποδείξω, ότι είναι νατσουλισμός πρώτης γραμμής.

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στη Μηχανή του Χρόνου, αλλά μάλλον είναι αναδημοσίευση από το Πειραιόραμα του Στέφανου Μίλεση, υποστηρίζεται ότι η πασίγνωστη έκφραση «έγινε της Πόπης» γεννήθηκε από το πολύνεκρο ναυάγιο του ατμοπλοίου Πόπη, το 1934, πολύ κοντά στον Πειραιά. Όπως γράφει ο κ. Μίλεσης:

Ο πανικός που επικράτησε κατά την εγκατάλειψη του πλοίου, καθώς η πρόσκρουση έγινε νύχτα, βοήθεια από το πλήρωμα δεν υπήρξε, τηλέγραφο το πλοίο δεν διέθετε, έμεινε βαθιά χαραγμένη για πάντα στη μνήμη του ναυτικού κόσμου και των νησιωτών ώστε η έκφραση «έγινε της «Πόπης»», έγινε ταυτόσημη με τον πανικό και την αταξία της νύχτας του ναυαγίου….

Στο άρθρο παρατίθενται εκτενή αποσπάσματα από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων της εποχής (ένα από τα καλά -αλλά και τα κακά του Διαδικτύου), όμως δεν τεκμηριώνεται πουθενά ότι το ναυάγιο της Πόπης γέννησε την έκφραση. Δικαιούμαστε να πούμε ότι ο συγγραφέας κάνει απλώς αυτή την εικασία, αλλά δεν μας λέει ότι είναι απλώς η εικασία του.

Αυτό το φαινόμενο, της «παράπλευρης τεκμηρίωσης» (ή να την πούμε «παρατεκμηρίωση»;) το βλέπουμε συχνά σε γραπτά ελληνοκεντρικών παραγλωσσολόγων. Για παράδειγμα, εκείνος ο ανεκδιήγητος καθηγητής Θεοφανίδης, ετυμολογούσε το αγγλικό hello από το ομηρικό «ούλε» και για να το τεκμηριώσει παρέθετε φωτογραφίες της σελίδας του Λίντελ Σκοτ με το λήμμα «ούλε», κι όταν του έλεγες ότι λέει ανοησίες σου απαντούσε «ώστε αποκαλείς ανόητο το Λίντελ Σκοτ;». Αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε ότι υπήρχε λέξη «ούλε». Τη σχέση μεταξύ ούλε και hello αμφισβητούμε, και αυτήν δεν την τεκμηριώνει το Λίντελ Σκοτ.

Αλλά ας γυρίσουμε στην Πόπη. Όπως είπα και στην αρχή, δεν έχω τη δυνατότητα να αποδείξω ότι είναι σφαλερή η άποψη για προέλευση της έκφρασης «έγινε της Πόπης» από το ναυάγιο της Πόπης. Το ένστικτό μου, με βάση τα τόσα χρόνια που μελετάω τη φρασεολογία μας, με κάνει να θεωρώ σχεδόν απίθανη την εξήγηση, αλλά για να το αποδείξω πέρα από κάθε αμφιβολία θα έπρεπε να βρω χρήση της έκφρασης πριν από το 1934, και δεν έχω βρει τίποτα τέτοιο.

Νομίζω ότι το ναυάγιο αυτό, ένα μόνο από τα πολλά πολύνεκρα που έγιναν στον εικοστόν αιώνα, δεν είναι τόσο βαρυσήμαντο γεγονός ώστε να γέννησε την έκφραση. Υπάρχουν εκφράσεις που έχουν γεννηθεί από ιστορικά γεγονότα, αλλά δεν είναι τόσο πολλές και κυρίως τα γεγονότα είναι πολύ πιο βαρυσήμαντα, πχ «έγινε της Κορέας» από τον πόλεμο της Κορέας, «έγινε Λούης» από τη νίκη του Σπύρου Λούη στους αγώνες του 1896 ή «η σφαγή των Αρμεναίων» από τη γενοκτονία των Αρμενίων. Όλα αυτά τα γεγονότα είναι και σήμερα ζωντανά στη μνήμη μας, σε αντίθεση με το ξεχασμένο ναυάγιο της Πόπης.

Εικάζω ότι αυτό που έγινε, απλώς, είναι ότι ο κ. Μίλεσης, διαβάζοντας για το ναυάγιο της Πόπης, σκέφτηκε, νατσουλικώς, ότι θα μπορούσε να έχει γεννηθεί από εκεί η έκφραση και την υπόθεσή του την παρουσίασε ως βεβαιότητα. (Ο φίλος μας το Σπαθόλουρο, που δυστυχώς δεν γράφει πια εδώ, είχε χαρακτηρίσει «ατάσθαλο» το ιστολόγιο του κ. Μίλεση).

Θα μου πείτε, αφού δυσπιστείς για την παραγωγή του «έγινε της Πόπης» από το ναυάγιο του ατμοπλοίου «Πόπη» έχεις να προτείνεις κάποια πιο πειστική εξήγηση;

Καταρχάς, μπορεί κανείς να έχει επιφυλάξεις για μια θεωρία χωρίς να έχει να προτείνει μια πιο πειστική. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση τυχαίνει να μπορώ να προτείνω μιαν άλλη εξήγηση, που τη βρίσκω πολύ πιο πειστική από το ναυάγιο του 1934.

Η έκφραση «έγινε της Πόπης» είναι συνώνυμη της «έγινε της πουτάνας». Δεν θέλει και πολύ φιλοσοφία για να σκεφτούμε ότι, όπως όταν θέλουμε να κατεβάσουμε κανένα καντήλι με την Παναγία, για να μη μας πούνε βλάσφημους το γυρίζουμε στην Παναχαϊκή Πατρών ή στην… πανακόλα, έτσι και, αντί να πουν κάποιοι το «έγινε της πουτάνας» που θα ενοχλούσε αρκετούς, το έστριψαν αντικαθιστώντας την «πουτάνα» από την «Πόπη», που κάνει και παρήχηση και που είναι ένα όνομα λαϊκό, άρα ευτελές. Τη συσχέτιση των δύο εκφράσεων την κάνει και ο Κάτος, που θεωρεί το «έγινε της Πόπης» παραλλαγή του συνηθέστερου «έγινε της πουτάνας».

Νομίζω ότι αυτή είναι πιθανότερη εξηγηση -αλλά έχει το…. μειονέκτημα ότι δεν σχετίζεται με κάποιο ιστορικό γεγονός που θα μου έδινε τη δυνατότητα να μπαζώσω δυο σελίδες περιγράφοντάς το: εξαντλείται σε μισή παράγραφο και δεν είναι καθόλου συναρπαστική.

‘Ομως πρέπει να μάθουμε να δυσπιστούμε στα συναρπαστικά παραμύθια.

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Λεξικογραφικά, Μύθοι, Μεταμπλόγκειν, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 352 Σχόλια »

Μπίρα με φιστίκια ή το επίμονο ύψιλον

Posted by sarant στο 3 Οκτώβριος, 2018

Τα φιστίκια, Αιγίνης, αράπικα ή άλλα, είναι από τα πιο συχνά συνοδευτικά της μπίρας, όπως περίπου στη φωτογραφία, ιδίως αλατισμένα -και, όπως υπονοεί η φωτογραφία, άπαξ και τα αρχίσεις πολύ δύσκολα τα σταματάς.

Όμως εμείς εδώ δεν εδεσματολογούμε, λεξιλογούμε -κι όπως ίσως θα καταλάβατε από τον τίτλο, θα συζητήσουμε εδώ το ύψιλον με το οποίο πολλοί γράφουν τις λέξεις αυτές, και κάποιες άλλες, παρόλο που ούτε δικαιολογείται ούτε ετυμολογικά ούτε στα λεξικά εμφανίζεται -γι’ αυτό και το λέω «επίμονο».

Παρεμπιπτόντως, ο ιστότοπος απ’ όπου δανείστηκα τη συνοδευτική φωτογραφία, είχε στη λεζάντα «Μπύρα με φιστίκια», ισοπαλία δηλαδή.

Στην ορθογραφία της μπίρας έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο παλιότερα, από το οποίο ξεσηκώνω τα εξής:

Η λέξη «μπίρα» όταν ήμουν μικρός γραφόταν «μπύρα» στις διαφημίσεις, μπύρα πάνω στα μπουκάλια της μπίρας, μπύρα στις περισσότερες εφημερίδες. Αυτή η γραφή με ύψιλον δεν στηρίζεται πουθενά και προσωπικά δεν ξέρω ποιος την εισηγήθηκε ούτε γιατί έριξε τόσο επίμονες ρίζες. Τη λέξη τη δανειστήκαμε από τα ιταλικά, όπου είναι birra, στα γαλλικά είναι bierre, στα αγγλικά είναι beer, στα γερμανικά Bier, πουθενά δεν υπάρχει κάποιο y, να πεις ότι μεταφέρθηκε στο ελληνικό ύψιλον. Πιθανότερο φαίνεται ότι γράφτηκε με υ, μπύρα, από την οπτική επίδραση της λ. ζύθος, που ήταν το ελληνοπρεπές αντίστοιχο της μπίρας.

Δεν είμαι πάντως βέβαιος ότι η αρχική γραφή ήταν «μπύρα». Ο Παπαδιαμάντης τουλάχιστον, στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του «Γλώσσα και κοινωνία», που δημοσιεύτηκε σε τέσσερις συνέχειες στην εφημ. Αλήθεια το 1907, διαφωνώντας με τον τύπο «Βιέννη» για την αυστριακή πρωτεύουσα, γράφει:  «Ενθυμούμαι προ είκοσι ετών, εις του Μπερνιουδάκη, επίναμεν μπίρα της Βιέννας», γράφει δηλαδή τη μπίρα με γιώτα.  Πολλά χρόνια παλιότερα,  στην «Επιτομή λεξικού της παλαιάς ελληνικής γλώσσης εις την σημερινήν» του Ψύλλα (1836) διαβάζω ότι βύνη είναι «το τριμμένον κριθάρι δια την μπίραν». Έτσι γράφεται η λέξη και στο δράμα «Ιωάννης Μίλτων» του Ρηγόπουλου (1874) από όπου το αμαρτωλό απόσπασμα: «Ημείς, mon cher, χορούς, δείπνα, χαρτοπαίγνια, έρωτας, εταίρας, μπίραν, κονιάκ, μάλαγαν, κιουρασσό, βορδώ, σαμπάνια και ενίοτε, κυνήγια και ιπποδρομίας». Και σε άπταιστη καθαρεύουσα ο Ξαβέριος Λάνδερερ  δίνει το 1871 οδηγίες «εις τους βουλομένους κατασκευάσαι μπίραν».

Θέλω να πω, δεν είναι μαλλιαρός ο τύπος «μπίρα», όμως κάποια στιγμή, πιθανώς περί το 1900, εκτοπίστηκε σχεδόν από τον τύπο «μπύρα». Για παράδειγμα, στα χρονογραφήματα του Κονδυλάκη το βρίσκουμε πάντα γραμμένο με ύψιλον. Τα λεξικά από παλιά το γράφουν «μπίρα» (έτσι το λεξικό της Πρωίας το 1933, ενώ ο Δημητράκος γράφει και τους δυο τύπους) ενώ και τα σημερινά λεξικά, τη γραφή «μπίρα» προκρίνουν, όμως η πιάτσα χρησιμοποιεί περισσότερο τον τύπο «μπύρα» ίσως επειδή σχεδόν όλες οι ζυθοβιομηχανίες τον προτιμούν πάνω στα μπουκάλια τους. Κάποιος έλεγε ότι το Υ θυμίζει το σχήμα του ποτηριού της μπίρας -όχι όμως του ποτηριού της φωτογραφίας!

Και στα φιστίκια αφιερώσαμε άρθρο πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, αν και στην ορθογραφία τους δεν σταθήκαμε πολύ. Είχαμε όμως γράψει:

Η λέξη πιστάκιον είναι δάνειο από κάποια ανατολική γλώσσα, ίσως τα περσικά. Μέσω των λατινικών (pistacium) πέρασε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Η νεοελληνική λέξη, φιστίκι, είναι δάνειο από τα τουρκικά (fıstık), και αυτό με τη σειρά του από το αραβικό fustuq και από το περσικό pistag. Σε μερικά λεξικά θα δείτε ότι το φιστίκι είναι αντιδάνειο, διότι, τάχα, η αραβική λέξη είναι δάνειο από το πιστάκιον, αλλά πιθανότερο είναι αραβικά και ελληνικά να έχουν αντλήσει και τα δυο από κοινή πηγή. Στα ποντιακά το λένε φουστούκι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 297 Σχόλια »

Οι βουλεύτριες που ενοχλούν

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2018

Υπάρχει μια ομάδα στο Φέισμπουκ, που λέγεται ΠΟΙΝΑΚΕΙΔΑΙΣ ΚΕ ΑΙΠΗΓΡΑΦΑΙΣ· από τον εξεζητημένα υπερανορθόγραφο τίτλο της θα μαντέψατε ίσως ότι έχει ως αντικείμενο τις αξιοπερίεργες, ανορθόγραφες, κακογραμμένες και αστείες επιγραφές και πινακίδες, που τέτοιες βάζουμε κι εμείς συχνά στα σαββατιάτικα μεζεδάκια μας.

Βέβαια, δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη για το τι είναι «λανθασμένο» ή αξιοπερίεργο ή εξωφρενικό. Κι αυτό φάνηκε τις προάλλες, όταν ένα μέλος ανάρτησε την πιο κάτω φωτογραφία, οθονιά (σκρίνσοτ, ελληνιστί) από εκπομπή της ΕΡΤ.

 

Συνόδεψε την εικόνα με το εξής σύντομο και έμμεσα αρνητικό σχόλιο: Ο βουλευτής, η βουλεύτρια!!!
Τι πληρώνουμε εκεί στην ερτ;;;;

Προσωπικά, το συγκεκριμένο σουπεράκι το βρίσκω εξαιρετικά εύστοχο, διότι δείχνει καθαρά την υπεροχή του έμφυλου τύπου σε σχέση με τον επίκοινο. Αν δεν θέλαμε έμφυλο τύπο, βουλεύτριες ή βουλευτίνες, θα έπρεπε να γραφτεί το κωμικό «Γυναίκες βουλευτές Αυστραλίας».

Αν έχετε περιέργεια και είστε γραμμένοι στο Φέισμπουκ, τη συζήτηση μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ. Όπως θα δείτε, υπήρξαν πολλοί που χλεύασαν τον όρο (και την ΕΡΤ) αλλά και αρκετοί που τον υπερασπίστηκαν, δυο-τρεις μάλιστα έφεραν ως τεκμηρίωση παλιότερα άρθρα του ιστολογίου (καμαρώνω). Αυτοί που «κοινοποίησαν» την αρχική ανάρτηση ήταν ομόθυμα αρνητικοί, με «επιχειρήματα» όπως (κοπιπαστώνω):

Ὁ βουλευτής, ἡ βουλεύτρια, τὸ βουλευτὸ (γιὰ τὸ Jason-Ἀντιγόνη ποὺ σύντομα θὰ ἐκλεγεῖ βουλευτὴς)… Τί νούμερα ἔχουν μαζευτεῖ ἐκεῖ στήν ΕΡΤ;

Όταν οι συμμαθητές του αλ6 πιάνουν δουλειά στην ΕΡΤ με απολυτήριο νηπιαγωγείου…

Η μαλακία πάει σύννεφο εκεί στην ΕΡΤ. ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΟ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ ΤΗΣ ΕΡΤ ΤΩΡΑ

Είναι φανερό πως στα συγκεκριμένα σχόλια, η απόρριψη του όρου «βουλεύτρια» από κάποιους συμφύρεται με την ιδεολογική-πολιτική αντίθεση προς την αριστερά, την παρούσα κυβέρνηση ή την ΕΡΤ ως υλοποίηση της δημόσιας τηλεόρασης.

Παρόλο που είναι ενδεικτική αυτή η διαπλοκή, καλό θα είναι να αποσυνδέσουμε τις ενστάσεις προς την ΕΡΤ και να εστιαστούμε στον όρο «βουλεύτρια» και στους λόγους για τους οποίους ενοχλεί. Φυσικά, επειδή έχω ξαναγράψει για το θέμα, και πάνω από μία φορά, σε κάποιο βαθμό θα επαναλάβω πράγματα που έχω ήδη πει. Δεν πειράζει.

Όπως ξέρουμε, στην Ελλάδα οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα να εκλέγονται στη Βουλή το 1952-πρώτη εκλέχτηκε, τον Ιανουάριο του 1953, η Ελένη Σκούρα, σε αναπληρωματική εκλογή στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης. Τότε τέθηκε και επίσημα το πρόβλημα του θηλυκού τύπου της λέξης «βουλευτής», αν και ανεπίσημα είχε τεθεί ήδη από τον προηγούμενο αιώνα -διότι, βέβαια, μπορεί να μην υπήρχαν γυναίκες στη Βουλή των Ελλήνων όμως σχετικές συζητήσεις γίνονταν από νωρίτερα, ενώ και σε άλλες χώρες υπήρχαν γυναίκες στο σχετικό αξίωμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαγγελματικά θηλυκά, Θηλυκό γένος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 311 Σχόλια »

Το θησαυροφυλάκιο και το υποθηκοφυλακείο

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2018

Συνεχίζω με τούτο το σύντομο άρθρο την εξόφληση… χρεών ή έστω υποσχέσεων που έχω δώσει.

Πριν από ένα εξάμηνο, σε μία ομιλία που είχα κάνει στις Βρυξέλλες, όταν ήρθε η ώρα της συζήτησης με ρώτησε μια κυρία για ποιο λόγο λέμε «θησαυροφυλάκιο, οστεοφυλάκιο» αλλά «υποθηκοφυλακείο». Της απάντησα ότι και τα δύο είναι σωστά, ότι δεν έχω πρόχειρη την απάντηση και ότι θα γράψω άρθρο στο ιστολόγιο. Μετά όμως το ξέχασα.

Τις προάλλες, φίλος μού έστειλε το εξής μήνυμα -διατηρώ την ορθογραφία του:

Να σας ρωτήσω κάτι; Γιατί λέμε θησαυροφυλάκειο ενώ λέμε υποθηκοφυλακείο; Εγώ έλεγα υποθηκοφυλάκειο μέχρι χθες που βρέθηκα σε ένα και οι υπάλληλοι το τονίζαν στην παραλήγουσα. Μου έκανε άσχημη εντύπωση, αλλά μπορεί εγώ να έχω λάθος.

Οι γραφές «-φυλάκειο» δεν είναι σωστές, αλλά πολλοί τις συνηθίζουν. Απάντησα στον φίλο σύντομα και του υποσχέθηκα εκτενέστερο άρθρο, που τώρα το διαβάζετε κι εσείς. Εκτενέστερο, αλλά όχι και πολύ εκτενές, αφού αφορά ένα συγκεκριμένο ερώτημα.

Πολύς κόσμος ταλαιπωρείται στα υποθηκοφυλακεία, ιδίως όταν έχει μπερδεμένες υποθέσεις κληρονομιάς, αλλά το υποθηκοφυλακείο μάς ταλαιπωρεί και από μιαν άλλη άποψη, ως λέξη, αφού πολλοί το λένε και το γράφουν προπαροξύτονο, *υποθηκοφυλάκιο (ή, όπως ο φίλος παραπάνω, *υποθηκοφυλάκειο).

Εδώ που τα λέμε, η λέξη «φυλάκιο» είναι πολύ οικεία τουλάχιστον σε όσους έχουν υπηρετήσει στο στρατό, αλλά και πολλά σύνθετά της τα συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή: το θησαυροφυλάκιο, το οστεοφυλάκιο, τον υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου.

Αυτές οι τέσσερις λέξεις είναι βασικές, αρκετά συχνές, ενώ υπάρχουν και μερικές ακόμα όπως: ιματιοφυλάκιο, οπλοφυλάκιο, αρτοφυλάκιο, σκευοφυλάκιο, ιεροφυλάκιο.

Από την άλλη πλευρά, η λέξη «φυλακείο» δεν υπάρχει στη σημερινή γλώσσα, ενώ από τα λιγοστά σύνθετά της μόνο το υποθηκοφυλακείο έχει κάποια σημαντική παρουσία. Στο Αντίστροφο Λεξικό, της Άννας Συμεωνίδη, που περιέχει και πολύ σπάνιες λέξεις, βρίσκουμε τις εξής σε -φυλακείο: αρχαιοφυλακείο, δεσμοφυλακείο, νεκροφυλακείο, δασοφυλακείο, μεταγραφοφυλακείο. Υπάρχει και το αρχιφυλακείο, όπως το λέγαμε στον στρατό, ίσως ανεπίσημα.

Οπότε, μπροστά στο βάρος και τη συχνότητα των λέξεων σε -φυλάκιο είναι λογικό που κάποιοι το μπερδεύουν και λένε «*υποθηκοφυλάκιο», αφού δεν υπάρχει αντίβαρο διαδεδομένων λέξεων σε -φυλακείο. Ιδίως όσοι έχουν υπηρετήσει μέρος της θητείας τους σε φυλάκιο έχουν την κατάληξη εντυπωμένη στη μνήμη τους.

Γιατί όμως υπάρχουν και -φυλάκια και -φυλακεία;
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , | 155 Σχόλια »

Παρανάλωμα

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2018

Χτες όλη μου η προσοχή ήταν στραμμένη στις φωτιές που καίγανε την Αττική από τα ανατολικά κι από τα δυτικά, τα δυο μεγάλα μέτωπα της Κινέτας και της Ραφήνας, και το μικρότερο των Αγίων Αποστόλων που μ’ ένοιαζε και κάπως αμεσότερα. Όλα αυτά βέβαια τα παρακολουθούσα από πολύ μακριά, αλλά με το διαδίκτυο οι αποστάσεις μικραίνουν.

Στην αρχή σκέφτηκα να μη βάλω άρθρο σήμερα, αλλά έπειτα άλλαξα γνώμη, είναι βαρύ το σερί των 1640 (αν μέτρησα σωστά) συναπτών ημερών στις οποίες δημοσιεύουμε αδιάλειπτα ένα άρθρο κάθε μέρα, από τις 28.1.2014 χωρίς διακοπή, οπότε δεν μου πήγαινε να το σπάσω.

Όμως δεν θα σχολιάσω τις πυρκαγιές καθαυτές, αν και καταλαβαίνω πως πολλά μπορεί να πει κανείς -και δεν αμφιβάλλω πως θα τα πείτε στα σχόλιά σας.

Με την ελπίδα πως αύριο το πρωί η κατάσταση θα είναι καλύτερη, καθώς έπεσε και βροχή τουλάχιστον στο ανατολικό μέτωπο, θα λεξιλογήσω για την πυρκαγιά.

[Πρωινή προσθήκη: Το πρωί ξημέρωσε πένθιμο, όχι επειδή οι φωτιές αναζωπυρώθηκαν αλλά επειδή άρχισε να αποκαλύπτεται το μέγεθος της τραγωδίας, αφού οι επίσημες ανακοινώσεις μιλούν για τουλάχιστον 24 νεκρούς και οι φήμες για πολύ περισσότερους. Ωστόσο, δεν θα αλλάξω το άρθρο]

Από την τηλεόραση που άκουγα τις απευθείας μεταδόσεις από τα μέτωπα της φωτιάς, πρόσεξα πως επαναλαμβάνονταν συχνά από τους ρεπόρτερ δυο πεντασύλλαβες λέξεις, και λέω να ασχοληθώ με τη μία απ’ αυτές.

Οι δυο λέξεις ήταν «ανεξέλεγκτες» (οι φλόγες που κατάκαιαν την περιοχή) και «παρανάλωμα» -και μ’ αυτή τη δεύτερη θ’ ασχοληθώ.

Βέβαια, η λέξη «παρανάλωμα» δεν βρισκόταν μόνη της -σπάνια θα τη βρείτε να στέκει μόνη της στη νεοελληνική γλώσσα. Η λέξη παρανάλωμα χρησιμοποιείται μόνο σε μία ή δυο στερεότυπες φράσεις: έγινε παρανάλωμα του πυρός και, λίγο σπανιότερα, έγινε παρανάλωμα της φωτιάς. Πολύ σπάνια τη βρίσκουμε στη γενική ή στον πληθυντικό.

Ξέρουμε φυσικά τη σημασία της: θα πει «κάηκε εντελώς, καταστράφηκε από τη φωτιά». Η παλιά πολυκατοικία έγινε παρανάλωμα του πυρός, ας πούμε, ή: Πέντε εξοχικά σπίτια έγιναν παρανάλωμα του πυρός (και κανονικά όχι: έγιναν παραναλώματα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Κλισέ, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 293 Σχόλια »

Καλά κουμάσια και του λόγου τους!

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2018

Συζητιέται αυτές τις μέρες το κείμενο που υπέγραψαν περισσότεροι από 320 πολίτες, κυρίως διανοούμενοι και καλλιτέχνες, υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ανάμεσα στις υπογραφές βρίσκεται και η δική μου.

Πολλοί πιστεύουν ότι δεν έχει νόημα (ή: δεν έχει νόημα πλέον) η συγκέντρωση υπογραφών κάτω από ένα κείμενο που υποστηρίζει κάποιες θέσεις για ένα πολιτικό ή κοινωνικό ζήτημα, μάλιστα κάπου διάβασα ότι «μόνο στην Ελλάδα γίνεται αυτό», κάτι που είναι ένας ισχυρισμός πρόδηλα λαθεμένος αν θυμηθούμε ότι π.χ. στη Γαλλία η συγκέντρωση υπογραφών σχεδόν για κάθε θέμα είναι κάτι κοινότατο -είχαμε μάλιστα συζητήσει πριν από καιρό το κείμενο που υπογραφόταν από 100 διάσημες Γαλλίδες μεταξύ των οποίων και η Κατρίν Ντενέβ.

Εγώ πάντως το κείμενο «των 320» το υπέγραψα με ενθουσιασμό επειδή πιστεύω ότι το κείμενο συμβάλλει στο να πεισθεί η κοινή γνώμη ότι η συμφωνία είναι μια μοναδική ευκαιρία, επωφελής για την πατρίδα μας και για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη στα Βαλκάνια. Δεν είναι εύκολο το έργο, διότι επί εικοσιπέντε χρόνια η πολιτική ηγεσία μάς αποκοίμιζε με «εθνωφελή» ψέματα για το όνομα της γειτονικής χώρας, ενώ και τώρα τα κόμματα του παλιού δικομματισμού, για μικροκομματικούς λόγους απορρίπτουν μια συμφωνία πολύ καλύτερη από προηγούμενα σχέδια που είχαν γίνει δεκτά από προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις.

Αλλά αυτά τα έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο πάνω από μία φορά.

Ανάμεσα στις πάνω από 320 υπογραφές, υπήρχαν και τρία ονόματα γνωστών ανθρώπων της τέχνης οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν ότι κακώς μπήκε το όνομά τους διότι οι ίδιοι δεν συμφώνησαν με το κείμενο. Παρόλο που τέτοια λάθη έχουν συμβεί σχεδόν κάθε φορά που συγκεντρώνεται ένας μεγάλος αριθμός υπογραφών, το λάθος κόστισε διότι επέτρεψε να εκτραπεί η συζήτηση στις υποτιθέμενες πλαστογραφήσεις υπογραφών -ενώ επρόκειτο απλώς για «λογιστικά» λάθη (Υπάρχουν πάντως προηγμένες μέθοδοι όπως με φόρμα απαντήσεων, που ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες λάθους).

Βέβαια, έτσι κι αλλιώς τα εθνικόφρονα ΜΜΕ δεν επρόκειτο να καλοδεχτούν το κείμενο και τις υπογραφές του -χαρακτηριστικό είναι αυτό που γράφτηκε και ακόμα γράφεται, ότι «μάζεψαν και υπογραφές πεθαμένων» επειδή ένας από τους υπογράφοντες το κείμενο είναι ο ηθοποιός Χρήστος Ευθυμίου. Και ενώ πράγματι ένας γνωστός ηθοποιός ονόματι Χρήστος Ευθυμίου άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, και άλλος ένας, κωμικός αυτός, ακόμα παλιότερα, υπάρχει και τρίτος ηθοποιός με το ίδιο ονοματεπώνυμο, Χρήστος Ευθυμίου επίσης, που ζει και βασιλεύει και υπέγραψε και το κείμενο -είναι βέβαια ηθοποιός κυρίως του θεάτρου, οπότε οι γαλουχημένοι με αυστηρά τηλεοπτική δίαιτα θα τον αγνοούν.

«Παλιότερα είχε ρίσκο να υπογράφεις, τώρα δεν έχει» σχολίασε μια φίλη. Πιθανόν, πάντως οι 320 που υπογράψαμε το κείμενο δεχτήκαμε ποικίλες επιθέσεις, ενώ κάποιοι και εξατομικευμένες απειλές. Έχω μετρήσει πάνω από πέντε διαφορετικά κείμενα που μας αποκαλούν «προδότες» ενώ άλλα διατυπώνουν απειλές π.χ. για τους φανοστάτες των Τρικάλων. (όπου κρέμασαν οι εθνικόφρονες τα κομμένα κεφάλια του Βελουχιώτη και του Τζαβέλλα). Όταν βέβαια προέρχονται από τέτοιους δύσοσμους ιστότοπους, οι βρισιές είναι και τίτλος τιμής.

Καθώς ο κύριος όγκος των υπογραφόντων ήταν πανεπιστημιακοί ή καλλιτέχνες, οι αναμενόμενοι χαρακτηρισμοί ήταν για θολοκουλτουριάρηδες και/ή κρατικοδίαιτους, όμως ορισμένοι εθνικοπαράφρονες πέρασαν σε ανώτερο επίπεδο κάνοντας λόγο για αναβίωση του… ΕΑΜ Ηθοποιών (ήταν πολλοί ηθοποιοί που υπέγραψαν) το οποίο, δήθεν, «σκότωσε» την Ελένη Παπαδάκη -χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έτσι σπιλώνουν ουσιαστικά τη μνήμη της. Βέβαια, και ο παραλληλισμός με το ΕΑΜ είναι άκρως τιμητικός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μακεδονικό | Με ετικέτα: , , , , | 210 Σχόλια »

Έγινε φέσι: οι 50 αποχρώσεις της μέθης

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2018

Σε μια συζήτηση τις προάλλες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια στο Φέισμπουκ, ένας φίλος διηγήθηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια πολυεθνική παρέα, οι Έλληνες της παρέας έλεγαν για κάποιον που μέθυσε πολύ, που έγινε τύφλα στο μεθύσι, που έγινε φέσι, που έγινε ντίρλα, και χρησιμοποίησαν την έκφραση «έγινε κομοδίνο». Τότε ένας Τούρκος συνάδελφός τους γελώντας τούς εξήγησε ότι στα τούρκικα χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό komodin για κάποιον άχρηστο, αυτόν που δεν έχει άλλη αξία παρά να στέκεται διακοσμητικός σε μια άκρη. «Γιατί πολεμάμε με αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.

Ομως το σημερινό άρθρο δεν έχει σκοπό να προβληματιστεί για τα κοινά στοιχεία Ελλήνων και Τούρκων ούτε να κάνει κήρυγμα για τη φιλία των λαών, αλλά να διερευνήσει το κομοδίνο και τις άλλες 50 (να είναι τόσες; ή περισσότερες;) αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια στον τίτλο δεν έβαλα την έκφραση «έγινε κομοδίνο» επειδή δεν είναι τόσο κοινή, προτίμησα να βάλω γνωστότερες. Για να πω μάλιστα την αλήθεια, την έκφραση αυτή, το λέω χωρίς να κοκκινίζω, δεν την ήξερα -ο φίλος που τη χρησιμοποίησε είναι αρκετά νεότερος, και κάθε γενιά έχει (και) δικές της λέξεις για να περιγράψει το μεθύσι. Μεθάμε κι εμείς οι γεροντότεροι αλλά το περιγράφουμε αλλιώς.

Γιατί κομοδίνο ο μεθυσμένος; Δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσεις πώς γεννήθηκε μια έκφραση, αλλά ο φίλος θεωρεί ότι βγήκε επειδή περιγράφει κάποιον «που έχει πιει τόσο, που οι διανοητικές του λειτουργίες είναι σε κατάσταση επίπλου». Πιθανώς την ίδια προέλευση να έχει και μια άλλη έκφραση που αναφέρθηκε στην ίδια συζήτηση, το «έγινε μπαούλο».

Σκέφτηκα να συγκεντρώσω λοιπόν σε αυτό το άρθρο όλες τις εκφράσεις που βρήκα και που θυμήθηκα για την περιγραφή των μεθυσμένων, πάντοτε της μορφής «έγινε Χ» ή «είναι Χ» ή «Χ στο μεθύσι». Σημειώνω και μερικές παλιότερες, ως και αρκετά παλιότερες. Η αργκό, το είπαμε και χτες, γερνάει γρήγορα και ανανεώνει γρήγορα το λεξιλόγιό της, οπότε οι νεότεροι δεν θα ξέρουν πολλές από τις εκφράσεις του καταλόγου. Ρώτησα και τις κόρες μου, τι λένε όταν μεθάνε, και μου είπαν κάποιες μάλλον κοινές εκφράσεις όπως έγινε ντίρλα, σκνίπα, φέσι, κώλος, χώμα, τάπα.

Από την άλλη, στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση βρήκα τις εξής εκφράσεις: έγινε βαποράκι, γκον, κουρούνα, κουτούκι, μούσκεμα, σκνίπα, σκρου, στουπί, στύφα, τάβλα, τύφλα, φέσι. Στο λεξικό των συνωνύμων του, ο Δαγκίτσης προσθέτει και το παπόρι. Περίπου τα ίδια έχει και ο Βλαστός στα Συνώνυμα και συγγενικά: κουτουκι, τύφλα, τάβλα, στουπί, τάπα, σκρου, φέσι, σκνίπα· κουρούνα, μούσκεμα. Βαποράκι.

Η σκνίπα, το στουπί, η τύφλα και το φέσι είναι σε χρήση και σήμερα, καναδυό ακόμα μπορεί να είναι γνωστές, κάποιες δεν θα τις ξέρετε.

Στο λεξικό συνωνύμων του Μπαμπινιώτη δίνονται: σκνίπα, τύφλα, πίτα, στουπί, τάβλα, κουδούνι, σταφίδα, χώμα, φέσι.

Περισσότερες εκφράσεις καταγράφονται στο Λεξικό της περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει και ονλάιν αλλά δεν βρήκα τρόπο να λινκάρω στη σελίδα των αποτελεσμάτων της αναζήτησης, ενώ αρκετές υπάρχουν στο Πιπέρι στο στόμα, τη μελέτη για τις λέξεις-ταμπού που έχουμε παρουσιάσει κι εδώ. Από διαδικτυακές πηγές, το slang.gr έχει φυσικά πολλές εκφράσεις, που επίσης τις έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο.

Πρέπει να πούμε ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για το μεθύσι αλλά και για την κατανάλωση ουσιών ή ακόμα και για τη σωματική εξάντληση π.χ. η «είμαι χώμα». Κάποιες βέβαια είναι μόνο για το μεθύσι, όπως εκείνες που δηλώνουν διαβροχή (έγινε στουπί). Σε πολλές από τις εκφράσεις ο μεθυσμένος παρομοιάζεται με αλοιφή ή συναφές υλικό, σε άλλες με ζώο ή έντομο, σε άλλες με έπιπλο.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα συνενώνοντας όσα υπάρχουν στις πηγές που ανέφερα παραπάνω, χωρίς να σημειώνω ολες τις παραπομπές. Πρόσθεσα μερικά που έχω αποδελτιώσει απο τη λογοτεχνία.

Ας δούμε λοιπόν τον κατάλογο με κάποιο σχολιασμό για κάποιες εκφράσεις. Σε αλφαβητική σειρά:

  1. έγινε/είναι αλιάδα (Κάτος)
  2. έγινε/είναι άλογο (slang.gr)
  3. έγινε/είναι αλοιφή (Κάτος)
  4. είναι αποκαής. Παπαδιαμαντικό. Το βάζω τιμής ένεκεν, αν και διαφέρει λίγο αφού περιγράφει την ειδική κατάσταση του μεθύστακα που με ελάχιστη ποσότητα μεθάει πάλι, όπως ο φούρνος που μόλις έχει αρχίσει να κρυώνει.
  5. έγινε/είναι βαποράκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) Ανεξάρτητα από τη χρήση βαποράκι = αυτός που μεταφέρει λαθραία, ιδίως ναρκωτικά, για λογαριασμό άλλου.
  6. έγινε/είναι γκάιντα (Κάτος)
  7. έγινε/είναι Γκόγκολ (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «γκολ»
  8. έγινε/είναι γκολ (slang.gr, Κάτος) Εικάζω ότι είναι εξέλιξη του «έγινε γκον», όταν χάθηκε η διαφάνειά του
  9. έγινε/είναι γκον (Κάτος, Δαγκίτσης) Ο Κ. Καραποτόσογλου, «Δυσετυμολόγητα της νέας Ελληνικής» ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 15 (1989), το ετυμολογεί από το gone=drunk, dead drunk, υποστηρίζοντας ότι «πέρασε στην ελληνική είτε από τους μετανάστες που γύριζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, είτε από τους διαλόγους των κινηματογραφικών ταινιών». Το βρίσκω πειστικό. Ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολόγηση του Ζάχου από το γκογκ, που ο Καραποτόσογλου τη βρίσκει «πληρέστερη αλλά όχι και απόλυτα πειστική».
  10. είναι «εν τη δόξη του». Παπαδιαμαντικό, τιμής ένεκεν.
  11. έγινε/είναι ένα με τη γη (Κάτος)
  12. έγινε/είναι ένα με το χώμα (Κάτος)
  13. έγινε/είναι ζάντα (slang.gr)
  14. έγινε/είναι ζάντα φε (slang.gr)
  15. έγινε/είναι ζούνα. Παπαδιαμαντικό. Ήτο αγγλικόν ρούμι, και με ολίγας δόσεις εγένετο κανείς «ζούνα». (Βαρδιάνος στα σπόρκα).
  16. έγινε/είναι κόκαλο (slang.gr)
  17. έγινε/είναι κομμάτια (slang.gr) Βέβαια η έκφρ. «κομμάτια να γινει» έχει άλλη σημασία.
  18. έγινε/είναι κομοδίνο (Υπογλώσσια)
  19. έγινε/είναι κουδούνι (Κάτος)
  20. έγινε/είναι κουνουπίδι (slang.gr, Κάτος). Περί τη μία μεταμεσονύχτιο διαλύθηκαν -κουνουπίδι απαξάπαντες- για να μεταβούν έκαστος εις τα ίδια (Καραγάτσης, Το 10).
  21. έγινε/είναι κουρούνα (Δαγκίτσης, Βλαστός) κι οι σκαπανείς μαζευονται απ το κρασί κουρούνα, στίχος του Σουρή περί το 1880
  22. έγινε/είναι Κουστώ (slang.gr) Διότι έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.
  23. έγινε/είναι κουτούκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) …είμαι κουτούκι, σε στίχο του Σουρή, 1882
  24. έγινε/είναι κωλίδι (slang.gr)
  25. έγινε/είναι κώλος (slang.gr)
  26. έγινε/είναι λάσπη (slang.gr, Κάτος)
  27. έγινε/είναι λέσι (Κάτος)
  28. έγινε/είναι λιάδα (Κάτος)
  29. έγινε/είναι λιάρδα (slang.gr) Κατά το σλανγκρ, από το αρβανίτικο λιάρδα που σημαίνει λιώμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι από το «λιάδα» δηλαδή αλιάδα, δηλαδή σκορδαλιά.
  30. έγινε/είναι λιώμα (slang.gr, Κάτος)
  31. έγινε/είναι μανουάλι (slang.gr)
  32. έγινε/είναι μούσκεμα (Δαγκίτσης,, Βλαστός)
  33. έγινε/είναι μπαούλο (Υπογλώσσια)
  34. έγινε/είναι Μπομπ Ντίρλαν (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «έγινε ντίρλα»
  35. έγινε/είναι ντέφι (Κάτος)
  36. έγινε/είναι ντίρλα (slang.gr, Κάτος). Εικάζω ότι προέρχεται από το Ντιρλαντά-ντιρλανταντά.
  37. έγινε/είναι ντούρλα. Ίσως παραλλαγή της ντίρλας. Κι ένα βράδυ, που ήταν υπηρεσία στη μονάδα, αφού πρώτα έγινε ντούρλα στο μεθύσι, βγήκε «εφόδου», και δεν ήξερε πού πάν’ τα τέσσερα. (Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων).
  38. έγινε/είναι παϊτόνι (Κάτος)
  39. έγινε/είναι παπόρι (Δαγκίτσης)
  40. έγινε/είναι πατάτα (Κάτος)
  41. έγινε/είναι πίτα (slang.gr, Κάτος) Και πίτας (Κάτος)
  42. έγινε/είναι σκατά (Κάτος)
  43. έγινε/είναι σκνίπα (slang.gr, Κάτος, Δαγκίτσης) Και σκνίπας (Κάτος) Ίσως επειδή οι σκνίπες διαγράφουν τροχιές που θυμίζουν το περπάτημα του μεθυσμένου με οχτάρια. Οι ξυλένιοι φαφλατάδες από το μεθύσι σκνίπες, στίχος του Σουρή.
  44. έγινε/είναι σκρου (Δαγκίτσης, Βλαστός)
  45. έγινε/είναι σούπα (Κάτος)
  46. έγινε/είναι σούρα (Κάτος)
  47. έγινε/είναι σπανακόπιτα (Κάτος)
  48. είναι στα πράματα. Παπαδιαμαντικό.
  49. έγινε/είναι σταφίδα (Κάτος, Μπαμπινιώτης)
  50. έγινε/είναι στειλιάρι. Κι εγώ στηλιάρι έγινα με κόκκινο κρασί στίχος του Σουρή στον Ρωμηό, 1889,
  51. έγινε/είναι στουπί (Κάτος, Δαγκίτσης)
  52. έγινε/είναι στύφα (Δαγκίτσης) Υπάρχει και η παραλλαγή: στούφα στο μεθύσι.
  53. έγινε/είναι τάβλα (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός)
  54. έγινε/είναι τάπα (Κάτος, Βλαστός) «ένας μόρταρος … από το μεθύσι τάπα» σε στιχούργημα του Λαπαθιώτη, 1933.
  55. έγινε/είναι τέζα (Κάτος)
  56. έγινε/είναι τούνγκα (Κάτος)
  57. έγινε/είναι τούντζι. Του Καραγάτση, π.χ. Σύντομα γίνηκαν τούντζι απαξάπαντες («Γιούγκερμαν»)
  58. έγινε/είναι τούρνα (Κάτος)
  59. έγινε/είναι τύφλα (Κάτος, Δαγκίτσης). Και τύφλας (Κάτος) Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβήσιμο τ’ ακριβού της. Καρκαβίτσας, Αρχαιολόγος
  60. έγινε/είναι φέσι (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός).
  61. έγινε/είναι φέτα (Κάτος)
  62. έγινε/είναι χάλια (Κάτος)
  63. έγινε/είναι χημείο (slang.gr)
  64. έγινε/είναι χέσμα (slang.gr)
  65. έγινε/είναι χότζας (Κάτος)
  66. έγινε/είναι χύμα (Κάτος)
  67. έγινε/είναι χώμα (slang.gr)
  68. έγινε/είναι ψάθα (Πιπέρι στο στόμα) Είναι η παλαιότερα καταγραμμένη από τις εκφράσεις, αφού τη βρίσκουμε σε ποίημα του Σούτσου, 1835: Κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα

Είχα πει για 50 αποχρώσεις αλλά πλησιάζουμε τις εβδομήντα και δεν αποκλείεται, μαζί με τα σχόλια, να ξεπεράσουμε και τις εκατό.

Περιμένω λοιπόν να πλουτίσετε τον κατάλογο στα σχολια!

 

 

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης, Ποτά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Συζητώντας για την αργκό

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2018

Η αργκό ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο και έχουμε δημοσιεύσει πολλά άρθρα, είτε για τη σύγχρονη αργκό είτε για την ιστορία της, σε κάποια από τα οποία είχε καθοριστική συνεισφορά ο παλιός φίλος μας Spatholouro που εύχομαι να ξαναρχίσει να σχολιάζει εδώ.

Το σημερινό άρθρο είναι μια γενική εισαγωγή για την αργκό, συνοπτικά δοσμενη σε κάτι λιγότερο από 1000 λέξεις. Μου το ζήτησε η δημοσιογράφος Ζωή Παρασίδη από το popaganda.gr ως υλικό αναφοράς για ένα άρθρο που ετοίμαζε. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα και ανάμεσα στις πηγές του είναι το κείμενο που είχα στείλει καθώς και το παλιότερο άρθρο μας για τη διασημότερη ελληνική λέξη.

Παρουσιάζω σήμερα το δικό μου κείμενο για την αργκό, για να υπάρχει και αυτοτελώς. Είχα πει ότι σήμερα θα έβαζα κάτι για γραβάτες, αλλά τελικά ο προγραμματισμός άλλαξε και εκείνο το άρθρο πηρε αναβολή.

Γενικά για την αργκό

Η λέξη αργκό είναι δάνειο από τη γαλλική argot, η οποία, όπως αρμόζει στον χαρακτήρα της, είναι σκοτεινής ετυμολογίας, αφού καμιά από τις πολλές εκδοχές που έχουν προταθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή. πιθανώς συνδέεται με το ρήμα argoter «λογομαχώ». Αρχικά είχε τη σημασία «συντεχνία κλεφτών» και προς τα τέλη του 17ου αιώνα πήρε και τη σημασία της ειδικής συνθηματικής γλώσσας τους. Ένας από τους πρώτους συγγραφείς που μελέτησε τη γαλλική αργκό σε βάθος ήταν ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο οποίος αφιερώνει στην αργκό μια ολόκληρη ενότητα στον 4ο τόμο των Αθλίων, υπό τύπον δοκιμίου 15-20 σελίδων. «Η αργκό είναι η γλώσσα των σκοταδιών», γράφει.

Με τον όρο αργκό εννοούμε ένα προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, που χρησιμοποιείται ως συνθηματική γλώσσα από ορισμένες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες (περιθώριο, υπόκοσμος, νέοι κ.ά.) και που διαμορφώνεται κυρίως από γλωσσικά δάνεια και από παραμόρφωση της καθομιλουμένης. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές αργκό, πολλές συνθηματικές γλώσσες: του στρατού, των νέων, διάφορων περιθωριακών ομάδων κτλ. Υπάρχουν και επαγγελματικές συνθηματικές γλώσσες, όπως ήταν παλιότερα τα κουδαρίτικα, η γλώσσα των Ηπειρωτών χτιστάδων, και τα ντόρτικα, η γλώσσα των τσιγγάνων χαλκιάδων της Ευρυτανίας, ενώ και στην εποχή μας ειδικό λεξιλόγιο βρίσκουμε σε άφθονους κλάδους και ομάδες, π.χ. νοσηλευτές, κομπιουτεράδες, φορτηγατζήδες ή γκέιμερς. Ξέρουμε επίσης τα καλιαρντά, τη γλώσσα των ομοφυλοφίλων, που την έκανε ευρύτερα γνωστή η μελέτη του Ηλία Πετρόπουλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 176 Σχόλια »

Το βιβλίο και το μαχαίρι που το κρατάμε στο χέρι

Posted by sarant στο 25 Απρίλιος, 2018

Το σημερινό μας άρθρο, που δεν θα είναι και πολύ μεγάλο, πηγάζει από μια ερώτηση που μου έκανε φίλος. Μου κάνουν κατά καιρούς ερωτήσεις γλωσσικές και άλλες, κι όταν κρίνω πως το θέμα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον μπορεί να τις παρουσιάσω, μαζί με την απάντησή μου, στο ιστολόγιο -είτε πολλές ερωταπαντήσεις μαζί, είτε ειδικό άρθρο αφιερωμένο σε μια συγκεκριμένη απορία.

Αυτό θα κάνω και σήμερα, αν και δεν έχω συγκρατήσει την απάντηση που έδωσα -διότι, αν θυμαμαι καλά, είπα στον φίλο μας ότι «αξίζει άρθρο».

Με ρώτησε λοιπον ένας φίλος πώς έγινε και η λέξη εγχειρίδιο σημαίνει δύο τόσο διαφορετικά πράγματα: ένα φονικό όπλο, μαχαίρι ή ξιφίδιο αλλά και ένα βιβλίο, συχνά διδακτικό.

Πράγματι, συμφωνα με το ΛΚΝ, η λέξη «εγχειρίδιο» έχει δύο βασικές σημασίες: I.(λόγ.) αγχέμαχο όπλο με λαβή και με δίκοπη και πολύ μυτερή λεπίδα· (πρβ. στιλέτο). II. βιβλίο που εκθέτει με αυστηρά συστηματικό τρόπο τις βασικές και πιο έγκυρες γνώσεις μιας επιστήμης: Διδακτικά / σχολικά εγχειρίδια. ~ ιστορίας / φιλοσοφίας.

Αγχέμαχο θα πει όπλο που χρησιμοποιείται για μάχη σώμα με σώμα, από το αρχαίο επίρρ. άγχι = κοντά, απ’ όπου και η αγχιστεία. Αλλά αυτά θα τα πούμε άλλη φορά, ας συνεχίσουμε τώρα τον γύρο των λεξικών.

Το Χρηστικό Λεξικό πρωτοτυπεί και βάζει πρωτη σημασία του βιβλίου και δεύτερη του όπλου, διότι έχει ως κριτηριο τη χρήση -και πράγματι, όταν θα μιλήσουμε σήμερα για εγχειρίδιο κατά πάσα πιθανότητα θα εννοούμε το βιβλίο, όχι το μαχαίρι.

Πάντως, η πρώτη σημασία της λέξης είναι το οπλο. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, στην αρχαιότητα η λέξη αρχικά εμφανίζεται ως επίθετο, ο εγχειρίδιος. Στις Ικέτιδες του Αισχύλου βρίσκουμε την πρώτη χρονολογικά μνεία της λέξης:

τίν’ ἂν οὖν χώραν εὔφρονα μᾶλλον
τῆσδ’ ἀφικοίμεθα
σὺν τοῖσδ’ ἱκετῶν ἐγχειριδίοις
ἐριοστέπτοισι κλάδοισιν;

Μετάφραση δεν χρειάζεται βέβαια, αφού η γλώσσα είναι μία και ενιαία, πάντως λέει ότι έφτασαν σε τούτη τη χώρα κρατώντας στα χέρια τα ζωσμένα με ταινίες κλαδιά της ικεσίας. Εδώ το εγχειρίδιος είναι επίθετο στο κλάδος.

Ωστόσο, πολύ γρήγορα εμφανίζεται και το ουσιαστικοποιημένο επίθετο, το εγχειρίδιον, το οποίο αρχικά έχει μία και μονη σημασία, το μαχαίρι, το ξιφίδιο. Πολύ εύλογη η επέκταση της σημασίας για ένα όπλο που κρατιεται στο χέρι και σε μεγάλο βαθμό κρύβεται και στο χέρι.

Η αρχαιότερη (νομίζω) εμφάνιση της λέξης στον Ηρόδοτο, σε μια σκαμπρόζικη ιστορία, για τον Κανδαύλη και τη γυναίκα του -ξέρετε, τον Κανδαύλη που κοκορευόταν πόσο όμορφη γυναίκα έχει και πίεζε τον υπηρέτη του τον Γύγη να τη δει γυμνή, και τελικά κατάντησε κερατάς, και μαλιστα όχι κερατάς και δαρμένος αλλά σφαγμένος, διότι η γυναίκα εξοργίστηκε και έδωσε στον Γύγη ένα εγχειρίδιο και οταν έπεσε ο Κανδαύλης να κοιμηθεί ο Γυγης τον έσφαξε και πήρε και τον θρόνο: Καί μιν ἐκείνη ἐγχειρίδιον δοῦσα κατακρύπτει ὑπὸ τὴν αὐτὴν θύρην. Καὶ μετὰ ταῦτα ἀναπαυομένου Κανδαύλεω ὑπεκδύς τε καὶ ἀποκτείνας αὐτὸν ἔσχε καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὴν βασιληίην Γύγης·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά, Ομόηχα, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 106 Σχόλια »

Το δερμόνι και ο 6ος τόμος του Ιστορικού Λεξικού

Posted by sarant στο 18 Απρίλιος, 2018

Τη Δευτέρα 23 Απριλίου, στην Ανατολική Αίθουσα του Μεγάρου της Ακαδημίας Αθηνών παρουσιάζεται πανηγυρικά ο 6ος τόμος του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής, που εκδίδεται απο την Ακαδημία Αθηνών, που θα το λέω στο εξής με το ακρώνυμο ΙΛΝΕ.

Πολύ στενοχωριέμαι που δεν θα βρίσκομαι στην Αθήνα κι έτσι δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ, να δω και να ακούσω αξιόλογους ανθρώπους, που κάποιοι είναι και φίλοι. Αυτά ειναι τα στραβά της ξενιτειάς.

Το πλήρες πρόγραμμα της ημερίδας μπορείτε να το δείτε εδώ. Πρόκειται για πολύ αξιόλογη εκδήλωση, όπως ταιριάζει σε ένα λεξικογραφικό γεγονός όπως είναι η κυκλοφορία του 6ου τόμου, κι ας έρχεται με κάποια καθυστέρηση αφού ο 6ος τόμος του ΙΛΝΕ κυκλοφόρησε τα Χριστούγεννα του 2016. Μάλιστα, όπως πιθανώς θα θυμούνται οι τακτικοί αναγνώστες, τον είχαμε παρουσιάσει εδώ στο ιστολόγιο πέρσι τέτοιες μέρες (για την ακρίβεια στις 24.4.2017) και ακολούθησε και δεύτερο άρθρο με έναυσμα μια επιστολή που μας έστειλε μια συντάκτρια του λεξικού, η γλωσσολόγος Ιώ Μανωλέσσου.

Επειδή όμως με την ευκαιρία της παρουσίασης του 6ου τόμου αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον, όπως φάνηκε και από το πρόσφατο αξιόλογο εκτενές άρθρο του Τάσου Κωστόπουλου στην Εφημερίδα των Συντακτών (διαβάστε και την αποτίμηση που κάνει ο γλωσσολόγος Γιώργος Ξυδόπουλος), σκέφτηκα να αφιερώσω και το σημερινό άρθρο στον έκτο τόμο του ΙΛΝΕ -το αξίζει άλλωστε.

Τα λήμματα του 6ου τόμου ξεκινούν από το «δε» και καταλήγουν στο «διάλεκτος». Από τα λήμματα αυτά ξεχώρισα ένα, που το έβαλα και στον τίτλο του άρθρου, το δερμόνι.

Και θα ξεκινήσω με ένα κουίζ. Θα σας ζητήσω να βρείτε τι σημαίνει δερμονι, διαλέγοντας μία απο τέσσερις απαντήσεις που θα σας προτείνω. Θα σας παρακαλέσω να μην το γκουγκλίσετε, δεν έχει γούστο έτσι. Στα σχόλιά σας, αν θέλετε, μου λέτε αν το βρήκατε ή όχι και αν ξέρατε τη λέξη (μπορεί να μην την ξέρατε αλλά να μαντέψατε σωστά).

Λοιπόν, δερμόνι είναι….

Α. Κομμάτι δέρμα που χρησιμοποιείται στο παπούτσι.

Β. Γρήγορο πλοιάριο.

Γ. Μεγάλο κόσκινο.

Δ. Τύπος εκζέματος.

Ε. Μικρό κυνηγετικό σακίδιο.

Ποια απάντηση είναι σωστή;

.

.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εκδηλώσεις, Κουίζ, Λεξικογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 96 Σχόλια »

Τα ρο της ηχορύπανσης

Posted by sarant στο 30 Μαρτίου, 2018

Πριν από μερικές μέρες, σε μια ομάδα του Φέισμπουκ όπου συζητάμε για τη γλώσσα, τα Υπογλώσσια, ο φίλος Θ. Αναγνωστόπουλος αναρωτήθηκε αν θα διατηρηθει στη λέξη «αντιρατσιστικός» ο κανόνας (της αρχαίας) που επιβάλλει τον διπλασιασμό του ρο, αν δηλαδή πρέπει να γράψουμε «αντιρρατσιστικός». Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και για πολλές άλλες σύνθετες λέξεις που το β’ συνθετικό τους αρχίζει από ρο, οπότε θυμήθηκα ένα παλιότερο σημείωμα που είχα γράψει (πριν αρχίσει να λειτουργεί το ιστολόγιο) για τα ρο της ηχορύπανσης -ηχορύπανση ή ηχορρύπανση;

Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στα αρχαία ελληνικά, όταν σε μια σύνθετη λέξη το β’ συνθετικό αρχιζει από ρο ενώ το α’ συνθετικό λήγει σε βραχύ φωνήεν, αυτό το αρκτικό ρο διπλασιάζεται. Έτσι, γράφουμε: απορρίπτω, αμφίρροπος, διαρρέω, επίρρημα. Το ίδιο ισχύει και στα σύνθετα με το α- στερητικό: άρρητος.

Γιατί γίνεται αυτό, δεν το ξέρω -σε άρθρο του Θ. Μωυσιάδη, απ’ όπου αντλώ υλικό, αναφέρεται ότι «το αρκτικό -ρ- διπλασιάζεται λόγω αφομοιώσεων με σιγημένο φθόγγο και με συχνό αποτέλεσμα την άρση των αλλεπαλλήλων βραχειών συλλαβών» που δεν με κάνει και πολύ σοφότερο.

Να πούμε εδώ ότι συχνά επικρατει η αντίληψη πως διπλασιάζονται όλα τα αρχικά ρο στη σύνθεση, και αυτό διοτι είναι πολύ σπάνιες οι αρχαίες σύνθετες λέξεις όπου το α’ συνθετικό λήγει σε μακρό φωνήεν κι έτσι δεν διπλασιάζουν το ρο: εύρυθμος (αλλά άρρυθμος), εύρωστος (αλλά άρρωστος), αείροος (αλλά επιρροή). Εννοείται ότι όταν το α’ συνθετικό λήγει σε σύμφωνο, το ρο δεν διπλασιάζεται (εκροή) εκτός βέβαια όταν έχουμε διπλασιασμό λόγω σύνθεσης (συν+ράπτω = συρράπτω).

Τις λέξεις που τις κληρονομήσαμε απο τα αρχαία, τις διατηρούμε έτσι. Το ερώτημα είναι, τι κάνουμε με τις νεότερες λέξεις, σε μια γλώσσα όπου το διπλό ρο δεν δηλώνεται στην προφορά και όπου δεν έχουμε μακρά ή βραχέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 112 Σχόλια »

Πότε απολογούμαστε;

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2018

Το σημερινό άρθρο αρχικά το ειχα εντάξει στα προχτεσινά μεζεδάκια, τελικά ομως αποφάσισα να το αυτονομήσω επειδή επιανε πολύ χώρο στην πιατέλα, αφού μάλιστα το ενδιαφέρον που παρουσιάζει δεν είναι απλώς επικαιρικό.

Βέβαια, η αφορμή για να τεθεί το ζήτημα ήταν ένα μικρογεγονός της επικαιρότητας, και μάλιστα της διαδικτυακής, από εκείνα που όταν σκάνε προκαλούν μεγάλο θόρυβο («σάλο» κατά το κλισέ) αλλά την επομένη ή τη μεθεπομένη έχουν ξεχαστεί κι έρχεται η σειρά για να «προκαλέσει σάλο» κάποιο άλλο συμβάν, ίνα πληρωθεί το ρηθέν «κάθε θάμα τρεις ημέρες, το μεγάλο τέσσερις».

Την περασμένη βδομάδα λοιπόν είχαμε τη διαγραφή της Έλλης Παπαγγελή από τη ΝΔ, επειδή αποκάλεσε (περίπου) Βούλγαρους τους οπαδούς του ΠΑΟΚ σε ένα σχόλιό της στο Τουίτερ ή στη σελίδα της στο Φεισμπουκ. Η Έλλη Παπαγγελή είναι μοντέλο και συχνά εκφράζει ακραίες δεξιές θέσεις, καμιά φορά με αφέλεια, όπως όταν έγραψε ότι στα δεκαπέντε χρονια της διάβασε τον Μαρξ και τον απέρριψε και άλλοτε με σοβαρότητα, όπως όταν κατήγγειλε τη «μυθολογία» του Πολυτεχνείου.

Γράφω «περίπου» διοτι αν κατάλαβα καλά, η Ε.Π. σχολίαζε μια ανακοίνωση συλλογής υπογραφών μιας μερίδας φανατικών Παοκτζήδων, η οποία έλεγε ότι, σε περιπτωση που η ομάδα τιμωρηθεί τελεσίδικα, εκείνοι θα αγνοήσουν την πρόσκληση σε ενδεχόμενη επιστράτευση: «εμείς δεν πολεμάμε για την Ελλάδα σας«. Απαντώντας σε αυτό, η Ε.Π. σχολίασε «Θα πάνε στον πόλεμο, αλλά με το βουλγαρικό στρατόπεδο» (ή κάτι τέτοιο).

Προτιμώ να μη σχολιάσω ούτε τη μια ουτε την άλλη τοποθέτηση, πάντως θέλω να επισημάνω ότι με ενόχλησε το γεγονός ότι τα περισσότερα διαδικτυακά άρθρα που κάλυπταν τις δηλώσεις της κ. Παπαγγελή συνόδευαν το άρθρο με κάποια ημίγυμνη ή αποκαλυπτική φωτογραφία της, κάτι που το βρίσκω σεξιστικό -και θα παρακαλέσω στα σχόλια να μην βάλετε τέτοιες φωτογραφίες. Κάποιοι, σε παρομοιες συζητήσεις, αντέταξαν ότι «μόνο τέτοιες φωτογραφίες βγάζει», που ίσως θυμίζει, αν και δεν είναι εντελώς ίδια περιπτωση, το «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, εκείνος είναι αράπης». Αλλά πλατειάζω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Ξενισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , , | 122 Σχόλια »

κουρου

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2018

Την πρώτη φορά που με πήγε ο πατέρας μου, πιτσιρικά, να φάω τυρόπιτα από το Άριστον, στην οδό Βουλής, δεν τον άκουσα να την παραγγέλνει, είδα όμως στη βιτρίνα που έγραφε ΤΥΡΟΠΙΤΑ ΚΟΥΡΟΥ και σκέφτηκα «Τυρόπιτα Κούρου». Ήξερα τους Κούρους από το Μουσείο, δεν θυμαμαι ακριβώς πώς τους συσχέτισα με τις τυρόπιτες, πάντως το βρήκα λογικό -ίσως σκέφτηκα πως ονομάστηκαν έτσι προς τιμή τους.

Αργότερα, άκουσα που τις προφέρανε «τυρόπιτα κουρού» και κατάλαβα πως είχα κανει λάθος, αν και δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό το «κουρού», γιατί τις λένε έτσι. Ρώτησα εδώ κι εκεί τι θα πει κουρού, δεν ξέραν να μου πούνε, ξέρανε όμως πως οι τυρόπιτες αυτές λέγονταν έτσι. Ήταν οι εποχές οι προϊντερνετικές, που οι απορίες μας δεν απαντιούνταν αμέσως.

Κάποτε έμαθα ότι αυτό το κουρού είναι το τουρκικό kuru που θα πει ξερός. Ο σημερινός ιδιοκτήτης του αρτοποιείου Άριστον εξηγεί: Ο παππούς λοιπόν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη πριν το 1900, δούλεψε σε κάποιο τυροπιτάδικο, πήρε τη συνταγή και έφερε την τυρόπιτα στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή, την ονόμαζαν στην Κωνσταντινούπολη «κουρού», που σημαίνει ξερή, ζύμη χωρίς λιπαρά.

Αλλού είδα την εξήγηση πως η τυρόπιτα λέγεται κουρού επειδή είναι χωρίς σφολιάτα. Πάντως το τουρκικό kuru πράγματι θα πει ξερός, σκέτος.

Στο λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής δεν έχει λήμμα «κουρού», εχει μόνο τα κουραφέξαλα, τον κούρο και την κουρούνα. Ούτε το λεξικό του Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στην έκδοση που έχω, καταγράφει τη λέξη. Έχει το κουρο-σίβο, αλλά όχι το κουρού, ίσως επειδή για το κουρού δεν έγραψε ο Καββαδίας.

Το Χρηστικο όμως λεξικό, της Ακαδημίας, έχει λήμμα «κουρού», ενώ επίσης καταγράφει και το κουρούμπελο (στην έκφραση «έγινα κουρούμπελο», μια από τις αμέτρητες εκφράσεις για το μεθύσι, που κάποτε πρέπει να τους αφιερώσουμε άρθρο).

Στο slang.gr διαβάζω ότι στην αργκό των κομπιουτεράδων «κουρού» λέγεται το αντίθετο του γκουρού. Αν δηλαδή γκουρού είναι ο μάγος των υπολογιστών, ο δάσκαλος, που βρίσκει λύσεις για όλα με τρόπο αυτομαγικό, ο κουρού είναι ο ατζαμής που όμως πλασάρεται για ειδήμονας κι αφήνει πίσω του συντρίμμια. Δεν είχα ακούσει τον όρο και δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα διαδεδομένος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 206 Σχόλια »