Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λεξικογραφικά’ Category

Ποια είναι η λέξη της χρονιάς για το 2018;

Posted by sarant στο 10 Δεκέμβριος, 2018

Το τέλος της χρονιάς παραδοσιακά είναι καιρός απολογισμών. Το ιστολόγιο προσπαθεί να τηρεί ευλαβικά τις παραδόσεις κι έτσι με το σημερινό άρθρο συνεχίζουμε ένα εγχείρημα που φέτος επαναλαμβάνεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, για ένατη χρονιά: πράγματι, ήρθε και φέτος το πλήρωμα του χρόνου για να διαλέξουμε τη Λέξη της Χρονιάς για το 2018.

Όταν λέμε «λέξη της χρονιάς», εννοούμε κάποια λέξη που ακούστηκε πολύ μέσα στη χρονιά που κοντεύει να τελειώσει. Δεν είναι υποχρεωτικό να είναι νεολογισμός· μπορεί να είναι λέξη που υπάρχει ήδη, αλλά να έχει πάρει καινούργια σημασία ή γενικά να σημάδεψε τη χρονιά που τελειώνει. Τη «λέξη» την εννοούμε με την ευρύτερη έννοια, δηλαδή γίνονται δεκτοί και σύμπλοκοι όροι (πέρυσι λέξη της χρονιάς ήταν σύμπλοκος όρος, και μάλιστα ξενικός, τα φέικ νιουζ ενώ το 2015 τα κάπιταλ κοντρόλς) καθώς και ακρώνυμα (το 2014, λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε ο ΕΝΦΙΑ).

Κάθε χρόνο η διαδικασία ξεκινάει περίπου την ίδια εποχή και περιλαμβάνει τρία στάδια, με τρία ισάριθμα άρθρα. Φέτος ξεκινάμε 10 Δεκεμβρίου, μία μέρα νωρίτερα από πέρυσι.

Για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, τα περυσινά αποτελέσματα θα τα βρείτε εδώ. Πέρυσι ψηφίστηκε λέξη της χρονιάς ο όρος φέικ νιουζ ενώ στη δεύτερη και τρίτη θέση είχαμε ισοβαθμία των όρων POS και αντισπισιστής. Τα προπέρσινα αποτελέσματα θα τα βρείτε εδώ. Πρόπερσι λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε το Μπρέξιτ και ακολούθησαν πρόσφυγες και χοτ σποτ. (Βλέπετε και πάλι ότι γίνονται δεκτοί και ξενικοί όροι, απλοί και σύμπλοκοι. Τα αποτελέσματα του 2015 μπορείτε να τα βρείτε εδώ. Το 2015 λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε ο σύμπλοκος όρος κάπιταλ κοντρόλς, στη δεύτερη θέση είχαμε τον όρο πρώτη φορά αριστερά και στην τρίτη το γκρέξιτ. Τα αποτελέσματα του 2014 θα τα βρείτε εδώ. Το 2014 λέξη της χρονιάς ήταν, όπως είπαμε, ο ΕΝΦΙΑ, ενώ στη δεύτερη θέση βρέθηκαν οι ιπτάμενοι αναρχικοί και στην τρίτη ο ένοικος του τάφου. Τα αποτελέσματα του 2013 μπορείτε να τα βρείτε εδώ. Το 2013, λέξη της χρονιάς ψηφίστηκε το σαξές στόρι, ενώ στη δεύτερη θέση ήρθε η βιαποπουκιανπροέρχεται και στην τριτη θέση τα άκρα/θεωρία των άκρων. Τα αποτελέσματα του 2012 μπορείτε να τα βρείτε εδώ. Το 2012 είχατε ψηφίσει για λέξη της χρονιάς την επαναδιαπραγμάτευση, στη δεύτερη  θέση το εγέρθουτου και στην τρίτη την αλληλεγγύη. Αν θέλετε να πάμε ακόμα πιο πίσω, τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας του 2011 βρίσκονται εδώ. Το 2011 πρώτη είχε έρθει, με διαφορά, η λέξη αγανακτισμένοι, ενώ στη δεύτερη και τρίτη θέση ισοβάθμησαν το κούρεμα και το χαράτσι. Τέλος, τα αποτελέσματα, του 2010, βρίσκονται εδώ. Το 2010, πρώτη χρονιά του… θεσμού, είχε έρθει πρώτη η λέξη μνημόνιο, ακολούθησε με μικρή διαφορά το ΔουΝουΤου και την τριάδα έκλεισε η τρόικα. Το 2009 δεν είχε διοργανωθεί διαγωνισμός από το ιστολόγιο.

Ίσως σας κούρασε αυτή η αναδρομή αλλά δεν είναι χωρίς ενδιαφέρον πιστεύω.

Ένας κανόνας που έχουμε καθιερώσει σε αυτές τις ψηφοφορίες είναι ότι οι λέξεις που έχουν διακριθεί τα προηγούμενα χρόνια αποκλείονται από την ψηφοφορία. Δεν είμαι και τόσο βέβαιος αν αυτός ο κανόνας πρέπει να διατηρηθεί, αλλά να δούμε πρώτα αν θα παραστεί ανάγκη.

Χωρίς να θέλω να σας επηρεάσω, θα αναφέρω μερικές λέξεις για να δώσω έναυσμα για τη συζήτηση και για τις δικές σας προτάσεις.

Όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων, στην επικαιρότητα κυριαρχούσαν όροι οικονομικοί. Φέτος έληξε το πρόγραμμα, οπότε ένας όρος που ακούστηκε ήταν η έξοδος από τα μνημόνια ή, σύμφωνα με την κυβέρνηση, η καθαρή έξοδος. Μπήκαμε ενδεχομένως στη μεταμνημονιακή εποχή, αν και αυτό μένει να αποδειχτεί στην πράξη. Στις αγορές πάντως δεν έχει βγει ακόμα η χώρα, οπότε χρησιμοποιεί το δημοσιονομικό μαξιλάρι ή μαξιλαράκι για την κάλυψη των αναγκών της τώρα που ο φτηνός δανεισμός σταμάτησε. Χάρη στο υπερπλεόνασμα του προϋπολογισμού έγινε δυνατό να δοθεί κοινωνικό μέρισμα και να γίνουν επιστροφές αναδρομικών. Ένας όρος που ακούστηκε και φέτος και έχει λεξιλογικό ενδιαφέρον ως οξύμωρο είναι ο υποκατώτατος μισθός, οξύμωρο αφού είναι κατώτερος από τον κατώτατο και ισχύει μόνο για τους νέους. Ανακοινώθηκε ότι επίκειται η κατάργησή του.

Στο πολιτικό επίπεδο, ένα γεγονός που κυριάρχησε στη χρονιά ήταν η συζήτηση για το όνομα της γειτονικής χώρας, το ονοματολογικό όπως (ανακριβώς, αν είμαστε αυστηροί) καθιερώθηκε να λέγεται ή αλλιώς το μακεδονικό ζήτημα, με κορυφαία στιγμή, και λεξιλογικά, τη Συμφωνία των Πρεσπών. Μας έδωσε κάμποσους όρους η συζήτηση για το μακεδονικό, όπως Βόρεια Μακεδονία , το όνομα που τελικά συμφωνήθηκε, αλλά και τα Σεβέρνα Ματσεντόνια (το ίδιο στα ακατονόμαστα) ή Μακεδονία του Ίλιντεν (μια πρόταση που είχε διαρρεύσει σε προηγούμενο στάδιο). Να αναφέρουμε και τα συλλαλητήρια των μακεδονομάχων, τη συζήτηση για ιθαγένεια και εθνικότητα αλλά και για μακεδονική γλώσσα όπως και τις κατηγορίες για αλυτρωτισμό. Να αναφέρω κι έναν όρο που χρησιμοποιούν αρκετοί -κι εγώ- παιγνιωδώς για τη γειτονική χώρα και τη γλώσσα της: ακατονόμαστη και τα ακατονόμαστα.

Και βέβαια, ένας όρος που ακούστηκε πάρα πολύ σε σχέση με το μακεδονικό ιδίως στο πρώτο εξάμηνο ήταν ο όρος erga omnes, η απαίτηση για ισχύ του νέου όνόματος «έναντι όλων». Κακώς δεν έχουμε βάλει άρθρο γι’ αυτή τη λέξη. Είναι βεβαίως λατινικός όρος, και να θυμηθούμε ότι εξαιτίας της απόφασης να μην εξετάζονται πλέον στις πανελλαδικές, ακούστηκαν πολύ και τα λατινικά, παρόλο που τα τελευταία αρκετά χρόνια η παρουσία τους στη ζωή των μαθητών είχε γίνει εντελώς περιθωριακή.

Σε κοινωνικό επίπεδο, από τη συζήτηση για την αναδοχή παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια αναδείχτηκε και φέτος αρκετά ο όρος τεκνοθεσία (την οποία πάντως δεν ρυθμίζει το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε). Από τις συζητήσεις για τις μίζες και τα σκάνδαλα, ιδίως στον τομέα της υγείας, πρόσεξα τον παιγνιώδη νεολογισμό Νοβάρτιστος, σε συνάρτηση με τα σκάνδαλα της Νοβάρτις, ενώ πάρα πολύ ακούστηκε και το ΚΕΕΛΠΝΟ, δημόσιος φορέας που θεωρείται ότι χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για τον χρηματισμό μέσων ενημέρωσης. Ακούω ότι θα μετονομαστεί -και στοιχηματίζω ότι ελάχιστοι ξέρουν πώς αναλύεται το ακρώνυμο (ούτε εγώ το ξέρω).

Είχαμε βέβαια και τη συμφωνία με την εκκλησία ή ίσως το σχέδιο συμφωνίας, κι έτσι ακούστηκαν για μια ακόμα φορά όροι όπως εκκλησιαστική περιουσία και χωρισμός κράτους-εκκλησίας αλλά και η μισθοδοσία κληρικών.

Είχαμε μέσα στη χρονιά την τραγωδία στο Μάτι με τους περίπου εκατό νεκρούς, και φυσικά ακούστηκαν λέξεις όπως παρανάλωμα, ενώ ενοχοποιήθηκαν τα πεύκα και συζητήθηκε πολύ αν έπρεπε να δοθεί εντολή εκκένωσης. Η πρόσφατη ειδεχθής δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη έκανε να ακουστεί ο νεολογισμός (δεν είναι βέβαια φετινός) γυναικοκτονία ενώ με τη μαρτυρική θανάτωση του Ζακ Κωστόπουλου ακούστηκε πολύ ο όρος νοικοκυραίοι με τη μειωτική χροιά που τον διαφοροποιεί -κατά τη γνώμη αρκετών- από τους «νοικοκύρηδες».

Ένας άλλος (όχι φετινός αλλά πρόσφατος) νεολογισμός που ακούστηκε αρκετά μέσα στη χρονιά που τελειώνει (και μας απασχόλησε και στο ιστολόγιο) ήταν ο ισαποστασάκιας ή ισαποστάκιας (βρίσκεται υπό εξέλιξη ένα απλολογικό φαινόμενο που δεν ξέρουμε αν θα επικρατήσει). Μέσα στη χρονιά τέθηκε σε εφαρμογή ο Γενικός Κανονισμός για την προστασία των δεδομένων ή GDPR ή … γουδουπουρού, ιδιαίτερα αισθητός σε όσους αφιερώνουμε πολύ χρόνο σε δικτυοπλοΐα.

Τα φέικ νιουζ και σκέτο φέικ ακούστηκαν πάρα πολύ φέτος αλλά δεν γίνεται να μπουν στην ψηφοφορία αφού ήταν η Λέξη της χρονιάς πέρυσι. (Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούμε να βάλουμε στην ψηφοφορία ούτε το Μπρέξιτ, παρόλο που και φέτος ακούστηκε πάρα πολύ, αφού ήταν η λέξη του 2016). Όμως θα βάλουμε την παραπληροφόρηση, όπως και τη λέξη τοξικός, μεταξύ άλλων επειδή τα αντίστοιχά τους ψηφίστηκαν διεθνώς (δείτε στο τέλος του άρθρου).

Να καταγράψουμε και το ξεβλάχεμα που ακούστηκε πολύ για μια περίοδο εξαιτίας του ισχυρισμού του Πέτρου Κωστόπουλου ότι με τα περιοδικά του ξεβλάχεψε το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Και βέβαια, ένας όρος που θα ευνοηθεί ίσως στην ψηφοφορία, αναπόφευκτα, αφού «συμβαίνει τώρα», δηλαδή εμφανίστηκε πολύ πρόσφατα, είναι τα Κίτρινα Γιλέκα, όπως ονομάστηκε το κίνημα των Γάλλων που διαμαρτύρονται για την ακρίβεια και τους φόρους (το λέω απλουστευτικά αφού σήμερα δεν κάνουμε ανάλυση αλλά καταγραφή όρων).

Κύρια ονόματα δεν γίνονται δεκτά στις ψηφοφορίες για τη Λέξη της Χρονιάς εκτός αν υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος ιδίως γλωσσικός -έτσι, δεν νομίζω πως πρέπει να βάλουμε στην ψηφοφορία π.χ. τον Μακρόν ή τη Συρία ή τον Τραμπ ή το Μάτι. Θα μπορούσαμε να βάλουμε π.χ. το «Σένγκεν» αφού εννοείται η σχετική συνθήκη ή ο χώρος ελεύθερης κυκλοφορίας ή τον Ρουβίκωνα ως όνομα της οργάνωσης (ήταν στην περυσινή ψηφοφορία).

Έγραψα πολλά, περισσότερα απ’ όσα λογάριαζα αλλά σίγουρα θα έχω παραλείψει αξιόλογες υποψηφιότητες. Περιμένω λοιπόν τις δικές σας ιδέες και προτάσεις. Μπορείτε στα σχόλιά σας να δηλώνετε περισσότερες από μία λέξεις που πιστεύετε ότι σημάδεψαν τη χρονιά που τελειώνει, έστω κι αν έχουν ήδη δηλωθεί από προηγούμενους ή από το άρθρο, έτσι ώστε να γίνεται και μια προκαταρκτική στάθμιση.

Αυτό το πρώτο στάδιο, το στάδιο της διατύπωσης των προτάσεων, φέτος θα διαρκέσει έως την Παρασκευή 14 του μηνός, στις 11 μ.μ. ώρα Ελλάδος, εκτός αν η υπόλοιπη εφορευτική επιτροπή (λέγε με Στάζιμπο) αποφασίσει διαφορετικά. Στη συνέχεια, η εφορευτική επιτροπή θα συγκεντρώσει τις επικρατέστερες προτάσεις (που θα είναι πάνω από 25, ίσως και πάνω από 50) και θα τις θέσει σε ψηφοφορία.

Η ψηφοφορία φέτος θα ξεκινήσει μάλλον τη Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου (έχουμε κάποια τεχνικά προβλήματα γι’ αυτό υπάρχει μια μικρή αβεβαιότητα), ενώ θα διαρκέσει ως τα μεσάνυχτα της 30ής Δεκεμβρίου. Παραμονή πρωτοχρονιάς θα έχουμε τα αποτελέσματα και θα ξέρουμε ποιαν διαλέξατε για Λέξη του 2018.

Λέξη της χρονιάς διαλέγουν βέβαια και άλλοι οργανισμοί, εδώ και πολλά χρόνια μάλιστα. Το λεξικό της Οξφόρδης διάλεξε τον όρο toxic, ενώ το Collins ανέδειξε τον όρο single-use, μίας χρήσης. Από την άλλη, το dictionary.com διάλεξε ως λέξη της χρονιάς τη λέξη misinformation.

Αλλά αυτά αποφάσισαν εκείνοι. Για τη δική μας ψηφοφορία περιμένω τις προτάσεις σας: Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η Λέξη της χρονιάς για το 2018;

 

Advertisements

Posted in Επικαιρότητα, Λεξικογραφικά, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: | 144 Σχόλια »

Τα τοξικά τόξα

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2018

Πλησιάζει το τέλος της χρονιάς, άρχισαν λοιπόν να εμφανίζονται άρθρα με τον απολογισμό του 2018 στον ένα ή στον άλλο τομέα -και, επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα εστιαστούμε στα άρθρα με τις Λέξεις της χρονιάς, μια διάκριση την οποία απονέμουν, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, διάφοροι οργανισμοί, φυσικά ο καθένας για τη γλώσσα του. Για τα ελληνικά το ιστολόγιό μας έχει ξεκινήσει από το 2010 την ανάλογη διαδικασία -πέρυσι βγάλαμε Λέξη της χρονιάς τον όρο «φέικ νιουζ».

Η δική μας διαδικασία ανακήρυξης της Λέξης της χρονιάς ξεκινάει κάθε χρόνο γύρω στις 10 Δεκεμβρίου και ολοκληρώνεται στις 31 του μήνα, κι αν όλα πάνε καλά δεν αποκλείεται να τη διοργανώσουμε και φέτος, όμως άλλοι φορείς έχουν ήδη ανακηρύξει τη δική τους, κάποιοι από τα μέσα Νοεμβρίου κιόλας. Έτσι, το dictionary.com επέλεξε τη λέξη misinformation, το λεξικό Collins τον όρο single-use, ενώ το λεξικό της Οξφόρδης το επίθετο toxic.

Με αυτή την τελευταία λέξη θ’ ασχοληθεί το σημερινό μας άρθρο.

Στην ανακοίνωση των υπεύθυνων του Oxford διαβάζουμε ότι διάλεξαν τη λέξη toxic για Λέξη της χρονιάς επειδή μέσα στη χρονιά διευρύνθηκε εντυπωσιακά το πεδίο εφαρμογής της ή, με δικά τους λόγια, επειδή: In 2018, toxic added many strings to its poisoned bow becoming an intoxicating descriptor for the year’s most talked about topics. It is the sheer scope of its application, as found by our research, that made toxic the stand-out choice for the Word of the Year title. Δεν το μεταφράζω για να μη χαθούν τα έξυπνα λογοπαίγνια -και επισημαίνω και την έκφραση to have/add another string to one’s bow.

Η λέξη toxic είναι ελληνικής ετυμολογίας, όπως ανέφεραν οι περισσότεροι ιστότοποι που κάλυψαν το θέμα, αν και κάποιοι έμειναν στο λατινικό ενδιάμεσο. Μεταφράζω τις ετυμολογικές πληροφορίες που δίνει ο ιστότοπος του Όξφορντ:

Το επίθετο toxic σημαίνει «δηλητηριώδης» και εμφανίστηκε πρώτη φορά στα αγγλικά στα μέσα του 17ου αιώνα, από το μεσαιωνικό λατινικό toxicus, που σημαίνει ‘δηλητηριασμένος’ ή ‘διαποτισμένος με δηλητήριο’.

Αλλά η φαρμακερή ιστορία της λέξης δεν αρχίζει από εδώ. Ο μεσαιωνικός λατινικός όρος είναι με τη σειρά του δάνειο από το λατινικό toxicum, που σημαίνει ‘δηλητήριο’, λέξη που ανάγεταο στο ελληνικό τοξικόν φάρμακον, το φονικό δηλητήριο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για να αλείφουν τις αιχμές των βελών τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα λατινικά δεν μεταφέρθηκε η λέξη φάρμακον, που σήμαινε το δηλητήριο, αλλά η λέξη τοξικόν που προέρχεται από τη λέξη τόξον.

Ότι φάρμακον στα αρχαία σήμαινε δηλητήριο, το έχουμε πει στο ιστολόγιο παλιότερα. Τοξικόν φάρμακον λοιπόν, το δηλητήριο για τα τόξα. Για τα βέλη, θα έλεγε κάποιος αυστηρός, αφού τα βέλη άλειφαν με το φαρμάκι, αλλά η οικονομία της γλώσσας έτσι το θέλησε. Να το θυμηθούμε αυτό την επόμενη φορά που θα μας πει κάποιος «ακολουθήστε τα τόξα» και θα τον ειρωνευτούμε για αγράμματο που δεν είπε «ακολουθήστε τα βέλη». Και οι αρχαίοι ημών έτσι σκέφτηκαν.

Όσο για την απόπτωση του ουσιαστικού και την παράλληλη ουσιαστικοποίηση του επιθέτου, είναι κοινός τόπος στη γλώσσα. Όπως το τοξικόν φάρμακον έγινε σκέτο τοξικόν έτσι και ο ποντικός μυς έγινε ποντικός ή το νεαρόν ύδωρ έγινε νεαρόν και μετά νηρόν και νερόν/νερό, ως τις μέρες μας που η χωριάτικη σαλάτα έγινε χωριάτικη και το κινητό τηλέφωνο: κινητό.

Οι ετυμολογικές πληροφορίες του Όξφορντ είναι σωστές, αν και αναφέρει ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήταν εκείνοι που άλειφαν τα βέλη τους με δηλητήριο ενώ το λεξικό του Μπαμπινιώτη λέει ότι τη συνήθεια αυτή την είχαν οι Κέλτες και οι Σκύθες. Ο Αριστοτέλης δίνει δίκιο στον Μπαμπινιώτη, μια και λέει:

Φασὶ δὲ παρὰ τοῖς Κελτοῖς φάρμακον ὑπάρχειν τὸ καλούμενον ὑπ’ αὐτῶν τοξικόν· ὃ λέγουσιν οὕτω ταχεῖαν ποιεῖν τὴν φθορὰν ὥστε τῶν Κελτῶν τοὺς κυνηγοῦντας, ὅταν ἔλαφον ἢ ἄλλο τι ζῷον τοξεύσωσιν, ἐπιτρέχοντας ἐκ σπουδῆς ἐκτέμνειν τῆς σαρκὸς τὸ τετρωμένον πρὸ τοῦ τὸ φάρμακον διαδῦναι…..

Μετάφραση δεν χρειάζεται στους απογόνους των τρισχιλιετών. Λέει πως οι Κέλτες έχουν ένα δηλητήριο, που το αποκαλούν τοξικό και, όπως λένε, τόσο γρήγορη δράση έχει ώστε, όταν κυνηγούν και χτυπήσουν με το τόξο ελάφι ή άλλο ζώο πρέπει να βιαστούν και να κόψουν το χτυπημένο μέρος της σάρκας του ζώου πριν διαδοθεί το δηλητήριο και στο υπόλοιπο.

Να σημειωθεί εδώ πως το επίθετο «τοξικός» το χρησιμοποιούσαν και για άλλες χρήσεις οι αρχαίοι ημών, όχι μόνο για το τοξικόν φάρμακον. Ας πούμε, τοξική στολή δεν ήταν μια στολή που αρρωσταίνεις όταν τη φοράς αλλά ο εξοπλισμός του τοξότη, ενώ τοξικος κάλαμος ένα καλάμι κατάλληλο για βέλη. Η αυτονόμηση και ουσιαστικοποίηση του επιθέτου έρχεται μερικούς αιώνες αργότερα, π.χ. στον γιατρό Διοσκουρίδη, τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Τα υπόλοιπα της ετυμολογικής αλυσίδας τα είδαμε παραπάνω. Και τον 19ο αιώνα επανακάμπτουν στα ελληνικά, μέσω γαλλικών, οι επιστημονικοί όροι αυτής της οικογένειας, όπως η τοξίνη και η τοξιναιμία, η τοξικολογία και η τοξικότητα, ενώ η τοξικομανία πρέπει να είναι του εικοστού αιώνα.

Αντιδάνεια; Θεωρητικά ναι, αφού οι γαλλικές λέξεις όπως toxicologie κτλ. ανάγονται σε ελληνική λέξη, όμως η ελληνική βιβλιογραφία τους όρους αυτούς δεν τους χαρακτηρίζει αντιδάνεια αλλά (ο Μπαμπινιώτης) «μεταφορά ελληνογενούς ξένου όρου».

Πριν φύγουμε από τα ετυμολογικά, μια τελευταία επισήμανση. Η ετυμολογία του «τοξικού» (όπως και πολλών άλλων λέξεων) δείχνει πόσο πλανημένη είναι η άποψη ότι, τάχα, η ετυμολογία φανερώνει το αληθινό νόημα/το βαθύτερο νόημα των λέξεων. Λέτε το αληθινό ή το βαθύτερο νόημα της σημερινής λέξης «τοξικός» (π.χ. ο ασθενής διακομίστηκε με τοξικό σοκ) να βρίσκεται στο τόξο; Όχι βέβαια. Η ετυμολογία, παρά το γεγονός ότι έτυμον = αληθές, δεν δείχνει παρά τον τρόπο που σκέφτηκαν εκείνοι που ονομάτισαν έτσι το κάθε πράγμα.

Ας επιστρέψουμε όμως στον τοξικό, αλλά στα σημερινά πλέον χρόνια.

Ως πολύ πρόσφατα, το επίθετο «τοξικός» έμενε περιορισμένο στην επιστημονική ορολογία. Είχαμε τοξικές ουσίες, τοξικά αέρια, τοξικό νέφος, τοξικό σοκ και άλλες τέτοιες κυριολεκτικές, επιστημονικές χρήσεις. Είχαμε και τοξικά φάρμακα, όχι φυσικά με την αρχαία σημασία παρά με τη σύγχρονη, φάρμακα που επιδρούν τοξικά. Είχαμε και τοξικά απόβλητα.

Στον αιώνα μας, το επίθετο αρχίζει και χρησιμοποιείται, πρώτα στα αγγλικά, ολοένα και περισσότερο μεταφορικά κι έτσι έχουμε π.χ. τα τοξικά ομόλογα (από τα μεγάλα έντυπα λεξικά μας, μόνο το Χρηστικό της Ακαδημίας καταγράφει τον όρο). Τοξικά ειπώθηκαν τα ομόλογα επειδή, έχοντας χάσει μεγάλο μέρος της αξίας τους, προκαλούν ζημιά στον κάτοχό τους, όπως μια τοξική ουσία.

Και οι μεταφορικές χρήσεις επεκτάθηκαν περαιτέρω, σε τοξικά συναισθήματα, τοξικές σχέσεις, τοξικό περιβάλλον, τοξική συμπεριφορά -αυτά όλα πρέπει να είναι του εικοστού πρώτου αιώνα φράσεις, παλιότερα αντί για «τοξικό» θα λέγαμε «φθοροποιό» ή «ψυχοφθόρο». Ενδεικτικό είναι ότι το ΜΗΛΝΕΓ, το μεγάλο ηλεκτρονικό λεξικό που συντάσσεται αυτή την περίοδο, έχει εκτενείς αναφορές στις μεταφορικές χρήσεις της λ. τοξικός.

Και ειδικά στις ΗΠΑ πέρυσι, με την υπόθεση του δικαστή Κάβανο, έδωσε και πήρε ο όρος toxic masculinity, τοξική αρρενωπότητα δηλαδή. Με παραξενεύει, αλλά βρίσκω πως ο όρος έχει προλάβει να αποκτήσει λήμμα και στην ελληνική Βικιπαίδεια.

Αν αξιωθούμε και κάνουμε και φέτος ψηφοφορια για τη λέξη της χρονιάς στο ιστολόγιο, θα βάλουμε κι εμείς τη λέξη ‘τοξικός’ στο ψηφοδέλτιο. Λέτε να διακριθεί και στα ελληνικά;

 

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 182 Σχόλια »

Τζιμάνι, μια ανακεφαλαίωση

Posted by sarant στο 7 Νοέμβριος, 2018

Στο σημερινό άρθρο θα πούμε πράγματα γνωστά στους ταχτικούς και στους ισχυρομνήμονες αναγνώστες του ιστολογίου, αφού θα ανακεφαλαιώσουμε πράγματα που έχουν ήδη γραφτεί σε σχόλια. Ανακεφαλαίωση σημαίνει και ανακύκλωση, σ’ ένα βαθμό, γι’ αυτό και ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη που θα διαβάσετε πράγματα που τα έχουμε ξαναπεί και μάλιστα πολύ πρόσφατα.

Ωστόσο, η ανακεφαλαίωση είναι απαραίτητη κατά τη γνώμη μου, επειδή η αρχική συζήτηση είχε γίνει στα σχόλια ενός εντελώς άσχετου άρθρου, η δε αναφορά που έκανα προχτές δεν ήταν πλήρης. Με τη σημερινή ανακεφαλαίωση παρουσιάζεται πλήρης η εικόνα της ετυμολογίας της λέξης «τζιμάνι» έτσι ώστε να μπορεί κανείς να βρει σε ένα μέρος όλα όσα έχουμε πει και να τα σχολιάσει, ενώ ελπίζω ότι με τα σχόλιά σας μπορεί να ξεκαθαρίσουν μια-δυο εκκρεμότητες που υπάρχουν. Και άλλα άρθρα του ιστολογίου χρειάζονται τέτοιο νοικοκύρεμα.

Πράγματι, η αρχική συζήτηση είχε γίνει πριν από δυόμισι χρόνια, σε ένα άρθρο για τις λέξεις γέμελος και μπινιάρης (σημαίνουν και οι δυο «δίδυμος»). Εκεί, ο φίλος μας ο Κόρτο είχε αναρωτηθεί αν η λέξη «τζεμάλι», παράλληλος τύπος της γνωστότερης «τζιμάνι», μπορεί να προέρχεται από την ιταλική  gemelli (δίδυμοι).

Η εικασία αυτή δεν ήταν σωστή, αλλά αναπόφευκτα τέθηκε στη συζήτηση η ετυμολογία της λέξης «τζιμάνι». Βγάλαμε ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία τα ανέφερα την περασμένη Παρασκευή, πολύ περιληπτικά, στην ομιλία μου για τα Ληξιαρχεία της γλώσσας, που αναδημοσιεύτηκε και εδώ προχτές. Η αναδημοσίευση προκάλεσε νέες συζητήσεις καθώς και κάποια ερωτήματα -που θα τα συζητήσουμε σήμερα.

Το αρχικό ερώτημα του Κόρτο είναι πολύ καλά διατυπωμένο:

Τζεμάλι: τζιμάνι ή τζεμάνι, ο πολύ ικανός, που καταπιάνεται με όλα και τα καταφέρνει όλα.
Γνωστή η λέξη από το τραγούδι του Αντώνη Νταλγκά το μπαγλαμαδάκι σπάσε:

«Ήτανε παιδί τζεμάλι, πρώτος στον λουλά
και τον εζηλεύαν όλοι μες τη γειτονιά».

Επίσημη ετυμολογία: αγγλ. g-man `ειδικός πράκτορας του FBI

Δεν πείθομαι ιδιαιτέρως με τον πράκτορα του FBI στην προπολεμική Ελλάδα. Υπάρχει καμιά άλλη προσέγγιση; Ίσως κάποια σχέση με τον γέμελο;

Να προσέξουμε ότι για το τζιμάνι όλα τα λεξικά: ΛΚΝ, Μπαμπινιώτη (Γενικό αλλά και Ετυμολογικό), Χρηστικό, αλλά και το πρόσφατο ΜΗΛΝΕΓ, δίνουν την ίδια ετυμολογία, με την ίδια διατύπωση. Αυτή η ομοφωνία είναι βέβαια σημαντικό στοιχείο, αλλά όποιος έχει λεξικογραφική πείρα ξέρει ότι πολλές φορές δεν σημαίνει και πάρα πολλά: όταν δεν έχει προβληθεί κάποια εναλλακτική άποψη, τα λεξικά συνηθίζουν να υιοθετούν τις ετυμολογίες των προγενέστερων -είναι ανθρωπίνως αδύνατο να κάνεις ειδική ετυμολογική έρευνα για κάθε μία από τις χιλιάδες λέξεις του λεξικού σου, οπότε φυλάς τους πορους σου για τις αμφισβητούμενες περιπτώσεις. Για τη λέξη «τζιμάνι» δεν είχε εγερθεί ως τώρα αμφισβήτηση.

Ώστε τζιμάνι ο τζι-μαν, ο πράχτορας του FBI, ικανός, έξυπνος και γενναίος, που λογικό είναι να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού, και που θα μπορούσε να έχει περάσει και στην ελληνική γλώσσα μέσα από τις ταινίες του υποκόσμου και τα περιοδικά τύπου Μάσκας. Αυτή την εξήγηση την δεχόμουν κι εγώ, κι αν ανατρέξετε στη συζήτηση στο προπέρσινο άρθρο θα δείτε ότι αρχικά αυτήν υποστήριζα και ήμουν δύσπιστος σε εναλλακτικές εξηγήσεις -όμως, επειδή έχω μάθει πια να μην ερωτεύομαι ετυμολογίες και θεωρίες, όταν είδα ότι τα στοιχεία υπέρ της εναλλακτικής θεωριας ήταν παραπάνω από πειστικά, αναθεώρησα.

Διότι, το βασικό εδώ είναι η χρονολόγηση, και το λέει θαυμάσια ο Κόρτο πιο πάνω: δεν πείθει ιδιαίτερα ο πράκτορας του FBI στην προπολεμική Ελλάδα. Στη μεταπολεμική, θα έπειθε. Αφενός επειδή, με εξαίρεση τις ναυτικές λέξεις, είναι ελάχιστες οι λέξεις που πέρασαν απευθείας από τα αγγλικά στα ελληνικά, χωρίς δηλ. να μεσολαβήσει η γαλλική ή η ιταλική, πριν από το 1945.

Για να γενικεύσω λίγο, νομίζω ότι αυτός ο εμπειρικός κανόνας έχει ισχύ σχεδόν αξιώματος: δεν υπάρχουν λαϊκά δάνεια απευθείας από τα αγγλικά στην προπολεμική γλώσσα, εκτός ναυτικών λέξεων και ειδικής ορολογίας (πχ. σπορ). Κάποιοι προτείνουν σαν πιθανό δίαυλο δανεισμού τους μετανάστες, που κάποιοι από αυτούς (λίγοι πάντως) επέστρεφαν ήδη από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, αλλά δεν ξέρω καμιά λέξη που να μπήκε στην ελληνική γλώσσα από τους ελληνοαμερικάνους μετανάστες πριν το 1940. Ξέρετε εσείς;

Αυτό θα αρκουσε, αλλά υπάρχει και μια επιπρόσθετη δυσκολία, ότι και τα αγγλικά ο όρος G-man, από τον οποίο υποτίθεται ότι φτιάχτηκε η ελληνική λέξη, εμφανίζεται μάλλον αργά. Το 1930 κατά το etymonline που επαναλαμβάνει την αναφορά του OED (η παλαιότερη ανεύρεση του 1917 αφορά ιρλανδική χρήση και δεν μας ενδιαφέρει), το 1928 κατά τo Merriam-Webster. Μιλάμε για πρώτες ανευρέσεις, αλλά ο όρος έγινε γνωστός και ευρέως διαδεδομένος αργότερα, ίσως στα χρόνια του Β’ Παγκ. Πολέμου (απ’ όπου και η αφίσα αριστερά).

Είναι δύσκολο μέσα σε λίγα χρόνια από την πρώτη εμφάνισή του, ενώ καλά καλά δεν είχε διαδοθεί ευρέως ο όρος στην Αμερική, να πέρασε στην Ελλάδα, και ειδικά και μόνο στην Ελλάδα χωρίς να περάσει σε άλλες χώρες. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι πολύ δύσκολο.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γιώργος Κάτος, στο λεξικό της περιθωριακής γλώσσας, γράφει για τη λέξη τζιμάνι: ότι διαδόθηκε στην Ελλάδα μεταπολεμικά από τα αμερικανικά αστυνομικά έργα όπου πρωταγωνιστής, δηλ. τζίμαν, ήταν ο αστυνομικός Λέμι Κόσιον που τον ερμήνευε ο Έντι Κονσταντίν. Ο Κάτος είναι καλός ερευνητής αλλά δεν είναι ιστορικός γλωσσολόγος και εδώ αστοχεί διότι η λέξη «τζιμάνι» έχει μπει στη γλώσσα μας πριν από το 1945.

Καιρός όμως να ανατρέξουμε στα σώματα κειμένων, να δούμε πότε εμφανίζεται ο τύπος «τζιμάνι» και ο παράλληλος τύπος «τζιμάλι» και «τζεμάλι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανακεφαλαιώσεις, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , | 148 Σχόλια »

Τα ληξιαρχεία της γλώσσας

Posted by sarant στο 5 Νοέμβριος, 2018

Την Παρασκευή που μας πέρασε ήμουν προσκαλεσμένος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης για να δώσω μια διάλεξη στους φοιτητές του Μεταπτυχιακού «Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία. Διδακτική της Γλώσσας». Νομίζω πως η διάλεξη πήγε πολύ καλά, κυρίως όσον αφορά την προσέλευση και τη συμμετοχή των φοιτητών, παρόλο που ήταν στο τέλος της εβδομάδας, απόγευμα Παρασκευής.

Στην ομιλία μου ασχολήθηκα με ένα θέμα που το έχω επανειλημμένα θίξει στο ιστολόγιο, αλλά δεν του έχω αφιερώσει ειδικό άρθρο: τη χρονολόγηση της πρώτης εμφάνισης λέξεων. Ενδεικτικός είναι και ο τίτλος της ομιλίας: Τα ληξιαρχεία της γλώσσας: Αναζητώντας την πρώτη εμφάνιση λέξεων και φράσεων.

Τα περισσότερα παραδείγματα που ανέφερα τα έχουμε συζητήσει ήδη στο ιστολόγιο, αλλά όχι κάτω από αυτή τη σκοπιά.

Δυστυχώς, από δικη μου αμέλεια δεν ηχογραφήθηκε η ομιλία κι έτσι θα αρκεστούμε στο γραπτό κείμενο -από το οποίο βέβαια ξέφυγα μερικές φορές. Δεν θα παραθέσω ολόκληρο το κείμενο αλλά περίπου τα δύο τρίτα του, που αφορούν τη χρονολόγηση λέξεων. Αφήνω δηλαδή απέξω τη χρονολόγηση φράσεων, που είναι θέμα πιο γνωστό στους αναγνώστες του ιστολογίου, καθώς και τον επίλογο της ομιλίας -η οποία έτσι εμφανίζεται να τελειώνει απότομα.

Τη φωτογραφία την έβγαλε φίλος του ιστολογίου -πριν αρχίσει η ομιλία, να εξηγούμαστε.

Τα ληξιαρχεία της γλώσσας

Καλησπέρα σας, θέλω να ευχαριστήσω το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης και την κυρία Ευγενία Μαγουλά για την τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να με προσκαλέσουν να μιλήσω απόψε στο μεταπτυχιακό σας, και σας ευχαριστώ κι εσάς που μου κάνατε την τιμή να έρθετε εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εκδηλώσεις, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 155 Σχόλια »

Η καθημερινότητα και η εξωστρέφεια

Posted by sarant στο 16 Οκτώβριος, 2018

Θα αναρωτιέστε τι κοινό έχουν αυτές οι δυο λέξεις και γιατί συγκατοικούν στον τίτλο.

Εκ πρώτης όψεως όχι πολλά, αλλά απασχολούν και οι δυο εναν φιλο του ιστολογιου, ο οποίος μού έθεσε ορισμένα ερωτήματα, που θα σας τα παρουσιάσω να δω και τη δική σας γνώμη.

Μου γράφει ο φίλος:

Με αρκετές λέξεις νοιώθω αμήχανα: όχι τόσο επειδή είναι καινούργιες, όσο επειδή δεν καταλαβαίνω το νόημα τους, όσο και να προσπαθώ.

Δύο χαρακτηριστικές τέτοιες λέξεις είναι η “καθημερινότητα” και η “εξωστρέφεια”. Από όσο γνωρίζω δεν θα τις βρει κανείς στα παλιά λεξικά. Δεν είναι όμως λέξεις που προέρχονται από την αργκό, και η λογιοσύνη τους είναι χτυπητή.

Καθημερινότητα παλιότερα ονομαζόταν αραιά και πού η ρουτίνα. Σήμερα όμως έχει αποκτήσει νέες ιδιότητες, που μέχρι πρότινος ήταν στη σφαίρα αρμοδιότητας της καθημερινής ζωής. Εξωστρέφεια αμφιβάλλουμε αν υπήρχε σαν λέξη μέχρι πριν λίγα χρόνια, και είναι η μεταφορά μιας ψυχολογικής ή και ψυχιατρικής έννοιας στην κοινωνική και πολιτική μας ζωή.

Καμία από τις δύο λέξεις δεν έχει ακριβή μετάφραση στα αγγλικά, και γι αυτό κανείς αναρωτιέται πού στον κόρακα μας φύτρωσαν, αφού τέτοιου είδους λέξεις συνήθως μας έρχονται από έξω. Δεν υπάρχουν ούτε everydayness (τουλάχιστον δεν υπήρχε μέχρι πολύ πρόσφατα) ούτε extrovertedness. Υπάρχουν το επίθετο everyday, που έχει την έννοια όμως του κοινού, του συνηθισμένου (άρα και αδιάφορου) καθώς και το extrovert, που σημαίνει εξωστρεφής, αλλά με πιθανώς αρνητικές προεκτάσεις, όπως σε έναν επιδειξιομανή ή και επιδειξία ακόμα.

Η καθημερινότητα παρουσιάζεται σαν μία έννοια χωρίς αρνητική φόρτιση, ίσως και με ελαφρώς θετική. Παράξενο για μία λέξη που μέχρι πριν λίγα χρόνια είχε μόνο την έννοια της ρουτίνας, η οποία σπάνια απαντάται με θετικό πρόσημο. Ενώ η επέκταση των εννοιών που καλύπτει κάνει πολύ δύσκολο να την ξεχωρίσει κανείς από την καθημερινή ζωή. Μάλιστα, εξωραΐζει την καθημερινή ζωή, τόσο ώστε να μπορεί να ειπωθεί ότι “η καθημερινότητα είναι το λάιφσταϋλ του φτωχού”. Αλλά τότε, οι αριστεροί τουλάχιστον, που επαγγέλλονται την αλλαγή της ζωής όλων, θα έπρεπε να αποφεύγουν τη λέξη.

Η εξωστρέφεια είναι ακόμα χειρότερη περίπτωση: αποτελεί δάνειο από την ψυχολογία στην κομματική ορολογία, όπου η καλή “εξωστρέφεια” ανταγωνίζεται την κακή “εσωστρέφεια”, με τη δεύτερη να σημαίνει τις εσωκομματικές διαφωνίες (και κατά συνέπεια όμως την ουσιαστική πολιτική συζήτηση) και την πρώτη τίποτα παραπάνω από την προπαγάνδιση των κομματικών θέσεων με ζέση (και ταυτόχρονα υποταγή στην εκάστοτε κομματική γραμμή). Σήμερα παρουσιάζεται σαν κάτι απαραίτητο για οποιαδήποτε υπηρεσία ή οργανισμό, δημόσιο, συνεταιριστικό ή ιδιωτικό, αν και παραμένει ασαφές τι ακριβώς πρέπει κανείς να κάνει για να την επιτύχει. Να αρχίσει να φωνάζει μέχρι να ασχοληθούν όλοι μαζί του; Ή μήπως ακόμα και να βγάλει το μόριο του στη φόρα, εν ανάγκη να τα κοπανάει και στο τραπέζι, όπως κάνουν ορισμένοι ακραία εξωστρεφείς;

Προσπαθώ να καταλάβω ποια ακριβώς ανάγκη προσπαθούν να καλύψουν αυτές οι δύο λέξεις, και δεν μπορώ να τη βρω. Αν μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει, θα ήμουν ευγνώμων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Τι ήταν το «άγαλμα» στο τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου;

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2018

Διάβασα κάπου ότι ο δίσκος «Ο δρόμος» του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με βασικό ερμηνευτή τον Γιάννη Πουλόπουλο, που κυκλοφόρησε το 1969, έχει κάνει τις περισσότερες πωλήσεις από όλους τους ελληνικούς δίσκους μακράς διαρκείας, ξεπερνώντας το 1 εκατομμύριο ήδη από την εποχή του βινυλίου.

Τον δίσκο τον ξανάκουσα τώρα, πριν γράψω το άρθρο, και, πέρα από την απόλαυση και τη νοσταλγία, πρόσεξα λίγο περισσότερο τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που αγγίζουν κατά τη γνώμη μου τη στιχουργική τελειότητα. Μπορείτε να θυμηθείτε κι εσείς τη θαυμάσια αυτή δουλειά εδώ, αλλά στο σημερινό άρθρο δεν θ’ ασχοληθούμε με ολόκληρο τον δίσκο, αλλά μ’ ένα μονάχα τραγούδι του, το πασίγνωστο Άγαλμα. Ας το ακούσουμε:

Το μόνο κακό μ’ αυτά τα τραγούδια, αναπόφευκτο για εμάς τους κάπως μεγαλύτερους, είναι ότι τα έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές κι έχουν, όσο και να το κάνεις, κάπως τριφτεί.

Όμως εδώ δεν θα μουσικολογήσουμε, αλλά ούτε και θα λεξιλογήσουμε -έτσι γι’ αλλαγή. Θα μυθολογήσουμε ή πιο σωστά θ’ ασχοληθούμε με κάτι που λέγεται για το τραγούδι αυτό, που το βρίσκω αβάσιμο -και με έναυσμα τη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πούμε και μερικά γενικότερα πράγματα.

Λοιπόν, πριν από μερικές μέρες, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης ανέβασε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ το γιουτουμπάκι με το Άγαλμα, συνοδεύοντάς το από το εξής σχόλιο:

Θα μαλλιάσει η γλώσσα μου να το επαναλαμβάνω.

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν είναι παράφρων να βάζει τον ερωτοκαμμένο ήρωά του να πιάνει την κουβέντα με προτομές ή με αδριάντες ηρώων ή ευεργετών.

«Αγάλματα» έλεγαν στον καιρό του τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο, που έστεκαν στο ίδιο πόστο με καύσωνα ή με αγιάζι. Από μια τέτοια παρηγορείται ο ήρωας του τραγουδιού. Ακούστε το έτσι και θα σάς φανεί ασυγκρίτως συγκινητικότερο.

Πριν προχωρήσω, και επειδή μας διαβάζουν και παιδιά, να παρατηρήσω ότι κανονικά ο «ερωτοκαμένος», όπως και ο σκέτος καμένος γράφονται με ένα μι. Ο υπουργός Πάνος μπορεί να γράφει όπως θέλει το επώνυμό του, όπως και ο πρώην πρωθυπουργός κ. Πικραμμένος, αλλά οι μετοχές αυτές γράφονται κανονικά με ένα μι, καμένος, πικραμένος. Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, ο Χρ. Χωμενίδης προβάλλει τον εντυπωσιακό ισχυρισμό ότι λάθος ακούγαμε τόσα χρόνια το κοσμαγάπητο αυτό τραγούδι, ότι θα ήταν παράφρων ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αν έβαζε το άγαλμα να σκουπίζει τα μάτια του άτυχου ερωτευμένου, ότι στην καθομιλουμένη της εποχής έλεγαν «αγάλματα» τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο και ότι μια τέτοια κοπέλα παρηγόρησε τον νεαρό. Η ανάρτηση είχε αρκετή απήχηση, αφού αναδημοσιεύτηκε 29 φορές.

Οι εντυπωσιακοί ισχυρισμοί χρειάζονται και εντυπωσιακά καλή τεκμηρίωση, και ο Χωμενίδης δεν παρουσιάζει κανένα τεκμήριο που να στηρίζει τα όσα λέει. Ομολογώ ότι, αν και μεγαλύτερος σε ηλικία, δεν έχω πουθενά συναντήσει να αποκαλούν «αγάλματα» τις κοπέλες που κάνουν πεζοδρόμιο. Τροτέζες, ναι. Καλντεριμιτζούδες, ναι. Αγάλματα, όχι.

Θα μου πείτε, μπορεί να το λέγανε και να μην το ξέρω. Ωστόσο, ανέτρεξα και σε λεξικά, γενικά και ειδικά, χωρίς αποτέλεσμα. Στο πληρέστατο λεξικό Γεωργακά, που συντάχθηκε ακριβώς στη δεκαετία του 1960, δεν υπάρχει καμία αναφορά τέτοιας σημασίας. Θα μου πείτε, ήταν όρος της αργκό. Μα, ούτε στο λεξικό της Λαϊκής, του Δαγκίτση, ούτε στο λεξικό της πιάτσας, του Καπετανάκη βρίσκω τίποτα. Ούτε στο slang.gr, αλλά ούτε και στο, εξαντλητικά πλήρες, Λεξικό της Λαϊκής και της Περιθωριακής Γλώσσας, του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει ονλάιν.

Αλλά ποιος ο λόγος να προσφεύγουμε σε λεξικά για ένα κείμενο που ο δημιουργός του ζει και βασιλεύει. Κάποτε που είχα αμφιβολία αν καταλαβαίνω σωστά έναν στίχο του Φώντα Λάδη, του έστειλα μέιλ και τον ρώτησα (και είχα καταλάβει λάθος). Επειδή όμως δεν έχω την τύχη να γνωρίζω τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, καταφεύγω σε μια συνέντευξή του στο Ποντίκι, όπου, για καλή μας τύχη, μιλάει για το τραγούδι αυτό.

Αυτά που γράφετε στους στίχους σας είναι πράγματα που έχετε ζήσει ή που θα θέλατε να έχετε ζήσει;
Κατά κανόνα, πράγματα που έχω ζήσει, αλλά, όταν γράφεις, δημιουργείς στην ψυχή σου συνθήκες που σου επιτρέπουν να γράψεις. Τα περισσότερα μπορεί να είναι επινοημένα. Αλλά ξέρεις, για παράδειγμα, πώς είναι να είσαι προδομένος, να πονάς. Το «Άγαλμα» μιλάει για απεριόριστη μοναξιά. Αυτός δεν έχει να πάει πουθενά, πού να μιλήσει, είναι όλες οι πόρτες σφαλιστές. Το άγαλμα τον ακούει, και φεύγει από το βάθρο του για να τον συντροφέψει στον δρόμο.

Κατόπιν τούτου, θαρρώ πως είμαστε αναγκασμένοι να συμπεράνουμε πως  η εκδοχή που πλασάρει ο Χ. Χωμενίδης δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Γράφω «που πλασάρει», διότι βλέπω στον ιστότοπο των στίχων να αναφέρεται η ίδια θεωρία από το 2006: Ίσως να χαλάω την εικόνα που μπορεί να έχει κάποιος όσον αφορά το υπέροχο αυτό άσμα, αλλά πρέπει να ξέρετε ότι τις δεκαετίες 60-70, αγάλματα αποκαλούσαν τις γυναίκες του πεζοδρομίου. Ίσως αυτό εννοούσε ο Παπαδόπουλος.

Θα μου πείτε, δεν ενισχύει αυτό τη θεωρία Χωμενίδη; Δεν θα το έλεγα. Το ότι υπάρχουν και άλλοι που διαδίδουν την ίδια θεωρία, σημαίνει απλώς ότι είναι κάτι που έχει ειπωθεί από παλιότερα και ότι δεν το σκέφτηκε τώρα ο Χ. Χωμενίδης. Για να φέρω ένα άλλο παράδειγμα, μόλις χτες είδαμε ότι, σύμφωνα με δεκάδες ιστότοπους, η παρετυμολογία της Αιγύπτου από τη φράση «υπτίως του Αιγαίου» οφείλεται στον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα. Κι όμως αυτό δεν ισχύει. Επειδή κάτι το επαναλαμβάνουν πολλοί δεν σημαίνει ότι ισχύει.

Και εδώ που τα λέμε, στα δικά μου τουλάχιστον τα μάτια είναι εξαιρετικά υποβλητική η εικόνα του άψυχου, χάλκινου ή μαρμάρινου, ψυχρού αντικειμένου που συγκινείται από τον καημό του νεαρού και βουρκώνει -και μετά κατεβαίνει από το βάθρο του για να τον παρηγορήσει. Με απογοητεύει ότι ένας συγγραφέας βρίσκει «παραφροσύνη» την ποιητικότατη αυτή εικόνα, που βέβαια αντλεί από ένα γνωστό μοτίβο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που το βρίσκουμε π.χ. στον Ντον Ζουάν του Μολιέρου (και στην όπερα Ντον Τζοβάνι του Μότσαρτ), και στο παλιότερο έργο του Τίρσο ντε Μολίνα και στον θρύλο του Δον Ζουάν, όπου το άγαλμα του Διοικητή κατεβαίνει από το βάθρο του, όχι από συγκίνηση πια αλλά για να τιμωρήσει τον αμαρτωλό κεντρικό ήρωα. Δεν θα έλεγε βέβαια κανείς… παράφρονα τον Μολιέρο ή τον Λορέντσο ντα Πόντε.

Για να γενικεύσουμε λίγο, και να μη μου πείτε ότι σπατάλησα ολόκληρο άρθρο για να διορθώσω τον καημένο τον Χωμενίδη, τέτοιες «ανασκευές» είναι συχνές τον καιρό του Διαδικτύου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με τη φράση «πράσινα άλογα» που τη λέμε για κάτι το παράλογο. Βγήκε κάποτε κάποιος εξυπνάκιας και είπε «Μα, τρελοί είσαστε; Υπάρχουν πράσινα άλογα; Δεν ξέρετε την αρχαία φράση «πράσσειν άλογα», που θα πει ‘φέρομαι παράλογα’;» Βέβαια, όπως έχουμε πει αναλυτικά στο ειδικό άρθρο που έχουμε αφιερώσει στην έκφραση αυτή, τέτοια «αρχαία φράση» δεν παραδίδεται πουθενά στη γραμματεία, ενώ για μια σειρά λόγους είναι μάλλον εύλογο να θεωρείται το πράσινο (ανύπαρκτο) άλογο ως σύμβολο μιας παράλογης κατάστασης -άλλωστε ανάλογες εκφράσεις, με πράσινα άλογα, υπάρχουν και σε άλλες γλώσσες.

Ο άνθρωπος είναι πλάσμα φιλέρευνο, αναζητά εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων, θέλει να βρίσκει την αιτία των πραγμάτων και την προέλευσή τους -μαζί και των λέξεων ή των εκφράσεων. Το να δίνεις μιαν εξήγηση διαφορετική από αυτήν που φαίνεται πεζή και εύλογη, είναι ένας τρόπος να ξεχωρίσεις, να τέρψεις το κοινό σου, να τραβήξεις την προσοχή. Το ίδιο ισχύει και όταν προσφέρεις μιαν εξήγηση για μια έκφραση για την προέλευση της οποίας καμιά πειστική θεωρία δεν έχει διατυπωθεί.

Αυτό άλλωστε έκανε κατά κόρον ο μακαρίτης ο Τάκης Νατσούλης, που τις ευφάνταστες εξηγήσεις του τις έχουμε κατ’ επανάληψη ανασκευάσει σε διάφορα άρθρα -έχουμε, μάλιστα, πλάσει και τον όρο «νατσουλισμός» για όποιον πλάθει ανάλογες εξηγήσεις.

Θα κλείσω εξετάζοντας μια τέτοια θεωρία, που υποψιάζομαι, χωρίς να μπορώ να το αποδείξω, ότι είναι νατσουλισμός πρώτης γραμμής.

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στη Μηχανή του Χρόνου, αλλά μάλλον είναι αναδημοσίευση από το Πειραιόραμα του Στέφανου Μίλεση, υποστηρίζεται ότι η πασίγνωστη έκφραση «έγινε της Πόπης» γεννήθηκε από το πολύνεκρο ναυάγιο του ατμοπλοίου Πόπη, το 1934, πολύ κοντά στον Πειραιά. Όπως γράφει ο κ. Μίλεσης:

Ο πανικός που επικράτησε κατά την εγκατάλειψη του πλοίου, καθώς η πρόσκρουση έγινε νύχτα, βοήθεια από το πλήρωμα δεν υπήρξε, τηλέγραφο το πλοίο δεν διέθετε, έμεινε βαθιά χαραγμένη για πάντα στη μνήμη του ναυτικού κόσμου και των νησιωτών ώστε η έκφραση «έγινε της «Πόπης»», έγινε ταυτόσημη με τον πανικό και την αταξία της νύχτας του ναυαγίου….

Στο άρθρο παρατίθενται εκτενή αποσπάσματα από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων της εποχής (ένα από τα καλά -αλλά και τα κακά του Διαδικτύου), όμως δεν τεκμηριώνεται πουθενά ότι το ναυάγιο της Πόπης γέννησε την έκφραση. Δικαιούμαστε να πούμε ότι ο συγγραφέας κάνει απλώς αυτή την εικασία, αλλά δεν μας λέει ότι είναι απλώς η εικασία του.

Αυτό το φαινόμενο, της «παράπλευρης τεκμηρίωσης» (ή να την πούμε «παρατεκμηρίωση»;) το βλέπουμε συχνά σε γραπτά ελληνοκεντρικών παραγλωσσολόγων. Για παράδειγμα, εκείνος ο ανεκδιήγητος καθηγητής Θεοφανίδης, ετυμολογούσε το αγγλικό hello από το ομηρικό «ούλε» και για να το τεκμηριώσει παρέθετε φωτογραφίες της σελίδας του Λίντελ Σκοτ με το λήμμα «ούλε», κι όταν του έλεγες ότι λέει ανοησίες σου απαντούσε «ώστε αποκαλείς ανόητο το Λίντελ Σκοτ;». Αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε ότι υπήρχε λέξη «ούλε». Τη σχέση μεταξύ ούλε και hello αμφισβητούμε, και αυτήν δεν την τεκμηριώνει το Λίντελ Σκοτ.

Αλλά ας γυρίσουμε στην Πόπη. Όπως είπα και στην αρχή, δεν έχω τη δυνατότητα να αποδείξω ότι είναι σφαλερή η άποψη για προέλευση της έκφρασης «έγινε της Πόπης» από το ναυάγιο της Πόπης. Το ένστικτό μου, με βάση τα τόσα χρόνια που μελετάω τη φρασεολογία μας, με κάνει να θεωρώ σχεδόν απίθανη την εξήγηση, αλλά για να το αποδείξω πέρα από κάθε αμφιβολία θα έπρεπε να βρω χρήση της έκφρασης πριν από το 1934, και δεν έχω βρει τίποτα τέτοιο.

Νομίζω ότι το ναυάγιο αυτό, ένα μόνο από τα πολλά πολύνεκρα που έγιναν στον εικοστόν αιώνα, δεν είναι τόσο βαρυσήμαντο γεγονός ώστε να γέννησε την έκφραση. Υπάρχουν εκφράσεις που έχουν γεννηθεί από ιστορικά γεγονότα, αλλά δεν είναι τόσο πολλές και κυρίως τα γεγονότα είναι πολύ πιο βαρυσήμαντα, πχ «έγινε της Κορέας» από τον πόλεμο της Κορέας, «έγινε Λούης» από τη νίκη του Σπύρου Λούη στους αγώνες του 1896 ή «η σφαγή των Αρμεναίων» από τη γενοκτονία των Αρμενίων. Όλα αυτά τα γεγονότα είναι και σήμερα ζωντανά στη μνήμη μας, σε αντίθεση με το ξεχασμένο ναυάγιο της Πόπης.

Εικάζω ότι αυτό που έγινε, απλώς, είναι ότι ο κ. Μίλεσης, διαβάζοντας για το ναυάγιο της Πόπης, σκέφτηκε, νατσουλικώς, ότι θα μπορούσε να έχει γεννηθεί από εκεί η έκφραση και την υπόθεσή του την παρουσίασε ως βεβαιότητα. (Ο φίλος μας το Σπαθόλουρο, που δυστυχώς δεν γράφει πια εδώ, είχε χαρακτηρίσει «ατάσθαλο» το ιστολόγιο του κ. Μίλεση).

Θα μου πείτε, αφού δυσπιστείς για την παραγωγή του «έγινε της Πόπης» από το ναυάγιο του ατμοπλοίου «Πόπη» έχεις να προτείνεις κάποια πιο πειστική εξήγηση;

Καταρχάς, μπορεί κανείς να έχει επιφυλάξεις για μια θεωρία χωρίς να έχει να προτείνει μια πιο πειστική. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση τυχαίνει να μπορώ να προτείνω μιαν άλλη εξήγηση, που τη βρίσκω πολύ πιο πειστική από το ναυάγιο του 1934.

Η έκφραση «έγινε της Πόπης» είναι συνώνυμη της «έγινε της πουτάνας». Δεν θέλει και πολύ φιλοσοφία για να σκεφτούμε ότι, όπως όταν θέλουμε να κατεβάσουμε κανένα καντήλι με την Παναγία, για να μη μας πούνε βλάσφημους το γυρίζουμε στην Παναχαϊκή Πατρών ή στην… πανακόλα, έτσι και, αντί να πουν κάποιοι το «έγινε της πουτάνας» που θα ενοχλούσε αρκετούς, το έστριψαν αντικαθιστώντας την «πουτάνα» από την «Πόπη», που κάνει και παρήχηση και που είναι ένα όνομα λαϊκό, άρα ευτελές. Τη συσχέτιση των δύο εκφράσεων την κάνει και ο Κάτος, που θεωρεί το «έγινε της Πόπης» παραλλαγή του συνηθέστερου «έγινε της πουτάνας».

Νομίζω ότι αυτή είναι πιθανότερη εξηγηση -αλλά έχει το…. μειονέκτημα ότι δεν σχετίζεται με κάποιο ιστορικό γεγονός που θα μου έδινε τη δυνατότητα να μπαζώσω δυο σελίδες περιγράφοντάς το: εξαντλείται σε μισή παράγραφο και δεν είναι καθόλου συναρπαστική.

‘Ομως πρέπει να μάθουμε να δυσπιστούμε στα συναρπαστικά παραμύθια.

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Λεξικογραφικά, Μύθοι, Μεταμπλόγκειν, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 352 Σχόλια »

Μπίρα με φιστίκια ή το επίμονο ύψιλον

Posted by sarant στο 3 Οκτώβριος, 2018

Τα φιστίκια, Αιγίνης, αράπικα ή άλλα, είναι από τα πιο συχνά συνοδευτικά της μπίρας, όπως περίπου στη φωτογραφία, ιδίως αλατισμένα -και, όπως υπονοεί η φωτογραφία, άπαξ και τα αρχίσεις πολύ δύσκολα τα σταματάς.

Όμως εμείς εδώ δεν εδεσματολογούμε, λεξιλογούμε -κι όπως ίσως θα καταλάβατε από τον τίτλο, θα συζητήσουμε εδώ το ύψιλον με το οποίο πολλοί γράφουν τις λέξεις αυτές, και κάποιες άλλες, παρόλο που ούτε δικαιολογείται ούτε ετυμολογικά ούτε στα λεξικά εμφανίζεται -γι’ αυτό και το λέω «επίμονο».

Παρεμπιπτόντως, ο ιστότοπος απ’ όπου δανείστηκα τη συνοδευτική φωτογραφία, είχε στη λεζάντα «Μπύρα με φιστίκια», ισοπαλία δηλαδή.

Στην ορθογραφία της μπίρας έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο παλιότερα, από το οποίο ξεσηκώνω τα εξής:

Η λέξη «μπίρα» όταν ήμουν μικρός γραφόταν «μπύρα» στις διαφημίσεις, μπύρα πάνω στα μπουκάλια της μπίρας, μπύρα στις περισσότερες εφημερίδες. Αυτή η γραφή με ύψιλον δεν στηρίζεται πουθενά και προσωπικά δεν ξέρω ποιος την εισηγήθηκε ούτε γιατί έριξε τόσο επίμονες ρίζες. Τη λέξη τη δανειστήκαμε από τα ιταλικά, όπου είναι birra, στα γαλλικά είναι bierre, στα αγγλικά είναι beer, στα γερμανικά Bier, πουθενά δεν υπάρχει κάποιο y, να πεις ότι μεταφέρθηκε στο ελληνικό ύψιλον. Πιθανότερο φαίνεται ότι γράφτηκε με υ, μπύρα, από την οπτική επίδραση της λ. ζύθος, που ήταν το ελληνοπρεπές αντίστοιχο της μπίρας.

Δεν είμαι πάντως βέβαιος ότι η αρχική γραφή ήταν «μπύρα». Ο Παπαδιαμάντης τουλάχιστον, στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του «Γλώσσα και κοινωνία», που δημοσιεύτηκε σε τέσσερις συνέχειες στην εφημ. Αλήθεια το 1907, διαφωνώντας με τον τύπο «Βιέννη» για την αυστριακή πρωτεύουσα, γράφει:  «Ενθυμούμαι προ είκοσι ετών, εις του Μπερνιουδάκη, επίναμεν μπίρα της Βιέννας», γράφει δηλαδή τη μπίρα με γιώτα.  Πολλά χρόνια παλιότερα,  στην «Επιτομή λεξικού της παλαιάς ελληνικής γλώσσης εις την σημερινήν» του Ψύλλα (1836) διαβάζω ότι βύνη είναι «το τριμμένον κριθάρι δια την μπίραν». Έτσι γράφεται η λέξη και στο δράμα «Ιωάννης Μίλτων» του Ρηγόπουλου (1874) από όπου το αμαρτωλό απόσπασμα: «Ημείς, mon cher, χορούς, δείπνα, χαρτοπαίγνια, έρωτας, εταίρας, μπίραν, κονιάκ, μάλαγαν, κιουρασσό, βορδώ, σαμπάνια και ενίοτε, κυνήγια και ιπποδρομίας». Και σε άπταιστη καθαρεύουσα ο Ξαβέριος Λάνδερερ  δίνει το 1871 οδηγίες «εις τους βουλομένους κατασκευάσαι μπίραν».

Θέλω να πω, δεν είναι μαλλιαρός ο τύπος «μπίρα», όμως κάποια στιγμή, πιθανώς περί το 1900, εκτοπίστηκε σχεδόν από τον τύπο «μπύρα». Για παράδειγμα, στα χρονογραφήματα του Κονδυλάκη το βρίσκουμε πάντα γραμμένο με ύψιλον. Τα λεξικά από παλιά το γράφουν «μπίρα» (έτσι το λεξικό της Πρωίας το 1933, ενώ ο Δημητράκος γράφει και τους δυο τύπους) ενώ και τα σημερινά λεξικά, τη γραφή «μπίρα» προκρίνουν, όμως η πιάτσα χρησιμοποιεί περισσότερο τον τύπο «μπύρα» ίσως επειδή σχεδόν όλες οι ζυθοβιομηχανίες τον προτιμούν πάνω στα μπουκάλια τους. Κάποιος έλεγε ότι το Υ θυμίζει το σχήμα του ποτηριού της μπίρας -όχι όμως του ποτηριού της φωτογραφίας!

Και στα φιστίκια αφιερώσαμε άρθρο πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, αν και στην ορθογραφία τους δεν σταθήκαμε πολύ. Είχαμε όμως γράψει:

Η λέξη πιστάκιον είναι δάνειο από κάποια ανατολική γλώσσα, ίσως τα περσικά. Μέσω των λατινικών (pistacium) πέρασε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Η νεοελληνική λέξη, φιστίκι, είναι δάνειο από τα τουρκικά (fıstık), και αυτό με τη σειρά του από το αραβικό fustuq και από το περσικό pistag. Σε μερικά λεξικά θα δείτε ότι το φιστίκι είναι αντιδάνειο, διότι, τάχα, η αραβική λέξη είναι δάνειο από το πιστάκιον, αλλά πιθανότερο είναι αραβικά και ελληνικά να έχουν αντλήσει και τα δυο από κοινή πηγή. Στα ποντιακά το λένε φουστούκι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 297 Σχόλια »

Οι βουλεύτριες που ενοχλούν

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2018

Υπάρχει μια ομάδα στο Φέισμπουκ, που λέγεται ΠΟΙΝΑΚΕΙΔΑΙΣ ΚΕ ΑΙΠΗΓΡΑΦΑΙΣ· από τον εξεζητημένα υπερανορθόγραφο τίτλο της θα μαντέψατε ίσως ότι έχει ως αντικείμενο τις αξιοπερίεργες, ανορθόγραφες, κακογραμμένες και αστείες επιγραφές και πινακίδες, που τέτοιες βάζουμε κι εμείς συχνά στα σαββατιάτικα μεζεδάκια μας.

Βέβαια, δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη για το τι είναι «λανθασμένο» ή αξιοπερίεργο ή εξωφρενικό. Κι αυτό φάνηκε τις προάλλες, όταν ένα μέλος ανάρτησε την πιο κάτω φωτογραφία, οθονιά (σκρίνσοτ, ελληνιστί) από εκπομπή της ΕΡΤ.

 

Συνόδεψε την εικόνα με το εξής σύντομο και έμμεσα αρνητικό σχόλιο: Ο βουλευτής, η βουλεύτρια!!!
Τι πληρώνουμε εκεί στην ερτ;;;;

Προσωπικά, το συγκεκριμένο σουπεράκι το βρίσκω εξαιρετικά εύστοχο, διότι δείχνει καθαρά την υπεροχή του έμφυλου τύπου σε σχέση με τον επίκοινο. Αν δεν θέλαμε έμφυλο τύπο, βουλεύτριες ή βουλευτίνες, θα έπρεπε να γραφτεί το κωμικό «Γυναίκες βουλευτές Αυστραλίας».

Αν έχετε περιέργεια και είστε γραμμένοι στο Φέισμπουκ, τη συζήτηση μπορείτε να την παρακολουθήσετε εδώ. Όπως θα δείτε, υπήρξαν πολλοί που χλεύασαν τον όρο (και την ΕΡΤ) αλλά και αρκετοί που τον υπερασπίστηκαν, δυο-τρεις μάλιστα έφεραν ως τεκμηρίωση παλιότερα άρθρα του ιστολογίου (καμαρώνω). Αυτοί που «κοινοποίησαν» την αρχική ανάρτηση ήταν ομόθυμα αρνητικοί, με «επιχειρήματα» όπως (κοπιπαστώνω):

Ὁ βουλευτής, ἡ βουλεύτρια, τὸ βουλευτὸ (γιὰ τὸ Jason-Ἀντιγόνη ποὺ σύντομα θὰ ἐκλεγεῖ βουλευτὴς)… Τί νούμερα ἔχουν μαζευτεῖ ἐκεῖ στήν ΕΡΤ;

Όταν οι συμμαθητές του αλ6 πιάνουν δουλειά στην ΕΡΤ με απολυτήριο νηπιαγωγείου…

Η μαλακία πάει σύννεφο εκεί στην ΕΡΤ. ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΟ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ ΤΗΣ ΕΡΤ ΤΩΡΑ

Είναι φανερό πως στα συγκεκριμένα σχόλια, η απόρριψη του όρου «βουλεύτρια» από κάποιους συμφύρεται με την ιδεολογική-πολιτική αντίθεση προς την αριστερά, την παρούσα κυβέρνηση ή την ΕΡΤ ως υλοποίηση της δημόσιας τηλεόρασης.

Παρόλο που είναι ενδεικτική αυτή η διαπλοκή, καλό θα είναι να αποσυνδέσουμε τις ενστάσεις προς την ΕΡΤ και να εστιαστούμε στον όρο «βουλεύτρια» και στους λόγους για τους οποίους ενοχλεί. Φυσικά, επειδή έχω ξαναγράψει για το θέμα, και πάνω από μία φορά, σε κάποιο βαθμό θα επαναλάβω πράγματα που έχω ήδη πει. Δεν πειράζει.

Όπως ξέρουμε, στην Ελλάδα οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα να εκλέγονται στη Βουλή το 1952-πρώτη εκλέχτηκε, τον Ιανουάριο του 1953, η Ελένη Σκούρα, σε αναπληρωματική εκλογή στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης. Τότε τέθηκε και επίσημα το πρόβλημα του θηλυκού τύπου της λέξης «βουλευτής», αν και ανεπίσημα είχε τεθεί ήδη από τον προηγούμενο αιώνα -διότι, βέβαια, μπορεί να μην υπήρχαν γυναίκες στη Βουλή των Ελλήνων όμως σχετικές συζητήσεις γίνονταν από νωρίτερα, ενώ και σε άλλες χώρες υπήρχαν γυναίκες στο σχετικό αξίωμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαγγελματικά θηλυκά, Θηλυκό γένος, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 311 Σχόλια »

Το θησαυροφυλάκιο και το υποθηκοφυλακείο

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2018

Συνεχίζω με τούτο το σύντομο άρθρο την εξόφληση… χρεών ή έστω υποσχέσεων που έχω δώσει.

Πριν από ένα εξάμηνο, σε μία ομιλία που είχα κάνει στις Βρυξέλλες, όταν ήρθε η ώρα της συζήτησης με ρώτησε μια κυρία για ποιο λόγο λέμε «θησαυροφυλάκιο, οστεοφυλάκιο» αλλά «υποθηκοφυλακείο». Της απάντησα ότι και τα δύο είναι σωστά, ότι δεν έχω πρόχειρη την απάντηση και ότι θα γράψω άρθρο στο ιστολόγιο. Μετά όμως το ξέχασα.

Τις προάλλες, φίλος μού έστειλε το εξής μήνυμα -διατηρώ την ορθογραφία του:

Να σας ρωτήσω κάτι; Γιατί λέμε θησαυροφυλάκειο ενώ λέμε υποθηκοφυλακείο; Εγώ έλεγα υποθηκοφυλάκειο μέχρι χθες που βρέθηκα σε ένα και οι υπάλληλοι το τονίζαν στην παραλήγουσα. Μου έκανε άσχημη εντύπωση, αλλά μπορεί εγώ να έχω λάθος.

Οι γραφές «-φυλάκειο» δεν είναι σωστές, αλλά πολλοί τις συνηθίζουν. Απάντησα στον φίλο σύντομα και του υποσχέθηκα εκτενέστερο άρθρο, που τώρα το διαβάζετε κι εσείς. Εκτενέστερο, αλλά όχι και πολύ εκτενές, αφού αφορά ένα συγκεκριμένο ερώτημα.

Πολύς κόσμος ταλαιπωρείται στα υποθηκοφυλακεία, ιδίως όταν έχει μπερδεμένες υποθέσεις κληρονομιάς, αλλά το υποθηκοφυλακείο μάς ταλαιπωρεί και από μιαν άλλη άποψη, ως λέξη, αφού πολλοί το λένε και το γράφουν προπαροξύτονο, *υποθηκοφυλάκιο (ή, όπως ο φίλος παραπάνω, *υποθηκοφυλάκειο).

Εδώ που τα λέμε, η λέξη «φυλάκιο» είναι πολύ οικεία τουλάχιστον σε όσους έχουν υπηρετήσει στο στρατό, αλλά και πολλά σύνθετά της τα συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή: το θησαυροφυλάκιο, το οστεοφυλάκιο, τον υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου.

Αυτές οι τέσσερις λέξεις είναι βασικές, αρκετά συχνές, ενώ υπάρχουν και μερικές ακόμα όπως: ιματιοφυλάκιο, οπλοφυλάκιο, αρτοφυλάκιο, σκευοφυλάκιο, ιεροφυλάκιο.

Από την άλλη πλευρά, η λέξη «φυλακείο» δεν υπάρχει στη σημερινή γλώσσα, ενώ από τα λιγοστά σύνθετά της μόνο το υποθηκοφυλακείο έχει κάποια σημαντική παρουσία. Στο Αντίστροφο Λεξικό, της Άννας Συμεωνίδη, που περιέχει και πολύ σπάνιες λέξεις, βρίσκουμε τις εξής σε -φυλακείο: αρχαιοφυλακείο, δεσμοφυλακείο, νεκροφυλακείο, δασοφυλακείο, μεταγραφοφυλακείο. Υπάρχει και το αρχιφυλακείο, όπως το λέγαμε στον στρατό, ίσως ανεπίσημα.

Οπότε, μπροστά στο βάρος και τη συχνότητα των λέξεων σε -φυλάκιο είναι λογικό που κάποιοι το μπερδεύουν και λένε «*υποθηκοφυλάκιο», αφού δεν υπάρχει αντίβαρο διαδεδομένων λέξεων σε -φυλακείο. Ιδίως όσοι έχουν υπηρετήσει μέρος της θητείας τους σε φυλάκιο έχουν την κατάληξη εντυπωμένη στη μνήμη τους.

Γιατί όμως υπάρχουν και -φυλάκια και -φυλακεία;
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , | 155 Σχόλια »

Παρανάλωμα

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2018

Χτες όλη μου η προσοχή ήταν στραμμένη στις φωτιές που καίγανε την Αττική από τα ανατολικά κι από τα δυτικά, τα δυο μεγάλα μέτωπα της Κινέτας και της Ραφήνας, και το μικρότερο των Αγίων Αποστόλων που μ’ ένοιαζε και κάπως αμεσότερα. Όλα αυτά βέβαια τα παρακολουθούσα από πολύ μακριά, αλλά με το διαδίκτυο οι αποστάσεις μικραίνουν.

Στην αρχή σκέφτηκα να μη βάλω άρθρο σήμερα, αλλά έπειτα άλλαξα γνώμη, είναι βαρύ το σερί των 1640 (αν μέτρησα σωστά) συναπτών ημερών στις οποίες δημοσιεύουμε αδιάλειπτα ένα άρθρο κάθε μέρα, από τις 28.1.2014 χωρίς διακοπή, οπότε δεν μου πήγαινε να το σπάσω.

Όμως δεν θα σχολιάσω τις πυρκαγιές καθαυτές, αν και καταλαβαίνω πως πολλά μπορεί να πει κανείς -και δεν αμφιβάλλω πως θα τα πείτε στα σχόλιά σας.

Με την ελπίδα πως αύριο το πρωί η κατάσταση θα είναι καλύτερη, καθώς έπεσε και βροχή τουλάχιστον στο ανατολικό μέτωπο, θα λεξιλογήσω για την πυρκαγιά.

[Πρωινή προσθήκη: Το πρωί ξημέρωσε πένθιμο, όχι επειδή οι φωτιές αναζωπυρώθηκαν αλλά επειδή άρχισε να αποκαλύπτεται το μέγεθος της τραγωδίας, αφού οι επίσημες ανακοινώσεις μιλούν για τουλάχιστον 24 νεκρούς και οι φήμες για πολύ περισσότερους. Ωστόσο, δεν θα αλλάξω το άρθρο]

Από την τηλεόραση που άκουγα τις απευθείας μεταδόσεις από τα μέτωπα της φωτιάς, πρόσεξα πως επαναλαμβάνονταν συχνά από τους ρεπόρτερ δυο πεντασύλλαβες λέξεις, και λέω να ασχοληθώ με τη μία απ’ αυτές.

Οι δυο λέξεις ήταν «ανεξέλεγκτες» (οι φλόγες που κατάκαιαν την περιοχή) και «παρανάλωμα» -και μ’ αυτή τη δεύτερη θ’ ασχοληθώ.

Βέβαια, η λέξη «παρανάλωμα» δεν βρισκόταν μόνη της -σπάνια θα τη βρείτε να στέκει μόνη της στη νεοελληνική γλώσσα. Η λέξη παρανάλωμα χρησιμοποιείται μόνο σε μία ή δυο στερεότυπες φράσεις: έγινε παρανάλωμα του πυρός και, λίγο σπανιότερα, έγινε παρανάλωμα της φωτιάς. Πολύ σπάνια τη βρίσκουμε στη γενική ή στον πληθυντικό.

Ξέρουμε φυσικά τη σημασία της: θα πει «κάηκε εντελώς, καταστράφηκε από τη φωτιά». Η παλιά πολυκατοικία έγινε παρανάλωμα του πυρός, ας πούμε, ή: Πέντε εξοχικά σπίτια έγιναν παρανάλωμα του πυρός (και κανονικά όχι: έγιναν παραναλώματα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Κλισέ, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 293 Σχόλια »

Καλά κουμάσια και του λόγου τους!

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2018

Συζητιέται αυτές τις μέρες το κείμενο που υπέγραψαν περισσότεροι από 320 πολίτες, κυρίως διανοούμενοι και καλλιτέχνες, υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ανάμεσα στις υπογραφές βρίσκεται και η δική μου.

Πολλοί πιστεύουν ότι δεν έχει νόημα (ή: δεν έχει νόημα πλέον) η συγκέντρωση υπογραφών κάτω από ένα κείμενο που υποστηρίζει κάποιες θέσεις για ένα πολιτικό ή κοινωνικό ζήτημα, μάλιστα κάπου διάβασα ότι «μόνο στην Ελλάδα γίνεται αυτό», κάτι που είναι ένας ισχυρισμός πρόδηλα λαθεμένος αν θυμηθούμε ότι π.χ. στη Γαλλία η συγκέντρωση υπογραφών σχεδόν για κάθε θέμα είναι κάτι κοινότατο -είχαμε μάλιστα συζητήσει πριν από καιρό το κείμενο που υπογραφόταν από 100 διάσημες Γαλλίδες μεταξύ των οποίων και η Κατρίν Ντενέβ.

Εγώ πάντως το κείμενο «των 320» το υπέγραψα με ενθουσιασμό επειδή πιστεύω ότι το κείμενο συμβάλλει στο να πεισθεί η κοινή γνώμη ότι η συμφωνία είναι μια μοναδική ευκαιρία, επωφελής για την πατρίδα μας και για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη στα Βαλκάνια. Δεν είναι εύκολο το έργο, διότι επί εικοσιπέντε χρόνια η πολιτική ηγεσία μάς αποκοίμιζε με «εθνωφελή» ψέματα για το όνομα της γειτονικής χώρας, ενώ και τώρα τα κόμματα του παλιού δικομματισμού, για μικροκομματικούς λόγους απορρίπτουν μια συμφωνία πολύ καλύτερη από προηγούμενα σχέδια που είχαν γίνει δεκτά από προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις.

Αλλά αυτά τα έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο πάνω από μία φορά.

Ανάμεσα στις πάνω από 320 υπογραφές, υπήρχαν και τρία ονόματα γνωστών ανθρώπων της τέχνης οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν ότι κακώς μπήκε το όνομά τους διότι οι ίδιοι δεν συμφώνησαν με το κείμενο. Παρόλο που τέτοια λάθη έχουν συμβεί σχεδόν κάθε φορά που συγκεντρώνεται ένας μεγάλος αριθμός υπογραφών, το λάθος κόστισε διότι επέτρεψε να εκτραπεί η συζήτηση στις υποτιθέμενες πλαστογραφήσεις υπογραφών -ενώ επρόκειτο απλώς για «λογιστικά» λάθη (Υπάρχουν πάντως προηγμένες μέθοδοι όπως με φόρμα απαντήσεων, που ελαχιστοποιούν τις πιθανότητες λάθους).

Βέβαια, έτσι κι αλλιώς τα εθνικόφρονα ΜΜΕ δεν επρόκειτο να καλοδεχτούν το κείμενο και τις υπογραφές του -χαρακτηριστικό είναι αυτό που γράφτηκε και ακόμα γράφεται, ότι «μάζεψαν και υπογραφές πεθαμένων» επειδή ένας από τους υπογράφοντες το κείμενο είναι ο ηθοποιός Χρήστος Ευθυμίου. Και ενώ πράγματι ένας γνωστός ηθοποιός ονόματι Χρήστος Ευθυμίου άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, και άλλος ένας, κωμικός αυτός, ακόμα παλιότερα, υπάρχει και τρίτος ηθοποιός με το ίδιο ονοματεπώνυμο, Χρήστος Ευθυμίου επίσης, που ζει και βασιλεύει και υπέγραψε και το κείμενο -είναι βέβαια ηθοποιός κυρίως του θεάτρου, οπότε οι γαλουχημένοι με αυστηρά τηλεοπτική δίαιτα θα τον αγνοούν.

«Παλιότερα είχε ρίσκο να υπογράφεις, τώρα δεν έχει» σχολίασε μια φίλη. Πιθανόν, πάντως οι 320 που υπογράψαμε το κείμενο δεχτήκαμε ποικίλες επιθέσεις, ενώ κάποιοι και εξατομικευμένες απειλές. Έχω μετρήσει πάνω από πέντε διαφορετικά κείμενα που μας αποκαλούν «προδότες» ενώ άλλα διατυπώνουν απειλές π.χ. για τους φανοστάτες των Τρικάλων. (όπου κρέμασαν οι εθνικόφρονες τα κομμένα κεφάλια του Βελουχιώτη και του Τζαβέλλα). Όταν βέβαια προέρχονται από τέτοιους δύσοσμους ιστότοπους, οι βρισιές είναι και τίτλος τιμής.

Καθώς ο κύριος όγκος των υπογραφόντων ήταν πανεπιστημιακοί ή καλλιτέχνες, οι αναμενόμενοι χαρακτηρισμοί ήταν για θολοκουλτουριάρηδες και/ή κρατικοδίαιτους, όμως ορισμένοι εθνικοπαράφρονες πέρασαν σε ανώτερο επίπεδο κάνοντας λόγο για αναβίωση του… ΕΑΜ Ηθοποιών (ήταν πολλοί ηθοποιοί που υπέγραψαν) το οποίο, δήθεν, «σκότωσε» την Ελένη Παπαδάκη -χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έτσι σπιλώνουν ουσιαστικά τη μνήμη της. Βέβαια, και ο παραλληλισμός με το ΕΑΜ είναι άκρως τιμητικός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μακεδονικό | Με ετικέτα: , , , , | 210 Σχόλια »

Έγινε φέσι: οι 50 αποχρώσεις της μέθης

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2018

Σε μια συζήτηση τις προάλλες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια στο Φέισμπουκ, ένας φίλος διηγήθηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια πολυεθνική παρέα, οι Έλληνες της παρέας έλεγαν για κάποιον που μέθυσε πολύ, που έγινε τύφλα στο μεθύσι, που έγινε φέσι, που έγινε ντίρλα, και χρησιμοποίησαν την έκφραση «έγινε κομοδίνο». Τότε ένας Τούρκος συνάδελφός τους γελώντας τούς εξήγησε ότι στα τούρκικα χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό komodin για κάποιον άχρηστο, αυτόν που δεν έχει άλλη αξία παρά να στέκεται διακοσμητικός σε μια άκρη. «Γιατί πολεμάμε με αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.

Ομως το σημερινό άρθρο δεν έχει σκοπό να προβληματιστεί για τα κοινά στοιχεία Ελλήνων και Τούρκων ούτε να κάνει κήρυγμα για τη φιλία των λαών, αλλά να διερευνήσει το κομοδίνο και τις άλλες 50 (να είναι τόσες; ή περισσότερες;) αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια στον τίτλο δεν έβαλα την έκφραση «έγινε κομοδίνο» επειδή δεν είναι τόσο κοινή, προτίμησα να βάλω γνωστότερες. Για να πω μάλιστα την αλήθεια, την έκφραση αυτή, το λέω χωρίς να κοκκινίζω, δεν την ήξερα -ο φίλος που τη χρησιμοποίησε είναι αρκετά νεότερος, και κάθε γενιά έχει (και) δικές της λέξεις για να περιγράψει το μεθύσι. Μεθάμε κι εμείς οι γεροντότεροι αλλά το περιγράφουμε αλλιώς.

Γιατί κομοδίνο ο μεθυσμένος; Δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσεις πώς γεννήθηκε μια έκφραση, αλλά ο φίλος θεωρεί ότι βγήκε επειδή περιγράφει κάποιον «που έχει πιει τόσο, που οι διανοητικές του λειτουργίες είναι σε κατάσταση επίπλου». Πιθανώς την ίδια προέλευση να έχει και μια άλλη έκφραση που αναφέρθηκε στην ίδια συζήτηση, το «έγινε μπαούλο».

Σκέφτηκα να συγκεντρώσω λοιπόν σε αυτό το άρθρο όλες τις εκφράσεις που βρήκα και που θυμήθηκα για την περιγραφή των μεθυσμένων, πάντοτε της μορφής «έγινε Χ» ή «είναι Χ» ή «Χ στο μεθύσι». Σημειώνω και μερικές παλιότερες, ως και αρκετά παλιότερες. Η αργκό, το είπαμε και χτες, γερνάει γρήγορα και ανανεώνει γρήγορα το λεξιλόγιό της, οπότε οι νεότεροι δεν θα ξέρουν πολλές από τις εκφράσεις του καταλόγου. Ρώτησα και τις κόρες μου, τι λένε όταν μεθάνε, και μου είπαν κάποιες μάλλον κοινές εκφράσεις όπως έγινε ντίρλα, σκνίπα, φέσι, κώλος, χώμα, τάπα.

Από την άλλη, στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση βρήκα τις εξής εκφράσεις: έγινε βαποράκι, γκον, κουρούνα, κουτούκι, μούσκεμα, σκνίπα, σκρου, στουπί, στύφα, τάβλα, τύφλα, φέσι. Στο λεξικό των συνωνύμων του, ο Δαγκίτσης προσθέτει και το παπόρι. Περίπου τα ίδια έχει και ο Βλαστός στα Συνώνυμα και συγγενικά: κουτουκι, τύφλα, τάβλα, στουπί, τάπα, σκρου, φέσι, σκνίπα· κουρούνα, μούσκεμα. Βαποράκι.

Η σκνίπα, το στουπί, η τύφλα και το φέσι είναι σε χρήση και σήμερα, καναδυό ακόμα μπορεί να είναι γνωστές, κάποιες δεν θα τις ξέρετε.

Στο λεξικό συνωνύμων του Μπαμπινιώτη δίνονται: σκνίπα, τύφλα, πίτα, στουπί, τάβλα, κουδούνι, σταφίδα, χώμα, φέσι.

Περισσότερες εκφράσεις καταγράφονται στο Λεξικό της περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει και ονλάιν αλλά δεν βρήκα τρόπο να λινκάρω στη σελίδα των αποτελεσμάτων της αναζήτησης, ενώ αρκετές υπάρχουν στο Πιπέρι στο στόμα, τη μελέτη για τις λέξεις-ταμπού που έχουμε παρουσιάσει κι εδώ. Από διαδικτυακές πηγές, το slang.gr έχει φυσικά πολλές εκφράσεις, που επίσης τις έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο.

Πρέπει να πούμε ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για το μεθύσι αλλά και για την κατανάλωση ουσιών ή ακόμα και για τη σωματική εξάντληση π.χ. η «είμαι χώμα». Κάποιες βέβαια είναι μόνο για το μεθύσι, όπως εκείνες που δηλώνουν διαβροχή (έγινε στουπί). Σε πολλές από τις εκφράσεις ο μεθυσμένος παρομοιάζεται με αλοιφή ή συναφές υλικό, σε άλλες με ζώο ή έντομο, σε άλλες με έπιπλο.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα συνενώνοντας όσα υπάρχουν στις πηγές που ανέφερα παραπάνω, χωρίς να σημειώνω ολες τις παραπομπές. Πρόσθεσα μερικά που έχω αποδελτιώσει απο τη λογοτεχνία.

Ας δούμε λοιπόν τον κατάλογο με κάποιο σχολιασμό για κάποιες εκφράσεις. Σε αλφαβητική σειρά:

  1. έγινε/είναι αλιάδα (Κάτος)
  2. έγινε/είναι άλογο (slang.gr)
  3. έγινε/είναι αλοιφή (Κάτος)
  4. είναι αποκαής. Παπαδιαμαντικό. Το βάζω τιμής ένεκεν, αν και διαφέρει λίγο αφού περιγράφει την ειδική κατάσταση του μεθύστακα που με ελάχιστη ποσότητα μεθάει πάλι, όπως ο φούρνος που μόλις έχει αρχίσει να κρυώνει.
  5. έγινε/είναι βαποράκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) Ανεξάρτητα από τη χρήση βαποράκι = αυτός που μεταφέρει λαθραία, ιδίως ναρκωτικά, για λογαριασμό άλλου.
  6. έγινε/είναι γκάιντα (Κάτος)
  7. έγινε/είναι Γκόγκολ (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «γκολ»
  8. έγινε/είναι γκολ (slang.gr, Κάτος) Εικάζω ότι είναι εξέλιξη του «έγινε γκον», όταν χάθηκε η διαφάνειά του
  9. έγινε/είναι γκον (Κάτος, Δαγκίτσης) Ο Κ. Καραποτόσογλου, «Δυσετυμολόγητα της νέας Ελληνικής» ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 15 (1989), το ετυμολογεί από το gone=drunk, dead drunk, υποστηρίζοντας ότι «πέρασε στην ελληνική είτε από τους μετανάστες που γύριζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, είτε από τους διαλόγους των κινηματογραφικών ταινιών». Το βρίσκω πειστικό. Ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολόγηση του Ζάχου από το γκογκ, που ο Καραποτόσογλου τη βρίσκει «πληρέστερη αλλά όχι και απόλυτα πειστική».
  10. είναι «εν τη δόξη του». Παπαδιαμαντικό, τιμής ένεκεν.
  11. έγινε/είναι ένα με τη γη (Κάτος)
  12. έγινε/είναι ένα με το χώμα (Κάτος)
  13. έγινε/είναι ζάντα (slang.gr)
  14. έγινε/είναι ζάντα φε (slang.gr)
  15. έγινε/είναι ζούνα. Παπαδιαμαντικό. Ήτο αγγλικόν ρούμι, και με ολίγας δόσεις εγένετο κανείς «ζούνα». (Βαρδιάνος στα σπόρκα).
  16. έγινε/είναι κόκαλο (slang.gr)
  17. έγινε/είναι κομμάτια (slang.gr) Βέβαια η έκφρ. «κομμάτια να γινει» έχει άλλη σημασία.
  18. έγινε/είναι κομοδίνο (Υπογλώσσια)
  19. έγινε/είναι κουδούνι (Κάτος)
  20. έγινε/είναι κουνουπίδι (slang.gr, Κάτος). Περί τη μία μεταμεσονύχτιο διαλύθηκαν -κουνουπίδι απαξάπαντες- για να μεταβούν έκαστος εις τα ίδια (Καραγάτσης, Το 10).
  21. έγινε/είναι κουρούνα (Δαγκίτσης, Βλαστός) κι οι σκαπανείς μαζευονται απ το κρασί κουρούνα, στίχος του Σουρή περί το 1880
  22. έγινε/είναι Κουστώ (slang.gr) Διότι έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.
  23. έγινε/είναι κουτούκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) …είμαι κουτούκι, σε στίχο του Σουρή, 1882
  24. έγινε/είναι κωλίδι (slang.gr)
  25. έγινε/είναι κώλος (slang.gr)
  26. έγινε/είναι λάσπη (slang.gr, Κάτος)
  27. έγινε/είναι λέσι (Κάτος)
  28. έγινε/είναι λιάδα (Κάτος)
  29. έγινε/είναι λιάρδα (slang.gr) Κατά το σλανγκρ, από το αρβανίτικο λιάρδα που σημαίνει λιώμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι από το «λιάδα» δηλαδή αλιάδα, δηλαδή σκορδαλιά.
  30. έγινε/είναι λιώμα (slang.gr, Κάτος)
  31. έγινε/είναι μανουάλι (slang.gr)
  32. έγινε/είναι μούσκεμα (Δαγκίτσης,, Βλαστός)
  33. έγινε/είναι μπαούλο (Υπογλώσσια)
  34. έγινε/είναι Μπομπ Ντίρλαν (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «έγινε ντίρλα»
  35. έγινε/είναι ντέφι (Κάτος)
  36. έγινε/είναι ντίρλα (slang.gr, Κάτος). Εικάζω ότι προέρχεται από το Ντιρλαντά-ντιρλανταντά.
  37. έγινε/είναι ντούρλα. Ίσως παραλλαγή της ντίρλας. Κι ένα βράδυ, που ήταν υπηρεσία στη μονάδα, αφού πρώτα έγινε ντούρλα στο μεθύσι, βγήκε «εφόδου», και δεν ήξερε πού πάν’ τα τέσσερα. (Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων).
  38. έγινε/είναι παϊτόνι (Κάτος)
  39. έγινε/είναι παπόρι (Δαγκίτσης)
  40. έγινε/είναι πατάτα (Κάτος)
  41. έγινε/είναι πίτα (slang.gr, Κάτος) Και πίτας (Κάτος)
  42. έγινε/είναι σκατά (Κάτος)
  43. έγινε/είναι σκνίπα (slang.gr, Κάτος, Δαγκίτσης) Και σκνίπας (Κάτος) Ίσως επειδή οι σκνίπες διαγράφουν τροχιές που θυμίζουν το περπάτημα του μεθυσμένου με οχτάρια. Οι ξυλένιοι φαφλατάδες από το μεθύσι σκνίπες, στίχος του Σουρή.
  44. έγινε/είναι σκρου (Δαγκίτσης, Βλαστός)
  45. έγινε/είναι σούπα (Κάτος)
  46. έγινε/είναι σούρα (Κάτος)
  47. έγινε/είναι σπανακόπιτα (Κάτος)
  48. είναι στα πράματα. Παπαδιαμαντικό.
  49. έγινε/είναι σταφίδα (Κάτος, Μπαμπινιώτης)
  50. έγινε/είναι στειλιάρι. Κι εγώ στηλιάρι έγινα με κόκκινο κρασί στίχος του Σουρή στον Ρωμηό, 1889,
  51. έγινε/είναι στουπί (Κάτος, Δαγκίτσης)
  52. έγινε/είναι στύφα (Δαγκίτσης) Υπάρχει και η παραλλαγή: στούφα στο μεθύσι.
  53. έγινε/είναι τάβλα (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός)
  54. έγινε/είναι τάπα (Κάτος, Βλαστός) «ένας μόρταρος … από το μεθύσι τάπα» σε στιχούργημα του Λαπαθιώτη, 1933.
  55. έγινε/είναι τέζα (Κάτος)
  56. έγινε/είναι τούνγκα (Κάτος)
  57. έγινε/είναι τούντζι. Του Καραγάτση, π.χ. Σύντομα γίνηκαν τούντζι απαξάπαντες («Γιούγκερμαν»)
  58. έγινε/είναι τούρνα (Κάτος)
  59. έγινε/είναι τύφλα (Κάτος, Δαγκίτσης). Και τύφλας (Κάτος) Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβήσιμο τ’ ακριβού της. Καρκαβίτσας, Αρχαιολόγος
  60. έγινε/είναι φέσι (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός).
  61. έγινε/είναι φέτα (Κάτος)
  62. έγινε/είναι χάλια (Κάτος)
  63. έγινε/είναι χημείο (slang.gr)
  64. έγινε/είναι χέσμα (slang.gr)
  65. έγινε/είναι χότζας (Κάτος)
  66. έγινε/είναι χύμα (Κάτος)
  67. έγινε/είναι χώμα (slang.gr)
  68. έγινε/είναι ψάθα (Πιπέρι στο στόμα) Είναι η παλαιότερα καταγραμμένη από τις εκφράσεις, αφού τη βρίσκουμε σε ποίημα του Σούτσου, 1835: Κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα

Είχα πει για 50 αποχρώσεις αλλά πλησιάζουμε τις εβδομήντα και δεν αποκλείεται, μαζί με τα σχόλια, να ξεπεράσουμε και τις εκατό.

Περιμένω λοιπόν να πλουτίσετε τον κατάλογο στα σχολια!

 

 

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης, Ποτά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Συζητώντας για την αργκό

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2018

Η αργκό ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο και έχουμε δημοσιεύσει πολλά άρθρα, είτε για τη σύγχρονη αργκό είτε για την ιστορία της, σε κάποια από τα οποία είχε καθοριστική συνεισφορά ο παλιός φίλος μας Spatholouro που εύχομαι να ξαναρχίσει να σχολιάζει εδώ.

Το σημερινό άρθρο είναι μια γενική εισαγωγή για την αργκό, συνοπτικά δοσμενη σε κάτι λιγότερο από 1000 λέξεις. Μου το ζήτησε η δημοσιογράφος Ζωή Παρασίδη από το popaganda.gr ως υλικό αναφοράς για ένα άρθρο που ετοίμαζε. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα και ανάμεσα στις πηγές του είναι το κείμενο που είχα στείλει καθώς και το παλιότερο άρθρο μας για τη διασημότερη ελληνική λέξη.

Παρουσιάζω σήμερα το δικό μου κείμενο για την αργκό, για να υπάρχει και αυτοτελώς. Είχα πει ότι σήμερα θα έβαζα κάτι για γραβάτες, αλλά τελικά ο προγραμματισμός άλλαξε και εκείνο το άρθρο πηρε αναβολή.

Γενικά για την αργκό

Η λέξη αργκό είναι δάνειο από τη γαλλική argot, η οποία, όπως αρμόζει στον χαρακτήρα της, είναι σκοτεινής ετυμολογίας, αφού καμιά από τις πολλές εκδοχές που έχουν προταθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή. πιθανώς συνδέεται με το ρήμα argoter «λογομαχώ». Αρχικά είχε τη σημασία «συντεχνία κλεφτών» και προς τα τέλη του 17ου αιώνα πήρε και τη σημασία της ειδικής συνθηματικής γλώσσας τους. Ένας από τους πρώτους συγγραφείς που μελέτησε τη γαλλική αργκό σε βάθος ήταν ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο οποίος αφιερώνει στην αργκό μια ολόκληρη ενότητα στον 4ο τόμο των Αθλίων, υπό τύπον δοκιμίου 15-20 σελίδων. «Η αργκό είναι η γλώσσα των σκοταδιών», γράφει.

Με τον όρο αργκό εννοούμε ένα προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, που χρησιμοποιείται ως συνθηματική γλώσσα από ορισμένες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες (περιθώριο, υπόκοσμος, νέοι κ.ά.) και που διαμορφώνεται κυρίως από γλωσσικά δάνεια και από παραμόρφωση της καθομιλουμένης. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές αργκό, πολλές συνθηματικές γλώσσες: του στρατού, των νέων, διάφορων περιθωριακών ομάδων κτλ. Υπάρχουν και επαγγελματικές συνθηματικές γλώσσες, όπως ήταν παλιότερα τα κουδαρίτικα, η γλώσσα των Ηπειρωτών χτιστάδων, και τα ντόρτικα, η γλώσσα των τσιγγάνων χαλκιάδων της Ευρυτανίας, ενώ και στην εποχή μας ειδικό λεξιλόγιο βρίσκουμε σε άφθονους κλάδους και ομάδες, π.χ. νοσηλευτές, κομπιουτεράδες, φορτηγατζήδες ή γκέιμερς. Ξέρουμε επίσης τα καλιαρντά, τη γλώσσα των ομοφυλοφίλων, που την έκανε ευρύτερα γνωστή η μελέτη του Ηλία Πετρόπουλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 176 Σχόλια »

Το βιβλίο και το μαχαίρι που το κρατάμε στο χέρι

Posted by sarant στο 25 Απρίλιος, 2018

Το σημερινό μας άρθρο, που δεν θα είναι και πολύ μεγάλο, πηγάζει από μια ερώτηση που μου έκανε φίλος. Μου κάνουν κατά καιρούς ερωτήσεις γλωσσικές και άλλες, κι όταν κρίνω πως το θέμα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον μπορεί να τις παρουσιάσω, μαζί με την απάντησή μου, στο ιστολόγιο -είτε πολλές ερωταπαντήσεις μαζί, είτε ειδικό άρθρο αφιερωμένο σε μια συγκεκριμένη απορία.

Αυτό θα κάνω και σήμερα, αν και δεν έχω συγκρατήσει την απάντηση που έδωσα -διότι, αν θυμαμαι καλά, είπα στον φίλο μας ότι «αξίζει άρθρο».

Με ρώτησε λοιπον ένας φίλος πώς έγινε και η λέξη εγχειρίδιο σημαίνει δύο τόσο διαφορετικά πράγματα: ένα φονικό όπλο, μαχαίρι ή ξιφίδιο αλλά και ένα βιβλίο, συχνά διδακτικό.

Πράγματι, συμφωνα με το ΛΚΝ, η λέξη «εγχειρίδιο» έχει δύο βασικές σημασίες: I.(λόγ.) αγχέμαχο όπλο με λαβή και με δίκοπη και πολύ μυτερή λεπίδα· (πρβ. στιλέτο). II. βιβλίο που εκθέτει με αυστηρά συστηματικό τρόπο τις βασικές και πιο έγκυρες γνώσεις μιας επιστήμης: Διδακτικά / σχολικά εγχειρίδια. ~ ιστορίας / φιλοσοφίας.

Αγχέμαχο θα πει όπλο που χρησιμοποιείται για μάχη σώμα με σώμα, από το αρχαίο επίρρ. άγχι = κοντά, απ’ όπου και η αγχιστεία. Αλλά αυτά θα τα πούμε άλλη φορά, ας συνεχίσουμε τώρα τον γύρο των λεξικών.

Το Χρηστικό Λεξικό πρωτοτυπεί και βάζει πρωτη σημασία του βιβλίου και δεύτερη του όπλου, διότι έχει ως κριτηριο τη χρήση -και πράγματι, όταν θα μιλήσουμε σήμερα για εγχειρίδιο κατά πάσα πιθανότητα θα εννοούμε το βιβλίο, όχι το μαχαίρι.

Πάντως, η πρώτη σημασία της λέξης είναι το οπλο. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, στην αρχαιότητα η λέξη αρχικά εμφανίζεται ως επίθετο, ο εγχειρίδιος. Στις Ικέτιδες του Αισχύλου βρίσκουμε την πρώτη χρονολογικά μνεία της λέξης:

τίν’ ἂν οὖν χώραν εὔφρονα μᾶλλον
τῆσδ’ ἀφικοίμεθα
σὺν τοῖσδ’ ἱκετῶν ἐγχειριδίοις
ἐριοστέπτοισι κλάδοισιν;

Μετάφραση δεν χρειάζεται βέβαια, αφού η γλώσσα είναι μία και ενιαία, πάντως λέει ότι έφτασαν σε τούτη τη χώρα κρατώντας στα χέρια τα ζωσμένα με ταινίες κλαδιά της ικεσίας. Εδώ το εγχειρίδιος είναι επίθετο στο κλάδος.

Ωστόσο, πολύ γρήγορα εμφανίζεται και το ουσιαστικοποιημένο επίθετο, το εγχειρίδιον, το οποίο αρχικά έχει μία και μονη σημασία, το μαχαίρι, το ξιφίδιο. Πολύ εύλογη η επέκταση της σημασίας για ένα όπλο που κρατιεται στο χέρι και σε μεγάλο βαθμό κρύβεται και στο χέρι.

Η αρχαιότερη (νομίζω) εμφάνιση της λέξης στον Ηρόδοτο, σε μια σκαμπρόζικη ιστορία, για τον Κανδαύλη και τη γυναίκα του -ξέρετε, τον Κανδαύλη που κοκορευόταν πόσο όμορφη γυναίκα έχει και πίεζε τον υπηρέτη του τον Γύγη να τη δει γυμνή, και τελικά κατάντησε κερατάς, και μαλιστα όχι κερατάς και δαρμένος αλλά σφαγμένος, διότι η γυναίκα εξοργίστηκε και έδωσε στον Γύγη ένα εγχειρίδιο και οταν έπεσε ο Κανδαύλης να κοιμηθεί ο Γυγης τον έσφαξε και πήρε και τον θρόνο: Καί μιν ἐκείνη ἐγχειρίδιον δοῦσα κατακρύπτει ὑπὸ τὴν αὐτὴν θύρην. Καὶ μετὰ ταῦτα ἀναπαυομένου Κανδαύλεω ὑπεκδύς τε καὶ ἀποκτείνας αὐτὸν ἔσχε καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὴν βασιληίην Γύγης·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά, Ομόηχα, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 106 Σχόλια »