Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

Τα τσερκένια (αφήγημα του Κοσμά Πολίτη)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2021

Χρονιάρα μέρα σήμερα κι ας ήρθε μέσα στον μουντό καιρό και στο λοκντάουν. Κούλουμα είναι αυτά ή κορονοκούλουμα; Αλλά ίσως δεν έχει νόημα να εντείνουμε τη δυσθυμία, που βέβαια δεν είναι υποχρεωτικό να την αισθάνονται όλοι. Οπότε αποφάσισα να μη βάλω κάτι το καθημερινό, αλλά να τιμήσω την περίσταση με ένα ανάγνωσμα ταιριαστό. Και αφού υπάρχουν περιορισμοί και στις μετακινήσεις αλλά και στο πέταγμα του χαρταετού, λέω να πάμε μια μακρινή εκδρομή και να πετάξουμε ανεμπόδιστοι χίλιω λογιώ χαρταετούς -με τη δύναμη της αφήγησης.

Θα παραθέσω λοιπόν ένα (γνωστό βέβαια και πολυδιαβασμένο) απόσπασμα από το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη «Στου Χατζηφράγκου». Ο Κοσμάς Πολίτης (Πάρις Ταβελούδης. 1888-1974), αφού είχε δώσει σημαντικό και πρωτοποριακό λογοτεχνικό έργο ήδη από τη δεκαετία του 30, όπως και πολύ αξιόλογο μεταφραστικό έργο στη συνέχεια (πρόσφατα δημοσιεύσαμε δείγμα δικής του μετάφρασης στον Δρόμο με τις φάμπρικες του Στάινμπεκ), μας χάρισε σε προχωρημένη πια ηλικία ένα αριστούργημα με αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στη χαμένη πια Σμύρνη πριν από την Καταστροφή.

Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη. Σήμερα θα δημοσιεύσω ένα απόσπασμα που επιβάλλεται λόγω της ημέρας, εκεί όπου ο Πολίτης αφηγείται πώς πετούσαν τους χαρταετούς στη Σμύρνη -ή μάλλον τα τσερκένια, διότι έτσι τα έλεγαν. Το απόσπασμα έχει αυτοτέλεια, οπότε ταιριάζει να παρατεθεί.

Με την ευκαιρία, πρόσφατα με ρώτησαν αν έχω στοιχεία για το πότε ήρθε στην Ελλάδα το έθιμο του χαρταετού. Ο φίλος που με ρώτησε είχε ερευνήσει λιγάκι το θέμα και μου είπε ότι πριν το 1922 δεν βρήκε αναφορές στη λογοτεχνία (ας πούμε, ο Παπαδιαμάντης δεν γράφει για χαρταετούς). Για τη Σμύρνη ξέρουμε από πολλές πηγές ότι οι χαρταετοί -ή μάλλον τα τσερκένια- ήταν πολύ αγαπημένη ασχολία μικρών και μεγάλων: το τσερκένι, το ψάρεμα και το κυνήγι, θυμόταν καποιος, ήταν οι τρεις αγάπες των Σμυρνιών. Όποιος ξέρει κάτι για τον ελλαδικό χώρο ας μας πει στα σχόλια.

Μιαν άλλη φορά θα βάλουμε ένα δοκιμιακό άρθρο για τα τσερκένια στη Σμύρνη που έχω βρει -δεν πρόφταινα να το πληκτρολογήσω φέτος. Οπότε προς το παρόν ας χαρούμε την αφήγηση του Πολίτη. Στο τέλος εξηγούνται κάποιες λέξεις.

(Τα τσερκένια)

Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.

Eίδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; E, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα μεταδείς ένα τέτοιο θάμα. Aρχινούσανε την Kαθαρή Δευτέρα —ήτανε αντέτι— και συνέχεια την κάθε Kυριακή και σκόλη, ώσαμε των Bαγιών. Aπό του Xατζηφράγκου τ’ Aλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Tόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. Για τούτο, τα χελιδόνια τα φέρνανε οι γερανοί μονάχα τη Mεγαλοβδομάδα, για να γιορτάσουνε την Πασχαλιά μαζί μας. Oλάκερη τη Mεγάλη Σαρακοστή, κάθε Kυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Aνέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.

O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, ήτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ’ έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι —όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά — συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ’χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες —να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ’ αεροπλάνα— και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλιτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκαλιά. Ήτανε μάνα ο Σταυράκης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εορταστικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία | Με ετικέτα: , , , , | 139 Σχόλια »

Η Αγγέλικα (διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη)

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2021

Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα διήγημα από τις Νησιώτικες ιστορίες του Αργύρη Εφταλιώτη. Έχει κάποια αμυδρή σχέση με την επικαιρότητα, αφού αύριο είναι η παγκόσμια μέρα της γυναίκας. Ωστόσο, υπάρχει ένας ακόμα λόγος που το διάλεξα. Θέλω συνάμα να παρουσιάσω μια καινούργια λογοτεχνική πρωτοβουλία που αξίζει να προσεχτεί.

Η ηθοποιός Κατερίνα Παπανδρέου, αντιδρώντας στον εγκλεισμό της πανδημίας, έφτιαξε τον ιστότοπο vivliofagos.com, στον οποίο ανεβάζει ηχητικά αρχεία (podcast που θα έλεγε ο κ. Μπαμπινιώτης) από λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως διηγήματα, που τα διαβάζει η ίδια. Επικοινώνησε προ καιρού μαζί μου για ένα θέμα πνευματικών δικαιωμάτων (κάτι που δείχνει και προσοχή στη λεπτομέρεια) και επειδή μου άρεσε η πρωτοβουλία της θέλησα να την προβάλω σήμερα διαλέγοντας, ακριβώς, ένα από τα διηγήματα που ανεβασε σε ηχητικό αρχείο. Μπορείτε να ακούσετε εδώ την Αγγέλικα, όπως τη διαβάζει η Κατερίνα Παπανδρέου. (Ίσως το διήγημα να το διάλεξα κιόλας επειδή έχω σύζυγο, μητέρα και κόρη Αγγελική).

Ο Εφταλιώτης (Κλεάνθης Μιχαηλίδης στο πραγματικό του όνομα, 1849-1923) γεννήθηκε στον Μόλυβο της Μυτιλήνης και ειναι απο τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού. Ποιήματά του και διηγήματά του έχουν αντέξει στον χρόνο και διαβάζονται ακόμα, εκατό σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του.

Το σημερινό διήγημα περιλαμβάνεται στον τόμο «Νησιώτικες ιστορίες», που έχει εκδοθεί από διάφορους εκδοτικούς οικους. Το εδώ κείμενο το πήρα από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, όπου υπάρχει το σύνολο αυτης της συλλογής διηγημάτων.

Έγινε μεγάλη ταραχή σαν πρωτοφάνηκε στο χωριό η Αγγέλικα. Συνηθισμένος ο κόσμος από τις ντροπαλές και συμμαζεμένες χωριατοπούλες, βλέπει άξαφνα μέσα στο χωριό μια κοπέλα, που τους φάνηκε σα θεά. Πρώτο, που ήταν κάτασπρη σα να μην την είδε ήλιος ποτές, δεύτερο, πρόσχαρη, γελαζούμενη και ζωηρή, που τους τρέλαινε σα γελούσε και τους έδειχνε τα μεγάλα της τα δόντια. Τρίτο, που δε φορούσε χωριάτικα, μόνο της χώρας φορέματα. Μα τι πρώτο, τι δεύτερο, και τι δέκατο. Ήτανε να τήνε βλέπεις και να μη χορταίνεις.

Επανάσταση έφερε στο χωριό η Αγγέλικα. Οι καλοί χωριανοί δεν το λογάριαζαν τέτοιο κακό. Ο σκοπός τους ήταν αθώος. Αυτοί ζητούσανε μια καλή δασκάλισσα, να μάθει τα κορίτσια τους γράμματα. Γράφουνε λοιπό στη χώρα, και σε λιγάκι έρχεται η Αγγέλικα.
Σκολειό χτισμένο δεν είχαν ακόμα. Της νοικιάζουν ένα σπιτάκι, και μέσα σ’ αυτό το σπιτάκι άρχισε η Αγγέλικα να πολιτίζει του χωριού τα κορίτσια. Ως εδώ η δουλειά πήγαινε καλά. Τα κορίτσια μάθαιναν, πως το ψωμί δεν τρώγεται μέσα στο βιβλίο αν δε γίνει άρτος, και σαν τέλειωναν τα μαθήματα άρχιζε τ’ αργόχειρο. Και το βράδυ, σαν πηγαίνανε στα σπίτια τους, άλλη έδειχτε στον πατέρα της μπιμπίλες, άλλη παντούφλες, κι άλλη κεντημένες καπνοσακούλες. Κι ο πατέρας τα ‘βλεπε αυτά και καμάρωνε που τέλος πάντων είδαν ανθρωπισμό τα κορίτσια.

Η δουλειά όμως δεν σταμάτησε ως εδώ. Οι μεγάλες οι κοπέλες, που δεν μπορούσαν πια να πάνε στο σκολειό, δεν έπρεπε να μείνουν κι αυτές πίσω. Πώς να βγουν οι μικρότερες αδερφάδες πιο άξιες και πιο χαριτωμένες στον κόσμο! Ρίχτουνται λοιπόν της Αγγέλικας κι ησυχία δεν της αφήνουν. Νυχτέρι δεν γίνουνταν, που να μην την έχουνε στη μέση να λέει ιστορίες, να ξηγά συνήθειες της χώρας, να τραγουδάει τραγούδια της χώρας, να κόβει και να ράβει, κι αυτές να λησμονούν κάθε χωριάτικο παιχνίδι, τραγούδι και παραμύθι, και να κάθουνται σα μαγεμένες ν’ ακούν την Αγγέλικα.

Είναι αλήθεια πως σαν έφευγε η δασκάλισσα στο σπιτάκι της οι χωριατοπούλες ―πώς να την ξεχάσουν την τέχνη!― της κάνανε χίλια περιγέλια της κακόμοιρης! Άλλη να μιμάται τη φωνή της, άλλη τ’ ασυνήθιστα τα λόγια της, άλλη τη μαργιόλικη της ματιά. Αθώα περιγέλια, δίχως ζούλια και δίχως κακία, έτσι να της βρουν κατιτίς να γελάσουν. Και σα σκάνανε στο γέλιο, άρχιζαν πάλι να της θαυμάζουν τα κόκκινα χείλη, τα κάτασπρα δόντια, το μικρό ποδαράκι, την περπατηξιά της, τα στολιδάκια της, τις φορεσιές της, όλη της τη χάρη και την ομορφιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Βασίλης Αλεξάκης, Μια γλώσσα για να γελάω και μια γλώσσα για να κλαίω

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2021

Πριν από μερικές μέρες έφυγε από τη ζωή ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, στα 77 του χρόνια (γεννημένος Χριστούγεννα του 1943).

Ο Αλεξάκης κατέχει μοναδική θέση στα γράμματά μας επειδή όχι μόνο έζησε σε δυο χώρες, Ελλάδα και Γαλλία, αλλά και έγραψε σε δυο γλώσσες, ελληνικά και γαλλικά, και μάλιστα από ένα σημείο και μετά έγραφε τα βιβλία του άλλοτε στα γαλλικά και άλλοτε στα ελληνικά (ανάλογα με τους ήρωες, όπως έχει πει) και στη συνέχεια τα ξανάγραφε στην άλλη γλώσσα. Τα μετέφραζε, αλλά επειδή, όπως έχει πει, η μετάφραση είναι «μια πολύ αυστηρή ανάγνωση», ξαναγράφοντας το κάθε βιβλίο το βελτίωνε.

Επιπλέον, στα περισσότερα βιβλία της ωριμότητάς του παίζουν κεντρικό ρόλο η γλώσσα, οι γλωσσικές αναζητήσεις και οι γλωσσικές συζητήσεις, δηλαδή οι ήρωές του πολύ συχνά συζητούν για τη γλώσσα, αναφέρουν ετυμολογικές πληροφορίες ή συγκρίνουν πώς λέγεται μια λέξη ή μια έκφραση στα ελληνικά, στα γαλλικά και σε άλλες γλώσσες. Aκόμα και οι τίτλοι αρκετών από τα βιβλία του έχουν γλωσσικό θέμα: Η πρώτη λέξη, Οι ξένες λέξεις, Η μητρική γλώσσα.

Βέβαια, ίσως το πιο γνωστό βιβλίο του να είναι το Τάλγκο, το πρώτο που έγραψε απευθείας στα ελληνικά (1980). Είναι το πιο γνωστό, επειδή έγινε ταινία, Ξαφνικός έρωτας. Θυμάμαι που το διαβάσαμε όντας φοιτητες και οι κοπέλες της παρέας μας απορούσαν πόσο καλά ο συγγραφέας εξέφραζε τον γυναικείο τρόπο σκέψης -γιατί η αφηγήτρια είναι γυναίκα.

Γυρω στο 2008-9 με είχε αναζητήσει μέσω κοινών γνωστών και κάναμε από το τηλέφωνο μια συζήτηση για διάφορους γλωσσικούς μύθους που κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Γράφω ένα βιβλίο, μου είχε πει. Το βιβλίο αυτό ήταν Η πρώτη λέξη -το έγραψε πρώτα στα γαλλικά, αφού εκτυλίσσεται στο Παρίσι, έστω κι αν η αφηγήτρια είναι Ελληνίδα. Οι ήρωες είναι οι περισσότεροι Γάλλοι ή Έλληνες της Γαλλίας. Σε ένα σημείο του βιβλίου, κάποιος αναφέρει τους ελληναράδικους γλωσσικούς μύθους -ας πούμε για τα εκατομμύρια των ελληνικών λέξεων- που είχαμε συζητήσει στο τηλέφωνο με τον Αλεξάκη.

Στο βιβλίο αυτό ο Μιλτιάδης, αδελφός της αφηγήτριας, δικαιολογώντας την προτίμηση της κόρης του να μιλάει γαλλικά, παρόλο που και οι δυο γονείς της είναι Έλληνες, λέει ότι «Τη μητρική γλώσσα δεν τη δίνει η μάνα, τη δίνει η γειτονιά». Αυτό το είχε εκφράσει και ο ίδιος ο Αλεξάκης σε πολλές συνεντεύξεις.

Σε κάποια άλλη συνέντευξη είχε πει κάτι που το έχω επαληθεύσει και με άλλους που ζουν στα ξένα. Όταν, λέει, ζεις πολλά χρόνια στα ξένα χωρίς ευκαιρία να χρησιμοποιείς τη γλώσσα σου, αρχίζεις πια να σκέφτεσαι στην ξένη γλώσσα που τη μιλάς καθημερινά, ωστόσο υπάρχουν τρία πράγματα που παραμενουν στη μητρική γλώσσα:  οι αριθμοί τηλεφώνου, οι λογαριασμοί που κάνεις με το μυαλό σου και οι βλαστήμιες.

Βέβαια, από ένα σημείο και μετά ο Αλεξάκης άρχισε να έρχεται συχνότερα στην Ελλάδα, κατάκτησε ξανά τη μητρική του γλώσσα, όπως θα δείτε παρακάτω, συνέχισε όμως να μοιράζεται ανάμεσα στις δυο χώρες, έως τα τελευταία χρόνια που αγκυροβόλησε μόνιμα στην Αθήνα. Η δεύτερη πατριδα του πάντως τον τίμησε με περισσότερα βραβεία από την πρώτη, αν και έχει τιμηθεί και στην Ελλάδα με Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.

Το 2013 μου είχε αναθέσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να διοργανώσω μια σειρά σεμινάρια για ελληνομαθείς μεταφραστές, που μετέφραζαν από άλλες γλώσσες προς την ελληνική, οπότε ζήτησα από τον Αλεξάκη να μας κάνει μια ομιλία, ακριβως για τη μοναδική του θέση ανάμεσα στις δυο γλώσσες και για τη μοναδική του ιδιότητα να είναι μεταφραστής του εαυτού του. Η ομιλία αυτή είχε τίτλο «Μια γλώσσα για να γελάω και μια γλώσσα για να κλαίω», που τον έχει χρησιμοποιήσει και άλλες φορές σε ομιλίες του. Ηχογράφησα την ομιλία, με ερασιτεχνικά όμως μέσα κι έτσι με πολύ κακή ποιότητα ήχου. Την παραθέτω στα επόμενα, μαζί με την αρχή των ερωτήσεων -παραλείπω άλλη μια ώρα ηχογράφησης επειδή γίνεται συζήτηση που ακούγεται πολύ δύσκολα. Οι πολλές ερωτήσεις που έγιναν βέβαια δείχνουν ότι το θέμα μας είχε γοητεύσει.

Επειδή ακριβώς ο ήχος είναι πολύ κακός, έχω απομαγνητοφωνήσει με μεγάλη, αλλά όχι απόλυτη, πιστότητα τα όσα είπε εκείνη τη μέρα, στις 7 Νοεμβρίου 2013, ο Αλεξάκης, Αν περιοριστείτε στο γραπτό δεν θα χάσετε σχεδόν τίποτε, αλλά ακούστε λίγο και το ηχητικό αν δεν έχετε άλλη φορά ακούσει τον γλυκύτατο αυτόν άνθρωπο να μιλάει. Ή, μπορείτε να τον δείτε εδώ, στη γαλλική τηλεόραση, στη θρυλική εκπομπή Apostrophes του Μπερνάρ Πιβό, το 1989, μετά την έκδοση του βιβλίου του Παρίσι-Αθήνα -ή μάλλον Paris-Athènes.

Μια γλώσσα για να γελάω και μια γλώσσα για να κλαίω (ομιλία του Βασίλη Αλεξάκη)
Πήγα πολύ νέος στη Γαλλία και εκεί έμαθα τη γλώσσα, γιατί τα γαλλικά που ήξερα ήταν τα γαλλικά του σχολείου. Λοιπόν, δεν ήξερα καλά τη γλώσσα όταν πήγα στη Γαλλία, ένα σωρό πράγματα δεν τα καταλάβαινα, παρακολουθούσα με δυσκολία τα μαθήματα, στη σχολή δημοσιογραφίας στη Λιλ. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, όταν έφτασα στο σταθμό της Λυών στο Παρίσι, διότι εκείνη την εποχή δεν ταξιδεύαμε με αεροπλάνα, όταν έφτασα λοιπόν στον σταθμό κάποιος με ρώτησε τι ώρα είναι, που είναι κάτι πολύ εντυπωσιακό διότι στους σιδηροδρομικούς σταθμούς έχει παντού πολλά μεγάλα ρολόγια. Και εγώ είπα ότι είναι minuit (μεσάνυχτα) και ο Γάλλος που με είχε ρωτήσει με διόρθωσε αμέσως, διότι ήταν μέρα. Όχι minuit μου λέει, midi. Minuit c’est l’heure du crime. Και για μένα, που ήθελα να γράψω μυθιστορήματα, διότι αυτή ήταν ανέκαθεν η επιθυμία μου, η δημοσιογραφία δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα, αυτή η φράση ήταν μια πολύ καλή αρχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Εις μνήμην, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρίσι, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , | 127 Σχόλια »

Μνήμη Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2020

Συμπληρώθηκαν χτες 64 χρόνια από τον θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή, στα 47 του χρόνια, στις 29 Αυγούστου 1956, προδομένος από την πάντοτε εύθραυστη υγεία του κι αφού είχε βασανιστεί σ’ όλη του τη ζωή από την ανέχεια, την ανέχεια που κατέτρυχε τον επαγγελματία γραφιά, όταν η μέση του δεν ήταν αρκετά εύκαμπτη ώστε να προσκολληθεί σε κάποιον ισχυρό και να βρει κάποιαν αργομισθία. Για να βιοπορίζεται, οταν έγινε οικογενειάρχης και αυξήθηκαν τα έξοδα, έκανε με πυρετώδη ρυθμό μεταφράσεις πολυσέλιδων κλασικών μυθιστορημάτων, για το Ρομάντζο: Άθλιοι, Παναγία των Παρισίων, Μαρία Στιούαρτ, Μπεν Χουρ, Οι τρεις σωματοφύλακες, καθώς και τυπογραφικές διορθώσεις μέχρι που η πολλή δουλειά, από τις 6 το πρωί ως τις 8 το βραδυ, τον νίκησε.

Με τον Κοτζιούλα συνέβη το παράδοξο, ο τωρινός αιώνας να έχει σταθεί ευνοϊκός στην υστεροφημία του, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο προηγούμενος. Ενώ τις πρώτες δεκαετίες μετά τον θάνατό του το έργο του είχε λίγο-πολύ ξεχαστεί, με εξαίρεση το βιβλίο του για τον Άρη Βελουχιώτη, και ενώ τα (όχι πλήρη) Άπαντά του, που εκδόθηκαν λίγο μετά τον θάνατό του, είχαν προ πολλού εξαντληθεί, σήμερα το έργο του κυκλοφορεί και διαβάζεται πολύ περισσότερο, ενώ, πέρα από τις επανεκδόσεις των εξαντλημένων βιβλίων, έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια πολλά ανέκδοτα έργα του, βεβαίως χάρη στις άοκνες προσπάθειες του γιου του, του Κώστα Κοτζιούλα αλλά και ορισμένων μελετητών που αγάπησαν το έργο του ποιητή από την Πλατανούσα.

Τα τελευταία χρόνια (2016-2020) έχουν εκδοθεί του Κοτζιούλα: 1. «Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα», Δρόμων, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 2. «Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα», Δρόμων, επιμέλεια Στέλιος Φώκος. 3. «Αντάρτες», Ασίνη, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 3. «Κριτικά Α΄ «Η ασυλία του πνεύματος», Δρόμων, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου και Κώστας Κοτζιούλας. 4. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας για τα Τζουμέρκα» (δημοτικά τραγούδια, λαογραφικές σελίδες, Κ. Κρυστάλλης), ΙΛΕΤ-Τζουμερκιώτικα Χρονικά, επιμέλεια Κώστας Μαργώνης και Κώστας Κοτζιούλας. 5. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει και σχολιάζει αρχαίους Έλληνες ποιητές», Οδυσσέας, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 6. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει γαλλόφωνους ποιητές», Σαΐτης, επιμέλεια Λητώ Αλεξάκη. Επίσης έχουν παραδοθεί για έκδοση τα Ημερολόγια (Σαραντάκος), τα Κριτικά Β, «Μορφές του πνεύματος» (Μελετίου και Κ. Κοτζιούλας). Παραδίδονται έτοιμα, σύντομα, οι «Ηπειρώτικες περιοδείες και άλλα διηγήματα (Κ. Μαργώνης και Γ. Γιαννάκης) και οι Συνεντεύξεις και Συνομιλίες (Κ. Κοτζιούλας).
Έχουν επίσης κυκλοφορήσει μελέτες και αφιερώματα για τον Κοτζιούλα: 1. Συλλογικό, Ο Γιώργος Κοτζιούλας και το συγγραφικό του έργο, Πρακτικά ημερίδας, Χανιά 16 Ιουλίου 2018, εκδ. Δρόμων – Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, επιμέλεια Ζώης Μπενάρδος. 2. Περιοδικό Eνεκεν, τεύχος 48-49, Συλλογικό, Αφιέρωμα στον  Γιώργο Κοτζιούλα, επιμέλεια Γιώργος Γιαννόπουλος 3. Κώστας Μιχαλάκης, «»Τα πάθη των Εβραίων» του Γιώργου Κοτζιούλα», Επέκεινα.
Τέλος, η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου έγραψε τη βιογραφία του, «Ποίηση και πολεμικη», Κίχλη 2015, που τιμήθηκε με το βραβείο δοκιμίου του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Λογοτεχνία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 123 Σχόλια »

Δεκαήμερο: Εισαγωγή και μια ιστορία

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2020

Στην αρχή της πανδημίας, είχαμε αναφέρει την άποψη του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348, στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο. Σε εκείνο το άρθρο, πριν από τρεις μήνες, είχα γράψει ότι «τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά».

Σήμερα, που τα μέτρα περιορισμού έχουν χαλαρώσει, στην Ευρώπη τουλάχιστον μια και η πανδημία σε άλλες ηπείρους δεν έχει ακόμα καταλαγιάσει, νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να εκπληρώσω αυτή την κάπως ασαφή υπόσχεση που είχα δώσει και να παρουσιάσω ένα απόσπασμα από το Δεκαήμερο.

Το έργο του Βοκκάκιου έχει τεράστια σημασία, διότι είναι το πρώτο πεζό λογοτεχνικό έργο σε νεότερη ευρωπαϊκή γλώσσα, σε μια εποχή που οι λόγιοι έγραφαν λατινικά. Είναι και το πρώτο νεότερο μυθιστόρημα, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για συλλογή από ανεξάρτητες ιστορίες. Πάντως, άσκησε τεράστια επιρροή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

O Ιωάννης Βοκκάκιος (1313-1375) έγραψε το Δεκαήμερο στα αμέσως επόμενα χρόνια μετά την επιδημία του 1348. Το 1352 το είχε τελειώσει. Καθώς η Φλωρεντία δοκιμάζεται από την πανούκλα, εφτά γυναίκες της καλής τάξης αποσύρονται στην εξοχή σε μια έπαυλη που έχει μείνει έρημη, μαζί με τρεις νεαρούς. Για να περάσει η ώρα, διηγούνται ιστορίες: κάθε μέρα μία ή ένας από τους δέκα χρίζεται βασίλισσα ή βασιλιάς της ημέρας και ορίζει το θέμα που θα έχουν οι ιστορίες. Στη συνέχεια το κάθε μέλος της δεκαμελούς συντροφιάς αφηγείται μια ιστορία και στο τέλος ο βασιλιάς ή η βασίλισσα κάνει μιαν ανακεφαλαίωση. Δέκα μέρες επί δέκα αφηγητές, εκατό ιστορίες.

Οι ιστορίες του Δεκαημέρου συχνά είναι ευτράπελες, απηχούν λαϊκές διηγήσεις, πολλές έχουν θέμα τον έρωτα ή την απιστία, άλλες παρουσιάζουν έξυπνα κόλπα με τα οποία ο ήρωας μπόρεσε να βγει από μια δύσκολη θέση ή δίνουν ένα ηθικό δίδαγμα κτλ.

Το Δεκαήμερο έχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει στο εμπόριο αυτή τη στιγμή κάποια έκδοσή του. Τα κείμενα που εγώ θα παρουσιάσω σήμερα προέρχονται από την δίτομη έκδοση από τα Γράμματα σε μετάφραση του μεγάλου τεχνίτη Κοσμά Πολίτη.

Διάλεξα να παρουσιάσω την εισαγωγή, όπου ο Βοκκάκιος περιγράφει την επιδημία της πανούκλας στη Φλωρεντία. Σταματάω αμέσως πριν από το σημείο όπου γνωρίζουμε τις εφτά ηρωίδες.

Και για να μην μείνουμε με την πικρή γεύση, προσθέτω μιαν ευτράπελη ιστορία απιστίας, την 7η ιστορία της 7ης ημέρας, από την οποία καθιερώθηκε σε διάφορες γλώσσες η έκφραση «κερατάς, δαρμένος κι ευχαριστημένος».

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ

Ο συγγραφέας εκθέτει για ποιο λόγο συγκέντρωσε ορισμένα πρόσωπα που δε θ’ αργήσουν να εμφανι­στούν. Ύστερα, κάτω από την ηγεμονία της Παμπινέας, καθένα από τούτα τα πρόσωπα καταπιάνεται με το θέμα που του είναι περισσότερο αγαπητό.

Κάθε φορά, χαριτωμένες αναγνώστριες, που στοχάζομαι πόσο ευαίσθητο, από την ίδια του τη φύση, είναι το φύ­λο σας, λέω μέσα μου πως τούτο το βιβλίο θα σας κάνει στην αρχή οδυνηρή εντύπωση. Η θανατηφόρα πανού­κλα, που έχει περάσει τώρα πια, μα που η θύμησή της εί­ναι τόσο θλιβερή για όσους έχουν δει ή έχουν πληροφορηθεί το ρήμαγμα που είχε κάνει — αυτή είναι η προμε­τωπίδα του βιβλίου μου. Όμως δε θα ‘θελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς. Ο βραχνάς της αρχής; Φανταστείτε ένα βου­νό, που οι κακοτράχαλες πλαγιές του ορθώνονται μπρο­στά στους ταξιδιώτες· μα εκεί πλάι απλώνεται ένας κάμ­πος, που η ομορφιά του θέλγει και μαγεύει τόσο περισ­σότερο, όσο δυσκολότερο ήταν το σκαρφάλωμα και το κατηφόρισμα. Αν η θλίψη γειτονεύει με την ευθυμία, οι συμφορές σκορπούν σαν έρχεται η χαρά. Αυτή τη σύν­τομη στενοχώρια (τη λέω σύντομη γιατί πιάνει μονάχα μερικές αράδες) τη διαδέχονται αμέσως η γλύκα κι η ευ­χαρίστηση που σας υποσχέθηκα πιο πάνω και που, δί­χως καμιά υποχρέωση από μέρους μου, η εισαγωγή δε σας επιτρέπει καθόλου να ελπίζετε. Αχ! Αν μπορούσα να σας οδηγήσω εκεί όπου επιθυμώ, ακολουθώντας ένα δρό­μο διαφορετικό από το τραχύ μονοπάτι που σας προτεί­νω, θα το ’κανα μ’ όλη μου την καρδιά. Αλλά πώς μπο­ρώ, δίχως να αναφερθώ σ’ εκείνη τη συμφορά, να εξηγή­σω την προέλευση των όσων θα διαβάσετε παρακάτω; Η ανάγκη με κάνει ν’ αποφασίσω αυτό τον πρόλογο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , | 199 Σχόλια »

Πόλεμος και ειρήνη

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2020

Μέσα στην καραντίνα διάβασα το Πόλεμος και ειρήνη. Το είχα ξαναδοκιμάσει καναδυό φορές, στα νιάτα μου και μια πριν από μερικά χρόνια, αλλά τότε το άφησα νωρίς επειδή μπήκαν στη μέση άλλα, πιο επείγοντα διαβάσματα. Μετά με τρόμαζε το μέγεθος, 1500 σελίδες είναι αυτές (περισσότερες είναι).

Αλλά στα μέσα Μαρτίου, που άρχισε η καραντίνα και η τηλεργασία, ενώ τελείωνα έναν Μπαλζάκ, δηλαδή είχα μπει στο κλασικό ύφος, θυμήθηκα τον Τολστόι. «Αν όχι τώρα, πότε;» είπα, και το ξεκίνησα.

Δεν τον θυμήθηκα μόνο εγώ. Ο φίλος μας ο Δύτης, που ειναι σεσημασμένος τολστοϊκός, ανέφερε ένα ομαδικό εγχείρημα, διάβασμα με συζήτηση του έργου, που γινόταν στο Τουίτερ, στα αγγλικά φυσικά. Τους παρακολούθησα για λίγο, και είχαν ενδιαφέρον αλλά μετα τους άφησα και δεν ξέρω τι απόγιναν.

Στην αρχή διάβαζα το βιβλίο πολύ συστηματικά, κοίταζα και την αγγλική μετάφραση και το ρώσικο πρωτότυπο, σημείωνα φράσεις ή μεταφραστικά προβληματάκια κτλ. Ε, αυτό κράτησε για τον μισό πρώτο τόμο (απο τους πέντε της έκδοσης που έχω). Μετά παραιτήθηκα από τις πολλές φιλοδοξίες και το διάβασα κανονικά, σαν μυθιστόρημα και όχι σαν διατριβή, αλλά σημειώνοντας πάντοτε πράγματα που μου κινούσαν το ενδιαφέρον ή την περιέργεια.

Κάποια πράγματα τα εμφάνισα κι εδώ, μαζί κι ένα άρθρο για τα πολλά γαλλικά που περιέχει η πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος.

Διάβασα τη μετάφραση της Κοραλίας Μακρή, που κυκλοφορεί ακόμα από τον Γκοβοστη -αλλά εγώ έτυχε να έχω μια φτηνή επανέκδοσή της που είχε μοιράσει έναν καιρό η Ελευθεροτυπία. Υπάρχουν κι άλλες μεταφράσεις, αλλά η Μακρή μού ταιριάζει με την παλιακή δημοτική της. (Βλέπω ότι κυκλοφορεί σε επίτομη έκδοση με 1168 σελίδες. Στην έκδοση που είχα εγώ είναι άλλη η σελιδοποίηση, οπότε βγαίνουν 1614 σελίδες).

Έκανα κάπου δυο μήνες βέβαια για να διαβάσω τους πέντε τόμους και τις 1600 σελίδες. Το βιβλίο, να πω, είναι οργανωμένο σε δεκαπέντε βιβλία, το καθένα από τα οποία χωριζεται σε κεφάλαια (από 15 εως 30 περίπου) ενώ υπάρχουν και δυο επίλογοι. Παρακολουθεί τη Ρωσία και τους Ναπολεόντειους πολέμους από το 1805 έως το 1812-13, δηλαδή από τον θρίαμβο του Ναπολέοντα στο Αουστερλιτς ως την πανωλεθρία στην εκστρατεία στη Ρωσία. Ο επίλογος μάς μεταφέρει στο 1820.

Παρελαύνουν δεκάδες, εκατοντάδες ίσως πρόσωπα, αλλά βασικοί πρωταγωνιστές είναι πέντε οικογένειες ευγενών, που βλεπουμε τη ζωή τους και τις περιπέτειές τους, τους έρωτες και τους γάμους τους. Είχα βρει κάπου ένα γενεαλογικό δέντρο τους, κι αυτό βοηθάει για να μη χάνεις τα ονόματα, αλλά δεν ήταν πολύ καλή ιδέα διότι από το σχεδιάγραμμα είδα ότι ο Πιέρ παντρεύεται στο τέλος τη Νατάσα, κάτι που δεν είναι προφανές αμέσως διότι η Νατάσα αρραβωνιάζεται τον Αντρέι, επιστήθιο φίλο του Πιέρ. Κι έτσι το ήξερα από πριν κι αυτό δεν μου άρεσε. (Γενικά δεν είναι καλό να κοιτάς πολλά για ένα μυθιστόρημα. Προηγουμένως την είχα πατήσει με τον Εξάδελφο Πονς του Μπαλζάκ, όπου αναζητώντας το πρωτότυπο έκανα το λάθος και διάβασα και την υπόθεση στη Βικιπαίδεια και είχα ξενερώσει)

Eίπα ότι το διάβασα αλλά είναι λίγο όπως με τη Γαλατία και το χωριό του Αστερίξ. Δεν το διάβασα όλο-όλο. Στον επίλογο, και αφού έχουμε μάθει τι απόγιναν οι ήρωες, ο Τολστόι αφιερώνει έναν δεύτερο επίλογο για να αναλύσει σε καθαρά δοκιμιακό ύφος θέματα ιστορίας, δηλαδή ποιοι είναι οι παράγοντες που κινούν την ιστορία. Ε, στάθηκε αδύνατο να διαβάσω αυτές τις λίγες σελίδες, που τις βρήκα εξαιρετικά βαρετές (ιεροσυλία; αλλά δεν είναι μυθιστόρημα πλέον) κι έτσι έφαγα την καμήλα, που λέει πλέον η παροιμία, και άφησα λίγες τρίχες από την ουρά της. Ισως κάποιαν άλλη φορά βρω το σθένος να το τελειώσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 99 Σχόλια »

Τότε ήταν τα γαλλικά

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2020

Στο Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι, όταν φτάσουμε στο 1812 και ο Ναπολέων έχει επιτεθεί στη Ρωσία και πλησιάζει απειλητικά στη Μόσχα, ο συγγραφέας μάς λέει πως οι Μοσχοβίτες αστοί, μπροστά στο κακό που ερχόταν και φαινόταν ακάθεκτο το έριξαν στις διασκεδάσεις, σαν αντίδραση για να μην σκέφτονται τα δεινά που τους περίμεναν. «Καιρό είχαν να διασκεδάσουν τόσο στην παλιά πρωτεύουσα, όσο εκείνη τη χρονιά». Παλιά πρωτεύουσα, διότι την εποχή εκείνη πρωτεύουσα ήταν η πόλη του Πέτρου, το Πέτρογκραντ, μετεπειτα Λένινγκραντ, τώρα Πετρούπολη αλλά όχι πια πρωτεύουσα.

Με μια διαφορά: σε πολλά μοσχοβίτικα σαλόνια επειδή τα γαλλικά ήταν πια η γλώσσα του εχθρού, η καλή κοινωνία απόφευγε να χρησιμοποιεί γαλλικά. Έτσι, στο κεφάλαιο 17 του 10ου βιβλίου, ο Τολστόι περιγράφει μια συζήτηση στο σαλόνι της υπέρπλουτης Ζιουλί Ντρουμπετσκάγια (βάζω τα ονόματα όπως τα αποδίδει η Κοραλία Μακρή), οπου η οικοδέσποινα επιπλήττει τους προσκαλεσμένους της, που χλευάζουν τον Πιέρ Μπεζούχοφ, λέγοντας:

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ανακατεύοντας ρωσικά και γαλλικά.

Να κάνω μια παρένθεση εδώ. Στη μετάφρασή της η Κοραλία Μακρή δεν ειδοποιεί τον αναγνώστη ποιες λέξεις και φράσεις είναι στα γαλλικά και ποιες στα ρωσικά, μεταφράζει όλο το κείμενο στα ελληνικά. Σε μια ιντερνετική συζήτηση ο φίλος μας ο Κορνήλιος είχε πει ότι δεν θα αγόραζε τη συγκεκριμένη μετάφραση γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, που το βρίσκω υπερβολικό. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο κεφάλαιο έχει σημασία να υποδεικνύονται οι γαλλικούρες των συνομιλητών -και η μεταφράστρια τις δηλώνει έμμεσα.

Λοιπόν, μόλις η Ζιουλί λέει

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ή, στα ρωσικά,

— Безухов est ridicule, но он так добр, так мил. Что за удовольствие быть так caustique?

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση της και ένας νεαρός με στολή εθνοφύλακα, που η Ζιουλί τον αποκαλεί «ο ιππότης μου», φωνάζει:

— Πρόστιμο!

Και μαθαίνουμε πως όποιος ξεχνιόταν και παράβαινε τον κανόνα και χρησιμοποιούσε γαλλικές λέξεις ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει πρόστιμο, το οποίο πήγαινε σε κάποιο δημοσιο ταμείο για την πολεμική προσπάθεια. Αυτό ήταν πρωτοβουλία των αριστοκρατών που δέχονταν κόσμο στο σπίτι τους, όχι κάποιο άνωθεν επιβεβλημένο μέτρο.

Παρεμπιπτόντως, αν δείτε το ρωσικό κείμενο, η λέξη για το «πρόστιμο» είναι Штраф, στραφ. Αυτό δεν έχει σχέση με το δικό μας «πήγε στράφι», που είναι δάνειο από τα τουρκικά, έχει όμως σχέση με, ακριβέστερα προέρχεται από, το γερμανικό Strafe, τιμωρία.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάποιος συγγραφέας που ήταν επίσης καλεσμένος, υποστήριξε πως η οικοδέσποινα έπρεπε επίσης να πληρώσει πρόστιμο για τον γαλλισμό που χρησιμοποίησε, διότι το «τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε» («Удовольствие быть» στο πρωτότυπο) δεν είναι ρωσική έκφραση.

Η Ζιουλί ευχαρίστως δέχεται να πληρώσει για το caustique, όχι όμως και για τον γαλλισμό, διότι δεν έχει λεφτά και καιρό να πάρει δάσκαλο για να μάθει ρωσικά.

Λίγο αργότερα, κι ενώ έχει έρθει στη συντροφιά και ο πρίγκιπας Πιέρ, η Ζιουλί του ρίχνει μια σπόντα για τη Νατάσα, εκείνος κοκκινίζει και δεν παραδέχεται τον έρωτά του, οπότε η Ζιουλί:

Ну, полноте, милый граф, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

Ελάτε τώρα, κύριε κόμη, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

δηλαδή: όλη η Μόσχα βοά. Εγώ σας θαυμάζω, λόγω τιμής!

Και βέβαια, ο νεαρός του προηγούμενου επεισοδίου φωνάζει πάλι «Πρόστιμο!» και η οικοδέσποινα ξεσπάει: «Καταντάει αδύνατο να μιλήσει κανείς».

Και σε πολλά άλλα σημεία στο αριστούργημα του Τολστόι οι αριστοκράτες παρεμβάλλουν λέξεις και φράσεις γαλλικές στην ομιλία τους. Ίσως όχι τυχαία, το μυθιστόρημα αρχίζει με μια γαλλορωσική παράγραφο, δηλαδή πιο πολλά γαλλικά από ρωσικά, όπου η Άννα Πάβλοβνα Σέρερ καταγγέλλει τον Ναπολέοντα στα γαλλικά με λίγες ρωσικές λέξεις ανάμεσα:

Eh bien, mon prince. Gênes et Lucques ne sont plus que des apanages, des поместья, de la famille Buonaparte. Non, je vous préviens que si vous ne me dites pas que nous avons la guerre, si vous vous permettez encore de pallier toutes les infamies, toutes les atrocités de cet Antichrist (ma parole, j’y crois) — je ne vous connais plus, vous n’êtes plus mon ami, vous n’êtes plus мой верный раб, comme vous dites. Ну, здравствуйте, здравствуйте. Je vois que je vous fais peur, садитесь и рассказывайте.

Οπότε, είναι και κουραστικό να υποσημειώνει ο μεταφραστής ποιες φράσεις λέχθηκαν στα γαλλικά στο πρωτότυπο. Σήμερα που η γαλλομάθεια έχει υποχωρήσει φαντάζομαι πως και οι Ρώσοι αναγνώστες του Τολστόι θα έχουν ανάγκη από υποσημειώσεις. Άλλωστε στη Βικιθήκη το κείμενο του Τολστόι συνοδεύεται από υποσημειώσεις με μετάφραση των γαλλικών αποσπασμάτων.

Βέβαια, μόνο οι αριστοκράτες (και οι στρατιωτικοί, που είναι περίπου το ίδιο) διανθίζουν τον λόγο τους με γαλλικά, όχι ο λαός. Διαβάστε τον Τολστόι και θα νιώσετε γιατί ήταν αναπόφευκτη η οκτωβριανή επανάσταση.

Όμως με γαλλικά διάνθιζε τον λόγο της, εκατό χρόνια μετά τους Μοσχοβίτες του Τολστόι, και η ελληνική καλή κοινωνία, κι αυτό έχει αποτυπωθεί και σε ελληνικά λογοτεχνικά έργα.

Θα υπάρχουν πολλά του μεσοπολέμου όπου ο διάλογος των μεγαλοαστών διανθίζεται με γαλλικούρες, εγώ θυμάμαι τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση. Ο Κλέο (Κλέαρχος) Κιτρινάκης, ο εξ απορρήτων των Σκλαβογιάννηδων, σκορπίζει αφειδώς γαλλικές φράσεις, όπως:

— Κάθε άλλο! Τον σεβόμαστε όλοι. Ήταν τόσο κύριος! Un prince doublé d’un général, quoi!

όταν απορεί για ποιο λόγο παραιτήθηκε κι έφυγε άρον άρον ο Αρκάνοφ, πρίγκιπας και στρατηγός στην τσαρική Ρωσία, που είχε καταντήσει να δουλεύει σοφέρ για τους Σκλαβογιάννηδες.

Κι άλλοι όμως χρησιμοποιούν γαλλικά στο μυθιστόρημα και βέβαια ο Καραγάτσης δεν έχει βαλει υποσημειώσεις -όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.Το 1938 η γαλλομάθεια ήταν ίσως μεγαλύτερη από τη σημερινή, αν όχι στον γενικό πληθυσμό πάντως μεταξύ του αναγνωστικού κοινού. Βέβαια, οι γαλλικές φράσεις στον Γιούγκερμαν δεν είναι πολλές και δεν νομίζω πως αποτελούν σοβαρό πρόβλημα ακόμα κι αν ο αναγνώστης δεν ξέρει γρυ γαλλικά.

Ο Καραγάτσης παραθέτει τις φράσεις στα γαλλικά. Ο Ψαθάς στη Μαντάμ Σουσού νομίζω πως τις μεταγράφει με το ελληνικό αλφάβητο. Δεν έχω πρόχειρο το βιβλίο αυτό, αλλά θυμάμαι ένα απόσπασμα, όπου κουτσομπολεύουν τη Σουσού κάποιοι, αναπαράγοντας φήμες που διαδίδονται για το πρόσωπό της, ότι ήταν στο εξωτερικό αλλά ήρθε στην Αθήνα επειδή «δεν μπορούσε να συνεχίσει λα βι σκανταλαίζ κ’ ελ μεναί» (τη σκανδαλώδη ζωή που έκανε). Ούτε ο Ψαθάς βάζει επεξήγηση της γαλλικούρας, βέβαια.

Τα γαλλικά είχαν αυτόν τον ρόλο, της κυρίαρχης ξένης γλώσσας, ίσαμε τον δεύτερο πόλεμο. Κάποτε είχαν και τα ελληνικά παρόμοια θέση, πολύ παλιότερα, μετά τα λατινικά, μετά, για ένα διάστημα στη Μεσόγειο, ήταν τα ιταλικά. Το να αναδειχτεί μια γλώσσα σ’ αυτή τη θέση ελάχιστα καθορίζεται από «εγγενείς αρετές» της γλώσσας, διότι αν ήταν έτσι δεν θα έδυε η μια παγκόσμια γλώσσα για ν’ ανατείλει η άλλη. Καθοριστικό ρόλο παίζει η οικονομική ισχύς και το πολιτισμικό γόητρο του πολιτισμού που είναι φορέας της κάθε γλώσσας.

Σήμερα είναι τα αγγλικά -αλλά σήμερα υπάρχει μια διαφορά, ο γενικευμένος αλφαβητισμός. Στη Ρωσία του 1820 ο μουζίκος δεν είχε την παραμικρή επαφή με τις γαλλικούρες των αφεντάδων του. Στην Ελλάδα του 1920 ο λαϊκός άνθρωπος θα έπιανε ξώφαλτσα κάποιο γαλλικό. Στην Ελλάδα του 2020 αγγλικά ξέρουν όλοι, ή τέλος πάντων όλοι οι νεότεροι, και έρχονται σε στενή και ολόπλευρη επαφή με την κυρίαρχη γλώσσα. Ο Πετρούνιας έλεγε ότι αυτό επηρεάζει διαφορετικά την εξέλιξη της ελληνικής:

Παλιότερα, η καθαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επικαλύ­πτονταν σε μεγάλο βαθμό. H παραδοσιακή καθαρεύουσα στηριζόταν ενμέρει στα γαλλικά. Όμως η γλώσσα αυτή ήτανε γνωστή σε λίγους, ενώ η κα­θαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επίσης περιορίζονταν σε μικρό αριθμό ομιλητών, έτσι ώστε η ευρύτερη γλώσσα, παρόλο που φυσικά εξε­λισσόταν, παρέμενε αυτόνομη και δέν πλησίαζε πολύ προς τα γαλλικά.

Σήμερα η νεοκαθαρεύουσα μιμείται πραγματικά ή υποθετικά πρότυπα της αγγλικής, επηρεάζοντας και το λόγιο ιδίωμα. Τούτο, λόγω της διάδο­σης της παιδείας, γίνεται ευρύτερα γνωστό, ενώ και γενικότερα η πλειονό­τητα των νέων μαθαίνει αγγλικά, έτσι ώστε η εξέλιξη αυτή ενισχύεται και απο μή λόγιο δανεισμό. Το αποτέλεσμα είναι οτι ολόκληρη η νέα ελληνική εξαγγλίζεται. Ολόκληρο το άρθρο εδώ.

Μου έλεγε τις προάλλες ένας φίλος, από μεγάλη επαρχιακή πόλη, ότι ο οχτάχρονος γιος του, καθώς τώρα με την καραντίνα είναι κλεισμένος στο σπίτι και έχει κολλήσει στο Γιουτούμπ, έχει μάθει καλά αγγλικά -με αμερικάνικη προφορά- αλλά και έχει βάλει αγγλισμούς στον λόγο του:

— Δεν δουλεύει το κόλπο σου, πατέρα, είπε τις προάλλες.

Αν ήταν στο σαλόνι της Ζιουλί, μπορεί να απαιτούσαν να πληρώσει πρόστιμο.

Να κλείσουμε με Τολστόι. Το κεφάλαιο που λέγαμε τελειώνει με την Ζιουλί να κουτσομπολεύει την πριγκίπισσα Μπαλκόνκσκαγια, που προσπαθώντας να φύγει από τα Λίσι Γκόρι βρέθηκε σε δύσκολη θέση αλλά την έσωσε ο Νικολάι Ροστόφ.

Και αφού κάποιος παρατηρήσει πως αυτή η φασαρία έγινε για να βρεθούν γαμπροί για όλες τις μεγαλοκοπέλες, η οικοδέσποινα παρατηρεί:

— Και, ξέρετε, ενώ νομίζω πως η Μαρία είναι un petit peu amoureuse du jeune homme. [λιγάκι ερωτευμένη με τον νεαρό]

Οπότε βέβαια όλοι φωνάζουν εν χορώ: Πρόστιμο! Πρόστιμο! Πρόστιμο!

Και η καημένη η Ζιουλί εξανίσταται:

— Μα, τελοσπάντων, πώς να το πει κανείς αυτό στα ρωσικά;

 

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλώσσες, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 255 Σχόλια »

Υπό εχεμύθειαν με την Έλλη Αλεξίου

Posted by sarant στο 5 Απριλίου, 2020

Μια και η επικαιρότητα στους πανδημικούς καιρούς μας είναι ζοφερή και καταθλιπτική, σκέφτομαι σήμερα να βάλω κάτι ανάλαφρο. Θα δημοσιεύσω μερικά ανέκδοτα. Όχι όμως ανέκδοτα με την τρέχουσα σημασία της λέξης («Ήταν μια φορά ένας Άγγλος, ένας Γάλλος κι ένας Έλληνας, και λέει ο Άγγλος…») αλλά με την παλαιότερη, δηλαδή ένα συμβάν που αναφέρεται σε ιστορικό πρόσωπο αλλά που η αλήθεια του δεν επιβεβαιώνεται από έγκυρες ιστορικές πηγές [ορισμός από το ΛΚΝ]).

Και αυτά τα ανέκδοτα βέβαια συνήθως είναι αστεία ή πνευματώδη, κι αν δεν είναι αληθινά είναι μπεντροβάτα (όπως λέμε στο ιστολόγιο).

Η Έλλη Αλεξίου (1894-1988), η μικρότερη αδελφή της Γαλάτειας Καζαντζάκη, από σημαντική οικογένεια λογίων του Ηρακλείου Κρήτης, είναι γνωστή για το λογοτεχνικό και το εκπαιδευτικό της έργο και για τη συμμετοχή της στην Εθνική Αντίσταση και στους κοινωνικούς αγώνες. Η Λιλίκα, όπως την έλεγαν οι φίλοι της, είχε επίσης έφεση στα ανέκδοτα και το 1976 εξέδωσε στη Σύγχρονη Εποχή τη συλλογή «Υπό εχεμύθειαν» στην οποία παρουσιάζει εκατοντάδες ανέκδοτα λογοτεχνών και γενικά ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων, αλλά και της πολιτικής, πολλά από τα οποία της τα αφηγήθηκαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές.

Tο βιβλίο αργότερα επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτης, όπου έχει εκδοθεί το σύνολο των έργων της Έλλης Αλεξίου, αλλά είναι προ πολλού εξαντλημένο και στην επανέκδοση.

Η Αλεξίου δημοσιεύει τα ανέκδοτα στη συλλογή της με τυχαία σειρά, έχει όμως ευρετήριο στο τέλος ώστε να βρίσκει εύκολα ο αναγνώστης ποια ανέκδοτα αναφέρονται σε κάθε πρόσωπο. Επίσης, για κάθε ανέκδοτο υπάρχει μνεία του προσώπου που το αφηγήθηκε.

Διάλεξα λοιπόν κάμποσα ανέκδοτα που μου άρεσαν από τα πολλά ωραία που έχει το βιβλίο στις 200 σελίδες του, αν και έδειξα κάποια προτίμηση στα πιο σύντομα. Σε κάποιες περιπτώσεις, θα μπορούσε κανείς να πει για κουτσομπολιό, αλλά όπως έλεγε κάποιος «Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο».

* Του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου συστήσανε τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη σε κάποιον γνωστό μεγαλέμπορο, ο οποίος είχε μεσάνυχτα από ποίηση και φυσικά αγνοούσε και το όνομα του ποιητή. Κάποια στιγμή, που ο καλός άνθρωπος είχε στριμώξει τον Λαπαθιώτη σε μια γωνιά και του μιλούσε ασταμάτητα για την αγορά, το εμπόριο και τις δουλειές του, αντιλήφθηκε την απόγνωση και την αμηχανία του συνομιλητή του κι έσπευσε να τον ρωτήσει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 136 Σχόλια »

Ποιος το είπε; Και για ποιον; (κουίζ)

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2020

Καιρό έχουμε να βάλουμε κουίζ κλασικού τύπου. Τα τελευταία που βάλαμε ήταν με φωτογραφίες, μάλλον δύσκολα. Το σημερινό όμως είναι κλασικό, δηλαδή όχι ανταγωνιστικό -σας θέτω δυο ερωτήματα και σας ζητώ να βρείτε τις απαντήσεις όλοι μαζί.

Το σημερινό κουίζ είναι της κατηγορίας «Ποιος το είπε;». Αν δεν κάνω λάθος, το τελευταίο κουίζ της κατηγορίας αυτής το είχαμε βάλει το 2016. Μόνο που το σημερινό είναι διπλό, αφού δεν σας ζητάω να βρείτε μόνο ποιος το είπε, αλλά και για ποιον το είπε. (Ακριβέστερα, ποιος το έγραψε, αλλά κρατάω την καθιερωμένη φόρμα των κουίζ αυτών).

Λοιπόν, πριν από κάμποσα χρόνια, ένας Έλληνας λόγιος (κτλ.) βρίσκεται στο εξωτερικό όπου συναντά τυχαία έναν συγγραφέα, ποιητή ή πεζογράφο δεν θα σας το φανερώσω.

Γράφει λοιπόν: Πήγα να βρω τον Χ. για να συζητήσουμε για ένα θέμα. Δεν τον βρήκα, αλλά γνώρισα έναν από τους συνεργάτες του, τον λεγόμενο Ψ., έναν παράξενο γέροντα που θεωρεί ότι είναι μεγάλος λογοτέχνης -κι αντί να δουλεύει, γράφει και εκδίδει τα έργα του. Μου έδωσε και μένα ένα βιβλίο του, που μου φάνηκε, λίγο-πολύ, το παραλήρημα μιας μούσας που τρελάθηκε.

Προειδοποιώ ότι δεν είναι αυτή η διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε. Εκσυγχρόνισα επίτηδες τη γλώσσα ώστε να μη γκουγκλίζεται (ποτέ δεν ξέρεις) και να μην προδίνει την εποχή της. Ωστόσο, δεν άλλαξα το νόημα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κουίζ, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | 191 Σχόλια »

Οι μποέμ και η ζωή τους

Posted by sarant στο 31 Ιανουαρίου, 2020

Πολλές φορές στο ιστολόγιο παρουσιάζω βιβλία που έτυχε να διαβάσω και να τα βρήκα ενδιαφέροντα -συνήθως πρόκειται για καινούργια βιβλία, με την έννοια ότι έχουν εκδοθεί σχετικά πρόσφατα.

Θα κάνω μιαν εξαίρεση σήμερα και θα παρουσιάσω ένα βιβλίο παλιό. Πόσο παλιό; Οι γνώμες διίστανται -ή, όπως το πάρει κανείς. Το βιβλίο που έχω στα χέρια μου εκδόθηκε το 1993, όμως αποτελεί επανέκδοση αφού η ίδια μετάφραση (διότι περί μετάφρασης πρόκειται) είχε αρχικά κυκλοφορήσει το 1935.

Ωστόσο, έχει κυκλοφορήσει και παλιότερη μετάφραση του ίδιου βιβλίου, γύρω στα 1893 -ενώ το πρωτότυπο είναι του 1851.

Πρόκειται για το βιβλίο του Ερρίκου Μυρζέ (Henri Murger) «Σκηνές μποέμικης ζωής» (Scènes de la vie bohème), που κυκλοφόρησε το 1993 από τον εκδοτικό οίκο της Εστίας. Αν το είχα μάθει τότε θα είχα σπεύσει να το αγοράσω, αλλά στην προϊντερνετική εποχή τα νέα δεν κυκλοφορούσαν εύκολα κι έτσι μού ξέφυγε -ζούσα και τότε στο εξωτερικό. Τα Χριστούγεννα, το εντόπισα στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία, στον πάγκο με τις προσφορές κι έτσι το πήρα -6 ευρώ, κελεπούρι.

Όπως φαίνεται και από το εξώφυλλο του Κυριτσόπουλου, το βιβλίο είχε τυπωθεί στη δεκαετία του 1990, όπως είπαμε όμως πρόκειται για ξανατύπωμα μιας μετάφρασης που είχε γίνει το 1935 από τον δημοσιογράφο Κ.Θ.Παπαλεξάνδρου, και είχε διανεμηθεί (σε δύο τόμους) από την εφημερίδα «Ηχώ της Ελλάδος». Η παλιά έκδοση διέφερε ελάχιστα στον τίτλο: Σκηνές της μποέμικης ζωής.

Όμως, ενώ καμιά από τις δύο εκδόσεις δεν είχα διαβάσει, το βιβλίο ήταν το αγαπημένο μου. Το είχα ακούσει πολλές φορές όταν ήμουν παιδί. Βλέπετε, το βιβλίο του Murger, σε αριστοτεχνική μετάφραση του Εμμ. Ροΐδη, το αγαπούσε πολύ ο παππούς μου και συνήθιζε να μου διαβάζει  εκτενή αποσπάσματα, επεξηγώντας πού και πού -σπάνια όμως- κάποια δύσκολη λέξη της ροϊδικής περίτεχνης καθαρεύουσας. Κάποια στιγμή το διάβασα κι εγώ, σε εκείνη την παλιά έκδοση του 1893. Όμως, ο φίλος Δημήτρης Ραπτάκης με πληροφόρησε ότι και η μετάφραση του Ροΐδη ξανακυκλοφόρησε περί το 1995, από τον Καστανιώτη, αν και είναι πια εξαντλημένη.

Το βιβλίο παρουσιάζει λοιπόν σκηνές από τη ζωή των μποέμ στο Παρίσι του 1850 και ουσιαστικά πρόκειται για το βιβλίο που ευθύνεται, άμεσα και έμμεσα, για την πλατιά διάδοση της λέξης σε πολλές γλώσσες. Οπότε, ας λεξιλογήσουμε επιτροχάδην -αν και θ’ άξιζε χωριστό άρθρο.

Στα γαλλικά, Bohème είναι ο Βοημός, ο καταγόμενος από τη Βοημία, περιοχή της σημερινής Τσεχίας. Ωστόσο, από το πρώτο μισό του 15ου αιώνα ο όρος χρησιμοποιήθηκε επίσης για τους Τσιγγάνους, τους Ρομά, οι οποίοι κακώς θεωρήθηκαν ότι κατάγονται από εκεί, πιθανώς επειδή εμφανίστηκαν στην Δυτική Ευρώπη ερχόμενοι από τη Βοημία. Στους επόμενους αιώνες, η σημασία του όρου διευρύνεται και φτάνει να σημαίνει κάθε άτομο που ζει ζωή έξω από κανόνες.

Γύρω στο 1830, εμφανίζεται μια ειδικότερη σημασία: bohème είναι πια ο φτωχός νέος καλλιτέχνης ή διανοούμενος, που ζει χωρίς σταθερούς πόρους και έξω από τα πλαίσια της κοινωνίας. Τότε εμφανίζεται και ο Μυρζέ με το βιβλίο του, που συμβάλλει όπως είπαμε (και θα δούμε πώς) στη διεθνοποίηση του όρου. Στα ελληνικά η λέξη γίνεται διάσημη με τη μετάφραση του Ροΐδη. Ο δημοσιογράφος Μήτσος Χατζόπουλος, αδελφός του Κώστα, υιοθετεί το ψευδώνυμο «μποέμ», ενώ πολλά είναι τα ρεμπέτικα που υμνούν τη ζωή του μποέμη ή της μποέμισσας -πιο γνωστό αυτό του Σέμση, που το τραγουδούν ο Στράτος και ο Στελλάκης. Θα τολμήσω να πω ότι στη λογοτεχνία τυπικός μποέμ δεν ήταν μόνο ή τόσο ο Τεύκρος Ανθίας, όσο ο Γιώργος Κοτζιούλας, που ειδικά προπολεμικά έζησε ζωή φτωχού διανοούμενου -και έγραψε και ποίημα με τίτλο Μποέμ που μάλιστα μελοποιήθηκε μετά τον θάνατό του και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Μυρζέ ήταν μποέμ και έγραψε τις περιπέτειες τις δικές του και των φίλων του. Έτσι, ο ποιητής Ροδόλφος, ο ένας από τους τέσσερις της παρέας των μποέμ, είναι βασισμένος πάνω στο πρόσωπο του Μυρζέ. Οι άλλοι τρεις, ο μουσικός Σωνάρ, o ζωγράφος Μάρκελος και ο φιλόσοφος Γουστάβος Κολίν, αντιστοιχούν επίσης σε πραγματικά πρόσωπα, που όλοι έπαιξαν κάποιο μικρό ρόλο στα γράμματα και τις τέχνες του 19ου αιώνα στη Γαλλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 19ος αιώνας, όπερα, Γαλλία, Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Παρίσι, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 114 Σχόλια »

Πώς ερώμιεψε το χωριό (διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη)

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2020

Κυριακή σήμερα, και για το σχεδόν καθιερωμένο λογοτεχνικό μας ανάγνωσμα διάλεξα ένα διήγημα του Ιωάννη Κονδυλάκη, που τον μνημονέψαμε πρόσφατα δημοσιεύοντας μιαν επιστολή του σχετική με τη γλώσσα. Το σημερινό διήγημα δεν είναι άγνωστο στο Διαδίκτυο, αφού το είχα ανεβάσει και στον παλιό μου ιστότοπο, αλλά έχει την πρωτοτυπία ότι μπορείτε όχι μόνο να το διαβασετε παρά και να το ακούσετε -και μάλιστα από κάποια μάλλον απρόσμενη φωνή.

Μπορείτε επίσης να το διαβάσετε και στα αγγλικά, διότι -με αφορμή μια συζήτηση που είχαμε κάνει εδώ πριν από δέκα χρόνια- ο φίλος Νίκος Νικολάου το μετέφρασε στ’ αγγλικά και το δημοσίευσε στον ιστότοπό του. O Νικολάου επισημαίνει ότι το χωριό, που ήταν σχεδόν τουρκοχώρι και στο τέλος ρώμιεψε, είναι το Μόδι, το χωριό όπου υπηρέτησε ως δάσκαλος ο Κονδυλάκης -και έγραψε το Όταν ήμουν δάσκαλος.

Αλλά ας δούμε πρώτα το διήγημα:

Πώς ερώμιεψε το χωριό

Πολλάκις είχεν ακούσει από τον πατέρα του την ιστορίαν διά την οποίαν εξεπούλησεν από το Μόδι και μετώκησεν εις το ορεινόν χωρίον Ακαράνου. Η αφορμή ήταν ένας Τούρκος με συμπάθιο και ένας χοίρος με συχώρεσι, ως έλεγε δια να εκφράσει το μίσος του κατά του Τούρκου εκείνου ιδιαιτέρως και κατά των Τούρκων εν γένει. Το Μόδι ήτο τότε ακόμη τουρκοχώρι. Είχεν ολίγους Χριστιανούς, αλλά ήσαν ταπεινοί κατωμερίτες, τριτάριδες, δηλαδή καλλιεργηταί των τουρκικών κτημάτων με απολαυήν ενός ποσοστού από το εισόδημα. Σχεδόν δούλοι. Ο μόνος όστις είχε κάποιαν ανθρωπίνην αξιοπρέπειαν και υπερηφάνειαν, διότι είχε και αρκετήν περιουσίαν ώστε να μη δουλεύει τους αγάδες, ήτο ο πατέρας του ο Μιχάλης Αλεφούζος. Αλλά ακριβώς διότι είχεν ανεξαρτησίαν φρονήματος και η σπονδυλική του στήλη δεν ελύγιζεν εύκολα, δεν τον εχώνευεν ο Κερίμ αγάς, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος Τούρκος εις το Μόδι, άνθρωπος φανατικός και τυραννικός, ο οποίος ήθελε τους Χριστιανούς να συναισθάνονται ότι ζουν μόνον κατ’ ανοχήν των Τούρκων. Δια τούτο όταν διέβαινεν ο Αλεφούζος και τον εχαιρέτα μ’ ένα απλούν «καλή ’σπέρα, Κερίμ αγά», έσειε την κεφαλήν και τον παρηκολούθει με απειλητικόν βλέμμα απομακρυνόμενον. Μίαν ημέραν δε είπε προς άλλον Τούρκον παριστάμενον:

– Αυτός, μωρέ, βαλλαή, ο Αλεφούζος, είναι ασής[1]˙ εσήκωσε κεφαλή, δεν είναι ραγιάς αυτός.

Όταν η αιγυπτιακή κυριαρχία έφερε κάποιαν ανακούφισιν εις την κατάστασιν των Χριστιανών της Κρήτης, ο Αλεφούζος, ενθαρρυνθείς, έκαμε μέγα τόλμημα. Ηγόρασεν ένα χοίρον και τον έτρεφε δια τα Χριστούγεννα. Χοίρο στο Μόδι! Χοίρο στο χωριό του Κερίμ αγά, δίπλα μάλιστα στο κονάκι του! Φτου! Ανασινί σικτιγήμ ο γκιαούρης!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Διηγήματα, Ισλάμ, Κρήτη, Λογοτεχνία, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »

Δυο ιστορίες από το «Σπίτι Παιδιού» του Κυριάκου Συφιλτζόγλου

Posted by sarant στο 19 Ιανουαρίου, 2020

Κυριακή σήμερα, ας ξαναπάρει η λογοτεχνία τα κεκτημένα της, γιατί την αμελήσαμε τον τελευταίο καιρό με το εορταστικό πρόγραμμα και άλλες, πολύ ενδιαφέρουσες και χρήσιμες βέβαια, συνεργασίες.

Μέσα στις γιορτές πήρα το βιβλίο του Κυριάκου Συφιλτζόγλου «Σπίτι παιδιού» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Eίναι μια συλλογή με 33 σύντομα αφηγήματα, από έναν νέο συγγραφέα (γενν. 1983) που όμως μετράει πάνω από δεκαετία στα γράμματα, έχοντας ξεκινήσει με ποιήματα. Γράφει από τη Δράμα, και στην περιοχή της Δραμας εκτυλίσσονται οι ιστορίες του βιβλίου, και ειδικότερα στο Σπίτι Παιδιού.

Όπως μας πληροφορεί εισαγωγικό σημείωμα, τα Σπίτια του Παιδιού ήταν ένα δίκτυο ιδρυμάτων που ιδρύθηκαν στις αρχές της δεκ. του 1950 σε χωριά της Βόρειας Ελλάδας από τη Βασιλική Πρόνοια και λειτουργούσαν ως νηπιαγωγεία αλλά είχαν και προγράμματα για τον αλφαβητισμό των ενηλίκων. Η λειτουργία τους συνεχίστηκε και μετά τη Μεταπολίτευση ως κέντρων νεότητας πλέον.

Ο αφηγητής ως παιδί ζούσε σε ένα τέτοιο Σπίτι του Παιδιού, στην Πλατανιά Δράμας, μαζί με τον αδελφό του και τη μητέρα του, επειδή η μητέρα του δούλευε εκεί. Τα σαββατοκυριακα ερχόταν ο πατέρας και τους έπαιρνε για το κανονικό τους σπίτι, στην Προσοτσάνη.

Και ενώ ο αφηγητής είναι παιδί και διηγείται με παιδική αφέλεια, τα αφηγήματα του βιβλίου περιστρέφονται όλα γύρω από τον θάνατο και από τα νεκροταφεία. Μου άρεσε πολύ το βιβλίο του Συφιλτζόγλου και δημοσιευω σήμερα δυο ιστορίες. Δεν ήθελα να βάλω περισσότερες διότι είναι σύντομο βιβλίο (90 σελίδες).

Οι ιστορίες δεν έχουν τίτλο, μόνο αρίθμηση, ως το 33.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , | 95 Σχόλια »

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής (διήγημα του Τάσου Βουρνά εις ύφος Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 22 Δεκεμβρίου, 2019

Mπαίνουμε από σήμερα σε κλίμα χριστουγεννιάτικο. Για μένα τα Χριστούγεννα είναι δεμένα με τα έργα του Παπαδιαμάντη, και πολλά χριστουγεννιάτικα διηγήματά του έχω δημοσιεύσει εδώ όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα όμως θα βάλω (ή μάλλον: θα ξαναβάλω) ένα διήγημα όχι αυθεντικά παπαδιαμαντικό αλλά «εις ύφος Παπαδιαμάντη».

Όπως ο Καβάφης στα ποιήματα έτσι και ο Παπαδιαμαντης στα πεζά έχει ευτυχήσει να έχει δει πλήθος ομοτέχνους να γράφουν διηγήματα που μιμούνται το ύφος του, που είναι ίσως ο υπέρτατος φόρος τιμής σε συγγραφέα. Έχει μάλιστα εκδοθεί και βιβλίο με μερικές από τις  μιμήσεις αυτές. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει το διήγημα «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη» του Κώστα Βάρναλη.

Το σημερινό διήγημα, που αρχικά το είχαμε δημοσιεύσει το 2010, και που το αναδημοσιεύω σήμερα επειδή το έχω τάξει σε έναν φίλο, το έγραψε το 1964 ο Τάσος Βουρνάς. Δημοσιεύτηκε στην Αυγή ανήμερα τα Χριστούγεννα, 25.12.1964 και αναδημοσιεύτηκε, πάλι στην Αυγή, τα Χριστούγεννα του 1976, απ’ όπου το είχε βρει και πληκτρολογήσει ο φίλος Στρ. Μπουλαλάκης και το είχα ανεβάσει στον ιστότοπό μου. Στο μεταξύ, βρήκα και την πρωτότυπη δημοσίευση (δεν έχουν διαφορές), απ’ όπου πήρα και τις εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο.

Η αρχική δημοσίευση, του 1964, ήταν μια ακόμα έκκληση προς την κυβέρνηση Παπανδρέου να επιτρέψει τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων -κάτι που έμελλε να γίνει μόλις το 1983. Σήμερα μπορούμε να το δούμε απλώς ως άσκηση ύφους.

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής

του Τάσου Βουρνά

Βορράς χιονιστής είχεν ενσκήψει εις την μικράν κώμην της Πολωνίας, όπου είχον από τινων ετών εγκατασταθή Έλληνες πρόσφυγες εκ των ακρωρειών της Ελλάδος, φεύγοντες την λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου. Εκεί εις την φιλόξενον γην του Βορρά εύρον αποκούμπι και ανάπαυσιν κατόπιν των ταλαιπωριών τόσων ετών εις τα βουνά και εις τα ξένα. Τώρα, δόξα σοι ο Θεός, είχα απαγγιάσει, κατά το δη λεγόμενον. Και στέγην, και τροφήν, και εργασίαν, και περίθαλψιν εύρον και στοργήν από τους ξένους ανθρώπους – ας είναι καλά. Αλλά το ορεινόν και τραχύ χωρίον των, το σκαρφαλωμένον εις τας υπωρείας της Πίνδου, πού να το εύρουν εν μέσω της ατέρμονος πολωνικής πεδιάδος; Μάλιστα όταν ήλθον το πρώτον εδώ και ερρίζωσαν εις τον ξένον τόπον και έστησαν παραγώνι, είχον λάβει χώρα μερικά νόστιμα επεισόδια. Ο Ερυθρός Σταυρός της φίλης χώρας, ήτις εφιλοξένει τους τραχείς ορεσιβίους εξ Ελλάδος, έσπευσε να τους παραχωρήση ενδύματα εκ των λεγομένων ευρωπαϊκών και ανάλογα εσώρουχα. Θρήνος και οδυρμός εγένετο καθ’ όλον το χωρίον. Πώς ν’ αλλάξουν οι γέροντες τα ταμπάρα των και τα τσόχινα πανωβράκια των και αι γραίαι τα κοντογούνια των, τα από πεντηκονταετίας, ως προικιόν χορηγηθέντα υπό των μητέρων των, και ουδέποτε αλλαγέντων κατά την διάρκειαν ολοκλήρου βίου; Είδαν κι’ έπαθαν οι ξένοι άνθρωποι να τους πείσουν ν’ αλλάξουν την αρχαϊκήν των φορεσιάν και «να μπουν στα στενά», ήγουν να βάλουν τα ευρωπαϊκά και συγχρονισθούν οπωσούν με το ξένον περιβάλλον και τας συνηθείας του τόπου.

Βορράς, λοιπόν, χιονιστής είχε φυσήξει εις τα αρκτώα εκείνα μέρη, λήγοντος του έτους 1961, ότε η γραία Λαμπρινή, χήρα ωσεί εβδομηκοντούτις, έχουσα κόρην έγγαμον εις το χωρίον Σ* της Πίνδου και εγγόνια τα οποία δεν επρόφθασε να γνωρίση και να ταρναρίση ως μάμμη εις τα γόνατά της, απεφάσισε να υπάγη εις την πατρίδα. Ήκουσεν ότι διά να ταξιδεύση εχρειάζετο χαρτιά και σφραγίδας και υπογραφάς και εισιτήρια εις τον σιδηρόδρομον. Και τον μεν ναύλον ηδύνατο να πληρώση η γραία Λαμπρινή εκ της συντάξεως την οποίαν της παρείχον οι ξένοι άνθρωποι – ας είναι καλά.  Αλλά τα χαρτιά, τας σφραγίδας και τας υπογραφάς πού θα τας εύρισκαν; Οι λύκοι που εκυβέρνων «εκεί κάτω» εις την πατρίδα δεν της έδιδον την άδειαν. Και να ήτο μόνο αυτό; Το πατρογονικόν της σπίτι εις το χωρίον, εκεί όπου εγεννήθη και ανεστήθη, όπου υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα, το κατείχον ξένοι άνθρωποι. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα η γραία Λαμπρινή. Όλα τούτα της τα είχε γράψει καταλεπτώς η θυγάτηρ της, το Μαχώ, διά χειρός του πατρός Ιωάσαφ, του ιερέως του χωρίου. Είχε –λέει– ψηφισθή νόμος και την έσβησαν από το δημοτολόγιον και της εσήκωσαν την υπηκοότητα την ελληνικήν και της εδήμευσαν τον οικίσκον της και το χωράφι της και τα παρέδωσαν σε κάτι βερέμηδες, κακούς ανθρώπους, πρώην συνεργάτας των Γερμανών – φωτιά να τους κάψη! Και η γραία Λαμπρινή, μόνη κι έρημη εις τα ξένα ενοστάλγει την πατρικήν και συζυγικήν εστίαν, τον ταπεινόν οικίσκον της και το παραγώνι της, και τα εγγόνια της, φωτογραφίας των οποίων αρτίως τας είχε αποστείλει η θυγάτηρ της μέσα εις το πικραμένον της γράμμα. Τας είχε έκτοτε, ημέραν και νύκτα, εις τον κόρφον της και επεδείκνυεν εις τας άλλας ομοχωρίους της γερόντισσας και τας κατεφίλει δακρύουσα. Και από καιρού εις καιρόν παρεκάλει τους γραμματισμένους να  της διαβάσουν το φαρμακωμένον γράμμα της θυγατέρας της, ενώ κρουνοί δακρύων έβρεχον τας ρικνάς παρειάς της κάθε φοράν που ήκουε τα ίδια, τα πικρά λόγια: «Αγαπημένη μου μάνα, πρώτον ερωτώ διά την καλήν σας υγείαν. Αν ερωτάτε και δι’ ημάς καλώς υγιαίνομεν. Μάθε, μητέρα, ότι ο ένας τοίχος του σπιτιού μας εσάπισε και είναι έτοιμος να πέση. Προσέτι μίαν ημέραν επήρε φωτιά το παραγώνι κι εκόλλησε το φαγοπύρι φωτιά κι εκάηκε το νταβάνι. Ανέβη ο άντρας μου να το σβήση και έσπασαν όλα τα κεραμίδια. Κοντά σ’ αυτά με βρήκαν και άλλες καταδρομές. Η γειτόνισσά μας που σου κρατεί στανικώς το σπίτι εμάλωσε μαζί μου κι ύστερα πήγε εις την Αστυνομίαν και με κατεμήνυσε τάχα πως εγώ την είπα πείσα και δείξα, ενώ εκείνη μούπε τα χειρότερα. Τώρα πρέπει να πάω και στο δικαστήριο. Μού στείλανε τις προάλλες κλήση.

Κι άλλες δυστυχίες με σάστισαν, κατακαημένη μου μάνα. Η γίδα μας αρρώστησε και ψόφησε με τη βαρυχειμωνιά· ήταν κι εγκαστρωμένη. Έχασα και τη γίδα, έχασα και τα κατσίκια τα δυο, έχασα και το γάλα των παιδιών. Μόνο το νου μου δεν έχασα, καημένη μου μάνα…».

* * *

Το απεφάσισε, λοιπόν, η γραία Λαμπρινή. Θα έφευγε μόνη διά τον τόπον της και ας μην είχε χαρτιά και σφραγίδας από την βασιλικήν κυβέρνησιν. Ιδέαν περί συνόρων και λοιπών εμποδίων, όσα οι άνθρωποι εφεύρον διά να χωρισθούν μεταξύ των, δεν είχε. Θα τραβούσε προς νότον, αυτό το ήξευρεν. Έχουσα αριστερά της την ανατολήν και δεξιά την δύσιν, θα εβάδιζε την ημέραν και θα εκόνευε την νύκτα εις τα σπίτια των καλών Χριστιανών. Και κάποτε θα έφθανε. Και διά να γλυτώση την πεζοπορίαν, αν έβλεπε σιδηρόδρομον κατευθυνόμενον προς νότον, θα επλήρωνε τον ναύλον και θα επέβαινε, με το καλό ή με το άγριον.

Αφ’ εσπέρας έλαβε την απόφασιν να εκκινήση τα χαράματα. Χωρίς να είπη τίποτε εις τας άλλας γυναίκας τας ομοχωρίους της, απεσύρθη ενωρίς εις τον οικίσκον της, εμάζευσε τον ρουχισμόν της και μερικά κανίσκια τα οποία είχε προμηθευθή διά τα εγγονάκια της, τα έδεσεν όλα εις μπόγον, ενεδύθη και κατεκλίθη εις την κλίνην της, όπως ήτο, διά να κλέψη ένα ύπνο, πριν εκκινήση διά το μεγάλον ταξίδι.

Επί αρκετάς ώρας ελαγοκοιμήθη, έχουσα κατά νουν να ξυπνήση ολίγον προ της αυγής και να ολισθήση λάθρα έξω του χωρίου. Και ότε ηκούσθη το πρώτο λάλημα του πετεινού, η γραία Λαμπρινή ηγέρθη τάχιστα, ενίφθη κατά πρόσωπον, έκαμε τον σταυρόν της και εξεπόρτισε. Η νυξ ήτο ακόμη βαθεία και το χιόνι εφώτιζεν αμυδρώς τον δρόμον της με την ψυχράν ανταύγειάν του.

Άμα εξελθούσα εις τους ερημικούς κατ’ εκείνην την ώραν δρόμους του χωρίου, εβάδισε ταχέως προς τον σταθμόν του σιδηροδρόμου. Θα επεβιβάζετο της πρώτης αμαξοστοιχίας, η οποία θα διηθύνετο προς νότον, κατά το σχέδιόν της. Εις τούτο εστάθη τυχερή. Εμπορικός συρμός με ανοικτά βαγόνια έμφορτα μεγάλων ζώων, ήτο έτοιμος να εκκινήση. Και η θεία Λαμπρινή, ολισθήσασα κρυφίως, αφού πρώτον έρριψε τον μπόγον της εις το βαγόνι, εσκαρφάλωσεν είτα και αυτή και ετοποθετήθη αθορύβως μεταξύ οκτώ αγελάδων, αι οποίαι την υπεδέχθησαν με φιλικούς μηκυθμούς και την εθέρμαινον με την αναπνοήν των.

Το τραίνο εξεκίνησεν. Η γραία Λαμπρινή έκαμε άλλην μίαν φορά το σημείον του σταυρού και έλαβε κουράγιο. Ήδη το δυσκολότερον μέρος του ταξιδίου επραγματώνετο ευτυχώς. Ενόμιζεν ότι μετ’ ου πολύ θα έβλεπε την κορυφογραμμήν της Πίνδου, την τόσον οικείαν εις την μνήμην της, την χαμένην εις την αντάραν και το χιόνι. Και ότε εξημέρωσεν, η γραία επρόβαλε μετ’ άκρας επιφυλάξεως την κεφαλήν της από το παραπέτο του βαγονιού, προσπαθούσα να διακρίνη εις το αβέβαιον πρωϊνόν φως και ομίχλην, τα γνώριμα και αγαπημένα βουνά.

Αλλοίμονον! Η πατρίδα ήτο ακόμη αρκετά μακράν. Προ των ομμάτων της γραίας Λαμπρινής ηπλούτο ο ατελείωτος κάμπος, όσον που φθάνει το μάτι, σαβανωμένος με το χιόνι. Εταξίδευσεν ολόκληρον την ημέραν προς νότον και περί την βραδυνήν αμφιλύκην της εφάνη ότι διέκρινε μακράν τας σκιάς υψηλών βουνών. Η καρδιά της ελαχτάρησε. Να ήτο άραγε η Πίνδος, το προσφιλές βουνόν, όπου υπό την σκιάν του εγεννήθη, εμεγάλωσεν, υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα;

Όχι μόνον δεν ήτο η Γη της Επαγγελίας της, αλλά και περί το εσπέρας, ότε ο ήλιος έδυεν εις την παρυφήν του κάμπου, εβεβαιώθη ότι ο συρμός εστράφη προς την δύσιν. Εμάζευσεν εν βία τον μπόγον της και, όταν ο σιδηρόδρομος εστάθη δι’ ολίγα λεπτά, επήδησεν αθορύβως εις το έδαφος, αποφασισμένη να συνεχίση πεζή το ταξίδι της.

* * *

Άγνωστος τόπος το μέρος όπου ευρέθη. Εις την ακοήν της έφθαναν λόγια άγνωστα, διαφορετικά από την γλώσσαν του τόπου εις τον οποίον έζη μέχρι προ τινος. Η καρδία της εμούδιασε. Πού να υπάγη νύκτα ώραν, ξένη και άγνωστος, μόνη και έρημος γραία, αδύνατον μέρος; Όλον το θάρρος της την εγκατέλειψε και καθήσασα εις μίαν γωνίαν του σταθμού, ομού μετ’ άλλων επιβατών, ήρχισε να κλαίη με μαύρα δάκρυα. Πονετικοί άνθρωποι αυτοί οι ξένοι. Την περιεκύκλωσαν με ενδιαφέρον και την ηρώτων εις την άγνωστον γλώσσαν των διά την αφορμήν των δακρύων της. Τι να τους είπη; Πώς να συνεννοηθή; Πώς να τους ζωγραφίση τον πόνον της; Και έκλαιε με σιωπηλούς λυγμούς, ενώ γύρω της οι ξένοι άνθρωποι την παρετήρουν με ανείπωτον συμπάθειαν. Ήλθε, τέλος, και ένας άνθρωπος της εξουσίας. Με θερμόν χαμόγελον την επλησίασε, της ωμίλησε. Είδε και απόειδε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθεί. Αντήλλαξε μερικές λέξεις με τους πολίτας και λαβών ηρέμα την γραίαν εκ του βραχίονος, την ωδήγησε εις το γραφείον του σταθμού.

Εκ της ανταλλαγής των ολίγων λέξεων μετά της γραίας, ερωτωμένης εις την ξένην γλώσσαν και αποκρινομένης εις την γλώσσαν της στερεοτύπως «θέλω να πάω στο χωριό μ’», εξήχθη το συμπέρασμα από την ομήγυριν ότι επρόκειτο περί Ελληνίδος. Ο αστυνομικός ωμίλησεν εις το τηλέφωνον δι’ ολίγων και μετ’ ου πολύ κατέφθασαν ασθμαίνοντες δύο Έλληνες εκ των πολιτικών προσφύγων, των διαμενόντων εις την πολίχνην εκείνην της Τσεχοσλοβακίας. Διότι η γραία είχε διέλθει τα πολωνοτσεχικά σύνορα και ευρέθη, άνευ διαβατηρίου, εις την Τσεχίαν.

Οι δύο Έλληνες έσκυψαν έκπληκτοι πλησίον της γραίας:

–Από πού είσαι, μάνα μου;
–Από την Πίνδο…

Ακούσασα την πάτριον φωνήν έπαυσε πλέον αυτομάτως να κλαίη και ανέβλεψεν μετ’ ελπίδων προς τους νεοελθόντας.

–Και πού καθόσουν;
–Σα κει στην Πολωνία…

Έκαμαν οι άνθρωποι τον σταυρόν των, ενώ οι ξένοι συγκινηθέντες παρηκολούθουν εν μεταφράσει την συνομιλίαν.

–Και πώς ήρθες εδώ;
–Με το τραίνο, γιε μ’!
–Και πώς θα πας κάτου;
–Με το πόδι μ’! Βαστάου για ακόμ’!

Εγέλασαν γύρω οι άνθρωποι. Έλαβον την γραίαν μετά στοργής και την ωδήγησαν εις τους ελληνικούς καταυλισμούς, ενώ ταυτοχρόνως ετηλεγράφουν εις Πολωνίαν προς ησυχίαν των εκεί συμπατριωτών των.

Βεβαίως, το ταξίδι της γραίας Λαμπρινής προς το χωρίον της δεν επραγματώθη. Και στενάζουσα, αναμένει μετά των άλλων την ευλογημένην ώραν της επιστροφής της εις το πάτριον έδαφος. Αχ, δεν θάχουν, Θεέ μου, τελειωμόν οι πίκρες και τα βάσανα του κόσμου;

(Η Αυγή, 25.12.1964)

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , | 70 Σχόλια »

Πώς να μην κάνετε επιμέλεια αλληλογραφίας

Posted by sarant στο 27 Νοεμβρίου, 2019

Προειδοποίηση: Το σημερινό είναι άρθρο γκρίνιας. Και, το χειρότερο, θα γκρινιάξω για ένα θέμα που ενδιαφέρει ελάχιστους: για ένα βιβλίο με αλληλογραφία του Γιάννη Σκαρίμπα, στο οποίο βρήκα τρία-τέσσερα χοντρά λάθη στην επιμέλεια.

Παρόλο που ξέρω μερικούς τακτικούς θαμώνες του ιστολογίου που το γενικό θέμα της επιμέλειας και της έκδοσης χειρογράφων και αλληλογραφίας τούς ενδιαφέρει πολύ, αναγνωρίζω πως πρόκειται για «ειδικότητα» περιθωριακή ακόμα και ανάμεσα στους επαγγελματίες γραφιάδες.

Όταν λέω «επιμέλεια» δεν εννοώ τη γλωσσική ή την τυπογραφική επιμέλεια, αλλά όλη την εργασία για να μετατραπεί η χειρόγραφη ή δακτυλογραφημένη επιστολή σε κείμενο έτοιμο προς έκδοση, δηλαδή ο σχολιασμός ώστε ο αναγνώστης να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Και η δουλειά αυτή κάθε άλλο παρά απλή είναι. Αυτός που γράφει την επιστολή δεν έχει στο νου του τις μελλοντικές γενιές, έχει μονο τον παραλήπτη της επιστολής. Μπορεί να του γράψει «Είδα χτες τον Τ. και μου μίλησε για το άρθρο σου» χωρίς καμιά ανάγκη να εξηγήσει ποιος είναι ο Τ. (ο παραλήπτης θα ξέρει) ούτε για ποιο άρθρο μίλησαν. Όταν όμως η επιστολή εκδίδεται 50 χρόνια μετά, ο επιμελητής πρέπει να σκαλίσει τα άχυρα για να βρει ποιος είναι ο μυστηριώδης Τ. και για ποιο άρθρο του παραλήπτη γίνεται λόγος.

Είναι δύσκολη δουλειά λοιπόν η επιμέλεια της αλληλογραφίας, αλλά επειδή έχουν υπάρξει και περιπτώσεις υποδειγματικών επιμελειών ξέρουμε ότι μπορεί να γίνει άριστα ή έστω πολύ ικανοποιητικά. Θα αναφέρω, ας πούμε, τις καβαφικές Επιστολές στον Μάριο Βαϊάνο (υποδειγματική επιμέλεια και σχολιασμός  του Ε. Μόσχου) ή τους πολλούς τόμους εκδομένης αλληλογραφίας του Σεφέρη (διάφοροι επιμελητές).

Προανάγγειλα όμως ότι θα γκρινιάξω, οπότε καταλαβαίνετε πως την επιμέλεια του βιβλίου του Σκαρίμπα δεν τη θεωρώ υποδειγματική, κάθε άλλο. Στον παλιό μου ιστότοπο, όπου δεν υπήρχε αλληλεπίδραση, δημοσίευα αρκετά τέτοια «γκρινιάρικα» άρθρα επικρίνοντας κυρίως μεταφραστικές αστοχίες. Στο ιστολόγιο έχω αραιώσει τα άρθρα του είδους αυτού. Σήμερα θα με ανεχτείτε.

Πρόκειται λοιπόν για την αλληλογραφία του Γιάννη Σκαρίμπα, που εκδόθηκε με τίτλο «…στις πλάνες μου κανένας δεν με φτάνει!» και υπέρτιτλο «Ο Γιάννης Σκαριμπας αλληλογραφεί». Συγγραφέας, και επιμελήτρια της αλληλογραφίας, η κ. Σούλα Παπαγεωργοπούλου-Ιωαννίδη. Το βιβλίο περιέχει 144 σχολιασμένες επιστολές του Σκαρίμπα και προς τον Σκαρίμπα. Οι περισσότερες από αυτές είναι ήδη δημοσιευμένες σε διάφορα περιοδικά, πολλές άλλωστε ήταν «ανοιχτές επιστολές» εξαρχής δημοσιευμένες σε έντυπα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Κριτική βιβλίου, Λογοτεχνία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 120 Σχόλια »