Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

Ο ανήφορος του Νίκου Καζαντζάκη

Posted by sarant στο 27 Νοεμβρίου, 2022

Στις 26 Οκτωβρίου, ακριβώς 65 χρόνια μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα (που επανεκδίδουν το σύνολο του έργου του) το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο ανήφορος».

Όποια γνώμη κι αν έχει κανείς για τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, η έκδοση αυτή ασφαλώς αποτελεί σημαντικό εκδοτικό και φιλολογικό γεγονός.

Το μυθιστόρημα το έγραψε ο Καζαντζάκης το 1946, όταν έφυγε από την Ελλάδα για την Αγγλία, στον πρώτο σταθμό μιας αυτοεξορίας που έμελλε να κρατήσει ίσαμε τον θάνατό του, το 1957. Ένα κομμάτι («Ο θάνατος του παππού») το δημοσίευσε στη Νέα Εστία, τον Μάρτιο του 1947 (τχ 473) με αφιέρωση στην Τέα Ανεμογιάννη και με την υποσημείωση: Ένα κεφάλαιο από το τελευταίο βιβλίο που γράφτηκε στο Cambridje [sic], αλλά το υπόλοιπο έργο το άφησε ανέκδοτο.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιες σελίδες του τις χρησιμοποίησε στον Καπετάν Μιχάλη. Στο απόσπασμα που θα διαβάσετε πιο κάτω, ίσως θυμηθείτε τη σκηνή με τους τέσσερις τζουτζέδες του πατέρα του αφηγητή, που είμαι βέβαιος (αλλά δεν μπορώ να το ψάξω τώρα) πως υπάρχει  και στον Καπετάν Μιχάλη.

Ήρωες στο μυθιστόρημα είναι ο Κοσμάς, σαραντάχρονος συγγραφέας και προφανές  αλτερέγκο του Καζαντζάκη, και η Νοεμή, η Πολωνοεβραία γυναίκα του που έχει περάσει όλη τη φρίκη του πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην Κρήτη αρχικά και στη συνέχεια την Αγγλία.

Ο εκδοτικός οίκος Διόπτρα έδωσε στο γεγονός τη σημασία που του αξίζει. Η έκδοση είναι καλαίσθητη και το κείμενο του μυθιστορήματος (αλλά όχι των προλόγων κτλ) είναι τυπωμένο σε ιδιαίτερη γραμματοσειρά, πολύ ευχάριστη στο μάτι. Αρκετές λέξεις εξηγούνται σε υποσημείωση, με μια πρωτοτυπία: δεν υπάρχει αστερίσκος ή άλλη ένδειξη στη λέξη που εξηγείται, αλλά στο κάτω μέρος της σελίδας υπάρχουν οι εξηγήσεις με διαφορετική γραμματοσειρά. Οι εξηγήσεις βασίζονται στο «Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» του Β. Γεώργα, ένα πολύ αξιόλογο έργο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπ. Εκδόσεις Κρήτης και που φιλοδοξώ κάποτε να παρουσιάσω εδώ. Για να πάρετε μια ιδέα των λέξεων που εξηγούνται, στο τέλος του αποσπάσματος που θα παραθέσω βάζω όλες μαζί τις εξηγούμενες λέξεις -και σημειώνω και κάποιες παρατηρήσεις.

Αξιοδιάβαστο και χρήσιμο είναι και το Επίμετρο που το υπογράφουν, όπως και τον πρόλογο, ο Νίκος Μαθιουδάκης και η Παρασκευή Βασιλειάδη.

Γεννιέται το ερώτημα, αν προσθέτει κάτι ο Ανήφορος στο έργο του Καζαντζάκη που ξέρουμε (που ξέρουν, όσοι έχουν διαβάσει τα μεγάλα του έργα τουλάχιστον). Ενώ αναγνωρίζω πως είναι σημαντικό γεγονός φιλολογικά, δεν είμαι πεισμένος ότι στέκεται στο ύψος των γνωστών έργων του Καζαντζάκη σαν συνολικό εγχείρημα. Κι ο ίδιος άλλωστε το ίδιο φαίνεται να πίστευε, αφού πήρε σελίδες από το [αποτυχημένο; αποκηρυγμένο;] έργο του και τις ένταξε (σικ, ρε) στον Καπετάν Μιχάλη. Όμως η γνώμη μου αυτή είναι προσωρινή εντύπωση και μπορεί ν’ αλλάξει. Θα άξιζε επίσης να υπάρξει αντιπαραβολή με τον Καπετάν Μιχάλη, κάτι που δεν το κάνουν οι Μαθιουδάκης και Βασιλειάδη στο Επίμετρο, όπου πάντως αναφέρουν πολλά ενδιαφέροντα για την ιστορία του χειρογράφου και την αντιμετώπιση που είχε ως τώρα.

Θα παραθέσω λοιπόν εδώ τις πρώτες σελίδες από τον Ανήφορο (σελ. 29-43 του βιβλίου) και στο τέλος τις Λέξεις που εξηγούνται. Αν μου ξέφυγε κανένα λαθάκι από το Οσιάρ, διορθώστε με.

Πριν προχωρήσω, μια επισήμανση. Έχω βάλει με μαύρα τη λέξη «δυνάμες» (όλες του τις δυνάμες) διότι θεωρώ απίθανο να το έγραψε αυτό ο Καζαντζάκης, ή, ακόμα κι αν είναι έτσι στο χειρόγραφο που σώζεται, θα έπρεπε να το διορθώσουν οι επιμελητές. Ο Καζαντζάκης «δύναμες» και μόνο «δύναμες» έγραφε, όπως είναι ο παλιός δημοτικός-λαϊκός τύπος των δημοτικών τραγουδιών, του Σολωμού και του Βάρναλη, όχι «δυνάμεις» που είναι ο κανονικός τύπος της σημερινής κοινής νεοελληνικής, και οπωσδήποτε όχι το αλλόκοτο «δυνάμες». Οπότε, ένα μείον για την επιμέλεια της έκδοσης. Εχω  και μια μικρή επιφύλαξη για το απόσπασμα: Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε, όπου λογικά θα περίμενα «ήταν γερός», αλλά και το «γέρος» στέκει. Όμως αυτά είναι παρωνυχίδες. Ο λόγος στο άγνωστο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη

Ο ανήφορος

Ι

Ξημέρωνε. Απόγειο αγεράκι φύσηξε κι η θάλασσα ανατρίχιασε ανάλαφρη μυρωδιά από θυμάρι κατέβαινε από τη στεριά κι ο Κοσμάς, όρθιος στην πλώρα, ανάσαινε βαθιά τον κόρφο της Πατρίδας. Βράχοι άγριοι σηκώνουνταν μπροστά του, κάπου κάπου δέντρα μαυρολογούσαν, μακριά οι βουνοκορφές ρόδιζαν. Πώς έφυγε, είκοσι τώρα χρόνια, νέος με χνουδάτα μάγουλα, με χνουδάτη ψυχή και πώς τώρα γύριζε! Στράφηκε’ μια κοπέλα δίπλα του, μικρή, χλωμή, κοίταζε κι αυτή, με μεγάλα μάτια γιομάτα τρομάρα.

— Η Κρήτη! της είπε, χαμογέλασε και της άγγιξε με τρυφε­ρότητα τον ώμο.

Η κοπέλα τινάχτηκε.

— Ναι, είπε’ και σώπασε.

— Εδώ θα ξεχάσεις, της είπε με σιγανή φωνή. Τούτη πια είναι η πατρίδα σου. Ξέχασε την άλλη…

Κι επειδή η κοπέλα σώπαινε:

–  Ξέχασε την άλλη… της ξανάπε με γλύκα.

– Ναι, Κοσμά… έκαμε η κοπέλα· και σώπασε πάλι.

Κι άξαφνα τον άρπαξε από το μπράτσο, τον έσφιξε ανήσυχη, σα να ‘θελε να βεβαιωθεί πως υπάρχει. Γαλήνεψε λίγο.

Η Κρήτη όλο και ζύγωνε με τα βουνά της, με τους ελαιώνες, με τ’ αμπέλια. Το Μεγάλο Κάστρο, πέρα, ασπρολογούσε μέσα στο πρωινό φως. Η μυρωδιά του θυμαριού πλήθαινε. Το φως είχε κατηφορίσει πια από τις κορυφές στις ποδιές του βουνού, έπιανε τώρα τις ρίζες του, χύνουνταν ήσυχα και πλημμύριζε τον κάμπο. Τα δέντρα άρχιζαν και ξεχώριζαν, κοκόρια ακούστηκαν, ο κόσμος ξυπνούσε.

Ο άντρας έσκυψε στην κοπέλα:

— Σε παρακαλώ, της είπε σιγά, τώρα που θα μπεις στο πατρικό μου σπίτι, βάστα την καρδιά σου, μην τρομάξεις. Σκέψου πως είμαι μαζί σου, πάντα. Η μητέρα μου είναι μια άγια γυναίκα, θα σε αγαπήσει· η αδερφή μου, πρέπει να ξέρεις…

Σώπασε· μάζεψε τα φρύδια με αγανάχτηση.

— Τι; είπε η κοπέλα και κοίταξε τον άντρα ανήσυχη.

—  Όταν έγινε δώδεκα χρονών, ο γέρος τη φώναξε: «Δε θα δρασκελίσεις πια το κατώφλι της εξώπορτας», της είπε· «δε θα παρουσιαστείς πια μπροστά μου. Φεύγα!» Κι από τότε πια κλειδομανταλώθηκε σπίτι· κάθουνταν όλη μέρα, ύφαινε, κεντούσε, έκανε τα προυκιά της· όταν γύριζε ο γέρος το βράδυ, άκουγε πρώτη από μακριά το βήμα του κι έτρεχε στη μέσα κάμαρα να κρυφτεί. Όταν έγινε είκοσι χρονών είδε ψηλά από το παράθυρο ένα νέο που την κοίταζε. Την άλλη μέρα, το ίδιο. Την άλλη το ίδιο. Τον αγάπησε… Ένα βράδυ, στα σκοτεινά, του έριξε ένα χαρτάκι: «Έλα, τα μεσάνυχτα’ θα ’μαι στην πόρτα».

Ο Κοσμάς σώπασε· η φλέβα ανάμεσα στα φρύδια του είχε φουσκώσει και χτυπούσε. Τινάχτηκε πάλι μέσα του, όλο αγριότητα, το μίσος, ο φόβος, η αγάπη για το γέρο. Χάθηκε η Κρήτη και διάνεψε μέσα στον αγέρα ο φοβερός ο ίσκιος.

— Σώπα, ψιθύρισε η κοπέλα· σώπα, δε θέλω να μου πεις.

—  Όχι, πρέπει. Τα μεσάνυχτα η αδερφή μου κατέβηκε, ξυπόλυτη, σιγά σιγά για να μην τρίξουν οι σκάλες… Μα ο γέρος αγρυπνούσε, την άκουσε, γλίστρησε ξοπίσω της, την ακολούθησε. Η κακόμοιρη η κοπέλα βγήκε στην αυλή και τη στιγμή που άπλωνε το χέρι ν’ ανοίξει την πόρτα, ο γέρος την άρπαξε από τα μαλλιά, κάρφωσε απάνω της τα νύχια του, την ανέβασε λιπόθυμη στην κάμαρά της, την πέταξε μέσα, την κλείδωσε κι έβαλε το κλειδί στη μέση του. Λέξη ο γέρος δεν ξεστόμισε· μα από τότε πια η αδερφή μου, δεκαπέντε χρόνια, δεν πρόβαλε το πρόσωπό της μήτε στην πόρτα μήτε στο παράθυρο· δεν μπορεί, μου λεν, να κοιμηθεί· κι όταν μονάχα ζυγώνουν τα μεσάνυχτα, ανοίγει το παραθύρι της, σκύβει, κι αν τύχει και περνάει κανένας στο δρόμο, του φωνάζει: «Κοντεύουν μεσά­νυχτα;» και κλείνει ευτύς, πάλι, το παράθυρο, με τρόμο.

Ο Κοσμάς σώπασε. Τα ξανθά μαλλιά, τα γαλάζια μάτια, η γλύκα της αδερφής, το γέλιο της, όταν ήταν μικρή… Σα να ’ταν ένα βαθύ μαύρο νερό κι έβλεπε μέσα.

—  Και τώρα; ρώτησε η κοπέλα. Τώρα που πέθανε ο γέρος…

Κάτι ήθελε να πει, μα η φωνή της κόπηκε.

—  Τώρα που πέθανε ο γέρος; Δεν ξέρω’ μα ναι πολύ αργά.

Έκαμε μερικά βήματα στο κατάστρωμα, επεστράτεψε πάλι,

όπως το συνήθιζε, όλες του τις δυνάμες, ησύχασε λίγο. Ξαναγύρισε στην κοπέλα.

— Σε παρακαλώ, της ξανάπε, μην τρομάξεις.

— Μα… έκαμε η κοπέλα.

Ο Κοσμάς άπλωσε το χέρι, σα να ’θελε να της φράξει το στόμα.

—  Όχι, όχι… είπε· δεν πέθανε. Θα δεις.

Κοίταζε ο Κοσμάς πίσω από το Μεγάλο Κάστρο, κατά νότου, το ξακουστό βουνό, το Γιούχτα – τεράστιο θεϊκό κεφάλι, ξαπλω­μένο ψηλά απάνω από τις ελιές και τ’ αμπέλια, με το τραχύ όλο ανήφορο μέτωπο, με την όρθια μύτη, με το φαρδύ κλεισμένο στόμα και τα γένια από βράχους και γκρεμούς που χιμούσαν και κατέβαιναν στον κάμπο. Κείτονταν ανάσκελα, σαν πεθα­μένος, μαρμαρωμένος θεός, γαλαζόμαυρος, κακοτράχαλος, αλαφριά ανασηκωμένος, σα να κοίταζε ακόμα και ν’ αφέντευε την Κρήτη.

«Δεν πέθανε ο γέρος», συλλογίστηκε ξαφνικά ο Κοσμάς, με

τα μάτια καρφωμένα στο ανησυχαστικό μπροστά του βουνό. «Όσο ζει και σαλεύει μέσα μου, δεν πέθανε, όσο ζω και τον συλλογιέμαι δε θα πεθάνει. Οι άλλοι θα τον ξεχάσουν, από μένα κρέμεται η ζωή του. Με κρατάει μα κι εγώ τον κρατώ…»

Ένιωθε τον κύρη στα σωθικά του να πιάνει, ν’ απλώνει ρίζες, να μη θέλει να ξεκολλήσει. Έτσι ήταν πάντα του. Άγριος, αμίλητος κι έκανε κατοχή. Τον θυμάται, μικρός, με τα μαύρα καραμπογιά γένια, με το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, βαρύς, λιγομίλητος κι είχε κάμει όρκο να μη γελάσει αν δε λευτε­ρωθεί η Κρήτη. Κι ένα βράδυ, θυμάται ο Κοσμάς, είχε έρθει βεγγέρα σπίτι τους ο θείος ο Δημητρός, ο αδερφός της μητέρας, πρόσχαρος, αγαθός, από άλλο χώμα καμωμένος. Είπε κάτι στην κουβέντα απάνω και γέλασε’ ο κύρης μάζεψε τα χοντρά του φρύδια και πια δε μίλησε. Κι όταν ο θειος έφυγε, στράφηκε κι είδε τον Κοσμά: «Δεν ντρέπεται», είπε, «γέλασε».

Δε μιλούσε, δε γελούσε, κοίταζε τους ανθρώπους και δεν τους ήθελε. Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε· μα μέσα του ένιωθε βαριά κατασκέπαση, ακατανόητη πίκρα, ένα αχ! ανέβαινε στο λαιμό του και τον έπνιγε. Στέρνιαζε, στέρνιαζε τον πόνο ένα μήνα, δυο μήνες, έξι μήνες, μα πια ξεχείλιζε μέσα του, δεν μπορούσε πια να χωρέσει, πήγαινε να σπάσει η καρδιά του. Και τότε, κάθε έξι μήνες, μεθούσε. Τα μεθύσια αυτά τα θυμάται ακόμα ο Κοσμάς με τρόμο. Είχε τέσσερεις τζουτζέδες, φτωχούς ανθρώπους, που τους έδινε δανεικά όλο το χρόνο, για να τους έχει στην υποταγή του όταν τους ήθελε’ όταν, κάθε έξι μήνες, μεθούσε και του χρειάζουνταν. Καθένας τους είχε και μια χάρη – ο ένας χόρευε καλά, ο άλλος τραγουδούσε, ο άλλος έπαιζε λύρα κι ο τέταρτος έκανε χωρατάδες. Σαν έρχουνταν ο γραμμένος καιρός, ο κύρης έστελνε τον παραγιό στον καθένα και τους μηνούσε: «Χαιρετίσματα», λέει, «από τον καπετάν Μιχάλη, και να κλείσετε το μαγαζί και να κοπιάσετε σπίτι».

Τρόμος τους έπιανε. Έστελναν ανθρώπους, παρακαλούσαν τον κύρη αν ήταν μπορετό ν’ αναβάλει δυο τρεις μέρες, να ετοιμαστούν. Είχαν δουλειά, δεν την τέλειωσαν, η γυναίκα τους ήταν άρρωστη, είχαν να παν στο χωριό να τρυγήσουν. Τίποτα! Έστελνε ο γέρος πάλι τον παραγιό: «Να κοπιάστε, λέει, ευτύς!» Κλειούσαν λοιπόν τα μαγαζάκια τους οι κακόμοιροι κι έγραφαν σ’ ένα κομμάτι χαρτί και το κολνούσαν απόξω: «Θα λείψω οχτώ μέρες», γιατί τόσο βαστούσαν τα μεθύσια του γέρου. Ψώνιζαν μιας βδομάδας πράματα, πήγαιναν σπίτι τους, αποχαιρετούσαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έκαναν το σταυρό τους και κατάφταναν ένας ένας στο σπίτι. Η δούλα τούς κατέβαζε στο υπόγειο· εκεί ταν τα βαρέλια το κρασί, ένα πιθάρι λάδι, ένα πιθάρι ελιές και δυο πιθάρια αλεύρι και στάρι. Είχε σύντοιχα ένα μακρύ πατάρι με μαξιλάρες και μεντέρια και μπροστά ένα μακρύ τραπέζι. 0 γέρος κάθουνταν στη μέση, έβανε δεξά του τους δυο, ζερβά τους άλλους δυο, κατέβαζε η δούλα τους μεζέδες, κινούσαν να σφάζουνται οι όρνιθες στη μέσα αυλή κι άρχιζε το φαγοπότι. Έτρωγαν, έπιναν, δε μιλούσαν. Κανένας από τους τέσσερεις δεν είχε κέφι· καθένας συλλογίζουνταν τις δουλειές του και το σπίτι του κι αγαναχτούσε μα σώπαινε. Σιγά σιγά, με το κρασί, με το φαΐ ζωντάνευαν, θόλωνε το μυαλό, ξεχνούσαν, έκανε νόημα ο γέρος, έπιανε τη λύρα ο λυράρης, ρουφούσε ο τραγουδιστής ένα αυγό να καθαρίσει η φωνή του κι άρχιζε το ξεφάντωμα. Πετιούνταν ο χορευτής, κινούσε τα χωρατά ο χωρατατζής, όλο το υπόγειο βροντούσε κι έτρεμε. Περνούσε η μέρα, έφτανε η νύχτα, ξημέρωνε. Ο γέρος, αγέλα­στος, ακίνητος, έπινε και θωρούσε· δεν τραγουδούσε, δε χόρευε ποτέ του. Ακουμπούσαν στον τοίχο οι καλεσμένοι, ή στον ώμο ο ένας του άλλου, έπαιρναν κλεφτάτα έναν ύπνο και πάλι, με μια σκουντιά του γέρου, τινάζουνταν και ξαναρχινούσε το φαγοπότι. Μέρες τρεις, τέσσερεις, οχτώ. Απάνω στις οχτώ, ο γέρος σηκώνουνταν, άνοιγε την πόρτα, άπλωνε το χέρι: «Φευγάτε!» έλεγε ήσυχα. Ποτέ δε θα τους ξεχάσει ο Κοσμάς τους κακόμοιρους πώς έφευγαν τοίχο τοίχο κι οι τέσσερεις, ο ένας πίσω από τον άλλον, κιτρινοπράσινοι από τους εμετούς και τις αγρυπνίες, άπλυτοι, αξούριστοί, τρεκλίζοντας… Κι ο γέρος καβαλίκευε τη φοράδα του, περνούσε από τους τούρκικους μαχαλάδες, έβγαινε από την πολιτεία και πήγαινε στο μετόχι του να πάρει αγέρα.

Τίναξε ο Κοσμάς θυμωμένος το κεφάλι, σα να ’θελε να πετάξει αποπάνω του τον κύρη, στράφηκε να δει την κοπέλα, να γλυκάνει ο νους του. Την είδε να κάθεται απάνω στην κουλούρα τα σκοινιά, στην πλώρα, και να κοιτάζει με τα μεγάλα μαύρα μάτια της την πολιτεία που όλο και ζύγωνε… Τα βενετσάνικα τείχη, τα χαλασμένα σπίτια, δυο τρεις μιναρέδες κουτσου­ρεμένοι, χωρίς πια μισοφέγγαρο, κι απάνω απ’ όλα μια μεγάλη εκκλησιά με γαλαζόμαυρο τρούλο.

— Είναι η μητρόπολη, ο Άγιος Μηνάς, είπε ο Κοσμάς και κάθισε δίπλα της. Είναι ο προστάτης του Μεγάλου Κάστρου όταν χιμούσαν οι Τούρκοι να πατήσουν την εκκλησιά, αυτός πηδούσε από το κόνισμά του κι όπως ήταν, καβαλάρης, με τα σγουρά κοντά γένια, με την ασημένια αρμάτα, με το μακρύ κοντάρι, πρόβαινε στην πόρτα της εκκλησιάς και χύνουνταν στους Τούρκους…

Έζωσε το χέρι του στη μέση της, ένιωσε τη ζεστασιά του κορμιού της, την παράξενη μυρωδιά της ανάσας της -σα να μύριζε μοσχοκάρυδο και κανέλα- κι άγρια του γεννήθηκε η λαχτάρα ν’ αναποδογυρίσει το αγαπημένο κεφάλι, απάνω στα καραβόσκοινα, να το φιλήσει. Δυο χρόνια τώρα το χαίρεται, κι ακόμα δεν μπορεί να χορτάσει το ζεστό λιανοκόκαλο αυτό κορμί, από χώρα μακρινή, από ξένη ράτσα, από θλιμμένους, κατατρομαγμένους προγόνους.

– Νοεμή, της είπε σιγά, σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις.

Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι, μαζεύτηκε στο στήθος του αντρός

σα να ‘θελε να μπει, να χαθεί μέσα του, να μην υπάρχει.

Το φως τράνεψε, από χλωμό πρωινό τριαντάφυλλο έγινε άγριο ρόδο κάτασπρο κι η θάλασσα γέμισε μαστούς, χοροπηδούσε και δέχουνταν τον ήλιο. Ο Γιούχτας άρχισε ν’ αραιώνει και να χάνεται μέσα στους αχνούς της ζέστας που ανέβαιναν κιόλας από τη γης. Ο ουρανός αποπάνω είχε χάσει τη γλύκα του την πρωινή κι είχε γίνει γαλάζιο ατσάλι.

Κάθε πρωί, είπε η κοπέλα κι αναστέναξε, άνοιγε ο πατέρας μου  το παράθυρο και τον έπαιρναν τα κλάματα. «Τι ομορφιά είναι τούτη», έλεγε, «τι θάμα!» Και τι έβλεπε; Μαύρες καμι­νάδες κι ένα κομμάτι μολυβένιο ουρανό κι ανθρώπους άσκη­μους και κουρελήδες που τουρτούριζαν. Τι θα ’λεγε, Θε μου, αν έβλεπε την Κρήτη!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε αναστενάζοντας ένας γέρος βρακάς, που πρόβαλε το κεφάλι του από το αμπάρι, αναμαλλιασμένο, μαχμουρλίδικο και κοίταξε. Παντέρμη Κρήτη!

Έσκυψε στο αμπάρι.

— Ελάτε, μωρέ παιδιά, να δείτε’ όλο χαλάσματα!

Ένας ναύτης περνούσε:

— Σώπα, γέρο, του φώναξε, σώπα και καλά τα πλερώνουν τώρα οι Φρίτσοι κι οι Φριτσομάνες!

Μα ο γέρος κούνησε το κεφάλι:

— Μωρέ, κι όλη η Γερμανία να ξεπατωθεί, το αχ! της Κρήτης δε σβήνει! Παντέρμη Κρήτη! αναστέναξε πάλι κι έκαμε το σταυρό του’ να ’σουν γυναίκα, θα ’χες πάει στην Παράδεισο· μα ’σαι νησί, κακομοίρα!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε κι ο Κοσμάς, μαρτύρησε πάλι. Εγώ ’μουν τότε ακόμα στην Αθήνα, δε με είχε ακόμα πιάσει η ντροπή, δεν είχα ακόμα πάρει την απόφαση να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να κιντυνέψω κι εγώ, σαν άντρας. Ήταν οι τελευταίες μέρες του Μάη του ’41. Ο ουρανός σκοτείνιασε, γέμισε αεροπλάνα, χύθηκαν όλα, γραμμή, σα γερανοί, κατά την Κρήτη. Οι γυναίκες και τα παιδιά πήραν σκληρίζοντας τα βουνά, οι άντρες, ξαρμάτωτοι, χιμούσαν και φώναζαν: «Ελευ­θερία ή θάνατος!» Ένας Εγγλέζος αξιωματικός μου δηγόταν, ύστερα από καιρό, στην Αφρική, για την πατρίδα που καίγουνταν. «Κι οι άντρες;» ρώτησα. Ο Εγγλέζος γέλασε: «Κρατούσαν μεγάλες σκουριασμένες μαχαίρες και φώναζαν: ‘Ελευθερία ή θάνατος!” κι έπεφταν απάνω στους αλεξιπτωτιστές». «Και γιατί γελάς;» «Για να μην κλαίω· εμείς φεύγαμε. Σ’ ένα χωριό, στο Λιβυκό πέλαγο, την ώρα που πηδούσα στο καράβι, ένας γέρος καπετάνιος με ρώτησε: “Γιατί φεύγετε;” “Μα δε βλέπεις, καπε­τάνιο; Θα μας σκοτώσουν”. “Ε, κι ύστερα;” έκαμε ο καπετάνιος. “Κι αν φύγεις, δε θα πεθάνεις θαρρείς μια μέρα; Πέθανε τώρα!” “Όσο αργότερα, τόσο καλύτερα”, του αποκρίθηκα. “Τον κακό σου τον καιρό!” μου φώναξε ο γερο-Κρητικός και μου γύρισε τις πλάτες». Ύστερα από καιρό έμαθα πως ο γερο-καπετάνιος αυτός ήταν ο παππούς μου.

— Βαριές ψυχές είναι τούτες, ζόρικοι άντρες οι Κρητικοί, σα να μπαίνω σε ζούγκλα, ψιθύρισε η κοπέλα, κοίταξε τον άντρα και του χαμογέλασε για να γλυκάνει λίγο τα λόγια της.

«Έχει δίκιο», συλλογίστηκε ο Κοσμάς, «έχει δίκιο. Βαριά πολύ η ψυχή του Κρητικού, μονόχνοτη, άγρια, σα ρινόκερος».

Θυμήθηκε στην Αφρική, όταν πήγε να πολεμήσει κι αυτός, πώς ξάφνου ανοίχτηκαν τα σπλάχνα του και πετάχτηκαν οι παμπάλαιοι δαιμόνοι. Στην αρχή δεν μπορούσε να δει χωριό να καίγεται, αίμα να χύνεται. Την πρώτη φορά που είδε άνθρωπο σκοτωμένο παραλίγο να λιποθυμήσει. Μα, σιγά σιγά, περιπλέ­χτηκε στο αιματερό παιχνίδι, το πάθος τον κυρίεψε, η προαιώνια σκοτεινή λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώνει ανθρώπους… Άνοιξαν μέσα του οι καταπαχτές και ξεπετάχτηκαν οι παμπά­λαιοι πρόγονοι – ο τίγρης, ο λύκος, το αγριογούρουνο.

—Έχει δίκιο, μουρμούρισε πάλι και κοίταξε τη γυναίκα με συμπόνια.

— Θαρρώ δε θα βγω από δω ζωντανή, είπε η κοπέλα τόσο σιγά που δεν ακούστηκε.

Οι επιβάτες ξεπρόβαλαν όλοι από τ’ αμπάρια, από τις καμπίνες, μαζώχτηκαν στην πλώρα, κοίταζαν. Έμπαιναν πια στο λιμάνι έλαμψε δεξιά, σφηνωμένο στους βράχους, το πέτρινο λιοντάρι της Βενετιάς με το ανοιχτό Βαγγέλιο στα νύχια. Βούιζε το λιμάνι, μύριζε σάπια λεμόνια, λάδι, κίτρα, χαρούπι… Πίσω η θάλασσα η λουλακιά χόχλαζε. Ο ήλιος πια είχε ανέβει, κι έκαιγε. 0 Κοσμάς πήδηξε στο μόλο, άπλωσε το χέρι, πήρε το χέρι της κοπέλας:

— Πρωτοπάτησε με το δεξό σου πόδι, της είπε σιγά· ευτυ­χισμένη να ’ναι τούτη η στιγμή.

Πρωτοπάτησε με το δεξό της πόδι η κοπέλα, κρεμάστηκε από το μπράτσο του αντρός, εξαντλημένη.

— Κουράστηκα, είπε.

— Κοντά ’ναι το σπίτι, είπε ο Κοσμάς, κάνε κουράγιο. Φτάσαμε.

Προχώρεσαν. Ο Κοσμάς κοίταζε με απληστία τα σπίτια, τους ανθρώπους, τους δρόμους. Όλα είχαν γεράσει· οι μαύρες τρίχες άσπρισαν, τα μάγουλα βούλιαξαν, οι μπογιές ξέβαφαν, ξέφτισαν οι τοίχοι, πολλοί γκρεμίστηκαν. Πολλά κατώφλια είχαν χορταριάσει. Πήρε το χέρι της κοπέλας, το ’σφίξε.

— Τούτη είναι η πατρίδα μου, είπε· να, είμαι από τούτο το χώμα που πατούμε.

Η κοπέλα έσκυψε, πήρε από χάμω λίγο χώμα, το ’θρύψε στα δάχτυλά της:

— Είναι ζεστό, είπε· μου αρέσει.

Και θυμήθηκε τη μακρινή δική της πατρίδα, την παγωμένη.

Μπήκαν στα στενά σοκάκια. Ο Κοσμάς είχε αφήσει το μπράτσο της κοπέλας, πήγαινε τώρα λίγο μπροστά· βιάζουνταν. Η καρδιά του χτυπούσε. Πήρε δεξά, έστριψε το δρομάκι· από μακριά ξέκρινε την πατρική πόρτα· κλειστή. Αποπάνω το παράθυρο, κλειστό. Κανένας στο δρόμο. Καμιά φωνή· σα να ονειρεύουνταν. Ζύγωσε στην παλιά δοξαρωτή πόρτα, με το χοντρό σιδερένιο κρικέλι. Τα γόνατά του λύγισαν λίγο. Έκαμε κουράγιο.

Χτύπησε. Βήματα ακούστηκαν στην αυλή, κάποιος στέναξε. Τα βήματα σταμάτησαν, ξαναχτύπησε. Η πόρτα άνοιξε, μια γριούλα πρόβαλε, κάτασπρη, εξαντλημένη, λιωμένη, ντυμένη κατάμαυρα. Μόλις είδε τον άντρα, έσυρε φωνή:

— Παιδί μου! κι άνοιξε την αγκάλη.

Η αδερφή πρόβαλε, λιγνή, λιωμένη κι αυτή, με άσπρες τρίχες τα μάτια της ολάνοιχτα, γεμάτα κακία και πίκρα. Τα στήθια της του κάκου περίμεναν όρθια, χρόνια· έπεσαν.

Χαρές, κλάματα, τα χέρια άδραχναν με λαχτάρα το αγαπη­μένο σώμα.

Μπήκαν μέσα· ένα καντήλι άναβε στην πέρα γωνιά του καναπέ, όπου κάθουνταν πάντα ο γέρος.

Ο Κοσμάς τρόμαξε μια στιγμή, έκαμε το σταυρό του.

— Είπε τίποτα πεθαίνοντας; ρώτησε.

— Όχι, αποκρίθηκε η μάνα· μούγκριζε σα θεριό. Του δώκαμε το κόνισμα της Παναγιάς, το πέταξε.

— Πονούσε;

—  Όχι· από θυμό που πέθαινε.

— Σιγά! είπε η αδερφή, δείχνοντας το καντήλι. Ακούει!

Μα η μάνα είχε τώρα το γιο της, δε φοβόταν εξακολούθησε

δυνατά:

—Έκρυψε το χρυσάφι του όλο μέσα στη γης, να μη χαρούμε. Σούρθηκε όξω στο μετόχι ετοιμοθάνατος, μας έδιωξε όλους, έσκαψε τη γης και το ‘κρύψε. Το βράδυ γύρισε· έπεσε ευχαριστημένος κι άρχισε το ρουχαλητό του θανάτου. Ήρθε ο παπάς να τον μεταλάβει. Άνοιξε τα μάτια, τον είδε· αγρίεψε: «Φύγε!» του φώναξε. «Την κατάρα σου να ’χω!» «Δε φοβάσαι το Θεό;» του κάνει ο παπάς και του ’δείξε το άγιο δισκοπότηρο. «Δικός μου λογαριασμός!» αποκρίθηκε ο γέρος· «ξεκουμπίσου πό δω!»

Τα μεσάνυχτα άρχισε να χλιμιντράει σαν άλογο· η αδερφή σου κι εγώ μι οι γειτόνισσες μαζευτήκαμε σε μια γωνιά του σπιτιού και τρέμαμε. Αυτός χλιμίντριζε και λέγαμε τώρα θα πέσει το σπίτι να μας πλακώσει. Κι άξαφνα σιωπή. «Πέθανε!» είπε η κυρα-Κατίγκω η γειτόνισσα· «ποια θα πάει να δει;» Μα καμιά δεν τολμούσε. «Πήγαινε εσύ να του κλείσεις τα μάτια», μου κάνει η κυρα-Κατίγκω, «πήγαινε κι είναι αμαρτία». Έκαμα το σταυρό μου, πήγα. Κρατούσε ακόμα τα σίδερα του κρεβατιού και τα ’χε λυγίσει…

Άξαφνα, ως μιλούσε, είδε την κοπέλα να στέκει ακόμα στην αυλή, στον παραστάτη της οξώπορτας.

— Είναι…; ρώτησε η μάνα σιγά.

— Ναι, η γυναίκα μου…

Η αδερφή έστρεφε το πρόσωπο πέρα, με αναγούλα· η μάνα ζύγωσε το γιο:

— Γιατί την πήρες; ρώτησε σιγά. Θα μολέψει το αίμα. Οβραία.

— Είναι μεγάλη ψυχή. Σε αυτή χρωστώ τη ζωή μου· αν έλειπε, θα ’χα πεθάνει. Άλλη χαρά δεν έχω. Αγάπα τη, μητέρα. Και συ, Μαρία… είπε και στράφηκε στην αδερφή του.

Μα αυτή είχε γλιστρήσει μέσα να ετοιμάσει τον καφέ.

— Είναι Οβραία… ξανάπε η μάνα. Μα αφού τη θέλεις… Ένα μονάχα φοβούμαι…

-Τι;

— Μην την πνίξει.

— Ποιος;

Η μάνα δεν αποκρίθηκε· στράφηκε, κοίταξε κατά το αναμ­μένο καντήλι. Ο Κοσμάς κατάλαβε, ακούμπησε στον τοίχο. Σιγή. Ήξεραν κι οι δυο πως σαράντα μέρες η ψυχή δε φεύγει από το σπίτι, τρογυρίζει στην αυλή, ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες, μανταλώνει τη νύχτα την πόρτα, κάθεται δίπλα στο καντήλι και κοιτάζει κι ακούει τα πάντα. Ο γέρος του μήνυσε ως έμαθε πως παντρεύτηκε Οβραία: «Όσο ζω να μην πατήσεις στην Κρήτη!» Και τώρα είναι μονάχα δέκα μέρες που πέθανε.

Έσκυψε ένα βήμα προς την πόρτα.

— Χρυσούλα, είπε, έλα!

Την πήρε από το χέρι, την πήγε στη μάνα του.

— Μητέρα, η κόρη σου, είπε.

Η κοπέλα έσκυψε, φίλησε το χέρι της γριάς και στάθηκε πάλι και περίμενε.

Η μάνα την κοίταζε, αμίλητη. Τη γρυπή μύτη, τα χοντρά χείλια, τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια. Τη χρυσή αλυσιδίτσα που της έζωνε το λαιμό.

— Βαφτίστηκες; ρώτησε η γριά, χωρίς ν’ απλώσει το χέρι.

— Βαφτίστηκε, αποκρίθηκε ο Κοσμάς. Να ο σταυρός. Πήρε και τ’ όνομά σου, μητέρα. Χρυσούλα.

Τράβηξε την αλυσιδίτσα κι ανέβηκε από το στήθος, ζεστό, ένα χρυσό σταυρουλάκι.

— Καλώς όρισες! είπε η μάνα και της άγγιξε με κάποιο δισταγμό το κεφάλι.

Ο Κοσμάς άρχισε να τρογυρίζει στο σπίτι κι ήταν η καρδιά του βαριά· ανέβαινε, κατέβαινε, χάδευε αμίλητος τις πόρτες, τα παλιά έπιπλα, το τεράστιο ρολόι του τοίχου, τις ασημένιες πιστόλες τις προγονικές δίπλα στα κονίσματα.

— Κι ο παππούς; ρώτησε.

— Πέρα, στο χωριό· κείτεται του θανατά.

Οι δυο γυναίκες κάθισαν στο μακρύ παμπάλαιο καναπέ. Η μάνα κοίταζε έξω από το κλειστό παράθυρο, τη χαλικοστρω­μένη αυλή, τις γλάστρες το βασιλικό και πάνω από το πηγάδι την κληματαριά φορτωμένη αγουρίδες. Κάποτε έριχνε και μια λοξή ματιά στην κοπέλα. «Τι να της πω;» συλλογίζουνταν. «Άλλη ράτσα, άλλος θεός την έπλασε αυτή, δεν τη θέλω!» Κι η κοπέλα έβλεπε πέρα από την αυλή, πάνω από την κληματαριά, απέρα­ντους κάμπους χιονισμένους, μαύρες έρημες φάμπρικες και δάση κρουσταλλεμένα και καβαλάρηδες με γυμνά σπαθιά που έσπαζαν τις πόρτες των σπιτιών και μάζωναν τους Οβραίους… Και τα χιόνια έλιωναν από το ζεστό αίμα, γίνουνταν λάσπη, και τα κοπάδια, άντρες και γυναικόπαιδα, έσερναν φωνές, μάζωναν τους μπόγους και τα παιδιά τους κι έτρεχαν…

Στράφηκε· είδε τη γριά που την κοίταζε. Έκαμε να της χαμογελάσει, δεν μπόρεσε· τα μάτια της ξαφνικά είχαν βουρ­κώσει. Η γριά τη λυπήθηκε.

— Τι συλλογιέσαι; τη ρώτησε, την πατρίδα σου; Πού γεννήθηκες;

— Μακριά, μακριά, στην Πολωνία. Σε μια μαύρη πολιτεία, με φάμπρικες.

— Τι κάνουν;

— Κανόνια, αεροπλάνα, μηχανές… Μα ο πατέρας μου…

Ήθελε να πει: «Δε μόλευε τα χέρια του φτιάνοντας μηχανές

να σκοτώνουν ανθρώπους, ήταν ραβίνος…» μα πρόλαβε και κρατήθηκε.

— Ο πατέρας σου, τι; ρώτησε η γριά.

— Ήταν καλός άνθρωπος, αποκρίθηκε η κοπέλα στενά­ζοντας.

Η γριά σηκώθηκε, βγήκε στην αυλή, έκοψε ένα κλωνί βασιλικό, το ’δωκε στην κοπέλα.

—Έχετε σεις βασιλικό; ρώτησε.

-Όχι.

— Φύτρωσε στον τάφο του Χριστού, είπε η γριά και σώπασε.

Ωστόσο κατάφταναν οι θείοι, οι θείες, οι γειτόνισσες. Γέμισε

το σπίτι. Είχαν ξεχάσει το γέρο, όλοι χαίρουνταν για τον ερχομό του γιου. Και κοίταζαν τη γυναίκα του από την κορυφή ως στα νύχια, σαν ένα όμορφο ζώο περίεργο κι ανησυχαστικό.

Η κυρα-Κατίγκω έσκυψε στο αυτί της γειτόνισσάς της:

— Είδες τι μυρωδιά που βγάνει; είπε. Για ζύγωσε κοντά της.

— Οβραΐλα, μουρμούρισε η γειτόνισσα και σούφρωσε τα χείλια. Έτσι μυρίζουν αυτές.

Ο Κοσμάς, μια στιγμή περνώντας, είδε τη γυναίκα του και την πόνεσε. Σαν πληγωμένος κύκνος του φάνηκε ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι χήνες, πάπιες και καρακάξες. Όλες άπλωναν το λαιμό και την κοίταζαν, έβγαναν μερικές φωνές και τραβούσαν πάλι το λαιμό τους πίσω· και σώπαιναν.

— Άκου πώς τσίρισε το καντήλι! είπε άξαφνα μια γριά και σταυροκοπήθηκε. Κύριε ελέησον!

Όλες στράφηκαν κατά τη γωνιά του καναπέ, όπου άγριο, ασάλευτο μέσα στο μεσόφωτο, έλαμπε το κόκκινο μάτι του καντηλιού.

— Ο γέρος! μουρμούρισε μια παχουλή γυναικούλα και χλώμιασε.

— Πού;

— Να, εκεί, στη γωνιά του καναπέ, διπλοπόδι.

— Άνοιξε το παράθυρο να φύγει! ακούστηκαν τρομαγμένες φωνές.

Μια γριά γαντζώθηκε από το παράθυρο της αυλής, το άνοιξε’ μπήκε ο ήλιος.

— Βλέπεις τώρα τίποτα, κυρα-Πηνελόπη;

Η στρουμπουλή γειτονοπούλα έκαμε το σταυρό της:

— Δόξα σοι ο Θεός, είπε· έφυγε!

Η Μαρία έφερε τους καφέδες. Μαραμένη, στριμμένη, με μια μαύρη κορδέλα στο λαιμό, για να κρύβει τις ζάρες. Κοίταξε τη Χρυσούλα με μίσος· ήταν πιο νέα, πιο όμορφη και της είχε πάρει τον αδερφό της.

Ο Κοσμάς πλαντούσε. Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, πήρε τους δρόμους. Ήλιος βαρύς, αποσυνθέτουνταν οι άνθρωποι, τα ζώα, τα φρούτα βρομούσαν και μύριζαν οι δρόμοι. Χαλάσματα, μαγαζιά ετοιμόρροπα, τριμμένα σακάκια, μπαλωμένα παντα­λόνια, φάτσες ρημαγμένες από την πείνα. Μέσα από ψαρά γένια και βουλιαγμένα μάγουλα αναγνώριζε με τρόμο παλιούς συμμαθητές κι άλλαζε δρόμο. «Δε με νοιάζει ο θάνατος», συλλογίζουνταν, «με νοιάζει η φθορά· αυτή εξευτελίζει τον άνθρωπο. Αυτήν πρέπει να νικήσω…» Είχε γεράσει η πολιτεία της παιδικής του ηλικίας και της νιότης, θρύβουνταν κι αυτή, άρχιζε να γίνεται κουρνιαχτός και να σκορπίζεται στον άνεμο.

Μπορούσε άλλη πολιτεία να χτιστεί αποπάνω της μα δε θα ’ταν η δική του· θα ξαναγέμιζαν πάλι οι δρόμοι με νέους μα δε θα ’ταν η δική του νιότη…

Αγαπημένο Κάστρο, μουρμούριζε κοιτάζοντάς το με τρυφερότητα, γεράσαμε…

……..

Γλωσσάρι

απόγειος: για άνεμο που πνέει από τη στεριά, από την ξηρά, που είναι στεριανός

μαυρολογώ: αποκτώ μελανή απόχρωση, γίνομαι σκοτεινός, σκούρος

ασπρολογώ: φαίνομαι άσπρος, ξεχωρίζω για τη λευκότητά μου

διανεύω: κινούμαι ελαφρά, σαλεύω

ανησυχαστικός: που προκαλεί ανησυχία, ανησυχητικός· επίφοβος

βεγγέρα: εσπερινή συγκέντρωση για συζήτηση και διασκέδαση

κατασκέπαση: η δυσκολία στην αναπνοή, αίσθημα έντονης δυσφορίας

στερνιάζω: αποθηκεύω, συσσωρεύω κάτι σε αποθηκευτικό χώρο, συγκεντρώνομαι σε ποσότητα

κλειώ: κλείνω κάτι, ενώνω κάτι με κάτι άλλο

μεντέρι: είδος χαμηλού ανατολίτικου καναπέ ή κρεβατιού, ντιβάνι

μετόχι: κτήμα με σπίτι

αρμάτα: οπλισμός, πανοπλία, πολυτελής ενδυμασία

τρανεύω: ολοκληρώνω τη σωματική ανάπτυξη· αυξάνω, μεγαλώνω’ γίνομαι τρανός

παντέρμος: που είναι εντελώς έρημος, εγκαταλειμμένος

μαχμουρλίδικος: που χαρακτηρίζεται από νωχέλεια, νωθρότητα, βαρυθυμία

θρύβω: διαλύω σε πολύ μικρά κομμάτια, θρυμματίζω, συντρίβω κάτι

ξεκρίνω: διακρίνω, ξεχωρίζω με το βλέμμα μου κάτι, βλέπω

δοξαρωτός: που έχει σχήμα τόξου, τοξωτός, καμαρωτός

μολεύω: μολύνω κάποιον ή κάτι· μιαίνω

γρυπός: που είναι γαμψός, κυρτός, καμπύλος

μεσόφωτο: το αμυδρό φως της ατμόσφαιρας κατά το σούρουπο ή την αυγή· ημίφως

διπλοπόδι: καθιστά, με τις κνήμες διασταυρωμένες, οκλαδόν

πλαντώ: κρύβω, εξασθενίζω κάτι, δυσφορώ, δημιουργώ κλίμα δυσφορίας

κουρνιαχτός: σύννεφο σκόνης που σηκώνεται από το έδαφος

Μια δική μου παρατήρηση στο Γλωσσάρι. Δεν είναι κακό να εξηγούνται τύποι και λέξεις όπως ανησυχαστικός, βεγγέρα, διπλοπόδι, κουρνιαχτός, που τις βρίσκει κανείς σε κάθε λεξικό. Κάποιοι αναγνώστες, ίσως νεότεροι, μπορεί να αγνοούν τη σημασία τους ή να μην είναι βέβαιοι. Ωστόσο, είναι περίεργο, ενώ εξηγείται ο «ανησυχαστικός» και η «βεγγέρα» να μένουν χωρίς εξήγηση οι τζουτζέδες ή η λέξη «σύντοιχα».

Advertisement

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθησαύριστα, Κρήτη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 81 Σχόλια »

Ο αντίκτυπος του νου, του Παπαδιαμάντη, και το πογκρόμ της Κέρκυρας το 1891

Posted by sarant στο 13 Νοεμβρίου, 2022

Είχα σκοπό να ετοιμάσω κάτι για σήμερα, αλλά δεν προλάβαινα. Κι έτσι καταφεύγω σε μιαν επαναληψη παλιότερου άρθρου, που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από 13 χρόνια παρά κάτι μέρες. Νομίζω πως αξίζει την αναδημοσίευση.

Το διήγημα «Ο αντίκτυπος του νου» θεωρείται το τελευταίο διήγημα που έγραψε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το μισό διήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Χαραυγή» της Μυτιλήνης (που ακόμα βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία) στις 15 Δεκεμβρίου 1910. Ο Παπαδιαμάντης αρρώστησε και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1911 χωρίς να έχει στείλει στο περιοδικό το άλλο μισό. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Κ. Φαλτάιτς επισκέφθηκε τη Σκιάθο, βρήκε τις αδελφές του Παπαδιαμάντη και μαζί με άλλα χαρτιά που του έδωσαν ήταν και το χειρόγραφο με τη συνέχεια του διηγήματος, που όμως μένει ανολοκλήρωτο, λείπει το τέλος. Το διήγημα έτσι συμπληρωμένο ολοκληρωμένο δημοσιεύτηκε το 1929 στο Ημερολόγιο του Μπουκέτου. Δεν θα παραθέσω ολόκληρο το διήγημα, που έτσι κι αλλιώς έχει περίπλοκη ιστορία, διότι φαίνεται ότι ο Παπαδιαμάντης έκανε τροποποιήσεις στο χειρόγραφό του μετά την αποστολή του πρώτου μέρους στη Χαραυγή. Μπορείτε όμως να το διαβάσετε στον ιστότοπο της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών. Εδώ θα παραθέσω εκτενή αποσπάσματα.

 Στο διήγημά του «Ο αντίκτυπος του νου», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παρουσιάζει μια παρέα φτωχογλεντζέδων που κάνουν «σπονδάς εις τον Βάκχον» «εις του Καρμάνη το μπακάλικον». Οι πιο αχώριστοι της παρέας είναι τρεις, ο σιτσιλιάνος Αντώνιος Αλμπέργος από την Κατάνια, ο Σαββατίνος Λευί ή Σάλβος, εβραίος από την Κέρκυρα, και ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης, «ένας από τους δικούς μας» και ολοφάνερο άλτερ έγκο του Παπαδιαμάντη. «Τρεις άνθρωποι, τρεις φυλαί, τρία θρησκεύματα, ως κοινόν γνώρισμα είχον μεγάλην κλίσιν εις τα γιουβέτσια, τα οποία παρήγγελλον εις τον γειτονικόν φούρνον, με μακαρόνια πολύ χονδρά, ραβδωτά, τα οποία τινές ονομάζουσι, δεν ηξεύρω διατί, σέλινα». Στην παρέα προστίθεται κι ένας γέρος ιταλοκερκυραίος, ο μπαρμπα-Νιόνιος ο Πούπης, ο οποίος σιγά-σιγά πιάνει μεγάλες φιλίες με τον Σάλβο τον εβραίο.

Μαζύ έτρωγαν, μαζύ έπιναν, μέ τον Σάλβον. Ποτέ δεν τα είχαν τόσον καλά… Αίφνης ένα πρωί, κατά Μάρτιον μήνα, ενώ επλησίαζε το Πάσχα, έρχεται από την Κέρκυραν είδησις, και την ανέγραφον όλ’ αι εφημερίδες, ότι οι εκεί Εβραίοι ήρπασαν μικράν κορασίδα χριστιανήν, και τήν έσφαξαν· της έπιαν το αίμα!…

Άμα ήκουσεν ο μπάρμπα Πούπης την εΐδησιν, ότι εις την πατρίδα του (όπου είχε τριάντα χρόνους να πατήση) συνέβη αυτό το πράγμα, έγεινεν αμέσως πυρ και μανία εναντίον των Εβραίων. Ω! να είχεν ένα Εβραίον νά τον πνίξη!…

Κατά συγκυρίαν, εκείνην την στιγμήν, εισήρχετο εις το καπηλείον ο Σάλβος… Ιδού είς Εβραίος! Και Εβραίος μάλιστα εκ Κερκύρας, εκεί­θεν όπου οι ομόθρησκοί του έπραξαν το ανοσιούργημα…

Ο μπαρμπα-Πούπης εγείρεται, σφίγγει τας πυγμάς απειλητικώς, πάλ­λει ταύτας άνω και κάτω κυκλοτερώς, ως προς πυγμαχίαν, και εφορμά κατά του Σάλβου.

— Μωρέ σκυλί!

Και μπούπ! η μία πυγμή κατέπεσεν εις τον ώμον του Εβραίου. Ο Σάλβος δεν επρόλαβε να είπει: «Τι έχεις; τι έπαθες;» μόνον είπεν ώχ! και ωπισθοχώρησεν. Η δευτέρα πυγμή του Πούπη θα εύρισκε παρ’ ολίγον το στέρνον, αλλά κατέπεσεν εις το κενόν. Ο Καρμάνης, ο κάπηλος, ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης, όστις έτυχε να είν’ εκεί, και δύο άλλοι, πα­ρενέβησαν, και απεμάκρυναν τον Σάλβον, έξω του καπηλείου. Ο μπάρμπα Πούπης ήθελε να τον κυνηγήση εις τον δρόμον, αλλά μετά κόπου τον εκράτησαν.  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Εβραϊσμός, Λογοτεχνία, Πρόσφατη ιστορία, Παπαδιαμάντης, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , | 111 Σχόλια »

Μεζεδάκια των Νόμπελ

Posted by sarant στο 8 Οκτωβρίου, 2022

Που βέβαια τα λέω έτσι επειδή τη βδομάδα που μας πέρασε είχαμε τις απονομές των βραβείων Νόμπελ, από το Νόμπελ Ιατρικής τη Δευτέρα έως της Ειρήνης χτες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα μεζεδάκια της πιατέλας μας έχουν αναγκαστικά σχέση με τα βραβεία Νόμπελ -τα περισσότερα δεν έχουν, αλλά στο τέλος του άρθρου έχω και κάποια σχετικά με τα Νόμπελ.

Και ξεκινάω με ένα μεζεδάκι από την προηγούμενη εβδομάδα, που είχε παραπέσει και το είδα τώρα, αλλά αξίζει νομίζω.

Σε ρεπορτάζ για το επεισόδιο στη φοιτητική εστία με τη δόκιμη ανθυπαστυνόμο, εμφανίζεται ο περίεργος τύπος «η ανθυπαστυνόμενος».

Ο φίλος που το στέλνει με ρώτησε αν έχω συναντήσει ποτέ αυτή τη μετοχή. Του απάντησα, «Φυσικά όχι. Αφού είναι θηλυκό, το σωστό θα ήταν ‘η ανθυπαστυνόμενη'» (του ρήματος ανθυπαστύνομαι, προφανώς).

Ωστόσο, ο συντάκτης του άρθρου το παράκανε με τη σεμνοτυφία όταν μετέφερε τη φράση του 30χρονου: μη @@@ θα σας γ@@@.

Και τη μεν δεύτερη λέξη, αφού μας δίνει το πρώτο γράμμα, την μαντεύουμε. Αλλά την πρώτη λέξη; Τόσο πια υβριστική ήταν, τόσο άσεμνη, που έπρεπε να τη μασκαρέψει εντελώς; Τι να τους είπε άραγε; Μη χειρότερα; Μη μου άπτου; Μη με λησμόνει;

* Ένα ορθογραφικό λαθάκι που θα έπρεπε να το είχε πιάσει ο κορέκτορας, σε ενδιαφέρον άρθρο για ένα ναυάγιο:

Αν έπιανε κανείς το νήμα της ιστορίας, θα ξεκινούσε από το γεγονός ότι οι μεγάλες απώλειες εμπορικών πλοίων που προκαλούσαν τα γερμανικά υποβρύχια είχαν γύρει την πλάστιγγα στην μεριά του Άξονα θέτοντας σε κίνδυνο την έκβαση της Μάχης του Ατλαντικού.

Ούτε γύρη, ούτε γύρος. Είχαν γείρει είναι το σωστό.

* Κι ένα διπλό, από μια αυτόματη μετάφραση, από εκείνες που σου εμφανίζει αυτόματα το google όταν κάνεις αναζήτηση.

Αν λοιπόν αναζητήσετε στο google το θεατρικό έργο Crave, παίρνετε τις πληροφορίες που βλέπετε στην εικόνα.

Η μετάφραση βεβαίως είναι πολύ κακή, και όχι μόνο ή όχι κυρίως επειδή βάζει μουστάκια στην πρόωρα χαμένη συγγραφέα, τη Σάρα Κέιν. Πιο αστείο βρίσκω το «συγγραφέας-κατοικία», ενώ και το performed βεβαίως αποδίδεται λάθος, το one-act παραλείφθηκε -κι άλλα θα βρείτε.

Κάθε φορά που βρίσκουμε λάθος σε κείμενο μεταφρασμένο από μηχανάκι, κάποιος θα πει υποτιμητικά «google translate». Κι όμως, το google translate, χωρίς να δίνει τέλεια μετάφραση, τα πάει πολύ καλύτερα.

Μου έδωσε το εξής αποτέλεσμα:

Το Crave είναι ένα μονόπρακτο της Βρετανίδας θεατρικής συγγραφέα Σάρα Κέιν. Παίχτηκε για πρώτη φορά το 1998 από τη θεατρική εταιρεία Paines Plough, με την οποία ο Kane ήταν συγγραφέας για τη χρονιά, στο Traverse Theatre του Εδιμβούργου.

Όχι και άσχημα. Βρήκε το «παίχτηκε», δεν ξέχασε το μονόπρακτο, απέφυγε τον συγγραφέα-κατοικία και, τουλάχιστον την πρώτη φορά, βρήκε το φύλο της Σάρας Κέιν, όχι όμως τη δεύτερη. (Τέτοιες ανακολουθίες θα βρείτε σε μεταφραστικά προγράμματα που δουλεύουν με παράλληλα κείμενα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , | 217 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 18 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά τούτη τη φορά τη μεταθέσαμε για μία μέρα επειδή χτες είχαμε το πεντοχίλιαρο (άρθρων) του ιστολογίου. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε. Σήμερα μπαίνουμε στο δέκατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980.

10 – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις του, ο δεσμός του με τη Φανή πήγαινε καλά, γιατί δεν ήταν μόνο το κρεβάτι στη μέση. Ταίριασαν και στο τραπέζι, δεν είχαν δηλαδή μόνο σωματική αλλά και πνευματική επαφή. Βέβαια δεν ήταν πολύ διαβασμένη, ούτε είχε πνευματικούς προβληματισμούς και ανησυχίες. Στο σημείο αυτό του φαινόταν λίγο απλοϊκή, είχε όμως αντίληψη και ευθυκρισία και από καιρό είχε εγκαταλείψει τις συντηρητικές της απόψεις.. Οπωσδήποτε το αίσθημα που τους ένωνε δεν ήταν η φλόγα του έρωτα, που πυρπόλησε κι αυτόν και εκείνη στα νιάτα τους, ήταν όμως κάτι πολύ περισσότερο από μιαν επιδερμική επαφή.

Τόσο στο Γυμνάσιο, όπου συνυπηρετούσαν, όσο και στον κύκλο των γνωστών και φίλων, ο δεσμός τους έγινε γρήγορα γνωστός και αποδεκτός.

Αν το καλοκαίρι καθιερώθηκε, γι΄αυτόν και τους φίλους του, να αρχίζει με την πορεία Ειρήνης, τέλειωνε με το Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, που από το 4ο και μετά γινόταν μόνιμα στο Περιστέρι, σε έναν απέραντο χώρο, που τα παιδιά της ΚΝΕ είχαν μεταμορφώσει σε αληθινό πάρκο. Πήγε μαζί με τη Φανή και αρκετούς συναδέλφους στο Γυμνάσιο, αλλά κατάφερε να έρθουν και ο Αλέκος με την Κατερίνα, που ως τότε σνομπάρανε τις εκδηλώσεις του κουκουέ και αποφεύγανε να πηγαίνουν. Η κοσμοσυρροή, ο ενθουσιασμός που επικρατούσε, αλλά και το πλούσιο καλλιτεχνικό περιεχόμενο του Φεστιβάλ, τους εντυπωσίασαν όλους. Ιδίως τους συνάρπασε η ομιλία του Αμερικανού κομμουνιστή ηγέτη, του Γκας Χωλ.

Αμέσως μετά τις διακοπές του καλοκαιριού, πήγε άλλη μια φορά [το 1986] στη Μακεδονία, αυτή τη φορά όχι για να δει τον Αντρέα, την Αναστασία, τον Βλάση (τον βαφτιστικό του, που τέλειωνε πια το Δημοτικό) και τα άλλα δυο παιδιά που είχαν κάνει στο μεταξύ, αλλά για την Ντίνα. Μαζί της στα είκοσι χρόνια της γνωριμίας τους δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ γράμματα και σπανίως είχανε τηλεφωνικές επαφές. Αλλά και οι άμεσες προσωπικές επαφές τους είχαν αραιώσει πολύ. Μετά από εκείνη τη φορά, το καλοκαίρι του ΄78 που πήγανε “σα ζευγαράκι” για τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη, είχαν ακόμα μία γλυκιά επαφή το Πάσχα του ΄79 σαν πήγε να βαφτίσει τον Βλάση, αλλά στα εφτά χρόνια που ακολούθησαν δε συναντήθηκαν ξανά.  Να όμως που πήρε γράμμα της, στο οποίο του ανάγγειλε πως παντρευόταν και του έδινε με συντομία το ιστορικό. Στο νοσοκομείο την είχε προσέξει ένας συνομήλικός της γιατρός, χήρος, με δυο παιδιά, μεγάλα πια. Δεν την πρόσεξε μόνο, παρά τη συμπάθησε και της ζήτησε να ενώσουν τις ζωές τους, για να έχουν μια συντροφιά στα γεράματα. Αποφάσισε να δεχτεί, «γιατί είναι καλός άνθρωπος και γιατί η μοναξιά στην ηλικία μας είναι πολύ βαριά» όπως κατέληγε.

Όταν διάβασε το γράμμα, στην αρχή ένιωσε κάτι σαν πίκρα, καθώς σκέφτηκε πως για κείνον η μοναξιά θα ολοκληρωνόταν απόλυτα, αφού άλλος ένας δικός του άνθρωπος, που, τελείως εγωιστικά είναι η αλήθεια, πίστευε πως θα τον περίμενε πάντα στην άλλη άκρη της Ελλάδας, δε θα ήταν πια διαθέσιμος. Όταν κατόπιν το σκέφτηκε πιο νηφάλια, χάρηκε γιατί η καλή αυτή γυναίκα, που στάθηκε τόσο εντάξει απέναντί του, θα μοιραζόταν με κάποιον τη μοναξιά και τα βάσανα των γηρατειών. Της έγραψε αμέσως, προσφωνώντας την «Ντίνα μου» και τη βεβαίωσε πως θα πήγαινε οπωσδήποτε στο γάμο της.

Πρότεινε στη Φανή να πάνε μαζί, αλλά εκείνη ήταν υποχρεωμένη να μείνει στην Αθήνα, γιατί η Σχολή μπαλέτου, όπου δούλευε συμπληρωματικά, θα οργάνωνε κάτι εκδηλώσεις. Έτσι, πήρε το αεροπλάνο και πήγε αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη και από κει με το λεωφορείο έφτασε στην πόλη της. Επισκέφθηκε πρώτα τους κουμπάρους του, συνεννοήθηκε με την Αναστασία και της αγόρασε ένα πολύ ωραίο και ακριβό δώρο.

Στο γάμο πήγαν όλοι μαζί και στο γαμήλιο γλέντι γνώρισε από κοντά και τον άντρα της Ντίνας. Ήταν ένας εξηντάρης, καλοσυνάτος άνθρωπος, γιατρός παθολόγος, αφιερωμένος στη δουλειά του.

«Ξέρετε, χαίρομαι ιδιαίτερα που σας γνωρίζω από κοντά, γιατί η Ντίνα μου έχει μιλήσει πολύ για σας. Πιστεύει πως χάρη σε σας, την επιμονή σας και τη συμπαράστασή σας, σπούδασε και αυτό άλλαξε ριζικά τη ζωή της.. Σας θεωρούμε λοιπόν δικό μας άνθρωπο και το σπίτι μας θα είναι πάντα ανοιχτό σε σας»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 17 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη έβδομη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το ένατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στο 1979.

 

Στις αρχές του καλοκαιριού ήρθανε πάλι οι κουμπάροι του, με το βαφτιστήρι του, αεροπορικώς αυτή τη φορά, για να πάνε το παιδί στον Άγιο Νεκτάριο. Όταν άκουσε το σκοπό του ταξιδιού, κοίταξε με τρόπο τον Αντρέα. Εκείνος έπιασε το νόημα του βλέμματος και σήκωσε τους ώμους με εγκαρτέρηση. Στο φέρυ μπωτ, έπαιξε με τον μικρό, που είχε γίνει ένα πολύ γλυκό παιδάκι, περπατούσε πια και ψέλλιζε λογάκια. Σε μια στιγμή που απομονώθηκαν, ο φίλος του, φάνηκε πως ήθελε να δικαιολογήσει τη στάση του αναφορικά με το σκοπό του ταξιδιού τους, γιατί του είπε:

«Δεν ξέρω αν θυμάσαι μια κουβέντα που είχαμε, όταν πρωτοκάναμε αυτό το ταξίδι, πως δηλαδή μπορεί να είμαι άθεος μα δεν είμαι αθεϊστής. Συνεπής με αυτή μου την αρχή, δεν πρόκειται να κάνω κανενός είδους κατήχηση στον Βλάση, όχι τώρα που είναι μικρός, αλλά και όταν μεγαλώσει. Θέλω να βρει μόνος του το δρόμο. Τότε μόνο θα έχει αξία».

Εκείνη την ώρα ήρθε κοντά τους η Αναστασία. Δεν είχε ακούσει τη συζήτησή τους αλλά φαίνεται πως μάντεψε το περιεχόμενό της, γιατί λέει του Δήμου, κρατώντας στην αγκαλιά του τον κοιμισμένο Βλάση.

«Ξέρεις Δήμο μου τι είναι αυτό που εκτιμώ στον Αντρέα; Είναι πως ποτέ του, από εκείνη τη νύχτα που γνωριστήκαμε και ως τώρα, δεν προσπάθησε να με κατηχήσει στις ιδέες του, είτε τις θρησκευτικές είτε τις πολιτικές. Αυτό, εκτός που μεγάλωσε την εκτίμηση που του έχω, με έκανε να σκεφτώ πολλά. Προσπάθησα να μπω στη θέση του. Εξακολουθώ να πιστεύω στην αλήθεια, που ήρθε να μαρτυρήσει ο Χριστός, αλλά δεν αποκλείω να υπάρχουν και άλλες αλήθειες, το ίδιο σεβαστές. Μήπως υπάρχει και η αλήθεια του Βούδα ή του Μωάμεθ;»

«Ή και του Μαρξ, γιατί όχι;» συμπλήρωσε γελώντας ο Αντρέας

«Ακριβώς. Μήπως τελικά αυτά που είπε ο Χριστός για τους πλούσιους, πως είναι δύσκολο να μπουν στη βασιλεία των ουρανών, ή το άλλο για το ότι πρέπει όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον έναν σ΄ αυτόν που δεν έχει, είναι πιο κοντά σ΄ αυτά που πιστεύετε ο Αντρέας, εσύ και οι φίλοι σας;»

«Για να μιλάμε με επιστημονική ακρίβεια» της λέει ο Αντρέας χαμογελώντας «αυτό το ο έχων δύο χιτώνας δότω τω μη έχοντι δεν το είπε ο Χριστός αλλά ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Ο Χριστός είπε το άλλο «μακάριον εστί μάλλον διδόναι ή  λαμβάνειν», το οποίο περιέργως δεν περιλαμβάνουν τα Ευαγγέλια στους γνωστούς μακαρισμούς, αλλά αναφέρεται στις Πράξεις»

«Σε ξέρω τόσα χρόνια και κάθε μέρα με εκπλήσσεις. Εσύ, ο άθεος, να ξέρεις την Αγία Γραφή καλύτερα και από θεολόγο» θαύμασε η Αναστασία και συνέχισε

«Ξέρεις Δήμο, συζητώντας καμιά φορά με τον Αντρέα σκέφτομαι πως ο πρώτος μου άντρας, που ήταν και καθηγητής, θεολόγος, μπροστά του δε θα έπιανε ούτε τη βάση. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Αυτά που ξέρει ο Αντρέας, δεν είναι μηχανική αποστήθιση, είναι γνώσεις που τις ζει. Και το πιο σπουδαίο, είναι αυτό που σου είπα πριν λίγο: πως ποτέ του δε θέλησε να μου κάνει κατήχηση»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταπολίτευση | Με ετικέτα: | 153 Σχόλια »

Χάθηκε βελόνι (αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου)

Posted by sarant στο 21 Αυγούστου, 2022

Θα παρουσιάσω σήμερα αποσπάσματα από το μυθιστόρημα «Χάθηκε βελόνι» του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Ο Γκέζος γεννήθηκε το 1988 στη Χιμάρα της Αλβανίας και πολύ νέος ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Μεγάλωσε στη Σκάλα Λακωνίας, σπούδασε τοπογράφος στο ΕΜΠ και πολύ νέος εμφανίστηκε στα γράμματα, αποσπώντας μάλιστα το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για την ποιητική του συλλογή «Ανεκπλήρωτοι φόβοι» το 2013.

Το μυθιστόρημα «Χάθηκε βελόνι» (Μεταίχμιο 2021) είναι ένα σπονδυλωτό έργο που διαρθρώνεται σε πέντε μέρη, σε πολλούς τόπους και μέσα στον χρόνο. Παρακολουθούμε την οικογένεια των Ζεφάδων, μεγάλη αρχοντοοικογένεια του Δρεπενιού, από το 1932 και μετά, πρώτα στην Αλβανία, μετά το 1991 στην Ελλάδα και, στο τέλος, το ταξίδι του Αλέξανδρου, του εξαφανισμένου αδελφού, στην Αμερική. (Ο Αλέξανδρος εμφανίζεται και σε προηγούμενο μυθιστόρημα του Γκέζου, που δεν το έχω διαβάσει. Όπως θα δείτε, το κανονικό του όνομα είναι Σάντο, κάτι που ίσως είναι βιωματικό του συγγραφέα, ο οποίος, κάπου διάβασα, έμαθε ότι τον λένε (και) Αρμάντο όταν πήγε να δώσει πανελλήνιες, ενώ ως τότε μόνο Χρήστος ήξερε πως λέγεται).

Το Δρεπένι βεβαίως δεν είναι υπαρκτό μέρος, είναι μυθιστορηματικά μεταπλασμένη η Χιμάρα. Πάντως ο συγγραφέας φρόντισε να βρει και ετυμολογία στο φανταστικό τοπωνύμιο («από έναν δευτερεύοντα ημίθεο της ελληνικής μυθολογίας, τον Δρέπανο, που υποτίθεται ότι είχε εξοριστεί από τον Δία για να ζήσει ολομόναχος κι αποκλεισμένος βαθιά μέσα στις αφιλόξενες κοιλότητες των βουνών της περιοχής») ενώ, για ακόμα μεγαλύτερη αποστασιοποίηση, κάπου αναφέρει, μία φορά νομίζω, και τη Χιμάρα ανάμεσα στα χωριά της περιοχής. Ανύπαρκτο είναι και το μέρος στο οποίο εγκαθίσταται η οικογένεια του Παύλου Ζέφου στην Πελοπόννησο -η Μεθενιά.

Μου άρεσε πολύ το τρίτο μέρος του βιβλίου, το Τσιμπιτόνι (έχει αρίθμηση 2 διότι ξεκινάει από το 0). Σε αυτό μιλάει η Τέτα (Ηλέκτρα), η γυναίκα του Παύλου και μητέρα του Αλέξανδρου -και μιλάει στο χιμαριώτικο ιδίωμα («με κάποιες απλοποιήσεις στην προφορά για να γίνεται πιο εύκολη η ανάγνωση», μου είπε ο συγγραφέας).

Υπάρχει και γλωσσάρι στο βιβλίο, από το οποίο θα βάλω στο τέλος τις άγνωστες λέξεις του αποσπάσματος που θα παρουσιάσω. Επίσης, περίπου όπως και στα ποντιακά, τα χιμαριώτικα απλοποιούν το στ σε σ, ενώ προφέρουν ασυνίζητους τύπους σαν τα ζακυθινά (χωρία, παιδία). Για να μην έχετε απορία, η μίσα είναι ο ύπνος, ενώ ο Μενέλαος/Νέλος ειναι ένα παιδί της οικογένειας, το στερνοπαίδι μετά τον Αλέξανδρο, που το έχασαν κατά τρόπο ανεξήγητο ενώ περνούσαν τα σύνορα προς Ελλάδα το 1991.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 152 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 16 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη έκτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα. Σήμερα μπαίνουμε στο ένατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στα τέλη του 1978.

ΕΝΝΕΑ

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Τελικά, μετά τις Γιορτές, τον πήρε εκείνος ο γνωστός του στη Σύγχρονη Εποχή κι όταν συναντήθηκαν του είπε πως μάλλον δε θα εκδώσουν τις «Ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων», όχι γιατί το βιβλίο δεν είναι καλό, αλλά η θεματολογία του βρίσκεται έξω από το πνεύμα της εποχής.

«Είναι πολύ καλογραμμένο» το επαίνεσε «δεν απηχεί όμως την έξαρση των αγώνων τόσο στην Ελλάδα όσο και σε παγκόσμια κλίμακα».

«Δε συμφωνεί με το πνεύμα της εποχής, θες να πεις;»

«Ακριβώς. Και κάθε εκδοτική επιχείρηση, το παίρνει αυτό σοβαρά υπ΄ όψιν. Ύστερα ο τίτλος δεν τραβάει: «Ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων», δε συγκινεί. Αν τον άλλαζες, να πούμε «Στο τέλμα της μικροαστικής ζωής» ίσως κάτι να γινόταν».

Στο σημείο αυτό ο Δήμος πήρε τα χαρτιά του, τον χαιρέτησε και έφυγε. Ένιωσε μεγάλο θυμό. Ακούς εκεί «στο τέλμα της μικροαστικής ζωής» και γιατί όχι «βουβοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα», τουλάχιστον είναι πιο ποιητικό. Μόλο που στεναχωρήθηκε, δεν αποδέχτηκε την ετυμηγορία αυτών που κρίνανε τα βιβλία στο εκδοτικό. Πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη είχε στην κρίση του Αντρέα και της Βασιλικής και όχι από το γεγονός πως ήταν επαινετική για τα γραφτά του, αλλά γιατί ήταν άνθρωποι συγκροτημένοι. Αποφάσισε να δοκιμάσει με άλλον εκδότη. Αποτάνθηκε σε κάποιον που είχε γνωρίσει στις θυελλώδεις μέρες της Μεταπολίτευσης. Δούλευε δημοσιογράφος στη νεοεμφανισθείσα τότε «Ελευθεροτυπία» και κάλυπτε με το ρεπορτάζ του τις δραστηριότητες των διαφόρων Δημοκρατικών Παρατάξεων. Αργότερα έφυγε από την εφημερίδα και με δυο φίλους του ιδρύσανε έναν εκδοτικό οίκο με πολύ φιλόδοξο πρόγραμμα και πολύ επισφαλείς οικονομικές δυνατότητες.

Από την αρχή του εξήγησαν πως έπρεπε να καλύψει αυτός ένα, σημαντικό, ποσοστό των δαπανών της έκδοσης. Δέχτηκε, μ΄ όλο που δεν του περίσσευαν πολλά λεφτά. Ήθελε όμως να βγει το βιβλίο και με την επιτυχία του να δείξει σ΄ εκείνους που το απέρριψαν, πως είχαν κάνει λάθος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταπολίτευση | Με ετικέτα: , | 53 Σχόλια »

Δεκαπενταύγουστος (διήγημα του Δημήτρη Μητσοτάκη)

Posted by sarant στο 15 Αυγούστου, 2022

Τριημερο της ραστώνης, συνεχίζουμε με κάτι λογοτεχνικό. Διάλεξα ένα διήγημα για όσους έμειναν στο άδειο (αν και ποτέ δεν αδειάζει) κλεινόν άστυ, ένα διήγημα του Δημήτρη Μητσοτάκη.

Πέρα από τη συνεπωνυμία του με τον πρωθυπουργό (απ’ όσο ξέρω, δεν υπάρχει συγγένεια, αν και στο Φέισμπουκ λέει χαριτολογώντας για τον «ξάδερφο») ο Δ. Μητσοτάκης (γενν. 1967) είναι περισσότερο γνωστός ως τραγουδοποιός, παλιότερα με το συγκρότημα Ενδελέχεια και τώρα με σόλο καριέρα. Ωστόσο, έχει επίσης σημαντική λογοτεχνική παρουσία αφού εχει εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων και δύο μυθιστορήματα.

Το διήγημα που θα διαβασουμε σήμερα, νεανικό και ανάλαφρο, περιλαμβάνεται στη συλλογή Τα σκισμένα ημερολόγια (εκδ. Τόπος, 2019).

Δεκαπενταύγουστος

Έναν Δεκαπενταύγουστο, πρέπει να ήταν το ’82 ή το ’83, είχα ξεμείνει, μόνος, στην Αθήνα. Κι ενώ λίγο απείχα από το να σκαρφιστώ τρόπους για να βάλω τέρμα στη μονότονη ζωή μου, χτύπησε το τηλέφωνο. Τελικά υπήρχε Θεός. Ήταν η Μαρία, η όμορφη, με την μπάσα φωνή –με την οποία κάτι παιζόταν όλη τη χρονιά αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί– που με καλούσε να πάω να την επισκεφτώ στη Σαλαμίνα. Άλλο που δεν ήθελα.

Κατέβηκα με τον ηλεκτρικό από την Καλλιθέα στον Πειραιά, πήρα λεωφορείο για το Πέραμα, πέρασα στα Παλούκια και μετά περίμενα το λεωφορείο που θα με πήγαινε στην Κακή Βίγλα. Κάποια στιγμή, τρεις ώρες μετά την έξοδό μου από το σπίτι, έφτασα στο εξοχικό της Μαρίας, ψυχολογικά έτοιμος για μια αξέχαστη μέρα, γεμάτη έρωτα και πρωτόγνωρες εμπειρίες.

Με υποδέχτηκε η μικρή αδερφή της Μαρίας μαζί με ένα τσούρμο αδερφάκια, ξαδερφάκια, ανιψάκια, και διάφορα άλλα παιδάκια της γειτονιάς. Πριν προλάβω να κάνω μεταβολή και να γυρίσω τρέχοντας στην Αθήνα, με έπιασε από το χέρι η μαμά της Μαρίας.

– Καλώς τον Δημητράκη!

– Καλώς σας βρήκα, είπα, μην τολμώντας να αλλάξω το «λ» με «κ».

– Η Μαρία έχει πάει για ψωμί, έρχεται όπου να ’ναι, έλα να σου βάλω μια πορτοκαλάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | 133 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 15 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 2 Αυγούστου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη πέμπτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα. Σήμερα τελειώνουμε το όγδοο κεφάλαιο, με τίτλο «Τελευταία συνάντηση».

 

Στη γιορτή του ήρθανε να τους δούνε πολλοί. Συνάδελφοι του από το Γυμνάσιο όπου υπηρετούσε, η Ελένη, που κουβαλήθηκε από την Αίγινα κι αυτό τον συγκίνησε πολύ και παλιοί φίλοι από τη γειτονιά του, απομεινάρια της ωραίας εκείνης παρέας των πρώτων χρόνων μετά την Απελευθέρωση. Πρώτοι πρώτοι φυσικά ήρθανε η Κατερίνα κι ο Αλέκος, αλλά όχι μόνοι τους, γιατί ήρθε κι ο Κώστας, όχι όμως με τη Λούλα ή την «πανταλονού» τη Δανάη, αλλά με μιαν άλλη, την Ισμήνη, όπως τους τη σύστησε.

Η Βασιλική ανάλαβε καθήκοντα οικοδέσποινας και με τη συμπαράσταση της πάντα πρόθυμης Ελένης, αλλά και της Κατερίνας, που επέμενε να βοηθήσει ενεργά περιποιήθηκαν όπως έπρεπε τους μουσαφιρέους. Και οι τρεις γυναίκες ταίριασαν πολύ με τους φίλους και συνάδελφους του και συμμετείχαν τόσο στο τραγούδι, όσο και στο κουβεντολόι. Ενημέρωσαν τους νεότερους της παρέας για το χρονικό της γνωριμίας των τριών καμπαλέρος με τις τρεις φιλενάδες στο σπίτι της Κατερίνας, η οποία, με την ευκαιρία, τους παρουσίασε ένα αυτοσχέδιο άλμπουμ με φωτογραφίες της παρέας τους εκείνης όπως ήταν πριν από εικοσιπέντε χρόνια.

Το άλμπουμ είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και πολλοί συγκινήθηκαν βλέποντας πως ήτανε πριν τόσα χρόνια. Αναπάντεχα ο Κώστας δάκρυσε, βλέποντας τη φωτογραφία του, όπου καθόταν δίπλα στη Λούλα. Αγκάλιασε τις δυο παλιές του φιλενάδες και τις φίλησε. Ο Δήμος κατάλαβε τότε πως το λεύκωμα των φωτογραφιών το είχαν ετοιμάσει η Βασιλική με την Κατερίνα και η υποψία του αυτή έγινε βεβαιότητα, όταν, σαν ήρθε η ώρα του φαγητού η Έζμπα σε συνεργασία με την Κατερίνα, κανόνισαν ποιός θα καθότανε δίπλα σε ποιόν, βάζοντας σχετικές πινακίδες με το όνομα του καθενός.

Οι καλεσμένοι του πάντως φάνηκαν γοητευμένοι με τις φίλες του Δήμου, για τον οποίο στον κύκλο τους, τόσο τον υπηρεσιακό, στο Γυμνάσιο, όσο και στον συντροφικό, στην κόβα, δεν είχε ακουστεί να έχει παρτίδες με γυναίκες. Δημιουργήθηκε πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα, που του θύμισε εκείνες τις συνάξεις στο σπίτι της Έζμπας στην Παχιά Ράχη.

Ο Δήμος κατά την εξέλιξη του γλεντιού, επισήμανε μιαν ιδιαίτερη επιστηθιότητα της αγαπημένης του με την Κατερίνα. Δεν ήταν μόνο η έκπληξη με τις παλιές φωτογραφίες, ήταν το ότι συνεχώς τα λέγανε οι δυο τους και για πολλήν ώρα, απομονωμένες από όλους τους άλλους. Τον έτρωγε η περιέργεια να μάθει τι συζητούσαν αλλά δεν ήταν βολετό τα πάει κοντά τους να ακούσει. Άσε που μιλούσαν χαμηλόφωνα. Συμπέρανε πάντως πως πρέπει να κουβέντιαζαν για κάποιο θέμα πολύ ενδιαφέρον, αλλά οπωσδήποτε άσχετο με την πολιτική ή την κομματική τους τοποθέτηση. Του ήρθε στο νου η κουβέντα που του είχε πει παλαιότερα η Κατερίνα, πως η Βασιλική στο νησί της είχε ενταχθεί σε μια μικρή και πολύ μαχητική ομάδα ακροαριστερών, οπότε….

Τη νύχτα, στο κρεβάτι την αγκάλιασε και τη φίλησε πολλές φορές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 53 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 14 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα μπαίνουμε στο όγδοο κεφάλαιο, με εύγλωττο τίτλο.

ΟΧΤΩ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ένα απόγεμα του Σεπτέμβρη [1978], λίγο πριν ανοίξουν τα σχολειά, μετά τον απαραίτητο υπνάκο του, καθώς έπινε τον καφέ του, διαβάζοντας, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού του. Όταν την άνοιξε έμεινε στήλη άλατος. Μπροστά του στεκόταν η Έζμπα, με μια μεγάλη συρόμενη βαλίτσα στο ένα χέρι κι ένα σακ βουαγιάζ στο άλλο.

«Δε θα έρχεσαι μόνο συ απροειδοποίητα» του λέει, γελώντας με την έκπληξή του.

Μη πιστεύοντας τέτοιαν ευτυχία την τράβηξε μέσα, την αγκάλιασε και τη φίλησε. Άφησε τα μπαγκάζια της στο χωλ και τον ακολούθησε στο καθιστικό.

«Πάντοτε μόνος» σχολίασε, βλέποντας το ένα φλιτζάνι του καφέ.

«Θα μου φτιάσεις κι εμένα έναν;» παρακάλεσε.

«Φοράς γυαλιά;» παραξενεύτηκε βλέποντάς τα παρατημένα στο τραπέζι».

«Πρεσβυωπία γαρ, μην ξεχνάς πως έχω τα χρονάκια μου».

Πίνοντας τον καφέ τους του είπε τα νέα της.

«Θυμάσαι εκείνον τον Τζέφρυ Σμίθσον;» τον ρώτησε.

«Εκείνον τον δασύτριχο ζωγράφο;»

«Ακριβώς» γέλασε με τον χαρακτηρισμό «αυτός λοιπόν ως ζωγράφος δεν έλεγε και πολλά πράγματα και ευτυχώς που το κατάλαβε εγκαίρως και σταμάτησε να ζωγραφίζει. Αποδείχτηκε όμως πως έχει επιχειρηματικές ικανότητες, γιατί εδώ και τρία χρόνια εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου άνοιξε γκαλερί, που πάει πολύ καλά».

«Μπράβο του, αλλά δεν καταλαβαίνω…»

«Περίμενε να τελειώσω. Αυτός λοιπόν ο Τζέφρυ με καλεί να εκθέσω τη δουλειά μου και είναι σίγουρος πως η ζωγραφική μου θα αρέσει στο λονδρέζικο κοινό και θα πουλήσω πολλούς πίνακες. Λέω λοιπόν να πάω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 42 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 13 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τρίτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το έβδομο κεφάλαιο.

Πριν προχωρήσω στη συνέχεια του μυθιστορήματος, μια αγγελία: Αναζητείται εθελοντής (ή εθελόντρια) να πληκτρολογήσει ένα αντιπολεμικό διήγημα που θέλω να βάλω μια Κυριακή, που πιάνει τρεις στήλες παλιάς εφημερίδας. 

Ακόμα δυο χρόνια κύλησαν μέσα στην ίδια, έντονα πολιτικοποιημένη, ατμόσφαιρα. Στις εκλογές του Νοέμβρη του ΄77 με την ανάδειξη του Πασόκ σε αξιωματική αντιπολίτευση, τη σοβαρή ενίσχυση του Κουκουέ και την μείωση του Εσωτερικού, που προκάλεσε η συντριβή της «Συμμαχίας», φάνηκε πως η πολιτική πλάστιγγα έγερνε στα αριστερά. Στο εξωτερικό άλλωστε το ίδιο γινόταν. Οι συνέπειες που είχε η ήττα των Αμερικανών στο Βιετνάμ ήταν φανερές σε παγκόσμια κλίμακα. Στη Νικαράγουα νίκησαν οι Σαντινίστες, το ΦΡΕΛΙΜΟ στη Μοζαμβίκη και το ΜΠΛΑ στην Αγκόλα πήρανε την εξουσία. Σε πολλά από αυτά τα μέρη είχε λίγα χρόνια πιο μπροστά περιπλανηθεί ο ονειρικός Δήμος με τους επαναστάτες φίλους του.

Στο γιορτασμό των εξήντα χρόνων της Οκτωβριανής Επανάστασης η κόβα τους έκανε ανοιχτή συγκέντρωση, όπου καλέσανε και πολλούς αριστερούς συμπαθούντες, μη κομματικούς. Ομιλητής ήταν ο Πέτρος, που με κάπως διθυραμβικό τόνο μίλησε για τον «διαφαινόμενο νικηφόρο τερματισμό του ψυχρού πολέμου» και εξύμνησε τη μορφή του Λεωνίδα Μπρέζνιεφ, «άξιου συνεχιστή του έργου του Λένιν», όπως τον χαρακτήρισε. Ο Δήμος βρήκε κάπως ανεδαφική την πρόβλεψη για νικηφόρο τερματισμό του ψυχρού πολέμου και ενοχλήθηκε πολύ από την εξύμνηση του Μπρέζνιεφ, που ο ίδιος δεν τον συμπαθούσε καθόλου. Φυσικά δεν είπε τίποτα ούτε εκείνη τη στιγμή, για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα του ενθουσιασμού που είχε επικρατήσει, ούτε όμως και την επομένη στη συνεδρίαση της κόβας τους, στην οποία έγινε εκτίμηση για την επιτυχία της συγκέντρωσης. Κατάλαβε πως θα αποτελούσε παραφωνία, γιατί όλοι σχεδόν ήταν της άποψης του Πέτρου.

Μόνο σε μια κουβέντα του με τον Βαγγέλη, όταν είχε τελειώσει η συνεδρίαση και φεύγανε, διαπίστωσε με ευχαρίστηση, πως ούτε κι εκείνος συμφωνούσε με τα λεχθέντα από τον Πέτρο.

«Έχουμε πολύν ανήφορο μπροστά μας» του λέει «και να μην υποτιμάμε τον αντίπαλο. Ο καπιταλισμός δε θα παραδοθεί εύκολα. Όσο για τον Λεωνίδα, τι να σου πω βρε Δήμο, δε μου γεμίζει το μάτι. Ούτε του Λένιν ούτε του Στάλιν συνεχιστής. Σκέτος γραφειοκράτης  είναι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ελληνοβαρεμένοι, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 211 Σχόλια »

Το βουνί, της Λουίζας Παπαλοΐζου (δυο αποσπάσματα)

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2022

Μια από τις φιλολογικές εκπλήξεις της χρονιάς που μας πέρασε ήταν το μυθιστόρημα «Το βουνί» της Λουίζας Παπαλοΐζου. Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (εξ ημισείας) αλλά και με το κυπριακό Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1972 στην κατεχόμενη σήμερα Μόρφου, ανήκει δηλαδή στη γενιά που δεν έχει μνήμες από την Κύπρο πριν από το πραξικόπημα, τον Αττίλα και τον χωρισμό του νησιού, αλλά είχε την αίσθηση του ξεριζωμού και της απώλειας.

Το βιβλίο είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα σε τρία μέρη, με τρεις κεντρικούς ήρωες, στην ορεινή Τηλλυρία, στους αρχαίους Σόλους, όπου έχουν βρεθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα -το Βουνί, όπως το λένε οι ντόπιοι, είναι ένα ύψωμα όπου υπήρχε αρχαίο ανάκτορο. Έχει εκδοθεί από τις φιλικές εκδόσεις Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη. 

Πέρα από την εξαιρετική λογοτεχνική του αξία, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την παρουσίαση της ζωής στην Κύπτο την εποχή της αποικιοκρατίας, που ήταν για μένα άγνωστη. Αλλά το βιβλίο έχει και ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον καθώς τα τρία μέρη του διαφοροποιούνται γλωσσικά. Στο πρώτο μέρος, η ιστορία του Ξενή, του ναυτικού που επιστρέφει στη δεκαετία του 60 στο χωριό του όταν μια σοβαρή αρρώστια τον αφήνει μισερό, παρουσιάζεται στην κοινή ελληνική με τους διαλόγους στα κυπριακά. Το τρίτο μέρος, τα ημερολόγια του Σουηδού αρχαιολόγου που συμμετέχει σε ανασκαφές στη δεκαετία του 1920, είναι γραμμένο στην κοινή ελληνική, αλλά το δεύτερο μέρος, η ιστορία της Κόρης και του σημαδιακού αδερφού της, είναι γραμμένο ολόκληρο στα κυπριακά, και, όπως θα διαπιστώσετε, δεν διαβάζεται εύκολα από καλαμαράδες. Υπάρχει άλλωστε και εκτενές γλωσσάρι, ενώ τη φιλολογική επιμέλεια της κυπριακής διαλέκτου την είχε ο φίλος Σπύρος Αρμοστής.

Θα παρουσιάσω σήμερα δυο αποσπάσματα, δυο ξεχωριστά κεφάλαια από το Βουνί. Από το πρώτο μέρος, το κεφάλαιο «Η Ελένη», και από το δεύτερο μέρος το κεφάλαιο «Δεκατρία». Στο τέλος παραθέτω τις εξηγήσεις λέξεων από το γλωσσάρι, αλλά όχι τις λέξεις της κυπριακής που έχουν φωνητικές αλλαγές από την ελληνική, δηλαδή δεν εξηγώ τον τζαιρό (καιρός) ή τη θκιαλεχτίνα (διαλεχτίνα, εργάτρια της διαλογής) ή το χωρκόν (χωριό) ή τον τζύρη (κύρης, πατέρας) ή τα ττενεκούθκια (διπλό τ στην αρχή, ντενεκάκια).

Στην εδώ παρουσίαση κάνω μια αναγκαστική έκπτωση. Στο βιβλίο χρησιμοποιούνται δυο χαρακτήρες που δεν ανήκουν στο αλφάβητο της κοινής ελληνικής, το ζ με καπελάκι και το σ με καπελάκι, για το παχύ ζ και το παχύ σ, δυο φθόγγους που δεν τους έχουμε στην κοινή ελληνική αλλά που υπάρχουν στην κυπριακή. Για να τους περιγράφω έτσι μπακάλικα, ζ με καπελάκι κτλ., θα καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να τους παρουσιάσω εδώ, αφού δεν υπάρχουν στο Unicode. Με τον φίλο Αχιλλέα Τζάλλα, που είχε την τυπογραφική επιμέλεια του βιβλίου (υποδειγματική, να πω) εξετάσαμε διάφορες λύσεις αλλά τελικά καταλήξαμε στο να παραλείψουμε απλώς το σύμβολο, το καπελάκι, όπου υπήρχε. Έκπτωση, αλλά αναπόφευκτη, που θα ξενίσει ίσως τους ομιλητές της κυπριακής.

Πριν προχωρήσουμε στα κείμενα, μια συνέντευξη της συγγραφέας στον Θοδωρή Αντωνόπουλο.

Το πρώτο απόσπασμα:

Η Ελένη

Η Ροδού δεν είπε λέξη, όταν της είπα να ξεχάσει το εστιατόριο. Καθάριζε φλούδες καρπουζιού μέσα στην ποδιά της, καθισμένη στην αυλή, για να φτιάξει γλυκό. Δεν χρειάστηκε να πω κάτι παραπάνω. Κατάλαβε.

Με τον Γιαννή είμαστε δεύτερα ξαδέρφια, οι πατεράδες μας πρώτα, οι παππούδες μας ήταν αδέρφια. Παιδιά κάναμε πολλή παρέα. Γεννημένοι με τρεις μήνες διαφορά, περνούσαμε για δίδυμοι. «Καλώς τους δίπλαρους!» παντού έτσι μας προσφωνούσαν. Ώσπου οι πατεράδες μας έκοψαν την καλημέρα. Στη μεγάλη απεργία της CMC, το ’48. Εκατόν είκοσι δύο μέρες έμειναν κλειστά τα μεταλλεία μέχρι να καμφθούν οι Αμερικάνοι, γιατί μέχρι τότε ούτε οι υπερωρίες είχαν κατοχυρωθεί ούτε οι άδειες ανάπαυσης ούτε οι αργίες. Είχαν πρωτοστατήσει οι πατεράδες μας στα γεγονότα, ώσπου ο ένας τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του απεργιακού αγώνα, ο άλλος κατά. Μοιράστηκε ο κόσμος. Όπλισαν οι Εγγλέζοι για να φοβερίσουν τους απεργούς. Ξυλοδαρμοί, πυροβολισμοί, συλλήψεις. Τα ξαδέρφια αντάλλαξαν βαριές κουβέντες, πιάστηκαν στα χέρια. Με τα μάτια μου είδα τον πατέρα και τον θείο μου πάνω στην αποβάθρα. Φώναζαν οι μανάδες μας, κλαίγαμε όλοι μαζί, μπήκαν στη μέση να τους χωρίσουν.

δεξιοί τζαι αριστεροί έλεγε ο κόσμος

Όση παρέα κάναμε έκτοτε με τον Γιαννή γινόταν στα κρυφά. Μόνο οι μανάδες μας ήξεραν, μα έκαναν τις ανήξερες. Η ιστορία του τσακωμού βέβαια είχε κοστίσει πολύ στη Ροδού, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι άφησε ποτέ να φανεί, γιατί με τη θεία μου ήταν φίλες αχώριστες. Μια πόρτα χώριζε τα σπίτια μας. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου τα πράγματα άλλαξαν. Η Ροδού δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Κλείσαμε πόρτες και παράθυρα, στο σπίτι μας δεν ήταν ευπρόσδεκτος κανένας, ούτε ο θείος μου ούτε η θεία μου ούτε τα παιδιά τους.

Με ένα μαχαιράκι αφαιρούσε την πράσινη φλούδα, έπειτα έκοβε την ψίχα σε μικρά τετραγωνισμένα κομμάτια και τα έριχνε σε έναν κουβά με νερό και ασβεστόσκονη· η φλούδα έπεφτε ολόκληρη μέσα στην ποδιά της. Όταν το καθάρισμα τελείωσε, έπιασε με το ένα χέρι την ποδιά, με το άλλο τον κουβά και μπήκε στην κουζίνα. Στο λεπτό επέστρεψε —η ποδιά ακόμα γεμάτη—, πέρασε από μπροστά μου, διέσχισε την αυλή, το περβόλι, έφτασε ώς το κοτέτσι και έριξε τις φλούδες στα πουλιά.

άκουγα τους γάλους και τις όρνιθες να κακαρίζουν ολόχαροι

Η αδερφή μου ήταν ανένδοτη. Για την Ελένη ο πατέρας του Γιαννή ήταν ο κύριος υπαίτιος για τον θάνατο του πατέρα μας, γιατί είτε από τραγική σύμπτωση είτε γιατί έτσι ήταν γραφτό του, ο κύρης μας αρρώστησε και πέθανε έναν χρόνο μετά από τα επεισόδια στα μεταλλεία. Στα καλά καθούμενα. Δεν αρρωστούσε ποτέ, ήταν αεικίνητος, ακάματος, εργάτης. Στα καλά καθούμενα, ο πατέρας μας πέθανε. Στην αρχή νομίσαμε πως ήταν ένα αθώο κρυολόγημα, μα ο πυρετός και ο βήχας δεν υποχωρούσαν. Το κρυολόγημα είχε εξελιχθεί σε βρογχίτιδα. Μια λοίμωξη των πνευμόνων, μας ενημέρωσε ο γιατρός στο νοσοκομείο· θα του περάσει, μας έλεγαν όλοι. Μα οι πνεύμονές του δεν ήταν δυνατοί· τους είχαν σκάψει τα μεταλλεία.

Τον έφαγε το μαράζι, έλεγε η Ελένη, που τότε ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών. Από το μαράζι πέθανε ο κύρης μας, η κακία και η αχαριστία του κόσμου τον σκότωσαν, τίποτε άλλο. Βγήκε από το σχολείο για να μας μεγαλώσει. Η Μάρω ήταν δυο χρονών, η Ευθυμία πέντε, εγώ δέκα. Δεκαπέντε χρονών η Ελένη λογιζόταν για γυναίκα. Αυτή μας πότιζε, μας τάιζε, μας κοίμιζε. Η Ροδού άργησε να σταθεί στα πόδια της, μας κοιτούσε με τα μάτια να κολυμπούν στο αίμα. Πλάνταζαν οι μικρές στο κλάμα, ήθελαν να τις πάρει αγκαλιά, μα εκείνη μας κοίταζε ανήμπορη. «Επρόφτασεν την το πένθος», έλεγαν οι χωριανοί. «Εστοιβαχτήκαν πολλοί στην σειράν. Έσει πολλούς να θρηνήσει η Ροδού, έντζε εν’ έναν τζαι θκυο αθρώπους δικούς της που έθαψεν. Με τον τζαιρόν εννά συνέλθει.»

Είχαν δίκαιο, γιατί στον έναν χρόνο η Ροδού σηκώθηκε. Βρήκε και η Ελένη δουλειά στα συσκευαστήρια, άρχισε να φέρνει χρήματα στο σπίτι. Ανασάναμε. Κοντεύαμε να εξαϋλωθούμε από την πείνα. Θκιαλεχτίνα. Διάλεγε τα πιο μεγάλα και μοσχοαναθρεμμένα πορτοκάλια, τα τύλιγε ανά τεμάχιο σε ρυζόχαρτο και τα στοίβαζε σε ξύλινα κασόνια για το λιμάνι της Αμμοχώστου. Αυτή έφερνε χρήματα στο σπίτι. Ώσπου έγινα δεκαπέντε χρονών και ξενιτεύτηκα.

Προσπάθησαν οι συγχωριανοί να μας βοηθήσουν, κακά τα ψέματα, ούτε η θεία και ο θείος μου έκατσαν με σταυρωμένα χέρια, μα η Ροδού ήταν περήφανη· δεν ήθελε βοήθεια από κανέναν. Ο θείος μου θυμούμαι όπου με έβρισκε μου άνοιγε το χέρι και μου έβαζε μέσα ένα πεντοσέλινο, δεκασέλινο, ό,τι κρατούσε μου το έδινε. Σσσσσς, μου ένευε, να μην το πω σε κανέναν. Μια φορά μάθαμε πως είχε ξοφλήσει το χρέος μας στον κύριο Αντώνη. «Σσσσσς», του είπε, «μεν το πεις σε κανέναν.» Το είπε η κυρία Πέρσα στη μάνα μου. Αν είχαμε χρήματα, θα τους τα επέστρεφε όλα, ώς το τελευταίο γρόσι.

Μόλις η Ελένη κατάλαβε πως τράβηξα πίσω εξαιτίας του Γιαννή, επαναστάτησε. Ξύπνησε η πίκρα και το μίσος μέσα της.

«Ελυπήθηκες τον Γιαννήν! Τον γιον του φονιά που εσκότωσεν τον τζύρην μας; Τον Γιαννήν τον ψευτοπαλλικαράν, που φουμίζεται πως εφκήκεν αντάρτης στα βουνά, μα ούλλον το χωρκόν ξέρει πως εδούλευκεν πλασιέ στην Χώραν. Επούλαν καλλυντικά!»

Η Ροδού βγήκε τρεχτή από την κουζίνα να συνετίσει την κόρη της, να της νέψει να σιωπήσει.

«Έν φοούμαι κανέναν εγώ», την έκοψε η Ελένη, «έχω την αλήθκειαν με το μέρος μου! Άλλοι να φοούνται μες στο χωρκόν, άλλοι έχουν την φωλιάν τους λερωμένην. Εμέναν το στόμαν μου έν θα μου το κρατήσει κλειστόν κανένας!»

Σηκώθηκα. Είχα ξεμάθει τόσα χρόνια. Μπορεί και να μην ήμουν έτοιμος να ακούσω. Περπάτησα ώς την καγκελόπορτα, ώσπου μια δεύτερη φωνή μού ψιθύρισε: αλήθειαν ανέχου. Άλλαξα γνώμη. Επέστρεψα. Έβαλα το ένα πόδι πάνω στο άλλο και άναψα τσιγάρο να ακούσω την Ελένη.

«Αντρέπεσαι τον Γιαννήν, που όπου εστέκετουν τζαι όπου εκάθετουν εκακολογούσεν τον γιον της Ροδούς τζαι του Χριστάκη! Οι Εγγλέζοι πυροβολούν μας, κρεμμάζουν μας, τζαι ο Ξενής τρώει τζαι πίννει μιτά τους!»

δεν ήταν η πρώτη φορά

Ήταν γνωστό πως ο Γιαννής ήταν μεγάλος φουμισιάρης. Του άρεσε να καυχιέται πως είχε βγει αντάρτης στα βουνά, πως είχε πολεμήσει τους Εγγλέζους, μα το χωριό βούιζε. Ν’ ακούεις πολλά, να πιστεύεις τα μισά. Στην καλύτερη περίπτωση ο Γιαννής είχε εκτελέσει μια-δυο παρακινδυνευμένες αποστολές, αυτό ήταν όλο. «Θκυο ττενεκκούθκια δυναμίτην», έλεγαν όσοι ήταν εκ των έσω, «που τα μεταλλεία.» Τον είχαν κλέψει ουγγιά-ουγγιά οι εργάτες, μήπως και τους υποψιαστούν οι Αμερικάνοι. Μια μυστική αλυσίδα είχε στηθεί από τα μεταλλεία ώς τα βουνά, γιατί έπρεπε πάση θυσία ο δυναμίτης να φτάσει στον παραλήπτη στην ώρα του. Στο χωριό μας όμως ο κρίκος άνοιξε. Παντρεμένος με δυο παιδιά λύγισε. Έπρεπε πάση θυσία να βρεθεί άλλος συγχωριανός να τον αντικαταστήσει. Βρέθηκε ο Γιαννής.

Μα οι άλλοι μισοί, αυτοί που έλεγαν πως κατείχαν την υπέρτατη αλήθεια, ισχυρίζονταν πως η ιστορία του δυναμίτη ήταν ένα μεγάλο ψέμα, αποκυήματα της φαντασίας του Γιαννή και του πατέρα του. Φυλλάδια είχε ρίξει ο Γιαννής, ανακοινώσεις και προκηρύξεις της Αλκίμου Νεολαίας, όπως όλοι οι νέοι στο χωριό. «Νύχταν-νύχταν μάλιστα», έλεγαν οι πιο δύσπιστοι, «κρυφτός πουκάτω που το γιοφύριν.» Τον υπόλοιπο καιρό δούλευε πλασιέ στη Χώρα.

Πάντως αντάρτης στα βουνά δεν βγήκε ποτέ. Σ’ αυτό όλοι συμφωνούσαν, μα ο Γιαννής δεν έλεγε να συνετιστεί. Και σαν να μην έφταναν τα ψέματα, τα έλεγε μάλιστα μπροστά στον Κωστή, που του είχαν σακατέψει τα χέρια οι Εγγλέζοι, και ο Κωστής, θέλεις πιστός στη φιλία των παιδικών μας χρόνων, θέλεις γιατί είχε ευεργετηθεί ουκ ολίγες φορές από τις γνωριμίες του Γιαννή με την πελατεία στο συνεργείο, δεν τον διέψευσε ποτέ.

«Έννεν’ μιαν τζαι θκυο φορές που σε εκατηγόρησεν ο Γιαννής. Ούτε ήταν ο μόνος! Άννοιξε τα μμάθκια σου, Ξενή. Νομίζεις ότι οι φίλοι σου εν’ όπως τους άφηκες; Πως εν’ τα κοπελλούθκια που ήξερες; Τούτοι εδρατζιάσαν, εννά φαν τον τόπον!»

Πισώπλατα ο κόσμος έλεγε πολλά. Μπροστά στον Γιαννή όμως κανένας, γιατί με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο ο Γιαννής είχε καταφέρει να έχει γνωριμίες στα πιο ψηλά δώματα. Έβλεπαν οι συγχωριανοί τις Mercedes, τα bmw, τα Land Rover σταθμευμένα έξω από το κέντρο. Και ό,τι βοήθεια ήθελε ο κάθε συγχωριανός στον Γιαννή πήγαινε, και ο Γιαννής, κακά τα ψέματα, δεν αρνιόταν χέρι βοήθειας ποτέ σε κανέναν. Και το χέρι βαθιά στην τσέπη το έβαζε και τη ράχη του κόντρα να μεσολαβήσει για τα πάντα. «Εν’ μισή κυβέρνησις ο Γιαννής», έλεγε ο κόσμος. Δύσκολα έβρισκες άνθρωπο στο χωριό μας που δεν είχε ευεργετηθεί από τις γνωριμίες του. Ποιος να τον αντικρούσει;

Ήθελα να πω στην Ελένη να μιλήσει ξεκάθαρα, να μου πει ονόματα και διευθύνσεις, μα από εγωισμό ίσως και από ατολμία δεν το έκανα. Έβαζα το χέρι μου στη φωτιά όμως πως ούτε ο Κωστής ούτε ο Ττόμης ούτε ο Λεύκιος ήταν ικανοί να με συκοφαντήσουν. Ακόμα και για τον Γιαννή έπαιρνα όρκο. Μπορεί να ήταν φουμισιάρης, αππωμένος, μπορεί να μην το έλεγε η καρδιά του να βγει αντάρτης στα βουνά —ποιος ήμουν εγώ στο κάτω-κάτω να κρίνω και να κατακρίνω—, τον Ξενή όμως δεν θα τον πρόδιδε ποτέ.

«Προδότη πάνω, προδότη κάτω είχαν σε οι φίλοι σου!»

σηκώθηκα να φύγω

Η Ροδού έσκυψε ολόκληρη πάνω από την Ελένη. Πίστεψα πως θα άπλωνε το χέρι και θα της έβγαζε το μαλλί τρίχα-τρίχα.

«Δίκασ’ με μάνα, δέρ’ με, ό,τι θέλεις κάμε μου. Το στόμαν μου πάντως έν θα μου το κλείσεις!»

Και το δεύτερο κείμενο, σε αμιγή κυπριακή:

ΔΕΚΑΤΡΙΑ

Κάποτε η μάνα μου στέκεται τζαι θωρεί τον. Βάλλει με τον νουν της διάφορα. Καταλυέται. Εν’ τζείνη που φταίει, λαλεί, που έκαμεν γιον παραθκιάνταλον, επειδή που ήτουν έγκυος ετζοιμάτουν μπρούμουττα. Η μάνα της τζαι η αρφή της επαραντζέλλαν της: «Κόρη, μεν τζοιμάσαι μπρούμουττα, εννά τσιλλήσεις το μωρόν, να το καταϊσέψεις.» Μα ώσπου έππεφτεν ανάσσελλα, το μωρόν έκαμνεν κουρτουμπέλλες μέσα στην τζοιλιάν της, ετάρασσεν όπως το καλικαντζαρούιν, παμόν έν έβρισκεν κανένας που τους θκυο τους. Στον πολλύν τζαιρόν έν άντεξεν. Μιαν νύχταν που τα μμάθκια της εχογλούσαν, εγύρισεν μπρούμουττα, εψήλωσεν το πόδιν της όπως ξεβαίννεις την σκάλαν τζαι μονομιάς το μωρόν εβούλιαξεν, εποτζοιμήθην. Το πρόβλημαν ελύθηκεν. Κάθε νύχταν εγύριζεν μπρούμουττα, εξέβαιννεν το σκαλίν, εποτζοιμάτουν. Αντάν τζαι εγέννησεν τον Ττιμήν τζαι εβάλεν τον η μαμμού πάνω της πομαυρισμένον τζαι είδεν την δεξιάν του πάνταν τσιλλημένην, εσυντρομάχτηκεν. Ερούφησεν την το σκοτάδιν. Εσηκώστηκεν μεμιάς που το κρεβάτιν, τα σσέλια της κόμα γαιματωμένα, να πλύννει πρώτη το μωρόν μες στην βούρναν, να γυρέψει το αυτίν του. Επασπάτευκεν του κάκου. Μια τρυπούα σαν το αρφάλιν τζαι η τζεφαλή του που την μιαν πάνταν τσιλλημένη. Αντάκωσεν το κλάμαν. Τόσον εσυντρομάχτηκεν, που έν εκατέβηκεν το γάλαν της. Εβάλλαν της το μωρόν πομαυρισμένον που το κλάμαν πάνω στο βυζίν της, το μωρόν άκκαννεν λυσσάρικα τες θηλές της, εγαιματώνναν τα βυζιά της, εγαιματώνναν τα σείλη του μωρού, μα το γάλαν έν έτρεσεν. Εστέκουμουν πουπάνω που τον τζισβέν, ενεκάτωννα λλίον αλεύριν τζαι ζάχαρην να το ταΐσω.

Ώς την Παρασκευήν, μια γυναίκα έφερεν της λάδιν θαυματουργόν που την Παναγίαν την Γαλόκτιστην. Έτριψεν το λάδιν πάνω στα βυζιά της, επασάλειψεν την παντού. Η γυναίκα τούτη έν ήτουν που το χωρκόν μας, ήτουν ξένη, κανένας έν ήξερεν το όνομαν της, μα πριχού φύει έδωκεν της μάνας μου μιαν εικονούδαν μιτσιάν τζαι επαράντζειλεν της:

«Πρωίν νύχταν έσε τούτην την Παναγίαν μες στην τρασηλιάν σου, ώσπου να τρέξει άφθονον το γάλαν.»

Μόνον τούτον. Τίποτε άλλον έν της είπεν.

Τόσον πομαυρισμένη ήτουν η εικονούδα, που τίποτε έν εφαίνετουν πάνω στο ξύλον. Τρεις φορές έβαλα την μέσα στο φως της καντήλας να την παρατηρήσω, γιατί άκουσα τες χωρκανές να λαλούν πως η Παναγία η Γαλόκτιστη εν’ η μόνη Παναγία που ταΐζει τον Χριστόν με το βυζίν της πόξω, μα τίποτε έν είδα. Στες είκοσι τέσσερις ώρες τα βυζιά της μάνας μου εξεκινήσαν να στάσσουν, στες σαράντα οχτώ το γάλαν έτρεσεν όπως το νερόν στες βρύσες. Έπιννεν το μωρόν καπάλιν τζαι όσον γάλαν επερίσσευκεν έβαλλεν το η μάνα μου μες στην φίζαν για να πιούσιν τζαι τα μωρά τα ξένα.

Αναθάρρησεν.

Επαράντζειλεν μου στα κρυφά να ‘βρω τον καντηλανάφτην του χωρκού, που ήτουν καλός τεχνίτης του τζερκού, να μου κάμει μιαν τζεφαλήν μωρού για τάμαν, με θκυο αυτιά στητά, καλοκαμωμένα. Στες θκυο εφτομάδες που ήταν έτοιμη η μάνα μου να καβαλλιτζέψει την γαούραν, εκούρτισεν πέντ’-έξι γεναίτζες του χωρκού να πάμεν. Μάνα τζαι κόρη καβαλλαρκές, ο Ττιμής τουλουππιασμένος μες στον κόρφον μας, η τζεφαλή με τα θκυο αυτιά μες στο καλάθιν. Λλίον η μάνα μου, λλίον εγώ, εκρατούσαμεν τον Ττιμήν ούλλες οι γεναίτζες που γυρόν.

Τρεις ημέρες δρόμον ώς την Παναγίαν την Γαλόκτιστην. Τον ίδιον δρόμον ηθέλαμεν τζαι για την Παναγίαν του Τζύκκου που εν’ περίτου θαματουργή, άκουσα μιαν κοτζάκαρην σε έναν χωρκόν να λαλεί, μα έν ετόλμουν να συντύχω της μάνας μου. Άμαν η Γαλόκτιστη εγέμωσεν τα βυζιά της μάνας μου με τρεχούμενον γάλαν, έν ήτουν να γεμώσει το αυτίν του Ττιμή;

Ώσπου να φτάσουμεν, ήμαστουν καραβάνιν ολόκληρον, γιατί που όποιον χωρκόν επερνούσαμεν οι γεναίτζες επαίρναν θάρρος, ηθέλαν να έρτουν μιτά μας. «Οι προσκυνήτρες της Γαλόκτιστης», ελαλούσαν όποθθεν μας εθωρούσαν. Εδείχναν τα βυζιά της μάνας μου, εφέρναν τα βρέφη τους να τα ταΐσει. Το μεσημέριν εκαθούμαστεν ποκάτω που τες τερατσιές να φάμεν. Απλώθαμεν σεντόνια, πεύτζια, οι γεναίτζες εφκάλλαν φαΐν που τα καλάθκια, ετρώαν καπάλιν. Χαλλούμια, ελιές, οπωρικά. Εμείς μόνον νερόν. «Αν πάμεν χορτασμένες, κόρη, στην Παναγίαν, με ίντα μούτρα εννά της ζητήσουμεν δεύτερην χάρην; Ίνταλος εννά μας ακρωστεί; Αν μεν πάμεν νηστιτζές, ίνταλος εννά μας πιστέψει;»

Την τέταρτην ημέραν, την ώραν που ο ήλιος εκατέβαιννεν που τα ψηλά τζαι εχρυσαφίζαν τα βουνά τζαι τα αλμυρά νερά, εμπήκαμεν στην εκκλησιάν. Γονατιστές. Με το βρέφος στην αγκαλιάν. Εσσύψαμεν μπροστά που την εικόναν της Παναγίας, εκρεμμάσαμεν την τζέρινην την τζεφαλήν με τα στητά αυτιά πάνω στο ξύλον τζαι εμείναμεν χαμαί ασάλευτες. Στην πολλήν ώραν, εκαύκουμουν, ήθελα να ξαναδώ την εικόναν, να γυρέψω το βυζίν της Παναγίας, μα όποτε εσήκωννα την τζεφαλήν μου η μάνα μου εδίαν μου πουπάνω:

«Μείνε σσυφτή τζαι κάμε την προσευχήν σου. Ό,τι λαλώ να λαλείς τζαι εσύ. Αντίς του γιου μου, εσύ να λαλείς του αρφού μου.»

Παναγία μου Γαλόκτιστη, Μεγαλόχαρη, Θαυματουργή,
ώσπου μου στέλλεις γάλαν, ξέρε το, εννά θηλάζω
τα μωρά τα ξένα όπως θηλάζω το δικόν μου
Γάλαν έν θα αρνηθώ ποττέ σε κανέναν μωρόν
γιά χρισκιανής γιά Τούρτζισσας γιά ξένης
Παναγία Γαλόκτιστη, Μεγαλόχαρη, Θαυματουργή,
θέλω ακόμα μιαν χάρην να σου πω, έναν τάμαν να σου μολοήσω:
ώσπου μιαλινίσκουν τα μωρά που το δικόν μου γάλαν
παρακαλώ σε που τα βάθη της καρκιάς μου
να μεγαλώννει τζαι τ’ αυτίν του γιου μου

Λέξεις από το γλωσσάρι:

  • δίπλαροι: δίδυμοι
  • φουμίζεται: καυχιέται
  • φουμισιάρης: καυχησιάρης
  • εδρατζιάσαν: φούντωσαν, θέριεψαν
  • καταλυέται: διαλύεται, φθείρεται
  • παραθκιάνταλος: με σωματικό ελάττωμα
  • τσιλλώ: πιέζω
  • παμός: ησυχία, ανάπαυση
  • χογλώ, χογλάζω: κοχλάζω, βράζω.
  • αντακώννω: αρχίζω
  • τζισβές: μπρίκι
  • καπάλιν: συνέχεια
  • φίζα: γυάλινο δοχείο
  • περίτου: περισσότερο
  • κοτζάκαρη: γριά

Posted in Όχι στα λεξικά, Κύπρος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 60 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 12 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δωδέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα περνάμε στο έβδομο κεφάλαιο.

ΕΦΤΑ

Η «ΠΕΤΡΙΑ»

Ο Δήμος, μετά την πίκρα εκείνου του τηλεφωνήματος είχε αποφασίσει να μην επικοινωνήσει ξανά με τη Βασιλική και, με τον άκαμπτο χαρακτήρα που είχε, θα τηρούσε την απόφασή του, άλλωστε και από εκείνη δεν είχε κανένα τηλεφώνημα ή άλλη είδηση. Τα σχέδιά του όμως τα ανέτρεψε η αιφνίδια επίσκεψη του Αντρέα και της Αναστασίας, που κουβαλήθηκαν απροειδοποίητα παραμονές των Χριστουγέννων. Χάρηκε πολύ που ανταμώθηκε με τους φίλους και κουμπάρους του και όταν εκείνοι του ανάγγειλαν πως ήρθαν με σκοπό να πάνε στον Άγιο Νεκτάριο και του πρότειναν να τους συνοδέψει, αμέσως ξέχασε την απόφασή του και δέχτηκε, με κάποιο καρδιοχτύπι είναι η αλήθεια, την πρότασή τους.

Πήγανε αυτή τη φορά με το δικό τους αμάξι, με το οποίο είχαν έρθει από τη Μακεδονία, γιατί τελικά ο Αντρέας, που ως τότε αποστρεφόταν την ιδέα να αποχτήσει και να οδηγεί αυτοκίνητο, πείσθηκε από την Αναστασία και πήρανε αμάξι, που μάθανε και οι δυο τους να το οδηγούν. Φτάσανε στην Αίγινα στις έντεκα το μεσημέρι και μόλις βγήκαν από το φέρυ μπωτ τράβηξαν κατευθείαν για το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Μονάχα αφού η Αναστασία προσκύνησε τον Άγιο και ξεθύμανε, αυτός τηλεφώνησε στην Έζμπα.

«Πώς θα σου φαινόταν η εισβολή απρόσκλητων στο ερημητήριό σου;» της λέει χωρίς άλλη εισαγωγή, όταν άκουσε τη φωνή της να λέει «Εμπρός».

«Πότε ήρθες;» του λέει χαρούμενη

«Πριν δύο ώρες. Και δεν είμαι μόνος μου, έχω μαζί τον Αντρέα και τη γυναίκα του».

«Μα είναι παντρεμένος ο πολυτάλαντος φίλος σου;»

«Τώρα ναι, εγώ τους κουμπάριασα. Πέρσι που σου κουβαληθήκαμε, ήταν ακόμα ελεύθερος. Μήπως βρίσκεσαι σε περίοδο δημιουργίας και σου γίνουμε βάρος;»

«Μπα όχι, βέβαια δε συνεχίζεται η προηγούμενη περίοδος τεμπελιάς, αλλά δεν έχω πέσει με τα μούτρα. Θέλω οπωσδήποτε να σε δω. Σας περιμένω να φάμε μαζί».

Τους υποδέχτηκε το ίδιο εγκάρδια, όπως την προηγούμενη φορά. Μόλις τον αντίκρισε, με μουστάκι και μακριά μαλλιά, τον κοίταξε για μια στιγμή λίγο έκπληκτη, αλλά με βλέμμα φανερά επιδοκιμαστικό. Κατόπιν τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Φιλιά αντάλλαξε όμως και με τον Αντρέα και με την Αναστασία. Με χαρά του ο Δήμος διαπίστωσε πως οι δυο γυναίκες ταίριασαν απόλυτα και μάλιστα η Αναστασία βοήθησε ενεργά τη Βασιλική στο κόψιμο της σαλάτας και το σερβίρισμα του φαγητού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 53 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 11 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η ενδέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Σε ένα ταξίδι στην Αίγινα ξαναβρίσκει την παλιά του αγάπη. Σήμερα τελειώνουμε το έκτο κεφάλαιο, και μαζί τελειώνει και η δικτατορία και περνάμε στη μεταπολίτευση.

Δεν είχε ακόμα ξεχαστεί η κάπως σκανδαλώδης αυτή συμπεριφορά του, όταν ήρθε η επέτειος της 21ης Απριλίου. Φυσικά είχαν περάσει οι παλιοί καιροί, που η επέτειος γιορταζόταν με κάποια έστω και υποτονική λαϊκή συμμετοχή, συνήθως υπό μορφή θεατών. Ελάχιστοι οπαδοί της Εθνοσωτηρίου είχαν πια απομείνει στην πόλη και όλα δείχνανε πως οι μέρες της Δικτατορίας ήταν μετρημένες. Οι εξελίξεις στην Κύπρο το επιβεβαίωναν. Η κήρυξη εκτός νόμου της ΕΟΚΑ Β΄, η επιστολή του Μακάριου στην ελληνική κυβέρνηση, όπου δήλωνε με λεβεντιά πως ήταν πρόεδρος ανεξάρτητου κράτους και όχι νομάρχης ελληνικής νομαρχίας, προκάλεσαν ενθουσιασμό στους Έλληνες, που όλοι τους τώρα πια άκουγαν ξένους σταθμούς, Ντόυτσε Βέλλε, Λονδίνο και Φωνή της Αλήθειας, για να μαθαίνουν τις ειδήσεις, αφού οι σταθμοί του ΕΙΡ και της ΥΕΝΕΔ είχαν περιπέσει σε πλήρη ανυποληψία.

Παρ΄ όλα αυτά ο Γυμνασιάρχης επέμενε να γιορταστεί στο σχολείο επισήμως η επέτειος και δήλωσε πως θα εκφωνούσε ο ίδιος τον πανηγυρικό. Όντως η τελετή έγινε και ήταν τελείως θλιβερή, ο δε λόγος του γελοιωδέστατος, πολύ περισσότερο που τον έκλεισε αναφωνώντας

«ζήτω η Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών»,

οπότε ο Δήμος δεν κρατήθηκε και συμπλήρωσε τη ζητωκραυγή φωναχτά,  με το ευφυολόγημα του Γεωργίου Παπανδρέου

«ορθοδόξων, καθολικώς διαμαρτυρομένων».

Ο Γυμνασιάρχης ακούγοντάς τον έμεινε άναυδος, πολλοί καθηγητές δεν ήξεραν τι να κάνουν, κάποιοι όμως δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα γέλια τους, δύο παριστάμενοι στην τελετή στρατιωτικοί αγρίεψαν, αλλά δεν έκαναν ούτε είπαν τίποτα, οι πιο πολλοί μαθητές, όμως έβαλαν τα γέλια και κάποιοι χειροκροτήσανε και μετά τη λήξη της τελετής τον περικύκλωσαν χαρούμενοι.

Αυτή τη φορά δεν του τη χαρίσανε. Ο Γυμνασιάρχης τον φώναξε στο γραφείο του και παρουσία του καθηγητικού συμβουλίου τον επέπληξε αυστηρά,  αλλά και τον απείλησε με «βαρείας συνεπείας», που δεν άργησαν. Φαίνεται πως του έκανε αναφορά, γιατί μέσα Μαΐου του ανακοίνωσε πως το Υπουργείο τον έθεσε σε διαθεσιμότητα για δύο χρόνια.

Δεν τον ένοιαξε καθόλου. Η Δικτατορία είχε φάει πια τα ψωμιά της. Αυτό το βλέπανε όλοι. Καθώς δεν τον κρατούσε τίποτα σ΄ αυτήν την απόμερη μικρή πόλη, εκτός από τη φιλία του Αντρέα και της Αναστασίας και την «επιδερμική» του σχέση με την Ντίνα, αποφάσισε να γυρίσει στην Αθήνα, για να παρακολουθήσει από πιο κοντά τις εξελίξεις, που προβλέπονταν ραγδαίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 128 Σχόλια »