Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

Ξαναδιαβάζοντας τον Πέδρο Καζάς

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2017

Εκεί που είχα πάει για παραθερισμό, υπάρχει μια μικρή βιβλιοθήκη με βιβλία του παππού μου, από τη δεκαετία του 1920 τα περισσότερα, ελληνική λογοτεχνία ή ξένη σε μετάφραση. Μια μέρα έπιασα και διάβασα τον Pedro Cazas του Φώτη Κόντογλου, σε ένα μικρού σχήματος τομίδιο, που έχει στη δεύτερη σελίδα του την υπογραφή του θείου του Μιχάλη, αδελφού του παππού μου. Πιο σωστά, τον ξαναδιάβασα, μια και τη νουβέλα του Κόντογλου την είχα ξαναδιαβάσει πριν από πολλά χρόνια σε νεότερη έκδοση και την έχω μάλιστα δημοσιεύσει ολόκληρη στον παλιό μου ιστότοπο.

Το βιβλιαράκι που είχα στα χέρια μου είναι έκδοση του 1923, από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Χ. Γανιάρη. Είχε προηγηθεί μια έκδοση το 1920. Πράγματι, στην τελευταία σελίδα του τομιδίου βρίσκω την εξής σημείωση:

.

Ο Pedro Cazas είχε τυπωθή στο Παρίσι προ τρία χρόνια σε 250 αντίτυπα για τους φίλους του συγγραφέα.

Οι δυο εικονογραφίες είναι απ’ το χέρι του.

.

Ωστόσο, στο άρθρο της Βικιπαίδειας αλλά και αλλού βρίσκω ότι η πρώτη έκδοση έγινε στη γενέτειρα του Κόντογλου, το Αϊβαλί, το 1920, στο σύντομο διάστημα που η Ιωνία βρισκόταν υπό ελληνικό έλεγχο. Μπορεί να υπάρχει αντίφαση, μπορεί πάλι η εκτύπωση να έγινε όντως στο Παρίσι αλλά το βιβλίο να κυκλοφόρησε και να διατέθηκε στην Ιωνία. Πάντως η νουβέλα γράφτηκε στο Παρίσι, όπου έμενε ο νεαρός (γεννημένος το 1895) Κόντογλου από το 1914.

Η τρίτη έκδοση της νουβέλας έγινε το 1944, με κάποιες αλλαγές στη γλώσσα -ανάμεσα στ’ άλλα ο τίτλος ελληνογράφεται, από Pedro Cazas σε Πέδρο Καζάς. Το κείμενο που έχω ανεβάσει ονλάιν είναι από την τρίτη έκδοση. Στα βιβλιοπωλεία θα βρείτε τον Πέδρο Καζάς μαζί με τη Βασάντα, το δεύτερο βιβλίο του Κόντογλου.

Ο Πέδρο Καζάς, σύμφωνα με την προμετωπίδα της πρώτης/δεύτερης έκδοσης είναι «η πρωτάκουστη ιστορία του Εσπανιόλου κουρσάρου που είτε έζησε τρακόσα χρόνια είτε γύρισε απ’ τον Άδη. Τυπωμένη από ένα παράξενο πορτουγέζικο χειρόγραφο που έπεσε στα χέρια του Φώτη Κόντογλου στο Oporto». Στις επόμενες εκδόσεις υπάρχουν μικροδιαφορές στη διατύπωση της φράσης αυτής.

Το βιβλίο έχει έναν πρώτο πρόλογο που τον υπογράφει ο Κόντογλου (μάλιστα: Κόντογλους), κι έναν δεύτερο που τον υπογράφει ο αφηγητής, με την υποτιθέμενη τοποχρονολόγηση «Setubal, 1887». Με τους αλλεπάλληλους προλόγους, ο Κόντογλου  αποστασιοποιείται από τον αφηγητή του και από την αφήγησή του, αποποιείται την ιδιότητα του συγγραφέα του κειμένου και παρουσιάζεται σαν απλός μεταγραφέας του «παράξενου χειρόγραφου», ένα λογοτεχνικό τέχνασμα που και άλλοι έχουν χρησιμοποιήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Ναυτικά, Πεζογραφία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Χάρι Πότερ, είκοσι χρόνια μετά

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2017

Την επέτειο την είχα προσέξει αλλά τελικά μού ξέφυγε -το σημερινό άρθρο έπρεπε να δημοσιευτεί χτες. Ποιαν επέτειο; θα αναρωτηθείτε. Σαν χτες πριν από 20 χρόνια, στις 26 Ιουνίου 1997, κυκλοφόρησε το βιβλίο της Τζ.Κ.Ρόουλινγκ «Ο Χάρι Πότερ και η φιλοσοφική λίθος», το πρώτο από τα βιβλία της εξαιρετικά επιτυχημένης σειράς εφηβικών βιβλίων με ήρωα τον Χάρι Πότερ.

Ακολούθησαν άλλα έξι βιβλία, σύνολο εφτά, που όλα τους έγιναν πρωτοφανή μπεστ-σέλερ και βέβαια μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο, καθώς και ηλεκτρονικά παιχνίδια και άλλα παραφερνάλια με τους ήρωες του Χόγκουαρτς και τον κόσμο των μάγων που δημιούργησε η Τζ.Κ.Ρόουλινγκ. Θα έλεγε κανείς ότι η πρωτοφανής εμπορική επιτυχία θα δελέαζε τη συγγραφέα να αθετήσει το αρχικό της σχέδιο και να παρατείνει με κάποιο τρόπο τη λογοτεχνική ζωή του ήρωά της, αλλά η Ρόουλινγκ αντιστάθηκε στον πειρασμό. Το έβδομο βιβλίο της σειράς κυκλοφόρησε το 2007 και από τότε δεν δόθηκε συνέχεια, αν εξαιρέσουμε ένα θεατρικό έργο που ανεβηκε πέρυσι και παρουσιάζει τον ενήλικο Χάρι Πότερ να έρχεται σε σύγκρουση με τον έφηβο γιο του.

Το βιβλίο «Ο Χάρι Πότερ και το καταραμένο παιδί», που κυκλοφόρησε με αφορμή το θεατρικό έργο («σενάριο της πρόβας» χαρακτηρίζεται) το είχαμε παρουσιάσει πέρυσι τον Νοέμβριο, και βέβαια με την ευκαιρία αυτή είχα γράψει κι εγώ τη γνώμη μου για ολόκληρη τη σειρά των βιβλίων και είχατε κι εσείς πει τη δική σας, οπότε σήμερα για να τιμήσω την επέτειο έπρεπε να βρω κάτι άλλο.

Σκέφτηκα λοιπόν, τιμής ένεκεν, να αναδημοσιεύσω τρία από τα (αρκετά) παλιά άρθρα που είχα γράψει την περίοδο 2005-2008 στον παλιό μου ιστότοπο σχετικά με διάφορα μεταφραστικά προβλήματα των (ελληνικών) βιβλίων του Χάρι Πότερ.

Όπως είχα γράψει τότε, πολλοί ενήλικες αρέσκονται να αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση τα παιδικά έργα και ειδικότερα τον Χάρι Πότερ· δεν συμμερίζομαι την άποψή τους. Αν όμως για τα παιδιά μου ο κόσμος του Χάρι Πότερ είναι μαγευτικός, για μένα σαν μεταφραστή παρουσιάζει ενδιαφέρον και σε ένα άλλο επίπεδο: με ενδιαφέρει πολύ να δω πώς αντιμετωπίστηκαν τα εκατοντάδες λογοπαίγνια της συγγραφέας στην ελληνική μετάφραση, ενδεχομένως δε και σε άλλες γλώσσες.

Γιατί αυτό είναι το εντυπωσιακό στοιχείο με τον Χάρι Πότερ. Χάρη στην τεράστια του δημοτικότητα, και πριν ακόμα έρθει η κινηματογραφική μεταφορά να την εκτινάξει στα ύψη, κάθε νέος τόμος της σειράς μεταφράζεται πολύ γρήγορα από τα αγγλικά σε δεκάδες γλώσσες στις οποίες και κυκλοφορεί λίγους μήνες αργότερα. Επιπλέον, χάρη στο Internet υπάρχει μια αφοσιωμένη διεθνής κοινότητα φανατικών του Χάρι Πότερ που διυλίζουν την κάθε λέξη, που λέει ο λόγος, με αποτέλεσμα το έργο των μεταφραστών να διευκολύνεται τελικά.

Το σύνολο των χαριποτερικών άρθρων μου μπορείτε να το βρείτε εδώ. Για το έβδομο βιβλίο (που κυκλοφόρησε το 2007) είχα γράψει κάμποσα άρθρα, που τα βρισκετε εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , | 144 Σχόλια »

Γουτού γουπατού (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2016

papadiamantis_05Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ το 2012 έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. To 2013 επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο», το ίδιο και πρόπερσι, που έβαλα τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη«. Πέρυσι παρουσίασα το γνωστότερο ίσως χριστουγεννιάτικο διήγημα του κυρ Αλέξαντρου, τη Σταχομαζώχτρα.

Το φετινό διήγημα παρεκκλίνει κατά μερικές μοίρες από την πεπατημένη, αφού το διήγημα που θα διαβάσετε δεν είναι αυστηρά χριστουγεννιάτικο, είναι πρωτοχρονιάτικο. Θα θεωρήσουμε όμως ενιαίο σύνολο το εορταστικό δωδεκάμερο.

Φυσικά, ξέρω ότι πρόκειται για ένα διήγημα αρκετά γνωστό, που έχει ανθολογηθεί επανειλημμένα, οπότε αρκετοί θα το έχετε διαβάσει, και επειδή έχει θέμα πρωτότυπο εικάζω ότι θα το θυμάστε. Ωστόσο, τα Χριστούγεννα είναι γιορτή που την περνάμε με τους οικείους μας, και τούτο θαρρώ ισχύει και για τα διαβάσματά μας, οπότε αν ξαναδιαβάσουμε την ιστορία του Μανώλη του Ταπόη μπορεί να βρούμε κάτι που το είχαμε προσπεράσει πρωτύτερα.

Το «Γουτού Γουπατού» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την πρωτοχρονιά του 1899 στην Ακρόπολι -είπαμε, είναι διήγημα πρωτοχρονιάτικο. Πήρα το κείμενο απο την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία. Στο τέλος έχω βάλει μερικά λεξιλογικά.

Να σημειωθεί ότι το διήγημα έχει δώσει το όνομα σε παιδικό σταθμό, ενώ μπορείτε επίσης να το ακούσετε από τον Αντώνη Μουλά.

ΓΟΥΤΟΥ ΓΟΥΠΑΤΟΥ

Τον επετροβολούσαν οι μάγκες της αγοράς, τον εχλεύαζον τα κορίτσια της γειτονιάς, τον εφοβούντο τα νήπια  και τα βρέφη. Τον έλεγαν κοινώς «ο Ταπόης» ή «ο Μανώλης το Ταπόι».

— Ο Ταπόης! Να, ο Ταπόης έρχεται…

Φόβος και τρόμος εκολλούσε τα άκακα βρέφη εις το άκουσμα του ονόματος τούτου. Η νεολαία του χωρίου, οι θαμώνες των μαγαζιών και των καφενείων, δεν έπαυαν ποτέ να τον  πειράζουν.

— Είσ’ ένα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· είσαι χταπόδι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »

Αυτά τα Νόμπελ ποιος θα τα πάρει;

Posted by sarant στο 6 Οκτώβριος, 2016

Ανεπαισθήτως μπήκαμε στην εβδομάδα των βραβείων Νόμπελ. Ήδη απονεμήθηκαν τα τρία πρώτα, πρώτα της Ιατρικής, μετά της Φυσικής και χτες της Χημείας, και πέρασαν μάλλον απαρατήρητα από τον ελληνικό τύπο και την ελληνική μπλογκόσφαιρα -και από το ιστολόγιό μας, τολμώ να πω.

Αλλά τα τρία πρώτα Νόμπελ παραείναι επιστημονικά, δεν αγγίζουν το ευρύτερο κοινό, παρόλο που η έρευνα των βραβευμένων συχνά έχει πολύ απτές εφαρμογές στην καθημερινή ζωή. Σήμερα όμως και αύριο γίνονται οι απονομές των άλλων δύο βραβείων, της Λογοτεχνίας και της Ειρήνης, που όσο και να πεις ενδιαφέρουν περισσότερο κόσμο, διότι τον βραβευμένο συγγραφέα, κι αν δεν τον έχουμε διαβάσει, μάλλον θα τον έχουμε ακουστά, ενώ το Νόμπελ Ειρήνης δίνεται συνήθως σε πολύ γνωστά πρόσωπα ή φορείς, αν και συχνά οι επιλογές είναι τέτοιες που σκέφτεσαι πως βραβεύονται ο φονιάς και το θύμα αγκαλιά.

Τα φετινά είναι τα όγδοα βραβεία Νόμπελ που απονέμονται από τότε που άρχισε να εκπέμπει το ιστολόγιο, αλλά τον θεσμό τον έχουμε περιφρονήσει. Σποραδικές αναφορές έχουμε κάνει, όμως ένα μόνο άρθρο έχουμε αφιερώσει σε βράβευση, πρόπερσι, όταν τιμήθηκαν με Νόμπελ Ιατρικής επιστήμονες για τις μελέτες τους σχετικά με τον ιππόκαμπο.

Βέβαια, εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε στο προπέρσινο άρθρο δεν παραλείψαμε να ασχοληθούμε και με τη λέξη «Νόμπελ». Όπως είχα γράψει και πρόπερσι, τον τελευταίο καιρό κάποιοι γράφουν «Νομπέλ», τονίζοντας τη λέξη στη λήγουσα, που μοιάζει σαν να έχουν επαναφέρει την παλιά (γαλλοπρεπή) προφορά της λέξης, όπως ήταν προπολεμικά, όπου η γαλλική γλώσσα κυριαρχούσε, όταν περί το 1928 οι οπαδοί του Ψυχάρη και του Παλαμά τσακώνονταν για το ποιος από τους δύο είναι άξιος να πάρει το Νομπέλ, όπως το έλεγαν -ο Καβάφης ήταν, αλλά δεν το πήρε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 198 Σχόλια »

Στο μουσείο (Από τα Αυτόματα του Κώστα Περούλη)

Posted by sarant στο 10 Ιουλίου, 2016

b206355Συνήθως τις Κυριακές βάζω κάποιο φιλολογικό θέμα που αναφέρεται στο παρελθόν ή κάποιο παλιότερο λογοτεχνικό κείμενο, αλλά σήμερα είπα να πρωτοτυπήσω. Θα παρουσιάσω λοιπόν ένα διήγημα, το πρώτο από τα δέκα της συλλογής Αυτόματα του Κώστα Περούλη, που εκδόθηκε πέρυσι στο τέλος του χρόνου από τον φιλικό εκδοτικό οίκο Αντίποδες.

Το βιβλίο μου άρεσε πολύ και ήθελα καιρό να το παρουσιάσω, αλλά με τούτα και με κείνα το αμέλησα. Τώρα εμφανίζομαι επιμηθέας, αφού πρόσφατα στον διαγωνισμό του ηλεπεριοδικού «Ο αναγνώστης» το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα (στον ίδιο διαγωνισμό, θυμίζω, τιμήθηκε επίσης το βιβλίο της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Ποίηση και πολεμική – μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα, στο οποίο έχω συμβάλει κι εγώ).

Τα Αυτόματα μού άρεσαν επειδή από το πρώτο διήγημα με συνεπήρε και με καθήλωσε η γραφή του Περούλη, τραχιά, ρυθμική, λαχανιασμένη, συντονισένη στον αμείλικτο ρυθμό της δουλειάς. Τα δέκα διηγήματα της συλλογής είναι διηγήματα της δουλειάς, παρουσιάζουν ανθρώπους που αφοσιώνονται ο καθένας στο επάγγελμά του, όχι πάντα χειρωνακτικό -ο πρώτος, που θα δούμε σε λίγο, είναι συγκολλητής, αλλά στο δεύτερο διήγημα πρωταγωνιστεί ένας αμπελουργός που βάζει εργάτες, στο τρίτο μια κοπέλα ηθοποιός που παίζει σε παιδικούς θιάσους, σε κάποιο άλλο ένας πολιτικός μηχανικός, ένας καπετάνιος, ένας έφηβος που τζογάρει μετοχές από το Διαδίκτυο.

Παρόλο που τα διηγήματα είναι γραμμένα τα τελευταία χρόνια, η κρίση δεν πρωταγωνιστεί, οι όποιες αναφορές σ’ αυτήν είναι παρεμπίπτουσες. Ο συγγραφέας, όπως εξηγεί, επιδίωξε να απεμπλακεί από τη συγκυρία και να επικεντρωθεί «σε δομές και σχέσεις εργασίας που χαρακτηρίζουν γενικότερα την εποχή μας».

Στο αυριανό άρθρο, εκτός απροόπτου, θα συζητήσουμε προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι. Μία από αυτές θα είναι και τα Αυτόματα του Κώστα Περούλη, που έτυχε να το παρουσιάσω εδώ εκτενέστερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εργατικά, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Παραλειπόμενα της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Τόλης Καζαντζής)

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2016

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα του Θεσσαλονικιού πεζογράφου Τόλη Καζαντζή (1938-1991), που μου το έστειλε ο φίλος μας ο Δημήτρης Ρ. προτείνοντας μάλιστα κι ένα σχετικό κουίζ. Ο Καζαντζής είναι από τους πεζογράφους που μου αρέσουν πολύ, ιδίως τα πρώτα του έργα στα οποία αφηγείται αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας  (4-5 από αυτά έχω παρουσιάσει στον παλιό μου ιστότοπο). Το σημερινό όμως διήγημα ανήκει στη δεύτερη περίοδό του, τα τελευταία χρόνια πριν από τον πρόωρο θάνατό του, με κομμάτια εμπνευσμένα από την εποχή του -και συχνά με καυστική ειρωνεία, όπως θα δείτε.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στη Διαγώνιο (στον κύκλο της οποίας ανήκε ο Καζαντζής) και μετά στη συλλογή Καταστροφές (1987, β’ έκδ. 1994). Εδώ το μετατρέπω σε μονοτονικό και αλλάζω ελάχιστα την ορθογραφία (σε μία μόνο λέξη, αν θυμάμαι καλά).

Ο Καζαντζής, θα δείτε, έχει στο στόχαστρό του κάποιες πασίγνωστες μορφές των γραμμάτων μας -και, ειδικότερα, αναφέρεται με σφαγιαστικήν ειρωνεία σε μια φωτογραφία που έβγαλαν δύο από αυτούς, που την περιγράφει με περισσή λεπτομέρεια.

Το κουίζ μας έχει δυο επίπεδα, εύκολο και δύσκολο. Στο εύκολο η ερώτηση είναι: «Ποιοι είναι οι δυο πολύ γνωστοί λογοτέχνες της φωτογραφίας;» Στο δύσκολο, σας ζητάω να βρείτε την ίδια τη φωτογραφία -υπάρχει στο Διαδίκτυο, το έλεγξα.

Προσθήκη: Η απάντηση βρέθηκε, αν θέλετε μπορείτε να δείτε τη φωτογραφία στο σχόλιο αριθ. 6.

Μπορείτε, βέβαια, απλώς να διαβάσετε το διήγημα. Επωφελούμαι πάντως για να βάλω και μια τρίτη ερώτηση στο κουίζ: απ’ όσο θυμάμαι, άλλαξα την ορθογραφία σε μία μόνο λέξη. Μαντεύετε ποια είναι αυτή;

Προσθήκη: Κι αυτό απαντήθηκε, είναι η λέξη «μετρ» (ήταν «μαιτρ»).

Παραλειπόμενα της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Αιθέρια αερικά «εποχής», με καλοτυλιγμένα κι ευκίνητα κορμιά σε μουσελίνες, με μπουκετάκι «μιγκέ» στο ντεκολτέ τους, εκεί ακριβώς που αρχινάει η σκιερή χαράδρα των τροφαντών μαστών, περιφέρονται —ίδιες «Ατθίδες αύρες»— μέσα στη νοσταλγικά διατηρημένη «ανατολίτικη» ατμόσφαιρα του σαλονιού πετώντας πού και πού, εμβόλιμα, κάποιο χαριτωμένο, γαργα­λιστικό γαλλικό. Προσφέρουνε, υπό τους ήχους του ταγκό, «μαρασκινό», μέσα σε κείνα τα λιλιπούτεια -επάργυρα— κολονάτα ποτηράκια, στους νέους της συντροφιάς, με το νωχελικό και ατημέλητό τους κάθι­σμα και τα καλοζυγισμένα —αεράτα— τους κοστούμια σε χρώμα σαμπανί από «σαντακρούτα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Κουίζ, Λογοτεχνία, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , | 132 Σχόλια »

Ο αλιβάνιστος, ένα πασχαλινό του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 1 Μαΐου, 2016

Τις μεγάλες τις γιορτές, πιο πολύ τα Χριστούγεννα αλλά και το Πάσχα, τις έχω συνδέσει με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και συχνά βάζω κείμενά του τέτοιες μέρες -για παράδειγμα, πρόπερσι το Πάσχα είχα βάλει το διήγημά του «Χωρίς στεφάνι«, ένα πασχαλινό αθηναϊκό, μαύρο και όχι χαρμόσυνο, διήγημα. Πέρυσι, διάλεξα ένα κομμάτι όχι του Παπαδιαμάντη, αλλά για τον Παπαδιαμάντη, από έναν άλλον μεγάλο τεχνίτη των γραμμάτων μας, τον Κώστα Βάρναλη: το χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη».

Φέτος επιστρέφω στην πεπατημένη, δηλαδή βάζω ένα ακόμα από τα πασχαλινά του Παπαδιαμάντη, τον «Αλιβάνιστο». Βέβαια, το κείμενο υπάρχει στο Διαδίκτυο. Το πήρα μονοτονισμένο και έκανα κάποιον εκσυγχρονισμό στην ορθογραφία. Στο τέλος προσθέτω ελάχιστα λεξιλογικά.

Εξαιτίας της σημερινής γιορτής, το Μηνολόγιο του Μαΐου θα δημοσιευτεί αύριο. Το ιστολόγιο σας εύχεται ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

 

Ο αλιβάνιστος

Αφού εβάδισαν επί τινα ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κι η Φωλιώ της Πέρδικας, κι η Αφέντρα της Σταματηρίζαινας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κι η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας, και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάσει. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζί των, διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι άρχισαν να ομιλούν.

– Πώς αλγεί παπάς; είπεν η θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά και τα άρθρα και άλλα μόρια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 111 Σχόλια »

Ο Αλεξανδρινός που λάτρευε το διάβασμα

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2016

ecoΚάτι άλλο είχα προγραμματίσει για σήμερα, αλλά με γράπωσε αμείλικτη η θλιβερή είδηση. Θα ήταν αχαριστία να μην αλλάξω πρόγραμμα, και το ιστολόγιο αχάριστο δεν είναι -οπότε το σημερινό άρθρο αφιερώνεται στον μεγάλο Αλεξανδρινό.

Το ξέρω, ο τίτλος παραπλανά, διότι έχουμε συνηθίσει Αλεξανδρινό ν’ αποκαλούμε τον Καβάφη. Ωστόσο, ο Ουμπέρτο Έκο, που χτες άφησε φτωχότερον τον μάταιο τούτο κόσμο, ήταν κι αυτός Αλεξανδρινός ή έστω Αλεσαντριανός, αφού είχε γεννηθεί στην Αλεσάντρια (Alessandria) του Πεδεμοντίου, μια μεσαίου μεγέθους πόλη κάπου 70 χιλιόμετρα από το Τορίνο, που οφείλει το όνομά της όχι στον Μεγαλέξαντρο αλλά σε κάποιον Πάπα που λεγόταν Αλέξανδρος και που τα περιστατικά της ίδρυσής της τα αφηγείται ο Έκο στο μυθιστόρημά του Μπαουντολίνο -και έχει βάλει τον ήρωά του να έχει κι αυτός γεννηθεί στην Αλεσάντρια, ο τρίτος διάσημος γιος της θα λέγαμε (ο δεύτερος είναι ο ποδοσφαιριστής Τζάνι Ριβέρα).

Αλλά αποκαλώ Αλεξανδρινό τον Έκο και για έναν ακόμα λόγο, διότι είχε όχι μόνο την απίστευτη πολυμάθεια αλλά και τον μανιακό έρωτα για τα βιβλία που έχουμε παραδοσιακά συνδέσει με τους Αλεξανδρινούς εκείνους λόγιους που έστησαν και διεύθυναν τη μυθική βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, τον Ζηνόδοτο, τον Απολλώνιο, τον Ερατοσθένη, και βέβαια τον Καλλίμαχο. Λένε πως είχε 30.000 τόμους στο σπίτι του στο Μιλάνο, και είχε γράψει:

«Όποιος δε διαβάζει, στα 70 του θα έχει ζήσει μόνο μια ζωή, τη δική του! Όποιος διαβάζει θα έχει ζήσει 5000 χρόνια: ήταν εκεί όταν ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ, όταν ο Ρέντσο παντρεύτηκε τη Λουτσία, όταν ο Λεοπάρντι θαύμαζε το άπειρο… Γιατί η ανάγνωση είναι μια αθανασία προς τα πίσω.»  (Chi non legge, a 70 anni avrà vissuto una sola vita: la propria! Chi legge avrà vissuto 5000 anni: c’era quando Caino uccise Abele, quando Renzo sposò Lucia, quando Leopardi ammirava l’infinito… perché la lettura è una immortalità all’indietro).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Η σταχομαζώχτρα, χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2015

papadiamantis_05Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ το 2012 έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. To 2013 επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο», το ίδιο και πέρυσι, που έβαλα τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη«. Και φέτος συνεχίζω παπαδιαμαντικά και μάλιστα με το γνωστότερο ίσως χριστουγεννιάτικο διήγημα του κυρ Αλέξαντρου, τη Σταχομαζώχτρα.

Φυσικά, ξέρω ότι πρόκειται για ένα διήγημα που ποτέ δεν έλειψε από τα «Νεοελληνικά αναγνώσματα» του σχολείου ή από τις παιδικές ανθολογίες, οπότε όλοι σχεδόν θα το έχετε διαβάσει. Ωστόσο, τα Χριστούγεννα είναι γιορτή που την περνάμε με τους οικείους μας, και τούτο θαρρώ ισχύει και για τα διαβάσματά μας, οπότε αν ξαναδιαβάσουμε την ιστορία της θεια-Αχτίτσας μπορεί να βρούμε κάτι που το είχαμε προσπεράσει πρωτύτερα.

(Κάπου είχα συναντήσει και μια αισχρή παρωδία της παραγράφου που έχει τη φράση «οι φ’στάνες», αλλά δεν τη βρίσκω -και δεν ξέρω κι αν ταιριάζει στο πνεύμα της ημέρας. Το αναφέρω όμως σαν ένδειξη της δημοτικότητας του διηγήματος).

Η Σταχομαζώχτρα δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1889 στην Εφημερίδα του Κορομηλά, είναι δηλαδή από τα σχετικώς πρώιμα διηγήματα του Παπαδιαμάντη -χρονολογικά είναι μόλις το έβδομο, αν θεωρήσουμε πρώτο διήγημα τη νουβέλα «Χρήστος Μηλιόνης» (1885), πιο σωστά όμως είναι το έκτο, με πρώτο το Χριστόψωμο του 1887, που κι αυτό χριστουγεννιάτικο είναι. Αν κανείς έχει περιέργεια να δει την πρώτη δημοσίευση, με την αλλοπρόσαλλη ορθογραφία της εποχής (στην κριτική έκδοση ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος την έχει αρκετά εκσυγχρονίσει, και καλά έκανε) μπορεί να δει εδώ την πρώτη σελίδα και εδώ τη δεύτερη.

Να προσέξουμε τη φράση «εκεί που ψήνει ο ήλιος το ψωμί» (όπου ξενιτεύονται οι σουρτούκηδες, κατά τον πονηρό μπαρμπα-Μαργαρίτη). Πρόκειται για έκφραση που τη χρησιμοποιεί και αλλού ο Παπαδιαμάντης, αλλά και άλλοι συγγραφείς, π.χ. Βιζυηνός, και δηλώνει πολύ μακρινή χώρα, αλλά και αφιλόξενη. Πιθανώς στη γέννηση της φράσης να συντέλεσαν λαϊκά αναγνώσματα για μακρινές εξωτικές χώρες. 

Ο Συριανός έμπορος χαρακτηρίζει «σίγουρο παρά, αρζάν κοντάν» τη συναλλαγματική του ξενιτεμένου -argent comptant, μετρητό χρήμα. Να προσέξουμε επίσης στην αρχή του διηγήματος πώς ο Παπαδιαμάντης παρεμβάλλει στην αφήγηση, που είναι σε καθαρεύουσα, φράσεις λαϊκές, ιδίως του ‘γυναικείου ιδιώματος’, σε αυθεντική λαϊκή γλώσσα (το λαμπρό τ’ να βγει, που νάρθουν τα μαντάτα του κτλ.)

Το κείμενο το πήρα από το sansimera.gr κι έκανα μερικές διορθώσεις όπως το διάβαζα, αλλά θα μου έχουν ξεφύγει λαθάκια -δεν έκανα συστηματική αντιπαραβολή με την κριτική έκδοση.

Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ

Μεγάλην εξέφρασεν έκπληξιν η γειτόνισσα, το Ζερμπινιώ, ιδούσα τη ημέρα των Χριστουγέννων του 187.., την θειά-Αχτίτσα, φορούσαν καινουργή μανδήλαν, και τον Γέρο και την Πατρώνα με καθαρά υποκαμισάκια και με νέα πέδιλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 65 Σχόλια »

Νερό αγάμπεϊμ – Σού αδερφέ μου (Διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2015

Πέρυσι τέτοιον καιρό είχα δημοσιεύσει ένα διήγημα του φίλου μας του Λεώνικου. Πριν από λίγο καιρό μού έστειλε ένα ακόμα διήγημά του, «για τη Μικρασιατική Καταστροφή», όπως υποσημειώνει, και το δημοσιεύω με χαρά.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να σημειώσω ότι «σου» είναι το νερό στα τούρκικα, μια λέξη που έχει αφήσει κάποια ίχνη στο ελληνικό λεξιλόγιο, ας πούμε «σούμπασης» ήταν ένας αξιωματούχος στο οθωμανικό κράτος που είχε αρμοδιότητα την ύδρευση, ενώ μια από τις παραλλαγές της παροιμίας «για την κενόδοξη σύζυγο» είναι και η «να με λένε σουμπασίνα, κι ας πεθαίνω από την πείνα. Σήμερα επιβιώνει το επώνυμο Σούμπασης. Έχουμε επίσης το «σουλαντίζω» που σημαίνει ποτίζω (από τον αόριστο του αντίστοιχου τουρκικού ρήματος), και σουλαντιστήρι το ποτιστήρι. Τέλος, το θεσσαλονικιό τοπωνύμιο Σεΐχ Σου σημαίνει «νερό του σεΐχη», από μια βρύση που υπήρχε στην περιοχή.

Μια άλλη λέξη που έχει το διήγημα και δεν είναι γνωστή είναι η ταρίκα, που σημαίνει τάγμα στους σούφηδες και στον μουσουλμανικό μυστικισμό.

Αλλά ας δώσουμε τον λόγο στον Λεώνικο.

Νερό αγάμπεϊμ, Σου αδερφέ μου

Σε όλες τις γενναίες ψυχές
πάνω από λαούς και γλώσσες

Ο Ο­σμάν ά­νοι­ξε τα μά­τια, πή­ρε βα­θιά α­νά­σα, α­φου­γκρά­στη­κε την ή­ρε­μη α­να­πνο­ή της φα­μί­λιας του και χα­σμου­ρή­θη­κε· τε­ντώ­θη­κε και μ’ έ­να ‘χα’ πε­τά­χτη­κε πά­νω. Αυ­τό το ‘χα’ ή­ταν το πιο χαρακτηριστικό μέ­ρος της κα­θιε­ρω­μέ­νης πρω­ι­νής ιε­ρο­τε­λε­στί­ας του σπι­τι­κού του· του ά­νοι­γε το στή­θος, το λαι­μό και, το πιο ση­μα­ντι­κό, ει­δο­ποι­ού­σε τους τυ­χόν γκρι­νιά­ρη­δες και μα­χμουρ­λή­δες ό­τι το σπί­τι εί­χε ξυ­πνή­σει και ο α­φέ­ντης ή­ταν έ­τοι­μος, μια χα­ρά· σι­δε­ρέ­νι­ος α­πό υ­γεί­α και α­πό ό­ρε­ξη γε­μά­τος.

Κα­νέ­νας ό­μως δεν κου­νή­θη­κε σή­με­ρα· ού­τε παι­δί, ού­τε η γυ­ναί­κα του, το πιο προ­κομ­μέ­νο κο­ρί­τσι του ντου­νιά, που τον προ­λά­βαι­νε πά­ντα. Ο φό­βος βλέ­πεις! Ο φό­βος που, μέ­ρες τώ­ρα, ερ­χό­ταν ύ­που­λα, σα σκι­ά, και σι­γά σι­γά τους πλά­κω­νε την καρ­διά, τους μάρ­γω­νε τα μέ­λη και τους έ­κλε­βε τη χα­ρά. Εί­χε, βλέπεις, κλά­ψει α­πο­βρα­δίς. Ο πό­λε­μος την τρό­μα­ζε και ας ή­ταν πο­λύ μα­κρι­ά. Μό­λο που δεν εί­χε α­κού­σει ντου­φε­κιά, φο­βό­ταν· γιατί α­κού­γο­νταν πρά­γμα­τα α­νή­κου­στα, φρι­χτά· πρά­γμα­τα χει­ρό­τε­ρα και α­πό το θά­να­το.

«Ουφ, γυ­ναί­κες! Φο­βού­νται!» σκέ­φτη­κε ο Ο­σμάν κοι­τά­ζο­ντάς την με α­ντρί­κει­ο μά­τι και με ά­πει­ρη γλύ­κα, μέ­χρι που δά­κρυ­σε. Αυ­τό το κο­ρί­τσι που, ό­ταν ή­ταν έ­ξω α­πό το σπί­τι, το λα­χτα­ρού­σε ως γυ­ναί­κα με την ί­δια θέρ­μη, την αρ­χι­κή, ό­ταν την εί­χε πλάι του την έ­νιω­θε σαν παι­δί· την άγ­γι­ζε σαν λου­λού­δι· την πλη­­σί­­α­­ζε με κα­τά­νυ­ξη σαν α­γί­α­σμα· την άπλωνε στους κρο­τά­φους του σαν μύ­ρο. Έ­νιω­θε την ο­μορ­φι­ά που εί­χε μα­ζέ­ψει α­πό το κορ­μί και την ψυ­χή της τό­σα χρό­νια, να τον πλη­μυ­ρί­ζει. «Ί­σως έ­χει δί­κι­ο που φο­βά­ται!» ο­μο­λό­γη­σε ψι­θυ­ρι­στά· «Ποιος ξέ­ρει ό­μως αν ό­σα λέ­νε εί­ναι σω­στά! Κόσμος είναι… μπορεί να τα με­γα­λο­ποι­ούν κι ό­λας!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 86 Σχόλια »

Γκάλοπ, ένα νεανικό διήγημα

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

Σε ένα άρθρο που είχα ανεβάσει την τελευταία βδομάδα πριν από τις εκλογές, που είχε ως αντικείμενο δημοσκοπήσεις, σφυγμομετρήσεις και γκάλοπ, αναφέρθηκε στα σχόλια ένα παλιό διήγημά μου για τα γκάλοπ, και ζήτησαν κάποιοι φίλοι να το δημοσιεύσω εδώ -αλλά βέβαια, τα διηγήματα τα βάζουμε τις Κυριακές, και η περασμένη Κυριακή ήταν εύλογα αφιερωμένη στις εκλογές, οπότε το διήγημα πήρε αναβολή για τούτην εδώ την Κυριακή -σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς ένα διήγημα δεν το διαβάζουμε μόνο για την επικαιρότητα του.

Λοιπόν, θα σας παρουσιάσω το διήγημά μου «Γκάλοπ», που περιλαμβάνεται στη δεύτερη έκδοση της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων «Για μια πορεία«, που κυκλοφόρησε το 1988 από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή και δεν ξέρω αν έχει πια εξαντληθεί. Λέω «στη δεύτερη έκδοση», διότι, πράγμα κάπως ανορθόδοξο, η πρώτη έκδοση της συλλογής, που βγήκε το 1984, είχε εννιά διηγήματα, ενώ η δεύτερη έχει έντεκα. Βλέπετε, μετά την κυκλοφορία της πρώτης έκδοσης έγραψα κι άλλα δυο διηγήματα, ιδίου κλίματος με αυτά της πρώτης συλλογής, οπότε, όταν έγινε η δεύτερη έκδοση (και ενώ είχε κυκλοφορήσει και η δεύτερη συλλογή μου, Μετά την αποψίλωση, με φανταρίστικα διηγήματα) είπα να τα βάλω κι αυτά, να μη μείνουν απάντρευτα. Καλή ιδέα ήταν, μια και από τότε σταμάτησα να γράφω λογοτεχνία κι έτσι αν δεν τα είχα βάλει εκεί θα είχαν μείνει στο συρτάρι, ενώ δεν είναι άσκημα -μάλιστα το άλλο, που ίσως το παρουσιάσω κάποια άλλη φορά, έχει μεταφραστεί και στα γερμανικά (με λάθος στον τίτλο!)

Με αυτή τη δεύτερη έκδοση συνέβη και κάτι αστείο. Στην πρώτη έκδοση του βιβλίου είχα ακολουθήσει (και περιέργως είχα πείσει τους εκδότες και το δέχτηκαν) ένα ιδιόρρυθμο (και ανόητο) σύστημα ορθογραφίας, όπου το «κι» το κολλούσα στην επόμενη λέξη (κιαν, κιάλλο, κιέπειτα), το απ’ το έγραφα χωρίς απόστροφο και άλλες τέτοιες εκκεντρικότητες. Όταν ήρθε ο καιρός της δεύτερης έκδοσης, είχα σοβαρευτεί και είχα υιοθετήσει τη συνήθη ορθογραφία (δεν είχε ακόμα βγει κι ο Μπαμπινιώτης να σπείρει καινά δαιμόνια). Αλλά από τον εκδοτικό οίκο μου είπαν ότι δεν γίνεται να έχει το βιβλίο δυο διαφορετικά ορθογραφικά συστήματα, κι έτσι μ΄ ανάγκασαν να γράψω και τα δυο πρόσθετα διηγήματα με την ιδιόρρυθμη ορθογραφία που είχα εγκαταλείψει. Αλλά πολλά είπα, να και το διήγημα:

Γκάλοπ

Ήτανε έξι· δηλαδή, ο έκτος είχε μόλις έρθει, οι πέντε όμως ήσαν από ώρα στο καφενείο, ο Στρατής με το Μήτσο να παίζουνε τάβλι τους καφέδες και γύρω τους οι άλλοι τρεις, ο Λεφτέρης να διαβάζει εφημερίδα, ο Μηνάς να καθοδηγεί το Μήτσο στο τάβλι, κι ο Γιάννης (αντίστοιχα) το Στρατή. Πλακωτό παίζανε, κι ο τρό­πος που έπαιξε το -ζόρικο είν’ η αλήθεια- ασόδυο ο Στρατής προκάλεσε την κατακραυγή της τετράδας. «Τι κάνεις ρε; Με έξι- δύο σου πιάνει παραμάνα», επιτίμησε το σύμμαχό του ο Γιάννης. «Τρίχες, δεν υπάρχει τέτοιος συνδυασμός στο τάβλι», τον καθησύ­χασε αυτάρεσκα ο παίχτης. Φυσικά, ο Μήτσος έφερε το φονικό έξι-δύο και ο Στρατής νεύριασε και τ’ άφησε διπλό· αλλά και με πεντάρες του αλλουνού, πάλι θα έχανε, όπως υπολόγισε ο οξυδερ­κής Λεφτέρης. Κείνη την ώρα μπήκε λοιπόν στο μαγαζί ο έκτος, ο Σακαλής. Πήρε καρέκλα κι έκατσε, βαρύς κι ασήκωτος, συλλογισμένος. Διάταξε μέτριο, άναψε τ’ άφιλτρο και καθόταν να παρακο­λουθεί την παρτίδα από απόσταση· παίζανε πόρτες τώρα. Για κά­μποση ώρα ακούγονταν μονάχα τα βροντοχτυπήματα απ’ τα πούλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , | 84 Σχόλια »

Φλιμπουστιέροι στα έδρανα

Posted by sarant στο 17 Αύγουστος, 2015

Πέρασε ο Δεκαπενταύγουστος, έχω όμως ένα πολιτικογλωσσικό υπόλοιπο από την υπερμαραθώνια συνεδρίαση της Πέμπτης (13 Αυγούστου) που δεν έχει θαρρώ χάσει την (αν)επικαιρότητά του. Το ανεβάζω με αυτόματον πιλότο, μια και λογαριάζω να φύγω από το σπίτι πολλά πρωί και να μη γυρίσω ως το βράδυ.

Η συνεδρίαση εκείνη, θα θυμάστε, ολοκληρώθηκε μετά τις 10 το πρωί της Παρασκευής και κατά τη γνώμη μου η καθυστέρηση σε μεγάλο βαθμό (αλλά όχι αποκλειστικά) οφειλόταν στην παρελκυστική πολιτική της ΠτΒ Ζωής Κωνσταντοπούλου. Τα συζητήσαμε και στο ιστολόγιο, στα σχόλια της ανάρτησης εκείνης της μέρας, οπότε δεν θα είχε νόημα να επανέλθω, αλλά το θέμα έχει, πέρα από το πολιτικό, και γλωσσικό ενδιαφέρον.

Σχολιάζοντας στο Φέισμπουκ έγραψα ότι η εμφάνιση της Ζωής Κωνσταντοπούλου ήταν «αριστούργημα νομότυπης κωλυσιεργίας». Οι Αμερικάνοι, συνέχισα, το λένε αυτό filibustering, ένας όρος που εμφανίστηκε στην κοινοβουλευτική τους πρακτική τον 19ο αιώνα. Θα αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο σε αυτή τη λέξη.

Σύμφωνα με τον ορισμό της Βικιπαίδειας, filibuster είναι οποιαδήποτε παρελκυστική τακτική αποβλέπει στο να καθυστερήσει την ψηφοφορία επί ενός θέματος. Στην Γερουσία των ΗΠΑ δεν υπάρχει όριο στον χρόνο ομιλίας των γερουσιαστών, κι έτσι, αν δεν συγκεντρωθεί αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων, η μειοψηφία μπορεί να καθυστερήσει την ψηφοφορία όσο θέλει ή μάλλον όσο αντέχουν οι αγορητές της -διότι πρέπει να μιλάνε συνεχώς. Το ατομικό ρεκόρ το έχει ο Στρομ Θέρμοντ, γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας με ελαφρώς ρατσιστικές θέσεις, ο οποίος θέλοντας να εμποδίσει το 1957 την ψήφιση του Νόμου για τα Ατομικά Δικαιώματα, που θέσπιζε μέτρα εναντίον του φυλετικού διαχωρισμού στις νότιες πολιτείες, μίλησε επί 24 ώρες και 13 λεπτά! Για να το καταφέρει αυτό, ανέγνωσε από το βήμα την εκλογική νομοθεσία όλων των πολιτειών των ΗΠΑ (αλφαβητικά) και ύστερα διάβασε διάφορα ιδρυτικά κείμενα του κράτους. Άλλοι κωλυσιεργοί έχουν καταφύγει σε εντελώς άσχετα κείμενα, άλλος διαβάζοντας τραγωδίες του Σέξπιρ (καλό αυτό) και άλλος τον τηλεφωνικό κατάλογο.

Η κωλυσιεργία γίνεται εφικτή διότι υπάρχει παραθυράκι: η διάταξη που επιτρέπει στους γερουσιαστές να αγορεύουν χωρίς περιορισμό του χρόνου αγόρευσης. Σε άλλα κοινοβουλευτικά σώματα ο χρόνος αγόρευσης είναι περιορισμένος κι έτσι η δυνατότητα αυτή δεν υπάρχει, αλλά οι κωλυσιεργοί βρίσκουν άλλες μεθόδους. Για παράδειγμα, στη γαλλική εθνοσυνέλευση μια μέθοδος κωλυσιεργίας είναι να καταθέτει η αντιπολίτευση πολλές τροπολογίες σε ένα νομοσχέδιο που θέλει να παρεμποδίσει. Πόσο πολλές; Το ρεκόρ, διαβάζω, σημειώθηκε το 2006, όταν οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές κατέθεσαν… 137.000 τροπολογίες στο νομοσχέδιο για την ιδιωτικοποίηση της ενέργειας. Αν τυπώνονταν σε σχεδόν 600 αντίτυπα η καθεμιά (για να διανεμηθούν σε όλους τους βουλευτές), το ύψος της χάρτινης στοίβας θα ήταν τετραπλάσιο από τον πύργο του Άιφελ. Τελικά όμως οι τροπολογίες αποσύρθηκαν, αν και δεν θυμάμαι καλά για ποιο λόγο. Πάντως, στη Γαλλία υπάρχει τρόπος να αντιμετωπιστεί η χιονοστιβάδα των τροπολογιών, αφού προβλέπεται η δυνατότητα να τεθούν σε μία ενιαία ψηφοφορία όλες οι τροπολογίες τις οποίες δεν δέχεται η κυβέρνηση.

Η κοινοβουλευτική κωλυσιεργία, όμως, είναι αρχαία τακτική, αφού πρώτος τη χρησιμοποίησε επανειλημμένα και με επιτυχία ο Κάτων ο νεότερος, στην αρχαία Ρώμη. Ο Κάτων εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι οι εργασίες της Συγκλήτου έπρεπε να ολοκληρώνονται με τη δύση του ηλίου. Έτσι, π.χ., το 59 π.Χ. μίλησε με τις ώρες και εμπόδισε τη Σύγκλητο να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στον Ιούλιο Καίσαρα να θέσει υποψηφιότητα χωρίς να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , | 111 Σχόλια »

Πάγκοι και παγκάκια

Posted by sarant στο 13 Αύγουστος, 2015

Σε ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του, ο Ζορζ Μπρασένς τραγουδάει για τα ζευγαράκια που φιλιούνται στα παγκάκια των πάρκων.

Τον ακούμε εδώ σε ζωντανή εκτέλεση από τη γαλλική τηλεόραση:

Τα λόγια μπορείτε να τα βρείτε στο Διαδίκτυο, π.χ. εδώ, αλλά θα εστιαστώ στο ρεφρέν του τραγουδιού:

Les amoureux qui se bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En se foutant pas mal du regard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui se bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En se disant des «Je t’aime» pathétiques
Ont des petites gueules bien sympathiques

Πρόχειρα έκανα μια μετάφραση με ρίμα, αλλά όχι πάνω στο ρυθμό:

Τα ερωτευμένα ζευγαράκια που φιλιούνται στα παγκάκια
αδιαφορώντας για τα λοξά βλέμματα που τους ρίχνουν οι κυράτσες
Τα ερωτευμένα ζευγαράκια που φιλιούνται στα παγκάκια
Λέγοντας παθιασμένα «σ’ αγαπώ», έχουνε συμπαθέστατες φάτσες

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Γενικά γλωσσικά, Γιουτουμπάκια, Λογοτεχνία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 97 Σχόλια »

Μιχάλης Λιαρούτσος (1921-2015)

Posted by sarant στο 9 Αύγουστος, 2015

liaroutsosΤην Κυριακή που μας πέρασε, πέθανε πλήρης ημερών, όπως λέει το κλισέ, πλήρης από αγώνες και από προσφορά στον λαό και στον τόπο, ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, κομμουνιστής συγγραφέας Μιχάλης Λιαρούτσος, στενός φίλος του μακαρίτη του πατέρα μου, που τον βλέπουμε δίπλα σε πορτρέτο του Μίλτη Παρασκευαΐδη.

Ο Λιαρούτσος ήταν Τηνιακός, σπούδασε νομικά στην Αθήνα αλλά, ως γραμματέας της ΕΠΟΝ Αιγαίου στάλθηκε στη Μυτιλήνη επί Κατοχής και οι περιστάσεις τον έδεσαν αξεδιάλυτα με αυτό το νησί, αφού εκεί αναγκάστηκε να βγει στην παρανομία και στο δεύτερο αντάρτικο. Πολέμησε στον Δημοκρατικό Στρατό Λέσβου ως το 1950 (μετά το τέλος του εμφύλιου στην ηπειρωτική Ελλάδα, είχαν μείνει ξεκομμένες ομάδες ανταρτών στα νησιά -Μυτιλήνη, Σάμο, Κεφαλονιά και Κρήτη). Πιάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε σε ισόβια, αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας. Τα υπόλοιπα τα διαβάζετε στο άρθρο της Βικιπαίδειας, που (ας το αποκαλύψω) είναι ένα από τα τρία που έχω αξιωθεί να γράψω. Ένα άλλο είναι για τον Κοτζιούλα.

Ο Μιχάλης Λιαρούτσος ήταν στενός φίλος και σύντροφος του πατέρα μου. Κράτησαν τη φιλία τους άθικτη και όταν οι πολιτικοί τους δρόμοι χώρισαν το 1991 (όχι πολύ’ ή ίσως πάρα πολύ). Τον έβλεπα ταχτικά όποτε ερχόταν σε επίσκεψη στου πατέρα μου, αν τύχαινε να είμαι εκεί, ή στη λέσχη των Καλλονιατών, όπου σύχναζαν κι οι δυο τους κάθε δεύτερο Σάββατο διότι, όπως είπαμε, ο Μιχάλης είχε πολιτογραφηθεί Μυτιληνιός. Μια και ο Μιχάλης ήταν κάμποσα χρόνια μεγαλύτερος, ο πατέρας μου τον σεβόταν πολύ και, στο τέλος, τον νιαζόταν, αν και η μοίρα θέλησε να φύγει εκείνος πρώτος.

Στο ανέκδοτο πεζογράφημά του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», που έχω παρουσιάσει εδώ εκτενή αποσπάσματά του, ο πατέρας μου θυμάται την επίσκεψή του στη Μυτιλήνη μαζί τη μητέρα μου, το καλοκαίρι του 1985:

«Σε λίγες μέρες είχε ανασυσταθεί ένα μέρος της παλιάς παρέας. Αρχηγός της, φυσικά, ο Μιχάλης ο Λιαρούτσος. Πάντα τον θεωρούσαμε αρχηγό της παρέας, από τότε που ήταν γραμματέας της ΕΠΟΝ. Μ΄ όλο που δεν ήταν από το νησί μας, ήταν τρόπον τινά πολιτογραφημένος ντόπιος. Τίτλο που τον κέρδισε κυριολεκτικά με το αίμα του. Παλιός γραμματέας της περιοχής Αιγαίου, έμεινε στο νησί, και μετά τη Βάρκιζα, κυνηγήθηκε, βγήκε στο βουνό, πολέμησε, τραυματίστηκε δυο φορές και ήταν από τους τελευταίους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού που είχαν απομείνει ζωντανοί και άπιαστοι στο νησί.

Άνθρωπος κεφάτος, γλεντζές και καλλίφωνος, γινόταν με την κιθάρα του η ψυχή κάθε σύναξής μας. Από κοντά η γυναίκα του, η Ελευθερία, που του είχε σώσει τη ζωή, όταν τον έκρυψε και τον γιατροπόρεψε, με μύριους κινδύνους και δυσκολίες, τότε που τραυματίστηκε για δεύτερη φορά

Όπως και άλλοι αγωνιστές, ο Λιαρούτσος όταν βγήκε στη σύνταξη άρχισε να γράφει -όπως, σε αντίθεση με τους περισσότερους, δεν έγραψε απομνημονεύματα, αλλά λογοτεχνία, πεζογραφία και ποίηση, και φανέρωσε χάρισμα όχι ευκαταφρόνητο.

Από την πρώτη ποιητική του συλλογή, «Από ώρας πρώτης έως ενάτης», αντιγράφω ένα ποίημα – απολογισμό:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνική αντίσταση, Εις μνήμην, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 87 Σχόλια »