Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 12 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δωδέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα περνάμε στο έβδομο κεφάλαιο.

ΕΦΤΑ

Η «ΠΕΤΡΙΑ»

Ο Δήμος, μετά την πίκρα εκείνου του τηλεφωνήματος είχε αποφασίσει να μην επικοινωνήσει ξανά με τη Βασιλική και, με τον άκαμπτο χαρακτήρα που είχε, θα τηρούσε την απόφασή του, άλλωστε και από εκείνη δεν είχε κανένα τηλεφώνημα ή άλλη είδηση. Τα σχέδιά του όμως τα ανέτρεψε η αιφνίδια επίσκεψη του Αντρέα και της Αναστασίας, που κουβαλήθηκαν απροειδοποίητα παραμονές των Χριστουγέννων. Χάρηκε πολύ που ανταμώθηκε με τους φίλους και κουμπάρους του και όταν εκείνοι του ανάγγειλαν πως ήρθαν με σκοπό να πάνε στον Άγιο Νεκτάριο και του πρότειναν να τους συνοδέψει, αμέσως ξέχασε την απόφασή του και δέχτηκε, με κάποιο καρδιοχτύπι είναι η αλήθεια, την πρότασή τους.

Πήγανε αυτή τη φορά με το δικό τους αμάξι, με το οποίο είχαν έρθει από τη Μακεδονία, γιατί τελικά ο Αντρέας, που ως τότε αποστρεφόταν την ιδέα να αποχτήσει και να οδηγεί αυτοκίνητο, πείσθηκε από την Αναστασία και πήρανε αμάξι, που μάθανε και οι δυο τους να το οδηγούν. Φτάσανε στην Αίγινα στις έντεκα το μεσημέρι και μόλις βγήκαν από το φέρυ μπωτ τράβηξαν κατευθείαν για το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Μονάχα αφού η Αναστασία προσκύνησε τον Άγιο και ξεθύμανε, αυτός τηλεφώνησε στην Έζμπα.

«Πώς θα σου φαινόταν η εισβολή απρόσκλητων στο ερημητήριό σου;» της λέει χωρίς άλλη εισαγωγή, όταν άκουσε τη φωνή της να λέει «Εμπρός».

«Πότε ήρθες;» του λέει χαρούμενη

«Πριν δύο ώρες. Και δεν είμαι μόνος μου, έχω μαζί τον Αντρέα και τη γυναίκα του».

«Μα είναι παντρεμένος ο πολυτάλαντος φίλος σου;»

«Τώρα ναι, εγώ τους κουμπάριασα. Πέρσι που σου κουβαληθήκαμε, ήταν ακόμα ελεύθερος. Μήπως βρίσκεσαι σε περίοδο δημιουργίας και σου γίνουμε βάρος;»

«Μπα όχι, βέβαια δε συνεχίζεται η προηγούμενη περίοδος τεμπελιάς, αλλά δεν έχω πέσει με τα μούτρα. Θέλω οπωσδήποτε να σε δω. Σας περιμένω να φάμε μαζί».

Τους υποδέχτηκε το ίδιο εγκάρδια, όπως την προηγούμενη φορά. Μόλις τον αντίκρισε, με μουστάκι και μακριά μαλλιά, τον κοίταξε για μια στιγμή λίγο έκπληκτη, αλλά με βλέμμα φανερά επιδοκιμαστικό. Κατόπιν τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Φιλιά αντάλλαξε όμως και με τον Αντρέα και με την Αναστασία. Με χαρά του ο Δήμος διαπίστωσε πως οι δυο γυναίκες ταίριασαν απόλυτα και μάλιστα η Αναστασία βοήθησε ενεργά τη Βασιλική στο κόψιμο της σαλάτας και το σερβίρισμα του φαγητού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 53 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 11 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η ενδέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Σε ένα ταξίδι στην Αίγινα ξαναβρίσκει την παλιά του αγάπη. Σήμερα τελειώνουμε το έκτο κεφάλαιο, και μαζί τελειώνει και η δικτατορία και περνάμε στη μεταπολίτευση.

Δεν είχε ακόμα ξεχαστεί η κάπως σκανδαλώδης αυτή συμπεριφορά του, όταν ήρθε η επέτειος της 21ης Απριλίου. Φυσικά είχαν περάσει οι παλιοί καιροί, που η επέτειος γιορταζόταν με κάποια έστω και υποτονική λαϊκή συμμετοχή, συνήθως υπό μορφή θεατών. Ελάχιστοι οπαδοί της Εθνοσωτηρίου είχαν πια απομείνει στην πόλη και όλα δείχνανε πως οι μέρες της Δικτατορίας ήταν μετρημένες. Οι εξελίξεις στην Κύπρο το επιβεβαίωναν. Η κήρυξη εκτός νόμου της ΕΟΚΑ Β΄, η επιστολή του Μακάριου στην ελληνική κυβέρνηση, όπου δήλωνε με λεβεντιά πως ήταν πρόεδρος ανεξάρτητου κράτους και όχι νομάρχης ελληνικής νομαρχίας, προκάλεσαν ενθουσιασμό στους Έλληνες, που όλοι τους τώρα πια άκουγαν ξένους σταθμούς, Ντόυτσε Βέλλε, Λονδίνο και Φωνή της Αλήθειας, για να μαθαίνουν τις ειδήσεις, αφού οι σταθμοί του ΕΙΡ και της ΥΕΝΕΔ είχαν περιπέσει σε πλήρη ανυποληψία.

Παρ΄ όλα αυτά ο Γυμνασιάρχης επέμενε να γιορταστεί στο σχολείο επισήμως η επέτειος και δήλωσε πως θα εκφωνούσε ο ίδιος τον πανηγυρικό. Όντως η τελετή έγινε και ήταν τελείως θλιβερή, ο δε λόγος του γελοιωδέστατος, πολύ περισσότερο που τον έκλεισε αναφωνώντας

«ζήτω η Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών»,

οπότε ο Δήμος δεν κρατήθηκε και συμπλήρωσε τη ζητωκραυγή φωναχτά,  με το ευφυολόγημα του Γεωργίου Παπανδρέου

«ορθοδόξων, καθολικώς διαμαρτυρομένων».

Ο Γυμνασιάρχης ακούγοντάς τον έμεινε άναυδος, πολλοί καθηγητές δεν ήξεραν τι να κάνουν, κάποιοι όμως δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα γέλια τους, δύο παριστάμενοι στην τελετή στρατιωτικοί αγρίεψαν, αλλά δεν έκαναν ούτε είπαν τίποτα, οι πιο πολλοί μαθητές, όμως έβαλαν τα γέλια και κάποιοι χειροκροτήσανε και μετά τη λήξη της τελετής τον περικύκλωσαν χαρούμενοι.

Αυτή τη φορά δεν του τη χαρίσανε. Ο Γυμνασιάρχης τον φώναξε στο γραφείο του και παρουσία του καθηγητικού συμβουλίου τον επέπληξε αυστηρά,  αλλά και τον απείλησε με «βαρείας συνεπείας», που δεν άργησαν. Φαίνεται πως του έκανε αναφορά, γιατί μέσα Μαΐου του ανακοίνωσε πως το Υπουργείο τον έθεσε σε διαθεσιμότητα για δύο χρόνια.

Δεν τον ένοιαξε καθόλου. Η Δικτατορία είχε φάει πια τα ψωμιά της. Αυτό το βλέπανε όλοι. Καθώς δεν τον κρατούσε τίποτα σ΄ αυτήν την απόμερη μικρή πόλη, εκτός από τη φιλία του Αντρέα και της Αναστασίας και την «επιδερμική» του σχέση με την Ντίνα, αποφάσισε να γυρίσει στην Αθήνα, για να παρακολουθήσει από πιο κοντά τις εξελίξεις, που προβλέπονταν ραγδαίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 128 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 10 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Σε ένα ταξίδι στην Αίγινα ξαναβρίσκει την παλιά του αγάπη. Σήμερα μπαίνουμε στο έκτο κεφάλαιο, όπου ο ήρωας επέστρεψε στη βάση του.

ΕΞΙ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Γυρνώντας στη βάση του, ο Δήμος συνέχισε την προηγούμενη ζωή του, το ίδιο ρεγουλαρισμένη, όπως και πριν. Ξυπνούσε την κανονική του ώρα, ετοίμαζε το πρωινό του με την ίδια πάντα σχολαστική ακρίβεια, ξυριζότανε με επιμέλεια, ντυνότανε και στις οχτώ παρά τέταρτο, ακριβώς, βρισκόταν στο Γυμνάσιο. Δίδασκε ως τις δύο, το μεσημέρι, έτρωγε στη «Φωλιά», γύριζε στις τρεις στο σπίτι, έπαιρνε τον απογευματινό του υπνάκο και έπινε τον καφέ του με την Ντίνα στις πέντε. Κατόπιν πήγαινε στο καφενείο, κάπου κάπου στο σινεμά και στις δέκα και μισή γυρνούσε στο σπίτι

Αλλά αυτό ήταν κάτι το επιφανειακό. Έτσι παρουσιαζόταν στους άλλους. Μέσα του όλα είχαν αλλάξει ριζικά, η μόνη όμως μεταβολή στις συνήθειές του, που θα μπορούσαν να επισημάνουν τρίτοι, ήταν πως σταμάτησε τους καθιερωμένους περίπατους στο δασάκι ή την παραλία. Κατάργησε τις περιπατητικές ονειροπολήσεις του, γιατί το πήρε απόφαση πως ο ονειρικός εαυτός του πέθανε οριστικά και αφού απαρνήθηκε τη διέξοδο της φυγής με την ονειροπόληση, αποφάσισε να βρει κάποιαν άλλη παρηγοριά.  Έπρεπε να γεμίσει τη ζωή του με κάτι πιο ουσιαστικό από τις ψευδαισθήσεις των ονειροπολήσεων. Η Έζμπα είχε βρει το σωστό δρόμο. Η τέχνη της, γέμιζε τη ζωή της.

Αποφάσισε να καταπιαστεί με το γράψιμο. Θυμήθηκε τις καταγραφές των ονειροπολήσεών του, που σε μια περίοδο ζήλου και έξαρσης είχε ταξινομήσει σε κατηγορίες. Ξεπερνούσαν τις διακόσιες σελίδες γραφομηχανής και ξεφυλλίζοντάς τις βρήκε πως αποτελούσαν πρώτης τάξεως υλικό, για να γράψει τουλάχιστον τρεις νουβέλες ή και μυθιστόρημα ολόκληρο. Με κάποια ικανοποίηση διαπίστωσε πως τα φανταστικά πρόσωπα με τα οποία πλαισίωσε αυτόν τον δεύτερο, ονειρικό, Δήμο, είχαν δυνατότητες να γίνουν αληθοφανείς προσωπικότητες, το καθένα με δικιά του υπόσταση και χαρακτηριστικά.

Δεν ήταν μόνο ο ταβερνιάρης ο Φίλιππας και οι θαμώνες του. Ήταν και οι άλλοι, που πλαισίωναν την άλλη, την  ονειρική δραστηριότητα του δεύτερου Δήμου, με τη συντροφιά των οποίων έκανε μακρινά ταξίδια στα πέρατα του κόσμου και που ήταν, οι περισσότεροι, ξένοι με διασυνδέσεις που έφταναν ως τις Ερυθρές Ταξιαρχίες της Ιταλίας και τη ΡΑΦ της Γερμανίας. Αποφάσισε, για την ώρα, να ασχοληθεί μόνο με τους ντόπιους. Τους ξένους χαρακτήρες, τους κράτησε σε εφεδρεία για δεύτερο ενδεχομένως βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 110 Σχόλια »

Κάτι σαν όνειρο, ένας άνθρωπος κι ένας γάιδαρος (τρία διηγήματα του gpointofview)

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2022

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από δυο μήνες κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτά συνδέονται με τραγούδι, τούτη τη φορά ελληνικό, που μπαίνει σαν ιντερλούδιο μετά το πρώτο διήγημα. Τα διηγήματα αυτά τα αφιερώνουμε στη μνήμη του αξέχαστου φίλου μας Γιάννη Ιατρού, επειδή λίγο πριν από τον αδόκητο θάνατο του Γιάννη ο Τζι τού είχε ζητήσει τη βοήθεια για τη μορφοποίηση -και φυσικά ο Γιάννης είχε δώσει τη βοήθειά του, όπως με τόση γενναιοδωρία και αξιοσύνη έκανε πάντοτε.

1. Το στρείδι και το μαργαριτάρι

Περίεργα νερά αυτά της Μεσόγειος, αλλού σου μοιάζουν φιλικά, κι αλλού μόνο το χρώμα τους προειδοποιεί κινδύνους. Μεγαλωμένη στα ήρεμα νερά της Καλλονής η κοπελιά-λέγανε πως από αυτήν πήρε το όνομά του ο κόλπος- ανεβοκατέβαινε από τον αφρό στον πλούσιο σε όστρακα βυθό, μα δεν της έλαχε ποτέ μαργαριτάρι. Τόχε παράπονο. Μόνο ένα πιο μικρό από φακή, σε ακανόνιστο σχήμα σαν αχλάδι, στα τόσα χρόνια που έψαχνε. 

 – Θέλω το πιο σπάνιο μαργαριτάρι του κόσμου ! 

 – Θα τόχεις. Κι’ από μένα, μπόνους, το πιο σκούρο. 

 Ηταν σαν προγαμιαία συμφωνία ό όρος που έθετε η κοπελιά στον νέο από την Μπαρμπαριά. Γεροδεμένος κι αθλητικός, με σκοτεινό το βλέμμα απ’ τις βουτιές για σφουγγάρια στα σκληρά νερά της Αφρικής, δούλεψε χρόνια σ’ ελληνικά καΐκια, έμαθε και την γλώσσα. Με το τέλος της δουλειάς ήρθε με το σφουγγαράδικο στα νησιά του  Αιγαίου ψάχνοντας για νύφη. Δεν τόχε σε πολύ να αλλαξοπιστήσει, πίστευε πως αν η γυναίκα του ήταν καλύτερη από αυτόν και ο θεός της θα μπορούσε να είναι καλύτερος από τον δικό του. Η Καλλονή τον μάγεψε τόσο που αρκέστηκε στον λόγο της για την παρθενιά της- ήταν εκ των ουκ άνευ στην κουλτούρα του- αν και η κάπως προχωρημένη ηλικία της για γάμο προξενούσε απορίες αν κάποιος έβλεπε την ομορφιά της. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 93 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 9 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η ένατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Ξανασμίγουν. Σήμερα ολοκληρώνουμε το πέμπτο κεφάλαιο, με την επιστροφή.

Στο σημερινό απόσπασμα, οι δυο φίλοι συζητούν για διάφορα και απαγγέλλουν -μεταξύ άλλων, το ποίημα Ψαροφιλοσοφία του Ρούπερτ Μπρουκ. Αυτό το ποίημα το θυμάμαι να το απαγγέλλει ο πατέρας μου. Αν δείτε το πρωτότυπο (με τίτλο Heaven) θα διαπιστώσετε ότι η ελληνική μετάφραση παίρνει πολλές ελευθερίες. Ωστόσο, δεν γίνεται αναφορά σε όνομα μεταφραστή και είναι κρίμα. Δεν μπόρεσα όμως να βρω τίποτα σχετικό (και, εκτός αυτού, ίσως λείπει κάποιος στίχος από την παρατιθέμενη μετάφραση).

Παραμονή των Φώτων φύγανε. Αποχαιρετώντας τον, τον φίλησε πολλές φορές δακρυσμένη. Με μεγάλη εγκαρδιότητα χαιρέτησε και τον Αντρέα.

Μέσα στο πλοίο, που τους έφερε στον Πειραιά, ο Δήμος δεν είπε κουβέντα, αλλά και στη διαδρομή ως τις Θερμοπύλες, όπου σταμάτησαν για φαγητό, στην ίδια ταβέρνα, εξακολούθησε να οδηγεί αμίλητος, αφήνοντας τον Αντρέα να φλυαρεί, εκθέτοντας τις εντυπώσεις του από το ταξίδι.

«Όπως θα ξέρεις εγώ είμαι βουνίσιος και τι βουνίσιος, από ένα μέρος χωμένο μέσα σε μια κοιλάδα, ανάμεσα σε δυο πανύψηλα βουνά, που ήλιος δεν το βλέπει, αφού, να σκεφτείς, το λένε Σκοτίνα. Ούτε βλέπεις από κει θάλασσα. Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί και πήγαμε με το τραίνο στη Θεσσαλονίκη, σα βγήκαμε από τα Τέμπη και στον Πλαταμώνα είδαμε τη θάλασσα, μια γριά από το χωριό μας, που φαίνεται πως την έβλεπε για πρώτη φορά, φώναξε με πραγματική κατάπληξη: «Πω πω νερό!» Γι΄ αυτό ίσως η θάλασσα με συνεπαίρνει και τα νησιά με τρελαίνουν. Να σκεφτείς πως τους τελευταίους μήνες της Κατοχής και καθώς είχα βγει στο βουνό, πέρασα στο ΕΛΑΝ, στην 5η μοίρα της Χαλκιδικής. Τότε γύρισα όλα τα νησιά του βόρειου Αιγαίου και μερικά Κυκλαδονήσια. Σε ένα μάλιστα, στον Άη Στράτη πήγα δυο φορές, την πρώτη με το ΕΛΑΝ και τη δεύτερη σα με στείλανε εκεί εξορία. Με την Αίγινα πάντως ειλικρινά ενθουσιάστηκα. Λέω να ξανάρθω, με την Αναστασία αυτή τη φορά.  Το δέλεαρ της επίσκεψης στον Άγιο Νεκτάριο θα είναι ισχυρό» δήλωσε.

Την ώρα που τρώγανε  τον ρώτησε, με κάποιο πονηρό χαμόγελο.

«Όπως διαπίστωσα, όχι ιδίοις όμμασιν αλλά ιδίοις ωσίν, γιατί, εδώ που τα λέμε κάνατε αρκετή φασαρία, όλες τις νύχτες πλαγιάζατε μαζί. Σε ζήλεψα μάλιστα λιγάκι, γιατί η Βασιλική είναι πολύ όμορφη γυναίκα. Μήπως αυτό προοιωνίζει την επανασυγκόλλησή σας; Της έκανες την πρόταση για την οποία μου μίλησες;»

Ο Δήμος του μετέφερε την κουβέντα τους και την ουσιαστική απόρριψη της πρότασής του.

«Όπως βλέπεις δεν έγινε τίποτα. Θέλει να είναι τελείως ελεύθερη. Άλλωστε, όπως το διαπίστωσες και συ, έχει δημιουργήσει τον δικό της κύκλο και φαίνεται να την ικανοποιεί η ζωή που κάνει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ερωτικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 8 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Ξανασμίγουν. Σήμερα περνάμε στο πέμπτο κεφάλαιο.

ΠΕΝΤΕ

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Την εβδομάδα, μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ο Δήμος και η Βασιλική έδειξαν στον Αντρέα ολόκληρο το νησί. Πήγανε στην Αφαία και την Αγιά Μαρίνα, διασχίσανε την κεντρική αρτηρία του νησιού και από τον Κοντό κατεβήκαν στη Σουβάλα, περνώντας μπροστά από το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, χωρίς όμως να μπούνε μέσα. Αντίθετα αφιέρωσαν ολόκληρο πρωινό για να επισκεφθούν την Παλιαχώρα. Ακόμα και στο Ελλάνιον Όρος ανέβηκαν και απόλαυσαν το πανόραμα ολόκληρου του νησιού.

Δε χρησιμοποιούσαν πάντα το αυτοκίνητό του. Ένα πρωί ξεκίνησαν οι δυο τους, χωρίς τη Βασιλική, από την Παχιά Ράχη και διασχίσανε τον ελαιώνα φτάνοντας ως τη θάλασσα. Στην τρίωρη σχεδόν πεζοπορία τους, ο Δήμος νιώθοντας μεγάλην ευεξία φλυαρούσε συνεχώς και ο Αντρέας τον άκουγε ευχαριστημένος βλέποντας τον φίλο του χαρούμενο. Στην αρχή μιλούσαν για το νησί τους κατοίκους του και την ιστορία του. Την κουβέντα την ξεκίνησε ο Αντρέας που ήθελε να μάθει σχετικά.

«Ξέρω πως στα νησιά του Αργοσαρωνικού, στις κοντινές περιοχές της Πελοποννήσου αλλά και στην Αττική είχαν εγκατασταθεί τον 13ο αιώνα χιλιάδες Αλβανοί. Αυτό ισχύει και για την Αίγινα;»

«Οι πούροι Αιγινήτες δεν το παραδέχονται αλλά τα ονόματα, δηλαδή τα επώνυμα τους, επιμένουν στην παρουσία Αλβανών ή Αρβανιτών στο νησί».

«Ξέρεις κάποιοι ελληνοκεντριστές ή ελληνόψυχοι ή όπως αλλιώς λέγονται, σαν το φίλο μας τον Κολιάτσο, καληώρα, ισχυρίζονται πως άλλο Αρβανίτες κι άλλο Αλβανοί, με το επιχείρημα πως οι Αλβανοί στη γλώσσα τους αυτοονομάζονται Σκιπετάροι…»

«Ναι αλλά η παλαιότερη, η μεσαιωνική  ονομασία τους ήταν Αρμπαρέζε. Άλλωστε ο Παπαδιαμάντης, στα αθηναϊκά διηγήματά του αναφερόμενος σε κάποιον Αρβανίτη των Μεσογείων τον λέει Αλβανό»

«Μα και ο Βυζάντιος στη Βαβυλωνία, μιλώντας για τον καυγά του Κρητικού με τον Αρβανίτη, βάζει τον Λογιώτατο να λέει: Ο Κρης μετά του Αλβανού εμαχεσάτην».

«Οι Αιγινήτες πάντως καταφρονούσαν τους Αγγιστριώτες, που παλιά μιλούσαν αποκλειστικά αρβανίτικα, ως κατώτερους. Αν πιστέψουμε δε τον Λίσβα, η διαμάχη των δυο νησιών οφειλόταν στην κλοπή μιας γαϊδάρας».

«Τι λες τώρα;» απόρησε ο Αντρέας

«Αν τον είχες γνωρίσει αυτόν τον Λίσβα θα σου άρεσε πολύ. Κατά κάποιον τρόπο σού ΄μοιαζε. Ήταν άνθρωπος του κρασιού και της παρέας. Δεν ήταν Αιγινήτης, ξενοκαρφίτης ήταν…».

«Πώς τον είπες;» απόρησε ο Αντρέας.

«Ξενοκαρφίτη. Έτσι λένε εδώ, υποτιμητικά, τους μέτοικους. Αυτός λοιπόν ο Λίσβας δημοσίευσε, στη δεκαετία του ΄20 μου φαίνεται, τη «Γαρουφιάδα», έμμετρη παρωδία της Ιλιάδας, πολύ έξυπνη και πολύ ευρηματική, που αναφερόταν στην κλοπή, απαγωγή τη λέει, μιας πολύ όμορφης γαϊδάρας, της Γαρούφως, από την Πέρδικα, που διέπραξαν κάτι Αγγιστριώτες, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στα δυο νησιά. Θα ψάξω στα βιβλιοπωλεία της πόλης να τη βρω και θα σου τη δώσω. Θα σ΄ αρέσει. Μέχρι και των «νηών κατάλογο», προσαρμοσμένον φυσικά στην ιστορία του, έχει, στους δε διαλόγους των αντιμαχομένων βάζει τους Αγγιστριώτες να μιλάνε αρβανίτικα».

Για λίγην ώρα πάψανε να μιλάνε. Συνέχισαν να διασχίζουν τον ελαιώνα, βυθισμένοι στις σκέψεις τους ο καθένας. Ο Αντρέας ήταν φανερό πως είχε επηρεαστεί  από το θαυμάσιο τοπίο, γιατί έγινε πολύ εκδηλωτικός και κάπως λυρικός.

«Τι τα θες, βρε Δήμο, η γυναικεία συντροφιά είναι μεγάλο πράμα. Είναι η γλύκα της ζωής. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι όταν σε βλέπω με τη Βασιλική. Την αγαπάς πολύ, έ;»

«Όπως σου είπα και προχτές είναι η μόνη μου αγάπη. Δεν αγάπησα άλλη γυναίκα και δεν πιστεύω πως θα αγαπήσω άλλη στο μέλλον. Εκείνη όμως βλέπει τη ζωή διαφορετικά και αυτό είναι το πρόβλημα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ερωτικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 127 Σχόλια »

Το περιβόλι των νεκρών (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2022

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας Κωστή Ανετάκη. Δεν είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύουμε δικά του κείμενα: έχουμε ήδη δημοσιεύσει τρία ακόμα διηγήματά του: Σαπφώ, Ο Ευριπίδης της ταφής και Ο άνθρωπος που δεν αρρώσταινε, ενώ επίσης είχαμε παρουσιάσει το μυθιστόρημά του Αναρούσες

Το σημερινό διήγημα, γραμμένο πρόσφατα, είναι ένα αντιπολεμικό διήγημα μαγικού ρεαλισμού, όπως το χαρακτηρίζει, με νεκρικά έθιμα που τα συνηθίζουν οι Βλάχοι της Σερβίας. Οι υποσημειώσεις είναι του συγγραφέα. Δεν χρειάζονται περισσότερα για εισαγωγή, ας το διαβάσουμε:

Το περιβόλι των νεκρών

Είδες άντρα με στολή, μόνο για κακό θε να ’ναι. Η Ρηνιώ η Μιστριώτενα αυτό δεν το ’λεγε τόσο για τον ενωμοτάρχη του χωριού, αν και όλοι ξέρανε τι ανακατωσούρας ήταν και πως όλα τα ’μπλεκε χειρότερα σαν έμπαινε στη μέση. Τούτος ήταν ο μικρότερος μπελάς.

Την πρώτη φορά που ήρθε στο χωριό στρατιωτικό απόσπασμα, μ’ έναν ταγματάρχη επικεφαλής, ήτανε μικρό κορίτσι. Θαμπώθηκε με τη στολή και το παράστημα, το μακρύ σπαθί, τα γαλόνια, τις επωμίδες και το στριφτό μουστάκι του, ένιωσε ένα πρωτόγνωρο τσίμπημα στην καρδιά. Κι η επιβολή του πάνω στους φαντάρους που βάδιζαν συνταγμένοι κατόπι του, αγόρια με μάγουλα χνουδάτα σα ροδάκινα, την είχε εντυπωσιάσει ακόμα βαθύτερα. Σαν χτύπησαν την πόρτα της αυλής τους, όπως και σ’ όλα τα σπίτια του χωριού, και φώναξαν τους άντρες άνω των δεκαοχτώ να παρουσιαστούν στην πλατεία, η Ρηνιώ κρύφτηκε πίσω απ’ τα φουστάνια της μάνας της, της Χαρίκλειας, και κοιτούσε ντροπαλά και αδιάντροπα τον όμορφο αξιωματικό.

Μαζεύτηκαν οι άντρες στην πλατεία, όπως οι μύγες στη ζάχαρη, και τα παιδιά ακροβολισμένα ολόγυρα, σκαρφαλωμένα στα κλαριά από τα πλατάνια, ρουφούσαν την ασυνήθιστη σκηνή. Οι γυναίκες, που ήξεραν καλύτερα, έμειναν σπίτι και συνέχισαν τις δουλειές τους, με μια σκοτεινιά να φτεροκοπά πάνω απ’ τα κεφάλια τους σα σμήνος κορακιών.

Ο κομψός ταγματάρχης μίλησε στους συγκεντρωμένους κι η φωνή του αντήχησε όπως το σίδερο στο αμόνι. Πρόφερε την τρομερή λέξη, Πόλεμος, και σίγησε κάθε ψίθυρος στην πλατεία. Η Πατρίδα, το Καθήκον, η Θυσία, η Δόξα κι η Ελευθερία κλάγγιζαν στο στόμα του κι άπλωναν τριγύρω μιαν αίγλη σα φωτοστέφανο, λες κι ήταν ο Αϊ-Δημήτρης αρματωμένος. Γενικός ενθουσιασμός απλώθηκε κι όλοι έτρεξαν να ετοιμαστούν για πόλεμο, σα να πήγαιναν σε πανηγύρι.

Ο πατέρας αγκάλιασε τη Ρηνιώ και τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια της, τον Νικόλα και την Αγάθη, έπειτα φίλησε τη μάνα, την ορμήνεψε για όσο θα έλειπε κι έφυγε μαζί με τους άλλους. Προτού χαθεί απ’ τα μάτια τους, γύρισε και τους χαιρέτησε μ’ ένα χαμόγελο που έμοιαζε πολύ με αληθινό. Κείνη η πομπή, κι ας φαινόταν εύθυμη, είχε μια θλιμμένη επισημότητα που χαράχτηκε ανεξίτηλα στο νου της Ρηνιώς.

Δεν τον ξαναείδαν, ζωντανό ή νεκρό. Ένα χρόνο αργότερα, ο ταχυδρόμος έφερε γραφή με κρατική σφραγίδα, πως ο Τάσος είχε πέσει ηρωικά στη μάχη και το σώμα του θάφτηκε στα ξένα, μαζί με τους υπόλοιπους δοξασμένους νεκρούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πολεμικά | Με ετικέτα: , | 144 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 7 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Σήμερα ολοκληρώνουμε το τέταρτο κεφάλαιο.
(Και κάτι άσχετο: Χτες συμπληρώθηκαν τα δυο χρόνια από τον θάνατο του Περικλή Κοροβέση. Συστήνω αυτό το ντοκιμαντέρ του φίλου Μιχάλη Αναστασίου). 

Το βράδυ, καθώς τα πίνανε σ΄ένα ουζερί της παραλίας, ο Αντρέας τον ρώτησε.

«Αν θες, μη μου απαντήσεις, αλλά όπως κατάλαβα, η Βασιλική δεν είναι απλώς μια παλιά σου φίλη».

«Σωστά το κατάλαβες. Είναι η πρώτη, η μόνη και η μεγάλη μου αγάπη».

Αυτά τα είπε με έναν τόνο τέτοιου πάθους στη φωνή του, που ο φίλος του, ακούγοντας τον, τον κοίταξε προσεχτικά. Φαίνεται πως δεν περίμενε παρόμοια ένταση από τον φλεγματικό Φιλέα Φονγκ που ήξερε. Δεν έκανε όμως κανένα σχόλιο.

Ο Δήμος, με την ενθάρρυνση του ούζου που πίνανε, αποφάσισε να του τα πει όλα. Ξεκίνησε από την παρέα του στη Νέα Σμύρνη, τη φιλία του με τον Αλέκο και τον Κώστα, την οργάνωσή τους στην ΕΠΟΝ, τους κατοπινούς κατατρεγμούς και κατέληξε στο πώς γνωρίστηκαν σε εκείνο το πάρτι της Κατερίνας. Βλέποντας πως ο Αντρέας τον άκουγε με μεγάλη προσοχή, πήρε θάρρος και συνέχισε για το πώς τα φτιάξανε με την Έζμπα, τη φλογερή περίοδο των πρώτων ερώτων τους, τη συμβίωσή τους επί πέντε χρόνια και για την κακορίζικη εκδρομή στην Αίγινα, που κατάληξε στο χωρισμό τους.

Η διήγηση του ήταν μια εκ βαθέων εξομολόγηση, που δεν την είχε κάνει ποτέ ως τότε σε κανέναν. Ο Αντρέας τον άκουγε φανερά συγκινημένος και χωρίς καμιά πειραχτική παρατήρηση ή σχόλιο, από αυτά που συνήθιζε κι αυτό του έκανε καλό.

Όταν κάποτε σταμάτησε να μιλά ο Αντρέας τον ρώτησε:

«Για να καταλάβω, χωρίσατε, όχι γιατί μπήκανε τρίτα πρόσωπα ανάμεσά σας, ούτε για οικονομικούς λόγους, αλλά για ασυμφωνία χαρακτήρων, που λένε στα διαζύγια. Δε σου πήγαινε η κάπως ακατάστατη ζωή του καλλιτέχνη που έκανε και η θέλησή της να είναι απολύτως ανεξάρτητη;»

«Ακριβώς, όπως το λες. Όλον τον καιρό που ζήσαμε μαζί στην Ηλιούπολη, αυτή η μποέμικη νοοτροπία της με ενοχλούσε πολύ».

«Α, ρε Φιλέα Φονγκ, δεν έχεις καταλάβει πως αυτή η ανεμελιά είναι το αλάτι της ζωής;»

«Μα και η επιμονή της να είναι απολύτως ανεξάρτητη με ενοχλούσε. Καμιά φορά έδειχνε να με υποτιμά ή να μην με λογαριάζει».

«Κατά τα λοιπά είσαι αριστερός και εκ πεποιθήσεως οπαδός της ισότητας των δύο φύλων» τον πείραξε.

Ο Δήμος δεν απάντησε. Τι να πει; Δίκιο είχε. Εκείνος όμως πήρε ένα σοβαρό ύφος, που σπανίως εμφάνιζε.

«Δε μ΄ αρέσει να δίνω συμβουλές στους άλλους. Δε θεωρώ άλλωστε πως εγώ αποτελώ παράδειγμα προς μίμησιν, αλλά νομίζω πως σου παρουσιάζεται η ευκαιρία να τα ξαναφτιάξετε. Ρε μπαγάσα, σου ανοίγονται λαμπρές προοπτικές: μια σπουδαία γυναίκα, να ζήσεις μαζί της, ένας όμορφος τόπος, να μετατεθείς εδώ και ένα καταπληκτικό σπίτι, να κατοικήσεις. Σε ζηλεύω».

«Αυτό που λες μου δίνει μεγάλο θάρρος. Λες να δεχτεί να τα ξαναφτιάξουμε;»

«Τράβα μπρος και μη φοβάσαι» του λέει εκείνος γελώντας.

Όλη τη νύχτα δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Σκεφτόταν συνεχώς τι θα της έλεγε την επομένη και πώς εκείνη θα αντιμετώπιζε την πρότασή του να παντρευτούν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 130 Σχόλια »

Μιχαήλ Μητσάκης: Θεάματα του Ψυρρή

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2022

Θα διαβάσουμε σήμερα ένα αθηναιογραφικό διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη, ενός συγγραφέα που δεν τον έχουμε παρουσιάσει όσο του αξίζει στο ιστολόγιο, αν και πριν από 6 χρόνια είχαμε δημοσιεύσει ένα ακόμα αθηναιογραφικό σκίτσο του, τον Καβγά.

Ο Μητσάκης (1863; – 1916) είναι από τους λογοτέχνες μας που βασανίστηκαν από ψυχική ασθένεια και μάλιστα τελείωσε τις μέρες του στο Δρομοκαΐτειο, όπως νωρίτερα ο Βιζυηνός και αργότερα ο Φιλύρας. Έγραφε σε αρκετά βαριά καθαρεύουσα, αλλά στους διαλόγους αποτυπώνει το μάγκικο ιδίωμα της εποχής. (Σαν ενδιαφέρον γλωσσικό πείραμα, ο Μητσάκης έχει γράψει το ίδιο μικρό διήγημα σε δύο γλωσσικές ποικιλίες, καθαρεύουσα και δημοτική).

Εδώ και λίγο καιρό, ο φίλος μας ο Γιάννης Π. έχει φτιάξει στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο ένα αφιέρωμα στον Μιχ. Μητσάκη, στο οποίο συγκεντρώνει (νομίζω) σχεδόν το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου μαζί με άλλο υλικό. Αναδημοσιεύω λοιπόν σήμερα ένα διήγημα από το αφιέρωμα αυτό του Λ.Ιστ. και με την ευκαιρία σας προτρέπω να το βάλετε στους σελιδοδείκτες σας. Πριν ανοίξω το ιστολόγιο, στον παλιό μου ιστότοπο είχα τα Κείμενα Μαζί, όπου ο Γιάννης Π. ήταν ένας από τους κορυφαίους συντελεστές -τον τελευταίο καιρό σχεδόν ο μόνος. Αργότερα είχε την πολύ καλή ιδέα να φτιάξει το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο, στο οποίο μετέφερε όλη την ύλη από τον παλιό μου ιστότοπο και άρχισε να προσθέτει κι άλλα.

Το διήγημα που θα δούμε σήμερα αρχικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αττικόν Μουσείον» έτος Γ’ αριθ. 10 (10 Σεπτεμβρίου 1890). Η εδώ ψηφιοποίηση έγινε από το βιβλίο «ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ, τακτοποιημένα και φροντισμένα από τον Δημ. Ταγκόπουλον, Τόμος πρώτος, ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ», έκδοσις της εταιρείας ΤΥΠΟΣ, 1920. Έγινε μεταφορά στο μονοτονικό. Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου εκτός από την ορθογραφία του ρ. είναι και του πληθυντικού των άρθρων.

Θεάματα του Ψυρρή

Εκ του στενού, ως τουρκικής πόλεως, δρομίσκου του Ψυρρή, συρφετός διέρχεται, ποικίλος, άνθρωποι και κτήνη, παιδία και γυναίκες, νοικοκυραίοι και εργάται, λαϊκόν πλήθος, πηγαίνον ή ερχόμενον, διαφοροτρόπως ενδυμένον, ως εν απόκρεω προχείρω, πληρούν βόμβου την μικράν οδόν. Κορασίδες, φέρουσαι τας στάμνας των εις χείρας, διευθύνονται συχνά, προς την πλησίον βρύσιν της πλατείας, δια να τας γεμίσουν, μαθηταί επιστρέφοντες εκ του σχολείου, οψοκομισταί, λούστροι, πλύστραι, μοδιστρούλες, εμποροϋπάλληλοι, δικηγόροι ενίοτε με δικογραφίας υπομάλλης, εξερχόμενοι του κοντινού κακουργιοδικείου, ρασσοφόροι κάποτε, βρακάδες πού και πού, στρατιωτών πηλίκια και αρβύλαι, κανέν μαύρο τσεμπέρι γραίας, ιθαγενών αθηναίων φουσκωμένα προς τα οπίσω πανταλόνια, φθάνοντα μέχρι του γόνατος και μόνον, πολύχρωμοι κνημίδες υποκάτω, εμφανίζονται, κινούνται, σπεύδουν, βραδυπορούν, διασχίζουν τον δρομίσκον, βυθίζονται εις τας λοιπάς της συνοικίας ατραπούς, λαβυρινθώδεις, στενάς επίσης αλλά ζωτικωτάτας αρτηρίας, υπηρετούσας την ερμαϊκήν ταινίαν, την Βλασσαρούν, τον Άγιον Φίλιππον, το Γεράνι, την πλατείαν της Ελευθερίας, την λεωφόρον Πειραιώς, τα μέρη του σιδηροδρόμου. Άμαξαι ή κάρρα παταγούν περιοδικώς, κυλίονται με προσοχήν, μόλις χωρούντα να περάσουν, καταλαμβάνοντα όλον το πλάτος του σοκακιού, με τους τροχούς των συμπιεζομένους από τα εκατέρωθεν λιθόστρωτα. Ομάδες καρπαθίων, λατόμων ως επιτοπολύ, εκ των ασχολουμένων εις τα πέριξ της πόλεως νταμάρια, επανακάμπτοντες εκείθεν, δια να αναπαυθούν και διασκεδάσουν, αύριον Κυριακήν, επιδεικνύουν λυγιζόμενα τα υψηλά των αναστήματα και την ιδιόρρυθμον αμφίεσίν των. Πλανόδιοι οπωροπώλαι οδηγούν αργά αργά τα βασταγούδια των, φορτωμένα με σταφύλια ιδίως και τις εξ αυτών, εκαβαλίκευσε το ιδικόν του εις τα νώτα, όπισθεν των κοφινίων, κι εποχείτο με τα μικρά του σκέλη ψαύοντα την γην. Εντός των γύρω μαγαζείων, ισογείων ή υπογείων πάντοτε, εργάζονται οι ένοικοι μικροπαντοπώλαι, μικροψιλικοπώλαι, μικροκαπνοπώλαι, εις χρυσοχόος εκθέτων αναμίξ επί των θαμβών υέλων του δακτυλίδια προϊστορικά, αλύσσεις παναρχαίας, ασημένια κουταλάκια του γλυκού και εικόνας αγίων, ταβερνιάρηδες ή κρεοπώλαι ή μανάβηδες. Ο γείτων μάγειρος, ο Τάσσος, έχει ανοικτόν το μαγειρείον του, και κάθητ’ έμπροσθεν αυτού, κοντός, χονδρός, με την μακράν ποδιάν του, τους νευρώδεις βραχίονας, οίτινες μόνου του υποκαμίσου την περίπτυξιν ανέχονται. Του καφφενείου του κυρ Πολύχρονη οι θαμώνες, στριμόνοντ’ επί του πεζοδρομίου, μόλις κρασπεδούντος την οδόν, το πολύ δύο σπιθαμών εκτάσεως, επιτελούντες θαύματα ισορροπίας, με τον κορμόν των και τους δύο πόδας της καρέγλας επ’ αυτού, τους δ’ ιδικούς των και τους δύο άλλους της, εντός του οχετού του παραρρέοντος οι πλείστοι. Μία φεσού, διήλθε προ μικρού, στολισμένη, εύσωμος, σείουσα το παππάζι της, κυμαίνουσα τα πυγαία, μεγαλοπρεπώς. Από του ενός μέρους εις το άλλο διαμείβονται συνομιλίαι, διάλογοι, συνάπτονται, αστεία πολλάκις, απευθύνονται, ανταλλάσσονται φωναί και επικλήσεις, θορυβώδεις, εύθυμοι, κραυγαστικαί συνήθως, εν οικειότητι ως οικογενειακή. Εις υψηλός λοιδωρικιώτης, επέρασεν αρτίως, φέρων περί τον αυχένα τυλιγμένον ζωντανόν αρνίον, όπερ εκράτει εκατέρωθεν διά των χειρών, άγων φαίνετ’ αυτό κάπου προς πώλησιν ο άνθρωπος. Και υπήρξε γέλως σιγηλός επί στιγμήν, και βλέμματα ειρωνικά τριγύρω, διά τον τρόπον ον εκράτει το σφακτόν, με το κεφάλι του προβάλλον παραλλήλως προς το ιδικόν του, εκ πλαγίου. Δύο κουτσαβάκηδες διήλασαν συγχρόνως, περιπλέγδην, ως μισομεθυσμένοι, την ρεπούμπλικαν στραβά, κάτω τους γύρους, τρικλίζοντες προσποιητά και επιδεικτικώς, τραγουδούντες διά λάρυγγος βραγχώδους οιδαλέου άσμα, αρτίτοκον γέννημα των ρυακίων του Ψυρρή:

Βάρα με το στυλέτο
Κι όσο αίμα τρέξη πιέτο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | 137 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 6 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα για να βρει την παλιά του αγάπη. Σήμερα μπαίνουμε στο τέταρτο κεφάλαιο.

ΤΕΣΣΕΡΑ

ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ

Την άλλη μέρα ο Δήμος ανάλαβε να ξεναγήσει τον φίλο του στην πόλη. Πρώτα περπατήσανε στο λιμάνι, κάνοντας το γύρο του, από τον ένα λιμενοβραχίονα ως τον άλλον. Ο Αντρέας γοητεύθηκε από τον Αη Νικόλα τον Θαλασσινό!

«Ωραιότερο στολίδι για τον τόπο δε θα μπορούσε να βρεθεί» σχολίασε    παρατηρώντας πολλήν ώρα το πάλλευκο εκκλησάκι.

«Τι τα θες, οι παλιοί είχαν έμφυτη μέσα τους την καλαισθησία» συμπέρανε.

Κατόπιν προχώρησαν προς την Κολώνα, τον αρχαιολογικό χώρο στα βόρεια του λιμανιού και ανηφορίζοντας φτάσανε στο εξοχικό σπίτι του Δήμου, που σφιχτοκάρδιασε βλέποντάς το θλιβερό και εγκαταλειμμένο, με τα παντζούρια του σκεβρωμένα, τους σοβάδες πεσμένους και την πόρτα του χορταριασμένη. Βέβαια είχε δέκα χρόνια να έρθει, από το ΄63 που χώρισαν με τη Βασιλική. Οι γονιοί του όμως, που είχαν αγαπήσει και το σπίτι και τον τόπο, έρχονταν κάθε καλοκαίρι και μένανε δυο και τρεις μήνες. Είχαν γνωριστεί με πολύν κόσμο και είχαν δημιουργήσει έναν κύκλο από εκλεκτούς ανθρώπους, ντόπιους και μέτοικους. Ο ίδιος, μετά τον χωρισμό του από την Έζμπα δεν ξανάρθε ποτέ και από το ΄69 που τους έχασε, μέσα σε λίγους μήνες και τους δύο, το σπίτι έμενε, για πέντε σχεδόν χρόνια, κλειστό και ασυντήρητο.

Ο Αντρέας όμως βλέποντάς το από τον δρόμο, εντυπωσιάστηκε και ζήτησε να το περιεργαστεί καλύτερα. Με βαριά καρδιά ο Δήμος τού ΄κανε το χατίρι. Μπήκανε στον κήπο, όταν όμως, ύστερα από μεγάλο κόπο, γιατί η κλειδαριά είχε σκουριάσει, άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού δεν τον ακολούθησε μέσα. Στάθηκε μπροστά στα χορταριασμένα σκαλοπάτια και αμέσως τον κύκλωσαν φαντάσματα από τα περασμένα. Είδε τον πατέρα του και τη μάνα του να κάθονται στη βεράντα, όπως το συνήθιζαν και να κουβεντιάζουν, αγναντεύοντας τη θάλασσα. Άκουσε τα γέλια και τις φωνές της  Βασιλικής, που κατέβαινε τρέχοντας με τις αδελφές της τις ξύλινες σκάλες από το πάνω πάτωμα στο ισόγειο. Ένοιωσε να τρίβεται στα πόδια του η κατάμαυρη γάτα τους, που ο πατέρας του, χωρατεύοντας, την είχε βαφτίσει Χιονάτη. Θυμήθηκε ακόμα τις τρυφερές στιγμές τους, τότε που καταφεύγανε με το κορίτσι του για να κάνουν έρωτα, όταν λείπανε οι δικοί του. Πού να έμπαινε και μέσα. Άλλωστε κι ο φίλος του, αφού έκανε λίγα βήματα στο χωλ, βγήκε αμέσως, καθώς ήταν θεοσκότεινα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 45 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 5 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Η σημερινή συνέχεια είναι το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Είναι κάπως μεγάλη, αλλά δεν βρήκα λογικό σημείο να την κόψω στα δύο.

ΤΡΙΑ

Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΡΕΜΑΛΙΩΝ

Από εκείνο το βράδυ, που την είδε στα επίκαιρα, η ζωή του αναστατώθηκε. Δεν εξαφανίστηκε μόνο η γαλήνια και προγραμματισμένη ρουτίνα της, όπως χάνεται ο αρυτίδωτος επίπεδος καθρέφτης των νερών μιας λιμνούλας, στην οποία έπεσε μια πέτρα, εξαφανίστηκε κάτι βαθύτερο και πολύ πιο σημαντικό: κατέρρευσε το πιο μύχιο και πολύτιμο απακούμπι του, ο κρυφός εσωτερικός κόσμος του, που τόσα χρόνια έχτιζε μεθοδικά. Από αυτή τη νύχτα, όλα τέλειωσαν. Οι καθημερινές μοναχικές πεζοπορίες του στην ακρογιαλιά ή το δασάκι σταμάτησαν. Οι ονειροπολήσεις, που τις συνόδευαν, έπαψαν, γιατί δεν του έδιναν την παλιά του γαλήνη.

Δεν ήταν όμως μόνον ο ριψοκίνδυνος τυχοδιώκτης που προσγειώθηκε ανώμαλα στην γκρίζα πραγματικότητα Άλλαξε συμπεριφορά και ο μεθοδικός, ευσυνείδητος και μετρημένος καθηγητής. Πήγαινε βέβαια πάντα στην ώρα του στο Γυμνάσιο και δεν άλλαξε σε τίποτα τη διδασκαλία του. Μόνο που παραμελούσε την εμφάνισή του, απουσίασε «αδικαιολογήτως» από δυο συνάξεις των ρεμαλιών, δεν ήταν το ίδιο τακτικός στο πέρασμα του από το «Πανελλήνιο» και μερικές φορές έφαγε για μεσημέρι στο άλλο εστιατόριο της κωμόπολης. Οι αλλαγές αυτές έγιναν σύντομα αντιληπτές σε μερικούς από τους πιο στενούς γνώριμούς του και πρώτον, φυσικά, τον παρατηρητικόν Αντρέα.

«Τι συμβαίνει με σένα, βρε Δήμο; Δε μου θυμίζεις πια τον Φιλέα Φονγκ» του είπε μια φορά. Αυτός ήταν που τον παρομοίαζε για τη μεθοδικά ρεγουλαρισμένη ζωή του με τον ήρωα του Ιουλίου Βερν στον «Γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες».

Για βδομάδες δε σκεφτόταν τίποτ΄ άλλο. Η Έζμπα, που τη θύμησή της είχε απωθήσει στα βάθη του υποσυνείδητού του, βγήκε στην επιφάνεια και κυριάρχησε στις σκέψεις του. Γιατί υπήρχε, ζούσε χωρίς αυτόν και μάλιστα διέπρεπε σαν ζωγράφος. Θυμήθηκε πως μία από τις σοβαρότερες αιτίες προστριβών τους ήταν η ολιγωρία που έδειχνε συχνά εκείνος, σε ό,τι αφορούσε τη ζωγραφική της. Εύρισκε τη θεματολογία της εξεζητημένη και την τεχνοτροπία της πολύ τολμηρή. Ουσιαστικά ήταν εναλλαγή χρωμάτων και ακαθόριστων μορφών, που έπρεπε να μαντέψεις ή καλύτερα να φανταστείς, τι μπορούσαν να εικονίζουν.

Εκείνη στην αρχή έδειχνε πως πικραινόταν, μια φορά μάλιστα θύμωσε, όταν εκείνος για να την πειράξει, κρέμασε έναν πίνακά της ανάποδα, με τον ισχυρισμό πως έτσι κι αλλιώς δεν είχε σημασία. Μολονότι και οι δυο είχαν το αίσθημα του χιούμορ κι αυτό απέτρεπε συχνά τους καυγάδες τους, αυτή τη φορά εκείνη δεν είδε την αστεία πλευρά και μάλωσαν. Από τότε δεχόταν τις παρατηρήσεις του με ειρωνεία και στο τέλος τις απέρριπτε χωρίς να δέχεται καμιά συζήτηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 94 Σχόλια »

Γεννήθηκα στο Κίεβο (αναμνήσεις του Ηλία Έρενμπουργκ)

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2022

Καθώς συνεχίζεται ο πόλεμος, διαλέγω σήμερα να παρουσιάσω αποσπάσματα από την εξάτομη αυτοβιογραφία «Άνθρωποι, χρόνια, ζωή» του Ηλία Έρενμπουργκ (1891-1967), ενός αγαπημένου συγγραφέα που συχνά έχω παρουσιάσει κείμενά του στο ιστολόγιο.

Ο Έρενμπουργκ γεννήθηκε στο Κίεβο από εβραϊκή οικογένεια. Όταν ήταν πέντε χρονών, ο πατέρας του ανέλαβε διευθυντής εργοστασίου στη Μόσχα και η οικογένεια μετακόμισε εκεί. Ως μαθητής ο Έρενμπουργκ ανέπτυξε δράση στο κόμμα των Μπολσεβίκων, το 1907 φυλακίστηκε και εξορίστηκε και τελικά το τσαρικό καθεστώς του επέτρεψε να φύγει για το Παρίσι. Εκεί έζησε ως το 1917, όταν επέστρεψε στη Ρωσία μετά την επανάσταση του Κερένσκι.

Θα παρουσιάσω μερικά αποσπάσματα από τον 1ο τόμο των απομνημονευμάτων, 2ο και 3ο κεφάλαιο, και μετά από τον 2ο τόμο, 8ο κεφάλαιο, όπου έχουμε φτάσει στα 1918 και ο 27χρονος Έρενμπουργκ επιστρέφει για έναν χρόνο στο Κίεβο, τη γενέθλια πόλη του. Διευκρινίζω πως ο Έρενμπουργκ γράφει το βιβλίο του περί το 1960.

Το βιβλίο του Έρενμπουργκ βρίθει από αναφορές άγνωστες για τον Έλληνα σημερινό αναγνώστη οπότε θα χρειαζόταν πάμπολλες διευκρινίσεις. Ο μεταφραστής, ο έξοχος Άρης Αλεξάνδρου, ήταν φειδωλός στις επεξηγηματικές σημειώσεις, που μάλιστα τις έβαζε όλες στο τέλος και χωρίς να το επισημαίνει στο κείμενο του βιβλίου. Αυτές μεταφέρω εδώ καθώς και καναδυό ακόμα. Επισημαίνω τα σημεία με αστερίσκο και επεξηγώ στο τέλος.

Ο τίτλος είναι, φυσικά, δικός μου.

Γεννήθηκα στο Κίεβο στις 14 Ιανουαρίου του 1891. Το 1891 έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη των Ρώσων γενικά και επιπλέον των Γάλλων αμπελουργών. Στη Ρωσία είχαμε λιμό· εικοσιεννιά κυβερνεία υποφέρανε από σιτοδεία. Ο Λέων Τολστόι, ο Τσέχοβ, ο Κορολένκο, προσπάθησαν να βοηθήσουν τούς λιμοκτονούντες, κάνανε εράνους, οργανώσανε συσσίτια· όλ’ αυτά ήταν στα­γόνα στον ωκεανό και για πολύν καιρό τη χρονιά του ενενήντα ένα τη λέγανε «χρονιά της πείνας». Οι αμπελουργοί της Γαλλίας πλουτίσανε με τα κρασιά εκείνης της χρονιάς: η ξηρασία καίει τα σι­τηρά, καλυτερεύει όμως την ποιότητα των σταφυλιών. Οι μαύρες μέρες για τούς χωρικούς της περιοχής του Βόλγα συμπίπτουν πάν­τοτε με τις χαρούμενες μέρες για τους αμπελουργούς της Βουργουν­δίας και της Γασκώνης· ακόμα και στη δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας, όσοι ξέρανε να πιουν κρασί, ψάχνανε τα μπουκάλια με τη χρονολογία «1891». Το 1943, μεταφέρανε απ’ το Λένινγκραντ στη Μόσχα ένα βαγόνι με παλιό «Σαίντ – Εμιλιόν» του 1891. Η μεταφορά έγινε απ’ τον «παγωμένο δρόμο»*. Το Σαμτρέστ*, παρακάλεσε τον A. Ν. Τολστόι και μένα να δοκιμάσουμε το κρασί πού κατόρθωσαν να σώσουν με τόσους κόπους. Αποδείχτηκε πώς τα μπουκάλια ήταν γεμάτα μ’ ένα υπόξυνο υγρό — το κρασί είχε πεθάνει (αντίθετα απ’ τον τόσο διαδεδομένο θρύλο, το κρασί, ακόμα και το καλύτερο, πεθαίνει σε ηλικία σαράντα ως πενήντα ετών).

[…]

3

Λένε πως το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει. Συμβαίνει κι αυτό, συμβαίνει και το αντίθετο. Έζησα σε μια εποχή, όταν τον άνθρωπο τον κρίνανε συχνά επί τη βάσει των στοιχείων της ταυτότητάς του· οι εφημερίδες γράφανε πως «ο υιός δεν είναι υπεύθυνος διά τας πράξεις του πατρός» ήταν όμως φορές που βρισκόσουν αναγκασμένος να πληρώσεις και για τον παππού σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοβιογραφία, Αναμνήσεις, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 4 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 2 Μαρτίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη -αλλά σήμερα είχαμε μετάθεση λόγω Μηνολογίου. Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ωστόσο, και στη σημερινή συνέχεια, με την οποία ολοκληρώνεται το δεύτερο κεφάλαιο, έχουμε αναδρομή σε παλιότερα γεγονότα. Μια αναδρομή που ίσως φαντάζει εκτός τόπου ενω μαινεται ο πόλεμος λίγο πιο πέρα -ίσως όμως και όχι. Οι προσεκτικοί αναγνώστες θα αντιληφθούν ότι στην αφήγηση υπάρχει ένας αναχρονισμός.

Όλα αυτά τέλειωσαν οριστικά και τελεσίδικα, μετά την ερωτική νύχτα που πέρασε με την Έζμπα. Οι προηγούμενες ερωτικές εμπειρίες του χάθηκαν, σα να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ήταν σα να τη γνώρισε παρθένος. Πραγματικά ξαναγεννήθηκε ερωτικά. Ένα πρωτόγνωρο μεθυστικό συναίσθημα τον κατακυρίευσε ως το μεδούλι. Τα ερωτικά τους σμιξίματα, έστω και αν γίνονταν με προβληματικόν τρόπο και καρδιοχτύπια, στα σπίτια τους όταν λείπανε οι δικοί τους ή στις εκδρομές τους, στις κοντινές εξοχές και ακρογιαλιές, ήταν μαγευτικά.

Όταν συνειδητοποίησε πως την αγαπούσε και πως κι εκείνη ανταποκρινόταν το ίδιο, άρχισε να κάνει σχέδια για το κοινό τους μέλλον. Για τον ίδιο δεν υπήρχε άλλη προοπτική από τον γάμο. Θα παντρεύονταν, θα κάνανε παιδιά, θα ζούσανε μαζί για όλη τους τη ζωή. Δε μπορούσε να σκεφτεί καμιάν άλλην εξέλιξη. Όταν διορίστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση και εκείνη είχε ήδη αποφοιτήσει από τη Σχολή Καλών Τεχνών, νόμισε πως ήταν πια έτοιμοι. Πόσο μάλιστα, που ξαφνικά του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος ενός μηνός. Τότε πίστεψε πως έφτασε η ώρα να της το πει. Ξαφνιάστηκε πολύ όταν εκείνη αρνήθηκε.

«Καλά δεν περνάμε;»

του είπε σαν της μίλησε για μια τέτοια προοπτική και συνέχισε κοιτάζοντας τον τρυφερά και κρατώντας τα χέρια του

«Σ΄ αγαπώ, μ΄ αγαπάς, κάνουμε όμορφη παρέα και ακόμα ομορφότερον έρωτα. Τι περισσότερο θα μας δώσει μια τελετή σε μιαν εκκλησιά;»

«Και το παιδί;»

«Αγάπη μου, δεν είμαι ακόμα έτοιμη να κάνω παιδιά. Θα βρούμε τρόπο να απαλλαγούμε από μιαν ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Αυτό άστο σε μένα»

Δεν το περίμενε, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν δικαίωμά της. Το σώμα της ήταν δικό της. Το πίστευε αυτό, αλλά παρ΄ όλα αυτά πικράθηκε. Πολύ θα ήθελε να κάνανε όχι ένα αλλά πολλά παιδιά. Αγαπούσε τα παιδάκια και πολύ θα ήθελε να είχε δικά του.

Όσο για το θρησκευτικό γάμο δεν τον πολυένοιαξε. Από τότε που τη γνώρισε ήξερε πως δεν ήταν θρησκευόμενη. Κι ο ίδιος άλλωστε, από έφηβος είχε ξεκόψει από τη θρησκεία. Ο Χριστιανισμός δεν του έλεγε πια τίποτα.  Μέσα του όμως πειράχτηκε. Τον ενόχλησε η προοπτική να ζήσουν αστεφάνωτοι κι αυτό (το ότι ενοχλήθηκε), τον παραξένεψε πολύ, γιατί πίστευε πως ήταν απαλλαγμένος από προκαταλήψεις και μάλιστα προκαταλήψεις με θρησκευτικό υπόβαθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 102 Σχόλια »

Η μέρα του 22

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2022

Σήμερα έχουμε 22 του μηνός, αλλά αν γράψουμε την ημερομηνία ολογράφως βλέπουμε ότι είναι 22/02/2022, δηλαδή εμφανίζονται τρία 22άρια. Όπως μάλιστα γράφει κάποιος, η σημερινή ημερομηνία, αν τη γράψουμε χωρίς διαχωριστικά, δηλαδή 22022022, αποτελεί παλίνδρομο, δηλαδή διαβάζεται το ίδιο από τα δεξιά προς τ’ αριστερά, ενώ αν χρησιμοποιήσουμε τη γραμματοσειρά της εικόνας αποτελεί επίσης αμφίγραμμα (αν έτσι αποδίδεται το ambigram) δηλαδή διαβάζεται το ίδιο κι αν την αναποδογυρίσουμε.

Πολλά 22άρια λοιπόν σήμερα, οπότε λογικό είναι να αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο στον αριθμό 22, συνεχίζοντας έτσι μια παράδοση ετήσιων αριθμοάρθρων. Οι ταχτικοί θαμώνες θα θυμούνται ότι στις 12 Δεκεμβρίου του 2012 (στις 12/12/12) είχα γράψει ένα άρθρο για τη Μέρα με τα τρία δωδεκάρια, συνεχίζοντας μια παράδοση που ήδη μετρούσε τέταρτο χρόνο, αφού στις 11/11/2011 είχαμε τη μέρα με τα τρία εντεκάρια, στις 10/10/ 2010 είχαμε γράψει για τη  μέρα με τα τρία δεκάρια και στις 9/9/2009 για  την αντίστοιχη μέρα με τα τρία εννιάρια. Η ωραία αυτή παράδοση κινδύνεψε να σταματήσει το 2013, διότι μέρα με τρία 13άρια δεν υπάρχει, αφού δεν έχουμε δέκατο τρίτο μήνα, τελικά όμως σκέφτηκα ότι η 13/3/13 ήταν μια καλή προσέγγιση κι έτσι έγραψα το άρθρο για τα δεκατριάρια, και στο ίδιο πατρόν το 2014 το άρθρο για τα δεκατεσσάρια, στις 14/4/14. Στις 15/5/15 αγρόν ηγόραζα, κι έτσι το αντιστοιχο άρθρο με τα δεκαπεντάρια το έβαλα τελικά στις 15 Οκτωβρίου, αλλά το 2016 επανήλθα στην κανονικότητα κι έτσι είχαμε το άρθρο για τα δεκαεξάρια στις 16/6/16 και το άρθρο για τα δεκαεφτάρια στις 17/7/17. Το άρθρo για τα δεκαοχτάρια θα έπρεπε να δημοσιευτεί στις 18 Αυγούστου, αλλά λόγω ραστώνης δημοσιεύτηκε στις 18/9/18. Μετά είχαμε το άρθρο για τα δεκαεννιάρια στις 19/9/19, ενώ πρόπερσι το άρθρο για τα εικοσάρια στις 20/10/20 και πέρυσι το άρθρο για το 21 στις 21/2/21.

Ξεκινάμε λοιπόν με τον αριθμό 22. Δεν είναι βέβαια πρώτος, αλλά είναι ημιπρώτος, αφού είναι γινόμενο δύο πρώτων αριθμών, του 2 και του 11.

Στη Βικιπαίδεια έχει κι άλλες ιδιότητες του αριθμού 22 (ως αριθμού, εννοώ) π.χ. ότι είναι πενταγωνικός αριθμός, αλλά δεν τις βρίσκω ιδιαίτερα αξιομνημόνευτες.

Στη χημεία, πάλι, το 22 είναι ο ατομικός αριθμός του τιτανίου, Ti, ενός μετάλλου που βρίσκει ολοένα και περισσότερες μοντέρνες εφαρμογές, από οδοντόκρεμες και εμφυτεύματα έως κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, κοσμήματα και ποδήλατα.

Στο ελληνικό αριθμητικό σύστημα το 22 είναι κβ’, ενώ στο ρωμαϊκό είναι XXΙΙ. Τους αριθμούς αυτούς τους χρησιμοποιούμε πλέον κυρίως για αιώνες και για εστεμμένους αν και το να υπάρξει εικοστός δεύτερος εστεμμένος με το ίδιο όνομα δεν είναι εύκολο. Στους πάπες, αντιθέτως, το όνομα Ιωάννης έχει φτάσει το 23. O Πάπας Ιωάννης XXΙΙ ήταν Γάλλος και εξελέγη Πάπας το 1316, σε ηλικία 72 ετών, ως συμβιβαστική λύση -περίμεναν ότι θα πέθαινε γρήγορα, αλλά εκείνος πείσμωσε και έμεινε στον θρόνο 18 ολόκληρα χρόνια και έκανε πολλά και διάφορα που μας τα διηγείται εδώ ο φίλος μας ο Ρογήρος -μεταξύ άλλων, είναι ο πάπας για τον οποίο γίνεται συνεχώς λόγος στο Όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο.

Στο δυαδικό αριθμητικό σύστημα, ο αριθμός 22 γράφεται 10110, ενώ στο δεκαεξαδικό σύστημα… 16.

Ο αριθμός 22 κανονικά γράφεται, ολογράφως, με δίλεκτο: είκοσι δύο, αν και συχνά τον βλέπουμε και ενωμένο, εικοσιδύο, ενώ μπορεί να προφερθεί/γραφτεί και «εικοσιδυό». Κάποιος που είναι 22 χρονών, είναι εικοσιδυάχρονος.

Φυσικά, εφόσον ζούμε στον 21ο αιώνα, ο επόμενος θα είναι ο 22ος, που αρχίζει την 1/1/2101. Στοιχηματίζω ότι αρκετοί θα βιαστούν να τον γιορτάσουν από την 1/1/2100, αλλά αυτό είναι κάτι που θα το σχολιάσουμε τότε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Αριθμολογία, Κάπνισμα, Λογοτεχνία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 286 Σχόλια »