Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 18 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά τούτη τη φορά τη μεταθέσαμε για μία μέρα επειδή χτες είχαμε το πεντοχίλιαρο (άρθρων) του ιστολογίου. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε. Σήμερα μπαίνουμε στο δέκατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980.

10 – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις του, ο δεσμός του με τη Φανή πήγαινε καλά, γιατί δεν ήταν μόνο το κρεβάτι στη μέση. Ταίριασαν και στο τραπέζι, δεν είχαν δηλαδή μόνο σωματική αλλά και πνευματική επαφή. Βέβαια δεν ήταν πολύ διαβασμένη, ούτε είχε πνευματικούς προβληματισμούς και ανησυχίες. Στο σημείο αυτό του φαινόταν λίγο απλοϊκή, είχε όμως αντίληψη και ευθυκρισία και από καιρό είχε εγκαταλείψει τις συντηρητικές της απόψεις.. Οπωσδήποτε το αίσθημα που τους ένωνε δεν ήταν η φλόγα του έρωτα, που πυρπόλησε κι αυτόν και εκείνη στα νιάτα τους, ήταν όμως κάτι πολύ περισσότερο από μιαν επιδερμική επαφή.

Τόσο στο Γυμνάσιο, όπου συνυπηρετούσαν, όσο και στον κύκλο των γνωστών και φίλων, ο δεσμός τους έγινε γρήγορα γνωστός και αποδεκτός.

Αν το καλοκαίρι καθιερώθηκε, γι΄αυτόν και τους φίλους του, να αρχίζει με την πορεία Ειρήνης, τέλειωνε με το Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, που από το 4ο και μετά γινόταν μόνιμα στο Περιστέρι, σε έναν απέραντο χώρο, που τα παιδιά της ΚΝΕ είχαν μεταμορφώσει σε αληθινό πάρκο. Πήγε μαζί με τη Φανή και αρκετούς συναδέλφους στο Γυμνάσιο, αλλά κατάφερε να έρθουν και ο Αλέκος με την Κατερίνα, που ως τότε σνομπάρανε τις εκδηλώσεις του κουκουέ και αποφεύγανε να πηγαίνουν. Η κοσμοσυρροή, ο ενθουσιασμός που επικρατούσε, αλλά και το πλούσιο καλλιτεχνικό περιεχόμενο του Φεστιβάλ, τους εντυπωσίασαν όλους. Ιδίως τους συνάρπασε η ομιλία του Αμερικανού κομμουνιστή ηγέτη, του Γκας Χωλ.

Αμέσως μετά τις διακοπές του καλοκαιριού, πήγε άλλη μια φορά [το 1986] στη Μακεδονία, αυτή τη φορά όχι για να δει τον Αντρέα, την Αναστασία, τον Βλάση (τον βαφτιστικό του, που τέλειωνε πια το Δημοτικό) και τα άλλα δυο παιδιά που είχαν κάνει στο μεταξύ, αλλά για την Ντίνα. Μαζί της στα είκοσι χρόνια της γνωριμίας τους δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ γράμματα και σπανίως είχανε τηλεφωνικές επαφές. Αλλά και οι άμεσες προσωπικές επαφές τους είχαν αραιώσει πολύ. Μετά από εκείνη τη φορά, το καλοκαίρι του ΄78 που πήγανε “σα ζευγαράκι” για τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη, είχαν ακόμα μία γλυκιά επαφή το Πάσχα του ΄79 σαν πήγε να βαφτίσει τον Βλάση, αλλά στα εφτά χρόνια που ακολούθησαν δε συναντήθηκαν ξανά.  Να όμως που πήρε γράμμα της, στο οποίο του ανάγγειλε πως παντρευόταν και του έδινε με συντομία το ιστορικό. Στο νοσοκομείο την είχε προσέξει ένας συνομήλικός της γιατρός, χήρος, με δυο παιδιά, μεγάλα πια. Δεν την πρόσεξε μόνο, παρά τη συμπάθησε και της ζήτησε να ενώσουν τις ζωές τους, για να έχουν μια συντροφιά στα γεράματα. Αποφάσισε να δεχτεί, «γιατί είναι καλός άνθρωπος και γιατί η μοναξιά στην ηλικία μας είναι πολύ βαριά» όπως κατέληγε.

Όταν διάβασε το γράμμα, στην αρχή ένιωσε κάτι σαν πίκρα, καθώς σκέφτηκε πως για κείνον η μοναξιά θα ολοκληρωνόταν απόλυτα, αφού άλλος ένας δικός του άνθρωπος, που, τελείως εγωιστικά είναι η αλήθεια, πίστευε πως θα τον περίμενε πάντα στην άλλη άκρη της Ελλάδας, δε θα ήταν πια διαθέσιμος. Όταν κατόπιν το σκέφτηκε πιο νηφάλια, χάρηκε γιατί η καλή αυτή γυναίκα, που στάθηκε τόσο εντάξει απέναντί του, θα μοιραζόταν με κάποιον τη μοναξιά και τα βάσανα των γηρατειών. Της έγραψε αμέσως, προσφωνώντας την «Ντίνα μου» και τη βεβαίωσε πως θα πήγαινε οπωσδήποτε στο γάμο της.

Πρότεινε στη Φανή να πάνε μαζί, αλλά εκείνη ήταν υποχρεωμένη να μείνει στην Αθήνα, γιατί η Σχολή μπαλέτου, όπου δούλευε συμπληρωματικά, θα οργάνωνε κάτι εκδηλώσεις. Έτσι, πήρε το αεροπλάνο και πήγε αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη και από κει με το λεωφορείο έφτασε στην πόλη της. Επισκέφθηκε πρώτα τους κουμπάρους του, συνεννοήθηκε με την Αναστασία και της αγόρασε ένα πολύ ωραίο και ακριβό δώρο.

Στο γάμο πήγαν όλοι μαζί και στο γαμήλιο γλέντι γνώρισε από κοντά και τον άντρα της Ντίνας. Ήταν ένας εξηντάρης, καλοσυνάτος άνθρωπος, γιατρός παθολόγος, αφιερωμένος στη δουλειά του.

«Ξέρετε, χαίρομαι ιδιαίτερα που σας γνωρίζω από κοντά, γιατί η Ντίνα μου έχει μιλήσει πολύ για σας. Πιστεύει πως χάρη σε σας, την επιμονή σας και τη συμπαράστασή σας, σπούδασε και αυτό άλλαξε ριζικά τη ζωή της.. Σας θεωρούμε λοιπόν δικό μας άνθρωπο και το σπίτι μας θα είναι πάντα ανοιχτό σε σας»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 17 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη έβδομη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το ένατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στο 1979.

 

Στις αρχές του καλοκαιριού ήρθανε πάλι οι κουμπάροι του, με το βαφτιστήρι του, αεροπορικώς αυτή τη φορά, για να πάνε το παιδί στον Άγιο Νεκτάριο. Όταν άκουσε το σκοπό του ταξιδιού, κοίταξε με τρόπο τον Αντρέα. Εκείνος έπιασε το νόημα του βλέμματος και σήκωσε τους ώμους με εγκαρτέρηση. Στο φέρυ μπωτ, έπαιξε με τον μικρό, που είχε γίνει ένα πολύ γλυκό παιδάκι, περπατούσε πια και ψέλλιζε λογάκια. Σε μια στιγμή που απομονώθηκαν, ο φίλος του, φάνηκε πως ήθελε να δικαιολογήσει τη στάση του αναφορικά με το σκοπό του ταξιδιού τους, γιατί του είπε:

«Δεν ξέρω αν θυμάσαι μια κουβέντα που είχαμε, όταν πρωτοκάναμε αυτό το ταξίδι, πως δηλαδή μπορεί να είμαι άθεος μα δεν είμαι αθεϊστής. Συνεπής με αυτή μου την αρχή, δεν πρόκειται να κάνω κανενός είδους κατήχηση στον Βλάση, όχι τώρα που είναι μικρός, αλλά και όταν μεγαλώσει. Θέλω να βρει μόνος του το δρόμο. Τότε μόνο θα έχει αξία».

Εκείνη την ώρα ήρθε κοντά τους η Αναστασία. Δεν είχε ακούσει τη συζήτησή τους αλλά φαίνεται πως μάντεψε το περιεχόμενό της, γιατί λέει του Δήμου, κρατώντας στην αγκαλιά του τον κοιμισμένο Βλάση.

«Ξέρεις Δήμο μου τι είναι αυτό που εκτιμώ στον Αντρέα; Είναι πως ποτέ του, από εκείνη τη νύχτα που γνωριστήκαμε και ως τώρα, δεν προσπάθησε να με κατηχήσει στις ιδέες του, είτε τις θρησκευτικές είτε τις πολιτικές. Αυτό, εκτός που μεγάλωσε την εκτίμηση που του έχω, με έκανε να σκεφτώ πολλά. Προσπάθησα να μπω στη θέση του. Εξακολουθώ να πιστεύω στην αλήθεια, που ήρθε να μαρτυρήσει ο Χριστός, αλλά δεν αποκλείω να υπάρχουν και άλλες αλήθειες, το ίδιο σεβαστές. Μήπως υπάρχει και η αλήθεια του Βούδα ή του Μωάμεθ;»

«Ή και του Μαρξ, γιατί όχι;» συμπλήρωσε γελώντας ο Αντρέας

«Ακριβώς. Μήπως τελικά αυτά που είπε ο Χριστός για τους πλούσιους, πως είναι δύσκολο να μπουν στη βασιλεία των ουρανών, ή το άλλο για το ότι πρέπει όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον έναν σ΄ αυτόν που δεν έχει, είναι πιο κοντά σ΄ αυτά που πιστεύετε ο Αντρέας, εσύ και οι φίλοι σας;»

«Για να μιλάμε με επιστημονική ακρίβεια» της λέει ο Αντρέας χαμογελώντας «αυτό το ο έχων δύο χιτώνας δότω τω μη έχοντι δεν το είπε ο Χριστός αλλά ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Ο Χριστός είπε το άλλο «μακάριον εστί μάλλον διδόναι ή  λαμβάνειν», το οποίο περιέργως δεν περιλαμβάνουν τα Ευαγγέλια στους γνωστούς μακαρισμούς, αλλά αναφέρεται στις Πράξεις»

«Σε ξέρω τόσα χρόνια και κάθε μέρα με εκπλήσσεις. Εσύ, ο άθεος, να ξέρεις την Αγία Γραφή καλύτερα και από θεολόγο» θαύμασε η Αναστασία και συνέχισε

«Ξέρεις Δήμο, συζητώντας καμιά φορά με τον Αντρέα σκέφτομαι πως ο πρώτος μου άντρας, που ήταν και καθηγητής, θεολόγος, μπροστά του δε θα έπιανε ούτε τη βάση. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Αυτά που ξέρει ο Αντρέας, δεν είναι μηχανική αποστήθιση, είναι γνώσεις που τις ζει. Και το πιο σπουδαίο, είναι αυτό που σου είπα πριν λίγο: πως ποτέ του δε θέλησε να μου κάνει κατήχηση»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταπολίτευση | Με ετικέτα: | 153 Σχόλια »

Χάθηκε βελόνι (αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου)

Posted by sarant στο 21 Αυγούστου, 2022

Θα παρουσιάσω σήμερα αποσπάσματα από το μυθιστόρημα «Χάθηκε βελόνι» του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Ο Γκέζος γεννήθηκε το 1988 στη Χιμάρα της Αλβανίας και πολύ νέος ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Μεγάλωσε στη Σκάλα Λακωνίας, σπούδασε τοπογράφος στο ΕΜΠ και πολύ νέος εμφανίστηκε στα γράμματα, αποσπώντας μάλιστα το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για την ποιητική του συλλογή «Ανεκπλήρωτοι φόβοι» το 2013.

Το μυθιστόρημα «Χάθηκε βελόνι» (Μεταίχμιο 2021) είναι ένα σπονδυλωτό έργο που διαρθρώνεται σε πέντε μέρη, σε πολλούς τόπους και μέσα στον χρόνο. Παρακολουθούμε την οικογένεια των Ζεφάδων, μεγάλη αρχοντοοικογένεια του Δρεπενιού, από το 1932 και μετά, πρώτα στην Αλβανία, μετά το 1991 στην Ελλάδα και, στο τέλος, το ταξίδι του Αλέξανδρου, του εξαφανισμένου αδελφού, στην Αμερική. (Ο Αλέξανδρος εμφανίζεται και σε προηγούμενο μυθιστόρημα του Γκέζου, που δεν το έχω διαβάσει. Όπως θα δείτε, το κανονικό του όνομα είναι Σάντο, κάτι που ίσως είναι βιωματικό του συγγραφέα, ο οποίος, κάπου διάβασα, έμαθε ότι τον λένε (και) Αρμάντο όταν πήγε να δώσει πανελλήνιες, ενώ ως τότε μόνο Χρήστος ήξερε πως λέγεται).

Το Δρεπένι βεβαίως δεν είναι υπαρκτό μέρος, είναι μυθιστορηματικά μεταπλασμένη η Χιμάρα. Πάντως ο συγγραφέας φρόντισε να βρει και ετυμολογία στο φανταστικό τοπωνύμιο («από έναν δευτερεύοντα ημίθεο της ελληνικής μυθολογίας, τον Δρέπανο, που υποτίθεται ότι είχε εξοριστεί από τον Δία για να ζήσει ολομόναχος κι αποκλεισμένος βαθιά μέσα στις αφιλόξενες κοιλότητες των βουνών της περιοχής») ενώ, για ακόμα μεγαλύτερη αποστασιοποίηση, κάπου αναφέρει, μία φορά νομίζω, και τη Χιμάρα ανάμεσα στα χωριά της περιοχής. Ανύπαρκτο είναι και το μέρος στο οποίο εγκαθίσταται η οικογένεια του Παύλου Ζέφου στην Πελοπόννησο -η Μεθενιά.

Μου άρεσε πολύ το τρίτο μέρος του βιβλίου, το Τσιμπιτόνι (έχει αρίθμηση 2 διότι ξεκινάει από το 0). Σε αυτό μιλάει η Τέτα (Ηλέκτρα), η γυναίκα του Παύλου και μητέρα του Αλέξανδρου -και μιλάει στο χιμαριώτικο ιδίωμα («με κάποιες απλοποιήσεις στην προφορά για να γίνεται πιο εύκολη η ανάγνωση», μου είπε ο συγγραφέας).

Υπάρχει και γλωσσάρι στο βιβλίο, από το οποίο θα βάλω στο τέλος τις άγνωστες λέξεις του αποσπάσματος που θα παρουσιάσω. Επίσης, περίπου όπως και στα ποντιακά, τα χιμαριώτικα απλοποιούν το στ σε σ, ενώ προφέρουν ασυνίζητους τύπους σαν τα ζακυθινά (χωρία, παιδία). Για να μην έχετε απορία, η μίσα είναι ο ύπνος, ενώ ο Μενέλαος/Νέλος ειναι ένα παιδί της οικογένειας, το στερνοπαίδι μετά τον Αλέξανδρο, που το έχασαν κατά τρόπο ανεξήγητο ενώ περνούσαν τα σύνορα προς Ελλάδα το 1991.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 151 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 16 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη έκτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα. Σήμερα μπαίνουμε στο ένατο κεφάλαιο. Βρισκόμαστε στα τέλη του 1978.

ΕΝΝΕΑ

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Τελικά, μετά τις Γιορτές, τον πήρε εκείνος ο γνωστός του στη Σύγχρονη Εποχή κι όταν συναντήθηκαν του είπε πως μάλλον δε θα εκδώσουν τις «Ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων», όχι γιατί το βιβλίο δεν είναι καλό, αλλά η θεματολογία του βρίσκεται έξω από το πνεύμα της εποχής.

«Είναι πολύ καλογραμμένο» το επαίνεσε «δεν απηχεί όμως την έξαρση των αγώνων τόσο στην Ελλάδα όσο και σε παγκόσμια κλίμακα».

«Δε συμφωνεί με το πνεύμα της εποχής, θες να πεις;»

«Ακριβώς. Και κάθε εκδοτική επιχείρηση, το παίρνει αυτό σοβαρά υπ΄ όψιν. Ύστερα ο τίτλος δεν τραβάει: «Ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων», δε συγκινεί. Αν τον άλλαζες, να πούμε «Στο τέλμα της μικροαστικής ζωής» ίσως κάτι να γινόταν».

Στο σημείο αυτό ο Δήμος πήρε τα χαρτιά του, τον χαιρέτησε και έφυγε. Ένιωσε μεγάλο θυμό. Ακούς εκεί «στο τέλμα της μικροαστικής ζωής» και γιατί όχι «βουβοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα», τουλάχιστον είναι πιο ποιητικό. Μόλο που στεναχωρήθηκε, δεν αποδέχτηκε την ετυμηγορία αυτών που κρίνανε τα βιβλία στο εκδοτικό. Πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη είχε στην κρίση του Αντρέα και της Βασιλικής και όχι από το γεγονός πως ήταν επαινετική για τα γραφτά του, αλλά γιατί ήταν άνθρωποι συγκροτημένοι. Αποφάσισε να δοκιμάσει με άλλον εκδότη. Αποτάνθηκε σε κάποιον που είχε γνωρίσει στις θυελλώδεις μέρες της Μεταπολίτευσης. Δούλευε δημοσιογράφος στη νεοεμφανισθείσα τότε «Ελευθεροτυπία» και κάλυπτε με το ρεπορτάζ του τις δραστηριότητες των διαφόρων Δημοκρατικών Παρατάξεων. Αργότερα έφυγε από την εφημερίδα και με δυο φίλους του ιδρύσανε έναν εκδοτικό οίκο με πολύ φιλόδοξο πρόγραμμα και πολύ επισφαλείς οικονομικές δυνατότητες.

Από την αρχή του εξήγησαν πως έπρεπε να καλύψει αυτός ένα, σημαντικό, ποσοστό των δαπανών της έκδοσης. Δέχτηκε, μ΄ όλο που δεν του περίσσευαν πολλά λεφτά. Ήθελε όμως να βγει το βιβλίο και με την επιτυχία του να δείξει σ΄ εκείνους που το απέρριψαν, πως είχαν κάνει λάθος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταπολίτευση | Με ετικέτα: , | 53 Σχόλια »

Δεκαπενταύγουστος (διήγημα του Δημήτρη Μητσοτάκη)

Posted by sarant στο 15 Αυγούστου, 2022

Τριημερο της ραστώνης, συνεχίζουμε με κάτι λογοτεχνικό. Διάλεξα ένα διήγημα για όσους έμειναν στο άδειο (αν και ποτέ δεν αδειάζει) κλεινόν άστυ, ένα διήγημα του Δημήτρη Μητσοτάκη.

Πέρα από τη συνεπωνυμία του με τον πρωθυπουργό (απ’ όσο ξέρω, δεν υπάρχει συγγένεια, αν και στο Φέισμπουκ λέει χαριτολογώντας για τον «ξάδερφο») ο Δ. Μητσοτάκης (γενν. 1967) είναι περισσότερο γνωστός ως τραγουδοποιός, παλιότερα με το συγκρότημα Ενδελέχεια και τώρα με σόλο καριέρα. Ωστόσο, έχει επίσης σημαντική λογοτεχνική παρουσία αφού εχει εκδώσει τρεις συλλογές διηγημάτων και δύο μυθιστορήματα.

Το διήγημα που θα διαβασουμε σήμερα, νεανικό και ανάλαφρο, περιλαμβάνεται στη συλλογή Τα σκισμένα ημερολόγια (εκδ. Τόπος, 2019).

Δεκαπενταύγουστος

Έναν Δεκαπενταύγουστο, πρέπει να ήταν το ’82 ή το ’83, είχα ξεμείνει, μόνος, στην Αθήνα. Κι ενώ λίγο απείχα από το να σκαρφιστώ τρόπους για να βάλω τέρμα στη μονότονη ζωή μου, χτύπησε το τηλέφωνο. Τελικά υπήρχε Θεός. Ήταν η Μαρία, η όμορφη, με την μπάσα φωνή –με την οποία κάτι παιζόταν όλη τη χρονιά αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί– που με καλούσε να πάω να την επισκεφτώ στη Σαλαμίνα. Άλλο που δεν ήθελα.

Κατέβηκα με τον ηλεκτρικό από την Καλλιθέα στον Πειραιά, πήρα λεωφορείο για το Πέραμα, πέρασα στα Παλούκια και μετά περίμενα το λεωφορείο που θα με πήγαινε στην Κακή Βίγλα. Κάποια στιγμή, τρεις ώρες μετά την έξοδό μου από το σπίτι, έφτασα στο εξοχικό της Μαρίας, ψυχολογικά έτοιμος για μια αξέχαστη μέρα, γεμάτη έρωτα και πρωτόγνωρες εμπειρίες.

Με υποδέχτηκε η μικρή αδερφή της Μαρίας μαζί με ένα τσούρμο αδερφάκια, ξαδερφάκια, ανιψάκια, και διάφορα άλλα παιδάκια της γειτονιάς. Πριν προλάβω να κάνω μεταβολή και να γυρίσω τρέχοντας στην Αθήνα, με έπιασε από το χέρι η μαμά της Μαρίας.

– Καλώς τον Δημητράκη!

– Καλώς σας βρήκα, είπα, μην τολμώντας να αλλάξω το «λ» με «κ».

– Η Μαρία έχει πάει για ψωμί, έρχεται όπου να ’ναι, έλα να σου βάλω μια πορτοκαλάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | 133 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 15 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 2 Αυγούστου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη πέμπτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα. Σήμερα τελειώνουμε το όγδοο κεφάλαιο, με τίτλο «Τελευταία συνάντηση».

 

Στη γιορτή του ήρθανε να τους δούνε πολλοί. Συνάδελφοι του από το Γυμνάσιο όπου υπηρετούσε, η Ελένη, που κουβαλήθηκε από την Αίγινα κι αυτό τον συγκίνησε πολύ και παλιοί φίλοι από τη γειτονιά του, απομεινάρια της ωραίας εκείνης παρέας των πρώτων χρόνων μετά την Απελευθέρωση. Πρώτοι πρώτοι φυσικά ήρθανε η Κατερίνα κι ο Αλέκος, αλλά όχι μόνοι τους, γιατί ήρθε κι ο Κώστας, όχι όμως με τη Λούλα ή την «πανταλονού» τη Δανάη, αλλά με μιαν άλλη, την Ισμήνη, όπως τους τη σύστησε.

Η Βασιλική ανάλαβε καθήκοντα οικοδέσποινας και με τη συμπαράσταση της πάντα πρόθυμης Ελένης, αλλά και της Κατερίνας, που επέμενε να βοηθήσει ενεργά περιποιήθηκαν όπως έπρεπε τους μουσαφιρέους. Και οι τρεις γυναίκες ταίριασαν πολύ με τους φίλους και συνάδελφους του και συμμετείχαν τόσο στο τραγούδι, όσο και στο κουβεντολόι. Ενημέρωσαν τους νεότερους της παρέας για το χρονικό της γνωριμίας των τριών καμπαλέρος με τις τρεις φιλενάδες στο σπίτι της Κατερίνας, η οποία, με την ευκαιρία, τους παρουσίασε ένα αυτοσχέδιο άλμπουμ με φωτογραφίες της παρέας τους εκείνης όπως ήταν πριν από εικοσιπέντε χρόνια.

Το άλμπουμ είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και πολλοί συγκινήθηκαν βλέποντας πως ήτανε πριν τόσα χρόνια. Αναπάντεχα ο Κώστας δάκρυσε, βλέποντας τη φωτογραφία του, όπου καθόταν δίπλα στη Λούλα. Αγκάλιασε τις δυο παλιές του φιλενάδες και τις φίλησε. Ο Δήμος κατάλαβε τότε πως το λεύκωμα των φωτογραφιών το είχαν ετοιμάσει η Βασιλική με την Κατερίνα και η υποψία του αυτή έγινε βεβαιότητα, όταν, σαν ήρθε η ώρα του φαγητού η Έζμπα σε συνεργασία με την Κατερίνα, κανόνισαν ποιός θα καθότανε δίπλα σε ποιόν, βάζοντας σχετικές πινακίδες με το όνομα του καθενός.

Οι καλεσμένοι του πάντως φάνηκαν γοητευμένοι με τις φίλες του Δήμου, για τον οποίο στον κύκλο τους, τόσο τον υπηρεσιακό, στο Γυμνάσιο, όσο και στον συντροφικό, στην κόβα, δεν είχε ακουστεί να έχει παρτίδες με γυναίκες. Δημιουργήθηκε πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα, που του θύμισε εκείνες τις συνάξεις στο σπίτι της Έζμπας στην Παχιά Ράχη.

Ο Δήμος κατά την εξέλιξη του γλεντιού, επισήμανε μιαν ιδιαίτερη επιστηθιότητα της αγαπημένης του με την Κατερίνα. Δεν ήταν μόνο η έκπληξη με τις παλιές φωτογραφίες, ήταν το ότι συνεχώς τα λέγανε οι δυο τους και για πολλήν ώρα, απομονωμένες από όλους τους άλλους. Τον έτρωγε η περιέργεια να μάθει τι συζητούσαν αλλά δεν ήταν βολετό τα πάει κοντά τους να ακούσει. Άσε που μιλούσαν χαμηλόφωνα. Συμπέρανε πάντως πως πρέπει να κουβέντιαζαν για κάποιο θέμα πολύ ενδιαφέρον, αλλά οπωσδήποτε άσχετο με την πολιτική ή την κομματική τους τοποθέτηση. Του ήρθε στο νου η κουβέντα που του είχε πει παλαιότερα η Κατερίνα, πως η Βασιλική στο νησί της είχε ενταχθεί σε μια μικρή και πολύ μαχητική ομάδα ακροαριστερών, οπότε….

Τη νύχτα, στο κρεβάτι την αγκάλιασε και τη φίλησε πολλές φορές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 53 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 14 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα μπαίνουμε στο όγδοο κεφάλαιο, με εύγλωττο τίτλο.

ΟΧΤΩ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ένα απόγεμα του Σεπτέμβρη [1978], λίγο πριν ανοίξουν τα σχολειά, μετά τον απαραίτητο υπνάκο του, καθώς έπινε τον καφέ του, διαβάζοντας, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού του. Όταν την άνοιξε έμεινε στήλη άλατος. Μπροστά του στεκόταν η Έζμπα, με μια μεγάλη συρόμενη βαλίτσα στο ένα χέρι κι ένα σακ βουαγιάζ στο άλλο.

«Δε θα έρχεσαι μόνο συ απροειδοποίητα» του λέει, γελώντας με την έκπληξή του.

Μη πιστεύοντας τέτοιαν ευτυχία την τράβηξε μέσα, την αγκάλιασε και τη φίλησε. Άφησε τα μπαγκάζια της στο χωλ και τον ακολούθησε στο καθιστικό.

«Πάντοτε μόνος» σχολίασε, βλέποντας το ένα φλιτζάνι του καφέ.

«Θα μου φτιάσεις κι εμένα έναν;» παρακάλεσε.

«Φοράς γυαλιά;» παραξενεύτηκε βλέποντάς τα παρατημένα στο τραπέζι».

«Πρεσβυωπία γαρ, μην ξεχνάς πως έχω τα χρονάκια μου».

Πίνοντας τον καφέ τους του είπε τα νέα της.

«Θυμάσαι εκείνον τον Τζέφρυ Σμίθσον;» τον ρώτησε.

«Εκείνον τον δασύτριχο ζωγράφο;»

«Ακριβώς» γέλασε με τον χαρακτηρισμό «αυτός λοιπόν ως ζωγράφος δεν έλεγε και πολλά πράγματα και ευτυχώς που το κατάλαβε εγκαίρως και σταμάτησε να ζωγραφίζει. Αποδείχτηκε όμως πως έχει επιχειρηματικές ικανότητες, γιατί εδώ και τρία χρόνια εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου άνοιξε γκαλερί, που πάει πολύ καλά».

«Μπράβο του, αλλά δεν καταλαβαίνω…»

«Περίμενε να τελειώσω. Αυτός λοιπόν ο Τζέφρυ με καλεί να εκθέσω τη δουλειά μου και είναι σίγουρος πως η ζωγραφική μου θα αρέσει στο λονδρέζικο κοινό και θα πουλήσω πολλούς πίνακες. Λέω λοιπόν να πάω».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 42 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 13 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τρίτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το έβδομο κεφάλαιο.

Πριν προχωρήσω στη συνέχεια του μυθιστορήματος, μια αγγελία: Αναζητείται εθελοντής (ή εθελόντρια) να πληκτρολογήσει ένα αντιπολεμικό διήγημα που θέλω να βάλω μια Κυριακή, που πιάνει τρεις στήλες παλιάς εφημερίδας. 

Ακόμα δυο χρόνια κύλησαν μέσα στην ίδια, έντονα πολιτικοποιημένη, ατμόσφαιρα. Στις εκλογές του Νοέμβρη του ΄77 με την ανάδειξη του Πασόκ σε αξιωματική αντιπολίτευση, τη σοβαρή ενίσχυση του Κουκουέ και την μείωση του Εσωτερικού, που προκάλεσε η συντριβή της «Συμμαχίας», φάνηκε πως η πολιτική πλάστιγγα έγερνε στα αριστερά. Στο εξωτερικό άλλωστε το ίδιο γινόταν. Οι συνέπειες που είχε η ήττα των Αμερικανών στο Βιετνάμ ήταν φανερές σε παγκόσμια κλίμακα. Στη Νικαράγουα νίκησαν οι Σαντινίστες, το ΦΡΕΛΙΜΟ στη Μοζαμβίκη και το ΜΠΛΑ στην Αγκόλα πήρανε την εξουσία. Σε πολλά από αυτά τα μέρη είχε λίγα χρόνια πιο μπροστά περιπλανηθεί ο ονειρικός Δήμος με τους επαναστάτες φίλους του.

Στο γιορτασμό των εξήντα χρόνων της Οκτωβριανής Επανάστασης η κόβα τους έκανε ανοιχτή συγκέντρωση, όπου καλέσανε και πολλούς αριστερούς συμπαθούντες, μη κομματικούς. Ομιλητής ήταν ο Πέτρος, που με κάπως διθυραμβικό τόνο μίλησε για τον «διαφαινόμενο νικηφόρο τερματισμό του ψυχρού πολέμου» και εξύμνησε τη μορφή του Λεωνίδα Μπρέζνιεφ, «άξιου συνεχιστή του έργου του Λένιν», όπως τον χαρακτήρισε. Ο Δήμος βρήκε κάπως ανεδαφική την πρόβλεψη για νικηφόρο τερματισμό του ψυχρού πολέμου και ενοχλήθηκε πολύ από την εξύμνηση του Μπρέζνιεφ, που ο ίδιος δεν τον συμπαθούσε καθόλου. Φυσικά δεν είπε τίποτα ούτε εκείνη τη στιγμή, για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα του ενθουσιασμού που είχε επικρατήσει, ούτε όμως και την επομένη στη συνεδρίαση της κόβας τους, στην οποία έγινε εκτίμηση για την επιτυχία της συγκέντρωσης. Κατάλαβε πως θα αποτελούσε παραφωνία, γιατί όλοι σχεδόν ήταν της άποψης του Πέτρου.

Μόνο σε μια κουβέντα του με τον Βαγγέλη, όταν είχε τελειώσει η συνεδρίαση και φεύγανε, διαπίστωσε με ευχαρίστηση, πως ούτε κι εκείνος συμφωνούσε με τα λεχθέντα από τον Πέτρο.

«Έχουμε πολύν ανήφορο μπροστά μας» του λέει «και να μην υποτιμάμε τον αντίπαλο. Ο καπιταλισμός δε θα παραδοθεί εύκολα. Όσο για τον Λεωνίδα, τι να σου πω βρε Δήμο, δε μου γεμίζει το μάτι. Ούτε του Λένιν ούτε του Στάλιν συνεχιστής. Σκέτος γραφειοκράτης  είναι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ελληνοβαρεμένοι, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 211 Σχόλια »

Το βουνί, της Λουίζας Παπαλοΐζου (δυο αποσπάσματα)

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2022

Μια από τις φιλολογικές εκπλήξεις της χρονιάς που μας πέρασε ήταν το μυθιστόρημα «Το βουνί» της Λουίζας Παπαλοΐζου. Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (εξ ημισείας) αλλά και με το κυπριακό Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας. Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1972 στην κατεχόμενη σήμερα Μόρφου, ανήκει δηλαδή στη γενιά που δεν έχει μνήμες από την Κύπρο πριν από το πραξικόπημα, τον Αττίλα και τον χωρισμό του νησιού, αλλά είχε την αίσθηση του ξεριζωμού και της απώλειας.

Το βιβλίο είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα σε τρία μέρη, με τρεις κεντρικούς ήρωες, στην ορεινή Τηλλυρία, στους αρχαίους Σόλους, όπου έχουν βρεθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα -το Βουνί, όπως το λένε οι ντόπιοι, είναι ένα ύψωμα όπου υπήρχε αρχαίο ανάκτορο. Έχει εκδοθεί από τις φιλικές εκδόσεις Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη. 

Πέρα από την εξαιρετική λογοτεχνική του αξία, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την παρουσίαση της ζωής στην Κύπτο την εποχή της αποικιοκρατίας, που ήταν για μένα άγνωστη. Αλλά το βιβλίο έχει και ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον καθώς τα τρία μέρη του διαφοροποιούνται γλωσσικά. Στο πρώτο μέρος, η ιστορία του Ξενή, του ναυτικού που επιστρέφει στη δεκαετία του 60 στο χωριό του όταν μια σοβαρή αρρώστια τον αφήνει μισερό, παρουσιάζεται στην κοινή ελληνική με τους διαλόγους στα κυπριακά. Το τρίτο μέρος, τα ημερολόγια του Σουηδού αρχαιολόγου που συμμετέχει σε ανασκαφές στη δεκαετία του 1920, είναι γραμμένο στην κοινή ελληνική, αλλά το δεύτερο μέρος, η ιστορία της Κόρης και του σημαδιακού αδερφού της, είναι γραμμένο ολόκληρο στα κυπριακά, και, όπως θα διαπιστώσετε, δεν διαβάζεται εύκολα από καλαμαράδες. Υπάρχει άλλωστε και εκτενές γλωσσάρι, ενώ τη φιλολογική επιμέλεια της κυπριακής διαλέκτου την είχε ο φίλος Σπύρος Αρμοστής.

Θα παρουσιάσω σήμερα δυο αποσπάσματα, δυο ξεχωριστά κεφάλαια από το Βουνί. Από το πρώτο μέρος, το κεφάλαιο «Η Ελένη», και από το δεύτερο μέρος το κεφάλαιο «Δεκατρία». Στο τέλος παραθέτω τις εξηγήσεις λέξεων από το γλωσσάρι, αλλά όχι τις λέξεις της κυπριακής που έχουν φωνητικές αλλαγές από την ελληνική, δηλαδή δεν εξηγώ τον τζαιρό (καιρός) ή τη θκιαλεχτίνα (διαλεχτίνα, εργάτρια της διαλογής) ή το χωρκόν (χωριό) ή τον τζύρη (κύρης, πατέρας) ή τα ττενεκούθκια (διπλό τ στην αρχή, ντενεκάκια).

Στην εδώ παρουσίαση κάνω μια αναγκαστική έκπτωση. Στο βιβλίο χρησιμοποιούνται δυο χαρακτήρες που δεν ανήκουν στο αλφάβητο της κοινής ελληνικής, το ζ με καπελάκι και το σ με καπελάκι, για το παχύ ζ και το παχύ σ, δυο φθόγγους που δεν τους έχουμε στην κοινή ελληνική αλλά που υπάρχουν στην κυπριακή. Για να τους περιγράφω έτσι μπακάλικα, ζ με καπελάκι κτλ., θα καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να τους παρουσιάσω εδώ, αφού δεν υπάρχουν στο Unicode. Με τον φίλο Αχιλλέα Τζάλλα, που είχε την τυπογραφική επιμέλεια του βιβλίου (υποδειγματική, να πω) εξετάσαμε διάφορες λύσεις αλλά τελικά καταλήξαμε στο να παραλείψουμε απλώς το σύμβολο, το καπελάκι, όπου υπήρχε. Έκπτωση, αλλά αναπόφευκτη, που θα ξενίσει ίσως τους ομιλητές της κυπριακής.

Πριν προχωρήσουμε στα κείμενα, μια συνέντευξη της συγγραφέας στον Θοδωρή Αντωνόπουλο.

Το πρώτο απόσπασμα:

Η Ελένη

Η Ροδού δεν είπε λέξη, όταν της είπα να ξεχάσει το εστιατόριο. Καθάριζε φλούδες καρπουζιού μέσα στην ποδιά της, καθισμένη στην αυλή, για να φτιάξει γλυκό. Δεν χρειάστηκε να πω κάτι παραπάνω. Κατάλαβε.

Με τον Γιαννή είμαστε δεύτερα ξαδέρφια, οι πατεράδες μας πρώτα, οι παππούδες μας ήταν αδέρφια. Παιδιά κάναμε πολλή παρέα. Γεννημένοι με τρεις μήνες διαφορά, περνούσαμε για δίδυμοι. «Καλώς τους δίπλαρους!» παντού έτσι μας προσφωνούσαν. Ώσπου οι πατεράδες μας έκοψαν την καλημέρα. Στη μεγάλη απεργία της CMC, το ’48. Εκατόν είκοσι δύο μέρες έμειναν κλειστά τα μεταλλεία μέχρι να καμφθούν οι Αμερικάνοι, γιατί μέχρι τότε ούτε οι υπερωρίες είχαν κατοχυρωθεί ούτε οι άδειες ανάπαυσης ούτε οι αργίες. Είχαν πρωτοστατήσει οι πατεράδες μας στα γεγονότα, ώσπου ο ένας τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του απεργιακού αγώνα, ο άλλος κατά. Μοιράστηκε ο κόσμος. Όπλισαν οι Εγγλέζοι για να φοβερίσουν τους απεργούς. Ξυλοδαρμοί, πυροβολισμοί, συλλήψεις. Τα ξαδέρφια αντάλλαξαν βαριές κουβέντες, πιάστηκαν στα χέρια. Με τα μάτια μου είδα τον πατέρα και τον θείο μου πάνω στην αποβάθρα. Φώναζαν οι μανάδες μας, κλαίγαμε όλοι μαζί, μπήκαν στη μέση να τους χωρίσουν.

δεξιοί τζαι αριστεροί έλεγε ο κόσμος

Όση παρέα κάναμε έκτοτε με τον Γιαννή γινόταν στα κρυφά. Μόνο οι μανάδες μας ήξεραν, μα έκαναν τις ανήξερες. Η ιστορία του τσακωμού βέβαια είχε κοστίσει πολύ στη Ροδού, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι άφησε ποτέ να φανεί, γιατί με τη θεία μου ήταν φίλες αχώριστες. Μια πόρτα χώριζε τα σπίτια μας. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου τα πράγματα άλλαξαν. Η Ροδού δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Κλείσαμε πόρτες και παράθυρα, στο σπίτι μας δεν ήταν ευπρόσδεκτος κανένας, ούτε ο θείος μου ούτε η θεία μου ούτε τα παιδιά τους.

Με ένα μαχαιράκι αφαιρούσε την πράσινη φλούδα, έπειτα έκοβε την ψίχα σε μικρά τετραγωνισμένα κομμάτια και τα έριχνε σε έναν κουβά με νερό και ασβεστόσκονη· η φλούδα έπεφτε ολόκληρη μέσα στην ποδιά της. Όταν το καθάρισμα τελείωσε, έπιασε με το ένα χέρι την ποδιά, με το άλλο τον κουβά και μπήκε στην κουζίνα. Στο λεπτό επέστρεψε —η ποδιά ακόμα γεμάτη—, πέρασε από μπροστά μου, διέσχισε την αυλή, το περβόλι, έφτασε ώς το κοτέτσι και έριξε τις φλούδες στα πουλιά.

άκουγα τους γάλους και τις όρνιθες να κακαρίζουν ολόχαροι

Η αδερφή μου ήταν ανένδοτη. Για την Ελένη ο πατέρας του Γιαννή ήταν ο κύριος υπαίτιος για τον θάνατο του πατέρα μας, γιατί είτε από τραγική σύμπτωση είτε γιατί έτσι ήταν γραφτό του, ο κύρης μας αρρώστησε και πέθανε έναν χρόνο μετά από τα επεισόδια στα μεταλλεία. Στα καλά καθούμενα. Δεν αρρωστούσε ποτέ, ήταν αεικίνητος, ακάματος, εργάτης. Στα καλά καθούμενα, ο πατέρας μας πέθανε. Στην αρχή νομίσαμε πως ήταν ένα αθώο κρυολόγημα, μα ο πυρετός και ο βήχας δεν υποχωρούσαν. Το κρυολόγημα είχε εξελιχθεί σε βρογχίτιδα. Μια λοίμωξη των πνευμόνων, μας ενημέρωσε ο γιατρός στο νοσοκομείο· θα του περάσει, μας έλεγαν όλοι. Μα οι πνεύμονές του δεν ήταν δυνατοί· τους είχαν σκάψει τα μεταλλεία.

Τον έφαγε το μαράζι, έλεγε η Ελένη, που τότε ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών. Από το μαράζι πέθανε ο κύρης μας, η κακία και η αχαριστία του κόσμου τον σκότωσαν, τίποτε άλλο. Βγήκε από το σχολείο για να μας μεγαλώσει. Η Μάρω ήταν δυο χρονών, η Ευθυμία πέντε, εγώ δέκα. Δεκαπέντε χρονών η Ελένη λογιζόταν για γυναίκα. Αυτή μας πότιζε, μας τάιζε, μας κοίμιζε. Η Ροδού άργησε να σταθεί στα πόδια της, μας κοιτούσε με τα μάτια να κολυμπούν στο αίμα. Πλάνταζαν οι μικρές στο κλάμα, ήθελαν να τις πάρει αγκαλιά, μα εκείνη μας κοίταζε ανήμπορη. «Επρόφτασεν την το πένθος», έλεγαν οι χωριανοί. «Εστοιβαχτήκαν πολλοί στην σειράν. Έσει πολλούς να θρηνήσει η Ροδού, έντζε εν’ έναν τζαι θκυο αθρώπους δικούς της που έθαψεν. Με τον τζαιρόν εννά συνέλθει.»

Είχαν δίκαιο, γιατί στον έναν χρόνο η Ροδού σηκώθηκε. Βρήκε και η Ελένη δουλειά στα συσκευαστήρια, άρχισε να φέρνει χρήματα στο σπίτι. Ανασάναμε. Κοντεύαμε να εξαϋλωθούμε από την πείνα. Θκιαλεχτίνα. Διάλεγε τα πιο μεγάλα και μοσχοαναθρεμμένα πορτοκάλια, τα τύλιγε ανά τεμάχιο σε ρυζόχαρτο και τα στοίβαζε σε ξύλινα κασόνια για το λιμάνι της Αμμοχώστου. Αυτή έφερνε χρήματα στο σπίτι. Ώσπου έγινα δεκαπέντε χρονών και ξενιτεύτηκα.

Προσπάθησαν οι συγχωριανοί να μας βοηθήσουν, κακά τα ψέματα, ούτε η θεία και ο θείος μου έκατσαν με σταυρωμένα χέρια, μα η Ροδού ήταν περήφανη· δεν ήθελε βοήθεια από κανέναν. Ο θείος μου θυμούμαι όπου με έβρισκε μου άνοιγε το χέρι και μου έβαζε μέσα ένα πεντοσέλινο, δεκασέλινο, ό,τι κρατούσε μου το έδινε. Σσσσσς, μου ένευε, να μην το πω σε κανέναν. Μια φορά μάθαμε πως είχε ξοφλήσει το χρέος μας στον κύριο Αντώνη. «Σσσσσς», του είπε, «μεν το πεις σε κανέναν.» Το είπε η κυρία Πέρσα στη μάνα μου. Αν είχαμε χρήματα, θα τους τα επέστρεφε όλα, ώς το τελευταίο γρόσι.

Μόλις η Ελένη κατάλαβε πως τράβηξα πίσω εξαιτίας του Γιαννή, επαναστάτησε. Ξύπνησε η πίκρα και το μίσος μέσα της.

«Ελυπήθηκες τον Γιαννήν! Τον γιον του φονιά που εσκότωσεν τον τζύρην μας; Τον Γιαννήν τον ψευτοπαλλικαράν, που φουμίζεται πως εφκήκεν αντάρτης στα βουνά, μα ούλλον το χωρκόν ξέρει πως εδούλευκεν πλασιέ στην Χώραν. Επούλαν καλλυντικά!»

Η Ροδού βγήκε τρεχτή από την κουζίνα να συνετίσει την κόρη της, να της νέψει να σιωπήσει.

«Έν φοούμαι κανέναν εγώ», την έκοψε η Ελένη, «έχω την αλήθκειαν με το μέρος μου! Άλλοι να φοούνται μες στο χωρκόν, άλλοι έχουν την φωλιάν τους λερωμένην. Εμέναν το στόμαν μου έν θα μου το κρατήσει κλειστόν κανένας!»

Σηκώθηκα. Είχα ξεμάθει τόσα χρόνια. Μπορεί και να μην ήμουν έτοιμος να ακούσω. Περπάτησα ώς την καγκελόπορτα, ώσπου μια δεύτερη φωνή μού ψιθύρισε: αλήθειαν ανέχου. Άλλαξα γνώμη. Επέστρεψα. Έβαλα το ένα πόδι πάνω στο άλλο και άναψα τσιγάρο να ακούσω την Ελένη.

«Αντρέπεσαι τον Γιαννήν, που όπου εστέκετουν τζαι όπου εκάθετουν εκακολογούσεν τον γιον της Ροδούς τζαι του Χριστάκη! Οι Εγγλέζοι πυροβολούν μας, κρεμμάζουν μας, τζαι ο Ξενής τρώει τζαι πίννει μιτά τους!»

δεν ήταν η πρώτη φορά

Ήταν γνωστό πως ο Γιαννής ήταν μεγάλος φουμισιάρης. Του άρεσε να καυχιέται πως είχε βγει αντάρτης στα βουνά, πως είχε πολεμήσει τους Εγγλέζους, μα το χωριό βούιζε. Ν’ ακούεις πολλά, να πιστεύεις τα μισά. Στην καλύτερη περίπτωση ο Γιαννής είχε εκτελέσει μια-δυο παρακινδυνευμένες αποστολές, αυτό ήταν όλο. «Θκυο ττενεκκούθκια δυναμίτην», έλεγαν όσοι ήταν εκ των έσω, «που τα μεταλλεία.» Τον είχαν κλέψει ουγγιά-ουγγιά οι εργάτες, μήπως και τους υποψιαστούν οι Αμερικάνοι. Μια μυστική αλυσίδα είχε στηθεί από τα μεταλλεία ώς τα βουνά, γιατί έπρεπε πάση θυσία ο δυναμίτης να φτάσει στον παραλήπτη στην ώρα του. Στο χωριό μας όμως ο κρίκος άνοιξε. Παντρεμένος με δυο παιδιά λύγισε. Έπρεπε πάση θυσία να βρεθεί άλλος συγχωριανός να τον αντικαταστήσει. Βρέθηκε ο Γιαννής.

Μα οι άλλοι μισοί, αυτοί που έλεγαν πως κατείχαν την υπέρτατη αλήθεια, ισχυρίζονταν πως η ιστορία του δυναμίτη ήταν ένα μεγάλο ψέμα, αποκυήματα της φαντασίας του Γιαννή και του πατέρα του. Φυλλάδια είχε ρίξει ο Γιαννής, ανακοινώσεις και προκηρύξεις της Αλκίμου Νεολαίας, όπως όλοι οι νέοι στο χωριό. «Νύχταν-νύχταν μάλιστα», έλεγαν οι πιο δύσπιστοι, «κρυφτός πουκάτω που το γιοφύριν.» Τον υπόλοιπο καιρό δούλευε πλασιέ στη Χώρα.

Πάντως αντάρτης στα βουνά δεν βγήκε ποτέ. Σ’ αυτό όλοι συμφωνούσαν, μα ο Γιαννής δεν έλεγε να συνετιστεί. Και σαν να μην έφταναν τα ψέματα, τα έλεγε μάλιστα μπροστά στον Κωστή, που του είχαν σακατέψει τα χέρια οι Εγγλέζοι, και ο Κωστής, θέλεις πιστός στη φιλία των παιδικών μας χρόνων, θέλεις γιατί είχε ευεργετηθεί ουκ ολίγες φορές από τις γνωριμίες του Γιαννή με την πελατεία στο συνεργείο, δεν τον διέψευσε ποτέ.

«Έννεν’ μιαν τζαι θκυο φορές που σε εκατηγόρησεν ο Γιαννής. Ούτε ήταν ο μόνος! Άννοιξε τα μμάθκια σου, Ξενή. Νομίζεις ότι οι φίλοι σου εν’ όπως τους άφηκες; Πως εν’ τα κοπελλούθκια που ήξερες; Τούτοι εδρατζιάσαν, εννά φαν τον τόπον!»

Πισώπλατα ο κόσμος έλεγε πολλά. Μπροστά στον Γιαννή όμως κανένας, γιατί με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο ο Γιαννής είχε καταφέρει να έχει γνωριμίες στα πιο ψηλά δώματα. Έβλεπαν οι συγχωριανοί τις Mercedes, τα bmw, τα Land Rover σταθμευμένα έξω από το κέντρο. Και ό,τι βοήθεια ήθελε ο κάθε συγχωριανός στον Γιαννή πήγαινε, και ο Γιαννής, κακά τα ψέματα, δεν αρνιόταν χέρι βοήθειας ποτέ σε κανέναν. Και το χέρι βαθιά στην τσέπη το έβαζε και τη ράχη του κόντρα να μεσολαβήσει για τα πάντα. «Εν’ μισή κυβέρνησις ο Γιαννής», έλεγε ο κόσμος. Δύσκολα έβρισκες άνθρωπο στο χωριό μας που δεν είχε ευεργετηθεί από τις γνωριμίες του. Ποιος να τον αντικρούσει;

Ήθελα να πω στην Ελένη να μιλήσει ξεκάθαρα, να μου πει ονόματα και διευθύνσεις, μα από εγωισμό ίσως και από ατολμία δεν το έκανα. Έβαζα το χέρι μου στη φωτιά όμως πως ούτε ο Κωστής ούτε ο Ττόμης ούτε ο Λεύκιος ήταν ικανοί να με συκοφαντήσουν. Ακόμα και για τον Γιαννή έπαιρνα όρκο. Μπορεί να ήταν φουμισιάρης, αππωμένος, μπορεί να μην το έλεγε η καρδιά του να βγει αντάρτης στα βουνά —ποιος ήμουν εγώ στο κάτω-κάτω να κρίνω και να κατακρίνω—, τον Ξενή όμως δεν θα τον πρόδιδε ποτέ.

«Προδότη πάνω, προδότη κάτω είχαν σε οι φίλοι σου!»

σηκώθηκα να φύγω

Η Ροδού έσκυψε ολόκληρη πάνω από την Ελένη. Πίστεψα πως θα άπλωνε το χέρι και θα της έβγαζε το μαλλί τρίχα-τρίχα.

«Δίκασ’ με μάνα, δέρ’ με, ό,τι θέλεις κάμε μου. Το στόμαν μου πάντως έν θα μου το κλείσεις!»

Και το δεύτερο κείμενο, σε αμιγή κυπριακή:

ΔΕΚΑΤΡΙΑ

Κάποτε η μάνα μου στέκεται τζαι θωρεί τον. Βάλλει με τον νουν της διάφορα. Καταλυέται. Εν’ τζείνη που φταίει, λαλεί, που έκαμεν γιον παραθκιάνταλον, επειδή που ήτουν έγκυος ετζοιμάτουν μπρούμουττα. Η μάνα της τζαι η αρφή της επαραντζέλλαν της: «Κόρη, μεν τζοιμάσαι μπρούμουττα, εννά τσιλλήσεις το μωρόν, να το καταϊσέψεις.» Μα ώσπου έππεφτεν ανάσσελλα, το μωρόν έκαμνεν κουρτουμπέλλες μέσα στην τζοιλιάν της, ετάρασσεν όπως το καλικαντζαρούιν, παμόν έν έβρισκεν κανένας που τους θκυο τους. Στον πολλύν τζαιρόν έν άντεξεν. Μιαν νύχταν που τα μμάθκια της εχογλούσαν, εγύρισεν μπρούμουττα, εψήλωσεν το πόδιν της όπως ξεβαίννεις την σκάλαν τζαι μονομιάς το μωρόν εβούλιαξεν, εποτζοιμήθην. Το πρόβλημαν ελύθηκεν. Κάθε νύχταν εγύριζεν μπρούμουττα, εξέβαιννεν το σκαλίν, εποτζοιμάτουν. Αντάν τζαι εγέννησεν τον Ττιμήν τζαι εβάλεν τον η μαμμού πάνω της πομαυρισμένον τζαι είδεν την δεξιάν του πάνταν τσιλλημένην, εσυντρομάχτηκεν. Ερούφησεν την το σκοτάδιν. Εσηκώστηκεν μεμιάς που το κρεβάτιν, τα σσέλια της κόμα γαιματωμένα, να πλύννει πρώτη το μωρόν μες στην βούρναν, να γυρέψει το αυτίν του. Επασπάτευκεν του κάκου. Μια τρυπούα σαν το αρφάλιν τζαι η τζεφαλή του που την μιαν πάνταν τσιλλημένη. Αντάκωσεν το κλάμαν. Τόσον εσυντρομάχτηκεν, που έν εκατέβηκεν το γάλαν της. Εβάλλαν της το μωρόν πομαυρισμένον που το κλάμαν πάνω στο βυζίν της, το μωρόν άκκαννεν λυσσάρικα τες θηλές της, εγαιματώνναν τα βυζιά της, εγαιματώνναν τα σείλη του μωρού, μα το γάλαν έν έτρεσεν. Εστέκουμουν πουπάνω που τον τζισβέν, ενεκάτωννα λλίον αλεύριν τζαι ζάχαρην να το ταΐσω.

Ώς την Παρασκευήν, μια γυναίκα έφερεν της λάδιν θαυματουργόν που την Παναγίαν την Γαλόκτιστην. Έτριψεν το λάδιν πάνω στα βυζιά της, επασάλειψεν την παντού. Η γυναίκα τούτη έν ήτουν που το χωρκόν μας, ήτουν ξένη, κανένας έν ήξερεν το όνομαν της, μα πριχού φύει έδωκεν της μάνας μου μιαν εικονούδαν μιτσιάν τζαι επαράντζειλεν της:

«Πρωίν νύχταν έσε τούτην την Παναγίαν μες στην τρασηλιάν σου, ώσπου να τρέξει άφθονον το γάλαν.»

Μόνον τούτον. Τίποτε άλλον έν της είπεν.

Τόσον πομαυρισμένη ήτουν η εικονούδα, που τίποτε έν εφαίνετουν πάνω στο ξύλον. Τρεις φορές έβαλα την μέσα στο φως της καντήλας να την παρατηρήσω, γιατί άκουσα τες χωρκανές να λαλούν πως η Παναγία η Γαλόκτιστη εν’ η μόνη Παναγία που ταΐζει τον Χριστόν με το βυζίν της πόξω, μα τίποτε έν είδα. Στες είκοσι τέσσερις ώρες τα βυζιά της μάνας μου εξεκινήσαν να στάσσουν, στες σαράντα οχτώ το γάλαν έτρεσεν όπως το νερόν στες βρύσες. Έπιννεν το μωρόν καπάλιν τζαι όσον γάλαν επερίσσευκεν έβαλλεν το η μάνα μου μες στην φίζαν για να πιούσιν τζαι τα μωρά τα ξένα.

Αναθάρρησεν.

Επαράντζειλεν μου στα κρυφά να ‘βρω τον καντηλανάφτην του χωρκού, που ήτουν καλός τεχνίτης του τζερκού, να μου κάμει μιαν τζεφαλήν μωρού για τάμαν, με θκυο αυτιά στητά, καλοκαμωμένα. Στες θκυο εφτομάδες που ήταν έτοιμη η μάνα μου να καβαλλιτζέψει την γαούραν, εκούρτισεν πέντ’-έξι γεναίτζες του χωρκού να πάμεν. Μάνα τζαι κόρη καβαλλαρκές, ο Ττιμής τουλουππιασμένος μες στον κόρφον μας, η τζεφαλή με τα θκυο αυτιά μες στο καλάθιν. Λλίον η μάνα μου, λλίον εγώ, εκρατούσαμεν τον Ττιμήν ούλλες οι γεναίτζες που γυρόν.

Τρεις ημέρες δρόμον ώς την Παναγίαν την Γαλόκτιστην. Τον ίδιον δρόμον ηθέλαμεν τζαι για την Παναγίαν του Τζύκκου που εν’ περίτου θαματουργή, άκουσα μιαν κοτζάκαρην σε έναν χωρκόν να λαλεί, μα έν ετόλμουν να συντύχω της μάνας μου. Άμαν η Γαλόκτιστη εγέμωσεν τα βυζιά της μάνας μου με τρεχούμενον γάλαν, έν ήτουν να γεμώσει το αυτίν του Ττιμή;

Ώσπου να φτάσουμεν, ήμαστουν καραβάνιν ολόκληρον, γιατί που όποιον χωρκόν επερνούσαμεν οι γεναίτζες επαίρναν θάρρος, ηθέλαν να έρτουν μιτά μας. «Οι προσκυνήτρες της Γαλόκτιστης», ελαλούσαν όποθθεν μας εθωρούσαν. Εδείχναν τα βυζιά της μάνας μου, εφέρναν τα βρέφη τους να τα ταΐσει. Το μεσημέριν εκαθούμαστεν ποκάτω που τες τερατσιές να φάμεν. Απλώθαμεν σεντόνια, πεύτζια, οι γεναίτζες εφκάλλαν φαΐν που τα καλάθκια, ετρώαν καπάλιν. Χαλλούμια, ελιές, οπωρικά. Εμείς μόνον νερόν. «Αν πάμεν χορτασμένες, κόρη, στην Παναγίαν, με ίντα μούτρα εννά της ζητήσουμεν δεύτερην χάρην; Ίνταλος εννά μας ακρωστεί; Αν μεν πάμεν νηστιτζές, ίνταλος εννά μας πιστέψει;»

Την τέταρτην ημέραν, την ώραν που ο ήλιος εκατέβαιννεν που τα ψηλά τζαι εχρυσαφίζαν τα βουνά τζαι τα αλμυρά νερά, εμπήκαμεν στην εκκλησιάν. Γονατιστές. Με το βρέφος στην αγκαλιάν. Εσσύψαμεν μπροστά που την εικόναν της Παναγίας, εκρεμμάσαμεν την τζέρινην την τζεφαλήν με τα στητά αυτιά πάνω στο ξύλον τζαι εμείναμεν χαμαί ασάλευτες. Στην πολλήν ώραν, εκαύκουμουν, ήθελα να ξαναδώ την εικόναν, να γυρέψω το βυζίν της Παναγίας, μα όποτε εσήκωννα την τζεφαλήν μου η μάνα μου εδίαν μου πουπάνω:

«Μείνε σσυφτή τζαι κάμε την προσευχήν σου. Ό,τι λαλώ να λαλείς τζαι εσύ. Αντίς του γιου μου, εσύ να λαλείς του αρφού μου.»

Παναγία μου Γαλόκτιστη, Μεγαλόχαρη, Θαυματουργή,
ώσπου μου στέλλεις γάλαν, ξέρε το, εννά θηλάζω
τα μωρά τα ξένα όπως θηλάζω το δικόν μου
Γάλαν έν θα αρνηθώ ποττέ σε κανέναν μωρόν
γιά χρισκιανής γιά Τούρτζισσας γιά ξένης
Παναγία Γαλόκτιστη, Μεγαλόχαρη, Θαυματουργή,
θέλω ακόμα μιαν χάρην να σου πω, έναν τάμαν να σου μολοήσω:
ώσπου μιαλινίσκουν τα μωρά που το δικόν μου γάλαν
παρακαλώ σε που τα βάθη της καρκιάς μου
να μεγαλώννει τζαι τ’ αυτίν του γιου μου

Λέξεις από το γλωσσάρι:

  • δίπλαροι: δίδυμοι
  • φουμίζεται: καυχιέται
  • φουμισιάρης: καυχησιάρης
  • εδρατζιάσαν: φούντωσαν, θέριεψαν
  • καταλυέται: διαλύεται, φθείρεται
  • παραθκιάνταλος: με σωματικό ελάττωμα
  • τσιλλώ: πιέζω
  • παμός: ησυχία, ανάπαυση
  • χογλώ, χογλάζω: κοχλάζω, βράζω.
  • αντακώννω: αρχίζω
  • τζισβές: μπρίκι
  • καπάλιν: συνέχεια
  • φίζα: γυάλινο δοχείο
  • περίτου: περισσότερο
  • κοτζάκαρη: γριά

Posted in Όχι στα λεξικά, Κύπρος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 60 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 12 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δωδέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα περνάμε στο έβδομο κεφάλαιο.

ΕΦΤΑ

Η «ΠΕΤΡΙΑ»

Ο Δήμος, μετά την πίκρα εκείνου του τηλεφωνήματος είχε αποφασίσει να μην επικοινωνήσει ξανά με τη Βασιλική και, με τον άκαμπτο χαρακτήρα που είχε, θα τηρούσε την απόφασή του, άλλωστε και από εκείνη δεν είχε κανένα τηλεφώνημα ή άλλη είδηση. Τα σχέδιά του όμως τα ανέτρεψε η αιφνίδια επίσκεψη του Αντρέα και της Αναστασίας, που κουβαλήθηκαν απροειδοποίητα παραμονές των Χριστουγέννων. Χάρηκε πολύ που ανταμώθηκε με τους φίλους και κουμπάρους του και όταν εκείνοι του ανάγγειλαν πως ήρθαν με σκοπό να πάνε στον Άγιο Νεκτάριο και του πρότειναν να τους συνοδέψει, αμέσως ξέχασε την απόφασή του και δέχτηκε, με κάποιο καρδιοχτύπι είναι η αλήθεια, την πρότασή τους.

Πήγανε αυτή τη φορά με το δικό τους αμάξι, με το οποίο είχαν έρθει από τη Μακεδονία, γιατί τελικά ο Αντρέας, που ως τότε αποστρεφόταν την ιδέα να αποχτήσει και να οδηγεί αυτοκίνητο, πείσθηκε από την Αναστασία και πήρανε αμάξι, που μάθανε και οι δυο τους να το οδηγούν. Φτάσανε στην Αίγινα στις έντεκα το μεσημέρι και μόλις βγήκαν από το φέρυ μπωτ τράβηξαν κατευθείαν για το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Μονάχα αφού η Αναστασία προσκύνησε τον Άγιο και ξεθύμανε, αυτός τηλεφώνησε στην Έζμπα.

«Πώς θα σου φαινόταν η εισβολή απρόσκλητων στο ερημητήριό σου;» της λέει χωρίς άλλη εισαγωγή, όταν άκουσε τη φωνή της να λέει «Εμπρός».

«Πότε ήρθες;» του λέει χαρούμενη

«Πριν δύο ώρες. Και δεν είμαι μόνος μου, έχω μαζί τον Αντρέα και τη γυναίκα του».

«Μα είναι παντρεμένος ο πολυτάλαντος φίλος σου;»

«Τώρα ναι, εγώ τους κουμπάριασα. Πέρσι που σου κουβαληθήκαμε, ήταν ακόμα ελεύθερος. Μήπως βρίσκεσαι σε περίοδο δημιουργίας και σου γίνουμε βάρος;»

«Μπα όχι, βέβαια δε συνεχίζεται η προηγούμενη περίοδος τεμπελιάς, αλλά δεν έχω πέσει με τα μούτρα. Θέλω οπωσδήποτε να σε δω. Σας περιμένω να φάμε μαζί».

Τους υποδέχτηκε το ίδιο εγκάρδια, όπως την προηγούμενη φορά. Μόλις τον αντίκρισε, με μουστάκι και μακριά μαλλιά, τον κοίταξε για μια στιγμή λίγο έκπληκτη, αλλά με βλέμμα φανερά επιδοκιμαστικό. Κατόπιν τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Φιλιά αντάλλαξε όμως και με τον Αντρέα και με την Αναστασία. Με χαρά του ο Δήμος διαπίστωσε πως οι δυο γυναίκες ταίριασαν απόλυτα και μάλιστα η Αναστασία βοήθησε ενεργά τη Βασιλική στο κόψιμο της σαλάτας και το σερβίρισμα του φαγητού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 53 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 11 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η ενδέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Σε ένα ταξίδι στην Αίγινα ξαναβρίσκει την παλιά του αγάπη. Σήμερα τελειώνουμε το έκτο κεφάλαιο, και μαζί τελειώνει και η δικτατορία και περνάμε στη μεταπολίτευση.

Δεν είχε ακόμα ξεχαστεί η κάπως σκανδαλώδης αυτή συμπεριφορά του, όταν ήρθε η επέτειος της 21ης Απριλίου. Φυσικά είχαν περάσει οι παλιοί καιροί, που η επέτειος γιορταζόταν με κάποια έστω και υποτονική λαϊκή συμμετοχή, συνήθως υπό μορφή θεατών. Ελάχιστοι οπαδοί της Εθνοσωτηρίου είχαν πια απομείνει στην πόλη και όλα δείχνανε πως οι μέρες της Δικτατορίας ήταν μετρημένες. Οι εξελίξεις στην Κύπρο το επιβεβαίωναν. Η κήρυξη εκτός νόμου της ΕΟΚΑ Β΄, η επιστολή του Μακάριου στην ελληνική κυβέρνηση, όπου δήλωνε με λεβεντιά πως ήταν πρόεδρος ανεξάρτητου κράτους και όχι νομάρχης ελληνικής νομαρχίας, προκάλεσαν ενθουσιασμό στους Έλληνες, που όλοι τους τώρα πια άκουγαν ξένους σταθμούς, Ντόυτσε Βέλλε, Λονδίνο και Φωνή της Αλήθειας, για να μαθαίνουν τις ειδήσεις, αφού οι σταθμοί του ΕΙΡ και της ΥΕΝΕΔ είχαν περιπέσει σε πλήρη ανυποληψία.

Παρ΄ όλα αυτά ο Γυμνασιάρχης επέμενε να γιορταστεί στο σχολείο επισήμως η επέτειος και δήλωσε πως θα εκφωνούσε ο ίδιος τον πανηγυρικό. Όντως η τελετή έγινε και ήταν τελείως θλιβερή, ο δε λόγος του γελοιωδέστατος, πολύ περισσότερο που τον έκλεισε αναφωνώντας

«ζήτω η Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών»,

οπότε ο Δήμος δεν κρατήθηκε και συμπλήρωσε τη ζητωκραυγή φωναχτά,  με το ευφυολόγημα του Γεωργίου Παπανδρέου

«ορθοδόξων, καθολικώς διαμαρτυρομένων».

Ο Γυμνασιάρχης ακούγοντάς τον έμεινε άναυδος, πολλοί καθηγητές δεν ήξεραν τι να κάνουν, κάποιοι όμως δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα γέλια τους, δύο παριστάμενοι στην τελετή στρατιωτικοί αγρίεψαν, αλλά δεν έκαναν ούτε είπαν τίποτα, οι πιο πολλοί μαθητές, όμως έβαλαν τα γέλια και κάποιοι χειροκροτήσανε και μετά τη λήξη της τελετής τον περικύκλωσαν χαρούμενοι.

Αυτή τη φορά δεν του τη χαρίσανε. Ο Γυμνασιάρχης τον φώναξε στο γραφείο του και παρουσία του καθηγητικού συμβουλίου τον επέπληξε αυστηρά,  αλλά και τον απείλησε με «βαρείας συνεπείας», που δεν άργησαν. Φαίνεται πως του έκανε αναφορά, γιατί μέσα Μαΐου του ανακοίνωσε πως το Υπουργείο τον έθεσε σε διαθεσιμότητα για δύο χρόνια.

Δεν τον ένοιαξε καθόλου. Η Δικτατορία είχε φάει πια τα ψωμιά της. Αυτό το βλέπανε όλοι. Καθώς δεν τον κρατούσε τίποτα σ΄ αυτήν την απόμερη μικρή πόλη, εκτός από τη φιλία του Αντρέα και της Αναστασίας και την «επιδερμική» του σχέση με την Ντίνα, αποφάσισε να γυρίσει στην Αθήνα, για να παρακολουθήσει από πιο κοντά τις εξελίξεις, που προβλέπονταν ραγδαίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 128 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 10 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Σε ένα ταξίδι στην Αίγινα ξαναβρίσκει την παλιά του αγάπη. Σήμερα μπαίνουμε στο έκτο κεφάλαιο, όπου ο ήρωας επέστρεψε στη βάση του.

ΕΞΙ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Γυρνώντας στη βάση του, ο Δήμος συνέχισε την προηγούμενη ζωή του, το ίδιο ρεγουλαρισμένη, όπως και πριν. Ξυπνούσε την κανονική του ώρα, ετοίμαζε το πρωινό του με την ίδια πάντα σχολαστική ακρίβεια, ξυριζότανε με επιμέλεια, ντυνότανε και στις οχτώ παρά τέταρτο, ακριβώς, βρισκόταν στο Γυμνάσιο. Δίδασκε ως τις δύο, το μεσημέρι, έτρωγε στη «Φωλιά», γύριζε στις τρεις στο σπίτι, έπαιρνε τον απογευματινό του υπνάκο και έπινε τον καφέ του με την Ντίνα στις πέντε. Κατόπιν πήγαινε στο καφενείο, κάπου κάπου στο σινεμά και στις δέκα και μισή γυρνούσε στο σπίτι

Αλλά αυτό ήταν κάτι το επιφανειακό. Έτσι παρουσιαζόταν στους άλλους. Μέσα του όλα είχαν αλλάξει ριζικά, η μόνη όμως μεταβολή στις συνήθειές του, που θα μπορούσαν να επισημάνουν τρίτοι, ήταν πως σταμάτησε τους καθιερωμένους περίπατους στο δασάκι ή την παραλία. Κατάργησε τις περιπατητικές ονειροπολήσεις του, γιατί το πήρε απόφαση πως ο ονειρικός εαυτός του πέθανε οριστικά και αφού απαρνήθηκε τη διέξοδο της φυγής με την ονειροπόληση, αποφάσισε να βρει κάποιαν άλλη παρηγοριά.  Έπρεπε να γεμίσει τη ζωή του με κάτι πιο ουσιαστικό από τις ψευδαισθήσεις των ονειροπολήσεων. Η Έζμπα είχε βρει το σωστό δρόμο. Η τέχνη της, γέμιζε τη ζωή της.

Αποφάσισε να καταπιαστεί με το γράψιμο. Θυμήθηκε τις καταγραφές των ονειροπολήσεών του, που σε μια περίοδο ζήλου και έξαρσης είχε ταξινομήσει σε κατηγορίες. Ξεπερνούσαν τις διακόσιες σελίδες γραφομηχανής και ξεφυλλίζοντάς τις βρήκε πως αποτελούσαν πρώτης τάξεως υλικό, για να γράψει τουλάχιστον τρεις νουβέλες ή και μυθιστόρημα ολόκληρο. Με κάποια ικανοποίηση διαπίστωσε πως τα φανταστικά πρόσωπα με τα οποία πλαισίωσε αυτόν τον δεύτερο, ονειρικό, Δήμο, είχαν δυνατότητες να γίνουν αληθοφανείς προσωπικότητες, το καθένα με δικιά του υπόσταση και χαρακτηριστικά.

Δεν ήταν μόνο ο ταβερνιάρης ο Φίλιππας και οι θαμώνες του. Ήταν και οι άλλοι, που πλαισίωναν την άλλη, την  ονειρική δραστηριότητα του δεύτερου Δήμου, με τη συντροφιά των οποίων έκανε μακρινά ταξίδια στα πέρατα του κόσμου και που ήταν, οι περισσότεροι, ξένοι με διασυνδέσεις που έφταναν ως τις Ερυθρές Ταξιαρχίες της Ιταλίας και τη ΡΑΦ της Γερμανίας. Αποφάσισε, για την ώρα, να ασχοληθεί μόνο με τους ντόπιους. Τους ξένους χαρακτήρες, τους κράτησε σε εφεδρεία για δεύτερο ενδεχομένως βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 110 Σχόλια »

Κάτι σαν όνειρο, ένας άνθρωπος κι ένας γάιδαρος (τρία διηγήματα του gpointofview)

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2022

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από δυο μήνες κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτά συνδέονται με τραγούδι, τούτη τη φορά ελληνικό, που μπαίνει σαν ιντερλούδιο μετά το πρώτο διήγημα. Τα διηγήματα αυτά τα αφιερώνουμε στη μνήμη του αξέχαστου φίλου μας Γιάννη Ιατρού, επειδή λίγο πριν από τον αδόκητο θάνατο του Γιάννη ο Τζι τού είχε ζητήσει τη βοήθεια για τη μορφοποίηση -και φυσικά ο Γιάννης είχε δώσει τη βοήθειά του, όπως με τόση γενναιοδωρία και αξιοσύνη έκανε πάντοτε.

1. Το στρείδι και το μαργαριτάρι

Περίεργα νερά αυτά της Μεσόγειος, αλλού σου μοιάζουν φιλικά, κι αλλού μόνο το χρώμα τους προειδοποιεί κινδύνους. Μεγαλωμένη στα ήρεμα νερά της Καλλονής η κοπελιά-λέγανε πως από αυτήν πήρε το όνομά του ο κόλπος- ανεβοκατέβαινε από τον αφρό στον πλούσιο σε όστρακα βυθό, μα δεν της έλαχε ποτέ μαργαριτάρι. Τόχε παράπονο. Μόνο ένα πιο μικρό από φακή, σε ακανόνιστο σχήμα σαν αχλάδι, στα τόσα χρόνια που έψαχνε. 

 – Θέλω το πιο σπάνιο μαργαριτάρι του κόσμου ! 

 – Θα τόχεις. Κι’ από μένα, μπόνους, το πιο σκούρο. 

 Ηταν σαν προγαμιαία συμφωνία ό όρος που έθετε η κοπελιά στον νέο από την Μπαρμπαριά. Γεροδεμένος κι αθλητικός, με σκοτεινό το βλέμμα απ’ τις βουτιές για σφουγγάρια στα σκληρά νερά της Αφρικής, δούλεψε χρόνια σ’ ελληνικά καΐκια, έμαθε και την γλώσσα. Με το τέλος της δουλειάς ήρθε με το σφουγγαράδικο στα νησιά του  Αιγαίου ψάχνοντας για νύφη. Δεν τόχε σε πολύ να αλλαξοπιστήσει, πίστευε πως αν η γυναίκα του ήταν καλύτερη από αυτόν και ο θεός της θα μπορούσε να είναι καλύτερος από τον δικό του. Η Καλλονή τον μάγεψε τόσο που αρκέστηκε στον λόγο της για την παρθενιά της- ήταν εκ των ουκ άνευ στην κουλτούρα του- αν και η κάπως προχωρημένη ηλικία της για γάμο προξενούσε απορίες αν κάποιος έβλεπε την ομορφιά της. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 97 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 9 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η ένατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Ξανασμίγουν. Σήμερα ολοκληρώνουμε το πέμπτο κεφάλαιο, με την επιστροφή.

Στο σημερινό απόσπασμα, οι δυο φίλοι συζητούν για διάφορα και απαγγέλλουν -μεταξύ άλλων, το ποίημα Ψαροφιλοσοφία του Ρούπερτ Μπρουκ. Αυτό το ποίημα το θυμάμαι να το απαγγέλλει ο πατέρας μου. Αν δείτε το πρωτότυπο (με τίτλο Heaven) θα διαπιστώσετε ότι η ελληνική μετάφραση παίρνει πολλές ελευθερίες. Ωστόσο, δεν γίνεται αναφορά σε όνομα μεταφραστή και είναι κρίμα. Δεν μπόρεσα όμως να βρω τίποτα σχετικό (και, εκτός αυτού, ίσως λείπει κάποιος στίχος από την παρατιθέμενη μετάφραση).

Παραμονή των Φώτων φύγανε. Αποχαιρετώντας τον, τον φίλησε πολλές φορές δακρυσμένη. Με μεγάλη εγκαρδιότητα χαιρέτησε και τον Αντρέα.

Μέσα στο πλοίο, που τους έφερε στον Πειραιά, ο Δήμος δεν είπε κουβέντα, αλλά και στη διαδρομή ως τις Θερμοπύλες, όπου σταμάτησαν για φαγητό, στην ίδια ταβέρνα, εξακολούθησε να οδηγεί αμίλητος, αφήνοντας τον Αντρέα να φλυαρεί, εκθέτοντας τις εντυπώσεις του από το ταξίδι.

«Όπως θα ξέρεις εγώ είμαι βουνίσιος και τι βουνίσιος, από ένα μέρος χωμένο μέσα σε μια κοιλάδα, ανάμεσα σε δυο πανύψηλα βουνά, που ήλιος δεν το βλέπει, αφού, να σκεφτείς, το λένε Σκοτίνα. Ούτε βλέπεις από κει θάλασσα. Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί και πήγαμε με το τραίνο στη Θεσσαλονίκη, σα βγήκαμε από τα Τέμπη και στον Πλαταμώνα είδαμε τη θάλασσα, μια γριά από το χωριό μας, που φαίνεται πως την έβλεπε για πρώτη φορά, φώναξε με πραγματική κατάπληξη: «Πω πω νερό!» Γι΄ αυτό ίσως η θάλασσα με συνεπαίρνει και τα νησιά με τρελαίνουν. Να σκεφτείς πως τους τελευταίους μήνες της Κατοχής και καθώς είχα βγει στο βουνό, πέρασα στο ΕΛΑΝ, στην 5η μοίρα της Χαλκιδικής. Τότε γύρισα όλα τα νησιά του βόρειου Αιγαίου και μερικά Κυκλαδονήσια. Σε ένα μάλιστα, στον Άη Στράτη πήγα δυο φορές, την πρώτη με το ΕΛΑΝ και τη δεύτερη σα με στείλανε εκεί εξορία. Με την Αίγινα πάντως ειλικρινά ενθουσιάστηκα. Λέω να ξανάρθω, με την Αναστασία αυτή τη φορά.  Το δέλεαρ της επίσκεψης στον Άγιο Νεκτάριο θα είναι ισχυρό» δήλωσε.

Την ώρα που τρώγανε  τον ρώτησε, με κάποιο πονηρό χαμόγελο.

«Όπως διαπίστωσα, όχι ιδίοις όμμασιν αλλά ιδίοις ωσίν, γιατί, εδώ που τα λέμε κάνατε αρκετή φασαρία, όλες τις νύχτες πλαγιάζατε μαζί. Σε ζήλεψα μάλιστα λιγάκι, γιατί η Βασιλική είναι πολύ όμορφη γυναίκα. Μήπως αυτό προοιωνίζει την επανασυγκόλλησή σας; Της έκανες την πρόταση για την οποία μου μίλησες;»

Ο Δήμος του μετέφερε την κουβέντα τους και την ουσιαστική απόρριψη της πρότασής του.

«Όπως βλέπεις δεν έγινε τίποτα. Θέλει να είναι τελείως ελεύθερη. Άλλωστε, όπως το διαπίστωσες και συ, έχει δημιουργήσει τον δικό της κύκλο και φαίνεται να την ικανοποιεί η ζωή που κάνει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ερωτικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »