Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μεσοπόλεμος’ Category

Σωτήρης Σπαθάρης: Πώς γνώρισα τον Τσαρούχη (απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα)

Posted by sarant στο 10 Οκτωβρίου, 2021

Τον τελευταίο καιρό, σε σχόλια του ιστολογίου, έγινε λόγος για τα Απομνημονεύματα του καραγκιοζοπαίχτη Σωτήρη Σπαθάρη, που εκδόθηκαν πριν από μερικούς μήνες από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Η έκδοση είναι υποδειγματική αν και ίσως προκαλεί δέος καθώς ξεπερνάει τις 700 σελίδες μεγάλου σχήματος. Ευτυχώς που εκδόθηκε από τις ΠΕΚ κι έτσι έγινε δυνατό να συγκρατηθεί η τιμή στα 22 ευρώ, ποσό βέβαια κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο έτσι κι αλλιώς.

Ο Σπαθάρης (1887-1974) ήταν ολιγογράμματος, και για να γράψει τα απομνημονεύματά του χρειάστηκε όχι μόνο την ενθάρρυνση αλλά και την πρακτική βοήθεια άλλων, χωρίς τους οποίους το εγχείρημα δεν θα είχε δει το φως. Και πάλι όμως, το έργο πέρασε πολλές περιπέτειες, που τις εξηγεί αναλυτικά ο επιμελητής τούτης της έκδοσης, ο Γιάννης Κόκκωνας, στην απαραίτητα εκτενή (125 σελίδες) εισαγωγή του.

Μάλιστα, ο Σπαθάρης έγραψε τα απομνημονεύματά του τρεις φορές. Την πρώτη το 1944, τη δεύτερη στις αρχές της δεκαετίας του 1950, με τη βοήθεια του ποιητή Λάμπη Χρονόπουλου, και την τρίτη στα τέλη της δεκαετίας του 1950, που ήταν και η μόνη που είδε το φως της δημοσιότητας, το 1960, αρχικά σε προδημοσίευση στο περιοδικό Ταχυδρόμος και αμέσως μετά σε βιβλίο. Η έκδοση αυτή έχει κάνει πολλές ανατυπώσεις και κυκλοφορεί και σήμερα από τις εκδόσεις Άγρα (Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη).

Το βιβλίο που κυκλοφόρησε από την ΠΕΚ φέτος δεν περιλαμβάνει την «τρίτη γραφή» των απομνημονευμάτων του Σπαθάρη (που όπως είπαμε κυκλοφορεί σε βιβλίο εδώ και πολλά χρόνια) αλλά τις πρώτες δύο, που τα χειρόγραφά τους θεωρούνταν χαμένα και που βρέθηκαν τελευταία υστερα από διάφορες τυχερές συμπτώσεις, όπως εξηγεί στην εισαγωγή ο Γ. Κόκκωνας.

(Από την εισαγωγή έμαθα ότι ο Σπαθάρης μάλλον δεν γεννήθηκε το 1892 οπως θα δείτε να αναφέρεται στις περισσότερες πηγές, αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, το 1887 όπως πειστικά εξηγεί ο Γ. Κόκκωνας).

Η δημοσίευση και της πρώτης και της δεύτερης γραφής δεν είναι περιττή πολυτέλεια, διότι τα κείμενα διαφέρουν πάρα πολύ μεταξύ τους (όπως και με την τρίτη γραφή) τόσο στη γλώσσα όσο και στο περιεχόμενο. Η δεύτερη γραφή είναι η εκτενέστερη. Για παράδειγμα, ο Σπαθάρης αναφέρει την παράσταση Καραγκιόζη που είχε ανεβάσει με θέμα τη δολοφονία του Αθανασόπουλου (το 1931 στου Χαροκόπου) και στις τρεις εκδοχές των Απομνημονευμάτων του. Αλλά στην πρώτη γραφή υπάρχει απλώς μια εν παρόδω αναφορά, στη δεύτερη ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο 1395 λέξεων ενώ στην τρίτη μια μικρή αφήγηση 410 λέξεων.

Διάλεξα να παρουσιάσω εδώ δυο κεφάλαια από τη δεύτερη γραφή (σελ. 406-414 του βιβλίου). Σε αυτά ο Σπαθάρης αφηγείται πώς γνωρίστηκε με τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη, στη συνέχεια εκθέτει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ήδη από το 1930 για να παίζει Καραγκιόζη στις συνοικίες της Αθήνας, μετά λέει για το πώς τον προσέγγισε η σύζυγος του υπουργού Ζάννα (η Βιργινία Ζάννα, κόρη της Πηνελόπης Δέλτα) για να παίξει στο θέατρο Κεντρικό, τη γνωριμία του με τη συγγραφέα Έλλη Παπαδημητρίου και τέλος πώς έφτιαξε μια μικρή σκηνή Καραγκιόζη για το Θεατρικό Μουσείο.

Οπως γράφει ο επιμελητής του έργου, τα επεισόδια που διηγείται ο Σπαθάρης διαδραματίζονται το 1931-32, αλλά στο τελευταίο τμήμα του κειμένου κάνει μάλλον ένα άλμα στα 1938, αφού τότε ιδρύθηκε το Θεατρικό Μουσείο.

Δεν λέω περισσότερα, παραθέτω το κείμενο του Σπαθάρη. Στο τέλος εξηγώ μια λέξη.

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΖΩΓΡΑΦΟ ΤΣΑΡΟΥΧΗ

Όταν εγώ και το Τουρκάκι παίζαμε στην Κηφισιά, στη Μάνδρα του Παρδάλη και θεατρώνη μας είχαμε τον καραγκιοζο­παίχτη Ξάνθο, μόλις επαίξαμε καμιά εικοσαριά παραστάσεις, μια βραδιά που ’παιζα, ένα παλληκαράκι καλοντυμένο με περικάλεσε να τον αφήσω να μπει μες στη σκηνή, για να δει πώς παίζω. Όταν έφυγε, μου ’δωσε συγχαρητήρια για το καλό παίξιμο πού έκανα. Μ’ αυτός ό νέος μουσαφίρης μας ερχότανε κάθε βράδυ. Μια βραδιά μάς έφερε κι έναν ξένον καλλιτέχνη κι όταν ετελείωσε η παράσταση μου είπε: Κύριε Σπαθάρη, επειδή εμένα μού αρέσει πάρα πολύ το παίξιμό σου απ’ όλους τους άλλους καραγκιοζοπαίχτες που ‘χω δει, θέλω αύριο το πρωί να σε φωτογρα­φίσω μαζί με την σκηνή σου. Την άλλη μέρα η μηχανή του με φωτογράφισε και σε μια βδομάδα μου ’δωσε μια μεγάλη φωτογρα­φία που την έχω για ενθύμιο. Από τότες ερχότανε πότε μόνος του πότε με παρέα ταχτικά στο σπίτι μου, στην Κηφισιά, κι έβλεπε όλους τούς καραγκιόζηδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοβιογραφία, Θέατρο σκιών, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 163 Σχόλια »

Οι πόλεις του νεαρού Μίκη (απόσπασμα από τους Δρόμους του Αρχάγγελου)

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2021

Καθώς τιμούμε ακόμα τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη, σκέφτηκα για σήμερα, στο καθιερωμένο λογοτεχνικό μας κυριακάτικο άρθρο, να δημοσιεύσω ένα δικό του κείμενο. Από το δίτομο αυτοβιογραφικό του έργο «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου», που είχε κυκλοφορήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1980 από τον Κέδρο, διάλεξα ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι από την αρχή (σελίδες 15-25 του πρώτου τόμου). Σημειώνω ότι έχει κυκλοφορήσει και δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση της αυτοβιογραφίας του Μίκη, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, αλλά δεν ξέρω κατά πόσον υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στο απόσπασμα που δημοσιεύω εδώ.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο απόσπασμα αυτό διηγείται τις επαρχιακές πόλεις που γνώρισε στα παιδικά του χρόνια και τα ταξίδια που έκανε με το πλοίο, καθώς, επειδή ο πατέρας του ήταν ανώτερος υπάλληλος, είχαν αλλάξει πολλές φορές τόπο διαμονής στις δεκαετίες του 20 και του 30.

Οι απόψεις για την καθυστέρηση και την κακή εικόνα που παρουσίαζαν οι επαρχιακές πόλεις του μεσοπολέμου ίσως φανούν υπερβολικές, διασταυρώνονται όμως από άλλα κείμενα της εποχής και αφηγήσεις άλλων παρατηρητών, το ίδιο και η άποψη για τα πιο πολιτισμένα Επτάνησα.

Σημειώνω ακόμα ότι ο Γιαννάκης, ο αδελφός του συνθέτη, δηλαδή ο δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, που έχει γράψει μερικούς εξαιρετικούς στίχους τραγουδιών του Μίκη, ήταν επτά χρόνια νεότερος.

Μετέτρεψα σε μονοτονικό αλλά άφησα ως επί το πλείστον την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Όλο και κάποιο λαθάκι θα έχει ξεφύγει όμως, το κείμενο είναι μεγάλο.

Ας μην ξεγελιόμαστε… Από κείνο που λέμε «μουσική υποδομή», η Ελλάδα, ιδιαίτερα εδώ και μισό αιώνα, δεν είχε ίχνος… Συμφωνικές ορχήστρες. Χορωδίες. Συναυλίες. Ωδεία. Μουσικές εκδόσεις. Όλ’ αυτά, πράγματα άγνωστα στην ελληνική επαρχία.

Ούτε φυσικά υπήρχε και ραδιόφωνο, για να έχεις, όπως σήμερα, διάφορα μουσικά ακούσματα. Kι εγώ υπήρξα γέννημα θρέμμα αυτής της άγνωστης γης, της μυθικής χώρας, που λέγεται ελληνική επαρχία. Δείτε πίνακα πόλεων και ημερομηνιών για να καταλάβετε καλύτερα: Γεννήθηκα στη Χίο. Έτος 1925. Μετά: Μυτιλήνη, 1925-1928. Σύρος και Αθήνα, 1929. Γιάννενα, 1930-32. Αργοστόλι, 1933-36. Πάτρα, 1937-38. Πύργος, 1938-39. Τρίπολη, 1939-43. Αθήνα, 1943.

Mόνο σ’ ένα καπρίτσιο -να πρόσθετα τη φράση «παρά φύσιν»;- θα μπορούσε να αποδοθεί το γεγονός, ότι ένα παιδί, που έζησε από τη Χίο έως την Αθήνα τα πρώτα του δεκαοχτώ χρονιά, οδηγήθηκε στη μουσική… Επομένως, συμπέρασμα πρώτον: η περίπτωσή μου παρουσιάζει κοινωνιολογικό ενδιαφερον… Εμείς, απ’ όπου περάσαμε, δεν είχαμε σχέση ούτε με τις «κομ­πανίες», που έπαιζαν «λαϊκή μουσική» — ο Θεός ξέρει ποιος τις ήξερε τότε – δεν ξέραμε τα λαϊκά όργανα, μπουζούκι, μπαγλα­μά ή βιολί. Συμφωνικές ορχήστρες, ναι, είδαμε στα 1942, στο πανί του κινηματογράφου και τότε «αλλάξαμε ζωή» — αλλά αυτά για αργότερα. Με τα σημερινά μέτρα, δεν υπάρχει ελληνι­κό χωριό να συγκριθεί με την ελληνική πόλη του 1930 ή του 1940… Μόνο στην Αφρική, στην Ασία και στη Νότια Αμερική θα βρούμε σήμερα απομακρυσμένα χωριά, που να μοιάζουν με τα Γιάννενα του 1932 ή με την Τρίπολη του 1942…

Όταν πρωτομπήκα στο δημοτικό στα Γιάννενα, όλα τα παιδιά ήταν ξυπόλυτα και παρ’ ότι τα κεφάλια τους περασμένα με την «ψιλή», οι ψείρες έτρεχαν λεφούσια. Οι τούρκικοι μαχαλάδες, ή τα καντούνια, είχαν λάσπες χαρμάνι με κατρουλιά, γιατί φυσι­κά υπόνομοι και τέτοια ήταν άγνωστα πράγματα για την εποχή. Φαντάσου τι ήταν τότε το ελληνικό χωριό. Ο πατέρας μου, Γενικός Γραμματέας στη Γενική Διοίκηση Ηπείρου, περνούσε τον πιο πολύ καιρό του στην ύπαιθρο. Συναισθηματικός, καλόψυ­χος που λέμε, είχε βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει δρόμους «για να πάει ο πολιτισμός», να φτιάξει υδραγωγεία και γενικώς αρδευτικά έργα και, σε καμιά ακραία περίπτωση, να πάει και το ηλεκτρικό. Μ’ έπαιρνε μαζί του στη Βήσσανη, στην Παραμυθιά, στο Μέτσοβο, με το μοναδικό αυτοκίνητο, κουπέ Φορντ, που υπήρχε τότε σε όλη την Ήπειρο, με σοφέρ το Βάνια, κι όταν σταματάγαμε στην πλατεία, μια βαθιά σιωπή έπεφτε στο χωριό. Οι μεγάλοι γουρλώνανε τα μάτια τους και τα παιδιά τρέχανε να κρυφτούνε. Τί θηρίο ήταν αύτό! Όπως μια κοπέλα που πήραμε στην Πάτρα —ως δεκαπέντε χρονών έβοσκε γίδια- και μόλις είδε πλοίο στη θάλασσα, έβαλε τις φωνές… Μιλάμε δηλαδή για τερατώδη γεγονότα, Ας μη λέμε λοιπόν εξυπνάδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Μεσοπόλεμος, Πόλεις, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 104 Σχόλια »

Μ’ αρέσει να ‘σαι μάγκισσα (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2021

Πριν από δέκα μέρες είχαμε δημοσιεύσει μια συνεργασία  του φίλου μας του Κόρτο για την αντιμετώπιση ορισμένων πολύκροτων εγκλημάτων από το ρεμπέτικο του μεσοπολέμου, και τότε είχα αναφέρει ότι επρόκειτο για πρόγευση μιας εκτενέστερης μελέτης του. Σήμερα, που είναι αργία (για ορισμένους, τουλάχιστον) και άρα έχουμε περισσότερο χρόνο για διάβασμα, δημοσιεύω αυτή την εκτενέστερη μελέτη, προσθέτοντας μόνο ένα γιουτουμπάκι του Χιώτη. 

Καμαρώνω που το ιστολόγιο στάθηκε αφορμή για μια τόσο αξιόλογη μελέτη, με υλικό που κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει βιβλίο. Καθώς τη διαβάζω, συλλογίζομαι ότι πολλές της παράγραφοι θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε αυτοτελή άρθρα. Αλλά δεν θέλω να σας κουράσω με τα δικά μου. Θυμίζω μόνο πως ο Κόρτο μάς είχε δώσει το 2018 μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο, όπως και ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο.

 

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ’ ΣΑΙ ΜΑΓΚΙΣΣΑ

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ ΜΑΓΚΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΙΚΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΛΑΪΚΗΣ ΑΠΗΧΗΣΕΩΣ (ΤΕΛΗ 19ΟΥ ΑΙΩΝΟΣ – ΔΕΚΑΕΤΙΑ ’50)

Προλεγόμενα

Το κάτωθι άρθρο φιλοδοξεί να αποτελέσει μία σταχυολόγηση μοτίβων στα οποία απεικονίζεται η γυναίκα του μάγκικου κοινωνικού στρώματος, κατά την διάρκεια ακμής του φαινομένου, δηλαδή από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνος μέχρι τα μισά περίπου της δεκαετίας του 1950. Οι αναφορές εξάγονται κατά κύριο λόγο από το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και από άλλες μορφές συναφούς τέχνης λαϊκής εμπνεύσεως ή απηχήσεως, όπως και από ορισμένες δημοσιογραφικού ή ιστορικού τύπου πληροφορίες. Το ζητούμενο είναι η απόδοση των κυριότερων στοιχείων με τα οποία τυποποιήθηκε η μάγκισσα, όπως την αναγνωρίζουμε σήμερα. Πρόκειται δηλαδή για μία επιτομή λαογραφικών καταγραφών, αφού επικεντρώνεται στην μελέτη του αστικού λαϊκού μας πολιτισμού -και όχι μία εργασία κοινωνιολογικού περιεχομένου, η οποία θα απαιτούσε μία εντελώς διαφορετική μεθοδολογία.

Όπως και στο σχετικό άρθρο της 11/ 6/ 2021, εκφράζω τις θερμές μου ευχαριστίες στον Νίκο Σαραντάκο για την παρότρυνσή του να συντάξω το κείμενο και για την προθυμία του να το δημοσιεύσει. Ευχαριστώ εξίσου τον φίλο Γιάννη Ιατρού, και όσους φίλους σχολιαστές του παρόντος ιστολογίου έδειξαν ενδιαφέρον για μία τέτοια δημοσίευση. Και ακόμα οφείλω πολλές ευχαριστίες στον συγγραφέα και μελετητή του ρεμπέτικου Κώστα Βλησίδη, ο οποίος προθύμως μας προσέφερε πολύτιμο υλικό για την Ειρήνη την τεκετζού και για την Μαρία Γουλανδρή από το προσωπικό του αρχείο.

 

Τι εστί μάγκισσα

Το σημασιολογικό εύρος του όρου «μάγκας» και των συνωνύμων του βρίσκεται σε σχεδόν ισότιμη αναλογία με την σημασία των αντιστοίχων θηλυκών τύπων. Η μάγκισσα, η μόρτισσα, η μαγκίτισσα, η μαγκιόρα (ή μαγγιώρα), η αλανιάρα, η ντερβίσαινα, η ντερμπεντέρισσα, η ασίκισσα, η βλάμισσα, η μποέμ και η μποέμισσα, αλλά και κατά κάποιον τρόπο και η μπαγιαντέρα, η σατράπισσα και ο θηλυκός σατράπης, καθώς και ένα πλήθος άλλων σχετικών λέξεων, λίγο πολύ χρησιμοποιούνται στον λαϊκό λόγο αδιακρίτως, περιγράφοντας γυναίκες με διαφορετικά κοινωνικά, ηθικά ή ψυχολογικά γνωρίσματα. Στα ρεμπέτικα τραγούδια και στον σχετιζόμενο λαογραφικό πλούτο της εποχής της δημιουργίας τους (από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50 περίπου) παρουσιάζεται μία ποικιλία γυναικών οι οποίες ανήκουν σε διάφορες ανθρωπολογικές ταξινομήσεις. Αναφέρονται εργαζόμενες (εργάτριες, δούλες, παραμάνες, μοδίστρες, πλύστρες, μικροπωλήτριες κλπ) ή άεργες. Παρουσιάζονται άγαμες, χήρες, ζωντοχήρες ή παντρεμένες. Άλλες είναι παραβατικές ή περιθωριακές και άλλες έντιμες, ενταγμένες στην ευρύτερη λαϊκή κοινωνία. Ως προς την καταγωγή καταγράφονται προσφυγοπούλες ή ντόπιες, από διάφορα μέρη της Ελλάδος – αλλά ακόμα και ξένες. Σε χαρακτηρολογικό επίπεδο γίνεται λόγος για κουτσομπόλες, τσιγκούνες, σπάταλες, γκρινιάρες, επιθετικές, παιχνιδιάρες, καλόκαρδες, ερωτικές, σοβαρές, έκλυτες, πιστές ή άπιστες, άλλες που είναι δύσκολες στην επιλογή γαμπρού και άλλες που επιδιώκουν εντόνως στεφάνι.

Σε πολλές από αυτές τις γυναίκες, όχι όμως σε όλες, αποδίδεται ο χαρακτηρισμός της μάγκισσας ή των σχετικών συνωνύμων πολυτρόπως. Σε κάθε περίπτωση ως μάγκισσα νοείται γυναίκα των μεσαίων λαϊκών έως και των πολύ χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων. Αν και είναι εξαιρετικώς δύσκολο να διατυπωθεί μία πλήρης κατηγοριοποίηση των σημασιών της λέξης, ωστόσο -με έναν μεγάλο βαθμό γενίκευσης- διακρίνονται οι εξής τρόποι με τους οποίους χρησιμοποιείται:

  • ως επιθετικός προσδιορισμός για την προσωπικότητα μίας γυναίκας, κυρίως με επαινετικό πρόσημο (αν και όχι πάντα) σε σχέση με την αποφασιστικότητα, τον δυναμισμό, το πνεύμα ελευθερίας και την ευθύτητα της ή σε σχέση με την εξυπνάδα και την πονηριά της , η λεγόμενη καταφερτζού.
  • ως επαινετικός χαρακτηρισμός για την γοητεία και την ομορφιά μίας γυναίκας, όμως δύσκολης για ερωτική κατάκτηση, τρόπον τινά γυναίκα του μπελά, ασχέτως της κοινωνικής της τοποθέτησης.
  • με την σημασία της μερακλούς, της γυναίκας που ζει ή θέλει να ζει ανέμελα, προτάσσοντας την διασκέδαση, το κέφι και την καλοπέραση, αντί την τακτοποιημένη καθημερινότητα. Τρόπον τινά το πλησιέστερο συνώνυμο είναι η μποέμισσα.
  • ως συνώνυμο της ρεμπέτισσας, της γυναίκας του λαϊκού τραγουδιού και γενικότερα των λαϊκών καλλιτεχνίδων. Αυτός ο προσδιορισμός όμως είναι μάλλον προβληματικός, διότι οδηγεί σε παρερμηνείες.
  • με την σημασία της γυναίκας του περιθωρίου ή του υποκόσμου, η οποία μπορεί να ακολουθεί παραβατικές ή ανήθικες πρακτικές οποιασδήποτε μορφής. Αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως ο χαρακτηρισμός που πλησιάζει περισσότερο στην πρωταρχική σημασία της λέξης «μάγκας».

Τουλάχιστον στα ρεμπέτικα τραγούδια δεν φαίνεται να προηγείται χρονικώς σε σημαντικό βαθμό κάποια από αυτές τις σημασιολογικές αποκλίσεις. Για παράδειγμα ήδη το 1919 ο Τούντας στο τραγούδι «η εύθυμος χήρα», ή αλλιώς «η ζωντοχήρα» με ερμηνεία της Μαρίας Σμυρναίου (δεύτερη εκτέλεση το 1926 ως «η μόρτισσα» με τον Βαγγέλη Σωφρονίου), η λέξη «μόρτισσα» χρησιμοποιείται κυρίως ως έκφραση προσδιοριστική των ερωτικών θέλγητρων μίας μικρής: «Μια μόρτισσα θεότρελη τσαχπίνα και τσακίρα/ μ’ έχει σηκώσει το μυαλό έμορφη ζωντοχήρα». Στον εν λόγω στίχο δεν προτάσσονται ιδιαίτερα κοινωνιολογικά γνωρίσματα της «μόρτισσας», παρά μόνον στοιχεία της τσαχπίνικης προσωπικότητάς της. Παρόμοια παραδείγματα βρίσκονται σε διάφορα άλλα ρεμπέτικα, π.χ. «η βλάμισσα» του Γιοβάν Τσαούς (1936 με τον Στελλάκη Περπινιάδη): «Μέρες και νύχτες περπατώ μέσα στην Δραπετσώνα/ για μια σουλτάνα βλάμισσα, πεντάμορφη κοκκώνα» ή «η μάγκισσα», αλλιώς «με έκαψες ρε μάγκισσα», επίσης του Γιοβάν Τσαούς (1936 πάλι με τον Στελλάκη): «Με έκαψες, ρε μάγκισσα, μου πήρες την καρδιά μου/ με μια μονάχα σου ματιά, μου καις τα σωθικά μου».

Πολλές φορές όλες αυτές οι σημασίες της «μάγκισσας» και των συνωνύμων της εμφανίζονται στον αστικό λαϊκό πολιτισμό συνδυαστικά ή και συγκεχυμένα, ενίοτε με κάποιον βαθμό ασάφειας.

 

Εγώ το πίνω το κρασί, μ’ οκάδες, με γαλόνια και ώρες είν’ μου φαίνεται να βάλω πανταλόνια

Το ντύσιμο και η εξωτερική εμφάνιση του άνδρα της μαγκιάς έχει περιγραφεί, τυποποιηθεί και απεικονιστεί σε δεκάδες τραγούδια, μαρτυρίες, λογοτεχνικά κείμενα, φωτογραφίες και σκίτσα (τζογέ παντελόνι, μυτερά στιβάνια, ζωνάρι, καβουράκι ή τραγιάσκα, μαχαίρι, κομπολόι κλπ). Αντιθέτως στην περίπτωση της μόρτισσας δεν φαίνεται να έχουν σχηματοποιηθεί τυπικά γνωρίσματα ντυσίματος και εμφάνισης. Οι γυναίκες αυτών των κοινωνικών κατηγοριών μάλλον φαίνονται να ακολουθούν την γενικότερη λαϊκή γυναικεία μόδα του άστεως. Ο γυναικείος καλλωπισμός αποτυπώνεται σε διάφορα λαϊκά τραγούδια: «στου Βύρων το συνοικισμό/ μια χήρα είκοσι χρονώ/ με μάτια σουρμελίδικα/ γλυκά και σεβνταλίδικα» ακούγεται στον «Αγαπησιάρη» του Τούντα (μία ηχογράφηση το 1931 με τον Νταλγκά και μία δεύτερη το 1932 με τον Στέφανο Βαζαίο). Οι νέες γυναίκες των αστικών κέντρων του μεσοπολέμου περιποιούνται και βάφουν τα μαλλιά τους1: «Περμανάτες και αρλούμπες, μπούκλες και μυστήρια/ κι υποφέρουν, στο Θεό τους, χίλια δυο μαρτύρια/ για να γίνεται ωραία κάθε μια αλητήρια» ακούγεται στο τραγούδι «Τα ξανθά είναι της μόδας» του Κώστα Καρίπη (1934 με την Ρόζα Εσκενάζυ). Η αξία των κοσμημάτων που φορούν είναι ανάλογη της οικονομικής δυνατότητάς τους: «Στα χέρια σου δυο ψεύτικα έβαλες δαχτυλίδια» γράφει ο Πετροπουλέας στο τραγούδι «η αριστοκράτισσα» σε μουσική του Δημήτρη Σέμση (1937 με τη Τασία Βρυώνη και διασκευή από τον Γιώργο Κατσαρό το 1938 ως «εγώ για σένα ξενυχτώ»). Στο τραγούδι «θα σε κλέψω θα σε πάρω» με στίχους του Μίνωος Μάτσα και μουσική του Σκαρβέλη πάνω σε παραδοσιακή μελωδία (1940, με τον Χατζηχρήστο και τον Μάρκο) διακρίνεται μία ειρωνεία προς την μεγαλομανία των λαϊκών κοριτσιών: «παπούτσια θέλεις να φοράς, σα πολυκατοικία, Ελενίτσα μου/ να σε λένε γκραν κυρία, βρε κουκλίτσα μου».

Έως και στα τέλη του 19ου αιώνα τα μακριά γυναικεία φουστάνια έκρυβαν τα πόδια των ωραίων κορασίδων, η δε θέα γυμνής γυναικείας γάμπας προκαλούσε τον ανδρικό ενθουσιασμό. Ο Τίμος Μωραϊτίνης στις αναμνήσεις του από την παλαιά Αθήνα, μας παραδίδει το λαϊκό δίστιχο: «Είδες γάμπα, τα ποτήρια σπάστα»2. Αλλά οι πολύπλοκες και πλούσιες γυναικείες εμφανίσεις με τα δαντελωτά φουστάνια, τα επιβλητικά καπέλα, τα βέλα, τις κορδέλες και τους κορσέδες, έχουν αρχίσει ήδη να παρέρχονται από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα: «Κάτου τα βέλα και τα καπέλα, και η νουβέλ και τα φτερά και τα μωρά/ δεν θέλω πιέτες, κορσέδες, φούστες και δεν πετώ σε κορδελίτσες τον παρά» τραγουδάει «η νέα γυναίκα» σε μία εκδήλωση χειραφετήσεως, στο ομώνυμο επιθεωρησιακό τραγούδι του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, διασκευή ιταλικής μελωδίας του Vincenzo Di Chiara, με στίχους του Μπάμπη Άννινου και του Γιώργου Τσοκόπουλου (1909, Ελληνική Εστουδιαντίνα Σμύρνης και 1924 με ερμηνεία της Σωτηρίας Ιατρίδου).

Έτσι στα χρόνια μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο η γυναικεία μόδα γίνεται όλο και πιο απλή και συνάμα πιο αποκαλυπτική. Τουλάχιστον στα ρεμπέτικα τραγούδια αυτή η τάση θα γίνει δεκτή με τρόπο περιπαικτικό αλλά όχι αυστηρά επικριτικό. Οι νέες εμφανίσεις γεννούν ερωτικούς παλμούς. Στο τραγούδι του Γιάννη Δραγάτση «οι γαμπίτσες» (στην εκδοχή του 1933 με την Μαρίκα Πολίτισσα – άλλη μία ηχογράφηση το ίδιο έτος με τον Ρούκουνα) ακούγεται: «Η γαμπίτσα σου με σφάζει/ την καρδιά μου την σπαράζει/ και οι μπούκλες στα μαλλιά σου/ μ’ έφεραν στην γειτονιά σου». Στο τραγούδι του Γρηγόρη Ασίκη «δίχως κάλτσες περπατούν» (1934 με την Ρόζα) τα τσαχπίνικα και σκερτσοπαιχνιδιάρικα κορίτσια έχουν ελευθεριάζουσα συμπεριφορά: «και τη μόδα κυνηγούν, δίχως κάλτσες περπατούν». Παρομοίως «των κοριτσιών εφαίνονται οι όμορφες γαμπίτσες/ μα δεν τους κακοφαίνεται/ φορούν κοντές ρομπίτσες» γράφει ο Βαγγέλης Παπάζογλου στο χιουμοριστικό σεξουαλικό ρεμπέτικο «μου φαίνεται» (1935 με τον Ρούκουνα και την ίδια χρονιά με τον Στελλάκη).

Οι μόρτες βέβαια, Αθηναίοι, Πολίτες, Σμυρνιοί κλπ, ανακατεμένοι επί χρόνια με τις ημίγυμνες αλανιάρες του υποκόσμου αρέσκονται να αντικρίζουν γυναίκες με προκλητικές εμφανίσεις: «Μη μου χαλάς τα γούστα μου/ και πάρε μου τα ούλα/ κι άφες τα στήθια σου ανοιχτά/ να βλέπω την τρεμούλα» τραγουδάει ο Πωλ Γαδ στην διασκευή του «γιαφ γιουφ» με τίτλο «τα κούναγα» (1929, με τον Γαδ και την Ελληνική Εστουδιαντίνα στην Πόλη). Αλλά και ο γνήσιος μάγκας και μέγας ρεμπέτης Μανώλης Χιώτης μεταπολεμικά θα γράψει το τραγούδι «με την μακριά σου φούστα» (1948, με την Χασκήλ και τον συνθέτη), όπου παραπονείται: «Με τη μακριά σου φούστα/ μου χαλάς όλα τα γούστα/ γιατί κρύβεις, βρε τσαχπίνα/ τη γαμπίτσα σου τη φίνα».

Γενικώς οι μάγκες αγαπούν τις καλοντυμένες γυναίκες. «Αγαπώ μια παντρεμένη, όμορφη καλοντυμένη» λέει ο Τσιτσάνης στο τραγούδι «αγαπώ μια παντρεμένη» (1939, με τον Στράτο και τον συνθέτη). Και ο Κηρομύτης στο τραγούδι «ντυμένη σαν αρχόντισσα» (1940 με τον συνθέτη και την Γεωργακοπούλου) θαυμάζει την μάγκισσα που είναι μαζί του: «Ντυμένη σαν αρχόντισσα / μαζί μου να γυρίζεις/ να πίνεις σαν παλιός μπεκρής, κουκλάκι μου/ με σκέρτσο να καπνίζεις/ Να βάζεις τη φουστίτσα σου/ με γούστο και μεράκι/ και στο ποδάρι να φοράς, τσαχπίνα μου,/ το πιο καλό γοβάκι». Σε μία αντίθετη περίπτωση ο Χιώτης στενοχωρείται και προσπαθεί να νουθετήσει την όμορφη πλην αφημένη και κακοντυμένη κοπέλα, στο τραγούδι του «παράξενη κοπέλα» (1950, με την Νίνου, τον Νίκο Βούλγαρη και τον συνθέτη): «Τι μυστήριο κορίτσι είσαι ’συ/ μια σε βλέπω στα μεταξωτά ντυμένη/ μια σε βλέπω να τα πίνεις σαν τρελή/ κι από ντύσιμο πολύ κακοφτιαγμένη».

Παράλληλα με την κυρίαρχη λαϊκή μόδα, κάποιες λεπτομέρειες θα φέρουν τις γυναίκες της μαγκιάς εμφανισιακά κάπως πιο κοντά στο στυλ του αγοροκόριτσου, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί απαρέγκλιτο στοιχείο τυποποίησης. Κάποιες μόρτισσες κόβουν τα μαλλιά τους αλά γκαρσόν, όπως φαίνεται στην πρόζα του επιθεωρησιακού «το μορτάκι» του Ζάχου Θάνου (εκδοχή του 1928, με τον Γιαννάκη Ιωαννίδη και την Λίζα Κουρούκλη):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δύο φύλα, Ερωτικά, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Η γυναίκα που σκοτώνει και άλλες αιματοβαμμένες ιστορίες (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2021

Παρουσιάζω σήμερα με χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο. Θυμίζω πως ο Κόρτο μας είχε δώσει το 2018 μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο, όπως και ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο.

Η σημερινή συνεργασία αρχικά εντασσόταν σε μια ευρύτερη μελέτη, που είχε ως θέμα την αντιμετώπιση της γυναίκας στο ρεμπέτικο τραγούδι. Επειδή όμως η μελέτη εκείνη ήταν πολύ μεγάλη και η ενότητα που θα δούμε σήμερα είναι αυτοτελής, έκρινα προτιμότερο να μετατραπεί σε αυτόνομο άρθρο, ως πρόγευση, και την ευρύτερη μελέτη να τη δούμε σε επόμενη ευκαιρία.

Όσο για τον τίτλο, ας πούμε ότι ήταν τόσο σπάνιες οι ανθρωποκτονίες με δράστρια κάποια γυναίκα, που εύλογο ήταν να προκαλούν το μεγάλο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης -και των ρεμπέτηδων που εδώ λειτουργούσαν χρονογραφικά.

Δεν λέω περισσότερα, δίνω τον λόγο στον Κόρτο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ

και άλλες αιματοβαμμένες ιστορίες

Η αφορμή για την σύνταξη του ακόλουθου άρθρου δόθηκε μέσα από διαδικτυακή συζήτηση στο παρόν ιστολόγιο στις 9/4/ 2021, κατόπιν προτροπής του φίλου Γιάννη Ιατρού, τον οποίον ευχαριστώ ιδιαιτέρως, όπως επίσης και τους άλλους φίλους σχολιαστές οι οποίοι εξεδήλωσαν ενδιαφέρον για την σύνταξη ενός κειμένου τέτοιας θεματολογίας. Επίσης απευθύνω ευχαριστίες στον συγγραφέα και μελετητή του ρεμπέτικου Κώστα Βλησίδη, ο οποίος βοήθησε στην διερεύνηση της υπόθεσης του εγκλήματος στην Καισαριανή και επίσης παρείχε σημαντικά στοιχεία για την δολοφονία του Καλαματιανού. Και βέβαια ευχαριστώ πολύ τον Νίκο Σαραντάκο, τόσο για την παρότρυνσή του να γράψω το κείμενο, όσο και για την ευγενική του προσφορά να φιλοξενήσει την δημοσίευση!

Εισαγωγή: απεικονίσεις του φόνου στα τραγούδια λαϊκής απηχήσεως

Ο φόνος, το έγκλημα και ο δραματικός θάνατος αποτελούν διαχρονικά στοιχεία της λαογραφίας μας ήδη από την εποχή του δημοτικού τραγουδιού. Κατ’ αναλογία στο αστικό λαϊκό τραγούδι, το λεγόμενο ρεμπέτικο, εμφανίζονται αναφορές σε αόριστα ή συγκεκριμένα εγκλήματα και σκοτωμούς. Τα πραγματικά περιστατικά φόνων που καταγράφονται στα ρεμπέτικα άλλοτε έχουν σχέση με τον υπόκοσμο και τον χώρο της μαγκιάς, όπως οι περιπτώσεις του Σακαφλιά (ή Σαρκαφλιά) και του Πίκινου, και άλλοτε αφορούν πρόσωπα των οποίων η δολοφονία προκάλεσε την λαϊκή συγκίνηση (π.χ. Γυφτοδημόπουλος). Τα ληστρικά τραγούδια όπου περιγράφεται το τραγικό τέλος γνωστών ληστάρχων ή κλαριτών της εποχής του Μεσοπολέμου (Γιαγκούλας, Γκαντάρας, Μπαμπάνης, Γιαγιάδες κλπ) αποτελούν μία αυτόνομη κατηγορία. Ωστόσο δημοτικοφανούς ύφους θρηνητικά άσματα για αδικοσκοτωμένους έγραψαν και συντελεστές του ρεμπέτικου τραγουδιού, όπως τα δύο τραγούδια για τον Σωτήρχαινα (1934, ένα του Καρίπη με τον Παπασιδέρη και ένα του Κώστα Φαλτάιτς με τον Γιώργο Μεϊντανά). Βεβαίως πραγματικά εγκλήματα ή τραγικά περιστατικά καταγράφονται και σε δυτικότροπα ή ελαφρά αστικά τραγούδια του Μεσοπολέμου, τα οποία αγαπήθηκαν εξίσου από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Από την όλη διερεύνηση των ασμάτων αυτών, όπως και του συνδεόμενου λαογραφικού και δημοσιογραφικού υλικού, ειδικό ενδιαφέρον εμφανίζουν τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορήθηκαν γυναίκες -δικαίως ή αδίκως- άλλοτε ως φυσικοί και άλλοτε ως ηθικοί αυτουργοί. Επιπλέον αξιοπρόσεχτα είναι ορισμένα περιστατικά εγκλημάτων τα οποία έλαβαν χώρα στο περιβάλλον του ρεμπέτικου, αλλά παραδόξως δεν καταγράφηκαν σε τραγούδια. Σε κάθε περίπτωση η μελέτη των εγκλημάτων αυτών αποκαλύπτει πολλές πτυχές της διαμόρφωσης της νεώτερης λαογραφίας μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 92 Σχόλια »

Η Τζένη παραθερίζει (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2019

Στην καρδιά του καλοκαιριού βρισκόμαστε, οπότε σκέφτηκα να δημοσιεύσω σήμερα, που είναι Κυριακή και βάζουμε λογοτεχνική ύλη, ένα καλοκαιρινο διήγημα, ανάλαφρο, δροσερό και παλιομοδίτικο.

Συγγραφέας είναι ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947) λογοτέχνης από το Ναύπλιο με σημαντική παρουσία στα γράμματα προπολεμικά. Λεγόταν κανονικά Θρασύβουλος Ζωιόπουλος, αλλά υιοθέτησε λογοτεχνικό ψευδώνυμο και μάλιστα εκείνου του τύπου που ήταν πολύ της μόδας στον μεσοπόλεμο: όνομα και επώνυμο σχηματίζουν μια φράση, με το επώνυμο να είναι θηλυκό ουσιαστικό σε γενική πτώση.

Το «Στέφανος Δάφνης» είναι από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα, ενώ πολύ καλό είναι και το Άγγελος Δόξας (Νικ. Δρακουλίδης) καθώς και, διατί να το κρύψομεν, το Άχθος Αρούρης του παππού μου. Μάλιστα, στην περίπτωση του Στ. Δάφνη το ψευδώνυμο το χρησιμοποίησε και η σύζυγός του, η Αιμιλία Δάφνη (Αιμιλία Κούρτελη) που είχε επίσης παρουσία στα γράμματα. Δεν θυμάμαι άλλες περιπτώσεις ζευγαριού με ψευδώνυμο, αν και θα υπάρχουν.

Το διήγημα που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μπουκέτο το 1934. Περιγράφει ένα εφηβικό ειδύλλιο σε μια «ηλεκτροφωτισμένη λουτρόπολη» -τότε που ακόμα ήταν καινοτομία ο ηλεκτροφωτισμός στην επαρχία· ένα ειδύλλιο ανάμεσα σε μια έφηβη παραθερίστρια, από πλούσια οικογένεια της Αθήνας, και έναν ντόπιο νεαρό, αγωγιάτη. Το μοτίβο της αρχόντισσας και του αλήτη έχει χρησιμοποιηθεί πάρα πολλές φορές σε λογοτεχνία και κινηματογράφο. Μια ιδιαίτερη πινελιά του διηγήματος, που μας ενδιαφέρει διότι είμαστε γλωσσικό ιστολόγιο, είναι ότι εκτυλίσσεται σε αρβανιτοχώρι και ο νεαρός μιλάει (και) αρβανίτικα -ακούγονται και επεξηγούνται μερικές λέξεις.

Ευχαριστώ τον φίλο Γιάννη Π. για την πληκτρολόγηση και την όλη επιμέλεια.

Η ΤΖΕΝΗ ΠΑΡΑΘΕΡΙΖΕΙ

Κείνο το καλοκαίρι, στην ηλεκτροφώτιστη λουτρόπολη, η μικρούλα Τζένη έφερνε την ομορφιά των δεκάξι της χρόνων, την πρώιμη κοκεταρία της, τ’ ασημένιο της γέλιο. Έφερε όμως και τη δασκάλα της, που ήταν, όπως όλες οι Εγγλέζες μίσσες, ψηλή, ξεραγκιανή και σεμνότυφη σαν ξουρισμένος πάστορας. Λουτρά θα έκαναν μόνο η μαμά της, η κυρία Χατζηγιάννη και η θεία της―άλλη γεροντοκόρη αυτή― που είχαν πιαστεί από την τανάλια της αρθρίτιδας. Η Τζένη και η μις Γουότσον θα έκαναν μόνο εκδρομές στα γύρω, θα ψάρευαν σπάρους με το καλαμίδι και θα διάβαζαν τους τόμους του «Τιτ-Μπιτς» και άλλων περιοδικών, που τους φύλαγαν από τον περασμένο χειμώνα.

Η οικογένεια Χατζηγιάννη επήρε τα καλύτερα δωμάτια του ξενοδοχείου, στο πρώτο πάτωμα, με τη βεράντα ανοιχτή στη θάλασσα. Εκεί η Τζένη, ξαπλωμένη σε μια σεζ-λογκ, άκουγε τη δασκάλα της να διαβάζει και να εξηγεί την ατέλειωτη «Ιστορία της Αγγλίας». Τη στιγμή που ήταν έτοιμη να χασμουρηθεί, άκουσε μια φωνή από κάτω, από το δρόμο:

― Αγωγιάτη θέλετε, κυρίες;… Έχουμε ζα καλά, βασταγερά… ξέρουμε όλα τα κατατόπια…

Η Τζένη σηκώθηκε κι ήρθε στη ράμπα. Κείνος που μιλούσε ήταν ένας νέος χωριάτης, έφηβος ακόμη, ντυμένος με τη ντρίλινη φορεσιά του τόπου. Έστεκε ταπεινά, κρατώντας με το ‘να χέρι το κασκέτο του και με τ’ άλλο το σκοινί ενός γαϊδάρου. Κοιτάζοντας επάνω, περίμενε την απάντηση. Ήταν όμορφο αγόρι, μελαχρινό, με μάτια σα μαύρα κεράσια και μαλλιά σγουρά… Στο μυαλό της Τζένης άστραψε μια ιδέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία, Μεσοπόλεμος, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , | 119 Σχόλια »

Πεθαμένοι που ανασαίνουν (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, που είναι καρπός των αναδιφήσεών του σε σώματα παλιών εφημερίδων. Ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο, με αρκετό γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Θυμίζω πως ο Κόρτο μας είχε δώσει πριν από μερικούς μήνες μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο.

Επειδή το κείμενο είναι εκτενές αλλά και πλήρες, με την έννοια ότι ο Κόρτο έχει και εισαγωγή αλλά και γλωσσάρι, δεν κρίνω σκόπιμο να πω κάτι άλλο. Σχόλια δικά μου μέσα στο κείμενο είναι σε αγκύλες. Αν και πιστεύω ότι η ορθογραφία σε τέτοια κείμενα είναι καλύτερο να εκσυγχρονίζεται, ομολογώ ότι από τεμπελιά το άφησα όπως το είχε ο Κόρτο, δηλ. με την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού.

 

ΟΙ «ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ»,

ΕΝΑ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ

Τα αποσπάσματα τα οποία ακολουθούν προέρχονται από ένα εκτενές κείμενο με γενικό τίτλο «Πεθαμένοι που ανασαίνουν» και υπότιτλο «από το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου που πέθανε μέσα στη φυλακή από φυματίωσι», το οποίο δημοσιεύτηκε σε 29 συνέχειες στην εφημερίδα Απογευματινή, από την 9η Ιουλίου έως την 6η Αυγούστου 1926. Το συνολικό κείμενο διαρθρώνεται σε ένα σύντομο προοίμιο και τρία κυρίως κεφάλαια, άνισα σε έκταση και χωρισμένα σε επιμέρους υποκεφάλαια με ξεχωριστούς τίτλους το καθένα. Πρόκειται για δημοσίευμα μικτού χαρακτήρα, δημοσιογραφικού και συγχρόνως λογοτεχνικού, στο οποίο περιγράφονται σε πρώτο πρόσωπο οι εντυπώσεις ενός υποδίκου από τις πρώτες μέρες της εισόδου του στην φυλακή και ενόσω αυτός βρίσκεται σε αναμονή για έκδοση αποφυλακιστηρίου, το οποίο φαίνεται ότι περιμένει ματαίως. Στο προοίμιο του κειμένου εκδηλώνεται σε δραματικό τόνο ο πόνος των φυλακισμένων και καταδικάζεται η αναλγησία του Νόμου. Στο πρώτο και στο τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η κύρια διήγηση, ενώ επίσης αποδίδονται εκτενείς διάλογοι του πρωταγωνιστή με κρατουμένους, οι οποίοι αφηγούνται εντυπωσιακές ιστορίες της φυλακής. Ενδιαμέσως στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας παραθέτει μία έκθεση των συνολικών προβλημάτων τα οποία μαστίζουν τους φυλακισμένους, κατακρίνει με φλογερό λόγο την άθλια κατάσταση των σωφρονιστικών καταστημάτων, υποδεικνύει τους υπαιτίους και προτείνει άμεσες λύσεις.

Σκίτσο της 10.7.1926

Υπό αυτήν την έννοια, καθώς το δημοσίευμα συνδυάζει στοιχεία προκλητικής αφήγησης αφενός, καταγγελίας αφετέρου, οι «πεθαμένοι που ανασαίνουν» θα μπορούσαν να ταξινομηθούν στην ευρύτερη σειρά των ρεπορτάζ λογοτεχνικού ύφους τα οποία συνέταξαν γνωστοί Έλληνες συγγραφείς (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Μιχαήλ Μητσάκης, Πέτρος Πικρός, Κώστας Βάρναλης, Θέμος Κορνάρος κλπ) ύστερα από επισκέψεις τους σε φυλακές ή άσυλα. Ωστόσο ο συντάκτης του εν λόγω κειμένου είναι ανώνυμος. Η φυλακή όπου διαδραματίζεται η αφήγηση δεν κατονομάζεται ευθέως (πιθανότατα πρόκειται για την Παλιά Στρατώνα), ούτε αναφέρεται ο ακριβής χρόνος εισόδου του αφηγητή στην φυλακή· παραλείπεται επίσης η αναφορά του παραπτώματος για το οποίο κατηγορείται. Συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί άμεσα αν τα περιγραφόμενα του κειμένου αποτελούν προϊόν πραγματικής εμπειρίας προσωποκράτησης, δημοσιογραφικής αυτοψίας σε κάποιον χώρο φυλακής ή ενδεχομένως γέννημα λογοτεχνικής φαντασίας.

Σε κάθε περίπτωση το κείμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον από λαογραφικής και κοινωνιολογικής απόψεως, διότι οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες, έστω και αν δεν προέρχονται από αυθεντική μαρτυρία, οπωσδήποτε αντικατοπτρίζουν τους στερεότυπους συνειρμούς του εγγράμματου κόσμου για την ζωή των φυλακισμένων κατά την διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Οπωσδήποτε ορισμένα μοτίβα τα οποία συναντώνται στο κείμενο εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Για παράδειγμα το θέμα της εισαγωγής απαγορευμένων ειδών στην φυλακή με την βοήθεια μίας γυναίκας εμφανίζεται ήδη στην «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1903): «Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, προς παρηγορίαν του φυλακισμένου» (βλ. ιστοχώρος Α. Παπαδιαμάντης). Παρόμοια εικόνα απαντάται στο διήγημα «Η γυναίκα του Μαλή» του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1927): «Με τέτοιον τρόπο έμπαζε ούζο για τους φυλακισμένους μέσα στο ψωμί και μέσα στα ρούχα της» (Παπαντωνίου, 2011, σελ.159). Θεματικές αναλογίες εντοπίζονται βεβαίως και στην μεταγενέστερη λογοτεχνία, όπως η σκηνή ενθάρρυνσης του παλιού κρατούμενου προς τον νεοφερμένο, στο ευθυμογράφημα του Νίκου Τσιφόρου «ο μοδίστρας» (1962): «Έλα, ρε, μη το κρεμάς βαρίδι το πράμα. Φυλακή είναι, καλά περνάμε και δίνουνε και γάλα στο αναρρωτήριο.» (Τσιφόρος 2013, σελ.19). Ειδικότερα στο δημοσίευμα της «Απογευματινής» η τυποποιημένη απόδοση της ζωής των φυλακισμένων ενισχύεται και από μία σειρά συνοδευτικών σκίτσων, τα οποία είναι μάλλον γελοιογραφικού ύφους, μολονότι το ίδιο το κείμενο δεν διακρίνεται από χιουμοριστικό τόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Λαογραφία, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Φυλακή | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »

Συνάντηση με δυο ποιητές στην Αθήνα του 1936

Posted by sarant στο 27 Αυγούστου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο «Εξόριστοι στο Αιγαίο» (εκδόσεις Φιλίστωρ, 2002). Στο συγκεκριμένο απόσπασμα (σελ. 110-119), ο Αυστραλός δημοσιογράφος και ποιητής Μπερτ Μπερτλς (Bert Birtles, 1900-1994) περιγράφει τη συνάντησή του με τον Κώστα Βάρναλη και τον Γιώργο Σεφέρη (που τον αποκαλεί με το πραγματικό του όνομα, Σεφεριάδη) στην Αθήνα το 1936, και στη συνέχεια αναλύει την ποιητική σύνθεση «Φως που καίει» του Βάρναλη.

Το βιβλίο αξίζει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε, διότι είναι μια πολυ ενδιαφέρουσα εικόνα της Ελλάδας στη δεκαετία του 30 και ειδικότερα της ζωής των εξορίστων στην Ανάφη και τη Γαύδο -δυο νησιά που κατάφερε να επισκεφτεί ο επίμονος Μπερτλς παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες και να συζητήσει με τους εκεί κομμουνιστές εξόριστους.

Βέβαια, ο Μπερτλς είχε ήδη βρεθεί από το Σίδνεϊ στην Αθήνα, μέσω Νιουκάστλ, οπότε δεν τον τρόμαζαν οι περιπέτειες. Μαζί με τη σύζυγό του Ντόρα (1900-1992) πέρασαν περίπου ένα χρόνο στην Ελλάδα, έμαθαν τη γλώσσα και συζήτησαν με επώνυμους και ανώνυμους. Ανήκαν και οι δυο στον κύκλο της λογοτεχνίζουσας αριστερής μποεμίας του Σίδνεϊ. Έγραφαν και οι δυο ποιήματα -και μάλιστα, όπως βλέπω στο βιογραφικό σημείωμα του Μπερτλς, ο Μπερτ αποβλήθηκε οριστικά από το πανεπιστήμιο επειδή έγραψε ένα (ερωτικό) ποίημα, η δε Ντόρα τιμωρήθηκε με αποβολή δύο ετών για τον ίδιο λόγο!

Το βιβλίο του Μπερτλς το διάβασε πρόσφατα στο στερούμενο διαδικτύου ερημητήριό του ο φίλος μας ο Σκύλος -αυτός διάλεξε το απόσπασμα και επίσης το πληκτρολόγησε αφού μια πρώτη προσπάθεια με OCR απέτυχε ανεξήγητα. Τον ευχαριστούμε πολύ.

Σε κάποια σημεία ομολογώ ότι έχω επιφυλάξεις για τη μετάφραση -π.χ. ο αρχειοφύλακας που αναφέρεται είναι μάλλον κάτι άλλο (δεν έχω το αγγλικό πρωτότυπο), ενώ σε κάμποσα σημεία υπάρχουν αδεξιότητες, που πάντως δεν ενοχλούν πολύ. Από την άλλη, νομίζω ότι στον μεταφραστή Γιάννη Καστανάρα χρωστάμε την ανακάλυψη του βιβλίου, που κυκλοφόρησε προπολεμικά στα αγγλικά αλλά έμεινε στην αφάνεια επί 60 χρόνια μέχρι που ανασύρθηκε στην ελληνική του έκδοση.

Από τα συμφραζόμενα βγαίνει ότι οι συναντήσεις με τον Βάρναλη έγιναν στις αρχές του 1936 η πρώτη, αφού ως τα τέλη του 1935 ήταν στην εξορία, και λίγους μήνες μετά (αλλά πριν από τον Αύγουστο) η δεύτερη. Με αρκετό ψάξιμο, που δεν έχω χρόνο να κάνω, θα μπορούσε να εντοπιστεί πότε έγινε η εκδήλωση προς τιμή του Ρομέν Ρολάν, που αναφέρεται στο κείμενο. Ο Βάρναλης τότε ήταν 52 χρονών, δεν «κόντευε τα 50» όπως τον υπολογίζει ο Μπερτλς. Η Περσεφόνη Βλάσση, που την αναφέρει ο συγγραφέας ότι τον βοήθησε στη μετάφραση του ποιήματος του Βάρναλη, είναι γνωστότερη ως Πέρσα Βλάση, και ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής των Πρωτοπόρων, του λογοτεχνικού περιοδικού που πρόσκειταν στο ΚΚΕ τον μεσοπόλεμο. Γνωστότερη είναι η αδελφή της, η Αύρα Βλάση-Παρτσαλίδου. Δυστυχώς δεν υπάρχει ένα πλήρες βιογραφικό λεξικό του ελληνικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος (το βιβλίο του Γ. Αλεξάτου δεν έχει την Πέρσα Βλάση και έχει ελλιπές βιογραφικό για την Αύρα) κι έτσι δεν μπορώ να εξηγήσω τη διαβεβαίωση του Μπερτλς ότι η Πέρσα είχε μητρική της γλώσσα τα αγγλικά.

Όμως έγραψα πολλά, δίνω τον λόγο στον Μπερτλς:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Μια ιστορία του αυτοκινήτου (Ιλιά Έρενμπουργκ)

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

b137944Μια και προχτές είχαμε ένα άρθρο για τα αυτοκίνητα, έστω και λεξιλογικό, ταιριάζει σήμερα στο φιλολογικό ραντεβού μας να διαβάσουμε ένα πεζογράφημα αφιερωμένο στα αυτοκίνητα -στην ιστορία του αυτοκινήτου. Το έγραψε το 1929 ο αγαπημένος μου Ιλιά Έρενμπουργκ, ο εβραίος σοβιετικός συγγραφέας που κι άλλες φορές έχω παρουσιάσει έργα του εδώ.

Για το βιβλίο αυτό είχα διαβάσει στην αυτοβιογραφία του, και μια φορά που είχα πάει στο Λονδίνο, χαζεύοντας σε ένα βιβλιοπωλείο, είχα δει πως είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Το αγόρασα, και το πρότεινα σε έναν εκδότη -γύρω στο 2000 πρέπει να έγινε αυτό. «Οι σοβιετικοί δεν πουλάνε πια», αποφάνθηκε αυτός και το απέρριψε. Δεν ασχολήθηκα άλλο με το θέμα. Όπως βλέπετε, ο εκδοτικός οίκος Ύψιλον είχε ευτυχώς άλλη άποψη ως προς τους σοβιετικούς συγγραφείς, κι έτσι το 2008 εξέδωσε το βιβλίο, μεταφράζοντάς το από τ’ αγγλικά. Μπράβο τους, διότι το βιβλίο αξίζει.

Το χαρακτήρισα πεζογράφημα, διότι δεν είναι μυθιστόρημα -είναι είδος ρεπορτάζ, πολύ μοντέρνο στη γραφή του. «Χρονογράφημα» το χαρακτηρίζει ο Έρενμπουργκ στην εισαγωγή αλλά έχω την εντύπωση πως κάτι χάθηκε στη μετάφραση και πως θα ταίριαζε να το πει «χρονικό». Ο Ερενμπουργκ, που εκείνα τα χρόνια ζούσε στο Παρίσι, γράφει το 1929, που το αυτοκίνητο έχει ήδη φέρει την επανάσταση στην καθημερινή ζωή του δυτικού κόσμου: παρακολουθεί λοιπόν τις αλλαγές αυτές παντού: στο εργοστάσιο, στις συγκοινωνίες, στην καθημερινή ζωή, στο χρηματιστήριο. Και δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τελικό προϊόν, αλλά και για τα ελαστικά, το πετρέλαιο, τις οδικές υποδομές. Δεν γράφει όμως πολιτική μπροσούρα, ούτε οικονομικό δοκίμιο -κάνει λογοτεχνία, παρόλο που από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ο Χένρι Φορντ, ο Σιτροέν, διάφοροι μεγιστάνες του πετρελαίου και του καουτσούκ, πολιτικοί όπως ο Τσόρτσιλ, αλλά και ιστορικές μορφές του εργατικού κινήματος, πλάι σε ήρωες της μυθοπλασίας.

Από τον 3ο τόμο των Απομνημονευμάτων του Έρενμπουργκ (μτφ. Άρη Αλεξάνδρου) αντιγράφω από το 20ό κεφάλαιο ορισμένα σχετικά με το βιβλίο αυτό και με μερικά ακόμα της ίδιας νοοτροπίας που έγραψε ο Έρενμπουργκ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 147 Σχόλια »

Ο Βέλμος που έβγαζε το Φραγκέλιο

Posted by sarant στο 18 Δεκεμβρίου, 2016

b214023Πριν από τέσσερα χρόνια είχα παρουσιάσει από το ιστολόγιο το περιοδικό Φραγκέλιο (με κ, εσκεμμένα) που το εξέδιδε το 1927-29 ο Νίκος Βέλμος (1890-1930).

Πρόσφατα, από τον εκδοτικό οίκο Φαρφουλάς κυκλοφόρησαν δύο εκδόσεις σχετικές με τον Βέλμο. Αφενός, σε αναστατική επανέκδοση κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος του «Φραγκελίου». Και παρόλο που το περιοδικό είναι σχετικά εύκολο να το βρείτε σε ηλεκτρονική μορφή, θα σας πρότεινα να δείτε και την έντυπη επανέκδοση, το χαρτί έχει άλλη χάρη ιδίως για εκδόσεις που ξεχωρίζουν από την αισθητική τους.

Αφετέρου, εκδόθηκε η μελέτη του Νίκου Λογοθέτη «Νίκος Βέλμος (1890-1930). Ο γυιος (sic) της απωλείας», που είναι μια λεπτομερέστατη βιογραφία και εργογραφία της σημαντικής αυτής μορφής του μεσοπολέμου.

Αυτή την έκδοση θα παρουσιάσω σήμερα.

Κρητικής καταγωγής αλλά γέννημα θρέμμα Πλακιώτης, ο Βέλμος γεννήθηκε το 1890 στην οδό Ναυάρχου Νικοδήμου 21. Μικρό παιδί γνωρίστηκε με τον ηλικιωμένο Εμμανουήλ Ροΐδη ενώ δωδεκάχρονος παράτησε το σχολείο, άρχισε να αλητεύει και να συναναστρέφεται ανθρώπους του υποκόσμου. Δοκίμασε το χασίς, συνελήφθη για κλοπή και φυλακίστηκε. Στα 14 εγκατέλειψε την αλήτικη ζωή και έναν χρόνο αργότερα έκανε τα πρώτα του βήματα στη σκηνή του θεάτρου. Το 1906 έγινε μαθητής του μεγάλου ηθοποιού Θωμά Οικονόμου, και με τη δική του καθοδήγηση αυτομορφώθηκε. Το 1908 παρουσίασε τα πρωτα του λογοτεχνικά έργα στο περιοδικό Ελλάς, ενώ στα επόμενα χρόνια άρχισε να συχνάζει σε λογοτεχνικές παρέες ακολουθώντας παράλληλα την καριέρα του ηθοποιού.

Στο νοεμβριανό πογκρόμ του 1916 φυλακίστηκε από τους βασιλόφρονες, ενώ από το 1919 στρέφεται προς τον αναρχισμό και τον κομμουνισμό. Συμμετέχει στον κύκλο του «Μπάγκειου», εκδίδει βιβλία, συνδέεται φιλικά με τον Στρατή Δούκα και το 1927 εκδίδει το περιοδικό Φραγκέλιο, όπου υμνούσε τους ταπεινούς και τους καταφρονεμένους και έκανε αμείλικτη επίθεση στους πλούσιους και στο κράτος τους, στους πολιτικούς και τους δεσποτάδες, στους κρατικοδίαιτους διανοούμενους, ενώ εγκωμίαζε τους «ασπούδαχτους» καλλιτέχνες και τους λογοτέχνες που πέθαναν φτωχοί ή παραγνωρισμένοι. Τακτικοί συνεργάτες του περιοδικού ήταν ο αλητογράφος Κύπριος ποιητής Τεύκρος Ανθίας, ο Αναστ. Δρίβας, ο Στρατής Δούκας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 113 Σχόλια »

Οργή Θεού! (Διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά)

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2016

Το ιστολόγιο έχει αναφερθεί μερικές φορές, παρεμπιπτόντως, στον Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), αλλά δεν έχει παρουσιάσει ποτέ διήγημά του -παράλειψη που διορθώνω σήμερα. Και είναι παράλειψη επειδή ο Βουτυράς είναι ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου.

bout2Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του, γι’ αυτό και έγραψε πάρα πολλά διηγήματα, πολλές εκατοντάδες, για περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ταυτόχρονα εξέδιδε και συλλογές διηγημάτων, πάνω από είκοσι βιβλία.

Το έργο του δεν έχει συγκεντρωθεί ακόμα. Ο φίλος Βάσιας Τσοκόπουλος έχει ξεκινήσει να τυπώνει τα Άπαντα Βουτυρά σε τόμους, αλλά η υπόθεση κόλλησε μετά τον πέμπτο τόμο (κάπου στο ένα τρίτο του συνολικού όγκου) και αφού δυο εκδοτικοί οίκοι που είχαν αναλάβει το εγχείρημα είχαν κλείσει. Άκουσα πριν απο καιρό ότι ήταν έτοιμος ο έκτος τόμος, αλλά σε τέτοιους δύσκολους καιρούς δεν είναι εύκολα τέτοια εγχειρήματα.

Ο Βουτυράς έχει λίγους αλλά φανατικούς φίλους στην εποχή μας. Κάποια διηγήματά του (π.χ. Παραρλάμα, Ο θρήνος των βοδιών) είναι πολύ γνωστά, τα περισσότερα όμως όχι. Ο εκδοτικός οίκος Φαρφουλάς, του φίλου Διαμαντή Καράβολα, πήρε τ’ όνομά του από ένα διήγημα του Βουτυρά και έχει εκδώσει και κάποια έργα του, όπως τη σατιρική-φανταστική νουβέλα Μέσα στην Κόλαση (ο Βουτυράς καλλιέργησε και τα δύο είδη).

Εγώ σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρίσκω πότε-πότε δημοσιεύματα του Βουτυρά, και κοιτάζω αν είναι θησαυρισμένα (μου έχει δώσει ο Τσοκόπουλος έναν κατάλογο των διηγημάτων που εχουν συμπεριληφθεί στις παλιές συλλογές), τα δε αθησαύριστα του τα στέλνω -αν και σχεδόν όλα τα έχει ήδη βρει ο ίδιος. Στον παλιό μου ιστότοπο έβαζα συχνά διηγήματα του Βουτυρά, που τα πληκτρολογούσαν φίλοι –εδώ τα έχω συγκεντρωμένα. Κάποια στιγμή λέω να βάλω μπροστά να πληκτρολογηθεί το κατοχικό ημερολόγιο του Βουτυρά, ή μάλλον τα αποσπάσματά του που είχε δημοσιεύσει στη δεκαετία του 1950 η Αυγή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Μεσοπόλεμος, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 109 Σχόλια »

Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – Ι (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Στην προηγούμενη συνέχεια ολοκληρώθηκε η δεύτερη (και μεγαλύτερη) νουβέλα του βιβλίου, και τώρα περνάμε στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου, όπου θα γνωρίσουμε τον θείο Αλκιβιάδη, τον επιλεγόμενο και «Αλπινιστή», έναν ήρωα σαφώς χαμηλότερων τόνων από τη θεία Μαρίνα. Η νουβέλα αυτή θα μας πάρει, όπως το λογαριάζω, τρεις συνέχειες.

mimis_jpeg_χχsmallΤον θείο τον Αλκιβιάδη τον είχα ακουστά από παιδί, αλλά τον γνώρισα προσωπικά μετά τον πόλεμο, όταν εγκαταστάθηκε κι αυτός στην Αθήνα. Στο νησί δεν είχαμε πολύ συχνές επαφές μαζί του, καθώς δεν έμενε στην πόλη αλλά σε ένα, κάπως μακρινό, κεφαλοχώρι. Άλλωστε δεν ήταν στενός συγγενής μας, δεύτερος ξάδερφος της μητέρας μου ήταν, και όπως είχα καταλάβει, άνθρωπος μοναχικός και παράξενος. Στο νησί τον έβλεπαν, αριά και πού, ο πατέρας μου και οι θείοι μου, όταν οι εξορμήσεις που κάνανε στην ύπαιθρο  για να βρούνε τίποτα τρόφιμα, τότε στην πείνα της Κατοχής, τους έφερναν στο χωριό του, που ήτανε παλιά ο σιτοβολώνας του νησιού.

Αργότερα, προς το τέλος της Κατοχής,  ο πατέρας μου πήγε κάνα δυο φορές να τον δει, θέλοντας να τον στρατολογήσει στην Οργάνωση, χωρίς επιτυχία.

«Το σαρκίον υπεράνω όλων» τον άκουσα να λέει μια φορά στον θείο μου τον Αντρέα, αναφερόμενος στην αποτυχία της προσπάθειάς του.

«Έλα καημένε, τι περίμενες; Ένας αδιαφόρετος άνθρωπος είναι» συμφώνησε εκείνος «μην ασχολείσαι μαζί του. Δεν αξίζει τον κόπο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: | 193 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VΙI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 3 Μαΐου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το έκτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα χωρίζει με τον Ανέστη για να παντρευτεί τον μεσήλικα εφοριακό Κωστάκη.

mimis_jpeg_χχsmall6

Έτσι η Μαρίνα χώρισε τον Ανέστη και σε τρεις μήνες έγινε σύζυγος του Κωστάκη.

Η Μαρίνα με τον Κωστάκη εγκαταστάθηκαν στο Νέο Ηράκλειο, στην άκρη της πόλης όπου νοίκιασαν ένα μεγάλο και ευρύχωρο σπίτι με αυλή. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένοιωθε ασφαλής. Παράλληλα όμως κοντά στον Κωστάκη έπληττε θανασίμως. Ο νέος της σύζυγος ήταν μονόχνωτος, μίζερος, φιλάσθενος ή μάλλον κατά φαντασίαν ασθενής και υπερβολικά τσιγκούνης. Κατά τα άλλα ήταν ήσυχος, πράος και σοβαρός άνθρωπος. Αυτό το τελευταίο ήταν το κυριότερο γνώρισμά του. Δε γελούσε σχεδόν ποτέ και δε μπορούσε να ανεχτεί αστεία και πειράγματα. Στην πραγματικότητα ήταν απλώς σοβαροφανής. (Ο πατέρας μου όταν τον γνώρισε τον χαρακτήρισε: μηδενικόν υπό το προσωπείον της σοβαρότητος καλυπτόμενον).

Της Μαρίνας της έλειψε η ανοιχτή καρδιά του Ανέστη, οι φίλοι του, τα φτωχικά γλεντάκια μαζί τους, που τα ομόρφαινε το τραγούδι και το κέφι του. Ακόμα πιο πολύ της έλειπε η φλόγα και τα χάδια του Θρασύβουλου. Τώρα συνειδητοποιούσε  πολύ οδυνηρά πόσο τον είχε αγαπήσει. Τις νύχτες πολλές φορές έμενε άγρυπνη καθώς θυμόταν το Θρασύβουλο και το πρωί ξύπναγε λυσσασμένη από τη μνησικακία και  τη στέρηση που ένοιωθε. Ξαναθυμήθηκε τη μαγική της τέχνη και έριχνε κατά του επίορκου φριχτές κατάρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: , | 167 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το πέμπτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα, δασκάλα στη Μυτιλήνη, έχει μόλις χάσει τον αγαπημένο της, τον Θρασύβουλο, που αποδείχτηκε απατεώνας -και μαζί και το όχι ευκαταφρόνητο κομπόδεμα που είχε μαζέψει όλα τα προηγούμενα χρόνια.

mimis_jpeg_χχsmallΗ Μαρίνα άργησε να συνέλθει από το χτύπημα. Δεν ήταν μονάχα το κενό που της άφησε η προδοσιά του Θρασύβουλου, ούτε η πίκρα της ερωτικής απογοήτευσης. Ήταν ο πληγωμένος της εγωισμός αλλά πιο πολύ ήταν η χρηματική απώλεια. Το χτύπημα που δέχτηκε αντί να τη μαλακώσει τη σκλήρυνε.  Τά ΄βαλε πρώτα πρώτα με τον εαυτό της. Γιατί ενδόμυχα είχε αντιληφθεί καθαρά, την τελευταία έστω στιγμή, πως τα λεφτά της κινδύνευαν. Κι όμως του τά ΄δωσε. Ορκίστηκε να μην ξαναπέσει σε παρόμοια παγίδα. Μίσησε το Θρασύβουλο από τα βάθη της ψυχής της. Θυμήθηκε τις μαγικές πρακτικές, που ασκούσε στο Αρσάκειο και ψάχνοντας στα συρτάρια της βρήκε ένα μαντήλι κι ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια του επίορκου. Τα έδεσε σφιχτά με μαύρη κλωστή, τα κάρφωσε με τρεις βελόνες και κλαίγοντας καταράστηκε τον άνθρωπο που τη γέλασε να τονε βρούνε οι μεγαλύτερες συμφορές.

Στη θέση της καλόβολης κι ανοιχτοχέρας ερωτευμένης Μαρίνας ξαναμπήκε η στριμμένη, παραδόπιστη και ψηλομύτα κόρη του Έλληνα, αλλαγμένη προς στο χειρότερο. Βάλθηκε να ξαναμαζεύει λεφτά με κάθε τρόπο. Άρχισε να ζητά και να βρίσκει προγυμνάσεις παιδιών που δεν έπαιρναν τα γράμματα. Στα παιδάκια της τάξης της συμπεριφερόταν τυραννικά. Τα σκαμπίλια και οι τιμωρίες έπεφταν βροχή. Δεν έκανε διάκριση ούτε στις πρώτες ξαδέλφες της, τις κόρες της μικρότερης θείας της, της Ευθυμίας, που άπειρες φορές τις έβαλε να στέκονται όρθιες με το πρόσωπο στον τοίχο και πάμπολλες τις σκαμπίλιζε για τα πιο ασήμαντα παραπτώματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: , , | 182 Σχόλια »

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας και η Διάπλασις των Παίδων

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2015

Η Διάπλασις των Παίδων είναι το μακροβιότερο ελληνικό περιοδικό για παιδιά, αφού κόντεψε να κλείσει έναν αιώνα ζωής: άρχισε να κυκλοφορεί το 1879 και πρέπει να τερμάτισε τον βίο της λίγο πριν ή λίγο μετά το 1970. Ωστόσο, έχει (και δίκαια) συνδεθεί με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ο οποίος ανέλαβε διευθυντής της από το 1896 και έμεινε στο τιμόνι του περιοδικού αρκετές δεκαετίες. Φυσικά, η Διάπλασις πρόσφερε στους αναγνώστες της την κατεστημένη εθνική ηθική διαπαιδαγώγηση, ωστόσο δεν παρέλειπε τα εκλεκτά λογοτεχνικά έργα (την πρώτη περίοδο, πολλά μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν μεταφράζονταν στη Διάπλαση αμέσως μετά την κυκλοφορία τους στη Γαλλία) αλλά ίσως η μεγαλύτερη προσφορά της να ήταν ότι έδινε στους συνδρομητές της την ευκαιρία να πάρουν μέρος σε μια κοινότητα φίλων όπου ο καθένας χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο, να δοκιμάσουν την τύχη τους σε διαγωνισμούς κτλ., να ανταλλάξουν τετράδια με «Μικρά Μυστικά» και γενικά να επικοινωνήσουν με άλλους χρήστ… άλλους συνδρομητές ήθελα να γράψω, αλλά παρασύρθηκα: πράγματι, η ομοιότητα της τότε αλληλεπίδρασης με αυτήν που γίνεται σήμερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι εντυπωσιακή. Άλλωστε, ατού –και πηγή εσόδων-του περιοδικού ήταν οι χιλιάδες συνδρομητές του, και το μοντέλο της Διάπλασης το ακολούθησαν αργότερα και άλλα νεανικά περιοδικά.

Εγώ όπως είπα τη Διάπλαση την πρόλαβα στα τελευταία της, και σε αυτή την κοινότητα ελάχιστα πήρα μέρος. Θυμάμαι ότι πήρα ψευδώνυμο αλλά… δεν θυμάμαι ποιο ήταν· ωστόσο, διατηρώ στη μνήμη μου την πρώτη και μοναδική αγγελία που έστειλα: Άσπρε Αράπη, ζητώ τη φιλία σου.

Συνδρομητές της Διάπλασης ήταν ως παιδιά ή έφηβοι αρκετοί γνωστοί λογοτέχνες, όπως ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (με το ψευδώνυμο Αιθήρ και αργότερα ως Όψιμος Κρίνος), ο Ρώμος Φιλύρας (Κορινθιακό Κύμα), ο Κλέων Παράσχος (Αφροστεφανωμένο Κύμα), ο Πέτρος Χάρης (Κυανόλευκο Λάβαρο), ο Νίκος Καββαδίας (Μικρός Ποιητής) κτλ.

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας δεν έγινε συνδρομητής της Διάπλασης ως παιδί. Στην Πλατανούσα του νομού Ιωαννίνων, όπου γεννήθηκε, ελάχιστα έντυπα έφταναν τον μεσοπόλεμο, και πάντως όχι παιδικά περιοδικά –εφημερίδες κυρίως, στις οποίες είχε προνομιακή πρόσβαση αφού ο πατέρας του ήταν ταχυδρόμος. Ούτε και αργότερα, όταν πήγε στην Άρτα για να φοιτήσει στο γυμνάσιο [με την παλιά έννοια του όρου, που αντιστοιχεί στη σημερινή Γ’ Γυμνασίου και στο Λύκειο] δεν γράφτηκε συνδρομητής στη Διάπλαση –από τη μια δεν περίσσευαν χρήματα για τη συνδρομή, κι από την άλλη ίσως να την είχε ξεπεράσει, να είχε στραφεί σε περιοδικά για μεγάλους. Θυμάται στο αυτοβιογραφικό του Από μικρός στα γράμματα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεσοπόλεμος, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 97 Σχόλια »