Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μεταπολεμικά’ Category

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – IX (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Είχαμε αφήσει τη θεία Μαρίνα, όμηρο στα Δεκεμβριανά, να δέχεται την απρόσμενη βοήθεια της εαμίτισσας νύφης της. Με τη σημερινή συνέχεια ολοκληρώνεται η νουβέλα. Ίσως το τέλος να μην είναι τόσο συνταραχτικό όσο το περιμένατε. Από τη μεθεπόμενη Τρίτη θα δούμε την τρίτη και τελευταία νουβέλα του βιβλίου.

mimis_jpeg_χχsmallΕπιστρέφοντας η Μαρίνα είχε το φωτοστέφανο του μάρτυρα και όμηρου. Όλα τα παλιά είχαν ξεχαστεί. Το κίνημα και η έκβασή του έδωσε συγχωροχάρτι σε κάθε είδους γερμανόφιλους, δωσίλογους και προδότες ακόμα. Όλοι τους τώρα καμάρωναν σαν εθνικιστές και πατριώτες. Αντίθετα η θέση των εαμιτών κι ακόμα χειρότερο όσων είχαν ενταχθεί στον ΕΛΑΣ ή την Πολιτοφυλακή ήταν πολύ επισφαλής. Είχαν ήδη γίνει αρκετές συλλήψεις και τις νύχτες χίτες και εθνοφύλακες έδερναν ή τραυμάτιζαν όσους αριστερούς συναντούσαν να περπατούν μοναχοί.

Η Μαρίνα ένοιωσε πως ήρθε η ώρα της ανταπόδοσης. Αποφάσισε να το παίξει μεγαλόψυχη και πήγε στο σπίτι του αδερφού της με ένα ξινό χαμόγελο συγκατάβασης και συγγνώμης στο πρόσωπο. Αντί όμως να βρει τους ταπεινωμένους και καταπτοημένους ανθρώπους που περίμενε, τους βρήκε με πολύ ψηλά τον αμανέ. Δε σηκώνανε μύγα στο σπαθί τους.

— Ούτε μετανιώσαμε ούτε ζητάμε συγγνώμη. Το καθήκον μας κάναμε απέναντι στην πατρίδα την ώρα που κάποιοι άλλοι παίζανε με τους Γερμανούς

της είπε η νύφη της ορθά κοφτά

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: | 151 Σχόλια »

Το πάθημα του Μποχώρη και μια ακατάγραπτη συνεργασία του Κώστα Βάρναλη με εφημερίδα

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2015

Τον τελευταίο καιρό έχω αρχίσει να μελετάω τις συνεργασίες του Κώστα Βάρναλη με καθημερινές εφημερίδες, με σκοπό να εκδώσω, από τις εκδόσεις Αρχείο, τα χρονογραφήματά του, κάτι που θα αρχίσει από του χρόνου. Ψάχνοντας τις εφημερίδες των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, εντόπισα σε μια βραχύβια αριστερή εφημερίδα, τη Δημοκρατική, μια στήλη τακτικού συνεργάτη που υπογραφόταν με τα αρχικά Κ.Β. Αμέσως σκέφτηκα τον Βάρναλη, αφού και το ύφος γραφής έμοιαζε -και όταν είδα ότι και η θεματολογία των επιφυλλίδων ήταν ταιριαστή με τα θέματα που αγαπούσε να θίγει ο Βάρναλης στα χρονογραφήματά του της εποχής, δεν μου έμενε πια καμιά αμφιβολία.

Για τη φιλολογική αυτή «ανακάλυψη», έγραψα ένα άρθρο, που δημοσιεύτηκε στο καλό κυπριακό περιοδικό Μικροφιλολογικά, με το οποίο συνεργάζομαι τα τελευταία χρόνια, στο τεύχος 38 (Φθινόπωρο 2015), που μόλις κυκλοφόρησε. Παραδέχομαι ότι το θέμα είναι, ακριβώς, μικροφιλολογικό, δηλαδή μια λεπτομέρεια που δεν ενδιαφέρει πολύ κόσμο, ωστόσο ο Βάρναλης είναι ένας από τους Έλληνες λογοτέχνες της εντελώς πρώτης γραμμής που έχουμε, οπότε και οι λεπτομέρειες έχουν, θαρρώ, την αξία και τη σημασία τους.

Μια ακατάγραφτη συνεργασία του Κώστα Βάρναλη

mikrofilo38Μετά την απόλυσή του από τη Μέση Εκπαίδευση το 1926, o Κώστας Βάρναλης εργάστηκε για βιοπορισμό σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες και στη συνέχεια σε εφημερίδες ως μόνιμος συνεργάτης, κυρίως με χρονογραφήματα και ιστορικά αναγνώσματα. Το δημοσιογραφικό του έργο δεν έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, με εξαίρεση τις επιφυλλίδες και τα χρονογραφήματα αισθητικού και κριτικού χαρακτήρα, που τα έχει καταγράψει η Λουκία Μαρκεζέλι στην πολύτιμη εργασία της Συμβολή στην εργογραφία του Κώστα Βάρναλη. Αισθητικά-Κριτικά 1911-1944, αλλά και πάλι μόνο έως το 1944.

Μετά το 1944, ο Κώστας Βάρναλης συνεργάστηκε με τον Ριζοσπάστη και τον Ρίζο της Δευτέρας, έως το 1947 που έκλεισαν οι εφημερίδες του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, και στη συνέχεια ως μόνιμος συνεργάτης με τις κεντροαριστερές εφημερίδες Προοδευτικός Φιλελεύθερος (1950-53) και Προοδευτική Αλλαγή (1953), ενώ από τον Αύγουστο του 1953 ξεκίνησε τακτική καθημερινή συνεργασία με την Αυγή, την εφημερίδα της Αριστεράς, έως το 1958 που μια πολύμηνη ασθένεια τον ανάγκασε να διακόψει την καθημερινή συνεργασία και να συνταξιοδοτηθεί ως δημοσιογράφος. Οι συνεργασίες αυτές είναι γνωστές και έχουν καταγραφεί π.χ. στο Αρχείο Βάρναλη, αν και τα σχετικά κείμενα πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις δεν είναι προσιτά στον σημερινό αναγνώστη· πράγματι, μόνο πρόσφατα άρχισαν να εκδίδονται δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη

(Υποσημείωση: Έτσι, έχουν εκδοθεί: Φέιγ βολάν της Κατοχής [Κατοχικά χρονογραφήματα δημοσιευμένα στην Πρωία το 1942 και το 1943, σε επιμέλεια Γ. Ζεβελάκη] (Καστανιώτης, 2007)· Γράμματα από το Παρίσι [Ανταποκρίσεις δημοσιευμένες στην Πρόοδο το 1926, σε δική μου επιμέλεια] (Αρχείο, 2013)· Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ [Ταξιδιωτικές εντυπώσεις δημοσιευμένες το 1934 στον Ελεύθερο Άνθρωπο, σε δική μου επιμέλεια] (Αρχείο, 2014)· και Άι Στράτης. Θυμήματα εξορίας [Αναμνήσεις από την εξορία, δημοσιευμένες το 1935 στον Ανεξάρτητο, σε επιμέλεια Ηρ. Κακαβάνη]. Βρίσκεται υπό έκδοση επιλογή από τα «αττικά» χρονογραφήματά του, πάλι σε δική μου επιμέλεια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Εφημεριδογραφικά, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , | 71 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Ένας επικούρειος στον καιρό μας

Posted by sarant στο 6 Οκτώβριος, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή δεύτερη, και είναι η πρώτη του 11ου κεφαλαίου, που έχει ακριβώς αυτόν τον τίτλο, Ένας επικούρειος στον καιρό μας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 με αρχές δεκαετίας του 60, στην Αθήνα. Πρέπει να πω ότι η σημερινή συνέχεια είναι κάπως μεταβατική, γι’ αυτό και πιο μικρή σε έκταση από ό,τι συνήθως.

mimis_jpeg_χχsmallΌταν ολοκληρώθηκε η δεύτερη έκδοση του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού (το 1964), αφού εξεδόθη και το Επίτομο Ορθογραφικό και Εγκυκλοπαιδικό, που οι συντάκτες το λέγανε Ορθοπαιδικό, ο Πασσάς θέλησε να συνεχίσει μόνο την έκδοση του περιοδικού «Ο Ήλιος», αλλά η μικρή του κυκλοφορία που πέτυχε στους πρώτους μήνες τον απογοήτευσε. Έτσι σταμάτησε τις εκδόσεις και απέλυσε όλο το προσωπικό εκτός από το γραφείο πωλήσεως των τευχών και των τόμων του Λεξικού. Στα δεκατέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν, παράλληλα με τις εκδόσεις ο Πασσάς είχε ασχοληθεί και με το χρηματιστήριο, παίζοντας με ξένες κυρίως μετοχές. Έτυχε να έχει καλούς συμβούλους, ήταν ο ίδιος πολύ διορατικός ή απλώς τυχερός, το γεγονός είναι ότι από το παίξιμο με τις μετοχές, μετά το ’55-’58, τα κέρδη του ήταν πολλαπλάσια από όσα έβγαζε από την κύρια δραστηριότητά του. Στο τέλος μετακόμισε ουσιαστικά στη Γενεύη, στο χρηματιστήριο της οποίας κατά κύριο λόγο έπαιζε. Σημαντικό ποσοστό των κερδών του το επένδυε σε έργα τέχνης και κοσμήματα, δημιουργώντας έτσι μια τεράστια συλλογή, που αργότερα αποτέλεσε τον πυρήνα του Μουσείου Ανατολικής Τέχνης που φιλοδόξησε να ιδρύσει. Αλλά αυτά είναι μια άλλη ιστορία που δεν πρόκειται να μας απασχολήσει εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 114 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Ο κεραμεικός χρυσός

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2015

Τελείωσαν οι εκλογές, ας επιστρέψουμε στους συνήθεις ρυθμούς του ιστολογίου…

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή πρώτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα.

mimis_jpeg_χχsmallΤην άνοιξη του 59 τον επισκέφθηκε στα γραφεία του Ηλίου ο Πάνος ο Ευαγγελινός [παλιός φίλος του από τη Μυτιλήνη], που στον τρίτο τόμο του βιβλίου του «Σοβαρά και Γελοία» (Μυτιλήνη 1978) στο αφήγημα με τον τίτλο «Ταξίδι στην Αθήνα» περιγράφει τη συνάντησή τους αυτήν.

[…] Τελευταίες μέρες πια στην Αθήνα. Κατέβαινα ένα απόγεμα στην οδό Σταδίου και θυμήθηκα έναν άλλο μερακλή. Ρωτώ για το μέγαρο του ΤΣΑΥ , τα γραφεία του Ηλίου και μπήκα σ’ ένα δωμάτιο μεγάλο και κενό. Στο βάθος ένα με το τραπέζι, κάθεται το πρόσωπο που ζητώ.

— Ο κ. Σαραντάκος;

— Ορίστε, εγώ

Αντιλήφθηκα μια σύσπαση των ματιών και μια απορία για τον ξένο που προχωρεί.

— Ωστε σεις είσαστε ο κύριος Σαραντάκος;

— Ναι εγώ, δε σου γεμίζω το μάτι;

— Το μάτι δε μου το γεμίζεις, γεμίζεις όμως την καρδιά μου. Δε με γνώρισες βρε Νικολή;

— Βρε Πάνο, βρε αδερφέ!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , | 65 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Ο μεγάλος έρωτας του γιου του

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή και είναι η έκτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα. Τα γεγονότα της σημερινής συνέχειας τα έχουμε ξαναδεί, αλλά από άλλη οπτική γωνία, όταν δημοσίευα αποσπάσματα από τα Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, το αυτοβιογραφικό αφήγημα του πατέρα μου.

mimis_jpeg_χχsmallΠαρά την εισαγωγή του Γρηγόρη στην οικογένεια, ο γιος του ποιητή δε θέλησε να μάθει να οδηγεί. Μόλο που στην εύθυμη διάθεση, το χιούμορ, την πολυμέρεια, την τεράστια μνήμη και την αντοχή του στο κρασί έμοιαζε πολύ στον πατέρα του, διέφερε απ’ αυτόν σε πολλά σημεία. Δεν κάπνιζε, δεν τα κατάφερνε με τις μηχανές, δεν «πιάναν τα χέρια του», δεν έγραφε ποιήματα. Αντίθετα του άρεσε η συμφωνική μουσική, που τον πατέρα του δε συγκινούσε καθόλου, έπαιζε φυσαρμόνικα και κουτσοζωγράφιζε, ικανότητες που εκείνος δεν είχε.

Το καλοκαίρι του 52, ύστερα από μια πολυήμερη εκδρομή στην Αίγινα, ο γιος τους γύρισε ερωτευμένος ως τα μπούνια. Κι’ άλλες φορές είχε ερωτευθεί με τη συνηθισμένη σ’ αυτή την ηλικία ορμή, αυτή τη φορά όμως φάνηκε από την αρχή πως τα πράγματα ήταν σοβαρά, πρώτα πρώτα γιατί τους ενημέρωσε αμέσως για τη νέα γνωριμία του, ύστερα γιατί από την επομένη άρχισε ακατάσχετη αλληλογραφία και τέλος γιατί σχεδόν κάθε Σάββατο έκανε σύντομα ταξίδια στην Αίγινα, που συνεχίστηκαν κι όταν ξανάρχισαν τα μαθήματα στο Πολυτεχνείο κι όταν χειμώνιασε για καλά. Από τα ταξίδια αυτά ο νεαρός επέστρεφε ακόμα πιο ερωτευμένος και κατά κανόνα πουντιασμένος. Με χαρά ο Νίκος κι η Ελένη μάθανε πως η εκλεκτή της καρδιάς του γιού τους έγραφε ωραία ποιήματα και επί πλέον σκόπευε μόλις τέλειωνε το γυμνάσιο, να σπουδάσει χημικός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 65 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Οικογενειακή ζωή

Posted by sarant στο 25 Αύγουστος, 2015

mimis_jpeg_χχsmallΕδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή ένατη και είναι η πέμπτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα.

Τα επόμενα χρόνια κύλησαν γαλήνια και ομαλά με εξαίρεση την εγχείρηση κήλης, κατά την οποία παρατηρήθηκε υψηλός μετεγχειρητικός πυρετός που επέμενε αρκετές μέρες. Εκτός από τους γιατρούς της κλινικής ο πυρετός θορύβησε τους επίσης γιατρούς εξαδέλφους του, το Γιάννη τον Δαβάκη και το Μίμη τον Οικονομίδη, που κάναν πρόχειρο ιατρικό συμβούλιο. Ο ποιητής που διατηρούσε το χιούμορ του, βλέποντάς τους σκεπτικούς και προβληματισμένους για την αιτία που προκάλεσε τον πυρετό, τους είπε

— Μη νοιάζεστε βρε παιδιά, στη νεκροψία θα το βρείτε οπωσδήποτε!

Τελικά όλα πήγαν καλά. Ο πυρετός οφειλόταν σε λοίμωξη της ουρήθρας από τον καθετήρα και αντιμετωπίστηκε με αντιβίωση.

Στα τέλη του 51 πέθανε στη Μυτιλήνη, σε ηλικία 86 χρονών η πεθερά του. Ο ποιητής την αγαπούσε, για τον καλοσυνάτο χαρακτήρα της, την ικανότητα των χεριών της, (ύφαινε στον αργαλειό με πραγματική τέχνη, κεντούσε, μαστόρευε τις ζημιές του σπιτιού και έβαφε τοίχους και παράθυρα), την πολυπραγμοσύνη και το ανήσυχο πνεύμα της. Από τότε που ξαναεγκαταστάθηκε με τον άντρα της στην πόλη κι όσο ήταν καλά, αλώνιζε με τα πόδια τη Μυτιλήνη, σε επισκέψεις των παλιών της φιλενάδων, ανανεώνοντας μια φιλία χρονολογούμενη από τις αρχές του αιώνα, την οποία είχε διακόψει η μετοικεσία της στη Μόρια. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής της η ημιπληγία την καθήλωσε στο κρεβάτι κι αυτό ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριό της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Ποίηση, Φαληρικά | Με ετικέτα: , | 49 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης -Ο Γρηγόρης

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή όγδοη και είναι η τέταρτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα, όπου ο παππούς μου έχει πιάσει δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου, έχει χτίσει το σπίτι του και τώρα ολοκληρώνει, ας πούμε, την αποκατάσταση, αγοράζοντας αυτοκίνητο -ένα κάπως ασυνήθιστο αυτοκίνητο, με όνομα και με πολεμικές περγαμηνές.

mimis_jpeg_χχsmallΤο όνομα αυτού ήταν Γρηγόρης, και ήταν ένα στρατιωτικό αγγλικό τζιπ, που στην οικογενειακή μυθολογία είχε πολεμήσει τον Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική. Τον Γρηγόρη τον πρόλαβα, αφού ο παππούς μου τον κράτησε ίσαμε τα τέλη των 60, για να τον αντικαταστήσει με άλλο αγγλικό αμάξι, αν και αυτό αριστεροτίμονο, ένα Άνγκλια Πρέφεκτ (που πήρε προς στιγμή το προσωνύμιο «Ο νομάρχης», αλλά χωρίς να πιάσει -δεν ήταν άλλωστε θρυλικό αμάξι, όπως ο Γρηγόρης). Θυμάμαι που ερχόταν καμιά φορά ο παππούς και μ’ έπαιρνε από το δημοτικό, και κατεβαίναμε την οδόν Αιόλου (στο Φάληρο: τότε οι δρόμοι ήταν όλοι διπλής κατεύθυνσης) με καναδυό συμμαθητές να στέκονται στο μαρσπιέ. Θυμάμαι επίσης ότι τα παράθυρα είχαν όχι τζάμι αλλά ένα είδος πλεξιγκλάς, και τα τζάμια δεν κατέβαιναν με μανιβέλα (ούτε, βεβαίως, με κουμπί όπως τα τωρινά), αλλά απλώς άνοιγαν κατά το ήμισυ με έναν μεντεσέ.

Αλλά ας δούμε την περιγραφή που κάνει ο πατέρας μου -και η σημερινή συνέχεια ολοκληρώνεται με δύο γρηγοριανές παρωδίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Το χτίσιμο του σπιτιού

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή έβδομη και είναι η τρίτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1949-50, στην Αθήνα, όπου ο παππούς μου έχει πιάσει δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου (ένα θέμα που μας απασχόλησε στις δύο προηγούμενες συνέχειες.

mimis_jpeg_χχsmallΣτο οικόπεδο που αγόρασε στην Αμφιθέα, ο Νίκος έχτισε την άνοιξη του 49 ένα ευρύχωρο και φωτεινό σπίτι, που τέλειωσε τον Οχτώβρη και την 1η Νοεμβρίου μετακόμισαν εκεί από το γιαπί της Νέας Σμύρνης. Ηταν ένα σπίτι μακροστενο, την πρόσοψη του οποίου έπιανε ένα μεγάλο σαλόνι 6 Χ 4 μέτρα. Αμέσως μετά ήταν η τραπεζαρία η κουζίνα, το λουτρό και στο πίσω μέρος δύο υπνοδωμάτια. Κάτω από τα υπνοδωμάτια είχε φτιάσει ένα μεγάλο υπόγειο. Το υπόγειο αυτό ήταν το πρώτο κομμάτι του σπιτιού που ολοκληρώθηκε κι όταν το είδαν στεγασμένο, η Ελένη είπε με αγαλλίαση

— Τώρα, ό,τι και να γίνει, έχουμε ένα μέρος δικό μας να μείνουμε.

Στο υπόγειο αυτό ο ποιητής εγκατέστησε το εργαστήριό του. Μόλο που δε συνέχισε τη «βιοτεχνία πλαγγονιδίων», όπως την έλεγε χωρατεύοντας, διατήρησε τον εξοπλισμό της κι έφτιαχνε για το κέφι του επίχαλκα αγαλματίδια και ανάγλυφα, αντίγραφα των αρχαίων.

Το σπίτι εγκαινιάστηκε με μεγάλο γλέντι, όπου εκτός από το σόι που ήρθε σύσσωμο, παραβρέθηκαν πολλοί γνωστοί και φίλοι, ο γείτονας τους πλέον Γιώργος Βαλέτας, ο Νίκος ο Σωτηράκης, που σύντομα εγκαταστάθηκε κι αυτός κοντά τους, ο Κώστας ο Μάκιστος, ο Ηλίας ο Παρασκευαϊδης και άλλοι Μυτιληνιοί φερμένοι από τη φορά των γεγονότων στην Αθήνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , , | 67 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Στην Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου ΙΙ

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2015

Η επικαιρότητα είναι πυκνή και δραματική, αλλά το ιστολόγιο έχει και δικούς του ρυθμούς. Έτσι, σήμερα θα κάνουμε μιαν ανάπαυλα. Πράγματι, εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή έκτη και είναι η δεύτερη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1948, στην Αθήνα και ο παππούς μου έχει πιάσει δουλειά στο γνωστό εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου, ένα θέμα που το ξεκινήσαμε στην προηγούμενη συνέχεια και που ολοκληρώνεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmall       Με στενή φιλία συνδέθηκε ο ποιητής και με το Βασίλη τον Κοχλατζή, μόνιμο συντάκτη του Λεξικού, που ήταν πολύγλωσσος και τέρας μνήμης. Ηξερε αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, ρωσικά. βουλγάρικα, αραβικά, περσικά, τουρκικά, εβραίικα και… κινέζικα. Οταν κάποτε καθώς το ‘φερε η κουβέντα ισχυρίστηκε πως ξέρει κινέζικα ο Πασσάς δεν το πίστεψε και τον αποπήρε.

— Μη θαρρείς πως είμαστε τίποτε αμερικανάκια και χάφτουμε ό,τι μας ξεφουρνίζεις. Νομίζεις πως δε μπορώ να αποδείξω πως μας δουλεύεις;

Μια και δυο πήγε στην Κινεζική Πρεσβεία, (της Εθνικιστικής Κίνας τότε), και λίγες μέρες αργότερα κουβάλησε στη σύνταξη έναν ευγενέστατο υπάλληλό της. Ο Βασίλης όμως του μίλησε με άνεση και για πολλήν ώρα και τελικά ο Κινέζος γύρισε κι είπε του Πασσά στα γαλλικά:

— Υπήρξε για μένα ευχάριστη έκπληξη, να συναντήσω έναν Ελληνα που κατέχει τόσο καλά τη γλώσσα μας.

Από τότε ο Πασσάς έπινε νερό στο όνομα του Βασίλη, ο δε Νίκος του απένειμε τον τίτλο του «απόφοιτου του Διεθνούς Πανεπιστημίου». (Το 1982 ο Βασίλης Κοχλατζής εξέδωσε σε ελληνική γλώσσα μια Μέθοδο της κινεζικής γλώσσας, μοναδικό επίτευγμα τόσο από γλωσσικής και εκπαιδευτικής πλευράς, όσο και από καθαρά τεχνικής, π.χ. στην εκτύπωση των κινέζικων χαρακτήρων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 174 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Στην Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου – Ι

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή πέμπτη και είναι η πρώτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1948, στην Αθήνα και ο παππούς μου πιάνει δουλειά στο γνωστό εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου, ένα θέμα που θα μας απασχολήσει και στην επόμενη συνέχεια.

mimis_jpeg_χχsmallΟ ποιητής έπιασε δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου το καλοκαίρι του 48. Από την αρχή τα πήγε πολύ καλά με το αφεντικό της επιχείρησης κι αυτό φάνηκε σ’ όλους περίεργο, γιατί ο Ιωάννης Δ. Πασσάς ήταν δύσκολος άνθρωπος. Αυτοδημιούργητος και χωρίς σπουδαία μέσα ή γνωριμίες στην αρχή της καριέρας του, πάλεψε σκληρά για να επιβιώσει. Η άνοδος του στην κοινωνική κλίμακα δεν απάλυνε καθόλου τον δύστροπο χαρακτήρα του. Οπως κάθε πολύ πλούσιος, ήταν καχύποπτος και φανταζόταν πως όποιος τον πλησίαζε αποσκοπούσε να του αποσπάσει πολλά ή λίγα λεφτά. Στους κύκλους των δημοσιογράφων και των εκδοτών είχε κύρος και αντιπάθειες. Κύρος για τα λεφτά και τις πετυχημένες εκδόσεις του, αντιπάθειες για το κακότροπο του χαρακτήρα του και τη σκληρότητα των συναλλαγών του. Οπως οι περισσότεροι αυτοδημιούργητοι, το ευχαριστιόταν να στραπατσάρει όσους «καθώς πρέπει» τύχαινε να πέσουν στην ανάγκη του, δεν πάει να ‘τανε καθηγητές Πανεπιστημίου ή βουλευτές ή και υπουργοί ακόμα και το έκανε με τον πιο απρεπή και προκλητικό τρόπο. Τις σχέσεις του με τους εκπρόσωπους του καλού κόσμου και ιδίως της ακαδημαϊκής πτέρυγας, χαρακτήριζε η αθυροστομία των λόγων και η χοντράδα των τρόπων του.

Παιδί ακόμα «ροβόλησε από το χωριό του για να ξεκλειδώσει το φούρνο» για να θυμηθώ τη διατύπωση του κυρίου Θεόδωρου. Μοναχό του εφόδιο τα γράμματα του Σχολαρχείου που φαίνεται πως τότε, στη δεκαετία του ’10, ήταν πολύ καλό σχολείο. Ο Πασσάς πάντως στο σχολαρχείο έμαθε πολύ καλή ορθογραφία και γραμματική της καθαρεύουσας και της αρχαίας και του άρεσε να διαβάζει στο πρωτότυπο τον Ξενοφώντα και το Θουκυδίδη. Επιασε δουλειά ως διορθωτής στην «Ακρόπολη» του Βλάση Γαβριηλίδη, αλλά δεν έμεινε για πολύ στο χαμηλότερο αυτό σκαλί της δημοσιογραφικής κλίμακας ούτε άλλωστε και στην εφημερίδα, όπου οι πληρωμές του προσωπικού ήταν άταχτες και απροσδιόριστου ύψους. Πήγε στο «Εμπρός» κι αργότερα στη «Νέα Ημέρα» η οποία τον έστειλε πολεμικόν ανταποκριτή στο μέτωπο της Μικρασίας. Κατά την περίοδο της παντοδυναμίας του Βενιζέλου, έβγαλε δική του εφημερίδα που χτυπούσε πολύ τσουχτερά το Λαϊκό Κόμμα. Μετά το κίνημα του 35 η εφημερίδα του απαγορεύτηκε κι ο ίδιος έφυγε στη Γαλλία. Γύρισε λίγο αργότερα μεταμορφωμένος σε διαπρύσιο υποστηριχτή της μοναρχίας, όπως άλλωστε είχε γίνει κι ο ίδιος ο Βενιζέλος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Στον ΕΟΤ και στο Μον Παρνές (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 20 Αύγουστος, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Με εξαίρεση μια σύντομη αναφορά στον γάμο των γονιών μου, η αφήγηση επικεντρώνεται στην εποχή που ο πατέρας μου δούλευε στον ΕΟΤ, το 1960 και μετά. Πιθανόν να είναι και το τελευταίο απόσπασμα, επειδή έχουμε φτάσει σε κοντινές εποχές και πολλοί άνθρωποι που μνημονεύονται στην αφήγηση βρίσκονται ακόμα στη ζωή. 

mimis_jpeg_χχsmallΠαντρευτήκαμε το 1958, στις 23 Φεβρουαρίου – την επέτειο της ίδρυσης της ΕΠΟΝ – και εγκατασταθήκαμε σε ένα οιονεί διαμέρισμα από δυο μεγάλα δωμάτια, μικρό χωλ και ευρύχωρο λουτρό, που μας χτίσανε οι γονείς μου, πάνω από το κυρίως σπίτι. Το ένα το είχαμε κοιτώνα και το άλλο ήταν ταυτόχρονα καθιστικό, κουζίνα και τραπεζαρία. Το πρώτο εξάμηνο, παρασυρμένοι από τη μοντέρνα νοοτροπία, που ήταν τότε του συρμού, είχαμε δυο μονά κρεβάτια, τα οποία φυσικά ενώσαμε όταν γυρίσαμε από το πολύ σύντομο και φτωχικό «ταξίδι του μέλιτος», με αποτέλεσμα να κοιμάμαι πάνω στη γραμμή επαφής τους επί έξι μήνες.

[…]

Στον ΕΟΤ διορίστηκα το 1960, έκτακτος, με ετήσια σύμβαση εργασίας, αλλά το μειονέκτημα αυτό αντισταθμιζόταν από το ότι δεν ψιλοκοσκίνιζαν τα φρονήματά σου, ούτε σου ζητούσαν χαρτί νομιμοφροσύνης.

Όταν ο Διευθυντής Τεχνικών έργων μου είπε το μισθό που θα έπαιρνα, τα έχασα.

“Θα παίρνετε 7.500 δραχμές το μήνα” μου είπε και μάλιστα με κάπως απολογητικό ύφος.

Στην αρχή νόμισα πως παράκουσα. Με τις τρεις δουλειές που έκανα συγκέντρωνα γύρω στις 4.000 δραχμές και ο αρχικός μισθός των χημικών μηχανικών, σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση, δεν ξεπερνούσε τις 3.500.

Στον Οργανισμό από την αρχή τα πήγα πολύ καλά. Ήταν καινούργια υπηρεσία, στελεχωμένη με ικανούς ανθρώπους, που δεν είχαν ακόμα διαφθαρεί, ούτε είχαν πέσει στη ρουτίνα. Ίσως βοηθούσε το γεγονός ότι στην πλειοψηφία τους οι υπάλληλοι του Οργανισμού ήταν έκτακτοι με ετήσιες συμβάσεις, που ανανεώνονταν κάθε Ιούλιο.

Ο Νικόλαος Φωκάς, ο Γενικός Γραμματέας, πανέξυπνος Κεφαλλονίτης, είχε αντιληφθεί πως την απόδοση των μηχανικών και των  επιστημόνων γενικότερα, δε μπορείς να τη μετρήσεις με τις ώρες που μένουνε στο γραφείο τους, αλλά με το έργο που παράγουν. Έτσι μας απάλλαξε από την υποχρέωση να χτυπάμε κάρτα ή να υπογράφουμε σε κατάσταση, από την άλλη μεριά όμως μας χρέωνε προσωπικά με τις διάφορες εργασίες και τα λοιπά καθήκοντα και αλίμονό σου αν δεν ήσουν συνεπής.

Τη δουλειά στον Οργανισμό τη βρήκα ενδιαφέρουσα, γιατί ήταν μέσα στο γνωστικό μου πεδίο. Ασχολήθηκα με τις προδιαγραφές των υλικών που προτείνανε στις μελέτες τους οι αρχιτέκτονές του, οι οποίοι ήταν πολύ επιρρεπείς να υιοθετούν ότι τους πλάσαραν οι διάφοροι εισαγωγείς μονωτικών ή διακοσμητικών υλικών, χρωμάτων κλπ. Σε δυο μήνες παρουσίασα στον διευθυντή της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων (τον άμεσο προϊστάμενό μου) κατάλογο των πιο δόκιμων υλικών για κάθε περίπτωση. Αργότερα άρχισα να μελετώ ιδιαίτερα τα στεγανωτικά και μονωτικά υλικά και τις τεχνικές εφαρμογής τους στις οικοδομές. Ήταν ένας τομέας καινούργιος ακόμα στον τόπο μας και η σχετική βιβλιογραφία σχεδόν ανύπαρκτη στη γλώσσα μας. Το υλικό που μάζεψα γι΄ αυτή τη δουλειά, μου επέτρεψε τρία χρόνια αργότερα να εκδώσω το δεύτερο βιβλίο μου, «Στεγανώσεις και Στεγανωτικά υλικά», το πρώτο ελληνικό βιβλίο μ΄ αυτό το θέμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Αρχίζει το πέμπτο καλοκαίρι (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Αύγουστος, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Με το σημερινό απόσπασμα περνάμε στο πέμπτο καλοκαίρι της αφήγησης, το καλοκαίρι του 1961, οπότε προτάσσεται μια σύντομη εισαγωγή του πατέρα μου (με πλάγια) και ένα συνδετικό κομμάτι που καλύπτει τα χρόνια που μεσολάβησαν. Η σημερινή λοιπόν αφήγηση φτάνει ίσαμε το 1958 περίπου.

mimis_jpeg_χχsmall

Εισαγωγή

Ανάμεσα σ΄αυτό και στο προηγούμενο ευτυχισμένο καλοκαίρι, μεσολάβησαν άλλα εννέα. Δε θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω “ευτυχισμένα”, ούτε πάλι “δυστυχισμένα”, πιο πολύ τους ταιριάζει το επίθετο “δύσκολα”. Η θητεία στο Στρατό για μένα, οι σπουδές στο Πανεπιστήμιο για εκείνη, η αναζήτηση εργασίας, ο γάμος μας, το στήσιμο του νοικοκυριού μας, ο ερχομός του πρώτου παιδιού μας, οι χίλιες δυο χαρές και λύπες, ελπίδες, σκοτούρες,  και προσπάθειες, έγνοιες και απολαύσεις, όσα δηλαδή γεμίζουν τη ζωή των συνηθισμένων ανθρώπων.

Αυτό το καλοκαίρι είχαμε πια πίσω μας τρία χρόνια γάμου και, παρά την αναπόφευκτη αναστάτωση που έφερε η γέννηση του γιου μας, είχαμε κατασταλάξει σ΄ έναν τρόπο ζωής που μας ικανοποιούσε. Το καλοκαίρι αυτό κύλησε ήρεμα, γεμάτο όμως μ΄ αυτή τη γαλήνια χαρά και ευτυχία της οικογενειακής ζωής.

Ήταν ένα καλοκαίρι ήσυχο και μάλλον δροσερό. Δε σημαδεύτηκε από κοσμοϊστορικά γεγονότα σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο. Κυβερνούσε ο Καραμανλής και η ΕΡΕ, αλλά η ΕΔΑ ήταν αξιωματική αντιπολίτευση, το δεύτερο κόμμα στη Βουλή και έλεγχε πολλούς μεγάλους δήμους. Στον πολιτιστικό τομέα η Αριστερά κυριαρχούσε. Ο Θεοδωράκης, Χατζηδάκης και ο Ξαρχάκος (άσχετα από την κομματική τοποθέτηση των δύο τελευταίων, εγώ τους θεωρούσα αριστερούς), ο Μποστ, ο Κατράκης, ο Τσαρούχης, ο Χατζής, ο Ιωάννου και ο Τσίρκας, δημιουργούσαν πολιτισμό υψηλού επιπέδου.

Η χώρα ήθελε να ησυχάσει, αλλά η Αντίδραση, το Παλάτι και οι Αμερικανοί δεν την άφηναν. Οι πιο διορατικοί μυρίζονταν πως κάτι μαγείρευαν, δυστυχώς όμως οι τότε αριστεροί δεν ανήκαμε σ΄ αυτήν την κατηγορία. Γιατί παρά το γεγονός πως υπήρχαν  οι παρακρατικοί, ίσχυαν οι νόμοι του Εμφυλίου και λειτουργούσαν πραχτικές, που  κρατούσαν το λαό διχασμένο, το γενικότερο κλίμα το χαρακτήριζε αέρας αισιοδοξίας. Ξεκινούσε ένα ρωμαλέο φιλειρηνικό κίνημα και οι φοιτητές έκαναν πέρα την ΕΚΟΦ και η Αριστερά κυριάρχησε σε όλους τους φοιτητικούς συλλόγους και αργότερα στην ΕΦΕΕ. Η ανοδική πορεία της Αριστεράς ανησύχησε όχι μόνο τους συντηρητικούς αλλά και τους, υποτίθεται δημοκράτες κεντρώους, που ζήτησαν από τον Καραμανλή να πάρει μέτρα. Τα πήρε πράγματι στις εκλογές της «βίας και νοθείας», μόνο που τα πήρε επ΄ωφελεία του δικού του κόμματος, πράγμα που εξόργισε τους εισηγηθέντες.

Πριν από το πέμπτο καλοκαίρι

Το «πεντάχρονο πλάνο» που είχαμε βάλει, χωρατεύοντας, όταν γνωριστήκαμε, πραγματοποιήθηκε σε όλα τα σημεία του. Μέσα σε πέντε χρόνια από τη γνωριμία μας η Κική τέλειωσε το Γυμνάσιο (με άριστα), μπήκε στο Πανεπιστήμιο – στο Χημικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής – και πήρε πτυχίο (λίαν καλώς), ενώ εγώ μετά την αποφοίτησή μου από το Πολυτεχνείο (κι εγώ με λίαν καλώς το πήρα), ξεμπέρδεψα με το στρατιωτικό και έπιασα δουλειά. Για την ακρίβεια τρεις δουλειές μαζί, γιατί όταν απολύθηκα από το Στρατό, οι χημικοί μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες ήταν οι κλάδοι των αποφοίτων του ΕΜΠ, που αντιμετώπιζαν οξύτατο πρόβλημα ανεργίας.

Για να τα βγάλω πέρα και με την προοπτική να παντρευτούμε με την Κική όσο πιο σύντομα γινόταν, δούλευα το πρωί σε μια εταιρεία αντιπροσωπειών στην Αθήνα, το απόγεμα σε ένα μικρό εργοστάσιο ανθρακικού ασβεστίου στον Πειραιά και το βράδυ δίδασκα Χημεία, Φυσική και Αντοχή υλικών στη νυχτερινή Σχολή Αρχιμήδης, επίσης στον Πειραιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 73 Σχόλια »

Μια επίσκεψη στη Μάνη (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Έχουμε ήδη μπει στο τέταρτο καλοκαίρι, του 1952, το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Ο πατέρας μου, θα θυμάστε, μόλις επέστρεψε από μιαν εκδρομή στην Αίγινα όπου έκανε μια γνωριμία που άλλαξε τη ζωή του.

mimis_jpeg_χχsmallΜη αντέχοντας να παραμένω άπρακτος ως την επόμενη μετάβασή μου στην Αίγινα, παρέσυρα τον ξάδερφο μου τον Μίμη σε μια εκδρομή στη Μάνη. Στα τέλη του περασμένου Μάη είχε πεθάνει ο παππούς μας. Τα τελευταία χρόνια είχε καταβληθεί πολύ από την νόσο του Πάρκινσον και μ΄ όλο που ήταν εβδομηνταεφτά χρονών, έδειχνε πολύ πιο γέρος. Κατά κάποιον τρόπο αναπαύθηκε. Πρότεινα το ταξίδι μας στο πατρογονικό μας σπίτι, σαν είδος  μνημόσυνο στη μνήμη του.  Η γιαγιά στην αρχή είχε κάποιους φόβους. Η οικογένειά μας, με εξαίρεση τον θείο τον Κώστα, ήταν χαρακτηρισμένη αριστερή και μ΄όλο που τα πράγματα είχαν πια ησυχάσει, φοβόταν μήπως κάποιος εγχώριος Χίτης μας κάνει κακό. Εμείς την καθησυχάσαμε πως δε θα δίναμε αφορμή.

Ξεκινήσαμε με την οτομοτρίς που μας πήγε ως την Τρίπολη και από κει πήραμε το λεωφορείο για τη Σπάρτη. Δε βιαζόμασταν καθόλου και αποφασίσαμε σε κάθε αναγκαστική, λόγω αλλαγής συγκοινωνιακού μέσου, στάση, να μένουμε όσο μας έπαιρνε. Έτσι, στην Τρίπολη επισκεφθήκαμε τον φίλο του θείου Μιχάλη και συνεργάτη του λεξικού του Ηλίου, τον Ιάκωβο τον Πολυκράτη, που παραθέριζε εκεί.

Ο Ιάκωβος ήταν πολύ ωραίος τύπος, μορφωμένος, πολιτισμένος και λάτρης του Βάκχου. Ήξερε όλες τις ταβέρνες  Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων και όταν ήταν να σε κατατοπίσει για να πας κάπου, τις χρησιμοποιούσε ως σημεία αναφοράς. Πρόπερσι, που πήγαμε για Κούλουμα στης κυρίας Θάλειας, στο Χαλάντρι, ο Ιάκωβος μας καθοδήγησε με τη δικιά του μέθοδο.

“Θα πάρτε το λεωφορείο και θα βγείτε στην πλατεία, στην εκκλησιά. Εκεί πιο κάτω είναι η ταβέρνα “ο Χρήστος”. Θα πάρετε το δρόμο δεξιά της ταβέρνας και σε εκατό μέτρα θα βρείτε το ουζερί “τα τρία αδέρφια”. Εκεί θα στρίψετε και λίγο πιο κάτω στο κέντρο “Το στέκι των φίλων” θα πάρετε τη μάντρα της Ριζαρείου και θα φτάσετε στο σπίτι της Θάλειας”

Πραγματικά ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του φτάσαμε χωρίς περιπλανήσεις στο εξοχικό της φίλης μας.

Και ο πατέρας του Ιάκωβου, ο Θεμιστοκλής Πολυκράτης, σπουδαίος μουσικός, που είχε συνθέσει αρκετές πολύ γνωστές καντάδες, ήταν επίσης, και μάλιστα σε κάπως υπερβολικό βαθμό, λάτρης του Βάκχου και οι φίλοι του τον έλεγαν, παραφράζοντας το όνομά του Μεθυστοκλή Πολυκράση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 37 Σχόλια »

Μια κοπέλα που αγαπάει την ποίηση και θέλει να σπουδάσει Χημεία (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 10 Ιουλίου, 2013

 

mimis_jpeg_χχsmallΣυνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, και κατ΄ εξαίρεση σήμερα Τετάρτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Έχουμε ήδη μπει στο τέταρτο καλοκαίρι, του 1952, το σημερινό είναι το δεύτερο απόσπασμα. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Θυμίζω ότι ο πατέρας μου με τρεις φίλους (δύο συμφοιτητές και τον νεότερο ξάδελφό του) έχουν πάει στην Αίγινα, ειδικότερα στη Σουβάλα, για καλοκαιρινές διακοπές και μένουν σε ένα ξενοδοχείο στα Λουτρά. 

Το επόμενο πρωί (ήταν 4 Αυγούστου – σημαδιακή μέρα) στα βραχάκια, που συνήθως κολυμπούσαμε, ήρθανε τρία κορίτσια. Το ένα το ξέραμε ήδη, ήταν η μινωική κόρη του ξενοδόχου και τα άλλα δύο, λίγο μικρότερά της, ήταν φίλες της, μαθήτριες ακόμα στο Γυμνάσιο. Ο ξάδερφός μου, που ήταν μεν ο Βενιαμίν αλλά και ο ερωτιδέας της παρέας και από την πρώτη μέρα της εγκατάστασής μας στη Σουβάλα κολλούσε συστηματικά σε κορίτσια, έπιασε αμέσως κουβέντα μαζί τους. Πήγα κι εγώ κοντά και τότε ΤΗΝ πρόσεξα.

Στην αρχή παρατήρησα το πλούσιο στήθος της, τους τορνευτούς ώμους και τον ωραίο της λαιμό, αλλά σαν είδα τα καστανόμαυρα μάτια της ένοιωσα να με τυλίγει μια παράξενη ζεστασιά. Ήθελα να καθίσω εκεί με τις ώρες και να βλέπω αυτά τα μάτια…

Κάποτε συνήλθα και πήρα μέρος στη συζήτηση. Τα δυο κορίτσια ήταν ντόπιες και πήγαιναν στην εβδόμη Γυμνασίου. Η κάτοχος των καστανόμαυρων ματιών μου είπε πως αγαπάει την Ποίηση και πως σκοπεύει να σπουδάσει Χημεία.

Αυτό ήταν για μένα η χαριστική βολή, που με αποτέλειωσε. Με αγωνία έβλεπα πως πλησίαζε η ώρα που τα κορίτσια θα τα μάζευαν και θα έφευγαν. Για να παρατείνω την παραμονή τους με έπιασε ακατάσχετη πολυλογία. Κατόπιν πετάχτηκα τρέχοντας στο δωμάτιό μας και πήρα την Ανθολογία του Αποστολίδη, που πάντοτε την έσερνα μαζί μου.

“Αφού σ’ αρέσει η Ποίηση, να σου δώσω να διαβάσεις αυτό”, της λέω και της πασάρω το βιβλίο, όπου είχα προλάβει να τσακίσω τη σελίδα στο ποίημα του Ουράνη “Αγάπη”.  Το πήρε και συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε όλοι μας το βραδάκι στον δρόμο που πήγαινε για το πευκόδασος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , , | 70 Σχόλια »