Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μεταπολεμικά’ Category

Διακοπές στην Αίγινα (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2013

mimis_jpeg_χχsmallΣυνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Έχουμε ήδη μπει στο τέταρτο καλοκαίρι, του 1952, το σημερινό είναι το δεύτερο απόσπασμα. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Θυμίζω ότι ο πατέρας μου με τρεις φίλους (δύο συμφοιτητές και τον ξάδελφό του) έχουν πάει στην Αίγινα, ειδικότερα στη Σουβάλα, για καλοκαιρινές διακοπές και μένουν σε ένα ξενοδοχείο στα Λουτρά. Το σημερινό κεφάλαιο είναι, ας πούμε, μεταβατικό. Δεν έχει πολλή δράση, προετοιμάζει όμως για μια σημαδιακή συνάντηση.

Μόλις αφήσαμε τις βαλίτσες μας, βάλαμε τα μπανιερά μας και τρέξαμε κι οι τέσσερις στη θάλασσα. Ήταν πεντακάθαρη με τόσο διαυγή νερά που έβλεπες άνετα τα βότσαλα του βυθού σε πέντε μέτρα βάθος. Κολυμπήσαμε ώρα πολλή, γιατί δε μας έκανε καρδιά να βγούμε.

Με την πρώτη μέρα βολευτήκαμε μια χαρά στο ξενοδοχείο. Βόηθησε σ΄ αυτό το ότι η κόρη του ξενοδόχου μας πήρε με καλό μάτι και όχι μόνο δεν έφερε αντίρρηση στην πρόθεσή μας να μετατρέψουμε το δίκλινο δωμάτιο σε τετράκλινο, παρά μας έδειξε την αποθήκη, από όπου κουβαλήσαμε στο δωμάτιο δυο ντιβάνια με τα στρωσίδια τους.

Βέβαια, από κοινού οι δυο μας, εγκαταλείψαμε κάθε ιδέα να ξεσηκώσουμε τους άλλους και να πάμε στην Αγιά Μαρίνα. Η Σουβάλα δεν κατάχτησε μόνο εμένα, μα και τον ξάδερφο. Τις δυο πρώτες μέρες είχαμε κάποιες ανώδυνες προστριβές με τον Τάκη και το Στέλιο, κυρίως εξαιτίας των αυστηρών, σχεδόν στρατιωτικών, κανονισμών που θέλησε να καθιερώσει ο πρώτος. Ο ξάδερφος όμως, πνεύμα επαναστατικό και ατίθασο, την τρίτη κι όλας μέρα ανέτρεψε το καθεστώς, που δεν πρόφτασε καλά καλά να παγιωθεί και από τότε κάναμε ο καθένας ότι ήθελε, με μόνο περιορισμό να μην ενοχλεί τους άλλους της παρέας. Ο περιορισμός αυτός δεν επεκτεινόταν και στους λοιπούς ενοίκους του ξενοδοχείου, τους οποίους ενοχλούσαμε ασυδότως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 31 Σχόλια »

Ξεκινάει το τέταρτο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2013

mimis_jpeg_χχsmallΣυνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Mέχρι τώρα βρισκόμασταν στο “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Από σήμερα ξεκινάει το τέταρτο καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 1952, όπου ο πατέρας μου έχει μόλις τελειώσει το τέταρτο έτος στη σχολή Χημικών Μηχανικών στο Πολυτεχνείο.

Στην αρχή, ο πατέρας μου προτάσσει μια σύντομη εισαγωγή:

Το καλοκαίρι αυτό ήταν το τελευταίο της σύντομης ανάπαυλας ανάμεσα στον Εμφύλιο, που είχε τελειώσει πριν δυόμισι χρόνια και στα Πέτρινα Χρόνια του αυταρχισμού και της μισαλλοδοξίας που έρχονταν. Τώρα η Ελλάδα αποκαμωμένη έγλειφε τις πληγές της. Τα πράματα ησύχαζαν σιγά σιγά, αλλά η πολιτική των νικητών κρατούσε τον κόσμο χωρισμένο στα δυό.

Ήταν περίεργη η στάση τους αυτή. Χωρίς αμφιβολία είχαν νικήσει στα πεδία των μαχών και στον πολιτικό τομέα. Θεωρητικά ήταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και όμως ήταν τρομαγμένοι. Θα έλεγε κανείς ότι φοβόντουσαν τους νικημένους. Λίγους μήνες πιο μπροστά τουφέκισαν τον Μπελογιάννη και τους άλλους, η Αριστερά όμως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του εμφυλίου πολέμου. Κυβερνούσαν ακόμα ο Πλαστήρας, ο Βενιζέλος και ο Παπανδρέου, ο κόσμος όμως είχε απογοητευτεί μαζί τους. Ιδρύθηκε και στέριωσε η ΕΔΑ. Εκείνο το χρόνο ο Παπάγος θα κέρδιζε τις εκλογές. Εκείνο το καλοκαίρι οι Αιγύπτιοι θα διώχναν τον Φαρούκ,  στη Γουατεμάλα θα ανατρεπόταν ο Άρμπεντς και στη Κορέα ο πόλεμος θα βάλτωνε.

Για μένα  το καλοκαίρι αυτό κύλησε ήσυχα. Χωρίς μεγάλα ταξίδια, έκτακτα γεγονότα ή σπουδαία γλέντια, επικεντρώνεται σε μιαν απλή εκδρομή, που άλλαξε όμως τη ζωή μου.

*  *  *

Δεν ξέρω τι ζητούσες, πριν με βρεις

κι εγώ τι γύρευα, σαν ακολούθησα το       

                                       κάλεσμά σου.

Το καθοριστικό και το θαυμάσιο

είναι ότι με βρήκες και σε βρήκα

Εκείνο το καλοκαίρι τέλειωσα το τέταρτο έτος, στη Σχολή Χημικών Μηχανικών, στο Πολυτεχνείο. Μπορεί το Πολυτεχνείο, τότε, στον τρόπο που λειτουργούσε να θύμιζε περισσότερο γυμνάσιο ή λύκειο, παρά ανωτάτη σχολή, πανεπιστημιακού επιπέδου, αλλά αυτή πειθαρχημένη δομή, είχε και τα καλά της. Εφ΄ όσον έμπαινες ήξερες πως σε πέντε χρόνια, αν δεν ήσουν κλασσικός κοπανατζής ή τελείως στούρνος, θα έπαιρνες το πτυχίο σου.  Δεν υπήρχε τρόπος να «χρωστάς» μαθήματα περασμένων ετών, που στο Πανεπιστήμιο ήταν περίπου θεσμός. Νομίζω πως το κυριότερο που πήραμε από το Πολυτεχνείο δεν ήταν τόσο οι γνώσεις, που μας πρόσφερε, όσο η εξοικείωσή μας με τη σκληρή δουλειά και με κάποια μεθοδικότητα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Ανακοινώσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , , | 124 Σχόλια »

Ένας τρελός επιστήμονας και μερικοί άλλοι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το έβδομο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. O πατέρας μου είναι φοιτητής Χημικός Μηχανικός στο Πολυτεχνείο, τα χρόνια 1949-50.

mimis_jpeg_χχsmallΣτη Γενική Φυσική είχαμε καθηγητή τον Παύλο Σαντορίνη, ιδιόρρυθμο όσο και ιδιοφυή τύπο «τρελού επιστήμονα», που παραμονές του πολέμου είχε εφεύρει και παραχωρήσει στον Ελληνικό Στρατό ένα είδος ραντάρ. Το ενδιαφέρον με τον Σαντορίνη δεν ήταν αυτό καθαυτό το μάθημά του, όσο κάποιες πειραματικές επιδείξεις που μας έκανε, πάνω στα μικροκύματα, στη στροφορμή και την αδράνεια. Πολλές φορές οι επιδείξεις του ήταν τόσο εντυπωσιακές, ώστε όλο το κατάμεστο  αμφιθέατρο στο κτίριο Γκίνη τρανταζόταν από τα χειροκροτήματα. Αλίμονο όμως αν ακουγόταν και κάποιο (επιδοκιμαστικό έστω) σφύριγμα. Ο Σαντορίνης το θεωρούσε αποδοκιμασία ή χλεύη, σταματούσε την επίδειξη και ρωτούσε

«Ποιος σφύριξε;»

Φυσικά δεν έπαιρνε απάντηση και τότε έδιωχνε όλη τη σειρά των εδράνων από την οποία ακούστηκε το σφύριγμα. Γενικά ήταν απρόβλεπτος στην παράδοσή του. Μια φορά είχε γεμίσει τον πίνακα με εξισώσεις. Κάποιος από τους σπουδαστές (αν θυμάμαι καλά ο Γυφτόπουλος, που αργότερα διέπρεψε ως καθηγητής στο ΜΙΤ) φώναξε:

«Κύριε καθηγητά κάνατε λάθος σε μια εξίσωση»

Ο Σαντορίνης εξεμάνη για τη διακοπή και την αμφισβήτηση της επιστημονικής του αυθεντίας

«Πώς σε λένε; Σου βάζω μηδέν. Ο Σαντορίνης δεν κάνει λάθη»

Μετά το μάθημα όμως και ενώ ξυριζόταν σε κουρείο της οδού Στουρνάρη, αναλογιζόμενος φαίνεται το επεισόδιο, διαπίστωσε πως ο σπουδαστής είχε δίκιο. Παράτησε το ξύρισμα και μπήκε, μισοσκουπισμένος από τις σαπουνάδες, στο αμφιθέατρο, όπου γινόταν μάθημα με άλλον καθηγητή

«Ποιος με είχε διακόψει προηγουμένως;» ρώτησε

Ο «φταίχτης» πού να μιλήσει. Ζάρωσε σε μια γωνιά  και περίμενε

«Παιδί μου είχες δίκιο. Σου βάζω δέκα» λέει και βγαίνει από την αίθουσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , , , , , | 176 Σχόλια »

Πρωτοετής στο Πολυτεχνείο (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το έβδομο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1948, ο πατέρας μου είναι 19 χρονών και δίνει ξανά εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (έχοντας προηγουμένως εγκαταλείψει την Ιατρική).

mimis_jpeg_χχsmallΤο Σεπτέμβρη του ’48 ξανάδωσα στο Πολυτεχνείο κι αυτή τη φορά πέτυχα. Πέτυχε και η Καίτη στους αρχιτέκτονες, ενώ ο Μανόλης ο Στάθης μπήκε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου, ο Μιχάλης ο Κούβαρης στην Ιατρική κι ο Θρασύβουλος Φατούρος στην Ανωτάτη Γεωπονική (και οι τρεις διέπρεψαν στην επιστήμη τους). Εγώ μπήκα στη Σχολή Χημικών Μηχανικών. Ένοιωθα σα να ψήλωσα μια πιθαμή. Είδα στην επιτυχία μου τη δικαίωση των στόχων που έβαλα. Δε μ΄ ένοιαξε καθόλου που είχα απαρνηθεί την Ιατρική.

Το Πολυτεχνείο μου άρεσε και σαν συγκρότημα κτιρίων. Τα συμμετρικά κτίρια της εισόδου, σε αρχαιοελληνικό ρυθμό, τα αγάλματα που στόλιζαν τη σχολή Καλών Τεχνών, το κεντρικό μεγαλοπρεπές κτίριο, στις αίθουσες του οποίου κάναμε μαθήματα οι χημικοί μηχανικοί (σε ορισμένα, όπως τα μαθηματικά, μαζί με τους αρχιτέκτονες), όλα μου άρεσαν. Σε έναν πίνακα στο κτίριο Γκίνη, στη σχολή πολιτικών μηχανικών είδα κορνιζαρισμένο κι ένα σχέδιο με την υπογραφή “Νείλος Μαστραντώνης”. Η μνήμη του Κλέαρχου επιζούσε. Βέβαια σαν πέρασε η ικανοποίηση της επιτυχίας είδα το Πολυτεχνείο πιο ρεαλιστικά. Εν πρώτοις στην τελετή υποδοχής των νέων σπουδαστών, μας έβγαλε λόγο κάποιος καθηγητής, Πίπας ονόματι, “περί του αντεθνικού κουμουνισμού” (ούτε να τον πει δεν ήξερε) κι αυτό, εμένα τουλάχιστον, που περίμενα να μας πει κάτι σχετικό με τις σπουδές και το ρόλο που θα παίζαμε αύριο οι νέοι μηχανικοί, με κρύωσε και με θύμωσε.

Αρχικά, στα δύο πρώτα χρόνια, στην τάξη μας ήμασταν μόνον είκοσι πέντε, από τους οποίους τρία κορίτσια, πράγμα πολύ σπάνιο στο Πολυτεχνείο. Τότε μόνο στους Αρχιτέκτονες υπήρχαν μερικές κοπέλες, στις άλλες σχολές οι γυναίκες έλειπαν τελείως ή θα υπήρχε το πολύ μία. Από τις δικές μας, η Σοφία ήταν η πιο όμορφη, η Φανή η πιο μελετηρή και η Άννα η πιο θαρρετή.

Χάρη στην αδιόρατη “αύρα”, που λες και εκπέμπουμε εμείς οι αριστεροί και μας βοηθάει να αναγνωριζόμαστε, γρήγορα καταλάβαμε, η Άννα κι εγώ, πως ήμασταν συναγωνιστές. Βέβαια με τις επικρατούσες συνθήκες της βαθιάς παρανομίας, ούτε να σκεφτούμε να μιλήσουμε πολιτικά, χωρίς να έχει προηγηθεί κανονική σύνδεση, κάναμε όμως καλή παρέα. Ο Σίμος ο Χατζηπαυλής, που πήγαινε στο τρίτο έτος, την είχε ωσαύτως μυριστεί και μεταξύ μας την έλεγε “Πασιονάρια”. Τον δεύτερο μήνα όμως η Άννα έπαψε να έρχεται στο Σχολή. Αργότερα μάθαμε πως την πιάσανε, τη βασάνισαν άγρια, την πέρασαν από δίκη στο Στρατοδικείο, την καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά ευτυχώς δεν την εκτελέσανε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , , , | 148 Σχόλια »

Στο Λεξικό του Ηλίου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 30 Απριλίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το έκτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1948, θυμίζω.

mimis_jpeg_χχsmall Το καλοκαίρι του ΄48 ο πατέρας μου έπιασε δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου, όπου ήδη δούλευε κι ο θείος μου ο Μιχάλης, παυμένος κι αυτός από τη δουλειά του.  Τους σύστησε στον εκδότη του, χωρίς να κρύψει το αριστερό παρελθόν τους, ο παλιός τους φίλος, ο Βασίλης ο Σπανόπουλος, που είχε εξελιχθεί σε έμπειρο και ικανό δημοσιογράφο της «Καθημερινής», στην οποία έγραφε τις «Σημειώσεις ενός Αθηναίου». Από την αρχή τα πήγαν κι οι δύο  πολύ καλά με το αφεντικό της επιχείρησης κι αυτό φάνηκε σ’ όλους περίεργο, γιατί ο Πασσάς ήταν δύσκολος άνθρωπος.

Στον “Ήλιο” που στεγαζόταν στο Μέγαρο ΤΣΑΥ στην οδό Σταδίου 29, πήγαινα συχνά και αργότερα, όταν μπήκα στο Πολυτεχνείο, άρχισα να γράφω λήμματα για την Εγκυκλοπαίδεια και μικρά τεχνικά σημειώματα για το περιοδικό, εξασφαλίζοντας καλό χαρτζηλίκι. Εκεί συνάντησα ένα σωρό σπουδαίους ανθρώπους: τους παλιους δημοσιογράφους Παπαλεξάνδρου, Βέρρο και Θεοδοσόπουλο, τον Δέφνερ, χημικό, τον Χασάπη, αστρονόμο, τον Ιάκωβο Πολυκράτη, νομικό, το Βασίλη Κοχλατζή, δημοσιογράφο και μεταφραστή, τον Κώστα Λαμπρόπουλο, ζωγράφο, που είχε αναλάβει την εικονογράφηση και την επιμέλεια των χαρτών, τη Θάλεια Παπαχρίστου και τη Γαλάτεια Τουρνάϊσσεν, φιλολόγους, φίλες του θείου του Μιχάλη. Ο Βασίλης ο Κοχλατζής μιλούσε δώδεκα ξένες γλώσσες, μεταξύ των οποίων αραβικά, περσικά, εβραϊκά και … κινέζικα. Και αυτό δεν ήταν καυχησιολογίες, τις ήξερε πολύ καλά (Το 1982 εξέδωσε σε ελληνική γλώσσα «Μέθοδο της Κινεζικής άνευ διδασκάλου» που μου χάρισε με ιδιόχειρη αφιέρωση). Μια φορά, παραμονές Χριστουγέννων, χαζεύοντας στα καροτσάκια με βιβλία, που από έθιμο βγαίνανε τότε μπροστά στο Χρηματιστήριο στην οδό Σοφοκλέους, ανακάλυψα μια γερμανική γραμματική της σανσκριτικής! Την αγόρασα αντί πέντε χιλιάδων και του τη χάρισα. Έκανε σαν παιδί από τη χαρά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , , , | 78 Σχόλια »

Γενέθλια στην Ασφάλεια (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Απριλίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το πέμπτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές του 1948 και ο πατέρας μου είναι πρωτοετής στην Ιατρική σχολή, αλλά διαπιστώνει ότι δεν είναι φτιαγμένος για αυτό τον κλάδο και αποφασίζει να δώσει εξετάσεις για το Πολυτεχνείο.

mimis_jpeg_χχsmallΠήγαινα ακόμα στο φροντιστήριο του Κανέλλου, όταν ένα μεσημέρι, σημαδιακή μέρα, γιατί ήταν τα γενέθλιά μου, 8 Ιανουαρίου του ΄48, σχολώντας από το φροντιστήριο με τον Μανόλη, απορροφήθηκα από την κουβέντα μας και αντί την κανονική διαδρομή που πάντα ακολουθούσαμε: Αριστοτέλους – Αβέρωφ – Τρίτης Σεπτεμβρίου – Ομόνοια – Πανεπιστημίου, πήραμε την Πατησίων, με αποτέλεσμα να περάσουμε μπροστά από τη Γενική Ασφάλεια, που ήταν τότε γωνία  Πατησίων και Καποδιστρίου. Μέγα λάθος, όπως αποδείχτηκε εν συνεχεία. Κάποιος χαφιές με γνώρισε ή ίσως με παρακολουθούσαν λόγω της δράσης μου στην οικονομική επιτροπή και μ΄άρπαξαν χωρίς να το πάρω σχεδόν είδηση. Ούτε κι ο Μανόλης, που έμεινε να με κοιτάει απορημένος, καθώς απομακρυνόμουν ανάμεσα σε δυο αγνώστους.

Στην Ασφάλεια με πήγαν σ΄ένα γραφείο του 2ου ορόφου κι ο ανακριτής μόλις με είδε μου είπε

“Εσύ λοιπόν είσαι ο Σαραντάκος ο κομμουνιστής”

“Δεν είμαι καθόλου κομμουνιστής” του λέω

“Πολύ καλά τότε” μου λέει μ΄ένα πλατύ χαμόγελο. “Υπόγραψε αυτή τη δήλωση και φεύγεις” και έσπρωξε μπροστά μου ένα χαρτί

Ένοιωσα πολύ άσκημα. Να υπογράψω δήλωση μετανοίας ήταν αδιανόητο. Φοβόμουν όμως πολύ. Δεν ήξερα αν με πιάσανε τυχαίως ή ύστερ΄ από παρακολούθηση. Στη δεύτερη περίπτωση και δήλωση να υπέγραφα δε γλίτωνα. Θα μου ζητούσαν να πω ονόματα, ποιος, πού, πότε και τα ρέστα και θα επακολουθούσε δίκη στο Στρατοδικείο. Ένα μήνα πριν είχε τεθεί εκτός νόμου το ΕΑΜ και το Κόμμα και είχαν επεκταθεί τα έκτακτα μέτρα και στην Αθήνα. Τραγική ειρωνεία: το Έκτακτο Στρατοδικείο λειτουργούσε εκεί που ήταν η Λέσχη μας, Ακαδημίας 15!

Προσπάθησα να αποφύγω  την υπογραφή λέγοντας πως είμαι φοιτητής της ιατρικής, ενδιαφέρομαι μόνο για τις σπουδές μου και δεν ασχολούμαι με τα πολιτικά. Αυτός φυσικά επαναλάμβανε την πρώτη του φράση. Παρίστανε τον καλό και πολιτισμένο συζητητή, που κατανοούσε τα επιχειρήματά μου, μ’ όλο που δε χαμογελούσε πια. Ξαφνικά σηκώθηκε ένας άλλος, (αργότερα έμαθα πως λεγόταν Καραχάλιος), που από τη θέση του τραπεζιού του έδειχνε πως ήταν ο προϊστάμενος και μ΄ έπιασε από το λαιμό

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »

Από την Ιατρική στο Πολυτεχνείο (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 2 Απριλίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το τέταρτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα τέλη του 1947 και ο αφηγητής είναι πρωτοετής στην Ιατρική σχολή, αλλά διαπιστώνει ότι δεν είναι φτιαγμένος για αυτό τον κλάδο. 

Να σημειώσω πάντως ότι ο πατέρας μου στις αναμνήσεις του κάνει έναν μικρό αναχρονισμό: το 1947 η «Βαλεντίνα» του Μητσάκη δεν είχε γραφτεί, είναι τραγούδι του 1950.

mimis_jpeg_χχsmallΤελικά η Ιατρική δε μου άρεσε. Είχαμε κι έναν καθηγητή, ονόματι Αποστολάκη, που αξίωνε με εκβιαστικό τρόπο να αγοράζουν οι φοιτητές το “Σύγγραμμά” του, σε πολύ τσουχτερή τιμή. Εγώ φυσικά δεν το είχα αγοράσει και όταν με σήκωσε με άλλους τρεις να μας εξετάσει προφορικά και οι δύο πρώτοι δεν απάντησαν σωστά, μας έκοψε και τους τέσσερις. Οι δύο τελευταίοι, εγώ κι ο άλλος, δεν είχαμε αγοράσει το “Σύγγραμμα”.

Γενικά δεν είχα πολύ έντονη επιθυμία να γίνω γιατρός. Στη ζωή μου δυο λειτουργήματα εκτιμούσα πολύ, αλλά δεν τα ήθελα για μένα: του γιατρού και του δικαστή. Δε θα άντεχα τις ευθύνες τους. Έτσι από τον Δεκέμβριο άρχισα στα σοβαρά να σκέφτομαι να παρατήσω την Ιατρική.

Με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα μου και τη λευκή ψήφο της μητέρας μου αποφάσισα να δώσω στο Πολυτεχνείο, χημικός μηχανικός. Οι εξετάσεις για το Πολυτεχνείο θεωρούνταν τότε οι πιο δύσκολες. Οι φίλοι μου στη Νέα Σμύρνη, ο Μητσάκης, ο Θεόφιλος, ο Νίκος κι ο Στρατής, θεωρούσαν μεγάλη βλακεία να παρατήσω τη σιγουριά της Ιατρικής για να χτυπήσω έναν τέτοιο δυσπρόσιτο στόχο, εγώ όμως θυμόμουν “τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε” του Καβάφη και επέμεινα.

Πήγα στο φροντιστήριο του Κανέλλου, στην οδό Αριστοτέλους, που είχε τη φήμη του καλύτερου, (δεν ήταν πλέον). Εκεί γνώρισα το Στρατή, πατριωτάκι, μια που ήταν Μυτιληνιός από τη Σκαμιά, τον Μιχάλη, άλλο πατριωτάκι, από την άλλη μου γενιά, Μανιάτη από τα Άλικα και τον Θρασύβουλο, Λευκαδίτη. Οι τέσσερις μας γίναμε σε λίγο αχώριστοι, καθώς μάλιστα ήμασταν και επονίτες. Αποτελέσαμε μιαν εύθυμη και θορυβώδη τετράδα. Μια φορά τη βδομάδα, συνήθως Σαββάτο βράδυ, πηγαίναμε “μπουρδελότσαρκα” στα πορνεία που αφθονούσαν τότε στην Αριστοτέλους, στη Στουρνάρα, στην Αχαρνών και στους δρόμους γύρω από τη Βάθη. Συνήθως πηγαίναμε για πλάκα, γιατί δεν είχαμε λεφτά να πάρουμε γυναίκα. Κουβεντιάζαμε με τις κοπέλες, πειράζαμε κανέναν αφελή πελάτη και στο τέλος, καθώς κάναμε σαματά χωρίς να διαλέγουμε καμιά γυναίκα, η μαντάμα έστελνε τον μπράβο του σπιτιού και μας πετούσε έξω. Εμείς βγαίναμε γελώντας και μπαίναμε σε άλλο μαγαζί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Η Ρίτα (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το τέταρτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Προβληματίστηκα αν έπρεπε ή όχι να ανεβάσω το σημερινό απόσπασμα και τελικά κατέληξα σε μια μεσοβέζικη λύση που δεν ξέρω αν είναι η καλύτερη, δηλαδή παραλείπω κάποια αποσπάσματα από το κείμενο (εκεί που έχω αγκύλες με αποσιωπητικά […]). Αν καταφέρουμε να εκδώσουμε το βιβλίο, αυτά τα αποσπάσματα, φυσικά, θα συμπεριληφθούν κανονικά, αλλά άλλο είναι η κατιδίαν ανάγνωση και άλλο ο δημόσιος σχολιασμός.

mimis_jpeg_χχsmallΘυμίζω ότι βρισκόμαστε στο φθινόπωρο του 1947 και ο αφηγητής είναι πρωτοετής στην Ιατρική σχολή, συμμετέχει έντονα στη δραστηριότητα της (ακόμα νόμιμης) ΕΠΟΝ και πηγαίνει στη χορωδία του Πανεπιστημίου.

Στη Χορωδία γνώρισα τη Ρίτα. Στην αρχή την πρόσεξα απλώς γιατί ήταν πολύ νόστιμη, αληθινός κόμματος, όπως λέγαμε τότε τα όμορφα κορίτσια και κυρίως γιατί ήταν πρώτη στο κέφι και το τραγούδι, χωρίς να περιμένω ή έστω να ελπίζω να με προσέξει. Πρώτα πρώτα ήταν αρκετά μεγαλύτερή μου, (θα με περνούσε κάπου τρία ή και τέσσερα χρόνια) και επί πλέον ήταν πλούσια, χειραφετημένη, ανέμελη και άσχετη με τα πολιτικά. Διαπίστωσα επίσης πως πρέπει να ήταν αιώνια φοιτήτρια, αφού μετά από τρία χρόνια στο Πανεπιστήμιο χρωστούσε ακόμα μαθήματα του πρώτου εξαμήνου. Τώρα από πού κι ως πού ένα πλουσιοκόριτσο από την Αθήνα να ενδιαφερθεί για έναν μάλλον συνεσταλμένο επαρχιώτη; Παρ΄ όλα αυτά με πρόσεξε.

Δεν ξέρω τι μου βρήκε, αλλά της άρεσα. Βλεπόμασταν κάθε Τετάρτη απόγεμα στη χορωδία, στον τρίτο όροφο της Λέσχης και όταν τέλειωναν οι πρόβες καθόμασταν είτε στον ίδιο χώρο είτε στο κυλικείο της Λέσχης καλαμπουρίζοντας. Καμιά φορά, αν είχε καλό έργο, πηγαίναμε στην “Ίριδα”, που είχε μειωμένο εισιτήριο για τους φοιτητές. Με τα ανέκδοτα που της έλεγα, τις φάρσες που σκάρωνα καμιά φορά και γενικά τα καλαμπούρια μου, την έκανα να γελά. Ουσιαστικά πάντως αυτή μου κόλλησε πρώτη, γιατί εγώ ήμουν ακόμα πολύ συμμαζεμένος. Άσε που δεν είχαμε τότε στο σπίτι καθόλου οικονομική άνεση και το χαρτζιλίκι που μού ΄δινε ο πατέρας μου, κάλυπτε ίσα ίσα τα ναύλα μου. Πού να περισσέψουν λεφτά για να την κεράσω έστω μια πάστα στο “Ρωσικόν” ή στα “Ηνωμένα Βουστάσια”.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | 60 Σχόλια »

Μια περίεργη και αντιφατική περίοδος (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 5 Μαρτίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmall   Όταν έφτασα στην Αθήνα ήρθα αμέσως σε επαφή με την Οργάνωση [την ΕΠΟΝ]. Στην αρχή σύχναζα απλώς στην κεντρική λέσχη της, στην οδό Ακαδημίας 15. Μου έκανε εντύπωση η ζωντάνια και το κέφι αυτών των παιδιών. Ο Μιχάλης ο Λιαρούτσος μας είχε μεταφέρει στο νησί αυτή τη ζωντάνια. Μου έκανε επίσης εντύπωση μια έκδηλα ευνοϊκή στάση όχι μόνο προς τους Σοβιετικούς αλλά και προς τους Αμερικανούς, ενώ στο νησί η προτίμησή μας έκλινε αποκλειστικά προς τους Ρώσους. Ο Μιχάλης μας είχε φέρει ένα καινούργιο επονίτικο τραγούδι: “ΕΠΟΝ ΕΠΟΝ είσαι ο εχθρός των φασιστών”, που η κεφάτη μελωδία του ήταν παρμένη από μιαν αμερικάνικη οπερέτα. Εδώ στην Αθήνα έμαθα τον ύμνο του Λόχου Σπουδαστών “Λόρδος Μπάυρον”, «Γεια χαρά σπουδάζουσα Νέα Γενιά», που η  μελωδία του ήταν ένα αμερικάνικο εμβατήριο. Γενικά, μετά τους Γερμανούς, που εξακολουθούσαμε όλοι οι Έλληνες να αποστρεφόμαστε, οι τωρινοί εχθροί μας ήταν  οι Άγγλοι. Αυτό ήταν ξεκάθαρο. Οι Αμερικανοί ήταν ακόμα πολύ μακριά.

Μη έχοντας ακόμα μόνιμη κατοικία με εισήγηση του “Σταμάτη”, που τον ήξερα από τη Μυτιλήνη [πρόκειται για τον Σταύρο Γιαννακόπουλο, τον μετέπειτα γνωστό ποιητή και μεταφραστή Πέτρο Ανταίο], δεν συνδέθηκα με οργανώσεις των γειτονιών, αλλά ανάλαβα να βοηθώ το μεταφραστικό συνεργείο της “Νέας Γενιάς”, η σύνταξη της οποίας στεγαζόταν επίσης στη Λέσχη. Μου άρεσε πολύ εκεί, μολονότι ο υπεύθυνος του συνεργείου ο “συναγωνιστής Νίνος” δεν ήταν του γούστου μου. Μου φαινόταν υπερόπτης και εγωιστής. Ο Νίνος αυτός μας έφερνε  συχνά εικονογραφημένα έντυπα από τη βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, πολλά από τα οποία δημοσιεύονταν στο περιοδικό. Στα περισσότερα από αυτά κυριαρχούσε το πνεύμα του Νιου Ντηλ και του μακαρίτη Ρούσβελτ.

Αντίθετα μου κίνησε το ενδιαφέρον ο Αλέκος ο Σύρος, γιος δικαστικού που τον είχαν εκτελέσει οι Γερμανοί, παιδί παρορμητικό και φιλότιμο. Ο Αλέκος ήταν ακόμα γυμνασιόπαιδο και στη γιορτή για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου [1946] στο 75ο Γυμνάσιο, κατά την εκφώνηση από έναν καθηγητή εμετικά αντικομμουνιστικού λόγου, δεν κρατήθηκε και φώναξε

“Κάτω ο Φασισμός, ζήτω η Δημοκρατία”

φυσικά έφαγε μπόλικο ξύλο από τους χίτες συμμαθητές του και τον έσωσε μόνο η γρήγορη επέμβαση της Αυτοάμυνας των Εξαρχείων. Επί πλέον αποβλήθηκε για μια βδομάδα. Για το επεισόδιο έγραψαν ο “Ρίζος” και η “Ελεύθερη Ελλάδα”, δημοσιεύοντας και τη φωτογραφία του Αλέκου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , , , , | 61 Σχόλια »

Στη Νέα Σμύρνη με τα κουκλάκια (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2013

 

Εδώ και καιρό δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το δεύτερο απόσπασμα από το «ιντερμέτζο», δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΕκτός από τα ξαδέρφια μου, όταν βρέθηκα στην Αθήνα αρχικά έκανα παρέα και με τρεις συμμαθητές (και συναγωνιστές) από το Γυμνάσιο, που είχαν κι αυτοί έρθει στην πρωτεύουσα για σπουδές. Κι άλλοι συμμαθητές και φίλοι μου από το Γυμνάσιο είχαν έρθει στην Αθήνα για σπουδές, αλλά χαθήκαμε μέσα στη μεγαλούπολη και στη ζωή. Άλλοι σπούδασαν κι άλλοι πήγαν στρατιώτες και μερικοί απ’ αυτούς καταλήξανε στη Μακρόνησο. Καθώς βρισκόμουν στο όριο, από πλευράς ηλικίας, στάθηκα τυχερός.  Έχοντας μπει μια χρονιά πιο μπροστά από το κανονικό στο σχολείο, τέλειωσα δεκαεφτά χρονώ και έφυγα από το νησί πριν σφίξουν τα πράματα.

         Ο πιο καλά δικτυωμένος από τους συμμαθητές μου αυτούς ήταν ο Μήτσος ο Μακρής  (που στο Γυμνάσιο τον φωνάζαμε “Κεγατούκλη” γιατί πρόφερε το ρω με γαλλική προφορά), ο οποίος πριν ξεσπάσει ο πόλεμος ζούσε με την οικογένειά του στη Νέα Σμύρνη. (…) Η οικογένεια Μακρή είχαν εγκατασταθεί από παλιά στη Νέα Σμύρνη, και ως Μικρασιάτες πρόσφυγες είχαν πάρει ένα μεγάλο οικόπεδο, όπου έχτισαν ένα ευρύχωρο σπίτι, στη συνοικία Αγία Παρασκευή. Κοντά τους και με τη βοήθειά τους νοικιάσαμε κι εμείς ένα ημιτελές σπίτι, του οποίου κατοικήσιμα ήταν μόνο τα δύο δωμάτια και το υπόγειο. Τα υπόλοιπα δύο δωμάτια ήταν γιαπί, χωρίς σοβάδες, πατώματα και τζαμιλίκια. Τέτοια σπίτια υπήρχαν τότε άφθονα σε προάστια με εύπορο πληθυσμό, όπως η Νέα Σμύρνη και η Νέα Φιλαδέλφεια, που στις παραμονές του πολέμου είχαν γνωρίσει μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα, η οποία ανακόπηκε με τον πόλεμο. Εμείς στην οικονομική κατάσταση που βρισκόμασταν δε μπορούσαμε να βρούμε καλύτερο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 58 Σχόλια »