Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μικροφιλολογικά’ Category

Αι εντυπώσεις του υιού ενός εκ των υπουργών μας (Χρονογράφημα του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2018

Κυκλοφόρησε πριν απο μερικές μέρες το 43ο τεύχος (Άνοιξη 2018) του εξαμηνιαίου περιοδικού Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργάζομαι τακτικά εδω και μερικά χρόνια.

Όπως συνηθίζω, τις συνεργασίες μου στα Μικροφιλολογικά τις αναδημοσιεύω εδώ, στο ιστολόγιο, φυσικά αφού κυκλοφορήσει το τεύχος. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα.

Παρόλο που αρκετά από τα θέματα του περιοδικού έχουν ειδικό κυπριακό ενδιαφέρον, η ύλη του ασχολείται με ολόκληρη την ελληνική λογοτεχνία και σας συνιστώ να το αναζητήσετε -ακόμα καλύτερα, να γραφτειτε συνδρομητές, προς 15 ευρώ τον χρόνο (πρέπει να στείλετε ηλεμήνυμα στον Λευτέρη Παπαλεοντίου, που τη διεύθυνσή του τη βρίσκετε εδώ).

Δεν αποκλείεται να παρουσιάσω στο μέλλον και κάποιο άλλο από τα άρθρα του τεύχους αυτού. Προς το παρόν αναδημοσιεύω το δικό μου άρθρο, το οποίο παρουσιάζει ένα χρονογράφημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη αλλά και ένα πεζό ποίημα του ποιητή για το οποίο γινεται λόγος στο χρονογράφημα.

 

Αι εντυπώσεις του υιού ενός εκ των υπουργών μας – Χρονογράφημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Στην αυτοβιογραφία του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ο ποιητής αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία ο πατέρας του, στρατιωτικός καριέρας, διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών μετά την επανάσταση (ορθότερα ίσως «προνουντσιαμέντο») του 1909. Η περίοδος αυτή ήταν σύντομη· διάρκεσε λίγο περισσότερο από 4 μήνες (Αύγουστος – Δεκέμβριος 1909), καθώς ο πατέρας Λαπαθιώτης ήταν χαρακτήρας ασυμβίβαστος και οξύθυμος κι έτσι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ύστερα από μια έντονη σύγκρουση που είχε στη Βουλή με την (εχθρική προς την επανάσταση) πλειοψηφία των βουλευτών.

Γράφει λοιπόν ο Λαπαθιώτης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Πεζό ποίημα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 44 Σχόλια »

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

«Τ’ απλό παιδί που εγώ αγαπώ» -δυο επιστολές για ένα ποίημα

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2016

Κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες το 40ό τεύχος (Φθινόπωρο 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο έχω τη χαρά και την τιμή να συνεργάζομαι ταχτικά εδώ και μερικά χρόνια. Το περιοδικό ασχολείται, όπως λέει ο τίτλος του, με ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν λεπτομέρειες ή υποσημειώσεις: αθησαύριστα έργα, συμπληρώσεις της βιβλιογραφίας, επιστολές λογοτεχνών. Τα Μικροφιλολογικά βγάζουν δύο τεύχη το χρόνο κι έτσι με το 40ό τεύχος κλείνουν 20 χρόνια ζωής. Μαζί με το κυρίως τεύχος συνήθως κυκλοφορούν και ένα ή δύο τετράδια με έκτακτη ύλη, που έχουν εκτενέστερες δημοσιεύσεις αφιερωματικού χαρακτήρα. Έτσι, μαζί με το 40ό τεύχος των ΜΦ κυκλοφορούν και δύο «Μικροφιλολογικά τετράδια», το ένα με επιστολές Αναγνωστάκη-Σινόπουλου και το άλλο με συμπληρώματα της καβαφικής βιβλιογραφίας  από τον φίλο Λευτέρη Παπαλεοντίου.

Το νέο τεύχος έχει πολύ ενδιαφέρουσα ύλη αλλά επειδή δεν το έχω πάρει ακόμα στα χέρια μου θα περιοριστώ προς το παρόν να παρουσιάσω εδώ το δικό μου άρθρο, που έχει για αντικείμενο δυο επιστολές του αγαπημένου μου Ναπ. Λαπαθιώτη προς τον Γιώργο Μυλωνογιάννη, οι οποίες φωτίζουν ένα μικροφιλολογικό ζήτημα. Παραθέτω το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά αλλά προσθέτω κάποιους συνδέσμους και τις φωτογραφίες των χειρογράφων.

Δυο επιστολές του Ν. Λαπαθιώτη στον Γ. Μυλωνογιάννη και ένα απλό παιδί

Στο τμήμα του αρχείου Λαπαθιώτη που απόκειται στο ΕΛΙΑ υπάρχουν και αρκετές επιστολές προς τον ποιητή και κριτικό Γιώργο Μυλωνογιάννη (για τον οποίο, βλ. παλιότερο άρθρο μας), με τον οποίο ο Λαπαθιώτης συνδεόταν φιλικά και συνεργαζόταν στα φιλολογικά, ιδίως στη δεκαετία του 1930.

Θα παρουσιάσω σήμερα δύο από τις επιστολές αυτές, η πρώτη από τις οποίες θέτει ένα μικροφιλολογικό πρόβλημα, στο οποίο η δεύτερη δίνει την απάντηση–που δεν έχει ως τώρα προσεχτεί.

Η πρώτη επιστολή φέρει ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1935 και είναι γραμμένη όχι στο συνηθισμένο επιστολόχαρτο που αγαπούσε να χρησιμοποιεί ο Λαπαθιώτης αλλά σε κόλλα διαγωνισμού Α4 με ρίγες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »

Ποια είναι η μεγαλύτερη πληγή του τόπου;

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2016

Και ποια δεν είναι, θα πείτε. Αλλά το ερώτημα του τίτλου είναι εσκεμμένα παραπλανητικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απαγορεύεται να το απαντήσετε στα σχόλια. Όμως αντικείμενο του σημερινού άρθρου δεν είναι ένα τόσο φλέγον θέμα. Το σημερινό μου σημείωμα είναι μικροφιλολογικό, διερευνά την ακρίβεια ενός αποφθέγματος.

RoyidisΕιδικότερα, το ερώτημα του τίτλου ακριβέστερα (αν και λιγότερο συνοπτικά) θα διατυπωνόταν: «Ποιαν θεωρούσε μεγαλύτερη πληγή του τόπου ο Ροΐδης;»

To έναυσμα για το άρθρο μού το έδωσε πριν από μερικές μέρες ένας φίλος του ιστολογίου, ο οποίος μού έστειλε μέιλ, με ένα λινκ προς έναν ιστότοπο (δεν είναι ανάγκη να βάλω λινκ, υπάρχει σε πολλά σημεία) όπου υπήρχε το εξής απόφθεγμα του Εμμανουήλ Ροΐδη:

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του:

Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Έλληνας

Εμμανουήλ Ροΐδης

«Είναι έτσι;» με ρωτάει ο φίλος, «εγώ το θυμάμαι αλλιώς, με πατριωτισμό στο τέλος»

Κι εγώ αλλιώς το θυμόμουν, αλλά, περιέργως, όχι με πατριωτισμό. Ευχαρίστησα τον φίλο μου και κάθισα να το ψάξω. Αν γκουγκλίσετε τη φράση «η Αίγυπτος τας οφθαλμίας» (δηλαδή τις παθήσεις, ιδίως τις φλεγμονές των ματιών) θα δείτε ότι η φράση του Ροΐδη παραδίδεται με πολλούς τρόπους, συγκεκριμένα σε τρεις παραλλαγές.

Σε πολλούς ιστότοπους, όπως στο Γνωμικολογικόν, δίνεται η παραπάνω μορφή του αποφθέγματος, «η Ελλάς τους Έλληνας».

Αλλού πάλι, όπως στο sansimera.gr, μπορείτε να βρείτε μια διαφορετική διατύπωση. Οι τρεις πρώτες χώρες έχουν τις ίδιες πληγές, αλλά για την Ελλάδα η πληγη αλλάζει:

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , , | 187 Σχόλια »

Τα σύννεφα, αδερφάκια μου θλιμμένα

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2016

Θα μπορούσα να το βάλω και για κουίζ -ποιητικό: ποιος γνωστός ποιητής έγραψε τον παραπάνω στίχο; Θα ήταν καλό κουίζ, διότι προς το παρόν ο στίχος δεν γκουγκλίζεται  («Λάθος!», ακούγεται μια φωνή από ψηλά, «τώρα γκουγκλίζεται!») αλλά αφενός κουίζ βάλαμε τις προάλλες και αφετέρου θέλω να γράψω το άρθρο. Όμως, αν θέλετε μπορείτε να σκεφτείτε ποιος ποιητής θα μπορούσε να είναι, και όταν θα προχωρήσετε την ανάγνωση του άρθρου θα δείτε αν μαντέψατε σωστά.

Τον στίχο αυτόν, τον βρήκα σε ένα χρονογράφημα του Βάρναλη -και σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν είναι του Βάρναλη, πιο κάτω θα φανερώσω τον ποιητή. Κι ενώ ο Βάρναλης στο χρονογράφημά του αναφέρει ποιού ποιητή είναι, στάθηκε πολύ δύσκολο να βρω το συγκεκριμένο ποίημα. Και ίσως έχει κάποιο ενδιαφέρον αυτή η φιλολογική αναζήτηση -αν πάλι τη βρίσκετε βαρετή, ελπίζω να σας αρέσει το χρονογράφημα που θα αναδημοσιεύσω.

Αυτόν τον καιρό, πρέπει να το έχω ξαναπεί, ετοιμάζω έναν τόμο με τα «Αττικά» χρονογραφήματα του Βάρναλη (θα βγει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο). Με τον όρο αυτό εννοώ τα χρονογραφήματα που έχουν ως θέμα τους την Αθήνα, τα προάστια και τις εξοχές της Αττικής, γραμμένα στην περίοδο 1939-1958. Στον τόμο αυτόν έχω εντάξει και τα «μετεωρολογικά» χρονογραφήματα, εκείνα δηλαδή που έχουν θέμα τους τον καιρό, επειδή συνήθως οι αναφορές στον καιρό και οι αναφορές στην πόλη συμφύρονται. Στον καιρό είναι αφιερωμένο και το σημερινό χρονογράφημα, στο οποίο ο Βάρναλης (διότι αυτός είναι ο ήρωας του χρονογραφήματος) χαίρεται μιαν απρόσμενη ιουνιάτικη βροχή και νοσταλγεί το φθινόπωρο καλοκαιριάτικα.

Τα χρονογραφήματα του Βάρναλη είναι γεμάτα από φιλολογικές αναφορές, και μια από τις ευχάριστες δυσκολίες που έχω σαν επιμελητής των κειμένων είναι να βρω όσο περισσότερες μπορώ -όλες, ει δυνατόν.

Το χρονογράφημα που θα δούμε σήμερα δημοσιεύτηκε στις 25 Ιουνίου 1942 στην Πρωία, με την οποία συνεργαζόταν ο Βάρναλης από τη δεκαετία του 1930, έχοντας αναλάβει από το 1939 και το καθημερινό χρονογράφημα. Μέσα στην κατοχή, βέβαια, η θεματολογία των χρονογραφημάτων ήταν αναγκαστικά περιορισμένη, κι έτσι είναι αυξημένο το ποσοστό των κειμένων που έχουν ως αντικείμενο τον καιρό και παρόμοια θέματα. Και η υπόλοιπη εφημερίδα άλλωστε, καθώς η ειδησεογραφία της σχετικά με τον πόλεμο ερχόταν από τους Γερμανούς ενώ η εσωτερική πολιτική επικαιρότητα ήταν ανύπαρκτη, είχε αυξημένο ποσοστό φιλολογικής ύλης.

Ας δούμε λοιπόν το χρονογράφημα του Βάρναλη που έχει, Ιούνιο μήνα, τον παράταιρο τίτλο «Φθινόπωρο». Έχω μονοτονίσει το κείμενο και έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν αντικατόπτριζε τις προτιμήσεις του Βάρναλη αλλά της εφημερίδας. Έχω προσθέσει και τρεις υποσημειώσεις, ενώ μια τέταρτη, αυτή για τον στίχο του τίτλου, θα τη συζητήσουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

-«Όνειρον φθινοπωρινής νυκτός και πρωίας»! Πρωτοβρόχια στην καρδιά του καλοκαιριού. Δροσιές και ρίγη –λουτρό της ψυχής!

Έτσι μουρμούριζε στην ταράτσα του προχτές το απόγευμα ο κεραυνωμένος των κυνικών καυμάτων, τσίτσιδος, μονάχα με το βρακάκι του μπάνιου. Και χτυπούσε χαρούμενος τα χέρια του στο στήθος, καθώς τον κατάβρεχε το ουράνιο ποτιστήρι και το κορμί του έπινε τη βροχή, όπως το διψασμένο χώμα! Γύρω οι κήποι, τα δέντρα και προπαντός τα ξερά χορτάρια κι η γης ολάκερη μοσκοβολούσανε τη χαρακτηριστική μυρωδιά της βρεμένης εξοχής, που κανείς Βιργίλιος δεν μπόρεσε να την τραγουδήσει. Ακόμα κι οι στέρφες ντοματιές του μπαλκονιού του ζωηρέψανε, σταθήκανε ντούρες, κι ενώ ήταν έτοιμος να τις ξεριζώσει, τις άφησε να παίξουν το διακοσμητικό τους ρόλο στο πανηγύρι της πλάσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »

Ο Βάρναλης στη Μυτιλήνη -κι ένα βγαλμένο δόντι

Posted by sarant στο 20 Δεκέμβριος, 2015

Πριν από μερικές μέρες είχαμε την επέτειο του θανάτου του μεγάλου ποιητή Κώστα Βάρναλη, οπότε ταιριάζει θαρρώ να αφιερώσω στον Βάρναλη το σημερινό κυριακάτικο, άρα φιλολογικό, άρθρο του ιστολογίου.

HMEROLOGIO 2016_3STHLOX12Το ιστολόγιο έχει παρουσιάσει αρκετές φορές κείμενα του Βάρναλη ή για τον Βάρναλη -μερικά από αυτά τα βρίσκετε εδώ. Κάποια από αυτά ήταν προδημοσίευση των δυο βαρναλικών έργων που έχω εκδώσει (εννοώ τα βιβλία Γράμματα από το Παρίσι και Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ, ενώ ετοιμάζω, αλλά για του χρόνου, και μια έκδοση των «Αττικών» χρονογραφημάτων του, δηλ. εκείνων που έχουν ως θέμα την πόλη της Αθήνας ή τις εξοχές της Αττικής).

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε στο Λεσβιακό Ημερολόγιο 2016, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αιολίδα σε επιμέλεια του φίλου Παναγιώτη Σκορδά. Καθώς πρόκειται για μια έκδοση εστιασμένη στη Λέσβο, διάλεξα ένα μικροφιλολογικό θέμα, τις δυο (αναγκαστικές) επισκέψεις του Βάρναλη στη Μυτιλήνη, στον δρόμο προς και από τον τόπο εξορίας του, το 1935. Στην εδώ αναδημοσίευση έχω κάνει μερικές επουσιώδεις αλλαγές, κυρίως μικροπροσθήκες.

Ο Βάρναλης στη Μυτιλήνη -κι ένα βγαλμένο δόντι!

Σε προηγούμενο τεύχος του Λεσβιακού ημερολογίου είχα παρουσιάσει μια διαμαρτυρία λογίων της Μυτιλήνης για την πειθαρχική δίωξη του Βάρναλη το 1926 καθώς και ένα δυσεύρετο ποίημα του ποιητή για τη Λέσβο. Στο παρόν άρθρο θα μιλήσουμε για τη φυσική παρουσία του Βάρναλη στο νησί της Λέσβου και στη Μυτιλήνη.

Εκτός λάθους, ο Βάρναλης επισκέφτηκε τη Λέσβο μόνο δύο φορές στη ζωή του, και μάλιστα χωρίς να το επιλέξει, και όχι για αναψυχή ούτε για κάποια επαγγελματική δραστηριότητα. Και οι δυο επισκέψεις του έγιναν το 1935, όταν ο ποιητής, μαζί με τον Δημήτρη Γληνό και δεκάδες άλλους αριστερούς και δημοκράτες πολίτες, οδηγήθηκαν για εκτόπιση στον Άγιο Ευστράτιο μετά το κίνημα του Κονδύλη. Απευθείας ατμοπλοϊκή σύνδεση δεν υπήρχε βέβαια, κι έτσι οι εξόριστοι έμειναν αρκετές μέρες στη Μυτιλήνη περιμένοντας το πλοίο της άγονης γραμμής, ενώ το ίδιο συνέβη και στο ταξίδι της επιστροφής από τον τόπο της εξορίας δυο μήνες αργότερα.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα, τις τελευταίες μέρες του 1935, ο Βάρναλης έγραψε τις εντυπώσεις του σε σειρά άρθρων στην εφημερίδα Ανεξάρτητος, αν και η δημοσίευση διακόπηκε μετά τη δέκατη συνέχεια (για πολιτικούς λόγους: καθώς η προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές της 26.1.1936 είχε μπει στην τελική ευθεία, το ΚΚΕ ήρθε σε βιαιότατη σύγκρουση με την εφημερίδα, κατηγορώντας την για συκοφαντικά και προβοκατόρικα δημοσιεύματα).

Τα δημοσιευμένα άρθρα, μαζί με τις επιστολές που αντάλλαξε ο Βάρναλης με τη σύζυγό του, τη Δώρα Μοάτσου, έχουν πλέον εκδοθεί σε βιβλίο (Άι Στράτης. Θυμήματα εξορίας, από τις εκδ. Καστανιώτη, 2014), αν και δυστυχώς με αρκετά λάθη στη μεταγραφή και την επιμέλεια. Από το βιβλίο αυτό αντλώ υλικό, καθώς και από το αρχείο Βάρναλη που φιλοξενείται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Με την ευκαιρία, ευχαριστώ τη βιβλιοθηκονόμο Ελευθερία Δαλέζιου για την προθυμία με την οποία με υποδέχτηκε στη βιβλιοθήκη, καθώς και τον θείο μου Κώστα Μίσσιο, χαλκέντερο γραμματολόγο της λεσβιακής λογοτεχνίας (και όχι μόνο) για τη βοήθειά του σε ερωτήματα που είχα.

Λοιπόν, ο Βάρναλης, ο Γληνός και άλλοι δημοκρατικοί πολίτες, σύνολο 33 άτομα, έφτασαν στη Μυτιλήνη στις 20 Οκτωβρίου 1935, με το «μεγάλο και καλοθάλασσο», όπως το χαρακτηρίζει, βαπόρι Αρντένα. Ήταν το πρώτο κύμα εξόριστων: «ξέραμε … ότι πίσου από μας θα ερχότανε άλλοι καμιά τρακοσαριά». Στη Μυτιλήνη έμειναν έξι ολόκληρες μέρες, περιμένοντας το πλοίο της άγονης γραμμής, το Μαρία Ρ.

Οι εξόριστοι χάρηκαν και με το παραπάνω αυτή την ανάπαυλα, που έγινε σε κλίμα άνεσης και χαλαρότητας, εντελώς διαφορετικό από τις ασφυκτικές συνθήκες στα αθηναϊκά κρατητήρια:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μυτιλήνη, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , | 44 Σχόλια »

Ένα Χριστιανόπουλο γράφει στο Ελληνόπουλο

Posted by sarant στο 15 Νοέμβριος, 2015

Κυριακή σήμερα, ας προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε το φονικό του Παρισιού. Βοηθάει η μέρα, βοηθάει και το φιλολογικό ή λογοτεχνικό θέμα που συνηθίζω να βάζω τις Κυριακές. Οπότε, λέω να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο, εβδομήντα χρόνια πίσω, και πίσω στην παιδική ηλικία, όχι τη δική μας παρά ενός σημαντικού Έλληνα ποιητή.

Την περασμένη Κυριακή είχα δημοσιεύσει την ομιλία που είχα κάνει στην παρουσίαση του βιβλίου «Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά» του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου. Το κορυφαίο ίσως παιδικο και νεανικό περιοδικό των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων ήταν το Ελληνόπουλο, και το βιβλίο του Τριανταφυλλόπουλου του αφιερώνει αρκετές σελίδες, παρόλο που ο συγγραφέας ως παιδί δεν ήταν τακτικός αναγνώστης του αλλά μάλλον περιστασιακός.

Στα σχόλια εκείνου του προηγούμενου άρθρου, έγινε λόγος για τις αναμνήσεις του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου από το Ελληνόπουλο, στο οποίο ήταν συνδρομητής  -αυτές ακριβώς τις αναμνήσεις θα παρουσιάσω σήμερα, συνοδεύοντάς τις από ντοκουμέντα για τη συμμετοχή του Χριστιανόπουλου στο περιοδικό, καθώς από αγαθή τύχη έχω στο αρχείο μου τον πρώτο τόμο του Ελληνόπουλου.

Χαριτολογώντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος οφείλει τα πάντα στο περιοδικό Ελληνόπουλο. Όχι ο ποιητής, αλλά… το ψευδώνυμο. Εννοώ ότι ο έφηβος Κώστας Δημητριάδης, δεκατεσσάρων χρονών το 1945, χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Χριστιανόπουλο» για τη συμμετοχή του στην εσωτερική ζωή του περιοδικού (μικρές αγγελίες, λογοτεχνικές συνεργασίες κτλ.) και αυτό στάθηκε έναυσμα να υιοθετήσει αργότερα ως ποιητής το ψευδώνυμο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Αλλά ας τον αφήσουμε να τα πει ο ίδιος, καταρχάς συνοπτικά σε συνέντευξη:

14 χρονών, πάμπτωχος και διάβαζα ένα παιδικό περιοδικό, το «Ελληνόπουλο». Το περιοδικό είχε μια στήλη συνεργατών, στην οποία για να δημοσιεύσεις έπρεπε να είχες καταθέσει ψευδώνυμο, η επιτροπή του περιοδικού να εγκρίνει το ψευδώνυμο και μετά ν αρχίσει να σου δημοσιεύει μόνο με το ψευδώνυμο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 90 Σχόλια »

Μια φιλική γλωσσική παρατήρηση

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2015

Στο αρχείο Βάρναλη, που φυλάσσεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, ανάμεσα στην αλληλογραφία του ποιητή υπάρχει και μια επιστολή που θα τη δούμε στο σημερινό μας σημείωμα. Πρόκειται για μια φιλολογική λεπτομέρεια, που έχει ενδιαφέρον από δυο απόψεις, μια γλωσσική και μια αρχειονομική, ας πούμε.

Ο Βάρναλης είναι ο παραλήπτης. Αποστολέας της επιστολής είναι ο Ελισαίος Γιανίδης, μια μεγάλη μορφή του δημοτικισμού. Αξίζει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτόν. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σταμάτης Σταματιάδης. Γεννήθηκε στο Νιχώρι του Βοσπόρου το 1865, σπούδασε γεωπονία, χημεία και μαθηματικά (όπου έκανε και διδακτορικό), εργάστηκε στην εκπαίδευση (απολύθηκε από το Βαρβάκειο επειδή έλεγε στα παιδιά να μην κλίνουν «η Κίνα της Κίνης»), και είχε σημαντικό έργο σε δυο τομείς που δεν τους είχε σπουδάσει, τη γλώσσα και τη βυζαντινή μουσική. Το βιβλίο του «Γλώσσα και ζωή» (1908 και 2η έκδοση 1915) γαλούχησε γενεές δημοτικιστών και αξίζει να διαβαστει και σήμερα, ανάμεσα στ’ άλλα και για να χαρεί ο αναγνώστης τον λόγο ενός μάστορα και τα επιχειρήματα ενός καθαρού μυαλού.

Στη δεκαετία του 1930, όταν δηλαδή γράφεται η επιστολή, ο Γιανίδης (εδώ φωτογραφία του) είναι πια ηλικιωμένος, αλλά εξακολουθεί να παρακολουθεί τα γλωσσικά και να τα σχολιάζει (στον παλιό μου ιστότοπο έχω βάλει ένα άρθρο του εκείνης της εποχής).

Ιδού λοιπόν η επιστολή (αριστερά βλέπετε φωτογραφία της πρώτης σελίδας)

elgian22Νέα Σμύρνη 40-5
11-10-3x

Φίλε κύριε Βάρναλη,

Σας διαβάζω με πολυ ενδιαφέρον.

Ασχέτως με την ουσία, ζητω τη φιλική-σας άδεια να σας κάμω μια παρατήρηση γλωσσική. Η αγάπη μου στη δημοτικη με αναγκάζει και ελπίζω ότι δε θα με παρεξηγήσετε.

Γράφετε:
δε γίνανε για όφελος ολίγων κηφήνων μα για όφελος δικό του            2 Οκτωβρίου

δεν μπορεί να ιδεί ό,τι θέλει μα ό,τι του δείξουν (9 Οκτ.)

Δεν κατάστρεψε πολιτισμό αιώνων μα δημιούργησε (11 Οκτ)

να μην είναι ο δούλος μα ο κύριος της μηχανής (11 Οκτ.)

Λίγα δείγματα στην τύχη. Συστηματικα και χωρις εξαίρεση γράφετε μα εκει που νομίζω πως χρειάζεται παρά. Ποτε στην ομιλία-μας δε λέμε «δεν είναι αυτος μα είναι ο άλλος» – Δεν είναι αυτος παρά είναι ο άλλος. Είναι το γερμανικό sondern.

Ίσως έχετε ενάντια γνώμη και το γράφετε απο πεποίθηση. Τότε σέβομαι τη γνώμη-σας. Αν όμως είναι απο συνήθεια (και το θεωρώ μια κακη μετάφραση του αλλά της καθαρέβουσας), τότε θα σας παρακαλέσω να το προσέξετε. Έλαβα αυτο το θάρρος απο αγάπη της δημοτικης. Αλλου βέβαια είναι στη θέση-του το μα, όταν σημαίνει όμως (aber). Π.χ. Μα εργοστάσια έχει και η Αγγλία … Μα αυτό γίνεται και στη Γερμανία!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Δημοτικισμός, Μικροφιλολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 73 Σχόλια »

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας και η Διάπλασις των Παίδων

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2015

Η Διάπλασις των Παίδων είναι το μακροβιότερο ελληνικό περιοδικό για παιδιά, αφού κόντεψε να κλείσει έναν αιώνα ζωής: άρχισε να κυκλοφορεί το 1879 και πρέπει να τερμάτισε τον βίο της λίγο πριν ή λίγο μετά το 1970. Ωστόσο, έχει (και δίκαια) συνδεθεί με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ο οποίος ανέλαβε διευθυντής της από το 1896 και έμεινε στο τιμόνι του περιοδικού αρκετές δεκαετίες. Φυσικά, η Διάπλασις πρόσφερε στους αναγνώστες της την κατεστημένη εθνική ηθική διαπαιδαγώγηση, ωστόσο δεν παρέλειπε τα εκλεκτά λογοτεχνικά έργα (την πρώτη περίοδο, πολλά μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν μεταφράζονταν στη Διάπλαση αμέσως μετά την κυκλοφορία τους στη Γαλλία) αλλά ίσως η μεγαλύτερη προσφορά της να ήταν ότι έδινε στους συνδρομητές της την ευκαιρία να πάρουν μέρος σε μια κοινότητα φίλων όπου ο καθένας χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο, να δοκιμάσουν την τύχη τους σε διαγωνισμούς κτλ., να ανταλλάξουν τετράδια με «Μικρά Μυστικά» και γενικά να επικοινωνήσουν με άλλους χρήστ… άλλους συνδρομητές ήθελα να γράψω, αλλά παρασύρθηκα: πράγματι, η ομοιότητα της τότε αλληλεπίδρασης με αυτήν που γίνεται σήμερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι εντυπωσιακή. Άλλωστε, ατού –και πηγή εσόδων-του περιοδικού ήταν οι χιλιάδες συνδρομητές του, και το μοντέλο της Διάπλασης το ακολούθησαν αργότερα και άλλα νεανικά περιοδικά.

Εγώ όπως είπα τη Διάπλαση την πρόλαβα στα τελευταία της, και σε αυτή την κοινότητα ελάχιστα πήρα μέρος. Θυμάμαι ότι πήρα ψευδώνυμο αλλά… δεν θυμάμαι ποιο ήταν· ωστόσο, διατηρώ στη μνήμη μου την πρώτη και μοναδική αγγελία που έστειλα: Άσπρε Αράπη, ζητώ τη φιλία σου.

Συνδρομητές της Διάπλασης ήταν ως παιδιά ή έφηβοι αρκετοί γνωστοί λογοτέχνες, όπως ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (με το ψευδώνυμο Αιθήρ και αργότερα ως Όψιμος Κρίνος), ο Ρώμος Φιλύρας (Κορινθιακό Κύμα), ο Κλέων Παράσχος (Αφροστεφανωμένο Κύμα), ο Πέτρος Χάρης (Κυανόλευκο Λάβαρο), ο Νίκος Καββαδίας (Μικρός Ποιητής) κτλ.

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας δεν έγινε συνδρομητής της Διάπλασης ως παιδί. Στην Πλατανούσα του νομού Ιωαννίνων, όπου γεννήθηκε, ελάχιστα έντυπα έφταναν τον μεσοπόλεμο, και πάντως όχι παιδικά περιοδικά –εφημερίδες κυρίως, στις οποίες είχε προνομιακή πρόσβαση αφού ο πατέρας του ήταν ταχυδρόμος. Ούτε και αργότερα, όταν πήγε στην Άρτα για να φοιτήσει στο γυμνάσιο [με την παλιά έννοια του όρου, που αντιστοιχεί στη σημερινή Γ’ Γυμνασίου και στο Λύκειο] δεν γράφτηκε συνδρομητής στη Διάπλαση –από τη μια δεν περίσσευαν χρήματα για τη συνδρομή, κι από την άλλη ίσως να την είχε ξεπεράσει, να είχε στραφεί σε περιοδικά για μεγάλους. Θυμάται στο αυτοβιογραφικό του Από μικρός στα γράμματα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεσοπόλεμος, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 97 Σχόλια »

Καβαφισμός και άλλες επιδημίες από την Αίγυπτο

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2015

Το σημερινό κυριακάτικο, άρα φιλολογικό μας άρθρο αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια ενός παλιότερου φιλολογικού άρθρου. Βέβαια, το παλιότερο εκείνο άρθρο δεν δημοσιεύτηκε την περασμένη ή την προπερασμένη Κυριακή αλλά πριν από τριάμισι χρόνια -τι τα θέλετε όμως, αν ο βίος είναι βραχύς, η τέχνη είναι μακρά.

Στο άρθρο που είχα γράψει το 2012 για την τερατώδη γκάφα του (οΘντκ) φιλόλογου κ. Σ. Καργάκου να βγάλει φασίστα τον Καβάφη επειδή σε κάποια παλιά εφημερίδα βρήκε μια πλαστή επιστολή υπέρ του φασιστικού κόμματος που την υπέγραφε ο Καβάφης και άλλοι επιφανείς αλεξαντριανοί, αγνοώντας ότι υπήρξε διάψευση και μη μπορώντας να δει ότι ο Καβάφης με τον Λαγουδάκη δεν θα υπέγραφαν μαζί ούτε έγγραφο διαμαρτυρίας για τα τσουχτερά κοινόχρηστα της οκέλας τους (της πολυκατοικίας δηλαδή), έγραφα και τα εξής: Οι φίλοι του Καβάφη συγκέντρωσαν υπογραφές κάτω από ένα κείμενο διαμαρτυρίας, το οποίο δημοσιεύτηκε ευρέως και στην Αλεξάνδρεια αλλά και στην Αθήνα. Ο Δρ Λάιγξ κατατροπώθηκε, αλλά η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου οι φίλοι του Παλαμά αισθάνθηκαν να απειλείται το είδωλό τους από τον αλεξανδρινό ποιητή. Όχι με μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξαιτίας του επεισοδίου Λαγουδάκη βγήκε το ειδικό καβαφικό τεύχος του περιοδικού Νέα Τέχνη, μορφοποιήθηκε ο πυρήνας των φίλων του Καβάφη στην Αθήνα (Λαπαθιώτης, Βαϊάνος κτλ.) και εδραιώθηκε ο Καβάφης ως το αντίπαλον δέος στον Παλαμά. Όμως το κεφάλαιο αυτό θα μας απασχολήσει σε επόμενο σημείωμα, διότι ήδη έχω γράψει πάρα πολλά.

Βρισκόμαστε στα 1924 και στην ελληνική ποίηση, όπως τουλάχιστον αυτή είναι αντιληπτή στην Αθήνα, κυριαρχεί ο Παλαμάς, αν και ο Καβάφης έχει αρχίσει να ακούγεται. Με αφορμή το επεισόδιο Λαγουδάκη λοιπόν, ο Δημήτρης Ταγκόπουλος, ο εκδότης του ιστορικού Νουμά, της ναυαρχίδας των δημοτικιστών, έγραψε στην εφημερίδα Έθνος, όπου είχε καθημερινή φιλολογική στήλη αλλά και χρονογράφημα, το άρθρο που θα διαβάσετε, με τίτλο «Καβαφισμός». Στο αρνητικότατο για τον Καβάφη άρθρο, που παρομοίαζε με επιδημία τον καβαφισμό, απάντησε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, από τους πρώτους και πιο πιστούς φίλους του Καβάφη στην Αθήνα, με μια μάλλον σύντομη επιστολή του, που την παρουσιάζω επίσης. Οι δυο επιστολές είναι γνωστές στους παροικούντες τη φιλολογικήν Ιερουσαλήμ, αλλά αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Καβαφικά, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 58 Σχόλια »

Τρεις όρκοι

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2015

Το γνωστότερο ελληνικό ποίημα με τον τίτλο Όρκος είναι μάλλον ο Όρκος του Γεράσιμου Μαρκορά (1826-1911), μια εκτεταμένη ποιητική σύνθεση για την κρητική επανάσταση του 1866, που ίσως διαβάζεται ακόμα στις μέρες μας επειδή έχει συμπεριληφθεί στη διδακτέα ύλη της Λογοτεχνίας ως παράλληλο κείμενο στον Κρητικό του Δ. Σολωμού. Τον Όρκο του Μαρκορά τον βρίσκετε εδώ, όμως στο σημερινό άρθρο θα δούμε δύο (ή τρεις) άλλους Όρκους, τρία ποιήματα που αναφέρονται σε όρκους και που συνδέονται μεταξύ τους. Με την ευκαιρία, θα συμπληρώσω και καναδυό μικροφιλολογικά για τις δημοσιεύσεις των ποιημάτων αυτών.

Πριν από δυο βδομάδες, είχαμε αναφερθεί στον ποιητή Γιώργο Μυλωνογιάννη και στο βιβλίο «Ανοίχτε τα παράθυρα στο φως» του Γιάννη Παπακώστα, αφιερωμένο στο έργο του. Ένα ποίημα του Μυλωνογιάννη, που το συζητήσαμε στα σχόλια εκείνου του άρθρου, λέγεται Όρκος.

Όρκος

Ορκίζομαι στον άνθρωπο
πως άνθρωπος θα μείνω
Μήτσος Παπανικολάου

Στου μόχτου τον ολόπικρο ιδρώτα
και σ’ όσους δε χορταίνουν το ψωμί
στα μολεμένα απ’ τα μπουντρούμια χνώτα,
στο δίκιο, στην αλήθεια, στην τιμή

Στον άνθρωπο -όπου γης- τον αδερφό μου,
που τον ποτίζουν όξος και χολή,
στον ταπεινό και στο παιδί του δρόμου,
σε σας, αγωνιστές κι αρματολοί.

Των σκλάβων οι αντρειωμένοι, πρόγονοί μου,
που πέφτατε στη μάχη σα θεριά,
ορκίζομαι, ως την ώρα τη στερνή μου
να μάχομαι παντού για λευτεριά!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , | 67 Σχόλια »

Θα μου γράψεις, Ναρραβώθ; (Δυο ακόμα επιστολές του Β. Ζήνωνος προς τον Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 19 Απρίλιος, 2015

Το σημερινό μας σημείωμα είναι μικροφιλολογικό με όλη τη σημασία της λέξης, αφού πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά», στο τεύχος του που κυκλοφόρησε πρόσφατα (τχ. 37, άνοιξη 2015).  Το άρθρο παρουσιάζει δυο επιστολές του Κύπριου ποιητή Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη γραμμένες το 1911. Δεν θα σας κακίσω αν μου πείτε ότι υπάρχουν και σοβαρότερα φιλολογικά θέματα που μπορεί κανείς να εξετάσει, αλλά ο καθένας έχει τις εμμονές του.

Σε προηγούμενα τεύχη των Μικροφιλολογικών είχα αναφερθεί στον Κύπριο λόγιο Βίκτωρα Ζήνωνα και τη φιλία του με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και είχα παρουσιάσει δύο επιστολές του πρώτου προς τον δεύτερο, την πρώτη γραμμένη το 1910 (την έχω παρουσιάσει και στο ιστολόγιο) και τη δεύτερη τον Ιούνιο του 1911 (επίσης). Σήμερα θα παρουσιάσω τις δύο επιστολές που απομένουν ώστε να ολοκληρωθεί το σύνολο των τεσσάρων επιστολών Ζήνωνος προς Λαπαθιώτη που απόκεινται στο ΕΛΙΑ. Οφείλω ευχαριστίες στον Αχιλλέα Τζάλλα που έκανε τη μεταγραφή της επιστολής (έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία).

Η πρώτη επιστολή έχει ημερομηνία τόσο στο παλιό ημερολόγιο (που ίσχυε στην Ελλάδα) όσο και στο νέο.

Λεμεσός 13/26/10/911

Χρυσέ μου Ναπολέων

Από την ημέρα, που, υπακούοντας σε μιας ασυνήθιστης καλοσύνης το σπρώξιμο μου ’γραψες το τελευταίο διεξοδικό σου γράμμα, δε μου ’δωσες πια άλλο σημείο Ζωής. Και όμως από την ημέρα εκείνη σου ’γραψα δυο φορές εγώ, την πρώτη φορά για ν’ απαντήσω στο γράμμα σου και τη δεύτερη για να σου δώσω κάποια πληροφορία για μια εικόνα του Wilde και του Douglas. Ύστερα έπαψα να σου γράφω, όχι τόσο γιατί βαρέθηκα, μα γιατί πίστευα πως θα βρισκόσουνα στο Μόναχο — μου ’χες γράψει στο τελευταίο σου γράμμα πως εσκόπευες να πας. Προχθές όμως διαβάζοντας το «Νουμά» είδα το «Λυτρωμό» σου κι έτσι εβεβαιώθηκα πως ήσουν ακόμα στην Αθήνα και πως η τεμπελιά σου είναι η μόνη αιτία της σιωπής σου. Μα επί τέλους και η τόση τεμπελιά δε σε κουράζει; δε βαρέθηκες πια να βαριέσαι; ξύπνησε και μια στιγμή ονειροπνιγμένε μου και γράψε μου δυο λόγια για την υπνοβατικὴ ζωή σου. Θέλεις να σου γράψω και γω λίγα για τη δική μου; πρόθυμος. Τώρα που τελειώνουν τα θαλάσσια λουτρά — η μόνη καλοκαιρινή μου ενασχόλησις και ως υγιεινή και ως διασκέδασις και ως θέαμα και ως καλλιτεχνική μελέτη του γυμνού — η ζωή μου περιορίζεται σε ύπνο και φαΐ, με ελάχιστα διαλείμματα διαβάσματος και ζωγραφικής. Μα πιο πολύ ζωγραφικής παρά διαβάσματος. Και πρώτα πρώτα εζωγράφισα το πρόσωπό σου από τη φωτογραφία που εβγάλαμε μαζί. Σ’ έκανα όμως λίγο πιο λιγωμένο απ’ ό,τι πρέπει κι έβαλα κάτι πλατιούς μαύρους κύκλους που μπορούν να κάνουν έξω φρενών τον Τσοκόπουλο. Ύστερα έκανα ένα μικρό πορτρέτο τού Wilde σε λαδί φόντο από την εικόνα των «Intentions» που ’χει το ’να του χέρι στη μέση και με τ’ άλλο βαστάει το τσιγάρο του. Διαβάζοντας τον πρόλογο του εκδότου μπόρεσα να δώσω τους κατάλληλους χρωματισμούς των ματιών, της γραβάτας, των γαντιών, και του γαρύφαλλου που φορεί στη μπουτονιέρα του· δεν παρέλειψα να βάλω το νυσταγμένον αμέθυστο στην πράσινη γραβάτα του· τώρα σκέπτομαι να κάνω και την αυτοπροσωπογραφία μου αλά Ι+++++ [δυσανάγνωστο].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 46 Σχόλια »

Η καλύβα του μπαρμπα-Σελήμ (Κείμενο του Πήτερ Μάκριτζ)

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2014

Τα βιβλία του Πήτερ Μάκριτζ (Peter Mackridge) για την ελληνική γλώσσα, με τελευταίο το Γλώσσα και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα, 1766-1976 όπως είναι ο τίτλος της ελληνικής του έκδοσης, τα ξέρουν όλοι όσοι ασχολούνται με τη γλώσσα, αλλά κάπως λιγότερο γνωστές είναι οι μεταφράσεις (προς τα αγγλικά) διαλεχτών έργων της ελληνικής λογοτεχνίας που έχει κάνει -με πιο πρόσφατο βιβλίο τρία διηγήματα του Βιζυηνού που κυκλοφόρησαν φέτος από τις εκδόσεις Αιώρα, με τίτλο Thracian Tales.

Θα ακολουθήσει η έκδοση της μετάφρασης στα αγγλικά του Μοσκώβ Σελήμ, από τον ίδιο εκδότη και σε χωριστό τόμο. Καθώς μετέφραζε το βιβλίο, ο Πήτερ Μάκριτζ εντόπισε ένα πολύ διασκεδαστικό λάθος στο ελληνικό κείμενο, που αναπαράγεται στις περισσότερες εκδόσεις της νουβέλας του Βιζυηνού (αν και όχι σε όλες), έγραψε λοιπόν ένα μικρό κείμενο που μου το έστειλε -έχω τη χαρά και την τιμή να έχω ηλαλληλογραφία μαζί του. Του ζήτησα την άδεια να το παρουσιάσω εδώ (το κείμενο το έχει κοιτάξει και η κ. Ελένα Κουτριάνου, ειδική στον Βιζυηνό).

Πράγματι, το θέμα ταιριάζει πολύ στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου και το παρουσιάζω με πολλή χαρά και όχι λίγο καμάρι: πώς «γεννήθηκε» από παρανάγνωση μια νέα λέξη. Νομίζω πως θα σας ενδιαφέρει το μικροφιλολογικό αυτό εύρημα, που πρώτη φορά δημοσιοποιείται εδώ. Το παραθέτω χωρίς φυσικά να αλλάξω τίποτα: απλώς πρόσθεσα το απόκομμα της Εστίας, που το βρήκα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Η καλύβα του μπάρμπα-Σελήμ

Προς τον κ. Νίκο Σαραντάκο.

Στην πρώτη συνἐχεια της πρώτης δημοσίευσης του «Μοσκώβ Σελήμ» του Γ. Βιζυηνού (εφ. Εστία, 28 Απριλίου 1895, σ. 4) υπάρχει ένα διασκεδαστικό λάθος. Πρόκειται για την τελευταία λέξη της εξής πρότασης:

«Ο οικίσκος ούτος, ξυλόπηκτος μάλλον ή ξυλόπλεκτος καθ’ άπαντα αυτού τα μέρη, ήτο προφανής απομίμησις των πενιχρών κατοικιών, τας οποίας οι ρώσοι χωρικοί ονομάζουσι «Ιόμπα».»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Μικροφιλολογικά, Συνεργασίες, Τυπογραφικά λάθη | Με ετικέτα: , , , , , , | 69 Σχόλια »

Λαπαθιώτης – Καραγάτσης, η δεύτερη «συνάντηση» (επανάληψη με υστερόγραφο)

Posted by sarant στο 23 Νοέμβριος, 2014

Το άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, αφού βρίσκομαι μακριά από τη βάση μου, κι έχει γραφτεί από προχτές. Κι επειδή δεν προλάβαινα να γράψω κάτι εκτενές και φιλολογικό, αποφάσισα να καταφύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης. Διάλεξα ένα άρθρο φιλολογικό, που αρχικά το είχα δημοσιεύσει πριν από τέσσερα χρόνια, τον Αύγουστο του 2010, και επιπλέον κατακαλόκαιρο, άρα και κάποιοι που παρακολουθούσαν από τότε το ιστολόγιο μπορεί να μην το πήραν είδηση. Με την ευκαιρία της αναδημοσίευσης κάνω μερικές αλλαγές. Επιπλέον, προσθέτω ένα υστερόγραφο.

Σε ένα κείμενο που έχω στον ιστότοπό μου, και που δεν το έχω μεταφέρει στο ιστολόγιο συν τοις άλλοις επειδή είναι πολύ μεγάλο, παραθέτω και συμπληρώνω ένα άρθρο της Άντειας Φραντζή για μια «ιδιότυπη συνάντηση» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με τον Μ. Καραγάτση το 1939-1940. Το κείμενο αυτό μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο, εγώ εδώ θα δώσω μια πολύ σύντομη περίληψη της υπόθεσης. Λοιπόν, το 1939, δημοσιεύεται στα «Νεοελληνικά γράμματα» ένα διήγημα του Καραγάτση. Λίγο αργότερα, ο λόγιος Κ. Φριλίγγος, εβραϊστής, επισημαίνει (ίσως κάπως αιχμηρά) μια ανακρίβεια στο διήγημα. Ο Καραγάτσης, όπως συνήθιζε, απαντάει μάλλον αγενώς, οπότε ακολουθεί ανταπάντηση του Φριλίγγου. Στον καβγά παρεμβαίνουν, υπέρ Φριλίγγου, ο νεαρός φοιτητής Στ. Γιαννακόπουλος, πολύ γνωστότερος αργότερα ως Πέτρος Ανταίος, και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Ο Καραγάτσης ρίχνει τους τόνους και δηλώνει τη μεγάλη επιθυμία του να λύσει την παρεξήγηση με τον Λαπαθιώτη. Η συνέχεια ακολουθεί σε ιδιωτική αλληλογραφία.

Στο αρχείο Καραγάτση υπάρχουν δύο επιστολές του Λαπαθιώτη, από το 1940, πολύ ενδιαφέρουσες, από τις οποίες μαθαίνουμε ότι σχεδίαζαν να συναντηθούν αλλά μάλλον δεν συναντήθηκαν. Πάντως, λέει στο άρθρο η Άντεια Φραντζή, στα τέλη του 1943, δυόμισι μήνες πριν αυτοκτονήσει, ο Λαπαθιώτης θα αφήσει σαφέστατους υπαινιγμούς για την τάση «ενός νέου λογογράφου» να ανοίγει καβγάδες για αυτοδιαφήμιση. Ωστόσο, παραλείπει η Ά.Φ. μιαν άλλη «συνάντηση» Λαπαθιώτη-Καραγάτση, με πολύ σαφέστερους υπαινιγμούς, λίγους μήνες νωρίτερα, την άνοιξη του 1943. Αυτήν σκοπεύω να σας παρουσιάσω στο σημείωμα αυτό, που βγήκε μεγάλο, αλλά ίσως αποτελέσει ενδιαφέρον ανάγνωσμα.

Βρισκόμαστε στο 1943, λοιπόν. Ο Καραγάτσης είναι 35 χρονών και ήδη έχει καθιερωθεί στο φιλολογικό στερέωμα. Ο Λαπαθιώτης είναι είκοσι χρόνια μεγαλύτερος, 55, κατεστραμμένος από την ηρωίνη και την ανέχεια, και μόλις έχει ματαιώσει -γιατί ακριβώς δεν μάθαμε ποτέ- την έκδοση μιας δεύτερης εκλογής των ποιημάτων του. Σε κάποιο τεύχος της Νέας Εστίας λοιπόν, ο διευθυντής της Πέτρος Χάρης, στο χρονογράφημά του, γράφει για τα λογοτεχνικά ψευδώνυμα και, αν και δικαιολογεί τον Σύψωμο που έγινε Πορφύρας, απορεί πως ο εύηχος Ροδόπουλος προτίμησε να γίνει Καραγάτσης. Σε επόμενο τεύχος (συγκεκριμένα, στο τ. 379 της 15ης Μαρτίου 1943), ο Καραγάτσης πολύ πρόθυμα αναλαμβάνει να εξηγήσει πώς και γιατί πήρε ψευδώνυμο. Και ταυτόχρονα εξαπολύει, εντελώς απρόκλητα και περιττά, μια φαρμακερή επίθεση στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, διότι βέβαια όλοι οι παροικούντες τη λογοτεχνική Ιερουσαλήμ κατάλαβαν με το πρώτο ποιος ήταν ο «αιρετικός» γιος του Παυσανία. Ιδού η επιστολή Καραγάτση [εκσυγχρονίζω την ορθογραφία, όπως και στην επόμενη επιστολή]:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία, Μικροφιλολογικά, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 57 Σχόλια »