Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μικροφιλολογικά’ Category

Θα μου γράψεις, Ναρραβώθ; (Δυο ακόμα επιστολές του Β. Ζήνωνος προς τον Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2015

Το σημερινό μας σημείωμα είναι μικροφιλολογικό με όλη τη σημασία της λέξης, αφού πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά», στο τεύχος του που κυκλοφόρησε πρόσφατα (τχ. 37, άνοιξη 2015).  Το άρθρο παρουσιάζει δυο επιστολές του Κύπριου ποιητή Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη γραμμένες το 1911. Δεν θα σας κακίσω αν μου πείτε ότι υπάρχουν και σοβαρότερα φιλολογικά θέματα που μπορεί κανείς να εξετάσει, αλλά ο καθένας έχει τις εμμονές του.

Σε προηγούμενα τεύχη των Μικροφιλολογικών είχα αναφερθεί στον Κύπριο λόγιο Βίκτωρα Ζήνωνα και τη φιλία του με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και είχα παρουσιάσει δύο επιστολές του πρώτου προς τον δεύτερο, την πρώτη γραμμένη το 1910 (την έχω παρουσιάσει και στο ιστολόγιο) και τη δεύτερη τον Ιούνιο του 1911 (επίσης). Σήμερα θα παρουσιάσω τις δύο επιστολές που απομένουν ώστε να ολοκληρωθεί το σύνολο των τεσσάρων επιστολών Ζήνωνος προς Λαπαθιώτη που απόκεινται στο ΕΛΙΑ. Οφείλω ευχαριστίες στον Αχιλλέα Τζάλλα που έκανε τη μεταγραφή της επιστολής (έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία).

Η πρώτη επιστολή έχει ημερομηνία τόσο στο παλιό ημερολόγιο (που ίσχυε στην Ελλάδα) όσο και στο νέο.

Λεμεσός 13/26/10/911

Χρυσέ μου Ναπολέων

Από την ημέρα, που, υπακούοντας σε μιας ασυνήθιστης καλοσύνης το σπρώξιμο μου ’γραψες το τελευταίο διεξοδικό σου γράμμα, δε μου ’δωσες πια άλλο σημείο Ζωής. Και όμως από την ημέρα εκείνη σου ’γραψα δυο φορές εγώ, την πρώτη φορά για ν’ απαντήσω στο γράμμα σου και τη δεύτερη για να σου δώσω κάποια πληροφορία για μια εικόνα του Wilde και του Douglas. Ύστερα έπαψα να σου γράφω, όχι τόσο γιατί βαρέθηκα, μα γιατί πίστευα πως θα βρισκόσουνα στο Μόναχο — μου ’χες γράψει στο τελευταίο σου γράμμα πως εσκόπευες να πας. Προχθές όμως διαβάζοντας το «Νουμά» είδα το «Λυτρωμό» σου κι έτσι εβεβαιώθηκα πως ήσουν ακόμα στην Αθήνα και πως η τεμπελιά σου είναι η μόνη αιτία της σιωπής σου. Μα επί τέλους και η τόση τεμπελιά δε σε κουράζει; δε βαρέθηκες πια να βαριέσαι; ξύπνησε και μια στιγμή ονειροπνιγμένε μου και γράψε μου δυο λόγια για την υπνοβατικὴ ζωή σου. Θέλεις να σου γράψω και γω λίγα για τη δική μου; πρόθυμος. Τώρα που τελειώνουν τα θαλάσσια λουτρά — η μόνη καλοκαιρινή μου ενασχόλησις και ως υγιεινή και ως διασκέδασις και ως θέαμα και ως καλλιτεχνική μελέτη του γυμνού — η ζωή μου περιορίζεται σε ύπνο και φαΐ, με ελάχιστα διαλείμματα διαβάσματος και ζωγραφικής. Μα πιο πολύ ζωγραφικής παρά διαβάσματος. Και πρώτα πρώτα εζωγράφισα το πρόσωπό σου από τη φωτογραφία που εβγάλαμε μαζί. Σ’ έκανα όμως λίγο πιο λιγωμένο απ’ ό,τι πρέπει κι έβαλα κάτι πλατιούς μαύρους κύκλους που μπορούν να κάνουν έξω φρενών τον Τσοκόπουλο. Ύστερα έκανα ένα μικρό πορτρέτο τού Wilde σε λαδί φόντο από την εικόνα των «Intentions» που ’χει το ’να του χέρι στη μέση και με τ’ άλλο βαστάει το τσιγάρο του. Διαβάζοντας τον πρόλογο του εκδότου μπόρεσα να δώσω τους κατάλληλους χρωματισμούς των ματιών, της γραβάτας, των γαντιών, και του γαρύφαλλου που φορεί στη μπουτονιέρα του· δεν παρέλειψα να βάλω το νυσταγμένον αμέθυστο στην πράσινη γραβάτα του· τώρα σκέπτομαι να κάνω και την αυτοπροσωπογραφία μου αλά Ι+++++ [δυσανάγνωστο].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 46 Σχόλια »

Η καλύβα του μπαρμπα-Σελήμ (Κείμενο του Πήτερ Μάκριτζ)

Posted by sarant στο 21 Δεκεμβρίου, 2014

Τα βιβλία του Πήτερ Μάκριτζ (Peter Mackridge) για την ελληνική γλώσσα, με τελευταίο το Γλώσσα και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα, 1766-1976 όπως είναι ο τίτλος της ελληνικής του έκδοσης, τα ξέρουν όλοι όσοι ασχολούνται με τη γλώσσα, αλλά κάπως λιγότερο γνωστές είναι οι μεταφράσεις (προς τα αγγλικά) διαλεχτών έργων της ελληνικής λογοτεχνίας που έχει κάνει -με πιο πρόσφατο βιβλίο τρία διηγήματα του Βιζυηνού που κυκλοφόρησαν φέτος από τις εκδόσεις Αιώρα, με τίτλο Thracian Tales.

Θα ακολουθήσει η έκδοση της μετάφρασης στα αγγλικά του Μοσκώβ Σελήμ, από τον ίδιο εκδότη και σε χωριστό τόμο. Καθώς μετέφραζε το βιβλίο, ο Πήτερ Μάκριτζ εντόπισε ένα πολύ διασκεδαστικό λάθος στο ελληνικό κείμενο, που αναπαράγεται στις περισσότερες εκδόσεις της νουβέλας του Βιζυηνού (αν και όχι σε όλες), έγραψε λοιπόν ένα μικρό κείμενο που μου το έστειλε -έχω τη χαρά και την τιμή να έχω ηλαλληλογραφία μαζί του. Του ζήτησα την άδεια να το παρουσιάσω εδώ (το κείμενο το έχει κοιτάξει και η κ. Ελένα Κουτριάνου, ειδική στον Βιζυηνό).

Πράγματι, το θέμα ταιριάζει πολύ στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου και το παρουσιάζω με πολλή χαρά και όχι λίγο καμάρι: πώς «γεννήθηκε» από παρανάγνωση μια νέα λέξη. Νομίζω πως θα σας ενδιαφέρει το μικροφιλολογικό αυτό εύρημα, που πρώτη φορά δημοσιοποιείται εδώ. Το παραθέτω χωρίς φυσικά να αλλάξω τίποτα: απλώς πρόσθεσα το απόκομμα της Εστίας, που το βρήκα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Η καλύβα του μπάρμπα-Σελήμ

Προς τον κ. Νίκο Σαραντάκο.

Στην πρώτη συνἐχεια της πρώτης δημοσίευσης του «Μοσκώβ Σελήμ» του Γ. Βιζυηνού (εφ. Εστία, 28 Απριλίου 1895, σ. 4) υπάρχει ένα διασκεδαστικό λάθος. Πρόκειται για την τελευταία λέξη της εξής πρότασης:

«Ο οικίσκος ούτος, ξυλόπηκτος μάλλον ή ξυλόπλεκτος καθ’ άπαντα αυτού τα μέρη, ήτο προφανής απομίμησις των πενιχρών κατοικιών, τας οποίας οι ρώσοι χωρικοί ονομάζουσι «Ιόμπα».»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Μικροφιλολογικά, Συνεργασίες, Τυπογραφικά λάθη | Με ετικέτα: , , , , , , | 69 Σχόλια »

Λαπαθιώτης – Καραγάτσης, η δεύτερη «συνάντηση» (επανάληψη με υστερόγραφο)

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2014

Το άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, αφού βρίσκομαι μακριά από τη βάση μου, κι έχει γραφτεί από προχτές. Κι επειδή δεν προλάβαινα να γράψω κάτι εκτενές και φιλολογικό, αποφάσισα να καταφύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης. Διάλεξα ένα άρθρο φιλολογικό, που αρχικά το είχα δημοσιεύσει πριν από τέσσερα χρόνια, τον Αύγουστο του 2010, και επιπλέον κατακαλόκαιρο, άρα και κάποιοι που παρακολουθούσαν από τότε το ιστολόγιο μπορεί να μην το πήραν είδηση. Με την ευκαιρία της αναδημοσίευσης κάνω μερικές αλλαγές. Επιπλέον, προσθέτω ένα υστερόγραφο.

Σε ένα κείμενο που έχω στον ιστότοπό μου, και που δεν το έχω μεταφέρει στο ιστολόγιο συν τοις άλλοις επειδή είναι πολύ μεγάλο, παραθέτω και συμπληρώνω ένα άρθρο της Άντειας Φραντζή για μια «ιδιότυπη συνάντηση» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη με τον Μ. Καραγάτση το 1939-1940. Το κείμενο αυτό μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο, εγώ εδώ θα δώσω μια πολύ σύντομη περίληψη της υπόθεσης. Λοιπόν, το 1939, δημοσιεύεται στα «Νεοελληνικά γράμματα» ένα διήγημα του Καραγάτση. Λίγο αργότερα, ο λόγιος Κ. Φριλίγγος, εβραϊστής, επισημαίνει (ίσως κάπως αιχμηρά) μια ανακρίβεια στο διήγημα. Ο Καραγάτσης, όπως συνήθιζε, απαντάει μάλλον αγενώς, οπότε ακολουθεί ανταπάντηση του Φριλίγγου. Στον καβγά παρεμβαίνουν, υπέρ Φριλίγγου, ο νεαρός φοιτητής Στ. Γιαννακόπουλος, πολύ γνωστότερος αργότερα ως Πέτρος Ανταίος, και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Ο Καραγάτσης ρίχνει τους τόνους και δηλώνει τη μεγάλη επιθυμία του να λύσει την παρεξήγηση με τον Λαπαθιώτη. Η συνέχεια ακολουθεί σε ιδιωτική αλληλογραφία.

Στο αρχείο Καραγάτση υπάρχουν δύο επιστολές του Λαπαθιώτη, από το 1940, πολύ ενδιαφέρουσες, από τις οποίες μαθαίνουμε ότι σχεδίαζαν να συναντηθούν αλλά μάλλον δεν συναντήθηκαν. Πάντως, λέει στο άρθρο η Άντεια Φραντζή, στα τέλη του 1943, δυόμισι μήνες πριν αυτοκτονήσει, ο Λαπαθιώτης θα αφήσει σαφέστατους υπαινιγμούς για την τάση «ενός νέου λογογράφου» να ανοίγει καβγάδες για αυτοδιαφήμιση. Ωστόσο, παραλείπει η Ά.Φ. μιαν άλλη «συνάντηση» Λαπαθιώτη-Καραγάτση, με πολύ σαφέστερους υπαινιγμούς, λίγους μήνες νωρίτερα, την άνοιξη του 1943. Αυτήν σκοπεύω να σας παρουσιάσω στο σημείωμα αυτό, που βγήκε μεγάλο, αλλά ίσως αποτελέσει ενδιαφέρον ανάγνωσμα.

Βρισκόμαστε στο 1943, λοιπόν. Ο Καραγάτσης είναι 35 χρονών και ήδη έχει καθιερωθεί στο φιλολογικό στερέωμα. Ο Λαπαθιώτης είναι είκοσι χρόνια μεγαλύτερος, 55, κατεστραμμένος από την ηρωίνη και την ανέχεια, και μόλις έχει ματαιώσει -γιατί ακριβώς δεν μάθαμε ποτέ- την έκδοση μιας δεύτερης εκλογής των ποιημάτων του. Σε κάποιο τεύχος της Νέας Εστίας λοιπόν, ο διευθυντής της Πέτρος Χάρης, στο χρονογράφημά του, γράφει για τα λογοτεχνικά ψευδώνυμα και, αν και δικαιολογεί τον Σύψωμο που έγινε Πορφύρας, απορεί πως ο εύηχος Ροδόπουλος προτίμησε να γίνει Καραγάτσης. Σε επόμενο τεύχος (συγκεκριμένα, στο τ. 379 της 15ης Μαρτίου 1943), ο Καραγάτσης πολύ πρόθυμα αναλαμβάνει να εξηγήσει πώς και γιατί πήρε ψευδώνυμο. Και ταυτόχρονα εξαπολύει, εντελώς απρόκλητα και περιττά, μια φαρμακερή επίθεση στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, διότι βέβαια όλοι οι παροικούντες τη λογοτεχνική Ιερουσαλήμ κατάλαβαν με το πρώτο ποιος ήταν ο «αιρετικός» γιος του Παυσανία. Ιδού η επιστολή Καραγάτση [εκσυγχρονίζω την ορθογραφία, όπως και στην επόμενη επιστολή]:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Λαπαθιώτης, Λογοτεχνία, Μικροφιλολογικά, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 57 Σχόλια »

Πούλησε στίχους ο Βάρναλης;

Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2014

Επειδή ως το μεσημέρι θα λείπω, το άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο.

Το ιστολόγιο έχει αναφερθεί πολλές φορές στον μεγάλο Κώστα Βάρναλη, που είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς -άλλωστε έχω εκδώσει σε βιβλίο τα χρονογραφήματά του από το Παρίσι και στο τέλος του χρόνου θα εκδοθούν και οι εντυπώσεις του από τη Μόσχα («Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ»), την οποία είχε επισκεφτεί το 1934. Έτσι, με πολύ ενδιαφέρον διάβασα -και παρουσιάζω σήμερα- ένα άρθρο του Ηρακλή Κακαβάνη, που το βιβλίο του «Ο άγνωστος Βάρναλης» το είχαμε παρουσιάσει παλιότερα εδώ.

Το άρθρο του Η. Κακαβάνη δημοσιεύτηκε στο τ. 51-52 του περιοδικού Θέματα Παιδείας, το οποίο δεν δημοσιεύει την ύλη του στο Διαδίκτυο. Μπορείτε ωστόσο να πάρετε μια γεύση από ένα άλλο άρθρο που δημοσιευσε ο Η.Κ. στο διαδικτυακό ψηφιακό περιοδικό Fractal, που μετράει ήδη τέσσερα τεύχη. Το άρθρο του Fractal δεν είναι ίδιο με το άρθρο των Θεμάτων Παιδείας, είναι περιληπτικό, σαφώς μικρότερο σε έκταση, περιέχει όμως και νέα στοιχεία που δεν τα έχει το έντυπο άρθρο. Εγώ θα αναφερθώ και στα δύο κείμενα.

Το άρθρο του Κακαβάνη είναι βασισμένο σε υλικό που προέρχεται από το Αρχείο Βάρναλη, από το οποίο προκύπτει ότι πολλά παιδικά ποιήματα του Βάρναλη δημοσιεύτηκαν σε βιβλίο («Ο κορυδαλλός», 1937) με την υπογραφή του συγγραφέα Νώντα Έλατου. Πρόκειται για θεμα ασυνήθιστο και φυσικά πολύ ενδιαφέρον, επειδή όχι μόνο ο Βάρναλης είναι από τους κορυφαίους ποιητές μας, αλλά και ο Έλατος (ψευδώνυμο του Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ, 1871-1951), εκπαιδευτικός, χάραξε τη δική του αξιόλογη πορεία στην παιδική λογοτεχνία, συνεργάστηκε με πολλούς μεγάλους λογοτέχνες (Βουτυρά, Καρκαβίτσα) σε συγγραφή αναγνωστικών για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και βιβλία του κυκλοφορούν ακόμα, παρά το ότι η παιδική λογοτεχνία έχει μεταμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες.

Ακριβέστερα, από τα 76 ποιήματα του βιβλίου, τα 39 είναι του Βάρναλη ενώ τα υπόλοιπα είναι είτε διασκευές ξένων τραγουδιών είτε ποιήματα του Έλατου. Όμως, κατόπιν κοινής συμφωνίας, συγγραφέας της συλλογής φέρεται μόνο ο Έλατος.

Έχοντας μελετήσει το αρχειακό υλικό, ο Κακαβάνης υποστηρίζει ότι ο Βάρναλης «Έγραψε τα ποιήματα κατά παραγγελία και επ’ αμοιβή! Τα πούλησε στον Νώντα Έλατο.» Στο άρθρο του στο Fractal, ο Η.Κ. παραθέτει προηγούμενες περιπτώσεις αγοραπωλησίας ποιημάτων και συγγραφής κατά παραγγελία, που όμως δεν έχουν μεγάλη σχέση με την περίπτωση Βάρναλη -όπως και ο ίδιος αναγνωρίζει.

Τυχαίνει να έχω κοιτάξει κι εγώ το ίδιο αρχειακό υλικό, αλλά έχω καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα: κατά τη γνώμη μου, ούτε πώληση ποιημάτων συνέβη, ούτε συγγραφή κατά παραγγελία, αλλά συνεργασία δύο ποιητών, παλιών συναδέλφων και ομοτέχνων, που όμως ήταν κατ’ ανάγκη ετεροβαρής αφού ο ένας από τους δύο, ο πιο ταλαντούχος, έχοντας μπει στη μαύρη λίστα της δικτατορίας του Μεταξά, δεν είχε δικαίωμα να δημοσιεύει τίποτε στο όνομά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μικροφιλολογικά, Παιδική λογοτεχνία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 84 Σχόλια »

Τρία μπιλιετάκια συγγραφέων

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2014

Ένα μικροφιλολογικό για σήμερα ή μάλλον τρία μικρά μικροφιλολογικά, απ’ αυτά που βρίσκει όποιος ξεφυλλίζει παλιές εφημερίδες ψάχνοντας να βρει κάτι άλλο, και κρατάει μια σημείωση μήπως και τα χρησιμοποιήσει κάποτε άλλοτε.

Ο τίτλος είναι εσκεμμένα παραπλανητικός, μια και δεν πρόκειται ακριβώς για μπιλιετάκια, δηλαδή για σύντομα κείμενα γραμμένα πάνω στο επισκεπτήριο, πρόκειται για σύντομες επιστολές τριών λογοτεχνών σε εφημερίδες. Αν θέλετε αυθεντικά μπιλιέτα, έχω ένα παλιότερο άρθρο με μπιλιέτα του Λαπαθιώτη, ο οποίος επιδιδόταν με πάθος στο άθλημα της μπιλιετομαχίας.

billet1Και οι τρεις επιστολές είναι γραμμένες στη δεκαετία του 1920. Ξεκινώντας χρονολογικά, η πρώτη σύντομη επιστολή, το πρώτο μπιλιετάκι μας -για να διατηρήσω την ορολογία του τίτλου- δημοσιεύτηκε στη (βενιζελική) εφημερίδα Πατρίς, στις 29 Ιουνίου 1923.

Βρισκόμαστε στην εποχή της επανάστασης των Πλαστήρα-Γονατά και τις προηγούμενες μέρες η Πατρίς δημοσίευε απόρρητες εκθέσεις μυστικών αστυνομικών (που είχαν βρεθεί στα υπουργεία) του προηγούμενου καθεστώτος σχετικά με παρακολουθήσεις πολιτών.

O τίτλος της εφημερίδας είναι Υπερτάτη αβρότης προς χαφιέν, προτάσσεται δε η εξής εισαγωγή:

Λαμβάνομεν την κάτω επιστολήν, της οποίας διατηρούμεν την ορθογραφίαν και το λεκτικόν, λόγω της υπογραφής την οποίαν φέρει.

Κύριε συντάχτη της «Πατρίδος»,
Παρατηρώ από το σημερινό σας φύλλο βγήκε στο φως πως οι κωσταντινικοί κατάσκοποι ήσκιωναν, όπως λεν οι Άγγλοι, το συγγενή μου κ. Α.Α.Πάλλη. Μπορώ να προσθέσω τούτο. Ο συγγενής μου γνώριζε τον κατάσκοπό του, και μια μέρα, βγαίνοντας από του ναβάρχου, τον πλησίασε και του είπε: «Λυπούμαι που σ’ έκανα να περιμένης τόσην ώρα».
28.6.1923

Πρόθυμος,
ΑΛΕΞ. ΠΑΛΛΗΣ

Ο επιστολογράφος είναι ο πρωτοπόρος δημοτικιστής Αλέξανδρος Πάλλης. Ομολογώ ότι δεν ξέρω ποιος συγγενής του (εξάδελφος, μάλλον) ήταν αυτός που παρακολουθούσαν οι μυστικοί αστυνόμοι, ούτε ξέρω αν έχω μεταγράψει σωστά τα αρχικά (Α.Α. ή Α.Λ.; ). Ο «νάβαρχος» πρέπει να είναι ο Κουντουριώτης, που αργότερα έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Το πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου είναι γλωσσικό, ο πρωτολογισμός «ισκιώνω» με τον οποίο μεταφέρει ο Πάλλης (που ζούσε στην Αγγλία) το ρήμα to shadow, που λέγεται για τον αστυνομικό που παίρνει το κατόπι τον ύποπτο και τον παρακολουθεί φροντίζοντας να μένει αθέατος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 195 Σχόλια »

Όταν ο Ζαχαριάδης συνάντησε τον Σεφέρη

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2014

zahariadis-dahauΤη συνάντηση δεν την εννοούμε με την κυριολεκτική, τη φυσική σημασία της. Απ’ όσο έψαξα, καμιά τέτοια συνάντηση δεν υπάρχει καταγραμμένη ανάμεσα στον γραμματέα του ΚΚΕ, τον Νίκο Ζαχαριάδη (1903-1973), και τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη (1900-1971), χωρίς ωστόσο να αποκλείεται  εντελώς. Αν συναντήθηκαν, αυτό θα έγινε στο διάστημα από τότε που ο Ζαχαριάδης επέστρεψε στην Αθήνα μετά το Νταχάου, τον Μάιο του 1945, μέχρι τότε που βγήκε στο βουνό, τον Απρίλιο του 1947, σχεδόν δυο χρόνια αργότερα. Τη φωτογραφία που βλέπετε την βρήκα στο Διαδίκτυο, και δείχνει τον Ζαχαριάδη μετά την επιστροφή του, με συγκρατούμενούς του στο Νταχάου -και αυτός που τον βλέπουμε δεξιά του, που σκύβει το κεφάλι, θα μπορούσαμε με πολλή φαντασία να υποθέσουμε πως είναι ο Σεφέρης, αν θέλαμε με το ζόρι να εικονογραφήσουμε μια συνάντησή τους -αλλά, ξαναλέω, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ότι συνέβη τέτοια συνάντηση.

Εγώ εννοώ τη συνάντηση με τη φιλολογική έννοια του όρου, όχι την κυριολεκτική. Με την ίδια σημασία παλιότερα είχα γράψει για τον Βάρναλη που συνάντησε τον Καβάφη, εννοώντας όσα έγραψε ο ένας για τον άλλον. Κάτι ανάλογο θα δούμε κι εδώ, μια φιλολογική λεπτομέρεια που δεν ξέρω αν έχει καταγραφεί πουθενά.

Τον Οκτώβριο του 1946, ο Νίκος Ζαχαριάδης, γραμματέας του ΚΚΕ, έδωσε συνέντευξη στον Κηθ Ουίλερ, ανταποκριτή της εφημερίδας Chicago Daily Times, ή «Ημερήσιος Χρόνος του Σικάγου» όπως το γράφει ο Ριζοσπάστης, μια και την εποχή εκείνη συνηθιζόταν να μεταφράζονται οι τίτλοι των εφημερίδων. Η συνέντευξη αναδημοσιεύτηκε σε πρωτοσέλιδο στον Ριζοσπάστη, την Κυριακή 6 Οκτωβρίου 1946, και μπορείτε εδώ να δείτε ολόκληρη την πρώτη σελίδα της εφημερίδας.

Όπως έχει γράψει και ο πατέρας μου στο αυτοβιογραφικό του πεζογράφημα, ακριβώς για τον Οκτώβριο του 1946: Ήταν μια περίεργη και αντιφατική περίοδος. Παρά την τρομοκρατία και τις εκατοντάδες δολοφονίες αριστερών, ακόμα και μέσα στην Αθήνα, τα γραφεία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ήταν ανοιχτά και ο “Ριζοσπάστης” και η “Ελεύθερη Ελλάδα” κυκλοφορούσαν κανονικά. Στην ύπαιθρο οι διωγμοί κατά των αριστερών και η αιματηρή τρομοκρατία των χιτών είχε οδηγήσει πολύν κόσμο στο βουνό αλλά πολύ περισσότερους στις μεγάλες πόλεις και ιδίως στην Αθήνα. Το αντάρτικο φούντωνε και ο ταχτικός στρατός έδειχνε ανίκανος να το καταστείλει. Όλοι πιστεύαμε πως η κατάρρευση του μοναρχοφασισμού ήταν ζήτημα μηνών, το Κόμμα όμως δίσταζε και δεν έδινε το σύνθημα της γενικής εξέγερσης, που όλοι περιμέναμε, μ΄ όλο που τα πράγματα από πολιτικής πλευράς χειροτέρευαν σταθερά. Έγινε το νόθο δημοψήφισμα και μας ξανάρθανε οι Γλυξβούργοι. Τα έκτακτα μέτρα επεκτείνονταν σε καινούργιες περιοχές, ώσπου  κάλυψαν όλη τη χώρα. Παράλληλα με τις παρακρατικές δολοφονίες άρχισαν οι δικαστικές εκτελέσεις αγωνιστών, ενώ στις γειτονιές της Αθήνας πλήθαιναν τα μπλόκα της Αστυνομίας και οι επιθέσεις των χιτών κατά αριστερών πολιτών.

Η συνέντευξη έχει και άλλα ενδιαφέροντα σημεία, αλλά εγώ θα εστιαστώ σε μία μόνο ερώτηση -και την απάντησή της. Ρωτάει λοιπόν ο Αμερικανός δημοσιογράφος, ο Keith Wheeler, που να πούμε παρεμπιπτόντως ότι ήταν διακεκριμένος πολεμικός ανταποκριτής:

Ερώτηση 8η: Γιατί κατά τη γνώμη σας οι αρχές επιτρέπουν να λειτουργούν τα γραφεία του ΚΚΕ στην Αθήνα χωρίς να επεμβαίνουν, και επιτρέπουν επίσης τη συνέχιση της εκδόσεως των αριστερών εφημερίδων χωρίς διακοπή, ενώ αριστεροί σαν άτομα έξω από την Αθήνα υπόκεινται σε καταδίωξη;

Απάντηση του Ζαχαριάδη:

Η δημοκρατική νομιμοφάνεια στην Ελλάδα είναι ένα μικρό νησάκι που λέγεται Αθήνα, και που αυτό κάνει νερά. Η κυβέρνηση δε διώκει ακόμα την κεντρική ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ γιατί απλούστατα, παρ’ όλη την καλή θέλησή της, δεν μπορεί να στηρίξει μια νόμιμη και βάσιμη κατηγορία εναντίον της. Έτσι η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη, για την ώρα τουλάχιστον, να τηρεί τα προσχήματα, ενώ παράλληλα «ξύνει τα νύχια της» για να βρει αφορμές δίωξης, και από μήνες τώρα συγκεντρώνει «στοιχεία» για να στηρίξει μια τέτοια δίωξη. Μην ξεχνάμε όμως ακόμα ότι μια τέτοια δίωξη αποτελεί δίκοπο μαχαίρι. Και είναι άγνωστo ακόμα ποιον θα κόψει πιο βαθιά το μαχαίρι αυτό. Ένας ποιητής μας έχει πει ότι οι άνθρωποι που σηκώνουν βαριές πέτρες βουλιάζουν. Τέτοιες πέτρες θέλουν και γερούς ανθρώπους. Η δίωξη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ είναι πολύ βαριά πέτρα. Και τα πράγματα δείχνουν ότι οι άνθρωποι που το επιχείρησαν αυτό βουλιάζουν γιατί, όπως φαίνεται, είναι μικροί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Κομμουνιστικό κίνημα, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 153 Σχόλια »

Στοιχεία για τον Τεύκρο Ανθία

Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2014

ANTHIASTEYKROS_grΣτο σημερινό φιλολογικό μας σημείωμα θα παρουσιάσω τον Κύπριο ποιητή Τεύκρο Ανθία. Πήρα το έναυσμα από ένα άρθρο που δημοσίευσα πρόσφατα στο καλό κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά» (τεύχος 35, άνοιξη 2014), που είχε ακριβώς τον τίτλο «Παραλειπόμενα για τον Τεύκρο Ανθία», διότι πρόσθετε στοιχεία σε μια προηγούμενη δημοσίευση του Λευτ. Παπαλεοντίου για τον ποιητή. Στην αρχή, έλεγα να παραθέσω απλώς τ0 άρθρο μου εκείνο, αλλά σκέφτηκα πως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν και τόσο χρήσιμο, διότι ο Ανθίας είναι μεν πολύ γνωστός στην Κύπρο αλλά όχι και τόσο στην Ελλάδα, οπότε θα ήταν οξύμωρο να δημοσιεύονται «παραλειπόμενα» για κάποιον του οποίου πιθανόν ο αναγνώστης να αγνοεί ακόμα και την ύπαρξη.

Έτσι, αποφάσισα να παρουσιάσω ένα βιογραφικό σημείωμα του ποιητή (με στοιχεία που άντλησα κυρίως από την παρουσίαση του Κώστα Νικολαΐδη στο τομίδιο «Τεύκρος Ανθίας» των εκδόσεων Γαβριηλίδη) μαζί με συνδέσμους προς ποιήματά του, και στο τέλος να βάλω τα «Παραλειπόμενα». Και επειδή έτσι το άρθρο θα παραμακρύνει, θα δημοσιέψω μόνο ένα μέρος του και το υπόλοιπο, που έχει αυτοτέλεια, θα το κρατήσω για μιαν άλλη φορά.

O Τεύκρος Ανθίας (1903-1968) γεννήθηκε στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου, πρωτότοκος γιος του γεωργού Παύλου Χατζημηνά. Κατά την κυπριακή συνήθεια, πήρε το ονοματεπώνυμο Ανδρέας Παύλου. Σε πολύ νεαρή ηλικία αναγκάστηκε, λόγω της οικονομικής καταστροφής του πατέρα του, να βοηθήσει στον βιοπορισμό της οικογένειας: έτσι, μαζί με τον πατέρα του περιόδευε, από έξι χρονών, τα χωριά της επαρχίας απαγγέλλοντας τραγούδια στο κυπριακό ιδίωμα και πουλώντας τις ποιητάρικες φυλλάδες του.

Όπως έγραψε αργότερα:
Ανδρέας Παύλου ελέγουμουν και νυν Τεύκρος Ανθίας
ποιηταρούδιν νηστικό, παιδί της αλητείας

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση. Οι ποιητάρηδες ήταν μια ιδιοτυπία της κυπριακής ζωής: ήταν λαϊκοί ποιητές που γυρνούσαν τις πόλεις και τα χωριά και απάγγελναν τα ποιήματά τους, που ήταν βέβαια εκτενή και είχαν θέματα πατριωτικά, ηρωικά και άλλα, συχνά αντλημένα από την επικαιρότητα. Τα τύπωναν κιόλας σε φυλλάδες, που τις πουλούσαν. Έχουν καταγραφεί εκατοντάδες ίσως τέτοιοι ποιητάρηδες. Για παράδειγμα, ο Ανθίας τύπωσε το 1914 την πρώτη του φυλλάδα, με τίτλο Η νεοτέρα Ελλάς, όπου εξιστορεί την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους με ιδιαίτερη έμφαση στους πρόσφατους τότε βαλκανικούς πολέμους.

Στη συνέχεια, ο νεαρός ποιητάρης φοίτησε στο εμπορικό λύκειο ενώ δούλευε ως υπηρέτης («δούλος» στην κυπριακή ομιλουμένη) σε κάποιο αστικό σπίτι, ενώ το 1918 τύπωσε το φυλλάδιο Ξύπνα λαέ όπου εκδηλώνει κοινωνικές ανησυχίες. Το 1919 πρωτοχρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Τεύκρος Ανθίας και στα επόμενα χρόνια αρχίζει να δημοσιεύει τα ποιητικά του πρωτόλεια, κυρίως αισθηματικά και σατιρικά, έχοντας απομακρυνθεί πια από τις ποιητάρικες φόρμες.

Το 1923 έρχεται στην Αθήνα και αρχίζει να συμμετέχει στη λογοτεχνική ζωή της, να γράφει σε περιοδικά και να συναναστρέφεται λογοτέχνες (Βάρναλης, Βέλμος, Λαπαθιώτης, Τσουκαλάς κτλ.) Για ένα-δυο χρόνια δουλεύει δάσκαλος στη Σπάρτη, όπου μάλιστα εκδίδει ένα βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό με τίτλο «Φλόγα», αλλά τόσο στην πρώτη περίοδο (1923-24) όσο και αργότερα (1927-30) ζει χωρίς σταθερά βιοποριστικά μέσα, κάποτε και χωρίς κατάλυμα, ενώ  Γίνεται ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του αλητισμού στην Ελλάδα, πράγμα που αποτυπώνεται και στην πρώτη συλλογή του, τα Σφυρίγματα του αλήτη (1929). Ο επίλογος της συλλογής έχει ξεχωριστή θέση σε οποιαδήποτε ελληνική ποιητική ανθολογία:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Κύπρος, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, κομμουνισμός | Με ετικέτα: , , , , , , , | 53 Σχόλια »

Νταντέλες, κεριά, αλιντζαύρες και βύσσινο γλυκό

Posted by sarant στο 9 Μαρτίου, 2014

Σε ένα διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη ο ήρωας είναι ένας συγγραφέας, κάπως εστέτ, που του είναι αδύνατον να γράψει αν δεν έχει ένα συγκεκριμένο κρεμ χαρτί. Μια μέρα, ενώ έχει ετοιμαστεί να γράψει, έχει στο μυαλό του καταστρώσει το διήγημα, είναι έτοιμος να το βάλει στο χαρτί, αλλά προς μεγάλη του ενόχληση ανακαλύπτει ότι το κρεμ χαρτί έχει τελειώσει, οπότε τρέχει στον χαρτοπώλη του να ανανεώσει το στοκ του. Ο χαρτοπώλης του έχει αμελήσει να παραγγείλει, δεν έχει παρά 10-20 κόλες, όμως τόσες φτάνουν. Τις παίρνει και κάνει να γυρίσει στο σπίτι του, αλλά τον πιάνει βροχή στο δρόμο, και για να μη βραχεί το πολύτιμο κρεμ χαρτί μπαίνει σε μια στοά ώσπου να περάσει η μπόρα. Κάθεται αφηρημένος σε μια καρέκλα και ξαφνικά τον πλησιάζει ένας άνθρωπος λαϊκός και αρχίζει να του λέει τα βάσανά του με μια σύνταξη που προσπαθεί να βγάλει, και του ζητάει «να τα γράψει». Ο ήρωας συνειδητοποιεί με φρίκη ότι έχει καθίσει στο τραπεζάκι ενός αιτησιογράφου, στην είσοδο ενός υπουργείου. Συγκινημένος όμως από την ιστορία και από τα βάσανα του συνομιλητή του, θυσιάζει μια-δυο κόλες από το πολύτιμο κρεμ χαρτί και γράφει την αίτηση. Το κακό είναι ότι μόλις τελειώνει παρουσιάζεται κι άλλος, εξίσου βασανισμένος, οπότε γράφει κι αυτουνού την αίτηση, και μετά μια άλλη, και τέταρτος μετά, μέχρι που του τελειώνουν οι κόλες, και το διήγημα δεν γράφεται ποτέ -όμως καμιά δεκαριά βασανισμένοι λαϊκοί άνθρωποι μπόρεσαν να εκφράσουν τα αιτήματά τους. Μάλιστα, καθώς ο ήρωας φεύγει, περίεργα ικανοποιημένος, ένας λαχειοπώλης του λέει πως είναι τυχερός που «έλειπε ο άλλος», ο κανονικός δηλαδή αιτησιογράφος που του είχε πάρει το πόστο.

Το διήγημα το μετάφερα εδώ όπως το θυμάμαι, κι επειδή πάνε δεκαετίες που το διάβασα μπορεί να πέφτω έξω σε κάποια σημεία, κι ούτε μπορώ να σας πω σε ποια συλλογή του Σαμαράκη είναι, ούτε τον τίτλο του, κι ούτε έχω τα βιβλία πρόχειρα για να ελέγξω -αλλ’  αν εσείς ξέρετε τίτλο και συλλογή, πείτε το στα σχόλια.

Ο συγγραφέας στο διήγημα του Σαμαράκη είχε την παραξενιά να μη μπορεί να γράψει αν δεν είχε μπροστά του το κρεμ χαρτί της αρεσκείας του. Ο Βάρναλης, θυμάμαι αφηγήσεις, ήθελε όταν κάθεται να γράψει το καθημερινό του χρονογράφημα να έχει πάνω στο γραφείο του πέντε-δέκα καλοξυσμένα μολύβια, για να μη χασομεράει τη στιγμή που είχε πάρει το κολάι του κειμένου -μια «παραξενιά» σαφώς πιο λογική. Σήμερα, οι περισσότεροι συγγραφείς (υποθέτω, κρίνοντας από μένα που όταν γράψω με το χέρι πάνω από δυο γραμμές παθαίνω κράμπα) γράφουν κατευθείαν στον υπολογιστή, οπότε τέτοιου είδους ιδιοτροπίες, που έχουν να κάνουν με χαρτί και με μολύβι (ή στυλό) ίσως οδεύουν προς εξαφάνιση, αν και παραμένουν σε ισχύ όλων των άλλων ειδών οι συγγραφικές παραξενιές, ανάμεσά τους και αυτές που υπαινίσσεται ο τίτλος του σημερινού μας σημειώματος. Για να μην έχετε απορία μέχρι να φτάσετε στην επεξήγηση, αλιντζαύρες είναι οι σαύρες στο κυπριακό ιδίωμα.

Το σημερινό μας σημείωμα είναι μικροφιλολογικό με όλη τη σημασία της λέξης, αφού πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Μικροφιλολογικά», στο τεύχος του που κυκλοφόρησε πρόσφατα (τχ. 35, άνοιξη 2014). Στο ίδιο τεύχος είχα άλλη μία συνεργασία, για τον ποιητή Τεύκρο Ανθία, που θα την παρουσιάσω προσεχώς. Το άρθρο παρουσιάζει μια επιστολή του κύπριου ποιητή Β. Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (μια προηγούμενη είχα παρουσιάσει σε άλλο άρθρο, που υπάρχει εδώ), και δεν θα σας κακίσω αν μου πείτε ότι υπάρχουν και σοβαρότερα φιλολογικά θέματα που μπορεί κανείς να εξετάσει. Παρεμπιπτόντως, αν κανείς ξέρει κάτι για το επεισόδιο με τον Σικελιανό και τα 50 φράγκα του Φιλύρα, που μνημονεύεται στην επιστολή αλλά δεν μπόρεσα να το ξεδιαλύνω, πολύ θα χαρώ αν μας το πει.

neoi1910aΗ φωτογραφία αριστερά, βγαλμένη το 1910, είχε δημοσιευτεί το 2003 στο περιοδικό Ύλαντρον. Από αριστερά προς τα δεξιά: Β. Ζήνων, Ν. Λαπαθιώτης, ο γιος ενός πασίγνωστου πολιτικού (αφήνεται για κουίζ), και ένας ηθοποιός.

Κι έπειτα απ’ όλα αυτά τα προλογικά, το άρθρο μου στα Μικροφιλολογικά:

Μια ακόμα επιστολή του Βίκτωρα Ζήνωνος προς τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Σε προηγούμενο τεύχος των Μικροφιλολογικών είχα αναφερθεί στον Κύπριο λόγιο Βίκτωρα Ζήνωνα και τη φιλία του με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και είχα παρουσιάσει μια επιστολή του πρώτου προς τον δεύτερο, γραμμένη το 1910. Σήμερα θα παρουσιάσω τη δεύτερη χρονολογικά από τις τέσσερις συνολικά επιστολές Ζήνωνος προς Λαπαθιώτη που απόκεινται στο ΕΛΪΑ, σταλμένη τον Ιούνιο του 1911. Οφείλω ευχαριστίες στον Αχιλλέα Τζάλλα που έκανε τη μεταγραφή της επιστολής (έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία).

Λεμεσός 17 Iουνίου 1911

Γλυκό μου Πελελό

Με μεγάλη μου χαρά είδα στες συνεντεύξεις των λογίων στας «Αθήνας» ν’ αναγνωρίζεται κάπως τιμητικά το έργο σου και να μνημονεύεσαι από τρεις τέσσερις· όχι γιατί περίμενα βέβαια απ’ αυτούς να μάθω πως είσαι ποιητής —για ποιητή σε ξέρω γω καλύτερα από κάθε άλλον— μα γιατί έτσι επήρες τώρα το χρίσμα ας πούμε το επίσημο, «εστέφθης εις το Καπιτώλιον».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επιστολές, Κύπρος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 62 Σχόλια »

Μια διαμαρτυρία λογίων και δυο δυσεύρετα σονέτα

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2014

Ο τίτλος του σημερινού άρθρου είναι συντομευμένος, επειδή ο πλήρης τίτλος βγήκε κάπως ανοικονόμητος. Πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο «Λεσβιακό ημερολόγιο 2014», μια ετήσια έκδοση που βγαίνει κάθε Δεκέμβριο με συνεργασίες από και για τη Λέσβο, στην οποία συνεργάστηκα κι εγώ αφού λογαριάζομαι για Μυτιληνιός από τη μεριά του πατέρα μου. Εδώ το αναδημοσιεύω προσθέτοντας μερικά πράγματα.

Μια διαμαρτυρία των λογίων της Λέσβου για τον Βάρναλη – και δυο δυσεύρετα σονέτα του Βάρναλη για τη Λέσβο

Το φθινόπωρο του 1924 ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, που υπηρετούσε ως εκπαιδευτικός στη μέση εκπαίδευση και βρισκόταν με υποτροφία στο Παρίσι, διέκοψε την υποτροφία του για να έρθει στην Αθήνα και να στελεχώσει την Παιδαγωγική Ακαδημία, το εκπαιδευτικό ίδρυμα που μόλις είχε ιδρυθεί, περίπου ως αντίπαλο δέος της συντηρητικής φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, με σκοπό να επιμορφώνει εκπαιδευτικούς της μέσης εκπαίδευσης και να αποτελέσει, μαζί με το Μαράσλειο Διδασκαλείο, την αιχμή του δόρατος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1923.

Ωστόσο, σχεδόν αμέσως μόλις ανέλαβε καθήκοντα, διδάσκοντας νεοελληνική λογοτεχνία στην Ακαδημία, ο Βάρναλης έγινε στόχος επιθέσεων. Βλέπετε, καθώς η ορμή της επανάστασης του Πλαστήρα είχε αρχίσει να ξεθυμαίνει και ο ρυθμός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είχε ανακοπεί μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον συντηρητικότερο Μιχαλακόπουλο (Οκτώβρης 1924), μια μερίδα των Φιλελευθέρων αρχίζει να επικρίνει τη μεταρρύθμιση. Σημείο καμπής είναι η μεταστροφή της (βενιζελικής) Εστίας, η οποία από τις 10 Νοεμβρίου 1924 αρχίζει να επιτίθεται στην Παιδαγωγική Ακαδημία με κύριο στόχο τον Βάρναλη, και τις «αντιπατριωτικές» απόψεις που είχε εκφράσει στο «Φως που καίει», που το είχε δημοσιεύσει το 1921 στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας.

Παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το «Φως που καίει», μεταξύ των οποίων και οι στίχοι

Είμαι η ιερή Πατρίδα, που διδάχνω,
το μίσος, την κλοπή, το φόνο
σειώντας ένα πανί χρωματιστό
μπροστά στα μάτια που τυφλώνω τα με χίλιους τρόπους

η Εστία αναρωτιέται γιατί η «κλίκα» του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου δεν στρέφεται εναντίον του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού, που πάντως δεν τον κατονομάζει.

Ο Αλέξ. Δελμούζος απάντησε θαρραλέα στην Εστία ότι οι προσωπικές πεποιθήσεις των δασκάλων δεν ενδιαφέρουν («Ο καθένας μας μπορεί ατομικά να έχει οποιαδήποτε πολιτική πίστη θέλει, ακόμα και αναρχικός να είναι και σε σύλλογο αναρχικό να ανήκει και θεωρητικά στην εξωσχολική του δράση να γράφει ακόμα υπέρ του αναρχισμού. Πώς μπορεί να συμβιβάσει σε τέτοια περίπτωση τη δική του πίστη με το έργο του διδασκαλείου, αυτό είναι ζήτημα δικής του συνειδήσεως») .

Ο ίδιος ο Βάρναλης δεν πήρε θέση· άλλωστε, ήξερε, και το εξέφρασε και αργότερα στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα, ότι δεν ήταν αυτός ο κύριος στόχος αλλά ο Γληνός και ο Δελμούζος: («Μα τουτουνούς [Δελμούζο και Γληνό] ίσα-ίσα θέλανε να φάνε … εμένα με χτυπήσανε για λογαριασμό δικό τους κι ο Δελμούζος νόμιζε πως εγώ τον πήρα στο λαιμό μου!»). Η επίθεση στον Βάρναλη, και αργότερα στην Ιμβριώτη, δεν ήταν αυτοσκοπός, ήταν μέσο για να χτυπηθούν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφενός η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αφετέρου η διείσδυση των ιδεών του κομμουνισμού στην εκπαίδευση.

Ταυτόχρονα, κάποιος καλοθελητής φρόντισε να φτάσει στον πρωθυπουργό Ανδρ. Μιχαλακόπουλο ένα αντίτυπο από το Φως που καίει έχοντας σημειώσει επάνω στο εξώφυλλο (το πειστήριο του εγκλήματος εδώ):

Βάρναλης, καθηγητής εις την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν, δηλαδή την αυθαίρετον Σχολήν του Γληνού.

Εάν επιθυμείτε και έχετε καιρόν αναγνώσατέ το όλον, αλλά πάντως αναγνώσατε τας σελίδας 40 (τελευταίον στίχον) 53 όπου υβρίζει την Παναγίαν, τέλος δε από της σελίδος 61 μέχρι τέλους.

Το κτήνος αυτό είναι Βουλγαρικόν. Είναι και κωφόν. Εν τούτοις, επειδή είναι μαλλιαρόν, εν γνώσει των πίστεών του, το απέστειλαν δις ή τρις υπότροφον!

Ο Βάρναλης ήταν πράγματι βαρήκοος, ενώ ο χαρακτηρισμός Βουλγαρικόν κτήνος εννοεί το ότι ο Βάρναλης είχε γεννηθεί στην Ανατολική Ρωμυλία (και όχι ότι ήταν αριστερός, μια και το 1925 δεν αποκαλούσαν ακόμη Βούλγαρους τους κομμουνιστές). Παρόλο που η εθνικοφροσύνη έσκιζε τα ρούχα της, υποτίθεται, για τον εκτός συνόρων ελληνισμό, δεν έπαυε να αποκαλεί Βούλγαρους τους ομογενείς από τη Ρωμυλία.

Τα διαβήματα έφεραν αποτέλεσμα, και πράγματι στις αρχές του 1925 συνεδρίασε το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο και τιμώρησε τον Βάρναλη με εξάμηνη παύση, ποινή που ανακοινώθηκε στα τέλη Μαρτίου 1925. Τις επόμενες μέρες δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες δυο διαμαρτυρίες λογίων. Μία από λογίους της Αθήνας (με τα πρώτα ονόματα, Παλαμάς, Ξενόπουλος, Βουτυράς κτλ. αλλά και με υπογραφές από πολιτικούς όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου) και μία από λογίους της Αλεξάνδρειας, μεταξύ των οποίων, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, ο Κ.Π.Καβάφης.

Υπήρξε όμως και μια τρίτη διαμαρτυρία, ελάχιστα γνωστή, που δεν την έχω βρει πουθενά δημοσιευμένη, αλλά που το πρωτότυπό της απόκειται στο Αρχείο Βάρναλη στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη.  Απ’ όσο έψαξα, δεν έχει κάπου δημοσιευτεί, οπότε την παρουσιάζω εδώ ελπίζοντας να μην κομίζω γλαύκα -αν όχι εις Αθήνας πάντως στη Λέσβο. Πρόκειται για μια διαμαρτυρία λογίων της Μυτιλήνης:

mytil1 DSCF6091

Διαμαρτυρία

Απ’ τ’ Αθηνέικα φύλλα μάθαμε το διώξιμο του ευσυνήδειτου (sic) λογοτέχνη κ. Βάρναλη από τη θέση του, για ένα λογοτεχνικό του έργο που δημοσιεύτηκε εδώ και δυο χρόνια, και με ψευδώνυμο στην Αλεξάντρεια. Διαμαρτυρούμαστε γι’ αυτό το βάρβαρο στραγγαλισμό της ελευθερίας των πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας απάνου σε ζητήματα της σκέψεως και της τέχνης, που πάει να επιβάλη η Κυβέρνηση και εκφράζουμε πικρά όλη τη ντροπή που αισθανόμαστε για λογαριασμό της.

Μυτιλήνη, 18 Απρίλη 1925

Υπόγραψαν

Στρατής Μυριβήλης

Θ. Λεφκίας                              Ν. Σωτηράκης

Π. Εράτης                                Ηλίας Βενέζης

Στρατής Δούκας                      Π. Κεφάλας

Ηλ. Ηλιάδης

Τέρπ. Αναστασιάδης

Φ. Ανατολέας

Στρατής Παπανικόλας

Σ. Παπαλουκάς

Ν. Πασαλής

Εφημερίδες

«Ελεύθερος Λόγος»
«Σάλπιγξ»
«Ταχυδρόμος»
«Κήρυξ»
«Καμπάνα»
«Βούρδουλας»

Σωματεία

Ένωσις Εφέδρων Λέσβου
Σύλλογος Ελληνικών Μουσικών Τεχνών

Περιοδικό
Λεσβιακές Σελίδες

Τα ονόματα της δεξιάς στήλης (Σωτηράκης κτλ.) έχουν προστεθεί εκ των υστέρων. Σημειώνουμε ότι Παύλος Εράτης είναι το ψευδώνυμο του Ασημάκη Πανσέληνου.

mytil2 DSCF6093

Η διαμαρτυρία δεν φαίνεται να δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα της Μυτιλήνης (ευχαριστώ τον φίλο Αριστείδη Καλάργαλη για τη βοήθειά του στη σχετική έρευνα) όπου μόνο στη Σάλπιγγα δημοσιεύεται, στις 30.4.1925, αναφορά στη διαμαρτυρία των Αθηναίων και Αλεξανδρινών λογίων για την «άδικο εξάμηνο παύσι του ποιητού κ. Βάρναλη». Πιο περίεργο είναι ότι δεν (βρήκα να) δημοσιεύτηκε ούτε σε αθηναϊκή εφημερίδα. Αν όντως έτσι είναι και δεν οφείλεται σε δική μου αβλεψία, τότε το κείμενο της διαμαρτυρίας βλέπει το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά έπειτα από 89 χρόνια!

Ο Βάρναλης δεν έμελλε να συνεχίσει στη δημόσια εκπαίδευση· μετά την εξάμηνη παύση τού ήρθε μια εκδικητική μετάθεση στα Χανιά, επί δικτατορίας Πάγκαλου, και ύστερα η οριστική απόλυση χωρίς σύνταξη. Ο ποιητής στράφηκε στη δημοσιογραφία για βιοπορισμό. Η πρώτη τακτική συνεργασία του Βάρναλη με εφημερίδα ήρθε το καλοκαίρι του 1926 όταν περιόδευσε τη Γαλλία ως απεσταλμένος της εφημερίδας Πρόοδος -τα χρονογραφήματα αυτής της περιόδου κυκλοφορούν σε βιβλίο, με δική μου επιμέλεια, από τις εκδόσεις Αρχείο, με τίτλο «Γράμματα από το Παρίσι».

Όταν τον Οκτώβριο του 1935, με το κίνημα του Κονδύλη, ο Βάρναλης εξορίστηκε μαζί με δεκάδες άλλους δημοκρατικούς πολίτες στον Άγιο Ευστράτιο, πέρασε 5-6 μέρες στη Μυτιλήνη σε αναμονή του βαποριού της άγονης γραμμής και είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με Μυτιληνιούς λογίους (και να… βγάλει ένα δόντι που τον πονούσε). Τα γράμματα που έστειλε ο Βάρναλης από την εξορία, μαζί και εκείνα της Μυτιλήνης, πρόκειται να εκδοθούν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε επιμέλεια του φίλου Ηρακλή Κακαβάνη, τον οποίο και ευχαριστώ για τη βοήθειά του σε αυτό το άρθρο.

Ωστόσο, ο Βάρναλης είχε ήδη γράψει δυο «δίδυμα» σονέτα αφιερωμένα στη Λέσβο, που είναι μάλλον δυσεύρετα σήμερα αφού δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Γράμματα της Αλεξάνδρειας το 1913, αλλά δεν συμπεριλήφθηκαν σε καμιά ως τώρα συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Βάρναλη σε βιβλίο (ξέρουμε ότι ο ποιητής φάνηκε πολύ φειδωλός στην ανθολόγηση ποιημάτων της νιότης του) παρά μόνο στο περιοδικό Ηριδανός το 1975, οπότε ίσως να μην είναι γνωστά στον σημερινό αναγνώστη.

Κλείνω λοιπόν με τα δίδυμα αυτά σονέτα, που παρουσιάζουν τη στιχουργικήν αρτιότητα και το διονυσιακό κλίμα που ήταν χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου του Βάρναλη:

ΛΕΣΒΟΣ

I

Ω που βυθάς πάντα θερμά τα αιθέρια
στα σμαραγδά σου ανάγυρτα, σαν κρίνοι
χιονάτα περιστέρια προς την κρήνη
της ηδονής, εσένα, την Κυθέρεια

σου φέρνουνε! Ζευγάρια περιστέρια
με καημό που τα ογρά τους μάτια κλείνει,
φιλιούνται απάνω στην παρθένα κλίνη,
που κλήμα με τσαμπιά ισκιώνει τη στέρια!

Κι ω κόρη εσύ γλυκιά της Μυτιλήνης,
την ακριβή σιωπή σου μην τη λύνεις,
θεία ζώνη κεντημένη απ’ των Ιμέρων

τα ματωμένα δάχτυλα· να βάνει
γύρω νέφη ονείρου το λιβάνι
των κινημάτων σου όλων των ημέρων!

II

Μυρωδικά της Αραβίας θα καίω
πάνω στη ροδοστέφανη θυμέλη
κι αλειμμένα τα χείλια μας με μέλι
θα διαβάζουν τον ερωτάρη Αλκαίο

ή τον ισόθεο κύκνο το Διρκαίο
από χρυσή περγαμηνή! (Τα μέλη
τ’ άπλερα πρώτα ν’ απλωθούνε μέλει
σε κόκκινα χαλιά). Και με το νέο

στόμα θε να σου δίνω σύκα, όσο έχει
ο λύχνος απ’ το λάδι φως να πίνει·
κι η φαντασιά στα σκοτεινά σαν τρέχει,

θα βάφεται στο ευωδιακό ψιμμύθι,
όπου μ’ αυτό ψες βράδυ το ρουμπίνι
το φλογάτον η ρώγα σου εμιμήθη!

 

Posted in Βάρναλης, Εκπαίδευση, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 57 Σχόλια »

Φιλολογικός καβγάς για μια γαλοπούλα

Posted by sarant στο 29 Δεκεμβρίου, 2013

Την προηγούμενη Κυριακή παρουσίασα ένα αφήγημα του Μιλτιάδη Μαλακάση, δημοσιευμένο στο Μπουκέτο τα Χριστούγεννα του 1930, με αναμνήσεις από την παρέα της Δεξαμενής, στο γύρισμα του 20ού αιώνα, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας λόγιος, ο φοβερός Ευρυσθένης Τσανάκας, και μια γαλοπούλα, την οποία ο Τσανάκας βρήκε ξεκομμένη από το κοπάδι της και την μετέτρεψε σε χριστουγεννιάτικο έδεσμα, έναν πειρασμό στον οποίο ακόμα και ο άγιος των γραμμάτων μας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, δεν μπόρεσε ν΄ αντισταθεί, ίσως επειδή το κρασί του κυρ-Γιάννη, του καφετζή της Δεξαμενής, ήταν αγνό και γλυκόπιοτο, «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός», όχι σαν το πετρέλαιο των άλλων καφενείων!

Όμως η ιστορία δεν τελείωσε εδώ. Ένας σημαντικός λόγιος αναγνώρισε τον εαυτό του στο πρόσωπο του Ευρυσθένη Τσανάκα και αντέδρασε με ένα βίαιο κείμενο που θα δούμε στη συνέχεια, στο οποίο όχι μόνο καταγγέλλει τον Μαλακάση ότι διαστρέβλωσε την αλήθεια σχετικά με το περιστατικό της γαλοπούλας, αλλά και περνάει σε αντεπίθεση διατυπώνοντας βαρύτατες κατηγορίες για το ποιόν και την ηθική συγκρότηση του «Θανάση», όπως παρονομάζει τον Μαλακάση, αφού τον κατηγορεί ότι συνδεόταν με πλούσιες γυναίκες για να τους απομυζά την περιουσία. Ο λόγιος αυτός ήταν ο Γιάννης Βλαχογιάννης, στον οποίο χρωστάμε, ανάμεσα στ’ άλλα, το ότι ανέδειξε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.

Όπως ήταν φυσικό, ο Μαλακάσης αντέδρασε, και σε μια σύντομη επιστολή του έκανε λόγο για μήνυση -που δεν ξέρω αν έγινε, και τι απέγινε. Στο περιοδικό δημοσιεύτηκε και μια άλλη σύντομη επιστολή, του Κώστα Πασαγιάνη, ο οποίος αναφέρθηκε από τον Μαλακάση ως μάρτυρας του περιστατικού, αλλά διέψευσε ότι συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο. Κι έτσι τελείωσε αυτός ο φιλολογικός καβγάς πριν από 83 χρόνια, ένας καβγάς που θα παρακολουθήσετε τώρα εσείς στα επόμενα.

Τα κείμενα έχουν εκσυγχρονιστεί ορθογραφικά. Ευχαριστώ πολύ τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας και τον Αλέξη για την πληκτρολόγηση.

ΑΜΟΛΑ!
[Δημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο, 15.1.1931, με το εξής εισαγωγικό κείμενο του περιοδικού: Στο φύλλο των χριστουγέννων δημοσιεύτηκε μια φιλολογική σελίς, με τον τίτλο «Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων». Στη σελίδα αυτή απαντά σήμερα δια των κατωτέρω ο γνωστός λογογράφος, ιστορικός και Διευθυντής των Αρχείων του Κράτους κ Γιάννης Βλαχογιάννης]

(Κριτική όχι φιλολογική, μα κριτική αληθινή, σωφρονιστική και επανορθωτική του συγγραφέα του αριστουργηματικού και μόνου πεζογραφήματος περί Γαλοπούλας, γραμμένου από τον περίφημο στα Ελλ. Γράμματα Καζανόβα, εσχάτως επονομασθέντα και Θανάση, άρχοντα ξεπεσμένο, ποιητή χρεωμένο και πνευματικώς χρεοκοπημένο από τα Μποχωρογάλατα, κριτική συρραφείσα και εις βούρδουλα ματαβληθήσα από τον πεθαμένο κριτικό Τσανάκα, αργήσασα εξ αγνοίας του, αλλά τέλος φθάσασα από τα ύψη της Δεξαμενής).

Ο Καζανόβας ο νεότερος τρέμει τους ζωντανούς, ας είναι και «θρασύδειλοι». Γι΄αυτό παρασταίνει στο διήγημά του των ήρωα Τσανάκα πεθαμένο, και αφίνει ζωντανό τον άλλο ήρωα το Θανάση, δηλ. τον εαυτό του, να μιλεί ακράτητα. Αυτοί είναι οι δύο ήρωές του οι αριστουργηματικοί· ο ένας, σαν πεθαμένος, δε μιλεί, κι΄ο Θανάσης γενναία τα παραλέει, γιατί φαντάζεται πως δεν φοβάται τίποτα απ΄ τον πεθαμένο. Ο Δον Κισώτος έπλαθε φανταστικούς εχθρούς κι ύστερα τους πολεμούσε αλλά ο Καζανόβας ή Θανάσης, τους πεθαίνει πρώτα με το νου του, κι ύστερα τους πολεμάει. Μ΄αυτό τον τρόπο έχει την πλάνη πως είναι σίγουρος απ΄το κακό, σαν κάτι ζούδια που κρύβουν το κεφάλι τους στην τρύπα και λουφάζουν, ήσυχα πια για τη μικρή τους ύπαρξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Παλιότερα άρθρα, Περιοδικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Αγαπητέ Στρατή Μυριβήλη

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2013

Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες, από τις εκδόσεις της Εστίας, το βιβλίο της κυρίας Νίκης Λυκούργου, «Αγαπητέ Στρατή…«, που περιέχει τέσσερις μελέτες σχετικές με τη ζωή και το έργο του συγγραφέα Στρατή Μυριβήλη, μελέτες που βασίζονται σε επιστολές που περιέχονται στο αρχείο Μυριβήλη. Η Νίκη Λυκούργου, που δίδασκε μέχρι πρόσφατα στο τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ, έχει ασχοληθεί επί σειρά ετών με τον Μυριβήλη και με το αρχείο του. Το βιβλίο θα το αναζητούσα έτσι κι αλλιώς, γιατί μου αρέσει να διαβάζω αλληλογραφία συγγραφέων, πολύ περισσότερο που ο Μυριβήλης με ενδιαφέρει ιδιαίτερα και ο ίδιος αλλά και λόγω της καταγωγής του από τη Μυτιλήνη, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο πατέρας μου -με την ευρύτερη έννοια, κι εγώ Μυτιληνιός λογαριάζομαι.

Ένας λόγος παραπάνω να με ενδιαφέρει το βιβλίο ήταν ότι μια μελέτη εξετάζει την αλληλογραφία Λαπαθιώτη-Μυριβήλη, ενώ μια άλλη έχει να κάνει με την αλληλογραφία Κοτζιούλα-Μυριβήλη, δηλαδή με δυο αγαπημένους μου συγγραφείς που τους μελετώ εδώ και χρόνια. Η τρίτη μελέτη, που δίνεται σε επίμετρο, εξετάζει τις πρώτες μεταφράσεις της Ζωής εν Τάφω, του μυθιστορήματος που καθιέρωσε τον Μυριβήλη, ενώ η πρώτη παρουσιάζει μιαν ανέκδοτη επιστολή του Αλέξανδρου Παπαναστασίου προς τον Μυριβήλη, γραμμένη κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες, όταν ο πολιτικός ήταν κρατούμενος και υπόδικος ύστερα από το κίνημα του 1935.

Οι μελέτες που απαρτίζουν το βιβλίο βασίζονται σε προηγούμενες ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις της συγγραφέα, που όμως ήταν διεσπαρμένες σε μάλλον δυσεύρετα έντυπα κι έτσι απρόσιτες σε όποιον δεν είναι ταχτικός θαμώνας των βιβλιοθηκών. Επιπλέον, με την ευκαιρία της δημοσίευσής τους σε βιβλίο, η συγγραφέας ξαναδούλεψε το υλικό, πρόσθεσε πλούσιον υπομνηματισμό και επικαιροποίησε τις αναφορές της, προσφέροντας υποδειγματική δουλειά. Και βέβαια, η Ν. Λυκούργου δεν περιορίζεται στο να παρουσιάσει τις επιστολές που αντάλλαξαν, αλλά σκιαγραφεί και τη σχέση των δυο ανθρώπων, τη σχέση δηλαδή του Μυριβήλη με τον Αλέξ. Παπαναστασίου, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και τον Γιώργο Κοτζιούλα.

Το κακό με την αλληλογραφία των λογοτεχνών είναι ότι στο αρχείο του καθενός υπάρχουν συνήθως μόνο οι επιστολές που έλαβε ο λογοτέχνης από τους ομοτέχνους του, και όχι εκείνες που έστειλε, εκτός αν είχε κρατήσει αντίγραφο -αλλά αυτό σπάνια γινόταν. Έτσι, για να παρουσιαστεί η πλήρης εικόνα της αλληλογραφίας δύο λογοτεχνών πρέπει να γίνει συγχώνευση υλικού από δύο αρχεία, κάτι που δεν είναι πάντοτε εύκολο. Ας πούμε, στο αρχείο Λαπαθιώτη που απόκειται στο ΕΛΙΑ δεν υπάρχει καμιά επιστολή του Μυριβήλη και γενικά υπάρχουν ελάχιστες επιστολές. Από άλλη πηγή έχει βρεθεί μία επιστολή Μυριβήλη προς Λαπαθιώτη, αλλά για να συμπληρωθεί το παζλ θα πρέπει να περιμένουμε να αξιοποιηθεί κάποτε το μυθικό αρχείο Λαπαθιώτη που κατέχουν οι αδελφοί Παπανδρέου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επιστολές, Μυτιλήνη, Μικροφιλολογικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 51 Σχόλια »

Ο Όψιμος Κρίνος και η πρώτη ζωή του Πλάτωνα Χαρμίδη

Posted by sarant στο 3 Νοεμβρίου, 2013

Τις Κυριακές συνηθίζουμε να βάζουμε φιλολογικά άρθρα και αφού την Πέμπτη που μας πέρασε είχαμε τα 125 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου Ν. Λαπαθιώτη είναι επόμενο σήμερα να βάλω ένα φιλολογικό άρθρο αφιερωμένο στον Λαπαθιώτη, όπως βάζω κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. Το άρθρο που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος (αριθ. 34) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας.

lapaefedrosΟι μελετητές της ζωής και του έργου του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη ξέρουν ότι ο ποιητής ως έφηβος ήταν συνδρομητής, όπως και πολλοί άλλοι λόγιοι της εποχής του, στο περιοδικό Διάπλασις των Παίδων του Γρηγ. Ξενόπουλου και συμμετείχε στην εσωτερική ζωή του περιοδικού, με το ψευδώνυμο Αιθήρ, από το 1897 ως το 1906, δηλαδή από 9 ως 18 χρονών. (Κάποια στοιχεία για τη δραστηριότητα αυτή υπάρχουν σε παλιότερο άρθρο μου).

Λιγότερο γνωστό είναι ότι ο Λαπαθιώτης αργότερα επέστρεψε στους κύκλους των συνδρομητών του περιοδικού, με το χαρακτηριστικό ψευδώνυμο Όψιμος Κρίνος[1]. Την πληροφορία την δίνει η Αλίκη Παληοδήμου, στο άρθρο της «Χρονοβιογραφία» Λαπαθιώτη, στο αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω[2] και στη συνέχεια επαναλαμβάνεται σε άλλα συγγράμματα για τον Λαπαθιώτη, χωρίς πουθενά να προσδιορίζονται η χρονική περίοδος και το περιεχόμενο της συμμετοχής του ενήλικου πια Λαπαθιώτη στο περιοδικό.

Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης γνωστό ότι ο Λαπαθιώτης χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης για να δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, μια σειρά από μιμήσεις γνωστών ποιητών (συμπεριλαμβανομένου… του εαυτού του) στο περιοδικό Πνευματική ζωή το 1938-39. Λέγεται, και δεν αποκλείεται να είναι σωστό, ότι μετά το «σκάνδαλο» που είχε προκαλέσει ο Λαπαθιώτης με το «άσεμνο» ποίημά του «Επεισόδιο» στη συνέντευξή του στα Νεοελληνικά Γράμματα[3], η λογοκρισία του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου δεν του επέτρεπε να δημοσιεύσει με το όνομά του, αν και αργότερα αυτή η απαγόρευση, αν υπήρξε, άρθηκε.

Επίσης γνωστό, αν και κάπως λιγότερο, είναι ότι ο Λαπαθιώτης είχε χρησιμοποιήσει ξανά το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης (με διεύθυνση «Αθήναι, Οδός Μεθώνης») για να πάρει μέρος στον ποιητικό διαγωνισμό του περιοδικού Πολιτισμός στα τέλη του 1921. Σε μια τυπικά λαπαθιωτική χειρονομία, ήταν επίσης… μέλος της επιτροπής που έκρινε τα ποιήματα! Το ένα ποίημα του Πλάτωνος Χαρμίδη  «Ξένοι καημοί» πήρε το δεύτερο βραβείο, ενώ το «Πέρασμα» απέσπασε έπαινο.

Αυτό που δεν είναι γνωστό ως τώρα, είναι η σχέση του «Όψιμου Κρίνου» με τον «Πλάτωνα Χαρμίδη» και με την Κύπρο· θα τα δούμε στο σημερινό σημείωμα. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά και ας ξεκινήσουμε με τον Όψιμο Κρίνο.

Ένα κλειδί για να χρονολογήσουμε την παρουσία του Όψιμου Κρίνου στη ζωή των συνδρομητών της Διαπλάσεως των Παίδων μας το προσφέρει η μαρτυρία του Νίκου Τουτουντζάκη, που δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα Λαπαθιώτη στο περιοδικό Λέξη[4], αλλά δεν έχει προσεχτεί και τόσο.

Ο Τουτουντζάκης ήταν συνδρομητής της Διαπλάσεως ως μαθητής γυμνασίου στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και αλληλογραφούσε με πολλούς άλλους συνδρομητές, ανάμεσα στους οποίους και τον Όψιμο Κρίνο. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, βρέθηκε πρόσφυγας στην Αθήνα όπου, παρά τις δύσκολες συνθήκες, η αλληλογραφία συνεχίστηκε. Όταν κάποτε θέλησαν να γνωριστούν, ο Όψιμος Κρίνος τού έδωσε ραντεβού στο Μπάγκειον, γνωστό φιλολογικό στέκι, με την εντολή να ρωτήσει το γκαρσόνι ποιος είναι ο κ. Λαπαθιώτης.

Με βάση την πληροφορία ότι ο Όψιμος Κρίνος ήταν συνδρομητής το 1922, ανέτρεξα στο σώμα της Διαπλάσεως και μπόρεσα να καταγράψω ολόκληρη τη διαδρομή του.

Ο Όψιμος Κρίνος γράφεται συνδρομητής στη Διάπλασι στα τέλη του 1921· το ψευδώνυμό του γίνεται δεκτό στο τεύχος της 18.12.1921, με τη μνεία ότι πρόκειται για αγόρι (ένα αρχικό «α.») και ότι τα αρχικά του πραγματικού του ονόματος είναι Π.Χ. Κατά σύμπτωση, στο ίδιο τεύχος εγκρίνεται και το ψευδώνυμο «Ρίτα» που αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ανήκει στη Μαργαρίτα Μπούμη, τη μετέπειτα γνωστή ποιήτρια Ρίτα Μπούμη-Παπά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επετειακά, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογία, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , | 39 Σχόλια »

Ένας φιλολογικός καβγάς στην Αθήνα του 1943

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2013

Φυλλομετρούσα τις προάλλες τις κατοχικές εφημερίδες για να βρω αναφορές στη μεγάλη κινητοποίηση του ΕΑΜ το 1943 εναντίον της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία, και για τη θυσία της Παναγιώτας Σταθοπούλου και των δεκάδων άλλων νέων. Όπως θα δείτε στο σχετικό άρθρο, ελάχιστα πράγματα βρήκα, άλλωστε δεν περίμενα να βρω πολύ περισσότερα: στις εφημερίδες της εποχής, η πολιτική και πολεμική ειδησεογραφία ήταν απόλυτα ελεγχόμενη. Αντίθετα, και λόγω της έλλειψης πολιτικών ειδήσεων, το φιλολογικό και πνευματικό περιεχόμενο των κατοχικών εφημερίδων ήταν πολύ πλούσιο. Ειδικά η Πρωία διαβάζεται ακόμα και σήμερα με αρκετό ενδιαφέρον.

Μπορεί να μην βρήκα πολλά για τις αντικατοχικές διαδηλώσεις, έπεσα όμως πάνω σε έναν φιλολογικό καβγά, έναν καβγά ανάμεσα σε δυο ονόματα που και τότε πρωταγωνιστούσαν στην πνευματική ζωή αλλά και σήμερα είναι ακόμη πασίγνωστα. Κάτι ήξερα για τον καβγά αυτόν, επειδή είχα διαβάσει ένα παραφιλολογικό σχόλιο του περιοδικού «Φιλολογική Κυριακή» (που έβγαζε ο Μυριβήλης το 1943), αλλά δεν είχα διαβάσει τα πρωτότυπα κείμενα του διαξιφισμού. Τα διάβασα και μου φάνηκε ότι έχουν ένα κάποιο ενδιαφέρον -τόσο ώστε να γεμίσει ένα καλοκαιρινό κυριακάτικο άρθρο. Αν μη τι άλλο, πολλές φορές βλέπουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γνωστούς συγγραφείς να βρίζουν και να βρίζονται και κουνάμε το κεφάλι -όποιος όμως αναδιφήσει παλιά έντυπα βλέπει πως οι φιλολογικοί καβγάδες, ακόμα και με βαριές εκφράσεις, συνηθίζονταν ανέκαθεν. Και μάλιστα, σε σύγκριση με τους παλιούς καβγάδες, που γίνονταν γραπτώς -άρα υπήρχε το περιθώριο να το ξανασκεφτεί κανείς, καθώς και ο έλεγχος από μεριάς εκδότη- οι σημερινοί φιλολογικοί καβγάδες, που διευκολύνονται από την αχαλίνωτην αμεσότητα του Διαδικτύου έχουν αρκετά ελαφρυντικά.

Τα κείμενα τα παραθέτω όπως δημοσιεύτηκαν, με κάποιον ενδιάμεσο σχολιασμό δικό μου. Τηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά με μονοτονικό. Ευχαριστώ πολύ τη φίλη Ν. που πληκτρολόγησε τις τέσσερις επιστολές και τον φίλο που έκανε την πέμπτη.

Ο καβγάς άρχισε όταν, στις 23 Ιουλίου 1943, στο καθημερινό του χρονογράφημα στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα», αναφερόμενος σε πολλά και ποικίλα θέματα («Σκίτσα της εποχής» είναι ο τίτλος) αναφέρεται και σε ένα βιβλίο που είχε μόλις κυκλοφορήσει με τίτλο «Τον καιρό της μαύρης» και με συγγραφέα τον δημοσιογράφο Ε. Θωμόπουλο, και συνεχίζει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »

Ένας λησμονημένος ποιητής και μια απρόβλεπτη ρίμα

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2013

Ένας λησμονημένος ποιητής και μια σπάνια ρίμα

MylonΣε ένα ποίημά του, σατιρικό και αυτοσαρκαστικό, γραμμένο το 1937, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης περιγράφει πώς (φαντάζεται ότι) θα αντιδράσουν οι φίλοι και οι γνωστοί του σαν μαθευτεί η είδηση του θανάτου του, ποιοι θα έρθουν στην κηδεία του και τι θα γράψουν οι εφημερίδες και η κριτική. Το ποίημα δεν δημοσιεύτηκε όσο ζούσε ο ποιητής, αλλά σώθηκε χρονοσημασμένο στο τμήμα του αρχείου του που υπάρχει στο ΕΛΙΑ. Αργότερα, ο Άρης Δικταίος συμπεριέλαβε στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιώτη μια μεταγενέστερη επεξεργασία του ίδιου ποιήματος, συντομότερη και με αρκετές διαφορές.

Όμως στο θέμα αυτό έχω αφιερώσει ειδικό άρθρο, στο οποίο σας παραπέμπω.

Θα εστιάσω τώρα τον φακό σε ένα από τα πρόσωπα που μνημονεύει ο Λαπαθιώτης ανάμεσα σε εκείνους που θα έρθουν στην κηδεία του:

Θα είναι κι ο Μήτσος με το Χάρη,
και πέντε-δέκα συγγενείς,
–κι ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης:
άλλος κανείς, κανείς, κανείς…

Ο Μήτσος είναι ο Παπανικολάου, ο Χάρης είναι ο Σταματίου, ο αρχισυντάκτης του Μπουκέτου. Στη δεύτερη βερσιόν του ποιήματος, οι λιγοστοί πενθούντες γίνονται άξαφνα πολλοί, αλλά τα πρόσωπα αλλάζουν:

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί…

Πάλι αναφέρεται κάποιος Χάρης, αλλά (εικάζω ότι) τώρα πρόκειται για τον Πέτρο Χάρη της Νέας Εστίας, όπως φαίνεται και από τους άλλους συμπενθούντες (Σικελιανό, Κλ. Παράσχο, Τάκη Παπατζώνη, Λιλή Ιακωβίδου).

Ο Μυλωνογιάννης όμως, ο κοινός παράγοντας των δύο εκδοχών, φιγουράρει και σ’ ένα άλλο σημείο της πρώτης εκδοχής του ποιήματος:

Ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει, αράδα, σ’ όσους βρίσκει:
– Τι φοβερό! Τι φοβερό!…

Και παρατώντας και Σκαρίμπαν,
και στίχους και πολιτική,
και το παιδί του, και το σύμπαν,
θα μου σκαρώσει κριτική!

Η πρωτότυπη ρίμα Σκαρίμπαν-σύμπαν με είχε εντυπωσιάσει όταν πρωτοδιάβασα το ποίημα, και αναρωτήθηκα αν το σύμπαν μπήκε για να βρει ρίμα στον Σκαρίμπα (που αλλιώς μόνο με τη λίμπα και τη μπιρίμπα ριμάρει) ή αν υπήρχε κάποια άλλη, πιο ουσιαστική, αιτία. Απάντηση δεν βρήκα, μέχρι προχτές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 53 Σχόλια »