Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μουσική’ Category

Το παλιό πικάπ Ντούαλ του Αλέξη Βάκη

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2019

Πριν από ένα μήνα και κάτι είχα πάει στη Θεσσαλονίκη, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, απ’ όπου επέστρεψα με μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία (κυριολεκτώ). Κάποια από τα βιβλία αυτά μπορεί και να μην τα διαβάσω ποτέ (άλλωστε δεν διαβάζονται όλα τα βιβλία, μερικά τα έχεις για ν’ ανατρέχεις σ’ αυτά αν και όταν χρειάζεται), κάποια άλλα τα φυλλομέτρησα και τ’ άφησα γι’ αργότερα, κάμποσα όμως τα διάβασα ήδη κι άλλα πήραν τη σειρά τους. Μετά τις εκλογές που θα κάνουμε το καθιερωμένο βιβλιοφιλικό μας άρθρο ενόψει του καλοκαιριού θα αναφέρω αρκετά από αυτά, αλλά σήμερα θα παρουσιάσω ένα βιβλίο που το πήρα φρέσκο στη Θεσσαλονίκη, αφού κυκλοφόρησε φέτος τον Απρίλη, και που δεν είναι έργο μυθοπλασίας αλλά σειρά κειμένων για το ελληνικό τραγούδι.

Πρόκειται για το βιβλίο του Αλέξη Βάκη «Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εύμαρος, με πρόλογο του Φοίβου Δεληβοριά.

Στο παλιό πικάπ του ο συγγραφέας έχει διαλέξει να παίξει κείμενα που έγραψε από το 2003 έως το 2015 και που αρχικά δημοσιεύτηκαν σε διάφορα έντυπα (Δίφωνο, Μετρονόμος και άλλα) αλλά και σε ιστοτόπους. Εδώ βλέπετε τον πίνακα περιεχομένων, οπότε μπορείτε να πάρετε μιαν ιδέα για τα περιεχόμενα του βιβλίου.

Ο Αλέξης Βάκης ξέρει πολύ καλά τον χώρο του ελληνικού τραγουδιού αφού δεν είναι μόνο ή κυρίως αρθρογράφος, αλλά συνθέτης, ενορχηστρωτής που έχει υπογράψει ενορχηστρώσεις σε πολλές δεκάδες δίσκους, καθηγητής θεωρίας της μουσικής, ραδιοφωνικός παραγωγός με θητεία δεκαετιών από την εποχή του 902 Αριστερά στα FM και από το 2006 ως σήμερα στο Κόκκινο 105.5. Μια από τις πρώτες δουλειές στις οποίες συμμετείχε ήταν οι εκπομπές Μαθήματα πατριδογνωσίας στον 902, από τις οποίες βγήκε ένα διπλό σιντί που σας συμβουλεύω να το αναζητήσετε -το άκουγα προχτές και δεν έχει πάρει ούτε ρυτίδα.

Ο Βάκης είναι φίλος, και με έχει καλέσει και σε εκπομπές που κάνει στο Κόκκινο, οπότε το δηλώνω εξαρχής ότι δεν είμαι αμερόληπτος. Το βιβλίο πάντως το χάρηκα και πιστεύω πως θα το χαρούν όλοι όσοι ενδιαφέρονται για το ελληνικό τραγούδι, καθώς είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που ξέρει πολύ καλά τον χώρο, που έχει τι να πει και που ξέρει να το πει καλά.

Σε χοντρές γραμμές, τα άρθρα του βιβλίου χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Άρθρα που συζητούν θέματα σχετικά με το τραγούδι, ας πούμε σε σχέση με τα πνευματικά δικαιώματα, τη διαφορά συνθέτη και τραγουδοποιού, τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε ελαφρό και σε λαϊκό τραγούδι, το μπουζούκι ως εθνικό όργανο, τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς, τις πλεϊ-λιστ, το μέγα σχίσμα ανάμεσα σε τρίχορδο και τετράχορδο μπουζούκι, αφενός. Και αφετέρου, άρθρα αφιερωμένα σε κάποιο πρόσωπο, από τον Μανώλη Χιώτη και τον Βασίλη Τσιτσάνη ίσαμε τον Ηλία Κατσούλη και τον Πάνο Γεραμάνη.

Ανάμεσα στα άρθρα της κατηγορίας αυτής ξεχωρίζουν το πολύ σημαντικό άρθρο για τον Μάνο Χατζιδάκι στην ΕΠΟΝ (γραμμένο απο κοινού με τον ιστορικό Ιάσονα Χανδρινό), το οποίο φέρνει στο φως πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για το έργο και τη δράση του Χατζιδάκι κατά την Κατοχή και την απελευθέρωση, καθώς και το άρθρο για τον Γιάννη Σπανό στο Παρίσι. Και, όσο κι αν το πρώτο άρθρο είναι αντικειμενικά πιο σημαντικό, εμένα με συνάρπασε περισσότερο το δεύτερο επειδή αγνοούσα τα περισσότερα απ’ όσα διάβασα για τα τραγούδια που έγραψε και τις συνεργασίες που είχε στο Παρίσι ο Γιάννης Σπανός.

Στις παρουσιάσεις βιβλίων που κάνω συνηθίζω να βάζω και ένα απόσπασμα. Το άρθρο για τον Σπανό είναι σχετικά μεγάλο (εκείνο για τον Χατζιδάκι είναι ακόμα μεγαλύτερο) κι έτσι δεν θα ήταν πολύ βολικό να το βάλω στο ιστολόγιο -και δεν θα ήταν και σωστό, αφού το βιβλίο είναι ακόμα καινούργιο. Οπότε, διαλέγω ένα μικρότερης έκτασης άρθρο, ένα άρθρο αφιερωμένο σε ένα τραγούδι, την Πριγκιπέσα του Μάλαμα. Ταιριάζει κιόλας, αφού σχετικά πρόσφατα είχαμε συζητήσει αν γράφονται καινούργια τραγούδια με απήχηση. Το τραγούδι του Μάλαμα κυκλοφόρησε το 2000 και έχει γνωρίσει πολλαπλές επανεκτελέσεις, οπότε μπορούμε να θεωρήσουμε πιθανό ότι θα εξακολουθήσει να ακούγεται για πολλά χρόνια ακόμα.

Δίνω τον λόγο λοιπόν στον Αλέξη Βάκη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Μουσική, Παρουσίαση βιβλίου, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 83 Σχόλια »

Μνήμη καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, πέντε χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 5 χρόνια από τον θάνατο του καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, του καπετάνιου που, πάνω από μισόν αιώνα, έδινε ζωή στις Μικρές Κυκλάδες εκτελώντας τα δρομολόγια της άγονης γραμμής.

Όπως βρίσκω σε ένα ενδιαφέρον άρθρο για τον καπετάν Μήτσο, είχε καταγωγή από τη Σύμη και γεννήθηκε το 1926 στο Κουφονήσι, όπου βρέθηκε ο ψαράς και λαουτιέρης πατέρας του. Ο καπετάν Δημήτρης είχε στην πραγματικότητα το επίθετο Τερεζές – το Σκοπελίτης είναι παρατσούκλι. «Ο προπάππος μου Νικόλαος Τερεζές γεννήθηκε στη Σκόπελο και όταν κάποια στιγμή πήγε στη Σύμη, όλοι ρωτούσαν: «Από πού είναι αυτός;». «Από τη Σκόπελο, Σκοπελίτης» έλεγαν κι έτσι έμεινε το όνομα» έχει αφηγηθεί….

Όμως ο καπταΜήτσος ήταν και βιολιτζής, γι’ αυτό και διάλεξα τη φωτογραφία που τον δείχνει να παίζει μαζί με τον εγγονό του.

Τις προάλλες ήρθε η κουβέντα στον Σκοπελίτη, ενώ σχολιάζαμε κάτι άλλο: ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος διηγήθηκε μια πολύ όμορφη ανάμνησή του σχετική με τον Σκοπελίτη και με τις δυο του ιδιότητες, σαν σύντομο διήγημα, ενώ  αμέσως μετά ο φίλος μας ο Πέπε θυμήθηκε κι αυτός κάτι άλλο.

Κρίμα είναι τόσο ωραίες αφηγήσεις να μένουν θαμμένες στο πουργατόριο των σχολίων. Οπότε, αφού σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του, σκέφτηκα να κάνουμε μνημόσυνο στον καπτα-Μήτσο, με βάση τις παραπάνω αφηγήσεις και ακόμα ένα πεζογράφημα του Δημήτρη Μαρτίνου.

  • Θυμάται ο Δημήτρης Μαρτίνος:

Ὁ Σκοπελίτης

Τὸν Αὔγουστο τοῦ ᾿87 εἴχαμε πάει, ὁ ἀδελφός μου κι ἐγώ, στὸ Κουφονήσι· μὲ τὸν Ἀρχάγγελο, τὸ τρεχαντῆρι μας, ναυπηγημένο στὶς Σπέτσες τὸ 1985.
Ἡ ὑπόλοιπη παρέα εἶχε πάει μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς στὴ Νάξο κι ἀπὸ κεῖ στὸ Κουφονήσι μὲ τὸν «Σκοπελίτη», τὸ θρυλικὸ καραβάκι τῶν Μικρῶν Κυκλάδων.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ Κουφονήσι ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἀφάνεια.  Λίγα χρόνια πρίν εἶχε πάει τὸ ρεῦμα στὸ νησὶ καὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ χτίζονται τὰ πρῶτα ἐνοικιαζόμενα δωμάτια. Ὅμως διατηροῦσε τὴν παρθένα ὀμορφιὰ ποὺ τράβηξε τοὺς πρώτους ἐπισκέπτες, σκηνίτες καὶ γυμνιστές στὴν πλειοψηφία τους, ποὺ τὸ ἀνακάλυψαν στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70. Στὴν ἀρχὴ οἱ ντόπιοι τοὺς εἶδαν μὲ καχυποψία, ἀντιπάθεια, ἤ καὶ ἐχθρότητα σὲ κάποιες ἀκραῖες περιπτώσεις. Σιγὰ-σιγά, ὅμως, τὰ πράγματα ἰσορρόπησαν, ἀφοῦ καὶ οἱ δυὸ πλευρές  ἔβαλαν νερὸ στὸ κρασί τους.

Τὸ σύμπλεγμα τῶν νησιῶν ἀνάμεσα στὴν Νάξο καὶ στὴν Ἀμοργό, ἡ Ἡρακλειά, ἡ Σχοινούσα, τὸ Κάτω καὶ τὸ Πάνω Κουφονήσι, μαζὶ μὲ τ᾿ ἀκατοίκητα νησιά,  τὴν Κέρο, τὸ Ἀντικέρι καὶ τὴ Δρίμα, εἶναι σὲ μικρή ἀπόσταση μεταξύ τους καὶ προσφέρονται γιὰ ἐκδρομές μὲ σκάφος καὶ γιὰ ψάρεμα· πρᾶγμα ποὺ ἐμεῖς ἀξιοποιήσαμε δεόντως.

Μιὰ μέρα, μαζί μὲ κάποιους ἀπὸ τὴν παρέα, πήγαμε ἐκδρομὴ στὴν Ἀμοργό. Ὁ καιρὸς μελτέμι, ἑξάρι γεμᾶτο· τὸν εἴχαμε  δευτερόπρυμα καὶ σὲ δυὸ ὧρες φτάσαμε στὰ Κατάπολα. Μὲ τὸ λεωφορεῖο πήγαμε στὴ Χώρα καὶ στὴ Χοζοβιώτισσα και γυρίσαμε ἀργά τὸ ἀπόγευμα. Ἐκεῖ ποὺ ἤμαστε ἀραγμένοι στὰ Κατάπολα, πλησίασε στὸ καΐκι ἕνας ἄνθρωπος γύρω στὰ ἑξῆντα, μὲ ναυτικὸ κασκέτο καὶ ὄψη θαλασσινὴ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ χαζεύει. Σὲ λιγάκι μᾶς ρώτησε:

«Σπετσιῶτες εἴσαστε;»
«Ὄχι ἐμεῖς», τοῦ ἀπαντήσαμε, «τὸ καΐκι εἶναι σπετσιώτικο.»
«Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὸ σκαρί», ἀπάντησε. «Φτιάχνουν ὄμορφα τρεχαντήρια οἱ Σπετσιῶτες. Λεβέντικα, θαλασσινά. Ἔχω παραγγείλει κι ἐγὼ ἕνα στὶς Σπέτσες· στὰ ἴδια μέτρα μὲ τὸ δικό σας πάνω-κάτω. Τὸν ἄλλο μήνα θὰ εἶναι ἕτοιμο.»

Ἔριξε μιὰ τελευταία ματιὰ στὸ καΐκι, μᾶς εὐχήθηκε καλὰ ταξίδια καὶ συνέχισε τὴ βόλτα του στὸ μουράγιο.

Ξεκινήσαμε τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς περασμένα μεσάνυχτα, ἀφοῦ στείλαμε τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς. Τὸ μελτέμι ἦταν φρέσκο καὶ δὲν ἔκοψε τὴν νύχτα. Εἶχε ὅμως πανσέληνο καὶ βλέπαμε καλὰ τὶς θάλασσες ποὺ κουτρουβαλοῦσαν κατὰ πάνω μας σὰν ἄσπρα ἀγριεμένα βουβάλια. Βλέπεις δὲν ἔχει στεριὰ ἢ μεγάλο νησὶ βόρεια τῆς Ἀμοργοῦ γιὰ νὰ κόψει τὴν ὁρμὴ τῶν κυμάτων τοῦ βοριᾶ ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Θρακικὸ, περνοῦν δυτικὰ ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη καὶ τὴ Χίο, διασχίζουν τὸ Ἰκάριο καὶ καταλήγουν στὴν Ἀμοργό. Ὄρθιοι στὴν πρύμη, ὁ ἀδελφὸς μου στὸ τιμόνι κι ἐγὼ στὸ χειριστήριο τῆς μηχανῆς, ἀρμενίζαμε κῦμα τὸ κῦμα. Ἀργὰ τὴ μηχανή, μόλις βλέπαμε καμιὰ πιὸ χοντρὴ θάλασσα, ἐλαφρὺ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ γιὰ νὰ τὴν πάρουμε γλυκά, μὲ τὴ μάσκα κι ὁ Ἀρχάγγελος τὴν πέρναγε ἀνάλαφρα, σὰν ἄλογο καθαρόαιμο ποὺ πηδάει τὰ ἐμπόδια στὸ στίβο.

Λίγες μέρες ἀργότερα, τὸν Δεκαπενταύγουστο, βρεθήκαμε στὴν ταβέρνα τῆς Καλλιόπης ποὺ εἶχε βιολιά.

«Θὰ παίξει ὁ ἀδερφός μου, ὁ Μῆτσος ὁ Σκοπελίτης» μᾶς εἶχε πεῖ τὴν προηγούμενη βραδυὰ ποὺ τρώγαμε στὸ μαγαζί της.

Μὲ ἔκπληξη διαπιστώσαμε πὼς ὁ ἀδελφός της ἦταν ὁ θαλασσινὸς ποὺ θαύμαζε τὸ καΐκι μας στὰ Κατάπολα. Ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε τὸ καραβάκι, τὸν «Σκοπελίτη» ποὺ ἔδινε ζωή στὰ μικρά νησιά τῆς ἄγονης γραμμῆς, τὴν Ἡρακλειά, τὴ Σχοινούσα, τὴ Δονούσα, τὸ Κουφονήσι, ὅλον τὸν χρόνο, συνδέοντάς τα μὲ τὴν Νάξο καὶ τὴν Ἀμοργό. Τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἄφησε τὸν «Σκοπελίτη» στὸν γιό του, ἀλλὰ δὲν παράτησε τὴ θάλασσα. Παράγγειλε τὸ τρεχαντῆρι του στὶς Σπέτσες γιὰ νὰ ξανακάνει αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὰ νιάτα του, νὰ ψαρεύει. Ὄχι πιὰ γιὰ τὸ μεροκάματο· μοναχὰ γιὰ τὸ κέφι του.

Τὸ γλέντι ξεκίνησε μὲ τραγούδια ποὺ ζητοῦσαν οἱ παρέες ποὺ χόρευαν. Στὴν καλύτερη περίπτωση τὰ κλασικὰ ναξιώτικα καὶ στὴν χειρότερη τὰ σκυλονησιώτικα ἤ κάποια λαϊκὰ σουξὲ τῆς ἐποχῆς. Τὸ «Μὲ τελείωσες» εἶχε τὴν τιμητική του.

Κάποια στιγμή ἦρθε κι ἡ σειρά μας. Πλησιάσαμε στὰ βιολιά καὶ ρωτήσαμε τὸν Σκοπελίτη ἂν ἤξερε θερμιώτικα τραγούδια.
«Ἔχω παίξει στὰ Θερμιά, ὅταν ἤμουνα νέος καὶ δούλευα σὲ μιὰ τράτα. Εἶναι πολλὰ χρόνια καὶ δὲν θυμᾶμαι τοὺς σκοπούς σας» ἀπάντησε.
«Σιφνέικα ξέρεις;»
«Ἀμέ, ξέρω· ὅμως δὲν τὰ ξέρει ὁ τραγουδιστής.»
«Δὲν πειράζει, τραγουδᾶμε ἐμεῖς.»

Ξεκίνησε νὰ παίζει σιφνέικα κι ἐμεῖς τραγουδούσαμε χορεύοντας· χωρίς μικρόφωνα φυσικά, ὅπως κάναμε στὰ γλέντια μας στὰ Θερμιά.
Στὴν ἀρχή δὲν ἀκουγόμαστε, ἀπὸ τὴ συνηθισμένη βαβούρα ποὺ γίνεται στὰ μαγαζιά. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ἡσύχασε ὁ κόσμος γιὰ νὰ μᾶς ἀκούσει. Οἱ πιὸ πολλοί, ἐπισκέπτες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, δὲν ἤξεραν αὐτὸν τὸν τρόπο γλεντιοῦ καὶ τοὺς κινήσαμε τὴν περιέργεια. Τοὺς ἄρεσε κιόλας, γιατὶ μᾶς συνόδευαν μὲ ρυθμικὰ παλαμάκια. Κι ὅταν τέλειωσε ὁ χορός μας, χάλασε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ χειροκρότημα.

Ὅταν ζυγώσαμε στὰ βιολιὰ γιὰ νὰ πληρώσουμε, ὁ καπταΜῆτσος ἦταν φανερὰ συγκινημένος:
«Ὅταν εἶδα τὸ καΐκι σας εἶπα μέσα μου «αὐτοὶ εἶναι μερακλῆδες». Τώρα ποὺ σᾶς εἶδα νὰ γλεντᾶτε λέω πὼς εἴσαστε πολὺ μερακλῆδες!»

Υ.Γ. Οἱ γραμμὲς αὐτές εἶναι κατευόδιο στὸν καπταΜῆτσο, τὸν Σκοπελίτη ποὺ σαλπάρισε γιὰ τὸ στερνό του ταξίδι, πρὶν ἀπὸ πέντε χρόνια τέτοιες μέρες.

 

  • Θυμάται ο Πέπε:

Πήγα στο Κουφονήσι περίπου 10 χρόνια μετά, το 1997. Ήμασταν μια παρέα νεαρών, που ο ένας μάς το είχε προτείνει ως εντελώς άγνωστο και ασύχναστο νησί της θρυλικής άγονης γραμμής, πρόσφοροο για να κάνουμε διακοπές σαν πρωτόπλαστοι. Η όλη περιγραφή ήταν ελκυστική, αλλά όταν μας είπε και το όνομα, «Κουφονήσι», και μάλιστα προσδιορίζοντας ότι υπάρχουν δύο, Άνω με ελάχιστους κατοίκους και Κάτω με κανέναν, αρχίσαμε να μην τον πιστεύουμε: Άσε ρε, που το λένε Κουφονήσι!

Τόσα ξέραμε. Όμως υπήρχε, και πήγαμε. Με τον Σκοπελίτη. Ο οποίος, μάλλον, τότε ήταν ήδη ο γιος Γιάννης – ο γέρος, όπως τα υπολογίζω τώρα που είδα τα βιογραφικά του, ήταν καμιά 70ριά και θα πρέπει να είχε βγει στη σύνταξη.

Το Άνω Κουφονήσι ήταν τότε στη φάση όπου μόλις είχε αρχίσει να περνάει, από εντελώς ελεύθερος παράδεισος κατασκηνωτών, στο στάδιο της κάπως οργανωμένης τουριστικής εκμετάλλευσης. Συγκεκριμένα, στο χωράφι όπου τσαντιρώσαμε, ο ιδιοκτήτης έχτιζε τουαλέτες και ντους, και όταν ολοκληρώθηκαν, στα μισά της δικής μας διαμονής, άρχισε να ζητάει κάποιο υποτυπώδες αντίτιμο για τη χρήση τους. Μέσα στα επόμενα χρόνια αυτό εξελίχτηκε σε οργανωμένο κάμπινγκ, και σύντομα το Κουφονήσι έγινε τόσο διάσημο για το γεγονός ότι είναι άγνωστο ώστε άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες τουρίστες να δουν πώς είναι ένα νησάκι χωρίς τουρίστες, και τελικά έγινε μικρή Μύκονος, με πολυώροφα ξενοδοχεία κλπ.. Αλλά τότε δεν ήταν ακόμα έτσι.

Κάποια μέρα κανονίσαμε εκδρομή στο Κάτω Κουφονήσι. Το Κάτω Κουφονήσι ήταν ακατοίκητο, μόνο με μια ταβέρνα που είχε γεννήτρια (νομίζω ότι και τώρα έτσι είναι). Η ταβέρνα λοιπόν είχε πρόγραμμα, με λάιβ νησιώτικα. Εκείνη την εποχή δεν είχα αναπτύξει ούτε τον πιο κρυφό σπόρο του μετέπειτα ενδιαφέροντός μου για την παραδοσιακή μουσική. Αυτό που παρακολουθήσαμε μού φάνηκε φρικαλέο: δυο γέροι με βιολί και λαούτο, ξεκούρδιστοι, με έναν μίζερο ενισχυτή που γιγάντωνε το φάλτσο τους και από πάνω έτριζε κιόλας, έπαιζαν όλη την ώρα το ίδιο ακαλαίσθητο πράγμα. Ήμουν με το ένα πόδι να υποφέρω από την αθλιότητα, και με το άλλο να παρακολουθώ με κάποιο συγκαταβατικό ενδιαφέρον πώς τη βρίσκουν οι ιθαγενείς σ’ αυτή την κρυφή, άγνωστη πλευρά του πλανήτη, που βρισκόταν εντελώς στους αντίποδες της πλευράς που περιείχε ό,τι είχα γνωρίσει στη μέχρι τότε ζωή μου.

Κάποια στιγμή έπιασα ένα ρεφρέν: Το καράβι στο λιμάνι, γεια σου Σκοπελίτη Γιάννη. Ρε συ, σκέφτηκα, Σκοπελίτη δε λένε αυτόν που μας πηγαινοφέρνει; Παρακολούθησα λίγο το τραγούδι, και, όπως όλα έδειχναν, πράγματι σ’ αυτόν αναφερόταν. Ότι σ’ αυτά τα μικρά νησάκια ζουν άνθρωποι που την επαφή τους με τον υπόλοιπο κόσμο την οφείλουν στον Σκοπελίτη, αυτό το είχα καταλάβει, δεν ήμουν δα και τόσο στόκος. Ήταν ένας τοπικά σημαντικός άνθρωπος, για τον οποίο είχε βγει τοπικό δημοτικό τραγούδι! Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μάλιστα το πιθανότερο ήταν ότι ο Σκοπελίτης, που μας είχε φέρει και περίμενε αργότερα να μας πάρει, βρισκόταν εκεί και άκουγε το τραγούδι του, όπως άλλοτε οι Κωλοκοτρωναίοι!

Έτσι είδε ένας νεαρός που έκανε τον χίπη ένα τραγούδι από το στάνταρ κυκλαδίτικο εμπορικό ρεπερτόριο, τότε γύρω στο 1995…

 

Και κλείνω με το πεζογράφημα «Καλοτάξιδο» του Δημήτρη Μαρτίνου, για το τρεχαντήρι τους Αρχάγγελος. Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Τα δέκα κύματα» του αδελφού του Νίκου Μαρτίνου (Αρμός 1995)

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ

-Τὸ σταυρό σου, κόπανε. Καὶ στό ‘λεγα, ποὺ νὰ σὲ πάρει καὶ νὰ σὲ σηκώσει. Εἶναι παλιότοπος, λάσπη.
Τὸ καΐκι, τὸ μισὸ στὴ θάλασσα, εἶχε σταθεῖ πάνω στὰ βάζα*, σὰ μουλάρι ποὺ στήλωσε πεισματικὰ τὰ μπροστινά του καὶ δὲν κουνοῦσε ρούπι. Ὁ μαστρο-Παντελής δάγκωνε τὸ τσιγάρο του καὶ βλαστημοῦσε. Ὁ Γιάννης, ὁ βοηθός του, κάτι μουρμούριζε ἀνάμεσα στὰ δόντια του καὶ πολεμοῦσε νὰ πατώσει τὴ σκάρα*.
Πιὸ πέρα καθισμένος σ’ ἕνα κούτσουρο, ὁ καπτα-Νικόλας ἔβραζε. Τά ‘χε μὲ τὸ μάστορα, μὲ τοὺς βοηθούς, μὲ τὴν τύχη του. Μὰ πιὸ πολὺ μὲ τὸ μεράκι του. Αὐτὸ ἔφταιγε γιὰ ὄλα. Γιατὶ τὸ καΐκι του τό ‘θελε ὄμορφο. Λεβέντικο. Θαλασσινό. Νὰ τὸ βλέπει στὸ γιαλὸ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχή του. Σὰν τὴν γυναίκα τὴν ὄμορφη ποὺ περπατεῖ καὶ βγαίνει ὀ κόσμος νὰ τὴ χαρεῖ στὴ στράτα. Κι ὄχι πὼς δὲν τά ‘ξερε. Οἱ φίλοι τοῦ τό ‘χαν πεῖ.
-Πρόσεξε τὸν Παντελή. Καλὸς μάστορας μὰ ψυχοβγάλτης. Κι ὅλο τὴν παλάμη ἀνοιχτή. Φέρε…
Πόσες φορὲς δὲ θυμήθηκε τοὺς παλιοὺς πού ‘λεγαν «πῦρ, γυνὴ καὶ καρνάγιο».
Κι ὀ Παντελής ἀλεποῦ.
-Ξέρω τὶ θές. Θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ τὸ χαίρεσαι. Ἐσένανε θὰ στὸ λαντζάρω* λιγάκι πιὸ πολὺ στὴν πλώρη ἀπὸ τοῦτο δῶ (καὶ τοῦ ‘δειχνε ἕνα πού ‘χε σκαρωμένο) καὶ στὴ πρύμη πιὸ στελλάδο*. Νὰ δεῖς πῶς θ’ ἀκούει στὸ τιμόνι. Κι ἀπὸ ἀρμένισμα; Ἄλλο πράμα. Δέν θὰ κωλώσεις ποτὲ , οὔτε σὲ θάλασσα, οὔτε σ’ ἀγέρα.
Μὰ ἡ δουλειὰ σὰν τὸν κάβουρα. Περάσανε δυὸ μῆνες, τρεῖς, ἕξι, κι ὁ Παντελής οὔτε πρόκα. Κι ὅλο φέρε. Στοὺς ἐννιὰ μῆνες ἔπιασε νὰ τὸ στήνει. Τίποτα σπουδαῖο δηλαδή. Τὰ ποδοστάματα* καὶ τὴν καρένα*. Κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ κάνει κουράγιο. Τό ‘βλεπε νὰ χτίζεται σιγὰ σιγὰ κι ή καρδιά του σκιρτοῦσε. Κι ὅλο ἀπίκου*, μὲ τὸ πινέλο καὶ τὸ μίνιο γιὰ τὸ ξερομάχημα* τάχατες. Μά πιὸ πολὺ γιὰ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχὴ του, ποὺ ἔδενε σιγὰ σιγὰ καὶ στρογγύλευε, σὰν τὸ κορίτσι τ’ ἄγουρο ποὺ γίνεται γυναίκα. Γυναίκα ὄμορφη καὶ λεβέντισσα. Κι αὐτὸς μὲ τὴ μπογιὰ νὰ τὸ χαϊδεύει ὁλάκερο. Στραβόξυλα*, σωτρόπι*, στραγαλιὲς*, τσάπες*, καμάρια*.
Κι ἔτσι πέρασε ὁ πρῶτος χρόνος. Τὸ καΐκι σκέτο κουφάρι. Κι ὀ Παντελής «φέρε».
Καὶ μπῆκε ὁ δεύτερος χρόνος. Τὸ πέτσωμα*, τὸ κουβέρτωμα*, τὰ σπιράγια*. Ἀμπάσα*, θαλασσινὰ. Κι οἱ μῆνες νὰ περνοῦν κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ βλαστημᾶ τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ. Κι οἰ φίλοι νὰ τοῦ δίνουνε κουράγιο.
-Δὲ βαριέσαι, χαλάλι. Σοῦ ‘φτιαξε σκαρὶ μαγκιόρο.

…Ἀφοῦ εἴδανε κι ἀποείδανε μὲ τὶς πατέντες ποὺ πολεμοῦσε ὁ Γιάννης γιὰ νὰ πατώσει τὴ σκάρα, πήρανε τὴν ἀπόφαση. Ὄξω πάλι. Κοτσάρανε τὰ συρματόσκοινα, στερεώσανε τοὺς μακαράδες*, στὰ παλιὰ κανόνια, ποὺ ‘τανε φυτεμένα ἐκεῖ μπροστὰ, καὶ βίρα. Τὸ καΐκι τραμπαλίστηκε στὰ βάζα καὶ σιγὰ σιγὰ βρέθηκε στὴν ἀνερούσα*.
Τώρα ἡ δουλειὰ ἔγινε πιὸ σωστὰ. Ἕνα φαλάγγι* στὰ βάζα ἀπὸ πρύμα μεριὰ γιὰ νὰ μὴ ξανασκαλώσει τὸ τιμόνι στὴ σκάρα, λάσκα τὰ συρματόσκοινα κι ἀβάρα*.
Καὶ τὸ τρεχαντήρι γλίστρησε στὸ γιαλὸ κι ἔπλεε στὰ νερὰ σὰ γλάρος.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Ἀβάρα: Σπρῶξε (ναυτικὸ πρόσταγμα, «ἄπωσον» στὴν καθαρεύουσα).
Ἀμπάσο: Χαμηλό (ἰταλ. basso).
Ἀνερούσα: Ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ, ἐκεῖ ποῦ σκάει τὸ κύμα.
Ἁπίκου: Ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω.
Βάζα: Βάση γιὰ ἀνέλκυση καί καθέλκυση τῶν σκαφῶν.
Καμάρια: Στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζεται τὸ κατάστρωμα. Ἔχουν σχῆμα κυρτὸ.
Καρένα: Καρίνα, τρόπις
Κουβέρτωμα: Ἡ κατασκευὴ τοῦ καταστρώματος (τῆς κουβέρτας στὴ ναυτικὴ διάλεκτο).
Λάντζο τρεχαντήρι (λαντζάρω): Τρεχαντήρι μὲ λιγότερο κυρτὴ πλώρη.
Μακαράς: Μηχανικὴ κατασκευὴ ποὺ χρησιμοποιεῖται, σἐ συνδυασμὸ μὲ σκοινιὰ, γιὰ τὴν ανύψωση βαρῶν, τροχαλὶα.
Ξερομάχημα: Τὸ σκάσιμο τοῦ ξύλου ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Πέτσωμα: Ἡ κάλυψη τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους μὲ μαδέρια γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς γάστρας του.
Ποδόσταμο: Ποδόστημα, ἡ συνέχεια τῆς καρένας. Ὑπάρχουν δυὸ ποδοστάματα, τὸ πλωριὸ καὶ τὸ πρυμιὸ ποὺ μαζί μὲ τὴν καρένα ἀποτελοῦν τὴ ραχοκοκαλιὰ τοῦ σκάφους.
Σπιράγια: Οἱ ὑπερκατασκευὲς τοῦ σκάφους.
Στελλάδο: Σκάφος μὲ μεγάλο βύθισμα στὴν πρύμη• στρίβει πολὺ εὔκολα.
Στραβόξυλα: Νομεῖς, πλευρικὰ στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους.
Στραγαλιὲς: Χοντρὰ ἐσωτερικὰ μαδέρια καθ’ὅλο τὸ μῆκος τοῦ σκάφους συνδεδεμένα μὲ τὰ στραβόξυλα (νομεῖς) γιὰ καλὺτερο «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Σωτρόπι: Ἐσωτρόπιον, χοντρὸ μαδέρι ποὺ προσαρμόζεται ἀπὸ πάνω καὶ κατὰ μῆκος τῆς καρένας (τρόπιδος) τοῦ σκάφους. Χρησιμεύει γιὰ τὸ «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Τσάπες: Τὰ πρῶτα μαδέρια ποὺ μπαίνουν κατὰ τὸ πέτσωμα τοῦ σκάφους (γίνεται ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω) στὸ ὕψος τοῦ καταστρώματος.
Φαλάγγι: Κυλινδρικὸ ξύλο, ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀνέλκυση καὶ καθέλκυση σκαφῶν.

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Εις μνήμην, Μουσική, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 333 Σχόλια »

Πέντε επιστολές του Μότσαρτ

Posted by sarant στο 3 Δεκεμβρίου, 2017

Την Τρίτη έχουμε την επέτειο του θανάτου του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, οπότε σήμερα θα παρουσιάσω μερικές επιστολές του παρμένες από το βιβλίο Β.Α.Μότσαρτ -Αλληλογραφία, που κυκλοφόρησε το 1991 σε δική μου επιλογή, μετάφραση και επιμέλεια από τις εκδόσεις Ερατώ (β’ έκδοση το 2001).

Μου αρέσει πολύ ο Μότσαρτ, ιδίως οι μεγάλες του όπερες, και στα νιάτα μου είχα ασχοληθεί αρκετά με τη ζωή και το έργο του. Το 1991 δημοσίευα στην εφημ. Τα Νέα καθημερινή στήλη με τίτλο «Η σημερινή μέρα στη ζωή του Μότσαρτ» (εδώ ένα δείγμα) και στο τέλος της χρονιάς έβγαλα και το βιβλίο με την αλληλογραφία (εδώ ένα μικρό δείγμα).

Σήμερα που είναι Κυριακή και υπάρχει περιθώριο, παρουσιάζω τέσσερις ακόμα επιστολές του Μότσαρτ. Πρόσφατα επίσης έμαθα ότι από το ραδιόφωνο της ΕΡΤ έγιναν φέτος δύο εκπομπές αφιερωμένες στην αλληλογραφία του Μότσαρτ, στην εκπομπή Μικρές δεξαμενές μελάνης της Αφροδίτης Κοσμά, στις οποίες χρησιμοποιήθηκε υλικό από το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα και από άλλα βιβλία. Μπορείτε να τις ακούσετε εδώ (Πρώτη εκπομπή και Δεύτερη εκπομπή).

Ξεκινάμε λοιπόν τις επιστολές του Μότσαρτ.

Η πρώτη επιστολή γράφτηκε το 1777, από το Μανχάιμ. Ο Μότσαρτ έχει παραιτηθεί από την υπηρεσία του στην αυλή του Σάλτσμπουργκ και έχει φύγει με τη μητέρα του ταξίδι με τελικό προορισμό το Παρίσι. Στο Μανχάιμ θα περάσουν τον χειμώνα του 1777.

[Μανχάιμ, 8 Νοεμβρίου 1777]

Αγαπημένε μου μπαμπά!

Δεν μπορώ να γράψω ποιητικά, δεν είμαι ποιητής. Δεν ξέρω να χειρίζομαι τις φράσεις με τέτοια τέχνη που να τις κάνω να δίνουν σκιές και φως, δεν είμαι ζωγράφος. Ούτε μπορώ να εκφράσω τα αισθήματα και τις σκέψεις μου με χειρονομίες και παν­τομίμα, δεν είμαι χορευτής. Το μπορώ όμως με τους ήχους, είμαι μουσικός. Αύριο θα παίξω, στου Καννάμπιχ, προς τιμήν σας, τις ευχές μου για τη γιορτή σας στο πιάνο. Για σήμερα, αρκούμαι στο να σας ευχηθώ, απ’ όλη μου την καρδιά, πολυαγαπημενε μου πατέρα, όλα όσα σας εύχομαι κάθε μέρα, πρωί και βράδυ: υγεία, μακροζωία και καλή διάθεση. Ελπίζω επίσης ότι τώρα θα έχετε λιγότερες σκοτούρες απ’ όσες όταν ήμουν στο Σάλτσμπουργκ, διότι πρέπει να ομολογήσω ότι η μοναδική αιτία ήμουν εγώ. Με κακομεταχειρίζονταν και δεν το άξιζα — σεις φυσικά με συμπονούσατε, αλλά το παίρνατε πολύ κατάκαρδα. Βλέπετε, αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο άφησα τόσο γρήγορα το Σάλτσμπουργκ. Ελπίζω έτσι η ευχή μου να εκπλη­ρωθεί. Θα κλείσω τώρα με μια μουσική φιλοφρόνηση. Σας εύ­χομαι να ζήσετε τόσα πολλά χρόνια που να φτάσετε να μην μπο­ρείτε πλέον να συνθέσετε τίποτα καινούργιο. Να είστε καλα. Με όλο μου το σεβασμό σας παρακαλώ να συνεχίσετε να μ’ αγα­πάτε λίγο και να αρκεστείτε σ’ αυτή τη θλιβερή φιλοφρόνηση, ώσπου στη μικρούτσικη και στενή ντουλάπα του μυαλου μου να φτιάξω καινούργια συρτάρια για να βάλω μέσα τη σοφία που σκοπεύω στο μέλλον να αποκτήσω. Φιλώ χίλιες φορές τα χέρια του μπαμπά και παραμένω έως τον θάνατο,

πολυαγαπημένε μου πατέρα,
ο ευπειθέστατος γιος σας
Βόλφγκανγκ Αμαντέ Μοτσαρτ
Μανχάιμ, 8 Νοεμβρίου 1777

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Επιστολές, Μότσαρτ, Μουσική, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 97 Σχόλια »

Οι λέξεις της μουσικής ξανά

Posted by sarant στο 5 Οκτωβρίου, 2017

Επαναλαμβάνω σήμερα ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια, ελπίζοντας να μην το θυμάστε πολύ καλά οι παλαιότεροι. Παρόλο που είχαν γίνει πολλά και καλά σχόλια στο αρχικό άρθρο, ελάχιστα ενσωματώνω στην αναδημοσίευση επειδή ήδη ήταν μεγάλο το αρχικό άρθρο και έκρινα πως θα παραφορτωνόταν.

Λένε πως η μουσική μπορεί να πει τα πάντα χωρίς να χρησιμοποιεί λέξεις, όταν όμως εμείς οι άνθρωποι μιλάμε για τη μουσική λέξεις βέβαια χρησιμοποιούμε, καθώς και μια ειδική ορολογία –και το σημερινό μας ταξίδι θα περιστραφεί γύρω από αυτή την ορολογία και τις λέξεις της μουσικής.

Η ίδια η μουσική πήρε τ’ όνομά της από τις μούσες· και αρχικά, μουσική τέχνη ήταν κάθε τέχνη που είχε προστάτιδα κάποια από τις εννιά Μούσες, σιγά-σιγά όμως το ουσιαστικό «τέχνη» μαράθηκε κι έπεσε, ενώ η σημασία στένεψε κι έμεινε στη μουσική και στη λυρική ποίηση. Από τα λατινικά, musica, πέρασε η λέξη στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και έγινε διεθνής.

Όπως διεθνής λέξη έγινε και το μουσείον, που ήταν στην αρχή ο χώρος ο αφιερωμένος στις Μούσες· και επειδή στη Δύση έφτιαχναν στα πάρκα τους σπήλαια αφιερωμένα στις Μούσες, που τα διακοσμούσαν με ένα ιδιαίτερο είδος ψηφιδογραφίας, αυτό ονομάστηκε musaicus, των Μουσών δηλαδή, και από εκεί το ιταλικό mosaico και αντιδάνειο το δικό μας μωσαϊκό, κάποτε ταπεινό και τώρα περιζήτητο· το μωσαϊκό, που μέσω των στίχων της Νικολακοπούλου ακόμα διατηρεί κάποια σχέση με τη μουσική, αφού τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει.

Η μουσική μιλάει μόνη της, λέγαμε πιο πάνω, αλλά ταυτόχρονα μιλάει τη γλώσσα στην οποία γράφονται τα πιο δημοφιλή μουσικά έργα της εκάστοτε εποχής. Κάποτε, μιλούσε ελληνικά· στην εποχή μας, μιλάει σαφώς αγγλικά· ίσως πριν από τον πόλεμο να μιλούσε γαλλικά, πάντως για πολλούς αιώνες νωρίτερα η μουσική μιλούσε ιταλικά. Και όχι μόνο η μουσική, αλλά και οι μουσικοί μιλούσαν ιταλικά, είτε ήταν Ιταλοί, πράγμα καθόλου σπάνιο καθώς πλήθη Iταλών μουσικών και τραγουδιστών είχαν κατακλύσει τις βασιλικές αυλές και τις λυρικές σκηνές της Ευρώπης, είτε ήταν ντόπιοι και αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν την ιταλική ορολογία, ή και την ιταλική γλώσσα. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν η όπερα του Μότσαρτ «Η μεγαλοψυχία του Τίτου» ανέβηκε στην Πράγα τον Σεπτέμβριο του 1791, λίγο πριν από τον θάνατό του, η αυτοκράτειρα Μαρία Λουίζα λέγεται ότι την απέρριψε περιφρονητικά, χαρακτηρίζοντάς την, εις επήκοον όλων, porcheria tedesca, γερμανική γουρουνιά. Η Γερμανίδα αυτοκράτειρα χρησιμοποιούσε την ιταλική γλώσσα για να βρίσει τον κορυφαίο Γερμανό συνθέτη! (και ας μην ανοίξουμε τώρα συζήτηση αν ο Μότσαρτ ήταν Αυστριακός ή Γερμανός). Την ίδια εποχή ο Μότσαρτ είχε αποφασίσει να ξεκόψει με την Αυλή και να στραφεί προς το λαϊκό θέαμα, στα φτηνά θεατράκια των προαστίων, και είχε ήδη κάνει την περισσότερη δουλειά πάνω σε ένα γερμανόφωνο λιμπρέτο του «αδελφού» του, του επίσης ελευθεροτέκτονα Σικανέντερ –κι έτσι γεννήθηκε αυτό το μπερδεμένο αριστούργημα, ο Μαγικός Αυλός, που είχαμε μια φορά την κουβέντα του και αποφανθήκαμε ότι κακώς ειπώθηκε Μαγεμένος σε μετάφραση από τα γαλλικά (La flute enchantée). Αλλά πλατειάζω. Το γεγονός είναι ότι η σοβαρή μουσική, επειδή στην περίοδο της άνδρωσης και της ακμής της ήταν ιταλόφωνη, έχει λεξιλόγιο σχεδόν αμιγώς ιταλικό -και ακόμα και σήμερα, επειδή οι περισσότερες όπερες έχουν λιμπρέτο ιταλικό, οι λυρικοί τραγουδιστές ξέρουν ιταλικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Μουσική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 200 Σχόλια »

Το μπουζούκι του βασιβουζούκου

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2017

basibozukchiefΟ κατατρεγμός της ομάδας του Ολυμπιακού από το διαιτητικό κατεστημένο έφτασε στο αποκορύφωμα την περασμένη Κυριακή, αναγκάζοντας ακόμα και τον μειλίχιο Σάββα Θεοδωρίδη, τον συνήθως ατάραχο και φλεγματικό, να διαμαρτυρηθεί έντονα: «Είναι ντροπή. Είναι πρωτόγνωρα αυτά τα πράγματα, που έγιναν εδώ. Ούτε από τους Μπαζιμπουζούκους δεν γίνονται όσα γίνονται εδώ σήμερα».

Αν οι διαμαρτυρίες του κυρίου Σάββα είναι δικαιολογημένες δεν το ξέρω, διότι δεν είδα το ματς. Ούτως ή άλλως όμως, εδώ δεν ποδοσφαιρολογούμε -απλώς παίρνουμε αφορμή από τη ρήση του κυρίου Σάββα, παίρνουμε ασίστ αν θέλετε, για το σημερινό μας άρθρο.

Την τελική πάσα βέβαια μάς την έδωσε ο φίλος μας ο Γιάννης Κ., ο οποίος μετέφερε χτες σε σχόλιό του τις δηλώσεις Σάββα και την αντίδραση αθλητικογράφου, ο οποίος, ακούγοντας τη λέξη «Μπασιμπουζούκοι» έγραψε:

Όλοι χρειάστηκε να ανοίξουν ένα λεξικό, ένα ίντερνετ, ένα κάτι βρε αδερφέ, για να καταλάβουν τι ακριβώς εννοούσε ο Σάββας Θεοδωρίδης, όταν αναφέρθηκε στους περίφημους Μπαζιμπουζούκους.

Ο φίλος μας ο Γιάννης δεν είχε την ίδια άποψη: Για μας τους κάπως παλιότερους ο «βασιβουζούκος» ήταν συνηθισμένος χαρακτηρισμός στα χείλη των καθηγητών μας και των αξιωματικών μας, όταν ήμαστε στη δικαιοδοσία τους.

Θα συμφωνήσω μαζί του ως προς το ότι η λέξη είναι και σε μένα οικεία, αν και δεν την άκουγα τόσο συχνά από τους δικούς μου καθηγητές.

Οι βασιβουζούκοι ή, αν προτιμάτε, μπασιμπουζούκοι, ήταν άτακτοι στρατιώτες του οθωμανικού στρατού, συνήθως πεζικάριοι. Έπαιρναν όπλα και τροφή, αλλά όχι μισθό -αλλά είχαν το ελεύθερο να πλιατσικολογούν. Επειδή ήταν άτακτοι, δεν διακρίνονταν για την πειθαρχία τους αλλά για τη βιαιότητά τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κόμικς, Λεξικογραφικά, Μυτιλήνη, Μουσική, Οθωμανικά | Με ετικέτα: , , , , , | 198 Σχόλια »

Εικόνες και εικονίδια

Posted by sarant στο 12 Ιανουαρίου, 2016

David-Bowie_Chicago_2002-08-08_photoby_Adam-Bielawski-cropped

Μορφή, όχι εικόνα

Όσοι είναι της ηλικίας μου, αλλά και οι κάπως νεότεροι νομίζω, νιώσαμε να μας αγγίζει ο θάνατος του Ντέιβιντ Μπόουι, ακόμα κι αν δεν τον παρακολουθούσαμε τα τελευταία χρόνια. Στα κοινωνικά μέσα πάρα πολλοί τον θρήνησαν βάζοντας κάποιο από τα γνωστότερα τραγούδια του -και αποχαιρετώντας τον Μπόουι είπαμε κι ένα μακρινό αντίο στα νιάτα μας.

Μπάουι τον γράφουν πολλοί αλλά νομίζω πως πιο κοντά στο Μπόουι είναι η προφορά του ονόματός του στα αγγλικά -του καλλιτεχνικού του ψευδωνύμου πιο σωστά, μια και ο μακαρίτης είχε γεννηθεί Ντέιβιντ Ρόμπερτ Τζόουνς και με τέτοιο κοινό όνομα δεν κάνεις εύκολα καριέρα.

Κατά σύμπτωση, ο Μπόουι πέθανε μόλις δυο μέρες μετά τα γενέθλιά του -που συνέπεσαν με την κυκλοφορία του τελευταίου του δίσκου- ήταν όμως άρρωστος ενάμισι χρόνο τώρα, δεν έχει ο θάνατός του άμεση σχέση με την εκλογή του νέου αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας, με άλλες συμφορές μάς απειλεί αυτός.

Γράφτηκε για τον Μπόουι πως ήταν icon της ροκ μουσικής, ενώ επίσης η Βικιπαίδεια γράφει ότι His androgynous appearance was an iconic element of his image, και επειδή εδώ λεξιλογούμε και δεν μουσικολογούμε (αλλά εσείς στα σχόλια μπορείτε να τιμήσετε όσο θέλετε τον μακαρίτη) παίρνω την αφορμή να πω δυο λόγια για τις λέξεις αυτές που ταλαιπωρούν τους μεταφραστές και καμιά φορά ταλαιπωριούνται από αυτούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγγλικά, Επικαιρότητα, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μουσική, Ψευδόφιλες λέξεις | Με ετικέτα: , , | 207 Σχόλια »

Μίκης Θεοδωράκης, ενενήντα χρόνια

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2015

Σήμερα γιορτάζει τα ενενήντα του χρόνια ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης, πολιτικός και αγωνιστής της Αριστεράς Μίκης Θεοδωράκης, γεννημένος στις 29 Ιουλίου 1925 στη Χίο, με καταγωγή από την Κρήτη (εκ πατρός) και τη Μικρασία (εκ μητρός). Το έργο του Μίκη δεσπόζει στην ελληνική μουσική, μαζί με του άλλου μεγάλου, του Μάνου Χατζιδάκι, και έχει συγκινήσει και αναθρέψει γενιές και γενιές -ουσιαστικά το μουσικό ρεύμα που ονομάζεται έντεχνο (λαϊκό) τραγούδι οφείλεται στον Μίκη Θεοδωράκη.

Η πολιτική του δράση, στην οποία ξεχωρίζει κατά τη γνώμη μου η ανεκτίμητη συμβολή του στον αντιδικτατορικό αγώνα συνήθως ήταν στενά συνυφασμένη με τη μουσική του. Ξεκίνησε από την αριστερά, και με όλες τις παλινωδίες εκεί έμεινε, ακόμα και όταν έκανε το φάλτσο να συνεργαστεί εκλογικά με τη Νέα Δημοκρατία ύστερα από τους σεισμούς του 1989.  Τα τελευταία χρόνια της κρίσης έκανε και κάποιες αμφιλεγόμενες κινήσεις ή δηλώσεις, αλλά προσωπικά δεν θεωρώ ότι έχουν μεγάλη σημασία -υπάρχει βέβαια η παροιμία «τα στερνά τιμούν τα πρώτα» αλλά δεν πρέπει να τη χρησιμοποιούμε μισαλλόδοξα ή/και υποκριτικά, όπως κάνει δυστυχώς το ΚΚΕ’ και τουλάχιστον για τον Μίκη, τα στερνά δεν μπορούν να σβήσουν τα πρώτα.

Το ιστολόγιο έχει αρκετές φορές ασχοληθεί παρεμπιπτόντως με τον μέγιστο Μίκη, ας πούμε στα άρθρα που βάζω με σκίτσα του Μποστ της δεκαετίας  του 1960, όπου συχνά πρωταγωνιστεί ο Θεοδωράκης (παράδειγμα) που άλλωστε ήταν στενός φίλος με τον Μποστ, ο οποίος μάλιστα τον αποκαλούσε και… Επιμήκη (εδώ, απολαυστικό κείμενο του Μποστ για μια νύχτα στον Αιγάλεω με τον Μίκη). Ωστόσο, δεν έχουμε αφιερώσει κανένα άρθρο στο έργο του συνολικά -αντίθετα, έχουμε δημοσιεύσει δυο άρθρα το 2010 και το 2011 (το ένα από τα οποία μάλιστα, με θέμα ένα μικροεπεισόδιο του 2011 κατέχει, νομίζω, το ρεκόρ σχολίων) σε πολιτικές τοποθετήσεις του και σε αμφιλεγόμενες δηλώσεις του (το άλλο, αναδημοσίευση άρθρου του Γ. Χάρη, είναι εδώ).

Οπότε, σήμερα που ο Μίκης γιορτάζει, σκέφτομαι να του αφιερώσω το άρθρο. Θα βάλω ένα αυτοβιογραφικό του κείμενο από το 1960, που δεν (φαίνεται να) υπάρχει στο Διαδίκτυο, και θα σας καλέσω στα σχόλια να πείτε τη γνώμη σας για τον Μίκη Θεοδωράκη, που θα σας παρακαλέσω, ένεκα η περίσταση, να είναι σεβαστικά -όχι απαραίτητα επαινετικά, αλλά σεβαστικά. Και γιουτουμπάκια μπορείτε να βάλετε, με τα αγαπημένα σας τραγούδια του Μίκη, αλλά με ρέγουλα παρακαλώ.

Το κείμενο που θα δημοσιεύσω το πήρα από τον ιστότοπο mikistheodorakis.gr, που είναι το ελληνικό αντίστοιχο του πρωτοποριακού ιστότοπου του Λουξεμβουργιανού Γκι Βάγκνερ. Πρόκειται για δακτυλόγραφο με τίτλο ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ Ι και τοποχρονολογική ένδειξη Παρίσι 1960. Έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Το δακτυλόγραφο έχει τρία διαγραμμένα χωρία, που έχουν ενδιαφέρον. Από αυτά αναπαράγω το τελευταίο, επειδή είναι η κατακλείδα του κειμένου -τα άλλα μπορείτε να τις δείτε ανατρέχοντας στο πρωτότυπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επετειακά, Μουσική | Με ετικέτα: | 131 Σχόλια »

Περιμένοντας τη συμφωνία

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2015

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής, στην τακτική στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο, επιλογή της συντακτικής ομάδας, είναι ο πίνακας Symphony in action του Konstantin Yuon, τον οποίο ομολογώ πως αγνοούσα. Στην εδώ αναδημοσίευση έχω κάνει (πολύ) λίγες προσθήκες. Διευκρινίζω επίσης ότι το άρθρο έχει γραφτεί πριν γίνουν γνωστά τα όσα διαμείφθηκαν στη συνάντηση Γιούνκερ-Τσίπρα στις Βρυξέλλες.

sinfoniaΆλλες φορές προβληματίζομαι για να διαλέξω λέξη του μήνα, είτε επειδή οι υποψήφιες είναι πολλές είτε επειδή καμιά δεν ξεχωρίζει. Τούτη τη φορά δεν έχω τέτοιο δίλημμα, η λέξη του μήνα ξεχωρίζει καθαρά — μπορεί να είναι και λέξη του εξαμήνου, πολύ πιθανό και όλης της χρονιάς. Πρόκειται για τη συμφωνία, τη συμφωνία που όλοι περιμένουν ανάμεσα στην Ελλάδα και στους εταίρους ή τους πιστωτές της, τη συμφωνία που άλλοτε διαβάζουμε πως είναι θέμα ωρών ή πως έχει αρχίσει να γράφεται ενώ άλλοτε πως μένουν πάρα πολλά να γίνουν και πως οι δυο πλευρές απέχουν πολύ ακόμα μεταξύ τους. Η κυβέρνηση έχει ορίσει κόκκινες γραμμές που θα προσπαθήσει να υπερασπιστεί, ενώ άλλοι ζητούν να υπογραφτεί συμφωνία οπωσδήποτε. Παρατηρώ πάντως ότι ακόμα και όσες εγχώριες πολιτικές δυνάμεις διακηρύσσουν την ανάγκη για συμφωνία «με κάθε θυσία», σπεύδουν να συμπληρώσουν «αλλά χωρίς υφεσιακά μέτρα», δείχνοντας ότι δεν εννοούν και κάθε θυσία. Πρέπει επίσης να προειδοποιήσω ότι το άρθρο γράφτηκε ενώ γινόταν η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στις Βρυξέλλες, επομένως δεν έχει πάρει υπόψη του τις τελευταίες εξελίξεις –αλλά αυτές θα τις βρείτε σε άλλες σελίδες της Αυγής, εμείς εδώ λεξιλογούμε.

Η συμφωνία είναι λέξη αρχαία και εύκολα αναγνωρίζουμε πως είναι σύνθετη από το συν και τη φωνή· όταν συμφωνούμε με κάποιον σημαίνει ότι λέμε την ίδια στιγμή το ίδιο πράγμα, εκφέρουμε τον ίδιο φθόγγο, κατ’ επέκταση έχουμε και εκφράζουμε την ίδια γνώμη.

Παρόλο που η μεταφορική σημασία της ομογνωμίας εμφανίζεται από νωρίς, η συμφωνία στην αρχαιότητα ποτέ δεν έχασε την άμεση σύνδεση με τη φωνή, τον ήχο και τη μουσική, αφού επίσης σήμαινε τον αρμονικό συνδυασμό φωνών ή ήχων. Τα σύμφωνα, άλλωστε, οι παλιοί γραμματικοί τα ονόμασαν έτσι επειδή συνεκφωνούνται υποχρεωτικά με τα φωνήεντα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ιστορίες λέξεων, Μουσική | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Κονσερτίνες και πολυβόλα

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2012

Χτες έμαθα μια καινούργια λέξη. Πρόκειται για τη λέξη κονσερτίνα. Διαβάζοντας στην εφημερίδα Καθημερινή για τον φράχτη του Έβρου, που ως τα τέλη του μηνός θα έχει ολοκληρωθεί, είδα ότι «Στο μεσοδιάστημα των δυο συρματοπλεγμάτων που έχει μήκος 1,20 μ. τοποθετούνται κονσερτίνες, των οποίων το ύψος θα υπερβαίνει τα 4 μέτρα». Ομολογώ ότι κόλλησα, γιατί τη λέξη δεν την ήξερα -και βέβαια, έξω από συμφραζόμενα, θα υπέθετε κανείς ότι η κονσερτίνα είναι κάτι που έχει σχέση με τη μουσική, ίσως κάποιο είδος μουσικής συνθεσης -όχι πάντως το μικρό κονσέρτο (ή κοντσέρτο), γιατί αυτό θα λεγόταν κονσερτίνο, αλλά κάτι ανάλογο. Θα μπορούσε επίσης να είναι κάποιο μουσικό όργανο -αλλά τι δουλειά έχει ανάμεσα στα συρματοπλέγματα, στη νεκρή ζώνη των συνόρων; Και με ύψος 4 μέτρα;

Τέτοιες λέξεις, που ανήκουν σε ειδικά λεξιλόγια, είναι αμφιβολο αν τις έχουν τα λεξικά. Στις μέρες μας άλλωστε, η πρώτη ενστικτώδης κίνηση όταν συναντάς άγνωστη λέξη, είναι να τη γκουγκλίσεις ή να πας στη Βικιπαίδεια. Κάνοντας έτσι, βρήκα πως η κονσερτίνα (ή κοντσερτίνα) είναι ένα είδος συρματοπλέγματος, που θεωρείται σχεδόν απαραβίαστο. Ιδού άλλωστε η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο της Καθημερινής:

Αυτή είναι λοιπόν η κονσερτίνα, το στρογγυλό αγκαθωτό σύρμα που βρίσκεται πάνω από το κυρίως συρματόπλεγμα. Η διατύπωση ότι το ύψος τους θα υπερβαίνει τα τέσσερα μέτρα είναι λίγο παραπλανητική, εννοεί αφού τοποθετηθεί πάνω στο συρματόπλεγμα. Σε παλιότερο άρθρο της Καθημερινής (φαίνεται ειδικεύεται στο θέμα) βρήκα και ορισμό: κονσερτίνα, το ειδικό λεπιδοφόρο συρματόπλεγμα που δεν κόβεται και χρησιμοποιείται σε όλες τις περιφράξεις υψηλής ασφάλειας. Μετά τα ηλεκτροφόρα σύρματα, έχουμε λοιπόν και λεπιδοφόρα.

Από πού κι ως πού όμως αυτό το φριχτό πράγμα πήρε μια τόσο ειρηνική, τόσο αρμονική ονομασία; Πώς ονομάστηκε «κονσερτίνα»; Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία, η λέξη αποκλείεται να μην έχει σχέση με το κοντσέρτο που είναι βέβαια λέξη διεθνής, που ήρθε σε μας, αλλά και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, ως δάνειο από το ιταλικό concerto, και αυτό από το ρήμα concertare, που σημαίνει «οργανώνω, συνδυάζω» (αν και δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς την απώτερη αρχή της λέξης).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μουσική, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , | 227 Σχόλια »

Οι λέξεις της μουσικής

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2011

Τα τελευταία μας άρθρα ήταν αφιερωμένα στην επικαιρότητα -σχεδόν αναπόφευκτα. Όμως χτες, ένας φίλος, μαζί με την υπογραφή του στην επιστολή διαμαρτυρίας για τη διακοπή της συνεργασίας του Γιάννη Χάρη με τα Νέα, με ρώτησε αν έχω γράψει κανένα άρθρο για τις λέξεις της μουσικής. Κατά σύμπτωση, είχα ένα άρθρο στον παλιό μου ιστότοπο, που δεν το έχω δημοσιεύσει εδώ, οπότε μπορεί να μην το έχετε διαβάσει και ευκαιρία είναι να το ανεβάσω σήμερα, ξανακοιταγμένο, για να πάρουμε μια ανάσα από την καταιγιστική και ζοφερήν επικαιρότητα -και αν δεν έχετε υπογράψει την επιστολή διαμαρτυρίας για τον Γιάννη Χάρη, έχετε καιρό μέχρι τις 6 το απόγευμα ώρα Ελλάδας, οπότε βιαστείτε!

Λένε πως η μουσική μπορεί να πει τα πάντα χωρίς να χρησιμοποιεί λέξεις, όταν όμως εμείς οι άνθρωποι μιλάμε για τη μουσική λέξεις βέβαια χρησιμοποιούμε, καθώς και μια ειδική ορολογία –και το σημερινό μας ταξίδι θα περιστραφεί γύρω από αυτή την ορολογία και τις λέξεις της μουσικής.

Η ίδια η μουσική πήρε τ’ όνομά της από τις μούσες· και αρχικά, μουσική τέχνη ήταν κάθε τέχνη που είχε προστάτιδα κάποια από τις εννιά Μούσες, σιγά-σιγά όμως το ουσιαστικό «τέχνη» μαράθηκε κι έπεσε κι η σημασία στένεψε κι έμεινε στη μουσική και στη λυρική ποίηση. Από τα λατινικά, musica, πέρασε η λέξη στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και έγινε διεθνής. Όπως διεθνής λέξη έγινε και το μουσείον, που ήταν στην αρχή ο χώρος ο αφιερωμένος στις Μούσες· και επειδή στη Δύση έφτιαχναν στα πάρκα τους σπήλαια αφιερωμένα στις Μούσες, που τα διακοσμούσαν με ένα ιδιαίτερο είδος ψηφιδογραφίας, αυτό ονομάστηκε musaicus, των Μουσών δηλαδή, και από εκεί το ιταλικό mosaico και αντιδάνειο το δικό μας μωσαϊκό, κάποτε ταπεινό και τώρα περιζήτητο· το μωσαϊκό, που μέσω των στίχων της Νικολακοπούλου ακόμα διατηρεί κάποια σχέση με τη μουσική, αφού τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ιστορίες λέξεων, Μουσική, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 87 Σχόλια »