Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μυθιστόρημα’ Category

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – Πρόλογος

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2020

Τα τελευταία χρονια της ζωής του, ο αξέχαστος πατέρας μου έγραφε κάθε βδομάδα ένα χρονογράφημα για την εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, άρχισα να αναδημοσιεύω τις επιφυλλίδες αυτές κάθε Τρίτη. Στα τέλη του 2011 ο πατέρας μου πέθανε και από τότε καθιέρωσα κάθε δεύτερη Τριτη να δημοσιεύω αποσπάσματα από τα βιβλία του. Με τον καιρό, οχτώ χρόνια που συνεχίζεται αυτό, τα βιβλία κοντεύουν να τελειώσουν. Τόσον καιρό είχα αφήσει κατά μέρος ένα από τα βιβλία του, επειδή το θέμα του είναι θρησκευτικό και μπορεί να εξάψει πάθη. Όμως το ξανασκέφτηκα, και εκτός αυτού κάποιοι φίλοι μου το ζήτησαν, οπότε από σήμερα αρχίζω να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το ιστορικό μυθιστόρημα «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες», που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Εντός. Στο μυθιστόρημα αυτό, ο πατέρας μου κάνει μια τολμηρή υπόθεση, που δεν ξέρω αν την έχει διατυπώσει κάποιος άλλη φορά, αν και το θέμα του Ιησού Χριστού έχει μελετηθεί κατά κόρον. Η υπόθεσή του είναι ότι υπήρξαν τρεις άνθρωποι που έδρασαν την ίδια περίπου εποχή και που τα χαρακτηριστικά τους αργότερα συγχωνεύθηκαν στη μορφή του Ιησού

Αλλά θα αφήσω τον πατέρα μου να τα πει. Σήμερα θα βάλω το κείμενο που υπάρχει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου καθώς και τον πρόλογο του πατέρα μου, και από τη μεθεπόμενη Τρίτη θα μπούμε στα κεφάλαια του βιβλίου. Το καταλαβαίνω ότι έτσι σας εξάπτω την περιέργεια χωρίς να σας την ικανοποιώ, αλλά δεν γινόταν να βάλω και το πρώτο κεφάλαιο σήμερα. Οπότε, υπομονή.

Ξεκινάω από το κείμενο του οπισθόφυλλου:

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες δεν είναι συναξάρι, βίος αγίων, θεολογική διατριβή ή ιστορική μελέτη. Πολύ περισσότερο δεν πρόκειται για ένα ακόμη «ευαγγέλιο» του αγνωστικισμού και της άρνησης.

Δίνοντας στο κείμενό του τη μορφή ιστορικού μυθιστορήματος αλλά εφαρμόζοντας τις αρχές και τη μεθοδολογία της επιστημονικής έρευνας, ο Δημήτρης Σαραντάκος, με το βιβλίο αυτό καταθέτει μια νέα εκδοχή στο, πάντα επίκαιρο, χριστολογικό πρόβλημα.

Ο συγγραφέας απορρίπτει τη θεωρία της μυθικότητας του Ιησού Χριστού αλλά δεν αποδέχεται την ιστορικότητά του όπως αυτή θεμελιώνεται με τα στοιχεία και τις πληροφορίες που μας δίνουν οι Γραφές. Επιχειρεί να στηρίξει μια τρίτην εκδοχή: την παράλληλη ύπαρξη και δράση, την ίδιαν εποχή, τριών διαφορετικών ανθρώπων, οι μορφές των οποίων, πολλά χρόνια μετά τη θανάτωσή τους, συγχωνεύθηκαν και ενσωματώθηκαν στη μορφή του Ιησού Χριστού, όπως μάς τη δίνει η Καινή Διαθήκη.

Ο Ζηλωτής, ο Πρίγκιπας, ο Διδάσκαλος είναι τρία πρόσωπα (υπαρκτά κατά τον συγγραφέα, ο οποίος τα προσεγγίζει με αγάπη και σεβασμό), που συνέδεσαν τη ζωή και τη δράση τους, στην πορεία προς το θάνατο, με τις προσδοκίες των τέκνων του Ισραήλ να μεταφέρουν το Βασίλειο του Θεού στη γη, να αναστήσουν το αρχαίο τους κράτος ή να γίνουν δεκτά σε μια υπερβατική Βασιλεία των Ουρανών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ευαγγέλιο, Θρησκεία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Πρόσφυγες στα νεκροταφεία – Απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2020

Τις μέρες αυτές, μετά την καταστροφή των εγκαταστάσεων στη Μόρια από τη φωτιά (εμπρησμός και από ποιον, τυχαία ή άθελη πυρκαγιά δεν έχει σημασία -όταν στοιβάζεις 13000 σε χώρο για 3000 το κακό περιμένει να συμβεί) είδαμε φωτογραφίες προσφυγικών οικογενειών να κοιμούνται στο νεκροταφείο ανάμεσα στα μνήματα.

Kάποιοι θυμήθηκαν ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που περιγράφει μιαν αντίστοιχη σκηνή, που σίγουρα θα συνέβη και δεν θα είναι μυθοπλαστικό εύρημα.

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου, στα νεκροταφεία καταφεύγουν κυνηγημένοι Ρωμιοί της Σμύρνης καθώς ο στρατός του Κεμάλ ετοιμάζεται να μπει στην πόλη το 1922 -του παραχρόνου θα’χουμε κι αυτή την επέτειο των 100 χρόνων.

Φυσικά, κατά τα άλλα οι συνθήκες διαφέρουν εντελώς ανάμεσα στη Σμύρνη του 22 και στη Μόρια του 20.

Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολύ γνωστό, αφού διανεμήθηκε και στα σχολεία, όμως μια επανάληψη του αποσπάσματος αξίζει, είναι πολύ μαεστρικά δοσμένη, μέσα από τους διαλόγους, η εναλλαγή των συναισθημάτων, από την ελπίδα στον φόβο και πίσω πάλι.

Μεταφέρω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα (σελ. 306-321).

—Τί έχεις, γιε μου; Τί σε βασανίζει; Πιστεύεις πως θα ’χουμε κι άλλες φασαρίες; Λες;

—Λέω, μάνα! Λέω! Σε λίγες ώρες οι Τούρκοι θα βρίσκονται στη Σμύρνη. Πάρτε το χαμπάρι.

—Θε και Κύριε! σταυροκοπήθηκε. Κουνήσου, παιδάκι μου, από τη θέση σου… Είναι δυνατόν!

Η αδερφή μου, η άμοιρη, που ύστερα απ’ τις δυο ατυχίες της μόλις ξανακατάφερε να βρει αρραβωνιαστικό, μας κοίταξε μ’ αγωνία και μουρμούρισε όλο παράπονο:

—Πάλι δε θα προλάβω να βάλω στεφάνι!

Γύρισα στον κουνιάδο της, που έπινε το καφεδάκι του κι έστριβε τις μουστάκες του.

—Νικόλα, του είπα. Εσύ τι κάθεσαι και δε φεύγεις; Ξέχασες πόσους Τούρκους έκαψες; Το καλό που σου θέλω λάκισε! Καιρό δεν έχουμε. Όπου να ’ναι μπαίνει ο Μπεχλιβάν!

—Μπάαχ; έκανε περιφρονητικά ο Νικόλας. Τα παραλές!

Η μάνα μου αναστατώθηκε.

—Εσύ που συμβουλεύεις τους άλλους, μου ’πε, τι σκέφτεσαι να κάνεις;

—Εγώ, μάνα, θα πάω να παραθερίσω στο χτήμα π’ αγοράσατε, να κάνω καινούργιο τζιέρι!

Βούρκωσε, οι ρυτίδες βάθυναν στο βασανισμένο πρόσωπό της. Μετάνιωσα για τη σκληράδα μου.

—Μητέρα, είπα, έτσι που ήρθανε τα πράματα, λέω να μείνω μαζί σας. Μπορεί οι Τούρκοι να κρίνουνε σαν εγκληματίες πολέμου όσους φεύγουνε και να μην τους ξαναδεχτούνε πίσω.

—Μπρε, γιε μου, πως το ’παθες και παιδιαρίζεις; Αν πιστεύεις πως θα μείνουμε στο έλεος των τσέτηδων, σήκω φύγε!

—Τι να πα να κάνω, μάνα, στην Ελλάδα, μ’ άδεια χέρια; Ζήτουλας να γενώ;

—Κάλλιο ζήτουλας, παιδί μου, παρά… ωχ, δεν κακομελετώ! Δε λέω τίποτα! Θε και Κύριε, μη μας απομωραίνεις! Λυπήσου μας!

Άρχισε να σιγοκλαίει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Προσφυγικό | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Δεκαήμερο: Εισαγωγή και μια ιστορία

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2020

Στην αρχή της πανδημίας, είχαμε αναφέρει την άποψη του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348, στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο. Σε εκείνο το άρθρο, πριν από τρεις μήνες, είχα γράψει ότι «τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά».

Σήμερα, που τα μέτρα περιορισμού έχουν χαλαρώσει, στην Ευρώπη τουλάχιστον μια και η πανδημία σε άλλες ηπείρους δεν έχει ακόμα καταλαγιάσει, νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να εκπληρώσω αυτή την κάπως ασαφή υπόσχεση που είχα δώσει και να παρουσιάσω ένα απόσπασμα από το Δεκαήμερο.

Το έργο του Βοκκάκιου έχει τεράστια σημασία, διότι είναι το πρώτο πεζό λογοτεχνικό έργο σε νεότερη ευρωπαϊκή γλώσσα, σε μια εποχή που οι λόγιοι έγραφαν λατινικά. Είναι και το πρώτο νεότερο μυθιστόρημα, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για συλλογή από ανεξάρτητες ιστορίες. Πάντως, άσκησε τεράστια επιρροή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

O Ιωάννης Βοκκάκιος (1313-1375) έγραψε το Δεκαήμερο στα αμέσως επόμενα χρόνια μετά την επιδημία του 1348. Το 1352 το είχε τελειώσει. Καθώς η Φλωρεντία δοκιμάζεται από την πανούκλα, εφτά γυναίκες της καλής τάξης αποσύρονται στην εξοχή σε μια έπαυλη που έχει μείνει έρημη, μαζί με τρεις νεαρούς. Για να περάσει η ώρα, διηγούνται ιστορίες: κάθε μέρα μία ή ένας από τους δέκα χρίζεται βασίλισσα ή βασιλιάς της ημέρας και ορίζει το θέμα που θα έχουν οι ιστορίες. Στη συνέχεια το κάθε μέλος της δεκαμελούς συντροφιάς αφηγείται μια ιστορία και στο τέλος ο βασιλιάς ή η βασίλισσα κάνει μιαν ανακεφαλαίωση. Δέκα μέρες επί δέκα αφηγητές, εκατό ιστορίες.

Οι ιστορίες του Δεκαημέρου συχνά είναι ευτράπελες, απηχούν λαϊκές διηγήσεις, πολλές έχουν θέμα τον έρωτα ή την απιστία, άλλες παρουσιάζουν έξυπνα κόλπα με τα οποία ο ήρωας μπόρεσε να βγει από μια δύσκολη θέση ή δίνουν ένα ηθικό δίδαγμα κτλ.

Το Δεκαήμερο έχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει στο εμπόριο αυτή τη στιγμή κάποια έκδοσή του. Τα κείμενα που εγώ θα παρουσιάσω σήμερα προέρχονται από την δίτομη έκδοση από τα Γράμματα σε μετάφραση του μεγάλου τεχνίτη Κοσμά Πολίτη.

Διάλεξα να παρουσιάσω την εισαγωγή, όπου ο Βοκκάκιος περιγράφει την επιδημία της πανούκλας στη Φλωρεντία. Σταματάω αμέσως πριν από το σημείο όπου γνωρίζουμε τις εφτά ηρωίδες.

Και για να μην μείνουμε με την πικρή γεύση, προσθέτω μιαν ευτράπελη ιστορία απιστίας, την 7η ιστορία της 7ης ημέρας, από την οποία καθιερώθηκε σε διάφορες γλώσσες η έκφραση «κερατάς, δαρμένος κι ευχαριστημένος».

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ

Ο συγγραφέας εκθέτει για ποιο λόγο συγκέντρωσε ορισμένα πρόσωπα που δε θ’ αργήσουν να εμφανι­στούν. Ύστερα, κάτω από την ηγεμονία της Παμπινέας, καθένα από τούτα τα πρόσωπα καταπιάνεται με το θέμα που του είναι περισσότερο αγαπητό.

Κάθε φορά, χαριτωμένες αναγνώστριες, που στοχάζομαι πόσο ευαίσθητο, από την ίδια του τη φύση, είναι το φύ­λο σας, λέω μέσα μου πως τούτο το βιβλίο θα σας κάνει στην αρχή οδυνηρή εντύπωση. Η θανατηφόρα πανού­κλα, που έχει περάσει τώρα πια, μα που η θύμησή της εί­ναι τόσο θλιβερή για όσους έχουν δει ή έχουν πληροφορηθεί το ρήμαγμα που είχε κάνει — αυτή είναι η προμε­τωπίδα του βιβλίου μου. Όμως δε θα ‘θελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς. Ο βραχνάς της αρχής; Φανταστείτε ένα βου­νό, που οι κακοτράχαλες πλαγιές του ορθώνονται μπρο­στά στους ταξιδιώτες· μα εκεί πλάι απλώνεται ένας κάμ­πος, που η ομορφιά του θέλγει και μαγεύει τόσο περισ­σότερο, όσο δυσκολότερο ήταν το σκαρφάλωμα και το κατηφόρισμα. Αν η θλίψη γειτονεύει με την ευθυμία, οι συμφορές σκορπούν σαν έρχεται η χαρά. Αυτή τη σύν­τομη στενοχώρια (τη λέω σύντομη γιατί πιάνει μονάχα μερικές αράδες) τη διαδέχονται αμέσως η γλύκα κι η ευ­χαρίστηση που σας υποσχέθηκα πιο πάνω και που, δί­χως καμιά υποχρέωση από μέρους μου, η εισαγωγή δε σας επιτρέπει καθόλου να ελπίζετε. Αχ! Αν μπορούσα να σας οδηγήσω εκεί όπου επιθυμώ, ακολουθώντας ένα δρό­μο διαφορετικό από το τραχύ μονοπάτι που σας προτεί­νω, θα το ’κανα μ’ όλη μου την καρδιά. Αλλά πώς μπο­ρώ, δίχως να αναφερθώ σ’ εκείνη τη συμφορά, να εξηγή­σω την προέλευση των όσων θα διαβάσετε παρακάτω; Η ανάγκη με κάνει ν’ αποφασίσω αυτό τον πρόλογο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , | 199 Σχόλια »

Πόλεμος και ειρήνη

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2020

Μέσα στην καραντίνα διάβασα το Πόλεμος και ειρήνη. Το είχα ξαναδοκιμάσει καναδυό φορές, στα νιάτα μου και μια πριν από μερικά χρόνια, αλλά τότε το άφησα νωρίς επειδή μπήκαν στη μέση άλλα, πιο επείγοντα διαβάσματα. Μετά με τρόμαζε το μέγεθος, 1500 σελίδες είναι αυτές (περισσότερες είναι).

Αλλά στα μέσα Μαρτίου, που άρχισε η καραντίνα και η τηλεργασία, ενώ τελείωνα έναν Μπαλζάκ, δηλαδή είχα μπει στο κλασικό ύφος, θυμήθηκα τον Τολστόι. «Αν όχι τώρα, πότε;» είπα, και το ξεκίνησα.

Δεν τον θυμήθηκα μόνο εγώ. Ο φίλος μας ο Δύτης, που ειναι σεσημασμένος τολστοϊκός, ανέφερε ένα ομαδικό εγχείρημα, διάβασμα με συζήτηση του έργου, που γινόταν στο Τουίτερ, στα αγγλικά φυσικά. Τους παρακολούθησα για λίγο, και είχαν ενδιαφέρον αλλά μετα τους άφησα και δεν ξέρω τι απόγιναν.

Στην αρχή διάβαζα το βιβλίο πολύ συστηματικά, κοίταζα και την αγγλική μετάφραση και το ρώσικο πρωτότυπο, σημείωνα φράσεις ή μεταφραστικά προβληματάκια κτλ. Ε, αυτό κράτησε για τον μισό πρώτο τόμο (απο τους πέντε της έκδοσης που έχω). Μετά παραιτήθηκα από τις πολλές φιλοδοξίες και το διάβασα κανονικά, σαν μυθιστόρημα και όχι σαν διατριβή, αλλά σημειώνοντας πάντοτε πράγματα που μου κινούσαν το ενδιαφέρον ή την περιέργεια.

Κάποια πράγματα τα εμφάνισα κι εδώ, μαζί κι ένα άρθρο για τα πολλά γαλλικά που περιέχει η πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος.

Διάβασα τη μετάφραση της Κοραλίας Μακρή, που κυκλοφορεί ακόμα από τον Γκοβοστη -αλλά εγώ έτυχε να έχω μια φτηνή επανέκδοσή της που είχε μοιράσει έναν καιρό η Ελευθεροτυπία. Υπάρχουν κι άλλες μεταφράσεις, αλλά η Μακρή μού ταιριάζει με την παλιακή δημοτική της. (Βλέπω ότι κυκλοφορεί σε επίτομη έκδοση με 1168 σελίδες. Στην έκδοση που είχα εγώ είναι άλλη η σελιδοποίηση, οπότε βγαίνουν 1614 σελίδες).

Έκανα κάπου δυο μήνες βέβαια για να διαβάσω τους πέντε τόμους και τις 1600 σελίδες. Το βιβλίο, να πω, είναι οργανωμένο σε δεκαπέντε βιβλία, το καθένα από τα οποία χωριζεται σε κεφάλαια (από 15 εως 30 περίπου) ενώ υπάρχουν και δυο επίλογοι. Παρακολουθεί τη Ρωσία και τους Ναπολεόντειους πολέμους από το 1805 έως το 1812-13, δηλαδή από τον θρίαμβο του Ναπολέοντα στο Αουστερλιτς ως την πανωλεθρία στην εκστρατεία στη Ρωσία. Ο επίλογος μάς μεταφέρει στο 1820.

Παρελαύνουν δεκάδες, εκατοντάδες ίσως πρόσωπα, αλλά βασικοί πρωταγωνιστές είναι πέντε οικογένειες ευγενών, που βλεπουμε τη ζωή τους και τις περιπέτειές τους, τους έρωτες και τους γάμους τους. Είχα βρει κάπου ένα γενεαλογικό δέντρο τους, κι αυτό βοηθάει για να μη χάνεις τα ονόματα, αλλά δεν ήταν πολύ καλή ιδέα διότι από το σχεδιάγραμμα είδα ότι ο Πιέρ παντρεύεται στο τέλος τη Νατάσα, κάτι που δεν είναι προφανές αμέσως διότι η Νατάσα αρραβωνιάζεται τον Αντρέι, επιστήθιο φίλο του Πιέρ. Κι έτσι το ήξερα από πριν κι αυτό δεν μου άρεσε. (Γενικά δεν είναι καλό να κοιτάς πολλά για ένα μυθιστόρημα. Προηγουμένως την είχα πατήσει με τον Εξάδελφο Πονς του Μπαλζάκ, όπου αναζητώντας το πρωτότυπο έκανα το λάθος και διάβασα και την υπόθεση στη Βικιπαίδεια και είχα ξενερώσει)

Eίπα ότι το διάβασα αλλά είναι λίγο όπως με τη Γαλατία και το χωριό του Αστερίξ. Δεν το διάβασα όλο-όλο. Στον επίλογο, και αφού έχουμε μάθει τι απόγιναν οι ήρωες, ο Τολστόι αφιερώνει έναν δεύτερο επίλογο για να αναλύσει σε καθαρά δοκιμιακό ύφος θέματα ιστορίας, δηλαδή ποιοι είναι οι παράγοντες που κινούν την ιστορία. Ε, στάθηκε αδύνατο να διαβάσω αυτές τις λίγες σελίδες, που τις βρήκα εξαιρετικά βαρετές (ιεροσυλία; αλλά δεν είναι μυθιστόρημα πλέον) κι έτσι έφαγα την καμήλα, που λέει πλέον η παροιμία, και άφησα λίγες τρίχες από την ουρά της. Ισως κάποιαν άλλη φορά βρω το σθένος να το τελειώσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 97 Σχόλια »

Τότε ήταν τα γαλλικά

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2020

Στο Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι, όταν φτάσουμε στο 1812 και ο Ναπολέων έχει επιτεθεί στη Ρωσία και πλησιάζει απειλητικά στη Μόσχα, ο συγγραφέας μάς λέει πως οι Μοσχοβίτες αστοί, μπροστά στο κακό που ερχόταν και φαινόταν ακάθεκτο το έριξαν στις διασκεδάσεις, σαν αντίδραση για να μην σκέφτονται τα δεινά που τους περίμεναν. «Καιρό είχαν να διασκεδάσουν τόσο στην παλιά πρωτεύουσα, όσο εκείνη τη χρονιά». Παλιά πρωτεύουσα, διότι την εποχή εκείνη πρωτεύουσα ήταν η πόλη του Πέτρου, το Πέτρογκραντ, μετεπειτα Λένινγκραντ, τώρα Πετρούπολη αλλά όχι πια πρωτεύουσα.

Με μια διαφορά: σε πολλά μοσχοβίτικα σαλόνια επειδή τα γαλλικά ήταν πια η γλώσσα του εχθρού, η καλή κοινωνία απόφευγε να χρησιμοποιεί γαλλικά. Έτσι, στο κεφάλαιο 17 του 10ου βιβλίου, ο Τολστόι περιγράφει μια συζήτηση στο σαλόνι της υπέρπλουτης Ζιουλί Ντρουμπετσκάγια (βάζω τα ονόματα όπως τα αποδίδει η Κοραλία Μακρή), οπου η οικοδέσποινα επιπλήττει τους προσκαλεσμένους της, που χλευάζουν τον Πιέρ Μπεζούχοφ, λέγοντας:

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ανακατεύοντας ρωσικά και γαλλικά.

Να κάνω μια παρένθεση εδώ. Στη μετάφρασή της η Κοραλία Μακρή δεν ειδοποιεί τον αναγνώστη ποιες λέξεις και φράσεις είναι στα γαλλικά και ποιες στα ρωσικά, μεταφράζει όλο το κείμενο στα ελληνικά. Σε μια ιντερνετική συζήτηση ο φίλος μας ο Κορνήλιος είχε πει ότι δεν θα αγόραζε τη συγκεκριμένη μετάφραση γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, που το βρίσκω υπερβολικό. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο κεφάλαιο έχει σημασία να υποδεικνύονται οι γαλλικούρες των συνομιλητών -και η μεταφράστρια τις δηλώνει έμμεσα.

Λοιπόν, μόλις η Ζιουλί λέει

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ή, στα ρωσικά,

— Безухов est ridicule, но он так добр, так мил. Что за удовольствие быть так caustique?

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση της και ένας νεαρός με στολή εθνοφύλακα, που η Ζιουλί τον αποκαλεί «ο ιππότης μου», φωνάζει:

— Πρόστιμο!

Και μαθαίνουμε πως όποιος ξεχνιόταν και παράβαινε τον κανόνα και χρησιμοποιούσε γαλλικές λέξεις ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει πρόστιμο, το οποίο πήγαινε σε κάποιο δημοσιο ταμείο για την πολεμική προσπάθεια. Αυτό ήταν πρωτοβουλία των αριστοκρατών που δέχονταν κόσμο στο σπίτι τους, όχι κάποιο άνωθεν επιβεβλημένο μέτρο.

Παρεμπιπτόντως, αν δείτε το ρωσικό κείμενο, η λέξη για το «πρόστιμο» είναι Штраф, στραφ. Αυτό δεν έχει σχέση με το δικό μας «πήγε στράφι», που είναι δάνειο από τα τουρκικά, έχει όμως σχέση με, ακριβέστερα προέρχεται από, το γερμανικό Strafe, τιμωρία.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάποιος συγγραφέας που ήταν επίσης καλεσμένος, υποστήριξε πως η οικοδέσποινα έπρεπε επίσης να πληρώσει πρόστιμο για τον γαλλισμό που χρησιμοποίησε, διότι το «τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε» («Удовольствие быть» στο πρωτότυπο) δεν είναι ρωσική έκφραση.

Η Ζιουλί ευχαρίστως δέχεται να πληρώσει για το caustique, όχι όμως και για τον γαλλισμό, διότι δεν έχει λεφτά και καιρό να πάρει δάσκαλο για να μάθει ρωσικά.

Λίγο αργότερα, κι ενώ έχει έρθει στη συντροφιά και ο πρίγκιπας Πιέρ, η Ζιουλί του ρίχνει μια σπόντα για τη Νατάσα, εκείνος κοκκινίζει και δεν παραδέχεται τον έρωτά του, οπότε η Ζιουλί:

Ну, полноте, милый граф, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

Ελάτε τώρα, κύριε κόμη, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

δηλαδή: όλη η Μόσχα βοά. Εγώ σας θαυμάζω, λόγω τιμής!

Και βέβαια, ο νεαρός του προηγούμενου επεισοδίου φωνάζει πάλι «Πρόστιμο!» και η οικοδέσποινα ξεσπάει: «Καταντάει αδύνατο να μιλήσει κανείς».

Και σε πολλά άλλα σημεία στο αριστούργημα του Τολστόι οι αριστοκράτες παρεμβάλλουν λέξεις και φράσεις γαλλικές στην ομιλία τους. Ίσως όχι τυχαία, το μυθιστόρημα αρχίζει με μια γαλλορωσική παράγραφο, δηλαδή πιο πολλά γαλλικά από ρωσικά, όπου η Άννα Πάβλοβνα Σέρερ καταγγέλλει τον Ναπολέοντα στα γαλλικά με λίγες ρωσικές λέξεις ανάμεσα:

Eh bien, mon prince. Gênes et Lucques ne sont plus que des apanages, des поместья, de la famille Buonaparte. Non, je vous préviens que si vous ne me dites pas que nous avons la guerre, si vous vous permettez encore de pallier toutes les infamies, toutes les atrocités de cet Antichrist (ma parole, j’y crois) — je ne vous connais plus, vous n’êtes plus mon ami, vous n’êtes plus мой верный раб, comme vous dites. Ну, здравствуйте, здравствуйте. Je vois que je vous fais peur, садитесь и рассказывайте.

Οπότε, είναι και κουραστικό να υποσημειώνει ο μεταφραστής ποιες φράσεις λέχθηκαν στα γαλλικά στο πρωτότυπο. Σήμερα που η γαλλομάθεια έχει υποχωρήσει φαντάζομαι πως και οι Ρώσοι αναγνώστες του Τολστόι θα έχουν ανάγκη από υποσημειώσεις. Άλλωστε στη Βικιθήκη το κείμενο του Τολστόι συνοδεύεται από υποσημειώσεις με μετάφραση των γαλλικών αποσπασμάτων.

Βέβαια, μόνο οι αριστοκράτες (και οι στρατιωτικοί, που είναι περίπου το ίδιο) διανθίζουν τον λόγο τους με γαλλικά, όχι ο λαός. Διαβάστε τον Τολστόι και θα νιώσετε γιατί ήταν αναπόφευκτη η οκτωβριανή επανάσταση.

Όμως με γαλλικά διάνθιζε τον λόγο της, εκατό χρόνια μετά τους Μοσχοβίτες του Τολστόι, και η ελληνική καλή κοινωνία, κι αυτό έχει αποτυπωθεί και σε ελληνικά λογοτεχνικά έργα.

Θα υπάρχουν πολλά του μεσοπολέμου όπου ο διάλογος των μεγαλοαστών διανθίζεται με γαλλικούρες, εγώ θυμάμαι τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση. Ο Κλέο (Κλέαρχος) Κιτρινάκης, ο εξ απορρήτων των Σκλαβογιάννηδων, σκορπίζει αφειδώς γαλλικές φράσεις, όπως:

— Κάθε άλλο! Τον σεβόμαστε όλοι. Ήταν τόσο κύριος! Un prince doublé d’un général, quoi!

όταν απορεί για ποιο λόγο παραιτήθηκε κι έφυγε άρον άρον ο Αρκάνοφ, πρίγκιπας και στρατηγός στην τσαρική Ρωσία, που είχε καταντήσει να δουλεύει σοφέρ για τους Σκλαβογιάννηδες.

Κι άλλοι όμως χρησιμοποιούν γαλλικά στο μυθιστόρημα και βέβαια ο Καραγάτσης δεν έχει βαλει υποσημειώσεις -όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.Το 1938 η γαλλομάθεια ήταν ίσως μεγαλύτερη από τη σημερινή, αν όχι στον γενικό πληθυσμό πάντως μεταξύ του αναγνωστικού κοινού. Βέβαια, οι γαλλικές φράσεις στον Γιούγκερμαν δεν είναι πολλές και δεν νομίζω πως αποτελούν σοβαρό πρόβλημα ακόμα κι αν ο αναγνώστης δεν ξέρει γρυ γαλλικά.

Ο Καραγάτσης παραθέτει τις φράσεις στα γαλλικά. Ο Ψαθάς στη Μαντάμ Σουσού νομίζω πως τις μεταγράφει με το ελληνικό αλφάβητο. Δεν έχω πρόχειρο το βιβλίο αυτό, αλλά θυμάμαι ένα απόσπασμα, όπου κουτσομπολεύουν τη Σουσού κάποιοι, αναπαράγοντας φήμες που διαδίδονται για το πρόσωπό της, ότι ήταν στο εξωτερικό αλλά ήρθε στην Αθήνα επειδή «δεν μπορούσε να συνεχίσει λα βι σκανταλαίζ κ’ ελ μεναί» (τη σκανδαλώδη ζωή που έκανε). Ούτε ο Ψαθάς βάζει επεξήγηση της γαλλικούρας, βέβαια.

Τα γαλλικά είχαν αυτόν τον ρόλο, της κυρίαρχης ξένης γλώσσας, ίσαμε τον δεύτερο πόλεμο. Κάποτε είχαν και τα ελληνικά παρόμοια θέση, πολύ παλιότερα, μετά τα λατινικά, μετά, για ένα διάστημα στη Μεσόγειο, ήταν τα ιταλικά. Το να αναδειχτεί μια γλώσσα σ’ αυτή τη θέση ελάχιστα καθορίζεται από «εγγενείς αρετές» της γλώσσας, διότι αν ήταν έτσι δεν θα έδυε η μια παγκόσμια γλώσσα για ν’ ανατείλει η άλλη. Καθοριστικό ρόλο παίζει η οικονομική ισχύς και το πολιτισμικό γόητρο του πολιτισμού που είναι φορέας της κάθε γλώσσας.

Σήμερα είναι τα αγγλικά -αλλά σήμερα υπάρχει μια διαφορά, ο γενικευμένος αλφαβητισμός. Στη Ρωσία του 1820 ο μουζίκος δεν είχε την παραμικρή επαφή με τις γαλλικούρες των αφεντάδων του. Στην Ελλάδα του 1920 ο λαϊκός άνθρωπος θα έπιανε ξώφαλτσα κάποιο γαλλικό. Στην Ελλάδα του 2020 αγγλικά ξέρουν όλοι, ή τέλος πάντων όλοι οι νεότεροι, και έρχονται σε στενή και ολόπλευρη επαφή με την κυρίαρχη γλώσσα. Ο Πετρούνιας έλεγε ότι αυτό επηρεάζει διαφορετικά την εξέλιξη της ελληνικής:

Παλιότερα, η καθαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επικαλύ­πτονταν σε μεγάλο βαθμό. H παραδοσιακή καθαρεύουσα στηριζόταν ενμέρει στα γαλλικά. Όμως η γλώσσα αυτή ήτανε γνωστή σε λίγους, ενώ η κα­θαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επίσης περιορίζονταν σε μικρό αριθμό ομιλητών, έτσι ώστε η ευρύτερη γλώσσα, παρόλο που φυσικά εξε­λισσόταν, παρέμενε αυτόνομη και δέν πλησίαζε πολύ προς τα γαλλικά.

Σήμερα η νεοκαθαρεύουσα μιμείται πραγματικά ή υποθετικά πρότυπα της αγγλικής, επηρεάζοντας και το λόγιο ιδίωμα. Τούτο, λόγω της διάδο­σης της παιδείας, γίνεται ευρύτερα γνωστό, ενώ και γενικότερα η πλειονό­τητα των νέων μαθαίνει αγγλικά, έτσι ώστε η εξέλιξη αυτή ενισχύεται και απο μή λόγιο δανεισμό. Το αποτέλεσμα είναι οτι ολόκληρη η νέα ελληνική εξαγγλίζεται. Ολόκληρο το άρθρο εδώ.

Μου έλεγε τις προάλλες ένας φίλος, από μεγάλη επαρχιακή πόλη, ότι ο οχτάχρονος γιος του, καθώς τώρα με την καραντίνα είναι κλεισμένος στο σπίτι και έχει κολλήσει στο Γιουτούμπ, έχει μάθει καλά αγγλικά -με αμερικάνικη προφορά- αλλά και έχει βάλει αγγλισμούς στον λόγο του:

— Δεν δουλεύει το κόλπο σου, πατέρα, είπε τις προάλλες.

Αν ήταν στο σαλόνι της Ζιουλί, μπορεί να απαιτούσαν να πληρώσει πρόστιμο.

Να κλείσουμε με Τολστόι. Το κεφάλαιο που λέγαμε τελειώνει με την Ζιουλί να κουτσομπολεύει την πριγκίπισσα Μπαλκόνκσκαγια, που προσπαθώντας να φύγει από τα Λίσι Γκόρι βρέθηκε σε δύσκολη θέση αλλά την έσωσε ο Νικολάι Ροστόφ.

Και αφού κάποιος παρατηρήσει πως αυτή η φασαρία έγινε για να βρεθούν γαμπροί για όλες τις μεγαλοκοπέλες, η οικοδέσποινα παρατηρεί:

— Και, ξέρετε, ενώ νομίζω πως η Μαρία είναι un petit peu amoureuse du jeune homme. [λιγάκι ερωτευμένη με τον νεαρό]

Οπότε βέβαια όλοι φωνάζουν εν χορώ: Πρόστιμο! Πρόστιμο! Πρόστιμο!

Και η καημένη η Ζιουλί εξανίσταται:

— Μα, τελοσπάντων, πώς να το πει κανείς αυτό στα ρωσικά;

 

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλώσσες, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 253 Σχόλια »

Οι βάρδιες των πουλιών του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2019

Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, το έχω γράψει πάνω από μια φορά. Κάθε που κυκλοφορεί βιβλίο του σπεύδω να το προμηθευτώ και να το διαβάσω -και τρία από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς στο ιστολόγιο, το «Όλα για καλό» πρόπερσι, το «Αντί Στεφάνου» το 2015 και το «Του Θεού το μάτι» το 2013. Πριν από ένα μήνα βγήκε, πάντοτε από την Εστία, το καινούργιο του μυθιστόρημα με τίτλο «Οι βάρδιες των πουλιών» που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, ενώ ταυτόχρονα διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια και αγροτουρισμό. Στις παλιότερες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») ενώ το «Όλα για καλό» εκτυλισσόταν μέσα στην προσφυγική κρίση του 2015.

Το καινούργιο βιβλίο, «Οι βάρδιες των πουλιών» δεν έχει τέτοιες αναφορές στην πολιτική επικαιρότητα, παρόλο που ο χρόνος της δράσης δηλώνεται σαφώς, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2018 -ωστόσο, ο αφηγητής στις αναδρομές του σκιαγραφεί την ιστορία μιας οικογένειας από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τα σήμερα. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, έχουμε το πιο πολυπρόσωπο έργο του Μακριδάκη, αφού στις 180 σελίδες του σκιαγραφούνται σχεδόν τριάντα πρόσωπα, από τους προπαππούδες του αφηγητή, του Ανέστη Δεληγιώργη, που είναι περίπου συνομήλικός μου, γεννημένος στα 1960, ίσαμε τον εγγονό του -που δεν έχει ακόμα γεννηθεί αλλά επηρεάζει τα γεγονότα. Για να διευκολύνει μάλιστα τον αναγνώστη, ο Μακριδάκης έχει βάλει γενεαλογικό δέντρο στο τέλος του βιβλίου, που είναι πολύ χρήσιμο επειδή, καθώς είναι συγγενείς, οι διάφοροι ήρωες έχουν σε μεγάλο βαθμό ίδια επώνυμα.

Είχα την ευκαιρία, και τη χαρά, το Σάββατο που μας πέρασε, και αφού είχα μόλις διαβάσει το βιβλίο, να παρακολουθήσω μια εκδήλωση στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης, στην οποία πήρε μέρος και ο Μακριδάκης, ο οποίος μίλησε βέβαια για όλα του τα βιβλία αλλά περισσότερο στάθηκε σε αυτό. Έτσι θα σας δώσω μερικές πληροφορίες που μας εκμυστηρεύτηκε, κατευθείαν από την «κουζίνα του συγγραφέα» -κι έτσι θα έχετε ινσάιντ ινφορμέσιο.

Λοιπόν, ο αφηγητής, ο Ανέστης Δεληγιώργης, γεννημένος το 1960 στον προσφυγικό συνοικισμό της Χίου, αναθυμιέται τον βίο και την πολιτεία των προγόνων του, που ζούσαν στην απέναντι μικρασιατική ακτή, στην Αγία Παρασκευή ή Κιόστε. Η προγιαγιά του η Μαριγώ είχε παντρευτεί τον Μικέ Γλαράκη, που ήταν γιγαντόσωμος σα βόδι και γι’ αυτό είχε το παρατσούκλι Σαβούς.

Ο Σαβούς ναυάγησε και πνίγηκε και εννιά μήνες μετά γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του που κανείς δεν ξέρει αν ήταν παιδί του πνιγμένου ή του δεύτερου άντρα της, του Θανάση Δεληγιώργη, ο οποίος ανέτρεφε περιστέρια με αποτέλεσμα να του κολλήσει το παρατσούκλι «η Περιστερού» και εκτελούσε χρέη ταχυδρόμου και πήγε να αναγγείλει τα χαμπέρια για το ναυάγιο στη Μαριγώ αλλά έμεινε μέσα πάρα πολλή ώρα -και ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν.

Έτσι, η οικογένεια απόκτησε δυο κλάδους, τους μεγαλόσωμους που κατάγονταν από τον πρώτο γιο του Σαβού και τους ντελικάτους που βγήκαν από τον δεύτερο γιο, που κληρονόμησαν μαζί και το συνήθειο να ανατρέφουν να γυμνάζουν περιστέρια, που μεταδόθηκε μέχρι και τον αφηγητή. Μετά τον διωγμό του 1914 εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Χίο -και οριστικά μετά το 1922 και την Καταστροφή. Η οικογένεια όμως είχε και μια κατάρα, ας πούμε, που τη βάραινε: ένας αρσενικός κάθε γενιάς να χάνεται στη θάλασσα, καθώς οι περισσότεροι ή ήταν ναυτικοί επαγγελματίες ή είχαν στεριανό επάγγελμα αλλά και μια βάρκα ερασιτεχνικά.

Το καλοκαίρι του 2018 ο αφηγητής πηγαίνει μαζί με τον ξάδερφό του μια μικρή θαλάσσια εκδρομή με τη βάρκα του τελευταίου. Η βάρκα παίρνει νερά και βουλιάζει παρά τη μπουνάτσα. Ο αφηγητής μένει ώρες πολλές μέσα στο νερό μέχρι που τον μαζεύουν, αλλά ο ξάδερφος όπως και ο γιος του πνίγονται. Το ναυάγιο είναι ο καταλύτης που βάζει τον αφηγητή να αναστοχαστεί την ιστορία την οικογενειακή του:

Πάντοτε με έτρωγε περιέργεια μεγάλη για το μυστήριο αυτό της προγιαγιάς μας και μια αμφιβολία για τη φύτρα μου την είχα σε όλη μου τη ζωή· τελευταία όμως, μετά και από το μοιραίο ναυάγιο, τον περασμένο Αύγουστο, τότε που τα ‘φερε έτσι η ώρα η κακιά και μπατάραμε με κάλμα μπουνάτσα και έγινε ό, τι έγινε, μου μπήκανε ιδέες διάφορες μες στο κεφάλι μου και σιγά-σιγά, σαν άρχισα να συνέρχομαι κάπως από το σοκ, έπιασα, κρυφά από την Ελένη βεβαίως, για να μην καταλάβει ότι κάπως συνήλθα και πιάσει πάλι την γκρίνια της τη γνωστή για τα περιστέρια, να καταγράφω και να μελετώ τα μοιραία συμβάντα αλλά και την όλη πορεία μας την οικογενειακή μαζί με τα πουλιά, από τρεις γενιές πίσω ίσαμε σήμερα, μπας και βγάλω συμπέρασμα πιο ασφαλές από πού βαστά άραγε ακριβώς η δικιά μου η φύτρα.

Το απόσπασμα αυτό το βάζω για να πάρετε μια μικρή γεύση απο το αφηγηματικό ύφος που χρησιμοποιεί εδώ ο Μακριδάκης, το κουβεντιαστό ύφος ενός λαϊκού αλλά εγγράμματου μεσήλικα (είναι λογιστής ο Ανέστης), με πολύ μακριές προτάσεις, που εύκολα πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, καθώς κάνει λόγο για κάποιον συγγενή ή συγχωριανό και αμέσως παίρνει αφορμή να μας πει την ιστορία της ζωής του, κι έπειτα ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης εκεί που το είχε αφήσει ή συνεχίζει με νέα παρέκβαση. Εμένα το στιλ αυτό με γοητεύει πολύ, το έχω χρησιμοποιήσει και σε δικά μου γραφτά άλλωστε. Ο Μακριδάκης είχε μεταχειριστεί κάπως παρόμοιο στιλ στο «Στου Θεού το μάτι».

Κι έτσι, ενώ από το πρώτο κεφάλαιο μαθαίνουμε τα βασικά, ότι δηλαδή ο αφηγητής έχει τους δυο προπαππούδες που είπαμε, ότι έχει πάθος με τα ταχυδρομικά περιστέρια και ότι ναυάγησε και πέρασε ώρες πολλές στη θάλασσα, στη συνέχεια κάθε κεφάλαιο προσθέτει μερικές ψηφίδες στην όλη εικόνα ενώ ταυτόχρονα επαναλαμβάνει και κάποια που έχουν ήδη ειπωθεί, σαν να είναι κάθε κεφάλαιο ένας ομόκεντρος κύκλος που όλο και στενεύει μέχρι στο τέλος να συμπληρωθούν όλα τα κενά, να σκιαγραφηθούν όλοι οι πρόγονοι του Ανέστη και να μάθουμε τη μεγάλη απόφαση που πήρε ύστερα από βασανιστική σκέψη -δεν θα σποϊλάρω.

Στην εκδήλωση της Νέας Σμύρνης ο Μακριδάκης μάς αποκάλυψε πως το περιστατικό του ναυαγίου είναι πραγματικό, συνέβη δηλαδή πέρυσι περίπου υπό τις ίδιες συνθήκες που περιγράφονται στο βιβλίο, και πήρε συνέντευξη από τον ναυαγό, που επίσης έμεινε ώρες πολλές στη θάλασσα και του περιέγραψε τι σκεφτόταν και τι έκανε για να μείνει ακμαίος ώσπου να έρθουν να τον περισυλλέξουν, πώς είχε αγωνία να μην του βγάλουν κανα μάτι οι γλάροι που πετούσαν όλη την ώρα από πάνω του, ώσπου έδωσε ο θεός και νύχτωσε, αλλά τότε άρχισε η αγωνία μήπως τον πνίξουν τα απόνερα από το καράβι της γραμμής, ενώ όλη την ώρα έπρεπε επίσης να προσέχει να μην περάσει τη μεσαριά των νερών και βγει στο τούρκικο, αλλά τα σημάδια αυτά που ορίζουν περίπου τη μεθοριακή γραμμή στη θάλασσα τα ξέρουν καλά οι περισσότεροι Χιώτες.

Σε πραγματικό γεγονός είναι βασισμένη και μια από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου: ένας παλαίμαχος ψαράς ρίχνει το παραγάδι σε έναν ψαρότοπο που βρίσκεται στα τούρκικα νερά αλλά πολύ κοντά στα σύνορα. Την άλλη μέρα πάει να το μαζέψει και δεν το βρισκει. Του το έχουν κατασχέσει οι Τούρκοι λιμενικοί, αλλά αυτός δεν το ξέρει αυτό και νομίζει ότι απλώς γέρασε και δεν θυμάται πού έχει ρίξει τα δίχτυα. Η αμφιβολία τον βασανίζει, μέχρι που μαθαίνει από έναν φίλο του Τούρκο ψαρά ότι τα σύνεργά του τα κατασχεμένα πρόκειται να βγουν σε πλειστηριασμό την άλλη Κυριακή στον Τσεσμέ -και ότι οι ψαράδες της απέναντι ακτής συνεννοήθηκαν να τα αγοράσει κάποιος στην τιμή εκκίνησης, χωρίς να χτυπήσει κανείς άλλος την τιμή, και να του τα δώσουν πίσω. Αυτό το περιστατικό είναι πραγματικό και έγινε πριν από μερικά χρόνια, αλλά ο Μακριδάκης το εμπλουτίζει αφενός με την πινελιά για τον παλαίμαχο ψαρά που νόμιζε πως έχει πια ξεκουτιάνει και αφετέρου με τη σκηνή της πανηγυρικής συνάντησης Ρωμιών και Τούρκων στα μισά της θάλασσας για να παραδώσουν τα δίχτυα στον δικαιωματικό τους κάτοχο.

Ο Μακριδάκης παλιότερα είχε αποδελτιώσει τις χιώτικες εφημερίδες της περιόδου 1912-1940 και κάποια από τα γεγονότα τα πέρασε και σε τούτο το μυθιστόρημα μεταπλασμένα -ας πούμε, παίρνει το πραγματικό γεγονός της ημερήσιας εκδρομής που έκαναν το 1932 οι κάτοικοι του προσφυγικού συνοικισμού της Χίου στο παλιό τους χωριό -και προσθέτει την έξοχη λεπτομέρεια πως η προγιαγιά του με την ευκαιρία αυτή έκοψε με το σουγιαδάκι ένα μάτι από την καλή λεμονιά τη δίφορη που είχε στον παλιό της κήπο, και το έβαλε κάτω από τη γλώσσα της για να έχει υγρασία και το μετάφερε στο καινούργιο της σπίτι και μπόλιασε το δέντρο της. Και κάποιες ιστορίες από την Κατοχή έχουν πραγματική βάση αλλά συνυφαίνονται με τη μυθοπλασία.

Αντίθετα, εντελώς μυθοπλασία είναι όλα όσα έχουν σχέση με τα περιστέρια, αν και πολύ πειστικά περιγράφει το πάθος των περιστεράδων ο Μακριδάκης, το πώς χαϊδεύαν τους πρωταθλητές τους όταν επέστρεφαν από κάποιο μακρινό μέρος, την αγωνια μήπως τα κυνηγήσει κανένα αρπακτικό κτλ. Δικό του εύρημα είναι και το ότι οι ψαράδες συνήθιζαν να παίρνουν ένα ζευγάρι περιστέρια όταν έφευγαν για μακρινό ψάρεμα ώστε, σε περίπτωση που κάτι συμβεί να μπορούν να ειδοποιήσουν.

Ο αφηγητής τού Μακριδάκη χρησιμοποιεί, όπως είναι αναμενόμενο από άνθρωπο της επαρχίας, πολλές παροιμιακές εκφράσεις ενώ παρεμβάλλει και κάμποσα ιδιωματικά στοιχεία λόγου. Επειδή εδώ λεξιλογούμε, παραθέτω μερικές από τις λέξεις/εκφράσεις του βιβλίου που δεν υπάρχουν στα λεξικά. Σε κάποιες περιπτώσεις ρώτησα τον συγγραφέα.

* τραβάκα (σελ. 26) «….σπιτάκια παρόμοια· μεσοτοιχία, με στέγη κοινή και με μια τραβάκα μεγάλη μπροστά το καθένα τους για να βαζουνε από κάτω τα εργαλεία των καϊκιών τους». Τραβάκα στη Χίο είναι η πυραμιδοειδής στέγη με τα κεραμίδια, ειδικότερα όμως εδώ είναι το γείσο της στέγης, η αστρέχα που λένε σε άλλα μέρη. (Ο Κοραής στα Άτακτα αναφερει τη λέξη, όπως έχουμε αναφέρει σε σχόλιο).

* κατσίρδισε (σελ. 41) «δεν θέλανε και πολύ οι ειδικοί στο συνοικισμό να διαγνώσουνε πως του κατσίρδισε ολωσδιόλου και να τον στείλουνε σε κανένα ίδρυμα».

Εδώ σημαίνει «του έστριψε». Το ρήμα «κατσιρντίζω», τουρκικής αρχής (από τον αόριστο κατσιρντίμ του ρήματος κατσιρμάκ) σημαίνει, στο λεξικό του Κουκκίδη, «φυγαδεύω, αφήνω κάτι να φύγει». Από την ίδια ρίζα και άλλα δάνεια πχ. κατσάκης ο φυγάς.

* κουμάσι (σελ. 42) Η λέξη επανέρχεται πολύ συχνά στο κείμενο διότι «κουμάσι» είναι ο περιστερώνας. Έχουμε γράψει άρθρο για αυτές τις δύο ομόηχες λέξεις -όλοι ξέρουν το κουμάσι που είναι ο φαύλος άνθρωπος (καλό κουμάσι και του λόγου του!) αλλά όχι πολλοί το κουμάσι τον ορνιθώνα (ή περιστερώνα ή και σπιτάκι για σκύλο).

* περχαριάζω (σελ. 49) «το περχάριαζε … το ανιψάκι του». Περχαριάζω σημαίνει κανακεύω, ταχταρίζω παιδί. Η λέξη δεν γκουγκλίζεται αλλά η σημασία της είναι φανερή από τα συμφραζόμενα -ρώτησα προς επιβεβαίωση και τον συγγραφέα.

* μοιασίδι (σελ. 54) «το δικό μου το μοιασίδι, ιδίως στα χούγια τα κρυφά, με … τον προπάππου μου». Μοιασίδι είναι εδώ η ομοιότητα. Σημαίνει όμως και το χαρακτηριστικό του προσώπου, που λέγεται και μοισίδι, και έτσι το έχουμε συναντήσει στον Μυριβήλη.

* πακιαρίζομαι (σελ. 55) «τότε … που δεν τα πακιαριζότανε τα περιστέρια μέσα στο καΐκι ο Σταμάτης» Δεν τα χρησιμοποιούσε, δεν τα συνήθιζε. Πακιάρομαι σημαίνει ασχολούμαι με κάτι, επιδίδομαι σε κάτι. To είχαμε συζητησει και παλιότερα. Φαίνεται να προέρχεται από τα ιταλικά, αλλά το ιταλ. pacchiare σημαίνει ντερλικώνω -δείτε το σχόλιο το παλιό.

* αναμικιόρης (σελ. 58) «ήτανε και αναμικιόρης μέγιστος και δεν ήθελε να αλλάζει τα πληρώματα μέσα στη μέση της χρονιάς». Ναμικιόρης ή αναμικιόρης είναι λέξη με πολλές σημασίες, που την έχουμε συζητήσει πολλές φορές. Αρχική σημασία «αχάριστος» όπως στο τουρκικό nankör απ’ όπου προέρχεται (το οποίο ανάγεται στα περσικά nan και kör, κατά λέξη ‘τυφλός στο ψωμί’ -έχουν… πρωτογένεια τα περσικά!)

Όμως η λέξη έχει επίσης πάρει τις σημασίες α) δύστροπος, παράξενος β) πλεονέκτης, άπληστος. Ο Μακριδάκης έδωσε την εξήγηση «στραβόξυλο, πολύ παράξενος, ιδιότροπος».

* κατσελάρω (σελ. 60) «το καΐκι θα κατσελάρει λίγες μέρες την επιστροφή του». Καθυστερώ. Από τα ιταλικά φαίνεται να προέρχεται μάλλον παρά από τα αγγλικά, αλλά το cancel και το cancellare δεν ξέρω αν έχουν αυτή την έννοια.

* μπαζάρω (σελ. 67) «μέχρι και τη Βολισσό την ίδια είχανε μπαζάρει μια φορά το ’36» Φτάνω σε μέρος μακρινό.

* λιλάδι (σελ. 71) «με ξαπλώσανε μετά στης παραλιας τα λιλάδια με τη μούρη». Τα βότσαλα· λιτρίδια στη Μυτιλήνη, λαλάρια στη Σκιάθο.

* στον καιρό τα λάχανα (σελ. 73) Παροιμιώδης φράση που σημαίνει «κάθε πράμα στον καιρό του»

* αχλαδόχερος (σελ. 89) Ο ατζαμής. Προσδιορίζει ο Μακριδάκης: «με την έννοια ότι τα χέρια του μέσα έχουνε αγκάθια σαν την αγριαπιδιά και δε μπορεί να πιάσει τίποτα»

Έχει κι άλλες λέξεις στη συνέχεια, αλλά σταμάτησα να σημειώνω επειδή μ’ απορρόφησε το διάβασμα. Να το διαβάσετε κι εσείς το βιβλίο, αξίζει τον κόπο!

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 110 Σχόλια »

Το 93 του Ουγκό

Posted by sarant στο 10 Νοεμβρίου, 2019

Μ’ αρέσει κάθε τόσο, ανάμεσα στα σύγχρονα βιβλία που διαβάζω, άλλα επειδή με ενδιαφέρουν κι άλλα επειδή πέσανε στα χέρια μου ή επειδή «πρέπει» να τα διαβάσω, να παρεμβάλλω κι ένα κλασικό έργο πεζογραφίας του 19ου αιώνα -και να περνάω από την τύρβη στην αιωνιότητα.

Δεν θυμάμαι με ποιαν αφορμή, αναζήτησα το 93 του Ουγκό, το τελευταίο μυθιστόρημα του Γάλλου γίγαντα. Το βρήκα μόνο σε μία έκδοση, της Σύγχρονης Εποχής -είχε και μιαν άλλη στη Βιβλιονέτ, αλλά δεν την βρήκα στο βιβλιοπωλείο. Η μετάφραση είναι του Παναγή Αθανασάτου, δική του και η σύντομη μα καλογραμμένη εισαγωγή. Μου άρεσε ο στιβαρός τρόπος με τον οποίο μεταφράζει τον Ουγκό, σε σημείο που, μετά, έψαξα και βρήκα την άλλη μετάφραση που έχει κάνει, σε ένα του Μπαλζάκ, για να το διαβάσω κι αυτό κάποτε.

Το 93 είναι βέβαια το 1793, η πέμπτη χρονιά της γαλλικής επανάστασης, στην περίοδο που ονομάστηκε Τρομοκρατία (και που είχε, μέσα σ’ ένα χρόνο, τα ίδια περίπου ανθρώπινα θύματα, ή και λιγότερα, απ’ όσα η ματωμένη βδομάδα της Κομμούνας του 1871).

Στο μυθιστόρημα του Ουγκό υπάρχουν κεφάλαια που εκτυλίσσονται στο Παρίσι, διάλογοι ανάμεσα στον Ροβεσπιέρο, τον Μαρά και τον Νταντόν, καθώς και ένα κεφάλαιο που περιγράφει μια συνεδρίαση της Συντακτικής Συνέλευσης, αλλά ο φακός δεν εστιάζει εκεί παρά μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, στην παραθαλάσσια περιοχή που λέγεται Βανδέα αλλά και πιο πάνω, στη Βρετάνη, στα μέρη που, υποκινούμενα από τους Άγγλους και τους βασιλόφρονες, (αντ)επαναστάτησαν κόντρα στη γαλλική επανάσταση του 1789, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που στοίχισε δεκάδες χιλιάδες θύματα, την ίδια στιγμή που τα παλαιά βασίλεια της Ευρώπης από βορρά, από νότο και από ανατολάς προσπαθούσαν να πνίξουν στο αίμα την επανάσταση που τόλμησε να στείλει στην γκιλοτίνα τον Λουδοβίκο.

Από τότε έμεινε να αποκαλείται «Βανδέα» κάθε αντεπαναστατική κίνηση -τον όρο τον χρησιμοποιεί αρκετά ο Μαρξ.

Δεν θα αναλύσω διά μακρών το μυθιστόρημα του Ουγκό. Κυριακή είναι σήμερα και αξίζει να διαβάσουμε κάτι. Διάλεξα ένα απόσπασμα που έχει μια σχετικήν αυτοτέλεια, και που περιγράφει, με την απλοχωριά που είναι χαρακτηριστική για τον 19ο αιώνα, ένα επεισόδιο στη θάλασσα. Μια αγγλική κορβέτα, επανδρωμένη με βασιλόφρονες Γάλλους, έχει ξεκινήσει από τα νησιά της Μάγχης για να περάσει απέναντι, στη Βρετάνη, και να αποβιβάσει εκεί τον μαρκήσιο Λαντενάκ (που ταξιδεύει ινκόγνιτο) προκειμένου να ηγηθεί στον στρατό της αντεπανάστασης. Ξαφνικά, συμβαίνει ένα απρόοπτο, που θα διαβάσουμε τι ήταν και πώς αντιμετωπίστηκε.

Παραθέτω τρία κεφάλαια (4 έως 6) από το πρώτο βιβλίο του πρώτου μέρους (σελ. 52-65). Στο τέλος αφηγούμαι σύντομα την υπόθεση στη συνέχεια -σπόιλερ, που λέμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Μυθιστόρημα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 152 Σχόλια »

Καλοκαίρι με τον Τζόναθαν Κόου

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2019

Το φετινό καλοκαίρι το πέρασα με συντροφιά τον Τζόναθαν Κόου. Όχι τον ιδιο, βέβαια, αλλά με τέσσερα από τα βιβλία του. Δεν διάβασα μόνο αυτά τα τέσσερα βιβλία στους δυόμισι καλοκαιρινούς μήνες, αλλά τα υπολοιπα ήταν ετερόκλητα και τα περισσότερα μάλλον μικρά οπότε ο Κόου ηταν ο συγγραφέας στον οποίο αφιέρωσα τη μερίδα του λέοντος από το αναγνωστικό μου καλοκαίρι.

Και το χάρηκα. Διότι, κοκκινιζοντας ομολογώ πως ο σημαντικός αυτός συγγραφέας μού είχε ξεφύγει ως τώρα. Είχα ακούσει γι’ αυτόν μα δεν είχα διαβάσει τίποτα δικό του.

Ξεκίνησα από τη Μέση Αγγλία, που είναι και το πιο καινούργιο του, που το αγόρασα στην εκθεση της Θεσσαλονίκης τον Μάη και το διάβασα το δεύτερο μισό του Ιούνη. Ίσως δεν ήταν η σωστότερη επιλογή για ξεκίνημα, διότι είναι το τρίτο βιβλίο μιας τριλογίας που ξεκινάει με τη Λέσχη των Τιποτένιων και συνεχίζεται με τον Κλειστό κύκλο. Θα ήταν πιο ομαλό να τα πάρω με τη σειρά που γράφτηκαν. Διάβασα ενδιάμεσα και το «Τι ωραίο πλιάτσικο!» και με περιμένει ο Αριθμός 11, που είναι, όπως μου έχουν πει, η συνέχεια του Πλιάτσικου.

Στο Πλιάτσικο (1994, ελλ. έκδοση 1997) ο Κόου χρησιμοποιεί μια αγγλική αριστοκρατική οικογένεια, τους Γουίνσο, σαν όχημα για να παρουσιάσει πώς ο θατσερισμός κατέκτησε τη Μεγάλη Βρετανία στη δεκαετία του 1980. Όπως εύστοχα επισημαίνει η Σώτη Τριανταφύλλου στο επίμετρο, που δεν ξέρω αν θα το υπέγραφε και σήμερα, πρόκειται για ένα χρονικό της πλεονεξίας, για έναν χορό εγκληματιών, αφού οι ζάπλουτοι πρωταγωνιστές φέρονται σαν γκάνγκστερ -με μόνη διαφορά την οξφορδιανή προφορά. Μόνη αθώα φιγούρα, η τρελή Ταβιθά, η οποία και αναθέτει στον συγγραφέα Μάικλ Όουεν, έναν καταθλιπτικό νεαρό με σοβαρά προβλήματα επικοινωνίας με τον περίγυρό του, να τεκμηριώσει τη ζωή και δράση των υπόλοιπων μελών της οικογενείας της. Δεν θέλω να πω περισσότερα για να μην αποκαλύψω το γκροτέσκο φινάλε. Το χάρηκα πάρα πολύ.

Ωστοσο, η τριλογία με άγγιξε περισσότερο, επειδή οι πρωταγωνιστές της είναι συνηθισμένοι άνθρωποι κι όχι πάμπλουτοι εγκληματίες. Εδώ η σάτιρα του Κόου είναι πιο συγκρατημένη αν και υπάρχουν στιγμές όπου αφήνεται αχαλίνωτη.

Το πρώτο βιβλίο, η Λέσχη των Τιποτένιων, είναι ουσιαστικά ένα Bildungsroman (πώς το λέμε αυτό στα ελληνικά;) αφού παρακολουθεί μια παρέα αγοριών που πηγαίνουν σχολείο σε ένα παραδοσιακό γυμνάσιο του Μπέρμιγχαμ από τα 12 ως τα 19 τους χρόνια, από το 1973 ως το 1980, μαζί και τις περιπέτειες των οικογενειών τους. Καθώς οι ήρωες είναι περίπου συνομήλικοί μου, συγκινήθηκα βλέποντας να ξαναζωντανεύει η εποχή εκείνη, ας πούμε η μουσική που άκουγαν (και που προσπαθούσαν να παίξουν) οι έφηβοι μαθητές, τα μακρόσυρτα τριαντάλεπτα κομμάτια των Τζένεσις και των Γιες, που κι εμένα μού άρεσαν πολύ, πριν έρθει να τα σαρώσει ο οδοστρωτήρας του πανκ. Υπάρχει και η πολιτική επικαιρότητα, οι απεργίες, το εργοστάσιο αυτοκινήτων του Λόνγκμπριτζ όπου δουλεύουν αρκετοί γονείς των αγοριών του βιβλίου, οι πρώτες ξενοφοβικές αντιδράσεις για μαύρους και μετανάστες, οι βόμβες του ΙΡΑ. Το βιβλίο τελειώνει με τον πατέρα ενός συμμαθητή του να προφητεύει στον Μπέντζαμιν, τον πρωταγωνιστή, ότι θα ζήσει πολλά χρόνια ευτυχισμένος μαζί με τη μεγάλη του αγάπη, και ότι η Θάτσερ δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρωθυπουργός της χώρας. Όσο επαληθεύτηκε η δεύτερη πρόβλεψη, τόσο πέτυχε και η πρώτη. Να σημειώσω ότι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελείται ολόκληρο από μία και μοναδική πρόταση, μήκους 13955 λέξεων (στα αγγλικά) που διεκδικεί το ρεκόρ της μακρύτερης πρότασης της αγγλικής λογοτεχνίας. Δεν μέτρησα πόσες λέξεις είναι στα ελληνικά, πάντως πιάνει 46 σελίδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , , , | 114 Σχόλια »

Είκοσι λέξεις από τον Βασίλη τον Αρβανίτη

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2019

Μια εκδοτική συνήθεια που ακόμα διατηρείται, έστω κι αν φθίνει, είναι να εκδίδονται, στο τέλος της χρονιάς, συλλογές φιλολογικών και λογοτεχνικών κειμένων με τη λέξη «Ημερολόγιο» στον τίτλο τους, γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα ή τόπο. Ο Στρατής Φιλιππότης εκδίδει εδώ και πολλά χρόνια κάθε χρόνο το Αθηναϊκό ημερολόγιο ενώ ο Παναγιώτης Σκορδάς εκδίδει στη Μυτιλήνη το Λεσβιακό ημερολόγιο, με το οποίο συνεργάζομαι κι εγώ μερικές φορές, ως Μυτιληνιός δεύτερης γενιάς, στο πόδι του αείμνηστου πατέρα μου.

Στο Λεσβιακό ημερολόγιο 2019, που κυκλοφόρησε φέτος τον Δεκέμβριο, φιλοξενήθηκε κι ένα δικό μου κείμενο, που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ. Όπως συνηθίζω, είναι ένα κείμενο με λέξεις από ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο του Μυτιληνιού συγγραφέα Στράτη Μυριβήλη, λέξεις που δεν θα τις βρει ο αναγνώστης σε σημερινά λεξικά. Φυσικά κάποιες από αυτές περιλαμβάνονται και στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Παραθέτω το άρθρο.

Είκοσι λέξεις από τον Βασίλη τον Αρβανίτη

Ο σημερινός αναγνώστης, ιδίως ο νεότερος, που θα θελήσει να διαβάσει ένα νεοελληνικό λογοτεχνικό έργο γραμμένο πριν από 100 περίπου χρόνια, στις αρχές του εικοστού αιώνα ή και στον μεσοπόλεμο, είναι πολύ πιθανό να συναντήσει δυσκολίες με αρκετές λέξεις που του είναι άγνωστες ή που για τη σημασία τους δεν είναι απόλυτα βέβαιος. Η δυσκολία είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν στο λογοτεχνικό έργο χρησιμοποιείται ιδιωματικό λεξιλόγιο.

Κάτι τέτοιο είναι απόλυτα φυσιολογικό, αφού η γλώσσα εξελίσσεται, αλλά και η κοινωνία εξελίσσεται –και η αγροτική κοινωνία των αρχών του προηγούμενου αιώνα είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας. Ο φιλέρευνος αναγνώστης που συναντά άγνωστες λέξεις προστρέχει για βοήθεια στο λεξικό. Και τις λέξεις της καθαρεύουσας που πιθανόν να αγνοεί, θα τις βρει εύκολα ή λίγο πιο δύσκολα, αν όχι στα σημερινά σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας (έχουμε τουλάχιστον τρία: το ΛΚΝ, του Μπαμπινιώτη και το Χρηστικό της Ακαδημίας, ενώ ένα τέταρτο, το ΜΗΛΝΕΓ είναι στα σκαριά) τότε σίγουρα σε παλαιότερα όπως του Δημητράκου.

Ωστόσο, για τις λαϊκές άγνωστες λέξεις, και πολύ περισσότερο για τις ιδιωματικές λέξεις, δύσκολα θα βρεθεί ανάλογη βοήθεια: οι λέξεις του τύπου αυτού αντιμετωπίζονταν κάπως περιφρονητικά από την παλαιότερη λεξικογραφία, κι έτσι δεν θα βρεθούν ούτε στα σύγχρονα λεξικά, αφού δεν λέγονται πια, ούτε στα παλιότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , | 245 Σχόλια »

Τα δίδυμα σίγμα του κλασικού

Posted by sarant στο 7 Δεκεμβρίου, 2018

Πριν από λίγο καιρό ένας φίλος μου έδειξε ένα λινκ και με ρώτησε αν ισχύουν τα όσα γράφονται εκεί. Του έδωσα μια σύντομη απάντηση, σκέφτηκα όμως ότι το θέμα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον και μπορεί να δώσει υλικό για ένα, σύντομο έστω, άρθρο. Σημερα λοιπόν γράφω αυτό το άρθρο, να επιστρέψουμε στα γλωσσικά μας λημέρια για το τέλος της εβδομάδας.

Το άρθρο που μου έστειλε ο φίλος αφορούσε την ετυμολογία και την ορθογραφία της λέξης «κλασικός». Είναι σύντομο και το αναπαράγω όλο -το πρωτότυπο εδώ.

  • Θεωρία γλωσσολογίας :

λέξη κλασικός προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κλάσις (της κλάσεως) που σημαίνει ‘τάξη, σειρά’. Όταν οι αρχαίοι μας πρόγονοι έλεγαν ότι ένας ποιητής ήταν κλασικός εννοούσαν ότι ήταν πρώτης τάξεως και ότι ξεχώριζε από τους υπόλοιπους. Όπως φαίνεται από την ορθογραφία της, η λέξη γράφεται με ένα ‘σ’.
Όμως στη συνέχεια οι Λατίνοι πήραν τη λέξη για να τη χρησιμοποιήσουν με τον ίδιο τρόπο και αντιγράφοντάς την όπως την άκουγαν την έγραψαν classis. Δεν την έγραψαν clasis γιατί αυτό θα προφερόταν ως [κλάζις], χωρίς να παραπέμπει στην αρχαιοελληνική προφορά.

Στη συνέχεια Λατίνοι συγγραφείς παρήγαγαν τη λέξη classicus, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια η γαλλική και η αγγλική, νεολατινικές γλώσσες. Με τη σημασία του κλασικού ως συγγραφέα πρώτης τάξεως χρησιμοποίησαν τη λέξη και οι νεότεροι Έλληνες. Έτσι, η λέξη ξεκίνησε από την Ελλάδα, πέρασε απέναντι στην Ιταλία, ταξίδεψε στην Ευρώπη και ξαναγύρισε στην Ελλάδα.

Επειδή όμως

α) για τους Έλληνες δεν υπάρχει λόγος να γραφεί η λέξη με δύο ‘σ’, καθώς δεν έχει διαφορά η προφορά του 1 από τα 2 ‘σ’ στο συγκεκριμένο φωνητικό περιβάλλον και

β) η λέξη προέρχεται από την αρχαιοελληνική κλάσις που γράφεται με ένα ‘σ’,

–> το σωστό είναι να γράφεται ‘κλασικός’.

Σχόλιο : Οι λέξεις όπως η συγκεκριμένη που προέρχονται από την αρχαία ελληνική (ή από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα), πέρασαν στο εξωτερικό και επέστρεψαν αλλαγμένες λέγονται αντιδάνεια (δάνεια σε άλλες γλώσσες που γύρισαν πίσω) ή αλλιώς ‘περιπλανώμενες’ ή ‘ταξιδιάρες’ λέξεις, αποδίδοντας το γερμανικό όρο Rückwanderer. Ο συγκεκριμένος όρος επομένως (‘περιπλανώμενες’ λέξεις, που αποδίδει το Rückwanderer) είναι ένα δάνειο της ελληνικής από τη γερμανική γλώσσα. Συνοψίζοντας, δάνειο είναι μια λέξη που δανείζεται μια γλώσσα από κάποια άλλη (ακόμα και μεταφρασμένη), αντιδάνειο μια λέξη που δανείζεται μια γλώσσα από κάποια άλλη, στη συνέχεια όμως επιστρέφει (τροποποιημένη με συνέπεια να μην παραπέμπει αμέσως στην αρχική) στη γλώσσα απ’ όπου ξεκίνησε. Αντιδάνειο είναι και η λέξη μπάνιο, που προέρχεται από την ιταλική bagno, με τη σειρά της από τη λατινική balneum η οποία τέλος προήλθε από την αρχαιοελληνική βαλανείον (λουτρό).

Το άρθρο αυτό έχει κάτι το πολύ περίεργο. Καταρχάς, το σύντομο άρθρο φαίνεται να είναι γραμμένο από άνθρωπο που κάτι ξέρει από γλωσσολογία, αν και κάπως τα έχει μπερδέψει όπως δείχνει το καταληκτικό σχόλιο για τα αντιδάνεια. Επίσης, το ορθογραφικό συμπέρασμα είναι σωστό, γράφουμε «κλασικός» και έτσι έχουν τη λέξη όλα τα σύγχρονα λεξικά.

Ωστόσο, και παρά την προσεγμένη ορολογία, το άρθρο βασίζεται σε εντελώς λαθεμένα δεδομένα: η λέξη «κλασικός» δεν υπήρχε στην αρχαιότητα, η λατινική λέξη classicus ΔΕΝ είναι δάνειο από τα ελληνικά και κατά συνέπεια η σύγχρονη λέξη «κλασικός», που πολλοί τη γράφουν με δύο σίγμα, ΔΕΝ είναι αντιδάνειο αλλά απλό δάνειο από τα λατινικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Μυθιστόρημα, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Ιωάννα Αγιάννη, επάγγελμα καθαρίστρια

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2018

Στους Άθλιους του Βίκτωρος Ουγκό ο Γιάννης Αγιάννης, όπως απέδωσε ο πρώτος μεταφραστής του έργου στα ελληνικά, ο Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίτσης, το γαλλικό Jean Valjean (απο το Voilà Jean), κλέβει ένα καρβέλι ψωμί για να θρέψει την οικογένεια της αδερφής του που έχει μείνει απροστάτευτη μετά τον θάνατο του γαμπρού του. Συλλαμβάνεται αμέσως και καταδικάζεται σε πέντε χρόνια φυλάκιση στα κάτεργα -αλλά επειδή προσπαθεί κατ’ επανάληψη να αποδράσει, τελικά περνάει στα κάτεργα 19 χρόνια της ζωής του.

Μια 53χρονη γυναικα στον Βόλο οδηγήθηκε πριν από λίγες μέρες στις φυλακές. Το 1996, για να προσληφθεί στη θέση καθαρίστριας στον Δήμο Βόλου, όντας πολύτεκνη και με ανάπηρο σύζυγο, πλαστογράφησε το ενδεικτικό της 5ης Δημοτικού ώστε να την παρουσιάζει τελειόφοιτη της 6ης Δημοτικού, που ήταν το τυπικό προσόν για τη θέση αυτή. Δούλεψε ευσυνείδητα ως καθαρίστρια σε παιδικούς σταθμούς του Δήμου, όμως πριν από μερικά χρόνια ήρθε στην επιφάνεια η παλιά πλαστογραφία. Καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε 15 χρόνια φυλάκισης και το Εφετειο απλώς μείωσε την ποινή στα 10 χρόνια -και ήδη βρίσκεται στις φυλακές Θήβας. (Μια ειρωνική λεπτομερεια είναι ότι στο μεταξύ έχει τελειώσει κανονικά το Δημοτικό και φοιτά στο Γυμνάσιο).

Εύλογα, θα έλεγα, η υπόθεσή της προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, έως και αγανάκτηση, στην κοινή γνώμη -μια τόσο βαριά ποινή για ένα τέτοιο αδίκημα, ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι τόσοι και τόσοι μεγαλόσχημοι που δικάστηκαν και καταδικάστηκαν για βαρύτερα εγκλήματα βγήκαν από την περιπέτειά τους αβρόχοις ποσί ή τέλος πάντων με πολύ ελαφρύτερες ποινές.

Όχι παράλογα, θυμηθήκαμε το σκληρό γνωμικό που λέει ότι η δικαιοσύνη είναι σαν τα φίδια, αφού δαγκώνει μόνο τους ξυπόλυτους, ή, για να πάμε και στην αρχαιότητα, το απόφθεγμα του Ανάχαρση, ότι οι νόμοι δεν διαφέρουν από τον ιστό της αράχνης, που πιάνει τα μυγάκια, ενώ τα μεγάλα θερία τον κατακομματιάζουν και ξεφεύγουν (ἃ μηδὲν τῶν ἀραχνίων διαφέρειν, ἀλλ’ ὡς ἐκεῖνα τοὺς μὲν ἀσθενεῖς καὶ λεπτοὺς τῶν ἁλισκομένων καθέξειν, ὑπὸ δὲ τῶν δυνατῶν καὶ πλουσίων διαρραγήσεσθαι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Μυθιστόρημα, Νομικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 204 Σχόλια »

Λέξεις του Τυρνάβου από το Μαράν Αθά του Θωμά Ψύρρα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2018

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε ταχτικά συνεργασίες φίλων με λεξιλογικό υλικό από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου, συνήθως από κάποιο νησί.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα. Ύστερα από μια ανάπαυλα, φέτος τον Μάη ο φίλος μας ο Raf μάς ταξίδεψε στην Πάτμο με 21 πατηνιώτικες λέξεις.

Το καλοκαίρι δεν είχαμε άλλη συνεργασία από φίλο, αλλά σήμερα παίρνω την πρωτοβουλία να δημοσιεύσω λέξεις από τον Τύρναβο, όπως περιέχονται στο γλωσσάρι που προσαρτάται στο τέλος του μυθιστορήματος «Μαράν Αθά» του Θωμά Ψύρρα.

Ίσως αδικώ το Μαράν Αθά, με την έννοια ότι άξιζε να παρουσιαστεί καθαυτό και όχι μέσα από το γλωσσάρι του. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, στο οποίο ο μοναχός Νικόλαος, στο τέλος της ζωής του, αναθυμιέται τα όσα έζησε όταν νεαρός στάλθηκε από τον δεσπότη του με αποστολή να εξιχνιάσει τα περίεργα που συνέβαιναν σ’ ένα δυσπρόσιτο θεσσαλικό χωριό, το οποίο φαίνονταν να το κυβερνούν όχι οι άντρες, που οι περισσότεροι άλλωστε έλειπαν ολοχρονίς από το χωριό, μαστόροι στα ξένα, αλλά οι γυναίκες, και ιδίως εννιά γυναίκες προικισμένες με μαγικές ικανότητες, οι ταρσές.

Ο Νικόλαος καταγράφει τις εντυπώσεις του σε ένα πολύ προσωπικό ιδίωμα, παρεμβάλλοντας και αρκετές ιδιωματικές λέξεις της περιοχής του Τυρνάβου. Ο συγγραφέας πολύ σωστά παραθέτει στο τέλος του βιβλίου γλωσσάρι, από το οποίο αντέγραψα τις περισσότερες λέξεις και τις παραθέτω εδώ.

Επειδή δεν προλαβαίνω, δεν σημειώνω ετυμολογικές και άλλες παρατηρήσεις. Ίσως σε σχόλια.

A

αγκίδα, η: πάρα πολύ μικρό και λεπτό κομμάτι ξύλου μυτερό σαν καρφίτσα, σκλήθρα [από το αρχαίο ακίς, γεν. της ακίδος — βελόνα] π.χ. Μπήκε μια αγκίδα στο νύχι μου. Χρησιμοποιεί­ται όμως σε εκφράσεις για να δείξει την ελάχιστη ποσότητα: βάλε μου μια αγκίδα τσίπουρο στο ποτήρι = βάλε πολύ λίγο.

αγκούσα, η: η στεναχώρια, το άγχος, ο πνιγμός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Γέεννα (του Ισίδωρου Ζουργού)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2018

Λογοτεχνικό θέμα ζητάει η ημέρα αλλά ακόμα μας κυνηγάει η κάπνα από την πυρκαγιά. Κάτι ανάλαφρο, που είχα διαλέξει από την περασμένη κιόλας Κυριακή, θα ήταν αταίριαστο -το μεταθέτω λοιπόν για την επόμενη Κυριακή και για σήμερα διαλέγω τη λογοτεχνική παρουσίαση μιας ιστορικής πυρκαγιάς, της πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 1917, όπως μας την αφηγείται ο Ισίδωρος Ζουργός στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Λίγες και μία νύχτες«.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ζουργός παρακολουθεί τη ζωή του Λευτέρη, ενός πανέξυπνου Θεσσαλονικιού, γεννημένου στα τέλη του 19ου αιώνα, που σημαδεύεται πολύ νέος από έναν αταίριαστο έρωτα. Η πυρκαγιά του 1917 τον βρίσκει να έχει μια υποτυπώδη επιχείρηση πρακτόρευσης εφημερίδων ενώ ταυτόχρονα είναι δεξί χέρι του ντονμέ Αλπερέν Μπέη αλλά κρυφά έχει δεσμό και με την κόρη του. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο παίζει φυσικά και η πόλη, η Θεσσαλονίκη, και ιδίως η οδός Εξοχών, η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας.

Ο Ζουργός αφιερώνει στην πυρκαγιά ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί Γέεννα. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος από το κεφάλαιο αυτό.

Γέεννα

Κυριακή 7 Αυγούστου 1917

Ο Θόδωρος, ο αμαξάς του Αλπερέν μπέη, δε θυμόταν να είχε δει τον Λευτέρη άλλη φορά σε τέτοιο χάλι. Κό­ντευε έξι το απόγευμα όταν πέρασε τη σιδερένια καγκελόπορτα και προχώρησε στον κήπο. Δε φορούσε σακάκι και το πουκάμισό του ήταν γεμάτο κάπνα και χώματα. Από το ένα του παπούτσι είχε φύγει το τακούνι κι αναγκαστικά στραβοπατούσε. 0 αμαξάς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει, ού­τε καν να τον καλησπερίσει. Ήταν φανερό ότι είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Άλλωστε ποιος είχε κοιμηθεί τέτοια νύχτα;

«Είναι μέσα ο μπέης;» τον ρώτησε καθώς έτριβε τα μάτια του που ήταν κόκκινα απ’ τους καπνούς και το ξενύχτι.

«Μέσα είναι, Λευτέρη. Τι θεομηνία είναι πάλι αυτή;»

Κούνησε μόνο το κεφάλι και προχώρησε. Χωρίς αμφιβο­λία θα του είπαν «Καλησπέρα» τα πεύκα και τα τριαντά­φυλλά του· σίγουρα θα περίμεναν ένα χάδι του καθώς περ­νούσε από μπροστά τους. Δεν τους μίλησε, παρά έριξε μια γρήγορη ματιά για να βεβαιωθεί ότι εκεί στη βίλα ο κόσμος παρέμενε ο ίδιος και δεν τον είχε μαυρίσει η κόλαση της φω­τιάς, που από χθες το μεσημέρι κατάπινε έναν έναν τους δρό­μους της πόλης, τα ξύλινα φτωχόσπιτα, τις αυλές, τα δέντρα, τα μέγαρα με τους κίονες και τις μετόπες… Ευτυχώς στον περίβολο της έπαυλης νικούσε ακόμη το πράσινο. Εκεί μαύ­ρο ήταν μόνο το λαντό, που το είχε έτοιμο ο Θόδωρος για κά­θε ενδεχόμενο, κι εκείνο το κομμάτι του ουρανού που έβλε­πε προς τη Δύση και το Λιμάνι, εκεί όπου ακόμη μαινόταν η μεγάλη πυρκαγιά.

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια χωρίς να σκουπίσει τα παπούτσια του και χτύπησε το ρόπτρο της λευκής εξώπορ­τας. Του άνοιξε η Μίρζα κι όχι η υπηρέτρια, γιατί ήταν οι ώρες τέτοιες που έμπαινε στο περιθώριο η κοινωνική εθιμο­τυπία.

«Είναι στο γραφείο και νομίζω σε περιμένει», του είπε χω­ρίς καν να τον καλησπερίσει.

«Ευχαριστώ», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του και προχώρησε στον διάδρομο.

«Λευτέρη!» άκουσε πάλι τη φωνή της και κοντοστάθηκε. «Ό,τι έχεις να του πεις, με τρόπο σε παρακαλώ. Δεν πλησία­σε στο κρεβάτι του από χθες».

Άκουσε τα βήματά της πίσω απ’ την πλάτη του.

«Θέλω να ’μαι κι εγώ μπροστά. Τι κι αν είμαι γυναίκα; Έχω νομίζω το δικαίωμα…»

Μια πνοή αέρα που κουβαλούσε η φωνή της του δρόσισε τον λαιμό.

«Κι εγώ σε θέλω εκεί μέσα», της είπε. «Ας ελπίσουμε να μην έχει αντίρρηση».

Η Μίρζα τον προσπέρασε αθόρυβα και στάθηκε στην πόρ­τα του γραφείου του. Χτύπησε και του έκανε νόημα να πε­ριμένει. Την είδε να μπαίνει και ν’ αφήνει πίσω της την πόρ­τα μισάνοιχτη. Προχώρησε προς το άνοιγμά της, κι από κει είδε το μισό γραφείο κι ένα κομμάτι απ’ τη βιβλιοθήκη του. Η φωνή της ακουγόταν καθαρά, αλλά δεν πολυκαταλάβαινε γιατί μιλούσαν τούρκικα ανάκατα με λαντίνο. Αυτό που σί­γουρα ήξερε ήταν πως τον ενοχλούσε πια να στέκεται πίσω από μισάνοιχτες πόρτες και να κρυφακούει. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »

Η πτώση του Παρισιού, μυθιστόρημα του Ηλία Έρενμπουργκ

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2018

Παλιομοδίτης όπως είμαι, οι αγαπημενοι μου συγγραφείς ειναι επίσης παλαιοί -ένας απ’ αυτους ο σοβιετικός Ηλίας Έρενμπουργκ, που αποσπάσματα απο τα απομνημονεύματά του και από άλλα έργα του έχω ξαναβάλει στο ιστολόγιο.

Περνώντας προσφατα από το βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής είδα ότι εκδόθηκε, σε δύο τόμους και συνολικά 720 σελίδες, το μυθιστόρημα «Η πτωση του Παρισιού» του Ερενμπουργκ. Το πήρα και το διάβασα σχεδόν απνευστί -το ένιωθα πως θα μου άρεσε και δεν έπεσα έξω. Είχε βγει και παλιά από άλλον εκδοτικό οίκο, όμως τούτη η έκδοση της Συγχρονης Εποχής πρέπει να είναι φετινή (αν κάνω λάθος, διορθώστε).

Στην Πτώση του Παρισιού, ο Έρενμπουργκ δινει μια τοιχογραφία της Γαλλίας από το 1936 και τις εκλογές που έφεραν τη νικη του Λαϊκού Μετώπου έως το 1940 και την είσοδο των Γερμανών στο Παρίσι μετά τη συνθηκολόγηση. Ο Έρενμπουργκ, με διαφορά ο πιο δυτικός από τους Σοβιετικούς συγγραφείς, περιγράφει πράγματα που τα έζησε από πρώτο χέρι, αφού εκείνην την περίοδο ζούσε στο Παρίσι ως ανταποκριτής σοβιετικών εφημερίδων (αν και ειχε περάσει αρκετους μήνες και στην Ισπανία ως πολεμικός ανταποκριτής στον εκεί εμφύλιο· άλλωστε και η Ισπανία φιγουράρει στο μυθιστόρημα). Καθώς διάβαζα το μυθιστόρημα, εδώ κι εκεί αναγνώριζα σκηνές και φράσεις που τις είχε επίσης περιγράψει και αναφέρει ο Έρενμπουργκ, αν και κάπως διαφορετικά, στα απομνημονεύματά του.

Ειναι παραδοσιακό μυθιστόρημα, όπου παρελαύνουν δεκάδες ήρωες, οι περισσότεροι απ’ αυτους ζωγραφισμένοι πολύ πετυχημένα. Ο ίδιος ο Έρενμπουργκ, κρίνοντας το έργο του, έγραψε ότι «ορισμενοι ήρωες μού φαίνονται ζωντανοί, με τρεις διαστάσεις, άλλοι επίπεδοι, κατάλληλοι για πλακάτ» και συνεχίζει λέγοντας ότι κακώς έκανε αψεγάδιαστους τους «καλούς» (τον κομμουνιστή εργάτη Μισό ή Μιχιό, θα πούμε μετά, ή τη Ντενίζ). Πέτυχε όμως πολύ καλά τους ενδιάμεσους, σαν τον έξυπνο και ευαίσθητο καπιταλιστή Ντεσέρ. Ίσως ο πιο καλοσχεδιασμένος χαρακτήρας να είναι ο πολιτικός Τεσά, βουλευτής του ριζοσπαστικού κόμματος, που ξεκινάει από βουλευτής του Λαϊκού Μετωπου και καταλήγει υπουργός του Πετέν -ο συγγραφέας περιγράφει με μεγάλη επιτυχία και πολύ πειστικά την αλυσίδα των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων.

Το βιβλίο έχει ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία δεν θα την πληροφορηθεί ο αναγνώστης της σπαρτιατικής έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής. Τη λέω σπαρτιατική, επειδή παρουσιάζει σκέτο το κείμενο: δεν έχει ούτε προλογο, ούτε μεταφραστικές ή άλλες υποσημειώσεις, ούτε επίμετρο, ούτε τίποτα, μόνο ένα σημείωμα στο οπισθόφυλλο, για το οποίο θα πω μετά. Βέβαια, το κείμενο αρκεί και αποζημιώνει τον αναγνώστη με το παραπάνω, παρά τα μεταφραστικά προβλήματα (βλ. παρακάτω). Αλλά στην εποχή μας, ο αναγνωστης θέλει και κάτι παραπάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, ΕΣΣΔ, Κριτική μεταφράσεων, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 180 Σχόλια »