Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μυθιστόρημα’ Category

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 12 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2022

Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δωδέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα περνάμε στο έβδομο κεφάλαιο.

ΕΦΤΑ

Η «ΠΕΤΡΙΑ»

Ο Δήμος, μετά την πίκρα εκείνου του τηλεφωνήματος είχε αποφασίσει να μην επικοινωνήσει ξανά με τη Βασιλική και, με τον άκαμπτο χαρακτήρα που είχε, θα τηρούσε την απόφασή του, άλλωστε και από εκείνη δεν είχε κανένα τηλεφώνημα ή άλλη είδηση. Τα σχέδιά του όμως τα ανέτρεψε η αιφνίδια επίσκεψη του Αντρέα και της Αναστασίας, που κουβαλήθηκαν απροειδοποίητα παραμονές των Χριστουγέννων. Χάρηκε πολύ που ανταμώθηκε με τους φίλους και κουμπάρους του και όταν εκείνοι του ανάγγειλαν πως ήρθαν με σκοπό να πάνε στον Άγιο Νεκτάριο και του πρότειναν να τους συνοδέψει, αμέσως ξέχασε την απόφασή του και δέχτηκε, με κάποιο καρδιοχτύπι είναι η αλήθεια, την πρότασή τους.

Πήγανε αυτή τη φορά με το δικό τους αμάξι, με το οποίο είχαν έρθει από τη Μακεδονία, γιατί τελικά ο Αντρέας, που ως τότε αποστρεφόταν την ιδέα να αποχτήσει και να οδηγεί αυτοκίνητο, πείσθηκε από την Αναστασία και πήρανε αμάξι, που μάθανε και οι δυο τους να το οδηγούν. Φτάσανε στην Αίγινα στις έντεκα το μεσημέρι και μόλις βγήκαν από το φέρυ μπωτ τράβηξαν κατευθείαν για το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Μονάχα αφού η Αναστασία προσκύνησε τον Άγιο και ξεθύμανε, αυτός τηλεφώνησε στην Έζμπα.

«Πώς θα σου φαινόταν η εισβολή απρόσκλητων στο ερημητήριό σου;» της λέει χωρίς άλλη εισαγωγή, όταν άκουσε τη φωνή της να λέει «Εμπρός».

«Πότε ήρθες;» του λέει χαρούμενη

«Πριν δύο ώρες. Και δεν είμαι μόνος μου, έχω μαζί τον Αντρέα και τη γυναίκα του».

«Μα είναι παντρεμένος ο πολυτάλαντος φίλος σου;»

«Τώρα ναι, εγώ τους κουμπάριασα. Πέρσι που σου κουβαληθήκαμε, ήταν ακόμα ελεύθερος. Μήπως βρίσκεσαι σε περίοδο δημιουργίας και σου γίνουμε βάρος;»

«Μπα όχι, βέβαια δε συνεχίζεται η προηγούμενη περίοδος τεμπελιάς, αλλά δεν έχω πέσει με τα μούτρα. Θέλω οπωσδήποτε να σε δω. Σας περιμένω να φάμε μαζί».

Τους υποδέχτηκε το ίδιο εγκάρδια, όπως την προηγούμενη φορά. Μόλις τον αντίκρισε, με μουστάκι και μακριά μαλλιά, τον κοίταξε για μια στιγμή λίγο έκπληκτη, αλλά με βλέμμα φανερά επιδοκιμαστικό. Κατόπιν τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Φιλιά αντάλλαξε όμως και με τον Αντρέα και με την Αναστασία. Με χαρά του ο Δήμος διαπίστωσε πως οι δυο γυναίκες ταίριασαν απόλυτα και μάλιστα η Αναστασία βοήθησε ενεργά τη Βασιλική στο κόψιμο της σαλάτας και το σερβίρισμα του φαγητού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 53 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 11 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η ενδέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Σε ένα ταξίδι στην Αίγινα ξαναβρίσκει την παλιά του αγάπη. Σήμερα τελειώνουμε το έκτο κεφάλαιο, και μαζί τελειώνει και η δικτατορία και περνάμε στη μεταπολίτευση.

Δεν είχε ακόμα ξεχαστεί η κάπως σκανδαλώδης αυτή συμπεριφορά του, όταν ήρθε η επέτειος της 21ης Απριλίου. Φυσικά είχαν περάσει οι παλιοί καιροί, που η επέτειος γιορταζόταν με κάποια έστω και υποτονική λαϊκή συμμετοχή, συνήθως υπό μορφή θεατών. Ελάχιστοι οπαδοί της Εθνοσωτηρίου είχαν πια απομείνει στην πόλη και όλα δείχνανε πως οι μέρες της Δικτατορίας ήταν μετρημένες. Οι εξελίξεις στην Κύπρο το επιβεβαίωναν. Η κήρυξη εκτός νόμου της ΕΟΚΑ Β΄, η επιστολή του Μακάριου στην ελληνική κυβέρνηση, όπου δήλωνε με λεβεντιά πως ήταν πρόεδρος ανεξάρτητου κράτους και όχι νομάρχης ελληνικής νομαρχίας, προκάλεσαν ενθουσιασμό στους Έλληνες, που όλοι τους τώρα πια άκουγαν ξένους σταθμούς, Ντόυτσε Βέλλε, Λονδίνο και Φωνή της Αλήθειας, για να μαθαίνουν τις ειδήσεις, αφού οι σταθμοί του ΕΙΡ και της ΥΕΝΕΔ είχαν περιπέσει σε πλήρη ανυποληψία.

Παρ΄ όλα αυτά ο Γυμνασιάρχης επέμενε να γιορταστεί στο σχολείο επισήμως η επέτειος και δήλωσε πως θα εκφωνούσε ο ίδιος τον πανηγυρικό. Όντως η τελετή έγινε και ήταν τελείως θλιβερή, ο δε λόγος του γελοιωδέστατος, πολύ περισσότερο που τον έκλεισε αναφωνώντας

«ζήτω η Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών»,

οπότε ο Δήμος δεν κρατήθηκε και συμπλήρωσε τη ζητωκραυγή φωναχτά,  με το ευφυολόγημα του Γεωργίου Παπανδρέου

«ορθοδόξων, καθολικώς διαμαρτυρομένων».

Ο Γυμνασιάρχης ακούγοντάς τον έμεινε άναυδος, πολλοί καθηγητές δεν ήξεραν τι να κάνουν, κάποιοι όμως δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα γέλια τους, δύο παριστάμενοι στην τελετή στρατιωτικοί αγρίεψαν, αλλά δεν έκαναν ούτε είπαν τίποτα, οι πιο πολλοί μαθητές, όμως έβαλαν τα γέλια και κάποιοι χειροκροτήσανε και μετά τη λήξη της τελετής τον περικύκλωσαν χαρούμενοι.

Αυτή τη φορά δεν του τη χαρίσανε. Ο Γυμνασιάρχης τον φώναξε στο γραφείο του και παρουσία του καθηγητικού συμβουλίου τον επέπληξε αυστηρά,  αλλά και τον απείλησε με «βαρείας συνεπείας», που δεν άργησαν. Φαίνεται πως του έκανε αναφορά, γιατί μέσα Μαΐου του ανακοίνωσε πως το Υπουργείο τον έθεσε σε διαθεσιμότητα για δύο χρόνια.

Δεν τον ένοιαξε καθόλου. Η Δικτατορία είχε φάει πια τα ψωμιά της. Αυτό το βλέπανε όλοι. Καθώς δεν τον κρατούσε τίποτα σ΄ αυτήν την απόμερη μικρή πόλη, εκτός από τη φιλία του Αντρέα και της Αναστασίας και την «επιδερμική» του σχέση με την Ντίνα, αποφάσισε να γυρίσει στην Αθήνα, για να παρακολουθήσει από πιο κοντά τις εξελίξεις, που προβλέπονταν ραγδαίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 128 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 10 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Σε ένα ταξίδι στην Αίγινα ξαναβρίσκει την παλιά του αγάπη. Σήμερα μπαίνουμε στο έκτο κεφάλαιο, όπου ο ήρωας επέστρεψε στη βάση του.

ΕΞΙ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Γυρνώντας στη βάση του, ο Δήμος συνέχισε την προηγούμενη ζωή του, το ίδιο ρεγουλαρισμένη, όπως και πριν. Ξυπνούσε την κανονική του ώρα, ετοίμαζε το πρωινό του με την ίδια πάντα σχολαστική ακρίβεια, ξυριζότανε με επιμέλεια, ντυνότανε και στις οχτώ παρά τέταρτο, ακριβώς, βρισκόταν στο Γυμνάσιο. Δίδασκε ως τις δύο, το μεσημέρι, έτρωγε στη «Φωλιά», γύριζε στις τρεις στο σπίτι, έπαιρνε τον απογευματινό του υπνάκο και έπινε τον καφέ του με την Ντίνα στις πέντε. Κατόπιν πήγαινε στο καφενείο, κάπου κάπου στο σινεμά και στις δέκα και μισή γυρνούσε στο σπίτι

Αλλά αυτό ήταν κάτι το επιφανειακό. Έτσι παρουσιαζόταν στους άλλους. Μέσα του όλα είχαν αλλάξει ριζικά, η μόνη όμως μεταβολή στις συνήθειές του, που θα μπορούσαν να επισημάνουν τρίτοι, ήταν πως σταμάτησε τους καθιερωμένους περίπατους στο δασάκι ή την παραλία. Κατάργησε τις περιπατητικές ονειροπολήσεις του, γιατί το πήρε απόφαση πως ο ονειρικός εαυτός του πέθανε οριστικά και αφού απαρνήθηκε τη διέξοδο της φυγής με την ονειροπόληση, αποφάσισε να βρει κάποιαν άλλη παρηγοριά.  Έπρεπε να γεμίσει τη ζωή του με κάτι πιο ουσιαστικό από τις ψευδαισθήσεις των ονειροπολήσεων. Η Έζμπα είχε βρει το σωστό δρόμο. Η τέχνη της, γέμιζε τη ζωή της.

Αποφάσισε να καταπιαστεί με το γράψιμο. Θυμήθηκε τις καταγραφές των ονειροπολήσεών του, που σε μια περίοδο ζήλου και έξαρσης είχε ταξινομήσει σε κατηγορίες. Ξεπερνούσαν τις διακόσιες σελίδες γραφομηχανής και ξεφυλλίζοντάς τις βρήκε πως αποτελούσαν πρώτης τάξεως υλικό, για να γράψει τουλάχιστον τρεις νουβέλες ή και μυθιστόρημα ολόκληρο. Με κάποια ικανοποίηση διαπίστωσε πως τα φανταστικά πρόσωπα με τα οποία πλαισίωσε αυτόν τον δεύτερο, ονειρικό, Δήμο, είχαν δυνατότητες να γίνουν αληθοφανείς προσωπικότητες, το καθένα με δικιά του υπόσταση και χαρακτηριστικά.

Δεν ήταν μόνο ο ταβερνιάρης ο Φίλιππας και οι θαμώνες του. Ήταν και οι άλλοι, που πλαισίωναν την άλλη, την  ονειρική δραστηριότητα του δεύτερου Δήμου, με τη συντροφιά των οποίων έκανε μακρινά ταξίδια στα πέρατα του κόσμου και που ήταν, οι περισσότεροι, ξένοι με διασυνδέσεις που έφταναν ως τις Ερυθρές Ταξιαρχίες της Ιταλίας και τη ΡΑΦ της Γερμανίας. Αποφάσισε, για την ώρα, να ασχοληθεί μόνο με τους ντόπιους. Τους ξένους χαρακτήρες, τους κράτησε σε εφεδρεία για δεύτερο ενδεχομένως βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 110 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 9 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η ένατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Ξανασμίγουν. Σήμερα ολοκληρώνουμε το πέμπτο κεφάλαιο, με την επιστροφή.

Στο σημερινό απόσπασμα, οι δυο φίλοι συζητούν για διάφορα και απαγγέλλουν -μεταξύ άλλων, το ποίημα Ψαροφιλοσοφία του Ρούπερτ Μπρουκ. Αυτό το ποίημα το θυμάμαι να το απαγγέλλει ο πατέρας μου. Αν δείτε το πρωτότυπο (με τίτλο Heaven) θα διαπιστώσετε ότι η ελληνική μετάφραση παίρνει πολλές ελευθερίες. Ωστόσο, δεν γίνεται αναφορά σε όνομα μεταφραστή και είναι κρίμα. Δεν μπόρεσα όμως να βρω τίποτα σχετικό (και, εκτός αυτού, ίσως λείπει κάποιος στίχος από την παρατιθέμενη μετάφραση).

Παραμονή των Φώτων φύγανε. Αποχαιρετώντας τον, τον φίλησε πολλές φορές δακρυσμένη. Με μεγάλη εγκαρδιότητα χαιρέτησε και τον Αντρέα.

Μέσα στο πλοίο, που τους έφερε στον Πειραιά, ο Δήμος δεν είπε κουβέντα, αλλά και στη διαδρομή ως τις Θερμοπύλες, όπου σταμάτησαν για φαγητό, στην ίδια ταβέρνα, εξακολούθησε να οδηγεί αμίλητος, αφήνοντας τον Αντρέα να φλυαρεί, εκθέτοντας τις εντυπώσεις του από το ταξίδι.

«Όπως θα ξέρεις εγώ είμαι βουνίσιος και τι βουνίσιος, από ένα μέρος χωμένο μέσα σε μια κοιλάδα, ανάμεσα σε δυο πανύψηλα βουνά, που ήλιος δεν το βλέπει, αφού, να σκεφτείς, το λένε Σκοτίνα. Ούτε βλέπεις από κει θάλασσα. Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί και πήγαμε με το τραίνο στη Θεσσαλονίκη, σα βγήκαμε από τα Τέμπη και στον Πλαταμώνα είδαμε τη θάλασσα, μια γριά από το χωριό μας, που φαίνεται πως την έβλεπε για πρώτη φορά, φώναξε με πραγματική κατάπληξη: «Πω πω νερό!» Γι΄ αυτό ίσως η θάλασσα με συνεπαίρνει και τα νησιά με τρελαίνουν. Να σκεφτείς πως τους τελευταίους μήνες της Κατοχής και καθώς είχα βγει στο βουνό, πέρασα στο ΕΛΑΝ, στην 5η μοίρα της Χαλκιδικής. Τότε γύρισα όλα τα νησιά του βόρειου Αιγαίου και μερικά Κυκλαδονήσια. Σε ένα μάλιστα, στον Άη Στράτη πήγα δυο φορές, την πρώτη με το ΕΛΑΝ και τη δεύτερη σα με στείλανε εκεί εξορία. Με την Αίγινα πάντως ειλικρινά ενθουσιάστηκα. Λέω να ξανάρθω, με την Αναστασία αυτή τη φορά.  Το δέλεαρ της επίσκεψης στον Άγιο Νεκτάριο θα είναι ισχυρό» δήλωσε.

Την ώρα που τρώγανε  τον ρώτησε, με κάποιο πονηρό χαμόγελο.

«Όπως διαπίστωσα, όχι ιδίοις όμμασιν αλλά ιδίοις ωσίν, γιατί, εδώ που τα λέμε κάνατε αρκετή φασαρία, όλες τις νύχτες πλαγιάζατε μαζί. Σε ζήλεψα μάλιστα λιγάκι, γιατί η Βασιλική είναι πολύ όμορφη γυναίκα. Μήπως αυτό προοιωνίζει την επανασυγκόλλησή σας; Της έκανες την πρόταση για την οποία μου μίλησες;»

Ο Δήμος του μετέφερε την κουβέντα τους και την ουσιαστική απόρριψη της πρότασής του.

«Όπως βλέπεις δεν έγινε τίποτα. Θέλει να είναι τελείως ελεύθερη. Άλλωστε, όπως το διαπίστωσες και συ, έχει δημιουργήσει τον δικό της κύκλο και φαίνεται να την ικανοποιεί η ζωή που κάνει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ερωτικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 8 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Ξανασμίγουν. Σήμερα περνάμε στο πέμπτο κεφάλαιο.

ΠΕΝΤΕ

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Την εβδομάδα, μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ο Δήμος και η Βασιλική έδειξαν στον Αντρέα ολόκληρο το νησί. Πήγανε στην Αφαία και την Αγιά Μαρίνα, διασχίσανε την κεντρική αρτηρία του νησιού και από τον Κοντό κατεβήκαν στη Σουβάλα, περνώντας μπροστά από το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, χωρίς όμως να μπούνε μέσα. Αντίθετα αφιέρωσαν ολόκληρο πρωινό για να επισκεφθούν την Παλιαχώρα. Ακόμα και στο Ελλάνιον Όρος ανέβηκαν και απόλαυσαν το πανόραμα ολόκληρου του νησιού.

Δε χρησιμοποιούσαν πάντα το αυτοκίνητό του. Ένα πρωί ξεκίνησαν οι δυο τους, χωρίς τη Βασιλική, από την Παχιά Ράχη και διασχίσανε τον ελαιώνα φτάνοντας ως τη θάλασσα. Στην τρίωρη σχεδόν πεζοπορία τους, ο Δήμος νιώθοντας μεγάλην ευεξία φλυαρούσε συνεχώς και ο Αντρέας τον άκουγε ευχαριστημένος βλέποντας τον φίλο του χαρούμενο. Στην αρχή μιλούσαν για το νησί τους κατοίκους του και την ιστορία του. Την κουβέντα την ξεκίνησε ο Αντρέας που ήθελε να μάθει σχετικά.

«Ξέρω πως στα νησιά του Αργοσαρωνικού, στις κοντινές περιοχές της Πελοποννήσου αλλά και στην Αττική είχαν εγκατασταθεί τον 13ο αιώνα χιλιάδες Αλβανοί. Αυτό ισχύει και για την Αίγινα;»

«Οι πούροι Αιγινήτες δεν το παραδέχονται αλλά τα ονόματα, δηλαδή τα επώνυμα τους, επιμένουν στην παρουσία Αλβανών ή Αρβανιτών στο νησί».

«Ξέρεις κάποιοι ελληνοκεντριστές ή ελληνόψυχοι ή όπως αλλιώς λέγονται, σαν το φίλο μας τον Κολιάτσο, καληώρα, ισχυρίζονται πως άλλο Αρβανίτες κι άλλο Αλβανοί, με το επιχείρημα πως οι Αλβανοί στη γλώσσα τους αυτοονομάζονται Σκιπετάροι…»

«Ναι αλλά η παλαιότερη, η μεσαιωνική  ονομασία τους ήταν Αρμπαρέζε. Άλλωστε ο Παπαδιαμάντης, στα αθηναϊκά διηγήματά του αναφερόμενος σε κάποιον Αρβανίτη των Μεσογείων τον λέει Αλβανό»

«Μα και ο Βυζάντιος στη Βαβυλωνία, μιλώντας για τον καυγά του Κρητικού με τον Αρβανίτη, βάζει τον Λογιώτατο να λέει: Ο Κρης μετά του Αλβανού εμαχεσάτην».

«Οι Αιγινήτες πάντως καταφρονούσαν τους Αγγιστριώτες, που παλιά μιλούσαν αποκλειστικά αρβανίτικα, ως κατώτερους. Αν πιστέψουμε δε τον Λίσβα, η διαμάχη των δυο νησιών οφειλόταν στην κλοπή μιας γαϊδάρας».

«Τι λες τώρα;» απόρησε ο Αντρέας

«Αν τον είχες γνωρίσει αυτόν τον Λίσβα θα σου άρεσε πολύ. Κατά κάποιον τρόπο σού ΄μοιαζε. Ήταν άνθρωπος του κρασιού και της παρέας. Δεν ήταν Αιγινήτης, ξενοκαρφίτης ήταν…».

«Πώς τον είπες;» απόρησε ο Αντρέας.

«Ξενοκαρφίτη. Έτσι λένε εδώ, υποτιμητικά, τους μέτοικους. Αυτός λοιπόν ο Λίσβας δημοσίευσε, στη δεκαετία του ΄20 μου φαίνεται, τη «Γαρουφιάδα», έμμετρη παρωδία της Ιλιάδας, πολύ έξυπνη και πολύ ευρηματική, που αναφερόταν στην κλοπή, απαγωγή τη λέει, μιας πολύ όμορφης γαϊδάρας, της Γαρούφως, από την Πέρδικα, που διέπραξαν κάτι Αγγιστριώτες, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στα δυο νησιά. Θα ψάξω στα βιβλιοπωλεία της πόλης να τη βρω και θα σου τη δώσω. Θα σ΄ αρέσει. Μέχρι και των «νηών κατάλογο», προσαρμοσμένον φυσικά στην ιστορία του, έχει, στους δε διαλόγους των αντιμαχομένων βάζει τους Αγγιστριώτες να μιλάνε αρβανίτικα».

Για λίγην ώρα πάψανε να μιλάνε. Συνέχισαν να διασχίζουν τον ελαιώνα, βυθισμένοι στις σκέψεις τους ο καθένας. Ο Αντρέας ήταν φανερό πως είχε επηρεαστεί  από το θαυμάσιο τοπίο, γιατί έγινε πολύ εκδηλωτικός και κάπως λυρικός.

«Τι τα θες, βρε Δήμο, η γυναικεία συντροφιά είναι μεγάλο πράμα. Είναι η γλύκα της ζωής. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι όταν σε βλέπω με τη Βασιλική. Την αγαπάς πολύ, έ;»

«Όπως σου είπα και προχτές είναι η μόνη μου αγάπη. Δεν αγάπησα άλλη γυναίκα και δεν πιστεύω πως θα αγαπήσω άλλη στο μέλλον. Εκείνη όμως βλέπει τη ζωή διαφορετικά και αυτό είναι το πρόβλημα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ερωτικά, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 127 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 7 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Σήμερα ολοκληρώνουμε το τέταρτο κεφάλαιο.
(Και κάτι άσχετο: Χτες συμπληρώθηκαν τα δυο χρόνια από τον θάνατο του Περικλή Κοροβέση. Συστήνω αυτό το ντοκιμαντέρ του φίλου Μιχάλη Αναστασίου). 

Το βράδυ, καθώς τα πίνανε σ΄ένα ουζερί της παραλίας, ο Αντρέας τον ρώτησε.

«Αν θες, μη μου απαντήσεις, αλλά όπως κατάλαβα, η Βασιλική δεν είναι απλώς μια παλιά σου φίλη».

«Σωστά το κατάλαβες. Είναι η πρώτη, η μόνη και η μεγάλη μου αγάπη».

Αυτά τα είπε με έναν τόνο τέτοιου πάθους στη φωνή του, που ο φίλος του, ακούγοντας τον, τον κοίταξε προσεχτικά. Φαίνεται πως δεν περίμενε παρόμοια ένταση από τον φλεγματικό Φιλέα Φονγκ που ήξερε. Δεν έκανε όμως κανένα σχόλιο.

Ο Δήμος, με την ενθάρρυνση του ούζου που πίνανε, αποφάσισε να του τα πει όλα. Ξεκίνησε από την παρέα του στη Νέα Σμύρνη, τη φιλία του με τον Αλέκο και τον Κώστα, την οργάνωσή τους στην ΕΠΟΝ, τους κατοπινούς κατατρεγμούς και κατέληξε στο πώς γνωρίστηκαν σε εκείνο το πάρτι της Κατερίνας. Βλέποντας πως ο Αντρέας τον άκουγε με μεγάλη προσοχή, πήρε θάρρος και συνέχισε για το πώς τα φτιάξανε με την Έζμπα, τη φλογερή περίοδο των πρώτων ερώτων τους, τη συμβίωσή τους επί πέντε χρόνια και για την κακορίζικη εκδρομή στην Αίγινα, που κατάληξε στο χωρισμό τους.

Η διήγηση του ήταν μια εκ βαθέων εξομολόγηση, που δεν την είχε κάνει ποτέ ως τότε σε κανέναν. Ο Αντρέας τον άκουγε φανερά συγκινημένος και χωρίς καμιά πειραχτική παρατήρηση ή σχόλιο, από αυτά που συνήθιζε κι αυτό του έκανε καλό.

Όταν κάποτε σταμάτησε να μιλά ο Αντρέας τον ρώτησε:

«Για να καταλάβω, χωρίσατε, όχι γιατί μπήκανε τρίτα πρόσωπα ανάμεσά σας, ούτε για οικονομικούς λόγους, αλλά για ασυμφωνία χαρακτήρων, που λένε στα διαζύγια. Δε σου πήγαινε η κάπως ακατάστατη ζωή του καλλιτέχνη που έκανε και η θέλησή της να είναι απολύτως ανεξάρτητη;»

«Ακριβώς, όπως το λες. Όλον τον καιρό που ζήσαμε μαζί στην Ηλιούπολη, αυτή η μποέμικη νοοτροπία της με ενοχλούσε πολύ».

«Α, ρε Φιλέα Φονγκ, δεν έχεις καταλάβει πως αυτή η ανεμελιά είναι το αλάτι της ζωής;»

«Μα και η επιμονή της να είναι απολύτως ανεξάρτητη με ενοχλούσε. Καμιά φορά έδειχνε να με υποτιμά ή να μην με λογαριάζει».

«Κατά τα λοιπά είσαι αριστερός και εκ πεποιθήσεως οπαδός της ισότητας των δύο φύλων» τον πείραξε.

Ο Δήμος δεν απάντησε. Τι να πει; Δίκιο είχε. Εκείνος όμως πήρε ένα σοβαρό ύφος, που σπανίως εμφάνιζε.

«Δε μ΄ αρέσει να δίνω συμβουλές στους άλλους. Δε θεωρώ άλλωστε πως εγώ αποτελώ παράδειγμα προς μίμησιν, αλλά νομίζω πως σου παρουσιάζεται η ευκαιρία να τα ξαναφτιάξετε. Ρε μπαγάσα, σου ανοίγονται λαμπρές προοπτικές: μια σπουδαία γυναίκα, να ζήσεις μαζί της, ένας όμορφος τόπος, να μετατεθείς εδώ και ένα καταπληκτικό σπίτι, να κατοικήσεις. Σε ζηλεύω».

«Αυτό που λες μου δίνει μεγάλο θάρρος. Λες να δεχτεί να τα ξαναφτιάξουμε;»

«Τράβα μπρος και μη φοβάσαι» του λέει εκείνος γελώντας.

Όλη τη νύχτα δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Σκεφτόταν συνεχώς τι θα της έλεγε την επομένη και πώς εκείνη θα αντιμετώπιζε την πρότασή του να παντρευτούν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 130 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 6 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα για να βρει την παλιά του αγάπη. Σήμερα μπαίνουμε στο τέταρτο κεφάλαιο.

ΤΕΣΣΕΡΑ

ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ

Την άλλη μέρα ο Δήμος ανάλαβε να ξεναγήσει τον φίλο του στην πόλη. Πρώτα περπατήσανε στο λιμάνι, κάνοντας το γύρο του, από τον ένα λιμενοβραχίονα ως τον άλλον. Ο Αντρέας γοητεύθηκε από τον Αη Νικόλα τον Θαλασσινό!

«Ωραιότερο στολίδι για τον τόπο δε θα μπορούσε να βρεθεί» σχολίασε    παρατηρώντας πολλήν ώρα το πάλλευκο εκκλησάκι.

«Τι τα θες, οι παλιοί είχαν έμφυτη μέσα τους την καλαισθησία» συμπέρανε.

Κατόπιν προχώρησαν προς την Κολώνα, τον αρχαιολογικό χώρο στα βόρεια του λιμανιού και ανηφορίζοντας φτάσανε στο εξοχικό σπίτι του Δήμου, που σφιχτοκάρδιασε βλέποντάς το θλιβερό και εγκαταλειμμένο, με τα παντζούρια του σκεβρωμένα, τους σοβάδες πεσμένους και την πόρτα του χορταριασμένη. Βέβαια είχε δέκα χρόνια να έρθει, από το ΄63 που χώρισαν με τη Βασιλική. Οι γονιοί του όμως, που είχαν αγαπήσει και το σπίτι και τον τόπο, έρχονταν κάθε καλοκαίρι και μένανε δυο και τρεις μήνες. Είχαν γνωριστεί με πολύν κόσμο και είχαν δημιουργήσει έναν κύκλο από εκλεκτούς ανθρώπους, ντόπιους και μέτοικους. Ο ίδιος, μετά τον χωρισμό του από την Έζμπα δεν ξανάρθε ποτέ και από το ΄69 που τους έχασε, μέσα σε λίγους μήνες και τους δύο, το σπίτι έμενε, για πέντε σχεδόν χρόνια, κλειστό και ασυντήρητο.

Ο Αντρέας όμως βλέποντάς το από τον δρόμο, εντυπωσιάστηκε και ζήτησε να το περιεργαστεί καλύτερα. Με βαριά καρδιά ο Δήμος τού ΄κανε το χατίρι. Μπήκανε στον κήπο, όταν όμως, ύστερα από μεγάλο κόπο, γιατί η κλειδαριά είχε σκουριάσει, άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού δεν τον ακολούθησε μέσα. Στάθηκε μπροστά στα χορταριασμένα σκαλοπάτια και αμέσως τον κύκλωσαν φαντάσματα από τα περασμένα. Είδε τον πατέρα του και τη μάνα του να κάθονται στη βεράντα, όπως το συνήθιζαν και να κουβεντιάζουν, αγναντεύοντας τη θάλασσα. Άκουσε τα γέλια και τις φωνές της  Βασιλικής, που κατέβαινε τρέχοντας με τις αδελφές της τις ξύλινες σκάλες από το πάνω πάτωμα στο ισόγειο. Ένοιωσε να τρίβεται στα πόδια του η κατάμαυρη γάτα τους, που ο πατέρας του, χωρατεύοντας, την είχε βαφτίσει Χιονάτη. Θυμήθηκε ακόμα τις τρυφερές στιγμές τους, τότε που καταφεύγανε με το κορίτσι του για να κάνουν έρωτα, όταν λείπανε οι δικοί του. Πού να έμπαινε και μέσα. Άλλωστε κι ο φίλος του, αφού έκανε λίγα βήματα στο χωλ, βγήκε αμέσως, καθώς ήταν θεοσκότεινα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 45 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 5 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Η σημερινή συνέχεια είναι το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Είναι κάπως μεγάλη, αλλά δεν βρήκα λογικό σημείο να την κόψω στα δύο.

ΤΡΙΑ

Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΡΕΜΑΛΙΩΝ

Από εκείνο το βράδυ, που την είδε στα επίκαιρα, η ζωή του αναστατώθηκε. Δεν εξαφανίστηκε μόνο η γαλήνια και προγραμματισμένη ρουτίνα της, όπως χάνεται ο αρυτίδωτος επίπεδος καθρέφτης των νερών μιας λιμνούλας, στην οποία έπεσε μια πέτρα, εξαφανίστηκε κάτι βαθύτερο και πολύ πιο σημαντικό: κατέρρευσε το πιο μύχιο και πολύτιμο απακούμπι του, ο κρυφός εσωτερικός κόσμος του, που τόσα χρόνια έχτιζε μεθοδικά. Από αυτή τη νύχτα, όλα τέλειωσαν. Οι καθημερινές μοναχικές πεζοπορίες του στην ακρογιαλιά ή το δασάκι σταμάτησαν. Οι ονειροπολήσεις, που τις συνόδευαν, έπαψαν, γιατί δεν του έδιναν την παλιά του γαλήνη.

Δεν ήταν όμως μόνον ο ριψοκίνδυνος τυχοδιώκτης που προσγειώθηκε ανώμαλα στην γκρίζα πραγματικότητα Άλλαξε συμπεριφορά και ο μεθοδικός, ευσυνείδητος και μετρημένος καθηγητής. Πήγαινε βέβαια πάντα στην ώρα του στο Γυμνάσιο και δεν άλλαξε σε τίποτα τη διδασκαλία του. Μόνο που παραμελούσε την εμφάνισή του, απουσίασε «αδικαιολογήτως» από δυο συνάξεις των ρεμαλιών, δεν ήταν το ίδιο τακτικός στο πέρασμα του από το «Πανελλήνιο» και μερικές φορές έφαγε για μεσημέρι στο άλλο εστιατόριο της κωμόπολης. Οι αλλαγές αυτές έγιναν σύντομα αντιληπτές σε μερικούς από τους πιο στενούς γνώριμούς του και πρώτον, φυσικά, τον παρατηρητικόν Αντρέα.

«Τι συμβαίνει με σένα, βρε Δήμο; Δε μου θυμίζεις πια τον Φιλέα Φονγκ» του είπε μια φορά. Αυτός ήταν που τον παρομοίαζε για τη μεθοδικά ρεγουλαρισμένη ζωή του με τον ήρωα του Ιουλίου Βερν στον «Γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες».

Για βδομάδες δε σκεφτόταν τίποτ΄ άλλο. Η Έζμπα, που τη θύμησή της είχε απωθήσει στα βάθη του υποσυνείδητού του, βγήκε στην επιφάνεια και κυριάρχησε στις σκέψεις του. Γιατί υπήρχε, ζούσε χωρίς αυτόν και μάλιστα διέπρεπε σαν ζωγράφος. Θυμήθηκε πως μία από τις σοβαρότερες αιτίες προστριβών τους ήταν η ολιγωρία που έδειχνε συχνά εκείνος, σε ό,τι αφορούσε τη ζωγραφική της. Εύρισκε τη θεματολογία της εξεζητημένη και την τεχνοτροπία της πολύ τολμηρή. Ουσιαστικά ήταν εναλλαγή χρωμάτων και ακαθόριστων μορφών, που έπρεπε να μαντέψεις ή καλύτερα να φανταστείς, τι μπορούσαν να εικονίζουν.

Εκείνη στην αρχή έδειχνε πως πικραινόταν, μια φορά μάλιστα θύμωσε, όταν εκείνος για να την πειράξει, κρέμασε έναν πίνακά της ανάποδα, με τον ισχυρισμό πως έτσι κι αλλιώς δεν είχε σημασία. Μολονότι και οι δυο είχαν το αίσθημα του χιούμορ κι αυτό απέτρεπε συχνά τους καυγάδες τους, αυτή τη φορά εκείνη δεν είδε την αστεία πλευρά και μάλωσαν. Από τότε δεχόταν τις παρατηρήσεις του με ειρωνεία και στο τέλος τις απέρριπτε χωρίς να δέχεται καμιά συζήτηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 94 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 4 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 2 Μαρτίου, 2022

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη -αλλά σήμερα είχαμε μετάθεση λόγω Μηνολογίου. Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ωστόσο, και στη σημερινή συνέχεια, με την οποία ολοκληρώνεται το δεύτερο κεφάλαιο, έχουμε αναδρομή σε παλιότερα γεγονότα. Μια αναδρομή που ίσως φαντάζει εκτός τόπου ενω μαινεται ο πόλεμος λίγο πιο πέρα -ίσως όμως και όχι. Οι προσεκτικοί αναγνώστες θα αντιληφθούν ότι στην αφήγηση υπάρχει ένας αναχρονισμός.

Όλα αυτά τέλειωσαν οριστικά και τελεσίδικα, μετά την ερωτική νύχτα που πέρασε με την Έζμπα. Οι προηγούμενες ερωτικές εμπειρίες του χάθηκαν, σα να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ήταν σα να τη γνώρισε παρθένος. Πραγματικά ξαναγεννήθηκε ερωτικά. Ένα πρωτόγνωρο μεθυστικό συναίσθημα τον κατακυρίευσε ως το μεδούλι. Τα ερωτικά τους σμιξίματα, έστω και αν γίνονταν με προβληματικόν τρόπο και καρδιοχτύπια, στα σπίτια τους όταν λείπανε οι δικοί τους ή στις εκδρομές τους, στις κοντινές εξοχές και ακρογιαλιές, ήταν μαγευτικά.

Όταν συνειδητοποίησε πως την αγαπούσε και πως κι εκείνη ανταποκρινόταν το ίδιο, άρχισε να κάνει σχέδια για το κοινό τους μέλλον. Για τον ίδιο δεν υπήρχε άλλη προοπτική από τον γάμο. Θα παντρεύονταν, θα κάνανε παιδιά, θα ζούσανε μαζί για όλη τους τη ζωή. Δε μπορούσε να σκεφτεί καμιάν άλλην εξέλιξη. Όταν διορίστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση και εκείνη είχε ήδη αποφοιτήσει από τη Σχολή Καλών Τεχνών, νόμισε πως ήταν πια έτοιμοι. Πόσο μάλιστα, που ξαφνικά του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος ενός μηνός. Τότε πίστεψε πως έφτασε η ώρα να της το πει. Ξαφνιάστηκε πολύ όταν εκείνη αρνήθηκε.

«Καλά δεν περνάμε;»

του είπε σαν της μίλησε για μια τέτοια προοπτική και συνέχισε κοιτάζοντας τον τρυφερά και κρατώντας τα χέρια του

«Σ΄ αγαπώ, μ΄ αγαπάς, κάνουμε όμορφη παρέα και ακόμα ομορφότερον έρωτα. Τι περισσότερο θα μας δώσει μια τελετή σε μιαν εκκλησιά;»

«Και το παιδί;»

«Αγάπη μου, δεν είμαι ακόμα έτοιμη να κάνω παιδιά. Θα βρούμε τρόπο να απαλλαγούμε από μιαν ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Αυτό άστο σε μένα»

Δεν το περίμενε, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν δικαίωμά της. Το σώμα της ήταν δικό της. Το πίστευε αυτό, αλλά παρ΄ όλα αυτά πικράθηκε. Πολύ θα ήθελε να κάνανε όχι ένα αλλά πολλά παιδιά. Αγαπούσε τα παιδάκια και πολύ θα ήθελε να είχε δικά του.

Όσο για το θρησκευτικό γάμο δεν τον πολυένοιαξε. Από τότε που τη γνώρισε ήξερε πως δεν ήταν θρησκευόμενη. Κι ο ίδιος άλλωστε, από έφηβος είχε ξεκόψει από τη θρησκεία. Ο Χριστιανισμός δεν του έλεγε πια τίποτα.  Μέσα του όμως πειράχτηκε. Τον ενόχλησε η προοπτική να ζήσουν αστεφάνωτοι κι αυτό (το ότι ενοχλήθηκε), τον παραξένεψε πολύ, γιατί πίστευε πως ήταν απαλλαγμένος από προκαταλήψεις και μάλιστα προκαταλήψεις με θρησκευτικό υπόβαθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 102 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 3 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2022

Εδώ και ένα μήνα άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, εκτός απροόπτου. Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ωστόσο, στη σημερινή συνέχεια, με την οποία μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο, έχουμε αναδρομή σε παλιότερα γεγονότα. Μια αναδρομή που θα ταίριαζε να δημοσιευτεί και χτες.

ΔΥΟ

ΜΙΑ ΦΛΟΓΕΡΗ ΑΓΑΠΗ

…… Άσπρα μανιασμένα κύματα γέμιζαν τη θάλασσα….

Θυμήθηκε μιαν ανάλογη νύχτα, με δυνατόν άνεμο και ψηλά κύματα, χωρίς όμως βροχή, που περπατούσε στην παραλία, δίπλα στη θάλασσα. Μόνο που δεν ήταν Νοέμβρης, αλλά Απρίλης, δεν ήταν σ΄ αυτό το απόμερο μέρος, αλλά στο νησί της και το κυριότερο δεν ήταν μόνος κι έρημος, αλλά  με εκείνη δίπλα του, να περπατάνε αγκαλιασμένοι, αψηφώντας τον αγέρα και τα κύματα που καβαλούσαν το μουράγιο. Η θύμηση αυτή τον αναστάτωσε ακόμα πιο πολύ, καθώς ήρθαν άλλες εικόνες στο νου του. Θυμήθηκε το κορμί της και τα σμιξίματά τους. Θυμήθηκε πώς γνωρίστηκαν.

…………………………………………………………………………………

Ήταν σ΄ένα πάρτι στης παλιάς και καλής του φίλης, της Κατερίνας, στο Μαρούσι, όπου όμως είχε πάει απρογραμμάτιστα. Όταν, την προηγουμένη, τον κάλεσε, της είχε πει πως είχε κάποιες δουλειές να τελειώσει και δε θα μπορούσε να πάει. Ήρθαν όμως από το σπίτι του και τον πήραν, σχεδόν με το ζόρι, ο Κώστας κι ο Αλέκος.  Ήταν η εποχή που οι τρεις τους ήταν αχώριστοι. Αποτελούσαν μια θορυβώδη και εύθυμη τριάδα, που κυριαρχούσε στην υπόλοιπη παρέα με το κέφι και τη ζωντάνια της και η παρουσία τους στα γλέντια και τα πάρτι ήταν εγγύηση για την επιτυχία τους. Οι άλλοι της παρέας τους φώναζαν «οι τρεις καμπαλέρος», από ένα τραγουδάκι της μόδας τότε.

Στης Κατερίνας ήταν μαζεμένοι πολλοί, οι περισσότεροι της ηλικίας του και γνωστοί, αλλά και αρκετά όμορφα κορίτσια, νεώτερά τους. Συνομήλικες τους κοπέλες δεν υπήρχαν. Η ζωή τούς είχε χωρίσει. Μετά την έντονη και αισιόδοξα ασυλλόγιστη δραστηριότητά τους τότε που, επί Κατοχής ακόμα, πήγαιναν στο Γυμνάσιο, οι μετακατοχικές περιπέτειες επηρέασαν διαφορετικά τον καθένα τους και την καθεμιά τους. Τα πράγματα εξελίχτηκαν τελείως αντίθετα από τις προσδοκίες τους. Για λίγον καιρό διατηρήθηκε μια μεσοβέζικη κατάσταση. Παρά την ύπαρξη του αντάρτικου και τη δικαστική απαγόρευση της ΕΠΟΝ, το ΕΑΜ και το Κόμμα ήταν νόμιμα και ο “Ριζοσπάστης”, η “Ελεύθερη Ελλάδα” και ο “Ρίζος της Δευτέρας” κυκλοφορούσαν κανονικά. Ο “Ριζοσπάστης” μάλιστα ήταν πρώτος σε κυκλοφορία από όλες τις πρωινές εφημερίδες. Οι “Δημοκρατικοί Σύλλογοι”, δημιούργημα του αντιμοναρχικού αγώνα της περασμένης χρονιάς, είχαν ακόμα τη δυνατότητα να κάνουν τεράστιες συγκεντρώσεις.

Ύστερα έγιναν οι ομαδικές συλλήψεις, επί υπουργίας Ζέρβα, τα έκτακτα μέτρα επεκτάθηκαν και στην πρωτεύουσα και τότε άρχισαν τα δύσκολα. Οι περισσότεροι, όπως κι αυτός, συμμαζεύτηκαν, διατηρώντας τις πεποιθήσεις τους αποκλειστικά για τον εαυτό τους. Λιγότεροι αποδείχτηκαν πιο ρεαλιστές κι αλλάξαν θεωρίες και ακόμα πιο λίγοι μείναν ασυμβίβαστοι και τράβηξαν, γενναίοι, σε φυλακές και σε εξορίες, ελάχιστοι όμως, μετρημένοι στα δάχτυλα, βγήκαν στο βουνό.

Από τις κοπέλες της ηλικίας τους οι περισσότερες παντρεύτηκαν, λίγες σπούδασαν και μόνο μία η Αλκυόνη, το ομορφότερο κορίτσι του Γυμνασίου, πήρε την πιο δύσκολη ανηφόρα. Όταν μαθεύτηκε πως ο Τάκης και ο Χρήστος, στενοί φίλοι της, βγήκαν στο βουνό, τους μιμήθηκε, μ΄ όλο που ήταν μόλις δεκαεφτά χρονώ. Πολέμησε παλικαρίσια, πιάστηκε αιχμάλωτη, βασανίστηκε απάνθρωπα, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Ο Δήμος τη θυμόταν πάντα με συγκίνηση και κάποια αισθήματα ενοχής, που ο ίδιος, προτίμησε να μείνει στη βολή του.

Ας είναι όμως, περασμένα ξεχασμένα. Παραμέρισε τις δυσάρεστες αναμνήσεις και ξαναγύρισε σε κείνο το πάρτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 191 Σχόλια »

Ισίδωρος Ζουργός: Περί της εαυτού ψυχής, τρία αποσπάσματα

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2022

Άλλη μια φορά έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο αποσπάσματα από μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού -από το Λίγες και μία νύχτες.

Τότε, είχαμε παρουσιάσει ένα κεφάλαιο, που είχε κάποιαν αυτοτέλεια. Σήμερα, θα δούμε όχι ένα κεφάλαιο αλλά τρία μικρότερα αποσπάσματα, από το τελευταίο βιβλίο του Ζουργού, Περί της εαυτού ψυχής (Πατάκης, 2021).

Θέμα του μυθιστορήματος, το Βυζάντιο, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την εποχή της δυναστείας των Κομνηνών, τον 11ο-12ο αιώνα.

Ήρωάς του ο Σταυράκιος Κλαδάς, γεννημένος το 1064, τρίτος γιος μιας αρχοντικής οικογένειας του Δορυλαίου, που ξεκληρίζεται από επιδρομές Σελτζούκων. Τα τρία ορφανά αγόρια καταφεύγουν στην Πόλη, όπου ο Σταυράκιος θα μπει στη μονή Στουδίου για να σπουδάσει αντιγραφέας. Θα του δοθεί η ευκαιρία να μαθητεύσει για λίγο κοντά στον Μιχαήλ Ψελλό, κι όταν ο Ψελλός πεθάνει θα φύγει από το μοναστήρι και θα περιπλανηθεί στη Μακεδονία, θα καταταγεί στον στρατό και θα καταλήξει στην Καστοριά, όπου, επειδή είναι καλός γραφέας, θα αναλάβει βοηθός και ευνοούμενος του πολιτικού διοικητή της πόλης. Εκεί γνωρίζει την αγαπημένη του, οπότε εγκαταλείπει τη θέση του και ξεκινάει μια ακόμα περιπλάνηση που τον φέρνει για λίγο στα Σέρβια και μετά στο Κίτρος, στις αλυκές, όπου θα περάσει μερικά χρόνια. Τελικά θα φύγει και από εκεί για τη Θεσσαλονίκη και μετά για την Πόλη, όπου ο παλιός του προστάτης έχει αναλάβει πρωτοασικρήτης, ανώτερο αξίωμα. Για μερικά χρόνια ζει την άνετη ζωη του παλατιανού, ώσπου πέφτει θύμα μιας σκευωρίας, φυλακίζεται για λίγο και εγκαταλείπει το παλάτι. Βιοπορίζεται ανοίγοντας αντιγραφείο, μέχρι που τον καλούν και πάλι να αναλάβει βοηθός ανώτερου αξιωματούχου, κάτι που το αποδέχεται κυρίως επειδή τον πιέζουν τα παιδιά του, που έχουν πια φτιάξει δική τους οικογένεια -ο ίδιος είναι εντελώς αφιλόδοξος. Τελειώνει τις μέρες του σε ένα ξεροχώραφο στη Σήλυβρία, όπου ξαναβρίσκει τα δυο του αδέρφια -και τότε, σε ηλικία 80 χρονών, γράφει τα όσα διαβάζουμε στο μυθιστόρημα.

Η πρωτοτυπία του μυθιστορήματος του Ζουργού βρισκεται στο ότι παρακολουθούμε τη ζωή όχι ενός στρατιωτικού ή πολιτικού αλλά ενός ανθρώπου των γραμμάτων, κάτι που μου κίνησε το ενδιαφέρον, κι έτσι διάλεξα να παρουσιάσω τρία αποσπάσματα σχετικά με την τέχνη και την τεχνολογία της γραφής και τη ζωή των γραφιάδων. Έχει ενδιαφέρον, πιστεύω, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας περνάει τις διάφορες πραγματολογικές πληροφορίες στο μυθιστόρημά του.

Στο πρώτο απόσπασμα, ο μεγαλύτερος αδελφός του Σταυράκιου, ο Θεοφύλακτος, 21 χρονών και δέκαρχος στον στρατό, επισκέπτεται τη μονή Στουδίου όπου είναι μαθητής ο 13χρονος Σταυράκιος.

Σταμάτησαν έξω από ένα επιβλητικό διώροφο κτίριο, φτιαγ­μένο όλο από πέτρα. Αν είχε τρούλο και κωδωνοστάσιο, θα ’λεγες πως ήταν ένας άλλος μεγάλος ναός και θα σου έμπαιναν ιδέες πως το μοναστήρι έχει τελικά δύο καθολικά, δύο μεγά­λες εκκλησίες.

«Αγαπάτε, όπως βλέπω, την πέτρα, αδελφέ Ιγνάτιε», σχο­λίασε ο Θεοφύλακτος θαυμάζοντας τους ψηλούς καλοβαλμέ­νους τοίχους και τα μαρμάρινα περβάζια των παραθύρων.

«Είναι γιατί την πέτρα δεν την αγαπάει η φωτιά, δέκαρχε. Οι πατέρες της μονής, πριν από έτη πολλά, έχτισαν το αντιγραφείο χωρίς να χρησιμοποιήσουν ξύλα ή άλλη καύσιμη ύλη, όσο ήταν βέβαια δυνατόν. Ξύλα υπάρχουν μόνο στα μαδέρια της οροφής και στα μεσοπατώματα. Οι πόρτες είναι κατά ένα μέρος σιδερένιες, πυρεστίες και μαγκάλια απαγορεύονται. Μο­ναδική μας παραχώρηση στον κίνδυνο είναι οι λύχνοι που κρέ­μονται απ’ την οροφή κι ανάβουν μόνο τις συννεφιασμένες μέ­ρες. Όλα λειτουργούν με τάξη, αυστηρούς κανονισμούς και πει­θαρχία. Η φωτιά είναι πιο ύπουλος εχθρός ακόμη κι απ’ αυτούς που πολεμάτε στον Βορρά, τους Κουμάνους, τους Πετσενέγγους, αυτούς τέλος πάντων…»

Ο Θεοφύλακτος ετοιμάστηκε να του πει πως τους τελευ­ταίους μήνες ζώντας σε εμφύλιο σπαραγμό πολεμούσαν με τα στρατεύματα του Νικηφόρου Βρυέννιου, που είχε στασιάσει, αλλά σιώπησε κι αυτήν τη φορά.

«Είναι πραγματικά θαυμαστά όλα αυτά που μου λέτε, πα­τέρα Ιγνάτιε».

«Τα πραγματικά θαυμαστά είναι αυτά που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη μας. Βρίσκεται στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο του κτιρίου που είναι μπροστά σου, όπου μπαίνεις από αυτήν την μπρούτζινη πόρτα, που την έχουμε κλειδωμένη. Ένα κλει­δί κρατάει ο ηγούμενος κι ένα άλλο είναι κρεμασμένο στον λαι­μό μου, μαζί με τον σταυρό, που τον φοράω διαρκώς απ’ τη στιγμή που έγινα μοναχός. Το κλειδί για μια τέτοια πόρτα εί­ναι μεγάλο και ιδιαίτερα πολύπλοκο, παίδεψε πολύ τον κλειθροποιό. Έχοντας το καθημερινά στο στήθος, καταλαβαίνεις πόσο κυριολεκτικά βαρύ είναι το καθήκον του βιβλιοφύλακα».

Ο αδελφός Ιγνάτιος χαμογέλασε για πρώτη φορά. 0 Θεο­φύλακτος σκάφτηκε πως δεν του ταίριαζε και πολύ. Ήταν βέ­βαιος πια ότι το χάρισμα του Ιγνάτιου θα ’πρεπε να το αναζη­τήσει κανείς ανάμεσα στην αυστηρότητα και στην ικανότητα να χειρίζεται τον συνομιλητή του.

«Αυτή η χαμηλή πόρτα μπροστά μας που οδηγεί;» ρώτησε τον βιβλιοφύλακα.

«Εδώ είναι το μεμβρανάριο, το υπόγειο όπου κατεργαζό­μαστε τις περγαμηνές. Βλέπεις, δέκαρχε, τα χρόνια που το ξυλοχάρτιο* έφτανε με αφθονία στην πόλη έχουν περάσει, η Αίγυπτος δεν είναι πια επαρχία του βασιλείου των Ρωμαίων. Οι περγαμηνές κοστίζουν ακριβά και τις έχουμε για τα έγ­γραφα μεγάλης αξίας. Εδώ κάτω συντηρούμε κι αυτό το υλι­κό που έχει αλλάξει τη γραφή τα τελευταία χρόνια. Μιλάω, φυσικά, για τον βαμβύκινο.** Αν κάποια στιγμή βρούμε τον χρόνο, θα ήθελα να σε ξεναγήσω στα μυστικά του. Όμως μι­λούσαμε για τη βιβλιοθήκη. Οι πατέρες αυτού του μοναστη­ριού, κυρίως από την εποχή του άλλου μας αγίου, του Θεοδώ­ρου της μονής μας, του Στουδίτη, έδωσαν βάση στην αντιγρα­φή. Δε σου κρύβω πως ένας λόγος που το μοναστήρι μας πλούτισε ήταν κι αυτός. Στο κτίριο που βλέπεις έχουν γίνει παραγγελίες από δούκες, δυνατούς, κατεπάνω, μάγιστρους, κι από αυτοκράτορες, αν το πιστεύεις. Είχαμε παραγγελίες ακόμα και από πρίγκιπες των Φράγκων και των Ρως. Κατα­λαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι να κρατάμε την παράδοση, το καλό μας όνομα δηλαδή. Αντιλαμβάνεσαι λοιπόν σε τι χώ­ρο εισέρχεται ο Σταυράκιος. Ακολούθησέ με και θα καταλά­βεις περισσότερα».

Ο Ζουργός χρησιμοποιεί και ορολογία της εποχής, που την επεξηγεί με υποσημειώσεις. Εδώ, ξυλοχάρτιο είναι ονομασία του παπύρου ενώ βαμβύκινος είναι μια από τις πρώτες ονομασίες του χαρτιού, που ήταν κάτι καινούργιο.

Στο δεύτερο απόσπασμα, βρισκόμαστε στην Καστορία, τη σημερινη Καστοριά, όπου ο Σταυράκιος Κλαδάς έχει αναλάβει νοτάριος, βοηθός του μεσάζοντος Λεοντίου, του πολιτικού διοικητή της πολης -την οποία μόλις ανακατέλαβε ο Αλέξιος Κομνηνός από τους Νορμανδούς του Βοημούνδου. (Παρένθεση: ο Λεόντιος, αν δεν σφάλλω, δεν είναι ιστορικό πρόσωπο. Στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας παραθέτει πίνακα με τα ιστορικά πρόσωπα που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα, όπως π.χ. ο Ψελλός).

Καστορία, έτος 1084 από Χριστού, βασιλεύοντος κυρ Αλέξιου Κομνηνού

Τι είναι αυτό στο χέρι σας, εξοχότατε;»

Ο μεσάζων Λεόντιος κοίταξε το κληροδότημα μιας χή­νας, που έσφιγγε στα δάχτυλά του.

«Για το φτερό λες, νοτάριε;»

«Μάλιστα, γι’ αυτό».

«Πρώτη φορά βλέπεις να γράφουν με φτερό;»

«Ομολογώ πως ναι».

«Στη Στουδίου δεν το συνηθίζατε;»

«Καθόλου, πιστέψτε με».

«Το χρησιμοποίησα πρώτη φορά στη μονή της Κρυπτοφέρρης κι από τότε το ’χω πάντα στο γραφείο».

«Μείνατε και εκεί, εξοχότατε;»

«Τρία χρόνια, όσο να τελειώσει η αποστολή μου και να μάθω τη γλώσσα των Λατίνων. Όταν μιλάω για λατινικά, δεν εννοώ τις πέντε φράσεις που χρησιμοποιούν ο αχθοφόροι στις αποβάθρες του Κεράτιου. Μιλάω για τον Κικέρωνα, τον Σενέκα, τον Κοϊντιλιανό, για τέτοια λατινικά μιλάω. Έκπληξη λοιπόν το φτερό;»

«Όσο δε φαντάζεστε…»

«Μία σου και μία μου, Σταυράκιε. Ξέρεις τι ξάφνιασμα πή­ρα χθες το βράδυ εδώ στο πραιτόριο, όταν παραμέρισα το βήλο του γραφείου σου και σε βρήκα σε κείνο το σκαμνί να δια­βάζεις από μέσα σου».

«Το συνηθίζω κάπου κάπου, το έκαναν κάποιοι αδερφοί στο μοναστήρι».

«Αν και δε θα ’πρεπε να εκπλαγώ, γιατί υπάρχει η παλιά μαρτυρία του Αγίου Αυγουστίνου, που είδε κάποτε τον Άγιο Αμβρόσιο να διαβάζει ένα βιβλίο σιωπηλός».

«Να το δοκιμάσετε κι εσείς, εξοχότατε. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι πολύ εξυπηρετικό, άλλωστε κερδίζεις χρόνο».

«Σύμφωνοι! Θα δοκιμάσω, αφού πρώτα όμως δεχτείς εσύ αυτό».

Ο μεσάζων Λεόντιος σκάλισε λίγο το μικρό κουτί με τα μολυβδόβουλα και τις σφραγίδες, που είχε αφημένο επάνω στο τραπέζι, και τράβηξε από εκεί ένα εντυπωσιακό λευκό φτερό.

«Η κυκλοφορία της μελάνης σ’ αυτό γίνεται πιο εύκολα από οποιοδήποτε άλλο καλάμι. Το χέρι σου θα το αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο. Πάρ’ το, είναι δικό σου, δώρο, πώς το λένε…»

Ο Σταυράκιος το κράτησε στο χέρι με μεγάλη προσοχή κι ύστερα έγειρε με σεβασμό το κεφάλι του στον αξιωματούχο.

«Τιμή μου, εξοχότατε, ευχαριστώ!»

«Μη με ευχαριστείς, το συμφέρον μου κοιτάζω. Μ’ ένα κα­λύτερο εργαλείο το χέρι σου θα αποδώσει περισσότερο. Τρεις εβδομάδες που είμαστε εδώ στο πραιτόριο, νοτάριε, και ομο­λογώ ότι μου έχεις λύσει τα χέρια. Να μην αναφέρω βέβαια την εξαίρετη έκθεση που συνέταξες για την κατάληψη της πόλης. Ο αυτοκράτορας ενθουσιάστηκε και την ενέταξε αμέσως στα στρατιωτικά αρχεία. Σαφήνεια, λιτότητα και ύφος συγκρατημένο, όπως ταιριάζει σε κρατικά έγγραφα που αρχειοθετού­νται στο παλάτι. Φεύγοντας ο Αλέξιος για την Κωνσταντινού­πολη το πήρε μαζί του. Εύγε, νοτάριε! Η γραφή είναι ο δρόμος σου, αυτό να το θυμάσαι».

Στο τρίτο απόσπασμα, ο Σταυράκιος είναι πια μεσόκοπος, πενηντάρης. Έχει χηρέψει νωρίς, έχει εκδιωχθεί από το παλάτι και έχει ανοίξει το αντιγραφείο του, δέχτηκε όμως την πρόσκληση του Ιωάννη Αξούχ να επιστρέψει και να αναλάβει βοηθός του Γρηγόριου Καματηρού, του λογοθέτη των σεκρέτων, με υπόσχεση μάλιστα να πάρει αργότερα τη θέση του. Ο Σταυράκιος διστάζει, αλλά τον πιέζουν τα παιδιά του που σκέφτονται ότι έτσι θα προχωρήσει η καριέρα τους. Εδώ συζητάει με τον ανιψιό του τον Σέργιο, εξώγαμο παιδί του μεγάλου του αδελφού με μια παλλακίδα από τη βόρεια Ευρώπη, που τον έχει πάρει σαν ψυχοπαίδι του όταν ο αδελφός του έκανε το λάθος να πάρει μέρος σε μια αυλική συνωμοσία που απέτυχε, και κατέληξε στη φυλακή.

Τις επόμενες μέρες ήταν σχεδόν αμίλητος. Πήγαινε στο εργαστήρι πριν ακόμη ξημερώσει και δούλευε με το κερί όσες πα­ραγγελίες είχαν μείνει σε εκκρεμότητα. Ζούσε μια εσωτερική διαπάλη με την απόφασή του να γέρνει πότε στη μια πλευρά της ζυγαριάς και πότε στην άλλη. Μέσα στα πολλά που είχε ακούσει εκείνο το απόγευμα από τον Ιωάννη Αξούχο, είχε συ­νειδητοποιήσει και μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Δεν μπορού­σε να συνεχίζει για πολύ ακόμη τη δουλειά του αντιγραφέα με τους ρυθμούς που εργαζόταν τα τελευταία χρόνια. Η μέση του τον ενοχλούσε καθημερινά και τα μάτια του κουράζονταν γρή­γορα. Η εμμονή του να είναι κάθε αντίγραφο άψογο σε πιστό­τητα και εμφάνιση τον εξαντλούσε. 0 δομέστικος είχε δίκιο, αυτό θα έπρεπε κάποτε να σταματήσει. Στην προσπάθειά του να ολοκληρώσει τις τελευταίες ημέρες όλες τις παραγγελίες, αυτή η αλήθεια είχε ορθωθεί αμείλικτη μπροστά του. Η συστη­ματική αντιγραφή αφορούσε περισσότερο τη νεότητα, η οποία ήταν φανερό πως τον είχε από καιρό αποχαιρετήσει.

Κάποιο απόγευμα ζήτησε από τον Σέργιο να μιλήσουν. Ήταν πια δική του η απόφαση, αν θα κρατούσε μόνος του το αντιγραφείο ή θα επιζητούσε μια μισθωτή υπηρεσία σε κάποια γραμ­ματεία συντεχνίας ή ό,τι άλλο θα έβρισκε στην πρωτεύουσα.

«Θα φύγεις, δηλαδή, το αποφάσισες;» τον ρώτησε ο Σέρ­γιος ύστερα από λίγο.

«Ναι, θα φύγω, και μάρτυς μου ο Θεός, το κάνω δίχως να ξέρω αν είναι το σωστό».

«Θα κρατήσω, θείε, το μαγαζί, να ξέρεις. Δεν τρέφω καμιά ψευδαίσθηση ότι θα καταφέρω κάποτε να αντιγράφω βιβλία όπως εσύ, θέλω όμως, αν κάτι πάει στραβά εκεί στο παλάτι, να υπάρχει αυτή η γωνιά εδώ και να σε περιμένει».

«Καλέ μου, με νοιάζεσαι περισσότερο κι απ’ τα ίδια μου τα παιδιά, αυτό το έχω καταλάβει από καιρό. Μιας και αποφά­σισες να κρατήσεις το αντιγραφείο, θέλω να έχεις στον νου σου πως οι εποχές αλλάζουν. Σήμερα συντάσσονται και αντιγρά­φονται πολύ περισσότερα έγγραφα και βιβλία απ’ την εποχή που ξεκινήσαμε εμείς. Ο κόσμος δίνει λιγότερη σημασία στη φιλοκαλία των σελίδων, ο μόχθος των αντιγραφέων δεν έχει πια το ίδιο αντίκρισμα. Η ζήτηση σήμερα επιβάλλει πιο φτηνά βι­βλία και φτιαγμένα σε συντομότερο χρόνο. Αυτοί που νοιάζο­νται για την ακριβή στοίχιση, τα περίτεχνα αρχιγράμματα και όλα τα πλουμίδια, με τα οποία στολίζουμε τις σελίδες, αυτοί οι πελάτες ολοένα και λιγοστεύουν, αυτό βλέπω εγώ. Αν υπήρ­χε μια μηχανή να γράφει γρήγορα και φτηνά, ο μονότονος και άψυχος χαρακτήρας των γραμμάτων θα μας είχε νικήσει αμετάκλητα και θα αλλάζαμε δουλειά. Μη σκας, λοιπόν, τόσο πο­λύ για την ομορφιά. Αυτήν κράτα τη μέσα σου ή σε λίγες μό­νο εκλεκτές σελίδες, δικές σου. Με λίγα λόγια, κράτα την πι­στότητα, εφάρμοζε λιτότητα στον τρόπο που αντιγράφεις και ρίξε τις τιμές. Αυτή είναι η επαγγελματική συμβουλή που έχω να σου δώσω αποχωρώντας».

«Το εργαστήρι μας νομίζω πως μπορεί να με ζήσει. Αν πάλι κάτι πάει στραβά, θα κρατήσω το δίπλωμα που πήρα απ’ τη σχολή, χάρη σε σένα και αυτό, και θα αρχίσω να χτυπάω πόρτες. Έχει ο Θεός… Εσύ όμως πρέπει να νιώθεις ικανοποιημένος. Αν δε σε ήξερα τόσο καλά, θα σου έλεγα να αισθάνεσαι υπερήφανος. Σε καλούν εκεί που χτυπάει η καρδιά της αυτοκρατορίας, μην το παραβλέπεις αυτό».

Ο Σταυράκιος σηκώθηκε απ’ το τραπέζι κι έκανε μερικά βήματα για να ανακουφίσει κάπως τη μέση του, που πάλι τον ενοχλούσε.

«Σημασία έχει να πηγαίνεις εκεί που σου λέει η ψυχή σου, πρόσθεσε μετά από λίγο.

«Η δική σου τι σου λέει;»

«Αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Η κατοικία της ψυχής ου τόπος, Σέργιε, αυτό να το θυμάσαι».

«Η φωνή της όμως έρχεται από κάποια κατεύθυνση. Δεν μπορώ να τη φανταστώ αλλιώς».

«Έχω καταλάβει ότι όλος ο αγώνας της ζωής μας είναι πώς θα βρούμε ένα κόσκινο που θα διαχωρίζει τα πρόσκαιρα και τα ευτελή από εκείνα που έχουν πραγματική αξία. Εκεί που νομίζεις πως έχεις βρει το σωστό κόσκινο κι ενώ βλέπεις όλος χαρά το αλεύρι να πέφτει κάτω από τη σήτα πλούσιο στη σκά­φη, όταν έρθει η ώρα να φας το ψωμί, νιώθεις στα δόντια σου πετραδάκια. Πού πήγε λοιπόν το ξεδιάλεγμα;»

«Όλα αυτά που μου λες είναι φιλοσοφία ή απλώς θλίψη;»

«Απλή άγνοια, γιατί φοβάμαι πως τα αιώνια αιωνίως θα μας διαφεύγουν».

Ο Σέργιος τον πλησίασε και τον αιφνιδίασε αγκαλιάζοντάς τον.

«Θέλω να πας εκεί δυνατός και αισιόδοξος, με ακούς; Πά­ντα έλεγες πως, όταν η ζωή διαλέγει αυτή αντί για μας, εμείς θα πρέπει να την υπακούμε. Πήγαινε λοιπόν και σταμάτα να μεμψιμοιρείς».

Ο Σταυράκιος ένιωσε τα μάτια του να υγραίνονται. Χάιδεψε τα μαλλιά του Σέργιου, το ροδαλό πρόσωπο και το μαλα­κό γένι. Το δέρμα του μοσχοβολούσε σαπούνι, γιατί ο ανιψιός του πήγαινε στα λουτρά δυο φορές την εβδομάδα, μάλλον πλη­σίαζε ο καιρός που θα παντρευόταν.

Το τελευταίο χαρτί που συμπλήρωσε ο Σταυράκιος στην τά­βλα του εργαστηρίου ήταν ένα σημείωμα υπογεγραμμένο από τον ίδιο και κλεισμένο με κερί για τον μέγα δομέστικο. Εκεί ανέφερε ότι αποδεχόταν την τιμητική πρόσκληση της πολιτι­κής διοίκησης και ανέμενε τη στιγμή που θα τον καλούσαν να αναλάβει καθήκοντα.

Posted in Βυζάντιο, Ιστορία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 121 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 2 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2022

Εδώ και 15 μέρες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, εκτός απροόπτου. Κανονικά η σημερινή δεύτερη συνέχεια ήταν να δημοσιευτεί χτες, αλλά την εκτόπισε το Μηνολόγιο. Οπότε σήμερα έχουμε τη δεύτερη συνέχεια, το δεύτερο μισό από το πρώτο κεφάλαιο. Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας, και όπως θα δούμε σήμερα συγκεκριμένα το 1973. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας.

Το καφενείο είχε την πρόσοψή του στον κεντρικό δρόμο της πόλης και αγνάντευε από μακριά τη θάλασσα, ενώ το πίσω μέρος του έβλεπε σε έναν εσωτερικό, παράλληλο, δρόμο. Καθώς το έδαφος ανηφόριζε λιγάκι, ανάμεσα στους δύο δρόμους υπήρχε κάποια μικρή υψομετρική διαφορά, με αποτέλεσμα τα καφενείο να έχει δύο επίπεδα. Το μπροστινό, χαμηλότερο και μεγαλύτερο, ήταν το κυρίως καφενείο. Είχε δυο μεγάλους καθρέφτες στους τοίχους, αναπαυτικούς καναπέδες από κάτω τους και μια μεγάλη μαντεμένια σόμπα στο κέντρο. Μολονότι οι ιδιοκτήτες (τρία αδέρφια, εγγονοί και κληρονόμοι του ιδρυτή) ήταν δημοκράτες, είχαν παλαιότερα κρεμάσει σε περίοπτη θέση, με υπόδειξη της Ασφάλειας εννοείται, τα έγχρωμα πορτραίτα των βασιλέων, τα οποία όμως, μετά το οπερετικό πραξικόπημα του Κοκού, πάλι με υπόδειξη της Ασφάλειας, τα είχαν αντικαταστήσει με το πουλί της Χούντας. Το πίσω, μικρότερο και ελαφρώς υπερυψωμένο, τμήμα, είχε δυο μπιλιάρδα, τρία φλιπεράκια και ήταν ο χώρος της νεολαίας.

Μπαίνοντας είδε αμέσως τον Τάκη τον Παπαθανασόπουλο, και τον Βάσο τον Αργυριάδη, που πίνανε τον καφέ τους στο καθιερωμένο τους τραπεζάκι, δεξιά μόλις έμπαινες.

«Πώς τα περνάτε;» τους λέει, απαντώντας στον χαιρετισμό τους

«Τα συνηθισμένα. Η καθημερινή κραιπάλη» του λέει ο Βάσος, δείχνοντας με το χέρι του το περιβάλλον.

«Ο Αντρέας πώς και δεν είναι μαζί σας;» ρώτησε καθώς επισήμανε την απουσία του τρίτου τακτικού μέλους της παρέας

«Παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα» του λέει ο Τάκης, χαμογελώντας με νόημα.

Κατάλαβε. Ο εν λόγω Αντρέας ήταν επίσης εκπαιδευτικός, αλλά λόγω φρονημάτων δεν είχε διοριστεί στη Δημόσια Εκπαίδευση. Δούλευε στο μεγαλύτερο φροντιστήριο της πόλης και οι αποδοχές του ξεπερνούσαν κατά πολύ τον μισθό που θα έπαιρνε στο Δημόσιο. Ήταν κι αυτός ανύπαντρος, αλλά σε αντίθεση με τον Δήμο και τη μετρημένη, ρεγουλαρισμένη, ζωή του, είχε τη φήμη γυναικά και ρέμπελου και οι σοβαροφανείς, συντηρητικοί συμπολίτες τους, που δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά, τον έλεγαν «ανερμάτιστο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Δικτατορία 1967-74, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 105 Σχόλια »

Ξαναδιάβασα τον Κόμη Μοντεχρίστο

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2022

Ή ίσως τώρα τον διάβασα κανονικά, διότι την πρώτη φορά που είχα διαβάσει το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά (πατρός) ήταν πριν από πολλά πολλά χρόνια, από μια εφηβική έκδοση, ασφαλώς αγρίως συντομευμένη, καμιά τρακοσαριά σελίδες. Τα τελευταία χρόνια βγήκαν δυο δίτομες εκδόσεις του κλασικού αυτού ρομαντικού μυθιστορήματος, η μια από την Εστία και η άλλη από τον Gutenberg. Για καιρό τις ζαχάρωνα, όμως ήταν ακριβούτσικες και, το κυριότερο, με τρόμαζε η έκταση του έργου, πάνω από 1100 σελίδες στους δυο τόμους.

Πριν από κανα εξάμηνο ομως σ’ ένα από τα παλαιοβιβλιοπωλικά περίπτερα στην Αθήνα πέτυχα την έκδοση της Εστίας κοψοχρονιά και την αγόρασα -αυτό είναι το πλεονέκτημα των κλασικών βιβλίων, δεν έχουν επικαιρότητα. Κι έτσι κάποια στιγμή άρχισα να το διαβάζω, και το τελείωσα προχτές.

Η έκδοση της Εστίας, σε δυο τόμους μεγάλου σχήματος μέσα σε χαρτονένια θήκη, είναι σε μετάφραση της Σοφίας Αυγερινού και με εισαγωγή, σημειώσεις και επίμετρο του Θόδωρου Κατσικάρου. Ο Κατσικάρος είναι σημαντικός μελετητής του Δουμά, που έχει κάνει διδακτορικό στον συγγραφέα και το επίμετρό του για την τύχη του έργου του Δουμά στην Ελλάδα αξίζει πολύ.

Θα το έχετε διαβάσει το βιβλίο, είτε σε ακέραια έκδοση είτε σε εφηβική ή σε διασκευή, οποτε θα ξέρετε την υπόθεση, αλλά δεν βλάφτει να τη διηγηθούμε. Τον Φεβρουάριο του 1815, ο 19χρονος Εδμόνδος Νταντές, ένας πολλά υποσχόμενος ναυτικός, υποπλοίαρχος του Φαραώ (που εκτελεί χρέη πλοιάρχου, διότι ο πλοιαρχος πέθανε στο ταξίδι), επιστρέφει στην πατρίδα του τη Μασσαλία για να παντρευτεί την αγαπημένη του Μερσέντες, μια όμορφη Καταλανή. Στο μεταξύ, εκτελώντας εντολή του μακαρίτη πλοιάρχου, έχουν περάσει από το νησί Έλβα, οπου βρίσκεται εξόριστος ο Ναπολέων και έχουν παραλάβει ένα γράμμα.

Όμως ο Νταντές έχει εχθρούς, τον Ντανγκλά, τον λογιστή του πλοίου, και τον Φερνάνδο Μοντέγο, έναν Καταλανό ψαρά που επίσης αγαπά τη Μερσέντες. Γράφουν στις αρχές και τον παρουσιάζουν για ένθερμο βοναπαρτιστή. Κι έτσι, τη μέρα των γάμων του, ο Νταντές συλλαμβάνεται. Ο αντιεισαγγελέας Βιλφόρ που αναλαμβάνει την υπόθεση αντιλαμβάνεται γρήγορα πως ο Νταντές είναι αμέτοχος, όταν όμως βλέπει ότι το ένοχο γράμμα του Βοναπάρτη απευθύνεται, κατά σατανική σύμπτωση, στον ίδιο τον πατέρα του (διότι ενώ ο αντιεισαγγελέας είναι πειθήνιος λειτουργός του βασιλικού καθεστώτος ο πατέρας του παραμένει πιστός στον έκπτωτο Ναπολέοντα) και όταν διαπιστωνει ότι ο Νταντές έχει διαβάσει το όνομα του παραλήπτη, φοβάται ότι αν αυτό αποκαλυφθεί θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την καριέρα του, κι έτσι, για να μην κινδυνέψει, κλείνει τον Νταντές στο φοβερό φρούριο του Ιφ, σε ένα νησί έξω από τη Μασσαλία, παρουσιάζοντάς τον για φοβερά επικίνδυνο βοναπαρτιστή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 19ος αιώνας, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , | 149 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 18 Ιανουαρίου, 2022

Θα αρχίσω από σήμερα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου, που το είχε ολοκληρώσει όταν πέθανε πριν από δέκα χρόνια. Την ίδια εποχή είχε άλλα δυο έτοιμα βιβλία, που προηγούνταν και που τελικά τα εκδώσαμε: τον Βενετσιάνικο καθρέφτη και τα Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια.

Δεν μπορώ να ξέρω αν αυτό το μυθιστόρημα είχε σκοπό να το ξαναδουλέψει, πάντως το κείμενο που θα δημοσιεύσω είναι η τελευταία εκδοχή που υπάρχει στον φάκελό του «Έτοιμα προς έκδοση» -με ημερομηνία αρχείου μια βδομάδα πριν από τον ξαφνικό θάνατό του. Από την άλλη, δεν υπάρχει Πρόλογος ή επίλογος όπως στα άλλα δύο «έτοιμα προς έκδοση», κάτι που είναι ίσως λογικό αφού προηγούνταν όπως είπα τα άλλα δύο βιβλία.

Όπως συνήθως, οι δημοσιεύσεις θα γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, εκτός απροόπτου. Σήμερα θα βάλω το μισό πρώτο κεφάλαιο. Όπως θα δείτε η δράση ξεκινάει στο τέλος της δεκαετίας του 1960.

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΟΙ ΚΟΠΕΛΕΣ ΦΟΡΟΥΣΑΝΕ ΦΟΥΣΤΑΝΙΑ

ΕΝΑ

Η κρυφή ζωή του Δήμου Παπανίκα

Τον ξύπνησε ο επαναλαμβανόμενος κρότος από ένα παντζούρι, που ο άνεμος το χτυπούσε, με εκνευριστική συνέχεια και συνέπεια, στον τοίχο του γειτονικού σπιτιού. Σηκώθηκε κακόκεφος και, τουρτουρίζοντας, πήγε στο μπάνιο. Η φάτσα που είδε στον καθρέφτη δεν του άρεσε καθόλου: αναστατωμένα μαλλιά, που είχαν γκριζάρει σε μεγάλο ποσοστό, κομμένα μάτια, ρυτίδες παντού. Έπλυνε τα δόντια του, πλύθηκε, ξυρίστηκε, χτενίστηκε, η φάτσα του σουλουπώθηκε κάπως, αλλά η κακοκεφιά δεν έλεγε να του περάσει.

Ένδειξη της κακής του διάθεσης ήταν και το τραγούδι που, κατά την πάγια συνήθεια του,  σιγομουρμούριζε καθώς ετοίμαζε το πρωινό του. Το σημερινό ήταν θλιβερό, κάτι σα μανιάτικο μοιρολόι, που του είχε κολλήσει από τότε που σηκώθηκε από το κρεβάτι. Με τη σχολαστική μεθοδικότητα, που του είχε γίνει δεύτερη φύση, έβαλε νερό στο μπρίκι, άναψε τη γκαζιέρα και περίμενε να ζεστάνει το νερό, έριξε μέσα το τσάι, το σούρωσε στο φλιτζάνι, πρόσθεσε μια κουταλιά ζάχαρη, έβαλε το φλιτζάνι στο δίσκο, μαζί με παξιμάδια, τυρί και ελιές και τα πήγε με προσοχή στο τραπέζι του. Πίνοντας το τσάι του, βουτώντας μέσα παξιμάδια και τρώγοντας τυρί, συνειδητοποίησε της αιτία της κακοκεφιάς του. Ήταν το όνειρο που είχε δει στον ύπνο του. Όχι πως αυτό καθεαυτό το όνειρο ήταν άσκημο. Κάθε άλλο. Είδε στον ύπνο του την Έζμπα! Πάντα μ΄αυτό το όνομα – το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο – την έφερνε στο νου του. Σπανίως με το πραγματικό της, που ήταν άλλωστε πολύ κοινό: Βασιλική.

Πάντοτε σαν την έβλεπε στον ύπνο του, την άλλη μέρα ένοιωθε αναστατωμένος. Αυτή τη φορά όμως η αναστάτωση που του προκάλεσε το όνειρο ήταν πολύ πιο έντονη και οφειλόταν στο περιεχόμενό του. Είδε πως την είχε, επιτέλους, πείσει να παντρευτούν και όχι μόνον αυτό, αλλά πως είχαν και παιδιά. Στο όνειρο τα παιδιά δεν έπαιρναν ενεργό μέρος, αλλά η ύπαρξή τους υποδηλωνόταν, υπαινικτικά μεν, αλλά με σαφήνεια. Τα παιδιά άλλωστε αποτελούσαν πάντοτε την αγάπη του και, όπως φαίνεται, η παρουσία τους στο όνειρό του αποτελούσε προβολή της μύχιας επιθυμίας του, να κάνανε με την Έζμπα παιδιά. Πιο πολύ θυμόταν την ατμόσφαιρα που επικρατούσε (στο όνειρο πάντα): την τρυφερότητα και τη γαλήνη. Από τότε που τη γνώρισε, αυτό ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα που ένοιωθε κοντά της: Τρυφερότητα και γαλήνη. Τώρα πώς τα κατάφεραν και ύστερα από πέντε χρόνια συμβίωσης στράβωσαν τα πράματα και ο δεσμός τους κόπηκε, ποτέ του δε μπόρεσε να το εξηγήσει, αλλά μέσα του έριχνε το σφάλμα στον εαυτό του, χωρίς να το αναλύει περισσότερο.

Το περπάτημα από το σπίτι του ως το Γυμνάσιο, δεν έστρωσε το κέφι του. Εκτός που είχε ανεμόβροχο και η ομπρέλα δεν τον προστάτευε αρκετά, η κακοκαιρία μεγάλωνε την κακοκεφιά του. Συνέχισε να σιγομουρμουρίζει το πένθιμο τραγούδι με το οποίο ξύπνησε, ώσπου έφτασε στο σχολείο. Αλλά την κακή του διάθεση δεν την απομάκρυνε ούτε η ρουτίνα της καθημερινότητας. Όσην ώρα δίδασκε, ο νους του δεν ήταν στο μάθημα, αλλά σ΄ εκείνη. Καταλάβαινε κι ο ίδιος πως το μάθημα που έκανε ήταν ανιαρό και άψυχο. Το επιβεβαίωσαν τα απορημένα βλέμματα του Γεωργόπουλου, του Δημητριάδη και του Αποστολέλλη, των τριών καλύτερων μαθητών του, που χωρίς να το δείχνει φανερά, υπολόγιζε τη γνώμη τους. Ακόμα, πράγμα πρωτοφανές, ανέχθηκε χωρίς να αντιδράσει τη φασαρία που κάνανε στα πίσω θρανία ο Πίκουλας και ο Χατζηγεωργίου. Έκανε πως δεν τους έβλεπε να καρπαζώνονται,  κάτι που σε κανονικές συνθήκες δεν θα το επέτρεπε με κανένα τρόπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 113 Σχόλια »