Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μυθιστόρημα’ Category

Λέξεις του Τυρνάβου από το Μαράν Αθά του Θωμά Ψύρρα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2018

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε ταχτικά συνεργασίες φίλων με λεξιλογικό υλικό από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου, συνήθως από κάποιο νησί.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα. Ύστερα από μια ανάπαυλα, φέτος τον Μάη ο φίλος μας ο Raf μάς ταξίδεψε στην Πάτμο με 21 πατηνιώτικες λέξεις.

Το καλοκαίρι δεν είχαμε άλλη συνεργασία από φίλο, αλλά σήμερα παίρνω την πρωτοβουλία να δημοσιεύσω λέξεις από τον Τύρναβο, όπως περιέχονται στο γλωσσάρι που προσαρτάται στο τέλος του μυθιστορήματος «Μαράν Αθά» του Θωμά Ψύρρα.

Ίσως αδικώ το Μαράν Αθά, με την έννοια ότι άξιζε να παρουσιαστεί καθαυτό και όχι μέσα από το γλωσσάρι του. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, στο οποίο ο μοναχός Νικόλαος, στο τέλος της ζωής του, αναθυμιέται τα όσα έζησε όταν νεαρός στάλθηκε από τον δεσπότη του με αποστολή να εξιχνιάσει τα περίεργα που συνέβαιναν σ’ ένα δυσπρόσιτο θεσσαλικό χωριό, το οποίο φαίνονταν να το κυβερνούν όχι οι άντρες, που οι περισσότεροι άλλωστε έλειπαν ολοχρονίς από το χωριό, μαστόροι στα ξένα, αλλά οι γυναίκες, και ιδίως εννιά γυναίκες προικισμένες με μαγικές ικανότητες, οι ταρσές.

Ο Νικόλαος καταγράφει τις εντυπώσεις του σε ένα πολύ προσωπικό ιδίωμα, παρεμβάλλοντας και αρκετές ιδιωματικές λέξεις της περιοχής του Τυρνάβου. Ο συγγραφέας πολύ σωστά παραθέτει στο τέλος του βιβλίου γλωσσάρι, από το οποίο αντέγραψα τις περισσότερες λέξεις και τις παραθέτω εδώ.

Επειδή δεν προλαβαίνω, δεν σημειώνω ετυμολογικές και άλλες παρατηρήσεις. Ίσως σε σχόλια.

A

αγκίδα, η: πάρα πολύ μικρό και λεπτό κομμάτι ξύλου μυτερό σαν καρφίτσα, σκλήθρα [από το αρχαίο ακίς, γεν. της ακίδος — βελόνα] π.χ. Μπήκε μια αγκίδα στο νύχι μου. Χρησιμοποιεί­ται όμως σε εκφράσεις για να δείξει την ελάχιστη ποσότητα: βάλε μου μια αγκίδα τσίπουρο στο ποτήρι = βάλε πολύ λίγο.

αγκούσα, η: η στεναχώρια, το άγχος, ο πνιγμός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Γέεννα (του Ισίδωρου Ζουργού)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2018

Λογοτεχνικό θέμα ζητάει η ημέρα αλλά ακόμα μας κυνηγάει η κάπνα από την πυρκαγιά. Κάτι ανάλαφρο, που είχα διαλέξει από την περασμένη κιόλας Κυριακή, θα ήταν αταίριαστο -το μεταθέτω λοιπόν για την επόμενη Κυριακή και για σήμερα διαλέγω τη λογοτεχνική παρουσίαση μιας ιστορικής πυρκαγιάς, της πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 1917, όπως μας την αφηγείται ο Ισίδωρος Ζουργός στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Λίγες και μία νύχτες«.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ζουργός παρακολουθεί τη ζωή του Λευτέρη, ενός πανέξυπνου Θεσσαλονικιού, γεννημένου στα τέλη του 19ου αιώνα, που σημαδεύεται πολύ νέος από έναν αταίριαστο έρωτα. Η πυρκαγιά του 1917 τον βρίσκει να έχει μια υποτυπώδη επιχείρηση πρακτόρευσης εφημερίδων ενώ ταυτόχρονα είναι δεξί χέρι του ντονμέ Αλπερέν Μπέη αλλά κρυφά έχει δεσμό και με την κόρη του. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο παίζει φυσικά και η πόλη, η Θεσσαλονίκη, και ιδίως η οδός Εξοχών, η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας.

Ο Ζουργός αφιερώνει στην πυρκαγιά ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί Γέεννα. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος από το κεφάλαιο αυτό.

Γέεννα

Κυριακή 7 Αυγούστου 1917

Ο Θόδωρος, ο αμαξάς του Αλπερέν μπέη, δε θυμόταν να είχε δει τον Λευτέρη άλλη φορά σε τέτοιο χάλι. Κό­ντευε έξι το απόγευμα όταν πέρασε τη σιδερένια καγκελόπορτα και προχώρησε στον κήπο. Δε φορούσε σακάκι και το πουκάμισό του ήταν γεμάτο κάπνα και χώματα. Από το ένα του παπούτσι είχε φύγει το τακούνι κι αναγκαστικά στραβοπατούσε. 0 αμαξάς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει, ού­τε καν να τον καλησπερίσει. Ήταν φανερό ότι είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Άλλωστε ποιος είχε κοιμηθεί τέτοια νύχτα;

«Είναι μέσα ο μπέης;» τον ρώτησε καθώς έτριβε τα μάτια του που ήταν κόκκινα απ’ τους καπνούς και το ξενύχτι.

«Μέσα είναι, Λευτέρη. Τι θεομηνία είναι πάλι αυτή;»

Κούνησε μόνο το κεφάλι και προχώρησε. Χωρίς αμφιβο­λία θα του είπαν «Καλησπέρα» τα πεύκα και τα τριαντά­φυλλά του· σίγουρα θα περίμεναν ένα χάδι του καθώς περ­νούσε από μπροστά τους. Δεν τους μίλησε, παρά έριξε μια γρήγορη ματιά για να βεβαιωθεί ότι εκεί στη βίλα ο κόσμος παρέμενε ο ίδιος και δεν τον είχε μαυρίσει η κόλαση της φω­τιάς, που από χθες το μεσημέρι κατάπινε έναν έναν τους δρό­μους της πόλης, τα ξύλινα φτωχόσπιτα, τις αυλές, τα δέντρα, τα μέγαρα με τους κίονες και τις μετόπες… Ευτυχώς στον περίβολο της έπαυλης νικούσε ακόμη το πράσινο. Εκεί μαύ­ρο ήταν μόνο το λαντό, που το είχε έτοιμο ο Θόδωρος για κά­θε ενδεχόμενο, κι εκείνο το κομμάτι του ουρανού που έβλε­πε προς τη Δύση και το Λιμάνι, εκεί όπου ακόμη μαινόταν η μεγάλη πυρκαγιά.

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια χωρίς να σκουπίσει τα παπούτσια του και χτύπησε το ρόπτρο της λευκής εξώπορ­τας. Του άνοιξε η Μίρζα κι όχι η υπηρέτρια, γιατί ήταν οι ώρες τέτοιες που έμπαινε στο περιθώριο η κοινωνική εθιμο­τυπία.

«Είναι στο γραφείο και νομίζω σε περιμένει», του είπε χω­ρίς καν να τον καλησπερίσει.

«Ευχαριστώ», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του και προχώρησε στον διάδρομο.

«Λευτέρη!» άκουσε πάλι τη φωνή της και κοντοστάθηκε. «Ό,τι έχεις να του πεις, με τρόπο σε παρακαλώ. Δεν πλησία­σε στο κρεβάτι του από χθες».

Άκουσε τα βήματά της πίσω απ’ την πλάτη του.

«Θέλω να ’μαι κι εγώ μπροστά. Τι κι αν είμαι γυναίκα; Έχω νομίζω το δικαίωμα…»

Μια πνοή αέρα που κουβαλούσε η φωνή της του δρόσισε τον λαιμό.

«Κι εγώ σε θέλω εκεί μέσα», της είπε. «Ας ελπίσουμε να μην έχει αντίρρηση».

Η Μίρζα τον προσπέρασε αθόρυβα και στάθηκε στην πόρ­τα του γραφείου του. Χτύπησε και του έκανε νόημα να πε­ριμένει. Την είδε να μπαίνει και ν’ αφήνει πίσω της την πόρ­τα μισάνοιχτη. Προχώρησε προς το άνοιγμά της, κι από κει είδε το μισό γραφείο κι ένα κομμάτι απ’ τη βιβλιοθήκη του. Η φωνή της ακουγόταν καθαρά, αλλά δεν πολυκαταλάβαινε γιατί μιλούσαν τούρκικα ανάκατα με λαντίνο. Αυτό που σί­γουρα ήξερε ήταν πως τον ενοχλούσε πια να στέκεται πίσω από μισάνοιχτες πόρτες και να κρυφακούει. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »

Η πτώση του Παρισιού, μυθιστόρημα του Ηλία Έρενμπουργκ

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2018

Παλιομοδίτης όπως είμαι, οι αγαπημενοι μου συγγραφείς ειναι επίσης παλαιοί -ένας απ’ αυτους ο σοβιετικός Ηλίας Έρενμπουργκ, που αποσπάσματα απο τα απομνημονεύματά του και από άλλα έργα του έχω ξαναβάλει στο ιστολόγιο.

Περνώντας προσφατα από το βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής είδα ότι εκδόθηκε, σε δύο τόμους και συνολικά 720 σελίδες, το μυθιστόρημα «Η πτωση του Παρισιού» του Ερενμπουργκ. Το πήρα και το διάβασα σχεδόν απνευστί -το ένιωθα πως θα μου άρεσε και δεν έπεσα έξω. Είχε βγει και παλιά από άλλον εκδοτικό οίκο, όμως τούτη η έκδοση της Συγχρονης Εποχής πρέπει να είναι φετινή (αν κάνω λάθος, διορθώστε).

Στην Πτώση του Παρισιού, ο Έρενμπουργκ δινει μια τοιχογραφία της Γαλλίας από το 1936 και τις εκλογές που έφεραν τη νικη του Λαϊκού Μετώπου έως το 1940 και την είσοδο των Γερμανών στο Παρίσι μετά τη συνθηκολόγηση. Ο Έρενμπουργκ, με διαφορά ο πιο δυτικός από τους Σοβιετικούς συγγραφείς, περιγράφει πράγματα που τα έζησε από πρώτο χέρι, αφού εκείνην την περίοδο ζούσε στο Παρίσι ως ανταποκριτής σοβιετικών εφημερίδων (αν και ειχε περάσει αρκετους μήνες και στην Ισπανία ως πολεμικός ανταποκριτής στον εκεί εμφύλιο· άλλωστε και η Ισπανία φιγουράρει στο μυθιστόρημα). Καθώς διάβαζα το μυθιστόρημα, εδώ κι εκεί αναγνώριζα σκηνές και φράσεις που τις είχε επίσης περιγράψει και αναφέρει ο Έρενμπουργκ, αν και κάπως διαφορετικά, στα απομνημονεύματά του.

Ειναι παραδοσιακό μυθιστόρημα, όπου παρελαύνουν δεκάδες ήρωες, οι περισσότεροι απ’ αυτους ζωγραφισμένοι πολύ πετυχημένα. Ο ίδιος ο Έρενμπουργκ, κρίνοντας το έργο του, έγραψε ότι «ορισμενοι ήρωες μού φαίνονται ζωντανοί, με τρεις διαστάσεις, άλλοι επίπεδοι, κατάλληλοι για πλακάτ» και συνεχίζει λέγοντας ότι κακώς έκανε αψεγάδιαστους τους «καλούς» (τον κομμουνιστή εργάτη Μισό ή Μιχιό, θα πούμε μετά, ή τη Ντενίζ). Πέτυχε όμως πολύ καλά τους ενδιάμεσους, σαν τον έξυπνο και ευαίσθητο καπιταλιστή Ντεσέρ. Ίσως ο πιο καλοσχεδιασμένος χαρακτήρας να είναι ο πολιτικός Τεσά, βουλευτής του ριζοσπαστικού κόμματος, που ξεκινάει από βουλευτής του Λαϊκού Μετωπου και καταλήγει υπουργός του Πετέν -ο συγγραφέας περιγράφει με μεγάλη επιτυχία και πολύ πειστικά την αλυσίδα των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων.

Το βιβλίο έχει ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία δεν θα την πληροφορηθεί ο αναγνώστης της σπαρτιατικής έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής. Τη λέω σπαρτιατική, επειδή παρουσιάζει σκέτο το κείμενο: δεν έχει ούτε προλογο, ούτε μεταφραστικές ή άλλες υποσημειώσεις, ούτε επίμετρο, ούτε τίποτα, μόνο ένα σημείωμα στο οπισθόφυλλο, για το οποίο θα πω μετά. Βέβαια, το κείμενο αρκεί και αποζημιώνει τον αναγνώστη με το παραπάνω, παρά τα μεταφραστικά προβλήματα (βλ. παρακάτω). Αλλά στην εποχή μας, ο αναγνωστης θέλει και κάτι παραπάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, ΕΣΣΔ, Κριτική μεταφράσεων, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 180 Σχόλια »

Φρασεολογικά στο Έγκλημα και τιμωρία

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2018

Πριν από μερικούς μήνες, καθώς χάζευα σε ένα βιβλιοπωλείο, πρόσεξα ότι είχε κυκλοφορήσει σε επανέκδοση το Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογέφσκι στην κλασική μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, από τον Γκοβόστη. Το είχα διαβάσει έφηβος σε μια προπολεμική έκδοση που είχαμε στο σπίτι, που όμως δεν ήξερα πού βρίσκεται, και πάντα ήθελα τη μετάφραση του Αλεξάνδρου, παρόλο που και για τη νεότερη της Μπακοπούλου έχω ακούσει καλά λόγια, οποτε το πήρα και το έβαλα στη στοίβα με τα αδιάβαστα, σκοπεύοντας να το ξεκινήσω σε πρώτη ευκαιρία. Τα κλασικά έργα αλλιώς τα διαβάζεις στα 18 και αλλιώς, ας πούμε, στα 58 για να αναφέρω έναν εντελώς τυχαίο αριθμό.

Η ευκαιρία δόθηκε πριν από καμιά εικοσαριά μέρες, όταν ο Αριστείδης Χατζής ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να αρχίσει να (ξανα)διαβάζει το έργο του Ντοστογιέφσκι, από την έκδοση του Γκοβόστη, έχοντας μάλιστα φορτωμένες μερικές αγγλικές μεταφράσεις στην ταμπλέτα. Με έβαλε στα αίματα, οπότε το διάβασα κι εγώ, επίσης με βοηθήματα: σε ορισμένα σημεία συμβουλευόμουν και μια αγγλική μετάφραση καθώς και το ρώσικο πρωτότυπο (δεν ξέρω τη γλώσσα αλλά παίρνεις μια ιδέα).

Θα παραθέσω εδώ ορισμένα μεταφραστικά και φρασεολογικά με αφορμή το βιβλίο του Ντοστογιέφσκι, χωρίς να πω πολλά για το ίδιο το έργο. Τουκανισμός, θα πείτε ή τέλος πάντων ενασχόληση με τις βλεφαρίδες της μύγας. Ωστόσο, για το Έγκλημα και τιμωρία έχουν γραφτεί τόσα και τόσα που ό,τι και να πω εγώ θα είναι λίγο και χλωμό, ενώ τα φρασεολογικά ίσως έχουν καποιο ενδιαφέρον. Θα αναφέρω πάντως ότι διαβάζοντας κλασική ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα συνειδητοποιείς ότι ήταν πολύ λογικό σε αυτή την κοινωνία να γίνει η οκτωβριανή επανάσταση το 1917.

Σε πολλές περιπτώσεις παραθέτω παράλληλες μεταφράσεις -αυτές τις οφείλω στους φίλους της ομάδας «Τα υπογλώσσια» στο Φέισμπουκ, όπου συζητήσαμε κάμποσα από τα σημεία που θα αναφερθουν παρακάτω. Αν έχετε Φέισμπουκ και σας ελκύουν οι γλωσσικές συζητήσεις, αναζητήστε την ομάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 178 Σχόλια »

Ο Ουγκό, η ανάγκη και η Παναγία των Παρισίων

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2017

Τις προάλλες που είχα πάει στο Παρίσι, πέρασα κι από το νησί του Σηκουάνα και από την Παναγία των Παρισίων, όπου τώρα εκτός από τους τουρίστες και τους υπαίθριους ζωγράφους ήταν επιδεικτική και η παρουσία πάνοπλων στρατιωτών, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε.

Επειδή είχα κανονίσει μια συνάντηση, ανάβαλα για μιαν ακόμα φορά το σχέδιο που έχω να ανέβω πάνω στους πύργους της εκκλησίας, να δω το Παρίσι από ψηλά -κάτι λέγαμε για τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες προχτές.

Κάποτε θα ανέβω. Πάντως, τούτη τη φορά είχα κι έναν λόγο παραπάνω, διοτι φέτος το καλοκαίρι διάβασα την Παναγία των Παρισίων, του Βίκτωρος Ουγκό, και το είχα σχετικά πρόσφατο στη μνήμη μου. Αν πάω του χρόνου, θα χρειαστεί να το ξαναφρεσκάρω.

Δεν είχα διαβάσει την Παναγία των Παρισίων ως τώρα, παρά μόνο (ίσως) σε Κλασικά Εικονογραφημένα, αν και πρέπει να την είχα δει στο σινεμά, και βέβαια, επειδή οι κόρες μου βρίσκονταν σε κατάλληλην ηλικία, όταν ήταν μικρές είδαν ίσαμε 867 φορές το βίντεο από την αντίστοιχη ταινία της Ντίσνεϊ, και κάμποσες δεκάδες φορές είχα την τύχη να τη δω κι εγώ -τα παιδιά έχουν ανάγκη την επανάληψη των εμπειριών και των διηγήσεων, τα βοηθάει να ταξινομούν τον κόσμο τους. Οι ενήλικες βαριούνται τις επαναλήψεις, τουλάχιστον μέχρι να ωριμάσουν· τότε αρχίζουν να επισκέπτονται ξανά τα τοπία και τα βιβλία της νιότης τους. «Ποτέ δεν διαβάζω βιβλίο που να μην το έχω ξαναδιαβάσει», λέει ένας φίλος μου.

Το βιβλίο του Ουγκό το είχα, αλλά αδιάβαστο. Με παρακίνησε να το διαβάσω ο φίλος μας ο Δύτης, που το διάβασε πρώτος, και δη στα γαλλικά, κι έγραψε ένα συναρπαστικό άρθρο για μια λεπτομέρεια, που θα την αναφέρω παρακάτω. Παρασυρμένος από τον Δύτη, που είχε περισσότερους λόγους να το διαβάσει, αφού εκείνο τον καιρό βρισκόταν στο Παρίσι, το διάβασα κι εγώ που έκανα μπάνια στην Αίγινα -και τώρα γράφω αυτό το άρθρο.

Ο Ουγκό έγραψε το βιβλίο του το 1830 περίπου, αλλά η δράση (με τον Κουασιμόδο, την Εσμεράλδα και τον Φρολό) εκτυλίσσεται το 1482, έτσι ο σημερινός αναγνώστης έχει να δρασκελίσει δυο χάσματα αιώνων. Έχει επιπλέον να αναμετρηθεί με τον τρόπο γραφής του 19ου αιώνα, τους πλατειασμούς και τις παρεκβάσεις, που βέβαια επειδή στα χέρια ενός μάστορα οικοδομούν κόσμους τελικά μάλλον σε καλό αποβαίνουν. Ωστόσο, το βιβλίο πιάνει 670 σελίδες -δεν είναι δηλαδή ευκαταφρόνητο εγχείρημα να το διαβάσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Κινηματογράφος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 121 Σχόλια »

Δυο αστυνομικά από το καλοκαίρι

Posted by sarant στο 31 Αύγουστος, 2017

Σήμερα είναι η τελευταία μέρα του Αυγούστου, και, παρόλο που το καλοκαίρι δεν έχει τελειώσει, είναι μια μέρα, όπως και να το κάνουμε, συμβολική. Όχι η τελευταία μέρα του καλοκαιριού, αλλά ίσως η πρώτη μέρα της τελευταίας φάσης του.

Το καλοκαίρι το έχουμε συνδέσει με το διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων, ανάμεσά τους και βιβλίων αστυνομικής λογοτεχνίας -ταιριάζει λοιπόν να αφιερώσω το σημερινό άρθρο σε δυο ελληνικά αστυνομικά βιβλία που διάβασα μέσα στο καλοκαίρι. Προλαβαίνετε να τα διαβάσετε κι εσείς.

Τα ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα ποτέ δεν ήταν πολλά, αλλά τα τελευταία 20 χρόνια παρατηρείται μια άνθιση του είδους, που έχει βρει την ανάλογη ανταπόκριση από το κοινό. Αυτό το νέο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι αγκυρωμένο στην επικαιρότητα και στη σύγχρονη πραγματικότητα και ίσως σε αυτό να οφείλει και μεγάλο μέρος της αποδοχής και της έλξης του.

Εδώ που τα λέμε, το αστυνομικό δεν το διαβάζουμε μόνο για να βρούμε τον ένοχο, δεν είναι μόνο το στοιχείο του μυστηρίου που μας ελκύει -είναι και η περιγραφή των τόπων και των τύπων. Έχει περάσει ανεπίστρεπτα η εποχή όπου ο ντετέκτιβ συνέλεγε στοιχεία και στο τέλος καλούσε όλους τους εμπλεκόμενους στο σαλόνι για να τους ανακοινώσει τον ένοχο. Οπότε, το να διαβάζεις σύγχρονο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα έχει και το παράπλευρο κέρδος ότι διαβάζεις για τη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, που δεν έχει ίσως αποτυπωθεί όσο πρέπει στην υπόλοιπη λογοτεχνία (κι αν κάνω λάθος, με χαρά να μου το υποδείξετε).

Το πρώτο από τα δύο αστυνομικά μυθιστορήματα που θα παρουσιάσω σήμερα το είχαμε αναφέρει και στο καθιερωμένο βιβλιοφιλικό άρθρο μας στο οποίο προτείναμε βιβλία για το καλοκαίρι. Το είχε προτείνει ο φίλος μας ο Γιάννης Κουβάτσος, που το είχε διαβάσει. Πρόκειται για το μυθιστόρημα της Έλενας Ακρίτα «Το μυστικό της μπλε πολυκατοικίας».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 123 Σχόλια »

Ζαχάρ Πριλέπιν – Εικόνες εγκατάλειψης (απόσπασμα από το Σάνκια)

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2017

Σήμερα δημοσιεύω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Ζαχάρ Πριλέπιν «Σάνκια». Ο Ζαχάρ Πριλέπιν, 42 χρονών, είναι ίσως ο πιο πολυδιαβασμένος Ρώσος συγγραφέας της γενιάς του, της μετασοβιετικής δηλαδή γενιάς. Τον έχουν παρομοιάσει με τον Χεμινγουέι και με τον Τολστόι. Είχε επισκεφτεί πριν από δυο-τρεις μήνες την Ελλάδα και έδωσε μια συνέντευξη που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ο Πριλέπιν πολέμησε στην Τσετσενία κατά τη θητεία του στον στρατό, ενώ για ένα διάστημα υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις της ομοσπονδιακής αστυνομίας. Είναι ή ήταν μέλος του εθνικομπολσεβικικού κόμματος του επίσης συγγραφέα Εντουάρντ Λιμόνοφ, είναι αντίπαλος του Πούτιν και τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στο Ντονμπάς όπου μάχεται με το μέρος των αυτονομιστών, ας τους ονομάσουμε έτσι.

Πριν από μια βδομάδα είχαμε δημοσιεύσει ένα αφήγημα του φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το μετασοβιετικό Μούρμανσκ. Λίγες μέρες αργότερα, πήρα ηλεμήνυμα από αναγνώστρια του ιστολογίου, με το ψευδώνυμο Ranele, που μου είπε ότι έχει μεταφράσει, για να δοκιμάσει τις δυνάμεις της, κομμάτια από ένα μυθιστόρημα του Πριλέπιν, που δίνουν παρόμοιες εικόνες εγκατάλειψης όπως το αφήγημα για το Μούρμανσκ και μου έστειλε ένα απόσπασμα, αν ήθελα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο.

Το ενδιαφέρον είναι πως η Ranele, αν και πρέπει να έχει σπουδάσει στην Ελλάδα, δεν έχει μητρική της γλώσσα τα ελληνικά, όπως μού διευκρίνισε, πράγμα που κάνει τη δουλειά της ακόμα πιο δύσκολη. Έκανα κάποιες μικροεπεμβάσεις στη μετάφρασή της, κακώς ίσως. Δεν είχα διαβάσει Πριλέπιν, διότι δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά το δείγμα που θα δείτε μου άρεσε, όσο κι αν είναι καταθλιπτικό και πνιγηρό.

Το μυθιστόρημα «Σάνκια», απ’ όπου είναι παρμένο το απόσπασμα που θα διαβάσετε, είναι το πρώτο του Πριλέπιν και κυκλοφόρησε το 2006. Έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, έχει βραβευτεί και έχει γίνει ταινία. Το Σάνκια είναι όνομα, αρσενικό, συχνά παιδικό. Είναι χαϊδευτικό του Σάσα, το οποίο με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του Αλεξάντρ. Ο ήρωας λέγεται Σάσα Τίσιν, αλλά η γιαγιά και ο παππούς του τον φωνάζουν Σάνκια. Εδώ μπορείτε να δείτε τον ιστότοπο του μυθιστορήματος (από τα σφυροδρέπανα θα καταλάβετε ότι ο Σάσα ανήκει σε μια αριστερή μαχητική οργάνωση) και εδώ τον ιστότοπο του Πριλέπιν. Βέβαια, όλα αυτά τα καλούδια είναι χρήσιμα κυρίως σε ρωσομαθείς. Το απόσπασμα που παραθέτουμε είναι το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου. Παρουσιάζει την επιστροφή του Σάσα στο χωριό του που αργοπεθαίνει.

Σημείωση, Μάρτιος 2018

Μετά την κυκλοφορία του μυθιστορήματος σε βιβλίο, αποσύρω τη μεταφραστική δοκιμή της Ranele.

 

Posted in Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 114 Σχόλια »

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Οι λέξεις της Ορθοκωστάς

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2017

Το μυθιστόρημα «Ορθοκωστά» του Θανάση Βαλτινού δεν το είχα διαβάσει, ήξερα όμως ότι έχει ως θέμα του την τρομοκρατία που υποτίθεται ότι άσκησε το ΕΑΜ στην Πελοπόννησο το 1943 και το 1944. Η Ορθοκωστά είναι ένα μοναστήρι στην Κυνουρία στο οποίο υποτίθεται ότι λειτουργούσε επί Κατοχής στρατόπεδο συγκέντρωσης «αντιδραστικών». Το βιβλίο αποτελείται από 47 κεφάλαια, τα περισσότερα πολυσέλιδα αλλά μερικά συντομότατα, λίγες αράδες μόνο, που το καθένα είναι και μια «μαρτυρία» για τα γεγονότα στην Κυνουρία. «Μιλάνε» χωριάτισσες, αξιωματικοί του στρατού, νοικοκυραίοι, ταγματασφαλίτες. Βάζω εισαγωγικά, επειδή το βιβλίο του Βαλτινού είναι μυθιστόρημα και όχι ιστορικό δοκίμιο και όλες αυτές οι «μαρτυρίες» είναι μυθοπλασία που αγνοώ σε ποιον βαθμό βασίζεται στην πραγματικότητα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βαλτινός χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική, να παραθέτει δηλαδή οιονεί μαρτυρίες, που όμως είναι γραμμένες από τόν ίδιο, δεν είναι δηλαδή μαρτυρίες. Το έχει ξανακάνει, αν δεν κάνω μεγάλη γκάφα, τόσο στο Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη, όσο και στα Στοιχεία για τη δεκαετία του 60. (Αντίθετα, στην εξαιρετική Κάθοδο των εννιά δεν χρησιμοποιείται η τεχνική αυτή, διότι δεν υπάρχει η επίφαση του ντοκουμέντου, της μαρτυρίας).

Το βιβλίο λοιπόν δεν το είχα διαβάσει, αν και είχα παρακολουθήσει, τότε που κυκλοφόρησε (το 1994), τη συζήτηση που έγινε, αφού από αρκετούς αριστερούς θεωρήθηκε ότι το έργο του Βαλτινού ξεπλένει τους ταγματασφαλίτες -μια και παρουσιάζει ότι εντάχθηκαν στα τάγματα εξωθημένοι από την εαμική τρομοκρατία.

Το αναζήτησα πριν από μερικούς μήνες σε κεντρικό βιβλιοπωλείο, όπου μου έδωσαν την ανακριβή απάντηση ότι έχει εξαντληθεί (στην πραγματικότητα, είχε αλλάξει ο εκδότης). Σε πρόσφατη διαδικτυακή συζήτηση έκανα λόγο για το βιβλίο και μια καλή φίλη, που παρακολουθούσε τη συζήτηση, το αγόρασε και μου το χάρισε. Ένιωσα έτσι υποχρεωμένος να το διαβάσω, πράγμα που έκανα, όχι χωρίς κόπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 184 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 26 και τέλος (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 25 Απρίλιος, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Με τη σημερινή συνέχεια, την εικοστή έκτη, το μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Θυμίζω ότι βρισκόμαστε στον επίλογο του μυθιστορήματος, πέντε χρόνια μετά, όπου οι τέσσερις φίλοι έχουν πάει εκδρομή στη Μόσχα.

Από τη μεθεπόμενη Τρίτη θα αρχίσω να δημοσιεύω κάποιο άλλο έργο του πατέρα μου -ακόμα δεν έχω αποφασίσει ποιο.

Από τη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο Σερεμέτιεβο καταλάβαμε πως πολλά είχαν αλλάξει, σε σχέση με το 1985. Φτάνοντας δε στο κέντρο της Μόσχας βρήκαμε μια πόλη τελείως διαφορετική από εκείνη την απαστράπτουσα πρωτεύουσα, που είχαμε γνωρίσει πριν οχτώ χρόνια.  Θυμάμαι έναν τοτινό συνταξιδιώτη μας, τον μπάρμπα Γιάννη, ένα Πόντιο λαχειοπώλη από τις Σέρρες, που χρόνια μάζευε λεφτά για να κάνει αυτό το ταξίδι, που μόλις βγήκε από το πούλμαν και είδε τα κτίρια που περιβάλλουν την Κόκκινη πλατεία, μου λέει

“Κράτα με σύντροφε, γιατί δεν την αντέχω τέτοια ομορφιά!”

Τώρα η Κόκκινη Πλατεία ήταν αποκλεισμένη στο μεγαλύτερο τμήμα της “λόγω εκτελουμένων έργων”, όπως μας είπαν και το Μαυσωλείο του Λένιν φυσικά απρόσιτο. Τα κτίρια βέβαια ήταν τα ίδια, αλλά βρήκαμε τους δρόμους αυτή τη φορά βρώμικους αλλά πολύ πιο θορυβώδεις, την κίνηση του πλήθους ζωηρή και τα εμπορικά καταστήματα μεταμορφωμένα. Ευρωπαϊκές, εντυπωσιακά στολισμένες, βιτρίνες με όλα τα καλά και τα αγαθά, τα μαγαζιά μέσα γεμάτα κόσμο, που απλώς όμως περιεργαζόταν την πραμάτεια χωρίς να αγοράζει κανείς τίποτα. Πολλά αυτοκίνητα και τεράστιες οθόνες σαν της τηλεόρασης δεξιά κι αριστερά των λεωφόρων, που πρόβαλαν διαφημίσεις. Ζητιάνοι σε κάθε γωνία, ουκ ολίγοι παπάδες με τα ράσα τους και πολύ καλοντυμένες νεαρές γυναίκες με υπερβολικό μίνι που από μακρυά καταλάβαινες πως κάναν πεζοδρόμιο.

Το Αρμπάτ κι αυτό μεταμορφωμένο. Είχανε ανοίξει δεκάδες μπαράκια, καφενεία, φαστφουντάδικα και άλλα παρόμοια κέντρα. Μικρές ορχήστρες πειναλέων τύπων ζητιάνευαν με αξιοπρέπεια. Οι κλασικές ξύλινες μπάμπουσκες είχαν αντικατασταθεί με ομοιώματα πρώην και νυν ηγετών, με ιδιαίτερη προτίμηση στη γελοιογραφική απεικόνιση του Γκορμπατσώφ. Όλα τα πράγματα πάντως ήταν πανάκριβα, ακόμα και για μας που διαθέταμε δολάρια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, ΕΣΣΔ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »

Όλα για καλό του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 19 Απρίλιος, 2017

Ο τίτλος εσκεμμένα δεν έχει σημεία στίξης κι έτσι ίσως διαβάζεται με περισσότερους από έναν τρόπους, αλλά η συνοδευτική εικόνα μάλλον ξεκαθαρίζει τον σκοπό του άρθρου: θα μιλήσω για το καινούργιο βιβλίο του αγαπημένου μου συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, το «Όλα για καλό», που κυκλοφόρησε πριν από δυο μήνες από τις εκδόσεις «Εστία».

Το ότι ο Μακριδάκης είναι αγαπημένος μου συγγραφέας φρόντισα να το επισημάνω αποξαρχής -άρα, δεν είναι «αμερόληπτη» και «αντικειμενική» η παρουσίαση που θα κάνω. Από τότε που τον ανακάλυψα, έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία και αδημονώ για κάθε καινούργιο -και δύο από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς εδώ, το «Αντί Στεφάνου» πρόπερσι και το «Του Θεού το μάτι» το 2013.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, τις αρχές της οποίας παρουσίασε με λογοτεχνικό τρόπο στο Αντί Στεφάνου. Σε προηγούμενες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») και τώρα επανέρχεται στο προηγούμενο σχήμα αλλά με ουσιαστικές διαφορές.

Καταρχάς, το «Όλα για καλό» δεν είναι νουβέλα αλλά μυθιστόρημα -όχι μόνο εξαιτίας της έκτασης (230 σελίδες αντί για 100-110) αλλά και με βάση την πλοκή. Έπειτα, ενώ στις προηγούμενες νουβέλες η εξωτερική πολιτική επικαιρότητα αποτελούσε απλώς το κάδρο, εδώ παίρνει κεντρική θέση και καθορίζει την πλοκή. Και η επικαιρότητα αυτή, όπως υποδηλώνει και το εξώφυλλο, δεν είναι άλλη από την προσφυγική κρίση, τις μαζικές αφίξεις προσφύγων σε κάποιο νησί του Αιγαίου πάνω σε καρυδότσουφλα της συμφοράς. Ο τόπος δεν δηλώνεται με σαφήνεια, αλλά είναι η Χίος. Ο χρόνος δηλώνεται, 11 με 15 του Δεκέμβρη -του 2015 συμπεραίνουμε. Υπάρχουν βέβαια και οι αφηγήσεις των ηρώων, που μας πηγαίνουν μερικούς μήνες ή και πολλά χρόνια πίσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in πρόσφυγες, Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 167 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 25 (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 11 Απρίλιος, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πέμπτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Την προηγούμενη φορά είχα προαναγγείλει ότι με τη σημερινή δημοσίευση θα ολοκληρωνόταν το μυθιστόρημα. Ωστόσο, τώρα βλέπω ότι το τελευταίο κεφάλαιο, ο επίλογος, που έχει τίτλο «Πέντε χρόνια μετά», είναι πολύ μεγάλο για να πάει μονοκοπανιά και κυρίως χωρίζεται λογικά σε δύο κομμάτια, αν και όχι εντελώς ισομεγέθη. Οπότε σήμερα βάζω το πρώτο μισό και τη μεθεπόμενη Τρίτη θα έχουμε το τέλος.

 

ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Οχτώ μήνες μετά το θάνατο του Βελή ολοκληρώθηκε το προαναγγελθέν Συμπλήρωμα και σύμφωνα με την ειλημμένη απόφαση της Βελήδαινας η εκδοτική επιχείρηση έκλεισε. Εδώ και τέσσερα χρόνια είμαι χωρίς δουλειά αλλά αυτό δε με ενοχλεί ποσώς. Έχω τη σύνταξή μου, δουλεύει ακόμα η Μαργαρίτα και τα λεφτά που έπαιρνα από την Εγκυκλοπαίδεια μας περίσσευαν. Άλλωστε τα έξοδα μας περιορίστηκαν καθώς στο μεταξύ τα παιδιά δημιούργησαν δικές τους οικογένειες και νοικοκυριά. Ούτε φοβάμαι πως θα βρεθώ σε κανένα κενό απασχόλησης. Οσονούπω γίνομαι παππούς (και μάλιστα εις διπλούν, από τη μεγάλη μου κόρη και από τη νύφη μου) και προβλέπω πως θα έχω μπόλικη απασχόληση με τα εγγονάκια.

Θα έπρεπε να νοιώθω γαλήνιος και ευχαριστημένος, μα στο βάθος δε νοιώθω έτσι ύστερα από όσα γίνανε τα τρία τελευταία χρόνια. Ακυρώθηκε η ενοποίηση της Αριστεράς, που τόσες ελπίδες μας γέννησε, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το πιο συγκλονιστικό είναι άλλο: από πρόπερσι έπαψε να υπάρχει η Σοβιετική Ένωση! Είναι κάτι το τόσο απίστευτο, που δε μπορεί να το χωρέσει το μυαλό του ανθρώπου. Στις ατέλειωτες συζητήσεις που είχα με τον Γιώργο τον Λαμπρόπουλο τελειώναμε πάντα με καυγά. Αυτός τόχε λύσει το πρόβλημα. Βρεθήκαν μερικοί προδότες, πράχτορες της ΣΙΑ και διαλύσανε το κόμμα και το κράτος!

“Καλά βρε Γιώργο. Εισχώρησαν πράχτορες στο κόμμα και βρέθηκαν και προδότες. Πόσοι θες να ήταν: Εκατό χιλιάδες; Ένα εκατομμύριο; Έστω. Τα τριάντα εκατομμύρια των κομματικών μελών και τα πενήντα εκατομμύρια οι κομσομόλοι τι κάνανε; Και τα τρακόσια εκατομμύρια σοβιετικοί άνθρωποι, πώς αφέθηκαν έτσι χωρίς αντίσταση να προδοθούν; Πώς γκρεμίζονται τα αγάλματα του Λένιν και δε βρίσκεται ένας να αντισταθεί; Ξέρεις τι κάναμε εμείς τον Οχτώβρη του ΄49, στην τρίτη επέτειο από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού; Είχε πέσει πια το Βίτσι και ο Γράμμος κι όλα φαίνονταν να είχαν τελειώσει. Κι όμως πήγαμε μια νύχτα με δικιά μας πρωτοβουλία, οι οργανώσεις δε λειτουργούσαν, και γράψαμε σε τοίχους στις Τζιτζιφιές: “Ζήτω ο Δημοκρατικός Στρατός. Ο αγώνας συνεχίζεται”. Εκεί γιατί δε γίνεται τίποτα; Δε σε εντυπωσιάζει η παντελής αδιαφορία που δείχνει ο λαός για τη διάλυση του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ;”

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 24 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τέταρτη και προτελευταία. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Η σημερινή συνέχεια είναι το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Απροσδόκητες και δυσάρεστες εξελίξεις». Σε δεκαπέντε μέρες, Μεγάλη Τρίτη, θα ολοκληρωθεί το μυθιστόρημα.

Απροσδόκητες και δυσάρεστες εξελίξεις

Η δεύτερη και οριστική εξαφάνιση του Χρήστου δεν ενόχλησε τον Βελή. Στην έκδοση της  Εγκυκλοπαίδειας και του τόμου Το Άλας της Γης όλα πήγαιναν ρολόι. Όσο για τα Αριμάσπεια Έπη ο Βελής το καιρόριχνε. Κάθε τόσο προανήγγειλε δια του Σύμπαντος την προσεχή έκδοσή τους, αλλά τίποτα περισσότερο. Άριστος επιχειρηματίας, καταλάβαινε πως η αγορά δε θα μπορούσε να απορροφήσει ικανοποιητικά το Άλας της Γης και τα Έπη ταυτόχρονα. Εμείς όμως αδημονούσαμε. Θέλαμε επί τέλους να πιάσουμε στα χέρια μας τα περίφημα Έπη. Περιμένοντας πάντως πότε θα ευδοκούσε να μας δώσει την έγκρισή του, δεν κάτσαμε με σταυρωμένα χέρια. Είχαμε ήδη το μεγαλύτερο μέρος των Επών, το ταξίδι του Αριστέα, τη Γρυπομαχία και τον Ύμνο στον Απόλλωνα. Ανεξάρτητα της επαλήθευσης και παραβολής, που οπωσδήποτε θα κάναμε με το κείμενο που θα μας έδινε ο Βελής, μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Βρήκαμε κι ένα νεαρό φιλόλογο,  πολύ σοβαρό και καταρτισμένο παιδί, που είχε μανία με τα δημοτικά τραγούδια και ο οποίος ανέλαβε να αποδόσει τα Έπη εμμέτρως σε δεκαπεντασύλλαβους. Φυσικά προσωρινά θα τον πληρώναμε ο Δημήτρης κι εγώ εξ ιδίων.

Και ξαφνικά ενώ όλα έβαινον κατ’ ευχήν, συνέβη κάτι απροσδόκητο και καθοριστικό για την τύχη της Εγκυκλοπαίδειας, αλλά και πολλών συντακτών της καθώς και του περιοδικού. Αναπάντεχα πέθανε ο Βελής!

Παρά τις προφυλάξεις και τα μέτρα που έπαιρνε, πήγε τελικά “από νταμπλά”, όπως τόχε προβλέψει, αλλά σε συνθήκες που οπωσδήποτε δε μπορούσε να προβλέψει, ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Τα πράγματα εκτυλίχτηκαν τελείως ανεξέλεγκτα. Ήταν ήδη εκνευρισμένος με την καθυστέρηση του τυπογραφείου και έξω φρενών είχε στείλει τον Παντελή με το αμάξι του να φέρει στο γραφείο τα δοκίμια. Ενώ περίμενε τον οδηγό του, βράζοντας από αδημονία, του τηλεφώνησε ο χρηματιστής του ζητώντας του επειγόντως οδηγίες για το αν θά ΄πρεπε να αγοράσει ή να πουλήσει κάτι μετοχές, γιατί το ρίσκο ήταν μεγάλο, το ποσόν σοβαρό και δεν ήθελε να πάρει μόνος του πρωτοβουλίες. Ο Βελής αφού τον σκυλόβρισε από τηλεφώνου, σε έξαλλη κατάσταση πήρε το καπέλο του και ξεκίνησε για το Χρηματιστήριο με τα πόδια, χωρίς να ενημερώσει το γιατρό του, που εκείνη την ώρα χαριεντιζόταν με μιαν υπάλληλο της επιχείρησης στο διπλανό γραφείο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Δημήτρης Σαραντάκος, ΕΣΣΔ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Όλοι κυνηγούν τον ποδόγυρο;

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2017

Μην επιχειρήσετε προς το παρόν να απαντήσετε στην ερώτηση του τίτλου πριν διαβάσετε το άρθρο, διότι δεν έχετε όλα τα δεδομένα. Η ερώτηση δεν είναι κυριολεκτική, δεν μελετάω την ερωτική συμπεριφορά των ανθρώπων, κάνω ένα μεταφραστικό πείραμα.

Το μεταφραστικό αυτό πείραμα, το έναυσμα για το οποίο το πήρα από μια ερώτηση που μου έκανε τις προάλλες ο φίλος μας ο Αρχιμήδης, αφορά ένα απόσπασμα από τους Αθλίους του Βίκτωρος Ουγκό, το εξής:

Favourite, ayant été en Angleterre, avait pour admiratrices Zéphine et Dahlia. Elle avait eu de très bonne heure un chez-soi. Son père était un vieux professeur de mathématiques brutal et qui gasconnait ; point marié, courant le cachet malgré l’âge. Ce professeur, étant jeune, avait vu un jour la robe d’une femme de chambre s’accrocher à un garde-cendre ; il était tombé amoureux de cet accident. Il en était résulté Favourite.

Το απόσπασμα βρίσκεται στην αρχή μιας παραγράφου, περίπου δυο σελίδες μετά την αρχή του 2ου κεφαλαίου (τίτλος Double quatuor) του 3ου βιβλίου (Τίτλος En l’année 1817) του Πρώτου Τόμου (Φαντίνα). Στο κεφάλαιο αυτό ο Ουγκό παρουσιάζει τέσσερις φοιτητές και τέσσερις κοπέλες, από τις οποίες η μία, η Φαντίνα, πρόκειται να πρωταγωνιστήσει στο μυθιστόρημα. Οι άλλες τρεις είναι η Φαβουρίτα, η Ζεφίνα και η Ντάλια και το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει μιλάει για τη Φαβουρίτα και τον πατέρα της.

Ας δούμε πώς μεταφράστηκε το απόσπασμα αυτό από διάφορους μεταφραστές στη γλώσσα μας -να σημειώσω ότι στη δουλειά αυτή με βοήθησαν φίλοι από το Φέισμπουκ που βρήκαν στη βιβλιοθήκη τους το αντίστοιχο μεταφρασμένο απόσπασμα. Επίσης να αναφέρω ότι λείπουν μερικές μεταφράσεις, οπότε θα σας χρωστάω χάρη αν έχετε κάποιαν άλλη και κάνετε τον κόπο να εντοπίσετε το απόσπασμα και να το βάλετε στα σχόλια.

Και ξεκινάμε με τον πρώτο πρώτο μεταφραστή των Αθλίων, τον Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίσση ή Σκυλίτση. Ο Σκυλίτσης δημοσίευσε μετάφραση των Αθλίων σε συνέχειες στην εφημερίδα Ημέρα (βλ. εικόνα) την ίδια χρονιά της έκδοσης του γαλλικού πρωτοτύπου, το 1862. Λίγο αργότερα η μετάφραση εκδόθηκε σε βιβλίο, στη Βιέννη, με κάποιες μικροδιαφορές. Θα παρουσιάσω και τις δυο εκδοχές.

1.Σκυλίσσης, 1862:
Ἡ Ζεφίνη καὶ ἡ Δάλια εθαύμαζον τὴν Φαβουρίτην, ότι αὔτη εἶδε τὴν Ἀγγλίαν. Πρὸς τούτοις, ἡ Φαβουρίτη εἶχεν από τούδε ἴδια ἔπιπλα εἰς τὴν κατοικίαν της. Ο πατήρ της ἦτο γέρων τις καθηγητὴς τῶν μαθηματικῶν, ἄνθρωπος δύστροπος καὶ κομπορρήμων. Άνυμφος, και ἔτρεχεν ακόμη εἰς τὰς παραλυσίας μ’ όλην την ηλικίαν του. Νέος ὢν, είδεν μίαν ἡμέραν θαλαμηπόλον τινὰ, της οποίας ἡ ἐσθὴς είχεν εμπλεχθή εἴς έν ἔπιπλον· τὶς οἶδε πῶς τὸν ἐφάνη τοῦτο, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ηράσθη αυτής της γυναικός, καὶ προήχθη καρπός, ἡ Φαβουρίτη.

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα | Με ετικέτα: , , , , , , | 218 Σχόλια »