Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μυθιστόρημα’ Category

Ο Τζον Στάινμπεκ στο δρόμο με τις φάμπρικες

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2020

Άρχισα να διαβάζω τον «Δρόμο με τις φάμπρικες» του Τζον Στάινμπεκ, ή πιο σωστά άρχισα να το ξαναδιαβάζω. Το είχα διαβάσει πριν από πολλά πολλά χρόνια, σε μιαν άλλη, παλιά έκδοση που είχε ο παππούς μου, αφού πρώτα είχα ακούσει τον παππού μου ή τον πατέρα μου να αφηγούνται διάφορες ιστορίες με τον Μακ και τον Δόκτορα -ήταν από τ’ αγαπημένα τους βιβλία, μαζί με τον Σβέικ ή τις 12 Καρέκλες.

Τώρα άρχισα να το διαβάζω στην έκδοση που κυκλοφορεί στο εμπόριο, σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη -έκδοση 1989 το αντίτυπό μου, αλλά η αρχική πρέπει να είναι πολύ παλιότερη αφού ο Πολίτης πέθανε το 1974. Εδώ που τα λέμε, δεν αποκλείεται και το παλιό βιβλίο του παππού να είχε την ίδια μετάφραση, αφού το κείμενο μού φαίνεται οικείο. Έτσι κι αλλιώς, ο Στάινμπεκ έγραψε το μυθιστόρημά του το 1945, κι αν το μεταφράζανε σήμερα πιθανώς θα κρατούσαν τον αγγλικό τίτλο, ίσως γραμμένον στ’ αγγλικά: Cannery Row, που κατά λέξη θα πει «Οδός Κονσερβοποιείων» ή «Οδός Κονσερβάδικων». Πείτε με μαλλιαρό, προτιμώ την απόδοση του Πολίτη έστω κι αν δεν υπάρχουν πλέον φάμπρικες σήμερα παρά μόνο στο τραγούδι του Τσιτσάνη.

Ο Στάινμπεκ τοποθετεί το έργο του στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης και παρακολουθεί τη ζωή σε μια γειτονιά του Μόντρεϊ, στην Καλιφόρνια, όπου η ζωή στον μεγάλο δρόμο με τις φάμπρικες περιστρέφεται ακριβώς γύρω από τα κονσερβάδικα. Εκεί υπάρχει και το μαγαζί του Λη Τσογκ, και το Βιολογικό Εργαστήριο του Δόκτορα και το πορνείο της Ντόρας -για να αναφέρουμε τρία από τα μέρη που πρωταγωνιστούν στο μυθιστόρημα μαζί με τα αντίστοιχα πρόσωπα.

Γράφει ο Στάινμπεκ στην αρχή του έργου:

«Ο δρόμος με τις φάμπρικες» στο Μόντρεϋ στην Καλιφόρνια, είν’ ένα ποίημα, μια βρομισιά, έχει ένα δικό του φως, ένα έντονο χρώμα, είναι κάτι πολύ συνηθισμένο μα κι ένα όνειρο μαζί, μια νοσταλγία. Κάτι το σκόρπιο και το συγκεντρωμένο, σίδερα, τενεκέδες, σκουριά, και πελεκούδια, το στρώσιμο του δρόμου όλο γούβες, παντού κουλούρες τα σκοινιά, κόφες λαχανικά, φάμπρικες για σαρδέλες του κουτιού, καταγώγια, ταβέρνες και μπορντέλα, μικρομάγαζα, παλιοξενοδοχεία. Κάποιος είπε πως στο δρόμο τούτο κατοικούνε «πόρνες, ρουφιάνοι, χαρτοπαίχτες, μπάσταρδοι» εννοούσε, δηλαδή, πως κατοικούνε άνθρωποι λογής – λογής. Αν τους κοίταζε όμως από μια άλλη χαραμάδα, ίσως τότε να ‘χε πει, πως κατοικούνε «άγγελοι, άγιοι και οσιομάρτυρες» – και πάλι θα εννοούσε το ίδιο.

Η μυθιστορηματική Cannery Row ήταν πλασμένη με πρότυπο την Ocean View Avenue, μια λεωφόρο του Μόντρεϊ. To όνομα Cannery Row ήδη το χρησιμοποιούσαν οι ντόπιοι, σαν ανεπίσημη ονομασία του δρόμου. Το 1958, μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, οι αρχές του Μόντρεϊ μετονόμασαν τον δρόμο σε Cannery Row. Φυσικά, προ πολλού δεν υπάρχουν πια κονσερβάδικα εκεί, το τελευταίο έκλεισε το 1973. Υπάρχει όμως το κτίριο που στέγαζε, ως το 1948, το βιολογικό εργαστήριο του Εντ Ρίκετς, που ήταν φίλος του Στάινμπεκ και χρησίμεψε σαν πρότυπο για τον Δόκτορα. Να το:

Το μυθιστόρημα του Στάινμπεκ αρθρώνεται σε 32 μικρά κεφάλαια, πολλά από τα οποία μπορούν να σταθούν λίγο-πολύ αυτόνομα, αφού σκιτσάρουν ένα επεισόδιο από τη ζωή γύρω από το δρόμο με τις φάμπρικες. Θα παρουσιάσω σήμερα δυο κεφάλαια από το βιβλίο, το 3ο κεφάλαιο (για το πορνείο της Ντόρας) και το 5ο (για τον Δόκτορα και το εργαστήριό του). Δεν επεμβαίνω στην ορθογραφία παρά μόνο για να κάνω «κι» το «κ'». Η αναφορά σε «Παλιοπάπουτσα του Τέννις» έχει εξηγηθεί στο πρώτο κεφάλαιο -είναι μια μάρκα φτηνό ουίσκι, που λέγεται κανονικά Παλιό Τενεσή (Old Tennessee) και όλοι το λένε Old Tennis Shoes.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ΗΠΑ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , | 159 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 5

Posted by sarant στο 10 Νοεμβρίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις, παρόλο που είναι πάρα πολλές.
Σήμερα περναμε στο τρίτο κεφάλαιο και γνωρίζουμε και τον τρίτο πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος.

ΩΣ ΙΟΥΔΑΣ Ο ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ ΕΠΕΙΣΕ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΜΗ ΑΠΟΓΡΑΨΑΣΘΑΙ ΤΑΣ ΟΥΣΙΑΣ

Συνέβη τις ημέρες εκείνες και ο Καίσαρας Αύγουστος έβγαλε διάταγμα να απογραφεί όλη η οικουμένη1, που βρισκόταν κάτω από την εξουσία του. Η Απογραφή αυτή ήταν η πρώτη που έγινε και πραγματοποιήθηκε στα μέρη εκείνα από τον ηγεμόνα της Συρίας Κυρήνιο. Και όλοι έπρεπε να πάνε στην πόλη όπου γεννήθηκαν, για να απογραφούν εκεί2.

Ο λαός εντούτοις εγόγγυζε για την Απογραφή, φοβούμενος ότι νέοι φόροι θα του επιβάλλονταν ύστερα από αυτήν. Εκτός αυτού συνέπεσε η χρονιά εκείνης της Απογραφής με σαββατικό έτος3 και είναι γνωστό ότι σε κάθε σαββατικό έτος οι δουλειές είναι κομμένες καθώς όλη η γη βρίσκεται σε αναγκαστική αγρανάπαυση και τα τρόφιμα ακριβαίνουν πολύ. Βέβαια οι Σαδδουκαίοι και όλοι οι πλούσιοι δεν αντιδρούσαν. Έτσι κι αλλοιώς πλήρωναν τους ίδιους φόρους με τους μεσαίους και τους φτωχούς4.  Στην Ιουδαία ο αρχιερέας Ιωάζαρος, γιος του Βοηθίου, έπεισε το λαό όχι μόνο να απογραφεί αλλά και να δεχτεί να πληρώσει τους επί πλέον φόρους που θα δημιουργούσε5 η νέα καταγραφή των περιουσιών.

Αντίθετοι προς την απογραφή ήταν οι Ζηλωτές6 οι οποίοι όμως κατά κύριο λόγο ήταν συγκεντρωμένοι στην ορεινή περιοχή της βόρειας Γαλιλαίας και της Ιτουραίας, και από το ορμητήριο αυτό διατρέχαν ολόκληρη την Παλαιστίνη, κηρύσσοντας την ανυπακοή και την αντίσταση στους Ρωμαίους, τον Ηρώδη και τους γιούς του. Ο εβραϊκός λαός ο οποίος  υπέφερε από τη βαρειά φορολογία και την καταπίεση άκουγε με ευχαρίστηση τα κηρύγματα των Ζηλωτών7.Οι πιο αποφασισμένοι από τους Ζηλωτές δεν περιορίζονταν σε κηρύγματα, αλλά οπλίζονταν με μαχαίρια και εκτελούσαν τους εχθρούς τους. Οι Ρωμαίοι ονόμαζαν τους ένοπλους Ζηλωτές Σικάριους8 και ο απλός λαός τους έλεγε στη γλώσσα του Ις-σικαριώτ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ευαγγέλιο, Εβραϊσμός, Θρησκεία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 86 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 4

Posted by sarant στο 27 Οκτωβρίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις, παρόλο που είναι πάρα πολλές.
Θα παρουσιάσω σήμερα το δεύτερο μισό του δεύτερου κεφαλαίου. Στο πρώτο μισό είχαμε αναφερθεί στον Ηρώδη.

Για να ξαναγυρίσουμε όμως στην Καπερναούμ, ο Ιωσήφ ο ξυλουργός, εγκαταλείποντας το όνειρο της συμμετοχής σε μιαν εξέγερση, όνειρο που δεν πρόφτασε να γίνει έστω ένα ωραίο λάθος, αφιερώθηκε στην οικογένειά του. Πέρασαν έτσι μερικά χρόνια. Τώρα ο πρωτότοκος, ο Ιησούς, ήταν δέκα χρονών και ο χαρακτήρας του απασχολούσε πολύ τον πατέρα του. Ηταν άταχτο και ζωηρό παιδί, αρχηγός σε όλες τις σκανταλιές και τις φασαρίες. Ο Ιωσήφ τον έστειλε στο σχολείο της Συναγωγής της πολης τους, να μάθει λίγα γράμματα, φιλοδοξώντας να τον πάρει αργότερα στη δουλειά του. Ο τόπος του, μαζί με όλη τη Γαλιλαία και την Περαία, είχε τώρα βασιλιά  τον τετράρχη Ηρώδη  Αντίπα, που όρισε καθέδρα του την πόλη  Σεπφώριδα, η οποία ήταν χτισμένη πάνω στους  λόφους στα δυτικά της  Καπερναούμ.

Ο Ιησούς μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια. Οταν έγινε έφηβος, ασχολήθηκε για λίγο με την τέχνη του πατέρα του21 αλλά δεν του άρεσε αυτή η δουλειά. Πολύ συχνά απομακρυνόταν από τον κόσμο και ονειροπολούσε. Μιαν ημέρα, περπατώντας στις όχθες της λίμνης της Γαλιλαίας συνάντησε δύο αδελφούς, τον Σίμωνα και τον Ανδρέα, τους γιους του Ιωνά, την ώρα που πετούσαν τα δίχτυα τους στη λίμνη.  Ηταν ψαράδες22. Γνωρίστηκαν και γρήγορα έγιναν φίλοι. Αργότερα γνώρισε ακόμα δύο αδέλφια, ψαράδες κι αυτούς, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη23. Στο τέλος έγινε κι αυτός ψαράς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ευαγγέλιο, Εβραϊσμός, Θρησκεία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 80 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 3

Posted by sarant στο 13 Οκτωβρίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη, το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις, παρόλο που είναι πάρα πολλές.
Θα παρουσιάσω σήμερα το πρώτο μισό του δεύτερου κεφαλαίου. Μου φάνηκε πολύ μεγάλο, κι έτσι το χώρισα στη μέση.

ΗΡΩΔΟΥ ΤΕΛΕΥΤΗ ΚΑΙ ΜΕΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

Δυο χρόνια μετά τα  όσα ως τώρα αφηγήθηκα, δηλαδή στο εικοστό πέμπτο έτος της ηγεμονίας του Σεβαστού Καίσαρα1, πέθανε ο βασιλιάς Ηρώδης σε ηλικία εξηνταοκτώ χρόνων, αφού  υπήρξε βασιλιάς επί τριανταέξι χρόνια και βασίλεψε στην  Ιουδαία  επί τριάντα τρία. Πέθανε άρρωστος από υδρωπικία, απογοητευμένος από τα παιδιά του, χωρίς την οικογενειακή θαλπωρή, ολομόναχος, δίχως κανέναν να του συμπαρασταθεί στις τελευταίες του στιγμές, μισούμενος από όλους. Πλησίασε το θρόνο σαν αλεπού, βασίλεψε σαν τίγρης και πέθανε σα σκυλί2.

 Βασίλεψε πραγματικά σαν τίγρης. Ήταν αδίστακτα σκληρός3, φιλύποπτος και πανούργος. Έζησε ζωή πολυτάραχη ακόμα και με τα μέτρα των Ρωμαίων πατρώνων του. Ζωή που σκανδάλιζε τους ευσεβείς. Συνολικά παντρεύτηκε δέκα γυναίκες και με τις εννέα από αυτές συζούσε ταυτόχρονα. Νέος ακόμα, αλλά ήδη παντρεμένος με τη Δωρίδα, από την οποία είχε ένα γιο τον Αντίπατρο, ερωτεύτηκε με πάθος τη Μαριάμμη, την κόρη των Ασμοναίων βασιλέων Αλέξανδρου Ιανναίου και Αλεξάνδρας Σαλώμης και εγγονή του μεγάλου βασιλιά Ιωάννη Υρκανού4,γυναίκα εκπληκτικής ομορφιάς, την οποία τελικά παντρεύτηκε.

Η Μαριάμμη εντούτοις δεν τον αγάπησε. Του γέννησε βέβαια πέντε παιδιά, τρεις γιους και δυο κόρες, αλλά του  φερνόταν αγέρωχα σα να ήταν δούλος της και καταφρονούσε τη μητέρα του Κύπριδα και την αδελφή του Σαλώμη, που τις θεωρούσε ταπεινής καταγωγής5. Οταν ο Ηρώδης έκανε αρχιερέα τον Ανανιήλ, εκείνη επέμεινε να πάρει το αξίωμα ο αδελφός της Αριστόβουλος κι ας ήταν ακόμα νεαρός. Τελικά με τη βοήθεια της Κλεοπάτρας της Αιγύπτου, που τη συμπαθούσε, και την προστάτευε, η Μαριάμμη πέτυχε το σκοπό της. Ο Ανανιήλ διώχτηκε και ο Αριστοβουλος έγινε αρχιερέας. Ο λαός των Ιεροσολύμων ξεχύθηκε στους δρόμους πανηγυρίζοντας, που ένας Ασμοναίος πρίγκηπας αποχτούσε το υψηλό αυτό αξίωμα. Δε χάρηκε για πολύ. Ο Ηρώδης κάλεσε το νέο αρχιερέα σε τιμητικό γεύμα στην Ιεριχώ και εκεί με την εντολή του οι αυλικοί του δολοφόνησαν τον νεαρό, πνίγοντάς τον στο λουτρό και ανακοινώνοντας ότι έπεσε θύμα ατυχήματος6.

Στο τέλος η Σαλώμη και η Κύπρις, που μισούσαν θανάσιμα τη Μαριάμμη, την κατηγόρησαν στον Ηρώδη, ότι τον καιρό που αυτός έλειπε στη Ρόδο, (όπου πήγε για να δηλώσει πίστη στον νικητή Οκταβιανό), συνωμοτούσε να τον δηλητηριάσει. Ο Ηρώδης παρά την αγάπη που είχε για τη γυναίκα του το πίστεψε. Συγκρότησε δικαστήριο από αυλικούς του, οι οποίοι βρήκαν ένοχη τη Μαριάμμη και την καταδίκασαν σε θάνατο. Μετά την εκτέλεση της όμως ο Ηρώδης κυριεύτηκε από φοβερές τύψεις, έβλεπε τη νύχτα εφιάλτες, τριγύριζε μέσα στο παλάτι φωνάζοντας το όνομά της και για καιρό ήταν σχεδόν τρελλός7. Σύντομα πάντως βρήκε παρηγοριά σε άλλες γυναίκες, συνεχίζοντας να παντρεύεται τη μία μετά την άλλη. Από τους πολυάριθμους γάμους του ο Ηρώδης απόκτησε δεκατέσσερα παιδιά, οχτώ γιους και έξι θυγατέρες, τουλάχιστον είκοσι εγγόνια και πολλά δισέγγονα, δημιουργώντας ολόκληρη δυναστεία8.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ευαγγέλιο, Εβραϊσμός, Θρησκεία, Λογοπαίγνια, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – 2

Posted by sarant στο 29 Σεπτεμβρίου, 2020

Από την προπερασμένη Τρίτη άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το ιστορικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες». Την προηγούμενη φορά είδαμε τον πρόλογο και σήμερα ξεκινάμε με το καθαυτό μυθιστόρημα, το 1ο κεφάλαιο. Βάζω μαζι και τις υποσημειώσεις, παρόλο που είναι πάρα πολλές. Αν βρίσκετε ότι είναι πολύ μεγάλη η συνέχεια, να μου πείτε να χωρίζω τα κεφάλαια στη μέση στο εξής.

1

ΕΝ ΤΑΙΣ ΗΜΕΡΑΙΣ ΗΡΩΔΟΥ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ

Επειδή, όπως είναι γνωστό, πολλοί αποπειράθηκαν να αναπλάσουν μιαν αφήγηση για τα θαυμαστά εκείνα πρόσωπα, που έζησαν σε καιρούς ταραγμένους, και για τα γεγονότα που συνδέονται μαζί τους, βασισμένοι σε πληροφορίες που αυτόπτες μάρτυρες μετέδωσαν, θα επιχειρήσω και εγώ να αφηγηθώ τη δικιά μου εκδοχή, για τη δράση και το κήρυγμα των μεγάλων αυτών ανθρώπων.

Δυστυχώς, όλοι οι αυτόπτες και αυτήκοες μάρτυρες των γεγονότων που θα αφηγηθώ, είχαν προ πολλού πεθάνει, όταν για πρώτη φορά έγινε η καταγραφή των πράξεων και της διδασκαλίας των θαυμαστών εκείνων προσώπων. Έτσι ότι κατεγράφη βασίστηκε σε όσα, ελλειπή και αντιφατικά, κράτησαν στη μνήμη τους τα παιδιά και τα εγγόνια των αυτοπτών μαρτύρων1. Και όχι μόνον αυτό. Τελικά η καταγραφή τους στα αρχαία βιβλία έγινε σε άλλη γλώσσα, στα ελληνικά2 και σε άλλους τόπους μακρινούς, στη Ρώμη, στην Αντιόχεια, στην Έφεσο και στην Κόρινθο3 , γιατί στο μεταξύ, στη χώρα όπου διαδραματίστηκαν τα αξιομνημόνευτα αυτά  γεγονότα, όπου ακούστηκε το κήρυγμα και διαδόθηκαν οι ιδέες των υπέροχων αυτών ανθρώπων, συνέβησαν στάσεις, εξεγέρσεις και πόλεμοι αιματηροί, χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν, αρχεία και βιβλιοθήκες καταστράφηκαν και σε πολλές πόλεις δεν έμεινε λίθος επί λίθου4 .

Η ιστορία που θα αφηγηθώ, αρχίζει το έτος 3747 από κτίσεως κόσμου, (κατά το ιουδαϊκό ημερολόγιο)5, όταν την Οικουμένη κυβερνούσε ο Σεβαστός Καίσαρας και τελειώνει εκατό χρόνια μετά, όταν ηγεμόνευε ο Καίσαρας Δομιτιανός.

Εκατό χρόνια είναι ίσως πολλά για να τα ζήσει ένας άνθρωπος, αλλά αποτελούν μια μόνο στιγμή στην ιστορία της Ανθρωπότητας. Γιατί μολονότι οι ιουδαίοι ιερείς πιστεύουν πως ο κόσμος έχει δημιουργηθεί από τον ένα και μοναδικό Θεό, πριν από λίγες μόνο χιλιάδες χρόνια6 , οι έλληνες φιλόσοφοι μας δίδαξαν: ΚΟΣΜΟΝ ΤΟΝΔΕ, ΤΩΝ ΑΥΤΩΝ ΑΠΑΝΤΩΝ, ΜΗΤΕ ΤΙΣ ΘΕΩΝ ΜΗΤΕ ΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΠΛΑΣΕΝ, ΑΛΛ’ ΗΝ ΚΑΙ Ηι, ΠΥΡ ΑΕΙΖΩΟΝ, ΑΠΤΟΜΕΝΟΝ ΜΕΤΡΑι ΚΑΙ ΣΒΕΝΥΜΕΝΟΝ ΜΕΤΡΑι7. Και η Επιστήμη φαίνεται να τους δικαιώνει.

Εκατό χρόνια λοιπόν, μόλις τρεις με τέσσερες γενιές ανθρώπων. Αρκετά όμως για να επιφέρουν συγκλονιστικές μεταβολές στην ανθρώπινη σκέψη. Μεταβολές που προκάλεσαν το θάνατο της Αρχαιότητας και τη γέννηση μιας άλλης εποχής8.  Φυσικά κανένας από τους ανθρώπους, τη ζωή των οποίων πρόκειται να αφηγηθώ, δεν μπορούσε να υποπτευθεί κάν το ρόλο που θα έπαιζε σ’ αυτές τις μεταβολές. Όσο ζούσανε, παρά τη δύναμη των ιδεών τους και τη γοητεία της προσωπικότητάς τους έμειναν γνωστοί σε ένα μικρό κύκλο ανθρώπων και για τις αρχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή τους επίσημους ιστορικούς της ήταν ασήμαντοι ή και ανύπαρκτοι9.

Ο πρώτος, από τους μεγάλους αυτούς ανθρώπους, γεννήθηκε το έτος 3747 από κτίσεως κόσμου10, τον εικοστό τρίτο χρόνο της βασιλείας του Ηρώδη, στη Γαλιλαία της Παλαιστίνης, στη μικρή κώμη Καπερναούμ11, στη βόρεια ακτή της λίμνης Γενησαρέτ12. Ήταν το πρώτο παιδί μιας ταπεινής οικογένειας, του ξυλουργού Ιωσήφ και της Μαρίας. Οι γονείς του είχαν παντρευτεί ένα χρόνο πιο μπροστά και κατοικούσαν σε ένα σπιτάκι, στην άκρη της Καπερναούμ. Από την αυλή τους η Μαρία, κάθε πρωί που ξεπροβόδιζε τον άντρα της για τη δουλειά, αντίκριζε τα βαθυκύανα νερά της λίμνης κι όταν έστρεφε αριστερά, το βλέμμα της σκαρφάλωνε ως τα γαλάζια βουνά της Γαυλωνίτιδας13, που υψώνονταν  πίσω από μια σειρά κατάφυτους λόφους. Ήταν ένα θέαμα που την έκανε να ονειροπολεί. Ίσως γιατί ήταν έγκυος στο πρώτο της παιδί.

Οι πόνοι της γέννας την έπιασαν ένα πρωί, όταν ο Ιωσήφ έλειπε στη δουλειά του. Την παραστάθηκαν οι γειτόνισσες, που φώναξαν τη μαμμή να την ξεγεννήσει. Δεν ειδοποίησαν τον Ιωσήφ παρά μόνο σα γεννήθηκε το παιδί, γιατί τα έθιμά τους απαγόρευαν να είναι μπροστά στη γέννα ο πατέρας14. Μόνον όταν η μαμμή πήρε το παιδί στα χέρια της, το αφαλόκοψε, το έπλυνε, το έτριψε με αλάτι για να σφίξουν οι σάρκες του και το φάσκιωσε, μια γειτόνισσα έστειλε το γιο της να πει τα καλά νέα στον πατέρα, πως απόχτησε παιδί και μάλιστα γιο. Ο Ιωσήφ ήρθε τρέχοντας σε λίγα λεπτά, με το πρόσωπο και τα χέρια σκεπασμένα με λεπτό πριονίδι. Πήρε χαρούμενος στα γόνατά του τον μπεκόρ, τον πρωτότοκο δηλαδή γιο του και αφού τον καμάρωσε και τον ευλόγησε, παράδωσε το βρέφος στη Μαρία να το θηλάσει.

Σε οχτώ μέρες του έκανε ο ίδιος περιτομή. Δεν ήταν ειδικός αλλά τα κατάφερε. Άλλωστε και ο προπάτοράς τους ο Αβραάμ δεν έκανε το ίδιο με τον Ισαάκ; Αν δεν ήταν  φτωχός ο Ιωσήφ θα καλούσε γι’ αυτή τη δουλειά τον μοχέλ, τον ειδικό που έκανε περιτομή στα νεογέννητα. Ο Νόμος του Θεού όριζε για τον πρωτότοκο κάθε οικογένειας, να τον πηγαίνουν μέσα σε σαράντα μέρες στο Ναό, για να τον παρουσιάσουν στον ιερέα, μαζί με δυο τρυγόνια15. Τα οικονομικά όμως του Ιωσήφ δεν του επέτρεπαν να λείψει τόσες μέρες από τη δουλειά του για να κάνει ένα τόσο μακρινό ταξίδι, από την Καπερναούμ ως τα Ιεροσόλυμα.

Το παιδί το ονόμασαν Ιησού. Δεν είχαν κανένα συγγενή ή πρόγονο μ’ αυτό το όνομα και οι γείτονες παραξενεύτηκαν αλλά ο Ιωσήφ επέμενε. Ήταν επηρεασμένος από τα κηρύγματα των Ζηλωτών, που ομάδες τους περνούσαν ταχτικά έξω από την Καπερναούμ, κηρύσσοντας πως ο Θεός δε θ’ αργούσε να στείλει τον Χριστό του, για να λυτρώσει το λαό του Ισραήλ από το ζυγό των ξένων. Έτσι έβγαλε το γιο του Λυτρωτή16.

Για τα τέκνα του Ισραήλ, τους πιστούς του ενός και μοναδικού Θεού, όπως ήταν οι γονείς του Ιησού, η εποχή που ζούσαν ήταν δύσκολη. Όχι γιατί στη χώρα βασίλευε αναρχία ή γίνονταν πόλεμοι. Ούτε γιατί είχε πέσει στο λαό πείνα και λοιμός. Αντίθετα στο εσωτερικό επικρατούσε ησυχία, καθώς ο Ηρώδης κυβερνούσε τη χώρα με σιδερένιο χέρι και οι εξωτερικοί πόλεμοι είχαν σταματήσει, από τότε που ο Οκταβιανός (που αργότερα ανακηρύχθηκε Σεβαστός17 Καίσαρας) νίκησε τον Αντώνιο στο Άκτιο, τερματίζοντας έτσι τους εμφυλίους πολέμους που είχαν κρατήσει εκατό χρόνια και έκλεισε με τους Πάρθους ειρήνη. Για τα τέκνα του Ισραήλ ήταν δύσκολη εποχή, γιατί είχαν ξαναχάσει την ανεξαρτησία τους, την κερδισμένη με αιματηρούς αγώνες και είχαν ουσιαστικά γίνει και πάλι υπόδουλοι ξένων και ειδωλολατρών ηγεμόνων. Κι αυτό πολύ δύσκολα μπορούσαν να το αντέξουν.

Άλλωστε, περιπλανώμενοι κήρυκες, προφήτες και δάσκαλοι, τους το υπενθύμιζαν διαρκώς. Τη χώρα διατρέχαν κάθε λογής άνθρωποι, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι μιλούσαν στο όνομα του ενός και μοναδικού Θεού18, μνημόνευαν περικοπές από βιβλία που γράφηκαν πολύ παλιά και μιλούσαν για τον ερχομό του Χριστού του Θεού, που θα λύτρωνε το Ισραήλ από τη δουλεία. Πολύς κόσμος μαζεύονταν για να τους ακούσει, γιατί, κατά τους δύσκολους καιρούς που πέρασε ο εβραϊκός λαός, από τον καιρό της βαβυλώνιας αιχμαλωσίας, αλλά και αργότερα, όταν ζούσε κάτω από ξένους δυνάστες, τους Πέρσες, τους Πτολεμαίους, τους Σελευκίδες και τώρα τους Ρωμαίους και  τον Ηρώδη, προσδοκούσε να έρθει ο Χριστός19 του Θεού, να τον λυτρώσει από τον ξενικό ζυγό. Γενική ήταν η πεποίθηση ότι ο Θεός του Ισραήλ, δεν ήταν δυνατό να αφήσει το λαό του επ’ άπειρον κάτω από την εξουσία των ειδωλολατρών.

Ο Ιωσήφ πήγαινε κάθε Σάββατο στη Συναγωγή για να προσευχηθεί και συχνά έπιανε συζήτηση με τους μορφωμένους, που μπορούσαν να διαβάζουν τις Γραφές και να τις ερμηνεύουν στο λαό. Οι πιο πολλοί τους ήταν Φαρισαίοι και όπως του εξηγούσαν, τα αρχαία βιβλία20 το λένε καθαρά: θα έρθει ο Χριστός του Θεού να τους λυτρώσει. Αλλά και νεώτερα βιβλία, που γράφτηκαν εκατό μόλις χρόνια πριν, όταν ο εβραϊκός λαός αγωνιζόταν κατά των Σελευκιδών21, επαναλαμβάνουν την προφητεία για την προσεχή έλευση του Χριστού, ο οποίος στο βιβλίο του Δανιήλ ονομάζεται Υιός του Ανθρώπου22Ο Χριστός κατά τις Γραφές θα ήταν βασιλιάς ή θα διεκδικούσε το θρόνο του Ισραήλ. Θα ανήκε στη φυλή Ιούδα και θα καταγόταν από τον οίκο του Δαυίδ23. Ο ερχομός του Χριστού θα συνοδευόταν,   σύμφωνα  με  πολλές   περικοπές   των  βιβλίων   αυτών,  από  τη Συντέλεια του κόσμου, δηλαδή την ολοκληρωτική καταστροφή του κόσμου της αδικίας και της καταπίεσης.

Κύλησαν μερικά χρόνια χωρίς να συμβεί τίποτα το εξαιρετικό. Στη  μικρή πολιτεία της Καπερναούμ, στη Γαλιλαία, η οικογένεια του Ιωσήφ του ξυλουργού τα έβγαζε δύσκολα πέρα. Μετά τον Ιησού ακολούθησαν και άλλα παιδιά24, τέσσερις γιοί, ο Ιακώβ, ο Ιωσής, ο Σίμων και ο Ιούδας και δυο θυγατέρες η Λυδία και η Λυσία25. Οι δουλειές στο μικρό τόπο τους ήταν λίγες και τα στόματα που είχε να θρέψει πολλά. Ο Ιωσήφ δούλευε από το πρωί ως το βράδυ και κάπου κάπου πήγαινε σε γειτονικές πόλεις και χωριά, όταν μάθαινε πως εκεί ζητούσαν μαραγκούς. Μια δυο φορές ταξίδεψε και ως τα Ιεροσόλυμα και δούλεψε για λίγες βδομάδες στην ανοικοδόμηση του τρίτου Ναού, που είχε ξεκινήσει ο Ηρώδης τον δέκατο πέμπτο χρόνο της βασιλείας του, δηλαδή εφτά χρόνια πριν αποχτήσει ο Ιωσήφ τον πρωτότοκο γιο του26.  Πολλές φορές επίσης, η   Μαρία, για να βοηθήσει τον άντρα της, σκέπαζε το κεφάλι της με ένα μαντήλι και πήγαινε να ξενοδουλέψει σε σπίτια πλουσίων.

Και πάλι τα χρήματα  δεν έφταναν. Οι φόροι και τα κάθε είδους δοσίματα δεν άφηναν  να απομείνει τίποτα στα χέρια τους. Στην αρχή κάθε χρόνου, το μήνα Τισρί27, έρχονταν οι εισπράκτορες του Ηρώδη, (δηλαδή των Ρωμαίων), που είχαν αγοράσει το προνόμιο να εισπράττουν τους ταχτικούς φόρους. Δεν υπήρχε τρόπος να μην πληρώσεις28.  Είχαν το δικαίωμα να κάνουν κατάσχεση στην περιουσία σου και αν δεν είχες τίποτα, να πουλήσουν σαν δούλους τα παιδιά σου, τη γυναίκα σου ή και σένα τον ίδιο. Σε μια τέτοια περίπτωση και αν ήσουν τυχερός και σε αγόραζε Ιουδαίος, θα έπρεπε να περιμένεις ως το επόμενο σαββατικό έτος29 για να απελευθερωθείς. Κατόπιν, στα μέσα του μήνα Αντάρ30, πριν από το Πάσχα, φτάνανε οι εισπράκτορες του Ναού των Ιεροσολύμων για το καθιερωμένο αττικό δίδραχμο, που κάθε πιστός Ιουδαίος, από δεκάξι χρονών και πάνω, όπου και να κατοικούσε, έπρεπε να δώσει για τη συντήρηση του Ναού και των ανθρώπων του. Αν ο Ιωσήφ ήταν αγρότης, θα έπρεπε κατόπιν να πληρώσει και τη δεκάτη, το ένα δέκατο από τη σοδειά του για τις ανάγκες του Ναού.

Ο Ναός! Εδώ και χίλια χρόνια, πριν από την εποχή που ιστορώ, κάθε Ισραηλίτης όπου γης, τον θεωρούσε το κέντρο της πίστης και της φυλής του. Από τότε που ο βασιλιάς και προφήτης Δαυίδ έφερε στα Ιεροσόλυμα την Κιβωτό της Διαθήκης και την έστησε στο λόφο της Σιών και από τότε που ο γιος του, ο Σολομώντας, έχτισε τον υπέρλαμπρο Ναό του στο λόφο Μορία, στα βόρεια της Σιών. Βέβαια τριακόσια πενήντα χρόνια μετά, ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσωρ τον έκαψε, όταν κυρίευσε τα Ιεροσόλυμα αλλά σε εξηνταπέντε χρόνια, όταν οι Ιουδαίοι γύρισαν από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία, ο Ζοροβάβελ έχτισε στην ίδια θέση τον δεύτερο Ναό, ένα μικρότερο και άσημο κτίριο.

Ο βασιλιάς Ηρώδης πιστεύοντας ότι έτσι θα κέρδιζε την αγάπη των ευσεβών Ιουδαίων, αποφάσισε να χτίσει στη θέση εκείνου του άσημου Ναού, που είχε οικοδομήσει ο Ζοροβάβελ, νέο και μεγαλοπρεπή Ναό Η οικοδόμηση του Ναού έδωσε δουλειά σε πολλά χέρια. Χτίστες, πελεκητές της πέτρας, σιδεράδες, χαλκουργοί, ξυλουργοί από όλη τη χώρα ήρθαν στα Ιεροσόλυμα και έπιασαν δουλειά. Ο Ηρώδης έχτιζε το Ναό τηρώντας όλους τους κανόνες που όριζε η Γραφή για την οικοδόμησή του και στα πιο ιερά σημεία του κτιρίου χρησιμοποίησε ιερείς, εκπαιδευμένους ως λιθοδόμους31

Ο Ναός ήταν το μοναδικό ιερό όπου οι πιστοί Εβραίοι μπορούσαν να λατρέψουν τον ένα και μοναδικό Θεό και να του προσφέρουν θυσίες. Το Δευτερονόμιο32 απαγόρευε να λειτουργεί άλλος Ναός σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της γης και μια από τις αιτίες  που οι Ιουδαίοι αντιπαθούσαν τους  Σαμαρείτες ήταν γιατί  οι τελευταίοι αυτοί δεν αναγνώριζαν τη  μοναδικότητα  του Ναού των Ιεροσολύμων. Βέβαια ο μεγάλος βασιλιάς Ιωάννης ο Υρκανός, είχε καταστρέψει συθέμελα το Ναό τους αλλά αυτοί συνέχιζαν να κάνουν θυσίες στα ερείπιά του.

Στο Ναό υπηρετούσαν χιλιάδες ιερείς, χωρισμένοι σε εικοσιτέσσερες εφημερίες, που κάθε μια τους κρατούσε δυο βδομάδες περίπου. Ήταν μεγάλο προνόμιο να είσαι ιερέας στο Ναό. Η ιδιότητα του ιερέα, ήταν κληρονομική, ισόβια και ανεξάλειπτη. Το επιφανέστερο ιερατικό γένος καταγόταν από τον Ααρών, ενώ όσοι ιερείς κατάγονταν από τον  οίκο του Ζαδόκ ήταν υποδεέστεροι.  Ακόμα, οι ιερείς που έμεναν μόνιμα στα Ιεροσόλυμα ήταν ανώτεροι από εκείνους που έμεναν σε άλλες πόλεις ή χωριά και έρχονταν στο Ναό μόνο κατά την  εφημερία  τους. Κατώτεροι από τους  ιερείς ήταν οι λευίτες, που  αποτελούσαν  επίσης προσωπικό του Ναού. Στις διαταγές τους οι ιερείς είχαν εκτός από τους λευίτες και πολυάριθμο βοηθητικό προσωπικό (μουσικούς, θυρωρούς, νεωκόρους κ.ά.) καθώς και ένα είδος αστυνομίας33.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι και οι οικογένειές τους ζούσαν από τα έσοδα του Ναού, τα οποία ήταν τεράστια, γιατί εκτός από τη δεκάτη της γεωργικής παραγωγής, ο Ναός εισέπρατε ποικίλες εισφορές, υποχρεωτικές για κάθε Ισραηλίτη, της Παλαιστίνης ή της Διασποράς (ένα αττικό δίδραχμο το χρόνο), δεχόταν δωρεές και είχε πλήθος άλλες πηγές εσόδων, μεταξύ των οποίων και ποσοστά από ιδιωτικές καταθέσεις, που δεχόταν ο Ναός προς φύλαξη και από την πώληση ζώων για θυσία, φυλαχτών και άλλων ειδών, η αγοραπωλησία των οποίων γινόταν στον περίβολο του Ναού. Στο θησαυροφυλάκιο του Ναού φυλάγονταν τεράστια ποσά σε νομίσματα, πολύτιμα μέταλλα και τιμαλφή. Υπήρχε το κυρίως ταμείο ή κορβανάς και το ταμείο των συνήθων συνεισφορών ή γαζοφυλάκιον.

Ανάμεσα στους ιερείς του Ναού ήταν και ο Ζαχαρίας, ο γιος του Βαραχία34, που ανήκε στην εφημερία Αβιά35. Αυτός και η γυναίκα του η Ελισάβετ, που κατάγονταν από τη γενιά του Ααρών, ήταν άνθρωποι δίκαιοι απέναντι στο Θεό, τηρούσαν τις εντολές του και γενικά ήταν ευσεβείς και άμεμπτοι. Ήταν όμως προχωρημένης ηλικίας και είχαν μείνει άκληροι, κι αυτός ήταν ο μεγάλος και κρυφός καημός τους.

Συνέβη τώρα, τρία χρόνια πριν πεθάνει ο βασιλιάς Ηρώδης, και μιαν ημέρα ο Ζαχαρίας, που κληρώθηκε για να ιερουργήσει και να προσφέρει το θυμίαμα, βγήκε από το Ναό άλαλος και κατατρομαγμένος. Όπως εξήγησε αργότερα, αφού κατά τα καθιερωμένα,  σηκώθηκε  αξημέρωτα, λούστηκε και έβαλε τα ειδικά για την ιεροπραξία  ρούχα,  ζώστηκε τη ζώνη και φόρεσε το τουρμπάνι, ξεκίνησε με την ανατολή του ήλιου   να προσφέρει το θυμίαμα, ενώ ο  λαός που είχε μαζευτεί απ’ έξω, γονάτιζε. Τότε  φανερώθηκε μπροστά του και στα δεξιά του θυσιαστηρίου, όπου καιγόταν το θυμίαμα, Άγγελος Κυρίου. Ταράχθηκε πολύ ο Ζαχαρίας όταν τον είδε και μέγας φόβος τον κυρίευσε. Και είπε προς αυτόν ο Άγγελος36:

           — Μη φοβάσαι Ζαχαρία, γιατί εισακούσθηκαν οι προσευχές σου και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα γεννήσει γιο που θα τον ονομάσεις Ιωάννη.  Και θα είναι μεγάλη χαρά και αγαλλίαση και για σένα και για πολλούς άλλους που θα χαρούν στη γέννησή του, γιατί θα γίνει μέγας μπροστά στον Κύριο. Δε θα πιεί ποτέ του κρασί  ή άλλα μεθυστικά ποτά  και θα είναι γεμάτος από το ΄Αγιο Πνεύμα, ακόμα και όταν θα βρίσκεται στην κοιλιά της μητέρας του. Και πολλούς από τους Ισραηλίτες θα τους ξαναφέρει στο δρόμο του Κυρίου  και Θεού τους και θα προχωρήσει με το πνεύμα και τη δύναμη του Ηλία.

Ο Ζαχαρίας ταραγμένος από το όραμα, έμεινε αρκετήν ώρα μέσα στο Ναό κι όταν βγήκε για πολύν καιρό έμεινε άλαλος και κουφός, εξακολούθησε όμως να υπηρετεί το Ναό έως ότου συμπληρώθηκε η εφημερία του. Κατόπιν έφυγε από τα Ιεροσόλυμα και γύρισε στον τόπο του. Λίγο αργότερα η γυναίκα του έμεινε έγκυος, αλλά για πέντε μήνες το έκρυβε από τον κόσμο, γιατί ντρεπόταν, λόγω της μεγάλης ηλικίας της. Όταν πια η εγκυμοσύνη της δε μπορούσε να μείνει κρυφή τη φανέρωσε στους γείτονες και τους συγγενείς τους, λέγοντας ότι ο Κύριος της αφαίρεσε την ντροπή της ατεκνίας38.

Όταν ήρθε η ώρα της, η Ελισάβετ γέννησε αγόρι, που ο Ζαχαρίας, ακόμη άλαλος, του έκανε περιτομή, την όγδοη μέρα από τη γέννησή του. Στους συγγενείς που ήρθαν να τη συγχαρούν και τη ρωτούσαν ποιό όνομα θα δώσουν στο παιδί η Ελισάβετ απαντούσε Ιωάννης39. Όταν της παρατήρησαν πως δεν είχαν συγγενείς με αυτό το όνομα εκείνη έκανε νόημα στον άντρα της κι αυτός αφού πήρε μια πινακίδα έγραψε σ’ αυτήν το ίδιο όνομα. Όλοι θαύμασαν, γιατί την ίδια στιγμή λύθηκε η γλώσσα του κι άρχισε να μιλά και να ευλογεί τον Κύριο40.

Ο Ζαχαρίας προσδοκούσε πολλά από το γιό του. Εμπνευσμένος από όσα προηγήθηκαν έγραψε μιαν ωδή για το νεογέννητο γιο του41

Ευλογημένος να είναι ο Κύριος μας
ο Θεός του Ισραήλ
γιατί παρουσιάστηκε και λύτρωσε το λαό του.
Και σάλπισε κέρας σωτηρίας για μας,
τη γενιά του Δαυίδ του γιου του,
καθώς, με το στόμα των αγίων προφητών μας
από αρχαιοτάτων χρόνων, μας υποσχέθηκε
να μας σώσει από τους εχθρούς μας
και από τα χέρια όλων όσων μας μισούν.
Ελέησε τους πατέρες μας
και θυμήθηκε στην αγία διαθήκη του
την ένορκη διαβεβαίωση που έδωσε
στον πατέρα μας τον Αβραάμ
πως θα μας αξιώσει,
να τον λατρεύουμε χωρίς φόβο
λευτερωμένοι από τους εχθρούς μας.
Και συ παιδάκι
θα ονομαστείς προφήτης του Υψίστου,
γιατί θα βαδίσεις μπροστά
ετοιμάζοντας τους δρόμους του.
Θα δείξεις στο λαό τη σωτηρία του
πως να λυτρωθεί από τις αμαρτίες
και πως να βαδίσει
στους δρόμους της ειρήνης.

Έτσι γεννήθηκε ο δεύτερος μεγάλος άνθρωπος της ιστορίας μου.

Μεταξύ των ιερέων του Ναού ήταν επίσης και ο Ιωακείμ, άνθρωπος πολύ πλούσιος και πολύ αγαπητός στον κόσμο, γιατί όταν έκανε προσφορά στο Ναό έλεγε42

— Όλα τα περισσεύματα να τα πάρει ο λαός

και τα μοίραζε  στο πλήθος.

Ο Ιωακείμ ήταν εξάδελφός του Ζαχαρία και μεγαλύτερος στα χρόνια από αυτόν43. Και εκείνου η γυναίκα, η Άννα, είχε αποκτήσει σε προχωρημένη ηλικία μια κόρη, τη Μαριάμ. Καθώς οι γονείς της ζούσαν στα Ιεροσόλυμα και ο πατέρας της ανήκε στην υπηρεσία του Ναού, η Μαριάμ, που την υπεραγαπούσαν όχι μόνο οι γονείς της αλλά και όλοι οι άνθρωποι του Ναού, ανατράφηκε στο περιβάλλον του και όταν οι γονείς της πέθαναν, έγινε οικότροφος του Ναού ως τα δώδεκά της χρόνια44. Τότε το συμβούλιο των ιερέων ανέθεσε με κλήρο την κηδεμονία της σε έναν ιερέα, χήρο και μεγάλης ηλικίας, τον Ιωσήφ45. Αυτός στην αρχή δεν ήθελε  να αναλάβει αυτή την ευθύνη46.

— Έχω πια μεγάλα παιδιά. Οι γιοί μου θα γελάνε  μαζί μου. Και τι θα  πει ο κόσμος…

Τελικά όμως, καθώς οι άλλοι ιερείς επέμεναν, δέχτηκε και πήρε στα σπίτι του το ορφανό κορίτσι.  Δεκαέξι χρονών όμως, η Μαριάμ έμεινε έγκυος! Στον Ιωσήφ, που το έμαθε όταν γύρισε από ταξίδι και φυσικά βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία, εξήγησε ότι παρουσιάστηκε μπροστά της Άγγελος Κυρίου και της είπε47:

— Μη φοβάσαι Μαριάμ γιατί έχεις τη χάρη του Θεού. Θα συλλάβεις από σπέρμα του Κυρίου και γεννήσεις γιο που θα τον ονομάσεις Ιησού και θα είναι εκείνος που θα μεταδώσει το λόγο του Κυρίου, όπως κι ο γιος που θα γεννήσει η εξαδέλφη σου η Ελισάβετ.

Όπως ήταν φυσικό προκλήθηκε τότε μεγάλο σκάνδαλο. Διάφοροι καλοθελητές είπανε τότε πως την κοπελίτσα την ξελόγιασε ένας μισθοφόρος στρατιώτης, που τον λέγανε Πάνθηρα48, αλλά δεν αποδείχτηκε τίποτα. Ο Ιωσήφ στην αρχή θέλησε να τη διώξει από το σπίτι του, κρυφά όμως για να μην τη λιθοβολήσει ο κόσμος, όπως όριζε το έθιμο49, αλλά το ίδιο βράδυ είδε κι αυτός στον ύπνο του τον Άγγελο του Κυρίου να του λέει πως το παιδί που περιμένει η Μαριάμ είναι από το Άγιο Πνεύμα και πως όχι μόνο πρέπει να το αποδεχτεί, αλλά να παντρευτεί τη μητέρα του και να ονομάσει το παιδί Εμμανουήλ50. Επηρεασμένος από το όνειρο προσπάθησε να πείσει και το συνέδριο των ιερέων του Ναού για την αθωότητα της Μαριάμ, τελικά όμως οι ιερείς πείσθηκαν μόνον αφού, τόσον ο Ιωσήφ όσο και η νεαρή κοπέλα, πέρασαν με επιτυχία τη δοκιμασία του «πικρού νερού»: ήπιαν χωρίς να κάνουν εμετό ή να λιποθυμήσουν, ένα αηδιαστικό υγρό, που το έφτιαχναν ανακατεύοντας νερό με χώμα μαζεμένο από το δάπεδο του περιβόλου του Ναού και με διάφορες ακαθαρσίες51. Ο Ιωσήφ, ολοκληρώνοντας την εντολή του Αγγέλου, παντρεύτηκε τη νεαρή γυναίκα52.

Πάντως, για να σταματήσουν τα σχόλια, έστειλε τη Μαριάμ στην ορεινή Ιουδαία53, στο χωριό της, κοντά στη γυναίκα του εξαδέλφου του πατέρα της, την Ελισάβετ, που ήταν ήδη εξ μηνών. Όταν η Μαριάμ αφηγήθηκε το όραμά της η Ελισάβετ τόσο συγκινήθηκε, που το έμβρυο σκίρτησε στα σπλάχνα της. Η Μαριάμ έμεινε κοντά της τρεις μήνες ώσπου η Ελισάβετ γέννησε και κατόπιν γύρισε στο σπίτι του αντρός της.

Κατά το διάστημα που έμεινε με την εξαδέλφη της η Μαριάμ, επηρεασμένη από το όραμα που είχε δει, συνέθεσε έναν ύμνο για τον Θεό54

Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο
και αγαλλίασε το πνεύμα μου
για το Θεό και τον Σωτήρα μου
γιατί έριξε ευμενές το βλέμμα του
πάνω στην ταπεινή του δούλη
και νά τώρα που θα με μακαρίζουν
όλες οι γενεές.
Γιατί έδωσε σε μένα μεγαλεία ο παντοδύναμος
που άγιο να είναι το όνομά του
και το έλεός του πάνω σε όσους τον φοβούνται
επί γενεές γενεών.
Έδωσε δύναμη με το ισχυρό του μπράτσο
διασκόρπισε αυτούς που περηφανεύτηκαν
στο μυαλό και στην καρδιά τους
ανέτρεψε δυνάστες από τους θρόνους τους
και ανύψωσε τους ταπεινούς.
Χόρτασε τους πεινασμένους
και πήρε τα  αγαθά τους από τους πλούσιους.
Προστάτεψε το Ισραήλ, το παιδί του
και το θυμήθηκε στο έλεός του,
καθώς το  υποσχέθηκε στον  Αβραάμ
και τους απογόνους  του
στους αιώνες.

Το παιδί της Μαριάμ, ο τρίτος μεγάλος άνθρωπος της ιστορίας μου, γεννήθηκε τον τριακοστό πρώτο χρόνο της βασιλείας του Ηρώδη55. Εκείνον τον καιρό ο ανατολικός ουρανός φωτιζόταν κάθε βράδυ από ένα καινούργιο λαμπρό αστέρι56, πράγμα που οι θεοφοβούμενοι γονείς του το θεώρησαν επιβεβαίωση του οράματος της Μαριάμ και του ονείρου του Ιωσήφ και θεϊκό σημείο, που πρόλεγε πως το παιδί τους θα γινόταν μεγάλος. Καθώς ήταν άνθρωποι ευλαβείς και πιστοί τηρητές του Νόμου, μια βδομάδα μετά τη γέννησή του, του έκαναν περιτομή και μετά από σαράντα ημέρες τον παρουσίασαν στο Ναό, μαζί με ένα ζεύγος τρυγόνια, όπως ορίζει ο Νόμος57 και το ονόμασαν Ιησού και Εμμανουήλ, για να τηρηθεί μια παλιά προφητεία του Ησαϊα. Οι άνθρωποι του Ναού, που ήξεραν τη Μαριάμ από μικρό κοριτσάκι και την αγαπούσαν πολύ, την υποδέχτηκαν με θερμές εκδηλώσεις όταν την είδανε με το βρέφος στην αγκαλιά της. Ενας γέρος ιερέας, που τον θεωρούσαν και προφήτη, ο Συμεών, ευλόγησε τη Μαριάμ,  πήρε στα χέρια του το μωρό και είπε58

— Τώρα που αξιώθηκα να το δω κι αυτό ας πεθάνω, γιατί αυτό το παιδάκι θα γίνει μεγάλος άνθρωπος και θα έχει το χάρισμα από το Θεό, να σώσει το λαό του Ισραήλ

Μια γριά προφήτισσα η Αννα, κόρη του Φανουήλ, όταν είδε το παιδί της Μαριάμ προφήτεψε πως θα λύτρωνε τους κατοίκους των Ιεροσολύμων από τις αμαρτίες και πολλά άλλα δεινά59.

Κατόπιν οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στην ορεινή Ιουδαία60, κοντά στα Ιεροσόλυμα και ο Ιωσήφ κατέβαινε στην πόλη μόνον όταν είχε εφημερία, ενώ στις μεγάλες γιορτές και οπωσδήποτε κάθε  Πάσχα, πήγαιναν οικογενειακώς στην Αγία Πόλη να προσκυνήσουν στο Ναό. Το παιδί  τους, από τότε που έγινε πέντε χρονών, του δίδασκαν τη Γραφή  και αυτό με μια σπάνια για την  ηλικία του ωριμότητα κατανοούσε τα όσα του μάθαιναν61.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ

  1. Σχετικά με το πότε γράφηκαν τα Ευαγγέλια οι ειδικοί δεν συμφωνούν. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι γράφηκαν μετά από ορισμένες επιστολές του Παύλου και τις Πράξεις, ενδεχομένως δε μετά και την Αποκάλυψη. Όπως φαίνεται οι μαθητές του Ιησού, ειδικότερα, δεν έγραψαν απολύτως τίποτα. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται ο Κλήμης της Αλεξανδρείας {Προφητ. Εκλογαί 27 1-7].
  1. Δοθέντος ότι οι ήρωες της ιστορίας μου ήταν Ισραηλίτες και οι τρεις από αυτούς έδρασαν και κήρυξαν αποκλειστικά στην ύπαιθρο της Παλαιστίνης, δηλαδή απευθύνθηκαν σε ακροατήριο που αγνοούσε τα ελληνικά, είναι παράδοξο το ότι όλα (με την αμφιλεγόμενη εξαίρεση του 1ου Ευαγγελίου) τα βιβλία της Καινης Διαθήκης γράφηκαν εξ αρχής στα ελληνικά.
  1. Αγουρ.Εισ. σ. 112, 113, 140, 187.

4.Αγουρ.Ιστ. σ. 303. Από την εποχή του Πόντιου Πιλάτου ως την πτώση των Ιεροσολύμων έγιναν στην Παλαιστίνη δεκάδες μικρές και μεγάλες εξεγέρσεις, με αποκορύφωση τον ιουδαϊκό πόλεμο. Εκτός από τις ανθρώπινες απώλειες, που προκάλεσαν, σε πολλές περιπτώσεις είχαμε και καταστροφή αρχείων ή και ολόκληρων βιβλιοθηκών.Όταν οι Ζηλωτές κυριάρχησαν στα Ιεροσόλυμα έκαψαν όλα τα αρχεία και βιβλία με τους φορολογικους καταλόγους και τα χρέη του λαού [Ιωσ. Ι.Π. 2 427-428].

  1. Το έτος 739 από κτίσεως Ρώμης ή 14 πριν από τη χρονολογία μας
  2. Κατά τη Βίβλο ο κόσμος πλάσθηκε 5760 χρόνια πριν από τις ημέρες μας (1999)
  3. Το αποσπασμα είναι από τον Ηράκλειτο [Απόσπ. B 30 D-K Και TLG Heracletus Phil. Fragmenta].
  4. Την εποχή που εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε ο Χριστιανισμός άλλαζε βαθμιαία το οικονομικό σύστημα. Ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής έδινε τη θέση του στο πολύ αποδοτικότερο σύστημα των coloni, πρόδρομο του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής. Η αλλαγή αυτή βέβαια δεν έγινε σε εκατό χρόνια αλλά κράτησε πολλούς αιώνες. Τότε  όμως  μπήκαν οι σπόροι της μεταβολής αυτής.
  1. Sanders σ. 98.
  2. Ο Ιησούς αυτός, (ο Γαλιλαίος γιος του ξυλουργού), υποστηρίζω ότι γεννήθηκε το έτος 739 από κτίσως Ρώμης ή το 14 πριν από τη χρονολογία μας. Τη χρονολογία αυτή τη εικάζω από μία περικοπή του 4ου Ευαγγελίου [Ιωαν η’ 57] : ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑ ΕΤΗ ΟΥΠΩ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΒΡΑΑΜ ΕΩΡΑΚΑΣ; Αν το «πεντήκοντα ούπω έχεις» σημαίνει πως ήταν 45-50 χρονών και εφ΄όσον ο διάλογος, που αναφέρει η περικοπή, έγινε το έτος 34, μας οδηγεί στο  -16 έως -12.  Ο Ειρηναιος εξ άλλου [Ελεγχος και Ανατροπή Ψευδωνύμου Γνώσεως 2 22 5] αναφέρει ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε πλησιάζοντας τα γεράματα, πάνω από πενήντα ετών.
  3. Το ότι η πατρίδα αυτού του Ιησού ήταν η Καπερναούμ συνάγεται από αρκετές περικοπές των Ευαγγελίων. [Ιωαν β’12 κ.ά.]. Εν πάσει δε περιπτώσει ήταν η πατρίδα του ξυλουργού Ιωσήφ και η κατοικία του Σίμωνα, που καταγόταν μεν από την Βηθσαϊδά [Ιωαν. Α’ 45] αλλά έμενε στην Καπερναούμ [ Μαρκ. α’ 21].
  4. Η λίμνη Γενησαρέτ αργότερα ονομάστηκε λίμνη της Τιβεριάδας και στην Καινή Διαθήκη αναφέρεται σαν «θάλασσα» της Γαλιλαίας, μολονότι είναι όσο η λίμνη της Καστοριάς.
  5. Τα σημερινά υψώματα Γκολάν.
  6. Για τα σχετικά με τη γέννηση βλ. Ροπς σ. 122.
  7. Ροπς σ. 126
  8. Ιησούς, από το εβραϊκό Γεϊσου, που είναι σύντμηση του Γιεχοσούα=ο Θεός λυτρώνει. Στα ελληνικά αποδίδεται Σωτήρας ή Λυτρωτής.
  9. Είναι ο Αύγουστος. Augustus = Σεβαστός. Τίτλος με ιερατική σημασία, που δόθηκε στον Οκταβιανό όταν έγινε αδιαφιλονίκητος κύριος της Ρώμης, κλείνοντας έτσι τον κύκλο των αιματηρών εμφυλίων πολέμων, που άρχισαν επί Γράκχων (το 131 πριν από τη χρονολογία μας).
  1. Sanders σ.97
  2. Χριστός (= ο κεχρισμένος, ο έχων το χρίσμα) είναι η ελληνική απόδοση της εβραϊκής λέξης Μεσσίας [Ιωαν. α’42, δ’ 25]. Στην Παλαιά Διαθήκη, (κατά τη μετάφραση των Ο’), ο όρος Μεσσίας δεν αναφέρεται ούτε μια φορά  και χρησιμοποιείται παντού ο όρος Χριστός.  Αντίθετα στην Καινή Διαθήκη ο όρος Μεσσίας αναφέρεται  σε δύο  περικοπές, ενώ ο όρος Χριστός σε 431, αλλά αφορά μόνο τον συγκεκριμένο Ιησού, ενώ αναφέρονται διάφοροι ψευδοχριστοί. Στο βιβλίο αυτό χρησιμοποιώ παντού τον όρο Χριστός αντί του Μεσσίας.
  1. Του Ησαϊα, του Ωσηέ, του Αμώς, του Ιερεμία και του Μιχαία.
  2. Τα βιβλία του Δανιήλ, του Ενώχ, οι Ψαλμοί και οι Παροιμίες του Σολομώντα.
  3. Δαν. Ζ’13, Εσδρ. ΜΓ’ 7,17,38
  4. Ησ. Θ’ 67 ΙΑ’ 1-8

24.Ματθ. ιγ’ 55, Μαρκ. ε’3

  1. Ο ισχυρισμός του Ωριγένη ότι πρόκειται για παιδιά του Ιωσήφ από προηγούμενο γάμο, δεν τεκμηριώνεται από κανένα κανονικό ή απόκρυφο κείμενο. Στα κανονικά κείμενα [Ματθ. δ’ 18-21 και Μαρκ. α΄16-19] αναφέρονται μεν τα ονόματά των γιων του ζεύγους, όχι όμως τα ονόματα των θυγατέρων τους, τα οποία  σε ένα απόκρυφο μνημονεύονται ως Λυδία και Λυσία.
  2. Δηλαδή το έτος 22 πριν από τη χρονολογία μας. Πολλοί ιστορικοί (όπως ο Ιώσηπος) χρονολογούν τη βασιλεία του Ηρώδη από τότε που πήρε την εξουσία στα Ιεροσόλυμα. Άλλοι όμως από το χρόνο που η ρωμαϊκή Σύγκλητος τον ονόμασε βασιλιά της Ιουδαίας, τρία χρόνια πιο μπροστά.
  3. Ο πρώτος μήνας του εβραϊκού ημερολογίου (περίπου 18 Οκτ. – 17 Νοεμ.)

28.Περισσότερα για τη φορολογία αναφέρονται στο σχόλιο 4 στο τέλος του 3ου κεφαλαίου.

29.Για τα σαββατικά έτη βλ. σχόλιο 3 στο τέλος του 3ου κεφαλαίου.

  1. Ο έκτος μήνας του εβραϊκού ημερολογίου (περίπου 18 Μαρτ. – 17 Απρ.)
  2. Ιωσ. Ι.Α. 15 390
  3. Δευτερονόμιο ιβ’ 4-8 και Αγουρ.Ιστ. σ. 307
  4. Ο Ναός των Ιεροσολύμων δεν ήταν μόνο τόπος λατρείας και θρησκευτικό κέντρο. Ηταν ισχυρός οικονομικός παράγοντας και η βάση της εξουσίας των Εβραίων αρχόντων. Κατά τον Ιώσηπο [Κατ. Απίων. 2 8] οι ιερείς (εβρ. κοενίμ) που υπηρετούσαν έφταναν τις 20.000, νεώτεροι όμως ερευνητές θεωρούν τον αριθμό αυτόν υπερβολικό. Κατά τον Jeremias [Αγουρ.Ιστ. σ.310] υπηρετούσαν 7200 ιερείς και 9600 λευίτες. Επι κεφαλής των ιερέων και λευιτών ήταν ο Αρχιερέας (Κοέν α Γκαντόλ). Οι ιερείς, που μετά την καταστροφή του Ναού εξαφανίζονται, δεν πρέπει να συγχέονται με τους ραββίνους (δασκάλους), που αποχτούν κυρίαρχο ρόλο όσο μεγαλώνει η σημασία και ο ρόλος της Συναγωγής, κυρίως μετά την  καταστροφή του Ναού.
  5. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Ιωάννη, είναι ο γιος του Βαραχίου, αυτός που αναφέρεται στο κατά Ματθαίο [κγ’ 35] και κατά Λουκά [ια’ 51] ότι σκοτώθηκε μεταξύ Ναού και θυσιαστηρίου, από ανθρώπους του ιερατείου. Ορισμένοι όμως αλλοι τον ταυτίζουν με τον Ζαχαρία τον γιο του Βαρείς, τον οποίον αναφερει ο Ιώσηπος [Ι.Π. 4 335.2] ότι σκοτώθηκε από τους Ζηλωτές μεταξύ Ναού και θυσιαστηρίου επίσης, αλλά κατά τον ιουδαΪκό πόλεμο, το 66 της χρονολογίας μας. Αν αυτό ευσταθεί, τότε δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα για το πότε γράφηκαν το 1ο και 3ο Ευαγγέλια.
  6. Λουκ. α’ 5.

36.Λουκ. α’12-18

  1. Λουκ. α’ 22-25
  2. Λουκ. α’ 25
  3. Λουκ. α’ 57-62. Ιωάννης από το εβραϊκό Γιοχανάαν=Ελεήμων ο Θεός
  4. Λουκ. α’ 64-66
  5. Λουκ. α’ 67-79
  6. Πρωτοευαγγέλιο Ιακώβου α’ 1
  7. Πρωτοευαγγέλιο Ιακώβου α’ 1
  8. Πρωτοευαγγέλιο Ιακώβου α’ 17
  9. Ο ιερέας Ιωσήφ, γιος του Ηλί [Λουκ.γ’23] είναι άσχετος με τον άσημο ξυλουργό της Καπερναούμ, αλλά και με τον πλούσιο και βασιλικής καταγωγής Ιωσήφ, το γιο του Ιακώβ, [Ματθ. α’16], που όπως θα ιστορήσω στα επόμενα, περιέθαλψε τη χήρα του  Ιούδα του Γαυλωνίτη.
  10. Πρωτοευαγγέλιο Ιακώβου α’ 19
  11. Πρωτοευαγγέλιο Ιακώβου α’ 23
  12. O Κέλσος [σ.32] αναφέρει ότι οι Ιουδαίοι πίστευαν ότι η Μαριάμ έμεινε έγκυος από κάποιο στρατιώτη που λεγόταν Πάνθηρας. Στα ταλμουδικά κείμενα Τοσεφτά και Μπαράιτας υιοθετείται η εκδοχή αυτή και ο Ιησούς ονομάζεται Γεσου μπεν Παντέιρα. Ο Ωριγένης την αντικρούει και θεωρεί πως πρόκειται για παρανόηση, η οποία προέκυψε από το παρωνύμιο «Πάνθηρας» που είχε ο πατέρας του Ιωσήφ, άποψη που δέχεται και ο Επιφάνειος.
  13. Η βαρύτητα της μοιχείας ήταν συνάρτηση του τόπου που τελέστηκε. Εάν έγινε στο ύπαιθρο υπήρχαν ελαφρυντικά για τη γυναίκα ενώ εάν έγινε σε κλειστό χώρο δεν υπήρχε καμμία συγγνώμη. Τις μοιχαλίδες τιμωρούσαν πάντοτε με λιθοβολισμό [Δευτερονομιο ΚΒ’ 21], ενώ τους μοιχούς σε πολύ λίγες περιπτώσεις. (Περισσότερα στον Ροπς σ. 146).
  14. Πρωτοευαγγέλιο Ιακώβου α’ 29
  15. Η δοκιμασία του πικρού νερού (το Πρωτοευαγγέλιο [α’34] το ονομάζει ύδωρ ελέγξεως) καθιερώθηκε από πολύ παλιά [Αριθμ. Ε’ 11-31] και αποτελεί μία από τις άφθονες θεοδικίες που συναντάμε στην ιουδαϊκή δικαιοσύνη. Κατά το Πρωτοευαγγέλιο την υπέστη και η Μαριάμ.
  16. Πρωτοευαγγέλιο Ιακώβου α’34 και Ματθ. α’ 22-25
  17. Λουκ. α’ 39
  18. Λουκ. α’ 46-55
  19. Ματθ. β’ 1. Ο Ηρώδης βασίλεψε 33 χρόνια ως το έτος 4 πριν από τη χρονολογία μας. Αρα ο Ιησούς γεννήθηκε το έτος 6 πριν από τη χρονολογία μας. Ηταν 6 μήνες νεώτερος από τον Ιωάννη.
  20. Αυτός ο Ιησούς και ο Ιωάννης γεννήθηκαν ενώ ακόμα ζούσε ο βασιλιάς Ηρώδης, (δηλαδή πριν από το 4 πριν τη χρονολογία μας). Κατά τους υπολογισμούς του Κέπλερ το 6-7 πριν από τη χρονολογία μας. έγινε σύνοδος των πλανητών Αρη, Δία και Αφροδίτης, με αποτέλεσμα ένα λαμπρό φωτεινό σώμα να καταυγάζει επί πολλές νύχτες το ανατολικό τμήμα του ουρανού, προς τον αστερισμό των ιχθύων. Είναι λοιπόν λογικό να υποθέσουμε ότι τα δύο ξαδέλφια γεννήθηκαν το 6 πριν από τη χρονολογία μας.
  21. Λουκ. β’ 21-24
  22. Λουκ. β’ 21-24
  23. Λουκ. β’ 25-32
  24. Η ορεινή Ιουδαία αναφέρεται ως ο τόπος όπου κατοικούσαν οι οικογένειες του Ζαχαρία και του Ιωσήφ. Είναι η περιοχή με σχετικά ψηλούς λόφους που βρίσκεται στα ΝΔ των Ιεροσολύμων πριν από την έρημο της Ιουδαίας.
  25. Λουκ. β’ 40

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ

Αγουρ. Ιστ.       Σάββα Αγουρίδη: Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης

Αγουρ. Εισ.      Σάββα Αγουρίδη: Εισαγωγή εις την  Καινήν Διαθήκην

Α’ Θεσαλ.         Προς Θεσσαλονικείς Α’ Επιστολή Παύλου

Α’ Κορινθ.         Προς Κορινθίους Α’ Επιστολή Παύλου

Αποκαλ            Αποκάλυψη

Bruce                F.F. Bruce: Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης

Β’ Θεσαλ.         Προς Θεσσαλονικείς Β’ Επιστολή Παύλου

Β’ Κορινθ.        Προς Κορινθίους Β’ Επιστολή Παύλου

Γαλατ               Προς Γαλάτας Επιστολή Παύλου

Δαν.                Δανιήλ

Δευτερ.           Δευτερονόμιο

Dodds             E.R. Dodds: Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας

Εβρ.                Προς Εβραίους Επιστολή Παύλου

Εσδρ.              Εσδρας

Ευσ. Ε.Ι.          Ευσεβίου:  Εκκλησιαστική Ιστορία

Εφεσ               Προς Εφεσίους Επιστολή Παύλου

GEMSC          G.E.M. St Croix:  Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο

Ιωαν.               Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο

Ιώσ.Ι.Α.           Φλαβίου Ιωσήπου: Ιουδαϊκή Αρχαιολογία

Ιωσ.Ι.Π.           Φλαβίου Ιωσήπου: Ιουδαϊκός Πόλεμος

Ιωσ.κ.Απ.        Φλαβίου Ιωσήπου: Κατ’ Απίωνος

Ιωσ.Βίος          Φλαβίου Ιωσήπου: Βίος

Κελσ.               Κέλσου: Αληθής Λόγος

Κολοσ              Προς Κολοσσαείς Επιστολή Παύλου

Κυρτ. Επικρ.    Δημ. Κυρτάτα: Επίκρισις

Κυρτ. Αποκ.     Δημ. Κυρτάτα: Η Αποκάλυψη του Ιωάννη και οι 7Εκκλησίες                          

                        της Μικρασίας

Λουκ                Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο

Μαρκ               Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο

Ματθ               Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

Μουστ.            Γ. Μουστάκη:  Οι πέντε μεγαλύτερες  θρησκείες της Ανθρωπότητας

Ντυράν            Γουιλ Ντυράν: Πακόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού

Πραξ                Πράξεις των Αποστόλων

Ροπς                Ντάνιελ Ροπς:  Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη, στους χρόνους του Ιησού

Ρωμ.                Προς Ρωμαίους Επιστολή Παύλου

Sanders           E.P. Sanders: Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού

Σουητ.              Σουητώνιος: Βίοι των Καισάρων

Τιμοθ. Α’          Προς Τιμοθεον Α’ Επιστολή Παύλου

Τιμοθ. Β’          Προς Τιμόθεον Β’ Επιστολή Παύλου

Τιτ.                   Προς Τίτον Επιστολή Παύλου

TLG                 Thesaurus Linguae Graecae

ΦΕ                   Το κατά Φίλιππον Ευαγγέλιο

Φιλημ.              Προς Φιλήμονα Επιστολή Παύλου

Φιλοστρ.          Φιλοστράτου: Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον

Φιλιππησ.         Προς Φιλιππησίους Επιστολή Παύλου

Φουγ.               Μεθοδίου Φούγια: Η ελληνιστική ιουδαϊκή παράδοση

Ψαλμ.               Ψαλμοί

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ευαγγέλιο, Εβραϊσμός, Θρησκεία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 88 Σχόλια »

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες, ιστορικό μυθιστόρημα του Δημ. Σαραντάκου – Πρόλογος

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2020

Τα τελευταία χρονια της ζωής του, ο αξέχαστος πατέρας μου έγραφε κάθε βδομάδα ένα χρονογράφημα για την εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, άρχισα να αναδημοσιεύω τις επιφυλλίδες αυτές κάθε Τρίτη. Στα τέλη του 2011 ο πατέρας μου πέθανε και από τότε καθιέρωσα κάθε δεύτερη Τριτη να δημοσιεύω αποσπάσματα από τα βιβλία του. Με τον καιρό, οχτώ χρόνια που συνεχίζεται αυτό, τα βιβλία κοντεύουν να τελειώσουν. Τόσον καιρό είχα αφήσει κατά μέρος ένα από τα βιβλία του, επειδή το θέμα του είναι θρησκευτικό και μπορεί να εξάψει πάθη. Όμως το ξανασκέφτηκα, και εκτός αυτού κάποιοι φίλοι μου το ζήτησαν, οπότε από σήμερα αρχίζω να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το ιστορικό μυθιστόρημα «Οι εσταυρωμένοι σωτήρες», που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις Εντός. Στο μυθιστόρημα αυτό, ο πατέρας μου κάνει μια τολμηρή υπόθεση, που δεν ξέρω αν την έχει διατυπώσει κάποιος άλλη φορά, αν και το θέμα του Ιησού Χριστού έχει μελετηθεί κατά κόρον. Η υπόθεσή του είναι ότι υπήρξαν τρεις άνθρωποι που έδρασαν την ίδια περίπου εποχή και που τα χαρακτηριστικά τους αργότερα συγχωνεύθηκαν στη μορφή του Ιησού

Αλλά θα αφήσω τον πατέρα μου να τα πει. Σήμερα θα βάλω το κείμενο που υπάρχει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου καθώς και τον πρόλογο του πατέρα μου, και από τη μεθεπόμενη Τρίτη θα μπούμε στα κεφάλαια του βιβλίου. Το καταλαβαίνω ότι έτσι σας εξάπτω την περιέργεια χωρίς να σας την ικανοποιώ, αλλά δεν γινόταν να βάλω και το πρώτο κεφάλαιο σήμερα. Οπότε, υπομονή.

Ξεκινάω από το κείμενο του οπισθόφυλλου:

Οι Εσταυρωμένοι Σωτήρες δεν είναι συναξάρι, βίος αγίων, θεολογική διατριβή ή ιστορική μελέτη. Πολύ περισσότερο δεν πρόκειται για ένα ακόμη «ευαγγέλιο» του αγνωστικισμού και της άρνησης.

Δίνοντας στο κείμενό του τη μορφή ιστορικού μυθιστορήματος αλλά εφαρμόζοντας τις αρχές και τη μεθοδολογία της επιστημονικής έρευνας, ο Δημήτρης Σαραντάκος, με το βιβλίο αυτό καταθέτει μια νέα εκδοχή στο, πάντα επίκαιρο, χριστολογικό πρόβλημα.

Ο συγγραφέας απορρίπτει τη θεωρία της μυθικότητας του Ιησού Χριστού αλλά δεν αποδέχεται την ιστορικότητά του όπως αυτή θεμελιώνεται με τα στοιχεία και τις πληροφορίες που μας δίνουν οι Γραφές. Επιχειρεί να στηρίξει μια τρίτην εκδοχή: την παράλληλη ύπαρξη και δράση, την ίδιαν εποχή, τριών διαφορετικών ανθρώπων, οι μορφές των οποίων, πολλά χρόνια μετά τη θανάτωσή τους, συγχωνεύθηκαν και ενσωματώθηκαν στη μορφή του Ιησού Χριστού, όπως μάς τη δίνει η Καινή Διαθήκη.

Ο Ζηλωτής, ο Πρίγκιπας, ο Διδάσκαλος είναι τρία πρόσωπα (υπαρκτά κατά τον συγγραφέα, ο οποίος τα προσεγγίζει με αγάπη και σεβασμό), που συνέδεσαν τη ζωή και τη δράση τους, στην πορεία προς το θάνατο, με τις προσδοκίες των τέκνων του Ισραήλ να μεταφέρουν το Βασίλειο του Θεού στη γη, να αναστήσουν το αρχαίο τους κράτος ή να γίνουν δεκτά σε μια υπερβατική Βασιλεία των Ουρανών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Ευαγγέλιο, Θρησκεία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Πρόσφυγες στα νεκροταφεία – Απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2020

Τις μέρες αυτές, μετά την καταστροφή των εγκαταστάσεων στη Μόρια από τη φωτιά (εμπρησμός και από ποιον, τυχαία ή άθελη πυρκαγιά δεν έχει σημασία -όταν στοιβάζεις 13000 σε χώρο για 3000 το κακό περιμένει να συμβεί) είδαμε φωτογραφίες προσφυγικών οικογενειών να κοιμούνται στο νεκροταφείο ανάμεσα στα μνήματα.

Kάποιοι θυμήθηκαν ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που περιγράφει μιαν αντίστοιχη σκηνή, που σίγουρα θα συνέβη και δεν θα είναι μυθοπλαστικό εύρημα.

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου, στα νεκροταφεία καταφεύγουν κυνηγημένοι Ρωμιοί της Σμύρνης καθώς ο στρατός του Κεμάλ ετοιμάζεται να μπει στην πόλη το 1922 -του παραχρόνου θα’χουμε κι αυτή την επέτειο των 100 χρόνων.

Φυσικά, κατά τα άλλα οι συνθήκες διαφέρουν εντελώς ανάμεσα στη Σμύρνη του 22 και στη Μόρια του 20.

Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολύ γνωστό, αφού διανεμήθηκε και στα σχολεία, όμως μια επανάληψη του αποσπάσματος αξίζει, είναι πολύ μαεστρικά δοσμένη, μέσα από τους διαλόγους, η εναλλαγή των συναισθημάτων, από την ελπίδα στον φόβο και πίσω πάλι.

Μεταφέρω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα (σελ. 306-321).

—Τί έχεις, γιε μου; Τί σε βασανίζει; Πιστεύεις πως θα ’χουμε κι άλλες φασαρίες; Λες;

—Λέω, μάνα! Λέω! Σε λίγες ώρες οι Τούρκοι θα βρίσκονται στη Σμύρνη. Πάρτε το χαμπάρι.

—Θε και Κύριε! σταυροκοπήθηκε. Κουνήσου, παιδάκι μου, από τη θέση σου… Είναι δυνατόν!

Η αδερφή μου, η άμοιρη, που ύστερα απ’ τις δυο ατυχίες της μόλις ξανακατάφερε να βρει αρραβωνιαστικό, μας κοίταξε μ’ αγωνία και μουρμούρισε όλο παράπονο:

—Πάλι δε θα προλάβω να βάλω στεφάνι!

Γύρισα στον κουνιάδο της, που έπινε το καφεδάκι του κι έστριβε τις μουστάκες του.

—Νικόλα, του είπα. Εσύ τι κάθεσαι και δε φεύγεις; Ξέχασες πόσους Τούρκους έκαψες; Το καλό που σου θέλω λάκισε! Καιρό δεν έχουμε. Όπου να ’ναι μπαίνει ο Μπεχλιβάν!

—Μπάαχ; έκανε περιφρονητικά ο Νικόλας. Τα παραλές!

Η μάνα μου αναστατώθηκε.

—Εσύ που συμβουλεύεις τους άλλους, μου ’πε, τι σκέφτεσαι να κάνεις;

—Εγώ, μάνα, θα πάω να παραθερίσω στο χτήμα π’ αγοράσατε, να κάνω καινούργιο τζιέρι!

Βούρκωσε, οι ρυτίδες βάθυναν στο βασανισμένο πρόσωπό της. Μετάνιωσα για τη σκληράδα μου.

—Μητέρα, είπα, έτσι που ήρθανε τα πράματα, λέω να μείνω μαζί σας. Μπορεί οι Τούρκοι να κρίνουνε σαν εγκληματίες πολέμου όσους φεύγουνε και να μην τους ξαναδεχτούνε πίσω.

—Μπρε, γιε μου, πως το ’παθες και παιδιαρίζεις; Αν πιστεύεις πως θα μείνουμε στο έλεος των τσέτηδων, σήκω φύγε!

—Τι να πα να κάνω, μάνα, στην Ελλάδα, μ’ άδεια χέρια; Ζήτουλας να γενώ;

—Κάλλιο ζήτουλας, παιδί μου, παρά… ωχ, δεν κακομελετώ! Δε λέω τίποτα! Θε και Κύριε, μη μας απομωραίνεις! Λυπήσου μας!

Άρχισε να σιγοκλαίει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Προσφυγικό | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Δεκαήμερο: Εισαγωγή και μια ιστορία

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2020

Στην αρχή της πανδημίας, είχαμε αναφέρει την άποψη του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348, στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο. Σε εκείνο το άρθρο, πριν από τρεις μήνες, είχα γράψει ότι «τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά».

Σήμερα, που τα μέτρα περιορισμού έχουν χαλαρώσει, στην Ευρώπη τουλάχιστον μια και η πανδημία σε άλλες ηπείρους δεν έχει ακόμα καταλαγιάσει, νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να εκπληρώσω αυτή την κάπως ασαφή υπόσχεση που είχα δώσει και να παρουσιάσω ένα απόσπασμα από το Δεκαήμερο.

Το έργο του Βοκκάκιου έχει τεράστια σημασία, διότι είναι το πρώτο πεζό λογοτεχνικό έργο σε νεότερη ευρωπαϊκή γλώσσα, σε μια εποχή που οι λόγιοι έγραφαν λατινικά. Είναι και το πρώτο νεότερο μυθιστόρημα, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για συλλογή από ανεξάρτητες ιστορίες. Πάντως, άσκησε τεράστια επιρροή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

O Ιωάννης Βοκκάκιος (1313-1375) έγραψε το Δεκαήμερο στα αμέσως επόμενα χρόνια μετά την επιδημία του 1348. Το 1352 το είχε τελειώσει. Καθώς η Φλωρεντία δοκιμάζεται από την πανούκλα, εφτά γυναίκες της καλής τάξης αποσύρονται στην εξοχή σε μια έπαυλη που έχει μείνει έρημη, μαζί με τρεις νεαρούς. Για να περάσει η ώρα, διηγούνται ιστορίες: κάθε μέρα μία ή ένας από τους δέκα χρίζεται βασίλισσα ή βασιλιάς της ημέρας και ορίζει το θέμα που θα έχουν οι ιστορίες. Στη συνέχεια το κάθε μέλος της δεκαμελούς συντροφιάς αφηγείται μια ιστορία και στο τέλος ο βασιλιάς ή η βασίλισσα κάνει μιαν ανακεφαλαίωση. Δέκα μέρες επί δέκα αφηγητές, εκατό ιστορίες.

Οι ιστορίες του Δεκαημέρου συχνά είναι ευτράπελες, απηχούν λαϊκές διηγήσεις, πολλές έχουν θέμα τον έρωτα ή την απιστία, άλλες παρουσιάζουν έξυπνα κόλπα με τα οποία ο ήρωας μπόρεσε να βγει από μια δύσκολη θέση ή δίνουν ένα ηθικό δίδαγμα κτλ.

Το Δεκαήμερο έχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει στο εμπόριο αυτή τη στιγμή κάποια έκδοσή του. Τα κείμενα που εγώ θα παρουσιάσω σήμερα προέρχονται από την δίτομη έκδοση από τα Γράμματα σε μετάφραση του μεγάλου τεχνίτη Κοσμά Πολίτη.

Διάλεξα να παρουσιάσω την εισαγωγή, όπου ο Βοκκάκιος περιγράφει την επιδημία της πανούκλας στη Φλωρεντία. Σταματάω αμέσως πριν από το σημείο όπου γνωρίζουμε τις εφτά ηρωίδες.

Και για να μην μείνουμε με την πικρή γεύση, προσθέτω μιαν ευτράπελη ιστορία απιστίας, την 7η ιστορία της 7ης ημέρας, από την οποία καθιερώθηκε σε διάφορες γλώσσες η έκφραση «κερατάς, δαρμένος κι ευχαριστημένος».

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ

Ο συγγραφέας εκθέτει για ποιο λόγο συγκέντρωσε ορισμένα πρόσωπα που δε θ’ αργήσουν να εμφανι­στούν. Ύστερα, κάτω από την ηγεμονία της Παμπινέας, καθένα από τούτα τα πρόσωπα καταπιάνεται με το θέμα που του είναι περισσότερο αγαπητό.

Κάθε φορά, χαριτωμένες αναγνώστριες, που στοχάζομαι πόσο ευαίσθητο, από την ίδια του τη φύση, είναι το φύ­λο σας, λέω μέσα μου πως τούτο το βιβλίο θα σας κάνει στην αρχή οδυνηρή εντύπωση. Η θανατηφόρα πανού­κλα, που έχει περάσει τώρα πια, μα που η θύμησή της εί­ναι τόσο θλιβερή για όσους έχουν δει ή έχουν πληροφορηθεί το ρήμαγμα που είχε κάνει — αυτή είναι η προμε­τωπίδα του βιβλίου μου. Όμως δε θα ‘θελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς. Ο βραχνάς της αρχής; Φανταστείτε ένα βου­νό, που οι κακοτράχαλες πλαγιές του ορθώνονται μπρο­στά στους ταξιδιώτες· μα εκεί πλάι απλώνεται ένας κάμ­πος, που η ομορφιά του θέλγει και μαγεύει τόσο περισ­σότερο, όσο δυσκολότερο ήταν το σκαρφάλωμα και το κατηφόρισμα. Αν η θλίψη γειτονεύει με την ευθυμία, οι συμφορές σκορπούν σαν έρχεται η χαρά. Αυτή τη σύν­τομη στενοχώρια (τη λέω σύντομη γιατί πιάνει μονάχα μερικές αράδες) τη διαδέχονται αμέσως η γλύκα κι η ευ­χαρίστηση που σας υποσχέθηκα πιο πάνω και που, δί­χως καμιά υποχρέωση από μέρους μου, η εισαγωγή δε σας επιτρέπει καθόλου να ελπίζετε. Αχ! Αν μπορούσα να σας οδηγήσω εκεί όπου επιθυμώ, ακολουθώντας ένα δρό­μο διαφορετικό από το τραχύ μονοπάτι που σας προτεί­νω, θα το ’κανα μ’ όλη μου την καρδιά. Αλλά πώς μπο­ρώ, δίχως να αναφερθώ σ’ εκείνη τη συμφορά, να εξηγή­σω την προέλευση των όσων θα διαβάσετε παρακάτω; Η ανάγκη με κάνει ν’ αποφασίσω αυτό τον πρόλογο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , | 199 Σχόλια »

Πόλεμος και ειρήνη

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2020

Μέσα στην καραντίνα διάβασα το Πόλεμος και ειρήνη. Το είχα ξαναδοκιμάσει καναδυό φορές, στα νιάτα μου και μια πριν από μερικά χρόνια, αλλά τότε το άφησα νωρίς επειδή μπήκαν στη μέση άλλα, πιο επείγοντα διαβάσματα. Μετά με τρόμαζε το μέγεθος, 1500 σελίδες είναι αυτές (περισσότερες είναι).

Αλλά στα μέσα Μαρτίου, που άρχισε η καραντίνα και η τηλεργασία, ενώ τελείωνα έναν Μπαλζάκ, δηλαδή είχα μπει στο κλασικό ύφος, θυμήθηκα τον Τολστόι. «Αν όχι τώρα, πότε;» είπα, και το ξεκίνησα.

Δεν τον θυμήθηκα μόνο εγώ. Ο φίλος μας ο Δύτης, που ειναι σεσημασμένος τολστοϊκός, ανέφερε ένα ομαδικό εγχείρημα, διάβασμα με συζήτηση του έργου, που γινόταν στο Τουίτερ, στα αγγλικά φυσικά. Τους παρακολούθησα για λίγο, και είχαν ενδιαφέρον αλλά μετα τους άφησα και δεν ξέρω τι απόγιναν.

Στην αρχή διάβαζα το βιβλίο πολύ συστηματικά, κοίταζα και την αγγλική μετάφραση και το ρώσικο πρωτότυπο, σημείωνα φράσεις ή μεταφραστικά προβληματάκια κτλ. Ε, αυτό κράτησε για τον μισό πρώτο τόμο (απο τους πέντε της έκδοσης που έχω). Μετά παραιτήθηκα από τις πολλές φιλοδοξίες και το διάβασα κανονικά, σαν μυθιστόρημα και όχι σαν διατριβή, αλλά σημειώνοντας πάντοτε πράγματα που μου κινούσαν το ενδιαφέρον ή την περιέργεια.

Κάποια πράγματα τα εμφάνισα κι εδώ, μαζί κι ένα άρθρο για τα πολλά γαλλικά που περιέχει η πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος.

Διάβασα τη μετάφραση της Κοραλίας Μακρή, που κυκλοφορεί ακόμα από τον Γκοβοστη -αλλά εγώ έτυχε να έχω μια φτηνή επανέκδοσή της που είχε μοιράσει έναν καιρό η Ελευθεροτυπία. Υπάρχουν κι άλλες μεταφράσεις, αλλά η Μακρή μού ταιριάζει με την παλιακή δημοτική της. (Βλέπω ότι κυκλοφορεί σε επίτομη έκδοση με 1168 σελίδες. Στην έκδοση που είχα εγώ είναι άλλη η σελιδοποίηση, οπότε βγαίνουν 1614 σελίδες).

Έκανα κάπου δυο μήνες βέβαια για να διαβάσω τους πέντε τόμους και τις 1600 σελίδες. Το βιβλίο, να πω, είναι οργανωμένο σε δεκαπέντε βιβλία, το καθένα από τα οποία χωριζεται σε κεφάλαια (από 15 εως 30 περίπου) ενώ υπάρχουν και δυο επίλογοι. Παρακολουθεί τη Ρωσία και τους Ναπολεόντειους πολέμους από το 1805 έως το 1812-13, δηλαδή από τον θρίαμβο του Ναπολέοντα στο Αουστερλιτς ως την πανωλεθρία στην εκστρατεία στη Ρωσία. Ο επίλογος μάς μεταφέρει στο 1820.

Παρελαύνουν δεκάδες, εκατοντάδες ίσως πρόσωπα, αλλά βασικοί πρωταγωνιστές είναι πέντε οικογένειες ευγενών, που βλεπουμε τη ζωή τους και τις περιπέτειές τους, τους έρωτες και τους γάμους τους. Είχα βρει κάπου ένα γενεαλογικό δέντρο τους, κι αυτό βοηθάει για να μη χάνεις τα ονόματα, αλλά δεν ήταν πολύ καλή ιδέα διότι από το σχεδιάγραμμα είδα ότι ο Πιέρ παντρεύεται στο τέλος τη Νατάσα, κάτι που δεν είναι προφανές αμέσως διότι η Νατάσα αρραβωνιάζεται τον Αντρέι, επιστήθιο φίλο του Πιέρ. Κι έτσι το ήξερα από πριν κι αυτό δεν μου άρεσε. (Γενικά δεν είναι καλό να κοιτάς πολλά για ένα μυθιστόρημα. Προηγουμένως την είχα πατήσει με τον Εξάδελφο Πονς του Μπαλζάκ, όπου αναζητώντας το πρωτότυπο έκανα το λάθος και διάβασα και την υπόθεση στη Βικιπαίδεια και είχα ξενερώσει)

Eίπα ότι το διάβασα αλλά είναι λίγο όπως με τη Γαλατία και το χωριό του Αστερίξ. Δεν το διάβασα όλο-όλο. Στον επίλογο, και αφού έχουμε μάθει τι απόγιναν οι ήρωες, ο Τολστόι αφιερώνει έναν δεύτερο επίλογο για να αναλύσει σε καθαρά δοκιμιακό ύφος θέματα ιστορίας, δηλαδή ποιοι είναι οι παράγοντες που κινούν την ιστορία. Ε, στάθηκε αδύνατο να διαβάσω αυτές τις λίγες σελίδες, που τις βρήκα εξαιρετικά βαρετές (ιεροσυλία; αλλά δεν είναι μυθιστόρημα πλέον) κι έτσι έφαγα την καμήλα, που λέει πλέον η παροιμία, και άφησα λίγες τρίχες από την ουρά της. Ισως κάποιαν άλλη φορά βρω το σθένος να το τελειώσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 97 Σχόλια »

Τότε ήταν τα γαλλικά

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2020

Στο Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι, όταν φτάσουμε στο 1812 και ο Ναπολέων έχει επιτεθεί στη Ρωσία και πλησιάζει απειλητικά στη Μόσχα, ο συγγραφέας μάς λέει πως οι Μοσχοβίτες αστοί, μπροστά στο κακό που ερχόταν και φαινόταν ακάθεκτο το έριξαν στις διασκεδάσεις, σαν αντίδραση για να μην σκέφτονται τα δεινά που τους περίμεναν. «Καιρό είχαν να διασκεδάσουν τόσο στην παλιά πρωτεύουσα, όσο εκείνη τη χρονιά». Παλιά πρωτεύουσα, διότι την εποχή εκείνη πρωτεύουσα ήταν η πόλη του Πέτρου, το Πέτρογκραντ, μετεπειτα Λένινγκραντ, τώρα Πετρούπολη αλλά όχι πια πρωτεύουσα.

Με μια διαφορά: σε πολλά μοσχοβίτικα σαλόνια επειδή τα γαλλικά ήταν πια η γλώσσα του εχθρού, η καλή κοινωνία απόφευγε να χρησιμοποιεί γαλλικά. Έτσι, στο κεφάλαιο 17 του 10ου βιβλίου, ο Τολστόι περιγράφει μια συζήτηση στο σαλόνι της υπέρπλουτης Ζιουλί Ντρουμπετσκάγια (βάζω τα ονόματα όπως τα αποδίδει η Κοραλία Μακρή), οπου η οικοδέσποινα επιπλήττει τους προσκαλεσμένους της, που χλευάζουν τον Πιέρ Μπεζούχοφ, λέγοντας:

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ανακατεύοντας ρωσικά και γαλλικά.

Να κάνω μια παρένθεση εδώ. Στη μετάφρασή της η Κοραλία Μακρή δεν ειδοποιεί τον αναγνώστη ποιες λέξεις και φράσεις είναι στα γαλλικά και ποιες στα ρωσικά, μεταφράζει όλο το κείμενο στα ελληνικά. Σε μια ιντερνετική συζήτηση ο φίλος μας ο Κορνήλιος είχε πει ότι δεν θα αγόραζε τη συγκεκριμένη μετάφραση γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, που το βρίσκω υπερβολικό. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο κεφάλαιο έχει σημασία να υποδεικνύονται οι γαλλικούρες των συνομιλητών -και η μεταφράστρια τις δηλώνει έμμεσα.

Λοιπόν, μόλις η Ζιουλί λέει

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ή, στα ρωσικά,

— Безухов est ridicule, но он так добр, так мил. Что за удовольствие быть так caustique?

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση της και ένας νεαρός με στολή εθνοφύλακα, που η Ζιουλί τον αποκαλεί «ο ιππότης μου», φωνάζει:

— Πρόστιμο!

Και μαθαίνουμε πως όποιος ξεχνιόταν και παράβαινε τον κανόνα και χρησιμοποιούσε γαλλικές λέξεις ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει πρόστιμο, το οποίο πήγαινε σε κάποιο δημοσιο ταμείο για την πολεμική προσπάθεια. Αυτό ήταν πρωτοβουλία των αριστοκρατών που δέχονταν κόσμο στο σπίτι τους, όχι κάποιο άνωθεν επιβεβλημένο μέτρο.

Παρεμπιπτόντως, αν δείτε το ρωσικό κείμενο, η λέξη για το «πρόστιμο» είναι Штраф, στραφ. Αυτό δεν έχει σχέση με το δικό μας «πήγε στράφι», που είναι δάνειο από τα τουρκικά, έχει όμως σχέση με, ακριβέστερα προέρχεται από, το γερμανικό Strafe, τιμωρία.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάποιος συγγραφέας που ήταν επίσης καλεσμένος, υποστήριξε πως η οικοδέσποινα έπρεπε επίσης να πληρώσει πρόστιμο για τον γαλλισμό που χρησιμοποίησε, διότι το «τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε» («Удовольствие быть» στο πρωτότυπο) δεν είναι ρωσική έκφραση.

Η Ζιουλί ευχαρίστως δέχεται να πληρώσει για το caustique, όχι όμως και για τον γαλλισμό, διότι δεν έχει λεφτά και καιρό να πάρει δάσκαλο για να μάθει ρωσικά.

Λίγο αργότερα, κι ενώ έχει έρθει στη συντροφιά και ο πρίγκιπας Πιέρ, η Ζιουλί του ρίχνει μια σπόντα για τη Νατάσα, εκείνος κοκκινίζει και δεν παραδέχεται τον έρωτά του, οπότε η Ζιουλί:

Ну, полноте, милый граф, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

Ελάτε τώρα, κύριε κόμη, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

δηλαδή: όλη η Μόσχα βοά. Εγώ σας θαυμάζω, λόγω τιμής!

Και βέβαια, ο νεαρός του προηγούμενου επεισοδίου φωνάζει πάλι «Πρόστιμο!» και η οικοδέσποινα ξεσπάει: «Καταντάει αδύνατο να μιλήσει κανείς».

Και σε πολλά άλλα σημεία στο αριστούργημα του Τολστόι οι αριστοκράτες παρεμβάλλουν λέξεις και φράσεις γαλλικές στην ομιλία τους. Ίσως όχι τυχαία, το μυθιστόρημα αρχίζει με μια γαλλορωσική παράγραφο, δηλαδή πιο πολλά γαλλικά από ρωσικά, όπου η Άννα Πάβλοβνα Σέρερ καταγγέλλει τον Ναπολέοντα στα γαλλικά με λίγες ρωσικές λέξεις ανάμεσα:

Eh bien, mon prince. Gênes et Lucques ne sont plus que des apanages, des поместья, de la famille Buonaparte. Non, je vous préviens que si vous ne me dites pas que nous avons la guerre, si vous vous permettez encore de pallier toutes les infamies, toutes les atrocités de cet Antichrist (ma parole, j’y crois) — je ne vous connais plus, vous n’êtes plus mon ami, vous n’êtes plus мой верный раб, comme vous dites. Ну, здравствуйте, здравствуйте. Je vois que je vous fais peur, садитесь и рассказывайте.

Οπότε, είναι και κουραστικό να υποσημειώνει ο μεταφραστής ποιες φράσεις λέχθηκαν στα γαλλικά στο πρωτότυπο. Σήμερα που η γαλλομάθεια έχει υποχωρήσει φαντάζομαι πως και οι Ρώσοι αναγνώστες του Τολστόι θα έχουν ανάγκη από υποσημειώσεις. Άλλωστε στη Βικιθήκη το κείμενο του Τολστόι συνοδεύεται από υποσημειώσεις με μετάφραση των γαλλικών αποσπασμάτων.

Βέβαια, μόνο οι αριστοκράτες (και οι στρατιωτικοί, που είναι περίπου το ίδιο) διανθίζουν τον λόγο τους με γαλλικά, όχι ο λαός. Διαβάστε τον Τολστόι και θα νιώσετε γιατί ήταν αναπόφευκτη η οκτωβριανή επανάσταση.

Όμως με γαλλικά διάνθιζε τον λόγο της, εκατό χρόνια μετά τους Μοσχοβίτες του Τολστόι, και η ελληνική καλή κοινωνία, κι αυτό έχει αποτυπωθεί και σε ελληνικά λογοτεχνικά έργα.

Θα υπάρχουν πολλά του μεσοπολέμου όπου ο διάλογος των μεγαλοαστών διανθίζεται με γαλλικούρες, εγώ θυμάμαι τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση. Ο Κλέο (Κλέαρχος) Κιτρινάκης, ο εξ απορρήτων των Σκλαβογιάννηδων, σκορπίζει αφειδώς γαλλικές φράσεις, όπως:

— Κάθε άλλο! Τον σεβόμαστε όλοι. Ήταν τόσο κύριος! Un prince doublé d’un général, quoi!

όταν απορεί για ποιο λόγο παραιτήθηκε κι έφυγε άρον άρον ο Αρκάνοφ, πρίγκιπας και στρατηγός στην τσαρική Ρωσία, που είχε καταντήσει να δουλεύει σοφέρ για τους Σκλαβογιάννηδες.

Κι άλλοι όμως χρησιμοποιούν γαλλικά στο μυθιστόρημα και βέβαια ο Καραγάτσης δεν έχει βαλει υποσημειώσεις -όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.Το 1938 η γαλλομάθεια ήταν ίσως μεγαλύτερη από τη σημερινή, αν όχι στον γενικό πληθυσμό πάντως μεταξύ του αναγνωστικού κοινού. Βέβαια, οι γαλλικές φράσεις στον Γιούγκερμαν δεν είναι πολλές και δεν νομίζω πως αποτελούν σοβαρό πρόβλημα ακόμα κι αν ο αναγνώστης δεν ξέρει γρυ γαλλικά.

Ο Καραγάτσης παραθέτει τις φράσεις στα γαλλικά. Ο Ψαθάς στη Μαντάμ Σουσού νομίζω πως τις μεταγράφει με το ελληνικό αλφάβητο. Δεν έχω πρόχειρο το βιβλίο αυτό, αλλά θυμάμαι ένα απόσπασμα, όπου κουτσομπολεύουν τη Σουσού κάποιοι, αναπαράγοντας φήμες που διαδίδονται για το πρόσωπό της, ότι ήταν στο εξωτερικό αλλά ήρθε στην Αθήνα επειδή «δεν μπορούσε να συνεχίσει λα βι σκανταλαίζ κ’ ελ μεναί» (τη σκανδαλώδη ζωή που έκανε). Ούτε ο Ψαθάς βάζει επεξήγηση της γαλλικούρας, βέβαια.

Τα γαλλικά είχαν αυτόν τον ρόλο, της κυρίαρχης ξένης γλώσσας, ίσαμε τον δεύτερο πόλεμο. Κάποτε είχαν και τα ελληνικά παρόμοια θέση, πολύ παλιότερα, μετά τα λατινικά, μετά, για ένα διάστημα στη Μεσόγειο, ήταν τα ιταλικά. Το να αναδειχτεί μια γλώσσα σ’ αυτή τη θέση ελάχιστα καθορίζεται από «εγγενείς αρετές» της γλώσσας, διότι αν ήταν έτσι δεν θα έδυε η μια παγκόσμια γλώσσα για ν’ ανατείλει η άλλη. Καθοριστικό ρόλο παίζει η οικονομική ισχύς και το πολιτισμικό γόητρο του πολιτισμού που είναι φορέας της κάθε γλώσσας.

Σήμερα είναι τα αγγλικά -αλλά σήμερα υπάρχει μια διαφορά, ο γενικευμένος αλφαβητισμός. Στη Ρωσία του 1820 ο μουζίκος δεν είχε την παραμικρή επαφή με τις γαλλικούρες των αφεντάδων του. Στην Ελλάδα του 1920 ο λαϊκός άνθρωπος θα έπιανε ξώφαλτσα κάποιο γαλλικό. Στην Ελλάδα του 2020 αγγλικά ξέρουν όλοι, ή τέλος πάντων όλοι οι νεότεροι, και έρχονται σε στενή και ολόπλευρη επαφή με την κυρίαρχη γλώσσα. Ο Πετρούνιας έλεγε ότι αυτό επηρεάζει διαφορετικά την εξέλιξη της ελληνικής:

Παλιότερα, η καθαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επικαλύ­πτονταν σε μεγάλο βαθμό. H παραδοσιακή καθαρεύουσα στηριζόταν ενμέρει στα γαλλικά. Όμως η γλώσσα αυτή ήτανε γνωστή σε λίγους, ενώ η κα­θαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επίσης περιορίζονταν σε μικρό αριθμό ομιλητών, έτσι ώστε η ευρύτερη γλώσσα, παρόλο που φυσικά εξε­λισσόταν, παρέμενε αυτόνομη και δέν πλησίαζε πολύ προς τα γαλλικά.

Σήμερα η νεοκαθαρεύουσα μιμείται πραγματικά ή υποθετικά πρότυπα της αγγλικής, επηρεάζοντας και το λόγιο ιδίωμα. Τούτο, λόγω της διάδο­σης της παιδείας, γίνεται ευρύτερα γνωστό, ενώ και γενικότερα η πλειονό­τητα των νέων μαθαίνει αγγλικά, έτσι ώστε η εξέλιξη αυτή ενισχύεται και απο μή λόγιο δανεισμό. Το αποτέλεσμα είναι οτι ολόκληρη η νέα ελληνική εξαγγλίζεται. Ολόκληρο το άρθρο εδώ.

Μου έλεγε τις προάλλες ένας φίλος, από μεγάλη επαρχιακή πόλη, ότι ο οχτάχρονος γιος του, καθώς τώρα με την καραντίνα είναι κλεισμένος στο σπίτι και έχει κολλήσει στο Γιουτούμπ, έχει μάθει καλά αγγλικά -με αμερικάνικη προφορά- αλλά και έχει βάλει αγγλισμούς στον λόγο του:

— Δεν δουλεύει το κόλπο σου, πατέρα, είπε τις προάλλες.

Αν ήταν στο σαλόνι της Ζιουλί, μπορεί να απαιτούσαν να πληρώσει πρόστιμο.

Να κλείσουμε με Τολστόι. Το κεφάλαιο που λέγαμε τελειώνει με την Ζιουλί να κουτσομπολεύει την πριγκίπισσα Μπαλκόνκσκαγια, που προσπαθώντας να φύγει από τα Λίσι Γκόρι βρέθηκε σε δύσκολη θέση αλλά την έσωσε ο Νικολάι Ροστόφ.

Και αφού κάποιος παρατηρήσει πως αυτή η φασαρία έγινε για να βρεθούν γαμπροί για όλες τις μεγαλοκοπέλες, η οικοδέσποινα παρατηρεί:

— Και, ξέρετε, ενώ νομίζω πως η Μαρία είναι un petit peu amoureuse du jeune homme. [λιγάκι ερωτευμένη με τον νεαρό]

Οπότε βέβαια όλοι φωνάζουν εν χορώ: Πρόστιμο! Πρόστιμο! Πρόστιμο!

Και η καημένη η Ζιουλί εξανίσταται:

— Μα, τελοσπάντων, πώς να το πει κανείς αυτό στα ρωσικά;

 

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλώσσες, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 253 Σχόλια »

Οι βάρδιες των πουλιών του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2019

Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, το έχω γράψει πάνω από μια φορά. Κάθε που κυκλοφορεί βιβλίο του σπεύδω να το προμηθευτώ και να το διαβάσω -και τρία από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς στο ιστολόγιο, το «Όλα για καλό» πρόπερσι, το «Αντί Στεφάνου» το 2015 και το «Του Θεού το μάτι» το 2013. Πριν από ένα μήνα βγήκε, πάντοτε από την Εστία, το καινούργιο του μυθιστόρημα με τίτλο «Οι βάρδιες των πουλιών» που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, ενώ ταυτόχρονα διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια και αγροτουρισμό. Στις παλιότερες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») ενώ το «Όλα για καλό» εκτυλισσόταν μέσα στην προσφυγική κρίση του 2015.

Το καινούργιο βιβλίο, «Οι βάρδιες των πουλιών» δεν έχει τέτοιες αναφορές στην πολιτική επικαιρότητα, παρόλο που ο χρόνος της δράσης δηλώνεται σαφώς, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2018 -ωστόσο, ο αφηγητής στις αναδρομές του σκιαγραφεί την ιστορία μιας οικογένειας από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τα σήμερα. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, έχουμε το πιο πολυπρόσωπο έργο του Μακριδάκη, αφού στις 180 σελίδες του σκιαγραφούνται σχεδόν τριάντα πρόσωπα, από τους προπαππούδες του αφηγητή, του Ανέστη Δεληγιώργη, που είναι περίπου συνομήλικός μου, γεννημένος στα 1960, ίσαμε τον εγγονό του -που δεν έχει ακόμα γεννηθεί αλλά επηρεάζει τα γεγονότα. Για να διευκολύνει μάλιστα τον αναγνώστη, ο Μακριδάκης έχει βάλει γενεαλογικό δέντρο στο τέλος του βιβλίου, που είναι πολύ χρήσιμο επειδή, καθώς είναι συγγενείς, οι διάφοροι ήρωες έχουν σε μεγάλο βαθμό ίδια επώνυμα.

Είχα την ευκαιρία, και τη χαρά, το Σάββατο που μας πέρασε, και αφού είχα μόλις διαβάσει το βιβλίο, να παρακολουθήσω μια εκδήλωση στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης, στην οποία πήρε μέρος και ο Μακριδάκης, ο οποίος μίλησε βέβαια για όλα του τα βιβλία αλλά περισσότερο στάθηκε σε αυτό. Έτσι θα σας δώσω μερικές πληροφορίες που μας εκμυστηρεύτηκε, κατευθείαν από την «κουζίνα του συγγραφέα» -κι έτσι θα έχετε ινσάιντ ινφορμέσιο.

Λοιπόν, ο αφηγητής, ο Ανέστης Δεληγιώργης, γεννημένος το 1960 στον προσφυγικό συνοικισμό της Χίου, αναθυμιέται τον βίο και την πολιτεία των προγόνων του, που ζούσαν στην απέναντι μικρασιατική ακτή, στην Αγία Παρασκευή ή Κιόστε. Η προγιαγιά του η Μαριγώ είχε παντρευτεί τον Μικέ Γλαράκη, που ήταν γιγαντόσωμος σα βόδι και γι’ αυτό είχε το παρατσούκλι Σαβούς.

Ο Σαβούς ναυάγησε και πνίγηκε και εννιά μήνες μετά γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του που κανείς δεν ξέρει αν ήταν παιδί του πνιγμένου ή του δεύτερου άντρα της, του Θανάση Δεληγιώργη, ο οποίος ανέτρεφε περιστέρια με αποτέλεσμα να του κολλήσει το παρατσούκλι «η Περιστερού» και εκτελούσε χρέη ταχυδρόμου και πήγε να αναγγείλει τα χαμπέρια για το ναυάγιο στη Μαριγώ αλλά έμεινε μέσα πάρα πολλή ώρα -και ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν.

Έτσι, η οικογένεια απόκτησε δυο κλάδους, τους μεγαλόσωμους που κατάγονταν από τον πρώτο γιο του Σαβού και τους ντελικάτους που βγήκαν από τον δεύτερο γιο, που κληρονόμησαν μαζί και το συνήθειο να ανατρέφουν να γυμνάζουν περιστέρια, που μεταδόθηκε μέχρι και τον αφηγητή. Μετά τον διωγμό του 1914 εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Χίο -και οριστικά μετά το 1922 και την Καταστροφή. Η οικογένεια όμως είχε και μια κατάρα, ας πούμε, που τη βάραινε: ένας αρσενικός κάθε γενιάς να χάνεται στη θάλασσα, καθώς οι περισσότεροι ή ήταν ναυτικοί επαγγελματίες ή είχαν στεριανό επάγγελμα αλλά και μια βάρκα ερασιτεχνικά.

Το καλοκαίρι του 2018 ο αφηγητής πηγαίνει μαζί με τον ξάδερφό του μια μικρή θαλάσσια εκδρομή με τη βάρκα του τελευταίου. Η βάρκα παίρνει νερά και βουλιάζει παρά τη μπουνάτσα. Ο αφηγητής μένει ώρες πολλές μέσα στο νερό μέχρι που τον μαζεύουν, αλλά ο ξάδερφος όπως και ο γιος του πνίγονται. Το ναυάγιο είναι ο καταλύτης που βάζει τον αφηγητή να αναστοχαστεί την ιστορία την οικογενειακή του:

Πάντοτε με έτρωγε περιέργεια μεγάλη για το μυστήριο αυτό της προγιαγιάς μας και μια αμφιβολία για τη φύτρα μου την είχα σε όλη μου τη ζωή· τελευταία όμως, μετά και από το μοιραίο ναυάγιο, τον περασμένο Αύγουστο, τότε που τα ‘φερε έτσι η ώρα η κακιά και μπατάραμε με κάλμα μπουνάτσα και έγινε ό, τι έγινε, μου μπήκανε ιδέες διάφορες μες στο κεφάλι μου και σιγά-σιγά, σαν άρχισα να συνέρχομαι κάπως από το σοκ, έπιασα, κρυφά από την Ελένη βεβαίως, για να μην καταλάβει ότι κάπως συνήλθα και πιάσει πάλι την γκρίνια της τη γνωστή για τα περιστέρια, να καταγράφω και να μελετώ τα μοιραία συμβάντα αλλά και την όλη πορεία μας την οικογενειακή μαζί με τα πουλιά, από τρεις γενιές πίσω ίσαμε σήμερα, μπας και βγάλω συμπέρασμα πιο ασφαλές από πού βαστά άραγε ακριβώς η δικιά μου η φύτρα.

Το απόσπασμα αυτό το βάζω για να πάρετε μια μικρή γεύση απο το αφηγηματικό ύφος που χρησιμοποιεί εδώ ο Μακριδάκης, το κουβεντιαστό ύφος ενός λαϊκού αλλά εγγράμματου μεσήλικα (είναι λογιστής ο Ανέστης), με πολύ μακριές προτάσεις, που εύκολα πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, καθώς κάνει λόγο για κάποιον συγγενή ή συγχωριανό και αμέσως παίρνει αφορμή να μας πει την ιστορία της ζωής του, κι έπειτα ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης εκεί που το είχε αφήσει ή συνεχίζει με νέα παρέκβαση. Εμένα το στιλ αυτό με γοητεύει πολύ, το έχω χρησιμοποιήσει και σε δικά μου γραφτά άλλωστε. Ο Μακριδάκης είχε μεταχειριστεί κάπως παρόμοιο στιλ στο «Στου Θεού το μάτι».

Κι έτσι, ενώ από το πρώτο κεφάλαιο μαθαίνουμε τα βασικά, ότι δηλαδή ο αφηγητής έχει τους δυο προπαππούδες που είπαμε, ότι έχει πάθος με τα ταχυδρομικά περιστέρια και ότι ναυάγησε και πέρασε ώρες πολλές στη θάλασσα, στη συνέχεια κάθε κεφάλαιο προσθέτει μερικές ψηφίδες στην όλη εικόνα ενώ ταυτόχρονα επαναλαμβάνει και κάποια που έχουν ήδη ειπωθεί, σαν να είναι κάθε κεφάλαιο ένας ομόκεντρος κύκλος που όλο και στενεύει μέχρι στο τέλος να συμπληρωθούν όλα τα κενά, να σκιαγραφηθούν όλοι οι πρόγονοι του Ανέστη και να μάθουμε τη μεγάλη απόφαση που πήρε ύστερα από βασανιστική σκέψη -δεν θα σποϊλάρω.

Στην εκδήλωση της Νέας Σμύρνης ο Μακριδάκης μάς αποκάλυψε πως το περιστατικό του ναυαγίου είναι πραγματικό, συνέβη δηλαδή πέρυσι περίπου υπό τις ίδιες συνθήκες που περιγράφονται στο βιβλίο, και πήρε συνέντευξη από τον ναυαγό, που επίσης έμεινε ώρες πολλές στη θάλασσα και του περιέγραψε τι σκεφτόταν και τι έκανε για να μείνει ακμαίος ώσπου να έρθουν να τον περισυλλέξουν, πώς είχε αγωνία να μην του βγάλουν κανα μάτι οι γλάροι που πετούσαν όλη την ώρα από πάνω του, ώσπου έδωσε ο θεός και νύχτωσε, αλλά τότε άρχισε η αγωνία μήπως τον πνίξουν τα απόνερα από το καράβι της γραμμής, ενώ όλη την ώρα έπρεπε επίσης να προσέχει να μην περάσει τη μεσαριά των νερών και βγει στο τούρκικο, αλλά τα σημάδια αυτά που ορίζουν περίπου τη μεθοριακή γραμμή στη θάλασσα τα ξέρουν καλά οι περισσότεροι Χιώτες.

Σε πραγματικό γεγονός είναι βασισμένη και μια από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου: ένας παλαίμαχος ψαράς ρίχνει το παραγάδι σε έναν ψαρότοπο που βρίσκεται στα τούρκικα νερά αλλά πολύ κοντά στα σύνορα. Την άλλη μέρα πάει να το μαζέψει και δεν το βρισκει. Του το έχουν κατασχέσει οι Τούρκοι λιμενικοί, αλλά αυτός δεν το ξέρει αυτό και νομίζει ότι απλώς γέρασε και δεν θυμάται πού έχει ρίξει τα δίχτυα. Η αμφιβολία τον βασανίζει, μέχρι που μαθαίνει από έναν φίλο του Τούρκο ψαρά ότι τα σύνεργά του τα κατασχεμένα πρόκειται να βγουν σε πλειστηριασμό την άλλη Κυριακή στον Τσεσμέ -και ότι οι ψαράδες της απέναντι ακτής συνεννοήθηκαν να τα αγοράσει κάποιος στην τιμή εκκίνησης, χωρίς να χτυπήσει κανείς άλλος την τιμή, και να του τα δώσουν πίσω. Αυτό το περιστατικό είναι πραγματικό και έγινε πριν από μερικά χρόνια, αλλά ο Μακριδάκης το εμπλουτίζει αφενός με την πινελιά για τον παλαίμαχο ψαρά που νόμιζε πως έχει πια ξεκουτιάνει και αφετέρου με τη σκηνή της πανηγυρικής συνάντησης Ρωμιών και Τούρκων στα μισά της θάλασσας για να παραδώσουν τα δίχτυα στον δικαιωματικό τους κάτοχο.

Ο Μακριδάκης παλιότερα είχε αποδελτιώσει τις χιώτικες εφημερίδες της περιόδου 1912-1940 και κάποια από τα γεγονότα τα πέρασε και σε τούτο το μυθιστόρημα μεταπλασμένα -ας πούμε, παίρνει το πραγματικό γεγονός της ημερήσιας εκδρομής που έκαναν το 1932 οι κάτοικοι του προσφυγικού συνοικισμού της Χίου στο παλιό τους χωριό -και προσθέτει την έξοχη λεπτομέρεια πως η προγιαγιά του με την ευκαιρία αυτή έκοψε με το σουγιαδάκι ένα μάτι από την καλή λεμονιά τη δίφορη που είχε στον παλιό της κήπο, και το έβαλε κάτω από τη γλώσσα της για να έχει υγρασία και το μετάφερε στο καινούργιο της σπίτι και μπόλιασε το δέντρο της. Και κάποιες ιστορίες από την Κατοχή έχουν πραγματική βάση αλλά συνυφαίνονται με τη μυθοπλασία.

Αντίθετα, εντελώς μυθοπλασία είναι όλα όσα έχουν σχέση με τα περιστέρια, αν και πολύ πειστικά περιγράφει το πάθος των περιστεράδων ο Μακριδάκης, το πώς χαϊδεύαν τους πρωταθλητές τους όταν επέστρεφαν από κάποιο μακρινό μέρος, την αγωνια μήπως τα κυνηγήσει κανένα αρπακτικό κτλ. Δικό του εύρημα είναι και το ότι οι ψαράδες συνήθιζαν να παίρνουν ένα ζευγάρι περιστέρια όταν έφευγαν για μακρινό ψάρεμα ώστε, σε περίπτωση που κάτι συμβεί να μπορούν να ειδοποιήσουν.

Ο αφηγητής τού Μακριδάκη χρησιμοποιεί, όπως είναι αναμενόμενο από άνθρωπο της επαρχίας, πολλές παροιμιακές εκφράσεις ενώ παρεμβάλλει και κάμποσα ιδιωματικά στοιχεία λόγου. Επειδή εδώ λεξιλογούμε, παραθέτω μερικές από τις λέξεις/εκφράσεις του βιβλίου που δεν υπάρχουν στα λεξικά. Σε κάποιες περιπτώσεις ρώτησα τον συγγραφέα.

* τραβάκα (σελ. 26) «….σπιτάκια παρόμοια· μεσοτοιχία, με στέγη κοινή και με μια τραβάκα μεγάλη μπροστά το καθένα τους για να βαζουνε από κάτω τα εργαλεία των καϊκιών τους». Τραβάκα στη Χίο είναι η πυραμιδοειδής στέγη με τα κεραμίδια, ειδικότερα όμως εδώ είναι το γείσο της στέγης, η αστρέχα που λένε σε άλλα μέρη. (Ο Κοραής στα Άτακτα αναφερει τη λέξη, όπως έχουμε αναφέρει σε σχόλιο).

* κατσίρδισε (σελ. 41) «δεν θέλανε και πολύ οι ειδικοί στο συνοικισμό να διαγνώσουνε πως του κατσίρδισε ολωσδιόλου και να τον στείλουνε σε κανένα ίδρυμα».

Εδώ σημαίνει «του έστριψε». Το ρήμα «κατσιρντίζω», τουρκικής αρχής (από τον αόριστο κατσιρντίμ του ρήματος κατσιρμάκ) σημαίνει, στο λεξικό του Κουκκίδη, «φυγαδεύω, αφήνω κάτι να φύγει». Από την ίδια ρίζα και άλλα δάνεια πχ. κατσάκης ο φυγάς.

* κουμάσι (σελ. 42) Η λέξη επανέρχεται πολύ συχνά στο κείμενο διότι «κουμάσι» είναι ο περιστερώνας. Έχουμε γράψει άρθρο για αυτές τις δύο ομόηχες λέξεις -όλοι ξέρουν το κουμάσι που είναι ο φαύλος άνθρωπος (καλό κουμάσι και του λόγου του!) αλλά όχι πολλοί το κουμάσι τον ορνιθώνα (ή περιστερώνα ή και σπιτάκι για σκύλο).

* περχαριάζω (σελ. 49) «το περχάριαζε … το ανιψάκι του». Περχαριάζω σημαίνει κανακεύω, ταχταρίζω παιδί. Η λέξη δεν γκουγκλίζεται αλλά η σημασία της είναι φανερή από τα συμφραζόμενα -ρώτησα προς επιβεβαίωση και τον συγγραφέα.

* μοιασίδι (σελ. 54) «το δικό μου το μοιασίδι, ιδίως στα χούγια τα κρυφά, με … τον προπάππου μου». Μοιασίδι είναι εδώ η ομοιότητα. Σημαίνει όμως και το χαρακτηριστικό του προσώπου, που λέγεται και μοισίδι, και έτσι το έχουμε συναντήσει στον Μυριβήλη.

* πακιαρίζομαι (σελ. 55) «τότε … που δεν τα πακιαριζότανε τα περιστέρια μέσα στο καΐκι ο Σταμάτης» Δεν τα χρησιμοποιούσε, δεν τα συνήθιζε. Πακιάρομαι σημαίνει ασχολούμαι με κάτι, επιδίδομαι σε κάτι. To είχαμε συζητησει και παλιότερα. Φαίνεται να προέρχεται από τα ιταλικά, αλλά το ιταλ. pacchiare σημαίνει ντερλικώνω -δείτε το σχόλιο το παλιό.

* αναμικιόρης (σελ. 58) «ήτανε και αναμικιόρης μέγιστος και δεν ήθελε να αλλάζει τα πληρώματα μέσα στη μέση της χρονιάς». Ναμικιόρης ή αναμικιόρης είναι λέξη με πολλές σημασίες, που την έχουμε συζητήσει πολλές φορές. Αρχική σημασία «αχάριστος» όπως στο τουρκικό nankör απ’ όπου προέρχεται (το οποίο ανάγεται στα περσικά nan και kör, κατά λέξη ‘τυφλός στο ψωμί’ -έχουν… πρωτογένεια τα περσικά!)

Όμως η λέξη έχει επίσης πάρει τις σημασίες α) δύστροπος, παράξενος β) πλεονέκτης, άπληστος. Ο Μακριδάκης έδωσε την εξήγηση «στραβόξυλο, πολύ παράξενος, ιδιότροπος».

* κατσελάρω (σελ. 60) «το καΐκι θα κατσελάρει λίγες μέρες την επιστροφή του». Καθυστερώ. Από τα ιταλικά φαίνεται να προέρχεται μάλλον παρά από τα αγγλικά, αλλά το cancel και το cancellare δεν ξέρω αν έχουν αυτή την έννοια.

* μπαζάρω (σελ. 67) «μέχρι και τη Βολισσό την ίδια είχανε μπαζάρει μια φορά το ’36» Φτάνω σε μέρος μακρινό.

* λιλάδι (σελ. 71) «με ξαπλώσανε μετά στης παραλιας τα λιλάδια με τη μούρη». Τα βότσαλα· λιτρίδια στη Μυτιλήνη, λαλάρια στη Σκιάθο.

* στον καιρό τα λάχανα (σελ. 73) Παροιμιώδης φράση που σημαίνει «κάθε πράμα στον καιρό του»

* αχλαδόχερος (σελ. 89) Ο ατζαμής. Προσδιορίζει ο Μακριδάκης: «με την έννοια ότι τα χέρια του μέσα έχουνε αγκάθια σαν την αγριαπιδιά και δε μπορεί να πιάσει τίποτα»

Έχει κι άλλες λέξεις στη συνέχεια, αλλά σταμάτησα να σημειώνω επειδή μ’ απορρόφησε το διάβασμα. Να το διαβάσετε κι εσείς το βιβλίο, αξίζει τον κόπο!

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 110 Σχόλια »

Το 93 του Ουγκό

Posted by sarant στο 10 Νοεμβρίου, 2019

Μ’ αρέσει κάθε τόσο, ανάμεσα στα σύγχρονα βιβλία που διαβάζω, άλλα επειδή με ενδιαφέρουν κι άλλα επειδή πέσανε στα χέρια μου ή επειδή «πρέπει» να τα διαβάσω, να παρεμβάλλω κι ένα κλασικό έργο πεζογραφίας του 19ου αιώνα -και να περνάω από την τύρβη στην αιωνιότητα.

Δεν θυμάμαι με ποιαν αφορμή, αναζήτησα το 93 του Ουγκό, το τελευταίο μυθιστόρημα του Γάλλου γίγαντα. Το βρήκα μόνο σε μία έκδοση, της Σύγχρονης Εποχής -είχε και μιαν άλλη στη Βιβλιονέτ, αλλά δεν την βρήκα στο βιβλιοπωλείο. Η μετάφραση είναι του Παναγή Αθανασάτου, δική του και η σύντομη μα καλογραμμένη εισαγωγή. Μου άρεσε ο στιβαρός τρόπος με τον οποίο μεταφράζει τον Ουγκό, σε σημείο που, μετά, έψαξα και βρήκα την άλλη μετάφραση που έχει κάνει, σε ένα του Μπαλζάκ, για να το διαβάσω κι αυτό κάποτε.

Το 93 είναι βέβαια το 1793, η πέμπτη χρονιά της γαλλικής επανάστασης, στην περίοδο που ονομάστηκε Τρομοκρατία (και που είχε, μέσα σ’ ένα χρόνο, τα ίδια περίπου ανθρώπινα θύματα, ή και λιγότερα, απ’ όσα η ματωμένη βδομάδα της Κομμούνας του 1871).

Στο μυθιστόρημα του Ουγκό υπάρχουν κεφάλαια που εκτυλίσσονται στο Παρίσι, διάλογοι ανάμεσα στον Ροβεσπιέρο, τον Μαρά και τον Νταντόν, καθώς και ένα κεφάλαιο που περιγράφει μια συνεδρίαση της Συντακτικής Συνέλευσης, αλλά ο φακός δεν εστιάζει εκεί παρά μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, στην παραθαλάσσια περιοχή που λέγεται Βανδέα αλλά και πιο πάνω, στη Βρετάνη, στα μέρη που, υποκινούμενα από τους Άγγλους και τους βασιλόφρονες, (αντ)επαναστάτησαν κόντρα στη γαλλική επανάσταση του 1789, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που στοίχισε δεκάδες χιλιάδες θύματα, την ίδια στιγμή που τα παλαιά βασίλεια της Ευρώπης από βορρά, από νότο και από ανατολάς προσπαθούσαν να πνίξουν στο αίμα την επανάσταση που τόλμησε να στείλει στην γκιλοτίνα τον Λουδοβίκο.

Από τότε έμεινε να αποκαλείται «Βανδέα» κάθε αντεπαναστατική κίνηση -τον όρο τον χρησιμοποιεί αρκετά ο Μαρξ.

Δεν θα αναλύσω διά μακρών το μυθιστόρημα του Ουγκό. Κυριακή είναι σήμερα και αξίζει να διαβάσουμε κάτι. Διάλεξα ένα απόσπασμα που έχει μια σχετικήν αυτοτέλεια, και που περιγράφει, με την απλοχωριά που είναι χαρακτηριστική για τον 19ο αιώνα, ένα επεισόδιο στη θάλασσα. Μια αγγλική κορβέτα, επανδρωμένη με βασιλόφρονες Γάλλους, έχει ξεκινήσει από τα νησιά της Μάγχης για να περάσει απέναντι, στη Βρετάνη, και να αποβιβάσει εκεί τον μαρκήσιο Λαντενάκ (που ταξιδεύει ινκόγνιτο) προκειμένου να ηγηθεί στον στρατό της αντεπανάστασης. Ξαφνικά, συμβαίνει ένα απρόοπτο, που θα διαβάσουμε τι ήταν και πώς αντιμετωπίστηκε.

Παραθέτω τρία κεφάλαια (4 έως 6) από το πρώτο βιβλίο του πρώτου μέρους (σελ. 52-65). Στο τέλος αφηγούμαι σύντομα την υπόθεση στη συνέχεια -σπόιλερ, που λέμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Μυθιστόρημα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 152 Σχόλια »

Καλοκαίρι με τον Τζόναθαν Κόου

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2019

Το φετινό καλοκαίρι το πέρασα με συντροφιά τον Τζόναθαν Κόου. Όχι τον ιδιο, βέβαια, αλλά με τέσσερα από τα βιβλία του. Δεν διάβασα μόνο αυτά τα τέσσερα βιβλία στους δυόμισι καλοκαιρινούς μήνες, αλλά τα υπολοιπα ήταν ετερόκλητα και τα περισσότερα μάλλον μικρά οπότε ο Κόου ηταν ο συγγραφέας στον οποίο αφιέρωσα τη μερίδα του λέοντος από το αναγνωστικό μου καλοκαίρι.

Και το χάρηκα. Διότι, κοκκινιζοντας ομολογώ πως ο σημαντικός αυτός συγγραφέας μού είχε ξεφύγει ως τώρα. Είχα ακούσει γι’ αυτόν μα δεν είχα διαβάσει τίποτα δικό του.

Ξεκίνησα από τη Μέση Αγγλία, που είναι και το πιο καινούργιο του, που το αγόρασα στην εκθεση της Θεσσαλονίκης τον Μάη και το διάβασα το δεύτερο μισό του Ιούνη. Ίσως δεν ήταν η σωστότερη επιλογή για ξεκίνημα, διότι είναι το τρίτο βιβλίο μιας τριλογίας που ξεκινάει με τη Λέσχη των Τιποτένιων και συνεχίζεται με τον Κλειστό κύκλο. Θα ήταν πιο ομαλό να τα πάρω με τη σειρά που γράφτηκαν. Διάβασα ενδιάμεσα και το «Τι ωραίο πλιάτσικο!» και με περιμένει ο Αριθμός 11, που είναι, όπως μου έχουν πει, η συνέχεια του Πλιάτσικου.

Στο Πλιάτσικο (1994, ελλ. έκδοση 1997) ο Κόου χρησιμοποιεί μια αγγλική αριστοκρατική οικογένεια, τους Γουίνσο, σαν όχημα για να παρουσιάσει πώς ο θατσερισμός κατέκτησε τη Μεγάλη Βρετανία στη δεκαετία του 1980. Όπως εύστοχα επισημαίνει η Σώτη Τριανταφύλλου στο επίμετρο, που δεν ξέρω αν θα το υπέγραφε και σήμερα, πρόκειται για ένα χρονικό της πλεονεξίας, για έναν χορό εγκληματιών, αφού οι ζάπλουτοι πρωταγωνιστές φέρονται σαν γκάνγκστερ -με μόνη διαφορά την οξφορδιανή προφορά. Μόνη αθώα φιγούρα, η τρελή Ταβιθά, η οποία και αναθέτει στον συγγραφέα Μάικλ Όουεν, έναν καταθλιπτικό νεαρό με σοβαρά προβλήματα επικοινωνίας με τον περίγυρό του, να τεκμηριώσει τη ζωή και δράση των υπόλοιπων μελών της οικογενείας της. Δεν θέλω να πω περισσότερα για να μην αποκαλύψω το γκροτέσκο φινάλε. Το χάρηκα πάρα πολύ.

Ωστοσο, η τριλογία με άγγιξε περισσότερο, επειδή οι πρωταγωνιστές της είναι συνηθισμένοι άνθρωποι κι όχι πάμπλουτοι εγκληματίες. Εδώ η σάτιρα του Κόου είναι πιο συγκρατημένη αν και υπάρχουν στιγμές όπου αφήνεται αχαλίνωτη.

Το πρώτο βιβλίο, η Λέσχη των Τιποτένιων, είναι ουσιαστικά ένα Bildungsroman (πώς το λέμε αυτό στα ελληνικά;) αφού παρακολουθεί μια παρέα αγοριών που πηγαίνουν σχολείο σε ένα παραδοσιακό γυμνάσιο του Μπέρμιγχαμ από τα 12 ως τα 19 τους χρόνια, από το 1973 ως το 1980, μαζί και τις περιπέτειες των οικογενειών τους. Καθώς οι ήρωες είναι περίπου συνομήλικοί μου, συγκινήθηκα βλέποντας να ξαναζωντανεύει η εποχή εκείνη, ας πούμε η μουσική που άκουγαν (και που προσπαθούσαν να παίξουν) οι έφηβοι μαθητές, τα μακρόσυρτα τριαντάλεπτα κομμάτια των Τζένεσις και των Γιες, που κι εμένα μού άρεσαν πολύ, πριν έρθει να τα σαρώσει ο οδοστρωτήρας του πανκ. Υπάρχει και η πολιτική επικαιρότητα, οι απεργίες, το εργοστάσιο αυτοκινήτων του Λόνγκμπριτζ όπου δουλεύουν αρκετοί γονείς των αγοριών του βιβλίου, οι πρώτες ξενοφοβικές αντιδράσεις για μαύρους και μετανάστες, οι βόμβες του ΙΡΑ. Το βιβλίο τελειώνει με τον πατέρα ενός συμμαθητή του να προφητεύει στον Μπέντζαμιν, τον πρωταγωνιστή, ότι θα ζήσει πολλά χρόνια ευτυχισμένος μαζί με τη μεγάλη του αγάπη, και ότι η Θάτσερ δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρωθυπουργός της χώρας. Όσο επαληθεύτηκε η δεύτερη πρόβλεψη, τόσο πέτυχε και η πρώτη. Να σημειώσω ότι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελείται ολόκληρο από μία και μοναδική πρόταση, μήκους 13955 λέξεων (στα αγγλικά) που διεκδικεί το ρεκόρ της μακρύτερης πρότασης της αγγλικής λογοτεχνίας. Δεν μέτρησα πόσες λέξεις είναι στα ελληνικά, πάντως πιάνει 46 σελίδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , , , | 114 Σχόλια »

Είκοσι λέξεις από τον Βασίλη τον Αρβανίτη

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2019

Μια εκδοτική συνήθεια που ακόμα διατηρείται, έστω κι αν φθίνει, είναι να εκδίδονται, στο τέλος της χρονιάς, συλλογές φιλολογικών και λογοτεχνικών κειμένων με τη λέξη «Ημερολόγιο» στον τίτλο τους, γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα ή τόπο. Ο Στρατής Φιλιππότης εκδίδει εδώ και πολλά χρόνια κάθε χρόνο το Αθηναϊκό ημερολόγιο ενώ ο Παναγιώτης Σκορδάς εκδίδει στη Μυτιλήνη το Λεσβιακό ημερολόγιο, με το οποίο συνεργάζομαι κι εγώ μερικές φορές, ως Μυτιληνιός δεύτερης γενιάς, στο πόδι του αείμνηστου πατέρα μου.

Στο Λεσβιακό ημερολόγιο 2019, που κυκλοφόρησε φέτος τον Δεκέμβριο, φιλοξενήθηκε κι ένα δικό μου κείμενο, που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ. Όπως συνηθίζω, είναι ένα κείμενο με λέξεις από ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο του Μυτιληνιού συγγραφέα Στράτη Μυριβήλη, λέξεις που δεν θα τις βρει ο αναγνώστης σε σημερινά λεξικά. Φυσικά κάποιες από αυτές περιλαμβάνονται και στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Παραθέτω το άρθρο.

Είκοσι λέξεις από τον Βασίλη τον Αρβανίτη

Ο σημερινός αναγνώστης, ιδίως ο νεότερος, που θα θελήσει να διαβάσει ένα νεοελληνικό λογοτεχνικό έργο γραμμένο πριν από 100 περίπου χρόνια, στις αρχές του εικοστού αιώνα ή και στον μεσοπόλεμο, είναι πολύ πιθανό να συναντήσει δυσκολίες με αρκετές λέξεις που του είναι άγνωστες ή που για τη σημασία τους δεν είναι απόλυτα βέβαιος. Η δυσκολία είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν στο λογοτεχνικό έργο χρησιμοποιείται ιδιωματικό λεξιλόγιο.

Κάτι τέτοιο είναι απόλυτα φυσιολογικό, αφού η γλώσσα εξελίσσεται, αλλά και η κοινωνία εξελίσσεται –και η αγροτική κοινωνία των αρχών του προηγούμενου αιώνα είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας. Ο φιλέρευνος αναγνώστης που συναντά άγνωστες λέξεις προστρέχει για βοήθεια στο λεξικό. Και τις λέξεις της καθαρεύουσας που πιθανόν να αγνοεί, θα τις βρει εύκολα ή λίγο πιο δύσκολα, αν όχι στα σημερινά σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας (έχουμε τουλάχιστον τρία: το ΛΚΝ, του Μπαμπινιώτη και το Χρηστικό της Ακαδημίας, ενώ ένα τέταρτο, το ΜΗΛΝΕΓ είναι στα σκαριά) τότε σίγουρα σε παλαιότερα όπως του Δημητράκου.

Ωστόσο, για τις λαϊκές άγνωστες λέξεις, και πολύ περισσότερο για τις ιδιωματικές λέξεις, δύσκολα θα βρεθεί ανάλογη βοήθεια: οι λέξεις του τύπου αυτού αντιμετωπίζονταν κάπως περιφρονητικά από την παλαιότερη λεξικογραφία, κι έτσι δεν θα βρεθούν ούτε στα σύγχρονα λεξικά, αφού δεν λέγονται πια, ούτε στα παλιότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , | 245 Σχόλια »