Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μυτιλήνη’ Category

Μόλλας (ένα χρονογράφημα του Βριάρεω)

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2022

Τρίτη σήμερα, μέρα που επί σειράν ετών έβαζα κείμενα του πατέρα μου. Έχω πει ότι θα κοιτάξω αν μπορώ να παρουσιάσω ένα μυθιστόρημά του, που το άφησε ανέκδοτο, αλλά δεν πρόλαβα ακόμα να το κάνω. Οπότε προς το παρόν σήμερα βάζω ένα χρονογράφημα του παππού μου, που δημοσιεύτηκε το 1928 στην εφημερίδα Δημοκράτης της Μυτιλήνης, με το ψευδώνυμο Βριάρεως.

Ο Βριάρεως ήταν ένας από τους τρεις Εκατόγχειρες της Τιτανομαχίας. Το όνομα του Βριάρεω συνδέεται με το επίθ. βριαρός = ισχυρός, ενώ στην Ιλιάδα μαθαίνουμε οτι οι θεοί τον έλεγαν έτσι αλλά στους ανθρώπους ήταν γνωστός ως Αιγαίων. Στην αγγλική Βικιπαίδεια βρίσκω μια γελοιογραφία που παρουσιάζει το εργατικό κίνημα ως Εκατόγχειρα Βριάρεω, οπότε ίσως δεν είναι τυχαία η επιλογή του ψευδωνύμου από τον παππού μου. 

Πρέπει να πω ότι τα χρονογραφήματα αυτά τα εντόπισε και τα κατέγραψε ο φίλος ερευνητής Αριστείδης Καλάργαλης στο αρχείο του Δημοκράτη -συνολικά κατέγραψε, με επιτόπια αποδελτίωση στα γραφεία της εφημερίδας, σχεδόν 40 χρονογραφήματα για την περίοδο από Αύγουστο 1928 έως Μάιο 1929 και μου έστειλε τις φωτογραφίες πριν από λίγο καιρό. (Ο παππούς μου στα χαρτιά του είχε κρατήσει ελάχιστα, ένα από τα οποία το είχε βάλει ο πατέρας μου στο επίμετρο του βιβλίου του Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης, που το έχω παρουσιάσει στο ιστολόγιο σε συνέχειες).

Το συγκεκριμένο χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στον Δημοκράτη στις 15 Δεκεμβρίου 1928 και αναφέρεται σε μια επίσκεψη του διάσημου καραγκιοζοπαίχτη Αντώνη Μόλλα στη Μυτιλήνη. Ο Μόλλας ήταν ο κορυφαίος καραγκιοζοπαίχτης της εποχής και στο ιστολόγιο τον αναφέραμε στο πρόσφατο άρθρο μας με αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Σωτήρη Σπαθάρη. Ο παππούς μου αγαπούσε πολύ τον Καραγκιόζη και τον Μόλλα· όταν ήμουν παιδί συνήθιζε να μας παίζει ολόκληρες παραστάσεις και αυτό το αστείο του Μόλλα («πού να σε βάραγα και με τα ποτιστικά μου») το θυμάμαι να το λέει.

Σημειώνω ότι η ατάκα του Μόλλα «θα σε κόψω στα δυο σαν πεντακοσάρικο», που αναφέρεται στο χρονογράφημα, είναι σαφής υπαινιγμός στη διχοτόμηση των χαρτονομισμάτων που έγινε το 1922 από τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, ένα αναγκαστικό δάνειο δηλαδή για τη χρηματοδότηση των αναγκών του πολέμου στη Μικρασία.

Ωστόσο, το χρονογράφημα δεν αφορά μόνο τον Μόλλα αλλά και τις… περιπέτειες μιας παρέας που προσπαθεί να φτάσει στο σημείο όπου δινόταν η παράσταση του Μόλλα, υπό βροχήν και μέσα από τους λασπωμένους (και όχι ασφαλτοστρωμένους) δρόμους της Μυτιλήνης. Η Αλυσίδα, που αναφέρεται εδώ, είναι μια όχι ιδιαίτερα μακρινή γειτονιά και, όπως θα δείτε στη διήγηση, τα αυτοκίνητα ήταν μάλλον σπάνια.

Όπως θα δείτε, ο παππούς μου χρησιμοποιεί απλή καθαρεύουσα, με πινελιές αρχαΐζουσας αλλά και βέβαια πολλά δημοτικά στοιχεία, ένα μικτό είδος που ταιριάζει στο ελαφρώς ειρωνικό ύφος που είχαν όλα σχεδόν τα χρονογραφήματά του.

Μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

ΜΟΛΛΑΣ

O συμπαθέστατος αυτός καλλιτέχνης, ο γνησιότερος εκπρόσωπος του λαϊκού πνεύματος μού είναι παιδιόθεν γνωστός και προσφιλής. Μειράκιον ακόμη, όταν βρισκόμουνα στην Αθήνα, θυμούμαι που έτρεχα κάθε βράδυ στο Στάδιο ή στη Δεξαμενή στην «γωνίαν αναψυχής» που ο Μόλλας έστηνε το ξύλινο και απελέκητο θεατράκι του με τη χιονάτη «οθόνη» χωρισμένη στα δύο —για την ευκολότερη αλλαγή σκηνής— που πάνω της «παρήλαυνον» οι πασίγνωστοι τύποι του, ο Καραγκιόζης, αυτή η μαλαγάνα, ο Χατζηαβάτης, ή χαϊδευτικώς «Χατζατζάρης», ο Νιόνιος, ο Μορφονιός, ο «Πεπόνιας», ο Μπαρμπαγιώργος και άλλοι. Και ο Μόλλας, κύριος και Θεός των, αόρατος όπως ο Ιεχωβά, τους εμψύχωνε, τους έδινε χαρακτήρα, φωνή, ψυχοσύνθεση, τους έκανε ζωντανούς και σκορπούσε σε μας το άδολο γέλιο. Θα ήτανε πλεονασμός αν ανέφερα κι ένα δυο από τα αμίμητα αστεία του, μα θα το κάνω. Όταν κάποτε ο Χατζηαβάτης έφαγε μια καρπαζά από τον Καραγκιόζη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Θέατρο σκιών, Μυτιλήνη, Μεσοπόλεμος, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 159 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου (1929-17.12.2011): Αναμνήσεις από το 1973

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2021

Συμπληρώνονται σήμερα δέκα χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Όλα αυτά τα χρόνια, συνέχισα να τον μνημονεύω στο ιστολόγιο δημοσιεύοντας κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από τα βιβλία του, μέχρι πολύ πρόσφατα, που εξαντλήθηκε το απόθεμα των κειμένων. Έχουν απομείνει βέβαια ορισμένα έργα του «στο συρτάρι», που διστάζω όμως να τα παρουσιάσω καθώς δεν είχε ο ίδιος κάνει την τελειωτική επιμέλεια πριν από τη δημοσίευση. Επίσης, υπάρχουν ορισμένα αποσπάσματα βιβλίων που δεν τα έχω δημοσιεύσει και τα κρατάω για ειδικές περιστάσεις -σαν τη σημερινή.

Ένα βιογραφικό του πατέρα μου μπορείτε να βρείτε σε παλιότερο άρθρο.

Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του πατέρα μου Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, που ήταν έτοιμο για έκδοση από τον ίδιο όταν πέθανε ξαφνικά πριν από δέκα χρόνια, κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Αρχείο (Προηγουμένως είχε επίσης εκδοθεί μεταθανάτια ένα ακόμα έργο του, οι τρεις νουβέλες Ο βενετσιάνικος καθρέφτης). Από τα Εφτά καλοκαίρια έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο πολλά αποσπάσματα, το 2012 και το 2013 κυρίως, αλλά όχι ολόκληρο το έργο. Οπότε σήμερα θα παρουσιάσω αποσπάσματα από το Έκτο καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 1973.

Το έκτο καλοκαίρι

Από το προηγούμενο καλοκαίρι περάσανε δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Στα χρόνια αυτά στήσαμε το νοικοκυριό μας, κάναμε άλλα δύο παιδιά,  αποχτήσαμε το πρώτο μας αυτοκίνητο, δέσαμε τις παλιές μας φιλίες, μεγαλώσαμε κατά τρία δωμάτια το σπίτι μας, ταξιδέψαμε πολύ και  εγώ έγραψα και τύπωσα ένα βιβλίο τεχνικού περιεχομένου.

Η δικτατορία δεν μας πείραξε, μολονότι τις πρώτες μέρες της φοβόμουν πως θα με πιάνανε. Φαίνεται πως για κάποιον, άγνωστο σε μένα, λόγο οι στρατιωτικοί δεν με είχαν στα δικά τους κατάστιχα, γιατί στην Αστυνομία είχα ογκώδη φάκελο. Τον δεύτερο χρόνο όμως απολύσανε την Κική από τη δουλειά της στο Αρεταίειο. Εγώ είχα παραιτηθεί από τον ΕΟΤ το 1965 και έτσι πρόλαβα να φύγω μόνος μου,  πριν με απολύσουν, όπως, κατά τον θείο μου τον Μιχάλη, είχανε σκοπό να κάνουν από τον καιρό ακόμη των «αποστατών». Έτσι γίναμε και οι δύο ελεύθεροι επαγγελματίες και παρά το αρχικό στένεμα και τις αναπόφευκτες λαχτάρες του ελεύθερου επαγγέλματος, τελικά επιζήσαμε αρκετά άνετα. Είχαμε μόνο κάτι ψιλοπεριπέτειες με την υγεία μας.

Το καλοκαίρι αυτό η δικτατορία των συνταγματαρχών κρατούσε ακόμα, αλλά όλα δείχνανε πως είχε φάει τα ψωμιά της. Ήδη από τη  διεθνή πίεση και κατακραυγή είχε αναγκαστεί τον Ιούλιο να απολύσει πολλούς πολιτικούς κρατούμενους από τα Γιούρα και τη Λέρο.

Αυτό το καλοκαίρι, που ο Νίκος ήταν  δεκατριώ χρονών, η Λένα έντεκα και η Έφη πέντε, αποφασίσαμε να πάμε τρεις βδομάδες στο νησί που γεννήθηκα και μάλιστα όχι μόνο εμείς οι πέντε αλλά κι ο Βασίλης με την Αλίκη και τους δυο γιους τους.

…………………….

Μιαν άλλη μέρα πήγαμε στην Αγιά Παρασκευή στου Πάνου του Ευαγγελινού, που διατηρούσε ακόμα το φαρμακείο του. Στον πηγαιμό αφηγήθηκα στα παιδιά και την Κική για το τελευταίο καλοκαίρι της Κατοχής που πέρασα εκεί, για το μοναδικό κατόρθωμα μου ως «αγωνιστή» της Εθνικής Αντίστασης, να προκαλέσω δηλαδή χωρίς λόγο την εκκένωση ενός ολόκληρου χωριού και τους ενημέρωσα για την προσωπικότητα του ανθρώπου που θα επισκεπτόμασταν.

Ο Πάνος Ευαγγελινός, φαρμακοποιός το επάγγελμα, ήταν στην πραγματικότητα λόγιος με τρία ως τότε βιβλία στο ενεργητικό του και πολλές δημοσιεύσεις στα τοπικά έντυπα. Κυρίως όμως ήταν φαρσέρ με ταλέντο, από τότε που ήταν νεαρός φοιτητής. Όταν άνοιξε το φαρμακείο του συστηματοποίησε αυτή του την ενασχόληση. Ταχτικό θύμα του ήταν ένας μπακάλης, που είχε εκεί δίπλα το μαγαζί του. Ήταν φοβερά παραδόπιστος και ταυτόχρονα πολύ καχύποπτος. Σε οποιαδήποτε πράξη ή πρόθεση του άλλου προσπαθούσε να ανακαλύψει κάποιο κρυφό κίνητρο, που οπωσδήποτε θα συνδεόταν με χρηματικό όφελος.

Με την ευκαιρία και για να περάσει η ώρα μας, αφηγήθηκα στα παιδιά δυο τέτοιες φάρσες, που διέπραξε σε βάρος του εν λόγω μπακάλη.

Μια μέρα λοιπόν, μπαίνοντας στο μπακάλικο για να ψωνίσει κάτι, ο Πάνος αντιλήφθηκε πως ο μπακάλης τύλιγε τις ρέγγες ή τις ελιές ή άλλα χύμα εμπορεύματα, σε φύλλα μιας παλιάς εφημερίδας της Μυτιλήνης, της «Σάλπιγγος» Όταν διαπίστωσε πως υπήρχε ολόκληρο πάκο από αυτές τις Σάλπιγγες, του λέει

«βρε Στρατή, μου τις δίνεις αυτές τις παλιοεφημερίδες και να σου δώσω άλλες άλλες πιο καινούργιες να πορεύεσαι;»

«ας΄τες κυρ Πάνο, άς΄τες να βρίσκονται» αρνήθηκε αυτός, που  αστραπιαία συνδύασε τη φήμη του Πάνου ως λόγιου και συλλέκτη, την παλαιότητα των εφημερίδων, που τις είχε αγοράσει μπιρ παρά με την οκά στη Μυτιλήνη και το ενδεχόμενο κέρδος που θα είχε αν του τις μοσχοπουλούσε.

Ο Πάνος ψυχολογόντας τον σωστά δεν επέμεινε, αλλά του το φύλαξε. Κατά σύμπτωση την άλλη μέρα τον επισκέφθηκε ο εισπράκτορας του ΤΣΑΥ, πρόσωπο τελείως άγνωστο στον κόσμο του χωριού, για να εισπράξει τη συμμετοχή του στο ταμείο, οπότε ο Πάνος τον έπεισε να πάει στον μπακάλη, να παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και να του πει πως το Υπουργείο έμαθε ότι ήταν κάτοχος φύλλων της παλιάς και ιστορικής εφημερίδας της Λέσβου «Σάλπιγξ» και να ζητήσει να τις αγοράσει, προσφέροντας υπέρογκη τιμή.

«Κι αν δεχτεί να μου τις πουλήσει, τί γίνεται;» αντέτεινε ο εισπράκτορας

«Μη φοβάσαι, τέτοιο ενδεχόμενο δεν υπάρχει» τον καθησύχασε ο Πάνος.

Πραγματικά ο μπακάλης αρνήθηκε κατηγορηματικά στον «εκπρόσωπο του Υπουργείου» πως είχε καν τέτοιες εφημερίδες στην κατοχή του και δεν κάμφθηκε ακόμα και όταν ο εισπράχτορας, που άρχισε να γλεντάει την υπόθεση, του προσέφερε το μυθικό, τότε, ποσό των πέντε χιλιάδων δραχμών.

Όπως εξακρίβωσε εν συνεχεία ο Πάνος, ο μπακάλης τύλιξε το πάκο με τις πολύτιμες εφημερίδες σε καθαρό λαδόχαρτο, τις έβαλε σε έναν άδειο γκαζοτενεκε, που τον έθαψε στον κήπο του σπιτιού του, όπου θα βρίσκεται ακόμα.

Η δεύτερη φάρσα με το ίδιο θύμα ήταν πιο απλή και πιο σύντομη. Ο μπακάλης τα καλοκαιρινά βράδια λειτουργούσε το μαγαζί του και ως ανεπίσημο ουζοπωλείο, βγάζοντας, όταν το έκλεινε σαν μπακάλικο δυο τρία τραπεζάκια και μερικές καρέκλες στο δρόμο μπροστά του και σερβίροντας στους πελάτες ούζο, ρακί ή κρασί με μεζέδες ελιές, τσίρους, ρέγγες και τα παρόμοια. Ο Πάνος συνήθιζε όταν έκλεινε το φαρμακείο να πίνει ένα δυο ούζα στου Στρατή.

Ένα βράδυ καθώς τα πίνανε με κάποιους φίλους, έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα κολλαριστό κατοστάρικο, το κοίταξε πολλήν ώρα και προσεχτικά στο φως του στύλου που ήταν ακριβώς από πάνω και ύστερα λέει του μπακάλη

«Βρε Στρατή, μου το χαλάς σε παρακαλώ;»

Ο Στρατής, που η απλή θέα οποιουδήποτε νομίσματος τραβούσε αμέσως το ενδιαφέρον του και ο οποίος είχε παρακολουθήσει την προσεχτική εξέταση του κολαριστού κατακαίνουργιου κατοστάρικου, υποπτεύθηκε αμέσως πως πρέπει να είναι κάλπικο

«Δεν έχω κυρ΄ Πάνο μ’ τόσα ψιλά»

«Ας είναι, δώς΄μου ενενήντα δραχμές»

«Ούτε τόσα έχω κυρ Πάνο»

Ο Πάνος κατέβηκε στις ογδόντα, στις εβδομήντα, στις εξήντα δραχμές, χωρίς αποτέλεσμα. Αντίθετα όσο ζητούσε λιγότερα τόσο μεγάλωνε η βεβαιότητα του μπακάλη πως το κατοστάρικο ήταν πλαστό. Όταν πια απερρίφθη η πρόταση του να αλλάξει το κατοστάρικο, που εννοείται ήταν γνησιότατο, με … δέκα δραχμές, ο Πάνος το έβαλε στο πορτοφόλι του ικανοποιημένος.

Ο Πάνος όταν φτάσαμε, μας υποδέχτηκε πολύ εγκάρδια και φάνηκε πως χάρηκε πολύ που γνώρισε τη νύφη και τα εγγόνια των φίλων του, του Νίκου και της Ελένης, στους οποίους είχε αφιερώσει πολλές σελίδες στο βιβλίο του «Σοβαρά και Γελοία».

 

Εκτός από αυτές τις εκδρομές, που τις κάναμε εμείς οι δύο και τα παιδιά μας, τον περισσότερο καιρό τον περνούσαμε με τους φίλους μας, Πήγαμε μαζί τους δυο μεγάλες εκδρομές: στα Βατερά και στο Μόλυβο.

Πηγαίνοντας για τα Βατερά συνεννοήθηκα με τους άλλους και πήρα στο δικό μου αμάξι, που ήταν πιο ευρύχωρο, (Πεζώ 404 κάραβαν ήταν) και τα οχτώ παιδιά της παρέας. Οι πέντε μεγάλοι θα πήγαιναν με το αμάξι του Βασίλη. Στα Θέρμα τα παιδιά διψάσανε και σταθήκαμε στο εκεί αναψυκτήριο, που είχε μια καταπληκτική θέα στον Κόλπο της Γέρας και παράγγειλα πορτοκαλάδες. Ορμήνεψα δε στα παιδιά να με φωνάζουν όλα «μπαμπά». Ακούγοντας τα ο καφετζής με ρώτησε

«Θ΄κας είνι ούλα;»

κι όταν του είπα «Ναι» μου είπε με θαυμασμό

«χαρά στα νιφρά σ΄»

Τα Βατερά μας ενθουσίασαν όλους ιδίως τους «Αθηναίους», που δεν είχαν ξαναδεί την απέραντη αμμουδιά και την πεντακάθαρη θάλασσα τους. Έχοντας εξοικειωθεί με τα παιδιά, ιδίως με τα μικρότερα: την Έφη, τον Κρίτονα και τον Ορέστη, ανέλαβα να τα απασχολήσω παίζοντας μαζί τους στην άμμο. Καταπιαστήκαμε να φτιάξουμε ένα φρούριο με άμμο και βότσαλα, αλλά καθώς έσκαβα, κατάφερα κι έχασα τη βέρα μου! Ήταν κάπως φαρδυά και γλύστρησε από το δάχτυλό μου και χάθηκε μέσα στην άμμο. Επιστράτευσα τα παιδιά που ανασκάψανε την αμμουδιά σε όλη τη γύρω άκταση, δημιουργώντας αληθινή λιμνοθάλασσα, η βέρα όμως δε βρέθηκε.

Ήταν η δεύτερη φορά που έχανα τη βέρα μου. Η αρχική ήταν κάπως στενή και με ενοχλούσε, γι΄αυτό κάθε τόσο την έβγαζα. Τώρα πού και πώς την έχασα είναι μυστήριο. Ίσως σε ένα από τα πολλά βγαλσίματα, αντί να τη χώσω στην τσέπη του παντελονιού μου, μού΄πεσε χωρίς να το αντιληφθώ. Πήρα τότε και τη βέρα της Κικής και μαζί με την απαιτούμενη ποσότητα χρυσού τη λιώσαμε και φτιάξαμε δυο καινούριες. Για να μην έχουμε δε το ίδιο πρόβλημα τη δικιά μου την κάναμε κάπως φαρδυά και να το αποτέλεσμα.

Ανεξαρτήτως πάντως αυτής της απώλειας, περάσαμε ωραία. Διανυκτερεύσαμε σε μια μικρή πανσιόν και το βράδι φάγαμε σε μια ταβέρνα στην άκρη της αμμουδιάς πάνω σε ένα λοφίσκο, δίπλα στα ερείπια ενός αρχαίου ναού. Το φεγγάρι που βρισκότανε στο δεύτερο τέταρτό του συμπλήρωνε την ειδυλλιακή εικόνα.

Η επόμενη εκδρομή μας ήταν στο βόρειο μέρος του νησιού και συγκεκριμένα στον Μόλυβο. Πηγαίνοντας  ακολουθήσαμε τη διαδρομή: Μυτιλήνη – Θερμή – Μανταμάδο – Σκαμνιά – Εφταλού – Μόλυβος. Φάγαμε για μεσημέρι στο μαγευτικό λιμανάκι στη Σκάλα της Σκαμιάς, με τη γραφική εκκλησούλα της Παναγιάς της Γοργόνας και συνεχίσαμε για τον Μόλυβο, όπου διανυκτερεύσαμε. Είχα να πάω στο Μόλυβο και στην Πέτρα από το Γενάρη του ΄45, όταν το θεατρικό τμήμα της Μαθητικής ΕΠΟΝ έδωσε στα μέρη αυτά παραστάσεις. Το απόγεμα, στην Πέτρα, οι «Αθηναίοι» φίλοι μας βλέποντας την καταπληκτική αμμουδιά της και τη γαλήνια θάλασσα, φόρεσαν τα μαγιό τους και βούτηξαν με αλαλαγμούς για να βγουν αμέσως έξω. Ήταν σα να κάνανε γκελ στην επιφάνεια της.

«παγάκια έχουν βάλει;»

αναρωτήθηκε ο Βασίλης τουρτουρίζοντας. Είχα ξεχάσει να τους προειδοποιήσω πως τα νερά στις βόρειες και δυτικές ακτές του νησιού είναι μονίμως κατάψυχρα, σχεδόν παγωμένα, από ένα ρεύμα που κατεβαίνει ίσια από τα Δαρδανέλια.

……………………………………….

Την Κική την απολύσανε από τη δουλειά της στο Αρεταίειο την πρώτη επέτειο της δικτατορίας. Στο Νοσοκομείο το γενικό πρόσταγμα μεταξύ των χουντικών και κατ΄επέκτασιν και εφ΄όλων των άλλων το είχε ο μάγειρας, άτομο νεαρό και κάπως θρασύ*. Αυτός λοιπόν όταν κόντευε η πρώτη επέτειος της Εθνοσωτηρίου, έβγαλε φετφά, οι θάλαμοι να εργαστούν με προσωπικό ασφαλείας και τα  εργαστήρια να μη λειτουργήσουν, όλο δε το προσωπικό να συγκεντρωθεί για να τιμήσει την επέτειο.

Η  Κική όχι μόνο δεν υπάκουσε αλλά δήλωσε πως εντολές σχετικά με τη λειτουργία των εργαστηρίων δέχεται μόνο από τον Διευθυντή του Νοσοκομείου ή έστω από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου. Το αποτέλεσμα ήταν πως σε μια βδομάδα της κοινοποιήθηκε απόλυση! Παράλληλα την καλέσανε στην Ασφάλεια και την πίεσαν να δηλώσει μεταξύ άλλων τι φρονεί περί του … Ανδρέα Παπανδρέου! Φυσικά δεν έκανε καμιά παραχώρηση ούτε έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Με τη συμβουλή φίλων και συναγωνιστών δικηγόρων, προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας το οποίο, ύστερα από πολλούς μήνες φυσικά, την δικαίωσε ακυρώνοντας την απόλυση της ως μη νομικώς αιτιολογημένη. Και ήταν τότε Υπουργός Παιδείας ο ίδιος ο Παπαδόπουλος!

Φυσικά στη θέση της επανήλθε μόνο μετά την πτώση της Χούντας και για να αναπληρώσει την απώλεια του μισθού έστησε στη σοφίτα του σπιτιού ολόκληρο εργαστήριο βιοχημικών αναλύσεων που πήγε πολύ καλά, καθώς απέκτησε πλήθος πελατών, κυρίως μικροβιολόγων. Αργότερα έπιασε δουλειά σε μια ιδιωτική επιχείρηση, τη Θεραπευτική Κλινική, κρατώντας όμως και το εργαστήριό της.

(Πολύ αργότερα, γύρω στο ΄81, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ετέθη θέμα να απολυθεί ο μάγειρας. Η Κική τότε ήταν μέλος της Διοίκησης του Νοσοκομείου, ως εκπρόσωπος των εργαζομένων και αντιτάχθηκε με σθένος στην απόλυσή του εφόσον επρόκειτο για φτωχό βιοπαλαιστή. Όταν το ΄92 πέρασε από σοβαρή αρρώστεια και υποβλήθηκε σε εγχείρηση, ο μάγειρας, που είχε μάθει τη στάση της πήγε και της φιλούσε τα χέρια).

Στο μεταξύ αποχτήσαμε και το τρίτο μας παιδί, την Έφη. Ευτυχώς στο μεγάλωμα των παιδιών μας είχαμε από την αρχή τη συμπαράσταση των γονιών μου και της πεθεράς μου και αυτό μας διευκόλυνε πολύ, γιατί όσο να΄ναι δεν είναι εύκολη δουλειά να μεγαλώνει τρία παιδιά ένα ζευγάρι εργαζομένων και μάλιστα χωρίς τη σταθερότητα και τα λοιπά πλεονεκτήματα  της μόνιμης δουλειάς στο δημόσιο ή σε κάποιον οργανισμό.

Ο πατέρας μου κατείχε στην εντέλεια την «τέχνη να είναι κανείς παππούς», όπως γράφει ο Ουγκώ, αλλά και η μάνα μου κι η πεθερά μου δεν πήγαιναν πίσω. Τα παιδιά εξ άλλου αγάπησαν θερμά τους προγόνους τους, τις γιαγιάδες τους, που ήταν όλο χάδια και τρυφερότητα και τον παππού τους που ήταν ανεξάντλητη πηγή παραμυθιών και γνώσεων και απίστευτα ανεκτικός στις σκανταλιές τους, Στο βιβλίο που έγραψα πολύ αργότερα γι αυτόν, αναφέρω μια σκηνή χαρακτηριστική αυτής της ανεκτικότητας: Στη βιβλιοθήκη του σπιτιού τους ο Νίκος με τη Λένα πάλευαν σωρός κουβάρι στο πάτωμα και η Έφη, δυό χρονώ, καβάλα στο σβέρκο του τον χτένιζε … ανάποδα ενώ εκείνος την ίδια στιγμή, πανευτυχής και ατάραχος, έγραφε έμμετρη επιστολή προς τον Στρατή τον Αναστασέλλη!

………………………..

 

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 130 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 8 και τέλος

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του.

Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την όγδοη συνέχεια, την ενότητα «Τα μετέπειτα», με την οποία ολοκληρώνεται το βιβλίο, που αφορά τις συναντήσεις των παλαιών συμμαθητών μετά την αποφοίτησή τους. Η έκταση της σημερινής ενότητας είναι πολύ μεγάλη και κανονικά θα τη χώριζα σε δύο ή και τρεις συνέχειες. Επειδή όμως το θέμα ενδιαφέρει κυρίως (αν και όχι μόνο) τους παλιούς συμμαθητές, που γι’ αυτούς γράφτηκε, φοβήθηκα μήπως κάτι τέτοιο θα κούραζε. Οπότε με τη σημερινή δημοσίευση ολοκληρώνεται το βιβλίο αυτο του πατέρα μου -που είναι και το τελευταίο που προσφέρεται για παρουσίαση εδώ. Οπότε, ύστερα από δέκα χρόνια, το ραντεβού κάθε δεύτερη Τρίτη με τον Δημήτρη Σαραντάκο σταματάει, αν και θα συνεχίζουμε να τον θυμόμαστε με άλλες ευκαιρίες.

Πριν προχωρήσω, να θυμίσω ότι συνεχίζεται η απογραφή μας -αλλά αν θέλετε να πάρετε μέρος θα πρέπει να βιαστείτε. Η ειδική σελίδα της απογραφής, που εκεί πρέπει να πάτε, θα μεινει ανοιχτή ως αύριο Τετάρτη στις 8 μ.μ. ώρα Ελλάδος.

Τα μετέπειτα

Όπως έχω αναφέρει σε πολλά σημεία αυτού του χρονικού, οι δεσμοί φιλίας, που γεννήθηκαν στα σχολικά θρανία, πρέπει να ήταν πολύ ισχυροί γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πως από την αποφοίτησή μας το 1946 και ως σήμερα συναντιόμαστε ταχτικά και πάντα με συγκίνηση και αγάπη.

Βέβαια τα πρώτα χρόνια μετά την αποφοίτησή μας δεν ήταν φανερή αυτή η φιλική σχέση. Μας περίμεναν πολλές σκοτούρες: στρατιωτική θητεία, ανώτερες σπουδές για κάποιους, βιοπάλη για άλλους, κατατρεγμοί για μερικούς, και όλα αυτά μας απομάκρυναν, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

 Η πρώτη συνάντηση στα Τσαμάκια

Βεβαίως όσοι συμμαθητές έμειναν στη Μυτιλήνη, συνέχισαν να βλέπονται μεταξύ τους, η πρώτη όμως, να την πω «επίσημη», συνάντησή έγινε το 1961, τέλη Μαϊου, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 15 χρόνων από την αποφοίτηση μας, κάπου είκοσι συμμαθητές οργάνωσαν συνεστίαση σε ένα κέντρο στα Τσαμάκια. Ανυπόγραφη περιγραφή της συνάντησης και συνεστίασης αυτής, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Δημοκράτης» της 24 -5-61, όπου, μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα:

«Από όλους περισσότερο η σκέψη στράφηκε προς τον Μίλτη, που τον είχαν τέσσερα χρόνια Ελληνιστή, που τους εισήγαγε στα αγαθά της Τέχνης και εξέδωκαν με την καθοδήγησή του δυο περιοδικά, μέσα στα θλιβερά κατοχικά χρόνια: πρώτα τις πολυσέλιδες δακτυλογραφημένες «Μαθητικές Σελίδες» το 1943 και κατόπιν τα λαμπρά «Λεσβιακά Γράμματα». Ήταν μια τάξη λαμπρή…..»

Η δεύτερη συνάντηση στην Αθήνα (Ρουμάνικη Γωνιά)

Ενθαρρυμένοι από την επιτυχία της πρώτης συνάντησης των συμμαθητών μας, οι παρεπιδημούντες στην Αθήνα, τους μιμηθήκαμε και οργανώσαμε συνεστίαση στην ταβέρνα «Ρουμάνικη Γωνιά» κοντά στην πλατεία Βάθης. Η συνεστίαση έγινε αρχές Απριλίου 1967, λίγο πριν από την κήρυξη της Απριλιανής Δικτατορίας. Σ΄ αυτήν είχαν παρευρεθεί και τέσσερις επιζώντες τότε καθηγητές μας: Μίλτης Παρασκευαΐδης, Βασίλης Αρχοντίδης, Δημοσθένης Σακελλαρίδης και Στέλιος Πράσινος, με τις γυναίκες τους.

Πρέπει να ήμασταν κάπου τριάντα συμμαθητές, οι περισσότεροι με τις γυναίκες μας. Από όσα θυμάμαι είχαν έρθει ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, ο Λάκης ο Γρημάνης, ο Γρηγόρης ο Γρηγορίου, ο Γιώργος ο Σεφτελής, ο Θανάσης ο Σακελλάρης, ο Νίκος ο Τσακίρης, ο υπογράφων και ο Τάκης ο Μεταξάς, ο οποίος μάλιστα, αρκετές βδομάδες αργότερα, (λόγω της έκρυθμης κατάστασης που μεσολάβησε), έστειλε εκτενές ρεπορτάζ στην εφημερίδα «Δημοκράτης».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 134 Σχόλια »

Και πάλι για το «προτελευταίο» ποίημα του Κώστα Βάρναλη

Posted by sarant στο 21 Νοεμβρίου, 2021

Το σημερινό άρθρο συνεχίζει και συμπληρώνει (και αναιρεί εν μέρει) ένα παλιότερο άρθρο, του 2010. Βέβαια, από τότε έχουν περάσει σχεδόν 12 χρόνια, οπότε το «και πάλι» του τίτλου ίσως θυμίσει εκείνον τον τσιγκούνη του ανεκδότου, που κράτησε ένα καπέλο επί 30 χρόνια κι όταν αναγκάστηκε να αγοράσει άλλο πήγε στο πιλοπωλείο και είπε: «Μου δίνετε ακόμα ένα καπέλο;».

Προειδοποιώ επίσης ότι το ποίημα για το οποίο θα σας πω είναι άσεμνο, οπότε συνεχίζετε την ανάγνωση με δική σας ευθύνη.

Λοιπόν, το 1994 στην ιντερνετική λίστα Hellas, στην οποία συμμετείχαν κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) Έλληνες φοιτητές και μεταπτυχιακοί σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, ο φίλος Τάκης Παπαλεονάρδος, Αιγινήτης, αργότερα καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Οχάιο, αποκάλυψε «ένα άγνωστο ποίημα του Κώστα Βάρναλη, που το έγραψε ο ποιητής λίγους μήνες πριν πεθάνει».

Το σημείωμα αυτό, το αναδημοσίευσα πρώτα στον παλιό μου ιστότοπο το 2007, και το 2010 στο ιστολόγιο, με την άδεια του Τάκη Παπαλεονάρδου.

Θυμάται ο Παπαλεονάρδος: Το καλοκαίρι του 1974 λοιπόν είχε έρθει ο Βάρναλης στην Αίγινα, και βρέθηκε με τον Ζωγράφο στο καφενείο. Ήτανε μαζί τους και μερικοί φίλοι. Κάποιος λέει του Βάρναλη, «γράψε κάνα ποίημα». Ο Βάρναλης λέει λοιπόν, «θα γράψω ένα για τον φίλο μου το Νίκο». Και εκεί σ’ ένα χαρτάκι έγραψε το παρακάτω ποίημα που το χάρισε στον Νίκο Ζωγράφο. Η θεία μου το αντέγραψε στο σπίτι του Ζωγράφου. Από παλιά γνώριζα την ύπαρξη του ποιήματος, αλλά η θεία μου αρνιόταν να μου το δείξει γιατί ήταν… «σόκιν». Πάντα μου’ λεγε «όχι, είσαι μικρός». Κάποια στιγμή το ξέχασα κι εγώ και πέρασαν κάμποσα χρόνια. Τα τελευταία Χριστούγεννα, που κατέβηκα Ελλάδα, το θυμήθηκα πάλι και μου τόδωσε επιτέλους.

[Ο Νίκος Ζωγράφος ήταν προσωπικότητα του νησιού, υποψήφιος δήμαρχος και συγγενής του Παπαλεονάρδου]

Ιδού λοιπόν το ως τώρα ανέκδοτο ποίημα του Βάρναλη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Αθυροστομίες, Αθησαύριστα, Μυτιλήνη, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 154 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 7

Posted by sarant στο 9 Νοεμβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την έβδομη συνέχεια, στην οποία γίνεται λόγος για τα περιοδικά που εξέδωσε η τάξη του πατέρα  μου και τις θεατρικές παραστάσεις που ανέβασαν. Ο πατέρας μου παραθέτει και κατάλογο των περιεχομένων του περιοδικού Λεσβιακά Γράμματα. Bλέπετε ότι αφιερώνονται αρκετά άρθρα στον Ν. Λαπαθιώτη και την αυτοκτονία του. Τα Λεσβιακά γράμματα τα εχω σκαναρισμένα εκτός από το 1ο τεύχος (κι έτσι δεν μπορώ να βάλω το κείμενο Προκόπης ο ΣΤ’ του πατέρα μου, αφιερωμένο στον γάτο της οικογένειας, που έκανε κατορθώματα που έγιναν οικογενειακός θρύλος). Βάζω όμως ένα πατριωτικό ποίημα του (15χρονου τότε) πατέρα μου από το 6ο τεύχος.

Το πρώτο περιοδικό που εξέδωσαν, πριν από τα Λεσβιακά Γράμματα, ήταν οι Μαθητικές σελίδες, για τις οποίες έχει γράψει ο πατέρας μου και στο αυτοβιογραφικό του Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια και το είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το 2012, μετά τον θάνατό του. Μερικά χρόνια αργότερα, ένας οίκος δημοπρασιών έβγαλε σε πλειστηριασμό, ανάμεσα σε διάφορα άλλα τεκμήρια λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, το πλήρες σώμα των χειρόγραφων Μαθητικών σελίδων. Το διεκδίκησα, αλλά δυστυχώς υπήρχε κάποιος εξίσου αποφασισμένος διεκδικητής που διέθετε περισσότερα μέσα. Έτσι, όταν ξεπέρασα κατά πολύ το ανώτατο όριο που είχα υπολογίσει, αποσύρθηκα. Αν μας διαβάζει ο άγνωστος κάτοχος του σπάνιου αυτού τεκμηρίου, ας στείλει μερικές σκαναρισμένες σελίδες….

 

ΙΙΙ

Τα περιοδικά μας

Οι «Μαθητικές σελίδες»

Οι “Μαθητικές Σελίδες” έβγαλαν συνολικά τέσσερα νούμερα

Δυστυχώς δεν κατόρθωσα να βρω ούτε ένα τεύχος τους και δε μπορώ να αναφέρω τα περιεχόμενά τους. Θυμάμαι πάντως πως ήταν υψηλής ποιότητας και μολονότι κυκλοφορούσε σε πέντε αντίτυπα, διαβαζόταν από πολύν κόσμο.  Ο ίδιος ο Μίλτης είχε φροντίσει να έχουν τα πολυσέλιδα τεύχη των «Μαθητικών Σελίδων» χοντρό εξώφυλλο, ώστε να αντέχουν στην ταλαιπωρία και είχε κανονίσει να τα παίρνουν εκ περιτροπής όλοι οι μαθητές της τάξης και να τα κρατούν στο σπίτι τους αρκετές ημέρες, ώστε να τα διαβάζουν οι ίδιοι, οι γονείς τους, οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Σε μια εποχή όπου ούτε αθηναϊκές εφημερίδες δεν έρχονταν ταχτικά στο νησί, πόσο μάλλον λογοτεχνικά περιοδικά, η κυκλοφορία, έστω και με τον τρόπο που γινόταν, των «Μαθητικών Σελίδων», έκανε μεγάλη αίσθηση.

Η πρώτη σελίδα του κειμένου του Μίλτη για τις «Μαθητικές Σελίδες»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη, Περιοδικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , | 83 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 6

Posted by sarant στο 26 Οκτωβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την έκτη συνέχεια, στην οποία ο πατέρας μου εξακολουθεί τη σκιαγράφηση ορισμένων καθηγητών του που τον επηρέασαν και τους αγάπησε.

Βασίλης Αρχοντίδης

Τον είχαμε καθηγητή ελληνικών (αρχαίων και νέων) και ιστορίας, στην εβδόμη οκταταξίου. Ως τότε αυτά τα μαθήματα μας τα έκανε ο Μίλτης, και ο Αρχοντίδης συμπλήρωσε, επαύξησε και ολοκλήρωσε το έργο του προκατόχου του. Σ΄ αντίθεση με τον Μίλτη τον Παρασκευαϊδη, που οι περισσότεροι δεν είχαμε ξαναδεί ως τη μέρα που μπήκε στην τάξη μας, καθώς είχε υπηρετήσει πολλά χρόνια εκτός Λέσβου, τον Βασίλη τον Αρχοντίδη τον ξέραμε καλά και τον σεβόμαστε, γιατί ήταν παλιός καθηγητής και ο καλύτερος ίσως φιλόλογος του 1ου Γυμνασίου και όλης της πόλης.

Όταν ανάλαβε την τάξη μας δε χρειάστηκε να καταφύγει στο άγριο για να μας τιθασεύσει. Κάτι τέτοιο άλλωστε το απέκλειε ο πράος χαρακτήρας του. Βέβαια δεν ήμασταν πια οι ημιάγριοι, που είχε παραλάβει ο Μίλτης, αλλά όσο να είναι την καζούρα μας την κάναμε.

Υποπτεύομαι πως του Αρχοντίδη του άρεσε λιγάκι η καζούρα. Ενδόμυχα γλεντούσε τον ορυμαγδό της, αντιμετωπίζοντάς την με πρόσωπο ατάραχο, αλλά με μάτια που έφεγγαν από μια απόκρυφη, εσωτερική ευθυμία. Καθώς ήταν ψηλός, η μορφή του ξεχώριζε πάνω από τα κουρεμένα κεφάλια μας, όταν μετά το χτύπημα του κουδουνιού μπαίναμε κοπαδιαστά στις τάξεις.

Σ΄ αντίθεση με τον Μίλτη, που έτσι και φαινόταν στο άνοιγμα της πόρτας η λιγνή σιλουέτα του, γινόταν αμέσως νεκρική σιγή, την είσοδο του Αρχοντίδη στην τάξη τη χαιρέτιζε έκρηξη από φωνές και φασαρία. Εκείνος έστεκε πάνω από αυτά. Γαλήνιος και ατάραχος, (ολύμπιο τον έλεγε ο Τσερνόγλου), πήγαινε ως την έδρα και στεκόταν όρθιος, περιμένοντας να καταλαγιάσει ο θόρυβος, ενώ το αγαθότατο πρόσωπό του μας φώτιζε, όπως ένας φάρος φωτίζει τα αγριεμένα κύματα.

Με το που άρχιζε το μάθημα, συνάρπαζε όλη την τάξη και σε λίγα λεπτά δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος. Μιλούσε πολύ απλά, χωρίς στερεότυπες εκφράσεις, χωρίς ρητορικά σχήματα, ανακατεύοντας ανέκδοτα από τη φοιτητική του ζωή ή απλά καθημερινά περιστατικά, ενώ μας μυούσε ταυτόχρονα στην ουμανιστική σκέψη, μας έμπαζε στη μαγεία του ελληνικού πνεύματος, μας έδινε τα πρώτα στοιχεία της διαλεκτικής και της φιλοσοφίας. Εμείς ρουφούσαμε τα λόγια του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 141 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 5

Posted by sarant στο 12 Οκτωβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την πέμπτη συνέχεια, με την οποία περνάμε στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Οι δάσκαλοι που μας έδωσαν το ευ ζην». Εδώ ο πατέρας μου σκιαγραφεί ορισμένους καθηγητές που τον επηρέασαν και τους αγάπησε. Στη σημερινή συνέχεια θα δούμε ένα σύντομο πορτρέτο του Γιώργου Βαλέτα κι ένα εκτενέστατο του Μίλτη Παρασκευαΐδη, για τον οποίο ο πατέρας μου έχει γράψει σε ολα τα έργα του που έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα -κι έτσι, μοιραία, υπάρχουν επαναλήψεις. Το σημερινό άρθρο συνοδεύεται από αρκετά τεκμήρια και γι’ αυτό είναι κάπως βαρύ. 

ΙΙ

Οι δάσκαλοι που μας έδωσαν το ευ ζην

Μη έχοντας τεκμηριωμένα στοιχεία για όλους τους καθηγητές που είχαμε στο Γυμνάσιο και πρέπει συνολικά να ξεπερνούν τους τριάντα, μνημονεύω παρακάτω μόνον έξι από αυτούς. Αν τώρα έχω επιμείνει στη σκιαγράφηση των τριών από τους έξι, αυτό έγινε όχι γιατί ήταν οι μόνοι σπουδαίοι  καθηγητές που είχαμε, αλλά γιατί είναι οι μόνοι που τους γνώρισα από κοντά και τους αγάπησα.

Για τους άλλους τρεις, επίσης εξαιρετικούς παιδαγωγούς και επιστήμονες, αναφέρω μόνο βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία, που μου έδωσε ο Κώστας Μίσσιος ή βρήκα στην αξιόλογη περιοδική έκδοση «Παιδαγωγικό Βήμα Αιγαίου» του Αρ. Γκουτζαμάνη και σε άλλα περιοδικά της Λέσβου, όπως τα «Μανταμαδιώτικα».

 

Γιώργος Βαλέτας

Τον είχαμε ελληνιστή στην 1η και 2η οκταταξίου. Ήταν θυμάμαι άνθρωπος πληθωρικός και παρορμητικός. Εκείνη την εποχή ολοκλήρωνε το βιβλίο του για το έργο του Παπαδιαμάντη και η συγκυρία αυτή είχε πολύ ευεργετικά αποτελέσματα για μας, γιατί μας βοήθησε να γνωρίσουμε μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου Σκιαθίτη. Συνήθως δεν δίδασκε από την έδρα, αλλά βηματίζοντας στο πλάτος της τάξης, μπροστά από τα πρώτα θρανία. Μια φορά που μας απάγγειλε ένα δημοτικό που έλεγε

Απ΄τα μαλλιά την άρπαξε
κι η κόρη κλαίει και σκούζει….

άρπαξε από τα μαλλιά έναν από τους μαθητές των πρώτων θρανίων.

Γενικά δεν ήταν μόνο λαμπρός φιλόλογος αλλά και αρκετά τρελός. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο επεισόδιο. Όπως γράφω πιο μπροστά οι βαθμοφόροι της ΕΟΝ είχαν αποχτήσει μεγάλη έπαρση και αυθάδεια. Όταν καθιερώθηκε η Τετάρτη ως «Ημέρα της Νεολαίας», κατά την οποίαν δε γίνονταν μαθήματα παρά προπαγανδιστικές ομιλίες, «εθνικοπλαστικές» διαλέξεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, ημερήσιες εκδρομές, ήρθε στο Γυμνάσιο ένας βαθμοφόρος φαλαγγίτης, εν στολή, εποχούμενος ποδηλάτου, με το οποίο διέτρεξε τους διαδρόμους, πήγε ως την τάξη που δίδασκε ο Βαλέτας, έσπρωξε με το ποδήλατό του (!) την πόρτα, μπήκε μέσα, χωρίς να κατεβεί από το ποδήλατο, χαιρέτησε φασιστικά και ανακοίνωσε το νέο μέτρο.

Ο Βαλέτας έγινε έξαλλος. Χωρίς να λογαριάσει ενδεχόμενες συνέπειες,  βούτηξε τον φαλαγγίτη, τον κατέβασε από το ποδήλατο, τον πλάκωσε στις σφαλιάρες και τον πέταξε κλωτσηδόν έξω από την αίθουσα. Περιέργως δεν επακολούθησε καμιά ενέργεια σε βάρος του.

Το συγγραφικό έργο του Βαλέτα είναι εξαιρετικά εκτεταμένο και περιλαμβάνει μελέτες, όπως εκείνη για το έργο του Παπαδιαμάντη, δοκίμια, όπως «της Ρωμιοσύνης», φιλολογικά λεξικά, μέχρι και θεολογικά άρθρα.

 

Μίλτης Παρασκευαΐδης

Με την πρώτη μέρα που μπήκε στην τάξη μας, μας πήρε τον αέρα. Η αλήθεια είναι πως, ύστερα από ένα χρόνο ρεμπελιό, δεν ήμασταν πια σχολική τάξη αλλά μάλλον ορδή ημιαγρίων ταραχοποιών. Ο καινούργιος όμως δε σήκωνε τέτοια. Την πρώτη κι όλας μέρα πέταξε έξω τον Πατλάκα, το Χατζηγιάννη, το Χατζηλάμπρου  κι άλλους δυο τρεις που θορυβούσαν περισσότερο του ανεκτού.

Για πολλές βδομάδες η σκιά του καινούργιου καθηγητή ήταν δυσανάλογα βαρύτερη και μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στο λιγνό κορμί του. Για πρώτη φορά οι πρώην ρέμπελοι μαθητές αισθανθήκαμε πάνω μας μιαν εξουσία, που δε μπορούσαμε ούτε να την αγνοήσουμε ούτε να την ανατρέψουμε. Στα διαλείμματα σχολιάζαμε με κακή διάθεση το νέο  μπελά που μας βρήκε. Έχοντας θάρρος με τον πατέρα μου, του μετέφερα την ομόφωνη άποψη της τάξης.

«Ο καινούργιος καθηγητής μας είναι μεγάλο κέρατο»

Ο παριστάμενος όμως στη συζήτηση Χαράλαμπος Κανόνης, στενός φίλος κι αιώνιος συμπαίκτης του πατέρα μου στο σκάκι, που συνήθως δεχόταν με συγκατάβαση και εύθυμη διάθεση τις διάφορες απόψεις μου, αυτή τη φορά μού ΄βαλε πάγο.

«Κάνεις μεγάλο λάθος κι εσύ κι οι άλλοι. Ο Μίλτης είναι σπουδαίος άνθρωπος και άριστος δάσκαλος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 4

Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την τέταρτη συνέχεια, με την αποφοίτηση του πατέρα μου και των συμμαθητών του μετά την Απελευθέρωση.

Μετά την Απελευθέρωση

Οι Γερμανοί έφυγαν από τη Λέσβο στις 10 Σεπτεμβρίου 1944. Πριν από τη φυγή τους όμως είχαν υπονομεύσει το κτίριο της Ηλεκτρικής Εταιρείας, αλλά κάνανε το λάθος να αναθέσουν την ανατίναξή του σε Ιταλούς, που είχαν αιχμαλωτίσει όταν ανακατέλαβαν τα Δωδεκάνησα. Οι Ιταλοί αυτοί παρίσταναν τους πιστούς συμμάχους τους, αλλά στην πραγματικότητα είχαν έρθει σε επαφή με την Αντίσταση και μόλις έφυγαν οι Γερμανοί, φανέρωσαν τον μηχανισμό της υπονόμευσης στους ελασίτες πυροτεχνουργούς, οι οποίοι τον εξουδετέρωσαν και με την ευκαιρία επιθεωρήσανε και τα λοιπά κτίρια που είχαν επιτάξει οι κατακτητές. Βρέθηκαν τότε στα υπόγεια του Γυμνασίου πολλά ξύλινα κιβώτια γεμάτα βιβλία.  Εξακριβώθηκε πως ανήκαν στη βιβλιοθήκη του Βερναρδάκη και αποτελέσανε τον πυρήνα της Δημοτικής βιβλιοθήκης της Μυτιλήνης.

Με την Απελευθέρωση ήρθανε στο νησί ως εκπρόσωπος της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και Διοικητής Νήσων Αιγαίου ο Μπουρδάρας, μικρό άγημα του Ιερού Λόχου και η Ναυτική Διοίκηση Αιγαίου με διοικητή τον Μίλτονα Ιατρίδη, που είχε ένδοξο παρελθόν ως κυβερνήτης του υποβρύχιου «Παπανικολής», αλλά κατά τα άλλα η επικράτηση του ΕΑΜ στο νησί  ήταν απόλυτη. Ο Νομάρχης Κώστας Φριλίγγος, όλοι οι δήμαρχοι και κοινοτάρχες ήταν εκλεγμένοι από την Αντίσταση, στο νησί υπήρχε το 22 Σύνταγμα, με πλήρη συγκρότηση και έδρευε η Ταξιαρχία Αιγαίου του ΕΛΑΣ. Η αστυνόμευση του νησιού είχε ανατεθεί στην Εθνική Πολιτοφυλακή. Και όλα αυτά σε πλήρη γνώση και με την έγκριση της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.

Μόλις άνοιξαν τα σχολεία και αφού επιθεωρήθηκε από τους πυροτεχνουργούς το κτίριο, ξαναγυρίσαμε στο Γυμνάσιο. Πηγαίναμε τότε στην Ζ΄ οκταταξίου και για δεύτερη χρονιά τα φιλολογικά μαθήματα μας τα έκανε ο Αρχοντίδης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 3

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2021

Πριν από ένα μήνα άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την τρίτη συνέχεια, με την ιστορία του Γυμνασίου μέσα στην Κατοχή. Στο τέλος προσθέτω μερικά δικά μου.

Η Κατοχή

Στη Λέσβο οι Γερμανοί έφτασαν τέλη Απριλίου, όταν είχε πέσει η Αθήνα και η κυβέρνηση είχε καταφύγει στην Κρήτη. Την παραμονή της άφιξης τους έγινε συναγερμός. Παράγοντες του καθεστώτος και στελέχη της ΕΟΝ, διέταξαν να σημάνουν οι σειρήνες και όταν ο κόσμος κλείστηκε στα καταφύγια,  λεηλάτησαν με την άνεση τους τις αποθήκες με το υλικό που είχε συγκεντρωθεί για να σταλεί στους φαντάρους, στο μέτωπο. Στη βιάση τους, όταν τέλειωσαν τη δουλειά τους, ξέχασαν να σημάνουν λήξη κι έτσι έμεινε στη μνήμη των Μυτιληνιών ως «ο συναγερμός που δεν έληξε». Για πολλούς μήνες στη μαύρη αγορά πουλιόνταν τσιγάρα, μάλλινα πουλόβερ, κασκόλ και κάλτσες, που είχε δώσει ο κόσμος για τους στρατιώτες που πολεμούσαν, αλλά που ποτέ δεν έφυγαν από το νησί.

Οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Μυτιλήνης, στον Μόλυβο, το Πλωμάρι, την Ερεσό και το Σίγρι. Το «τάγμα αγυμνάστων» που δεν είχε προλάβει να φύγει για το μέτωπο, αφοπλίστηκε και διαλύθηκε. Οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί δεν θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι, αλλά αφέθηκαν να πάνε στα σπίτια τους. Η Χωροφυλακή διατηρήθηκε ως σώμα και μπήκε κάτω από τον έλεγχο της Geheime Feld Polizei (GFP της στρατιωτικής μυστικής αστυνομίας, της στρατιωτικής Γκεστάπο δηλαδή).

Οι Γερμανοί στην αρχή στρατωνίστηκαν στα κτίρια του 22 Συντάγματος μέσα στο Κάστρο, αλλά σύντομα δημιούργησαν δικό τους στρατόπεδο στον Καρά Τεπέ, 6 χιλιόμετρα στα βόρεια της πόλης, όπου εγκατάστησαν ισχυρότατο πυροβολείο με βαριά κανόνια. Η Διοίκησή τους, η Ortskomandatur, εγκαταστάθηκε σε ένα κομψό νεοκλασσικό κτίριο στην Αγιά Ειρήνη και η GFP στη βίλα Ηλιόπουλου, κοντά στη Σουράδα, σε ένα κτίριο δίπλα στη θάλασσα, σε ωραιότατη θέση και με μαγευτική θέα αλλά, όπως αποδείχτηκε αργότερα, πολύ τρωτό από στρατιωτικής πλευράς. Στο Διδασκαλείο εξ άλλου δημιούργησαν το τοπικό Στρατόπεδο Συγκέντρωσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 160 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 2

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2021

Πριν από 15 μέρες άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η πρώτη συνέχεια, με εισαγωγικό χαρακτήρα, είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω τη δεύτερη συνέχεια.

Ι. Οι συμμαθητές

1. Το ιστορικό της τάξης μας

Το οκτατάξιο Γυμνάσιο

Όπως προαναφέρω, το οκτατάξιο γυμνάσιο δημιουργήθηκε το 1937. Πήγαινα τότε στην 3η  Δημοτικού. Τον επόμενο χρόνο, τελειώνοντας την 4η τάξη, έδωσα εξετάσεις για το Γυμνάσιο. Αυστηρές εξετάσεις, στις οποίες πολλοί κόπηκαν. Όσοι πετύχαμε, εξήντα τον αριθμό, αν θυμάμαι καλά, αποτελέσαμε τη δεύτερη σειρά του «Γυμνασίου Νέου Τύπου», όπως ονομάστηκε το οκτατάξιο γυμνάσιο. Για μερικά χρόνια εξακολούθησε να υπάρχει και το εξατάξιο «Γυμνάσιο Παλαιού Τύπου», ώσπου να αποφοιτήσουν οι μαθητές που το είχαν ήδη αρχίσει. Αυτοί που εισαχθήκανε τότε (το 1938) ήταν:

Αθανασάκης Παντζάρης Πάτροκλος
Βαλήνας Μιχάλης Παπαδέλλης Στέλιος
Βαμβούρης Απόστολος Παπαμιχαήλ Γρηγόρης
Βενεδίκης Μιχάλης Παπαπαναγιώτου Γιώργος
Βολογιάννης Μανόλης Πατλάκας Μιχάλης
Γεωργιάδης Οδυσσέας Πίτσιος Μιχάλης
Γιαννακόπουλος Νίκος-Χρήστος Σακελλάρης Θανάσης
Γκορτζιώτης Μιχάλης Σαραντάκος Δημήτρης
Γρηγορίου Γρηγόρης Σβορώνος Παναγιώτης
Γρημάνης Μιχάλης Σεφτελής Γιώργος
Γυπαράκης Κώστας Τεφτσής Βάσος
Δόριζας Μιχάλης Τζάννος Αντώνης
Κακαδέλλης Παναγιώτης Τσακίρης Νίκος
Κατσικαδέλλης Στέφανος Τσερνόγλου Αθανάσιος
Κόπανος-Ιατρίδης Γιώργος Χατζηγεωργίου Χριστόφορος
Κουκούλης Γιώργος Χατζηγιάννης Γιάννης
Μάγειρας Θόδωρος Χατζηδήμος Γιάννης
Ματιάς Γιώργος Χατζηκυριάκος Γιώργος
Μεταξάς Γιώργος Χατζηλάμπρου
Νικητόπουλος Αριστείδης Χονδρός Παναγιώτης

Μολονότι φοιτούσαμε σε Γυμνάσιο Αρρένων, στην πρώτη τάξη του οκταταξίου είχαμε και κορίτσια. Στη δικιά μας ήτανε είκοσι, δυστυχώς όμως δεν είμαι βέβαιος αν τα θυμάμαι σωστά. Τα αναφέρω πάντως με κάθε επιφύλαξη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 99 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 1

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2021

Τα τελευταία χρονια της ζωής του, ο πατέρας μου έγραφε κάθε βδομάδα ένα χρονογράφημα για την εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, άρχισα να αναδημοσιεύω τις επιφυλλίδες αυτές κάθε Τρίτη. Στα τέλη του 2011 ο πατέρας μου πέθανε και από τότε καθιέρωσα κάθε δεύτερη Τρίτη να δημοσιεύω αποσπάσματα από τα βιβλία του. Με τον καιρό, δημοσίευσα αποσπάσματα από τα περισσότερα βιβλία, με τελευταίο τους Εσταυρωμένους σωτήρες.

Το βιβλίο που θα αρχίσω να δημοσιεύω από σήμερα έχει μιαν ιδιαιτερότητα, ότι δεν είναι λογοτεχνικό, είναι αναμνήσεις από τα μαθητικά χρόνια του πατέρα μου στο γυμνάσιο της Μυτιλήνης -ένα χρονικό, θα έλεγα, γραμμένο ύστερα από παροτρύνσεις παλαιών συμμαθητών. Γι’ αυτό και δίσταζα να το δημοσιεύσω, αφού αφορά ένα ειδικό κοινό.

Από την άλλη, οτιδήποτε έχει σχέση με την εκπαίδευση δεν είναι στερημένο από γενικότερο ενδιαφέρον, ιδίως σε ένα ιστολόγιο που έχει και εκπαιδευτικά ενδιαφέροντα αλλά και πολλούς εκπαιδευτικούς ως σχολιαστές. Έτσι, αποφάσισα τελικά να το δημοσιεύσω, ύστερα από μια μικρήν ανάπαυλα που οφειλόταν στο ότι δεν είχα πρόχειρο το βιβλίο.

Το χρονικό αυτό έχει επίσης ενδιαφέρον σαν απόπειρα μικροϊστορικής καταγραφής.

Στη σημερινή πρώτη συνέχεια δημοσιεύω τον Πρόλογο και την Εισαγωγή. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Μυτιλήνη το 2008 και το εξώφυλλό του μιμείται πετυχημένα την όψη των μαθητικών τετραδίων.

Πρόλογος

Όταν, με παρότρυνση πολλών παλιών συμμαθητών μου, ξεκίνησα να γράψω κάτι σαν χρονικό της τάξης μας στο Γυμνάσιο, να γράψω δηλαδή για τους μαθητές και τους καθηγητές της, είχα τη φιλοδοξία να αποτελέσει, το κείμενο αυτό, συλλογικό έργο, με την έννοια πως θα το γράφαμε πολλοί παλιοί συμμαθητές μαζί.

Για τον σκοπό αυτόν έφτιαξα ένα προσχέδιο, με το διάγραμμα της ύλης, τα περιεχόμενα και κάποια δικά μου περιληπτικά κείμενα και το μοίρασα σε πολλούς συμμαθητές μου, ζητώντας όχι μόνο να συμπληρώσουν τα κενά, αλλά να γράψουν τη δική τους εκδοχή, ακόμα και να προτείνουν κάτι τελείως διαφορετικό.

Πραγματικά με βοήθησαν αρκετοί φίλοι των σχολικών θρανίων, με φωτογραφίες, πληροφορίες, κάποιοι με σύντομα κείμενά τους, αλλά όχι στο βαθμό που προσδοκούσα και που θα χαρακτήριζε το έργο συλλογικό, με εμένα να περιορίζομαι στο ρόλο του επιμελητή της ύλης. Έτσι, αναγκαστικά, κάθισα και έγραψα σχεδόν όλα τα κείμενα μόνος μου και συνεπώς η ευθύνη για το αποτέλεσμα βαρύνει μόνον εμένα. Μερικά κείμενα, δικά μου ή άλλων,  έχουν παλαιότερα δημοσιευθεί σε λεσβιακά περιοδικά και αυτό μνημονεύεται στη βιβλιογραφία.

Οφείλω πάντως να ευχαριστήσω τους συμμαθητές μου: Βάσο Τεφτσή, Μιχάλη Γκορτζιώτη, Μιχάλη Γρημάνη, Μιχάλη Βενεδίκη, Γιώργο Μαυρονικόλα, Μιχάλη Πίτσιο, Γιώργο Σεφτελή, τον φίλο συγγραφέα Παναγιώτη Παρασκευαϊδη, τον φίλο Όμηρο Κοντούλη και τις φίλες Εύη Αποστόλου-Παναγιώτου, Αγλαϊα Αρχοντίδη-Αργύρη και Φανή Σωτηράκη-Αναιρούση, για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου έδωσαν και τα στοιχεία που μου παραχώρησαν, κυρίως όμως για την ενθάρρυνση τους να προχωρήσω.

Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον Κώστα Μίσσιο, ακάματο ερευνητή και καταγραφέα κάθε σχετικού με την πνευματική Λέσβο γεγονότος, για τα άφθονα και έγκυρα  στοιχεία που μου παραχώρησε.

Η δυσαναπλήρωτη απουσία του συμμαθητή μου Θανάση Τσερνόγλου μου στοίχισε πολύ, γιατί εκτός των άλλων μου στέρησε πολύτιμες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα, που οπωσδήποτε είχε συγκεντρώσει, έτσι μεθοδικός και λεπτολόγος που ήταν, αλλά τα οποία δε στάθηκε δυνατό να εντοπίσω και αγνοώ την τύχη τους.

Οπωσδήποτε στο κείμενο που ακολουθεί  οι παλιοί συμμαθητές μου, αλλά και συμπατριώτες, ειδήμονες των γεγονότων της εποχής εκείνης, θα βρούνε πολλές ελλείψεις, παραλείψεις και λάθη. Θέλω να τους βεβαιώσω πως δεν έγιναν σκοπίμως, αλλά οφείλονται στην απουσία τεκμηριωμένων στοιχείων.

Εισαγωγικά

Οι συμμαθητές μου κι εγώ καμαρώνουμε πως αποφοιτήσαμε από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Δικαίως πιστεύω. Δεν πρόκειται για κάποια επαρχιώτικη ξιπασιά ή έπαρση. Το Γυμνάσιο Μυτιλήνης για πολλές δεκαετίες στάθηκε το αληθινό πνευματικό κέντρο ολόκληρου του νησιού και η συμβολή του υπήρξε αποφασιστική στη διάδοση των πιο προοδευτικών ιδεών και πρώτα απ΄ όλα του Δημοτικισμού, καθώς και στη διαμόρφωση του κλίματος εκείνου, μέσα στο οποίο αναδείχτηκε πλειάδα ανθρώπων των γραμμάτων και τεχνών, όλα αυτά όμως σε πνεύμα όχι αντιπαράθεσης και πολεμικής, αλλά σύνθεσης και συνεργασίας. Όπως γράφει ένας διαπρεπής απόφοιτός του και εν συνεχεία καθηγητής του, ο Βασίλης Αρχοντίδης[1] «στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης συναντήθηκαν τα δύο ρεύματα, ο δημοτικισμός και η κλασσική παράδοση, χωρίς να συγκρουσθούν σαν άσπονδοι εχθροί. Έτσι οι μαθητές που αγαπούσαν τη νέα ελληνική λογοτεχνία δε βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο ακραία ιδεολογήματα, υποχρεωμένοι να επιλέξουν ανάμεσα σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα».

Το Γυμνάσιο Μυτιλήνης ιδρύθηκε το 1840 και από το 1890 στεγάστηκε στο επιβλητικό, κλασσικής γραμμής κτίριο, με μαρμάρινα σκαλιά στην είσοδό του, που τη στολίζουν κίονες δωρικού ρυθμού και με απλόχωρο πευκόφυτο κήπο γύρω του. Βρίσκεται στο μεταίχμιο του παλιού ιστορικού πυρήνα της πόλης και της κάπως νεωτερίζουσας επέκτασής της προς νότο. Το κτίριο χτίστηκε με δωρεά πλειάδας πλουσίων Λεσβίων, που κατατάσσονται στην εκλείψασα (από την Κατοχή κι εδώ) κατηγορία των εθνικών ευεργετών, του Νικολάου Μητρέλια, που είχε κληροδοτήσει πεθαίνοντας το τεράστιο για την εποχή ποσό των 7.000 χρυσών λιρών,  των αδελφών Βουρνάζων και άλλων. Από αυτούς το άγαλμα του Σοφοκλή Βουρνάζου στέκεται στα προπύλαιά του και για πολλές δεκαετίες (όσες ήταν εν χρήσει το μελανοδοχείο και η πέννα), ήταν το θύμα ασεβούς εθίμου, να σπάνε επάνω του τα καλαμάρια τους, όσοι αποφοιτούσαν από το Γυμνάσιο[2].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 90 Σχόλια »

Η Αγγέλικα (διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη)

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2021

Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα διήγημα από τις Νησιώτικες ιστορίες του Αργύρη Εφταλιώτη. Έχει κάποια αμυδρή σχέση με την επικαιρότητα, αφού αύριο είναι η παγκόσμια μέρα της γυναίκας. Ωστόσο, υπάρχει ένας ακόμα λόγος που το διάλεξα. Θέλω συνάμα να παρουσιάσω μια καινούργια λογοτεχνική πρωτοβουλία που αξίζει να προσεχτεί.

Η ηθοποιός Κατερίνα Παπανδρέου, αντιδρώντας στον εγκλεισμό της πανδημίας, έφτιαξε τον ιστότοπο vivliofagos.com, στον οποίο ανεβάζει ηχητικά αρχεία (podcast που θα έλεγε ο κ. Μπαμπινιώτης) από λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως διηγήματα, που τα διαβάζει η ίδια. Επικοινώνησε προ καιρού μαζί μου για ένα θέμα πνευματικών δικαιωμάτων (κάτι που δείχνει και προσοχή στη λεπτομέρεια) και επειδή μου άρεσε η πρωτοβουλία της θέλησα να την προβάλω σήμερα διαλέγοντας, ακριβώς, ένα από τα διηγήματα που ανεβασε σε ηχητικό αρχείο. Μπορείτε να ακούσετε εδώ την Αγγέλικα, όπως τη διαβάζει η Κατερίνα Παπανδρέου. (Ίσως το διήγημα να το διάλεξα κιόλας επειδή έχω σύζυγο, μητέρα και κόρη Αγγελική).

Ο Εφταλιώτης (Κλεάνθης Μιχαηλίδης στο πραγματικό του όνομα, 1849-1923) γεννήθηκε στον Μόλυβο της Μυτιλήνης και ειναι απο τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού. Ποιήματά του και διηγήματά του έχουν αντέξει στον χρόνο και διαβάζονται ακόμα, εκατό σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του.

Το σημερινό διήγημα περιλαμβάνεται στον τόμο «Νησιώτικες ιστορίες», που έχει εκδοθεί από διάφορους εκδοτικούς οικους. Το εδώ κείμενο το πήρα από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, όπου υπάρχει το σύνολο αυτης της συλλογής διηγημάτων.

Έγινε μεγάλη ταραχή σαν πρωτοφάνηκε στο χωριό η Αγγέλικα. Συνηθισμένος ο κόσμος από τις ντροπαλές και συμμαζεμένες χωριατοπούλες, βλέπει άξαφνα μέσα στο χωριό μια κοπέλα, που τους φάνηκε σα θεά. Πρώτο, που ήταν κάτασπρη σα να μην την είδε ήλιος ποτές, δεύτερο, πρόσχαρη, γελαζούμενη και ζωηρή, που τους τρέλαινε σα γελούσε και τους έδειχνε τα μεγάλα της τα δόντια. Τρίτο, που δε φορούσε χωριάτικα, μόνο της χώρας φορέματα. Μα τι πρώτο, τι δεύτερο, και τι δέκατο. Ήτανε να τήνε βλέπεις και να μη χορταίνεις.

Επανάσταση έφερε στο χωριό η Αγγέλικα. Οι καλοί χωριανοί δεν το λογάριαζαν τέτοιο κακό. Ο σκοπός τους ήταν αθώος. Αυτοί ζητούσανε μια καλή δασκάλισσα, να μάθει τα κορίτσια τους γράμματα. Γράφουνε λοιπό στη χώρα, και σε λιγάκι έρχεται η Αγγέλικα.
Σκολειό χτισμένο δεν είχαν ακόμα. Της νοικιάζουν ένα σπιτάκι, και μέσα σ’ αυτό το σπιτάκι άρχισε η Αγγέλικα να πολιτίζει του χωριού τα κορίτσια. Ως εδώ η δουλειά πήγαινε καλά. Τα κορίτσια μάθαιναν, πως το ψωμί δεν τρώγεται μέσα στο βιβλίο αν δε γίνει άρτος, και σαν τέλειωναν τα μαθήματα άρχιζε τ’ αργόχειρο. Και το βράδυ, σαν πηγαίνανε στα σπίτια τους, άλλη έδειχτε στον πατέρα της μπιμπίλες, άλλη παντούφλες, κι άλλη κεντημένες καπνοσακούλες. Κι ο πατέρας τα ‘βλεπε αυτά και καμάρωνε που τέλος πάντων είδαν ανθρωπισμό τα κορίτσια.

Η δουλειά όμως δεν σταμάτησε ως εδώ. Οι μεγάλες οι κοπέλες, που δεν μπορούσαν πια να πάνε στο σκολειό, δεν έπρεπε να μείνουν κι αυτές πίσω. Πώς να βγουν οι μικρότερες αδερφάδες πιο άξιες και πιο χαριτωμένες στον κόσμο! Ρίχτουνται λοιπόν της Αγγέλικας κι ησυχία δεν της αφήνουν. Νυχτέρι δεν γίνουνταν, που να μην την έχουνε στη μέση να λέει ιστορίες, να ξηγά συνήθειες της χώρας, να τραγουδάει τραγούδια της χώρας, να κόβει και να ράβει, κι αυτές να λησμονούν κάθε χωριάτικο παιχνίδι, τραγούδι και παραμύθι, και να κάθουνται σα μαγεμένες ν’ ακούν την Αγγέλικα.

Είναι αλήθεια πως σαν έφευγε η δασκάλισσα στο σπιτάκι της οι χωριατοπούλες ―πώς να την ξεχάσουν την τέχνη!― της κάνανε χίλια περιγέλια της κακόμοιρης! Άλλη να μιμάται τη φωνή της, άλλη τ’ ασυνήθιστα τα λόγια της, άλλη τη μαργιόλικη της ματιά. Αθώα περιγέλια, δίχως ζούλια και δίχως κακία, έτσι να της βρουν κατιτίς να γελάσουν. Και σα σκάνανε στο γέλιο, άρχιζαν πάλι να της θαυμάζουν τα κόκκινα χείλη, τα κάτασπρα δόντια, το μικρό ποδαράκι, την περπατηξιά της, τα στολιδάκια της, τις φορεσιές της, όλη της τη χάρη και την ομορφιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Δευτεραυγουστιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 2 Αυγούστου, 2020

Και μάλιστα ετεροχρονισμένα, αφού χτες, που ηταν η μέρα τους, τα εκτόπισε το Μηνολόγιο. Και αφού υπάρχει στη γλώσσα η λέξη ‘τεταρταυγουστιανός’ για το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά και τους ανθρώπους του, γιατί να μην πλάσουμε και τη λέξη «δευτεραυγουστιανός» ώστε να πλησιάσουμε τον εθνικό στόχο των 5 εκατ. λέξεων οπότε θα σβηστεί το δημόσιο χρέος και θα τρώμε με χρυσά κουτάλια;

Ξεκινάμε με μια φωτογραφία, που μπορεί να μην είναι και αυθεντική, πάντως υποτίθεται ότι έχει αναρτηθεί σε κάποια αφετηρία ή στάση, πχ του τραμ.

Αν απορούσατε πώς είναι ο συγχρωτισμός στα αγγλικά, ορίστε: avoid synchronization μας λέει η οδηγία αντιμετώπισης του κορονοϊού.

Και τι θα κάνουν όσοι δουλεύουν στο κινητό και την ταμπλέτα, που πρέπει οπωσδήποτε να έχουν συγχρονισμό των αρχείων τους με τον υπολογιστή τους;

* Βρήκα κάπου την ανακοίνωση της περιφερειακής επιτροπής Κρήτης για το πρόγραμμα των συνεντεύξεων εκπαιδευτικών προκειμενου να στελεχωθούν τα πρότυπα και πειραματικά σχολεία, που φέτος είναι τα περισσότερα πρότυπα και λιγοστά πειραματικά διότι τρέχει η αριστεία από τα μπατζάκια μας

Ωστόσο, στην ανακοίνωση, που την υπογράφει καθηγήτρια του πανεπ. Κρήτης που είναι φιλόλογος, βρίσκω ένα «εξ’ αποστάσεως» με περιττή απόστροφο και καναδυό «ΔΙΑΛΛΕΙΜΑ».

Αριστεία για τους άλλους;

* Κι αλλη μια επιγραφή από μέσο συγκοινωνίας, με ασύλληπτα κακή μετάφραση, που όμως πρέπει να είναι τρολιά. Το βάζω για εκπαιδευτικούς, ας πούμε, λόγους.

Κάτι εντυπωσιακό είναι πως έβαλα στο google translate την παραπάνω φράση, έτσι ανορθόγραφη, και πήρα το εξής:

inside the bus the mask becomes legally mandatory

που σημαίνει ότι ίσως το google translate πιάνει την ανορθογραφία. Κι αν διορθώσω την ορθογραφία, παίρνω:

inside the bus the mask becomes mandatory by law

* Σε ρεπορτάζ για την απόπειρα δολοφονίας του Στ. Χίου διαβάζουμε «Ο δράστης φορούσε κουκούλα και τα μάτια του είχαν σχιστοειδές σχήμα».

Δεν ξέρω αν είναι του κ. Χίου ή του ιστότοπου η λέξη, πάντως δεν θα τη χρησιμοποιούσα. Τα μάτια του ήταν σχιστά, θα έλεγα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιγραφές, Μυτιλήνη, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νεολογισμοί, Πανδημικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , | 346 Σχόλια »

Πίτα με κρασί (Μια συνεργασία του Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2020

Το ένα φέρνει το άλλο. Χτες είχαμε θέμα γαστρονομικό, συνεχίζουμε σήμερα πάλι με εδέσματα, αν και με κατεύθυνση περισσότερο λαογραφική. Ο φίλος μας ο Γιάννης Μαλλιαρός, που δική του συνεργασία είχαμε δημοσιεύσει και την περασμένη βδομάδα, πήρε αφορμή από τα κυριακάτικα χρονογραφήματα που μιλούσαν για το κρασί και την κρασοψιχιά και θυμήθηκε ένα έθιμο που έχουν στη Μυτιλήνη. 

Οπότε, το σημερινό άρθρο γαστρολογεί για την πίτα. Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι έστω και προλογικά πρέπει να πούμε δυο λόγια για τα λεξιλογικά της.

Το πρόβλημα είναι ότι η ετυμολογία της πίτας κάθε άλλο παρά ξεκαθαρισμένη είναι. Ο Πετρούνιας στο ΛΚΝ την ανάγει στο αρχαίο «πίττα» (αττικό τύπο του «πίσσα»), προσθέτοντας «η σημασία από τα διάφορα υλικά που χρησιμοποιούνταν». Άλλοι την παράγουν από το παλαιό ιταλικό pitta, το οποίο πολλοί ανάγουν στην «πίττα» που είπαμε, μέσω αμάρτυρου λατινικού *pitta ή στην πηκτή μέσω αμάρτυρου λατινικού *picta. Aυτές τις δύο εκδοχές αναφέρει ως πιθανές ο Μπαμπινιώτης στο ετυμολογικό λεξικό του. Το ιταλικό ετυμολογικό λεξικό μου δεν έχει την pitta ώστε να δω πού την ανάγει. Κάποιοι άλλοι έχουν συσχετίσει πίτα με πίτσα, που και αυτή έχει σκοτεινή ετυμολογία.

Οπότε, αφού με τα ετυμολογικά δεν βλέπουμε φως, δίνω τον λόγο στον Γιάννη Μαλλιαρό.

Καινούργιες αφάλες από τον Σαραντάκο. Έγραφε προχτές για το πώς πίνεται το κρασί (δυο χρονογραφήματα του Βάρναλη) και κάπου έγραψε για κρασοψιχιά (ψωμί μέσα σε κρασί). Και κοίτα σύμπτωση, λίγη ώρα πριν το διαβάσω, είχα σημειώσει να γράψω για το έθιμο του ψωμιού με το κρασί που υπάρχει στο χωριό μου, ένα έθιμο όμως που δεν είναι για ευχάριστες καταστάσεις.

Όταν στην Ήπειρο λένε πίτα εννοούν σε ένα ταψί (ρηχό, συνήθως, και μεγάλο) να στρώσουν φύλλο ζύμης από κάτω, φύλλο από πάνω και στη μέση γέμισμα. Το γέμισμα μπορεί να είναι από τυρί, από σπανάκι, από λάπατα, από κιμά από ό,τι φανταστεί ο καθένας. Το ίδιο και στη Θεσσαλία. Λίγο παραπάνω στην κεντρική Μακεδονία αυτό το λένε μπουγάτσα. Υποτίθεται ότι η μπουγάτσα έχει άλλου είδος φύλλο αλλά βασικά αν είναι σχετικά λεπτό, ο όρος γίνεται δεκτός 🙂

Στο χωριό μου όμως, όταν λέμε πίτα εννοούμε κάτι άλλο. Τελείως άλλο. Τη λαγάνα.  Ίσως λίγο πιο χοντρή και ψωμωμένη αλλά λαγάνα. Τόχω  ξαναγράψει κάποιες φορές, η τελευταία όταν έγραφα για τους φούρνους του χωριού. Που έγραψα και πως παλιά, κάθε φορά που η γιαγιά μου θα ζύμωνε μας έφτιαχνε και καμιά λαγάνα που πολύ μας άρεσε. Πίτα δηλαδή έφτιαχνε, κι όταν μ’ έστελνε να πάω στο φούρνο και να πω ότι η γιαγιά θα ζυμώσει πήγαινα και έλεγα «πίτα γιαγιά»! Ότι δηλαδή η γιαγιά θα ετοιμάσει ψωμί και θα μου φτιάξει και πίτα (εμένα το τελευταίο μ’ ενδιέφερε, ο φούρναρης καταλάβαινε τα υπόλοιπα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λαογραφία, Μυτιλήνη, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 160 Σχόλια »