Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Μυτιλήνη’ Category

Μνήμη Άχθου Αρούρη (1903-24.3.1977)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 40 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου, του Νίκου Δ. Σαραντάκου. Δεν είναι άγνωστος στο ιστολόγιο: έχω παρουσιάσει πολλά ποιήματά του και, κυρίως, πριν από 2-3 χρόνια δημοσίευσα σε συνέχειες το βιβλίο που έγραψε για τον παππού μου ο πατέρας μου, το «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης». Θέλω λοιπόν να κάνω σήμερα ένα μνημόσυνο στον Άχθο Αρούρη.

Αν είστε νεοφερμένοι στο ιστολόγιο, Άχθος Αρούρης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που είχε ο παππούς μου προπολεμικά στη Μυτιλήνη. Η έκφραση «άχθος αρούρης» είναι ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», παναπεί άχρηστος άνθρωπος. Να σημειώσουμε ωστόσο ότι ενώ στον Όμηρο η λέξη «άχθος» είναι βεβαίως ουδέτερο ουσιαστικό, ο παππούς το χρησιμοποιούσε σαν αρσενικό όνομα, άρα κλίνεται «Ο Άχθος, του Άχθου, τον Άχθο, ω Άχτε» -κάποτε και «ο Άχτος», από ειρωνικό υπερδημοτικισμό.

Από τον παππού μου επηρεάστηκα πολύ και πήρα πολλά πέρα από όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο (και αριθμό φορολογικού μητρώου, και είχα τραβήγματα με την εφορία, αλλά χαλάλι). Μερικές φορές, στο παρελθόν, δανείστηκα και το ψευδώνυμό του, αλλά το μετάνιωσα. Ο παππούς με αυτό το έξοχο ψευδώνυμο δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά. Συλλογή τυπωμένη δεν αξιώθηκε να δει, ετοίμαζε μία όταν τον βρήκε ο καρκίνος και μας τον πήρε. Την τύπωσαν οι δικοί μου μεταθανατίως κι έχει ποιήματα «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου.»

Το προοίμιο του βιβλίου αυτού είναι το ποίημά του «Η προσευχή του ταπεινού», που παίρνει ίσως έμπνευση από το ομότιτλο ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου αλλά δεν το παρωδεί καθόλου.

Η προσευχή του ταπεινού

Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σου
έτσι που εύσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.
Δεν είμαι τάχατες κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με την κατάσπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου, υποθέτω, σου ζητώ
μια κάποια λογικήν αποζημίωση
έτσι που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.

Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτό
ζητώ να βρουν οι κόποι μου δικαίωση.
Τι να την κάνω τη διαβεβαίωση
μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι.

Θεούλη μου σε βεβαιώ δεν με πειράζει
την κουρασμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου
αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει
δυο τρεις αυγούλες ροδαλές, ήλιο και φως αληθινό
και τη χαρά να τη χαρεί κάτω απ’ τον γήινο ουρανό.
Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.

(Μυτιλήνη, 1936. Περιλαμβάνεται σαν πρόλογος στη συλλογή Της Κατοχής και του Στρατόπεδου)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Κατοχή, Μυτιλήνη, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Ελληνική αποκριά – Eustace Clare Grenville-Murray

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2017

Συνεχίζουμε και σήμερα, μέρα αργίας και γιορτής που επιστεγάζει τον αποκριάτικο γιορτασμό, με λογοτεχνικό κείμενο αποκριάτικης θεματολογίας. Θα σας παρουσιάσω ένα ταξιδιωτικό, αναπάντεχο κείμενο, που δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα γνωστό. Εγώ πάντως ομολογώ πως δεν το ήξερα και το ανακάλυψα πριν από μερικά χρόνια, καθώς φυλλομετρούσα παλιά τεύχη του Μπουκέτου της κατοχικής περιόδου – του 1942, πραγματικά απρόσμενο διαμάντι μέσα στον ζόφο.

Ο συγγραφέας Ντίκενς περιγράφει στο άρθρο αυτό τις εντυπώσεις του από τον γιορτασμό της Αποκριάς σε ένα ελληνικό χωριό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Από τις γεωγραφικές πληροφορίες που δίνονται, ο φίλος μας ο Σκύλος, που τον αγγάρεψα να πληκτρολογήσει το κείμενο, συμπεραίνει ότι ο τόπος είναι ο Μόλυβος της Λέσβου.

Χάρη στις δυνατότητες που απλόχερα μας δίνει το Διαδίκτυο, μπόρεσα και βρήκα ότι το αγγλικό άρθρο δημοσιεύτηκε το 1854 στο εβδομαδιαίο περιοδικό Household words, που το εξέδιδε ο Ντίκενς στη δεκαετία του 1850 και όπου παρουσίαζε δικά του κείμενα και άλλων, λογοτεχνικά και μη -στο περιοδικό αυτό δημοσίευσε σε συνέχειες μυθιστορήματα όπως τα Δύσκολα χρόνια.

Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε στη ρουμπρίκα The Roving Englishman (Ο περιπλανώμενος Εγγλέζος) με τίτλο A Greek Carnival. Επειδή γράφω βιαστικά, δεν έχω τσεκάρει πότε ακριβώς επισκέφθηκε ο Ντίκενς τα μέρη μας και τι άλλο έχει γράψει σχετικά, κι αν τα όσα έχει γράψει έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά -οπότε υπάρχει πιθανότητα να κομίζω γλαύκα.

Όπως με διόρθωσε ο φίλος μας ο ΣΠ στο σχόλιο 11, συγγραφέας δεν είναι ο Ντίκενς όπως αναφέρει το Μπουκέτο, αλλά ο Βρετανός δημοσιογράφος Eustace Clare Grenville Murray. Λάθος μου που δεν το ερεύνησα περισσότερο.

Το πρωτότυπο άρθρο θα το βρείτε εδώ, στη σελίδα 375 του τόμου. Δεν πρόλαβα να ελέγξω την ελληνική μετάφραση, που αγνοώ ποιος την έκανε, προσέχω πάντως ότι στην αρχή αρχή ο συγγραφέας απευθύνεται σε κάποιον Demetraki, που ο μεταφραστής τον αναβαθμίζει σε Δημήτρη. Ευχαριστώ και πάλι τον φίλο μας τον Σκύλο για την πληκτρολόγηση.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΑ

ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΝΤΙΚΕΝΣ [έτσι αναφέρει το Μπουκέτο]

(Μια άγνωστη κι εξαιρετικώς ενδιαφέρουσα επίκαιρη σελίδα του μεγάλου μυθιστοριογράφου Καρόλου Ντίκενς, στην οποία ο διάσημος συγγραφεύς περιγράφει τον εορτασμόν της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς σε κάποια ελληνική πόλη της Ανατολής).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Αναδημοσιεύσεις, Μυτιλήνη, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 108 Σχόλια »

Το μπουζούκι του βασιβουζούκου

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2017

basibozukchiefΟ κατατρεγμός της ομάδας του Ολυμπιακού από το διαιτητικό κατεστημένο έφτασε στο αποκορύφωμα την περασμένη Κυριακή, αναγκάζοντας ακόμα και τον μειλίχιο Σάββα Θεοδωρίδη, τον συνήθως ατάραχο και φλεγματικό, να διαμαρτυρηθεί έντονα: «Είναι ντροπή. Είναι πρωτόγνωρα αυτά τα πράγματα, που έγιναν εδώ. Ούτε από τους Μπαζιμπουζούκους δεν γίνονται όσα γίνονται εδώ σήμερα».

Αν οι διαμαρτυρίες του κυρίου Σάββα είναι δικαιολογημένες δεν το ξέρω, διότι δεν είδα το ματς. Ούτως ή άλλως όμως, εδώ δεν ποδοσφαιρολογούμε -απλώς παίρνουμε αφορμή από τη ρήση του κυρίου Σάββα, παίρνουμε ασίστ αν θέλετε, για το σημερινό μας άρθρο.

Την τελική πάσα βέβαια μάς την έδωσε ο φίλος μας ο Γιάννης Κ., ο οποίος μετέφερε χτες σε σχόλιό του τις δηλώσεις Σάββα και την αντίδραση αθλητικογράφου, ο οποίος, ακούγοντας τη λέξη «Μπασιμπουζούκοι» έγραψε:

Όλοι χρειάστηκε να ανοίξουν ένα λεξικό, ένα ίντερνετ, ένα κάτι βρε αδερφέ, για να καταλάβουν τι ακριβώς εννοούσε ο Σάββας Θεοδωρίδης, όταν αναφέρθηκε στους περίφημους Μπαζιμπουζούκους.

Ο φίλος μας ο Γιάννης δεν είχε την ίδια άποψη: Για μας τους κάπως παλιότερους ο «βασιβουζούκος» ήταν συνηθισμένος χαρακτηρισμός στα χείλη των καθηγητών μας και των αξιωματικών μας, όταν ήμαστε στη δικαιοδοσία τους.

Θα συμφωνήσω μαζί του ως προς το ότι η λέξη είναι και σε μένα οικεία, αν και δεν την άκουγα τόσο συχνά από τους δικούς μου καθηγητές.

Οι βασιβουζούκοι ή, αν προτιμάτε, μπασιμπουζούκοι, ήταν άτακτοι στρατιώτες του οθωμανικού στρατού, συνήθως πεζικάριοι. Έπαιρναν όπλα και τροφή, αλλά όχι μισθό -αλλά είχαν το ελεύθερο να πλιατσικολογούν. Επειδή ήταν άτακτοι, δεν διακρίνονταν για την πειθαρχία τους αλλά για τη βιαιότητά τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κόμικς, Λεξικογραφικά, Μυτιλήνη, Μουσική, Οθωμανικά | Με ετικέτα: , , , , , | 196 Σχόλια »

Ο Δημήτρης Σαραντάκος θυμάται το Go back του 1944 στη Μυτιλήνη

Posted by sarant στο 20 Δεκέμβριος, 2016

Πριν από λίγες μέρες συμπληρώθηκαν πέντε χρόνια χωρίς τον πατέρα μου, τον αξέχαστο Δημήτρη Σαραντάκο. Για να τιμήσω τη μνήμη του, που βέβαια πολύ συχνά τη μνημονεύουμε στο ιστολόγιο, ανεβάζω ξανά σήμερα ένα παλιό μου άρθρο, στο οποίο ο πατέρας μου θυμάται την απόκρουση των Άγγλων τα Χριστούγεννα του 1944 στη Μυτιλήνη. Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί πριν από εφτά χρόνια, οπότε δεν θα είναι πολύ γνωστό.

Πέρα από την επικαιρότητα, αφού και τώρα έχουμε Χριστούγεννα, το νέο ανέβασμα δικαιολογείται και από το ότι στο προηγούμενο άρθρο υπήρχαν δυο ηχογραφήσεις με τον πατέρα μου να τραγουδάει αυτοσχέδια τραγούδια της εποχής, οι οποίες στο μεταξύ είχαν πάψει να λειτουργούν -οπότε τις ανέβασα σε άλλον ιστότοπο για να τις ακούσετε.

Ακόμα, το παλιό εκείνο άρθρο είχε πιο παλιά, πριν αποκτήσω εγώ ιστολόγιο, δημοσιευτεί στο ιστολόγιο του επίσης αξέχαστου φίλου Αλλού Φαν Μαρξ το 2007, που τόσο νωρίς έφυγε από κοντά μας -κι έτσι θα τιμήσουμε και τη δική του μνήμη.

Κάτ’ αγριγιαθρώπ’ μας φέραν…

Την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1944 είχα περάσει από την Τράπεζα και με τον πατέρα μου πήγαμε στην αγορά για ψώνια. Ήταν γύρω στις 10 το πρωί και αντιληφθήκαμε κόσμο να τρέχει προς το λιμάνι. Ακολουθήσαμε κι εμείς και τότε είδαμε πως έξω από το λιμάνι είχαν έρθει 4 αγγλικά πολεμικά και 7 μεγάλα μεταγωγικά, από ένα από τα οποία προερχόταν μια ατμάκατος γεμάτη με ινδούς στρατιώτες, που κατευθυνόταν στο μέσα λιμάνι. Μη ξεχνάτε, πως εκείνες τις ημέρες στην Αθήνα μαίνονταν οι μάχες μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Άγγλων.

image001

Ήταν η πρώτη απόπειρά τους να αποβιβάσουν στρατό στη Μυτιλήνη, η οποία, σημειωτέον, μαζί με τη Σάμο ήταν τα μόνα νησιά του Αιγαίου που βρίσκονταν σταθερά κάτω από τον έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Από την Απελευθέρωση και μετά στο νησί υπήρχε κάποια δυαδική εξουσία. Από τη μια υπήρχε η εξουσία του ΕΑΜ, με δικιά της Τοπική Αυτοδιοίκηση, Νομάρχη, Πολιτοφυλακή και το 22ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Από την άλλη υπήρχε η Συμμαχική Αποστολή από καμιά δεκαριά αξιωματικούς (όλους Άγγλους), η (ελληνική) Ναυτική Διοίκησις Αιγαίου, με τον πλοίαρχο Μίλτωνα Ιατρίδη (αυτόν του «Παπανικολή»), ένα άγημα ναυτών και το αντιτορπιλικό «Αετός», που ήταν αραγμένο στο μέσα λιμάνι και μία διμοιρία Ιερολοχιτών. Όλοι αυτοί όμως δεν είχαν καμιάν ουσιαστική δύναμη, αλλά σε συνεργασία με τους ντόπιους αντιδραστικούς βυσσοδομούσαν κατά της εαμικής εξουσίας.
Με την αποβίβαση των ινδικών στρατευμάτων θα αποχτούσαν τη δύναμη που δεν είχαν και θα ανέτρεπαν την εαμοκρατία, όπως είχαν κάνει, από τον Σεπτέμβρη ήδη, στη Χίο, τη Λήμνο και τις Κυκλάδες. Η ηγεσία του ΕΑΜ ήταν ενήμερη για τις προθέσεις των Άγγλων, γιατί από την προηγούμενη βδομάδα η Συμμαχική Αποστολή στη Μυτιλήνη είχε συγκεντρώσει στα Μπλόκια (τον προσφορότερο χώρο αποβίβασης – εκεί που σήμερα αράζουν τα φερυ-μπωτ), όλα τα φορτηγά αυτοκίνητα της Ούνρα, που είχαν έρθει με την απελευθέρωση στο νησί για τη μεταφορά στα χωριά της συμμαχικής βοήθειας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Μυτιλήνη, Πρόσφατη ιστορία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , | 92 Σχόλια »

Τριτοσεπτεμβριανά μεζεδάκια και πάλι

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2016

Τριτοσεπτεμβριανά επειδή σήμερα είναι σημαδιακή ημερομηνία, λαέ του ιστολογίου, 3 του Σεπτέμβρη, επέτειος της επανάστασης του 1843 αλλά και της ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ το 1974 -σύμπτωση βέβαια κάθε άλλο παρά τυχαία, αφού ο Ανδρέας Παπανδρέου την είχε διαλέξει την ημερομηνία για τον συμβολισμό της. Και πάλι, επειδή και πριν από πέντε χρόνια είχα μεζεδάκια με αυτόν τον τίτλο -μόνο πέντε, αφού μεσολάβησαν και δύο δίσεκτα έτη.

Για τις 3 του Σεπτέμβρη 1843 δεν έχουμε γράψει στο ιστολόγιο, πριν από δυο χρόνια όμως, που είχαμε τα σαράντα (χρόνια) του ΠΑΣΟΚ είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο.

Η επέτειος του 1843 δεν νομίζω να τιμάται επίσημα. Η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ θα γιορταστεί από το κόμμα, στην Πάτρα, τη γενέθλια γη των Παπανδρέου. Κάποιοι είπαν ότι θα ταίριαζε περισσότερο να γιορταστεί στην Κουμουνδούρου, αλλά ψηφοφόρους κυρίως έχει πάρει ο ΣΥΡΙΖΑ από το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, όχι στελέχη. Αλλά για να μπούμε στο κλίμα της ημέρας, ας ακούσουμε ένα εμβληματικό (νομίζω πως το κλισέ δικαιολογείται εδώ) τραγούδι για τις 3 του Σεπτέμβρη, που σύνδεσε, ας πούμε, τις δύο επετείους αφού γράφτηκε για την πρώτη αλλά χρησιμοποιήθηκε από τους θιασώτες της δεύτερης.

Αλλά να προχωρήσουμε στα μεζεδάκια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Γιουτουμπάκια, Επετειακά, Μυτιλήνη, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , | 259 Σχόλια »

Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – ΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Τώρα έχουμε περάσει στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Έχουμε αφήσει τον θείο Αλκιβιάδη να κερδίζει ένα μεγάλο ποσό στο λαχείο και να αφήνει τη Μυτιλήνη για την Αθήνα, όπου πιάνει δουλειά σε έναν εκδοτικό οίκο.

Με τη σημερινή συνέχεια ολοκληρώνεται η νουβέλα και το βιβλίο. Τη μεθεπόμενη μάλλον Τρίτη θα αρχίσω να δημοσιεύω σε συνέχειες κάποιο άλλο βιβλίο του πατέρα μου, μάλλον «Τα έπη των Αριμασπών».

mimis_jpeg_χχsmallΌταν είπαμε να πάμε να τον δούμε, η μητέρα μου τον πήρε πρώτα στο τηλέφωνο και τον ρώτησε πού ακριβώς βρισκόταν το σπίτι του και με ποιόν τρόπο θα πηγαίναμε. Εξακριβώθηκε πως το σπίτι που είχε αγοράσει ο θείος Αλκιβιάδης ήταν στην περιοχή ανάμεσα στο Μαρούσι και τα Μελίσσια, στον οικοδομικό συνεταιρισμό «Νέα Λέσβος», που τον συγκρότησαν συμπατριώτες και όπου και εκείνη είχε αγοράσει ένα οικοπεδάκι. Αυτό διευκόλυνε τα πράγματα, γιατί είχε πάει μερικές φορές ως εκεί με τον πατέρα μου. Εκείνο που της δημιούργησε κάποιες απορίες ήταν το ύφος με το οποίο ο ξάδερφός της αντιμετώπισε την πρόθεσή μας να ανηφορίσουμε κατά τη γειτονιά του. Από τον τόνο της φωνής του και από τα λόγια του φάνηκε σα να μην τον ενθουσίαζε μια τέτοια επίσκεψη. Δεν της το είπε φυσικά καθαρά, αντίθετα τη διαβεβαίωσε πως μετά χαράς θα μας υποδεχόταν σπίτι του, αλλά κάτι μασημένα λόγια για την ακαταστασία που θα συναντούσαμε και για την εργένικη ζωή του, την έβαλαν σε σκέψεις. Παρ΄ όλ΄ αυτά αποφάσισε να πάμε.

Το σπίτι του θείου Αλκιβιάδη βρισκόταν στο υψηλότερο μέρος του οικισμού και στο πίσω μέρος του οικοπέδου υπήρχε μεγάλος και με απότομες πλευρές βράχος, που εκτός του ότι έκρυβε την ανατολή και σκίαζε το σπίτι, ασκήμαινε με τις γυμνές του επιφάνειες το τοπίο. Ο Αλκιβιάδης μας περίμενε στην πόρτα της αυλής του. Μου φάνηκε πολύ γερασμένος για τα πενήντα του χρόνια, αλλά με παραξένεψε το ότι φορούσε σορτς, μ΄ όλο που δεν έκανε ζέστη και επί πλέον δεν του πήγαιναν καθόλου, έτσι που άφηναν εκτεθειμένα σε κοινή θέα τα λιπόσαρκα πόδια του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 169 Σχόλια »

Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – ΙI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Από την προηγούμενη συνέχεια  έχουμε περάσει στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου, στην οποία πρωταγωνιστεί ο θείος Αλκιβιάδης, ο επιλεγόμενος και «Αλπινιστής». Με την επόμενη τρίτη συνέχεια ολοκληρώνεται η νουβέλα αυτή -και το βιβλίο. Να θυμίσω ότι έχουμε σταματήσει στον Μάη του 1941 και ο θείος Αλκιβιάδης, έχοντας πολεμήσει στην Αλβανία, επιστρέφει με καΐκι στο νησί.

mimis_jpeg_χχsmallΣτο χωριό έπιασε δουλειά στο μπακάλικο του πατέρα του. Οι δουλειές φάνηκε να ανοίγουν. Ο κυρ Βασίλης στην αρχή νόμισε πως είχε βρει την ευκαιρία της ζωής του. Στο κεφαλοχώρι υπήρχε γερμανική φρουρά, αλλά, καθώς βρισκόταν στο κέντρο του νησιού περνούσαν απ΄ αυτό συχνά γερμανικές μονάδες. Οι Γερμανοί στρατιώτες αγόραζαν τα πάντα, δίνοντας στρατιωτικά μάρκα. Αλλά και οι χωριανοί αγόραζαν ό,τι βρίσκανε. Ο κυρ Βασίλης μάζεψε σε δυο μήνες κάπου εκατό χιλιάδες τέτοια μάρκα. Μάζεψε επίσης κάπου μισό εκατομμύριο δραχμές. Ταχτοποίησε τα χαρτονομίσματα προσεκτικά σε δεσμίδες και βάζοντας όλον αυτόν τον θησαυρό σε μια μεγάλη τσάντα, κατέβηκε στη Χώρα, με βοϊδάμαξα φυσικά,  να ανανεώσει το εμπόρευμα του και να βάλει μερικά στην πάντα. Γύρισε σε δύο μέρες, πάλι με βοϊδάμαξα, ερείπιο. Ο θησαυρός του δεν άξιζε τίποτα. Οι μεν δραχμές, με τον πληθωρισμό που κάλπαζε,  είχαν χάσει, στο μεταξύ, τα εννέα δέκατα της αξίας τους, τα δε μάρκα δεν τα έπαιρνε κανείς. Στην Εμπορική Τράπεζα, με την οποία συναλλασσόταν  από παλιά, ο διευθυντής της του εξήγησε πως τα στρατιωτικά μάρκα δεν είχαν καμία πέραση.

«Να ήταν ράιχσμαρκ, θα σου τα άλλαζα αμέσως, αυτά όμως είναι φέλντμαρκ, είναι για συναλλαγές των στρατιωτών με τις καντίνες τους, δεν είναι κανονικά χαρτονομίσματα. Και να σου πω κυρ Βασίλη, υποπτεύομαι πως τα χρησιμοποιούν για ένα είδος νομότυπη λεηλασία των κατεχομένων. Κι άλλοι την έπαθαν σαν και σένα».

Ο πατέρας του δε μπόρεσε ποτέ να συνέλθει από το χτύπημα που δέχτηκε η φιλοχρηματία του και σε λίγο πέθανε, μάλλον από εγκεφαλικό. Στο σπίτι έπεσε δυστυχία και σ΄ αυτόν η ευθύνη να τα βγάλει πέρα. Ήταν πια ο αρχηγός της οικογένειας. Ευτυχώς είχαν κάτι χτηματάκια με καρπερή γη και ο Αλκιβιάδης ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Αποδείχτηκε καλός αγρότης και μέσα σ΄ ένα χρόνο όχι μόνο επιβίωσαν κι αυτός κι οι τρεις γυναίκες της οικογένειας, η μάνα του κι αδερφές του, αλλά φάνηκε η αυγή μιας νέας οικογενειακής ευμάρειας. Το νησί, όπως και όλη η ελληνική ύπαιθρος, είχε ξαναγυρίσει στο καθεστώς της κλειστής οικονομίας, όπου όλες οι συναλλαγές γίνονταν με ανταλλαγές, με βάση το λάδι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 266 Σχόλια »

Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – Ι (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Στην προηγούμενη συνέχεια ολοκληρώθηκε η δεύτερη (και μεγαλύτερη) νουβέλα του βιβλίου, και τώρα περνάμε στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου, όπου θα γνωρίσουμε τον θείο Αλκιβιάδη, τον επιλεγόμενο και «Αλπινιστή», έναν ήρωα σαφώς χαμηλότερων τόνων από τη θεία Μαρίνα. Η νουβέλα αυτή θα μας πάρει, όπως το λογαριάζω, τρεις συνέχειες.

mimis_jpeg_χχsmallΤον θείο τον Αλκιβιάδη τον είχα ακουστά από παιδί, αλλά τον γνώρισα προσωπικά μετά τον πόλεμο, όταν εγκαταστάθηκε κι αυτός στην Αθήνα. Στο νησί δεν είχαμε πολύ συχνές επαφές μαζί του, καθώς δεν έμενε στην πόλη αλλά σε ένα, κάπως μακρινό, κεφαλοχώρι. Άλλωστε δεν ήταν στενός συγγενής μας, δεύτερος ξάδερφος της μητέρας μου ήταν, και όπως είχα καταλάβει, άνθρωπος μοναχικός και παράξενος. Στο νησί τον έβλεπαν, αριά και πού, ο πατέρας μου και οι θείοι μου, όταν οι εξορμήσεις που κάνανε στην ύπαιθρο  για να βρούνε τίποτα τρόφιμα, τότε στην πείνα της Κατοχής, τους έφερναν στο χωριό του, που ήτανε παλιά ο σιτοβολώνας του νησιού.

Αργότερα, προς το τέλος της Κατοχής,  ο πατέρας μου πήγε κάνα δυο φορές να τον δει, θέλοντας να τον στρατολογήσει στην Οργάνωση, χωρίς επιτυχία.

«Το σαρκίον υπεράνω όλων» τον άκουσα να λέει μια φορά στον θείο μου τον Αντρέα, αναφερόμενος στην αποτυχία της προσπάθειάς του.

«Έλα καημένε, τι περίμενες; Ένας αδιαφόρετος άνθρωπος είναι» συμφώνησε εκείνος «μην ασχολείσαι μαζί του. Δεν αξίζει τον κόπο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: | 193 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Απρίλιος, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το πέμπτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα, δασκάλα στη Μυτιλήνη, έχει μόλις χάσει τον αγαπημένο της, τον Θρασύβουλο, που αποδείχτηκε απατεώνας -και μαζί και το όχι ευκαταφρόνητο κομπόδεμα που είχε μαζέψει όλα τα προηγούμενα χρόνια.

mimis_jpeg_χχsmallΗ Μαρίνα άργησε να συνέλθει από το χτύπημα. Δεν ήταν μονάχα το κενό που της άφησε η προδοσιά του Θρασύβουλου, ούτε η πίκρα της ερωτικής απογοήτευσης. Ήταν ο πληγωμένος της εγωισμός αλλά πιο πολύ ήταν η χρηματική απώλεια. Το χτύπημα που δέχτηκε αντί να τη μαλακώσει τη σκλήρυνε.  Τά ΄βαλε πρώτα πρώτα με τον εαυτό της. Γιατί ενδόμυχα είχε αντιληφθεί καθαρά, την τελευταία έστω στιγμή, πως τα λεφτά της κινδύνευαν. Κι όμως του τά ΄δωσε. Ορκίστηκε να μην ξαναπέσει σε παρόμοια παγίδα. Μίσησε το Θρασύβουλο από τα βάθη της ψυχής της. Θυμήθηκε τις μαγικές πρακτικές, που ασκούσε στο Αρσάκειο και ψάχνοντας στα συρτάρια της βρήκε ένα μαντήλι κι ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια του επίορκου. Τα έδεσε σφιχτά με μαύρη κλωστή, τα κάρφωσε με τρεις βελόνες και κλαίγοντας καταράστηκε τον άνθρωπο που τη γέλασε να τονε βρούνε οι μεγαλύτερες συμφορές.

Στη θέση της καλόβολης κι ανοιχτοχέρας ερωτευμένης Μαρίνας ξαναμπήκε η στριμμένη, παραδόπιστη και ψηλομύτα κόρη του Έλληνα, αλλαγμένη προς στο χειρότερο. Βάλθηκε να ξαναμαζεύει λεφτά με κάθε τρόπο. Άρχισε να ζητά και να βρίσκει προγυμνάσεις παιδιών που δεν έπαιρναν τα γράμματα. Στα παιδάκια της τάξης της συμπεριφερόταν τυραννικά. Τα σκαμπίλια και οι τιμωρίες έπεφταν βροχή. Δεν έκανε διάκριση ούτε στις πρώτες ξαδέλφες της, τις κόρες της μικρότερης θείας της, της Ευθυμίας, που άπειρες φορές τις έβαλε να στέκονται όρθιες με το πρόσωπο στον τοίχο και πάμπολλες τις σκαμπίλιζε για τα πιο ασήμαντα παραπτώματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: , , | 182 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – V (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 5 Απρίλιος, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το δεύτερο μισό από το τέταρτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Eίχαμε αφήσει τη θεία Μαρίνα, νεαρή δασκάλα στη Μυτιλήνη, να δίνει το κομπόδεμά της δανεικά στον αγαπημένο της, τον Θρασύβουλο, για να υπογράψει τα συμβόλαια ώστε να μπει συνεταίρος σ’ ένα πλοίο. Οι περισσότεροι είχατε προβλέψει πως ο Θρασύβουλος ήταν απατεώνας, ας δούμε αν δικαιωθήκατε.

mimis_jpeg_χχsmall         Η Μαρίνα γύρισε στο σπίτι καρδιοχτυπώντας. Σε λίγο ήρθε κι ο πατέρας της και κάτσανε να φάνε. Η Μαρίνα από την ένταση δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα της. Όλο ακρομαζόταν μήπως ακούσει βήματα στο καλντερίμι του δρομάκου τους.

Μετά το φαΐ ο πατέρας της την έπιασε από το χέρι

— Πάμε δίπλα, θέλω να μιλήσουμε, της λέει. Έλα και συ Λένη, λέει της γυναίκας του. Οι δυο γυναίκες τον ακολούθησαν στο σαλονάκι.

— Πήρα προχτές ένα περίεργο γράμμα από τον Ανέστη.

— Ποιος είν’ αυτός; απόρησε η κυρα Λένη.

— Μας είχε κουβαληθεί πέρσι με τον προκομμένο σου, λέει ο κυρ Θόδωρος κοιτάζοντας αυστηρά την κόρη του.

— Μα τι λες τώρα μπαμπά, διαμαρτυρήθηκε αυτή. Πώς μιλάς έτσι.

— Ξέρω τι λέω. Δυο μέρες τώρα ψάχνω και ρωτάω. Λοιπόν αυτός ο Ανέστης μου γράφει να προσέξω πολύ μήπως αυτός ο Θρασύβουλος έρθει και σε ζητήσει σε γάμο. Πρόκειται για χαρτοπαίχτη και προικοθήρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: | 142 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – ΙV (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το πρώτο μισό από το τέταρτο κεφάλαιο της νουβέλας, ενώ η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Eίχαμε αφήσει τη θεία Μαρίνα, νεαρή δασκάλα στη Μυτιλήνη, να συνδέεται ερωτικά με τον Θρασύβουλο, ναύτη του ελληνικού ναυτικού, που απελευθέρωσε τη Λέσβο στους βαλκανικούς του 1912.

mimis_jpeg_χχsmallΟ πόλεμος, στη θάλασσα τουλάχιστον, δε βάσταξε πολύ. Ο στόλος απελευθέρωσε, από τους Βούλγαρους αυτή τη φορά, τη Θάσο και την Καβάλα και τον Αύγουστο έγινε ανακωχή. Σ’ αυτούς τους δέκα μήνες η Μαρίνα έστειλε του Θρασύβουλου πάνω από εκατό γράμματα που στάζανε από ρομαντισμό. Από τον Ιούνιο, πολυμήχανη καθώς ήταν, έλυσε το  πρόβλημα της παραλαβής των γραμμάτων του Θρασύβουλου. Ζήτησε τη βοήθεια της Κλειώς μιας πανέμορφης δασκαλίτσας, παλιάς της συμμαθήτριας στο Αρσάκειο, η οποία ήταν αρραβωνιασμένη μ’ ένα γιατρό, επιστρατευμένο κι αυτόν και φυσικά έπαιρνε γράμματα του. Κανονίσαν να στέλνει κι ο Θρασύβουλος τα γράμματα του στην Κλειώ με το όνομα του γιατρού ως αποστολέα, με κάποιο διακριτικό σημάδι ώστε να μην τ΄ ανοίγει κατά λάθος. Η Κλειώ παρόλο που είχε τραβήξει πολλά από τη Μαρίνα στο Αρσάκειο, δεν της αρνήθηκε αυτή τη χάρη. Ήταν πολύ όμορφη, πολύ ευτυχισμένη και πολύ καλόβολη για να της το αρνηθεί.

Οι βαλκανικοί πόλεμοι τέλειωσαν, το νησί προσαρτήθηκε κανονικά στην Ελλάδα, ήρθαν νομάρχες, δικαστές, εφοριακοί, χωροφύλακες και δάσκαλοι από την Παλιά Ελλάδα και τον ενθουσιασμό της μεταπελευθερωτικής περιόδου αντικατέστησε η μακρόχρονη και δύσκολη περίοδος της προσαρμογής και της ενσωμάτωσης. Οι παλιολλαδίτες φάνηκαν στους νησιώτες πειναλέοι και αλαζονικοί. Ο ρυθμός της ζωής επιταχύνθηκε κι έχασε την ανατολίτικη νωχέλειά του. Οι οικονομικές δοσοληψίες απόχτησαν μια σκληρότητα και μιαν ανειλικρίνεια, που δεν είχαν παλαιότερα.

Αρχές του 1914 η Κλειώ έδωσε στη Μαρίνα ένα σύντομο γράμμα του Θρασύβουλου. Ερχόταν στις αρχές Μαρτίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 178 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – ΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 8 Μαρτίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το τρίτο κεφάλαιο της νουβέλας, ενώ η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Eίχαμε αφήσει τη θεία Μαρίνα να αποφοιτά από το Αρσάκειο και να έρχεται δασκάλα στη Μυτιλήνη. Βρισκόμαστε στο 1912.

3

mimis_jpeg_χχsmallΔεν είχε κλείσει χρόνος από τότε που γύρισε από την Αθήνα και ξέσπασε ο πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος. Οι Τούρκοι στην αρχή κομπάζανε πως αυτή τη φορά δε θα σταθούν στη Λαμία, όπως το ’97, αλλά θα πιούν τον καφέ τους στο Σύνταγμα. Γρήγορα όμως κατάπιαν τη γλώσσα τους. Οι βαλκανικοί σύμμαχοι νικούσαν παντού. Ο ελληνικός στόλος πήρε τη Λήμνο κι έκλεισε τον τούρκικο στα Στενά. Ανήμερα του Αη Δημήτρη o ελληνικός στρατός μπήκε στη Θεσσαλονίκη και δώδεκα μέρες μετά, φάνηκαν στ’ ανοιχτά μπροστά στην πόλη μας πλήθος ελληνικά καράβια.

Ο κυρ Θόδωρος ο Έλληνας είχε μεταμορφωθεί. Ο παλιός σοβαρός και μετρημένος παπουτσής χάθηκε και στη θέση του φάνηκε ένας καινούργιος, αψίκορος και πολεμοχαρής Θόδωρος, πράγμα που παραξένεψε όσους το γνώριζαν, εκτός από τη γυναίκα του. Η κυρά Λένη είχε από νωρίς υποπτευθεί πως κάτω από το μετρημένο παρουσιαστικό του κρυβόταν φωτιά και τυχοδιωκτισμός, που τον είχαν φέρει στο νησί μας και τον έστειλαν το ΄97 στη Θεσσαλία, γιατί πραγματικά εκεί είχε πάει τότες, εθελοντής. Πολλές φορές είχε βρει κρυμμένα στο σεντούκι του μιαν ελληνική σημαία και ελληνικά «Λαχεία του Στόλου», που διακινούσαν παράνομα κάποιοι πατριώτες και που η απλή κατοχή τους επέσυρε βαριές ποινές. Τώρα ο κυρ Θόδωρος παράτησε το μαγαζί στους γιούς του και γύριζε στη αγορά κουβεντιάζοντας και σχολιάζοντας τα γεγονότα. Δεν κρατούσε τον ενθουσιασμό του, ούτε τη γλώσσα του.

–Στην Κόκκινη Μηλιά θα τους πάμε και να δείτε,

έλεγε σε γνωστούς κι αγνώστους, αγνοώντας τους θρήνους της γυναίκας του που προφήτευε καταστροφές και τις προτροπές του μπατζανάκη του, του κυρ Γιώργη του Μυρογιάννη, να μη μιλά πολύ. Αυτός το βιολί του. Είχε βρει, άγνωστο πού και πώς, ένα μαντήλι που με τις γαλάζιες και άσπρες ρίγες του θύμιζε την ελληνική σημαία, από κείνα που διακινούσαν κρυφά πατριώτες από την Ελλάδα και με την παραμικρή αφορμή τό ΄βγαζε και σκούπιζε επιδεικτικά το πρόσωπό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 145 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – ΙI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2016

mimis_jpeg_χχsmallΕδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Την περασμένη φορά αρχίσαμε να δημοσιεύουμε τη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το δεύτερο κεφάλαιο της νουβέλας.

2

Όταν η Μαρίνα τέλειωσε το Παρθεναγωγείο, ο κυρ Θόδωρος, προς μεγάλην έκπληξη όλων των συγγενών, ανακοίνωσε πως θα την έστελνε στην Αθήνα, στο Αρσάκειο, να σπουδάσει δασκάλα. Για κείνη την εποχή και μόνη η απόφαση να σπουδάσει ένα κορίτσι, που προερχόταν μάλιστα από τη μεσαία τάξη, ήταν μια τολμηρή καινοτομία, που οι συντηρητικοί ή οι μυαλωμένοι αποδοκίμαζαν. Το να φεύγει επί πλέον στα ξένα για να σπουδάσει, κορίτσι πράμα, ήταν πρωτάκουστο. Ως τότε σπούδαζαν μονάχα αγόρια και ελάχιστα πλουσιοκόριτσα, από τις καλύτερες οικογένειες της πόλης.

Τη Μαρίνα την πήγαν στην Αθήνα ο κυρ Θόδωρος με την κυρα Λένη και την έγραψαν στο Αρσάκειο. Οι ίδιοι φρόντισαν να της βρουν δωμάτιο στο σπίτι μιας συμπατριώτισσας, εγκαταστημένης από χρόνια στην Αθήνα κι αφού την ταχτοποίησαν όσο καλύτερα μπορούσαν κι αφού την εξόρκισαν να φυλάγεται από τους κινδύνους της μεγαλούπολης, που οι ίδιοι φυσικά ούτε τους υποπτεύονταν, την αποχαιρέτησαν με φιλιά και αγκαλιές και γύρισαν κλαμένοι στο νησί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 93 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – Ι (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2016

mimis_jpeg_χχsmallΚάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω αποσπάσματα από ένα βιβλίο του πατέρα μου, αλλά σήμερα το πρόγραμμα θα αλλάξει και θα βάλω απόσπασμα για δεύτερη συνεχόμενη εβδομάδα -και αυτό επειδή την επόμενη Τρίτη, που ήταν να συνεχιστούν κανονικά οι δημοσιεύσεις, το ιστολόγιο θα έχει έκτακτη ύλη, διότι είναι μια έκτακτη μέρα.

Έχουμε πιάσει και δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«, και την περασμένη φορά ολοκληρώσαμε την πρώτη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο, οπότε σήμερα μπαίνουμε στη δεύτερη νουβέλα, που είναι και η εκτενέστερη και έχει δώσει και τον τίτλο του βιβλίου -αν και όχι ακριβώς, διότι ο τίτλος της νουβέλας, για κάποιο λόγο, έχει δυο λέξεις περισσότερες από τον (ήδη μακρύ) τίτλο του βιβλίου «..η θεία μου η Μαρίνα…» αντί «..η θεία μου…»

Σημειώνω πως το βιβλίο του πατέρα μου γράφτηκε το 2005-6, οπότε όταν λέει «τον προπερασμένο αιώνα» εννοεί τον 19ο.

ΓΙΑΤΙ Η ΘΕΙΑ ΜΟΥ Η ΜΑΡΙΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

Λένε πως είναι δυνατόν ένας πολύ κακός άνθρωπος να πάει τελικά στον Παράδεισο, αν κατά την Ώρα της Κρίσεως αποδειχτεί πως έστω και μια φορά στη ζωή του είχε κάνει κάποια καλή πράξη. Αν αυτό είναι σωστό τότε μπορεί κι η θεία μου η Μαρίνα να πήγε στον Παράδεισο, μολονότι όλοι όσοι τη γνώρισαν θεωρούν πως της άξιζαν οι φλόγες της Κόλασης.

Πραγματικά η μακαρίτισσα υπήρξε ένας από τους πιο κακούς ανθρώπους που γνώρισα, κι όχι μονάχα εγώ. Από μικρό κορίτσι ολόκληρη η ζωή της ήταν αδιάκοπη σειρά από μικρές και μεγάλες κακίες, απ’ αυτές που κάνουν τη ζωή των άλλων άχαρη και θλιβερή ή απλώς δύσκολη, χωρίς αιτία κι αφορμή τις πιο πολλές φορές. Όχι πως η θεία μου η Μαρίνα ήταν αμαρτωλή με την έννοια που δίνει στη λέξη η Εκκλησία. Κάθε άλλο. Από όσο ξέρω ούτε μοίχεψε, ούτε έκλεψε, ούτε σκότωσε, ούτε γενικά παρέβη κάποιο θεμελιακό θρησκευτικό κανόνα, ούτε και κανένα άρθρο του ποινικού κώδικα άλλωστε. Από της πλευράς αυτής μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς πως η συμπεριφορά της ήταν υποδειγματική. Είχε όμως τη μοναδικήν ικανότητα να τυραννά τους άτυχους που είχαν σχέσεις μαζί της.

Παρ’ όλ’ αυτά κάποτε στάθηκε ικανή να κάνει μιαν αληθινά καλή πράξη, χωρίς να μπορεί κανείς, έστω και εκ των υστέρων, να την αποδώσει σε μικροϋπολογισμό ή σε υστεροβουλία. Γι΄ αυτό ισχυρίζομαι πως μπορεί να πήγε τελικά στον Παράδεισο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: | 61 Σχόλια »