Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ναυτικά’ Category

Ρυθμικά τραγουδάει το τσούρμο

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2020

Μια συζήτηση που έγινε τις προάλλες στο Φέισμπουκ μού θύμισε ένα σημείωμα που είχα γράψει… την προηγούμενη χιλιετία στον παλιό μου ιστότοπο και το οποίο περιέργως δεν το έχω δημοσιεύσει ως τώρα στο ιστολόγιο.

Ο λόγος, για τη λέξη τσούρμο και τα ετυμολογικά της, που είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα ιστορία.

Σήμερα τσούρμο σημαίνει κυρίως πλήθος ανθρώπων, συχνά παιδιών, με κάποια μειωτική χροιά μάλιστα –συνήθως το τσούρμο είναι θορυβώδες και άταχτο ή τουλάχιστον αυτή την εικόνα φέρνει στο μυαλό, μαζί και μιαν ιδέα συνωστισμού, ας πούμε «Ένα τσούρμο απο τουρίστες κατέβηκε από το πλοίο της γραμμής», μια φράση που ακούγεται εξωτική σε μέρες πανδημίας και κοινωνικης αποστασιοποίησης.

Κάποτε η λέξη χρησιμοποιείται και ως επίρρημα, πχ «Κουβαλήθηκαν στη γιορτή τσούρμο όλα τα παιδιά της τάξης» (οι δυο φράσεις από το ΜΗΛΝΕΓ).

Κατά σύμπτωση, προχτές διάβασα σε ελληνικούς ιστότοπους ότι ο πρόεδρος Τραμπ, απαγορεύοντας στον Άντονι Φάουτσι να καταθέσει στη Βουλή, δήλωσε: Η Βουλή είναι ένα τσούρμο όσων μισούν τον Τραμπ -όχι πολύ καλή απόδοση του a bunch of Trump-haters, και δεν εννοώ την επιλογή της λέξης «τσούρμο». Εδώ θα μπορούσε εξίσου καλά να βάλει συρφετός, μπουλούκι ή παρέα, αλλά και το τσούρμο δεν είναι κακό. Η μειωτική χροιά υπάρχει και στο bunch και στο τσούρμο: Η Βουλή είναι ένα τσούρμο αντιτραμπικοί.

Όμως αυτή δεν είναι ούτε η μόνη σημασία της λέξης, ούτε η πρώτη. Στη ναυτική γλώσσα, τσούρμο είναι το πλήρωμα του πλοίου· ο παλιός ο καπετάνιος, όταν ήθελε να μπαρκάρει, έπρεπε πρώτα να τσουρμάρει, δηλαδή να μαζέψει πλήρωμα.

Για παράδειγμα, στα Λόγια της Πλώρης του Καρκαβίτσα διαβάζουμε: Εκείνες τις μέρες βγήκε λόγος στην Κρασόσκαλα πώς ένας Σπετσώτης τσουρμάρει για τη Μαύρη Θάλασσα ενώ σε άλλο σημείο του βιβλίου διατυπώνεται, περίπου σαν γνωμικό, ότι «Ανάθεμα τον καπετάνιο που τσουρμάρει συντοπίτες του».

Η σημασία αυτή είναι παρωχημένη και δεν ακούγεται τόσο πολύ στις μέρες μας, αλλά ακουγόταν επί αιώνες. Ωστόσο, η ιστορία της λέξης «τσούρμο» πάει πολύ πίσω στον χρόνο, μένοντας όμως πάντοτε στη θάλασσα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ιστορίες λέξεων, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , | 101 Σχόλια »

Της τρικυμίας και της παλίρροιας (δυο ιστορίες του Dryhammer)

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου και πιο πρόσφατα ένα διήγημα πολιτικής φαντασίας.

Λίγο πριν από την κορονομεγαλοβδομάδα, ο φίλος μας ο Ξεροσφύρης μου έστειλε τις ιστορίες που θα διαβάσετε σήμερα, που πέρασε πια η πασχαλινή περίοδος.

Είναι δυο ανεξάρτητα διηγήματα, που όμως γράφτηκαν μαζί. Ο Ξεροσφύρης μού άφησε την επιλογή είτε να τα παρουσιάσω ενιαία είτε χωριστά σε δυο δημοσιεύσεις, αφού και τα δυο είναι μεγαλούτσικα.

Προτίμησα ωστόσο να τα βάλω και τα δύο μαζί αφενός επειδή λόγω εγκλεισμού έχουμε και καιρό για διάβασμα και όρεξη για ταξίδια, και αφετέρου επειδή μου άρεσε πολύ ο τίτλος. Αλλά θα σας αρέσουν και τα διηγήματα, εγώ σαν να ταξίδεψα στα μέρη εκείνα.

Τα λεξιλογικά κτλ. είναι επίσης του Ξεροσφύρη. Εγώ απλώς κοπυπαστώνω.

 

Της τρικυμίας και της παλίρροιας

(μετά στοιχείων ναυτιλίας και ναυτικής τέχνης)

[Στις επεξηγήσεις, είτε μέσα στο κείμενο είτε στις σημειώσεις, προτίμησα να γίνεται κατανοητό αυτό που περιγράφω παρά να είναι 100% ακριβές. Οι γνώστες δεν τις έχουν ανάγκη άλλωστε.]

Α. Της τρικυμίας

Πρέπει νάτανε μέσα Οκτώβρη του ’94 στο Τσιγκτάο. Είχαμε ξεφορτώσει σιτάρι από το Βανκούβερ, δηλαδή οι Κινέζοι είχαν μπει και το ξεφόρτωναν, με σιλό από το ντόκο, με δεκάδες εργάτες να σκουπίζουν και να μαζεύουν κάθε σπυρί, κι εμείς κάναμε αργά σπατσαμέντο(1), καθώς ένα ένα άδειαζαν τα αμπάρια. Το σιτάρι ήταν καλό φορτίο για ξεφόρτωμα. Οι Κινέζοι τα έγλυφαν τ’ αμπάρια, ζημιές δεν έκανε, κι έτσι μ’ ένα σκούπισμα και μια μάνικα, το αμπάρι ήταν καθαρό και θα παίρναμε τ’ αμπαριάτικα(2) με τα ψέματα. Αυτές οι δουλειές βέβαια γίνονται στο πέλαγο, όταν ξέρεις τι θα φορτώσεις για να κάνεις την ανάλογη προετοιμασία, από πού για να ξέρεις πόσο χρόνο έχεις για να τα κάνεις, και πού θα το πάς το φορτίο γιατί ο καθένας έχει τις δικές του απαιτήσεις. Ακόμα και τα σιτηρά, που απαιτούν το αμπάρι να γίνει σαλόνι, αλλιώς είναι να το πας επισιτιστική βοήθεια στον τρίτο κόσμο, που τα πασαλείβεις όπως όπως κι είναι και β’ διαλογής, κι αλλιώς το καλό για καμιά πχ Ιαπωνία που μπαίνει ο σερβέγιορ, ο επιθεωρητής να πούμε, με την καραμπίνα και ρίχνει με ψιλό σκάγι στις απρόσιτες γωνιές για να δει αν θα πέσει καμιά φλούδα κάτω και να σε κόψει. Οπότε, όσο πλησιάζει το τέλος, η έννοια της κουβέρτας είναι το επόμενο ταξίδι.

Κι η γέφυρα την ίδια έννοια έχει αλλά στα πιο σοβαρά, να βγει η ρότα, να λογαριάσουν τα μίλια, τα καύσιμα, τις προμήθειες, το χρόνο, τους καιρούς, το βύθισμα άρα και την ποσότητα του φορτίου.  Η ρότα θα δώσει τα μίλια της απόστασης. Η ταχύτητα του πλοίου (αυτή που δόθηκε στους ναυλωτές, που μπορεί να διαφέρει λίγο από την πραγματική) μαζί με τις αναμενόμενες καιρικές συνθήκες κατά τόπο και εποχή,  και τον (περίπου) χρόνο.  Αυτά θα μεταφραστούν σε κατανάλωση καυσίμων (ντίζελ για τις ηλεκτρομηχανές και φούελ για την κύρια) πραγματική και δηλωμένη, και αφού δηλωθούν και τα υπόλοιπα στα τάγκια, το από πού και πότε θα κάνομε μπόνκερ(3), που το πληρώνουν οι ναυλωτές. Οι προμήθειες, τα στόρια και το γλυκό νερό, είναι προϋπολογισμένα να επαρκούν για κάποιο χρόνο ώστε να μπορεί το βαπόρι να τα πάρει πριν ξεμείνει κι αναγκαστεί να πάρει ό,τι νάναι κι απ’ όπου νάναι (σε ποιότητα γι αυτούς που θα τα καταναλώσουν και κυρίως σε τιμή για την κομπανία). Τα βυθίσματα είναι άλλο βάσανο. Πέρα από το βάθος του κάθε λιμανιού (που κι αυτό διαφέρει από ντόκο σε ντόκο), κάθε θάλασσα δεν έχει το ίδιο ποσοστό σε αλάτι ούτε την ίδια θερμοκρασία άρα ούτε την ίδια πυκνότητα το νερό, άρα ούτε την ίδια άνωση. Αν το λιμάνι είναι σε ποτάμι ή περνάς τον  Παναμά που το νερό είναι γλυκό και σε τροπικό πλάτος, ακόμα χειρότερα. Από αυτό καθορίζεται πόσο φορτίο μπορείς να φορτώσεις. Οπότε όσο νωρίτερα τα ξέρει ο καπετάνιος, η εταιρεία και (τα δηλωμένα) ο ναυλωτής τόσο το καλύτερο για όλους για να κάνουν τα κουμάντα τους.

Η μηχανή κοίταζε τις προμήθειές της αλλά εκείνοι στις 10+ μέρες που κάτσαμε στο λιμάνι είχαν αλλάξει ένα χιτώνιο σ΄ έναν κύλινδρο της κύριας μηχανής, είχαν ανεβάσει το παλιό στο κατάστρωμα της πρύμης να στερεωθεί κάπου που να μην εμποδίζει μέχρι να πουληθεί κάπου (συνήθως για μέταλλο) και λογαριάζανε τα έξτρα που θα παίρνανε για την επισκευή.

Και όλοι φυσικά με το μυαλό στο επόμενο λιμάνι και στον καιρό της διαδρομής.

Άμα το βαπόρι φύγει από λιμάνι της Άπω Ανατολής, που δεν έχει χύμα φορτία(4), χωρίς ναύλο, ταξιδεύει με  “Vancouver orders” δηλαδή τράβα προς Βανκούβερ να περάσεις τον Ειρηνικό, και βλέπουμε στο δρόμο.

Μ΄ αυτά και μ’ εκείνα, την άλλη μέρα θα φεύγαμε και κανείς δεν ήξερε τίποτα.

 

Επιστρέφοντας από το κοφιτάιμ των 10, μια κλεφτή ματιά στο Νο 3 (το μεσαίο από τα 5 αμπάρια) που είχε μείνει τελευταίο, να δούμε ως που βαστάνε, και πιάσαμε πάλι τα κλεισίματα. Άξαφνα από το μεγάφωνο της πλώρης ακούγεται η φωνή του καπετάνιου:

«Γραμματέα, ανέβα στη γέφυρα να πάρεις το ναύλο!»

Στους έλληνες (εγώ κι ο λοστρόμος) ψιλοαναστάτωση. Στους άλλους απορία. Ο γραμματικός στραβομουτσούνιασε. Σε αντίθεση με τον καπετάνιο που ήταν πιο όξω καρδιά και ανοιχτός άνθρωπος, εκείνος ήταν περισσότερο κρυψίνους και δεν ήθελε με τίποτα το πλήρωμα να ξέρει τα του βαποριού. Εξουσία μέσω της άγνοιας; Η χωριάτικη εκδοχή του «διαίρει και βασίλευε»; Οι τσοπάνηδες πρόγονοι; Ο θεός κι η ψυχή του…

Αργά ανέβηκε στη γέφυρα, και σε λίγο ακούστηκε από το μεγάφωνο: «Βανκούβερ, σούρφανο για το Μαρόκο»

Ρώτησα το λοστρόμο «μπόση(5), τι είναι το σούρφανο;»

«Θειάφι, μου λέει, και τ΄ αμπάρια θα θένε ασβέστωμα»

«Έ;»

«Ε να, περνάμε το αμπάρι με ασβέστη αντί για μπογιά, για να μη φάει το θειάφι τα σίδερα. Μια δόση θυμάμαι στο …»

Ούτε κι άκουγα  παρακάτω. Στο Βανκούβερ είχα ξαναπάει και μ΄ άρεσε, ήξερα και τα κατατόπια, δεν είχα θέμα γλώσσας, μια χαρά. Και στο βάθος το εξωτικό Μαρόκο…

 

Το μεσημέρι στη τραπεζαρία, ο καπετάνιος έδειξε και μια άλλη διάσταση του ταξιδιού. Μπαίνοντας για φαγητό λέει του μαρκόνη:

«Εμείς, μεγάλε, καθαρίσαμε!» και κάνει κι ένα κοφτό τρίψιμο της μιας παλάμης στην άλλη όπως όταν αποτινάζεις τις σκόνες.

«Τι λες καπετάνιε; Πώς;»

«Ε, ώσπου να πάγομεν στο Βανκούβερ, καμιά βδομάδα φόρτωση, να κατέβομεν  να περάσομεν τον  Πάναμα, να κροσάρομεν και τον Ατλαντικό, θα φτάσομεν Μαρόκο καλό Δεκέμβρη και Χριστούγεννα θα κάμομεν σπίτι μας!»

Πράγματι, όλοι σχεδόν οι έλληνες είχαμε μπει  στο βαπόρι, στα μισά του Μάη, οπότε φτάνοντας στο Μαρόκο το Δεκέμβρη κλείναμε εφτάμηνο (ή έστω πάνω από «έξη και δεκάξι») και μπορούσαμε να ξεμπαρκάρομε κι από λιμάνι κοντινό στην Ελλάδα, με φτηνό (για την εταιρεία) εισιτήριο για τα πήγαιν΄ έλα της αλλαγής πληρώματος.

«Γι αυτό σου λέω καθαρίσαμε!» και ξανάτριψε τα χέρια.

 

Την άλλη  μέρα, όντως φεύγαμε. Το ταξίδι μέχρι το Βανκούβερ θα κρατούσε 18 -20 μέρες. Μια και το βαπόρι ήταν ξεφόρτωτο, για να περάσει τον ωκεανό χωρίς να είναι μπαούλο, θα σαβουρώναμε εκτός από τα τάγκια και το τριάρι. Είναι το μεσαίο και μεγαλύτερο από τα πέντε αμπάρια του βαποριού, και γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις και δεξαμενή  έρματος. Με γεμάτο κι εκείνο, το βαπόρι έχει σε σαβούρα περίπου το ένα τρίτο του ωφέλιμου φορτίου του και «πατάει». Μερικές μέρες πριν το λιμάνι θα το αδειάζαμε για να ασβεστωθεί. Σφραγισμένο κανονικά, το γέμισαν θάλασσα μέχρι να αρχίσει να βγαίνει νερό από τα εξαεριστικά που λειτουργούσαν εν προκειμένω σαν υπερχείλιση, και κάθε μερικές μέρες θα έτρωγε κι ένα συμπλήρωμα για να αναπληρώνεται το νερό που έφευγε από το μπότζι του ταξιδιού, ώστε να είναι πάντα γεμάτο ξέχειλο και να μην έχει ελεύθερη επιφάνεια να κουνιέται.

Στο μεταξύ οι κάβοι τυλίχτηκαν και κατέβηκαν στο πούπι(6) , και το χιτώνιο στερεώθηκε με σκοινιά σε μάπες στη βάση της καπνοδόχου, να μην είναι μες στη μέση. Άμα λέμε χιτώνιο, εννοούμε έναν κούφιο κύλινδρο  διαστάσεων μεγαλύτερων από σιδερένιο βαρέλι  με πάχος πεντέξι πόντους και διάφορα ανοίγματα (θυρίδες), που σφηνώνεται στον κύλινδρο και μέσα στο οποίο ανεβοκατεβαίνει το πιστόνι (έμβολο). Καμιά τριανταριά πόντους από τη βάση του, έχει ένα δαχτυλίδι ύψους τουλάχιστο είκοσι πόντους από δόντια τέσσερεις πέντε πόντους βαθιά σαν γρανάζωμα, όχι για να γυρίζει αλλά για να σφηνώνει στη βάση του.  Οπότε μιλάμε για κάτι μεγάλο και βαρύ που επιπλέον κυλάει όταν είναι ελεύθερο.

Ησυχάσαμε και μ΄ αυτό και άρχισε το ασβέστωμα των αμπαριών με βούρτσες στα χαμηλά και σπρέι στα ψηλά και τελευταίο το πάτωμα του αμπαριού, το  πανιόλο. Ο ασβέστης πριν στεγνώσει  δίνει την εντύπωση πως απλά έβρεξες τον τοίχο και μετά βγαίνει η ασπρίλα του. Περνιόταν όλο το αμπάρι και την επομένη ακόμα ήταν μισοδιάφανο. Ο καπετάνιος το ‘βλεπε κι ήταν μέσα στη γρίνα

«Ετσιγκουνευτήκετεν τον ασβέστη και δεν πιάνει; Να το περάσετε κι άλλο χέρι» τρωγότανε του γραμματικού.

Μετά από δυο τρία χέρια το κατάλαβε αλλά τόπε μόνο σε μένα.

«Εκάμαμεν μαλακία.  Δεν είναι Μέξικο πού ‘χει σαράντα βαθμούς και στεγνώνει σε μισή ώρα».

Ήμασταν μετά τη μέση του Οκτώβρη, και σε μέρη με πιο κρύο και πιο υγρό κλίμα από το αντίστοιχο της Ελλάδας. Εκείνος, χρόνια να ταξιδεύει κεντρική και νότια Αμερική, είχε συνηθίσει σε άλλα δεδομένα.

Όντως, μετά από τρείς τέσσερεις μέρες με τα αμπάρια ανοιχτά, στέγνωσε και φάνηκε.

«Δεν πειράζει, επροστατέψαμεν το βαπόρι από το θειάφι».

Ο γραμματικός τον άκουγε και μασούσε τα μουστάκια του. Για να τον παρηγορήσω κάποια στιγμή του το ‘πα:

«Εμένα μου το ‘πε πως ‘εκάμαμεν μαλακία’ με τον ασβέστη».

Άνοιξαν τα μάτια του

«Το ‘πε;»

«Το ‘πε! Και δεν είναι λέει Μεξικό που στεγνώνει τσακ μπαμ!»

«Έ, μα!»

 

Με όλα αυτά είχαμε περάσει την χερσόνησο της Κορέας και πλέαμε πάνω από την Ιαπωνία για να περάσουμε από το στενό Τσουγκάρου, ανάμεσα στα νησιά Χόνσου και Χοκάιντο και να βγούμε στον ωκεανό. Φυσικά το είχαμε εξελληνίσει σε ‘τσουκαρού’. Ο καιρός όλο αυτό το διάστημα ήταν μουντός, συννεφιασμένος (βαθύ φθινόπωρο είπαμε) αλλά χωρίς  βροχή, ευτυχώς για τον ασβέστη, ούτε καμιά ιδιαίτερη θάλασσα. Παραόξω όμως; Ο Ειρηνικός, μόνο κατ όνομα είναι ειρηνικός κι αυτό γιατί «Ο Μαγγελάνος ήτανε κωλόφαρδος που τον επέρασεν από τα τροπικά και χωρίς τυφώνες, αλλιώς ποτές του (δ)έ θα ‘φτανεν με το καΐκι(7) ως την Αμερική».

«Και μετά την Τσουκαρού, καπετάνιο, θα κάνομε τόξο;»

«Ελωλάθηκες Γιώργη, που θα κάμομεν τόξο  Νοέμβρη μήνα κι αξεφόρτωτοι; Θα ζωγραφίσομεν ένα τόξο να το δίνομεν στους ναυλωτές, κι εμείς θα πάγομεν από πιο χαμηλά».

Επειδή η Γή δεν είναι επίπεδη, όπως στους χάρτες, αλλά σχεδόν σφαίρα, σε μεγάλες αποστάσεις πχ στο πέρασμα ενός ωκεανού, για να πας από ένα σημείο στο άλλο, η συντομότερη διαδρομή δεν είναι η ευθεία που ενώνει στο χάρτη τα δυο σημεία, αλλά τόξο μέγιστου κύκλου. Η διαφορά είναι αξιόλογη, αλλά σε οδηγεί σε μεγαλύτερα πλάτη και, τέτοια εποχή ειδικά, σε άσκημους καιρούς. Οπότε σχεδιάζεις στο χάρτη το τόξο (δηλαδή μια τεθλασμένη που να προσεγγίζει την καμπύλη του θεωρητικού τόξου) με υπολογισμούς σφαιρικής τριγωνομετρίας (το GPS το κάνει αυτόματα) για να δίνεις στίγματα από κει, και πας στην σχεδόν ευθεία σε μικρότερα πλάτη που είναι πιο καλός ο καιρός. Τότε ακόμα δεν μπορούσαν να παρακολουθούν την πορεία του πλοίου σε πραγματικούς χρόνους από δορυφόρο, και δέχονταν τα στίγματα που έδινε το βαπόρι, ενώ την διαφορά στο χρόνο του ταξιδιού την αποσοβούσαν οι κακοί καιροί στους οποίους (θεωρητικά) ταξίδευες που μείωναν την ταχύτητα πλεύσης, και στην κατανάλωση τα καβατζωμένα καύσιμα. Φυσικά η εταιρεία ήξερε και τις δύο θέσεις και συνθήκες και καταναλώσεις αλλά κι οι αρχικαπετάνιοι των γραφείων είχανε καπετανέψει πριν γίνουν ναύαρχοι (όπως κι οι παλιοί εφοπλιστές) και ξέρανε τα πώς και τα γιατί. Χαρακτηριστικά ένας αρχικαπετάνιος (που μετά έγινε και εφοπλιστής) έλεγε στους καπετάνιους ειδικά στους νέους:

«Γιά δε, εγώ κάθομαι στο γραφείο, και θα σου ρίξω και τις παναγιές σου άμα λάχει, αλλά εσύ είσαι μέσα στο βαπόρι κι εσύ το ταξιδεύεις, δεν είμαι εγώ, γι αυτό κοίτα να κάμεις το κουμάντο σου».

Ήδη, όπου βολούσε ο καιρός και τα ρεύματα, κοιτάγαμε να κλέψομε κάνα μίλι να το χουμε για παρακάτω.

 

Τα στενά της Τσουκαρούς, δεν είναι και τόσο στενά, είναι από 20 χιλιόμετρα και πάνω το φάρδος τους, αλλά έχει πολλή κίνηση από ταχύτατα φέριμπότ  που τα διασχίζουν συνέχεια ενώνοντας μεγάλες πόλεις της Ιαπωνίας εκατέρωθεν, κίνηση από ποντοπόρα που πάνε ή έρχονται από τον Ειρηνικό, και συνήθως λίγη ή περισσότερη ομίχλη. Ευτυχώς τα περάσαμε μέρα, με μια ψιλή θολούρα έτσι για το καλό, χωρίς όμως κάτι το αξιοσημείωτο. Και μπροστά μας πια ο ωκεανός, με τα ελάχιστα ως καθόλου βαπόρια στο δρόμο μας, ουρανός και θάλασσα και συννεφιά, περιμένοντας φουρτούνες.

Ντούκου ντούκου η προπέλα, ώρα μπρός και μέρα πίσω, όλο πηγαίναμε και πηγαιμό δεν είχαμε. Βαριά σύννεφα, καμιά ψιχάλα, ολίγη θάλασσα το πολύ εξάρι εφτάρι κι αυτό γιά στη μάσκα γιά δευτερόπρυμο(8), κι ο μαρκόνης να βγάζει στο φαξιμάιλ(9) χάρτες καιρού. Στο βορρά ήταν συνέχεια ζωγραφισμένα ψυχρά μέτωπα που σάρωναν τον ωκεανό και κάποια μεγάλα που φτάνανε μέχρι κάτω. Αυτά τα μέτωπα τα καταιγιδοφόρα είναι καμπύλες από βορρά προς νότο και έχουν στην κυρτή μεριά δόντια. Τά ‘βλεπε ο καπετάνιος και γρίνιαζε του μαρκόνη:

«Τι μου τις φέρνεις τις πριόνες ετούτες; Όλος ο ωκεανός γεμάτος πριόνες και θες να περάσομεν κι από μέσα!»

Ο μαρκόνης τσίμπαγε:

«Μα καπετάνιο, εγώ τις βγάζω;»

«Να μη μου ξαναφέρεις πριόνες!» και στο καπάκι «Εμείς μεγάλε, καθαρίσαμε!» και ξεσκόνιζε το χέρι του, αφήνοντας τον ασυρματιστή με σουφρωμένα φρύδια να μισοχαμογελά αμήχανα.

Εμάς βέβαια μας πιάνανε οι ουρές τους που ήταν πιο ξεθυμασμένες και το σουέλ(10) τους αλλά δεν ήταν κάτι το τόσο φοβερό. Άμα τα πράματα ζόριζαν, την πέφταμε ή στον καναπέ πού ήταν κάθετα στο κρεβάτι (αυτό έχει πάντα κατεύθυνση πλώρα-πρύμα) ή σηκώναμε την έξω πλευρά του στρώματος με το σωσίβιο (δεν ήταν κουλούρα, ήταν γιλέκο -λάιφ τζάκετ) και σφηνώναμε με το μπουλμέ (τον τοίχο) για να κουνιόμαστε μαζί με το βαπόρι χωρίς να κουτρουβαλάμε. Ξανάδαμε ό,τι βιντεοκασέτες είχαμε, διαβάσαμε μέχρι τις ετικέτες από τα σώβρακα κι αγάντα να περάσει ο καιρός.

Εγώ, πονηρεμένος από την άλλη φορά, είχα αγοράσει από το Βανκούβερ ένα πάζλ ένα μέτρο επί ανάμισι, δέκα χιλιάδες κομμάτια, έστρωσα στο πάτωμα της καμπίνας κάτι παλιούς χάρτες από την ανάποδη, και βάλθηκα να το πολεμώ. Κάποτε ζαβλάκωνα κι έπεφτα για ύπνο. Ήταν κι οι μέρες των 23 ωρών που φεύγαν πιο γρήγορα, ήρθε κι η μέρα πίσω με τις αλχημείες του σεφ, που έπρεπε να σκεφτεί κάτι εκτός εδεσματολογίου κι έφτιαξε ένα τούβλο με τρύπες δίκην παστίτσιου, κι όλο και  πλησιάζαμε.

 

Πεντέξι μέρες πριν το Βανκούβερ, ξασαβουρώσαμε το τριάρι, το ξεπλύναμε από τη θάλασσα με γλυκό νερό και το ασβεστώσαμε. Αφήσαμε στο πανιόλο τα άδεια βαρέλια του ασβέστη και κάποια με σκουπίδια για να τ΄ ανεβάσουμε στα στενά πριν το λιμάνι με το γκρένι που δεν θάχε το ελάχιστο κούνημα.  Το βαπόρι μόνο με τις δεξαμενές έρματος ήταν σαν μπαούλο που πλέει αλλά οι πριόνες είχαν περάσει και παλεβότανε. Σε μιάμιση μέρα θα μπαίναμε στα στενά Juan de Fuca μεταξύ Vancouver Island του Καναδά και πολιτείας Ουάσιγκτον της Αμερικής. Κι εκεί προς το μεσημέρι, κρι κρι κρι το νάφτεξ(11) στη γέφυρα, έβγαζε μαντάτα. Πάνω πάνω και στη μέση, υπογραμμισμένο πάνω και κάτω, HURRICANE WARNING κι από κάτω ένα δελτίο χέστα κι άστα. Ένα βαθύ χαμηλό με ανέμους 60 – 70 κόμβους (110 – 130 χλμ/ώρα) και κύματα ανάλογου μεγέθους, θα ανέβαινε από νότο προς βορρά με καμιά δεκαπενταριά μίλια ταχύτητα, και η πορεία του θα διασταυρωνόταν με τη δικιά μας. Τα βάλαμε κάτω. Εκεί είναι τώρα, εδώ είμαστε εμείς, με τόσα πάει εκείνο, με τόσα πάμε εμείς, όταν θα περάσουμε από το διάβα του αυτό θα έχει φτάσει στα βορεινά του Vancouver Island, κάπου 180 μίλια μακριά.

«Θα μας αφήκει κάνα σουέλ, στου διαβόλου τη μάνα».

«Καλά, εδωνά πάνω βγάζει τυφώνες, κοντά πενήντα πλάτος;»

«Χοντρή καταιγίδα είναι, αλλά δεν μπορεί να το βαφτίσει tropical storm εδώ που είναι, και το λέει τυφώνα λόγω έντασης ανέμου. Μποτσάρετεν τα πράματά σας καλού κακού».

Κατά το μούχρωμα ο καιρός όσο πήγαινε και χαλούσε. Οχτώ εννιά το βράδυ είχε γίνει δεκάρι γεμάτο και γύριζε από τη μάσκα στη μπάντα. Το βαπόρι χτυπιόταν και στραμπουλιόταν, βουτούσε και σηκωνόταν, η προπέλα ξενέριζε και κακάριζε το γκόβερνορ(12), κι εμείς βαστιόμαστε απ όπου μπορούσαμε να μην έρθομε κάτω. Στις έντεκα είχαμε 65 μίλια αέρα κι ο καπετάνιος γύρισε το βαπόρι κατά το νοτιά.

«Το γαμημένο δεν επέρασεν, κατσικώθηκεν και μας επερίμενε. Πορεία για Χιλή!». Το ‘φερε να τον έχουμε δευτερόπρυμο, έτσι κι αλλιώς ήμαστε μακριά από στεριές, και συγχρόνως να απομακρυνόμαστε κι από τη φουρτούνα. Το κουνολόγημα εξακολούθησε βέβαια αλλά η ταλάντωση γινόταν σε πιο βολική κατεύθυνση.

Στις δώδεκα κατέβηκα στην καμπίνα. Στο δρόμο πήγαινα με ανοιχτά χέρια και κρατιόμουνα από τις δυό πλευρές του αλουέ (του διαδρόμου)  για να φτάσω όρθιος. Ό,τι δεν ήτανε δεμένο ήταν πεσμένο και κουτρουβαλούσε ή γλιστρούσε πέρα δώθε στο πάτωμα. Το πάζλ (κι ήτανε καμωμένο πάνω απ΄ τα μισά, τρομάρα μου) είχε γίνει ένα βουναλάκι από κομματάκια που γλιστρούσαν μαζί με τους χάρτες. Πού και πού αναπηδούσαν καθώς φαίνεται πως είχε λακκούβες ο δρόμος. Χωρίς να γδυθώ πήγα και σφήνωσα στην κόχη στρώμα-μπουλμές κι έκλεισα τα μάτια χωρίς να κοιμάμαι. Κατά τις μία παρά άκουσα κάτι να χτυπάει δυνατά στην πρύμη. Δεν ήταν κρότος με ρυθμό, χτυπούσε ακανόνιστα αλλά δυνατά, σαν κάτι να κοπανιόταν, αλλά αντιλαλούσε το κομοδέσιο ή έτσι μου φάνηκε καθώς ο ήχος μέσα από τα σίδερα πρέπει να  ‘φτανε μέχρι την πλώρη. Σε κάνα δεκάλεπτο μου χτύπησαν την πόρτα. Ήταν ο γραμματικός:

«Γιώργη, ντύσου κι έλα στην πρύμη».

«Τι χτυπάει καπτα-Χρήστο;»

«Το χιτώνιο τά ‘σπασε και κουτρουβαλά».

Έβαλα παπούτσια και μπουφάν και κατέβηκα χορεύοντας στην πρύμη. Όσοι δεν είχαν βάρδιες ήταν εκεί. Το βαπόρι χόρευε και το χιτώνιο κυλούσε και στριφογύριζε (εξαιτίας των γραναζιών που του δίναν μια κωνικάδα) και γλιστρούσε πάνω στη βρεμένη λαμαρίνα και κοπανούσε σε ότι βρισκόταν στο δρόμο του. Αν ήταν ρέλι ή λαμαρίνα έκανε λακκούβα κι όπου άγγιζε, τουλάχιστο έσπαγε τη μπογιά.

Πρέπει, κατά την διάρκεια του ταξιδιού, σιγά σιγά με το κούνημα, να λασκάρανε τα σκοινιά που το δέσανε και να τρωγότανε εκεί που τρίβανε στις γωνιές των χειλιών του κι όταν δυνάμωσε το κούνημα, έχοντας μπόσικα να κινηθεί, κάποια στιγμή τά ΄κοψε και λευτερώθηκε.

Στην αρχή είπαν να ρίξουν τίποτα ξύλα στο διάβα του μπας και το σταματήσουν, (όχι τίποτα της προκοπής, σανίδια από παλέτες) αλλά κάτι το κενό λόγω των γραναζιών, κάτι η φόρα που έπεφτε πάνω τους, κάτι οι λακκούβες που πέφταμε καθώς ξενέριζε η πρύμη, κάτι το πείσμα του να μη θέλει να ξαναμπεί στα δεσμά, πότε τα απόφευγε και πότε περνούσε από πάνω τους κυλώντας ή και πηδώντας. Στην πλώρη είχαμε πιο σοβαρά ξύλα αλλά ποιος θα πήγαινε νυχτιάτικα και με τέτοια θύελλα, που δε θάφτανε ποτέ, χώρια πως δεν ξέραμε σε τι κατάσταση ήταν το καμπούνι(13) , που το πιο πιθανό ήταν να τα είχε φέρει όλα κάτω και να ήταν μαντάρα. Άρχισαν να πέφτουν ιδέες.

«Να κόψουμε τα ρέλια να πάει στη θάλασσα».

«Ίντα λές που θα το πετάξομε στη θάλασσα».

«Να σωριάσουμε κάνα κάβο μπροστά του να φρακάρει»

«Οι κάβοι είναι στο πούπι, μόνο αυτοί στις ανέμες(14)»

Ξετυλίξαμε ένα κάβο από την ανέμη, και σιγά σιγά με πηδήματα κάναμε ένα σωρουδάκι στο δρόμο του, κι άλλο ένα παρακεί κι όταν κάπως άρχισε να αργοπορεί και να γυρεύει να σταματήσει, ρίξαμε ένα βιλάι(15) να περάσει μέσα από τον κύλινδρο. Στην άλλη άκρη του βιλαγιού ήταν δεμένη η γάσα (η θηλιά) του κάβου που πέρασε κι αυτή μέσα από το χιτώνιο, κεφαλώθηκε σε μια μπίντα, και με το βίρα έμεινε το χιτώνιο να τραμπαλίζεται αλλά να μην φεύγει. Περάσαμε και τον άλλο κάβο, τον κεφαλώσαμε αλλού και μόλις τεζάρισαν και οι δύο το χιτώνιο ακινητοποιήθηκε σχεδόν στον αέρα. Σφηνώσαμε και τα ξύλα από κάτω, δέσαμε κι άλλα σκοινά από τις θυρίδες του να γίνει βράχος κι ανακουφισμένοι, μουσκεμένοι, ζαλισμένοι γυρίσαμε στις καμπίνες μας. Είχε πάει κοντά τρείς. Γδύθηκα κι  έπεσα. Κοιμήθηκα τον ύπνο του νεκρού.

Το πρωί ήπια καφέ σ΄ ένα πλαστικό σέικερ, να φτάνει κάτω από τη μέση, κι ανέβηκα στη γέφυρα. Μετά από έξη ώρες πορεία προς το νοτιά, είχαμε ξαναγυρίσει βορεινά με τον καιρό στη μάσκα, να ξαναβρεθούμε κοντά στον προορισμό μας. Ο άνεμος ήτανε στο εννιά με δέκα ακόμα, αλλά η θάλασσα είχε πιο πολύ. Το άδειο βαπόρι ακόμα στραμπουλιότανε  αλλά  η γενική εικόνα ήταν πως γύρευε να στρώσει. Το νάφτεξ είχε ξεράσει τη νύχτα ειδοποίηση πως το χαμηλό είχε μείνει στάσιμο και απομακρυνόταν με 5 μίλια την ώρα προς το βοριά.

«Καλά και μας τόπανε…»

Ο μάγειρας έφτιαξε φαί της τρικυμίας. Πίτσα που είναι ξεροφάι και μπαίνει στο φούρνο και, στον πάτο ενός μεγάλου καζανιού, φασόλια άσπρα σε ελάχιστο ζουμί, που τα σέρβιρε σε όποιον ήθελε με τρυπητή κουτάλα. Εννοείται πως τρώγαμε στα όρθια κι ο καπετάνιος κέρναγε σ΄ όποιον ήθελε κι ένα ούζο για το στανιάρισμα.

 

Το απόγεμα πια είχε εμφανώς βελτιωθεί μετά από είκοσι ώρες χτυπολόγημα. Ήμαστε στο εξάρι κι έπεφτε, είχαμε έρθει στην πορεία μας, μέχρι που την άλλη μέρα έβγαλε κι ήλιο, μετά από πάνω από μήνα. Είχαμε να δούμε λιακάδα από πριν να πάμε στο Τσινγκτάο. Μπαίνοντας πια στα στενά του Ιωάννη Φωκά που είχε κόψει καλά καλά, ανοίξαμε και τα αμπάρια να δούμε τι γίνεται και να στεγνώσουν από τις όποιες υγρασίες. Είχαμε το φόβο πως θα είχε ρίξει και κουτρουβαλήσει τα βαρέλια στο τριάρι και θα θέλαμε να το πιάσομε από την αρχή. Απεναντίας, όλα ήταν στη θέση τους, όπως τα είχαμε αφήσει. Στη μέση του βαποριού και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας δεν είχαν πάρει χαμπάρι.

«Την άλλη φορά θα’ ρθω εδώ να κοιμηθώ» είπε ο γραμματικός.

Στο υπόλοιπο πλοίο, ό,τι μπορούσε να πέσει, επειδή ήταν πλημμελώς στερεωμένο, είχε πέσει.

Στην καμπίνα, μάζεψα το πάζλ στη σακούλα του, το έβαλα στο κουτί του κι όλο μαζί στη βαλίτσα. Όταν τον επόμενο Αύγουστο ξεμπάρκαρα, το πήγα στην αποθήκη. Ακόμα εκεί είναι. Έχω μείνει με την αίσθηση πως ένα ή δυό κομμάτια έχουν χαθεί. Θα το μάθουν κάποια στιγμή οι αρχαιολόγοι.

Το χιτώνιο το δώσαμε στο Βανκούβερ για μέταλλο.

[Σχόλιο δικό μου: Η περιπέτεια με το χιτώνιο που λύθηκε, μού θύμισε μιαν άλλη ιστορία που έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, ένα απόσπασμα από το 1793 του Βίκτωρος Ουγκό, όπου περιγράφεται ανάλογη περίπτωση, με κανόνι όμως και σε ξύλινο ιστιοφόρο, 200 χρόνια πριν]

 

Β. Της παλίρροιας

Η Savannah της Georgia, ήτανε το έκτο και τελευταίο λιμάνι εκφόρτωσης σ΄ εκείνο το ταξίδι. Ναύλο δεν είχαμε ακόμα,  και οι οδηγίες από το γραφείο ήταν να κατηφορίσομε να μπούμε στον Κόλπο (του Μεξικού) με σκοπό να κάτσομε να περιμένομε στη ράδα της Νέας Ορλεάνης ή όπως το λέγανε New Orleans orders. Ξεκινήσαμε να περιπλεύσομε τις ακτές της Αμερικής.  Με το γκολφστρίμ κόντρα να μας κόβει το δρόμο στο μισό, είπαμε να πάμε πιο κοντά στην ακτή μπας και πιάναμε το αντίρρευμα(16) και πάρομε κάνα μίλι. Μια μέρα μετά ήρθε το μαντάτο. Προορισμός Νιού Άμστερνταμ στη Γουιάνα, φορτίο βωξίτης για το Κόρπους Κρίστι του Τέξας. Θεωρούνταν καλά νέα. Μέτριο σε διάρκεια ταξίδι, εννιά δέκα μέρες, το φορτίο χώμα, δεν θέλει και πολλά πολλά στο αμπάρι, δεν είναι σιτηρά, κι άλλο τόσο μέχρι την Αμερική, φάγαμε ένα μήνα. Η Αμερική προτιμιόταν σαν προορισμός γιατί ερχόταν δολάρια στο βαπόρι, γιατί είναι καλή για ψώνια πάσης φύσεως (ήτανε, και ίσως είναι ακόμα η πιο φτηνή χώρα του δυτικού κόσμου), είναι βολική στο ξεμπαρκάρισμα για όσους μετράνε μέρες, και ειδικά στον Κόλπο, βρίσκονταν εύκολα φορτία για Κεντρική και Νότια Αμερική. Καλά όλ΄ αυτά αλλά να πάμε πρώτα στη Γουιάνα. Κανείς δεν είχε πάει ούτε και ξέρανε κανέναν να πήγε. Ο μαρκόνης ρωτούσε τους ασυρματιστές από άλλα πλοία της εταιρείας μήπως ξέρανε κάτι, αλλά δεν είχε τύχει σε κανένα. Δεν χαλιόταν όμως κανείς, Νότια Αμερική είναι, δίπλα στη Βενεζουέλα, ό,τι και νάναι Λατίνα είναι.

 

Εμένα με εξιτάριζε το ταξίδι αυτό, γιατί μέχρι τότε από ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο, είχα πάει μόνο σε λιμάνια της Αμερικής και του Καναδά, καλά κι άγια αλλά γούσταρα να πάω και μια στη Λατίνα, στην Κεντρική ή στη Νότια Αμερική. Στα Ισπανικά δεν ήξερα ούτε να κλάσω, αλλά σίγουρα θα τα μάθαινα εύκολα, τις παίρνω τις γλώσσες άμα έχω καλούς δασκάλους, γιατί τη θέληση την είχα. Κάτι ελάχιστα από τα βαπορίσια τα έμαθα ακούγοντας τους άλλους, κάτι από ένα ναύτη Σαλβαδοριάνο, κάτι από το δόκιμο της γέφυρας που ήταν μισός Έλληνας μισός Βενεζουελάνος, θα την έβρισκα την άκρη, κι αν όχι εγώ ο Οδυσσέας κι ο Βενιαμίν(17) σίγουρα. Το μόνο πού μάθαμε στις δέκα μέρες του ταξιδιού είναι, πως από τις τρείς Γουιάνες εμείς πηγαίναμε στην πρώην Βρετανική Γουιάνα, που είχε γίνει ανεξάρτητη κι έκοψε το βρετανική κι έμεινε σκέτη, ενώ δίπλα η πρώην ολλανδική λεγόταν Σουρινάμ και παραδίπλα η γαλλική παρέμεινε  Γαλλική. Με βάση το χάρτη, το Νιού Άμστερνταμ ήταν μέσα σ΄ ένα ποτάμι, ήταν η δεύτερη πόλη της χώρας μετά την πρωτεύουσα Τζορτζτάουν, και μάλλον θάχε ιδρυθεί από Ολλανδούς (ήτανε και κοντά στο Σουρινάμ), αλλά τη γλίτωσε όταν έγινε εγγλέζικη και δεν έγινε Νέα Υόρκη.

 

Τραβήξαμε νοτιοανατολικά, περάσαμε έξω από τα Προσήνεμα και τα Υπήνεμα Νησιά(18), και μετά ντουγρού τον κατήφορο για Γουιάνα (ή Γκουαγιάνα  όπως την έλεγε Βενεζουελάνικα ο δόκιμος –από καιρό καπετάνιος τώρα πια).

Ζέστη, ήλιος αμείλικτος αλλά δεν ήταν και Ερυθρά Θάλασσα, παλευόταν (λέμε τώρα). Κάποια στιγμή μας ήρθε κι ένα νάφτεξ πως  η Μονσεράτ ήταν στις κακές της(19) και όποιος είναι εκεί κοντά να βαρδάρει(20), αλλά περνούσαμε από μακριά και δεν δώσαμε σημασία. Ήδη πλησιάζοντας, πέρα από τη θολή γραμμή που έδειχνε την παρουσία στεριάς μέσα στην τροπική αχλή, θόλωναν και καφέδιζαν τα νερά δηλώνοντας πως υπάρχει ποτάμι. Μπήκαμε αργά στο ποτάμι, πήραμε και πιλότο αλλά ήταν της συμφοράς. Το κουμάντο το έκανε από το VHF ο καπετάνιος ενός ελληνικού πλοίου που ήταν στο βάθος σαν βαπόρι-μάνα. Μας περίμενε, μας έπιασε στο ραντάρ και έδινε οδηγίες σε μας και εντολές στον πιλότο.  Τι γίνεται εδώ; Τέλος πάντων, περάσαμε κάτι γαριδόμαντρες σχεδόν έξω  και προχωρώντας παραμέσα είδαμε  ένα εξηνταπεντάρι(21) με γκρένια, αγκυροβολημένο μπρος πίσω. Θα πέφταμε δίπλα του. Αυτό ήταν η μάνα. Κάναμε αναστροφή να έχουμε την πλώρη προς τον ωκεανό, ρίξαμε κι άγκυρα, δέσαμε σε κάτι σημαδούρες μπρος πίσω, και δώσαμε κάβους, σπρινγκ και κουτούκια(22) στη μάνα για να κολλήσομε.

 

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση για τα τι και τα πως της χώρας και της φόρτωσης. Η πρώην Βρετανική Γουιάνα, έγινε ανεξάρτητη το 1966 κι από αποικία έγινε προτεκτοράτο. Δηλαδή στα κοιτάσματα τουλάχιστον του βωξίτη (αλλά υποθέτω κάτι ανάλογο και στα άλλα ορυκτά) το κουμάντο το έκανε μια εταιρεία (αγγλο-ολλανδο- γάλλων και δεν ξέρω τι άλλο) που είχε και έλεγχε τα ορυχεία κι ήταν κράτος εν κράτει. Φόρτωνε από κει βωξίτη για τα εργοστάσια (δικά της αλλά και άλλων) σε Αμερική και αλλού εκεί κοντά (π.χ. Τζαμάικα) , από κει έπαιρνε αλουμίνα και την πήγαινε στα εργοστάσια της στην Αφρική (νομίζω Νιγηρία) να γίνει αλουμίνιο. Μέσα στην εταιρεία ήταν κι ο Κουμάνταρος, που ο εφοπλιστικός κλάδος των εταιριών του είχε αναλάβει τον κύκλο των μεταφορών, Γουιάνα –Αμερική (ή όπου) – Νιγηρία και πίσω Γουιάνα. Είχε εγκαταστήσει ένα βαπόρι σαν πλωτή αποθήκη για να μην σταματάει η ροή μεταλλεύματος που κατέβαινε το ποτάμι με μπάριζες (μαούνες) από τα ορυχεία. Αυτό, είχε ρίξει τέσσερεις άγκυρες, δυό  μπρος δυό πίσω, κι ήταν εκεί με χρονοναύλωση για δέκα χρόνια. Τα πλοία που θα έρχονταν φόρτωναν από αυτό κι απευθείας από τις μαούνες. Ο καπετάνιος του Κουμάνταρου ήταν γενικός δερβέναγάς στο Νιου Άμστερνταμ κι αν κάποιος αμφέβαλλε έπρεπε να τον ακούσει να ξεχέζει τον λιμενάρχη στο VHF. Εμείς πού μπλεκόμαστε σ΄ αυτό; Τα πλοία του Κουμάνταρου που είχαν αναλάβει τις μεταφορές, είχαν αθροίσει καθυστερήσεις, από τρικυμίες, στα λιμάνια (ιδίως της Νιγηρίας) κι έτσι ναύλωσαν ένα βαπόρι από αλλού για ένα ταξίδι, για να καλύψουν το κενό πριν φανεί στα εργοστάσια. (23)

 

Η μάνα ήταν μάνα σε όλα. Το νταλαβέρι με τις αρχές, προμήθειες αν χρειαζόταν,  γινόταν μέσω του καπετάνιου της, είχε και καμιά εικοσαριά κοπέλες πλέον των μονίμων του πληρώματός της, για τις ανάγκες των πλοίων που θα ερχόταν να φορτώσουν. Ανέβαιναν στο βαπόρι εγκαθίσταντο, ναυλωνόταν και με τον απόπλου επέστρεφαν στη μάνα, μέχρι να έρθει καινούργιο βαπόρι για φόρτωση. Ήταν σκούρες, αλλά όχι με το κοκκινωπό σκούρο της Λατίνας, ούτε με το αφρικάνικο καφέ-μαύρο αλλά με το πρασινωπό σκούρο της Ινδίας και του Πακιστάν. Επιπλέον μιλούσαν πολύ καλά αγγλικά και μεταξύ τους σε κάποια άλλη γλώσσα που δεν ισπάνιζε (όπως την άκουγα τουλάχιστον). Όταν μπήκαν -μόλις άνοιξαν δίαυλοι συγκοινωνίας με τη μάνα, δηλαδή αμέσως- πήγαν στο καπνιστήριο του πληρώματος και, περιμένοντας να τελειώσουν οι διαδικασίες του κατάπλου για να αγκαζαριστούν, άνοιξαν τηλεόραση. Στο κανάλι (ένα από δύο που έπιανε στο βαπόρι) μια παρουσιάστρια με σαρί και τη βούλα στο κούτελο μιλούσε σε ακατάληπτη γλώσσα και από κάτω τα γράμματα ήταν ινδικά! Οι εγγλέζοι όταν πήγανε, είχαν εποικίσει το μέρος με Ινδούς που οι απόγονοί τους αντιπροσώπευαν το μισό πληθυσμό της χώρας. Χαράς την τύχη! Η μόνη χώρα της Νότιας Αμερικής που πήγα στη ζωή μου, κι αυτή ήταν αγγλόφωνη και την κατοικούσαν Ινδοί! (Εντάξει μετά πήγα σε κάνα δυό της Κεντρικής και κάπως ισοφάρισα).

 

Εγώ πάντως ήθελα να βγω και έξω. Για τουρισμό και ψώνια. Ήρθε μια λάντζα που κρατιόταν με το ζόρι, μας πήρε, περάσαμε κάτω από μια γέφυρα (που ενώνει με την κωμόπολη Rosignol –να κι η γέφυρα του Ροσινιόλ στου διαβόλου τη μάνα-) και φτάσαμε σ΄ ένα  μικρό μόλο για μια βάρκα. Η λάντζα συγκρατιόταν στη θέση της με τη μηχανή και η πλώρη της άφριζε από το ρεύμα του ποταμού. Βγήκα έξω, συργιάνισα λίγο, μια κωμόπολη ήταν με ένα δυό δρόμους άσφαλτο και οι άλλοι πατημένο χώμα, πήγα για ποτό, έκανα τα κουμάντα μου υπό την αιγίδα του Κουμάνταρου, και κατά τις 10-11 επέστρεψα στο βαπόρι. Η φόρτωση είχε αρχίσει από ώρα. Από μακριά φαινόταν στα φώτα των δύο πλοίων, ένα σύννεφο από τη σκόνη του βωξίτη που είναι ένα κόκκινο ψιλό χώμα που κιόλας είχε κοκκινίσει τα πάντα. Από μια μεριά του βαποριού είχε δέσει μια μπάριζα που την ξεφορτώναμε στο δικό μας με τα γκρένια μας (που είχαν και χούφτες) κι από την άλλη μας φόρτωνε η μάνα με τα δικά της. Ένα από τα γκρένια μας είχε πάθει κάποια βλάβη και τρέχανε όλοι μαζί, καπετάνιος, γραμματικός, μηχανικοί και ο ηλεκτρολόγος να τη φτιάξουνε, ενώ κανόνισαν να φορτώσουν με άλλο γκρένι ένα διπλανό αμπάρι για να μη χρεωθούμε καθυστέρηση. Εγώ όταν είδα πως δε με χρειάζονταν, πήγα στην καμπίνα, φαμελίτης γαρ.

 

Η φόρτωση κράτησε καμιά βδομάδα. Πάνω στα ορυχεία είχαν κάποια απεργία και δεν κατέβαιναν μπάριζες ή κατέβαιναν αραιότερα, ο καπετάνιος της μάνας γαμοσταύριζε επί δικαίων και αδίκων γιατί οι καθυστερήσεις οφειλόταν σε κείνους, αλλά φορτώναμε από κει, κι όλο και χαμήλωνε το δικό μας κι όλο και ψήλωνε το άλλο που άδειαζε. Εμείς, δημόσιοι υπάλληλοι. Δουλειά στο ωράριο και μετά σπίτι. Στο μεταξύ δεν ήταν και για έξω γιατί δεν είχε και τίποτα, το κεχρί ήταν στην ταΐστρα, και επιπλέον τα πηγαινέλα με τη λάντζα ήταν ολίγον ρίσκο. Το ποτάμι είχε πολλά κουράγια και δυό φορές τη μέρα τα νερά άλλαζαν πορεία. Είχε ισχυρό ρεύμα τόσο προς τα μέσα από τον ωκεανό που έκανε τα νερά να τρέχουν ανάποδα προς τα ανάντη, τόσο που, όσο γέμιζε το φεγγάρι έκανε την πλώρη μας να αφρίζει λες και ταξιδεύαμε. Όταν γύριζε προς τα έξω, το νερό που επέστρεφε, μαζί με τη ροή του ποταμού έκαναν να αφρίζει και η πρύμη.

 

Το τελευταίο βράδυ είχε ρομαντική πανσέληνο. Το ποτάμι άφριζε(24). Το επόμενο μεσημέρι θα φεύγαμε. Είχαμε αδειάσει όλη τη μάνα και περιμέναμε μια δυό μαουνιές για να κομπλετάρουμε(25).  Αγκαλίτσες στα ρέλια, «Θα με θυμάσαι καθόλου;» κι άλλα μελό μέχρι να πάμε κι εμείς κι αυτές παρακάτω… Ίσα να ξεγελιέται η μοναξιά μας και η μιζέρια τους. Λυσσιασμένα κρεβάτια του αποχαιρετισμού και το πρωί wash & go.

 

Πράγματι το πρωί μαζέψαν τα μπογαλάκια τους, και μετά το κοφιτάιμ των δέκα επέστρεψαν στη βάση. Μόλις που προλάβανε. Το ρεύμα είχε μπατάρει προς τον ωκεανό. Από τη γέφυρα που ετοιμαζόταν σιγά σιγά για τον απόπλου, βλέπω τη μάνα να γυρεύει να ανοίξει μ΄ ένα απότομο στρίψιμο, και μπίνν, μπάμ, να σπάνε πρώτα τα κουτούκια και μετά οι κάβοι ένας ένας που μας δένανε μαζί της. Σε κάθε σπάσιμο τρώγαμε κι ένα τράνταγμα κι ένα τελευταίο προς τα μπρός σαν να βρήκαμε σε τοίχο. Μετά σπάσανε κι οι πρυμιοί κάβοι που μας δένανε με την  πρυμιά τσαμαδούρα. Ευτυχώς δεν ήταν κανένας στο δρόμο του κάβου που έσπασε πρώτος γιατί μετά όλοι χώθηκαν στα αποθηκάκια στη βάση των γκρενιών (στα mast house), ή στο κομοδέσιο, στο καμπούνι, από την άλλη μεριά του αμπαριού περιμένοντας να περάσει το κακό. Δε βάστηξε ούτε πέντε λεπτά, αλλά τρία στα τέσσερα σκοινιά του βαποριού ήταν σπασμένα γιατί, με το να δώσομε κάβους και κουτούκια στη μάνα είχαμε χρησιμοποιήσει ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και μάλιστα δε κάποια χρησιμοποιήθηκαν και τα δύο άκρα του κάβου που είχαν γάσα. Η μηχανή ευτυχώς είχε ετοιμαστεί για απόπλου και είχε ατμό(26) και την βάλαμε μπροστά και με dead slow astern και slow astern(27) κρατιόμαστε στη θέση μας μέχρι να δούμε τι  θα κάνουμε.

 

Επικοινωνίες με τη μάνα που είχε πάθει κι εκείνη. Τι συνέβη: Με την απεργία στα ορυχεία, δεν κατέβαιναν φορτία, κι όταν έληξε κατέβαιναν λίγα μέχρι να επανέλθουν στους ρυθμούς τους. Ωστόσο, εμείς φορτώναμε από τη μάνα που δεν συμπλήρωνε, με αποτέλεσμα να γίνει μπαούλο. Στο τέλος την είχαμε αδειάσει τελείως και περιμέναμε την τελευταία μπάριζα να μας κομπλετάρει. Εμείς πατημένοι, μας έλειπαν κάτω από 3000 τόνοι από τους 33000 που θα παίρναμε, εκείνοι άδειοι όταν το ρεύμα φούσκωσε με όλα τα κουράγια του (πανσέληνος είπαμε αποβραδίς), και επιπλέον και τη ροή του ποταμού, τους τόστριψε, έσπασε τις καδένες  από τις δύο άγκυρες, μια πλώρα μια πρύμα διαγώνια και το βαπόρι ευθυγραμμίστηκε απότομα ανάμεσα στις άλλες δύο που απόμειναν. Αυτό άνοιξε το κενό ανάμεσά μας κι άρχισαν να σπάνε οι κάβοι. Στη πραγματικότητα εκείνο έφυγε από μας. Εμείς μόνοι μας φύγαμε προς τα μπρός λευτερωμένοι από το άλλο, κόψαμε και τους πρυμιούς κάβους και κουτουλήσαμε στην πλωριά τσαμαδούρα μέχρι που μας σταμάτησε η άκυρα που είχε έρθει στο πλάι και προς τα πίσω σαν να ήταν σπρινγκ.

 

Δεν θα κομπλετάραμε. Κλείσιμο τα αμπάρια και να φύγουμε. Οδηγίες από τον άλλο καπετάνιο. «Κράτα μέση στο ποτάμι, βάρδαρε 2 στάδια(28) τις γαριδόμαντρες, κι έρχεται πιλοτίνα(29) στο δρόμο να σου δώσει τα clearance από το Λιμεναρχείο. Ό,τι χαρτί σου λειφτεί, Cargo Manifest και τα ρέστα, θα το πάρεις στο Corpus Christi από τον ατζέντη. Θα πάνε εκείνα πριν από σένα». Γενικός δερβέναγας είπαμε.

 

Κάναμε πίσω κι άλλο, ξεμπλέξαμε και πήραμε πάνω την άγκυρα και δρόμο. Στα μισά μας πρόλαβε μια πιλοτίνα, της ρίξαμε βιλάι, μας έδεσε σε μια σακούλα ό,τι χαρτιά ήταν να μας δώσει χωρίς να σταματήσουμε και πάμε παρακάτω. Είχα μαζί μου μια φωτογραφική μηχανή και άδειασα το φιλμ τραβώντας τους σπασμένους κάβους και τις γρατζουνιές που έκαναν καθώς χτυπούσαν στο πλοίο, για λογαριασμό του καπετάνιου.

Σπατσαμέντο εν κινήσει. Την άλλη μέρα άρχισε το συμμάζεμα. Να δούμε πόσοι κάβοι βγαίνουν από τα αποκόμματα, να ματιστούν όσοι ματίζονται, να γίνουν γάσες σε όλους για να ‘χουμε να δέσουμε στην Αμερική που θα μας φέρνανε καινούργιους. Ωστόσο, μάνικα με θάλασσα  να πλυθεί το βαπόρι από τους βωξίτες και μετά με λίγο γλυκό νερό τα μέρη που θέλανε βάψιμο. Είχαμε μιάμιση μέρα που φύγαμε όταν κάποιος παρατήρησε πως το βαπόρι ήταν έμπλωρο(30), κοινώς μπρουμούτιζε. Φαινόταν κι από το ότι πήγαινε λίγο πιο αργά από το κανονικό. Πήγε ο γραμματικός να δει κι ανακάλυψε πως, όταν κουτουλήσαμε με την πλωριά τσαμαδούρα την γυρίσαμε ανάποδα και το σίδερο που προεξέχει από κάτω μας έκανε μια τρύπα στο φορπικ(31). Δεν ήταν μεγάλη αλλά έμπαζε νερά μια κι ήταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και γι αυτό μπρουμουτίσαμε. Άδειασμα με τις αντλίες να ισιώσομε και κάθε μέρα μέχρι το Corpus Christi, την αδειάζαμε για να ξαναπάρει νερά τη νύχτα. Όταν θα ξεφορτώναμε που θάταν το βαπόρι ψηλά, θα το σουζάραμε με τη σαβούρα  να βγει η τρύπα πάνω απ΄ το νερό να την κολλήσομε. Δεν ήταν και τόσο χαμηλά για να ρίξουν τσιμέντο ταχείας πήξεως(32) μέχρι να τη σκεπάσει.

 

Έτσι τραβηχτήκαμε μέχρι το λιμάνι. Μόλις φτάσαμε στο Σώμα του Χριστού, ο καπετάνιος μου έδωσε λεφτά να πάω με ταξί στην πόλη να του εμφανίσω δυό φορές το φιλμ με την καταγραφή των ζημιών και να πάρω καινούργιο. Η Αμερική ήταν Αμερική. Εμπορικά κέντρα για ψώνια, ωραία μπαρ, μουσικές, ζέστη, και λόγω γειτνίασης με το Μεξικό πολλοί ισπανόφωνοι. Περνούσε γρήγορα ο καιρός γιατί είχε βγει ήδη το επόμενο ναύλο. Πορτ Κάιζερ στη Τζαμάικα να φορτώσουμε αλουμίνα για  Δουνκέρκη, Γαλλία. Άψογα και στο βάθος Ευρώπη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σπατσαμέντο: Η διαδικασία για το κλείσιμο των αμπαριών μετά το πέρας φόρτωσης ή εκφόρτωσης και η προετοιμασία για τον απόπλου.

2. Αμπαριάτικα: Για τον καθαρισμό και τη συντήρηση των αμπαριών μεταξύ εκφόρτωσης και φόρτωσης δίνεται (ακόμα άραγε;) ένα ποσό που μοιράζεται στο πλήρωμα της κουβέρτας.

3. Μπόνκερ (Bunker): Ανεφοδιασμός σε καύσιμα, κατά λέξη ανθράκευση. Από την (υπόγεια) καρβουναποθήκη ονομάσανε και το καταφύγιο – αμπρί.

4. Κίνα, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ταιβάν, Βιετνάμ, εισάγουν πρώτες ύλες με Bulk Carriers (τα και σκατοκουβαλίστρες), και εξάγουν έτοιμα προϊόντα με κοντεινεράδικα (και αυτοκινητάδικα)

5. Επίσημα boatswain αλλά και bosun, ο ναύκληρος (λοστρόμος) γίνεται boss και καλείται μπόσης που τα περιέχει όλα.

6. Πούπι (poop) ή κάσσαρο ελληνιστί επίστεγο: Στα παλιά πλοία ήταν η υπερκατασκευή στη πρύμη. Στα νεότερα είναι ο αποθηκευτικός κάτω από το κατάστρωμα της πρύμης.

7. Το μεγάλο από τα καράβια του Μαγγελάνου ήτανε 140 τόνοι κι ένα μέτριο βαπόρι σημερινό σαράντα πενήντα χιλιάδες, οπότε καΐκι.

8. Η μάσκα είναι η πλευρά της πλώρης κι ο καιρός στη μάσκα είναι όταν έρχεται από μπροστά αλλά υπό γωνία όχι κατάπλωρα. Δευτερόπρυμος είναι όταν έρχεται υπό γωνία στην πρύμη. Σε δυνατούς καιρούς αποφεύγεται με αλλαγή πορείας να έρχεται ο καιρός από το πλάι λόγω έντονων διατοιχίσεων (μπότζι), και φροντίζεται για λιγότερη καταπόνηση του πλοίου, να έρχεται ή στη μάσκα ή δευτερόπρυμος.

9. Το φαξιμάιλ (facsimile) ουσιαστικά είναι (ήταν;) μια μορφή φαξ που μέσω ασυρμάτου λάμβανε σε ειδικό χαρτί (που η μια του όψη είχε σκόνη μέταλλου έτσι που με μια ακίδα που το σάρωνε να καίγεται σχηματίζοντας) εικόνες, εν προκειμένω χάρτες καιρού που εξέδιδαν διάφορες υπηρεσίες. Για τον Ειρηνικό παίρναμε δελτίο από τη βάση των Αμερικάνων στο Γκουάμ που, στην μεγάλη του έκδοση έφτανε μέχρι το τακούνι της Ιταλικής μπότας στα δυτικά και στις δυτικές ακτές των ΗΠΑ από την άλλη, κι έτσι βλέπαμε και τον καιρό της Ελλάδας.

10. Σουέλ (swell) ή αποθαλασσία ή και καραντί: Ο κυματισμός που προκαλείται από κάποια καταιγίδα κάπου μακριά και ταξιδεύει μέχρι να σβήσει αφού στην ανοιχτή θάλασσα δεν έχει στεριές να τον ανακόψουν. Κύμα βουβό (χωρίς κορυφές) χωρίς άνεμο, συχνά μεγάλο σε ύψος και μήκος που ταλανίζει το πλοίο.

11. Νάφτεξ – NAVTEX(NAVigational TEleX): Συσκευή που λαμβάνει και εκτυπώνει (σε θερμικό χαρτί) αυτόματα ειδοποιήσεις για διάφορα που αφορούν τη ναυσιπλοΐα (σβήσιμο φάρων, ναυάγια, εκρήξεις ηφαιστείων, αποκλεισμός περιοχών στη θάλασσα, δελτία καιρού, κλπ κλπ) που τις εκδίδουν οι υδρογραφικές υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη της περιοχής όπου αναφέρονται.

12. Γκόβερνορ (Governor): Ρυθμιστής στροφών. Μηχανισμός που φροντίζει ώστε όταν η προπέλα βγει έξω από το νερό, πού δεν βρίσκει πια αντίσταση, να μην ανέβουν οι στροφές της και προκαλέσει ζημιά.

13. Καμπούνι ελληνιστί πρόστεγο: Η υπερκατασκευή στην πλώρη, κάποτε εντευκτήριο των ναυτών, τώρα αποθηκευτικός χώρος για εργαλεία και υλικά της κουβέρτας και γραφείο του λοστρόμου.

14. Ανέμη είναι το βίντζι που τυλίγει και ξετυλίγει τους κάβους. Υπάρχουν σε κάθε ανέμη από ένα ή δύο κάβοι μόνιμα τυλιγμένοι πάνω τους και από δύο ανέμες σε πλώρη και πρύμη.

15. Βιλάι (heaving line): Το σκοινί με τον κόμπο στην άκρη που πετάνε από το βαπόρι για να δώσουν κάβο στη στεριά ή στο άλλο βαπόρι.

16. Όταν τα ισχυρά ρεύματα όπως το γκολφστριμ περνάνε δίπλα από τη στεριά, δημιουργείται αντίρευμα από το νερό που εκτοπίζεται (κάτι σαν το αντιμάμαλο), με κατεύθυνση αντίθετη από κείνη του κυρίως ρεύματος.

17. Ο Οδυσσέας Γκραντ κι ο Βενιαμίν Φραγκλίνος απεικονίζονται στα χαρτονομίσματα των 50 και 100 δολαρίων αντίστοιχα.

18. Windward και Leeward Islands αντίστοιχα, ένα κολιέ από νησιά που χωρίζουν την Καραϊβική από τον Ατλαντικό.

19. Τον Ιούλιο του 1995 εξερράγη το ηφαίστειο που είναι στο νησί Μονσεράτ, κι ακόμα δεν έχουν συνεφέρει από τότε. Εμείς περάσαμε ένα χρόνο μετά κι η ειδοποίηση ήταν πως κάπνιζε απειλητικά.

20. Εδώ το βαρδάρω με την έννοια του απομακρύνομαι (από το πρόσταγμα «βάρδα»).

21. Εξηνταπεντάρι δλδ χωρητικότητας 65.000 τόνων με εφτά αμπάρια.

22. Στο δέσιμο, κάβος λέγεται το σκοινί που δίνεται από την πλώρη ή την πρύμη υπό γωνία στην κάθετο του πλοίου για να το φέρει και να το συγκρατήσει στο μόλο (ή όπου δένει). Σπρινγκ είναι το σκοινί που φεύγει παράλληλα με το πλοίο και το συγκρατεί στο μπρος πίσω κατά τον διαμήκη άξονα. Τα κάθετα στο πλοίο σκοινιά που συχνά δίνονται και από τη μέση του πλοίου για να το δέσουν σφιχτά στο ντόκο (ή όπου) λέγονται κουτούκια.

23. Μπήκα στο Google maps (και στο Earth) για να ξαναδώ το μέρος και ανακάλυψα ότι υπάρχει ακόμα τερματικός σταθμός φόρτωσης βωξίτη, αλλά τον έχουν πάει πιο έξω, μετά τις γαριδομάντρες. Φαίνεται πως δεν αρέσει ο βωξίτης στις γαρίδες. Έχει και φωτογραφίες σύγχρονες, με ένα βαπόρι που φορτώνει βωξίτη, χωρίς μάνα αλλά μ΄ ένα πλωτό γερανό που το φορτώνει από μια (καινούργια) μπάριζα. Το βαπόρι της φωτογραφίας είναι ελληνικό (με σημαία Λιβερίας) περίπου 30-35.000 τόνων, μ΄ εκείνα τα κάγκελα στα πλαϊνά της κουβέρτας για να μπορεί να φορτώσει χαβαλέ ξύλα.

24. Η μέγιστη ένταση στα παλιρροϊκά φαινόμενα παρατηρείται κατά την πανσέληνο και (λιγότερο) στη νέα σελήνη, λόγω βαρυτικής έλξης της Σελήνης στα νερά της Γής. Η ελάχιστη στα τέταρτα (πρώτο και τελευταίο).

25. Κομπλετάρισμα: Η πλήρης φόρτωση του συμφωνηθέντος φορτίου. Συχνά σημαίνει συμπληρώματα στα ήδη γεμάτα αμπάρια από λίγο, για λόγους ευστάθειας.

26. Ο ατμός είναι η «μίζα» που βάζει μπροστά την κύρια μηχανή του πλοίου, τη σταματά και την αναστρέφει όπου χρειάζεται.

27. Dead Slow Astern: Η ελάχιστη δυνατή ταχύτητα προς τα πίσω, όσο που να κινείται το πλοίο. Slow Astern: Ήρεμα πίσω δηλ. πολύ αργά προς τα πίσω. Η μηχανή και η προπέλα γυρίζουν ανάποδα, για ελιγμούς σε απόπλου και κατάπλου. Εδώ χρησίμευε για να εξισορροπεί το ρεύμα και να συγκρατεί το πλοίο στη θέση του.

28. Στάδιο: 1/10 του ναυτικού μιλίου περίπου 185 μέτρα. Με το μάτι μια βαποριά περίπου (ένα μήκος πλοίου).

29. Πιλοτίνα (pilot boat): Ταχύπλοο που φέρνει και παίρνει τον πλοηγό στα βαπόρια. Άλλοτε ιδιαίτερο, άλλοτε του Λιμενικού ή της Ακτοφυλακής, ανάλογα πως είναι μοιρασμένες οι υπηρεσίες σε κάθε χώρα.

30. Όταν η πλώρη του πλοίου είναι πιο χαμηλά από την πρύμη, (βουτάει με τη μούρη) το πλοίο είναι εμπλωρο, όταν αντίθετα η πρύμη είναι πιο χαμηλά είναι έμπρυμο. Φυσιολογικά πρέπει να είναι κάνα δυό ποδάρια έμπρυμο (30-60 εκ να γέρνει προς τα πίσω) για να ταξιδεύει χωρίς απώλειες. Αν σε ακινησία είναι ίσιο, μόλις ξεκινήσει η προπέλα, κάθεται κάνα ποδάρι η πρύμη.

31. Fore peak tank: Πρωραία δεξαμενή ζυγοστάθμισης δηλαδή μια δεξαμενή κάτω από την πλώρη που γεμίζει νερό στο σαβούρωμα για ευστάθεια κατά μήκος.

32. «…σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά…» Ν. Καββαδίας Το καραντί. Στα ποστάλια κάποιας ηλικίας που χρόνια πηγαινόφερναν τον κόσμο στα νησιά του, όλη νύχτα δούλευε η μπετονιέρα…

 

Posted in Αμερική, Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , | 180 Σχόλια »

Κοκκώνα θάλασσα (διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2020

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα τηρήσουμε το έθιμο, αλλά με κάποια τροποποίηση. Αφού το φετινό Πάσχα είναι κάπως ιδιαίτερο, διάλεξα ένα παπαδιαμαντικό διήγημα που είναι τυπικά μόνο πασχαλινό. Δηλαδή, ενώ εκτυλίσσεται τις μέρες του Πάσχα περιγράφει άλλου είδους βάσανα, ναυτικά -δεν είναι σαν τον Αλιβάνιστο ή τον Λαμπριατικο ψάλτη, δηλαδή. Πάντως, ένας άλλος υπότιτλος του διηγήματος είναι «Το Πάσχα του καπετάνιου» οπότε πασχαλινό χρώμα υπάρχει.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας». Το Ταϊγάνι, που αναφέρεται στο διήγημα, είναι το σημερινό Ταγκανρόγκ, ρωσική πόλη στη Μαύρη Θάλασσα όπου υπήρχε μεγάλη ελληνική εμπορική παροικία -και η γενετειρα του Αντόν Τσέχοφ, θα γράψουμε κάποτε.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη και μακάρι του χρόνου να μας βρει όλους με τους αγαπημένους μας!

ΚΟΚΚΩΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

ή ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ

-Μάινα κόντρα-φλόκο! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο! Μάινα όξου-φλόκο! Μπρούλια ράντα! μπρούλια μαΐστρα! μπρούλια τρίγκο.

Τις θα το επίστευεν, ότι από ένα μικρόν αμυδρόν μαυράδι έμελλε να εξέλθη τόση τρικυμία; Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!

Ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη, άπειρος κανδήλα, ολίγω πρότερον. Η θάλασσα εκουφόβραζε, ως γιγαντιαία χύτρα επάνω εις σιγανήν φωτιάν. Πέραν εκεί, εις την άκρην όπου έφθανε το όμμα, ήσαν τα «θεμέλια» του ορίζοντος. Εκεί ήσαν μερικά «καθίσματα». Εκεί είχε φανεί κάτι θολόν και μαύρον. Ητον εκείνο το ρύγχος της τρικυμίας. Ο καπετάν Τζώνης το είδε, το διέκρινε, και την ανεγνώρισεν. Ολίγα λεπτά παρήλθον, και η τρικυμία ενεφανίσθη πάνοπλος, με όλους τους βρόντους και τας ηχούς της, με όλα τα ρίγη και τας φρικιάσεις των ανθρώπων και των κυμάτων.

-Μάινα γάμπιες! μάινα μέσα-φλόκο! αλέστα!… Τίρα μόλα!… Στα πόστα σας!

Από την κανδήλαν την αχανή εκείνην κατήλθεν η βοή, ο ροίβδος της λαίλαπος, και από το κουφόβρασμα το ύπουλον ανέβη ο ρόχθος της θαλάσσης, ζευχθέντα εις φοβερόν υμέναιον, προσοχθούντα επί της ελεεινής σανίδος, ήτον ως βέλασμα οιονεί από χιλιάδας και μυριάδας ερίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων, τα έσπρωχνε και τα ήλαυνεν εμπρός, κατά τους βράχους πάντοτε και τας εσχατιάς· ζητούντα να εύρουν τέρμα και τέρμα δεν εύρισκον, ειμή την σανίδα την ταλαίπωρον· και την κατεπάτησαν, και την έκαμαν δρόμον, βόσκοντα την σκωρίαν της, λείχοντα τας πληγάς της, ροφώντα την δύναμίν της. Εν μέσω δε και υπεράνω όλης αυτής της πάλης και της βοής, την οποίαν συνετέλουν επαναβαίνοντα τ’ αχθοφόρα κύματα, αντήχει ως θρήνος οξύς το σφύριγμα των τροχαλιών όμοιον με την απηλπισμένην κραυγήν πτωχής ερημικής κόρης, σπαρασσομένης το δέμας, βιαζομένης την τιμήν, υπό φαύλων βιαστών εις έρημον τόπον, υπό το όμμα του πολυευσπλάχνου και παντοδυνάμου Κριτού του καθημένου επί των Χερουβίμ, του βλέποντος αβύσσους.

– Φίλα γάμπια! τιμόνι σοφράν!… Παίρνετε μπράτσα! ι-πόντα!

Από μπράτσο εις μπράτσο, από μαντάρι εις μαντάρι, επηδούσαν ακαταπαύστως οι ναύται, και ως αράχναι, ως μυίαι, εκολλούσαν στα διάφορα σχοινιά. Εν τοσοτούτω ο πλοίαρχος είχε διακρίνει μικρόν σημείον υφέσεως ήδη. Η φουρτούνα έμελλεν εξ άπαντος να «στρώσει». Θα ήτον ολιγώτερον σφοδρά και περισσότερον διαρκής.

-Πότζα-λα-μπάντα! Φίλα γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαΐστρα!

Η φουρτούνα έγινεν οριστικώς στρωτή, και επήλθε μικρά ανάπαυλα. Οι σύντροφοι εσπόγγιζον τον ιδρώτα των, την άχνην, τους αφρούς του κύματος.

Το βρίκιον έπλεε με μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια και πινά έτριζαν φοβερώς. Εφαίνοντο ότι «τώρα θα πέσουν».

Ο καπετάν Τζώνης ήναψε την πίπαν του, κι εστάθη ακουμβών επάνω στο παραπέτο της πρύμνης.

***

Δύο ναυτάκια επλησίασαν σιγά-σιγά κοντά εις τον πλοίαρχον. Δεν εφαίνοντο να ήσαν πολύ κουρασμένοι από την βάσανον, από την αγγαρείαν την οποίαν επέβαλεν η τρικυμία. Ήσαν ναυτομαραγκοί, από το Ταϊγάνι ερχόμενοι, μάλλον ως επιβάται.

-Ε, καπετάνιο, θα μας βγάλεις απ’ κάτ’ στην χώρα εμάς;

-Θα μας κάνεις, καπετάνιο, την χάρη;

-Κάλια τρίγκο!… Μόλα γάμπια, φλόκο! μόλα τρίγκο!

Ο πλοίαρχος ανέπνευσεν ανετώτερον, αφού έδωκε και το τελευταίον τούτο πρόσταγμα.

-Ε, καπετάνιο μ’ ;

-Να’ χεις πολλή ζωή, και καλά ταξίδια.

-Τι λέτε, παιδιά;

Ο καιρός είχε στρίψει, σοροκολεβάντης. Πώς να σηκώσει πλώρην το καράβι, να παραστρατίσει; Πώς να πλησιάσει εκεί που έλεγαν τα δύο ναυτόπουλα;

-Tώρα είναι καιρός, παιδιά, ν’ αρμενίζουμε καταπάν’ τον αέρα;

-Μας το’ ταξες, καπετάνιο.

-Μας το είπες, καραβοκύρη μ’.

-Ελέγαμε δα, αν ήτον καιρός, να μας πήγαινε σοφράν απ’ τα Ρημονήσια. Τότε, θα μας έδινε χέρι να ζυγώσουμε κατά ‘κει. Τώρα, ιδέτε πώς μας μπατάρει… και που μας σκαντζάρησε… και όλο μας ξεπέφτει.

Τα δύο ναυτομαραγκάκια έλαβον στάσιν. Ο ένας εκουνήθη επάνω εις το δεξιόν σκέλος του. Ο άλλος ετάνυσε τον αριστερόν βραχίονα.

-Αυτή δεν είναι καμμία φουρτούνα απ’ εκείνες, καπετάνιο, είπεν ο πρώτος, ο μεγαλύτερος και υψηλότερος των δύο, όστις έφερεν ήδη ψηλαφητόν μύστακα· αυτή δεν είναι μαύρη φουρτούνα, να ‘ρχεται από μακριά· είναι άσπρη φουρτούνα.

-Μάλιστα· αυτή είναι, συνεπλήρωσεν ο δεύτερος, ο έχων τον μύστακα επανθούντα – είναι άσπρη φουρτούνα, κι έρχεται από κοντά.

-Δεν είναι καμμιά φουρτούνα, κατάλαβες, αυτή, να ‘ρχεται απ’ αλάργα· κοίταξε τι κοκκώνα-θάλασσα, μπονάτσα-λάδι.

-Αλήθεια, υπεστήριξεν ο δεύτερος, άσπρη φορτούνα, μαθές· καμαρωμένη νύφη-θάλασσα.

Ο πλοίαρχος εμειδίασε λίαν καλόκαρδος. Αυτός ο οποίος ανεγνώριζε μακρόθεν το ρύγχος της τρικυμίας – τη μούρη της! – είχεν ανάγκην να λαμβάνει μαθήματα από τους νεωτέρους! Πλην δεν εθύμωσε.

-Χα χα χα! Πολλά ξέρετ’, εσείς τα Σκοπελιτάκια.

Οι δύο ναυτομαραγκοί κατήγοντο πράγματι από την Σκόπελον, την νήσον εκείνην ήτις εξασκεί γλυκείαν μαγείαν εφ’ όλων των τέκνων της, και μεταβάλλει εις φανατισμόν την αγάπην της πατρίδος· την νήσον, προς έπαινον της οποίας ο λόγιος και εμπνευσμένος υιός της Καισάριος ο Δαπόντες, συνέθεσε κατά την παρελθούσαν εκατονταετηρίδα ασματικόν κανόνα προς το Ανοίξω το στόμα μου, -κανόνα αρχόμενον από τας λέξεις «Κρασί Σκοπελίτικο».

Την νήσον των νοσταλγών, εις τους κόλπους της οποίας δια να επανέλθουν τα φιλόστοργα τέκνα της, επιβιβάζονται από το Ταϊγάνι, από την Βραΐλαν, από την Οδησσόν, πριν παγώσουν τα νερά, χειμώνα-καιρόν, ή ευρίσκουν άλλο μέσον πορείας, εάν επάγωσαν ήδη, και ταξιδεύουν δύο μήνας, τρεις μήνας – εις την εποχήν των ιστίων – μόνον δια ν’ αξιωθούν να φθάσουν εις την Σκόπελον δια να εορτάσουν τα Χριστούγεννα, ή διά να κάμουν αποκριές, και γίνουν «μουτσούνες».

Τώρα δεν ήρχοντο πλέον Χριστούγεννα, είχαν περάσει κι αι Απόκρεω. Ητο Μάρτιος μην, και ήρχετο το Πάσχα. Και πολλοί εκ των ξενιτευμένων είχον καταβεί εγκαίρως εις την πόλιν, όπως ημπόρεσαν.

Αν έκαμναν τόσην θυσίαν δια να προλάβουν την Απόκρεων, πόσω μεγαλυτέραν θα έκαμναν διά το Άγιον Πάσχα!

-Ας γίνει το θέλημα σας, είπε τέλος ο καπετάν Τζώνης. Έχετε ανθρώπους και σας καρτερούν, κι άμποτε να σας χαρούν, παιδιά… Εμένα, ποιός…

Εμορμύρισε, και πάραυτα εσιώπησε. Μικρόν νέφος μελαγχολίας εφάνη σκιάζον τους οφθαλμούς του· όμοιον μ’ εκείνο το οποίον γεννά την τρικυμίαν, και το οποίον οι Λυγκείς των θαλασσών βλέπουσιν εγκαίρως μακρόθεν.

-Τώρα θα κάμουμε – επανέλαβεν είτα ο πλοίαρχος – μια βόλτα ως τον κάβο εκεί, κι άλλη μια ως το νησάκι πέρα… κι εσείς αλέστα!… Πάρτε την σκαμπαβία, ρίξετε τα πράματα σας μέσα… πηδάτε σβέλτα κι εσείς και δυό κουπιά… και μεθαύριο, α θελ’ ο Θεός, μας στέλνετε τη σκαμπαβία πέρα, στο λιμάνι το δικό μας… Καλό κατευόδιο, παιδιά· με το καλό να κάνετε Λαμπρή!

-Ευχαριστούμε πολύ, καπετάνιο· με καλό να πας στο σπίτι σου· και καλά ταξίδια· μάλαμα το καρφί!

Υστερα από δύο ή τρεις βόλτες, τα δύο Σκοπελιτάκια κατεβίβασαν την αποσκευήν των εις την μεγάλην βάρκαν πηδώντες και χορεύοντες από την χαράν των, όσον και από την φουσκοθαλασσιάν των κυμάτων. Κατερριχήθησαν και αυτοί κάτω, έπτυσαν εις τας χείρας των, και έλαβον τας κώπας. Απείχον δύο ή τρία μίλια, καταντικρύ εις τον μώλον του λιμένος της πόλεώς των, και με σύντονον κωπηλασίαν δεν θ’ αργούσαν να φθάσουν.

–        Καλό κατευόδιο, παιδιά!

–        Καλά ταξίδια· και καλή Ανάσταση!

* * *

Όλην την νύκτα έπλεε το σκάφος με τα κύματα. Ο άνεμος είχε κοπάσει, και το απόγειον της νυκτός εφύσα ελαφρά! Το πρωί, με τα γλυκοχαράματα, ο πλοίαρχος εξημερώθη εις τον λιμένα της νήσου του.

Οι δύο εκείνοι γιγαντοφυείς αδελφοί, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, οίτινες είχον επιχειρήσει το πάλαι, ως διηγείται ο θείος Όμηρος, να βάλουν την Όσσαν επάνω εις τον Όλυμπον, και το Πήλιον επάνω εις την Όσσαν, διά να κάμουν σκάλαν ν’ ανεβούν εις τον ουρανόν, όταν ήσαν παιδία ανήλικα ακόμη, εγύμναζον τούς βραχίονάς των παίζοντες εις τον αιγιαλόν κάτω. Έπαιρναν μικρά χαλίκια πλακαρά, ανάλογα με το ανάστημά των και έκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταύτα εις την θάλασσαν, δια κυματοειδούς κινήσεως του πήχεος και της χειρός, ως διά σφενδόνης.

Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω εις τα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν, από τα «ψωμάκια» εκείνα εφύτρωσαν και ανέθορον αι Σποράδες νήσοι αι κοσμούσαι το σμαράγδινον πέλαγος· η Σκίαθος, η Πεπάρηθος, η Αλόννησος, και τόσαι άλλαι.

Εις την δευτέραν των νήσων τούτων, την αλλάξασαν το όνομα, είχον αποβιβασθεί την εσπέραν της χθες οι δύο ναυτομαραγκοί. Εις την άλλην, την τελευταίαν προς δυσμάς, κατέπλευσεν ο καπετάν Τζώνης με το σκάφος του.

* * *

Πριν αράξει ακόμα το βρίκιον, καθώς έφερνε βόλτες εμπρός εις τον λιμένα, ανάμεσα εις τα τρία νησιά, εις τον κάβον της Πούντας, και γύρω-γύρω στα Μυρμήγκια, τας νανοφυείς υφάλους, που προέχουν δειλά τας μαύρας μικράς κεφαλάς των εν ώρα αμπώτιδος – έφερνε και ο πλοίαρχος βόλτες επάνω στο κατάστρωμα, ανάμεσα εις το ταμπούκιο της πρύμνης, κι εις την χονδρήν μπούμα, και εις την υψηλήν υαλόφρακτον θήκην της πυξίδος.

Το βλέμμα του διευθύνετο απλανές προς έν σημείον, ανάμεσα εις τα λευκά σπιτάκια του ωραίου χωρίου, του εσπαρμένου γραφικώς επί του λόφου, όπου διέπρεπεν εις το μέσον, ως φρουρός όρθιος με την λόγχην του υψηλά, το κωδωνοστάσιον του ναού της Παναγίας, οπόθεν εκτείνεται εις όλην την κοίλην παραθαλασσίαν ένθεν και ένθεν προς βορράν, και πάλιν αναφέρει τα κράσπεδα προς ανατολάς, επί της εσχατιάς του άλλου βραχώδους λόφου, του επιστεφομένου από τον ναΐσκον του Αγ. Νικολάου του Θαλασσινού.

Η οικία του πλοιάρχου ευρίσκετο επί του δυτικού λόφου, εις την Άνω συνοικίαν. Εκεί δε προσηλούτο μάλλον κατηφές το βλέμμα του.

Καθώς άραξε το πλοίον, ενώ το πλήρωμα ησχολείτο εις την συστολήν των ιστίων και την λοιπήν διευθέτησιν του σκάφους, κατέβη ο Τζώνης εις τον κοιτώνα του, κάτω εις την πρύμνην, βεβαίως διά ν’ αλλάξει και φορέσει κοσμιώτερα ενδύματα, πριν αποβεί εις την ξηράν και παρουσιάσει τα ναυτιλιακά του έγγραφα.

Πλην δεν εβιάσθη αμέσως ν’ αλλάξει, εφαίνετο μάλλον αισθανόμενος μεγάλην απροθυμίαν προς τούτο, και ως να επεθύμει αναβολήν, ει δυνατόν, της αναγκαίας αποβιβάσεως εις την ξηράν.

Από ένα συρτάρι έλαβε μίαν μικράν θήκην εκ ψευδαργύρου, και απ’ αυτήν έβγαλεν ένα χαρτί διπλωμένον. Δεν ήτο ούτε η υγειονομική πιστοποίησις ή άδεια απόπλου ή φορτωτική τις, ούτε το ημερολόγιόν του.

Το πλοίον ήρχετο από την Πόλιν κενόν φορτίου, και προσήγγιζεν εις τον γενέθλιον τόπον, προσχήματι μεν διότι ήγγιζε το Πάσχα, πράγματι δε διότι ο πλοίαρχος ησθάνετο αόριστον ανησυχίαν ως προς τα οικιακά του πράγματα.

Το χαρτίον, το οποίον εξήχθη από την θήκην, ήτο αρκετά τριμμένον, κι εφαίνετο να είχε διαβασθή πολλάκις. Ο πλοίαρχος το εξεδίπλωσε και ήρχισε να το διαβάζει – ίσως δι’ εκατοστήν φοράν.

«Γαμβρέ μου καπετάν Τζώνη, σε χαιρετώ.

»Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια το αίσιον, κτλ. Εγώ, γαμβρέ μου, ενόμιζα, όταν σου έδωκα την κόρην μου, πως εσύ ήσουν άνθρωπος απ’ ανθρώπους, μα ως τόσο βγήκα γελασμένη, και τουλόου σου αποδείχθης πως δεν έχεις φιλότιμο. Εμένα το κορίτσι μου ήτον απ’ το πρώτο σόι, κι όπου αρωτήσεις, μας ξέρουν όλοι τι είμαστε· οι Καχιωταίοι, με τ’ όνομα. Κι εγώ θάρρεψα πως κάτι ήσουν, κι άνοιξα τις πόρτες, και σ’ έβαλα στο σπίτι μου, κι εσύ βγήκες ένας άνθρωπος άχαρος και ανωφέλευτος. Στο γράμμα που είχες στείλει, είδα να γράφεις πως βαρέθηκες πλια να στέλνεις της γυναίκας σου, επειδής μας έχει όλους στο σπίτι και μας ταΐζεις, εμένα και τις δύο κόρες μου, κι ότι πως τουλόου σου επίστεψες πως επήρες μιά κι’ επήρες τέσσερες… (Εδώ υπήρχε μία μεγάλη μουντζούρα, σχεδόν πέρα-πέρα, εις τα τρία τέταρτα ενός στίχου της επιστολής· εάν ο πλοίαρχος ήτον αρκετά περίεργος, θα διέκρινε τας λέξεις «που να σε πάρουν τέσσεροι.» Φαίνεται ότι η υπαγορεύουσα μετεμελήθη, και παρήγγειλεν εις την γράφουσαν να σβήσει την φράσιν.) κι ότι δε βαστάς ν’ ακούς να γελά ο κόσμος με τα καμώματά μας. Αγέλαστος κι αγλύκατος που είσαι! Και τι έστειλες, κακόμοιρε, της γυναίκας σου, και το χτυπάς; Μήπως έστειλες και συ δυό πήχες χρυσάφι, ή το ποδογύρι το χρυσό, ή το φουστάνι τ’ ατλαζένιο ή της έβαλες την κορώνα, ή της έστειλες κανένα ακριβό διαμαντικό ή άλλο τίποτες; Τόσα χρόνια, ασπρού πράμα από σένα δεν είδε. Κι αν είχες φιλότιμο, έπρεπε να το συλλογιστείς μόνος σου, να πεις, στο σπίτι που μβήκες, που δεν ήσουν άξιος να φιλήσεις το ψαθί του σκαλοπατιού.

»Καλά το λένε, ποτέ να μην κατεβαίνει ο άνθρωπος απ’ την σκάλα του. Εγώ θέλησα να κατεβώ, και σ’ επήρα σένανε, κι ενόμιζα πως θα βγεις άνθρωπος να μου το γνωρίσεις, μα γελάστηκα. Κι εσύ δεν έστειλες ούτε μισή ντουζίνα κουταλάκια του γλυκού της γυναίκας σου, και δεν της ψώνισες ποτέ σου μιαν ασημένια κούπα, έναν καλόν καθρέφτη, ένα σκρίνι, ένα λαχουρί, ένα τίποτες. Και δεν της πήρες ποτέ σου μιαν καλή καρφίτσα, ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρι, ή ένα μαλαμοκαπνισμένονε σταυρό, ή ένα βραχιόλι, ή άλλο τίποτες. Άλλο απ’ το ασημένιο δακτυλίδι, και το ρολόι με την καδένα, και μια καρφίτσα σκέτη, και τα σκουλαρίκια που την εφίλεψες πριν την στεφανωθείς, και τα βραχιόλια που της έστειλες την πρώτη χρονιά, και μια κούπα του γλυκού με δυο πιατάκια, και κουταλάκια αρζαντό, άλλο τίποτες δεν της ψώνισες.

»Και γράφεις ότι πως βαρέθηκες τάχα τα έξοδα, και πως τάχα μας ταΐζεις όλες στο σπίτι. Εμείς στο σπίτι της κόρης μου δεν καθόμαστε, μόνο συντροφιά της κάνουμε, να μην μένει μονάχη της με τα δυό μικρά παιδιά της· κι η κόρη μου μονάχη της κλαίει σαν κάμουμε να φύγουμε, και μας περικαλεί να μένουμε πάντα κοντά της. Και του λόου σου σαν έρχεσαι στο χωριό, πάλι εμείς συντροφιά τής κάνουμε, και στο σπίτι μας μαζωνόμαστε πάντα. Κι αν δεν σ’ αρέσει, κάνεις καλά να την χωρίσεις την κόρη μου, κι άφσε και τα δυό παιδιά, εμείς τ’ αναθρέφουμε. Ει δε μη και θέλεις πάλε να μένει μονάχη της στο σπίτι η γυναίκα σου, τότες φρόντισε να της πάρεις δούλα, να της στέλνεις και λίρες πολλές, για να ζωοθρέφεται αυτή και τα παιδιά της, με τη δούλα μαζί· γιατί εμείς όλες τις δουλειές τις κάνουμε τζάμπα, κι ασπρού πράμα απ’ αυτήν κι από τ’ εσένα ποτές μας δεν είδαμε. Αλλοιώς, φωτιά και μπούλμπερη ό,τι κι αν κάμεις, κι ο κόσμος θα γελάσει με τ’ εσένανε…»

Η επιστολή εξηκολούθει σχεδόν εις δύο σελίδας ακόμη με τον αυτόν τόνον, και εις παν ήμισυ σελίδος επανελάμβανεν ως έγγιστα τα αυτά. Πεντάκις τουλάχιστον υπήρχε εν τω κειμένω η υπόμνησις διά το «σόι» και την κοινωνικήν βαθμίδα. Ο χαρακτήρ ήτο λεπτός αλλ’ άκομψος, προφανώς κορασίδος, μαθητρίας του σχολείου, πλην δε άλλων ανορθογραφιών είχε γδό αντί δυό, παιγδά αντί παιδιά, μνά (μιά) και φωτχά (φωτιά).

Ο καπετάν Τζώνης και άλλοτε το είχεν αναγνωρίσει ότι ήτο «κοριτσίσιο γράψιμο», ίσως μάλιστα υπέθετε μετά βεβαιότητος και ποία μικρά γειτονοπούλα να το είχε γράψει, καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας. Και τώρα, μετά την τελευταίαν ανάγνωσιν, εψιθύρισεν:

-Επόμενο είναι, τώρα που βγαίνουν και τα κορίτσια μας φωστήρες απ’ τα σκολειά, να βρίσκουν κι οι πεθεράδες μας γραμματικούς για να γράφουν τέτοια γράμματα!

Δεν επανέφερε το χειρόγραφον εις την θήκην, εξ ης το είχε λάβει, αλλά το έβαλεν εις την από-μέσα τσέπην ενός καθαρίου μαύρου επανωφορίου, το οποίον εκρέματο πλησίον εκεί, δίπλα εις την κοκέταν του ύπνου του. Συγχρόνως δε ήρχισε ν’ αλλάζει τα ενδύματά του και συνεχίζων μεγαλοφώνως τους λογισμούς του επανέλαβε:

-Τώρα, αν ήξευρεν η ίδια γράμματα, θα έγραφε ποτέ τέτοιο γράμμα;… Η μήπως θα έγραφε… χειρότερο;

Ίσως ήθελε να είπει ότι ο υπαγορεύων, μη έχων συνείδησιν ότι γράφει κάτι τι, αλλά μόνον ότι το λέγει, δύναται να υπαγορεύει εύκολα ό,τι δήποτε· ενώ, ο γράφων καθ’ υπαγόρευσιν, και μάλιστα αν είναι ανήλικος, αδυνατεί να σταθμήσει την ευθύνην, ευρίσκει δε το πράγμα απλώς αστείον και καινοπρεπές. Ή μήπως τουναντίον συμβαίνει, και ο υπαγορεύων, επειδή εκφώνως απαγγέλλει, αισθάνεται τούτο ως χαλινόν εγκρατείας, ενώ αν ο ίδιος έγραφε, θα ησθάνετο ως να έπραττέ τι εν παραβύστω και άνευ μαρτύρων;

Εφόρεσε το ίδιον εκείνο επανωφόρι, εις το θυλάκιον του οποίου είχε βάλει το γράμμα της πενθεράς. Την ιδίαν στιγμήν, ως να μεταμελήθη, με βίαιον κίνημα ανέσυρε το γράμμα, το έσχισεν αμελώς, διπλωμένον όπως ήτον, εις τέμαχια, και τα έρριψε κάτω.

Φαίνεται ότι ο μούτσος, όταν κατέβη να σκουπίσει, μετά την αναχώρησιν του πλοιάρχου, εύρε τα τεμάχια, και τα εμάζεψεν. Επειδή δε είχε συνήθειαν να προσπαθεί να διαβάζει ό,τι βρει, διά να μη ξεχνά τον συλλαβισμόν, τον οποίον είχε μάθει εις το δημοτικόν σχολείον, συνηρμολόγησε τα τεμάχια, και ήρχισε να το συλλαβίζει.

Ο πλοίαρχος έλαβε τα ναυτιλιακά του έγγραφα, και ητοιμάσθη να εξελθη εις ξηράν, εκάλεσεν τον λοστρόμον, και του έκαμε συστάσεις να κρύψη ό,τι ήτον δια κρύψιμον, «επειδή τώρα-τώρα θα’ ρθουν τα φαραώνια· όπου κι’ αν είναι, πλάκωσαν!» – και να φυλάξει εις πρόχειρον μέρος μόνον γαλέτες και κρέας σαλάδο, και ό,τι άλλο είχαν, το οποίον δεν ημπορούσε χωρίς άλλο να γλυτώσει από τα «φαραώνια».

Ενώ ο λοστρόμος ησχολείτο εις τας ετοιμασίας αυτάς, κάτω εις τον θαλαμίσκον, ήκουσε κατά τινα στιγμήν τον πλοίαρχον να μορμυρίζει, μασών τας λέξεις:

-Το παπά και το λιλί!…λιλί και παπά!… μόνον αυτά έχουν στο νου τους!

-Τι λες, καπετάνιο; τον ηρώτησεν ο ναύκληρος.

Ο πλοίαρχος εδάγκασε τα χείλη, ως μην θέλων να προδώσει τους λογισμούς του· είτα πάλιν εφαιδρύνθη, και είπε:

-Τι να πω, καημένε γερο-Νικόλα, και συ; Να, ατλαζένιο φουστάνι, ποδογύρι χρυσό, βραχιόλια, σκουλαρίκια, χαλκάδες στη μύτη, και τα ρέστα… Της έφερες εσύ τίποτε απ’ όλα αυτά της γριάς σου ή της κόρης σου;

-Τώρα, μ’ αυτά τα κεσάτια, καπετάνιο! μήπως μπορεί κανείς να κάμει και τίποτα μπακοτίλια, να βγάλει κανένα λεπτό; Πώς να γλυτώσει απ’ τα φαραώνια, που έλεγες τώρα;

-Αλλοίμονο σου, κακόμοιρε! θα σε βγάλει έξω κι’ εσένα, καθώς…

Και έκοψεν αποτόμως την ομιλίαν.

Η βάρκα η μικρή, καθελκυσθείσα εις την θάλασσαν, επερίμενε τον πλοίαρχον. Κατέβη και με δύο κωπηλατούντας ναύτας προσήγγισεν εις την ξηράν.

Ο Δημήτρης της Σοφούλας – ούτως εκαλείτο κοινώς ο γερο-Φτελιανός – και αν επαύετο, δεν έφευγε ποτέ από την νήσον. Πρώην φύλαξ του υγειονομείου, του λοιμοκαθαρτηρίου, κτλ., και γνωρίζων από γραφειοκρατικήν αγγαρείαν, και τυραννίαν, εχρησίμευεν εις όλους τους λιμενάρχας, υγειονόμους και τελώνας, οίτινες τον είχον ως «δεξί χέρι». Ούτος επερίμενε τον πλοίαρχον εις την «καραντίναν». Ο Δημήτρης έβαλε τα γυαλιά του, έκυψε, και ανέγνωσε την πιστοποίησιν κτλ. χωρίς να θίξει το χαρτίον. Υπέβαλε τον πλοίαρχον εις τινας διατυπώσεις, του απηύθυνεν ερωτήσεις τινάς, και συγχρόνως εδήλωσεν ότι δεν χρειάζεται «εξομολόγησις» επειδή ο λόγος του πλοιάρχου αρκεί· είτα έτεινε την χείρα και προσείπε πρώτος το «Καλώς ώρισες».

Πάραυτα, με την επιστροφήν της βάρκας εις το πλοίον, επέβησαν επ’ αυτής τελωνοφύλακες, λιμενοφύλακες, και λοιποί· ούτοι ήσαν τα «φαραώνια», όπως τους ωνόμαζεν ο καπετάν Τζώνης, και απήρχοντο εις το πλοίον δια την απαραίτητον «επίσκεψιν». Είχον δε πολύ μεγάλα και πλατιά αμαυρού χρώματος μανδήλια, και τσέπες πολύ βαθειές. Τα μανδήλια ταύτα ήσαν το μόνον είδος το οποίον ηγόραζαν ποτέ· ελέγετο μάλιστα ότι τα παρήγγελλον ειδικώς, δεν ηξεύρω εις ποίον εργοστάσιον.

Ο πλοίαρχος θα επεθύμει μάλλον να επιστρέψει εν συνοδία αυτών οπίσω εις το πλοίον. Αλλ’ εκείνοι φιλοφρόνως του είπον:

– Μην πειράζεσαι, καπετάνιο, να’ ρθης τουλόγου σου· τα καταφέρνουμε πολύ καλά, εμείς, με το λοστρόμο· ίσως να θέλεις να πας στο σπίτι σου.

Να πάει στο σπίτι του! Καθώς πρωτύτερα θα επροτίμα να βραδύνει ν’ αποβιβασθεί εις την ξηράν, ούτω και τώρα θα ηύχετο ν’ αργήσει να πάει στο σπίτι του! Εκάθισεν εις το πρώτον καφενεδάκι της παραθαλασσίας, κι εδέχετο τας δεξιώσεις και τα «καλώς ωρίσατε» όλων των ανθρώπων της αγοράς, των συναδέλφων θαλασσινών και των χερσαίων, των εντοπίων και των ξένων. Εκάπνισεν ναργιλέν, έπιε δύο καφέδες, δεν ηθέλησε να πίει παραπάνω από ένα ρακί δια τα «μουσαφιρλίκια» – μ’ όλον ότι θα επεθύμει να ημπορούσε να πίει!

Τέλος «έκαμε καρδιά» κι εσηκώθη να πάει στο σπίτι του.

***

Ολίγας ημέρας μετά το Πάσχα, ο πλοίαρχος Τζώνης επεβιβάζετο εκ νέου διά ν’ αποπλεύσει.

Ο καιρός εφαίνετο άσχημος. Συννεφιασμένος ήτον ο ουρανός και άστατοι άνεμοι έπνεον. Την ώραν που έφθασεν ο πλοίαρχος εις το πλοίον, ενώ τούτο ήτον στα πανιά κι έκαμνε βόλτες, ο γερο-Νικόλας ο ναύκληρος ίστατο παρά την πρύμνην, κι εκοίταζεν ανήσυχος κατά τον κόλπον, όπου θα έστρεφε πρώραν μετ’ ολίγον το σκάφος.

-Μπουρίνια θα’ χουμε καπετάνιο, είπε.

-Μπουρίνια! τόσο καλύτερα είπεν ωσάν αφηρημένος ο πλοίαρχος.

-Τι λες!

-Θεός να μας φυλάει απ’ τις μπόρες της στεριάς, γερο-Νικόλα.

Ο ναύκληρος τον εκοίταξε περιέργως, επειδή κάτι ήξευρεν ή υπώπτευεν. Εν τούτοις δεν είχον γνωσθεί πολλά πράγματα εις το χωρίον, όσον αφορά τα οικιακά του πλοιάρχου. Ο ίδιος ήτον κρυφός, επειδή εντρέπετο τον κόσμον, και δεν ήθελε να γνωρίζουν οι άλλοι τίποτε όσον απέβλεπε τα της αριστεράς πλευράς του. Από την πεθεράν του κάτι θα ηδύνατο να διαδοθεί, αλλ’ ο καπετάν Τζώνης δεν εχωράτευε.

Διηγούντο ότι μίαν εσπέραν, τώρα τα Λαμπρόγιορτα, εις την οικίαν του, ο ίδιος είχε πιάσει την πεθεράν του από τον λαιμόν. Πλην δεν το έκαμε δια να την πνίξει, άπαγε! – καθώς διεμαρτύρετο ο ίδιος προς έναν φίλον του πολύ πιστόν και πολύ κριτικόν – αλλά μόνον δια να πνίξει τας φωνάς της. Επειδή έβγαζεν, η ευλογημένη, κάτι φωνάς οξείας, υστερικάς, ανοήτους. Ύστερον ηκούσθησαν κλαυθμοί, κατόπιν επήλθον πολλά σιούτ σιούτ πολύ σύντονα και επιτακτικά, και τέλος σιωπή άκρα.

Ολα ταύτα τα έκαμνε διά να μην τον ακούσει η γειτονιά και μάθει τίποτε ο κόσμος· επειδή η γειτονιά ουδέν άλλο είναι ειμή κατάσκοπος, και ο κόσμος τύραννος, βασανιστής ανηλεής – καθώς διεβεβαίου τον φίλον του – επειδή εντρέπετο, πολύ εντρέπετο τους φίλους και τον ίδιον εαυτόν του.

Και όλα ταύτα, όλαι αυταί αι οικιακαί σκηναί, δεν ήσαν μεγάλα πράγματα· ουδέ υπήρχε, την αλήθειαν να είπωμεν, μώμος τις ή βαθεία κηλίς εις την οικίαν. Μόνον μικρολογίαι, παράπονα, η αιωνία εχθρά της ησυχίας των ανδρογύνων, η γκρίνια, η απαίσιος γκρίνια!

Τέλος, τα πράγματα είχον ησυχάσει· και η σύζυγος υπεσχέθη εις το μέλλον να είναι φρονιμωτέρα από την μητέρα της. Και ο Τζώνης επεβιβάζετο εις το πλοίον του, διά να ταξιδεύσει.

-Τι με κοιτάζεις, γερο-Νικόλα; είπε. Μήπως δεν υπάρχουν τάχα μπόρες και στην στεριά;… Πιό καλή είν’ η θάλασσα… Κοκκώνα θάλασσα, μιά φορά!

Και ο πλοίαρχος εκάγχασε.

-Γιά θυμήσου, είπε, τα δύο εκείνα παιδιά, τα Σκοπελιτάκια, που τους δώκαμε την σκαμπαβία τις προάλλες στο πέλαγο, για να παν στον τόπο τους… Δεν τους άκουσες εσύ τι νόστιμα τα έλεγαν: «Ασπρη φουρτούνα, κοκκώνα θάλασσα, νύφη καμαρωμένη!» Πώς δεν είπαν και πεθερά!

Ο γερο-Νικόλας εγέλα.

-Τι γελάς; άκουσες κανένα παράξενο; Μάλιστα· κοκκώνα θάλασσα… πεθερά.

Ο ναύκληρος εκάγχασεν ακρατήτως.

-Μα τι γελάς; Μα βέβαια… κοκκώνα θαλ…

Ο πλοίαρχος ηθέλησε καταρχάς να είπει: «Κοκκώνα-θάλασσα, φουρτούνα-πεθερά».

Αλλ’ εδάγκασε την γλώσσαν του, και διώρθωσε μεγαλοφώνως:

-Μάλιστα· φουρτούνα-θάλασσα, κοκκώνα-πεθερά!

(1900)

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

Posted in Διηγήματα, Ναυτικά, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Κολοκυθομέλτεμο, η συνέχεια (ένα διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 8 Δεκεμβρίου, 2019

Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει το «Κολοκυθομέλτεμο», ένα διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου. Αρκετοί τότε είχατε γράψει ότι θα θέλατε να δείτε τη συνέχεια του διηγήματος. Ο φίλος μας ο Δημήτρης πράγματι έγραψε τη συνέχεια. Μου πρότεινε μάλιστα να δημοσιευετεί όχι μονοκοπανιά αλλά σε τρία μέρη, όμως εγώ τον απέτρεψα και τάχθηκα υπέρ της ενιαίας δημοσίευσης. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, εσείς θα πείτε.

Ο Δημήτρης προτάσσει και πρόλογο, για όσους δεν θυμούνται το πρώτο διήγημα.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ὅταν δημοσιεύτηκε τὸ – ἀρχικὰ αυτοτελές – διήγημα ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ   πολλοὶ σχολιαστές ζήτησαν τὴ συνέχειά του. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετοὺς μῆνες τὰ κατάφερα νὰ τὴν ὁλοκληρώσω. Ἐπειδὴ εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, τὴ χώρισα σὲ τρία μέρη, περίπου ἰσομεγέθη μὲ τὸ ἀρχικὸ διήγημα. Ἂν σᾶς κουράσει μπορεῖτε νὰ τὴ διαβάσετε σὲ δόσεις. Κι ἂν κάποιοι βαριοῦνται νὰ (ξανα)διαβάσουν τὸ ἀρχικὸ διήγημα, ὑπάρχει περίληψή του στὴν ἀρχή.

Τὰ πρόσωπα, οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ γεγονότα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου. Στὸ τέλος ὑπάρχει κατάλογος μὲ τὰ πρόσωπα τοῦ διηγήματος.

 

ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ

Περίληψη 1ου μέρους

Ἰούνιος τοῦ 1984. Ὁ Λεονάρδος, ἕνας εἰκοσιεννιάχρονος φυσικὸς, φραγκοσυριανὸς στὴν καταγωγή, εἶχε ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς ἑταιρείας Alex Medical Greece πρὶν δεκαπέντε μῆνες, ὅταν τὸ τμῆμα ἦταν ὑπὸ διάλυση, μετὰ ἀπὸ εἰσήγηση τοῦ Παύλου Γεωργίου, διευθυντῆ στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece καὶ στελέχους τῆς Νέας Δημοκρατίας. Ἡ φιλότιμη προσπάθεια τοῦ Λεονάρδου καὶ οἱ ἐπενδύσεις τῆς κυβέρνησης τοῦ ΠΑΣΟΚ στὴν ὑγεία – γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ΕΣΥ – ὁδηγοῦν, ὄχι μόνο στὴν ἐπιβίωση, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνάπτυξη τοῦ τμήματος. Ὁ κύριος Νῖκος, ἰδιοκτήτης τῆς ἑταιρείας, ἐπιστρέφοντας μετὰ ἀπὸ ἕνα τριήμερο μὲ τὸ  σκάφος του στὴ Μύκονο, μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ τὸν διευθυντὴ μάρκετινγκ Χρῆστο Ἀδαμαντιάδη,  παίρνει μαζί του – ἀπὸ τὴ Σύρα – καὶ τὸν Λεονάρδο· γιὰ ἕνα – τελικὰ ἀπραγματοποίητο, λόγῳ καιροῦ – μίτινγκ ἐν πλῷ.  

Ὁ κύριος Νῖκος, γεννημένος στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου τὸ 1943, ἀπὸ πατέρα ἀξιωματικό τοῦ -τότε- Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ μητέρα Ἑλληνίδα τῆς Ἀλεξάνδρειας, διευθύνει τὴν ἑταιρεία ποὺ ἵδρυσε στὴν Ἀθήνα ὁ Γεράσιμος, ὁ παπποῦς του, ἕνας πλούσιος αἰγυπτιώτης ἔμπορος. Ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει τὸ 1945 ἀπὸ φυματίωση, μετὰ τὸν ἐγκλεισμό του σὲ στρατόπεδο στὴν ἔρημο γιὰ τὴ συμμετοχή του στὸ κίνημα τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ παπποῦς του εἶχε ἀρχίσει ἐπιχειρηματικὴ δραστηριότητα στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν ἐθνικοποίηση τῆς φαρμακευτικῆς ἐπιχείρησής του στὴν Αἴγυπτο τὸ 1957.

Φτάνοντας στὴ μαρίνα  τῆς Βουλιαγμένης, ἀράζουν  δίπλα σὲ μιὰ τεράστια θαλαμηγό. Ὁ κύριος Νῖκος τὴ δείχνει στὸ Λεονάρδο μὲ θαυμασμό, ἀλλὰ δὲ μπορεῖ νὰ κρύψει τὸν φθόνο του· κι ὁ Λεονάρδος τὸν λυπᾶται.  

 2ο Μέρος.

«Τὰ μάτια σου τέσσερα, Λεονάρδο! Ἔχε ἀπὸ κοντὰ τοὺς πασόκους. Μὴν ἀκοῦς τί λέει ὁ Γεωργίου, τὸ ΠΑΣΟΚ θὰ ξαναβγεῖ.»

Ὁ Ἀδαμαντιάδης εἶχε φωνάξει τὸν Λεονάρδο στὸ γραφεῖο του γιὰ τὸν πρωινὸ καφέ· ὅπως συνήθιζαν κάθε Παρασκευή. Στὶς συναντήσεις αὐτές ἔκαναν ἕναν σύντομο ἀπολογισμὸ τῆς βδομάδας καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸ πρόγραμμα τῆς ἑπόμενης. Τοὐλάχιστον ἔτσι τὸ ξεκίνησαν στὰ πρῶτα, δύσκολα χρόνια, ὅταν τὸ Τμῆμα Ἰατρικῶν Ὀργάνων ἦταν ὑπὸ ἐπιτήρηση. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ὁ Λεονάρδος κέρδιζε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἀδαμαντιάδη καί, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, τοῦ κυρίου Νίκου. Σ᾿ αὐτὸ βοηθοῦσαν τ᾿ ἀνοδικὰ ἀποτελέσματα τοῦ τμήματος καὶ τὰ καλά λόγια ποὺ ἄκουγαν γι᾿ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ξένους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »

Μνήμη καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, πέντε χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 5 χρόνια από τον θάνατο του καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, του καπετάνιου που, πάνω από μισόν αιώνα, έδινε ζωή στις Μικρές Κυκλάδες εκτελώντας τα δρομολόγια της άγονης γραμμής.

Όπως βρίσκω σε ένα ενδιαφέρον άρθρο για τον καπετάν Μήτσο, είχε καταγωγή από τη Σύμη και γεννήθηκε το 1926 στο Κουφονήσι, όπου βρέθηκε ο ψαράς και λαουτιέρης πατέρας του. Ο καπετάν Δημήτρης είχε στην πραγματικότητα το επίθετο Τερεζές – το Σκοπελίτης είναι παρατσούκλι. «Ο προπάππος μου Νικόλαος Τερεζές γεννήθηκε στη Σκόπελο και όταν κάποια στιγμή πήγε στη Σύμη, όλοι ρωτούσαν: «Από πού είναι αυτός;». «Από τη Σκόπελο, Σκοπελίτης» έλεγαν κι έτσι έμεινε το όνομα» έχει αφηγηθεί….

Όμως ο καπταΜήτσος ήταν και βιολιτζής, γι’ αυτό και διάλεξα τη φωτογραφία που τον δείχνει να παίζει μαζί με τον εγγονό του.

Τις προάλλες ήρθε η κουβέντα στον Σκοπελίτη, ενώ σχολιάζαμε κάτι άλλο: ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος διηγήθηκε μια πολύ όμορφη ανάμνησή του σχετική με τον Σκοπελίτη και με τις δυο του ιδιότητες, σαν σύντομο διήγημα, ενώ  αμέσως μετά ο φίλος μας ο Πέπε θυμήθηκε κι αυτός κάτι άλλο.

Κρίμα είναι τόσο ωραίες αφηγήσεις να μένουν θαμμένες στο πουργατόριο των σχολίων. Οπότε, αφού σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του, σκέφτηκα να κάνουμε μνημόσυνο στον καπτα-Μήτσο, με βάση τις παραπάνω αφηγήσεις και ακόμα ένα πεζογράφημα του Δημήτρη Μαρτίνου.

  • Θυμάται ο Δημήτρης Μαρτίνος:

Ὁ Σκοπελίτης

Τὸν Αὔγουστο τοῦ ᾿87 εἴχαμε πάει, ὁ ἀδελφός μου κι ἐγώ, στὸ Κουφονήσι· μὲ τὸν Ἀρχάγγελο, τὸ τρεχαντῆρι μας, ναυπηγημένο στὶς Σπέτσες τὸ 1985.
Ἡ ὑπόλοιπη παρέα εἶχε πάει μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς στὴ Νάξο κι ἀπὸ κεῖ στὸ Κουφονήσι μὲ τὸν «Σκοπελίτη», τὸ θρυλικὸ καραβάκι τῶν Μικρῶν Κυκλάδων.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ Κουφονήσι ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἀφάνεια.  Λίγα χρόνια πρίν εἶχε πάει τὸ ρεῦμα στὸ νησὶ καὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ χτίζονται τὰ πρῶτα ἐνοικιαζόμενα δωμάτια. Ὅμως διατηροῦσε τὴν παρθένα ὀμορφιὰ ποὺ τράβηξε τοὺς πρώτους ἐπισκέπτες, σκηνίτες καὶ γυμνιστές στὴν πλειοψηφία τους, ποὺ τὸ ἀνακάλυψαν στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70. Στὴν ἀρχὴ οἱ ντόπιοι τοὺς εἶδαν μὲ καχυποψία, ἀντιπάθεια, ἤ καὶ ἐχθρότητα σὲ κάποιες ἀκραῖες περιπτώσεις. Σιγὰ-σιγά, ὅμως, τὰ πράγματα ἰσορρόπησαν, ἀφοῦ καὶ οἱ δυὸ πλευρές  ἔβαλαν νερὸ στὸ κρασί τους.

Τὸ σύμπλεγμα τῶν νησιῶν ἀνάμεσα στὴν Νάξο καὶ στὴν Ἀμοργό, ἡ Ἡρακλειά, ἡ Σχοινούσα, τὸ Κάτω καὶ τὸ Πάνω Κουφονήσι, μαζὶ μὲ τ᾿ ἀκατοίκητα νησιά,  τὴν Κέρο, τὸ Ἀντικέρι καὶ τὴ Δρίμα, εἶναι σὲ μικρή ἀπόσταση μεταξύ τους καὶ προσφέρονται γιὰ ἐκδρομές μὲ σκάφος καὶ γιὰ ψάρεμα· πρᾶγμα ποὺ ἐμεῖς ἀξιοποιήσαμε δεόντως.

Μιὰ μέρα, μαζί μὲ κάποιους ἀπὸ τὴν παρέα, πήγαμε ἐκδρομὴ στὴν Ἀμοργό. Ὁ καιρὸς μελτέμι, ἑξάρι γεμᾶτο· τὸν εἴχαμε  δευτερόπρυμα καὶ σὲ δυὸ ὧρες φτάσαμε στὰ Κατάπολα. Μὲ τὸ λεωφορεῖο πήγαμε στὴ Χώρα καὶ στὴ Χοζοβιώτισσα και γυρίσαμε ἀργά τὸ ἀπόγευμα. Ἐκεῖ ποὺ ἤμαστε ἀραγμένοι στὰ Κατάπολα, πλησίασε στὸ καΐκι ἕνας ἄνθρωπος γύρω στὰ ἑξῆντα, μὲ ναυτικὸ κασκέτο καὶ ὄψη θαλασσινὴ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ χαζεύει. Σὲ λιγάκι μᾶς ρώτησε:

«Σπετσιῶτες εἴσαστε;»
«Ὄχι ἐμεῖς», τοῦ ἀπαντήσαμε, «τὸ καΐκι εἶναι σπετσιώτικο.»
«Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὸ σκαρί», ἀπάντησε. «Φτιάχνουν ὄμορφα τρεχαντήρια οἱ Σπετσιῶτες. Λεβέντικα, θαλασσινά. Ἔχω παραγγείλει κι ἐγὼ ἕνα στὶς Σπέτσες· στὰ ἴδια μέτρα μὲ τὸ δικό σας πάνω-κάτω. Τὸν ἄλλο μήνα θὰ εἶναι ἕτοιμο.»

Ἔριξε μιὰ τελευταία ματιὰ στὸ καΐκι, μᾶς εὐχήθηκε καλὰ ταξίδια καὶ συνέχισε τὴ βόλτα του στὸ μουράγιο.

Ξεκινήσαμε τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς περασμένα μεσάνυχτα, ἀφοῦ στείλαμε τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς. Τὸ μελτέμι ἦταν φρέσκο καὶ δὲν ἔκοψε τὴν νύχτα. Εἶχε ὅμως πανσέληνο καὶ βλέπαμε καλὰ τὶς θάλασσες ποὺ κουτρουβαλοῦσαν κατὰ πάνω μας σὰν ἄσπρα ἀγριεμένα βουβάλια. Βλέπεις δὲν ἔχει στεριὰ ἢ μεγάλο νησὶ βόρεια τῆς Ἀμοργοῦ γιὰ νὰ κόψει τὴν ὁρμὴ τῶν κυμάτων τοῦ βοριᾶ ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Θρακικὸ, περνοῦν δυτικὰ ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη καὶ τὴ Χίο, διασχίζουν τὸ Ἰκάριο καὶ καταλήγουν στὴν Ἀμοργό. Ὄρθιοι στὴν πρύμη, ὁ ἀδελφὸς μου στὸ τιμόνι κι ἐγὼ στὸ χειριστήριο τῆς μηχανῆς, ἀρμενίζαμε κῦμα τὸ κῦμα. Ἀργὰ τὴ μηχανή, μόλις βλέπαμε καμιὰ πιὸ χοντρὴ θάλασσα, ἐλαφρὺ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ γιὰ νὰ τὴν πάρουμε γλυκά, μὲ τὴ μάσκα κι ὁ Ἀρχάγγελος τὴν πέρναγε ἀνάλαφρα, σὰν ἄλογο καθαρόαιμο ποὺ πηδάει τὰ ἐμπόδια στὸ στίβο.

Λίγες μέρες ἀργότερα, τὸν Δεκαπενταύγουστο, βρεθήκαμε στὴν ταβέρνα τῆς Καλλιόπης ποὺ εἶχε βιολιά.

«Θὰ παίξει ὁ ἀδερφός μου, ὁ Μῆτσος ὁ Σκοπελίτης» μᾶς εἶχε πεῖ τὴν προηγούμενη βραδυὰ ποὺ τρώγαμε στὸ μαγαζί της.

Μὲ ἔκπληξη διαπιστώσαμε πὼς ὁ ἀδελφός της ἦταν ὁ θαλασσινὸς ποὺ θαύμαζε τὸ καΐκι μας στὰ Κατάπολα. Ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε τὸ καραβάκι, τὸν «Σκοπελίτη» ποὺ ἔδινε ζωή στὰ μικρά νησιά τῆς ἄγονης γραμμῆς, τὴν Ἡρακλειά, τὴ Σχοινούσα, τὴ Δονούσα, τὸ Κουφονήσι, ὅλον τὸν χρόνο, συνδέοντάς τα μὲ τὴν Νάξο καὶ τὴν Ἀμοργό. Τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἄφησε τὸν «Σκοπελίτη» στὸν γιό του, ἀλλὰ δὲν παράτησε τὴ θάλασσα. Παράγγειλε τὸ τρεχαντῆρι του στὶς Σπέτσες γιὰ νὰ ξανακάνει αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὰ νιάτα του, νὰ ψαρεύει. Ὄχι πιὰ γιὰ τὸ μεροκάματο· μοναχὰ γιὰ τὸ κέφι του.

Τὸ γλέντι ξεκίνησε μὲ τραγούδια ποὺ ζητοῦσαν οἱ παρέες ποὺ χόρευαν. Στὴν καλύτερη περίπτωση τὰ κλασικὰ ναξιώτικα καὶ στὴν χειρότερη τὰ σκυλονησιώτικα ἤ κάποια λαϊκὰ σουξὲ τῆς ἐποχῆς. Τὸ «Μὲ τελείωσες» εἶχε τὴν τιμητική του.

Κάποια στιγμή ἦρθε κι ἡ σειρά μας. Πλησιάσαμε στὰ βιολιά καὶ ρωτήσαμε τὸν Σκοπελίτη ἂν ἤξερε θερμιώτικα τραγούδια.
«Ἔχω παίξει στὰ Θερμιά, ὅταν ἤμουνα νέος καὶ δούλευα σὲ μιὰ τράτα. Εἶναι πολλὰ χρόνια καὶ δὲν θυμᾶμαι τοὺς σκοπούς σας» ἀπάντησε.
«Σιφνέικα ξέρεις;»
«Ἀμέ, ξέρω· ὅμως δὲν τὰ ξέρει ὁ τραγουδιστής.»
«Δὲν πειράζει, τραγουδᾶμε ἐμεῖς.»

Ξεκίνησε νὰ παίζει σιφνέικα κι ἐμεῖς τραγουδούσαμε χορεύοντας· χωρίς μικρόφωνα φυσικά, ὅπως κάναμε στὰ γλέντια μας στὰ Θερμιά.
Στὴν ἀρχή δὲν ἀκουγόμαστε, ἀπὸ τὴ συνηθισμένη βαβούρα ποὺ γίνεται στὰ μαγαζιά. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ἡσύχασε ὁ κόσμος γιὰ νὰ μᾶς ἀκούσει. Οἱ πιὸ πολλοί, ἐπισκέπτες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, δὲν ἤξεραν αὐτὸν τὸν τρόπο γλεντιοῦ καὶ τοὺς κινήσαμε τὴν περιέργεια. Τοὺς ἄρεσε κιόλας, γιατὶ μᾶς συνόδευαν μὲ ρυθμικὰ παλαμάκια. Κι ὅταν τέλειωσε ὁ χορός μας, χάλασε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ χειροκρότημα.

Ὅταν ζυγώσαμε στὰ βιολιὰ γιὰ νὰ πληρώσουμε, ὁ καπταΜῆτσος ἦταν φανερὰ συγκινημένος:
«Ὅταν εἶδα τὸ καΐκι σας εἶπα μέσα μου «αὐτοὶ εἶναι μερακλῆδες». Τώρα ποὺ σᾶς εἶδα νὰ γλεντᾶτε λέω πὼς εἴσαστε πολὺ μερακλῆδες!»

Υ.Γ. Οἱ γραμμὲς αὐτές εἶναι κατευόδιο στὸν καπταΜῆτσο, τὸν Σκοπελίτη ποὺ σαλπάρισε γιὰ τὸ στερνό του ταξίδι, πρὶν ἀπὸ πέντε χρόνια τέτοιες μέρες.

 

  • Θυμάται ο Πέπε:

Πήγα στο Κουφονήσι περίπου 10 χρόνια μετά, το 1997. Ήμασταν μια παρέα νεαρών, που ο ένας μάς το είχε προτείνει ως εντελώς άγνωστο και ασύχναστο νησί της θρυλικής άγονης γραμμής, πρόσφοροο για να κάνουμε διακοπές σαν πρωτόπλαστοι. Η όλη περιγραφή ήταν ελκυστική, αλλά όταν μας είπε και το όνομα, «Κουφονήσι», και μάλιστα προσδιορίζοντας ότι υπάρχουν δύο, Άνω με ελάχιστους κατοίκους και Κάτω με κανέναν, αρχίσαμε να μην τον πιστεύουμε: Άσε ρε, που το λένε Κουφονήσι!

Τόσα ξέραμε. Όμως υπήρχε, και πήγαμε. Με τον Σκοπελίτη. Ο οποίος, μάλλον, τότε ήταν ήδη ο γιος Γιάννης – ο γέρος, όπως τα υπολογίζω τώρα που είδα τα βιογραφικά του, ήταν καμιά 70ριά και θα πρέπει να είχε βγει στη σύνταξη.

Το Άνω Κουφονήσι ήταν τότε στη φάση όπου μόλις είχε αρχίσει να περνάει, από εντελώς ελεύθερος παράδεισος κατασκηνωτών, στο στάδιο της κάπως οργανωμένης τουριστικής εκμετάλλευσης. Συγκεκριμένα, στο χωράφι όπου τσαντιρώσαμε, ο ιδιοκτήτης έχτιζε τουαλέτες και ντους, και όταν ολοκληρώθηκαν, στα μισά της δικής μας διαμονής, άρχισε να ζητάει κάποιο υποτυπώδες αντίτιμο για τη χρήση τους. Μέσα στα επόμενα χρόνια αυτό εξελίχτηκε σε οργανωμένο κάμπινγκ, και σύντομα το Κουφονήσι έγινε τόσο διάσημο για το γεγονός ότι είναι άγνωστο ώστε άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες τουρίστες να δουν πώς είναι ένα νησάκι χωρίς τουρίστες, και τελικά έγινε μικρή Μύκονος, με πολυώροφα ξενοδοχεία κλπ.. Αλλά τότε δεν ήταν ακόμα έτσι.

Κάποια μέρα κανονίσαμε εκδρομή στο Κάτω Κουφονήσι. Το Κάτω Κουφονήσι ήταν ακατοίκητο, μόνο με μια ταβέρνα που είχε γεννήτρια (νομίζω ότι και τώρα έτσι είναι). Η ταβέρνα λοιπόν είχε πρόγραμμα, με λάιβ νησιώτικα. Εκείνη την εποχή δεν είχα αναπτύξει ούτε τον πιο κρυφό σπόρο του μετέπειτα ενδιαφέροντός μου για την παραδοσιακή μουσική. Αυτό που παρακολουθήσαμε μού φάνηκε φρικαλέο: δυο γέροι με βιολί και λαούτο, ξεκούρδιστοι, με έναν μίζερο ενισχυτή που γιγάντωνε το φάλτσο τους και από πάνω έτριζε κιόλας, έπαιζαν όλη την ώρα το ίδιο ακαλαίσθητο πράγμα. Ήμουν με το ένα πόδι να υποφέρω από την αθλιότητα, και με το άλλο να παρακολουθώ με κάποιο συγκαταβατικό ενδιαφέρον πώς τη βρίσκουν οι ιθαγενείς σ’ αυτή την κρυφή, άγνωστη πλευρά του πλανήτη, που βρισκόταν εντελώς στους αντίποδες της πλευράς που περιείχε ό,τι είχα γνωρίσει στη μέχρι τότε ζωή μου.

Κάποια στιγμή έπιασα ένα ρεφρέν: Το καράβι στο λιμάνι, γεια σου Σκοπελίτη Γιάννη. Ρε συ, σκέφτηκα, Σκοπελίτη δε λένε αυτόν που μας πηγαινοφέρνει; Παρακολούθησα λίγο το τραγούδι, και, όπως όλα έδειχναν, πράγματι σ’ αυτόν αναφερόταν. Ότι σ’ αυτά τα μικρά νησάκια ζουν άνθρωποι που την επαφή τους με τον υπόλοιπο κόσμο την οφείλουν στον Σκοπελίτη, αυτό το είχα καταλάβει, δεν ήμουν δα και τόσο στόκος. Ήταν ένας τοπικά σημαντικός άνθρωπος, για τον οποίο είχε βγει τοπικό δημοτικό τραγούδι! Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μάλιστα το πιθανότερο ήταν ότι ο Σκοπελίτης, που μας είχε φέρει και περίμενε αργότερα να μας πάρει, βρισκόταν εκεί και άκουγε το τραγούδι του, όπως άλλοτε οι Κωλοκοτρωναίοι!

Έτσι είδε ένας νεαρός που έκανε τον χίπη ένα τραγούδι από το στάνταρ κυκλαδίτικο εμπορικό ρεπερτόριο, τότε γύρω στο 1995…

 

Και κλείνω με το πεζογράφημα «Καλοτάξιδο» του Δημήτρη Μαρτίνου, για το τρεχαντήρι τους Αρχάγγελος. Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Τα δέκα κύματα» του αδελφού του Νίκου Μαρτίνου (Αρμός 1995)

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ

-Τὸ σταυρό σου, κόπανε. Καὶ στό ‘λεγα, ποὺ νὰ σὲ πάρει καὶ νὰ σὲ σηκώσει. Εἶναι παλιότοπος, λάσπη.
Τὸ καΐκι, τὸ μισὸ στὴ θάλασσα, εἶχε σταθεῖ πάνω στὰ βάζα*, σὰ μουλάρι ποὺ στήλωσε πεισματικὰ τὰ μπροστινά του καὶ δὲν κουνοῦσε ρούπι. Ὁ μαστρο-Παντελής δάγκωνε τὸ τσιγάρο του καὶ βλαστημοῦσε. Ὁ Γιάννης, ὁ βοηθός του, κάτι μουρμούριζε ἀνάμεσα στὰ δόντια του καὶ πολεμοῦσε νὰ πατώσει τὴ σκάρα*.
Πιὸ πέρα καθισμένος σ’ ἕνα κούτσουρο, ὁ καπτα-Νικόλας ἔβραζε. Τά ‘χε μὲ τὸ μάστορα, μὲ τοὺς βοηθούς, μὲ τὴν τύχη του. Μὰ πιὸ πολὺ μὲ τὸ μεράκι του. Αὐτὸ ἔφταιγε γιὰ ὄλα. Γιατὶ τὸ καΐκι του τό ‘θελε ὄμορφο. Λεβέντικο. Θαλασσινό. Νὰ τὸ βλέπει στὸ γιαλὸ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχή του. Σὰν τὴν γυναίκα τὴν ὄμορφη ποὺ περπατεῖ καὶ βγαίνει ὀ κόσμος νὰ τὴ χαρεῖ στὴ στράτα. Κι ὄχι πὼς δὲν τά ‘ξερε. Οἱ φίλοι τοῦ τό ‘χαν πεῖ.
-Πρόσεξε τὸν Παντελή. Καλὸς μάστορας μὰ ψυχοβγάλτης. Κι ὅλο τὴν παλάμη ἀνοιχτή. Φέρε…
Πόσες φορὲς δὲ θυμήθηκε τοὺς παλιοὺς πού ‘λεγαν «πῦρ, γυνὴ καὶ καρνάγιο».
Κι ὀ Παντελής ἀλεποῦ.
-Ξέρω τὶ θές. Θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ τὸ χαίρεσαι. Ἐσένανε θὰ στὸ λαντζάρω* λιγάκι πιὸ πολὺ στὴν πλώρη ἀπὸ τοῦτο δῶ (καὶ τοῦ ‘δειχνε ἕνα πού ‘χε σκαρωμένο) καὶ στὴ πρύμη πιὸ στελλάδο*. Νὰ δεῖς πῶς θ’ ἀκούει στὸ τιμόνι. Κι ἀπὸ ἀρμένισμα; Ἄλλο πράμα. Δέν θὰ κωλώσεις ποτὲ , οὔτε σὲ θάλασσα, οὔτε σ’ ἀγέρα.
Μὰ ἡ δουλειὰ σὰν τὸν κάβουρα. Περάσανε δυὸ μῆνες, τρεῖς, ἕξι, κι ὁ Παντελής οὔτε πρόκα. Κι ὅλο φέρε. Στοὺς ἐννιὰ μῆνες ἔπιασε νὰ τὸ στήνει. Τίποτα σπουδαῖο δηλαδή. Τὰ ποδοστάματα* καὶ τὴν καρένα*. Κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ κάνει κουράγιο. Τό ‘βλεπε νὰ χτίζεται σιγὰ σιγὰ κι ή καρδιά του σκιρτοῦσε. Κι ὅλο ἀπίκου*, μὲ τὸ πινέλο καὶ τὸ μίνιο γιὰ τὸ ξερομάχημα* τάχατες. Μά πιὸ πολὺ γιὰ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχὴ του, ποὺ ἔδενε σιγὰ σιγὰ καὶ στρογγύλευε, σὰν τὸ κορίτσι τ’ ἄγουρο ποὺ γίνεται γυναίκα. Γυναίκα ὄμορφη καὶ λεβέντισσα. Κι αὐτὸς μὲ τὴ μπογιὰ νὰ τὸ χαϊδεύει ὁλάκερο. Στραβόξυλα*, σωτρόπι*, στραγαλιὲς*, τσάπες*, καμάρια*.
Κι ἔτσι πέρασε ὁ πρῶτος χρόνος. Τὸ καΐκι σκέτο κουφάρι. Κι ὀ Παντελής «φέρε».
Καὶ μπῆκε ὁ δεύτερος χρόνος. Τὸ πέτσωμα*, τὸ κουβέρτωμα*, τὰ σπιράγια*. Ἀμπάσα*, θαλασσινὰ. Κι οἱ μῆνες νὰ περνοῦν κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ βλαστημᾶ τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ. Κι οἰ φίλοι νὰ τοῦ δίνουνε κουράγιο.
-Δὲ βαριέσαι, χαλάλι. Σοῦ ‘φτιαξε σκαρὶ μαγκιόρο.

…Ἀφοῦ εἴδανε κι ἀποείδανε μὲ τὶς πατέντες ποὺ πολεμοῦσε ὁ Γιάννης γιὰ νὰ πατώσει τὴ σκάρα, πήρανε τὴν ἀπόφαση. Ὄξω πάλι. Κοτσάρανε τὰ συρματόσκοινα, στερεώσανε τοὺς μακαράδες*, στὰ παλιὰ κανόνια, ποὺ ‘τανε φυτεμένα ἐκεῖ μπροστὰ, καὶ βίρα. Τὸ καΐκι τραμπαλίστηκε στὰ βάζα καὶ σιγὰ σιγὰ βρέθηκε στὴν ἀνερούσα*.
Τώρα ἡ δουλειὰ ἔγινε πιὸ σωστὰ. Ἕνα φαλάγγι* στὰ βάζα ἀπὸ πρύμα μεριὰ γιὰ νὰ μὴ ξανασκαλώσει τὸ τιμόνι στὴ σκάρα, λάσκα τὰ συρματόσκοινα κι ἀβάρα*.
Καὶ τὸ τρεχαντήρι γλίστρησε στὸ γιαλὸ κι ἔπλεε στὰ νερὰ σὰ γλάρος.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Ἀβάρα: Σπρῶξε (ναυτικὸ πρόσταγμα, «ἄπωσον» στὴν καθαρεύουσα).
Ἀμπάσο: Χαμηλό (ἰταλ. basso).
Ἀνερούσα: Ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ, ἐκεῖ ποῦ σκάει τὸ κύμα.
Ἁπίκου: Ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω.
Βάζα: Βάση γιὰ ἀνέλκυση καί καθέλκυση τῶν σκαφῶν.
Καμάρια: Στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζεται τὸ κατάστρωμα. Ἔχουν σχῆμα κυρτὸ.
Καρένα: Καρίνα, τρόπις
Κουβέρτωμα: Ἡ κατασκευὴ τοῦ καταστρώματος (τῆς κουβέρτας στὴ ναυτικὴ διάλεκτο).
Λάντζο τρεχαντήρι (λαντζάρω): Τρεχαντήρι μὲ λιγότερο κυρτὴ πλώρη.
Μακαράς: Μηχανικὴ κατασκευὴ ποὺ χρησιμοποιεῖται, σἐ συνδυασμὸ μὲ σκοινιὰ, γιὰ τὴν ανύψωση βαρῶν, τροχαλὶα.
Ξερομάχημα: Τὸ σκάσιμο τοῦ ξύλου ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Πέτσωμα: Ἡ κάλυψη τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους μὲ μαδέρια γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς γάστρας του.
Ποδόσταμο: Ποδόστημα, ἡ συνέχεια τῆς καρένας. Ὑπάρχουν δυὸ ποδοστάματα, τὸ πλωριὸ καὶ τὸ πρυμιὸ ποὺ μαζί μὲ τὴν καρένα ἀποτελοῦν τὴ ραχοκοκαλιὰ τοῦ σκάφους.
Σπιράγια: Οἱ ὑπερκατασκευὲς τοῦ σκάφους.
Στελλάδο: Σκάφος μὲ μεγάλο βύθισμα στὴν πρύμη• στρίβει πολὺ εὔκολα.
Στραβόξυλα: Νομεῖς, πλευρικὰ στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους.
Στραγαλιὲς: Χοντρὰ ἐσωτερικὰ μαδέρια καθ’ὅλο τὸ μῆκος τοῦ σκάφους συνδεδεμένα μὲ τὰ στραβόξυλα (νομεῖς) γιὰ καλὺτερο «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Σωτρόπι: Ἐσωτρόπιον, χοντρὸ μαδέρι ποὺ προσαρμόζεται ἀπὸ πάνω καὶ κατὰ μῆκος τῆς καρένας (τρόπιδος) τοῦ σκάφους. Χρησιμεύει γιὰ τὸ «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Τσάπες: Τὰ πρῶτα μαδέρια ποὺ μπαίνουν κατὰ τὸ πέτσωμα τοῦ σκάφους (γίνεται ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω) στὸ ὕψος τοῦ καταστρώματος.
Φαλάγγι: Κυλινδρικὸ ξύλο, ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀνέλκυση καὶ καθέλκυση σκαφῶν.

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Εις μνήμην, Μουσική, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 334 Σχόλια »

Κολοκυθομέλτεμο (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2018

Δημοσιεύω με χαρά σήμερα ένα καινούργιο διήγημα του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου, που ταιριάζει και με την εποχή, αφού είναι θαλασσινό, αν και δεν περιγράφει τη ναυτική ή τη νησιώτικη ζωή. Θα ταίριαζε περισσότερο αν το είχα βάλει πριν από δεκαπέντε μέρες που μου το έστειλε ο Δημήτρης, είχα όμως δεσμεύσει τις επόμενες Κυριακές. Το λέω αυτό επειδή «κολοκυθομέλτεμο», παναπεί ξεθυμασμένο, είναι το μελτέμι του Ιούνη. Τον Ιούλιο δυναμώνουν.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης μου έστειλε και γλωσσάρι μαζί, οπότε εγώ λίγα πράγματα έχω να κάνω. Του δίνω λοιπόν το λόγο για την εισαγωγή:

Ἄρχισα νὰ γράφω τὸ διήγημα στὶς ἕντεκα τοῦ Ἰούνη, ἀγναντεύοντας τὸ κολοκυθομέλτεμο ἀπὸ τὸ μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ μου στὰ Θερμιά. Ὅταν τὸ τέλειωσα, μετὰ ἀπὸ δυό μέρες, τὸ μελτέμι εἶχε ξεψυχίσει.Ἔτσι εἶναι τὸ μελτέμι τῆς ἐποχῆς τοῦ κολοκυθιοῦ· χωρὶς ἔνταση, σὰν τὰ κολοκύθια· καὶ σὰν τὰ κολοκυθόγατα ποὺ γεννιοῦνται κι αὐτὰ τὸν Ἰούνη, ἀδύνατα καὶ λιγοζωισμένα.

Τὰ πρόσωπα, οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας εἶναι προϊόντα τῆς φαντασίας μου.

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

κύριος Νῖκος: τὸ ἀφεντικό· διευθύνων σύμβουλος τῆς Alex Medical Greece.

Λεονάρδος: διευθυντὴς τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς  Alex Medical Greece.

Χρῆστος Ἀδαμαντιάδης: διευθυντὴς μάρκετινγκ τῆς  Alex Medical Greece.

Παῦλος Γεωργίου: διευθυντὴς στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece.

Ἴνγκε: Σουηδέζα φίλη τοῦ Λεονάρδου.

Γεράσιμος: παπποῦς τοῦ Νίκου, αἰγυπτιώτης μὲ κεφαλονίτικες ρίζες.

Γιάννης: πατέρας τοῦ Νίκου, ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ· πέθανε τὸ ᾿45 στὴν Αἴγυπτο.

Ἄννα: μητέρα τοῦ Νίκου, κόρη τοῦ Γεράσιμου.

Μποῦτρος: μπατζανάκης τοῦ Γεράσιμου, Αἰγύπτιος.

 

Στὸ τέλος ὑπάρχει γλωσσάρι.

 

ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ

Πῶς βρέθηκε στὸ φλάιμπριτζ νὰ τιμονεύει τὸ δεκαπεντάμετρο κρούιζερ ποὺ πάλευε μὲ τὸ κολοκυθομέλτεμο τοῦ Ἰούνη εἶναι μεγάλη ἱστορία. Ἂς ὄψεται, ὁ κύριος Νῖκος, τ᾿ ἀφεντικό· ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀμερικάνικες σαπουνόπερες -ἔκαναν θραύση τὴ δεκαετία τοῦ ὀγδόντα – ἤθελε νὰ κάνει μίτινγκ μὲ τὰ στελέχη του ἐν πλῷ. Τὸ εἶχαν συζητήσει λίγες μέρες πρὶν στὸ γραφεῖο του.

«Θὰ πᾶς στὸ νησὶ γιὰ τὸ τριήμερο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;» τὸν ρώτησε κι ὅταν τοῦ ἀπάντησε καταφατικά, συνέχισε «θὰ περάσω νὰ σὲ πάρω γυρίζοντας ἀπὸ τὴ Μύκονο μὲ τὸ σκάφος· θὰ εἶναι κι ὁ Χρῆστος ὁ Ἀδαμαντιάδης μαζὶ μας καὶ θὰ κάνουμε μίτινγκ γιὰ τὴν καλύτερη ὀργάνωση τοῦ τμήματός σου.»

Ὁ Λεονάρδος, εἶχε ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς Alex Medical Greece πρὶν δεκαπέντε μῆνες, στὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδοντατρία καὶ ἦταν τὸ νεαρότερο στέλεχός της.

Γεννημένος στὴ Σύρα τὸ πενηνταπέντε, εἶχε τελειώσει τὸ Φυσικὸ τῆς Ἀθήνας καὶ εἶχε ἐξειδικευτεῖ στὰ Ἠλεκτρονικά. Τὸ καλοκαίρι τοῦ ἑβδομηνταοχτώ, λίγο πρίν τελειώσει τὴ σχολὴ –  χρώσταγε μερικὰ μαθήματα καὶ τὴν πτυχιακή του – γνώρισε στὸ νησὶ τὴν Ἴνγκε ἀπὸ τὴ Σουηδία. Ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα, μὲ κορμὶ ἀγαλματένιο, ἔγινε ἀμέσως ὁ στόχος τῶν ἀρσενικῶν τοῦ μπάρ· κι ὅλοι φάγανε τὰ μοῦτρα τους. Ὁ Λεονάρδος – στὸ σπίτι τὸν λέγανε Λινάρδο, στὸ Πανεπιστήμιο κάτι τροτσκιστές φίλοι του τὸν φώναζαν Λέον, ἐνῶ στὰ καλοκαιρινά του νταραβέρια μὲ τὶς τουρίστριες χρησιμοποιοῦσε τὸ Λεονάρντο γιὰ νὰ τονίσει τὴ δυτικὴ  καταγωγή του, ὑποδηλώνοντας ταυτόχρονα τὴν καλλιτεχνική του φύση καὶ τὴν ἀναμφισβήτητη εὐφυΐα του – ἔβαλε σὲ ἐνέργεια τὰ μεγάλα μέσα. Ἀργά, κατὰ τὶς δύο, ἔφυγε, χωρὶς νὰ τὴν πλησιάσει καθόλου, πῆγε στὸ σπίτι του, ἔβαλε στὸ σακβουαγιὰζ τὸ μπαγλαμά του κι ἕνα μπουκάλι οὖζο καὶ τράβηξε γιὰ τὴ Φραγκοσυριανή, μιὰ μερακλίδικη συριανή ψαρόβαρκα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του γιὰ τὰ ψαρέματά του. Τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ ἀραξοβόλι της καὶ τὴν ἔδεσε στὸ μόλο, μπροστὰ στὸ μπάρ. Κάθησε στὴν πρύμη, πῆρε τὸ μπαγλαμαδάκι κι ἄρχισε νὰ τὸ κελαηδᾶ. Κατὰ τὶς τρεῖς, τὴν ὥρα ποὺ ἄδειαζε τὸ μπάρ, βγῆκε ἡ θεά. Πλησίασε στὴν ἄκρη τοῦ μόλου, κάθησε πάνω στὴ δέστρα καὶ τὸν ἄκουγε νὰ παίζει. Μόλις τέλειωσε τὸ σκοπό ποὺ ἔπαιζε ὁ Λεονάρδος, σηκώθηκε πῆγε στὴν πλώρη, τῆς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὴν κοίταξε στὰ μάτια κι αὐτὴ πήδηξε στὴ βάρκα χωρίς δεύτερη κουβέντα· μόνο τὰ ὀνόματά τους εἶπαν:

«Λεονάρντο».

«Ἴνγκε».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 78 Σχόλια »

Η Κίνα όπως την είδα (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2018

Πριν από ένα χρόνο, τέτοια εποχή, είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο τις αναμνήσεις του φίλου μας του Dryhammer από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ναυτικός το 1994. Πρόσφατα, συζητήσαμε στο ιστολογιο για την Κίνα, κι αυτή η συζήτηση θύμισε στον Dryhammer το ταξιδι που είχε κάνει στην Κίνα αμέσως μετά το Μούρμανσκ, και του έδωσε το ερέθισμα να καταγράψει τις αναμνήσεις του -κι έτσι γεννήθηκε το σημερινό μας αφήγημα, που με πολλή χαρά το παρουσιάζω.

Ο Dryhammer ξέρει να αφηγείται, κάνει ευστοχες παρατηρησεις, αλλά και φροντίζει να εξηγήσει, στο τέλος του αφηγήματος, τις δύσκολες ναυτικές λέξεις. Καθώς μου έστειλε και τις συνοδευτικές εικόνες, ο δικός μου ρόλος στο σημερινό άρθρο είναι διακοσμητικός -καθολου δεν με πειράζει αυτό, αφού βρίσκομαι κι εγώ σε ένα μικρό ταξίδι, πολύ πιο κοντά όμως. Έβαλα δυο ετυμολογιες και θυμίζω πως τα γκρένια είναι οι γερανοί (cranes) που φορτώνουν τα καράβια.

 

Η ΚΙΝΑ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ

To Μ/V ΝΙΚΟΛΑΣ, 45άρι bulk carrier, είχε αποπλεύσει από το Μούρμανσκ της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, πάνω από τον Αρκτικό κύκλο, φορτωμένο με 42000 τόνους σίδερα για την Κίνα. Ήτανε τέλη Ιούνη του ’94 και λογαριάζαμε πως σε 38 – 40 μέρες (μέσα Αυγούστου) θα μπαίναμε στα κινέζικα νερά. Λιμάνι κατάπλου η Huangpu (ή Whampoa).

Καβατζάραμε το Βόρειο Ακρωτήριο κι όλο Νότια ανοιχτά της Νορβηγίας, περάσαμε τη Μάγχη με την κίνησή της από εμπορικά και φέρι, περάσαμε και το Μπέι ήσυχα παρά την κακή του φήμη και μπήκαμε από τα στενά του Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο. Άλλος ουρανός, άλλος ήλιος, άλλα νερά. Δικά μας. Από το Γιβραλτάρ ως έξω από την Κρήτη βρήκαμε θάλασσα (λόγω μελτεμιών κυρίως) αλλά όλα φαίνονταν οικεία και πιο εύκολα. Έξω από τον Αγ. Νικόλα αγκυροβολήσαμε για λίγο για φρέσκα(2), εξωτικά καρπούζια και ροδάκινα και ντουγρού για Πορτ Σάιντ να περάσουμε τη διώρυγα του Σουέζ. Περάσαμε  και το Σουέζ, ψηθήκαμε στην Ερυθρά Θάλασσα, καβατζάραμε και το Άντεν, περάσαμε νότια απ’ τη Σοκότρα (όπου, κατά τους παλιούς και τον Καββαδία, είχε πειρατές κανίβαλους που πριν φάνε τους αιχμάλωτους ναυτικούς, τους σφυρίζαν κι έναν για να μαλακώσει το κρέας τους) και βόρεια απ’ τις Μαλδίβες για να μπούμε στο Μαλάκκα Στρέιτ για Σιγκαπούρη. Άγκυρα στη ράδα της Σιγκαπούρης, μπόνκερ(1), στόρια(2), λεφτά για το βαπόρι και το πλήρωμα, μπομπότηδες(3), ζέστη και υγρασία του χαμού (μισή μοίρα πάνω απ’ τον Ισημερινό, τέλη Ιούλη) και μετά από 6 – 7 ώρες, φουλ αχέντ(4)  για Κίνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , | 101 Σχόλια »

Ο Ξερωγός (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2018

Ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού εστειλε ένα καινούργιο διήγημά του -το παρουσιάζω σημερα με χαρά, όχι μόνο επειδή το βρίσκω αξιόλογο αλλά και επειδή, όπως θα δείτε από τον πρόλογο, το έναυσμα για να γραφτεί το διήγημα δόθηκε από σχόλιο εδώ στο ιστολόγιο. Πολύ χαίρομαι.

Δεν θα πω πολλά, παραθέτω το διήγημα οπως ακριβώς μού το έστειλε ο Δημητρης. Αν ήταν άλλος θα το μονοτόνιζα, αλλά οι φίλοι έχουν προνόμια. Να πω μόνο δυο λόγια για την ορθογραφία του τίτλου. Πρόκειται βέβαια για παρατσούκλι για κάποιον που χρησιμοποιούσε συχνά τη φράση «Ξέρω γω» (κατάφαση, όχι ερώτηση). Βλέπω ότι στο slang.gr το γράφουν «Ξερωγώς«. Νομίζω πως η επιλογή του Δημήτρη είναι σωστή. Ναι μεν το παρατσούκλι προέρχεται «εκ συναρπαγής» από τη φράση «Ξέρω γω» αλλά υπερισχύει να αποτυπωθεί σωστά το «τέρμα» της λέξης και η νέα ελληνική δεν εχει τέρμα αρσενικών ουσιαστικών σε -ώς. Για τον ίδιο λόγο γράφουμε Βασίλης και όχι Βασίλεις (όπως ήθελε ο Γ. Χατζιδάκις με το επιχείρημα ότι παράγεται από το Βασίλειος).

Δίνω τον λόγο στον Δημήτρη:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ διήγημα αὐτὸ ἦταν ἔνα σχόλιο τοῦ Ἄγγελου στὸ διήγημα τοῦ Κοτζιούλα «Ναυαγοὶ στὸν Πειραιά»:

«Τραγική όμως ήταν η κατάσταση στα μικρά νησιά…σε όλη την Κατοχή…Κάτι θα έχουν να μας πουν οι εδώ νησιώτες μας…»

(σχ.28)

Ἂν καὶ τὰ πρόσωπα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου, οἱ συνθῆκες ποὺ περιγράφω εἶναι ὅπως τὶς ἔχω ἀκούσει ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν τὴν Κατοχὴ μὲ ὄλες τὶς συνέπειές της.

 

 Ὁ Ξερωγὸς

«Μόλις βγεῖς ἀπὸ τὸν κάβο κρατήσου γιαλό1, δυὸ καϊκιὲς2 ἀπὸ τὰ βράχια. Μὴ φοβᾶσαι, τὰ νερὰ εἶναι καθαρά· δὲν ἔχουνε ξέρες. Τώρα ποὺ γρεγάρησε3 μὴ φοβᾶσαι τὸν ἀέρα, τὸν κατεβάζουν οἱ στεριές· ἡ θάλασσα ὅμως εἶναι στρωτή, ταξιδεύεται. Τράβα μὲ τὴ μηχανὴ στὶς μισὲς στροφές, ἴσαμε τρία μίλια κατά τὸ βοριὰ καὶ μετὰ σημάδεψε τὸ νοτινὸ κάβο τοῦ ἀπέναντι νησιοῦ· κάνε καὶ τὸ φλόκο4 γιὰ νὰ σὲ κρατάει ἀπὸ τὸ μπότζι5. Θὰ τὸ περάσεις τὸ μπουγάζι6 ἀχολομάνιστα.»

Μὲ ὕφος ποὺ δὲ σήκωνε ἀντίλογο ὁ Γιώργης ὁ Ξερωγὸς ἐξηγοῦσε στὸν καπετάνιο τοῦ ξένου καϊκιοῦ πῶς νὰ περάσει τὸ μπουγάζι μὲ τὸ φρέσκο μελτέμι. Ρούφηξε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ τὸν καφέ του κι ἔκλεισε τὴν κουβέντα μὲ τήν ἀγαπημένη του ἐπωδό:

«Ἄκου ποὺ σοῦ λέω! Ξέρω ᾿γώ!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κατοχή, Ναυτικά | Με ετικέτα: , | 173 Σχόλια »

Τυχερή φουρτούνα

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2018

Πριν από κάμποσο καιρό, καθώς έψαχνα κάτι στο Διαδίκτυο, έπεσα πάνω σε μια αφίσα της παράστασης ενός κλασικου ρουμάνικου θεατρικού έργου -όχι αυτήν της εικόνας αριστερά, αλλά σαν κι αυτήν.

O συγγραφέας, ο Ίον Λούκα Καρατζιάλε, είναι ο εθνικός θεατρικός συγγραφέας της Ρουμανίας -«ο Μολιέρος της Ρουμανιας» όπως γράφεται συχνά. Λέγεται πως ήταν ελληνικής καταγωγής (Καραγιάλης;) αλλά αυτο δεν θα μας απασχολήσει στο σημείωμά μας.

Το έργο του είναι κωμωδία, και έχει παιχτεί και στην Ελλάδα, και επειδή θυμομουν τον ελληνικό τίτλο, «Μια φουρτουνιασμένη νύχτα» ήταν εύκολο να κάνω την ταύτιση. Λατινογενής γλώσσα τα ρουμάνικα, και από το λατινικό nox, noctem (συγγενικό με το δικό μας νυξ, νυκτός) προέκυψε το γαλλικό nuit, το ιταλικό notte, τα άλλα λατινογενή -και το ρουμάνικο.

Λατινογενής και η δεύτερη λέξη, furtonoasă, «θυελλώδης» ας πούμε, μια και furtună είναι στα ρουμάνικα η θύελλα, η καταιγίδα αλλά και η τρικυμία. Κι επειδή η τρικυμία είναι και στα ελληνικά φουρτούνα, υποθέτω πως ο Έλληνας μεταφραστής, ο Γρηγόρης Μασαλάς πρεπει να είναι, επηρεάστηκε από την ομοιότητα των λέξεων και το απέδωσε «φουρτουνιασμένη» ενώ, αν δεν κάνω λάθος, το έργο δεν αναφέρεται σε τρικυμία στη θάλασσα αλλά σε θύελλα στη στεριά. (Αν κάνω λάθος, συγνώμη σας ζητώ).

Για το θεατρικό έργο δεν ξέρω περισσότερα -μας έδωσε απλώς την αφορμή. Στο άρθρο θα εστιαστούμε στη λέξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Θεατρικά, Ιστορίες λέξεων, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 195 Σχόλια »

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2017

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Και πάλι για τις δύσκολες ναυτικές λέξεις του Κ. Ράδου

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2017

Γυρίζω από ταξίδι, άρθρο αδύνατον να γράψω, οπότε αρκούμαι σε επανάληψη παλιότερου, που ταιριάζει με την εποχή αφού έχει θέμα θαλασσινό. Είχε δημοσιευτεί πριν από εξίμισι χρόνια, κι αν το θυμάστε χαρά στο μνημονικό σας (βέβαια μάς το θύμισε πρόσφατα ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος). Το κακό βέβαια είναι ότι στο άρθρο που διάλεξα να επαναλάβω είχαν γίνει λίγα μεν σχόλια αλλά πολύ ουσιαστικά, οπότε θα χρειαστεί να τα ενσωματώσω στο άρθρο κι έτσι δεν θα είναι εντελώς άκοπη η αναδημοσίευση -αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού, διότι τώρα το άρθρο είναι πληρέστερο.

Οπότε, η βελτιωμένη έκδοση του παλιού άρθρου έχει ως εξής:

Οι δύσκολες λέξεις του Κ. Ράδου

Την τελευταία φορά που πέταξα με το αεροπλάνο, πριν φύγω, καθώς έψαχνα με το μάτι να δω ποιο βιβλίο θα πάρω για να διαβάζω, πρόσεξα ένα βιβλιαράκι μικρού σχήματος, από τη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση» της Νεφέλης, που το είχα αγοράσει πριν από καμιά εικοσαριά (και βάλε) χρόνια, του Κωνσταντίνου Ράδου, Ο πειρατής της Γραμβούσης, αλλά δεν το είχα ανοίξει, έμενε με τα φύλλα άκοπα. Μου φάνηκε σαν να με κοιτάζει παραπονεμένο, οπότε το πήρα και το έβαλα στην τσάντα μου.

Ο Κωνσταντίνος Ράδος (1862-1931) ήταν ηπειρώτης, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, ερευνητής, έφτιαξε μουσεία, έγραψε για διάφορα θέματα, κυρίως όμως για τη ναυτική ιστορία –και έγραψε και ναυτικά διηγήματα, από τα οποία εξέδωσε δύο τόμους, τα Ναυτικά διηγήματα το 1910 σε καθαρεύουσα και τον Πειρατή της Γραμβούσης το 1930 σε δημοτική. Στην έκδοση της Νεφέλης, ο επιμελητής λέει ότι έχει πάρει τρία μεγάλα διηγήματα από τη δεύτερη συλλογή και τέσσερα κάπως μικρότερα από την πρώτη. Πρόκειται για ναυτικά διηγήματα, με θέματα παρμένα από το παρελθόν: Βυζάντιο, Μεσαίωνας, 1821. Πείτε με προκατειλημμένο, αλλά τα καθαρευουσιάνικα διηγήματα τα βρήκα να έχουν κακογεράσει. Αντίθετα, τα τρία που είναι γραμμένα σε δημοτική λάμπουνε σαν διαμάντια. Μπορεί όμως να είναι και σύμπτωση.

Τέλος πάντων, στην Ανέμη υπάρχει ονλάιν και τζάμπα ο Πειρατής της Γραμβούσης και περιέχει τα περισσότερα από τα διηγήματα της έκδοσης της Νεφέλης, καθώς και μερικά άλλα που δεν τα συμπεριέλαβε ο ανθολόγος, μεταξύ των οποίων και ένα με μανιάτικο θέμα, που θα έπρεπε να κάτσω να το διαβάσω.

Από τον Πειρατή της Γραμβούσης, πιο πολύ μού άρεσε το ομότιτλο διήγημα, όπου η δράση εκτυλίσσεται γύρω στο 1828 σε ένα μη κατονομαζόμενο νησί του Αιγαίου (Σπέτσες; Μήλο; Αστροπαλιά;) και στη Γραμβούσα, το οχυρό νησάκι έξω από τον Κίσσαμο που είχε γίνει ορμητήριο των πειρατών και που εκείνη την εποχή ο αγγλικός στόλος, με άδεια της ελληνικής κυβέρνησης, το πάτησε. Ξεσηκώνω ένα απόσπασμα, που έχει και διάλογο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους πειρατές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ντοπιολαλιές, Ναυτικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 102 Σχόλια »

Ξαναδιαβάζοντας τον Πέδρο Καζάς

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2017

Εκεί που είχα πάει για παραθερισμό, υπάρχει μια μικρή βιβλιοθήκη με βιβλία του παππού μου, από τη δεκαετία του 1920 τα περισσότερα, ελληνική λογοτεχνία ή ξένη σε μετάφραση. Μια μέρα έπιασα και διάβασα τον Pedro Cazas του Φώτη Κόντογλου, σε ένα μικρού σχήματος τομίδιο, που έχει στη δεύτερη σελίδα του την υπογραφή του θείου του Μιχάλη, αδελφού του παππού μου. Πιο σωστά, τον ξαναδιάβασα, μια και τη νουβέλα του Κόντογλου την είχα ξαναδιαβάσει πριν από πολλά χρόνια σε νεότερη έκδοση και την έχω μάλιστα δημοσιεύσει ολόκληρη στον παλιό μου ιστότοπο.

Το βιβλιαράκι που είχα στα χέρια μου είναι έκδοση του 1923, από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Χ. Γανιάρη. Είχε προηγηθεί μια έκδοση το 1920. Πράγματι, στην τελευταία σελίδα του τομιδίου βρίσκω την εξής σημείωση:

.

Ο Pedro Cazas είχε τυπωθή στο Παρίσι προ τρία χρόνια σε 250 αντίτυπα για τους φίλους του συγγραφέα.

Οι δυο εικονογραφίες είναι απ’ το χέρι του.

.

Ωστόσο, στο άρθρο της Βικιπαίδειας αλλά και αλλού βρίσκω ότι η πρώτη έκδοση έγινε στη γενέτειρα του Κόντογλου, το Αϊβαλί, το 1920, στο σύντομο διάστημα που η Ιωνία βρισκόταν υπό ελληνικό έλεγχο. Μπορεί να υπάρχει αντίφαση, μπορεί πάλι η εκτύπωση να έγινε όντως στο Παρίσι αλλά το βιβλίο να κυκλοφόρησε και να διατέθηκε στην Ιωνία. Πάντως η νουβέλα γράφτηκε στο Παρίσι, όπου έμενε ο νεαρός (γεννημένος το 1895) Κόντογλου από το 1914.

Η τρίτη έκδοση της νουβέλας έγινε το 1944, με κάποιες αλλαγές στη γλώσσα -ανάμεσα στ’ άλλα ο τίτλος ελληνογράφεται, από Pedro Cazas σε Πέδρο Καζάς. Το κείμενο που έχω ανεβάσει ονλάιν είναι από την τρίτη έκδοση. Στα βιβλιοπωλεία θα βρείτε τον Πέδρο Καζάς μαζί με τη Βασάντα, το δεύτερο βιβλίο του Κόντογλου.

Ο Πέδρο Καζάς, σύμφωνα με την προμετωπίδα της πρώτης/δεύτερης έκδοσης είναι «η πρωτάκουστη ιστορία του Εσπανιόλου κουρσάρου που είτε έζησε τρακόσα χρόνια είτε γύρισε απ’ τον Άδη. Τυπωμένη από ένα παράξενο πορτουγέζικο χειρόγραφο που έπεσε στα χέρια του Φώτη Κόντογλου στο Oporto». Στις επόμενες εκδόσεις υπάρχουν μικροδιαφορές στη διατύπωση της φράσης αυτής.

Το βιβλίο έχει έναν πρώτο πρόλογο που τον υπογράφει ο Κόντογλου (μάλιστα: Κόντογλους), κι έναν δεύτερο που τον υπογράφει ο αφηγητής, με την υποτιθέμενη τοποχρονολόγηση «Setubal, 1887». Με τους αλλεπάλληλους προλόγους, ο Κόντογλου  αποστασιοποιείται από τον αφηγητή του και από την αφήγησή του, αποποιείται την ιδιότητα του συγγραφέα του κειμένου και παρουσιάζεται σαν απλός μεταγραφέας του «παράξενου χειρόγραφου», ένα λογοτεχνικό τέχνασμα που και άλλοι έχουν χρησιμοποιήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Ναυτικά, Πεζογραφία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Ιστορίες από το μπάρκο (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2017

Πριν από ένα μήνα είχαμε δημοσιεύσει εδώ το αφήγημα του καινούργιου φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ως ναυτικός το 1994. Προχτές ο Dryhammer μού έστειλε ένα ακόμα πεζογράφημα με «ιστορίες από το μπάρκο», που το παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά, ταιριάζει άλλωστε

(Πρέπει να παραδεχτώ πως η σύμπτωση ήταν τυχερή, διότι χτες, ύστερα από διάφορα που συνέβησαν, δεν είχα ψυχική αντοχή να γράψω εκείνο που είχα κατά νου, που επίσης είχε ναυτικό θέμα, οπότε θα μέναμε χωρίς άρθρο σπάζοντας το σερί που βαστάει τριάμισι χρόνια).

Το αφήγημα έχει μερικές (λιγοστές μάλλον) ναυτικές λέξεις που μπορεί να είναι άγνωστες σε κάποιους, αλλά που δεν εμποδίζουν την κατανόηση -ας γίνουν οι ερωτήσεις στα σχόλια και θα απαντήσει ο Dryhammer.

Ιστορίες από ταξίδια

Στη μνήμη του Μάριου.

 

Άδειαζα το πλαϊνό ντουλάπι του σερβάν, μπας και καταφέρω να πετάξω τίποτα σαβούρες της μάνας μου και κάνω χώρο για να βάλω τις δικές μου, όταν έπεσα σ΄ ένα χαρτονένιο κουτί από παπούτσια.

«Καλέ, τι έχεις εδώ;» τηνε ρώτησα.

«Κάτι χαρτιά του πατέρα σου».

Μέσα είχε φωτογραφίες, κατοχικά χαρτονομίσματα και ανάμεσα στα χαρτιά και δυό φυλλάδια. Το ένα το πιο παλιό που είχε και κούμπωμα, ήταν του πάππου μου (το δεύτερο, το πρώτο είχε υποθέτω γεμίσει) έκδοσης του 1914 και το δεύτερο του πατέρα μου του 1935. Ο πατέρας μου δεν ήταν ναυτικός, ούτε περιστασιακά, αλλά το φυλλάδιο είχε μια ναυτολόγηση σε καΐκι για μερικούς μήνες. Τα χρόνια εκείνα, αγόρι στα Καρδάμυλα, μα και γιατρός να σπούδαζε, έπρεπε να ‘χει φυλλάδιο. Η ναυτολόγηση στο καΐκι ήτανε μαϊμού. Για να μπορεί να μπαρκάρει σε ποντοπόρο, έπρεπε πρώτα να ‘χει υπηρεσία σε ακτοπλοϊκό.

Τελικά, τα ‘φερε ο διάολος κι έβαλα και το δικό μου από πάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 110 Σχόλια »

Μούρμανσκ, Ιούνιος του 94 (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα τις αναμνήσεις του καινούργιου φίλου μας, του Dryhammer, από το ταξίδι του στο μακρινό και παγωμένο Μούρμανσκ τον Ιούνιο του 1994. Σε πρόσφατη συζήτηση, με αφορμή τις λευκές νύχτες που γνωρίζουν αυτή την εποχή τα βόρεια μέρη, ο φίλος μας είχε αναφέρει δυο-τρία πράγματα από τις εμπειρίες του, που προκάλεσαν αρκετό ενδιαφέρον και, κουβέντα στην κουβέντα, τον βάλαμε στα αίματα να καταγράψει τις αναμνήσεις του.

Πολύ καλογραμμένο κείμενο, με εύστοχες παρατηρήσεις, καταφέρνει θαρρώ να μεταφέρει την αίσθηση του τόπου και της εποχής. Με αστερίσκο σημειώνονται κάποια λεξιλογικά, που εξηγούνται στο τέλος.

Мурманск Ιούνιος του 94

Στο βαπόρι ανέβηκα ξημερώματα (15 ή 16 του Μάη του ’94). Είχε φουντάρει έξω από τον Αγ. Νικόλα στην Κρήτη για να κάνει στόρια(*)  και να αλλάξει  πλήρωμα . Δεν θυμάμαι με τίποτα, σε τι σκάφος ανέβηκα για να μας πάει στο NIKOLAS. Το μόνο που θυμάμαι, με λεπτομέρεια ντοκιμαντέρ, είναι τη σκοτεινή φιγούρα του πλοίου κόντρα στο λυκαυγές, να πλησιάζει και να μεγαλώνει, μέχρι που ήρθαμε δίπλα του και μου φάνηκε θεόρατο. Μετά έμαθα ότι ήτανε κάπου 195 μέτρα μήκος και γύρω στα 12 μέτρα πάνω από το νερό μέχρι το κατάστρωμα, βαμμένο μαύρο, όπως σχεδόν όλα τα φορτηγά. Το Σεπτέμβρη θα έκλεινα τα 30. Πρωτόμπαρκος.

Το NIKOLAS (με κάπα) ήταν ένα φορτηγό 45άρι(*) με 5 αμπάρια και 4 γκρένια(*). Ερχόταν από Ανατολική Ασία μέσω Σουέζ  για να ξεφορτώσει μεταλλεύματα  σε Αμβέρσα, Αμβούργο και Μάλμοε και μετά βλέπουμε. Την 1η Ιουνίου θα σήκωνε Ελληνική  σημαία, από Παναμά που είχε, και από την Κρήτη και μέχρι και το Μάλμοε θα άλλαζε όλο σχεδόν το ελληνικό πλήρωμα.

Στο Αμβούργο άλλαξε σημαία και έγινε ΝΙΚΟΛΑΣ και στο δρόμο για το Μάλμοε βγήκε και το ναύλο. Θα φορτώναμε σίδερα από το Μούρμανσκ για την Κίνα. Μια αλυσίδα συμπτώσεων και συγκυριών (άμα θέ η πουτάνα να στα φέρει…) με έφερε να περνώ περισσότερο χρόνο στη γέφυρα απ’ όσο αν ήμουν κανονικό τζόβενο κι έτσι μόνο όταν έτρωγα ή κοιμόμουν δεν έβλεπα το ταξίδι, που το γούσταρα αφάνταστα. Μπήκα στο βαπόρι για δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα ταξίδευα. Συνεχώς.

Ήδη, από την Αμβέρσα, είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό το μεγάλωμα της μέρας. Από το Μάλμοε κι ύστερα, που περιπλέαμε την Σκανδιναβική χερσόνησο με βορεινή πορεία μέχρι το Νόρντ Καπ, στο 71 μισό πλάτος, η μέρα μεγάλωνε, κάθε μέρα, αρκετά περισσότερο, μέχρι που πια δε νύχτωνε καθόλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , , | 208 Σχόλια »