Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ναυτικά’ Category

Κολοκυθομέλτεμο, η συνέχεια (ένα διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 8 Δεκεμβρίου, 2019

Πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει το «Κολοκυθομέλτεμο», ένα διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου. Αρκετοί τότε είχατε γράψει ότι θα θέλατε να δείτε τη συνέχεια του διηγήματος. Ο φίλος μας ο Δημήτρης πράγματι έγραψε τη συνέχεια. Μου πρότεινε μάλιστα να δημοσιευετεί όχι μονοκοπανιά αλλά σε τρία μέρη, όμως εγώ τον απέτρεψα και τάχθηκα υπέρ της ενιαίας δημοσίευσης. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, εσείς θα πείτε.

Ο Δημήτρης προτάσσει και πρόλογο, για όσους δεν θυμούνται το πρώτο διήγημα.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ὅταν δημοσιεύτηκε τὸ – ἀρχικὰ αυτοτελές – διήγημα ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ   πολλοὶ σχολιαστές ζήτησαν τὴ συνέχειά του. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετοὺς μῆνες τὰ κατάφερα νὰ τὴν ὁλοκληρώσω. Ἐπειδὴ εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, τὴ χώρισα σὲ τρία μέρη, περίπου ἰσομεγέθη μὲ τὸ ἀρχικὸ διήγημα. Ἂν σᾶς κουράσει μπορεῖτε νὰ τὴ διαβάσετε σὲ δόσεις. Κι ἂν κάποιοι βαριοῦνται νὰ (ξανα)διαβάσουν τὸ ἀρχικὸ διήγημα, ὑπάρχει περίληψή του στὴν ἀρχή.

Τὰ πρόσωπα, οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ γεγονότα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου. Στὸ τέλος ὑπάρχει κατάλογος μὲ τὰ πρόσωπα τοῦ διηγήματος.

 

ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ

Περίληψη 1ου μέρους

Ἰούνιος τοῦ 1984. Ὁ Λεονάρδος, ἕνας εἰκοσιεννιάχρονος φυσικὸς, φραγκοσυριανὸς στὴν καταγωγή, εἶχε ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς ἑταιρείας Alex Medical Greece πρὶν δεκαπέντε μῆνες, ὅταν τὸ τμῆμα ἦταν ὑπὸ διάλυση, μετὰ ἀπὸ εἰσήγηση τοῦ Παύλου Γεωργίου, διευθυντῆ στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece καὶ στελέχους τῆς Νέας Δημοκρατίας. Ἡ φιλότιμη προσπάθεια τοῦ Λεονάρδου καὶ οἱ ἐπενδύσεις τῆς κυβέρνησης τοῦ ΠΑΣΟΚ στὴν ὑγεία – γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ΕΣΥ – ὁδηγοῦν, ὄχι μόνο στὴν ἐπιβίωση, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνάπτυξη τοῦ τμήματος. Ὁ κύριος Νῖκος, ἰδιοκτήτης τῆς ἑταιρείας, ἐπιστρέφοντας μετὰ ἀπὸ ἕνα τριήμερο μὲ τὸ  σκάφος του στὴ Μύκονο, μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ τὸν διευθυντὴ μάρκετινγκ Χρῆστο Ἀδαμαντιάδη,  παίρνει μαζί του – ἀπὸ τὴ Σύρα – καὶ τὸν Λεονάρδο· γιὰ ἕνα – τελικὰ ἀπραγματοποίητο, λόγῳ καιροῦ – μίτινγκ ἐν πλῷ.  

Ὁ κύριος Νῖκος, γεννημένος στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου τὸ 1943, ἀπὸ πατέρα ἀξιωματικό τοῦ -τότε- Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ μητέρα Ἑλληνίδα τῆς Ἀλεξάνδρειας, διευθύνει τὴν ἑταιρεία ποὺ ἵδρυσε στὴν Ἀθήνα ὁ Γεράσιμος, ὁ παπποῦς του, ἕνας πλούσιος αἰγυπτιώτης ἔμπορος. Ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει τὸ 1945 ἀπὸ φυματίωση, μετὰ τὸν ἐγκλεισμό του σὲ στρατόπεδο στὴν ἔρημο γιὰ τὴ συμμετοχή του στὸ κίνημα τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ παπποῦς του εἶχε ἀρχίσει ἐπιχειρηματικὴ δραστηριότητα στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν ἐθνικοποίηση τῆς φαρμακευτικῆς ἐπιχείρησής του στὴν Αἴγυπτο τὸ 1957.

Φτάνοντας στὴ μαρίνα  τῆς Βουλιαγμένης, ἀράζουν  δίπλα σὲ μιὰ τεράστια θαλαμηγό. Ὁ κύριος Νῖκος τὴ δείχνει στὸ Λεονάρδο μὲ θαυμασμό, ἀλλὰ δὲ μπορεῖ νὰ κρύψει τὸν φθόνο του· κι ὁ Λεονάρδος τὸν λυπᾶται.  

 2ο Μέρος.

«Τὰ μάτια σου τέσσερα, Λεονάρδο! Ἔχε ἀπὸ κοντὰ τοὺς πασόκους. Μὴν ἀκοῦς τί λέει ὁ Γεωργίου, τὸ ΠΑΣΟΚ θὰ ξαναβγεῖ.»

Ὁ Ἀδαμαντιάδης εἶχε φωνάξει τὸν Λεονάρδο στὸ γραφεῖο του γιὰ τὸν πρωινὸ καφέ· ὅπως συνήθιζαν κάθε Παρασκευή. Στὶς συναντήσεις αὐτές ἔκαναν ἕναν σύντομο ἀπολογισμὸ τῆς βδομάδας καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸ πρόγραμμα τῆς ἑπόμενης. Τοὐλάχιστον ἔτσι τὸ ξεκίνησαν στὰ πρῶτα, δύσκολα χρόνια, ὅταν τὸ Τμῆμα Ἰατρικῶν Ὀργάνων ἦταν ὑπὸ ἐπιτήρηση. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ὁ Λεονάρδος κέρδιζε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἀδαμαντιάδη καί, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, τοῦ κυρίου Νίκου. Σ᾿ αὐτὸ βοηθοῦσαν τ᾿ ἀνοδικὰ ἀποτελέσματα τοῦ τμήματος καὶ τὰ καλά λόγια ποὺ ἄκουγαν γι᾿ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ξένους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 75 Σχόλια »

Μνήμη καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, πέντε χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 5 χρόνια από τον θάνατο του καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, του καπετάνιου που, πάνω από μισόν αιώνα, έδινε ζωή στις Μικρές Κυκλάδες εκτελώντας τα δρομολόγια της άγονης γραμμής.

Όπως βρίσκω σε ένα ενδιαφέρον άρθρο για τον καπετάν Μήτσο, είχε καταγωγή από τη Σύμη και γεννήθηκε το 1926 στο Κουφονήσι, όπου βρέθηκε ο ψαράς και λαουτιέρης πατέρας του. Ο καπετάν Δημήτρης είχε στην πραγματικότητα το επίθετο Τερεζές – το Σκοπελίτης είναι παρατσούκλι. «Ο προπάππος μου Νικόλαος Τερεζές γεννήθηκε στη Σκόπελο και όταν κάποια στιγμή πήγε στη Σύμη, όλοι ρωτούσαν: «Από πού είναι αυτός;». «Από τη Σκόπελο, Σκοπελίτης» έλεγαν κι έτσι έμεινε το όνομα» έχει αφηγηθεί….

Όμως ο καπταΜήτσος ήταν και βιολιτζής, γι’ αυτό και διάλεξα τη φωτογραφία που τον δείχνει να παίζει μαζί με τον εγγονό του.

Τις προάλλες ήρθε η κουβέντα στον Σκοπελίτη, ενώ σχολιάζαμε κάτι άλλο: ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος διηγήθηκε μια πολύ όμορφη ανάμνησή του σχετική με τον Σκοπελίτη και με τις δυο του ιδιότητες, σαν σύντομο διήγημα, ενώ  αμέσως μετά ο φίλος μας ο Πέπε θυμήθηκε κι αυτός κάτι άλλο.

Κρίμα είναι τόσο ωραίες αφηγήσεις να μένουν θαμμένες στο πουργατόριο των σχολίων. Οπότε, αφού σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του, σκέφτηκα να κάνουμε μνημόσυνο στον καπτα-Μήτσο, με βάση τις παραπάνω αφηγήσεις και ακόμα ένα πεζογράφημα του Δημήτρη Μαρτίνου.

  • Θυμάται ο Δημήτρης Μαρτίνος:

Ὁ Σκοπελίτης

Τὸν Αὔγουστο τοῦ ᾿87 εἴχαμε πάει, ὁ ἀδελφός μου κι ἐγώ, στὸ Κουφονήσι· μὲ τὸν Ἀρχάγγελο, τὸ τρεχαντῆρι μας, ναυπηγημένο στὶς Σπέτσες τὸ 1985.
Ἡ ὑπόλοιπη παρέα εἶχε πάει μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς στὴ Νάξο κι ἀπὸ κεῖ στὸ Κουφονήσι μὲ τὸν «Σκοπελίτη», τὸ θρυλικὸ καραβάκι τῶν Μικρῶν Κυκλάδων.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ Κουφονήσι ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἀφάνεια.  Λίγα χρόνια πρίν εἶχε πάει τὸ ρεῦμα στὸ νησὶ καὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ χτίζονται τὰ πρῶτα ἐνοικιαζόμενα δωμάτια. Ὅμως διατηροῦσε τὴν παρθένα ὀμορφιὰ ποὺ τράβηξε τοὺς πρώτους ἐπισκέπτες, σκηνίτες καὶ γυμνιστές στὴν πλειοψηφία τους, ποὺ τὸ ἀνακάλυψαν στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70. Στὴν ἀρχὴ οἱ ντόπιοι τοὺς εἶδαν μὲ καχυποψία, ἀντιπάθεια, ἤ καὶ ἐχθρότητα σὲ κάποιες ἀκραῖες περιπτώσεις. Σιγὰ-σιγά, ὅμως, τὰ πράγματα ἰσορρόπησαν, ἀφοῦ καὶ οἱ δυὸ πλευρές  ἔβαλαν νερὸ στὸ κρασί τους.

Τὸ σύμπλεγμα τῶν νησιῶν ἀνάμεσα στὴν Νάξο καὶ στὴν Ἀμοργό, ἡ Ἡρακλειά, ἡ Σχοινούσα, τὸ Κάτω καὶ τὸ Πάνω Κουφονήσι, μαζὶ μὲ τ᾿ ἀκατοίκητα νησιά,  τὴν Κέρο, τὸ Ἀντικέρι καὶ τὴ Δρίμα, εἶναι σὲ μικρή ἀπόσταση μεταξύ τους καὶ προσφέρονται γιὰ ἐκδρομές μὲ σκάφος καὶ γιὰ ψάρεμα· πρᾶγμα ποὺ ἐμεῖς ἀξιοποιήσαμε δεόντως.

Μιὰ μέρα, μαζί μὲ κάποιους ἀπὸ τὴν παρέα, πήγαμε ἐκδρομὴ στὴν Ἀμοργό. Ὁ καιρὸς μελτέμι, ἑξάρι γεμᾶτο· τὸν εἴχαμε  δευτερόπρυμα καὶ σὲ δυὸ ὧρες φτάσαμε στὰ Κατάπολα. Μὲ τὸ λεωφορεῖο πήγαμε στὴ Χώρα καὶ στὴ Χοζοβιώτισσα και γυρίσαμε ἀργά τὸ ἀπόγευμα. Ἐκεῖ ποὺ ἤμαστε ἀραγμένοι στὰ Κατάπολα, πλησίασε στὸ καΐκι ἕνας ἄνθρωπος γύρω στὰ ἑξῆντα, μὲ ναυτικὸ κασκέτο καὶ ὄψη θαλασσινὴ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ χαζεύει. Σὲ λιγάκι μᾶς ρώτησε:

«Σπετσιῶτες εἴσαστε;»
«Ὄχι ἐμεῖς», τοῦ ἀπαντήσαμε, «τὸ καΐκι εἶναι σπετσιώτικο.»
«Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὸ σκαρί», ἀπάντησε. «Φτιάχνουν ὄμορφα τρεχαντήρια οἱ Σπετσιῶτες. Λεβέντικα, θαλασσινά. Ἔχω παραγγείλει κι ἐγὼ ἕνα στὶς Σπέτσες· στὰ ἴδια μέτρα μὲ τὸ δικό σας πάνω-κάτω. Τὸν ἄλλο μήνα θὰ εἶναι ἕτοιμο.»

Ἔριξε μιὰ τελευταία ματιὰ στὸ καΐκι, μᾶς εὐχήθηκε καλὰ ταξίδια καὶ συνέχισε τὴ βόλτα του στὸ μουράγιο.

Ξεκινήσαμε τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς περασμένα μεσάνυχτα, ἀφοῦ στείλαμε τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς. Τὸ μελτέμι ἦταν φρέσκο καὶ δὲν ἔκοψε τὴν νύχτα. Εἶχε ὅμως πανσέληνο καὶ βλέπαμε καλὰ τὶς θάλασσες ποὺ κουτρουβαλοῦσαν κατὰ πάνω μας σὰν ἄσπρα ἀγριεμένα βουβάλια. Βλέπεις δὲν ἔχει στεριὰ ἢ μεγάλο νησὶ βόρεια τῆς Ἀμοργοῦ γιὰ νὰ κόψει τὴν ὁρμὴ τῶν κυμάτων τοῦ βοριᾶ ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Θρακικὸ, περνοῦν δυτικὰ ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη καὶ τὴ Χίο, διασχίζουν τὸ Ἰκάριο καὶ καταλήγουν στὴν Ἀμοργό. Ὄρθιοι στὴν πρύμη, ὁ ἀδελφὸς μου στὸ τιμόνι κι ἐγὼ στὸ χειριστήριο τῆς μηχανῆς, ἀρμενίζαμε κῦμα τὸ κῦμα. Ἀργὰ τὴ μηχανή, μόλις βλέπαμε καμιὰ πιὸ χοντρὴ θάλασσα, ἐλαφρὺ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ γιὰ νὰ τὴν πάρουμε γλυκά, μὲ τὴ μάσκα κι ὁ Ἀρχάγγελος τὴν πέρναγε ἀνάλαφρα, σὰν ἄλογο καθαρόαιμο ποὺ πηδάει τὰ ἐμπόδια στὸ στίβο.

Λίγες μέρες ἀργότερα, τὸν Δεκαπενταύγουστο, βρεθήκαμε στὴν ταβέρνα τῆς Καλλιόπης ποὺ εἶχε βιολιά.

«Θὰ παίξει ὁ ἀδερφός μου, ὁ Μῆτσος ὁ Σκοπελίτης» μᾶς εἶχε πεῖ τὴν προηγούμενη βραδυὰ ποὺ τρώγαμε στὸ μαγαζί της.

Μὲ ἔκπληξη διαπιστώσαμε πὼς ὁ ἀδελφός της ἦταν ὁ θαλασσινὸς ποὺ θαύμαζε τὸ καΐκι μας στὰ Κατάπολα. Ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε τὸ καραβάκι, τὸν «Σκοπελίτη» ποὺ ἔδινε ζωή στὰ μικρά νησιά τῆς ἄγονης γραμμῆς, τὴν Ἡρακλειά, τὴ Σχοινούσα, τὴ Δονούσα, τὸ Κουφονήσι, ὅλον τὸν χρόνο, συνδέοντάς τα μὲ τὴν Νάξο καὶ τὴν Ἀμοργό. Τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἄφησε τὸν «Σκοπελίτη» στὸν γιό του, ἀλλὰ δὲν παράτησε τὴ θάλασσα. Παράγγειλε τὸ τρεχαντῆρι του στὶς Σπέτσες γιὰ νὰ ξανακάνει αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὰ νιάτα του, νὰ ψαρεύει. Ὄχι πιὰ γιὰ τὸ μεροκάματο· μοναχὰ γιὰ τὸ κέφι του.

Τὸ γλέντι ξεκίνησε μὲ τραγούδια ποὺ ζητοῦσαν οἱ παρέες ποὺ χόρευαν. Στὴν καλύτερη περίπτωση τὰ κλασικὰ ναξιώτικα καὶ στὴν χειρότερη τὰ σκυλονησιώτικα ἤ κάποια λαϊκὰ σουξὲ τῆς ἐποχῆς. Τὸ «Μὲ τελείωσες» εἶχε τὴν τιμητική του.

Κάποια στιγμή ἦρθε κι ἡ σειρά μας. Πλησιάσαμε στὰ βιολιά καὶ ρωτήσαμε τὸν Σκοπελίτη ἂν ἤξερε θερμιώτικα τραγούδια.
«Ἔχω παίξει στὰ Θερμιά, ὅταν ἤμουνα νέος καὶ δούλευα σὲ μιὰ τράτα. Εἶναι πολλὰ χρόνια καὶ δὲν θυμᾶμαι τοὺς σκοπούς σας» ἀπάντησε.
«Σιφνέικα ξέρεις;»
«Ἀμέ, ξέρω· ὅμως δὲν τὰ ξέρει ὁ τραγουδιστής.»
«Δὲν πειράζει, τραγουδᾶμε ἐμεῖς.»

Ξεκίνησε νὰ παίζει σιφνέικα κι ἐμεῖς τραγουδούσαμε χορεύοντας· χωρίς μικρόφωνα φυσικά, ὅπως κάναμε στὰ γλέντια μας στὰ Θερμιά.
Στὴν ἀρχή δὲν ἀκουγόμαστε, ἀπὸ τὴ συνηθισμένη βαβούρα ποὺ γίνεται στὰ μαγαζιά. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ἡσύχασε ὁ κόσμος γιὰ νὰ μᾶς ἀκούσει. Οἱ πιὸ πολλοί, ἐπισκέπτες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, δὲν ἤξεραν αὐτὸν τὸν τρόπο γλεντιοῦ καὶ τοὺς κινήσαμε τὴν περιέργεια. Τοὺς ἄρεσε κιόλας, γιατὶ μᾶς συνόδευαν μὲ ρυθμικὰ παλαμάκια. Κι ὅταν τέλειωσε ὁ χορός μας, χάλασε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ χειροκρότημα.

Ὅταν ζυγώσαμε στὰ βιολιὰ γιὰ νὰ πληρώσουμε, ὁ καπταΜῆτσος ἦταν φανερὰ συγκινημένος:
«Ὅταν εἶδα τὸ καΐκι σας εἶπα μέσα μου «αὐτοὶ εἶναι μερακλῆδες». Τώρα ποὺ σᾶς εἶδα νὰ γλεντᾶτε λέω πὼς εἴσαστε πολὺ μερακλῆδες!»

Υ.Γ. Οἱ γραμμὲς αὐτές εἶναι κατευόδιο στὸν καπταΜῆτσο, τὸν Σκοπελίτη ποὺ σαλπάρισε γιὰ τὸ στερνό του ταξίδι, πρὶν ἀπὸ πέντε χρόνια τέτοιες μέρες.

 

  • Θυμάται ο Πέπε:

Πήγα στο Κουφονήσι περίπου 10 χρόνια μετά, το 1997. Ήμασταν μια παρέα νεαρών, που ο ένας μάς το είχε προτείνει ως εντελώς άγνωστο και ασύχναστο νησί της θρυλικής άγονης γραμμής, πρόσφοροο για να κάνουμε διακοπές σαν πρωτόπλαστοι. Η όλη περιγραφή ήταν ελκυστική, αλλά όταν μας είπε και το όνομα, «Κουφονήσι», και μάλιστα προσδιορίζοντας ότι υπάρχουν δύο, Άνω με ελάχιστους κατοίκους και Κάτω με κανέναν, αρχίσαμε να μην τον πιστεύουμε: Άσε ρε, που το λένε Κουφονήσι!

Τόσα ξέραμε. Όμως υπήρχε, και πήγαμε. Με τον Σκοπελίτη. Ο οποίος, μάλλον, τότε ήταν ήδη ο γιος Γιάννης – ο γέρος, όπως τα υπολογίζω τώρα που είδα τα βιογραφικά του, ήταν καμιά 70ριά και θα πρέπει να είχε βγει στη σύνταξη.

Το Άνω Κουφονήσι ήταν τότε στη φάση όπου μόλις είχε αρχίσει να περνάει, από εντελώς ελεύθερος παράδεισος κατασκηνωτών, στο στάδιο της κάπως οργανωμένης τουριστικής εκμετάλλευσης. Συγκεκριμένα, στο χωράφι όπου τσαντιρώσαμε, ο ιδιοκτήτης έχτιζε τουαλέτες και ντους, και όταν ολοκληρώθηκαν, στα μισά της δικής μας διαμονής, άρχισε να ζητάει κάποιο υποτυπώδες αντίτιμο για τη χρήση τους. Μέσα στα επόμενα χρόνια αυτό εξελίχτηκε σε οργανωμένο κάμπινγκ, και σύντομα το Κουφονήσι έγινε τόσο διάσημο για το γεγονός ότι είναι άγνωστο ώστε άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες τουρίστες να δουν πώς είναι ένα νησάκι χωρίς τουρίστες, και τελικά έγινε μικρή Μύκονος, με πολυώροφα ξενοδοχεία κλπ.. Αλλά τότε δεν ήταν ακόμα έτσι.

Κάποια μέρα κανονίσαμε εκδρομή στο Κάτω Κουφονήσι. Το Κάτω Κουφονήσι ήταν ακατοίκητο, μόνο με μια ταβέρνα που είχε γεννήτρια (νομίζω ότι και τώρα έτσι είναι). Η ταβέρνα λοιπόν είχε πρόγραμμα, με λάιβ νησιώτικα. Εκείνη την εποχή δεν είχα αναπτύξει ούτε τον πιο κρυφό σπόρο του μετέπειτα ενδιαφέροντός μου για την παραδοσιακή μουσική. Αυτό που παρακολουθήσαμε μού φάνηκε φρικαλέο: δυο γέροι με βιολί και λαούτο, ξεκούρδιστοι, με έναν μίζερο ενισχυτή που γιγάντωνε το φάλτσο τους και από πάνω έτριζε κιόλας, έπαιζαν όλη την ώρα το ίδιο ακαλαίσθητο πράγμα. Ήμουν με το ένα πόδι να υποφέρω από την αθλιότητα, και με το άλλο να παρακολουθώ με κάποιο συγκαταβατικό ενδιαφέρον πώς τη βρίσκουν οι ιθαγενείς σ’ αυτή την κρυφή, άγνωστη πλευρά του πλανήτη, που βρισκόταν εντελώς στους αντίποδες της πλευράς που περιείχε ό,τι είχα γνωρίσει στη μέχρι τότε ζωή μου.

Κάποια στιγμή έπιασα ένα ρεφρέν: Το καράβι στο λιμάνι, γεια σου Σκοπελίτη Γιάννη. Ρε συ, σκέφτηκα, Σκοπελίτη δε λένε αυτόν που μας πηγαινοφέρνει; Παρακολούθησα λίγο το τραγούδι, και, όπως όλα έδειχναν, πράγματι σ’ αυτόν αναφερόταν. Ότι σ’ αυτά τα μικρά νησάκια ζουν άνθρωποι που την επαφή τους με τον υπόλοιπο κόσμο την οφείλουν στον Σκοπελίτη, αυτό το είχα καταλάβει, δεν ήμουν δα και τόσο στόκος. Ήταν ένας τοπικά σημαντικός άνθρωπος, για τον οποίο είχε βγει τοπικό δημοτικό τραγούδι! Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μάλιστα το πιθανότερο ήταν ότι ο Σκοπελίτης, που μας είχε φέρει και περίμενε αργότερα να μας πάρει, βρισκόταν εκεί και άκουγε το τραγούδι του, όπως άλλοτε οι Κωλοκοτρωναίοι!

Έτσι είδε ένας νεαρός που έκανε τον χίπη ένα τραγούδι από το στάνταρ κυκλαδίτικο εμπορικό ρεπερτόριο, τότε γύρω στο 1995…

 

Και κλείνω με το πεζογράφημα «Καλοτάξιδο» του Δημήτρη Μαρτίνου, για το τρεχαντήρι τους Αρχάγγελος. Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Τα δέκα κύματα» του αδελφού του Νίκου Μαρτίνου (Αρμός 1995)

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ

-Τὸ σταυρό σου, κόπανε. Καὶ στό ‘λεγα, ποὺ νὰ σὲ πάρει καὶ νὰ σὲ σηκώσει. Εἶναι παλιότοπος, λάσπη.
Τὸ καΐκι, τὸ μισὸ στὴ θάλασσα, εἶχε σταθεῖ πάνω στὰ βάζα*, σὰ μουλάρι ποὺ στήλωσε πεισματικὰ τὰ μπροστινά του καὶ δὲν κουνοῦσε ρούπι. Ὁ μαστρο-Παντελής δάγκωνε τὸ τσιγάρο του καὶ βλαστημοῦσε. Ὁ Γιάννης, ὁ βοηθός του, κάτι μουρμούριζε ἀνάμεσα στὰ δόντια του καὶ πολεμοῦσε νὰ πατώσει τὴ σκάρα*.
Πιὸ πέρα καθισμένος σ’ ἕνα κούτσουρο, ὁ καπτα-Νικόλας ἔβραζε. Τά ‘χε μὲ τὸ μάστορα, μὲ τοὺς βοηθούς, μὲ τὴν τύχη του. Μὰ πιὸ πολὺ μὲ τὸ μεράκι του. Αὐτὸ ἔφταιγε γιὰ ὄλα. Γιατὶ τὸ καΐκι του τό ‘θελε ὄμορφο. Λεβέντικο. Θαλασσινό. Νὰ τὸ βλέπει στὸ γιαλὸ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχή του. Σὰν τὴν γυναίκα τὴν ὄμορφη ποὺ περπατεῖ καὶ βγαίνει ὀ κόσμος νὰ τὴ χαρεῖ στὴ στράτα. Κι ὄχι πὼς δὲν τά ‘ξερε. Οἱ φίλοι τοῦ τό ‘χαν πεῖ.
-Πρόσεξε τὸν Παντελή. Καλὸς μάστορας μὰ ψυχοβγάλτης. Κι ὅλο τὴν παλάμη ἀνοιχτή. Φέρε…
Πόσες φορὲς δὲ θυμήθηκε τοὺς παλιοὺς πού ‘λεγαν «πῦρ, γυνὴ καὶ καρνάγιο».
Κι ὀ Παντελής ἀλεποῦ.
-Ξέρω τὶ θές. Θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ τὸ χαίρεσαι. Ἐσένανε θὰ στὸ λαντζάρω* λιγάκι πιὸ πολὺ στὴν πλώρη ἀπὸ τοῦτο δῶ (καὶ τοῦ ‘δειχνε ἕνα πού ‘χε σκαρωμένο) καὶ στὴ πρύμη πιὸ στελλάδο*. Νὰ δεῖς πῶς θ’ ἀκούει στὸ τιμόνι. Κι ἀπὸ ἀρμένισμα; Ἄλλο πράμα. Δέν θὰ κωλώσεις ποτὲ , οὔτε σὲ θάλασσα, οὔτε σ’ ἀγέρα.
Μὰ ἡ δουλειὰ σὰν τὸν κάβουρα. Περάσανε δυὸ μῆνες, τρεῖς, ἕξι, κι ὁ Παντελής οὔτε πρόκα. Κι ὅλο φέρε. Στοὺς ἐννιὰ μῆνες ἔπιασε νὰ τὸ στήνει. Τίποτα σπουδαῖο δηλαδή. Τὰ ποδοστάματα* καὶ τὴν καρένα*. Κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ κάνει κουράγιο. Τό ‘βλεπε νὰ χτίζεται σιγὰ σιγὰ κι ή καρδιά του σκιρτοῦσε. Κι ὅλο ἀπίκου*, μὲ τὸ πινέλο καὶ τὸ μίνιο γιὰ τὸ ξερομάχημα* τάχατες. Μά πιὸ πολὺ γιὰ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχὴ του, ποὺ ἔδενε σιγὰ σιγὰ καὶ στρογγύλευε, σὰν τὸ κορίτσι τ’ ἄγουρο ποὺ γίνεται γυναίκα. Γυναίκα ὄμορφη καὶ λεβέντισσα. Κι αὐτὸς μὲ τὴ μπογιὰ νὰ τὸ χαϊδεύει ὁλάκερο. Στραβόξυλα*, σωτρόπι*, στραγαλιὲς*, τσάπες*, καμάρια*.
Κι ἔτσι πέρασε ὁ πρῶτος χρόνος. Τὸ καΐκι σκέτο κουφάρι. Κι ὀ Παντελής «φέρε».
Καὶ μπῆκε ὁ δεύτερος χρόνος. Τὸ πέτσωμα*, τὸ κουβέρτωμα*, τὰ σπιράγια*. Ἀμπάσα*, θαλασσινὰ. Κι οἱ μῆνες νὰ περνοῦν κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ βλαστημᾶ τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ. Κι οἰ φίλοι νὰ τοῦ δίνουνε κουράγιο.
-Δὲ βαριέσαι, χαλάλι. Σοῦ ‘φτιαξε σκαρὶ μαγκιόρο.

…Ἀφοῦ εἴδανε κι ἀποείδανε μὲ τὶς πατέντες ποὺ πολεμοῦσε ὁ Γιάννης γιὰ νὰ πατώσει τὴ σκάρα, πήρανε τὴν ἀπόφαση. Ὄξω πάλι. Κοτσάρανε τὰ συρματόσκοινα, στερεώσανε τοὺς μακαράδες*, στὰ παλιὰ κανόνια, ποὺ ‘τανε φυτεμένα ἐκεῖ μπροστὰ, καὶ βίρα. Τὸ καΐκι τραμπαλίστηκε στὰ βάζα καὶ σιγὰ σιγὰ βρέθηκε στὴν ἀνερούσα*.
Τώρα ἡ δουλειὰ ἔγινε πιὸ σωστὰ. Ἕνα φαλάγγι* στὰ βάζα ἀπὸ πρύμα μεριὰ γιὰ νὰ μὴ ξανασκαλώσει τὸ τιμόνι στὴ σκάρα, λάσκα τὰ συρματόσκοινα κι ἀβάρα*.
Καὶ τὸ τρεχαντήρι γλίστρησε στὸ γιαλὸ κι ἔπλεε στὰ νερὰ σὰ γλάρος.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Ἀβάρα: Σπρῶξε (ναυτικὸ πρόσταγμα, «ἄπωσον» στὴν καθαρεύουσα).
Ἀμπάσο: Χαμηλό (ἰταλ. basso).
Ἀνερούσα: Ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ, ἐκεῖ ποῦ σκάει τὸ κύμα.
Ἁπίκου: Ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω.
Βάζα: Βάση γιὰ ἀνέλκυση καί καθέλκυση τῶν σκαφῶν.
Καμάρια: Στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζεται τὸ κατάστρωμα. Ἔχουν σχῆμα κυρτὸ.
Καρένα: Καρίνα, τρόπις
Κουβέρτωμα: Ἡ κατασκευὴ τοῦ καταστρώματος (τῆς κουβέρτας στὴ ναυτικὴ διάλεκτο).
Λάντζο τρεχαντήρι (λαντζάρω): Τρεχαντήρι μὲ λιγότερο κυρτὴ πλώρη.
Μακαράς: Μηχανικὴ κατασκευὴ ποὺ χρησιμοποιεῖται, σἐ συνδυασμὸ μὲ σκοινιὰ, γιὰ τὴν ανύψωση βαρῶν, τροχαλὶα.
Ξερομάχημα: Τὸ σκάσιμο τοῦ ξύλου ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Πέτσωμα: Ἡ κάλυψη τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους μὲ μαδέρια γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς γάστρας του.
Ποδόσταμο: Ποδόστημα, ἡ συνέχεια τῆς καρένας. Ὑπάρχουν δυὸ ποδοστάματα, τὸ πλωριὸ καὶ τὸ πρυμιὸ ποὺ μαζί μὲ τὴν καρένα ἀποτελοῦν τὴ ραχοκοκαλιὰ τοῦ σκάφους.
Σπιράγια: Οἱ ὑπερκατασκευὲς τοῦ σκάφους.
Στελλάδο: Σκάφος μὲ μεγάλο βύθισμα στὴν πρύμη• στρίβει πολὺ εὔκολα.
Στραβόξυλα: Νομεῖς, πλευρικὰ στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους.
Στραγαλιὲς: Χοντρὰ ἐσωτερικὰ μαδέρια καθ’ὅλο τὸ μῆκος τοῦ σκάφους συνδεδεμένα μὲ τὰ στραβόξυλα (νομεῖς) γιὰ καλὺτερο «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Σωτρόπι: Ἐσωτρόπιον, χοντρὸ μαδέρι ποὺ προσαρμόζεται ἀπὸ πάνω καὶ κατὰ μῆκος τῆς καρένας (τρόπιδος) τοῦ σκάφους. Χρησιμεύει γιὰ τὸ «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Τσάπες: Τὰ πρῶτα μαδέρια ποὺ μπαίνουν κατὰ τὸ πέτσωμα τοῦ σκάφους (γίνεται ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω) στὸ ὕψος τοῦ καταστρώματος.
Φαλάγγι: Κυλινδρικὸ ξύλο, ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀνέλκυση καὶ καθέλκυση σκαφῶν.

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Εις μνήμην, Μουσική, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 333 Σχόλια »

Κολοκυθομέλτεμο (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2018

Δημοσιεύω με χαρά σήμερα ένα καινούργιο διήγημα του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου, που ταιριάζει και με την εποχή, αφού είναι θαλασσινό, αν και δεν περιγράφει τη ναυτική ή τη νησιώτικη ζωή. Θα ταίριαζε περισσότερο αν το είχα βάλει πριν από δεκαπέντε μέρες που μου το έστειλε ο Δημήτρης, είχα όμως δεσμεύσει τις επόμενες Κυριακές. Το λέω αυτό επειδή «κολοκυθομέλτεμο», παναπεί ξεθυμασμένο, είναι το μελτέμι του Ιούνη. Τον Ιούλιο δυναμώνουν.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης μου έστειλε και γλωσσάρι μαζί, οπότε εγώ λίγα πράγματα έχω να κάνω. Του δίνω λοιπόν το λόγο για την εισαγωγή:

Ἄρχισα νὰ γράφω τὸ διήγημα στὶς ἕντεκα τοῦ Ἰούνη, ἀγναντεύοντας τὸ κολοκυθομέλτεμο ἀπὸ τὸ μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ μου στὰ Θερμιά. Ὅταν τὸ τέλειωσα, μετὰ ἀπὸ δυό μέρες, τὸ μελτέμι εἶχε ξεψυχίσει.Ἔτσι εἶναι τὸ μελτέμι τῆς ἐποχῆς τοῦ κολοκυθιοῦ· χωρὶς ἔνταση, σὰν τὰ κολοκύθια· καὶ σὰν τὰ κολοκυθόγατα ποὺ γεννιοῦνται κι αὐτὰ τὸν Ἰούνη, ἀδύνατα καὶ λιγοζωισμένα.

Τὰ πρόσωπα, οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας εἶναι προϊόντα τῆς φαντασίας μου.

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

κύριος Νῖκος: τὸ ἀφεντικό· διευθύνων σύμβουλος τῆς Alex Medical Greece.

Λεονάρδος: διευθυντὴς τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς  Alex Medical Greece.

Χρῆστος Ἀδαμαντιάδης: διευθυντὴς μάρκετινγκ τῆς  Alex Medical Greece.

Παῦλος Γεωργίου: διευθυντὴς στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece.

Ἴνγκε: Σουηδέζα φίλη τοῦ Λεονάρδου.

Γεράσιμος: παπποῦς τοῦ Νίκου, αἰγυπτιώτης μὲ κεφαλονίτικες ρίζες.

Γιάννης: πατέρας τοῦ Νίκου, ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ· πέθανε τὸ ᾿45 στὴν Αἴγυπτο.

Ἄννα: μητέρα τοῦ Νίκου, κόρη τοῦ Γεράσιμου.

Μποῦτρος: μπατζανάκης τοῦ Γεράσιμου, Αἰγύπτιος.

 

Στὸ τέλος ὑπάρχει γλωσσάρι.

 

ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ

Πῶς βρέθηκε στὸ φλάιμπριτζ νὰ τιμονεύει τὸ δεκαπεντάμετρο κρούιζερ ποὺ πάλευε μὲ τὸ κολοκυθομέλτεμο τοῦ Ἰούνη εἶναι μεγάλη ἱστορία. Ἂς ὄψεται, ὁ κύριος Νῖκος, τ᾿ ἀφεντικό· ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀμερικάνικες σαπουνόπερες -ἔκαναν θραύση τὴ δεκαετία τοῦ ὀγδόντα – ἤθελε νὰ κάνει μίτινγκ μὲ τὰ στελέχη του ἐν πλῷ. Τὸ εἶχαν συζητήσει λίγες μέρες πρὶν στὸ γραφεῖο του.

«Θὰ πᾶς στὸ νησὶ γιὰ τὸ τριήμερο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;» τὸν ρώτησε κι ὅταν τοῦ ἀπάντησε καταφατικά, συνέχισε «θὰ περάσω νὰ σὲ πάρω γυρίζοντας ἀπὸ τὴ Μύκονο μὲ τὸ σκάφος· θὰ εἶναι κι ὁ Χρῆστος ὁ Ἀδαμαντιάδης μαζὶ μας καὶ θὰ κάνουμε μίτινγκ γιὰ τὴν καλύτερη ὀργάνωση τοῦ τμήματός σου.»

Ὁ Λεονάρδος, εἶχε ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς Alex Medical Greece πρὶν δεκαπέντε μῆνες, στὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδοντατρία καὶ ἦταν τὸ νεαρότερο στέλεχός της.

Γεννημένος στὴ Σύρα τὸ πενηνταπέντε, εἶχε τελειώσει τὸ Φυσικὸ τῆς Ἀθήνας καὶ εἶχε ἐξειδικευτεῖ στὰ Ἠλεκτρονικά. Τὸ καλοκαίρι τοῦ ἑβδομηνταοχτώ, λίγο πρίν τελειώσει τὴ σχολὴ –  χρώσταγε μερικὰ μαθήματα καὶ τὴν πτυχιακή του – γνώρισε στὸ νησὶ τὴν Ἴνγκε ἀπὸ τὴ Σουηδία. Ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα, μὲ κορμὶ ἀγαλματένιο, ἔγινε ἀμέσως ὁ στόχος τῶν ἀρσενικῶν τοῦ μπάρ· κι ὅλοι φάγανε τὰ μοῦτρα τους. Ὁ Λεονάρδος – στὸ σπίτι τὸν λέγανε Λινάρδο, στὸ Πανεπιστήμιο κάτι τροτσκιστές φίλοι του τὸν φώναζαν Λέον, ἐνῶ στὰ καλοκαιρινά του νταραβέρια μὲ τὶς τουρίστριες χρησιμοποιοῦσε τὸ Λεονάρντο γιὰ νὰ τονίσει τὴ δυτικὴ  καταγωγή του, ὑποδηλώνοντας ταυτόχρονα τὴν καλλιτεχνική του φύση καὶ τὴν ἀναμφισβήτητη εὐφυΐα του – ἔβαλε σὲ ἐνέργεια τὰ μεγάλα μέσα. Ἀργά, κατὰ τὶς δύο, ἔφυγε, χωρὶς νὰ τὴν πλησιάσει καθόλου, πῆγε στὸ σπίτι του, ἔβαλε στὸ σακβουαγιὰζ τὸ μπαγλαμά του κι ἕνα μπουκάλι οὖζο καὶ τράβηξε γιὰ τὴ Φραγκοσυριανή, μιὰ μερακλίδικη συριανή ψαρόβαρκα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του γιὰ τὰ ψαρέματά του. Τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ ἀραξοβόλι της καὶ τὴν ἔδεσε στὸ μόλο, μπροστὰ στὸ μπάρ. Κάθησε στὴν πρύμη, πῆρε τὸ μπαγλαμαδάκι κι ἄρχισε νὰ τὸ κελαηδᾶ. Κατὰ τὶς τρεῖς, τὴν ὥρα ποὺ ἄδειαζε τὸ μπάρ, βγῆκε ἡ θεά. Πλησίασε στὴν ἄκρη τοῦ μόλου, κάθησε πάνω στὴ δέστρα καὶ τὸν ἄκουγε νὰ παίζει. Μόλις τέλειωσε τὸ σκοπό ποὺ ἔπαιζε ὁ Λεονάρδος, σηκώθηκε πῆγε στὴν πλώρη, τῆς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὴν κοίταξε στὰ μάτια κι αὐτὴ πήδηξε στὴ βάρκα χωρίς δεύτερη κουβέντα· μόνο τὰ ὀνόματά τους εἶπαν:

«Λεονάρντο».

«Ἴνγκε».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 78 Σχόλια »

Η Κίνα όπως την είδα (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2018

Πριν από ένα χρόνο, τέτοια εποχή, είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο τις αναμνήσεις του φίλου μας του Dryhammer από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ναυτικός το 1994. Πρόσφατα, συζητήσαμε στο ιστολογιο για την Κίνα, κι αυτή η συζήτηση θύμισε στον Dryhammer το ταξιδι που είχε κάνει στην Κίνα αμέσως μετά το Μούρμανσκ, και του έδωσε το ερέθισμα να καταγράψει τις αναμνήσεις του -κι έτσι γεννήθηκε το σημερινό μας αφήγημα, που με πολλή χαρά το παρουσιάζω.

Ο Dryhammer ξέρει να αφηγείται, κάνει ευστοχες παρατηρησεις, αλλά και φροντίζει να εξηγήσει, στο τέλος του αφηγήματος, τις δύσκολες ναυτικές λέξεις. Καθώς μου έστειλε και τις συνοδευτικές εικόνες, ο δικός μου ρόλος στο σημερινό άρθρο είναι διακοσμητικός -καθολου δεν με πειράζει αυτό, αφού βρίσκομαι κι εγώ σε ένα μικρό ταξίδι, πολύ πιο κοντά όμως. Έβαλα δυο ετυμολογιες και θυμίζω πως τα γκρένια είναι οι γερανοί (cranes) που φορτώνουν τα καράβια.

 

Η ΚΙΝΑ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ

To Μ/V ΝΙΚΟΛΑΣ, 45άρι bulk carrier, είχε αποπλεύσει από το Μούρμανσκ της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, πάνω από τον Αρκτικό κύκλο, φορτωμένο με 42000 τόνους σίδερα για την Κίνα. Ήτανε τέλη Ιούνη του ’94 και λογαριάζαμε πως σε 38 – 40 μέρες (μέσα Αυγούστου) θα μπαίναμε στα κινέζικα νερά. Λιμάνι κατάπλου η Huangpu (ή Whampoa).

Καβατζάραμε το Βόρειο Ακρωτήριο κι όλο Νότια ανοιχτά της Νορβηγίας, περάσαμε τη Μάγχη με την κίνησή της από εμπορικά και φέρι, περάσαμε και το Μπέι ήσυχα παρά την κακή του φήμη και μπήκαμε από τα στενά του Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο. Άλλος ουρανός, άλλος ήλιος, άλλα νερά. Δικά μας. Από το Γιβραλτάρ ως έξω από την Κρήτη βρήκαμε θάλασσα (λόγω μελτεμιών κυρίως) αλλά όλα φαίνονταν οικεία και πιο εύκολα. Έξω από τον Αγ. Νικόλα αγκυροβολήσαμε για λίγο για φρέσκα(2), εξωτικά καρπούζια και ροδάκινα και ντουγρού για Πορτ Σάιντ να περάσουμε τη διώρυγα του Σουέζ. Περάσαμε  και το Σουέζ, ψηθήκαμε στην Ερυθρά Θάλασσα, καβατζάραμε και το Άντεν, περάσαμε νότια απ’ τη Σοκότρα (όπου, κατά τους παλιούς και τον Καββαδία, είχε πειρατές κανίβαλους που πριν φάνε τους αιχμάλωτους ναυτικούς, τους σφυρίζαν κι έναν για να μαλακώσει το κρέας τους) και βόρεια απ’ τις Μαλδίβες για να μπούμε στο Μαλάκκα Στρέιτ για Σιγκαπούρη. Άγκυρα στη ράδα της Σιγκαπούρης, μπόνκερ(1), στόρια(2), λεφτά για το βαπόρι και το πλήρωμα, μπομπότηδες(3), ζέστη και υγρασία του χαμού (μισή μοίρα πάνω απ’ τον Ισημερινό, τέλη Ιούλη) και μετά από 6 – 7 ώρες, φουλ αχέντ(4)  για Κίνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , | 100 Σχόλια »

Ο Ξερωγός (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2018

Ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού εστειλε ένα καινούργιο διήγημά του -το παρουσιάζω σημερα με χαρά, όχι μόνο επειδή το βρίσκω αξιόλογο αλλά και επειδή, όπως θα δείτε από τον πρόλογο, το έναυσμα για να γραφτεί το διήγημα δόθηκε από σχόλιο εδώ στο ιστολόγιο. Πολύ χαίρομαι.

Δεν θα πω πολλά, παραθέτω το διήγημα οπως ακριβώς μού το έστειλε ο Δημητρης. Αν ήταν άλλος θα το μονοτόνιζα, αλλά οι φίλοι έχουν προνόμια. Να πω μόνο δυο λόγια για την ορθογραφία του τίτλου. Πρόκειται βέβαια για παρατσούκλι για κάποιον που χρησιμοποιούσε συχνά τη φράση «Ξέρω γω» (κατάφαση, όχι ερώτηση). Βλέπω ότι στο slang.gr το γράφουν «Ξερωγώς«. Νομίζω πως η επιλογή του Δημήτρη είναι σωστή. Ναι μεν το παρατσούκλι προέρχεται «εκ συναρπαγής» από τη φράση «Ξέρω γω» αλλά υπερισχύει να αποτυπωθεί σωστά το «τέρμα» της λέξης και η νέα ελληνική δεν εχει τέρμα αρσενικών ουσιαστικών σε -ώς. Για τον ίδιο λόγο γράφουμε Βασίλης και όχι Βασίλεις (όπως ήθελε ο Γ. Χατζιδάκις με το επιχείρημα ότι παράγεται από το Βασίλειος).

Δίνω τον λόγο στον Δημήτρη:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ διήγημα αὐτὸ ἦταν ἔνα σχόλιο τοῦ Ἄγγελου στὸ διήγημα τοῦ Κοτζιούλα «Ναυαγοὶ στὸν Πειραιά»:

«Τραγική όμως ήταν η κατάσταση στα μικρά νησιά…σε όλη την Κατοχή…Κάτι θα έχουν να μας πουν οι εδώ νησιώτες μας…»

(σχ.28)

Ἂν καὶ τὰ πρόσωπα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου, οἱ συνθῆκες ποὺ περιγράφω εἶναι ὅπως τὶς ἔχω ἀκούσει ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν τὴν Κατοχὴ μὲ ὄλες τὶς συνέπειές της.

 

 Ὁ Ξερωγὸς

«Μόλις βγεῖς ἀπὸ τὸν κάβο κρατήσου γιαλό1, δυὸ καϊκιὲς2 ἀπὸ τὰ βράχια. Μὴ φοβᾶσαι, τὰ νερὰ εἶναι καθαρά· δὲν ἔχουνε ξέρες. Τώρα ποὺ γρεγάρησε3 μὴ φοβᾶσαι τὸν ἀέρα, τὸν κατεβάζουν οἱ στεριές· ἡ θάλασσα ὅμως εἶναι στρωτή, ταξιδεύεται. Τράβα μὲ τὴ μηχανὴ στὶς μισὲς στροφές, ἴσαμε τρία μίλια κατά τὸ βοριὰ καὶ μετὰ σημάδεψε τὸ νοτινὸ κάβο τοῦ ἀπέναντι νησιοῦ· κάνε καὶ τὸ φλόκο4 γιὰ νὰ σὲ κρατάει ἀπὸ τὸ μπότζι5. Θὰ τὸ περάσεις τὸ μπουγάζι6 ἀχολομάνιστα.»

Μὲ ὕφος ποὺ δὲ σήκωνε ἀντίλογο ὁ Γιώργης ὁ Ξερωγὸς ἐξηγοῦσε στὸν καπετάνιο τοῦ ξένου καϊκιοῦ πῶς νὰ περάσει τὸ μπουγάζι μὲ τὸ φρέσκο μελτέμι. Ρούφηξε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ τὸν καφέ του κι ἔκλεισε τὴν κουβέντα μὲ τήν ἀγαπημένη του ἐπωδό:

«Ἄκου ποὺ σοῦ λέω! Ξέρω ᾿γώ!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κατοχή, Ναυτικά | Με ετικέτα: , | 173 Σχόλια »

Τυχερή φουρτούνα

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2018

Πριν από κάμποσο καιρό, καθώς έψαχνα κάτι στο Διαδίκτυο, έπεσα πάνω σε μια αφίσα της παράστασης ενός κλασικου ρουμάνικου θεατρικού έργου -όχι αυτήν της εικόνας αριστερά, αλλά σαν κι αυτήν.

O συγγραφέας, ο Ίον Λούκα Καρατζιάλε, είναι ο εθνικός θεατρικός συγγραφέας της Ρουμανίας -«ο Μολιέρος της Ρουμανιας» όπως γράφεται συχνά. Λέγεται πως ήταν ελληνικής καταγωγής (Καραγιάλης;) αλλά αυτο δεν θα μας απασχολήσει στο σημείωμά μας.

Το έργο του είναι κωμωδία, και έχει παιχτεί και στην Ελλάδα, και επειδή θυμομουν τον ελληνικό τίτλο, «Μια φουρτουνιασμένη νύχτα» ήταν εύκολο να κάνω την ταύτιση. Λατινογενής γλώσσα τα ρουμάνικα, και από το λατινικό nox, noctem (συγγενικό με το δικό μας νυξ, νυκτός) προέκυψε το γαλλικό nuit, το ιταλικό notte, τα άλλα λατινογενή -και το ρουμάνικο.

Λατινογενής και η δεύτερη λέξη, furtonoasă, «θυελλώδης» ας πούμε, μια και furtună είναι στα ρουμάνικα η θύελλα, η καταιγίδα αλλά και η τρικυμία. Κι επειδή η τρικυμία είναι και στα ελληνικά φουρτούνα, υποθέτω πως ο Έλληνας μεταφραστής, ο Γρηγόρης Μασαλάς πρεπει να είναι, επηρεάστηκε από την ομοιότητα των λέξεων και το απέδωσε «φουρτουνιασμένη» ενώ, αν δεν κάνω λάθος, το έργο δεν αναφέρεται σε τρικυμία στη θάλασσα αλλά σε θύελλα στη στεριά. (Αν κάνω λάθος, συγνώμη σας ζητώ).

Για το θεατρικό έργο δεν ξέρω περισσότερα -μας έδωσε απλώς την αφορμή. Στο άρθρο θα εστιαστούμε στη λέξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Θεατρικά, Ιστορίες λέξεων, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 195 Σχόλια »

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2017

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Και πάλι για τις δύσκολες ναυτικές λέξεις του Κ. Ράδου

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2017

Γυρίζω από ταξίδι, άρθρο αδύνατον να γράψω, οπότε αρκούμαι σε επανάληψη παλιότερου, που ταιριάζει με την εποχή αφού έχει θέμα θαλασσινό. Είχε δημοσιευτεί πριν από εξίμισι χρόνια, κι αν το θυμάστε χαρά στο μνημονικό σας (βέβαια μάς το θύμισε πρόσφατα ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος). Το κακό βέβαια είναι ότι στο άρθρο που διάλεξα να επαναλάβω είχαν γίνει λίγα μεν σχόλια αλλά πολύ ουσιαστικά, οπότε θα χρειαστεί να τα ενσωματώσω στο άρθρο κι έτσι δεν θα είναι εντελώς άκοπη η αναδημοσίευση -αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού, διότι τώρα το άρθρο είναι πληρέστερο.

Οπότε, η βελτιωμένη έκδοση του παλιού άρθρου έχει ως εξής:

Οι δύσκολες λέξεις του Κ. Ράδου

Την τελευταία φορά που πέταξα με το αεροπλάνο, πριν φύγω, καθώς έψαχνα με το μάτι να δω ποιο βιβλίο θα πάρω για να διαβάζω, πρόσεξα ένα βιβλιαράκι μικρού σχήματος, από τη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση» της Νεφέλης, που το είχα αγοράσει πριν από καμιά εικοσαριά (και βάλε) χρόνια, του Κωνσταντίνου Ράδου, Ο πειρατής της Γραμβούσης, αλλά δεν το είχα ανοίξει, έμενε με τα φύλλα άκοπα. Μου φάνηκε σαν να με κοιτάζει παραπονεμένο, οπότε το πήρα και το έβαλα στην τσάντα μου.

Ο Κωνσταντίνος Ράδος (1862-1931) ήταν ηπειρώτης, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, ερευνητής, έφτιαξε μουσεία, έγραψε για διάφορα θέματα, κυρίως όμως για τη ναυτική ιστορία –και έγραψε και ναυτικά διηγήματα, από τα οποία εξέδωσε δύο τόμους, τα Ναυτικά διηγήματα το 1910 σε καθαρεύουσα και τον Πειρατή της Γραμβούσης το 1930 σε δημοτική. Στην έκδοση της Νεφέλης, ο επιμελητής λέει ότι έχει πάρει τρία μεγάλα διηγήματα από τη δεύτερη συλλογή και τέσσερα κάπως μικρότερα από την πρώτη. Πρόκειται για ναυτικά διηγήματα, με θέματα παρμένα από το παρελθόν: Βυζάντιο, Μεσαίωνας, 1821. Πείτε με προκατειλημμένο, αλλά τα καθαρευουσιάνικα διηγήματα τα βρήκα να έχουν κακογεράσει. Αντίθετα, τα τρία που είναι γραμμένα σε δημοτική λάμπουνε σαν διαμάντια. Μπορεί όμως να είναι και σύμπτωση.

Τέλος πάντων, στην Ανέμη υπάρχει ονλάιν και τζάμπα ο Πειρατής της Γραμβούσης και περιέχει τα περισσότερα από τα διηγήματα της έκδοσης της Νεφέλης, καθώς και μερικά άλλα που δεν τα συμπεριέλαβε ο ανθολόγος, μεταξύ των οποίων και ένα με μανιάτικο θέμα, που θα έπρεπε να κάτσω να το διαβάσω.

Από τον Πειρατή της Γραμβούσης, πιο πολύ μού άρεσε το ομότιτλο διήγημα, όπου η δράση εκτυλίσσεται γύρω στο 1828 σε ένα μη κατονομαζόμενο νησί του Αιγαίου (Σπέτσες; Μήλο; Αστροπαλιά;) και στη Γραμβούσα, το οχυρό νησάκι έξω από τον Κίσσαμο που είχε γίνει ορμητήριο των πειρατών και που εκείνη την εποχή ο αγγλικός στόλος, με άδεια της ελληνικής κυβέρνησης, το πάτησε. Ξεσηκώνω ένα απόσπασμα, που έχει και διάλογο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους πειρατές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ντοπιολαλιές, Ναυτικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 102 Σχόλια »

Ξαναδιαβάζοντας τον Πέδρο Καζάς

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2017

Εκεί που είχα πάει για παραθερισμό, υπάρχει μια μικρή βιβλιοθήκη με βιβλία του παππού μου, από τη δεκαετία του 1920 τα περισσότερα, ελληνική λογοτεχνία ή ξένη σε μετάφραση. Μια μέρα έπιασα και διάβασα τον Pedro Cazas του Φώτη Κόντογλου, σε ένα μικρού σχήματος τομίδιο, που έχει στη δεύτερη σελίδα του την υπογραφή του θείου του Μιχάλη, αδελφού του παππού μου. Πιο σωστά, τον ξαναδιάβασα, μια και τη νουβέλα του Κόντογλου την είχα ξαναδιαβάσει πριν από πολλά χρόνια σε νεότερη έκδοση και την έχω μάλιστα δημοσιεύσει ολόκληρη στον παλιό μου ιστότοπο.

Το βιβλιαράκι που είχα στα χέρια μου είναι έκδοση του 1923, από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Χ. Γανιάρη. Είχε προηγηθεί μια έκδοση το 1920. Πράγματι, στην τελευταία σελίδα του τομιδίου βρίσκω την εξής σημείωση:

.

Ο Pedro Cazas είχε τυπωθή στο Παρίσι προ τρία χρόνια σε 250 αντίτυπα για τους φίλους του συγγραφέα.

Οι δυο εικονογραφίες είναι απ’ το χέρι του.

.

Ωστόσο, στο άρθρο της Βικιπαίδειας αλλά και αλλού βρίσκω ότι η πρώτη έκδοση έγινε στη γενέτειρα του Κόντογλου, το Αϊβαλί, το 1920, στο σύντομο διάστημα που η Ιωνία βρισκόταν υπό ελληνικό έλεγχο. Μπορεί να υπάρχει αντίφαση, μπορεί πάλι η εκτύπωση να έγινε όντως στο Παρίσι αλλά το βιβλίο να κυκλοφόρησε και να διατέθηκε στην Ιωνία. Πάντως η νουβέλα γράφτηκε στο Παρίσι, όπου έμενε ο νεαρός (γεννημένος το 1895) Κόντογλου από το 1914.

Η τρίτη έκδοση της νουβέλας έγινε το 1944, με κάποιες αλλαγές στη γλώσσα -ανάμεσα στ’ άλλα ο τίτλος ελληνογράφεται, από Pedro Cazas σε Πέδρο Καζάς. Το κείμενο που έχω ανεβάσει ονλάιν είναι από την τρίτη έκδοση. Στα βιβλιοπωλεία θα βρείτε τον Πέδρο Καζάς μαζί με τη Βασάντα, το δεύτερο βιβλίο του Κόντογλου.

Ο Πέδρο Καζάς, σύμφωνα με την προμετωπίδα της πρώτης/δεύτερης έκδοσης είναι «η πρωτάκουστη ιστορία του Εσπανιόλου κουρσάρου που είτε έζησε τρακόσα χρόνια είτε γύρισε απ’ τον Άδη. Τυπωμένη από ένα παράξενο πορτουγέζικο χειρόγραφο που έπεσε στα χέρια του Φώτη Κόντογλου στο Oporto». Στις επόμενες εκδόσεις υπάρχουν μικροδιαφορές στη διατύπωση της φράσης αυτής.

Το βιβλίο έχει έναν πρώτο πρόλογο που τον υπογράφει ο Κόντογλου (μάλιστα: Κόντογλους), κι έναν δεύτερο που τον υπογράφει ο αφηγητής, με την υποτιθέμενη τοποχρονολόγηση «Setubal, 1887». Με τους αλλεπάλληλους προλόγους, ο Κόντογλου  αποστασιοποιείται από τον αφηγητή του και από την αφήγησή του, αποποιείται την ιδιότητα του συγγραφέα του κειμένου και παρουσιάζεται σαν απλός μεταγραφέας του «παράξενου χειρόγραφου», ένα λογοτεχνικό τέχνασμα που και άλλοι έχουν χρησιμοποιήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Ναυτικά, Πεζογραφία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Ιστορίες από το μπάρκο (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2017

Πριν από ένα μήνα είχαμε δημοσιεύσει εδώ το αφήγημα του καινούργιου φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ως ναυτικός το 1994. Προχτές ο Dryhammer μού έστειλε ένα ακόμα πεζογράφημα με «ιστορίες από το μπάρκο», που το παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά, ταιριάζει άλλωστε

(Πρέπει να παραδεχτώ πως η σύμπτωση ήταν τυχερή, διότι χτες, ύστερα από διάφορα που συνέβησαν, δεν είχα ψυχική αντοχή να γράψω εκείνο που είχα κατά νου, που επίσης είχε ναυτικό θέμα, οπότε θα μέναμε χωρίς άρθρο σπάζοντας το σερί που βαστάει τριάμισι χρόνια).

Το αφήγημα έχει μερικές (λιγοστές μάλλον) ναυτικές λέξεις που μπορεί να είναι άγνωστες σε κάποιους, αλλά που δεν εμποδίζουν την κατανόηση -ας γίνουν οι ερωτήσεις στα σχόλια και θα απαντήσει ο Dryhammer.

Ιστορίες από ταξίδια

Στη μνήμη του Μάριου.

 

Άδειαζα το πλαϊνό ντουλάπι του σερβάν, μπας και καταφέρω να πετάξω τίποτα σαβούρες της μάνας μου και κάνω χώρο για να βάλω τις δικές μου, όταν έπεσα σ΄ ένα χαρτονένιο κουτί από παπούτσια.

«Καλέ, τι έχεις εδώ;» τηνε ρώτησα.

«Κάτι χαρτιά του πατέρα σου».

Μέσα είχε φωτογραφίες, κατοχικά χαρτονομίσματα και ανάμεσα στα χαρτιά και δυό φυλλάδια. Το ένα το πιο παλιό που είχε και κούμπωμα, ήταν του πάππου μου (το δεύτερο, το πρώτο είχε υποθέτω γεμίσει) έκδοσης του 1914 και το δεύτερο του πατέρα μου του 1935. Ο πατέρας μου δεν ήταν ναυτικός, ούτε περιστασιακά, αλλά το φυλλάδιο είχε μια ναυτολόγηση σε καΐκι για μερικούς μήνες. Τα χρόνια εκείνα, αγόρι στα Καρδάμυλα, μα και γιατρός να σπούδαζε, έπρεπε να ‘χει φυλλάδιο. Η ναυτολόγηση στο καΐκι ήτανε μαϊμού. Για να μπορεί να μπαρκάρει σε ποντοπόρο, έπρεπε πρώτα να ‘χει υπηρεσία σε ακτοπλοϊκό.

Τελικά, τα ‘φερε ο διάολος κι έβαλα και το δικό μου από πάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 110 Σχόλια »

Μούρμανσκ, Ιούνιος του 94 (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα τις αναμνήσεις του καινούργιου φίλου μας, του Dryhammer, από το ταξίδι του στο μακρινό και παγωμένο Μούρμανσκ τον Ιούνιο του 1994. Σε πρόσφατη συζήτηση, με αφορμή τις λευκές νύχτες που γνωρίζουν αυτή την εποχή τα βόρεια μέρη, ο φίλος μας είχε αναφέρει δυο-τρία πράγματα από τις εμπειρίες του, που προκάλεσαν αρκετό ενδιαφέρον και, κουβέντα στην κουβέντα, τον βάλαμε στα αίματα να καταγράψει τις αναμνήσεις του.

Πολύ καλογραμμένο κείμενο, με εύστοχες παρατηρήσεις, καταφέρνει θαρρώ να μεταφέρει την αίσθηση του τόπου και της εποχής. Με αστερίσκο σημειώνονται κάποια λεξιλογικά, που εξηγούνται στο τέλος.

Мурманск Ιούνιος του 94

Στο βαπόρι ανέβηκα ξημερώματα (15 ή 16 του Μάη του ’94). Είχε φουντάρει έξω από τον Αγ. Νικόλα στην Κρήτη για να κάνει στόρια(*)  και να αλλάξει  πλήρωμα . Δεν θυμάμαι με τίποτα, σε τι σκάφος ανέβηκα για να μας πάει στο NIKOLAS. Το μόνο που θυμάμαι, με λεπτομέρεια ντοκιμαντέρ, είναι τη σκοτεινή φιγούρα του πλοίου κόντρα στο λυκαυγές, να πλησιάζει και να μεγαλώνει, μέχρι που ήρθαμε δίπλα του και μου φάνηκε θεόρατο. Μετά έμαθα ότι ήτανε κάπου 195 μέτρα μήκος και γύρω στα 12 μέτρα πάνω από το νερό μέχρι το κατάστρωμα, βαμμένο μαύρο, όπως σχεδόν όλα τα φορτηγά. Το Σεπτέμβρη θα έκλεινα τα 30. Πρωτόμπαρκος.

Το NIKOLAS (με κάπα) ήταν ένα φορτηγό 45άρι(*) με 5 αμπάρια και 4 γκρένια(*). Ερχόταν από Ανατολική Ασία μέσω Σουέζ  για να ξεφορτώσει μεταλλεύματα  σε Αμβέρσα, Αμβούργο και Μάλμοε και μετά βλέπουμε. Την 1η Ιουνίου θα σήκωνε Ελληνική  σημαία, από Παναμά που είχε, και από την Κρήτη και μέχρι και το Μάλμοε θα άλλαζε όλο σχεδόν το ελληνικό πλήρωμα.

Στο Αμβούργο άλλαξε σημαία και έγινε ΝΙΚΟΛΑΣ και στο δρόμο για το Μάλμοε βγήκε και το ναύλο. Θα φορτώναμε σίδερα από το Μούρμανσκ για την Κίνα. Μια αλυσίδα συμπτώσεων και συγκυριών (άμα θέ η πουτάνα να στα φέρει…) με έφερε να περνώ περισσότερο χρόνο στη γέφυρα απ’ όσο αν ήμουν κανονικό τζόβενο κι έτσι μόνο όταν έτρωγα ή κοιμόμουν δεν έβλεπα το ταξίδι, που το γούσταρα αφάνταστα. Μπήκα στο βαπόρι για δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα ταξίδευα. Συνεχώς.

Ήδη, από την Αμβέρσα, είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό το μεγάλωμα της μέρας. Από το Μάλμοε κι ύστερα, που περιπλέαμε την Σκανδιναβική χερσόνησο με βορεινή πορεία μέχρι το Νόρντ Καπ, στο 71 μισό πλάτος, η μέρα μεγάλωνε, κάθε μέρα, αρκετά περισσότερο, μέχρι που πια δε νύχτωνε καθόλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , , | 208 Σχόλια »

Να είσαι και να μην είσαι (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Posted by sarant στο 9 Οκτωβρίου, 2016

Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε προχτές στα 74 χρόνια του. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, είχε ζήσει αρκετά χρόνια στη (Δυτική, τότε) Γερμανία για σπουδές και κάνοντας διάφορες δουλειές και τα πρώτα του έργα αφηγούνταν εμπειρίες από τη ζωή του αυτή. Εννοώ τα μυθιστορήματα «Οι συμπαίχτες» και «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι» και τις συλλογές διηγημάτων «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» και «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου», που εκδόθηκαν από το 1977 έως το 1985.

Μου είχαν αρέσει πάρα πολύ αυτά τα βιβλία, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, και νομίζω ότι σε ένα βαθμό έχουν επηρεάσει τα διηγήματα που έγραψα τότε. Ύστερα, ξενιτεύτηκα εγώ στην Ευρώπη και ήρθα να ζήσω στο περιβαλλον των βιβλίων του Σουρούνη ενώ εκείνος συνέχισε με ελλαδική θεματολογία -και περιέργως ή όχι τα έργα του μου άρεσαν λιγότερο. Εννοώ το Πάσχα στο χωριό, ενώ τον Γκας τον γκάγκστερ δεν μπόρεσα να τον αρχίσω, ίσως όμως να φταίω εγώ. Μου είπε ένας φίλος που τον εμπιστεύομαι ότι το Μονοπάτι στη θάλασσα, γραμμένο το 2006, όπου περιγράφει τα παιδικά του βιώματα από τη Θεσσαλονίκη, είναι εξαιρετικό, ενώ δεν έχω διαβάσει τον Χορό των ρόδων, που πήρε κρατικό βραβείο.

Αλλά και μόνο τους Συμπαίχτες και τα Μερόνυχτα Φραγκφούρτης να ‘χε γράψει, θα είχε κερδίσει μιαν από τις πρώτες θέσεις στον λογοτεχνικό μας κανόνα.

Τα Μερόνυχτα δεν τα έχω εδώ μαζί μου, οπότε διάλεξα σήμερα να παρουσιάσω το διήγημα «Να είσαι και να μην είσαι» από τα Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου -με εμπειρίες όχι πια από τη Γερμανία και τη χαρτοπαιξία, αλλά από τα χρόνια που δούλεψε ναυτικός. Μονοτονίζω.

 

Να είσαι και να μην είσαι

Ξαναμέτρησα τα λεφτά μου. Δεν είχε άλλάξει τίποτα — ήταν πάντα εννιά δολάρια. Ούτε και σε μένα είχε αλλάξει τί­ποτα — ήμουν ακόμα στην Κωνστάντζα. Για να φτάσω στη Θεσσαλονίκη και να χαρώ τον κόλπο της και τον κόλπο τής Σοφίας, έπρεπε να διασχίσω ολόκληρη Ρουμανία και Γιουγ­κοσλαβία. Αποφάσισα να μη βγω και να πέσω για ύπνο. Ή­μουν υπεύθυνος γι’ αυτό το ανήλικο ποσό και είχα καθή­κον να το προστατέψω από τις κακοτοπιές, πού σίγουρα θα παρασυρόταν μαζί μου.

Ξύπνησα πολύ νωρίς και μέτρησα πάλι τα δολάρια· τουλάχιστον ήταν ακόμη εννιά. Βγήκα στο αποχωρητήριο του διαδρόμου και γυρνώντας σκόνταψα πάνω σε μια γυ­ναίκα που σφουγγάριζε.

— Συγνώμη…

Σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Έλληνας είσαι, γιε μου;

— Μάλιστα.

— Από πού είσαι, παιδί μου;

— Από τη Θεσσαλονίκη.

—  Άαα, τη θυμάμαι τη Θεσσαλονίκη… Εγώ είμαι από τη Δράμα. Ναυτικός είσαι;

— Μάλιστα.

— Και γυρίζεις τώρα στην Πατρίδα, κανακάρη μου;

— Αν θέλει ο Θεός, θεία…

— Ο Θεός πάντα θέλει, γιε μου. Οι άλλοι δεν θέλουν…

Είχε δίκιο. Σηκώθηκε και μ’ ακολούθησε στο δωμάτιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Ναυτικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »

Θαλασσοδάνεια στη στεριά

Posted by sarant στο 3 Οκτωβρίου, 2016

Το σημερινό άρθρο ήταν να δημοσιευτεί χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην κυριακάτικη Αυγή στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», αλλά λόγω πληθωρας συνεδριακής ύλης οι σελίδες του ένθετου περιορίστηκαν κι έτσι θα δημοσιευτεί την επόμενη Κυριακή. Πάντως, η δημοσίευση στο ιστολόγιο είναι επαυξημένη με προσθήκη υλικού που δεν είχε χωρέσει στο άρθρο που έστειλα στην εφημερίδα. Πρέπει να σημειώσω ότι στη σύνταξη του σημερινού άρθρου με βοήθησε καθοριστικά ο φίλος μας ο Σπύρος.

Μια λέξη που ακούστηκε πολύ τις τελευταίες μέρες, κυρίως στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τα δάνεια στα κανάλια και στα πολιτικά κόμματα, ήταν και η λέξη «θαλασσοδάνεια». Για παράδειγμα, σε άρθρο του Ν. Παππά θεωρήθηκε απαράδεκτο να υπάρχουν κανάλια που να στηρίζονται σε θαλασσοδάνεια, ενώ πρόσφατα επίσης έγινε λόγος για τα θαλασσοδάνεια που χορήγησε η Τράπεζα Αττικής στα κόμματα του παλαιού δικομματισμού.

Σύμφωνα με το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, η βασική, έστω και μεταφορική, σημασία της λέξης «θαλασσοδάνειο» σήμερα είναι: δάνειο που δίνεται με ευνοϊκούς όρους και που παραμένει ανεξόφλητο. Μάλιστα, ενδεικτικό είναι ότι το λεξικό θεωρεί ως παρεμφερείς έννοιες του θαλασσοδανείου τη μίζα και το ρουσφέτι.

Εξαιτίας της σημασίας αυτής που έχει προσλάβει η λέξη, πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για ειρωνικό όρο της πιάτσας (κάτι σαν το «γρηγορόσημο») που πλάστηκε την εποχή της χούντας, όταν κρατικοδίαιτοι εφοπλιστές τσέπωναν χαριστικά δάνεια.  Η υπόθεση αυτή διατυπώνεται, ας πούμε, στο σχετικό λήμμα του slang.gr, το οποίο κατά τα άλλα σωστά καταγράφει την αλλαγμένη σημερινή σημασία του θαλασσοδανείου, και το αποκαλεί «παπατζίδικο» δάνειο «με παράνομους όρους, το οποίο δίνεται πάνω στη βάση της αλληλοϋποστήριξης της κρατικής εξουσίας και του κεφαλαίου, πάντα με θύμα το Δημόσιο Ταμείο. Αυτή η ειδική κατηγορία δανείων ονομάστηκε προφανώς θαλασσοδάνεια επειδή οι εφοπλιστές έφαγαν με δέκα μασέλες από αυτές τις κομπίνες.»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ναυτικά, Νομικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , | 181 Σχόλια »

Το γκαραντί, το γκαραντί θα μας μπατάρει!

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2011

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε χτες στην κυριακάτικη Αυγή, στη μηνιαία στήλη «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» -βέβαια είχε γραφτεί κάμποσες μέρες νωρίτερα.

Τις τελευταίες μέρες έγινε αρκετός λόγος για τις εγγυήσεις που πρώτα οι Φιλανδοί απαίτησαν και μετά κάμποσοι άλλοι εταίροι μας απείλησαν πως θα ζητήσουν προκειμένου να μας δανείσουν, και φαίνεται ότι το θέμα απειλεί να οδηγήσει σε ναυάγιο τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου, η οποία τόσο πολύ (και τόσο άστοχα) πανηγυρίστηκε. Οι εγγυήσεις θα φέρουν ναυάγιο, ή, για να παραφράσω ανεπαίσθητα τον Καββαδία, το γκαραντί, το γκαραντί θα μας μπατάρει.

Βέβαια, ο Καββαδίας δεν έγραψε γκαραντί αλλά καραντί — και εδώ η διαφορά δεν είναι αμελητέα, όπως όταν λες γκαμήλα αντί για καμήλα, που έχεις την ίδια λέξη. Το καραντί του Καββαδία δεν έχει σχέση με την οικονομία, τουλάχιστον άμεση· είναι η θαλασσοταραχή που συνεχίζεται και μετά την κατάπαυση του ανέμου ή αλλιώς φουσκοθαλασσιά, κουφοθάλασσα ή αποθαλασσία. Πρόκειται για λέξη ναυτική, που ετυμολογείται από το τουρκ. karıntı (δίνη· πλευρικό κύμα), με επίδραση της τουρκικής λέξης kara η οποία ήδη χρησιμοποιείται σε πολλές ελληνικές λέξεις, ναυτικές και μη, ως πρώτο συνθετικό (καρα-).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μελοποιημένη ποίηση, Ντοπιολαλιές, Ναυτικά, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , | 34 Σχόλια »