Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘νησιά’ Category

Κείμενα του Εικοσιένα – 12: Ο Σαχτούρης περιγράφει τη ναυμαχία στη Σάμο

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δωδέκατο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Το σημερινό κείμενο το διάλεξε, το πληκτρολόγησε και μου το έστειλε ο φίλος μας ο Spiridione, που τον ευχαριστώ θερμά και σας καλώ να μιμηθείτε το παράδειγμά του. Κατά κάποιο τρόπο αποτελεί συνέχεια του προηγουμένου, αφού παραμένουμε σε ναυτικά συμφραζόμενα. Είναι ένα απόσπασμα από τα πολεμικά ημερολόγια του Γ. Σαχτούρη, που υπάρχουν στην Ανέμη, και ειδικότερα από το «Ημερολόγιον του πολεμικού βεργαντίνου ‘Η Αθηνά'».

(Βεργαντίνο και βριγαντίνο και μπεργαντί και μπεργαντίνο, από το ιταλ. brigantino, είναι είδος ιστιοφορου, πρόδρομος του μπρικιού).

Ο Σαχτούρης περιγράφει τη ναυμαχία της 5ης Αυγούστου 1824 στη Σάμο, που δόθηκε σε μια κρίσιμη στιγμή για την Επανάσταση και ειδικότερα για τον αγώνα στη θάλασσα, καθώς ο οθωμανικός στόλος είχε τους αμέσως προηγούμενους μήνες καταστρέψει την Κάσο και τα Ψαρά και τώρα είχε βάλει στο στόχαστρο τη Σάμο. Ωστόσο, η ναυμαχία έληξε με ελληνική νίκη και η Σάμος παρέμεινε ως το τέλος υπό τον έλεγχο των εξεγερμένων (αν και δεν συμπεριλήφθηκε τελικά στο ελληνικό κράτος, όμως της δόθηκε καθεστώς ευρείας αυτονομίας).

Πίνακας αγνώστου για τη ναυμαχία της 5.8.1824

Το κείμενο του Σαχτούρη, με διατήρηση της ορθογραφίας του πρωτοτύπου. Παίρνω την πρωτοβουλια να χωρίσω σε παραγράφους για να διαβάζεται πιο εύκολα.

Τετάρτη ναυμαχία εις τον πορθμόν εν ή εθριάμβευσε το Ελληνικόν Ναυτικόν 1824

Αύγουστος 5. Τρίτη. Εις την άγγυραν: το πρωί παρατηρήσαντες τα κινήματα του εχθρού και ότι σκοπεύει να πλησιάση και τετάρτην φοράν εδιορίσαμε τα πυρπολικά μας όλα να ευγούν εις τα πανιά, και προσέτι μερικά πολεμικά διά να τα συντροφεύσουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Κείμενα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 133 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 11: Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας στη Χίο

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το ενδέκατο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.Θα έπρεπε να δημοσιευτεί προχτές, αλλά είχαμε το Μηνολόγιο, οπότε το μετέθεσα για σήμερα. Κατά κάποιο τρόπο είναι επετειακό.

Πράγματι, τέτοιες μέρες πριν από (όχι 200, αλλά) 199 χρόνια, και συγκεκριμένα στις 6 Ιουνίου 1822, ο Κανάρης πυρπόλησε την τουρκική ναυαρχίδα έξω από τη Χίο, λίγους μήνες μετά τη σφαγή των κατοίκων του νησιού. Το γεγονός έκανε αίσθηση σε όλη την Ευρώπη. 

Θα δούμε δυο κείμενα από τα Αρχεία της Παλιγγενεσίας, στα οποία περιγράφεται η επιχείρηση. Εκσυγχρονίζω ορθογραφία και στο τέλος βάζω μερικά λεξιλογικά.

Το πρώτο γράμμα το στέλνουν ο Μιαούλης και άλλοι δύο Υδραίοι ναύαρχοι στο κοινό της Ύδρας. Μπορείτε να δείτε το χειρόγραφο (όχι πολύ καθαρά) εδώ.

Εκ του ελληνικού στόλου κατά Ψαρών, 7 Ιουνίου 1822

Φιλογενέστατοι άνδρες της νήσου Ύδρας χαίρετε

Δεν έχομεν αιτίαν μακρολογίας, ειμή να σας φανερώσομεν εν συντομία, δίδοντές σας την χαροποιάν μεγάλην είδησιν, όπού τούτην την στιγμήν έφθασαν αι βαρδακόστες* μας όπού είχον υπάγει δια να συντροφεύσουν το μπουρλότο μας, ως σας το είχαμεν κάμει γνωστόν σας. Διά νυκτός, η ώρα 6, συμφώνως το ιδικόν μας μπουρλότο με το Ψαριανό, όρμησαν κατά του τουρκικού στόλου όπού ήταν αραμμένος εις Χίον, και επλησίασαν τα δύο μπουρλότα μεταξύ εις τα δύο δελίνια*. Το μεν έν μπουρλότο έπεσε επάνω εις το έν δελίνι και αυτό ομοίως επήρε φωτίαν και εις μίαν ώραν δεν έμεινεν ίχνος από αυτά, επήγαν κατά διαβόλου. Το ένα από αυτά λέγουν να είναι το Πασά- γκεμισή*, ότι είχε εις το μεγάλο κατάρτι το σαντσάκι* και δόξα τω Κυρίω εσαλβάρησαν* με τες βάρκες και έτρεξαν εις τες βαρδακόστες μας χωρίς να βλαφθεί κανείς.

Συμπεραίνουν να έπεσαν και άλλα έξω εις την ξηράν από τον φόβον τους, ότι ήτον ο αέρας ως γρέγος, και εκ δευτέρου θέλει μάθομεν δια να σας στείλομεν καταλεπτώς το ντετάλιο*. Οι άνθρωποι του μπουρλότου έρχονται αυτού, τους οποίους θέλετε τους ευχαριστήσει διότι έκαμαν το χρέος των. Έσωθεν σάς περικλείομεν τον κατάλογον είναι όλοι με τον καπετάνιον 19. Είχον λάβει με­ρικοί ριτσεβούτα* από τας χειράς μας, ότι είχον ζητήσει· και αν ευρεθεί τις, εκτός εκείνου του καταλόγου, να είναι άκυρος.

Σήμερον αριβάρησαν ο καπετάν Τσαμαδός και ο καπετάν Δ. Κιοσσές, όπου είχαμεν εξαποστείλει εις Σάμον διά να βάλει εις αρμονίαν τους εκεί εγκατοίκους, διά τες διχόνοιες όπου είχαν, και να γνωρίσουν τον κύριον Μώραλην διά διοικητήν και με το αρίβον τους εκεί δεν έλει­ψαν να βάλουν τα πράγματα εις τάξιν καλήν, ώστε όπου ειρήνευσαν και ησύχασαν. Σήμερον, 6 ημερών είδησιν από Πόλιν, από καράβι όπου έβιζιτάραμεν, ένα δελίνι, μία φεργάδα, ένα γαλόνι*, τέσσαρα τρασπόρτα* και πέντε σαλούπες* εκατέβησαν εις τα κάστρα και είναι να έλθουν να ενωθούν μ’ ετούτην. Και ασπαζόμενοί σας, μένομεν ως αδελφοί, των προσταγών σας.

Άνδρέας Δ. Βώκου,

’Ιωάννης Βούλγαρης,

Λάζαρος Λαλεχός.

Το γράμμα αυτό έχει αρκετά αξιοσχολίαστα στοιχεία. Καταρχάς, δεν διευκρινίζει ποιο μπουρλότο κατάφερε να κάψει τη ναυαρχίδα -προφανώς επειδή η τιμή αυτή ανήκει στο ψαριανό του Κανάρη, και όχι στο υδραϊκό του Πιπίνου. Κατά δεύτερο, βλέπουμε ότι οι μπουρλοτιέρηδες απολάμβαναν μεγάλες τιμές (κάθε μπουρλοτιέρης ήταν μισός θεός, λέει κάπου ο Μακρυγιάννης για την Ύδρα). Τρίτον, το πλήρωμα του μπουρλότου δεν ήταν 4-5 άτομα, όπως δείχνουν οι διάφοροι πίνακες, αλλά είκοσι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Επιστολές, Κείμενα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 61 Σχόλια »

Ο επιτάφιος του καμπούρη (πασχαλινό διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2021

Πολλές φορές έχουμε βάλει διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου στο ιστολόγιο. Το αμέσως προηγούμενο ήταν χριστουγεννιάτικο, οπότε -εύλογα, θα έλεγε κανείς, το σημερινό είναι πασχαλινό. Αξίζει να το διαβάσουμε όσο περιμένουμε τον οβελία.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης συνοδεύει το διήγημα (που το πολυτονίζει, τι να τον κάνω; να τον μαλώσω; φίλος είναι) με λεξιλογικά και πραγματολογικά σχόλια. Εδώ ενδιαφέρον έχει η ετυμολογία του ρ. μεσαρεύω και έμμεσα του τοπωνυμίου Μεσαρά. Περισσότερα δεν λέω, ο λόγος στον συγγραφέα:

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Ὁ ἀέρας μοσχομύριζε λουλούδια, μελισσοκέρι καὶ λιβάνι. Λουλούδια ἀπὸ τὸν ἀνθοστόλιστο Ἐπιτάφιο κι ἀπὸ τὶς γλάστρες στὶς αὐλὲς καὶ στὰ πεζούλια τῶν σπιτιῶν. Μελισσοκέρι ἀπὸ τὰ διπλέρια, τὰ διπλᾶ, στριφτὰ κεριὰ ποὺ εἶχαν πλάσει μὲ κερὶ ἀπὸ τὰ ψέλια, τὶς πήλινες κυλινδρικὲς κυψέλες, οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. Καὶ λιβάνι ἀπὸ τὶς νοικοκυρές, ποὺ ἔστεκαν στολισμένες μπρός  στὰ ὁλόφωτα σπίτια τους καὶ θυμιάτιζαν μὲ τὰ λιβανιστήρια ἢ ἔραιναν μὲ μῦρο τὴν πομπή.

Τὸ ἀνθρώπινο ποτάμι προχωροῦσε ἀργά στὰ στενά, στριφογυριστὰ δρομάκια τοῦ χωριοῦ. Κι ἔμοιαζε, γιὰ ὅσους τό ᾿βλεπαν ἀπὸ τὴν ἀπέναντι πλαγιά, σὰν ἕνα φίδι φωτεινὸ μὲ λέπια ποὺ λαμπύριζαν, ἔτσι ὅπως τρεμόπαιζαν τὰ κεριὰ στὴν πνοὴ τῆς νυχτερινῆς αὔρας.

Ὁ Γιάννης ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸν παπᾶ, μαζὶ μὲ τοὺς ψαλτᾶδες καὶ τὴ χορωδία τῶν κοριτσιῶν. Εἶχε καλὴ φωνὴ καὶ ἦταν καλοδεχούμενος. Τοὺς ἔλειπαν οἱ ἀντρικὲς φωνές, μιᾶς καὶ  οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι ἤθελαν νὰ σηκώσουν τὸν Ἐπιτάφιο.  Ὄχι τόσο ἀπὸ θρησκευτικὴν εὐλάβεια, ὅσο γιὰ τὶς μπουνιές. Γιατὶ ἔτσι συνηθιζόταν. Νὰ δίνουν μπουνιὲς στὴν πλάτη αὐτῶν ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ κάτω του. Τὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς πιὸ μεγάλους ἴσα ποὺ τοὺς ἀκουμποῦσαν. Μεταξύ τους, ὅμως, οἱ νέοι τὶς ἔδιναν δυνατές, ἰδιαίτερα ὅταν εἶχαν ἀντιζηλίες.

Γιὰ νὰ τὸν σηκώσει ὁ Γιάννης οὔτε λόγος, ἔτσι καχεκτικὸς ποὺ ἦταν. Τὴν προηγούμενη χρονιὰ ζήτησε νὰ σηκώσει κι αὐτὸς λιγάκι, ἀλλὰ ὁ Γιώργης ὁ ψηλὸς τὸν ἀποπῆρε:

«Τί λές, ρὲ σύ; Θὲς νὰ μπατάρει ὁ Ἐπιτάφιος;»

Ἄσε ποὺ φέτος ὁ Γιώργης εἶχε τὸ γενικὸ πρόσταγμα. Εἶχε πάει στρατιώτης πρὶν ἀπὸ κάτι μῆνες καὶ τὰ κατάφερε νὰ γίνει λοκατζῆς. Καὶ ὑπῆρχε ἄγραφος νόμος νὰ σηκώνουν πρῶτοι ὅσοι ὑπηρετοῦν. Ἔνστολοι. Πρίν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία μαζεύτηκαν ὅλοι οἱ νέοι στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς κι ὁ Γιώργης ἔδειχνε στὸ στῆθος του τὰ διακριτικὰ τῶν ἐκπαιδεύσεων ποὺ εἶχε περάσει, περιγράφοντας τὶς ἀντίστοιχες ταλαιπωρίες. Μετὰ κανόνισε μὲ ποιὰ σειρὰ θὰ κρατήσουν τὸν Ἐπιτάφιο:

« Πρῶτα ὁ Στρατός, μετὰ οἱ μοδίστρες  καὶ οἱ κομμώτριες καὶ τελευταῖοι οἱ πολίτες!»

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γιώργη κι ἄλλους δυὸ φαντάρους, στὴν παρέα ἦταν τρεῖς ναῦτες κι ἕνας σμηνίτης. Σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τέσσερις ἀναφερόταν ὅταν ἔλεγε γιὰ μοδίστρες καὶ κομμώτριες. Κανένας τους, ὅμως, δὲν τοῦ ζήτησε τὸ λόγο, ἄλλοι ἀπὸ φόβο κι ἄλλοι ἐπειδὴ σεβάστηκαν τὸν χῶρο καὶ τὴν περίσταση.

Ὁ Γιάννης δὲν τόλμησε νὰ μπεῖ – οὔτε κἂν τελευταῖος – στὴ σειρὰ μὲ τοὺς πολίτες. Μονάχα, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Γιώργης κοκορευόταν γιὰ τὰ λοκατζήδικα κατορθώματά του, εἶπε χαμηλόφωνα στὸ διπλανό του:

«Σὰν τὰ βατράχια, ὅμως, δὲν εἶναι».

Ὁ Γιώργης ἔκανε πὼς δὲν τ᾿ ἄκουσε. Ἦταν ἡ μοναδικὴ δοκιμασία ποὺ δὲν κατάφερε νὰ τὰ βγάλει πέρα κι αὐτὸ πλήγωνε τὸν ἐγωισμό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Πασχαλινά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Νησιώτικο φωτογεωγραφικό κουίζ

Posted by sarant στο 6 Αυγούστου, 2020

Καιρό έχουμε να βάλουμε κουίζ στο ιστολόγιο, κάπου 6 μήνες. Mια και είναι καλοκαίρι, σκέφτηκα να ταξιδέψουμε στα νησιά, οπότε θα βάλω ένα φωτογεωγραφικό κουίζ με ελληνικά νησιά. Θυμίζω ότι είχαμε βάλει, τον Σεπτέμβριο του 2018, ένα δύσκολο φωτογεωγραφικό κουίζ με φωτογραφίες τοπίων από διάφορες χώρες του κόσμου, και μετά, τον Μάρτιο του 2019, με φωτογραφίες από ελληνικές πόλεις.

Θα σας παρουσιάσω οχτώ φωτογραφίες από ελληνικά νησιά και θα σας ζητήσω να μαντέψετε σε ποιο νησί βρίσκεται το τοπίο που παρουσιάζεται. Θα σας δώσω 5 επιλογές για να διαλέξετε κάθε φορά.

Τα δυο μεγάλα νησιά, Κρήτη και Ευβοια, τα έχω εξαιρέσει. Οπότε, θα διαλέξετε από τα άλλα. Επίσης, η φωτογραφία δεν είναι παρμένη κατ ανάγκη στη Χώρα του κάθε νησιού.

Το κουίζ θα κρατήσει ως τις 7.30 ώρα Ελλάδος τουλάχιστον, εκτός αν υπάρχει ακόμα συμμετοχή. Η συμμετοχή δεν θα γίνει σε ειδικές σελίδες, αλλά εδώ, στα σχόλιά σας, πχ θα γράψετε:

1-Α, 2-Γ, 3-Ε, 4-Δ, 4-Β, 6-Α, 7-Α, 8-Ε (τυχαία τα έβαλα, εννοείται).

Στα σχόλια επίσης μπορείτε να συζητάτε ό,τι θέλετε. Επιτρέπεται να αλλάξετε κάποια πρόβλεψή σας αλλά βέβαια ακυρώνεται η προηγούμενη. Για να με διευκολύνετε, αν θέλετε να αλλάξετε μία πρόβλεψη θα σας παρακαλέσω να επαναλαμβάνετε όλο το σετ των προβλέψεών σας, όχι μόνο εκείνη που αλλάζετε.

Ξεκινάμε λοιπόν.

1.

Από πού είναι η φωτογραφία;

Α. Ιθάκη
Β. Σκόπελος
Γ. Σπέτσες
Δ. Λήμνος
Ε. Λέρος

2.

Από ποιο νησί είναι η φωτογραφία;

Α. Σίφνος
Β. Παξοί
Γ. Κάλυμνος
Δ. Ικαρία
Ε. Αμοργός

3.

Από πού είναι αυτή η νυχτερινή φωτογραφία;

Α. Αίγινα
Β. Κάρπαθος
Γ. Λέσβος
Δ. Ζάκυνθος
Ε. Νάξος

4.

Και πάλι, από ποιο νησί;

Α. Αστυπάλαια
Β. Θήρα
Γ. Σέριφος
Δ. Ανάφη
Ε. Σκύρος

5.

Ποιο νησί;

Α. Ζάκυνθος
Β. Χίος
Γ. Νάξος
Δ. Κως
Ε. Άνδρος

6.

Από πού είναι;

Α. Αλόννησος
Β. Κίμωλος
Γ. Αμοργός
Δ. Νίσυρος
Ε. Οθωνοί

7.

Εδώ πάλι, πού είναι;

Α. Σίκινος
Β. Αστυπάλαια
Γ. Ανάφη
Δ. Θήρα
Ε. Κύθηρα

8.

Α. Λέρος
Β. Σκιάθος
Γ. Τήνος
Δ. Ικαρία
Ε. Πάρος

Και εδώ τελείωσε το φωτογεωγραφικό κουίζ μας. Οι νικητές θα κερδίσουν από 2 εισιτ… άκυρο, θα μοιραστούν ένα ταψί σπαμακόπιτα και απεριόριστη δόξα.

Περιμένω λοιπόν τη συμμετοχή σας!

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

  1. Είναι το Β, Σκόπελος
  2. Είναι το Ε, Αμοργός, τα Κατάπολα θαρρώ
  3. Είναι το Γ, Λέσβος
  4. Είναι το Α, Αστυπάλαια -το κάστρο των Κουερίνι
  5. Είναι το Α, Ζάκυνθος
  6. Είναι το Δ, Νίσυρος
  7. Είναι το Γ, Ανάφη
  8. Είναι το Ε, Πάρος, η Νάουσα

Οπότε, η νικήτρια στήλη μας διαμορφώνεται ως εξής:

Β
Ε
Γ
Α
Α
Δ
Γ
Ε

Το κουίζ αποδείχτηκε εύκολο (διέρρευσαν και κάποια θέματα….) κι έτσι είχαμε αρκετούς με 8/8 επιτυχίες. Το απόλυτο σκορ, που λέει το κλισέ, πέτυχαν, κατά σειρά εμφανίσεως: IL.K., ΓΤ, ΣΠ, Χαρούλα, NeoKid, Μιχάλης Νικολάου, Γιάννης Μαλλιαρός, Faltsos. Μοιράζονται σπαμακόπιτα και απεριόριστη δόξα. Λίγο πιο απεριόριστη από των αλλωνών ,η δόξα του ΣΠ και του Faltsos, που είχαν πιάσει 8/8 και στο προηγούμενο φωτογεωγραφικό κουίζ.

Πήραν μέρος 24 φίλοι και οι σωστές τους απαντήσεις είχαν την εξής κατανομή, αν μέτρησα σωστά:

1. 15
2. 17
3. 19
4. 19
5. 17
6. 16
7. 16
8. 18

δηλαδή μικρές διαφορές είχαμε.

Μέχρι το επόμενο κουίζ… καλά μπάνια σε οσους διακοπεύουν!

Posted in Γεωγραφία, Κουίζ, Φωτογραφίες, νησιά | Με ετικέτα: , | 92 Σχόλια »

Κουντρασταδόροι, ένα διήγημα του Νίκου Κάσδαγλη

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2020

Αναζητούσα ένα διήγημα θαλασσινό, ναυτικό, μια και το καλοκαίρι είναι η εποχή που οι περισσότεροι βρισκόμαστε ή θέλουμε να βρεθούμε στη θάλασσα. Η εύκολη λύση είναι ο Καρκαβίτσας, αλλά είπα να διαλέξω κάτι λιγότερο γνωστό. Σκέφτηκα λοιπόν τα ναυτικά διηγήματα του Νίκου Κάσδαγλη. Ο Κάσδαγλης (1928-2009) ήταν σημαντικός συγγραφέας και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, με γνωστότερο έργο του το μυθιστόρημα «Κεκαρμένοι», μια σκληρή αφήγηση με θέμα τη στρατιωτική ζωή.

Γεννήθηκε στην Κω και πολλά από τα έργα του έχουν θέμα τη θάλασσα και τους ναυτικούς. Συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με το ιστολόγιο, αφού πέθανε στις 16.2.2009, τη μέρα που άρχισε να λειτουργεί το ιστολόγιο. Κι έτσι, ένα από τα πρώτα άρθρα του ιστολογίου ήταν μια σύντομη νεκρολογία του, την επόμενη μέρα.

Σε εκείνο το άρθρο είχα δημοσιεύσει την αρχή από το διήγημα του Κάσδαγλη «Κουντρασταδόροι», που η συνέχειά του βρισκόταν στον παλιό μου ιστότοπο. Το διήγημα είναι παρμένο από τη συλλογή «Σπιλιάδες» (1952) με τέσσερα ναυτικά διηγήματα.

Δημοσιεύω λοιπόν σήμερα όλο το διήγημα. Κουντρασταδόροι είναι οι ναυτικοί που κάνουνε κουντράστα με τις βάρκες τους, που είναι το ανάλογο της κόντρας για τις μηχανές. Όπως και οι κόντρες, έτσι και τα κουντράστα είναι επικίνδυνη υπόθεση.

Το νησί δεν κατονομάζεται, αλλά νησάκι Νήμος υπάρχει δίπλα στη Σύμη.

Κουντρασταδόροι

του Νίκου Κάσδαγλη

Εμείς οι ντόπιοι το λέμε όμορφο το νησί μας και τ΄ αγαπούμε. Όσο ζούμε εδώ δε θέλουμε να φύγουμε, και σα μας σφίξει η ανάγκη – φτωχός μαθές ο τόπος – πάντα τόνε θυμούμαστε με μεράκι.

Δεν έχει άλλον τρόπο να ζήσεις, από την τέχνη τη θαλασσινή. Είμαστε ψαράδες, σφουγγαράδες, ναύτες. Όχι πως η θάλασσά μας είναι πλούσια· τα καΐκια μας παγαίνουν μακριά, στη Μπεγγάζη, για σφουγγάρι, και τα φορτηγά βγαίνουν από τη ρότα τους για να πιάσουν στο νησί.

Λιμάνια μόνο έχουμε μπόλικα. Βαθιά λιμάνια, σίγουρα σε όλους τους καιρούς, τριγυρισμένα από κοφτερούς βράχους – στο νησί δε θα βρεις μιαν ακρίτσα αμμουδιά – αποκούμπι για τους ψαράδες στα μελτέμια, που βαστούν τους πιο πολλούς μήνες του χρόνου. Δύσκολα θα πετύχεις στον καιρό τους και μια μονάχα μέρα μπουνάτσα – κι είναι άγρια. Βοηθάει και το νησί, βλέπεις. Γιομάτο απότομα βουνά και βαθιές χαράδρες, αλλού απαγκιάζει ολότελα, κι αλλού μαζεύει τη δύναμη του ανέμου και τόνε ξαπολάει σα φίδι που σφυρίζει. Μέρες μέρες ο καιρός δυναμώνει τόσο, που κλείνει στο λιμάνι όλα τα πανάδικα και τις βάρκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 81 Σχόλια »

Πιο καλά ένα γάδαρο (αποκριάτικο διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 1 Μαρτίου, 2020

Περίεργο καρναβάλι το φετινό, κορονιασμένο. Αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μην το τιμήσουμε. Ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μάς έστειλε ένα φρέσκο αποκριάτικο διήγημά του που το δημοσιεύω παρακάτω.

Βέβαια, σημερα, εκτός από τελευταία Κυριακή της Απόκριας είναι και πρώτη μέρα του μήνα. Κατ’ εξαίρεση το Μηνολόγιο θα μετατεθεί -και μάλιστα όχι αύριο, που έχουμε Κούλουμα, αλλά μεθαύριο.

Ο Δημήτρης προτάσσει στο διήγημά του την εξής σημείωση:

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ προηγούμενο ἀποκριάτικο διήγημά μου «Φάβα ἀποκριάτικα», τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα αὐτοῦ τοῦ διηγήματος εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου, μὲ τὴν ἐξαίρεση κάποιων δευτερευόντων περιστατικῶν ἀνεκδοτολογικοῦ χαρακτήρα ποὺ ἔχω ἀκούσει ἀπὸ διηγήσεις.

ΠΙΟ ΚΑΛΑ ΕΝΑ ΓΑΔΑΡΟ

Ἔβγα στὸ παραθύρι σου ἡ μέρα γιὰ νὰ φέξει
τὸ πρόσωπό σου σὰ θὰ δεῖ, ὁ ἥλιος θὰ ζηλέψει.

Κόντευε νὰ ξημερώσει κι ὁ Μῆτσος ὁ Κακοβέσουλος, μαζὶ μὲ τὸν φίλο του τὸ Γιώργη τὸ Μανώλια, τραγουδοῦσαν μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς φωνῆς τους κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς Ἀννούσας.  Μέσα στὸ σπίτι ἡ Ἀννούσα τῆς καπτα-Βασίλαινας ἔβραζε ἀπὸ τὸ κακό της.

«Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ μὲ κάνει ρεζίλι στὴ γειτονιά! Ποιός; Ὁ Κακοβέσουλος!»

Ἀπὸ βραδὺς οἱ δυὸ τραγουδιστᾶδες γλεντοῦσαν μὲ τὴν παρέα τους στὸ μαγαζὶ τοῦ Σταματάκη. Ἔπαιζε ὁ Πατέστος ὁ Τσαμπουνιάρης· ἤτανε Τσικνοπέμτη καὶ – ὅπως πάντα τὶς Ἀπόκριες –  ἡ τσαμπούνα εἶχε  τὴν τιμητική της. Τὸ διαλύσανε πρίν τὸ ξημέρωμα καὶ στὸ δρόμο, λίγο πρὶν χωρίσουν, ὁ Μῆτσος ἔριξε τὴν ἰδέα:

«Πᾶμε γιὰ πατινάδα;»

«Ἔτσι, χωρὶς ὄργανα;» ρώτησε ὁ Γιώργης.

«Ἔτσι. Τί ἀνάγκη ἔχουμε; Ἂς εἶναι καλὰ οἱ φωνές μας», ἀπάντησε ὁ Μῆτσος.

Εἶδαν τὶς γρίλιες νὰ φωτίζονται καὶ προχώρησαν – μὲ  πιὸ μεγάλη ζέση – στὸ τσάκισμα1:

Ἔβγα στὸ παραθύρι ποὺ τσαλαπετεινοὶ
γλυκολαλοῦν καὶ λένε «ξύπνα μελαχροινή».

Δὲν εἶχαν καλὰ-καλὰ τελειώσει καὶ τὸ παράθυρο ἄνοιξε διάπλατα, φωτίζοντάς τους μὲ τὸ ἀσθενικὸ φῶς ἀπὸ τὸν ἠλεκτρικό γλόμπο τοῦ δωματίου. Ἀμέσως μετὰ ἦρθε ἡ ψυχρολουσία ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ κουβᾶ ποὺ ἄδειασε ἀπάνω τους ἡ Ἀννούσα, μαζὶ μὲ τὶς βρισιές ποὺ τοὺς ἔλουσε.

Τὸ Μῆτσο πιὸ πολὺ τὸν πείραξαν τὰ τελευταῖα λόγια της πρὶν κλείσει τὸ παράθυρο:

«Ἀκοῦς ἐκεῖ! Νὰ πάρω τὸν Κακοβέσουλο! Ἄλλο καὶ δὲν ἤτανε! Πιὸ καλὰ ἕνα γάδαρο!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in παρατσούκλια, Διηγήματα, Εορταστικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 163 Σχόλια »

Σιφνέικες ρίμες, ένα παράδειγμα (Μια συνεργασία από το Κουτρούφι)

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2020

Ο φίλος μας το Κουτρούφι μού έστειλε προχτές μια συνεργασία για τις σιφνέικες ρίμες, τα αυτοσχέδια λαϊκά δίστιχα που συνηθίζονται στη Σίφνο. Αυτή είναι η δεύτερη συνεργασία του -πρόπερσι είχαμε διαβάσει το άρθρο του για τη σιφνέικη ντοπιολαλιά.

Στο μέιλ που συνόδευε την επιστολή, το Κουτρούφι παρατηρεί: Για ένα Σιφνιό αναγνώστη που γνωρίζει πρόσωπα, καταστάσεις και την μορφολογία του τοπίου, ενδεχομένως, δεν χρειάζονται πολλές επεξηγήσεις. Το πιο σημαντικό, επειδή οι ρίμες αυτές είναι σατιρικές, για έναν τέτοιο αναγνώστη, το γέλιο βγαίνει αβίαστα. Ειλικρινά, έχω την απορία για την εντύπωση που δημιουργούν σε κάποιον που δεν είναι γνώστης των καταστάσεων. Στο κείμενο έχω συμπεριλάβει και κάποιες πληροφορίες για να βοηθηθεί ένας τέτοιος αναγνώστης. Δεν βάζω μόνο τους μη Σιφνιούς.

Συμπεριλαμβάνω και τους Σιφνιούς που είναι νεότεροι από 50 χρονών και δεν έχουν γνωρίσει τα πρόσωπα τα οποία πρωταγωνιστούν. Εγώ π.χ. δεν γνώρισα τον αφηγητή. Τους άλλους πρωταγωνιστές τους ήξερα. Ήταν γείτονές μου στον Αρτεμώνα αλλά και πάλι τους γνώρισα σε μεγάλη ηλικία και δεν μπορώ να τους φανταστώ να κάνουν αυτά που περιγράφονται.
Επίσης σημαντική παράμετρος είναι ότι περιγράφεται μια διαδρομή η οποία μέχρι πριν 30-35 χρόνια περίπου γινόταν σε κακοτράχαλο μονοπάτι. Εδώ και κάποιες δεκαετίες υπάρχει άνετος ασφαλτωμένος δρόμος και η διαδρομή με το αυτοκίνητο γίνεται μέσα σε 15 λεπτά. Έτσι οι νεότεροι Σιφνιοί δεν μπορούν να σκεφτούν τις δυσκολίες της πεζοπορίας που περιγράφονται στις ρίμες

 

ΣΙΦΝΕΙΚΕΣ ΡΙΜΕΣ. ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ.

Οι ρίμες είναι έμμετρα λαϊκά αφηγήματα. Η ιστορία τους, η θέση τους στο γενικότερο πλαίσιο της Δημοτικής Ποίησης και η αξία τους έχουν μελετηθεί και μελετιούνται από ειδικούς. Άρθρα και μελέτες υπάρχουν μπόλικα. Όπως και σε όλο το νησιωτικό χώρο έτσι και στη Σίφνο υπάρχει η συνήθεια αυτή. Αφορμή για να γραφτούν ρίμες μπορεί να δίνονται από την επικαιρότητα, όχι μόνο την ντόπια αλλά και την ευρύτερη (εθνική ή διεθνής). Άλλοτε οι ρίμες έχουν σατιρική διάθεση και άλλοτε έχουν χαρακτήρα προβληματισμού. Πολύ συχνά όμως, γράφονται για να σατιρίσουν, να χλευάσουν και καμιά φορά να λοιδορήσουν περιστατικά και πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, ο Σιφνιός, μεταξύ σοβαρού και αστείου, είναι προσεκτικός σε ό,τι επιχειρεί ώστε να μην αποτύχει και «του βγάλουνε ρίμες».

Οι σιφνέικες ρίμες γράφονται συνήθως στη γνωστή μορφή των δεκαπεντασύλλαβων ιαμβικών ομοιοκατάληκτων διστίχων:

Και το Μανώ της Μπαζανιάς θέλει μεγάλη ρίμα
που αγαπάει το Ρηνιώ και τα πηγαίνουν πρίμα

Πολύ συχνά όμως γράφονται και σε μορφή τετράστιχων όπου ο κάθε στίχος είναι οκτασύλλαβος. Οι δύο πρώτοι είναι ιαμβικοί ενώ οι δύο τελευταίοι είναι τροχαϊκοί. Ακολουθείται ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.

Γροικάτε νέα του χωριού,
πίσω στου Κου του Προυνιδιού
τι του κάναν ένα βράδυ
οι καλοί του οι καμαράδοι

Η συγκεκριμένη μορφή είναι αυτή στην οποία γράφονται τα σιφνέικα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Κατά κάποιο τρόπο, αρκετά τέτοια κάλαντα που φτιάχνονται κάθε χρόνο μπορούν να χαρακτηριστούν σαν ρίμες με την έννοια ότι σε αυτά κυριαρχεί σχολιασμός της επικαιρότητας. Π.χ. όταν άλλαξε το νόμισμα από τη δραχμή στο ευρώ (2002) αρκετά κάλαντα της χρονιάς εκείνης σχολίαζαν (άλλοτε σατιρικά, άλλοτε με προβληματισμό) την αλλαγή αυτή.

Παλαιότερα, χρησιμοποιούνταν και άλλα μέτρα τα οποία πολλές φορές προσαρμόζονταν σε υπάρχοντες σκοπούς ή τραγούδια.

Στ’ Αη Μαρκουριού τη μάντρα μες στην ξυλοκερατιά
ήταν ο γαμπρός κρυμμένος και δεν τονε βρίσκαν πια

Εδώ, παραθέτω ένα μακροσκελές (58 στροφές) παράδειγμα του 1957, στη μορφή του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου. Οι ρίμες αυτές ανασύρθηκαν από συρτάρι και δημοσιεύτηκαν στην τοπική εφημερίδα «Σιφναϊκά Νέα» το 2014. Διηγούνται ευτράπελα περιστατικά γύρω από ένα πανηγύρι που έγινε σε ένα από τα δεκάδες ξωκλήσια του νησιού. Ο στιχουργός λεγόταν Γιώργης Καλογήρου (παρατσούκλι «Μπουλής») ο οποίος είναι και πρωταγωνιστής-αφηγητής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανώνυμη δημιουργία, Δημοτικά τραγούδια, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , | 79 Σχόλια »

Ο Κρίμωνας και το παιδί του Βαθυκλή (μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2019

Εδώ και λίγο καιρό έχουμε αρχίσει να δημοσιεύουμε συνεργασίες του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Το σημερινό άρθρο είναι το έκτο αυτής της συνεργασίας. Στο τέλος θα βρείτε ευρετήριο των προηγούμενων.

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύεται δέκα μόλις μέρες μετά το προηγούμενο, ενώ ως τώρα η συχνότητα ήταν περίπου μηνιαία. Αυτό γίνεται για δικούς μου τεχνικούς λόγους αλλά και επειδή η συχνότητα δημοσίευσης των συνεργασιών του ΝΝ θα πυκνώσει έτσι κι αλλιώς.

Επίσης έχει κάποιο γούστο, τρεις μέρες πριν από μια σημαντική εκλογική αναμέτρηση, η οποία κιόλας δεν με αφηνει καθόλου αδιάφορο, όπως ξέρετε, να δημοσιεύει το ιστολόγιο όσα ίχνη έχουν απομείνει από μια ιστορία που διαδραματίστηκε πριν από 2700 και βάλε χρόνια!

Τέλος, οφείλω να προειδοποιήσω ότι το σημερινό άρθρο έχει θέμα φιλολογικό μεν άσεμνο δε. Η αρχική δημοσίευση του άρθρου στα αγγλικά είχε γίνει εδώ.

 

Με ρώτησαν στην Κβόρα να δώσω κάποιο ενδιαφέρον παράδειγμα της αρχαιοελληνικής καθομιλουμένης.

Το παράδειγμα που έδωσα, εγώ τουλάχιστον το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον, για πολλαπλούς λόγους. Και έχει και σχέση με προηγούμενη απάντηση που αναδημοσιεύτηκε σε τούτο εδώ το ιστολόγιο, το Πώς χαντάκωσα τα Παμφυλιακά.

Η ενασχόλησή μου με τα αρχαϊκά γράμματα της ελληνικής άρχισε όταν συγκρότησα κατάλογο στοιχείων στα κείμενα του TLG, όπου δούλεψα για 17 χρόνια· συνεχίστηκε με ιστότοπο που έγραψα το 2003, όπου μάζεψα όσα βρήκα· και κατέληξε στις προτάσεις για νέα γράμματα για την Unicode, που βγήκαν το 2008, και που τα περιέγραψα στο άρθρο για τα Παμφυλιακά. Ένα από αυτά ήταν το hήτα <ͱ>, το γράμμα που συμβατικά αποδίδει το Η όταν αντιπροσώπευε δασεία και όχι φωνήεν.

Το παράδειγμα που αναφέρω σήμερα της αρχαιοελληνικής καθομιλουμένης, είναι μια έμμετρη επιγραφή που την πετυχαίνει αργά ή γρήγορα όποιος ασχολείται με την ιστορία του ελληνικού αλφαβήτου. Πρόκειται για έμμετρο γκραφίτι που ανακαλύφθηκε το 1898, κοντά στο γυμνάσιο της Θήρας (Inscriptiones Graecae xii 3.537 = Iambica Adespota 29Aa). Η επιγραφή χρονολογείται από τα τέλη του ηʹ π.Χ. αι., δηλαδή ούτε αιώνα αφού οι Έλληνες υιοθέτησαν το αλφάβητο. Και γι’ αυτό το λόγο η επιγραφή χρησιμοποιεί ιδιαίτερα αρχαϊκή μορφή του. Δεν είναι μόνο ότι του λείπει το ωμέγα και το ήτα ως φωνήεν —αυτό συνέβαινε σε όλες τις παραλλαγές του αλφαβήτου έξω από την Ιωνία. Του λείπει ακόμα και το <φ>. Τον φθόγγο αυτό η επιγραφή τον γράφει ως ΠΗ, δηλαδή όπως ακριβώς τον έγραψαν οι Ρωμαίοι ως ph.

(Για να μην τα χάσουμε εντελώς, θα τον γράψω με το στοιχείο που λανσάρσισα στην Γιούνικοντ: <πͱ>>.)

Η Anne Jeffery αντέγραψε την επιγραφή ως εξής:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Αθυροστομίες, Λεξικογραφικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 209 Σχόλια »

Σύρος και Ερμούπολη (Μια συνεργασία του Νίκου Νικολάου)

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2019

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει μια πρώτη συνεργασία του φίλου γλωσσολόγου Νίκου Νικολάου. Δημοσιεύω σήμερα ένα δεύτερο δικό του άρθρο, τούτη τη φορά με αναφορά σε έναν τόπο, σε ένα νησί, τη Σύρο.

Η αρχική δημοσίευση του άρθρου βρίσκεται εδώ. Όπως θα δείτε, ο Νικολάου κάνει στην αρχή λόγο για τον ιστότοπο Quora.com, στον οποίο συνήθιζε να γράφει παλιότερα, δίνοντας απαντήσεις σε γλωσσικά θέματα.

Τον καιρό που ήμουνα στην Κβόρα, ο αξιόλογος θαμώνας εκεί Δημήτρης Αλμυράντης είχε θέσει το ερώτημα: «Τι θα ’πρεπε να γνωρίζουμε για τον πολιτισμό των Κυκλάδων γενικά, και της Σύρου συγκεκριμένα, που να μην το γνωρίζουμε ήδη;»

Για την Κβόρα, ισχύει αυτό που λέμε, «κάθε πέρσι και καλύτερα». (Γι’ αυτό και έχω ξεκόψει πια από κει πέρα.) Όταν έθεσε ο Αλμυράντης το ερώτημα, επιτρεπόταν να προστίθενται και σχόλια επεξηγηματικά για τα ερωτήματα. Και το σχόλιο που προσέθεσε ο Αλμυράντης ήταν: «που να μην το βρίσκουμε στην Ελληνική Βικιπαίδεια.»

Αυτό ζορίζει πολύ την απάντηση. Έξω και η παρουσία καθολικών στη Σύρο, έξω και η καταγωγή του Βαμβακάρη από κει ως φραγκοσυριανάκι, αλλά και το ότι το τραγούδι «Φραγκοσυριανή» είναι ένας κάπως ξέκρεμος κατάλογος αξιοθεάτων του νησιού.

Έξω και το ότι η μεγαλύτερη πόλη του νησιού, η Ερμούπολη, είναι ορθόδοξη σε αντίθεση με την καθολική Άνω Σύρο, γιατί ιδρύθηκε από πρόσφυγες από την υπόλοιπη Ελλάδα τα χρόνια της Επανάστασης, επειδή ακριβώς η Σύρος ως καθολικιά ήταν υπό την προστασία των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 201 Σχόλια »

Μνήμη καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, πέντε χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 5 χρόνια από τον θάνατο του καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, του καπετάνιου που, πάνω από μισόν αιώνα, έδινε ζωή στις Μικρές Κυκλάδες εκτελώντας τα δρομολόγια της άγονης γραμμής.

Όπως βρίσκω σε ένα ενδιαφέρον άρθρο για τον καπετάν Μήτσο, είχε καταγωγή από τη Σύμη και γεννήθηκε το 1926 στο Κουφονήσι, όπου βρέθηκε ο ψαράς και λαουτιέρης πατέρας του. Ο καπετάν Δημήτρης είχε στην πραγματικότητα το επίθετο Τερεζές – το Σκοπελίτης είναι παρατσούκλι. «Ο προπάππος μου Νικόλαος Τερεζές γεννήθηκε στη Σκόπελο και όταν κάποια στιγμή πήγε στη Σύμη, όλοι ρωτούσαν: «Από πού είναι αυτός;». «Από τη Σκόπελο, Σκοπελίτης» έλεγαν κι έτσι έμεινε το όνομα» έχει αφηγηθεί….

Όμως ο καπταΜήτσος ήταν και βιολιτζής, γι’ αυτό και διάλεξα τη φωτογραφία που τον δείχνει να παίζει μαζί με τον εγγονό του.

Τις προάλλες ήρθε η κουβέντα στον Σκοπελίτη, ενώ σχολιάζαμε κάτι άλλο: ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος διηγήθηκε μια πολύ όμορφη ανάμνησή του σχετική με τον Σκοπελίτη και με τις δυο του ιδιότητες, σαν σύντομο διήγημα, ενώ  αμέσως μετά ο φίλος μας ο Πέπε θυμήθηκε κι αυτός κάτι άλλο.

Κρίμα είναι τόσο ωραίες αφηγήσεις να μένουν θαμμένες στο πουργατόριο των σχολίων. Οπότε, αφού σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του, σκέφτηκα να κάνουμε μνημόσυνο στον καπτα-Μήτσο, με βάση τις παραπάνω αφηγήσεις και ακόμα ένα πεζογράφημα του Δημήτρη Μαρτίνου.

  • Θυμάται ο Δημήτρης Μαρτίνος:

Ὁ Σκοπελίτης

Τὸν Αὔγουστο τοῦ ᾿87 εἴχαμε πάει, ὁ ἀδελφός μου κι ἐγώ, στὸ Κουφονήσι· μὲ τὸν Ἀρχάγγελο, τὸ τρεχαντῆρι μας, ναυπηγημένο στὶς Σπέτσες τὸ 1985.
Ἡ ὑπόλοιπη παρέα εἶχε πάει μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς στὴ Νάξο κι ἀπὸ κεῖ στὸ Κουφονήσι μὲ τὸν «Σκοπελίτη», τὸ θρυλικὸ καραβάκι τῶν Μικρῶν Κυκλάδων.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ Κουφονήσι ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἀφάνεια.  Λίγα χρόνια πρίν εἶχε πάει τὸ ρεῦμα στὸ νησὶ καὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ χτίζονται τὰ πρῶτα ἐνοικιαζόμενα δωμάτια. Ὅμως διατηροῦσε τὴν παρθένα ὀμορφιὰ ποὺ τράβηξε τοὺς πρώτους ἐπισκέπτες, σκηνίτες καὶ γυμνιστές στὴν πλειοψηφία τους, ποὺ τὸ ἀνακάλυψαν στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70. Στὴν ἀρχὴ οἱ ντόπιοι τοὺς εἶδαν μὲ καχυποψία, ἀντιπάθεια, ἤ καὶ ἐχθρότητα σὲ κάποιες ἀκραῖες περιπτώσεις. Σιγὰ-σιγά, ὅμως, τὰ πράγματα ἰσορρόπησαν, ἀφοῦ καὶ οἱ δυὸ πλευρές  ἔβαλαν νερὸ στὸ κρασί τους.

Τὸ σύμπλεγμα τῶν νησιῶν ἀνάμεσα στὴν Νάξο καὶ στὴν Ἀμοργό, ἡ Ἡρακλειά, ἡ Σχοινούσα, τὸ Κάτω καὶ τὸ Πάνω Κουφονήσι, μαζὶ μὲ τ᾿ ἀκατοίκητα νησιά,  τὴν Κέρο, τὸ Ἀντικέρι καὶ τὴ Δρίμα, εἶναι σὲ μικρή ἀπόσταση μεταξύ τους καὶ προσφέρονται γιὰ ἐκδρομές μὲ σκάφος καὶ γιὰ ψάρεμα· πρᾶγμα ποὺ ἐμεῖς ἀξιοποιήσαμε δεόντως.

Μιὰ μέρα, μαζί μὲ κάποιους ἀπὸ τὴν παρέα, πήγαμε ἐκδρομὴ στὴν Ἀμοργό. Ὁ καιρὸς μελτέμι, ἑξάρι γεμᾶτο· τὸν εἴχαμε  δευτερόπρυμα καὶ σὲ δυὸ ὧρες φτάσαμε στὰ Κατάπολα. Μὲ τὸ λεωφορεῖο πήγαμε στὴ Χώρα καὶ στὴ Χοζοβιώτισσα και γυρίσαμε ἀργά τὸ ἀπόγευμα. Ἐκεῖ ποὺ ἤμαστε ἀραγμένοι στὰ Κατάπολα, πλησίασε στὸ καΐκι ἕνας ἄνθρωπος γύρω στὰ ἑξῆντα, μὲ ναυτικὸ κασκέτο καὶ ὄψη θαλασσινὴ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ χαζεύει. Σὲ λιγάκι μᾶς ρώτησε:

«Σπετσιῶτες εἴσαστε;»
«Ὄχι ἐμεῖς», τοῦ ἀπαντήσαμε, «τὸ καΐκι εἶναι σπετσιώτικο.»
«Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὸ σκαρί», ἀπάντησε. «Φτιάχνουν ὄμορφα τρεχαντήρια οἱ Σπετσιῶτες. Λεβέντικα, θαλασσινά. Ἔχω παραγγείλει κι ἐγὼ ἕνα στὶς Σπέτσες· στὰ ἴδια μέτρα μὲ τὸ δικό σας πάνω-κάτω. Τὸν ἄλλο μήνα θὰ εἶναι ἕτοιμο.»

Ἔριξε μιὰ τελευταία ματιὰ στὸ καΐκι, μᾶς εὐχήθηκε καλὰ ταξίδια καὶ συνέχισε τὴ βόλτα του στὸ μουράγιο.

Ξεκινήσαμε τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς περασμένα μεσάνυχτα, ἀφοῦ στείλαμε τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς. Τὸ μελτέμι ἦταν φρέσκο καὶ δὲν ἔκοψε τὴν νύχτα. Εἶχε ὅμως πανσέληνο καὶ βλέπαμε καλὰ τὶς θάλασσες ποὺ κουτρουβαλοῦσαν κατὰ πάνω μας σὰν ἄσπρα ἀγριεμένα βουβάλια. Βλέπεις δὲν ἔχει στεριὰ ἢ μεγάλο νησὶ βόρεια τῆς Ἀμοργοῦ γιὰ νὰ κόψει τὴν ὁρμὴ τῶν κυμάτων τοῦ βοριᾶ ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Θρακικὸ, περνοῦν δυτικὰ ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη καὶ τὴ Χίο, διασχίζουν τὸ Ἰκάριο καὶ καταλήγουν στὴν Ἀμοργό. Ὄρθιοι στὴν πρύμη, ὁ ἀδελφὸς μου στὸ τιμόνι κι ἐγὼ στὸ χειριστήριο τῆς μηχανῆς, ἀρμενίζαμε κῦμα τὸ κῦμα. Ἀργὰ τὴ μηχανή, μόλις βλέπαμε καμιὰ πιὸ χοντρὴ θάλασσα, ἐλαφρὺ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ γιὰ νὰ τὴν πάρουμε γλυκά, μὲ τὴ μάσκα κι ὁ Ἀρχάγγελος τὴν πέρναγε ἀνάλαφρα, σὰν ἄλογο καθαρόαιμο ποὺ πηδάει τὰ ἐμπόδια στὸ στίβο.

Λίγες μέρες ἀργότερα, τὸν Δεκαπενταύγουστο, βρεθήκαμε στὴν ταβέρνα τῆς Καλλιόπης ποὺ εἶχε βιολιά.

«Θὰ παίξει ὁ ἀδερφός μου, ὁ Μῆτσος ὁ Σκοπελίτης» μᾶς εἶχε πεῖ τὴν προηγούμενη βραδυὰ ποὺ τρώγαμε στὸ μαγαζί της.

Μὲ ἔκπληξη διαπιστώσαμε πὼς ὁ ἀδελφός της ἦταν ὁ θαλασσινὸς ποὺ θαύμαζε τὸ καΐκι μας στὰ Κατάπολα. Ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε τὸ καραβάκι, τὸν «Σκοπελίτη» ποὺ ἔδινε ζωή στὰ μικρά νησιά τῆς ἄγονης γραμμῆς, τὴν Ἡρακλειά, τὴ Σχοινούσα, τὴ Δονούσα, τὸ Κουφονήσι, ὅλον τὸν χρόνο, συνδέοντάς τα μὲ τὴν Νάξο καὶ τὴν Ἀμοργό. Τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἄφησε τὸν «Σκοπελίτη» στὸν γιό του, ἀλλὰ δὲν παράτησε τὴ θάλασσα. Παράγγειλε τὸ τρεχαντῆρι του στὶς Σπέτσες γιὰ νὰ ξανακάνει αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὰ νιάτα του, νὰ ψαρεύει. Ὄχι πιὰ γιὰ τὸ μεροκάματο· μοναχὰ γιὰ τὸ κέφι του.

Τὸ γλέντι ξεκίνησε μὲ τραγούδια ποὺ ζητοῦσαν οἱ παρέες ποὺ χόρευαν. Στὴν καλύτερη περίπτωση τὰ κλασικὰ ναξιώτικα καὶ στὴν χειρότερη τὰ σκυλονησιώτικα ἤ κάποια λαϊκὰ σουξὲ τῆς ἐποχῆς. Τὸ «Μὲ τελείωσες» εἶχε τὴν τιμητική του.

Κάποια στιγμή ἦρθε κι ἡ σειρά μας. Πλησιάσαμε στὰ βιολιά καὶ ρωτήσαμε τὸν Σκοπελίτη ἂν ἤξερε θερμιώτικα τραγούδια.
«Ἔχω παίξει στὰ Θερμιά, ὅταν ἤμουνα νέος καὶ δούλευα σὲ μιὰ τράτα. Εἶναι πολλὰ χρόνια καὶ δὲν θυμᾶμαι τοὺς σκοπούς σας» ἀπάντησε.
«Σιφνέικα ξέρεις;»
«Ἀμέ, ξέρω· ὅμως δὲν τὰ ξέρει ὁ τραγουδιστής.»
«Δὲν πειράζει, τραγουδᾶμε ἐμεῖς.»

Ξεκίνησε νὰ παίζει σιφνέικα κι ἐμεῖς τραγουδούσαμε χορεύοντας· χωρίς μικρόφωνα φυσικά, ὅπως κάναμε στὰ γλέντια μας στὰ Θερμιά.
Στὴν ἀρχή δὲν ἀκουγόμαστε, ἀπὸ τὴ συνηθισμένη βαβούρα ποὺ γίνεται στὰ μαγαζιά. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ἡσύχασε ὁ κόσμος γιὰ νὰ μᾶς ἀκούσει. Οἱ πιὸ πολλοί, ἐπισκέπτες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, δὲν ἤξεραν αὐτὸν τὸν τρόπο γλεντιοῦ καὶ τοὺς κινήσαμε τὴν περιέργεια. Τοὺς ἄρεσε κιόλας, γιατὶ μᾶς συνόδευαν μὲ ρυθμικὰ παλαμάκια. Κι ὅταν τέλειωσε ὁ χορός μας, χάλασε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ χειροκρότημα.

Ὅταν ζυγώσαμε στὰ βιολιὰ γιὰ νὰ πληρώσουμε, ὁ καπταΜῆτσος ἦταν φανερὰ συγκινημένος:
«Ὅταν εἶδα τὸ καΐκι σας εἶπα μέσα μου «αὐτοὶ εἶναι μερακλῆδες». Τώρα ποὺ σᾶς εἶδα νὰ γλεντᾶτε λέω πὼς εἴσαστε πολὺ μερακλῆδες!»

Υ.Γ. Οἱ γραμμὲς αὐτές εἶναι κατευόδιο στὸν καπταΜῆτσο, τὸν Σκοπελίτη ποὺ σαλπάρισε γιὰ τὸ στερνό του ταξίδι, πρὶν ἀπὸ πέντε χρόνια τέτοιες μέρες.

 

  • Θυμάται ο Πέπε:

Πήγα στο Κουφονήσι περίπου 10 χρόνια μετά, το 1997. Ήμασταν μια παρέα νεαρών, που ο ένας μάς το είχε προτείνει ως εντελώς άγνωστο και ασύχναστο νησί της θρυλικής άγονης γραμμής, πρόσφοροο για να κάνουμε διακοπές σαν πρωτόπλαστοι. Η όλη περιγραφή ήταν ελκυστική, αλλά όταν μας είπε και το όνομα, «Κουφονήσι», και μάλιστα προσδιορίζοντας ότι υπάρχουν δύο, Άνω με ελάχιστους κατοίκους και Κάτω με κανέναν, αρχίσαμε να μην τον πιστεύουμε: Άσε ρε, που το λένε Κουφονήσι!

Τόσα ξέραμε. Όμως υπήρχε, και πήγαμε. Με τον Σκοπελίτη. Ο οποίος, μάλλον, τότε ήταν ήδη ο γιος Γιάννης – ο γέρος, όπως τα υπολογίζω τώρα που είδα τα βιογραφικά του, ήταν καμιά 70ριά και θα πρέπει να είχε βγει στη σύνταξη.

Το Άνω Κουφονήσι ήταν τότε στη φάση όπου μόλις είχε αρχίσει να περνάει, από εντελώς ελεύθερος παράδεισος κατασκηνωτών, στο στάδιο της κάπως οργανωμένης τουριστικής εκμετάλλευσης. Συγκεκριμένα, στο χωράφι όπου τσαντιρώσαμε, ο ιδιοκτήτης έχτιζε τουαλέτες και ντους, και όταν ολοκληρώθηκαν, στα μισά της δικής μας διαμονής, άρχισε να ζητάει κάποιο υποτυπώδες αντίτιμο για τη χρήση τους. Μέσα στα επόμενα χρόνια αυτό εξελίχτηκε σε οργανωμένο κάμπινγκ, και σύντομα το Κουφονήσι έγινε τόσο διάσημο για το γεγονός ότι είναι άγνωστο ώστε άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες τουρίστες να δουν πώς είναι ένα νησάκι χωρίς τουρίστες, και τελικά έγινε μικρή Μύκονος, με πολυώροφα ξενοδοχεία κλπ.. Αλλά τότε δεν ήταν ακόμα έτσι.

Κάποια μέρα κανονίσαμε εκδρομή στο Κάτω Κουφονήσι. Το Κάτω Κουφονήσι ήταν ακατοίκητο, μόνο με μια ταβέρνα που είχε γεννήτρια (νομίζω ότι και τώρα έτσι είναι). Η ταβέρνα λοιπόν είχε πρόγραμμα, με λάιβ νησιώτικα. Εκείνη την εποχή δεν είχα αναπτύξει ούτε τον πιο κρυφό σπόρο του μετέπειτα ενδιαφέροντός μου για την παραδοσιακή μουσική. Αυτό που παρακολουθήσαμε μού φάνηκε φρικαλέο: δυο γέροι με βιολί και λαούτο, ξεκούρδιστοι, με έναν μίζερο ενισχυτή που γιγάντωνε το φάλτσο τους και από πάνω έτριζε κιόλας, έπαιζαν όλη την ώρα το ίδιο ακαλαίσθητο πράγμα. Ήμουν με το ένα πόδι να υποφέρω από την αθλιότητα, και με το άλλο να παρακολουθώ με κάποιο συγκαταβατικό ενδιαφέρον πώς τη βρίσκουν οι ιθαγενείς σ’ αυτή την κρυφή, άγνωστη πλευρά του πλανήτη, που βρισκόταν εντελώς στους αντίποδες της πλευράς που περιείχε ό,τι είχα γνωρίσει στη μέχρι τότε ζωή μου.

Κάποια στιγμή έπιασα ένα ρεφρέν: Το καράβι στο λιμάνι, γεια σου Σκοπελίτη Γιάννη. Ρε συ, σκέφτηκα, Σκοπελίτη δε λένε αυτόν που μας πηγαινοφέρνει; Παρακολούθησα λίγο το τραγούδι, και, όπως όλα έδειχναν, πράγματι σ’ αυτόν αναφερόταν. Ότι σ’ αυτά τα μικρά νησάκια ζουν άνθρωποι που την επαφή τους με τον υπόλοιπο κόσμο την οφείλουν στον Σκοπελίτη, αυτό το είχα καταλάβει, δεν ήμουν δα και τόσο στόκος. Ήταν ένας τοπικά σημαντικός άνθρωπος, για τον οποίο είχε βγει τοπικό δημοτικό τραγούδι! Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μάλιστα το πιθανότερο ήταν ότι ο Σκοπελίτης, που μας είχε φέρει και περίμενε αργότερα να μας πάρει, βρισκόταν εκεί και άκουγε το τραγούδι του, όπως άλλοτε οι Κωλοκοτρωναίοι!

Έτσι είδε ένας νεαρός που έκανε τον χίπη ένα τραγούδι από το στάνταρ κυκλαδίτικο εμπορικό ρεπερτόριο, τότε γύρω στο 1995…

 

Και κλείνω με το πεζογράφημα «Καλοτάξιδο» του Δημήτρη Μαρτίνου, για το τρεχαντήρι τους Αρχάγγελος. Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Τα δέκα κύματα» του αδελφού του Νίκου Μαρτίνου (Αρμός 1995)

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ

-Τὸ σταυρό σου, κόπανε. Καὶ στό ‘λεγα, ποὺ νὰ σὲ πάρει καὶ νὰ σὲ σηκώσει. Εἶναι παλιότοπος, λάσπη.
Τὸ καΐκι, τὸ μισὸ στὴ θάλασσα, εἶχε σταθεῖ πάνω στὰ βάζα*, σὰ μουλάρι ποὺ στήλωσε πεισματικὰ τὰ μπροστινά του καὶ δὲν κουνοῦσε ρούπι. Ὁ μαστρο-Παντελής δάγκωνε τὸ τσιγάρο του καὶ βλαστημοῦσε. Ὁ Γιάννης, ὁ βοηθός του, κάτι μουρμούριζε ἀνάμεσα στὰ δόντια του καὶ πολεμοῦσε νὰ πατώσει τὴ σκάρα*.
Πιὸ πέρα καθισμένος σ’ ἕνα κούτσουρο, ὁ καπτα-Νικόλας ἔβραζε. Τά ‘χε μὲ τὸ μάστορα, μὲ τοὺς βοηθούς, μὲ τὴν τύχη του. Μὰ πιὸ πολὺ μὲ τὸ μεράκι του. Αὐτὸ ἔφταιγε γιὰ ὄλα. Γιατὶ τὸ καΐκι του τό ‘θελε ὄμορφο. Λεβέντικο. Θαλασσινό. Νὰ τὸ βλέπει στὸ γιαλὸ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχή του. Σὰν τὴν γυναίκα τὴν ὄμορφη ποὺ περπατεῖ καὶ βγαίνει ὀ κόσμος νὰ τὴ χαρεῖ στὴ στράτα. Κι ὄχι πὼς δὲν τά ‘ξερε. Οἱ φίλοι τοῦ τό ‘χαν πεῖ.
-Πρόσεξε τὸν Παντελή. Καλὸς μάστορας μὰ ψυχοβγάλτης. Κι ὅλο τὴν παλάμη ἀνοιχτή. Φέρε…
Πόσες φορὲς δὲ θυμήθηκε τοὺς παλιοὺς πού ‘λεγαν «πῦρ, γυνὴ καὶ καρνάγιο».
Κι ὀ Παντελής ἀλεποῦ.
-Ξέρω τὶ θές. Θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ τὸ χαίρεσαι. Ἐσένανε θὰ στὸ λαντζάρω* λιγάκι πιὸ πολὺ στὴν πλώρη ἀπὸ τοῦτο δῶ (καὶ τοῦ ‘δειχνε ἕνα πού ‘χε σκαρωμένο) καὶ στὴ πρύμη πιὸ στελλάδο*. Νὰ δεῖς πῶς θ’ ἀκούει στὸ τιμόνι. Κι ἀπὸ ἀρμένισμα; Ἄλλο πράμα. Δέν θὰ κωλώσεις ποτὲ , οὔτε σὲ θάλασσα, οὔτε σ’ ἀγέρα.
Μὰ ἡ δουλειὰ σὰν τὸν κάβουρα. Περάσανε δυὸ μῆνες, τρεῖς, ἕξι, κι ὁ Παντελής οὔτε πρόκα. Κι ὅλο φέρε. Στοὺς ἐννιὰ μῆνες ἔπιασε νὰ τὸ στήνει. Τίποτα σπουδαῖο δηλαδή. Τὰ ποδοστάματα* καὶ τὴν καρένα*. Κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ κάνει κουράγιο. Τό ‘βλεπε νὰ χτίζεται σιγὰ σιγὰ κι ή καρδιά του σκιρτοῦσε. Κι ὅλο ἀπίκου*, μὲ τὸ πινέλο καὶ τὸ μίνιο γιὰ τὸ ξερομάχημα* τάχατες. Μά πιὸ πολὺ γιὰ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχὴ του, ποὺ ἔδενε σιγὰ σιγὰ καὶ στρογγύλευε, σὰν τὸ κορίτσι τ’ ἄγουρο ποὺ γίνεται γυναίκα. Γυναίκα ὄμορφη καὶ λεβέντισσα. Κι αὐτὸς μὲ τὴ μπογιὰ νὰ τὸ χαϊδεύει ὁλάκερο. Στραβόξυλα*, σωτρόπι*, στραγαλιὲς*, τσάπες*, καμάρια*.
Κι ἔτσι πέρασε ὁ πρῶτος χρόνος. Τὸ καΐκι σκέτο κουφάρι. Κι ὀ Παντελής «φέρε».
Καὶ μπῆκε ὁ δεύτερος χρόνος. Τὸ πέτσωμα*, τὸ κουβέρτωμα*, τὰ σπιράγια*. Ἀμπάσα*, θαλασσινὰ. Κι οἱ μῆνες νὰ περνοῦν κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ βλαστημᾶ τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ. Κι οἰ φίλοι νὰ τοῦ δίνουνε κουράγιο.
-Δὲ βαριέσαι, χαλάλι. Σοῦ ‘φτιαξε σκαρὶ μαγκιόρο.

…Ἀφοῦ εἴδανε κι ἀποείδανε μὲ τὶς πατέντες ποὺ πολεμοῦσε ὁ Γιάννης γιὰ νὰ πατώσει τὴ σκάρα, πήρανε τὴν ἀπόφαση. Ὄξω πάλι. Κοτσάρανε τὰ συρματόσκοινα, στερεώσανε τοὺς μακαράδες*, στὰ παλιὰ κανόνια, ποὺ ‘τανε φυτεμένα ἐκεῖ μπροστὰ, καὶ βίρα. Τὸ καΐκι τραμπαλίστηκε στὰ βάζα καὶ σιγὰ σιγὰ βρέθηκε στὴν ἀνερούσα*.
Τώρα ἡ δουλειὰ ἔγινε πιὸ σωστὰ. Ἕνα φαλάγγι* στὰ βάζα ἀπὸ πρύμα μεριὰ γιὰ νὰ μὴ ξανασκαλώσει τὸ τιμόνι στὴ σκάρα, λάσκα τὰ συρματόσκοινα κι ἀβάρα*.
Καὶ τὸ τρεχαντήρι γλίστρησε στὸ γιαλὸ κι ἔπλεε στὰ νερὰ σὰ γλάρος.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Ἀβάρα: Σπρῶξε (ναυτικὸ πρόσταγμα, «ἄπωσον» στὴν καθαρεύουσα).
Ἀμπάσο: Χαμηλό (ἰταλ. basso).
Ἀνερούσα: Ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ, ἐκεῖ ποῦ σκάει τὸ κύμα.
Ἁπίκου: Ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω.
Βάζα: Βάση γιὰ ἀνέλκυση καί καθέλκυση τῶν σκαφῶν.
Καμάρια: Στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζεται τὸ κατάστρωμα. Ἔχουν σχῆμα κυρτὸ.
Καρένα: Καρίνα, τρόπις
Κουβέρτωμα: Ἡ κατασκευὴ τοῦ καταστρώματος (τῆς κουβέρτας στὴ ναυτικὴ διάλεκτο).
Λάντζο τρεχαντήρι (λαντζάρω): Τρεχαντήρι μὲ λιγότερο κυρτὴ πλώρη.
Μακαράς: Μηχανικὴ κατασκευὴ ποὺ χρησιμοποιεῖται, σἐ συνδυασμὸ μὲ σκοινιὰ, γιὰ τὴν ανύψωση βαρῶν, τροχαλὶα.
Ξερομάχημα: Τὸ σκάσιμο τοῦ ξύλου ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Πέτσωμα: Ἡ κάλυψη τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους μὲ μαδέρια γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς γάστρας του.
Ποδόσταμο: Ποδόστημα, ἡ συνέχεια τῆς καρένας. Ὑπάρχουν δυὸ ποδοστάματα, τὸ πλωριὸ καὶ τὸ πρυμιὸ ποὺ μαζί μὲ τὴν καρένα ἀποτελοῦν τὴ ραχοκοκαλιὰ τοῦ σκάφους.
Σπιράγια: Οἱ ὑπερκατασκευὲς τοῦ σκάφους.
Στελλάδο: Σκάφος μὲ μεγάλο βύθισμα στὴν πρύμη• στρίβει πολὺ εὔκολα.
Στραβόξυλα: Νομεῖς, πλευρικὰ στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους.
Στραγαλιὲς: Χοντρὰ ἐσωτερικὰ μαδέρια καθ’ὅλο τὸ μῆκος τοῦ σκάφους συνδεδεμένα μὲ τὰ στραβόξυλα (νομεῖς) γιὰ καλὺτερο «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Σωτρόπι: Ἐσωτρόπιον, χοντρὸ μαδέρι ποὺ προσαρμόζεται ἀπὸ πάνω καὶ κατὰ μῆκος τῆς καρένας (τρόπιδος) τοῦ σκάφους. Χρησιμεύει γιὰ τὸ «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Τσάπες: Τὰ πρῶτα μαδέρια ποὺ μπαίνουν κατὰ τὸ πέτσωμα τοῦ σκάφους (γίνεται ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω) στὸ ὕψος τοῦ καταστρώματος.
Φαλάγγι: Κυλινδρικὸ ξύλο, ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀνέλκυση καὶ καθέλκυση σκαφῶν.

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Εις μνήμην, Μουσική, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 334 Σχόλια »

Η Φ. και η Μύκονος… (καλοκαιρινό διήγημα από τον Πάνο με Πεζά)

Posted by sarant στο 26 Αυγούστου, 2018

Καθώς το καλοκαίρι δεν έχει ακόμα τελειώσει, ταιριά;ζει και το σημερινό μας αφήγημα να είναι καλοκαιρινό. Με μεγάλη χαρά δημοσιεύω σήμερα ένα καλοκαιρινό διήγημα για τη Μύκονο από τον φίλο μας τον Πάνο με πεζά. Με χαρά αλλά και με καμάρι επειδή βλέπω να πληθαίνουν οι φίλοι του ιστολογίου που δοκιμάζουν να γράψουν κάτι δικό τους. Ο Πάνος, όπως θα ξέρετε, είναι δεμένος με το νησί αν και παραθερίζει στη λιγότερο κοσμική πλευρά του. Έτσι, το αφήγημά του έχει πολύ βιωματικό στοιχείο.

Ο Πάνος έστειλε και σύντομες επεξηγήσεις για κάποια πραγματολογικά κυρίως στοιχεία, καθώς και τη φωτογραφία που συνοδεύει το διήγημα. Να προσθέσω, πάντως, ότι τα μυόπορα που κάπου αναφέρονται στο διήγημα, είναι θάμνος κατάλληλος για φράχτες.

Ήταν όπως και να πεις ένα περίεργο, δύσκολο καλοκαίρι… Μάλλον, για να πούμε την αλήθεια, όλη η χρονιά είχε κυλήσει δύσκολα… Ακόμα καλά-καλά δεν είχαν έρθει τα Χριστούγεννα του δεκαεφτά, κι εκείνος είχε μπει χειρουργείο, για ένα απρόσμενο κάταγμα στο πόδι… Παραμονή Χριστουγέννων ήταν, κι αντί για τραπέζι ρεβεγιόν, ξαφνικά βρέθηκε καλεσμένος στο … χειρουργικό τραπέζι του Ερυθρού Σταυρού. Ε, κι όταν τέλειωσαν αυτά, οι φυσικοθεραπείες, οι ακτινογραφίες, είχε πάει πια Μάρτης κι άρχισαν κάτι πήγαινε-έλα με τη μάνα του. Άλλο χειρουργείο, πιο ύπουλο αυτή τη φορά, αλλά τα πράγματα είχαν πάει μάλλον καλά…

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ούτε είχε καταλάβει πώς ήρθε το καλοκαίρι. Κι ακόμα πιο πέρα, πώς τέλειωσε ο Ιούλιος και μπήκε ο Αύγουστος. Που σημειωτέον, λες και δε φτάναν όλα, ήταν και η φωτιά στην Ανατολική Αττική που τους ξεσπίτωσε, εκεί μεσοκαλόκαιρα, να τρέχουν μια στην Πεντέλη, στο παλιό σπίτι της γιαγιάς, και μια φιλοξενούμενοι πυρόπληκτοι στα ΚΑΑΥ, τις στρατιωτικές κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα… Ναι, όταν αρχές Αυγούστου ήρθε η πολυπόθητη άδεια, αρκετές από τις πολύτιμες μέρες της αναλώθηκαν εκεί,  αντί να εφαρμοστεί εξαρχής το δεδομένο καλοκαιρινό πλάνο : διακοπές στη Μύκονο… Ήταν τόσο περίεργα τα πράγματα φέτος, τόσο ανατρεπόμενα τα πράγματα και τόσο κάτω η διάθεση, που το πλάνο «Μύκονος» προς το παρόν είχε μετατεθεί…

Κάποτε, δεν ήθελε να ακούει για τη Μύκονο. Αλλά αυτά ήταν “last year”, που λέγανε και κάποιοι… Εκεί προς τη δεκαετία του ’90, που τα περιοδικά όλο για Μύκονο έγραφαν, αυτός είχε αποφασίσει να τη σβήσει από το χάρτη της Ελλάδας… «Δεν πρόκειται να πατήσω εκεί το πόδι μου ποτέ», έλεγε και ξανάλεγε, μέσα σε αυτή την απολυτότητα που τον διέκρινε όταν αποφάσιζε να πάει κόντρα σε ένα΄ ρεύμα… Αλλά κάποιοι λένε «μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην πεις»… Το καλοκαίρι του 1999 γνώρισε τη Φ., και τον Αύγουστο της επόμενης στρογγυλής χρονιάς, το 2000, τα έφτιαξαν. Την είχε ερωτευτεί τρελά… Η Φ. ήταν από τη Μύκονο. Κι από μάνα κι από πατέρα, βέρα Μυκονιάτισσα…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, νησιά | Με ετικέτα: , | 159 Σχόλια »

Στον πηγαιμό για την Ιθάκη

Posted by sarant στο 22 Αυγούστου, 2018

Από την Ιθάκη τελικά προτίμησε να εκφωνήσει ο πρωθυπουργός το διάγγελμά του για την έξοδο από τα μνημόνια.

Την Ιθάκη, που συμβολίζει την πολυπόθητη επιστροφή σε οικείο και αγαπητό περιβάλλον ύστερα από μια μακρά περίοδο περιπλάνησης και περιπετειών σε αφιλόξενα και αχαρτογράφητα νερά, όπως πράγματι οδυνηρές και από πολλές απόψεις πρωτόγνωρες για ευρωπαϊκή χώρα ήταν οι δοκιμασίες που πέρασε ο ελληνικός λαός στα οχτώ χρόνια που πέρασαν.

Κι έτσι ο Αλέξης Τσίπρας ενέδωσε στη γοητεία του ισχυρού συμβόλου, αντί, ας πούμε, να εκφωνήσει το διάγγελμά του από το πρωθυπουργικό γραφείο -οπότε ίσως δεν θα γράφαμε αυτό το άρθρο.

Και επειδή ο συμβολισμός είναι πανίσχυρος, στο κείμενο της ομιλίας υπάρχουν άφθονες ακόμα ομηρικές αναφορές, σε Οδύσσεια που πήρε τέλος, σε Συμπληγάδες, που τις αφήσαμε πίσω, σε Σειρήνες της ματαιότητας, σε Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, που στέκονταν απέναντί μας, σε λωτοφάγους (που δεν πρέπει να γίνουμε) και σε μνηστήρες που θέλουν να ξαναπάρουν την Ιθάκη στα χέρια τους. Συμπληγάδες στον Όμηρο; Ναι, γίνεται και γι’ αυτές λόγος, αν και όχι με το όνομα αυτό, στην Οδύσσεια.

Προσωπικά επιδοκιμάζω άλλα σημεία του διαγγέλματος, όπως την αναφορά στον ευτελισμό της δημοκρατίας στα μνημονιακά χρόνια, όταν «Τραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί και υπουργοί έγιναν τραπεζίτες», ένα φαινόμενο άλλωστε που δεν περιορίζεται στην Ελλάδα αφού επίσης χρησιμοποιήθηκε στην Ιταλία -κατά την ταπεινή μου γνώμη, με εξαίρεση τους υπηρεσιακούς πρωθυπουργούς, ο χειρότερος εκλεγμένος πρωθυπουργός είναι απείρως προτιμότερος από τον καλύτερο εξωκοινοβουλευτικό, μη εκλεγμένο πρωθυπουργό τύπου Παπαδήμου. Αλλά ας… επιστρέψουμε στην Ιθάκη.

Αν η Ιθάκη είναι ο προορισμός, υπάρχει και μια αφετηρία. Στο ομηρικό έπος η αφετηρία είναι η Τροία, αλλά η σύγχρονη ελληνική τραγωδία (κατά το κλισέ του διεθνούς τύπου) εγκαινιάστηκε με ένα άλλο πρωθυπουργικό διάγγελμα από ένα άλλο νησί, από το Καστελλόριζο όπου ο Γιώργος Παπανδρέου ανάγγειλε τον Μάιο του 2010. Κατά σύμπτωση, το Καστελλόριζο (με το νησιωτικό του σύμπλεγμα) είναι το ανατολικότερο άκρο της ελλαδικής επικράτειας, ενώ η Ιθάκη ένα από τα δυτικότερα σημεία της, αν και ασφαλώς όχι το δυτικότερο (που είναι τα Διαπόντια νησιά). Οπότε, από το Καστελλόριζο στην Ιθάκη μέσα σε οχτώ χρόνια, κάτι λιγότερο από τον ομηρικό Οδυσσέα (που όμως ναι μεν χρειάστηκε δέκα για τον δικό του νόστο, αλλά τα εφτά από αυτά τα πέρασε στην αγκαλιά της Καλυψώς).

Στην Ιθάκη, βέβαια, ο Οδυσσέας έφτασε μόνος του -όλοι οι άλλοι σύντροφοί του είχαν εξοντωθεί στον δρόμο, άλλοι από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, άλλοι από τους Λαιστρυγόνες, κάμποσοι από την τρικυμία που ξέσπασε όταν «μαζί τα έφαγαν» στην ακρογιαλιά του Ήλιου τ’ αργά γελάδια. Αυτό το στοιχείο του ομηρικού έπους φυσικά δεν τονίστηκε. (Να θυμηθούμε τι ωραία που έπιασε ο Λούτσιο Ντάλα και μετέπλασε ο Σαββόπουλος αυτή την λαϊκή οπτική).

Πάντως, και άλλες πολιτικές δυνάμεις σχολίασαν το πρωθυπουργικό διάγγελμα με ατάκες σχετικές με την Ιθάκη -οι Έλληνες δεν είναι λωτοφάγοι, τόνισε ο εκπρόσωπος τύπου του ΚΙΝ.ΑΛ. ενώ το γραφείο τύπου της Νέας Δημοκρατίας είχε σπεύσει πριν ακόμα γίνει το διάγγελμα να σχολιάσει τη φημολογούμενη επιλογή της τοποθεσίας με στίχους από τον Καβάφη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ένα μνημειώδες αυτογκόλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 211 Σχόλια »

21 πατινιώτικες λέξεις (μια συνεργασία του Raf)

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2018

Με το σημερινό άρθρο το ιστολόγιο ξαναπιάνει, ύστερα από ολιγόμηνη ανάπαυλα, τη διαλεκτολογική και λεξιλογική περιήγηση ανα την Ελλάδα (με μια προτίμηση, είναι αληθεια, στα νησιά).

Να θυμίσω τους σταθμούς αυτής της περιοδείας.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα.

Μια και ξανάρχεται η θερινή περίοδος, αρχίζουμε και πάλι τις λεξιλογικές μας εκδρομές, ή μάλλον κρουαζιέρες, αφού και σήμερα νησί θα επισκεφτούμε. Ο φίλος μας ο Raf εστειλε μια συνεργασια με 21 πατινιώτικες λέξεις.

Πριν προχωρήσω, ανανεώνω την εκκληση για νέες συνεργασίες σχετικά με ντοπιολαλιες -ας μην τεμπελιαζουν και οι στεριανοί!

Είπαμε ότι θα πάμε σε νησί, αλλά ποιο νησί; Από πού είναι οι πατινιώτικες λέξεις;

Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι το ξέρουν, αλλά Πάτινος είναι η λαϊκή ονομασία της Πάτμου και Πατινιώτης ο κάτοικος του νησιού, μια λέξη πολύ πιο ευκολοπρόφερτη από το λόγιο «Πάτμιος». Ίσως χρειάζεται ένα άρθρο με τις λαϊκές ονομασίες των νησιών, αλλά θα το αφήσουμε γι’ άλλη φορά. Patino είναι το όνομα της Πάτμου και στα ιταλικά.

Παρεμπιπτόντως το επώνυμο Πατινιώτης ευδοκιμεί ιδιαίτερα στην Αστυπάλαια, ενώ με τη γραφή Πατηνιώτης στην Ανάφη (όπως θα περιμέναμε, το επίθετο, που δηλώνει κάποιον που έχει έρθει από την Πάτμο, το βρίσκουμε σε άλλα μέρη).

Δίνω τον λόγο στον Raf και σχολιάζω κι εγώ μέσα σε αγκύλες.

21 πατινιώτικες λέξεις

«Πατινιώτικες» από την Πάτινο, ή αλλιώς την Πάτμο, νησί στα βόρεια Δωδεκάνησα, γνωστότερο μάλλον για την Αποκάλυψη του Ιωάννη, όπου και, κατά την παράδοση, γράφτηκε. Οι λέξεις που παρουσιάζονται ίσως να μη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σ’ αυτόν τον τόπο – αρκετές από αυτές συναντιούνται σε κοντινά ή και μακρινότερα νησιά. Παρ’ όλα αυτά είναι όλες χαρακτηριστικές του πατινιώτικου ιδιώματος έτσι όπως αναπαράγεται από ηλικιωμένους ή και νεότερους. Όπου αυτό είναι δυνατόν επιχειρείται μια ενδεικτική ετυμολόγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 86 Σχόλια »

Θα μας ψήσουν οι Ανθρωποφάγοι

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2018

Ο τίτλος είναι βέβαια παρμένος από το σατιρικό τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου «Τούμπου τούμπου ζα», που το βλεπετε εδώ σε ζωντανή εκτέλεση με τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Προτιμώ πολύ περισσότερο την πρώτη εκτέλεση, με πρώτη φωνή τον Λάκη Χαλκιά, αλλά στο μοναδικό γιουτουμπάκι που βρηκα η βελόνα του πικάπ πήδαγε συνεχώς.

Στη συγκεκριμένη συναυλία νομίζω πως ήμουν μέσα στο θέατρο.

Αλλά ο λόγος που θυμήθηκα τους ανθρωποφάγους είναι άλλος -είναι, φυσικά, το χτεσινό επεισόδιο με τη βραχονησίδα Μικρός Ανθρωποφάς, όταν ο Τούρκος πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι τουρκικά κομάντα πήγαν και κατέβασαν την ελληνική σημαία, την οποία είχαν υψώσει πριν από μερικές μέρες και ανακοινώσει με καμάρι στο Διαδίκτυο τρεις νεαροί που πήγαν εκεί με φουσκωτό από τους Φούρνους. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά διέψευσε τον ισχυρισμό και επέμεινε ότι δεν προσέγγισαν τουρκικές δυνάμεις την ελληνική βραχονησίδα.

Τη βραχονησίδα, πάω στοίχημα, μέχρι χτες ελάχιστοι την ήξεραν εκτός Φούρνων. Εδώ που τα λέμε, και τους Φούρνους αμφιβαλλω αν τους ξέρουν οι περισσότεροι.

Οι Φούρνοι (ή Φούρνοι Κορσέων) είναι συστάδα νησιών ανατολικά της Ικαρίας και δυτικά-νοτιοδυτικά της Σάμου, που ανήκουν στο νομό Σάμου. Φούρνοι λέγεται και το μεγαλύτερο νησί, το κεντρικό, που έχει κάπου 1100 κατοίκους. Βλέπουμε στον χάρτη τη συσταδα των νησιών σε κυκλική διάταξη, βουνοκορφές πριν έρθουν τα νερά, και κάτω δεξιά ο Ανθρωποφάς ή Μεγάλος Ανθρωποφάς και από πάνω του, μια κουκιδίτσα, ο Μικρός Ανθρωποφάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διεθνή, Επικαιρότητα, Τραγούδια, Τουρκία, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »