Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘νησιά’ Category

Η Φ. και η Μύκονος… (καλοκαιρινό διήγημα από τον Πάνο με Πεζά)

Posted by sarant στο 26 Αύγουστος, 2018

Καθώς το καλοκαίρι δεν έχει ακόμα τελειώσει, ταιριά;ζει και το σημερινό μας αφήγημα να είναι καλοκαιρινό. Με μεγάλη χαρά δημοσιεύω σήμερα ένα καλοκαιρινό διήγημα για τη Μύκονο από τον φίλο μας τον Πάνο με πεζά. Με χαρά αλλά και με καμάρι επειδή βλέπω να πληθαίνουν οι φίλοι του ιστολογίου που δοκιμάζουν να γράψουν κάτι δικό τους. Ο Πάνος, όπως θα ξέρετε, είναι δεμένος με το νησί αν και παραθερίζει στη λιγότερο κοσμική πλευρά του. Έτσι, το αφήγημά του έχει πολύ βιωματικό στοιχείο.

Ο Πάνος έστειλε και σύντομες επεξηγήσεις για κάποια πραγματολογικά κυρίως στοιχεία, καθώς και τη φωτογραφία που συνοδεύει το διήγημα. Να προσθέσω, πάντως, ότι τα μυόπορα που κάπου αναφέρονται στο διήγημα, είναι θάμνος κατάλληλος για φράχτες.

Ήταν όπως και να πεις ένα περίεργο, δύσκολο καλοκαίρι… Μάλλον, για να πούμε την αλήθεια, όλη η χρονιά είχε κυλήσει δύσκολα… Ακόμα καλά-καλά δεν είχαν έρθει τα Χριστούγεννα του δεκαεφτά, κι εκείνος είχε μπει χειρουργείο, για ένα απρόσμενο κάταγμα στο πόδι… Παραμονή Χριστουγέννων ήταν, κι αντί για τραπέζι ρεβεγιόν, ξαφνικά βρέθηκε καλεσμένος στο … χειρουργικό τραπέζι του Ερυθρού Σταυρού. Ε, κι όταν τέλειωσαν αυτά, οι φυσικοθεραπείες, οι ακτινογραφίες, είχε πάει πια Μάρτης κι άρχισαν κάτι πήγαινε-έλα με τη μάνα του. Άλλο χειρουργείο, πιο ύπουλο αυτή τη φορά, αλλά τα πράγματα είχαν πάει μάλλον καλά…

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ούτε είχε καταλάβει πώς ήρθε το καλοκαίρι. Κι ακόμα πιο πέρα, πώς τέλειωσε ο Ιούλιος και μπήκε ο Αύγουστος. Που σημειωτέον, λες και δε φτάναν όλα, ήταν και η φωτιά στην Ανατολική Αττική που τους ξεσπίτωσε, εκεί μεσοκαλόκαιρα, να τρέχουν μια στην Πεντέλη, στο παλιό σπίτι της γιαγιάς, και μια φιλοξενούμενοι πυρόπληκτοι στα ΚΑΑΥ, τις στρατιωτικές κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα… Ναι, όταν αρχές Αυγούστου ήρθε η πολυπόθητη άδεια, αρκετές από τις πολύτιμες μέρες της αναλώθηκαν εκεί,  αντί να εφαρμοστεί εξαρχής το δεδομένο καλοκαιρινό πλάνο : διακοπές στη Μύκονο… Ήταν τόσο περίεργα τα πράγματα φέτος, τόσο ανατρεπόμενα τα πράγματα και τόσο κάτω η διάθεση, που το πλάνο «Μύκονος» προς το παρόν είχε μετατεθεί…

Κάποτε, δεν ήθελε να ακούει για τη Μύκονο. Αλλά αυτά ήταν “last year”, που λέγανε και κάποιοι… Εκεί προς τη δεκαετία του ’90, που τα περιοδικά όλο για Μύκονο έγραφαν, αυτός είχε αποφασίσει να τη σβήσει από το χάρτη της Ελλάδας… «Δεν πρόκειται να πατήσω εκεί το πόδι μου ποτέ», έλεγε και ξανάλεγε, μέσα σε αυτή την απολυτότητα που τον διέκρινε όταν αποφάσιζε να πάει κόντρα σε ένα΄ ρεύμα… Αλλά κάποιοι λένε «μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην πεις»… Το καλοκαίρι του 1999 γνώρισε τη Φ., και τον Αύγουστο της επόμενης στρογγυλής χρονιάς, το 2000, τα έφτιαξαν. Την είχε ερωτευτεί τρελά… Η Φ. ήταν από τη Μύκονο. Κι από μάνα κι από πατέρα, βέρα Μυκονιάτισσα…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, νησιά | Με ετικέτα: , | 159 Σχόλια »

Στον πηγαιμό για την Ιθάκη

Posted by sarant στο 22 Αύγουστος, 2018

Από την Ιθάκη τελικά προτίμησε να εκφωνήσει ο πρωθυπουργός το διάγγελμά του για την έξοδο από τα μνημόνια.

Την Ιθάκη, που συμβολίζει την πολυπόθητη επιστροφή σε οικείο και αγαπητό περιβάλλον ύστερα από μια μακρά περίοδο περιπλάνησης και περιπετειών σε αφιλόξενα και αχαρτογράφητα νερά, όπως πράγματι οδυνηρές και από πολλές απόψεις πρωτόγνωρες για ευρωπαϊκή χώρα ήταν οι δοκιμασίες που πέρασε ο ελληνικός λαός στα οχτώ χρόνια που πέρασαν.

Κι έτσι ο Αλέξης Τσίπρας ενέδωσε στη γοητεία του ισχυρού συμβόλου, αντί, ας πούμε, να εκφωνήσει το διάγγελμά του από το πρωθυπουργικό γραφείο -οπότε ίσως δεν θα γράφαμε αυτό το άρθρο.

Και επειδή ο συμβολισμός είναι πανίσχυρος, στο κείμενο της ομιλίας υπάρχουν άφθονες ακόμα ομηρικές αναφορές, σε Οδύσσεια που πήρε τέλος, σε Συμπληγάδες, που τις αφήσαμε πίσω, σε Σειρήνες της ματαιότητας, σε Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, που στέκονταν απέναντί μας, σε λωτοφάγους (που δεν πρέπει να γίνουμε) και σε μνηστήρες που θέλουν να ξαναπάρουν την Ιθάκη στα χέρια τους. Συμπληγάδες στον Όμηρο; Ναι, γίνεται και γι’ αυτές λόγος, αν και όχι με το όνομα αυτό, στην Οδύσσεια.

Προσωπικά επιδοκιμάζω άλλα σημεία του διαγγέλματος, όπως την αναφορά στον ευτελισμό της δημοκρατίας στα μνημονιακά χρόνια, όταν «Τραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί και υπουργοί έγιναν τραπεζίτες», ένα φαινόμενο άλλωστε που δεν περιορίζεται στην Ελλάδα αφού επίσης χρησιμοποιήθηκε στην Ιταλία -κατά την ταπεινή μου γνώμη, με εξαίρεση τους υπηρεσιακούς πρωθυπουργούς, ο χειρότερος εκλεγμένος πρωθυπουργός είναι απείρως προτιμότερος από τον καλύτερο εξωκοινοβουλευτικό, μη εκλεγμένο πρωθυπουργό τύπου Παπαδήμου. Αλλά ας… επιστρέψουμε στην Ιθάκη.

Αν η Ιθάκη είναι ο προορισμός, υπάρχει και μια αφετηρία. Στο ομηρικό έπος η αφετηρία είναι η Τροία, αλλά η σύγχρονη ελληνική τραγωδία (κατά το κλισέ του διεθνούς τύπου) εγκαινιάστηκε με ένα άλλο πρωθυπουργικό διάγγελμα από ένα άλλο νησί, από το Καστελλόριζο όπου ο Γιώργος Παπανδρέου ανάγγειλε τον Μάιο του 2010. Κατά σύμπτωση, το Καστελλόριζο (με το νησιωτικό του σύμπλεγμα) είναι το ανατολικότερο άκρο της ελλαδικής επικράτειας, ενώ η Ιθάκη ένα από τα δυτικότερα σημεία της, αν και ασφαλώς όχι το δυτικότερο (που είναι τα Διαπόντια νησιά). Οπότε, από το Καστελλόριζο στην Ιθάκη μέσα σε οχτώ χρόνια, κάτι λιγότερο από τον ομηρικό Οδυσσέα (που όμως ναι μεν χρειάστηκε δέκα για τον δικό του νόστο, αλλά τα εφτά από αυτά τα πέρασε στην αγκαλιά της Καλυψώς).

Στην Ιθάκη, βέβαια, ο Οδυσσέας έφτασε μόνος του -όλοι οι άλλοι σύντροφοί του είχαν εξοντωθεί στον δρόμο, άλλοι από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, άλλοι από τους Λαιστρυγόνες, κάμποσοι από την τρικυμία που ξέσπασε όταν «μαζί τα έφαγαν» στην ακρογιαλιά του Ήλιου τ’ αργά γελάδια. Αυτό το στοιχείο του ομηρικού έπους φυσικά δεν τονίστηκε. (Να θυμηθούμε τι ωραία που έπιασε ο Λούτσιο Ντάλα και μετέπλασε ο Σαββόπουλος αυτή την λαϊκή οπτική).

Πάντως, και άλλες πολιτικές δυνάμεις σχολίασαν το πρωθυπουργικό διάγγελμα με ατάκες σχετικές με την Ιθάκη -οι Έλληνες δεν είναι λωτοφάγοι, τόνισε ο εκπρόσωπος τύπου του ΚΙΝ.ΑΛ. ενώ το γραφείο τύπου της Νέας Δημοκρατίας είχε σπεύσει πριν ακόμα γίνει το διάγγελμα να σχολιάσει τη φημολογούμενη επιλογή της τοποθεσίας με στίχους από τον Καβάφη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ένα μνημειώδες αυτογκόλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 210 Σχόλια »

21 πατινιώτικες λέξεις (μια συνεργασία του Raf)

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2018

Με το σημερινό άρθρο το ιστολόγιο ξαναπιάνει, ύστερα από ολιγόμηνη ανάπαυλα, τη διαλεκτολογική και λεξιλογική περιήγηση ανα την Ελλάδα (με μια προτίμηση, είναι αληθεια, στα νησιά).

Να θυμίσω τους σταθμούς αυτής της περιοδείας.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα.

Μια και ξανάρχεται η θερινή περίοδος, αρχίζουμε και πάλι τις λεξιλογικές μας εκδρομές, ή μάλλον κρουαζιέρες, αφού και σήμερα νησί θα επισκεφτούμε. Ο φίλος μας ο Raf εστειλε μια συνεργασια με 21 πατινιώτικες λέξεις.

Πριν προχωρήσω, ανανεώνω την εκκληση για νέες συνεργασίες σχετικά με ντοπιολαλιες -ας μην τεμπελιαζουν και οι στεριανοί!

Είπαμε ότι θα πάμε σε νησί, αλλά ποιο νησί; Από πού είναι οι πατινιώτικες λέξεις;

Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι το ξέρουν, αλλά Πάτινος είναι η λαϊκή ονομασία της Πάτμου και Πατινιώτης ο κάτοικος του νησιού, μια λέξη πολύ πιο ευκολοπρόφερτη από το λόγιο «Πάτμιος». Ίσως χρειάζεται ένα άρθρο με τις λαϊκές ονομασίες των νησιών, αλλά θα το αφήσουμε γι’ άλλη φορά. Patino είναι το όνομα της Πάτμου και στα ιταλικά.

Παρεμπιπτόντως το επώνυμο Πατινιώτης ευδοκιμεί ιδιαίτερα στην Αστυπάλαια, ενώ με τη γραφή Πατηνιώτης στην Ανάφη (όπως θα περιμέναμε, το επίθετο, που δηλώνει κάποιον που έχει έρθει από την Πάτμο, το βρίσκουμε σε άλλα μέρη).

Δίνω τον λόγο στον Raf και σχολιάζω κι εγώ μέσα σε αγκύλες.

21 πατινιώτικες λέξεις

«Πατινιώτικες» από την Πάτινο, ή αλλιώς την Πάτμο, νησί στα βόρεια Δωδεκάνησα, γνωστότερο μάλλον για την Αποκάλυψη του Ιωάννη, όπου και, κατά την παράδοση, γράφτηκε. Οι λέξεις που παρουσιάζονται ίσως να μη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σ’ αυτόν τον τόπο – αρκετές από αυτές συναντιούνται σε κοντινά ή και μακρινότερα νησιά. Παρ’ όλα αυτά είναι όλες χαρακτηριστικές του πατινιώτικου ιδιώματος έτσι όπως αναπαράγεται από ηλικιωμένους ή και νεότερους. Όπου αυτό είναι δυνατόν επιχειρείται μια ενδεικτική ετυμολόγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Θα μας ψήσουν οι Ανθρωποφάγοι

Posted by sarant στο 17 Απρίλιος, 2018

Ο τίτλος είναι βέβαια παρμένος από το σατιρικό τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου «Τούμπου τούμπου ζα», που το βλεπετε εδώ σε ζωντανή εκτέλεση με τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Προτιμώ πολύ περισσότερο την πρώτη εκτέλεση, με πρώτη φωνή τον Λάκη Χαλκιά, αλλά στο μοναδικό γιουτουμπάκι που βρηκα η βελόνα του πικάπ πήδαγε συνεχώς.

Στη συγκεκριμένη συναυλία νομίζω πως ήμουν μέσα στο θέατρο.

Αλλά ο λόγος που θυμήθηκα τους ανθρωποφάγους είναι άλλος -είναι, φυσικά, το χτεσινό επεισόδιο με τη βραχονησίδα Μικρός Ανθρωποφάς, όταν ο Τούρκος πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι τουρκικά κομάντα πήγαν και κατέβασαν την ελληνική σημαία, την οποία είχαν υψώσει πριν από μερικές μέρες και ανακοινώσει με καμάρι στο Διαδίκτυο τρεις νεαροί που πήγαν εκεί με φουσκωτό από τους Φούρνους. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά διέψευσε τον ισχυρισμό και επέμεινε ότι δεν προσέγγισαν τουρκικές δυνάμεις την ελληνική βραχονησίδα.

Τη βραχονησίδα, πάω στοίχημα, μέχρι χτες ελάχιστοι την ήξεραν εκτός Φούρνων. Εδώ που τα λέμε, και τους Φούρνους αμφιβαλλω αν τους ξέρουν οι περισσότεροι.

Οι Φούρνοι (ή Φούρνοι Κορσέων) είναι συστάδα νησιών ανατολικά της Ικαρίας και δυτικά-νοτιοδυτικά της Σάμου, που ανήκουν στο νομό Σάμου. Φούρνοι λέγεται και το μεγαλύτερο νησί, το κεντρικό, που έχει κάπου 1100 κατοίκους. Βλέπουμε στον χάρτη τη συσταδα των νησιών σε κυκλική διάταξη, βουνοκορφές πριν έρθουν τα νερά, και κάτω δεξιά ο Ανθρωποφάς ή Μεγάλος Ανθρωποφάς και από πάνω του, μια κουκιδίτσα, ο Μικρός Ανθρωποφάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διεθνή, Επικαιρότητα, Τραγούδια, Τουρκία, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »

Δασκαλιό χωρίς δασκάλους

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2018

Όταν ήμουν μικρός, πέρασα μερικά καλοκαίρια με τον παππού και τη γιαγιά στο Τολό, το παραθαλάσσιο χωριό κοντά στο Ναύπλιο. Παλιότερα πήγαιναν στο Ξυλόκαστρο, αλλά ο παππούς, που είχε τη μέση του, διάλεξε το Τολό επειδή είχε πιο ζεστή θάλασσα, καθώς βρίσκεται σ’ έναν μάλλον κλειστό κόλπο.

Απέναντί μας είχαμε ένα πολύ μικρό νησάκι, όπου πήγαινες και κολυμπώντας -εκεί κόβαμε φραγκόσυκα. Πιο δίπλα, ήταν ένα σαφώς μεγαλύτερο νησί, η Ρόμβη, ακατοίκητο κι αυτό -κάποιοι έβοσκαν κατσίκια. Πισω από τη Ρόμβη, και αθέατο από το Τολό, ήταν ένα μικρότερο νησάκι, το Δασκαλιό, όπου πήγαιναν για ψάρεμα οι ντόπιοι. Καναδυό φορές μάς είχε πάρει κι εμάς ο κυρ Χρήστος με τη βάρκα.

Το Δασκαλιό του Τολού δεν είναι ούτε το μόνο ούτε καν το γνωστότερο μ’ αυτό το όνομα. Οι παπαδιαμαντιστές θα ξέρουν το Δασκαλιό (Δασκαλειό το έγραφε συνήθως ο Παπαδιαμάντης), το «μικρόν φαιοπρασινίζον νησίδιον», έτσι το χαρακτηρίζει στον «Βαρδιάνο στα σπόρκα», που μαζί με άλλα κλείνουν το λιμάνι της Σκιάθου. Δασκαλιό υπάρχει και στην Κερατέα, νησάκι που έδωσε το όνομά του στο λιμάνι και στον παραθαλάσσιο οικισμό, υπάρχει έξω από τον Πόρο, στις Αλκυονίδες νήσους στον Κορινθιακό και σε πολλά άλλα μέρη. Στη Βικιπαίδεια αναφέρονται δεκατέσσερα νησιά ή ακτογραφικά χαρακτηριστικά με αυτό το όνομα, ενώ θα λείπουν κάμποσα ακόμα -το βέβαιο είναι πως λείπει ακόμα ένα Δασκαλιό, αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω τώρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 177 Σχόλια »

Λέξεις από το ιδίωμα των Κυθήρων (και το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα)

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό το ιστολόγιο έχει καθιερώσει να δημοσιεύει άρθρα αφιερωμένα σε μια ντοπιολαλιά, γραμμένα από κάποιον φίλο που κατάγεται από το συγκεκριμένο μέρος ή ζει εκεί. Το πιο πρόσφατο άρθρο της σειράς αυτής, πριν από ένα μήνα περίπου, ήταν αφιερωμένο στη Ρόδο.

Σήμερα συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας στα ελληνικά ιδιώματα με ένα ταξίδι στα Κύθηρα. Κατ’ εξαίρεση όμως, δεν θα έχουμε ξεναγό ή μάλλον η ξενάγηση θα είναι έμμεση. Εννοώ ότι το σημερινό άρθρο δεν είναι γραμμένο από κάποιον φίλο του ιστολογίου αλλά το έγραψα εγώ, αντλώντας όλο το υλικό μου από το βιβλίο «Το ιδίωμα των Κυθήρων. Περιγραφή και ανάλυση» της φίλης Γεωργίας Κατσούδα.

Η Γεωργία Κατσούδα ειναι γλωσσολόγος, ερευνήτρια στο Κέντρο Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών. Έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο άλλες δύο εργασίες στις οποίες έχει πάρει μέρος, τον 6ο τόμο του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής και το Πιπέρι στο στόμα, μια μελέτη για τις λέξεις της ελληνικής αθυροστομίας. Έχω στα υπόψη άλλο ένα βιβλίο της που θέλω κάποτε να παρουσιάσω. Επιπλέον, είναι από τους σχετικά λίγους γλωσσολόγους μας που ασχολείται (και) με την ετυμολογία, τομέας που οι μοντέρνοι γλωσσολόγοι τον αποφεύγουν διότι θέλει πολλή, πολλή μελέτη και δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με σαπουνόφουσκες.

Το βιβλίο της για τα Κύθηρα (απ’ οπου κατάγεται) είναι μια πλήρης περιγραφή του ιδιώματος -όχι μόνο και όχι κυρίως λεξιλόγιο, αλλά επίσης -και κυρίως- φωνητική, μορφολογία και σύνταξη. Μάλιστα, συνοδεύεται από σιντί με δείγματα προφορικού λόγου. Συνολικά είναι μια απολύτως άρτια εργασία, στην οποία κάποιος που ενδιαφέρεται για τη γλώσσα θα βρει πολλά αξιοσχολίαστα σημεία, ενώ φυσικά αποτελεί σημαντικό έργο αναφοράς για τη μελέτη του συγκεκριμένου ιδιώματος.

Εργασίες του είδους αυτού, όπου ένας γλωσσολόγος μελετάει (συνήθως με επίσκεψη στον τόπο) διεξοδικά ένα ιδίωμα είναι πολύτιμες. Δεν εκδίδονται όλες σε βιβλίο, πολλές μένουν στα αρχεία του Ιστορικού Λεξικού. Πάντως τέτοιες επισκέψεις πρέπει να γίνονται σε τακτά διαστήματα για να καταγράφεται και η εξέλιξη του ιδιώματος, που βέβαια είναι σχεδόν πάντοτε φθίνουσα.

Εγώ επέλεξα να σταθώ στο λεξιλόγιο, αλλά θα προτάξω ορισμένα στοιχεία από την εισαγωγή του βιβλίου που έχουν να κανουν με την ιστορία του νησιού και εξηγούν γιατί το κυθηραϊκό ιδίωμα έχει ομοιότητες και με τα επτανησιακά ιδιώματα αλλά και με το κρητικό ή το μανιάτικο.

Στα Κύθηρα δεν φαίνεται να εγκαταστάθηκαν Σλάβοι, όπως μαρτυρείται από την απουσία σλάβικων τοπωνυμίων. Για το λόγο αυτό, δεν ισχύει η άποψη που παλιότερα ακουγόταν, ότι η ονομασία Τσιρίγο, που εμφανίζεται περί το 1260, είναι σλαβικής προέλευσης. Φαίνεται ότι το Cirigo, Cerigo ανάγεται στη λ. Κύθηρα, μέσω ενός αμάρτυρου *Cythericum > Citerigo > Cirigo.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 330 Σχόλια »

40 λέξεις από τη Ρόδο (συνεργασία του Αλέξανδρου Κατσαρά)

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2017

Το ταξίδι μας στις ιδιωματικές λέξεις και τις ντοπιολαλιές της Ελλάδας συνεχίζεται με το σημερινό άρθρο -ταξίδι που μάλλον σε κρουαζιέρα έχει μετατραπεί, αφού και πάλι σήμερα έχουμε άρθρο για τις ιδιωματικές λέξεις ενός νησιού, της Ρόδου.

Έτσι η Ρόδος παίρνει τη σκυτάλη από την Ικαρία, που την είχαμε επισκεφτεί πριν από δυο βδομάδες χάρη στον φίλο μας τον Ροβυθέ, ενώ η προηγούμενη στάση μας ήταν η Μυτιλήνη, και ειδικότερα το Πλωμάρι, με τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα).

Ο Αλέξανδρος Κατσαράς που θα μας ξεναγήσει στη ντοπιολαλιά της Ρόδου είναι φιλόλογος, και, σε αντίθεση με τους προηγούμενους συντάκτες ανάλογων άρθρων, δεν είναι συχνός ή περιστασιακός σχολιαστής του ιστολογίου. Με την ευκαιρία, ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Δίνω τον λόγο στον Αλ. Κατσαρά -όπως πάντα, οι δικές μου παρατηρήσεις είναι μέσα σε αγκύλες και με πλάγια. Για κάποιες ετυμολογίες έχω επιφυλάξεις αλλά δεν προλαβαίνω να τις διερευνήσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , | 136 Σχόλια »

Λέξεις της Νικαριάς (μια συνεργασία του Ροβυθέ)

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2017

Νικαριά είναι βεβαίως η Ικαρία. Στη λαϊκή γλώσσα, που μιλιέται και ακούγεται αντί να γράφεται και να διαβάζεται, οι χασμωδίες ενοχλούν κι έτσι η Ικαρία γίνεται Νικαριά (την Ικαρία – τη Νικαρία) αλλά και οι Ικαριώτες γίνονται και Καριώτες.

Ωστόσο, δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου, που άλλωστε δεν το γράφω εγώ. Σήμερα συνεχίζουμε τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από περιοχές της Ελλάδας, που έχουν πυκνώσει τώρα τελευταία ακριβώς επειδή κι άλλοι φίλοι παρακινούνται να γράψουν άρθρα για την ιδιαίτερη πατρίδα τους ή κάποια περιοχή που τη γνωρίζουν καλά. Θυμίζω πως το προηγούμενο ανάλογο άρθρο ήταν τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα). Ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Το άρθρο είναι συνεργασία του φίλου που έχει το ιστολόγιο Ροβυθέ (ροβυθέ είναι η ρεβυθιά). Του δίνω αμέσως τον λόγο. Σχολιάζω με πλάγια και μέσα σε αγκύλες.

 

Λέξεις της Νικαριάς

Ειδικός στα γλωσσολογικά δεν είμαι, ωστόσο είμαι καριώτης και από τους δύο γονείς και άκουγα από παιδί τη ντοπιολαλιά. Παρά το ότι μεγάλωσα στην Αθήνα και μιλάω τα ελληνικά του σχολείου (και της τηλεόρασης…) χωρίς καθόλου την προφορά του νησιού,  όποτε βρίσκομαι σε καριώτικη παρέα (δηλαδή αρκετά συχνά) κάπως μου βγαίνουν αδιόρατα και κάποια στοιχεία της προφοράς και κάμποσες ιδιωματικές λέξεις, που βέβαια άργησα αρκετά να καταλάβω ότι δεν είναι πανελλήνιες. Για την καριώτικη προφορά, όσοι δεν την έχετε ακούσει, μπορείτε να διαβάσετε δυο λόγια από τον παλιό ιστότοπο του Νικοκύρη, στην παρουσίαση ενός βιβλίου με ποιήματα της συμπατριώτισσας Χρύσας Καζάλα.

Να πω ότι για την επιλογή των λέξεων συμβουλεύτηκα επιπλέον μερικούς φίλους που έχουν μεγαλώσει στη Νικαριά, καθώς και δύο βιβλία, το «Λαογραφικά Ικαρίας» του Αλέξη Πουλιανού (τρίτομη αυτοέκδοση από τα μέσα της δεκαετίας του ’70) και το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ (2η έκδοση, Εύδηλος, 2013). Προσπάθησα με τη βοήθεια και του διαδικτύου να επιλέξω λέξεις χαρακτηριστικά (και κατά προτίμηση αποκλειστικά) καριώτικες, πράγμα αρκετά δύσκολο βέβαια γιατί ανακάλυψα, συχνά με έκπληξη, ότι υπάρχουν (ή τέλος πάντων υπήρχαν) και αλλού οι ίδιες ή παρόμοιες λέξεις, ιδίως στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη, οπότε χάσαμε ας πούμε τη σκλούπα (κουκουβάγια) ή το φαούδι (μτφ. το γκρινιάρικο παιδί). Επέλεξα ακόμα λέξεις που τις έχω συναντήσει (έστω και κάπως σπάνια) στην καθημερινή ομιλία και όχι μόνο στα βιβλία, πράγμα που μας στέρησε ατυχώς την ωραιότατη λέξη Κυρασολένη (ουράνιο τόξο), που έδωσε τον τίτλο σε ένα πρόσφατο βιβλίο με ικαριακά παραμύθια, και το χαριτωμένο ρήμα σπαρουγγώνω (μαζεύομαι, ζαρώνω και μτφ. φοβάμαι). Κράτησα ωστόσο ορισμένες λέξεις που υπάρχουν και σε άλλα μέρη αλλά κατά κανόνα με διαφορετική σημασία. Φυσικά η συλλογική σοφία του σαραντάκειου ιστολογίου μπορεί να κάνει διορθώσεις ή προσθήκες.

 

ανάγκασμα: η αιφνίδια (μέχρι σκασμού) ανάγκη για αφόδευση. Αν και η λέξη είναι ενδεχομένως πανελλήνια, είναι συστατικό της πιο χαρακτηριστικής καιριώτικης κατάρας: «π’ ανάγκασμά σε» που θα πει «που να σε πιάσει ανάγκασμα». Αντίστοιχα χαρακτηριστική είναι η έκφραση «άμε θαλάσσωσε» που σημαίνει «φύγε από μπροστά μου, εξαφανίσου» και προέρχεται κατά μία εκδοχή από την καταδίκη σε «θαλάσσωμα» δηλαδή εξορία χωρίς δικαίωμα επιστροφής που υποτίθεται ότι επιβαλλόταν ως εσχάτη των ποινών σε όσους πρόδιδαν στους πειρατές την παρουσία κατοίκων στο νησί τον καιρό της αφάνειας (16ος αιώνας, μετά την αναχώρηση των Γενοβέζων και πριν την άφιξη των Τούρκων, όπου υποτίθεται ότι οι Καριώτες είχαν υιοθετήσει μια στρατηγική επιβίωσης που στηριζόταν στην αυτάρκεια και την απόκρυψη).

μπουγκέφαλα: μπρούμυτα. Κάποιος που πέφτει κωλοτουμπηδόν πάει «ανάσκελα-μπουγκέφαλα». Το ρήμα «μπουγκεφαλίζω» μπορεί να σημαίνει π.χ. αναποδογυρίζω, αδειάζω το περιεχόμενο μιας τσάντας.

παραματσιράω: καθυστερώ, κωλυσιεργώ ασχολούμενος με ένα σωρό άλλα πράγματα εκτός από το επείγον (αντίστοιχο του αγγλικού procrastinate). Δεν ξέρω αν τυχόν σχετίζεται με το μάτσι, ένα χειροποίητο ζυμαρικό κάπως σα λαζάνια που το ψιλοκόβουν, πάντως από τούτο βγαίνει η ματσόβεργα, δηλαδή ο πλάστης της κουζίνας.

ζάλλω: περιφέρομαι, κινούμαι (λογικά πρέπει να σχετίζεται με το «ζαλεύγω» δηλ. σαλεύω).

παρασυνείκασα: σάστισα, έχασα την αίσθηση του πού βρίσκομαι, και μτφ. νομίζω πράγματα που δεν υπάρχουν, τρελαίνομαι. (Υποθέτω σύνθετο από παρα+συν+εικάζω). Παρόμοια είναι η λέξη ηκουτούρδισα και φαντάζομαι το αντίστοιχο ρήμα (κουτουρδίζω) ενδεχομένως να σχετίζεται ετυμολογικά με το «κουτουρού» (προς τα εκεί που πάει αυτός που σάστισε).

[Σχόλιο Ν.Σ.: το κουτουρδίζω πρέπει να είναι το γνωστό σε άλλες περιοχές κουτουρντίζω ή κουντουρντίζω, που σημαίνει «τρελαίνομαι, λυσσάω, αφηνιάζω, ξεσαλώνω» και είναι δάνειο από το τκ. kudurdim, αόριστο του kudurmak «λυσσάω». «Αμάν, κουτουρντίσατε πια! έλεγαν παλιά οι μανάδες στα παιδιά που γύριζαν σπίτι καταϊδρωμένα από το παιχνίδι. Δεν έχει σχέση με το ‘κουτουρού’, που όμως είναι κι αυτό τούρκικο δάνειο]

παράχραντος ή αξελέστατος: ατημέλητος, άπλυτος μτφ. ανισόρροπος  (το αξελέστατος πρέπει να προέρχεται από το λόγιο «εξωλέστατος»).

καφαρτέ: πρόγευμα (αν και κάποιοι το λένε γενικότερα για οποιοδήποτε γεύμα). Νομίζω πρέπει να βγαίνει από καφέ+άρτο ή άρτηση.

[Σχόλιο Ν.Σ. Το καφαρτέ πρέπει να είναι το γνωστότερο από άλλες περιοχές ‘καφαλτί’ = το πρωινό ή το κολατσιό, με την καθιερωμένη τροπή του λ σε ρ. Είναι τουρκικό δάνειο, kahvaltι, που θα μπορούσε κατά λέξη να αποδοθεί «το πάρσιμο του καφέ». Έχει δηλαδή οντως σχέση με τον καφέ].

λίλλυρο (ή λίλιρο ή λίλυρο): κυριολεκτικά η οπτική διαταραχή που προκαλείται στον ορίζοντα από τη μεγάλη ζέστη, μεταφορικά η κάψα, η πολλή ζέστη. Παρόμοιες λέξεις υπάρχουν και αλλού, π.χ. ο λάλλαρος στην Κύπρο το λάλαρο στη Σύρο, η λίλιρη σε άλλα νησιά όπου σημαίνει (και) την ιλαρά. Ωστόσο σε αντίθεση με το Νικοκύρη δεν νομίζω ότι προέρχεται από την ιλαρά, που στα καριώτικα είναι μπέμπελη ή κατσίφερη. Καλού κακού πάντως να εμβολιάζεστε.

[Εδώ διαφωνούμε. Όπως είχαμε συζητήσει πρόσφατα, για μένα είναι βέβαιο ότι η αρχική σημασία είναι λίλιρη = η ιλαρά, που επεκτάθηκε σε κάμποσα μέρη στη σημασία ‘μεγάλη ζέστη’ και ειδικά στην Ικαρία πήρε και τη σημασία της οπτικής διαταραχής του ορίζοντα λόγω της μεγάλης ζέστης].

βαϊλίζω: νταντεύω παιδιά (όχι μόνο κάνω μπεϊμπι-σίτιγκ, μπορεί γενικότερα να σημαίνει είμαι σε φάση ζωής που ανατρέφω μικρά παιδιά).

[Κατά σύμπτωση το είχαμε συζητήσει το καλοκαίρι, στο άρθρο για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά]

σκαρτάρω: αναπηδώ από τον τρόμο (πιο συχνό στον αόριστο: ησκάρταρα). Να σημειωθεί ότι σε άλλα μέρη της Ελλάδας το ίδιο ρήμα σημαίνει «ξεσκαρτάρω», βγάζω τα σκάρτα (π.χ. τα χαρτιά που δεν χρειάζομαι στην τράπουλα).

γκρούβαλος: εντελώς πρόσφατη λέξη άγνωστης ετυμολογίας που δηλώνει τον καλοκαιρινό επισκέπτη-κατασκηνωτή με εμφάνιση «φρικιού» (συνήθως με αρνητική σημασιοδότηση: οι γκρούβαλοι κατηγορούνται – όχι πάντα άδικα – ότι εισβάλλουν μαζικά στα πανηγύρια, πίνουν μπάφους, ενίοτε κλέβουν το φαγητό των ντόπιων και χοροπηδάνε στην πίστα με αυτοσχέδια βήματα που δεν έχουν σχέση με τον παραδοσιακό καριώτικο χορό. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο το είδος είναι σε υποχώρηση καθώς αντικαθίστανται τάχιστα από χίπστερ που καταλαμβάνουν την πίστα τραβώντας σέλφι· παρόλα αυτά η λέξη γκρούβαλος έχει διαδοθεί ευρύτερα, έχει περάσει σε ιντερνετικά λεξικά, και τείνει να γίνει πανελλήνια).

ρασκό: άγριο κατσικάκι ελευθέρας βοσκής από τα ορεινά του νησιού. (Έχω ακούσει να χρησιμοποιείται μεταφορικά και για νεαρά κορίτσια ελευθέρας βοσκής, επίσης άγρια, αλλά αυτή η χρήση δεν έχει περάσει στα λεξικά.)

πηδαυλίζω: τρώω ή για την ακρίβεια ξεκοκκαλίζω (συνήθως το ρασκό) μέχρι να μην έχει πια καθόλου κρέας και να απομείνουν και τα κόκκαλα κενά σα να μπορείς με αυτά να παίξεις πηδαύλι (φλογέρα). Π.χ. «Ήρταν οι γκρούβαλοι την ώρα που χορεύαμε κι ίσαμε να γυρίσουμε στο τραπέζι είχανε πηδαυλίσει το ρασκό».

θεόσκαρος: τσίτσιδος, όπως τον γέννησε η μάνα του (π.χ. οι γκρούβαλοι στην παραλία του Να, προτού αυτή γίνει διάσημη από την Άθενς Βόις).

καθούρα: χαρακτηριστικό είδος λευκού κατσικίσιου τυριού. Δεν υπάρχει τυποποιημένο, μόνο από σπίτι (τα ρασκά δεν αρμέγονται).

σιφούνι: σκεύος άντλησης και σερβιρίσματος κρασιού που προέρχεται από αποξηραμένη κολοκύθα σαν φλάσκα με μακρύ περιστροφικό στόμιο (σα σιφώνιο) που χρησιμεύει για να γεμίσει το σκεύος με σιφωνισμό από τις βυτίνες που αποθηκεύεται το κρασί. Στο αρκετά γνωστό εσχάτως παραδοσιακό τραγούδι «Αμπελοκουτσούρα», επαινείται μαζί με το κρασί και το σιφούνι το «στραβόραδο», δηλαδή με το στραβό ράδι (ουρά, πίσω μέρος).

μωλόπι (ή μολόπι): υποθετικό ερπετό, ίσως νερόφιδο (δε νομίζω να αντιστοιχεί σε υπαρκτό ζώο) που χρησιμοποιείται ως απειλή προς τα παιδάκια που παίζουν κοντά σε ρέματα, λίμνες κλπ. ώστε να μην πέσουν μέσα.

 λουπάστρα: το μέρος όπου λουπάζει (=λουφάζει) κανείς, το καταφύγιο, και μεταφορικά το απάγκιο μέρος. Περίπου συνώνυμη (αφορά κυρίως ζώα) είναι και η λέξη λόψι (ή λώψι κατά τον Λεσσέ), δεν ξέρω αν είναι και ετυμολογικά συγγενική.

μπλάζω: πέφτω ή ρίχνω, μτφ. σκορπίζω, π.χ. «πήγαινε το πιάτο στο τραπέζι μα έχε το νου σου μη μπλάσει(ς) το φαΐ» Υποτίθεται προέρχεται από ένα αρχαίο ρήμα «πίμπλημι» που σημαίνει γεμίζω, αλλά δεν ξέρω από ποια διαδρομή.

ξένος: πας μη καριώτης. Γενικά όλοι οι Έλληνες είναι ξένοι, εκτός από τους Φουρνιώτες που λέγονται «νησιώτες». Ο καριώτης που δεν είναι από το δικό μας χωριό είναι «παραχωριού» (επίθετο, αν και σε όλες τις πτώσεις και τα γένη ίδιο).

ξορίζομαι: χάνω το δρόμο μου. Υπάρχει μια ωραία ιστορία με έναν καριώτη κι έναν ξένο που δε μιλιούνται γιατί όταν ο καριώτης βρίσκει τον άλλο να περιπλανιέται στα κατσάβραχα τον ρωτάει «ξορίστηκες;» αλλά ο ξένος καταλαβαίνει «ξυρίστηκες;» και παρεξηγείται…

περιπατίνα: η κληματαριά της αυλής που κάνει σκιά (σε άλλα μέρη λέγεται κρεβατίνα)

βαβάτσινο: το βατόμουρο

[βάτσινο σε πολλά άλλα μέρη]

 πνάζομαι: διαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, μτφ. «μυρίζομαι». Σε πρόσφατη εκπομπή κυπριακού καναλιού για την Ικαρία, ο Δημήτρης Λεσσές ανέφερε ότι ομόηχο ρήμα υπάρχει και στην Κύπρο, αλλά με την έννοια του «αναπαύομαι». Το δικό μας πρέπει να έχει να κάνει με πνοή/πνεύμα, όχι με ύπνο. Η έκφραση «ηπήρεν τα πνα του Χ» σημαίνει ακολούθησε τα ίχνη του Χ.

ραός: σπήλαιο, άνοιγμα στο έδαφος. Το έχω ακούσει κυρίως ως αρσενικό (ο ραός) αλλά και ως ουδέτερο (το ραός).

σάωσε: σώπα, κάτσε ήσυχα. (προστακτική· δεν είμαι βέβαιος πώς ακριβώς είναι το ρήμα στην οριστική. Υπάρχει μια ομηρική λέξη σάωσε = έσωσε, οπότε μπορεί και να είναι από την ίδια ρίζα π.χ. «Σώνει, φτάνει»)

κορκόφυλλας (ή κορκόφιλας): η χαρακτηριστική της ικαριακής πανίδας σαύρα του είδους Stellagama stellio, ή παλιότερα Laudakia stellio ή όταν σπούδαζα Agama stellio (οι ερπετολόγοι έχουν αλλάξει τρεις ονομασίες σε είκοσι χρόνια, εμείς πάντα κορκόφυλλα το λέμε)

σκολλί ή σκολλύς: το τσουλούφι ή κοτσιδάκι π.χ. «‘α σε πιάσω απ’ το σκολλί και ‘α σου δώκω μια μεσ’ στα μούτρα να μάθεις». Υπάρχει και το ρήμα «ξεσκολλίζω», δηλ. τραβάω βίαια απ’ τα μαλλιά (θεωρητικά μέχρι να μου μείνουν στο χέρι).

κουρσούνι: από το τούρκικο kurşun (μολύβι), παλιά σήμαινε το βλήμα πυροβόλου όπλου, σήμερα μτφ. ταχύτατο, «σφαίρα». (π.χ. Ηπέτασε αφ’ τ’ αμπέλι και του ‘δωκεν κουρσούνιν στον καφενέ). Στο παράδειγμα το ρήμα «πετώ» εννοεί «το σκάω, την κοπανάω». Παρόμοια χρησιμοποιείται και το «φτερώνω».

[Συχνότερος ο τύπος «κουρσούμι», σε πολλές περιοχές της χώρας. Γενική έννοια, το μεταλλικό σφαιρίδιο. Δείτε και αφήγημα του Μάρκου Μέσκου.]

σουφικό: παραδοσιακό καλοκαιρινό ικαριακό φαγητό με ντομάτα, κρεμμύδι, πιπεριές κ.ά. ζαρζαβατικά που σύμφωνα με μια ανεκδοτολογική (αλλά ίσως νατσουλική) εκδοχή οφείλει το όνομά του στο διάλογο του πεινασμένου ζευγαριού που το εφηύρε, όπου η σύζυγος ενώ μαγειρεύει ό,τι έχει βρει στον κήπο τσιμπολογάει από το τηγάνι, κι ο πεινασμένος σύζυγος ρωτάει «μα ’α μου ‘φήκεις;» κι εκείνει απαντάει «ε, ’α σου ‘φήκω, σου ‘φήκω…» – και δε μάθαμε αν του ‘φηκε τελικά.

συγκούδουνος: μαζί με το κουδούνι, μτφ. όλο μαζί . Η φράση προέρχεται από αληθινή ιστορία των αρχών της Τουρκοκρατίας (τέλος 16ου αιώνα στα καθ’ ημάς) όπου ο Τούρκος Αγάς είναι τόσο βάναυσος και μισητός που οι βαστάζοι που μεταφέρουν το φορείο του συνεννοούνται να τον πετάξουν στο γκρεμό αλλά συζητάνε αν πρέπει να τον πετάξουν με το φορείο ή χωρίς. Ο Αγάς τους έχει τάξει ένα αρνί ως αμοιβή για τη μεταφορά, και τον ρωτάνε αν θα τους το δώσει συγκούδουνο (με το κουδούνι). Ο Αγάς συναινεί, οπότε τον πετάνε μαζί με το φορείο, και έκτοτε έχει μείνει παροιμιακή η φράση «αυτός ηπή(γ)ε συγκούδουνος» π.χ. αν κάποιο αυτοκίνητο φύγει από το δρόμο και αρχίσει να κατηφορίζει τις πλαγιές (πράγμα που έχει συμβεί κάποιες φορές).

λούρος: μεγάλος γρανιτένιος λείος βράχος που εκτείνεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους σχηματίζοντας μια φυσική κοιλότητα. Συχνά οι παλιοί Καριώτες τείχιζαν τις πλευρές και έφτιαχναν οικήματα που ονομάζονται θεοσκέπαστα.

συνεμπαίνω (ή μάλλον «μου συνεμπαίνει» π.χ. μια σκέψη): συνειδητοποιώ, με απασχολεί,  αντιλαμβάνομαι κάτι.

φυλάκι: αυτοσχέδιο σακκίδιο (προφανώς από το αρχαίο «θυλάκιον») από προβιά κατσίκας που περνιέται στην πλάτη. Από το ίδιο υλικό φτιάχνεται και ένα μουσικό όργανο, η τσαμπουνοφυλάκα, ένα είδος τσαμπούνας ή γκάϊντας (στην Κρήτη το αντίστοιχο λέγεται ασκομαντούρα).

τσούτα (ή τσουτέ): μικροποσότητα (π.χ. μια τσούτα αλάτι βάλε μονάχα)

χοροσταλίζω: χορεύω διαρκώς, ακατάπαυστα.

σουπέρδιος: δύστροπος, παράξενος

σέρφη: οποιοδήποτε μικρό ζωάκι, ερπετό, έντομο (βλ. και την έκφραση «μπα που να σε φάει (δηλ. να σε δαγκάσει) η σέρφη»). Μτφ. χρησιμοποιείται για σκανταλιάρικα πιτσιρίκια, π.χ. σουπέρδια σέρφη το αεικίνητο, άτακτο παιδάκι που αρνείται να κάτσει φρόνιμο.

φαηδόνα (ή φαϊδόνα): η κοινή σφήκα. Η λέξη σφήκα χρησιμοποιείται επίσης, αλλά χαρακτηρίζει ένα άλλο είδος σαρκοφάγου υμενοπτέρου, καφέ χρώματος με μια κίτρινη ρίγα στην κοιλιά.

Αν και κάτι λίγο η Γενοβέζικη παρουσία, κάτι λίγο περισσότερο η Τουρκοκρατία, κάτι ακόμα περισσότερο η αμφίδρομη επικοινωνία με τα απέναντι παράλια πριν το 1922, είχαν αφήσει τα ίχνη τους στη γλώσσα του νησιού πριν αναλάβουν δράση τα αναλυτικά προγράμματα του σχολείου και τα ΜΜΕ, σε πολλούς από εμας τους καριώτες αρέσει να καμαρώνουμε για τη αρχαιότητα της ντοπιολαλιάς μας, στην οποία επιβιώνουν αρκετές αρχαίες (ιωνικές) λέξεις και εκφράσεις όπως επιβεβαιώνει και ο Γ.Ν. Χατζηδάκης (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1907). Κάπου κάπου καταγράφονται (από τους γεροντότερους) εκφράσεις όπως «Έασον τις αίγες» ή «Πυροβόλησον την στιαν» που δεν περιμένεις να τις ακούσεις σε ζωντανή γλώσσα τον 20ο ή 21ο αιώνα. Ωστόσο δεν πρέπει να παραπλανηθεί κανένας επιρρεπής σε ιδεολογήματα και να νομίζει ότι συναντιούνται δυο καριώτες βοσκοί στο βουνό και ανταλλάσσουν απαρέμφατα, δυϊκούς αριθμούς και ευκτικές· κάθε άλλο.

Χαρακτηριστική είναι από αυτή την άποψη μια ιστορία που μου διηγήθηκε πρόσφατα η θεία μου η Ιωάννα, την οποία κατέγραψε ο προπάππους της που ήταν δικαστής της Δημογεροντίας στα τέλη του 19ου αιώνα (με βασική ευθύνη την αντιμετώπιση περιπτώσεων ζωωοκλοπής και καταπατήσεων). Σύμφωνα με αυτή τη διήγηση, κάποιος ονόματι Αναστάσης έκλεψε μια κατσίκα το Μεγάλο Σάββατο, και το βράδυ πήγε στην εκκλησία όπου ο παπάς απήγγειλε ένα τροπάριο που λέει «Ἀναστάσεως ἡμέρα και λαμπρυνθῶμεν Λαοί». Δεν ξέρω πώς ακριβώς το είπε ο παπάς, ο φουκαράς όμως άκουσε «Ο Αναστάσης ήκλεψε την αίγα και την ητάισε κλαδί» και έντρομος τρέχει στον παπά και του λέει «Σώπα παπά μου, θα την πάω πίσω την αίγα, αλλά μην το λες μπροστά σε όλους ότι εγώ την ήκλεψα».

Σήμερα βέβαια δεν θα κινδύνευε· οι αίγες έχουν εκλείψει, μόνο κατσίκες έχουμε άφθονες πλέον.

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2017

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Αβλέμονας, ο πλουραλιστικός

Posted by sarant στο 25 Αύγουστος, 2017

Στο προχτεσινό μας άρθρο για τον άμπακο, τον αγλέουρα, τον περίδρομο και τις άλλες εκφράσεις της πολυφαγίας, αναφέραμε και την έκφραση «έφαγε τον αβλέμονα», σαν συνώνυμο της έκφρασης «έφαγε τον αγλέουρα». Τι είναι ο αβλέμονας, θα ρωτήσετε. Λίγη υπομονή και θα το πούμε κι αυτό.

Χτες πήρα ένα ηλεμήνυμα (μέιλ ελληνιστί) από τον Νίκο Πετρόπουλο, ταχτικό αναγνώστη του ιστολογίου, που όμως δεν έχει ποτέ σχολιάσει (πρέπει να είστε αρκετοί σε αυτή την κατηγορία και πολύ θα ήθελα να ακούω και τις δικές σας απόψεις), ένα ηλεμήνυμα ακριβώς για τη λέξη «αβλέμονας».

Ή μάλλον όχι ακριβώς για τη λέξη, αλλά για το τοπωνύμιο. Διότι, αν δεν το ξέρατε, ο Αβλέμονας, με κεφαλαίο πλέον, είναι ψαροχώρι και παραλία στα Κύθηρα, στην ανατολική μεριά του νησιού, ακριβώς κάτω από το «χεράκι» που φαίνεται να σχηματίζεται αν δούμε το νησί στον χάρτη. Δεν είναι αυτός ο μοναδικός Αβλέμονας, υπαρχει και στη Μύκονο Σίφνο, αλλά θαρρώ πως είναι ο πιο γνωστός.

Στον Αβλέμονα των Κυθήρων είχα περάσει ευτυχισμένες φοιτητικές διακοπές το 1981 (αν θυμάμαι καλά). Είχαμε ταλαιπωρηθεί αρκετά για να φτάσουμε από το λιμάνι (Αγία Πελαγία μάλλον κι όχι Καψάλι), μια μεγάλη παρέα, με λεωφορείο, ποδαρόδρομο και καρότσα αγροτικού, και φυσικά κοιμόμασταν έξω με τους υπνόσακους, αλλά πέρασα πολύ ωραία και έχω πολύ αγαπημένες, αν και συγκεχυμένες πλέον, αναμνήσεις από το μέρος. Υποθετω τώρα θα έχει πια αναπτυχθεί, θα έχει γίνει αγνώριστο, με την καλή ή με την κακή έννοια δεν ξέρω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 138 Σχόλια »

Τρώνε σπετζοφάι οι Spice Girls;

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2017

Ομολογώ πως δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση του τίτλου αν και φαντάζομαι πως η απάντηση θα είναι αρνητική: αφενός, για να μάθουν το σπετζοφάι πρέπει να βρεθούν από τα μέρη μας, αν και όχι αναγκαστικά στο Πήλιο, και αφετέρου πάω στοίχημα ότι το χωριάτικο λουκάνικο δεν ικανοποιεί τις υγιεινιστικές προδιαγραφές που με θρησκευτική ευλάβεια πρέπει να τηρούν οι αστέρες του θεάματος. Υπάρχει κι άλλο ένα προβληματάκι, ότι το πενταμελές συγκρότημα έχει διαλυθεί και οι περσινές προσπάθειες να ανασυσταθούν με τρία από τα αρχικά μέλη δεν ευοδώθηκαν.

Αρνητική όμως είναι η απάντηση αν εννοήσουμε κυριολεκτικά την ερώτηση. Ωστόσο, εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι το σημερινό άρθρο δεν θα είναι αφιερωμενο στο διαιτολόγιο του γνωστού συγκροτήματος, αλλά στο κατά πόσον υπάρχει ετυμολογική σχέση ανάμεσα στο σπετζοφάι και στη λέξη spice.

Αυτήν ακριβώς την ερώτηση την έθεσε σε σχόλιο ένας φίλος του ιστολογίου πριν από μερικές μέρες, σκέφτηκα λοιπόν ότι προσφέρεται για ένα σύντομο αρθράκι, τέτοιο που ταιριάζει σε μια καλοκαιρινή Παρασκευή.

Το σπετζοφάι λοιπόν, σύμφωνα με την επικρατέστερη εξήγηση, πήρε την ονομασία του από τις πιπεριές, που αποτελούν βασικό του συστατικό -οι δε καυτερές πιπεριές λέγονται και σπέντζες στο Πήλιο και σε άλλα πολλά σημεία της χώρας, αλλά και στα αρβανίτικα.

Στα Ρόδινα ακρογιάλια του, ο Παπαδιαμάντης, αντικρινός στο Πήλιο, παρουσιάζει έναν διάλογο με τον Κώστα, επιστάτη ενός κτήματος, που του αρέσει να ανακατεύει στην κουβέντα του τούρκικες λέξεις. Του λέει ο Κώστας, και μεταφράζει αμέσως ο αφηγητής:

― Σπέντζες ἰστέρσιν; μοῦ ἐφώναξε μακρόθεν ὁ Κώστας. Βὰρ τσόκ. (Πιπεριὲς θέλεις; Ἔχω πολλές.)

Επειδή η λέξη σπέντζα = πιπεριά δεν είναι πανελλήνια και επειδή σήμερα δεν είναι πια τόσο γνωστή, πολύς κόσμος το σπετζοφάι το παρετυμολογεί με τις Σπέτσες και το λέει σπετσοφάι -αλλά για τις Σπέτσες θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , | 173 Σχόλια »