Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Νομίσματα’ Category

Παράδες και γρόσια

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2022

Στο άρθρο για τα άσπρα, τα νομίσματα, της περασμένης εβδομάδας, έγινε όπως ήταν φυσικό λόγος και για δυο άλλα βασικά νομίσματα της εποχής της τουρκοκρατίας, που έχουν περάσει και στη γλώσσα μας, αν και δεν έχουν δείξει την ίδια αντοχή στο χρόνο. Πρόκειται για το γρόσι, για να ξεκινήσουμε από το νόμισμα μεγαλύτερης αξίας, και για τον παρά -θα τους αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό μας άρθρο.

Το γρόσι ήταν ασημένιο τουρκικό νόμισμα, που κόπηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Β΄ το 1688 στο πρότυπο του ολλανδικού τάλιρου. Στα τουρκικά είναι kuruş και guruş, ωστόσο η ελληνική λέξη δεν προέρχεται από την τουρκική, αφού προϋπήρχε.

Νόμισμα των 5 kurus (1808)

Στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκουμε το λατινικό grossus, χοντρός. Διάφορα ασημένια νομίσματα λοιπόν, μάλλον μεγάλου πάχους, ονομάστηκαν στον Μεσαίωνα denarius grossus, απ’ οπου η λέξη πέρασε στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, grosso στα ιταλικά, gros στα γαλλικά, Groschen στα γερμανικά, guruş/kuruş στα τουρκικά και, από τον ενετικό πληθυντικό grossi, γρόσι στα ελληνικά.

Πότε μπήκε η λέξη γρόσι στην ελληνική γλώσσα; Οι ανευρέσεις είναι σε πηγές που δεν έχουν ασφαλή χρονολόγηση, η παλιότερη όμως που βρίσκω στο TLG είναι απο μια διήγηση των θαυμάτων του Αγίου Νικολάου, που χρονολογείται 7ο με 11ο αιώνα, και εκεί βρίσκουμε:

καὶ ὑπῆγεν εἰς τοὺς καταλλάκτας, νομίζων πουλῆσαι αὐτὸ διὰ πέντε, ἕξι γρόσια, νὰ ἀγοράσῃ ψωμί

(Κάπως μοντέρνα μου φαίνεται η γλώσσα, αλλά ας είναι). Σε μοναστηριακά έγγραφα των επόμενων αιώνων οι αναφορές σε γρόσια είναι πάρα πολλές, όπως και π.χ. στον παπαΣυναδινό.

Στα χρόνια του Εικοσιένα, το γρόσι χρησίμευε όχι μόνο ως νόμισμα αλλά και ως λογιστική μονάδα αφού σε αυτό ανάγονταν όλα τα νομίσματα, ευρωπαϊκά ή τουρκικά, σωστή πανσπερμία, που υπήρχαν σε κυκλοφορία και που είχε στο κεμέρι του ο καθένας. Το γρόσι είχε 40 παράδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »

Από το λευκό στο άσπρο

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2022

Το σημερινό άρθρο έχει ως αφορμή την ερώτηση που μου έκανε μια φίλη, για την προέλευση της λέξης «άσπρος». Έχουμε βέβαια αναφερθεί στο θέμα, αλλά δεν της έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο -οπότε τη σύντομη απάντηση που της έδωσα σκέφτηκα να την αναπτύξω σε ξεχωριστό άρθρο, αυτό που διαβάζετε.

Η αρχαία λέξη, το ξέρουμε, είναι «λευκός». Είναι λέξη ομηρική, ή και παλιότερη αφού υπάρχει στις μυκηναϊκές επιγραφές. Λευκός δεν ήταν μόνο ο άσπρος. Η αρχική του σημασία ήταν «λαμπρός, φωτεινός». Στην Ιλιάδα πχ διαβάζουμε «λευκὸν δ’ ἦν ἠέλιος ὥς«, «που’χε του ηλιού την λάμψιν» μεταφράζει ο Πολυλάς. Φυσικά, η λέξη δηλώνει και το χρώμα, ηδη από τον Όμηρο όπου βρίσκουμε στην Ιλιάδα, ανάμεσα στ’ άλλα, και την καθιερωμένη παρομοίωση «λευκότεροι χιόνος» (για κάτι ίππους το λέει).

Φυσικά η λέξη έχει δώσει στην αρχαιότητα πάμπολλα σύνθετα, και πάλι ήδη από τον Όμηρο, όπου ένα από τα στερεότυπα επίθετα είναι η λευκώλενος, κυρίως για την Ήρα, με άσπρα μπράτσα. Γούστο έχει ο λευκηπατίας ή λευχηπατίας (το ήπαρ έπαιρνε δασεία αλλά η σχετική εγκύκλιος δεν κοινοποιήθηκε σε ολους κι έτσι στο TLG πλειοψηφούν οι αδάσυντοι τύποι) που είναι ο δειλός, που έχει άσπρο συκώτι.

Ο λευκός βέβαια υπάρχει και σήμερα στο λεξιλόγιό μας, ζει και βασιλεύει, και μάλιστα πολύ περισσότερο από άλλους αρχαίους τύπους για ονομασίες χρωμάτων όπως ο ερυθρός ή ο κυανούς ή ο ιώδης. Βοήθησε κι η διαφήμιση στην εδραίωση αυτή του λευκού, με τα ολόλευκα ρούχα που υπόσχεται κάθε απορρυπαντικό, αλλά και με τα λευκά είδη ή τις λευκές συσκευές (ή τον λευκό γάμο, αν και περισσότεροι είναι αυτοί που αγοράζουν πλυντήριο).

Ωστόσο, και παρά έναν καταμερισμό, σαν συμφωνία κυρίων, όπου καθένας απο τους δύο τύπους έχει τα δικά του χωράφια, στα οποία ο άλλος δεν μπαίνει, νομίζω πως ο δημοτικός τύπος «άσπρος» είναι συχνότερος σαν όνομα του χρώματος λευκού.

Η εμφάνιση της λέξης «άσπρος» και η σταδιακή της καθιέρωση έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αν δεν ξέρετε την ετυμολογία της λέξης, ίσως παραξενευτείτε αν σας πω ότι η λέξη έχει λατινική αρχή. Βέβαια, όσοι μας διαβάζουν ταχτικά θα το έχουν ίσως διαβάσει διότι έχουμε γράψει καναδυό φορές για το πώς γεννήθηκε η λέξη «άσπρος».

Στα λατινικά asper σημαίνει «τραχύς» (τη λέξη τη βρίσκουμε και στο γαλλικό âpre αλλά και στο αγγλικό asperity). Yπάρχει κι ένα λατινικό ρητό, που πολλοί το βάζουν για τατουάζ, που λέει ad astra per aspera (ή ανάποδα) και σημαίνει «μέσα από τις δυσκολίες φτάνεις στ’ άστρα»). Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, στα λατινικά, το νιόκοπο ασημένιο νόμισμα, τραχύ και λαμπερό πριν λειανθεί από τη χρήση, ονομαζόταν nummus asper, τραχύ νόμισμα. Σιγά-σιγά έμεινε μόνο το επίθετο, asper, και πήρε θέση ουσιαστικού, και πέρασε στα βυζαντινά ελληνικά (από τον πληθυντικό: aspera, aspra) όπου άσπρα ονομάστηκαν τα ασημένια νομίσματα μικρής αξίας. Και επειδή το ασήμι είναι λευκό, η λέξη άσπρο έφτασε να εκφράζει τη λευκότητα, κι έγινε συνώνυμο της λέξης «λευκός» και μάλιστα την υποκατέστησε στη λαϊκή γλώσσα.

Σε κείμενα αδιαμφισβήτητης χρονολόγησης, βρίσκω τον τύπο «άσπρος» για το λευκό χρώμα στον Ιωάννη Μαλάλα, η γλώσσα του οποίου κάνει πολλές παραχωρήσεις στη δημώδη της εποχής, πράγμα για το οποίο του χρωστάμε αιώνια χάρη. Ο Μαλάλας λοιπον γράφει για κάποιον ότι «εφόρει στολήν άσπρην ως η χιών» και για άλλον ότι φορούσε «σανδάλια άσπρα» ενώ κάπου χρησιμοποιεί τη λέξη και ως δευτεροκλιτη, αφού πάνω από μια φορά λέει για κάποιον ότι φορούσε «στολήν άσπρον» π.χ. «την δε στολήν ο αλύταρχος άσπρον ολοσήρικον εφόρει» -ολομέταξη στολή ήθελε ο αλήτης.

Κι έτσι πήγαμε από το λευκό στο άσπρο. Κι επειδή αν λεξιλογήσω για το άσπρο χρώμα (ή το λευκό) θα χρειαστώ πολλές πολλές σελίδες (ή λέξεις, τέλος πάντων) λέω να το αφήσω για άλλη φορά, και να κλείσω το σημερινό άρθρο λεξιλογώντας για το νόμισμα «άσπρο», που είναι σαφώς πιο ματζόβολο θέμα.

Λοιπόν, άσπρον ήταν ήδη απο τα βυζαντινά χρόνια ένα ασημένιο νόμισμα μικρής αξίας αλλά μεγάλης κυκλοφορίας. Από νωρίς η λέξη πήρε και τη γενική σημασία, στον πληθυντικό βέβαια, των χρημάτων, οπως λέμε σήμερα «τα φράγκα». Έτσι, σε βίους αγίων του 9ου αιώνα βρίσκω και την ειδική σημασία και τη γενική. Ας πούμε: «Άγιε Γεώργιε, βοήθει μας να εβγούμεν και να σε δώσωμεν από δέκα άσπρα καθ’ ένας» αλλά και «Σας παρακαλώ, αυθένται μου, λάβετε χρυσίον και αργύριον και άλλα άσπρα όσα μού ευρίσκονται» (στο πρώτο απόσπασμα ειδική σημασία, στο δεύτερο γενική).

Υπάρχουν πολλές παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις με τα άσπρα. Ας πούμε, τον ξέρουν σαν κάλπικο άσπρο (σαν κάλπικη δεκάρα λέμε σήμερα). Ή, τον έκανε απ’ ασπρού, που θα πει τον εξευτέλισε (πρβλ. «τον έκανε πέντε παραδιών»). Ασπρού δουλειά δεν κάνει, δηλ. ή δεν δουλεύει ή η δουλειά του είναι κακής ποιότητας. Ή «ένα άσπρο και κρίμα στ’ άσπρο», για κάτι που δεν αξίζει τίποτα. Ή, «χιλια λόγια ένα άσπρο». Ή, Έχεις άσπρα, έχεις άστρα και σε άλλη παραλλαγή «τ’ άσπρα κατεβάζουν τ’ άστρα». Ή, «Τούρκον είδες; Άσπρα θέλει. Κι άλλον είδες; Κι άλλα θέλει». Ή, «Τ’ άσπρα λαλούν, τ’ άσπρα μιλούν, τ’ άσπρα ‘ν’ που κουβεντιάζουν».

Και δημοτικός στίχος: Τ’ άσπρα πουλήσαν τον Χριστό, τ’ άσπρα πουλούν και σένα.

Στην τουρκοκρατία, το άσπρο ήταν υποδιαίρεση του ασημένιου παρά. Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα άσπρα και πολύ περισσότερα υπάρχουν σ’ ενα καταπληκτικό βιβλίο της Ευτυχίας Λιάτα, με τίτλο «Φλωρία δεκατέσσερα στένουν γρόσια σαράντα», που επειδή είναι έκδοση του ΕΙΕ υπάρχει διαθέσιμο ονλάιν δωρεάν. Όπως λέει η Λιάτα, τόσο το άσπρο όσο και ο παράς (για τον οποίο επιφυλάσσομαι να γράψω χωριστό άρθρο) κατέληξαν απλές λογιστικές μονάδες.

Τι σημαίνει αυτό θα το δείτε στην πράξη αν διαβάσετε κατάστιχα π.χ. της εποχής του Εικοσιένα. Επειδή υπήρχε σε κυκλοφορία πανσπερμία νομισμάτων, τουρκικών και δυτικών, γινόταν αναγωγή του κάθε εσόδου ή εξόδου σε άσπρα ή παράδες ή γρόσια και αθροίζονταν.

Οι αναφορές είναι με τη γενική σημασία («χρήματα»). Όταν πχ ο Καραϊσκάκης υπόσχεται στους πολιορκημένους της Αθήνας «η υπόσχεσή μας είναι οπού να πληρωθούν έως άσπρον και δεν θέλει χάσουν ούτε οβολόν», εννοεί αυτό που σήμερα θα λέγαμε «θα πληρωθούν μέχρι τελευταία δεκάρα». Αλλού, το Βουλευτικό παρακαλεί βουλευτή που καθυστερεί «μας ελέγετε τα άσπρα ήτον έτοιμα, και σήμερον είκοσι ημέρας μήτε άσπρα, μήτε απόκρισίν σας ελάβαμεν» (Παλιγγ. 1.183). Ή, όπως το συνοψίζει επιστολή της Γερουσίας Δυτικής Χέρσου Ελλάδος προς τον Βαρνακιώτη (Φυσ. 129): «επειδή είναι χρεία δι’ άσπρα». Δει δε χρημάτων!

 

Posted in 1821, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα, Φρασεολογικά, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Το μέταλλο των Νίκων

Posted by sarant στο 18 Αυγούστου, 2022

Όπως ξέρετε πολλοί, σε μιαν άλλη ζωή ήμουν χημικός μηχανικός. Τώρα πια λεξιλογώ μόνο, και τη χημεία την έχω αφήσει ν’ αραχνιάζει, αν και στο ιστολόγιο έχουμε γράψει μερικά άρθρα (όχι πολλά) για χημικά στοιχεία, από γλωσσική βεβαίως άποψη εξετασμένα.

Και το σημερινό άρθρο θα είναι αφιερωμένο σ’ ένα μέταλλο, όχι πολύτιμο καθαυτό αλλά που τελευταία αποκτά στρατηγική σημασία, ένα μέταλλο που το θυμήθηκα χτες το μεσημέρι, καθώς είδα μια διαφήμιση στο καθαριστήριο της γειτονιάς (εδώ στο Λουξεμβούργο). Θα μπορούσα να είχα γράψει νωρίτερα άρθρο για το μέταλλο αυτό, θα έλεγε κανείς πως το χρωστούσα, αφού είναι το μέταλλο των Νίκων.

Για να μην με πείτε μυστικοπαθή, βάζω τη φωτογραφία του, κι αν δεν το αναγνωρίσατε αμέσως θα σας το φανερώσω, είναι το νικέλιο.

Το χημικό στοιχείο Νικέλιο είναι μέταλλο, με ατομικό αριθμό 28 και σύμβολο το Ni. Ειναι σκληρό, πιο σκληρό από τον σίδηρο και, όπως δείχνει η φωτογραφία, έχει χρώμα αργυρόλευκο και αν στιλβωθεί λάμπει έντονα.

Το νικέλιο είναι ανθεκτικό στην οξείδωση και γι’ αυτό μια από τις πιο γνωστές χρήσεις του είναι η νικέλωση ή επινικέλωση, που είναι η κάλυψη ενός μεταλλικού αντικειμένου με ένα λεπτό στρώμα από νικέλιο, ώστε το αντικείμενο να μην οξειδώνεται εύκολα. Έχουμε επινικελωμένα σκεύη, έχουμε και τα νίκελ του αυτοκινήτου -διότι τα (επι)νικελωμένα εξαρτήματα λέγονται και νίκελ, όπως νίκελ λέγεται και το ίδιο το νικέλιο.

Ο παππούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος ή Άχθος Αρούρης, ερασιτέχνης χημικός (σόι πάει το βασίλειο) είχε μαζί με τα αδέρφια του ανοίξει ένα επινικελωτήριο στη δεκαετία του 1930, αν και το εγχείρημα αποδείχτηκε βραχύβιο διότι με το κίνημα του 1935 έκοψαν οι δουλειές, επιστρατεύτηκε ο ένας αδελφός και, τελικά, ο παππούς επέστρεψε στην υπαλληλία.

Η νικέλωση είναι η πιο παλιά χρήση του νικελίου, όμως δεν είναι πολύτιμο γι’ αυτό το λόγο το μέταλλο, κι ας δίνει εντυπωσιακή στιλπνότητα στα διάφορα μαραφέτια. Χρησιμοποιείται βέβαια και σε νομίσματα, αλλά, πολύ περισσότερο, στην παραγωγή ανοξείδωτου χάλυβα και σε άλλα κράματα. Επίσης σε μαγνήτες, μια που είναι ένα από τα τέσσερα σιδηρομαγνητικά μέταλλα -με το κράμα AlNiCo, με αλουμίνιο και κοβάλτιο. Και τώρα που οι μπαταρίες πάσης φύσεως αποκτούν καίρια σημασία, το νικέλιο προβλέπεται να έχει τεράστια ζήτηση, γι’ αυτό και παγκοσμίως ανεβαίνει η τιμή του.

Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε -δεν θα λεξιλογήσουμε για το νικέλιο;

Φυσικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, χημεία, Ετυμολογικά, Νομίσματα | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »

Πληρώνει, παίζει και γράφει…

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2022

O τίτλος του σημερινού άρθρου παραπέμπει σε μια παλιά διαφήμιση της Bic: Ξυρίζει, ανάβει και γράφει κι απλουστεύει τη ζωή, έλεγε η διαφήμιση, εννοώντας τα ξυραφάκια, τους αναπτήρες και τα στυλό διαρκείας, τα τρία βασικά προϊοντα της Bic.

Αλλά τι είναι εκείνο που πληρώνει, παίζει και γράφει; Δεν είναι εταιρεία που παράγει τρία προϊόντα, είναι μια λέξη, στην οποία θ’ αφιερωθεί το σημερινό άρθρο.

Για να δωσω μια βοήθεια, την περασμένη βδομάδα είχαμε το άρθρο για το καλαμάρι, τόσο το κεφαλόποδο όσο και το μελανοδοχείο, κι ένας φίλος στο Φέισμπουκ μου παράγγειλε: αφού είπαμε για το χαρτί και το καλαμάρι, δεν βάζεις κι ένα άρθρο για την …., που κι αυτή έχει διπλό και τριπλό ρόλο;

Θα το καταλάβατε, η λέξη που λείπει είναι η πένα -και με την πένα κάποτε γράφαμε, εξακολουθούμε να παίζουμε διάφορα έγχορδα όργανα, ενώ επίσης με πένες πληρώνουμε, δηλαδή χρησιμοποιούμε το σχετικό νόμισμα.

Εδώ όμως αρχίζουν από τα πίσω έδρανα να διατυπώνονται αντιρρήσεις: μία λέξη τα κάνει όλα αυτά ή μήπως έχουμε περισσότερες από μία, ομόγραφες;

Όσοι θυμούνται το σχετικά πρόσφατο άρθρο μας για τις λέξεις-φίλτρα, δηλαδή τις ομόγραφες λέξεις διαφορετικής ετυμολογίας, στα σχόλιά σας είχατε αναφέρει και την περίπτωση της πένας (το άρθρο την είχε, κακώς, παραλείψει).

Πράγματι, στα λεξικά θα βρείτε δύο λήμματα «πένα». Η μία είναι η υποδιαίρεση της στερλίνας. Η άλλη είναι η πένα που κάνει όλα τα άλλα. Τουλάχιστον διά γυμνού οφθαλμού, αυτές οι δυο πένες δεν συνδέονται ετυμολογικά.

Η πένα το νόμισμα είναι, σήμερα, το 1/100 της βρετανικής στερλίνας. Tη βλέπουμε αριστερά με την εικόνα της βασίλισσας Ελισάβετ. Λέω «σήμερα», διότι η υποδιαίρεση της στερλίνας σε 100 πένες είναι κάτι που ισχύει από το 1971. Πρωτύτερα, η λίρα διαιρούταν (σικ, ρε) σε 20 σελίνια και το σελίνι σε 12 πένες, άρα η λίρα είχε 240 πένες. Αλλά τότε η πένα δεν ήταν η χαμηλότερη υποδιαίρεση, μια και εκείνη με τη σειρά της διαιρούταν σε 4 φαρδίνια.

Θα δείξω τα χρόνια μου: στην 6η δημοτικού, που μαθαίναμε τους συμμιγείς αριθμούς, έμαθα για πένες, σελίνια και φαρδίνια, και πώς να πολλαπλασιάζω συμμιγείς, κι έτσι μπορούσα να ξέρω πόσα θα πληρωσω για 4 κιλά πορτοκάλια, αν το 1 κιλό πωλείται προς 6 σελίνια και 8 πενες. Από μια άποψη άχρηστη γνώση διότι όταν τα έμαθα αυτά, αρχές του 1972, το καρολίγγειο σύστημα (με σελίνια και φαρδίνια) είχε ήδη δώσει τη θέση του στο δεκαδικό!

Η αγγλική πένα είναι μεταφορά του αγγλικού penny, το οποίο ανάγεται στο παλαιό αγγλικό penning, που έχει παλαιογερμανική προέλευση, όχι βεβαιωμένη. Σύμφωνα με μια από τις θεωρίες συνδέεται με το λατιν. pannus, ύφασμα, αφού συχνά τα υφάσματα χρησιμοποιούνταν ως νόμισμα. Αν αυτό ισχύει, συνδέεται με το πανί. Το βέβαιο είναι πως από την ίδια ρίζα με την penny προέρχεται το γερμανικό Pfennig, η υποδιαίρεση του πάλαι ποτέ μάρκου. Οι μετανάστες στη Γερμανία τα έλεγαν «φοινίκια».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαφημίσεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα, Ομόηχα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Τα τάλιρα της κοιλάδας

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2021

Τάλιρα βεβαίως δεν υπάρχουν σήμερα, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Μια από τις παράπλευρες συνέπειες της εισαγωγής του ευρώ πριν από 20+ χρόνια, ήταν και ότι έθεσε υπό αμφισβήτηση όλους τους όρους που υπήρχαν για να δηλώνουν διάφορες αξίες κερμάτων της εποχής της δραχμής: το δίφραγκο και το τάλιρο κυρίως, αλλά ακόμα και το δεκάρικο και το εικοσάρικο.

Βέβαια, η γλώσσα είναι συντηρητική. Κι αφού ακόμα επιζούν στην ομιλία μας οι παράδες (ή δεν επιζούν;) και τα φράγκα, που έχουν πάψει να ισχύουν εδώ και πολλές πολλές δεκαετίες, αιώνες μάλλον, λογικό είναι και το δίφραγκο και το τάλιρο να αντισταθούν για κάποιο διάστημα στην επίθεση του δίευρου και του πεντάευρου (εγώ τα κλίνω, και τα γράφω «δίευρο», «πεντάευρο»).

Τέλος πάντων, αφού ακόμα τα θυμόμαστε τα τάλιρα, καλό είναι να τους αφιερώσω το σημερινό άρθρο, στο οποίο, σας προειδοποιώ, θα πω μερικά πράγματα που τα έχω ήδη ξαναγράψει, αν και θα προσθέσω και πολλά καινούργια.

Το τάλιρο λοιπόν ήταν το κέρμα των πέντε δραχμών. Πρόκειται για δάνειο από το ιταλ. tallero ή από το βενετικό talaro, αλλά η ετυμολογία της λέξης μάς πηγαίνει αρκετά βορειότερα.

Tal στα γερμανικά είναι η κοιλάδα. Λοιπόν, στην κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ, που σήμερα βρίσκεται στην Τσεχία και λέγεται Jachymov, αλλά στη γερμανοκρατούμενη Βοημία λεγόταν Joachimsthal με την τότε ορθογραφία, υπήρχε ασήμι, από το οποίο έκοψαν το 1519 ωραία αστραφτερά ασημένια νομίσματα, που τα είπαν, όχι με πολλή φαντασία είναι η αλήθεια, Joachimsthaler. Τα νομίσματα αυτά είχαν, ως φαίνεται, μεγάλο σουξέ, και η συγκεκομμένη λέξη thaler περνάει στις άλλες γερμανικές διαλέκτους, και κατηφορίζει ως την Ιταλία, ως tállero, από την οποία την πήραμε κι εμείς, τάλιρο, αν και μπορεί ο δανεισμός όπως είπα να έγινε από τον βενετικό τύπο, αφού και στη χώρα μας υπάρχει ο τύπος «τάλαρο» που μπορεί να είναι παλιότερος.

Βέβαια, αν είστε οπαδοί του Γκας Πορτοκάλος, όπως η αείμνηστη κ. Τζιροπούλου, θα προτιμήσετε μιαν ελληνοπρεπή (παρ)ετυμολογία, και θα προσφύγετε στον ομηρικό «τάλαρο», που σημαίνει «καλάθι», λέξη που μάλιστα επιβιώνει σε διαλεκτικές μορφές και σήμερα (ταλάρια στην Ήπειρο και στην Κύπρο) -και αφού συμβαίνει τα μέτρα βάρους ή όγκου να χρησιμοποιούνται και για ονομασίες νομισμάτων, ποιος μας πιάνει, η παρετυμολογία είναι έτοιμη, κι αν κάποιος παρατηρήσει ότι κάνετε άλματα χιλιετιών τον προσπερνάτε αγέρωχα, τον ανθέλληνα.

Επιστρέφουμε στην επιστημονική ετυμολογία, που έχει να μας δώσει κι άλλα ταξίδια. Διότι το thaler δεν κατηφόρισε μονάχα στα μέρη μας. Αφού αποτέλεσε το πιο διαδεδομένο νόμισμα στη βόρεια Γερμανία και στις σκανδιναβικές χώρες, πέρασε και στα ολλανδικά ως daler και από εκεί το πήραν οι Εγγλέζοι ως dollar.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γκας Πορτοκάλος, Ετυμολογικά, Νομίσματα, Ομοιοκαταληξία, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , , , , , | 154 Σχόλια »

Η μέρα με τα τριάμισι εικοσάρια

Posted by sarant στο 20 Οκτωβρίου, 2020

Σήμερα ο μήνας έχει είκοσι. Έχουμε δηλαδή 20 Οκτωβρίου του 2020 ή αλλιώς 20/10/2020, μια μέρα με τρία εικοσάρια, ή ίσως τριάμισι, αν πάρουμε υπόψη και το 10 του Οκτωβρίου. Με το σημερινό άρθρο συνεχίζουμε μια παράδοση του ιστολογίου.

Οι ταχτικοί θαμώνες ίσως να θυμούνται ότι στις 12 Δεκεμβρίου του 2012 (στις 12/12/12) είχα γράψει ένα άρθρο για τη Μέρα με τα τρία δωδεκάρια, συνεχίζοντας μια παράδοση που ήδη μετρούσε τέταρτο χρόνο, αφού στις 11/11/2011 είχαμε τη μέρα με τα τρία εντεκάρια, στις 10/10/ 2010 είχαμε γράψει για τη  μέρα με τα τρία δεκάρια και στις 9/9/2009 για  την αντίστοιχη μέρα με τα τρία εννιάρια. Η ωραία αυτή παράδοση κινδύνεψε να σταματήσει το 2013, διότι μέρα με τρία 13άρια δεν υπάρχει, αφού δεν έχουμε δέκατο τρίτο μήνα, τελικά όμως σκέφτηκα ότι η 13/3/13 ήταν μια καλή προσέγγιση κι έτσι έγραψα το άρθρο για τα δεκατριάρια, και στο ίδιο πατρόν το 2014 το άρθρο για τα δεκατεσσάρια, στις 14/4/14. Στις 15/5/15 αγρόν ηγόραζα, κι έτσι το αντιστοιχο άρθρο με τα δεκαπεντάρια το έβαλα τελικά στις 15 Οκτωβρίου, αλλά το 2016 επανήλθα στην κανονικότητα κι έτσι είχαμε το άρθρο για τα δεκαεξάρια στις 16/6/16 και το άρθρο για τα δεκαεφτάρια στις 17/7/17. Το άρθρo για τα δεκαοχτάρια θα έπρεπε να δημοσιευτεί στις 18 Αυγούστου, αλλά λόγω ραστώνης δημοσιεύτηκε στις 18/9/18. Πέρυσι είχαμε το άρθρο για τα δεκαεννιάρια στις 19/9/19, ενώ το φετινό άρθρο θα μπορούσε να δημοσιευτει στις 20/2/20, αλλά το ξέχασα, οπότε το βάζω σήμερα.

Με την ευκαιρία, του χρόνου που θα έχουμε το άρθρο για το 21, πότε κρίνετε ότι πρέπει να δημοσιευτεί; Στις 21/01/2021 ή στις 21/11/2021; Ή σε άλλη ημερομηνία;

Λοιπόν, ο αριθμός 20, ο είκοσι, είναι αριθμός που έχει ενδιαφέρον από πολλές απόψεις.

Καταρχάς, είναι στρογγυλός -όχι απλώς είναι ζυγός, αλλά διαιρείται και με το 4 και με το 5. Μπορεί να παρασταθεί ως το τετράγωνο ενός πρώτου επί έναν άλλο πρώτο, ενώ ακόμα είναι το άθροισμα των δύο πρώτων άρτιων τετραγώνων (22 + 42).

Πιο κοντά μας όμως, το είκοσι είναι πάνω μας, είναι συνυφασμένο με το είναι μας. Αν το 10 το βλέπουμε στα δεκα δάχτυλα του χεριού μας, το είκοσι βρίσκεται στα δάχτυλα χεριών και ποδιών -«να έχεις την ευχή μου από τα είκοσί μου τα νύχια» λέει μια λαϊκή ευχή που τη συνήθιζε και η γιαγιά μου.

Γι’ αυτό μάλιστα και το είκοσι αποτελεί τη βάση του «εικοσαδικού» αριθμητικού συστήματος, που έχει δηλαδή βάση το 20 αντί για το 10. Φαίνεται πως στα πανάρχαια χρόνια το εικοσαδικό ανταγωνίστηκε με το δεκαδικό και ίχνη του υπάρχουν σε πολλές γλώσσες, όχι μόνο σε μακρινές ηπείρους αλλά και στην Ευρώπη.

Η πιο γνωστή επιβίωση του εικοσαδικού συστήματος βρίσκεται στα γαλλικά, όπου οι αριθμοί από το 70 ως το 99 δεν αναλύονται ως Νx10+μονάδα (π.χ. 56 είναι cinquante-six, πενηνταέξι) αλλά το 80 είναι quatre-vingt, τέσσερα επί είκοσι, και το 90 είναι quatre-vingt-dix, τέσσερα επί είκοσι συν δέκα ενω το 99 είναι quatre-vingt-dix-neuf, τέσσερα επί είκοσι συν δεκαεννέα (άρα δεν είναι αμιγές εικοσαδικό). Αυτή η ιδιοτυπία ισχύει για τα στάνταρ γαλλικά της Γαλλίας, όχι τα βαλονικά ή τα γαλλικά της Ελβετίας. Εδώ που βρίσκομαι και έχω τηλέφωνο που έχει μέσα το «91» όταν δίνω τον αριθμό τηλεφώνου μου στα γαλλικά προτιμώ να διαλεκτοφωνώ και να λέω nonante et un αντί quatre-vingt-onze.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Αριθμολογία, Νομίσματα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 160 Σχόλια »

Στον καιρό του κορονοϊού

Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στη στήλη μου στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς αλλαγές.

Στον καιρό του κορονοϊού

Ποια άλλη θα μπορούσε να είναι η λέξη της επικαιρότητας -όχι του μήνα, μα και της χρονιάς τουλάχιστον; Ο μήνας που ανέτειλε βρίσκει τη χώρα αλλά και όλη την Ευρώπη, όπως και τον μισό πλανήτη σε πανδημία, σε καραντίνα, σε καθεστώς περιορισμού κινήσεων. Επιστήμονες απ’ όλον τον κόσμο προσπαθούν να βρουν εμβόλιο, εργοστάσια παράγουν με φρενήρη ρυθμό μάσκες και ιατρικά εφόδια, εμείς θα λεξιλογήσουμε για τον κορονοϊό.

Κορονοϊοί υπάρχουν πολλοί, αυτός που μας πολιορκεί είναι ο Covid-19. Κορονοϊός ήταν, ας πούμε, και ο ιός του SARS το 2003 ή του MERS το 2012, με κοινό στοιχείο ότι όλοι προκαλούν λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος.

Το αγγλικό του όνομα είναι coronavirus. Λέγεται έτσι επειδή, αν τον κοιτάξουμε στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, φαίνεται σαν να έχει στην επιφάνειά του μια σειρά εξογκώματα που σχηματίζουν ένα είδος στεφάνης ή στέμματος (που μοιάζει και με το αστρικό στέμμα του ήλιου και των πλανητών). Αυτό το corona του αγγλικού όρου είναι παρμένο από τα λατινικά όπου corona είναι, όχι απρόσμενα, το στέμμα, αυτό που εμείς λέμε κορόνα.

Από το 1976 γράφουμε «κορόνα» και όχι «κορώνα» όπως το γράφαμε παλιότερα, διότι πρόκειται για δάνειο, ή μάλλον για αντιδάνειο, αφού το λατινικό corona ανάγεται στο αρχαίο «κορώνη», που ήταν αφενός η κουρούνα και αφετέρου κάθε λογής κυρτά ή καμπύλα αντικείμενα, σαν το ράμφος της κουρούνας. Για παράδειγμα, στο α της Οδύσσειας, ο Τηλέμαχος θύρην δ᾿ ἐπέρυσσε κορώνῃ
ἀργυρέῃ
, δηλαδή «τράβηξε την πόρτα απ’ τ’ ασημένιο κρικέλι», που μεταφράζει ο Ζ. Σίδερης.

Η λέξη πέρασε στα λατινικά όπου corona σήμαινε στεφάνη και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες με τη σημασία «στέμμα». Από εκεί επέστρεψε ως αντιδάνειο μέσω ιταλικών στα ελληνικά, κορόνα, με τη σημασία καταρχάς του στέμματος.

Κορόνα φορούσαν οι εστεμμένοι, οι βασιλιάδες· οι κοινοί θνητοί έλεγαν, και ακόμα λένε, «σ’ έχω κορόνα στο κεφάλι μου» προς το έτερόν τους ήμισυ ιδίως, είτε ειλικρινά είτε χαριτολογώντας, για να δείξουν σε πόσο μεγάλη εκτίμηση το έχουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in χημεία, Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νομίσματα | Με ετικέτα: , , | 464 Σχόλια »

Η χολεριασμένη (διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2020

Τις Κυριακές βάζουμε λογοτεχνικό θέμα, και σήμερα αποφάσισα να βάλω κάτι επίκαιρο, σχετικό με τους καιρούς πανδημίας που περνάμε. Μου το θύμισε μια ανάρτηση του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ο οποίος αναφέρθηκε σε λογοτεχνικά έργα που έχουν γραφτεί με αφορμή επιδημίες του παρελθόντος. Ο Κουτσουρέλης μάλιστα επισήμανε ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348 στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο.

Τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά. Σήμερα θα δημοσιεύσουμε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, που το είχα βάλει στον παλιό μου ιστότοπο, τη Χολεριασμένη και αφορά την επιδημία που έπληξε την Αθήνα το 1854, όπως τη διηγήθηκε στον Παπαδιαμάντη μια «σεβάσμια γερόντισσα Αθηναία».

Το διήγημα δημοσιευτηκε στο περιοδικό Παναθήναια τον Οκτώβριο του 1901. Στο ίδιο περιοδικό είχε προηγουμένως δημοσιευτεί και το συγγενικό διήγημα Το θαύμα της Καισαριανής.

Παραθέτω μονοτονισμένα (αν θέλετε πολυτονικό, εδώ).

Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ

Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και την άλλην, την επιγραφομένην «Το Θαύμα της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είναι η κυρα-Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβάσμια γερόντισσα Αθηναία.

«Με είχαν παραιτήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι ο αδερφός μου… Είχα πανδρευθεί μικρή, μ’ αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που βλέπεις, που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από μένα.

Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών χρονών. Εκείνος μ’ έπαιρνε στα γόνατα του, και μ’ εφίλευε καραμέλες. Θα ήτον τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ’ αυτά τα πράγματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Νομίσματα, Παπαδιαμάντης, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Το μοιραίο πεντοχίλιαρο

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2014

Πεντοχίλιαρο είναι το χαρτονόμισμα των πέντε χιλιάδων -αλλά δεν φτάνουν όλα τα νομίσματα σε τραπεζογραμμάτια τόσο μεγάλης ονομαστικής αξίας. Το ευρώ, ας πούμε, φτάνει μέχρι το πεντακοσάρικο, το μάρκο (όταν υπήρχε) έφτανε ίσαμε το χιλιάρικο (ο «ιδρωμένος πατέρας» που τον λέγανε οι λαζογερμανοί), το γαλλικό φράγκο, όταν υπήρχε κι αυτό, επίσης ίσαμε πεντακοσάρικο έφτανε, ενώ το δολάριο, αν δεν σφάλλω, δεν έχει πάνω από κατοστάρικο. Η δραχμή, στα τελειώματα, είχε φτάσει να τυπώσει και δεκαχίλιαρο, που είχε, θα θυμάστε, τον γιατρό Γεώργιο Παπανικολάου επάνω, αλλά το δεκαχίλιαρο δεν έζησε και πολλά χρόνια, από το 1995 που καθιερώθηκε ίσαμε το 2002 που καταργήθηκε λόγω του ευρώ, ενώ το πεντοχίλιαρο, που κυκλοφόρησε το 1984, πρόλαβε ακόμα και να ενηλικιωθεί -και βέβαια να γίνει και τραγούδι με τη Γλυκερία, που αναρωτιόταν γιατί τα πεντοχίλιαρα να μην είναι πετσετάκια:

Τα πεντοχίλιαρα εκείνα (που κινδύνεψαν να γίνουν πετσετάκια) είχαν επάνω τον Κολοκοτρώνη, και γι’ αυτό ονομάστηκαν, στην αργκό της εποχής, και «κολοκοτρώνηδες», αλλά επίσης και «πετσετάκια». Τα πετσετάκια θυμίζουν κι άλλο ένα νόμισμα, τις ισπανικές πεσέτες, αλλά παρά την ηχητική ομοιότητα οι πετσέτες του μπάνιου δεν έχουν ετυμολογική σχέση με τις ισπανικές πεσέτες, ένα ακόμα νόμισμα που καταργήθηκε με την έλευση του ευρώ. Η ισπανική πεσέτα, στο τέλος της ζωής της, είχε αξία διπλάσια από τη δραχμή μας (αν και κάποτε είχε ξεκινήσει από χαμηλότερα), κι έφτανε κι αυτή μέχρι το δεκαχίλιαρο -φυσικά, το ισπανικό δεκαχίλιαρο, όπως και το πεντοχίλιαρο, έδειχναν τον Χουάν Κάρλος.

Πεντοχίλιαρα είχαμε και παλιότερα στην Ελλάδα, τόσο μεταπολεμικά (πριν κοπούν τα τρία μηδενικά στη δεκαετία του 50) όσο και προπολεμικά, κι αυτά τα τελευταία τα απαθανάτισε ο Μάρκος Βαμβακάρης στα ιστορικά «Ματσάκια πεντοχίλιαρα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Γιουτουμπάκια, Νομίσματα, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Το τάλιρο και το πεντάευρο (και φυσικά όχι *πεντάευρω)

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2014

 

Τις μέρες αυτές έγινε πολύς λόγος για το εικοσιπεντάευρο, δηλαδή το εισιτήριο για τη νοσηλεία ασθενών στα δημόσια νοσοκομεία, που τελικά αποφασίστηκε, όπως διαβάζω, να μην εφαρμοστεί, και σε αντάλλαγμα να αυξηθεί κατά πέντε λεπτά το πακέτο η τιμή των τσιγάρων.

Δεν θα συζητήσω αν ήταν δικαιολογημένο ή όχι το μέτρο, κι αν είναι σωστή η αντικατάστασή του, αυτά μπορούμε να τα συζητήσουμε άνετα στα σχόλια· εμείς εδώ λεξιλογούμε και το σημερινό άρθρο θέλει να περιοριστεί στα λεξιλογικά –και, συγκεκριμένα, στο πώς αποκαλούνται τα διάφορα νομίσματα και χαρτονομίσματα τώρα που ο ερχομός του ευρώ, εδώ και 12 χρόνια, διατάραξε τις παλιές καθιερωμένες ονομασίες που ίσχυαν επί δραχμής.

Παλιά, τότε που κυκλοφορούσαν ακόμα νομίσματα με τις υποδιαιρέσεις της δραχμής, είχαμε τα εξής νομίσματα:

το νόμισμα των 5 λεπτών, πεντάλεπτο ή κοινώς πεντάρα
το νόμισμα των 10 λεπτών, δεκάλεπτο ή δεκάρα
το νόμισμα των 20 λεπτών, εικοσάλεπτο ή κοινώς εικοσάρα
το νόμισμα των 50 λεπτών, πενηντάλεπτο ή πενηνταράκι
το νόμισμα της μίας δραχμής, η δραχμή, ή φράγκο
το νόμισμα των 2 δραχμών, δίδραχμο ή δίφραγκο
το νόμισμα των 5 δραχμών, πεντάδραχμο ή τάλιρο
το νόμισμα των 10 δραχμών, δεκάδραχμο ή δεκάρικο
το νόμισμα των 20 δραχμών, εικοσάδραχμο ή εικοσάρικο
το νόμισμα των 50 δραχμών, πενηντάδραχμο ή πενηντάρικο
το νόμισμα των 100 δραχμών, εκατοντάδραχμο ή κατοστάρικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Νομίσματα, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , | 214 Σχόλια »