Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ντοπιολαλιές’ Category

Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα (διήγημα του Γ. Βιζυηνού)

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2023

Προχτές, στο άρθρο του Άρη Μπερλή για τις μεταγλωττίσεις παλαιότερων κειμένων, έγινε λόγος και για τον Γεώργιο Βιζυηνό, που έγραψε διηγήματα στην καθαρεύουσα τα οποία ίσως είναι δυσπρόσιτα σε πολλούς αναγνώστες σήμερα. Μάλιστα, ο φίλος μας ο Πέπε, σε ένα πολύ ενδιαφέρον σχόλιό του, μας αφηγήθηκε πώς δίδαξε στο γυμνάσιο της Καρπάθου το διήγημα Το μόνον της ζωής του ταξίδιον, του Βιζυηνού ακριβώς.

Σκέφτηκα λοιπόν ότι ταιριάζει να βάλουμε σήμερα ένα διήγημα του Βιζυηνού με θέμα, ακριβώς, το γλωσσικό ζήτημα. Και εδώ ο Βιζυηνός συναντά τον Ροΐδη, ας πούμε, διότι και αυτός συνηγορεί υπέρ της δημοτικής και εναντίον της καθαρεύουσας, γράφοντας όμως σε καθαρεύουσα. Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο φύλλο 48 του περιοδικού Εβδομάς (28.1.1885), ενός περιοδικού με αξιόλογη λογοτεχνική ύλη, φυσικά στην καθαρεύουσα εκτός από τα ποιήματα -«εκδίδοται κατά Κυριακήν» έγραφε η προμετωπίδα του. Στην Απολογία της δημοτικής, που εκδόθηκε το 1914 από τον Εκπαιδευτικό Όμιλο, ανθολογούνται μικρά αποσπάσματα από τον πρόλογο και τον επίλογο του διηγήματος του Βιζυηνού.

Ο Βιζυηνός ύστερα από μια πρώτη προλογική παράγραφο αφηγείται ένα επεισόδιο της σχολικής του ζωής, όταν ο νέος δάσκαλος προσπαθούσε να βαφτίσει πρόσωπα και πράγματα σε γλώσσα αρχαΐζουσα. Ο Βιζυηνός δείχνει οξυμένο γλωσσικό αισθητήριο και γνώσεις γλωσσολογίας, ενώ αξίζει να προσεχτεί η παρατήρησή του για την αποφυγή της χασμωδίας στο ιδίωμα του χωριού του, που είναι βέβαια φαινόμενο πολύ ευρυτερα διαδεδομένο. (Και επίσης μου κάνει εντύπωση ότι απευθύνεται σε «αναγνώστες και αναγνώστριες», κάτι πολύ μοντέρνο για το 1885).

Το κείμενο το πήρα από τον παλιό μου ιστότοπο, δηλαδή μονοτονισμένο και με εκσυγχρονισμένη ορθογραφία από την έκδοση της Εστίας. Το μειονέκτημα του μονοτονισμού φαίνεται στις δοτικές, ιδίως στο «Αγαθή τύχη», με το οποίο αρχίζει το διήγημα, που είναι δοτική. Επίσης, ο πληκτρολογητής έχει κάνει μερικά λαθάκια. Σύγκρινα τώρα με την πρώτη δημοσίευση και μερικά τα διόρθωσα.

Μετά το διήγημα δημοσιεύω το κείμενο μεταγλωττισμένο στο θρακικό ιδίωμα, όπως δημοσιεύτηκε πέρυσι στο περιοδικό Χάρτης.

ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ

          Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ’ εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος. Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω: Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν’ αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν· οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρον πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή διά των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις! Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ’ αυτό την ύπαρξίν της, είναι… Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του ποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.

          Όταν ήμην μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν την αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος, και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι έν τινι απ’ αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ’ εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ’ όσο και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι;…

          Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον, ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν ακόμη φθάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.

   ― Πώς σε λέγουν εσένα;

   ― Θόδωρο Μπεράτογλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πώς σε λέν;

   ― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.

          Και ούτω καθ’ εξής εν μιά ημέρα μετέβαλεν, ο αθεόφοβος, όλα τα βαπτιστικά μας ονόματα, αρσενικά και θηλυκά, τοιουτοτρόπως ώστε, αν συνέβαινε να έλθει κατ’ εκείνη την εποχήν εις το χωρίον μας ξένος τις εκ των αγαθών φιλελλήνων, θα επίστευεν αναμφιβόλως, ότι ανεκάλυψεν αίφνης την αρχαίαν Ελλάδα ολοζώντανον, με όλους αυτής τους θεούς, τας θεάς, τους ημιθέους και τους ήρωας, τους ποιητάς και τους σοφούς της φοιτώντας εις το αλληλοδιδακτικόν σχολείον, γυμνούς μεν τους πόδας και ασκεπείς την κεφαλήν, όπως άλλοτε, αλλά βρακοφορούντας και γελεκοφορούντας και αντεροφορούντας!

          Οπωσδήποτε, όταν ο ασυνείδητος εκείνος άνθρωπος, έπεισε τον κόσμον ότι εγώ δεν είμαι το Γιωργί του χωρίου μου, αλλά ο Γοργίας, το πράγμα δεν μου ήγγισε τόσον δα την καρδίαν: το επήρα δι’ αστείον. Άλλωστε εγώ δεν ονόμαζον ποτέ τον εαυτόν μου και η μεταβολή απέβλεπε τους όσοι έμελλον να με καλώσι με το νέον μου όνομα.

          Αλλά τα περιγραμμάτου του διδασκάλου μας δεν περιορίσθησαν εις τα ονόματά μας μόνον. Δις η τρις της εβδομάδος ηγγάρευέ τινας εξ ημών δια να ξεβοτανίζομεν τον κήπον της μητροπόλεως. Εγώ δεν έβλεπον την ώραν να έλθη η σειρά μου. Εν τω κήπω υπήρχεν έν δένδρον ανθισμένον ως το ιδικόν μας. Χωρίς άλλο θα εμάνθανον τι πράγμα είναι αυτό το δένδρον. Όταν, τέλος, αγγαρευθείς και εγώ ευρέθην μετά του διδασκάλου ενώπιον της μηλιάς:

   ― Τι πράγμα εν’ αυτό το δένδρον, δάσκαλε, τον ηρώτησα, δείξας προς αυτόν δια του δακτύλου.

   ― Μηλέα, απεκρίθη εκείνος.

   ― Όχι! απήντησα εγώ, δεν το ξέρεις! Αυτό ν’ μηλιά!

          Ήτο η κακή ώρα που το είπα, διότι από τότε ήρχισαν τα βάσανά μου με αυτόν τον διδάσκαλον. Θεούς και ανθρώπους μαρτύρομαι, ότι εγώ ηρώτησα ουχί περί του ονόματος ―το όνομα το ήξευρον ― αλλά περί του πράγματος: τι πράγμα είναι το δένδρον ήθελον να μάθω, τίποτε άλλο. Ο διδάσκαλος μου όμως, δεν ηξεύρω τι παθών, απεφάσισεν απ’ εκείνης της στιγμής να με μάθει και καλά ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!

   ― Πες πως το λένε μηλέα! εκραύγαζεν έξαλλος ο ισχνός και χλωμός νεανίσκος, κρατών με από το ωτίον και δεικνύων το δένδρον.

   ― Μπα, π’ ανάθεμά τον! εσκεπτόμην εγώ ηγανακτισμένος, πώς ημπορεί αυτό ποτέ, να γίνει η μηλιά μηλέγα! Αυτό είναι το ίδιο δένδρο που έχουμεν εις τον κήπον μας, κάμνει τα αυτά άνθη, τα αυτά φύλλα, τους αυτούς καρπούς, δεν ημπορεί παρά να είναι και αυτό μηλιά, όπως η εδική μας. Το ξεύρω από μιας αρχής, με το έμαθεν η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποίον να πιστεύσω περισσότερον, την μητέρα μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένον, που ήλθε να μας αλλάξει τα ονόματά μας!

   ― Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! απεκρινόμην οσάκις με ηρώτα· αυτό ν’ μηλιά!

   ― Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λέν.

          Και -αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί- μου έδωκεν ο αθεόφοβος τεσσαράκοντα παρά μίαν, οξύτατα κραυγάζων εν τω μεταξύ να ειπώ ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!

          Τώρα πρέπει να ηξεύρητε ότι εις το χωρίον μου επικρατεί μια φυσική κατά της χασμωδίας αντιπάθεια, συνεπεία δε ταύτης αι πλείσται των λέξεών μας υπόκεινται εις εκθλίψεις πολλάς και συνιζήσεις, ενώ άλλαι τινές λαμβάνουν το γ μεταξύ των φωνηέντων, ως τα θεγός, νέγος, ωραίγα, αντί θεός, νέος, ωραία κτλ. Είχον λοιπόν εγώ ο δυστυχής όχι μόνο να θυσιάσω την μηλιάν εις την μηλέαν, αλλά και να υπερνικήσω την αντιπάθειαν ταύτην, να προφέρω δηλαδή μηλέα αντί μηλέγα: κατόρθωμα, προς το οποίον δεν με εβοήθουν τότε τα φωνητικά μου όργανα. Φαντάζεσθε λοιπόν τι υπέφερα από τον μονομανή εκείνον διδάσκαλον, έως ότου κατορθώσω και το εν και το άλλο, και να είπω επί τέλους ότι η μηλιά είναι  μηλέα!

          Εν τούτοις, όταν μετ’ ολίγον, μεταβάς εις τον οίκον μας, είδον το ωραίον μας δένδρον ανθοβολούν και μυροβόλον εν τω κήπω, κολακευτικώς περιβομβούμενον υπό των επ’ αυτού πετομένων μελισσών, ησθάνθην τόσην εντροπήν, τόσην εντροπήν! Ενόμιζον ότι έκαστος των πρασίνων οφθαλμών του με έβλεπε θυμωμένος· έκαστον των ανθέων του ήνοιγε τα χείλη να με είπει ότι τα επρόδωσα… Και μοι εφάνη ότι ο γενικός εκείνος βόμβος ήτο πικρός της ανοησίας μου έλεγχος! Και πώς να μη με ειπούν ανόητον και πώς να μη μ’ ελέγξουν, αφού το δένδρον, το οποίο έβλεπα ενώπιόν μου, ήτο όλως διόλου το αυτό με το δένδρον της μητροπόλεως και όμως εγώ το αρνήθηκα και είπα ότι δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!

          Ενθυμούμαι ότι όλην εκείνην την νύκτα έβλεπον εις τον ύπνον μου τα άνθη της μηλιάς ως άπειρον πληθύν μικροσκοπικών ωραίων λευκοφόρων κορασίων, τα οποία με περιεβόμβουν παραπονούμενα, επιπλήττοντα, ελέγχοντά με δια την ανοησίαν μου.

          Όταν την επιούσαν εισήλθον εις το σχολείον, έρριψα επί του διδασκάλου περιφρονητικόν, προκλητικόν βλέμμα.

   ― Πως το λέγουν το δένδρο που σε είπα, βρε χαϊβάνι; με ηρώτησεν εκείνος χαιρεκάκως.

   ― Μηλιά, δάσκαλε, απάντησα εγώ μετά πείσματος και προέβην εις την θέσιν μου.

          Αλλά δεν επρόφθασα να καθίσω και με συνέλαβεν ο σκληρός από του ωτίου και ήρχισεν πάλιν να με βασανίζει. Δεν είναι πολύ τιμητικόν διά το γένος των δασκάλων να σας διηγηθώ ποσάκις ετιμωρήθην δια να ειπώ και καλά ότι η μηλιά είναι μηλέα· διότι εννοείται ότι έπρεπεν επί τέλους να ενδώσω και να το ειπώ, άλλως εκινδύνευεν η ζωή μου. Εν τούτοις -το λέγω προς ικανοποίησιν της ιδικής μας της μηλιάς- αυτήν δεν την επρόδωσα. Και ιδού πώς:

          Αφού είδον ότι δεν ηδυνάμην ν’ ανθέξω πλέον εις την σκληρότητα του απανθρωπαρίου εκείνου, έκαμα τον εξής λογαριασμόν με την συνείδησίν μου και είπον: αυτή η μηλιά, που είναι μέσα εις το κήπον της μητροπόλεως, ημπορεί να είναι μηλέα· και είναι μηλέα όχι δι’ άλλον λόγον, παρά… διότι ο διδάσκαλος δέρνει! Η μηλιά όμως, όπου είναι μέσα εις τον κήπο μας, είναι μηλιά, διότι είναι μηλιά! Τοιουτοτρόπως συνεβιβάσθημεν με τον διδάσκαλον.

          Αλλά έλα τώρα όπου ήρχισε μια τρομερά διαμάχη μεταξύ της μηλιάς και της μηλέας εντός της κεφαλής μου! Το πράγμα ημπορεί να φαίνεται παράξενον, να φαίνεται αστείον, αλλ’ εγώ δεν χωρατεύω.

          Η μηλιά -δηλαδή, καθώς λέγουν οι ψυχολόγοι, η παράστασις της λέξεως μηλιά- εμβήκεν εις την ψυχήν μου συγχρόνως με την παράστασιν του δένδρου και εις έναν καιρόν, κατά τον οποίον όλαι αι αισθήσεις μου είχον αναπεπταμένας τας θύρας και εδέχοντο ευχαρίστως κάθε τι, το οποίον ήρχετο συστημένον ή από την μητέρα μου ή από τους οικείους μου να κατοικήσει εντός της κεφαλής μου. Επειδή δε τότε ήτο πολύς τόπος διαθέσιμος, εκάστη παράστασις, η οποία εισήρχετο, έστηνε τον θρόνον της και εκάθιζεν όσον και όπως της ήρεσκε καλύτερα και ήτο ωσάν οικοκυρά μέσα εις το σπίτι της. Έτσι το έκαμον τόσαι άλλαι, έτσι το έκαμε και η μηλιά. Αλλά αυτή η τελευταία, εκεί όπου εκάθητο τόσα χρόνια εις την ησυχία της και είχε πλέον το σπιτικόν της και τους φίλους της -παραστάσεις, με τας οποίας συνέζησε τόσον καιρόν εις την ψυχήν μου και συνέδεσε τόσας σχέσεις προς αυτάς και συγγενείας- βλέπει μίαν ημέρα την κυρά την μηλέα, που εμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου έξαφνα – έξαφνα, τόσον μονάχη και όμως τόσο ξιππασμένη, να της λέγει της μηλιάς «σήκω συ να κάτσω εγώ!». Μπα! είπεν η μηλιά, και πώς γίνετ’ αυτό! Εγώ είμαι εδώ τόσα χρόνια, τον τόπο που κρατώ τον ηύρα αδέσποτο και έκαμα κατοχήν δικαιώματι προτεραιότητος, και ποια είσαι συ, που έρχεσαι να μου τον πάρεις; Και φώναξε τας σχετικάς της και τας φίλας της και τας ηρώτησε: Ποιά είναι, παρακαλώ, του λόγου της; Την γνωρίζετε; Όχι, όχι! απάντησαν όλαι ομοφώνως και συνεμάχησαν με την μηλιάν και ήρχισαν να εκδιώκουν την μηλέαν κακήν κακώς έξω! Έξω, ξένη. Δεν ταιριάζεις μαζί μας! Δεν σε γνωρίζομεν! Δεν σε θέλομεν! Τότε η παράστασις της μηλέας ελάμβανεν εις επικουρίαν της την παράστασιν του διδασκάλου, τας παραστάσεις των τιμωριών και εισέρχεται εκ νέου εις την συνείδησίν μου, ως άνθρωπος, όστις θέλει να παρέμβει εις την ιδιοκτησίαν των άλλων διά της αδίκου υποστηρίξεως αστυνομικών οργάνων. Αλλά καταλαμβάνετε ότι ο διδάσκαλος τιμωρεί, όχι όμως και η παράστασίς του· ότι οι ραβδισμοί προξενούν πόνον, όχι όμως και η ανάμνησις των ραβδισμών. Και λοιπόν εξανέστη αφόβως πλέον κατά της τοιαύτης παρεμβάσεως ολόκληρος η ψυχή μου και:

   ― Έξω! Έξω! έστειλα τους εισβολείς κατά διαβόλου.

          Μόνον οσάκις με ηρώτα ο αληθινός διδάσκαλος πώς το λέγουν το δένδρον απεκρινόμην ότι το λέγουν μηλέαν, αφού δα δεν επρόκειτο περί του δένδρου του κήπου μας. Αλλά και τούτο έπαυσε μετ’ ολίγον· διότι και ο αληθινός διδάσκαλος εδιώχθη κακός κακώς όχι μόνον από του περιεχομένου της ψυχής μου, αλλά και από του χωρίου μας. Ότι μετ’ αυτού έφυγαν και πάντες εκείνοι οι ονομαστικοί θεοί και ήρωες, δι’ ων επλημμύρισε το χωρίον μας, είναι περιττόν να σας το είπω. Εκείνο, το οποίον μας ενδιέφερεν ενταύθα, είναι ότι η μηλιά δεν έγινε μηλέα και ότι εγώ, με όλους εκείνους τους δαρμούς και τα μαλώματα, έμεινα χωρίς να μάθω εν τω σχολείω τι πράγμα είναι η μηλιά!

          Όσοι των αναγνωστών της Εβδομάδος ανήκουσιν εις τους αναγινώσκοντας παν οιονδήποτε άρθρον απ’ αρχής μέχρι τέλους δύνανται να διακόψουν ενταύθα την ανάγνωσιν, διότι η ιστορία μου ετελείωσεν. Όσοι όμως έχουσι την κακήν συνήθειαν ν’ αναγινώσκωσι μόνον τους επιλόγους, ας μάθωσι τουλάχιστον εντεύθεν ότι η μανία των θελόντων να διδάσκωσιν ουχί την φύσιν των πραγμάτων, εισάγοντες τα τελευταία υπό τα γνωστά αυτών ονόματα, αλλά αγνώστους λέξεις, δι’ ων απαιτούσι να ονομάζονται άγνωστα πράγματα, καθιστά την ελληνικήν μόρφωσιν σισύφειον μόχθον και καταδικάζει το έθνος εις τον διά πνευματικής ασιτίας χείριστον θάνατον! Δια τούτο το περί ελληνικής γλώσσης είναι, κατ’ εμέ, ως είπον, ουσιωδέστερον παρά το ανατολικόν ζήτημα.

Στο ηλεπεριοδικό Χάρτης δημοσιεύτηκε πρόπερσι ένα ενδιαφέρον πείραμα. Ο Τάσος Ζαφειριάδης και ο Χρήστος Φωτακίδης μεταγράψανε το διήγημα του Βιζυηνού όχι στη δημοτική αλλά στο θρακιώτικο ιδίωμα που (υπέθεσαν ότι θα) μιλιόταν το 1885 στη Βιζύη, στο χωριό όπου γεννήθηκε ο Γεώργιος Μιχαηλίδης και μετέπειτα Βιζυηνός. Είχαν ως εφόδιο τις γλωσσικές τους γνώσεις για το θρακιώτικο ιδίωμα και την καταγωγή από κοντινό με τη Βιζύη χωριό. Ιδού το κείμενο:

Γεωργής Βιζυηνός: Γιατί η μηλιά δε γέν’κε μηλέγα

Πε κισμέτ καλό, γέν’κε γκιουρουλτί τελευταία σχετικά με τη νεοελληνική γλώσσα, το πιο ουσιαστικό ζήτημα, για μένα, απ’ όσα έπρεπε να απασχολούν το έθνος μας, ίσως πιο ουσιαστικό ακόμα και πε τ’ ανατολικό ζήτημα το ίδιο. Όμως, αναγνώστες και αναγνώστριες, όσοι δεν είστε ακόμα θαυμαστές της Μεγάλης μας Ιδέγας, μην κατσιρντίστε για τ’ν άμεση αυτή σχέση του πιο σοβαρού πε τα ζητήματα με τη γραμματική των δασκάλων της Ελλάδας. Το ξέρω: Οι καλογέροι πιστεύ’να ότι θα πάμ’ όλοι στον διάβολο, όσοι δεν αποκληρών’με τους γιούς και τις κόρες μας, για ν’ αφιερώσ’με τα χωράφια μας στα μοναστήρια, για να σώσ’με την ψυχή μας. Οι συγγραφείς πιστεύ’να, σαν να ’ν’ αληθινό άρθρο πίστης, ότι δεν μπορεί να γένει εθνική πρόοδος, όσο κάθε Έλληνας δεν τρέχει να γραφτεί συνδρομητής στα βιβλία τους, δίνοντας σερμεγέ, εννοείται, για τη συνδρομή του. Κι εγώ λοιπόν μπορώ να φανώ ότι πιστεύω πως η Ελλάδα δεν θα λύσει τ’ ανατολικό ζήτημα με δικιά της νίκη, παρά μόν’ με τις απόλυτες γενικές και τα απαρέμφατα. Κι άρα έρχομαι δω να παριστάνω πως το σύνθημα του αυριανού μεγαλείου της πατρίδας δεν φτιάχν’ται πε τίποτ’ άλλο, παρά πε λόγια, λόγια, λόγια! «Όχι! Ο λόγος, που συνδέω το γλωσσικό ζήτημα της Ελλάδας με τ’ άλλο, αυτό π’ από μόνο του αφορά τ’ν ύπαρξή της έν’… Αλλά καλύτερα να τον μαντέψτε μόνοι σας όσο διαβάζ’τε. Τ’ ανάγνωσμα όμως, που σας προσφέρω, δεν έν’ παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσο απλή και συνηθισμένη, π’ απορώ πώς δεν τ’ν έχει καμιά πε τις μεγάλες επιφυλλίδες, κανένα πε τα χοντρά κιτάπια, όσα γράφ’καν τελευταία γύρω πε το ποια πρέπει να είν’ η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ορίστε η ιστορία.

Όταν ήμαν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολειού της πατρίδας μου, είχα μεγάλη αδυναμία στη μηλιά. Δεν εννοώ τη Μηλιά την κόρη του γείτονά μου, αλλά τη γλυκομηλιά, το δέντρο, που στόλ’ζε τον αγάτς μπαξέ μας. Ήταν πολύ περίεργο δέντρο αυτή η μηλιά: Έκανε λουλούδια και καρπούς, όπως κάθε ξαδέρφη της, κατά το καλοκαίρι και πάλι λουλούδια και καρπούς κατά το φθινόπωρο. Κι επειδή ήταν η πρώτη μηλιά, που γνώρ’σα στη ζωή μου, και η μόνη, που μ’ άρεσε πιο πολύ πε τις άλλες, έμαθα να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχανε το ίδιο σουλούπ’ κι έκαναν μήλα σαν αυτά της δικής μας, αν και δεν βγάζανε καρπούς εκείνες, σαν αυτή, δύο φορές τον χρόνο. Όμως, μ’ όλη την παλιά φιλία και συμπάθεια ανάμεσα στη μηλιά κι εμένα, δε μπορώ να πω ότι ήξερε καλά-καλά ο ένας τον άλλον. Δε ξέρω αν και η μηλιά προσπάθ’σε ποτέ να καταλάβει τι πράγμα ήμουν εγώ, που έπαιζα τόσο συχνά κάτ’ απ’ τη σκιά της ή καθόμαν καβάλα επάν’ στα ντάλια της. Θυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προπάντων τον καιρό που άνθιζε, συνήθιζα να στέκομαι σε κάποια απόσταση απ’ αυτήν, με τα χέρια στηριγμένα στη μέση μου, τα ματόπλα στραμμένα στα θαυμάσια, τ’ ασπροκόκκινά της τέλια, κι απορούσα μόνος μου πολλή ώρα τι πράμα να έν’ άραγε αυτό το δέντρο! Τι πράμα να έν’. Αλλ’ όσο κι αν απορούσα, όσο κι αν ρωτούσα τους γύρω μου, η απάντηση πάντοτε η ίδια, ότι δηλαδή το δέντρο εκείνο ήταν μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα έν’;…

Όταν έφεραν στο χωριό μας νέο δάσκαλο πίστεψα κρυφά πως θα μάθαινα επιτέλους τι πράγμα έν’ η μηλιά, γιατί πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος στο χωριό μας γένηκι μπουγιουρντί μιταξύ των πιδιών πως ήταν πολύ καλύτερος πε τον παλιό και τα ‘ξερε όλα «περιγραμμάτου». Η φήμη έλιγιν αλήθεια. Γιατί, σαν ήρτε κείνος ο χτικιάρης νέγος, διάβασε τα ονόματά μας πε το τεφτέρι κι αμέσως βρήκε πως ήταν όλα λάθος και πως ο τελευταίος δάσκαλός μας ήταν μπουνάκης. Και πήρε λοιπόν το κοντύλι και αρχίνησε να μας σουλουπών’ τα ονόματά μας.

― Πως σε λέγουν εσένα;
― Θεόδωρο Μπεράτογλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λεν;
― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.

Κι έτσι σε μια μέρα άλλαξε, ο αθεόφοβος, όλα τα βαφτιστικά μας ονόματα, αντρικά και γυναικεία, με τέτοιον τρόπο που, αν γίνονταν να έρτ’ εκείνη τ’ν εποχή στο χωριό μας κανένας ξένος πε τους ζεβζέκηδες φιλέλληνες, θα νόμ’ζε σίγουρα πως ανακάλυψε ξαφνικά τ’ν αρχαία Ελλάδα ολοζώντανη, με όλους της τους θεγούς, τις θεγές, τους ημίθεγους και τους ήρωγες, τους ποιητές και τους σοφούς της να πα’αίνουν στο αλληλοδιδακτικό σχολειό, ξυπόλητοι και χωρίς σάπκα, όπως παλιά, αλλά φορώντας βρακιά και γελέκα κι αντεριά!

Οπωσδήποτε, όταν κείνος ο σερσέμης, έπεισι τον κόσμο πως εγώ δεν είμαι του Γεωργή του χωριού μου, αλλά ο Γοργίας, το πράγμα δεν μ’ άγγιξι τόσο δα την καρδιά μου. Το πήρα γι’ αστείο. Άλλωστ’ εγώ δεν ονόμαζα ποτέ τον εαυτό μου και η αλλαγή ήταν για όσους θα με φώναζαν με το νέο μου όνομα στο μέλλον.

Αλλά τα «περιγραμμάτου» του δασκάλου μας δεν σταμάτησαν μόνο στα ονόματά μας. Δυο ή τρεις φορές τη βδομάδα αγγάρευε μερικούς πε μας για να ξεχορταριάζ’με τον μπαξέ της μητρόπολης. Εγώ δεν έβλεπα τ’ν ώρα να έρτ’ η σειρά μου. Στον μπαξέ είχ’ ένα δέντρο λουλουδισμένο σαν το δικό μας. Χωρίς άλλο θα μάθαινα τι πράγμα έν’ αυτό το δέντρο. Όταν, τέλος, αγγαρεύτ’κα κι εγώ, βρέθηκα μαζί με τον δάσκαλο μπροστά στη μηλιά:

― Τι πράγμα έν’ αυτό το δέντρο, δάσκαλε, τον ρώτησα, κι έδειξα με το παρμάκ’.
― Μηλέα, απάντησ’ εκείνος.
― Όχι! απάντησα εγώ, δεν το ξέρεις! Αυτό έν’ μηλιά!

Ήταν η κακή ώρα που το ‘πα, γιατί πε τότε αρχίνησαν τα βάσανά μου μ’ αυτόν τον δάσκαλο. Τ’ ορκίζομαι σε θεγούς και ανθρώπους, ότι εγώ ρώτησα όχι για το όνομα ―το όνομα το ήξερα― αλλά για το πράγμα: τι πράγμα έν’ το δέντρο ήθελα να μάθω, τίποτες άλλο. Ο δάσκαλός μου όμως, δεν ξέρω τι έπαθε, απεφάσισε πε κείνη τη στιγμή να με μάθει ντε και καλά ότι η μηλιά δεν έν’ μηλιά, αλλά μηλέγα!

― Πες πως το λένε μηλέα! φώναζε γανιασμένος ο χτικιάρης και κιτρινιάρης νιος, τσακώνοντάς με πε τ’ αυτί και δείχνοντας το δέντρο.
― Μπα, π’ ανάθεμά τον! Σκεφτόμ’να εγώ αγανακτισμένος, πώς μπορεί αυτό ποτέ, να γένει η μηλιά μηλέγα! Αυτό έν’ το ίδιο δέντρο που έχουμε στον μπαξέ μας, κάνει τα ίδια λουλούδια, τα ίδια φύλλα, τους ίδιους καρπούς, δεν μπορεί παρά να έν’ κι αυτό μηλιά, όπως η δ’κή μας. Το ξέρω πε πιδί, μου το ‘μαθε η νινέ μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποιον να πιστέψω περισσότερο, τη νινέ μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένο, που ήρτε να μας αλλάξει τα ονόματά μας!
― Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! Απαντούσα όσες φορές με ρώταγε, αυτό έν’ μηλιά!
― Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λέν.

Και –αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί– με δώκε ο αθεόφοβος σαράντα παρά μία, φωνάζοντας δυνατά στο μεταξύ να πω ότι η μηλιά δεν έν’ μηλιά, αλλά μηλέγα!

Τώρα πρέπει να ξέρετε ότι στο χωριό μου επικρατεί ένα φυσικό μίσος για τη χασμωδία, ιτσ’ ώστε οι περ’σσότερες πε τις λέξεις μας παθαίνουν πολλές εκθλίψεις και συνιζήσεις, ενώ κάποιες άλλες παίρνουν το γ ανάμεσα στα φωνήεντα, όπως τα θεγός, νέγος, ωραίγα, αντί θεός, νέος, ωραία κτλ. Είχα λοιπόν εγώ ο δυστυχής όχι μόνο να θυσιάσω τη μηλιά στη μηλέαν, αλλά και να ξεπεράσω αυτό το μίσος, να προφέρω δηλαδή μηλέα αντί μηλέγα. Κατόρθωμα, για το οποίο δεν με βοηθούσαν τότε τα φωνητικά μου όργανα. Φαντάζεστε λοιπόν τι υπέφερα πε το δάσκαλο κείνο τον ουρσούζη, ώσπου να κατορθώσω και το ‘να και τ’ άλλο, και να πω επιτέλους πως η μηλιά έν’ μηλέα!
Όμως, όταν μετά πε λίγο, πα’αίνοντας στο σπίτι μας, είδα το ωραίο μας δέντρο ν’ ανθίζει και να μοσχοβολά στον μπαξέ, με μέλισσες πετούμενες να βουίζουν γύρω του, αισθάνθηκα τόση ντροπή, τόση ντροπή! Νόμιζα κάθε πράσινο ματόπλο του μ’ έβλεπε καϊκιασμένου· κάθε λουλούδι τ’ άνοιγε τα χείλη να με πει ότι τα πρόδωσα… Και μου φάν’κε ότι όλο κείνο το βούισμα κορόιδευε πικρά τ’ν ανοησία μου! Και πώς να μη με πουν ανόητο και πώς να μη με κρίνουν, αφού το δέντρο, που έγλεπα ομπρός μου, ήταν ολόιδιο με το δέντρο της μητρόπολης και όμως εγώ το αρνήθ’κα και είπα ότι δεν έν’ μηλιά, αλλά μηλέα!
Θυμούμαι πως όλη κείνη τη νύχτα λόγιαζα στον ύπνο μου τα λουλούδια της μηλιάς σαν τσούρμο ατέλειωτο πε μικρούτσικα ωραίγα ασπροντυμένα κορίτσια, που βούιζαν γύρω μου όλο παράπονο, μαλώνοντάς με, κρίνοντάς με για τ’ν ανοησία μου.
Όταν τ’ν επόμενη μπήκα στο σχολειό, έριξα στον δάσκαλο μια περιφρονητική, προκλητική ματιά.

― Πως το λέγουν το δένδρο που σε είπα, βρε χαϊβάνι; με ρώτησ’ εκείνος χαιρέκακα.
― Μηλιά, δάσκαλε, γινατσέφ’κα εγώ και πήγα στη θέση μου.

Αλλά δεν πρόφτασα να καθίσω και με τσάκωσ’ ο σκληρός πε τ’ αφτί και αρχίνησε πάλι να με βασανίζει. Δεν έν’ πολύ τιμητικό για τη φάρα των δασκάλων να σας διηγηθώ πόσες φορές τιμωρήθ’κα για να πω ντε και καλά ότι η μηλιά έν’ μηλέγα· γιατί εννοείται πως έπρεπε επιτέλους να υποχωρήσω και να το πω, αλλιώς κιντύνευε η ζωή μου. Εντούτοις –το λέγω προς ικανοποίηση της δικής μας της μηλιάς– αυτήν δεν την πρόδωσα. Και να πώς:

Αφού είδα ότι δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο πια στη σκληρότητα εκείνου του παλιανθρώπου, έκαμα τον εξής λογαριασμό με τ’ ακίλ μου κι είπα: αυτή η μηλιά, που έν΄ μες στον μπαξέ της μητρόπολης, μπορεί να έν’ μηλέγα· κι έν’ μηλέγα όχι γι’ άλλον λόγο, παρά γιατί ο δάσκαλος δέρνει! Η μηλιά όμως, όπου έν’ μες στον μπαξέ μας, έν’ μηλιά, γιατί έν’ μηλιά! Ιτσά τα βρήκαμε με τον δάσκαλο.

Αλλά έλα τώρα π’ αρχίνησ’ ένας τρομερός καβγάς μεταξύ της μηλιάς και της μηλέγας μες στο κεφάλι μου! Το πράμα μπορεί να φαίν’ται παράξενο, να φαίν’ται αστείο, αλλ’ εγώ δεν χωρατεύω.

Η μηλιά –δηλαδή, όπως λέγουν οι ψυχολόγοι, το σουλούπ’ της λέξης μηλιά– ρουκώθ’κε στην ψυχή μου συγχρόνως με το σουλούπ’ του δέντρου και σε μια εποχή, κατά την οποία όλες οι αισθήσεις μου είχαν ανοιχτές τ’ς πόρτες και δέχονταν ευχαρίστως κάθε τι, που ερχόταν συστημένο ή πε τη νινέ μου ή πε τους γνωστούς μου να μέν’ μες στο κεφάλι μου. Κι επειδή τότες υπήρχε πολύ ορταλίκι λέφτερο, κάθε σουλούπ’ που ‘μπαινε, έστηνε τον θρόνο του και γυρλιστούσε όσο και όπως τ’ άρεσε καλύτερα και ήταν σαν νοικοκυρά μες στο κονάκι της. Ιτσά το έκαμαν τόσα άλλα, ιτσά το έκαμε κι η μηλιά. Αλλά αυτή η τελευταία, εκεί που κάθονταν τόσα χρόνια στην ησυχία της και είχε πλέον το σπιτικό της και τους φίλους της -σουλούπια, με τα οποία έζησε μαζί τόσο καιρό στην ψυχή μου και τ’ν ένωσαν τόσες σχέσεις προς αυτά και συγγένειες- λογιάζει μία μέρα την κυρά τη μηλέγα, που ρουκώθ’κε μέσα στο κεφάλι μου ξαφνικά-ξαφνικά, τόσο μονάχη κι όμως τόσο ξιπασμένη, να της λέγει της μηλιάς «σήκω συ να κάτσω εγώ!». Μπα! είπε η μηλιά, και πώς γίν’ται αυτό! Εγώ ‘μαι εδώ τόσα χρόνια, τ’ ορταλίκ’ που βαστώ το βρήκα αδέσποτο και το ζάπωσα πρώτη-πρώτη. Και ποια είσαι συ, που ήρτες να μου το πάρεις; Και φώναξε την παρέα της και τη ρώτησε: Ποιά είν’, παρακαλώ, του λόγου της; Την ξέρετε; Όχι, όχι! Απάντ’σαν όλες με μια φωνή και συμμάχησαν με τη μηλιά και αρχίνησαν να διώχνουν τη μηλέγα κακήν κακώς έξω! Έξω, ξένη. Δεν ταιριάζεις μαζί μας! Δεν σε ξέρουμε! Δεν σε θέλουμε! Τότε το σουλούπ’ της μηλέγας πήρε τη βοήθεια της πε το σουλούπ’ του δασκάλου, τα σουλούπια των τιμωριών και ξαναμπαίνει πάλε στ’ ακίλ μου, ως άνθρωπος, που θέλει να νεκατωθεί στο κονάκι των άλλων με τ’ν άδικη βοήθεια τσιανταρμάδων. Αλλά καταλαβαίν’τε πως ο δάσκαλος τιμωρεί, όχι όμως και το σουλούπ’ του· πως οι ξυλιές προκαλούν πόνο, όχι όμως και οι θύμησες των ξυλιών. Και λοιπόν διαμαρτυρήθ’κε άφοβα πλέον εναντίον αυτής της παρέμβασης ολάκερη η ψυχή μου και:

― Έξω! Έξω! έστειλα τους εισβολείς στο διάβολο.

Μόνο όσες φορές με ρωτούσι ο αληθινός δάσκαλος πώς το λεν το δέντρο απαντούσα ότι το λένε μηλέαν, αφού δα δεν ήταν για το δέντρο του μπαξέ μας. Μα κι αυτό έπαψε μετά πε λίγο· επειδή και ο αληθινός δάσκαλος σικτιρντίστ’κε κακήν κακώς όχι μόνον πε την ψυχή μου, αλλά και πε το χωριό μας. Πως μαζί του έφυγαν και όλοι εκείνοι οι ονομαστικοί θεγοί και ήρωγες, που είχαν πλημμυρίσει το χωριό μας, δεν χρειάζεται να σας το πω. Εκείνο, που μας ενδιέφερε εδώ, έν’ ότι η μηλιά δεν έγινε μηλέγα και ότι εγώ, με όλο κείνο το δάρσιμο και τα μαλώματα, έμεινα χωρίς να μάθω στο σχολειό τι πράγμα έν’ η μηλιά!

Όσοι πε τους αναγνώστες της Εβδομάδος ανήκουν σ’ αυτούς που διαβάζ’νε πάντα οποιοδήποτε άρθρο πε τ’ν αρχή ως το τέλος μπορούν να σταματήσ’ν’ εδώ το διάβασμα, γιατί η ιστορία μου τέλειωσε. Όσοι όμως έχουν την κακιά συνήθεια να διαβάζ’νε μόνον τους επιλόγους, ας μάθουν τουλάχιστον πε δω πως η μανία αυτών που θέλουν να διδάσκουν όχι τη φύση των πραγμάτων, νταγιαντώντας τα με τα γνωστά τους ονόματα, αλλά άγνωστα λόγια, με τα οποία απαιτούν να ονομάζονται άγνωστα πράγματα, κάνει τ’ν ελληνική μόρφωση κούραση χωρίς τελειωμό και καταδικάζει το έθνος πε πνευματική πείνα στον χειρότερο θάνατο! Γι’ αυτό, το ζήτημα σχετικά με τ’ν ελληνική γλώσσα έν’, για μένα, όπως είπα, πιο ουσιώδες πε τ’ ανατολικό.

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Δημοτικισμός, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , | 144 Σχόλια »

Μανιάτικες λέξεις (μια συνεργασία του Δημήτρη Ραπτάκη)

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2022

Στις αρχές του περασμένου μήνα είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Κάλαμο (το νησί του Ιονίου), και σας είχα προτρέψει να γράψετε κι εσείς άρθρα λεξιλογικής περιήγησης για την ιδιαίτερη πατρίδα σας. Πρώτος ανταποκρίθηκε ο φίλος μας ο Spiridione, με άρθρο για κερκυραϊκές λέξεις στο έργο του Ιωαν. Καρτάνου, ακολούθησε ο Λάμπας που διάλεξε 45 λέξεις από τη Γορτυνία και σήμερα ταξιδεύουμε λίγο πιο κάτω, αφού ο φίλος μας ο Δημήτρης Ραπτάκης είχε την πολύ καλή ιδέα να γράψει ένα άρθρο με μανιάτικες λέξεις, ειδικότερα της προσηλιακής, δηλαδή ανατολικής, Μάνης (η δυτική λέγεται «αποσκιαδερή»). 

Ο Δημήτρης είναι μανιατοκρητικός, οπότε ξέρει από πρώτο χέρι τον τόπο και το ιδίωμά του. Λακωνίζει, οπότε το άρθρο του είναι σύντομο, αλλά μεστό. Προσθέτω κι εγώ μερικά πράγματα [σε αγκύλες]. Στο τέλος του άρθρου υπάρχει κατάλογος όλων των άρθρων «λεξιλογικής περιήγησης». 

Τις παρακάτω λέξεις τις άκουσα από τη γιαγιά και την προγιαγιά μου – γεννημένες προπολεμικά στην Προσηλιακή Μέσα Μάνη.

Δεν ξέρω πόσες ακούγονται ακόμη – ο τόπος έγινε ολιγάνθρωπος και σαρώθηκε τώρα τελευταία από τον τουρισμό. Ευτυχώς, το τουριστικό κύμα σταματά συνήθως στην Τσίμοβα [την Αρεόπολη]. Για την εκφορά των λέξεων θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν κάποια χαρακτηριστικά της μανιάτικης ποικιλίας της πελοποννησιακής διαλέκτου: ελαφρύς τσιτακισμός, δασύ χι,  ότι το σίγμα προφέρεται συχνά ως ζ, ενώ η κατάληξη σε -ω των ρημάτων ακουγόταν -ου, ασυνίζητοι τύποι (π.χ. τα παιδία).

Πριν σου καταγράψω τις λέξεις που θυμούμαι, κι επειδή επίσης ο τόπος έγινε της μόδας λόγω τηλοψίας  (Γη της Ελιάς), είναι χρήσιμο να πούμε κάποια πράγματα για τις λέξεις που αναφέρονται στη συγγένεια

Ως γνωστόν, ο τόπος ήταν οργανωμένος σε πατρογραμμικά γένη. Επίτρεψέ μου να χρησιμοποιήσω το επίθετό σου ως παράδειγμα. Η οικογένεια Σαραντάκου, στη Μέσα Μάνη τουλάχιστον, λέγεται Σαραντιάνοι (όχι Σαραντάκοι ή Σαρανταίοι). Η γυναίκα του Κυριάκου Σαραντάκου λέγεται Κυριάκαινα. Είναι Σαραντόνυφη (παντρεύτηκε Σαραντάκο). Εάν το γένος της είναι π.χ. Παπαδάκου λέγεται Παπαδίτσα. Συνήθως την αποκαλούσαν Κυριάκαινα. [Ισχύει. Η Νικολού η Σαραντόνυφη θα λεγόταν η Νικοκυρά στα μανιάτικα]

Δύο ακόμη σχετικές λέξεις ή φράσεις για την οικογένεια.

Η μοναχοκόρη λέγεται ξακληροσπορά: Εάν πέθαινε, στην κληρονομιά καλούνταν οι άρρενες εξάδελφοί της, με απώτερο στόχο να μην μπει ξένος στην οικογένεια.

Η φράση «πάου(ω) στων αλλωνένε μου», σημαίνει ότι η παντρεμένη γυναίκα επισκέπτεται την πατρική της οικογένεια.

Ιδού τώρα οι λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μάνη, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 88 Σχόλια »

45 λέξεις από τη Γορτυνία (μια συνεργασία του Λάμπα)

Posted by sarant στο 28 Νοεμβρίου, 2022

Στις αρχές του μήνα είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο με λέξεις από τον Κάλαμο (το νησί του Ιονίου), και σας είχα προτρέψει να γράψετε κι εσείς άρθρα λεξιλογικής περιήγησης για την ιδιαίτερη πατρίδα σας. Πρώτος ανταποκρίθηκε ο φίλος μας ο Spiridione, με άρθρο για κερκυραϊκές λέξεις στο έργο του Ιωαν. Καρτάνου, και σήμερα με πολλή χαρά παρουσιάζω μια συνεργασία του φίλου μας του Λάμπα, ο οποίος μας φέρνει σε στεριανό περιβάλλον, αφού διάλεξε 45 λέξεις από τη Γορτυνία. 

Η Γορτυνία ήταν επαρχία του νομού Αρκαδίας, όταν υπήρχαν επαρχίες. Ταυτίζεται περίπου με τον σημερινό καλλικρατικό δήμο Γορτυνίας, που έχει πρωτεύουσα τη Δημητσάνα. Είναι η πιο δυτική από τις τέσσερις επαρχίες του νομού. 

Λένε ότι το μοραΐτικο ιδίωμα αποτέλεσε τη βάση για την τυποποιημένη ελληνική μετά τη συγκρότηση του κράτους, αλλά αυτό δεν αποκλείει την ύπαρξη τοπικών ιδιωματισμών που δεν ανήκουν στην κοινή.

Δεν χρειάζονται περισσότερα για εισαγωγή, παραθέτω όσα έγραψε ο φίλος μας ο Λάμπας και περιστασιακά σχολιάζω [μέσα σε αγκύλες]

45 λέξεις από τη Γορτυνία

Τις παρακάτω λέξεις τις έχω συναντήσει όλες στον καθημερινό λόγο. Επειδή όμως το ιδίωμα υποχωρεί και ορισμένες είχα χρόνια να τις ακούσω, χρειάστηκε να συμβουλευτώ, για να επιβεβαιώσω κάποιες σημασίες, το «Τοπικό λεξικό της Γορτυνίας» του Ηλία Καραμάνη και διάφορα τοπικά γλωσσάρια που υπάρχουν στο διαδίκτυο – βρίσκεις, ευτυχώς,  πολλά πλέον.

αναζουπάω = ξαναζωντανεύω, συνέρχομαι από λιποθυμία ή αρρώστια, ανακτώ τις δυνάμεις μου   

Εκεί που την είχαμε για θάνατο, η γριά αναζούπησε!

ανάκαρο (το) = δυνάμεις, αντοχή

Κάποτε τα έκανα όλα μόνος μου, αλλά τώρα πια δεν έχω ανάκαρο.

[Τη βρίσκουμε συχνά και ως νάκαρο, νάκαρα μάλιστα, στον πληθυντικό: δεν έχω νάκαρα]

 ανατσουτσουρώνομαι = αντιδρώ σε έναν κίνδυνο ή μια πρόκληση, παίρνοντας απειλητική στάση.

Έχεις δει τη γάτα πώς ανατσουτσουρώνεται, μόλις δει το φίδι;

Μη μου ανατσουτσουρώνεσαι εμένα!  Δε σε φοβάμαι! 

 βοϊδογλειψιά = η φράντζα. Ο Καραμάνης σημειώνει, εύστοχα νομίζω, ότι η λέξη προέρχεται από το σχήμα που παίρνει το τρίχωμα των νεογέννητων μοσχαριών, όταν τα γλείφει η μάνα τους.

─Ποιος υπουργός είναι ο Τσοβόλας; 

─Αυτός με τη  βοϊδογλειψιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Πελοπόννησος, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 86 Σχόλια »

Λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από τον Ιω. Καρτάνο (Μια συνεργασία του Spiridione)

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2022

Στο τέλος του πρόσφατου άρθρου «λεξιλογικής περιήγησης» με λέξεις από τον Κάλαμο, το νησί του Ιονίου, είχα απαριθμήσει τα ανάλογα άρθρα του ιστολογίου και είχα προσθέσει ότι μας λείπουν άρθρα από την Κέρκυρα, τη Χίο, τη Μακεδονία ή τη Θράκη και άλλες περιοχές, ελπίζοντας ότι έτσι θα παρακινούσα κάποιον αναγνώστη να μας στείλει άρθρο για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας του. 

Ο φιλος μας ο Spiridione έσπευσε να ανταποκριθεί στο έμμεσο κάλεσμα, και μάλιστα με πρωτότυπο τρόπο. Μας στέλνει μια εκτενή εργασία στην οποία αποδελτιώνει λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από το έργο του Ιωαννίκιου Καρτάνου. Ο Καρτάνος ήταν μοναχός του 16ου αιώνα, ο οποίος περί το 1530 μετέφρασε αποσπάσματα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης στη δημώδη γλώσσα της εποχής, προσφέροντάς μας ένα πολύτιμο δείγμα του δημώδους εκκλησιαστικού λόγου της εποχής του. Χρωστάω άρθρο για τον Καρτάνο, αλλά μια γεύση μπορείτε να πάρετε εδώ.

Όπως λέει και ο ίδιος στην εισαγωγή του, διάλεξε 70 λέξεις από το Γλωσσάριο του έργου του Καρτάνου οι οποίες όμως υπάρχουν αυτούσιες ή σε παραπλήσια μορφή στο (σύγχρονο) κερκυραϊκό γλωσσάρι του Χυτήρη -κι έτσι αφενός γεφυρώνει τον 16ο αιώνα με τον 20ό, αφετέρου δε δεν εμποδίζει άλλους Κερκυραίους να παρουσιάσουν στο μέλλον κάποιο άρθρο με άλλες κερκυραϊκές λέξεις, νεότερες ας πούμε.

Αλλά δεν χρειάζεται να γράψω εγώ περισσότερα, δίνω τον λόγο στον Σπύρο. Ελάχιστα δικά μου σχόλια, κυρίως ετυμολογικά, είναι σε [αγκύλες].

Λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από τον Ιω. Καρτάνο

Στον παρακάτω κατάλογο υπάρχουν ορισμένες λέξεις, 70 επιλεγμένες λέξεις για την ακρίβεια, από το γλωσσάρι της Παλαιάς τε και Νέας Διαθήκης του Ιωαννίκιου Καρτάνου (εκδ. ΚΕΓ, 2000, επιμέλεια Ελένη Κακουλίδη – Πάνου, γλωσσικό επίμετρο Ελένη Καραντζόλα), οι οποίες υπάρχουν, με την ίδια ή παραπλήσια μορφή ή σημασία, και στο Κερκυραϊκό Γλωσσάρι του Γεράσιμου Χυτήρη (1987). Ο Καρτάνος έγραψε το έργο του αυτό, που εκδόθηκε στη Βενετία το 1536, στη ζωντανή δημώδη γλώσσα της εποχής του, με πολλά στοιχεία απ’ το μητρικό του κερκυραϊκό ιδίωμα. Στον κατάλογο, από πάνω είναι τα λήμματα απ’ το γλωσσάρι του Καρτάνου, με κάποια παραθέματα που έχω προσθέσει, και από κάτω του Χυτήρη, χωρίς τις ετυμολογήσεις του (που δεν είναι και πάντα εύστοχες).

  1. αγκωνή, η: γωνιά, «είχε τες πόρτες χάλκινες εις πάσα αγκωνή της χώρας» (Καρ).

αγκωνή, η: γωνία, και αγκωνιάζω σπρώχνω κάποιον στη γωνία με εχθρικές διαθέσεις και τον ακινητώ «τον αγκώνιασε και του ‘δωκε τση χρονιάς του» (Χυτ.).

  1. αλατρεύω: καλλιεργώ «δεν είχεν βρέξει τότες εις την γην και άνθρωπος δεν ήτονε ότι να την αλατρέψει» (Καρ.).

‒ αλατρεύω: αροτριώ (Χυτ.).

  1. αμαχεύομαι: φιλονικώ, γίνομαι εχθρός «διατί να αμαχευομέστεν εγώ και εσύ και οι βοσκοί μας, οπού είμεσθεν αδελφοί;», και αμάχη, η έχθρα, μίσος (Καρ.).

‒ αμαχεύομαι: εχθρεύομαι, «αδρέφια π’ αμαχεύονται, γονιό δε λογαριάζουν» (παροιμ.), και αμαχεμός, ο έχθρα, ψυχρότητα, διακοπή σχέσεων «τι σου ‘καμα, τι σου ’πραξα, αμαχεμό να μου ‘χεις» (δημ. στίχος), και αμάχη, η φρ. «βάνω σ’ αμάχη» (Χυτ.).

  1. αμπλάθρι, το: έμπλαστρο «ώσπερ κάνουν οι καλοί και οι έμπειροι ιατροί εις τες λαβωματίες των ανθρώπων, όπου βάνουν τ’ αμπλάθρι και τα ιατρικά φάρμακα» (Καρ.).

‒ μπλάθρης, ο: έμπλαστρο και μπλαθρώνω τοποθετώ έμπλαστρο σε κάποιον, περιαλοίφω «τον εμπλάθρωσε με σκ…». (Χυτ.).

  1. αμπώνω: σπρώχνω, πιέζω «και ηβλέποντας ο Σαούλ ότι οι εχθροί εσίμωναν να τον πιάσουν, … και το ξίφος το βάνει εις την κοιλίαν του και αμπώνει το και απέρασέ τον έως την ράχην» (Καρ.).

‒ αμπώνω: απωθώ, συνωθώ, και αμπωσιά, η σπρωξιά «τον εβγάλανε τσι αμπωσιές» (Χυτ.).

  1. αναισχυντώ, ανασχυντώ: προσβάλλω, ντροπιάζω, επιτιμώ, επιπλήττω «έπειτα (ο Βολουσιανός) γυρίζει προς τους Εβραίους και ανασχυντά και υβρίζει τους» (Καρ.).

‒ ανασκυντάω: επιπλήττω, εξελέγχω, και ανασκύντια, η επίπληξη. (Χυτ.).

  1. αναπίασμα, το: ζύμη, προζύμι «και υπήραν ο λαός το αναπίασμα οπού είχαν πριν να το ζυμώσουν να το κάμουν ψωμί, μόνον ζυμάρι ήτονε» (Καρ.).

‒ αναπιαίνω: ρίχνω το προζύμι στο αλεύρι, ζυμώνω και σκεπάζω τη σκάφη, περιμένοντας να φουσκώσει, και αναπίασμα, το η ενέργεια, αλλά και η φύραση (Χυτ.).

  1. αναχαράζω: μηρυκάζω, μασώ «και ήξευρεν και τούτο, ότι τα ψάρια δεν αναχαράζουν, μόνον ο σπάρος λέγουν ότι αναχαράζει» (Καρ.).

‒ αναχαράζω: μηρυκάζω (Χυτ.).

  1. απανωθίο: επιρ. πάνω από, αποπάνω «έπειτα απετάγει απανωθίο την φωλίαν του» (Καρ.).

‒ αποπανουθιό: επιρ. άνωθεν, από το επάνω μέρος, Και αντίστοιχα αποκατουθειό. (Χυτ.).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , | 74 Σχόλια »

Λέξεις από τον Κάλαμο

Posted by sarant στο 4 Νοεμβρίου, 2022

Στο σημερινό άρθρο λεξιλογικής περιήγησης θα δούμε λέξεις από τον Κάλαμο -ποιον Κάλαμο όμως; Οι περισσότεροι ξέρουμε το χωριό της βορειοανατολικής Αττικής με τις πολλές εξοχικές κατοικίες, πλάι στον Ωρωπό, ενώ βέβαια υπάρχουν σ’ ολη την Ελλάδα πολλά ακόμα χωριά με το όνομα αυτό, αλλά σήμερα θα μιλήσουμε για το νησί Κάλαμος. Αλλωστε, τα νησιά είναι τα κατ’ εξοχήν γλωσσικά οικοσυστήματα στη χώρα μας, και δεν είναι τυχαίο που τα περισσότερα άρθρα λεξιλογικής περιήγησης στο ιστολόγιο από νησιά προέρχονται.

Ο Κάλαμος λοιπόν είναι ένα από τα μικρά νησιά των Επτανήσων, πέρα από τα εφτά που έδωσαν το όνομα στο νησιωτικό σύμπλεγμα. Βρίσκεται πολύ κοντά στην ηπειρωτική Ελλάδα, στον Μύτικα της Αιτωλοακαρνανίας, ανάμεσα στο γνωστότερο Μεγανήσι και στον μικρότερο Καστό. Στην απογραφή του 2011 είχε 529 κατοίκους αλλά τον χειμώνα δεν μένουν περισσότεροι από 100. Γυμνάσιο δεν υπάρχει στο νησί κι έτσι οι λιγοστοί μαθητές πηγαινόρχονται με το καΐκι, που δεν είναι βεβαίως πια καΐκι, αλλά οι Καλαμισάνοι επιμένουν να το λένε έτσι. Ο Κάλαμος ξεχωρίζει από μακριά επειδή έχει τρεις ψηλές, για το μέγεθός του, κορυφές -η πιο ψηλή πλησιάζει τα 750 μέτρα.

Τα στοιχεία αυτά τα παίρνω από την εισαγωγή του Γιώργου Καραγιάννη στο βιβλίο Κάλαμος. Αναμνηστικό λέξεων, της Γιώτας Καραγιάννη και του Γιώργου Καραγιάννη (είναι αδέλφια) που κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις εκδόσεις Άπαρσις. Σημειώνω επίσης ότι, καθώς ανήκε στα Επτάνησα αλλά ήταν πολύ κοντά στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, ο Κάλαμος ήταν κατά το Εικοσιένα καταφύγιο αμάχων -ξέρουμε ότι ο Καραϊσκάκης είχε στείλει εκεί την οικογένειά του.

Όπως λέει στον δικό της πρόλογο η Γιώτα Καραγιάννη, που είναι φιλόλογος, η ιδέα για το βιβλιαράκι αυτό ξεκίνησε όταν ρώτησε μια φίλη της αν ξέχασε «το τακουίνο της», και βέβαια προκάλεσε θυμηδία στην παρέα της. Κι έτσι άρχισε να συγκεντρώνει καλαμισάνικες λέξεις που, όταν μαζεύτηκαν πολλές, έδωσαν το βιβλιαράκι από το οποίο αντλώ υλικό σήμερα. Μια προσπάθεια ομολογημένα ερασιτεχνική, αλλά αξιέπαινη. Το βιβλίο έχει κάπου 400 λέξεις, όπως προσεγγιστικά εκτίμησα, καθώς και καμιά εικοσαριά εκφράσεις. Οι λέξεις δίνονται χωρίς ετυμολογία, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις τα λήμματα περιέχουν επίσης παραδειγματικές φράσεις ή άλλες επεξηγήσεις πέρα από τον ορισμό. Σε ενδεχόμενη επανέκδοση θα συνιστούσα να υπάρχουν περισσότερες παραδειγματικές φράσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 116 Σχόλια »

Στην Αθήνα τρώμε σουβλάκι

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2022

Μιλώντας τις προάλλες στη Βουλή, ο Δημήτρης Κουτσούμπας, ο γραμματέας του ΚΚΕ, έκανε μια αναφορά που είχε αντίκτυπο στα σόσιαλ και συζητήθηκε αρκετά -και παράλληλα έδωσε την πάσα για το σημερινό μας άρθρο.

Είπε, απευθυνόμενος στον πρωθυπουργό:

Πάνω από 1,5 εκατομμύριο νοικοκυριά δε μπορούν να πληρώσουν τους φόρους που έχετε επιβάλει. Κι έρχεστε εδώ σήμερα να πείτε στον ελληνικό λαό ότι μεριμνάτε για το εισόδημα του;

Το σουβλάκι με πίτα, το γνωστό πιτόγυρο, έχει πάει 3 και 3,5 ευρώ! Η βενζίνη 2,5 ευρώ το λίτρο! Το σούπερ μάρκετ έχει εκτιναχθεί!

Καταλαβαίνουμε ότι εσείς δεν τρώτε σουβλάκια συνήθως αλλά ούτε βενζίνη βάζετε;”

Η ατάκα του Κουτσούμπα για το σουβλάκι είναι κατά τη γνώμη μου εύστοχη. Πράγματι, πρόκειται για ένα φτηνό και αγαπημένο λαϊκό έδεσμα, που η τιμή του έχει επανειλημμένα συζητηθεί τώρα που τα πάντα ακριβαίνουν. Παλιά, το περιοδικό Εκόνομιστ είχε καθιερώσει ένα Hamburger index, έναν δείκτη που σύγκρινε τις τιμές του χάμπουργκερ σε διάφορες χώρες -στην Ελλάδα θα μπορούσε να καθιερωθεί ένας δείκτης σουβλακιού για να συγκρίνει την τιμή του σουβλακιού στις διάφορες πόλεις της Ελλάδας.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν η τιμή του σουβλακιού διαφέρει αισθητά ανάμεσα σε Αθήνα και προάστια ή Αθήνα και Θεσσαλονίκη και επαρχία. Ξέρω όμως ότι διαφέρει η σημασία της λέξης «σουβλάκι«, τουλάχιστον ανάμεσα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και μάλιστα η διαφορά αυτη είναι από τις πιο τρανταχτές που ξεχωρίζουν το λεξιλόγιο των δύο πόλεων.

Κι έτσι, η ατάκα του Κουτσούμπα προκάλεσε και τέτοια σχόλια, τοπικογλωσσικά. Γράφει μία Θεσσαλονικιά στο Τουίτερ:

«Το σουβλάκι με πίτα, το γνωστό πιτόγυρο…», είπε ο Κουτσούμπας στη βουλή αναφερόμενος στην ακρίβεια. Και εμεις οι καυμένοι Θεσσαλονικείς ακόμη ψάχνουμε τι εννοεί.

Κι ένας γνωστός υποστηρικτής του ΚΚΕ, που είναι από Θεσσαλονίκη: Όπως τα λέει ο Κουτσούμπας, εκτός από το τι είναι σουβλάκι και τι είναι πιτόγυρο.

Πράγματι, στη Θεσσαλονίκη «σουβλάκι» είναι μικρά κομμάτια κρέατος περασμένα σε μικρή και λεπτή βέργα (σε μικρή σούβλα) για να ψηθούν (ο ορισμός από το ΛΚΝ, το οποίο, όπως έχουμε πει με άλλη ευκαιρία, είναι γραμμένο στη βορειοελλαδική ποικιλία της κοινής νεοελληνικής).

Αλλά αυτό στην Αθήνα λέγεται «καλαμάκι». Στην Αθήνα, σουβλάκι είναι «πρόχειρο φαγητό από κομμάτια κρέατος που ψήθηκαν περασμένα σε μικρή και λεπτή βέργα ή από γύρο ή από μπιφτέκι, τοποθετημένα μέσα σε μικρή στρογγυλή πίτα μαζί με άλλα υλικά». Ο ορισμός αυτός δίνεται από το λεξικό Μπαμπινιώτη, το οποίο δίνει όμως και τον πιο πάνω ορισμό του ΛΚΝ.

Όταν στην Αθήνα παραγγέλνουμε (ή: παραγγέλναμε) σουβλάκια, στη συνέχεια διευκρινίζουμε αν θέλουμε να είναι με γύρο (και τι γύρο) ή με καλαμάκι. Αν θέλουμε σκέτο το καλαμάκι χωρίς πίτα, λέμε (ή λέγαμε) «σκέτο». Βάζω και παρελθοντικό χρόνο, διότι δεν είμαι βέβαιος αν αυτό ισχύει πλέον για όλους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες λέξεων, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , | 197 Σχόλια »

Φαλκονέρα, 8 Δεκεμβρίου 1966 (μαρτυρία του Λευτέρη Αεράκη)

Posted by sarant στο 12 Δεκεμβρίου, 2021

Η Φαλκονέρα είναι βραχονησίδα στο Μυρτώο Πέλαγος. Μια και εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι Φαλκονέρα σημαινει Γερακότοπος -άλλωστε ένα άλλο όνομα της βραχονησίδας είναι Γερακουλιά. Όμως δεν είναι γι’ αυτό γνωστή η Φαλκονέρα, που είναι ίσως η πιο διάσημη από τις ελληνικές βραχονησίδες -μετά τα Ίμια.

Το βράδυ της 7ης προς 8 Δεκεμβρίου 1966, το επιβατηγό-οχηματαγωγό «Ηράκλειον» που εκτελούσε το δρομολόγιο Χανιά-Πειραιάς βυθίστηκε κοντά στη Φαλκονέρα. Παραμένει το μεγαλύτερο ναυάγιο της ελληνικής ναυσιπλοΐας με 277 θύματα (κατ’ άλλες πηγές 247 ή 273).

Πριν από μερικές μέρες, ο φίλος Γιώργος Αεράκης δημοσίευσε στο Φέισμπουκ μια μαρτυρία του πατέρα του, ο οποίος επίσης ταξίδευε εκείνη τη νύχτα, αλλά όχι με το Ηράκλειον. Η διήγηση αυτή μού άρεσε πολύ, γιατί είναι χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκού ιδιωματικού λόγου, και του ζήτησα την άδεια να την αναδημοσιεύσω εδώ.

Ο Λευτέρης Αεράκης (1920-2013) ή Νταρολευτέρης γεννήθηκε στα Ανώγεια και είχε ενεργό συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση. Λέει ο γιος του: «Είχα ακούσει πολλές φορές τον πατέρα μου να διηγείται την ιστορία του ναυαγίου. Τελευταία φορά λίγο πριν πεθάνει το 2013. Τότε κράτησα και σημειώσεις. Θυμάμαι με τρόμο τη μέρα εκείνη, σχόλασα και κόσμος ήταν μαζεμένος στο σπίτι μας. Η μάνα μου με λυμένα τα μαλλιά να μοιρολογάται περιτριγυρισμένη από τις αδελφές της…»

Και διευκρινίζει:

Εκείνο το βράδυ ο πατέρας μου Λευτέρης Αεράκης (Νταρολευτέρης) ταξίδευε με το πλοίο ΜΙΝΩΣ από το Ηράκλειο προς Πειραιά. Το πλοίο τους έφτασε πρώτο στο σημείο του ναυαγίου και ας δούμε την διήγηση του Νταρολευτέρη στην ντοπιολαλιά του.

Η διήγηση του Λευτέρη Αεράκη

«Το καλοκαίρι του 1966, έφυγα από τα Ανώγεια και ήρθα στο Ηράκλειο μαζί με τη γυναίκα μου και τα τρία μου κοπέλια για να αναζητήσω καλύτερη τύχη. Τα κοπέλια μου ήσανε μικιά, μαθητές δημοτικού και Γυμνασίου. Έκανα διάφορες δουλειές του ποδαριού, εργάτης στα σταφιδεργοστάσια, στσι οικοδομές, μέχρι να ανοίξω μαζί με τον κουνιάδο μου το Κίμο το Μανουρά, το Χειμώνα του 1968 το κρητικό μαγαζί «Ερωτόκριτο» απέναντι από την εφημερίδα Μεσόγειο στη Χάνδακος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κρήτη, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , | 360 Σχόλια »

Λοζετσινές λέξεις (μια συνεργασία του Λοζετσινού)

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2021

Λοζετσινές είναι οι λέξεις από το Λοζέτσι και το Λοζέτσι ήταν η παλιά ονομασία του χωριού Ελληνικό, του νομού Ιωαννίνων (ανήκει στον καλλικρατικό δήμο Βορείων Τζουμέρκων). Το χωριό έχει, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 443 κατοίκους και ανήκει στα Κατσανοχώρια. Η ονομασία Λοζέτσι είναι σλάβικο δάνειο (λόζα, αμπέλι ή κληματσίδα).

Το χωριό αξίζει να το επισκεφτεί κανείς επειδή στεγάζει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεόδωρος Παπαγιάννης, με πάρα πολλά έργα του γλύπτη και καθηγητή της ΑΣΚΤ Θ. Παπαγιάννη που είναι Λοζετσινός -ενώ πολλά έργα του βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα σημεία του χωριού. Λίγο έξω από το χωριό βρίσκεται και το μοναστήρι της Παναγίας, αξιόλογο βυζαντινό μνημείο με θέα στον Άραχθο.

Είχα πάει πρόπερσι το Πάσχα -η φωτογραφία είναι από τον κήπο του Μουσείου.

Ο φίλος μας ο Λοζετσινός μού έστειλε τις προάλλες μια συνεργασία με 32 λέξεις, που εντάσσεται στη σειρά άρθρων με λέξεις από διάφορες περιοχές της χώρας, που τέτοιες έχουμε δημοσιεύσει αρκετές στο ιστολόγιο. Με την ευκαιρία, ανανεώνω την πρόσκληση προς όποιον φίλο θέλει και μπορεί, να μας γράψει ένα άρθρο με λέξεις της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Λίγα δικά μου σχόλια, [μέσα σε αγκύλες]

32 λοζετσινές λέξεις

  1. αποχάκ(ι) –Έρχομαι σε κάποιον αποχάκι, το λέμε όταν κάποιος μού έκανε κακό αλλά τώρα που αυτός έπαθε μεγαλύτερο κακό κι εγώ χαίρομαι, η χαιρεκακία. [Αναρωτιέμαι αν έχει να κάνει με το τουρκικό και ηπειρώτικο χάκι, παίρνω χάκι = εκδικούμαι]
  2. γρουμπανιά η: ρίχνω γρουμπανιά, σφίγγω το χέρι μου σαν γροθιά αλλά τον αντίχειρα τον βάζω πάνω από τον δείκτη ίσια και χτυπώ με το μέρος της παλάμης και των 4 σφιγμένων δακτύλων γιατί δεν θέλω να κάνω ζημιά σ΄αυτόν που χτυπώ στην πλάτη ή στη μέση.
  3. ζγκαϊδός –ή -ό . Ο αλλήθωρος [Σε άλλα μέρη είναι «γκαϊδός», λέξη για την οποία έχουμε άρθρο]
  4. ζντόκος ο. Αφροξυλιά, λιλιτσιά. Η φλούδα του ζντόκου βρασμένη με λάδι θεραπεύει τα εγκαύματα.
  5. ζντρόχ(ι) το. Μας έβαλαν στο ζντρόχ, μέρος απ΄το οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις.
  6. κανταρέλα η: τον ψήφσαν μονοκούκ και κανταρέλα. Τον ψήφισαν μονοσταυρία ο ένας πίσω από τον άλλον. Δέσε τα μπλάρια κανταρέλα με την τριχιά [τα μουλάρια, το ένα πίσω από το άλλο]. Πριν λίγα χρόνια άκουσα στα Γιάννινα γνωστό να λέει πως κέρδισε στο ΚΙΝΟ γιατί βγήκαν κανταρέλα τα νούμερα που έπαιξε!
  7. καταφλετσί το. Η κορυφή: κόλλσε στο καταφλετσί να μαζέψ όλα τα κεράσια. Πάντα λέγαμε κολλάω στο δέντρο, όχι ανεβαίνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 168 Σχόλια »

Κολοκύθια με ρίγανη ή κολοκύθια με τη ρίγανη;

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2021

Δεν θα συζητήσουμε συνταγές φαγητών στο σημερινό μας άρθρο, ούτε σκοπεύω να επαναλάβω το παλιότερο άρθρο μας για τα φρασεολογικά του κολοκυθιού.

Το δίλημμα του τίτλου μού το έθεσε με μέιλ φίλη του ιστολογίου, που συχνά με τροφοδοτεί με ερωτήματα. Αν κατάλαβα καλά, συζητήθηκε κάπου στο Φέισμπουκ -αλλά δεν χάνουμε τίποτα να το συζητήσουμε και εδώ με ένα σύντομο αρθράκι.

Το ερώτημα βέβαια δεν αφορά ειδικώς τα κολοκύθια με τη ρίγανη (ή με ρίγανη) -αυτά στάθηκαν η αφορμή. Αλλά ας αρχίσουμε από αυτά.

Κολοκύθια με τη ρίγανη (ή με ρίγανη) είναι βεβαίως όνομα φαγητού, και στο Διαδίκτυο μπορείτε να βρείτε συνταγές πώς να τα μαγειρέψετε (παράδειγμα).

Όμως, «κολοκύθια με τη ρίγανη» είναι και παροιμιακή φράση, που τη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε ανόητα ή αβάσιμα ή ανάξια λόγου τα λεγόμενα κάποιου -και μάλιστα υπάρχουν πολλές παραλλαγές, περίπου ή εντελώς συνώνυμες:

* κολοκύθια με τη ρίγανη!

* κολοκύθια στο πάτερο!

* κολοκύθια τούμπανα!

* κολοκύθια νερόβραστα!

* ή και σκέτο: κολοκύθια!

Φαίνεται ότι τα κολοκύθια απέκτησαν τη σημασία των ανόητων λόγων επειδή οι περισσότεροι τα βρίσκουν άνοστα, ακόμα κι αν τα αρτύσουμε με ρίγανη.

Οι εκφράσεις είναι παλιές. Στη δίκη του το 1834, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε προς τον εισαγγελέα Μάσον «Αυτά τα κολοκύθια με τη ρίγανη φύλαξέ τα να τα ειπείς σε άλλους, όχι στον Κολοκοτρώνη». Η έκφραση φυσικά προϋπήρχε, ενώ να σημειώσουμε ότι και στα βλάχικα υπάρχει η έκφραση «κουρκουμπιάτι χιάρτι», κατά λέξη «κολοκύθια βραστά» για τα ανόητα λόγια.

Όμως, σήμερα δεν εξετάζουμε ειδικώς αυτή τη φράση.

Το ερώτημα που θέτει η φίλη μου είναι γιατί λέμε, οι περισσότεροι, «κολοκύθια με τη ρίγανη» ενώ λέμε «πατάτες με αυγά», «μακαρόνια με κιμά», «χοιρινό με σέλινο» κτλ. Δηλαδή, για ποιο λόγο στη μια περίπτωση βάζουμε το οριστικό άρθρο («τη ρίγανη») και στις άλλες δεν το βάζουμε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαστρονομία, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά συμπόσια, Ντοπιολαλιές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 185 Σχόλια »

Η Λευκάδα και το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις (μια συνεργασία του Βασίλη Φίλιππα)

Posted by sarant στο 23 Απριλίου, 2021

Μια από τις μεγαλύτερες συγκινήσεις που αισθανόμαστε όλοι εμείς που γράφουμε, βιβλία ή άρθρα εννοώ, είναι όταν βλέπουμε άλλους να προσέχουν τη δουλειά μας, που τόσο μόχθο της έχουμε αφιερώσει, και μάλιστα να αφιερώνουν κι αυτοί με τη σειρά τους τον χρόνο τους στο έργο μας και να παρουσιάζουν κάτι δικό τους.

Αυτήν ακριβώς τη συγκίνηση την αισθάνθηκα πριν από μερικές μέρες, όταν ο φίλος μας Βασίλης Φίλιππας από τη Λευκάδα, δεινός μελετητής του λευκαδίτικου ιδιώματος, που σχολιάζει περιστασιακά και στο ιστολόγιο, μου έστειλε ένα εκτενές κείμενό του με τίτλο «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων: αναζητώντας τις κοινές λέξεις του βιβλίου του Ν. Σαραντάκου με αυτές του λευκαδίτικου ιδιώματος».

Με άλλα λόγια, ο φίλος μας ερεύνησε ποια από τις 300 λήμματα του βιβλίου Ζορμπαλίκι των ραγιάδων υπάρχουν και στο λευκαδίτικο ιδίωμα, και μάλιστα ποιες σημασίες έχουν πάρει στη συνέχεια. Σε αυτό άντλησε υλικό από το πλουσιότατο λεξικό που συντάσσει εδώ και χρόνια -με αποτέλεσμα να προκύψει μια πολυσέλιδη και πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη που περιλαμβάνει τις λέξεις από το Ζορμπαλίκι που εμφανίζονται και στο λευκαδίτικο ιδίωμα.

Δεν μπορώ να παρουσιάσω το σύνολο της μελέτης του Βασίλη Φίλιππα αφού ξεπερνάει τις 12.000 λέξεις. Από τα 139 «κοινά» λήμματα, διάλεξα μερικά, με κριτήριο το ενδιαφέρον για έναν τρίτο ή την αναπάντεχη σημασιακή εξέλιξη -όπως, ας πούμε, τη λέξη «κόνσολας», δηλαδή πρόξενος, που έχει φτάσει σήμερα στη Λευκάδα να χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του παλιόπαιδου! Να θυμίσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει πολλές ακόμα συνεργασίες φίλων για ντοπιολαλιές και λέξεις από διάφορα μέρη. Κάποτε θα παρουσιάσω ένα άρθρο-ευρετήριο, με χάρτη.

Θα (ανα)δημοσιεύσω επίσης εκτενή αποσπάσματα από την εισαγωγή του Β. Φίλιππα, διότι περιέχουν άγνωστες σχετικά πληροφορίες για τη Λευκάδα κατά την τουρκοκρατία και την επανάσταση. Όμως δεν λέω περισσότερα προς το παρόν. Δίνω τον λόγο στον Β. Φίλιππα -δικά μου σχόλια, αν βάλω, θα είναι μέσα σε [αγκύλες].

(…)

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, όπως ανέφερα και στην αρχή του κειμένου, μού έδωσε το έναυσμα για μια σύγκριση των λέξεων του λημματολογίου του με αυτές του ιδιώματος της Λευκάδας —που επί πολλά χρόνια ερευνώ— τόσο για την αναζήτηση των κοινών τους λέξεων όσο και για τον εντοπισμό των διαφορών που αυτές συχνά έχουν τόσο στη μορφή τους όσο και στην ερμηνεία τους.

Ένας από τους λόγους που με οδήγησαν σε αυτήν τη συγκριτική μελέτη είναι το ότι η Λευκάδα είναι η μόνη από τα Επτάνησα που βρέθηκε επί μεγάλο χρονικό διάστημα στα χέρια των Οθωμανών (συγκεκριμένα, από το 1479 έως το 1684. Στην Κεφαλονιά 1479-1500, τη Ζάκυνθο 1479-1485 και στα Κύθηρα από το 1715 έως και το 1718), αλλά και λόγω της γειτνίασής της με την ηπειρωτική χώρα και τις αρπακτικές βλέψεις των Οθωμανών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και του Αλή Πασά, με κορύφωση την προσπάθεια του τελευταίου να την καταλάβει το 1807. Οι εμπορικές, οικονομικές κ.ά. άλλες σχέσεις, τα διασυνοριακά θέματα, η καταφυγή στη Λευκάδα αρματολών που είχαν πέσει σε δυσμένεια, φυγάδων, καταζητούμενων κ.ο.κ. διαμόρφωσαν και την ανάλογη γραπτή επικοινωνία των αξιωματούχων των δύο πλευρών.

Το λευκαδίτικο λεξιλόγιο περιλαμβάνει πολύ μεγαλύτερο αριθμό λέξεων τουρκικής ρίζας απ’ ότι τα υπόλοιπα Επτάνησα, στα οποία το ποσοστό των τουρκικών λέξεων είναι αμελητέο. Παρά τους δύο ολόκληρους αιώνες, όμως, που έμειναν στο νησί οι Οθωμανοί, οι τουρκικές λέξεις αυτούσιες, παρεφθαρμένες ή ως μέρος σύνθετων λέξεων, είναι κατά πολύ λιγότερες του αναμενόμενου, γύρω στο 5% του κατεγραμμένου γλωσσικού υλικού. Η οθωμανική περίοδος άφησε και λιγοστά τοπωνύμια, που αποτελούν δήλωση ιδιοκτησίας: «Πασά», «Mπέη», «Kουζούντελη». Οι αναγκαίοι περιορισμοί στην έκταση του παρόντος κειμένου καθιστούν αδύνατη περαιτέρω ανάλυση του φαινομένου, αλλά ας σημειωθεί ότι οι τουρκικές λέξεις παρέμειναν σε χρήση μετά το τέλος της τουρκοκρατίας λόγω και των έποικων από την απέναντι Στερεά και Ήπειρο, των αδιάκοπων εμπορικών συναλλαγών με τον απέναντι οθωμανοκρατούμενο χώρο αλλά και του ότι χιλιάδες φτωχοί Λευκαδίτες χωρικοί έφευγαν κάθε χρόνο από το νησί για να δουλέψουν στα εκεί χωράφια. Επίσης, και εξαιτίας του ότι κλειστοί κόσμοι, όπως αυτοί των χωριών, αποβάλλουν με μεγαλύτερη καθυστέρηση γλωσσικά στοιχεία. Το τελευταίο δικαιολογεί και τη διατήρηση περισσοτέρων τουρκικών λέξεων στα χωριά σε σχέση με την πόλη.

Οι ιδιωματικές λέξεις της Λευκάδας έχουν, βέβαια, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ελληνική (αρχαία, μεταγενέστερη ή μεσαιωνική) και ιταλική (κυρίως βενετική) ρίζα και συναντώνται συχνά σε όλον τον ιόνιο νησιωτικό χώρο.

Η σύγκριση των λημμάτων του βιβλίου του Ν. Σαραντάκου έγινε με αυτά του ανέκδοτου μέχρι στιγμής λεξικού του λευκαδίτικου ιδιώματος, το οποίο αποτελεί προϊόν της τριακονταετούς μου συστηματικής συλλογής γλωσσικού υλικού, τόσο του προφορικού λόγου —της καθημερινής ζωής και των ιδιαίτερων επαγγελματικών ιδιωμάτων— βάσει ερωτηματολογίων, όσο και του γραπτού με την αποδελτίωση του συνόλου της λευκαδίτικης εργογραφίας από το 1845 έως τις ημέρες μας (αποδελτιώθηκαν γύρω στα 1.300 βιβλία, λεξικά, γλωσσάρια, μελέτες, άρθρα περιοδικών και εφημερίδων, λογοτεχνικά έργα, διδακτορικά, μεταπτυχιακά, φοιτητικές εργασίες, χειρόγραφες συλλογές κατατεθειμένες σε βιβλιοθήκες, σε αρχεία πανεπιστημίων, στην Ακαδημία Αθηνών κ.α.). Αποδελτίωσα επίσης πάμπολλα συμβόλαια, προικοσύμφωνα κ.λπ. της περιόδου της βενετοκρατίας (1684-1797) που βρίσκονται στο Αρχείο (ΓΑΚ νομού Λευκάδας), ενώ πλούσιους καρπούς απέδωσε και η σύγκριση του τοπικού ιδιώματος με αυτά των υπόλοιπων Ιόνιων Νησιών, της Ακαρνανίας και της Ηπείρου, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό τον σκοπό 33 λεξικά των κατά τόπους ιδιωμάτων. Το ανέκδοτο Ιδιωματικό Λεξικό της Λευκάδας εκτείνεται σε 3.402 σελίδες (χωρίς τα προλογικά και χωρίς τα όσα αφορούν τις γλωσσικές ιδιαιτερότητές του (τα τελευταία θα εκδοθούν σε ξεχωριστό τόμο) και οι λέξεις που περιλαμβάνει ανέρχονται σε 28.132, με 26.936 λήμματα. Από αυτές, 11.386 εντοπίστηκαν μετά από την έρευνά μου, 3.291 από τις οποίες δεν παρουσιάζονται πουθενά αλλού καταγραμμένες. Σε πολλές χιλιάδες ανέρχονται, επίσης, οι αποδελτιωμένες λέξεις στις οποίες δόθηκε ερμηνεία μετά από έρευνα (τόσο βιβλιογραφική όσο και με τη βοήθεια ηλικιωμένων), καθώς και αυτές που είτε συμπληρώθηκαν με σημασίες άγνωστες στην ως τώρα βιβλιογραφία, είτε εμπλουτίστηκαν με φράσεις, παροιμίες, αινίγματα, κατάρες, απαγορεύσεις, ξόρκια, γλωσσοδέτες κ.λπ., και αποσπάσματα από συμβόλαια, κώδικες λαϊκής ιατρικής κ.ο.κ. Στο Λεξικό δεν συμπεριλήφθηκαν οι χιλιάδες κοινές ελληνικές λέξεις που καταγράφονται στα παλαιότερα λευκαδίτικα γλωσσάρια ως τοπικές.

Στο Λεξικό κατέγραψα τις πηγές κάθε λήμματος, δίνοντας έτσι δυνατότητα στους ερευνητές και τους φιλίστορες να το χρησιμοποιήσουν ως βιβλιογραφικό οδηγό. Σε αυτό κατέγραψα επίσης την ιστορική (πρώτη χρονική) αναφορά σε κάθε λέξη, όπου αυτό στάθηκε δυνατό. Επιχείρησα με χρήση επιστημονικής βιβλιογραφίας και εξειδικευμένων λεξικών την ετυμολόγηση των λημμάτων. Σημείωσα, τέλος, όπου στάθηκε δυνατό, την επιστημονική ονομασία σε φυτά, ζώα, πτηνά, ψάρια και οστρακοειδή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 106 Σχόλια »

Γαλαξιδιώτικες λέξεις -και μια ιστορία (μια συνεργασία του Gpointofview)

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι -το τελευταίο πριν από δυόμισι μηνες θα το βρείτε εδώ, όπου και λινκ προς τα προηγούμενα.

Αλλά τα διηγήματα δημοσιεύονται Κυριακή. Σήμερα, μέρα καθημερινή, έχουμε μιαν αλλιώτικη συνεργασία του -που όμως έχει και λογοτεχνική διάσταση, ή έστω αφηγηματική.

Ο Τζι έστειλε μια συνεργασία που εντάσσεται σε μιαν άλλη κατηγορία συνεργασιών που έχουμε καθιερώσει στο ιστολόγιο, με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από διάφορες περιοχές της χώρας. Κι έτσι, αφού απο παιδί παραθερίζει στο Γαλαξίδι, κάθισε και συγκεντρωσε μερικές λέξεις που «τις λένε αλλιώς στο Γαλαξίδι απ’ό,τι στην Αθήνα». Θα προσέξετε ότι η αλιευτική και ναυτική ορολογία έχει παραπάνω από ευπρόσωπη παρουσία στο δείγμα.

Όμως αυτό είναι η αρχή. Διότι, με αφορμή μια λέξη, ένα τοπωνύμιο, το άρθρο μετεξελίσσεται σε αφηγημα για την ιστορία μιας σπηλιάς που σημάδεψε τα καλοκαίρια στο Γαλαξίδι πριν από δεκαετίες. Πείτε το και ανάμνηση παλιών εποχών.

Οπότε, δίνω τον λόγο στον Τζι και στη διπλή συνεργασία του. Bάζω δυο σχόλια σε αγκύλες.

Εκτός από την πρώτη, τουριστική, φωτογραφία, οι υπόλοιπες είναι δικές του.

Λέξεις που δεν ήξερα στην Αθήνα, όπως τις άκουσα στο Γαλαξίδι

Αβέρτο, το = δες μπαλαέρας

Αγάνα, η = το μικρό αγκαθάκι, τα λεπτά κόκαλα των ψαριών

Αγιούτο, το = βοήθεια, ιταλικό «δος μου έν’ αγιούτο»

Αλπή, η = αλεπού

Αναφόρι, το = μικρή ριπή ανέμου, συνήθως προπομπός του μαΐστρου

Αντιμάμαλο, το =  σύγκρουση κυμάτων αντίθετης κατεύθυνσης, συνήθως  κάποια μέτρα από την ακτή καθώς ανακλώνται τα προγενέστερα κύματα

Απάνω πάτος, ο =  επάνω όροφος

Αποχή, η = υποθαλάσσιος γκρεμός

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Γλωσσικά ταξίδια, Ντοπιολαλιές, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , | 188 Σχόλια »

Στο Ηράκλειο έχουν βεντέμα

Posted by sarant στο 2 Δεκεμβρίου, 2020

Μπορεί να έχετε μιαν άγνωστη λέξη στον τίτλο. Πάντως, σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι λάθος πληκτρολόγησης -δεν εννοούσα «βεντέτα» παρόλο που και βεντέτες συμβαίνουν κάποτε στην Κρήτη.

Φέτος, λοιπόν στο Ηράκλειο Κρήτης έχουν βεντέμα. Εγώ δεν το ήξερα, αλλά με ενημέρωσε σχετικά φίλος του ιστολογίου, που διάβασε ένα άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών την περασμένη εβδομάδα. Εκεί λοιπόν συνάντησε την άγνωστη γι’ αυτόν λέξη:

Συγκεκριμένα, ο Δήμος Ηρακλείου διαθέτει στο ακίνητο, γνωστό και ως «μετόχι Γρυλλιωνάκη», περίπου 1.300 ελαιόδεντρα που φέτος έχουν βεντέμα.

Μου έγραψε ο φίλος: Παρόλο που έχω ζήσει στην Κρήτη, τη λέξη δεν την ξέρω. Ίσως είναι στην αργκό των ελαιοπαραγωγών.

Αν ψάξετε στα σύγχρονα λεξικά μας, δεν θα βρείτε τη βεντέμα. Εγώ την ήξερα, και μάλιστα την έχω συμπεριλάβει στις 366 λέξεις του βιβλίου μου Λέξεις που χάνονται. Οπότε, του υποσχέθηκα ότι θα γράψω άρθρο, αυτό που διαβάζετε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αγροτικά, Κρήτη, Λεξικογραφικά, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , | 239 Σχόλια »

Δυο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν… (Συνεργασία του Γιάννη Ρέντζου για τα Βόρεια Ιδιώματα)

Posted by sarant στο 19 Οκτωβρίου, 2020

Τις προάλλες, στο άρθρο για τη Μισοριξιά και το γιορτόπιασμα, εκεί που συζητούσαμε για το αν θα αποδώσουμε με απόστροφο ή όχι λέξεις που γράφονται όπως προφέρονται στα βόρεια ιδιώματα, έκανα ένα σχόλιο για το τι θα ίσχυε αν είχε αναγνωριστεί ως ξεχωριστή γλώσσα η «βορειοϊδιωματική». Στη συζήτηση που άρχισε μπήκε ο φίλος μας ο Δημόσιος Χώρος, που είναι παλιός φίλος και συνάδελφός μου και ξέρω ότι ασχολείται εδώ και πολλά χρόνια με τον τρόπο γραφής των Βόρειων Ιδιωμάτων, και επειδή εκδηλώθηκε ενδιαφέρον τον παρακάλεσα να γράψει ένα άρθρο για το ιστολόγιο -κάτι που έκανε πολύ πρόθυμα.

Εγώ τη δουλειά του Γιάννη την ήξερα επειδή εδώ και καιρό την εκθέτει στο ΦΒ, όπου μάλιστα βάζει και κείμενα σε ΒΙ. Μου αρέσει ιδιαίτερα που εξετάζει τη ΒΙ όχι σαν ιδίωμα της νέας ελληνικής ή ακόμα χειρότερα σαν παραφθορά αλλά σαν αυτοτελή γλώσσα.

Στο βιβλίο «Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής» του Νικ. Κοντοσόπουλου βρίσκουμε ότι τα Βόρεια Ιδιώματα είναι εκείνα που μιλιούνται στο (βόρειο) μεγαλύτερο τμήμα του ελλαδικού χώρου -Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρο (πλην Θεσπρωτίας), Στερεά Ελλάδα πλην Αττικής και Βοιωτίας και νότιας Εύβοιας, καθώς και στα νησιά Λέσβο, Βόρειες Σποράδες, Λήμνο, Θάσο, Σαμοθράκη, Σάμο, και εν μέρει σε Άνδρο και Τήνο (στη Μακεδονία υπάρχουν κάποιες περιοχές όπου ομιλούνται ημιβόρεια ιδιώματα). Χοντρικά, λέει ο Κοντοσόπουλος, «θεωρείται σαν νότιο άκρο των βορειοελλαδικών ιδιωμάτων ο 38ος παράλληλος» -αυτός που χωρίζει τις Κορέες. Βέβαια, αυτός περνάει από την οδόν Αγίου Μελετίου, αλλά είπαμε: χοντρικά, λέει. Αλλά χάρτες δίνει και ο φίλος μας ο Γιάννης, με κάποιες μικρές διαφορές.

Δίνω όμως τη σκυτάλη στον φίλο μας, κατά κόσμον Γιάννη Ρέντζο, που έχει φροντίσει και για την πλούσια εικονογράφηση του άρθρου.

ΔΥΟ Ή ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΓΙ’ ΑΥΤΗΝ…

Θα πω μερικά πράγματα γι’ αυτή τη γλώσσα (ή τη διάλεκτο ή το ιδίωμα), όχι βέβαια σαν ειδικός αλλά με τα αισθήματα του γλωσσικού ακτιβιστή που μιλάει για τη γλώσσα του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσε και που σε κάποια στιγμή πληροφορήθηκε πως η γλώσσα του είναι τα …«Βλάχικα». Αυτός ήταν ο συνηθισμένος ή υπονοούμενος αθηναϊκός όρος για τα βόρεια ιδιώματα (ΒΙ). Τον ακούγαμε και τον ακούμε και σε ελληνικές ταινίες. Χρειάζεται να πω πως μεγάλωσα στην Πρέβεζα, μέσα στην πόλη, με πολλούς φίλους Βλάχους, αλλά είναι άλλο πράγμα τα ΒΙ. Δυστυχώς δεν είχα την ευκαιρία να βιώσω και το γεωργοκτηνοτροφικό λεξιλόγιο της υπαίθρου και να εμβαθύνω σε αυτό. Θυμάμαι που ένας ΒΙ-ικός ομιλητής μας εξηγούσε πως το «ζγούρ» είναι το αρνάκι που στο γύρισμα του 12μήνου σγουραίνει το μαλλί του… Μάλλον όμως είναι «ζυγούρι», από το ζυγό, δεύτερο, χρόνο του. Ωστόσο οι ονομασίες των περισσότερων φρούτων διατηρούσαν στην πόλη μου, εκτός εμπορίου εννοείται, την παραδοσιακή τους ονομασία: Σκάμνα (μούρα), γατσούμπρα (βατόμουρα), κούμπλα (κορόμηλα), μπαρδάκις (δαμάσκηνα), ζέρδιλα (βερίκοκα), χ’μουν’κά (ή «χχμουννκά»:  καρπούζια). Επίσης και άλλοι καρποί είχαν παραδοσιακά τοπικά ονόματα π.χ. καστραβέτσα (τα αγγούρια) καθώς και τα θαλασσινά π.χ. καπουσάντις (τα χτένια).

Κατά καιρούς φτάνουν ειδήσεις και πληροφορίες για προστασία, χρήση των ιδιωμάτων ή για θεμελιωμένη αμφισβήτηση, έστω και σατιρική, της κεντρικής νόρμας. Τα ελβετικά χαρτονομίσματα (επάνω αριστερά) αναγράφουν στα δικά τους βλάχικα, τα ραιτορομανικά, με λέξεις που θα τις ζηλεύε ο καλύτερος δικος μας ΒΙ-ικός ομιλητής, «Μπάνκα Νατζιουνάλα Σβίτσρα», χωρίς, μάλιστα, κάποια επανορθωτική απόστροφο εκεί στο Σβιτσ’ρα. Στη μεγάλη ημερήσια εφημερίδα της Κολωνίας την «Κέλνερ Στατ Άντσαϊγκερ» υπήρχε καθημερινά ‒και δεν ξέρω αν συνεχίζεται‒ δίστηλο άρθρο στα κολωνέζικα. Στο περιοδικό Courrier της UNESCO εμφανίζονταν συχνά άρθρα για την υποστήριξη της παγκόσμιας γλωσσικής Βαβέλ, ως κληρονομιάς  και ο Ιάπωνας συγγραφέας Χισάσι Ινόουε (Inoue Hisashi, 1934-2010) είχε γράψει το 1981 το σημαντικό σατιρικό μυθιστόρημα με τίτλο Kirikirijin «Οι άνθρωποι του Κιρικίρι» ή «Οι Κιρικιριώτες». Με αυτό ο συγγραφέας, σκιαγραφώντας την πολιτική «διαχωρισμού» που εφαρμόζεται σε βάρος των Κιρικιριωτών, αμφισβητεί την πολιτική, πολιτιστική και γλωσσική υπεροχή του Τόκιο.    

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Γενικά γλωσσικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 321 Σχόλια »

Τρεις σκηνές από τη «Βαβυλωνία»

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2020

Σύμφωνα με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, η Βαβυλωνία έχει στην ιστορία του θεάτρου μας την αντίστοιχη θέση που έχει ο Μακρυγιάννης για την πεζογραφία μας. Ίσως υπερβολικό, πάντως το θεατρικό έργο του Δ. Βυζάντιου, από το 1836 που ανέβηκε πρώτη φορά μέχρι σήμερα έχει συνεχή παρουσία στις θεατρικές σκηνές, έχει γίνει κινηματογραφική ταινία, είναι οικείο σε πολύ κόσμο (έστω κι αν δεν το έχουν όλοι δει, πάντως ξέρουν μέσες άκρες σε τι αναφέρεται), ενώ έχει δώσει ακόμα και παροιμιώδεις εκφράσεις, όπως το «μπαμπά σου γλώσσα γιατί δεν μιλείς;» που χρησιμοποιούμε και στο ιστολόγιο -και πράγματι, ένα ιστολόγιο σαν το δικό μας είναι περίεργο που δεν είχε αφιερώσει νωρίτερα άρθρο στη Βαβυλωνία.

Θα παρουσιάσω σήμερα τρεις σκηνές από τη Βαβυλωνία, τον Αστυνόμο να ανακρίνει στη σειρά τρεις από τους πρωταγωνιστές του έργου. Όπως είδατε, θεώρησα δεδομένο ότι ξέρετε την υπόθεση του έργου, επειδή όμως μπορεί να μας διαβάζει και κανένας αλλοδαπός, ας δώσω την υπόθεση πολύ συνοπτικά:

Σε μια λοκάντα, πανδοχείο, στο Ναύπλιο, το 1827, οι θαμώνες πληροφορούνται τα χαρμόσυνα νέα της ναυμαχίας του Ναυαρίνου και αποφασίζουν να γιορτάσουν με ένα τσιμπούσι την ελευθερία που ανατέλλει για την Ελλάδα. Ο καθένας προέρχεται από διαφορετικό μέρος του ελληνόφωνου χώρου και μιλά διαφορετική διάλεκτο: ένας Ανατολίτης, ένας Πελοποννήσιος, ένας Χιώτης, ένας Κρητικός, ένας Αλβανός, ένας Κύπριος, ενώ υπάρχει κι ένας Λογιώτατος που μιλάει σε αρχαΐζουσα (ή μάλλον αρχαία) γλώσσα. Ο συγγραφέας από την αρχή εκμεταλλεύεται τις διαφορετικές γλωσσικές ποικιλίες για κωμικό αποτελεσμα, αλλά και η κορύφωση του δράματος σε γλωσσική παρεξήγηση οφείλεται, όταν ο Κρητικός λέει στον Αλβανό ότι «ήρθατε στην Κρήτη και φάγατε τα κουράδια μας» εννοώντας πρόβατα -και ο Αλβανός καταλαβαίνει την πανελλήνια σημασία της λέξης, οργίζεται πάνω στο μεθύσι του, βγάζει την πιστόλα και τον τραυματίζει.

Έρχεται ο Αστυνόμος, που είναι Επτανήσιος και μιλάει σχεδόν ακατανόητα από τους πολλούς ιταλισμούς, τους ανακρίνει και τους βάζει όλους φυλακή. Εμφανίζονται μετά η ερωμένη του Κρητικού με την παραμάνα της και έναν γιατρό και τελικά τους αποφυλακίζει όλους και το έργο τελειώνει με καινούργιο τσιμπούσι. .

Η Βαβυλωνία έχει εκδοθεί πολλές φορές, αλλά σας συστήνω την έκδοση της Νέας Ελληνικής Βιβλιοθήκης (Ερμής, τώρα Εστία) σε εισαγωγή και επιμέλεια του Σπύρου Ευαγγελάτου, που έχει πολύ διαφωτιστική εισαγωγή από την οποία παραθέτω μερικά, όχι πολλά, πράγματα. Επίσης, η έκδοση αυτή έχει και τις δύο μορφές της Βαβυλωνίας, διότι μετά την πρώτη παράσταση του έργου οι ηθοποιοί πρότειναν στον Βυζάντιο πολλές αλλαγές, κι έτσι η δεύτερη μορφή, που είναι αυτή που ξέρουμε και που παίζεται, διαφέρει πολύ από την πρώτη στις λεπτομέρειες.

Ο συγγραφέας λεγόταν Δημήτριος Κωνσταντίνου Χατζηασλάνης, γεννήθηκε περί το 1790 στην Πόλη και το 1821 κατέβηκε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον ξεσηκωμό (ήταν γλωσσομαθής, αφού πρωτύτερα ήταν διερμηνέας του Μπέη της Τύνιδας). Πήρε το ψευδώνυμο Βυζάντιος που δείχνει την καταγωγή του και υπηρέτησε σε διάφορες δημόσιες θέσεις στα χρόνια της επανάστασης και επί Καποδίστρια αλλά επί Αντιβασιλείας ψυχράνθηκε, αποσύρθηκε στην Πάτρα και βιοποριζόταν ως αγιογράφος. Πέθανε το 1853. Εκτός από τη Βαβυλωνία έγραψε και άλλα θεατρικά (Σινάνης, Γυναικοκρατία, Κόλακας) όπου επίσης παίζει με τη γλώσσα και εκμεταλλεύεται τις διαφορετικές διαλέκτους για κωμικό αποτέλεσμα.

Στην εισαγωγή του, ο Ευαγγελάτος συγκαταλέγει τη Βαβυλωνία στην πεντάδα των παλαιών «θεατρικών έργων που ακόμα ζουν», δηλ. που έχουν παρουσία στη σκηνή. Τα άλλα τέσσερα είναι η Ερωφίλη του Χορτάτση (π. 1600), ο Φορτουνάτος του Φόσκολου (1655), ο Χάσης του Γουζέλη (1790) και ο Βασιλικός του Μάτεση (1829). Βέβαια, αυτά τα έγραφε το 1972 -εικάζω πως αν τα έγραφε σήμερα, ή έστω δυο δεκαετίες αργότερα, θα περιλάμβανε περισσότερα έργα, ανάμεσά τους τις κωμωδίες του Χουρμούζη (Τυχοδιώκτης, Υπάλληλος, Λεπρέντης) που παίχτηκαν πολύ μετά τη μεταπολίτευση ή τον Κατζούρμπο και άλλα, που ο ίδιος τα γνώρισε στο ευρύ κοινό.

Αλλά το χαρακτηριστικό είναι ότι από αυτή την πεντάδα έργων, όλα τους ανέβηκαν στη σκηνή και τα γνώρισε το αθηναϊκό κοινό αιώνες μετά τη γραφή τους (η Ερωφίλη παίχτηκε στην Αθήνα 330 χρόνια μετά τη συγγραφή της, ο Βασιλικός περί τα 100) ενώ η Βαβυλωνία παίχτηκε τον επόμενο χρόνο, αμέσως δηλαδή -και ποτέ δεν έπαψε να παίζεται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά ευτράπελα, Θεατρικά, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 166 Σχόλια »