Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ντοπιολαλιές’ Category

Λέξεις από το ιδίωμα των Κυθήρων (και το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα)

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό το ιστολόγιο έχει καθιερώσει να δημοσιεύει άρθρα αφιερωμένα σε μια ντοπιολαλιά, γραμμένα από κάποιον φίλο που κατάγεται από το συγκεκριμένο μέρος ή ζει εκεί. Το πιο πρόσφατο άρθρο της σειράς αυτής, πριν από ένα μήνα περίπου, ήταν αφιερωμένο στη Ρόδο.

Σήμερα συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας στα ελληνικά ιδιώματα με ένα ταξίδι στα Κύθηρα. Κατ’ εξαίρεση όμως, δεν θα έχουμε ξεναγό ή μάλλον η ξενάγηση θα είναι έμμεση. Εννοώ ότι το σημερινό άρθρο δεν είναι γραμμένο από κάποιον φίλο του ιστολογίου αλλά το έγραψα εγώ, αντλώντας όλο το υλικό μου από το βιβλίο «Το ιδίωμα των Κυθήρων. Περιγραφή και ανάλυση» της φίλης Γεωργίας Κατσούδα.

Η Γεωργία Κατσούδα ειναι γλωσσολόγος, ερευνήτρια στο Κέντρο Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών. Έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο άλλες δύο εργασίες στις οποίες έχει πάρει μέρος, τον 6ο τόμο του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής και το Πιπέρι στο στόμα, μια μελέτη για τις λέξεις της ελληνικής αθυροστομίας. Έχω στα υπόψη άλλο ένα βιβλίο της που θέλω κάποτε να παρουσιάσω. Επιπλέον, είναι από τους σχετικά λίγους γλωσσολόγους μας που ασχολείται (και) με την ετυμολογία, τομέας που οι μοντέρνοι γλωσσολόγοι τον αποφεύγουν διότι θέλει πολλή, πολλή μελέτη και δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με σαπουνόφουσκες.

Το βιβλίο της για τα Κύθηρα (απ’ οπου κατάγεται) είναι μια πλήρης περιγραφή του ιδιώματος -όχι μόνο και όχι κυρίως λεξιλόγιο, αλλά επίσης -και κυρίως- φωνητική, μορφολογία και σύνταξη. Μάλιστα, συνοδεύεται από σιντί με δείγματα προφορικού λόγου. Συνολικά είναι μια απολύτως άρτια εργασία, στην οποία κάποιος που ενδιαφέρεται για τη γλώσσα θα βρει πολλά αξιοσχολίαστα σημεία, ενώ φυσικά αποτελεί σημαντικό έργο αναφοράς για τη μελέτη του συγκεκριμένου ιδιώματος.

Εργασίες του είδους αυτού, όπου ένας γλωσσολόγος μελετάει (συνήθως με επίσκεψη στον τόπο) διεξοδικά ένα ιδίωμα είναι πολύτιμες. Δεν εκδίδονται όλες σε βιβλίο, πολλές μένουν στα αρχεία του Ιστορικού Λεξικού. Πάντως τέτοιες επισκέψεις πρέπει να γίνονται σε τακτά διαστήματα για να καταγράφεται και η εξέλιξη του ιδιώματος, που βέβαια είναι σχεδόν πάντοτε φθίνουσα.

Εγώ επέλεξα να σταθώ στο λεξιλόγιο, αλλά θα προτάξω ορισμένα στοιχεία από την εισαγωγή του βιβλίου που έχουν να κανουν με την ιστορία του νησιού και εξηγούν γιατί το κυθηραϊκό ιδίωμα έχει ομοιότητες και με τα επτανησιακά ιδιώματα αλλά και με το κρητικό ή το μανιάτικο.

Στα Κύθηρα δεν φαίνεται να εγκαταστάθηκαν Σλάβοι, όπως μαρτυρείται από την απουσία σλάβικων τοπωνυμίων. Για το λόγο αυτό, δεν ισχύει η άποψη που παλιότερα ακουγόταν, ότι η ονομασία Τσιρίγο, που εμφανίζεται περί το 1260, είναι σλαβικής προέλευσης. Φαίνεται ότι το Cirigo, Cerigo ανάγεται στη λ. Κύθηρα, μέσω ενός αμάρτυρου *Cythericum > Citerigo > Cirigo.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 295 Σχόλια »

40 λέξεις από τη Ρόδο (συνεργασία του Αλέξανδρου Κατσαρά)

Posted by sarant στο 31 Οκτώβριος, 2017

Το ταξίδι μας στις ιδιωματικές λέξεις και τις ντοπιολαλιές της Ελλάδας συνεχίζεται με το σημερινό άρθρο -ταξίδι που μάλλον σε κρουαζιέρα έχει μετατραπεί, αφού και πάλι σήμερα έχουμε άρθρο για τις ιδιωματικές λέξεις ενός νησιού, της Ρόδου.

Έτσι η Ρόδος παίρνει τη σκυτάλη από την Ικαρία, που την είχαμε επισκεφτεί πριν από δυο βδομάδες χάρη στον φίλο μας τον Ροβυθέ, ενώ η προηγούμενη στάση μας ήταν η Μυτιλήνη, και ειδικότερα το Πλωμάρι, με τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα).

Ο Αλέξανδρος Κατσαράς που θα μας ξεναγήσει στη ντοπιολαλιά της Ρόδου είναι φιλόλογος, και, σε αντίθεση με τους προηγούμενους συντάκτες ανάλογων άρθρων, δεν είναι συχνός ή περιστασιακός σχολιαστής του ιστολογίου. Με την ευκαιρία, ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Δίνω τον λόγο στον Αλ. Κατσαρά -όπως πάντα, οι δικές μου παρατηρήσεις είναι μέσα σε αγκύλες και με πλάγια. Για κάποιες ετυμολογίες έχω επιφυλάξεις αλλά δεν προλαβαίνω να τις διερευνήσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , | 135 Σχόλια »

Λέξεις της Νικαριάς (μια συνεργασία του Ροβυθέ)

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2017

Νικαριά είναι βεβαίως η Ικαρία. Στη λαϊκή γλώσσα, που μιλιέται και ακούγεται αντί να γράφεται και να διαβάζεται, οι χασμωδίες ενοχλούν κι έτσι η Ικαρία γίνεται Νικαριά (την Ικαρία – τη Νικαρία) αλλά και οι Ικαριώτες γίνονται και Καριώτες.

Ωστόσο, δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου, που άλλωστε δεν το γράφω εγώ. Σήμερα συνεχίζουμε τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από περιοχές της Ελλάδας, που έχουν πυκνώσει τώρα τελευταία ακριβώς επειδή κι άλλοι φίλοι παρακινούνται να γράψουν άρθρα για την ιδιαίτερη πατρίδα τους ή κάποια περιοχή που τη γνωρίζουν καλά. Θυμίζω πως το προηγούμενο ανάλογο άρθρο ήταν τα Πλωμαρίτικα, του Γιάννη Μαλλιαρού (στο άρθρο υπάρχουν σύνδεσμοι προς τα παλιότερα σχετικά άρθρα). Ανανεώνω την πρόσκληση σε όποιον φίλο ενδιαφέρεται να γράψει παρόμοιο άρθρο για το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Το άρθρο είναι συνεργασία του φίλου που έχει το ιστολόγιο Ροβυθέ (ροβυθέ είναι η ρεβυθιά). Του δίνω αμέσως τον λόγο. Σχολιάζω με πλάγια και μέσα σε αγκύλες.

 

Λέξεις της Νικαριάς

Ειδικός στα γλωσσολογικά δεν είμαι, ωστόσο είμαι καριώτης και από τους δύο γονείς και άκουγα από παιδί τη ντοπιολαλιά. Παρά το ότι μεγάλωσα στην Αθήνα και μιλάω τα ελληνικά του σχολείου (και της τηλεόρασης…) χωρίς καθόλου την προφορά του νησιού,  όποτε βρίσκομαι σε καριώτικη παρέα (δηλαδή αρκετά συχνά) κάπως μου βγαίνουν αδιόρατα και κάποια στοιχεία της προφοράς και κάμποσες ιδιωματικές λέξεις, που βέβαια άργησα αρκετά να καταλάβω ότι δεν είναι πανελλήνιες. Για την καριώτικη προφορά, όσοι δεν την έχετε ακούσει, μπορείτε να διαβάσετε δυο λόγια από τον παλιό ιστότοπο του Νικοκύρη, στην παρουσίαση ενός βιβλίου με ποιήματα της συμπατριώτισσας Χρύσας Καζάλα.

Να πω ότι για την επιλογή των λέξεων συμβουλεύτηκα επιπλέον μερικούς φίλους που έχουν μεγαλώσει στη Νικαριά, καθώς και δύο βιβλία, το «Λαογραφικά Ικαρίας» του Αλέξη Πουλιανού (τρίτομη αυτοέκδοση από τα μέσα της δεκαετίας του ’70) και το «Λεξικό Ικαριακής Ντοπιολαλιάς» του Δημήτρη Λεσσέ (2η έκδοση, Εύδηλος, 2013). Προσπάθησα με τη βοήθεια και του διαδικτύου να επιλέξω λέξεις χαρακτηριστικά (και κατά προτίμηση αποκλειστικά) καριώτικες, πράγμα αρκετά δύσκολο βέβαια γιατί ανακάλυψα, συχνά με έκπληξη, ότι υπάρχουν (ή τέλος πάντων υπήρχαν) και αλλού οι ίδιες ή παρόμοιες λέξεις, ιδίως στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη, οπότε χάσαμε ας πούμε τη σκλούπα (κουκουβάγια) ή το φαούδι (μτφ. το γκρινιάρικο παιδί). Επέλεξα ακόμα λέξεις που τις έχω συναντήσει (έστω και κάπως σπάνια) στην καθημερινή ομιλία και όχι μόνο στα βιβλία, πράγμα που μας στέρησε ατυχώς την ωραιότατη λέξη Κυρασολένη (ουράνιο τόξο), που έδωσε τον τίτλο σε ένα πρόσφατο βιβλίο με ικαριακά παραμύθια, και το χαριτωμένο ρήμα σπαρουγγώνω (μαζεύομαι, ζαρώνω και μτφ. φοβάμαι). Κράτησα ωστόσο ορισμένες λέξεις που υπάρχουν και σε άλλα μέρη αλλά κατά κανόνα με διαφορετική σημασία. Φυσικά η συλλογική σοφία του σαραντάκειου ιστολογίου μπορεί να κάνει διορθώσεις ή προσθήκες.

 

ανάγκασμα: η αιφνίδια (μέχρι σκασμού) ανάγκη για αφόδευση. Αν και η λέξη είναι ενδεχομένως πανελλήνια, είναι συστατικό της πιο χαρακτηριστικής καιριώτικης κατάρας: «π’ ανάγκασμά σε» που θα πει «που να σε πιάσει ανάγκασμα». Αντίστοιχα χαρακτηριστική είναι η έκφραση «άμε θαλάσσωσε» που σημαίνει «φύγε από μπροστά μου, εξαφανίσου» και προέρχεται κατά μία εκδοχή από την καταδίκη σε «θαλάσσωμα» δηλαδή εξορία χωρίς δικαίωμα επιστροφής που υποτίθεται ότι επιβαλλόταν ως εσχάτη των ποινών σε όσους πρόδιδαν στους πειρατές την παρουσία κατοίκων στο νησί τον καιρό της αφάνειας (16ος αιώνας, μετά την αναχώρηση των Γενοβέζων και πριν την άφιξη των Τούρκων, όπου υποτίθεται ότι οι Καριώτες είχαν υιοθετήσει μια στρατηγική επιβίωσης που στηριζόταν στην αυτάρκεια και την απόκρυψη).

μπουγκέφαλα: μπρούμυτα. Κάποιος που πέφτει κωλοτουμπηδόν πάει «ανάσκελα-μπουγκέφαλα». Το ρήμα «μπουγκεφαλίζω» μπορεί να σημαίνει π.χ. αναποδογυρίζω, αδειάζω το περιεχόμενο μιας τσάντας.

παραματσιράω: καθυστερώ, κωλυσιεργώ ασχολούμενος με ένα σωρό άλλα πράγματα εκτός από το επείγον (αντίστοιχο του αγγλικού procrastinate). Δεν ξέρω αν τυχόν σχετίζεται με το μάτσι, ένα χειροποίητο ζυμαρικό κάπως σα λαζάνια που το ψιλοκόβουν, πάντως από τούτο βγαίνει η ματσόβεργα, δηλαδή ο πλάστης της κουζίνας.

ζάλλω: περιφέρομαι, κινούμαι (λογικά πρέπει να σχετίζεται με το «ζαλεύγω» δηλ. σαλεύω).

παρασυνείκασα: σάστισα, έχασα την αίσθηση του πού βρίσκομαι, και μτφ. νομίζω πράγματα που δεν υπάρχουν, τρελαίνομαι. (Υποθέτω σύνθετο από παρα+συν+εικάζω). Παρόμοια είναι η λέξη ηκουτούρδισα και φαντάζομαι το αντίστοιχο ρήμα (κουτουρδίζω) ενδεχομένως να σχετίζεται ετυμολογικά με το «κουτουρού» (προς τα εκεί που πάει αυτός που σάστισε).

[Σχόλιο Ν.Σ.: το κουτουρδίζω πρέπει να είναι το γνωστό σε άλλες περιοχές κουτουρντίζω ή κουντουρντίζω, που σημαίνει «τρελαίνομαι, λυσσάω, αφηνιάζω, ξεσαλώνω» και είναι δάνειο από το τκ. kudurdim, αόριστο του kudurmak «λυσσάω». «Αμάν, κουτουρντίσατε πια! έλεγαν παλιά οι μανάδες στα παιδιά που γύριζαν σπίτι καταϊδρωμένα από το παιχνίδι. Δεν έχει σχέση με το ‘κουτουρού’, που όμως είναι κι αυτό τούρκικο δάνειο]

παράχραντος ή αξελέστατος: ατημέλητος, άπλυτος μτφ. ανισόρροπος  (το αξελέστατος πρέπει να προέρχεται από το λόγιο «εξωλέστατος»).

καφαρτέ: πρόγευμα (αν και κάποιοι το λένε γενικότερα για οποιοδήποτε γεύμα). Νομίζω πρέπει να βγαίνει από καφέ+άρτο ή άρτηση.

[Σχόλιο Ν.Σ. Το καφαρτέ πρέπει να είναι το γνωστότερο από άλλες περιοχές ‘καφαλτί’ = το πρωινό ή το κολατσιό, με την καθιερωμένη τροπή του λ σε ρ. Είναι τουρκικό δάνειο, kahvaltι, που θα μπορούσε κατά λέξη να αποδοθεί «το πάρσιμο του καφέ». Έχει δηλαδή οντως σχέση με τον καφέ].

λίλλυρο (ή λίλιρο ή λίλυρο): κυριολεκτικά η οπτική διαταραχή που προκαλείται στον ορίζοντα από τη μεγάλη ζέστη, μεταφορικά η κάψα, η πολλή ζέστη. Παρόμοιες λέξεις υπάρχουν και αλλού, π.χ. ο λάλλαρος στην Κύπρο το λάλαρο στη Σύρο, η λίλιρη σε άλλα νησιά όπου σημαίνει (και) την ιλαρά. Ωστόσο σε αντίθεση με το Νικοκύρη δεν νομίζω ότι προέρχεται από την ιλαρά, που στα καριώτικα είναι μπέμπελη ή κατσίφερη. Καλού κακού πάντως να εμβολιάζεστε.

[Εδώ διαφωνούμε. Όπως είχαμε συζητήσει πρόσφατα, για μένα είναι βέβαιο ότι η αρχική σημασία είναι λίλιρη = η ιλαρά, που επεκτάθηκε σε κάμποσα μέρη στη σημασία ‘μεγάλη ζέστη’ και ειδικά στην Ικαρία πήρε και τη σημασία της οπτικής διαταραχής του ορίζοντα λόγω της μεγάλης ζέστης].

βαϊλίζω: νταντεύω παιδιά (όχι μόνο κάνω μπεϊμπι-σίτιγκ, μπορεί γενικότερα να σημαίνει είμαι σε φάση ζωής που ανατρέφω μικρά παιδιά).

[Κατά σύμπτωση το είχαμε συζητήσει το καλοκαίρι, στο άρθρο για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά]

σκαρτάρω: αναπηδώ από τον τρόμο (πιο συχνό στον αόριστο: ησκάρταρα). Να σημειωθεί ότι σε άλλα μέρη της Ελλάδας το ίδιο ρήμα σημαίνει «ξεσκαρτάρω», βγάζω τα σκάρτα (π.χ. τα χαρτιά που δεν χρειάζομαι στην τράπουλα).

γκρούβαλος: εντελώς πρόσφατη λέξη άγνωστης ετυμολογίας που δηλώνει τον καλοκαιρινό επισκέπτη-κατασκηνωτή με εμφάνιση «φρικιού» (συνήθως με αρνητική σημασιοδότηση: οι γκρούβαλοι κατηγορούνται – όχι πάντα άδικα – ότι εισβάλλουν μαζικά στα πανηγύρια, πίνουν μπάφους, ενίοτε κλέβουν το φαγητό των ντόπιων και χοροπηδάνε στην πίστα με αυτοσχέδια βήματα που δεν έχουν σχέση με τον παραδοσιακό καριώτικο χορό. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο το είδος είναι σε υποχώρηση καθώς αντικαθίστανται τάχιστα από χίπστερ που καταλαμβάνουν την πίστα τραβώντας σέλφι· παρόλα αυτά η λέξη γκρούβαλος έχει διαδοθεί ευρύτερα, έχει περάσει σε ιντερνετικά λεξικά, και τείνει να γίνει πανελλήνια).

ρασκό: άγριο κατσικάκι ελευθέρας βοσκής από τα ορεινά του νησιού. (Έχω ακούσει να χρησιμοποιείται μεταφορικά και για νεαρά κορίτσια ελευθέρας βοσκής, επίσης άγρια, αλλά αυτή η χρήση δεν έχει περάσει στα λεξικά.)

πηδαυλίζω: τρώω ή για την ακρίβεια ξεκοκκαλίζω (συνήθως το ρασκό) μέχρι να μην έχει πια καθόλου κρέας και να απομείνουν και τα κόκκαλα κενά σα να μπορείς με αυτά να παίξεις πηδαύλι (φλογέρα). Π.χ. «Ήρταν οι γκρούβαλοι την ώρα που χορεύαμε κι ίσαμε να γυρίσουμε στο τραπέζι είχανε πηδαυλίσει το ρασκό».

θεόσκαρος: τσίτσιδος, όπως τον γέννησε η μάνα του (π.χ. οι γκρούβαλοι στην παραλία του Να, προτού αυτή γίνει διάσημη από την Άθενς Βόις).

καθούρα: χαρακτηριστικό είδος λευκού κατσικίσιου τυριού. Δεν υπάρχει τυποποιημένο, μόνο από σπίτι (τα ρασκά δεν αρμέγονται).

σιφούνι: σκεύος άντλησης και σερβιρίσματος κρασιού που προέρχεται από αποξηραμένη κολοκύθα σαν φλάσκα με μακρύ περιστροφικό στόμιο (σα σιφώνιο) που χρησιμεύει για να γεμίσει το σκεύος με σιφωνισμό από τις βυτίνες που αποθηκεύεται το κρασί. Στο αρκετά γνωστό εσχάτως παραδοσιακό τραγούδι «Αμπελοκουτσούρα», επαινείται μαζί με το κρασί και το σιφούνι το «στραβόραδο», δηλαδή με το στραβό ράδι (ουρά, πίσω μέρος).

μωλόπι (ή μολόπι): υποθετικό ερπετό, ίσως νερόφιδο (δε νομίζω να αντιστοιχεί σε υπαρκτό ζώο) που χρησιμοποιείται ως απειλή προς τα παιδάκια που παίζουν κοντά σε ρέματα, λίμνες κλπ. ώστε να μην πέσουν μέσα.

 λουπάστρα: το μέρος όπου λουπάζει (=λουφάζει) κανείς, το καταφύγιο, και μεταφορικά το απάγκιο μέρος. Περίπου συνώνυμη (αφορά κυρίως ζώα) είναι και η λέξη λόψι (ή λώψι κατά τον Λεσσέ), δεν ξέρω αν είναι και ετυμολογικά συγγενική.

μπλάζω: πέφτω ή ρίχνω, μτφ. σκορπίζω, π.χ. «πήγαινε το πιάτο στο τραπέζι μα έχε το νου σου μη μπλάσει(ς) το φαΐ» Υποτίθεται προέρχεται από ένα αρχαίο ρήμα «πίμπλημι» που σημαίνει γεμίζω, αλλά δεν ξέρω από ποια διαδρομή.

ξένος: πας μη καριώτης. Γενικά όλοι οι Έλληνες είναι ξένοι, εκτός από τους Φουρνιώτες που λέγονται «νησιώτες». Ο καριώτης που δεν είναι από το δικό μας χωριό είναι «παραχωριού» (επίθετο, αν και σε όλες τις πτώσεις και τα γένη ίδιο).

ξορίζομαι: χάνω το δρόμο μου. Υπάρχει μια ωραία ιστορία με έναν καριώτη κι έναν ξένο που δε μιλιούνται γιατί όταν ο καριώτης βρίσκει τον άλλο να περιπλανιέται στα κατσάβραχα τον ρωτάει «ξορίστηκες;» αλλά ο ξένος καταλαβαίνει «ξυρίστηκες;» και παρεξηγείται…

περιπατίνα: η κληματαριά της αυλής που κάνει σκιά (σε άλλα μέρη λέγεται κρεβατίνα)

βαβάτσινο: το βατόμουρο

[βάτσινο σε πολλά άλλα μέρη]

 πνάζομαι: διαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, μτφ. «μυρίζομαι». Σε πρόσφατη εκπομπή κυπριακού καναλιού για την Ικαρία, ο Δημήτρης Λεσσές ανέφερε ότι ομόηχο ρήμα υπάρχει και στην Κύπρο, αλλά με την έννοια του «αναπαύομαι». Το δικό μας πρέπει να έχει να κάνει με πνοή/πνεύμα, όχι με ύπνο. Η έκφραση «ηπήρεν τα πνα του Χ» σημαίνει ακολούθησε τα ίχνη του Χ.

ραός: σπήλαιο, άνοιγμα στο έδαφος. Το έχω ακούσει κυρίως ως αρσενικό (ο ραός) αλλά και ως ουδέτερο (το ραός).

σάωσε: σώπα, κάτσε ήσυχα. (προστακτική· δεν είμαι βέβαιος πώς ακριβώς είναι το ρήμα στην οριστική. Υπάρχει μια ομηρική λέξη σάωσε = έσωσε, οπότε μπορεί και να είναι από την ίδια ρίζα π.χ. «Σώνει, φτάνει»)

κορκόφυλλας (ή κορκόφιλας): η χαρακτηριστική της ικαριακής πανίδας σαύρα του είδους Stellagama stellio, ή παλιότερα Laudakia stellio ή όταν σπούδαζα Agama stellio (οι ερπετολόγοι έχουν αλλάξει τρεις ονομασίες σε είκοσι χρόνια, εμείς πάντα κορκόφυλλα το λέμε)

σκολλί ή σκολλύς: το τσουλούφι ή κοτσιδάκι π.χ. «‘α σε πιάσω απ’ το σκολλί και ‘α σου δώκω μια μεσ’ στα μούτρα να μάθεις». Υπάρχει και το ρήμα «ξεσκολλίζω», δηλ. τραβάω βίαια απ’ τα μαλλιά (θεωρητικά μέχρι να μου μείνουν στο χέρι).

κουρσούνι: από το τούρκικο kurşun (μολύβι), παλιά σήμαινε το βλήμα πυροβόλου όπλου, σήμερα μτφ. ταχύτατο, «σφαίρα». (π.χ. Ηπέτασε αφ’ τ’ αμπέλι και του ‘δωκεν κουρσούνιν στον καφενέ). Στο παράδειγμα το ρήμα «πετώ» εννοεί «το σκάω, την κοπανάω». Παρόμοια χρησιμοποιείται και το «φτερώνω».

[Συχνότερος ο τύπος «κουρσούμι», σε πολλές περιοχές της χώρας. Γενική έννοια, το μεταλλικό σφαιρίδιο. Δείτε και αφήγημα του Μάρκου Μέσκου.]

σουφικό: παραδοσιακό καλοκαιρινό ικαριακό φαγητό με ντομάτα, κρεμμύδι, πιπεριές κ.ά. ζαρζαβατικά που σύμφωνα με μια ανεκδοτολογική (αλλά ίσως νατσουλική) εκδοχή οφείλει το όνομά του στο διάλογο του πεινασμένου ζευγαριού που το εφηύρε, όπου η σύζυγος ενώ μαγειρεύει ό,τι έχει βρει στον κήπο τσιμπολογάει από το τηγάνι, κι ο πεινασμένος σύζυγος ρωτάει «μα ’α μου ‘φήκεις;» κι εκείνει απαντάει «ε, ’α σου ‘φήκω, σου ‘φήκω…» – και δε μάθαμε αν του ‘φηκε τελικά.

συγκούδουνος: μαζί με το κουδούνι, μτφ. όλο μαζί . Η φράση προέρχεται από αληθινή ιστορία των αρχών της Τουρκοκρατίας (τέλος 16ου αιώνα στα καθ’ ημάς) όπου ο Τούρκος Αγάς είναι τόσο βάναυσος και μισητός που οι βαστάζοι που μεταφέρουν το φορείο του συνεννοούνται να τον πετάξουν στο γκρεμό αλλά συζητάνε αν πρέπει να τον πετάξουν με το φορείο ή χωρίς. Ο Αγάς τους έχει τάξει ένα αρνί ως αμοιβή για τη μεταφορά, και τον ρωτάνε αν θα τους το δώσει συγκούδουνο (με το κουδούνι). Ο Αγάς συναινεί, οπότε τον πετάνε μαζί με το φορείο, και έκτοτε έχει μείνει παροιμιακή η φράση «αυτός ηπή(γ)ε συγκούδουνος» π.χ. αν κάποιο αυτοκίνητο φύγει από το δρόμο και αρχίσει να κατηφορίζει τις πλαγιές (πράγμα που έχει συμβεί κάποιες φορές).

λούρος: μεγάλος γρανιτένιος λείος βράχος που εκτείνεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους σχηματίζοντας μια φυσική κοιλότητα. Συχνά οι παλιοί Καριώτες τείχιζαν τις πλευρές και έφτιαχναν οικήματα που ονομάζονται θεοσκέπαστα.

συνεμπαίνω (ή μάλλον «μου συνεμπαίνει» π.χ. μια σκέψη): συνειδητοποιώ, με απασχολεί,  αντιλαμβάνομαι κάτι.

φυλάκι: αυτοσχέδιο σακκίδιο (προφανώς από το αρχαίο «θυλάκιον») από προβιά κατσίκας που περνιέται στην πλάτη. Από το ίδιο υλικό φτιάχνεται και ένα μουσικό όργανο, η τσαμπουνοφυλάκα, ένα είδος τσαμπούνας ή γκάϊντας (στην Κρήτη το αντίστοιχο λέγεται ασκομαντούρα).

τσούτα (ή τσουτέ): μικροποσότητα (π.χ. μια τσούτα αλάτι βάλε μονάχα)

χοροσταλίζω: χορεύω διαρκώς, ακατάπαυστα.

σουπέρδιος: δύστροπος, παράξενος

σέρφη: οποιοδήποτε μικρό ζωάκι, ερπετό, έντομο (βλ. και την έκφραση «μπα που να σε φάει (δηλ. να σε δαγκάσει) η σέρφη»). Μτφ. χρησιμοποιείται για σκανταλιάρικα πιτσιρίκια, π.χ. σουπέρδια σέρφη το αεικίνητο, άτακτο παιδάκι που αρνείται να κάτσει φρόνιμο.

φαηδόνα (ή φαϊδόνα): η κοινή σφήκα. Η λέξη σφήκα χρησιμοποιείται επίσης, αλλά χαρακτηρίζει ένα άλλο είδος σαρκοφάγου υμενοπτέρου, καφέ χρώματος με μια κίτρινη ρίγα στην κοιλιά.

Αν και κάτι λίγο η Γενοβέζικη παρουσία, κάτι λίγο περισσότερο η Τουρκοκρατία, κάτι ακόμα περισσότερο η αμφίδρομη επικοινωνία με τα απέναντι παράλια πριν το 1922, είχαν αφήσει τα ίχνη τους στη γλώσσα του νησιού πριν αναλάβουν δράση τα αναλυτικά προγράμματα του σχολείου και τα ΜΜΕ, σε πολλούς από εμας τους καριώτες αρέσει να καμαρώνουμε για τη αρχαιότητα της ντοπιολαλιάς μας, στην οποία επιβιώνουν αρκετές αρχαίες (ιωνικές) λέξεις και εκφράσεις όπως επιβεβαιώνει και ο Γ.Ν. Χατζηδάκης (Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, 1907). Κάπου κάπου καταγράφονται (από τους γεροντότερους) εκφράσεις όπως «Έασον τις αίγες» ή «Πυροβόλησον την στιαν» που δεν περιμένεις να τις ακούσεις σε ζωντανή γλώσσα τον 20ο ή 21ο αιώνα. Ωστόσο δεν πρέπει να παραπλανηθεί κανένας επιρρεπής σε ιδεολογήματα και να νομίζει ότι συναντιούνται δυο καριώτες βοσκοί στο βουνό και ανταλλάσσουν απαρέμφατα, δυϊκούς αριθμούς και ευκτικές· κάθε άλλο.

Χαρακτηριστική είναι από αυτή την άποψη μια ιστορία που μου διηγήθηκε πρόσφατα η θεία μου η Ιωάννα, την οποία κατέγραψε ο προπάππους της που ήταν δικαστής της Δημογεροντίας στα τέλη του 19ου αιώνα (με βασική ευθύνη την αντιμετώπιση περιπτώσεων ζωωοκλοπής και καταπατήσεων). Σύμφωνα με αυτή τη διήγηση, κάποιος ονόματι Αναστάσης έκλεψε μια κατσίκα το Μεγάλο Σάββατο, και το βράδυ πήγε στην εκκλησία όπου ο παπάς απήγγειλε ένα τροπάριο που λέει «Ἀναστάσεως ἡμέρα και λαμπρυνθῶμεν Λαοί». Δεν ξέρω πώς ακριβώς το είπε ο παπάς, ο φουκαράς όμως άκουσε «Ο Αναστάσης ήκλεψε την αίγα και την ητάισε κλαδί» και έντρομος τρέχει στον παπά και του λέει «Σώπα παπά μου, θα την πάω πίσω την αίγα, αλλά μην το λες μπροστά σε όλους ότι εγώ την ήκλεψα».

Σήμερα βέβαια δεν θα κινδύνευε· οι αίγες έχουν εκλείψει, μόνο κατσίκες έχουμε άφθονες πλέον.

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες, νησιά | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »

Πλωμαρίτικα – Μια συνεργασία του Γιάννη Μαλλιαρού

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2017

Συνεχίζουμε ακάθεκτοι τις δημοσιεύσεις άρθρων με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από διάφορες περιοχές της χώρας, με μια συνεργασία του φιλου μας του Γιάννη Μαλλιαρού με λέξεις από τη διάλεκτο του Πλωμαριού -βλέπετε, η Μυτιλήνη είναι μεγάλο νησί, που μάλιστα ακόμα έχει δυσπρόσιτα μέρη και δύσκολες συγκοινωνίες, πόσο μάλλον πριν από δυο τρεις αιώνες. Όπως έλεγε κι ένας φίλος του πατέρα μου σε μια ουζοκατάνυξη, θυμωμένος που κοτζάμ νησί έγινε ένας μόνο δήμος σύμφωνα με την καλλικρατική ντιρεχτίβα, «ο Ραγκούσης θαρρούσε πως όλα τα νησιά είναι μια κουτσουλιά σαν την Πάρο» -αλλά πλατειάζω με άσχετα, ίσως επειδή ο φίλος μας ο Γιάννης παρέδωσε έτοιμη δουλειά, ακόμα και με εισαγωγή. Οπότε του δίνω το λόγο, θυμίζοντας πως παρόμοιες συνεργασίες είναι πάντοτε καλοδεχούμενενες. Σχολιάζω κι εγώ, σε αγκύλες, με πλάγια και καναδυό φορές παρασύρθηκα και φλυάρησα πολύ -ας μου συγχωρεθεί, ένεκα η εντοπιότητα.

Τα πλωμαρίτικα – Γιάννης Μαλλιαρός

Η αρχή έγινε με την ντοπιολαλιά των Θερμιών (Κύθνου) που ετοίμασε ο Δημήτρης Μαρτίνος. Ο Νικοκύρης εκεί έκανε πρόσκληση σε όποιον ήθελε να προσθέσει και τα δικά του, από την περιοχή του κι έτσι υπήρξε συνέχεια με τη Σιφνέικη από το σχολιαστή με το χρηστώνυμο Κουτρούφι. Μιας και την εποχή εκείνη ήμουνα στο χωριό σκεφτόμουνα διάφορες λέξεις που θα μπορούσαν να περιληφθούν σε μια παρόμοια δουλειά για τη διάλεκτο του Πλωμαριού και των χωριών του (όσο κι αν υπάρχουν διαφορές, σε γενικές γραμμές είναι κοινή). Βέβαια, ούτε γλωσσολόγος είμαι, ούτε φιλόλογος κι έτσι από ετυμολόγηση δεν έχουμε, αν και είναι σίγουρο πως πολλές έχουν τουρκική αρχή. Εν τω μεταξύ, με το που τα ετοιμάζω, να και διαλεκτικά του Ξηρόμερου από τον Αλέξη! Εκεί ο Νικοκύρης θυμήθηκε πως παλιότερα είχε βάλει κι Αμοργιανά.

Οι λέξεις που θα παρουσιάσω είναι λέξεις που είτε έχουν χαθεί (εγώ επειδή έχω φύγει αρκετά χρόνια – μου λένε ότι – έχω κρατήσει την παλιά μορφή της γλώσσας) είτε είναι κοινές με άλλες περιοχές αλλά έχουν ειδική σημασία. Τον τελευταίο καιρό βοήθησα να ετοιμαστεί ένα σχετικό βιβλίο (είναι σε διαδικασία εκτύπωσης) αλλά οι λέξεις που διάλεξα δεν είν’ από κει παρμένες (αν και σίγουρα θα υπάρχουν εκεί πολλές αν όχι και όλες). Τη σημασία τους την έχω από τα χρόνια που έζησα εκεί (μέχρι τα 18 μου, το 1977). Από τότε πάω τα καλοκαίρια, αλλά η γλώσσα έχει αρχίσει ν’ αλλάζει. Όμως η απουσία μου έχει το καλό να κρατάω τις παλιές λέξεις και εκφράσεις, πολλές φορές με κοιτάνε παραξενεμένοι που τις χρησιμοποιώ.

Για ξεκίνημα να πω πως στην περιοχή συνηθίζεται η μετατροπή του τ σε κ και του κ σε τσ. Έτσι θυμάμαι να γράφει κάποιος παλιά στο «Δημοκράτη» (εφημερίδα της Μυτιλήνης): Θα γίνου σαν τ’ς Πλουμαρίτις. Θε λέγ’ του στήλου – σκήλου τσι του σκύλου – στσύλου. Θα λεγ’ του τυρί – κυρί τσι του κηρί – τσηρί. (ναι, ξέρω πως για ν’ ακουστούν οι ήχοι έτσι όπως βγαίνουν από μας δεν είν’ εύκολο. Το τσ ας πούμε στα παραπάνω είναι παχύ. Υπάρχουν δυο τριών λογιών λ ή ν και πάει λέγοντας). Ο φίλος μου ο Γιάννης απ’ τα Τρίκαλα (αλλά και άλλοι Θεσσαλοί) μου λέει πολλές φορές πόσο όμοια του φαίνεται η διάλεκτος η δικιά μας με τη δικιά τους! Το λέει ο Γιάννης γιατί συνηθίζουμε να κόβουμε τα φωνήεντα; Εμ τα κ τσ κλπ πώς τα ακούει; π.χ. «πικ’νό φικ’νό τσι φκ’νό» (=πετεινό φετινό και φτηνό) ή «ακή μ’ τσ’ απακή μ’, πάκ’σα του κακί μ’» (= απ’ εαυτού μου και μόνο πάτησα το γατί μου).

Η πλάκα είναι πως παλιότερα υπήρχαν αρχαιοελληνικές λέξεις που είχαν επιβιώσει στη γλώσσα μας αλλά χάθηκαν και άλλαξαν με σύγχρονες της κοινής ελληνικής. Η θεια μου η Αμερσούδα (όχι αυτή του τραγουδιού αλλά όντως θεία μου, αδερφή της γιαγιάς μου) συχνά έλεγε «πιασ’ μουρί του χλιάρ από τ’ αρμάρ» (=πιάσε το κουτάλι απ’ το ντουλάπι). Σήμερα δεν ακούγεται ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυτιλήνη, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 128 Σχόλια »

30 λέξεις που τις λένε στο Ξηρόμερο (μια συνεργασία του Αλέξη)

Posted by sarant στο 3 Οκτώβριος, 2017

Συνεχίζουμε σήμερα τις αναρτήσεις με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από διάφορες περιοχές της χώρας, με συνεργασίες φίλων του ιστολογίου που γεννήθηκαν, ζουν ή έχουν δεσμούς με τις περιοχές αυτές. Ως τώρα είχαμε συνεργασίες από νησιά (Αμοργός, Θερμιά, Σίφνος) αλλά σήμερα, ίσως επειδή πέρασε το καλοκαίρι, θα επισκεφτούμε, λεξιλογικά εννοώ, μια στεριανή περιοχή, το Ξηρόμερο.

Το Ξηρόμερο είναι η βορειοδυτική πλευρά της Αιτωλοακαρνανίας. Η παλιά επαρχία Ξηρομέρου είχε πρωτεύουσα τη Βόνιτσα, αλλά ο σημερινός (καλλικρατικός) δήμος Ξηρομέρου δεν περιλαμβάνει τη Βόνιτσα και έχει έδρα τον Αστακό. Ο Αλέξης, που είναι ο σημερινός μας ξεναγός, μάς έχει δώσει και άλλες συνεργασίες παλιότερα στο ιστολόγιο, όπως για το λεξιλόγιο της μεταπολίτευσης.

Όμως, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, δίνω τον λόγο στον Αλέξη να μας πει για τις λέξεις που λένε στο Ξηρόμερο. Δικά μου σχόλια, σε αγκύλες.

30 λέξεις που λένε στο Ξηρόμερο

Το Ξηρόμερο δεν είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου, αλλά τυχαίνει να έχω μία ιδιαίτερη σχέση μ’ αυτή την περιοχή, αφού από εκεί κατάγεται η γυναίκα μου, και επιπλέον κι εγώ ο ίδιος δούλεψα εκεί ως γεωπόνος, επί μία οκταετία. Η μελέτη της ντοπιολαλιάς του Ξηρομέρου θεωρώ ότι παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς είναι ένα περίεργο κράμα που έχει σαν βάση τα τυπικά ρουμελιώτικα, αλλά έχει ενσωματώσει πολλές λέξεις από το επτανησιακό γλωσσικό ιδίωμα ενώ παρουσιάζει κοινά στοιχεία και με τα ηπειρώτικα ιδιώματα. Η προφορά είναι λιγότερο βαριά και με λιγότερες περικοπές φωνηέντων από τα κλασικά ρουμελιώτικα των ορεσίβιων (του Μπαρμπα- Γιώργου στον Καραγκιόζη ας πούμε) ενώ απουσιάζει και το χαρακτηριστικό νι και λι (gni και gli) που συναντάμε νοτιότερα, στις περιοχές από το Αγρίνιο μέχρι και την Πάτρα.

Παρακάτω έχω σταχυολογήσει 30 λέξεις που λένε στο Ξηρόμερο, με ορισμούς και σύντομα παραδείγματα, ενώ σε ορισμένες από αυτές κάνω και μία απόπειρα ετυμολόγησης, με τη βοήθεια κυρίως των λεξικών και του διαδικτύου.

Να σημειώσω ότι τόσο οι 30 αυτές λέξεις όσο και οι περίπου 280 από ένα πολύ πιο εκτεταμένο γλωσσάρι που έχω καταρτίσει, προέρχονται όλες από προσωπικά βιώματα, δηλαδή τις έχω ακούσει όλες να λέγονται από πρώτο χέρι. Δεν πρόκειται δηλαδή για αντιγραφή από διάφορα  γλωσσάρια που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, αλλά κατά κάποιον τρόπο για πρωτογενή έρευνα.

Σίγουρα πολλές από αυτές λέγονται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας και θα με ενδιέφεραν ιδιαίτερα τα σχόλια των αναγνωστών του ιστολογίου πάνω σε αυτό, καθώς επίσης και για την προέλευση κάποιων λέξεων, όπου πιθανότατα κάποιοι μπορεί να γνωρίζουν κάτι παραπάνω από αυτά που εγώ μπόρεσα να βρω.

 

αγωνιέμαι: ρημ., ασχολούμαι με κάτι, καταπιάνομαι. Από το αγωνίζομαι.

Χρησιμοποιείται κυρίως στην στερεότυπη έκφραση «τι αγωνιέσαι;» που σημαίνει «με τι ασχολείσαι, με τι καταπιάνεσαι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 195 Σχόλια »

Και πάλι για τις δύσκολες ναυτικές λέξεις του Κ. Ράδου

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2017

Γυρίζω από ταξίδι, άρθρο αδύνατον να γράψω, οπότε αρκούμαι σε επανάληψη παλιότερου, που ταιριάζει με την εποχή αφού έχει θέμα θαλασσινό. Είχε δημοσιευτεί πριν από εξίμισι χρόνια, κι αν το θυμάστε χαρά στο μνημονικό σας (βέβαια μάς το θύμισε πρόσφατα ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος). Το κακό βέβαια είναι ότι στο άρθρο που διάλεξα να επαναλάβω είχαν γίνει λίγα μεν σχόλια αλλά πολύ ουσιαστικά, οπότε θα χρειαστεί να τα ενσωματώσω στο άρθρο κι έτσι δεν θα είναι εντελώς άκοπη η αναδημοσίευση -αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού, διότι τώρα το άρθρο είναι πληρέστερο.

Οπότε, η βελτιωμένη έκδοση του παλιού άρθρου έχει ως εξής:

Οι δύσκολες λέξεις του Κ. Ράδου

Την τελευταία φορά που πέταξα με το αεροπλάνο, πριν φύγω, καθώς έψαχνα με το μάτι να δω ποιο βιβλίο θα πάρω για να διαβάζω, πρόσεξα ένα βιβλιαράκι μικρού σχήματος, από τη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση» της Νεφέλης, που το είχα αγοράσει πριν από καμιά εικοσαριά (και βάλε) χρόνια, του Κωνσταντίνου Ράδου, Ο πειρατής της Γραμβούσης, αλλά δεν το είχα ανοίξει, έμενε με τα φύλλα άκοπα. Μου φάνηκε σαν να με κοιτάζει παραπονεμένο, οπότε το πήρα και το έβαλα στην τσάντα μου.

Ο Κωνσταντίνος Ράδος (1862-1931) ήταν ηπειρώτης, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, ερευνητής, έφτιαξε μουσεία, έγραψε για διάφορα θέματα, κυρίως όμως για τη ναυτική ιστορία –και έγραψε και ναυτικά διηγήματα, από τα οποία εξέδωσε δύο τόμους, τα Ναυτικά διηγήματα το 1910 σε καθαρεύουσα και τον Πειρατή της Γραμβούσης το 1930 σε δημοτική. Στην έκδοση της Νεφέλης, ο επιμελητής λέει ότι έχει πάρει τρία μεγάλα διηγήματα από τη δεύτερη συλλογή και τέσσερα κάπως μικρότερα από την πρώτη. Πρόκειται για ναυτικά διηγήματα, με θέματα παρμένα από το παρελθόν: Βυζάντιο, Μεσαίωνας, 1821. Πείτε με προκατειλημμένο, αλλά τα καθαρευουσιάνικα διηγήματα τα βρήκα να έχουν κακογεράσει. Αντίθετα, τα τρία που είναι γραμμένα σε δημοτική λάμπουνε σαν διαμάντια. Μπορεί όμως να είναι και σύμπτωση.

Τέλος πάντων, στην Ανέμη υπάρχει ονλάιν και τζάμπα ο Πειρατής της Γραμβούσης και περιέχει τα περισσότερα από τα διηγήματα της έκδοσης της Νεφέλης, καθώς και μερικά άλλα που δεν τα συμπεριέλαβε ο ανθολόγος, μεταξύ των οποίων και ένα με μανιάτικο θέμα, που θα έπρεπε να κάτσω να το διαβάσω.

Από τον Πειρατή της Γραμβούσης, πιο πολύ μού άρεσε το ομότιτλο διήγημα, όπου η δράση εκτυλίσσεται γύρω στο 1828 σε ένα μη κατονομαζόμενο νησί του Αιγαίου (Σπέτσες; Μήλο; Αστροπαλιά;) και στη Γραμβούσα, το οχυρό νησάκι έξω από τον Κίσσαμο που είχε γίνει ορμητήριο των πειρατών και που εκείνη την εποχή ο αγγλικός στόλος, με άδεια της ελληνικής κυβέρνησης, το πάτησε. Ξεσηκώνω ένα απόσπασμα, που έχει και διάλογο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους πειρατές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ντοπιολαλιές, Ναυτικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 102 Σχόλια »

Η σιφνέικη ντοπιολαλιά (συνεργασία από το Κουτρούφι)

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2017

Πριν από δυο περίπου εβδομάδες είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου με θέμα τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά (δηλαδή της Κύθνου). Στο άρθρο εκείνο, αφού είχα γράψει ότι «κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες» σημείωνα, στο τέλος της εισαγωγής μου, ότι «Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!»

Ο φίλος μας το Κουτρούφι παρακινήθηκε όντως και μου έστειλε ένα άρθρο με 20 λέξεις από τη σιφναϊκή ντοπιολαλιά, λέξεις δηλαδή της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Σίφνου, άρθρο που το δημοσιεύω με πολλή χαρά σήμερα.

Θεωρώ πολύ ενδιαφέρον ότι το άρθρο δίνει έμφαση στο λεξιλόγιο του παιχνιδιού «τσούνια», κι έτσι έχουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφού μαθαίνουμε τη σιφνέικη παραλλαγή του παιχνιδιού αυτού, που με άλλη ονομασία και ίσως όχι εντελώς ίδιο θα υπάρχει και σε άλλες περιοχές.

Αφού θυμίσω ότι έχουμε παλιότερα δημοσιεύσει δυο λεξιλογικά άρθρα για την Αμοργό (πρώτο και δεύτερο), δίνω τον λόγο στο Κουτρούφι. Τα δικά μου σχόλια είναι μέσα σε αγκύλες.

Και βέβαια, να παροτρύνω όποιον φίλο θέλει, είτε από νησί είτε στεριανόν, να ακολουθήσει το παράδειγμα που μας έδωσαν ο Δημήτρης Μαρτινος και το Κουτρούφι και να γράψει ένα σύντομο αρθράκι για τη ντοπιολαλιά ή το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του!

 

Η ΣΙΦΝΕΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Το Σιφνέικο λεξιλόγιο έχει τις επιρροές που βρίσκονται και στις άλλες Κυκλάδες (Κρήτη, Φραγκοκρατία, Τούρκικα). Σχετικά με τα Τούρκικα, οι όποιες επιρροές προέρχονται από το πάρε-δώσε με την Οθωμανική διοίκηση (17ο αιώνας μέχρι και την επανάσταση του 21) και από την πολυπληθή Σιφνέικη παροικία στην Πόλη μέχρι και λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την Οθωμανική περίοδο δεν υπάρχει στη Σίφνο Τούρκικη εγκατάσταση. Αρκετές λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στη Σίφνο βρίσκονται και σε άλλα νησιά και έχουν καταγραφεί στο παρόν ιστολόγιο (Αμοργός, Κύθνος, Χίος, Κρήτη) αλλά και αλλού. Στο παρόν επέλεξα λέξεις και εκφράσεις που δεν βρίσκονται εύκολα (ή καθόλου) στα ψαχτήρια ή εντοπίζονται μόνο σε ιστότοπους ενδιαφέροντος Σίφνου. Για τα περισσότερα δεν γνωρίζω καλά την ετυμολόγηση και δεν είμαι βέβαιος για την ορθογραφία.

«αντάλοα». Επίρρημα που δηλώνει τον γνωστό τρόπο καθίσματος σε ένα υποζύγιο όπου τα δύο πόδια είναι δεξιά κι αριστερά στη σέλα όπως σε ένα δίκυκλο. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος καθίσματος στη Σίφνο είναι ο πλευρικός. Μια δική μου αδιασταύρωτη ετυμολόγηση βασιζόταν στο «σαν τα άλογα», επηρεασμένος περισσότερο από τα καουμπόικα που διάβαζα. [Τη λέξη δεν τη βρήκα στο Ιστορικό Λεξικό, το ΙΛΝΕ]

«γκλας (ο)». Βλάκας, ανόητος. «Αυτός είναι ολωσδιόλου γκλας». Αγνοώ την προέλευση. [Ούτε αυτή βρέθηκε στο ΙΛΝΕ]

«δει (το)». Φυσιογνωμία, φάτσα. «Το δει του (δ)ε μου ‘ρέσει». Η ετυμολογία του είναι σε μένα άγνωστη και η ορθογραφία που χρησιμοποιώ είναι αυθαίρετη.

[Κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το απαρέμφατο «ιδείν». Από ανάλογα απαρέμφατα προέκυψαν ουσιαστικά όπως το φαγί (φαγείν), το φιλί (φιλείν) και το γαμήσι (γαμήσειν). Πώς θα το γράψουμε; Το φαγί το γράφουμε με γιώτα, διότι δεν συμμορφωνομαστε με την ετυμολογική προέλευση στα τέρματα των λέξεων (ούτε ο Μπαμπινιώτης). Άρα, το δι; Πολύ αδύνατο μου φαίνεται]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κυκλάδες, Ντοπιολαλιές, Παιχνίδια, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 165 Σχόλια »

Η θερμιώτικη ντοπιολαλιά (συνεργασία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά, δηλαδή τη ντοπιολαλιά της Κύθνου.Έχω ξαναγράψει ότι κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες.

Ο Δημήτρης έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, σχεδόν τέλεια (ίσως θα μπορούσε να δώσει παραδειγματικές φράσεις σε όλα τα λήμματα). Προτάσσει μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά και ακολουθούν 22 λήμματα, πολλά από τα οποία τα έχει ήδη αναπτύξει εκτενέστερα στο slang.gr

Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο δημοσιεύεται σε πολυτονικό, όπως προτιμάει ο Δημήτρης αν και δεν βλέπω τι προσφέρει αυτό -μάλλον δυσκολεύει κάποιους που μας διαβάζουν από ταμπλέτες.

Εγώ δεν είχα να προσθέσω σχεδόν τίποτα, το κείμενο είναι πολύ καλογραμμένο. Ωστόσο, για τα τέσσερα πρώτα λήμματα προσθέτω τι αναφέρει σχετικά το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας (διότι το τμήμα που έχει εκδοθεί καλύπτει μόνο τα πρώτα λήμματα, από Α έως ΔΙ).Κάνω και καναδυό ακόμα παρατηρήσεις, πάντα σε αγκύλες. Και βέβαια, δεν χρησιμοποιώ πολυτονικό]

Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!

Η ΘΕΡΜΙΩΤΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀναβίωση δύο παλαιότερων ἄρθρων γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῆς Ἀμοργοῦ (πρώτο και δεύτερο), σκέφτηκα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῶν Θερμιῶν ἤ τῆς Κύθνου, ὅπως εἶναι ἡ ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ νησιοῦ.

Ζητῶ, ἐκ προοιμίου, τὴν ἐπιείκειά σας, ἐπειδὴ δὲν ἔχω κάποιαν ἐπιστημονικὴ  γνώση τοῦ ἀντικειμένου. Παρουσιάζω κάποιες λέξεις τῆς ντοπιολαλιᾶς ποὺ, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἔχουν ἐνδιαφέρον. Πρὲπει νὰ τονίσω πὼς δὲν ἔκανα κάποιαν ἐπιτόπια ἔρευνα. Ἔγραψα γιὰ κάποιες λέξεις, ὅπως τὶς θυμᾶμαι νὰ τὶς λένε πρόσωπα τοῦ οἰκογενειακοῦ μου περιβάλλοντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὑρύτερου περιβάλλοντος τοῦ χωριοῦ μου, τῆς Δρυοπίδας ἤ Σύλλακα.

Τὸ νησί ἔχει δύο κύριους οἰκισμούς ποὺ παλιότερα, πρίν τὴν διοικητικὴ μεταρρύθμιση καὶ τὴν δημιουργία ἑνιαίου δήμου, ἦταν ἕδρες τῶν δύο κοινοτήτων τοῦ Νησιοῦ: Τὴ Χώρα, ἤ Μεσσαριὰ ποὺ ὀνομάστηκε Κύθνος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ τὸ Χωριὸ ἢ Σύλλακα ποὺ ὀνομάστηκε Δρυοπίδα.

Παλιότερα ὑπῆρχε ἔντονος ἀνταγωνισμὸς ἀνάμεσα στὰ δυὸ χωριὰ ποὺ ἔφτανε στὰ ὅρια τῆς ἀντιπαλότητας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦταν πολλὲς οἱ ἐπαφὲς μεταξύ τους, πράγμα ποὺ φαίνεται καὶ στὴν ντοπιολαλιά, ὅπου ὑπάρχουν κοινὲς λέξεις καὶ ἐκφράσεις, ἀλλὰ καὶ διαφορές.

Θὰ παραθέσω λίγα ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὶς ἐπιδράσεις ποὺ δέχτηκε ἡ Θερμιώτικη ντοπιολαλιά. Ἡ ἱστορικὴ πορεία τῶν Θερμιῶν, κατὰ τὴν τελευταία χιλιετία, ὁπότε διαμορφώθηκε ἡ ντοπιολαλιά, εἶναι πάνω κάτω ἡ ἴδια  μὲ αὐτὴν τῶν ὑπολοίπων νησιῶν τῶν Κυκλάδων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κυκλάδες, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 114 Σχόλια »

Οι Ποτέμκιν της Μεγάλης Ελλάδας (της Μαριάννας Κατσογιάννου)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2017

Συζητούσα τις προάλλες (ηλεκτρονικά) με την καλή φίλη Μαριάννα Κατσογιάννου, που είναι γλωσσολόγος και βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Καλαβρία, την οποία είχε επισκεφτεί και στη δεκαετία του 1980 για να μελετήσει την ελληνική διάλεκτο της περιοχής. Μου είπε κάποια πράγματα που με αιφνιδίασαν διότι είχα σχματίσει διαφορετική εικόνα για τη γλωσσική κατάσταση στην περιοχή, κι επειδή τα βρήκα πολύ ενδιαφέροντα της ζήτησα φορτικά να γράψει ένα κομμάτι για το ιστολόγιο. Τελικά κατάφερα να την πείσω και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Δικές της και οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο.

Ένα θέμα ορολογίας. Για την ελληνική διάλεκτο της Καλαβρίας, η Μ.Κ. δεν δέχεται τον όρο «γκρεκάνικα» που τον θεωρεί κατασκευασμένον -οι ντόπιοι ομιλητές της διαλέκτου χρησιμοποιούσαν τον όρο «γκρέκο». Ο όρος «γκρίκο» χρησιμοποιείται για την παρεμφερή ελληνική διάλεκτο του Σαλέντο. (Η Καλαβρία βρίσκεται στη μύτη της «ιταλικής μπότας» ενώ το Σαλέντο στο τακούνι).

Οι Ποτέμκιν της Μεγάλης Ελλάδας

Λέγεται ότι το 18ο αιώνα ο πρίγκιπας Γκριγκόρι Ποτέμκιν, υπουργός της αυτοκράτειρας Αικατερίνης ΙΙ της Ρωσίας, φρόντισε να στηθούν στις όχθες του Δνείπερου ευειδή σκηνικά, χαρτονένιες προσόψεις σπιτιών που αναπαριστούσαν ολόκληρα χωριά, σε όλο το μήκος της διαδρομής απ’ όπου θα περνούσε για επιθεώρηση η αυτοκράτειρα. Οι χαρούμενοι χωρικοί που τους χαιρετούσαν ήταν μασκαρεμένοι στρατιώτες, η ανυποψίαστη αυτοκράτειρα έμεινε κατευχαριστημένη από την παράσταση και ο Ποτέμκιν πολλαπλασίασε την επιρροή του στην κυβέρνηση – λέει η ανεπιβεβαίωτη, αλλά διδακτική αυτή ιστορική φήμη.

Κάπως έτσι γίνονται τα πράγματα και σε άλλα μέρη του κόσμου. Στην περιοχή της Καλαβρίας, υπήρχε μέχρι σχετικά πρόσφατα μία ελληνόφωνη μειονότητα που έχει απασχολήσει αρκετές φορές τους επιστήμονες. Το ζήτημα που τέθηκε αρχικά ήταν η προέλευση της διαλέκτου. Μερικοί από τους μεγαλύτερους Ιταλούς γλωσσολόγους (μερικά ονόματα για όσους έχουν ειδικό ενδιαφέρον: G. Morosi, Α. Pellegrini, C. Battisti, G. Alessio, O. Parlangèli, G. Falcone) δημιούργησαν ‘σχολή’ με στόχο να αποδείξουν ότι πρόκειται για μία νεοελληνική διάλεκτο που προέρχεται από τη γλώσσα των βυζαντινών εποίκων του ΙΧ-ΧΙΙ αι. Αντίθετα, ο Γερμανός G. Rohlfs, υπέρ του οποίου τάχθηκαν οι Έλληνες μελετητές (Σ. Καρατζάς και Α. Καραναστάσης), υποστήριξε ότι πρόκειται για επιβιώματα της αρχαίας ελληνικής, ακριβέστερα της δωρικής διαλέκτου που επικράτησε σε όλη την Νότια Ιταλία ύστερα από τον αποικισμό του VΙΙ αι. π.Χ. Τα τελευταία χρόνια ο διάλογος ατόνησε – ή μάλλον θάφτηκε κάτω από έναν εντυπωσιακό σε μέγεθος σωρό δημοσιευμάτων που θεωρούν δεδομένη την ‘ελληνικότητα’ όχι πλέον της διαλέκτου, αλλά των κατοίκων της περιοχής και αγνοούν συστηματικά την επιστημονική βιβλιογραφία, ιδιαίτερα αυτήν που είναι γραμμένη στην ιταλική γλώσσα. Μια ματιά στο σχετικό άρθρο της Βικιπαίδειας είναι αρκετή για να τρέψει σε άτακτη φυγή οποιονδήποτε προσπαθεί να μάθει τι πιστεύουν οι Ιταλοί γλωσσολόγοι.

Τι μεσολάβησε άραγε; Πώς και οι ίδιοι Ιταλοί πολίτες που μέχρι πρόσφατα δεν ήθελαν να ακούσουν ούτε λέξη για τη θεωρία του Rohlfs αποποιήθηκαν τόσο ριζικά τις απόψεις των ‘δικών τους’ επιστημόνων; Πώς και το όνομα του Giuseppe Falcone, του μόνου ντόπιου γλωσσολόγου που αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη των διαλέκτων της Καλαβρίας, έχει πάψει να αναφέρεται από τους συντοπίτες του;

To Gallicianó σε φωτογραφία του 1984

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Μεγάλη Ελλάδα, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , | 212 Σχόλια »

Όλα για καλό του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 19 Απρίλιος, 2017

Ο τίτλος εσκεμμένα δεν έχει σημεία στίξης κι έτσι ίσως διαβάζεται με περισσότερους από έναν τρόπους, αλλά η συνοδευτική εικόνα μάλλον ξεκαθαρίζει τον σκοπό του άρθρου: θα μιλήσω για το καινούργιο βιβλίο του αγαπημένου μου συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, το «Όλα για καλό», που κυκλοφόρησε πριν από δυο μήνες από τις εκδόσεις «Εστία».

Το ότι ο Μακριδάκης είναι αγαπημένος μου συγγραφέας φρόντισα να το επισημάνω αποξαρχής -άρα, δεν είναι «αμερόληπτη» και «αντικειμενική» η παρουσίαση που θα κάνω. Από τότε που τον ανακάλυψα, έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία και αδημονώ για κάθε καινούργιο -και δύο από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς εδώ, το «Αντί Στεφάνου» πρόπερσι και το «Του Θεού το μάτι» το 2013.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, τις αρχές της οποίας παρουσίασε με λογοτεχνικό τρόπο στο Αντί Στεφάνου. Σε προηγούμενες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») και τώρα επανέρχεται στο προηγούμενο σχήμα αλλά με ουσιαστικές διαφορές.

Καταρχάς, το «Όλα για καλό» δεν είναι νουβέλα αλλά μυθιστόρημα -όχι μόνο εξαιτίας της έκτασης (230 σελίδες αντί για 100-110) αλλά και με βάση την πλοκή. Έπειτα, ενώ στις προηγούμενες νουβέλες η εξωτερική πολιτική επικαιρότητα αποτελούσε απλώς το κάδρο, εδώ παίρνει κεντρική θέση και καθορίζει την πλοκή. Και η επικαιρότητα αυτή, όπως υποδηλώνει και το εξώφυλλο, δεν είναι άλλη από την προσφυγική κρίση, τις μαζικές αφίξεις προσφύγων σε κάποιο νησί του Αιγαίου πάνω σε καρυδότσουφλα της συμφοράς. Ο τόπος δεν δηλώνεται με σαφήνεια, αλλά είναι η Χίος. Ο χρόνος δηλώνεται, 11 με 15 του Δεκέμβρη -του 2015 συμπεραίνουμε. Υπάρχουν βέβαια και οι αφηγήσεις των ηρώων, που μας πηγαίνουν μερικούς μήνες ή και πολλά χρόνια πίσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in πρόσφυγες, Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 166 Σχόλια »

Τι κάνει ο ναμικιόρης;

Posted by sarant στο 6 Απρίλιος, 2017

Εννοώ, τι σημαίνει η λέξη; Θα μου πείτε, γιατί δεν ανοίγεις ένα λεξικό να δεις τη σημασία της; Θα σας απαντήσω ότι ασφαλώς αυτή είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος, αλλά υπάρχει ένα προβληματάκι.

Βλέπετε, κανένα από τα μεγάλα λεξικά μας δεν καταγράφει τη λέξη, ούτε τα νεότερα ούτε τα παλιά -εκείνος ο Δημητράκος που διαφήμιζε πως είναι λεξικό «όλης» της ελληνικής και καταγράφει ευλαβικά όλα τα σαρίδια του Ησυχίου, ακόμα και τις λάθος γραφές, απαξιεί (σικ) να καταχωρήσει λαϊκές λέξεις πολύ κοινότερες από τον ναμικιόρη.

Ότι ο ναμικιόρης δεν βρίσκεται στα λεξικά μας το ήξερα, και όταν έφτιαχνα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται συμπεριέλαβα μέσα και αυτή τη λέξη -αναφέροντας τη σημασία που ήξερα, και που την είχα διασταυρώσει με διάφορα γλωσσάρια, ότι ναμικιόρης είναι ο αχάριστος. Οπότε, προς τι το σημερινό άρθρο;

Τις προάλλες, μια φίλη σχολίασε στο Φέισμπουκ: Σαν δεν ντρέπεται, ο αναμικιόρης!

Αναμικιόρης είναι παραλλαγή του ναμικιόρη. Η ανάπτυξη τέτοιου προτακτικού α-, όχι στερητικού βέβαια, είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο, συνήθως σε θηλυκά ουσιαστικά (αλησμονιά, αμασχάλη, απαλάμη, αλυγαριά) αλλά όχι μόνο (αράθυμος). Στα αρσενικά, το α- προκύπτει από συνεκφορά με το αόριστο άρθρο (είδα ένα ναμικιόρη, έναναμικιόρη, έν’ αναμικιόρη).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , , , , , | 167 Σχόλια »

Ο χουμάς και τα θρέμπελα του Π. Πολάκη

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι αφιερωμένα σε δυο ιδιωματικές λέξεις, από εκείνες που το ιστολόγιο αρέσκεται να σχολιάζει, και να ελέγχει, μέσα από τα σχόλιά σας, αν και κατά πόσο εξακολουθούν να ακούγονται. Εννοώ λέξεις που τα γενικά λεξικά δεν τις έχουν, είτε επειδή είναι μισοξεχασμένες είτε επειδή είναι ιδιωματικές, άλλοτε εντοπιζόμενες σε μία μόνο περιοχή του ελληνόφωνου χώρου και άλλοτε σε περισσότερες. Τέτοιες άλλωστε λέξεις έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, αρκετές από τις οποίες τις έχω παρουσιάσει εδώ.

Τις δυο σημερινές λέξεις δεν τις έχω βάλει στο βιβλίο, για τον απλό λόγο ότι το 2011 αγνοούσα την ύπαρξή τους. Ήρθαν και οι δυο φευγαλέα στην επικαιρότητα πρόσφατα, όταν τις χρησιμοποίησε ο υφυπουργός Υγείας Παύλος Πολάκης. Ο Πολάκης είναι Κρητικός (νομίζω Σφακιανός) και η μία από τις λέξεις είναι σίγουρα κρητική -για την άλλη δεν είμαι και τόσο βέβαιος αλλά θα περιμένω τα σχόλιά σας.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, δεν θα εστιάσω τη συζήτηση στον υφυπουργό, μόνο για να πω ότι ένα μόνο πράγμα με έχει ενοχλήσει πολύ στη δημόσια παρουσία του, ενώ άλλα, για τα οποία έχει δεχτεί κριτική, είτε με αφήνουν αδιάφορο είτε τα επιδοκιμάζω. Και αυτό το ένα είναι ότι, όπως γράφτηκε, άναψε τσιγάρο σε σύσκεψη του υπουργείου, σε κλειστό δημόσιο χώρο. Αλλά ούτε σε αυτό θέλω να σταθώ, διότι ξέρω (και ως πρώην καπνιστής) ότι το κάπνισμα εξάπτει τα πάθη και ότι όσοι καπνίζουν αδυνατούν, στην πλειοψηφία τους, να σκεφτούν λογικά για το θέμα αυτό -θα προτιμούσα λοιπόν σήμερα να εστιαστούμε στον χουμά και στα θρέμπελα.

Ο χουμάς είναι η λέξη που ακούστηκε πιο πρόσφατα, και που τη συζητήσαμε και στα σχόλια του άρθρου εκείνης της ημέρας.

Πράγματι, σε συζήτηση στη Βουλή και σε έντονη αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση, ο υφυπουργός είπε ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις «τα κάνανε χουμά» στον τομέα της υγείας, και αμέσως μετά εξήγησε πως «είναι αυτό που μένει όταν βγαίνει το τυρί, το άχρηστο».

(Στο βίντεο της συζήτησης η ατάκα με τον χουμά είναι περιπου στο 14′. Σπό το 9ο λεπτό και μετά ακούγονται και άλλες ενδιαφέρουσες λέξεις, όπως ο μπέτης = το στήθος, αν και μου φάνηκε πιο ενδιαφέρουσα η ανάλυση των πρώτων 9 λεπτών κι ας μην έχει αιχμές ή δύσκολες λέξεις).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Βουλή, Ντοπιολαλιές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 270 Σχόλια »

Τασία Βενέτη, Πέντε μικροδιηγήματα του χιονιού

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2016

touxioniouΤο άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο επειδή τούτο το σαββατοκύριακο έχω… αγωνιστικές υποχρεώσεις.

Σκέφτηκα να βάλω κάτι λογοτεχνικό να διαβάσουμε και η φίλη μας η Μαρία είχε την ιδέα να προτείνει και την καλή διάθεση να πληκτρολογήσει πέντε σύντομα διηγήματα από τη συλλογή «Του χιονιού» της Τασίας Βενέτη που εκδόθηκε το 2013 από τον φιλικό εκδοτικο οίκο «Το Ροδακιό».

Η συλλογή «Του χιονιού» έχει έντονο ηπειρώτικο χρώμα. Τα διηγήματα έχουν και λεξιλογικό ενδιαφέρον αφού βρίσκουμε αρκετές λέξεις της ηπειρώτικης ντοπιολαλιάς -γι’ αυτό στο τέλος εξηγώ όσες δεν θα βρείτε στα σύγχρονα λεξικά. Κάποιες από αυτές τις επισημαίνει και το Γλωσσάρι που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου.

Τα διηγήματα που διάλεξε η Μαρία να μας παρουσιάσει είναι σύντομα, αν και στο βιβλίο υπάρχουν και άλλα πιο εκτενή. Νομίζω ότι και τα πέντε ικανοποιούν τις προδιαγραφές για να χαρακτηριστούν «ιστορίες μπονζάι», όπως ονομάζει τα μικροδιηγήματα ο φίλος Γιάννης Πατίλης, που έχει ασχοληθεί πολύ με το είδος και έχει ιστολόγιο με τέτοιες ιστορίες. Αλλά δεν βλέπω να ανθολογεί ιστορίες της Τασίας Βενέτη.

Ας δούμε τα διηγήματα

Τασία Βενέτη, Του χιονιού, Το Ροδακιό 2013

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 110 Σχόλια »

Τα ντράβαλα του ταξιδιού

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι «επαυξημένη αναδημοσίευση» ενός παλιότερου, που το θυμήθηκα επειδή έτυχε να συζητηθεί στο slang.gr. Να πω με την ευκαιρία ότι το συλλογικό λεξικό-φόρουμ slang.gr, που έχω τη χαρά να είμαι (μάλλον ανενεργό) μέλος του, πρόσφατα άλλαξε εντελώς τη σχεδίαση του ιστοτόπου του και συνεχίζει τόσα χρόνια την καταπληκτική δουλειά του, παρά τις επιμέρους ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς για το μοντέλο λειτουργίας του. Ένας άλλος λόγος για τη σημερινή δημοσίευση είναι ότι το παλιότερο άρθρο, που κατά σύμπτωση είχε δημοσιευτεί τέτοια ακριβώς μέρα πριν από τέσσερα χρόνια, δεν είχε σχολιαστεί και τόσο, οπότε ίσως δεν θα το θυμούνται πολύ καλά όσοι το διαβάσουν σήμερα.

Το ιστολόγιο ασχολείται με τις λέξεις και με τα ταξίδια τους, όμως σήμερα θα κάνουμε κάτι πιο αυτοαναφορικό, ένα ταξίδι με αφετηρία, ακριβώς, τη λέξη ‘ταξίδι’.

Το ταξίδι είναι υποκοριστικό του ‘τάξις’, λέξης πολυσήμαντης και στα αρχαία και στα νέα, που μεταξύ άλλων σήμαινε τη διάταξη, τον τρόπο παράταξης των στρατιωτών εν όψει της μάχης. Το ‘ταξίδιον’ ή ‘ταξείδιον’ λοιπόν (συνήθως οι αρχαίοι το έγραφαν με -ει- και ίσως το έχετε δει έτσι σε παλιότερα κείμενα, όπως στο Μόνον της ζωής του ταξείδιον του Βιζυηνού) σήμαινε αρχικά την εκστρατεία. Σιγά-σιγά, η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται και για άλλες οργανωμένες μετακινήσεις, μη στρατιωτικές, για να φτάσει, στα μεσαιωνικά χρόνια, στη σημερινή σημασία.

Κι επειδή το ελληνικό ταξίδι του ταξιδιού δεν είναι και τόσο συναρπαστικό, ας δούμε τι γίνεται σε άλλες γλώσσες. Το γαλλικό voyage (όπως και το ιταλικό viaggio ή το ισπανικό viaje) προέρχεται από το λατινικό viaticus που είναι παράγωγο του via (δρόμος) και που σήμαινε αρχικά μεν τις αναγκαίες προμήθειες που έπρεπε να πάρει κανείς μαζί του για να βγει στο δρόμο, για να ταξιδέψει, και μετά το ταξίδι καθαυτό. Το γερμανικό Reise πάλι, προέρχεται από μια παλαιογερμανική ρίζα risan, από την οποία και το αγγλικό rise, που σήμαινε «σηκώνομαι». Και πάλι, μάλλον βαρετές ετυμολογίες, αλλά έχω φυλάξει το καλύτερο για το τέλος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , | 89 Σχόλια »