Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ογδόνταζ’ Category

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 21 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή πρώτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση -ήδη βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, ενώ η σχέση του με τη νεότερη συνάδελφό του Φανή διακόπτεται αναπάντεχα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το ενδέκατο κεφαλαιο, που έχει τίτλο Προσπάθειες ανάταξης. Βρισκόμαστε στα 1986.

 

Ένα πρωί του τηλεφώνησε η γυναίκα του Βαγγέλη. Φαινόταν αναστατωμένη και στις ερωτήσεις του τον πληροφόρησε πως τον πήγαν επειγόντως στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, γιατί είχαν μπερδευτεί τα πόδια του σε κάποιο χαλάκι στο σαλόνι τους και είχε πέσει, σπάζοντας τον γοφό του. Αμέσως πήρε το αυτοκίνητό του και πήγε να τον δει. Τον βρήκε διασωληνωμένο και ακίνητο στο κρεβάτι του νοσοκομείου, αλλά με το βλέμμα όπως πάντα ζωηρό και το ηθικό ακμαίο. Χάρηκε πολύ που τον είδε και έμεινε αρκετήν ώρα κουβεντιάζοντας. Του εξήγησε πως τα τελευταία χρόνια στα στρατιωτικά νοσοκομεία, δέχονταν και ιδιώτες, ιδίως σε περιπτώσεις εκτάκτων περιστατικών.

Όταν μπήκε η νοσοκόμα για να του αλλάξει τον καθετήρα και τους σωλήνες και καθώς εν συνεχεία θα γινόταν η επίσκεψη των γιατρών, ο Δήμος χαιρέτησε τον φίλο του και πήγε να φύγει. Τότε η νοσοκόμα, που μόλις είχε τελειώσει τη δουλειά της, τον ρώτησε

«Έχετε αυτοκίνητο;»

και όταν αυτός απάντησε καταφατικά, τον παρακάλεσε να πάρει μια συνάδελφό  της που βιαζόταν να γυρίσει στην Αθήνα, αλλά δεν είχε μέσο. Δέχτηκε χωρίς άλλη κουβέντα και όταν η νοσοκόμα του έφερε τη συνάδελφό της, πήγανε μαζί ως το αυτοκίνητό του και της άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Όταν συστηθήκανε έμαθε πως τη λέγανε Μίνα, αλλά δε συγκράτησε το επώνυμό της, που είχε πάντως κρητική κατάληξη. Ήταν καλοκαμωμένη, μάλλον παχουλή και κάπως συνεσταλμένη, όπως δε υπολόγισε, θα είχε περάσει τα σαράντα.

Στην αρχή δε μιλούσε, όταν όμως κατέβαιναν τη Μεσογείων με βήμα σημειωτόν, καθώς είχανε πέσει στην ώρα της μεγάλης κίνησης, πιάσανε κουβέντα. Τον ρώτησε αν είναι γιατρός και αυτός της απάντησε αρνητικά και την πληροφόρησε πως ήταν φιλόλογος ή δε η παρουσία του στο νοσοκομείο ήταν για να δει ένα φίλο του. Με τη σειρά του τη ρώτησε τα τυπικά και τον πληροφόρησε πως ήταν όντως από την Κρήτη, πως εργαζόταν ως νοσηλεύτρια και πως ανήκε στο στρατιωτικό προσωπικό του νοσοκομείου.

Όταν φτάσανε κοντά στο Χίλτον και μια που της είπε πως θα συνέχιζε προς Νέα Σμύρνη, εκείνη του ζήτησε να σταματήσει, για να πάρει το τρόλεϋ για την Ομόνοια. Πριν τον αποχαιρετήσει όμως και αφού τον ευχαρίστησε για την εξυπηρέτηση που της έκανε, του ζήτησε το τηλέφωνό του, διευκρινίζοντας πως θα ήθελε να ξαναβλεπόντουσαν. Παραξενεύτηκε λίγο, αλλά πρόθυμα της έδωσε μια κάρτα του.

Είχε σχεδόν ξεχάσει το περιστατικό αυτό, όταν την άλλη βδομάδα του τηλεφώνησε και του πρότεινε να συναντηθούν «για να τα πούνε». Δεν το περίμενε αλλά μη έχοντας, έτσι κι αλλιώς τι άλλο να κάνει, συμφώνησε και κανόνισαν να συναντηθούν σε ένα ζαχαροπλαστείο-μπαρ σε μια στοά κοντά στο Σύνταγμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα, Ογδόνταζ | Με ετικέτα: | 48 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 20 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση -ήδη βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, ενώ η σχέση του με τη νεότερη συνάδελφό του Φανή διακόπτεται αναπάντεχα. Σήμερα αρχίζουμε το ενδέκατο κεφαλαιο, με τίτλο Προσπάθειες ανάταξης.

 

11

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΤΑΞΗΣ

Mετά το κενό που του δημιούργησε η απρόβλεπτη απομάκρυνση της Φανής από τη ζωή του, το πήρε απόφαση πως αυτή ήταν η μοίρα του και αποφάσισε να  βρει τρόπους προσαρμογής σε μια μοναχική, εργένικη, ζωή. Δεν άντεχε πια νέους έρωτες και  αγάπες. Το αίσθημα του κενού που τον βασάνιζε, προσπάθησε να συμπληρώσει αλλιώς, κάνοντας συχνότερα παρέα με τους παλιούς του φίλους. Πήγαινε ταχτικά στο Μαρούσι στο σπίτι του Αλέκου και της Κατερίνας, επισκεπτόταν τον Νίκο και τη Μαργαρίτα στα σπίτι τους, που ήταν άλλωστε κι αυτό στη Νέα Σμύρνη και μια δυο φορές τη βδομάδα βγαίνανε μαζί, για θέατρο, σινεμά ή απλώς για βόλτα. Στο σπίτι του Νίκου και της Μαργαρίτας γνώρισε  ένα ζευγάρι φίλων τους, τον Δημήτρη και τη Λασκαρίνα. Εκείνος ήταν μηχανικός στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού κι η γυναίκα του ψυχίατρος, Ενδιαφέροντες άνθρωποι και οι δύο και ευχάριστοι συνομιλητές, που ταίριασαν γρήγορα μαζί του.

Όπως του είπαν, συνεργάζονταν στη σύνταξη ενός εγκυκλοπαιδικού λεξικού, ο Δημήτρης σαν εξωτερικός συνεργάτης, γιατί εξακολουθούσε να εργάζεται στον Οργανισμό, ο Νίκος όμως σαν κανονικός υπάλληλος, γιατί κατάφερε να πάρει σύνταξη στα 56 του χρόνια, επωφελούμενος από το νόμο διαδοχικών ασφαλίσεων και έχοντας συμπληρώσει 35 χρόνια προϋπηρεσίας. Στις συζητήσεις που είχανε μαζί του, του μεταφέρανε πολλά ενδιαφέροντα, διασκεδαστικά και ευτράπελα περιστατικά από την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στη σύνταξη του  εγκυκλοπαιδικού λεξικού και για τον χαρακτήρα και την εμφάνιση του εκδότη, που, μεταξύ τους τον έλεγαν «το Θερίο».

Εκείνος πάλι τους μίλησε για τα «Ρεμάλια της Πιερίας» και τις ταχτικές εβδομαδιαίες συνάξεις τους και είδε πως τους διασκέδασαν όσα τους είπε. Στο μυαλό του θώπευε ένα όνειρο: να δημιουργήσει στην Αθήνα κάποια παρόμοια παρέα, μ΄ όλο που καταλάβαινε πόσο δύσκολο ήταν. Εν πρώτοις ο ίδιος δεν διέθετε τα ηγετικά (στον τομέα της πλάκας και του χαβαλέ) προσόντα του Αντρέα. Ύστερα οι φίλοι του εδώ δεν είχαν ούτε κατά προσέγγιση τη νοοτροπία και τη συμπεριφορά των ρεμαλιών. Χωρίς να είναι τίποτα σοβαροφανείς, το αντίθετο ήτανε εύθυμοι και κοινωνικοί τύποι, ήταν όμως τελείως διαφορετικοί από τα ρεμάλια.

Παρ΄ όλα αυτά κανόνισε να βρεθούνε μερικές φορές όλοι μαζί, όχι όμως στο σπίτι του,  όπως είχε γίνει, πριν από έξι χρόνια, στη γιορτή του, αλλά σε ένα εστιατόριο τη μια φορά και σε ένα ζαχαροπλαστείο τις δύο άλλες. Τον πυρήνα της καινούργιας παρέας αποτελέσανε ο Κώστας με την Ισμήνη, ο Αλέκος με την Κατερίνα, ο Νίκος με τη Μαργαρίτα, ο Δημήτρης με τη Λασκαρίνα κι αυτός  (με τη θύμηση της Βασιλικής να σκιάζει τη διάθεσή του)..

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα, Ογδόνταζ | Με ετικέτα: , , | 48 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 19 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2022

Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη ένατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση -ήδη βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, ενώ η σχέση του με τη νεότερη συνάδελφό του Φανή διακόπτεται αναπάντεχα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το δέκατο κεφαλαιο, το οποίο σε μεγάλο βαθμό καταλαμβάνεται από αναμνήσεις, τις οποίες πυροδοτεί η επίσκεψη σε έναν παλιό φίλο. Σημειώνω ότι ο πατέρας μου πράγματι είχε δραστηριοποιηθεί στη συλλογή οικονομικής ενίσχυσης για την παράνομη ΕΠΟΝ και όσα γράφει στις αναμνήσεις αυτές του ήρωά του έχουν συμβεί στον ίδιο. 

«Τι είχες Γιάννη; – τι είχα πάντα»

μονολόγησε όταν μπήκε, περασμένες έντεκα, στο σπίτι του. Κατάλαβε πως η μοναξιά ήταν το μόνο ορατό μέλλον του.

Παρόλο που ήταν κατάκοπος από το πολύωρο ταξίδι, σαν πλύθηκε κι έπεσε στο κρεβάτι, ύπνος δεν του κολλούσε. Στριφογύριζε για πολλήν ώρα χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος το πήρε απόφαση. Σηκώθηκε, έπλυνε τα μούτρα του, ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι. Έξω όλα ήταν κατασκότεινα και σιωπηλά. Το ρολόι της Αγίας Φωτεινής χτύπησε τρεις. Περπάτησε προς την πλατεία και τη διέτρεξε με ήρεμο βάδισμα στο μάκρος της. Σιγά σιγά ήρθε στα συγκαλά του.

Θυμήθηκε τα χρόνια που πήγαινε στο Γυμνάσιο, που τότε βρισκόταν στο κτίριο της Ευαγγελικής, στη δυτική πλευρά της πλατείας. Είχε οργανωθεί στην ΕΠΟΝ από τα τέλη του ΄43 και ένα από τα καθήκοντά τους ήταν να γράφουν αντιγερμανικά συνθήματα στους τοίχους. Αυτό γινόταν μόλις σκοτείνιαζε, σε ώρες που επιτρεπόταν ακόμα η κυκλοφορία  και το συνεργείο το αποτελούσαν συνήθως έξι άτομα. Δύο ήταν αυτοί που γράφανε, ο ένας κρατούσε το κουβαδάκι με το χρώμα κι ο άλλος το πινέλο και έγραφε. Οι  άλλες δύο δυάδες κρατούσανε τσίλιες, στις δυο άκρες του δρόμου. Πολύ συχνά τα συνεργεία γραψίματος ήταν μικτά και οι δυάδες ήταν πραγματικά ζευγαράκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Έτσι, στους περαστικούς αλλά και στην αστυνομία δε δίνανε στόχο.

Θυμήθηκε μια πραγματική αποκοτιά τους (η ιδέα ήταν της Αλκυόνης), να γράψουνε συνθήματα στον ψηλό μαντρότοιχο που περιτριγύριζε ένα μεγάλο αγρόκτημα, του «Παπαστράτου» όπως το λέγανε, που βρισκόταν στα χωράφια που χώριζαν την άκρη της Νέας Σμύρνης με τις παρυφές του Παλιού Φαλήρου, στον λεγόμενο τότε Βουρλοπόταμο. Το αγρόκτημα και το μεγάλο οίκημα που ήταν στο κέντρο του, το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί από την αρχή της Κατοχής και μέσα υπήρχε φρουρά. Εντούτοις καταφέρανε και πλησιάσανε ως τη μάντρα, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς, ούτε ο σκοπός, ούτε κανένας άλλος και στον τοίχο ζωγραφίσανε ένα πελώριο ρολόι που έδειχνε 12 παρά τέταρτο. Ήταν χαρακτηριστικό σύνθημα εκείνη την εποχή όταν, μετά το Στάλινγκραντ, την απόβαση των Συμμάχων στην Ιταλία και τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, όλα δείχνανε πως οι μέρες των Γερμανών ήταν μετρημένες.

Αργότερα μάθανε από αστυφύλακες, που ήταν οργανωμένοι στο ΕΑΜ, πως οι Γερμανοί λυσσάξανε με την πρόκληση αυτή και ένας «όμπερλόϊτναντ» πήγε έξαλλος ως το ΚΣΤ΄ Αστυνομικό τμήμα και τα έβαλε με τον διοικητή του, καθιστώντας τον υπεύθυνο για την περίπτωση επανάληψης. Αυτό φυσικά δεν τους εμπόδισε να γεμίζουνε κάθε νύχτα τους τοίχους με συνθήματα.

Μεγαλύτερη ζημιά κάνανε τα Τάγματα Ασφαλείας, όταν μια μονάδα τους εγκαταστάθηκε στη Νέα Σμύρνη. Τότε σκοτώθηκαν τα τρία παιδιά, που νωρίς το απόγεμα βγάλανε χωνί, από τη μεριά των νεκροταφείων. Οι ταγματαλήτες τους πλησίασαν ακροβολισμένοι και οι νεαροί αντί να χωθούν μέσα στη γειτονιά, οπότε θα κρύβονταν σε κάποιο σπίτι ή θα χάνονταν στα δρομάκια, έτρεξαν να φύγουν προς το Μπραχάμι κι εκεί, καθώς ήταν τελείως ακάλυπτοι, τους πυροβόλησαν και τους σκότωσαν.

Ύστερα θυμήθηκε τις μέρες της Απελευθέρωσης, εκείνη την ανεπανάληπτη περίοδο έξαρσης και ενθουσιασμού, που κράτησε τόσο λίγο. Στα Δεκεμβριανά η γειτονιά του βρέθηκε εκτός Σκομπίας, αλλά κατά τα Χριστούγεννα πλάκωσαν από τον Πειραιά τα εγγλέζικα τανκς και οι χίτες ξεμυτίσανε κι άρχισαν τα δικά τους. Όχι φυσικά σπουδαία πράματα, μικρή μειοψηφία ήτανε, αλλά είχαν τις πλάτες της αστυνομίας και της εθνοφυλακής.

Ούτε που λογάριασε πόσες ώρες περπατούσε και συλλογιζόταν, όπως παλιά στις ονειροπολήσεις του στην παραλία της Πλάκας ή στο δασάκι του Άη Διονύση. Όταν γύρισε σπίτι του είχε πια ξημερώσει, αλλά δε νύσταζε. Άλλωστε ήταν εργάσιμη μέρα και τον περίμενε η υπηρεσία. Έτσι, έκανε ένα ντους, ήπιε δυνατό καφέ, ντύθηκε και ξεκίνησε με το αμάξι του για την Παιανία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα, Ογδόνταζ | Με ετικέτα: , , | 52 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 2 Απριλίου, 2020

Πριν από δυο βδομάδες άρχισα, έστω και κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, οπότε η σημερινή δεύτερη συνέχεια ήταν να δημοσιευτεί προχτές, μετατέθηκε όμως εξαιτίας της ανάγκης να αποδοθεί τιμή στον Μανώλη Γλέζο.

Η πρώτη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Σήμερα μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο.

2

Πληρώσαμε το λογαριασμό και μπήκαμε στο αμάξι. Ο Γιάννης κάθισε δίπλα μου και έχοντας έρθει στο κέφι από το κρασί που ήπιε, άρχισε να σιγοτραγουδά . Ως Πειραιώτης και μάλιστα από τα Ταμπούρια, έρεπε προς το ρεμπέτικο. Έτσι ξεκίνησε σότο βότσε με Τσιτσάνη και εμείς τον σιγοντάραμε. Ένα άλλο κοινό σημείο μας, που συνέβαλε πολύ στη φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ μας, εκτός από το αίσθημα του χιούμορ, που διαθέταμε και οι τρεις σε επάρκεια, ήταν πως μας άρεσαν το τραγούδι και το κρασί.

Στο μεταξύ όμως ο καιρός χάλασε. Ο λαμπρός και ζεστός ήλιος σκεπάστηκε με σύννεφα και σε λίγο άρχισε να βρέχει.

«Αυτό ήταν εκτός προγράμματος» γκρίνιαξε ο Ουμβέρτος. Το πρωί στην Αθήνα ήταν σχεδόν καλοκαίρι κι εδώ θαρρείς πως είμαστε στο Δεκέμβριο».

Στο μεταξύ η βροχή όλο και δυνάμωνε και στο τέλος έβρεχε με το τουλούμι. Οδηγούσα πολύ προσεχτικά, με τους υαλοκαθαριστήρες να δουλεύουνε στο φουλ και τελικά άναψα το καλοριφέρ, γιατί οι ανάσες μας είχαν θαμπώσει τα τζάμια. Η βροχή δεν έδειχνε τάσεις ύφεσης. Αντίθετα οι συνεχείς αστραπές και βροντές δείχνανε πως θα συνεχιζόταν με την ίδια ένταση.

Τα πράματα χειροτέρεψαν όταν βγήκαμε από τον κύριο δρόμο Τρίπολης – Καλαμάτας και ακολουθήσαμε τον επαρχιακό που θα μας οδηγούσε στον προορισμό μας. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες και σε μισή ώρα βρεθήκαμε σε ένα απροσδόκητο μποτιλιάρισμα. Μπροστά μας πήγαιναν με πολύ μικρή ταχύτητα τουλάχιστον έξι αυτοκίνητα, δυο ΙΧ, τρία αγροτικά και μια νταλίκα. Περάσαμε εν πομπή τους δρόμους ενός πανάθλιου χωριού και στο τέλος ακινητοποιηθήκαμε, δυο χιλιόμετρα πιο κάτω. Βλαστημώντας μέσα μου για την αναποδιά, έριξα πάνω μου την καμπαρντίνα και βγήκα να δω τι συμβαίνει. Το ίδιο φαίνεται πως είχαν σκεφτεί και οι οδηγοί των προπορευόμενων οχημάτων, ο δε οδηγός της νταλίκας, που πήγαινε μπροστά μπροστά, μας εξήγησε την αιτία.

«Τα νερά πήρανε τη γέφυρα. Βρε ατυχία!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Ογδόνταζ, Παραεπιστήμη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 120 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 1

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2020

Κάπως «κόντρα στην επικαιρότητα», αρχίζω από σήμερα να δημοσιεύω, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Ήδη δημοσιεύσαμε το πρώτο διήγημα του βιβλίου, τη νουβέλα «Χθόνια Οδύσσεια» (εδώ η τελευταία συνέχεια). Τούτο το δεύτερο διήγημα είναι μικρότερο, λογαριάζω πως θα χρειαστεί 5 συνέχειες περίπου.

Η σημερινή πρώτη συνέχεια, που είναι όλο το πρώτο κεφάλαιο, έχει έντονο αυτοβιογραφικό χρώμα -τέτοια ήταν τα επαγγελματικά ταξίδια που έκανε ο πατέρας μου με την ομάδα των «απόβλητων», των μηχανικών της Αγροτικής Τράπεζας, ενώ και τα ονόματα των δυο συναδέλφων του είναι τα πραγματικά -άλλωστε αφιερώνει το διήγημα στη μνήμη του ενός, του Γιάννη Δαλέζιου. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985.

Το ξέρω βέβαια ότι άλλον καημό δεν είχαμε από το να διαβάζουμε για συναδελφικά καλαμπούρια και παρατσούκλια, αλλά ίσως η αφήγηση αυτή μας περισπάσει από τη ζοφερήν επικαιρότητα -που άλλωστε θα την ξαναβρούμε αμέσως μετά, και στη ζωή μας και στο ιστολόγιο.

ΝΥΧΤΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

 Στη μνήμη του Γιάννη Δαλέζιου

1

Εμένα, τον Γιάννη και τον Ουμβέρτο, στην Τράπεζα που δουλεύαμε μας έλεγαν «απόβλητους», όχι για κανέναν υποτιμητικό λόγο, αλλά γιατί αποτελούσαμε ομάδα εργασίας για την επεξεργασία των αποβλήτων των γεωργικών βιομηχανιών. Mας άρεσε πολύ η δουλειά που κάναμε και στάθηκε αφορμή να δεθούμε με κάτι περισσότερο από συναδελφικότητα, με αληθινή φιλία, μ’ όλο που και οι τρεις μας διαφέραμε τελείως, σχεδόν σε όλα: στον χαρακτήρα, στα γούστα, στη νοοτροπία και στην πολιτική τοποθέτηση. Εκεί που ταιριάζαμε ήταν στο ενδιαφέρον που είχαμε για τη δουλειά μας, καθώς συνδύαζε την έρευνα με την εφαρμογή. Μπορούσαμε να δούμε πολύ σύντομα τα αποτελέσματα των σχεδιασμών μας και επί πλέον μας έδινε την ευκαιρία να κάνουμε πολλά ταξίδια.

Στα τρία χρόνια που είχαμε συγκροτήσει αυτή την ομάδα, αλωνίσαμε την Ελλάδα. Ένα άλλο πλεονέκτημα που είχε η δουλειά μας, και για το οποίο μας ζήλευαν οι άλλοι συνάδελφοί,  ήταν η απόλυτη ελευθερία μας στον προγραμματισμό και την οργάνωση των υπηρεσιακών μεταβάσεών μας. Αφού συνεννοούμασταν με τη Βιομηχανία ή τον Συνεταιρισμό ή την Ένωση Συνεταιρισμών, που παρουσίαζαν σχετικό πρόβλημα, είχαμε το ελεύθερο να πράξουμε ό,τι κρίναμε απαραίτητο, ενημερώνοντας απλώς τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Τεχνικών Έργων της Τράπεζας, για το πού θα πηγαίναμε και πόσο θα λείπαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in παρατσούκλια, Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Ογδόνταζ, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 114 Σχόλια »

Χάρρυ Κλυνν, κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης (1940-2018)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2018

Η θλιβερή είδηση του θανάτου του αγαπημένου Χάρρυ Κλυνν μαθεύτηκε χτες το μεσημέρι -τον μνημονέψατε βέβαια στα σχόλιά σας στο άρθρο της ημέρας, απο τα οποία αντλώ κάποιο υλικό εδώ, αλλά το ιστολόγιο αισθάνεται ότι χρωστάει ένα καθώς πρέπει μνημόσυνο στον κωμικό που συντρόφεψε τόσες γενιές και που εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα της δεκαετίας του 80, αφού η χρυσή εποχή του είναι από λίγο πριν έως λίγο μετά τη δεκαετία αυτή, από το 1978 έως το 1992 ας πούμε -αν και με την οριοθέτηση αυτή ίσως τον αδικώ.

Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε στην Καλαμαριά το 1940 από φτωχή οικογένεια. Από πολύ νέος έδειξε ταλέντο μίμου και σε ηλικία 10 ετών, όπως αποκάλυψε αργότερα σε μια συνέντευξη που αξίζει να τη δείτε (εδώ, στο 2.04) πήρε το ψευδώνυμό του, όταν μιμήθηκε στην αυλή του δημοτικού σχολείου τα ξιφομαχικά κατορθώματα του Έρολ Φλυν -για κάποιο λογο, στις επευφημίες των συμμαθητών του, το «Φλυν» παραλλάχτηκε σε «Κλυν». Χάρη στον Γιώργο Οικονομίδη, κατέβηκε στην Αθήνα για σπουδές σε δραματική σχολή ενώ παράλληλα εμφανιζόταν σε αναψυκτήρια και κοσμικά κέντρα. Εικοσάχρονος πρωταγωνίστησε στην κωμική ταινία μικρού μήκους «Σύγχυσις«, ήδη με το ψευδώνυμό του, όπου ήδη δείχνει ότι ξέρει να δημιουργεί έναν τύπο. Οι περισσότεροι θα τον θυμούνται σε χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους στις ταινίες Γάμος αλά ελληνικά και 201 Καναρίνια, και οι δυο του 1964.

Τότε έφυγε για την Αμερική, όπου έζησε και δούλεψε μια δεκαετία. Όπως γράφει ο φίλος Φώντας Τρούσσας, «καλλιτεχνικά ανδρώθηκε στην Αμερική, στα underground μαγαζιά της Νέας Υόρκης, του Σικάγου και του Μόντρεαλ, πέφτοντας μέσα στην ακμή της πάντα πολιτικά ανορθόδοξης stand-up comedy (στο καθοριστικό διάστημα για τα πάντα-όλα, από τα late sixties μέχρι και τα early seventies).
Οι βασικές του επιρροές δεν ήταν οι δικοί μας κωμικοί του ’50 και του ’60 (φυσικά), αλλά ο Lenny Bruce (που πιθανώς να τον είδε και ζωντανό), ο George Carlin και κυρίως και πάνω απ’ όλους ο μαύρος κωμικός και πολιτικο-κοινωνικός ακτιβιστής Dick Gregory. Από τον Gregory πήρε ο Χάρρυ Κλυνν το δούναι και λαβείν του μονολόγου, την επικοινωνία με το κοινό δηλαδή, και τον τρόπο μέσω του οποίου θα επιτυγχανόταν η λεκτική κορύφωση, που θα πυροδοτούσε και τη γενικότερη έκρηξη (του ακροατηρίου)«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Εις μνήμην, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Ογδόνταζ, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 199 Σχόλια »

Φεύγουν τα καλύτερά μας χρόνια…

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2017

16473109_10210627958048335_5634206940064220225_nΗ θλιβερότατη είδηση του θανάτου του Λουκιανού Κηλαηδόνη έγινε γνωστή χτες προς το μεσημέρι. Τη συζητήσαμε βέβαια στο ιστολόγιο, στα χτεσινά σχόλια, όμως ο Λουκιανός μας αξίζει και κάτι περισσότερο.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης γεννήθηκε στην Κυψέλη το 1943, σπούδασε αρχιτεκτονική χωρίς ποτέ να εξασκήσει το επάγγελμα, εμφανίστηκε δε στη δισκογραφία το 1969 με δυο τραγούδια («Παίρνω την ανηφοριά» και «Σ’ αγαπώ«) σε στίχους Δ.Ιατρόπουλου στον παρθενικό προσωπικό δίσκο του Γιώργου Νταλάρα. Ο δικός του πρώτος δίσκος ήρθε το 1971 και είχε τίτλο Η πόλη μας, μουσική και τα τραγούδια από το ομώνυμο θεατρικό έργο της Κωστούλας Μητροπούλου. Ήταν μάλλον η πρώτη από τις αμέτρητες συνεργασίες του με το θέατρο, μια συμβίωση που θα έλεγα πως χάρισε και στα μη θεατρικά τραγούδια του κάτι από τη θεατρικότητα του μονόπρακτου.

Ακολούθησε το 1972 η Κόκκινη κλωστή, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, με τον Μητσιά και τη Γαλάνη. Πέρα από τους δύο προσωπικούς δίσκους, αυτή την περίοδο συμμετέχει και σε άλλες δουλειές με τραγούδια του, όπως στον δεύτερο προσωπικό δίσκο του Μανώλη Μητσιά, όπου ο Κηλαηδόνης έχει συνθέσει 6 από τα 12 τραγούδια -ανάμεσά τους και το «Σε βρήκα στη Μονεμβασιά» σε στίχους Μάνου Ελευθερίου

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Ογδόνταζ, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 277 Σχόλια »

Τσερνομπίλ, τριάντα χρόνια μετά

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2016

Συμπληρώνονται σήμερα, 26 Απριλίου, τριάντα χρόνια από το ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ, στην τότε ΕΣΣΔ, σήμερα στην Ουκρανία αλλά κοντά στα σύνορα με τη Λευκορωσία. Γνωρίζοντας περίπου το προφίλ των αναγνωστών του ιστολογίου, στοιχηματίζω πως οι περισσότεροι θυμάστε τα γεγονότα, και περιμένω άλλωστε στα σχόλια να διαβάσω πώς εσείς βιώσατε τα του ατυχήματος -ωστόσο δεν βλάφτει μια σύντομη υπενθύμιση.

Το ατύχημα συνέβη στον αντιδραστήρα αριθ. 4 του σταθμού παραγωγής ενέργειας στις 1 τα ξημερώματα του Σαββάτου 26 Απριλίου 1986 -αυτά με την τοπική ώρα, οπότε στη Δυτική Ευρώπη ήταν ακόμα 25 Απριλίου. Γινόταν δοκιμή μιας στροβιλογεννήτριας και σημειώθηκε έκρηξη, με αποτέλεσμα ο πυρήνας του αντιδραστήρα να έρθει σε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον. Ξέσπασε πυρκαγιά και εκλύθηκε ραδιενέργεια. Το ατύχημα στοίχισε άμεσα τη ζωή σε 31 ανθρώπους, εργαζόμενους του σταθμού (δύο σκοτώθηκαν κατά την αρχική έκρηξη) και πυροσβέστες. Οι  μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της έκλυσης ραδιενέργειας στην αύξηση καρκίνων και λευχαιμιών είναι δυσκολότερο να υπολογιστούν -η Βικιπαίδεια αναφέρει εκτίμηση για 5.000 καρκίνους σε όλη την Ευρώπη.

Οι αρχές άργησαν να συνειδητοποιήσουν την έκταση του ατυχήματος και να το ανακοινώσουν. Η κοντινή πόλη Πριπυάτ εκκενώθηκε την επόμενη μέρα, υποτίθεται προσωρινά. Το ραδιενεργό νέφος μέσα στις επόμενες μέρες κινήθηκε προς την Δυτική και τη Νότια Ευρώπη, προκαλώντας πανικό.

Πριν προχωρήσω, να πω ότι κανονικά το τοπωνύμιο τονίζεται στην παραλήγουσα: Τσερνόμπιλ. Ωστόσο, τουλάχιστον στην Ελλάδα, πιο πολύ ακούστηκε ο τύπος «Τσερνομπίλ», μετά ο τύπος «Τσέρνομπιλ» και πολύ λιγότερο ο «Τσερνόμπιλ». Τιμής ένεκεν, στο άρθρο υιοθετώ τον «λανθασμένο» τύπο που χρησιμοποιούσαμε τότε.

Το Πάσχα του 1986 ήταν, όπως και το φετινό, αργοπορημένο. Το 1986 έπεσε στις 4 Μαϊου και το θυμάμαι με λαμπρό ήλιο. Το νέφος έφτασε στην Ελλάδα εκείνες τις μέρες, και κάθισε ως τις 9 Μαϊου. Πάρθηκαν μέτρα όπως απαγόρευση παραγωγής γάλατος και γαλακτοκομικών, καθώς και συστάσεις για αποφυγή κάποιων λαχανικών. Οι μανάβηδες έβαζαν ταμπέλες ότι τα λαχανικά τους είχαν μαζευτεί πριν από το Πάσχα, αλλά ο κόσμος δεν αγόραζε. Τα κορόμηλα τα είχαμε τότε βαφτίσει «τσερνομπίλια», και το ανέκδοτο έλεγε ότι οι Κνίτες είχαμε γραμμή να τα τρώμε μαζικά και επιδεικτικά για να δείξουμε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από τη μεγάλη σοσιαλιστική πατρίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ετυμολογικά, Ογδόνταζ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 275 Σχόλια »

Μικρό φανταρίστικο λεξικό (του 1985)

Posted by sarant στο 22 Οκτωβρίου, 2015

Όταν πήγα φαντάρος, το 1984 με 1986 (εικοσιένα μηνάκια), είχα ήδη αρχίσει να ασχολούμαι με τα λογοτεχνικά, είχα βγάλει και την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων, και πήγα στο στρατό (και) για να μαζέψω υλικό -πράγματι, έγραψα το βιβλίο «Μετά την αποψίλωση«, που είχε διηγήματα αλλά και άλλο (πρωτογενές, ας πούμε) υλικό όπως στιχάκια του στρατού, γράμματα, ημερολόγια, και ενα γλωσσάρι. Το γλωσσάρι αυτό περιείχε μόνο τις λέξεις της στρατιωτικής αργκό που εμφανίζονταν στο βιβλίο, αν και στους ορισμούς παίρνω αφορμή και αναφέρω και άλλες λέξεις.

(Για την ιστορία: Εγώ είχα υπηρετήσει στο Σώμα Εφοδιασμού Μεταφορών (ΣΕΜ), δεκανέας, από το 1984 έως το 1986 -ειδικότερα στην 172 σειρά, στη Σπάρτη, την Κομοτηνή και την Αθήνα. Το υλικό συγκεντρώθηκε κυρίως στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως και στην πρώτη μονάδα, το 1985 το περισσότερο).

Αργότερα, με έναν ηλεφίλο που είχε παρόμοια ενδιαφέροντα, σκεφτήκαμε να φτιάξουμε συνεταιρικά ένα λεξικό της στρατιωτικής αργκό, πράγμα που έγινε -και είχαμε σχεδόν τελειώσει. Ωστόσο, ο εκδότης με τον οποίο είχε συμφωνήσει ο φίλος τελικά υπαναχώρησε, οπότε το σχέδιο δεν ευοδώθηκε και έμεινε στα ηλεσυρτάρια μας -πιθανώς για πάντα, διότι η στρατιωτική αργκό αλλάζει γρήγορα.

Σκέφτηκα να παρουσιάσω εκείνο το παλιό μου γλωσσάρι, που βέβαια έχει χάσει την αξία του, ιδίως επειδή η μεγάλη μείωση της θητείας (από τους 21 μήνες στους 9) έχει καταστήσει άνευ αντικειμένου αρκετούς όρους -για καλό βέβαια. Από την άλλη, η καταγραφή του 1985 έχει την αξία της -και έχει ενδιαφέρον να δούμε πόσοι από τους όρους του γλωσσαριού μου λέγονται ακόμα. Αν και, για να βεβαιωθούμε γι’ αυτό θα πρέπει να γίνουν σχόλια από φίλους που έχουν υπηρετήσει σχετικά πρόσφατα.

Παραθέτω το γλωσσάρι μου όπως περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου, έχοντας κάνει ελάχιστες διορθώσεις, Προσθέτω επίσης δυο λινκ προς παλιότερα συναφή άρθρα του ιστολογίου.

 

άγραφη: Η άδεια που δεν περνιέται στα χαρτιά, και επομένως δεν υπολογίζεται στο συνολικό όριο. Αμοιβή εκδούλευσης ή τσατσιλικιού ή σπανιότερα ένδειξη ξηγημένου διοικητή.

άκυρον: Η έκφραση με την οποία ο αξιωματικός ακυρώνει προηγούμενο παράγγελμά του. Συχνά υποκαθιστά το (σπανίως λεγόμενο προς κατώτερο) «συγνώμη».

άλφα-άλφα: Aδικαιολoγήτως απών, εννοείται από κάποιο προσκλητήριο. Ημιεπίσημη συντομογραφία, ιδιαίτερα διαδο­μένη στα Κέντρα, π.χ. «Θα σε βγάλω άλφα-άλφα!»

άλφα-ταυ: Αμερικάνικη πλατιά ζώνη. Λέγεται έτσι επειδή κλείνει με μια αγκράφα της οποίας το ένα άκρο έχει σχήμα άλ­φα και το άλλο σχήμα ταυ. Δεν μοιράζεται —αυτή την εποχή — στους φαντάρους, αλλά πολλοί την αγοράζουν μια και θεωρεί­ται το ουκ άνευ της αμφίεσης του παλιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Ογδόνταζ, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 318 Σχόλια »

Τιμολογιακό κουίζ

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2014

Καιρό έχουμε να βάλουμε κουίζ, οπότε ας επανορθώσω με το σημερινό, που μάλιστα διαφέρει ελαφρώς από τα συνηθισμένα, αφού δεν είναι «συνεργατικό» κουίζ, όπου σας βάζω μια δύσκολη ερώτηση, συνήθως για κάποιο πρόσωπο, κι εσείς δοκιμάζετε να το βρείτε, και στη συνέχεια σας δίνω βοήθειες, και σιγά-σιγά προσεγγίζουμε τ σωστή απάντηση όλοι μαζί. Το σημερινο κουίζ είναι ανταγωνιστικό, που είναι σπανιότερο -δηλαδή, θα σας ζητήσω να δώσει ο καθένας τη δική του απάντηση και θα αναδειχθεί ένας νικητής.

Το σημερινό κουίζ είναι «τιμολογιακό», δηλαδή θα σας ζητήσω να μαντέψετε τις τιμές κάποιων ειδών πρώτης ανάγκης, τροφίμων κυρίως, από ένα «δελτίο τιμών βασικών προϊόντων» που δημοσιευόταν σε ελληνική εφημερίδα πριν από 30 χρόνια, Γενάρη του 1984. Το δελτίο περιλαμβάνει καμιά τριανταριά προϊόντα, αλλά δεν είναι πρακτικό να τα δοκιμάσουμε όλα, διάλεξα 10 από αυτά. Για βοήθεια θα σας δώσω τις τιμές δύο προϊόντων. Φυσικά οι τιμές είναι σε δραχμές.

Λοιπόν, πρέπει να μαντέψετε τις τιμές των εξής προϊόντων, χωρίς άλλες διευκρινίσεις πέρα από αυτές που αναφέρονται εδώ. Εννοείται ότι για κάθε είδος υπάρχουν και ποιότητες, που διαφέρουν στην τιμή, αλλά και στο αρχικό δελτίο δεν δίνονταν διευκρινίσεις. Σκεφτείτε μια μέση ποιότητα -όπου δεν αναγράφονται μάρκες.

1. Μακαρόνια Misko 500 γρμ.                                 ?

2. Γάλα εβαπορέ Νουνού  (ένα τεμ.)                     ?

3. Τυρί φέτα εγχώρια, 1 κιλό                                    ?

4. Κιμάς κατεψυγμένος, 1 κιλό                              ?

5. Ουίσκι Ballantines                                                    ?

6. Nescafe, 50 γρμ.                                                       ?

7. Μπίρα Amstel, φιάλη 500 γρμ.                          ?

8. Τοματοπολτός Ομοσπονδίας 1/2 κιλό          ?

9. Οδοντόκρεμα Colgate                                            ?

10. Φακές 500 γρμ.                                                      ?

Για βοήθεια σας δίνω τις τιμές δύο προϊόντων:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κουίζ, Ογδόνταζ | Με ετικέτα: , | 204 Σχόλια »

Ο θυρωρός κι η κατσιφάρα

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2012

Σε μια περίεργη σύμπτωση, μια μέρα μετά τον Λευτέρη Βερυβάκη, στον οποίο αφιέρωσα το προχτεσινό μου σημείωμα, χτες αποχαιρέτισε τη ζωή ένας συνάδελφός του στην πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1981, ο Γιώργος Κατσιφάρας. Ίσως βέβαια η σύμπτωση να μην είναι και τόσο εντυπωσιακή κατά βάθος, αφού οι δυο τους ήταν συνομήλικοι, γεννημένοι κι οι δυο το 1935, αλλά και πάλι η ζωή δεν έχει επετηρίδα ώστε όσοι ήρθαν μαζί να φεύγουν πάλι μαζί.

Ο Κατσιφάρας ήταν συγχωριανός των Παπανδρέου από το Καλέντζι Αχαΐας και προσωπικός φίλος του Ανδρέα, έναν καιρό ιδιαίτερος γραμματέας του, καθώς και ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ. Συμπορεύθηκε πιστά στον Ανδρέα, πάντοτε αφοσιωμένος στον αρχηγό. Οι σημερινοί τριαντάρηδες μπορεί και να μην τον πολυπρόλαβαν, αφού μετά το 2000 αποσύρθηκε θαρρώ από την πολιτική, αν και το όνομα ακούγεται αφού ο ανιψιός του Απόστολος έχει εκλεγεί περιφερειάρχης Δυτικής Ελλάδας.

Δεν ανέλαβε ποτέ «βαρύ» υπουργείο. Σε εκείνη την πρώτη κυβέρνηση του 1981 είχε αναλάβει υφυπουργός Προεδρίας με αρμοδιότητα στον αθλητισμό, αλλά τον περισσότερο καιρό ήταν υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, πόστο που ήταν και το τελευταίο του σε κυβέρνηση, το 1996. Πλούτισε την ελληνική παραπολιτική φρασεολογία με μια διάσημη φράση, που την είχε πει τα πρώτα χρόνια, ίσως σε συνέντευξη, ίσως σε υπουργικό συμβούλιο απευθυνόμενος σε συναδέλφους του υπουργούς: «Αν δεν ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, όλους εμάς δεν θα μας ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας μας», φράση που, τροποποιημένη, πέρασε και στο ευρύτερο φρασεολόγιο για να χαρακτηρίσει κάποιον παντελώς άγνωστο: «αυτόν δεν τον ξέρει ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας του». Βέβαια, σήμερα λέμε πιο πολύ «αυτόν δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του», κυρίως επειδή στις σημερινές πολυκατοικίες οι θυρωροί είναι σπάνιο είδος, που οδεύει προς εξαφάνιση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εις μνήμην, Ιστορίες λέξεων, Ογδόνταζ | Με ετικέτα: , , , , , | 155 Σχόλια »