Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παιχνίδια’ Category

Η σιφνέικη ντοπιολαλιά (συνεργασία από το Κουτρούφι)

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2017

Πριν από δυο περίπου εβδομάδες είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου με θέμα τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά (δηλαδή της Κύθνου). Στο άρθρο εκείνο, αφού είχα γράψει ότι «κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες» σημείωνα, στο τέλος της εισαγωγής μου, ότι «Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!»

Ο φίλος μας το Κουτρούφι παρακινήθηκε όντως και μου έστειλε ένα άρθρο με 20 λέξεις από τη σιφναϊκή ντοπιολαλιά, λέξεις δηλαδή της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Σίφνου, άρθρο που το δημοσιεύω με πολλή χαρά σήμερα.

Θεωρώ πολύ ενδιαφέρον ότι το άρθρο δίνει έμφαση στο λεξιλόγιο του παιχνιδιού «τσούνια», κι έτσι έχουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφού μαθαίνουμε τη σιφνέικη παραλλαγή του παιχνιδιού αυτού, που με άλλη ονομασία και ίσως όχι εντελώς ίδιο θα υπάρχει και σε άλλες περιοχές.

Αφού θυμίσω ότι έχουμε παλιότερα δημοσιεύσει δυο λεξιλογικά άρθρα για την Αμοργό (πρώτο και δεύτερο), δίνω τον λόγο στο Κουτρούφι. Τα δικά μου σχόλια είναι μέσα σε αγκύλες.

Και βέβαια, να παροτρύνω όποιον φίλο θέλει, είτε από νησί είτε στεριανόν, να ακολουθήσει το παράδειγμα που μας έδωσαν ο Δημήτρης Μαρτινος και το Κουτρούφι και να γράψει ένα σύντομο αρθράκι για τη ντοπιολαλιά ή το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του!

 

Η ΣΙΦΝΕΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Το Σιφνέικο λεξιλόγιο έχει τις επιρροές που βρίσκονται και στις άλλες Κυκλάδες (Κρήτη, Φραγκοκρατία, Τούρκικα). Σχετικά με τα Τούρκικα, οι όποιες επιρροές προέρχονται από το πάρε-δώσε με την Οθωμανική διοίκηση (17ο αιώνας μέχρι και την επανάσταση του 21) και από την πολυπληθή Σιφνέικη παροικία στην Πόλη μέχρι και λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την Οθωμανική περίοδο δεν υπάρχει στη Σίφνο Τούρκικη εγκατάσταση. Αρκετές λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στη Σίφνο βρίσκονται και σε άλλα νησιά και έχουν καταγραφεί στο παρόν ιστολόγιο (Αμοργός, Κύθνος, Χίος, Κρήτη) αλλά και αλλού. Στο παρόν επέλεξα λέξεις και εκφράσεις που δεν βρίσκονται εύκολα (ή καθόλου) στα ψαχτήρια ή εντοπίζονται μόνο σε ιστότοπους ενδιαφέροντος Σίφνου. Για τα περισσότερα δεν γνωρίζω καλά την ετυμολόγηση και δεν είμαι βέβαιος για την ορθογραφία.

«αντάλοα». Επίρρημα που δηλώνει τον γνωστό τρόπο καθίσματος σε ένα υποζύγιο όπου τα δύο πόδια είναι δεξιά κι αριστερά στη σέλα όπως σε ένα δίκυκλο. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος καθίσματος στη Σίφνο είναι ο πλευρικός. Μια δική μου αδιασταύρωτη ετυμολόγηση βασιζόταν στο «σαν τα άλογα», επηρεασμένος περισσότερο από τα καουμπόικα που διάβαζα. [Τη λέξη δεν τη βρήκα στο Ιστορικό Λεξικό, το ΙΛΝΕ]

«γκλας (ο)». Βλάκας, ανόητος. «Αυτός είναι ολωσδιόλου γκλας». Αγνοώ την προέλευση. [Ούτε αυτή βρέθηκε στο ΙΛΝΕ]

«δει (το)». Φυσιογνωμία, φάτσα. «Το δει του (δ)ε μου ‘ρέσει». Η ετυμολογία του είναι σε μένα άγνωστη και η ορθογραφία που χρησιμοποιώ είναι αυθαίρετη.

[Κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το απαρέμφατο «ιδείν». Από ανάλογα απαρέμφατα προέκυψαν ουσιαστικά όπως το φαγί (φαγείν), το φιλί (φιλείν) και το γαμήσι (γαμήσειν). Πώς θα το γράψουμε; Το φαγί το γράφουμε με γιώτα, διότι δεν συμμορφωνομαστε με την ετυμολογική προέλευση στα τέρματα των λέξεων (ούτε ο Μπαμπινιώτης). Άρα, το δι; Πολύ αδύνατο μου φαίνεται]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Κυκλάδες, Ντοπιολαλιές, Παιχνίδια, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 165 Σχόλια »

Εσείς πιάσατε Πόκεμον;

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2016

Καθώς η μανία με το παιχνίδι Pokémon GO έχει πάρει σχεδόν παγκόσμιες διαστάσεις, υποθέτω πως οι περισσότεροι που διαβάζετε το σημερινό άρθρο θα ξέρετε περί τίνος πρόκειται, έστω κι αν δεν έχετε ασχοληθεί οι ίδιοι με το κυνήγι των Πόκεμον.

Τα Πόκεμον τα ίδια, βέβαια, θα τα ξέρετε από παλιότερα -τουλάχιστον αν έχετε παιδιά γεννημένα στην τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα ή αν υπήρξατε οι ίδιοι παιδιά γύρω στο 2000-2005, την πρώτη φορά που τα Πόκεμον είχαν γίνει και πάλι παγκόσμια μόδα, τότε όμως σε βιντεοπαιχνίδια για παιχνιδομηχανές ή σε κάρτες ή σε ταινίες κινουμένων σχεδίων.

Τα Πόκεμον είναι κάτι φανταστικά ζωάκια γιαπωνέζικης προέλευσης, που ο αφέντης τους (το παιδί που είχε τις κάρτες) τα έβαζε να παλεύουν με άλλα Πόκεμον άλλων παιδιών. Κάθε είδος Πόκεμον (υπάρχουν καμιά διακοσαριά) έχει τα δικά του δυνατά και αδύνατα σημεία, κι έτσι η αναμέτρηση είναι αμφίρροπη, ενώ επίσης υπήρχε η δυνατότητα να εκπαιδεύσεις τα Πόκεμον του στάβλου σου (αναρωτιέμαι αν υπάρχει ειδική λέξη). Περισσότερα δεν ξέρω, διότι οι κόρες μου δεν είχαν εντρυφήσει στο παιχνίδι, όποτε όμως τις πήγαινα στα πάρκα να παίξουν έβλεπα μεγάλες παρέες, κυρίως αγοριών, να παίζουν βαθιά απορροφημένα με τις κάρτες Πόκεμον εφαρμόζοντας κανόνες που, για τον αμύητο, φαίνονταν εξίσου απροσπέλαστοι όσο και οι κανονισμοί του κρίκετ. Πάντως, τότε έμαθα τον Πίκατσου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Παιχνίδια, Φαληρικά | Με ετικέτα: , | 228 Σχόλια »

Μάρκος Μέσκος: Σφεντόνα – Κουρσιούμια

Posted by sarant στο 9 Νοέμβριος, 2014

Πήγα ν΄ αγοράσω για δώρο το Μουχαρέμ του Μάρκου Μέσκου (1935), και μου είπε ο βιβλιοπώλης πως πέρσι βγήκε συγκεντρωτική έκδοση των πεζογραφημάτων του Εδεσσαίου (κυρίως) ποιητή, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη -οπότε πήρα δυο αντίτυπα, ένα για δώρο κι ένα για μένα. Από την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Μέσκου, τα «Παιχνίδια στον Παράδεισο» (1978), στην οποία αφηγείται παιχνίδια της παιδικής του ηλικίας, αντιγράφω εδώ δύο διηγήματα, δύο παιχνίδια: Σφεντόνα και Κουρσιούμια (που είναι το βόλι και η σιδερένια μπίλια, τη λέξη τη λένε και στη Μυτιλήνη, ίσως κι αλλού). Να θυμίσω πως από την ίδια συλλογή του Μέσκου είχα παρουσιάσει παλιότερα (προσφορά της Μαρίας πρέπει νάταν) ένα ακόμα διήγημα, το Τζαμί.

Διατηρώ την ορθογραφία, αλλά μονοτονίζω. Στο τέλος εξηγώ κάποιες λίγες λέξεις (όσες δεν εξηγεί ο ίδιος στη ρύμη της αφήγησης).

ΣΦΕΝΤΟΝΑ

Ήταν σοβαρό το παιχνίδι, παίξε-γέλασε δεν είχε, το πιάναμε στα χέρια γύρω στα δέκα μας χρόνια. Έπρεπε να ’μαστε προσεκτικοί στο σημάδι για να μην πληρώσει τη ζημιά η γκλάβα κάποιου συνομήλικού μας, μακριά δεν ήσαν μήτε τα τζάμια των σπιτιών μή­τε τα φρούτα μήτε τα πουλιά κι ήταν πιο δίκαιο, του­λάχιστον, να κατευθύνονται εδώ τα βλήματά σου. Προ­τού κρεμάσεις τη σφεντόνα στον λαιμό ή στην κωλοτσέπη, κάτι από αυτά επιβάλλονταν να γνωρίζεις. Μη γίνεις δακτυλοδεικτούμενος, δηλαδή μπελαλής, και γρήγορα σου την κατασχέσουν. Τότε πού να κρυφτείς;

Η σφεντόνα, ή σαΐτα, ή φράσκα (μην απορείτε, στα Βοδενά είχαμε εμείς το προνόμιο, με δυο-τρεις γλώσσες και βάλε, να λέμε τα πράγματα και να τα ονομάζουμε συνεννοούμενοι θαυμάσια), η σφεντόνα λοιπόν είχε τρία κύρια μέρη: το πετσί, τα λάστιχα και το ξύλο της, την τσιπαρόσκα ή τσατάλα. Το πετσί ήταν ένα ορθογώνιο πράμα, το διπλώναμε όσο να χωράει την πέτρα, κατσικίσιο ή από αρνί, όμως ντούρο. Το ψαλιδίζαμε στις τέσ­σερις γωνιές και του ανοίγαμε τρύπες στο πλάι για να περάσουμε τα λάστιχα από κει, τα γυρίζαμε λίγο και μεταξύ τους τα σφιχτοδέναμε — προσοχή, να ’ναι γερός ο σπάγκος. Τα λάστιχα τα καλά (μαύρο, γκρίζο και κόκκινο χρώμα) τα παίρναμε από την αγορά και τα λέγαμε «τετράγωνα». Σέ αντίθεση με τ’ άλλα, τα πλα­τιά, από σαμπρέλες αυτοκινήτων, κόκκινα και μαύρα, μα τούτα λίγο τα προτιμούσαμε γιατί είχανε πολλές ρα­γισματιές, είχαν «τσιακίς». Σπάζανε εύκολα και μας άφηναν στους πέντε δρόμους.

Αυτά λοιπόν, κάπου είκοσι πόντους μήκος, τα δένα­με στην τσιπαρόσκα (κι εδώ προσοχή μεγάλη), στα στρογγυλά τόξα του ύψιλον, αφού τα σκάβαμε λίγο με το μαχαίρι να στεριώσουν καλύτερα, με σπάγκο ή ψιλό σύρμα. (Μερικοί φτιάχνανε την τσιπαρόσκα και από σίδερο, την ντύνανε μάλιστα με χρωματιστό σύρμα, πάγκαλη σαν στολίδι φυλακισμένων και τη χαιρόσουν.) Το ξύλο το παίρναμε από κάθε χαμηλό κλωνί, αρκεί να είχε το σχήμα που θέλαμε, ακριβώς όπως το γκραν επίσημο ποτήρι του κρασιού. Το πετυχαίναμε κι αυτό κυρίως, με το ξύλο της κρανιάς, δέναμε τ’ άκρα τής τσατάλας ώστε να ’ναι συμμετρικά στο λύγισμα και κατόπιν το βάζαμε στη φωτιά, να φύγει η υγρασία και να κοκαλώσει όπως το επιθυμούσαμε. Μετά, με το μα­χαίρι το ξύναμε καλά, χαμηλώναμε τελείως τούς κό­μπους και τη γυαλίζαμε στο τέλος ωραία-ωραία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Παιχνίδια | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »

Ταξίδι στα 64 τετράγωνα

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2012

 

Σκάκι έμαθα μικρός, από τον παππού μου, που ήταν γερός ερασιτέχνης σκακιστής. Θυμάμαι τα καλοκαίρια, στα ξενοδοχεία που παραθερίζαμε, να στήνει τ’ απογέματα τη σκακιέρα του σ’ ένα τραπέζι του εστιατορίου και να ξαναπαίζει παρτίδες που έβρισκε σ’ εφημερίδες, με τον κρυφό σκοπό να ψαρέψει συμπαίκτη. Συνήθως δεν αργούσε κάποιος να εκδηλώσει ενδιαφέρον, οπότε όλο το υπόλοιπο απόγευμα έπαιζαν μαζί, κι αν ταίριαζαν τα χνώτα τους και τις επόμενες μέρες. Το σκάκι μού άρεσε κι εμένα, γράφτηκα λοιπόν στον Σκακιστικό Όμιλο Καλλιθέας, μαθητής γυμνασίου, και για πέντε-έξι χρόνια είχα μια ευπρόσωπη αλλά όχι λαμπρή παρουσία· πέντε χρονιές αγωνίστηκα στο πανελλήνιο πρωτάθλημα Νέων (δεν ήταν και τόσο δύσκολο αυτό) και έπιασα μια θέση λίγο πιο πάνω ή (συνήθως) λίγο πιο κάτω από τη μέση. Φοιτητής, άρχισα να βαριέμαι το σκάκι που τότε ήταν αργόσυρτο, τα τουρνουά βαστούσαν μήνες. Με τράβηξε το μπριτζ, όπου το τουρνουά τελειώνει μέσα σε ένα απόγευμα και το σκάκι το εγκατέλειψα -επίσημη παρτίδα έχω να παίξω από το 1979, αν και, όπως με είχαν πληροφορήσει, το αγωνιστικό δελτίο μου εξακολουθεί να είναι σε ισχύ. Πριν από ένα μήνα, πήγα σ’ ένα ξενοδοχείο στην Αθήνα να δω τον γιο ενός φίλου που έπαιζε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Νέων, και ομολογώ ότι ένιωσα να με γαργαλάνε τα δάχτυλά μου. Όχι τόσο ώστε να ξαναρχίσω να παίζω, αρκετά όμως για να σκεφτώ ότι τόσον καιρό δεν έχω ανεβάσει στο ιστολόγιο ένα παλιότερο άρθρο μου για το σκάκι. Τότε ήταν καλοκαίρι και το ανέβαλα· τώρα είναι θαρρώ κατάλληλη εποχή. Μια προειδοποίηση όμως: το άρθρο ΔΕΝ είναι πλήρες, ούτε κατά διάνοια μάλιστα. Το θέμα είναι τόσο γοητευτικό και αχανές, που μπορούν να γραφτούν (κι έχουν γραφτεί) βιβλία γι’ αυτό.

Εικόνα κλεμμένη από το http://www.skakistiko.com, από παρτίδα του 2004. Τα λευκά παίζουν και κερδίζουν -απλός συνδυασμός, μέχρι κι εγώ το βρήκα.

Και ας ξεκινήσουμε από την ίδια τη λέξη σκάκι, που δεν είναι ελληνικής αρχής. Είχαν ασφαλώς και οι αρχαίοι επιτραπέζια παιχνίδια, είτε με ζάρια (κύβους) είτε παρόμοια με τη σημερινή ντάμα· τα πούλια αυτά ονομάζονταν πεσσοί και πεσσεία ήταν το γενικό όνομα αυτών των παιχνιδιών, για τα οποία οι αρχαίοι θεωρούσαν εφευρέτη τον Παλαμήδη· γι’ αυτό και στη νεότερη εποχή θεωρήθηκε ο Παλαμήδης εφευρέτης και του σκακιού, και μάλιστα το πρώτο στην ιστορία σκακιστικό περιοδικό, που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1836, είχε τον τίτλο Palamède. Όμως, ξαναλέω, το σκάκι σαν λέξη αλλά και σαν παιχνίδι έχουν πιο ανατολικά την αρχή τους.

Εμείς βέβαια πήραμε τη λέξη από τα δυτικά, από τους Ιταλούς· στα ιταλικά, το σκάκι είναι scacco αλλά συχνά χρησιμοποιούν τον πληθυντικό, scacchi, π.χ. gioco di scacchi, και αυτό το scacchi πέρασε και στα ελληνικά ως σκάκι, που εμείς το θεωρήσαμε ενικό αριθμό, αν και στα Επτάνησα, όπου υπήρχε μεγάλη επαφή με Ιταλία, ο Ξενόπουλος γράφει κάπου «παίξαμε τους σκάκους». Η ιταλική λέξη είναι εξέλιξη του μεσαιωνικού λατινικού scaccus, και η λατινική λέξη έχει την αρχή της στον… σάχη. Θέλω να πω, Shah στα περσικά, και τα τωρινά και τα τότε, ήταν ο βασιλιάς· θα θυμόμαστε –έστω, οι κάπως παλιότεροι- τον Σάχη της Περσίας.

Στο σκάκι, κάθε φορά που ένας παίκτης απειλεί τον βασιλιά του αντιπάλου του οφείλει να τον προειδοποιήσει λέγοντας «σαχ!» (στα νεότερα ελληνικά λέμε και «ρουά»). Σε μια παρτίδα σκάκι το επιφώνημα «σαχ!» ακούγεται πολύ συχνά, οπότε δεν είναι περίεργο ότι στην Ευρώπη το παιχνίδι ονομάστηκε shah ή μάλλον scac όπως αποδόθηκε το παχύ σίγμα, και από εκεί έχουμε το μεσαιωνικό λατινικό scacus, που στα αρχαία γαλλικά γίνεται eschec, και esches και από εκεί περνάει και στα αγγλικά ως chess. Στα γαλλικά το eschec σήμαινε όπως είπαμε δύο πράγματα, αφενός το σκάκι και αφετέρου το σαχ, την απειλή δηλαδή προς τον βασιλιά. Η σημασία αυτή επεκτάθηκε και σε εκτός σκακιέρας καταστάσεις, έτσι eschec έφτασε να σημαίνει «εμπόδιο, δύσκολη θέση, αποτυχία» -και, όπως θα μαντέψατε, η σημερινή γαλλική λέξη échec, αποτυχία, από εκεί προέρχεται. Αλλά και στα αγγλικά το προειδοποιητικό επιφώνημα («σαχ!») μεταφέρθηκε ως check! Κι εδώ η σημασία διευρύνθηκε, και η λέξη έφτασε να δηλώνει το δυσάρεστο γεγονός που σε κάνει να κοντοστέκεσαι, και στη συνέχεια την απότομη παύση, το σημάδι με το οποίο έλεγχαν αν κάτι είχε χαθεί ή κλαπεί, και από εκεί ξεπήδησαν όλες οι σημερινές σημασίες του ρήματος check, ο έλεγχος, το τσεκάρισμα, το τσεκάπ, ακόμα και το τραπεζικό τσεκ, όλα από τον σάχη κι από το σκάκι προέρχονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Βυζάντιο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παιχνίδια, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , | 184 Σχόλια »