Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παιχνίδια’ Category

Εσείς παίζετε;

Posted by sarant στο 4 Αυγούστου, 2021

Ο τίτλος είναι ασαφής, μεταξύ άλλων επειδή το ρήμα «παίζω» είναι πολυσήμαντο. Μπορεί κανείς να παίζει ποδόσφαιρο ή θέατρο, να παίζει σκάκι ή βιολοντσέλο, να παίζει κρυφτό ή πόκερ, για να μην πούμε για όσους παίζουν με τη φωτιά, παίζουν διπλό παιχνίδι, παίζουν με τον πόνο μας ή το παίζουν ειδήμονες.

Όμως το θέμα του σημερινού άρθρου δεν είναι οι πολλές σημασίες του ρήματος (κάτι έχουμε γράψει, αλλά πρέπει να ξαναγράψουμε). Η ερώτηση που σας κάνω είναι ειδικότερη: παίζετε παιχνίδια στον υπολογιστή ή σε κινητή συσκευή, στην ταμπλέτα ή στο σμαρτόφωνο;

Βέβαια, ηλεκτρονικά παιχνίδια υπήρχαν ήδη πριν από την εποχή των προσωπικών υπολογιστών, όταν στη δεκαετία του 1980 τα παίζαμε στις αίθουσες που τις έλεγαν ουφάδικα, σε ειδικά μηχανήματα που λειτουργούσαν με κερματοδέκτη, δεκαρικομηχανές που τα λέγαμε, και που κάποια από αυτά προσομοίωναν τα παλιότερα μηχανικά φλιπεράκια των δεκαετιών 1950-60.

Στους προσωπικούς υπολογιστές της προϊντερνετικής περιόδου υπήρχαν παιχνίδια, ας πούμε η πασιέντζα ή ο ναρκαλιευτής, και συνεχίστηκαν βέβαια και όταν γενικεύτηκε το διαδίκτυο στη σημερινή μορφή του, αλλά το διαδίκτυο είναι αυτό που ανέδειξε τα παιχνίδια, τα games, σε ένα από τα μείζονα καινούργια φαινόμενα στις δυτικές κοινωνίες στον αιώνα μας.

Ο νεαρός στην εικόνα βέβαια παίζει κάποιο παιχνίδι κονσόλας. Τέτοιο ομολογώ πως δεν έχω παίξει ποτέ μου -ήμουν πολύ μεγάλος όταν εμφανίστηκαν και όταν έγινα πατέρας οι κόρες μου δεν μας ζήτησαν ποτέ τέτοιες συσκευές. Έπαιζαν βέβαια, αλλά μόνο στον υπολογιστή.

Από τις κόρες μου πάντως κόλλησα δυο παιχνίδια, που συνέχισα να τα παίζω και όταν εκείνες τα άφησαν. Το ένα ήταν το Pokemon go, το καλοκαίρι του 2016 που είχε πιάσει υστερία τον μισό πλανήτη να κυνηγάνε τον Πίκατσου στην πλατεία της γειτονιάς ή στον κήπο του γείτονα. Το Pokemon Go μού άρεσε πολύ, επειδή μου αρέσουν οι χάρτες και η πεζοπορία, και το παιχνίδι αυτό εμφάνιζε τα τερατάκια πάνω στο υπαρκτό τοπίο και σε καλούσε να τα πιάσεις, να τα εξελίξεις, και να τα τοποθετείς σε «γυμναστήρια», που και αυτά ήταν τοπόσημα όπως εκκλησίες, αγάλματα, σχολεία κτλ.

Η εταιρεία που έβγαλε το παιχνίδι βασίστηκε πάνω σε μια λεπτομερή χαρτογράφηση που είχε γίνει από τους παίκτες ενός προηγούμενου παιχνιδιού, που το αγόρασε. Μπορούσες να παίζεις δωρεάν, αλλά το παιχνίδι είχε πολλούς τρόπους για να σε δελεάζει να βάζεις το χέρι στην τσέπη, π.χ. για να αγοράσεις επιπλέον μπάλες και γενικά για να επιταχύνεις την πρόοδό σου.

Είναι πολλά τα παιχνίδια που ακολουθούν αυτό το οικονομικό μοντέλο, δωρεάν καταρχήν, αλλά με χρέωση για διάφορα έξτρα, που φαίνεται αρκετά αποτελεσματικό αρκεί να συγκροτήσουν μια πολυπληθή βάση παικτών. Διάβασα κάπου ότι οι νεαροί, που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία των παικτών, αποκαλούν whales (φάλαινες) τους παίκτες μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν την οικονομική άνεση να ξοδεύουν 50-100 ευρώ το μήνα για να αγοράζουν καλύτερα όπλα ας πούμε, κι έτσι να επιταχύνουν την πρόοδό τους στα παιχνίδια αυτού του είδους, αφού ο δωρεάν παίκτης για να αποκτήσει τα ίδια θα πρέπει να αφιερώσει πολλές ώρες ή μέρες παιχνιδιού.

Το άλλο παιχνίδι που μου κόλλησαν οι κόρες μου, που το έχω παρουσιάσει αναλυτικά σε άρθρο του ιστολογίου, είναι το WordBlitz, ένα είδος σκραμπλ για δύο παίχτες, που το παίζεις εναντίον κάποιου γνωστού σου μέσα από το Μέσεντζερ του Φέισμπουκ. Το WordBlitz το συνεχίζω ακόμα, ενώ το Πόκεμον το παράτησα ύστερα από κανένα χρόνο (αλλά το παιχνίδι, βέβαια, ακόμα συνεχίζεται).

Αν το πάμε έτσι, παλιότερα έπαιζα αρκετές ώρες την εβδομάδα μπριτζ διαδικτυακά, ενω πρόσφατα, ύστερα από το άρθρο που έγραψα για το μπριτζ, νοστάλγησα τα παλιά και έπαιξα ξανά (όπου διαπίστωσα πως δεν τα έχω ξεχάσει όλα). Υπάρχουν σέρβερ για να παίζεις μπριτζ, είτε με ανθρώπους για αντιπάλους είτε με ρομπότ, όπως και για να παίζεις σκάκι, τάβλι, ακόμα και πρέφα. Αλλά τα παιχνίδια αυτά δεν είναι ακριβώς αυτό που με ενδιαφέρει στο σημερινό άρθρο, αφού στην ουσία δεν αποτελούν παρά τις ηλεκτρονικές και από απόσταση υλοποιούμενες εκδόσεις των αντίστοιχων παιχνιδιών του υλικού κόσμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Παιχνίδια, Υπολογιστικά | Με ετικέτα: , , , , | 163 Σχόλια »

Αστραπιαίες λέξεις

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2019

Παίζετε παιχνίδια στον υπολογιστή; Εγώ, να πω την αμαρτία μου, παίζω -και σ’ ένα από αυτά τα παιχνίδια θ’αφιερώσω το σημερινό άρθρο, που δεν θα είναι και μεγάλο, Παρασκευή γαρ. Βέβαια, δεν αποκλείω το άρθρο να είναι βαρετό για αρκετούς -ε, ας κάνουν υπομονή μια μέρα.

Παιχνίδι λοιπόν, αλλά με λέξεις, οπότε μπορεί κανείς να πει πως έχει τη θέση του σ’ ένα ιστολόγιο που τιτλοφορείται «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Λέγεται Word Blitz, και είναι παιχνίδι που παίζεται μέσα από τον Messenger, την εφαρμογή του Φέισμπουκ. Μου το μάθανε οι κόρες μου το Πάσχα, αλλά εμένα μού κόλλησε ενώ εκείνες δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα στη συνέχεια -έχει ξανασυμβεί αυτό. Το παιχνίδι μοιάζει κάπως με το Σκραμπλ.

Μην κοιτάτε το λογότυπο του παιχνιδιού, στην πραγματικότητα το παιχνίδι παίζεται σε έναν πίνακα 4×4, δηλ. με 16 γράμματα σε 16 τετράγωνα. Ο παίκτης με το ποντίκι στον υπολογιστή ή με το δάχτυλο στην οθόνη αφής της ταμπλέτας ή του κινητού σχηματίζει λέξεις από αυτά τα γράμματα και παίρνει πόντους ανάλογα με την αξία κάθε γράμματος, που είναι ανάλογη της σπανιότητάς του, όπως στο Σκραμπλ.

Το κόλπο είναι να σχηματίσεις όσο το δυνατόν περισσότερες λέξεις μέσα σε ένα ορισμένο διάστημα -γύρω στα 2 λεπτά αν και δεν το έχω χρονομετρήσει. Υπάρχουν επίσης, όπως και στο Σκραμπλ, τετράγωνα που διπλασιάζουν ή τριπλασιάζουν την αξία του γράμματος και τετράγωνα που διπλασιάζουν ή τριπλασιάζουν την αξία της λέξης. Φυσικά τη βαθμολογία δεν την υπολογίζουν οι παίχτες αλλά τη βγάζει αυτόματα η εφαρμογή.

Το παιχνίδι είναι ανταγωνιστικό, ένας εναντίον ενός. Παίζεις με τους γνωστούς σου στο Φέισμπουκ, όσους από τους φίλους σου έχουν κατεβάσει επίσης την εφαρμογή. Αυτό έχει πλάκα, διότι συχνά παίζεις με φίλους σου, ειτε του κυβερνοχώρου είτε με την παλιά έννοια της λέξης, τότε που για να είσαι φίλος έπρεπε να έχεις γνωριστεί με τον αλλον με σάρκα και οστά, να έχετε συζητήσει, γελάσει, συγκινηθεί, μαλώσει απο κοντά. Μου συνέβη μάλιστα μια φορά σε ένα φιλικό σπίτι να παίζουμε στα κινητά μας τέσσερις φίλοι ο ένας κόντρα στον άλλο.

Παίζοντας μαζεύεις πόντους, ή, όπως τα λένε, «κύπελλα»: ο νικητής κάθε αναμέτρησης παίρνει «κύπελλα» από τον ηττημένο, αλλά με τρόπο που να ευνοεί τους αρχάριους παίχτες ή τέλος πάντων αυτούς που δεν έχουν συγκεντρώσει πολλούς πόντους. Αν δηλαδη εγώ που έχω 3000 κύπελλα παίξω με κάποιον που έχει 2000, αν κερδίσω την παρτίδα θα πάρω 1 κύπελλο από τον αντίπαλό μου. Αν όμως χάσω εκείνος θα πάρει 10 από μένα. Αν πάλι είμαστε περίπου ισοδύναμοι, ο νικητής θα πάρει 5 από τον χαμένο, κι αν η διαφορά μας είναι σχετικά μικρή αυτός που έχει μεγαλύτερη βαθμολογία θα πάρει 4 και θα χάσει 6 ή θα πάρει 3 αλλά θα χάσει 7.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Λογολογία, Παιχνίδια | Με ετικέτα: , , , | 398 Σχόλια »

Το τάβλι του Βάρναλη

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2019

Ετοιμάζω αυτόν τον καιρό τον τρίτο τόμο από τα χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, για να κυκλοφορήσει προς το τέλος του χρόνου. Μετά τα Αττικά και τα Αστυνομικά, ο προσωρινός τίτλος του τόμου αυτού είναι Συμποσιακά -και θα έχει χρονογραφήματα που μιλάνε για την ταβέρνα και το καφενείο, τα φαγητά, το κρασί και το τσιγάρο.

Λάτρης του παλιού αθηναϊκού καφενείου ο Βάρναλης, έχει γράψει μερικά εξαιρετικά κομμάτια γι’ αυτόν τον θεσμό. Το χρονογράφημα που θα παρουσιάσω σήμερα μιλάει ειδικά για το τάβλι. Από διηγήσεις άλλων ξέρουμε ότι ο Βάρναλης απολάμβανε όχι τόσο να παίζει ο ίδιος όσο να παρακολουθεί παρτίδες ταβλιού.

Μετά το χρονογράφημα έχω ορισμένα δικά μου λεξιλογικά σχόλια -και μια λεξικογραφική ταβλιστική πρόταση.

Το τάβλι

Ντάκα-ντούκα! ηχούν από μακρινή απόσταση όλοι οι δρόμοι κι οι πλατείες, όπου υπάρχουν καφενεία, αυτά τα δήθεν ησυχαστήρια, που είναι στην πραγματικότητα κέντρα παραγωγής θορύβου. Φαντασθείτε τι τραβάνε όσοι κάθονται μέσα! Αλλά δεν τραβάνε τίποτα. Έχουνε συνηθίσει, όπως ο μυλωνάς συνηθίζει τον κρότο του μύλου και μπορεί να κοιμάται βαθιά δίπλα στα τεράστια σαγόνια των πετρών, που αλέθουν και χαλάνε τον κόσμο, μαζί με όλα τ’ άλλα σύνεργα. Πολλοί από τους θαμώνες των θορυβητηρίων μοναχά τότε μπορούν να συγκεντρωθούνε στον εαυτό τους και να σκεφτούν ή να διαβάσουν με την ησυχία τους, όταν γύρω τους όλα τα τραπέζια βροντάνε σα δαιμονισμένα. Οι περισσότεροι μαζεύονται γύρω στους ταβλιτζήδες (αν μάλιστα τύχει να ’ναι μαστόροι) για να χαζεύουν.

Έτσι, αντί να θεωρείται πληγή αυτό το φοβερό κι εκνευριστικό παιχνίδι, διασκεδάζει και τους παίχτες και τους θεατές, αν και με τις απότομες και δραματικές του φάσεις δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα πάθους και αντεγκλήσεων.

Όλοι οι παίχτες, χωρίς εξαίρεση, πιστεύουν πως είναι μαστόροι. Γι’ αυτό άμα χάνουνε, θυμώνουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Λαογραφία, Παιχνίδια, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 205 Σχόλια »

Η σιφνέικη ντοπιολαλιά (συνεργασία από το Κουτρούφι)

Posted by sarant στο 7 Αυγούστου, 2017

Πριν από δυο περίπου εβδομάδες είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου με θέμα τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά (δηλαδή της Κύθνου). Στο άρθρο εκείνο, αφού είχα γράψει ότι «κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες» σημείωνα, στο τέλος της εισαγωγής μου, ότι «Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!»

Ο φίλος μας το Κουτρούφι παρακινήθηκε όντως και μου έστειλε ένα άρθρο με 20 λέξεις από τη σιφναϊκή ντοπιολαλιά, λέξεις δηλαδή της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Σίφνου, άρθρο που το δημοσιεύω με πολλή χαρά σήμερα.

Θεωρώ πολύ ενδιαφέρον ότι το άρθρο δίνει έμφαση στο λεξιλόγιο του παιχνιδιού «τσούνια», κι έτσι έχουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφού μαθαίνουμε τη σιφνέικη παραλλαγή του παιχνιδιού αυτού, που με άλλη ονομασία και ίσως όχι εντελώς ίδιο θα υπάρχει και σε άλλες περιοχές.

Αφού θυμίσω ότι έχουμε παλιότερα δημοσιεύσει δυο λεξιλογικά άρθρα για την Αμοργό (πρώτο και δεύτερο), δίνω τον λόγο στο Κουτρούφι. Τα δικά μου σχόλια είναι μέσα σε αγκύλες.

Και βέβαια, να παροτρύνω όποιον φίλο θέλει, είτε από νησί είτε στεριανόν, να ακολουθήσει το παράδειγμα που μας έδωσαν ο Δημήτρης Μαρτινος και το Κουτρούφι και να γράψει ένα σύντομο αρθράκι για τη ντοπιολαλιά ή το λεξιλόγιο της ιδιαίτερης πατρίδας του!

 

Η ΣΙΦΝΕΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Το Σιφνέικο λεξιλόγιο έχει τις επιρροές που βρίσκονται και στις άλλες Κυκλάδες (Κρήτη, Φραγκοκρατία, Τούρκικα). Σχετικά με τα Τούρκικα, οι όποιες επιρροές προέρχονται από το πάρε-δώσε με την Οθωμανική διοίκηση (17ο αιώνας μέχρι και την επανάσταση του 21) και από την πολυπληθή Σιφνέικη παροικία στην Πόλη μέχρι και λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την Οθωμανική περίοδο δεν υπάρχει στη Σίφνο Τούρκικη εγκατάσταση. Αρκετές λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στη Σίφνο βρίσκονται και σε άλλα νησιά και έχουν καταγραφεί στο παρόν ιστολόγιο (Αμοργός, Κύθνος, Χίος, Κρήτη) αλλά και αλλού. Στο παρόν επέλεξα λέξεις και εκφράσεις που δεν βρίσκονται εύκολα (ή καθόλου) στα ψαχτήρια ή εντοπίζονται μόνο σε ιστότοπους ενδιαφέροντος Σίφνου. Για τα περισσότερα δεν γνωρίζω καλά την ετυμολόγηση και δεν είμαι βέβαιος για την ορθογραφία.

«αντάλοα». Επίρρημα που δηλώνει τον γνωστό τρόπο καθίσματος σε ένα υποζύγιο όπου τα δύο πόδια είναι δεξιά κι αριστερά στη σέλα όπως σε ένα δίκυκλο. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος καθίσματος στη Σίφνο είναι ο πλευρικός. Μια δική μου αδιασταύρωτη ετυμολόγηση βασιζόταν στο «σαν τα άλογα», επηρεασμένος περισσότερο από τα καουμπόικα που διάβαζα. [Τη λέξη δεν τη βρήκα στο Ιστορικό Λεξικό, το ΙΛΝΕ]

«γκλας (ο)». Βλάκας, ανόητος. «Αυτός είναι ολωσδιόλου γκλας». Αγνοώ την προέλευση. [Ούτε αυτή βρέθηκε στο ΙΛΝΕ]

«δει (το)». Φυσιογνωμία, φάτσα. «Το δει του (δ)ε μου ‘ρέσει». Η ετυμολογία του είναι σε μένα άγνωστη και η ορθογραφία που χρησιμοποιώ είναι αυθαίρετη.

[Κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το απαρέμφατο «ιδείν». Από ανάλογα απαρέμφατα προέκυψαν ουσιαστικά όπως το φαγί (φαγείν), το φιλί (φιλείν) και το γαμήσι (γαμήσειν). Πώς θα το γράψουμε; Το φαγί το γράφουμε με γιώτα, διότι δεν συμμορφωνομαστε με την ετυμολογική προέλευση στα τέρματα των λέξεων (ούτε ο Μπαμπινιώτης). Άρα, το δι; Πολύ αδύνατο μου φαίνεται]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κυκλάδες, Ντοπιολαλιές, Παιχνίδια, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 165 Σχόλια »

Εσείς πιάσατε Πόκεμον;

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2016

Καθώς η μανία με το παιχνίδι Pokémon GO έχει πάρει σχεδόν παγκόσμιες διαστάσεις, υποθέτω πως οι περισσότεροι που διαβάζετε το σημερινό άρθρο θα ξέρετε περί τίνος πρόκειται, έστω κι αν δεν έχετε ασχοληθεί οι ίδιοι με το κυνήγι των Πόκεμον.

Τα Πόκεμον τα ίδια, βέβαια, θα τα ξέρετε από παλιότερα -τουλάχιστον αν έχετε παιδιά γεννημένα στην τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα ή αν υπήρξατε οι ίδιοι παιδιά γύρω στο 2000-2005, την πρώτη φορά που τα Πόκεμον είχαν γίνει και πάλι παγκόσμια μόδα, τότε όμως σε βιντεοπαιχνίδια για παιχνιδομηχανές ή σε κάρτες ή σε ταινίες κινουμένων σχεδίων.

Τα Πόκεμον είναι κάτι φανταστικά ζωάκια γιαπωνέζικης προέλευσης, που ο αφέντης τους (το παιδί που είχε τις κάρτες) τα έβαζε να παλεύουν με άλλα Πόκεμον άλλων παιδιών. Κάθε είδος Πόκεμον (υπάρχουν καμιά διακοσαριά) έχει τα δικά του δυνατά και αδύνατα σημεία, κι έτσι η αναμέτρηση είναι αμφίρροπη, ενώ επίσης υπήρχε η δυνατότητα να εκπαιδεύσεις τα Πόκεμον του στάβλου σου (αναρωτιέμαι αν υπάρχει ειδική λέξη). Περισσότερα δεν ξέρω, διότι οι κόρες μου δεν είχαν εντρυφήσει στο παιχνίδι, όποτε όμως τις πήγαινα στα πάρκα να παίξουν έβλεπα μεγάλες παρέες, κυρίως αγοριών, να παίζουν βαθιά απορροφημένα με τις κάρτες Πόκεμον εφαρμόζοντας κανόνες που, για τον αμύητο, φαίνονταν εξίσου απροσπέλαστοι όσο και οι κανονισμοί του κρίκετ. Πάντως, τότε έμαθα τον Πίκατσου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Παιχνίδια, Φαληρικά | Με ετικέτα: , | 228 Σχόλια »

Μάρκος Μέσκος: Σφεντόνα – Κουρσιούμια

Posted by sarant στο 9 Νοεμβρίου, 2014

Πήγα ν΄ αγοράσω για δώρο το Μουχαρέμ του Μάρκου Μέσκου (1935), και μου είπε ο βιβλιοπώλης πως πέρσι βγήκε συγκεντρωτική έκδοση των πεζογραφημάτων του Εδεσσαίου (κυρίως) ποιητή, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη -οπότε πήρα δυο αντίτυπα, ένα για δώρο κι ένα για μένα. Από την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Μέσκου, τα «Παιχνίδια στον Παράδεισο» (1978), στην οποία αφηγείται παιχνίδια της παιδικής του ηλικίας, αντιγράφω εδώ δύο διηγήματα, δύο παιχνίδια: Σφεντόνα και Κουρσιούμια (που είναι το βόλι και η σιδερένια μπίλια, τη λέξη τη λένε και στη Μυτιλήνη, ίσως κι αλλού). Να θυμίσω πως από την ίδια συλλογή του Μέσκου είχα παρουσιάσει παλιότερα (προσφορά της Μαρίας πρέπει νάταν) ένα ακόμα διήγημα, το Τζαμί.

Διατηρώ την ορθογραφία, αλλά μονοτονίζω. Στο τέλος εξηγώ κάποιες λίγες λέξεις (όσες δεν εξηγεί ο ίδιος στη ρύμη της αφήγησης).

ΣΦΕΝΤΟΝΑ

Ήταν σοβαρό το παιχνίδι, παίξε-γέλασε δεν είχε, το πιάναμε στα χέρια γύρω στα δέκα μας χρόνια. Έπρεπε να ’μαστε προσεκτικοί στο σημάδι για να μην πληρώσει τη ζημιά η γκλάβα κάποιου συνομήλικού μας, μακριά δεν ήσαν μήτε τα τζάμια των σπιτιών μή­τε τα φρούτα μήτε τα πουλιά κι ήταν πιο δίκαιο, του­λάχιστον, να κατευθύνονται εδώ τα βλήματά σου. Προ­τού κρεμάσεις τη σφεντόνα στον λαιμό ή στην κωλοτσέπη, κάτι από αυτά επιβάλλονταν να γνωρίζεις. Μη γίνεις δακτυλοδεικτούμενος, δηλαδή μπελαλής, και γρήγορα σου την κατασχέσουν. Τότε πού να κρυφτείς;

Η σφεντόνα, ή σαΐτα, ή φράσκα (μην απορείτε, στα Βοδενά είχαμε εμείς το προνόμιο, με δυο-τρεις γλώσσες και βάλε, να λέμε τα πράγματα και να τα ονομάζουμε συνεννοούμενοι θαυμάσια), η σφεντόνα λοιπόν είχε τρία κύρια μέρη: το πετσί, τα λάστιχα και το ξύλο της, την τσιπαρόσκα ή τσατάλα. Το πετσί ήταν ένα ορθογώνιο πράμα, το διπλώναμε όσο να χωράει την πέτρα, κατσικίσιο ή από αρνί, όμως ντούρο. Το ψαλιδίζαμε στις τέσ­σερις γωνιές και του ανοίγαμε τρύπες στο πλάι για να περάσουμε τα λάστιχα από κει, τα γυρίζαμε λίγο και μεταξύ τους τα σφιχτοδέναμε — προσοχή, να ’ναι γερός ο σπάγκος. Τα λάστιχα τα καλά (μαύρο, γκρίζο και κόκκινο χρώμα) τα παίρναμε από την αγορά και τα λέγαμε «τετράγωνα». Σέ αντίθεση με τ’ άλλα, τα πλα­τιά, από σαμπρέλες αυτοκινήτων, κόκκινα και μαύρα, μα τούτα λίγο τα προτιμούσαμε γιατί είχανε πολλές ρα­γισματιές, είχαν «τσιακίς». Σπάζανε εύκολα και μας άφηναν στους πέντε δρόμους.

Αυτά λοιπόν, κάπου είκοσι πόντους μήκος, τα δένα­με στην τσιπαρόσκα (κι εδώ προσοχή μεγάλη), στα στρογγυλά τόξα του ύψιλον, αφού τα σκάβαμε λίγο με το μαχαίρι να στεριώσουν καλύτερα, με σπάγκο ή ψιλό σύρμα. (Μερικοί φτιάχνανε την τσιπαρόσκα και από σίδερο, την ντύνανε μάλιστα με χρωματιστό σύρμα, πάγκαλη σαν στολίδι φυλακισμένων και τη χαιρόσουν.) Το ξύλο το παίρναμε από κάθε χαμηλό κλωνί, αρκεί να είχε το σχήμα που θέλαμε, ακριβώς όπως το γκραν επίσημο ποτήρι του κρασιού. Το πετυχαίναμε κι αυτό κυρίως, με το ξύλο της κρανιάς, δέναμε τ’ άκρα τής τσατάλας ώστε να ’ναι συμμετρικά στο λύγισμα και κατόπιν το βάζαμε στη φωτιά, να φύγει η υγρασία και να κοκαλώσει όπως το επιθυμούσαμε. Μετά, με το μα­χαίρι το ξύναμε καλά, χαμηλώναμε τελείως τούς κό­μπους και τη γυαλίζαμε στο τέλος ωραία-ωραία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Παιχνίδια | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »

Ταξίδι στα 64 τετράγωνα

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2012

 

Σκάκι έμαθα μικρός, από τον παππού μου, που ήταν γερός ερασιτέχνης σκακιστής. Θυμάμαι τα καλοκαίρια, στα ξενοδοχεία που παραθερίζαμε, να στήνει τ’ απογέματα τη σκακιέρα του σ’ ένα τραπέζι του εστιατορίου και να ξαναπαίζει παρτίδες που έβρισκε σ’ εφημερίδες, με τον κρυφό σκοπό να ψαρέψει συμπαίκτη. Συνήθως δεν αργούσε κάποιος να εκδηλώσει ενδιαφέρον, οπότε όλο το υπόλοιπο απόγευμα έπαιζαν μαζί, κι αν ταίριαζαν τα χνώτα τους και τις επόμενες μέρες. Το σκάκι μού άρεσε κι εμένα, γράφτηκα λοιπόν στον Σκακιστικό Όμιλο Καλλιθέας, μαθητής γυμνασίου, και για πέντε-έξι χρόνια είχα μια ευπρόσωπη αλλά όχι λαμπρή παρουσία· πέντε χρονιές αγωνίστηκα στο πανελλήνιο πρωτάθλημα Νέων (δεν ήταν και τόσο δύσκολο αυτό) και έπιασα μια θέση λίγο πιο πάνω ή (συνήθως) λίγο πιο κάτω από τη μέση. Φοιτητής, άρχισα να βαριέμαι το σκάκι που τότε ήταν αργόσυρτο, τα τουρνουά βαστούσαν μήνες. Με τράβηξε το μπριτζ, όπου το τουρνουά τελειώνει μέσα σε ένα απόγευμα και το σκάκι το εγκατέλειψα -επίσημη παρτίδα έχω να παίξω από το 1979, αν και, όπως με είχαν πληροφορήσει, το αγωνιστικό δελτίο μου εξακολουθεί να είναι σε ισχύ. Πριν από ένα μήνα, πήγα σ’ ένα ξενοδοχείο στην Αθήνα να δω τον γιο ενός φίλου που έπαιζε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Νέων, και ομολογώ ότι ένιωσα να με γαργαλάνε τα δάχτυλά μου. Όχι τόσο ώστε να ξαναρχίσω να παίζω, αρκετά όμως για να σκεφτώ ότι τόσον καιρό δεν έχω ανεβάσει στο ιστολόγιο ένα παλιότερο άρθρο μου για το σκάκι. Τότε ήταν καλοκαίρι και το ανέβαλα· τώρα είναι θαρρώ κατάλληλη εποχή. Μια προειδοποίηση όμως: το άρθρο ΔΕΝ είναι πλήρες, ούτε κατά διάνοια μάλιστα. Το θέμα είναι τόσο γοητευτικό και αχανές, που μπορούν να γραφτούν (κι έχουν γραφτεί) βιβλία γι’ αυτό.

Εικόνα κλεμμένη από το http://www.skakistiko.com, από παρτίδα του 2004. Τα λευκά παίζουν και κερδίζουν -απλός συνδυασμός, μέχρι κι εγώ το βρήκα.

Και ας ξεκινήσουμε από την ίδια τη λέξη σκάκι, που δεν είναι ελληνικής αρχής. Είχαν ασφαλώς και οι αρχαίοι επιτραπέζια παιχνίδια, είτε με ζάρια (κύβους) είτε παρόμοια με τη σημερινή ντάμα· τα πούλια αυτά ονομάζονταν πεσσοί και πεσσεία ήταν το γενικό όνομα αυτών των παιχνιδιών, για τα οποία οι αρχαίοι θεωρούσαν εφευρέτη τον Παλαμήδη· γι’ αυτό και στη νεότερη εποχή θεωρήθηκε ο Παλαμήδης εφευρέτης και του σκακιού, και μάλιστα το πρώτο στην ιστορία σκακιστικό περιοδικό, που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1836, είχε τον τίτλο Palamède. Όμως, ξαναλέω, το σκάκι σαν λέξη αλλά και σαν παιχνίδι έχουν πιο ανατολικά την αρχή τους.

Εμείς βέβαια πήραμε τη λέξη από τα δυτικά, από τους Ιταλούς· στα ιταλικά, το σκάκι είναι scacco αλλά συχνά χρησιμοποιούν τον πληθυντικό, scacchi, π.χ. gioco di scacchi, και αυτό το scacchi πέρασε και στα ελληνικά ως σκάκι, που εμείς το θεωρήσαμε ενικό αριθμό, αν και στα Επτάνησα, όπου υπήρχε μεγάλη επαφή με Ιταλία, ο Ξενόπουλος γράφει κάπου «παίξαμε τους σκάκους». Η ιταλική λέξη είναι εξέλιξη του μεσαιωνικού λατινικού scaccus, και η λατινική λέξη έχει την αρχή της στον… σάχη. Θέλω να πω, Shah στα περσικά, και τα τωρινά και τα τότε, ήταν ο βασιλιάς· θα θυμόμαστε –έστω, οι κάπως παλιότεροι- τον Σάχη της Περσίας.

Στο σκάκι, κάθε φορά που ένας παίκτης απειλεί τον βασιλιά του αντιπάλου του οφείλει να τον προειδοποιήσει λέγοντας «σαχ!» (στα νεότερα ελληνικά λέμε και «ρουά»). Σε μια παρτίδα σκάκι το επιφώνημα «σαχ!» ακούγεται πολύ συχνά, οπότε δεν είναι περίεργο ότι στην Ευρώπη το παιχνίδι ονομάστηκε shah ή μάλλον scac όπως αποδόθηκε το παχύ σίγμα, και από εκεί έχουμε το μεσαιωνικό λατινικό scacus, που στα αρχαία γαλλικά γίνεται eschec, και esches και από εκεί περνάει και στα αγγλικά ως chess. Στα γαλλικά το eschec σήμαινε όπως είπαμε δύο πράγματα, αφενός το σκάκι και αφετέρου το σαχ, την απειλή δηλαδή προς τον βασιλιά. Η σημασία αυτή επεκτάθηκε και σε εκτός σκακιέρας καταστάσεις, έτσι eschec έφτασε να σημαίνει «εμπόδιο, δύσκολη θέση, αποτυχία» -και, όπως θα μαντέψατε, η σημερινή γαλλική λέξη échec, αποτυχία, από εκεί προέρχεται. Αλλά και στα αγγλικά το προειδοποιητικό επιφώνημα («σαχ!») μεταφέρθηκε ως check! Κι εδώ η σημασία διευρύνθηκε, και η λέξη έφτασε να δηλώνει το δυσάρεστο γεγονός που σε κάνει να κοντοστέκεσαι, και στη συνέχεια την απότομη παύση, το σημάδι με το οποίο έλεγχαν αν κάτι είχε χαθεί ή κλαπεί, και από εκεί ξεπήδησαν όλες οι σημερινές σημασίες του ρήματος check, ο έλεγχος, το τσεκάρισμα, το τσεκάπ, ακόμα και το τραπεζικό τσεκ, όλα από τον σάχη κι από το σκάκι προέρχονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Βυζάντιο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παιχνίδια, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , | 184 Σχόλια »