Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παπαδιαμάντης’ Category

Η δασκαλομάνα (σχολικό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2021

Ανοίγουν αύριο τα σχολεία, παρά τις αμφιβολίες και τις δυσκολίες της πανδημίας και παρά τις κτιριακές και άλλες ελλείψεις. Αν αφιερώναμε ένα άρθρο στο θέμα, θα εστιάζαμε μάλλον στο δεύτερο σκέλος της παραπάνω πρότασης, αλλά σήμερα που είναι Κυριακή, και το ιστολόγιο δημοσιεύει ύλη λογοτεχνική, θα εστιαστούμε στο πρώτο σκέλος: ανοίγουν τα σχολεία, και θα βάλουμε ένα διήγημα με θέμα σχολικό, ένα από τα κλασικά του Παπαδιαμάντη, που έχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Η δασκαλομάνα λοιπόν, όπως αποκαλούσαν τον δάσκαλο του χωριού επειδή ήταν μεγαλόσωμος και πληθωρικός. Το διήγημα μάς το διάβαζε, όταν ήμασταν μικρά, ο παππούς μου, και από τότε θυμάμαι τα σπαρταριστά αποσπάσματα με τις παρανοήσεις των παιδιών, και ιδίως την απορία του μαθητή γιατί το βιβλίο της Γεωγραφίας λέει ότι τα Επτάνησα είναι επτά ενώ στο μέτρημα έβγαιναν δέκα, καθώς για ορισμένα νησιά αναφέρονταν δυο ονομασίες. (Κι επειδή το βιβλίο λέει ότι τα Επτάνησα ήταν βρετανικό προτεκτοράτο, Ιόνιος Πολιτεία, αυτό σημαίνει πως είναι γραμμένο πριν από το 1864 -είπαμε, έχει βιωματικά στοιχεία το διήγημα).

Όταν το διάβασα μεγαλύτερος το διήγημα, στάθηκα περισσότερο στην εξήγηση που έδωσαν τα μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής (που προσλάμβανε και τον δάσκαλο, άλλωστε) σχετικά με την αποστολή του σχολείου. Δεν είναι για να μαθαίνει γράμματα στα παιδιά, αλλά για να αφήνουν κάπου οι γονείς τα παιδιά τους. Και κάτι άλλο που με γοητεύει στο διήγημα, είναι η γλώσσα των διαλόγων, γνήσια σκιαθίτικη.

Το διήγημα το παραθέτω με την ορθογραφία του πρωτοτύπου (περίπου) αλλά μονοτονισμένο. Ωστόσο, η μεταγραφή, που είχε γίνει στον παλιό μου ιστότοπο, έχει πολλά λαθάκια -αυτός που το πληκτρολόγησε, ασυναίσθητα προσάρμοζε στη σημερινή γλώσσα. Μερικά τα διόρθωσα, άλλα θα μου ξέφυγαν. Προς στιγμή σκέφτηκα να παραθέσω την πολυτονισμένη μορφή του διηγήματος, όπως υπάρχει στο papadiamantis.net, επειδή όμως και αυτή έχει τουλάχιστον δύο τυπογραφικά λάθη, προτίμησα να ανεβάσω τη μονοτονισμένη, μήπως και διορθωθεί, και την πάρει διορθωμένη η Βικιθήκη, που τώρα έχει την αδιόρθωτη μονοτονισμένη.

Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΝΑ
Παλαιαί σημειώσεις

Ακούστε εμέ να σας πω! Να μην ανοίγετε χαρτί!…Να μην ακούτε το δάσκαλο!…Να μη φοβάστε τσ πατεράδες σας!…Να δέρνετε τσ μαννάδες σας!..

Ούτως ηγόρευε προς θορυβώδη όμιλον δεκαετών και δωδεκαετών παιδίων, αναβάς επί του τελευταίου θρανίου, του απωτάτου από της δασκαλοκαθέδρας, ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, είς των μεγαλυτέρων μαθητών. Εφοίτα από επταετίας και ήτο ήδη δεκαπενταετής, αλλά μόλις είχε μάθει να διαβάζει συλλαβιστά. Ενθυμούμενος τα παλαιά εκείνα χρόνια, δεν έπαυε να οικτείρει την παρούσαν κατάστασιν του σχολείου, όπου όλα τα παιδιά ήσαν μικρά, όλο σμαρίδα, όλο αθερίνα. Πρώτα ήσαν όλο μεγάλοι. «Πού να ήσαστε σεις τον καιρό που ήτον ο άλλος ο δάσκαλος που πέθανε, ο Φλάσκος, Φλάσκο – μπιμπίνος, ο κιτρινιάρης!». Και σείων την κεφαλήν, διηγείτο προς τους μικρούς μαθητάς, οίτινες τον ήκουον εκπέμποντες μεγάλα επιφωνήματα θαυμασμού, πώς ο Τζώρτζης ο Σγούρας, δεκαοκτώ χρόνων, υψηλός, με ανωρθωμένα σγουρά μαλλιά, τα οποία δεν ηδύνατο να διευθετήσει το κτένιον, έδειρε μίαν φοράν τον άλλον διδάσκαλον, «το Φλάσκο, Φλάσκο – μπιμπίνο, τον κιτρινιάρη», πολιορκήσας αυτόν όπισθεν της δασκαλοκαθέδρας, και κατενεγκών τρεις σφιγκτούς γρόνθους κατά του στέρνου του, διότι ο διδάσκαλος ηπείλησε να τον κλείσει εις το κάτωθεν της δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, όπου έβοσκον βλατούδες και ψαλίδες πολυποδαρούσες και όχι ολίγοι ποντικοί. Πώς ο διδάσκαλος είχε συγκαλέσει την επιτροπήν και απήτει την αποβολήν του Τζώρτζη, αλλ’ η επιτροπή αντέτεινε, μη θέλουσα να δυσαρεστήσει τους οικείους τού μεγαλοσώμου και φριξότριχος μαθητού. Πώς παραδόξως, δηλ. λίαν ευλόγως, ο Τζώρτζης ευρέθη σύμφωνος με τον διδάσκαλον εις το κεφάλαιον τούτο, καθόσον, αφού επί δεκαετίαν είχε φοιτήσει εις το σχολείον, και μόλις είχε μάθει να συλλαβίζει (μόνον ότι συνέχεε κάποτε το η με το π και το ζ με το ξ), ησθάνετο νυν ακατάσχετον πόθον να διαρρήξει  τ’ αφόρητα εκείνα δεσμά και να εμβαρκάρει με το καράβι του θείου του! Ίσως μάλιστα δι’ αυτό το έκαμεν, έδειρε τον διδάσκαλον επίτηδες διά να τον αποβάλουν. Και τότε η επιτροπή έπεισε τους οικείους του να τον αποσύρωσιν ευσχήμως.

Τοιαύτα τινά πορίσματα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου υπέβαλλε συχνά εις την μελέτην των συμμαθητών του ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης. Την ημέραν δ’ εκείνην είχεν αναβεί επί του θρανίου και απήγγελλε διδαχήν την οποίαν ο διδάσκαλος, κύπτων επί της τραπέζης του, πνιγομένων των λέξεων εν μέσω του θορύβου, δεν ήκουεν, ουδ’ έβλεπε καν τον υψηλόν μαθητήν όστις προς την δασκαλοκαθέδραν βλέπων (ο διδάσκαλος εκάθητο ενώπιον τραπέζης κάτω της δασκαλοκαθέδρας), επροφυλάσσετο, και ήτο έτοιμος να πηδήσει κάτω του θρανίου, αν ο διδάσκαλος έστρεφε το βλέμμα προς τα εδώ.

Ταύτα συνέβαινον καθ’ όν χρόνον ο διδάσκαλος, μεγαλόσωμος με ηρακλείους ώμους και βραχίονας, επικαλούμενος συνήθως η «Δασκαλομάννα», προ μικρού είχεν εισέλθει εις το σχολείον, και σχετική ησυχία επεκράτει μεθ’ υποκώφου βοής, ομοία με την φουσκοθαλασσιάν. Αλλά προ ημισείας ώρας, εάν τις διήρχετο εις απόστασιν διακοσίων βημάτων έξωθεν του σχολείου, θα ενόμιζεν ότι ήτο θηριοτροφείον ειδικόν δια θώας της ερήμου, και δι’ άλλα ανήσυχα αγρίμια. Τα παιδία εχόρευαν, επήδων, εσκίρτων, εφώναζαν, διεπληκτίζοντο, εγέλων, έκλαιον. Ήτο θέρος και καύσων πνιγηρός. Παμμιγής βοή ανήρχετο διά των οκτώ ανοικτών μεγάλων παραθύρων, εχόντων όλα σχεδόν τα υαλία σπασμένα και τα πλείστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τους στροφείς εσκωριασμένους. Τα θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, εφαίνοντο ως σχεδίαι πλέουσαι εντός του κύματος των παιδικών κεφαλών. Η διδασκαλική έδρα, υψηλή, με τα φατνώματα σαπρά, κεχηνότα, ωμοίαζε με βάρκαν ξουριασμένην μακράν του λιμένος υπό του ανέμου. Ο πρωτόσχολος, γυμνόπους, ελαφρά και μετά προφυλάξεως πατών, διά να μη βυθισθεί και εμπέσει παρ’ αξίαν εις το πειθαρχείον, πότε γελών και πότε σοβαρευόμενος, προσεπάθει να επιβάλει σιωπήν. Αλλά την σφυρίκτραν, το έτερον σύμβολον του αξιώματός του, την είχε κλέψει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, και δι’ αυτής εξέβαλλε μανιώδεις συριγμούς, παρωδών τον απόντα διδάσκαλον. Έμεινε μόνον εις τον πρωτόσχολον η βέργα, το κυριώτερον όπλον του, αλλά και ταύτην την εξουδετέρωσεν ο Γιωργός ο Χατζηδημήτρης, ο Στρατής ο Καραθύμιος και άλλοι τολμηροί παίδες, ανοίξαντες κρυφίως την θύραν του σωφρονιστηρίου, όπου ήξευραν, ότι είχεν ταμιευμένην ο διδάσκαλος την δέσμην του, και αρπάσαντες πολλές βέργες, τας οποίας εμοίρασαν εις τους συμμαθητάς των, κρατήσαντες τας λιγυρωτέρας και τσουχτερωτέρας δι εαυτούς˙ τότε ήρχισε μάχη και άλλοι μαθηταί απέσπασαν τους δείκτας από του τοίχου, άλλοι κατεβίβασαν τους τηλεγράφους από της καθέτου σανίδος των θρανίων και κυνηγούμενοι έτυπτον αλλήλους.

Τέλος εισήλθεν ο διδάσκαλος με το τσιγάρον εις το στόμα, και ο πρωτόσχολος έκραξεν, εις προσοχήν! Ο διδάσκαλος ήτο μεγαλόσωμος, υψίκορμος, εύσαρκος, αλλά ταχύς κι ευκίνητος. Ήρχετο από την αρραβωνιαστικήν του, όπου τρις ή τετράκις της ημέρας, παραιτών το Σχολείον εις την τύχην του, απήρχετο εις επίσκεψιν. Άλλοτε το Σχολείον είχε και βοηθόν, αλλά τελευταίον το δημοτικόν συμβούλιον δεν εψήφισεν ή ο νομάρχης δεν ενέκρινε το κονδύλιον χάριν οικονομίας.

Ο διδάσκαλος, καπνίζων το τσιγάρον του, εσήμανε τον κώδωνα κι εζήτησε να εξετάσει μίαν των ανωτέρων κλάσεων. Προσήλθον έξ ή επτά παιδία και τα ηρώτησε:

– Την εμάθετε την ιερά ιστορία ;

Τα παιδία, αντί ν’ απαντήσωσιν, έκυψαν εις το βιβλίον των, και προσεπάθουν να κλέψωσι τίποτε εκ του προχείρου. Μόνον την στιγμήν εκείνη ενόησαν ότι δεν είχαν μελετήσει τίποτε εκ της Αριστουρίας, καθώς την ωνόμαζαν.

Το πρώτον παιδίον, το οποίον ηθέλησε να εξετάσει ο διδάσκαλος, εκράτει Γεωγραφίαν αντί Ιεράς Ιστορίας.

– Πού είναι η Ιερά Ιστορία σου ;

– Δάσκαλε, εψέλλισε το παιδίον, κάμνον το σχήμα, με τον δάκτυλον εις το ωτίον, την έχασα την Αρ-ιστορία μου.

– Αμελή! Κακοήθη! Άτακτε! ωρμάθιασεν ο διδάσκαλος, κι εκοκκίνισε δι’ ελαφρού ραπίσματος την παρειάν του μαθητού. Άλλοτε εκτύπα πολύ γερώτερα, έσπαζε μάλιστα βέργες εις την ράχιν των παιδίων. Αλλ’ αφότου ηρραβωνίσθη, δεν του ήρεσκε πλέον να κτυπά.

Μετέβη εις τον δεύτερον.

– «Τις έκτισε τον κόσμον;»

Το παιδίον απήντησεν:

– «Ο Θεός έκτισε τον κόσμον εις έξ ημέρας με μόνον τον λόγον αυτού».

– Πολύ ωραία! είπεν ο διδάσκαλος· και αποταθείς προς τον τρίτον:

– «Τις ήτον ο πρώτος άνθρωπος;»

– «Ο πρώτος άνθρωπος ήτον ο Αδάμ», απήντησε το παιδίον.

– Καλά, είπεν ο διδάσκαλος. Και είτα ηρώτησε τον τέταρτον:

– «Τις και πόθεν τον έκτισεν;»

Ο τέταρτος απεκρίθη:

– «Διά τας αμαρτίας του Αδάμ κατεστάθησαν όλοι οι άνθρωποι αμαρτωλοί και θνητοί».

– Πολύ καλά, μπράβο! είπεν ο διδάσκαλος, όστις την στιγμήν εκείνην ακριβώς είχε τον νουν του εις την αρραβωνιαστικήν του.

Είτα επανέλαβε:

– Τώρα ας μεταβώμεν εις την Γεωγραφίαν.

Οι επτά μαθηταί έρριψαν εις το βάθος του φύλακός των, όν είχον ανηρτημένον υπό την αριστερήν μασχάλην, τας Ιεράς Ιστορίας των, κι εξήγαγον τας Γεωγραφίας. Ήνοιξαν τα βιβλιάρια και ήρχισαν να ψιθυρίζωσιν αναγινώσκοντες με τα χείλη, ώστε απετελείτο μεν μία βοή, αλλ’ ουδεμία λέξις διεκρίνετο. Ο μεγαλύτερος την ηλικίαν, όστις ήτο και ο ερμηνευτής της κλάσεως, μεταβάς προς τον τοίχον εξεκρέμασε τον χάρτην, και κομίσας τόν απέθηκεν επί της μικράς τραπέζης, προ της οποίας ηρέσκετο να κάθηται ο διδάσκαλος, δυσκόλως αποφασίζων να πατήσει με τα μακρά και πλατύτατα υποδήματά του επί των σεσαθρωμένων σανίδων της υψηλής δασκαλοκαθέδρας.

Ο διδάσκαλος ήναψε δεύτερον τσιγάρον, και ήρχισε να εξετάζει εις την Γεωγραφίαν.

– «Εκ πόσων νήσων αποτελείται η Επτάνησος;»

Ο πρώτος των μαθητών απήντησεν:

– «Η Επτάνησος ή Ιόνιος Πολιτεία αποτελείται εξ επτά νήσων».

– Πολύ καλά, είπεν ο διδάσκαλος.

Είτα στραφείς προς τον δεύτερον μαθητήν:

– «Εις ποίαν εξουσίαν υπόκειται η Επτάνησος;»

Ο δεύτερος απεκρίθη απνευστί.

– «Η Επτάνησος υπόκειται πολιτικώς εις την προστασίαν της Μεγάλης Βρεττανίας και διοικείται δι’ αρμοστού εδρεύοντος εν Κερκύρα, όπου εδρεύει και η Ιόνιος Βουλή, υφίσταται δε και αξία λόγου Ακαδημία.

– Εύγε, πολύ ωραία! επεδοκίμασεν ο διδάσκαλος.

Αποταθείς δε προς τον τρίτον μαθητήν, απήγγειλεν:

– «Ειπέ μοι τα ονόματα των επτά νήσων, εξ ων η Επτάνησος αποτελείται».

Ο τρίτος μαθητής απήντησεν απνευστί και ομαλή τη φωνή, χωρίς να υπεμφαίνει στίξιν ή παρένθεσιν.

– «Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα, Παξοί, Ιθάκη, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, και Κύθηρα, Τσερίγον».

– Πολύ καλά, επένευσε και πάλιν ο διδάσκαλος. Αύριον να μελετήσετε από δω ως εκεί. (Κι εχάραξε με τον όνυχά του επί του βιβλίου). Ιεράν Ιστορίαν να κάμετε επανάληψιν το ίδιο, και τρεις αράδες παρακάτω, προσέθηκεν ιδών ότι ελησμόνησε ν’ αλλάξει το μάθημα εις την Ιεράν Ιστορίαν. Πηγαίνετε τώρα!

Έν των παιδίων είχεν υψώσει τον δάκτυλον, εις σημείον ότι κάτι ήθελε να ειπεί.

– Τι θέλεις εσύ; ηρώτησεν ανυπομόνως ο διδάσκαλος.

– Δάσκαλε, είπε, φέρον την χείρα εις το ούς το παιδίον, γιατί ενώ το χαρτί μας μέσα λέει ότι η Επτάνησος αποτελείται από επτά νήσους, ύστερα βγαίνουν δέκα στο μέτρημα ;

– Τάς εμέτρησες εσύ ;

– Τές εμέτρησα, να!

Και ήρχισε να μετρεί επί των δακτύλων του, « Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα» κτλ.

Οι άλλοι συμμαθηταί του εγέλων εν χορώ διά την πολυπραγμοσύνην του. Το βέβαιον είναι ότι ουδέποτε είχαν υποπτευθεί ότι είχον οιανδήποτε έννοιαν αι λέξεις, όσαι ήσαν τυπωμέναι εντός των βιβλίων των. Ως δια να «μην τους χαλάσει την καρδιά», επειδή εγέλων, ο διδάσκαλος έσπευσε ν’ απαντήσει:

– Αυτά θα τα μάθετε όταν…

Ίσως ήθελε να είπει «όταν θα πάτε στο ελληνικό Σχολείο». Αλλά διεκόπη. Την στιγμή εκείνην επέσυρε την προσοχήν του ο θόρυβος, όν είχε προκαλέσει ο Γιαννιός  ο Βρυκολακάκης εις το τελευταίον θρανίον. Ο διδάσκαλος ηγέρθη, εσφύριξε δυνατά με την σφυρίκτραν του, εκτύπησε με την βέργαν επί του πρώτου χωλού θρανίου, έρριψεν το τσιγάρον του. Εκοίταξε το ωρολόγιόν του, είδεν, ότι ήτο ενδεκάτη παρά τέταρτον, και διέταξε τον πρωτόσχολον να σημάνει την κατ’ ενορίας κατάταξιν, όπως ψαλεί το σύνηθες άσμα της εξόδου και παύσει το πρωϊνόν μάθημα.

* * *

Ό, τι καθίστα τον διδάσκαλον δυστυχή, ήτο ο περιορισμός τον οποίον είχεν επιβάλει εις τον εαυτόν του, αφ’ ότου ηρραβωνίσθη, να φορεί κατά το θέρος το σακκάκι του. Εστενοχωρείτο απιστεύτως και υπέφερε φοβερά από τον καύσωνα. Κατά τα προλαβόντα θέρη, όχι μόνον οίκοι, ένθα εκάπνιζε το μακρόν του τσιμπούκι, αλλά και εις την οδόν, όπου ενεφανίζετο με το τσιγάρον εις το στόμα, και εις το καφενείον, όπου εκάπνιζε δύο ή τρείς ναργιλέδες την ημέραν, παντού επαρουσιάζετο με τα μανίκια του υποκαμίσου λευκά, με μακρόν γελέκο μισοκουμβωμένον, αναδεικνύον ανέτως τον πελώριον και εμπροσθοκλινή κορμόν του. Έκάπνιζεν ένα ναργιλέ το πρωί, είτα μόλις άφηνεν από την χείρα το μαρκούτσι, και πάραυτα ήναπτε το τσιγάρον, κοιτάζων άμα το ωρολόγιόν του και εγειρόμενος ίνα απέλθει. Είτα έλεγεν : «Ας πιω κι ένα ρώμι». Έπινε και δύο ρώμια και είτα μετέβαινεν εις το σχολείον, όπου έμενε πάντοτε «με τα μανίκια».  Εις τας εξετάσεις, περί τα τέλη Ιουλίου ή περί τας αρχάς Αυγούστου, επαρουσιάζετο ενώπιον της αξιοτίμου επιτροπής «με τα μανίκια». Κατά τας περυσινάς εξετάσεις, ο δήμαρχος μόλις τον είχε πείσει, μετά πολλάς νουθεσίας και επιπλήξεις, να φορέσει το σακκάκι του˙ το εφόρεσεν αλλά αφού πρώτον απέβαλε το γελέκον.

Εφέτος οι μαθηταί, μετά τον αρραβώνα του διδασκάλου, εύρον μεν πλείονα άνεσιν και ακολασίαν εν τω σχολείω, αλλ’ υπέφεραν στερηθέντες άλλων προσφιλών ψυχαγωγιών. Καθ’ όλον το έαρ, ο διδάσκαλος τυρβάζων περί την αρραβωνιαστικήν του, δεν τους ωδήγησεν ούτε δις να παίξωσιν εις τα λιβάδια, ούτε τρις καθ’ όλον το θέρος να κολυμβήσωσιν εις την Αμμουδιάν. Μεγάλη χαρά και αγαλλίασις ήτο άλλοτε ανά τα ημικύκλια, ότε διεδίδετο από κλάσεως εις κλάσιν, ως σύνθημα, η μαγική λέξις «Θα μας πάει ο δάσκαλος να παίξουμε! Θα μας πάει ο δάσκαλος να κολυμβήσουμε!». Ο γλυκύς ούτος ψίθυρος αντικαθίστα πάσαν ανάγνωσιν και πάντα επίπονον συλλαβισμόν.

Εξήρχοντο ανά δύο κρατούμενοι, μετά φαιδρού συνεχούς βόμβου, και μετέβαινον εις την χλοεράν πεδιάδα παρά την εσχατιάν της πολίχνης. Εκεί διανεμόμενοι εις δεκαπέντε ή είκοσιν ομάδας, έπαιζον επί μίαν ώραν, περί την δύσιν του ηλίου, το σκλαβάκι και άλλας παιδιάς. Εν τω μεταξύ ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, με την βέργαν κρεμασμένην όπισθεν του σκέλους, με την σφυρίκτραν ανηρτημένην επί του στέρνου, περιήρχετο από κήπου εις κήπον, από σικυώνος εις άμπελον, καλησπερίζων τους ασχολουμένους εις το πότισμα των φυτών ιδιοκτήτας, λαμβάνων πληροφορίας και δίδων συμβουλάς. Είτα επανήρχετο εις το κοπάδι του, εσφύριζεν οξύ σφύριγμα και εν τω άμα έπαυον αι παιδιαί, και οι μαθηταί απεπέμποντο κατά συνοικίας. Τούτο συνέβαινε μέχρι του Μαΐου μηνός. Κατά δε Ιούνιον μετέβαινον εις το κολύμβημα. Οι μικροί παίδες εγυμνούντο και επέβαινον εις το κύμα. Η Αμμουδιά ήτο αβαθής εις απόστασιν είκοσι μέτρων από της παραλίας. Οι μικροί μαθηταί επροχώρουν εκατόν πενήντα και πλέον βήματα πριν φθάσωσιν εις την μέσην. Άμα έφθανον έως εκεί, εστρέφοντο προς την γην και, επιστομιζόμενοι εις το κύμα, εμάνθανον πρακτικώς να κολυμβώσιν, θίγοντες με τον αριστερόν πόδα την άμμον, προς την παραλίαν βαίνοντες. Ο διδάσκαλος εξηπλούτο επί τινος όχθου παρά την οδόν, ακουμβών την ράχιν επί βράχου, με τα λευκά του πλατέα μανίκια, κι εκάπνιζε το βραχύ τσιμπουκάκι του, το οποίον είχεν εις την τσέπην δια τας εξοχικάς εκδρομάς. Εφορολόγει εις βερύκοκκα, απίδια και πρώιμα μοσχάτα σταφύλια τας φιλοτίμους οικοκυράς, τας επιστρεφούσας με τα κομψά και εύπλεκτα καλαθάκια των εκ του αγρού ή της αμπέλου. Είτα εσφύριζε, και οι μικροί κολυμβηταί, οίτινες έκαμναν θαυμασίας προόδους, απέβαινον αναγκαστικώς εις την ξηράν, δυσφορούντες επί τη αποτόμω διακοπή του τόσον μαλακού και ξυπνητού ονείρου των.

* * *

Φεύ! μετά έν έτος ακόμη, ο διδάσκαλος ήτο πάλιν με τα μανίκια του υποκαμίσου, αλλά μανίκια παρέχοντα την εντύπωσιν καμιζόλας ή γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαύρα ήσαν. Ο διδάσκαλος είχεν απογοητευθεί διπλήν απογοήτευσιν, την εκ του θαλάμου και την εκ του θανάτου. Εισήρχετο κατηφής αλλά και μετ’ εγκαρτερήσεως εις το σχολείον, αφού εσήμαινεν επί μακρόν με βραχνήν φωνήν ο σπασμένος κώδων, ο ανηρτημένος από δύο ορθίων ξύλων έξω της θύρας, τον οποίον φαγωμένον ήδη όντα από την σκωρίαν, όταν αφηρέθη από παλαιόν ερημοκκλήσιον, οι μαθηταί είχον σπάσει διά της υπερβολικής και παρακαίρου χρήσεως, ή διά χαλίκων ριπτομένων εξωδίκως – εν ώρα σχολής των μαθημάτων. Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως όταν εξήταζε, και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνει απλώς το παρακάτω. Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και εκ της χηρείας. Είχεν υποβάλει συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον, όστις, πείσας και το συμβούλιον να ψηφίσει τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξει την επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος. Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι ψαλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και πλουσίαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει «να τες βρέχει» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από την Εφορευτικήν Επιτροπήν την αποβολήν ως «ανεπιδέκτου μαθήσεως» του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ’ εις τούτο εύρε την επιτροπήν αντιπράττουσαν.

«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν, την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ’ το πρωί ως το βράδυ; Και πού συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ ; Και είναι ικανή μια χήρα γυναίκα να τρέχει από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνει; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος : Για να έχει το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είναι συμμαζωμένα εκεί-δά, μες στο σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είναι ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακας και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είναι οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για τες αχλαδιές των, τες βερυκοκκιές των, τες συκιές και τ’ αμπέλια των. Η κάθεμιά πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλιότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχει μέρος για να ρίχνει το στρίγλικό της, τ’ αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, το χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή, το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε».  Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν ν’ αντείπει εις ταύτα, αλλ’ απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πενθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνιδίως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις προσοχήν! Τα παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ’ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι, όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες. Εφυλάττετο καλώς, μη εκφέρει ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα, ότι οι μικροί διάβολοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ήν ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια, να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον».

* * *

Τοιαύτα τινά παιδαγωγικά, και όχι καθ’ ολοκληρίαν αψυχολόγητα, εδίδασκεν ο πτωχός διδάσκαλος εις τους μικρούς μαθητάς του. Την ημέραν  εκείνην το πρωινόν μάθημα παρετάθη έως την δωδεκάτην ακριβώς. Οι παίδες ησθάνθησαν τον ζυγόν, και από της δεκάτης ώρας επείνων ήδη φοβερά, όσοι δεν είχαν προβλέψει το πρωί να κλέψωσι τεμάχιον άρτου από της πατρικής οικίας. Το πράγμα ήτο επικίνδυνον άλλως, διότι ο διδάσκαλος ήτο ικανός, όπως και άλλοτε, πριν συνάψει τον τόσον ατυχή αρραβώνα, έπραττε, να ψάξει εις τες τσέπες των μαθητών, και να ρίψει τα τεμάχια του άρτου εις τάς όρνιθας, τας βοσκούσας κατ’ αγέλας εις το προαύλιον.

Τέλος εσήμανε μεσημβρία. Ο πρωτόσχολος εσύριξε, και οι μαθηταί ανά δύο εκ των χειρών κρατούμενοι ήρχισαν να ψάλλωσι το :

Παύει πλέον η μελέτη κι ο καιρός της προσευχής …

Λεξιλόγιο

Ξουριασμένη είναι η βάρκα που το κύμα την έχει παρασύρει έξω από το λιμάνι (από το εξορίζω)

Βλατούδες είναι οι κατσαρίδες

Posted in Διηγήματα, Εκπαίδευση, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 129 Σχόλια »

Οδός Αφάντων (ένα αφήγημα του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου)

Posted by sarant στο 25 Ιουλίου, 2021

Μου έστειλαν προ καιρού το πρώτο τεύχος ενός νέου λογοτεχνικού περιοδικού, με τίτλο Αντίθετα Ρεύματα, με εκδότη τον Λεωνίδα Ιωαννίδη.

Το περιοδικό εκδίδεται στη Χαλκίδα, κάτι που το υπαινίσσεται και ο τίτλος του. Όπως αναφέρει ο εκδότης στο σημείωμά του: Σαλπάρουμε λοιπόν απ’ το λιμάνι μας -τη Χαλκίδα, και πλέουμε καταμεσής στα επικίνδυνα αντίθετα ρεύματα του Εύριπου, που πολλά βαπόρια έχουνε παρασύρει στα βράχια. Αλλά εμείς τα ξορκίσαμε. Βαφτίσαμε το καραβάκι «Αντίθετα Ρεύματα».

Το περιοδικό θα είναι τριμηνιαίο («περίπου», κατά το σημείωμα του εκδότη) οπότε ίσως αυτές τις μέρες να κυκλοφορήσει και δεύτερο τεύχος, αν και ομολογώ πως δεν βρήκα κάποια παρουσία του περιοδικού στον Ιστό για περισσότερες πληροφορίες.

Στο πρώτο τεύχος υπάρχουν αρκετές αξιόλογες συνεργασίες, όπως του Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη με τέσσερα ποιήματα και συνέντευξη -το ένα από τα ποιήματα το βρήκα να αναδημοσιεύεται εδώ.

Στο οπισθόφυλλο, δυο στροφές από το ποίημα «Φαντασία» του Γιάννη Σκαρίμπα.

Διάλεξα να παρουσιάσω ένα σύντομο αφήγημα του πολύ αγαπητού Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, επειδή μου αρέσουν τα πεζά με αναμνήσεις και τα πολεογραφικά κείμενα, και αυτό το αφήγημα συνδυάζει τα δυο αυτά στοιχεία. Αγαπώ βέβαια και τον Παπαδιαμάντη, όπως και τον Σκαρίμπα, οπότε το καλό τριτώνει διότι ο Τριανταφυλλόπουλος έχει εντάξει παπαδιαμαντικές και σκαριμπικές λέξεις στα κείμενά του γενικώς, και στο πεζό αυτό ειδικώς.

Κεντρικός δρόμος της Χαλκίδας είναι η οδός Αβάντων. Ο Τριανταφυλλόπουλος παίρνει αφορμή από το λάθος κάποιου (μη Χαλκιδαίου, βεβαίως) που την πληκτρολόγησε «Αφάντων» και θυμάται πώς ήταν στο παρελθόν ο δρόμος αυτός καθώς και πολλούς γνωστούς και φίλους του, που τον περπατούσαν, και που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Οπότε, μας λέει, τελικά δικαιολογείται η παρονομασία.

Όπως λέει ο εκδότης στο σημείωμά του, το περιοδικό δέχεται το σύστημα τονισμού που προτιμά ο κάθε συνεργάτης, κι έτσι το πεζογράφημα του Ν.Δ.Τ. τυπώθηκε σε πολυτονικό αλλά σχεδόν όλα τα άλλα κείμενα είναι στο μονοτονικό. Στο δικό μας ιστολόγιο γενικά προτιμάμε το μονοτονικό, αλλά εδώ μονοτόνισα το κείμενο και για τεχνικούς λόγους. Κατά τα άλλα, διατήρησα την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Στο τέλος του άρθρου, παραθέτω χάρτη της Χαλκίδας με σημειωμένη την οδό Αβάντων.

 

Oδός Αφάντων

Γελάσαμε στην αρχή η Λαμπρινή κι ελόγου μου με την παρανάγνωση Αφάντων αντί Αβάντων, ύστερα όμως σοβαρευτήκαμε. Πώς είχα την απαίτηση ο φοιτητής καν η φοιτήτρια που πληκτρο­λόγησαν το περί Σκαρίμπα παλαιό κείμενό μου να γνωρίζουν, εκεί στην Πάτρα, τους ομηρικούς Άβαντες της Χαλκίδας και την φερώνυμή τους οδό της πόλης;

Κατόπι χαμογέλασα αλλιώς: όσο και αν φαίνεται οξύμωρο, η παρανάγνωση ήταν σωστή. Τουλάχιστον για έμενα και ενδεχομένως για όσους κουβαλούν χρόνια περισσότερα από ογδόντα. Ναι, οδός Αφάντων προσώπων, κτισμάτων και καταστάσεων.

*

Στα σχολικά, τα φοιτητικά και τα ναυτικά μου χρόνια η Αβάντων ήταν η κεντρική αρτηρία -η λέξη να εννοηθεί ανατομικά- της πόλης. Για τους περισσότερους συμπολίτες εκείνου του καιρού «νυφοπάζαρο». Χαρακτηρισμός απολύτως αποδεκτός από τη νε­ολαία των μεγάλων τάξεων των τότε Εξαταξίων Γυμνασίων Αρρένων και Θηλέων, από τούς λογής λογής φοιτητές -εκείνοι των στρατιωτικών σχολών με τις στολές τους- από τούς νεόκοπους μόνιμους ή έφεδρους αξιωματικούς, τούς ποδοσφαιριστές και κάθε είδους αθλητές της στεριάς και της θαλάσσου. Πού ’ναι τους τώρα;

Για εμένα, απελπισμένον από τούς δίχως ανταπόκριση έρωτές μου, η Αβάντων ήταν το μεγάλο αντιφάρμακο, αληθινά «οδός ονείρων», που δεν ήταν άλλα από τα βιβλία και τα περιοδικά. Εκεί το βιβλιοπωλείο του Πανταζή όπου γνώρισα τον Ιούλιο Βερν και λίγο παραπέρα, σχεδόν απέναντι από το ιερό του Αγίου Νικολάου, το νεώτερο του Μόσχου. Η προθήκη του, που θα λήστευα δίχως τύ­ψεις αν ήμουν θαρραλέος, ιρίδιζε χάρη στα μαγικά εξώφυλλα των νεανικών εκδόσεων Αλικιώτη. Παρέκει το κατάστημα Σιαμέλα, πού δεν το στιμάριζα για τα καραμελοειδή του αλλά γιατί ήταν πρα­κτορείο Τύπου. Φλετούραγε η καρδιά μου όταν, ε-πι-τέ-λους, έφτανε το πολυπόθητο νέο τεύχος, πάντοτε με συναρπαστικό εξώφυλλο, των κατά δυστυχίαν άτακτων και βραχύβιων «Προσκοπικών Σελίδων». Ωστόσο για τους αναγνωστικούς μου έρωτες εκείνων των χρόνων έχω αλλού μιλήσει. Τώρα απομένει να πω ότι τα κτίσματα και όσοι στεγάζονταν εκεί, οι διαμεσολαβητές των ονείρων μας, έχουν έκλείψει «ωσεί χόρτος».

Είπα «τα κτίσματα». Στην Αβάντων, εκεί που διασταυρώνεται με τη Βώκου, ήταν το σπίτι της Φιγιέττας Πνευματικού, ιδεατής και ιδανικής ερωμένης του Σκαρίμπα, που απήλθε νέα, αφού του πήρε τον νου. Μυθολογείται πως η αρχόντισσα κυρά τον δέχτηκε μια φορά στο σπίτι -ναι, εκεί στην Αβάντων- και τον έκαμε να χάσει τη λαλιά του με ένα «καλημέρα σας, κύριε Σκαρίμπα» και εκείνος κατέβηκε τις σκάλες με τα γόνατα να τρέμουν, πανευτυχής και τρισδυστυχισμένος. Φευγάτος πια κι αυτός, φευγάτο και το σπίτι.

Στην Αβάντων η Alliance Française, όπου φοίτησα χρόνια και χρόνια δίχως να προκόψω, κι ας πήρα την πρώτη χρονιά από τα χέρια του φιλοπαπαδιαμαντικού Οκταβίου Μερλιέ το πρώτο βραβείο. Στεγαζόταν η A.F. σε κτίριο που ήταν δίπλα στο Γυμνάσιο Αρρένων. Απέναντι από την πόρτα του Γυμνασίου το ποδηλατά­δικο του Παρασκευά, όπου χώνονταν κρυφά οι τελειόφοιτοι για να φουμάρουν. Πάει το ποδηλατάδικο, ο καιρός έδιωξε την A.F., αφά­νισε τον χώρο του Β’ Γυμνασίου Αρρένων.

Ωστόσο κάποτε ο χρόνος αποφασίζει να παίξει. Κολλητή σχεδόν στο αρχοντικό της Φιγιέττας ήταν μια παράγκα, όπου στεγαζόταν ο μικροπωλητής Παπίγκης. Δυστυχής άνθρωπος. Η στέγη της παράγκας, από λαμαρίνα, δεχόταν βροχή τις πέτρες της αλαναρίας που συνοδεύονταν από τον έμμετρο εμπαιγμό:

Σιδεροκέφαλε Παπίγκη Καραγκιόζη.

Η παράγκα σώζεται! Ό παλιός της όμως ένοικος και οι βασανιστές του ταξιδέψαν ανεπίστροφα.

 

*    *

Κατηφορίζω συχνά την Αβάντων. Μια κατεβασιά διαφορετική από εκείνη της παράλληλης Νεοφύτου. Στη Νεοφύτου τραγουδώ εντός μου προσκοπικά τραγούδια – εκεί βρίσκονταν η Πρώτη και η Τρίτη ομάδα Προσκόπων. Όταν κατεβαίνω, τώρα, την Αβάντων, παίζω τύμπανο με τη γλώσσα και τα δόντια μου. Φτάνοντας στο σημείο του πάλαι ποτέ αρχοντικού της Φιγιέττας, κάμνω νοερά στροφή της κεφαλής δεξιά, για να τιμήσω όχι το ίνδαλμα του Σκαρίμπα, αλλά την οικογένεια του Καλλισθένη Μουστάκα, που η θελκτική κόρη του Ασπασία παντρεύτηκε τον γοητευτικότατο αρχιτυμπανιστή της πόλης Χρήστο Αστερίου. Έτσι, τυμπανίζοντας, κατέβαινε κι εκείνος την Αβάντων με το σχολείο, μπορεί και να την ανέβαινε με τη φιλαρμονική, και ξέροντας ότι η Ασπασία ήταν πίσω από την χαραμάδα των παντζουριών έκανε τα μαγικά του με τα τυμπανόξυλα. Έφυγαν με τα σύννεφα.

Εξακολουθώ να κατηφορίζω. Στη μέση περίπου της Αβάντων, δεξιά όπως την κατεβαίνουμε, ήταν μια μάντρα όπου έπαιζε Καραγκιόζη ο Μάνθος ο Ψηλέας. Το φόρτε του ήταν οι ηρωικές παραστάσεις και οι «αποθεώσεις». Πού πήγαν εκείνα τα παλληκάρια;

Απόμεινε τάχα κανένας που να θυμάται ότι μ’ ένα φύσημα του Μπαρμπαγιώργου όλη ή φρουρά του σαραγιού – κι ο αρχηγός της Πεπόνιας- στρώνονταν στο χώμα;

 

*    *  *

Ανεβοκατεβαίνω και τώρα την Αβάντων. Πού και πού με χαιρετάει κάποιος ή κάποιοι, παλαιοί μαθητές και μαθήτριές μου. Οι συμμαθητές μου στο Α’ Γυμνάσιο Αρρένων άμοροι όλοι τους. Χρό­νια έχω ν’ αντιπλωρίσω έστω και έναν. Από το Β’ Γυμνάσιο βλέπω τους κάπως μεγαλύτερούς μου Απόστολο Τούντα, έφεδρο σημαι­οφόρο του Βασιλικού Ναυτικού όπως κι ελόγου μου και τον Γιάννη Καλαμακίδη, δικηγόρο και κάποτε σπουδαίο παίχτη του Ολυμπια­κού Χαλκίδος. Ευγνώμονες μαθητές του πατέρα μου. Συναντώ συχνά τον Νίκο Καθαροσπόρη, καλόν στα νιάτα παίχτη της καλα­θοσφαίρισης -στο ίδιο θρανίο της Όγδοης Γυμνασίου- και τον Παναγιώτη Μάγειρα, ποδοσφαιριστή το πάλαι και τραγουδιστή. Οι άλλοι πού δρα-να-πέ-τε-ψαν;

Ναι, ναι, το πέτυχε όποιος ή όποια πληκτρολόγησε το κείμενό μου! Οδός Αφάντων…

 

 

Posted in Αναμνήσεις, Παπαδιαμάντης, Περιοδικά, Πεζογραφία, Πολεογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 95 Σχόλια »

Ο Παπαδιαμάντης (;) για τους Ολυμπιακούς αγώνες (μια συνεργασία του Σταύρου Παύλου)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2021

Αρχίζουν την Παρασκευή οι Ολυμπιακοί αγώνες του Τόκιο -ετεροχρονισμένοι, όπως και το πρόσφατο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, αφού το 2020 σημαδεύτηκε από τον κορονοϊό, σημάδι που μένει έτσι κι αλλιώς στη διοργάνωση, αφού οι αγώνες διεξάγονται χωρίς θεατές.

Με την ευκαιρία λοιπόν, ο φίλος μας ο Σταύρος έστειλε μια συνεργασία για ένα πρωτότυπο θέμα: τι έγραψε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης για τους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες των νεότερων χρόνων, το 1896 στην Αθήνα.

Το σημείωμα του Παπαδιαμάντη είναι σύντομο, αλλά ο Σταύρος αναπτύσσει και σχολιάζει το θέμα εκτενώς -ένα θέμα που κι άλλη φορά μας έχει απασχολήσει.

Θα σημειώσω ότι το σημείωμα του Παπαδιαμάντη δημοσιεύτηκε, με υπογραφή Πμ., στην Ακρόπολι στις 15 Απριλίου 1896, δηλαδή μετά τους αγώνες, οι οποίοι έγιναν από 25/3 έως 3/4/1896 με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε τότε στην Ελλάδα (δηλ. 6-15/4/1896 με το σημερινό). Γι’ αυτό μιλάει για «άρτι τελεσθέντες» αγώνες ο Παπαδιαμάντης στο τέλος.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ: Όπως εξηγείται στο σχόλιο 24, το κείμενο αυτό, αν και περιέχεται στα Άπαντα του Παπαδιαμάντη θεωρείται πλέον νόθο.

Περισσότερα δεν λέω, ο λόγος στον Παπαδιαμάντη και στον Σταύρο.

Ο Παπαδιαμάντης για τους Ολυμπιακούς Αγώνες

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, με την ευκαιρία των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων που έγιναν στην Αθήνα το 1896, είχε γράψει αμέσως μετά τους αγώνες ένα σύντομο κείμενο, στο οποίο επιχειρούσε να συνδέσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες της αρχαίας εποχής με τους σύγχρονους. Το κείμενο υπάρχει στον πέμπτο τόμο των Απάντων του Παπαδιαμάντη, στο κεφάλαιο Ζ’ Φιλολογικά. Το μεταφέρω εδώ μονοτονισμένο:

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΟΛΥΜΠΙΑΔΕΣ

Γνωστόν τοις πάσι τυγχάνει, ότι οι Ολυμπιακοί αγώνες, ή ακριβέστερον, ως έλεγον οι αρχαίοι, τα Ολύμπια, συνέστησαν μεν κατά παλαιοτάτους χρόνους, εξαφανιζομένους εις τα βάθη της μυθικής εποχής, αλλά κατέστησαν θεσμός και όρος ιστορικός τω 776 προ Χριστού, επί Κοροίβου, ότε ούτος ενίκησεν εν Ολυμπία σταδιοδρομών. Από του έτους εκείνου ηρίθμουν οι αρχαίοι κατ’ Ολυμπιάδας, τετραετές δήλον ότι χρονικόν διάστημα, διαιρούμενον εις τέσσαρα έτη, διότι κατά τετραετίαν ετελούντο οι αγώνες. Διήρκεσε δε ο θεσμός ούτος επί 1170 έτη, όσα διέρρευσαν από του 776 προ Χριστού μέχρι του έτους 394 μετά Χριστόν, ότε κατηργήθησαν τα Ολύμπια οριστικώς επί του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Θεοδοσίου του Μεγάλου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη 379 – 395 μετά Χριστόν.

Μέχρι της εποχής εκείνης συνεπληρώθησαν 293 Ολυμπιάδες. Περίεργον δε και όντως άξιον αναγραφής αποβαίνει, ότι εάν μη επήρχετο τότε διακοπή, εξηκολούθει δε η σειρά των τετραετιών, η τέλεσις των Ολυμπιακών Αγώνων συνέπιπτεν ακριβώς προς το έτος 1896 διότι το 776 π. Χρ. και 1896 μ. Χρ. αποτελούσιν αριθμόν ετών 2672, όστις διαιρείται ακριβώς διά τού 4. Η δέ τελεσθείσα εφέτος Ολυμπιάς, λαμβανομένης μεν υπ’ όψιν της διακοπής μετά την 293ην, έχει την σειράν της 294ης. Εάν όμως η αρίθμησις προβή άνευ της διακοπής, έχει σειράν 668ης από της πρώτης αρχής, ήτοι από του 776 π. Χρ.

Η σύμπτωσις αύτη έστω εις έτι πρόσθετος όρος εις την φαεινήν επιτυχίαν των άρτι τελεσθέντων αγώνων.

Ο Παπαδιαμάντης υποστηρίζει ότι το 1896 είναι Ολυμπιακή χρονιά και για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της αρχαιότητας, δηλαδή αν αυτοί συνεχίζονταν μέχρι τις μέρες μας, το 1896 θα ήταν χρονιά Ολυμπιακών Αγώνων, αφού θεωρεί ότι από το 776 π.Χ. μέχρι το 1896 μ.Χ. μεσολαβούν 2672 χρόνια ή ακριβώς 668 τετραετίες. Όμως, ο Παπαδιαμάντης έχει κάνει στον υπολογισμό του ένα πολύ συνηθισμένο λάθος. Προκειμένου να υπολογίσει την χρονική απόσταση ανάμεσα στο 776 π.Χ. και το 1896 μ.Χ. πρόσθεσε τους δύο αριθμούς 776 + 1896 = 2672 χρόνια. Αλλά είναι γνωστό ότι, όταν θέλουμε να υπολογίσουμε πόσα χρόνια μεσολαβούν ανάμεσα σε κάποιο έτος π.Χ. και σε κάποιο έτος μ.Χ., πρέπει από το άθροισμα των δύο αριθμών να αφαιρέσουμε 1, στην προκειμένη περίπτωση 776 + 1896 – 1 = 2671 χρόνια.

Αυτό συμβαίνει επειδή στο Ιστορικό Σύστημα Χρονολόγησης που χρησιμοποιούμε δεν υπάρχει έτος μηδέν. Σε αυτό το σύστημα οι ακέραιοι αριθμοί είναι τοποθετημένοι σε σημεία πάνω στην κλίμακα του χρόνου, όπως συμβαίνει με κάθε κλίμακα μέτρησης ενός μεγέθους, π.χ. θερμοκρασίας. Το 0 θεωρείται συμβατικά η χρονική στιγμή της γέννησης του Χριστού. Σε απόσταση ενός έτους μετά το 0 είναι η χρονική στιγμή 1, μετά ακόμα ένα έτος η χρονική στιγμή 2, κ.ο.κ. Αντίστοιχα, σε απόσταση ενός έτους πριν από το 0 είναι η χρονική στιγμή -1 κλπ.

Τα έτη αριθμούνται με τακτικά αριθμητικά ως προς την χρονική στιγμή 0. Π.χ., μεταξύ 0 και 1 είναι το έτος 1 μ.Χ., δηλαδή το πρώτο έτος μετά την χρονική στιγμή της γέννησης του Χριστού. Αντίστοιχα, μεταξύ 0 και -1 είναι το έτος 1 π.Χ., δηλαδή το πρώτο έτος πριν από την χρονική στιγμή της γέννησης του Χριστού. Το 1 μ.Χ. ακολουθεί μετά το 1 π.Χ. και επομένως απέχουν μεταξύ τους 1 έτος και όχι 1 + 1 = 2 έτη, όπως θα έδινε ο υπολογισμός του Παπαδιαμάντη. Αυτή η ασυνέπεια στον υπολογισμό αίρεται αν λάβουμε υπ’ όψη τις υποδιαιρέσεις των ετών. Για παράδειγμα, ας θεωρήσουμε την χρονική διαφορά ανάμεσα στις 10 Μαρτίου του 1 π.Χ. και στις 10 Μαρτίου του 1 μ.Χ. Προφανώς η απόσταση είναι ένα έτος. Χρησιμοποιώντας υποδιαιρέσεις των ετών για τον ακριβή αλγεβρικό υπολογισμό έχουμε ότι η πρώτη χρονική στιγμή είναι η -0,786 και δεύτερη η 0,214. Η διαφορά τους είναι 0,214 – (-0,786) = 1. Γιατί όμως προκύπτει το σφάλμα στον υπολογισμό αν χειριστούμε τα έτη σαν ακέραιες ποσότητες; Υπεύθυνος είναι ο τρόπος που κάνουμε την στρογγυλοποίηση. Το λογικό είναι η στρογγυλοποίηση να γίνεται στον πλησιέστερο ακέραιο. Στο παραπάνω παράδειγμα η πρώτη τιμή πρέπει να στρογγυλοποιηθεί στο -1 και η δεύτερη στο 0, οπότε θα προκύψει το σωστό αποτέλεσμα. Στην πράξη όμως η στρογγυλοποίηση γίνεται στο -1 και στο 1.

Στην αστρονομία, στην οποία δουλεύουν με μεγάλες χρονικές κλίμακες, δεν ενδιαφέρονται για τις υποδιαιρέσεις των ετών. Έτσι, προκειμένου να μπορούν να κάνουν απλούς αριθμητικούς υπολογισμούς με τις χρονολογίες και να αποφεύγουν τέτοια λάθη, έχουν ορίσει το Αστρονομικό Σύστημα Χρονολόγησης, στο οποίο έχει προστεθεί έτος 0, οπότε οι ακέραιοι αριθμοί αριθμούν έτη και όχι χρονικές στιγμές. Συγκεκριμένα το 1 π.Χ. ορίζεται ως έτος 0, το 2 π.Χ. ως έτος -1, κ.ο.κ. Παρόμοια είναι και η αρίθμηση ISO 8601.

Για τις Ολυμπιακές χρονιές είναι απλό να δούμε ότι μετά το 4 π.Χ. ακολουθεί το 1 μ.Χ. και βέβαια απέχουν μεταξύ τους μια τετραετία και όχι 4 + 1 = 5 χρόνια. Φυσικά, όλες οι μ.Χ. Ολυμπιάδες έγιναν σε χρονιές που είναι περιττοί αριθμοί και επομένως το 1896 δεν θα μπορούσε να είναι Ολυμπιακή χρονιά για τους αγώνες της αρχαιότητας. Όμως κατά σύμπτωση αυτό ισχύει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που
διεξάγονται φέτος με την μετάθεσή τους κατά ένα έτος λόγω της πανδημίας.

Όμως, δεν μπορεί κανείς να είναι αυστηρός με τον Παπαδιαμάντη για ένα τέτοιο λάθος. Είναι ένα λάθος πολύ κοινό. Δεν είναι εύκολο να το προσέξει κανείς αν δεν του υποδειχτεί, ιδίως στα χρόνια του Παπαδιαμάντη. Κι αυτό επειδή φαίνεται σχεδόν προφανές ότι, για να υπολογίσει κανείς την χρονική απόσταση μεταξύ μιας χρονολογίας π.Χ. και μιας μ.Χ., αρκεί η πρόσθεση των π.Χ. και των μ.Χ. ετών. Ακόμα κι όταν υποδειχτεί σε κάποιον που δεν το ξέρει ή δεν το έχει σκεφτεί, χρειάζεται κάποιο χρόνο για να το κατανοήσει.

Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις επετείων που, εξαιτίας αυτού του λάθους, εορτάστηκαν έναν χρόνο νωρίτερα. Το 1985 είχαν εορταστεί τα 2300 χρόνια από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης (315 π.Χ.). Το 2010 έγιναν διάφορες εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 2500 χρόνων από την μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) μεταξύ των οποίων διεθνές συμπόσιο στους Δελφούς, ενώ και η διεξαγωγή του κλασικού Μαραθωνίου της Αθήνας αποτέλεσε μέρος των εκδηλώσεων αυτών. Το 2016 είχε ανακηρυχτεί Επετειακό Έτος Αριστοτέλη για την συμπλήρωση 2400 χρόνων από την γέννησή του (384 π.Χ.). Τέλος, πέρυσι επρόκειτο να εορταστεί η συμπλήρωση 2500 ετών από την μάχη των Θερμοπυλών και από την ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), αλλά λόγω της πανδημίας δεν πραγματοποιήθηκαν οι εκδηλώσεις που είχαν προγραμματιστεί.

Όλες αυτές οι επέτειοι θα έπρεπε να είναι ένα χρόνο αργότερα. Βέβαια, η διαφορά ενός έτους στον εορτασμό της επετείου ενός γεγονότος που συνέβη τόσο πίσω στον χρόνο έχει ελάχιστη σημασία. Αν και έχει επισημανθεί σε κάποιες περιπτώσεις ποιο είναι το σωστό επετειακό έτος, ίσως και να είναι προτιμότερο να αγνοείται το λάθος, ώστε να μη προκαλείται σύγχυση σε όσους δεν γνωρίζουν τις λεπτομέρειες του υπολογισμού, που είναι και οι περισσότεροι (άλλωστε έτσι ο εορτασμός των 2300 ετών της Θεσσαλονίκης συνέπεσε με την κατάκτηση του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου από τον ΠΑΟΚ 🙂). Στον υπολογισμό όμως των Ολυμπιακών ετών το λάθος δεν μπορεί να αγνοηθεί αφού πρέπει να διατηρηθεί η απόσταση της τετραετίας μεταξύ τους.

Ο Παπαδιαμάντης δίνει για χρονολογία κατάργησης των Ολυμπιακών Αγώνων της αρχαιότητας το 394 μ.Χ., ενώ η Wikipedia δίνει ως έτος τέλεσης των τελευταίων Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ.Χ. Οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν οι 293οι, όπως σωστά σημειώνει ο Παπαδιαμάντης, αφού από την πρώτη Ολυμπιάδα το 776 π.Χ. μέχρι το 393 μ.Χ. μεσολαβούν (776+393-1)/4 = 292 τετραετίες. Όμως, για την Ολυμπιάδα του 1896 σημειώνει ότι θα ήταν η 668η, ενώ κατά τον υπολογισμό του απέχει από την πρώτη 2672 χρόνια = 668 τετραετίες και επομένως θα έπρεπε να είναι η 669η.

Ανεξάρτητα πάντως από αυτά τα μικρολάθη, είναι αξιοσημείωτη η παρατηρητικότητα του Παπαδιαμάντη πάνω σε ένα μάλλον ασυνήθιστο γι’ αυτόν θέμα.

Posted in Ημερολογιακά, Παπαδιαμάντης, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 125 Σχόλια »

Αυτοί που τρώνε ψωμί μαζί

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2021

Με ρώτησε μια φίλη αν είναι αλήθεια ότι η λέξη κομπανία προέρχεται από τη λατινική λέξη για το ψωμί. Η σύντομη απάντηση στην ερώτησή της είναι «ναι». Η φλύαρη απάντηση είναι αυτό το άρθρο, αν και βέβαια πολλά από αυτά που θα πούμε σήμερα τα έχουμε ξαναπεί το μακρινό 2013, μόνο που τώρα θα τα δούμε από άλλη οπτική γωνία, ενώ θα προσθέσουμε κι άλλα.

Κομπανία, στα σημερινά ελληνικά είναι καταρχάς η παρέα, η συντροφιά των φίλων, η ομήγυρη. Λέγεται ιδίως για μια παρέα με μόνιμη σύνθεση, ενώ συχνά το βλέπουμε να χρησιμοποιείται και ειρωνικά, με μειωτική απόχρωση, π.χ. ήρθε πάλι ο Γιάννης, η Μαρία και η γνωστή κομπανία.

Επίσης κομπανία είναι άλλη μια ονομασία για το μουσικό συγκρότημα -όμως λέγεται σχεδόν αποκλειστικά για μπάντες λαϊκής ή παραδοσιακής μουσικής. Μετά τη μεταπολίτευση ήταν η χρυσή εποχή για τις κομπανίες και μάλιστα τις επώνυμες, όταν εμφανίστηκαν πρώτα η Ρεμπέτικη Κομπανία, νομίζω, και μετά η Οπισθοδρομική Κομπανία και η Αθηναϊκή Κομπανία -για όσους τις θυμούνται.

Τέλος, μια σημασία παρωχημένη: κομπανία είναι επίσης η εταιρεία, ιδίως η ξένη. Μου λένε ότι στη γλωσσική ποικιλία των Ελλήνων της Αμερικής η χρήση αυτή είναι πάντα ζωντανή, ας επιβεβαιώσει ή ας διαψεύσει όποιος διαβάζει από εκείνα τα μέρη.

Η ελληνική λέξη είναι δάνειο από το ιταλικό compagnia, ενώ πολύ κοντά είναι το γαλλικό compagnie, ή το αγγλικό company. Όλες αυτές οι λέξεις ανάγονται στο υστερολατινικό companio, από το con (αντίστοιχο με το δικό μας «συν») και το panis = ψωμί. Ο companio ήταν λοιπόν αυτός μαζί με τον οποίο τρως ψωμί, ο συνάδελφος στο στρατό, ο κοντινός άνθρωπος.

Στη συνέχεια, στις νεότερες γλώσσες, η σημασιακή εξέλιξη ξεκίνησε από την ομήγυρη, τη συνάθροιση ανθρώπων, και σταδιακά άρχισαν να εμφανίζονται κι άλλες σημασίες. Για παράδειγμα, στα αγγλικά company δεν είναι μόνο η παρέα, η συντροφιά και η συναναστροφή, αλλά και η εταιρεία, ο θίασος, το πλήρωμα πλοίου και ο λόχος στον στρατό.

Ολοφάνερη είναι η αντιστοιχία με το ελληνικό «σύντροφος», μόνο που ο companio προσδιορίζει ακριβέστερα την τροφή: ψωμί, αν και βέβαια θα είχαν και κάποιο προσφάι να το νοστιμεύουν, έστω κι ελιές ή κρεμμύδι ή κανένα παστό ψάρι (ψάρι, το κατεξοχήν όψον).

Εξάλλου, «συντροφία» είναι ένας από τους όρους που χρησιμοποιήθηκαν παλιότερα για εμπορικές εταιρείες, και η συντομομορφή «σία» στον τίτλο μιας επιχείρησης (π.χ. Γεωργόπουλος και σία) στο «συντροφία» αντιστοιχεί, όπως και το γαλλ. Cie αντιστοιχεί στο compagnie.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , | 141 Σχόλια »

Το σπρεσόμπρικο (διήγημα του Αλεξαντρή Παπαδοδιαμαντάκη)

Posted by sarant στο 30 Απριλίου, 2021

Το φετινό Πάσχα το ιστολόγιο δεν τήρησε τις παραδόσεις -δεν βάλαμε κανένα λεξιλογικό/φρασεολογικό άρθρο σχετικό με την περίσταση. Όμως θα σας αποζημιώσω με ένα σπάνιο διήγημα, που το ανακάλυψε πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Πέπε σε ένα παλιό σεντούκι, στο σπίτι που νοίκιαζε στην Κρήτη.

Επειδή είναι γραμμένο μεν σε καθαρεύουσα αλλά και περιέχει στους διαλόγους πολλές ιδιωματικές λέξεις, στο τέλος υπάρχει γλωσσάρι, πάλι με φροντίδα του Πέπε, ο οποίος επίσης συμπλήρωσε ορισμένα σημεία όπου το χειρόγραφο ήταν φθαρμένο από την πολυκαιρία και την υγρασία.

Για τον συγγραφέα ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Εικάζεται ότι πρόκειται για ψευδώνυμο φανατικού λάτρη του Παπαδιαμάντη, φυσικά Κρητικού. Ίσως με τα σχόλιά σας βοηθήσετε να μάθουμε περισσότερα.

Ἀλεξαντρὴς Παπαδοδιαμαντάκης

ΤΟ ΣΠΡΕΣΟΜΠΡΙΚΟ

—Ὀφέτος, γρά, παράδες τὸ χάρισμα, μὰ καλά ντως εἶναι. Κι ὅσο γιὰ τσὶ καφέδες, νὰ πίνομε θέλει φραπέδες ἀποὺ τσί ‘χαμε και στὸ χωριό μας.

—Ἐδὰ* στὰ γεροντάματα, μάθε γέρο γράμματα, ἔσειε θυμοσόφως τὴν κεφαλὴν ἡ θειὰ τὸ Ἀριανθώ.

Ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἐνιαυτοῦ, ἀφοῦ δῆλα δὴ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ διαβόητος πανδημία τοῦ ἔτους 202…, ἡ μαστίζουσα ὄχι μόνον τὴν Χώραν καὶ τὴν νῆσον ἅπασαν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπάνω Ἑλλάδα καὶ —καθὼς ἔλεγαν— σύμπασαν ἐν γένει τὴν ὑφήλιον, καὶ ἐκλείσθησαν ὅλοι προληπτικῶς εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ ἠρημώθησαν οἱ στράτες, καὶ ἀγριόχοιροι καὶ ἔλαφοι καὶ δελφῖνες καὶ παντοῖα ἄλλα θηρία ἐσεργάνιζαν ἀνενόχλητα εἰς τῆς πόλεως τὸ κέντρον, καὶ ἐκατέβασαν οἱ καταστηματάρχαι τὰ κεπέγκια, καὶ μόναι αἱ ἐκκλησίαι παρέμενον ἀσφαλεῖς καὶ ἀπυρόβλητοι, ἀλλὰ καὶ πιὸ στερνά, ἀνειμένων ἤδη ὁπωσοῦν τῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέηκ ἀγοαίη καὶ τοῦ κλὶκ ἰνσάιδ, οὐδεμίαν εἶχεν ἐπιχειρήσει ἐμπορικὴν συναλλαγὴν ὁ μπάρμπα Νικολῆς, εἰ μὴ μόνον ἅπαξ τὴν ἀγορὰν καινούργιου λουρακίου διὰ τὸ ῥωλόγι του τῆς χειρός, ἀπορρακωθέντος ἤδη πρὸ καιροῦ τοῦ παλαιοῦ καὶ εἰς κλωστὰς καταστάντος. Τὸ ποσὸν ἦτο εὐκαταφρόνητον, δέκα εὐρουλάκια ἐν ὅλῳ ἢ δεκαπέντε, ὅσα καὶ τὰ τετραγωνικὰ τοῦ συνοικιακοῦ καταστήματος ὅπου τὸ ἐψώνισεν· καὶ πάλιν ὁ ἔμπορος ἀρχικῶς ἠξίου νὰ τοῦ δείξῃ ὁ γέρων μουστερὴς τὸν ἐσεμέν, ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, νὰ τὸν ἀποστείλει παραχρῆμα· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ γέροντος, καὶ ἀφοῦ, περιστρέψας τὸ βλέμμα πρῶτον εἰς τὴν πλατεῖαν τὴν σφύζουσαν ἀπὸ μασκοφόρους, ὕστερον εἰς τὸ σκοτεινὸν καὶ φτωχικὸν καὶ ἔρημον ἐσωτερικὸν τοῦ μαγαζιοῦ του, ἐννόησεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ μάταιον καὶ τὸ γελοῖον τοῦ πράγματος, ἔστερξεν ἐπὶ τέλους νὰ δεχθῇ τὸν ἀνεσέμεστον μουστερήν, ὑποτονθορίζων «ἡ γι-ἐμισή ντροπὴ δικιά σου κι ἡ γι-ἐμισὴ δικιά μου».

Ἀλλ’ εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς νἀ μυηθῇ πλέον ἑκὼν ἄκων ὁ ἀφιλεσέμεστος μπάρμπα Νικολῆς εἰς τὰς καινοφανεῖς μεθόδους τῶν ἐσεμεστῶν ἀγορῶν. Ἐπλησίαζαν τὰ Λαμπρόσκολα, καὶ ἤδη ἀπό τινων ἑβδομάδων ἐμελέτα εἰς τὸν νοῦ του τίνι τρόπῳ θὰ κατώρθωνε νὰ πάρῃ τὰ ὀφειλόμενα πασκαλινὰ χαρίσματα εἰς τὰ δύο φιλιοτσάκια του. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πιστὸς εἴς τι ἔθιμον τὸ ὁποῖον ἄδηλον ἦτο ἂν ὄντως ὑφίστατο παλαιόθεν ἢ τὸ ἐφαντάσθη ἀπατός του, συνώδευε καὶ τὶς δύο λαμπριάτικες λαμπάδες στερεοτύπως μὲ ζεῦγος ὑποδημάτων, φροντίζων ἄλλοτε ἐγκαίρως καὶ ἄλλοτε παρακαίρως νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῶν δύο συντέκνων εἰς ποῖον ἑκάστοτε νούμερον εἶχον αἰσίως ἀνέλθει τῶν βαπτιστηριῶν του τὰ ποδάρια. Μόνον τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχεν ἀρχίσει νὰ βάζῃ ὀλίγον νερὸ ‘ς τὸ κρασί του, ἀντικαθιστῶν τὰ ὑποδήματα ἄλλοτε μὲ ροῦχα, ἐνίοτε δὲ μὲ βιβλία, μηδέποτε τολμήσας νὰ ἀνοιχθῇ εἰς τολμηροτέρας ἐπιλογάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κρήτη, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 193 Σχόλια »

Βάζουν ακόμα μαναφούκια;

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2021

Στο προχτεσινό μας άρθρο είχαμε δει δυο γράμματα κλεφταρματολών προς τις αρχές της Λευκάδας. Σε ένα από αυτά, ο Γιάννης Παραβόλας γράφει: «σας περικαλώ να μην ακούετε τα μονοφίκικα ψέματα». Ο Σπ. Ασδραχάς που εξέδωσε την επιστολή διορθώνει σε «μονοφιλίκικα», λέξη που την εξηγεί ότι σημαίνει «μεροληπτικά».

Είχα γράψει ότι κατά τη γνώμη μου η διόρθωση είναι λάθος. Λέξη «μονοφιλίκικα» δεν νομίζω να υπάρχει. Όμως τύπος «μονοφίκικα» μπορεί να υπάρχει. Θα πρόκειται για παράλληλο τύπο του «μαναφούκικα» δηλ. συκοφαντικά. Μαναφούκι (από τουρκ. münafik) είναι η συκοφαντία, η διαβολή. Συνήθως στον πληθυντικό, «βάζω μαναφούκια» θα πει συκοφαντώ, διαβάλλω κάποιον.

Αυτά είχα γράψει προχτές. Μια φίλη του ιστολογίου μού έστειλε χτες μέιλ όπου μου λέει ότι τη λέξη μαναφούκια την έλεγε η γιαγιά της και μου ζητάει περισσότερες λεπτομέρειες διότι, όπως λέει, στο slang.gr δίνεται όχι τουρκική αλλά λατινική ετυμολογία. Της έγραψα μερικά πράγματα αλλά ύστερα σκέφτηκα, στο πνεύμα εξοικονόμησης πόρων που πρέπει να μας διακρίνει αυτή τη δύσκολη για την οικονομία μας περίοδο, να αναβαθμίσω την απάντηση προς τη φίλη μας σε άρθρο (ή έστω σε αρθράκι) ελπίζοντας οτι δεν θα το βρείτε (πολύ) βαρετό.

Λοιπόν, μαναφούκια είναι οι ραδιουργίες, οι συκοφαντίες, οι διαβολές. Η λέξη αυτή, που κανένα γενικό λεξικό δεν την έχει καταγράψει, συνηθως εμφανίζεται στον πληθυντικό και πολύ συχνά συντάσσεται με το ρήμα «βάζω». Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Τη λέξη την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται» αλλά εδώ θα πω περισσότερα.

Το slang.gr καταγράφει τη λέξη αλλά την ετυμολογεί ευφάνταστα: από το λατινικό focus και manus, δηλαδή τη φωτιά που ανάβει με τα χέρια, με προσάναμμα, κατά λάθος εξεπίτηδες, από κάποιο καλόπαιδο, στο μυαλό του οποίου το αποτέλεσμα της ενέργειας επιφέρει ρίγη συγκινήσεων, είτε λόγω του αναμενόμενου οφέλους, είτε απλώς για πλάκα.

Ωραίο σαν ιστορία αλλά δεν ισχύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 93 Σχόλια »

Στο Χριστό στο κάστρο (χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2020

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε την παράδοση με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ο λόγος που δεν το είχα δημοσιεύσει ως τώρα είναι το μέγεθός του, αλλά φέτος που ο γιορτασμός γίνεται με περιορισμούς ίσως περισσεύει χρόνος για ανάγνωση. Εννοώ το διήγημα Στο Χριστό στο Κάστρο, που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1891 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία της α’ εξαμηνίας του 1892 (το οποίο υποθέτω πως θα κυκλοφορούσε ήδη τις τελευταίες μέρες του 1891).

Θυμίζω ότι «το Κάστρο» είναι η παλιά ερειπωμένη χώρα της Σκιάθου, στην οποία αναφερθήκαμε πρόσφατα με την ευκαιρία του διηγήματος «Τα κρούσματα«.

Στο διήγημα αυτό έχουμε αναφερθεί κάποιες φορές με αφορμή τις παρανοήσεις της εκκλησιαστικής γλώσσας από τον ψάλτη, τον κυρ Αλεξανδρή, και τα πειράγματα του παπά Φραγκούλη.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.net, δηλαδή από τον δεύτερο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο τελος εξηγώ κάποιες λέξεις.

(Μια έκτακτη είδηση για τους σκακιστες: Σήμερα, από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, από τον Ρ/Σ/ «105,5 Στο Κόκκινο», έκτακτη σκακιστική εκπομπή με προσκεκλημένο τον Χρήστο Κόκκορη, τρεις φορές πρωταθλητή Ελλάδας, ο οποίος θα αναφερθεί στις αναμετρήσεις με τους μεγάλους μετρ εκείνης της εποχής, ανάμεσά τους και τον Σοβιετικό παγκόσμιο πρωταθλητή Μποτβίνικ και θα μιλήσει για την τιμωρία του με ισόβιο αποκλεισμό από τη Χούντα).

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

― Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾽ στὸ Κάστρο, τ᾽μ πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο· τ᾽ ἀκούσατε;

Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων κ᾽ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186… Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δύο ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πίῃ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κ᾽ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντοῦτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.

― Τ᾽ ἀκούσαμε κ᾽ ἡμεῖς, παπά, ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος· ἔτσ᾽ εἴπανε.

― Τί, εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. Οἱ βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν᾽ ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ πατήσῃ. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!

― Μυαλὸ δὲν ἔχουν, αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ*, εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. Τώρα οἱ ἀθρῶποι γινῆκαν ἀπόκοτοι.

― Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾽μπάνια μαζί τς; εἶπεν ἡ παπαδιά.

― Ποιὸς τοὺ ξέρ᾽; εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ.

― Θὰ εἴχανε, θὰ εἴχανε κουμπάνια*, ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀλλιῶς δὲ γένεται. Πήγανε μὲ τὰ ζεμπίλια τους γεμᾶτα. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν, καὶ θηλειὲς σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιὰ νὰ τ᾽ ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα.

― Τώρα Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾽ στὸ Στοιβωτὸ τάχα; εἶπε μετ᾽ οἴκτου ἡ παπαδιά.

― Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια; ἐψιθύρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.

Ἦτον ἕως πενηνταπέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπόλιος*, ὑψηλός, ἀκμαῖος καὶ μὲ ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κ᾽ ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δὲ τολμηρὸς καὶ ἀκάματος.

― Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε; εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀπ᾽ τὴ στεριὰ ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἔρριξε, ἔρριξε χιόνι κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅις Θανάσης ἔγιν᾽ ἕνα μὲ τὰ Καμπιά. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη.

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τέσσαρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

― Κι ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;

― Ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ*. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσῃς ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾽ Ἀσπρόνησο!

― Ἀπὸ Σοφρὰν τὸ ξέρω, Πανάγο, μὰ ἀπὸ Σταβέτ;

Ὁ ἱερεὺς ἐπρόφερεν οὕτω τοὺς ὅρους Sopra vento καὶ Sotto vento, ἤτοι τὸ ὑπερήνεμον καὶ ὑπήνεμον, ἐννοῶν εἰδικώτερον τὸ βορειανατολικὸν καὶ τὸ μεσημβρινοδυτικόν.

― Ἀπὸ Σταβέτ, παπὰ… μὰ εἶναι φόβος μήν τονε γυρίσῃ στὸ μαΐστρο.

― Μὰ… τότε πρέπει νὰ πέσουμε νὰ πεθάνουμε, εἶπεν ὡς ἐν συμπεράσματι ὁ ἱερεύς. Δὲν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο.

―Ἔ! παπά μ᾽, ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασμό τ᾽. Δὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά, κατάλαβες, γιὰ νὰ γλυτώσ᾽ ἐσένα.

Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστέναξεν, ὡς νὰ ᾤκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

― Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω; ἐπανέλαβεν, ὡς διὰ ν᾽ ἀναπαύσῃ τὴν συνείδησίν του ὁ μαραγκός. Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμιὰ σπηλιά, τσακμάκι θά ᾽χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ᾽χε κ᾽ ἐμὲ ἡ Πανάγαινα ἀπόψε στὴν παραστιά μου τὴ φωτιὰ ποὺ θέν᾽ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μιὰ βδομάδα, πάντα* θὰ εἴχανε κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμώνας.

― Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήσῃ τὸ Χριστό, στὸ Κάστρο, ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς, θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσι ποὺ ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμώνας, δὲν πήγαμε… Φέτος ποὺ εἶναι βαρὺς…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 116 Σχόλια »

Τα κρούσματα (διήγημα)

Posted by sarant στο 6 Δεκεμβρίου, 2020

Κάνω μια ζαβολιά στο σημερινό λογοτεχνικό μας άρθρο. Δεν αναφέρω το όνομα του συγγραφέα, κι αυτό βέβαια σκόπιμα: για να δείτε τίτλο «Τα κρούσματα» και να σκεφτείτε ότι πρόκειται για φρέσκο διήγημα, γραμμένο μέσα στην πανδημία -που μιλάει για ασυμπτωτικά κρούσματα, για τεστ, για το δίλημμα ενός θρησκευτικού ή πολιτικού ηγέτη που κάποιος στενός συνεργάτης του βρέθηκε θετικός… αλλά όχι.

Θα υπάρχουν διηγήματα γραμμένα μέσα στην πανδημία και για την πανδημία, κι αν ξέρετε κανένα καλό να μου το συστήσετε να το βάλω καμιά Κυριακή, αλλά το σημερινό, παρά τον τίτλο του, δεν έχει σχέση με τον κορονιό ούτε με άλλον ιό ή άλλην πανδημία. Κι η λέξη, άλλωστε, του τίτλου έχει άλλη σημασία -αν και τα τότε κρούσματα επίσης φόβο προκαλούσαν.

Το διήγημα είναι του Παπαδιαμάντη, και «Τα κρούσματα» είναι τα φαντάσματα ή τα στοιχειά, όπως τα λέγανε στη Σκιάθο. Και το διήγημα είναι σκιαθίτικο. Περιγράφει μια διανυκτέρευση στο «χωριό», το Κάστρο, τον παλιό και ερειπωμένο πια οχυρωμένο οικισμό όπου κατοικούσαν τα παλιά χρόνια οι Σκιαθίτες (για τον φόβο των πειρατών) πριν τον εγκαταλείψουν για την παραθαλάσσια σημερινή πόλη. Στο έργο του ο Παπαδιαμάντης συχνά αναφέρεται στο Κάστρο. Ο ίδιος δεν το πρόλαβε ζωντανό, αφού οι Σκιαθίτες το εγκατέλειψαν το 1829, όμως το πρόλαβαν οι Σκιαθίτες της προηγούμενης απ’ αυτόν γενιάς. Αυτό θα το δούμε και στο σημερινό διήγημα.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1903 στο περιοδικό Παναθήναια. Το κείμενο το πήρα απο τον ιστότοπο papadiamantis.net και το μεταφέρω αυτούσιο, χωρίς μονοτονισμό ή άλλες επεμβασεις. Εξηγώ κάποιες λαϊκές λέξεις με αστερίσκο, όχι όμως τις καθαρευουσιάνικες που είναι πολλές στην αρχή. Αξίζει να μην αποθαρρυνθεί κανείς από την κακοτράχαλη αρχαΐζουσα αρχή -μόλις γίνει λόγος για ζωντανούς ανθρώπους γλυκαίνει το ύφος και γίνεται πιο προσιτή η γλώσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 173 Σχόλια »

Η θερινή ραστώνη

Posted by sarant στο 7 Αυγούστου, 2020

Στην καρδιά του καλοκαιριού βρισκόμαστε, ταιριάζει να ασχοληθούμε με μια λέξη καλοκαιρινή, αφού η «θερινή ραστώνη» ή η «καλοκαιρινή ραστώνη» είναι ένα από τα δημοσιογραφικά κλισέ που εύκολα χρησιμοποιεί όποιος θέλει να χαρακτηρίσει την πλήρη αδράνεια, τη χαλαρότητα που επικρατεί το καλοκαίρι και ειδικότερα τον Αύγουστο.

Η αίσθησή μου είναι πως η λέξη χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια περισσότερο, ακριβώς επειδή έχει γίνει κλισέ, εύκολη λύση. Για να κοροϊδέψω αυτή την κατάχρηση, στο ιστολόγιο πότε πότε λέω για «το ραστόνι». Είχα γράψει, ας πούμε, μια φορά τις χριστουγεννιάτικες μέρες: σήμερα η πιατέλα δεν θα είναι ξέχειλη, δεν έχουμε μαζέψει πολλά ευρήματα: ούτε εγώ βρήκα πολλά, ούτε εσείς μού στείλατε -το ραστόνι που λέγαμε, η εορταστική ραστώνη του κλισέ δηλαδή (παλιά τη λέγαμε μουργέλα και δεν ήταν τόσο γκλάμορους).

Διότι ραστώνη, δηλαδή χαλάρωση, ραθυμία, τεμπελιά, υπάρχει και στις γιορτές, όχι μόνο το καλοκαίρι.

Η ραστώνη είναι μάλλον λόγια λέξη· ανήκει, ας πούμε, στο ψαγμένο λεξιλόγιο -που ο κ. Μπαμπινιώτης το λέει «απαιτητικό», ή τουλάχιστον εκεί ανήκε πριν γίνει κλισέ. Όταν το 2003 στις Πανελλήνιες εξετάσεις έπεσε ένα κείμενο του Βασ. Θερμού, που έκανε λόγο για «τη ραστώνη της συνεχούς εναλλαγης καναλιών, του ζάπινγκ», η επιτροπή των εξετάσεων έδωσε εκ των υστέρων διευκρίνιση για τη σημασία της λέξης -μια όχι πολύ διαφημισμένη περίπτωση «αρωγής και ευδοκίμησης». Ραστώνη, αυτή η άγνωστη λέξη, έγραψε μια εφημερίδα. Θα έλεγα πως σήμερα δεν είναι πλέον άγνωστη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Καλοκαιρινά, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , | 168 Σχόλια »

Κοκκώνα θάλασσα (διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2020

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα τηρήσουμε το έθιμο, αλλά με κάποια τροποποίηση. Αφού το φετινό Πάσχα είναι κάπως ιδιαίτερο, διάλεξα ένα παπαδιαμαντικό διήγημα που είναι τυπικά μόνο πασχαλινό. Δηλαδή, ενώ εκτυλίσσεται τις μέρες του Πάσχα περιγράφει άλλου είδους βάσανα, ναυτικά -δεν είναι σαν τον Αλιβάνιστο ή τον Λαμπριατικο ψάλτη, δηλαδή. Πάντως, ένας άλλος υπότιτλος του διηγήματος είναι «Το Πάσχα του καπετάνιου» οπότε πασχαλινό χρώμα υπάρχει.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας». Το Ταϊγάνι, που αναφέρεται στο διήγημα, είναι το σημερινό Ταγκανρόγκ, ρωσική πόλη στη Μαύρη Θάλασσα όπου υπήρχε μεγάλη ελληνική εμπορική παροικία -και η γενετειρα του Αντόν Τσέχοφ, θα γράψουμε κάποτε.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη και μακάρι του χρόνου να μας βρει όλους με τους αγαπημένους μας!

ΚΟΚΚΩΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

ή ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ

-Μάινα κόντρα-φλόκο! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο! Μάινα όξου-φλόκο! Μπρούλια ράντα! μπρούλια μαΐστρα! μπρούλια τρίγκο.

Τις θα το επίστευεν, ότι από ένα μικρόν αμυδρόν μαυράδι έμελλε να εξέλθη τόση τρικυμία; Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!

Ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη, άπειρος κανδήλα, ολίγω πρότερον. Η θάλασσα εκουφόβραζε, ως γιγαντιαία χύτρα επάνω εις σιγανήν φωτιάν. Πέραν εκεί, εις την άκρην όπου έφθανε το όμμα, ήσαν τα «θεμέλια» του ορίζοντος. Εκεί ήσαν μερικά «καθίσματα». Εκεί είχε φανεί κάτι θολόν και μαύρον. Ητον εκείνο το ρύγχος της τρικυμίας. Ο καπετάν Τζώνης το είδε, το διέκρινε, και την ανεγνώρισεν. Ολίγα λεπτά παρήλθον, και η τρικυμία ενεφανίσθη πάνοπλος, με όλους τους βρόντους και τας ηχούς της, με όλα τα ρίγη και τας φρικιάσεις των ανθρώπων και των κυμάτων.

-Μάινα γάμπιες! μάινα μέσα-φλόκο! αλέστα!… Τίρα μόλα!… Στα πόστα σας!

Από την κανδήλαν την αχανή εκείνην κατήλθεν η βοή, ο ροίβδος της λαίλαπος, και από το κουφόβρασμα το ύπουλον ανέβη ο ρόχθος της θαλάσσης, ζευχθέντα εις φοβερόν υμέναιον, προσοχθούντα επί της ελεεινής σανίδος, ήτον ως βέλασμα οιονεί από χιλιάδας και μυριάδας ερίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων, τα έσπρωχνε και τα ήλαυνεν εμπρός, κατά τους βράχους πάντοτε και τας εσχατιάς· ζητούντα να εύρουν τέρμα και τέρμα δεν εύρισκον, ειμή την σανίδα την ταλαίπωρον· και την κατεπάτησαν, και την έκαμαν δρόμον, βόσκοντα την σκωρίαν της, λείχοντα τας πληγάς της, ροφώντα την δύναμίν της. Εν μέσω δε και υπεράνω όλης αυτής της πάλης και της βοής, την οποίαν συνετέλουν επαναβαίνοντα τ’ αχθοφόρα κύματα, αντήχει ως θρήνος οξύς το σφύριγμα των τροχαλιών όμοιον με την απηλπισμένην κραυγήν πτωχής ερημικής κόρης, σπαρασσομένης το δέμας, βιαζομένης την τιμήν, υπό φαύλων βιαστών εις έρημον τόπον, υπό το όμμα του πολυευσπλάχνου και παντοδυνάμου Κριτού του καθημένου επί των Χερουβίμ, του βλέποντος αβύσσους.

– Φίλα γάμπια! τιμόνι σοφράν!… Παίρνετε μπράτσα! ι-πόντα!

Από μπράτσο εις μπράτσο, από μαντάρι εις μαντάρι, επηδούσαν ακαταπαύστως οι ναύται, και ως αράχναι, ως μυίαι, εκολλούσαν στα διάφορα σχοινιά. Εν τοσοτούτω ο πλοίαρχος είχε διακρίνει μικρόν σημείον υφέσεως ήδη. Η φουρτούνα έμελλεν εξ άπαντος να «στρώσει». Θα ήτον ολιγώτερον σφοδρά και περισσότερον διαρκής.

-Πότζα-λα-μπάντα! Φίλα γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαΐστρα!

Η φουρτούνα έγινεν οριστικώς στρωτή, και επήλθε μικρά ανάπαυλα. Οι σύντροφοι εσπόγγιζον τον ιδρώτα των, την άχνην, τους αφρούς του κύματος.

Το βρίκιον έπλεε με μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια και πινά έτριζαν φοβερώς. Εφαίνοντο ότι «τώρα θα πέσουν».

Ο καπετάν Τζώνης ήναψε την πίπαν του, κι εστάθη ακουμβών επάνω στο παραπέτο της πρύμνης.

***

Δύο ναυτάκια επλησίασαν σιγά-σιγά κοντά εις τον πλοίαρχον. Δεν εφαίνοντο να ήσαν πολύ κουρασμένοι από την βάσανον, από την αγγαρείαν την οποίαν επέβαλεν η τρικυμία. Ήσαν ναυτομαραγκοί, από το Ταϊγάνι ερχόμενοι, μάλλον ως επιβάται.

-Ε, καπετάνιο, θα μας βγάλεις απ’ κάτ’ στην χώρα εμάς;

-Θα μας κάνεις, καπετάνιο, την χάρη;

-Κάλια τρίγκο!… Μόλα γάμπια, φλόκο! μόλα τρίγκο!

Ο πλοίαρχος ανέπνευσεν ανετώτερον, αφού έδωκε και το τελευταίον τούτο πρόσταγμα.

-Ε, καπετάνιο μ’ ;

-Να’ χεις πολλή ζωή, και καλά ταξίδια.

-Τι λέτε, παιδιά;

Ο καιρός είχε στρίψει, σοροκολεβάντης. Πώς να σηκώσει πλώρην το καράβι, να παραστρατίσει; Πώς να πλησιάσει εκεί που έλεγαν τα δύο ναυτόπουλα;

-Tώρα είναι καιρός, παιδιά, ν’ αρμενίζουμε καταπάν’ τον αέρα;

-Μας το’ ταξες, καπετάνιο.

-Μας το είπες, καραβοκύρη μ’.

-Ελέγαμε δα, αν ήτον καιρός, να μας πήγαινε σοφράν απ’ τα Ρημονήσια. Τότε, θα μας έδινε χέρι να ζυγώσουμε κατά ‘κει. Τώρα, ιδέτε πώς μας μπατάρει… και που μας σκαντζάρησε… και όλο μας ξεπέφτει.

Τα δύο ναυτομαραγκάκια έλαβον στάσιν. Ο ένας εκουνήθη επάνω εις το δεξιόν σκέλος του. Ο άλλος ετάνυσε τον αριστερόν βραχίονα.

-Αυτή δεν είναι καμμία φουρτούνα απ’ εκείνες, καπετάνιο, είπεν ο πρώτος, ο μεγαλύτερος και υψηλότερος των δύο, όστις έφερεν ήδη ψηλαφητόν μύστακα· αυτή δεν είναι μαύρη φουρτούνα, να ‘ρχεται από μακριά· είναι άσπρη φουρτούνα.

-Μάλιστα· αυτή είναι, συνεπλήρωσεν ο δεύτερος, ο έχων τον μύστακα επανθούντα – είναι άσπρη φουρτούνα, κι έρχεται από κοντά.

-Δεν είναι καμμιά φουρτούνα, κατάλαβες, αυτή, να ‘ρχεται απ’ αλάργα· κοίταξε τι κοκκώνα-θάλασσα, μπονάτσα-λάδι.

-Αλήθεια, υπεστήριξεν ο δεύτερος, άσπρη φορτούνα, μαθές· καμαρωμένη νύφη-θάλασσα.

Ο πλοίαρχος εμειδίασε λίαν καλόκαρδος. Αυτός ο οποίος ανεγνώριζε μακρόθεν το ρύγχος της τρικυμίας – τη μούρη της! – είχεν ανάγκην να λαμβάνει μαθήματα από τους νεωτέρους! Πλην δεν εθύμωσε.

-Χα χα χα! Πολλά ξέρετ’, εσείς τα Σκοπελιτάκια.

Οι δύο ναυτομαραγκοί κατήγοντο πράγματι από την Σκόπελον, την νήσον εκείνην ήτις εξασκεί γλυκείαν μαγείαν εφ’ όλων των τέκνων της, και μεταβάλλει εις φανατισμόν την αγάπην της πατρίδος· την νήσον, προς έπαινον της οποίας ο λόγιος και εμπνευσμένος υιός της Καισάριος ο Δαπόντες, συνέθεσε κατά την παρελθούσαν εκατονταετηρίδα ασματικόν κανόνα προς το Ανοίξω το στόμα μου, -κανόνα αρχόμενον από τας λέξεις «Κρασί Σκοπελίτικο».

Την νήσον των νοσταλγών, εις τους κόλπους της οποίας δια να επανέλθουν τα φιλόστοργα τέκνα της, επιβιβάζονται από το Ταϊγάνι, από την Βραΐλαν, από την Οδησσόν, πριν παγώσουν τα νερά, χειμώνα-καιρόν, ή ευρίσκουν άλλο μέσον πορείας, εάν επάγωσαν ήδη, και ταξιδεύουν δύο μήνας, τρεις μήνας – εις την εποχήν των ιστίων – μόνον δια ν’ αξιωθούν να φθάσουν εις την Σκόπελον δια να εορτάσουν τα Χριστούγεννα, ή διά να κάμουν αποκριές, και γίνουν «μουτσούνες».

Τώρα δεν ήρχοντο πλέον Χριστούγεννα, είχαν περάσει κι αι Απόκρεω. Ητο Μάρτιος μην, και ήρχετο το Πάσχα. Και πολλοί εκ των ξενιτευμένων είχον καταβεί εγκαίρως εις την πόλιν, όπως ημπόρεσαν.

Αν έκαμναν τόσην θυσίαν δια να προλάβουν την Απόκρεων, πόσω μεγαλυτέραν θα έκαμναν διά το Άγιον Πάσχα!

-Ας γίνει το θέλημα σας, είπε τέλος ο καπετάν Τζώνης. Έχετε ανθρώπους και σας καρτερούν, κι άμποτε να σας χαρούν, παιδιά… Εμένα, ποιός…

Εμορμύρισε, και πάραυτα εσιώπησε. Μικρόν νέφος μελαγχολίας εφάνη σκιάζον τους οφθαλμούς του· όμοιον μ’ εκείνο το οποίον γεννά την τρικυμίαν, και το οποίον οι Λυγκείς των θαλασσών βλέπουσιν εγκαίρως μακρόθεν.

-Τώρα θα κάμουμε – επανέλαβεν είτα ο πλοίαρχος – μια βόλτα ως τον κάβο εκεί, κι άλλη μια ως το νησάκι πέρα… κι εσείς αλέστα!… Πάρτε την σκαμπαβία, ρίξετε τα πράματα σας μέσα… πηδάτε σβέλτα κι εσείς και δυό κουπιά… και μεθαύριο, α θελ’ ο Θεός, μας στέλνετε τη σκαμπαβία πέρα, στο λιμάνι το δικό μας… Καλό κατευόδιο, παιδιά· με το καλό να κάνετε Λαμπρή!

-Ευχαριστούμε πολύ, καπετάνιο· με καλό να πας στο σπίτι σου· και καλά ταξίδια· μάλαμα το καρφί!

Υστερα από δύο ή τρεις βόλτες, τα δύο Σκοπελιτάκια κατεβίβασαν την αποσκευήν των εις την μεγάλην βάρκαν πηδώντες και χορεύοντες από την χαράν των, όσον και από την φουσκοθαλασσιάν των κυμάτων. Κατερριχήθησαν και αυτοί κάτω, έπτυσαν εις τας χείρας των, και έλαβον τας κώπας. Απείχον δύο ή τρία μίλια, καταντικρύ εις τον μώλον του λιμένος της πόλεώς των, και με σύντονον κωπηλασίαν δεν θ’ αργούσαν να φθάσουν.

–        Καλό κατευόδιο, παιδιά!

–        Καλά ταξίδια· και καλή Ανάσταση!

* * *

Όλην την νύκτα έπλεε το σκάφος με τα κύματα. Ο άνεμος είχε κοπάσει, και το απόγειον της νυκτός εφύσα ελαφρά! Το πρωί, με τα γλυκοχαράματα, ο πλοίαρχος εξημερώθη εις τον λιμένα της νήσου του.

Οι δύο εκείνοι γιγαντοφυείς αδελφοί, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, οίτινες είχον επιχειρήσει το πάλαι, ως διηγείται ο θείος Όμηρος, να βάλουν την Όσσαν επάνω εις τον Όλυμπον, και το Πήλιον επάνω εις την Όσσαν, διά να κάμουν σκάλαν ν’ ανεβούν εις τον ουρανόν, όταν ήσαν παιδία ανήλικα ακόμη, εγύμναζον τούς βραχίονάς των παίζοντες εις τον αιγιαλόν κάτω. Έπαιρναν μικρά χαλίκια πλακαρά, ανάλογα με το ανάστημά των και έκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταύτα εις την θάλασσαν, δια κυματοειδούς κινήσεως του πήχεος και της χειρός, ως διά σφενδόνης.

Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω εις τα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν, από τα «ψωμάκια» εκείνα εφύτρωσαν και ανέθορον αι Σποράδες νήσοι αι κοσμούσαι το σμαράγδινον πέλαγος· η Σκίαθος, η Πεπάρηθος, η Αλόννησος, και τόσαι άλλαι.

Εις την δευτέραν των νήσων τούτων, την αλλάξασαν το όνομα, είχον αποβιβασθεί την εσπέραν της χθες οι δύο ναυτομαραγκοί. Εις την άλλην, την τελευταίαν προς δυσμάς, κατέπλευσεν ο καπετάν Τζώνης με το σκάφος του.

* * *

Πριν αράξει ακόμα το βρίκιον, καθώς έφερνε βόλτες εμπρός εις τον λιμένα, ανάμεσα εις τα τρία νησιά, εις τον κάβον της Πούντας, και γύρω-γύρω στα Μυρμήγκια, τας νανοφυείς υφάλους, που προέχουν δειλά τας μαύρας μικράς κεφαλάς των εν ώρα αμπώτιδος – έφερνε και ο πλοίαρχος βόλτες επάνω στο κατάστρωμα, ανάμεσα εις το ταμπούκιο της πρύμνης, κι εις την χονδρήν μπούμα, και εις την υψηλήν υαλόφρακτον θήκην της πυξίδος.

Το βλέμμα του διευθύνετο απλανές προς έν σημείον, ανάμεσα εις τα λευκά σπιτάκια του ωραίου χωρίου, του εσπαρμένου γραφικώς επί του λόφου, όπου διέπρεπεν εις το μέσον, ως φρουρός όρθιος με την λόγχην του υψηλά, το κωδωνοστάσιον του ναού της Παναγίας, οπόθεν εκτείνεται εις όλην την κοίλην παραθαλασσίαν ένθεν και ένθεν προς βορράν, και πάλιν αναφέρει τα κράσπεδα προς ανατολάς, επί της εσχατιάς του άλλου βραχώδους λόφου, του επιστεφομένου από τον ναΐσκον του Αγ. Νικολάου του Θαλασσινού.

Η οικία του πλοιάρχου ευρίσκετο επί του δυτικού λόφου, εις την Άνω συνοικίαν. Εκεί δε προσηλούτο μάλλον κατηφές το βλέμμα του.

Καθώς άραξε το πλοίον, ενώ το πλήρωμα ησχολείτο εις την συστολήν των ιστίων και την λοιπήν διευθέτησιν του σκάφους, κατέβη ο Τζώνης εις τον κοιτώνα του, κάτω εις την πρύμνην, βεβαίως διά ν’ αλλάξει και φορέσει κοσμιώτερα ενδύματα, πριν αποβεί εις την ξηράν και παρουσιάσει τα ναυτιλιακά του έγγραφα.

Πλην δεν εβιάσθη αμέσως ν’ αλλάξει, εφαίνετο μάλλον αισθανόμενος μεγάλην απροθυμίαν προς τούτο, και ως να επεθύμει αναβολήν, ει δυνατόν, της αναγκαίας αποβιβάσεως εις την ξηράν.

Από ένα συρτάρι έλαβε μίαν μικράν θήκην εκ ψευδαργύρου, και απ’ αυτήν έβγαλεν ένα χαρτί διπλωμένον. Δεν ήτο ούτε η υγειονομική πιστοποίησις ή άδεια απόπλου ή φορτωτική τις, ούτε το ημερολόγιόν του.

Το πλοίον ήρχετο από την Πόλιν κενόν φορτίου, και προσήγγιζεν εις τον γενέθλιον τόπον, προσχήματι μεν διότι ήγγιζε το Πάσχα, πράγματι δε διότι ο πλοίαρχος ησθάνετο αόριστον ανησυχίαν ως προς τα οικιακά του πράγματα.

Το χαρτίον, το οποίον εξήχθη από την θήκην, ήτο αρκετά τριμμένον, κι εφαίνετο να είχε διαβασθή πολλάκις. Ο πλοίαρχος το εξεδίπλωσε και ήρχισε να το διαβάζει – ίσως δι’ εκατοστήν φοράν.

«Γαμβρέ μου καπετάν Τζώνη, σε χαιρετώ.

»Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια το αίσιον, κτλ. Εγώ, γαμβρέ μου, ενόμιζα, όταν σου έδωκα την κόρην μου, πως εσύ ήσουν άνθρωπος απ’ ανθρώπους, μα ως τόσο βγήκα γελασμένη, και τουλόου σου αποδείχθης πως δεν έχεις φιλότιμο. Εμένα το κορίτσι μου ήτον απ’ το πρώτο σόι, κι όπου αρωτήσεις, μας ξέρουν όλοι τι είμαστε· οι Καχιωταίοι, με τ’ όνομα. Κι εγώ θάρρεψα πως κάτι ήσουν, κι άνοιξα τις πόρτες, και σ’ έβαλα στο σπίτι μου, κι εσύ βγήκες ένας άνθρωπος άχαρος και ανωφέλευτος. Στο γράμμα που είχες στείλει, είδα να γράφεις πως βαρέθηκες πλια να στέλνεις της γυναίκας σου, επειδής μας έχει όλους στο σπίτι και μας ταΐζεις, εμένα και τις δύο κόρες μου, κι ότι πως τουλόου σου επίστεψες πως επήρες μιά κι’ επήρες τέσσερες… (Εδώ υπήρχε μία μεγάλη μουντζούρα, σχεδόν πέρα-πέρα, εις τα τρία τέταρτα ενός στίχου της επιστολής· εάν ο πλοίαρχος ήτον αρκετά περίεργος, θα διέκρινε τας λέξεις «που να σε πάρουν τέσσεροι.» Φαίνεται ότι η υπαγορεύουσα μετεμελήθη, και παρήγγειλεν εις την γράφουσαν να σβήσει την φράσιν.) κι ότι δε βαστάς ν’ ακούς να γελά ο κόσμος με τα καμώματά μας. Αγέλαστος κι αγλύκατος που είσαι! Και τι έστειλες, κακόμοιρε, της γυναίκας σου, και το χτυπάς; Μήπως έστειλες και συ δυό πήχες χρυσάφι, ή το ποδογύρι το χρυσό, ή το φουστάνι τ’ ατλαζένιο ή της έβαλες την κορώνα, ή της έστειλες κανένα ακριβό διαμαντικό ή άλλο τίποτες; Τόσα χρόνια, ασπρού πράμα από σένα δεν είδε. Κι αν είχες φιλότιμο, έπρεπε να το συλλογιστείς μόνος σου, να πεις, στο σπίτι που μβήκες, που δεν ήσουν άξιος να φιλήσεις το ψαθί του σκαλοπατιού.

»Καλά το λένε, ποτέ να μην κατεβαίνει ο άνθρωπος απ’ την σκάλα του. Εγώ θέλησα να κατεβώ, και σ’ επήρα σένανε, κι ενόμιζα πως θα βγεις άνθρωπος να μου το γνωρίσεις, μα γελάστηκα. Κι εσύ δεν έστειλες ούτε μισή ντουζίνα κουταλάκια του γλυκού της γυναίκας σου, και δεν της ψώνισες ποτέ σου μιαν ασημένια κούπα, έναν καλόν καθρέφτη, ένα σκρίνι, ένα λαχουρί, ένα τίποτες. Και δεν της πήρες ποτέ σου μιαν καλή καρφίτσα, ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρι, ή ένα μαλαμοκαπνισμένονε σταυρό, ή ένα βραχιόλι, ή άλλο τίποτες. Άλλο απ’ το ασημένιο δακτυλίδι, και το ρολόι με την καδένα, και μια καρφίτσα σκέτη, και τα σκουλαρίκια που την εφίλεψες πριν την στεφανωθείς, και τα βραχιόλια που της έστειλες την πρώτη χρονιά, και μια κούπα του γλυκού με δυο πιατάκια, και κουταλάκια αρζαντό, άλλο τίποτες δεν της ψώνισες.

»Και γράφεις ότι πως βαρέθηκες τάχα τα έξοδα, και πως τάχα μας ταΐζεις όλες στο σπίτι. Εμείς στο σπίτι της κόρης μου δεν καθόμαστε, μόνο συντροφιά της κάνουμε, να μην μένει μονάχη της με τα δυό μικρά παιδιά της· κι η κόρη μου μονάχη της κλαίει σαν κάμουμε να φύγουμε, και μας περικαλεί να μένουμε πάντα κοντά της. Και του λόου σου σαν έρχεσαι στο χωριό, πάλι εμείς συντροφιά τής κάνουμε, και στο σπίτι μας μαζωνόμαστε πάντα. Κι αν δεν σ’ αρέσει, κάνεις καλά να την χωρίσεις την κόρη μου, κι άφσε και τα δυό παιδιά, εμείς τ’ αναθρέφουμε. Ει δε μη και θέλεις πάλε να μένει μονάχη της στο σπίτι η γυναίκα σου, τότες φρόντισε να της πάρεις δούλα, να της στέλνεις και λίρες πολλές, για να ζωοθρέφεται αυτή και τα παιδιά της, με τη δούλα μαζί· γιατί εμείς όλες τις δουλειές τις κάνουμε τζάμπα, κι ασπρού πράμα απ’ αυτήν κι από τ’ εσένα ποτές μας δεν είδαμε. Αλλοιώς, φωτιά και μπούλμπερη ό,τι κι αν κάμεις, κι ο κόσμος θα γελάσει με τ’ εσένανε…»

Η επιστολή εξηκολούθει σχεδόν εις δύο σελίδας ακόμη με τον αυτόν τόνον, και εις παν ήμισυ σελίδος επανελάμβανεν ως έγγιστα τα αυτά. Πεντάκις τουλάχιστον υπήρχε εν τω κειμένω η υπόμνησις διά το «σόι» και την κοινωνικήν βαθμίδα. Ο χαρακτήρ ήτο λεπτός αλλ’ άκομψος, προφανώς κορασίδος, μαθητρίας του σχολείου, πλην δε άλλων ανορθογραφιών είχε γδό αντί δυό, παιγδά αντί παιδιά, μνά (μιά) και φωτχά (φωτιά).

Ο καπετάν Τζώνης και άλλοτε το είχεν αναγνωρίσει ότι ήτο «κοριτσίσιο γράψιμο», ίσως μάλιστα υπέθετε μετά βεβαιότητος και ποία μικρά γειτονοπούλα να το είχε γράψει, καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας. Και τώρα, μετά την τελευταίαν ανάγνωσιν, εψιθύρισεν:

-Επόμενο είναι, τώρα που βγαίνουν και τα κορίτσια μας φωστήρες απ’ τα σκολειά, να βρίσκουν κι οι πεθεράδες μας γραμματικούς για να γράφουν τέτοια γράμματα!

Δεν επανέφερε το χειρόγραφον εις την θήκην, εξ ης το είχε λάβει, αλλά το έβαλεν εις την από-μέσα τσέπην ενός καθαρίου μαύρου επανωφορίου, το οποίον εκρέματο πλησίον εκεί, δίπλα εις την κοκέταν του ύπνου του. Συγχρόνως δε ήρχισε ν’ αλλάζει τα ενδύματά του και συνεχίζων μεγαλοφώνως τους λογισμούς του επανέλαβε:

-Τώρα, αν ήξευρεν η ίδια γράμματα, θα έγραφε ποτέ τέτοιο γράμμα;… Η μήπως θα έγραφε… χειρότερο;

Ίσως ήθελε να είπει ότι ο υπαγορεύων, μη έχων συνείδησιν ότι γράφει κάτι τι, αλλά μόνον ότι το λέγει, δύναται να υπαγορεύει εύκολα ό,τι δήποτε· ενώ, ο γράφων καθ’ υπαγόρευσιν, και μάλιστα αν είναι ανήλικος, αδυνατεί να σταθμήσει την ευθύνην, ευρίσκει δε το πράγμα απλώς αστείον και καινοπρεπές. Ή μήπως τουναντίον συμβαίνει, και ο υπαγορεύων, επειδή εκφώνως απαγγέλλει, αισθάνεται τούτο ως χαλινόν εγκρατείας, ενώ αν ο ίδιος έγραφε, θα ησθάνετο ως να έπραττέ τι εν παραβύστω και άνευ μαρτύρων;

Εφόρεσε το ίδιον εκείνο επανωφόρι, εις το θυλάκιον του οποίου είχε βάλει το γράμμα της πενθεράς. Την ιδίαν στιγμήν, ως να μεταμελήθη, με βίαιον κίνημα ανέσυρε το γράμμα, το έσχισεν αμελώς, διπλωμένον όπως ήτον, εις τέμαχια, και τα έρριψε κάτω.

Φαίνεται ότι ο μούτσος, όταν κατέβη να σκουπίσει, μετά την αναχώρησιν του πλοιάρχου, εύρε τα τεμάχια, και τα εμάζεψεν. Επειδή δε είχε συνήθειαν να προσπαθεί να διαβάζει ό,τι βρει, διά να μη ξεχνά τον συλλαβισμόν, τον οποίον είχε μάθει εις το δημοτικόν σχολείον, συνηρμολόγησε τα τεμάχια, και ήρχισε να το συλλαβίζει.

Ο πλοίαρχος έλαβε τα ναυτιλιακά του έγγραφα, και ητοιμάσθη να εξελθη εις ξηράν, εκάλεσεν τον λοστρόμον, και του έκαμε συστάσεις να κρύψη ό,τι ήτον δια κρύψιμον, «επειδή τώρα-τώρα θα’ ρθουν τα φαραώνια· όπου κι’ αν είναι, πλάκωσαν!» – και να φυλάξει εις πρόχειρον μέρος μόνον γαλέτες και κρέας σαλάδο, και ό,τι άλλο είχαν, το οποίον δεν ημπορούσε χωρίς άλλο να γλυτώσει από τα «φαραώνια».

Ενώ ο λοστρόμος ησχολείτο εις τας ετοιμασίας αυτάς, κάτω εις τον θαλαμίσκον, ήκουσε κατά τινα στιγμήν τον πλοίαρχον να μορμυρίζει, μασών τας λέξεις:

-Το παπά και το λιλί!…λιλί και παπά!… μόνον αυτά έχουν στο νου τους!

-Τι λες, καπετάνιο; τον ηρώτησεν ο ναύκληρος.

Ο πλοίαρχος εδάγκασε τα χείλη, ως μην θέλων να προδώσει τους λογισμούς του· είτα πάλιν εφαιδρύνθη, και είπε:

-Τι να πω, καημένε γερο-Νικόλα, και συ; Να, ατλαζένιο φουστάνι, ποδογύρι χρυσό, βραχιόλια, σκουλαρίκια, χαλκάδες στη μύτη, και τα ρέστα… Της έφερες εσύ τίποτε απ’ όλα αυτά της γριάς σου ή της κόρης σου;

-Τώρα, μ’ αυτά τα κεσάτια, καπετάνιο! μήπως μπορεί κανείς να κάμει και τίποτα μπακοτίλια, να βγάλει κανένα λεπτό; Πώς να γλυτώσει απ’ τα φαραώνια, που έλεγες τώρα;

-Αλλοίμονο σου, κακόμοιρε! θα σε βγάλει έξω κι’ εσένα, καθώς…

Και έκοψεν αποτόμως την ομιλίαν.

Η βάρκα η μικρή, καθελκυσθείσα εις την θάλασσαν, επερίμενε τον πλοίαρχον. Κατέβη και με δύο κωπηλατούντας ναύτας προσήγγισεν εις την ξηράν.

Ο Δημήτρης της Σοφούλας – ούτως εκαλείτο κοινώς ο γερο-Φτελιανός – και αν επαύετο, δεν έφευγε ποτέ από την νήσον. Πρώην φύλαξ του υγειονομείου, του λοιμοκαθαρτηρίου, κτλ., και γνωρίζων από γραφειοκρατικήν αγγαρείαν, και τυραννίαν, εχρησίμευεν εις όλους τους λιμενάρχας, υγειονόμους και τελώνας, οίτινες τον είχον ως «δεξί χέρι». Ούτος επερίμενε τον πλοίαρχον εις την «καραντίναν». Ο Δημήτρης έβαλε τα γυαλιά του, έκυψε, και ανέγνωσε την πιστοποίησιν κτλ. χωρίς να θίξει το χαρτίον. Υπέβαλε τον πλοίαρχον εις τινας διατυπώσεις, του απηύθυνεν ερωτήσεις τινάς, και συγχρόνως εδήλωσεν ότι δεν χρειάζεται «εξομολόγησις» επειδή ο λόγος του πλοιάρχου αρκεί· είτα έτεινε την χείρα και προσείπε πρώτος το «Καλώς ώρισες».

Πάραυτα, με την επιστροφήν της βάρκας εις το πλοίον, επέβησαν επ’ αυτής τελωνοφύλακες, λιμενοφύλακες, και λοιποί· ούτοι ήσαν τα «φαραώνια», όπως τους ωνόμαζεν ο καπετάν Τζώνης, και απήρχοντο εις το πλοίον δια την απαραίτητον «επίσκεψιν». Είχον δε πολύ μεγάλα και πλατιά αμαυρού χρώματος μανδήλια, και τσέπες πολύ βαθειές. Τα μανδήλια ταύτα ήσαν το μόνον είδος το οποίον ηγόραζαν ποτέ· ελέγετο μάλιστα ότι τα παρήγγελλον ειδικώς, δεν ηξεύρω εις ποίον εργοστάσιον.

Ο πλοίαρχος θα επεθύμει μάλλον να επιστρέψει εν συνοδία αυτών οπίσω εις το πλοίον. Αλλ’ εκείνοι φιλοφρόνως του είπον:

– Μην πειράζεσαι, καπετάνιο, να’ ρθης τουλόγου σου· τα καταφέρνουμε πολύ καλά, εμείς, με το λοστρόμο· ίσως να θέλεις να πας στο σπίτι σου.

Να πάει στο σπίτι του! Καθώς πρωτύτερα θα επροτίμα να βραδύνει ν’ αποβιβασθεί εις την ξηράν, ούτω και τώρα θα ηύχετο ν’ αργήσει να πάει στο σπίτι του! Εκάθισεν εις το πρώτον καφενεδάκι της παραθαλασσίας, κι εδέχετο τας δεξιώσεις και τα «καλώς ωρίσατε» όλων των ανθρώπων της αγοράς, των συναδέλφων θαλασσινών και των χερσαίων, των εντοπίων και των ξένων. Εκάπνισεν ναργιλέν, έπιε δύο καφέδες, δεν ηθέλησε να πίει παραπάνω από ένα ρακί δια τα «μουσαφιρλίκια» – μ’ όλον ότι θα επεθύμει να ημπορούσε να πίει!

Τέλος «έκαμε καρδιά» κι εσηκώθη να πάει στο σπίτι του.

***

Ολίγας ημέρας μετά το Πάσχα, ο πλοίαρχος Τζώνης επεβιβάζετο εκ νέου διά ν’ αποπλεύσει.

Ο καιρός εφαίνετο άσχημος. Συννεφιασμένος ήτον ο ουρανός και άστατοι άνεμοι έπνεον. Την ώραν που έφθασεν ο πλοίαρχος εις το πλοίον, ενώ τούτο ήτον στα πανιά κι έκαμνε βόλτες, ο γερο-Νικόλας ο ναύκληρος ίστατο παρά την πρύμνην, κι εκοίταζεν ανήσυχος κατά τον κόλπον, όπου θα έστρεφε πρώραν μετ’ ολίγον το σκάφος.

-Μπουρίνια θα’ χουμε καπετάνιο, είπε.

-Μπουρίνια! τόσο καλύτερα είπεν ωσάν αφηρημένος ο πλοίαρχος.

-Τι λες!

-Θεός να μας φυλάει απ’ τις μπόρες της στεριάς, γερο-Νικόλα.

Ο ναύκληρος τον εκοίταξε περιέργως, επειδή κάτι ήξευρεν ή υπώπτευεν. Εν τούτοις δεν είχον γνωσθεί πολλά πράγματα εις το χωρίον, όσον αφορά τα οικιακά του πλοιάρχου. Ο ίδιος ήτον κρυφός, επειδή εντρέπετο τον κόσμον, και δεν ήθελε να γνωρίζουν οι άλλοι τίποτε όσον απέβλεπε τα της αριστεράς πλευράς του. Από την πεθεράν του κάτι θα ηδύνατο να διαδοθεί, αλλ’ ο καπετάν Τζώνης δεν εχωράτευε.

Διηγούντο ότι μίαν εσπέραν, τώρα τα Λαμπρόγιορτα, εις την οικίαν του, ο ίδιος είχε πιάσει την πεθεράν του από τον λαιμόν. Πλην δεν το έκαμε δια να την πνίξει, άπαγε! – καθώς διεμαρτύρετο ο ίδιος προς έναν φίλον του πολύ πιστόν και πολύ κριτικόν – αλλά μόνον δια να πνίξει τας φωνάς της. Επειδή έβγαζεν, η ευλογημένη, κάτι φωνάς οξείας, υστερικάς, ανοήτους. Ύστερον ηκούσθησαν κλαυθμοί, κατόπιν επήλθον πολλά σιούτ σιούτ πολύ σύντονα και επιτακτικά, και τέλος σιωπή άκρα.

Ολα ταύτα τα έκαμνε διά να μην τον ακούσει η γειτονιά και μάθει τίποτε ο κόσμος· επειδή η γειτονιά ουδέν άλλο είναι ειμή κατάσκοπος, και ο κόσμος τύραννος, βασανιστής ανηλεής – καθώς διεβεβαίου τον φίλον του – επειδή εντρέπετο, πολύ εντρέπετο τους φίλους και τον ίδιον εαυτόν του.

Και όλα ταύτα, όλαι αυταί αι οικιακαί σκηναί, δεν ήσαν μεγάλα πράγματα· ουδέ υπήρχε, την αλήθειαν να είπωμεν, μώμος τις ή βαθεία κηλίς εις την οικίαν. Μόνον μικρολογίαι, παράπονα, η αιωνία εχθρά της ησυχίας των ανδρογύνων, η γκρίνια, η απαίσιος γκρίνια!

Τέλος, τα πράγματα είχον ησυχάσει· και η σύζυγος υπεσχέθη εις το μέλλον να είναι φρονιμωτέρα από την μητέρα της. Και ο Τζώνης επεβιβάζετο εις το πλοίον του, διά να ταξιδεύσει.

-Τι με κοιτάζεις, γερο-Νικόλα; είπε. Μήπως δεν υπάρχουν τάχα μπόρες και στην στεριά;… Πιό καλή είν’ η θάλασσα… Κοκκώνα θάλασσα, μιά φορά!

Και ο πλοίαρχος εκάγχασε.

-Γιά θυμήσου, είπε, τα δύο εκείνα παιδιά, τα Σκοπελιτάκια, που τους δώκαμε την σκαμπαβία τις προάλλες στο πέλαγο, για να παν στον τόπο τους… Δεν τους άκουσες εσύ τι νόστιμα τα έλεγαν: «Ασπρη φουρτούνα, κοκκώνα θάλασσα, νύφη καμαρωμένη!» Πώς δεν είπαν και πεθερά!

Ο γερο-Νικόλας εγέλα.

-Τι γελάς; άκουσες κανένα παράξενο; Μάλιστα· κοκκώνα θάλασσα… πεθερά.

Ο ναύκληρος εκάγχασεν ακρατήτως.

-Μα τι γελάς; Μα βέβαια… κοκκώνα θαλ…

Ο πλοίαρχος ηθέλησε καταρχάς να είπει: «Κοκκώνα-θάλασσα, φουρτούνα-πεθερά».

Αλλ’ εδάγκασε την γλώσσαν του, και διώρθωσε μεγαλοφώνως:

-Μάλιστα· φουρτούνα-θάλασσα, κοκκώνα-πεθερά!

(1900)

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

Posted in Διηγήματα, Ναυτικά, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Η χολεριασμένη (διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2020

Τις Κυριακές βάζουμε λογοτεχνικό θέμα, και σήμερα αποφάσισα να βάλω κάτι επίκαιρο, σχετικό με τους καιρούς πανδημίας που περνάμε. Μου το θύμισε μια ανάρτηση του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ο οποίος αναφέρθηκε σε λογοτεχνικά έργα που έχουν γραφτεί με αφορμή επιδημίες του παρελθόντος. Ο Κουτσουρέλης μάλιστα επισήμανε ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348 στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο.

Τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά. Σήμερα θα δημοσιεύσουμε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, που το είχα βάλει στον παλιό μου ιστότοπο, τη Χολεριασμένη και αφορά την επιδημία που έπληξε την Αθήνα το 1854, όπως τη διηγήθηκε στον Παπαδιαμάντη μια «σεβάσμια γερόντισσα Αθηναία».

Το διήγημα δημοσιευτηκε στο περιοδικό Παναθήναια τον Οκτώβριο του 1901. Στο ίδιο περιοδικό είχε προηγουμένως δημοσιευτεί και το συγγενικό διήγημα Το θαύμα της Καισαριανής.

Παραθέτω μονοτονισμένα (αν θέλετε πολυτονικό, εδώ).

Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ

Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και την άλλην, την επιγραφομένην «Το Θαύμα της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είναι η κυρα-Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβάσμια γερόντισσα Αθηναία.

«Με είχαν παραιτήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι ο αδερφός μου… Είχα πανδρευθεί μικρή, μ’ αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που βλέπεις, που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από μένα.

Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών χρονών. Εκείνος μ’ έπαιρνε στα γόνατα του, και μ’ εφίλευε καραμέλες. Θα ήτον τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ’ αυτά τα πράγματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Νομίσματα, Παπαδιαμάντης, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Στην καραντίνα

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2020

Σύμφωνα με τις ειδήσεις από την Κίνα, ο αριθμός των ασθενών από την επιδημία του κορονοϊού ξεπέρασε τις 20.000 και οι νεκροί ξεπέρασαν τους 400. Τη στιγμή που γράφω το άρθρο, ο μετρητής (εδώ) αναφέρει 20.679 κρούσματα, 427 νεκρούς και 697 που έγιναν καλά, αλλά όταν θα δημοσιευτεί το άρθρο τα στοιχεία θα έχουν αναπόφευκτα αλλάξει.

Η επιδημία έχει προκαλέσει σχεδόν παράλυση στην κινεζική οικονομία, αφού έχουν ληφθεί μέτρα χωρίς προηγούμενο. Για παράδειγμα, τα περισσότερα εργοστάσια της Κίνας μένουν κλειστά ως τις 9 Φεβρουαρίου, έχουν διακοπεί οι αεροπορικές συγκοινωνίες πολλών χωρών με την Κίνα αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, περιοχές με πολλά εκατομμύρια κατοίκους έχουν αποκλειστεί.

Αντιγράφω μια μόνο χτεσινή είδηση. Πολύ μακριά από το Γουχάν, στην παραλιακή΄πόλη Taizhou και σε τρία διαμερίσματα της μεγαλούπολης Hangzhou, πρωτεύουσας της επαρχίας Zhejiang, επιτρέπεται να βγαίνει από το σπίτι του μόνο ένα  άτομο από κάθε οικογένεια, μία φορά κάθε δυο μέρες, για να κάνει τα απαραίτητα ψώνια. Αυτό το μέτρο αφορά περίπου 9 εκατ. ανθρώπους.

Άκουγα προχτές στο γαλλικό ραδιόφωνο την τηλεφωνική συνέντευξη μιας Γαλλίδας φοιτήτριας που ζει στην Κίνα. Καθώς επέστρεφε με το λεωφορείο από μια εκδρομή, οι αρχές σταμάτησαν το λεωφορείο, έλεγξαν τους επιβάτες με κάτι θερμόμετρα λέιζερ που είχαν, και επειδή δυο επιβάτες είχαν ανεβασμένη θερμοκρασία τους πήραν όλους και τους έβαλαν σε καραντίνα, σε ένα ξενοδοχείο, όπου τους παίρνουν πολλές φορές κάθε μέρα τη θερμοκρασία και όπου θα έμεναν δεκατέσσερις μέρες, αφού τόσο χρειάζεται για να εκδηλωθεί η ασθένεια.

Αλλά και όσοι επέστρεψαν στη Γαλλία από το Γουχάν, στις δυο αποστολές που έχουν γίνει μέχρι τώρα, σε καραντίνα έχουν τεθεί -άλλοι σε ένα παραθεριστικό κέντρο, άλλοι σε μια σχολή πυροσβεστών στο Αιξ αν Προβάνς, ανάμεσά τους, όπως άκουσα χτες στο ραδιόφωνο, κι ένα ζευγάρι Έλληνες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 143 Σχόλια »

Το κρυφό Μανδράκι (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2019

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε μεν την παράδοση αλλά θα βάλουμε κάποιο από τα λιγότερο γνωστά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη -που θα μπορούσατε να πείτε πως είναι από τα ελάσσονα παπαδιαμαντικά. Πρόκειται για το Κρυφό Μανδράκι, που δημοσιεύτηκε ανήμερα Χριστούγεννα, 25 Δεκεμβρίου του 1906 στην αθηναϊκή εφημερίδα Αλήθεια -στην ίδια όπου αργότερα επρόκειτο να δημοσιευτεί το πασχαλινό διήγημα «Η νοσταλγία του Γιάννη», ένα κελεπούρι που είχα την τύχη και την τιμή ν’ ανακαλύψω και να προσθέσω τελευταίο πετράδι στο παπαδιαμαντικό στέμμα, και που αν ποτέ βρεθεί ολόκληρο σώμα της ίσως μάς επιφυλάσσει και άλλα ευρήματα.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.org, δηλαδή από τον τέταρτο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΑΝΔΡΑΚΙ

Χριστούγεννα ποὺ ἔμελλαν νὰ κάμουν τὴν χρονιὰν ἐκείνην οἱ χριστιανοί, οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ! Ἂν ἐπερίμεναν ἀπὸ τὸν μπαρμπα-Στάθην τὸν Γροῦτσον μὲ τὴν βάρκαν του, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην* καὶ πισσωμένην, νὰ τοὺς φέρῃ ἀρνιὰ νὰ φᾶνε! Οἱ καιροὶ ἦσαν τόσον ἀκατάστατοι, μὲ ὅλα τὰ χιόνια ποὺ εἶχε ρίξει γύρω στὰ βουνὰ ― ἕως τὴν παραθαλασσίαν, στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ εἶχαν καταβῆ τὰ χιόνια. Καὶ μέσα στὸ χωρίον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι. Καὶ ὅλαι αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν, ἀπὸ πλάκες ἢ ἀπὸ κεραμίδια, εἶχον καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ λευκὸν στρῶμα. Καὶ εἰς ὅλους τοὺς δρόμους καὶ τὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ εἶχε σωρευθῆ γόνα τὸ χιόνι πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Μιχαλιοῦ τῆς Μερεγκλίνας καὶ ὅλων τῶν ξυπολύτων παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς, ὁποὺ δὲν ἄφησαν γριὰν ἢ νέαν, ἢ κορίτσι ἢ παιδὶ ποὺ νὰ φορῇ παπούτσια νὰ περάσῃ, χωρὶς νὰ τῆς σπάσουν τὴν στάμναν, ἢ νὰ τὴν στραβώσουν στὸ ἕνα μάτι, ἢ τὴν κουφάνουν ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ μὲ τοὺς τεραστίους καὶ πολὺ σφιχτοὺς βώλους χιόνος, ὁποὺ ἐξεσφενδόνιζον ἐναντίον των. Ἐκολλοῦσαν μεγάλες μπάλες ἀπὸ χιόνι, τὰς ἐξώγκωναν ἐπ᾿ ἄπειρον, καὶ τὰς ἐσώρευον μπροστὰ στὴν αὐλὴν τῆς Μερεγκλίνας· ὁ Μιχαλιός, ὅστις εἶχε παιδιόθεν μέγα δαιμόνιον πλαστικῆς, ἐσχεδίαζεν ἕνα πελώριον κολοσσὸν εἰς σχῆμα ἀνθρώπου ― Τούρκου ἢ λευκοῦ Ἀράπη, μὲ τὸ σαρίκι καὶ μὲ τὴν τσιμπούκα του. Ἀκολούθως ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ κατώγι τὴν «στάφνη», ναυπηγικὴν μπογιὰν ἀπὸ κοκκινόχωμα τοῦ πατρός του τοῦ μαστρο-Γιώργου τοῦ Μερεγκλῆ, κ᾿ ἐζωγράφιζε κόκκινον τὸν λευκὸν Ἀράπην ― κόκκινα μάτια, κόκκινα φρύδια, κόκκινα γένεια καὶ μαλλιά, κόκκινην καπόταν καὶ βράκαν, ὅλα κατακόκκινα. Ἦτο φοβερὸν τὴν θέαν τὸ τέρας ἐκεῖνο τῆς ἐκ χιόνος ἀνδριαντοποιΐας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 61 Σχόλια »

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής (διήγημα του Τάσου Βουρνά εις ύφος Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 22 Δεκεμβρίου, 2019

Mπαίνουμε από σήμερα σε κλίμα χριστουγεννιάτικο. Για μένα τα Χριστούγεννα είναι δεμένα με τα έργα του Παπαδιαμάντη, και πολλά χριστουγεννιάτικα διηγήματά του έχω δημοσιεύσει εδώ όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα όμως θα βάλω (ή μάλλον: θα ξαναβάλω) ένα διήγημα όχι αυθεντικά παπαδιαμαντικό αλλά «εις ύφος Παπαδιαμάντη».

Όπως ο Καβάφης στα ποιήματα έτσι και ο Παπαδιαμαντης στα πεζά έχει ευτυχήσει να έχει δει πλήθος ομοτέχνους να γράφουν διηγήματα που μιμούνται το ύφος του, που είναι ίσως ο υπέρτατος φόρος τιμής σε συγγραφέα. Έχει μάλιστα εκδοθεί και βιβλίο με μερικές από τις  μιμήσεις αυτές. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει το διήγημα «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη» του Κώστα Βάρναλη.

Το σημερινό διήγημα, που αρχικά το είχαμε δημοσιεύσει το 2010, και που το αναδημοσιεύω σήμερα επειδή το έχω τάξει σε έναν φίλο, το έγραψε το 1964 ο Τάσος Βουρνάς. Δημοσιεύτηκε στην Αυγή ανήμερα τα Χριστούγεννα, 25.12.1964 και αναδημοσιεύτηκε, πάλι στην Αυγή, τα Χριστούγεννα του 1976, απ’ όπου το είχε βρει και πληκτρολογήσει ο φίλος Στρ. Μπουλαλάκης και το είχα ανεβάσει στον ιστότοπό μου. Στο μεταξύ, βρήκα και την πρωτότυπη δημοσίευση (δεν έχουν διαφορές), απ’ όπου πήρα και τις εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο.

Η αρχική δημοσίευση, του 1964, ήταν μια ακόμα έκκληση προς την κυβέρνηση Παπανδρέου να επιτρέψει τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων -κάτι που έμελλε να γίνει μόλις το 1983. Σήμερα μπορούμε να το δούμε απλώς ως άσκηση ύφους.

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής

του Τάσου Βουρνά

Βορράς χιονιστής είχεν ενσκήψει εις την μικράν κώμην της Πολωνίας, όπου είχον από τινων ετών εγκατασταθή Έλληνες πρόσφυγες εκ των ακρωρειών της Ελλάδος, φεύγοντες την λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου. Εκεί εις την φιλόξενον γην του Βορρά εύρον αποκούμπι και ανάπαυσιν κατόπιν των ταλαιπωριών τόσων ετών εις τα βουνά και εις τα ξένα. Τώρα, δόξα σοι ο Θεός, είχα απαγγιάσει, κατά το δη λεγόμενον. Και στέγην, και τροφήν, και εργασίαν, και περίθαλψιν εύρον και στοργήν από τους ξένους ανθρώπους – ας είναι καλά. Αλλά το ορεινόν και τραχύ χωρίον των, το σκαρφαλωμένον εις τας υπωρείας της Πίνδου, πού να το εύρουν εν μέσω της ατέρμονος πολωνικής πεδιάδος; Μάλιστα όταν ήλθον το πρώτον εδώ και ερρίζωσαν εις τον ξένον τόπον και έστησαν παραγώνι, είχον λάβει χώρα μερικά νόστιμα επεισόδια. Ο Ερυθρός Σταυρός της φίλης χώρας, ήτις εφιλοξένει τους τραχείς ορεσιβίους εξ Ελλάδος, έσπευσε να τους παραχωρήση ενδύματα εκ των λεγομένων ευρωπαϊκών και ανάλογα εσώρουχα. Θρήνος και οδυρμός εγένετο καθ’ όλον το χωρίον. Πώς ν’ αλλάξουν οι γέροντες τα ταμπάρα των και τα τσόχινα πανωβράκια των και αι γραίαι τα κοντογούνια των, τα από πεντηκονταετίας, ως προικιόν χορηγηθέντα υπό των μητέρων των, και ουδέποτε αλλαγέντων κατά την διάρκειαν ολοκλήρου βίου; Είδαν κι’ έπαθαν οι ξένοι άνθρωποι να τους πείσουν ν’ αλλάξουν την αρχαϊκήν των φορεσιάν και «να μπουν στα στενά», ήγουν να βάλουν τα ευρωπαϊκά και συγχρονισθούν οπωσούν με το ξένον περιβάλλον και τας συνηθείας του τόπου.

Βορράς, λοιπόν, χιονιστής είχε φυσήξει εις τα αρκτώα εκείνα μέρη, λήγοντος του έτους 1961, ότε η γραία Λαμπρινή, χήρα ωσεί εβδομηκοντούτις, έχουσα κόρην έγγαμον εις το χωρίον Σ* της Πίνδου και εγγόνια τα οποία δεν επρόφθασε να γνωρίση και να ταρναρίση ως μάμμη εις τα γόνατά της, απεφάσισε να υπάγη εις την πατρίδα. Ήκουσεν ότι διά να ταξιδεύση εχρειάζετο χαρτιά και σφραγίδας και υπογραφάς και εισιτήρια εις τον σιδηρόδρομον. Και τον μεν ναύλον ηδύνατο να πληρώση η γραία Λαμπρινή εκ της συντάξεως την οποίαν της παρείχον οι ξένοι άνθρωποι – ας είναι καλά.  Αλλά τα χαρτιά, τας σφραγίδας και τας υπογραφάς πού θα τας εύρισκαν; Οι λύκοι που εκυβέρνων «εκεί κάτω» εις την πατρίδα δεν της έδιδον την άδειαν. Και να ήτο μόνο αυτό; Το πατρογονικόν της σπίτι εις το χωρίον, εκεί όπου εγεννήθη και ανεστήθη, όπου υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα, το κατείχον ξένοι άνθρωποι. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα η γραία Λαμπρινή. Όλα τούτα της τα είχε γράψει καταλεπτώς η θυγάτηρ της, το Μαχώ, διά χειρός του πατρός Ιωάσαφ, του ιερέως του χωρίου. Είχε –λέει– ψηφισθή νόμος και την έσβησαν από το δημοτολόγιον και της εσήκωσαν την υπηκοότητα την ελληνικήν και της εδήμευσαν τον οικίσκον της και το χωράφι της και τα παρέδωσαν σε κάτι βερέμηδες, κακούς ανθρώπους, πρώην συνεργάτας των Γερμανών – φωτιά να τους κάψη! Και η γραία Λαμπρινή, μόνη κι έρημη εις τα ξένα ενοστάλγει την πατρικήν και συζυγικήν εστίαν, τον ταπεινόν οικίσκον της και το παραγώνι της, και τα εγγόνια της, φωτογραφίας των οποίων αρτίως τας είχε αποστείλει η θυγάτηρ της μέσα εις το πικραμένον της γράμμα. Τας είχε έκτοτε, ημέραν και νύκτα, εις τον κόρφον της και επεδείκνυεν εις τας άλλας ομοχωρίους της γερόντισσας και τας κατεφίλει δακρύουσα. Και από καιρού εις καιρόν παρεκάλει τους γραμματισμένους να  της διαβάσουν το φαρμακωμένον γράμμα της θυγατέρας της, ενώ κρουνοί δακρύων έβρεχον τας ρικνάς παρειάς της κάθε φοράν που ήκουε τα ίδια, τα πικρά λόγια: «Αγαπημένη μου μάνα, πρώτον ερωτώ διά την καλήν σας υγείαν. Αν ερωτάτε και δι’ ημάς καλώς υγιαίνομεν. Μάθε, μητέρα, ότι ο ένας τοίχος του σπιτιού μας εσάπισε και είναι έτοιμος να πέση. Προσέτι μίαν ημέραν επήρε φωτιά το παραγώνι κι εκόλλησε το φαγοπύρι φωτιά κι εκάηκε το νταβάνι. Ανέβη ο άντρας μου να το σβήση και έσπασαν όλα τα κεραμίδια. Κοντά σ’ αυτά με βρήκαν και άλλες καταδρομές. Η γειτόνισσά μας που σου κρατεί στανικώς το σπίτι εμάλωσε μαζί μου κι ύστερα πήγε εις την Αστυνομίαν και με κατεμήνυσε τάχα πως εγώ την είπα πείσα και δείξα, ενώ εκείνη μούπε τα χειρότερα. Τώρα πρέπει να πάω και στο δικαστήριο. Μού στείλανε τις προάλλες κλήση.

Κι άλλες δυστυχίες με σάστισαν, κατακαημένη μου μάνα. Η γίδα μας αρρώστησε και ψόφησε με τη βαρυχειμωνιά· ήταν κι εγκαστρωμένη. Έχασα και τη γίδα, έχασα και τα κατσίκια τα δυο, έχασα και το γάλα των παιδιών. Μόνο το νου μου δεν έχασα, καημένη μου μάνα…».

* * *

Το απεφάσισε, λοιπόν, η γραία Λαμπρινή. Θα έφευγε μόνη διά τον τόπον της και ας μην είχε χαρτιά και σφραγίδας από την βασιλικήν κυβέρνησιν. Ιδέαν περί συνόρων και λοιπών εμποδίων, όσα οι άνθρωποι εφεύρον διά να χωρισθούν μεταξύ των, δεν είχε. Θα τραβούσε προς νότον, αυτό το ήξευρεν. Έχουσα αριστερά της την ανατολήν και δεξιά την δύσιν, θα εβάδιζε την ημέραν και θα εκόνευε την νύκτα εις τα σπίτια των καλών Χριστιανών. Και κάποτε θα έφθανε. Και διά να γλυτώση την πεζοπορίαν, αν έβλεπε σιδηρόδρομον κατευθυνόμενον προς νότον, θα επλήρωνε τον ναύλον και θα επέβαινε, με το καλό ή με το άγριον.

Αφ’ εσπέρας έλαβε την απόφασιν να εκκινήση τα χαράματα. Χωρίς να είπη τίποτε εις τας άλλας γυναίκας τας ομοχωρίους της, απεσύρθη ενωρίς εις τον οικίσκον της, εμάζευσε τον ρουχισμόν της και μερικά κανίσκια τα οποία είχε προμηθευθή διά τα εγγονάκια της, τα έδεσεν όλα εις μπόγον, ενεδύθη και κατεκλίθη εις την κλίνην της, όπως ήτο, διά να κλέψη ένα ύπνο, πριν εκκινήση διά το μεγάλον ταξίδι.

Επί αρκετάς ώρας ελαγοκοιμήθη, έχουσα κατά νουν να ξυπνήση ολίγον προ της αυγής και να ολισθήση λάθρα έξω του χωρίου. Και ότε ηκούσθη το πρώτο λάλημα του πετεινού, η γραία Λαμπρινή ηγέρθη τάχιστα, ενίφθη κατά πρόσωπον, έκαμε τον σταυρόν της και εξεπόρτισε. Η νυξ ήτο ακόμη βαθεία και το χιόνι εφώτιζεν αμυδρώς τον δρόμον της με την ψυχράν ανταύγειάν του.

Άμα εξελθούσα εις τους ερημικούς κατ’ εκείνην την ώραν δρόμους του χωρίου, εβάδισε ταχέως προς τον σταθμόν του σιδηροδρόμου. Θα επεβιβάζετο της πρώτης αμαξοστοιχίας, η οποία θα διηθύνετο προς νότον, κατά το σχέδιόν της. Εις τούτο εστάθη τυχερή. Εμπορικός συρμός με ανοικτά βαγόνια έμφορτα μεγάλων ζώων, ήτο έτοιμος να εκκινήση. Και η θεία Λαμπρινή, ολισθήσασα κρυφίως, αφού πρώτον έρριψε τον μπόγον της εις το βαγόνι, εσκαρφάλωσεν είτα και αυτή και ετοποθετήθη αθορύβως μεταξύ οκτώ αγελάδων, αι οποίαι την υπεδέχθησαν με φιλικούς μηκυθμούς και την εθέρμαινον με την αναπνοήν των.

Το τραίνο εξεκίνησεν. Η γραία Λαμπρινή έκαμε άλλην μίαν φορά το σημείον του σταυρού και έλαβε κουράγιο. Ήδη το δυσκολότερον μέρος του ταξιδίου επραγματώνετο ευτυχώς. Ενόμιζεν ότι μετ’ ου πολύ θα έβλεπε την κορυφογραμμήν της Πίνδου, την τόσον οικείαν εις την μνήμην της, την χαμένην εις την αντάραν και το χιόνι. Και ότε εξημέρωσεν, η γραία επρόβαλε μετ’ άκρας επιφυλάξεως την κεφαλήν της από το παραπέτο του βαγονιού, προσπαθούσα να διακρίνη εις το αβέβαιον πρωϊνόν φως και ομίχλην, τα γνώριμα και αγαπημένα βουνά.

Αλλοίμονον! Η πατρίδα ήτο ακόμη αρκετά μακράν. Προ των ομμάτων της γραίας Λαμπρινής ηπλούτο ο ατελείωτος κάμπος, όσον που φθάνει το μάτι, σαβανωμένος με το χιόνι. Εταξίδευσεν ολόκληρον την ημέραν προς νότον και περί την βραδυνήν αμφιλύκην της εφάνη ότι διέκρινε μακράν τας σκιάς υψηλών βουνών. Η καρδιά της ελαχτάρησε. Να ήτο άραγε η Πίνδος, το προσφιλές βουνόν, όπου υπό την σκιάν του εγεννήθη, εμεγάλωσεν, υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα;

Όχι μόνον δεν ήτο η Γη της Επαγγελίας της, αλλά και περί το εσπέρας, ότε ο ήλιος έδυεν εις την παρυφήν του κάμπου, εβεβαιώθη ότι ο συρμός εστράφη προς την δύσιν. Εμάζευσεν εν βία τον μπόγον της και, όταν ο σιδηρόδρομος εστάθη δι’ ολίγα λεπτά, επήδησεν αθορύβως εις το έδαφος, αποφασισμένη να συνεχίση πεζή το ταξίδι της.

* * *

Άγνωστος τόπος το μέρος όπου ευρέθη. Εις την ακοήν της έφθαναν λόγια άγνωστα, διαφορετικά από την γλώσσαν του τόπου εις τον οποίον έζη μέχρι προ τινος. Η καρδία της εμούδιασε. Πού να υπάγη νύκτα ώραν, ξένη και άγνωστος, μόνη και έρημος γραία, αδύνατον μέρος; Όλον το θάρρος της την εγκατέλειψε και καθήσασα εις μίαν γωνίαν του σταθμού, ομού μετ’ άλλων επιβατών, ήρχισε να κλαίη με μαύρα δάκρυα. Πονετικοί άνθρωποι αυτοί οι ξένοι. Την περιεκύκλωσαν με ενδιαφέρον και την ηρώτων εις την άγνωστον γλώσσαν των διά την αφορμήν των δακρύων της. Τι να τους είπη; Πώς να συνεννοηθή; Πώς να τους ζωγραφίση τον πόνον της; Και έκλαιε με σιωπηλούς λυγμούς, ενώ γύρω της οι ξένοι άνθρωποι την παρετήρουν με ανείπωτον συμπάθειαν. Ήλθε, τέλος, και ένας άνθρωπος της εξουσίας. Με θερμόν χαμόγελον την επλησίασε, της ωμίλησε. Είδε και απόειδε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθεί. Αντήλλαξε μερικές λέξεις με τους πολίτας και λαβών ηρέμα την γραίαν εκ του βραχίονος, την ωδήγησε εις το γραφείον του σταθμού.

Εκ της ανταλλαγής των ολίγων λέξεων μετά της γραίας, ερωτωμένης εις την ξένην γλώσσαν και αποκρινομένης εις την γλώσσαν της στερεοτύπως «θέλω να πάω στο χωριό μ’», εξήχθη το συμπέρασμα από την ομήγυριν ότι επρόκειτο περί Ελληνίδος. Ο αστυνομικός ωμίλησεν εις το τηλέφωνον δι’ ολίγων και μετ’ ου πολύ κατέφθασαν ασθμαίνοντες δύο Έλληνες εκ των πολιτικών προσφύγων, των διαμενόντων εις την πολίχνην εκείνην της Τσεχοσλοβακίας. Διότι η γραία είχε διέλθει τα πολωνοτσεχικά σύνορα και ευρέθη, άνευ διαβατηρίου, εις την Τσεχίαν.

Οι δύο Έλληνες έσκυψαν έκπληκτοι πλησίον της γραίας:

–Από πού είσαι, μάνα μου;
–Από την Πίνδο…

Ακούσασα την πάτριον φωνήν έπαυσε πλέον αυτομάτως να κλαίη και ανέβλεψεν μετ’ ελπίδων προς τους νεοελθόντας.

–Και πού καθόσουν;
–Σα κει στην Πολωνία…

Έκαμαν οι άνθρωποι τον σταυρόν των, ενώ οι ξένοι συγκινηθέντες παρηκολούθουν εν μεταφράσει την συνομιλίαν.

–Και πώς ήρθες εδώ;
–Με το τραίνο, γιε μ’!
–Και πώς θα πας κάτου;
–Με το πόδι μ’! Βαστάου για ακόμ’!

Εγέλασαν γύρω οι άνθρωποι. Έλαβον την γραίαν μετά στοργής και την ωδήγησαν εις τους ελληνικούς καταυλισμούς, ενώ ταυτοχρόνως ετηλεγράφουν εις Πολωνίαν προς ησυχίαν των εκεί συμπατριωτών των.

Βεβαίως, το ταξίδι της γραίας Λαμπρινής προς το χωρίον της δεν επραγματώθη. Και στενάζουσα, αναμένει μετά των άλλων την ευλογημένην ώραν της επιστροφής της εις το πάτριον έδαφος. Αχ, δεν θάχουν, Θεέ μου, τελειωμόν οι πίκρες και τα βάσανα του κόσμου;

(Η Αυγή, 25.12.1964)

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , | 70 Σχόλια »