Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παπαδιαμάντης’ Category

Οι Χαλασοχώρηδες (απόσπασμα)

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2019

Εκλογές σήμερα, σκέφτηκα να βάλω ένα λογοτεχνικό κείμενο με εκλογικό χρώμα, ένα μεγάλο απόσπασμα από την πασίγνωστη νουβέλα του Αλ. Παπαδιαμάντη «Οι χαλασοχώρηδες» που ακριβώς έχει θέμα της τα εκλογικά ήθη στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, τότε που ψηφιζαν μόνο οι άντρες, με σφαιρίδιο σε ατομικές κάλπες.

Ο Παπαδιαμάντης δίνει στη νουβέλα του τον υπότιτλο «Μικρά μελέτη», και πράγματι εκθέτει και τις απόψεις του -με τη βοηθεια του άλτερ έγκο του, του «πτωχαλαζόνος» Λέανδρου Παπαδημούλη. Διάλεξα τα τρία τελευταία κεφάλαια (Ι’ έως ΙΒ’) της νουβέλας: Στο πρώτο από αυτά, μια παρέα από πέντε ψηφοφόρους, «μερακλήδες», προσφέρει τις ψήφους της στον πλειοδότη από τους δυο κομματάρχες του νησιού. Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Λέανδρος Παπαδημούλης εκθέτει την αιρετική άποψη ότι η αγοραπωλησία της ψήφου είναι το μικρότερο κακό. Στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο η πεντάδα των ψηφοφόρων, αφού βρήκε πλειοδότη, κατευθύνεται προς το εκλογικό τμήμα -αλλά ο κομματάρχης που έχασε στην πλειοδοσία σπεύδει να πιέσει την εφορευτική επιτροπή να κλείσει την ψηφοφορία πριν προλάβουν να ψηφίσουν οι πέντε. Τελικά, νικάει η δημοκρατία.

Να θυμίσω ότι για τους Χαλασοχώρηδες έχουμε δημοσιεύσει παλιότερα μελέτη του φίλου μας Μάκη Πασχαλίδη.

Το κείμενο έχει πολλές ιδιωματικες λέξεις. Όποιος έχει απορία, ας ρωτησει στα σχόλια.

Ι΄

Ήτο δειλινόν ήδη και το πολύ των επιδημούντων εκλογέων είχε ψηφίσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ-Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους μεγάλα δένδρα, βερικοκκιάν και συκήν και απιδέαν, είχον στρωθεί από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος. Καίτοι διαφόρων ηλικιών κι επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες και το είχαν στρώσει εκεί, ουδ’ είχαν σκοπόν να υπάγουν να ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, περιφερομένη από αυλακιάς εις αυλακιάν, μύωψ ούσα, έκοπτε κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλώρης, από τεσσαρακονταετίας δεν είχε παύσει να καλλιεργεί τον κήπον, αλλ’ ενώ όλον τον χρόνον τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ-Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κι εγίνοντο από δυο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος εχώνετο έως τις μασχάλες, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον λαιμόν. Αλλ’ από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είναι οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε ένα παλαιόν δημώδες δίστιχον, το εξής·

Σκόρδα, πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι
ο Νιανιός θα θυσιάσει για να βγάλει βουλευτή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 103 Σχόλια »

Κυβερνήσεις και κόμματα

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2019

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές Κυριακή στα Ενθέματα της Αυγής, στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Κανονικά τα άρθρα αυτά δημοσιεύονται πρώτη Κυριακή του μήνα, όμως η επόμενη Κυριακή θα ήταν η μέρα των εκλογών, οπότε κατ’ εξαίρεση δημοσιεύτηκαν προχτές, πολύ κοντά έτσι κι αλλιώς στην πρώτη μέρα του μήνα. Τα άρθρα αυτά συνήθως τα αναδημοσιεύω εδώ την αμέσως επόμενη μέρα, αλλά χτες είχαμε το Μηνολόγιο.

Εκλογικό και το σημερινό μας σημείωμα, που μάλιστα κατ’ εξαίρεση δημοσιεύεται μια βδομάδα νωρίτερα, αφού η πρώτη Κυριακή του μήνα είναι η μέρα των εκλογών, οπότε ένα (προ)εκλογικό άρθρο θα ήταν μάλλον άκαιρο.

Στο άρθρο μας στις αρχές Μαΐου είχαμε επίσης αναφερθεί στο εκλογικό λεξιλόγιο, συνεχίζουμε όμως εκλογολεξιλογώντας, αφού δεν έχουμε εξαντλήσει το θέμα. Οι εκλογές του Μαΐου ήταν για την ανάδειξη των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (όπως και των δημοτικών και περιφερειακών αρχών), αλλά την άλλη Κυριακή θα ψηφίσουμε για την ανάδειξη κυβέρνησης στην Ελλάδα.

Η λέξη ανάγεται στο ρήμα κυβερνώ, που είναι αρχαίο· πανάρχαιο μάλιστα, αφού απαντά ήδη στον Όμηρο, όπως και το ουσιαστικό κυβερνήτης (αλλά και κυβερνητήρ). Η αρχική σημασία βέβαια του ρήματος αφορούσε τη διοίκηση του πλοίου: κυβερνήτης ήταν ο τιμονιέρης και κυβέρνησις η διακυβέρνηση του πλοίου, αλλά ήδη από την κλασική εποχή εμφανίζεται η, πολύ φυσιολογική άλλωστε, μεταφορική επέκταση του όρου στη διοίκηση των πόλεων. Οπότε, ο κάπως τετριμμένος παραλληλισμός του εκάστοτε πρωθυπουργού με τον ναυτικό που κρατάει στα στιβαρά του χέρια το τιμόνι της χώρας είναι πολύ παλιός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Διαδίκτυο, Ετυμολογικά, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , , | 226 Σχόλια »

Tο πανί του Γληγόρη (εκλογικό διήγημα του Κ. Φαλτάιτς)

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2019

Μια και πλησιάζουν εκλογές, σκέφτηκα να βάλουμε ένα εκλογικό διήγημα που ανέβηκε πρόσφατα στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο. Βέβαια, το κατεξοχήν εκλογικό πεζογράφημα των γραμμάτων μας είναι η νουβέλα «Χαλασοχώρηδες» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη -που όμως είναι πολύ γνωστό και το έχουμε άλλωστε αναλύσει και στο ιστολόγιο σε άρθρο του φίλου Μ. Πασχαλίδη.

Κατά σύμπτωση, ο συγγραφέας του σημερινού διηγήματος έχει ασχοληθεί αρκετά με την ανάδειξη του έργου του Παπαδιαμάντη -αν και έχει συνδέσει το όνομά του με ένα άλλο, σχετικά κοντινό στη Σκιάθο νησί. Πρόκειται για τον Κώστα Φαλτάιτς (1891-1944) γεννημένο στη Σμύρνη αλλά που έζησε πολλά χρόνια στη Σκύρο. Ο Φαλτάιτς άφησε εκτενές έργο στο μεταίχμιο μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας.

Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά, ανάμεσά τους και το Μπουκέτο όπου δημοσιεύτηκε και το παρόν διήγημα. Στο Μπουκέτο ο Φαλτάιτς έχει δημοσιεύσει και αξιόλογα πρώιμα ρεμπετολογικά άρθρα. Για να τα λέμε όλα, πάντως, σύμφωνα με ορισμενες πηγές επί Κατοχής εκτέθηκε ως δωσίλογος και για τον λόγο αυτό διαγράφτηκε από την ΕΣΗΕΑ αμέσως μετά την Απελευθέρωση.

 

ΤΟ ΠΑΝΙ ΤΟΥ ΓΛΗΓΟΡΗ
Ναυτικό Διήγημα

Μόνο η βάρκα του Γληγόρη, απ’ όλες τις ψαρόβαρκες δεν είχε πανί.
Στις παραμονές των εκλογών, είτε βουλευτικές ήσαν είτε κοινοτικές, οι υποψήφιοι, για να πάρουν την ψήφο του, του έταζαν ένα πανί. Αλλά όλοι τον εγελούσαν κι η βάρκα του έτσι έμενε πάντα ξυλάρμενη.
Ήταν λύπη να τον βλέπεις τον καημένο τον Γληγόρη να τραβά κουπί ώρες και ώρες για να φτάσει από τον ένα κάβο στον άλλο ή για να γυρίσει πίσω στο λιμανάκι, εκεί κάτω που οι άλλοι με το πανί τελείωναν γρήγορα και άνετα.
Τα χέρια του έμοιαζαν με χοντρά γέρικα ροζασμένα κλαδιά δέντρου, σκληρότατα και γεμάτα όγκους. Είχαν χάσει την ευαισθησία του κρύου και της ζέστης. Έπιανε με τα δάχτυλα τα αναμμένα κάρβουνα, χωρίς να καίγεται. Αυτό τουλάχιστον το καλό του είχε δημιουργήσει το ατέλειωτο τράβηγμα του κουπιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 92 Σχόλια »

Η νοσταλγία του Γιάννη (πασχαλινό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 29 Απριλίου, 2019

Δεύτερη μέρα σήμερα του Πάσχα, μέρα αργίας. Συνεχίζουμε λοιπόν στο ιστολόγιο με ανάγνωσμα λογοτεχνικό και πασχαλινό -ή μάλλον μεταπασχαλινό, όπως θα δείτε.

Χτες βάλαμε αφήγημα για τον Παπαδιαμάντη, σήμερα θα δούμε ένα διήγημα του ίδιου του Παπαδιαμάντη, αλλά διαφορετικό από τα άλλα. Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα έχει την ιδιαιτερότητα ότι προστέθηκε στο παπαδιαμαντικό κόρπους τα τελευταία χρόνια, διότι ήταν αθησαύριστο και είχα τη μεγάλη χαρά και τιμή να το ανακαλύψω τυχαία, καθώς αναδιφούσα παλαιά σώματα του περιοδικού Οικογένεια. Όλη την ιστορία της ανακάλυψης την παρουσιάζω σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, το 2012 (τότε δεν είχε επιβεβαιωθεί απολύτως η γνησιότητα του διηγήματος).

Αργότερα, το διήγημα κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστό τομίδιο από τις εκδόσεις Ερατώ, και πλέον έχει προστεθεί και επίσημα στο σώμα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, η 172η ψηφίδα.

Το διήγημα εκτυλίσσεται στη Σκιάθο -αυτό δηλώνεται έμμεσα, από το τοπωνύμιο Βουρλίδια, που το βρίσκουμε και σε άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (πχ. στα «Συμβάντα στο μύλο») αλλά και από το πρόσωπο του ταβερνιάρη Σαραφιανού, ο οποίος επίσης εμφανίζεται σε άλλα διηγήματα (π.χ. στο «Σπιτάκι στο λιβάδι»). Ο Θωμάς Σαραφιανός ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Σε δημοσιογραφικό του άρθρο, ο Παπαδιαμάντης επαινεί το μοσχάτο κρασί που σερβίρεται στο «οινοπωλείον και παντοπωλείον Η Μουργιά του Θωμά Σαραφιανού εις την Σκίαθον».

Κατ’ εξαίρεση, το κείμενο το παραθέτω σε πολυτονικό. Ελπίζω αυτό να μην προκαλέσει πολλά προβλήματα σε όσους έχουν κινητές συσκευές -αλλά αυτοί μπορούν να το διαβάσουν και εδώ.

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 82 Σχόλια »

Σκούφια, η παροιμιακή

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2019

Μπήκε πια η άνοιξη, αλλά στα βορειότερα κλίματα το κρύο ακόμα δαγκώνει τα πρωινά. Προχτές χρειάστηκε να βγω νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο και σκέφτηκα πως βιάστηκα ν’ αποστρατεύσω το σκουφί που κουβαλάω στο σακκίδιό μου τους χειμωνιάτικους μήνες. Αυτή όμως η παράλειψη μού θύμισε πως κάτι χρωστάω.

Βλέπετε, το σημερινό άρθρο το έχω υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που έγραψα το άρθρο για τις τραγιάσκες και την ετυμολογία τους. Τις τραγιάσκες τις πετούσαν στον αέρα ζητωκραυγάζοντας οι Ρουμάνοι φοιτητές, οπότε είχα τότε γράψει: Πράγματι, τον καιρό που ο κόσμος φορούσε καπέλα ήταν πολύ συνηθισμένο όταν ζητωκραύγαζαν ή πανηγύριζαν, να πετάνε και τα καπέλα τους στον αέρα. Αυτό το βλέπουμε και στην έκφραση «πετάει τη σκούφια του για…» όταν κάποιος δείχνει πολύ ενθουσιασμό για ενα θέμα. Φαίνεται πως και το καπέλο τύπου ρεπούμπλικα πήρε από ανάλογους πανηγυρισμούς το όνομά του (στην Ιταλία, και μας ήρθε μαζί με το όνομα). Στα σχόλια έγινε λόγος και για άλλες εκφράσεις με τη σκούφια, και είπα πως χρωστάω άρθρο για τη λέξη.

Στο λεξικό θα βρούμε τρεις βασικούς τύπους της λέξης: σκούφια, σκουφί και σκούφος. Φαίνεται πως η σκούφια είναι ο παλιότερος τύπος, και ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται και στις διάφορες παροιμίες, αλλά στη σημερινή γλώσσα εντύπωσή μου είναι πως για να αναφερθούμε κυριολεκτικά στο κάλυμμα της κεφαλής μας θα πούμε «σκουφί» κυρίως ή «σκούφος» αν είναι κάπως μεγαλύτερος ή για ειδικές χρήσεις, και πιο σπάνια θα πούμε «σκούφια». Τη σκούφια την κρατάμε για τις παροιμίες.

Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.

Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

Είπαμε ήδη ότι «πετάω τη σκούφια μου για κάτι» σημαίνει ότι δείχνω μεγάλο ενθουσιασμό για ένα θέμα. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης δίνει έναν πλατυσμό (που θέλει ο φίλος Πέπε) της έκφρασης, αν και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα μπορούμε να σκεφτούμε και την κυριολεξία:

Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν.

Πάντως, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. Συχνά, με το «για…», π.χ. πετάει τη σκούφια του για εκδρομές. Τη βρίσκω επίσης συχνά σε τίτλους αθλητικών ειδήσεων: Πετάει τη σκούφια του για να γυρίσει στην τάδε ομάδα ο τάδε προπονητής. Τον Ιούλιο του 2015 ο Ν. Φίλης του ΣΥΡΙΖΑ είχε δηλώσει ότι «δεν πετάμε τη σκούφια μας» για τη συμφωνία με τους δανειστές -τον οδυνηρό συμβιβασμό: δεν είμαστε και ενθουσιασμένοι.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η γνωστότερη παροιμιακή έκφραση με τη σκούφια. Νομίζω πως σαφώς πιο διαδεδομένη είναι «από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια του», που συνήθως εκφέρεται αρνητικά: δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του: λέγεται, συνήθως με μια δόση καχυποψίας, για κάποιον του οποίου αγνοούμε πλήρως την καταγωγή και την προϊστορία. Πρέπει να είναι εξέλιξη της παλιότερης έκφρ. «από τι μαλλί βαστάει η σκούφια του» την οποία παραθέτει ο Βενιζέλος με το ερμήνευμα «επί των καθ’ όλα αγνώστων».

Γράφει, ας πούμε, ο Πικρός στα Χαμένα κορμιά: … το Τζούλιο Τζάκομο τον εραστή της, έναν Ιταλό που δεν ξέρει κανείς από πού βαστά η σκούφια του και που λέει πως είναι κόντες.  Ή, ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν: Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα …           

Σπάνια θα δούμε να χρησιμοποιείται η έκφρ. στο πρώτο πρόσωπο και καταφατικά, δηλ. π.χ. «η σκούφια μου κρατάει από τη Μάνη». Είπαμε, είναι έκφραση που κρύβει καχυποψία για την προέλευση του λεγάμενου -όπως στα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά:

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανένα δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·

Πάντως, η εφαρμογή που βρίσκει σε ποιες περιοχές της χώρας επιχωριάζει κάθε επώνυμο, που συχνά τη χρησιμοποιούμε εδώ, λέγεται «Από πού κρατάει η σκούφια σου»

Μια τρίτη έκφραση με τη σκούφια, που καταγράφεται στο ΛΚΝ, είναι «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με». Σημαίνει: μη με κατηγορείς για κάτι που το κάνεις κι εσύ.

Νόμιζα ότι η έκφραση αυτή έχει παλιώσει, αλλά βλέπω ότι γκουγκλίζεται κάμποσο και καταγράφεται και στο slang.gr, όπου θα δείτε και τις ομοιότητες και τις διαφορές της από την παρεμφερή φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Από το σλανγκρ ξεσηκώνω το παράδειγμα χρήσης: Όταν ο Επίτιμος είχε πει κάποτε – ως κακέκτυπο του Αριστοτέλους – «πολιτική δεν νοείται χωρίς ηθική», η μόνη απάντηση που ήρμοζε, αρμόζει και θα αρμόζει είναι, στεντορεία τη φωνή: βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με, καραγκιόζη. [Άραγε αν μας διαβάζει κανείς σε π.χ. 20 χρόνια θα καταλάβει ποιος είναι ο Επίτιμος;]

Το μόνο που δεν λέει το σλανγκρ είναι η προέλευση της φράσης. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εξήγηση, η έκφραση γεννήθηκε από έναν ευτράπελο μύθο. Σε κάποιο μοναστήρι, ο ηγούμενος είχε κλειστεί στο κελί του με μια γυναίκα. Ενώ όμως βγάζανε τα μάτια τους, ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο καλόγερους, που πιάστηκαν στα χέρια. Οι άλλοι καλόγεροι χτύπησαν την πόρτα του κελιού του γούμενου για να τον ειδοποιήσουν, οπότε αυτός, πάνω στη βιασύνη του έκανε λάθος, και αντί για το καλογεροσκούφι φόρεσε το βρακί της λεγάμενης. Όταν βγήκε έξω, εξοργισμένος που τον είχαν διακόψει, άρχισε να μαλώνει τους πρωταίτιους της φασαρίας και να μοιράζει επιτίμια, οπότε ένας από αυτούς του λέει «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με».

Μια τέταρτη έκφραση με τη σκούφια, πάντα στο ΛΚΝ, είναι: βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι, κυρίως επειδή έχουμε εξασφαλιστεί οικονομικά. Ωστόσο, πιο συχνά λέμε «φοράω στραβά το καπέλο μου».

Πάμε τώρα στις λιγότετρο συχνές εκφράσεις με τη σκούφια, που είναι μισοξεχασμένες.

  • παρακαλώ εγώ κι η σκούφια μου: αστεία μορφή παράκλησης, που οφείλεται στο ότι όταν παρακαλούσαν έβγαζαν συνήθως, σε ένδειξη σεβασμού, και το κάλυμμα της κεφαλής
  • πάρε τη σκούφια μου συχαρίκια: όταν μας αναγγείλουν κάτι ασήμαντο -αλλά ήδη η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει αλλάξει και σημαίνει «συγχαρητήρια» και όχι την αμοιβή που δίνουμε σε όποιον μας αναγγείλει ευχάριστο νέο
  • είναι με τρύπια σκούφια: πάμπτωχος. Την έκφρ. την έχει ο Μακρυγιάννης.
  • γύρισε η σκούφια του ανάποδα: όταν κάποιος μένει εμβρόντητος από δυσάρεστη είδηση
  • τάφερε ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια ή: … κι η σκούφια του Μιχάλη. Ευτράπελος πλατειασμός. Υπάρχει και τραγούδι του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, Η σκούφια του Μιχάλη, όπου: Ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή να μου ανοίξει άλλη.
  • αγέννητο το παιδί, αγορασμένη η σκούφια -παραλλαγή του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε»
  • μέτρα κεφάλια και κόψε σκούφιες, φράση που λεγόταν παλιά σε καφενεία όταν παράγγελνε κανείς καφέδες ή ρακές ή ποτό για όλη την παρέα. Ο καφετζής ρωτούσε «πόσους;» και ο παραγγέλνων και πλερώνων απαντούσε έτσι, εννοώντας «όσοι είμαστε». Η φράση δεν λέγεται πια, αφού για να παραγγείλεις σήμερα καφέ πρέπει να δώσεις λεπτομερέστατες προδιαγραφές, οπότε οι παραγγελίες εξατομικεύονται.
  • και τέλος, μια παροιμία που την έλεγε η συχωρεμένη η πεθερά μου, «Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι». Μάλλον την έχω εξευγενίσει, διότι η πεθερά μου την έλεγε: τι του λείπ’ του κασιδιάρη; Σκούφια με το μαργαριτάρι, έτσι με το άρθρο, όπως συνήθιζαν παλιά οι λαϊκοί άνθρωποι σε ορισμένα μέρη, π.χ. έφτιαξα αρνί με το σπανάκι. Βέβαια, του Κασιδιάρη του λείπει κι ένα ευρύχωρο, η δημοκρατία δεν εκδικείται, κελί.

Όλες αυτές οι παροιμίες για τη σκούφια, και σχεδόν καμία για το σκουφί ή τον σκούφο, αν εξαιρέσουμε το «ούφο με σκούφο», που τη θυμάμαι από τα νιάτα μου, αλλά την έχει και το slang.gr, ως επιτατικό του απλού ούφο.

Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό, κοινώς η καπότα, εξού και ο ξεσκούφωτος με αυτή τη σημασία, ενώ υπάρχει και το κλοτσοσκούφι, που λέγεται για κάποιον που όλοι τον περιφρονούν και κανείς δεν τον υπολογίζει, όπως στο τραγούδι που λέει η Βουγιουκλάκη, από την παλιά συνήθεια των παιδιών να παίζουν μπάλα με μια παλιά σκούφια που την είχαν γεμίσει με κουρέλια. Βέβαια, κλοτσοσκούφι είναι και περιφρονητική ονομασία για το ποδόσφαιρο, είτε γενικά ως άθλημα («πάλι κλοτσοσκούφι θα δούμε;») είτε ειδικά για το κακό ποδόσφαιρο («από τότε που ήρθε ο καινούργιος προπονητής, δεν παίζουμε ποδόσφαιρο, παίζουμε κλοτσοσκούφι».

Πρασινοσκούφηδες είναι οι στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων, αλλά ο όρος «μαυροσκούφηδες» μπορεί να αναφέρεται είτε στους φαντάρους των τεθωρακισμένων (και «τέθωρες») από τον μαύρο μπερέ τους, είτε στους θρυλικούς έφιππους σωματοφύλακες του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, που φορούσαν ένα χαρακτηριστικό μαύρο καλπάκι. Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά το καλπάκι αυτό αρχικά το φορούσαν οι Λεγεωνάριοι του Διαμάντη, οι βλαχόφωνοι αυτονομιστές του Πριγκιπάτου της Πίνδου -όταν τους εξόντωσε ο ελασίτης καπετάνιος Νάκος Μπελλής πήρε λάφυρο μερικά καλπάκια που τα χάρισε στον Άρη.

Από παρατσούκλι θα προήλθε και το επώνυμο Αλογοσκούφης, όπως λεγόταν ο σήμερα σχεδόν ξεχασμένος «τσάρος της οικονομίας» επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.

Αλλά αυτά είναι αλλουνού σκούφια. Η δική μας επισκόπηση τελειώνει εδώ!

 

 

 

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Τα 135 πρόσωπα της αγαπημένης

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2019

Tου Αγίου Βαλεντίνου σήμερα και για δεύτερη ή τρίτη (το πολύ) φορά το ιστολόγιο ενδίδει στο έθιμο, που θέλει να γιορτάζουμε σήμερα τον έρωτα. Δεν θα σας προσφέρω σοκολάτα όμως, διότι εδώ λεξιλογούμε.

Ονόματα θα σας προσφέρω, ονόματα για ν’ αποκαλέσετε την αγαπημένη σας.

Από το βιβλίο του φίλου Παντελή Μπουκάλα «Όταν το ρήμα γίνεται όνομα. Η ‘αγαπώ’ και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών», που το παρουσιάσαμε πρόπερσι στο ιστολόγιο, θα ξεσηκώσω έναν κατάλογο επιθέτων που έχουν αντληθεί από δημοτικά τραγούδια.

Γράφει ο Μπουκάλας: Στη δημοτική ποίηση λοιπόν και στα παινέματά της είναι πολλά και ευφάνταστα τα σύνθετα επίθετα που επιχειρούν να συλλάβουν και να αποδώσουν μονολεκτικά είτε ένα πρόσωπο στην ολότητά του είτε κάποιο ξεχωριστό χάρισμά του, μια εξαιρετική δεξιότητά του.

Και για να στηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό, ο Μπουκάλας παρουσιάζει έναν κατάλογο, όχι εξαντλητικό: Ακολουθεί σχετικός κατάλογος, με σποραδικές εσωτερικές ομαδοποιήσεις, ο οποίος είναι, εννοείται, ατελής και ανοιχτός.

Ο κατάλογος πιάνει τρεις σελίδες (312-314) του βιβλίου. Τον παραθέτω στα επόμενα με κάποια επεξηγηματικά σχόλια, τα περισσότερα από τον ίδιο τον Μπουκάλα σε υποσημειώσεις και τελικές σημειώσεις.

Φυσικά, πρόκειται για κατάλογο παινεμάτων για γυναίκα. Παινέματα για άντρες, από γυναίκες, υπάρχουν, αλλ’ επειδή ο γυναικείος λόγος είναι υπόγειος και δεν αγαπά τη δημοσιότητα δεν (ξέρω να) έχουν συγκεντρωθεί. Βέβαια, κσός και κσομηλιγγάτος [χρυσός και χρυσομηλιγγάτος] και στην κορφή αστεράτος, είχε καταγράψει ο Παπαδιαμάντης από το γυναικείο ιδίωμα της Σκιάθου.

Ιδού λοιπόν τα 135 πρόσωπα της αγαπημένης -κάποιο θα βρείτε να ταιριάζει!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Ερωτικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 227 Σχόλια »

Κουγιουμτζής και Κοεμτζής

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2019

Ο Σταύρος Κουγιουμτζής (1932-2005), Θεσσαλονικιός μικρασιατικής καταγωγής, ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς συνθέτες του λεγόμενου έντεχνου λαϊκού τραγουδιού, με αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος, που συνεργάστηκε με πολλούς ερμηνευτές και ερμηνεύτριες στις χρυσές δεκαετίες του είδους, βοηθώντας καθοριστικά στην ανάδειξή τους. Ήταν και στιχουργός. Έχει δώσει αθάνατα τραγούδια που θα τραγουδιούνται για πολλές γενιές ακόμα.

Ο Νίκος Κοεμτζής (1938-2011) έγινε γνωστός όταν, το 1973, στο νυχτερινό κέντρο Νεράιδα στην Κυψέλη, σκότωσε με σουγιά τρεις άλλους θαμώνες που εμπόδιζαν τον μικρότερο αδελφό του να χορέψει σε τραγούδι που το είχε ζητήσει παραγγελιά. Καταδικάστηκε σε θάνατο που αργότερα μετατράπηκε σε ισόβια και αποφυλακίστηκε το 1996. Έγραψε βιβλίο με τη ζωή του και το πουλούσε στο Μοναστηράκι -εκεί τον βρήκε μια μέρα ο θάνατος, από καρδιά. Το φονικό και γενικά η ζωή του αποτέλεσε το θέμα για γνωστό τραγούδι από τον Διονύση Σαββόπουλο,  αλλά και για την ταινία Παραγγελιά του Παύλου Τάσιου.

Θα απορείτε γιατί επέλεξα να συνδέσω αυτούς τους δυο τόσο διαφορετικούς ανθρώπους -τι κοινό στοιχείο έχουν, τέλος πάντων; Πέρα από τη σύμπτωση ότι έζησαν κι οι δυο 73 χρόνια, που δεν την είχα υπόψη μου όταν συνέλαβα την ιδέα για το άρθρο, το κοινό τους στοιχείο είναι ετυμολογικό -είναι δα γνωστό πως εδώ λεξιλογούμε. Η ηχητική ομοιότητα των δύο ονομάτων, Κουγιουμτζής και Κοεμτζής δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για παραλλαγές της ίδιας λέξης.

Κουγιουμτζής ή κουϊμτζής ή κογιουμτζής ή κοεμτζής ήταν ο τεχνίτης που κατεργαζόταν τον χρυσό και το ασήμι και έφτιαχνε κοσμήματα, ο χρυσοχόος δηλαδή. Kuyum στα τουρκικά είναι το χρυσό ή το ασημένιο κόσμημα, ενίοτε και οι πολύτιμοι λίθοι. Η λέξη είναι δάνειο από το τουρκικό kuyumcu, και περιέργως λείπει και από τον Δημητράκο και άλλα παλιότερα λεξικά. Τα νεότερα λεξικά εύλογα δεν την έχουν, αφού δεν ακούγεται πια παρά μόνο ως επώνυμο.

Το επώνυμο επιχωριάζει στη Βόρεια Ελλάδα, συνήθως σε προσφυγικούς πληθυσμούς. Ο τύπος Κουγιουμτζής , που είναι και ο συχνότερος, κυρίως στην Αλιστράτη Σερρών, στο Σουφλί, στην Προσοτσάνη και στις Φέρες. Ο τύπος Κοεμτζής στο Αιγίνιο (από εκεί ήταν και ο Νίκος Κ.) ενώ ο Κουιμτζής στη Χαλάστρα, την Αρναια, το Λιτόχωρο αλλά και τη Σάμο. Να σημειώσουμε επίσης τα παράγωγα επώνυμα Κουγιουμτζίδης, Κουγιουμτζόγλου και, σπανιότερα, Κουγιουμτζόπουλος.

Να σημειώσουμε ότι στον χώρο της τέχνης, συνεπώνυμος του Σταύρου, ήταν ο Μίμης Κουγιουμτζής (1936-2003) ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επώνυμα, Επαγγέλματα, Παπαδιαμάντης, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 183 Σχόλια »

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2018

Το σημερινό διήγημα είναι επανάληψη. Το είχαμε αρχικά δημοσιεύσει το 2009, έκρινα όμως ότι αξίζει μιαν αναδημοσίευση. Σε αυτή τη νέα δημοσίευση έκανα μερικές διορθώσεις στο κείμενο (έχοντας μπροστά μου και την πρώτη δημοσίευση σε εφημερίδα, απ’ όπου και το πορτρέτο του Παπαδιαμάντη), πρόσθεσα μερικά πράγματα στην εισαγωγή και έβαλα και ένα επίμετρο.

Όταν ήμουν μικρός, την παραμονή των Χριστουγέννων ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε.

Εδώ στο ιστολόγιο τηρούμε αυτή την παράδοση ανεβάζοντας χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Το σημερινό όμως διήγημα δεν είναι του Παπαδιαμάντη αλλά «εις υφος Παπαδιαμάντη» -του Κώστα Βάρναλη. Ο Βάρναλης σαν ήταν νέος είχε γνωρίσει τον Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή -την πρώτη μάλιστα φορά, πριν συστηθούν, ο Βάρναλης είχε φωναχτά διαμαρτυρηθεί στο καφενείο για τις αλλεπαλληλες γενικές ενός άρθρου της εφημερίδας («όλο γκέων, γκέων, γκέων»), με τρόπο που είχε εξοργίσει τον Παπαδιαμάντη. Το είχε βάρος αυτό στη συνείδησή του, επειδή τον εκτιμούσε βαθύτατα.

Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος» και το μονοτόνισα. Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη, πάντως υπάρχει έτσι στην εφημερίδα όπου έγινε η πρώτη δημοσίευση. Διορθώνω επίσης το «ορυγάς» σε «ωρυγάς».

Tο διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 23.12.1950 στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος, κεντροαριστερή εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν με καθημερινό χρονογράφημα ο Κώστας Βάρναλης από τον Απρίλιο του 1950 έως το καλοκαίρι του 1953 (μάλιστα, η πρώτη του συνεργασία ήταν ένα άλλο παπαδιαμαντικό, πασχαλινό, που ελπίζω να θυμηθώ να το παρουσιάσω το Πάσχα). Το περίεργο είναι ότι η δημοσίευση αυτή έχει τον υπότιτλο «Αναμνησεις του κ. Κώστα Βάρναλη» -ενώ πρόκειται σαφώς για διήγημα.

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 149 Σχόλια »

Χριστούγεννα στον ύπνον μου (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2018

Προπαραμονή σήμερα, οπότε το διήγημα που θα βάλουμε θα είναι χριστουγεννιάτικο. Συνηθίζουμε στο ιστολόγιο αυτές τις μέρες τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, όμως ένας φίλος μού ζήτησε, αν γίνεται, να βάλουμε ένα διήγημα του άλλου Αλέξανδρου της Σκιάθου και των γραμμάτων μας, του Μωραϊτίδη, που είναι άλλωστε ξάδερφος του Παπαδιαμάντη. Διάλεξα λοιπόν ένα διήγημα του Μωραϊτίδη, που έχει μιαν ιδιομορφία: ότι ανάμεσα στα πρόσωπα εμφανίζεται και ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης. Το διήγημα υπάρχει στο Project Gutenberg αλλά έκανα αντιβολή με την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου (εκδόσεις Στιγμή) και εντόπισα αρκετές διαφορές.

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στην Ακρόπολι στις 25 Δεκεμβρίου 1898 -πριν από 120 χρόνια! Το διήγημα ξεκινάει ως αθηναϊκό, αφού οι δυο εξάδελφοι, ο Μωραϊτίδης που αφηγείται και ο Παπαδιαμάντης, γιορτάζουν τα Χριστούγεννα παρέα με τον φίλο τους τον ιεροψάλτη του Νεκροταφείου, αλλά στο τέλος μετατρέπεται σε σκιαθίτικο, αφού ο αφηγητής περιγράφει ένα όνειρο που είδε.

Ορισμένα σημεία του διηγήματος, όπως η αντίθεση μεταξυ παραδοσιακών και νεωτεριστών σχετικά με τον εορτασμό των Χριστουγέννων, μού είναι εντελώς ξένα κι έτσι δεν θα επιχειρήσω να τα εξιχνιάσω. Υπάρχει και κάποιο αθηναιογραφικό ενδιαφέρον στις περιγραφές -ας πούμε, η «εκκλησία του αγίου Δανιήλ» με τους εργάτες των ελαιοτριβείων είναι σχεδόν σίγουρα στον Βοτανικό.

Στο τέλος σχολιάζω πεντέξι λέξεις -αφήνοντας και μιαν απορία. Πάντως, αν και δεν θέλω να σας επηρεάσω, εμένα ο Παπαδιαμάντης με συγκινεί περισσότερο.

Χριστούγεννα στον ύπνον μου

Μου εφάνη πως δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος. Ήμουν όλην την ημέραν κατηφής και λυπημένος. — Ακούς εκεί; Με τον ήλιον να σημάνουν αι εκκλησίαι; ημέρα πλέον;

Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την δευτέραν ώραν, μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες —ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα. Ενεδύθην, ητοιμάσθην, και ανέμενα. Και ήμουν όλος χαρά, αναλογιζόμενος την ιεράν, την θείαν, την ανεκλάλητον απόλαυσιν: «Όρθρου βαθέος». Οι πολυέλαιοι κατάφωτοι. — Το φως αναδίδει ιδιαιτέραν λάμψιν καιόμενον την νύκτα. Ο ναός απαστράπτων. Οι πιστοί συνηγμένοι πανηγυρικώς  — Χριστός Γεννάται! — Οι ψάλται υπό ιδιαιτέρου ενθουσιασμού κατεχόμενοι. — Δεύτε ίδωμεν πιστοί. — Ο αχώρητος παντί — Ήχοι καθ’ εκάστην αδόμενοι εν ταις μοναίς, και σπανιώτατα ακουόμενοι εν τω κόσμω. — Παν σπάνιον επιθυμητόν. — Και να συρίζη ίσως ο βορράς. — Και να είνε σκοτία έξω. Και να πίπτη χιών. — Δόξα εν υψίστοις θεώ. — Ανατολή Ανατολών. — Επί γης ειρήνη. — Οποία ουράνιος απόλαυσις!

Και όμως η ώρα παρήρχετο χωρίς ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού, ένα γλυκύλαλον, ένα αργυρόηχον κώδωνα. Είδον από του παραθύρου. Το άστρον της Ανατολής, έκλαμπρον, μέγα, ο Αστέρας, έφεγγε, καταυγάζων τον ουρανόν. Εχάραζε πλέον — μου εφάνη. — Εγεννήθη ο Χριστός! Ηκροαζόμην. Ούτε κώδων, ούτε ήχος. Η πόλις εκοιμάτο ως να μη εξημέρωνε χαράς ημέρα. Είχε χιονίσει προ δύο ημερών και ήδη προμηνύεται ημέρα ευήλιος. Αίθρία εν ουρανώ. Πώς λάμπει ο Αστέρας, το άστρον της Ανατολής! Προς στιγμήν μου εφάνη ότι είδον και τους τρεις μάγους, τρεις εφίππους Χαλδαίους με τα βασιλικά στέμματα, με τα σκήπτρα και τα δώρα, ελαύνοντας δρόμω εξ Ανατολών. Από την Ακρόπολιν τάχα. Είποντο του αστέρος. Ήσαν τρία μεγάλα νέφη, άτινα κατεδίωκεν ο απηλιώτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 80 Σχόλια »

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτωβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 224 Σχόλια »

Έγινε φέσι: οι 50 αποχρώσεις της μέθης

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2018

Σε μια συζήτηση τις προάλλες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια στο Φέισμπουκ, ένας φίλος διηγήθηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια πολυεθνική παρέα, οι Έλληνες της παρέας έλεγαν για κάποιον που μέθυσε πολύ, που έγινε τύφλα στο μεθύσι, που έγινε φέσι, που έγινε ντίρλα, και χρησιμοποίησαν την έκφραση «έγινε κομοδίνο». Τότε ένας Τούρκος συνάδελφός τους γελώντας τούς εξήγησε ότι στα τούρκικα χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό komodin για κάποιον άχρηστο, αυτόν που δεν έχει άλλη αξία παρά να στέκεται διακοσμητικός σε μια άκρη. «Γιατί πολεμάμε με αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.

Ομως το σημερινό άρθρο δεν έχει σκοπό να προβληματιστεί για τα κοινά στοιχεία Ελλήνων και Τούρκων ούτε να κάνει κήρυγμα για τη φιλία των λαών, αλλά να διερευνήσει το κομοδίνο και τις άλλες 50 (να είναι τόσες; ή περισσότερες;) αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια στον τίτλο δεν έβαλα την έκφραση «έγινε κομοδίνο» επειδή δεν είναι τόσο κοινή, προτίμησα να βάλω γνωστότερες. Για να πω μάλιστα την αλήθεια, την έκφραση αυτή, το λέω χωρίς να κοκκινίζω, δεν την ήξερα -ο φίλος που τη χρησιμοποίησε είναι αρκετά νεότερος, και κάθε γενιά έχει (και) δικές της λέξεις για να περιγράψει το μεθύσι. Μεθάμε κι εμείς οι γεροντότεροι αλλά το περιγράφουμε αλλιώς.

Γιατί κομοδίνο ο μεθυσμένος; Δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσεις πώς γεννήθηκε μια έκφραση, αλλά ο φίλος θεωρεί ότι βγήκε επειδή περιγράφει κάποιον «που έχει πιει τόσο, που οι διανοητικές του λειτουργίες είναι σε κατάσταση επίπλου». Πιθανώς την ίδια προέλευση να έχει και μια άλλη έκφραση που αναφέρθηκε στην ίδια συζήτηση, το «έγινε μπαούλο».

Σκέφτηκα να συγκεντρώσω λοιπόν σε αυτό το άρθρο όλες τις εκφράσεις που βρήκα και που θυμήθηκα για την περιγραφή των μεθυσμένων, πάντοτε της μορφής «έγινε Χ» ή «είναι Χ» ή «Χ στο μεθύσι». Σημειώνω και μερικές παλιότερες, ως και αρκετά παλιότερες. Η αργκό, το είπαμε και χτες, γερνάει γρήγορα και ανανεώνει γρήγορα το λεξιλόγιό της, οπότε οι νεότεροι δεν θα ξέρουν πολλές από τις εκφράσεις του καταλόγου. Ρώτησα και τις κόρες μου, τι λένε όταν μεθάνε, και μου είπαν κάποιες μάλλον κοινές εκφράσεις όπως έγινε ντίρλα, σκνίπα, φέσι, κώλος, χώμα, τάπα.

Από την άλλη, στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση βρήκα τις εξής εκφράσεις: έγινε βαποράκι, γκον, κουρούνα, κουτούκι, μούσκεμα, σκνίπα, σκρου, στουπί, στύφα, τάβλα, τύφλα, φέσι. Στο λεξικό των συνωνύμων του, ο Δαγκίτσης προσθέτει και το παπόρι. Περίπου τα ίδια έχει και ο Βλαστός στα Συνώνυμα και συγγενικά: κουτουκι, τύφλα, τάβλα, στουπί, τάπα, σκρου, φέσι, σκνίπα· κουρούνα, μούσκεμα. Βαποράκι.

Η σκνίπα, το στουπί, η τύφλα και το φέσι είναι σε χρήση και σήμερα, καναδυό ακόμα μπορεί να είναι γνωστές, κάποιες δεν θα τις ξέρετε.

Στο λεξικό συνωνύμων του Μπαμπινιώτη δίνονται: σκνίπα, τύφλα, πίτα, στουπί, τάβλα, κουδούνι, σταφίδα, χώμα, φέσι.

Περισσότερες εκφράσεις καταγράφονται στο Λεξικό της περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει και ονλάιν αλλά δεν βρήκα τρόπο να λινκάρω στη σελίδα των αποτελεσμάτων της αναζήτησης, ενώ αρκετές υπάρχουν στο Πιπέρι στο στόμα, τη μελέτη για τις λέξεις-ταμπού που έχουμε παρουσιάσει κι εδώ. Από διαδικτυακές πηγές, το slang.gr έχει φυσικά πολλές εκφράσεις, που επίσης τις έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο.

Πρέπει να πούμε ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για το μεθύσι αλλά και για την κατανάλωση ουσιών ή ακόμα και για τη σωματική εξάντληση π.χ. η «είμαι χώμα». Κάποιες βέβαια είναι μόνο για το μεθύσι, όπως εκείνες που δηλώνουν διαβροχή (έγινε στουπί). Σε πολλές από τις εκφράσεις ο μεθυσμένος παρομοιάζεται με αλοιφή ή συναφές υλικό, σε άλλες με ζώο ή έντομο, σε άλλες με έπιπλο.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα συνενώνοντας όσα υπάρχουν στις πηγές που ανέφερα παραπάνω, χωρίς να σημειώνω ολες τις παραπομπές. Πρόσθεσα μερικά που έχω αποδελτιώσει απο τη λογοτεχνία.

Ας δούμε λοιπόν τον κατάλογο με κάποιο σχολιασμό για κάποιες εκφράσεις. Σε αλφαβητική σειρά:

  1. έγινε/είναι αλιάδα (Κάτος)
  2. έγινε/είναι άλογο (slang.gr)
  3. έγινε/είναι αλοιφή (Κάτος)
  4. είναι αποκαής. Παπαδιαμαντικό. Το βάζω τιμής ένεκεν, αν και διαφέρει λίγο αφού περιγράφει την ειδική κατάσταση του μεθύστακα που με ελάχιστη ποσότητα μεθάει πάλι, όπως ο φούρνος που μόλις έχει αρχίσει να κρυώνει.
  5. έγινε/είναι βαποράκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) Ανεξάρτητα από τη χρήση βαποράκι = αυτός που μεταφέρει λαθραία, ιδίως ναρκωτικά, για λογαριασμό άλλου.
  6. έγινε/είναι γκάιντα (Κάτος)
  7. έγινε/είναι Γκόγκολ (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «γκολ»
  8. έγινε/είναι γκολ (slang.gr, Κάτος) Εικάζω ότι είναι εξέλιξη του «έγινε γκον», όταν χάθηκε η διαφάνειά του
  9. έγινε/είναι γκον (Κάτος, Δαγκίτσης) Ο Κ. Καραποτόσογλου, «Δυσετυμολόγητα της νέας Ελληνικής» ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 15 (1989), το ετυμολογεί από το gone=drunk, dead drunk, υποστηρίζοντας ότι «πέρασε στην ελληνική είτε από τους μετανάστες που γύριζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, είτε από τους διαλόγους των κινηματογραφικών ταινιών». Το βρίσκω πειστικό. Ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολόγηση του Ζάχου από το γκογκ, που ο Καραποτόσογλου τη βρίσκει «πληρέστερη αλλά όχι και απόλυτα πειστική».
  10. είναι «εν τη δόξη του». Παπαδιαμαντικό, τιμής ένεκεν.
  11. έγινε/είναι ένα με τη γη (Κάτος)
  12. έγινε/είναι ένα με το χώμα (Κάτος)
  13. έγινε/είναι ζάντα (slang.gr)
  14. έγινε/είναι ζάντα φε (slang.gr)
  15. έγινε/είναι ζούνα. Παπαδιαμαντικό. Ήτο αγγλικόν ρούμι, και με ολίγας δόσεις εγένετο κανείς «ζούνα». (Βαρδιάνος στα σπόρκα).
  16. έγινε/είναι κόκαλο (slang.gr)
  17. έγινε/είναι κομμάτια (slang.gr) Βέβαια η έκφρ. «κομμάτια να γινει» έχει άλλη σημασία.
  18. έγινε/είναι κομοδίνο (Υπογλώσσια)
  19. έγινε/είναι κουδούνι (Κάτος)
  20. έγινε/είναι κουνουπίδι (slang.gr, Κάτος). Περί τη μία μεταμεσονύχτιο διαλύθηκαν -κουνουπίδι απαξάπαντες- για να μεταβούν έκαστος εις τα ίδια (Καραγάτσης, Το 10).
  21. έγινε/είναι κουρούνα (Δαγκίτσης, Βλαστός) κι οι σκαπανείς μαζευονται απ το κρασί κουρούνα, στίχος του Σουρή περί το 1880
  22. έγινε/είναι Κουστώ (slang.gr) Διότι έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.
  23. έγινε/είναι κουτούκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) …είμαι κουτούκι, σε στίχο του Σουρή, 1882
  24. έγινε/είναι κωλίδι (slang.gr)
  25. έγινε/είναι κώλος (slang.gr)
  26. έγινε/είναι λάσπη (slang.gr, Κάτος)
  27. έγινε/είναι λέσι (Κάτος)
  28. έγινε/είναι λιάδα (Κάτος)
  29. έγινε/είναι λιάρδα (slang.gr) Κατά το σλανγκρ, από το αρβανίτικο λιάρδα που σημαίνει λιώμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι από το «λιάδα» δηλαδή αλιάδα, δηλαδή σκορδαλιά.
  30. έγινε/είναι λιώμα (slang.gr, Κάτος)
  31. έγινε/είναι μανουάλι (slang.gr)
  32. έγινε/είναι μούσκεμα (Δαγκίτσης,, Βλαστός)
  33. έγινε/είναι μπαούλο (Υπογλώσσια)
  34. έγινε/είναι Μπομπ Ντίρλαν (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «έγινε ντίρλα»
  35. έγινε/είναι ντέφι (Κάτος)
  36. έγινε/είναι ντίρλα (slang.gr, Κάτος). Εικάζω ότι προέρχεται από το Ντιρλαντά-ντιρλανταντά.
  37. έγινε/είναι ντούρλα. Ίσως παραλλαγή της ντίρλας. Κι ένα βράδυ, που ήταν υπηρεσία στη μονάδα, αφού πρώτα έγινε ντούρλα στο μεθύσι, βγήκε «εφόδου», και δεν ήξερε πού πάν’ τα τέσσερα. (Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων).
  38. έγινε/είναι παϊτόνι (Κάτος)
  39. έγινε/είναι παπόρι (Δαγκίτσης)
  40. έγινε/είναι πατάτα (Κάτος)
  41. έγινε/είναι πίτα (slang.gr, Κάτος) Και πίτας (Κάτος)
  42. έγινε/είναι σκατά (Κάτος)
  43. έγινε/είναι σκνίπα (slang.gr, Κάτος, Δαγκίτσης) Και σκνίπας (Κάτος) Ίσως επειδή οι σκνίπες διαγράφουν τροχιές που θυμίζουν το περπάτημα του μεθυσμένου με οχτάρια. Οι ξυλένιοι φαφλατάδες από το μεθύσι σκνίπες, στίχος του Σουρή.
  44. έγινε/είναι σκρου (Δαγκίτσης, Βλαστός)
  45. έγινε/είναι σούπα (Κάτος)
  46. έγινε/είναι σούρα (Κάτος)
  47. έγινε/είναι σπανακόπιτα (Κάτος)
  48. είναι στα πράματα. Παπαδιαμαντικό.
  49. έγινε/είναι σταφίδα (Κάτος, Μπαμπινιώτης)
  50. έγινε/είναι στειλιάρι. Κι εγώ στηλιάρι έγινα με κόκκινο κρασί στίχος του Σουρή στον Ρωμηό, 1889,
  51. έγινε/είναι στουπί (Κάτος, Δαγκίτσης)
  52. έγινε/είναι στύφα (Δαγκίτσης) Υπάρχει και η παραλλαγή: στούφα στο μεθύσι.
  53. έγινε/είναι τάβλα (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός)
  54. έγινε/είναι τάπα (Κάτος, Βλαστός) «ένας μόρταρος … από το μεθύσι τάπα» σε στιχούργημα του Λαπαθιώτη, 1933.
  55. έγινε/είναι τέζα (Κάτος)
  56. έγινε/είναι τούνγκα (Κάτος)
  57. έγινε/είναι τούντζι. Του Καραγάτση, π.χ. Σύντομα γίνηκαν τούντζι απαξάπαντες («Γιούγκερμαν»)
  58. έγινε/είναι τούρνα (Κάτος)
  59. έγινε/είναι τύφλα (Κάτος, Δαγκίτσης). Και τύφλας (Κάτος) Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβήσιμο τ’ ακριβού της. Καρκαβίτσας, Αρχαιολόγος
  60. έγινε/είναι φέσι (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός).
  61. έγινε/είναι φέτα (Κάτος)
  62. έγινε/είναι χάλια (Κάτος)
  63. έγινε/είναι χημείο (slang.gr)
  64. έγινε/είναι χέσμα (slang.gr)
  65. έγινε/είναι χότζας (Κάτος)
  66. έγινε/είναι χύμα (Κάτος)
  67. έγινε/είναι χώμα (slang.gr)
  68. έγινε/είναι ψάθα (Πιπέρι στο στόμα) Είναι η παλαιότερα καταγραμμένη από τις εκφράσεις, αφού τη βρίσκουμε σε ποίημα του Σούτσου, 1835: Κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα

Είχα πει για 50 αποχρώσεις αλλά πλησιάζουμε τις εβδομήντα και δεν αποκλείεται, μαζί με τα σχόλια, να ξεπεράσουμε και τις εκατό.

Περιμένω λοιπόν να πλουτίσετε τον κατάλογο στα σχολια!

 

 

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης, Ποτά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Τρίτη και 13

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2018

Σήμερα ο μήνας έχει δεκατρείς, άρα, το λέει και το τραγούδι, είναι μέρα γρουσούζικη. Επιπλέον, είναι Τρίτη, που είναι η πιο γρουσούζικη μέρα της εβδομάδας, άρα έχουμε γρουσουζιά στο τετράγωνο -γι’ αυτό και η Τρίτη και 13 του μηνός είναι παροιμιωδώς μέρα δυσοίωνη, όπως δείχνει και ο τίτλος της παλιάς ελληνικής ταινίας με τον Νικο Σταυρίδη στον ρόλο ενός προληπτικού εργολάβου.

Η Τρίτη θεωρείται ευρέως μέρα δυσοίωνη, επειδή, λέει, η 29η Μαΐου του 1453, που έπεσε η Πόλη, ήταν μερα Τρίτη (δεν το έχω ελέγξει). Πάντως, ενώ η απέχθεια για το 13 είναι πολύ διαδεδομένη παγκοσμίως (αν και όχι οικουμενική: οι Κινέζοι θεωρούν γρουσούζικο το 4, οι Ιταλοί το 17), ο φόβος της Τρίτης πρεπει να είναι δική μας πατέντα.

Οι Αγγλοσάξονες, ας πούμε, θεωρούν την Παρασκευή (και 13) γρουσούζικη. Και είχαν ρωτήσει τον Μπέρναρ Σω, «Δάσκαλε, αληθεύει πως η Παρασκευή είναι κακή μέρα για να παντρεύεται κανείς;»

Κι εκείνος απάντησε: «Ασφαλώς, αγαπητοί μου. Γιατι η Παρασκευή να αποτελει εξαίρεση;»

Αφού το εμπεδώσαμε ότι Τρίτη και 13 είναι το τετράγωνο της γρουσουζιάς, να πω ότι στην οικογένεια λέγαμε πως απ’ ολες τις Τρίτες και 13 η πιο γρουσούζικη είναι η Τρίτη 13 Μαρτίου. Δεν ξέρω αν κι εσείς έχετε ακούσει αυτή την εξειδίκευση ή αν ήταν οικογενειακή μας παραδοση, αν πάντως ισχύει, σήμερα που είναι Τρίτη 13 Μαρτίου θα έχουμε γρουσουζιά στον κύβο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Επετειακά, Ετυμολογικά, Κινηματογράφος, Λαογραφία, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Η μέρα της λαγάνας ξανά

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2018

Επειδή έχω πάει μια μικρή εκδρομή, θα επαναλάβω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο για τη σημερινή μέρα, που το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια. Έχω προσθέσει πάντως κάμποσα πράγματα.

Ένα σύντομο πριν πάω να πετάξω τον χαρταετό (ή να τσακίσω τα σαρακοστιανά, που είναι και το πραγματικό… επίδικο της γιορτής), για μία από τις πολλές ξεχωριστές λέξεις της σημερινής μέρας, τη λαγάνα.

Η λαγάνα είναι το επίπεδο ψωμί χωρίς προζύμι που τρώμε την Καθαρά Δευτέρα (και ουσιαστικά μόνο την Καθαρά Δευτέρα, τουλάχιστον οι περισσότεροι). Αυτή είναι η πανελλήνια ονομασία, νομίζω, αν και βέβαια υπάρχουν τοπικά πολλές και διάφορες παραλλαγές και ονομασίες, για παράδειγμα σε ένα κορφιάτικο γλωσσάρι βρίσκω άλλες δυο λέξεις, την ξεπεταχτή και τη φλάουνα, που είναι, λέει, αλευρόπιτα (από το αγγλικό flour)· έχω πολλές επιφυλάξεις για την ετυμολογία, αφού η λέξη «φλαούνα» απαντά και στα νησιά του Αιγαίου, πχ την Τήνο, όπου δεν υπάρχει αγγλική επιρροή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 170 Σχόλια »

Δασκαλιό χωρίς δασκάλους

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2018

Όταν ήμουν μικρός, πέρασα μερικά καλοκαίρια με τον παππού και τη γιαγιά στο Τολό, το παραθαλάσσιο χωριό κοντά στο Ναύπλιο. Παλιότερα πήγαιναν στο Ξυλόκαστρο, αλλά ο παππούς, που είχε τη μέση του, διάλεξε το Τολό επειδή είχε πιο ζεστή θάλασσα, καθώς βρίσκεται σ’ έναν μάλλον κλειστό κόλπο.

Απέναντί μας είχαμε ένα πολύ μικρό νησάκι, όπου πήγαινες και κολυμπώντας -εκεί κόβαμε φραγκόσυκα. Πιο δίπλα, ήταν ένα σαφώς μεγαλύτερο νησί, η Ρόμβη, ακατοίκητο κι αυτό -κάποιοι έβοσκαν κατσίκια. Πισω από τη Ρόμβη, και αθέατο από το Τολό, ήταν ένα μικρότερο νησάκι, το Δασκαλιό, όπου πήγαιναν για ψάρεμα οι ντόπιοι. Καναδυό φορές μάς είχε πάρει κι εμάς ο κυρ Χρήστος με τη βάρκα.

Το Δασκαλιό του Τολού δεν είναι ούτε το μόνο ούτε καν το γνωστότερο μ’ αυτό το όνομα. Οι παπαδιαμαντιστές θα ξέρουν το Δασκαλιό (Δασκαλειό το έγραφε συνήθως ο Παπαδιαμάντης), το «μικρόν φαιοπρασινίζον νησίδιον», έτσι το χαρακτηρίζει στον «Βαρδιάνο στα σπόρκα», που μαζί με άλλα κλείνουν το λιμάνι της Σκιάθου. Δασκαλιό υπάρχει και στην Κερατέα, νησάκι που έδωσε το όνομά του στο λιμάνι και στον παραθαλάσσιο οικισμό, υπάρχει έξω από τον Πόρο, στις Αλκυονίδες νήσους στον Κορινθιακό και σε πολλά άλλα μέρη. Στη Βικιπαίδεια αναφέρονται δεκατέσσερα νησιά ή ακτογραφικά χαρακτηριστικά με αυτό το όνομα, ενώ θα λείπουν κάμποσα ακόμα -το βέβαιο είναι πως λείπει ακόμα ένα Δασκαλιό, αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω τώρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 177 Σχόλια »