Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παπαδιαμάντης’ Category

Έγινε φέσι: οι 50 αποχρώσεις της μέθης

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2018

Σε μια συζήτηση τις προάλλες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια στο Φέισμπουκ, ένας φίλος διηγήθηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια πολυεθνική παρέα, οι Έλληνες της παρέας έλεγαν για κάποιον που μέθυσε πολύ, που έγινε τύφλα στο μεθύσι, που έγινε φέσι, που έγινε ντίρλα, και χρησιμοποίησαν την έκφραση «έγινε κομοδίνο». Τότε ένας Τούρκος συνάδελφός τους γελώντας τούς εξήγησε ότι στα τούρκικα χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό komodin για κάποιον άχρηστο, αυτόν που δεν έχει άλλη αξία παρά να στέκεται διακοσμητικός σε μια άκρη. «Γιατί πολεμάμε με αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.

Ομως το σημερινό άρθρο δεν έχει σκοπό να προβληματιστεί για τα κοινά στοιχεία Ελλήνων και Τούρκων ούτε να κάνει κήρυγμα για τη φιλία των λαών, αλλά να διερευνήσει το κομοδίνο και τις άλλες 50 (να είναι τόσες; ή περισσότερες;) αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια στον τίτλο δεν έβαλα την έκφραση «έγινε κομοδίνο» επειδή δεν είναι τόσο κοινή, προτίμησα να βάλω γνωστότερες. Για να πω μάλιστα την αλήθεια, την έκφραση αυτή, το λέω χωρίς να κοκκινίζω, δεν την ήξερα -ο φίλος που τη χρησιμοποίησε είναι αρκετά νεότερος, και κάθε γενιά έχει (και) δικές της λέξεις για να περιγράψει το μεθύσι. Μεθάμε κι εμείς οι γεροντότεροι αλλά το περιγράφουμε αλλιώς.

Γιατί κομοδίνο ο μεθυσμένος; Δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσεις πώς γεννήθηκε μια έκφραση, αλλά ο φίλος θεωρεί ότι βγήκε επειδή περιγράφει κάποιον «που έχει πιει τόσο, που οι διανοητικές του λειτουργίες είναι σε κατάσταση επίπλου». Πιθανώς την ίδια προέλευση να έχει και μια άλλη έκφραση που αναφέρθηκε στην ίδια συζήτηση, το «έγινε μπαούλο».

Σκέφτηκα να συγκεντρώσω λοιπόν σε αυτό το άρθρο όλες τις εκφράσεις που βρήκα και που θυμήθηκα για την περιγραφή των μεθυσμένων, πάντοτε της μορφής «έγινε Χ» ή «είναι Χ» ή «Χ στο μεθύσι». Σημειώνω και μερικές παλιότερες, ως και αρκετά παλιότερες. Η αργκό, το είπαμε και χτες, γερνάει γρήγορα και ανανεώνει γρήγορα το λεξιλόγιό της, οπότε οι νεότεροι δεν θα ξέρουν πολλές από τις εκφράσεις του καταλόγου. Ρώτησα και τις κόρες μου, τι λένε όταν μεθάνε, και μου είπαν κάποιες μάλλον κοινές εκφράσεις όπως έγινε ντίρλα, σκνίπα, φέσι, κώλος, χώμα, τάπα.

Από την άλλη, στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση βρήκα τις εξής εκφράσεις: έγινε βαποράκι, γκον, κουρούνα, κουτούκι, μούσκεμα, σκνίπα, σκρου, στουπί, στύφα, τάβλα, τύφλα, φέσι. Στο λεξικό των συνωνύμων του, ο Δαγκίτσης προσθέτει και το παπόρι. Περίπου τα ίδια έχει και ο Βλαστός στα Συνώνυμα και συγγενικά: κουτουκι, τύφλα, τάβλα, στουπί, τάπα, σκρου, φέσι, σκνίπα· κουρούνα, μούσκεμα. Βαποράκι.

Η σκνίπα, το στουπί, η τύφλα και το φέσι είναι σε χρήση και σήμερα, καναδυό ακόμα μπορεί να είναι γνωστές, κάποιες δεν θα τις ξέρετε.

Στο λεξικό συνωνύμων του Μπαμπινιώτη δίνονται: σκνίπα, τύφλα, πίτα, στουπί, τάβλα, κουδούνι, σταφίδα, χώμα, φέσι.

Περισσότερες εκφράσεις καταγράφονται στο Λεξικό της περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει και ονλάιν αλλά δεν βρήκα τρόπο να λινκάρω στη σελίδα των αποτελεσμάτων της αναζήτησης, ενώ αρκετές υπάρχουν στο Πιπέρι στο στόμα, τη μελέτη για τις λέξεις-ταμπού που έχουμε παρουσιάσει κι εδώ. Από διαδικτυακές πηγές, το slang.gr έχει φυσικά πολλές εκφράσεις, που επίσης τις έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο.

Πρέπει να πούμε ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για το μεθύσι αλλά και για την κατανάλωση ουσιών ή ακόμα και για τη σωματική εξάντληση π.χ. η «είμαι χώμα». Κάποιες βέβαια είναι μόνο για το μεθύσι, όπως εκείνες που δηλώνουν διαβροχή (έγινε στουπί). Σε πολλές από τις εκφράσεις ο μεθυσμένος παρομοιάζεται με αλοιφή ή συναφές υλικό, σε άλλες με ζώο ή έντομο, σε άλλες με έπιπλο.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα συνενώνοντας όσα υπάρχουν στις πηγές που ανέφερα παραπάνω, χωρίς να σημειώνω ολες τις παραπομπές. Πρόσθεσα μερικά που έχω αποδελτιώσει απο τη λογοτεχνία.

Ας δούμε λοιπόν τον κατάλογο με κάποιο σχολιασμό για κάποιες εκφράσεις. Σε αλφαβητική σειρά:

  1. έγινε/είναι αλιάδα (Κάτος)
  2. έγινε/είναι άλογο (slang.gr)
  3. έγινε/είναι αλοιφή (Κάτος)
  4. είναι αποκαής. Παπαδιαμαντικό. Το βάζω τιμής ένεκεν, αν και διαφέρει λίγο αφού περιγράφει την ειδική κατάσταση του μεθύστακα που με ελάχιστη ποσότητα μεθάει πάλι, όπως ο φούρνος που μόλις έχει αρχίσει να κρυώνει.
  5. έγινε/είναι βαποράκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) Ανεξάρτητα από τη χρήση βαποράκι = αυτός που μεταφέρει λαθραία, ιδίως ναρκωτικά, για λογαριασμό άλλου.
  6. έγινε/είναι γκάιντα (Κάτος)
  7. έγινε/είναι Γκόγκολ (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «γκολ»
  8. έγινε/είναι γκολ (slang.gr, Κάτος) Εικάζω ότι είναι εξέλιξη του «έγινε γκον», όταν χάθηκε η διαφάνειά του
  9. έγινε/είναι γκον (Κάτος, Δαγκίτσης) Ο Κ. Καραποτόσογλου, «Δυσετυμολόγητα της νέας Ελληνικής» ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 15 (1989), το ετυμολογεί από το gone=drunk, dead drunk, υποστηρίζοντας ότι «πέρασε στην ελληνική είτε από τους μετανάστες που γύριζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, είτε από τους διαλόγους των κινηματογραφικών ταινιών». Το βρίσκω πειστικό. Ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολόγηση του Ζάχου από το γκογκ, που ο Καραποτόσογλου τη βρίσκει «πληρέστερη αλλά όχι και απόλυτα πειστική».
  10. είναι «εν τη δόξη του». Παπαδιαμαντικό, τιμής ένεκεν.
  11. έγινε/είναι ένα με τη γη (Κάτος)
  12. έγινε/είναι ένα με το χώμα (Κάτος)
  13. έγινε/είναι ζάντα (slang.gr)
  14. έγινε/είναι ζάντα φε (slang.gr)
  15. έγινε/είναι ζούνα. Παπαδιαμαντικό. Ήτο αγγλικόν ρούμι, και με ολίγας δόσεις εγένετο κανείς «ζούνα». (Βαρδιάνος στα σπόρκα).
  16. έγινε/είναι κόκαλο (slang.gr)
  17. έγινε/είναι κομμάτια (slang.gr) Βέβαια η έκφρ. «κομμάτια να γινει» έχει άλλη σημασία.
  18. έγινε/είναι κομοδίνο (Υπογλώσσια)
  19. έγινε/είναι κουδούνι (Κάτος)
  20. έγινε/είναι κουνουπίδι (slang.gr, Κάτος). Περί τη μία μεταμεσονύχτιο διαλύθηκαν -κουνουπίδι απαξάπαντες- για να μεταβούν έκαστος εις τα ίδια (Καραγάτσης, Το 10).
  21. έγινε/είναι κουρούνα (Δαγκίτσης, Βλαστός) κι οι σκαπανείς μαζευονται απ το κρασί κουρούνα, στίχος του Σουρή περί το 1880
  22. έγινε/είναι Κουστώ (slang.gr) Διότι έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.
  23. έγινε/είναι κουτούκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) …είμαι κουτούκι, σε στίχο του Σουρή, 1882
  24. έγινε/είναι κωλίδι (slang.gr)
  25. έγινε/είναι κώλος (slang.gr)
  26. έγινε/είναι λάσπη (slang.gr, Κάτος)
  27. έγινε/είναι λέσι (Κάτος)
  28. έγινε/είναι λιάδα (Κάτος)
  29. έγινε/είναι λιάρδα (slang.gr) Κατά το σλανγκρ, από το αρβανίτικο λιάρδα που σημαίνει λιώμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι από το «λιάδα» δηλαδή αλιάδα, δηλαδή σκορδαλιά.
  30. έγινε/είναι λιώμα (slang.gr, Κάτος)
  31. έγινε/είναι μανουάλι (slang.gr)
  32. έγινε/είναι μούσκεμα (Δαγκίτσης,, Βλαστός)
  33. έγινε/είναι μπαούλο (Υπογλώσσια)
  34. έγινε/είναι Μπομπ Ντίρλαν (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «έγινε ντίρλα»
  35. έγινε/είναι ντέφι (Κάτος)
  36. έγινε/είναι ντίρλα (slang.gr, Κάτος). Εικάζω ότι προέρχεται από το Ντιρλαντά-ντιρλανταντά.
  37. έγινε/είναι ντούρλα. Ίσως παραλλαγή της ντίρλας. Κι ένα βράδυ, που ήταν υπηρεσία στη μονάδα, αφού πρώτα έγινε ντούρλα στο μεθύσι, βγήκε «εφόδου», και δεν ήξερε πού πάν’ τα τέσσερα. (Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων).
  38. έγινε/είναι παϊτόνι (Κάτος)
  39. έγινε/είναι παπόρι (Δαγκίτσης)
  40. έγινε/είναι πατάτα (Κάτος)
  41. έγινε/είναι πίτα (slang.gr, Κάτος) Και πίτας (Κάτος)
  42. έγινε/είναι σκατά (Κάτος)
  43. έγινε/είναι σκνίπα (slang.gr, Κάτος, Δαγκίτσης) Και σκνίπας (Κάτος) Ίσως επειδή οι σκνίπες διαγράφουν τροχιές που θυμίζουν το περπάτημα του μεθυσμένου με οχτάρια. Οι ξυλένιοι φαφλατάδες από το μεθύσι σκνίπες, στίχος του Σουρή.
  44. έγινε/είναι σκρου (Δαγκίτσης, Βλαστός)
  45. έγινε/είναι σούπα (Κάτος)
  46. έγινε/είναι σούρα (Κάτος)
  47. έγινε/είναι σπανακόπιτα (Κάτος)
  48. είναι στα πράματα. Παπαδιαμαντικό.
  49. έγινε/είναι σταφίδα (Κάτος, Μπαμπινιώτης)
  50. έγινε/είναι στειλιάρι. Κι εγώ στηλιάρι έγινα με κόκκινο κρασί στίχος του Σουρή στον Ρωμηό, 1889,
  51. έγινε/είναι στουπί (Κάτος, Δαγκίτσης)
  52. έγινε/είναι στύφα (Δαγκίτσης) Υπάρχει και η παραλλαγή: στούφα στο μεθύσι.
  53. έγινε/είναι τάβλα (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός)
  54. έγινε/είναι τάπα (Κάτος, Βλαστός) «ένας μόρταρος … από το μεθύσι τάπα» σε στιχούργημα του Λαπαθιώτη, 1933.
  55. έγινε/είναι τέζα (Κάτος)
  56. έγινε/είναι τούνγκα (Κάτος)
  57. έγινε/είναι τούντζι. Του Καραγάτση, π.χ. Σύντομα γίνηκαν τούντζι απαξάπαντες («Γιούγκερμαν»)
  58. έγινε/είναι τούρνα (Κάτος)
  59. έγινε/είναι τύφλα (Κάτος, Δαγκίτσης). Και τύφλας (Κάτος) Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβήσιμο τ’ ακριβού της. Καρκαβίτσας, Αρχαιολόγος
  60. έγινε/είναι φέσι (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός).
  61. έγινε/είναι φέτα (Κάτος)
  62. έγινε/είναι χάλια (Κάτος)
  63. έγινε/είναι χημείο (slang.gr)
  64. έγινε/είναι χέσμα (slang.gr)
  65. έγινε/είναι χότζας (Κάτος)
  66. έγινε/είναι χύμα (Κάτος)
  67. έγινε/είναι χώμα (slang.gr)
  68. έγινε/είναι ψάθα (Πιπέρι στο στόμα) Είναι η παλαιότερα καταγραμμένη από τις εκφράσεις, αφού τη βρίσκουμε σε ποίημα του Σούτσου, 1835: Κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα

Είχα πει για 50 αποχρώσεις αλλά πλησιάζουμε τις εβδομήντα και δεν αποκλείεται, μαζί με τα σχόλια, να ξεπεράσουμε και τις εκατό.

Περιμένω λοιπόν να πλουτίσετε τον κατάλογο στα σχολια!

 

 

Advertisements

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης, Ποτά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Τρίτη και 13

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2018

Σήμερα ο μήνας έχει δεκατρείς, άρα, το λέει και το τραγούδι, είναι μέρα γρουσούζικη. Επιπλέον, είναι Τρίτη, που είναι η πιο γρουσούζικη μέρα της εβδομάδας, άρα έχουμε γρουσουζιά στο τετράγωνο -γι’ αυτό και η Τρίτη και 13 του μηνός είναι παροιμιωδώς μέρα δυσοίωνη, όπως δείχνει και ο τίτλος της παλιάς ελληνικής ταινίας με τον Νικο Σταυρίδη στον ρόλο ενός προληπτικού εργολάβου.

Η Τρίτη θεωρείται ευρέως μέρα δυσοίωνη, επειδή, λέει, η 29η Μαΐου του 1453, που έπεσε η Πόλη, ήταν μερα Τρίτη (δεν το έχω ελέγξει). Πάντως, ενώ η απέχθεια για το 13 είναι πολύ διαδεδομένη παγκοσμίως (αν και όχι οικουμενική: οι Κινέζοι θεωρούν γρουσούζικο το 4, οι Ιταλοί το 17), ο φόβος της Τρίτης πρεπει να είναι δική μας πατέντα.

Οι Αγγλοσάξονες, ας πούμε, θεωρούν την Παρασκευή (και 13) γρουσούζικη. Και είχαν ρωτήσει τον Μπέρναρ Σω, «Δάσκαλε, αληθεύει πως η Παρασκευή είναι κακή μέρα για να παντρεύεται κανείς;»

Κι εκείνος απάντησε: «Ασφαλώς, αγαπητοί μου. Γιατι η Παρασκευή να αποτελει εξαίρεση;»

Αφού το εμπεδώσαμε ότι Τρίτη και 13 είναι το τετράγωνο της γρουσουζιάς, να πω ότι στην οικογένεια λέγαμε πως απ’ ολες τις Τρίτες και 13 η πιο γρουσούζικη είναι η Τρίτη 13 Μαρτίου. Δεν ξέρω αν κι εσείς έχετε ακούσει αυτή την εξειδίκευση ή αν ήταν οικογενειακή μας παραδοση, αν πάντως ισχύει, σήμερα που είναι Τρίτη 13 Μαρτίου θα έχουμε γρουσουζιά στον κύβο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Επετειακά, Ετυμολογικά, Κινηματογράφος, Λαογραφία, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Η μέρα της λαγάνας ξανά

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2018

Επειδή έχω πάει μια μικρή εκδρομή, θα επαναλάβω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο για τη σημερινή μέρα, που το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια. Έχω προσθέσει πάντως κάμποσα πράγματα.

Ένα σύντομο πριν πάω να πετάξω τον χαρταετό (ή να τσακίσω τα σαρακοστιανά, που είναι και το πραγματικό… επίδικο της γιορτής), για μία από τις πολλές ξεχωριστές λέξεις της σημερινής μέρας, τη λαγάνα.

Η λαγάνα είναι το επίπεδο ψωμί χωρίς προζύμι που τρώμε την Καθαρά Δευτέρα (και ουσιαστικά μόνο την Καθαρά Δευτέρα, τουλάχιστον οι περισσότεροι). Αυτή είναι η πανελλήνια ονομασία, νομίζω, αν και βέβαια υπάρχουν τοπικά πολλές και διάφορες παραλλαγές και ονομασίες, για παράδειγμα σε ένα κορφιάτικο γλωσσάρι βρίσκω άλλες δυο λέξεις, την ξεπεταχτή και τη φλάουνα, που είναι, λέει, αλευρόπιτα (από το αγγλικό flour)· έχω πολλές επιφυλάξεις για την ετυμολογία, αφού η λέξη «φλαούνα» απαντά και στα νησιά του Αιγαίου, πχ την Τήνο, όπου δεν υπάρχει αγγλική επιρροή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 170 Σχόλια »

Δασκαλιό χωρίς δασκάλους

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2018

Όταν ήμουν μικρός, πέρασα μερικά καλοκαίρια με τον παππού και τη γιαγιά στο Τολό, το παραθαλάσσιο χωριό κοντά στο Ναύπλιο. Παλιότερα πήγαιναν στο Ξυλόκαστρο, αλλά ο παππούς, που είχε τη μέση του, διάλεξε το Τολό επειδή είχε πιο ζεστή θάλασσα, καθώς βρίσκεται σ’ έναν μάλλον κλειστό κόλπο.

Απέναντί μας είχαμε ένα πολύ μικρό νησάκι, όπου πήγαινες και κολυμπώντας -εκεί κόβαμε φραγκόσυκα. Πιο δίπλα, ήταν ένα σαφώς μεγαλύτερο νησί, η Ρόμβη, ακατοίκητο κι αυτό -κάποιοι έβοσκαν κατσίκια. Πισω από τη Ρόμβη, και αθέατο από το Τολό, ήταν ένα μικρότερο νησάκι, το Δασκαλιό, όπου πήγαιναν για ψάρεμα οι ντόπιοι. Καναδυό φορές μάς είχε πάρει κι εμάς ο κυρ Χρήστος με τη βάρκα.

Το Δασκαλιό του Τολού δεν είναι ούτε το μόνο ούτε καν το γνωστότερο μ’ αυτό το όνομα. Οι παπαδιαμαντιστές θα ξέρουν το Δασκαλιό (Δασκαλειό το έγραφε συνήθως ο Παπαδιαμάντης), το «μικρόν φαιοπρασινίζον νησίδιον», έτσι το χαρακτηρίζει στον «Βαρδιάνο στα σπόρκα», που μαζί με άλλα κλείνουν το λιμάνι της Σκιάθου. Δασκαλιό υπάρχει και στην Κερατέα, νησάκι που έδωσε το όνομά του στο λιμάνι και στον παραθαλάσσιο οικισμό, υπάρχει έξω από τον Πόρο, στις Αλκυονίδες νήσους στον Κορινθιακό και σε πολλά άλλα μέρη. Στη Βικιπαίδεια αναφέρονται δεκατέσσερα νησιά ή ακτογραφικά χαρακτηριστικά με αυτό το όνομα, ενώ θα λείπουν κάμποσα ακόμα -το βέβαιο είναι πως λείπει ακόμα ένα Δασκαλιό, αυτό για το οποίο θα σας μιλήσω τώρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 177 Σχόλια »

Της Κοκκώνας το σπίτι (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 24 Δεκέμβριος, 2017

Κυριακή σήμερα, άρα λογοτεχνία. Παραμονή Χριστουγέννων, που τα παιδιά γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και λένε τα κάλαντα. Τις μέρες των Χριστουγέννων το ιστολόγιο συνηθίζει να βάζει Παπαδιαμάντη, μια παράδοση που την κληρονόμησα από την παιδική μου ηλικία, όταν μας τον διάβαζε ο παππούς στο γιορτινό τραπέζι.

Ο συνδυασμός των παραπάνω στοιχείων βοήθησε στην επιλογή του σημερινού άρθρου: θα παρουσιάσω ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη σχετικό όχι απλώς με τα Χριστούγεννα, αλλ’ ειδικά με τα Κάλαντα.

Φυσικά είναι γνωστό διήγημα, το είχα ανεβάσει το 2007-8 στον παλιό μου ιστότοπο, και το μεταφέρω από εδώ.

Έχω κάνει μερικό εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας, πέρα από το μονοτονικό. Διατήρησα την παλιά ορθογραφία στη λ. Κοκκώνα, που σήμερα τη γράφουμε «κοκόνα». Κοκόνα λέμε ( ; ) μια κυρία αρχοντικής καταγωγής ή γυναίκα μαθημένη στην άνεση και στην πολυτέλεια, ενώ είναι και χαϊδευτική προσφώνηση, όμως εδώ εννοεί μια Ρωμιά από την Πόλη, που για χάρη της άρχισε να χτίζεται το σπίτι στη Σκιάθο -πράγματι, η λέξη χρησιμοποιόταν κατεξοχήν για τις Ρωμιές της Πόλης.

Δεν βρίσκω δύσκολες λέξεις στο διήγημα αλλά αν κάτι σας φαίνεται άγνωστο ή δυσνόητο ρωτήστε. Υπάρχουν αρκετά σημεία άξια γλωσσικού σχολιασμού, ακόμα και στην πρώτη προταση, όπου ο δρόμος χαρακτηρίζεται «περαστικός» (δηλαδή πολυσύχναστος), μια σημασία που την καταγράφει το ΛΚΝ με την ένδειξη «παρωχημένη» αλλά όχι ο Μπαμπινιώτης.

ΤΗΣ ΚΟΚΚΩΝΑΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ’ της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί.

Αμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθει η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

Τρώνε σπετζοφάι οι Spice Girls;

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2017

Ομολογώ πως δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση του τίτλου αν και φαντάζομαι πως η απάντηση θα είναι αρνητική: αφενός, για να μάθουν το σπετζοφάι πρέπει να βρεθούν από τα μέρη μας, αν και όχι αναγκαστικά στο Πήλιο, και αφετέρου πάω στοίχημα ότι το χωριάτικο λουκάνικο δεν ικανοποιεί τις υγιεινιστικές προδιαγραφές που με θρησκευτική ευλάβεια πρέπει να τηρούν οι αστέρες του θεάματος. Υπάρχει κι άλλο ένα προβληματάκι, ότι το πενταμελές συγκρότημα έχει διαλυθεί και οι περσινές προσπάθειες να ανασυσταθούν με τρία από τα αρχικά μέλη δεν ευοδώθηκαν.

Αρνητική όμως είναι η απάντηση αν εννοήσουμε κυριολεκτικά την ερώτηση. Ωστόσο, εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι το σημερινό άρθρο δεν θα είναι αφιερωμενο στο διαιτολόγιο του γνωστού συγκροτήματος, αλλά στο κατά πόσον υπάρχει ετυμολογική σχέση ανάμεσα στο σπετζοφάι και στη λέξη spice.

Αυτήν ακριβώς την ερώτηση την έθεσε σε σχόλιο ένας φίλος του ιστολογίου πριν από μερικές μέρες, σκέφτηκα λοιπόν ότι προσφέρεται για ένα σύντομο αρθράκι, τέτοιο που ταιριάζει σε μια καλοκαιρινή Παρασκευή.

Το σπετζοφάι λοιπόν, σύμφωνα με την επικρατέστερη εξήγηση, πήρε την ονομασία του από τις πιπεριές, που αποτελούν βασικό του συστατικό -οι δε καυτερές πιπεριές λέγονται και σπέντζες στο Πήλιο και σε άλλα πολλά σημεία της χώρας, αλλά και στα αρβανίτικα.

Στα Ρόδινα ακρογιάλια του, ο Παπαδιαμάντης, αντικρινός στο Πήλιο, παρουσιάζει έναν διάλογο με τον Κώστα, επιστάτη ενός κτήματος, που του αρέσει να ανακατεύει στην κουβέντα του τούρκικες λέξεις. Του λέει ο Κώστας, και μεταφράζει αμέσως ο αφηγητής:

― Σπέντζες ἰστέρσιν; μοῦ ἐφώναξε μακρόθεν ὁ Κώστας. Βὰρ τσόκ. (Πιπεριὲς θέλεις; Ἔχω πολλές.)

Επειδή η λέξη σπέντζα = πιπεριά δεν είναι πανελλήνια και επειδή σήμερα δεν είναι πια τόσο γνωστή, πολύς κόσμος το σπετζοφάι το παρετυμολογεί με τις Σπέτσες και το λέει σπετσοφάι -αλλά για τις Σπέτσες θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , | 173 Σχόλια »

Σκυλεύουν χωρίς σκύλους

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2017

Στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Στο Χριστό στο Κάστρο» υπάρχει και ο ακόλουθος διάλογος ανάμεσα στον παπα-Φραγκούλη και στον Αλεξανδρή τον ψάλτη, που ο παπάς αγαπά να τον πειράζει:

«Δε μου λές, Αλεξανδρή, τί θα πή, τώρα, στην καταβασία των Χριστουγέννων, ‘ο ανυψώσας το κέρας ημών’; Ποιός είν’ αυτός ο ανυψώσας;»

«Νά, ο ανιψιός σας» απήντα ο κύρ Αλεξανδρής, μή εννοών άλλως την λέξιν.

«Και τί θα πή ‘σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών;» ηρωτα πάλιν ο παπάς.

«Νά, σκύλα Βαβυλών» απήντα ο ψάλτης, νομίζων ότι περί σκύλας πράγματι επρόκειτο.

Τη στιχομυθία πρέπει να την έχουμε αναφέρει ξανά σαν παράδειγμα παρανόησης της εκκλησιαστικής γλώσσας. Ο ψάλτης, άνθρωπος λαϊκός, που δεν θα πήγε και πολλά χρόνια στο σχολείο, ερμηνεύει το «ο ανυψώσας», που το ψέλνει κάθε χρόνο, σαν να ήταν «ο ανηψιός σας» ενώ το «σκύλα» νομίζει ότι είναι προσδιορισμός της Βαβυλώνας, που χαρακτηρίζεται σκύλα -κυριολεκτικά ή μεταφορικά, θηλυκός σκύλος ή σκληρή ή ανήθικη γυναίκα.

Δεν είναι έτσι βέβαια. Ολόκληρη η φράση του Κανόνα είναι: Σκῦλα Βαβυλὼν τῆς Βασιλίδος Σιών, καὶ δορύκτητον ὄλβον ἐδέξατο, το οποίο μεταφράζεται στη γλώσσα μας: Η Βαβυλώνα δέχτηκε τα λάφυρα της βασιλικής Σιών και τον λεηλατημένο πλούτο της. Είναι λοιπόν «τα σκύλα», τα λάφυρα της Ιερουσαλήμ.

Εδώ κάποιος πολυτονιστής, σαν τον φίλο μας τον Αρχιμήδη, θα μας πει ότι το πολυτονικό θα μας βοηθούσε να ξεδιαλύνουμε ότι πρόκειται για τα σκύλα και όχι για τη σκύλα, αλλά βέβαια ο κυρ Αλεξανδρής άκουγε, δεν διάβαζε, κι έτσι κι αλλιώς αν μπορεί κάποιος να διακρίνει τις διαφορές της σημασίας βάσει του τονισμού δεν τις έχει ανάγκη διότι καταλαβαίνει ότι δεν μπορει να γίνεται λόγος για τη σκύλα.

Το γουστόζικο αυτό μικρογλωσσικό επεισόδιο το θυμήθηκα τις προάλλες, όταν φίλος με ρώτησε αν θεωρώ σωστή τη χρήση του όρου «σκυλεύω τη μνήμη του νεκρού».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομόηχα, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 209 Σχόλια »

Παιδική Πασχαλιά (Αλέξ. Παπαδιαμάντης)

Posted by sarant στο 16 Απρίλιος, 2017

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα. Διάλεξα σήμερα λοιπόν ένα του Παπαδιαμάντη, όπως και πέρυσι. Είναι αρκετά τα πασχαλιάτικα του Παπαδιαμάντη έστω κι αν τα χριστουγεννιάτικα είναι περισσότερα. Παρόλο που φέτος κάνω Πάσχα μακριά από το σπίτι, το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει -με αυτόματο πιλότο.

Το κείμενο το πήρα από το papadiamantis.org, έκανα μια πρόχειρη μετατροπή σε μονοτονικό (θα έμειναν τίποτα μονοσύλλαβα) και εκσυγχρόνισα λίγο ακόμα την (ήδη εκσυγχρονισμένη) ορθογραφία. Ιδιωματικές λέξεις δεν έχει το διήγημα, θαρρώ.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Καλή Ανάσταση!

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Τον υιόν της τον καπετάν Κομνιανόν τον επαντρολογούσεν ήδη η γρια-Κομνιανάκαινα, αν και δεν είχε χρονίσει ακόμη η νύμφη της, η μακαρίτις. Τα δύο ορφανά, μία κόρη οκταέτις και έν τετραετές παιδίον, εφόρουν μαύρα, κατάμαυρα, οπού εστενοχώρουν κιι εχλώμιαιναν τα πτωχά κάτισχνα κορμάκια των, και ήτον καημός καρδιάς να τα βλέπει τις. Ενθύμιζαν το δημώδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾽ απ᾽ τά σίδερα είναι τα μαύρα ρούχα,
γιατί τα φόρεσα κι εγώ για μιαν αγάπη πού ᾽χα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: | 96 Σχόλια »

Αποκριάτικη νυχτιά – διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2017

Τα Χριστούγεννα συνηθίζουμε τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το ίδιο και το Πάσχα -αλλά σήμερα έχουμε άλλη γιορτή κι έτσι θα δούμε κάτι πιο σπάνιο, ένα αποκριάτικο διήγημα. Όχι σκιαθίτικο, παρά αθηναϊκό -από τα όχι λίγα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που διασώζουν σκηνές της ζωής του φτωχόκοσμου της πρωτεύουσας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Σπύρος Βεργουδής είναι ολοφάνερα άλτερ εγκο του ίδιου του Παπαδιαμάντη, το δε διήγημα διαφέρει από τα περισσότερα παπαδιαμαντικά καθώς χαρακτηρίζεται από χιούμορ και ανάλαφρο ύφος, και όχι μόνο στο ιντερμέδιο με τα αλλεπάλληλα γλωσσικά μαργαριτάρια του κυρ Ζαχαρία.

Μερικά λεξιλογικά-πραγματολογικά, με τη σειρά που εμφανίζονται στο διήγημα:

  • Αγιοταφίτικο: εννοεί την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, μετόχι του Παναγίου Τάφου, γωνία Πρυτανείου και Ερεχθέως.
  • πρόσφωλο: το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά της κότας για να προσελκύσουν την όρνιθα να γεννήσει κι άλλα. Εδώ βέβαια μεταφορική η χρήση, το έναυσμα.
  • έβαζε μαναφούκια: διέβαλλε, συκοφαντούσε (από το τκ. münafιk)
  • πομπιωμένη: διαπομπευμένη
  • ανειμένα κατά το φαινόμενον: χαλαρά φαινομενικώς (από το ρήμα ανίημι, απ’ όπου και η άνεση)
  • μηναρές: να σημειωθεί η στρατιωτική αργκό για την ποινή φυλάκισης ενός μηνός
  • τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα: σήμερα θα λέγαμε «πήρε τα βρεμένα του»
  • έδωσε νάμι: έβγαλε όνομα

 

Αποκριάτικη νυχτιά

Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρει δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα-Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά-Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της τής Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιάς ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογεί την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέσει το φουστάνι της», κι έλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!» Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρείον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Το φλερτ, το κόρτε, η εργολαβία

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2017

Συνεχίζοντας από το χτεσινό άρθρο κινούμαστε και πάλι σε κλίμα ερωτικό, μια και αύριο έχουμε τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Επειδή όμως εμείς στο ιστολόγιο αύριο έχουμε τους Αριμασπούς, το σχετικό με τη γιορτή των ερωτευμένων άρθρο μπαίνει σήμερα.

Οι τρεις λέξεις του τίτλου είναι τρεις όροι για την ερωτοτροπία, την εκδήλωση της ερωτικής συμπάθειας, όπως γινόταν σε κάπως παλιότερες εποχές, όπου την πρωτοβουλία για την εκδήλωση την είχε αποκλειστικά ή σχεδόν ο άντρας. Και οι τρεις όροι τα έχουν τα χρονάκια τους, αλλά ο πρώτος, το φλερτ, χρησιμοποιείται πολύ και σήμερα, ενώ οι άλλοι δυο έχουν πια παλιώσει.

Περισσότερο βέβαια έχει παλιώσει η εργολαβία, η οποία τον 19ο αιώνα σήμαινε τόσο το φλερτάρισμα όσο και την ερωτική σχέση. Από τα τρία μεγάλα λεξικά μας, μόνο το ΛΚΝ αναφέρει ακόμα τη σημασία «ερωτική σχέση», σημειώνοντας ότι είναι «παρωχημένη» ενώ και στο λήμμα εργολάβος παραθέτει, επίσης ως ‘παρωχημένη’, τη σημασία «εραστής».

Για παράδειγμα, στην Μετανάστι του Παπαδιαμάντη, διαβάζουμε:

-Και είναι πολύ ωραία προς τούτοις, και εις αυτήν την ηλικίαν αι νέαι είναι επικίνδυνοι.
-Λοιπόν θα είπης;
-Και τας πολιορκούν πολλοί εργολάβοι.

Να σημειωθεί και ο λαϊκότερος τύπος «αργολαβία». Πάλι από τον Παπαδιαμάντη και το διήγημα «Απόλαυσις στη γειτονιά» με καταγραφή κουτσομπολιού:

Εκείνη εκοίταζε πολλούς· είχε αργολάβους. Έκανε αργολαβίες με το μεροκάματο.

Εργολάβοι βέβαια είναι και τα γλυκά, και η σχέση ανάμεσα στους εργολάβους-εραστές και τους εργολάβους-γλυκά μάς είχε απασχολήσει παλιότερα στο ιστολόγιο (δείτε εδώ τα σχόλια από 204 και μετά) αλλά και στη Λεξιλογία. Θα προσπεράσω το ακανθώδες ερώτημα, αν το γλύκισμα «εργολάβοι» είναι αυτό που λέγεται και «μακαρόν», διότι δεν ξέρω την απάντηση. Πάντως, δεν ισχυει αυτό που έχει γραφτεί, ότι το γλύκισμα πήρε την ονομασία του επειδή προσφερόταν ως τρατάρισμα όταν υπογράφονταν τα συμβολαια της αντιπαροχής στη δεκαετία του ’60 ανάμεσα στους  ιδιοκτήτες και τον εργολάβο, διότι γλύκισμα με την ονομασία αυτή υπήρχε από τον 19ο αιώνα στην Αθήνα.

Στη «Συναγωγή νέων λέξεων», το 1900, ο Στέφανος Κουμανούδης καταγράφει τη λέξη «εργολάβος» με ερωτική σημασία ήδη σε κείμενο του 1867, σημειώνοντας ότι η νέα αυτή σημασία έχει ηλικία μερικές δεκαετίες, ενώ εδώ και μερικές δεκαετίες έχουν επίσης ονομαστεί «εργολάβοι» κάποια γλυκίσματα.

Γιατί ονομάστηκε «εργολαβία» η ερωτική πολιορκία, το φλερτάρισμα, και «εργολάβος» ο επίδοξος εραστής ή ο εραστής; Ο Κουμανούδης παραθέτει εξήγηση που δόθηκε το 1889 στο Δελτίον της Εστίας, ότι γύρω στο 1855 κάποιοι νεαροί κομψευόμενοι συχνοπερνούσαν κάτω από τα παραθύρια μιας κοπέλας και, όταν τους ζήτησαν το λόγο, απάντησαν ότι έχουν πάρει εργολαβία τον δρόμο -κι επειδή έγινε επεισόδιο, και δίκη, η σημασία αυτή της λέξης στέριωσε. Ο ίδιος ο Κουμανούδης, χωρίς να απορρίπτει την εξήγηση, σημειώνει ότι δεν έχει ακούσει τέτοιο επεισόδιο, παρόλο που κατοικεί μισόν αιώνα στην Αθήνα.

Να μη σταθούμε στο συγκεκριμένο επεισόδιο, δεν το έχουμε ανάγκη για να γεννηθεί η φράση, μας αρκεί η γενική εικόνα. Ο εργολάβος που έχει αναλάβει μια δουλειά, περνάει καθημερινά από τον τόπο των εργασιών για να τις ελέγχει. Έτσι, ο νέος που αγαπούσε μια κόρη και περνούσε καθημερινά από το σπίτι της, κάτι που γινόταν βέβαια αντιληπτό και στους γείτονες, είναι πολύ λογικό να ονομάστηκε ειρωνικά ‘εργολάβος’ από τη γειτονιά και να έλεγαν στο πέρασμά του ότι «έχει εργολαβία».

Γιατί το γλύκισμα ονομάστηκε έτσι, δεν το ξέρω. Να τα πρόσφεραν οι ‘εργολάβοι’ (εραστές) όταν επιτέλους προχωρούσαν σε επίσκεψη στο σπίτι της Δουλτσινέας τους; Δεν το βρίσκω πιθανό. Σημειώνω πάντως ότι και οι δυο σημασίες (εργολάβοι-εραστές και εργολάβοι-γλυκά) παρουσιάζονται περίπου την ίδια εποχή, αν πιστέψουμε τον Κουμανούδη.

Πάμε τώρα στο κόρτε, λέξη η οποία ολοφάνερα είναι δάνειο. Είναι δάνειο από τα ιταλικά, όπου fare la corte σημαίνει ‘ερωτοτροπώ, φλερτάρω’ ίδια όπως και η γαλλική faire la cour.

Στα ιταλικά corte είναι η αυλή -αλλά και η Αυλή, και παρόμοια το cour στα γαλλικά. Κι επειδή στις αυλές των παλατιών οι αυλικοί συνομιλούσαν με λόγια ευγενικά και με πολλές περικοκλάδες, η έκφραση far la corte, από την αρχική σημασία «μιλάω όπως οι αυλικοί, μιλάω ευγενικά» πήρε τελικά τη σημασία «φλερτάρω» και πέρασε έτσι και στα ελληνικά.

Να πούμε εδώ σε παρένθεση ότι η σύνδεση ανάμεσα στις αυλές των ευγενών και στους καλούς τρόπους υπάρχει σε πολλές γλώσσες. Στα γερμανικά, Hof είναι η αυλή και höflich σημαίνει «ευγενικά», ενω από εκεί (μέσω των μεσαιωνικών hofesch, hübesch) προέρχεται και το hübsch = όμορφος. Αλλά και στα αγγλικά court (η αυλή) ως ρήμα σημαίνει ‘ερωτοτροπώ’ και courteous είναι ο ευγενικός.

Στα ελληνικά είπαμε κόρτε, κορτάρω το ρήμα και κορτάκιας αυτός που κορτάρει συχνά και πολύ, που φλερτάρει συνεχώς, με τη μία και με την άλλη. Η χροιά είναι σαφώς αρνητική, όπως και στις περισσότερες λέξεις που έχουν το επίθημα -άκιας.

Στον Υμνούμενο, το διάσημο επιθεωρησιακό νούμερο του Π. Κυριακού που το έχουμε παρουσιάσει κι εδώ, κορτάκηδες θεωρούνται οι Σμυρνιοί. Οι μάγκες, πάλι, δεν θα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κομψευόμενους και παρφουμαρισμένους κορτάκηδες -οι «Πέντε μάγκες» του Γιοβάν Τσαούς, όταν παραπονιούνται στον τεκετζή που τους έδωσε να φουμάρουν νοθευμένο πράμα, του λένε «εσύ νόμισες πως έχεις τίποτα κορτάκηδες».

Αν έχει εμφανίσεις η λέξη «κόρτε» στο ρεμπέτικο τραγούδι δεν ξέρω, αρμοδιότερος γι’ αυτό το θέμα είναι, αν μη τι άλλο λόγω… χρηστωνύμου, ο φίλος μας ο Κόρτο!

Οι μάγκες, είπαμε, δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κορτάκηδες, αλλά ένας Γιάννης Μάγκας (μάλλον ψευδώνυμο) έβγαζε το Κόρτε. Κόρτε ονομαζόταν ένα «τολμηρό» περιοδικό που έβγαινε στις αρχές του 20ού αιώνα, που δημοσίευε γελοιογραφίες με ημίγυμνες καλλονές, πονηρά ανέκδοτα, ερωτικά διηγηματάκια κτλ. Ιδού ένα εξώφυλλο του 1904:

korte-23-1904-08-19-1flert-29-1904-05-023

Την ίδια όμως περίοδο εκδιδόταν κι άλλο ένα περιοδικό, στο ίδιο σχήμα και με την ίδια ακριβώς ύλη, το Φλερτ, κι έτσι περνάμε στην τρίτη λέξη μας.

Το φλερτ είναι δάνειο από τα αγγλικά, flirt. Παλιότερα είχα διαβάσει ότι η αγγλική λέξη προέρχεται από το παλιό γαλλικό ρήμα fleureter (πετάω από λουλούδι σε λουλούδι / λέω γλυκόλογα). Κατά τους ετυμολόγους, το flirt, που είχε αρχική σημασία ‘μορφάζω, κάνω απότομες κινήσεις’ μπορεί να είναι εκφραστική λέξη ηχομιμητικής αρχής, αλλά στη διαμόρφωση της σημασίας ‘ερωτοτροπώ’ μπορεί πράγματι να έπαιξε ρόλο η γαλλική λέξη.

Κλείνοντας σημειώνω και την έκφραση «κάνω τον έρωτα», η οποία σε κείμενα του 19ου αιώνα και παλιότερα σήμαινε, ακριβώς, ερωτοτροπώ -το ίδιο όπως και το ιταλικό fare all’amore. Βέβαια, ο Σεφέρης και ο Θεοτοκάς, και άλλοι της ίδιας γενιάς, έγραφαν «κάνω τον έρωτα» εννοώντας τη σεξουαλική πράξη, αυτό που λέγαμε στη δική μου εποχή «κάνω έρωτα», αλλά παλιότερα δεν ήταν έτσι.

Για παράδειγμα, η Λιαλιώ, η Νοσταλγός του Παπαδιαμάντη, λέει «Αν ήθελα να κάμω τον έρωτα, το σιγουρότερο θα ήτο να μένω σιμά στον μπαρμπα-Μοναχάκη» -προφανώς εννοεί «να φλερτάρω».

Ακόμα πιο καθαρά, στον Υπάλληλο του Χουρμούζη, υπάρχει ο διάλογος:

— Την αλήθεια πες μας, σα φίλος· πόσος καιρός είναι οπού κάμετε τον έρωτα.

— Σχεδόν σχεδόν δύο χρόνια· από τον καιρό όμως οπού αρχίσαμε την αλληλογραφία είναι χρόνος.

Κάνουν τον έρωτα (δηλαδή θα άλλαζαν ματιές στο σεργιάνι) δυο χρόνια, αλλά μόνο ένα χρόνο άρχισαν και να αλληλογραφούν. Αν και στις μέρες μας η διαδικασία έχει επιταχυνθεί πολύ.

 

 

Posted in Επετειακά, Ερωτικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 216 Σχόλια »

Ο Παπαδιαμάντης από τα ελληνικά στα ελληνικά (Σταύρος Ζουμπουλάκης)

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2017

Μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων βάλαμε, όπως κάθε χρόνο, διηγήματα του Παπαδιαμάντη -και αναπόφευκτα ήρθε η συζήτηση και στη γλώσσα του και αν αποτελεί εμπόδιο στην κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη (βέβαια, οι θαμώνες του ιστολογίου δεν βρίσκονται όλοι στην πρώτη νιότη, κι έτσι δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του αναγνωστικού κοινού).

def52b03ffad83d42265f69a68448e6cΕίχα σκοπό, και αν θυμάμαι καλά το είχα υπαινιχθεί σε κάποιο σχόλιο, αμέσως μετά τις γιορτές να ανεβάσω το σημερινό άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, που εξετάζει το πρόβλημα των ενδογλωσσικών μεταφράσεων γενικά, και ειδικότερα του Παπαδιαμάντη.

Το άρθρο το πήρα από το εξαιρετικό βιβλίο του Ζουμπουλάκη «Ο στεναγμός των πενήτων», με παπαδιαμαντικά δοκίμια. Θα θυμώσει ίσως ο συγγραφέας, διότι το κείμενό του το παρουσιάζω μονοτονισμένο, για προφανείς τεχνικούς λόγους (δεν έχω οσιάρ πολυτονικό) ενώ επίσης για τεχνικούς λόγους παραλείπω τις (ουσιαστικές) υποσημειώσεις -αλλά αυτό ίσως είναι και καλό, να υστερεί σε κάτι η διαδικτυακή έκδοση εφόσον πρόκειται για πρόσφατο βιβλίο: να πάτε να το πάρετε!

Το πρόβλημα του αν πρέπει να μεταφράζεται ενδογλωσσικά (να μεταγλωττίζεται θα έλεγαν κάποιοι) ο Παπαδιαμάντης (ή γενικά κάθε κείμενο του 19ου αιώνα γραμμένο στην καθαρεύουσα) δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται. Στο ιστολόγιο δεν θυμάμαι να το έχουμε ξανασυζητήσει, αλλά όταν το 2005 είχε εκδοθεί η μεταγλωττισμένη Πάπισσα Ιωάννα είχα γράψει ένα άρθρο στο οποίο είχα ταχθεί εναντίον της συγκεκριμένης μετάφρασης χωρίς να απορρίπτω την ιδέα της μετάφρασης γενικά -και είχα επίσης υποστηρίξει τις αντικριστές εκδόσεις (αριστερά το πρωτότυπο, δεξιά το μεταφρασμένο) όπως κάνει και ο Ζουμπουλάκης στο σημερινό άρθρο. Αν με ρωτούσατε σήμερα, θα είχα ακόμα λιγότερες επιφυλάξεις για τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη ή του Ροΐδη -και καμία για άλλα κείμενα της καθαρεύουσας που δεν έχουν τόσο ιδιάζον ύφος.

Το δοκίμιο του Ζουμπουλάκη είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, με νηφαλιότητα και με επιχειρήματα που μου φαίνονται πολύ γερά. Αλλά αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι ότι, ενώ ολοφάνερα δεν τον ευχαριστεί η κατάσταση που περιγράφει (ότι δηλαδή οι νέοι δυσκολεύονται με τα παλιότερα κείμενα) ούτε καταφεύγει σε ιερεμιάδες και ελεεινολογίες, ούτε ψάχνει να βρει ενόχους (το μονοτονικό, το ΠΑΣΟΚ, τον Φίλη), ούτε προτείνει ανεφάρμοστες και ατελέσφορες λύσεις όπως άλλοι (να πολλαπλασιαστούν οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων, να διδάσκονται τα αρχαία από το νηπιαγωγείο κτλ.). Οι προτάσεις του Ζουμπουλάκη (κι αν βιάζεστε, πηγαίνετε κατευθείαν στις αριθμημένες παραγράφους στο τέλος του κειμένου) είναι όλες εφαρμόσιμες και πολύ μελετημένες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Μεταφραστικά, Παπαδιαμάντης, Παλιότερα ελληνικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 238 Σχόλια »

Σαν τα χιόνια!

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2017

kriti_xionia_532_355Μπορεί ο πολυδιαφημισμένος «ιστορικός χιονιάς» να μην ήταν τελικά τόσο δριμύς όσο διατυμπάνιζαν οι μικρέμποροι του τρόμου από τα κανάλια, ωστόσο η θερμοκρασία έπεσε αισθητά σε πολλά μέρη της χώρας και χιόνισε γερά, ακόμα και σε περιοχές όπου αυτό δεν συνηθίζεται: είδαμε φωτογραφίες με χιονισμένη την παραλία στο Ρέθυμνο, ας πούμε.  Εγώ που αψήφησα τις προειδοποιήσεις και τόλμησα να πεταχτώ ίσαμε την Αίγινα το Σάββατο, δεν είδα χιόνι παρά μόνο πάνω σε αυτοκίνητα που είχαν κατέβει από τα βουνά (λέμε τώρα) του νησιού -στο Σφεντούρι χιόνιζε. Πιο βόρεια, βέβαια, το έστρωσε κανονικά.

Επειδή σε πολλά μέρη της χώρας μας, είτε πεδινά είτε νότια, η χιονόπτωση είναι φαινόμενο σπάνιο, έχει γεννηθεί η παροιμιακή φράση που τη διάλεξα για τίτλο: «σαν τα χιόνια», που τη χρησιμοποιούμε ως παιγνιώδη προσφώνηση προς κάποιον γνωστό μας που τον συναντάμε ή μας επισκέπτεται ενώ είχαμε πολύν καιρό να τον δούμε. Στα χιόνια λοιπόν θα αφιερώσω το σημερινό μας άρθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 444 Σχόλια »

Φώτα ολόφωτα (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2017

Αργία σήμερα, αλλά και αρχή της τρομολαγνικά διαφημισμένης κακοκαιρίας, ταιριάζει λοιπόν να βάλουμε ένα διήγημα, και μάλιστα με θέμα μια κακοκαιρία που έτυχε μια τέτοια μέρα: τα «Φώτα ολόφωτα» του Παπαδιαμάντη.

Μια βάρκα κινδυνεύει να ναυαγήσει ενώ η γυναίκα του βαρκάρη βασανίζεται με τις ωδίνες μιας δύσκολης γέννας. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει τη σκηνή από τη σκοπιά της μητέρας του βαρκάρη, της Πλανταρούς. Σε κάποια σημεία, η ειρωνεία σφάζει: «φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός» (αν η μητέρα πέθαινε πάνω στη γέννα μαζί με το παιδί, η προίκα θα επέστρεφε στην πατρική της οικογένεια -αν όμως το παιδί επιζούσε θα την κρατούσε ο πατέρας του παιδιού).

Για να λεξιλογήσουμε λίγο, στο τέλος του διηγήματος ο Παπαδιαμάντης βάζει ένα μωρό παιδί να ζητάει «βρυν», που είναι κλείσιμο ματιού στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (όπως λέει και ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, εξαριστοφανίζει το ‘μπρου’ του νηπίου).

Επίσης, σε κάποιο σημείο διαβάζουμε πως το νεογέννητο είχε «βλέμμα τεθηπός», που ακούγεται λίγο σαν σπασμένα περσικά. Πρόκειται για το ουδέτερο της μετοχής παρακειμένου (τεθηπώς) του ρήματος ‘τέθηπα’, ενός ρήματος που δεν έχει ενεστώτα (διότι ο παρακείμενος έχει ενεστωτική σημασία). Τεθηπός θα πει κατάπληκτο, είναι λέξη που την έχει ξαναχρησιμοποιήσει ο Παπαδιαμάντης.

Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε τέτοια μέρα [ημερολογιακά] πριν από 123 χρόνια, δηλαδή στις 6 Ιανουαρίου 1894 στην Ακρόπολι. Αν έχετε περιέργεια, εδώ είναι η πρώτη δημοσίευση. Το πήρα από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, μονοτόνισα και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία.

 

ΦΩΤΑ-ΟΛΟΦΩΤΑ

Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. Του κάκου. Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 276 Σχόλια »