Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρουσίαση βιβλίου’ Category

Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2019

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφόρησε λίγο πριν από τις γιορτές από τις εκδόσεις Παπαζήση ένα βιβλίο σε επιμέλεια της καθηγήτριας Άννας Λυδάκη, μια συλλογή κειμένων, λογοτεχνικών και επιστημονικών, γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα. Συνολικά συμμετέχουν 80 συγγραφείς (εδώ τα περιεχόμενα).

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί απόψε, Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 19:00
στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» ( Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8).

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Κώστας Κατσουλάρης, Συγγραφέας
Αντώνης Καφετζόπουλος, Ηθοποιός
Ηλίας Μαγκλίνης, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας

Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσουν
οι ηθοποιοί: Αθηνά Μαξίμου, Κάρμεν Ρουγγέρη
και οι συγγραφείς: Ζυράννα Ζατέλη, Αλέξης Πανσέληνος

Συντονίζουν οι φοιτήτριες Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου: Ηλέκτρα Κατσίκη, Εύα Φρέντζου

Την εκδήλωση θα κλείσουν με τα τραγούδια τους οι Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης.

Πολύ λυπάμαι που, επειδή λείπω από την Αθήνα, δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω την εκδήλωση. Αν ήμουν, ασφαλώς θα πήγαινα, όχι μόνο επειδή το πάνελ έχει ενδιαφέρον αλλά και επειδή στον τόμο αυτό έχω την τιμή να συμμετέχω κι εγώ, με ένα κείμενο για τα φρασεολογικά των ζώων.

Πρόκειται, με μικρές διαφορές, για ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το 2011, και που μου φάνηκε ότι αξίζει να δημοσιευτεί. Βέβαια, κάθε αλλο παρά καλύπτει τη φρασεολογική μεταχείριση των ζώων, ήμερων και άγριων: βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτό το θέμα και ίσως κάποτε γραφτεί. Το άρθρο που θα διαβάσετε είναι απλώς μια ακροθιγής εισαγωγή.

Αρπαχτικά και κατοικίδια

Ο άνθρωπος είναι αχάριστο πλάσμα κι αυτό αντικατοπτρίζεται στη φρασεολογία του. Τα ζώα τα ήμερα, που τα έχει του χεριού του από την αρχή του χρόνου και που τα εκμεταλλεύεται αγρίως, τα αντιμετωπίζει, τουλάχιστον στη νεοελληνική γλώσσα, με έσχατη περιφρόνηση.

Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, ο σκύλος, έχει τη χειρότερη μεταχείριση: σκυλίσια ζωή, δουλεύει σαν σκύλος, ψόφησε σαν το σκυλί, έγινε ρεζίλι των σκυλιών, το σκυλομετάνιωσα. Σκυλί θεωρείται ο άνθρωπος ο ανάλγητος, ο σκληρός· άπιστα σκυλιά λέγαμε τους αγαρηνούς, κι εκείνοι έλεγαν τα ίδια και χειρότερα· ακόμα κι όταν πεις ότι κάποιος είναι σκυλί στη δουλειά, δηλαδή ακούραστος, με ανεξάντλητη αντοχή, στην ουσία τον θεωρείς καλό για να σε υπηρετεί μόνο. Ίδια γεύση πατερναλιστικού επαίνου αφήνει και το «πιστό σκυλί».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γενικά γλωσσικά, Επαναλήψεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 347 Σχόλια »

Η γλώσσα έχει κέφια στο Παλαιό Φάληρο

Posted by sarant στο 3 Ιανουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο είναι, φοβάμαι, περιαυτολογικό -έχω όμως καθιερώσει τη συνήθεια να ανεβάζω στο ιστολόγιο τις ομιλίες και άλλο υλικό από εκδηλώσεις στις οποίες συμμετέχω, κι έτσι, επειδή φέτος τα Χριστούγεννα έγιναν μερικές τέτοιες εκδηλώσεις, επόμενο είναι να δημοσιευτούν και τα αντίστοιχα άρθρα.

Λοιπόν, στις 20 Δεκεμβρίου, στο βιβλιοπωλείο Booktalks του Παλαιού Φαλήρου (που έχει καθιερωθεί και ως χώρος βιβλιοφιλικών εκδηλώσεων και με είχε φιλοξενήσει και για μιαν ανάλογη παρουσίαση πριν από τέσσερα χρόνια) έγινε η παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου μου «Η γλώσσα έχει κέφια». Η εκδήλωση ήταν πολύ πετυχημένη από άποψη προσέλευσης και χάρηκα πολύ επειδή είδα παιδικούς φίλους και φίλες από τη γειτονιά ενώ συμμετείχε και πολυμελές κλιμάκιο φίλων του ιστολογίου.

Την εκδήλωση τη διοργάνωσε η Ριζοσπαστική Αριστερή Κίνηση Παλαιού Φαλήρου, η δημοτική παράταξη που βρίσκεται στη μείζονα αντιπολίτευση του δήμου και που διοργανώνει συχνά πολιτιστικές εκδηλώσεις -πλησιάζουν βέβαια και οι δημοτικές εκλογές. Προλόγισε ο υποψήφιος δήμαρχος, ο φίλος Κώστας Μερκουράκης, ενώ στο πάνελ της παρουσίασης συμμετείχαν η φιλόλογος/ερευνήτρια Αμαλία Πορτάλιου και η συγγραφέας Ελένη Στεφανοπούλου.

Η δομή της εκδήλωσης είχε κάτι πρωτότυπο, που μάλιστα δεν ήταν προσχεδιασμένο αλλά το αποφασίσαμε λίγο πριν αρχίσει. Δηλαδή, μετά την πρώτη εισήγηση της Ελ. Στεφανοπούλου, αντί να μιλήσει η Α. Πορτάλιου και μετά εγώ, είχαμε διάλογο μεταξύ των δύο μας, με ερωτήσεις δικές της και απαντήσεις δικές μου. Αυτό έδωσε ζωντάνια στην εκδήλωση και έτερψε τους θεατές, αλλά έχει την παράπλευρη συνέπεια ότι δεν μπορώ να παραθέσω το κείμενο της συνομιλίας αυτής διότι δεν υπάρχει σε γραπτή μορφή.

Oπότε, στο σημερινό άρθρο θα παραθέσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει για την εκδήλωση και που μικρή σχέση έχει με όσα πράγματι ειπώθηκαν, αλλά και το ηχητικό αρχείο όλης της εκδήλωσης, ανεπιμέλητο βέβαια αλλά σε ποιότητα υποφερτή. Επίσης, το συνεργείο εξωτερικών μεταδόσεων του ιστολογίου φρόντισε για δύο σύντομα βίντεο από την εκδήλωση.

Ωστόσο, πριν προχωρήσω θα ήθελα να ξεχωρίσω ένα θέμα που αναδείχτηκε στην εκδήλωση. Παίρνοντας αφορμή από κάτι που είπε η Ελ. Στεφανοπούλου στην εισήγησή της, σχολίασα κάνοντας αναφορά στο αρχαίο αστείο για τον «άνθρωπο του Πλάτωνα». Ο Πλάτωνας, είπα, όρισε τον άνθρωπο ως ζώον δίπουν και άπτερον, οπότε ο κυνικός Διογένης πήρε έναν κόκορα, τον μάδησε και τον αμόλησε στην αγορά, λέγοντας «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνα». Οπότε, είπα, σύμφωνα με μια παράδοση, ο Πλάτων πρόσθεσε στον ορισμό και το «γελαστικόν». Το γέλιο, δηλαδή, είναι ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φαληρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 219 Σχόλια »

Μύηση στο ρεμπέτικο (κείμενο του «Παύλου Δημητρίου», 1959)

Posted by sarant στο 28 Δεκέμβριος, 2018

Kυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σε επαυξημένη και ξαναδουλεμένη έκδοση το από καιρό εξαντλημένο βιβλίο «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)» του Κώστα Βλησίδη.

Ο όρος «επαυξημένη» δεν είναι διαφημιστικό σχήμα λόγου: η προηγούμενη έκδοση είχε 260 σελίδες ενώ η τωρινή 420 -έχουν προστεθεί 52 νέα κείμενα! Επιπλέον, τα κείμενα της πρώτης έκδοσης έχουν ξανακοιταχτεί και, όπου χρειάζεται, έχει γίνει νέος σχολιασμός.

Τα κείμενα που επέλεξε ο Βλησίδης είναι, σχεδόν όλα, αδημοσίευτα και δυσεύρετα. Μία εξαίρεση γίνεται για τον γνωστό διάλογο περί ρεμπέτικου που δημοσιεύτηκε το 1947 στον Ριζοσπάστη, επειδή ο επιμελητής έφερε στην επιφάνεια ένα κείμενο που είχε ξεφύγει από την προσοχή των μελετητών.

Τα κείμενα παρατίθενται με χρονολογική σειρά, από το 1929 έως το 1959, για τα κείμενα της αρχικής έκδοσης, και ακολουθούν, επίσης σε χρονολογική σειρά, τα κείμενα του συμπληρώματος, δηλαδή αυτά που προστέθηκαν στη σημερινή επαυξημένη έκδοση -έτσι, όσοι έχουν διαβάσει την πρώτη έκδοση είναι πιο εύκολο να δουν τι προστέθηκε.

Ο σχολιασμός σε κάθε κείμενο είναι μάλλον λακωνικός, αλλά καίριος, ενώ όπου χρειάζεται δίνονται πληροφορίες για τους συντάκτες, που είναι στην πλειοψηφία τους δημοσιογράφοι ή δημοσιογραφούντες διανοούμενοι και λογοτέχνες. Βλέπουμε λοιπόν πώς αντιμετώπισε η διανόηση της εποχής το ρεμπέτικο τραγούδι -άλλοι το παρουσίασαν φολκλορικά, σαν κάτι το εξωτικό, άλλοι διέρρηξαν τα ιμάτιά τους για την απειλή που αντιπροσώπευε αυτό το είδος (κατηγορώντας το άλλοι για μη ελληνικό και άλλοι για σχέσεις με τον υπόκοσμο και τα ναρκωτικά).

Ωστόσο, δεν είναι μόνο τα 100+ κείμενα που ανθολογούνται -υπάρχουν επίσης πολλές φωτογραφίες και κυρίως δημοσιεύματα από έντυπα της εποχής (διαφημίσεις, αγγελίες, άρθρα κτλ.) που συμπληρώνουν καίρια την εικόνα που σχηματίζει ο αναγνώστης και αναδεικνύουν το βιβλίο σε υποχρεωτικό ανάγνωσμα για τον καθένα που ενδιαφέρεται για το ρεμπέτικο και για τον τρόπο που το προσέλαβε η διανόηση και η κοινωνία της εποχής. Εννοείται (πρέπει όμως να αναφερθεί) πως όλα τα κείμενα είναι άριστα τεκμηριωμένα, και πως όλος ο τόμος, μέχρι τις μικρές λεπτομέρειες, έχει τη σφραγίδα της ευσυνείδητης και οξυδερκούς ερευνητικής δουλειάς του Κώστα Βλησίδη, που θα την ξέρουν οι αναγνώστες του ιστολογίου από την εποχή που σχολίαζε εδώ με το ψευδώνυμο Spatholouro.

Διάλεξα να παρουσιάσω το κείμενο που έκλεινε την πρώτη έκδοση, που δημοσιεύτηκε το 1959 στο περιοδικό Εκλογή και υπογραφόταν από τον Παύλο Δημητρίου. Ο Βλησίδης το είχε τότε δημοσιεύσει με το εξής σχόλιο:

Κλείνουμε την ανθολόγηση με αυτό το εξαιρετικό κείμενο, το οποίο τοποθετεί αρκετά ζητήματα σε εύλογη βάση, οι δε ακροτελεύτιες διατυπώσεις του αποδείχτηκαν πικρά προφητικές.

Πράγματι, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση, αλλά το ενδιαφέρον του άρθρου δεν τελειώνει εκεί. Όπως αποκαλύφθηκε μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Βλησίδη, ο Παύλος  Δημητρίου ήταν ψευδώνυμο του Ρένου Αποστολίδη, και στη νεότερη έκδοση αυτό φυσικά δηλώνεται.

Την αποκάλυψη την έκανε ο γιος του Ρένου, ο Στάντης Αποστολίδης, σε βιβλιοκριτική του για την πρώτη έκδοση. Ωστόσο, λίγο αργότερα σε συνέντευξή του ο άλλος γιος του Ρένου, ο Ήρκος, εκφράστηκε περιφρονητικά για τον επιμελητή, υποστηρίζοντας πως έπρεπε να υποψιαστεί από το ύφος του κειμένου πως ήταν γραμμένο από τον Ρένο Αποστολίδη και να αναζητήσει το όνομα «Παύλος Δημητρίου» στο βιβλίο ψευδωνύμων του Ντελόπουλου. Τα αφηγείται αυτά ο Βλησίδης σε υποσημείωση της τωρινής έκδοσης που την αναπαράγω αυτούσια (προσθέτοντας τα λινκ που ο ίδιος δίνει). Προσωπικά κρίνω πως η επίθεση του υιού είναι εντελώς αδικαιολόγητη και δυσανάλογη προς το όποιο αστόχημα του επιμελητή και διαπιστώνω πως είναι μεγάλη ατυχία να κληρονομεί ο γιος μονάχα τα ψεγάδια του πατέρα.

Παραθέτω λοιπόν το κείμενο και στη συνέχεια την υποσημείωση του επιμελητή. Να σημειώσω ότι έχω εκσυγχρονίσει (όχι απόλυτα) την ορθογραφία και έχω μονοτονίσει.

Παύλος Δημητρίου

Μύηση στο ρεμπέτικο

Πολλών ειδών ρυθμοί και μελωδίες ανθίζουν στα χείλη των ανθρώπων κάθε καιρού και κάθε τόπου. Μα θα ’κανε μεγάλο λάθος να νομίσει κανείς πως είναι και πράγματι όσο φαίνεται αυθαίρετο και συμπτωματικό το τραγούδι που «κολλάει», όπως λένε, στα χείλη όλων και χιλιοτραγουδιέται, αλλάζοντας διαρκώς θέματα και μορφές, ποτέ όμως ουσία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , | 117 Σχόλια »

Αποσπάσματα από το δεύτερο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2018

Όπως σας έχω με πολλή χαρά ανακοινώσει, κυκλοφόρησε επιτέλους αυτές τις μέρες το βιβλίο του αείμνηστου πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια«, από τις εκδόσεις Αρχείο.

Στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει, το 2012-13, εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να βάλω κάτι και σήμερα, για να τιμήσω και τη μνήμη του, αφού αύριο συμπληρώνονται εφτά χρόνια από τον θάνατό του.

Παρουσιάζω λοιπόν αποσπάσματα από το «δεύτερο καλοκαίρι» (το δεύτερο από τα εφτά ευτυχισμένα του βιβλίου), το καλοκαίρι του 1939. Ο πατέρας μου είναι δέκα χρονών και βρίσκεται στη Σάμο, όπου έχει μετατεθεί ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή και έχουν μετακομίσει οικογενειακώς. Εκεί δέχονται την επίσκεψη ενός αδελφού του παππού, του θείου Γιώργου, και με την ευκαιρία ο πατέρας μου διηγείται διάφορες αστείες περιπέτειες της οικογένειας και ειδικά του θείου Γιώργου.

Τον θείο αυτόν τον πρόλαβα κι εγώ -και τον έλεγα κι εγώ βεβαίως «θείο» κι ας ήταν αδελφός του παππού μου, το σημειώνω επειδή πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση (όχι στο ιστολόγιο) για το πώς λέγεται αυτή η συγγένεια.

Εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου άφησε μουστάκι και φόρεσε μπερέ. Όχι όμως τον μπερέ των ζωγράφων και των καλλιτεχνών γενικά, σαν αυτόν που φορούσε ο κύριος Τουλ, ο διευθυντής της Τράπεζας, αλλά σαν αυτόν που φορούσαν οι ναυτικοί κι οι φορτηγατζήδες. Έτσι, απόχτησε όψη πολύ αγριωπή.

Μια μέρα ο ταχυδρόμος μάς έφερε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα με το οποίο ο θείος ο Γιώργος, ένας από τους αδερφούς του πατέρα μου, μας ανάγγειλε πως θα ερχόταν στο νησί για δουλειές, που θα τον κρατούσαν εδώ δυο βδομάδες. Χάρηκα πολύ σαν έμαθα πως ο θείος μου θα ’ρχόταν να μας επισκεφθεί στη νέα μας διαμονή. Τον θείο τον Γιώργο, που τα αδέρφια του τον έλεγαν Μαντράχαλο, γιατί ήταν ψηλός, ασουλούπωτος και έκανε συνεχώς ζημιές, τον αγαπούσα πολύ. Όσες φορές είχε έρθει να μας δει στο μητρικό μου νησί, μου έφερνε πάντοτε ακριβά δώρα, αλλά το κυριότερο ήταν πως ασχολιόταν μαζί μου, μου ’λεγε ιστορίες και μου μάθαινε διάφορα παιχνίδια, από εκείνα που παίζανε μικροί με τον πατέρα μου και τους θείους μου, όπως το «λουρί της μάνας», τη «μακριά γαϊδάρα» και άλλα, που διαφέρανε αρκετά από τα παιχνίδια που παίζαμε με τους φίλους μου. Με τον μπαμπά μου ήταν πολύ αγαπημένοι και ευχαριστιόμουν να τους ακούω να μιλάνε, γιατί η κουβέντα τους ήταν πάντοτε εύθυμη και γουστόζικη.

Ήρθε πράγματι και η πρώτη κουβέντα που είπε στον αδερφό του, όταν τον αντίκρισε μπαίνοντας στο γραφείο του στην Τράπεζα, ήταν:

«Φοράς μπερέ;»

Όπως του εξήγησε αργότερα, φτάνοντας στην πόλη, πήγε στη διεύθυνση που του είχανε δώσει, αλλά μπερδεύτηκε, όταν φτάνοντας κοντά στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας, ρώτησε ένα γείτονα αν ξέρει κάποιον κύριο Σαραντάκο.

«Πώς δεν τον ξέρω, αυτόν με τον μπερέ και το μουστάκι δεν λέτε;»

«Άλλος θα ’ναι», σκέφτηκε απογοητευμένος κι αποφάσισε να τον αναζητήσει στην Τράπεζα. Έτσι, βλέποντας ασκεπή αλλά μυστακοφόρο τον αδερφό του, το πρώτο πράμα που του ’ρθε να ρωτήσει ήταν αν φορούσε μπερέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Βιβλία για τις γιορτές για μιαν ακόμα χρονιά

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2018

Ο Δεκέμβρης είναι μήνας με πολλές γιορτές και συνδέεται με πολλές παραδόσεις. Έχει και το ιστολόγιο δημιουργήσει τις παραδόσεις του, που μερικές από αυτές είναι δεκεμβριάτικες -χτες, ας πούμε, ξεκίνησε η διαδικασία για την ανάδειξη της λέξης της χρονιάς -αν δεν το κάνατε, μπορείτε να δείτε τι πρότειναν οι άλλοι και να υποβάλετε κι εσείς τις προτάσεις σας.

Με το σημερινό άρθρο τηρούμε μιαν άλλη παράδοση του ιστολογίου ή, για να μη λέω μεγάλα λόγια, μια συνήθεια που έχουμε καθιερώσει τα τελευταία χρόνια: να δημοσιεύουμε  λίγο πριν από τις γιορτές ένα βιβλιοφιλικό άρθρο, ακριβώς για να ανταλλάσσουμε προτάσεις. Το περυσινό αντίστοιχο άρθρο, με προτάσεις για βιβλία-δώρα, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Το προπέρσινο άρθρο βρίσκεται εδώ, ενώ το  αντίστοιχο άρθρο του 2015 θα το βρείτε εδώ. Υπάρχει βέβαια και το αντίστοιχο άρθρο του 2014. Τέλος, μπορείτε να βρείτε εδώ το αντίστοιχο άρθρο του 2013. (Να σημειώσω ότι βιβλιοπροτάσεις κάνουμε και το καλοκαίρι).

Πρακτικά, μπορείτε να προτείνετε όποιο βιβλίο θέλετε, αλλά θα σας συνιστούσα να αναφέρετε κυρίως βιβλία που εκδόθηκαν τα τελευταία 2-3 χρόνια και ακόμα καλύτερα μέσα στο 2018. Να διευκρινίσω ότι ζητάω η έκδοση να είναι πρόσφατη, όχι η συγγραφή του βιβλίου. Και φυσικά περιλαμβάνονται και επανεκδόσεις βιβλίων που ήταν εξαντλημένα.

Γιατί επιμένω στα καινούργια βιβλία; Επειδή, το λέω και το ξαναλέω και δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω, στις πολύ ιδιόμορφες συνθήκες κρίσης που περνάμε σήμερα το μεγάλο πρόβλημα το αντιμετωπίζουν οι νέες εκδόσεις. Παρόλο που τα βιβλία που εκδίδονται τα τελευταία χρόνια έχουν χαμηλότερες τιμές από τα παλαιότερα, ο ανταγωνισμός που αντιμετωπίζουν από παλιότερες, καλές και πάμφθηνες εκδόσεις είναι οξύτατος και εντείνεται ακόμα περισσότερο μέσα στις γιορτές. Βλέπετε, εξαιτίας της κρίσης των εφημερίδων, πολλές κυριακάτικες εφημερίδες προσφέρουν από ένα βιβλίο (και όχι μόνο) μαζί με κάθε φύλλο τους. Έπειτα, πολλοί εκδοτικοί οίκοι, και μάλιστα από τους κορυφαίους, διαθέτουν το παλιό τους στοκ σε εξευτελιστικές τιμές, με εκπτώσεις που φτάνουν το 80%. Τρίτον, έχουν πληθύνει πολύ τα βιβλιοπωλεία που διαθέτουν μεταχειρισμένα και πάμφθηνα βιβλία, ενώ τα τελευταία χρόνια ακόμα και περίπτερα του κέντρου βγάζουν πάγκους με παλιά, καλά βιβλία. Και, τέταρτον, μέσα στις γιορτές πολλοί εκδοτικοί οίκοι και άλλοι φορείς κάνουν και έκτακτα μπαζάρ, όπου πάλι διαθέτουν βιβλία κοψοχρονιάς.

Για τον βιβλιόφιλο η κατάσταση αυτή είναι από ευνοϊκή έως παραδεισένια: ακόμα κι όταν το εισόδημά του έχει περικοπεί εξαιτίας της μνημονιακής λαίλαπας, οι εκπτώσεις στα βιβλία συχνά είναι ακόμα μεγαλύτερες, οπότε η βιβλιαγοραστική του δύναμη συχνά όχι απλώς δεν έχει μειωθεί, αλλά ίσως και να έχει αυξηθεί, αν βέβαια αγοράζει κυρίως ή μόνο προσφορές και μεταχειρισμένα. Όμως για τον εκδότη, που βγάζει νέα βιβλία, η ίδια κατάσταση είναι ασφυκτική αφού τα καινούργια βιβλία, όσο και να ρίξουν τις τιμές τους, πάντα θα είναι ακριβότερα από τις προσφορές ή από τα μεταχειρισμένα.

Γι’ αυτό και επιμένω σε πρόσφατα βιβλία.

Για να ξεκινήσω ευλογώντας τα γένια μου, εγώ φέτος έβγαλα ένα βιβλίο -ένα «δικό μου» βιβλίο, το πρώτο ύστερα από πέντε χρόνια, και όχι απλώς φιλολογική επιμέλεια όπως πέρυσι και πρόπερσι με τον Βάρναλη ή παλιότερα με τον Λαπαθιώτη. Το βιβλίο το παρουσίασα τις προάλλες εδώ: λέγεται Η γλώσσα έχει κέφια, εκδόθηκε από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, και με όλο το θάρρος νομίζω πως είναι πολύ καλή πρόταση για δώρο: αυτοί που θα το διαβάσουν θα διασκεδάσουν πολύ.

Όμως μεγάλη χαρά, ίσως και μεγαλύτερη απ’ ό,τι για το δικό μου βιβλίο, μου δίνει μια άλλη καινούργια κυκλοφορία, που αναμένεται αυτές τις μέρες -ίσως από σήμερα ή αύριο να βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία, αλλά για σιγουριά προτιμήστε το τέλος της εβδομάδας. Πρόκειται, θα το υποθέσατε ίσως, για το βιβλίο «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», το αυτοβιογραφικό αφήγημα του πατέρα μου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρχείο.

Πρέπει επίσης να προσθέσω ότι αυτές τις μέρες κυκλοφόρησαν άλλα βιβλία στα οποία έχω μια μικρή συμμετοχή.

Καταρχάς πρόκειται για το Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα, μια συλλογική δουλειά σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, όπου έχω γράψει δύο λήμματα και δύο συντομα σημειωματα -κάποια στιγμή θα παρουσιάσω κάτι και εδώ.

Έπειτα, από τις εκδόσεις Παπαζήση κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες ο συλλογικός τόμος «Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα» σε επιμέλεια Άννας Λυδάκη. Έχω γράψει ένα κείμενο και εκεί, κάποια στιγμή θα το δημοσιεύσω και εδώ.

Τέλος, με περισσότερο τοπικό ενδιαφέρον, στο φετινό Λεσβιακό Ημερολόγιο 2019 που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες σε επιμέλεια του Παναγιώτη Σκορδά, έχω συμμετοχή με ένα κείμενο που επίσης θα παρουσιαστεί και εδώ.

Όμως έγραψα πάρα πολλά, και ζητώ συγγνώμη για την περιαυτολογία. Σημειώνω άλλα βιβλία που διάβασα ή που θέλω να διαβάσω.

Από τις φιλικές Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, όπου έβγαλα το βιβλίο μου για τη γλώσσα που έχει κέφια (και όλα μου τα άλλα γλωσσικά βιβλία, εδώ που τα λέμε) κυκλοφόρησαν μέσα στη χρονιά μερικά πολύ ενδιαφέροντα βιβλία.

Θα αναφέρω πρώτο τα «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο 1929-1959» σε επιμέλεια Κώστα Βλησίδη, που είχε κυκλοφορήσει πριν από αρκετά χρόνια αλλά πρόσφατα κυκλοφόρησε ξανά σε νέα συμπληρωμένη έκδοση -και όταν λέει «συμπληρωμένη» το εννοεί, αφού η ύλη του βιβλίου αυξήθηκε κατά 30-40%.

Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο συστήνω το Κανακύ, του Ζοζέφ Αντράς, που ανιχνεύει τον θάνατο του Αλφόνς Ντιανού, του αγωνιστή του κινήματος Κανάκ στη Νέα Καληδονία πριν από τριάντα χρόνια. Μια παρουσίαση του βιβλίου εδώ. Επίσης φετινό αν και κυκλοφόρησε την άνοιξη, το μυθιστόρημα «Η γυναίκα με το όπλο» του Γιώργου Σερβετά.

Με ειδικό ενδιαφέρον, από τις εκδόσεις Αρχείο θα διαβάσω το βιβλίο του Μαρσελέν Ντελπρά «Επιστολές από το Μακεδονικό μέτωπο, 1915-1917«, τα γράμματα ενός από τους «τριχωτούς», τους Γάλλους στρατιώτες του Μεγάλου Πολέμου από τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία.

Ένα πολύ καλό φετινό βιβλίο, που έρχεται αναπάντεχα στην επικαιρότητα με το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων είναι το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» του Γάλλου Εντουάρ Λουί, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Αντίποδες. Ο συγγραφέας, γεννημένος ως Εντύ Μπελγκέλ το 1992 σε ένα χωριό της βόρειας Γαλλίας περιγράφει τις δυσκολίες που δοκίμασε, ομοφυλόφιλος έφηβος, σε ένα χτυπημένο από την κρίση οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον.

Από τις ίδιες εκδόσεις πήρα και φυλλομέτρησα με πολύ ενδιαφέρον τα Σονέτα του Σαίξπηρ σε μετάφραση του Ερρίκου Σοφρά, βιβλίο που εκανε δεύτερη έκδοση μέσα στη χρονιά. Διευκρινίζω πως δεν είναι όλα τα σονέτα (154 τον αριθμό, όσα και τα αναγνωρισμενα ποιήματα του Καβάφη!) αλλά μόνο 24. Πολύ ενδιαφέρον βρίσκω το επιλογικό σημείωμα του μεταφραστή.

Ένα πολύ πυκνό βιβλίο γλωσσολογίας, που ήθελα να παρουσιάσω ένα δείγμα του εδώ αλλά ακόμα δεν αξιώθηκα κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη: Η μορφολογική αλλαγή στην ελληνική γλώσσα, του Ασημάκη Φλιάτουρα.

Ένα πολύ καλό φετινό βιβλίο, που το παρουσιάσαμε και εδώ, πριν από λίγες μέρες μάλιστα, είναι το Στ’ αμπέλια του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Θυμίζω μερικά ακόμα βιβλία που παρουσίασα εδώ μέσα στη χρονιά: Τις Τρεις μεσαιωνικές μελέτες του Εμμ. Ροΐδη, σε μεταγραφή του Δημήτρη Φύσσα. Τα Χρυσόψαρα και 49 άλλα ανεκδιηγήματα, του Θάνου Αθανασόπουλου. Την Αινειαδα του Βιργίλιου σε μετάφραση και εισαγωγή του Θ. Παπαγγελή και την Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας του Φίλιππου Φιλίππου.

Και κλείνω με δυο μικρούτσικα καινούργια βιβλία που μου χάρισαν φίλοι και που τα διάβασα και μου άρεσαν. Τη «μαύρη» νουβέλα «Καληνύχτα καλούδια μου» του Νικήτα Παπακώστα, θεσσαλικό φολκ ας πούμε, από τις εκδόσεις Δώμα και τα φρέσκα και μοντέρνα διηγήματα της Όλγας Ιωαννίδου «Κεκλεισμένων των στιγμών» από τις εκδόσεις Κουκκίδα.

Πολλά έγραψα όμως και δεν είναι σωστό να μονοπωλήσω εγώ τις προτάσεις, το σωστό είναι να προτείνει ο καθένας βιβλία για τις γιορτές, ώστε να πάρουμε ιδέες και να ενημερωθούμε και οι υπόλοιποι. Σας ακούω λοιπόν!

Posted in Βιβλία, Δημήτρης Σαραντάκος, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 173 Σχόλια »

Στ’ αμπέλια με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2018

Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο από τις εκδόσεις Πόλις το αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια«.

Πρόκειται για ένα μικρό σε έκταση, ούτε 90 σελίδες, αλλά πυκνό και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1953, περιγράφει εννιά καλοκαίρια που τα πέρασε στο πατρικό χωριό, τη Συκιά Λακωνίας, από το 1959 έως και το 1967.

Ο Ζουμπουλάκης γεννήθηκε στο χωριό, αλλά το 1959 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, στα Κουπόνια, για να μπορέσουν να μορφωθούν τα παιδιά. Σαν παιδί είχε ένα πρόβλημα υγείας και ήταν πολύ αδύνατος και γι’ αυτό τον έστελναν όλο το καλοκαίρι, μονάχο του, στο χωριό, στους θείους του, με την ελπίδα ότι θα έπαιρνε 3-4 κιλά.

Αυτά τα καλοκαίρια αφηγείται ο συγγραφέας. Όχι με ημερολογιακή σειρά, όχι λεπτομερειακά, χωρίς να διηγείται εντυπωσιακές ιστορίες. Απολογισμό κάνει και παρουσιάζει συμπεράσματα, ενώ επίσης σκιαγραφεί με πολλή αγάπη τη ζωή του παπά πατέρα του, του επίσης παπά παππού του και άλλων προγόνων του.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι παραπλανητικός, με την έννοια ότι η Συκιά, το λέει και τ’όνομά της, δεν είχε εκτεταμένους αμπελώνες. Το βασικό προϊόν τους ήταν τα σύκα. Όμως ο κάθε χωρικός, για να μην πηγαινόρχεται στο χωράφι την εποχή που έπρεπε να μαζευτούν τα σύκα, μετακόμιζε οικογενειακώς εκεί, και έμεναν σε πρόχειρα καλυβάκια ή μικρά σπιτάκια μονόχωρα (καμάρες) -κι έλεγαν ότι πηγαίνουν «στ’ αμπέλια» κι ας μην υπήρχαν παρά ελάχιστα ή και καθόλου κλήματα εκεί. Κάποιος, διηγείται ο Ζουμπουλάκης, άφηνε στο χωριό τη γάτα για να μην πληθύνουν τα ποντίκια, και μια φορά την εβδομάδα ανέβαινε στο χωριό και της έριχνε ένα μεγάλο κριθαρένιο παξιμάδι. Για την υπόλοιπη τροφή της, έπρεπε να φροντίσει μόνη της. Ήταν κάτισχνη.

Φυσικά, ο συγγραφέας περιγράφει πώς μάζευαν τα σύκα, πώς τα ξέραιναν στη λιάστρα και πώς τα πήγαιναν στο αποστειρωτήριο. Περιγράφει επίσης διάφορες άλλες αγροτικές εργασίες που ήταν απαραίτητες σε εκείνη την οικονομία της αυτάρκειας και που σήμερα δεν τις διανοούμαστε -δεν αγόραζαν τα σαρώματα (σκούπες) αλλά έσπερναν το χόρτο και τα έφτιαχναν. Και ο κόπος για να φτιαχτεί ένα μέτρο λινό ύφασμα ήταν αφάνταστος, όπως υπονοεί η παροιμία για του λιναριού τα πάθη.

Όμως, όλα αυτά ο Ζουμπουλάκης τα θυμάται με συγκίνηση μεν αλλά χωρίς νοσταλγία. Όπως λέει σε κάποιο σημείο προς το τέλος:

Εμένα αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας -δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά- αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων του ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Τι να νοσταλγήσεις; Τη φτώχεια, την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εντελώς απροστάτευτη απέναντι στην παραμικρή αρρώστια ζωή; Τη φυσική και ψυχική βία εις βάρος των μικρών παιδιών και των γυναικών; Το κουτσομπολιό, την κακολογία και τον ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής -τρόπος του λέγειν- ζωής; Τη δεισιδαιμονία και τον αναλφαβητισμό; Οι γυναίκες του χωριού, όταν ήθελαν να πάνε από τη μια ρούγα στην άλλη, δεν περνούσαν μέσα απ’ την αγορά, δεν τη διασχίζανε, αλλά έκαναν κύκλο και την παρακάμπτανε. Ήταν τόπος απαγορευμένος γι’ αυτές. Η ενδυματολογία τους από μια ηλικία και πέρα, μέσα στα μαύρα, με τα τσεμπέρια και τις γάζες -έτσι λέγονταν οι λεπτοί, αγανοί κεφαλόδεσμοι- δεν διέφερε και πολύ από των μουσουλμάνων γυναικών. Αυτό τον κόσμο τον νοσταλγεί μόνο όποιος δεν τον έχει γνωρίσει. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 122 Σχόλια »

Ιππόλυτος, ο σεμνός

Posted by sarant στο 16 Σεπτεμβρίου, 2018

Το καλοκαίρι ανάμεσα στ’ άλλα διάβασα τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, μια τραγωδία που δεν την είχα διαβάσει ολόκληρη ως τώρα. Τη διάβασα στην έκδοση του Κάκτου, αυτή υπήρχε στο σπίτι -ο Κάκτος δεν έχει πολύ καλό όνομα, αλλά ειδικά στις τραγωδίες οι μεταφράσεις του Τάσου Ρούσσου είναι αξιοπρεπείς. Έτσι κι αλλιώς στο απέραντο Διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει, πέρα από το αρχαίο κείμενο, την πολύ καλή μετάφραση του Κώστα Βάρναλη, αλλά και μαγνητοσκοπημένες ή ηχογραφημένες παραστάσεις της τραγωδίας αυτής.

Πίνακας του Γκερέν. Ο Ιππόλυτος μπροστά στον Θησέα και τη Φαίδρα.

Ο μύθος του Ιππόλυτου ήταν ευρύτατα γνωστός. Η Φαίδρα, γυναίκα του Θησέα, ερωτεύεται τον Ιππόλυτο, γιο του Θησέα από άλλη μητέρα. Εκείνος αποκρούει τον έρωτά της και τότε αυτή λέει στον Θησέα ότι ο νέος αποπειράθηκε να τη βιάσει. Ο Θησέας προσεύχεται στον Ποσειδώνα και του ζητάει να σκοτώσει τον γιο του. Η Φαίδρα αυτοκτονεί.

Πάνω σε αυτόν τον καμβά, ο Ευριπίδης σύνθεσε δύο τραγωδίες με τον ίδιο τίτλο, Ιππόλυτος, που αργότερα οι μελετητές τις ονόμασαν Ιππόλυτος Καλυπτόμενος και Ιππόλυτος Στεφανηφόρος, ενώ ο Σοφοκλής έγραψε τη Φαίδρα. Από τα έργα αυτά σώθηκε ένα μόνο, το τελευταίο χρονολογικά, ο Ιππόλυτος Στεφανηφόρος, που διδάχτηκε το 428 πΧ και κέρδισε πρώτο βραβείο. Το θέμα του Ιππόλυτου το χρησιμοποίησαν αργότερα ο Σενέκας στην τραγωδία Φαίδρα και, την Αναγέννηση, ο Ρακίνας, με ομότιτλη τραγωδία, ενώ στον Ιππόλυτο βασίζεται και η κινηματογραφική Φαίδρα του Ζυλ Ντασέν (1962) με την Μελίνα Μερκούρη και τον Άντονι Πέρκινς.

Είναι ασυνήθιστο ένας τραγωδός να συνθέτει δυο τραγωδίες με τον ίδιο τίτλο και το ίδιο θέμα. Εικάζεται ότι στον πρώτο Ιππόλυτο (που έχει χαθεί) η Φαίδρα εκδηλώνει απευθείας τον έρωτά της προς τον Ιππόλυτο πάνω στη σκηνή, κάτι που σόκαρε τους θεατές. Στη δεύτερη εκδοχή, αυτήν που σώθηκε, η Φαίδρα παρουσιάζεται σαν ενάρετη δέσποινα, τραγικό πρόσωπο που άθελά της ερωτεύεται άνομα από θεϊκή παρέμβαση.

Το έργο εκτυλίσσεται στην Τροιζήνα όπου πρόσκαιρα βρίσκεται εξόριστος για έναν χρόνο ο Θησέας, βασιλιάς της Αθήνας, (επειδή είχε σκοτώσει τον Πάλλαντα και τους γιους του που επιχείρησαν να του πάρουν τον θρόνο). Στην αρχή του έργου εμφανίζεται στο θεολογείο η θεά Αφροδίτη, που εξηγεί ότι θα τιμωρήσει τον Ιππόλυτο επειδή την αγνοεί, δεν κοιτάζει έρωτες, μένει αγνός και λατρεύει την Άρτεμη, τη θεά του κυνηγιού. Η Αφροδίτη λοιπόν λέει ότι έχει εμπνεύσει άνομον έρωτα στη Φαίδρα, τη μητριά του Ιππόλυτου, και περιμένει να υλοποιηθεί η εκδίκησή της.

Μπαίνει στη σκηνή ο Ιππόλυτος συνοδευόμενος από κυνηγούς που υμνούν την Άρτεμη. Ένας υπηρέτης προσπαθεί να τον πείσει πως δεν είναι συνετό να περιφρονεί θεούς, και ειδικά την Αφροδίτη, εκείνος όμως δεν ακούει. Μετά, ο χορός των γυναικών ανακοινώνει πως η βασίλισσα, η Φαίδρα, λιώνει από κρυφό μαράζι. Συζητώντας με την παραμάνα της, η Φαίδρα ομολογεί τον έρωτά της για τον Ιππόλυτο και δηλώνει πως θα πεθάνει. Η παραμάνα λέει πως έχει ένα μαγικό φίλτρο.

Η παραμάνα, απελπισμένη, βρίσκει τον Ιππόλυτο, τον βάζει να ορκιστεί πως δεν θα πει τίποτα σε κανέναν και τον πληροφορεί για τον έρωτα της μητριάς του, ζητώντας του να ενδώσει. Εκείνος όμως εξοργίζεται, δηλώνει πως θα πατήσει τον όρκο σιωπής που μόλις έδωσε, και πως θα τα πει στον Θησέα.

Η Φαίδρα αυτοκτονεί. Επιστρέφει ο Θησέας και πάνω στο πτώμα της βρίσκει ένα γράμμα, όπου κατηγορεί τον Ιππόλυτο ότι τη βίασε. Ο Θησέας καταριέται τον γιο του. Έρχεται ο Ιππόλυτος, που δηλώνει αθώος, επειδή όμως έχει ορκιστεί δεν αποκαλύπτει την αλήθεια. Φεύγει για την εξορία.

Έρχεται αγγελιοφόρος που φέρνει στον Θησέα το μαντάτο: όπως έφευγε ο γιος του απ’ την Τροιζήνα, ένας τεράστιος ταύρος βγήκε από τη θάλασσα, τρόμαξε τα άλογα και τραυμάτισε βαριά τον νέο. Ο Θησέας αρχικά χαίρεται, όμως η θεά Άρτεμις κάνει την εμφάνισή της και φανερώνει στον Θησέα την αλήθεια και την αθωότητα του γιου του.

Φέρνουν στη σκηνή τον ετοιμοθάνατο Ιππόλυτο. Ο γιος συγχωρεί τον πατέρα, αγκαλιάζονται, κι ο Ιππόλυτος πεθαίνει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Θεατρικά, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 164 Σχόλια »

Ο Εδμόνδος Αμπού στην Ελλάδα -και στην Αίγινα

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2018

Κυκλοφόρησε πρόσφατα σε νέα μετάφραση από τον εκδοτικό οίκο Μεταίχμιο το κλασικό έργο του Εδμόνδου Αμπού (Edmond About) «Η Ελλάδα του Όθωνα», τίτλος εκσυγχρονισμένος, αφού ο τίτλος του πρωτοτύπου, «Η σύγχρονη Ελλάδα» (La Grèce contemporaine) θα ηχούσε εντελώς παραπλανητικά 165 χρόνια μετά.

O Αμπού (1828-1885) επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1852 και έμεινε ως το 1854. Εργάστηκε για τη Γαλλική Σχολή των Αθηνών και με την επιστροφή του στη Γαλλία μετέφερε στο γαλλικό κοινό τις εντυπώσεις του από το νεοπαγές κράτος.

Το βιβλίο αυτό του Αμπού, αλλά κυρίως το επόμενο που έγραψε για την Ελλάδα της εποχής του, «Ο βασιλεύς των ορέων», προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, αφού θεωρήθηκαν ανθελληνικά. Όπως θα φανεί και από τα αποσπάσματα που δημοσιεύω, που πάντως δεν είναι και τα πιο καυστικά, ο Αμπού στηλιτεύει τα πολλά στραβά που βλέπει, αλλά αγαπά την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Μπορεί πάντως να σταθεί η κριτική πως αντιμετωπίζει τους Έλληνες ως ανώριμα παιδιά, με τόνο συγκαταβατικό.

Το βιβλίο είχε εκδοθεί παλιότερα σε μετάφραση του (κομμουνιστή διανοούμενου) Απόστολου Σπήλιου και πρόλογο του Τάσου Βουρνά. Σήμερα μεταφράζεται ξανά, κάτι πολύ λογικό αφού η παλιά έκδοση είναι εξαντλημένη και αφού τα σημαντικά βιβλία καλό είναι να ξαναμεταφράζονται κάθε 1-2 γενιές.

Πάντως, θα χρειαζόταν πιστεύω εκτενέστερη αναφορά στην υποδοχή που είχε ο Αμπού και το έργο του στην Ελλάδα του 1860, κάτι που θίγεται μόνο περιστασιακά στον έτσι κι αλλιώς ισχνότατο πρόλογο (σκάρτες τέσσερις σελίδες!) του Τάκη Θεοδωρόπουλου.

Δυστυχώς, ο πρόλογος είναι γραμμένος στο γόνατο. Ξεχώρισα την άστοχη έκφραση ότι το 1850 «το αεροπλάνο δεν έχει ακόμη καθιερωθεί ως μέσο μεταφοράς» -κάτι που θα ταίριαζε για μια εποχή όπου το αεροπλάνο έχει μεν εφευρεθεί αλλά δεν χρησιμοποιείται ευρέως σε μεταφορές πχ περί το 1910. Αλλά η ακριβολογία δεν ήταν ποτέ το ατού του κ. Θεοδωρόπουλου.

Η μετάφραση της κ. Αριστέας Κομνηνέλλη είναι καλή. Το κείμενο ρέει ευχάριστα, ενώ η μεταφράστρια, πολύ δεοντολογικά, αναγνωρίζει τις οφειλές της στην παλιότερη μετάφραση όταν σε ορισμένα σημεία υιοθετεί μια έκφρασή της ή μεταφέρει μια υποσημείωση της παλιότερης έκδοσης.

Δυστυχώς όμως, ενώ η μετάφραση ρέει, δεν είναι απαλλαγμένη από λάθη και λαθάκια. Παρόλο που δεν έκανα συστηματικό έλεγχο, θα αναφέρω μερικές περιπτώσεις που δεν μπόρεσα να μην τις προσέξω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Αίγινα, Κριτική μεταφράσεων, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ταξιδιωτικά, Τι λένε για μας | Με ετικέτα: , , , , | 176 Σχόλια »

Λέξεις του Τυρνάβου από το Μαράν Αθά του Θωμά Ψύρρα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2018

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε ταχτικά συνεργασίες φίλων με λεξιλογικό υλικό από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου, συνήθως από κάποιο νησί.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα. Ύστερα από μια ανάπαυλα, φέτος τον Μάη ο φίλος μας ο Raf μάς ταξίδεψε στην Πάτμο με 21 πατηνιώτικες λέξεις.

Το καλοκαίρι δεν είχαμε άλλη συνεργασία από φίλο, αλλά σήμερα παίρνω την πρωτοβουλία να δημοσιεύσω λέξεις από τον Τύρναβο, όπως περιέχονται στο γλωσσάρι που προσαρτάται στο τέλος του μυθιστορήματος «Μαράν Αθά» του Θωμά Ψύρρα.

Ίσως αδικώ το Μαράν Αθά, με την έννοια ότι άξιζε να παρουσιαστεί καθαυτό και όχι μέσα από το γλωσσάρι του. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, στο οποίο ο μοναχός Νικόλαος, στο τέλος της ζωής του, αναθυμιέται τα όσα έζησε όταν νεαρός στάλθηκε από τον δεσπότη του με αποστολή να εξιχνιάσει τα περίεργα που συνέβαιναν σ’ ένα δυσπρόσιτο θεσσαλικό χωριό, το οποίο φαίνονταν να το κυβερνούν όχι οι άντρες, που οι περισσότεροι άλλωστε έλειπαν ολοχρονίς από το χωριό, μαστόροι στα ξένα, αλλά οι γυναίκες, και ιδίως εννιά γυναίκες προικισμένες με μαγικές ικανότητες, οι ταρσές.

Ο Νικόλαος καταγράφει τις εντυπώσεις του σε ένα πολύ προσωπικό ιδίωμα, παρεμβάλλοντας και αρκετές ιδιωματικές λέξεις της περιοχής του Τυρνάβου. Ο συγγραφέας πολύ σωστά παραθέτει στο τέλος του βιβλίου γλωσσάρι, από το οποίο αντέγραψα τις περισσότερες λέξεις και τις παραθέτω εδώ.

Επειδή δεν προλαβαίνω, δεν σημειώνω ετυμολογικές και άλλες παρατηρήσεις. Ίσως σε σχόλια.

A

αγκίδα, η: πάρα πολύ μικρό και λεπτό κομμάτι ξύλου μυτερό σαν καρφίτσα, σκλήθρα [από το αρχαίο ακίς, γεν. της ακίδος — βελόνα] π.χ. Μπήκε μια αγκίδα στο νύχι μου. Χρησιμοποιεί­ται όμως σε εκφράσεις για να δείξει την ελάχιστη ποσότητα: βάλε μου μια αγκίδα τσίπουρο στο ποτήρι = βάλε πολύ λίγο.

αγκούσα, η: η στεναχώρια, το άγχος, ο πνιγμός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Ο Ροΐδης σε νεοελληνική μεταγραφή (ή μετάφραση)

Posted by sarant στο 17 Αύγουστος, 2018

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη, σε ένα κομψό τομίδιο, όπως θέλει το κλισέ, «Τρεις μεσαιωνικές μελέτες» του Εμμανουήλ Ροΐδη. Πρόκειται για μια πρωτότυπη έκδοση που μου κίνησε το ενδιαφέρον και γι’ αυτό την παρουσιάζω σήμερα.

Δεν πρόκειται για κάποιο άγνωστο έργο του άφθαστου στιλίστα, που το έφερε πρόσφατα στο φως η αναδίφηση παλιών εφημερίδων (κάτι που έχει συμβεί με άλλα έργα ή πάρεργα του Ροΐδη) αλλά για τρεις μελέτες που έχουν ως κοινό τους θέμα τον Μεσαίωνα, γραμμένες λίγα χρόνια μετά την Πάπισσα Ιωάννα, που περιλαμβάνονται στα πεντάτομα Άπαντα του Ροΐδη, που εκδόθηκαν σε επιμέλεια Α. Αγγέλου (στον 1ο και στον 2ο τόμο).

Η πρωτοτυπία της έκδοσης δεν βρίσκεται λοιπόν στο περιεχόμενο των τριών κειμένων, που είναι γνωστό, ούτε και στον πρόλογο ή την εισαγωγή του επιμελητή, στοιχεία άλλωστε που απουσιάζουν εντελώς. Η μεγάλη πρωτοτυπία της έκδοσης βρίσκεται στο ότι το ροϊδικό κείμενο συνοδεύεται από απόδοση στα νέα ελληνικά από τον φίλο Δημήτρη Φύσσα, που επιμελείται την έκδοση. Στην αριστερή σελίδα υπάρχει η νεοελληνική απόδοση ενώ αντικριστά, στη δεξιά σελίδα, το κείμενο του Ροΐδη, στην αρκετά δύσβατη καθαρεύουσα που συνηθιζόταν στον γραπτό μας λόγο πριν από ενάμιση αιώνα.

Ο Φύσσας χαρακτηρίζει «μεταγραφή» το εγχείρημά του, αν δεν είναι πρωτοβουλία του εκδότη ο όρος αυτός. Κατ’ εμέ είναι όρος άστοχος, διότι μεταγραφή, πέρα από τους ποδοσφαιριστές, έχουμε όταν μεταφέρουμε ένα κείμενο ή μια λέξη από ένα σύστημα γραφής σε ένα άλλο, π.χ. το αγγλικό κύριο όνομα Shakespeare στο Σέξπιρ (ή Σαίξπηρ ή Σαίκσπηρ ή όσες άλλες μεταγραφές έχουν προταθεί) ή. στη μουσική, όταν γράφουμε ξανά την παρτιτούρα μιας μουσικής σύνθεσης έτσι που να μπορεί να παιχτεί από άλλο όργανο από εκείνο για το οποίο είχε αρχικά συντεθεί.

Η μεταγραφή είναι άστοχος όρος, αλλά αυτός συχνά χρησιμοποιείται (αιδημόνως) στις περιπτώσεις ενδογλωσσικής μετάφρασης, ακριβώς για να μην ακουστεί ο επικίνδυνος όρος «μετάφραση» που μπορεί να εννοηθεί ότι αφορά τη μεταφορά κειμένου από μια γλώσσα σε μια άλλη κι έτσι απειληθεί η συνέχεια της μίας και ενιαίας γλώσσας. Παλιότερα, όταν είχε μεταφραστεί η Πάπισσα Ιωάννα στη νέα ελληνική είχε χρησιμοποιηθεί ο όρος «μεταγλώττιση». Νομίζω ότι ο όρος «μετάφραση» ή «ενδογλωσσική μετάφραση» είναι απόλυτα σαφής, αυτό είχε κάνει παλιότερα ο Καλοκύρης και αυτό έκανε τώρα ο Φύσσας. Ας σημειώσω τη διαφωνία μου λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δοκίμια, Καθαρεύουσα, Μεσαίωνας, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 70 Σχόλια »

Τα χρυσόψαρα του Θάνου Αθανασόπουλου

Posted by sarant στο 5 Αύγουστος, 2018

Πριν από ενάμιση μήνα είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, στο οποίο αναρωτιόμουν αν υπάρχει κάποιο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα στο οποίο ο κεντρικός ήρωας να έχει το κοινότατο επώνυμο Παπαδόπουλος. Όπως μας πληροφόρησε στα σχόλια ο φίλος μας ο Mitsos, στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Οι τέσσερις εποχές του κυρίου Ανανία», της Μιράντας Βατικιώτη, πρωταγωνιστεί αστυνομικός με το κοινότερο ελληνικό ονοματεπώνυμο: Γεώργιος Παπαδόπουλος. Μάλιστα, η Μιράντα Βατικιώτη έγραψε πέρυσι και άλλο ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο ήρωα, «Το μυστικό του βασιλιά των γερανιών». Σημείωσα να τα αναζητήσω, αλλά δεν χρειάστηκε.

Η ευχάριστη έκπληξη ήταν ότι μερικές μέρες αργότερα πήρα ηλεμήνυμα από τις εκδόσεις Πικραμένος που μου ζήτησαν τη διεύθυνσή μου για να μου στείλουν τα βιβλία. Όπερ και έγινε, και επιπλέον μέσα στο δέμα υπήρχε και ένα τρίτο βιβλίο του ίδιου εκδότη, η συλλογή διηγημάτων ή ανεκδιηγημάτων όπως τα λέει «Τα χρυσόψαρα» του Θάνου Αθανασόπουλου. Κατά σύμπτωση, στο βιβλιοφιλικό άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει πριν από τέσσερις βδομάδες -που είναι πολύς καιρός αν σκεφτούμε τι μεσολάβησε- η φίλη μας η Χρονοποιούσα και άλλος ένας φίλος είχαν συστήσει το βιβλίο του Αθανασόπουλου -από το οποίο θα παρουσιάσω σήμερα ένα δείγμα.

Τα τρία βιβλία έχουν κάτι το κοινό: το ανάλαφρο ύφος. Στα αστυνομικά, αυτό ξενίζει στην αρχή αφού έρχεται σε αντίθεση με φονικά και μάλιστα ειδεχθή, αλλά τελικά λειτουργεί. Η Μιράντα Βατικιώτη, που είναι πολύ νέα και έχει προϋπηρεσία στην παιδική λογοτεχνία, παρουσιάζει δυο γερά χτισμένες ιστορίες και έναν πολύ αξιοπρόσεκτο (παρά το κοινό ονοματεπώνυμό του!) ήρωα. Μου άρεσαν τα βιβλία της και περιμένω να διαβάσω κι άλλα δικά της έργα.

Ο Θάνος Αθανασόπουλος ζει στην Ολλανδία όπου παίζει τζαζ και διδάσκει σαξόφωνο. Έχει επίσης παρουσία στον κυβερνοχώρο -τον είχα φίλο στο Φέισμπουκ χωρίς να ξέρω ότι γράφει. Τα Χρυσόψαρα είναι το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή από 50 ολιγοσέλιδα «ανεκδιηγήματα» όπως τα λέει. Άφθονα λεκτικά παιχνίδια, μπόλικη αυτοϋπονόμευση και ανατροπή (ίσως το παρακάνει κάπου), μικρές ιστορίες που αναπτύσσονται κάπως σαν αυτοσχεδιασμοί (δοθέντος ότι ο συγγραφέας παίζει τζαζ, δεν το απέφυγα το κλισέ). Δεν είναι όμως όλες ανάλαφρες ούτε ρηχές, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές ιστορίες κι άλλες που δίνουν αφορμή για σκέψη, κάποτε και επί γλωσσικών θεμάτων. Εδώ μια συνέντευξη του συγγραφέα.

Το βιβλίο δεν είναι μεγάλο -κάπου 185 σελίδες- αλλά ενώ σας συνιστώ να το διαβάσετε, δεν θα σας πρότεινα να το διαβάσετε μονορούφι, όπως θα κάνατε με μια νουβέλα της ίδιας έκτασης, αλλά σε τρεις-τέσσερις ή και περισσότερες καθισιές. Όμως αυτό ισχύει και για τις συλλογές διηγημάτων γενικώς, δεν συμφωνείτε;

Ο συγγραφέας παρουσιάζει ως εξής το βιβλίο του στο οπισθόφυλλο:

Μουσική.
Μουσικοί.
Εργάτες.
Η Λίτσα. Άλλες Λίτσες.
Μπαρ και περίπτερα.
Θερμοσίφωνες και γυψοσανίδες.
Εγκληματίες, τζογαδόροι, φαντάσματα, γοργόνες και χρυσόψαρα.
Φαντάροι και αξιωματικοί.
Γητευτές κουνουπιδιών και πωλητές λύσεων.
Καριερίστες κι αλκοολικοί.
Ένα αλλοπρόσαλλο συνονθύλευμα από ιστορίες που υφαίνουν σελίδα τη σελίδα τη βεβαιότητα στον αναγνώστη ότι, τελικά, δεν υπάρχει κανένα νόημα.
Μια συλλογή ανεκδιήγητων διηγημάτων.
Μια συλλογή ανεκδιηγημάτων.

Εγώ θα σας παρουσιάσω δύο ιστορίες από το βιβλίο. Μία τυπική σύντομη ιστορία, λίγο παραπάνω από μία σελίδα, με την ανατροπή στο τέλος, και το διήγημα που έδωσε και τον τίτλο στη συλλογή.

Και ξεκινάω με τη μικρή ιστορία, τον Αιχμάλωτο, λίγο παραπάνω από 300 λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Διηγήματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 150 Σχόλια »

Γέεννα (του Ισίδωρου Ζουργού)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2018

Λογοτεχνικό θέμα ζητάει η ημέρα αλλά ακόμα μας κυνηγάει η κάπνα από την πυρκαγιά. Κάτι ανάλαφρο, που είχα διαλέξει από την περασμένη κιόλας Κυριακή, θα ήταν αταίριαστο -το μεταθέτω λοιπόν για την επόμενη Κυριακή και για σήμερα διαλέγω τη λογοτεχνική παρουσίαση μιας ιστορικής πυρκαγιάς, της πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 1917, όπως μας την αφηγείται ο Ισίδωρος Ζουργός στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Λίγες και μία νύχτες«.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ζουργός παρακολουθεί τη ζωή του Λευτέρη, ενός πανέξυπνου Θεσσαλονικιού, γεννημένου στα τέλη του 19ου αιώνα, που σημαδεύεται πολύ νέος από έναν αταίριαστο έρωτα. Η πυρκαγιά του 1917 τον βρίσκει να έχει μια υποτυπώδη επιχείρηση πρακτόρευσης εφημερίδων ενώ ταυτόχρονα είναι δεξί χέρι του ντονμέ Αλπερέν Μπέη αλλά κρυφά έχει δεσμό και με την κόρη του. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο παίζει φυσικά και η πόλη, η Θεσσαλονίκη, και ιδίως η οδός Εξοχών, η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας.

Ο Ζουργός αφιερώνει στην πυρκαγιά ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί Γέεννα. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος από το κεφάλαιο αυτό.

Γέεννα

Κυριακή 7 Αυγούστου 1917

Ο Θόδωρος, ο αμαξάς του Αλπερέν μπέη, δε θυμόταν να είχε δει τον Λευτέρη άλλη φορά σε τέτοιο χάλι. Κό­ντευε έξι το απόγευμα όταν πέρασε τη σιδερένια καγκελόπορτα και προχώρησε στον κήπο. Δε φορούσε σακάκι και το πουκάμισό του ήταν γεμάτο κάπνα και χώματα. Από το ένα του παπούτσι είχε φύγει το τακούνι κι αναγκαστικά στραβοπατούσε. 0 αμαξάς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει, ού­τε καν να τον καλησπερίσει. Ήταν φανερό ότι είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Άλλωστε ποιος είχε κοιμηθεί τέτοια νύχτα;

«Είναι μέσα ο μπέης;» τον ρώτησε καθώς έτριβε τα μάτια του που ήταν κόκκινα απ’ τους καπνούς και το ξενύχτι.

«Μέσα είναι, Λευτέρη. Τι θεομηνία είναι πάλι αυτή;»

Κούνησε μόνο το κεφάλι και προχώρησε. Χωρίς αμφιβο­λία θα του είπαν «Καλησπέρα» τα πεύκα και τα τριαντά­φυλλά του· σίγουρα θα περίμεναν ένα χάδι του καθώς περ­νούσε από μπροστά τους. Δεν τους μίλησε, παρά έριξε μια γρήγορη ματιά για να βεβαιωθεί ότι εκεί στη βίλα ο κόσμος παρέμενε ο ίδιος και δεν τον είχε μαυρίσει η κόλαση της φω­τιάς, που από χθες το μεσημέρι κατάπινε έναν έναν τους δρό­μους της πόλης, τα ξύλινα φτωχόσπιτα, τις αυλές, τα δέντρα, τα μέγαρα με τους κίονες και τις μετόπες… Ευτυχώς στον περίβολο της έπαυλης νικούσε ακόμη το πράσινο. Εκεί μαύ­ρο ήταν μόνο το λαντό, που το είχε έτοιμο ο Θόδωρος για κά­θε ενδεχόμενο, κι εκείνο το κομμάτι του ουρανού που έβλε­πε προς τη Δύση και το Λιμάνι, εκεί όπου ακόμη μαινόταν η μεγάλη πυρκαγιά.

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια χωρίς να σκουπίσει τα παπούτσια του και χτύπησε το ρόπτρο της λευκής εξώπορ­τας. Του άνοιξε η Μίρζα κι όχι η υπηρέτρια, γιατί ήταν οι ώρες τέτοιες που έμπαινε στο περιθώριο η κοινωνική εθιμο­τυπία.

«Είναι στο γραφείο και νομίζω σε περιμένει», του είπε χω­ρίς καν να τον καλησπερίσει.

«Ευχαριστώ», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του και προχώρησε στον διάδρομο.

«Λευτέρη!» άκουσε πάλι τη φωνή της και κοντοστάθηκε. «Ό,τι έχεις να του πεις, με τρόπο σε παρακαλώ. Δεν πλησία­σε στο κρεβάτι του από χθες».

Άκουσε τα βήματά της πίσω απ’ την πλάτη του.

«Θέλω να ’μαι κι εγώ μπροστά. Τι κι αν είμαι γυναίκα; Έχω νομίζω το δικαίωμα…»

Μια πνοή αέρα που κουβαλούσε η φωνή της του δρόσισε τον λαιμό.

«Κι εγώ σε θέλω εκεί μέσα», της είπε. «Ας ελπίσουμε να μην έχει αντίρρηση».

Η Μίρζα τον προσπέρασε αθόρυβα και στάθηκε στην πόρ­τα του γραφείου του. Χτύπησε και του έκανε νόημα να πε­ριμένει. Την είδε να μπαίνει και ν’ αφήνει πίσω της την πόρ­τα μισάνοιχτη. Προχώρησε προς το άνοιγμά της, κι από κει είδε το μισό γραφείο κι ένα κομμάτι απ’ τη βιβλιοθήκη του. Η φωνή της ακουγόταν καθαρά, αλλά δεν πολυκαταλάβαινε γιατί μιλούσαν τούρκικα ανάκατα με λαντίνο. Αυτό που σί­γουρα ήξερε ήταν πως τον ενοχλούσε πια να στέκεται πίσω από μισάνοιχτες πόρτες και να κρυφακούει. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »

Η ζωή του Μήτσου Μυράτ

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2018

Χτες που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο αναφέρθηκα και στην αυτοβιογραφία του Μήτσου Μυράτ και είπα ότι κάποια μέρα θα την παρουσιάσω κι εδώ. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν.

Το βιβλίο «Η ζωή μου» του Μήτσου Μυράτ κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις θαυμάσιες Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης στη σειρά «Παλαιά κείμενα νέες αναγνώσεις» όπου παρουσιάζονται σε καινούργιες και κατά κάποιο τρόπο οριστικές εκδόσεις κλασικά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όπως η Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη ή η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου, με εκτενές επίμετρο και εκδοτικό σημείωμα.

Το βιβλίο του Μυράτ όμως διαφέρει από τα άλλα της σειράς διότι δεν είναι λογοτεχνικό αλλ’ αυτοβιογραφικό. Ίσως γι’ αυτό και ίσως επειδή ο όγκος του δεν είναι ευκαταφρόνητος, ενώ το είχα πάρει εδώ και καιρό, το άφηνα να σκονίζεται πάνω πάνω στη στοίβα με τ’ αδιάβαστα και να μ’ ατενίζει επιτιμητικά.

Πρόσφατα ξεπέρασα τους δισταγμούς και το διάβασα, και δεν το μετάνιωσα αν και δεν το συστήνω ανεπιφύλακτα αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για την εποχή ή για το θέατρο.

Ο Μήτσος Μυράτ (1878-1964) ήταν από τις μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όσοι είναι της γενιάς μου ή παλαιότεροι θα ξέρουν τον γιο του, τον Δημήτρη Μυράτ, που μεσουράνησε στο θέατρο στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ή την κόρη του, τη Μιράντα.

Ο Μυράτ γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια μάλλον λεβαντίνικη, αλλά με ελληνική συνείδηση. Το επώνυμό του ήταν Μουράτ αλλά το εξευρωπάισε σε Murat, Μυράτ, αν και στα γαλλικά συχνά το έγραφε και Myrat. Έμαθε καλά γαλλικά αλλά δεν σπούδασε κι αφού περιπλανήθηκε μερικούς μήνες στην Αίγυπτο ως επιστάτης σε δημόσια έργα, χάρη σε γνωριμίες συγγενών, και επειδή από παιδί είχε λατρεία με το θέατρο, έφυγε για το Παρίσι για να το μάθει από κοντά.

Γύρισε στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη θνησιγενή σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά ήταν τυχερός που τότε ακριβώς, στο γύρισμα του αιώνα, ο Χρηστομάνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Σκηνή, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στο ελληνικό θέατρο.

Ουσιαστικά όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην περίοδο της Νέας Σκηνής, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Παρόλο που το βιβλίο αρχικά δημοσιεύτηκε το 1928, η αυτοβιογραφική εξιστόρηση σταματάει στα 1906 -αργότερα ο Μυράτ έγραψε κι άλλο βιβλίο για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 50 Σχόλια »

Τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2018

Θα σας παραξενέψει ο τίτλος του σημερινού άρθρου -θυμίζει βέβαια την πασίγνωστη ρήση «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» αλλά δεν είναι πιστή απόδοσή της.

Θα πω μερικά πραγματα για την ιστορία της ρήσης αυτής, που μπορεί να είναι γνωστά σε αρκετούς. Ας κάνουν υπομονή, μετά θα πούμε και για την απόδοσή της.

Είναι αρκετά γνωστό πως η ρήση «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» δεν είναι αρχαία ελληνική αλλά κατασκευή της καθαρεύουσας, του 19ου αιωνα. Δεν έχω επιχειρήσει να ανιχνεύσω πότε εμφανίζεται, αλλά θα με εξέπληττε να ήταν πολύ παλαιότερη από το νεοελληνικό κράτος.

Ξέρουμε επίσης ότι η ρήση ειναι μετάφραση απο τα λατινικά. Η αντίστοιχη λατινική ρήση είναι Timeo Danaos et dona ferentes (ή ferentis σε άλλα χειρόγραφα) και είναι στίχος από την Αινειάδα του Βιργίλιου, από το 2ο βιβλίο (ΙΙ.49).

Στην Αινειαδα τα λογια αυτά τα λέει ο Λαοκόων, ο ιερέας που επιχείρησε να πείσει τους άλλους Τρώες να μην βάλουν μέσα στα τείχη τον Δούρειο Ίππο -μάταια όμως διότι, όπως θα θυμομαστε από τη μυθολογία ή από το διάσημο γλυπτό, αμεσως ξεπηδησαν από τη θάλασσα δυο τεράστια φίδια και τον κατασπάραξαν, με αποτέλεσμα βέβαια οι Τρωες να πιστέψουν πως ήταν θελημα θεού να δεχτούν το δώρο -ήταν θέλημα θεών, αλλά όχι για το καλό τους. Τη νύχτα οι κρυμμένοι Αχαιοί άνοιξαν την καταπακτή και βγηκαν έξω κι έτσι αλώθηκε το Ίλιο.

Παρόλο που τον Όμηρο τον διδασκόμαστε υποτίθεται στο σχολείο, δεν έχουν όλοι συνειδητοποιήσει πως για τον Δούρειο Ίππο και το πάρσιμο της Τροίας η πηγή μας δεν είναι η Ιλιάδα, που τελειώνει με την ταφή του Έκτορα, αλλά κάποιες αναφορές στην Οδύσσεια -και φυσικά αρκετές μεταγενέστερες πηγές. Όσο για τον Λαοκόωντα, δεν εμφανίζεται στα ομηρικά έπη καθόλου, όμως πρωταγωνιστουσε σε μια, χαμένη σήμερα, τραγωδία του Σοφοκλή, και αναφέρεται και σε άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ωστόσο, η πληρέστερη πηγή μας είναι η Αινειάδα.

Ας επιστρέψουμε στη λατινικη φράση Timeo Danaos et dona ferentes. Πολλά λατινικά δεν σκαμπάζουμε, αλλά είναι επίσης γενικά γνωστο ότι αυτό το Timeo δεν είναι προστακτική αλλά πρωτο πρόσωπο της οριστικής: Φοβούμαι. Γιατί όμως το «φοβούμαι» μετατράπηκε σε «φοβού»; Δεν εχω οριστική απαντηση, αλλά μπορώ να κάνω δύο υποθέσεις. Αφενός, ο συγκεκομμένος τύπος δίνει ρυθμικότερη φράση: Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας. Αφετερου, σε πρώτο πρόσωπο η φράση δεν ειναι διδακτική. Καθώς έγινε παροιμιώδης, και απομακρύνθηκε από την Τροία και τον Λαοκόωντα, αλλα αντίθετα προειδοποιει να είμαστε δύσπιστοι στις ξαφνικές χειρονομίες φιλίας κάποιων που τους ξέρουμε για εχθρούς μας, βολεύει να διατυπωνεται σε προστακτική, οπως τόσες και τόσες παροιμίες και γνωμικά. Άλλωστε, και στα αγγλικά η φράση έγινε γνωμικό σε προστακτική διατυπωμένο: Beware of Greeks bearing gifts, εξού και η έκφραση Greek gift για δώρο που κρύβει κακό σκοπό -και από εκεί θα πάμε στα οσα κατά καιρους αρνητικά έχουν ειπωθεί για τους Έλληνες, αλλά δεν θέλω να ξεστρατίσει εκεί η συζήτηση (δείτε πάντως για τον Θεόδωρο Άπουλο).

Η φραση που έβαλα στον τίτλο είναι πιστή μετάφραση του λατινικού στίχου, γι’ αυτο και διαφέρει από τη δική μας παροιμιώδη ρήση. Τη βρήκα στο βιβλίο που θα σας παρουσιάσω σήμερα, που το εξώφυλλό του το βλέπετε πιο πάνω, μια νέα μετάφραση της Αινειάδας από τον καθηγητή Θεόδωρο Παπαγγελή, που έχει παλιότερα μεταφράσει και το άλλο μεγάλο έπος της λατινικής λογοτεχνιας, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου.

Είναι μια εξαιρετική έκδοση από το ΜΙΕΤ, με σκληρό δέσιμο, χορταστικά προλεγόμενα και σημειώσεις από τον Παπαγγελή, και μπορείτε να τη βρείτε σε πολύ καλή τιμή, γύρω στα 20 ευρώ. Ο Παπαγγελής στα προλεγόμενα τοποθετει την Αινειάδα στο πλαίσιό της, αναφέρει σχέσεις με τον Όμηρο και τον Δάντη, φτάνει ως την εποχή μας -πάνω από 100 σελίδες πιάνουν τα προλεγόμενα.

Αλλά βέβαια προέχει η μετάφραση. Ο Παπαγγελής έκανε την πολύ εύστοχη κατά τη γνώμη μου επιλογή να προτιμήσει πολυσύλλαβο στίχο -21σύλλαβο, αλλά με αυστηρή τήρηση του μέτρου και με τομή πάντοτε στη μέση, ώστε ο κάθε στίχος να χωρίζεται σε εντεκασύλλαβο και δεκασύλλαβο ημιστίχιο κι έτσι το έργο να διαβάζεται ομαλά και να ρέει.

Βέβαια, εύκολο ανάγνωσμα δεν είναι η Αινειάδα Ιλιάδα, και δεν θα είναι πολλοί εκείνοι που θα τη διαβάσουν από αρχή ως τέλος μονορούφι. Εγώ κορφολόγησα εδώ κι εκεί και ελπιζω κάποτε να βρω την ησυχία και να χαρώ αυτό το κλασικό έργο κι αυτή την πανέμορφη έκδοση όπως τους αξίζει.

Θα παραθέσω εδώ τους στίχους που αφορούν, ακριβώς, την ιστορία του Λαοκόωντα και το φριχτό του τέλος.

Κι εκεί απάνω, πρώτος με μακριά ξοπίσω ακολουθία ο Λαοκόων
κατέβαινε απ’ της πόλης την ψηλήν ακρόπολη και έτσι ξαναμμένος
από μακριά τούς έκραξε «Προς τι η τόση αφροσύνη, συμπολίτες;
Πιστέψατε πως φύγαν οι εχθροί; Θαρρήσατε των Δαναών τα δώρα
λεύτερα από δόλο; Δηλαδή ξεχάσατε ποιος είναι ο Οδυσσέας;
Στο ξύλο τούτο μέσα Αχαιοί θα κλείστηκαν και θα φυλάν κρυμμένοι·
ή τούτη η μηχανή έχει φκιαχτεί ενάντια στης πόλης μας το κάστρο,
να κατοπτεύει σπίτια από ψηλά, ένας βραχνάς επάνω από την Τροία,
ή κάτι πονηρό παραφυλά. Τον ίππο, Τεύκροι, μην εμπιστευθείτε.
Ό,τι κι αν είναι, εγώ τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι.

Μίλησε και με χέρι στιβαρό σφεντόνιασε ένα τεράστιο δόρυ
απάνω στου θεριού τα πλαϊνά, εκεί που αρμοί κυρτώναν την κοιλιά του.
Με τρέμουλο καρφώθηκεν αυτό, τραντάχτηκε από κάτω η γαστέρα,
το κοίλο μέσα βόγκηξε, αχό ανάδωσε το κύτος απ’ τα βάθη.
Κι αν ήταν ριζικό από θεό, ο νους μας αν δεν ήταν στραβωμένος,
ξεχάρβαλο με τα σιδερικά θα κάναμε των Αργειτών την κρύπτη,
θα έστεκεν η Τροία και εσύ, κάστρο ψηλό του Πρίαμου ολόρθο
θα έστεκες (…)

Είναι οι στιχοι 40-56 από το 2ο βιβλίο της Αινειάδας.

Για σύγκριση, το πυκνότατο λατινικό πρωτότυπο:

Primus ibi ante omnis, magna comitante caterva,
Laocoon ardens summa decurrit ab arce,
et procul: ‘O miseri, quae tanta insania, cives?
Creditis avectos hostis? Aut ulla putatis
dona carere dolis Danaum? Sic notus Ulixes?
aut hoc inclusi ligno occultantur Achivi,
aut haec in nostros fabricata est machina muros
inspectura domos venturaque desuper urbi,
aut aliquis latet error; equo ne credite, Teucri.
Quicquid id est, timeo Danaos et dona ferentis.’
Sic fatus, validis ingentem viribus hastam
in latus inque feri curvam compagibus alvum
contorsit: stetit illa tremens, uteroque recusso
insonuere cavae gemitumque dedere cavernae.
Et, si fata deum, si mens non laeva fuisset,
impulerat ferro Argolicas foedare latebras,
Troiaque, nunc stares, Priamique arx alta, maneres.

Μολις όμως τελείωσε ο Λαοκόωντας, παρουσιάστηκε ο Σίνωνας, κατάσκοπος των Αχαιών, και υποστηρίζει πως οι Αχαιοί θέλανε να τον θυσιάσουν στους θεούς φεύγοντας, και τάχα τους ξέφυγε, και διαβεβαιωνει τους Τρωες πως ο στόλος των εχθρων έχει αποπλεύσει. Κι όπως το κοινό των Τρωων είναι δίβουλο…..

Και ιδού την ώρα κείνη απ’ τη μεριά τής Τένεδος, στην κάλμα του πελάγους,
συστρέφοντας με κύκλους τα κορμιά, δυο φίδια θηριώδη (ανατριχιάζω!)
ορμάνε στα νερά, τα δυο μαζί, και σταθερά στοχεύουν τ’ ακρογιάλι.
Τα στήθια τους στα κύματα στητά, τα άλικα λοφία, σκέτο αίμα,
ανάερα απάνω απ’ το νερό, το πίσω του κορμιού σε μέγα μάκρος
τη θάλασσα μετράει και σπειρωτό τα νώτα του ατέλειωτα κολπώνει.
Στον αφρισμένο πόντο συριγμός, κι όπως το περιγιάλι κιόλα επιάναν,
είχαν το μάτι φώσφορο και πυρ, σαν από αίμα που άπλωσε βαμμένο,
τα στόματα που δίναν συριγμό οι γλώσσες τους με τρέμουλο τα γλείφαν.
Κατάχλωμοι σκορπίσαμε· αυτά θέλουν το Λαοκόωντα, σ’ εκείνον
ολόισια τραβάν και στην αρχή τυλίγουν τα κορμιά των δυο παιδιών του —
κορμιά μικρά σε αγκάλη ερπετού, σφιχτά μες στις κουλούρες τους μπλεγμένα,
τα δύσμοιρα με τις δαγκωματιές τα κόβουνε καθένα για βορά του.
Το Λαοκόωντα μετά που βοηθός προστρέχοντας επήρε τις σαΐτες
γραπώνουν και του κάνουνε δεσιά με σπείρες θηριώδεις. Κι όπως τώρα
μεσόκορμα τον ζώσαν δυο φορές και δυο φορές τριγύρω στο λαιμό του
φολιδωτά τυλίχτηκαν, ψηλά κι απάνωθέ του σβέρκο και κεφάλι
εκράταγαν. Περίχυτος αυτός με λύθρο και ολέθριο φαρμάκι,
το δέσιμο με χέρια πολεμά να ρίξει από πάνω του· συνάμα
φριχτές ν’ ανατριχιάζεις οιμωγές ως τ’ ουρανού τα ύψη ανεβάζει·
κι ακούγονταν σαν το μουγκανητό του πληγωμένου ταύρου που ξεφεύγει
απ’ το βωμό και άστοχο μπαλτά από τον τράχηλό του αποτινάζει.
Αθόρυβα οι δράκοντες γλιστρούν ψηλά προς το ναό της Τριτωνίδας,
γυρεύουν στην ακρόπολη φωλιά, στης άσπλαχνης θεάς την κατοικία,
στα πόδια της μαζεύονται κι εκεί στη στρογγυλή ασπίδα βρίσκουν σκέπη.
Ανταριασμένος ήταν ολωνών ο νους και τότε ήρθε από πάνω
και φώλιασε καινούριος πανικός· το κρίμα του αντάξια πληρώνει
ο Λαοκόων, λέγανε, αυτός πού έβλαψε το ιερό το ξύλο
με σίδερου αιχμή κι αμαρτωλό στη ράχη του ίππου έμπηξε κοντάρι.

Κι εβαλαν το ξύλινο άλογο μέσα και μετά φαντάζεστε τι έγινε…

 

Posted in Κλασικά κείμενα, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 233 Σχόλια »