Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρουσίαση βιβλίου’ Category

Η μία από τις δύο

Posted by sarant στο 9 Μαρτίου, 2020

Χτες ήταν η Μέρα των δικαιωμάτων της γυναίκας και στο γαλλικό ραδιόφωνο, που είχε αφιέρωμα στην ημέρα, άκουσα μια συνέντευξη της δημοσιογράφου Τζούλια Φόις, που μου φάνηκε ενδιαφέρουσα. Τη βρηκα και τη μεταφράζω πρόχειρα, μια και αναφέρεται σε ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα.

Η Τζούλια Φόις μόλις εξέδωσε ένα βιβλίο στον οποίο περιγράφει τον βιασμό που υπέστη σε ηλικία 23 ετών και τη δικαστική περιπέτεια που είχε -με τελικό αποτέλεσμα την απαλλαγή του κατηγορούμενου ως βιαστή της.

Το βιβλίο έχει τίτλο Je suis une sur deux, Είμαι η μία στις δύο. Ο τίτλος αποτελεί υπαινιγμό στο αποτέλεσμα έρευνας σύμφωνα με την οποία η μία στις δύο γυναίκες στη Γαλλία έχει υποστεί σεξουαλική επαφή χωρίς τη συγκατάθεσή της (rapports sexuels non consentis είναι ο γαλλικός όρος).

Το όνομά της είναι Giulia Foïs, με διαλυτικά, γι’ αυτό και προφέρεται Φόις κι όχι Φουά. Είναι άλλωστε Γαλλοϊταλίδα. Το πρωτότυπο της συνέντευξης, εδώ. Κάθε διόρθωση καλοδεχούμενη.

Μεταφράζω:

franceinfo : Αυτοπροσδιορίζεστε ως «λάθος θύμα» βιασμού, τι εννοείτε με αυτό;

Giulia Foïs : Το λάθος θύμα (mauvaise victime) βιασμού είναι το θύμα που δεν μοιάζει με την ιδέα που έχουμε σχηματίσει. Ο βιασμός είναι κάτι εντελώς αδιανόητο, δεν θέλουμε να παραδεχτούμε πως υπάρχει. Στην ανάγκη, μπορούμε να τον διανοηθούμε όταν όλα ταιριάζουν στη σωστή θέση. Αυτό που περιμένουμε από ένα θύμα, είναι να κείτεται καταγής. Και μάλιστα, να μην ξανασηκωθεί ποτέ, κυρίως αυτό.

Στο εφετείο, ο δικηγόρος μου είπε: «Θα θέλατε να είναι ακόμα πασαλειμμένη με αίμα, σπέρμα και δάκρυα;» Και στο σημείο αυτό, θα δεχτούν να σας πιστέψουν. Αν λοιπόν προσπαθήσετε να σηκωθείτε στα πόδια σας, πράγμα που έκανα εγώ διότι εκτιμούσα πως είχα δικαίωμα σε μια ζωή μετά, μια και δεν είχα κάνει τίποτα, μια και δεν ήμουν ένοχη για τίποτα, αυτό σημαίνει ένα από τα εξης δύο: ή λέτε ψέματα ή δεν ήταν και τόσο σοβαρό. Κι εγώ, θέλησα να ξανάβρω τη ζωή που ζούσα ως τότε. Κι αυτό, το πλήρωσα. Ο εισαγγελέας του εφετείου τού είπε: «Δεν μπορούμε να την κατηγορήσουμε που θέλησε να σώσει τη ζωή της εκείνο το βράδυ. Και δεν μπορούμε να την κατηγορούμε σήμερα που θελει να ζήσει καλά».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Δύο φύλα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 165 Σχόλια »

Η παρουσίαση στο Επί Λέξει και η διάλεξη στο Νέο Φάληρο

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2020

Συνηθίζω τις ομιλίες που κάνω κατά καιρούς να τις δημοσιεύω στο ιστολόγιο, τουλάχιστον για να είναι συγκεντρωμένες σε ένα σημείο. Στα τέλη του Φλεβάρη ήμουν στην Αθήνα και με την ευκαιρία είχα κανονίσει να πάρω μέρος σε δυο εκδηλώσεις, που είχαν θέμα παρεμφερές αλλά όχι εντελώς ίδιο.

Ξεκινάω, για τεχνικούς λόγους, από τη δεύτερη χρονολογικά εκδήλωση. Έγινε στις 26 Φεβρουαρίου και ήταν η παρουσίαση του βιβλίου μου Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις του ΕΑΠ και έχει ήδη πραγματοποιήσει δεύτερη έκδοση.

Στην παρουσίαση είχε προγραμματιστεί να πάρουν μέρος η φίλη Μάρω Κακριδή-Φερράρι, γλωσσολόγος, επίκουρη καθηγήτρια στο ΕΚΠΑ και ο φίλος Παντελής Μπουκάλας, συγγραφέας και δημοσιογράφος. Δυστυχώς, ο φίλος Παντελής κρυολόγησε και δεν μπόρεσε να πάρει μέρος, ελπίζω όμως ότι τον αναπληρώσαμε επάξια.

Πιστεύω πως η εκδήλωση είχε επιτυχία: ήρθε πολύς κόσμος, ανάμεσά τους και εκλεκτό κλιμάκιο του ιστολογίου, ήρθαν και άλλοι παλιοί φίλοι ή αναγνώστες, πολύ χάρηκα που τους είδα και που συζητήσαμε έστω και στα πεταχτά.

Πρώτη μίλησε η Μάρω Κακριδή-Φερράρι. Δεν πρόλαβα να απομαγνητοφωνήσω την ομιλία της ή να τη συνοψίσω, οπότε θα αρκεστούμε στο βίντεο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , , | 183 Σχόλια »

Μια συνέντευξη και μια παρουσίαση

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2020

Το σημερινό άρθρο θα είναι σκέτη περιαυτολογία -ή περιαυτομπλογκία, αν προτιμάτε. Ενόψει της παρουσίασης του βιβλίου μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα», που θα γίνει την Τετάρτη στις 19.30 στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει», Ακαδημίας 32 (με τη Μάρω Κακριδή-Φερράρι και τον Παντελή Μπουκάλα), έδωσα μια σύντομη συνέντευξη στη Φωτεινή Λαμπρίδη και στο tvxs, την οποία θα αναδημοσιεύσω σήμερα, μαζί με την ενδιαφέρουσα παρουσίαση του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου (ΑΠΕ-ΜΠΕ) για το βιβλίο μου.

Να θυμίσω ότι σήμερα στις 20.00 θα μιλήσω στο Νέο Φάληρο (Τζιροπούλου 15) με το παρεμφερές θέμα «Μύθοι και αλήθειες για την ελληνική γλώσσα» ενώ νωρίτερα, στις 17.30, θα συζητήσω με τον Μανώλη Πολέντα στο Κόκκινο 105.5, στην εκπομπή Πολιτιστικές Παράμετροι.

Η συνέντευξη στο tvxs περιστράφηκε γύρω από θέματα που τα έχουμε συζητήσει αρκετές φορές και στο ιστολόγιο.

Την παραθέτω εδώ:

Πώς θα περιγράφατε τη σχέση σας με την Ελληνική γλώσσα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Παρουσίαση βιβλίου, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , | 131 Σχόλια »

Οδοιπορικό του 43 (του Γιάννη Μπεράτη, απόσπασμα)

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2020

Ο Γιάννης Μπεράτης (1904-1968) είναι πιο γνωστός για το βιβλίο του «Το πλατύ ποτάμι», που το έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο. Σε εκείνο το έργο, αφηγείται τον πόλεμο του 40-41. Ωστόσο, το 1943 ο Μπεράτης έφυγε αντάρτης με τον ΕΔΕΣ στην Ήπειρο.

Απόρροια των περιπετειών του είναι το «Οδοιπορικό του 43», ένα έργο πολύ λιγότερο γνωστό. Όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η δημοσίευση του Οδοιπορικού, το 1946, προκάλεσε την απόλυση του Μπεράτη από το Υπουργείο Τύπου -με αποτέλεσμα ο αγώνας για τον βιοπορισμό να τον εμποδίσει να γράψει ένα τρίτο έργο που σχεδίαζε, για το ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα στο Πλατύ ποτάμι και στο Οδοιπορικό του 43.

Γιατί απολύθηκε ο Μπεράτης; Όχι πάντως επειδή στο βιβλίο του εκθειάζει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Αντίθετα, τις λίγες φορές που παρουσιάζει Ελασίτες τούς χρωματίζει μάλλον αρνητικά -αλλά φαίνεται ενόχλησε το ότι δεν τους παρουσιάζει σαν αιμοσταγή τέρατα. Περισσότερο θα ενόχλησε ότι όχι μόνο εκφράζεται απαξιωτικά για τον Ναπ. Ζέρβα αλλά και πουθενά δεν περιγράφει ηρωικές πράξεις των ΕΔΕΣιτών -αντίθετα, τον περισσότερο καιρό περνούσαν άπραγοι στους Σκιαδάδες- ενώ συνεχώς εκφράζει τη λύπη του για τις εμφύλιες συγκρούσεις.

Το βιβλίο του Μπεράτη δεν το ήξερα. Τυχαία το βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο πέρυσι (βλεπω βέβαια ότι βρίσκεται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα), το διάβασα, μου άρεσε, ήθελα να το παρουσιάσω στο ιστολόγιο στις 28 Οκτωβρίου, αλλά το αμέλησα. Προχτές που έψαχνα κάτι άλλο βρέθηκε το βιβλίο μπροστά μου οπότε είπα να το βάλω στο σημερινό άρθρο κι ας μην είναι «επίκαιρο». Οπότε, θα παρουσιάσω ένα σχετικά εκτενές απόσπασμα από το Δέκατο τετράδιο.

Δυο λόγια για να σας κατατοπίσω: Οι Γερμανοί κάνουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και έχουν επιτεθεί στο χωριό Σκιαδάδες, όπου βρισκόταν ο Μπεράτης άρρωστος. Ο Μπεράτης με έναν σύντροφό του ξεκόβουν από τους άλλους αντάρτες και χάνονται. Τελικά βρίσκουν στο δρόμο μια οικογένεια Εβραίων (αντρόγυνο και τον αδελφό της γυναίκας) που έχουν ταυτότητες χριστιανικές στο όνομα Καραμάνης, κι έναν χωροφύλακα από κοντινό χωριό, και οι έξι τους προσπαθούν να κατευθυνθούν προς την Καλαμπάκα όταν τούς συλλαμβάνουν οι Γερμανοί. Δεν λέω περισσότερα προς το παρόν.

Μονοτονίζω και διατηρώ την ορθογραφία.

………………………………………………………

Ανασήκωσα ελάχιστα το κεφάλι μου, και στο μονο­πάτι, ψηλά, είδα ένα Γερμανό με το αυτόματο να σημαδεύει τους άλλους τέσσερις συντρόφους μου που ’χαν πέ­σει τόσο άτσαλα που ενώ νόμιζαν πως είναι κρυμμένοι με το κεφάλι κάτω και δεν αφορά αυτούς η σφυριξιά, παρουσιάζαν στα φόρα όλα τα πισινά τους ακριβώς απέ­ναντι στο σκοπευτή. Ήταν μια στιγμή, ένα δευτερόλε­πτο, να σου κοπεί η ανάσα — ξανασφύριξε — δεν κουνηθήκαν — έγερνε το κεφάλι του έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη — όταν ξεπετάχτηκα ξάφνου με σηκωμένα τα δυο χέρια και φώναξα — και κείνος ξαφνιασμένος γύρι­σε προς τα μένα το αυτόματο, κάνοντάς μου συγχρόνως βίαια νοήματα να προχωρήσω γρήγορα σ’ αυτόν.

Τώρα πίσω του ήταν κι άλλοι πολλοί Γερμανοί που μας βάζανε όλοι τους στο σημάδι και σε κάθε παραπάτημα ή πέσιμό μας που κατεβάζαμε αναγκαστικώς τα χέρια για να συγκρατηθούμε, αγριεύανε και φοβερίζανε, όλοι μαζί, να μας την ανάψουν αμέσως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 49 Σχόλια »

Οι μποέμ και η ζωή τους

Posted by sarant στο 31 Ιανουαρίου, 2020

Πολλές φορές στο ιστολόγιο παρουσιάζω βιβλία που έτυχε να διαβάσω και να τα βρήκα ενδιαφέροντα -συνήθως πρόκειται για καινούργια βιβλία, με την έννοια ότι έχουν εκδοθεί σχετικά πρόσφατα.

Θα κάνω μιαν εξαίρεση σήμερα και θα παρουσιάσω ένα βιβλίο παλιό. Πόσο παλιό; Οι γνώμες διίστανται -ή, όπως το πάρει κανείς. Το βιβλίο που έχω στα χέρια μου εκδόθηκε το 1993, όμως αποτελεί επανέκδοση αφού η ίδια μετάφραση (διότι περί μετάφρασης πρόκειται) είχε αρχικά κυκλοφορήσει το 1935.

Ωστόσο, έχει κυκλοφορήσει και παλιότερη μετάφραση του ίδιου βιβλίου, γύρω στα 1893 -ενώ το πρωτότυπο είναι του 1851.

Πρόκειται για το βιβλίο του Ερρίκου Μυρζέ (Henri Murger) «Σκηνές μποέμικης ζωής» (Scènes de la vie bohème), που κυκλοφόρησε το 1993 από τον εκδοτικό οίκο της Εστίας. Αν το είχα μάθει τότε θα είχα σπεύσει να το αγοράσω, αλλά στην προϊντερνετική εποχή τα νέα δεν κυκλοφορούσαν εύκολα κι έτσι μού ξέφυγε -ζούσα και τότε στο εξωτερικό. Τα Χριστούγεννα, το εντόπισα στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία, στον πάγκο με τις προσφορές κι έτσι το πήρα -6 ευρώ, κελεπούρι.

Όπως φαίνεται και από το εξώφυλλο του Κυριτσόπουλου, το βιβλίο είχε τυπωθεί στη δεκαετία του 1990, όπως είπαμε όμως πρόκειται για ξανατύπωμα μιας μετάφρασης που είχε γίνει το 1935 από τον δημοσιογράφο Κ.Θ.Παπαλεξάνδρου, και είχε διανεμηθεί (σε δύο τόμους) από την εφημερίδα «Ηχώ της Ελλάδος». Η παλιά έκδοση διέφερε ελάχιστα στον τίτλο: Σκηνές της μποέμικης ζωής.

Όμως, ενώ καμιά από τις δύο εκδόσεις δεν είχα διαβάσει, το βιβλίο ήταν το αγαπημένο μου. Το είχα ακούσει πολλές φορές όταν ήμουν παιδί. Βλέπετε, το βιβλίο του Murger, σε αριστοτεχνική μετάφραση του Εμμ. Ροΐδη, το αγαπούσε πολύ ο παππούς μου και συνήθιζε να μου διαβάζει  εκτενή αποσπάσματα, επεξηγώντας πού και πού -σπάνια όμως- κάποια δύσκολη λέξη της ροϊδικής περίτεχνης καθαρεύουσας. Κάποια στιγμή το διάβασα κι εγώ, σε εκείνη την παλιά έκδοση του 1893. Όμως, ο φίλος Δημήτρης Ραπτάκης με πληροφόρησε ότι και η μετάφραση του Ροΐδη ξανακυκλοφόρησε περί το 1995, από τον Καστανιώτη, αν και είναι πια εξαντλημένη.

Το βιβλίο παρουσιάζει λοιπόν σκηνές από τη ζωή των μποέμ στο Παρίσι του 1850 και ουσιαστικά πρόκειται για το βιβλίο που ευθύνεται, άμεσα και έμμεσα, για την πλατιά διάδοση της λέξης σε πολλές γλώσσες. Οπότε, ας λεξιλογήσουμε επιτροχάδην -αν και θ’ άξιζε χωριστό άρθρο.

Στα γαλλικά, Bohème είναι ο Βοημός, ο καταγόμενος από τη Βοημία, περιοχή της σημερινής Τσεχίας. Ωστόσο, από το πρώτο μισό του 15ου αιώνα ο όρος χρησιμοποιήθηκε επίσης για τους Τσιγγάνους, τους Ρομά, οι οποίοι κακώς θεωρήθηκαν ότι κατάγονται από εκεί, πιθανώς επειδή εμφανίστηκαν στην Δυτική Ευρώπη ερχόμενοι από τη Βοημία. Στους επόμενους αιώνες, η σημασία του όρου διευρύνεται και φτάνει να σημαίνει κάθε άτομο που ζει ζωή έξω από κανόνες.

Γύρω στο 1830, εμφανίζεται μια ειδικότερη σημασία: bohème είναι πια ο φτωχός νέος καλλιτέχνης ή διανοούμενος, που ζει χωρίς σταθερούς πόρους και έξω από τα πλαίσια της κοινωνίας. Τότε εμφανίζεται και ο Μυρζέ με το βιβλίο του, που συμβάλλει όπως είπαμε (και θα δούμε πώς) στη διεθνοποίηση του όρου. Στα ελληνικά η λέξη γίνεται διάσημη με τη μετάφραση του Ροΐδη. Ο δημοσιογράφος Μήτσος Χατζόπουλος, αδελφός του Κώστα, υιοθετεί το ψευδώνυμο «μποέμ», ενώ πολλά είναι τα ρεμπέτικα που υμνούν τη ζωή του μποέμη ή της μποέμισσας -πιο γνωστό αυτό του Σέμση, που το τραγουδούν ο Στράτος και ο Στελλάκης. Θα τολμήσω να πω ότι στη λογοτεχνία τυπικός μποέμ δεν ήταν μόνο ή τόσο ο Τεύκρος Ανθίας, όσο ο Γιώργος Κοτζιούλας, που ειδικά προπολεμικά έζησε ζωή φτωχού διανοούμενου -και έγραψε και ποίημα με τίτλο Μποέμ που μάλιστα μελοποιήθηκε μετά τον θάνατό του και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Μυρζέ ήταν μποέμ και έγραψε τις περιπέτειες τις δικές του και των φίλων του. Έτσι, ο ποιητής Ροδόλφος, ο ένας από τους τέσσερις της παρέας των μποέμ, είναι βασισμένος πάνω στο πρόσωπο του Μυρζέ. Οι άλλοι τρεις, ο μουσικός Σωνάρ, o ζωγράφος Μάρκελος και ο φιλόσοφος Γουστάβος Κολίν, αντιστοιχούν επίσης σε πραγματικά πρόσωπα, που όλοι έπαιξαν κάποιο μικρό ρόλο στα γράμματα και τις τέχνες του 19ου αιώνα στη Γαλλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 19ος αιώνας, όπερα, Γαλλία, Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Παρίσι, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 114 Σχόλια »

Πώς έγραφε ο Μακρυγιάννης

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 είναι επόμενο να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για κείμενα της εποχής -και ανάμεσά τους αναγκαστικά ξεχωριστή θέση έχουν τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, που είναι ίσως το μοναδικό εκτενές δείγμα κειμένου αγωνιστή του 1821 που μας έχει έρθει χωρίς να περάσει από το φίλτρο κάποιου εγγράμματου διαμεσολαβητή, όπως του Κολοκοτρώνη από τον Τερτσέτη.

Στο Διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε το κείμενο του Μακρυγιάννη, ας πούμε στη Βικιθήκη. μπορούμε να μελετήσουμε τη γλώσσα του και να θαυμάσουμε το ύφος του. Αλλά για τη γλώσσα και για την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα και δεκάδες βιβλία, οπότε δεν θα έχει νόημα να πούμε κάτι ακόμα στο ιστολόγιο. Στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε σε μια πτυχή που μάλλον είναι λιγότερο γνωστή, δηλαδή στο πώς από το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη φτάσαμε στο κείμενο που έχουμε σήμερα και διαβάζουμε στην οθόνη μας.

Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα χρωστάμε ολοκληρωτικά στον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον ακαταπόνητο λόγιο που έβαλε σκοπό ζωής να σώσει από την αφάνεια και τη φθορά κάθε λογής αρχειακό υλικό, αλλά κυρίως υλικό σχετικό με το 1821. Ο Βλαχογιάννης έφερε στην επιφάνεια και εξέδωσε πάρα πολλά κείμενα, αλλά το διαμάντι του στέμματος, μπορούμε να πούμε, είναι τα γραφτά του Μακρυγιάννη.

Όπως έγραψε ο ίδιος, από τις έρευνές του σε παλιές εφημερίδες της εποχής του Όθωνα, είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Μακρυγιάννης, άνθρωπος που επιδίωκε επίμονα να εκφράζει τη γνώμη του στον Τύπο, ήταν πολύ πιθανό να είχε γράψει και κάποιου είδους απομνημονεύματα. Οπότε, ο Βλαχογιάννης άρχισε να επισκέπτεται ταχτικά τον γιο τού αγωνιστή, τον συνταγματάρχη του Μηχανικού Κίτσο Μακρυγιάννη, ο οποίος έμενε στο ίδιο σπίτι, και να τον πιέζει να ψάξει σε υπόγεια και σε κασέλες μήπως βρει γραφτά του πατέρα του. Και πράγματι, μια μέρα ο Κίτσος Μακρυγιάννης του ανάγγειλε με κραυγές χαράς πως μέσα σε έναν τενεκέ, χωμένο κάτω από παλιοκάσονα, είχε βρει μισοσαπισμένο ένα χειρόγραφο του στρατηγού.

Ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε δεκαεφτά μήνες στην ανάγνωση και τη μεταγραφή του χειρογράφου. Τα απομνημονεύματα εκδόθηκαν αρχικά με έξοδα του Κίτσου Μακρυγιάννη και της αδελφής του.

Το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη ίσως να το έχετε δει σε κάποιο οπισθόφυλλο. Ο στρατηγός γράφει με πολύ κόπο, στρογγυλά μεγάλα γράμματα, αλλά χωρίς τόνους και στίξη. Να μια σελίδα:

Τα βγάζετε τα γράμματα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, χειρόγραφα, Μεταγραφές κειμένων, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 164 Σχόλια »

Βιβλία για τις γιορτές και φέτος

Posted by sarant στο 11 Δεκεμβρίου, 2019

Ο Δεκέμβρης είναι μήνας με πολλές γιορτές και συνδέεται με πολλές παραδόσεις. Έχει και το ιστολόγιο δημιουργήσει τις παραδόσεις του, που μερικές από αυτές είναι δεκεμβριάτικες -προχτές, ας πούμε, ξεκίνησε η διαδικασία για την ανάδειξη της λέξης της χρονιάς -μπορείτε να προτείνετε υποψήφιες λέξεις αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Με το σημερινό άρθρο τηρούμε μιαν άλλη παράδοση του ιστολογίου ή, για να μη λέω μεγάλα λόγια, μια συνήθεια που έχουμε καθιερώσει τα τελευταία χρόνια: να δημοσιεύουμε  λίγο πριν από τις γιορτές ένα βιβλιοφιλικό άρθρο, ακριβώς για να ανταλλάσσουμε προτάσεις. Το περυσινό αντίστοιχο άρθρο, με προτάσεις για βιβλία-δώρα, θα το βρείτε εδώ, ενω εδώ μπορείτε να βρείτε το άρθρο του 2017. Το άρθρο του 2016 βρίσκεται εδώ, ενώ το  αντίστοιχο άρθρο του 2015 θα το βρείτε εδώ. Υπάρχει βέβαια και το αντίστοιχο άρθρο του 2014. Τέλος, μπορείτε να βρείτε εδώ το αντίστοιχο άρθρο του 2013. (Να σημειώσω ότι βιβλιοπροτάσεις κάνουμε και το καλοκαίρι).

Πρακτικά, μπορείτε να προτείνετε όποιο βιβλίο θέλετε, αλλά θα σας συνιστούσα να αναφέρετε κυρίως βιβλία που εκδόθηκαν τα τελευταία 2-3 χρόνια και ακόμα καλύτερα μέσα στο 2019. Να διευκρινίσω ότι ζητάω η έκδοση να είναι πρόσφατη, όχι η συγγραφή του βιβλίου. Και φυσικά περιλαμβάνονται και επανεκδόσεις βιβλίων που ήταν εξαντλημένα.

Γιατί επιμένω στα καινούργια βιβλία; Επειδή, το λέω και το ξαναλέω και δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω, στις πολύ ιδιόμορφες συνθήκες κρίσης που περνάμε σήμερα το μεγάλο πρόβλημα το αντιμετωπίζουν οι νέες εκδόσεις. Παρόλο που τα βιβλία που εκδίδονται τα τελευταία χρόνια έχουν χαμηλότερες τιμές από τα παλαιότερα, ο ανταγωνισμός που αντιμετωπίζουν από παλιότερες, καλές και πάμφθηνες εκδόσεις είναι οξύτατος και εντείνεται ακόμα περισσότερο μέσα στις γιορτές. Βλέπετε, εξαιτίας της κρίσης των εφημερίδων, πολλές κυριακάτικες εφημερίδες προσφέρουν από ένα βιβλίο (και όχι μόνο) μαζί με κάθε φύλλο τους. Έπειτα, πολλοί εκδοτικοί οίκοι, και μάλιστα από τους κορυφαίους, διαθέτουν το παλιό τους στοκ σε εξευτελιστικές τιμές, με εκπτώσεις που φτάνουν το 80%. Τρίτον, έχουν πληθύνει πολύ τα βιβλιοπωλεία που διαθέτουν μεταχειρισμένα και πάμφθηνα βιβλία, ενώ τα τελευταία χρόνια ακόμα και περίπτερα του κέντρου βγάζουν πάγκους με παλιά, καλά βιβλία. Και, τέταρτον, μέσα στις γιορτές πολλοί εκδοτικοί οίκοι και άλλοι φορείς κάνουν και έκτακτα μπαζάρ, όπου πάλι διαθέτουν βιβλία κοψοχρονιάς.

Για τον βιβλιόφιλο η κατάσταση αυτή είναι από ευνοϊκή έως παραδεισένια: ακόμα κι όταν το εισόδημά του έχει περικοπεί εξαιτίας της μνημονιακής λαίλαπας, οι εκπτώσεις στα βιβλία συχνά είναι ακόμα μεγαλύτερες, οπότε η βιβλιαγοραστική του δύναμη συχνά όχι απλώς δεν έχει μειωθεί, αλλά ίσως και να έχει αυξηθεί, αν βέβαια αγοράζει κυρίως ή μόνο προσφορές και μεταχειρισμένα. Όμως για τον εκδότη, που βγάζει νέα βιβλία, η ίδια κατάσταση είναι ασφυκτική αφού τα καινούργια βιβλία, όσο και να ρίξουν τις τιμές τους, πάντα θα είναι ακριβότερα από τις προσφορές ή από τα μεταχειρισμένα.

Γι’ αυτό και επιμένω σε πρόσφατα βιβλία. (Τις προηγούμενες παραγράφους τις επαναλαμβάνω κοπυπαστηδόν τα τελευταία χρόνια -όχι επειδή θέλω να μπαζώσω χώρο στο ιστολόγιο, αλλά επειδή τις πιστεύω. Αν νομίζετε πως έχουν πάψει να ισχύουν, πείτε το).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 119 Σχόλια »

Συμποσιακά, ο τρίτος τόμος χρονογραφημάτων του Κώστα Βάρναλη!

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2019

Μόλις κυκλοφόρησε, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου επιμέλεια, ο τόμος Συμποσιακά, με 154 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, εμπνευσμένα από το καφενείο και την ταβέρνα, τον καφέ και το τσιγάρο, το πιοτό και το φαΐ, από τις παρέες και από τη συλλογική ευωχία.

Είναι ο τρίτος τόμος με χρονογραφήματα του Βάρναλη που εκδίδω, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο. Προηγήθηκαν, το 2016 τα «Αττικά», με χρονογραφήματα για την Αθήνα και την Αττική, και το 2017 τα «Αστυνομικά«, με χρονογραφήματα από γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, ενώ από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει παλιότερα δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ.

Σκοπός μας είναι, όσο αντέχουμε, να βγάλουμε κι άλλους τόμους με χρονογραφήματα του Βάρναλη, πάντοτε σε θεματική κατάταξη. Αν όλα πάνε καλά, του χρόνου θα βγουν τα Πολεμικά, γραμμένα με την ευκαιρία του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Εδώ μπορείτε να δείτε τους τίτλους των 154 χρονογραφημάτων -και να παραγγείλετε το βιβλίο αν θέλετε 🙂

Τα χρονογραφήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο Συμποσιακά δημοσιεύτηκαν σε πέντε εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1957, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944

Ηνωμένος Τύπος, 1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1957

Χρειάζεται να πω δυο λόγια για τη δεύτερη από τις εφημερίδες αυτές. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1944, όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες αναγκάστηκαν να κλείσουν, λόγω έλλειψης στο δημοσιογραφικό χαρτί και στη θέση τους εκδόθηκαν δύο μόνο εφημερίδες, μία πρωινή και μία απογευματινή, ο Ηνωμένος Τύπος και τα Βραδυνά Νέα. Ο Βάρναλης ανέλαβε το χρονογράφημα στον Ηνωμένο Τύπο, ένδειξη του κύρους του. Δεν έχω βρει πουθενά πλήρες σώμα της βραχύβιας άλλωστε αυτής έκδοσης αλλά στο αρχείο Βάρναλη σώζονται 2-3 χρονογραφήματα, ένα από τα οποία περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο. Βέβαια, αυτή η λύση ανάγκης δεν κράτησε πάνω από 2-3 εβδομάδες.

Η μερίδα του λέοντος των χρονογραφημάτων του τόμου ανήκουν στη περίοδο της Κατοχής. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται περίεργο, αφού στην Κατοχή ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Ωστόσο, εξηγείται: Αφενός, εξαιτίας της λογοκρισίας μια σειρά από θέματα απαγορεύονταν, με αποτέλεσμα τα χρονογραφήματα να προτιμούν θέματα εκ πρώτης όψεως ανώδυνα όπως οι ταβέρνες  ή το κάπνισμα. Αφετέρου, λειτουργεί κάποιο αίσθημα αναπλήρωσης. Ακριβώς επειδή οι Αθηναίοι περνούσαν περίοδο ακραίων στερήσεων και δοκιμασιών, η τέχνη ανέλαβε να αναπληρώσει όσα δεν μπορούσε να δώσει η ζωή -κι έτσι, σε κάποια από τα χρονογραφήματα του Βάρναλη που θα διαβάσετε σε αυτόν τον τόμο θα βρείτε να περιγράφονται γενναία τραπεζώματα, ακόμα και λουκούλλεια γεύματα.

Δεν λείπουν πάντως οι αναφορές στις δυσκολίες της περιόδου: στη μαγειρική των περιστάσεων, στην έλλειψη γνήσιου καφέ (“ο βαρύς γλυκός έχει γίνει ελαφρός σκέτος”), στην επιβολή περιορισμών στην πώληση τσιγάρων, στη μετατροπή της παραδοσιακής ταβέρνας σε “κέντρο πολυτελείας” και βέβαια στη μαύρη αγορά, τόσο στα τσιγάρα όσο και στα τρόφιμα. Υπάρχει κι ένας “άφρων μαυραγορίτης” που σκάει από το πολύ φαΐ όταν γιορτάζει την απόκτηση της πρώτης του πολυκατοικίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Κατοχή, Παρουσίαση βιβλίου, Ποτά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 124 Σχόλια »

Τρία στιγμιότυπα από το Λουξεμβούργο

Posted by sarant στο 1 Δεκεμβρίου, 2019

Σημερα έχουμε Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία, έχουμε όμως και πρώτη του μηνός -μέρα του μηνολογίου. Άλλοτε υποχωρεί το ένα, άλλοτε το άλλο θέμα μας. Διάλεξα να κρατήσω τη λογοτεχνική ύλη και να μεταθέσω το μηνολόγιο για αύριο, 2 του μηνός, δεν χάλασε ο κόσμος για μια μέρα.

Θα σας παρουσιάσω λοιπόν σήμερα τρία σύντομα πεζογραφήματα από ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε και που πρόκειται να παρουσιαστεί την Παρασκευή -ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, ο προβολέας μας βρίσκεται όχι στην Ελλάδα αλλά στο Λουξεμβούργο. Το βιβλίο στο Λουξεμβούργο κυκλοφόρησε και εδώ θα παρουσιαστεί, οπότε μόνο όσοι της παροικίας με διαβάζουν θα μπορέσουν να έρθουν στην παρουσίαση.

Πρόκειται για το βιβλίο Luxembourg, Vol. II (Λουξεμβούργο, τόμος 2) με φωτογραφίες του φίλου Νίκου Ζόμπολα. Το βιβλίο το συνοδεύουν ορισμένα σύντομα κείμενα στα γαλλικά και στα αγγλικά, από τα οποία θα παραθέσω σήμερα τρία, του συγγραφέα Ian de Toffoli, σε μετάφραση της φίλης Βασιλικής Κνήτου, μαζί με τις φωτογραφίες στις οποίες αντιστοιχούν.

Αν θέλετε να δείτε ένα μεγαλύτερο δείγμα από τη φωτογραφική δουλειά του Νίκου Ζόμπολα, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του.

Όσο για τους παρεπιδημούντες στο Λουξεμβούργο, η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου, ώρα 18.30, στο auditorium της Εθνικής Βιβλιοθήκης (νέο κτίριο, Κίρσμπεργκ). Εδώ η πρόσκληση.

Παρουσιάζω λοιπόν τρεις φωτογραφίες του Νίκου Ζόμπολα και τρία μικρά κείμενα του Ian de Toffoli που περιγράφουν τρία στιγμιότυπα από το Λουξεμβούργο.

1. Πράγματα που δεν πρέπει να χάσεις

Remich

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λουξεμβούργο, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , | 124 Σχόλια »

Οι Γερμανοί ξανάρχονται (αναμνήσεις του Αλέκου Σακελλάριου)

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2019

Το σημερινό κυριακάτικο ανάγνωσμά μας δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό -οι αυτοβιογραφίες βρίσκονται στις παρυφές της λογοτεχνίας, αν και κάποιος κακεντρεχής έλεγε πως αυτό είναι άδικο διότι πολλές αυτοβιογραφίες περιέχουν μεγάλες δόσεις μυθοπλασίας, αν δεν είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες.

Τέλος πάντων, προχτές συζητήσαμε την ετυμολογία της λ. αλαλούμ, και έκανα αναφορά στον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» χρησιμοποιεί τη λέξη με τη σημασία του καψονιού. Όπως έγραψα, το βιβλίο αυτό έχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Αλαλούμ», που ξεκινάει ως εξής:

Η λέξη «αλαλούμ», στην αργκό των θεατρικών παραστάσεων, σημαίνει καψόνι. Και είναι, συνήθως, ένα καψόνι σκληρό και ανελέητο, που το υφίστανται αγογγύστως όσοι έχουν την αφέλεια να θέλουνε να επιδείξουνε το «ταλέντο» τους στους ηθοποιούς ενός θιάσου.

Διάλεξα σήμερα να σας παρουσιάσω ένα άλλο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο ο Σακελλάριος (1913-1991) διηγείται περιστατικά απο το γύρισμα της ταινίας «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948) και όπου το αλαλούμ/καψόνι παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό.

Για τον Σακελλάριο συστάσεις δεν χρειάζονται κι ας λείπει τόσα χρόνια -αν τα θεατρικά του έργα δεν παίζονται συχνά, οι αμέτρητες ταινίες που σκηνοθέτησε ή όπου έγραψε το σενάριο επαναπροβάλλονται συνεχώς στην τηλεόραση, ενώ ακούγονται και τα τραγούδια που έχει γράψει τους στίχους τους, συχνά χωρίς να ξέρουμε πως είναι δικά του -από το Άσ’τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα ως το Μονοπάτι ή το Έχω ένα μυστικό. Όπως όλοι οι παλιοί μάστορες της επιθεώρησης, είχε τεράστιο ταλέντο και, υποχρεωτικά, εξαιρετική παραγωγικότητα.

Το βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» (τίτλος πασίγνωστου τραγουδιού του σε μουσική Κώστα Γιαννίδη) ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε «επετειακή» έκδοση, συμπληρωμένη με κάποιο υλικό (τις τρεις τελευταίες ενότητες στα περιεχόμενα που βλέπετε εδώ). Εγώ έχω μια παλιότερη έκδοση. Όπως βλέπετε, η ύλη διαιρειται σε ολιγοσέλιδες ενότητες με αναμνήσεις του Σακελλάριου, γραμμένες στη δεκαετία του 1980 -ίσως πρωτοδημοσιεύτηκαν σε κάποια εφημερίδα, αλλά δεν υπάρχει κάποια μνεία στον πρόλογο.

Θα προσέξετε ότι, ενω σε άλλες πηγές αναφέρεται πως στα κινηματογραφικα΄»αλαλούμ» γινόταν λήψη χωρίς φιλμ στη μηχανή, εδώ ο Σακελλάριος λέει για κανονική λήψη -και μάλιστα ότι οι ταινίες αυτές κάπου φυλάγονταν.

Το βιβλίο ήταν τυπωμένο σε μονοτονικό, που μου έκανε πιο εύκολη τη ζωή στη μετατροπή του. Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλιο -υπήρχε κι άλλη μία που δεν την έβαλα.

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ακριβώς από το εργοστάσιο τσιμέντων «Άτλας» στις Τρεις Γέφυρες, υπήρχε μια μεγάλη εγκαταλελειμένη αποθήκη. Αυτή, λοιπόν, την αποθήκη την πήρε ο Φίνος και την έκανε «πλατό». Κι όταν λέμε «πλατό» μην πάει το μυαλό σας στα «πλατό» όπως είναι σήμερα.

Το πρώτο «πλατό» του Φίνου, που στην ουσία ήταν και το πρώτο «πλατό» του ελληνικού κινηματογράφου, ήταν όπως είπαμε μια αποθήκη χωρίς κανέναν από τους γνωστούς τεχνικούς εξοπλισμούς. Και μόνο η εφευρετικότητα του Φίνου, κατάφερε να κάνει στούντιο -και μάλιστα, στούντιο μέσα στο οποίο γυριστήκανε αξιόλογες ταινίες— αυτόν τον εντελώς ακατάλληλο χώρο. Και πρώτα-πρώτα δεν υπήρχαν προβολείς. Προβολείς που σήμερα έχουνε ακόμα κι οι ερασιτέχνες φωτογράφοι, τότε ήταν ένα είδος εντελώς άγνωστο.

Ο πρώτος προβολέας που μπήκε στο στούντιο του Φίνου, ήταν ένας μικρός προβολέας -πεντακόσια βατ όλα κι όλα— που δεν ξέρω πού τον βρήκε ο Φίνος και τον έφερε με όλας τας τιμάς, όταν γυρίζαμε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», για να κάνουμε ένα εφφέ.

Τα φώτα, λοιπόν, στο πρώτο αυτό «πλατό» ήταν μεγάλες και μικρές τενεκεδένιες σκάφες, που είχανε απλά «ντουί» στα οποία βιδώναμε κοινές λάμπες των εκατό και των διακοσίων κεριών. Υπήρχαν, ακόμα και μερικοί δήθεν προβολείς, που δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μεγάλες λάμπες απάνω σε κάποιο πόδι, χωρίς να έχουνε όμως μπροστά τους ειδικούς αυτούς φακούς που έχουνε οι προβολείς και που επιτρέπουν, με τους κατάλληλους χειρισμούς, το φως, να γίνεται συγκεντρωτικό ή διάχυτο.

Πριν, όμως, προχωρήσω στο πώς γυρίστηκε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» και στα χαριτωμένα επεισόδια που δημιουργηθήκανε στη διάρκεια του γυρίσματος, θα έπρεπε ίσως να σας πω ότι τότε δεν υπήρχανε τα κινηματογραφικά συνεργεία, που δημιουργηθήκανε λίγα χρόνια αργότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Κινηματογράφος, Παρουσίαση βιβλίου, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , , , | 144 Σχόλια »

Ο Αστερίξ και η Αδρεναλίνη

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2019

Το ιστολόγιο αγαπάει τον Αστερίξ και έχει καθιερώσει μια σειρά άρθρων στα οποία παρουσιάζει τις κλασικές περιπέτειες του Γκοσινί και του Ουντερζό -το τελευταίο άρθρο της σειράς αυτής, δέκατο έκτο συνολικά, το δημοσίευσα τον Μάιο και ήταν η περιπέτεια του Αστερίξ στην Ισπανία.

Στην αρχή, τα αστεριξολογικά μας άρθρα δημοσιεύονταν κάθε δυο μήνες, αλλά μετά ο ρυθμός αραίωσε απελπιστικά. Φέτος έχουμε δημοσιεύσει ένα μόνο άρθρο της σειράς αυτής, αυτό του Μαΐου, όμως για σήμερα έχουμε κάτι αλλο.

Βλέπετε, μπορεί ο Ρενέ Γκοσινί να πέθανε πρόωρα, πάνω στον ιμάντα του τεστ κοπώσεως λένε, σε πλήρη δημιουργική ακμή το 1977, αλλά ο Αλμπέρ Ουντερζό συνέχισε να εκδίδει άλμπουμ με περιπέτειες του Αστερίξ, αν και σε πιο αραιό ρυθμό. Πολλοί φανατικοί αναγνώστες των άλμπουμ της πρώτης περιόδου θεωρούν ότι τα άλμπουμ αυτής της δεύτερης περιόδου υστερούν σαφώς και αρνούνται να τα συμπεριλάβουν στον κανόνα των 24. Κι εγώ μαζί -δεν έχω σκοπό να παρουσιάσω άλμπουμ της δεύτερης περιόδου, που δεν ξέρω καν κι αν τα έχω διαβάσει όλα.

Όμως τα χρόνια περνάνε, ο Ουντερζό πέρασε τα ενενήντα (γεννημένος το 1927, να τα υπερεκατοστίσει!) και εδώ και μερικά χρόνια σταμάτησε να σκιτσάρει. Οπότε, θα έλεγε κανείς, έκλεισε οριστικά η σειρά των περιπετειών του Αστερίξ, έτσι δεν είναι;

Δεν είναι έτσι. Διότι ο Ουντερζό ή μάλλον ο εκδοτικός οίκος που διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα στους ήρωες έδωσε την άδεια στον κειμενογράφο Jean-Yves Ferri και στον σκιτσογράφο Didier Conrad να συνεχίσουν τις περιπέτειες στο ίδιο γενικό πνεύμα. Το τελικό προϊόν, κάθε φορά, έχει την έγκριση του Ουντερζό.

Αυτό είναι μεν ασυνήθιστο αλλά όχι πρωτοφανές, και άλλοι πετυχημένοι μυθοπλαστικοί ήρωες έχουν συνεχίσει την πορεία τους και μετά τον θάνατο των δημιουργών τους. Αν θέλετε, το συζητάμε στα σχόλια.

Η πρώτη περιπέτεια αυτής της τρίτης περιόδου έστειλε τον Αστερίξ και τον Οβελίξ στη χώρα των Πίκτων (Σκοτσέζων), η δεύτερη είχε θέμα έναν χαμένο πάπυρο του Καίσαρα και η τρίτη, που την παρουσιάσαμε και εδώ πρόπερσι, στέλνει τους δυο ήρωες σε κούρσα αρμάτων που διασχίζει την Ιταλία.(Δεν ξέρω καν αν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αν ξέρετε πείτε μας).

Πριν από τρεις εβδομάδες κυκλοφόρησε η τέταρτη περιπέτεια της νέας περιόδου του Αστερίξ, με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (όπου τα ονόματα των Γκοσινί και Ουντερζό προβάλλονται περισσότερο από των πραγματικών συντελεστών, του Φερί και του Κονράντ).

Ο Αστερίξ λοιπόν και η κόρη του Βερσενζετόριξ, του γαλάτη αρχηγού που ηττήθηκε από τον Καίσαρα στη μάχη της Αλέσιας -ή μήπως να τον πούμε Ουερκιγγετόριγα, όπως τον έλεγαν ο Δίων Κάσσιος και οι άλλοι Έλληνες συγγραφείς της εποχής; Δεν ξέρω πώς θα είναι ο ελληνικός τίτλος, αν και όταν μεταφραστεί η περιπέτεια, οπότε στο δικό μου άρθρο διάλεξα να πω «και η Αδρεναλίνη», αφού Αδρεναλίνη λέγεται η ηρωίδα του έργου, κάτι που ίσως θα το θυμάστε πως το αναφέραμε σε κάποια πρόσφατα μεζεδάκια, αφού ένας ελληνικός ιστότοπος είχε γράψει, έμπλεος εθνικής υπερηφανείας, ότι η ηρωίδα της νέας περιπέτειας «έχει όνομα ελληνικό».

(Δεν έχει. Θα είχε ελληνικό αν τη λέγανε Επινεφρίνη. Η αδρεναλίνη είναι επιστημονικός νεολογισμός με λατινική προέλευση).

Πολλοί βλέποντας την κοκκινομάλλα ηρωίδα με την κοτσίδα και την πεισματάρικη γκριμάτσα σκέφτηκαν τη Γκρέτα Τούνμπεργκ, τη Σουηδέζα ακτιβίστρια, επίσης έφηβη όπως η Αδρεναλίνη. Οι συντελεστές της περιπέτειας όμως αρνήθηκαν ότι είχαν για πρότυπο τη Γκρέτα -μάλιστα, ο σκιτσογράφος, ο Κονράντ, είπε πως εμπνεύστηκε τη μορφή της Αδρεναλίνης από την κόρη του. Πάντως, η ομοιότητα είναι μεγάλη -και ήταν συνήθως πρακτική και του παλιού Αστερίξ να υπάρχουν ήρωες πλασμένοι με πρότυπο διάφορα πρόσωπα της επικαιρότητας, αν και συνήθως όχι σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. (Και σε αυτή την περιπέτεια έχουμε μια τέτοια περίπτωση, όπως θα δούμε πιο κάτω).

Η υπόθεση:

Μια μέρα φτάνουν στο γαλατικό χωριό δυο Γαλάτες, και συγκεκριμένα Αρβέρνιοι. Λένε στον Μοναρχίξ (Αμπραρακουρσίξ στα γαλλικά) ότι έχουν μαζί τους την κόρη του Βερσενζετόριξ, που την αναζητεί ο Καίσαρας για να την πάρει στη Ρώμη και να την κάνει Ρωμαία. Θέλουν να την αφήσουν για λίγο στο γαλατικό χωριό, ώσπου να βρουν ένα πλοίο και να περάσουν στη Βρετανία.

Όμως, τους παρακολουθεί κι ένας προδότης Γαλάτης πολεμιστής για να την παραδώσει στους Ρωμαίους, κι αυτός ενημερώνει τους Ρωμαίους του γειτονικού στρατοπέδου, αν και ο εκατόνταρχος δεν δείχνει καθόλου ζήλο επειδή σε ένα μήνα παίρνει τη σύνταξή του.

Η Αδρεναλίνη γνωρίζεται με τους κατοίκους του χωριού, και ιδίως με τα παιδιά της ηλικίας της, τον γιο του σιδερά και τους γιους του ψαρά, που δεν έχουν την έχθρα των γονιών τους. Τους λέει ότι δεν θέλει να είναι πια το σύμβολο του πολέμου και ότι θέλει να φύγει.

Όλοι μαζί οι έφηβοι το σκάνε μια νύχτα από το χωριό -συναγερμός στο χωριό και σκηνές αλλοφροσύνης στο γειτονικό δάσος, όπου οι Γαλάτες, μια ρωμαϊκή περίπολος και ο προδότης αναζητούν την Αδρεναλίνη, η οποία συναντάει τυχαία δύο από τους γνωστούς μας πειρατές και πηγαίνει μαζί τους ελπίζοντας πως θα την οδηγήσουν στη Θούλη, το νησί των ονείρων της.

Στο πειρατικό πλοίο ανεβαίνει και ο προδότης, ενώ ο Αστερίξ, ο Οβελίξ και οι έφηβοι με μια βάρκα πλησιάζουν επίσης -καθώς και μια ρωμαϊκή γαλέρα. Όλοι μάχονται εναντίον όλων, το πειρατικό πλοίο φυσικά βουλιάζει και τελικά η Αδρεναλίνη και οι Γαλάτες επιστρέφουν στο χωριό όπου έχουν φτάσει και οι Αρβέρνιοι με το πλοίο ενός Λετιτμπίξ, που θα τους μεταφέρει στη Βρετανία.

Η Αδρεναλίνη λέει στους Αρβέρνιους ότι δεν έχει σκοπό να συνεχίσει να είναι σύμβολο της αντίστασης -ερωτεύεται τον Λετιτμπίξ, τον πλοίαρχο, μια φιγούρα σαν παιδί των λουλουδιών, και φεύγουν μαζί για ένα μακρινό νησί. Οι Αρβέρνιοι βρίσκουν άλλο σύμβολο για να συνεχίσουν την αντίσταση κατά των Ρωμαίων και όλοι είναι ικανοποιημένοι. Η περιπέτεια κλείνει με το καθιερωμένο τσιμπούσι.

Η περιπέτεια πήρε ανάμικτες κριτικές. Άλλοι είπαν ότι είναι η καλύτερη της νέας περιόδου, ο κριτικός της Λιμπερασιόν έγραψε ότι είναι απόλυτη αποτυχία. Δεν με γοήτευσε, ούτε και τη βαρέθηκα. Η πρωτοτυπία της δεν είναι τόσο πολύ ότι έχει γυναίκα για ηρωίδα, ότι ότι φέρνει στο προσκήνιο, για πρώτη φορά σε Αστερίξ, όχι ενήλικες ή παιδιά αλλά εφήβους -που μαζεύονται στο λατομείο του Οβελίξ και συζητάνε μακριά από τα βλέμματα των μεγάλων, που θέλουν να φύγουν μακριά, που πίνουν κρυφά μια μικρή δόση μαγικό φίλτρο, που μιλανε τη δική τους γλώσσα -και που δεν θέλουν να συνεχίζουν τους αγώνες των γονιών τους αλλά να ζήσουν τη δική τους ζωή.

Το μήνυμα αυτό θα μπορούσε ίσως να το πει κανείς και αντιδραστικό, αφού η Αδρεναλίνη δεν θέλει να είναι πια σύμβολο αντίστασης και πάλης των ανυπότακτων Γαλατών. Στην τελευταία σεκάνς της περιπέτειας, ο Αστερίξ ρωτάει τον Πανοραμίξ: Μα, η Αδρεναλίνη δεν πρόδωσε τη μνήμη του Βερσενζετόριξ; και απαντάει ο Πανοραμίξ: Όχι, γιατί ο πατέρας της τής είχε ζητήσει να αντιστέκεται πάντοτε και να μείνει ελεύθερη, κι αυτό έκανε κι εκείνη, αλλά με τον τρόπο της. Όπως το κρίνει κανείς, αυτό.

Θα προσέξατε ότι στο πρώτο μπαλονάκι το όνομα του Βερσενζετόριξ είναι γραμμένο με γράμματα μικρότερου μεγέθους. Αυτό γίνεται επειδή, σε όλη την περιπέτεια, από την αρχή-αρχή, οι Γαλατες αποφεύγουν να πουν δυνατά το όνομά του.

Όπως εξηγεί στην αρχή του έργου ο Γεροκανονίξ, μετά την ήττα στην Αλέσια κανείς δεν προφέρει μεγαλόφωνα το όνομα του Βερσενζετόριξ.

Αν δεν κάνω λάθος, και διορθώστε με οι αστεριξολόγοι, η απαγόρευση αναφοράς του ονόματος πρέπει να είναι καινοτομία των νέων δημιουργών της σειράς. Ως τώρα, ξέραμε ότι οι Γαλάτες αποφεύγανε να πουν πού βρίσκεται η Αλέσια.

Οι Αρβέρνιοι πολεμιστές που συνεχίζουν τον αγώνα του Βερσεζεντόριξ ανήκουν στην οργάνωση FARC – Front Arverne de Resistanche Checrète, Αρβερνικό Μέτωπο Μυστικής Αντίστασης. Το ακρώνυμο είναι ολοφάνερος υπαινιγμός στο FARC, τους αντάρτες της Κολομβίας (Fuerzas Armadas Revolucionarias de Colombia). Όμως στα κανονικά γαλλικά είναι Resistance Secrète, όχι Resistanche Checrète -ειρωνεύονται τη σημερινή προφορά των κατοίκων της Ωβέρνης, που προφέρουν παχύ το σ και εκεί όπου δεν είναι παχύ. Αυτό το έκανε και ο Γκοσινί, π.χ. στην Ασπίδα της Αρβέρνης.

Ο Γεροκανονίξ, που τον είδαμε πιο πάνω, είναι από τους πρωταγωνιστές της περιπέτειας, αφού είχε πολεμήσει στην Αλέσια μαζί με τους Αρβέρνιους. Στο δάσος, αναγνωρίζει τον προδότη και παλεύει μαζί του. Από τους υπόλοιπους Γαλάτες του χωριού, εμφανίζονται αρκετά ο ψαράς και ο σιδεράς, έστω και σαν πατεράδες των παιδιών τους. Και με αφορμή τα παιδιά τους καβγαδίζουν κιόλας:

Ο δικός μου καθαρίζει σε χρόνο μηδέν μια λεκάνη ψάρια, λέει ο ψαράς.

Ο δικός μου, απαντάει ο σιδεράς, δεν έχει πάρει το Bac (το ακαδημαϊκό απολυτήριο) αλλά μαθαίνει μια χρήσιμη τέχνη.

Το λογοπαίγνιο βρίσκεται στο ότι bac είναι η λεκάνη με τα ψάρια, είναι όμως και η σύντμηση του baccalauréat, του μπακαλορεά.

Υπάρχουν και άλλα λογοπαίγνια όπως και αρκετοί αναχρονισμοί -ας πούμε, η Αδρεναλίνη δηλώνει ότι έχει μπουχτίσει πια να την χρησιμοποιούν, αυτήν και το περιδέραιό της, για να κάνουν πόλεμο.

Η έκφραση που χρησιμοποιεί είναι Ras l’amphore, που είναι λογοπαίγνιο με την έκφραση ras le bol (κατά λέξη: ξεχειλίζει το μπολ) που τη λέει κάποιος που έχει μπουχτίσει (φτάνει πια, όχι άλλο κάρβουνο), αλλά αναπαλαιώνει το μπολ σε αμφορέα.

Όσο για το περιδέραιο, που δεν φαίνεται καλά στο συγκεκριμένο σκίτσο, λέγεται torque στα γαλλικά (και torque ή torc στα αγγλικά) και είναι το τυπικό στολίδι που είχαν γύρω από τον λαιμό οι Κέλτες, από συνεστραμμένα ελάσματα, που κατέληγαν στις άκρες σε δυο κεφαλές, συχνά με περίτεχνο σκάλισμα.

Έψαχνα τον ελληνικό όρο για το κόσμημα αυτό, αλλά βρήκα στη Βικιπαίδεια ότι λέγεται απλώς τορκ.

Αν ξέρει κανείς κάποιον ελληνοπρεπέστερο όρο, ας τον πει.

Το τορκ αυτό, που αρχικά το είχε ο Βερσεζεντόριξ, είναι το σύμβολο της αντίστασης κατά των Ρωμαίων και ο προδοτης θέλει να της το πάρει για να το παραδώσει στον Καίσαρα.

Προς το τέλος της περιπέτειας, ενώ παλεύουν στη βάρκα, το τορκ πέφτει στη θάλασσα και καταλήγει στον βυθό. Ο προδότης ορκίζεται ότι θα το βρει, και απομακρύνεται κολυμπώντας -αλλά πίσω του βλέπουμε το φτερό ενός καρχαρία και δεν μαθαίνουμε περισσότερα για την τύχη του.

Ο Καίσαρας, πάντως, δεν δείχνει ιδιαίτερα εκνευρισμένος που ματαιώθηκε το σχέδιό του να υιοθετήσει την Αδρεναλίνη και να την κάνει Ρωμαία.

– Ας είμαστε ρεαλιστές. Δεν θα έχεις τόσο γρήγορα θετή αδελφή, καημένε μου Βρούτε!

– Μπα, απαντάει εκείνος παίζοντας όπως πάντα με το μαχαίρι του. Ξέρεις, εγώ με την οικογένεια…

Δεν το έχει και πολύ με την οικογένεια ο Βρούτος, το ξέρουμε από τις προηγούμενες περιπέτειες!

Να κλείσω με κάτι που χρωστάω -είχα πει πιο πριν ότι και στην περιπέτεια αυτή υπάρχουν χαρακτήρες φτιαγμένοι με πρότυπο κάποιον διάσημο.

Πράγματι, ένας από τους πειρατές, αυτός στο κέντρο με τις κόκκινες ριγέ βράκες, είναι ίδιος ο Σαρλ Αζναβούρ -και μάλιστα μιλάει με τίτλους τραγουδιών του Αζναβούρ, εδώ το For me formidable, ένα αγγλογαλλικό τραγούδι του, ή έστω formi, hic, formidable αφού οι πειρατές έχουν προηγουμένως κουρσέψει ένα φοινικικό πλοίο (με καπετάνιο γνωστό από προηγούμενη περιπέτεια) που μετέφερε κρασί και είναι μονίμως μεθυσμένοι.

Κι εδώ κλείνει αυτή η παρουσίαση, υπό τύπον αβάν πρεμιέρ, αφού η περιπέτεια προς το παρόν έχει κυκλοφορήσει μόνο στα γαλλικά. Έψαξα λίγο μήπως κάποιος Γάλλος αστεριξολόγος έχει ανεβάσει κάποιο άρθρο, για να πάρω από εκεί ιδέες, αλλά μόνο στη Βικιπαίδεια βρήκα κάποια πράγματα. Οπότε, παγκόσμια πρώτη στο ιστολόγιο!

 

Posted in Αστερίξ, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 111 Σχόλια »

Οι βάρδιες των πουλιών του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2019

Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, το έχω γράψει πάνω από μια φορά. Κάθε που κυκλοφορεί βιβλίο του σπεύδω να το προμηθευτώ και να το διαβάσω -και τρία από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς στο ιστολόγιο, το «Όλα για καλό» πρόπερσι, το «Αντί Στεφάνου» το 2015 και το «Του Θεού το μάτι» το 2013. Πριν από ένα μήνα βγήκε, πάντοτε από την Εστία, το καινούργιο του μυθιστόρημα με τίτλο «Οι βάρδιες των πουλιών» που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, ενώ ταυτόχρονα διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια και αγροτουρισμό. Στις παλιότερες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») ενώ το «Όλα για καλό» εκτυλισσόταν μέσα στην προσφυγική κρίση του 2015.

Το καινούργιο βιβλίο, «Οι βάρδιες των πουλιών» δεν έχει τέτοιες αναφορές στην πολιτική επικαιρότητα, παρόλο που ο χρόνος της δράσης δηλώνεται σαφώς, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2018 -ωστόσο, ο αφηγητής στις αναδρομές του σκιαγραφεί την ιστορία μιας οικογένειας από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τα σήμερα. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, έχουμε το πιο πολυπρόσωπο έργο του Μακριδάκη, αφού στις 180 σελίδες του σκιαγραφούνται σχεδόν τριάντα πρόσωπα, από τους προπαππούδες του αφηγητή, του Ανέστη Δεληγιώργη, που είναι περίπου συνομήλικός μου, γεννημένος στα 1960, ίσαμε τον εγγονό του -που δεν έχει ακόμα γεννηθεί αλλά επηρεάζει τα γεγονότα. Για να διευκολύνει μάλιστα τον αναγνώστη, ο Μακριδάκης έχει βάλει γενεαλογικό δέντρο στο τέλος του βιβλίου, που είναι πολύ χρήσιμο επειδή, καθώς είναι συγγενείς, οι διάφοροι ήρωες έχουν σε μεγάλο βαθμό ίδια επώνυμα.

Είχα την ευκαιρία, και τη χαρά, το Σάββατο που μας πέρασε, και αφού είχα μόλις διαβάσει το βιβλίο, να παρακολουθήσω μια εκδήλωση στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης, στην οποία πήρε μέρος και ο Μακριδάκης, ο οποίος μίλησε βέβαια για όλα του τα βιβλία αλλά περισσότερο στάθηκε σε αυτό. Έτσι θα σας δώσω μερικές πληροφορίες που μας εκμυστηρεύτηκε, κατευθείαν από την «κουζίνα του συγγραφέα» -κι έτσι θα έχετε ινσάιντ ινφορμέσιο.

Λοιπόν, ο αφηγητής, ο Ανέστης Δεληγιώργης, γεννημένος το 1960 στον προσφυγικό συνοικισμό της Χίου, αναθυμιέται τον βίο και την πολιτεία των προγόνων του, που ζούσαν στην απέναντι μικρασιατική ακτή, στην Αγία Παρασκευή ή Κιόστε. Η προγιαγιά του η Μαριγώ είχε παντρευτεί τον Μικέ Γλαράκη, που ήταν γιγαντόσωμος σα βόδι και γι’ αυτό είχε το παρατσούκλι Σαβούς.

Ο Σαβούς ναυάγησε και πνίγηκε και εννιά μήνες μετά γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του που κανείς δεν ξέρει αν ήταν παιδί του πνιγμένου ή του δεύτερου άντρα της, του Θανάση Δεληγιώργη, ο οποίος ανέτρεφε περιστέρια με αποτέλεσμα να του κολλήσει το παρατσούκλι «η Περιστερού» και εκτελούσε χρέη ταχυδρόμου και πήγε να αναγγείλει τα χαμπέρια για το ναυάγιο στη Μαριγώ αλλά έμεινε μέσα πάρα πολλή ώρα -και ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν.

Έτσι, η οικογένεια απόκτησε δυο κλάδους, τους μεγαλόσωμους που κατάγονταν από τον πρώτο γιο του Σαβού και τους ντελικάτους που βγήκαν από τον δεύτερο γιο, που κληρονόμησαν μαζί και το συνήθειο να ανατρέφουν να γυμνάζουν περιστέρια, που μεταδόθηκε μέχρι και τον αφηγητή. Μετά τον διωγμό του 1914 εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Χίο -και οριστικά μετά το 1922 και την Καταστροφή. Η οικογένεια όμως είχε και μια κατάρα, ας πούμε, που τη βάραινε: ένας αρσενικός κάθε γενιάς να χάνεται στη θάλασσα, καθώς οι περισσότεροι ή ήταν ναυτικοί επαγγελματίες ή είχαν στεριανό επάγγελμα αλλά και μια βάρκα ερασιτεχνικά.

Το καλοκαίρι του 2018 ο αφηγητής πηγαίνει μαζί με τον ξάδερφό του μια μικρή θαλάσσια εκδρομή με τη βάρκα του τελευταίου. Η βάρκα παίρνει νερά και βουλιάζει παρά τη μπουνάτσα. Ο αφηγητής μένει ώρες πολλές μέσα στο νερό μέχρι που τον μαζεύουν, αλλά ο ξάδερφος όπως και ο γιος του πνίγονται. Το ναυάγιο είναι ο καταλύτης που βάζει τον αφηγητή να αναστοχαστεί την ιστορία την οικογενειακή του:

Πάντοτε με έτρωγε περιέργεια μεγάλη για το μυστήριο αυτό της προγιαγιάς μας και μια αμφιβολία για τη φύτρα μου την είχα σε όλη μου τη ζωή· τελευταία όμως, μετά και από το μοιραίο ναυάγιο, τον περασμένο Αύγουστο, τότε που τα ‘φερε έτσι η ώρα η κακιά και μπατάραμε με κάλμα μπουνάτσα και έγινε ό, τι έγινε, μου μπήκανε ιδέες διάφορες μες στο κεφάλι μου και σιγά-σιγά, σαν άρχισα να συνέρχομαι κάπως από το σοκ, έπιασα, κρυφά από την Ελένη βεβαίως, για να μην καταλάβει ότι κάπως συνήλθα και πιάσει πάλι την γκρίνια της τη γνωστή για τα περιστέρια, να καταγράφω και να μελετώ τα μοιραία συμβάντα αλλά και την όλη πορεία μας την οικογενειακή μαζί με τα πουλιά, από τρεις γενιές πίσω ίσαμε σήμερα, μπας και βγάλω συμπέρασμα πιο ασφαλές από πού βαστά άραγε ακριβώς η δικιά μου η φύτρα.

Το απόσπασμα αυτό το βάζω για να πάρετε μια μικρή γεύση απο το αφηγηματικό ύφος που χρησιμοποιεί εδώ ο Μακριδάκης, το κουβεντιαστό ύφος ενός λαϊκού αλλά εγγράμματου μεσήλικα (είναι λογιστής ο Ανέστης), με πολύ μακριές προτάσεις, που εύκολα πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, καθώς κάνει λόγο για κάποιον συγγενή ή συγχωριανό και αμέσως παίρνει αφορμή να μας πει την ιστορία της ζωής του, κι έπειτα ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης εκεί που το είχε αφήσει ή συνεχίζει με νέα παρέκβαση. Εμένα το στιλ αυτό με γοητεύει πολύ, το έχω χρησιμοποιήσει και σε δικά μου γραφτά άλλωστε. Ο Μακριδάκης είχε μεταχειριστεί κάπως παρόμοιο στιλ στο «Στου Θεού το μάτι».

Κι έτσι, ενώ από το πρώτο κεφάλαιο μαθαίνουμε τα βασικά, ότι δηλαδή ο αφηγητής έχει τους δυο προπαππούδες που είπαμε, ότι έχει πάθος με τα ταχυδρομικά περιστέρια και ότι ναυάγησε και πέρασε ώρες πολλές στη θάλασσα, στη συνέχεια κάθε κεφάλαιο προσθέτει μερικές ψηφίδες στην όλη εικόνα ενώ ταυτόχρονα επαναλαμβάνει και κάποια που έχουν ήδη ειπωθεί, σαν να είναι κάθε κεφάλαιο ένας ομόκεντρος κύκλος που όλο και στενεύει μέχρι στο τέλος να συμπληρωθούν όλα τα κενά, να σκιαγραφηθούν όλοι οι πρόγονοι του Ανέστη και να μάθουμε τη μεγάλη απόφαση που πήρε ύστερα από βασανιστική σκέψη -δεν θα σποϊλάρω.

Στην εκδήλωση της Νέας Σμύρνης ο Μακριδάκης μάς αποκάλυψε πως το περιστατικό του ναυαγίου είναι πραγματικό, συνέβη δηλαδή πέρυσι περίπου υπό τις ίδιες συνθήκες που περιγράφονται στο βιβλίο, και πήρε συνέντευξη από τον ναυαγό, που επίσης έμεινε ώρες πολλές στη θάλασσα και του περιέγραψε τι σκεφτόταν και τι έκανε για να μείνει ακμαίος ώσπου να έρθουν να τον περισυλλέξουν, πώς είχε αγωνία να μην του βγάλουν κανα μάτι οι γλάροι που πετούσαν όλη την ώρα από πάνω του, ώσπου έδωσε ο θεός και νύχτωσε, αλλά τότε άρχισε η αγωνία μήπως τον πνίξουν τα απόνερα από το καράβι της γραμμής, ενώ όλη την ώρα έπρεπε επίσης να προσέχει να μην περάσει τη μεσαριά των νερών και βγει στο τούρκικο, αλλά τα σημάδια αυτά που ορίζουν περίπου τη μεθοριακή γραμμή στη θάλασσα τα ξέρουν καλά οι περισσότεροι Χιώτες.

Σε πραγματικό γεγονός είναι βασισμένη και μια από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου: ένας παλαίμαχος ψαράς ρίχνει το παραγάδι σε έναν ψαρότοπο που βρίσκεται στα τούρκικα νερά αλλά πολύ κοντά στα σύνορα. Την άλλη μέρα πάει να το μαζέψει και δεν το βρισκει. Του το έχουν κατασχέσει οι Τούρκοι λιμενικοί, αλλά αυτός δεν το ξέρει αυτό και νομίζει ότι απλώς γέρασε και δεν θυμάται πού έχει ρίξει τα δίχτυα. Η αμφιβολία τον βασανίζει, μέχρι που μαθαίνει από έναν φίλο του Τούρκο ψαρά ότι τα σύνεργά του τα κατασχεμένα πρόκειται να βγουν σε πλειστηριασμό την άλλη Κυριακή στον Τσεσμέ -και ότι οι ψαράδες της απέναντι ακτής συνεννοήθηκαν να τα αγοράσει κάποιος στην τιμή εκκίνησης, χωρίς να χτυπήσει κανείς άλλος την τιμή, και να του τα δώσουν πίσω. Αυτό το περιστατικό είναι πραγματικό και έγινε πριν από μερικά χρόνια, αλλά ο Μακριδάκης το εμπλουτίζει αφενός με την πινελιά για τον παλαίμαχο ψαρά που νόμιζε πως έχει πια ξεκουτιάνει και αφετέρου με τη σκηνή της πανηγυρικής συνάντησης Ρωμιών και Τούρκων στα μισά της θάλασσας για να παραδώσουν τα δίχτυα στον δικαιωματικό τους κάτοχο.

Ο Μακριδάκης παλιότερα είχε αποδελτιώσει τις χιώτικες εφημερίδες της περιόδου 1912-1940 και κάποια από τα γεγονότα τα πέρασε και σε τούτο το μυθιστόρημα μεταπλασμένα -ας πούμε, παίρνει το πραγματικό γεγονός της ημερήσιας εκδρομής που έκαναν το 1932 οι κάτοικοι του προσφυγικού συνοικισμού της Χίου στο παλιό τους χωριό -και προσθέτει την έξοχη λεπτομέρεια πως η προγιαγιά του με την ευκαιρία αυτή έκοψε με το σουγιαδάκι ένα μάτι από την καλή λεμονιά τη δίφορη που είχε στον παλιό της κήπο, και το έβαλε κάτω από τη γλώσσα της για να έχει υγρασία και το μετάφερε στο καινούργιο της σπίτι και μπόλιασε το δέντρο της. Και κάποιες ιστορίες από την Κατοχή έχουν πραγματική βάση αλλά συνυφαίνονται με τη μυθοπλασία.

Αντίθετα, εντελώς μυθοπλασία είναι όλα όσα έχουν σχέση με τα περιστέρια, αν και πολύ πειστικά περιγράφει το πάθος των περιστεράδων ο Μακριδάκης, το πώς χαϊδεύαν τους πρωταθλητές τους όταν επέστρεφαν από κάποιο μακρινό μέρος, την αγωνια μήπως τα κυνηγήσει κανένα αρπακτικό κτλ. Δικό του εύρημα είναι και το ότι οι ψαράδες συνήθιζαν να παίρνουν ένα ζευγάρι περιστέρια όταν έφευγαν για μακρινό ψάρεμα ώστε, σε περίπτωση που κάτι συμβεί να μπορούν να ειδοποιήσουν.

Ο αφηγητής τού Μακριδάκη χρησιμοποιεί, όπως είναι αναμενόμενο από άνθρωπο της επαρχίας, πολλές παροιμιακές εκφράσεις ενώ παρεμβάλλει και κάμποσα ιδιωματικά στοιχεία λόγου. Επειδή εδώ λεξιλογούμε, παραθέτω μερικές από τις λέξεις/εκφράσεις του βιβλίου που δεν υπάρχουν στα λεξικά. Σε κάποιες περιπτώσεις ρώτησα τον συγγραφέα.

* τραβάκα (σελ. 26) «….σπιτάκια παρόμοια· μεσοτοιχία, με στέγη κοινή και με μια τραβάκα μεγάλη μπροστά το καθένα τους για να βαζουνε από κάτω τα εργαλεία των καϊκιών τους». Τραβάκα στη Χίο είναι η πυραμιδοειδής στέγη με τα κεραμίδια, ειδικότερα όμως εδώ είναι το γείσο της στέγης, η αστρέχα που λένε σε άλλα μέρη. (Ο Κοραής στα Άτακτα αναφερει τη λέξη, όπως έχουμε αναφέρει σε σχόλιο).

* κατσίρδισε (σελ. 41) «δεν θέλανε και πολύ οι ειδικοί στο συνοικισμό να διαγνώσουνε πως του κατσίρδισε ολωσδιόλου και να τον στείλουνε σε κανένα ίδρυμα».

Εδώ σημαίνει «του έστριψε». Το ρήμα «κατσιρντίζω», τουρκικής αρχής (από τον αόριστο κατσιρντίμ του ρήματος κατσιρμάκ) σημαίνει, στο λεξικό του Κουκκίδη, «φυγαδεύω, αφήνω κάτι να φύγει». Από την ίδια ρίζα και άλλα δάνεια πχ. κατσάκης ο φυγάς.

* κουμάσι (σελ. 42) Η λέξη επανέρχεται πολύ συχνά στο κείμενο διότι «κουμάσι» είναι ο περιστερώνας. Έχουμε γράψει άρθρο για αυτές τις δύο ομόηχες λέξεις -όλοι ξέρουν το κουμάσι που είναι ο φαύλος άνθρωπος (καλό κουμάσι και του λόγου του!) αλλά όχι πολλοί το κουμάσι τον ορνιθώνα (ή περιστερώνα ή και σπιτάκι για σκύλο).

* περχαριάζω (σελ. 49) «το περχάριαζε … το ανιψάκι του». Περχαριάζω σημαίνει κανακεύω, ταχταρίζω παιδί. Η λέξη δεν γκουγκλίζεται αλλά η σημασία της είναι φανερή από τα συμφραζόμενα -ρώτησα προς επιβεβαίωση και τον συγγραφέα.

* μοιασίδι (σελ. 54) «το δικό μου το μοιασίδι, ιδίως στα χούγια τα κρυφά, με … τον προπάππου μου». Μοιασίδι είναι εδώ η ομοιότητα. Σημαίνει όμως και το χαρακτηριστικό του προσώπου, που λέγεται και μοισίδι, και έτσι το έχουμε συναντήσει στον Μυριβήλη.

* πακιαρίζομαι (σελ. 55) «τότε … που δεν τα πακιαριζότανε τα περιστέρια μέσα στο καΐκι ο Σταμάτης» Δεν τα χρησιμοποιούσε, δεν τα συνήθιζε. Πακιάρομαι σημαίνει ασχολούμαι με κάτι, επιδίδομαι σε κάτι. To είχαμε συζητησει και παλιότερα. Φαίνεται να προέρχεται από τα ιταλικά, αλλά το ιταλ. pacchiare σημαίνει ντερλικώνω -δείτε το σχόλιο το παλιό.

* αναμικιόρης (σελ. 58) «ήτανε και αναμικιόρης μέγιστος και δεν ήθελε να αλλάζει τα πληρώματα μέσα στη μέση της χρονιάς». Ναμικιόρης ή αναμικιόρης είναι λέξη με πολλές σημασίες, που την έχουμε συζητήσει πολλές φορές. Αρχική σημασία «αχάριστος» όπως στο τουρκικό nankör απ’ όπου προέρχεται (το οποίο ανάγεται στα περσικά nan και kör, κατά λέξη ‘τυφλός στο ψωμί’ -έχουν… πρωτογένεια τα περσικά!)

Όμως η λέξη έχει επίσης πάρει τις σημασίες α) δύστροπος, παράξενος β) πλεονέκτης, άπληστος. Ο Μακριδάκης έδωσε την εξήγηση «στραβόξυλο, πολύ παράξενος, ιδιότροπος».

* κατσελάρω (σελ. 60) «το καΐκι θα κατσελάρει λίγες μέρες την επιστροφή του». Καθυστερώ. Από τα ιταλικά φαίνεται να προέρχεται μάλλον παρά από τα αγγλικά, αλλά το cancel και το cancellare δεν ξέρω αν έχουν αυτή την έννοια.

* μπαζάρω (σελ. 67) «μέχρι και τη Βολισσό την ίδια είχανε μπαζάρει μια φορά το ’36» Φτάνω σε μέρος μακρινό.

* λιλάδι (σελ. 71) «με ξαπλώσανε μετά στης παραλιας τα λιλάδια με τη μούρη». Τα βότσαλα· λιτρίδια στη Μυτιλήνη, λαλάρια στη Σκιάθο.

* στον καιρό τα λάχανα (σελ. 73) Παροιμιώδης φράση που σημαίνει «κάθε πράμα στον καιρό του»

* αχλαδόχερος (σελ. 89) Ο ατζαμής. Προσδιορίζει ο Μακριδάκης: «με την έννοια ότι τα χέρια του μέσα έχουνε αγκάθια σαν την αγριαπιδιά και δε μπορεί να πιάσει τίποτα»

Έχει κι άλλες λέξεις στη συνέχεια, αλλά σταμάτησα να σημειώνω επειδή μ’ απορρόφησε το διάβασμα. Να το διαβάσετε κι εσείς το βιβλίο, αξίζει τον κόπο!

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 110 Σχόλια »

Το λεξικό των Ρωμέικων, του Βαχίτ Τουρσούν

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2019

Ρωμέικα (ή Ρωμαίικα αν προτιμάτε) λέμε βεβαίως τα ελληνικά, σε κάπως λαϊκό ύφος -αν και όλο θα λιγοστεύουν όσοι αναφέρονται στη γλώσσα μας με αυτή τη λέξη: μπορεί να υπάρχει η Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, αλλά έχουν περάσει 100+ χρόνια από τότε που έκλεισε ο Ρωμηός του Σουρή.

Αλλά πλατειάζω. Το λεξικό του τίτλου δεν αφορά τη γλώσσα στην οποία γράφεται το ιστολόγιο, αλλά μιαν άλλη γλωσσική ποικιλία (γλώσσα; διάλεκτο; μην κολλήσουμε εκεί), που μιλιέται στην Τουρκία, στον Πόντο, και που λέγεται Romeika. Στο ιστολόγιο έχουμε αναφερθεί ξανά σε αυτή τη γλωσσική ποικιλία, πριν από αρκετά χρόνια, όταν είχε ανακοινωθεί, με κάπως κωμικές τυμπανοκρουσίες, από τον Τύπο η ύπαρξη μιας διαλέκτου που είναι πολύ κοντά στα αρχαία ελληνικά. Τότε την ποικιλία αυτή την είχαμε πει και «οφίτικα» διότι μιλιούνται στην περιοχή του ποταμού Όφη, στον Πόντο.

Το λεξικό το βλέπετε εδώ στην εικόνα, ο τίτλος του είναι Romeika-Türkçe Sözlük, δηλαδή Ρωμεϊκο-τουρκικό λεξικό, και συγγραφέας του ο Βαχίτ Τουρσούν, που είναι ο ίδιος φυσικός ομιλητής των Ρωμέικων.

Μέσω του κοινού μας φίλου Βλάση Αγτζίδη, είχα αλληλογραφία με τον Βαχίτ Τουρσούν, που με ενημέρωνε για την πρόοδο του έργου του. Το υλικό που θα δείτε σήμερα μου το είχε στείλει στις αρχές του καλοκαιριού. Διστασα να το δημοσιεύσω τότε επειδή το καλοκαίρι λιγοστεύει η αναγνωσιμότητα του ιστολογίου.

Θα (ανα)δημοσιεύσω σήμερα την εισαγωγή του καθηγητή Πίτερ Μάκριτζ στο λεξικό που νομιζω πως δινει αρκετές πληροφορίες για τα Ρωμέικα/οφίτικα. (Στην Πύλη της ελληνικής γλώσσας υπάρχει κι άλλο ένα κείμενο του Π. Μάκριτζ για το ίδιο θέμα).

Επίσης, για να πάρετε μιαν ιδέα και από το λεξικό και απο το λεξιλόγιο των Ρωμέικων, παρακάλεσα τον Βαχίτ Τουρσούν και μου έστειλε σε pdf ένα δείγμα, σχεδόν 20 σελίδες, από το γράμμα Α του λεξικού του, που το έχω ανεβάσει εδώ και μπορείτε να το συμβουλευτείτε.

Και μια εικόνα από ένα τυχαίο δισέλιδο του λεξικού:

H εισαγωγή του καθηγητή Peter Mackridge στο λεξικό των Ρωμέικων:

Η επιβίωση της ελληνικής γλώσσας στην περιοχή της Τραπεζούντας (Πόντος) στην Τουρκία είναι αξιοθαύμαστη. Οι περισσότεροι από τους ομιλητές της ντόπιας ελληνικής διαλέκτου ήταν Χριστιανοί, αλλά η γλώσσα μιλιόταν επίσης σαν μητρική από μερικές μουσουλμανικές κοινότητες. Παρ’όλα αυτά, το 1923, μετά την ήττα των ελληνικών δυνάμεων από τον τουρκικό στρατό στην Ανατολία, η συνθήκη της Λωζάνης προέβλεψε την υποχρεωτική ανταλλαγή των μουσουλμανικών και ορθόδοξων χριστιανικών μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί ομιλητές της ελληνικής διαλέκτου στον Πόντο να μεταφερθούν στην Ελλάδα. Οι απόγονοι αυτών των ανταλλαγέντων Χριστιανών είναι τώρα όλοι γηγενείς ομιλητές της καθομιλούμενης νεοελληνικής γλώσσας και οι γνώσεις τους για την ποντιακή ελληνική διάλεκτο είναι περιορισμένες ή και ανύπαρκτες. Οι μουσουλμάνοι ομιλητές της ελληνικής διαλέκτου, ωστόσο, οι περισσότεροι εκ των οποίων έζησαν σε απομονωμένα χωριά στις περιοχές των Τσαΐκαρα (Όφι), Σουρμένων και Τόνγιας, παρέμειναν στα εδάφη τους και οι κοινότητές τους συνεχίζουν να μιλούν ελληνικά μέχρι σήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά, Ντοπιολαλιές, Πόντιοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 256 Σχόλια »

Η πάμπα του νίτρου, του Πάμπλο Νερούδα (εις μνήμην Αμαλίας Βασιλακάκη)

Posted by sarant στο 29 Σεπτεμβρίου, 2019

Προχτές χάσαμε την αγαπημένη μας Cronopiusa, την Αμαλία μας, που ομόρφαινε το ιστολόγιο με τις μουσικές και τις εικόνες της. Τη μνημονέψαμε στα σχόλια εκείνης της ημέρας. Σήμερα Κυριακή θα ταίριαζε να βάλω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κάρλος Φουέντες «Σε αυτά πιστεύω» που είχε μεταφράσει, αλλά πρακτικά δεν είναι δυνατόν. Επιφυλάσσομαι για άλλη φορά.

Στη μνήμη της θα δημοσιεύσω σήμερα ένα κείμενο που θα της άρεσε. Πρώτα όμως, μεταφέρω δυο λόγια που έγραψαν για την Αμαλία οι συναγωνιστές της από το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα:

Αν κάποιος ήθελε να δώσει τον ορισμό του τι είναι ένας άνθρωπος που φέρνει με τη δράση του την αλλαγή στην καθημερινότητα, θα μπορούσε να αναφέρει απλώς την Αμαλία Βασιλακάκη. Η Αμαλία μάς άφησε χτες πρόωρα. Πρόλαβε όμως να αξιοποιήσει το μεγάλο δώρο τη ζωής με αγώνα, αλληλεγγύη, καλοσύνη και αγάπη.

Για δεκαπέντε χρόνια υπήρξε η ψυχή των Πίσω Θρανίων και του Στεκιού Μεταναστών. Δίδαξε ελληνικά σε εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες. Ταυτόχρονα τους έδωσε την ευκαιρία να κάνουν τη γνωριμία τους με την ελληνική κουλτούρα μέσα από το λαϊκό τραγούδι και τον κινηματογράφο. Η Αμαλία ήταν μια έξοχη εκπαιδευτικός που έβλεπε την Παιδεία σαν μέσο για να αλλάξει ο κόσμος. Παρούσα με συνέπεια και κέφι στα κινήματα, από τη «Μεσοποταμία» στο Μοσχάτο έως την Τσιάπας στο Μεξικό, είχε κάνει στάση ζωής τον αγώνα για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Η Αμαλία μας δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο. Πέτυχε όμως να αλλάξει τις ζωές πολλών ανθρώπων, να κάνει καλύτερες τις ζωές μας.

Το κείμενο του Πάμπλο Νερούδα λέγεται «Η πάμπα του νίτρου» και μιλάει για τις απέραντες εκτάσεις στην έρημο της Χιλής όπου υπάρχουν τα ορυχεία του νίτρου. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε ως Επίμετρο στη νουβέλα Αφηγήτρια ταινιών, του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, που εκδόθηκε φέτος από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Στη νουβέλα, μια φτωχή οικογένεια εργατών νίτρου δεν έχει χρήματα για να βγάλουν ολα της τα μέλη εισιτήρια για τον κινηματογράφο που είναι η μοναδική διασκέδαση στον οικισμό. Στέλνουν λοιπόν την κόρη, η οποία αφηγείται με τόσο ταλέντο και τόσο παραστατικά τις διάφορες ταινίες που τελικά αρχίζουν να την προσκαλούν και από άλλα σπίτια. Δεν λέω πιο πέρα, να πάρετε το βιβλίο.

Ο φίλος Κώστας Σπαθαράκης, ο εκδότης των Αντιπόδων, ίσως επειδή η νουβέλα είναι σύντομη, είχε την καλή ιδέα να προσθεσει το άρθρο του Νερούντα ως Επίμετρο. Του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 189 Σχόλια »