Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρουσίαση βιβλίου’ Category

Και πάλι για τις δύσκολες ναυτικές λέξεις του Κ. Ράδου

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2017

Γυρίζω από ταξίδι, άρθρο αδύνατον να γράψω, οπότε αρκούμαι σε επανάληψη παλιότερου, που ταιριάζει με την εποχή αφού έχει θέμα θαλασσινό. Είχε δημοσιευτεί πριν από εξίμισι χρόνια, κι αν το θυμάστε χαρά στο μνημονικό σας (βέβαια μάς το θύμισε πρόσφατα ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος). Το κακό βέβαια είναι ότι στο άρθρο που διάλεξα να επαναλάβω είχαν γίνει λίγα μεν σχόλια αλλά πολύ ουσιαστικά, οπότε θα χρειαστεί να τα ενσωματώσω στο άρθρο κι έτσι δεν θα είναι εντελώς άκοπη η αναδημοσίευση -αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού, διότι τώρα το άρθρο είναι πληρέστερο.

Οπότε, η βελτιωμένη έκδοση του παλιού άρθρου έχει ως εξής:

Οι δύσκολες λέξεις του Κ. Ράδου

Την τελευταία φορά που πέταξα με το αεροπλάνο, πριν φύγω, καθώς έψαχνα με το μάτι να δω ποιο βιβλίο θα πάρω για να διαβάζω, πρόσεξα ένα βιβλιαράκι μικρού σχήματος, από τη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση» της Νεφέλης, που το είχα αγοράσει πριν από καμιά εικοσαριά (και βάλε) χρόνια, του Κωνσταντίνου Ράδου, Ο πειρατής της Γραμβούσης, αλλά δεν το είχα ανοίξει, έμενε με τα φύλλα άκοπα. Μου φάνηκε σαν να με κοιτάζει παραπονεμένο, οπότε το πήρα και το έβαλα στην τσάντα μου.

Ο Κωνσταντίνος Ράδος (1862-1931) ήταν ηπειρώτης, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, ερευνητής, έφτιαξε μουσεία, έγραψε για διάφορα θέματα, κυρίως όμως για τη ναυτική ιστορία –και έγραψε και ναυτικά διηγήματα, από τα οποία εξέδωσε δύο τόμους, τα Ναυτικά διηγήματα το 1910 σε καθαρεύουσα και τον Πειρατή της Γραμβούσης το 1930 σε δημοτική. Στην έκδοση της Νεφέλης, ο επιμελητής λέει ότι έχει πάρει τρία μεγάλα διηγήματα από τη δεύτερη συλλογή και τέσσερα κάπως μικρότερα από την πρώτη. Πρόκειται για ναυτικά διηγήματα, με θέματα παρμένα από το παρελθόν: Βυζάντιο, Μεσαίωνας, 1821. Πείτε με προκατειλημμένο, αλλά τα καθαρευουσιάνικα διηγήματα τα βρήκα να έχουν κακογεράσει. Αντίθετα, τα τρία που είναι γραμμένα σε δημοτική λάμπουνε σαν διαμάντια. Μπορεί όμως να είναι και σύμπτωση.

Τέλος πάντων, στην Ανέμη υπάρχει ονλάιν και τζάμπα ο Πειρατής της Γραμβούσης και περιέχει τα περισσότερα από τα διηγήματα της έκδοσης της Νεφέλης, καθώς και μερικά άλλα που δεν τα συμπεριέλαβε ο ανθολόγος, μεταξύ των οποίων και ένα με μανιάτικο θέμα, που θα έπρεπε να κάτσω να το διαβάσω.

Από τον Πειρατή της Γραμβούσης, πιο πολύ μού άρεσε το ομότιτλο διήγημα, όπου η δράση εκτυλίσσεται γύρω στο 1828 σε ένα μη κατονομαζόμενο νησί του Αιγαίου (Σπέτσες; Μήλο; Αστροπαλιά;) και στη Γραμβούσα, το οχυρό νησάκι έξω από τον Κίσσαμο που είχε γίνει ορμητήριο των πειρατών και που εκείνη την εποχή ο αγγλικός στόλος, με άδεια της ελληνικής κυβέρνησης, το πάτησε. Ξεσηκώνω ένα απόσπασμα, που έχει και διάλογο ανάμεσα στους πολιορκητές και τους πολιορκημένους πειρατές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ντοπιολαλιές, Ναυτικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 102 Σχόλια »

Πετεινοί, όρνιθες και αβγά -από τον Γεράσιμο Ρηγάτο

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2017

Δεν είναι ορνιθοπαραγωγός βέβαια ο φίλος Γεράσιμος Ρηγάτος, γιατρός είναι και πολυγραφότατος συγγραφέας, ανάμεσα στ’ άλλα σε θέματα που ενδιαφέρουν πολύ το ιστολόγιο, όπως είναι η λαογραφία, η φρασεολογία, η γλώσσα και τα ονόματα. Ένα παλιότερο βιβλίο του είχα παρουσιάσει στο ιστολογιο πριν από χρόνια, και είχα γράψει τότε πως ο Ρηγάτος συνεχίζει την παλιά παράδοση των ιατροφιλοσόφων.Δείγμα από το τεράστιο έργο του μπορείτε να πάρετε στον ιστότοπό του.

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω το πιο πρόσφατο βιβλίο του, που μου έκανε την τιμή να μου το στείλει, κι έχει τον τίτλο «Πετεινοί, όρνιθες και αβγά στη νεοελληνική λαογραφία«.

Ο τίτλος είναι ακριβής απεικόνιση των περιεχομένων του βιβλίου: ο Ρηγάτος αποδελτιώνει λέξεις, παροιμίες, παραδόσεις, τραγούδια και ταχταρίσματα, αινίγματα, μύθους, γιατροσόφια και συμβουλές της λαϊκής διατροφολογίας, δεισιδαιμονίες, μαντικές και μαγικές πρακτικές και τελετουργίες καθώς και λογοτεχνικές καταγραφές που έχουν σχέση με αυγά, πετεινούς και όρνιθες.

Ο λόγος που πετεινοί και όρνιθες παίζουν τόσο καίριο ρόλο στον λαϊκό λόγο σε όλες τις εκφάνσεις του και στον λαϊκό πολιτισμό, είναι ότι ήταν τα κατεξοχήν εκμεταλλεύσιμα κατοικίδια, από την αυγή της ιστορίας έως πολύ πρόσφατα. Ειδικά στη φτωχή Ελλάδα με τη φτενή της γη πολλά αγροτικά νοικοκυριά δεν είχαν τα μέσα να αποκτήσουν μεγάλα ζώα, όμως και το πιο φτωχό σπίτι θα είχε το κοτέτσι του και το καθημερινό αυγό ήταν ουσιαστική συμβολή στο διαιτολόγιό τους. Ακόμα κι όταν άρχισε η οικοδόμηση σύγχρονων πόλεων, το κοτέτσι αποδείχτηκε πιο ανθεκτικό. Στη δεκαετία του 60, στο Φάληρο, είχαμε κότες στην αυλή, όπως και αρκετοί άλλοι στη γειτονιά -μονάχα τις τελευταίες δεκαετίες έχουν μετατραπεί τα προάστια της Αθήνας σε τόπο «όπου κοκόρι δεν λαλεί, κότα δεν κακαρίζει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαογραφία, Ορθογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου, Παροιμίες, ζώα | Με ετικέτα: , , , | 179 Σχόλια »

Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2017

Ενδιαφέρων ακούγεται ο τίτλος, θα μου πείτε, αλλά κομμάτι στεγνός δεν είναι για κυριακάτικο πρωινό και δη καλοκαιρινό; Ποιος έχει όρεξη να διαβάζει δοκίμια περί λαογραφίας μέσα στη ζέστη;

Δίκιο θα είχατε, μόνο που ο τίτλος του βιβλίου που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες, και που θα σας παρουσιάσω σήμερα, είναι παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για δοκίμιο, ο συγγραφέας δεν καταγράφει δοξασίες που όντως έχουν επιβιώσει στη θεσσαλική επαρχία: πρόκειται για μυθοπλασία, για σύντομα διηγήματα, που αν θέλαμε να τα κατατάξουμε σε κάποιο είδος θα τα ταξινομούσαμε στη λογοτεχνία τρόμου. Διηγήματα με υπερφυσικό στοιχείο, που όλα τους εκτυλίσσονται στη Θεσσαλία, κυρίως στην ύπαιθρο, και προσφέρουν με τον τρόπο αυτό μια μυθοπλαστική γεωγραφία της περιοχής.

Ο συγγραφέας, ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, είναι νέος, γεννημένος το 1984 στη Λάρισα (αλλά μεγάλωσε στην Καρδίτσα). Είναι το πρώτο του βιβλίο. Αν συχνάζετε στο Φέισμπουκ ίσως τον είχατε ακούσει, διότι διατηρούσε τη δημοφιλή σελίδα «Παγανιστικές δοξασίες στη θεσσαλική επαρχία», όπου δημοσιεύτηκαν, σε πρώτη μορφή, τα κείμενα του βιβλίου -η σελίδα συνεχίζει άλλωστε να εμπλουτίζεται με καινούργια διηγήματα. Κάποια από τα διηγήματα πρέπει να δημοσιεύτηκαν και στον ιστότοπο Σκρα-Πανκ. Έχουμε δηλαδή πάντρεμα πανάρχαιων πραγμάτων όπως είναι οι δοξασίες για ξωτικά και βρικόλακες με υπερσύγχρονα όπως το Διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα.

Ίσως επειδή πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Διαδίκτυο, που υποτίθεται ότι δεν ευνοεί τα πολλά λόγια, τα διηγήματα είναι πολύ μικρά, ανάμεσα 400 και 700 λέξεις θα έλεγα. Θαρρώ πως κανένα δεν ξεπερνάει τις 3 σελίδες, αν εξαιρέσουμε το προοίμιο και το διήγημα Αργιθέα, που μπαίνει τελευταίο, ως είδος επίμετρο, και που είναι μεγαλούτσικο, καμιά εικοσαριά σελίδες (δεν το έχω διαβάσει ακόμα). Όλα τα άλλα κείμενα του τόμου ικανοποιούν τις προδιαγραφές έκτασης για να θεωρηθούν «μπονζάι» κατά την ορολογία του Γιάννη Πατίλη, μικροδιηγήματα δηλαδή.

Τα διηγήματα είναι οργανωμένα σε τέσσερις ενότητες: 1. Βλαχοχώρια, 2. Καραγκουνοχώρια, 3. Δρακοχώρια, 4. Οι πόλεις του κάμπου. Συνολικά τα διηγήματα είναι 47 συν το επίμετρο. Παρολο που το θέμα είναι παλιακό, αρκετές διηγήσεις εκτυλίσσονται στα χρόνια μας ή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Ο συγγραφέας ελάχιστους ιδιωματισμούς χρησιμοποιεί -και τους περισσότερους τους επεξηγεί με υποσημείωση.

Μερικά διηγήματα μού άρεσαν πολύ, άλλα όχι τόσο. Είναι όμως ένα βιβλίο που, κατά τη γνώμη μου, δεν σηκώνει να το διαβάσεις μονορούφι, παρόλο που είναι λιγνό, 150 σελίδες. Επειδή είναι πολύ ζοφερό, μετά τις τρεις-τέσσερις ιστορίες γκώνεις και πρέπει να το αφήσεις -και αύριο πάλι. Και οι ιστορίες, αρχικά, μία-μία δημοσιεύτηκαν άλλωστε.

Για να πάρετε μιαν ιδέα, θα παρουσιάσω δύο από τα σύντομα διηγήματα, και πρώτα ένα που, κατ’ εξαίρεση, δεν είναι μαύρο και σκότεινο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »

Η τούμπα και η βεντέτα

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2017

Τι το κοινό να έχουν τάχα οι λέξεις του τίτλου; Με μια πρώτη ματιά, δύσκολο είναι να βρεθεί κοινό στοιχείο ανάμεσα σε… σε τι, αλήθεια; Ποιες είναι οι σημασίες των λέξεων αυτών;

Με το που κάνουμε την ερώτηση, βρίσκουμε και τον δρόμο προς την απάντηση. Δεν υπάρχει μία βεντέτα, έχουμε δυο λέξεις που γράφονται με τον ιδιο τρόπο, δυο ξεχωριστά λήμματα στο λεξικό: αφενός το έθιμο της αντεκδίκησης ιδίως στην Κρήτη και στη Μάνη, αφετέρου το διάσημο πρόσωπο από τον κινηματογράφο ή τον χώρο του θεάματος και του αθλητισμού και κατ’ επέκταση κάποιον που φέρεται υπεροπτικά, που βεντετίζει.

Παρόμοια, η τούμπα μπορεί να είναι το πέσιμο, το αναποδογύρισμα, είναι όμως και το χάλκινο πνευστο μουσικό όργανο. (Υπάρχει και μια τρίτη τούμπα, ο λόφος που έχει δημιουργηθεί από συσσωρευμένα χώματα -ας την αφήσουμε προς το παρόν).

Το ενδιαφέρον με αυτά τα ζευγάρια λέξεων είναι ότι ενώ γράφονται με τον ίδιο τρόπο (είναι ομόγραφα), κανονικά δεν προφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Κανονικά, η βεντέτα/αντεκδίκηση προφέρεται με έρρινο το ντ, βενdέτα, ενώ η βεντέτα/διάσημος με άρρινο το ντ, βεdέτα.

Προσέξτε ότι χρησιμοποιώ το «κανονικά» για να υπονοήσω την επιφύλαξή μου ως προς το αν όλοι ή οι συντριπτικά περισσότεροι οι φυσικοί ομιλητες της ελληνικής όντως συμπεριφέρονται έτσι.

Αν συμβουλευτείτε τις λέξεις στο ΛΚΝ, που δίνει και τη φωνητική μεταγραφή των λημμάτων, θα δείτε ότι η τούμπα/αναποδογύρισμα μεταγράφεται [túmba] (το ίδιο και η τούμπα/λόφος) ενώ η τούμπα/χάλκινο πνευστό μεταγράφεται [túba]. Η βεντέτα/αντεκδίκηση μεταγράφεται [vendéta] αλλά για την άλλη βεντέτα περιέργως το ΛΚΝ δεν δίνει φωνητική μεταγραφή, μάλλον απο αβλεψία. Κανονικά θα ήταν [vedéta].

Τα δυο αυτά ζευγάρια «ομόγραφων αλλά κανονικά όχι ομόηχων» λέξεων είναι αρκετά γνωστά και στοιχηματίζω πως τα έχουμε συζητήσει κι εδώ σε σχόλια. Τα συνάντησα ξανά σε ένα ενδιαφέρον βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα και που θα παρουσιάσω σήμερα. Ο τίτλος του είναι «Πώς το είπες;» με υπότιτλο «Κανόνες εκφοράς ελληνικής γλώσσας». Συγγραφέας ο επικοινωνιολόγος Μάνος Σιφονιός, που μου το χάρισε τις προάλλες. Αλλά δεν το χάρισε μόνο σε μένα, διότι εκτός από την έντυπη μορφή του το βιβλίο κυκλοφορεί και σε ηλεκτρονική μορφή, το δε ηλεβιβλίο διατίθεται δωρεάν και μπορείτε να το διαβάσετε στον ιστότοπο postoeipes.gr, που είναι αφιερωμένος στο βιβλίο.

Μπορείτε να φυλλομετρήσετε το βιβλίο του Σιφονιού -έτσι κι αλλιώς δεν είναι μεγάλο, μαζί με προλόγους και επίμετρο δεν φτάνει τις 90 σελίδες. Είναι οργανωμένο σε μικρά κεφάλαια, με ευρηματικούς τίτλους (π.χ. Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδγιά; ή Και πώς λέμε μαdάμ τις ξένες λέξεις;), γραμμένο ανάλαφρα και με χιούμορ. Δίνει αρκετες αφορμές για προβληματισμό και πιστεύω πως καλά θα έκαναν να το διαβάσουν όλοι όσοι ασχολούνται επαγγελματικά με την εκφορά λόγου. Από την άλλη, υπάρχουν σημεία που δεν συμφωνώ και θα τα αναφέρω στη συνέχεια -μοιραία, σε αυτά θα δώσω μεγαλύτερη έκταση.

Η βεντέτα και η τούμπα βρίσκονται στη σελίδα 32 του βιβλίου, στο κεφάλαιο για τον τρόπο προφοράς των ξένων λέξεων που έχουν σύμπλεγμα μπ, γκ, ντ.

Ο Σιφονιός δίνει και άλλα δύο παραδείγματα «ομόγραφων αλλά κανονικά όχι ομόηχων» λέξεων.

  •  την καμπάνα όπου όταν πρόκειται για το σήμαντρο προφέρεται ένρινα, καμbάνα, ενώ όταν δηλώνει το παραλιακό κατάλυμα «πρέπει να» εκφέρεται άρρινα, καbάνα, και
  • το ντάμπινγκ, όπου όταν πρόκειται για την τακτική να προσφέρονται εμπορεύματα σε τιμή χαμηλότερη του κόστους (dumping) η λέξη «πρέπει να» εκφέρεται «ξεχωρίζοντας ελαφρά» τα μ και π, ντάμ-πινγκ, ενώ όταν πρόκειται για την αντιγραφή οπτικοακουστικού μέσου (dubbing) «πρέπει να εκφέρεται» άρρινα. Τα εισαγωγικά που βάζω δηλώνουν ότι έχω επιφυλάξεις.

Θα επιστρέψω στα ένρινα και στα άρρινα, αλλά θέλω να αναφέρω και μια άλλη κατηγορία «ομόγραφων αλλά όχι ομόηχων» λέξεων, όπου η μη ομοηχία οφείλεται στο φαινόμενο της συνίζησης, δηλαδή η προφορά της λέξης διαφέρει ανάλογα με το αν προφέρεται ή όχι ασυνίζητη η λέξη.

Ο τίτλος του σχετικού κεφαλαίου είναι: Με σκι-ά-ζεις και με σκιά-ζεις. Πράγματι, όταν προφέρουμε το «σκιάζω» τρισύλλαβο, χωρίς συνίζηση, σκι-ά-ζω, σημαίνει «κάνω σκιά». Όταν το προφέρουμε δισύλλαβο, με συνίζηση, σημαίνει «τρομάζω κάποιον». (Παρεμπιπτόντως, η ετυμολογία των λέξεων είναι η ίδια, η σκιά).

Έχουμε αρκετά τέτοια ζευγάρια. Να ποια δίνει ο Σιφονιός, με πρώτη την συνιζημένη εκφορά.

  • άδεια (αδειανή) αλλά άδει-α (συγκατάθεση, διοικητική πράξη κτλ.)
  • ακρίβεια (υψηλές τιμές) αλλά ακρίβει-α (σωστή μέτρηση)
  • βιάζομαι (είμαι βιαστικός) αλλά βι-άζομαι (υφίσταμαι βία)
  • έννοια (νοιάξιμο, και έγνοια) αλλά έννοι-α (νόημα)
  • ήπια (αόριστος του πίνω) αλλά ήπι-α (επίθ. ήπιος)
  • λόγια (λέξεις) αλλά λόγι-α (καλλιεργημένα, έντεχνα)
  • μαλλάκια (μαλλιά) αλλά μαλάκι-α (θαλασσινά)
  • ποιον (ερωτηματική αντωνυμία) αλλά ποι-όν (το ποιόν, ιδιότητα)
  • σκιάζω (τρομάζω) αλλά σκι-άζω (κάνω σκιά)

Βέβαια, τα μαλλάκια δεν είναι ομόγραφα με τα μαλάκια, ούτε και το ποιόν με το «ποιον;» (που δεν παίρνει τόνο στο σημερινό σύστημα).

Ο Σιφονιός δίνει και μια άλλη περίπτωση, το «μοιάζω» (φαίνομαι ίδιος) και το μι-άζω (= μολύνω). Μου φαίνεται όμως πως δεν υπάρχει τέτοια λέξη, μιαίνω λέμε.

Αναρωτιέμαι αν μπορείτε να βρείτε άλλα ζευγάρια «ομόγραφων αλλά όχι ομόηχων» λέξεων. Εγώ το μόνο που βρήκα, αν και δεν αφιέρωσα πολύ χρόνο στην έρευνα, είναι το ζευγάρι σκιας (ο αγριάνθρωπος) – σκιάς (γενική του «σκιά») όπου βέβαια υπάρχει διαφορά στον τονισμό. Ο σκιας δεν βγαίνει από το σκιάζω αλλά είναι τουρκικό δάνειο.

Ας επιστρέψουμε όμως στα ένρινα, που τα έχουμε τόσες φορές συζητήσει κι εδώ.

Τα συμπλέγματα μπ, ντ και γκ (ή γγ) τα εξετάζει ο Σιφονιός από τη σελ. 23 και μετά. Αυτά προφέρονται άλλοτε ένρινα (μb, νd, νg, π.χ. αμbέλι, ένdομο, ανgάθι) και άλλοτε άρρινα π.χ. στην αρχή της λέξης (bαίνω, dύνω, gαρίζω). Υπάρχει κι ένας τρίτος τρόπος εκφοράς, με χωριστά τα δύο σύμφωνα, που κανονικά μόνο σε ξένες λέξεις ακούγεται (π.χ. ίν-τερνετ, όχι ίνdερνετ ή ίdερνετ).

Εκτός από τη αρχή της λέξης, άρρινα προφέρονται τα μπ, γκ, ντ και όταν τα συναντάμε σε σύνθετες λέξεις που το δεύτερο συνθετικό τους αρχίζει από τα συμπλέγματα αυτά, π.χ. ξαναbήκα, καραbογιά, ξεdύνω, ή σε περιπτώσεις χρονικής αύξησης (π.χ. έdυσα), καθώς και όταν (σελ. 26) τα συναντάμε στη δεύτερη συλλαβή λέξης που και η πρώτη συλλαβή της αρχίζει από αυτό το σύμπλεγμα, πχ. μπαbάς, νταdά, γκάgαρος. (Να σημειωθεί εδώ ότι η λέξη μπαμπάς έχει γαλλική ετυμολογία -όπως γράφει ο Σιφονιός- μόνο αν εννοεί το γλύκισμα. Αν σημαίνει τον πατέρα, είναι τουρκικό δάνειο).

Τα πράγματα μπλέκουν όταν έχουμε δάνεια από ξένες γλώσσες. Ο Σιφονιός διακρίνει περιπτώσεις ανάλογα με το πώς γράφεται η ξένη λέξη.

Όταν στην ξένη λέξη έχουμε b, g, d τα αντίστοιχα ελληνικά δάνεια τα προφέρουμε άρρινα: βίdεο (και όχι βίνdεο), μαdάμ, ζιgολό.

Όμως όταν στην ξένη λέξη έχουμε mb, nd, ng τα αντίστοιχα δάνεια τα προφέρουμε ένρινα: ζαμbόν, στάνdαρ, μαρένgα.

Όταν στην ξένη λέξη έχουμε mp, nt, ο Σιφονιός κάνει την εύστοχη παρατήρηση ότι όταν το δάνειο είναι παλιό και η λέξη έχει τριφτεί στα ελληνικά, τότε το σύμπλεγμα nt, mp της ξένης λέξης το προφέρουμε νd και μb, και όχι ν-τ και μ-π.

Δηλαδή, λέμε π.χ.. κάμπος προφέροντας κάμbος, παρόλο που προέρχεται απο το λατινικό campus ή ρομανdικός (παρά το romantique)  ή φανdάρος (παρά το fantaria)

Ωστόσο, για πιο νέα δάνεια ο ίδιος συνιστά την χωριστή προφορά, όπως στο ίν-τερνετ, αλλά και στη σαμ-πάνια ή την αν-τίκα, ακόμα και στο ντοκουμέν-το.

Εδώ έχουμε επιφυλάξεις. Καταρχάς, θα ήταν ουτοπικό αλλά και καταρχήν απαράδεκτο να πρέπει να ξέρεις πώς γράφεται μια ξένη λέξη για να μπορέσεις να μιλήσεις τη δική σου γλώσσα. Έπειτα, παρόλο που και το ΛΚΝ, συμφωνώντας με τον Σιφονιό, δίνει την προφορά dokuménto (ν-τ δηλαδή) ή [kompanía] (μ-π δηλαδή) πολύ αμφιβάλλω αν η πλειοψηφία των φυσικών ομιλητών συμπεριφέρεται έτσι. Αν θυμηθούμε τη Μπέλλου να τραγουδάει, νομίζω ότι προφέρει την κουβέντα όπως και τα ντοκουμέντα, δηλαδή προφέρει dokuménda, το ίδιο και με την κομπανία. Πολλοί προφέρουν «σαμ-πάνια» επειδή ξέρουν τη γαλλική λέξη, λιγότεροι όμως αν-τίκα.

Εσείς πώς τα προφέρετε αυτά;

Σαμ-πάνια, σαμbάνια ή σαbάνια;
Αν-τίκα, ανdίκα ή αdίκα;
Ντοκουμέν-το, ντοκουμένdo ή ντοκουμέdο;
Κομ-πανία, κομbανία ή κοbανία;

Εγώ ταλαντεύομαι ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο για τη σαμπάνια, ίσως και για την αντίκα, αλλά στις άλλες δύο περιπτώσεις τα προφέρω ένρινα, όχι χωρισμένα.

Να πω παρεμπιπτόντως ότι έχει λάθος ο Σιφονιός όταν λέει ότι η μαρμάγκα προφέρεται άρρινη (μαρμάgα) επειδη ετυμολογείται από το αλβανικό merimage. Σύμφωνα με το ΛΚΝ η αλβανική λέξη γράφεται merimang(ë), έρρινη δηλαδή, ενώ κατά το ΛΚΝ πάλι η ελληνική λέξη προφέρεται έρρινη, [marmáŋga]. Υπάρχουν και κάποιες άλλες ετυμολογικές παρατηρήσεις, ας πούμε η ομπρέλα ή το τσιμπούσι ΔΕΝ είναι αντιδάνεια.

Βέβαια, όταν βλέπουμε ντ, μπ και γκ γραμμένο δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να διακρίνουμε αν θα προφερθεί d, νd ή ν-τ. Δεν ξέρω πώς προφέρανε πριν από εκατό χρόνια την Αντάντ (Entente, άρα κανονικά αν-ταν-τ, υποθέτω όμως ότι θα προφερόταν ανdάνd ή αdάd από τους μη γαλλομαθείς) θυμάμαι όμως επιστολές γλωσσομαθών ακροατών να διεκτραγωδούν το πώς προφέρει ο εκφωνητής του τρίτου προγράμματος της ραδιοφωνίας το «αντάντε» (είναι andante, ανdάν-τε λοιπόν).

Υπάρχει πάντως στα νέα ελληνικά (εκτός ιδιωμάτων των νησιών) μια βραδεία πορεία προς την απορρινοποιημένη προφορά. Την αναγνωρίζει και ο Σιφονιός αυτή την τάση όταν λέει πως όσο πιο λαϊκή είναι μια λέξη, τόσο πιθανότερο να προφέρεται με b, g, d. Λέει χαρακτηριστικά ότι ο Ευάνgελος προφέρεται σαφώς έρρινα, έτσι κι έτσι ο Βανgέλης, αν όμως προφέρουμε έρρινα τον Βαgέλα θα μας δείρει. Θεωρώ ότι η τάση αυτή όλο και περισσότερο θα απερρινοποιεί λέξεις.

Προχωρώντας σε άλλα θέματα, ο Σιφονιός πολύ σωστά (σελ. 35) μας συνιστά να μην προφέρουμε το παχύ σ στο σόου, ενώ παρέλειψε να επισημάνει και το γαλλικό ge στο μοντάζ, όπως το προφέρουν μερικοί για να δείξουν ότι ξέρουν γαλλικά. Μας θυμίζει επίσης (σελ. 39) ότι προφέρουμε αζβέστης, κόζμος, προζγείωση, πρόζληψη, ειζροή και επισημαίνει βέβαια ότι αυτό δεν ισχύει συνηθως για τις ξένες λέξεις, κι έτσι προφέρουμε σλόγκαν, σνίτσελ, σνομπ, ισλάμ, Μαράσλειο.

Να σχολιάσω εδώ πως όλο και συχνότερα ακούω από νέους προφορές όπως κόσ-μος (και όχι κόζμος). Μάλλον έχουμε εδώ την εκδίκηση του γραπτού λόγου. Εννοώ ότι ο νέος προφέρει αυτό που διαβάζει, ενώ παλιά που ήμασταν ολιγογράμματοι γράφαμε αυτό που προφέραμε. Κι έτσι ενώ παλιά γράφαμε π.χ. «ψάργια» επειδή έτσι το προφέραμε, σήμερα προφέρουν κάποιοι «κόσ-μος» επειδή έτσι το διαβάζουν.

Ασχολείται επίσης ο Σιφονιός (σελ. 53) με τη συνίζηση και τα λάθη υπερδιόρθωσης (προφέρουμε αδι-άβατος, αλλά αδγιάβαστος), με τα διπλά σύμφωνα (σελ. 61) που δεν προφέρονται εκτός από ορισμένες λόγιες λέξεις όπου ακούγονται ελαφρότατα (εκκεντρικός, παμμέγιστος -εδώ ανήκει και η ευφορία που προφέρεται διαφορετικά από την εφορία) και με το τελικό ν (σελ. 65).

Θα διαφωνήσω μαζί του εκεί που λέει (σελ. 66) ότι μπορούμε να πούμε «μη πας» και οτι διαφέρει σε σημασία από το «μην πας». Στα δικά μου τα αυτιά, φράσεις όπως «μη πας», «δε πιστεύω» δεν είναι φυσιολογικά ελληνικά.

Επίσης, ενώ συμφωνώ (σελ. 43) πως όταν προφέρουμε την Πέμπτη στην ουσία δεν προφέρουμε το π, δηλ. προφέρουμε Πέμτη (ή έστω, προφέρουμε πολύ αχνά το π), διαφωνώ ότι η κάμψη ακούγεται «κάμση» η ο κομψός «κομσός».

Αυτά βεβαίως ενέχουν και μπόλικον υποκειμενισμό, και μπορεί εσείς κάποια πράγματα να τα προφέρετε διαφορετικά -θυμάστε πόσο είχαμε διαφωνήσει με την προφορά της Βιέννης, αν την προφέρουμε συνιζημένη (Βjένη) ή ασυνίζητη.

Ο Σιφονιός δεν πρόσεξα να ασχολείται με τη Βιέννη, όμως το βιβλίο του έχει και άλλα ενδιαφέροντα θέματα και είναι γραμμένο με κέφι αλλά και με γνώση των πηγών. Εγώ περισσότερα δεν θα γράψω, διότι ήδη ξεπέρασα κατά πολύ το καλοκαιρινό μου όριο, αλλά εσείς μπορείτε να δείτε και το υπόλοιπο βιβλίο και να κάνετε σχόλια.

 

 

 

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ομόηχα, Παρουσίαση βιβλίου, Φωνητική | Με ετικέτα: , , | 183 Σχόλια »

Στην Αλκυονίδα για τον Βάρναλη και την ΕΣΣΔ

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2017

Την Πέμπτη που μας πέρασε, 15 του μηνός, μίλησα στην Αλκυονίδα, στην παρουσίαση του βιβλίου «Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ», που κυκλοφόρησε το 2014 σε δική μου επιμέλεια από τις εκδόσεις Αρχείο και περιέχει τις εντυπώσεις του Κώστα Βάρναλη από το ταξίδι του στην ΕΣΣΔ το 1934, όταν είχε προσκληθεί να παρακολουθήσει το 1ο Συνέδριο της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων.

Όπως είπα και στην ομιλία μου, ήταν για μένα πολύ συγκινητικό να ξαναβρεθώ σε έναν από τους χώρους που είχα πολύ αγαπήσει στα νιάτα μου, στα φοιτητικά μου χρόνια. Η Αλκυονίς, εμβληματικός κινηματογράφος του καλού μη εμπορικού κινηματογράφου στη δεκαετία του 1970-80, είχε πάψει να λειτουργεί. Πρόσφατα εμφανίστηκε και πάλι ανακαινισμένη και ξανάρχισε τις προβολές, ταυτόχρονα με εκδηλώσεις σαν την παρουσίαση του βιβλίου του Βάρναλη, που ήταν ενταγμένη σε σειρά εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια της Οχτωβριανής επανάστασης. Να αναφέρω ότι το επόμενο Σάββατο θα παρουσιαστεί στην Αλκυονίδα το βιβλίο με τις εντυπώσεις του Δημήτρη Γληνού από την ΕΣΣΔ.

Θέλω εδώ να ευχαριστήσω τον Βελισσάριο Κοσυβάκη της New Star, της εταιρείας που διευθύνει την Αλκυονίδα (αλλά και το Στούντιο, επίσης εμβληματικό κινηματογράφο της εποχής εκείνης), για την τέλεια οργάνωση της εκδήλωσης, που περιλάμβανε και δύο μουσικές εκπλήξεις, δύο τραγούδια πάνω σε ποιήματα του Βάρναλη. Μάλιστα ένα από αυτά, ο Οχτώβρης, παίχτηκε για πρώτη φορά. Έπαιξαν ο Βαγγέλης Προδρόμου και ο Δημήτρης Σίντας και χόρεψε η Άννα Λιανοπούλου. Αποσπάσματα από το έργο του Βάρναλη διάβασε ο ηθοποιός Γιώργος Ζιώγαλας.

Θα παραθέσω πιο κάτω το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου, αν όμως είστε οπτικοακουστικοί τύποι υπάρχει και το βίντεο της εκδήλωσης χάρη στον ιστότοπο ibdb.gr, που ειδικεύεται σε βιντεοσκοπήσεις βιβλιοπαρουσιάσεων.

Η σελίδα του βίντεο εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, ΕΣΣΔ, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 162 Σχόλια »

Αριστερή μελαγχολία, ένα βιβλίο του Έντσο Τραβέρσο

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2017

Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τον φιλικό εκδοτικό οίκο Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το βιβλίο του Ιταλού ιστορικού Έντσο Τραβέρσο «Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης» σε μετάφραση του φίλου Νίκου Κούρκουλου.

Κατά σύμπτωση, ο όρος είχε ακουστεί πρόσκαιρα τον Σεπτέμβριο του 2015 όταν τον είχε χρησιμοποιήσει ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης και ύστερα ο Αλέξης Τσίπρας σε μια σύσκεψη στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ (και μας έδωσαν έναυσμα για άρθρο), αλλά το βιβλίο του Τραβέρσο δεν έχει σχέση ειδικά με την ελληνική αριστερά, η δε φράση του τίτλου είναι γνωστή από παλιότερα, είναι τίτλος έργου του Βάλτερ Μπένγιαμιν (1931).

Το βιβλίο του Τραβέρσο δεν το έχω διαβάσει, δεν το έχω ακόμα πιάσει στα χέρια μου, αλλά έχω συζητήσει με τον μεταφραστή και ξέρω σε γενικές γραμμές το περιεχόμενό του.

Θα παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από την εισαγωγή, για να πάρετε μια ιδέα. Προτάσσω ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, που μου το έστειλε ο μεταφραστής του βιβλίου.

Ο Έντσο Τραβέρσο γεννήθηκε στο Γκάβι (του Πιεμόντε) το 1957 και μεγάλωσε μέσα στις αναμνήσεις της Ιταλικής Αντίστασης, όπου είχε μπλεχτεί για τα καλά η οικογένειά του – ο πατέρας του μάλιστα έγινε, μεταπολεμικά, ο κομμουνιστής δήμαρχος της μικρής γενέθλιας πόλης του. Στην εφηβεία του επηρεάστηκε από τα ριζοσπαστικά ρεύματα της δεκαετίας του ’60 και στρατεύτηκε, πολύ νέος, στις γραμμές της Potere Operaio. Σπούδασε ιστορία στη Γένοβα και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε το διδακτορικό του το 1989 στην École des Hautes Études en Sciences Sociales, κάτω από την εποπτεία του Μικαέλ Λέβι. Αποτέλεσμα ήταν το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Οι μαρξιστές και το εβραϊκό ζήτημα. Ιστορία μιας διαμάχης, 1843-1943 [Les marxistes et la question juive. Histoire d’un bat 1843-1943], που κυκλοφόρησε το 1990, με πρόλογο του Πιέρ Βιντάλ-Νακέ. Δίδαξε, για πολλά χρόνια, στο Πανεπιστήμιο της Πικαρδίας «Ιούλιος Βερν», στην Αμιέν, ενώ σήμερα είναι (από το 2013) καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης. [Στα γαλλικά του χρόνια, έγινε μέλος της LCR και στη συνέχεια στάθηκε κοντά στο NPA.]

Ο ναζισμός και ο αντισημιτισμός, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και ο μεσοπόλεμος, η ιστορία των ιδεών, η σχέση ιστορίας και μνήμης, τα όρια της έννοιας του ολοκληρωτισμού είναι μερικά από τα θέματα στα οποία έχει εστιάσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Κομμουνιστικό κίνημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 111 Σχόλια »

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Ο δαιμόνιος κ. Αύγουστος Ντυπέν

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2017

Κυκλοφόρησαν τον περασμένο μήνα, από τις φιλικές εκδόσεις Ερατώ, δυο κομψά τομίδια με δύο αστυνομικές νουβέλες του Έντγκαρ Άλαν Πόε, σε εισαγωγή-μετάφραση και σημειώσεις του Γιώργου Μπλάνα: Οι φόνοι της οδού Μοργκ και Το κλεμμένο γράμμα.

Οι δυο αυτές νουβέλες έχουν σημαντική θέση στην παγκόσμια φιλολογία, όχι μόνο και όχι τόσο για τη λογοτεχνική τους αξία, που δεν είναι αμελητέα, αλλά κυρίως επειδή αποτελούν τα πρώτα έργα της αστυνομικής λογοτεχνίας, ο δε ήρωάς τους, ο Αύγουστος Ντυπέν, είναι ο πρώτος ντετέκτιβ της ιστορίας, που τ’ αχνάρια του ακολούθησαν ο Σέρλοκ Χολμς, ο Πουαρό, ο Μεγκρέ, ο δικός μας αστυνόμος Μπέκας και όλοι οι νεότεροι. (Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι ο Ντυπέν ήταν ντετέκτιβ avant la lettre, όπως λένε οι Γάλλοι: η λέξη detective δεν είχε ακόμα επινοηθεί).

Ο Πόε έγραψε τους Φόνους της οδού Μοργκ το 1841. Ακολούθησε τον επόμενο χρόνο το Μυστήριο της Μαρί Ροζέ και το 1844 το Κλεμμένο γράμμα. Και τα τρία έργα εκτυλίσσονται στο Παρίσι. Το αστυνομικό είναι νεαρό είδος, θέλει μεγάλες πόλεις και συγκροτημένη αστυνομική δύναμη -που άρχισε να εμφανίζεται στις αγγλικές πόλεις τον 19ο αιώνα. Μπορεί οι σημερινοί συγγραφείς να γράφουν ιστορικά αστυνομικά μυθιστορήματα στα οποία η δράση τοποθετείται στην αρχαία Ρώμη, στο Βυζάντιο ή στην Ιρλανδία του 8ου αιώνα (η αδελφή Φιντέλμα), αλλά αστυνομικό μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε να γραφτεί νωρίτερα.

O Ντυπέν του Πόε δεν είναι επαγγελματίας αστυνομικός, είναι ερασιτέχνης, στον οποίο προσφεύγει ενίοτε η επίσημη αστυνομία. Δεν είναι άνθρωπος της δράσης, αλλά ρέκτης των περίτεχνων συλλογισμών. Και στις δυο νουβέλες, άλλωστε, ο Πόε τον βάζει να αναπτύσσει διά μακρών τις θεωρητικές αρχές της μεθόδου του. Αφηγητής στις δυο νουβέλες είναι ένας ανώνυμος στενός φίλος του Ντυπέν.

Θα αναγνωρίσατε βέβαια τις ομοιότητες του Ντυπέν με τον Σέρλοκ Χολμς και του αφηγητή με τον Γουότσον. Φυσικά, ο Πόε ήταν πρώτος, ο Κόναν Ντόιλ ακολούθησε.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα αυτοτελές απόσπασμα από τους «Φόνους της οδού Μοργκ» (σελ. 52-58) που δείχνει την αναλυτική ικανότητα του Ντυπέν στον κολοφώνα της. Θυμάμαι πως ο παππούς μου κιόλας μού το είχε διαβάσει όταν ήμουν μικρός. Ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να βρει εξεζητημένο ή αφελές το απόσπασμα, αλλά πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι ο Πόε το έγραψε πριν από 175 χρόνια.

Οι Φόνοι της οδού Μοργκ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ιστορίας με «κλειστό δωμάτιο», ένα από τα βασικά θέματα της κλασικής αστυνομικής ιστορίας: ο φόνος γίνεται σε ένα φαινομενικά κλειστό δωμάτιο και είναι αίνιγμα πώς μπήκε και βγήκε ο δολοφόνος. Στον Σέρλοκ Χολμς έχουμε αρκετές τέτοιες ιστορίες. Και όταν το κλασικό είδος το παράκανε με την εκζήτηση και τους περίπλοκους τρόπους, ήρθε ο Χάμετ να εγκαινιάσει τη σκληροτράχηλη σχολή.

Για να πούμε και ένα τριβιδάκι (όπως τα λέει ο Λίγγρης), στο Παρίσι υπάρχει πράγματι οδός Μοργκ (στο 19ο). αρχικά ο Πόε είχε τοποθετήσει τους φόνους στην οδό Τριανόν, αλλά μετά τους έβαλε στην (ανύπαρκτη) οδό Μοργκ για να είναι πιο μακάβριο και θανατερό το κλίμα (morgue στα αγγλικά είναι το νεκροτομείο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 167 Σχόλια »

Όλα για καλό του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 19 Απρίλιος, 2017

Ο τίτλος εσκεμμένα δεν έχει σημεία στίξης κι έτσι ίσως διαβάζεται με περισσότερους από έναν τρόπους, αλλά η συνοδευτική εικόνα μάλλον ξεκαθαρίζει τον σκοπό του άρθρου: θα μιλήσω για το καινούργιο βιβλίο του αγαπημένου μου συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, το «Όλα για καλό», που κυκλοφόρησε πριν από δυο μήνες από τις εκδόσεις «Εστία».

Το ότι ο Μακριδάκης είναι αγαπημένος μου συγγραφέας φρόντισα να το επισημάνω αποξαρχής -άρα, δεν είναι «αμερόληπτη» και «αντικειμενική» η παρουσίαση που θα κάνω. Από τότε που τον ανακάλυψα, έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία και αδημονώ για κάθε καινούργιο -και δύο από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς εδώ, το «Αντί Στεφάνου» πρόπερσι και το «Του Θεού το μάτι» το 2013.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, τις αρχές της οποίας παρουσίασε με λογοτεχνικό τρόπο στο Αντί Στεφάνου. Σε προηγούμενες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») και τώρα επανέρχεται στο προηγούμενο σχήμα αλλά με ουσιαστικές διαφορές.

Καταρχάς, το «Όλα για καλό» δεν είναι νουβέλα αλλά μυθιστόρημα -όχι μόνο εξαιτίας της έκτασης (230 σελίδες αντί για 100-110) αλλά και με βάση την πλοκή. Έπειτα, ενώ στις προηγούμενες νουβέλες η εξωτερική πολιτική επικαιρότητα αποτελούσε απλώς το κάδρο, εδώ παίρνει κεντρική θέση και καθορίζει την πλοκή. Και η επικαιρότητα αυτή, όπως υποδηλώνει και το εξώφυλλο, δεν είναι άλλη από την προσφυγική κρίση, τις μαζικές αφίξεις προσφύγων σε κάποιο νησί του Αιγαίου πάνω σε καρυδότσουφλα της συμφοράς. Ο τόπος δεν δηλώνεται με σαφήνεια, αλλά είναι η Χίος. Ο χρόνος δηλώνεται, 11 με 15 του Δεκέμβρη -του 2015 συμπεραίνουμε. Υπάρχουν βέβαια και οι αφηγήσεις των ηρώων, που μας πηγαίνουν μερικούς μήνες ή και πολλά χρόνια πίσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in πρόσφυγες, Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 166 Σχόλια »

Μια ιστορία του αυτοκινήτου (Ιλιά Έρενμπουργκ)

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

b137944Μια και προχτές είχαμε ένα άρθρο για τα αυτοκίνητα, έστω και λεξιλογικό, ταιριάζει σήμερα στο φιλολογικό ραντεβού μας να διαβάσουμε ένα πεζογράφημα αφιερωμένο στα αυτοκίνητα -στην ιστορία του αυτοκινήτου. Το έγραψε το 1929 ο αγαπημένος μου Ιλιά Έρενμπουργκ, ο εβραίος σοβιετικός συγγραφέας που κι άλλες φορές έχω παρουσιάσει έργα του εδώ.

Για το βιβλίο αυτό είχα διαβάσει στην αυτοβιογραφία του, και μια φορά που είχα πάει στο Λονδίνο, χαζεύοντας σε ένα βιβλιοπωλείο, είχα δει πως είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Το αγόρασα, και το πρότεινα σε έναν εκδότη -γύρω στο 2000 πρέπει να έγινε αυτό. «Οι σοβιετικοί δεν πουλάνε πια», αποφάνθηκε αυτός και το απέρριψε. Δεν ασχολήθηκα άλλο με το θέμα. Όπως βλέπετε, ο εκδοτικός οίκος Ύψιλον είχε ευτυχώς άλλη άποψη ως προς τους σοβιετικούς συγγραφείς, κι έτσι το 2008 εξέδωσε το βιβλίο, μεταφράζοντάς το από τ’ αγγλικά. Μπράβο τους, διότι το βιβλίο αξίζει.

Το χαρακτήρισα πεζογράφημα, διότι δεν είναι μυθιστόρημα -είναι είδος ρεπορτάζ, πολύ μοντέρνο στη γραφή του. «Χρονογράφημα» το χαρακτηρίζει ο Έρενμπουργκ στην εισαγωγή αλλά έχω την εντύπωση πως κάτι χάθηκε στη μετάφραση και πως θα ταίριαζε να το πει «χρονικό». Ο Ερενμπουργκ, που εκείνα τα χρόνια ζούσε στο Παρίσι, γράφει το 1929, που το αυτοκίνητο έχει ήδη φέρει την επανάσταση στην καθημερινή ζωή του δυτικού κόσμου: παρακολουθεί λοιπόν τις αλλαγές αυτές παντού: στο εργοστάσιο, στις συγκοινωνίες, στην καθημερινή ζωή, στο χρηματιστήριο. Και δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τελικό προϊόν, αλλά και για τα ελαστικά, το πετρέλαιο, τις οδικές υποδομές. Δεν γράφει όμως πολιτική μπροσούρα, ούτε οικονομικό δοκίμιο -κάνει λογοτεχνία, παρόλο που από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ο Χένρι Φορντ, ο Σιτροέν, διάφοροι μεγιστάνες του πετρελαίου και του καουτσούκ, πολιτικοί όπως ο Τσόρτσιλ, αλλά και ιστορικές μορφές του εργατικού κινήματος, πλάι σε ήρωες της μυθοπλασίας.

Από τον 3ο τόμο των Απομνημονευμάτων του Έρενμπουργκ (μτφ. Άρη Αλεξάνδρου) αντιγράφω από το 20ό κεφάλαιο ορισμένα σχετικά με το βιβλίο αυτό και με μερικά ακόμα της ίδιας νοοτροπίας που έγραψε ο Έρενμπουργκ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 147 Σχόλια »

Ο έπαινος των γυναικών (Ακατάλληλον δι’ ανηλίκους)

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από τον «Έπαινο των γυναικών», όπως λέγεται ένα από τα πρώιμα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ένα απόσπασμα που το χαρακτήρισα «ακατάλληλον δι’ ανηλίκους» επειδή έχει ως θέμα του τις εξωσυζυγικές περιπέτειες των γυναικών, που τις περιγράφει χωρίς περιφράσεις και περιστροφές.

Από μια άποψη, το σημερινό άρθρο συναρτάται με το πρόσφατο άρθρο μας για τα συζυγικά κέρατα, ενώ έμμεσα σχετίζεται και με το άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει την προπερασμένη Κυριακή για την ανάγκη ή όχι μεταγλώττισης ή μετάφρασης του Παπαδιαμάντη.

Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. «Ο έπαινος των γυναικών» είναι ένα ανώνυμο δημώδες στιχούργημα που υπολογίζεται ότι γράφτηκε στα τέλη του 15ου αιώνα (την περίοδο 1485-1500) στην Κρήτη, αλλά μας παραδίδεται από ένα και μοναδικό χειρόγραφο που βρέθηκε στην Κέρκυρα και πάντως περιέχει σχετικά λίγους κρητικούς ιδιωματισμούς. Αποτελείται από 735 οχτασύλλαβους στίχους, γενικά ομοιοκατάληκτους.

Ο ανώνυμος ποιητής στο προοίμιο δηλώνει ότι σκοπός του είναι να εξετάσει «τα κακά τα’χουν [που έχουν] εις τα φυσικά τους» οι γυναίκες, και για να τις εξετάσει τις χωρίζει σε τρεις κατηγορίες: ανύπαντρες κοπέλες, παντρεμένες γυναίκες, και χήρες. Ωστόσο η μερίδα του λέοντος, περίπου 450 στίχοι από τους συνολικούς 735, αφιερώνεται στις παντρεμένες γυναίκες. Ο ανώνυμος ποιητής ξεκινάει από το ελάττωμα της φιλαρέσκειας και προχωράει σε άλλα «τυπικά γυναικεία» ελαττώματα και χαρακτηριστικά, όπως η συζυγική απιστία, η φιληδονία ή η κακία και η πονηριά. Βλέπουμε δηλαδή ότι ο τίτλος είναι ειρωνικός: πουθενά δεν επαινεί τις γυναίκες ο ανώνυμος ποιητής, μόνο τις κακολογεί.

«Αντιγυναικεία» έργα του τύπου αυτού υπάρχουν αρκετά στη δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, αλλά δεν έχει βρεθεί κάποιο που να αποτέλεσε το πρότυπο του «Επαίνου». Πάντως, όσο υπερβολικό κι αν είναι το κατηγορητήριο κατά των γυναικών, δείχνει ότι το έργο είναι γραμμένο σε μια εποχή όπου η γυναίκα είχε αρχίσει να αμφισβητεί την πατρική και συζυγική εξουσία -και ταυτόχρονα κινείται ολοφάνερα σε αστικό περιβάλλον, μάλλον στον Χάνδακα, στο σημερινό Ηράκλειο πρέπει να γράφτηκε.

b189802Όπως θα δείτε, το στιχούργημα δεν διεκδικεί δάφνες για την τέχνη του, ούτε και για την τεχνική του. Είναι αξιόλογο επειδή υπάρχει, θα λέγαμε. Πάντως δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία, όσο κι αν πρέπει να τα φιλτράρουμε, παίρνοντας υπόψη την υπερβολή και την προκατάληψη του ποιητή.

Η γλώσσα του ποιήματος είναι η δημώδης γλώσσα των αρχών των Νεότερων χρόνων -μια γλώσσα μικτή, όπου στον καμβά της πρώιμης νεοελληνικής υπάρχουν λόγια στοιχεία καθώς και κάποιοι αρχαϊσμοί. Ιδιωματικοί τύποι όπως είπαμε υπάρχουν, αλλά είναι μάλλον λιγοστοί.

Ο Έπαινος των γυναικών κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια σε υποδειγματική έκδοση από το πρωτοπόρο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών της Θεσσαλονίκης, σε πλουσιότατη επιμέλεια της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου. Η έκδοση είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», πέμπτος τόμος της σειράς. Εγώ ομολογώ ότι το έργο το πληροφορήθηκα από κάποια αποσπάσματα που δημοσίευσε πριν από κανένα χρόνο ο φίλος Τάσος Καπλάνης στην Αυγή, όταν για ένα μήνα είχε αναλάβει την εκ περιτροπής θέση του ανθολόγου. Ο Τάσος έχει κάνει και κάποια εργασία για τον Έπαινο, αλλά δεν την έχω δει.

Φυσικά υπάρχει εκτενής πρόλογος, πλούσια εικονογράφηση, επίμετρο με παράλληλα κείμενα, ενώ ανάμεσα στις ενότητες του ποιήματος η επιμελήτρια παρεμβάλλει μικρά, πολύ ενδιαφέροντα δοκίμια που φωτίζουν διάφορα θέματα που θίγονται στο ποίημα. Ξαναλέω, πρόκειται για έκδοση υποδειγματική, όπως όλες σχεδόν του ΙΝΣ -αν ήταν να επισημάνω μια έλλειψη, θα ανέφερα ότι δεν υπάρχει γλωσσάρι και ότι το γλωσσικό-λεξιλογικό τμήμα αναπτύσσεται πολύ λιγότερο από το πραγματολογικό. Η ετυμολογία απουσιάζει εντελώς.

Αλλά δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για γλωσσάρι, για τον απλό λόγο ότι η επιμελήτρια έκανε μια ασυνήθιστη επιλογή: αντικριστά στο κείμενο παραθέτει μετάφρασή του στη σημερινή νεοελληνική -γι’ αυτό είπα ότι το σημερινό άρθρο συνδέεται με εκείνο για τη μεταγλώττιση του Παπαδιαμάντη. Αναδημοσιεύω κι εγώ τη μετάφραση πλάι στο πρωτότυπο (με τη βοήθεια του Στάζιμπου για τα τεχνικά) κι εσείς θα κρίνετε αν είναι περιττή, απαραίτητη ή απλώς χρήσιμη.

Σκόρπιους στίχους του Επαίνου μπορείτε να βρείτε στο Διαδίκτυο, κυρίως εδώ. Προτίμησα να μην κορφολογήσω στίχους και αποσπάσματα, αλλά να παραθέσω ένα ενιαίο εκτενές απόσπασμα, τους στίχους 208 έως 325, δηλαδή σχεδόν το ένα έκτο του συνόλου. Έτσι θα πάρετε μια αντικειμενική εικόνα -βέβαια, το ενιαίο απόσπασμα είναι πιο βαρετό από τα κορφολογήματα. Να σημειωθεί ότι δεν έκανα μετατροπή σε μονοτονικό, για τον απλό λόγο ότι το βιβλίο είναι ήδη τυπωμένο μονοτονικά, όπως άλλωστε πρέπει να τυπώνονται τα πρώιμα νεοελληνικά κείμενα. Το φως σε ό,τι αφορά τη φιλολογία στην Ελλάδα έρχεται από τον Βορρά, εδώ και 90 χρόνια. Στο τέλος λέω μερικά λεξιλογικά.

Και άλλες όταν παντρευτούν,
θέλουν δια να ποπευτούν
δοκιμάζουν και άλλους θέλουν,
να σκολάσουν πλέο δε θέλουν.
Φαίνεται της σαν το μέλι
και γοργά πάει εις το μπουρδελι,
νέον, γέρον, δεν την μέλει,
βάνει και μικρόν κοπέλι
και τον άνδρα της ου θέλει,
επειδή τον έχει ως τρέλη.
Και όσες έναι οπού το κάμαν
τούτο το κακόν το πράμαν,
δύσκολα δια να το αφήσουν,
ειμή μόνο ν’ αστοχήσουν
ή να πάρουσιν ζουλιάρην
ή κακόν μαλωματάρην
ή κανένα παλληκάριν
να ’χει φρόνεσην και χάρην
και καλά να την φυλάσσει
ότι να μη τον γελάσει.
Αμή, όσα θέλει ας την φυλάει,
δεν μπορεί να το απαλλάγει
και τον κόπον μόνον χάνει,
αμή αυτήν δεν τηνε πιάνει,
ειμή μόνο αν εστεκέτο
πάντα να μη κοιμιζέτο
και να την αγκαλιαζέτο,
μετά κείνην να σφαλιέτο,
εις σετούκι να έμπει απέσω.
Και να πει ότι: «Θε να πέσω»,
ή ότι: «Κόπτει με να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να την πει: «Κάμε το αυτού
ένα και άλλον, και ας κτυπούν.»
Και αν ειπεί: «Να κατουρήσω,
δεν πορώ δια να τουρήσω»,
να την λέει ώς και αυτό:
«Εδαυτού σε το κρατώ,
πάντα σου δια να το κάμνεις
και από την μοιχείαν να λείπεις.»
Και αν ειπεί: «Και αν πεινάσω
και καμπόσο να διψάσω,
πού να το εύρω να χορτάσω
εδώ μέσα οπό πλαντάσσω;»,
να την πει: «Εγώ, μά τ’ άγια,
και μά τα μυστήρια τα άγια,
δύνομαι να σε χορταίνω
και σφικτά να σε βασταίνω.»
Κι αν αυτή το στεργηθεί
εκεί μέσα να σταθεί,
πρέπει να μη κοιμηθεί
και ποσώς μη πλανεύει,
ώστα ζει να την θωρεί,
νύκτα ημέρα ως ημπορεί,
και έτοιμος με το σπαθί
να την κρατεί, μη γαμηθεί·
τότες έναι δυνατό
να μηδέν κερατωθεί.
Αμή αλλέως δεν έχει φύση
άνθρωπος να την κρατήσει
την γυνήν την πομπεμένην
και την μουτζοπαντρεμένην
και την άλλην την καμένην
οπού ευρέθη εγκαστρωμένη.
Αμή αν θέλεις να κοιμάσαι,
πάντοτες αυτή πλανά σε.
Μερικές εις το κρεβάτι
έχουν καύχους, και κτυπά τη,
και τον άνδρα ωσάν προβάτο
έχει τον και ωσάν κτημάτο.
Άτυχος, ουδέ γρικά τη
‘τι μαγεύει τον με κάτι,
και πίσω άλλος πελεκά τη.
Λέει το ότι δοικά τη,
αμή εκείνη λέει πάντα:
«Βάρει! Μόνον αν επλάντα!
Ο κρουσμένος σαν κοιμάται,
ως το ξύλον δεν γρικάται.»
Δεν σας λέγω όταν λείπει
ο άνδρας εις την μαύρην λύπη
τότε έχει τον καιρόν
να χορεύει τον χορόν·
βλέπει τον ωσάν ξερόν,
λέγει: «Θε να ’βρω να χαρώ
με άλλον, νέον τρυφερόν,
να με ποίσει ωσάν πτερό
‘λαφρικήν και γλυκασμένην
την καρδιά μου την καμένην.»
Την αλήθεια, τέτοιον πράγμα
δεν εφάνηκεν εις γράμμα,
οπού κάμνουν οι γυναίκες,
να ’ναι ξενοπηδημένες.
‘Δέτε μόνο αν έχει γνώση
η γυναίκα να μετρήσει
ένα, δύο και τα τρία
(ναι, μα την Οδηγητρία!),
ήγουν την ζωήν που ζούμεν
και το πλέον, οπού γρικούμεν,
και το τρίτον, την τιμήν τους,
πόναι πλέο από την ζωήν τους.
Αμή εκείνες ’δέ θυμούνται,
ουδέ τάσσου, ουδέ φοβούνται
να μηδέν τας εγρικήσουν
και τας κάρας τους τσακίσουν,
ήγου οι βαριομοιριασμένοι,
οι άνδρες των οι μαγεμένοι.
Μόνον λέγουν ας χορτάσουν,
κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν,
δεν φοβούνται να τας πιάσουν,
ουδέ καν να τας γρικήσουν,
και εντροπήν ουδέν ψηφούν
να ποπεύονται κρυφά.
Και όταν έλθει να την φτάσει,
θέλει διά να την πιάσει,
έναι νόμος δια να χάσει
το προικιόν της, αν πλαντάζει·
τότες απομένει γδούρια
και πηδούν τη τα γαδούρια.
Και άλλες, όταν παντρευτούν,
το πάνε φιρί φιρί να ντροπιαστούν·
δοκιμάζουν και άλλους ποθούν,
δεν θέλουν πια να σταματήσουν.
Της φαίνεται σαν το μέλι
και γρήγορα καταλήγει στο μπουρδέλο,
νέο, γέρο, δεν τη νοιάζει,
παίρνει και μικρό αγόρι·
και ο άντρας της δεν της αρέσει,
επειδή τον θεωρεί τρελό.
Και όσες το έκαναν
τούτο το κακό το πράμα,
δύσκολο να το αφήσουν,
παρά μόνο αν κάνουν λάθος
και πάρουν άντρα ζηλιάρη
ή κακό καβγατζή
ή κανένα νεαρό
που να έχει σύνεση και δύναμη
και να τη φυλάει
καλά για να μην τον απατήσει.
Αλλά, όσο θέλει ας τη φυλάει,
δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτό
και μόνο χάνει τον κόπο του,
αυτή δεν τη συγκρατεί,
παρά μόνο αν στεκόταν
πάντα ξύπνιος
και την αγκάλιαζε
και κλεινόταν μαζί της
κι έμπαινε μέσα σε σεντούκι.
Και αν του έλεγε «Θα ξαπλώσω»,
ή «Μου έρχεται να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να της απαντούσε: «Κάνε το εδώ
και το ένα και το άλλο, κι ας χτυπούν απέξω.»
Και αν έλεγε «Να κατουρήσω,
δεν μπορώ να αντέξω»,
να της έλεγε ακόμη κι αυτό:
«Ορίστε, εδώ σου το κρατώ,
πάντα να το κάνεις
και να αποφεύγεις τη μοιχεία.»
Και αν έλεγε: «Κι άμα πεινάσω
και διψάσω πολύ,
πού θα βρω να χορτάσω
εδώ μέσα που πλαντάζω;»,
να της απαντούσε: «Εγώ, μά τα ιερά,
και μά τ’ άγια μυστήρια,
μπορώ να σε χορταίνω
και να σε βαστάω σφιχτά.»
Και αν εκείνη το δεχτεί
να μείνει εκεί μέσα,
πρέπει αυτός να μην κοιμάται
και καθόλου να μην ξεγελιέται,
να την προσέχει όσο ζει,
νύχτα μέρα, όπως μπορεί,
κι έτοιμος με το σπαθί
να την κρατάει, για να μη γαμηθεί·
τότε είναι δυνατό
να μη φορέσει κέρατα.
Μα, αλλιώς, δεν έχει φυσική δύναμη
ο άντρας να την κρατήσει
τη γυναίκα την ξευτελισμένη
και τη διαπομπευμένη σύζυγο
και την άλλη την καημένη
που βρέθηκε γκαστρωμένη.
Πάντως, αν θέλεις να κοιμάσαι,
αυτή πάντα θα σε εξαπατά.
Μερικές στο κρεβάτι
έχουν αγαπητικούς, και την πηδάνε,
και τον άντρα της σαν πρόβατο
τον έχει και σαν ζώο.
Ο κακότυχος, ούτε καν την ακούει,
γιατί τον μαγεύει με κάτι,
και ύστερα άλλος την κανονίζει.
Λέει ότι την εξουσιάζει,
αλλά εκείνη λέει συνέχεια:
«Απαύτωνέ με! Αχ, και μόνο να ψοφούσε!
Ο κερατάς όταν κοιμάται,
είναι αναίσθητος σαν το ξύλο.»
Δεν σας λέω τί γίνεται όταν λείπει
ο άντρας της· στη μαύρη λύπη μέσα
τότε έχει τον καιρό
να χορεύει τον ερωτικό χορό·
βλέπει τον άντρα της σαν ψοφίμι,
λέει: «Θα βρω για να χαρώ
άλλον, νέο τρυφερό,
να μου κάνει σαν φτερό
ελαφριά και γλυκαμένη
την καρδιά μου την καημένη.»
Αλήθεια, τέτοιο πράγμα
δεν έχει γραφτεί ακόμα,
αυτό που κάνουν οι γυναίκες,
που πηδιούνται με ξένους.
Δείτε μόνο αν έχει μυαλό
η γυναίκα να μετρήσει
το ένα, δύο και τρία
(ναι, μά την Παναγιά την Οδηγήτρια!),
δηλαδή πρώτον τη ζωή που ζούμε,
δεύτερον την αντίληψη που έχουμε,
και, τρίτον, την τιμή τους,
που είναι πιο πάνω κι από τη ζωή τους.
Αλλά εκείνες τίποτε δεν λογαριάζουν,
ούτε υπόσχονται, ούτε φοβούνται
μήπως τις πάρουν είδηση
και τσακίσουν τα κεφάλια τους,
εννοώ οι κακότυχοι
οι άντρες τους οι μαγεμένοι.
Το μόνο που λένε είναι οι ίδιες να χορτάσουν,
κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται,
δεν φοβούνται μήπως τις τσακώσουν,
ούτε καν μήπως τις πάρουν χαμπάρι,
και καθόλου δεν θεωρούν ντροπή
το να ξευτελίζονται κρυφά.
Μα όταν συμβεί να τη βρει,
και να την πιάσει στα πράσα,
ο νόμος είναι να χάσει
την προίκα της, αν σκάσει από πόθο·
τότε απομένει φτωχή
και την πηδούν τα γαϊδούρια.
208
 
210
 
 
 
 
 
 
 
 
 
220
 
 
 
 
 
 
 
 
 
230
 
 
 
 
 
 
 
 
 
240
 
 
 
 
 
 
 
 
 
250
 
 
 
 
 
 
 
 
 
260
 
 
 
 
 
 
 
 
 
270
 
 
 
 
 
 
 
 
 
280
 
 
 
 
 
 
 
 
 
290
 
 
 
 
 
 
 
 
 
300
 
 
 
 
 
 
 
 
 
310
 
 
 
 
 
 
 
 
 
320
 
 
 
 
325

Μερικά λεξιλογικά:

* Στον στίχο 324, στην απόδοση, παραλείπω την επεξηγηματική προσθήκη της επιμελήτριας: [και συνουσιαστεί με άλλον] επειδή μου χαλάει τη στοίχιση.

* Μια γενική παρατήρηση, ότι σε πολλές περιπτώσεις τα μπ, ντ γράφονται π, τ (ποπευτούν αντί πομπευτούν, σετούκι αντί σεντούκι, πορώ αντί μπορώ και άλλα πολλά). Δεν είδα κάπου μια αναφορά σε αυτό το φαινόμενο ή μια εξήγησή του, αν είναι δηλαδή σύμβαση της γραφής ή αν έχει πραγματική βάση -ίσως όμως να υπήρχε αναφορά και να μην την πρόσεξα.

* Στίχος 217, «επειδή τον έχει ως τρέλη». Η επιμελήτρια μεταφράζει «επειδή τον θεωρεί τρελό». Δεν ξέρω αν ο τύπος «τρέλης» υπάρχει ή αν έγινε για χάρη της ομοιοκαταληξίας, αλλά αναρωτιέμαι γιατί απορρίφθηκε ο απλός παρατονισμός (που τέτοιους έχει πολλούς χάρη της ρίμας στο ποίημα) δηλαδή «επειδή τον έχει ως τρελή». Αλλά λέξη «τρέλλης» υπάρχει όπως με πληροφορεί το σχ. 21 οπότε εδώ μάλλον κακώς αναρωτήθηκα.

* Στίχος 243, «να τουρήσω». Πρόκειται πάλι για τη γραφή τ αντί για ντ. Ο τύπος είναι «να ντουρήσω», από το ρήμα «ντουρώ», αντέχω, και αλλού «διατηρούμαι», που είναι δάνειο από το βενετικό durar, ιταλικό durare. Να σημειώσουμε ότι και το κοινό «φτουράω» προέρχεται μάλλον από το λατ. obduro.

* 269 «μουτζοπαντρεμένη» Σύνθετο που μας θυμίζει την πρακτική της διαπόμπευσης των μοιχαλίδων -φυσικά για τη μούντζα αξίζει να γραφτεί άρθρο, να δούμε πότε θ’ αξιωθώ.

* 275 «καύχους». Καύκος και καύχος ο αγαπητικός, καύκα και καύχα η αγαπητικιά. Και για τη λέξη αυτή αξίζει άρθρο, μεταξύ άλλων επειδή η ετυμολογία της είναι σκληρό καρύδι που αντιστέκεται -μπορεί πάντως να έχει σχέση με το ποτήρι τον καύκο (του γνωστού βυζαντινού συνθήματος Πάλιν τον καύκον έπιες…) Στην Κύπρο οι λέξεις καύκος και καύκα είναι σε χρήση -ο αστικός μύθος λέει ότι το 1970 το τελωνείο απέρριψε βιβλίο του Κάφκα που ερχόταν από Ελλάδα επειδή το θεώρησαν άσεμνο αφού μιλούσε για ερωμένες (καύκα, νόμισε ο τελώνης).

* 275 «κτυπά τη» – μια από τις πολλές λέξεις για την ερωτική πράξη. Βλ. και «βαράει» ή «πελεκάει» αμέσως πιο κάτω, ενώ ο κερατωμένος σύζυγος λέγεται «κρουσμένος»

* 309 «ουδέ τάσσου» [τάσσουν] Η επιμελήτρια το μεταφράζει «υπόσχονται», και εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται λογικό, αφού τάσσω = τάζω, αλλά το νόημα δεν βγαίνει. Στον στίχο  315 πιο κάτω, το «κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν» αποδίδεται πειστικά «κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται», οπότε εικάζω ότι αυτό είναι και εδώ το νόημα, οι γυναίκες «δεν σκέφτονται/νοιάζονται, δεν φοβούνται». Δυστυχώς η έκδοση του μεσαιωνικού λεξικού του Κριαρά δεν έχει φτάσει ως το Τ ακόμα (ο 19ος τόμος τελειώνει στο σιργ-) οπότε δεν μπορώ να ανατρέξω εκεί, βρίσκω όμως την ίδια σημασία, τάσσω= σκέφτομαι, νοιάζομαι και στον Πόλεμο της Τρωάδας:

Ἐξ ὅ, τι καὶ ἂν ἐχάσασιν οἱ Ἕλληνες ἀπάρτι,
ὅλον ἐλησμονῆσαν το, τίποτε δὲν τὸ τάσσουν

οπότε πείθομαι ότι το διαβάζω σωστά.

* 324 «απομένει γδούρια», αποδίδεται «φτωχή», αλλά είναι λιγάκι πιο έντονο. Γδούρης είναι ο πάμφτωχος, που δεν του έχει απομείνει τίποτα, που τον «έχουν γδάρει» μεταφορικά. Αυτή είναι άλλωστε και η ετυμολογία της λέξης, αφού προέρχεται από το εκδόριον, εκδούριν και το κδ τρέπεται σε γδ. Εδώ, η μοιχαλίδα που σκάει από τον πόθο και συνουσιάζεται με άλλον βάσει του νόμου χάνει την περιουσία της (και την προικώα, υποθέτω) οπότε μένει επί ξύλου κρεμάμενη, τσίτσιδη, όχι απλώς φτωχή. Στο Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, του Π. Κουσαθανά, βρίσκω ότι «γδούρι» σημαίνει α) κουρεμένος γουλί, β) γυμνός, ολότελα χαμένος σε τυχερό παιχνίδι.

Οπότε, το μοναδικό παράπονο από αυτή την έξοχη έκδοση είναι πως δεν είχε δέκα σελιδούλες παραπάνω με μερικά γλωσσικά σχόλια σαν κι αυτά που σημείωσα.

 

 

Posted in Αθυροστομίες, Δύο φύλα, Κρήτη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 136 Σχόλια »

Ο κύριος Πρόεδρος και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2017

b75333Μέσα στις γιορτές διάβασα το μυθιστόρημα «Ο κύριος Πρόεδρος» του Γεράσιμου Βώκου. Εκδόθηκε το 1893, όταν ο συγγραφέας του ήταν εικοσπεντάχρονος, με υπότιτλο «Πρωτότυπον πολιτικο-κοινωνικόν μυθιστόρημα» από το τυπογραφείο της Ακροπόλεως του δαιμόνιου Βλάση Γαβριηλίδη. Εκδόθηκε ξανά το 2003 σε επιμέλεια του Παν. Μουλλά.

Ο Γαβριηλίδης, όπως επισημαίνει ο Μουλλάς στην πλούσια εισαγωγή του, είχε σωστά διαγνώσει ότι με την αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας υπήρχε πια αναγνωστικό κοινό που διψούσε για σύγχρονο λαϊκό αθηναιογραφικό μυθιστόρημα σε επιφυλλίδες, κατά τα γαλλικά πρότυπα, και ενθάρρυνε δημοσιογράφους και συγγραφείς να στραφούν στην αθηναιογραφία.

Ο Γεράσιμος Βώκος (1868-1927) ήταν πολυτάλαντος: ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος αλλά επίσης μουσικός και ζωγράφος, είναι γνωστότερος ως εκδότης του πρωτοποριακού περιοδικού Καλλιτέχνης γύρω στο 1910, ενώ τα τελευταία 10-15 χρόνια της ζωής του έζησε στο Παρίσι ως ζωγράφος και εκεί πέθανε.

Το βιβλίο του δεν είναι αριστούργημα, αλλά αν άξιζε να επανεκδοθεί το 2004 και αν αξίζει να διαβαστεί είναι κυρίως (αντιγράφω τον Μουλλά) για τη σατιρική του διάσταση, που το διαφοροποιεί από τα εμπορικά έργα του χάπι εντ, και για τη χωρίς αυταπάτες περιγραφή των ρουσφετολογικών μηχανισμών των πολιτικάντηδων. Ο Βώκος ρίχνει τα βέλη της σάτιράς του και στις δύο παρατάξεις, αλλά ίσως κρατάει τα πιο φαρμακερά για τους κόλακες του Τρικούπη.

Διότι βέβαια ο κύριος Πρόεδρος είναι ο Χαρίλαος Τρικούπης, μόνο που στο έργο λέγεται Χαρίδημος Μεγαλοϊδεάτης, ενώ ο αντίπαλός του, ο Θ. Δηλιγιάννης, έχει βαφτιστεί Φερεκίδης. Πρωταγωνιστεί στο έργο η οικογένεια του αρχειοφύλακα Μάνθου Αχτύπη, ο οποίος είναι φανατικός οπαδός του Μεγαλοϊδεάτη, που παύθηκε μόλις άλλαξε η κυβέρνηση και περιμένει τώρα, που ο Μεγαλοϊδεάτης επανήλθε στην εξουσία, να διοριστεί ξανά. Ύστερα από πολλές δοκιμασίες, ο Αχτύπης επιτέλους διορίζεται, όπως και ο μεγάλος γιος του σε άλλη δημόσια θέση. Η μεγάλη του κόρη έχει δεσμό με έναν ανθυπολοχαγό και απορρίπτει τα προξενειά ενός γείτονα σιδερά (που τον αποκαλούν γύφτο, επαγγελματικώς και όχι εθνογραφικώς). Ο ανθυπολοχαγός την παρατάει για μια μεγαλοπροικούσα φίλη της, αλλά εκείνη πλέκει ειδύλλιο με έναν μικρασιάτη (από τη Ρόδο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Η Αγαπώ του Παντελή Μπουκάλα

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2017

«Περάστε τις γιορτές συντροφιά μ’ ένα βιβλίο» έλεγε κάποιο παλιό διαφημιστικό σύνθημα των εκδοτών ή βιβλιοπωλών. Εγώ τις φετινές γιορτές τις πέρασα, κατά μεγάλο μέρος, με απολαυστική συντροφιά, με το καινούργιο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα, που μου άρεσε πολύ και που θέλω να το παρουσιάσω στο σημερινό άρθρο.

mpoukalasagapwΟ τίτλος του βιβλίου είναι κάπως μακροσκελής: Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών.

Των δημοτικών τραγουδιών, βεβαίως. Ο φίλος Παντελής μελετάει εδώ και πολλά χρόνια το δημοτικό τραγούδι -αυτό το ήξερα και το είχαμε αναφέρει πριν από μερικούς μήνες που παρουσιάσαμε εδώ τη συλλογή δίστιχων του Λασκαράτου που την εξέδωσε πρόσφατα ο Μπουκάλας μαζί με τον καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Αυτό που δεν ήξερα και που μου προκάλεσε δέος είναι το πλάτος και το βάθος, αλλά και η γνώση της ενασχόλησης. Ο Μπουκάλας μας δίνει έναν τόμο σχεδόν 600 σελίδων, από τις οποίες οι 200 είναι σημειώσεις, κάτι που δείχνει πόσο πολλή λεπτοδουλειά έχει κάνει. Στον τόμο αυτό αναλύει διάφορες πτυχές της γλώσσας όπως εκφράζονται μέσα από τα δημοτικά τραγούδια αλλά και από την επώνυμη ποίηση, έχοντας σαν κεντρικό θέμα του την ποιητική υπέρβαση των ορίων και των κανόνων της γλώσσας και σαν εμβληματικό παράδειγμα αυτής της υπέρβασης τη μετατροπή ενός ρήματος, του ρήματος αγαπώ σε ουσιαστικό: η αγαπώ, η αγαπημένη δηλαδή, αλλά και η πολυαγαπώ, ουσιαστικό που κλίνεται (της αγαπώς) και βεβαίως παρουσιάζεται και σε αρσενικό τύπο (ο αγαπός και άλλες παραλλαγές).

Ο Μπουκάλας εξετάζει αναλυτικά τον μετασχηματισμό του ρήματος σε όνομα που, όπως είπαμε, κλίνεται και, επειδή γράφει σε εκδοτικόν οίκο που κρατάει το πολυτονικό, αναφέρεται επιτροχάδην και σε ένα πρόβλημα που εμάς δεν θα μας απασχολούσε, δηλαδή τι τόνο πρέπει να πάρει το ουσιαστικό «η αγαπώ», και προκρίνει την οξεία (λέει και γιατί), αν και βέβαια στη γενική πτώση βάζει περισπωμένη. Παραδείγματα στίχων:

Ζωγράφε που ζωγράφιζες τον άγιο στην Αττάλεια
ζωγράφισε την αγαπώ μες στα δικά μου αγκάλια.

Ο νιος τον άρρωστο έκανε στης αγαπώς την πόρτα.

Άγρια περιστεράκια μου εις στο σκολειό να μπείτε,
και πέμπω χαιρετίσματα της ααπώς να πείτε (Καρπάθικο, όπου το γ πέφτει ανάμεσα σε δυο φωνήεντα).

Τον αγαπώ παντρεύουνε κι εμέ παρηγορούνε
κι όση παρηγοριά έχω γω τόσο καλό να δούνε.

Κάθε Σαββατοκύριακο που’ν’όμορφο το φόρος,
σκολάζουν οι γραμματικοί, σκολάζουν κι οι νοδάροι,
σκολάζει κι ο πολυαγαπώ ‘που το χρυσό κοντύλι,
κι απού την πόρτα μας περνά για να τ’ ανατρανίσω,
κι εγώ δεν αναντράνισα για να τον τυραννήσω
[Κρητικό -για τα λεξιλογικά αυτού του πεντάστιχου μπορεί να γραφτεί αρθράκι]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 171 Σχόλια »

Μιλώντας στον Παρνασσό για τον Βάρναλη

Posted by sarant στο 22 Δεκέμβριος, 2016

Τη Δευτέρα που μας πέρασε παρουσιάστηκαν στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» τα φετινά βιβλία των εκδόσεων Αρχείο, και ανάμεσά τους τα «Αττικά», χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια, που τα έχω ήδη παρουσιάσει εδώ.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι σας έχω μιλήσει ξανά και ξανά γι’ αυτόν τον τόμο, σε σημείο που κινδυνεύω να γίνω βαρετός. Από την άλλη, όμως, συνηθίζω τις παρεμβάσεις μου σε εκδηλώσεις, εκπομπές κτλ. να τις ανεβάζω στο ιστολόγιο, κι έπειτα στην ομιλία μου παρεθεσα αρκετά αποσπάσματα από χρονογραφήματα του Βάρναλη, οπότε μπορείτε να πάρετε ακόμα μια γεύση από το βιβλίο. Στο τέλος του άρθρου έχω και ένα λινκ σχετικό με τα Αττικά.

Η εκδήλωση στην ιστορική αίθουσα του Παρνασσού σημείωσε επιτυχία. Είχα τη χαρά να δω από κοντά κάμποσους φίλους του ιστολογίου, που με τίμησαν με την παρουσία τους, και τα είπαμε έστω και σύντομα πριν αρχίσει η εκδήλωση ή με μεγαλύτερη άνεση στον μπουφέ μετά την εκδήλωση -και με μερικούς και ακόμα πιο μετά.

parnassos

Φωτογραφία από την εκδήλωση -μπορώ να διακρίνω τουλάχιστον πέντε φίλους του ιστολογίου ενώ μερικοί ακόμα κάθονταν στις άκρες και δεν τους πήρε ο φακός

Καλησπέρα από εμένα, σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε σε τούτη την ιστορική για τα ελληνικά γράμματα αίθουσα για αυτή την παρουσίαση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 102 Σχόλια »