Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρουσίαση βιβλίου’ Category

Ιππόλυτος, ο σεμνός

Posted by sarant στο 16 Σεπτεμβρίου, 2018

Το καλοκαίρι ανάμεσα στ’ άλλα διάβασα τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, μια τραγωδία που δεν την είχα διαβάσει ολόκληρη ως τώρα. Τη διάβασα στην έκδοση του Κάκτου, αυτή υπήρχε στο σπίτι -ο Κάκτος δεν έχει πολύ καλό όνομα, αλλά ειδικά στις τραγωδίες οι μεταφράσεις του Τάσου Ρούσσου είναι αξιοπρεπείς. Έτσι κι αλλιώς στο απέραντο Διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει, πέρα από το αρχαίο κείμενο, την πολύ καλή μετάφραση του Κώστα Βάρναλη, αλλά και μαγνητοσκοπημένες ή ηχογραφημένες παραστάσεις της τραγωδίας αυτής.

Πίνακας του Γκερέν. Ο Ιππόλυτος μπροστά στον Θησέα και τη Φαίδρα.

Ο μύθος του Ιππόλυτου ήταν ευρύτατα γνωστός. Η Φαίδρα, γυναίκα του Θησέα, ερωτεύεται τον Ιππόλυτο, γιο του Θησέα από άλλη μητέρα. Εκείνος αποκρούει τον έρωτά της και τότε αυτή λέει στον Θησέα ότι ο νέος αποπειράθηκε να τη βιάσει. Ο Θησέας προσεύχεται στον Ποσειδώνα και του ζητάει να σκοτώσει τον γιο του. Η Φαίδρα αυτοκτονεί.

Πάνω σε αυτόν τον καμβά, ο Ευριπίδης σύνθεσε δύο τραγωδίες με τον ίδιο τίτλο, Ιππόλυτος, που αργότερα οι μελετητές τις ονόμασαν Ιππόλυτος Καλυπτόμενος και Ιππόλυτος Στεφανηφόρος, ενώ ο Σοφοκλής έγραψε τη Φαίδρα. Από τα έργα αυτά σώθηκε ένα μόνο, το τελευταίο χρονολογικά, ο Ιππόλυτος Στεφανηφόρος, που διδάχτηκε το 428 πΧ και κέρδισε πρώτο βραβείο. Το θέμα του Ιππόλυτου το χρησιμοποίησαν αργότερα ο Σενέκας στην τραγωδία Φαίδρα και, την Αναγέννηση, ο Ρακίνας, με ομότιτλη τραγωδία, ενώ στον Ιππόλυτο βασίζεται και η κινηματογραφική Φαίδρα του Ζυλ Ντασέν (1962) με την Μελίνα Μερκούρη και τον Άντονι Πέρκινς.

Είναι ασυνήθιστο ένας τραγωδός να συνθέτει δυο τραγωδίες με τον ίδιο τίτλο και το ίδιο θέμα. Εικάζεται ότι στον πρώτο Ιππόλυτο (που έχει χαθεί) η Φαίδρα εκδηλώνει απευθείας τον έρωτά της προς τον Ιππόλυτο πάνω στη σκηνή, κάτι που σόκαρε τους θεατές. Στη δεύτερη εκδοχή, αυτήν που σώθηκε, η Φαίδρα παρουσιάζεται σαν ενάρετη δέσποινα, τραγικό πρόσωπο που άθελά της ερωτεύεται άνομα από θεϊκή παρέμβαση.

Το έργο εκτυλίσσεται στην Τροιζήνα όπου πρόσκαιρα βρίσκεται εξόριστος για έναν χρόνο ο Θησέας, βασιλιάς της Αθήνας, (επειδή είχε σκοτώσει τον Πάλλαντα και τους γιους του που επιχείρησαν να του πάρουν τον θρόνο). Στην αρχή του έργου εμφανίζεται στο θεολογείο η θεά Αφροδίτη, που εξηγεί ότι θα τιμωρήσει τον Ιππόλυτο επειδή την αγνοεί, δεν κοιτάζει έρωτες, μένει αγνός και λατρεύει την Άρτεμη, τη θεά του κυνηγιού. Η Αφροδίτη λοιπόν λέει ότι έχει εμπνεύσει άνομον έρωτα στη Φαίδρα, τη μητριά του Ιππόλυτου, και περιμένει να υλοποιηθεί η εκδίκησή της.

Μπαίνει στη σκηνή ο Ιππόλυτος συνοδευόμενος από κυνηγούς που υμνούν την Άρτεμη. Ένας υπηρέτης προσπαθεί να τον πείσει πως δεν είναι συνετό να περιφρονεί θεούς, και ειδικά την Αφροδίτη, εκείνος όμως δεν ακούει. Μετά, ο χορός των γυναικών ανακοινώνει πως η βασίλισσα, η Φαίδρα, λιώνει από κρυφό μαράζι. Συζητώντας με την παραμάνα της, η Φαίδρα ομολογεί τον έρωτά της για τον Ιππόλυτο και δηλώνει πως θα πεθάνει. Η παραμάνα λέει πως έχει ένα μαγικό φίλτρο.

Η παραμάνα, απελπισμένη, βρίσκει τον Ιππόλυτο, τον βάζει να ορκιστεί πως δεν θα πει τίποτα σε κανέναν και τον πληροφορεί για τον έρωτα της μητριάς του, ζητώντας του να ενδώσει. Εκείνος όμως εξοργίζεται, δηλώνει πως θα πατήσει τον όρκο σιωπής που μόλις έδωσε, και πως θα τα πει στον Θησέα.

Η Φαίδρα αυτοκτονεί. Επιστρέφει ο Θησέας και πάνω στο πτώμα της βρίσκει ένα γράμμα, όπου κατηγορεί τον Ιππόλυτο ότι τη βίασε. Ο Θησέας καταριέται τον γιο του. Έρχεται ο Ιππόλυτος, που δηλώνει αθώος, επειδή όμως έχει ορκιστεί δεν αποκαλύπτει την αλήθεια. Φεύγει για την εξορία.

Έρχεται αγγελιοφόρος που φέρνει στον Θησέα το μαντάτο: όπως έφευγε ο γιος του απ’ την Τροιζήνα, ένας τεράστιος ταύρος βγήκε από τη θάλασσα, τρόμαξε τα άλογα και τραυμάτισε βαριά τον νέο. Ο Θησέας αρχικά χαίρεται, όμως η θεά Άρτεμις κάνει την εμφάνισή της και φανερώνει στον Θησέα την αλήθεια και την αθωότητα του γιου του.

Φέρνουν στη σκηνή τον ετοιμοθάνατο Ιππόλυτο. Ο γιος συγχωρεί τον πατέρα, αγκαλιάζονται, κι ο Ιππόλυτος πεθαίνει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αρχαία γραμματεία, Θεατρικά, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Ο Εδμόνδος Αμπού στην Ελλάδα -και στην Αίγινα

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2018

Κυκλοφόρησε πρόσφατα σε νέα μετάφραση από τον εκδοτικό οίκο Μεταίχμιο το κλασικό έργο του Εδμόνδου Αμπού (Edmond About) «Η Ελλάδα του Όθωνα», τίτλος εκσυγχρονισμένος, αφού ο τίτλος του πρωτοτύπου, «Η σύγχρονη Ελλάδα» (La Grèce contemporaine) θα ηχούσε εντελώς παραπλανητικά 165 χρόνια μετά.

O Αμπού (1828-1885) επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1852 και έμεινε ως το 1854. Εργάστηκε για τη Γαλλική Σχολή των Αθηνών και με την επιστροφή του στη Γαλλία μετέφερε στο γαλλικό κοινό τις εντυπώσεις του από το νεοπαγές κράτος.

Το βιβλίο αυτό του Αμπού, αλλά κυρίως το επόμενο που έγραψε για την Ελλάδα της εποχής του, «Ο βασιλεύς των ορέων», προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, αφού θεωρήθηκαν ανθελληνικά. Όπως θα φανεί και από τα αποσπάσματα που δημοσιεύω, που πάντως δεν είναι και τα πιο καυστικά, ο Αμπού στηλιτεύει τα πολλά στραβά που βλέπει, αλλά αγαπά την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Μπορεί πάντως να σταθεί η κριτική πως αντιμετωπίζει τους Έλληνες ως ανώριμα παιδιά, με τόνο συγκαταβατικό.

Το βιβλίο είχε εκδοθεί παλιότερα σε μετάφραση του (κομμουνιστή διανοούμενου) Απόστολου Σπήλιου και πρόλογο του Τάσου Βουρνά. Σήμερα μεταφράζεται ξανά, κάτι πολύ λογικό αφού η παλιά έκδοση είναι εξαντλημένη και αφού τα σημαντικά βιβλία καλό είναι να ξαναμεταφράζονται κάθε 1-2 γενιές.

Πάντως, θα χρειαζόταν πιστεύω εκτενέστερη αναφορά στην υποδοχή που είχε ο Αμπού και το έργο του στην Ελλάδα του 1860, κάτι που θίγεται μόνο περιστασιακά στον έτσι κι αλλιώς ισχνότατο πρόλογο (σκάρτες τέσσερις σελίδες!) του Τάκη Θεοδωρόπουλου.

Δυστυχώς, ο πρόλογος είναι γραμμένος στο γόνατο. Ξεχώρισα την άστοχη έκφραση ότι το 1850 «το αεροπλάνο δεν έχει ακόμη καθιερωθεί ως μέσο μεταφοράς» -κάτι που θα ταίριαζε για μια εποχή όπου το αεροπλάνο έχει μεν εφευρεθεί αλλά δεν χρησιμοποιείται ευρέως σε μεταφορές πχ περί το 1910. Αλλά η ακριβολογία δεν ήταν ποτέ το ατού του κ. Θεοδωρόπουλου.

Η μετάφραση της κ. Αριστέας Κομνηνέλλη είναι καλή. Το κείμενο ρέει ευχάριστα, ενώ η μεταφράστρια, πολύ δεοντολογικά, αναγνωρίζει τις οφειλές της στην παλιότερη μετάφραση όταν σε ορισμένα σημεία υιοθετεί μια έκφρασή της ή μεταφέρει μια υποσημείωση της παλιότερης έκδοσης.

Δυστυχώς όμως, ενώ η μετάφραση ρέει, δεν είναι απαλλαγμένη από λάθη και λαθάκια. Παρόλο που δεν έκανα συστηματικό έλεγχο, θα αναφέρω μερικές περιπτώσεις που δεν μπόρεσα να μην τις προσέξω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Αίγινα, Κριτική μεταφράσεων, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ταξιδιωτικά, Τι λένε για μας | Με ετικέτα: , , , , | 176 Σχόλια »

Λέξεις του Τυρνάβου από το Μαράν Αθά του Θωμά Ψύρρα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2018

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε ταχτικά συνεργασίες φίλων με λεξιλογικό υλικό από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου, συνήθως από κάποιο νησί.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα. Ύστερα από μια ανάπαυλα, φέτος τον Μάη ο φίλος μας ο Raf μάς ταξίδεψε στην Πάτμο με 21 πατηνιώτικες λέξεις.

Το καλοκαίρι δεν είχαμε άλλη συνεργασία από φίλο, αλλά σήμερα παίρνω την πρωτοβουλία να δημοσιεύσω λέξεις από τον Τύρναβο, όπως περιέχονται στο γλωσσάρι που προσαρτάται στο τέλος του μυθιστορήματος «Μαράν Αθά» του Θωμά Ψύρρα.

Ίσως αδικώ το Μαράν Αθά, με την έννοια ότι άξιζε να παρουσιαστεί καθαυτό και όχι μέσα από το γλωσσάρι του. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, στο οποίο ο μοναχός Νικόλαος, στο τέλος της ζωής του, αναθυμιέται τα όσα έζησε όταν νεαρός στάλθηκε από τον δεσπότη του με αποστολή να εξιχνιάσει τα περίεργα που συνέβαιναν σ’ ένα δυσπρόσιτο θεσσαλικό χωριό, το οποίο φαίνονταν να το κυβερνούν όχι οι άντρες, που οι περισσότεροι άλλωστε έλειπαν ολοχρονίς από το χωριό, μαστόροι στα ξένα, αλλά οι γυναίκες, και ιδίως εννιά γυναίκες προικισμένες με μαγικές ικανότητες, οι ταρσές.

Ο Νικόλαος καταγράφει τις εντυπώσεις του σε ένα πολύ προσωπικό ιδίωμα, παρεμβάλλοντας και αρκετές ιδιωματικές λέξεις της περιοχής του Τυρνάβου. Ο συγγραφέας πολύ σωστά παραθέτει στο τέλος του βιβλίου γλωσσάρι, από το οποίο αντέγραψα τις περισσότερες λέξεις και τις παραθέτω εδώ.

Επειδή δεν προλαβαίνω, δεν σημειώνω ετυμολογικές και άλλες παρατηρήσεις. Ίσως σε σχόλια.

A

αγκίδα, η: πάρα πολύ μικρό και λεπτό κομμάτι ξύλου μυτερό σαν καρφίτσα, σκλήθρα [από το αρχαίο ακίς, γεν. της ακίδος — βελόνα] π.χ. Μπήκε μια αγκίδα στο νύχι μου. Χρησιμοποιεί­ται όμως σε εκφράσεις για να δείξει την ελάχιστη ποσότητα: βάλε μου μια αγκίδα τσίπουρο στο ποτήρι = βάλε πολύ λίγο.

αγκούσα, η: η στεναχώρια, το άγχος, ο πνιγμός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Ο Ροΐδης σε νεοελληνική μεταγραφή (ή μετάφραση)

Posted by sarant στο 17 Αύγουστος, 2018

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη, σε ένα κομψό τομίδιο, όπως θέλει το κλισέ, «Τρεις μεσαιωνικές μελέτες» του Εμμανουήλ Ροΐδη. Πρόκειται για μια πρωτότυπη έκδοση που μου κίνησε το ενδιαφέρον και γι’ αυτό την παρουσιάζω σήμερα.

Δεν πρόκειται για κάποιο άγνωστο έργο του άφθαστου στιλίστα, που το έφερε πρόσφατα στο φως η αναδίφηση παλιών εφημερίδων (κάτι που έχει συμβεί με άλλα έργα ή πάρεργα του Ροΐδη) αλλά για τρεις μελέτες που έχουν ως κοινό τους θέμα τον Μεσαίωνα, γραμμένες λίγα χρόνια μετά την Πάπισσα Ιωάννα, που περιλαμβάνονται στα πεντάτομα Άπαντα του Ροΐδη, που εκδόθηκαν σε επιμέλεια Α. Αγγέλου (στον 1ο και στον 2ο τόμο).

Η πρωτοτυπία της έκδοσης δεν βρίσκεται λοιπόν στο περιεχόμενο των τριών κειμένων, που είναι γνωστό, ούτε και στον πρόλογο ή την εισαγωγή του επιμελητή, στοιχεία άλλωστε που απουσιάζουν εντελώς. Η μεγάλη πρωτοτυπία της έκδοσης βρίσκεται στο ότι το ροϊδικό κείμενο συνοδεύεται από απόδοση στα νέα ελληνικά από τον φίλο Δημήτρη Φύσσα, που επιμελείται την έκδοση. Στην αριστερή σελίδα υπάρχει η νεοελληνική απόδοση ενώ αντικριστά, στη δεξιά σελίδα, το κείμενο του Ροΐδη, στην αρκετά δύσβατη καθαρεύουσα που συνηθιζόταν στον γραπτό μας λόγο πριν από ενάμιση αιώνα.

Ο Φύσσας χαρακτηρίζει «μεταγραφή» το εγχείρημά του, αν δεν είναι πρωτοβουλία του εκδότη ο όρος αυτός. Κατ’ εμέ είναι όρος άστοχος, διότι μεταγραφή, πέρα από τους ποδοσφαιριστές, έχουμε όταν μεταφέρουμε ένα κείμενο ή μια λέξη από ένα σύστημα γραφής σε ένα άλλο, π.χ. το αγγλικό κύριο όνομα Shakespeare στο Σέξπιρ (ή Σαίξπηρ ή Σαίκσπηρ ή όσες άλλες μεταγραφές έχουν προταθεί) ή. στη μουσική, όταν γράφουμε ξανά την παρτιτούρα μιας μουσικής σύνθεσης έτσι που να μπορεί να παιχτεί από άλλο όργανο από εκείνο για το οποίο είχε αρχικά συντεθεί.

Η μεταγραφή είναι άστοχος όρος, αλλά αυτός συχνά χρησιμοποιείται (αιδημόνως) στις περιπτώσεις ενδογλωσσικής μετάφρασης, ακριβώς για να μην ακουστεί ο επικίνδυνος όρος «μετάφραση» που μπορεί να εννοηθεί ότι αφορά τη μεταφορά κειμένου από μια γλώσσα σε μια άλλη κι έτσι απειληθεί η συνέχεια της μίας και ενιαίας γλώσσας. Παλιότερα, όταν είχε μεταφραστεί η Πάπισσα Ιωάννα στη νέα ελληνική είχε χρησιμοποιηθεί ο όρος «μεταγλώττιση». Νομίζω ότι ο όρος «μετάφραση» ή «ενδογλωσσική μετάφραση» είναι απόλυτα σαφής, αυτό είχε κάνει παλιότερα ο Καλοκύρης και αυτό έκανε τώρα ο Φύσσας. Ας σημειώσω τη διαφωνία μου λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δοκίμια, Καθαρεύουσα, Μεσαίωνας, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 70 Σχόλια »

Τα χρυσόψαρα του Θάνου Αθανασόπουλου

Posted by sarant στο 5 Αύγουστος, 2018

Πριν από ενάμιση μήνα είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, στο οποίο αναρωτιόμουν αν υπάρχει κάποιο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα στο οποίο ο κεντρικός ήρωας να έχει το κοινότατο επώνυμο Παπαδόπουλος. Όπως μας πληροφόρησε στα σχόλια ο φίλος μας ο Mitsos, στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Οι τέσσερις εποχές του κυρίου Ανανία», της Μιράντας Βατικιώτη, πρωταγωνιστεί αστυνομικός με το κοινότερο ελληνικό ονοματεπώνυμο: Γεώργιος Παπαδόπουλος. Μάλιστα, η Μιράντα Βατικιώτη έγραψε πέρυσι και άλλο ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο ήρωα, «Το μυστικό του βασιλιά των γερανιών». Σημείωσα να τα αναζητήσω, αλλά δεν χρειάστηκε.

Η ευχάριστη έκπληξη ήταν ότι μερικές μέρες αργότερα πήρα ηλεμήνυμα από τις εκδόσεις Πικραμένος που μου ζήτησαν τη διεύθυνσή μου για να μου στείλουν τα βιβλία. Όπερ και έγινε, και επιπλέον μέσα στο δέμα υπήρχε και ένα τρίτο βιβλίο του ίδιου εκδότη, η συλλογή διηγημάτων ή ανεκδιηγημάτων όπως τα λέει «Τα χρυσόψαρα» του Θάνου Αθανασόπουλου. Κατά σύμπτωση, στο βιβλιοφιλικό άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει πριν από τέσσερις βδομάδες -που είναι πολύς καιρός αν σκεφτούμε τι μεσολάβησε- η φίλη μας η Χρονοποιούσα και άλλος ένας φίλος είχαν συστήσει το βιβλίο του Αθανασόπουλου -από το οποίο θα παρουσιάσω σήμερα ένα δείγμα.

Τα τρία βιβλία έχουν κάτι το κοινό: το ανάλαφρο ύφος. Στα αστυνομικά, αυτό ξενίζει στην αρχή αφού έρχεται σε αντίθεση με φονικά και μάλιστα ειδεχθή, αλλά τελικά λειτουργεί. Η Μιράντα Βατικιώτη, που είναι πολύ νέα και έχει προϋπηρεσία στην παιδική λογοτεχνία, παρουσιάζει δυο γερά χτισμένες ιστορίες και έναν πολύ αξιοπρόσεκτο (παρά το κοινό ονοματεπώνυμό του!) ήρωα. Μου άρεσαν τα βιβλία της και περιμένω να διαβάσω κι άλλα δικά της έργα.

Ο Θάνος Αθανασόπουλος ζει στην Ολλανδία όπου παίζει τζαζ και διδάσκει σαξόφωνο. Έχει επίσης παρουσία στον κυβερνοχώρο -τον είχα φίλο στο Φέισμπουκ χωρίς να ξέρω ότι γράφει. Τα Χρυσόψαρα είναι το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή από 50 ολιγοσέλιδα «ανεκδιηγήματα» όπως τα λέει. Άφθονα λεκτικά παιχνίδια, μπόλικη αυτοϋπονόμευση και ανατροπή (ίσως το παρακάνει κάπου), μικρές ιστορίες που αναπτύσσονται κάπως σαν αυτοσχεδιασμοί (δοθέντος ότι ο συγγραφέας παίζει τζαζ, δεν το απέφυγα το κλισέ). Δεν είναι όμως όλες ανάλαφρες ούτε ρηχές, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές ιστορίες κι άλλες που δίνουν αφορμή για σκέψη, κάποτε και επί γλωσσικών θεμάτων. Εδώ μια συνέντευξη του συγγραφέα.

Το βιβλίο δεν είναι μεγάλο -κάπου 185 σελίδες- αλλά ενώ σας συνιστώ να το διαβάσετε, δεν θα σας πρότεινα να το διαβάσετε μονορούφι, όπως θα κάνατε με μια νουβέλα της ίδιας έκτασης, αλλά σε τρεις-τέσσερις ή και περισσότερες καθισιές. Όμως αυτό ισχύει και για τις συλλογές διηγημάτων γενικώς, δεν συμφωνείτε;

Ο συγγραφέας παρουσιάζει ως εξής το βιβλίο του στο οπισθόφυλλο:

Μουσική.
Μουσικοί.
Εργάτες.
Η Λίτσα. Άλλες Λίτσες.
Μπαρ και περίπτερα.
Θερμοσίφωνες και γυψοσανίδες.
Εγκληματίες, τζογαδόροι, φαντάσματα, γοργόνες και χρυσόψαρα.
Φαντάροι και αξιωματικοί.
Γητευτές κουνουπιδιών και πωλητές λύσεων.
Καριερίστες κι αλκοολικοί.
Ένα αλλοπρόσαλλο συνονθύλευμα από ιστορίες που υφαίνουν σελίδα τη σελίδα τη βεβαιότητα στον αναγνώστη ότι, τελικά, δεν υπάρχει κανένα νόημα.
Μια συλλογή ανεκδιήγητων διηγημάτων.
Μια συλλογή ανεκδιηγημάτων.

Εγώ θα σας παρουσιάσω δύο ιστορίες από το βιβλίο. Μία τυπική σύντομη ιστορία, λίγο παραπάνω από μία σελίδα, με την ανατροπή στο τέλος, και το διήγημα που έδωσε και τον τίτλο στη συλλογή.

Και ξεκινάω με τη μικρή ιστορία, τον Αιχμάλωτο, λίγο παραπάνω από 300 λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Διηγήματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 150 Σχόλια »

Γέεννα (του Ισίδωρου Ζουργού)

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2018

Λογοτεχνικό θέμα ζητάει η ημέρα αλλά ακόμα μας κυνηγάει η κάπνα από την πυρκαγιά. Κάτι ανάλαφρο, που είχα διαλέξει από την περασμένη κιόλας Κυριακή, θα ήταν αταίριαστο -το μεταθέτω λοιπόν για την επόμενη Κυριακή και για σήμερα διαλέγω τη λογοτεχνική παρουσίαση μιας ιστορικής πυρκαγιάς, της πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 1917, όπως μας την αφηγείται ο Ισίδωρος Ζουργός στο πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Λίγες και μία νύχτες«.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο Ζουργός παρακολουθεί τη ζωή του Λευτέρη, ενός πανέξυπνου Θεσσαλονικιού, γεννημένου στα τέλη του 19ου αιώνα, που σημαδεύεται πολύ νέος από έναν αταίριαστο έρωτα. Η πυρκαγιά του 1917 τον βρίσκει να έχει μια υποτυπώδη επιχείρηση πρακτόρευσης εφημερίδων ενώ ταυτόχρονα είναι δεξί χέρι του ντονμέ Αλπερέν Μπέη αλλά κρυφά έχει δεσμό και με την κόρη του. Πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο παίζει φυσικά και η πόλη, η Θεσσαλονίκη, και ιδίως η οδός Εξοχών, η σημερινή Βασιλίσσης Όλγας.

Ο Ζουργός αφιερώνει στην πυρκαγιά ένα κεφάλαιο που το τιτλοφορεί Γέεννα. Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος από το κεφάλαιο αυτό.

Γέεννα

Κυριακή 7 Αυγούστου 1917

Ο Θόδωρος, ο αμαξάς του Αλπερέν μπέη, δε θυμόταν να είχε δει τον Λευτέρη άλλη φορά σε τέτοιο χάλι. Κό­ντευε έξι το απόγευμα όταν πέρασε τη σιδερένια καγκελόπορτα και προχώρησε στον κήπο. Δε φορούσε σακάκι και το πουκάμισό του ήταν γεμάτο κάπνα και χώματα. Από το ένα του παπούτσι είχε φύγει το τακούνι κι αναγκαστικά στραβοπατούσε. 0 αμαξάς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει, ού­τε καν να τον καλησπερίσει. Ήταν φανερό ότι είχε περάσει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος. Άλλωστε ποιος είχε κοιμηθεί τέτοια νύχτα;

«Είναι μέσα ο μπέης;» τον ρώτησε καθώς έτριβε τα μάτια του που ήταν κόκκινα απ’ τους καπνούς και το ξενύχτι.

«Μέσα είναι, Λευτέρη. Τι θεομηνία είναι πάλι αυτή;»

Κούνησε μόνο το κεφάλι και προχώρησε. Χωρίς αμφιβο­λία θα του είπαν «Καλησπέρα» τα πεύκα και τα τριαντά­φυλλά του· σίγουρα θα περίμεναν ένα χάδι του καθώς περ­νούσε από μπροστά τους. Δεν τους μίλησε, παρά έριξε μια γρήγορη ματιά για να βεβαιωθεί ότι εκεί στη βίλα ο κόσμος παρέμενε ο ίδιος και δεν τον είχε μαυρίσει η κόλαση της φω­τιάς, που από χθες το μεσημέρι κατάπινε έναν έναν τους δρό­μους της πόλης, τα ξύλινα φτωχόσπιτα, τις αυλές, τα δέντρα, τα μέγαρα με τους κίονες και τις μετόπες… Ευτυχώς στον περίβολο της έπαυλης νικούσε ακόμη το πράσινο. Εκεί μαύ­ρο ήταν μόνο το λαντό, που το είχε έτοιμο ο Θόδωρος για κά­θε ενδεχόμενο, κι εκείνο το κομμάτι του ουρανού που έβλε­πε προς τη Δύση και το Λιμάνι, εκεί όπου ακόμη μαινόταν η μεγάλη πυρκαγιά.

Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια χωρίς να σκουπίσει τα παπούτσια του και χτύπησε το ρόπτρο της λευκής εξώπορ­τας. Του άνοιξε η Μίρζα κι όχι η υπηρέτρια, γιατί ήταν οι ώρες τέτοιες που έμπαινε στο περιθώριο η κοινωνική εθιμο­τυπία.

«Είναι στο γραφείο και νομίζω σε περιμένει», του είπε χω­ρίς καν να τον καλησπερίσει.

«Ευχαριστώ», μουρμούρισε μέσ’ απ’ τα δόντια του και προχώρησε στον διάδρομο.

«Λευτέρη!» άκουσε πάλι τη φωνή της και κοντοστάθηκε. «Ό,τι έχεις να του πεις, με τρόπο σε παρακαλώ. Δεν πλησία­σε στο κρεβάτι του από χθες».

Άκουσε τα βήματά της πίσω απ’ την πλάτη του.

«Θέλω να ’μαι κι εγώ μπροστά. Τι κι αν είμαι γυναίκα; Έχω νομίζω το δικαίωμα…»

Μια πνοή αέρα που κουβαλούσε η φωνή της του δρόσισε τον λαιμό.

«Κι εγώ σε θέλω εκεί μέσα», της είπε. «Ας ελπίσουμε να μην έχει αντίρρηση».

Η Μίρζα τον προσπέρασε αθόρυβα και στάθηκε στην πόρ­τα του γραφείου του. Χτύπησε και του έκανε νόημα να πε­ριμένει. Την είδε να μπαίνει και ν’ αφήνει πίσω της την πόρ­τα μισάνοιχτη. Προχώρησε προς το άνοιγμά της, κι από κει είδε το μισό γραφείο κι ένα κομμάτι απ’ τη βιβλιοθήκη του. Η φωνή της ακουγόταν καθαρά, αλλά δεν πολυκαταλάβαινε γιατί μιλούσαν τούρκικα ανάκατα με λαντίνο. Αυτό που σί­γουρα ήξερε ήταν πως τον ενοχλούσε πια να στέκεται πίσω από μισάνοιχτες πόρτες και να κρυφακούει. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »

Η ζωή του Μήτσου Μυράτ

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2018

Χτες που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο αναφέρθηκα και στην αυτοβιογραφία του Μήτσου Μυράτ και είπα ότι κάποια μέρα θα την παρουσιάσω κι εδώ. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν.

Το βιβλίο «Η ζωή μου» του Μήτσου Μυράτ κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις θαυμάσιες Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης στη σειρά «Παλαιά κείμενα νέες αναγνώσεις» όπου παρουσιάζονται σε καινούργιες και κατά κάποιο τρόπο οριστικές εκδόσεις κλασικά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όπως η Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη ή η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου, με εκτενές επίμετρο και εκδοτικό σημείωμα.

Το βιβλίο του Μυράτ όμως διαφέρει από τα άλλα της σειράς διότι δεν είναι λογοτεχνικό αλλ’ αυτοβιογραφικό. Ίσως γι’ αυτό και ίσως επειδή ο όγκος του δεν είναι ευκαταφρόνητος, ενώ το είχα πάρει εδώ και καιρό, το άφηνα να σκονίζεται πάνω πάνω στη στοίβα με τ’ αδιάβαστα και να μ’ ατενίζει επιτιμητικά.

Πρόσφατα ξεπέρασα τους δισταγμούς και το διάβασα, και δεν το μετάνιωσα αν και δεν το συστήνω ανεπιφύλακτα αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για την εποχή ή για το θέατρο.

Ο Μήτσος Μυράτ (1878-1964) ήταν από τις μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όσοι είναι της γενιάς μου ή παλαιότεροι θα ξέρουν τον γιο του, τον Δημήτρη Μυράτ, που μεσουράνησε στο θέατρο στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ή την κόρη του, τη Μιράντα.

Ο Μυράτ γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια μάλλον λεβαντίνικη, αλλά με ελληνική συνείδηση. Το επώνυμό του ήταν Μουράτ αλλά το εξευρωπάισε σε Murat, Μυράτ, αν και στα γαλλικά συχνά το έγραφε και Myrat. Έμαθε καλά γαλλικά αλλά δεν σπούδασε κι αφού περιπλανήθηκε μερικούς μήνες στην Αίγυπτο ως επιστάτης σε δημόσια έργα, χάρη σε γνωριμίες συγγενών, και επειδή από παιδί είχε λατρεία με το θέατρο, έφυγε για το Παρίσι για να το μάθει από κοντά.

Γύρισε στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη θνησιγενή σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά ήταν τυχερός που τότε ακριβώς, στο γύρισμα του αιώνα, ο Χρηστομάνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Σκηνή, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στο ελληνικό θέατρο.

Ουσιαστικά όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην περίοδο της Νέας Σκηνής, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Παρόλο που το βιβλίο αρχικά δημοσιεύτηκε το 1928, η αυτοβιογραφική εξιστόρηση σταματάει στα 1906 -αργότερα ο Μυράτ έγραψε κι άλλο βιβλίο για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 50 Σχόλια »

Τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2018

Θα σας παραξενέψει ο τίτλος του σημερινού άρθρου -θυμίζει βέβαια την πασίγνωστη ρήση «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» αλλά δεν είναι πιστή απόδοσή της.

Θα πω μερικά πραγματα για την ιστορία της ρήσης αυτής, που μπορεί να είναι γνωστά σε αρκετούς. Ας κάνουν υπομονή, μετά θα πούμε και για την απόδοσή της.

Είναι αρκετά γνωστό πως η ρήση «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» δεν είναι αρχαία ελληνική αλλά κατασκευή της καθαρεύουσας, του 19ου αιωνα. Δεν έχω επιχειρήσει να ανιχνεύσω πότε εμφανίζεται, αλλά θα με εξέπληττε να ήταν πολύ παλαιότερη από το νεοελληνικό κράτος.

Ξέρουμε επίσης ότι η ρήση ειναι μετάφραση απο τα λατινικά. Η αντίστοιχη λατινική ρήση είναι Timeo Danaos et dona ferentes (ή ferentis σε άλλα χειρόγραφα) και είναι στίχος από την Αινειάδα του Βιργίλιου, από το 2ο βιβλίο (ΙΙ.49).

Στην Αινειαδα τα λογια αυτά τα λέει ο Λαοκόων, ο ιερέας που επιχείρησε να πείσει τους άλλους Τρώες να μην βάλουν μέσα στα τείχη τον Δούρειο Ίππο -μάταια όμως διότι, όπως θα θυμομαστε από τη μυθολογία ή από το διάσημο γλυπτό, αμεσως ξεπηδησαν από τη θάλασσα δυο τεράστια φίδια και τον κατασπάραξαν, με αποτέλεσμα βέβαια οι Τρωες να πιστέψουν πως ήταν θελημα θεού να δεχτούν το δώρο -ήταν θέλημα θεών, αλλά όχι για το καλό τους. Τη νύχτα οι κρυμμένοι Αχαιοί άνοιξαν την καταπακτή και βγηκαν έξω κι έτσι αλώθηκε το Ίλιο.

Παρόλο που τον Όμηρο τον διδασκόμαστε υποτίθεται στο σχολείο, δεν έχουν όλοι συνειδητοποιήσει πως για τον Δούρειο Ίππο και το πάρσιμο της Τροίας η πηγή μας δεν είναι η Ιλιάδα, που τελειώνει με την ταφή του Έκτορα, αλλά κάποιες αναφορές στην Οδύσσεια -και φυσικά αρκετές μεταγενέστερες πηγές. Όσο για τον Λαοκόωντα, δεν εμφανίζεται στα ομηρικά έπη καθόλου, όμως πρωταγωνιστουσε σε μια, χαμένη σήμερα, τραγωδία του Σοφοκλή, και αναφέρεται και σε άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ωστόσο, η πληρέστερη πηγή μας είναι η Αινειάδα.

Ας επιστρέψουμε στη λατινικη φράση Timeo Danaos et dona ferentes. Πολλά λατινικά δεν σκαμπάζουμε, αλλά είναι επίσης γενικά γνωστο ότι αυτό το Timeo δεν είναι προστακτική αλλά πρωτο πρόσωπο της οριστικής: Φοβούμαι. Γιατί όμως το «φοβούμαι» μετατράπηκε σε «φοβού»; Δεν εχω οριστική απαντηση, αλλά μπορώ να κάνω δύο υποθέσεις. Αφενός, ο συγκεκομμένος τύπος δίνει ρυθμικότερη φράση: Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας. Αφετερου, σε πρώτο πρόσωπο η φράση δεν ειναι διδακτική. Καθώς έγινε παροιμιώδης, και απομακρύνθηκε από την Τροία και τον Λαοκόωντα, αλλα αντίθετα προειδοποιει να είμαστε δύσπιστοι στις ξαφνικές χειρονομίες φιλίας κάποιων που τους ξέρουμε για εχθρούς μας, βολεύει να διατυπωνεται σε προστακτική, οπως τόσες και τόσες παροιμίες και γνωμικά. Άλλωστε, και στα αγγλικά η φράση έγινε γνωμικό σε προστακτική διατυπωμένο: Beware of Greeks bearing gifts, εξού και η έκφραση Greek gift για δώρο που κρύβει κακό σκοπό -και από εκεί θα πάμε στα οσα κατά καιρους αρνητικά έχουν ειπωθεί για τους Έλληνες, αλλά δεν θέλω να ξεστρατίσει εκεί η συζήτηση (δείτε πάντως για τον Θεόδωρο Άπουλο).

Η φραση που έβαλα στον τίτλο είναι πιστή μετάφραση του λατινικού στίχου, γι’ αυτο και διαφέρει από τη δική μας παροιμιώδη ρήση. Τη βρήκα στο βιβλίο που θα σας παρουσιάσω σήμερα, που το εξώφυλλό του το βλέπετε πιο πάνω, μια νέα μετάφραση της Αινειάδας από τον καθηγητή Θεόδωρο Παπαγγελή, που έχει παλιότερα μεταφράσει και το άλλο μεγάλο έπος της λατινικής λογοτεχνιας, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου.

Είναι μια εξαιρετική έκδοση από το ΜΙΕΤ, με σκληρό δέσιμο, χορταστικά προλεγόμενα και σημειώσεις από τον Παπαγγελή, και μπορείτε να τη βρείτε σε πολύ καλή τιμή, γύρω στα 20 ευρώ. Ο Παπαγγελής στα προλεγόμενα τοποθετει την Αινειάδα στο πλαίσιό της, αναφέρει σχέσεις με τον Όμηρο και τον Δάντη, φτάνει ως την εποχή μας -πάνω από 100 σελίδες πιάνουν τα προλεγόμενα.

Αλλά βέβαια προέχει η μετάφραση. Ο Παπαγγελής έκανε την πολύ εύστοχη κατά τη γνώμη μου επιλογή να προτιμήσει πολυσύλλαβο στίχο -21σύλλαβο, αλλά με αυστηρή τήρηση του μέτρου και με τομή πάντοτε στη μέση, ώστε ο κάθε στίχος να χωρίζεται σε εντεκασύλλαβο και δεκασύλλαβο ημιστίχιο κι έτσι το έργο να διαβάζεται ομαλά και να ρέει.

Βέβαια, εύκολο ανάγνωσμα δεν είναι η Αινειάδα Ιλιάδα, και δεν θα είναι πολλοί εκείνοι που θα τη διαβάσουν από αρχή ως τέλος μονορούφι. Εγώ κορφολόγησα εδώ κι εκεί και ελπιζω κάποτε να βρω την ησυχία και να χαρώ αυτό το κλασικό έργο κι αυτή την πανέμορφη έκδοση όπως τους αξίζει.

Θα παραθέσω εδώ τους στίχους που αφορούν, ακριβώς, την ιστορία του Λαοκόωντα και το φριχτό του τέλος.

Κι εκεί απάνω, πρώτος με μακριά ξοπίσω ακολουθία ο Λαοκόων
κατέβαινε απ’ της πόλης την ψηλήν ακρόπολη και έτσι ξαναμμένος
από μακριά τούς έκραξε «Προς τι η τόση αφροσύνη, συμπολίτες;
Πιστέψατε πως φύγαν οι εχθροί; Θαρρήσατε των Δαναών τα δώρα
λεύτερα από δόλο; Δηλαδή ξεχάσατε ποιος είναι ο Οδυσσέας;
Στο ξύλο τούτο μέσα Αχαιοί θα κλείστηκαν και θα φυλάν κρυμμένοι·
ή τούτη η μηχανή έχει φκιαχτεί ενάντια στης πόλης μας το κάστρο,
να κατοπτεύει σπίτια από ψηλά, ένας βραχνάς επάνω από την Τροία,
ή κάτι πονηρό παραφυλά. Τον ίππο, Τεύκροι, μην εμπιστευθείτε.
Ό,τι κι αν είναι, εγώ τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι.

Μίλησε και με χέρι στιβαρό σφεντόνιασε ένα τεράστιο δόρυ
απάνω στου θεριού τα πλαϊνά, εκεί που αρμοί κυρτώναν την κοιλιά του.
Με τρέμουλο καρφώθηκεν αυτό, τραντάχτηκε από κάτω η γαστέρα,
το κοίλο μέσα βόγκηξε, αχό ανάδωσε το κύτος απ’ τα βάθη.
Κι αν ήταν ριζικό από θεό, ο νους μας αν δεν ήταν στραβωμένος,
ξεχάρβαλο με τα σιδερικά θα κάναμε των Αργειτών την κρύπτη,
θα έστεκεν η Τροία και εσύ, κάστρο ψηλό του Πρίαμου ολόρθο
θα έστεκες (…)

Είναι οι στιχοι 40-56 από το 2ο βιβλίο της Αινειάδας.

Για σύγκριση, το πυκνότατο λατινικό πρωτότυπο:

Primus ibi ante omnis, magna comitante caterva,
Laocoon ardens summa decurrit ab arce,
et procul: ‘O miseri, quae tanta insania, cives?
Creditis avectos hostis? Aut ulla putatis
dona carere dolis Danaum? Sic notus Ulixes?
aut hoc inclusi ligno occultantur Achivi,
aut haec in nostros fabricata est machina muros
inspectura domos venturaque desuper urbi,
aut aliquis latet error; equo ne credite, Teucri.
Quicquid id est, timeo Danaos et dona ferentis.’
Sic fatus, validis ingentem viribus hastam
in latus inque feri curvam compagibus alvum
contorsit: stetit illa tremens, uteroque recusso
insonuere cavae gemitumque dedere cavernae.
Et, si fata deum, si mens non laeva fuisset,
impulerat ferro Argolicas foedare latebras,
Troiaque, nunc stares, Priamique arx alta, maneres.

Μολις όμως τελείωσε ο Λαοκόωντας, παρουσιάστηκε ο Σίνωνας, κατάσκοπος των Αχαιών, και υποστηρίζει πως οι Αχαιοί θέλανε να τον θυσιάσουν στους θεούς φεύγοντας, και τάχα τους ξέφυγε, και διαβεβαιωνει τους Τρωες πως ο στόλος των εχθρων έχει αποπλεύσει. Κι όπως το κοινό των Τρωων είναι δίβουλο…..

Και ιδού την ώρα κείνη απ’ τη μεριά τής Τένεδος, στην κάλμα του πελάγους,
συστρέφοντας με κύκλους τα κορμιά, δυο φίδια θηριώδη (ανατριχιάζω!)
ορμάνε στα νερά, τα δυο μαζί, και σταθερά στοχεύουν τ’ ακρογιάλι.
Τα στήθια τους στα κύματα στητά, τα άλικα λοφία, σκέτο αίμα,
ανάερα απάνω απ’ το νερό, το πίσω του κορμιού σε μέγα μάκρος
τη θάλασσα μετράει και σπειρωτό τα νώτα του ατέλειωτα κολπώνει.
Στον αφρισμένο πόντο συριγμός, κι όπως το περιγιάλι κιόλα επιάναν,
είχαν το μάτι φώσφορο και πυρ, σαν από αίμα που άπλωσε βαμμένο,
τα στόματα που δίναν συριγμό οι γλώσσες τους με τρέμουλο τα γλείφαν.
Κατάχλωμοι σκορπίσαμε· αυτά θέλουν το Λαοκόωντα, σ’ εκείνον
ολόισια τραβάν και στην αρχή τυλίγουν τα κορμιά των δυο παιδιών του —
κορμιά μικρά σε αγκάλη ερπετού, σφιχτά μες στις κουλούρες τους μπλεγμένα,
τα δύσμοιρα με τις δαγκωματιές τα κόβουνε καθένα για βορά του.
Το Λαοκόωντα μετά που βοηθός προστρέχοντας επήρε τις σαΐτες
γραπώνουν και του κάνουνε δεσιά με σπείρες θηριώδεις. Κι όπως τώρα
μεσόκορμα τον ζώσαν δυο φορές και δυο φορές τριγύρω στο λαιμό του
φολιδωτά τυλίχτηκαν, ψηλά κι απάνωθέ του σβέρκο και κεφάλι
εκράταγαν. Περίχυτος αυτός με λύθρο και ολέθριο φαρμάκι,
το δέσιμο με χέρια πολεμά να ρίξει από πάνω του· συνάμα
φριχτές ν’ ανατριχιάζεις οιμωγές ως τ’ ουρανού τα ύψη ανεβάζει·
κι ακούγονταν σαν το μουγκανητό του πληγωμένου ταύρου που ξεφεύγει
απ’ το βωμό και άστοχο μπαλτά από τον τράχηλό του αποτινάζει.
Αθόρυβα οι δράκοντες γλιστρούν ψηλά προς το ναό της Τριτωνίδας,
γυρεύουν στην ακρόπολη φωλιά, στης άσπλαχνης θεάς την κατοικία,
στα πόδια της μαζεύονται κι εκεί στη στρογγυλή ασπίδα βρίσκουν σκέπη.
Ανταριασμένος ήταν ολωνών ο νους και τότε ήρθε από πάνω
και φώλιασε καινούριος πανικός· το κρίμα του αντάξια πληρώνει
ο Λαοκόων, λέγανε, αυτός πού έβλαψε το ιερό το ξύλο
με σίδερου αιχμή κι αμαρτωλό στη ράχη του ίππου έμπηξε κοντάρι.

Κι εβαλαν το ξύλινο άλογο μέσα και μετά φαντάζεστε τι έγινε…

 

Posted in Κλασικά κείμενα, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 231 Σχόλια »

Εγκλήματα στα χρόνια της κρίσης

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2018

Τον περασμένο μήνα που είχα επισκεφτεί την έκθεση βιβλιου της Θεσσαλονικης είχα τη χαρά να γνωρίσω, έστω και υπό βροχήν, τον συγγραφέα Φίλιππο Φιλίππου.

Ο Φιλίππου είναι συγγραφέας πολυσχιδής, αλλά μια από τις μεγάλες του αγάπες ειναι η αστυνομική λογοτεχνία -γράφει κι ο ίδιος αστυνομικά αλλά επίσης μελετάει το είδος, και το τελευταίο του βιβλίο, αυτο που θα σας παρουσιάσω σήμερα, είναι ακριβώς μια «Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας».

Τον Φιλίππου μού τον γνώρισε ο φίλος μας ο Άγγελος, για τον οποίο γίνεται λόγος συχνά στο βιβλίο αυτό. Βλέπετε, ο υπότιτλος του βιβλίου ειναι «Ο Γιάννης Μαρής και οι άλλοι» και, όπως θα ξέρουν οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου, ο Άγγελος δεν το επιδεικνύει αλλά και δεν το κρυβει πως είναι γιος του Γιάννη Μαρή.

Το βιβλίο του Φιλίππου δεν ειναι ακριβώς βιογραφία του Μαρή -έχει κυκλοφορήσει άλλη μία τουλάχιστον- ούτε ακριβώς ιστορία της ελληνικής αστυνομικης λογοτεχνίας. Είναι κάτι ανάμεσα, και ταυτόχρονα μια εξέταση της ελληνικής κοινωνίας στα μεταπολεμικά χρονια. Ο συγγραφέας δίνει στον εαυτό του την ελευθερία για πολλές παρεκβάσεις και πολλές «ανάσες», κι έτσι π.χ. πληροφορεί τον αναγνώστη για τα εγκλήματα τιμής, για τα προγράμματα των κινηματογράφων, για τα αναγνώσματα που δημοσίευαν σε συνέχειες οι εφημερίδες ή για τις κυκλοφορίες τους -που κάνουν τον σημερινό εφημεριδολάτρη να αναστενάζει αφού όλες μαζί οι καθημερινές εφημερίδες σήμερα δεν πουλάνε τόσα φύλλα όσο η πρώτη εφημερίδα της χρυσής εποχής γυρω στο 1980.

Ο Γιάννης Μαρής (1916-1979) συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Το 1953, άρχισε συνεργασια με ένα καινουργιο περιοδικό ποικιλης ύλης, την Οικογένεια. Και καθώς όλα τα περιοδικά και οι εφημεριδες δημοσίευαν, σε συνέχειες, μεταφρασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα (καθώς και περιπετειώδη ή αισθηματικά), είχε την έμπνευση να παρουσιάσει το πρώτο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα που εκτυλισσόταν στην Ελλάδα, με ήρωα Έλληνα ντετέκτιβ, τον αστυνομικό Μπέκα. Ήταν το Έγκλημα στο Κολωνάκι, που μάλιστα το υπέγραφε με το αληθινό του επώνυμο, Τσιριμώκος. Ωστόσο, το περιοδικό διέκοψε την έκδοσή του πριν ολοκληρωθεί το μυθιστορημα, κι ετσι οι αναγνώστες επρεπε να περιμένουν την έκδοση σε βιβλίο για να πληροφορηθούν τον ένοχο -κάτι που έγινε τον επομενο χρόνο. Το 1954 ο Μαρής δημοσίευσε επισης σε συνέχειες στην Απογευματινή το Έγκλημα στα Παρασκήνια, τούτη τη φορά υπογράφοντας με το ψευδώνυμο που έμελλε να καθιερωθεί, και πάλι με ήρωα τον Μπέκα (λέγεται Γιώργος, αν και συνήθως με το επώνυμο συστηνόταν).

Ο Φιλίππου σωστα θεωρεί πατέρα της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας τον Μαρή. Κι άλλοι είχαν γράψει νωρίτερα αλλα ή δεν είχαν συνέχεια ή τοποθετούσαν τη δράση στο εξωτερικό, μιμούμενοι τους ξένους συγγραφεις. Κάποιοι μάλιστα υπέγραφαν με ξενικό ψευδώνυμο, όπως ο Ορέστης Λαζαρίδης που υπέγραφε ως Ρεστ Λάρσον. Εξαιτίας του κινηματογράφου υπήρχε αναγνωστικό κοινό πρόθυμο, αλλά δεν υπήρχε εγχώρια παραγωγη. Ο Μαρής πρώτος κάλυψε το κενό αυτό και αμέσως ακολούθησαν άλλοι όπως ο Νίκος Μαράκης ή ο Ανδρόνικος Μαρκάκης (περίεργη σύμπτωση να κάνουν παρηχηση τα επώνυμά τους).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Βιογραφίες, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , | 111 Σχόλια »

Θεοί και ποιητές μάταια παλεύουν με του Έρωτα τα βέλη

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2018

Τα Χριστούγεννα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα ο δεύτερος τόμος από τη σειρά δοκιμίων του φίλου Παντελή Μπουκάλα με τιτλο «Το αίμα της αγάπης – Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση«. Ο πρώτος τόμος, (Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών) είχε κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 2016 και τον ειχα παρουσιάσει εδώ στο ιστολόγιο στις αρχές του Γενάρη 2017. Σκόπιμα καθυστέρησα την παρουσίαση του δεύτερου τόμου για να συμπέσει με την αρχή του καλοκαιριού, που οι περισσότεροι έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Να πω παρενθετικά ότι σε καναδυο βδομάδες θα δημοσιευτει στο ιστολόγιο και το σχεδόν καθιερωμένο τέτοια εποχη βιβλιοφιλικό άρθρο, με προτασεις βιβλίων για το καλοκαιρι, όμως εκρινα πως το βιβλίο του Μπουκάλα αξίζει αυτοτελή παρουσίαση.

Αξίζει αυτοτελή παρουσίαση επειδή νομίζω ότι αυτά τα δοκίμια του Μπουκάλα υποσχονται να αποτελέσουν σημαντικότατο όχι εκδοτικό αλλά πνευματικό γεγονός. Ο γενικός τίτλος της σειράς είναι «Πιάνω γραφη να γράψω – Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι» και ο χαλκέντερος Παντελής σχεδιάζει να την ολοκληρώσει σε δέκα τόμους, που οι περισσότεροι έχουν αρχίσει να γράφονται.

Και όταν λέμε για τομους, κυριολεκτούμε. Ο δεύτερος τόμος της σειράς, που θα παρουσιάσω σήμερα, φτανει τις 832 σελίδες από τις οποίες το ένα τρίτο είναι σημειώσεις -ο πρώτος τόμος έπιανε «μόνο» 600 σελίδες με την ίδια αναλογία. Ο επιβλητικός όγκος μπορει να προκαλει δέος και να αποθαρρύνει επίδοξους αναγνωστες -αλλά θα ήταν λάθος, διότι το βιβλίο του Μπουκάλα δεν σε αναγκάζει να το διαβάσεις απο την αρχή ως το τέλος, αφού τα επιμέρους κεφάλαια και υποκεφάλαια είναι σε μεγαλο βαθμό αυτοτελή.

Όπως είχα γράψει και για το πρώτο βιβλίο της σειράς: Έχουμε δηλαδή μια σειρά από ημιανεξάρτητα δοκίμια, που διαβάζονται και αυτοτελώς αλλά συνδέονται και μεταξύ τους και που οδηγούν αργά αλλά σταθερά, και απολαυστικά, στην κορύφωση.

Το περιεχόμενο του δεύτερου τόμου είναι η άγρια και σκοτεινή πλευρά του έρωτα, όπως εκφράζεται μέσα απο τα δημοτικά τραγούδια αλλά και την επώνυμη ποίηση. Ο πόθος, που συνήθως εκλαμβάνεται σαν πάλη, είναι αντικείμενο του πρώτου μέρους, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο Εμπόλεμος έρωτας. Στα επομενα δύο μέρη, Ο έρωτας σαν εκούσια σφαγή, και Το σφαγείο του έρωτα, τα πράγματα σοβαρεύουν και το αίμα ρέει ποτάμια. Στο τέταρτο μέρος, Το όνομα, το αίτημα, το αίμα, με όχημα το δημοτικό τραγούδι του Δήμου και με εξαντλητική μελέτη των μοτίβων του, ολοκληρώνεται η εξέταση του θέματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημοτικά τραγούδια, Ερωτικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 122 Σχόλια »

Η πτώση του Παρισιού, μυθιστόρημα του Ηλία Έρενμπουργκ

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2018

Παλιομοδίτης όπως είμαι, οι αγαπημενοι μου συγγραφείς ειναι επίσης παλαιοί -ένας απ’ αυτους ο σοβιετικός Ηλίας Έρενμπουργκ, που αποσπάσματα απο τα απομνημονεύματά του και από άλλα έργα του έχω ξαναβάλει στο ιστολόγιο.

Περνώντας προσφατα από το βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής είδα ότι εκδόθηκε, σε δύο τόμους και συνολικά 720 σελίδες, το μυθιστόρημα «Η πτωση του Παρισιού» του Ερενμπουργκ. Το πήρα και το διάβασα σχεδόν απνευστί -το ένιωθα πως θα μου άρεσε και δεν έπεσα έξω. Είχε βγει και παλιά από άλλον εκδοτικό οίκο, όμως τούτη η έκδοση της Συγχρονης Εποχής πρέπει να είναι φετινή (αν κάνω λάθος, διορθώστε).

Στην Πτώση του Παρισιού, ο Έρενμπουργκ δινει μια τοιχογραφία της Γαλλίας από το 1936 και τις εκλογές που έφεραν τη νικη του Λαϊκού Μετώπου έως το 1940 και την είσοδο των Γερμανών στο Παρίσι μετά τη συνθηκολόγηση. Ο Έρενμπουργκ, με διαφορά ο πιο δυτικός από τους Σοβιετικούς συγγραφείς, περιγράφει πράγματα που τα έζησε από πρώτο χέρι, αφού εκείνην την περίοδο ζούσε στο Παρίσι ως ανταποκριτής σοβιετικών εφημερίδων (αν και ειχε περάσει αρκετους μήνες και στην Ισπανία ως πολεμικός ανταποκριτής στον εκεί εμφύλιο· άλλωστε και η Ισπανία φιγουράρει στο μυθιστόρημα). Καθώς διάβαζα το μυθιστόρημα, εδώ κι εκεί αναγνώριζα σκηνές και φράσεις που τις είχε επίσης περιγράψει και αναφέρει ο Έρενμπουργκ, αν και κάπως διαφορετικά, στα απομνημονεύματά του.

Ειναι παραδοσιακό μυθιστόρημα, όπου παρελαύνουν δεκάδες ήρωες, οι περισσότεροι απ’ αυτους ζωγραφισμένοι πολύ πετυχημένα. Ο ίδιος ο Έρενμπουργκ, κρίνοντας το έργο του, έγραψε ότι «ορισμενοι ήρωες μού φαίνονται ζωντανοί, με τρεις διαστάσεις, άλλοι επίπεδοι, κατάλληλοι για πλακάτ» και συνεχίζει λέγοντας ότι κακώς έκανε αψεγάδιαστους τους «καλούς» (τον κομμουνιστή εργάτη Μισό ή Μιχιό, θα πούμε μετά, ή τη Ντενίζ). Πέτυχε όμως πολύ καλά τους ενδιάμεσους, σαν τον έξυπνο και ευαίσθητο καπιταλιστή Ντεσέρ. Ίσως ο πιο καλοσχεδιασμένος χαρακτήρας να είναι ο πολιτικός Τεσά, βουλευτής του ριζοσπαστικού κόμματος, που ξεκινάει από βουλευτής του Λαϊκού Μετωπου και καταλήγει υπουργός του Πετέν -ο συγγραφέας περιγράφει με μεγάλη επιτυχία και πολύ πειστικά την αλυσίδα των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων.

Το βιβλίο έχει ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία δεν θα την πληροφορηθεί ο αναγνώστης της σπαρτιατικής έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής. Τη λέω σπαρτιατική, επειδή παρουσιάζει σκέτο το κείμενο: δεν έχει ούτε προλογο, ούτε μεταφραστικές ή άλλες υποσημειώσεις, ούτε επίμετρο, ούτε τίποτα, μόνο ένα σημείωμα στο οπισθόφυλλο, για το οποίο θα πω μετά. Βέβαια, το κείμενο αρκεί και αποζημιώνει τον αναγνώστη με το παραπάνω, παρά τα μεταφραστικά προβλήματα (βλ. παρακάτω). Αλλά στην εποχή μας, ο αναγνωστης θέλει και κάτι παραπάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, ΕΣΣΔ, Κριτική μεταφράσεων, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 180 Σχόλια »

Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2018

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε ήμουν στη Θεσσαλονίκη και επισκέφτηκα φυσικά τη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου. Το χάρηκα πάρα πολύ, διότι δεν είναι μια έκθεση όπως εκείνες του Ζαππείου: υπάρχουν βεβαίως περίπτερα εκδοτικών οικων και αγοράζεις βιβλία, όμως γίνονται συνεχώς εκδηλώσεις, ομιλίες και παρουσιάσεις, πολλες ταυτόχρονα, που ένιωθα σαν παιδί σε μαγαζί με παιχνίδια, μεγάλη δυσκολία είχα να διαλέξω τι θα παρακολουθήσω.

Τελικα προτίμησα να ρίξω το βάρος στις συζητήσεις με γνωστούς και φίλους, που είτε συμμετείχαν στην έκθεση είτε ειχαν πάει κι αυτοί ως θεατές. Ομως παρακολούθησα και λίγες παρουσιάσεις, ανάμεσά τους κι αυτήν που αφορούσε τις νέες εκδόσεις του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, με ομιλητές τον Γ. Κεχαγιόγλου και την Σωτηρια Σταυρακοπούλου. Σε δική της επιμέλεια και το καινούργιο βιβλίο Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου, που θα σας παρουσιάσω σήμερα.

Η έκδοση αυτή είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», το 11ο βιβλίο της σειράς. Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο βιβλίο της ίδιας σειράς, τον Έπαινο των γυναικών, κατά σύμπτωση πάλι σε επιμέλεια της Σωτ. Σταυρακοπούλου. Όλα τα βιβλία της σειράς χαρακτηρίζονται από υποδειγματική επιμέλεια, εκτενή εισαγωγή και επίμετρο, ενώ, το είχαμε συζητήσει και παλιότερα, υπάρχει αντικριστά και η μετάφραση του κειμένου στα σημερινά νεοελληνικά, μια επιλογή που ίσως ξενίσει κάποιους -αφού το κείμενο πολύ μικρή δυσκολία πρέπει να παρουσιάζει για τον σημερινό αναγνώστη.

Ο Μπερτόλδος είναι το πρωτο πεζό κείμενο της σειράς του ΙΝΣ. Οι επιμελητές έχουν θέσει ως όρο απαράβατο τα κείμενα που παρουσιάζονται στη σειρά να μην ξεπερνούν τους 1000 στίχους τα έμμετρα ή τις περίπου 30 σελίδες τα πεζά κι αυτό σήμαινε ότι δεν παρουσιάζεται ολόκληρο το κείμενο αλλά ανθολογούνται τα καλύτερα κομμάτια. Εκδοτική απόφαση είναι αυτή, που συζητιέται.

Δεν είναι πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, αλλά ανώνυμη μετάφραση από το ιταλικό Le sottilissime astuzie di Bertoldo (1606) του Iταλού Giulio Cesare dalla Croce, που κι αυτο βασίζεται σε παλιότερα αναγεννησιακά κείμενα (στην Εισαγωγή θα βρείτε άφθονες πληροφορίες). Η ελληνική μετάφραση τυπώθηκε σε βιβλίο το 1646 και εγινε δημοφιλέστατο λαϊκό ανάγνωσμα επί αιώνες, με πάμπολλες εκδόσεις. Ο μεταφραστής πάντως έχει και μερικά λαθάκια που δείχνουν όχι τέλεια γνώση της ιταλικής -για παράδειγμα, στο Προοίμιο (θα το δείτε πιο κάτω), το l’esercito di Serse το αποδίδει «άσκησην του Ξέρξου» ενώ πρόκειται για τον στρατό, την εκστρατεία.

Ο Μπερτόλδος βεβαια εχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά -η επισκόπηση της βιβλιογραφίας υπάρχει στο βιβλίο. Πολύ καλή είναι η έκδοση του Α. Αγγέλου στη εξαιρετικη παλιότερη σειρά της ΝΕΒ, η οποια μαλιστα περιλαμβάνει και τις περιπέτειες του Μπερτολδίνου, γιου του Μπερτόλδου (επόμενο έργο του ίδιου συγγραφέα) ενώ στα google books μπορειτε να βρειτε μια απο τις αμέτρητες επανεκδόσεις της πρώτης μετάφρασης, με κάποιες διορθώσεις σε σχέση με το αρχικό κείμενο (με χρονολογία 1836).

Ο Μπερτόλδος είναι ένας κακάσχημος αλλά πανέξυπνος χωρικός, που καταφθάνει με τον γάιδαρό του στην αυλή του βασιλιά της Λομβαρδίας. Ο βασιλιάς, για να διασκεδάσει μαζί του, του κάνει αλλεπάλληλες ερωτήσεις και του βάζει διάφορες δοκιμασίες, στις οποιες αυτός καταφέρνει και αντεπεξέρχεται χάρη στην ευστροφία του. Το ίδιο γίνεται στη συνέχεια με τη βασίλισσα. Όλο το βιβλίο είναι μια σειρά από τέτοια επεισόδια. Θριαμβευτης τελικά ο Μπερτόλδος προσλαμβάνεται αυλικός σύμβουλος του βασιλιά -αλλά αμάθητος στο καλό φαΐ και στην καλοπέραση αρρωσταίνει κι όταν οι γιατροί της αυλής δεν σκέφτονται να του χορηγησουν το συνηθισμένο του φάρμακο, φασόλια με κρεμμύδια, πεθαίνει και θάβεται με μεγάλες τιμες.

Ο Μπερτόλδος, σαν δημοφιλέστατο ανάγνωσμα, άφησε ίχνη και στη γλώσσα, κυρίως ως μπερτόδουλος (παρετυμολογία με το δούλος). Ήρωας με το ονομα Μπερτόδουλος υπάρχει στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ενώ τον υπουργο της κυβέρνησης Στεφανόπουλου (αποστατών) Χρήστο Αποστολάκο τον έλεγαν Μπερτόδουλο κοροϊδευτικά επειδή κυκλοφορούσε φορώντας μια μπέρτα. Αυτά, το 1965-66.

Το μοτίβο του έξυπνου δούλου ή υπηρέτη που συντροφεύει τον αριστοκράτη αφέντη του υπάρχει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, σε πολλά αλλα κλασικά έργα, επώνυμα και ανώνυμα, από τον βίο του Αισώπου έως τον Δον Κιχώτη ή τον Καραγκιόζη, για να μην αναφερω και τον Τζιβς του Wodehouse. Στο επίμετρο, η Σ. Σταυρακοπούλου βρίσκει επίσης αναλογίες με τις αστείες διηγήσεις του Νασρεντίν Χότζα και τον κ. Κόινερ του Μπρεχτ ενώ θυμίζει ότι τον Μπερτόλδο τον έχει διασκευάσει στη σκηνή και ο Γιώργος Σκούρτης.

Ο Μπερτόλδος διαβάζεται και σήμερα, αλλά αμφιβάλλω αν θα γελάσουν πολλοί με τις «υψηλότατες πανουργίες» του. Όπως έχω γράψει και όταν παρουσίασα τον Φιλόγελο, που είναι ένας ακόμα πρόγονος του Μπερτόλδου, δεν γελάμε με τα ίδια πραγματα που γελούσαν οι προπροπροπροπαππούδες μας.

Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο του ΙΝΣ είναι μια πολύ καλή δουλειά, που αξίζει να το προσέξουν όσοι ενδιαφέρονται για τα παλιότερα νεοελληνικά κείμενα.

Να μου επιτραπεί εκτός από τους επαίνους να επισημάνω κι ένα λαθάκι. Στη σελ. 53, σε μια επισκόπηση των αναφορών στον Μπερτόλδο από λογοτέχνες, διαβάζουμε: «Σε κείμενα του Κώστα Βάρναλη, το 1892, και του Μ.Ι.Γεδεών, την ίδια εποχή, βρίσκουμε αναφορές στους ‘πλανεμπόρους’, τους πλανόδιους βιβλιοπώλες/γυρολόγους (colporteurs), που διακινούσαν μαζί με τις άλλες ‘φυλλάδες’ και τον Μπερτολδο

Πιθανόν να έχει γραψει ο Βάρναλης για τον Μπερτολδο αλλά όχι το 1892 όταν ήταν 8-9 χρονών. Όμως, μια και το έφερε η κουβέντα, να αναφέρω δυο συναντήσεις Βάρναλη και Μπερτόλδου που τις βρίσκω στα κιτάπια μου:

* Στην Αληθινή απολογία του Σωκράτη, ο Β. κάνει έναν ωραίο αναχρονισμό, αφού βάζει τον Σωκράτη να λέει (σε ενα απόσπασμα όχι κολακευτικό για τη συλλογική σοφία): Κι αν είσαστε κολλημένοι πεντακόσοι διαλεχτοί σοφοί (Σωκράτηδες να πούμε), δε θα κάνατε μισό Μπερτόλδο· όχι τώρα που ’σαστε πεντακόσοι Μπερτόλδοι.

* Σε ένα χρονογράφημα της εποχής του πολέμου του 1940, ο Βάρναλης αναρωτιέται «αν οι γενναίοι φασίστες θα μπούνε στην Ελλάδα όπως μπήκε κάποτε ο συμπατριώτης τους ο Μπερτόλδος στο δωμάτιο του βασιλιά του: με τη ράχη».

Παραθέτω, πρώτα, το προοίμιο του Μπερτολδου, αφενός στο πρωτότυπο και αφετέρου σε μετάφραση σε σημερινή γλώσσα:

Εδώ, ω φιλάνθρωπε διαβαστά, δεν σου διηγούμαι την κρίσην του Πάριδος, μήτε την αρπαγήν της Ελένης, μήτε τον εμπρησμόν της Τροίας, αλλ’ ούτε το πέρασμα του Αινείου εις την Ιταλίαν, όχι τας μεγάλας πλάνας του Οδυσσέως, όχι τα μαγικά έργατα της Κέρκης, όχι τον χαλασμόν της Καρθαγένης, όχι την άσκησην του Ξέρξου, όχι τας δοκιμάς του Αλεξάνδρου, όχι την δύναμην του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Μάριου, όχι τα θαυμαστά τραπέζια του Λουκούλου, όχι τας μεγάλας μοίρας του Σιπιόνου, μήτε τα νικητήρια του Καίσαρος, μήτε την τύχην του Οτταβιάνου, επειδή και αι Ιστορίαι τέτοια καμώματα μας φανερώνουσιν, διαβάζοντές τας με πολλήν ηδο­νήν. Όμως, αν καλά και της παρισταίνω ομπροσθά έναν χωριάτην άσχημον και τε­ρατώδη, αλλά επιμελή και πανούργον, και νουν υψηλότατον, εις τόσον ότι, συγκρίνοντας και ομοιάζοντας την ασχημάδιαν του κορμιού του με την ομορφάδαν της ψυ­χής του, ημπορείς να ειπείς, καλέ μου διαβαστά, ότι αυτός ομοιάζει ενός σακιού από χοντρόπανον, ενδυμένον από μέσα με μετάξιον και χρυσάφιον. Εδώ θέλεις ακούσει πανουργίας, νεύματα, αποφάσεις, επιχειρήματα, παροιμίας και στρατηγήματα (ήγουν πανουργεύματα των σολδάτων) υψηλότατα, τα οποία δεν παρακινούσι μόνον να θαυ­μάζει τινάς, αλλά να έβγει από τον νουν του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίον, διατί από τούτο θέλεις εβγάλει γλυκά ξεφαντώματα και ακαρτερήματα, επειδή και το έργον είναι πολλά αρεστόν και χαρούμενον.

Και η «μετάφραση»:

Στο βιβλίο αυτό, καλοπροαίρετε αναγνώστη, δεν σου διηγούμαι την απόφαση του Πάρη, ούτε την αρπαγή της Ελένης, ούτε την πυρπόληση της Τροίας, μα ούτε την αποβίβαση του Αινεία στην Ιταλία, ούτε τις πολύχρονες περιπλανήσεις του Οδυσσέα, ούτε τις μαγικές πράξεις της Κίρκης, όχι την καταστροφή της Καρχηδόνας, όχι την εκστρατεία του Ξέρξη, όχι τα κατορθώματα του Αλέξανδρου, όχι τη δύ­ναμη του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Γάιου Μάριου, όχι τα θαυμαστά συμπό­σια του Λούκουλου, όχι τη μεγαλειώδη μοίρα του Σκιπίωνα του Αφρικανού, μήτε τα επινίκια του Ιούλιου Καίσαρα, μήτε την καλοτυχία του Οκταβιανού Αύγουστου, επειδή τέτοιες πράξεις μάς τις προβάλλουν τα ιστορικά έργα, που τα διαβά­ζουμε με μεγάλη τέρψη. Ωστόσο, μολονότι σας παρουσιάζω έναν χωριάτη άσχη­μο και τερατόμορφο, αλλά ενεργητικό και πανούργο, και με μυαλό οξυδερκέστατο, τόσο, που αν συγκρίνεις και παραβάλεις την ασχήμια του κορμιού του με την ομορφιά της ψυχής του, μπορείς να πεις, καλέ μου αναγνώστη, ότι αυτός μοιάζει με ένα τσουβάλι υφασμένο από χοντρό πανί, ντυμένο όμως από μέσα με φόδρα μεταξωτή και χρυσή. Εδώ θα ακούσεις πανουργίες, υπαινιγμούς, αποφθέγματα, εγχειρήματα, παροιμίες και στρατηγήματα εξυπνότατα, που όχι απλώς παρακι­νούν κάποιον να θαυμάσει, αλλά τον κάνουν και να χάσει το μυαλό του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίο, γιατί θα κερδίσεις από αυτό γλύκες απολαύσεις και προσ­δοκίες, μια και το έργο είναι αξιαγάπητο και διασκεδαστικό.

* Ασφαλώς το σημερινό κείμενο διαβάζεται πιο εύκολα, αλλά το πρωτότυπο έχει το άρωμα της εποχής και ίσως η αφέλεια της γλώσσας να βοηθάει στο κωμικό αποτέλεσμα. Τα επόμενα αποσπάσματα τα παραδίδω μόνο στο πρωτότυπο, χωρίς μετάφραση.

Ομορφάδες του Μπερτόλδου.

Ο μισέρ Μπερτόλδος ήτον τέτοιος: μικροπρόσωπος, χοντροκέφαλος, ολοστρόγγυλος σαν φούσκα, το μέτωπόν του ζαρωμένον. Τα μάτια του κόκκινα σαν φωτία, τα φρύ­δια του μακρά και άγρια σαν γουρουνότριχες, τα αυτιά του γαϊδουρινά, μεγα­λόστομος, στραβόστομος, με τα χείλη κρεμασμένα κάτω σαν του αλόγου, τα γένια του συχνά και πολλά αποκάτω εις το πιγούνι του, και έπεφταν σαν εκείνα του τράγου, η μύτη του στραβή και ασηκωμένη απάνω με τες τρύπες της μύτης πλατείες. Τα δόντια του όξω σαν των καπρίων, με τρία ή τέσσαρα χοντρά αποκά­τω εις τον λαιμόν, τα οποία, οπόταν εμίλουνε, εφαινόντησαν σαν τόσα τσουκά­λια οπού να έβραζαν. Είχε τα ποδάρια του τραγίτικα, μακρά και πλατέα σαν του Σάτυρου, και όλον του το κορμίον μαλλιαρόν, τα καλτσούνια του ήτον από χοντρόν μπαμπάκιον, όλα μπαλωμένα, τα παπούτσια του υψηλά και στολισμένα με χοντρά κομμάτια. Εις κοντολογίαν, ετούτος ήτον όλως διόλου το εναντίον του Ναρ­κίσσου.

* με τρία ή τέσσαρα χοντρά = τρία-τέσσερα εξογκώματα

Πανουργία ομορφότατη του Μπερτόλδου, εις το να γυρίσει ομπροσθά εις τον βασιλέα κατά τον τρόπον οπού του είπεν.

 

Ήλθε το ταχύ, και ο Μπερτόλδος εφάνη ομπροσθά εις τον βασιλέα, τυλιμένος μέσα σε ένα δίχτυον οπού ψα­ρεύουν, και ο βασιλεύς, σαν τον είδεν εκεί μέσα, λέγει του:

Βασιλεύς: Διατί εσύ εφάνης ομπροσθά μου έτσι;

Μπερτόλδος: Δεν μου είπες εσύ ότι εγώ να γυρίσω τούτην την ταχινήν σε σέναν έτσι, να μην είμαι μήτε γυμνός μήτε εντυμένος;

Β: Ναι, είπα.

Μπ: Και νά ’μαι, τυλιμένον σε τούτο το δίχτυον, με το οποίον μέ­ρος από τα μέλη μου σκεπάζονται και μέρος φαίνονται.

[…]

Β: Πόσους χρόνους έχεις εσύ;

Μπ: Όποιος μετρά τους χρόνους του, κάνει λογαριασμόν με τον θάνατον.

Β: Ποιον είναι το ασπρύτερον πράγμα οπού να είναι;

Μπ: Η ημέρα.

Β: Περισσότερον από το γάλα;

Μπ: Περισσότερον από το γάλα, και από το χιόνι ακόμα.

Β: Αν εσύ δεν με κάμεις να το ιδώ ετούτο, θέλω να κάμω να σε δεί­ρουν δυνατά.

Μπ: Ω δυστυχία και κακοριζικία των αυλών!

* τούτην την ταχινήν = σήμερα το πρωί

Πανουργία υψηλότατη του Μπερτόλδου, διά να μην πάρει ραβδιές.

Επήγε το λοιπόν ο Μπερτόλδος και έπιασεν ένα σίκλον γάλα και κρυφά τον ήφερεν εις την κάμαραν του βασιλέως και έκλεισεν όλα τα παραθύρια, και ήτον μεσημέριον, και, εμβαίνοντας ο βασιλεύς εις την κάμαραν, εσυνέβη να σκουντρίσει εις τον άνωθεν σίκλον του γάλατος και το ξαναγύρισεν όλον και ολίγον έλειψεν να μην πέσει με το μούτρον εις την γην. Όθεν, όλος θυμωμένος έκαμε να ανοίξουν τα παραθύρια και, βλέποντας εκείνον το γάλα χυμένον εις την γην και εκείνος πως εχτύπησε σε εκείνον τον σίκλον, άρχισεν να χουάζει, λέγοντας:

Β: Ποιος εστάθη εκείνος οπού έβαλεν εκείνον τον σίκλον το γάλα εις την κάμαράν μου και έκλεισεν τα παραθύρια, διά να σκουντρίσω εγώ μέσα;

Μπ: Εγώ εστάθηκα εκείνος, διά να σου δείξω πως η ημέρα είναι πλέον άσπρη και πλέον καθαρή από το γάλα. Διατί, αν ίσως και το γάλα ήτον ασπρύτερον από την ημέραν, εκείνο ήθελε σου ψέξει εις την κάμεραν, και δεν ήθελες κτυπήσει εις τον σίκλον, σαν έκαμες.

Β: Εσύ είσαι ένας πονηρός χωριάτης και κάθε καλαθιού ηυρίσκεις το χέρι του. Αμή τις είναι εκείνος οπού έρχεται εδώ; Αυτός είναι χωρίς άλλον ένας στελμένος από την βασίλισσαν και κρατεί μίαν γραφήν εις το χέρι του. Τραβίσου κάμπο­σον σε μίαν μερίαν, διά να καταλάβω τό λέγει ετούτος.

σίκλος: κουβάς

να σκουντρίσω: να σκοντάψω

Posted in Βάρναλης, Θεσσαλονίκη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 82 Σχόλια »

Για τον Βάρναλη στη Γεννάδειο

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2018

Χτες είχαμε την παρουσίαση των πιο πρόσφατων βιβλιων του εκδοτικού οίκου Αρχείο στην αίθουσα Cotsen Hall της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, ανάμεσά τους και του τόμου «Αστυνομικά» με χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχουν θέμα τους γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, που τον έχω επιμεληθεί εγώ.

Ήταν πολύ πετυχημένη εκδήλωση, με μεγάλη προσέλευση. Με χαρά μου είδα φίλους από το ιστολόγιο, τόσο παλιούς γνωστούς όσο και τακτικούς αναγνώστες που δεν σχολιάζουν.

Όσες ομιλίες κάνω σε δημόσιες εκδηλώσεις τις δημοσιεύω και εδώ. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα, θα δημοσιεύσω τη χτεσινή μου παρέμβαση στην εκδήλωση. Ή μαλλον, θα δημοσιεύσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει -στην πράξη, παρέλειψα μερικά πράγματα επειδή είχε αναφερθεί σε αυτά η κυρία Ναταλία Βογκέικωφ-Brogan, υπεύθυνη του Αρχείου της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (όπου φυλάσσεται και το αρχείο Βάρναλη), η οποία με αιφνιδίασε ευχάριστα, μια και αναφέρθηκε εκτενώς στα προηγούμενα βαρναλικά βιβλία που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο -έτσι, στη δική μου ομιλία παρέλειψα τη σύντομη αναφορά που είχα σκοπό να κάνω.

Προσθήκη: Ολόκληρο το βίντεο της ομιλίας, εδώ. (Η δική μου παρέμβαση από 12.50 εως 25.)

Παραθέτω λοιπόν το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου.

Καλησπέρα, θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε εδώ και να ευχαριστήσω και τις εκδόσεις Αρχείο για την υποδειγματική εκδοτική συνεργασία που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια.

Νομίζω πως είναι πολύ ταιριαστό που η σημερινή παρουσίαση γίνεται εδώ, και που αρχίζει με ένα βιβλίο του Κώστα Βαρναλη, και αυτό διότι είναι πολλά εκείνα που συνδέουν τον ποιητή με τον χώρο.

Καταρχάς, το αρχείο Βάρναλη φυλάσσεται ακριβώς στη Γεννάδειο –και πρέπει να πούμε ότι και σε αυτό το βιβλίο όπως και στα προηγούμενα τρία βιβλία του Βάρναλη που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο, η συμβολή του αρχείου Βάρναλη και του αρχειονομικού προσωπικού της Γενναδείου υπήρξε καθοριστική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Τρεις μαρτυρίες για την 21η Απριλίου 1967

Posted by sarant στο 22 Απρίλιος, 2018

Μια και χτες ηταν η θλιβερή επέτειος της δικτατορίας του 1967, αποφάσισα να ανεβάσω σήμερα τρεις σχετικά σύντομες μαρτυρίες παρμένες από ένα περυσινό βιβλίο, το βιβλίο Μαρτυρίες από τη δικτατορία και την αντίσταση του Στέλιου Κούλογλου (Εστία, 2017).

Στο βιβλίο αυτό, που εχει την επιστημονική επιμέλεια και επίμετρο του Δημ. Σωτηρόπουλου, ο Στέλιος Κούλογλου συγκεντρώνει 69 μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τη δικτατορία που τις οργανώνει σε 10 κεφάλαια. Ενδιαφέρον έχει ότι πέρα από τις μαρτυρίες αντιστασιακών υπάρχουν επισης και κείμενα ανθρώπων που υπηρέτησαν το καθεστώς.

Μια και χτες είχαμε την επέτειο της κήρυξης της δικτατορίας, διάλεξα τρεις μαρτυρίες που περιγράφουν και οι τρεις (και) την πρώτη μέρα της δικτατορίας και τις αμέσως επομενες. Μάλιστα, οι δύο πρώτες μαρτυρίες δένουν η μια με την άλλη, αφού τοσο η Άννα Σολωμού όσο και ο Αντώνης Καρκαγιάννης βρέθηκαν πρώτα στον Ιππόδρομο και μετά στη Γυάρο. Η τρίτη μαρτυρία, του Γιάγκου Σκουλά (1940-2016) περιγράφει το σχετικά άγνωστο κίνημα του Ηρακλείου Κρήτης -όπου ο εξεγερμένος λαος μάταια περίμενε έναν πολιτικό να μπει μπροστά. Ο Αντώνης Καρκαγιάννης (1932-2010) ήταν στέλεχος του ΚΚΕ με πολύχρονες φυλακίσεις στη δεκαετία του 50 και του 60, ενώ μετά τη μεταπολίτευση ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και έγινε διευθυντής της Καθημερινής. Για την Άννα Τεριακή-Σολωμού (1929-2009) δείτε εδώ.

Μια και στις δύο πρώτες μαρτυρίες γίνεται αναφορά στον δολοφονημενο Παναγιώτη Ελή, ας βάλουμε ένα βιογραφικό του βασανισμένου αυτού αγωνιστή για τον οποίο δεν υπάρχει ακόμα άρθρο στη Βικιπαίδεια (αν και υπάρχουν αρκετά άρθρα στο Διαδίκτυο).

Ο Παναγιώτης Ελής (1922-1967) γεννήθηκε στο Κόσμιο Ροδόπης και κατά την Κατοχή οργανώθηκε στην Αντίσταση κατά των Βουλγάρων κατακτητών. Συλλαμβάνεται και στέλνεται όμηρος στη Βουλγαρία. Στις αρχές του 1943, μεταφέρεται με άλλους ομήρους στο Κουμάνοβο της Σερβίας σε καταναγκαστικά έργα απ’ όπου επέστρεψε μετά την απελευθέρωση. Στο τέλος του 1946, ως στρατιώτης, από το Μεσολόγγι μεταφέρθηκε λόγω πολιτικών φρονημάτων στη Μακρόνησο, όπου θα υποστεί τρομερά βασανιστήρια για να υπογράψει δήλωση μετανοίας ενώ αργότερα εξορίστηκε και στον Άι Στράτη. (Εδω μια μαρτυρία της αδελφής του).

 

Άννα Σολωμού

Όταν σε πιάνουν, πού αφήνεις τα παιδιά;

Την ημέρα της 21ης Απριλίου ήρθαν να με πιάσουν από την Ασφάλεια, όπως πιάσανε και χιλιάδες κόσμο εκείνη την ημέρα. Ώσπου να διαφύγει και ο άνδρας μου, δεν άνοιξα αμέσως την πόρτα. Τη σπάσανε, μπήκανε και με πήγανε στο αστυνομικό τμήμα. Εγώ είχα δύο παιδιά. Το μικρότερο ήταν τεσσάρων χρονών. Το πήρα μαζί μου, γιατί δεν είχα πού να το αφήσω. Είχα κι ένα κορίτσι μεγαλύτερο, που έμεινε στη μητέρα μου. Ορφάνεψε κι αυτό, γιατί κυνηγούσαν και τον άνδρα μου και η μητέρα μου ήταν ανάπηρη.

Τους κρατούμενους της Αθήνας τούς είχαν στον Ιππόδρομο. Μας κράτησαν στον Ιππόδρομο τρεις ή τέσσερις ημέρες. Εκεί σκοτώσανε και τον Ελή. Βασανίσα­νε και τον Ηλία τον Ηλιού. Εγώ το παιδάκι το είχα συνεχώς κοντά μου.

Μετά, μια νύκτα, σκοτεινή μάλιστα ήτανε, πολύ σκοτεινή, μπήκε μέσα ένας στρατιωτικός και μας είπε: «Θα ετοιμάσετε τα πράγματά σας», και αμέσως πήγα­με στα καμιόνια. Εγώ κρατώντας το παιδί αγκαλιά, με βοηθήσανε και οι συγκρατούμενές μου, για να ανέβουμε πάνω στα καμιόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Μαρτυρίες, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 94 Σχόλια »