Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρουσίαση βιβλίου’ Category

Πώς έγραφε ο Μακρυγιάννης

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2020

Καθώς πλησιάζει η επέτειος των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 είναι επόμενο να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για κείμενα της εποχής -και ανάμεσά τους αναγκαστικά ξεχωριστή θέση έχουν τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, που είναι ίσως το μοναδικό εκτενές δείγμα κειμένου αγωνιστή του 1821 που μας έχει έρθει χωρίς να περάσει από το φίλτρο κάποιου εγγράμματου διαμεσολαβητή, όπως του Κολοκοτρώνη από τον Τερτσέτη.

Στο Διαδίκτυο μπορούμε να βρούμε το κείμενο του Μακρυγιάννη, ας πούμε στη Βικιθήκη. μπορούμε να μελετήσουμε τη γλώσσα του και να θαυμάσουμε το ύφος του. Αλλά για τη γλώσσα και για την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα και δεκάδες βιβλία, οπότε δεν θα έχει νόημα να πούμε κάτι ακόμα στο ιστολόγιο. Στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε σε μια πτυχή που μάλλον είναι λιγότερο γνωστή, δηλαδή στο πώς από το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη φτάσαμε στο κείμενο που έχουμε σήμερα και διαβάζουμε στην οθόνη μας.

Τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη τα χρωστάμε ολοκληρωτικά στον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον ακαταπόνητο λόγιο που έβαλε σκοπό ζωής να σώσει από την αφάνεια και τη φθορά κάθε λογής αρχειακό υλικό, αλλά κυρίως υλικό σχετικό με το 1821. Ο Βλαχογιάννης έφερε στην επιφάνεια και εξέδωσε πάρα πολλά κείμενα, αλλά το διαμάντι του στέμματος, μπορούμε να πούμε, είναι τα γραφτά του Μακρυγιάννη.

Όπως έγραψε ο ίδιος, από τις έρευνές του σε παλιές εφημερίδες της εποχής του Όθωνα, είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Μακρυγιάννης, άνθρωπος που επιδίωκε επίμονα να εκφράζει τη γνώμη του στον Τύπο, ήταν πολύ πιθανό να είχε γράψει και κάποιου είδους απομνημονεύματα. Οπότε, ο Βλαχογιάννης άρχισε να επισκέπτεται ταχτικά τον γιο τού αγωνιστή, τον συνταγματάρχη του Μηχανικού Κίτσο Μακρυγιάννη, ο οποίος έμενε στο ίδιο σπίτι, και να τον πιέζει να ψάξει σε υπόγεια και σε κασέλες μήπως βρει γραφτά του πατέρα του. Και πράγματι, μια μέρα ο Κίτσος Μακρυγιάννης του ανάγγειλε με κραυγές χαράς πως μέσα σε έναν τενεκέ, χωμένο κάτω από παλιοκάσονα, είχε βρει μισοσαπισμένο ένα χειρόγραφο του στρατηγού.

Ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε δεκαεφτά μήνες στην ανάγνωση και τη μεταγραφή του χειρογράφου. Τα απομνημονεύματα εκδόθηκαν αρχικά με έξοδα του Κίτσου Μακρυγιάννη και της αδελφής του.

Το χειρόγραφο του Μακρυγιάννη ίσως να το έχετε δει σε κάποιο οπισθόφυλλο. Ο στρατηγός γράφει με πολύ κόπο, στρογγυλά μεγάλα γράμματα, αλλά χωρίς τόνους και στίξη. Να μια σελίδα:

Τα βγάζετε τα γράμματα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, χειρόγραφα, Μεταγραφές κειμένων, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 163 Σχόλια »

Βιβλία για τις γιορτές και φέτος

Posted by sarant στο 11 Δεκεμβρίου, 2019

Ο Δεκέμβρης είναι μήνας με πολλές γιορτές και συνδέεται με πολλές παραδόσεις. Έχει και το ιστολόγιο δημιουργήσει τις παραδόσεις του, που μερικές από αυτές είναι δεκεμβριάτικες -προχτές, ας πούμε, ξεκίνησε η διαδικασία για την ανάδειξη της λέξης της χρονιάς -μπορείτε να προτείνετε υποψήφιες λέξεις αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Με το σημερινό άρθρο τηρούμε μιαν άλλη παράδοση του ιστολογίου ή, για να μη λέω μεγάλα λόγια, μια συνήθεια που έχουμε καθιερώσει τα τελευταία χρόνια: να δημοσιεύουμε  λίγο πριν από τις γιορτές ένα βιβλιοφιλικό άρθρο, ακριβώς για να ανταλλάσσουμε προτάσεις. Το περυσινό αντίστοιχο άρθρο, με προτάσεις για βιβλία-δώρα, θα το βρείτε εδώ, ενω εδώ μπορείτε να βρείτε το άρθρο του 2017. Το άρθρο του 2016 βρίσκεται εδώ, ενώ το  αντίστοιχο άρθρο του 2015 θα το βρείτε εδώ. Υπάρχει βέβαια και το αντίστοιχο άρθρο του 2014. Τέλος, μπορείτε να βρείτε εδώ το αντίστοιχο άρθρο του 2013. (Να σημειώσω ότι βιβλιοπροτάσεις κάνουμε και το καλοκαίρι).

Πρακτικά, μπορείτε να προτείνετε όποιο βιβλίο θέλετε, αλλά θα σας συνιστούσα να αναφέρετε κυρίως βιβλία που εκδόθηκαν τα τελευταία 2-3 χρόνια και ακόμα καλύτερα μέσα στο 2019. Να διευκρινίσω ότι ζητάω η έκδοση να είναι πρόσφατη, όχι η συγγραφή του βιβλίου. Και φυσικά περιλαμβάνονται και επανεκδόσεις βιβλίων που ήταν εξαντλημένα.

Γιατί επιμένω στα καινούργια βιβλία; Επειδή, το λέω και το ξαναλέω και δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω, στις πολύ ιδιόμορφες συνθήκες κρίσης που περνάμε σήμερα το μεγάλο πρόβλημα το αντιμετωπίζουν οι νέες εκδόσεις. Παρόλο που τα βιβλία που εκδίδονται τα τελευταία χρόνια έχουν χαμηλότερες τιμές από τα παλαιότερα, ο ανταγωνισμός που αντιμετωπίζουν από παλιότερες, καλές και πάμφθηνες εκδόσεις είναι οξύτατος και εντείνεται ακόμα περισσότερο μέσα στις γιορτές. Βλέπετε, εξαιτίας της κρίσης των εφημερίδων, πολλές κυριακάτικες εφημερίδες προσφέρουν από ένα βιβλίο (και όχι μόνο) μαζί με κάθε φύλλο τους. Έπειτα, πολλοί εκδοτικοί οίκοι, και μάλιστα από τους κορυφαίους, διαθέτουν το παλιό τους στοκ σε εξευτελιστικές τιμές, με εκπτώσεις που φτάνουν το 80%. Τρίτον, έχουν πληθύνει πολύ τα βιβλιοπωλεία που διαθέτουν μεταχειρισμένα και πάμφθηνα βιβλία, ενώ τα τελευταία χρόνια ακόμα και περίπτερα του κέντρου βγάζουν πάγκους με παλιά, καλά βιβλία. Και, τέταρτον, μέσα στις γιορτές πολλοί εκδοτικοί οίκοι και άλλοι φορείς κάνουν και έκτακτα μπαζάρ, όπου πάλι διαθέτουν βιβλία κοψοχρονιάς.

Για τον βιβλιόφιλο η κατάσταση αυτή είναι από ευνοϊκή έως παραδεισένια: ακόμα κι όταν το εισόδημά του έχει περικοπεί εξαιτίας της μνημονιακής λαίλαπας, οι εκπτώσεις στα βιβλία συχνά είναι ακόμα μεγαλύτερες, οπότε η βιβλιαγοραστική του δύναμη συχνά όχι απλώς δεν έχει μειωθεί, αλλά ίσως και να έχει αυξηθεί, αν βέβαια αγοράζει κυρίως ή μόνο προσφορές και μεταχειρισμένα. Όμως για τον εκδότη, που βγάζει νέα βιβλία, η ίδια κατάσταση είναι ασφυκτική αφού τα καινούργια βιβλία, όσο και να ρίξουν τις τιμές τους, πάντα θα είναι ακριβότερα από τις προσφορές ή από τα μεταχειρισμένα.

Γι’ αυτό και επιμένω σε πρόσφατα βιβλία. (Τις προηγούμενες παραγράφους τις επαναλαμβάνω κοπυπαστηδόν τα τελευταία χρόνια -όχι επειδή θέλω να μπαζώσω χώρο στο ιστολόγιο, αλλά επειδή τις πιστεύω. Αν νομίζετε πως έχουν πάψει να ισχύουν, πείτε το).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 119 Σχόλια »

Συμποσιακά, ο τρίτος τόμος χρονογραφημάτων του Κώστα Βάρναλη!

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2019

Μόλις κυκλοφόρησε, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου επιμέλεια, ο τόμος Συμποσιακά, με 154 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, εμπνευσμένα από το καφενείο και την ταβέρνα, τον καφέ και το τσιγάρο, το πιοτό και το φαΐ, από τις παρέες και από τη συλλογική ευωχία.

Είναι ο τρίτος τόμος με χρονογραφήματα του Βάρναλη που εκδίδω, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο. Προηγήθηκαν, το 2016 τα «Αττικά», με χρονογραφήματα για την Αθήνα και την Αττική, και το 2017 τα «Αστυνομικά«, με χρονογραφήματα από γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, ενώ από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει παλιότερα δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ.

Σκοπός μας είναι, όσο αντέχουμε, να βγάλουμε κι άλλους τόμους με χρονογραφήματα του Βάρναλη, πάντοτε σε θεματική κατάταξη. Αν όλα πάνε καλά, του χρόνου θα βγουν τα Πολεμικά, γραμμένα με την ευκαιρία του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Εδώ μπορείτε να δείτε τους τίτλους των 154 χρονογραφημάτων -και να παραγγείλετε το βιβλίο αν θέλετε 🙂

Τα χρονογραφήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο Συμποσιακά δημοσιεύτηκαν σε πέντε εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1957, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944

Ηνωμένος Τύπος, 1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1957

Χρειάζεται να πω δυο λόγια για τη δεύτερη από τις εφημερίδες αυτές. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1944, όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες αναγκάστηκαν να κλείσουν, λόγω έλλειψης στο δημοσιογραφικό χαρτί και στη θέση τους εκδόθηκαν δύο μόνο εφημερίδες, μία πρωινή και μία απογευματινή, ο Ηνωμένος Τύπος και τα Βραδυνά Νέα. Ο Βάρναλης ανέλαβε το χρονογράφημα στον Ηνωμένο Τύπο, ένδειξη του κύρους του. Δεν έχω βρει πουθενά πλήρες σώμα της βραχύβιας άλλωστε αυτής έκδοσης αλλά στο αρχείο Βάρναλη σώζονται 2-3 χρονογραφήματα, ένα από τα οποία περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο. Βέβαια, αυτή η λύση ανάγκης δεν κράτησε πάνω από 2-3 εβδομάδες.

Η μερίδα του λέοντος των χρονογραφημάτων του τόμου ανήκουν στη περίοδο της Κατοχής. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται περίεργο, αφού στην Κατοχή ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Ωστόσο, εξηγείται: Αφενός, εξαιτίας της λογοκρισίας μια σειρά από θέματα απαγορεύονταν, με αποτέλεσμα τα χρονογραφήματα να προτιμούν θέματα εκ πρώτης όψεως ανώδυνα όπως οι ταβέρνες  ή το κάπνισμα. Αφετέρου, λειτουργεί κάποιο αίσθημα αναπλήρωσης. Ακριβώς επειδή οι Αθηναίοι περνούσαν περίοδο ακραίων στερήσεων και δοκιμασιών, η τέχνη ανέλαβε να αναπληρώσει όσα δεν μπορούσε να δώσει η ζωή -κι έτσι, σε κάποια από τα χρονογραφήματα του Βάρναλη που θα διαβάσετε σε αυτόν τον τόμο θα βρείτε να περιγράφονται γενναία τραπεζώματα, ακόμα και λουκούλλεια γεύματα.

Δεν λείπουν πάντως οι αναφορές στις δυσκολίες της περιόδου: στη μαγειρική των περιστάσεων, στην έλλειψη γνήσιου καφέ (“ο βαρύς γλυκός έχει γίνει ελαφρός σκέτος”), στην επιβολή περιορισμών στην πώληση τσιγάρων, στη μετατροπή της παραδοσιακής ταβέρνας σε “κέντρο πολυτελείας” και βέβαια στη μαύρη αγορά, τόσο στα τσιγάρα όσο και στα τρόφιμα. Υπάρχει κι ένας “άφρων μαυραγορίτης” που σκάει από το πολύ φαΐ όταν γιορτάζει την απόκτηση της πρώτης του πολυκατοικίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Κατοχή, Παρουσίαση βιβλίου, Ποτά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 124 Σχόλια »

Τρία στιγμιότυπα από το Λουξεμβούργο

Posted by sarant στο 1 Δεκεμβρίου, 2019

Σημερα έχουμε Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία, έχουμε όμως και πρώτη του μηνός -μέρα του μηνολογίου. Άλλοτε υποχωρεί το ένα, άλλοτε το άλλο θέμα μας. Διάλεξα να κρατήσω τη λογοτεχνική ύλη και να μεταθέσω το μηνολόγιο για αύριο, 2 του μηνός, δεν χάλασε ο κόσμος για μια μέρα.

Θα σας παρουσιάσω λοιπόν σήμερα τρία σύντομα πεζογραφήματα από ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε και που πρόκειται να παρουσιαστεί την Παρασκευή -ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, ο προβολέας μας βρίσκεται όχι στην Ελλάδα αλλά στο Λουξεμβούργο. Το βιβλίο στο Λουξεμβούργο κυκλοφόρησε και εδώ θα παρουσιαστεί, οπότε μόνο όσοι της παροικίας με διαβάζουν θα μπορέσουν να έρθουν στην παρουσίαση.

Πρόκειται για το βιβλίο Luxembourg, Vol. II (Λουξεμβούργο, τόμος 2) με φωτογραφίες του φίλου Νίκου Ζόμπολα. Το βιβλίο το συνοδεύουν ορισμένα σύντομα κείμενα στα γαλλικά και στα αγγλικά, από τα οποία θα παραθέσω σήμερα τρία, του συγγραφέα Ian de Toffoli, σε μετάφραση της φίλης Βασιλικής Κνήτου, μαζί με τις φωτογραφίες στις οποίες αντιστοιχούν.

Αν θέλετε να δείτε ένα μεγαλύτερο δείγμα από τη φωτογραφική δουλειά του Νίκου Ζόμπολα, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του.

Όσο για τους παρεπιδημούντες στο Λουξεμβούργο, η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου, ώρα 18.30, στο auditorium της Εθνικής Βιβλιοθήκης (νέο κτίριο, Κίρσμπεργκ). Εδώ η πρόσκληση.

Παρουσιάζω λοιπόν τρεις φωτογραφίες του Νίκου Ζόμπολα και τρία μικρά κείμενα του Ian de Toffoli που περιγράφουν τρία στιγμιότυπα από το Λουξεμβούργο.

1. Πράγματα που δεν πρέπει να χάσεις

Remich

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λουξεμβούργο, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , | 124 Σχόλια »

Οι Γερμανοί ξανάρχονται (αναμνήσεις του Αλέκου Σακελλάριου)

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2019

Το σημερινό κυριακάτικο ανάγνωσμά μας δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό -οι αυτοβιογραφίες βρίσκονται στις παρυφές της λογοτεχνίας, αν και κάποιος κακεντρεχής έλεγε πως αυτό είναι άδικο διότι πολλές αυτοβιογραφίες περιέχουν μεγάλες δόσεις μυθοπλασίας, αν δεν είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες.

Τέλος πάντων, προχτές συζητήσαμε την ετυμολογία της λ. αλαλούμ, και έκανα αναφορά στον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» χρησιμοποιεί τη λέξη με τη σημασία του καψονιού. Όπως έγραψα, το βιβλίο αυτό έχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Αλαλούμ», που ξεκινάει ως εξής:

Η λέξη «αλαλούμ», στην αργκό των θεατρικών παραστάσεων, σημαίνει καψόνι. Και είναι, συνήθως, ένα καψόνι σκληρό και ανελέητο, που το υφίστανται αγογγύστως όσοι έχουν την αφέλεια να θέλουνε να επιδείξουνε το «ταλέντο» τους στους ηθοποιούς ενός θιάσου.

Διάλεξα σήμερα να σας παρουσιάσω ένα άλλο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο ο Σακελλάριος (1913-1991) διηγείται περιστατικά απο το γύρισμα της ταινίας «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948) και όπου το αλαλούμ/καψόνι παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό.

Για τον Σακελλάριο συστάσεις δεν χρειάζονται κι ας λείπει τόσα χρόνια -αν τα θεατρικά του έργα δεν παίζονται συχνά, οι αμέτρητες ταινίες που σκηνοθέτησε ή όπου έγραψε το σενάριο επαναπροβάλλονται συνεχώς στην τηλεόραση, ενώ ακούγονται και τα τραγούδια που έχει γράψει τους στίχους τους, συχνά χωρίς να ξέρουμε πως είναι δικά του -από το Άσ’τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα ως το Μονοπάτι ή το Έχω ένα μυστικό. Όπως όλοι οι παλιοί μάστορες της επιθεώρησης, είχε τεράστιο ταλέντο και, υποχρεωτικά, εξαιρετική παραγωγικότητα.

Το βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» (τίτλος πασίγνωστου τραγουδιού του σε μουσική Κώστα Γιαννίδη) ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε «επετειακή» έκδοση, συμπληρωμένη με κάποιο υλικό (τις τρεις τελευταίες ενότητες στα περιεχόμενα που βλέπετε εδώ). Εγώ έχω μια παλιότερη έκδοση. Όπως βλέπετε, η ύλη διαιρειται σε ολιγοσέλιδες ενότητες με αναμνήσεις του Σακελλάριου, γραμμένες στη δεκαετία του 1980 -ίσως πρωτοδημοσιεύτηκαν σε κάποια εφημερίδα, αλλά δεν υπάρχει κάποια μνεία στον πρόλογο.

Θα προσέξετε ότι, ενω σε άλλες πηγές αναφέρεται πως στα κινηματογραφικα΄»αλαλούμ» γινόταν λήψη χωρίς φιλμ στη μηχανή, εδώ ο Σακελλάριος λέει για κανονική λήψη -και μάλιστα ότι οι ταινίες αυτές κάπου φυλάγονταν.

Το βιβλίο ήταν τυπωμένο σε μονοτονικό, που μου έκανε πιο εύκολη τη ζωή στη μετατροπή του. Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλιο -υπήρχε κι άλλη μία που δεν την έβαλα.

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ακριβώς από το εργοστάσιο τσιμέντων «Άτλας» στις Τρεις Γέφυρες, υπήρχε μια μεγάλη εγκαταλελειμένη αποθήκη. Αυτή, λοιπόν, την αποθήκη την πήρε ο Φίνος και την έκανε «πλατό». Κι όταν λέμε «πλατό» μην πάει το μυαλό σας στα «πλατό» όπως είναι σήμερα.

Το πρώτο «πλατό» του Φίνου, που στην ουσία ήταν και το πρώτο «πλατό» του ελληνικού κινηματογράφου, ήταν όπως είπαμε μια αποθήκη χωρίς κανέναν από τους γνωστούς τεχνικούς εξοπλισμούς. Και μόνο η εφευρετικότητα του Φίνου, κατάφερε να κάνει στούντιο -και μάλιστα, στούντιο μέσα στο οποίο γυριστήκανε αξιόλογες ταινίες— αυτόν τον εντελώς ακατάλληλο χώρο. Και πρώτα-πρώτα δεν υπήρχαν προβολείς. Προβολείς που σήμερα έχουνε ακόμα κι οι ερασιτέχνες φωτογράφοι, τότε ήταν ένα είδος εντελώς άγνωστο.

Ο πρώτος προβολέας που μπήκε στο στούντιο του Φίνου, ήταν ένας μικρός προβολέας -πεντακόσια βατ όλα κι όλα— που δεν ξέρω πού τον βρήκε ο Φίνος και τον έφερε με όλας τας τιμάς, όταν γυρίζαμε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», για να κάνουμε ένα εφφέ.

Τα φώτα, λοιπόν, στο πρώτο αυτό «πλατό» ήταν μεγάλες και μικρές τενεκεδένιες σκάφες, που είχανε απλά «ντουί» στα οποία βιδώναμε κοινές λάμπες των εκατό και των διακοσίων κεριών. Υπήρχαν, ακόμα και μερικοί δήθεν προβολείς, που δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μεγάλες λάμπες απάνω σε κάποιο πόδι, χωρίς να έχουνε όμως μπροστά τους ειδικούς αυτούς φακούς που έχουνε οι προβολείς και που επιτρέπουν, με τους κατάλληλους χειρισμούς, το φως, να γίνεται συγκεντρωτικό ή διάχυτο.

Πριν, όμως, προχωρήσω στο πώς γυρίστηκε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» και στα χαριτωμένα επεισόδια που δημιουργηθήκανε στη διάρκεια του γυρίσματος, θα έπρεπε ίσως να σας πω ότι τότε δεν υπήρχανε τα κινηματογραφικά συνεργεία, που δημιουργηθήκανε λίγα χρόνια αργότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Κινηματογράφος, Παρουσίαση βιβλίου, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , , , | 144 Σχόλια »

Ο Αστερίξ και η Αδρεναλίνη

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2019

Το ιστολόγιο αγαπάει τον Αστερίξ και έχει καθιερώσει μια σειρά άρθρων στα οποία παρουσιάζει τις κλασικές περιπέτειες του Γκοσινί και του Ουντερζό -το τελευταίο άρθρο της σειράς αυτής, δέκατο έκτο συνολικά, το δημοσίευσα τον Μάιο και ήταν η περιπέτεια του Αστερίξ στην Ισπανία.

Στην αρχή, τα αστεριξολογικά μας άρθρα δημοσιεύονταν κάθε δυο μήνες, αλλά μετά ο ρυθμός αραίωσε απελπιστικά. Φέτος έχουμε δημοσιεύσει ένα μόνο άρθρο της σειράς αυτής, αυτό του Μαΐου, όμως για σήμερα έχουμε κάτι αλλο.

Βλέπετε, μπορεί ο Ρενέ Γκοσινί να πέθανε πρόωρα, πάνω στον ιμάντα του τεστ κοπώσεως λένε, σε πλήρη δημιουργική ακμή το 1977, αλλά ο Αλμπέρ Ουντερζό συνέχισε να εκδίδει άλμπουμ με περιπέτειες του Αστερίξ, αν και σε πιο αραιό ρυθμό. Πολλοί φανατικοί αναγνώστες των άλμπουμ της πρώτης περιόδου θεωρούν ότι τα άλμπουμ αυτής της δεύτερης περιόδου υστερούν σαφώς και αρνούνται να τα συμπεριλάβουν στον κανόνα των 24. Κι εγώ μαζί -δεν έχω σκοπό να παρουσιάσω άλμπουμ της δεύτερης περιόδου, που δεν ξέρω καν κι αν τα έχω διαβάσει όλα.

Όμως τα χρόνια περνάνε, ο Ουντερζό πέρασε τα ενενήντα (γεννημένος το 1927, να τα υπερεκατοστίσει!) και εδώ και μερικά χρόνια σταμάτησε να σκιτσάρει. Οπότε, θα έλεγε κανείς, έκλεισε οριστικά η σειρά των περιπετειών του Αστερίξ, έτσι δεν είναι;

Δεν είναι έτσι. Διότι ο Ουντερζό ή μάλλον ο εκδοτικός οίκος που διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα στους ήρωες έδωσε την άδεια στον κειμενογράφο Jean-Yves Ferri και στον σκιτσογράφο Didier Conrad να συνεχίσουν τις περιπέτειες στο ίδιο γενικό πνεύμα. Το τελικό προϊόν, κάθε φορά, έχει την έγκριση του Ουντερζό.

Αυτό είναι μεν ασυνήθιστο αλλά όχι πρωτοφανές, και άλλοι πετυχημένοι μυθοπλαστικοί ήρωες έχουν συνεχίσει την πορεία τους και μετά τον θάνατο των δημιουργών τους. Αν θέλετε, το συζητάμε στα σχόλια.

Η πρώτη περιπέτεια αυτής της τρίτης περιόδου έστειλε τον Αστερίξ και τον Οβελίξ στη χώρα των Πίκτων (Σκοτσέζων), η δεύτερη είχε θέμα έναν χαμένο πάπυρο του Καίσαρα και η τρίτη, που την παρουσιάσαμε και εδώ πρόπερσι, στέλνει τους δυο ήρωες σε κούρσα αρμάτων που διασχίζει την Ιταλία.(Δεν ξέρω καν αν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αν ξέρετε πείτε μας).

Πριν από τρεις εβδομάδες κυκλοφόρησε η τέταρτη περιπέτεια της νέας περιόδου του Αστερίξ, με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (όπου τα ονόματα των Γκοσινί και Ουντερζό προβάλλονται περισσότερο από των πραγματικών συντελεστών, του Φερί και του Κονράντ).

Ο Αστερίξ λοιπόν και η κόρη του Βερσενζετόριξ, του γαλάτη αρχηγού που ηττήθηκε από τον Καίσαρα στη μάχη της Αλέσιας -ή μήπως να τον πούμε Ουερκιγγετόριγα, όπως τον έλεγαν ο Δίων Κάσσιος και οι άλλοι Έλληνες συγγραφείς της εποχής; Δεν ξέρω πώς θα είναι ο ελληνικός τίτλος, αν και όταν μεταφραστεί η περιπέτεια, οπότε στο δικό μου άρθρο διάλεξα να πω «και η Αδρεναλίνη», αφού Αδρεναλίνη λέγεται η ηρωίδα του έργου, κάτι που ίσως θα το θυμάστε πως το αναφέραμε σε κάποια πρόσφατα μεζεδάκια, αφού ένας ελληνικός ιστότοπος είχε γράψει, έμπλεος εθνικής υπερηφανείας, ότι η ηρωίδα της νέας περιπέτειας «έχει όνομα ελληνικό».

(Δεν έχει. Θα είχε ελληνικό αν τη λέγανε Επινεφρίνη. Η αδρεναλίνη είναι επιστημονικός νεολογισμός με λατινική προέλευση).

Πολλοί βλέποντας την κοκκινομάλλα ηρωίδα με την κοτσίδα και την πεισματάρικη γκριμάτσα σκέφτηκαν τη Γκρέτα Τούνμπεργκ, τη Σουηδέζα ακτιβίστρια, επίσης έφηβη όπως η Αδρεναλίνη. Οι συντελεστές της περιπέτειας όμως αρνήθηκαν ότι είχαν για πρότυπο τη Γκρέτα -μάλιστα, ο σκιτσογράφος, ο Κονράντ, είπε πως εμπνεύστηκε τη μορφή της Αδρεναλίνης από την κόρη του. Πάντως, η ομοιότητα είναι μεγάλη -και ήταν συνήθως πρακτική και του παλιού Αστερίξ να υπάρχουν ήρωες πλασμένοι με πρότυπο διάφορα πρόσωπα της επικαιρότητας, αν και συνήθως όχι σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. (Και σε αυτή την περιπέτεια έχουμε μια τέτοια περίπτωση, όπως θα δούμε πιο κάτω).

Η υπόθεση:

Μια μέρα φτάνουν στο γαλατικό χωριό δυο Γαλάτες, και συγκεκριμένα Αρβέρνιοι. Λένε στον Μοναρχίξ (Αμπραρακουρσίξ στα γαλλικά) ότι έχουν μαζί τους την κόρη του Βερσενζετόριξ, που την αναζητεί ο Καίσαρας για να την πάρει στη Ρώμη και να την κάνει Ρωμαία. Θέλουν να την αφήσουν για λίγο στο γαλατικό χωριό, ώσπου να βρουν ένα πλοίο και να περάσουν στη Βρετανία.

Όμως, τους παρακολουθεί κι ένας προδότης Γαλάτης πολεμιστής για να την παραδώσει στους Ρωμαίους, κι αυτός ενημερώνει τους Ρωμαίους του γειτονικού στρατοπέδου, αν και ο εκατόνταρχος δεν δείχνει καθόλου ζήλο επειδή σε ένα μήνα παίρνει τη σύνταξή του.

Η Αδρεναλίνη γνωρίζεται με τους κατοίκους του χωριού, και ιδίως με τα παιδιά της ηλικίας της, τον γιο του σιδερά και τους γιους του ψαρά, που δεν έχουν την έχθρα των γονιών τους. Τους λέει ότι δεν θέλει να είναι πια το σύμβολο του πολέμου και ότι θέλει να φύγει.

Όλοι μαζί οι έφηβοι το σκάνε μια νύχτα από το χωριό -συναγερμός στο χωριό και σκηνές αλλοφροσύνης στο γειτονικό δάσος, όπου οι Γαλάτες, μια ρωμαϊκή περίπολος και ο προδότης αναζητούν την Αδρεναλίνη, η οποία συναντάει τυχαία δύο από τους γνωστούς μας πειρατές και πηγαίνει μαζί τους ελπίζοντας πως θα την οδηγήσουν στη Θούλη, το νησί των ονείρων της.

Στο πειρατικό πλοίο ανεβαίνει και ο προδότης, ενώ ο Αστερίξ, ο Οβελίξ και οι έφηβοι με μια βάρκα πλησιάζουν επίσης -καθώς και μια ρωμαϊκή γαλέρα. Όλοι μάχονται εναντίον όλων, το πειρατικό πλοίο φυσικά βουλιάζει και τελικά η Αδρεναλίνη και οι Γαλάτες επιστρέφουν στο χωριό όπου έχουν φτάσει και οι Αρβέρνιοι με το πλοίο ενός Λετιτμπίξ, που θα τους μεταφέρει στη Βρετανία.

Η Αδρεναλίνη λέει στους Αρβέρνιους ότι δεν έχει σκοπό να συνεχίσει να είναι σύμβολο της αντίστασης -ερωτεύεται τον Λετιτμπίξ, τον πλοίαρχο, μια φιγούρα σαν παιδί των λουλουδιών, και φεύγουν μαζί για ένα μακρινό νησί. Οι Αρβέρνιοι βρίσκουν άλλο σύμβολο για να συνεχίσουν την αντίσταση κατά των Ρωμαίων και όλοι είναι ικανοποιημένοι. Η περιπέτεια κλείνει με το καθιερωμένο τσιμπούσι.

Η περιπέτεια πήρε ανάμικτες κριτικές. Άλλοι είπαν ότι είναι η καλύτερη της νέας περιόδου, ο κριτικός της Λιμπερασιόν έγραψε ότι είναι απόλυτη αποτυχία. Δεν με γοήτευσε, ούτε και τη βαρέθηκα. Η πρωτοτυπία της δεν είναι τόσο πολύ ότι έχει γυναίκα για ηρωίδα, ότι ότι φέρνει στο προσκήνιο, για πρώτη φορά σε Αστερίξ, όχι ενήλικες ή παιδιά αλλά εφήβους -που μαζεύονται στο λατομείο του Οβελίξ και συζητάνε μακριά από τα βλέμματα των μεγάλων, που θέλουν να φύγουν μακριά, που πίνουν κρυφά μια μικρή δόση μαγικό φίλτρο, που μιλανε τη δική τους γλώσσα -και που δεν θέλουν να συνεχίζουν τους αγώνες των γονιών τους αλλά να ζήσουν τη δική τους ζωή.

Το μήνυμα αυτό θα μπορούσε ίσως να το πει κανείς και αντιδραστικό, αφού η Αδρεναλίνη δεν θέλει να είναι πια σύμβολο αντίστασης και πάλης των ανυπότακτων Γαλατών. Στην τελευταία σεκάνς της περιπέτειας, ο Αστερίξ ρωτάει τον Πανοραμίξ: Μα, η Αδρεναλίνη δεν πρόδωσε τη μνήμη του Βερσενζετόριξ; και απαντάει ο Πανοραμίξ: Όχι, γιατί ο πατέρας της τής είχε ζητήσει να αντιστέκεται πάντοτε και να μείνει ελεύθερη, κι αυτό έκανε κι εκείνη, αλλά με τον τρόπο της. Όπως το κρίνει κανείς, αυτό.

Θα προσέξατε ότι στο πρώτο μπαλονάκι το όνομα του Βερσενζετόριξ είναι γραμμένο με γράμματα μικρότερου μεγέθους. Αυτό γίνεται επειδή, σε όλη την περιπέτεια, από την αρχή-αρχή, οι Γαλατες αποφεύγουν να πουν δυνατά το όνομά του.

Όπως εξηγεί στην αρχή του έργου ο Γεροκανονίξ, μετά την ήττα στην Αλέσια κανείς δεν προφέρει μεγαλόφωνα το όνομα του Βερσενζετόριξ.

Αν δεν κάνω λάθος, και διορθώστε με οι αστεριξολόγοι, η απαγόρευση αναφοράς του ονόματος πρέπει να είναι καινοτομία των νέων δημιουργών της σειράς. Ως τώρα, ξέραμε ότι οι Γαλάτες αποφεύγανε να πουν πού βρίσκεται η Αλέσια.

Οι Αρβέρνιοι πολεμιστές που συνεχίζουν τον αγώνα του Βερσεζεντόριξ ανήκουν στην οργάνωση FARC – Front Arverne de Resistanche Checrète, Αρβερνικό Μέτωπο Μυστικής Αντίστασης. Το ακρώνυμο είναι ολοφάνερος υπαινιγμός στο FARC, τους αντάρτες της Κολομβίας (Fuerzas Armadas Revolucionarias de Colombia). Όμως στα κανονικά γαλλικά είναι Resistance Secrète, όχι Resistanche Checrète -ειρωνεύονται τη σημερινή προφορά των κατοίκων της Ωβέρνης, που προφέρουν παχύ το σ και εκεί όπου δεν είναι παχύ. Αυτό το έκανε και ο Γκοσινί, π.χ. στην Ασπίδα της Αρβέρνης.

Ο Γεροκανονίξ, που τον είδαμε πιο πάνω, είναι από τους πρωταγωνιστές της περιπέτειας, αφού είχε πολεμήσει στην Αλέσια μαζί με τους Αρβέρνιους. Στο δάσος, αναγνωρίζει τον προδότη και παλεύει μαζί του. Από τους υπόλοιπους Γαλάτες του χωριού, εμφανίζονται αρκετά ο ψαράς και ο σιδεράς, έστω και σαν πατεράδες των παιδιών τους. Και με αφορμή τα παιδιά τους καβγαδίζουν κιόλας:

Ο δικός μου καθαρίζει σε χρόνο μηδέν μια λεκάνη ψάρια, λέει ο ψαράς.

Ο δικός μου, απαντάει ο σιδεράς, δεν έχει πάρει το Bac (το ακαδημαϊκό απολυτήριο) αλλά μαθαίνει μια χρήσιμη τέχνη.

Το λογοπαίγνιο βρίσκεται στο ότι bac είναι η λεκάνη με τα ψάρια, είναι όμως και η σύντμηση του baccalauréat, του μπακαλορεά.

Υπάρχουν και άλλα λογοπαίγνια όπως και αρκετοί αναχρονισμοί -ας πούμε, η Αδρεναλίνη δηλώνει ότι έχει μπουχτίσει πια να την χρησιμοποιούν, αυτήν και το περιδέραιό της, για να κάνουν πόλεμο.

Η έκφραση που χρησιμοποιεί είναι Ras l’amphore, που είναι λογοπαίγνιο με την έκφραση ras le bol (κατά λέξη: ξεχειλίζει το μπολ) που τη λέει κάποιος που έχει μπουχτίσει (φτάνει πια, όχι άλλο κάρβουνο), αλλά αναπαλαιώνει το μπολ σε αμφορέα.

Όσο για το περιδέραιο, που δεν φαίνεται καλά στο συγκεκριμένο σκίτσο, λέγεται torque στα γαλλικά (και torque ή torc στα αγγλικά) και είναι το τυπικό στολίδι που είχαν γύρω από τον λαιμό οι Κέλτες, από συνεστραμμένα ελάσματα, που κατέληγαν στις άκρες σε δυο κεφαλές, συχνά με περίτεχνο σκάλισμα.

Έψαχνα τον ελληνικό όρο για το κόσμημα αυτό, αλλά βρήκα στη Βικιπαίδεια ότι λέγεται απλώς τορκ.

Αν ξέρει κανείς κάποιον ελληνοπρεπέστερο όρο, ας τον πει.

Το τορκ αυτό, που αρχικά το είχε ο Βερσεζεντόριξ, είναι το σύμβολο της αντίστασης κατά των Ρωμαίων και ο προδοτης θέλει να της το πάρει για να το παραδώσει στον Καίσαρα.

Προς το τέλος της περιπέτειας, ενώ παλεύουν στη βάρκα, το τορκ πέφτει στη θάλασσα και καταλήγει στον βυθό. Ο προδότης ορκίζεται ότι θα το βρει, και απομακρύνεται κολυμπώντας -αλλά πίσω του βλέπουμε το φτερό ενός καρχαρία και δεν μαθαίνουμε περισσότερα για την τύχη του.

Ο Καίσαρας, πάντως, δεν δείχνει ιδιαίτερα εκνευρισμένος που ματαιώθηκε το σχέδιό του να υιοθετήσει την Αδρεναλίνη και να την κάνει Ρωμαία.

– Ας είμαστε ρεαλιστές. Δεν θα έχεις τόσο γρήγορα θετή αδελφή, καημένε μου Βρούτε!

– Μπα, απαντάει εκείνος παίζοντας όπως πάντα με το μαχαίρι του. Ξέρεις, εγώ με την οικογένεια…

Δεν το έχει και πολύ με την οικογένεια ο Βρούτος, το ξέρουμε από τις προηγούμενες περιπέτειες!

Να κλείσω με κάτι που χρωστάω -είχα πει πιο πριν ότι και στην περιπέτεια αυτή υπάρχουν χαρακτήρες φτιαγμένοι με πρότυπο κάποιον διάσημο.

Πράγματι, ένας από τους πειρατές, αυτός στο κέντρο με τις κόκκινες ριγέ βράκες, είναι ίδιος ο Σαρλ Αζναβούρ -και μάλιστα μιλάει με τίτλους τραγουδιών του Αζναβούρ, εδώ το For me formidable, ένα αγγλογαλλικό τραγούδι του, ή έστω formi, hic, formidable αφού οι πειρατές έχουν προηγουμένως κουρσέψει ένα φοινικικό πλοίο (με καπετάνιο γνωστό από προηγούμενη περιπέτεια) που μετέφερε κρασί και είναι μονίμως μεθυσμένοι.

Κι εδώ κλείνει αυτή η παρουσίαση, υπό τύπον αβάν πρεμιέρ, αφού η περιπέτεια προς το παρόν έχει κυκλοφορήσει μόνο στα γαλλικά. Έψαξα λίγο μήπως κάποιος Γάλλος αστεριξολόγος έχει ανεβάσει κάποιο άρθρο, για να πάρω από εκεί ιδέες, αλλά μόνο στη Βικιπαίδεια βρήκα κάποια πράγματα. Οπότε, παγκόσμια πρώτη στο ιστολόγιο!

 

Posted in Αστερίξ, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 111 Σχόλια »

Οι βάρδιες των πουλιών του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2019

Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, το έχω γράψει πάνω από μια φορά. Κάθε που κυκλοφορεί βιβλίο του σπεύδω να το προμηθευτώ και να το διαβάσω -και τρία από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς στο ιστολόγιο, το «Όλα για καλό» πρόπερσι, το «Αντί Στεφάνου» το 2015 και το «Του Θεού το μάτι» το 2013. Πριν από ένα μήνα βγήκε, πάντοτε από την Εστία, το καινούργιο του μυθιστόρημα με τίτλο «Οι βάρδιες των πουλιών» που θα το παρουσιάσω σήμερα εδώ.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, ενώ ταυτόχρονα διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια και αγροτουρισμό. Στις παλιότερες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») ενώ το «Όλα για καλό» εκτυλισσόταν μέσα στην προσφυγική κρίση του 2015.

Το καινούργιο βιβλίο, «Οι βάρδιες των πουλιών» δεν έχει τέτοιες αναφορές στην πολιτική επικαιρότητα, παρόλο που ο χρόνος της δράσης δηλώνεται σαφώς, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2018 -ωστόσο, ο αφηγητής στις αναδρομές του σκιαγραφεί την ιστορία μιας οικογένειας από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τα σήμερα. Κατά πάσα πιθανότητα, λοιπόν, έχουμε το πιο πολυπρόσωπο έργο του Μακριδάκη, αφού στις 180 σελίδες του σκιαγραφούνται σχεδόν τριάντα πρόσωπα, από τους προπαππούδες του αφηγητή, του Ανέστη Δεληγιώργη, που είναι περίπου συνομήλικός μου, γεννημένος στα 1960, ίσαμε τον εγγονό του -που δεν έχει ακόμα γεννηθεί αλλά επηρεάζει τα γεγονότα. Για να διευκολύνει μάλιστα τον αναγνώστη, ο Μακριδάκης έχει βάλει γενεαλογικό δέντρο στο τέλος του βιβλίου, που είναι πολύ χρήσιμο επειδή, καθώς είναι συγγενείς, οι διάφοροι ήρωες έχουν σε μεγάλο βαθμό ίδια επώνυμα.

Είχα την ευκαιρία, και τη χαρά, το Σάββατο που μας πέρασε, και αφού είχα μόλις διαβάσει το βιβλίο, να παρακολουθήσω μια εκδήλωση στην Εργατική Λέσχη Νέας Σμύρνης, στην οποία πήρε μέρος και ο Μακριδάκης, ο οποίος μίλησε βέβαια για όλα του τα βιβλία αλλά περισσότερο στάθηκε σε αυτό. Έτσι θα σας δώσω μερικές πληροφορίες που μας εκμυστηρεύτηκε, κατευθείαν από την «κουζίνα του συγγραφέα» -κι έτσι θα έχετε ινσάιντ ινφορμέσιο.

Λοιπόν, ο αφηγητής, ο Ανέστης Δεληγιώργης, γεννημένος το 1960 στον προσφυγικό συνοικισμό της Χίου, αναθυμιέται τον βίο και την πολιτεία των προγόνων του, που ζούσαν στην απέναντι μικρασιατική ακτή, στην Αγία Παρασκευή ή Κιόστε. Η προγιαγιά του η Μαριγώ είχε παντρευτεί τον Μικέ Γλαράκη, που ήταν γιγαντόσωμος σα βόδι και γι’ αυτό είχε το παρατσούκλι Σαβούς.

Ο Σαβούς ναυάγησε και πνίγηκε και εννιά μήνες μετά γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του που κανείς δεν ξέρει αν ήταν παιδί του πνιγμένου ή του δεύτερου άντρα της, του Θανάση Δεληγιώργη, ο οποίος ανέτρεφε περιστέρια με αποτέλεσμα να του κολλήσει το παρατσούκλι «η Περιστερού» και εκτελούσε χρέη ταχυδρόμου και πήγε να αναγγείλει τα χαμπέρια για το ναυάγιο στη Μαριγώ αλλά έμεινε μέσα πάρα πολλή ώρα -και ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν.

Έτσι, η οικογένεια απόκτησε δυο κλάδους, τους μεγαλόσωμους που κατάγονταν από τον πρώτο γιο του Σαβού και τους ντελικάτους που βγήκαν από τον δεύτερο γιο, που κληρονόμησαν μαζί και το συνήθειο να ανατρέφουν να γυμνάζουν περιστέρια, που μεταδόθηκε μέχρι και τον αφηγητή. Μετά τον διωγμό του 1914 εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Χίο -και οριστικά μετά το 1922 και την Καταστροφή. Η οικογένεια όμως είχε και μια κατάρα, ας πούμε, που τη βάραινε: ένας αρσενικός κάθε γενιάς να χάνεται στη θάλασσα, καθώς οι περισσότεροι ή ήταν ναυτικοί επαγγελματίες ή είχαν στεριανό επάγγελμα αλλά και μια βάρκα ερασιτεχνικά.

Το καλοκαίρι του 2018 ο αφηγητής πηγαίνει μαζί με τον ξάδερφό του μια μικρή θαλάσσια εκδρομή με τη βάρκα του τελευταίου. Η βάρκα παίρνει νερά και βουλιάζει παρά τη μπουνάτσα. Ο αφηγητής μένει ώρες πολλές μέσα στο νερό μέχρι που τον μαζεύουν, αλλά ο ξάδερφος όπως και ο γιος του πνίγονται. Το ναυάγιο είναι ο καταλύτης που βάζει τον αφηγητή να αναστοχαστεί την ιστορία την οικογενειακή του:

Πάντοτε με έτρωγε περιέργεια μεγάλη για το μυστήριο αυτό της προγιαγιάς μας και μια αμφιβολία για τη φύτρα μου την είχα σε όλη μου τη ζωή· τελευταία όμως, μετά και από το μοιραίο ναυάγιο, τον περασμένο Αύγουστο, τότε που τα ‘φερε έτσι η ώρα η κακιά και μπατάραμε με κάλμα μπουνάτσα και έγινε ό, τι έγινε, μου μπήκανε ιδέες διάφορες μες στο κεφάλι μου και σιγά-σιγά, σαν άρχισα να συνέρχομαι κάπως από το σοκ, έπιασα, κρυφά από την Ελένη βεβαίως, για να μην καταλάβει ότι κάπως συνήλθα και πιάσει πάλι την γκρίνια της τη γνωστή για τα περιστέρια, να καταγράφω και να μελετώ τα μοιραία συμβάντα αλλά και την όλη πορεία μας την οικογενειακή μαζί με τα πουλιά, από τρεις γενιές πίσω ίσαμε σήμερα, μπας και βγάλω συμπέρασμα πιο ασφαλές από πού βαστά άραγε ακριβώς η δικιά μου η φύτρα.

Το απόσπασμα αυτό το βάζω για να πάρετε μια μικρή γεύση απο το αφηγηματικό ύφος που χρησιμοποιεί εδώ ο Μακριδάκης, το κουβεντιαστό ύφος ενός λαϊκού αλλά εγγράμματου μεσήλικα (είναι λογιστής ο Ανέστης), με πολύ μακριές προτάσεις, που εύκολα πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, καθώς κάνει λόγο για κάποιον συγγενή ή συγχωριανό και αμέσως παίρνει αφορμή να μας πει την ιστορία της ζωής του, κι έπειτα ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης εκεί που το είχε αφήσει ή συνεχίζει με νέα παρέκβαση. Εμένα το στιλ αυτό με γοητεύει πολύ, το έχω χρησιμοποιήσει και σε δικά μου γραφτά άλλωστε. Ο Μακριδάκης είχε μεταχειριστεί κάπως παρόμοιο στιλ στο «Στου Θεού το μάτι».

Κι έτσι, ενώ από το πρώτο κεφάλαιο μαθαίνουμε τα βασικά, ότι δηλαδή ο αφηγητής έχει τους δυο προπαππούδες που είπαμε, ότι έχει πάθος με τα ταχυδρομικά περιστέρια και ότι ναυάγησε και πέρασε ώρες πολλές στη θάλασσα, στη συνέχεια κάθε κεφάλαιο προσθέτει μερικές ψηφίδες στην όλη εικόνα ενώ ταυτόχρονα επαναλαμβάνει και κάποια που έχουν ήδη ειπωθεί, σαν να είναι κάθε κεφάλαιο ένας ομόκεντρος κύκλος που όλο και στενεύει μέχρι στο τέλος να συμπληρωθούν όλα τα κενά, να σκιαγραφηθούν όλοι οι πρόγονοι του Ανέστη και να μάθουμε τη μεγάλη απόφαση που πήρε ύστερα από βασανιστική σκέψη -δεν θα σποϊλάρω.

Στην εκδήλωση της Νέας Σμύρνης ο Μακριδάκης μάς αποκάλυψε πως το περιστατικό του ναυαγίου είναι πραγματικό, συνέβη δηλαδή πέρυσι περίπου υπό τις ίδιες συνθήκες που περιγράφονται στο βιβλίο, και πήρε συνέντευξη από τον ναυαγό, που επίσης έμεινε ώρες πολλές στη θάλασσα και του περιέγραψε τι σκεφτόταν και τι έκανε για να μείνει ακμαίος ώσπου να έρθουν να τον περισυλλέξουν, πώς είχε αγωνία να μην του βγάλουν κανα μάτι οι γλάροι που πετούσαν όλη την ώρα από πάνω του, ώσπου έδωσε ο θεός και νύχτωσε, αλλά τότε άρχισε η αγωνία μήπως τον πνίξουν τα απόνερα από το καράβι της γραμμής, ενώ όλη την ώρα έπρεπε επίσης να προσέχει να μην περάσει τη μεσαριά των νερών και βγει στο τούρκικο, αλλά τα σημάδια αυτά που ορίζουν περίπου τη μεθοριακή γραμμή στη θάλασσα τα ξέρουν καλά οι περισσότεροι Χιώτες.

Σε πραγματικό γεγονός είναι βασισμένη και μια από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου: ένας παλαίμαχος ψαράς ρίχνει το παραγάδι σε έναν ψαρότοπο που βρίσκεται στα τούρκικα νερά αλλά πολύ κοντά στα σύνορα. Την άλλη μέρα πάει να το μαζέψει και δεν το βρισκει. Του το έχουν κατασχέσει οι Τούρκοι λιμενικοί, αλλά αυτός δεν το ξέρει αυτό και νομίζει ότι απλώς γέρασε και δεν θυμάται πού έχει ρίξει τα δίχτυα. Η αμφιβολία τον βασανίζει, μέχρι που μαθαίνει από έναν φίλο του Τούρκο ψαρά ότι τα σύνεργά του τα κατασχεμένα πρόκειται να βγουν σε πλειστηριασμό την άλλη Κυριακή στον Τσεσμέ -και ότι οι ψαράδες της απέναντι ακτής συνεννοήθηκαν να τα αγοράσει κάποιος στην τιμή εκκίνησης, χωρίς να χτυπήσει κανείς άλλος την τιμή, και να του τα δώσουν πίσω. Αυτό το περιστατικό είναι πραγματικό και έγινε πριν από μερικά χρόνια, αλλά ο Μακριδάκης το εμπλουτίζει αφενός με την πινελιά για τον παλαίμαχο ψαρά που νόμιζε πως έχει πια ξεκουτιάνει και αφετέρου με τη σκηνή της πανηγυρικής συνάντησης Ρωμιών και Τούρκων στα μισά της θάλασσας για να παραδώσουν τα δίχτυα στον δικαιωματικό τους κάτοχο.

Ο Μακριδάκης παλιότερα είχε αποδελτιώσει τις χιώτικες εφημερίδες της περιόδου 1912-1940 και κάποια από τα γεγονότα τα πέρασε και σε τούτο το μυθιστόρημα μεταπλασμένα -ας πούμε, παίρνει το πραγματικό γεγονός της ημερήσιας εκδρομής που έκαναν το 1932 οι κάτοικοι του προσφυγικού συνοικισμού της Χίου στο παλιό τους χωριό -και προσθέτει την έξοχη λεπτομέρεια πως η προγιαγιά του με την ευκαιρία αυτή έκοψε με το σουγιαδάκι ένα μάτι από την καλή λεμονιά τη δίφορη που είχε στον παλιό της κήπο, και το έβαλε κάτω από τη γλώσσα της για να έχει υγρασία και το μετάφερε στο καινούργιο της σπίτι και μπόλιασε το δέντρο της. Και κάποιες ιστορίες από την Κατοχή έχουν πραγματική βάση αλλά συνυφαίνονται με τη μυθοπλασία.

Αντίθετα, εντελώς μυθοπλασία είναι όλα όσα έχουν σχέση με τα περιστέρια, αν και πολύ πειστικά περιγράφει το πάθος των περιστεράδων ο Μακριδάκης, το πώς χαϊδεύαν τους πρωταθλητές τους όταν επέστρεφαν από κάποιο μακρινό μέρος, την αγωνια μήπως τα κυνηγήσει κανένα αρπακτικό κτλ. Δικό του εύρημα είναι και το ότι οι ψαράδες συνήθιζαν να παίρνουν ένα ζευγάρι περιστέρια όταν έφευγαν για μακρινό ψάρεμα ώστε, σε περίπτωση που κάτι συμβεί να μπορούν να ειδοποιήσουν.

Ο αφηγητής τού Μακριδάκη χρησιμοποιεί, όπως είναι αναμενόμενο από άνθρωπο της επαρχίας, πολλές παροιμιακές εκφράσεις ενώ παρεμβάλλει και κάμποσα ιδιωματικά στοιχεία λόγου. Επειδή εδώ λεξιλογούμε, παραθέτω μερικές από τις λέξεις/εκφράσεις του βιβλίου που δεν υπάρχουν στα λεξικά. Σε κάποιες περιπτώσεις ρώτησα τον συγγραφέα.

* τραβάκα (σελ. 26) «….σπιτάκια παρόμοια· μεσοτοιχία, με στέγη κοινή και με μια τραβάκα μεγάλη μπροστά το καθένα τους για να βαζουνε από κάτω τα εργαλεία των καϊκιών τους». Τραβάκα στη Χίο είναι η πυραμιδοειδής στέγη με τα κεραμίδια, ειδικότερα όμως εδώ είναι το γείσο της στέγης, η αστρέχα που λένε σε άλλα μέρη. (Ο Κοραής στα Άτακτα αναφερει τη λέξη, όπως έχουμε αναφέρει σε σχόλιο).

* κατσίρδισε (σελ. 41) «δεν θέλανε και πολύ οι ειδικοί στο συνοικισμό να διαγνώσουνε πως του κατσίρδισε ολωσδιόλου και να τον στείλουνε σε κανένα ίδρυμα».

Εδώ σημαίνει «του έστριψε». Το ρήμα «κατσιρντίζω», τουρκικής αρχής (από τον αόριστο κατσιρντίμ του ρήματος κατσιρμάκ) σημαίνει, στο λεξικό του Κουκκίδη, «φυγαδεύω, αφήνω κάτι να φύγει». Από την ίδια ρίζα και άλλα δάνεια πχ. κατσάκης ο φυγάς.

* κουμάσι (σελ. 42) Η λέξη επανέρχεται πολύ συχνά στο κείμενο διότι «κουμάσι» είναι ο περιστερώνας. Έχουμε γράψει άρθρο για αυτές τις δύο ομόηχες λέξεις -όλοι ξέρουν το κουμάσι που είναι ο φαύλος άνθρωπος (καλό κουμάσι και του λόγου του!) αλλά όχι πολλοί το κουμάσι τον ορνιθώνα (ή περιστερώνα ή και σπιτάκι για σκύλο).

* περχαριάζω (σελ. 49) «το περχάριαζε … το ανιψάκι του». Περχαριάζω σημαίνει κανακεύω, ταχταρίζω παιδί. Η λέξη δεν γκουγκλίζεται αλλά η σημασία της είναι φανερή από τα συμφραζόμενα -ρώτησα προς επιβεβαίωση και τον συγγραφέα.

* μοιασίδι (σελ. 54) «το δικό μου το μοιασίδι, ιδίως στα χούγια τα κρυφά, με … τον προπάππου μου». Μοιασίδι είναι εδώ η ομοιότητα. Σημαίνει όμως και το χαρακτηριστικό του προσώπου, που λέγεται και μοισίδι, και έτσι το έχουμε συναντήσει στον Μυριβήλη.

* πακιαρίζομαι (σελ. 55) «τότε … που δεν τα πακιαριζότανε τα περιστέρια μέσα στο καΐκι ο Σταμάτης» Δεν τα χρησιμοποιούσε, δεν τα συνήθιζε. Πακιάρομαι σημαίνει ασχολούμαι με κάτι, επιδίδομαι σε κάτι. To είχαμε συζητησει και παλιότερα. Φαίνεται να προέρχεται από τα ιταλικά, αλλά το ιταλ. pacchiare σημαίνει ντερλικώνω -δείτε το σχόλιο το παλιό.

* αναμικιόρης (σελ. 58) «ήτανε και αναμικιόρης μέγιστος και δεν ήθελε να αλλάζει τα πληρώματα μέσα στη μέση της χρονιάς». Ναμικιόρης ή αναμικιόρης είναι λέξη με πολλές σημασίες, που την έχουμε συζητήσει πολλές φορές. Αρχική σημασία «αχάριστος» όπως στο τουρκικό nankör απ’ όπου προέρχεται (το οποίο ανάγεται στα περσικά nan και kör, κατά λέξη ‘τυφλός στο ψωμί’ -έχουν… πρωτογένεια τα περσικά!)

Όμως η λέξη έχει επίσης πάρει τις σημασίες α) δύστροπος, παράξενος β) πλεονέκτης, άπληστος. Ο Μακριδάκης έδωσε την εξήγηση «στραβόξυλο, πολύ παράξενος, ιδιότροπος».

* κατσελάρω (σελ. 60) «το καΐκι θα κατσελάρει λίγες μέρες την επιστροφή του». Καθυστερώ. Από τα ιταλικά φαίνεται να προέρχεται μάλλον παρά από τα αγγλικά, αλλά το cancel και το cancellare δεν ξέρω αν έχουν αυτή την έννοια.

* μπαζάρω (σελ. 67) «μέχρι και τη Βολισσό την ίδια είχανε μπαζάρει μια φορά το ’36» Φτάνω σε μέρος μακρινό.

* λιλάδι (σελ. 71) «με ξαπλώσανε μετά στης παραλιας τα λιλάδια με τη μούρη». Τα βότσαλα· λιτρίδια στη Μυτιλήνη, λαλάρια στη Σκιάθο.

* στον καιρό τα λάχανα (σελ. 73) Παροιμιώδης φράση που σημαίνει «κάθε πράμα στον καιρό του»

* αχλαδόχερος (σελ. 89) Ο ατζαμής. Προσδιορίζει ο Μακριδάκης: «με την έννοια ότι τα χέρια του μέσα έχουνε αγκάθια σαν την αγριαπιδιά και δε μπορεί να πιάσει τίποτα»

Έχει κι άλλες λέξεις στη συνέχεια, αλλά σταμάτησα να σημειώνω επειδή μ’ απορρόφησε το διάβασμα. Να το διαβάσετε κι εσείς το βιβλίο, αξίζει τον κόπο!

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 110 Σχόλια »

Το λεξικό των Ρωμέικων, του Βαχίτ Τουρσούν

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2019

Ρωμέικα (ή Ρωμαίικα αν προτιμάτε) λέμε βεβαίως τα ελληνικά, σε κάπως λαϊκό ύφος -αν και όλο θα λιγοστεύουν όσοι αναφέρονται στη γλώσσα μας με αυτή τη λέξη: μπορεί να υπάρχει η Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, αλλά έχουν περάσει 100+ χρόνια από τότε που έκλεισε ο Ρωμηός του Σουρή.

Αλλά πλατειάζω. Το λεξικό του τίτλου δεν αφορά τη γλώσσα στην οποία γράφεται το ιστολόγιο, αλλά μιαν άλλη γλωσσική ποικιλία (γλώσσα; διάλεκτο; μην κολλήσουμε εκεί), που μιλιέται στην Τουρκία, στον Πόντο, και που λέγεται Romeika. Στο ιστολόγιο έχουμε αναφερθεί ξανά σε αυτή τη γλωσσική ποικιλία, πριν από αρκετά χρόνια, όταν είχε ανακοινωθεί, με κάπως κωμικές τυμπανοκρουσίες, από τον Τύπο η ύπαρξη μιας διαλέκτου που είναι πολύ κοντά στα αρχαία ελληνικά. Τότε την ποικιλία αυτή την είχαμε πει και «οφίτικα» διότι μιλιούνται στην περιοχή του ποταμού Όφη, στον Πόντο.

Το λεξικό το βλέπετε εδώ στην εικόνα, ο τίτλος του είναι Romeika-Türkçe Sözlük, δηλαδή Ρωμεϊκο-τουρκικό λεξικό, και συγγραφέας του ο Βαχίτ Τουρσούν, που είναι ο ίδιος φυσικός ομιλητής των Ρωμέικων.

Μέσω του κοινού μας φίλου Βλάση Αγτζίδη, είχα αλληλογραφία με τον Βαχίτ Τουρσούν, που με ενημέρωνε για την πρόοδο του έργου του. Το υλικό που θα δείτε σήμερα μου το είχε στείλει στις αρχές του καλοκαιριού. Διστασα να το δημοσιεύσω τότε επειδή το καλοκαίρι λιγοστεύει η αναγνωσιμότητα του ιστολογίου.

Θα (ανα)δημοσιεύσω σήμερα την εισαγωγή του καθηγητή Πίτερ Μάκριτζ στο λεξικό που νομιζω πως δινει αρκετές πληροφορίες για τα Ρωμέικα/οφίτικα. (Στην Πύλη της ελληνικής γλώσσας υπάρχει κι άλλο ένα κείμενο του Π. Μάκριτζ για το ίδιο θέμα).

Επίσης, για να πάρετε μιαν ιδέα και από το λεξικό και απο το λεξιλόγιο των Ρωμέικων, παρακάλεσα τον Βαχίτ Τουρσούν και μου έστειλε σε pdf ένα δείγμα, σχεδόν 20 σελίδες, από το γράμμα Α του λεξικού του, που το έχω ανεβάσει εδώ και μπορείτε να το συμβουλευτείτε.

Και μια εικόνα από ένα τυχαίο δισέλιδο του λεξικού:

H εισαγωγή του καθηγητή Peter Mackridge στο λεξικό των Ρωμέικων:

Η επιβίωση της ελληνικής γλώσσας στην περιοχή της Τραπεζούντας (Πόντος) στην Τουρκία είναι αξιοθαύμαστη. Οι περισσότεροι από τους ομιλητές της ντόπιας ελληνικής διαλέκτου ήταν Χριστιανοί, αλλά η γλώσσα μιλιόταν επίσης σαν μητρική από μερικές μουσουλμανικές κοινότητες. Παρ’όλα αυτά, το 1923, μετά την ήττα των ελληνικών δυνάμεων από τον τουρκικό στρατό στην Ανατολία, η συνθήκη της Λωζάνης προέβλεψε την υποχρεωτική ανταλλαγή των μουσουλμανικών και ορθόδοξων χριστιανικών μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί ομιλητές της ελληνικής διαλέκτου στον Πόντο να μεταφερθούν στην Ελλάδα. Οι απόγονοι αυτών των ανταλλαγέντων Χριστιανών είναι τώρα όλοι γηγενείς ομιλητές της καθομιλούμενης νεοελληνικής γλώσσας και οι γνώσεις τους για την ποντιακή ελληνική διάλεκτο είναι περιορισμένες ή και ανύπαρκτες. Οι μουσουλμάνοι ομιλητές της ελληνικής διαλέκτου, ωστόσο, οι περισσότεροι εκ των οποίων έζησαν σε απομονωμένα χωριά στις περιοχές των Τσαΐκαρα (Όφι), Σουρμένων και Τόνγιας, παρέμειναν στα εδάφη τους και οι κοινότητές τους συνεχίζουν να μιλούν ελληνικά μέχρι σήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά, Ντοπιολαλιές, Πόντιοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 256 Σχόλια »

Η πάμπα του νίτρου, του Πάμπλο Νερούδα (εις μνήμην Αμαλίας Βασιλακάκη)

Posted by sarant στο 29 Σεπτεμβρίου, 2019

Προχτές χάσαμε την αγαπημένη μας Cronopiusa, την Αμαλία μας, που ομόρφαινε το ιστολόγιο με τις μουσικές και τις εικόνες της. Τη μνημονέψαμε στα σχόλια εκείνης της ημέρας. Σήμερα Κυριακή θα ταίριαζε να βάλω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κάρλος Φουέντες «Σε αυτά πιστεύω» που είχε μεταφράσει, αλλά πρακτικά δεν είναι δυνατόν. Επιφυλάσσομαι για άλλη φορά.

Στη μνήμη της θα δημοσιεύσω σήμερα ένα κείμενο που θα της άρεσε. Πρώτα όμως, μεταφέρω δυο λόγια που έγραψαν για την Αμαλία οι συναγωνιστές της από το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα:

Αν κάποιος ήθελε να δώσει τον ορισμό του τι είναι ένας άνθρωπος που φέρνει με τη δράση του την αλλαγή στην καθημερινότητα, θα μπορούσε να αναφέρει απλώς την Αμαλία Βασιλακάκη. Η Αμαλία μάς άφησε χτες πρόωρα. Πρόλαβε όμως να αξιοποιήσει το μεγάλο δώρο τη ζωής με αγώνα, αλληλεγγύη, καλοσύνη και αγάπη.

Για δεκαπέντε χρόνια υπήρξε η ψυχή των Πίσω Θρανίων και του Στεκιού Μεταναστών. Δίδαξε ελληνικά σε εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες. Ταυτόχρονα τους έδωσε την ευκαιρία να κάνουν τη γνωριμία τους με την ελληνική κουλτούρα μέσα από το λαϊκό τραγούδι και τον κινηματογράφο. Η Αμαλία ήταν μια έξοχη εκπαιδευτικός που έβλεπε την Παιδεία σαν μέσο για να αλλάξει ο κόσμος. Παρούσα με συνέπεια και κέφι στα κινήματα, από τη «Μεσοποταμία» στο Μοσχάτο έως την Τσιάπας στο Μεξικό, είχε κάνει στάση ζωής τον αγώνα για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Η Αμαλία μας δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο. Πέτυχε όμως να αλλάξει τις ζωές πολλών ανθρώπων, να κάνει καλύτερες τις ζωές μας.

Το κείμενο του Πάμπλο Νερούδα λέγεται «Η πάμπα του νίτρου» και μιλάει για τις απέραντες εκτάσεις στην έρημο της Χιλής όπου υπάρχουν τα ορυχεία του νίτρου. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε ως Επίμετρο στη νουβέλα Αφηγήτρια ταινιών, του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, που εκδόθηκε φέτος από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Στη νουβέλα, μια φτωχή οικογένεια εργατών νίτρου δεν έχει χρήματα για να βγάλουν ολα της τα μέλη εισιτήρια για τον κινηματογράφο που είναι η μοναδική διασκέδαση στον οικισμό. Στέλνουν λοιπόν την κόρη, η οποία αφηγείται με τόσο ταλέντο και τόσο παραστατικά τις διάφορες ταινίες που τελικά αρχίζουν να την προσκαλούν και από άλλα σπίτια. Δεν λέω πιο πέρα, να πάρετε το βιβλίο.

Ο φίλος Κώστας Σπαθαράκης, ο εκδότης των Αντιπόδων, ίσως επειδή η νουβέλα είναι σύντομη, είχε την καλή ιδέα να προσθεσει το άρθρο του Νερούντα ως Επίμετρο. Του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 189 Σχόλια »

Αποδομώντας τη μυθολογία της γλώσσας (κριτική της Μαριάννας Κατσογιάννου)

Posted by sarant στο 21 Αυγούστου, 2019

Την Κυριακή που μας πέρασε δημοσιεύτηκε στην Αυγή μια κριτική της φίλης γλωσσολόγου Μαριάννας Κατσογιάννου για το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα«. 

Θα αναδημοσιεύσω εδώ την κριτική της -και επειδή η Μαριάννα κάνει λόγο για ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο του βιβλίου παίρνω την ευκαιρία να αναδημοσιεύσω και το κεφάλαιο αυτό από το βιβλίο μου, μια και στο ιστολόγιο δεν έχω ακόμα παρουσιάσει κανένα απόσπασμά του. Αν ψάξετε, μπορείτε να βρείτε ένα αρκετά παλιό άρθρο του ιστολογίου που χρησίμευσε ως βάση ή μάλλον ως έναυσμα για το κεφάλαιο.

Χωρίς άλλες εισαγωγές, η κριτική της Μαριάννας Κατσογιάννου:

Ο μπλόγκερ Νίκος Σαραντάκος δεν χρειάζεται συστάσεις. Το καινούργιο του βιβλίο, Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη από τις Εκδόσεις του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστήμιου, έχει ήδη σπάσει τα ταμεία -κάτι αναμενόμενο, αν σκεφτεί κανείς ότι τα θέματα που θίγει απασχολούν το ευρύ κοινό εδώ και πολλές δεκαετίες, χωρίς ποτέ να πάψουν να είναι επίκαιρα: τι έγινε άραγε σ’ εκείνη την περίφημη ψηφοφορία όπου τα ελληνικά, για μία μόνο ψήφο, έχασαν την ευκαιρία να γίνουν η επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ; Πώς ανακάλυψε ο Μπιλ Γκέιτς ότι η γλώσσα των υπολογιστών είναι τα αρχαία ελληνικά και βρέθηκε στην κορυφή της λίστας με τους πιο πλούσιους ανθρώπους του κόσμου; Ποιες είναι οι σκοτεινές δυνάμεις που προσπαθούν να καταστρέψουν την ελληνική γλώσσα και ποια μέσα χρησιμοποιούν; Είναι δυνατόν σήμερα τα πρόβατα να μη βελάζουν πια όπως στην αρχαία Αθήνα;

Αντίθετα από τον μπλόγκερ, ίσως χρειάζεται να πούμε δυο λόγια για τον φιλόλογο Νίκο Σαραντάκο, γιατί αυτή του η ιδιότητα δεν είναι εξίσου γνωστή. Ο ίδιος είναι αρκετά σεμνός για να δηλώνει «απλός ερασιτέχνης μελετητής της γλώσσας», χωρίς να αναφέρει ότι, ανάμεσα στα άλλα, έχει και πτυχίο φιλολογίας από το Αγγλικό Τμήμα του ΕΚΠΑ, γεγονός που του δίνει και τυπικά το δικαίωμα να ασχολείται ενεργά με τους σύγχρονους αστικούς και εθνικούς μύθους που αφορούν τη γλώσσα. Σε συνδυασμό με την πολύχρονη εμπειρία του στις κάθε είδους γλωσσικές αναζητήσεις, η φιλολογική κατάρτιση αποτελεί το μεθοδολογικό εργαλείο που επιτρέπει στον Νίκο Σαραντάκο να ξεχωρίζει την αλήθεια μέσα σε ένα κυκεώνα συχνά αφελών, αλλά συχνότερα προπαγανδιστικών, μύθων και να μας την προσφέρει με τον τρόπο, χαλαρό και διασκεδαστικό, του μπλόγκερ, αλλά πάντα με σεβασμό στα πορίσματα της επιστήμης.

Η αξία του βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο στην ανασκευή των μύθων αλλά και στον τρόπο μελέτης της κατασκευής τους: είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε πώς δημιουργούνται ορισμένες αντιλήψεις, ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος και ποια είναι η επίπλαστη απειλή που απευθύνεται στο φαντασιακό μας, στον υποσυνείδητο εκείνο κριτή που μας επιβάλλει τρόπους σκέψης και δράσης παρακάμπτοντας τη φωνή της λογικής. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο 22, με τίτλο «Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;», εκτός από το ποια είναι η πραγματική και ποια η παρετυμολογική ιστορία της λέξης κεφτές, μαθαίνουμε και μερικά πιο σημαντικά πράγματα: πρώτον, πώς οι γλώσσες δανείζονται λέξεις από άλλες γλώσσες πριν τελικά τις υιοθετήσουν («αν σήμερα η αγγλική́ γλώσσα έχει το πλουσιότερο λεξιλόγιο, αυτό́ το οφείλει στο ότι δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς σε όλη την ιστορική́ της διαδρομή́, από́ όλες τις γλώσσες του κόσμου» γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας στη σ. 76) και, δεύτερον, ποια είναι η στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο φαινόμενο του δανεισμού γενικά και στα δάνεια που μας έρχονται από την τουρκική ειδικότερα. Και ασφαλώς, όπως επιβάλλουν οι αρχές της επιστημονικής έρευνας, το βιβλίο συνοδεύεται από μία βασική βιβλιογραφία, για να μπορεί ο καθένας να ελέγξει ή να μελετήσει σε βάθος τις πηγές κάθε πληροφορίας. Για πιο εύκολη πρόσβαση, σε αρκετά σημεία βρίσκουμε διαδικτυακές παραπομπές, αλλά και βιβλιογραφικές προτάσεις κατάλληλες γι’ αυτούς που θέλουν να εμβαθύνουν σε συγκεκριμένα θέματα, π.χ. στην προφορά των αρχαίων ελληνικών.

Το μόνο μειονέκτημα που θα εύρισκα στο Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα είναι ο περιορισμός του μεγέθους, που δυστυχώς προκύπτει από την αρχή δημιουργίας της σειράς: ο γενικός τίτλος είναι 96 plus (με το 96 να σημαίνει τον αριθμό των σελίδων), σύμφωνα με το πρότυπο της παλιάς, αλλά αξεπέραστης γαλλικής σειράς Que sais-je του οίκου PUF (Presses universitaires de France). Στόχος είναι η εκλαϊκευμένη παρουσίαση μίας πολύ μεγάλης ποικιλίας θεμάτων με τρόπο απλό, κατανοητό και, κυρίως, έγκυρο. Αλλά η γραφή του Νίκου Σαραντάκου είναι τόσο ζωντανή, τόσο στρωτή και αβίαστη, που ο αναγνώστης δυσκολεύεται όχι να διαβάσει το βιβλίο αλλά να το αφήσει από τα χέρια του: όταν τελειώνουν οι 96 σελίδες το μόνο που θέλουμε είναι να διαβάσουμε μερικές ακόμα.

Όταν κανείς γράφει μία τέτοια κριτική είναι έτοιμος να δεχτεί και τον αντίλογο. Σίγουρα θα βρεθούν οι καλοθελητές που θα σκεφτούν ότι ο ενθουσιασμός μου μπορεί να οφείλεται στη γνωριμία μου με το συγγραφέα ή στη σχέση μου με τον εκδοτικό οίκο, όπου θα κυκλοφορήσει το βιβλίο που γράφω με τη συνάδελφο Άννα Βακαλοπούλου. Θα τους απογοητεύσω όμως, η αλήθεια είναι πιο πικρή: αποφάσισα να εντάξω το Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα στη βιβλιογραφία του μαθήματος περί γλωσσικής μυθολογίας που διδάσκω στο Πανεπιστήμιο. Γιατί, ναι, η θεματολογία του αφορά το σύνολο των μορφωμένων ανθρώπων και, ναι, εκεί στην Κύπρο διδάσκουμε και μαθήματα γενικής κουλτούρας, έξω από τα κύρια αντικείμενα που σπουδάζουν οι φοιτητές μας, για να τους βοηθήσουμε να απαλλαγούν από ορισμένες διαδεδομένες προκαταλήψεις και να αναπτύξουν κριτική σκέψη. Η εκτίμησή μου για τον μπλόγκερ φιλόλογο Νίκο Σαραντάκο προκύπτει, ανάμεσα σε άλλα, από τη βοήθεια που μας δίνει στη μάχη αυτή και το βιβλίο που μόλις εκδόθηκε έχει ήδη βρει τη θέση του στο οπλοστάσιό μας.

Η Μαριάννα Κατσογιάννου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Και στη συνέχεια το κεφάλαιο «Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;» από το βιβλίο «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα». Χρησιμοποιώ το δικό μου κείμενο οπότε μπορεί να υπάρχουν κάποιες (αμελητέες) διαφορές από το τυπωμένο.

(Φυσικά, αν έγραφα στο ιστολόγιο, το άρθρο θα είχε ίσως και τριπλάσια έκταση. Όμως στο βιβλίο δεν έπρεπε να ξεπεραστούν οι 96 σελίδες οπότε το κείμενο αναγκαστικά είναι πολύ πιο συνοπτικό).

Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;

Μεγάλο μέρος του λεξιλογίου της νέας ελληνικής απαρτίζεται από δάνεια. Πολλοί θεωρούν ότι το να δανείζεται μια γλώσσα είναι δείγμα αδυναμίας ή ότι τα δάνεια συνιστούν «παραφθορά και διαφθορά» της γλώσσας ή «γλωσσική υποδούλωση». (1)

Ωστόσο, όλες οι γλώσσες δανείζονται. Η αρχαία ελληνική, τον καιρό της ακμής της, δεν δίσταζε να δανείζεται λέξεις όπως «αρραβών», «χιτών», «σινδών» (σημιτικά δάνεια) ή «αγγαρεία», «παράδεισος», «παρασάγγης» (περσικά δάνεια). Στα βυζαντινά χρόνια, τα λατινικά δάνεια ήταν πάμπολλα, όπως μαρτυράει μια τυχαία σύντομη φράση από κείμενο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (από το Περί της βασιλείου τάξεως): «τῷ δὲ δομεστίκῳ τῶν ἐξσκουβίτων ὑποτέτακται εἴδη ἀξιωμάτων θʹ, οἷον τοποτηρηταί, χαρτουλάριοι, σκρίβονες, πρωτομανδάτορες, δρακονάριοι, σκευοφόροι, σιγνοφόροι, σινάτορες καὶ μανδάτορες» (με πλάγιους χαρακτήρες οι λέξεις που είναι λατινικά δάνεια ή αντιδάνεια, εξ ολοκλήρου ή κατά το ήμισυ). Κι αν σήμερα η αγγλική γλώσσα έχει το πλουσιότερο λεξιλόγιο, αυτό το οφείλει στο ότι δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς σε όλη την ιστορική της διαδρομή, από όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Σε γενικές γραμμές, σήμερα λίγοι ενοχλούνται από τα ιταλικά, τα λατινικά ή τα γαλλικά δάνεια. Κάπως περισσότεροι δυσφορούν με τη συρροή αγγλικών λέξεων, ιδίως νεολογισμών. Ωστόσο, οποτεδήποτε γίνει λόγος για τα τουρκικά δάνεια της ελληνικής γλώσσας, π.χ. με την ανάρτηση καταλόγου δάνειων λέξεων, είναι παρατηρημένο πως εκφράζονται έντονες αντιδράσεις από πολλούς σχολιαστές και ότι πολλοί επιχειρούν να αρνηθούν πως οι λέξεις αυτές έχουν τουρκική προέλευση. Κάποιοι επισημαίνουν ότι η απώτερη προέλευση των λέξεων δεν είναι τουρκική αλλά αραβική ή περσική, το οποίο πολλές φορές είναι ακριβές, αν και η γλωσσολογία συνήθως εξετάζει την άμεση και όχι την απώτερη προέλευση του δανείου.

Ωστόσο, οι περισσότεροι επιχειρούν να βρουν κάποια ελληνική απώτερη ετυμολογία της τουρκικής λέξης, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να αποκαταστήσουν την καθαρότητα της γλώσσας μας. Και ενώ πράγματι υπάρχουν κάποια ελληνοτουρκικά αντιδάνεια (2), είναι γεγονός αναντίρρητο πως τα περισσότερα τουρκικά δάνεια της ελληνικής δεν είναι αντιδάνεια, δηλαδή δεν έχουν απώτερη ελληνική αρχή.

Το 1975 ο λόγιος Γιάκωβος Διζικιρίκης, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε το βιβλίο Να ξετουρκέψουμε τη γλώσσα μας, στο οποίο παραθέτει προτάσεις, εντελώς ουτοπικές αλλά όχι χωρίς εξυπνάδα και γλωσσολογική συγκρότηση, για τον «εξελληνισμό» των τουρκικών δανείων της ελληνικής. Για παράδειγμα, προτείνει τους κεφτέδες να τους πούμε «λιανιστούδια» αφού παρασκευάζονται από λιανιστό κρέας.

Οι σημερινοί τουρκοφάγοι του Διαδικτύου, πάντως, απλώς βαφτίζουν ελληνικές τις τουρκογενείς λέξεις, εφαρμόζοντας δημιουργική εθνωφελή «ετυμολογία». Έτσι, παράγουν τον αγά από το «άγω», το κέφι από την «κεφαλή», τον μουσαφίρη από το «μέσα φέρω», τα ζαμάνια από το «ζα» (ένδειξη πληθώρας) και «μανός» (αραιός), το σιχτίρ από το… «σε οικτίρω» και άλλα ευφάνταστα. Η Α. Τζιροπούλου υιοθετεί την άποψη ότι το χατίρι ετυμολογείται από το… «ήτορ», ενώ ένας φιλόλογος βρήκε ελληνική ετυμολογία για το μεράκι από το «ίμερος», που έδωσε τάχα το υποκοριστικό «ιμεράκιον».

Δεν είναι βέβαια εφικτό να ανασκευάσει κανείς όλες αυτές τις ευφάνταστες ετυμολογίες, οπότε θα περιοριστούμε να ανασκευάσουμε μία μόνο τέτοια ελληνοπρεπή ετυμολόγηση, καθώς η λογική της ανασκευής ισχύει και για πολλές άλλες περιπτώσεις.

Σύμφωνα με όλα τα λεξικά, η λέξη «κεφτές» είναι δάνειο από τα τουρκικά, köfte. Ωστόσο, μια ευρέως διαδεδομένη άποψη θέλει τη λέξη να είναι ακραιφνώς ελληνική. Το είχε υποστηρίξει και ο εθνικός μας μάγειρας Ηλίας Μαμαλάκης σε μια εκπομπή του, ότι οι κεφτέδες είναι το βυζαντινό «σύγκοπτον», ενώ άλλοι προτείνουν ως αρχή το ελληνικό «κοπτόν».

Καταρχάς, δεν υπάρχουν στα σώματα κειμένων της αρχαίας και μεσαιωνικής γραμματείας αυτές οι λέξεις με τη σημασία αυτή. Υπάρχουν τύποι όπως «κοπτόν», αλλά αναφέρονται σε φαρμακευτικά παρασκευάσματα.

Θα μπορούσε, βέβαια, η λέξη να υπήρξε και να μην έχει καταγραφεί. Αυτό δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε. Όμως, το πρόβλημα είναι ότι η τουρκική λέξη προέρχεται από τα περσικά και στα περσικά το kufteh έχει πειστική ετυμολόγηση εσωτερική στην περσική γλώσσα (δηλαδή, εξηγείται ικανοποιητικά χωρίς ανάγκη δανεισμού από άλλη γλώσσα). Όπως λένε τα λεξικά, στα περσικά το ρήμα کوفتن (kuftan) σημαίνει «κοπανάω» ή «αλέθω». Κρέας δηλαδή κοπανιστό ή αλεσμένο. Έπειτα, αν δούμε γεωγραφικά την εξάπλωση των ομόρριζων λέξεων, βλέπουμε ότι εδέσματα παρόμοια με τους κεφτέδες και που ονομάζονται «κάπως» σαν τους κεφτέδες υπάρχουν από τις βαλκανικές χώρες μέχρι πέρα από την Ινδία: ćufta στα σέρβικα και κροάτικα, kyufta στα αρμένικα, kufta στο Μπαγκλαντές, kοfta στο Πακιστάν. Θέλω να πω, και γεωγραφικά να το δούμε, η περσική αρχή φαίνεται πολύ λογικότερη.

Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν υπάρχει σήμερα κανένα σοβαρό λεξικό, κανείς σοβαρός μελετητής που να δέχεται καταγωγή της λ. «κεφτές» από το (ανύπαρκτο) «σύγκοπτον» ή από το «κοπτόν».

Όσο για τις άλλες πορτοκάλειες ετυμολογήσεις, δεν μας παίρνει ο χώρος για να τις ανασκευάσουμε εδώ. Παραπέμπουμε τον αναγνώστη σε ένα καλό ετυμολογικό λεξικό (το Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη είναι το καλύτερο) ή ακόμα και στις συνοπτικές ετυμολογικές πληροφορίες του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής το οποίο είναι διαθέσιμο δωρεάν στον ιστότοπο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας (βλ. bit.do/lkn-tr).

Ως προς το γενικότερο πρόβλημα της στάσης απέναντι στα δάνεια, όσοι έχουν ειδικό ενδιαφέρον αξίζει να κοιτάξουν τη νεανική μελέτη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Ξενηλασία ή ισοτέλεια; Μελέτη περί των ξένων λέξεων της νέας ελληνικής (1905), στον πρώτο τόμο των Απάντων του, διαθέσιμη στο διαδίκτυο (βλ. bit.do/tr-xen).

(1) Για το φαινόμενο του δανεισμού και τα σχετικά ιδεολογήματα, βλ.: Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, «Ιδεολογήματα και δανεισμός», στο Γ. Χάρης, Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα, ό.π., σ. 63.

(2) Για παράδειγμα, το τεφτέρι (< τουρκ. tefter, που ανάγεται στη «διφθέρα») ή το μπαρούτι (< τουρκ. barut, που ανάγεται στη λέξη «πυρίτις»).

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 115 Σχόλια »

Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2019

Κυριακή σήμερα, μέρα ανάγνωσης -καλοκαιρινή Κυριακή μάλιστα. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αφήγημα με έμμεσο καλοκαιρινό χρώμα, αφού εκτυλίσσεται σε μια μικρή νησιωτική πόλη, που δεν κατονομάζεται ρητά αλλά είναι το Πλωμάρι της Μυτιλήνης.

Πρόκειται για το βιβλίο «Το ουζερί», του Μυτιληνιού συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη (1940-), που γεννήθηκε στο Πλωμάρι αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη.

Το Πλωμάρι είναι πανελλήνια γνωστό για το ούζο που παράγει, ωστόσο ο συγγραφέας μάς λέει πως η λέξη «ουζερί» ήταν άγνωστη στην πόλη έως το 1952 που άρχισε να λειτουργεί ένα τέτοιο μαγαζί. Και με κέντρο το μαγαζί αυτό, ο Μαυραγάνης περιγράφει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1950, αφήνοντας τη διήγηση ελεύθερη να περνάει από το ένα θέμα στο άλλο.

Παραθέτω λοιπόν ένα εκτενές απόσπασμα από τις σελίδες 55-66 του βιβλίου. Συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλιο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ βρήκα και μια ραδιοφωνική του συνέντευξη.

Το ουζερί (απόσπασμα)

Πολύ γρήγορα έγινε γνωστό το Ουζερί και πολύ πέρα από τα σύνορα της μικρής μας πόλης και για τους εξαιρετικούς μεζέδες που πρόσφερε. Γιατί, έξω από τα γνωστά και τετριμμένα, χταπόδι στη σχάρα ή ξιδάτο, παστά, ελιές, κεφτέδες και λοιπά, απόκτησε ειδικότητα, ίσως και μοναδικότητα, στα θαλασσινά και στα όστρακα, που του έρχονταν ειδικά από τον κόλπο της Καλλονής. Τα περίφημα χτένια, που τα πρόσφερε ωμά με μπόλικο λεμόνι ή πολύ ελαφρά ψημένα όσο ν’ ανοίξει το καύκαλό τους, με μπόλικο επίσης λεμόνι, πίνες τηγανητές ή μεταμορφωμένες σε πινοκεφτέδες, σουπιές και καλαμαράκια ολοζώντανα στη σχάρα ή τηγανητά, καραβίδες και φυσικά αστακούς και τις εκπληκτικές αστακοκαραβίδες, γνωστές και με το όνομα «κωλοχτύπες», που βεβαίως ορισμένες εποχές απαγορευόταν η αλίευσή τους, φαίνεται όμως πως για το Ουζερί γίνονταν κάποιες εξαιρέσεις.

Όλα αυτά, όμως, μαζί με τους κεφτέδες, χορτοκεφτέδες, συκώτια αρνίσια ή κατσικίσια τηγανητά ή ψητά στο κάρβουνο, σφουγγάτα, ντολμαδάκια γιαλαντζί ή με κρέας, σουγάνια, δηλαδή κρεμμυδοντολμάδες, τα περίφημα και περιζήτητα γεμιστά κολοκυθολούλουδα και πολλά άλλα, συνοδεύοντάς τα με τα αξεπέραστα ξινά του. Που υπήρχαν, βέβαια, και στους μεζέδες των καφενείων, αλλά στο Ουζερί λεγόταν πως είχαν άλλη γεύση.

Σε μια ατέλειωτη σειρά γυάλινων βάζων τοποθετημένων σ’ ένα μεγάλο ράφι πάνω από την κουζίνα μπορούσες να βρεις κάπαρη, ξινήθρα -αξνίθρα στην τοπική μας διάλεκτο- κρίταμο που σκέπαζε όλες τις βραχώδεις ακτές και που μέχρι σήμερα λίγοι το ξέρουν και το εκτιμούν, αγουρίδα, τρυφερούς βλαστούς αμπελιών, αρκόμπλα, τσάγαλα, ήτοι μικρά πριν προλάβει ακόμα να γίνει ξύλο η εξωτερική τους επιφάνεια, αμύγδαλα και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια. Κι όλα αυτά στην άλμη, με μια ιδέα ξίδι στο διάλυμα της συντήρησής τους. Όλα, για να νοστιμίζουν τους άλλους εξαιρετικής ποιότητας μεζέδες και να διευκολύνουν την κατάποση μεγαλύτερων ποσοτήτων απ’ αυτούς.

Τα μούσμουλα στην άρμη ήταν μια απ’ τις πιο θελκτικές λιχουδιές εμάς των μικρών. Αλλά πέρα απ’ αυτά που τρώγαμε από τα βάζα των μανάδων μας -πόσα, άραγε, θα μπορούσαν να έχουν στις κουζίνες τους;- ήταν κι εκείνα που αγοράζαμε από τους πλανόδιους πωλητές, τον Μάρκο ή τον Φώτη ή τον Αριστείδη τον Ντιν-Νταν. Όχι πως είχε καμιά ιδιορρυθμία ο άνθρωπος ή ιδιαιτερότητα, αλλά το παρατσούκλι τού το κόλλησαν γιατί μ’ ένα μικρό κουδουνάκι, που κρατούσε στο χέρι, έκανε γνωστή την παρουσία του στους παντοειδείς πελάτες του. Κλασικός μικροπωλητής του δρόμου ο Ντιν-Νταν, διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς. Λαχεία, καραμέλες, μικρές σοκολατίτσες της μπουκιάς, λουκουμάκια, παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί. Όλοι αυτοί μάς πουλούσαν τα μούσμουλα στην άρμη μέσα σε μικρά χωνάκια από φύλλα εφημερίδων, που μούλιαζαν σχεδόν αμέσως και διαλύονταν μέσα στα χέρια σου, με κίνδυνο απώλειας του περίφημου μεζέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 170 Σχόλια »

Τα παντούμ και η συλλογή του Θάνου Γιαννούδη

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2019

Την Κυριακή βάζουμε λογοτεχνικό θέμα συνήθως -και συνήθως πεζογραφία, διηγήματα ας πούμε. Σπάνια βάζουμε ποιήματα και ακόμα σπανιότερα ποιήματα σημερινών ποιητών (μια εξαίρεση ήταν η παρουσίαση της συλλογής του Δημήτρη Κοσμόπουλου πριν απο δυόμισι μήνες).

Εξαίρεση κάνω και σήμερα, αφού παρουσιάζω μιαν ακόμα ποιητική συλλογή και μάλιστα ενός νέου ποιητή, του Θάνου Γιαννούδη ο οποίος ακόμα δεν έχει κλείσει τα τριάντα του χρόνια. Ο Γιαννούδης είναι εκπρόσωπος της νεότατης γενιάς των ποιητών που αναβιώνουν τον παραδοσιακό στίχο. Παλιότερα δημοσίευε τα ποιήματά του στο ιστολόγιό του, και στη συνέχεια σε λογοτεχνικούς ιστοτόπους (παράδειγμα), τώρα όμως έβγαλε και την πρώτη του ποιητική συλλογή, Του ουρανού και της γης.

Με τον Θάνο γνωριζόμαστε εδώ και καιρό, ιντερνετικά αλλά και διά ζώσης όποτε περνάω από Θεσσαλονίκη. Μου είχε δώσει τη συλλογή πριν ακόμα βγει και μου ζήτησε να πάρω μέρος στην παρουσίασή της -επειδή όμως η ημερομηνία της εκδήλωσης άλλαξε και δεν βρισκόμουν στην Ελλάδα, τελικά η συμμετοχή μου στην παρουσίαση έγινε μέσω υπομνήματος, που το διάβασε ο μυστηριώδης ποιητής Ααρών Μνησιβιάδης.

Το κείμενο αυτό θα το παρουσιάσω πιο κάτω, αλλά πρώτα θα πω δυο λόγια για το παντούμ, ένα στιχουργικό είδος που μ’ αρέσει πολύ και που αρέσει και στον Γιαννούδη, αρκετά ώστε να ξεκινήσει τη συλλογή του με ένα παντούμ.

Πρόλογος – Παντούμ για το Νέο Κόσμο

 ”O brave new world,
that has such people in ‘t!” –
Shakespeare

 

Αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα…
Μακριά σου ο κόσμος όνειρο κακό,
κιθαρίστας που τού έκλεψαν την πένα
και μαντεύει κάθε νότα το σκοπό.

Μακριά σου ο κόσμος όνειρο κακό
-Πόση αγάπη θα επιζήσει; Πες μου, πόση;-
και μαντεύει η κάθε νότα το σκοπό,
τη σειρά της μουσικής να περισώσει.

Πόση αγάπη θα επιζήσει; Πες μου, πόση;
Ποιο τραγούδι θα υμνήσει τον καιρό,
τη σειρά της μουσικής θα περισώσει;
Δεν στεριώνει ο ρυθμός που προχωρώ…

Ποιο τραγούδι θα υμνήσει τον καιρό:
νέε κόσμε, εσύ, λαμπρέ φωτοκυκλώνα!
Δεν στεριώνει ο ρυθμός που προχωρώ,
η καρδιά της πλάσης θάφτηκε στο χώμα.

Νέε κόσμε, εσύ, λαμπρέ φωτοκυκλώνα,
σε γεννήσαν ο καημός κι η συμφορά!
Η καρδιά της πλάσης θάφτηκε στο χώμα,
το χαμόγελό σου η άβυσσος φορά!

Σε γεννήσαν ο καημός κι η συμφορά
-Χαίρε, άμετρη ανθρώπινή μας φύση!-
Το χαμόγελό σου η άβυσσος φορά
κι έχει μέσα σου το χάος εμφυσήσει.

Χαίρε, άμετρη ανθρώπινή μας φύση,
χαίρε φύσημα της πλαστουργού πνοής!
Έχει μέσα σου το χάος εμφυσήσει
σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής.

Χαίρε φύσημα της πλαστουργού πνοής,
νιότης όνειρα που μοιάζετε σαν ξένα
σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής
-αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα…

2017

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Τα ιστορικά αφηγήματα του Ερίκ Βουγιάρ

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2019

Όπως έγραψα και τις προάλλες, από την έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκης, τον Μάιο, έφυγα με μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία (η αλήθεια είναι ότι μου χάρισαν και πολλά). Θα έλεγε κανείς ότι έτσι κάλυψα τις αναγνωστικές μου ορέξεις, αλλά καμιά φορά διαβάζοντας ένα βιβλίο ανοίγεις λογαριασμούς -δηλαδή νιώθεις τον πειρασμό να βρεις και τα υπόλοιπα του ίδιου συγγραφέα. Σ’ αυτόν τον πειρασμό συνήθως ενδίδω, η πείρα έχει δείξει πως αξίζει τον κόπο.

Κι έτσι, ενώ από την έκθεση είχα αγοράσει την Ημερήσια διάταξη του Eric Vuillard, μόλις το διάβασα, τελευταία μέρα πριν φύγω για τα ξένα, έσπευσα να βρω και τα άλλα δύο του ίδιου συγγραφέα που έχουν κυκλοφορήσει, πάντοτε από τις εκδόσεις Πόλις: τη 14η Ιουλίου και το Κονγκό.

Ο Βουγιάρ μάς βάζει σε μπελάδες ήδη από τα αποδυτήρια -πώς θα μεταγράψουμε το όνομά του στα ελληνικά; Ο εκδοτικός οίκος προτίμησε το Βυϊγιάρ, που είναι και το πιο ακριβές, τουλάχιστον αν έχουμε συμφωνήσει ότι το υ το χρησιμοποιούμε για να αποδώσουμε το γαλλικό u (και το γερμανικό ü) αλλά η αλληλουχία αυτή των φθόγγων είναι κάπως δύσκολη για τα ελληνικά λαρύγγια. Κι αφού οι Γάλλοι λένε Αλκιντίς τον Χαλκίδη και Τομοπουλός τον Θωμόπουλο, θαρρώ πως μπορούμε κι εμείς, κάπως αγροτικά, να πούμε Βουγιάρ τον Vuillard. Πάντως, αν επιμένετε στο Βυϊγιάρ, τα διαλυτικά χρειάζονται, αλλιώς το υι θα πρέπει να προφερθεί ι, όπως στην υιοθεσία.

Δεύτερος μπελάς, πιο σοβαρός. Σε ποιο είδος ανήκουν τα πεζά του Βουγιάρ; Λογοτεχνία ή ιστορία; Ο ίδιος βέβαια το έχει ξεκαθαρίσει, και το γράφει και φαρδιά-πλατιά στο εξώφυλλο της Ημερήσιας διάταξης: Αφήγημα, Récit στα γαλλικά. Όχι το αφήγημα που το έχουν κάνει ψωμοτύρι οι κλισεδιάρηδες των εφημερίδων και δεν θέλει να το ακούει ο κ. Μπαμπινιώτης -εδώ η λέξη χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική της έννοια.

Ο Βουγιάρ σε κάθε του βιβλίο αφηγείται μιαν ιστορία -μιαν ιστορία από την ιστορία. Θα το καταλάβατε ότι η 14η Ιουλίου μιλάει για την κατάληψη της Βαστίλλης το 1789, το Κονγκό την αποικιακή κατάληψη της περιοχής και γενικότερα το μοίρασμα των αποικιών, όσο για την Ημερήσια διάταξη είναι η εξιστόρηση του Άνσλους, της κατάληψης της Αυστρίας από τον Χίτλερ το 1938.

Τα αφηγείται με ξεχωριστή μαστοριά, ο μπαγάσας. Θα παραθέσω πιο κάτω ένα δείγμα, αλλά πρέπει να το τονίσω, η γραφή του είναι απολαυστική. Άλλωστε η Ημερήσια διάταξη βραβεύτηκε με το Γκονκούρ, που δίνεται σε λογοτεχνικά έργα.

Όμως, στην Ημερήσια διάταξη (αλλά και στα άλλα δύο βιβλία) δεν υπάρχουν μυθιστορηματικοί ήρωες. Όταν διαβάζουμε για τις αφόρητες πιέσεις που ασκούσε ο Χίτλερ στον Αυστριακό καγκελάριο Σούσνιγκ για να τον καταφέρει να ενδώσει στο Άνσλους και τι σκεφτόταν ο καθένας τους, ή όταν ο Βουγιάρ μας διηγείται πώς ο Ρίμπεντροπ κατάφερε, φλυαρώντας περί ανέμων και υδάτων σε ενα επίσημο δείπνο, να καθυστερήσει τις αντιδράσεις της βρετανικής διπλωματίας μετά το Άνσλους, περιγράφονται ιστορικά γεγονότα στα οποία παίρνουν μέρος ιστορικά πρόσωπα -το στοιχείο της μυθοπλασίας βρίσκεται στην ατμόσφαιρα, στην περιγραφή των χώρων και των σκέψεων. Αλλά πιο κάτω θα παραθέσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο οπότε θα δείτε περί τίνος πρόκειται.

Και επειδή ακριβώς τα βιβλία του Βουγιάρ (ο οποίος δεν είναι ιστορικός) κινούνται στο μεταίχμιο ιστορίας και λογοτεχνίας, ξέσπασε και μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους κριτικούς. Ο διάσημος ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον στο New York Review of Books επέκρινε την Ημερήσια διάταξη κατηγορώντας τον Βουγιάρ ότι δεν κάνει λογοτεχνία αλλά ιστορία και ότι δεν είναι ουδέτερος, ότι επιλέγει να περιγράψει (έστω, με μπρίο) ορισμένες μόνο σκηνές, ορισμένα γεγονότα από την ιστορία του Άνσλους παραλείποντας άλλα και ότι αυτό που κάνει θα ηταν αποδεκτό μόνο αν χρησιμοποιούσε μυθιστορηματικούς ήρωες. Αλλά και ο (επίσης ιστορικός) Robert Tombs, κριτικός του Times Literary Supplement έκρινε ότι το έργο του Βουγιάρ είναι ένα υβρίδιο λογοτεχνίας και ιστορίας που δεν πείθει ούτε ως λογοτέχνημα ουτε ως ιστορικό εργο, κι αν διακρίνεται ένα γενικό θέμα αυτό είναι ότι το μεγάλο κεφάλαιο χρηματοδότησε τον ναζισμό και ωφελήθηκε από αυτόν, κάτι που είναι μισή αλήθεια και όχι πολύ πρωτότυπο. (Ο φίλος μας ο Ρογηρος μου έστειλε δυο σελίδες από το περιοδικό Histoires, που τις συνόψισα στα προηγούμενα -τις έχω ανεβάσει εδώ για όποιον θέλει να τις διαβάσει).

Δύσκολο να πάρει κανείς θέση σε αυτή τη διαμάχη. Ωστόσο, νομίζω πως αυτό που αθωώνει τον Βουγιάρ είναι το έξοχο γράψιμό του -εννοώ ότι ο αναγνώστης έχει επίγνωση πως δεν διαβάζει ιστορικό δοκίμιο αλλά λογοτέχνημα. Ο συγγραφέας επέλεξε να ρίξει τον φακό του σε ορισμένα επεισόδια τα οποία τα αφηγείται μένοντας πιστός στην ιστορική αλήθεια και να δώσει (διατύπωση του Πιέρ Ασουλίν) «μια υποκειμενική θεώρηση της ιστορίας, σκηνοθετημένη και μετουσιωμένη από τη λογοτεχνία».

Τα τρια βιβλία του Βουγιάρ δεν είναι μεγάλα. Η Ημερήσια διάταξη πιάνει 150 σελίδες (με απλόχωρο στήσιμο σελίδας), κάτι που έκανε τον Πάξτον να ειρωνευτεί «το πιο φτενό βραβείο Γκονκούρ που δοθηκε ποτέ», η 14η Ιουλίου μόλις φτάνει τις 200 σελίδες ενώ το Κονγκό δεν φτάνει τις 120. Πάντως διαβάζονται με απόλαυση -και ήδη αδημονώ να πιάσω στα χέρια μου τον Πόλεμο των φτωχών, που επίσης ετοιμάζεται.

Θα μπορούσα βέβαια να τον διαβάσω στα γαλλικά, αλλά έχει κάποιο νόημα να στηρίζουμε και τις ελληνικές εκδόσεις και τη δουλειά μας -εννοώ τη μετάφραση. Η μετάφραση των βιβλίων είναι καλή, αν και έχω κάποιες διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, ελάσσονες όμως. Για παράδειγμα (και θα περιοριστώ στην Ημερήσια διάταξη) με ξένισαν κάποιες μάλλον λόγιες επιλογές λέξεων και τύπων όπως το «οιδαλέο σουλούπι» ή «αυτό το κάλεσμα, το αναμφίβολα κάπως αύθαδες» ή η άτσαλη γενική «είχε αρχίσει την επαγγελματική του καριέρα ως εισαγωγέας σαμπανιών Mumm και Pommery» (σαμπάνιας θα έβαζα ή θα απέφευγα τη γενική).

Κι έπειτα μια φράση που τη συζήτησα και στη Λεξιλογία:

Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα…

πρωτότυπο: il devait être trop bien renseigné pour ne pas trouver un peu curieuse cette promenade

που θα το απέδιδα αλλιώς, πχ πρέπει να ήταν τόσο καλά πληροφορημένος ώστε αποκλείεται να μην του φάνηκε κάπως παράξενη αυτή η βόλτα...

Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες.

Και παρόλο που στάθηκα περισσότερο στην Ημερήσια διάταξη, ίσως η προτίμησή μου να βρίσκεται στην 14η Ιουλίου. Αλλά αφού κυρίως αυτό το έργο παρουσίασα, παραθέτω και ένα ολόκληρο κεφάλαιο από αυτό, με τίτλο Επίσκεψη αβροφροσύνης (σελ. 27-32 στο βιβλίο).

Επίσκεψη αβροφροσύνης

Ένα σκοτεινό ένστικτο μιας παρέδωσε στον εχθρό, παθητικούς και περιδεείς. Από τότε, τα βιβλία μας της Ιστορίας επανέρχονται ξανά και ξανά σε αυτό το τρομακτικό γεγονός, στο οποίο φαίνεται πως συναρμόστηκαν ο αιφνιδιασμός με τη λογική. Έτσι, άπαξ και προσηλυτίστηκαν οι βαρόνοι της βιομηχανίας και των τραπεζών, κι έπειτα οι αντιτιθέμενοι φιμώθηκαν, οι μοναδικοί σοβαροί αντίπαλοι του καθεστώτος ήταν οι ξένες δυνάμεις. Oι τόνοι ανέβαιναν ολοένα και περισσότερο με τη Γαλλία και την Αγγλία, με τα ωραία λόγια και τις επιδείξεις δύναμης να εναλλάσσονται. Και σε αυτό το πλαίσιο, τον Νοέμβριο του 1937, ανάμεσα σε δύο ξεσπάσματα οργής, έπειτα από μερικές διαμαρτυρίες καθαρά τυπικού χαρακτήρα για το θέμα της προσάρτησης του Ζάαρλαντ, της επαναστρατίωτικοποίησης της Ρηνανίας ή του βομβαρδισμού της Γκερνίκα από τη λεγεώνα Κόνδωρ, ο Χάλιφαξ, λόρδος πρόεδρος του Συμβουλίου, πήγε ιδιωτικά στη Γερμανία, έπειτα από πρόσκληση του Χέρμαν Γκαίρινγκ, υπουργού της Αεροπορίας, αρχηγού της Λουφτβάφε, υπουργού του Ράιχ για τα δάση και το κυνήγι, προέδρου του συγχωρεμένου του Ράιχσταγκ – δημιουργού της Γκεστάπο. Δεν είναι και λίγα όλα αυτά, και όμως ο Χάλιφαξ δεν ενοχλείται, δεν του φαίνεται περίεργος αυτός ο λυρικός και πληθωρικός τύπος, ο διαβόητος αντισημίτης, με πλάκα τα παράσημα. Και δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι τον Χάλιφαξ τον τύλιξε κάποιος που κρατούσε κλειστά τα χαρτιά του, ότι δεν παρατήρησε πως ντυνόταν σαν δανδής, δεν παρατήρησε τους ατελείωτους τίτλους, την παραληρηματική, δυσνόητη ρητορική, το οιδαλέο σουλούπι· όχι. Εκείνη την εποχή ήμασταν ήδη πολύ μακριά από τη σύσκεψη της 20ής Φεβρουάριου, οι ναζί είχαν χάσει κάθε αυτοσυγκράτηση. Κι επιπλέον, πήγαν κυνήγι παρέα, γέλασαν παρέα, δείπνησαν παρέα· και ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, που δεν ήταν φειδωλός σε εκδηλώσεις τρυφερότητας και καλοσύνης, εκείνος που μάλλον είχε ονειρευτεί να γίνει ηθοποιός και που με τον τρόπο του είχε εντέλει γίνει, μπορεί και να του είχε δώσει ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, ίσως και να τον είχε λοιδορήσει λιγάκι, τον γερο-Χάλιφαξ, και να του είχε πετάξει κατάμουτρα και κάτι διφορούμενα παραμύθια, από αυτά που αφή-νουν τον αποδέκτη τους άναυδο, κάπως αμήχανο, όπως όταν αφήνεις σεξουαλικά υπονοούμενα.

Να τον είχε τυλίξει ο Μέγας Κυνηγεσιάρχης στην εσάρπα του από καταχνιά και σκόνη; Ωστόσο, ο λόρδος Χάλιφαξ, όπως βέβαια και οι είκοσι τέσσερις βαρόνοι της γερμανικής βιομηχανίας, δεν μπορεί παρά να ήξερε αρκετά πράγματα για τον Γκαίρινγκ, δεν μπορεί παρά να γνώριζε έστω και λίγο την ιστορία του, τη ζωή του ως πραξικοπηματία, την αγάπη του για τις φανταχτερές στολές, τη μορφινομανία του, τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο στη Σουηδία, τη με συντριπτικά στοιχεία διάγνωση περί βίαιης συμπεριφοράς, νοητικών διαταραχών, κατάθλιψης, τις αυτοκτονικές του τάσεις. Δεν ήταν δυνατόν να στέκεται μόνο στον ήρωα των αιθέρων, στον πιλότο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στον έμπορο αλεξίπτωτων, στον βετεράνο στρατιώτη. Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα, στη διάρκεια της οποίας διακρίνονται οι δυο τους, σε μία μικρή ταινία, να θαυμάζουν το πάρκο με τους βίσονες και όπου ένας Γκαίρινγκ, απίστευτα χαλαρός, δίνει μαθήματα ευεξίας. Δεν μπορεί να μην έχει διακρίνει το γελοίο μίικρό φτερό που έχει στο καπέλο του, τον γούνινο γιακά, την αλλόκοτη γραβάτα. Ίσως και να του αρέσει και εκείνου το κυνήγι, του Χάλιφαξ, όπως άρεσε στον γέρο πατέρα του, και τότε σίγουρα θα ευχαριστήθηκε στο Σορφχάιντε, αλλά δεν μπορεί να μην είδε το παράξενο δερμάτινο μπουφάν που φορούσε ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, ούτε το στιλέτο στη ζώνη του, να μην άκουσε τα απαίσια υπονοούμενα που κρύβονταν κάτω από χοντροκομμένα αστειάκια. Ίσως και να τον είδε να ρίχνει βέλη, μεταμφιεσμένος σε σαλτιμπάγκο· πιθανότατα είδε και τα άγρια ζώα που είχε εξημερώσει, το λιονταράκι που ήρθε να γλείψει το πρόσωπο του αφεντικού του. Αλλά ακόμα και αν δεν είδε τίποτε απ’ όλα αυτά, ακόμα και αν πέρασε μονάχα ένα τέταρτο με τον Γκαίρινγκ, είχε αναμφίβολα ακούσει για τα παιδικά ηλεκτρικά τρενάκια που κυκλοφορούσαν παντού στο υπόγειο του σπιτιού του και τον άκουσε αναπόφευκτα να ψιθυρίζει ένα σωρό ανοησίες. Κι έπειτα, αυτή η γριά αλεπού ο Χάλι-φαξ δεν ήταν δυνατόν να μην έλαβε υπόψη την παραληρηματική του εγωπάθεια· μπορεί, μάλιστα, και να τον είδε να αφήνει ξαφνικά το τιμόνι του καμπριολέ του και να ουρλιάζει στον άνεμο! Ναι, δεν είναι δυνατόν να μη διέκρινε κάτω από το πλαδαρό και πρησμένο προσωπείο τον τρομακτικό πυρήνα. Κι έπειτα συνάντησε και τον Φύρερ· ούτε εκεί δεν είδε τίποτα ο Χάλιφαξ! Παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Ήντεν, άφησε μάλιστα να εννοηθεί στον Χίτλερ ότι οι γερμανικές αξιώσεις στην Αυστρία και ένα μέρος της Τσεχοσλοβακίας δεν φαίνονταν αθέμιτες στην κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος, υπό τον όρο ότι αυτό θα γινόταν ειρηνικά καί μετά από δίαβούλευση. Έχει κοινωνικότητα ο Χάλιφαξ. Αλλά μία ακόμα πινελιά δίνει την πλήρη εικόνα του ανθρώπου. Μπροστά στο Μπέρχτεσγκαντεν, όπου τον άφησαν, ο λόρδος Χάλιφαξ διέκρινε μία σιλουέτα δίπλα στο αυτοκίνητο, την οποία πέρασε για υπηρέτη. Φαντάστηκε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε έρθει προς το μέρος του για να τον βοηθήσει να ανεβεί τα σκαλοπάτια του πρόθυρου. Οπότε, ενώ του άνοιγαν την πόρτα, του έδωσε το παλτό του. Αλλά, αμέσως, ο φον Νόιρατ ή κάποιος άλλος, μπορεί κι ένας υπηρέτης, του ψιθύρισε στ’ αυτί με βραχνή φωνή: «Ο Φύρερ!» Ο λόρδος Χάλιφαξ σήκωσε το βλέμμα. Πράγματι, ήταν ο Χίτλερ. Τον είχε περάσει για λακέ! Ο λόγος ήταν ότι δεν είχε καταδεχτεί να σηκώσει το κεφάλι, όπως θα αναφέρει ο ίδιος αργότερα στο βιβλιαράκι μιε τα απομνημονεύμιατά του, Πληρότητα των ημερών: αρχικά είδε ένα παντελόνι και κάτω κάτω ένα ζευγάρι παπούτσια. Το ύφος είναι ειρωνικό, ο λόρδος Χάλιφαξ θέλει να μας κάνει να γελάσουμε. Αλλά αυτό εγώ δεν το βρίσκω αστείο. Ο Αγγλος αριστοκράτης, ο διπλωμάτης που στέκει περήφανα ως ο τελευταίος μιας ολόκληρης σειράς θεόκουφων, βλαμμένων, στενόμυαλων προγόνων, είναι κάτι που με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι, άλλωστε, ο εντιμότατος πρώτος υποκόμης Χάλιφαξ που ως υπουργός Οικονομικών αντιτάχθηκε σθεναρά σε κάθε πρόσθετη βοήθεια προς την Ιρλανδία, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του; Ο λιμός είχε ως αποτέλεσμα ένα εκατομμύριο νεκρούς. Και ο εντιμότατος δεύτερος υποκόμης, ο πατέρας του Χάλιφαξ, εκείνος που ήταν αξιωματούχος στην υπηρεσία του βασιλιά, συλλέκτης ιστοριών φαντασμάτων, τις οποίες δημοσίευσε, μετά τον θάνατό του, ένας από τους γιους-φαντάσματα που είχε, μπορεί άραγε να οχυρωθεί κανείς πίσω από τέτοιους ανθρώπους; Επιπλέον, αυτή η αδεξιότητα δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, δεν πρόκειται για την γκάφα κάποιου επιπόλαιου γέρου, μαρτυρεί κοινωνική τύφλωση, μαρτυρεί έπαρση. Από την άλλη, όμως, σε ό,τι έχει να κάνει με ιδέες, ο Χάλιφαξ είναι ελάχιστα σεμνότυφος. Έτσι, για τη συνάντησή του με τον Χίτλερ, θα γράψει στον Μπάλντουιν: «Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός είναι ισχυρές δυνάμεις, αλλά δεν τις θεωρώ ούτε παρά φύσιν, ούτε ανήθικες!»· και λίγο αργότερα; «Δεν αμφιβάλλω ότι αυτοί οι άνθρωποι μισούν πραγματικά τους κομμουνιστές. Και σας διαβεβαιώνω ότι αν ήμασταν στη θέση τους, θα αισθανόμασταν το ίδιο πράγμα». Τέτοια ήταν τα προμηνύματα αυτού που και σήμερα ακόμα ονομάζουμε πολιτική κατευνασμού.

Οπότε, λέω, ίσως να ενόχλησαν και αυτά που λέει ο Βουγιάρ.

 

Posted in Ιστορία, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Το παλιό πικάπ Ντούαλ του Αλέξη Βάκη

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2019

Πριν από ένα μήνα και κάτι είχα πάει στη Θεσσαλονίκη, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, απ’ όπου επέστρεψα με μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία (κυριολεκτώ). Κάποια από τα βιβλία αυτά μπορεί και να μην τα διαβάσω ποτέ (άλλωστε δεν διαβάζονται όλα τα βιβλία, μερικά τα έχεις για ν’ ανατρέχεις σ’ αυτά αν και όταν χρειάζεται), κάποια άλλα τα φυλλομέτρησα και τ’ άφησα γι’ αργότερα, κάμποσα όμως τα διάβασα ήδη κι άλλα πήραν τη σειρά τους. Μετά τις εκλογές που θα κάνουμε το καθιερωμένο βιβλιοφιλικό μας άρθρο ενόψει του καλοκαιριού θα αναφέρω αρκετά από αυτά, αλλά σήμερα θα παρουσιάσω ένα βιβλίο που το πήρα φρέσκο στη Θεσσαλονίκη, αφού κυκλοφόρησε φέτος τον Απρίλη, και που δεν είναι έργο μυθοπλασίας αλλά σειρά κειμένων για το ελληνικό τραγούδι.

Πρόκειται για το βιβλίο του Αλέξη Βάκη «Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εύμαρος, με πρόλογο του Φοίβου Δεληβοριά.

Στο παλιό πικάπ του ο συγγραφέας έχει διαλέξει να παίξει κείμενα που έγραψε από το 2003 έως το 2015 και που αρχικά δημοσιεύτηκαν σε διάφορα έντυπα (Δίφωνο, Μετρονόμος και άλλα) αλλά και σε ιστοτόπους. Εδώ βλέπετε τον πίνακα περιεχομένων, οπότε μπορείτε να πάρετε μιαν ιδέα για τα περιεχόμενα του βιβλίου.

Ο Αλέξης Βάκης ξέρει πολύ καλά τον χώρο του ελληνικού τραγουδιού αφού δεν είναι μόνο ή κυρίως αρθρογράφος, αλλά συνθέτης, ενορχηστρωτής που έχει υπογράψει ενορχηστρώσεις σε πολλές δεκάδες δίσκους, καθηγητής θεωρίας της μουσικής, ραδιοφωνικός παραγωγός με θητεία δεκαετιών από την εποχή του 902 Αριστερά στα FM και από το 2006 ως σήμερα στο Κόκκινο 105.5. Μια από τις πρώτες δουλειές στις οποίες συμμετείχε ήταν οι εκπομπές Μαθήματα πατριδογνωσίας στον 902, από τις οποίες βγήκε ένα διπλό σιντί που σας συμβουλεύω να το αναζητήσετε -το άκουγα προχτές και δεν έχει πάρει ούτε ρυτίδα.

Ο Βάκης είναι φίλος, και με έχει καλέσει και σε εκπομπές που κάνει στο Κόκκινο, οπότε το δηλώνω εξαρχής ότι δεν είμαι αμερόληπτος. Το βιβλίο πάντως το χάρηκα και πιστεύω πως θα το χαρούν όλοι όσοι ενδιαφέρονται για το ελληνικό τραγούδι, καθώς είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που ξέρει πολύ καλά τον χώρο, που έχει τι να πει και που ξέρει να το πει καλά.

Σε χοντρές γραμμές, τα άρθρα του βιβλίου χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Άρθρα που συζητούν θέματα σχετικά με το τραγούδι, ας πούμε σε σχέση με τα πνευματικά δικαιώματα, τη διαφορά συνθέτη και τραγουδοποιού, τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε ελαφρό και σε λαϊκό τραγούδι, το μπουζούκι ως εθνικό όργανο, τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς, τις πλεϊ-λιστ, το μέγα σχίσμα ανάμεσα σε τρίχορδο και τετράχορδο μπουζούκι, αφενός. Και αφετέρου, άρθρα αφιερωμένα σε κάποιο πρόσωπο, από τον Μανώλη Χιώτη και τον Βασίλη Τσιτσάνη ίσαμε τον Ηλία Κατσούλη και τον Πάνο Γεραμάνη.

Ανάμεσα στα άρθρα της κατηγορίας αυτής ξεχωρίζουν το πολύ σημαντικό άρθρο για τον Μάνο Χατζιδάκι στην ΕΠΟΝ (γραμμένο απο κοινού με τον ιστορικό Ιάσονα Χανδρινό), το οποίο φέρνει στο φως πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για το έργο και τη δράση του Χατζιδάκι κατά την Κατοχή και την απελευθέρωση, καθώς και το άρθρο για τον Γιάννη Σπανό στο Παρίσι. Και, όσο κι αν το πρώτο άρθρο είναι αντικειμενικά πιο σημαντικό, εμένα με συνάρπασε περισσότερο το δεύτερο επειδή αγνοούσα τα περισσότερα απ’ όσα διάβασα για τα τραγούδια που έγραψε και τις συνεργασίες που είχε στο Παρίσι ο Γιάννης Σπανός.

Στις παρουσιάσεις βιβλίων που κάνω συνηθίζω να βάζω και ένα απόσπασμα. Το άρθρο για τον Σπανό είναι σχετικά μεγάλο (εκείνο για τον Χατζιδάκι είναι ακόμα μεγαλύτερο) κι έτσι δεν θα ήταν πολύ βολικό να το βάλω στο ιστολόγιο -και δεν θα ήταν και σωστό, αφού το βιβλίο είναι ακόμα καινούργιο. Οπότε, διαλέγω ένα μικρότερης έκτασης άρθρο, ένα άρθρο αφιερωμένο σε ένα τραγούδι, την Πριγκιπέσα του Μάλαμα. Ταιριάζει κιόλας, αφού σχετικά πρόσφατα είχαμε συζητήσει αν γράφονται καινούργια τραγούδια με απήχηση. Το τραγούδι του Μάλαμα κυκλοφόρησε το 2000 και έχει γνωρίσει πολλαπλές επανεκτελέσεις, οπότε μπορούμε να θεωρήσουμε πιθανό ότι θα εξακολουθήσει να ακούγεται για πολλά χρόνια ακόμα.

Δίνω τον λόγο λοιπόν στον Αλέξη Βάκη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Μουσική, Παρουσίαση βιβλίου, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 83 Σχόλια »