Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρουσίαση βιβλίου’ Category

Αποδομώντας τη μυθολογία της γλώσσας (κριτική της Μαριάννας Κατσογιάννου)

Posted by sarant στο 21 Αύγουστος, 2019

Την Κυριακή που μας πέρασε δημοσιεύτηκε στην Αυγή μια κριτική της φίλης γλωσσολόγου Μαριάννας Κατσογιάννου για το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα«. 

Θα αναδημοσιεύσω εδώ την κριτική της -και επειδή η Μαριάννα κάνει λόγο για ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο του βιβλίου παίρνω την ευκαιρία να αναδημοσιεύσω και το κεφάλαιο αυτό από το βιβλίο μου, μια και στο ιστολόγιο δεν έχω ακόμα παρουσιάσει κανένα απόσπασμά του. Αν ψάξετε, μπορείτε να βρείτε ένα αρκετά παλιό άρθρο του ιστολογίου που χρησίμευσε ως βάση ή μάλλον ως έναυσμα για το κεφάλαιο.

Χωρίς άλλες εισαγωγές, η κριτική της Μαριάννας Κατσογιάννου:

Ο μπλόγκερ Νίκος Σαραντάκος δεν χρειάζεται συστάσεις. Το καινούργιο του βιβλίο, Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη από τις Εκδόσεις του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστήμιου, έχει ήδη σπάσει τα ταμεία -κάτι αναμενόμενο, αν σκεφτεί κανείς ότι τα θέματα που θίγει απασχολούν το ευρύ κοινό εδώ και πολλές δεκαετίες, χωρίς ποτέ να πάψουν να είναι επίκαιρα: τι έγινε άραγε σ’ εκείνη την περίφημη ψηφοφορία όπου τα ελληνικά, για μία μόνο ψήφο, έχασαν την ευκαιρία να γίνουν η επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ; Πώς ανακάλυψε ο Μπιλ Γκέιτς ότι η γλώσσα των υπολογιστών είναι τα αρχαία ελληνικά και βρέθηκε στην κορυφή της λίστας με τους πιο πλούσιους ανθρώπους του κόσμου; Ποιες είναι οι σκοτεινές δυνάμεις που προσπαθούν να καταστρέψουν την ελληνική γλώσσα και ποια μέσα χρησιμοποιούν; Είναι δυνατόν σήμερα τα πρόβατα να μη βελάζουν πια όπως στην αρχαία Αθήνα;

Αντίθετα από τον μπλόγκερ, ίσως χρειάζεται να πούμε δυο λόγια για τον φιλόλογο Νίκο Σαραντάκο, γιατί αυτή του η ιδιότητα δεν είναι εξίσου γνωστή. Ο ίδιος είναι αρκετά σεμνός για να δηλώνει «απλός ερασιτέχνης μελετητής της γλώσσας», χωρίς να αναφέρει ότι, ανάμεσα στα άλλα, έχει και πτυχίο φιλολογίας από το Αγγλικό Τμήμα του ΕΚΠΑ, γεγονός που του δίνει και τυπικά το δικαίωμα να ασχολείται ενεργά με τους σύγχρονους αστικούς και εθνικούς μύθους που αφορούν τη γλώσσα. Σε συνδυασμό με την πολύχρονη εμπειρία του στις κάθε είδους γλωσσικές αναζητήσεις, η φιλολογική κατάρτιση αποτελεί το μεθοδολογικό εργαλείο που επιτρέπει στον Νίκο Σαραντάκο να ξεχωρίζει την αλήθεια μέσα σε ένα κυκεώνα συχνά αφελών, αλλά συχνότερα προπαγανδιστικών, μύθων και να μας την προσφέρει με τον τρόπο, χαλαρό και διασκεδαστικό, του μπλόγκερ, αλλά πάντα με σεβασμό στα πορίσματα της επιστήμης.

Η αξία του βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο στην ανασκευή των μύθων αλλά και στον τρόπο μελέτης της κατασκευής τους: είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε πώς δημιουργούνται ορισμένες αντιλήψεις, ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος και ποια είναι η επίπλαστη απειλή που απευθύνεται στο φαντασιακό μας, στον υποσυνείδητο εκείνο κριτή που μας επιβάλλει τρόπους σκέψης και δράσης παρακάμπτοντας τη φωνή της λογικής. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο 22, με τίτλο «Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;», εκτός από το ποια είναι η πραγματική και ποια η παρετυμολογική ιστορία της λέξης κεφτές, μαθαίνουμε και μερικά πιο σημαντικά πράγματα: πρώτον, πώς οι γλώσσες δανείζονται λέξεις από άλλες γλώσσες πριν τελικά τις υιοθετήσουν («αν σήμερα η αγγλική́ γλώσσα έχει το πλουσιότερο λεξιλόγιο, αυτό́ το οφείλει στο ότι δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς σε όλη την ιστορική́ της διαδρομή́, από́ όλες τις γλώσσες του κόσμου» γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας στη σ. 76) και, δεύτερον, ποια είναι η στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο φαινόμενο του δανεισμού γενικά και στα δάνεια που μας έρχονται από την τουρκική ειδικότερα. Και ασφαλώς, όπως επιβάλλουν οι αρχές της επιστημονικής έρευνας, το βιβλίο συνοδεύεται από μία βασική βιβλιογραφία, για να μπορεί ο καθένας να ελέγξει ή να μελετήσει σε βάθος τις πηγές κάθε πληροφορίας. Για πιο εύκολη πρόσβαση, σε αρκετά σημεία βρίσκουμε διαδικτυακές παραπομπές, αλλά και βιβλιογραφικές προτάσεις κατάλληλες γι’ αυτούς που θέλουν να εμβαθύνουν σε συγκεκριμένα θέματα, π.χ. στην προφορά των αρχαίων ελληνικών.

Το μόνο μειονέκτημα που θα εύρισκα στο Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα είναι ο περιορισμός του μεγέθους, που δυστυχώς προκύπτει από την αρχή δημιουργίας της σειράς: ο γενικός τίτλος είναι 96 plus (με το 96 να σημαίνει τον αριθμό των σελίδων), σύμφωνα με το πρότυπο της παλιάς, αλλά αξεπέραστης γαλλικής σειράς Que sais-je του οίκου PUF (Presses universitaires de France). Στόχος είναι η εκλαϊκευμένη παρουσίαση μίας πολύ μεγάλης ποικιλίας θεμάτων με τρόπο απλό, κατανοητό και, κυρίως, έγκυρο. Αλλά η γραφή του Νίκου Σαραντάκου είναι τόσο ζωντανή, τόσο στρωτή και αβίαστη, που ο αναγνώστης δυσκολεύεται όχι να διαβάσει το βιβλίο αλλά να το αφήσει από τα χέρια του: όταν τελειώνουν οι 96 σελίδες το μόνο που θέλουμε είναι να διαβάσουμε μερικές ακόμα.

Όταν κανείς γράφει μία τέτοια κριτική είναι έτοιμος να δεχτεί και τον αντίλογο. Σίγουρα θα βρεθούν οι καλοθελητές που θα σκεφτούν ότι ο ενθουσιασμός μου μπορεί να οφείλεται στη γνωριμία μου με το συγγραφέα ή στη σχέση μου με τον εκδοτικό οίκο, όπου θα κυκλοφορήσει το βιβλίο που γράφω με τη συνάδελφο Άννα Βακαλοπούλου. Θα τους απογοητεύσω όμως, η αλήθεια είναι πιο πικρή: αποφάσισα να εντάξω το Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα στη βιβλιογραφία του μαθήματος περί γλωσσικής μυθολογίας που διδάσκω στο Πανεπιστήμιο. Γιατί, ναι, η θεματολογία του αφορά το σύνολο των μορφωμένων ανθρώπων και, ναι, εκεί στην Κύπρο διδάσκουμε και μαθήματα γενικής κουλτούρας, έξω από τα κύρια αντικείμενα που σπουδάζουν οι φοιτητές μας, για να τους βοηθήσουμε να απαλλαγούν από ορισμένες διαδεδομένες προκαταλήψεις και να αναπτύξουν κριτική σκέψη. Η εκτίμησή μου για τον μπλόγκερ φιλόλογο Νίκο Σαραντάκο προκύπτει, ανάμεσα σε άλλα, από τη βοήθεια που μας δίνει στη μάχη αυτή και το βιβλίο που μόλις εκδόθηκε έχει ήδη βρει τη θέση του στο οπλοστάσιό μας.

Η Μαριάννα Κατσογιάννου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Και στη συνέχεια το κεφάλαιο «Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;» από το βιβλίο «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα». Χρησιμοποιώ το δικό μου κείμενο οπότε μπορεί να υπάρχουν κάποιες (αμελητέες) διαφορές από το τυπωμένο.

(Φυσικά, αν έγραφα στο ιστολόγιο, το άρθρο θα είχε ίσως και τριπλάσια έκταση. Όμως στο βιβλίο δεν έπρεπε να ξεπεραστούν οι 96 σελίδες οπότε το κείμενο αναγκαστικά είναι πολύ πιο συνοπτικό).

Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;

Μεγάλο μέρος του λεξιλογίου της νέας ελληνικής απαρτίζεται από δάνεια. Πολλοί θεωρούν ότι το να δανείζεται μια γλώσσα είναι δείγμα αδυναμίας ή ότι τα δάνεια συνιστούν «παραφθορά και διαφθορά» της γλώσσας ή «γλωσσική υποδούλωση». (1)

Ωστόσο, όλες οι γλώσσες δανείζονται. Η αρχαία ελληνική, τον καιρό της ακμής της, δεν δίσταζε να δανείζεται λέξεις όπως «αρραβών», «χιτών», «σινδών» (σημιτικά δάνεια) ή «αγγαρεία», «παράδεισος», «παρασάγγης» (περσικά δάνεια). Στα βυζαντινά χρόνια, τα λατινικά δάνεια ήταν πάμπολλα, όπως μαρτυράει μια τυχαία σύντομη φράση από κείμενο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (από το Περί της βασιλείου τάξεως): «τῷ δὲ δομεστίκῳ τῶν ἐξσκουβίτων ὑποτέτακται εἴδη ἀξιωμάτων θʹ, οἷον τοποτηρηταί, χαρτουλάριοι, σκρίβονες, πρωτομανδάτορες, δρακονάριοι, σκευοφόροι, σιγνοφόροι, σινάτορες καὶ μανδάτορες» (με πλάγιους χαρακτήρες οι λέξεις που είναι λατινικά δάνεια ή αντιδάνεια, εξ ολοκλήρου ή κατά το ήμισυ). Κι αν σήμερα η αγγλική γλώσσα έχει το πλουσιότερο λεξιλόγιο, αυτό το οφείλει στο ότι δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς σε όλη την ιστορική της διαδρομή, από όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Σε γενικές γραμμές, σήμερα λίγοι ενοχλούνται από τα ιταλικά, τα λατινικά ή τα γαλλικά δάνεια. Κάπως περισσότεροι δυσφορούν με τη συρροή αγγλικών λέξεων, ιδίως νεολογισμών. Ωστόσο, οποτεδήποτε γίνει λόγος για τα τουρκικά δάνεια της ελληνικής γλώσσας, π.χ. με την ανάρτηση καταλόγου δάνειων λέξεων, είναι παρατηρημένο πως εκφράζονται έντονες αντιδράσεις από πολλούς σχολιαστές και ότι πολλοί επιχειρούν να αρνηθούν πως οι λέξεις αυτές έχουν τουρκική προέλευση. Κάποιοι επισημαίνουν ότι η απώτερη προέλευση των λέξεων δεν είναι τουρκική αλλά αραβική ή περσική, το οποίο πολλές φορές είναι ακριβές, αν και η γλωσσολογία συνήθως εξετάζει την άμεση και όχι την απώτερη προέλευση του δανείου.

Ωστόσο, οι περισσότεροι επιχειρούν να βρουν κάποια ελληνική απώτερη ετυμολογία της τουρκικής λέξης, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να αποκαταστήσουν την καθαρότητα της γλώσσας μας. Και ενώ πράγματι υπάρχουν κάποια ελληνοτουρκικά αντιδάνεια (2), είναι γεγονός αναντίρρητο πως τα περισσότερα τουρκικά δάνεια της ελληνικής δεν είναι αντιδάνεια, δηλαδή δεν έχουν απώτερη ελληνική αρχή.

Το 1975 ο λόγιος Γιάκωβος Διζικιρίκης, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε το βιβλίο Να ξετουρκέψουμε τη γλώσσα μας, στο οποίο παραθέτει προτάσεις, εντελώς ουτοπικές αλλά όχι χωρίς εξυπνάδα και γλωσσολογική συγκρότηση, για τον «εξελληνισμό» των τουρκικών δανείων της ελληνικής. Για παράδειγμα, προτείνει τους κεφτέδες να τους πούμε «λιανιστούδια» αφού παρασκευάζονται από λιανιστό κρέας.

Οι σημερινοί τουρκοφάγοι του Διαδικτύου, πάντως, απλώς βαφτίζουν ελληνικές τις τουρκογενείς λέξεις, εφαρμόζοντας δημιουργική εθνωφελή «ετυμολογία». Έτσι, παράγουν τον αγά από το «άγω», το κέφι από την «κεφαλή», τον μουσαφίρη από το «μέσα φέρω», τα ζαμάνια από το «ζα» (ένδειξη πληθώρας) και «μανός» (αραιός), το σιχτίρ από το… «σε οικτίρω» και άλλα ευφάνταστα. Η Α. Τζιροπούλου υιοθετεί την άποψη ότι το χατίρι ετυμολογείται από το… «ήτορ», ενώ ένας φιλόλογος βρήκε ελληνική ετυμολογία για το μεράκι από το «ίμερος», που έδωσε τάχα το υποκοριστικό «ιμεράκιον».

Δεν είναι βέβαια εφικτό να ανασκευάσει κανείς όλες αυτές τις ευφάνταστες ετυμολογίες, οπότε θα περιοριστούμε να ανασκευάσουμε μία μόνο τέτοια ελληνοπρεπή ετυμολόγηση, καθώς η λογική της ανασκευής ισχύει και για πολλές άλλες περιπτώσεις.

Σύμφωνα με όλα τα λεξικά, η λέξη «κεφτές» είναι δάνειο από τα τουρκικά, köfte. Ωστόσο, μια ευρέως διαδεδομένη άποψη θέλει τη λέξη να είναι ακραιφνώς ελληνική. Το είχε υποστηρίξει και ο εθνικός μας μάγειρας Ηλίας Μαμαλάκης σε μια εκπομπή του, ότι οι κεφτέδες είναι το βυζαντινό «σύγκοπτον», ενώ άλλοι προτείνουν ως αρχή το ελληνικό «κοπτόν».

Καταρχάς, δεν υπάρχουν στα σώματα κειμένων της αρχαίας και μεσαιωνικής γραμματείας αυτές οι λέξεις με τη σημασία αυτή. Υπάρχουν τύποι όπως «κοπτόν», αλλά αναφέρονται σε φαρμακευτικά παρασκευάσματα.

Θα μπορούσε, βέβαια, η λέξη να υπήρξε και να μην έχει καταγραφεί. Αυτό δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε. Όμως, το πρόβλημα είναι ότι η τουρκική λέξη προέρχεται από τα περσικά και στα περσικά το kufteh έχει πειστική ετυμολόγηση εσωτερική στην περσική γλώσσα (δηλαδή, εξηγείται ικανοποιητικά χωρίς ανάγκη δανεισμού από άλλη γλώσσα). Όπως λένε τα λεξικά, στα περσικά το ρήμα کوفتن (kuftan) σημαίνει «κοπανάω» ή «αλέθω». Κρέας δηλαδή κοπανιστό ή αλεσμένο. Έπειτα, αν δούμε γεωγραφικά την εξάπλωση των ομόρριζων λέξεων, βλέπουμε ότι εδέσματα παρόμοια με τους κεφτέδες και που ονομάζονται «κάπως» σαν τους κεφτέδες υπάρχουν από τις βαλκανικές χώρες μέχρι πέρα από την Ινδία: ćufta στα σέρβικα και κροάτικα, kyufta στα αρμένικα, kufta στο Μπαγκλαντές, kοfta στο Πακιστάν. Θέλω να πω, και γεωγραφικά να το δούμε, η περσική αρχή φαίνεται πολύ λογικότερη.

Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν υπάρχει σήμερα κανένα σοβαρό λεξικό, κανείς σοβαρός μελετητής που να δέχεται καταγωγή της λ. «κεφτές» από το (ανύπαρκτο) «σύγκοπτον» ή από το «κοπτόν».

Όσο για τις άλλες πορτοκάλειες ετυμολογήσεις, δεν μας παίρνει ο χώρος για να τις ανασκευάσουμε εδώ. Παραπέμπουμε τον αναγνώστη σε ένα καλό ετυμολογικό λεξικό (το Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη είναι το καλύτερο) ή ακόμα και στις συνοπτικές ετυμολογικές πληροφορίες του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής το οποίο είναι διαθέσιμο δωρεάν στον ιστότοπο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας (βλ. bit.do/lkn-tr).

Ως προς το γενικότερο πρόβλημα της στάσης απέναντι στα δάνεια, όσοι έχουν ειδικό ενδιαφέρον αξίζει να κοιτάξουν τη νεανική μελέτη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Ξενηλασία ή ισοτέλεια; Μελέτη περί των ξένων λέξεων της νέας ελληνικής (1905), στον πρώτο τόμο των Απάντων του, διαθέσιμη στο διαδίκτυο (βλ. bit.do/tr-xen).

(1) Για το φαινόμενο του δανεισμού και τα σχετικά ιδεολογήματα, βλ.: Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, «Ιδεολογήματα και δανεισμός», στο Γ. Χάρης, Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα, ό.π., σ. 63.

(2) Για παράδειγμα, το τεφτέρι (< τουρκ. tefter, που ανάγεται στη «διφθέρα») ή το μπαρούτι (< τουρκ. barut, που ανάγεται στη λέξη «πυρίτις»).

Advertisements

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 115 Σχόλια »

Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2019

Κυριακή σήμερα, μέρα ανάγνωσης -καλοκαιρινή Κυριακή μάλιστα. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αφήγημα με έμμεσο καλοκαιρινό χρώμα, αφού εκτυλίσσεται σε μια μικρή νησιωτική πόλη, που δεν κατονομάζεται ρητά αλλά είναι το Πλωμάρι της Μυτιλήνης.

Πρόκειται για το βιβλίο «Το ουζερί», του Μυτιληνιού συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη (1940-), που γεννήθηκε στο Πλωμάρι αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη.

Το Πλωμάρι είναι πανελλήνια γνωστό για το ούζο που παράγει, ωστόσο ο συγγραφέας μάς λέει πως η λέξη «ουζερί» ήταν άγνωστη στην πόλη έως το 1952 που άρχισε να λειτουργεί ένα τέτοιο μαγαζί. Και με κέντρο το μαγαζί αυτό, ο Μαυραγάνης περιγράφει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1950, αφήνοντας τη διήγηση ελεύθερη να περνάει από το ένα θέμα στο άλλο.

Παραθέτω λοιπόν ένα εκτενές απόσπασμα από τις σελίδες 55-66 του βιβλίου. Συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλιο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ βρήκα και μια ραδιοφωνική του συνέντευξη.

Το ουζερί (απόσπασμα)

Πολύ γρήγορα έγινε γνωστό το Ουζερί και πολύ πέρα από τα σύνορα της μικρής μας πόλης και για τους εξαιρετικούς μεζέδες που πρόσφερε. Γιατί, έξω από τα γνωστά και τετριμμένα, χταπόδι στη σχάρα ή ξιδάτο, παστά, ελιές, κεφτέδες και λοιπά, απόκτησε ειδικότητα, ίσως και μοναδικότητα, στα θαλασσινά και στα όστρακα, που του έρχονταν ειδικά από τον κόλπο της Καλλονής. Τα περίφημα χτένια, που τα πρόσφερε ωμά με μπόλικο λεμόνι ή πολύ ελαφρά ψημένα όσο ν’ ανοίξει το καύκαλό τους, με μπόλικο επίσης λεμόνι, πίνες τηγανητές ή μεταμορφωμένες σε πινοκεφτέδες, σουπιές και καλαμαράκια ολοζώντανα στη σχάρα ή τηγανητά, καραβίδες και φυσικά αστακούς και τις εκπληκτικές αστακοκαραβίδες, γνωστές και με το όνομα «κωλοχτύπες», που βεβαίως ορισμένες εποχές απαγορευόταν η αλίευσή τους, φαίνεται όμως πως για το Ουζερί γίνονταν κάποιες εξαιρέσεις.

Όλα αυτά, όμως, μαζί με τους κεφτέδες, χορτοκεφτέδες, συκώτια αρνίσια ή κατσικίσια τηγανητά ή ψητά στο κάρβουνο, σφουγγάτα, ντολμαδάκια γιαλαντζί ή με κρέας, σουγάνια, δηλαδή κρεμμυδοντολμάδες, τα περίφημα και περιζήτητα γεμιστά κολοκυθολούλουδα και πολλά άλλα, συνοδεύοντάς τα με τα αξεπέραστα ξινά του. Που υπήρχαν, βέβαια, και στους μεζέδες των καφενείων, αλλά στο Ουζερί λεγόταν πως είχαν άλλη γεύση.

Σε μια ατέλειωτη σειρά γυάλινων βάζων τοποθετημένων σ’ ένα μεγάλο ράφι πάνω από την κουζίνα μπορούσες να βρεις κάπαρη, ξινήθρα -αξνίθρα στην τοπική μας διάλεκτο- κρίταμο που σκέπαζε όλες τις βραχώδεις ακτές και που μέχρι σήμερα λίγοι το ξέρουν και το εκτιμούν, αγουρίδα, τρυφερούς βλαστούς αμπελιών, αρκόμπλα, τσάγαλα, ήτοι μικρά πριν προλάβει ακόμα να γίνει ξύλο η εξωτερική τους επιφάνεια, αμύγδαλα και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια. Κι όλα αυτά στην άλμη, με μια ιδέα ξίδι στο διάλυμα της συντήρησής τους. Όλα, για να νοστιμίζουν τους άλλους εξαιρετικής ποιότητας μεζέδες και να διευκολύνουν την κατάποση μεγαλύτερων ποσοτήτων απ’ αυτούς.

Τα μούσμουλα στην άρμη ήταν μια απ’ τις πιο θελκτικές λιχουδιές εμάς των μικρών. Αλλά πέρα απ’ αυτά που τρώγαμε από τα βάζα των μανάδων μας -πόσα, άραγε, θα μπορούσαν να έχουν στις κουζίνες τους;- ήταν κι εκείνα που αγοράζαμε από τους πλανόδιους πωλητές, τον Μάρκο ή τον Φώτη ή τον Αριστείδη τον Ντιν-Νταν. Όχι πως είχε καμιά ιδιορρυθμία ο άνθρωπος ή ιδιαιτερότητα, αλλά το παρατσούκλι τού το κόλλησαν γιατί μ’ ένα μικρό κουδουνάκι, που κρατούσε στο χέρι, έκανε γνωστή την παρουσία του στους παντοειδείς πελάτες του. Κλασικός μικροπωλητής του δρόμου ο Ντιν-Νταν, διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς. Λαχεία, καραμέλες, μικρές σοκολατίτσες της μπουκιάς, λουκουμάκια, παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί. Όλοι αυτοί μάς πουλούσαν τα μούσμουλα στην άρμη μέσα σε μικρά χωνάκια από φύλλα εφημερίδων, που μούλιαζαν σχεδόν αμέσως και διαλύονταν μέσα στα χέρια σου, με κίνδυνο απώλειας του περίφημου μεζέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 170 Σχόλια »

Τα παντούμ και η συλλογή του Θάνου Γιαννούδη

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2019

Την Κυριακή βάζουμε λογοτεχνικό θέμα συνήθως -και συνήθως πεζογραφία, διηγήματα ας πούμε. Σπάνια βάζουμε ποιήματα και ακόμα σπανιότερα ποιήματα σημερινών ποιητών (μια εξαίρεση ήταν η παρουσίαση της συλλογής του Δημήτρη Κοσμόπουλου πριν απο δυόμισι μήνες).

Εξαίρεση κάνω και σήμερα, αφού παρουσιάζω μιαν ακόμα ποιητική συλλογή και μάλιστα ενός νέου ποιητή, του Θάνου Γιαννούδη ο οποίος ακόμα δεν έχει κλείσει τα τριάντα του χρόνια. Ο Γιαννούδης είναι εκπρόσωπος της νεότατης γενιάς των ποιητών που αναβιώνουν τον παραδοσιακό στίχο. Παλιότερα δημοσίευε τα ποιήματά του στο ιστολόγιό του, και στη συνέχεια σε λογοτεχνικούς ιστοτόπους (παράδειγμα), τώρα όμως έβγαλε και την πρώτη του ποιητική συλλογή, Του ουρανού και της γης.

Με τον Θάνο γνωριζόμαστε εδώ και καιρό, ιντερνετικά αλλά και διά ζώσης όποτε περνάω από Θεσσαλονίκη. Μου είχε δώσει τη συλλογή πριν ακόμα βγει και μου ζήτησε να πάρω μέρος στην παρουσίασή της -επειδή όμως η ημερομηνία της εκδήλωσης άλλαξε και δεν βρισκόμουν στην Ελλάδα, τελικά η συμμετοχή μου στην παρουσίαση έγινε μέσω υπομνήματος, που το διάβασε ο μυστηριώδης ποιητής Ααρών Μνησιβιάδης.

Το κείμενο αυτό θα το παρουσιάσω πιο κάτω, αλλά πρώτα θα πω δυο λόγια για το παντούμ, ένα στιχουργικό είδος που μ’ αρέσει πολύ και που αρέσει και στον Γιαννούδη, αρκετά ώστε να ξεκινήσει τη συλλογή του με ένα παντούμ.

Πρόλογος – Παντούμ για το Νέο Κόσμο

 ”O brave new world,
that has such people in ‘t!” –
Shakespeare

 

Αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα…
Μακριά σου ο κόσμος όνειρο κακό,
κιθαρίστας που τού έκλεψαν την πένα
και μαντεύει κάθε νότα το σκοπό.

Μακριά σου ο κόσμος όνειρο κακό
-Πόση αγάπη θα επιζήσει; Πες μου, πόση;-
και μαντεύει η κάθε νότα το σκοπό,
τη σειρά της μουσικής να περισώσει.

Πόση αγάπη θα επιζήσει; Πες μου, πόση;
Ποιο τραγούδι θα υμνήσει τον καιρό,
τη σειρά της μουσικής θα περισώσει;
Δεν στεριώνει ο ρυθμός που προχωρώ…

Ποιο τραγούδι θα υμνήσει τον καιρό:
νέε κόσμε, εσύ, λαμπρέ φωτοκυκλώνα!
Δεν στεριώνει ο ρυθμός που προχωρώ,
η καρδιά της πλάσης θάφτηκε στο χώμα.

Νέε κόσμε, εσύ, λαμπρέ φωτοκυκλώνα,
σε γεννήσαν ο καημός κι η συμφορά!
Η καρδιά της πλάσης θάφτηκε στο χώμα,
το χαμόγελό σου η άβυσσος φορά!

Σε γεννήσαν ο καημός κι η συμφορά
-Χαίρε, άμετρη ανθρώπινή μας φύση!-
Το χαμόγελό σου η άβυσσος φορά
κι έχει μέσα σου το χάος εμφυσήσει.

Χαίρε, άμετρη ανθρώπινή μας φύση,
χαίρε φύσημα της πλαστουργού πνοής!
Έχει μέσα σου το χάος εμφυσήσει
σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής.

Χαίρε φύσημα της πλαστουργού πνοής,
νιότης όνειρα που μοιάζετε σαν ξένα
σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής
-αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα…

2017

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Τα ιστορικά αφηγήματα του Ερίκ Βουγιάρ

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2019

Όπως έγραψα και τις προάλλες, από την έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκης, τον Μάιο, έφυγα με μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία (η αλήθεια είναι ότι μου χάρισαν και πολλά). Θα έλεγε κανείς ότι έτσι κάλυψα τις αναγνωστικές μου ορέξεις, αλλά καμιά φορά διαβάζοντας ένα βιβλίο ανοίγεις λογαριασμούς -δηλαδή νιώθεις τον πειρασμό να βρεις και τα υπόλοιπα του ίδιου συγγραφέα. Σ’ αυτόν τον πειρασμό συνήθως ενδίδω, η πείρα έχει δείξει πως αξίζει τον κόπο.

Κι έτσι, ενώ από την έκθεση είχα αγοράσει την Ημερήσια διάταξη του Eric Vuillard, μόλις το διάβασα, τελευταία μέρα πριν φύγω για τα ξένα, έσπευσα να βρω και τα άλλα δύο του ίδιου συγγραφέα που έχουν κυκλοφορήσει, πάντοτε από τις εκδόσεις Πόλις: τη 14η Ιουλίου και το Κονγκό.

Ο Βουγιάρ μάς βάζει σε μπελάδες ήδη από τα αποδυτήρια -πώς θα μεταγράψουμε το όνομά του στα ελληνικά; Ο εκδοτικός οίκος προτίμησε το Βυϊγιάρ, που είναι και το πιο ακριβές, τουλάχιστον αν έχουμε συμφωνήσει ότι το υ το χρησιμοποιούμε για να αποδώσουμε το γαλλικό u (και το γερμανικό ü) αλλά η αλληλουχία αυτή των φθόγγων είναι κάπως δύσκολη για τα ελληνικά λαρύγγια. Κι αφού οι Γάλλοι λένε Αλκιντίς τον Χαλκίδη και Τομοπουλός τον Θωμόπουλο, θαρρώ πως μπορούμε κι εμείς, κάπως αγροτικά, να πούμε Βουγιάρ τον Vuillard. Πάντως, αν επιμένετε στο Βυϊγιάρ, τα διαλυτικά χρειάζονται, αλλιώς το υι θα πρέπει να προφερθεί ι, όπως στην υιοθεσία.

Δεύτερος μπελάς, πιο σοβαρός. Σε ποιο είδος ανήκουν τα πεζά του Βουγιάρ; Λογοτεχνία ή ιστορία; Ο ίδιος βέβαια το έχει ξεκαθαρίσει, και το γράφει και φαρδιά-πλατιά στο εξώφυλλο της Ημερήσιας διάταξης: Αφήγημα, Récit στα γαλλικά. Όχι το αφήγημα που το έχουν κάνει ψωμοτύρι οι κλισεδιάρηδες των εφημερίδων και δεν θέλει να το ακούει ο κ. Μπαμπινιώτης -εδώ η λέξη χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική της έννοια.

Ο Βουγιάρ σε κάθε του βιβλίο αφηγείται μιαν ιστορία -μιαν ιστορία από την ιστορία. Θα το καταλάβατε ότι η 14η Ιουλίου μιλάει για την κατάληψη της Βαστίλλης το 1789, το Κονγκό την αποικιακή κατάληψη της περιοχής και γενικότερα το μοίρασμα των αποικιών, όσο για την Ημερήσια διάταξη είναι η εξιστόρηση του Άνσλους, της κατάληψης της Αυστρίας από τον Χίτλερ το 1938.

Τα αφηγείται με ξεχωριστή μαστοριά, ο μπαγάσας. Θα παραθέσω πιο κάτω ένα δείγμα, αλλά πρέπει να το τονίσω, η γραφή του είναι απολαυστική. Άλλωστε η Ημερήσια διάταξη βραβεύτηκε με το Γκονκούρ, που δίνεται σε λογοτεχνικά έργα.

Όμως, στην Ημερήσια διάταξη (αλλά και στα άλλα δύο βιβλία) δεν υπάρχουν μυθιστορηματικοί ήρωες. Όταν διαβάζουμε για τις αφόρητες πιέσεις που ασκούσε ο Χίτλερ στον Αυστριακό καγκελάριο Σούσνιγκ για να τον καταφέρει να ενδώσει στο Άνσλους και τι σκεφτόταν ο καθένας τους, ή όταν ο Βουγιάρ μας διηγείται πώς ο Ρίμπεντροπ κατάφερε, φλυαρώντας περί ανέμων και υδάτων σε ενα επίσημο δείπνο, να καθυστερήσει τις αντιδράσεις της βρετανικής διπλωματίας μετά το Άνσλους, περιγράφονται ιστορικά γεγονότα στα οποία παίρνουν μέρος ιστορικά πρόσωπα -το στοιχείο της μυθοπλασίας βρίσκεται στην ατμόσφαιρα, στην περιγραφή των χώρων και των σκέψεων. Αλλά πιο κάτω θα παραθέσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο οπότε θα δείτε περί τίνος πρόκειται.

Και επειδή ακριβώς τα βιβλία του Βουγιάρ (ο οποίος δεν είναι ιστορικός) κινούνται στο μεταίχμιο ιστορίας και λογοτεχνίας, ξέσπασε και μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους κριτικούς. Ο διάσημος ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον στο New York Review of Books επέκρινε την Ημερήσια διάταξη κατηγορώντας τον Βουγιάρ ότι δεν κάνει λογοτεχνία αλλά ιστορία και ότι δεν είναι ουδέτερος, ότι επιλέγει να περιγράψει (έστω, με μπρίο) ορισμένες μόνο σκηνές, ορισμένα γεγονότα από την ιστορία του Άνσλους παραλείποντας άλλα και ότι αυτό που κάνει θα ηταν αποδεκτό μόνο αν χρησιμοποιούσε μυθιστορηματικούς ήρωες. Αλλά και ο (επίσης ιστορικός) Robert Tombs, κριτικός του Times Literary Supplement έκρινε ότι το έργο του Βουγιάρ είναι ένα υβρίδιο λογοτεχνίας και ιστορίας που δεν πείθει ούτε ως λογοτέχνημα ουτε ως ιστορικό εργο, κι αν διακρίνεται ένα γενικό θέμα αυτό είναι ότι το μεγάλο κεφάλαιο χρηματοδότησε τον ναζισμό και ωφελήθηκε από αυτόν, κάτι που είναι μισή αλήθεια και όχι πολύ πρωτότυπο. (Ο φίλος μας ο Ρογηρος μου έστειλε δυο σελίδες από το περιοδικό Histoires, που τις συνόψισα στα προηγούμενα -τις έχω ανεβάσει εδώ για όποιον θέλει να τις διαβάσει).

Δύσκολο να πάρει κανείς θέση σε αυτή τη διαμάχη. Ωστόσο, νομίζω πως αυτό που αθωώνει τον Βουγιάρ είναι το έξοχο γράψιμό του -εννοώ ότι ο αναγνώστης έχει επίγνωση πως δεν διαβάζει ιστορικό δοκίμιο αλλά λογοτέχνημα. Ο συγγραφέας επέλεξε να ρίξει τον φακό του σε ορισμένα επεισόδια τα οποία τα αφηγείται μένοντας πιστός στην ιστορική αλήθεια και να δώσει (διατύπωση του Πιέρ Ασουλίν) «μια υποκειμενική θεώρηση της ιστορίας, σκηνοθετημένη και μετουσιωμένη από τη λογοτεχνία».

Τα τρια βιβλία του Βουγιάρ δεν είναι μεγάλα. Η Ημερήσια διάταξη πιάνει 150 σελίδες (με απλόχωρο στήσιμο σελίδας), κάτι που έκανε τον Πάξτον να ειρωνευτεί «το πιο φτενό βραβείο Γκονκούρ που δοθηκε ποτέ», η 14η Ιουλίου μόλις φτάνει τις 200 σελίδες ενώ το Κονγκό δεν φτάνει τις 120. Πάντως διαβάζονται με απόλαυση -και ήδη αδημονώ να πιάσω στα χέρια μου τον Πόλεμο των φτωχών, που επίσης ετοιμάζεται.

Θα μπορούσα βέβαια να τον διαβάσω στα γαλλικά, αλλά έχει κάποιο νόημα να στηρίζουμε και τις ελληνικές εκδόσεις και τη δουλειά μας -εννοώ τη μετάφραση. Η μετάφραση των βιβλίων είναι καλή, αν και έχω κάποιες διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, ελάσσονες όμως. Για παράδειγμα (και θα περιοριστώ στην Ημερήσια διάταξη) με ξένισαν κάποιες μάλλον λόγιες επιλογές λέξεων και τύπων όπως το «οιδαλέο σουλούπι» ή «αυτό το κάλεσμα, το αναμφίβολα κάπως αύθαδες» ή η άτσαλη γενική «είχε αρχίσει την επαγγελματική του καριέρα ως εισαγωγέας σαμπανιών Mumm και Pommery» (σαμπάνιας θα έβαζα ή θα απέφευγα τη γενική).

Κι έπειτα μια φράση που τη συζήτησα και στη Λεξιλογία:

Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα…

πρωτότυπο: il devait être trop bien renseigné pour ne pas trouver un peu curieuse cette promenade

που θα το απέδιδα αλλιώς, πχ πρέπει να ήταν τόσο καλά πληροφορημένος ώστε αποκλείεται να μην του φάνηκε κάπως παράξενη αυτή η βόλτα...

Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες.

Και παρόλο που στάθηκα περισσότερο στην Ημερήσια διάταξη, ίσως η προτίμησή μου να βρίσκεται στην 14η Ιουλίου. Αλλά αφού κυρίως αυτό το έργο παρουσίασα, παραθέτω και ένα ολόκληρο κεφάλαιο από αυτό, με τίτλο Επίσκεψη αβροφροσύνης (σελ. 27-32 στο βιβλίο).

Επίσκεψη αβροφροσύνης

Ένα σκοτεινό ένστικτο μιας παρέδωσε στον εχθρό, παθητικούς και περιδεείς. Από τότε, τα βιβλία μας της Ιστορίας επανέρχονται ξανά και ξανά σε αυτό το τρομακτικό γεγονός, στο οποίο φαίνεται πως συναρμόστηκαν ο αιφνιδιασμός με τη λογική. Έτσι, άπαξ και προσηλυτίστηκαν οι βαρόνοι της βιομηχανίας και των τραπεζών, κι έπειτα οι αντιτιθέμενοι φιμώθηκαν, οι μοναδικοί σοβαροί αντίπαλοι του καθεστώτος ήταν οι ξένες δυνάμεις. Oι τόνοι ανέβαιναν ολοένα και περισσότερο με τη Γαλλία και την Αγγλία, με τα ωραία λόγια και τις επιδείξεις δύναμης να εναλλάσσονται. Και σε αυτό το πλαίσιο, τον Νοέμβριο του 1937, ανάμεσα σε δύο ξεσπάσματα οργής, έπειτα από μερικές διαμαρτυρίες καθαρά τυπικού χαρακτήρα για το θέμα της προσάρτησης του Ζάαρλαντ, της επαναστρατίωτικοποίησης της Ρηνανίας ή του βομβαρδισμού της Γκερνίκα από τη λεγεώνα Κόνδωρ, ο Χάλιφαξ, λόρδος πρόεδρος του Συμβουλίου, πήγε ιδιωτικά στη Γερμανία, έπειτα από πρόσκληση του Χέρμαν Γκαίρινγκ, υπουργού της Αεροπορίας, αρχηγού της Λουφτβάφε, υπουργού του Ράιχ για τα δάση και το κυνήγι, προέδρου του συγχωρεμένου του Ράιχσταγκ – δημιουργού της Γκεστάπο. Δεν είναι και λίγα όλα αυτά, και όμως ο Χάλιφαξ δεν ενοχλείται, δεν του φαίνεται περίεργος αυτός ο λυρικός και πληθωρικός τύπος, ο διαβόητος αντισημίτης, με πλάκα τα παράσημα. Και δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι τον Χάλιφαξ τον τύλιξε κάποιος που κρατούσε κλειστά τα χαρτιά του, ότι δεν παρατήρησε πως ντυνόταν σαν δανδής, δεν παρατήρησε τους ατελείωτους τίτλους, την παραληρηματική, δυσνόητη ρητορική, το οιδαλέο σουλούπι· όχι. Εκείνη την εποχή ήμασταν ήδη πολύ μακριά από τη σύσκεψη της 20ής Φεβρουάριου, οι ναζί είχαν χάσει κάθε αυτοσυγκράτηση. Κι επιπλέον, πήγαν κυνήγι παρέα, γέλασαν παρέα, δείπνησαν παρέα· και ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, που δεν ήταν φειδωλός σε εκδηλώσεις τρυφερότητας και καλοσύνης, εκείνος που μάλλον είχε ονειρευτεί να γίνει ηθοποιός και που με τον τρόπο του είχε εντέλει γίνει, μπορεί και να του είχε δώσει ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, ίσως και να τον είχε λοιδορήσει λιγάκι, τον γερο-Χάλιφαξ, και να του είχε πετάξει κατάμουτρα και κάτι διφορούμενα παραμύθια, από αυτά που αφή-νουν τον αποδέκτη τους άναυδο, κάπως αμήχανο, όπως όταν αφήνεις σεξουαλικά υπονοούμενα.

Να τον είχε τυλίξει ο Μέγας Κυνηγεσιάρχης στην εσάρπα του από καταχνιά και σκόνη; Ωστόσο, ο λόρδος Χάλιφαξ, όπως βέβαια και οι είκοσι τέσσερις βαρόνοι της γερμανικής βιομηχανίας, δεν μπορεί παρά να ήξερε αρκετά πράγματα για τον Γκαίρινγκ, δεν μπορεί παρά να γνώριζε έστω και λίγο την ιστορία του, τη ζωή του ως πραξικοπηματία, την αγάπη του για τις φανταχτερές στολές, τη μορφινομανία του, τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο στη Σουηδία, τη με συντριπτικά στοιχεία διάγνωση περί βίαιης συμπεριφοράς, νοητικών διαταραχών, κατάθλιψης, τις αυτοκτονικές του τάσεις. Δεν ήταν δυνατόν να στέκεται μόνο στον ήρωα των αιθέρων, στον πιλότο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στον έμπορο αλεξίπτωτων, στον βετεράνο στρατιώτη. Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα, στη διάρκεια της οποίας διακρίνονται οι δυο τους, σε μία μικρή ταινία, να θαυμάζουν το πάρκο με τους βίσονες και όπου ένας Γκαίρινγκ, απίστευτα χαλαρός, δίνει μαθήματα ευεξίας. Δεν μπορεί να μην έχει διακρίνει το γελοίο μίικρό φτερό που έχει στο καπέλο του, τον γούνινο γιακά, την αλλόκοτη γραβάτα. Ίσως και να του αρέσει και εκείνου το κυνήγι, του Χάλιφαξ, όπως άρεσε στον γέρο πατέρα του, και τότε σίγουρα θα ευχαριστήθηκε στο Σορφχάιντε, αλλά δεν μπορεί να μην είδε το παράξενο δερμάτινο μπουφάν που φορούσε ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, ούτε το στιλέτο στη ζώνη του, να μην άκουσε τα απαίσια υπονοούμενα που κρύβονταν κάτω από χοντροκομμένα αστειάκια. Ίσως και να τον είδε να ρίχνει βέλη, μεταμφιεσμένος σε σαλτιμπάγκο· πιθανότατα είδε και τα άγρια ζώα που είχε εξημερώσει, το λιονταράκι που ήρθε να γλείψει το πρόσωπο του αφεντικού του. Αλλά ακόμα και αν δεν είδε τίποτε απ’ όλα αυτά, ακόμα και αν πέρασε μονάχα ένα τέταρτο με τον Γκαίρινγκ, είχε αναμφίβολα ακούσει για τα παιδικά ηλεκτρικά τρενάκια που κυκλοφορούσαν παντού στο υπόγειο του σπιτιού του και τον άκουσε αναπόφευκτα να ψιθυρίζει ένα σωρό ανοησίες. Κι έπειτα, αυτή η γριά αλεπού ο Χάλι-φαξ δεν ήταν δυνατόν να μην έλαβε υπόψη την παραληρηματική του εγωπάθεια· μπορεί, μάλιστα, και να τον είδε να αφήνει ξαφνικά το τιμόνι του καμπριολέ του και να ουρλιάζει στον άνεμο! Ναι, δεν είναι δυνατόν να μη διέκρινε κάτω από το πλαδαρό και πρησμένο προσωπείο τον τρομακτικό πυρήνα. Κι έπειτα συνάντησε και τον Φύρερ· ούτε εκεί δεν είδε τίποτα ο Χάλιφαξ! Παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Ήντεν, άφησε μάλιστα να εννοηθεί στον Χίτλερ ότι οι γερμανικές αξιώσεις στην Αυστρία και ένα μέρος της Τσεχοσλοβακίας δεν φαίνονταν αθέμιτες στην κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος, υπό τον όρο ότι αυτό θα γινόταν ειρηνικά καί μετά από δίαβούλευση. Έχει κοινωνικότητα ο Χάλιφαξ. Αλλά μία ακόμα πινελιά δίνει την πλήρη εικόνα του ανθρώπου. Μπροστά στο Μπέρχτεσγκαντεν, όπου τον άφησαν, ο λόρδος Χάλιφαξ διέκρινε μία σιλουέτα δίπλα στο αυτοκίνητο, την οποία πέρασε για υπηρέτη. Φαντάστηκε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε έρθει προς το μέρος του για να τον βοηθήσει να ανεβεί τα σκαλοπάτια του πρόθυρου. Οπότε, ενώ του άνοιγαν την πόρτα, του έδωσε το παλτό του. Αλλά, αμέσως, ο φον Νόιρατ ή κάποιος άλλος, μπορεί κι ένας υπηρέτης, του ψιθύρισε στ’ αυτί με βραχνή φωνή: «Ο Φύρερ!» Ο λόρδος Χάλιφαξ σήκωσε το βλέμμα. Πράγματι, ήταν ο Χίτλερ. Τον είχε περάσει για λακέ! Ο λόγος ήταν ότι δεν είχε καταδεχτεί να σηκώσει το κεφάλι, όπως θα αναφέρει ο ίδιος αργότερα στο βιβλιαράκι μιε τα απομνημονεύμιατά του, Πληρότητα των ημερών: αρχικά είδε ένα παντελόνι και κάτω κάτω ένα ζευγάρι παπούτσια. Το ύφος είναι ειρωνικό, ο λόρδος Χάλιφαξ θέλει να μας κάνει να γελάσουμε. Αλλά αυτό εγώ δεν το βρίσκω αστείο. Ο Αγγλος αριστοκράτης, ο διπλωμάτης που στέκει περήφανα ως ο τελευταίος μιας ολόκληρης σειράς θεόκουφων, βλαμμένων, στενόμυαλων προγόνων, είναι κάτι που με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι, άλλωστε, ο εντιμότατος πρώτος υποκόμης Χάλιφαξ που ως υπουργός Οικονομικών αντιτάχθηκε σθεναρά σε κάθε πρόσθετη βοήθεια προς την Ιρλανδία, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του; Ο λιμός είχε ως αποτέλεσμα ένα εκατομμύριο νεκρούς. Και ο εντιμότατος δεύτερος υποκόμης, ο πατέρας του Χάλιφαξ, εκείνος που ήταν αξιωματούχος στην υπηρεσία του βασιλιά, συλλέκτης ιστοριών φαντασμάτων, τις οποίες δημοσίευσε, μετά τον θάνατό του, ένας από τους γιους-φαντάσματα που είχε, μπορεί άραγε να οχυρωθεί κανείς πίσω από τέτοιους ανθρώπους; Επιπλέον, αυτή η αδεξιότητα δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, δεν πρόκειται για την γκάφα κάποιου επιπόλαιου γέρου, μαρτυρεί κοινωνική τύφλωση, μαρτυρεί έπαρση. Από την άλλη, όμως, σε ό,τι έχει να κάνει με ιδέες, ο Χάλιφαξ είναι ελάχιστα σεμνότυφος. Έτσι, για τη συνάντησή του με τον Χίτλερ, θα γράψει στον Μπάλντουιν: «Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός είναι ισχυρές δυνάμεις, αλλά δεν τις θεωρώ ούτε παρά φύσιν, ούτε ανήθικες!»· και λίγο αργότερα; «Δεν αμφιβάλλω ότι αυτοί οι άνθρωποι μισούν πραγματικά τους κομμουνιστές. Και σας διαβεβαιώνω ότι αν ήμασταν στη θέση τους, θα αισθανόμασταν το ίδιο πράγμα». Τέτοια ήταν τα προμηνύματα αυτού που και σήμερα ακόμα ονομάζουμε πολιτική κατευνασμού.

Οπότε, λέω, ίσως να ενόχλησαν και αυτά που λέει ο Βουγιάρ.

 

Posted in Ιστορία, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Το παλιό πικάπ Ντούαλ του Αλέξη Βάκη

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2019

Πριν από ένα μήνα και κάτι είχα πάει στη Θεσσαλονίκη, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, απ’ όπου επέστρεψα με μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία (κυριολεκτώ). Κάποια από τα βιβλία αυτά μπορεί και να μην τα διαβάσω ποτέ (άλλωστε δεν διαβάζονται όλα τα βιβλία, μερικά τα έχεις για ν’ ανατρέχεις σ’ αυτά αν και όταν χρειάζεται), κάποια άλλα τα φυλλομέτρησα και τ’ άφησα γι’ αργότερα, κάμποσα όμως τα διάβασα ήδη κι άλλα πήραν τη σειρά τους. Μετά τις εκλογές που θα κάνουμε το καθιερωμένο βιβλιοφιλικό μας άρθρο ενόψει του καλοκαιριού θα αναφέρω αρκετά από αυτά, αλλά σήμερα θα παρουσιάσω ένα βιβλίο που το πήρα φρέσκο στη Θεσσαλονίκη, αφού κυκλοφόρησε φέτος τον Απρίλη, και που δεν είναι έργο μυθοπλασίας αλλά σειρά κειμένων για το ελληνικό τραγούδι.

Πρόκειται για το βιβλίο του Αλέξη Βάκη «Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εύμαρος, με πρόλογο του Φοίβου Δεληβοριά.

Στο παλιό πικάπ του ο συγγραφέας έχει διαλέξει να παίξει κείμενα που έγραψε από το 2003 έως το 2015 και που αρχικά δημοσιεύτηκαν σε διάφορα έντυπα (Δίφωνο, Μετρονόμος και άλλα) αλλά και σε ιστοτόπους. Εδώ βλέπετε τον πίνακα περιεχομένων, οπότε μπορείτε να πάρετε μιαν ιδέα για τα περιεχόμενα του βιβλίου.

Ο Αλέξης Βάκης ξέρει πολύ καλά τον χώρο του ελληνικού τραγουδιού αφού δεν είναι μόνο ή κυρίως αρθρογράφος, αλλά συνθέτης, ενορχηστρωτής που έχει υπογράψει ενορχηστρώσεις σε πολλές δεκάδες δίσκους, καθηγητής θεωρίας της μουσικής, ραδιοφωνικός παραγωγός με θητεία δεκαετιών από την εποχή του 902 Αριστερά στα FM και από το 2006 ως σήμερα στο Κόκκινο 105.5. Μια από τις πρώτες δουλειές στις οποίες συμμετείχε ήταν οι εκπομπές Μαθήματα πατριδογνωσίας στον 902, από τις οποίες βγήκε ένα διπλό σιντί που σας συμβουλεύω να το αναζητήσετε -το άκουγα προχτές και δεν έχει πάρει ούτε ρυτίδα.

Ο Βάκης είναι φίλος, και με έχει καλέσει και σε εκπομπές που κάνει στο Κόκκινο, οπότε το δηλώνω εξαρχής ότι δεν είμαι αμερόληπτος. Το βιβλίο πάντως το χάρηκα και πιστεύω πως θα το χαρούν όλοι όσοι ενδιαφέρονται για το ελληνικό τραγούδι, καθώς είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που ξέρει πολύ καλά τον χώρο, που έχει τι να πει και που ξέρει να το πει καλά.

Σε χοντρές γραμμές, τα άρθρα του βιβλίου χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Άρθρα που συζητούν θέματα σχετικά με το τραγούδι, ας πούμε σε σχέση με τα πνευματικά δικαιώματα, τη διαφορά συνθέτη και τραγουδοποιού, τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε ελαφρό και σε λαϊκό τραγούδι, το μπουζούκι ως εθνικό όργανο, τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς, τις πλεϊ-λιστ, το μέγα σχίσμα ανάμεσα σε τρίχορδο και τετράχορδο μπουζούκι, αφενός. Και αφετέρου, άρθρα αφιερωμένα σε κάποιο πρόσωπο, από τον Μανώλη Χιώτη και τον Βασίλη Τσιτσάνη ίσαμε τον Ηλία Κατσούλη και τον Πάνο Γεραμάνη.

Ανάμεσα στα άρθρα της κατηγορίας αυτής ξεχωρίζουν το πολύ σημαντικό άρθρο για τον Μάνο Χατζιδάκι στην ΕΠΟΝ (γραμμένο απο κοινού με τον ιστορικό Ιάσονα Χανδρινό), το οποίο φέρνει στο φως πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για το έργο και τη δράση του Χατζιδάκι κατά την Κατοχή και την απελευθέρωση, καθώς και το άρθρο για τον Γιάννη Σπανό στο Παρίσι. Και, όσο κι αν το πρώτο άρθρο είναι αντικειμενικά πιο σημαντικό, εμένα με συνάρπασε περισσότερο το δεύτερο επειδή αγνοούσα τα περισσότερα απ’ όσα διάβασα για τα τραγούδια που έγραψε και τις συνεργασίες που είχε στο Παρίσι ο Γιάννης Σπανός.

Στις παρουσιάσεις βιβλίων που κάνω συνηθίζω να βάζω και ένα απόσπασμα. Το άρθρο για τον Σπανό είναι σχετικά μεγάλο (εκείνο για τον Χατζιδάκι είναι ακόμα μεγαλύτερο) κι έτσι δεν θα ήταν πολύ βολικό να το βάλω στο ιστολόγιο -και δεν θα ήταν και σωστό, αφού το βιβλίο είναι ακόμα καινούργιο. Οπότε, διαλέγω ένα μικρότερης έκτασης άρθρο, ένα άρθρο αφιερωμένο σε ένα τραγούδι, την Πριγκιπέσα του Μάλαμα. Ταιριάζει κιόλας, αφού σχετικά πρόσφατα είχαμε συζητήσει αν γράφονται καινούργια τραγούδια με απήχηση. Το τραγούδι του Μάλαμα κυκλοφόρησε το 2000 και έχει γνωρίσει πολλαπλές επανεκτελέσεις, οπότε μπορούμε να θεωρήσουμε πιθανό ότι θα εξακολουθήσει να ακούγεται για πολλά χρόνια ακόμα.

Δίνω τον λόγο λοιπόν στον Αλέξη Βάκη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Μουσική, Παρουσίαση βιβλίου, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 83 Σχόλια »

Λεξιλογικά στο Δικό μας αίμα

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό, παρουσίασα στο ιστολόγιο το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι!» από τη συλλογή πεζογραφημάτων «Το δικό μας αίμα» (1978). Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία -έχουμε φτιάξει, εδώ στην ξενιτειά, μια Λέσχη ανάγνωσης, και αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο που (διαβάσαμε και) συζητήσαμε.

Καθώς εδώ λεξιλογούμε, σκέφτηκα να παρουσιάσω σήμερα ορισμένες λέξεις και φράσεις που πρόσεξα καθώς (ξανα)διάβαζα το βιβλίο του Ιωάννου, λέξεις που δεν τις βρίσκει κανείς στα σημερινά γενικά λεξικά ή που αξίζουν κάποιον σχολιασμό, κάτι που είχα μισοϋποσχεθεί όταν δημοσίευσα το διήγημα.

Αλλά να πω και δυο λόγια για το βιβλίο. Πρόκειται για μια συλλογή από 17 πεζογραφήματα -αυτόν τον ορο χρησιμοποιεί ο Ιωάννου στο εξώφυλλο- πολλά από τα οποία αρχικά είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Καθημερινή. Το κοινό τους θέμα είναι η Θεσσαλονίκη και η πρόσφατη ιστορία της, όπου μπλέκονται βιώματα του Ιωάννου, οικογενειακές ιστορίες και περιγραφή των τόπων και των ανθρώπων. Είναι βιβλίο καθαρά πολεογραφικό αφού η πόλη είναι πανταχού παρούσα και πρωταγωνιστεί σε όλα σχεδόν τα πεζογραφήματα, διακατέχει σχεδόν τυραννικά τον Ιωάννου που βλέπει «τα σημάδια της απάνω του» και νιώθει να χαράζεται η τοπογραφία της πάνω στο σώμα του. Ίσως να αισθάνεται και ενοχή αφού όταν τα γράφει αυτά έχει εγκαταλείψει τη γενέθλια πόλη ενδίδοντας στα θέλγητρα της Αθήνας.

Εξαίρεση αποτελεί το πεζό που παρουσιάσαμε τις προάλλες, το Βουκουρέστι: είναι το μοναδικό της συλλογής που δεν έχει πρωταγωνίστρια την πόλη αλλά ανθρώπινους χαρακτήρες.

Περισσότερα για τη συλλογή έχει γράψει ο φίλος μας ο Ρογήρος, που έκανε και την παρουσιαση στη Λέσχη Ανάγνωσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσολογοτεχνικά, Θεσσαλονίκη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 88 Σχόλια »

Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα – μόλις κυκλοφόρησε!

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2019

Μόλις κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου, το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα».

Το βιβλίο είναι το πρώτο μιας νέας σειράς που εγκαινίασε το ΕΑΠ, με τον γενικό τίτλο 96plus. Ο τίτλος εξηγείται από τον αριθμό των σελίδων των βιβλίων αυτών, που θα είναι, το καταλάβατε, περίπου 96.

Το ομοιόμορφο σχήμα και ο μικρός αριθμός σελίδων ίσως σάς θυμίσουν τη γνωστή (παλιά) γαλλική σειρά Que sais-je.

Ο εκδοτικός οίκος γράφει για τη σειρά αυτή:

H σειρά 96 PLUS των εκδόσεων ΕΑΠ απαρτίζεται από ευσύνοπτα, χρηστικά, έγκυρα αλλά και ζωντανά βιβλία 96 περίπου σελίδων, για θέματα και προβλήματα της εποχής μας. Φιλοδοξεί να αποτελέσει μια έγκυρη και τεκμηριωμένη παρέμβαση σε ζητήματα αιχμής (χωρίς να εξαντλείται σε αυτά), απευθυνόμενη σε κάθε ανήσυχο και σκεπτόμενο αναγνώστη και αναγνώστρια. Με λίγα λόγια, απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που έχει όρεξη να διαβάσει, κι έχει αγωνίες και ερωτήματα. Έτσι, επιθυμεί να καλύψει μια ευρεία γκάμα θεμάτων, από την τρέχουσα οικονομική κρίση, τη μετανάστευση και το προσφυγικό, το διαδίκτυο και τις δυνατότητές του, μέχρι τη σύγχρονη ευρωπαϊκή και ελληνική ιστορία, την εφαρμοσμένη ψυχολογία, την πολιτισμική κληρονομιά, τη λογοτεχνία και την τέχνη.

Το βιβλίο που έγραψα έχει την τιμή να είναι το πρώτο της σειράς, αλλά τις αμέσως επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν και άλλα, που θα παρουσιαστούν όλα μαζί στις αρχές Ιουνίου -και, κακούργα ξενιτειά, δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ στην παρουσίαση. Ταυτόχρονα, θα παρουσιαστούν και άλλες νέες εκδόσεις του ΕΑΠ, που δεν ανήκουν στη σειρά 96, αλλά που είναι πολύ ενδιαφέρουσες, ανάμεσά τους κι ένα βιβλίο του αείμνηστου Σπύρου Ασδραχά. Πρόκειται, αν έχω καταλάβει καλά, για τις πρώτες εκδόσεις του ΕΑΠ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Η παρουσίαση στο Πόλις Αρτ Καφέ

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2019

Στις 20 Απριλίου έγινε η παρουσίαση του βιβλίου μου «Η γλώσσα έχει κέφια» στο Πόλις Αρτ Καφέ, στην οδό Πεσμαζόγλου, στο αίθριο του Αρσακείου. Έχω παρακολουθήσει πολλές παρουσιάσεις σε αυτόν τον ωραίο χώρο, μία φορά τουλάχιστον έχω πάρει μέρος και στο πάνελ, αλλά παρουσίαση δική μου δεν είχα κάνει ως τώρα. Το είχαμε συζητήσει σε ανύποπτο χρόνο με τον Βασίλη Χατζηιακώβου, που είναι ο ιθύνων νους του χώρου, και πολύ χάρηκα που τελικά βρέθηκε ημερομηνία για να γίνει η παρουσίαση (δεν ήταν τόσο απλό: τελευταία έχει αυξηθεί πολύ ο αριθμός των παρουσιάσεων στην Αθήνα και οι καλοί χώροι δεν είναι πολλοί).

Ακόμα περισσότερο χάρηκα την εκδήλωση -ήρθε πολύς κόσμος, παλιοί αγαπημένοι φίλοι και συνάδελφοι, ομότεχνοι σαν τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, πανεπιστημιακοί όπως ο Ασημάκης Φλιάτουρας, και βέβαια φίλοι του ιστολογίου, που είχαν δική τους κερκίδα. Είχα επίσης την τύχη να έχω δυο καλούς φίλους στο πάνελ, τον Παντελή Μπουκάλα και τον Στρατή Μπουρνάζο, που ήταν και οι δυο σε μεγάλα κέφια, πνευματώδεις και απολαυστικοί.

Το κακό είναι ότι ούτε ο Παντελής ούτε ο Στρατής είχαν γραμμένη ομιλία: μόνο σημειώσεις, εντελώς σκελετώδεις ο Μπουκάλας, κάπως πιο εκτενείς ο Μπουρνάζος -αλλά ούτε οι δικές του, που του τις ζήτησα και μου τις έδωσε, δεν προσφέρονται να παρουσιαστούν εδώ, παραείναι ελλιπείς και στενογραφικές.

Ευτυχώς, η τεχνολογία έρχεται αρωγός. Ο πολύ καλός ιστότοπος ibdb.gr, που ειδικεύεται στη βιντεοσκόπηση πολιτιστικών εκδηλώσεων, μαγνητοσκόπησε την παρουσίαση και ανέβασε το βίντεο στον ιστότοπό του, οπότε μπορείτε να το δείτε αν πάτε σε αυτή τη σελίδα και κλικάρετε στο βίντεο.

Δεν ξέρω αν ισχύει ότι μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις, αλλά το βέβαιο είναι πως ένα βίντεο που διαρκεί μιάμιση ώρα, όπως αυτό της εκδήλωσης, αντιστοιχεί σε κείμενο πολλών χιλιάδων λέξεων.

Κι έτσι, ενώ στην αρχή είχα την ευγενή φιλοδοξία να απομαγνητοφωνησω τις ομιλίες του Παντελή και του Στρατή και να παρουσιάσω εδώ το κείμενο, όταν ξεκίνησα την καταγραφή διαπίστωσα με τρόμο ότι θα χρειάζονταν πολλές ώρες επίπονης δακτυλογράφησης για να τελειώσω -οπότε δείλιασα και παράτησα νωρίς την απόπειρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , , | 65 Σχόλια »

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος γράφει για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη και γι’ άλλους που έφυγαν

Posted by sarant στο 14 Απρίλιος, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε θέμα λογοτεχνικό -που σημαίνει ότι σχεδόν πάντα βάζουμε πεζά ή, σπανιότερα, ποιήματα κάποιου παλιού ποιητή, ας πούμε του αγαπημένου μου Λαπαθιώτη ή του επίσης αγαπημένου μου Κοτζιούλα. Δεν θυμάμαι να έχουμε αφιερώσει ποτέ κυριακάτικο άρθρο σε σύγχρονο ποιητή, ενώ για σύγχρονους πεζογράφους δεν είναι σπάνια τα άρθρα έστω και με απλή ασχολίαστη παράθεση κάποιου έργου τους. Κάτι λέει αυτό ή για τα δικά μου γούστα ή για τη θέση της σύγχρονης ποίησης.

Σήμερα θα κάνω μιαν εξαίρεση και θα παρουσιάσω ποιήματα από ένα σχετικά καινούργιο βιβλίο, την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή ενός από τους αξιόλογους ποιητές μας, του Δημήτρη Κοσμόπουλου, το Θέριστρον, συλλογή που κυκλοφόρησε πριν από έξι μήνες περίπου σε πολύ προσεγμένη έκδοση από τις εκδόσεις Κέδρος. Είναι το ένατο ποιητικό βιβλίο του Κοσμόπουλου, που εδώ βλέπετε σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμά του.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, πρέπει να σχολιάσουμε και τον τίτλο της συλλογής. Τι είναι το θέριστρον; Δεν είναι λεξιπλασία, όπως ίσως θα φανταζόταν κανείς. Η λέξη υπάρχει, στην αρχαία γραμματεία. Στον πληθυντικό, τα θέριστρα είναι η αμοιβή που πληρώνει κανείς στους εργάτες που θερίζουν. Στον ενικό όμως η λέξη έχει άλλες δύο σημασίες. Αφενός σημαίνει το εργαλείο του θερισμού, το δρεπάνι, από την άλλη όμως σημαίνει επίσης ένα ελαφρό θερινό ένδυμα. Και οι δυο λέξεις μαρτυρούνται στην ίδια πηγή, στους Εβδομήκοντα και επειδή ο Κοσμόπουλος είναι ποιητής με βαθιά χριστιανική πνευματικότητα έχει σημασία η πηγή. Νομίζω πως συνειδητά διάλεξε μια λέξη με δυο σημασίες -το δρεπάνι βέβαια παραπέμπει στον θάνατο, αλλά το καλοκαίρι, η θερινή στολή, στην αέναη συνέχεια.

Τις τελευταίες δεκαετίες συμβαίνει ένα αξιοπρόσεκτο φαινόμενο στα ποιητικά μας πράγματα, κι αυτό είναι η αναβίωση του παραδοσιακού, ισόμετρου στίχου. Το κίνημα αυτό ξεκίνησε, αν δεν σφάλλω, με την τριάδα Καψάλη-Λάγιου-Κοροπούλη και συνεχίστηκε από άλλους, ανάμεσά τους και νεότεροι, σαν τη φίλη μας Σοφία Κολοτούρου, ακόμα και νεότατοι, όπως ο μυστηριώδης Ααρών Μνησιβιάδης και ο εξαιρετικά ταλαντούχος Θάνος Γιαννούδης. Και εδώ ανήκει, βέβαια, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ηλικιακά πιο κοντά στην πρώτη τριάδα, αν και λιγάκι νεότερος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 66 Σχόλια »

Οι τρεις αρτοποιοί, ο Χαριτόπουλος κι ο Βάρναλης

Posted by sarant στο 7 Απρίλιος, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου «Πειραιάς βαθύς» που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες. Το βιβλίο αυτό είναι το τρίτο της «πειραιώτικης τριλογίας» του Χαριτόπουλου και έχει ως υπότιτλο «Εγκλήματα και φόνοι», που είναι ακριβής περιγραφή του περιεχομένου του, αφού το βιβλίο είναι μια συλλογή εγκλημάτων και υποθέσεων του αστυνομικού δελτίου που συνέβησαν πραγματικά και που τα διηγείται ο Χαριτόπουλος.

Τα δύο προηγούμενα βιβλία της τριλογίας δεν τα έχω διαβάσει, ίσως επειδή με ενοχλεί ο στόμφος με τον οποίο προβάλλεται ο συγγραφέας, στόμφος έκδηλος και στο οπισθόφυλλο τούτου του βιβλίου: Όλα αυτά έγιναν. Έγιναν κι άλλα που δεν θα μάθουμε ποτέ. Είναι κόσμος υπόγειος. Όσοι ξέρουν δεν μιλάνε. Κι όσοι μιλάνε δεν ξέρουν.

Όμως η δημοσίευση ενός φίλου στο Φέισμπουκ, που το γούστο του στη λογοτεχνία το εμπιστεύομαι, με παρακίνησε να αναζητήσω το βιβλίο -και δεν το μετάνιωσα.

Όπως είπα και πιο πάνω, τα εγκλήματα, οι φόνοι, τα συμβάντα του αστυνομικού δελτίου που αφηγείται ο Χαριτόπουλος στο βιβλίο αυτό δεν είναι μυθοπλασία. Είναι πραγματικά γεγονότα, αν και δεν αποκλείω ο συγγραφέας να πήρε κάποιες ελευθερίες  στην αφήγησή του. Ανατρεπτικά βέβαια λειτουργεί και η καθαρεύουσα την οποία διάλεξε ο συγγραφέας ειδικά για τους τίτλους των πεζογραφημάτων (τους βλέπετε εδώ) και που μένει μόνο στους τίτλους, αφού τα κείμενα είναι γραμμένα σε στρωτή δημοτική, με κάποιες αργκοτικές λέξεις, όχι πολλές (καμιά εξηνταριά), που τις συγκεντρώνει στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας σε γλωσσάρι και τις επεξηγεί.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το βιβλίο του Χαριτόπουλου. Δεν διάλεξα το καλύτερο, ούτε το πιο συναρπαστικό -το διάλεξα επειδή μου δίνει την ευκαιρία να σκηνοθετήσω μια συνάντηση του Διονύση Χαριτόπουλου με τον Κώστα Βάρναλη, μια και ο Βάρναλης έχει κι αυτός αναφερθεί, σε χρονογραφήματά του, στην «ανεπίλυτον τριπλή σφαγήν εις το Χατζηκυριάκειον», στη δολοφονία των τριών αρτοποιών που μας διηγείται εδώ ο Χαριτόπουλος:

Η ανεπίλυτος τριπλή σφαγή εις το Χατζηκυριάκειον

Οι φουρναραίοι κάνουν αγαθή δουλειά.

Κάθε απόγεμα πιάνουν μαγιές και τη νύχτα όσο εμείς κοιμόμαστε αυτοί ιδρώνουν και τσιγαρίζονται· ζυμώνουν, πλάθουν, ψήνουν ψωμιά, κουλούρια, τυρόπιτες. Πάμε εμείς το πρωί και τα βρίσκουμε όλα έτοιμα, ζεστά και μοσχομυριστά σαν να τα ετοίμασε η μάνα μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 137 Σχόλια »

Αίαντας, ο περήφανος

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό διάβασα την τραγωδία Αίας του Σοφοκλή στη νέα έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών, σε εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια της φιλολόγου Έφης Παπαδόδημα. Θα παρουσιάσω εδώ αυτήν την αξιόλογη έκδοση και θα πω δυο λόγια για το κείμενο της τραγωδίας και για τον ήρωα.

Όπως επισημαίνεται στην αρχή του βιβλίου, το έργο του Σοφοκλή είναι η μοναδική αρχαία τραγωδία που έχει σωθεί και που δραματοποιεί τον μύθο του ξακουστού ομηρικού πολεμιστή Αίαντα (του Σαλαμίνιου, γιατί υπήρχε και άλλος, ο Λοκρός). Θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα σωζόμενα δράματα του Σοφοκλή, ίσως το αρχαιότερο.

Από τους Αχαιούς πολεμιστές, ο Αίαντας ήταν ο δεύτερος, μετά τον Αχιλλέα, στην παλικαριά: γιγαντόσωμος (το πιο συχνό ομηρικό επίθετό του είναι «μέγας»), γενναίος και φονικός στη μάχη.

Μετά τον θάνατο του Αχιλλέα, στο στρατόπεδο των Αχαιών γίνεται η «όπλων κρίσις», ο διαγωνισμός για ν’ αποφασιστεί ποιος ήρωας θα αποκτήσει τα περιώνυμα όπλα του νεκρού. Διεκδικητές είναι ο Αίαντας κι ο Οδυσσέας. Οι Αχαιοί αποφασίζουν υπέρ του δεύτερου. Ο Αίαντας εξοργίζεται από την απόφαση αυτή, που θεωρεί πως τον αδικεί κατάφωρα. Αποφασίζει να εκδικηθεί, σφάζοντας τη νύχτα τους Αχαιούς που τον αδίκησαν. Η θεά Αθηνά σκοτίζει τον νου του, κι έτσι αντί για τους αδικητές του σφάζει τα ζώα που είχε συγκεντρώσει ο στρατός ως λάφυρα.

Όταν συνειδητοποιεί τι έκανε, ντροπιασμένος αυτοκτονεί. Η αυτοκτονία παρουσιάζεται πειστικά σαν η μόνη λύση, αφού ο ήρωας δεν μπορεί να ξεπλύνει τη ντροπή του με έναν ένδοξο θάνατο στη μάχη (αφού έτσι θα χαροποιούσε τους Ατρείδες, που είναι πια εχθροί του) ούτε όμως μπορεί να επιστρέψει στην πατριδα, αφού δεν θα έχει μάτια ν’ αντικρίσει τους φίλους του εκεί.

Η τραγωδία του Σοφοκλή πατάει πάνω σ’ αυτόν τον μύθο, αλλά δεν σταματάει στην αυτοκτονία του Αίαντα, παρόλο που αυτό είναι το κεντρικό γεγονός. Μάλιστα, η ιδιομορφία αυτή θεωρήθηκε, ήδη από την αρχαιότητα, μειονέκτημα του έργου, αφού η αυτοκτονία συμβαίνει λίγο μετά τη μέση -η συνέχεια περιστρέφεται γύρω από την τύχη που θα έχει ο νεκρός του Αίαντα: θα τον αφήσουν άταφο, βορά των άγριων θηρίων και των όρνεων, όπως θέλει ο Αγαμέμνονας ή θα τον θάψουν κατά πως πρέπει σε ήρωα, όπως παθιασμένα προσπαθεί ο Τεύκρος, ο ετεροθαλής του αδερφός; Τελικά, με την παρέμβαση του Οδυσσέα, ο νεκρός θάβεται και εκεί τελειώνει το έργο. Ίσως γι’ αυτό τον λόγο, όπως επισημαίνει η εισαγωγή της Έφης Παπαδόδημα, το έργο αυτό του Σοφοκλή είναι από εκείνα που ανεβαίνουν σπανιότερα στην εγχώρια σκηνή.

Χαρακτηριστικό της νέας έκδοσης είναι, ακριβώς, η εκτενής εισαγωγή, που εξετάζει διεξοδικά και πολύ πυκνά μια σειρά ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία του έργου και με το ανέβασμά του. Πράγματι, από τις 260 σελίδες μεγάλου σχήματος του βιβλίου, η τραγωδία και η αντικριστή μετάφραση πιάνουν λίγο περισσότερο από 100 ενώ η εισαγωγή μόνο πιάνει 70 σελίδες. (Επειδή όμως το βιβλίο εκδίδεται από την Ακαδημία, η τιμή του είναι προσιτή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Θεατρικά, Καβαφικά, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 200 Σχόλια »

Αναπληροφόρηση στο ‘Η γλώσσα έχει κέφια’

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δεν το έγραψα εγώ, διότι είναι άρθρο «αναπληροφόρησης». Με τον όρο “αναπληροφόρηση” εννοώ αυτό που λέμε ελληνικά feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες.

Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία “γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια”, αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν και προσωπικά προτιμώ την αναπληροφόρηση, έστω κι αν η λέξη δεν νομίζω να έχει λεξικογραφηθεί. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία). Θα παρουσιάσω λοιπόν την αναπληροφόρηση που έχω πάρει από έναν εκλεκτό φίλο του ιστολογίου, τον Άρη Γαβριηλίδη, ο οποίος έκανε τον κόπο να διαβάσει το βιβλίο μου Η γλώσσα έχει κέφια με χαρτί και μολύβι και να μου γράψει όσα συνειρμικά του έρχονταν στο νου καθώς διάβαζε τα λήμματα του βιβλίου. Αφενός με τιμά που αφιέρωσε τόση προσοχή στο βιβλίο μου, αφετέρου βρίσκω ότι έχουν αξία τα σχόλιά του και γι’ αυτό τα παραθέτω πιο κάτω. Ο ίδιος φίλος έχει ήδη φτιάξει παράδοση, αφού έχει στο παρελθόν σχολιάσει με παρόμοιο τρόπο τρία προηγούμενα βιβλία μου, τις Λέξεις που χάνονται (τα σχόλιά του τα είχα δημοσιεύσει εδώ) και τις Οπωροφόρες λέξεις (αντίστοιχο άρθρο εδώ) και τα Λόγια του αέρα (εδώ το άρθρο μας).

Το βιβλίο Η γλώσσα έχει κέφια είναι το τελευταίο μου βιβλίο -για να προλάβω το γνωστό αστείο, εννοώ το πιο πρόσφατο, όχι το τελευταίο που θα βγάλω διότι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, έχω σκοπό να γράψω κι άλλα ενώ κάτι βρίσκεται στα σκαριά.

Κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο (εδώ το άρθρο που είχαμε βάλει τότε) και θα παρουσιαστεί στις 20 Απριλίου σε εκδήλωση (θα ενημερωθείτε εγκαίρως).

Αλλά πολλά είπα εγώ, δίνω τη σκυτάλη στον φίλο Άρη. Δικά μου σχόλια, αν βάλω, θα είναι μέσα σε αγκύλες με πλάγια.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΕΧΕΙ ΚΕΦΙΑ

ΝΙΚΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ

 Αγαπητέ Νίκο

Διαβάζοντας το τελευταίο σου βιβλίο, συνδύασα το τερπνόν μετά του ωφελίμου: μάθαινα και διασκέδαζα. Όπως έκανα και στα τρία προηγούμενα βιβλία σου (Οπωροφόρες λέξεις, Λέξεις που χάνονται και Λόγια του αέρα) καθώς διάβαζα, κρατούσα σημειώσεις, αλληλεπιδρώντας με το κείμενο. Ήταν μια απολαυστική διαδικασία για μένα και ταυτόχρονα  κρατούσε αδιάπτωτο το ενδιαφέρον μου από την αρχή ως το τέλος.   Ιδού τα σχόλιά μου, για την περίπτωση που τα βρεις ενδιαφέροντα.

Κεφάλαιο 1: «Αχ τα αγάπαγα τα καθαρά πράγματα»

  • «Αχ τα αγάπαγα τα καθαρά πράγματα»μπορεί εύκολα να γίνει «Αχ, να τα αγάπαγα τα καθαρά τα πράγματα» κερδίζοντας δύο Α παραπάνω και αυξάνοντας σε 68 τα Α στην μακρύτερη μονόφθογγή φράση της σελίδας 21.
  • Στο στρατό, υπάρχουν τα Α που προσδιορίζουν το αντικείμενο του κάθε γραφείου (Α1 , Α2 (ασφάλεια), Α3 (εκπαίδευση), κλπ.
  • Ποιο είναι το μονοφθογγικό ανέκδοτο με τα περισσότερα Α; Ρωτά ο πάπιος την πάπια «Πάπα, πάπα, πάπα, πά;»και εκείνη απαντά «Άπα, πάπα, πάπα, πά!».
  • Το Α είναι το μοναδικό γράμμα που, συντιθέμενο με 19 από τα 24 γράμματα της αλφαβήτου, σχηματίζει μια λέξη. Μετρείστε: δα (τώρα, δα), εά (επιτρέπει, «ουκ εά με καθεύδειν…»), ζα (ζώα), θα, ία (λουλούδια), λα (νότα), μα, να, πα (σύντμηση του πάει «δεν πά να πνιγεί», σα (σα δεν ντρέπεσαι!), τα, φα (νότα), χα (σαρκαστικό επιφώνημα), ωά (αυγά), αν, ας, αι (άρθρο), αμ («αμ πώς»-Κώστας Χατζηχρήστος), αχ. [Μπορούμε να τα ανεβάσουμε και στα 21, αν προσθέσουμε το Γ, γα, τη βυζαντινή νότα, και το Ξ, ξα, στην κρητική έκφραση «ξα σου»]
  • Το Α είναι από μόνο του μια λέξη: (α) επιφώνημα: «Α, ώστε έτσι!»,«Α! κύριε, κύριε Μαλακάση», (β) αναφορική αντωνυμία.
  • Συντιθέμενο με το σύμπλεγμα μπ, φτειάχνει τρεις ακόμη μονοφθογγικές λέξεις αλλάζοντας τον τονισμό: Μπά; (αλήθεια; ), μπα (όχι), άμπα (όχι).
  • Το Α είναι ο φθόγγος που κυριαρχεί στην νηπιακή διάλεκτο: μαμά, μπαμπά, άτα (βόλτα), μαμ, κακά, γιαγιά, παπά (παπούτσια), νάνι, βαβά (τραύμα), μάκια (φιλί), νταντά (να το κάνουμε νταντά, να το δείρουμε).

 

Κεφάλαιο 2: Είναι ελληνική η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο;

  • Γράφεις «Τα νέα ελληνικά είναι γλώσσα με γενικά μεγάλες λέξεις, αν συγκριθεί με τα γαλλικά και ιδίως με τα αγγλικά». Πράγματι. Και αυτός είναι ο λόγος που, όταν στέλνω SMS σε κάποιους φίλους, το γράφω στα αγγλικά.
  • Γνωστό και το ανέκδοτο. Διάλογος στο φαρμακείο:

-Παρακαλώ, μου δίνετε ένα κουτάκι ακετυλοσαλικυλικό οξύ;

-Εννοείτε ασπιρίνη;

-Ακριβώς! Όμως δυσκολεύομαι να θυμηθώ αυτή την λέξη!

  • Ο υπερσυντέλικος δεν σου θυμίζει λίγο υπερσιβηρικό;
  • Οι φτιαχτές πολυσύλλαβες λέξεις δεν σου θυμίζουν Φρανκενστάϊν.

 

Κεφάλαιο 3: Από τον Λω στον Παπατριανταφυλλόπουλο

Στην πρώτη γυμνασίου, όταν κάναμε καμιά σκανταλιά, η φιλόλογος μας έβαζε να γράψουμε το όνομά μας 50 φορές. Ζήλευα τότε τον χιώτη συμμαθητή μου με το όνομα Ίων Ρες. Το δικό, Αριστείδης Γαβριηλίδης, ήταν 3,5 φορές μεγαλύτερο. Για να μειώσω την αδικία στο μισό, κρατούσα ταυτόχρονα δύο στυλό, γράφοντας σε δύο γραμμές, πάνω κάτω…

[Αφου δεν ξέρουμε αν εντοπίζεται η Ιώ Λω, ο Ίων Ρες πρέπει να διεκδικεί μετάλλιο συντομότερου ονοματεπώνυμου!]

Κεφάλαιο 4: Σούρδοι και Ακανέδες

Επίτρεψέ μου, σε παρακαλώ, μία διόρθωση στη σελίδα 47: Αούτοι λέγονταν αποκλειστικά οι πόντιοι και όχι οι ανατολίτες, αφού μόνον αυτοί χρησιμοποιούν την λέξη. Μικρός, στην προσφυγική γειτονιά που μεγάλωσα, είχα ακούσει έναν «ανατολίτη» να αποκαλεί, περιπαικτικά ένα πόντιο «αούτο». Και εκείνος του έδωσε την πληρωμένη απάντηση: «φάε του κώλου μου το φρούτο!».

 Παρατσούκλια είχαμε, τα παιδιά, και στις γειτονιές που μεγαλώσαμε.  Γράφω, χαρακτηριστικά, στο νέο μου βιβλίο «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50-Η ζωή σε μια συνοικία του Πειραιά»:

Τους βόθρους άδειαζαν, όπως σήμερα, τα ειδικά βυτιοφόρα, που έγραφαν απέξω ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ ΒΟΘΡΩΝ και ακολουθούσε η επωνυμία, συνήθως χιουμοριστική: «Ο μια κι έξω», «Ο  Γαργαντούας», «Ο Φαταούλας». Σε ένα έγραφε «Ο Λάκης», προφανώς από το όνομα του ιδιοκτήτη.  Έλα όμως που, το κάθε αγόρι στη γειτονιά, είχε το παρατσούκλι του: ο Κολόβιος, ο Ακματζής, ο Βούδας, ο Τσοτσόριας, ο Ζαζά καφές, ο Περούκας, ο Φωτίκας και πάει λέγοντας. Ένας από τα παιδιά, που είχε την ατυχία να ονομάζεται Λάκης, απέκτησε αυτοδικαίως και αδιαμαρτύρητα το παρατσούκλι «Σκατατζής» -ώ, ναι, τα παιδιά είναι όντως σκληρά…

(περισσότερα για το βιβλίο στη ιστοσελίδα μου www.arisgavriilidis.gr)

 Κεφάλαιο 5: Ο χάρτης του φαντάρου

Γράφεις: «Ο φαντάρος…αισθάνεται ότι οι ντόπιοι τον αντιμετωπίζουν περίπου σαν κινούμενο εικασάευρο». Για αυτό και, οσάκις κάποιος πολιτικός τόλμησε να προτείνει κατάργηση άχρηστων στρατοπέδων στην επαρχία, η ιδέα καταπνίγηκε εν τη γενέσει της από την λυσσαλέα αντίδραση των ντόπιων. Επίσης, μήπως εκτός από εικοσάευρο τον βλέπουν και σαν υποψήφιο… γαμπρό;

Κεφάλαιο 6: Διακοπές στο Μπουρντάκιοϊ

Μου το διηγήθηκαν ως αυθεντικό: Στην Κατοχή, ρωτούν τον δάσκαλο, στο καφενείο, τι έφαγε το μεσημέρι. «Γιουβέτσι», απαντά εκείνος. «Γιουβέτσι, δάσκαλε;» τον ρωτούν απορημένοι. «Μάλιστα, κύριοι, γιουβέτσι! Άνευ κρέατος και μακαρονίων», συμπληρώνει. «Δηλαδή, δάσκαλε;» ξαναρωτούν μπερδεμένοι. «Νεράκι,  κύριοι, νεράκι σκέτο» διευκρινίζει αυτός.

Το λικέρ ΤΙΠΟΤΑ το θυμάμαι να το σερβίρουν στο μικρό ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς μου, γύρω στο 1970.

Θύμα της «σηκωβάρας» είχα πέσει και εγώ, μικρός, όπως διηγούμαι στο «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50». Ιδού το σχετικό απόσπασμα:

«Άλλη σκανταλιά ήταν να δώσεις σε ένα μικρότερο παιδί  μια εικοσάρα (νόμισμα είκοσι λεπτών) και να του ζητήσεις να πάει στον μπακάλη και να ζητήσει «μια δεκάρα σηκωβάρα και μια δεκάρα σηκωχτύπα». Πεντάχρονο θύμα των μεγαλύτερων παιδιών υπήρξα κι εγώ που εισέπραξα την απάντηση της κυρά Αλίκης, που είχε το μπακαλικάκι:  «άντε φύγε βρε παιδί μου, αυτοί σε κοροϊδεύουνε»  και όταν βγήκα βρήκα «αυτούς» σκασμένους στα γέλια…».

Θα πρόσθετα το γνωστό: «Δεν έρχεσθε καμία μέρα να πάμε πουθενά να φάμε τίποτα;», όπου όμως εδώ οι λέξεις δεν κυριολεκτούν αλλά σημαίνουν το ακριβώς αντίθετο…

Κεφάλαιο 8: Τα τελευταία λόγια

Ο Καραγκιόζης κάτι σκαλίζει στο χώμα με ένα κλαδί όταν έρχεται ο Χατζηαβάτης. «Μη μου τους κύκλους τάραττε, Χατζατζάρη, τρισκατάρατε», του λέει, με φοβερή ομοιοκαταληξία, που θα ζήλευε και ο Γκάτσος… [Πρέπει να την έχει και ο Σουρής]

Στα τελευταία λόγια-σύντομα ανέκδοτα θα πρόσθετα οπωσδήποτε το κορυφαίο, του Ταρζάν: «ποιος κερατάς έβαλε γράσο στο σχοινί;».

Κεφάλαιο 12: Λιπογράμματα, λοιπόν!

Προ αμνημονεύτων ετών, είχα διαβάσει σε κάποιο οικογενειακό περιοδικό (Ρομάντζο; Θησαυρός;  ) κάτι που με είχε εντυπωσιάσει. Ένας στιχουργός έγραψε ένα τραγούδι δίχως ρω για χατίρι μιας τραγουδίστριας που δεν μπορούσε να το προφέρει. Δημοσίευε μάλιστα και τους στίχους. Δυστυχώς, δεν θυμάμαι το όνομα ούτε του στιχουργού ούτε της τραγουδίστριας.

 

Κεφάλαιο 17: Στην λίμνη την ποιητική…

Στη σελίδα 113 γράφεις (Ριπιτίδι ή ριπιτί είναι η διάρροια…). Λείπει το γνωστότερο τσιρλιπιπί: (https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AF).

 

Κεφάλαιο 19: Και άλλοι επιφανείς κάτοικοι της Νομανσλάνδης

Προ αμνημονεύτων ετών, πήγα στο ιταλικό προξενείο, στον Πειραιά, με μια επιστολή στα αγγλικά (δούλευα τότε σε ξένη τράπεζα), προς ιταλική εταιρεία, ζητώντας να βεβαιώσουν το γνήσιον της υπογραφής μου. Ένας άνθρωπος-ορχήστρα, που έκανε  ταυτόχρονα  δέκα διαφορετικές δουλειές, ανέλαβε να με εξυπηρετήσει. Μου ζήτησε ταυτότητα, πρόσθεσε κάτι με την γραφομηχανή στην επιστολή και μπήκε σε ένα γραφείο για να πάρει την υπογραφή. Φεύγοντας, έριξα μια ματιά στο χαρτί και γούρλωσα τα μάτια. Ο πρόξενος είχε βεβαιώσει το γνήσιον της υπογραφής του Mr. Sincerely Yours…

Κεφάλαιο 20: Ο δαίμονας και τα πολλά ποδάρια του

Αν οι τυπογράφοι και οι διορθωτές φορτώνουν τα λάθη τους στον δαίμονα, εμείς, οι παλιοί μανατζαραίοι, είχαμε το secretarial error και ας μην είχε καμία ανάμιξη η γραμματέας μας…

Στην σελίδα 137 αναφέρεις τις αισχρολογίες. Θυμάμαι, πιτσιρικάς, χάζευα στα βγαλμένα φύλλα του ημερολόγιου με τα στιχάκια. Σε ένα από αυτά διάβασα κάτι που ακόμη το θυμάμαι: «Από τότε που ήλθαν οι μπότεν / μας γ@μ%ύν χωρίς καπότεν / το ψωμί μας έγινε μπομπότεν / αχ, ως πότεν;». Προφανώς είχε γραφτεί επί κατοχής. Το πώς διέλαθε και μπήκε μαζί με τα αισθηματικά, χαζοχαρούμενα στιχάκια παραμένει άγνωστον!

[Μία από τις πολλές παραλλαγές. Επίσης: όλα γίνανε φερμπότεν / το ψωμί έγινε μπομπότεν / και εμείς γίναμε ρομπότεν, με ίδιον τον πρώτο και τον τελευταίο στίχο]

Στην σελίδα 139, μιλάς για την γειτνίαση του Λ με το πλήκτρο του τόνου, και τα παιχνίδια που μπορεί να σου κάνει με το ρήμα κάνω. Την έχω πατήσει αρκετές φορές αλλά το διόρθωνα έγκαιρα. Όμως μία μικρή απροσεξία αρκεί για να  σε κλάνει ρεζίλι.

 

Κεφάλαιο 23: Ο Ραβιόλης κατοικεί…

Γράφεις στην σελίδα 160, ότι αργά ή γρήγορα όλα τα ραμόνια, είτε παιδιόπλαστα είτε της ενήλικης ζωής, ξεδιαλύνονται. Ομολογώ πως, διαβάζοντας αυτό το κεφάλαιο εγώ ξεδιάλυνα δύο: το «μα την Νινευί» που είναι «μάτι μη με δει» και το «καμαρούλα μια σταλιά δύο επί τρία, κόχη και λατρεία» που εγώ τόσα χρόνια το άκουγα «πόθοι και λατρεία». Βέβαια, τώρα που το ξαναβλέπω, μήπως τελικά το «πόθοι» είναι το σωστό;

 

Κεφάλαιο 25: Γράμματα και λεξικά

Ο παρατιθέμενος πίνακας με την ποσοστιαία συχνότητα εμφάνισης των γραμμάτων στα κείμενα είναι ένα από τα εργαλεία των αποκρυπτογράφων.

 

Κεφάλαιο 26: Αλφαβητικά ρεκόρ

Διαβάζοντας τον ερυθροφρουρό με τα 4 Ρ, θυμήθηκα το πείραγμα ενός φίλο σε κάποιον άλλο, που δεν μπορούσε να πει το Ρ. «Για πες ρουρούρα, μα τι ρουρούρα, ρουρουράρα!».

[Εμείς είχαμε βάλει το: Στους καταρράχτες του Νιαγάρα τρέχει γάργαρο και κελαρυστό νερό]

Κεφάλαιο 29: Διπλά και τρίδιπλα

Στην σελίδα 195, εκτός από το Σάββατο έχουμε και τον Σάββα.

 

Στην σελίδα 197, εκτός από τον Ρωσσαγγλογάλλο έχουμε τον ελληνικότατο, γνωστότερο και απλούστερο σπαγγορραμμένο (όπου ο σπάγγος σε μια από τις δύο γραφές).  Έτσι τον έγραφε και ο Πολενάκης, στην σειρά γελοιογραφιών, που δημοσίευε το περιοδικό Ρομάντζο, στην κάτω δεξιά γωνία του οπισθόφυλλου, στο τέλος της δεκαετίας του ’50. Ο σπαγγορραμμένος πλεονεκτεί έναντι των κομμουνιστοσυμμοριτισσών επειδή έχει τρία διαφορετικά διπλά σύμφωνα αντί των δύο που έχουν εκείνες. [Πράγματι, αλλά είναι αμφίβολο αν, ως λαϊκή λέξη, κρατάει σήμερα τα δύο ρο]

Κεφάλαιο 30: Τα τείχη στην τύχη…

Στην σελίδα 204, η τετράδα ομόηχων «πολύ, πολλοί, πολλή, πωλεί» μου θύμισε τον αστείο διάλογο: -Πλεις πλι; -Δεν πλω πλι, πλω πλο. Ό μεθερμηνευόμενο εστί «πωλείς πουλί; -Δεν πουλώ πουλί, πουλώ πηλό». Εξ άλλου έχουμε και το ωραίο χωριό μετά την Κατερίνη, τον Κοκκινοπηλό, που οι ντόπιοι τον λένε και τον γράφουν σε πινακίδα στην είσοδο του χωριού τους «Κοκκινοπλός». [Απ’ όπου και το επώνυμο Κοκκινοπλίτης, που επιχωριάζει στο κοντινό Λιβάδι της Ελασσόνας]

Έχουμε ακόμη να μας μπερδεύουν συχνά: πολιτική-πολιτικοί και κριτικοί-κριτική-κρητικοί, όπου στον προφορικό λόγο ο ομιλών αναγκάζεται να διευκρινίζει χαμηλώνοντας την φωνή του π.χ. «με ήτα».

[πολιτικοί – πολιτική – πωλητική]

Κεφάλαιο 31: Το ριμάριο των ομωνύμων

Το τραγούδι «Δίχως Γιάννο δεν θα γιάνω» ταυτίζεται φυσικά με την φωνή της Βέμπο. Το ακούγαμε συχνά στο ραδιόφωνο κατά την δεκαετία του ’50.

 

Κεφάλαιο 33: Τα κουράδια,  ο γάλος (κλπ)

Στη σελίδα το περιστατικό με τον πρωτοετή Κρητικό φοιτητή που είπε στην παρέα του: «Δεν έχω μαζί μου λεφτά, τα ξέχασα στο σύρμα», μου θύμισε φίλο μου, πρωτοετή φοιτητή στην Θεσσαλονίκη, που έσκασε στα γέλια όταν άκουσε μια κυρία να φωνάζει στο λεωφορείο: «Οδηγέ, με ανοίγεις από πίσω;».

Παρόμοιο περιστατικό με το «κάτσε» στην Ιταλία, είχα κάποτε στην Βηρυτό: Σε μια παρέα με Έλληνες και Άραβες συναδέλφους, αφηρημένος είπα «γεια χαρά» σε ένα Ιορδανό που έφευγε εκείνη την ώρα λέγοντας «good bye”. Γύρισε και μου είπε ενοχλημένος «what did you say?». Λύθηκε η παρεξήγηση όταν εκείνος μου εξήγησε ότι «γιά χάρα» στη γλώσσα του σημαίνει «ε, εσύ, σκατό» και εγώ του εξήγησα τι εννοούσα στη γλώσσα μου. Είχα όμως έγκαιρα ειδοποιηθεί να μην λέω μπροστά σε αραβόφωνους «είκοσι οκτώ», που στη γλώσσα τους σημαίνει κάτι σαν «της αδελφής σου…».

Κεφάλαιο 34: Το κρυφό τσιμπούσι…

Γυμνασιόπαιδες διασκευάσαμε το σουξέ της εποχής «Ένα ρολόι μού ’χες χαρίσει / που το κοιτούσα όταν αργούσες  / και το ρωτούσα αν μ’ αγαπούσες. / Θα το δώσω το ρολόι / και θα πάρω κομπολόι / να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς» σε «Κλεψύδραν μίαν εδώρισάς μοι / ην την εώρων εσού αργούντος / και την ηρώτων αν με ηράσθης. / Την κλεψύδραν θέλω δώσει και μπεγλέριον ωνήσω / ίνα τους καημούς μετρώ / τε και τους ολοφυρμούς».

 

Κεφάλαιο 38: Ταμίλα Παζάρεβα κλπ

Στην σελίδα 273, λείπει ο διαπρεπής Κύπριος ηθοποιός Άλσος Παγκρατίου.

Στη σελίδα 274 ο Τομάς Εγκαρσίας είναι, νομίζω, Αργεντινός χειρουργός και όχι χειρούργος. Λείπει ο συνάδελφός του Ρουμάνος ορθοπεδικός Κάκοσι Μινίσκου και ο φοβητσιάρης Ισπανός Αντόνιο Εκλασαμέντες.

Στην σελίδα 274, δίπλα στα ευπρεπιστικά Έρμαν Έσσε και Μάριο Πούζο θα πρόσθετα τον «βιβλικό» ηθοποιό Τσάρλτον Ήστον (Heston). Έφηβοι, διασκεδάζαμε ακόμη με την Άννα Μουνίνι και τον Ποπώφ Βρομοκολάρωφ.

 

Κεφάλαιο 39: Μπανιστίρ ντουλάπ…

Τα «ελληνοτουρκικά» λογοπαίγνια εμφανίστηκαν την δεκαετία του ’60 (δεν υπήρχαν παλαιότερα) και μάλιστα τα δημοσίευε τακτικά και μια εφημερίδα, ίσως Τα Νέα. Θα πρόσθετα τα:

σπέρμα: τσουτσού καϊμάκ

τροτέζα: καλντερίμ χανούμ

Μπριζίτ Μπαρντό: μπακλαβά χανούμ

 

Κεφάλαιο 40: Λογοπαίγνια και καλαμπούρια

Στην σελίδα 282, αναφέρεις το «no pun intended» για να δηλώσει ο συγγραφέας ότι ήταν συμπτωματικό κα όχι σκόπιμο. Έχω δει όμως και το «pun intended» για να δηλώσει το αντίστροφο.

Στην σελίδα 287, αναφέρονται τα λογοπαίγνια στις μπουάτ της δεκαετίας του 1960, όπως το του Γιάννη Αργύρη «κάθε καϊμάνι και λιμός». Εκείνη τη εποχή, στο γυμνάσιο, διασκεδάζαμε με τα «τηγανιτάκια πατατά», «μεταφορούνται εκτελαί», «οδός Τρικολάου Χαρούπη» και άλλα.  [Εντύπωσή μου είναι ότι τα τηγανιτάκια πατατά τα είχε και ο Παπάκιας, ο πρόγονος του Μικρού Νικόλα του Γκοσινι -εννοώ την άνευ δικαιωμάτων διασκευή που δημοσίευε η Διάπλαση των Παίδων περί το 1965]

 Στην ίδια σελίδα, αναφέρεται το «εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος» του γέρου Παπανδρέου για τον Γρίβα, παραλείπεται όμως το κορυφαίο του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών Καθολικώς Διαμαρτυρομένων», με το οποίο σάρκαζε το σύνθημα της χούντας.

Τέλος, υπάρχει μια λέξη που αποτελείται από τρεις προθέσεις: αναπαραδιά (έλλειψη χρημάτων).

Ραντεβού στο επόμενό σου βιβλίο.

Άρης Γαβριηλίδης

Συγγραφέας-Εικαστικός

www.arisgavriilidis.gr

 

[Σε ευχαριστώ πολύ Άρη!]

 

Posted in Αναπληροφόρηση, Γλωσσικά ευτράπελα, Λογολογία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , | 152 Σχόλια »

Το νέο και απέραντο λιβάδι με τους μαργαρίτες (βιβλίο του Μιχάλη Μουτσάτσου)

Posted by sarant στο 18 Μαρτίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλίο που ασχολείται με ένα θέμα που ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο και που το συζητάμε τακτικά, ιδίως κάθε Σάββατο: τα γλωσσικά και πραγματολογικά λάθη, που έχει επικρατήσει να τα λέμε «μαργαριτάρια».

Πρόκειται για το βιβλίο «Το νέο και απέραντο λιβάδι με τους μαργαρίτες» του φίλου Μιχάλη Μουτσάτσου, ο οποίος ήδη από τον τίτλο του αποτίει φόρο τιμής σε ένα παλιότερο βιβλίο, το «Λιβάδι με τους μαργαρίτες» (1965) του Θανάση Φωτιάδη, που το είχαμε παρουσιάσει, κατά σύμπτωση, εδώ στο ιστολόγιο πριν από ένα μήνα περίπου.

Προσέξτε ότι ο τίτλος δεν λέει για λιβάδι με «τις» μαργαρίτες, αν και οι μαργαρίτες πολύ συχνά φυτρώνουν σε λιβάδια. Λέει για «τους» μαργαρίτες, δηλαδή τα μαργαριτάρια, και άλλωστε το εξώφυλλο του βιβλίου μαργαριτάρι παρουσιάζει.

Από πότε τα γλωσσικά λάθη τα λέμε μαργαριτάρια, και γιατί; Στο ερώτημα αυτό έχουμε προσπαθήσει να δώσουμε απάντηση με ένα παλιό άρθρο, που το ξαναδημοσιεύσαμε το 2012, και που σηκώνει και δεύτερη αναδημοσίευση, οπότε δεν θα ασχοληθώ σε τούτο το άρθρο με το θέμα μας.

Πάντως, η… μαργαριταλιεία είναι ενασχόληση διασκεδαστική και ωφέλιμη οταν γίνεται για να μάθουμε κι εμείς οι ίδιοι και να ασκηθούμε στη χρήση της γλώσσας, είναι απαραίτητη για εκείνους τους επαγγελματίες γραφιάδες που είναι επιφορτισμένοι με την επιμέλεια κειμένων ή τη θεώρηση μεταφράσεων, χάνει όμως πολλή από την αξία και το γούστο της όταν μετατρέπεται σε λαθοθηρία και σε άσκηση εξουσίας. Να πούμε, παρεμπιπτόντως, πως η ίδια η λέξη «μαργαριταλιεία» κρύβει μέσα της ένα υποψήφιο μαργαριτάρι αφού η αλιεία έπαιρνε δασεία, οπότε θεωρητικά θα «έπρεπε» να έχουμε δάσυνση στη σύνθεση, δηλαδή να γράψουμε «μαργαριΘαλιεία», όπερ αποτρόπαιον. Ο Κουμανούδης, που καταγράφει τη λέξη στην Εστία το 1898, σημειώνει απλώς, και σοφά, ότι «το ταυ δεν δασύνθηκε, κάτι που συνέβη και σε άλλες νεόπλαστες λέξεις».

Το βιβλίο λοιπόν του Μουτσάτσου είναι μια συλλογή μαργαριταριών από την τηλεόραση και τις εφημερίδες, από το 2001 και μετά. Ο Μουτσάτσος, φίλος του αείμνηστου πατέρα μου, δημοσίευε τα ευρήματά του από το 2001 στο περιοδικό Το φιστίκι, που έβγαζε ο πατέρας μου στην Αίγινα, στη στήλη Το λιβάδι με τους μαργαρίτες, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Ζούργκα -έτσι λέγεται ο ήρωας στην όπερα «Αλιείς μαργαριταριών» του Μπιζέ! Ένα δείγμα είχα αναδημοσιεύσει στον παλιό μου ιστότοπο. Δικό του είναι και το άρθρο για τον Τρωικό πόλεμο, που είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο παλιά.

Το Φιστίκι σταμάτησε την έκδοσή του, αλλά ο Ζούργκα/Μουτσάτσος συνέχισε να ψαρεύει μαργαριτάρια, και στο βιβλίο του μας τα παρουσιάζει και αυτά -πάντως, τα 4/5 της ύλης του βιβλίου είναι παλιότερα μαργαριτάρια, της περιόδου 2001-2006.

Να σημειώσω ότι πρόκειται για ιδιωτική έκδοση, η οποία προς το παρόν διατίθεται στο βιβλιοπωλείο «Παρ’ Ημίν» (Χαριλάου Τρικούπη 11) αν και σε λίγο θα υπάρχουν αντίτυπα και στην Πολιτεία.

Όπως θα δείτε και από το δείγμα που θα παρουσιάσω, το βιβλίο του Μουτσάτσου είναι πολύ ευχάριστο αλλά και ωφέλιμο ανάγνωσμα, και επιπλέον υπερτερεί σε σχέση με άλλες συλλογές μαργαριταριών που βλέπουμε να κυκλοφορούν στο Διαδικτυο κατά το ότι τα ευρήματα είναι αυθεντικά. Πράγματι, είναι ξεκαρδιστικό να διαβάζεις για τον μεγάλο ποιητή Κωνσταντίνο Καντάφη, αλλά το μαργαριτάρι αυτό μάλλον είναι… καλλιεργημένο -εννοώ, όχι γνήσιο. Τα μαργαριτάρια της συλλογής του Μουτσάτσου, όσο μπόρεσα να ελέγξω, είναι γνήσια.

Γράφει στον πρόλογό του ο συγγραφέας:

Αλήθεια, πόσων ειδών μαργαριτάρια υπάρχουν; Ποια είναι τα αίτια;

Πρώτα απ’ όλα ας ξεχωρίσουμε τα γραπτά και τα προφορικά. Θα περίμενε κανείς ότι σχεδόν όλα θα ήταν προφορικά. Για πολλούς λόγους: Κατ’ αρχήν γιατί έχουμε χρόνο να σκεφτούμε τι και πώς θα γράψουμε, ενώ ο προφορικός λόγος δεν δικαιολογεί παύσεις και σκέψεις. Γι’ αυτό και λέμε πως άλλο πράγμα είναι η ρητορική δεινότητα και άλλο η «γερή πένα». Παλαιότερα, τα κείμενα σε εφημερίδες και βιβλία υπόκειντο σε αυστηρό διορθωτικό έλεγχο, ενώ ο προφορικός λόγος δεν είχε τρόπο μετάδοσης πλην των (ολίγων) ακροατών. Σήμερα όμως, με τα ραδιόφωνα και (ιδίως) με την τηλεόραση, η κύρια επικοινωνία είναι η προφορική και αυτός είναι ο μεγάλος “μαργαριταρότοπος” (ή “οστρακότοπος”, αν προτιμάτε). Αυτό το ελαφρυντικό πάντως δεν ισχύει για τα δελτία ειδήσεων, αφού οι παρουσιαστές απλώς διαβάζουν από μεγάλη οθόνη που βρίσκεται μπροστά τους (κι εμείς νομίζουμε ότι κοιτάζουν εμάς).

Ένας άλλος λόγος διάπραξης γλωσσικού ολισθήματος είναι η ανάγκη που έχουν πολλοί άνθρωποι να πουν κάτι πομπώδες, κάτι πιο καθαρευουσιάνικο, πιο ξεχωριστό. Αυτό το βλέπουμε τόσο σε απλούς ανθρώπους που -όπως λέω- «τους χώνουν ένα μικρόφωνο κάτω από τη μύτη», όσο και σε δημόσια πρόσωπα, που έχουν μια (μικρότερη ή μεγαλύτερη) τάση αυτοπροβολής.

Αρκετά “μαργαριτάρια” είναι όμως (δυστυχώς) γραπτά! Και άλλο βέβαια μια λεζάντα στις ειδήσεις, που μπορεί να γράφτηκε επιτροχάδην και να “χτυπήθηκε” λάθος γράμμα (π.χ.: 17 ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΚΑΡΡΕΥΣΗ) και άλλο να ακούς στα δελτία ειδήσεων (που διαβάζουν, όπως είπαμε) αλλά και σε έντυπα και δη σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Καθ’ όσον άλλο πράγμα κάποιο τοπικό φύλλο και άλλο πράγμα π.χ. ΤΟ ΒHΜΑ!

Τώρα, ως προς τις αιτίες της “διάπραξης”: Ξεχωρίσαμε ήδη ένα λόγο, τη διάθεση πολλών να πουν κάτι που «θα γράψει», που δεν θα είναι μια συνηθισμένη φράση. Αυτό αφορά (σχεδόν πάντα) τον προφορικό λόγο. Πίσω όμως από (τα περισσότερα) “μαργαριτάρια” βρίσκεται μια ανεπάρκεια στη γλώσσα, στη γραμματική και το συντακτικό, που τρομάζει όσο κι αν θέλουμε να τη διακωμωδούμε. Όσο κι αν θέλουμε να δικαιολογούμε απλούς ανθρώπους, δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε ανθρώπους των ΜΜΕ και πολιτικούς. Πρέπει να δεχθούμε ότι αυτοί (κυρίως οι πρώτοι) μαθαίνουν στα παιδιά μας τη γλώσσα πολύ περισσότερο απ’ ότι το σχολείο.

Άλλος λόγος διάπραξης είναι το «ΚΟΠΙ-ΠΑΣΤΕ», για να θυμηθούμε μια φράση που έγινε viral προ καιρού. Δηλαδή ακούσαμε μια “πιασάρικη” φράση, π.χ. «εν ου παικτοίς» και την ξαμολάμε σε άσχετη περίπτωση, «επί δικαίοις και αδίκοις», όπως ισχυρίστηκε γνωστή πολιτικός μας [εννοεί την Άννα Διαμαντοπούλου -ν.σ.]. Πάλι πίσω της βρίσκεται η γενικότερη έλλειψη παιδείας. Σ’ αυτήν θα εντάξουμε και τα φαινόμενα (και τα μαργαριτάρια) έλλειψης βασικών γνώσεων. Σε μας τους «παλαιότερους» φαίνεται αδιανόητο να υπάρχει έστω και ένας απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που να λέει «σε ακτίνα δεκαπέντε τετραγωνικών χιλιομέτρων». Κι όμως, ο γιος μου επιμένει ότι αυτό δεν είναι τίποτε, ότι υπάρχουν και χειρότερα. Τον δικαιώνει η συλλογή αυτή…

Ενώ οι περισσότερες από αυτές τις επισημάνσεις είναι εύστοχες, εγώ δεν θα βιαζόμουν να μιλήσω για ανεπάρκεια στη γλώσσα, που υποτίθεται πως χαρακτηρίζει τους ομιλητές. Θα προτιμούσα να μιλήσω για προβληματικές περιοχές της γλώσσας, για περιοχές που βρίσκονται σε φάση γλωσσικής αλλαγής. Για να το πω αλλιώς, όταν σε ένα σημείο της εθνικής οδού συμβαίνουν συνεχώς δυστυχήματα, δεν φταίει μόνο ή κυρίως η κατάρτιση και η επάρκεια των οδηγών -συνήθως φταίει και η χάραξη του δρόμου ή η ποιότητα του οδοστρώματος.

Αλλά ας δούμε ένα δείγμα από το βιβλίο. Διάλεξα να παρουσιάσω τρεις σελίδες προς το τέλος του βιβλίου, με πιο σύγχρονα αλιεύματα, στις σελ. 212-214 (το βιβλίο έχει 228 σελίδες).

«Δώστε μου τώρα τα νούμερα κατ’ αλφαβητική σειρά» (παρουσιαστής LOTTO στον ΣΚΑΪ).

—> Ίσως αξίζει κάποιο βραβείο κοτσάνας. Γι’ αυτό και η υπογράμμιση.

«Όλους τους ιθύνοντες νους» (μεταφραστής δηλώσεων του Ερντογάν).

—> Τι είναι τέλος πάντων αυτοί οι τηλεοπτικοί “νους”; Αν έλεγαν νόες, οι μισοί δεν 0α καταλάβαιναν και. οι άλλοι μισοί θα κούναγαν το κεφάλι τους…

«Μειώνουν στον πόντο οι Σερβίδες» (από τους Ολυμπιακούς του Ρίο, ΕΤ3 18/8/2016).

—> Ακολουθούν οι… Τουρκίδες, οι Βραζιλίδες και δε συμμαζεύεται.

«Δεν μπορεί αυτό το γεγονός να περνά αβρόχοις ποσίν» [διαμαρτυρία του κ. Τατούλη (ξαναχτυπά!) για τα κρούσματα ελονοσίας 21/8/2016].

—> Αφού στις εκλογές καθαρίζει “αβρόχοις ποσίν”…

«Βλέπουν ότι προδώνονται» (ανταποκριτής του ΣΚΑΪ από την Τουρκία, 24/8/2016).

—> Εμένα, εκτός από τα αυτιά μου, νοιώθω να με “προδώνει” συνέχεια και ο αυτόματος διορθωτής…

«Επιφανής στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης» (ΒΗΜΑτοδότης 21/8/2016).

—> Ποιος να ήταν άραγε αυτός ο… στέλεχος; Πάντως στην καθομιλουμένη ξέρετε πώς λέγεται το στέλεχος του φυτού…

«Μη δίνεις σημασία στους τιμητές της μετριότητας»

(παραίνεση Κυρ. Μητσοτάκη στον Πύρρο Δήμα, στην ίδια στήλη και ημερομηνία).

—> Ήταν μέτριος ο Δήμας ή εννοούσε τους μέτριους που τον επιτίμησαν;

«Μια είδηση που σημειώθηκε πριν λίγο στη Ζάκυνθο» (ΣΚΑΪ 2/9/2016).

—> Χιλιοειπωμένο ήδη, δεν υπάρχουν πια γεγονότα που συμβαίνουν αλλά ειδήσεις που σημειώνονται…

«…που έχουν συμφωνηθεί ούτως ή αλλιώς» (Κυρ. Μητσοτάκης στη ΔΕΘ του 2016).

—> Μήπως “έτσι ή άλλως”;

«Αν σκοράρει, θα κατεβάσει τη διαφορά στη μέγιστη τιμή της» (περιγραφή αγώνα basket στην ΕΤ1, 10/2016). —> Ο ευρών αμοιφθήσεται…

«Η περίμετρος ανέρχεται σε 300 τετραγωνικά μέτρα» (ανταπόκριση ΕΤ1 από Ιωάννινα, 23/10/2016).

—> Περίμετρο δε λένε την έκταση;

«Πωλείται διαμπερές μονοκατοικία» (αγγελία στο Παγκράτι).

—> Αυτός φταίει; Ακούστε παρακάτω!

«Το κρύο είναι διαμπερές» (ρεπόρτερ ΣΚΑΪ, 8/1/2017).
—»Διαπεραστική αγραμματοσύνη! Περισσότερα από ένα κανάλια πετάνε την πομπώδη έκφραση, χωρίς βέβαια να ξέρουν τι σημαίνει.

«Θερμοκρασία μείον τρεις βαθμούς κάτω από το μηδέν» και «τη νύχτα θα έχουμε ολικό παγετό» (σχεδόν όλα τα κανάλια).

—> Είναι όπως το «ύφεση μείον 5%». Σημασία έχει η μπαρούφα να είναι πομπώδης… Όσο για τον «ολικό παγετό», λέγεται όταν η θερμοκρασία είναι κάτω του μηδενός για όλο το 24ωρο.

«Πέντε χωριά παραμένουν εγκλωβισμένα» (ΣΚΑΪ, στο μεσημεριανό δελτίο της 11/1/2017).

—> Εγκλωβισμένα είναι ζώντα όντα και όχι κτίσματα. «Αποκλεισμένες» λεπτομέρειες;

«Με ελαφρά τη καρδία» (δηλώσεις του Κυρ. Μητσοτάκη μετά τη συνάντηση με τον Αρχιεπίσκοπο, 25/4/2017)
—> Θα παρασύρθηκε από τον κ. Μάρδα… [σε προηγούμενες σελίδες, ο Δ. Μάρδας συλλαμβάνεται να λέει το ίδιο]

«Να παράξει περισσότερα απ’ αυτά που πάραξε» (Δ. Τζανακόπουλος, κυβερνητικός εκπρόσωπος).

—» Η καρδιά μου σπάραξε που το άκουσα…

«Αναχώρησε με το αυτοκίνητό του προς άγνωστη κατεύθυνση, ακολουθούμενος από ομάδα αστυνομικών»

(ρεπόρτερ του ΣΚΑΪ, 29/5/2017).

—> Δεν είχε δηλώσει διεύθυνση ή δεν πρόλαβε να δει την κατεύθυνση;

«Οι τιμές του όζου» (πρωινή παρουσιάστρια στον ΣΚΑΪ. 3/7/2017).

—> Καθ’ όσον το όζο, Λόλα μου, είναι σαν το μήλο (του μήλου). Τα -ον -όντος έχουν αποσυρθεί…

 

Από το δείγμα αυτό θα καταλάβατε ότι σε κάποια σημεία δεν συμφωνώ με τον φίλο Μιχάλη -ας πούμε δεν σπαράζω όταν ακούω το «έχει παράξει» και αυτό δεν το λέω βέβαια επειδή εδώ το είπε ο Τζανακόπουλος, αφού το έχω υποστηρίξει από παλιότερα.

Και βέβαια, όπως σχεδόν πάντοτε συμβαίνει, η… κατάρα του Μέφρι, που χτυπάει όποιον διορθώνει άλλους, χτύπησε και το βιβλίο του Μιχ. Μουτσάτσου, αφού δεν το απέφυγε το ορθογραφικό λαθάκι όταν έγραψε «ο ευρών αμΟΙφθήσεται». Αμοιβή, βέβαια, αλλά αμείβομαι -και ο ευρών αμΕΙφθήσεται, όπως είναι το κλισέ.

Αλλά κι ο Μέφρι μέσα στο παιχνίδι είναι!

 

Posted in Αίγινα, Γλωσσική αλλαγή, Δημήτρης Σαραντάκος, Μαργαριτάρια, Νόμος του Μέφρι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 172 Σχόλια »

Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα

Posted by sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2019

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφόρησε πριν από τις γιορτές, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ένα συλλογικό έργο, σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου, το οποίο φιλοδοξεί να χαρτογραφήσει το φαινόμενο της λογοκρισίας στην Ελλάδα, ιδίως κατά τη μεταπολεμική και ειδικότερα κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο.

Το έργο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: Η πρώτη παρουσιάζει το υπόβαθρο της λογοκρισίας υπό τη μορφή ιστορικής ανασκόπησης. Σε ξεχωριστές μελέτες τεκμηριώνεται η λογοκρισία στον Τύπο, στις εικαστικές τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία κ.ο.κ.

Η δεύτερη αναλύει τα «πεδία της λογοκρισίας», δηλαδή τα θέματα στα οποία συστηματικά εντοπίζονται λογοκριτικά φαινόμενα, όπως η βλασφημία, τα εθνικά θέματα, η πορνογραφία κ.ά.

Η τρίτη ενότητα, με τίτλο Συμβάντα, αποτελεί το καθαυτού λεξικό, καθώς αποτελείται από σύντομα λήμματα σε αλφαβητική σειρά -μια γεύση παίρνετε από τον πίνακα περιεχομένων εδώ, αλλά μόνο από το γράμμα Α (ως το λήμμα ‘Αριστοφάνης’) διότι τα υπόλοιπα δεν χώρεσαν στην παρουσίαση της Πολιτείας.

Αυτά ακριβώς τα λογοκριτικά συμβάντα αποτελούν πολύ ενδιαφέροντα θέματα για συζήτηση στο ιστολόγιο -μάλιστα, καθώς τα περισσότερα εντοπίζονται στην εποχή μετά το 1974, τα έχουμε ζήσει, τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι. Κι έτσι, το βιβλίο αυτό σιγουρα θα το αναζητούσα έτσι κι αλλιώς και υπόσχομαι στο μέλλον να παρουσιάσω κάποια θέματα από τα λήμματα του λεξικού.]

Όμως στο βιβλίο έχω βάλει κι εγώ το χέρι μου, δηλαδή συμμετέχω με πέντε σύντομα σημειώματα τα οποία, δεν θα το κρύψω, είναι παρμένα από άρθρα του ιστολογίου. Αρχικά, μου ζήτησαν να γράψω κάτι για τη σύγκρουση Μάνου Χατζιδάκι και Αυριανής -όπου είχαμε τη δημαγωγική επίκληση της λογοκρισίας εκ μέρους της Αυριανής, και, κουβέντα στην κουβέντα, πρότεινα και μερικά ακόμα σύντομα σημειώματα. Τι τα θέλετε, τόσα χρόνια έχει μαζευτεί στο ιστολόγιο αρκετό αξιόλογο υλικό, και όχι μόνο ποσοτικά (προχτές περάσαμε τα 3700 άρθρα).

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα από τα πέντε σημειώματα που έδωσα στο Λεξικό της λογοκρισίας, που το διάλεξα για δύο λόγους: από τη μια, πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο εδώ και εννιά χρόνια, άρα δεν θα το θυμούνται πολλοί, και μάλιστα, επειδή μπήκε κυριακάτικα (δεν είχαμε ακόμα καθιερώσει λογοτεχνικό θέμα τις Κυριακές) ο σχολιασμός του ήταν σε στενό οικογενειακό κύκλο, αν και έγιναν ουσιαστικά σχόλια. Από την άλλη, το άρθρο που έδωσα στο βιβλίο έχει πολλές διαφορές από το παλιό άρθρο του ιστολογίου, πάνω από το μισό είναι καινούργιο -και πρέπει να ευχαριστήσω το Σπαθόλουρο για τη βοήθεια στην ανεύρεση στοιχείων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Εφημεριδογραφικά, Λογοκρισία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »