Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρουσίαση βιβλίου’ Category

Το νέο και απέραντο λιβάδι με τους μαργαρίτες (βιβλίο του Μιχάλη Μουτσάτσου)

Posted by sarant στο 18 Μαρτίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλίο που ασχολείται με ένα θέμα που ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο και που το συζητάμε τακτικά, ιδίως κάθε Σάββατο: τα γλωσσικά και πραγματολογικά λάθη, που έχει επικρατήσει να τα λέμε «μαργαριτάρια».

Πρόκειται για το βιβλίο «Το νέο και απέραντο λιβάδι με τους μαργαρίτες» του φίλου Μιχάλη Μουτσάτσου, ο οποίος ήδη από τον τίτλο του αποτίει φόρο τιμής σε ένα παλιότερο βιβλίο, το «Λιβάδι με τους μαργαρίτες» (1965) του Θανάση Φωτιάδη, που το είχαμε παρουσιάσει, κατά σύμπτωση, εδώ στο ιστολόγιο πριν από ένα μήνα περίπου.

Προσέξτε ότι ο τίτλος δεν λέει για λιβάδι με «τις» μαργαρίτες, αν και οι μαργαρίτες πολύ συχνά φυτρώνουν σε λιβάδια. Λέει για «τους» μαργαρίτες, δηλαδή τα μαργαριτάρια, και άλλωστε το εξώφυλλο του βιβλίου μαργαριτάρι παρουσιάζει.

Από πότε τα γλωσσικά λάθη τα λέμε μαργαριτάρια, και γιατί; Στο ερώτημα αυτό έχουμε προσπαθήσει να δώσουμε απάντηση με ένα παλιό άρθρο, που το ξαναδημοσιεύσαμε το 2012, και που σηκώνει και δεύτερη αναδημοσίευση, οπότε δεν θα ασχοληθώ σε τούτο το άρθρο με το θέμα μας.

Πάντως, η… μαργαριταλιεία είναι ενασχόληση διασκεδαστική και ωφέλιμη οταν γίνεται για να μάθουμε κι εμείς οι ίδιοι και να ασκηθούμε στη χρήση της γλώσσας, είναι απαραίτητη για εκείνους τους επαγγελματίες γραφιάδες που είναι επιφορτισμένοι με την επιμέλεια κειμένων ή τη θεώρηση μεταφράσεων, χάνει όμως πολλή από την αξία και το γούστο της όταν μετατρέπεται σε λαθοθηρία και σε άσκηση εξουσίας. Να πούμε, παρεμπιπτόντως, πως η ίδια η λέξη «μαργαριταλιεία» κρύβει μέσα της ένα υποψήφιο μαργαριτάρι αφού η αλιεία έπαιρνε δασεία, οπότε θεωρητικά θα «έπρεπε» να έχουμε δάσυνση στη σύνθεση, δηλαδή να γράψουμε «μαργαριΘαλιεία», όπερ αποτρόπαιον. Ο Κουμανούδης, που καταγράφει τη λέξη στην Εστία το 1898, σημειώνει απλώς, και σοφά, ότι «το ταυ δεν δασύνθηκε, κάτι που συνέβη και σε άλλες νεόπλαστες λέξεις».

Το βιβλίο λοιπόν του Μουτσάτσου είναι μια συλλογή μαργαριταριών από την τηλεόραση και τις εφημερίδες, από το 2001 και μετά. Ο Μουτσάτσος, φίλος του αείμνηστου πατέρα μου, δημοσίευε τα ευρήματά του από το 2001 στο περιοδικό Το φιστίκι, που έβγαζε ο πατέρας μου στην Αίγινα, στη στήλη Το λιβάδι με τους μαργαρίτες, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Ζούργκα -έτσι λέγεται ο ήρωας στην όπερα «Αλιείς μαργαριταριών» του Μπιζέ! Ένα δείγμα είχα αναδημοσιεύσει στον παλιό μου ιστότοπο. Δικό του είναι και το άρθρο για τον Τρωικό πόλεμο, που είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο παλιά.

Το Φιστίκι σταμάτησε την έκδοσή του, αλλά ο Ζούργκα/Μουτσάτσος συνέχισε να ψαρεύει μαργαριτάρια, και στο βιβλίο του μας τα παρουσιάζει και αυτά -πάντως, τα 4/5 της ύλης του βιβλίου είναι παλιότερα μαργαριτάρια, της περιόδου 2001-2006.

Να σημειώσω ότι πρόκειται για ιδιωτική έκδοση, η οποία προς το παρόν διατίθεται στο βιβλιοπωλείο «Παρ’ Ημίν» (Χαριλάου Τρικούπη 11) αν και σε λίγο θα υπάρχουν αντίτυπα και στην Πολιτεία.

Όπως θα δείτε και από το δείγμα που θα παρουσιάσω, το βιβλίο του Μουτσάτσου είναι πολύ ευχάριστο αλλά και ωφέλιμο ανάγνωσμα, και επιπλέον υπερτερεί σε σχέση με άλλες συλλογές μαργαριταριών που βλέπουμε να κυκλοφορούν στο Διαδικτυο κατά το ότι τα ευρήματα είναι αυθεντικά. Πράγματι, είναι ξεκαρδιστικό να διαβάζεις για τον μεγάλο ποιητή Κωνσταντίνο Καντάφη, αλλά το μαργαριτάρι αυτό μάλλον είναι… καλλιεργημένο -εννοώ, όχι γνήσιο. Τα μαργαριτάρια της συλλογής του Μουτσάτσου, όσο μπόρεσα να ελέγξω, είναι γνήσια.

Γράφει στον πρόλογό του ο συγγραφέας:

Αλήθεια, πόσων ειδών μαργαριτάρια υπάρχουν; Ποια είναι τα αίτια;

Πρώτα απ’ όλα ας ξεχωρίσουμε τα γραπτά και τα προφορικά. Θα περίμενε κανείς ότι σχεδόν όλα θα ήταν προφορικά. Για πολλούς λόγους: Κατ’ αρχήν γιατί έχουμε χρόνο να σκεφτούμε τι και πώς θα γράψουμε, ενώ ο προφορικός λόγος δεν δικαιολογεί παύσεις και σκέψεις. Γι’ αυτό και λέμε πως άλλο πράγμα είναι η ρητορική δεινότητα και άλλο η «γερή πένα». Παλαιότερα, τα κείμενα σε εφημερίδες και βιβλία υπόκειντο σε αυστηρό διορθωτικό έλεγχο, ενώ ο προφορικός λόγος δεν είχε τρόπο μετάδοσης πλην των (ολίγων) ακροατών. Σήμερα όμως, με τα ραδιόφωνα και (ιδίως) με την τηλεόραση, η κύρια επικοινωνία είναι η προφορική και αυτός είναι ο μεγάλος “μαργαριταρότοπος” (ή “οστρακότοπος”, αν προτιμάτε). Αυτό το ελαφρυντικό πάντως δεν ισχύει για τα δελτία ειδήσεων, αφού οι παρουσιαστές απλώς διαβάζουν από μεγάλη οθόνη που βρίσκεται μπροστά τους (κι εμείς νομίζουμε ότι κοιτάζουν εμάς).

Ένας άλλος λόγος διάπραξης γλωσσικού ολισθήματος είναι η ανάγκη που έχουν πολλοί άνθρωποι να πουν κάτι πομπώδες, κάτι πιο καθαρευουσιάνικο, πιο ξεχωριστό. Αυτό το βλέπουμε τόσο σε απλούς ανθρώπους που -όπως λέω- «τους χώνουν ένα μικρόφωνο κάτω από τη μύτη», όσο και σε δημόσια πρόσωπα, που έχουν μια (μικρότερη ή μεγαλύτερη) τάση αυτοπροβολής.

Αρκετά “μαργαριτάρια” είναι όμως (δυστυχώς) γραπτά! Και άλλο βέβαια μια λεζάντα στις ειδήσεις, που μπορεί να γράφτηκε επιτροχάδην και να “χτυπήθηκε” λάθος γράμμα (π.χ.: 17 ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΚΑΡΡΕΥΣΗ) και άλλο να ακούς στα δελτία ειδήσεων (που διαβάζουν, όπως είπαμε) αλλά και σε έντυπα και δη σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Καθ’ όσον άλλο πράγμα κάποιο τοπικό φύλλο και άλλο πράγμα π.χ. ΤΟ ΒHΜΑ!

Τώρα, ως προς τις αιτίες της “διάπραξης”: Ξεχωρίσαμε ήδη ένα λόγο, τη διάθεση πολλών να πουν κάτι που «θα γράψει», που δεν θα είναι μια συνηθισμένη φράση. Αυτό αφορά (σχεδόν πάντα) τον προφορικό λόγο. Πίσω όμως από (τα περισσότερα) “μαργαριτάρια” βρίσκεται μια ανεπάρκεια στη γλώσσα, στη γραμματική και το συντακτικό, που τρομάζει όσο κι αν θέλουμε να τη διακωμωδούμε. Όσο κι αν θέλουμε να δικαιολογούμε απλούς ανθρώπους, δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε ανθρώπους των ΜΜΕ και πολιτικούς. Πρέπει να δεχθούμε ότι αυτοί (κυρίως οι πρώτοι) μαθαίνουν στα παιδιά μας τη γλώσσα πολύ περισσότερο απ’ ότι το σχολείο.

Άλλος λόγος διάπραξης είναι το «ΚΟΠΙ-ΠΑΣΤΕ», για να θυμηθούμε μια φράση που έγινε viral προ καιρού. Δηλαδή ακούσαμε μια “πιασάρικη” φράση, π.χ. «εν ου παικτοίς» και την ξαμολάμε σε άσχετη περίπτωση, «επί δικαίοις και αδίκοις», όπως ισχυρίστηκε γνωστή πολιτικός μας [εννοεί την Άννα Διαμαντοπούλου -ν.σ.]. Πάλι πίσω της βρίσκεται η γενικότερη έλλειψη παιδείας. Σ’ αυτήν θα εντάξουμε και τα φαινόμενα (και τα μαργαριτάρια) έλλειψης βασικών γνώσεων. Σε μας τους «παλαιότερους» φαίνεται αδιανόητο να υπάρχει έστω και ένας απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που να λέει «σε ακτίνα δεκαπέντε τετραγωνικών χιλιομέτρων». Κι όμως, ο γιος μου επιμένει ότι αυτό δεν είναι τίποτε, ότι υπάρχουν και χειρότερα. Τον δικαιώνει η συλλογή αυτή…

Ενώ οι περισσότερες από αυτές τις επισημάνσεις είναι εύστοχες, εγώ δεν θα βιαζόμουν να μιλήσω για ανεπάρκεια στη γλώσσα, που υποτίθεται πως χαρακτηρίζει τους ομιλητές. Θα προτιμούσα να μιλήσω για προβληματικές περιοχές της γλώσσας, για περιοχές που βρίσκονται σε φάση γλωσσικής αλλαγής. Για να το πω αλλιώς, όταν σε ένα σημείο της εθνικής οδού συμβαίνουν συνεχώς δυστυχήματα, δεν φταίει μόνο ή κυρίως η κατάρτιση και η επάρκεια των οδηγών -συνήθως φταίει και η χάραξη του δρόμου ή η ποιότητα του οδοστρώματος.

Αλλά ας δούμε ένα δείγμα από το βιβλίο. Διάλεξα να παρουσιάσω τρεις σελίδες προς το τέλος του βιβλίου, με πιο σύγχρονα αλιεύματα, στις σελ. 212-214 (το βιβλίο έχει 228 σελίδες).

«Δώστε μου τώρα τα νούμερα κατ’ αλφαβητική σειρά» (παρουσιαστής LOTTO στον ΣΚΑΪ).

—> Ίσως αξίζει κάποιο βραβείο κοτσάνας. Γι’ αυτό και η υπογράμμιση.

«Όλους τους ιθύνοντες νους» (μεταφραστής δηλώσεων του Ερντογάν).

—> Τι είναι τέλος πάντων αυτοί οι τηλεοπτικοί “νους”; Αν έλεγαν νόες, οι μισοί δεν 0α καταλάβαιναν και. οι άλλοι μισοί θα κούναγαν το κεφάλι τους…

«Μειώνουν στον πόντο οι Σερβίδες» (από τους Ολυμπιακούς του Ρίο, ΕΤ3 18/8/2016).

—> Ακολουθούν οι… Τουρκίδες, οι Βραζιλίδες και δε συμμαζεύεται.

«Δεν μπορεί αυτό το γεγονός να περνά αβρόχοις ποσίν» [διαμαρτυρία του κ. Τατούλη (ξαναχτυπά!) για τα κρούσματα ελονοσίας 21/8/2016].

—> Αφού στις εκλογές καθαρίζει “αβρόχοις ποσίν”…

«Βλέπουν ότι προδώνονται» (ανταποκριτής του ΣΚΑΪ από την Τουρκία, 24/8/2016).

—> Εμένα, εκτός από τα αυτιά μου, νοιώθω να με “προδώνει” συνέχεια και ο αυτόματος διορθωτής…

«Επιφανής στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης» (ΒΗΜΑτοδότης 21/8/2016).

—> Ποιος να ήταν άραγε αυτός ο… στέλεχος; Πάντως στην καθομιλουμένη ξέρετε πώς λέγεται το στέλεχος του φυτού…

«Μη δίνεις σημασία στους τιμητές της μετριότητας»

(παραίνεση Κυρ. Μητσοτάκη στον Πύρρο Δήμα, στην ίδια στήλη και ημερομηνία).

—> Ήταν μέτριος ο Δήμας ή εννοούσε τους μέτριους που τον επιτίμησαν;

«Μια είδηση που σημειώθηκε πριν λίγο στη Ζάκυνθο» (ΣΚΑΪ 2/9/2016).

—> Χιλιοειπωμένο ήδη, δεν υπάρχουν πια γεγονότα που συμβαίνουν αλλά ειδήσεις που σημειώνονται…

«…που έχουν συμφωνηθεί ούτως ή αλλιώς» (Κυρ. Μητσοτάκης στη ΔΕΘ του 2016).

—> Μήπως “έτσι ή άλλως”;

«Αν σκοράρει, θα κατεβάσει τη διαφορά στη μέγιστη τιμή της» (περιγραφή αγώνα basket στην ΕΤ1, 10/2016). —> Ο ευρών αμοιφθήσεται…

«Η περίμετρος ανέρχεται σε 300 τετραγωνικά μέτρα» (ανταπόκριση ΕΤ1 από Ιωάννινα, 23/10/2016).

—> Περίμετρο δε λένε την έκταση;

«Πωλείται διαμπερές μονοκατοικία» (αγγελία στο Παγκράτι).

—> Αυτός φταίει; Ακούστε παρακάτω!

«Το κρύο είναι διαμπερές» (ρεπόρτερ ΣΚΑΪ, 8/1/2017).
—»Διαπεραστική αγραμματοσύνη! Περισσότερα από ένα κανάλια πετάνε την πομπώδη έκφραση, χωρίς βέβαια να ξέρουν τι σημαίνει.

«Θερμοκρασία μείον τρεις βαθμούς κάτω από το μηδέν» και «τη νύχτα θα έχουμε ολικό παγετό» (σχεδόν όλα τα κανάλια).

—> Είναι όπως το «ύφεση μείον 5%». Σημασία έχει η μπαρούφα να είναι πομπώδης… Όσο για τον «ολικό παγετό», λέγεται όταν η θερμοκρασία είναι κάτω του μηδενός για όλο το 24ωρο.

«Πέντε χωριά παραμένουν εγκλωβισμένα» (ΣΚΑΪ, στο μεσημεριανό δελτίο της 11/1/2017).

—> Εγκλωβισμένα είναι ζώντα όντα και όχι κτίσματα. «Αποκλεισμένες» λεπτομέρειες;

«Με ελαφρά τη καρδία» (δηλώσεις του Κυρ. Μητσοτάκη μετά τη συνάντηση με τον Αρχιεπίσκοπο, 25/4/2017)
—> Θα παρασύρθηκε από τον κ. Μάρδα… [σε προηγούμενες σελίδες, ο Δ. Μάρδας συλλαμβάνεται να λέει το ίδιο]

«Να παράξει περισσότερα απ’ αυτά που πάραξε» (Δ. Τζανακόπουλος, κυβερνητικός εκπρόσωπος).

—» Η καρδιά μου σπάραξε που το άκουσα…

«Αναχώρησε με το αυτοκίνητό του προς άγνωστη κατεύθυνση, ακολουθούμενος από ομάδα αστυνομικών»

(ρεπόρτερ του ΣΚΑΪ, 29/5/2017).

—> Δεν είχε δηλώσει διεύθυνση ή δεν πρόλαβε να δει την κατεύθυνση;

«Οι τιμές του όζου» (πρωινή παρουσιάστρια στον ΣΚΑΪ. 3/7/2017).

—> Καθ’ όσον το όζο, Λόλα μου, είναι σαν το μήλο (του μήλου). Τα -ον -όντος έχουν αποσυρθεί…

 

Από το δείγμα αυτό θα καταλάβατε ότι σε κάποια σημεία δεν συμφωνώ με τον φίλο Μιχάλη -ας πούμε δεν σπαράζω όταν ακούω το «έχει παράξει» και αυτό δεν το λέω βέβαια επειδή εδώ το είπε ο Τζανακόπουλος, αφού το έχω υποστηρίξει από παλιότερα.

Και βέβαια, όπως σχεδόν πάντοτε συμβαίνει, η… κατάρα του Μέφρι, που χτυπάει όποιον διορθώνει άλλους, χτύπησε και το βιβλίο του Μιχ. Μουτσάτσου, αφού δεν το απέφυγε το ορθογραφικό λαθάκι όταν έγραψε «ο ευρών αμΟΙφθήσεται». Αμοιβή, βέβαια, αλλά αμείβομαι -και ο ευρών αμΕΙφθήσεται, όπως είναι το κλισέ.

Αλλά κι ο Μέφρι μέσα στο παιχνίδι είναι!

 

Advertisements

Posted in Αίγινα, Γλωσσική αλλαγή, Δημήτρης Σαραντάκος, Μαργαριτάρια, Νόμος του Μέφρι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 166 Σχόλια »

Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα

Posted by sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2019

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφόρησε πριν από τις γιορτές, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ένα συλλογικό έργο, σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου, το οποίο φιλοδοξεί να χαρτογραφήσει το φαινόμενο της λογοκρισίας στην Ελλάδα, ιδίως κατά τη μεταπολεμική και ειδικότερα κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο.

Το έργο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: Η πρώτη παρουσιάζει το υπόβαθρο της λογοκρισίας υπό τη μορφή ιστορικής ανασκόπησης. Σε ξεχωριστές μελέτες τεκμηριώνεται η λογοκρισία στον Τύπο, στις εικαστικές τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία κ.ο.κ.

Η δεύτερη αναλύει τα «πεδία της λογοκρισίας», δηλαδή τα θέματα στα οποία συστηματικά εντοπίζονται λογοκριτικά φαινόμενα, όπως η βλασφημία, τα εθνικά θέματα, η πορνογραφία κ.ά.

Η τρίτη ενότητα, με τίτλο Συμβάντα, αποτελεί το καθαυτού λεξικό, καθώς αποτελείται από σύντομα λήμματα σε αλφαβητική σειρά -μια γεύση παίρνετε από τον πίνακα περιεχομένων εδώ, αλλά μόνο από το γράμμα Α (ως το λήμμα ‘Αριστοφάνης’) διότι τα υπόλοιπα δεν χώρεσαν στην παρουσίαση της Πολιτείας.

Αυτά ακριβώς τα λογοκριτικά συμβάντα αποτελούν πολύ ενδιαφέροντα θέματα για συζήτηση στο ιστολόγιο -μάλιστα, καθώς τα περισσότερα εντοπίζονται στην εποχή μετά το 1974, τα έχουμε ζήσει, τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι. Κι έτσι, το βιβλίο αυτό σιγουρα θα το αναζητούσα έτσι κι αλλιώς και υπόσχομαι στο μέλλον να παρουσιάσω κάποια θέματα από τα λήμματα του λεξικού.]

Όμως στο βιβλίο έχω βάλει κι εγώ το χέρι μου, δηλαδή συμμετέχω με πέντε σύντομα σημειώματα τα οποία, δεν θα το κρύψω, είναι παρμένα από άρθρα του ιστολογίου. Αρχικά, μου ζήτησαν να γράψω κάτι για τη σύγκρουση Μάνου Χατζιδάκι και Αυριανής -όπου είχαμε τη δημαγωγική επίκληση της λογοκρισίας εκ μέρους της Αυριανής, και, κουβέντα στην κουβέντα, πρότεινα και μερικά ακόμα σύντομα σημειώματα. Τι τα θέλετε, τόσα χρόνια έχει μαζευτεί στο ιστολόγιο αρκετό αξιόλογο υλικό, και όχι μόνο ποσοτικά (προχτές περάσαμε τα 3700 άρθρα).

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα από τα πέντε σημειώματα που έδωσα στο Λεξικό της λογοκρισίας, που το διάλεξα για δύο λόγους: από τη μια, πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο εδώ και εννιά χρόνια, άρα δεν θα το θυμούνται πολλοί, και μάλιστα, επειδή μπήκε κυριακάτικα (δεν είχαμε ακόμα καθιερώσει λογοτεχνικό θέμα τις Κυριακές) ο σχολιασμός του ήταν σε στενό οικογενειακό κύκλο, αν και έγιναν ουσιαστικά σχόλια. Από την άλλη, το άρθρο που έδωσα στο βιβλίο έχει πολλές διαφορές από το παλιό άρθρο του ιστολογίου, πάνω από το μισό είναι καινούργιο -και πρέπει να ευχαριστήσω το Σπαθόλουρο για τη βοήθεια στην ανεύρεση στοιχείων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Εφημεριδογραφικά, Λογοκρισία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »

«Που με βια με στρατηγεί….», ή μαργαριτάρια του 1958

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2019

Λένε πολλοί ότι στην εποχή μας η γλώσσα απειλείται, ότι η νεολαία πάσχει από λεξιπενία και ότι κάνει τραγικά γλωσσικά λάθη. Τα ίδια όμως τα λένε σε κάθε εποχή. Θα θυμάστε άλλωστε τη φασαρία που είχε γίνει περί το 1985, όταν στις πανελλήνιες εξετάσεις, στο θέμα της έκθεσης, κάποιοι υποψήφιοι είχαν ζητήσει διευκρινίσεις για τις λέξεις «αρωγή» και «ευδοκίμηση». (Θα βάλουμε κάποτε άρθρο για το θέμα αυτό, έχω κάμποσο υλικό στα ηλεσυρτάρια μου). Το 1985 η υποτιθέμενη λεξιπενία των νέων ήταν απόρροια της διακοπής της διδασκαλίας των αρχαίων από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο, τουλάχιστον αυτό υποστήριζαν οι υπέρμαχοι της επαναφοράς των αρχαίων, που τελικά, δυστυχώς, κατάφεραν να πείσουν την πολιτική ηγεσία της χώρας.

Ωστόσο, παρόμοιες κατηγορίες για αγραμματοσύνη και για γλωσσικά λάθη των νέων έβλεπαν το φως και παλιότερα -ας πούμε, βλέπω σε βιβλίο του Χρ. Χαραλαμπάκη (Γλώσσα και εκπαίδευση) ότι το 1948 κάποιος Θ.Χ.Παπαβασιλείου εξέδωσε το βιβλίο «Γλωσσική και ορθογραφική αναρχία» στο οποίο ψέγει το σχολείο επειδή οι απόφοιτοι του δημοτικού έκαναν λάθη όπως: οι άνθρωπη, οι Ιταλή, ένεκα ο πόλεμος, ομολογώ εβάφτησεν, αντί ομολογώ εν βάπτισμα.

Και πιο παλιά, το 1928, καθηγητής πανεπιστημίου είχε διεκτραγωδήσει από τις στήλες των εφημερίδων τα ορθογραφικά λάθη των υποψηφίων στις εισιτήριες εξετάσεις του Πανεπιστημίου (θυμάμαι κάπου ένα χαρακτηριστικό, ίππσος αντί για ύψος), πράγμα που έδωσε στον Δημ. Γληνό το έναυσμα να γράψει στο περιοδικό Νέος Δρόμος σειρά άρθρων για το «κύμα της αγραμματοσύνης» (τα έχουμε παρουσιάσει εδώ) -και ο Γληνός θυμάται ότι και το 1900, όταν ήταν ο ίδιος φοιτητής, γίνονταν ανάλογα λάθη.

Οπότε, λάθη κάνουν πάντα οι μαθητές και οι φοιτητές. Είναι εξιδανίκευση του παρελθόντος να υποστηρίζουν κάποιοι πως παλιότερα δεν γίνονταν λάθη και μόνο τώρα γίνονται.

Θυμήθηκα λοιπόν ένα άρθρο, και έψαξα και το βρήκα, που είχε αρχικά δημοσιευτεί στο περιοδικό Εικόνες το 1958, και μετά αναδημοσιεύτηκε στο πολύ γουστόζικο βιβλίο «Το λιβάδι με τους μαργαρίτες» του Θανάση Φωτιάδη, που κυκλοφόρησε το 1965 με υπότιτλο «ήτοι ρήσεις τερπναί και εμμέσως ωφέλιμοι, ενδελεχώς ερανισθείσαι, χάριν του απανταχού φιλοπροόδου, φιλοσκώμονος, φιλογλώσσου, αλλά και ρηξικελεύθου ελληνισμού» [Ο Μέφρι έβαλε το χερι του, διότι ο φιλοσκώμμων θελει δύο μ!]

Ο Φωτιάδης λίγα αργότερα έβγαλε και «Περιβόλι με τους μαργαρίτες» ενώ αρκετά χρόνια αργότερα πήρε τη σκυτάλη ο γιος του, και εξέδωσε τρίτο βιβλίο, τον «Μπαχτσέ με τους μαργαρίτες».

Αν πέσει στα χέρια σας κάποιο από τα βιβλία αυτά να σπεύσετε να τα αγοράσετε/διαβάσετε, σας εγγυώμαι ότι θα το διασκεδάσετε. Αρκεί να πω ότι ο Θανάσης Φωτιάδης είναι αυτός που ψάρεψε το αρχικό μαργαριτάρι που γέννησε τον όρο «Νομανσλάνδη», που τόσο συχνά χρησιμοποιούμε στο ιστολόγιο.

Λοιπόν, από το Λιβάδι με τους μαργαρίτες του Θανάση Φωτιάδη αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο γραμμένο από τον καθηγητή Γεώργιο Θ. Κακριδή.

Ο Γεώργιος Κακριδής (1908-1959), πρέπει να είναι γιος του Θεοφάνη Κακριδη, του παλιού φιλόλογου, άρα αδελφός του Ιωάννη και θείος του Φάνη Κακριδή που έφυγε από τη ζωή στις αρχές του χρόνου. Ήταν Καθηγητής Θεωρητικής Ηλεκτροτεχνίας και Ειδικής Ηλεκτροτεχνίας για Πολιτικούς Μηχανικούς (1949-1959)

Το άρθρο έχει ως εξής (εκσυγχρονίζω τον τονισμό και ελαφρώς την ορθογραφία, όχι όμως και τα ορθογραφικά λάθη των υποψηφίων):

Ο μακαρίτης καθηγητής του Πολυτεχνείου Γ.Θ.Κακριδής έδωσε εις την δημοσιότητα αποτελέσματα εισαγωγικών εξετάσεων εις το Πολυτεχνείο, το 1958, όταν ήτο εξεταστής του μαθήματος της εκθέσεως. Το θέμα που εδόθη ήτο: Αναγράψατε, ερμηνεύσατε και αναλύσατε τα δύο πρώτα τετράστιχα του Εθνικού ημών ύμνου. Γράψατε τι γνωρίζετε περί του ποιητού αυτού και του μουσουργού, όστις τα εμελοποίησε. Ακούσατε απαντήσεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μαθητικά κείμενα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 229 Σχόλια »

Ο Τάσης Βασκαντήρας (διήγημα του Δημήτρη Κανελλόπουλου)

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα από τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Κανελλόπουλου «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες«, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη που μας πέρασε από τις εκδόσεις Κίχλη.

Πρόκειται για την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Κανελλόπουλου, που ως τώρα έχει τυπώσει ποιητικές συλλογές ενώ επίσης διευθυνει το λογοτεχνικό περιοδικό Οροπέδιο με το οποίο έχω συνεργαστεί μια φορά με ένα άρθρο για τον Ρώμο Φιλύρα (που αποσπάσματά του δημοσίευσα κι εδώ).

Τη συλλογή δεν την είχα αντιληφθεί όταν κυκλοφόρησε, αλλά μου τη σύστησε στις γιορτές η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου, που ως νεοελληνίστρια έχει πολύ καλή εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής. Η Βογιατζόγλου θεωρεί ότι το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι χαρακτηριστικό δείγμα της «νέας ηθογραφίας», όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ένα νέο ρεύμα στην πεζογραφία μας, των τελευταίων δεκαετιών, που ανανεώνει το είδος της ηθογραφίας και που πατάει γερά στην ύπαιθρο -την οποία όμως επισκέπτεται διαφορετικά.

Εννοούμε εδώ τον Μακριδάκη, τον Παπαμάρκο με το Γκιακ, πιο παλιά τον Σωτήρη Δημητρίου, και πολλούς ακόμα. Ένα χαρακτηριστικό του νεοηθογραφικού ρεύματος, που ενδιαφέρει και το ιστολόγιο, είναι ότι χρησιμοποιεί λέξεις της ντοπιολαλιάς -που βέβαια δυσκολεύουν το νεότερο κοινό, καθώς οι βίαιες κοινωνικές ανακατατάξεις των περασμένων δεκαετιών έχουν ξεκόψει τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων από λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν ακόμα κι οι πατεράδες τους. Φυσικά, κανείς απ΄όσους υποκριτικά ή καλοπροαίρετα θρηνούν για την υποτιθέμενη λεξιπενία των νέων δεν αναφέρεται στον χαμένο λαϊκό λεξιλογικό πλούτο -και οι δημοσιογράφοι τους οποίους εξαπέλυε ο Μπαμπινιώτης στα σταυροδρόμια για να χώνουν το μαρκούτσι τους στα μούτρα των ανυποψίαστων διαβατών ρωτώντας τους αν ξέρουν τη δείνα ή την τάδε λέξη, ποτέ δεν ρωτούσαν λέξεις λαϊκές, μόνο σκονισμένα «ασκαρδαμυκτί». Αλλά πλατειάζω.

Το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι μικρό -δέκα διηγήματα όλο κι όλο- και όλες οι ιστορίες εκτυλίσσονται στην Ηλεία, τον γενέθλιο τόπο του συγγραφέα. Και μάλιστα, υποψιάζομαι, αλλά δεν κάθισα να το ψάξω, όχι σε όλη την Ηλεία παρά σε ένα μόνο της κομμάτι γύρω από τη Νεμούτα, την ιδιαίτερη πατρίδα του, ίσως τη λεγόμενη ορεινή Ολυμπία. Βρήκα εξαιρετική δύναμη στην αφήγηση του Κανελλόπουλου, αισθάνθηκα γνήσια συγκίνηση διαβάζοντάς το, σίγουρα μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση απ’ οποιοδήποτε άλλο ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα τον τελευταίο χρόνο.

Κι αν ο τόπος είναι η Ηλεία, ο χρόνος είναι ο εικοστός αιώνας, κυρίως από τον μεσοπόλεμο ίσαμε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά με κάποιες αναφορές ίσαμε τη δεκαετία του 1980, ιδίως όταν ένοχα μυστικά φανερώνονται ύστερα από πολλές δεκαετίες. Έχει και φονικά το βιβλίο, έχει και αυτοκτονίες, έχει και κάποιες (καθόλου καθοριστικές όμως) αναφορές στον Εμφύλιο, κυρίως όμως έχει τη δύναμη της δωρικής γραφής του Κανελλόπουλου.

Χαρακτηριστικό της νέας ηθογραφίας όπως είπα είναι η χρήση στοιχείων της ντοπιολαλιάς. Ο Κανελλόπουλος στο τέλος του βιβλίου παραθέτει γλωσσάρι, με τις λέξεις που κρίνει ότι χρειάζονται εξήγηση, με κάπου 110 λήμματα. Από το γλωσσάρι αυτό αντιγράφω εδώ και παραθέτω στο τέλος όσες λέξεις εμφανίζονται στο συγκεκριμένο διήγημα.

Μονοτονίζω αν και μπορεί να μου ξέφυγε κάτι στο οσιάρ.

Ο Τάσης Βασκαντήρας

Στον Ηλία Λ. Παπαμόσχο

Ο Τάσης Βασκαντήρας είχε κάνα δυο χρόνια που άφησε το δασκαλίκι κι έπιασε τα έμπόρια. Έκανε τον τρελό κι έφυγε από την υπηρεσία. Κατάφερε να πάρει και σύνταξη. Γύρισε στο χωριό κι ανέλαβε το εμπορικό του πατέρα του, γιατί τ’ άλλα αδέρφια του, εκτός του Βασίλα, του μικρού που είχε βγάλει το σχολαρχείο, δεν κατέχαν τα γράμματα. Κάτι μήνες μετά που γύρισε, παντρεύτηκε τη Μάρθα του Μουστοβασίλη. Ήταν Αύγουστος του ’27. Κατόπιν, έβαλε τ’ αδέρφια του στη σειρά. Κάνανε εμπόριο χοντρικό και λιανικό.

Το μονό μήνα το καραβάνι —τ’ αδέρφια του μαζί με τους παραγιούς, γύρω στους δεκαπέντε νοματαίους— θα πούλαγε χοντρικά και λιανικά. Υφάσματα για το σπίτι: οργάντζες, μουσελίνες, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κι ακόμη λασέ, μεταξωτά, παραδοσιακά, λευκαδίτικα, βυζαντινά, σουφλιώτικα και ινδικά, εργόχειρα και λινά λευκά είδη, είδη προικός, ριχτάρια, παπλώματα, κουρτίνες. Αλλά και υφάσματα για ρούχα — όλων των ειδών και των κομποδεμάτων: κασμίρια εγγλέζικα, τσελβόλια και τσίτια. Κι οι βαντάκες ήσαν γιομάτες χάντρες, κουβαρίστρες, κλωστές ντεμισέ και βελόνες, ψαλίδια και ψαλιδάκια, κι ό,τι άλλο τράβαγε η ψυχή της νοικοκυράς.

Τόν άλλο μήνα, το ζυγό, θα εισπράττανε. Στην είσπραξη θα πήγαινε ο καθένας μόνος του, με δυο τρία ζώα το πολύ, μ’ εμπορεύματα για τις γυναίκες, ψιλολοΐδια. Μπορεί να ’παιρνε μαζί κι έναν παραγιό. Κανόνισε λοιπόν ο Τάσης να γίνεται ή πούληση ως έξης: ο Νικάκης θα εισέπραττε από τις Ράχες κι απάνω μέχρι τη Βέρβιτσα, όπως λέγανε τότε τα Τρόπαια, ο Ηρακλής θα ’πιανε την Πέρα Μεριά, το Νεμουτιάνικο μέχρι την Πετράδα και τ’ Άσπρα Σπίτια, κι ο Θοδωράκης την Κάτω Μεριά — Νιχώρι, Τρανή Λάκκα, Ντελαλή, Μπέλεσι, και στο γυρισμό τα χωριά της Ηραίας. Άφησε απέξω τον μικρότερο, γιατί τον ήθελε κοντά του. Ο ίδιος θα κράταγε το κουμάντο — τους παράδες και τις παραγγελίες. Και τις επαφές με τους μεγαλέμπορους στον Πύργο και στην Πάτρα. Είχε και δυο αδερφές. Τη Λούλα, που την πάντρεψε με τον Τσιόγκα στον Ξερόκαμπο, και την Ντίνα, που την έστειλε στην Αμέρικα να παντρευτεί ένα φίλο του από του Σπάθαρη.

Μένανε όλοι μαζί στο σπίτι, στο πάνω πάτωμα. Κάτω είχανε το μαγαζί, τα εμπόρια. Απάνω, στη μια μεριά ήταν ο όντάς. Εκεί τρώγανε τα μεσημέρια και στις γιορτές, σαν βρίσκονταν όλοι μαζεμένοι στο χωριό. Στην άλλη μεριά, τους έβαλε ο Τάσης και το χωρίσανε με τις μισάντρες. Δεν ήτανε σωστό να κοιμούνται οι παντρεμένοι με τους ανύπαντρους. Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Η γυναίκα του, η Μάρθα, βρήκε το δωμάτιο μικρό. Πέρναγε καλύτερα στου πατέρα της, έλεγε.

Βούλωσ’ το, της απαντούσε ο Τάσης. Βούλωσ’ το, και θα σε φάει το μαύρο φίδι. Δε θέλω έχτρες με τ’ αδέρφια μου.

Αυτή τίποτα. Όλο μουρμούριζε στα σιγανά.

Από μέρες ο Τάσης είχε πιάσει έναν καβγά με το Νικάκη. Ήτανε μαλακός με τους πελάτες, του ’χανε πάρει τον αέρα. Του ’λεγε να μη δανείζει, να μην ξανοίγεται στην πίστωση. Τίποτα ο Νικάκης. Όλο δικαιολογίες. Ύστερα, έλειπε κι ένα πεντακοσάρικο από τις εισπράξεις που ’φερε τον περασμένο μήνα. Έγραφε στο τεφτέρι: τέσσερις χιλιάδες εφτακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Στον πάγκο όμως άφησε τέσσερις χιλιάδες διακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Ο Νικάκης έλεγε ότι είχε κάνει λάθος κι έγραψε παραπάνω παράδες στο τεφτέρι, ο Τάσης όμως είδε το λογαριασμό περασμένον στο χαρτί, μα η υπογραφή στο πλάι ήταν δυσανάγνωστη. Τον έπιανε με το καλό, το γύριζε στη φοβέρα, δεν έλεγε να ομολογήσει ο Νικάκης.

 

Ο λόγος ήταν μια κρυφή αγάπη. Αγάπαγε ο Νικάκης. Αγάπαγε τη Δεσπω του Μουσουρούλια, αλλά δεν τολμούσε να το πει. Η οργή του Τάση θα ’πεφτε σαν κεραυνός. Δεν ταίριαζε να πάρει γυναίκα από φτωχόσογο. Κόρη καλατζή ήτανε ή Δέσπω. Με τα γανώματα πιάνονταν και τ’ αδέρφια της. Δύσκολα πράματα, δουλειές για ενα κομμάτι ψωμί, κι αυτό όχι πάντα. Και δε φτάνει που ήταν φτωχιά, είχε κι άρρωστο το μεγάλο της αδερφό, τον Αναγνώστη — χτικιό, λέγανε. Αυτός ήταν φίλος γκαρδιακός του Νικάκη, τον αγαπουσε πιο πολύ κι από τ’ αδέρφια του. Ήσαν φίλοι από μικρά παιδιά. Ύστερα τόν βάρεσε η αρρώστια.

Ήτανε φθινόπωρο προχωρημένο. Απο τη θάλασσα ερχόντουσαν κάτι μολυβένια σύννεφα γεμάτα νερό. Φόρτωνε ο καιρός κατά το Παναχαϊκό και ξεσπούσε δυνατή βροχή. Κάθε μέρα έβρεχε, είχε λασπώσει ο τόπος όλος. Η υγρασία ανυπόφορη, είχε βαλθεί να σακατέψει τα κόκαλα των ανθρώπων. Έριχνε πολύ νερό. Καλό για τους σποράδες, που σε λίγο θ’ αρχίζανε τη σπορά. Η βροχή σταμάτησε τη δουλειά -ήτανε να φύγει ο Νικάκης καταπάνω, για τα χωριά γύρω απ’ τα Τρόπαια, να εισπράξει απ’ τους εμπόρους και να πουλήσει τίποτα ψιλολόγια. Κόντευαν Χριστούγεννα· είχαν ανάγκη τα μετρητά, ν’ αγοράσουν εμπορεύματα.

Ήταν ο καιρός, ήτανε κι ο Τάσης που κάθε μέρα τον βασάνιζε με το πεντακοσάρικο. Τ’ Άι-Δημητριού την άλλη μέρα, ο Νικάκης σηκώθηκε νωρίς. Όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι. Αχάραγα έβαλε φωνή κι έκανε εγερτήριο. Πεταχτήκανε απ’ τα στρώματα οι παραγιοί, μαζί κι ο Βασίλας, κι άρχισαν να φορτώνουν τα ζώα. Ήθελε να φύγει πριν σηκωθεί ο Τάσης, μα δεν τα κατάφερε. Ο Τάσης σηκωνότανε πάντα χαράματα, κι είδε από το μπαλκόνι τις ετοιμασίες.

Κατέβηκε και ρώτησε το Νικάκη:

– Θα φύγεις;

– Ναί, Τάση μου.

– Μη θες να πάρεις και τον μικρό κοντά;

– Όχι, Τάση μου, θα το κάνω το κουμάντο, αποκρίθηκε ο Νικάκης κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Τον αγαπούσε πολύ και τον σεβότανε το μεγάλο του αδερφό.

– Να, λέω, επειδής είναι φορτωμένος ο καιρός.

– Κράτα το παιδί εδώ, να κάνει καμιά δουλειά. Θα πάω μονάχος μου εγώ.

– Καλά, κοίτα να μαζέψεις τίποτα, έχω να πάω στον Πύργο να φέρω εμπόρευμα για τις γιορτές. Μετρητά, ακούς; Μη φερεις πάλι γουρούνια και κοτερά. Δεν έχουμε πού να τα πουλήσουμε.

– Εντάξει, Τάση μου. Μετρητά, μετρητά.

– Έλα να σου ειπώ, είπε ο Τάσης τραβώντας τον παράμερα, κάτω από τη μουριά, να μην ακούνε οι γυναίκες και οι παραγιοί.

Το Νικάκη τον ζώσανε τα φίδια.

– Το πεντακοσάρικο κάπου το ’δωκες, το δάνεισες.

– Μα…, έκανε ο Νικάκης.

– Άσε τα μα και μου. Είμαστε μεγάλη φαμελιά, Νικάκη, τα ’χουμε ανάγκη τα λεφτά.

– Να το ’βρω από την Πατσουριά, Τάση μου. Σου λέω, δεν το ’δωκα, είπε ξαναμμένος ο Νικάκης.

– Μην ορκίζεσαι σε μένα, ρε, τον άντίκοψε ο Τάσης. Ή θα γενείτε αθρώποι ή παίρνω τη φαμελιά μου και φέγω. Θα φέρεις το πεντακοσάρικο τώρα που θα γυρίσεις και τέρμα!

Το μάτι του Τάση γυάλιζε.

Αφού τελειώσανε το φόρτωμα, ρίξανε πάνω από τις κασέλες και τις βαντάκες κάτι σαΐσματα από σπάρτο, που δεν τα πέρναγε η βροχή να καταστρέψει το εμπόρευμα. Τα δεσανε προσεχτικά, και κατόπιν ο Νικάκης έκανε το σταυρό του και κίνησε με τα φορτωμένα ζώα, δύο άλογα κι ένα μουλάρι.

– Καλή πούληση, Νικάκη, να δώκει ο Θεός να φέρεις παράδες, έλεγαν οι παραγιοί.

Οι γυναίκες με τα μικρά —η Μάρθα είχε δυο κι η Θεώνη του Θοδωράκη νεογέννητο, το Θανάση— κάνανε το σταυρό τους και σταυρώνανε το Νικάκη. Όμως η Μάρθα, φουρκισμένη, έβγαλε το φαρμάκι από μέσα της:|

– Τι να φέρει, παιδάκι μου; Ευτούνος μονάχα πεσκέσια στους χαραμοφάηδες ξέρει να δίνει…

 

Πήρε τη δημοσιά και στου Κουρσέση το ρέμα έκοψε αριστερά μέσα το& λόγγο· άρχισε να κατεβαίνει το φαρδύ μονοπάτι, κατά το Τουμπίτσι. Ακολουθούσε πάντα τόν ίδιο δρόμο. Του άρεσε μέσα στά πλατάνια ν’ ακούει τα πουλιά να κελαηδάνε και τα νερά να κελαρύζουν. Ηρέμησε, αν και τα μάτια του ήσαν υγρά ακόμη από το κλάμα.

Τη διαδρομή την ήξερε καλά, πέτρα πέτρα. Μετά το Τουμπίτσι πήρε το περικοπό κατά του Σπάθαρη. Ειχε μεγάλη ανηφόρά μέχρι ν’ ανέβει στην πλαγιά του Γκούτζιου και να φτάσει στο χωριό. Πέρασε κι απ’ του Ντελαλή. Ερημιά. Σπίτια μισογκρεμισμένα, τα είχαν πνίξει τ’ αλίσβατα και οι αντράκλες. Στάθηκε στο χωράφι του μπάρμπα του του αγαπημένου, του Γιώρη του Πουλή, που πέθανε τριάντα τριών χρονών, να ιδεί τις ελιές που ’χανε οι πρωτοξαδέρφες του, τα κορίτσια του συχωρεμένου. Γιομάτες ήτανε οι ευλογημένες. Θα το μηνύσω της Νικολιάς με τον Ηρακλή, σα γυρίσω, σκέφτηκε. Λίγο παραπάνω έκοψε αριστερά και το πήρε μονορούφι. Βάρεσε τ’ άλογο να κάνει γρήγορα, μην τόνε πιάσει ή βροχή· είχε μπροστά του μια ώρα δρόμο.

Έκεΐ στή στροφή, Γκορτσιά το λέγανε το μέρος, το μονοπάτι στένευε κι έπαιρνε κλίση απότομη. Το δάσος αγρίευε. Πλατάνια αιωνόβια και οξιές και σφεντάμια γιομάτα δροσιές, σφιχταγκαλιασμένα, δεν άφηναν το φως να περάσει ίσαμε κάτω τη χαράδρα. Δυσκόλευε η κατάβαση για τα φορτωμένα ζώα. Έβαλε πρώτα τον Τσίλη και μετά τη μούλα. Ο ίδιος πήγαινε τελευταίος, καβάλα στον Καρρά, άλογο συνετό και μυαλωμένο — είχε περάσει μαζί του αυτά τα γκρεμνά πολλές φορές, κάθε εποχή του χρόνου.

Κάτω έχασκε το ρέμα, βουερό και σκοτεινό. Αυτό ήταν το μέρος που το έλεγαν Πατσουριά. Πολλοί είχανε πνιγεί εκεί, περνώντας αμέριμνοι τη στενή του κοίτη σαν έπιανε ξαφνική βροχή. Τέτοιο ήταν το δέος, που, όταν ορκίζονταν οι άντρες, έλεγαν: «Να το ’βρω από την Πατσουριά». Κι όταν ήθελαν να καταραστούν οι γυναίκες, έλεγαν κι αυτές: «Να που να το ’βρεις από την Πατσουριά».

Καθώς κατέβαινε το σκοτεινό βάραθρο, ένας φόβος φώλιασε στα σωθικά του. Καλόπιανε τα ζώα, τους έλεγε γλυκόλογα, μην ιδούνε ή άκούσουνε τίποτα και προγκήξουνε. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν είχε γλιτωμό. Θα γινόταν ένα με τα εμπορεύματα και τα ζώα μέσα στον γκρεμό.

– Άιντε, Τσίλη μου, έλα καλώς τονε. Ήσυχα, πουλάκια μου, κι εγώ θα σας φιλέψω λουκουμάκια σα γυρίσουμε πίσω στο κονάκι…

Όταν κατέβηκε στο ρέμα και λίγο πριν φτάσει ο Τσίλης στην κοίτη, τον κράτησε. Ξεπέζεψε απ’ τον Καρρά και, πατώντας με προσοχή στην άκρια του μονοπατιού, έλυσε τον Τσίλη και του ’δωσε μια με το χέρι στο καπούλι. Σαν άνθρωπος το ζώο μπήκε στο χείμαρρο καί, με δυνατό βήμα, σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια, πέρασε μέσα από τα ορμητικά νερά κι άρχισε να σκαρφαλώνει το ανηφορικό μονοπάτι. Έπιασε σιγανή βροχή και το φως λιγόστεψε. Άστραψε, βρόντηξε και η βροχή δυνάμωσε. Ο Νικάκης φοβήθηκε κι εκανε το σταυρό του. Παναγία μου βόηθα…

Κράτησε τή μούλα που αλαφιαστηκε. Επρεπε να κάνει γρήγορα, γιατί το ρέμα θα κατέβαζε πολύ νερό. Έδεσε τή μούλα πίσω από τον Καρρά, και βάρεσε τ’ άλογο απαλά με την τριχιά στην κοιλιά.

– Έλα, Καρρά μου, έλα, λεβέντη μου, είπε και σφύριξε ένα σκοπό που άρεσε του αλόγου.

Εκείνο ρίχτηκε με δύναμη στο νερό. Από κοντά κι η μούλα. Τίποτα. Δεν μπόρεσε να κολλήσει άπέναντι. Άνθρωπος και άλογο γύρισαν πίσω. Ο Νικάκης ξεφόρτωσε βιαστικά τις βαντάκες και τις άφησε από τη μεριά πού.κατέβηκε.

Η αγωνία του μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα. Ο Καρράς πάτησε στην άκρη και μισανέβηκε. Η μούλα όμως δεν τα κατάφερνε και τον τράβαγε πίσω. Η βροχή δυνάμωνε. Είχε πέσει σκοτάδι, ίσα που ’βλεπε. Μια ησυχία θανάτου είχε απλωθεί στη χαράδρα. Κι ο Νικάκης όλο βάραγε το άλογο με την τριχιά στα καπούλια, να κάνει γρήγορα -δεν ήθελε πολύ για να κατεβάσει το ρέμα.

Μόλις φτάσανε τα ζώα στή ρίζα του γκρεμού και καβαλήσανε καταπάνω στή ράχη, εγινε χαλασμός. Ο Νικάκης είχε γυρίσει να πάρει τις βαντάκες στην πλάτη, μα δεν πρόλαβε. Μια βουή συντάραξε το βαθύ ρέμα και μια φουσκωμένη, κατακόκκινη θάλασσα, θολή, γιομάτη κούτσουρα και πέτρες, ήρθε από πάνω με ορμή, από τή μιά μεριά στην άλλη.

Είχαν ανοίξει οι ούρανοί κι άστραφτε ασταμάτητα. Χοντροί κορμοί δέντρων χτυπούσαν με μεγάλη ταχύτητα στις κορφές των πλατανιών, που τα είχαν καλύψει το νερο κι η λάσπη. Ο Νικάκης, αλαφιασμένος, δεν προλάβαινε ν’ ακολουθήσει τα ζώα. Προσπάθησε να γυρίσει στην πίσω μεριά, μα τον άρπαξε το θολό νερό. Τότε έβγαλε μια κραυγή:

– Τάσηηη!…

Μετά, τα σκέπασε ολα, για πολλή ώρα, η τρομερή βουή.

 

Τα ζώα, σαστισμένα, σαν να νιώθανε τη συμφορά που ξεσπούσε μέσα στο φαράγγι, έβαλαν ολη τους τη δύναμη κι ανέβηκαν την απόκρημνη πλαγιά. Πάλευαν ν’ απομακρυνθούν όσο γίνεται περισσότερο. Όταν έφτασαν πάνω στή ράχη, εκεί που το λένε «στου Τούρκου τ’ Ανάθεμα », η βροχή έκοψε. Σταθήκανε μουσκεμένα το ένα πλάι στο άλλο και φρουμιζαν. Τα σαΐσματα ήσαν δεμένα καλά και τα εμπορεύματα δε βράχηκαν καθόλου. Μόνο ο Καρράς ήταν ανήσυχος — κοίταζε συνέχεια κατά το ρέμα. Τώρα τ’ αφεντικό του ταξίδευε κατά τόν Λάδωνα και τον Ρουφιά· ίσως και στην Αγουλινίτσα. Κι από κεΐ, για τις βραγιές του Παραδείσου… Σε λίγο ξαστέρωσε. Ακουγόταν μόνο η βουή του νερού, κι ένα τετιντί που κελαηδούσε το μονότονο τραγούδι του:

Τετιντί, τετιντί
τ’ άλογό μου δεν μπορεί,
δώσ’ του βρώμη και ταή…

Δυο μέρες μετά, θα ’ταν μεσημεράκι, ώρα ανάπαυσης, ακούστηκαν ζώα να σταλιάζουνε κάτω απ’ την κρεβάτα των Βασκαντηραίων. Ο Βασίλας βγήκε ξυπόλυτος στο μπαλκόνι. Είδε τα ζώα να στέκονται και φώναξε:

– Νικάκη, γύρισες;

Απάντηση δεν πήρε. Άρχισε να φωνάζει: «Νικάκη, Νικάκη!». Μόλις κατέβηκε στο υπόστεγο και ειδε τα ζώα μες στη λάσπη κατάλαβε. Εν τω μεταξύ, σηκωθήκανε κι οι άλλοι. Όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεϊ.

– Το ’βρε από την Πατσουριά, είπε η Θεώνη.

Γύρω ξέσπασε βουβός θρήνος. Μονάχα η Μάρθα στάθηκε ψύχραιμη.

Το Νικάκη τον βρήκαν δέκα μέρες μετά, λίγο πριν το Μπέλεσι. Έφτασε ένα τηλεγράφημα στο χωριό από τή Διοίκηση Χωροφυλακής Πύργου. Πήγαν στο Μπέλεσι ο Τάσης με τον Ηρακλή και το Θοδωράκη. Είχανε βάλει τον πνιγμένο μέσα σε κάτι λινάτσες και τον είχανε σε μια καλύβα πλάι στο κοιμητήρι. Μύριζε. Από τα ξεσκισμένα ρούχα που τους δείξανε καταλάβανε ότι ήταν ο αδερφός τους. Πρόσωπο δεν υπήρχε. Τον πήρανε βουβοί, γυρίσανε στο χωριό και τον θάψανε.

 

Μέχρι τα σαράντα του συχωρεμένου ο Τάσης δεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα. Μόλις έκανε να τον πάρει ο ύπνος, πεταγόταν και κοίταζε γύρω του με αγωνία, σαν να ’ψάχνε κάποιον.

-Τι έχεις, άντρα; τον ρωτούσε η Μάρθα.

– Τίποτες, της έλεγε αύυός και γύριζε το άλλο πλευρό.

Το βράδυ πριν τα σαράντα, κοιμήθηκε έναν ύπνο ήσυχο, βαθύ. Πλάι του η Μάρθα ξενύχτησε απορημένη. Δεν το πίστευε ότι ηρέμησε ο άντρας της. Όλο τον καιρό μετά το χαμό του Νικάκη δεν έβγαλε μιλιά από το στόμα της, ούτε για το πεντακοσάρικο ούτε για τ’ άδέρφια του. Τον κρυφοκοίταζε που κοιμόταν. Επιτέλους ησύχασε, σκεφτόταν.

Την άλλη μέρα, πήγανε ολοι μαζί στην εκκλησιά. Με τις κοφίνες γιομάτες ψωμιά, με τα σπυριά φτιαγμένα από τις γυναίκες την προηγουμένη. Μόλις σχόλασε η εκκλησιά, ο Τάσης, πρώτη φορά μετά το θάνατο του αδερφού του, πηγε στο καφενείο. Ήταν ήρεμος, σαν να μην είχε περάσει τέτοια στεναχώρια. Φόραγε ρεπούμπλικα και το πένθος στο μπράτσο. Φρεσκοξυρισμένος, σωστός άρχοντας, έκατσε έξω από την πόρτα. Είχε λιακάδα, μαζεύτηκε κόσμος πολύς. Λίγο πιο πέρα καθόταν ο μοίραρχος με το δάσκαλο. Μετά ήρθε κι ο παπάς στην παρέα τους.

Έπινε τον καφέ του και φαινόταν βυθισμένος σέ σκέψεις. Κοίταγε πέρα κατά του Παλούμπα κι έκανε τάχα μου πως δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Κάποια στιγμή ήρθε στον καφενέ ο Αναγνώστης ο Μουσουρούλιας. Έπιασε μιάν άκρια και παράγγειλε καφέ. Δεν τον είχε δει τον Τάση. Έκατσε απέναντί του, από την άλλη μεριά, κατά το ρέμα. Ο Τάσης έκανε πως δεν τον είδε, τον παρακολουθούσε όμως με την άκρη του ματιού του. Μόλις αραίωσε ο κόσμος, πήγε στο τραπέζι του.

– Μουσουρούλια, είπε, πάω απέναντι στο μαγαζί μου. Έλα που σε θέλω να σου ειπώ, κι έφυγε.

Ο Αναγνώστης σηκώθηκε και πηγε στου Βασκαντήρα, στην πίσω μεριά που έβλεπε κατά τον Κάμπο. Η μεγάλη πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκε μέσα. Ο Τάσης στεκόταν πλάι σέ κάτι σακιά, έβαζε πράματα σε μια λινάτσα. Μόλις τον είδε, είπε:

– Άκου, Αναγνώστη, εγώ δεν κάνω παρέα με τους πεθαμένους. Ο αδερφός μου έφυγε. Μόνος του διάλεξε να κατεβεί στην Αλησμόνα. Δεν ήταν η ώρα για ταξίδι, δεν τ’ αποφασίσαμε μαζί. Κι εγώ τον πόνο μου τον έσβησα. Θέλω να ζήσω. Σαράντα μέρες τον έβλεπα κάθε βράδυ στον ύπνο μου και τον ρώταγα για το πεντακοσάρικο. Δεν εμίλαγέ. Εχτές το βράδυ, όμως, γονάτισε. Ήρθε και κάτσαμε απόξω, στην πεζούλα. «Συχώρα με, Τάση», είπε. Μου μολόγησε ότι αγάπαγε την αδερφή σου, κι εσένα κι ούλη τη φαμελιά σου. Εγώ δέν τον έκοψα. Ήξερα θα μου ’λεγε και για το πεντακοσάρικο.

«Να πας στον Αναγνώστη να το πάρεις», είπε, «είναι καλός άνθρωπος και θα σ’ το δώκει».

«Θα του το ειπώ», είπα, «κι όσο μπορώ θα τους βοηθάω να ζήσουνε…». Ο άδερφός μου έκλαψε και μου ’πε «ξαλάφρωσα τώρα». Το κλάμα στ’ όνειρο είναι καλό, λένε οι γυναίκες. Πάρε αυτό το σακί, σου ’βαλα λίγα πραματάκια να ’χετε. Κι όποτε μπορείς, να μου φέρεις το πεντακοσάρικο.

 

Ο Αναγνώστης έχασε τη λαλιά του. Μετά από λίγο είπε:

– Ποτές δεν ελογάριασα να μη σ’ το δώκω πίσω, Τάση μου. Έχουμε λίγο λάδι φέτο. Μόλις πουλήσω, θα σ’ το φέρω.

– Δεν είπα δε θα το ’φερνες. Το ξέρω, είσαι τίμιος. Αλλά εγώ είμαι έμπορος, δεν μπόραγα να το κάνω ζάφτι, θέλω να ξέρω τί έχω στην τσέπη μου. Πάρε τα πράματα και σύρε στή φαμελιά σου. Και μόλις πουλήσεις το λάδι, φέρε μου πίσω τα λεφτά. Εγώ, όσο ζω κι όσο μπορώ, μια φορά το μήνα θα σου δίνω από το περίσσεμά μου.

Ο Αναγνώστης, συγκινημένος, σηκώθηκε, πήρε το σακί κι έφυγε. Ύστερα, ο Τάσης σαμάρωσε τον Καρρά και τράβηξε πέρα στα Σιωματάκια. Εκεί, στου Γυφτάκου, μπήκε στο χωράφι τοϋ μπάρμπα του, του Γιώρη του Πουλή· πηγε στην κάτω μεριά, που έβλεπε την Ντοάνα κι απέναντί τη Νεμούτα. Εκεί ήτανε μια αριά, έκατσε από κάτω σε μια πέτρα κι έκλαψε ίσαμε το βράδυ.

Λεξιλόγιο

Αλησμόνα: κοιμητήρι, Κάτω Κόσμος
αλίσβατα: βάτα
αριά: είδος βελανιδιάς
βαντάκες: μικρά ντουλάπια με λίγα ράφια στο εσωτερικό τους, στα οποία τοποθετούσαν είδη ραπτικής, όπως βελόνες, κουβαρίστρες, δαχτυλήθρες κτλ.
κοτερά: τα πουλερικά
λασέ: δαντελένιος διάκοσμος
μισάντρα: ξύλινο χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
περικοπό: σύντομο μονοπάτι
σαΐσματα: χοντρές κουβέρτες από σπάρτο ή κατσικίσιο μαλλί
τετιντί: μικρό και όμορφο ωδικό πουλί

 

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , , , , | 263 Σχόλια »

Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2019

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφόρησε λίγο πριν από τις γιορτές από τις εκδόσεις Παπαζήση ένα βιβλίο σε επιμέλεια της καθηγήτριας Άννας Λυδάκη, μια συλλογή κειμένων, λογοτεχνικών και επιστημονικών, γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα. Συνολικά συμμετέχουν 80 συγγραφείς (εδώ τα περιεχόμενα).

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί απόψε, Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 19:00
στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» ( Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8).

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Κώστας Κατσουλάρης, Συγγραφέας
Αντώνης Καφετζόπουλος, Ηθοποιός
Ηλίας Μαγκλίνης, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας

Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσουν
οι ηθοποιοί: Αθηνά Μαξίμου, Κάρμεν Ρουγγέρη
και οι συγγραφείς: Ζυράννα Ζατέλη, Αλέξης Πανσέληνος

Συντονίζουν οι φοιτήτριες Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου: Ηλέκτρα Κατσίκη, Εύα Φρέντζου

Την εκδήλωση θα κλείσουν με τα τραγούδια τους οι Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης.

Πολύ λυπάμαι που, επειδή λείπω από την Αθήνα, δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω την εκδήλωση. Αν ήμουν, ασφαλώς θα πήγαινα, όχι μόνο επειδή το πάνελ έχει ενδιαφέρον αλλά και επειδή στον τόμο αυτό έχω την τιμή να συμμετέχω κι εγώ, με ένα κείμενο για τα φρασεολογικά των ζώων.

Πρόκειται, με μικρές διαφορές, για ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το 2011, και που μου φάνηκε ότι αξίζει να δημοσιευτεί. Βέβαια, κάθε αλλο παρά καλύπτει τη φρασεολογική μεταχείριση των ζώων, ήμερων και άγριων: βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτό το θέμα και ίσως κάποτε γραφτεί. Το άρθρο που θα διαβάσετε είναι απλώς μια ακροθιγής εισαγωγή.

Αρπαχτικά και κατοικίδια

Ο άνθρωπος είναι αχάριστο πλάσμα κι αυτό αντικατοπτρίζεται στη φρασεολογία του. Τα ζώα τα ήμερα, που τα έχει του χεριού του από την αρχή του χρόνου και που τα εκμεταλλεύεται αγρίως, τα αντιμετωπίζει, τουλάχιστον στη νεοελληνική γλώσσα, με έσχατη περιφρόνηση.

Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, ο σκύλος, έχει τη χειρότερη μεταχείριση: σκυλίσια ζωή, δουλεύει σαν σκύλος, ψόφησε σαν το σκυλί, έγινε ρεζίλι των σκυλιών, το σκυλομετάνιωσα. Σκυλί θεωρείται ο άνθρωπος ο ανάλγητος, ο σκληρός· άπιστα σκυλιά λέγαμε τους αγαρηνούς, κι εκείνοι έλεγαν τα ίδια και χειρότερα· ακόμα κι όταν πεις ότι κάποιος είναι σκυλί στη δουλειά, δηλαδή ακούραστος, με ανεξάντλητη αντοχή, στην ουσία τον θεωρείς καλό για να σε υπηρετεί μόνο. Ίδια γεύση πατερναλιστικού επαίνου αφήνει και το «πιστό σκυλί».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Επαναλήψεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 347 Σχόλια »

Η γλώσσα έχει κέφια στο Παλαιό Φάληρο

Posted by sarant στο 3 Ιανουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο είναι, φοβάμαι, περιαυτολογικό -έχω όμως καθιερώσει τη συνήθεια να ανεβάζω στο ιστολόγιο τις ομιλίες και άλλο υλικό από εκδηλώσεις στις οποίες συμμετέχω, κι έτσι, επειδή φέτος τα Χριστούγεννα έγιναν μερικές τέτοιες εκδηλώσεις, επόμενο είναι να δημοσιευτούν και τα αντίστοιχα άρθρα.

Λοιπόν, στις 20 Δεκεμβρίου, στο βιβλιοπωλείο Booktalks του Παλαιού Φαλήρου (που έχει καθιερωθεί και ως χώρος βιβλιοφιλικών εκδηλώσεων και με είχε φιλοξενήσει και για μιαν ανάλογη παρουσίαση πριν από τέσσερα χρόνια) έγινε η παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου μου «Η γλώσσα έχει κέφια». Η εκδήλωση ήταν πολύ πετυχημένη από άποψη προσέλευσης και χάρηκα πολύ επειδή είδα παιδικούς φίλους και φίλες από τη γειτονιά ενώ συμμετείχε και πολυμελές κλιμάκιο φίλων του ιστολογίου.

Την εκδήλωση τη διοργάνωσε η Ριζοσπαστική Αριστερή Κίνηση Παλαιού Φαλήρου, η δημοτική παράταξη που βρίσκεται στη μείζονα αντιπολίτευση του δήμου και που διοργανώνει συχνά πολιτιστικές εκδηλώσεις -πλησιάζουν βέβαια και οι δημοτικές εκλογές. Προλόγισε ο υποψήφιος δήμαρχος, ο φίλος Κώστας Μερκουράκης, ενώ στο πάνελ της παρουσίασης συμμετείχαν η φιλόλογος/ερευνήτρια Αμαλία Πορτάλιου και η συγγραφέας Ελένη Στεφανοπούλου.

Η δομή της εκδήλωσης είχε κάτι πρωτότυπο, που μάλιστα δεν ήταν προσχεδιασμένο αλλά το αποφασίσαμε λίγο πριν αρχίσει. Δηλαδή, μετά την πρώτη εισήγηση της Ελ. Στεφανοπούλου, αντί να μιλήσει η Α. Πορτάλιου και μετά εγώ, είχαμε διάλογο μεταξύ των δύο μας, με ερωτήσεις δικές της και απαντήσεις δικές μου. Αυτό έδωσε ζωντάνια στην εκδήλωση και έτερψε τους θεατές, αλλά έχει την παράπλευρη συνέπεια ότι δεν μπορώ να παραθέσω το κείμενο της συνομιλίας αυτής διότι δεν υπάρχει σε γραπτή μορφή.

Oπότε, στο σημερινό άρθρο θα παραθέσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει για την εκδήλωση και που μικρή σχέση έχει με όσα πράγματι ειπώθηκαν, αλλά και το ηχητικό αρχείο όλης της εκδήλωσης, ανεπιμέλητο βέβαια αλλά σε ποιότητα υποφερτή. Επίσης, το συνεργείο εξωτερικών μεταδόσεων του ιστολογίου φρόντισε για δύο σύντομα βίντεο από την εκδήλωση.

Ωστόσο, πριν προχωρήσω θα ήθελα να ξεχωρίσω ένα θέμα που αναδείχτηκε στην εκδήλωση. Παίρνοντας αφορμή από κάτι που είπε η Ελ. Στεφανοπούλου στην εισήγησή της, σχολίασα κάνοντας αναφορά στο αρχαίο αστείο για τον «άνθρωπο του Πλάτωνα». Ο Πλάτωνας, είπα, όρισε τον άνθρωπο ως ζώον δίπουν και άπτερον, οπότε ο κυνικός Διογένης πήρε έναν κόκορα, τον μάδησε και τον αμόλησε στην αγορά, λέγοντας «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνα». Οπότε, είπα, σύμφωνα με μια παράδοση, ο Πλάτων πρόσθεσε στον ορισμό και το «γελαστικόν». Το γέλιο, δηλαδή, είναι ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φαληρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 219 Σχόλια »

Μύηση στο ρεμπέτικο (κείμενο του «Παύλου Δημητρίου», 1959)

Posted by sarant στο 28 Δεκέμβριος, 2018

Kυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σε επαυξημένη και ξαναδουλεμένη έκδοση το από καιρό εξαντλημένο βιβλίο «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)» του Κώστα Βλησίδη.

Ο όρος «επαυξημένη» δεν είναι διαφημιστικό σχήμα λόγου: η προηγούμενη έκδοση είχε 260 σελίδες ενώ η τωρινή 420 -έχουν προστεθεί 52 νέα κείμενα! Επιπλέον, τα κείμενα της πρώτης έκδοσης έχουν ξανακοιταχτεί και, όπου χρειάζεται, έχει γίνει νέος σχολιασμός.

Τα κείμενα που επέλεξε ο Βλησίδης είναι, σχεδόν όλα, αδημοσίευτα και δυσεύρετα. Μία εξαίρεση γίνεται για τον γνωστό διάλογο περί ρεμπέτικου που δημοσιεύτηκε το 1947 στον Ριζοσπάστη, επειδή ο επιμελητής έφερε στην επιφάνεια ένα κείμενο που είχε ξεφύγει από την προσοχή των μελετητών.

Τα κείμενα παρατίθενται με χρονολογική σειρά, από το 1929 έως το 1959, για τα κείμενα της αρχικής έκδοσης, και ακολουθούν, επίσης σε χρονολογική σειρά, τα κείμενα του συμπληρώματος, δηλαδή αυτά που προστέθηκαν στη σημερινή επαυξημένη έκδοση -έτσι, όσοι έχουν διαβάσει την πρώτη έκδοση είναι πιο εύκολο να δουν τι προστέθηκε.

Ο σχολιασμός σε κάθε κείμενο είναι μάλλον λακωνικός, αλλά καίριος, ενώ όπου χρειάζεται δίνονται πληροφορίες για τους συντάκτες, που είναι στην πλειοψηφία τους δημοσιογράφοι ή δημοσιογραφούντες διανοούμενοι και λογοτέχνες. Βλέπουμε λοιπόν πώς αντιμετώπισε η διανόηση της εποχής το ρεμπέτικο τραγούδι -άλλοι το παρουσίασαν φολκλορικά, σαν κάτι το εξωτικό, άλλοι διέρρηξαν τα ιμάτιά τους για την απειλή που αντιπροσώπευε αυτό το είδος (κατηγορώντας το άλλοι για μη ελληνικό και άλλοι για σχέσεις με τον υπόκοσμο και τα ναρκωτικά).

Ωστόσο, δεν είναι μόνο τα 100+ κείμενα που ανθολογούνται -υπάρχουν επίσης πολλές φωτογραφίες και κυρίως δημοσιεύματα από έντυπα της εποχής (διαφημίσεις, αγγελίες, άρθρα κτλ.) που συμπληρώνουν καίρια την εικόνα που σχηματίζει ο αναγνώστης και αναδεικνύουν το βιβλίο σε υποχρεωτικό ανάγνωσμα για τον καθένα που ενδιαφέρεται για το ρεμπέτικο και για τον τρόπο που το προσέλαβε η διανόηση και η κοινωνία της εποχής. Εννοείται (πρέπει όμως να αναφερθεί) πως όλα τα κείμενα είναι άριστα τεκμηριωμένα, και πως όλος ο τόμος, μέχρι τις μικρές λεπτομέρειες, έχει τη σφραγίδα της ευσυνείδητης και οξυδερκούς ερευνητικής δουλειάς του Κώστα Βλησίδη, που θα την ξέρουν οι αναγνώστες του ιστολογίου από την εποχή που σχολίαζε εδώ με το ψευδώνυμο Spatholouro.

Διάλεξα να παρουσιάσω το κείμενο που έκλεινε την πρώτη έκδοση, που δημοσιεύτηκε το 1959 στο περιοδικό Εκλογή και υπογραφόταν από τον Παύλο Δημητρίου. Ο Βλησίδης το είχε τότε δημοσιεύσει με το εξής σχόλιο:

Κλείνουμε την ανθολόγηση με αυτό το εξαιρετικό κείμενο, το οποίο τοποθετεί αρκετά ζητήματα σε εύλογη βάση, οι δε ακροτελεύτιες διατυπώσεις του αποδείχτηκαν πικρά προφητικές.

Πράγματι, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση, αλλά το ενδιαφέρον του άρθρου δεν τελειώνει εκεί. Όπως αποκαλύφθηκε μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Βλησίδη, ο Παύλος  Δημητρίου ήταν ψευδώνυμο του Ρένου Αποστολίδη, και στη νεότερη έκδοση αυτό φυσικά δηλώνεται.

Την αποκάλυψη την έκανε ο γιος του Ρένου, ο Στάντης Αποστολίδης, σε βιβλιοκριτική του για την πρώτη έκδοση. Ωστόσο, λίγο αργότερα σε συνέντευξή του ο άλλος γιος του Ρένου, ο Ήρκος, εκφράστηκε περιφρονητικά για τον επιμελητή, υποστηρίζοντας πως έπρεπε να υποψιαστεί από το ύφος του κειμένου πως ήταν γραμμένο από τον Ρένο Αποστολίδη και να αναζητήσει το όνομα «Παύλος Δημητρίου» στο βιβλίο ψευδωνύμων του Ντελόπουλου. Τα αφηγείται αυτά ο Βλησίδης σε υποσημείωση της τωρινής έκδοσης που την αναπαράγω αυτούσια (προσθέτοντας τα λινκ που ο ίδιος δίνει). Προσωπικά κρίνω πως η επίθεση του υιού είναι εντελώς αδικαιολόγητη και δυσανάλογη προς το όποιο αστόχημα του επιμελητή και διαπιστώνω πως είναι μεγάλη ατυχία να κληρονομεί ο γιος μονάχα τα ψεγάδια του πατέρα.

Παραθέτω λοιπόν το κείμενο και στη συνέχεια την υποσημείωση του επιμελητή. Να σημειώσω ότι έχω εκσυγχρονίσει (όχι απόλυτα) την ορθογραφία και έχω μονοτονίσει.

Παύλος Δημητρίου

Μύηση στο ρεμπέτικο

Πολλών ειδών ρυθμοί και μελωδίες ανθίζουν στα χείλη των ανθρώπων κάθε καιρού και κάθε τόπου. Μα θα ’κανε μεγάλο λάθος να νομίσει κανείς πως είναι και πράγματι όσο φαίνεται αυθαίρετο και συμπτωματικό το τραγούδι που «κολλάει», όπως λένε, στα χείλη όλων και χιλιοτραγουδιέται, αλλάζοντας διαρκώς θέματα και μορφές, ποτέ όμως ουσία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , | 117 Σχόλια »

Αποσπάσματα από το δεύτερο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2018

Όπως σας έχω με πολλή χαρά ανακοινώσει, κυκλοφόρησε επιτέλους αυτές τις μέρες το βιβλίο του αείμνηστου πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια«, από τις εκδόσεις Αρχείο.

Στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει, το 2012-13, εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να βάλω κάτι και σήμερα, για να τιμήσω και τη μνήμη του, αφού αύριο συμπληρώνονται εφτά χρόνια από τον θάνατό του.

Παρουσιάζω λοιπόν αποσπάσματα από το «δεύτερο καλοκαίρι» (το δεύτερο από τα εφτά ευτυχισμένα του βιβλίου), το καλοκαίρι του 1939. Ο πατέρας μου είναι δέκα χρονών και βρίσκεται στη Σάμο, όπου έχει μετατεθεί ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή και έχουν μετακομίσει οικογενειακώς. Εκεί δέχονται την επίσκεψη ενός αδελφού του παππού, του θείου Γιώργου, και με την ευκαιρία ο πατέρας μου διηγείται διάφορες αστείες περιπέτειες της οικογένειας και ειδικά του θείου Γιώργου.

Τον θείο αυτόν τον πρόλαβα κι εγώ -και τον έλεγα κι εγώ βεβαίως «θείο» κι ας ήταν αδελφός του παππού μου, το σημειώνω επειδή πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση (όχι στο ιστολόγιο) για το πώς λέγεται αυτή η συγγένεια.

Εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου άφησε μουστάκι και φόρεσε μπερέ. Όχι όμως τον μπερέ των ζωγράφων και των καλλιτεχνών γενικά, σαν αυτόν που φορούσε ο κύριος Τουλ, ο διευθυντής της Τράπεζας, αλλά σαν αυτόν που φορούσαν οι ναυτικοί κι οι φορτηγατζήδες. Έτσι, απόχτησε όψη πολύ αγριωπή.

Μια μέρα ο ταχυδρόμος μάς έφερε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα με το οποίο ο θείος ο Γιώργος, ένας από τους αδερφούς του πατέρα μου, μας ανάγγειλε πως θα ερχόταν στο νησί για δουλειές, που θα τον κρατούσαν εδώ δυο βδομάδες. Χάρηκα πολύ σαν έμαθα πως ο θείος μου θα ’ρχόταν να μας επισκεφθεί στη νέα μας διαμονή. Τον θείο τον Γιώργο, που τα αδέρφια του τον έλεγαν Μαντράχαλο, γιατί ήταν ψηλός, ασουλούπωτος και έκανε συνεχώς ζημιές, τον αγαπούσα πολύ. Όσες φορές είχε έρθει να μας δει στο μητρικό μου νησί, μου έφερνε πάντοτε ακριβά δώρα, αλλά το κυριότερο ήταν πως ασχολιόταν μαζί μου, μου ’λεγε ιστορίες και μου μάθαινε διάφορα παιχνίδια, από εκείνα που παίζανε μικροί με τον πατέρα μου και τους θείους μου, όπως το «λουρί της μάνας», τη «μακριά γαϊδάρα» και άλλα, που διαφέρανε αρκετά από τα παιχνίδια που παίζαμε με τους φίλους μου. Με τον μπαμπά μου ήταν πολύ αγαπημένοι και ευχαριστιόμουν να τους ακούω να μιλάνε, γιατί η κουβέντα τους ήταν πάντοτε εύθυμη και γουστόζικη.

Ήρθε πράγματι και η πρώτη κουβέντα που είπε στον αδερφό του, όταν τον αντίκρισε μπαίνοντας στο γραφείο του στην Τράπεζα, ήταν:

«Φοράς μπερέ;»

Όπως του εξήγησε αργότερα, φτάνοντας στην πόλη, πήγε στη διεύθυνση που του είχανε δώσει, αλλά μπερδεύτηκε, όταν φτάνοντας κοντά στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας, ρώτησε ένα γείτονα αν ξέρει κάποιον κύριο Σαραντάκο.

«Πώς δεν τον ξέρω, αυτόν με τον μπερέ και το μουστάκι δεν λέτε;»

«Άλλος θα ’ναι», σκέφτηκε απογοητευμένος κι αποφάσισε να τον αναζητήσει στην Τράπεζα. Έτσι, βλέποντας ασκεπή αλλά μυστακοφόρο τον αδερφό του, το πρώτο πράμα που του ’ρθε να ρωτήσει ήταν αν φορούσε μπερέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Βιβλία για τις γιορτές για μιαν ακόμα χρονιά

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2018

Ο Δεκέμβρης είναι μήνας με πολλές γιορτές και συνδέεται με πολλές παραδόσεις. Έχει και το ιστολόγιο δημιουργήσει τις παραδόσεις του, που μερικές από αυτές είναι δεκεμβριάτικες -χτες, ας πούμε, ξεκίνησε η διαδικασία για την ανάδειξη της λέξης της χρονιάς -αν δεν το κάνατε, μπορείτε να δείτε τι πρότειναν οι άλλοι και να υποβάλετε κι εσείς τις προτάσεις σας.

Με το σημερινό άρθρο τηρούμε μιαν άλλη παράδοση του ιστολογίου ή, για να μη λέω μεγάλα λόγια, μια συνήθεια που έχουμε καθιερώσει τα τελευταία χρόνια: να δημοσιεύουμε  λίγο πριν από τις γιορτές ένα βιβλιοφιλικό άρθρο, ακριβώς για να ανταλλάσσουμε προτάσεις. Το περυσινό αντίστοιχο άρθρο, με προτάσεις για βιβλία-δώρα, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Το προπέρσινο άρθρο βρίσκεται εδώ, ενώ το  αντίστοιχο άρθρο του 2015 θα το βρείτε εδώ. Υπάρχει βέβαια και το αντίστοιχο άρθρο του 2014. Τέλος, μπορείτε να βρείτε εδώ το αντίστοιχο άρθρο του 2013. (Να σημειώσω ότι βιβλιοπροτάσεις κάνουμε και το καλοκαίρι).

Πρακτικά, μπορείτε να προτείνετε όποιο βιβλίο θέλετε, αλλά θα σας συνιστούσα να αναφέρετε κυρίως βιβλία που εκδόθηκαν τα τελευταία 2-3 χρόνια και ακόμα καλύτερα μέσα στο 2018. Να διευκρινίσω ότι ζητάω η έκδοση να είναι πρόσφατη, όχι η συγγραφή του βιβλίου. Και φυσικά περιλαμβάνονται και επανεκδόσεις βιβλίων που ήταν εξαντλημένα.

Γιατί επιμένω στα καινούργια βιβλία; Επειδή, το λέω και το ξαναλέω και δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω, στις πολύ ιδιόμορφες συνθήκες κρίσης που περνάμε σήμερα το μεγάλο πρόβλημα το αντιμετωπίζουν οι νέες εκδόσεις. Παρόλο που τα βιβλία που εκδίδονται τα τελευταία χρόνια έχουν χαμηλότερες τιμές από τα παλαιότερα, ο ανταγωνισμός που αντιμετωπίζουν από παλιότερες, καλές και πάμφθηνες εκδόσεις είναι οξύτατος και εντείνεται ακόμα περισσότερο μέσα στις γιορτές. Βλέπετε, εξαιτίας της κρίσης των εφημερίδων, πολλές κυριακάτικες εφημερίδες προσφέρουν από ένα βιβλίο (και όχι μόνο) μαζί με κάθε φύλλο τους. Έπειτα, πολλοί εκδοτικοί οίκοι, και μάλιστα από τους κορυφαίους, διαθέτουν το παλιό τους στοκ σε εξευτελιστικές τιμές, με εκπτώσεις που φτάνουν το 80%. Τρίτον, έχουν πληθύνει πολύ τα βιβλιοπωλεία που διαθέτουν μεταχειρισμένα και πάμφθηνα βιβλία, ενώ τα τελευταία χρόνια ακόμα και περίπτερα του κέντρου βγάζουν πάγκους με παλιά, καλά βιβλία. Και, τέταρτον, μέσα στις γιορτές πολλοί εκδοτικοί οίκοι και άλλοι φορείς κάνουν και έκτακτα μπαζάρ, όπου πάλι διαθέτουν βιβλία κοψοχρονιάς.

Για τον βιβλιόφιλο η κατάσταση αυτή είναι από ευνοϊκή έως παραδεισένια: ακόμα κι όταν το εισόδημά του έχει περικοπεί εξαιτίας της μνημονιακής λαίλαπας, οι εκπτώσεις στα βιβλία συχνά είναι ακόμα μεγαλύτερες, οπότε η βιβλιαγοραστική του δύναμη συχνά όχι απλώς δεν έχει μειωθεί, αλλά ίσως και να έχει αυξηθεί, αν βέβαια αγοράζει κυρίως ή μόνο προσφορές και μεταχειρισμένα. Όμως για τον εκδότη, που βγάζει νέα βιβλία, η ίδια κατάσταση είναι ασφυκτική αφού τα καινούργια βιβλία, όσο και να ρίξουν τις τιμές τους, πάντα θα είναι ακριβότερα από τις προσφορές ή από τα μεταχειρισμένα.

Γι’ αυτό και επιμένω σε πρόσφατα βιβλία.

Για να ξεκινήσω ευλογώντας τα γένια μου, εγώ φέτος έβγαλα ένα βιβλίο -ένα «δικό μου» βιβλίο, το πρώτο ύστερα από πέντε χρόνια, και όχι απλώς φιλολογική επιμέλεια όπως πέρυσι και πρόπερσι με τον Βάρναλη ή παλιότερα με τον Λαπαθιώτη. Το βιβλίο το παρουσίασα τις προάλλες εδώ: λέγεται Η γλώσσα έχει κέφια, εκδόθηκε από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, και με όλο το θάρρος νομίζω πως είναι πολύ καλή πρόταση για δώρο: αυτοί που θα το διαβάσουν θα διασκεδάσουν πολύ.

Όμως μεγάλη χαρά, ίσως και μεγαλύτερη απ’ ό,τι για το δικό μου βιβλίο, μου δίνει μια άλλη καινούργια κυκλοφορία, που αναμένεται αυτές τις μέρες -ίσως από σήμερα ή αύριο να βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία, αλλά για σιγουριά προτιμήστε το τέλος της εβδομάδας. Πρόκειται, θα το υποθέσατε ίσως, για το βιβλίο «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», το αυτοβιογραφικό αφήγημα του πατέρα μου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρχείο.

Πρέπει επίσης να προσθέσω ότι αυτές τις μέρες κυκλοφόρησαν άλλα βιβλία στα οποία έχω μια μικρή συμμετοχή.

Καταρχάς πρόκειται για το Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα, μια συλλογική δουλειά σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, όπου έχω γράψει δύο λήμματα και δύο συντομα σημειωματα -κάποια στιγμή θα παρουσιάσω κάτι και εδώ.

Έπειτα, από τις εκδόσεις Παπαζήση κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες ο συλλογικός τόμος «Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα» σε επιμέλεια Άννας Λυδάκη. Έχω γράψει ένα κείμενο και εκεί, κάποια στιγμή θα το δημοσιεύσω και εδώ.

Τέλος, με περισσότερο τοπικό ενδιαφέρον, στο φετινό Λεσβιακό Ημερολόγιο 2019 που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες σε επιμέλεια του Παναγιώτη Σκορδά, έχω συμμετοχή με ένα κείμενο που επίσης θα παρουσιαστεί και εδώ.

Όμως έγραψα πάρα πολλά, και ζητώ συγγνώμη για την περιαυτολογία. Σημειώνω άλλα βιβλία που διάβασα ή που θέλω να διαβάσω.

Από τις φιλικές Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, όπου έβγαλα το βιβλίο μου για τη γλώσσα που έχει κέφια (και όλα μου τα άλλα γλωσσικά βιβλία, εδώ που τα λέμε) κυκλοφόρησαν μέσα στη χρονιά μερικά πολύ ενδιαφέροντα βιβλία.

Θα αναφέρω πρώτο τα «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο 1929-1959» σε επιμέλεια Κώστα Βλησίδη, που είχε κυκλοφορήσει πριν από αρκετά χρόνια αλλά πρόσφατα κυκλοφόρησε ξανά σε νέα συμπληρωμένη έκδοση -και όταν λέει «συμπληρωμένη» το εννοεί, αφού η ύλη του βιβλίου αυξήθηκε κατά 30-40%.

Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο συστήνω το Κανακύ, του Ζοζέφ Αντράς, που ανιχνεύει τον θάνατο του Αλφόνς Ντιανού, του αγωνιστή του κινήματος Κανάκ στη Νέα Καληδονία πριν από τριάντα χρόνια. Μια παρουσίαση του βιβλίου εδώ. Επίσης φετινό αν και κυκλοφόρησε την άνοιξη, το μυθιστόρημα «Η γυναίκα με το όπλο» του Γιώργου Σερβετά.

Με ειδικό ενδιαφέρον, από τις εκδόσεις Αρχείο θα διαβάσω το βιβλίο του Μαρσελέν Ντελπρά «Επιστολές από το Μακεδονικό μέτωπο, 1915-1917«, τα γράμματα ενός από τους «τριχωτούς», τους Γάλλους στρατιώτες του Μεγάλου Πολέμου από τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία.

Ένα πολύ καλό φετινό βιβλίο, που έρχεται αναπάντεχα στην επικαιρότητα με το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων είναι το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» του Γάλλου Εντουάρ Λουί, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Αντίποδες. Ο συγγραφέας, γεννημένος ως Εντύ Μπελγκέλ το 1992 σε ένα χωριό της βόρειας Γαλλίας περιγράφει τις δυσκολίες που δοκίμασε, ομοφυλόφιλος έφηβος, σε ένα χτυπημένο από την κρίση οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον.

Από τις ίδιες εκδόσεις πήρα και φυλλομέτρησα με πολύ ενδιαφέρον τα Σονέτα του Σαίξπηρ σε μετάφραση του Ερρίκου Σοφρά, βιβλίο που εκανε δεύτερη έκδοση μέσα στη χρονιά. Διευκρινίζω πως δεν είναι όλα τα σονέτα (154 τον αριθμό, όσα και τα αναγνωρισμενα ποιήματα του Καβάφη!) αλλά μόνο 24. Πολύ ενδιαφέρον βρίσκω το επιλογικό σημείωμα του μεταφραστή.

Ένα πολύ πυκνό βιβλίο γλωσσολογίας, που ήθελα να παρουσιάσω ένα δείγμα του εδώ αλλά ακόμα δεν αξιώθηκα κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη: Η μορφολογική αλλαγή στην ελληνική γλώσσα, του Ασημάκη Φλιάτουρα.

Ένα πολύ καλό φετινό βιβλίο, που το παρουσιάσαμε και εδώ, πριν από λίγες μέρες μάλιστα, είναι το Στ’ αμπέλια του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Θυμίζω μερικά ακόμα βιβλία που παρουσίασα εδώ μέσα στη χρονιά: Τις Τρεις μεσαιωνικές μελέτες του Εμμ. Ροΐδη, σε μεταγραφή του Δημήτρη Φύσσα. Τα Χρυσόψαρα και 49 άλλα ανεκδιηγήματα, του Θάνου Αθανασόπουλου. Την Αινειαδα του Βιργίλιου σε μετάφραση και εισαγωγή του Θ. Παπαγγελή και την Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας του Φίλιππου Φιλίππου.

Και κλείνω με δυο μικρούτσικα καινούργια βιβλία που μου χάρισαν φίλοι και που τα διάβασα και μου άρεσαν. Τη «μαύρη» νουβέλα «Καληνύχτα καλούδια μου» του Νικήτα Παπακώστα, θεσσαλικό φολκ ας πούμε, από τις εκδόσεις Δώμα και τα φρέσκα και μοντέρνα διηγήματα της Όλγας Ιωαννίδου «Κεκλεισμένων των στιγμών» από τις εκδόσεις Κουκκίδα.

Πολλά έγραψα όμως και δεν είναι σωστό να μονοπωλήσω εγώ τις προτάσεις, το σωστό είναι να προτείνει ο καθένας βιβλία για τις γιορτές, ώστε να πάρουμε ιδέες και να ενημερωθούμε και οι υπόλοιποι. Σας ακούω λοιπόν!

Posted in Βιβλία, Δημήτρης Σαραντάκος, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 173 Σχόλια »

Στ’ αμπέλια με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2018

Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο από τις εκδόσεις Πόλις το αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια«.

Πρόκειται για ένα μικρό σε έκταση, ούτε 90 σελίδες, αλλά πυκνό και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1953, περιγράφει εννιά καλοκαίρια που τα πέρασε στο πατρικό χωριό, τη Συκιά Λακωνίας, από το 1959 έως και το 1967.

Ο Ζουμπουλάκης γεννήθηκε στο χωριό, αλλά το 1959 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, στα Κουπόνια, για να μπορέσουν να μορφωθούν τα παιδιά. Σαν παιδί είχε ένα πρόβλημα υγείας και ήταν πολύ αδύνατος και γι’ αυτό τον έστελναν όλο το καλοκαίρι, μονάχο του, στο χωριό, στους θείους του, με την ελπίδα ότι θα έπαιρνε 3-4 κιλά.

Αυτά τα καλοκαίρια αφηγείται ο συγγραφέας. Όχι με ημερολογιακή σειρά, όχι λεπτομερειακά, χωρίς να διηγείται εντυπωσιακές ιστορίες. Απολογισμό κάνει και παρουσιάζει συμπεράσματα, ενώ επίσης σκιαγραφεί με πολλή αγάπη τη ζωή του παπά πατέρα του, του επίσης παπά παππού του και άλλων προγόνων του.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι παραπλανητικός, με την έννοια ότι η Συκιά, το λέει και τ’όνομά της, δεν είχε εκτεταμένους αμπελώνες. Το βασικό προϊόν τους ήταν τα σύκα. Όμως ο κάθε χωρικός, για να μην πηγαινόρχεται στο χωράφι την εποχή που έπρεπε να μαζευτούν τα σύκα, μετακόμιζε οικογενειακώς εκεί, και έμεναν σε πρόχειρα καλυβάκια ή μικρά σπιτάκια μονόχωρα (καμάρες) -κι έλεγαν ότι πηγαίνουν «στ’ αμπέλια» κι ας μην υπήρχαν παρά ελάχιστα ή και καθόλου κλήματα εκεί. Κάποιος, διηγείται ο Ζουμπουλάκης, άφηνε στο χωριό τη γάτα για να μην πληθύνουν τα ποντίκια, και μια φορά την εβδομάδα ανέβαινε στο χωριό και της έριχνε ένα μεγάλο κριθαρένιο παξιμάδι. Για την υπόλοιπη τροφή της, έπρεπε να φροντίσει μόνη της. Ήταν κάτισχνη.

Φυσικά, ο συγγραφέας περιγράφει πώς μάζευαν τα σύκα, πώς τα ξέραιναν στη λιάστρα και πώς τα πήγαιναν στο αποστειρωτήριο. Περιγράφει επίσης διάφορες άλλες αγροτικές εργασίες που ήταν απαραίτητες σε εκείνη την οικονομία της αυτάρκειας και που σήμερα δεν τις διανοούμαστε -δεν αγόραζαν τα σαρώματα (σκούπες) αλλά έσπερναν το χόρτο και τα έφτιαχναν. Και ο κόπος για να φτιαχτεί ένα μέτρο λινό ύφασμα ήταν αφάνταστος, όπως υπονοεί η παροιμία για του λιναριού τα πάθη.

Όμως, όλα αυτά ο Ζουμπουλάκης τα θυμάται με συγκίνηση μεν αλλά χωρίς νοσταλγία. Όπως λέει σε κάποιο σημείο προς το τέλος:

Εμένα αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας -δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά- αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων του ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Τι να νοσταλγήσεις; Τη φτώχεια, την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εντελώς απροστάτευτη απέναντι στην παραμικρή αρρώστια ζωή; Τη φυσική και ψυχική βία εις βάρος των μικρών παιδιών και των γυναικών; Το κουτσομπολιό, την κακολογία και τον ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής -τρόπος του λέγειν- ζωής; Τη δεισιδαιμονία και τον αναλφαβητισμό; Οι γυναίκες του χωριού, όταν ήθελαν να πάνε από τη μια ρούγα στην άλλη, δεν περνούσαν μέσα απ’ την αγορά, δεν τη διασχίζανε, αλλά έκαναν κύκλο και την παρακάμπτανε. Ήταν τόπος απαγορευμένος γι’ αυτές. Η ενδυματολογία τους από μια ηλικία και πέρα, μέσα στα μαύρα, με τα τσεμπέρια και τις γάζες -έτσι λέγονταν οι λεπτοί, αγανοί κεφαλόδεσμοι- δεν διέφερε και πολύ από των μουσουλμάνων γυναικών. Αυτό τον κόσμο τον νοσταλγεί μόνο όποιος δεν τον έχει γνωρίσει. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 124 Σχόλια »

Ιππόλυτος, ο σεμνός

Posted by sarant στο 16 Σεπτεμβρίου, 2018

Το καλοκαίρι ανάμεσα στ’ άλλα διάβασα τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, μια τραγωδία που δεν την είχα διαβάσει ολόκληρη ως τώρα. Τη διάβασα στην έκδοση του Κάκτου, αυτή υπήρχε στο σπίτι -ο Κάκτος δεν έχει πολύ καλό όνομα, αλλά ειδικά στις τραγωδίες οι μεταφράσεις του Τάσου Ρούσσου είναι αξιοπρεπείς. Έτσι κι αλλιώς στο απέραντο Διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει, πέρα από το αρχαίο κείμενο, την πολύ καλή μετάφραση του Κώστα Βάρναλη, αλλά και μαγνητοσκοπημένες ή ηχογραφημένες παραστάσεις της τραγωδίας αυτής.

Πίνακας του Γκερέν. Ο Ιππόλυτος μπροστά στον Θησέα και τη Φαίδρα.

Ο μύθος του Ιππόλυτου ήταν ευρύτατα γνωστός. Η Φαίδρα, γυναίκα του Θησέα, ερωτεύεται τον Ιππόλυτο, γιο του Θησέα από άλλη μητέρα. Εκείνος αποκρούει τον έρωτά της και τότε αυτή λέει στον Θησέα ότι ο νέος αποπειράθηκε να τη βιάσει. Ο Θησέας προσεύχεται στον Ποσειδώνα και του ζητάει να σκοτώσει τον γιο του. Η Φαίδρα αυτοκτονεί.

Πάνω σε αυτόν τον καμβά, ο Ευριπίδης σύνθεσε δύο τραγωδίες με τον ίδιο τίτλο, Ιππόλυτος, που αργότερα οι μελετητές τις ονόμασαν Ιππόλυτος Καλυπτόμενος και Ιππόλυτος Στεφανηφόρος, ενώ ο Σοφοκλής έγραψε τη Φαίδρα. Από τα έργα αυτά σώθηκε ένα μόνο, το τελευταίο χρονολογικά, ο Ιππόλυτος Στεφανηφόρος, που διδάχτηκε το 428 πΧ και κέρδισε πρώτο βραβείο. Το θέμα του Ιππόλυτου το χρησιμοποίησαν αργότερα ο Σενέκας στην τραγωδία Φαίδρα και, την Αναγέννηση, ο Ρακίνας, με ομότιτλη τραγωδία, ενώ στον Ιππόλυτο βασίζεται και η κινηματογραφική Φαίδρα του Ζυλ Ντασέν (1962) με την Μελίνα Μερκούρη και τον Άντονι Πέρκινς.

Είναι ασυνήθιστο ένας τραγωδός να συνθέτει δυο τραγωδίες με τον ίδιο τίτλο και το ίδιο θέμα. Εικάζεται ότι στον πρώτο Ιππόλυτο (που έχει χαθεί) η Φαίδρα εκδηλώνει απευθείας τον έρωτά της προς τον Ιππόλυτο πάνω στη σκηνή, κάτι που σόκαρε τους θεατές. Στη δεύτερη εκδοχή, αυτήν που σώθηκε, η Φαίδρα παρουσιάζεται σαν ενάρετη δέσποινα, τραγικό πρόσωπο που άθελά της ερωτεύεται άνομα από θεϊκή παρέμβαση.

Το έργο εκτυλίσσεται στην Τροιζήνα όπου πρόσκαιρα βρίσκεται εξόριστος για έναν χρόνο ο Θησέας, βασιλιάς της Αθήνας, (επειδή είχε σκοτώσει τον Πάλλαντα και τους γιους του που επιχείρησαν να του πάρουν τον θρόνο). Στην αρχή του έργου εμφανίζεται στο θεολογείο η θεά Αφροδίτη, που εξηγεί ότι θα τιμωρήσει τον Ιππόλυτο επειδή την αγνοεί, δεν κοιτάζει έρωτες, μένει αγνός και λατρεύει την Άρτεμη, τη θεά του κυνηγιού. Η Αφροδίτη λοιπόν λέει ότι έχει εμπνεύσει άνομον έρωτα στη Φαίδρα, τη μητριά του Ιππόλυτου, και περιμένει να υλοποιηθεί η εκδίκησή της.

Μπαίνει στη σκηνή ο Ιππόλυτος συνοδευόμενος από κυνηγούς που υμνούν την Άρτεμη. Ένας υπηρέτης προσπαθεί να τον πείσει πως δεν είναι συνετό να περιφρονεί θεούς, και ειδικά την Αφροδίτη, εκείνος όμως δεν ακούει. Μετά, ο χορός των γυναικών ανακοινώνει πως η βασίλισσα, η Φαίδρα, λιώνει από κρυφό μαράζι. Συζητώντας με την παραμάνα της, η Φαίδρα ομολογεί τον έρωτά της για τον Ιππόλυτο και δηλώνει πως θα πεθάνει. Η παραμάνα λέει πως έχει ένα μαγικό φίλτρο.

Η παραμάνα, απελπισμένη, βρίσκει τον Ιππόλυτο, τον βάζει να ορκιστεί πως δεν θα πει τίποτα σε κανέναν και τον πληροφορεί για τον έρωτα της μητριάς του, ζητώντας του να ενδώσει. Εκείνος όμως εξοργίζεται, δηλώνει πως θα πατήσει τον όρκο σιωπής που μόλις έδωσε, και πως θα τα πει στον Θησέα.

Η Φαίδρα αυτοκτονεί. Επιστρέφει ο Θησέας και πάνω στο πτώμα της βρίσκει ένα γράμμα, όπου κατηγορεί τον Ιππόλυτο ότι τη βίασε. Ο Θησέας καταριέται τον γιο του. Έρχεται ο Ιππόλυτος, που δηλώνει αθώος, επειδή όμως έχει ορκιστεί δεν αποκαλύπτει την αλήθεια. Φεύγει για την εξορία.

Έρχεται αγγελιοφόρος που φέρνει στον Θησέα το μαντάτο: όπως έφευγε ο γιος του απ’ την Τροιζήνα, ένας τεράστιος ταύρος βγήκε από τη θάλασσα, τρόμαξε τα άλογα και τραυμάτισε βαριά τον νέο. Ο Θησέας αρχικά χαίρεται, όμως η θεά Άρτεμις κάνει την εμφάνισή της και φανερώνει στον Θησέα την αλήθεια και την αθωότητα του γιου του.

Φέρνουν στη σκηνή τον ετοιμοθάνατο Ιππόλυτο. Ο γιος συγχωρεί τον πατέρα, αγκαλιάζονται, κι ο Ιππόλυτος πεθαίνει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Θεατρικά, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 164 Σχόλια »

Ο Εδμόνδος Αμπού στην Ελλάδα -και στην Αίγινα

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2018

Κυκλοφόρησε πρόσφατα σε νέα μετάφραση από τον εκδοτικό οίκο Μεταίχμιο το κλασικό έργο του Εδμόνδου Αμπού (Edmond About) «Η Ελλάδα του Όθωνα», τίτλος εκσυγχρονισμένος, αφού ο τίτλος του πρωτοτύπου, «Η σύγχρονη Ελλάδα» (La Grèce contemporaine) θα ηχούσε εντελώς παραπλανητικά 165 χρόνια μετά.

O Αμπού (1828-1885) επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1852 και έμεινε ως το 1854. Εργάστηκε για τη Γαλλική Σχολή των Αθηνών και με την επιστροφή του στη Γαλλία μετέφερε στο γαλλικό κοινό τις εντυπώσεις του από το νεοπαγές κράτος.

Το βιβλίο αυτό του Αμπού, αλλά κυρίως το επόμενο που έγραψε για την Ελλάδα της εποχής του, «Ο βασιλεύς των ορέων», προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, αφού θεωρήθηκαν ανθελληνικά. Όπως θα φανεί και από τα αποσπάσματα που δημοσιεύω, που πάντως δεν είναι και τα πιο καυστικά, ο Αμπού στηλιτεύει τα πολλά στραβά που βλέπει, αλλά αγαπά την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Μπορεί πάντως να σταθεί η κριτική πως αντιμετωπίζει τους Έλληνες ως ανώριμα παιδιά, με τόνο συγκαταβατικό.

Το βιβλίο είχε εκδοθεί παλιότερα σε μετάφραση του (κομμουνιστή διανοούμενου) Απόστολου Σπήλιου και πρόλογο του Τάσου Βουρνά. Σήμερα μεταφράζεται ξανά, κάτι πολύ λογικό αφού η παλιά έκδοση είναι εξαντλημένη και αφού τα σημαντικά βιβλία καλό είναι να ξαναμεταφράζονται κάθε 1-2 γενιές.

Πάντως, θα χρειαζόταν πιστεύω εκτενέστερη αναφορά στην υποδοχή που είχε ο Αμπού και το έργο του στην Ελλάδα του 1860, κάτι που θίγεται μόνο περιστασιακά στον έτσι κι αλλιώς ισχνότατο πρόλογο (σκάρτες τέσσερις σελίδες!) του Τάκη Θεοδωρόπουλου.

Δυστυχώς, ο πρόλογος είναι γραμμένος στο γόνατο. Ξεχώρισα την άστοχη έκφραση ότι το 1850 «το αεροπλάνο δεν έχει ακόμη καθιερωθεί ως μέσο μεταφοράς» -κάτι που θα ταίριαζε για μια εποχή όπου το αεροπλάνο έχει μεν εφευρεθεί αλλά δεν χρησιμοποιείται ευρέως σε μεταφορές πχ περί το 1910. Αλλά η ακριβολογία δεν ήταν ποτέ το ατού του κ. Θεοδωρόπουλου.

Η μετάφραση της κ. Αριστέας Κομνηνέλλη είναι καλή. Το κείμενο ρέει ευχάριστα, ενώ η μεταφράστρια, πολύ δεοντολογικά, αναγνωρίζει τις οφειλές της στην παλιότερη μετάφραση όταν σε ορισμένα σημεία υιοθετεί μια έκφρασή της ή μεταφέρει μια υποσημείωση της παλιότερης έκδοσης.

Δυστυχώς όμως, ενώ η μετάφραση ρέει, δεν είναι απαλλαγμένη από λάθη και λαθάκια. Παρόλο που δεν έκανα συστηματικό έλεγχο, θα αναφέρω μερικές περιπτώσεις που δεν μπόρεσα να μην τις προσέξω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Αίγινα, Κριτική μεταφράσεων, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ταξιδιωτικά, Τι λένε για μας | Με ετικέτα: , , , , | 176 Σχόλια »

Λέξεις του Τυρνάβου από το Μαράν Αθά του Θωμά Ψύρρα

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2018

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε ταχτικά συνεργασίες φίλων με λεξιλογικό υλικό από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου, συνήθως από κάποιο νησί.

Πριν από μερικά χρονια είχαμε δημοσιεύσει δυο άρθρα για τις αμοργιανές λέξεις (εδώ το δεύτερο). Πέρυσι, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έστειλε ένα άρθρο για τα Θερμιά, δηλαδή την Κύθνο. Ακολούθησε η σιφνέικη ντοπιολαλιά, από το Κουτρούφι. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο Αλέξης με λέξεις από το Ξηρόμερο. Στεριανη αυτή η συνεργασία, όμως αμέσως μετά σαλπάραμε πάλι, πρώτα για το Πλωμάρι, όπου μας οδήγησε ο Γιάννης Μαλλιαρός, και μετά στη Νικαριά με ξεναγό τον Ροβυθέ. Μετά κατηφορίσαμε στη Ρόδο με μια συνεργασία του Αλέξ. Κατσαρά. Τέλος, πήρα κι εγώ την πρωτοβουλία για ένα άρθρο για το κυθηραϊκό ιδίωμα, έχοντας ως βοήθημα το βιβλίο της Γεωργίας Κατσούδα. Ύστερα από μια ανάπαυλα, φέτος τον Μάη ο φίλος μας ο Raf μάς ταξίδεψε στην Πάτμο με 21 πατηνιώτικες λέξεις.

Το καλοκαίρι δεν είχαμε άλλη συνεργασία από φίλο, αλλά σήμερα παίρνω την πρωτοβουλία να δημοσιεύσω λέξεις από τον Τύρναβο, όπως περιέχονται στο γλωσσάρι που προσαρτάται στο τέλος του μυθιστορήματος «Μαράν Αθά» του Θωμά Ψύρρα.

Ίσως αδικώ το Μαράν Αθά, με την έννοια ότι άξιζε να παρουσιαστεί καθαυτό και όχι μέσα από το γλωσσάρι του. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, στο οποίο ο μοναχός Νικόλαος, στο τέλος της ζωής του, αναθυμιέται τα όσα έζησε όταν νεαρός στάλθηκε από τον δεσπότη του με αποστολή να εξιχνιάσει τα περίεργα που συνέβαιναν σ’ ένα δυσπρόσιτο θεσσαλικό χωριό, το οποίο φαίνονταν να το κυβερνούν όχι οι άντρες, που οι περισσότεροι άλλωστε έλειπαν ολοχρονίς από το χωριό, μαστόροι στα ξένα, αλλά οι γυναίκες, και ιδίως εννιά γυναίκες προικισμένες με μαγικές ικανότητες, οι ταρσές.

Ο Νικόλαος καταγράφει τις εντυπώσεις του σε ένα πολύ προσωπικό ιδίωμα, παρεμβάλλοντας και αρκετές ιδιωματικές λέξεις της περιοχής του Τυρνάβου. Ο συγγραφέας πολύ σωστά παραθέτει στο τέλος του βιβλίου γλωσσάρι, από το οποίο αντέγραψα τις περισσότερες λέξεις και τις παραθέτω εδώ.

Επειδή δεν προλαβαίνω, δεν σημειώνω ετυμολογικές και άλλες παρατηρήσεις. Ίσως σε σχόλια.

A

αγκίδα, η: πάρα πολύ μικρό και λεπτό κομμάτι ξύλου μυτερό σαν καρφίτσα, σκλήθρα [από το αρχαίο ακίς, γεν. της ακίδος — βελόνα] π.χ. Μπήκε μια αγκίδα στο νύχι μου. Χρησιμοποιεί­ται όμως σε εκφράσεις για να δείξει την ελάχιστη ποσότητα: βάλε μου μια αγκίδα τσίπουρο στο ποτήρι = βάλε πολύ λίγο.

αγκούσα, η: η στεναχώρια, το άγχος, ο πνιγμός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Μυθιστόρημα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Ο Ροΐδης σε νεοελληνική μεταγραφή (ή μετάφραση)

Posted by sarant στο 17 Αύγουστος, 2018

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη, σε ένα κομψό τομίδιο, όπως θέλει το κλισέ, «Τρεις μεσαιωνικές μελέτες» του Εμμανουήλ Ροΐδη. Πρόκειται για μια πρωτότυπη έκδοση που μου κίνησε το ενδιαφέρον και γι’ αυτό την παρουσιάζω σήμερα.

Δεν πρόκειται για κάποιο άγνωστο έργο του άφθαστου στιλίστα, που το έφερε πρόσφατα στο φως η αναδίφηση παλιών εφημερίδων (κάτι που έχει συμβεί με άλλα έργα ή πάρεργα του Ροΐδη) αλλά για τρεις μελέτες που έχουν ως κοινό τους θέμα τον Μεσαίωνα, γραμμένες λίγα χρόνια μετά την Πάπισσα Ιωάννα, που περιλαμβάνονται στα πεντάτομα Άπαντα του Ροΐδη, που εκδόθηκαν σε επιμέλεια Α. Αγγέλου (στον 1ο και στον 2ο τόμο).

Η πρωτοτυπία της έκδοσης δεν βρίσκεται λοιπόν στο περιεχόμενο των τριών κειμένων, που είναι γνωστό, ούτε και στον πρόλογο ή την εισαγωγή του επιμελητή, στοιχεία άλλωστε που απουσιάζουν εντελώς. Η μεγάλη πρωτοτυπία της έκδοσης βρίσκεται στο ότι το ροϊδικό κείμενο συνοδεύεται από απόδοση στα νέα ελληνικά από τον φίλο Δημήτρη Φύσσα, που επιμελείται την έκδοση. Στην αριστερή σελίδα υπάρχει η νεοελληνική απόδοση ενώ αντικριστά, στη δεξιά σελίδα, το κείμενο του Ροΐδη, στην αρκετά δύσβατη καθαρεύουσα που συνηθιζόταν στον γραπτό μας λόγο πριν από ενάμιση αιώνα.

Ο Φύσσας χαρακτηρίζει «μεταγραφή» το εγχείρημά του, αν δεν είναι πρωτοβουλία του εκδότη ο όρος αυτός. Κατ’ εμέ είναι όρος άστοχος, διότι μεταγραφή, πέρα από τους ποδοσφαιριστές, έχουμε όταν μεταφέρουμε ένα κείμενο ή μια λέξη από ένα σύστημα γραφής σε ένα άλλο, π.χ. το αγγλικό κύριο όνομα Shakespeare στο Σέξπιρ (ή Σαίξπηρ ή Σαίκσπηρ ή όσες άλλες μεταγραφές έχουν προταθεί) ή. στη μουσική, όταν γράφουμε ξανά την παρτιτούρα μιας μουσικής σύνθεσης έτσι που να μπορεί να παιχτεί από άλλο όργανο από εκείνο για το οποίο είχε αρχικά συντεθεί.

Η μεταγραφή είναι άστοχος όρος, αλλά αυτός συχνά χρησιμοποιείται (αιδημόνως) στις περιπτώσεις ενδογλωσσικής μετάφρασης, ακριβώς για να μην ακουστεί ο επικίνδυνος όρος «μετάφραση» που μπορεί να εννοηθεί ότι αφορά τη μεταφορά κειμένου από μια γλώσσα σε μια άλλη κι έτσι απειληθεί η συνέχεια της μίας και ενιαίας γλώσσας. Παλιότερα, όταν είχε μεταφραστεί η Πάπισσα Ιωάννα στη νέα ελληνική είχε χρησιμοποιηθεί ο όρος «μεταγλώττιση». Νομίζω ότι ο όρος «μετάφραση» ή «ενδογλωσσική μετάφραση» είναι απόλυτα σαφής, αυτό είχε κάνει παλιότερα ο Καλοκύρης και αυτό έκανε τώρα ο Φύσσας. Ας σημειώσω τη διαφωνία μου λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δοκίμια, Καθαρεύουσα, Μεσαίωνας, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 70 Σχόλια »