Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρουσίαση βιβλίου’ Category

Η ζωή του Μήτσου Μυράτ

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2018

Χτες που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο αναφέρθηκα και στην αυτοβιογραφία του Μήτσου Μυράτ και είπα ότι κάποια μέρα θα την παρουσιάσω κι εδώ. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν.

Το βιβλίο «Η ζωή μου» του Μήτσου Μυράτ κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις θαυμάσιες Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης στη σειρά «Παλαιά κείμενα νέες αναγνώσεις» όπου παρουσιάζονται σε καινούργιες και κατά κάποιο τρόπο οριστικές εκδόσεις κλασικά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όπως η Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη ή η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου, με εκτενές επίμετρο και εκδοτικό σημείωμα.

Το βιβλίο του Μυράτ όμως διαφέρει από τα άλλα της σειράς διότι δεν είναι λογοτεχνικό αλλ’ αυτοβιογραφικό. Ίσως γι’ αυτό και ίσως επειδή ο όγκος του δεν είναι ευκαταφρόνητος, ενώ το είχα πάρει εδώ και καιρό, το άφηνα να σκονίζεται πάνω πάνω στη στοίβα με τ’ αδιάβαστα και να μ’ ατενίζει επιτιμητικά.

Πρόσφατα ξεπέρασα τους δισταγμούς και το διάβασα, και δεν το μετάνιωσα αν και δεν το συστήνω ανεπιφύλακτα αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για την εποχή ή για το θέατρο.

Ο Μήτσος Μυράτ (1878-1964) ήταν από τις μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όσοι είναι της γενιάς μου ή παλαιότεροι θα ξέρουν τον γιο του, τον Δημήτρη Μυράτ, που μεσουράνησε στο θέατρο στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ή την κόρη του, τη Μιράντα.

Ο Μυράτ γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια μάλλον λεβαντίνικη, αλλά με ελληνική συνείδηση. Το επώνυμό του ήταν Μουράτ αλλά το εξευρωπάισε σε Murat, Μυράτ, αν και στα γαλλικά συχνά το έγραφε και Myrat. Έμαθε καλά γαλλικά αλλά δεν σπούδασε κι αφού περιπλανήθηκε μερικούς μήνες στην Αίγυπτο ως επιστάτης σε δημόσια έργα, χάρη σε γνωριμίες συγγενών, και επειδή από παιδί είχε λατρεία με το θέατρο, έφυγε για το Παρίσι για να το μάθει από κοντά.

Γύρισε στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη θνησιγενή σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά ήταν τυχερός που τότε ακριβώς, στο γύρισμα του αιώνα, ο Χρηστομάνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Σκηνή, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στο ελληνικό θέατρο.

Ουσιαστικά όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην περίοδο της Νέας Σκηνής, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Παρόλο που το βιβλίο αρχικά δημοσιεύτηκε το 1928, η αυτοβιογραφική εξιστόρηση σταματάει στα 1906 -αργότερα ο Μυράτ έγραψε κι άλλο βιβλίο για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 50 Σχόλια »

Τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2018

Θα σας παραξενέψει ο τίτλος του σημερινού άρθρου -θυμίζει βέβαια την πασίγνωστη ρήση «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» αλλά δεν είναι πιστή απόδοσή της.

Θα πω μερικά πραγματα για την ιστορία της ρήσης αυτής, που μπορεί να είναι γνωστά σε αρκετούς. Ας κάνουν υπομονή, μετά θα πούμε και για την απόδοσή της.

Είναι αρκετά γνωστό πως η ρήση «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» δεν είναι αρχαία ελληνική αλλά κατασκευή της καθαρεύουσας, του 19ου αιωνα. Δεν έχω επιχειρήσει να ανιχνεύσω πότε εμφανίζεται, αλλά θα με εξέπληττε να ήταν πολύ παλαιότερη από το νεοελληνικό κράτος.

Ξέρουμε επίσης ότι η ρήση ειναι μετάφραση απο τα λατινικά. Η αντίστοιχη λατινική ρήση είναι Timeo Danaos et dona ferentes (ή ferentis σε άλλα χειρόγραφα) και είναι στίχος από την Αινειάδα του Βιργίλιου, από το 2ο βιβλίο (ΙΙ.49).

Στην Αινειαδα τα λογια αυτά τα λέει ο Λαοκόων, ο ιερέας που επιχείρησε να πείσει τους άλλους Τρώες να μην βάλουν μέσα στα τείχη τον Δούρειο Ίππο -μάταια όμως διότι, όπως θα θυμομαστε από τη μυθολογία ή από το διάσημο γλυπτό, αμεσως ξεπηδησαν από τη θάλασσα δυο τεράστια φίδια και τον κατασπάραξαν, με αποτέλεσμα βέβαια οι Τρωες να πιστέψουν πως ήταν θελημα θεού να δεχτούν το δώρο -ήταν θέλημα θεών, αλλά όχι για το καλό τους. Τη νύχτα οι κρυμμένοι Αχαιοί άνοιξαν την καταπακτή και βγηκαν έξω κι έτσι αλώθηκε το Ίλιο.

Παρόλο που τον Όμηρο τον διδασκόμαστε υποτίθεται στο σχολείο, δεν έχουν όλοι συνειδητοποιήσει πως για τον Δούρειο Ίππο και το πάρσιμο της Τροίας η πηγή μας δεν είναι η Ιλιάδα, που τελειώνει με την ταφή του Έκτορα, αλλά κάποιες αναφορές στην Οδύσσεια -και φυσικά αρκετές μεταγενέστερες πηγές. Όσο για τον Λαοκόωντα, δεν εμφανίζεται στα ομηρικά έπη καθόλου, όμως πρωταγωνιστουσε σε μια, χαμένη σήμερα, τραγωδία του Σοφοκλή, και αναφέρεται και σε άλλους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ωστόσο, η πληρέστερη πηγή μας είναι η Αινειάδα.

Ας επιστρέψουμε στη λατινικη φράση Timeo Danaos et dona ferentes. Πολλά λατινικά δεν σκαμπάζουμε, αλλά είναι επίσης γενικά γνωστο ότι αυτό το Timeo δεν είναι προστακτική αλλά πρωτο πρόσωπο της οριστικής: Φοβούμαι. Γιατί όμως το «φοβούμαι» μετατράπηκε σε «φοβού»; Δεν εχω οριστική απαντηση, αλλά μπορώ να κάνω δύο υποθέσεις. Αφενός, ο συγκεκομμένος τύπος δίνει ρυθμικότερη φράση: Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας. Αφετερου, σε πρώτο πρόσωπο η φράση δεν ειναι διδακτική. Καθώς έγινε παροιμιώδης, και απομακρύνθηκε από την Τροία και τον Λαοκόωντα, αλλα αντίθετα προειδοποιει να είμαστε δύσπιστοι στις ξαφνικές χειρονομίες φιλίας κάποιων που τους ξέρουμε για εχθρούς μας, βολεύει να διατυπωνεται σε προστακτική, οπως τόσες και τόσες παροιμίες και γνωμικά. Άλλωστε, και στα αγγλικά η φράση έγινε γνωμικό σε προστακτική διατυπωμένο: Beware of Greeks bearing gifts, εξού και η έκφραση Greek gift για δώρο που κρύβει κακό σκοπό -και από εκεί θα πάμε στα οσα κατά καιρους αρνητικά έχουν ειπωθεί για τους Έλληνες, αλλά δεν θέλω να ξεστρατίσει εκεί η συζήτηση (δείτε πάντως για τον Θεόδωρο Άπουλο).

Η φραση που έβαλα στον τίτλο είναι πιστή μετάφραση του λατινικού στίχου, γι’ αυτο και διαφέρει από τη δική μας παροιμιώδη ρήση. Τη βρήκα στο βιβλίο που θα σας παρουσιάσω σήμερα, που το εξώφυλλό του το βλέπετε πιο πάνω, μια νέα μετάφραση της Αινειάδας από τον καθηγητή Θεόδωρο Παπαγγελή, που έχει παλιότερα μεταφράσει και το άλλο μεγάλο έπος της λατινικής λογοτεχνιας, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου.

Είναι μια εξαιρετική έκδοση από το ΜΙΕΤ, με σκληρό δέσιμο, χορταστικά προλεγόμενα και σημειώσεις από τον Παπαγγελή, και μπορείτε να τη βρείτε σε πολύ καλή τιμή, γύρω στα 20 ευρώ. Ο Παπαγγελής στα προλεγόμενα τοποθετει την Αινειάδα στο πλαίσιό της, αναφέρει σχέσεις με τον Όμηρο και τον Δάντη, φτάνει ως την εποχή μας -πάνω από 100 σελίδες πιάνουν τα προλεγόμενα.

Αλλά βέβαια προέχει η μετάφραση. Ο Παπαγγελής έκανε την πολύ εύστοχη κατά τη γνώμη μου επιλογή να προτιμήσει πολυσύλλαβο στίχο -21σύλλαβο, αλλά με αυστηρή τήρηση του μέτρου και με τομή πάντοτε στη μέση, ώστε ο κάθε στίχος να χωρίζεται σε εντεκασύλλαβο και δεκασύλλαβο ημιστίχιο κι έτσι το έργο να διαβάζεται ομαλά και να ρέει.

Βέβαια, εύκολο ανάγνωσμα δεν είναι η Αινειάδα Ιλιάδα, και δεν θα είναι πολλοί εκείνοι που θα τη διαβάσουν από αρχή ως τέλος μονορούφι. Εγώ κορφολόγησα εδώ κι εκεί και ελπιζω κάποτε να βρω την ησυχία και να χαρώ αυτό το κλασικό έργο κι αυτή την πανέμορφη έκδοση όπως τους αξίζει.

Θα παραθέσω εδώ τους στίχους που αφορούν, ακριβώς, την ιστορία του Λαοκόωντα και το φριχτό του τέλος.

Κι εκεί απάνω, πρώτος με μακριά ξοπίσω ακολουθία ο Λαοκόων
κατέβαινε απ’ της πόλης την ψηλήν ακρόπολη και έτσι ξαναμμένος
από μακριά τούς έκραξε «Προς τι η τόση αφροσύνη, συμπολίτες;
Πιστέψατε πως φύγαν οι εχθροί; Θαρρήσατε των Δαναών τα δώρα
λεύτερα από δόλο; Δηλαδή ξεχάσατε ποιος είναι ο Οδυσσέας;
Στο ξύλο τούτο μέσα Αχαιοί θα κλείστηκαν και θα φυλάν κρυμμένοι·
ή τούτη η μηχανή έχει φκιαχτεί ενάντια στης πόλης μας το κάστρο,
να κατοπτεύει σπίτια από ψηλά, ένας βραχνάς επάνω από την Τροία,
ή κάτι πονηρό παραφυλά. Τον ίππο, Τεύκροι, μην εμπιστευθείτε.
Ό,τι κι αν είναι, εγώ τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι.

Μίλησε και με χέρι στιβαρό σφεντόνιασε ένα τεράστιο δόρυ
απάνω στου θεριού τα πλαϊνά, εκεί που αρμοί κυρτώναν την κοιλιά του.
Με τρέμουλο καρφώθηκεν αυτό, τραντάχτηκε από κάτω η γαστέρα,
το κοίλο μέσα βόγκηξε, αχό ανάδωσε το κύτος απ’ τα βάθη.
Κι αν ήταν ριζικό από θεό, ο νους μας αν δεν ήταν στραβωμένος,
ξεχάρβαλο με τα σιδερικά θα κάναμε των Αργειτών την κρύπτη,
θα έστεκεν η Τροία και εσύ, κάστρο ψηλό του Πρίαμου ολόρθο
θα έστεκες (…)

Είναι οι στιχοι 40-56 από το 2ο βιβλίο της Αινειάδας.

Για σύγκριση, το πυκνότατο λατινικό πρωτότυπο:

Primus ibi ante omnis, magna comitante caterva,
Laocoon ardens summa decurrit ab arce,
et procul: ‘O miseri, quae tanta insania, cives?
Creditis avectos hostis? Aut ulla putatis
dona carere dolis Danaum? Sic notus Ulixes?
aut hoc inclusi ligno occultantur Achivi,
aut haec in nostros fabricata est machina muros
inspectura domos venturaque desuper urbi,
aut aliquis latet error; equo ne credite, Teucri.
Quicquid id est, timeo Danaos et dona ferentis.’
Sic fatus, validis ingentem viribus hastam
in latus inque feri curvam compagibus alvum
contorsit: stetit illa tremens, uteroque recusso
insonuere cavae gemitumque dedere cavernae.
Et, si fata deum, si mens non laeva fuisset,
impulerat ferro Argolicas foedare latebras,
Troiaque, nunc stares, Priamique arx alta, maneres.

Μολις όμως τελείωσε ο Λαοκόωντας, παρουσιάστηκε ο Σίνωνας, κατάσκοπος των Αχαιών, και υποστηρίζει πως οι Αχαιοί θέλανε να τον θυσιάσουν στους θεούς φεύγοντας, και τάχα τους ξέφυγε, και διαβεβαιωνει τους Τρωες πως ο στόλος των εχθρων έχει αποπλεύσει. Κι όπως το κοινό των Τρωων είναι δίβουλο…..

Και ιδού την ώρα κείνη απ’ τη μεριά τής Τένεδος, στην κάλμα του πελάγους,
συστρέφοντας με κύκλους τα κορμιά, δυο φίδια θηριώδη (ανατριχιάζω!)
ορμάνε στα νερά, τα δυο μαζί, και σταθερά στοχεύουν τ’ ακρογιάλι.
Τα στήθια τους στα κύματα στητά, τα άλικα λοφία, σκέτο αίμα,
ανάερα απάνω απ’ το νερό, το πίσω του κορμιού σε μέγα μάκρος
τη θάλασσα μετράει και σπειρωτό τα νώτα του ατέλειωτα κολπώνει.
Στον αφρισμένο πόντο συριγμός, κι όπως το περιγιάλι κιόλα επιάναν,
είχαν το μάτι φώσφορο και πυρ, σαν από αίμα που άπλωσε βαμμένο,
τα στόματα που δίναν συριγμό οι γλώσσες τους με τρέμουλο τα γλείφαν.
Κατάχλωμοι σκορπίσαμε· αυτά θέλουν το Λαοκόωντα, σ’ εκείνον
ολόισια τραβάν και στην αρχή τυλίγουν τα κορμιά των δυο παιδιών του —
κορμιά μικρά σε αγκάλη ερπετού, σφιχτά μες στις κουλούρες τους μπλεγμένα,
τα δύσμοιρα με τις δαγκωματιές τα κόβουνε καθένα για βορά του.
Το Λαοκόωντα μετά που βοηθός προστρέχοντας επήρε τις σαΐτες
γραπώνουν και του κάνουνε δεσιά με σπείρες θηριώδεις. Κι όπως τώρα
μεσόκορμα τον ζώσαν δυο φορές και δυο φορές τριγύρω στο λαιμό του
φολιδωτά τυλίχτηκαν, ψηλά κι απάνωθέ του σβέρκο και κεφάλι
εκράταγαν. Περίχυτος αυτός με λύθρο και ολέθριο φαρμάκι,
το δέσιμο με χέρια πολεμά να ρίξει από πάνω του· συνάμα
φριχτές ν’ ανατριχιάζεις οιμωγές ως τ’ ουρανού τα ύψη ανεβάζει·
κι ακούγονταν σαν το μουγκανητό του πληγωμένου ταύρου που ξεφεύγει
απ’ το βωμό και άστοχο μπαλτά από τον τράχηλό του αποτινάζει.
Αθόρυβα οι δράκοντες γλιστρούν ψηλά προς το ναό της Τριτωνίδας,
γυρεύουν στην ακρόπολη φωλιά, στης άσπλαχνης θεάς την κατοικία,
στα πόδια της μαζεύονται κι εκεί στη στρογγυλή ασπίδα βρίσκουν σκέπη.
Ανταριασμένος ήταν ολωνών ο νους και τότε ήρθε από πάνω
και φώλιασε καινούριος πανικός· το κρίμα του αντάξια πληρώνει
ο Λαοκόων, λέγανε, αυτός πού έβλαψε το ιερό το ξύλο
με σίδερου αιχμή κι αμαρτωλό στη ράχη του ίππου έμπηξε κοντάρι.

Κι εβαλαν το ξύλινο άλογο μέσα και μετά φαντάζεστε τι έγινε…

 

Posted in Κλασικά κείμενα, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 231 Σχόλια »

Εγκλήματα στα χρόνια της κρίσης

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2018

Τον περασμένο μήνα που είχα επισκεφτεί την έκθεση βιβλιου της Θεσσαλονικης είχα τη χαρά να γνωρίσω, έστω και υπό βροχήν, τον συγγραφέα Φίλιππο Φιλίππου.

Ο Φιλίππου είναι συγγραφέας πολυσχιδής, αλλά μια από τις μεγάλες του αγάπες ειναι η αστυνομική λογοτεχνία -γράφει κι ο ίδιος αστυνομικά αλλά επίσης μελετάει το είδος, και το τελευταίο του βιβλίο, αυτο που θα σας παρουσιάσω σήμερα, είναι ακριβώς μια «Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας».

Τον Φιλίππου μού τον γνώρισε ο φίλος μας ο Άγγελος, για τον οποίο γίνεται λόγος συχνά στο βιβλίο αυτό. Βλέπετε, ο υπότιτλος του βιβλίου ειναι «Ο Γιάννης Μαρής και οι άλλοι» και, όπως θα ξέρουν οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου, ο Άγγελος δεν το επιδεικνύει αλλά και δεν το κρυβει πως είναι γιος του Γιάννη Μαρή.

Το βιβλίο του Φιλίππου δεν ειναι ακριβώς βιογραφία του Μαρή -έχει κυκλοφορήσει άλλη μία τουλάχιστον- ούτε ακριβώς ιστορία της ελληνικής αστυνομικης λογοτεχνίας. Είναι κάτι ανάμεσα, και ταυτόχρονα μια εξέταση της ελληνικής κοινωνίας στα μεταπολεμικά χρονια. Ο συγγραφέας δίνει στον εαυτό του την ελευθερία για πολλές παρεκβάσεις και πολλές «ανάσες», κι έτσι π.χ. πληροφορεί τον αναγνώστη για τα εγκλήματα τιμής, για τα προγράμματα των κινηματογράφων, για τα αναγνώσματα που δημοσίευαν σε συνέχειες οι εφημερίδες ή για τις κυκλοφορίες τους -που κάνουν τον σημερινό εφημεριδολάτρη να αναστενάζει αφού όλες μαζί οι καθημερινές εφημερίδες σήμερα δεν πουλάνε τόσα φύλλα όσο η πρώτη εφημερίδα της χρυσής εποχής γυρω στο 1980.

Ο Γιάννης Μαρής (1916-1979) συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Το 1953, άρχισε συνεργασια με ένα καινουργιο περιοδικό ποικιλης ύλης, την Οικογένεια. Και καθώς όλα τα περιοδικά και οι εφημεριδες δημοσίευαν, σε συνέχειες, μεταφρασμένα αστυνομικά μυθιστορήματα (καθώς και περιπετειώδη ή αισθηματικά), είχε την έμπνευση να παρουσιάσει το πρώτο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα που εκτυλισσόταν στην Ελλάδα, με ήρωα Έλληνα ντετέκτιβ, τον αστυνομικό Μπέκα. Ήταν το Έγκλημα στο Κολωνάκι, που μάλιστα το υπέγραφε με το αληθινό του επώνυμο, Τσιριμώκος. Ωστόσο, το περιοδικό διέκοψε την έκδοσή του πριν ολοκληρωθεί το μυθιστορημα, κι ετσι οι αναγνώστες επρεπε να περιμένουν την έκδοση σε βιβλίο για να πληροφορηθούν τον ένοχο -κάτι που έγινε τον επομενο χρόνο. Το 1954 ο Μαρής δημοσίευσε επισης σε συνέχειες στην Απογευματινή το Έγκλημα στα Παρασκήνια, τούτη τη φορά υπογράφοντας με το ψευδώνυμο που έμελλε να καθιερωθεί, και πάλι με ήρωα τον Μπέκα (λέγεται Γιώργος, αν και συνήθως με το επώνυμο συστηνόταν).

Ο Φιλίππου σωστα θεωρεί πατέρα της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας τον Μαρή. Κι άλλοι είχαν γράψει νωρίτερα αλλα ή δεν είχαν συνέχεια ή τοποθετούσαν τη δράση στο εξωτερικό, μιμούμενοι τους ξένους συγγραφεις. Κάποιοι μάλιστα υπέγραφαν με ξενικό ψευδώνυμο, όπως ο Ορέστης Λαζαρίδης που υπέγραφε ως Ρεστ Λάρσον. Εξαιτίας του κινηματογράφου υπήρχε αναγνωστικό κοινό πρόθυμο, αλλά δεν υπήρχε εγχώρια παραγωγη. Ο Μαρής πρώτος κάλυψε το κενό αυτό και αμέσως ακολούθησαν άλλοι όπως ο Νίκος Μαράκης ή ο Ανδρόνικος Μαρκάκης (περίεργη σύμπτωση να κάνουν παρηχηση τα επώνυμά τους).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Βιογραφίες, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , | 111 Σχόλια »

Θεοί και ποιητές μάταια παλεύουν με του Έρωτα τα βέλη

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2018

Τα Χριστούγεννα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα ο δεύτερος τόμος από τη σειρά δοκιμίων του φίλου Παντελή Μπουκάλα με τιτλο «Το αίμα της αγάπης – Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση«. Ο πρώτος τόμος, (Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών) είχε κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 2016 και τον ειχα παρουσιάσει εδώ στο ιστολόγιο στις αρχές του Γενάρη 2017. Σκόπιμα καθυστέρησα την παρουσίαση του δεύτερου τόμου για να συμπέσει με την αρχή του καλοκαιριού, που οι περισσότεροι έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Να πω παρενθετικά ότι σε καναδυο βδομάδες θα δημοσιευτει στο ιστολόγιο και το σχεδόν καθιερωμένο τέτοια εποχη βιβλιοφιλικό άρθρο, με προτασεις βιβλίων για το καλοκαιρι, όμως εκρινα πως το βιβλίο του Μπουκάλα αξίζει αυτοτελή παρουσίαση.

Αξίζει αυτοτελή παρουσίαση επειδή νομίζω ότι αυτά τα δοκίμια του Μπουκάλα υποσχονται να αποτελέσουν σημαντικότατο όχι εκδοτικό αλλά πνευματικό γεγονός. Ο γενικός τίτλος της σειράς είναι «Πιάνω γραφη να γράψω – Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι» και ο χαλκέντερος Παντελής σχεδιάζει να την ολοκληρώσει σε δέκα τόμους, που οι περισσότεροι έχουν αρχίσει να γράφονται.

Και όταν λέμε για τομους, κυριολεκτούμε. Ο δεύτερος τόμος της σειράς, που θα παρουσιάσω σήμερα, φτανει τις 832 σελίδες από τις οποίες το ένα τρίτο είναι σημειώσεις -ο πρώτος τόμος έπιανε «μόνο» 600 σελίδες με την ίδια αναλογία. Ο επιβλητικός όγκος μπορει να προκαλει δέος και να αποθαρρύνει επίδοξους αναγνωστες -αλλά θα ήταν λάθος, διότι το βιβλίο του Μπουκάλα δεν σε αναγκάζει να το διαβάσεις απο την αρχή ως το τέλος, αφού τα επιμέρους κεφάλαια και υποκεφάλαια είναι σε μεγαλο βαθμό αυτοτελή.

Όπως είχα γράψει και για το πρώτο βιβλίο της σειράς: Έχουμε δηλαδή μια σειρά από ημιανεξάρτητα δοκίμια, που διαβάζονται και αυτοτελώς αλλά συνδέονται και μεταξύ τους και που οδηγούν αργά αλλά σταθερά, και απολαυστικά, στην κορύφωση.

Το περιεχόμενο του δεύτερου τόμου είναι η άγρια και σκοτεινή πλευρά του έρωτα, όπως εκφράζεται μέσα απο τα δημοτικά τραγούδια αλλά και την επώνυμη ποίηση. Ο πόθος, που συνήθως εκλαμβάνεται σαν πάλη, είναι αντικείμενο του πρώτου μέρους, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο Εμπόλεμος έρωτας. Στα επομενα δύο μέρη, Ο έρωτας σαν εκούσια σφαγή, και Το σφαγείο του έρωτα, τα πράγματα σοβαρεύουν και το αίμα ρέει ποτάμια. Στο τέταρτο μέρος, Το όνομα, το αίτημα, το αίμα, με όχημα το δημοτικό τραγούδι του Δήμου και με εξαντλητική μελέτη των μοτίβων του, ολοκληρώνεται η εξέταση του θέματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημοτικά τραγούδια, Ερωτικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 122 Σχόλια »

Η πτώση του Παρισιού, μυθιστόρημα του Ηλία Έρενμπουργκ

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2018

Παλιομοδίτης όπως είμαι, οι αγαπημενοι μου συγγραφείς ειναι επίσης παλαιοί -ένας απ’ αυτους ο σοβιετικός Ηλίας Έρενμπουργκ, που αποσπάσματα απο τα απομνημονεύματά του και από άλλα έργα του έχω ξαναβάλει στο ιστολόγιο.

Περνώντας προσφατα από το βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής είδα ότι εκδόθηκε, σε δύο τόμους και συνολικά 720 σελίδες, το μυθιστόρημα «Η πτωση του Παρισιού» του Ερενμπουργκ. Το πήρα και το διάβασα σχεδόν απνευστί -το ένιωθα πως θα μου άρεσε και δεν έπεσα έξω. Είχε βγει και παλιά από άλλον εκδοτικό οίκο, όμως τούτη η έκδοση της Συγχρονης Εποχής πρέπει να είναι φετινή (αν κάνω λάθος, διορθώστε).

Στην Πτώση του Παρισιού, ο Έρενμπουργκ δινει μια τοιχογραφία της Γαλλίας από το 1936 και τις εκλογές που έφεραν τη νικη του Λαϊκού Μετώπου έως το 1940 και την είσοδο των Γερμανών στο Παρίσι μετά τη συνθηκολόγηση. Ο Έρενμπουργκ, με διαφορά ο πιο δυτικός από τους Σοβιετικούς συγγραφείς, περιγράφει πράγματα που τα έζησε από πρώτο χέρι, αφού εκείνην την περίοδο ζούσε στο Παρίσι ως ανταποκριτής σοβιετικών εφημερίδων (αν και ειχε περάσει αρκετους μήνες και στην Ισπανία ως πολεμικός ανταποκριτής στον εκεί εμφύλιο· άλλωστε και η Ισπανία φιγουράρει στο μυθιστόρημα). Καθώς διάβαζα το μυθιστόρημα, εδώ κι εκεί αναγνώριζα σκηνές και φράσεις που τις είχε επίσης περιγράψει και αναφέρει ο Έρενμπουργκ, αν και κάπως διαφορετικά, στα απομνημονεύματά του.

Ειναι παραδοσιακό μυθιστόρημα, όπου παρελαύνουν δεκάδες ήρωες, οι περισσότεροι απ’ αυτους ζωγραφισμένοι πολύ πετυχημένα. Ο ίδιος ο Έρενμπουργκ, κρίνοντας το έργο του, έγραψε ότι «ορισμενοι ήρωες μού φαίνονται ζωντανοί, με τρεις διαστάσεις, άλλοι επίπεδοι, κατάλληλοι για πλακάτ» και συνεχίζει λέγοντας ότι κακώς έκανε αψεγάδιαστους τους «καλούς» (τον κομμουνιστή εργάτη Μισό ή Μιχιό, θα πούμε μετά, ή τη Ντενίζ). Πέτυχε όμως πολύ καλά τους ενδιάμεσους, σαν τον έξυπνο και ευαίσθητο καπιταλιστή Ντεσέρ. Ίσως ο πιο καλοσχεδιασμένος χαρακτήρας να είναι ο πολιτικός Τεσά, βουλευτής του ριζοσπαστικού κόμματος, που ξεκινάει από βουλευτής του Λαϊκού Μετωπου και καταλήγει υπουργός του Πετέν -ο συγγραφέας περιγράφει με μεγάλη επιτυχία και πολύ πειστικά την αλυσίδα των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων.

Το βιβλίο έχει ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία δεν θα την πληροφορηθεί ο αναγνώστης της σπαρτιατικής έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής. Τη λέω σπαρτιατική, επειδή παρουσιάζει σκέτο το κείμενο: δεν έχει ούτε προλογο, ούτε μεταφραστικές ή άλλες υποσημειώσεις, ούτε επίμετρο, ούτε τίποτα, μόνο ένα σημείωμα στο οπισθόφυλλο, για το οποίο θα πω μετά. Βέβαια, το κείμενο αρκεί και αποζημιώνει τον αναγνώστη με το παραπάνω, παρά τα μεταφραστικά προβλήματα (βλ. παρακάτω). Αλλά στην εποχή μας, ο αναγνωστης θέλει και κάτι παραπάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, ΕΣΣΔ, Κριτική μεταφράσεων, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 180 Σχόλια »

Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2018

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε ήμουν στη Θεσσαλονίκη και επισκέφτηκα φυσικά τη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου. Το χάρηκα πάρα πολύ, διότι δεν είναι μια έκθεση όπως εκείνες του Ζαππείου: υπάρχουν βεβαίως περίπτερα εκδοτικών οικων και αγοράζεις βιβλία, όμως γίνονται συνεχώς εκδηλώσεις, ομιλίες και παρουσιάσεις, πολλες ταυτόχρονα, που ένιωθα σαν παιδί σε μαγαζί με παιχνίδια, μεγάλη δυσκολία είχα να διαλέξω τι θα παρακολουθήσω.

Τελικα προτίμησα να ρίξω το βάρος στις συζητήσεις με γνωστούς και φίλους, που είτε συμμετείχαν στην έκθεση είτε ειχαν πάει κι αυτοί ως θεατές. Ομως παρακολούθησα και λίγες παρουσιάσεις, ανάμεσά τους κι αυτήν που αφορούσε τις νέες εκδόσεις του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, με ομιλητές τον Γ. Κεχαγιόγλου και την Σωτηρια Σταυρακοπούλου. Σε δική της επιμέλεια και το καινούργιο βιβλίο Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου, που θα σας παρουσιάσω σήμερα.

Η έκδοση αυτή είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», το 11ο βιβλίο της σειράς. Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο βιβλίο της ίδιας σειράς, τον Έπαινο των γυναικών, κατά σύμπτωση πάλι σε επιμέλεια της Σωτ. Σταυρακοπούλου. Όλα τα βιβλία της σειράς χαρακτηρίζονται από υποδειγματική επιμέλεια, εκτενή εισαγωγή και επίμετρο, ενώ, το είχαμε συζητήσει και παλιότερα, υπάρχει αντικριστά και η μετάφραση του κειμένου στα σημερινά νεοελληνικά, μια επιλογή που ίσως ξενίσει κάποιους -αφού το κείμενο πολύ μικρή δυσκολία πρέπει να παρουσιάζει για τον σημερινό αναγνώστη.

Ο Μπερτόλδος είναι το πρωτο πεζό κείμενο της σειράς του ΙΝΣ. Οι επιμελητές έχουν θέσει ως όρο απαράβατο τα κείμενα που παρουσιάζονται στη σειρά να μην ξεπερνούν τους 1000 στίχους τα έμμετρα ή τις περίπου 30 σελίδες τα πεζά κι αυτό σήμαινε ότι δεν παρουσιάζεται ολόκληρο το κείμενο αλλά ανθολογούνται τα καλύτερα κομμάτια. Εκδοτική απόφαση είναι αυτή, που συζητιέται.

Δεν είναι πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, αλλά ανώνυμη μετάφραση από το ιταλικό Le sottilissime astuzie di Bertoldo (1606) του Iταλού Giulio Cesare dalla Croce, που κι αυτο βασίζεται σε παλιότερα αναγεννησιακά κείμενα (στην Εισαγωγή θα βρείτε άφθονες πληροφορίες). Η ελληνική μετάφραση τυπώθηκε σε βιβλίο το 1646 και εγινε δημοφιλέστατο λαϊκό ανάγνωσμα επί αιώνες, με πάμπολλες εκδόσεις. Ο μεταφραστής πάντως έχει και μερικά λαθάκια που δείχνουν όχι τέλεια γνώση της ιταλικής -για παράδειγμα, στο Προοίμιο (θα το δείτε πιο κάτω), το l’esercito di Serse το αποδίδει «άσκησην του Ξέρξου» ενώ πρόκειται για τον στρατό, την εκστρατεία.

Ο Μπερτόλδος βεβαια εχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά -η επισκόπηση της βιβλιογραφίας υπάρχει στο βιβλίο. Πολύ καλή είναι η έκδοση του Α. Αγγέλου στη εξαιρετικη παλιότερη σειρά της ΝΕΒ, η οποια μαλιστα περιλαμβάνει και τις περιπέτειες του Μπερτολδίνου, γιου του Μπερτόλδου (επόμενο έργο του ίδιου συγγραφέα) ενώ στα google books μπορειτε να βρειτε μια απο τις αμέτρητες επανεκδόσεις της πρώτης μετάφρασης, με κάποιες διορθώσεις σε σχέση με το αρχικό κείμενο (με χρονολογία 1836).

Ο Μπερτόλδος είναι ένας κακάσχημος αλλά πανέξυπνος χωρικός, που καταφθάνει με τον γάιδαρό του στην αυλή του βασιλιά της Λομβαρδίας. Ο βασιλιάς, για να διασκεδάσει μαζί του, του κάνει αλλεπάλληλες ερωτήσεις και του βάζει διάφορες δοκιμασίες, στις οποιες αυτός καταφέρνει και αντεπεξέρχεται χάρη στην ευστροφία του. Το ίδιο γίνεται στη συνέχεια με τη βασίλισσα. Όλο το βιβλίο είναι μια σειρά από τέτοια επεισόδια. Θριαμβευτης τελικά ο Μπερτόλδος προσλαμβάνεται αυλικός σύμβουλος του βασιλιά -αλλά αμάθητος στο καλό φαΐ και στην καλοπέραση αρρωσταίνει κι όταν οι γιατροί της αυλής δεν σκέφτονται να του χορηγησουν το συνηθισμένο του φάρμακο, φασόλια με κρεμμύδια, πεθαίνει και θάβεται με μεγάλες τιμες.

Ο Μπερτόλδος, σαν δημοφιλέστατο ανάγνωσμα, άφησε ίχνη και στη γλώσσα, κυρίως ως μπερτόδουλος (παρετυμολογία με το δούλος). Ήρωας με το ονομα Μπερτόδουλος υπάρχει στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ενώ τον υπουργο της κυβέρνησης Στεφανόπουλου (αποστατών) Χρήστο Αποστολάκο τον έλεγαν Μπερτόδουλο κοροϊδευτικά επειδή κυκλοφορούσε φορώντας μια μπέρτα. Αυτά, το 1965-66.

Το μοτίβο του έξυπνου δούλου ή υπηρέτη που συντροφεύει τον αριστοκράτη αφέντη του υπάρχει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, σε πολλά αλλα κλασικά έργα, επώνυμα και ανώνυμα, από τον βίο του Αισώπου έως τον Δον Κιχώτη ή τον Καραγκιόζη, για να μην αναφερω και τον Τζιβς του Wodehouse. Στο επίμετρο, η Σ. Σταυρακοπούλου βρίσκει επίσης αναλογίες με τις αστείες διηγήσεις του Νασρεντίν Χότζα και τον κ. Κόινερ του Μπρεχτ ενώ θυμίζει ότι τον Μπερτόλδο τον έχει διασκευάσει στη σκηνή και ο Γιώργος Σκούρτης.

Ο Μπερτόλδος διαβάζεται και σήμερα, αλλά αμφιβάλλω αν θα γελάσουν πολλοί με τις «υψηλότατες πανουργίες» του. Όπως έχω γράψει και όταν παρουσίασα τον Φιλόγελο, που είναι ένας ακόμα πρόγονος του Μπερτόλδου, δεν γελάμε με τα ίδια πραγματα που γελούσαν οι προπροπροπροπαππούδες μας.

Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο του ΙΝΣ είναι μια πολύ καλή δουλειά, που αξίζει να το προσέξουν όσοι ενδιαφέρονται για τα παλιότερα νεοελληνικά κείμενα.

Να μου επιτραπεί εκτός από τους επαίνους να επισημάνω κι ένα λαθάκι. Στη σελ. 53, σε μια επισκόπηση των αναφορών στον Μπερτόλδο από λογοτέχνες, διαβάζουμε: «Σε κείμενα του Κώστα Βάρναλη, το 1892, και του Μ.Ι.Γεδεών, την ίδια εποχή, βρίσκουμε αναφορές στους ‘πλανεμπόρους’, τους πλανόδιους βιβλιοπώλες/γυρολόγους (colporteurs), που διακινούσαν μαζί με τις άλλες ‘φυλλάδες’ και τον Μπερτολδο

Πιθανόν να έχει γραψει ο Βάρναλης για τον Μπερτολδο αλλά όχι το 1892 όταν ήταν 8-9 χρονών. Όμως, μια και το έφερε η κουβέντα, να αναφέρω δυο συναντήσεις Βάρναλη και Μπερτόλδου που τις βρίσκω στα κιτάπια μου:

* Στην Αληθινή απολογία του Σωκράτη, ο Β. κάνει έναν ωραίο αναχρονισμό, αφού βάζει τον Σωκράτη να λέει (σε ενα απόσπασμα όχι κολακευτικό για τη συλλογική σοφία): Κι αν είσαστε κολλημένοι πεντακόσοι διαλεχτοί σοφοί (Σωκράτηδες να πούμε), δε θα κάνατε μισό Μπερτόλδο· όχι τώρα που ’σαστε πεντακόσοι Μπερτόλδοι.

* Σε ένα χρονογράφημα της εποχής του πολέμου του 1940, ο Βάρναλης αναρωτιέται «αν οι γενναίοι φασίστες θα μπούνε στην Ελλάδα όπως μπήκε κάποτε ο συμπατριώτης τους ο Μπερτόλδος στο δωμάτιο του βασιλιά του: με τη ράχη».

Παραθέτω, πρώτα, το προοίμιο του Μπερτολδου, αφενός στο πρωτότυπο και αφετέρου σε μετάφραση σε σημερινή γλώσσα:

Εδώ, ω φιλάνθρωπε διαβαστά, δεν σου διηγούμαι την κρίσην του Πάριδος, μήτε την αρπαγήν της Ελένης, μήτε τον εμπρησμόν της Τροίας, αλλ’ ούτε το πέρασμα του Αινείου εις την Ιταλίαν, όχι τας μεγάλας πλάνας του Οδυσσέως, όχι τα μαγικά έργατα της Κέρκης, όχι τον χαλασμόν της Καρθαγένης, όχι την άσκησην του Ξέρξου, όχι τας δοκιμάς του Αλεξάνδρου, όχι την δύναμην του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Μάριου, όχι τα θαυμαστά τραπέζια του Λουκούλου, όχι τας μεγάλας μοίρας του Σιπιόνου, μήτε τα νικητήρια του Καίσαρος, μήτε την τύχην του Οτταβιάνου, επειδή και αι Ιστορίαι τέτοια καμώματα μας φανερώνουσιν, διαβάζοντές τας με πολλήν ηδο­νήν. Όμως, αν καλά και της παρισταίνω ομπροσθά έναν χωριάτην άσχημον και τε­ρατώδη, αλλά επιμελή και πανούργον, και νουν υψηλότατον, εις τόσον ότι, συγκρίνοντας και ομοιάζοντας την ασχημάδιαν του κορμιού του με την ομορφάδαν της ψυ­χής του, ημπορείς να ειπείς, καλέ μου διαβαστά, ότι αυτός ομοιάζει ενός σακιού από χοντρόπανον, ενδυμένον από μέσα με μετάξιον και χρυσάφιον. Εδώ θέλεις ακούσει πανουργίας, νεύματα, αποφάσεις, επιχειρήματα, παροιμίας και στρατηγήματα (ήγουν πανουργεύματα των σολδάτων) υψηλότατα, τα οποία δεν παρακινούσι μόνον να θαυ­μάζει τινάς, αλλά να έβγει από τον νουν του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίον, διατί από τούτο θέλεις εβγάλει γλυκά ξεφαντώματα και ακαρτερήματα, επειδή και το έργον είναι πολλά αρεστόν και χαρούμενον.

Και η «μετάφραση»:

Στο βιβλίο αυτό, καλοπροαίρετε αναγνώστη, δεν σου διηγούμαι την απόφαση του Πάρη, ούτε την αρπαγή της Ελένης, ούτε την πυρπόληση της Τροίας, μα ούτε την αποβίβαση του Αινεία στην Ιταλία, ούτε τις πολύχρονες περιπλανήσεις του Οδυσσέα, ούτε τις μαγικές πράξεις της Κίρκης, όχι την καταστροφή της Καρχηδόνας, όχι την εκστρατεία του Ξέρξη, όχι τα κατορθώματα του Αλέξανδρου, όχι τη δύ­ναμη του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Γάιου Μάριου, όχι τα θαυμαστά συμπό­σια του Λούκουλου, όχι τη μεγαλειώδη μοίρα του Σκιπίωνα του Αφρικανού, μήτε τα επινίκια του Ιούλιου Καίσαρα, μήτε την καλοτυχία του Οκταβιανού Αύγουστου, επειδή τέτοιες πράξεις μάς τις προβάλλουν τα ιστορικά έργα, που τα διαβά­ζουμε με μεγάλη τέρψη. Ωστόσο, μολονότι σας παρουσιάζω έναν χωριάτη άσχη­μο και τερατόμορφο, αλλά ενεργητικό και πανούργο, και με μυαλό οξυδερκέστατο, τόσο, που αν συγκρίνεις και παραβάλεις την ασχήμια του κορμιού του με την ομορφιά της ψυχής του, μπορείς να πεις, καλέ μου αναγνώστη, ότι αυτός μοιάζει με ένα τσουβάλι υφασμένο από χοντρό πανί, ντυμένο όμως από μέσα με φόδρα μεταξωτή και χρυσή. Εδώ θα ακούσεις πανουργίες, υπαινιγμούς, αποφθέγματα, εγχειρήματα, παροιμίες και στρατηγήματα εξυπνότατα, που όχι απλώς παρακι­νούν κάποιον να θαυμάσει, αλλά τον κάνουν και να χάσει το μυαλό του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίο, γιατί θα κερδίσεις από αυτό γλύκες απολαύσεις και προσ­δοκίες, μια και το έργο είναι αξιαγάπητο και διασκεδαστικό.

* Ασφαλώς το σημερινό κείμενο διαβάζεται πιο εύκολα, αλλά το πρωτότυπο έχει το άρωμα της εποχής και ίσως η αφέλεια της γλώσσας να βοηθάει στο κωμικό αποτέλεσμα. Τα επόμενα αποσπάσματα τα παραδίδω μόνο στο πρωτότυπο, χωρίς μετάφραση.

Ομορφάδες του Μπερτόλδου.

Ο μισέρ Μπερτόλδος ήτον τέτοιος: μικροπρόσωπος, χοντροκέφαλος, ολοστρόγγυλος σαν φούσκα, το μέτωπόν του ζαρωμένον. Τα μάτια του κόκκινα σαν φωτία, τα φρύ­δια του μακρά και άγρια σαν γουρουνότριχες, τα αυτιά του γαϊδουρινά, μεγα­λόστομος, στραβόστομος, με τα χείλη κρεμασμένα κάτω σαν του αλόγου, τα γένια του συχνά και πολλά αποκάτω εις το πιγούνι του, και έπεφταν σαν εκείνα του τράγου, η μύτη του στραβή και ασηκωμένη απάνω με τες τρύπες της μύτης πλατείες. Τα δόντια του όξω σαν των καπρίων, με τρία ή τέσσαρα χοντρά αποκά­τω εις τον λαιμόν, τα οποία, οπόταν εμίλουνε, εφαινόντησαν σαν τόσα τσουκά­λια οπού να έβραζαν. Είχε τα ποδάρια του τραγίτικα, μακρά και πλατέα σαν του Σάτυρου, και όλον του το κορμίον μαλλιαρόν, τα καλτσούνια του ήτον από χοντρόν μπαμπάκιον, όλα μπαλωμένα, τα παπούτσια του υψηλά και στολισμένα με χοντρά κομμάτια. Εις κοντολογίαν, ετούτος ήτον όλως διόλου το εναντίον του Ναρ­κίσσου.

* με τρία ή τέσσαρα χοντρά = τρία-τέσσερα εξογκώματα

Πανουργία ομορφότατη του Μπερτόλδου, εις το να γυρίσει ομπροσθά εις τον βασιλέα κατά τον τρόπον οπού του είπεν.

 

Ήλθε το ταχύ, και ο Μπερτόλδος εφάνη ομπροσθά εις τον βασιλέα, τυλιμένος μέσα σε ένα δίχτυον οπού ψα­ρεύουν, και ο βασιλεύς, σαν τον είδεν εκεί μέσα, λέγει του:

Βασιλεύς: Διατί εσύ εφάνης ομπροσθά μου έτσι;

Μπερτόλδος: Δεν μου είπες εσύ ότι εγώ να γυρίσω τούτην την ταχινήν σε σέναν έτσι, να μην είμαι μήτε γυμνός μήτε εντυμένος;

Β: Ναι, είπα.

Μπ: Και νά ’μαι, τυλιμένον σε τούτο το δίχτυον, με το οποίον μέ­ρος από τα μέλη μου σκεπάζονται και μέρος φαίνονται.

[…]

Β: Πόσους χρόνους έχεις εσύ;

Μπ: Όποιος μετρά τους χρόνους του, κάνει λογαριασμόν με τον θάνατον.

Β: Ποιον είναι το ασπρύτερον πράγμα οπού να είναι;

Μπ: Η ημέρα.

Β: Περισσότερον από το γάλα;

Μπ: Περισσότερον από το γάλα, και από το χιόνι ακόμα.

Β: Αν εσύ δεν με κάμεις να το ιδώ ετούτο, θέλω να κάμω να σε δεί­ρουν δυνατά.

Μπ: Ω δυστυχία και κακοριζικία των αυλών!

* τούτην την ταχινήν = σήμερα το πρωί

Πανουργία υψηλότατη του Μπερτόλδου, διά να μην πάρει ραβδιές.

Επήγε το λοιπόν ο Μπερτόλδος και έπιασεν ένα σίκλον γάλα και κρυφά τον ήφερεν εις την κάμαραν του βασιλέως και έκλεισεν όλα τα παραθύρια, και ήτον μεσημέριον, και, εμβαίνοντας ο βασιλεύς εις την κάμαραν, εσυνέβη να σκουντρίσει εις τον άνωθεν σίκλον του γάλατος και το ξαναγύρισεν όλον και ολίγον έλειψεν να μην πέσει με το μούτρον εις την γην. Όθεν, όλος θυμωμένος έκαμε να ανοίξουν τα παραθύρια και, βλέποντας εκείνον το γάλα χυμένον εις την γην και εκείνος πως εχτύπησε σε εκείνον τον σίκλον, άρχισεν να χουάζει, λέγοντας:

Β: Ποιος εστάθη εκείνος οπού έβαλεν εκείνον τον σίκλον το γάλα εις την κάμαράν μου και έκλεισεν τα παραθύρια, διά να σκουντρίσω εγώ μέσα;

Μπ: Εγώ εστάθηκα εκείνος, διά να σου δείξω πως η ημέρα είναι πλέον άσπρη και πλέον καθαρή από το γάλα. Διατί, αν ίσως και το γάλα ήτον ασπρύτερον από την ημέραν, εκείνο ήθελε σου ψέξει εις την κάμεραν, και δεν ήθελες κτυπήσει εις τον σίκλον, σαν έκαμες.

Β: Εσύ είσαι ένας πονηρός χωριάτης και κάθε καλαθιού ηυρίσκεις το χέρι του. Αμή τις είναι εκείνος οπού έρχεται εδώ; Αυτός είναι χωρίς άλλον ένας στελμένος από την βασίλισσαν και κρατεί μίαν γραφήν εις το χέρι του. Τραβίσου κάμπο­σον σε μίαν μερίαν, διά να καταλάβω τό λέγει ετούτος.

σίκλος: κουβάς

να σκουντρίσω: να σκοντάψω

Posted in Βάρναλης, Θεσσαλονίκη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 82 Σχόλια »

Για τον Βάρναλη στη Γεννάδειο

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2018

Χτες είχαμε την παρουσίαση των πιο πρόσφατων βιβλιων του εκδοτικού οίκου Αρχείο στην αίθουσα Cotsen Hall της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, ανάμεσά τους και του τόμου «Αστυνομικά» με χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχουν θέμα τους γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, που τον έχω επιμεληθεί εγώ.

Ήταν πολύ πετυχημένη εκδήλωση, με μεγάλη προσέλευση. Με χαρά μου είδα φίλους από το ιστολόγιο, τόσο παλιούς γνωστούς όσο και τακτικούς αναγνώστες που δεν σχολιάζουν.

Όσες ομιλίες κάνω σε δημόσιες εκδηλώσεις τις δημοσιεύω και εδώ. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα, θα δημοσιεύσω τη χτεσινή μου παρέμβαση στην εκδήλωση. Ή μαλλον, θα δημοσιεύσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει -στην πράξη, παρέλειψα μερικά πράγματα επειδή είχε αναφερθεί σε αυτά η κυρία Ναταλία Βογκέικωφ-Brogan, υπεύθυνη του Αρχείου της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (όπου φυλάσσεται και το αρχείο Βάρναλη), η οποία με αιφνιδίασε ευχάριστα, μια και αναφέρθηκε εκτενώς στα προηγούμενα βαρναλικά βιβλία που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο -έτσι, στη δική μου ομιλία παρέλειψα τη σύντομη αναφορά που είχα σκοπό να κάνω.

Προσθήκη: Ολόκληρο το βίντεο της ομιλίας, εδώ. (Η δική μου παρέμβαση από 12.50 εως 25.)

Παραθέτω λοιπόν το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου.

Καλησπέρα, θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε εδώ και να ευχαριστήσω και τις εκδόσεις Αρχείο για την υποδειγματική εκδοτική συνεργασία που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια.

Νομίζω πως είναι πολύ ταιριαστό που η σημερινή παρουσίαση γίνεται εδώ, και που αρχίζει με ένα βιβλίο του Κώστα Βαρναλη, και αυτό διότι είναι πολλά εκείνα που συνδέουν τον ποιητή με τον χώρο.

Καταρχάς, το αρχείο Βάρναλη φυλάσσεται ακριβώς στη Γεννάδειο –και πρέπει να πούμε ότι και σε αυτό το βιβλίο όπως και στα προηγούμενα τρία βιβλία του Βάρναλη που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο, η συμβολή του αρχείου Βάρναλη και του αρχειονομικού προσωπικού της Γενναδείου υπήρξε καθοριστική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Τρεις μαρτυρίες για την 21η Απριλίου 1967

Posted by sarant στο 22 Απρίλιος, 2018

Μια και χτες ηταν η θλιβερή επέτειος της δικτατορίας του 1967, αποφάσισα να ανεβάσω σήμερα τρεις σχετικά σύντομες μαρτυρίες παρμένες από ένα περυσινό βιβλίο, το βιβλίο Μαρτυρίες από τη δικτατορία και την αντίσταση του Στέλιου Κούλογλου (Εστία, 2017).

Στο βιβλίο αυτό, που εχει την επιστημονική επιμέλεια και επίμετρο του Δημ. Σωτηρόπουλου, ο Στέλιος Κούλογλου συγκεντρώνει 69 μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τη δικτατορία που τις οργανώνει σε 10 κεφάλαια. Ενδιαφέρον έχει ότι πέρα από τις μαρτυρίες αντιστασιακών υπάρχουν επισης και κείμενα ανθρώπων που υπηρέτησαν το καθεστώς.

Μια και χτες είχαμε την επέτειο της κήρυξης της δικτατορίας, διάλεξα τρεις μαρτυρίες που περιγράφουν και οι τρεις (και) την πρώτη μέρα της δικτατορίας και τις αμέσως επομενες. Μάλιστα, οι δύο πρώτες μαρτυρίες δένουν η μια με την άλλη, αφού τοσο η Άννα Σολωμού όσο και ο Αντώνης Καρκαγιάννης βρέθηκαν πρώτα στον Ιππόδρομο και μετά στη Γυάρο. Η τρίτη μαρτυρία, του Γιάγκου Σκουλά (1940-2016) περιγράφει το σχετικά άγνωστο κίνημα του Ηρακλείου Κρήτης -όπου ο εξεγερμένος λαος μάταια περίμενε έναν πολιτικό να μπει μπροστά. Ο Αντώνης Καρκαγιάννης (1932-2010) ήταν στέλεχος του ΚΚΕ με πολύχρονες φυλακίσεις στη δεκαετία του 50 και του 60, ενώ μετά τη μεταπολίτευση ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και έγινε διευθυντής της Καθημερινής. Για την Άννα Τεριακή-Σολωμού (1929-2009) δείτε εδώ.

Μια και στις δύο πρώτες μαρτυρίες γίνεται αναφορά στον δολοφονημενο Παναγιώτη Ελή, ας βάλουμε ένα βιογραφικό του βασανισμένου αυτού αγωνιστή για τον οποίο δεν υπάρχει ακόμα άρθρο στη Βικιπαίδεια (αν και υπάρχουν αρκετά άρθρα στο Διαδίκτυο).

Ο Παναγιώτης Ελής (1922-1967) γεννήθηκε στο Κόσμιο Ροδόπης και κατά την Κατοχή οργανώθηκε στην Αντίσταση κατά των Βουλγάρων κατακτητών. Συλλαμβάνεται και στέλνεται όμηρος στη Βουλγαρία. Στις αρχές του 1943, μεταφέρεται με άλλους ομήρους στο Κουμάνοβο της Σερβίας σε καταναγκαστικά έργα απ’ όπου επέστρεψε μετά την απελευθέρωση. Στο τέλος του 1946, ως στρατιώτης, από το Μεσολόγγι μεταφέρθηκε λόγω πολιτικών φρονημάτων στη Μακρόνησο, όπου θα υποστεί τρομερά βασανιστήρια για να υπογράψει δήλωση μετανοίας ενώ αργότερα εξορίστηκε και στον Άι Στράτη. (Εδω μια μαρτυρία της αδελφής του).

 

Άννα Σολωμού

Όταν σε πιάνουν, πού αφήνεις τα παιδιά;

Την ημέρα της 21ης Απριλίου ήρθαν να με πιάσουν από την Ασφάλεια, όπως πιάσανε και χιλιάδες κόσμο εκείνη την ημέρα. Ώσπου να διαφύγει και ο άνδρας μου, δεν άνοιξα αμέσως την πόρτα. Τη σπάσανε, μπήκανε και με πήγανε στο αστυνομικό τμήμα. Εγώ είχα δύο παιδιά. Το μικρότερο ήταν τεσσάρων χρονών. Το πήρα μαζί μου, γιατί δεν είχα πού να το αφήσω. Είχα κι ένα κορίτσι μεγαλύτερο, που έμεινε στη μητέρα μου. Ορφάνεψε κι αυτό, γιατί κυνηγούσαν και τον άνδρα μου και η μητέρα μου ήταν ανάπηρη.

Τους κρατούμενους της Αθήνας τούς είχαν στον Ιππόδρομο. Μας κράτησαν στον Ιππόδρομο τρεις ή τέσσερις ημέρες. Εκεί σκοτώσανε και τον Ελή. Βασανίσα­νε και τον Ηλία τον Ηλιού. Εγώ το παιδάκι το είχα συνεχώς κοντά μου.

Μετά, μια νύκτα, σκοτεινή μάλιστα ήτανε, πολύ σκοτεινή, μπήκε μέσα ένας στρατιωτικός και μας είπε: «Θα ετοιμάσετε τα πράγματά σας», και αμέσως πήγα­με στα καμιόνια. Εγώ κρατώντας το παιδί αγκαλιά, με βοηθήσανε και οι συγκρατούμενές μου, για να ανέβουμε πάνω στα καμιόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Μαρτυρίες, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 94 Σχόλια »

Όταν η χούντα γλωσσολογούσε

Posted by sarant στο 20 Απρίλιος, 2018

Συμπληρώνονται αύριο 51 χρόνια από την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, οπότε σκέφτομαι να αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει πριν από 9 χρόνια, σε σχέση με το διαβόητο βιβλίο «Εθνική Γλώσσα», που αποτέλεσε ένα γλωσσικό μανιφέστο του καθεστώτος. Σε αυτή τη δεύτερη δημοσίευση έχω αναδιατάξει το υλικό και έχω αλλάξει κάποια πράγματα.

Το βιβλίο «Εθνική Γλώσσα» κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 ως έκδοση του «Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων» σε μεγαλο τιράζ. Διανεμήθηκε ευρέως από τους μηχανισμούς του κράτους και στις αρχές του 1973 πραγματοποιήθηκε «Δευτέρα έκδοσις, επηυξημένη και βελτιωμένη» με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (παρόμοιο πρέπει να ήταν και το εξώφυλλο της πρωτης έκδοσης).

Η δεύτερη έκδοση είναι πράγματι επαυξημένη, με αρκετές επιπλέον σελίδες και υποσημειώσεις, ενώ μια από τις υποσημειώσεις που προστέθηκαν επιτρεπει χρονολόγηση αφού αναφέρεται σε γεγονός που εγινε στις 22.11.1972.

Φαίνεται ότι οι εμπνευστές του εγχειρήματος εμειναν ευχαριστημένοι, διότι μέσα στο 1973 προχώρησαν σε τρίτη έκδοση και μάλιστα όχι πλέον «στρατιωτική».

Το βιβλίο τώρα κυκλοφόρησε βεβαίως υπό την αιγίδα και με την ενίσχυση του αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά εκδότης ήταν η «Εταιρεία των Φίλων του Λαού».

Η εταιρεία αυτή, που ιδρύθηκε το 1865 (!), απέκτησε χάρη στη χούντα τα ιδιόκτητα γραφεία που και σήμερα διατηρεί στην οδό Ευριπίδου 12. Οι ιδρυτές της εταιρείας είχαν θεωρήσει «συμπλήρωμα και κορωνίδα του όλου έργου της Εταιρείας» την έκδοση βιβλίων, ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν 108 ολόκληρα χρόνια για να πραγματοποιήσει η εταιρεία την πρώτη της έκδοση, κι αυτή έμελλε να είναι, με χουντική επιχορήγηση, η «Εθνική Γλώσσα». Ωραία κορωνίδα, δεν βρίσκετε; Άργησαν αλλά το πέτυχαν.

Η τρίτη έκδοση εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1973. Πέρα από το σύντομο πρόλογο εκ μέρους της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, δεν έχει πολλά νέα στοιχεία σε σύγκριση με τη δεύτερη, μόνο υποσημειώσεις -που μία από αυτές σχολιάζει χρονογράφημα της 18.1.1973. Και η τρίτη εκδοση μοιράστηκε πλατιά -δωρεάν βέβαια.

Συγγραφέας του βιβλίου δεν δηλώνεται, υπάρχει μονο η αναφορά σε «Αρχηγείον Ενόπλων Δυνάμεων». Ωστόσο, τον καιρό εκείνο ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η φήμη ότι το βιβλίο το έχει γράψει ο Οδυσσέας Αγγελής, ένας από τους πρωτεργάτες της χούντας, «αρχηγός» του στρατεύματος και αργοτερα «αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας», που αυτοκτόνησε στο κελί του στον Κορυδαλλό το 1987 σε ηλικία 75 ετών. Όπως μάλιστα δημοσιεύτηκε σε κάποια εφημερίδα μετά τη χούντα, οι άλλοι χουντικοί, που θεωρούσαν ψώνιο τον Αγγελή, έλεγαν μεταξύ τους: «Το διάβασες το βιβλίο του ακαδημαϊκού;» (αυτό το παρατσούκλι του είχαν βγάλει).

Στη δίκη των πρωταιτίων της χούντας, το 1975, ο μάρτυρας κατηγορίας Ευάγγελος Παπανούτσος αναφέρθηκε στο βιβλίο αυτό, θεωρώντας το αντεθνικό για όσα λέει κατά της γλώσσας του λαού. Σε ερώτηση του προέδρου, πρόσθεσε ότι «είναι απρόσωπον το βιβλίον». «Ξέρω ότι είναι απρόσωπον», απαντάει ο πρόεδρος Ιω. Ντεγιάννης, «αλλά υπάρχει ένας κάποιος θρύλος, ο οποίος…», οπότε ο Παπανούτσος απαντάει ότι «υπεστηρίχθη ότι ο ίδιος ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων τότε, ο Στρατηγός Αγγελής [ήταν] ο συγγραφεύς, δεν ξέρω σε συνεργασίαν με ποίους άλλους λογίους του». Σε μεταγενέστερο άρθρο του, ο Εμμανουήλ Κριαράς,  αναφέρθηκε στο ανόητο τεύχος «Εθνική γλώσσα» που δημοσίευσαν το 1973 ορισμένα «πνευματικά» ενεργούμενα των συνταγματαρχών.

Στο βιβλίο του «Γλώσσα και εθνικη ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976» ο Πίτερ Μάκριτζ σχολιάζει το βιβλίο. Απορρίπτει την εικασία οτι το έγραψε ο Αγγελής και επισημαινει (σελ. 392, υποσημ. 1061) ότι «ενας από τους συμβούλους της εταιρείας ήταν ο Γεώργιος Κουρμούλης (1907-77), καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1949 μέχρι το 1977 και πρώην υπουργός Παιδείας, ο οποίος, αν όχι ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου, ήταν αναμφίβολα ένας από τους εμπνευστές του». Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί προφορικά αλλά και γραπτά (π.χ. Στ. Κασιμάτης, Καθημερινη, 24.7.2009) υπαινιγμοί ότι συγγραφέας του βιβλίου ήταν ο Γ. Μπαμπινιώτης, που τότε ήταν βοηθός στην έδρα του Γ. Κουρμούλη.

Θα παρουσιάσω σύντομα το βιβλίο και στο τέλος θα αναφέρω μια δική μου εικασία για τον συγγραφέα του.

Ο άγνωστος χουντικός συγγραφέας στην αρχή ορίζει τι είναι λαός: «επί του γλωσσικού πεδίου, όταν λέγωμεν λαός, δεν εννοούμεν ολόκληρον τον Λαόν, αλλά μόνον τους αγραμμάτους». (Η έμφαση του συγγραφέα. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, εκτός από πνεύματα, περισπωμένη και υπογεγραμμένη). Στη συνέχεια, αποφαίνεται ότι στην Ελλάδα του 1973 υπάρχουν εν χρήσει τρεις γλώσσες: η λαϊκή, η λογία (καθαρεύουσα) και η δημοτική, η οποία έχει ως πυρήνα της τα ιδιώματα της Πελοποννήσου και τείνει να καταστεί σχεδόν μητρική γλώσσα των μεγάλων αστικών κέντρων. Επομένως, λέει, δεν έχουν δίκιο οι δημοτικιστές όταν ζητούν να διδάσκεται το παιδί στο σχολείο τη γλώσσα που μαθαίνει από τη μάνα του, αφενός «διότι καμμία μάννα δεν λέγει, φέρ’ ειπείν, ‘της κυβέρνησης’» (η δική μου η μάνα πάντως έτσι έλεγε το 1973) και αφετέρου διότι «το παιδί του λαού της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας μαθαίνει από την μητέρα του να λέγη: Ψόφσι του μσκαρ. Του σκλι τ’ Γιώρ’ τ’ κφου πήδσι του φραχτ κι δάκους του γρουν τς θειας τς Λιενς. Πιρίμινι ναρθ η πατέρας ναν του που να σι δειρ. Τς έεις τς ασς; Πραζ π’ τράου; κλπ.»

Τη γλωσσική εξέλιξη ο χουντικός γλωσσολόγος τη θεωρεί τυχαία και ανώμαλη, αποτέλεσμα αγραμματοσύνης. Αρνείται ότι υπάρχουν νόμοι της γλωσσολογίας, π.χ. ότι «όταν εις την αυτήν λέξην υπάρχουν δύο ρ γίνεται ανομοίωσις», π.χ. άροτρο > αλέτρι, πρώρα > πλώρη. Τότε, λέει, γιατί το κριάρι δεν έπαθε ανομοίωση, ή το τριάρι ή το κριθάρι; Δεν πρόκειται για νόμο, πρόκειται για παραποίηση, αυτό δεν είναι εξέλιξις είναι διαφθορά.

Μιμούμενος τον Μπέρναρντ Σω που για να ειρωνευτεί την προφορά της αγγλικής είχε γράψει ότι η λέξη fish θα μπορούσε κάλλιστα να γράφεται ghoti (το γιατί το βλέπετε εδώ, αν και βλέπω ότι κακώς αποδίδεται στον Μπ. Σω), λέει ότι «βάσει των νόμων της γλωσσολογίας» η λέξη αγελάδα προέρχεται από τη λέξη κόρη ως εξής: κόρη > γόρη (κατά το κωβιός > γωβιός), γόρη > αγόρη (κατά το α-μασκάλη), αγόρη > αγέρη (κατά το αποθνήσκω > πεθαίνω), αγέρη > αγέλη (κατά το πρώρα > πλώρη) και αγέλη > αγελάδα (κατά το ζάλη > ζαλάδα), όπερ έδει δείξαι (σελ. 26 της 3ης έκδοσης).

Και όλο το βιβλίο συνεχίζεται έτσι, με απύθμενη περιφρόνηση για τον «αγράμματο» λαό, με κλεφτοπόλεμο στις θέσεις των δημοτικιστών και με εξυπνάδες. Ποίος όμως ημπορεί να κάμη την διάκρισιν αυτήν; Ο λαός, βεβαίως, δεν είναι εις θέσιν, λέει σε ένα σημείο. Και αλλού: Πάντως το μεγαλόπρεπος αποκλείεται να το έπλασεν ο λαός, διότι δεν γνωρίζει τι σημαίνει. (σελ. 100). Ή χαρακτηρίζει παιδαριώδεις τους στίχους πολλών δημοτικών τραγουδιών (σελ. 143) επισημαινοντας όμως ότι δεν τολμά κανείς να επικρίνει διότι θα κατηγορηθεί ότι «βρίζει το λαό».

Ένα ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου ειναι εκεί όπου ο συγγραφέας αποδελτιώνει 100 αρκετά έως πολύ σπάνιες και κυρίως ιδιωματικές λέξεις από το Ετυμολογικό λεξικό του Ανδριώτη, τις οποίες λέει ότι έβαλε για άσκηση σε 120 νέους, αποφοίτους γυμνασίου τουλάχιστον, οι περισσότεροι από τους οποίους τις αγνοούσαν σχεδόν όλες,  και από αυτό συμπεραίνει ότι «η λαϊκή γλώσσα δεν ειναι κατανοητή από τον λαό». Το πρωτο μισό του καταλόγου το βλέπετε εδώ και ίσως αξιζει σχολιασμό σε χωριστό άρθρο. Πολλές από αυτές τις λεξεις τις έχω σχολιάσει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Πάντως ο χουντικός συγγραφέας αποδεικνύεται πιο προσγειωμένος από κάποιους σημερινούς που μιλάνε για 5 ή 100 εκατομμύρια λέξεις της αρχαίας ελληνικής, διότι λέει: «Όταν μία γλώσσα, η οποία είχε περισσοτέρας των 100 χιλιάδων λέξεις, και εις την οποίαν διετυπώθησαν τα υψηλότερα νοήματα του ανθρώπου, καταντά εις μίαν γλώσσαν 2-3 χιλιάδων λέξεων, με τας οποίας δεν ημπορείτε να εκφράσετε παρά μόνον ‘συγκεκριμένας εννοίας’ του καθημερινού πρακτικού βίου, αυτό δεν είναι εξέλιξις, υπό την ποιοτικήν σημασίαν του όρου».

Και ο συγγραφέας τελειώνει απαριθμώντας τις αιτίες του «αγώνος κατά της εθνικής γλώσσης», που είναι: οι ακρότητες του λογιωτατισμού, η μίμησις των δημοτικών τραγουδιών, η εκμετάλλευσις του κινήματος από τους κομμουνιστάς, η αγλωσσία και η αγραμματωσύνη, η μανία της λεξιθηρίας και της γλωσσοπλαστίας, η ξενομανία και το πνεύμα επαναστάσεως κατά του κατεστημένου.

Και καταλήγει: Απαραίτητος όμως προϋπόθεσις διά την πραγματοποίησιν οιασδήποτε των ανωτέρω ελπίδων, είναι ότι η γλώσσα των δημοτικιστών δεν θα εισαχθή εις την παιδείαν, αλλά θα εξακολουθήση να διδάσκεται εκεί μία γλώσσα την οποίαν, οι μεγαλοφυέστεροι άνδρες της αισθητικής του λόγου, ανήγαγον εις βαθμόν τελειότητος και η οποία εξακολουθεί ν’ αποτελή την ακένωτον πηγήν από την οποίαν η παγκόσμιος επιστήμη αντλεί τας λέξεις διά την απόδοσιν των εννοιών της. (Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή από μέρους μου).

Όταν διαβάζω την «Εθνική Γλώσσα», μου δημιουργείται η εντύπωση ότι το έχουν γράψει δύο ή περισσότεροι άνθρωποι. Αλλού είναι εμφανές το χοντροκομμένο στρατιωτικό ύφος, αλλού υπάρχουν επιχειρήματα λογικά. Σε μερικά σημεία ο συγγραφέας δείχνει αβυσσαλέα αμάθεια, π.χ. όταν στη σελ. 72 μέμφεται τη γραμματική Τριανταφυλλίδη γιατί περιλαμβάνει κάπου τον τύπο «χαλασοχώρης», λέγοντας ότι έτσι θα μπορούσε κανείς χάριν αστεϊσμού να πλάσει χιλιάδες λέξεις όπως χαλασοσπίτης, χαλασοπαρέας, χαλασοσυντροφιάς, χαλασογλέντης, χαλασοτραπέζης, χαλασογειτονιάς, προφανώς αγνοώντας ότι τους Χαλασοχώρηδες τους έχει απαθανατίσει ο άγιος Παπαδιαμάντης. Οι μύδροι του κατά της μοντέρνας τέχνης (έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής αντάξια του σπηλαιανθρώπου, γράφει) δείχνουν καραβανάδικη στενοκεφαλιά.

Αλλού όμως παρουσιάζεται ενημερωμένος για τα βασικά κείμενα των δημοτικιστών (Ψυχάρης, Ροΐδης) και κερδίζει κάποιους πόντους με εύστοχες επισημάνσεις για ασυνέπειες και κενά της γραμματικής Τριανταφυλλίδη (που βέβαια εντοπίζονται σε προβληματικές περιοχές όπως ο μέσος παρατατικός των ρημάτων όπως το αποτελούμαι), ή δείχνει εξοικειωμένος με την ορολογία της γλωσσολογίας (π.χ. μιλάει για «τέρματα»), αλλά και με την εσωτερική ζωή της φιλοσοφικής Αθηνών.

Λογουχάρη, στις σελίδες 76-77 επικρίνει «σημερινή (22.11.72)» ανακοίνωση φοιτητριών υποψηφίων για το ΔΣ του Συλλόγου Φοιτητών Φιλοσοφικής Αθηνών, επειδή χρησιμοποίησαν τον τύπο «πληρώνεται η προϋπόθεση». Όχι μόνο έχει δίκιο σε όσα γράφει επί του γλωσσικού (δηλ. ότι το οργανούται μπορεί να αντικατασταθεί από το οργανώνεται, όχι όμως το πληρούται από το πληρώνεται διότι αυτό έχει άλλη σημασία στη γλώσσα του λαού), αλλά και το όλο στιλ μου φαίνεται δύσκολο να μην έχει γραφτεί από άνθρωπο που ζει μέσα στο πανεπιστήμιο. Επειδή είναι πολύ μεγάλο παραθέτω μόνο το τέλος: Και ο μεν λαός πιθανόν ν’ αγανακτήση διά τον δύστροπον εργοδότην ο οποίος κατακρατεί τους μισθούς της «προϋπόθεσης» και δεν την πληρώνει, αλλ’ οι γραμματισμένοι γονείς θ’ αγανακτήσουν διά τας αυριανάς καθηγητρίας εις τας οποίας θα παραδώσουν τα τέκνα των διά να μάθουν γράμματα. Διότι, όπως φαίνεται από την ανακοίνωσίν των, «δεν πληρώνουν τα προσόντα».

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν αποκλείεται κάποιος στρατιωτικός με φιλολογική έφεση να έχει στη βιβλιοθήκη του τον Ψυχάρη και τον Ροΐδη, δύσκολα θα πιστεύαμε ότι αποδελτιώνει και τις ομιλίες των δημοτικιστών καθηγητών πανεπιστημίου, όπως κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου (και παραθέτει αποσπάσματα των οποίων στη συνέχεια καταδεικνύει τις υποτιθέμενες αδυναμίες ή τις όποιες αντιφάσεις).

Οπότε, το συμπέρασμά μου είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα το έργο έχει γραφτεί από περισσότερους του ενός συγγραφείς, ένας από τους οποίους πρέπει να ήταν στη Φιλοσοφική Αθηνών. Εναλλακτικά, ότι το έγραψε ένας συγγραφέας (της Φιλοσοφικής) και μετά το πήρε ένας φιλολογών καραβανάς και πρόσθεσε τα δικά του (τα σημεία εξαιρετικής βλακείας και φτηνού χιούμορ, που ξεχωρίζουν). Οι υποσημειώσεις πάντως, όσες προστέθηκαν στη δεύτερη και την τρίτη έκδοση, πρέπει να είναι του πανεπιστημιακού.

Σήμερα, το γλωσσικό ζήτημα, έτσι όπως το έθετε το χουντικό βιβλιαράκι, εχει λυθεί. Μπορεί να έχουμε οξείες αντιπαραθέσεις περί το γλωσσικό (αν και σε καμιά περίπτωση δεν φτάνουν την οξύτητα των συγκρούσεων του 20ού αιώνα) όμως και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούν στην αντιπαράθεσή τους την ίδια γλωσσική μορφή, την κοινή νεοελληνική, που ειναι ουσιαστικά η δημοτική του Τριανταφυλλίδη που τόσο λοιδόρησε ο ανώνυμος χουντικός συγγραφέας (ή οι ανωνυμοι….). Σε αυτή την επικράτηση της δημοτικής συνέβαλε ουσιαστικά αν και άθελά της και η χούντα, η οποία με τη γλωσσική πολιτική της και με την ταύτιση του δημόσιου λόγου της με την πιο κωμική καθαρεύουσα, έδωσε τη χαριστική βολή σε αυτό τον γλωσσικό τύπο. Να αναγνωρίσουμε τάχα ενα μικρό μερίδιο και στον χουντικό συγγραφέα της Εθνικής Γλώσσας;

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Το δερμόνι και ο 6ος τόμος του Ιστορικού Λεξικού

Posted by sarant στο 18 Απρίλιος, 2018

Τη Δευτέρα 23 Απριλίου, στην Ανατολική Αίθουσα του Μεγάρου της Ακαδημίας Αθηνών παρουσιάζεται πανηγυρικά ο 6ος τόμος του Ιστορικού Λεξικού της Νέας Ελληνικής, που εκδίδεται απο την Ακαδημία Αθηνών, που θα το λέω στο εξής με το ακρώνυμο ΙΛΝΕ.

Πολύ στενοχωριέμαι που δεν θα βρίσκομαι στην Αθήνα κι έτσι δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ, να δω και να ακούσω αξιόλογους ανθρώπους, που κάποιοι είναι και φίλοι. Αυτά ειναι τα στραβά της ξενιτειάς.

Το πλήρες πρόγραμμα της ημερίδας μπορείτε να το δείτε εδώ. Πρόκειται για πολύ αξιόλογη εκδήλωση, όπως ταιριάζει σε ένα λεξικογραφικό γεγονός όπως είναι η κυκλοφορία του 6ου τόμου, κι ας έρχεται με κάποια καθυστέρηση αφού ο 6ος τόμος του ΙΛΝΕ κυκλοφόρησε τα Χριστούγεννα του 2016. Μάλιστα, όπως πιθανώς θα θυμούνται οι τακτικοί αναγνώστες, τον είχαμε παρουσιάσει εδώ στο ιστολόγιο πέρσι τέτοιες μέρες (για την ακρίβεια στις 24.4.2017) και ακολούθησε και δεύτερο άρθρο με έναυσμα μια επιστολή που μας έστειλε μια συντάκτρια του λεξικού, η γλωσσολόγος Ιώ Μανωλέσσου.

Επειδή όμως με την ευκαιρία της παρουσίασης του 6ου τόμου αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον, όπως φάνηκε και από το πρόσφατο αξιόλογο εκτενές άρθρο του Τάσου Κωστόπουλου στην Εφημερίδα των Συντακτών (διαβάστε και την αποτίμηση που κάνει ο γλωσσολόγος Γιώργος Ξυδόπουλος), σκέφτηκα να αφιερώσω και το σημερινό άρθρο στον έκτο τόμο του ΙΛΝΕ -το αξίζει άλλωστε.

Τα λήμματα του 6ου τόμου ξεκινούν από το «δε» και καταλήγουν στο «διάλεκτος». Από τα λήμματα αυτά ξεχώρισα ένα, που το έβαλα και στον τίτλο του άρθρου, το δερμόνι.

Και θα ξεκινήσω με ένα κουίζ. Θα σας ζητήσω να βρείτε τι σημαίνει δερμονι, διαλέγοντας μία απο τέσσερις απαντήσεις που θα σας προτείνω. Θα σας παρακαλέσω να μην το γκουγκλίσετε, δεν έχει γούστο έτσι. Στα σχόλιά σας, αν θέλετε, μου λέτε αν το βρήκατε ή όχι και αν ξέρατε τη λέξη (μπορεί να μην την ξέρατε αλλά να μαντέψατε σωστά).

Λοιπόν, δερμόνι είναι….

Α. Κομμάτι δέρμα που χρησιμοποιείται στο παπούτσι.

Β. Γρήγορο πλοιάριο.

Γ. Μεγάλο κόσκινο.

Δ. Τύπος εκζέματος.

Ε. Μικρό κυνηγετικό σακίδιο.

Ποια απάντηση είναι σωστή;

.

.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εκδηλώσεις, Κουίζ, Λεξικογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 96 Σχόλια »

Όσα δεν είπε ο Μπιλ Μαζάουερ

Posted by sarant στο 16 Απρίλιος, 2018

Ο τίτλος ίσως σας κάνει ν’ απορήσετε, αφού ο γνωστός ιστορικός, που έχει γράψει εκτενώς για την Ελλάδα και την ιστορία της, λέγεται Μαρκ Μαζάουερ.

Ωστόσο, στο τελευταίο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πέρυσι στα αγγλικά και πολύ γρήγορα στη συνέχεια στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα, πρωταγωνιστούν δυο άλλοι Μαζάουερ, που φαίνονται και στη φωτογραφία του εξωφύλλου: ο πατέρας και ο παππούς τού συγγραφέα.

Το βιβλίο έχει τίτλο «Όσα δεν είπες» (What you did not tell) -απευθύνεται ο γιος προς τον πατέρα. Με το που πέθανε ο πατέρας του ο Μπιλ, ο Μαρκ Μαζάουερ συνειδητοποίησε, όπως γράφει, ότι «ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του» τού ήταν άγνωστο, έψαξε στα χαρτιά του πατέρα του και βρήκε τα ημερολόγιά του (κρατούσε ημερολόγιο επί πενήντα χρόνια ο Μπιλ!) και τα διάβασε, αλλά η ανάγνωση αυτή του δημιούργησε ακόμα περισσότερες απορίες. Κι έτσι, ο Μαζάουερ ως ιστορικος πια, διερεύνησε την οικογενειακή ιστορία του πατέρα του και του παππού του, και έγραψε αυτό το γοητευτικό βιβλίο που περιέχει «όσα δεν του είπε» ο πατέρας του. Ή ίσως «όσα δεν είπε» γενικά, μια και η σιωπή και η λακωνικότητα είναι ένα θέμα που διαπερνά το βιβλίο, αφού και ο παππούς του συγγραφέα ήταν άνθρωπος που απέφευγε να μιλάει για το δικό του παρελθόν.

Είναι πολύ συνηθισμένο να γράφει ο γιος τη βιογραφία του πατέρα -το έκανε και ο δικός μου πατέρας για τον δικό μου παππού (το βιβλίο το έχουμε παρουσιάσει σε συνέχειες στο ιστολόγιο). Όμως ο Μαζάουερ δεν έκανε μόνο αυτό -δεν περιορίζεται στη βιογραφία του πατέρα του, αλλά επίσης βιογραφει τον παππού του, τη γιαγιά του, τα ετεροθαλή αδέρφια του πατέρα του, κάποιους άλλους θείους. Πρόκειται δηλαδή για μια, θα λέγαμε, «οικογενειακή βιογραφία», που γίνεται σε μεγάλο βάθος και πλάτος αλλά από αυστηρά πατρογραμμική σκοπιά, δηλαδή βιογραφούνται μόνο οι συγγενείς από τη μεριά του πατέρα του συγγραφέα. Η μητέρα του αναφέρεται ελάχιστα και οι δικοί της πρόγονοι σχεδον καθόλου, ενώ αφιερώνονται σελίδες π.χ. στον πρώτο σύζυγο της γιαγιάς του συγγραφέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Εργατικό κίνημα, ΕΣΣΔ, Εβραϊσμός, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , , | 157 Σχόλια »

Ιστορική ορθογραφία: άταφος νεκρός ή αναγκαίο κακό;

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2018

Το ερώτημα στον τίτλο του άρθρου δεν είναι δικό μου, είναι ο τίτλος ενός βιβλίου του Δημήτρη Καλαμπούκα, που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες και που το διάβασα στις γιορτές και θέλω να το παρουσιάσω μια και αφορά θέματα που ενδιαφέρουν πολύ το ιστολόγιό μας.

Είναι ένα περίεργο βιβλίο, με την έννοια ότι δεν κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, ούτε διατίθεται (απ’ όσο ξέρω) σε έντυπη και βιβλιοδετημένη μορφή. Έχει εκδοθεί αποκλειστικά σε ηλεκτρονική έκδοση, παναπεί είναι ηλεβιβλίο, και μπορείτε να το διαβάσετε επιγραμμικά ή να το κατεβάσετε από εδώ, δωρεάν -με δύο έννοιες αυτής της λέξης. Δηλαδή μπορείτε να το διαβάσετε/κατεβάσετε χωρίς να πληρώσετε, μπορείτε όμως και να στείλετε μια μικρή δωρεά στον συγγραφέα, σαν επιβράβευση της πρωτοβουλίας του. Εγώ μόλις έστειλα.

Είναι μια ενδιαφέρουσα μέθοδος αυτοέκδοσης αυτή, αδάπανη και ευκίνητη, πρόσφορη πιστεύω για τέτοια βιβλία, που δύσκολα θα έβρισκαν συμβατικόν εκδότη -αν και το συγκεκριμένο δεν απευθύνεται σε πολύ ειδικό κοινό. Να σημειώσω ότι πριν από 2-3 χρόνια, ο Βασίλης Αργυρόπουλος είχε κι αυτός εκδώσει ένα γλωσσικό βιβλίο, κατά σύμπτωση πάλι περί ορθογραφίας, με τη μέθοδο της ηλέκδοσης και δωρεάν διάθεσης (το είχαμε παρουσιάσει).

Ο Δημήτρης Καλαμπούκας είναι από τους νέους γλωσσολόγους μας και ασχολείται με θέματα που μπορει να ενδιαφέρουν και ένα ευρύτερο κοινό -είχαμε αναφερθεί παλιότερα σε μια εργασία του για τα σύνθετα του «άγω». Το βιβλίο που θα σας παρουσιάσω σήμερα το βρήκα πολύ ενδιαφέρον και χάρηκα την ανάγνωση, αν και διαφωνώ απόλυτα με τις προτάσεις του συγγραφέα. Δεν υπάρχει αντίφαση εδώ, όπως θα δούμε.

Στην εισαγωγή,  ο συγγραφέας εκθέτει τη σχέση γλωσσας και γραφής, μιλάει για τα συστήματα γραφής και διακρίνει τρία είδη ορθογραφίας: τη φωνητική ορθογραφία, τη φωνημική ή φωνολογική ορθογραφία και την ιστορική ορθογραφία. Αυτό που συνήθως λέμε «φωνητική» ορθογραφία είναι στην πραγματικότητα η φωνολογική, όταν πχ κάποιος γράφει «ι κακί μαθίτρια έκανε εμφανί κε ασινχόριτα λάθι» -η φωνητική ορθογραφία θα έβρισκε διαφορές (αλλόφωνα) στο μ του εμφανή, στο ν του ασυγχώρητα, στο κή κτλ. (Ο Καλαμπούκας ακολουθεί ακόμα πιο στενό ορισμό της φωνολογικής ορθογραφίας, αλλά έτσι γίνεται εμφανέστερη η διαφορά). Η φωνητική ορθογραφία χρησιμοποιείται μόνο στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο από τους γλωσσολόγους, ενώ γλώσσες που έχουν ορθογραφία που προσεγγίζει τη φωνολογική είναι πχ τα ισπανικά, τα λατινικά, τα αρχαία ελληνικά της προκλασικής και κλασικής εποχής, τα ρουμάνικα, τα τούρκικα κτλ. Σε αυτές υπάρχει (κατά προσέγγιση) αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία μεταξύ φθόγγων και γραφημάτων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Ορθογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 222 Σχόλια »

Σήμερα ächi thálassa (του Χανς Αιντενάιερ)

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2018

Ο καθηγητής Χανς Αϊντενάιερ (Eideneier) και η γυναίκα του η Νίκη είναι εδώ και πολλές δεκαετίες ίσως οι καλύτεροι πρεσβευτές της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού στη Γερμανία. Στον Χανς οφείλουμε πολλά σημαντικά βιβλία, όπως τις Όψεις της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας ή εκδόσεις βυζαντινών κειμένων (Πτωχοπρόδρομος, Πουλολόγος, Παιδιόφραστος διήγησις, Σπανός).

Έχουμε μια αλληλογραφία και ανταλλαγή βιβλίων, και μου έστειλε πριν από λίγο καιρό ένα πρόσφατο βιβλίο του, το Ärmellos in Griechenland, στο οποίο συγκεντρώνει άρθρα του γραμμένα στα γερμανικά, δημοσιευμένα στην εφημεριδα Griechenland Zeitung, γερμανόφωνη εφημερίδα που εκδίδεται στην Αθήνα. Πρόκειται για γλωσσικά άρθρα που αρκετά από αυτά μοιάζουν πάρα πολύ με τα άρθρα του ιστολογίου, καθώς εξερευνούν την ιστορία και την ετυμολογία λέξεων και τις ελληνογερμανικές γλωσσικές ανταλλαγές. Ο τίτλος του βιβλίου (και ενός άρθρου) σημαίνει κατα λέξη «αμάνικος στην Ελλάδα» (μάλλον παίζει με το αγγλικό φραστικό μοτίβο X-less in Y) ο δε υπότιτλος προσδιορίζει το περιεχόμενο: δείγματα ελληνογερμανικής γλωσσικής επινοητικότητας. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στους Ελληνορωμιογερμανούς και κοσμείται με γελοιογραφίες του Κώστα Μητρόπουλου.

Από το βιβλίο αυτό διάλεξα να μεταφράσω (πολύ ελεύθερα διότι είναι γραμμένο σε γλώσσα ξένη) και να παρουσιάσω εδώ ένα άρθρο που από μια άποψη θα μπορουσε να θεωρηθεί επίκαιρο, αφού αντικείμενό του είναι οι εποχές, και ειδικότερα ο χειμώνας και η κακοκαιρία.

Επειδή το άρθρο απευθύνεται κυρίως σε γερμανόφωνο κοινό που ζει στην Ελλάδα και που έχει επαφή με την ελληνική γλώσσα, ο συγγραφέας παραθέτει πολλές ελληνικές λέξεις είτε γραμμένες στα ελληνικά είτε στο λατινικό αλφάβητο. Αυτό στη μετάφραση βάζει κάποια προβλήματα οπότε άλλοτε κράτησα τη μεταγραφή του κι άλλοτε μετέφρασα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Γλώσσες, Ετυμολογικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 87 Σχόλια »

Ο Έντσο Τραβέρσο για τον λαϊκισμό

Posted by sarant στο 12 Ιανουαρίου, 2018

Διαβάζω αυτές τις μέρες το βιβλίο του Έντσο Τραβέρσο «Τα νέα πρόσωπα του φασισμού» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις φιλικές Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου σε μετάφραση του φίλου Νίκου Κούρκουλου.

Πρόκειται για μια συζήτηση του Τραβέρσο με τον Γάλλο δημοσιογράφο και ανθρωπολόγο Régis Meyran και σας συνιστώ να το διαβάσετε -αναφέρεται σε πολύ επίκαιρα προβλήματα και ευτυχώς δεν εστιάζει τόσο πολύ στη γαλλική πολιτική σκηνή, μπορεί δηλαδή εύκολα να το παρακολουθήσει και κάποιος αμύητος στα των Γάλλων.

Το απόσπασμα που θα παρουσιάσω σήμερα το ξεχώρισα επειδή βρίσκω πολύ εύστοχη και ενδιαφέρουσα την ανάλυση που κάνει ο Τραβέρσο για το φαινόμενο του λαϊκισμού -ή, πιο σωστά, για την κατάχρηση του όρου. Και αφού το απόσπασμα έχει αυτοτέλεια, το επέλεξα και το παραθέτω.

Και επειδή εδώ λεξιλογούμε, ενδιαφέρον θα είχε να ανιχνευτεί η εμφάνιση του όρου «λαϊκισμός» στα ελληνικά. Εντύπωσή μου είναι ότι άρχισε να διαδίδεται ευρέως όταν τον χρησιμοποίησε, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Θάνος Μικρούτσικος, στην ανάλυσή του για το ελληνικό τραγούδι της εποχής. Ωστόσο, είναι μάλλον βέβαιο ότι ο όρος θα έχει καταγραφεί από νωρίτερα.

Αλλά δεν θα γράψω περισσότερα, παραθέτω το κειμενο από τις σελίδες 21-25 του βιβλίου του Τραβέρσο.

Εξάλλου, είμαι πολύ δύσπιστος απέναντι στην έννοια του λαϊκισμού, άρα και απέναντι στην έννοια του εθνολαϊκισμού. Η τελευταία εμφανίστηκε στη διανοητική σκηνή στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ιδιαίτερα χάρη στον Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, που προσπάθησε να δώσει τον πιο συστηματικό ορισμό της.[1] Είναι αλήθεια ότι αυτή η έννοια εμφανίζεται πειστικότερη σήμερα, σε σχέση με τη δεκαετία του 1980, επειδή η διαφορά ανάμεσα στον κλασικό φασισμό και το Εθνικό Μέτωπο είναι πολύ εμφανέστερη στις μέρες μας. Όμως αυτή η έννοια του λαϊκισμού έχει υποστεί τόση κατάχρηση ώστε πιστεύω ότι έχασε μεγάλο μέρος από την ερμηνευτική της αξία.

Θα ήθελα να το διευκρινίσω: ο χαραχτηρισμός «λαϊκιστικό» παραμένει έγκυρος για ορισμένα πολιτικά κινήματα, στα οποία ενδεχομένως ταιριάζει, αλλά γίνεται προβληματικός όταν μετατρέπεται σε ουσιαστικό, σε έννοια.[2] Ο λαϊκισμός σαν ξεχωριστό πολιτικό φαινόμενο, με δικό του προφίλ και δική του ιδεολογία, δεν νομίζω να ανταποκρίνεται στη συγκαιρινή μας πραγματικότητα. Μπορεί να φτάσουμε σε συναίνεση, αρκετά στέρεα στο ιστοριογραφικό επίπεδο, για μερικά πολιτικά φαινόμενα του 19ου αιώνα όπως ο ρωσικός λαϊκισμός, ο αμερικάνικος λαϊκισμός, ο μπουλανζισμός στη Γαλλία στις απαρχές της Τρίτης Δημοκρατίας, ή ακόμα, στον 20ό αιώνα, ποικίλοι λατινοαμερικάνικοι λαϊκισμοί.[3] Όμως ο λαϊκισμός είναι κυρίως ένα πολιτικό στιλ, ένα ύφος, όχι κάποια ιδεολογία. Είναι μια ρητορική μέθοδος που συνίσταται στον εγκωμιασμό των «φυσικών» αρετών του λαού, στην αντιπαράθεση του λαού προς την ελίτ, της κοινωνίας προς το πολιτικό σύστημα, για να κινητοποιηθούν οι μάζες ενάντια «στο σύστημα». Όμως αυτή τη ρητορική τη βρίσκουμε σε πολλά κινήματα και σε πολλούς πολιτικούς ηγέτες, πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παρουσίαση βιβλίου, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , | 115 Σχόλια »