Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρουσίαση βιβλίου’ Category

Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα – μόλις κυκλοφόρησε!

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2019

Μόλις κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου, το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα».

Το βιβλίο είναι το πρώτο μιας νέας σειράς που εγκαινίασε το ΕΑΠ, με τον γενικό τίτλο 96plus. Ο τίτλος εξηγείται από τον αριθμό των σελίδων των βιβλίων αυτών, που θα είναι, το καταλάβατε, περίπου 96.

Το ομοιόμορφο σχήμα και ο μικρός αριθμός σελίδων ίσως σάς θυμίσουν τη γνωστή (παλιά) γαλλική σειρά Que sais-je.

Ο εκδοτικός οίκος γράφει για τη σειρά αυτή:

H σειρά 96 PLUS των εκδόσεων ΕΑΠ απαρτίζεται από ευσύνοπτα, χρηστικά, έγκυρα αλλά και ζωντανά βιβλία 96 περίπου σελίδων, για θέματα και προβλήματα της εποχής μας. Φιλοδοξεί να αποτελέσει μια έγκυρη και τεκμηριωμένη παρέμβαση σε ζητήματα αιχμής (χωρίς να εξαντλείται σε αυτά), απευθυνόμενη σε κάθε ανήσυχο και σκεπτόμενο αναγνώστη και αναγνώστρια. Με λίγα λόγια, απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που έχει όρεξη να διαβάσει, κι έχει αγωνίες και ερωτήματα. Έτσι, επιθυμεί να καλύψει μια ευρεία γκάμα θεμάτων, από την τρέχουσα οικονομική κρίση, τη μετανάστευση και το προσφυγικό, το διαδίκτυο και τις δυνατότητές του, μέχρι τη σύγχρονη ευρωπαϊκή και ελληνική ιστορία, την εφαρμοσμένη ψυχολογία, την πολιτισμική κληρονομιά, τη λογοτεχνία και την τέχνη.

Το βιβλίο που έγραψα έχει την τιμή να είναι το πρώτο της σειράς, αλλά τις αμέσως επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν και άλλα, που θα παρουσιαστούν όλα μαζί στις αρχές Ιουνίου -και, κακούργα ξενιτειά, δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ στην παρουσίαση. Ταυτόχρονα, θα παρουσιαστούν και άλλες νέες εκδόσεις του ΕΑΠ, που δεν ανήκουν στη σειρά 96, αλλά που είναι πολύ ενδιαφέρουσες, ανάμεσά τους κι ένα βιβλίο του αείμνηστου Σπύρου Ασδραχά. Πρόκειται, αν έχω καταλάβει καλά, για τις πρώτες εκδόσεις του ΕΑΠ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Η παρουσίαση στο Πόλις Αρτ Καφέ

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2019

Στις 20 Απριλίου έγινε η παρουσίαση του βιβλίου μου «Η γλώσσα έχει κέφια» στο Πόλις Αρτ Καφέ, στην οδό Πεσμαζόγλου, στο αίθριο του Αρσακείου. Έχω παρακολουθήσει πολλές παρουσιάσεις σε αυτόν τον ωραίο χώρο, μία φορά τουλάχιστον έχω πάρει μέρος και στο πάνελ, αλλά παρουσίαση δική μου δεν είχα κάνει ως τώρα. Το είχαμε συζητήσει σε ανύποπτο χρόνο με τον Βασίλη Χατζηιακώβου, που είναι ο ιθύνων νους του χώρου, και πολύ χάρηκα που τελικά βρέθηκε ημερομηνία για να γίνει η παρουσίαση (δεν ήταν τόσο απλό: τελευταία έχει αυξηθεί πολύ ο αριθμός των παρουσιάσεων στην Αθήνα και οι καλοί χώροι δεν είναι πολλοί).

Ακόμα περισσότερο χάρηκα την εκδήλωση -ήρθε πολύς κόσμος, παλιοί αγαπημένοι φίλοι και συνάδελφοι, ομότεχνοι σαν τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, πανεπιστημιακοί όπως ο Ασημάκης Φλιάτουρας, και βέβαια φίλοι του ιστολογίου, που είχαν δική τους κερκίδα. Είχα επίσης την τύχη να έχω δυο καλούς φίλους στο πάνελ, τον Παντελή Μπουκάλα και τον Στρατή Μπουρνάζο, που ήταν και οι δυο σε μεγάλα κέφια, πνευματώδεις και απολαυστικοί.

Το κακό είναι ότι ούτε ο Παντελής ούτε ο Στρατής είχαν γραμμένη ομιλία: μόνο σημειώσεις, εντελώς σκελετώδεις ο Μπουκάλας, κάπως πιο εκτενείς ο Μπουρνάζος -αλλά ούτε οι δικές του, που του τις ζήτησα και μου τις έδωσε, δεν προσφέρονται να παρουσιαστούν εδώ, παραείναι ελλιπείς και στενογραφικές.

Ευτυχώς, η τεχνολογία έρχεται αρωγός. Ο πολύ καλός ιστότοπος ibdb.gr, που ειδικεύεται στη βιντεοσκόπηση πολιτιστικών εκδηλώσεων, μαγνητοσκόπησε την παρουσίαση και ανέβασε το βίντεο στον ιστότοπό του, οπότε μπορείτε να το δείτε αν πάτε σε αυτή τη σελίδα και κλικάρετε στο βίντεο.

Δεν ξέρω αν ισχύει ότι μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις, αλλά το βέβαιο είναι πως ένα βίντεο που διαρκεί μιάμιση ώρα, όπως αυτό της εκδήλωσης, αντιστοιχεί σε κείμενο πολλών χιλιάδων λέξεων.

Κι έτσι, ενώ στην αρχή είχα την ευγενή φιλοδοξία να απομαγνητοφωνησω τις ομιλίες του Παντελή και του Στρατή και να παρουσιάσω εδώ το κείμενο, όταν ξεκίνησα την καταγραφή διαπίστωσα με τρόμο ότι θα χρειάζονταν πολλές ώρες επίπονης δακτυλογράφησης για να τελειώσω -οπότε δείλιασα και παράτησα νωρίς την απόπειρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , , | 65 Σχόλια »

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος γράφει για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη και γι’ άλλους που έφυγαν

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε θέμα λογοτεχνικό -που σημαίνει ότι σχεδόν πάντα βάζουμε πεζά ή, σπανιότερα, ποιήματα κάποιου παλιού ποιητή, ας πούμε του αγαπημένου μου Λαπαθιώτη ή του επίσης αγαπημένου μου Κοτζιούλα. Δεν θυμάμαι να έχουμε αφιερώσει ποτέ κυριακάτικο άρθρο σε σύγχρονο ποιητή, ενώ για σύγχρονους πεζογράφους δεν είναι σπάνια τα άρθρα έστω και με απλή ασχολίαστη παράθεση κάποιου έργου τους. Κάτι λέει αυτό ή για τα δικά μου γούστα ή για τη θέση της σύγχρονης ποίησης.

Σήμερα θα κάνω μιαν εξαίρεση και θα παρουσιάσω ποιήματα από ένα σχετικά καινούργιο βιβλίο, την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή ενός από τους αξιόλογους ποιητές μας, του Δημήτρη Κοσμόπουλου, το Θέριστρον, συλλογή που κυκλοφόρησε πριν από έξι μήνες περίπου σε πολύ προσεγμένη έκδοση από τις εκδόσεις Κέδρος. Είναι το ένατο ποιητικό βιβλίο του Κοσμόπουλου, που εδώ βλέπετε σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμά του.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, πρέπει να σχολιάσουμε και τον τίτλο της συλλογής. Τι είναι το θέριστρον; Δεν είναι λεξιπλασία, όπως ίσως θα φανταζόταν κανείς. Η λέξη υπάρχει, στην αρχαία γραμματεία. Στον πληθυντικό, τα θέριστρα είναι η αμοιβή που πληρώνει κανείς στους εργάτες που θερίζουν. Στον ενικό όμως η λέξη έχει άλλες δύο σημασίες. Αφενός σημαίνει το εργαλείο του θερισμού, το δρεπάνι, από την άλλη όμως σημαίνει επίσης ένα ελαφρό θερινό ένδυμα. Και οι δυο λέξεις μαρτυρούνται στην ίδια πηγή, στους Εβδομήκοντα και επειδή ο Κοσμόπουλος είναι ποιητής με βαθιά χριστιανική πνευματικότητα έχει σημασία η πηγή. Νομίζω πως συνειδητά διάλεξε μια λέξη με δυο σημασίες -το δρεπάνι βέβαια παραπέμπει στον θάνατο, αλλά το καλοκαίρι, η θερινή στολή, στην αέναη συνέχεια.

Τις τελευταίες δεκαετίες συμβαίνει ένα αξιοπρόσεκτο φαινόμενο στα ποιητικά μας πράγματα, κι αυτό είναι η αναβίωση του παραδοσιακού, ισόμετρου στίχου. Το κίνημα αυτό ξεκίνησε, αν δεν σφάλλω, με την τριάδα Καψάλη-Λάγιου-Κοροπούλη και συνεχίστηκε από άλλους, ανάμεσά τους και νεότεροι, σαν τη φίλη μας Σοφία Κολοτούρου, ακόμα και νεότατοι, όπως ο μυστηριώδης Ααρών Μνησιβιάδης και ο εξαιρετικά ταλαντούχος Θάνος Γιαννούδης. Και εδώ ανήκει, βέβαια, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ηλικιακά πιο κοντά στην πρώτη τριάδα, αν και λιγάκι νεότερος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 66 Σχόλια »

Οι τρεις αρτοποιοί, ο Χαριτόπουλος κι ο Βάρναλης

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου «Πειραιάς βαθύς» που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες. Το βιβλίο αυτό είναι το τρίτο της «πειραιώτικης τριλογίας» του Χαριτόπουλου και έχει ως υπότιτλο «Εγκλήματα και φόνοι», που είναι ακριβής περιγραφή του περιεχομένου του, αφού το βιβλίο είναι μια συλλογή εγκλημάτων και υποθέσεων του αστυνομικού δελτίου που συνέβησαν πραγματικά και που τα διηγείται ο Χαριτόπουλος.

Τα δύο προηγούμενα βιβλία της τριλογίας δεν τα έχω διαβάσει, ίσως επειδή με ενοχλεί ο στόμφος με τον οποίο προβάλλεται ο συγγραφέας, στόμφος έκδηλος και στο οπισθόφυλλο τούτου του βιβλίου: Όλα αυτά έγιναν. Έγιναν κι άλλα που δεν θα μάθουμε ποτέ. Είναι κόσμος υπόγειος. Όσοι ξέρουν δεν μιλάνε. Κι όσοι μιλάνε δεν ξέρουν.

Όμως η δημοσίευση ενός φίλου στο Φέισμπουκ, που το γούστο του στη λογοτεχνία το εμπιστεύομαι, με παρακίνησε να αναζητήσω το βιβλίο -και δεν το μετάνιωσα.

Όπως είπα και πιο πάνω, τα εγκλήματα, οι φόνοι, τα συμβάντα του αστυνομικού δελτίου που αφηγείται ο Χαριτόπουλος στο βιβλίο αυτό δεν είναι μυθοπλασία. Είναι πραγματικά γεγονότα, αν και δεν αποκλείω ο συγγραφέας να πήρε κάποιες ελευθερίες  στην αφήγησή του. Ανατρεπτικά βέβαια λειτουργεί και η καθαρεύουσα την οποία διάλεξε ο συγγραφέας ειδικά για τους τίτλους των πεζογραφημάτων (τους βλέπετε εδώ) και που μένει μόνο στους τίτλους, αφού τα κείμενα είναι γραμμένα σε στρωτή δημοτική, με κάποιες αργκοτικές λέξεις, όχι πολλές (καμιά εξηνταριά), που τις συγκεντρώνει στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας σε γλωσσάρι και τις επεξηγεί.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το βιβλίο του Χαριτόπουλου. Δεν διάλεξα το καλύτερο, ούτε το πιο συναρπαστικό -το διάλεξα επειδή μου δίνει την ευκαιρία να σκηνοθετήσω μια συνάντηση του Διονύση Χαριτόπουλου με τον Κώστα Βάρναλη, μια και ο Βάρναλης έχει κι αυτός αναφερθεί, σε χρονογραφήματά του, στην «ανεπίλυτον τριπλή σφαγήν εις το Χατζηκυριάκειον», στη δολοφονία των τριών αρτοποιών που μας διηγείται εδώ ο Χαριτόπουλος:

Η ανεπίλυτος τριπλή σφαγή εις το Χατζηκυριάκειον

Οι φουρναραίοι κάνουν αγαθή δουλειά.

Κάθε απόγεμα πιάνουν μαγιές και τη νύχτα όσο εμείς κοιμόμαστε αυτοί ιδρώνουν και τσιγαρίζονται· ζυμώνουν, πλάθουν, ψήνουν ψωμιά, κουλούρια, τυρόπιτες. Πάμε εμείς το πρωί και τα βρίσκουμε όλα έτοιμα, ζεστά και μοσχομυριστά σαν να τα ετοίμασε η μάνα μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 137 Σχόλια »

Αίαντας, ο περήφανος

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό διάβασα την τραγωδία Αίας του Σοφοκλή στη νέα έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών, σε εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια της φιλολόγου Έφης Παπαδόδημα. Θα παρουσιάσω εδώ αυτήν την αξιόλογη έκδοση και θα πω δυο λόγια για το κείμενο της τραγωδίας και για τον ήρωα.

Όπως επισημαίνεται στην αρχή του βιβλίου, το έργο του Σοφοκλή είναι η μοναδική αρχαία τραγωδία που έχει σωθεί και που δραματοποιεί τον μύθο του ξακουστού ομηρικού πολεμιστή Αίαντα (του Σαλαμίνιου, γιατί υπήρχε και άλλος, ο Λοκρός). Θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα σωζόμενα δράματα του Σοφοκλή, ίσως το αρχαιότερο.

Από τους Αχαιούς πολεμιστές, ο Αίαντας ήταν ο δεύτερος, μετά τον Αχιλλέα, στην παλικαριά: γιγαντόσωμος (το πιο συχνό ομηρικό επίθετό του είναι «μέγας»), γενναίος και φονικός στη μάχη.

Μετά τον θάνατο του Αχιλλέα, στο στρατόπεδο των Αχαιών γίνεται η «όπλων κρίσις», ο διαγωνισμός για ν’ αποφασιστεί ποιος ήρωας θα αποκτήσει τα περιώνυμα όπλα του νεκρού. Διεκδικητές είναι ο Αίαντας κι ο Οδυσσέας. Οι Αχαιοί αποφασίζουν υπέρ του δεύτερου. Ο Αίαντας εξοργίζεται από την απόφαση αυτή, που θεωρεί πως τον αδικεί κατάφωρα. Αποφασίζει να εκδικηθεί, σφάζοντας τη νύχτα τους Αχαιούς που τον αδίκησαν. Η θεά Αθηνά σκοτίζει τον νου του, κι έτσι αντί για τους αδικητές του σφάζει τα ζώα που είχε συγκεντρώσει ο στρατός ως λάφυρα.

Όταν συνειδητοποιεί τι έκανε, ντροπιασμένος αυτοκτονεί. Η αυτοκτονία παρουσιάζεται πειστικά σαν η μόνη λύση, αφού ο ήρωας δεν μπορεί να ξεπλύνει τη ντροπή του με έναν ένδοξο θάνατο στη μάχη (αφού έτσι θα χαροποιούσε τους Ατρείδες, που είναι πια εχθροί του) ούτε όμως μπορεί να επιστρέψει στην πατριδα, αφού δεν θα έχει μάτια ν’ αντικρίσει τους φίλους του εκεί.

Η τραγωδία του Σοφοκλή πατάει πάνω σ’ αυτόν τον μύθο, αλλά δεν σταματάει στην αυτοκτονία του Αίαντα, παρόλο που αυτό είναι το κεντρικό γεγονός. Μάλιστα, η ιδιομορφία αυτή θεωρήθηκε, ήδη από την αρχαιότητα, μειονέκτημα του έργου, αφού η αυτοκτονία συμβαίνει λίγο μετά τη μέση -η συνέχεια περιστρέφεται γύρω από την τύχη που θα έχει ο νεκρός του Αίαντα: θα τον αφήσουν άταφο, βορά των άγριων θηρίων και των όρνεων, όπως θέλει ο Αγαμέμνονας ή θα τον θάψουν κατά πως πρέπει σε ήρωα, όπως παθιασμένα προσπαθεί ο Τεύκρος, ο ετεροθαλής του αδερφός; Τελικά, με την παρέμβαση του Οδυσσέα, ο νεκρός θάβεται και εκεί τελειώνει το έργο. Ίσως γι’ αυτό τον λόγο, όπως επισημαίνει η εισαγωγή της Έφης Παπαδόδημα, το έργο αυτό του Σοφοκλή είναι από εκείνα που ανεβαίνουν σπανιότερα στην εγχώρια σκηνή.

Χαρακτηριστικό της νέας έκδοσης είναι, ακριβώς, η εκτενής εισαγωγή, που εξετάζει διεξοδικά και πολύ πυκνά μια σειρά ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία του έργου και με το ανέβασμά του. Πράγματι, από τις 260 σελίδες μεγάλου σχήματος του βιβλίου, η τραγωδία και η αντικριστή μετάφραση πιάνουν λίγο περισσότερο από 100 ενώ η εισαγωγή μόνο πιάνει 70 σελίδες. (Επειδή όμως το βιβλίο εκδίδεται από την Ακαδημία, η τιμή του είναι προσιτή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Θεατρικά, Καβαφικά, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 200 Σχόλια »

Αναπληροφόρηση στο ‘Η γλώσσα έχει κέφια’

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δεν το έγραψα εγώ, διότι είναι άρθρο «αναπληροφόρησης». Με τον όρο “αναπληροφόρηση” εννοώ αυτό που λέμε ελληνικά feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες.

Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία “γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια”, αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν και προσωπικά προτιμώ την αναπληροφόρηση, έστω κι αν η λέξη δεν νομίζω να έχει λεξικογραφηθεί. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία). Θα παρουσιάσω λοιπόν την αναπληροφόρηση που έχω πάρει από έναν εκλεκτό φίλο του ιστολογίου, τον Άρη Γαβριηλίδη, ο οποίος έκανε τον κόπο να διαβάσει το βιβλίο μου Η γλώσσα έχει κέφια με χαρτί και μολύβι και να μου γράψει όσα συνειρμικά του έρχονταν στο νου καθώς διάβαζε τα λήμματα του βιβλίου. Αφενός με τιμά που αφιέρωσε τόση προσοχή στο βιβλίο μου, αφετέρου βρίσκω ότι έχουν αξία τα σχόλιά του και γι’ αυτό τα παραθέτω πιο κάτω. Ο ίδιος φίλος έχει ήδη φτιάξει παράδοση, αφού έχει στο παρελθόν σχολιάσει με παρόμοιο τρόπο τρία προηγούμενα βιβλία μου, τις Λέξεις που χάνονται (τα σχόλιά του τα είχα δημοσιεύσει εδώ) και τις Οπωροφόρες λέξεις (αντίστοιχο άρθρο εδώ) και τα Λόγια του αέρα (εδώ το άρθρο μας).

Το βιβλίο Η γλώσσα έχει κέφια είναι το τελευταίο μου βιβλίο -για να προλάβω το γνωστό αστείο, εννοώ το πιο πρόσφατο, όχι το τελευταίο που θα βγάλω διότι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, έχω σκοπό να γράψω κι άλλα ενώ κάτι βρίσκεται στα σκαριά.

Κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο (εδώ το άρθρο που είχαμε βάλει τότε) και θα παρουσιαστεί στις 20 Απριλίου σε εκδήλωση (θα ενημερωθείτε εγκαίρως).

Αλλά πολλά είπα εγώ, δίνω τη σκυτάλη στον φίλο Άρη. Δικά μου σχόλια, αν βάλω, θα είναι μέσα σε αγκύλες με πλάγια.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΕΧΕΙ ΚΕΦΙΑ

ΝΙΚΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ

 Αγαπητέ Νίκο

Διαβάζοντας το τελευταίο σου βιβλίο, συνδύασα το τερπνόν μετά του ωφελίμου: μάθαινα και διασκέδαζα. Όπως έκανα και στα τρία προηγούμενα βιβλία σου (Οπωροφόρες λέξεις, Λέξεις που χάνονται και Λόγια του αέρα) καθώς διάβαζα, κρατούσα σημειώσεις, αλληλεπιδρώντας με το κείμενο. Ήταν μια απολαυστική διαδικασία για μένα και ταυτόχρονα  κρατούσε αδιάπτωτο το ενδιαφέρον μου από την αρχή ως το τέλος.   Ιδού τα σχόλιά μου, για την περίπτωση που τα βρεις ενδιαφέροντα.

Κεφάλαιο 1: «Αχ τα αγάπαγα τα καθαρά πράγματα»

  • «Αχ τα αγάπαγα τα καθαρά πράγματα»μπορεί εύκολα να γίνει «Αχ, να τα αγάπαγα τα καθαρά τα πράγματα» κερδίζοντας δύο Α παραπάνω και αυξάνοντας σε 68 τα Α στην μακρύτερη μονόφθογγή φράση της σελίδας 21.
  • Στο στρατό, υπάρχουν τα Α που προσδιορίζουν το αντικείμενο του κάθε γραφείου (Α1 , Α2 (ασφάλεια), Α3 (εκπαίδευση), κλπ.
  • Ποιο είναι το μονοφθογγικό ανέκδοτο με τα περισσότερα Α; Ρωτά ο πάπιος την πάπια «Πάπα, πάπα, πάπα, πά;»και εκείνη απαντά «Άπα, πάπα, πάπα, πά!».
  • Το Α είναι το μοναδικό γράμμα που, συντιθέμενο με 19 από τα 24 γράμματα της αλφαβήτου, σχηματίζει μια λέξη. Μετρείστε: δα (τώρα, δα), εά (επιτρέπει, «ουκ εά με καθεύδειν…»), ζα (ζώα), θα, ία (λουλούδια), λα (νότα), μα, να, πα (σύντμηση του πάει «δεν πά να πνιγεί», σα (σα δεν ντρέπεσαι!), τα, φα (νότα), χα (σαρκαστικό επιφώνημα), ωά (αυγά), αν, ας, αι (άρθρο), αμ («αμ πώς»-Κώστας Χατζηχρήστος), αχ. [Μπορούμε να τα ανεβάσουμε και στα 21, αν προσθέσουμε το Γ, γα, τη βυζαντινή νότα, και το Ξ, ξα, στην κρητική έκφραση «ξα σου»]
  • Το Α είναι από μόνο του μια λέξη: (α) επιφώνημα: «Α, ώστε έτσι!»,«Α! κύριε, κύριε Μαλακάση», (β) αναφορική αντωνυμία.
  • Συντιθέμενο με το σύμπλεγμα μπ, φτειάχνει τρεις ακόμη μονοφθογγικές λέξεις αλλάζοντας τον τονισμό: Μπά; (αλήθεια; ), μπα (όχι), άμπα (όχι).
  • Το Α είναι ο φθόγγος που κυριαρχεί στην νηπιακή διάλεκτο: μαμά, μπαμπά, άτα (βόλτα), μαμ, κακά, γιαγιά, παπά (παπούτσια), νάνι, βαβά (τραύμα), μάκια (φιλί), νταντά (να το κάνουμε νταντά, να το δείρουμε).

 

Κεφάλαιο 2: Είναι ελληνική η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο;

  • Γράφεις «Τα νέα ελληνικά είναι γλώσσα με γενικά μεγάλες λέξεις, αν συγκριθεί με τα γαλλικά και ιδίως με τα αγγλικά». Πράγματι. Και αυτός είναι ο λόγος που, όταν στέλνω SMS σε κάποιους φίλους, το γράφω στα αγγλικά.
  • Γνωστό και το ανέκδοτο. Διάλογος στο φαρμακείο:

-Παρακαλώ, μου δίνετε ένα κουτάκι ακετυλοσαλικυλικό οξύ;

-Εννοείτε ασπιρίνη;

-Ακριβώς! Όμως δυσκολεύομαι να θυμηθώ αυτή την λέξη!

  • Ο υπερσυντέλικος δεν σου θυμίζει λίγο υπερσιβηρικό;
  • Οι φτιαχτές πολυσύλλαβες λέξεις δεν σου θυμίζουν Φρανκενστάϊν.

 

Κεφάλαιο 3: Από τον Λω στον Παπατριανταφυλλόπουλο

Στην πρώτη γυμνασίου, όταν κάναμε καμιά σκανταλιά, η φιλόλογος μας έβαζε να γράψουμε το όνομά μας 50 φορές. Ζήλευα τότε τον χιώτη συμμαθητή μου με το όνομα Ίων Ρες. Το δικό, Αριστείδης Γαβριηλίδης, ήταν 3,5 φορές μεγαλύτερο. Για να μειώσω την αδικία στο μισό, κρατούσα ταυτόχρονα δύο στυλό, γράφοντας σε δύο γραμμές, πάνω κάτω…

[Αφου δεν ξέρουμε αν εντοπίζεται η Ιώ Λω, ο Ίων Ρες πρέπει να διεκδικεί μετάλλιο συντομότερου ονοματεπώνυμου!]

Κεφάλαιο 4: Σούρδοι και Ακανέδες

Επίτρεψέ μου, σε παρακαλώ, μία διόρθωση στη σελίδα 47: Αούτοι λέγονταν αποκλειστικά οι πόντιοι και όχι οι ανατολίτες, αφού μόνον αυτοί χρησιμοποιούν την λέξη. Μικρός, στην προσφυγική γειτονιά που μεγάλωσα, είχα ακούσει έναν «ανατολίτη» να αποκαλεί, περιπαικτικά ένα πόντιο «αούτο». Και εκείνος του έδωσε την πληρωμένη απάντηση: «φάε του κώλου μου το φρούτο!».

 Παρατσούκλια είχαμε, τα παιδιά, και στις γειτονιές που μεγαλώσαμε.  Γράφω, χαρακτηριστικά, στο νέο μου βιβλίο «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50-Η ζωή σε μια συνοικία του Πειραιά»:

Τους βόθρους άδειαζαν, όπως σήμερα, τα ειδικά βυτιοφόρα, που έγραφαν απέξω ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ ΒΟΘΡΩΝ και ακολουθούσε η επωνυμία, συνήθως χιουμοριστική: «Ο μια κι έξω», «Ο  Γαργαντούας», «Ο Φαταούλας». Σε ένα έγραφε «Ο Λάκης», προφανώς από το όνομα του ιδιοκτήτη.  Έλα όμως που, το κάθε αγόρι στη γειτονιά, είχε το παρατσούκλι του: ο Κολόβιος, ο Ακματζής, ο Βούδας, ο Τσοτσόριας, ο Ζαζά καφές, ο Περούκας, ο Φωτίκας και πάει λέγοντας. Ένας από τα παιδιά, που είχε την ατυχία να ονομάζεται Λάκης, απέκτησε αυτοδικαίως και αδιαμαρτύρητα το παρατσούκλι «Σκατατζής» -ώ, ναι, τα παιδιά είναι όντως σκληρά…

(περισσότερα για το βιβλίο στη ιστοσελίδα μου www.arisgavriilidis.gr)

 Κεφάλαιο 5: Ο χάρτης του φαντάρου

Γράφεις: «Ο φαντάρος…αισθάνεται ότι οι ντόπιοι τον αντιμετωπίζουν περίπου σαν κινούμενο εικασάευρο». Για αυτό και, οσάκις κάποιος πολιτικός τόλμησε να προτείνει κατάργηση άχρηστων στρατοπέδων στην επαρχία, η ιδέα καταπνίγηκε εν τη γενέσει της από την λυσσαλέα αντίδραση των ντόπιων. Επίσης, μήπως εκτός από εικοσάευρο τον βλέπουν και σαν υποψήφιο… γαμπρό;

Κεφάλαιο 6: Διακοπές στο Μπουρντάκιοϊ

Μου το διηγήθηκαν ως αυθεντικό: Στην Κατοχή, ρωτούν τον δάσκαλο, στο καφενείο, τι έφαγε το μεσημέρι. «Γιουβέτσι», απαντά εκείνος. «Γιουβέτσι, δάσκαλε;» τον ρωτούν απορημένοι. «Μάλιστα, κύριοι, γιουβέτσι! Άνευ κρέατος και μακαρονίων», συμπληρώνει. «Δηλαδή, δάσκαλε;» ξαναρωτούν μπερδεμένοι. «Νεράκι,  κύριοι, νεράκι σκέτο» διευκρινίζει αυτός.

Το λικέρ ΤΙΠΟΤΑ το θυμάμαι να το σερβίρουν στο μικρό ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς μου, γύρω στο 1970.

Θύμα της «σηκωβάρας» είχα πέσει και εγώ, μικρός, όπως διηγούμαι στο «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50». Ιδού το σχετικό απόσπασμα:

«Άλλη σκανταλιά ήταν να δώσεις σε ένα μικρότερο παιδί  μια εικοσάρα (νόμισμα είκοσι λεπτών) και να του ζητήσεις να πάει στον μπακάλη και να ζητήσει «μια δεκάρα σηκωβάρα και μια δεκάρα σηκωχτύπα». Πεντάχρονο θύμα των μεγαλύτερων παιδιών υπήρξα κι εγώ που εισέπραξα την απάντηση της κυρά Αλίκης, που είχε το μπακαλικάκι:  «άντε φύγε βρε παιδί μου, αυτοί σε κοροϊδεύουνε»  και όταν βγήκα βρήκα «αυτούς» σκασμένους στα γέλια…».

Θα πρόσθετα το γνωστό: «Δεν έρχεσθε καμία μέρα να πάμε πουθενά να φάμε τίποτα;», όπου όμως εδώ οι λέξεις δεν κυριολεκτούν αλλά σημαίνουν το ακριβώς αντίθετο…

Κεφάλαιο 8: Τα τελευταία λόγια

Ο Καραγκιόζης κάτι σκαλίζει στο χώμα με ένα κλαδί όταν έρχεται ο Χατζηαβάτης. «Μη μου τους κύκλους τάραττε, Χατζατζάρη, τρισκατάρατε», του λέει, με φοβερή ομοιοκαταληξία, που θα ζήλευε και ο Γκάτσος… [Πρέπει να την έχει και ο Σουρής]

Στα τελευταία λόγια-σύντομα ανέκδοτα θα πρόσθετα οπωσδήποτε το κορυφαίο, του Ταρζάν: «ποιος κερατάς έβαλε γράσο στο σχοινί;».

Κεφάλαιο 12: Λιπογράμματα, λοιπόν!

Προ αμνημονεύτων ετών, είχα διαβάσει σε κάποιο οικογενειακό περιοδικό (Ρομάντζο; Θησαυρός;  ) κάτι που με είχε εντυπωσιάσει. Ένας στιχουργός έγραψε ένα τραγούδι δίχως ρω για χατίρι μιας τραγουδίστριας που δεν μπορούσε να το προφέρει. Δημοσίευε μάλιστα και τους στίχους. Δυστυχώς, δεν θυμάμαι το όνομα ούτε του στιχουργού ούτε της τραγουδίστριας.

 

Κεφάλαιο 17: Στην λίμνη την ποιητική…

Στη σελίδα 113 γράφεις (Ριπιτίδι ή ριπιτί είναι η διάρροια…). Λείπει το γνωστότερο τσιρλιπιπί: (https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AF).

 

Κεφάλαιο 19: Και άλλοι επιφανείς κάτοικοι της Νομανσλάνδης

Προ αμνημονεύτων ετών, πήγα στο ιταλικό προξενείο, στον Πειραιά, με μια επιστολή στα αγγλικά (δούλευα τότε σε ξένη τράπεζα), προς ιταλική εταιρεία, ζητώντας να βεβαιώσουν το γνήσιον της υπογραφής μου. Ένας άνθρωπος-ορχήστρα, που έκανε  ταυτόχρονα  δέκα διαφορετικές δουλειές, ανέλαβε να με εξυπηρετήσει. Μου ζήτησε ταυτότητα, πρόσθεσε κάτι με την γραφομηχανή στην επιστολή και μπήκε σε ένα γραφείο για να πάρει την υπογραφή. Φεύγοντας, έριξα μια ματιά στο χαρτί και γούρλωσα τα μάτια. Ο πρόξενος είχε βεβαιώσει το γνήσιον της υπογραφής του Mr. Sincerely Yours…

Κεφάλαιο 20: Ο δαίμονας και τα πολλά ποδάρια του

Αν οι τυπογράφοι και οι διορθωτές φορτώνουν τα λάθη τους στον δαίμονα, εμείς, οι παλιοί μανατζαραίοι, είχαμε το secretarial error και ας μην είχε καμία ανάμιξη η γραμματέας μας…

Στην σελίδα 137 αναφέρεις τις αισχρολογίες. Θυμάμαι, πιτσιρικάς, χάζευα στα βγαλμένα φύλλα του ημερολόγιου με τα στιχάκια. Σε ένα από αυτά διάβασα κάτι που ακόμη το θυμάμαι: «Από τότε που ήλθαν οι μπότεν / μας γ@μ%ύν χωρίς καπότεν / το ψωμί μας έγινε μπομπότεν / αχ, ως πότεν;». Προφανώς είχε γραφτεί επί κατοχής. Το πώς διέλαθε και μπήκε μαζί με τα αισθηματικά, χαζοχαρούμενα στιχάκια παραμένει άγνωστον!

[Μία από τις πολλές παραλλαγές. Επίσης: όλα γίνανε φερμπότεν / το ψωμί έγινε μπομπότεν / και εμείς γίναμε ρομπότεν, με ίδιον τον πρώτο και τον τελευταίο στίχο]

Στην σελίδα 139, μιλάς για την γειτνίαση του Λ με το πλήκτρο του τόνου, και τα παιχνίδια που μπορεί να σου κάνει με το ρήμα κάνω. Την έχω πατήσει αρκετές φορές αλλά το διόρθωνα έγκαιρα. Όμως μία μικρή απροσεξία αρκεί για να  σε κλάνει ρεζίλι.

 

Κεφάλαιο 23: Ο Ραβιόλης κατοικεί…

Γράφεις στην σελίδα 160, ότι αργά ή γρήγορα όλα τα ραμόνια, είτε παιδιόπλαστα είτε της ενήλικης ζωής, ξεδιαλύνονται. Ομολογώ πως, διαβάζοντας αυτό το κεφάλαιο εγώ ξεδιάλυνα δύο: το «μα την Νινευί» που είναι «μάτι μη με δει» και το «καμαρούλα μια σταλιά δύο επί τρία, κόχη και λατρεία» που εγώ τόσα χρόνια το άκουγα «πόθοι και λατρεία». Βέβαια, τώρα που το ξαναβλέπω, μήπως τελικά το «πόθοι» είναι το σωστό;

 

Κεφάλαιο 25: Γράμματα και λεξικά

Ο παρατιθέμενος πίνακας με την ποσοστιαία συχνότητα εμφάνισης των γραμμάτων στα κείμενα είναι ένα από τα εργαλεία των αποκρυπτογράφων.

 

Κεφάλαιο 26: Αλφαβητικά ρεκόρ

Διαβάζοντας τον ερυθροφρουρό με τα 4 Ρ, θυμήθηκα το πείραγμα ενός φίλο σε κάποιον άλλο, που δεν μπορούσε να πει το Ρ. «Για πες ρουρούρα, μα τι ρουρούρα, ρουρουράρα!».

[Εμείς είχαμε βάλει το: Στους καταρράχτες του Νιαγάρα τρέχει γάργαρο και κελαρυστό νερό]

Κεφάλαιο 29: Διπλά και τρίδιπλα

Στην σελίδα 195, εκτός από το Σάββατο έχουμε και τον Σάββα.

 

Στην σελίδα 197, εκτός από τον Ρωσσαγγλογάλλο έχουμε τον ελληνικότατο, γνωστότερο και απλούστερο σπαγγορραμμένο (όπου ο σπάγγος σε μια από τις δύο γραφές).  Έτσι τον έγραφε και ο Πολενάκης, στην σειρά γελοιογραφιών, που δημοσίευε το περιοδικό Ρομάντζο, στην κάτω δεξιά γωνία του οπισθόφυλλου, στο τέλος της δεκαετίας του ’50. Ο σπαγγορραμμένος πλεονεκτεί έναντι των κομμουνιστοσυμμοριτισσών επειδή έχει τρία διαφορετικά διπλά σύμφωνα αντί των δύο που έχουν εκείνες. [Πράγματι, αλλά είναι αμφίβολο αν, ως λαϊκή λέξη, κρατάει σήμερα τα δύο ρο]

Κεφάλαιο 30: Τα τείχη στην τύχη…

Στην σελίδα 204, η τετράδα ομόηχων «πολύ, πολλοί, πολλή, πωλεί» μου θύμισε τον αστείο διάλογο: -Πλεις πλι; -Δεν πλω πλι, πλω πλο. Ό μεθερμηνευόμενο εστί «πωλείς πουλί; -Δεν πουλώ πουλί, πουλώ πηλό». Εξ άλλου έχουμε και το ωραίο χωριό μετά την Κατερίνη, τον Κοκκινοπηλό, που οι ντόπιοι τον λένε και τον γράφουν σε πινακίδα στην είσοδο του χωριού τους «Κοκκινοπλός». [Απ’ όπου και το επώνυμο Κοκκινοπλίτης, που επιχωριάζει στο κοντινό Λιβάδι της Ελασσόνας]

Έχουμε ακόμη να μας μπερδεύουν συχνά: πολιτική-πολιτικοί και κριτικοί-κριτική-κρητικοί, όπου στον προφορικό λόγο ο ομιλών αναγκάζεται να διευκρινίζει χαμηλώνοντας την φωνή του π.χ. «με ήτα».

[πολιτικοί – πολιτική – πωλητική]

Κεφάλαιο 31: Το ριμάριο των ομωνύμων

Το τραγούδι «Δίχως Γιάννο δεν θα γιάνω» ταυτίζεται φυσικά με την φωνή της Βέμπο. Το ακούγαμε συχνά στο ραδιόφωνο κατά την δεκαετία του ’50.

 

Κεφάλαιο 33: Τα κουράδια,  ο γάλος (κλπ)

Στη σελίδα το περιστατικό με τον πρωτοετή Κρητικό φοιτητή που είπε στην παρέα του: «Δεν έχω μαζί μου λεφτά, τα ξέχασα στο σύρμα», μου θύμισε φίλο μου, πρωτοετή φοιτητή στην Θεσσαλονίκη, που έσκασε στα γέλια όταν άκουσε μια κυρία να φωνάζει στο λεωφορείο: «Οδηγέ, με ανοίγεις από πίσω;».

Παρόμοιο περιστατικό με το «κάτσε» στην Ιταλία, είχα κάποτε στην Βηρυτό: Σε μια παρέα με Έλληνες και Άραβες συναδέλφους, αφηρημένος είπα «γεια χαρά» σε ένα Ιορδανό που έφευγε εκείνη την ώρα λέγοντας «good bye”. Γύρισε και μου είπε ενοχλημένος «what did you say?». Λύθηκε η παρεξήγηση όταν εκείνος μου εξήγησε ότι «γιά χάρα» στη γλώσσα του σημαίνει «ε, εσύ, σκατό» και εγώ του εξήγησα τι εννοούσα στη γλώσσα μου. Είχα όμως έγκαιρα ειδοποιηθεί να μην λέω μπροστά σε αραβόφωνους «είκοσι οκτώ», που στη γλώσσα τους σημαίνει κάτι σαν «της αδελφής σου…».

Κεφάλαιο 34: Το κρυφό τσιμπούσι…

Γυμνασιόπαιδες διασκευάσαμε το σουξέ της εποχής «Ένα ρολόι μού ’χες χαρίσει / που το κοιτούσα όταν αργούσες  / και το ρωτούσα αν μ’ αγαπούσες. / Θα το δώσω το ρολόι / και θα πάρω κομπολόι / να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς» σε «Κλεψύδραν μίαν εδώρισάς μοι / ην την εώρων εσού αργούντος / και την ηρώτων αν με ηράσθης. / Την κλεψύδραν θέλω δώσει και μπεγλέριον ωνήσω / ίνα τους καημούς μετρώ / τε και τους ολοφυρμούς».

 

Κεφάλαιο 38: Ταμίλα Παζάρεβα κλπ

Στην σελίδα 273, λείπει ο διαπρεπής Κύπριος ηθοποιός Άλσος Παγκρατίου.

Στη σελίδα 274 ο Τομάς Εγκαρσίας είναι, νομίζω, Αργεντινός χειρουργός και όχι χειρούργος. Λείπει ο συνάδελφός του Ρουμάνος ορθοπεδικός Κάκοσι Μινίσκου και ο φοβητσιάρης Ισπανός Αντόνιο Εκλασαμέντες.

Στην σελίδα 274, δίπλα στα ευπρεπιστικά Έρμαν Έσσε και Μάριο Πούζο θα πρόσθετα τον «βιβλικό» ηθοποιό Τσάρλτον Ήστον (Heston). Έφηβοι, διασκεδάζαμε ακόμη με την Άννα Μουνίνι και τον Ποπώφ Βρομοκολάρωφ.

 

Κεφάλαιο 39: Μπανιστίρ ντουλάπ…

Τα «ελληνοτουρκικά» λογοπαίγνια εμφανίστηκαν την δεκαετία του ’60 (δεν υπήρχαν παλαιότερα) και μάλιστα τα δημοσίευε τακτικά και μια εφημερίδα, ίσως Τα Νέα. Θα πρόσθετα τα:

σπέρμα: τσουτσού καϊμάκ

τροτέζα: καλντερίμ χανούμ

Μπριζίτ Μπαρντό: μπακλαβά χανούμ

 

Κεφάλαιο 40: Λογοπαίγνια και καλαμπούρια

Στην σελίδα 282, αναφέρεις το «no pun intended» για να δηλώσει ο συγγραφέας ότι ήταν συμπτωματικό κα όχι σκόπιμο. Έχω δει όμως και το «pun intended» για να δηλώσει το αντίστροφο.

Στην σελίδα 287, αναφέρονται τα λογοπαίγνια στις μπουάτ της δεκαετίας του 1960, όπως το του Γιάννη Αργύρη «κάθε καϊμάνι και λιμός». Εκείνη τη εποχή, στο γυμνάσιο, διασκεδάζαμε με τα «τηγανιτάκια πατατά», «μεταφορούνται εκτελαί», «οδός Τρικολάου Χαρούπη» και άλλα.  [Εντύπωσή μου είναι ότι τα τηγανιτάκια πατατά τα είχε και ο Παπάκιας, ο πρόγονος του Μικρού Νικόλα του Γκοσινι -εννοώ την άνευ δικαιωμάτων διασκευή που δημοσίευε η Διάπλαση των Παίδων περί το 1965]

 Στην ίδια σελίδα, αναφέρεται το «εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος» του γέρου Παπανδρέου για τον Γρίβα, παραλείπεται όμως το κορυφαίο του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών Καθολικώς Διαμαρτυρομένων», με το οποίο σάρκαζε το σύνθημα της χούντας.

Τέλος, υπάρχει μια λέξη που αποτελείται από τρεις προθέσεις: αναπαραδιά (έλλειψη χρημάτων).

Ραντεβού στο επόμενό σου βιβλίο.

Άρης Γαβριηλίδης

Συγγραφέας-Εικαστικός

www.arisgavriilidis.gr

 

[Σε ευχαριστώ πολύ Άρη!]

 

Posted in Αναπληροφόρηση, Γλωσσικά ευτράπελα, Λογολογία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , | 152 Σχόλια »

Το νέο και απέραντο λιβάδι με τους μαργαρίτες (βιβλίο του Μιχάλη Μουτσάτσου)

Posted by sarant στο 18 Μαρτίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλίο που ασχολείται με ένα θέμα που ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο και που το συζητάμε τακτικά, ιδίως κάθε Σάββατο: τα γλωσσικά και πραγματολογικά λάθη, που έχει επικρατήσει να τα λέμε «μαργαριτάρια».

Πρόκειται για το βιβλίο «Το νέο και απέραντο λιβάδι με τους μαργαρίτες» του φίλου Μιχάλη Μουτσάτσου, ο οποίος ήδη από τον τίτλο του αποτίει φόρο τιμής σε ένα παλιότερο βιβλίο, το «Λιβάδι με τους μαργαρίτες» (1965) του Θανάση Φωτιάδη, που το είχαμε παρουσιάσει, κατά σύμπτωση, εδώ στο ιστολόγιο πριν από ένα μήνα περίπου.

Προσέξτε ότι ο τίτλος δεν λέει για λιβάδι με «τις» μαργαρίτες, αν και οι μαργαρίτες πολύ συχνά φυτρώνουν σε λιβάδια. Λέει για «τους» μαργαρίτες, δηλαδή τα μαργαριτάρια, και άλλωστε το εξώφυλλο του βιβλίου μαργαριτάρι παρουσιάζει.

Από πότε τα γλωσσικά λάθη τα λέμε μαργαριτάρια, και γιατί; Στο ερώτημα αυτό έχουμε προσπαθήσει να δώσουμε απάντηση με ένα παλιό άρθρο, που το ξαναδημοσιεύσαμε το 2012, και που σηκώνει και δεύτερη αναδημοσίευση, οπότε δεν θα ασχοληθώ σε τούτο το άρθρο με το θέμα μας.

Πάντως, η… μαργαριταλιεία είναι ενασχόληση διασκεδαστική και ωφέλιμη οταν γίνεται για να μάθουμε κι εμείς οι ίδιοι και να ασκηθούμε στη χρήση της γλώσσας, είναι απαραίτητη για εκείνους τους επαγγελματίες γραφιάδες που είναι επιφορτισμένοι με την επιμέλεια κειμένων ή τη θεώρηση μεταφράσεων, χάνει όμως πολλή από την αξία και το γούστο της όταν μετατρέπεται σε λαθοθηρία και σε άσκηση εξουσίας. Να πούμε, παρεμπιπτόντως, πως η ίδια η λέξη «μαργαριταλιεία» κρύβει μέσα της ένα υποψήφιο μαργαριτάρι αφού η αλιεία έπαιρνε δασεία, οπότε θεωρητικά θα «έπρεπε» να έχουμε δάσυνση στη σύνθεση, δηλαδή να γράψουμε «μαργαριΘαλιεία», όπερ αποτρόπαιον. Ο Κουμανούδης, που καταγράφει τη λέξη στην Εστία το 1898, σημειώνει απλώς, και σοφά, ότι «το ταυ δεν δασύνθηκε, κάτι που συνέβη και σε άλλες νεόπλαστες λέξεις».

Το βιβλίο λοιπόν του Μουτσάτσου είναι μια συλλογή μαργαριταριών από την τηλεόραση και τις εφημερίδες, από το 2001 και μετά. Ο Μουτσάτσος, φίλος του αείμνηστου πατέρα μου, δημοσίευε τα ευρήματά του από το 2001 στο περιοδικό Το φιστίκι, που έβγαζε ο πατέρας μου στην Αίγινα, στη στήλη Το λιβάδι με τους μαργαρίτες, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Ζούργκα -έτσι λέγεται ο ήρωας στην όπερα «Αλιείς μαργαριταριών» του Μπιζέ! Ένα δείγμα είχα αναδημοσιεύσει στον παλιό μου ιστότοπο. Δικό του είναι και το άρθρο για τον Τρωικό πόλεμο, που είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο παλιά.

Το Φιστίκι σταμάτησε την έκδοσή του, αλλά ο Ζούργκα/Μουτσάτσος συνέχισε να ψαρεύει μαργαριτάρια, και στο βιβλίο του μας τα παρουσιάζει και αυτά -πάντως, τα 4/5 της ύλης του βιβλίου είναι παλιότερα μαργαριτάρια, της περιόδου 2001-2006.

Να σημειώσω ότι πρόκειται για ιδιωτική έκδοση, η οποία προς το παρόν διατίθεται στο βιβλιοπωλείο «Παρ’ Ημίν» (Χαριλάου Τρικούπη 11) αν και σε λίγο θα υπάρχουν αντίτυπα και στην Πολιτεία.

Όπως θα δείτε και από το δείγμα που θα παρουσιάσω, το βιβλίο του Μουτσάτσου είναι πολύ ευχάριστο αλλά και ωφέλιμο ανάγνωσμα, και επιπλέον υπερτερεί σε σχέση με άλλες συλλογές μαργαριταριών που βλέπουμε να κυκλοφορούν στο Διαδικτυο κατά το ότι τα ευρήματα είναι αυθεντικά. Πράγματι, είναι ξεκαρδιστικό να διαβάζεις για τον μεγάλο ποιητή Κωνσταντίνο Καντάφη, αλλά το μαργαριτάρι αυτό μάλλον είναι… καλλιεργημένο -εννοώ, όχι γνήσιο. Τα μαργαριτάρια της συλλογής του Μουτσάτσου, όσο μπόρεσα να ελέγξω, είναι γνήσια.

Γράφει στον πρόλογό του ο συγγραφέας:

Αλήθεια, πόσων ειδών μαργαριτάρια υπάρχουν; Ποια είναι τα αίτια;

Πρώτα απ’ όλα ας ξεχωρίσουμε τα γραπτά και τα προφορικά. Θα περίμενε κανείς ότι σχεδόν όλα θα ήταν προφορικά. Για πολλούς λόγους: Κατ’ αρχήν γιατί έχουμε χρόνο να σκεφτούμε τι και πώς θα γράψουμε, ενώ ο προφορικός λόγος δεν δικαιολογεί παύσεις και σκέψεις. Γι’ αυτό και λέμε πως άλλο πράγμα είναι η ρητορική δεινότητα και άλλο η «γερή πένα». Παλαιότερα, τα κείμενα σε εφημερίδες και βιβλία υπόκειντο σε αυστηρό διορθωτικό έλεγχο, ενώ ο προφορικός λόγος δεν είχε τρόπο μετάδοσης πλην των (ολίγων) ακροατών. Σήμερα όμως, με τα ραδιόφωνα και (ιδίως) με την τηλεόραση, η κύρια επικοινωνία είναι η προφορική και αυτός είναι ο μεγάλος “μαργαριταρότοπος” (ή “οστρακότοπος”, αν προτιμάτε). Αυτό το ελαφρυντικό πάντως δεν ισχύει για τα δελτία ειδήσεων, αφού οι παρουσιαστές απλώς διαβάζουν από μεγάλη οθόνη που βρίσκεται μπροστά τους (κι εμείς νομίζουμε ότι κοιτάζουν εμάς).

Ένας άλλος λόγος διάπραξης γλωσσικού ολισθήματος είναι η ανάγκη που έχουν πολλοί άνθρωποι να πουν κάτι πομπώδες, κάτι πιο καθαρευουσιάνικο, πιο ξεχωριστό. Αυτό το βλέπουμε τόσο σε απλούς ανθρώπους που -όπως λέω- «τους χώνουν ένα μικρόφωνο κάτω από τη μύτη», όσο και σε δημόσια πρόσωπα, που έχουν μια (μικρότερη ή μεγαλύτερη) τάση αυτοπροβολής.

Αρκετά “μαργαριτάρια” είναι όμως (δυστυχώς) γραπτά! Και άλλο βέβαια μια λεζάντα στις ειδήσεις, που μπορεί να γράφτηκε επιτροχάδην και να “χτυπήθηκε” λάθος γράμμα (π.χ.: 17 ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΚΑΡΡΕΥΣΗ) και άλλο να ακούς στα δελτία ειδήσεων (που διαβάζουν, όπως είπαμε) αλλά και σε έντυπα και δη σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Καθ’ όσον άλλο πράγμα κάποιο τοπικό φύλλο και άλλο πράγμα π.χ. ΤΟ ΒHΜΑ!

Τώρα, ως προς τις αιτίες της “διάπραξης”: Ξεχωρίσαμε ήδη ένα λόγο, τη διάθεση πολλών να πουν κάτι που «θα γράψει», που δεν θα είναι μια συνηθισμένη φράση. Αυτό αφορά (σχεδόν πάντα) τον προφορικό λόγο. Πίσω όμως από (τα περισσότερα) “μαργαριτάρια” βρίσκεται μια ανεπάρκεια στη γλώσσα, στη γραμματική και το συντακτικό, που τρομάζει όσο κι αν θέλουμε να τη διακωμωδούμε. Όσο κι αν θέλουμε να δικαιολογούμε απλούς ανθρώπους, δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε ανθρώπους των ΜΜΕ και πολιτικούς. Πρέπει να δεχθούμε ότι αυτοί (κυρίως οι πρώτοι) μαθαίνουν στα παιδιά μας τη γλώσσα πολύ περισσότερο απ’ ότι το σχολείο.

Άλλος λόγος διάπραξης είναι το «ΚΟΠΙ-ΠΑΣΤΕ», για να θυμηθούμε μια φράση που έγινε viral προ καιρού. Δηλαδή ακούσαμε μια “πιασάρικη” φράση, π.χ. «εν ου παικτοίς» και την ξαμολάμε σε άσχετη περίπτωση, «επί δικαίοις και αδίκοις», όπως ισχυρίστηκε γνωστή πολιτικός μας [εννοεί την Άννα Διαμαντοπούλου -ν.σ.]. Πάλι πίσω της βρίσκεται η γενικότερη έλλειψη παιδείας. Σ’ αυτήν θα εντάξουμε και τα φαινόμενα (και τα μαργαριτάρια) έλλειψης βασικών γνώσεων. Σε μας τους «παλαιότερους» φαίνεται αδιανόητο να υπάρχει έστω και ένας απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που να λέει «σε ακτίνα δεκαπέντε τετραγωνικών χιλιομέτρων». Κι όμως, ο γιος μου επιμένει ότι αυτό δεν είναι τίποτε, ότι υπάρχουν και χειρότερα. Τον δικαιώνει η συλλογή αυτή…

Ενώ οι περισσότερες από αυτές τις επισημάνσεις είναι εύστοχες, εγώ δεν θα βιαζόμουν να μιλήσω για ανεπάρκεια στη γλώσσα, που υποτίθεται πως χαρακτηρίζει τους ομιλητές. Θα προτιμούσα να μιλήσω για προβληματικές περιοχές της γλώσσας, για περιοχές που βρίσκονται σε φάση γλωσσικής αλλαγής. Για να το πω αλλιώς, όταν σε ένα σημείο της εθνικής οδού συμβαίνουν συνεχώς δυστυχήματα, δεν φταίει μόνο ή κυρίως η κατάρτιση και η επάρκεια των οδηγών -συνήθως φταίει και η χάραξη του δρόμου ή η ποιότητα του οδοστρώματος.

Αλλά ας δούμε ένα δείγμα από το βιβλίο. Διάλεξα να παρουσιάσω τρεις σελίδες προς το τέλος του βιβλίου, με πιο σύγχρονα αλιεύματα, στις σελ. 212-214 (το βιβλίο έχει 228 σελίδες).

«Δώστε μου τώρα τα νούμερα κατ’ αλφαβητική σειρά» (παρουσιαστής LOTTO στον ΣΚΑΪ).

—> Ίσως αξίζει κάποιο βραβείο κοτσάνας. Γι’ αυτό και η υπογράμμιση.

«Όλους τους ιθύνοντες νους» (μεταφραστής δηλώσεων του Ερντογάν).

—> Τι είναι τέλος πάντων αυτοί οι τηλεοπτικοί “νους”; Αν έλεγαν νόες, οι μισοί δεν 0α καταλάβαιναν και. οι άλλοι μισοί θα κούναγαν το κεφάλι τους…

«Μειώνουν στον πόντο οι Σερβίδες» (από τους Ολυμπιακούς του Ρίο, ΕΤ3 18/8/2016).

—> Ακολουθούν οι… Τουρκίδες, οι Βραζιλίδες και δε συμμαζεύεται.

«Δεν μπορεί αυτό το γεγονός να περνά αβρόχοις ποσίν» [διαμαρτυρία του κ. Τατούλη (ξαναχτυπά!) για τα κρούσματα ελονοσίας 21/8/2016].

—> Αφού στις εκλογές καθαρίζει “αβρόχοις ποσίν”…

«Βλέπουν ότι προδώνονται» (ανταποκριτής του ΣΚΑΪ από την Τουρκία, 24/8/2016).

—> Εμένα, εκτός από τα αυτιά μου, νοιώθω να με “προδώνει” συνέχεια και ο αυτόματος διορθωτής…

«Επιφανής στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης» (ΒΗΜΑτοδότης 21/8/2016).

—> Ποιος να ήταν άραγε αυτός ο… στέλεχος; Πάντως στην καθομιλουμένη ξέρετε πώς λέγεται το στέλεχος του φυτού…

«Μη δίνεις σημασία στους τιμητές της μετριότητας»

(παραίνεση Κυρ. Μητσοτάκη στον Πύρρο Δήμα, στην ίδια στήλη και ημερομηνία).

—> Ήταν μέτριος ο Δήμας ή εννοούσε τους μέτριους που τον επιτίμησαν;

«Μια είδηση που σημειώθηκε πριν λίγο στη Ζάκυνθο» (ΣΚΑΪ 2/9/2016).

—> Χιλιοειπωμένο ήδη, δεν υπάρχουν πια γεγονότα που συμβαίνουν αλλά ειδήσεις που σημειώνονται…

«…που έχουν συμφωνηθεί ούτως ή αλλιώς» (Κυρ. Μητσοτάκης στη ΔΕΘ του 2016).

—> Μήπως “έτσι ή άλλως”;

«Αν σκοράρει, θα κατεβάσει τη διαφορά στη μέγιστη τιμή της» (περιγραφή αγώνα basket στην ΕΤ1, 10/2016). —> Ο ευρών αμοιφθήσεται…

«Η περίμετρος ανέρχεται σε 300 τετραγωνικά μέτρα» (ανταπόκριση ΕΤ1 από Ιωάννινα, 23/10/2016).

—> Περίμετρο δε λένε την έκταση;

«Πωλείται διαμπερές μονοκατοικία» (αγγελία στο Παγκράτι).

—> Αυτός φταίει; Ακούστε παρακάτω!

«Το κρύο είναι διαμπερές» (ρεπόρτερ ΣΚΑΪ, 8/1/2017).
—»Διαπεραστική αγραμματοσύνη! Περισσότερα από ένα κανάλια πετάνε την πομπώδη έκφραση, χωρίς βέβαια να ξέρουν τι σημαίνει.

«Θερμοκρασία μείον τρεις βαθμούς κάτω από το μηδέν» και «τη νύχτα θα έχουμε ολικό παγετό» (σχεδόν όλα τα κανάλια).

—> Είναι όπως το «ύφεση μείον 5%». Σημασία έχει η μπαρούφα να είναι πομπώδης… Όσο για τον «ολικό παγετό», λέγεται όταν η θερμοκρασία είναι κάτω του μηδενός για όλο το 24ωρο.

«Πέντε χωριά παραμένουν εγκλωβισμένα» (ΣΚΑΪ, στο μεσημεριανό δελτίο της 11/1/2017).

—> Εγκλωβισμένα είναι ζώντα όντα και όχι κτίσματα. «Αποκλεισμένες» λεπτομέρειες;

«Με ελαφρά τη καρδία» (δηλώσεις του Κυρ. Μητσοτάκη μετά τη συνάντηση με τον Αρχιεπίσκοπο, 25/4/2017)
—> Θα παρασύρθηκε από τον κ. Μάρδα… [σε προηγούμενες σελίδες, ο Δ. Μάρδας συλλαμβάνεται να λέει το ίδιο]

«Να παράξει περισσότερα απ’ αυτά που πάραξε» (Δ. Τζανακόπουλος, κυβερνητικός εκπρόσωπος).

—» Η καρδιά μου σπάραξε που το άκουσα…

«Αναχώρησε με το αυτοκίνητό του προς άγνωστη κατεύθυνση, ακολουθούμενος από ομάδα αστυνομικών»

(ρεπόρτερ του ΣΚΑΪ, 29/5/2017).

—> Δεν είχε δηλώσει διεύθυνση ή δεν πρόλαβε να δει την κατεύθυνση;

«Οι τιμές του όζου» (πρωινή παρουσιάστρια στον ΣΚΑΪ. 3/7/2017).

—> Καθ’ όσον το όζο, Λόλα μου, είναι σαν το μήλο (του μήλου). Τα -ον -όντος έχουν αποσυρθεί…

 

Από το δείγμα αυτό θα καταλάβατε ότι σε κάποια σημεία δεν συμφωνώ με τον φίλο Μιχάλη -ας πούμε δεν σπαράζω όταν ακούω το «έχει παράξει» και αυτό δεν το λέω βέβαια επειδή εδώ το είπε ο Τζανακόπουλος, αφού το έχω υποστηρίξει από παλιότερα.

Και βέβαια, όπως σχεδόν πάντοτε συμβαίνει, η… κατάρα του Μέφρι, που χτυπάει όποιον διορθώνει άλλους, χτύπησε και το βιβλίο του Μιχ. Μουτσάτσου, αφού δεν το απέφυγε το ορθογραφικό λαθάκι όταν έγραψε «ο ευρών αμΟΙφθήσεται». Αμοιβή, βέβαια, αλλά αμείβομαι -και ο ευρών αμΕΙφθήσεται, όπως είναι το κλισέ.

Αλλά κι ο Μέφρι μέσα στο παιχνίδι είναι!

 

Posted in Αίγινα, Γλωσσική αλλαγή, Δημήτρης Σαραντάκος, Μαργαριτάρια, Νόμος του Μέφρι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 172 Σχόλια »

Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα

Posted by sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2019

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφόρησε πριν από τις γιορτές, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ένα συλλογικό έργο, σε επιμέλεια Πηνελόπης Πετσίνη και Δημήτρη Χριστόπουλου, το οποίο φιλοδοξεί να χαρτογραφήσει το φαινόμενο της λογοκρισίας στην Ελλάδα, ιδίως κατά τη μεταπολεμική και ειδικότερα κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο.

Το έργο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: Η πρώτη παρουσιάζει το υπόβαθρο της λογοκρισίας υπό τη μορφή ιστορικής ανασκόπησης. Σε ξεχωριστές μελέτες τεκμηριώνεται η λογοκρισία στον Τύπο, στις εικαστικές τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία κ.ο.κ.

Η δεύτερη αναλύει τα «πεδία της λογοκρισίας», δηλαδή τα θέματα στα οποία συστηματικά εντοπίζονται λογοκριτικά φαινόμενα, όπως η βλασφημία, τα εθνικά θέματα, η πορνογραφία κ.ά.

Η τρίτη ενότητα, με τίτλο Συμβάντα, αποτελεί το καθαυτού λεξικό, καθώς αποτελείται από σύντομα λήμματα σε αλφαβητική σειρά -μια γεύση παίρνετε από τον πίνακα περιεχομένων εδώ, αλλά μόνο από το γράμμα Α (ως το λήμμα ‘Αριστοφάνης’) διότι τα υπόλοιπα δεν χώρεσαν στην παρουσίαση της Πολιτείας.

Αυτά ακριβώς τα λογοκριτικά συμβάντα αποτελούν πολύ ενδιαφέροντα θέματα για συζήτηση στο ιστολόγιο -μάλιστα, καθώς τα περισσότερα εντοπίζονται στην εποχή μετά το 1974, τα έχουμε ζήσει, τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι. Κι έτσι, το βιβλίο αυτό σιγουρα θα το αναζητούσα έτσι κι αλλιώς και υπόσχομαι στο μέλλον να παρουσιάσω κάποια θέματα από τα λήμματα του λεξικού.]

Όμως στο βιβλίο έχω βάλει κι εγώ το χέρι μου, δηλαδή συμμετέχω με πέντε σύντομα σημειώματα τα οποία, δεν θα το κρύψω, είναι παρμένα από άρθρα του ιστολογίου. Αρχικά, μου ζήτησαν να γράψω κάτι για τη σύγκρουση Μάνου Χατζιδάκι και Αυριανής -όπου είχαμε τη δημαγωγική επίκληση της λογοκρισίας εκ μέρους της Αυριανής, και, κουβέντα στην κουβέντα, πρότεινα και μερικά ακόμα σύντομα σημειώματα. Τι τα θέλετε, τόσα χρόνια έχει μαζευτεί στο ιστολόγιο αρκετό αξιόλογο υλικό, και όχι μόνο ποσοτικά (προχτές περάσαμε τα 3700 άρθρα).

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα από τα πέντε σημειώματα που έδωσα στο Λεξικό της λογοκρισίας, που το διάλεξα για δύο λόγους: από τη μια, πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο εδώ και εννιά χρόνια, άρα δεν θα το θυμούνται πολλοί, και μάλιστα, επειδή μπήκε κυριακάτικα (δεν είχαμε ακόμα καθιερώσει λογοτεχνικό θέμα τις Κυριακές) ο σχολιασμός του ήταν σε στενό οικογενειακό κύκλο, αν και έγιναν ουσιαστικά σχόλια. Από την άλλη, το άρθρο που έδωσα στο βιβλίο έχει πολλές διαφορές από το παλιό άρθρο του ιστολογίου, πάνω από το μισό είναι καινούργιο -και πρέπει να ευχαριστήσω το Σπαθόλουρο για τη βοήθεια στην ανεύρεση στοιχείων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Εφημεριδογραφικά, Λογοκρισία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »

«Που με βια με στρατηγεί….», ή μαργαριτάρια του 1958

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2019

Λένε πολλοί ότι στην εποχή μας η γλώσσα απειλείται, ότι η νεολαία πάσχει από λεξιπενία και ότι κάνει τραγικά γλωσσικά λάθη. Τα ίδια όμως τα λένε σε κάθε εποχή. Θα θυμάστε άλλωστε τη φασαρία που είχε γίνει περί το 1985, όταν στις πανελλήνιες εξετάσεις, στο θέμα της έκθεσης, κάποιοι υποψήφιοι είχαν ζητήσει διευκρινίσεις για τις λέξεις «αρωγή» και «ευδοκίμηση». (Θα βάλουμε κάποτε άρθρο για το θέμα αυτό, έχω κάμποσο υλικό στα ηλεσυρτάρια μου). Το 1985 η υποτιθέμενη λεξιπενία των νέων ήταν απόρροια της διακοπής της διδασκαλίας των αρχαίων από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο, τουλάχιστον αυτό υποστήριζαν οι υπέρμαχοι της επαναφοράς των αρχαίων, που τελικά, δυστυχώς, κατάφεραν να πείσουν την πολιτική ηγεσία της χώρας.

Ωστόσο, παρόμοιες κατηγορίες για αγραμματοσύνη και για γλωσσικά λάθη των νέων έβλεπαν το φως και παλιότερα -ας πούμε, βλέπω σε βιβλίο του Χρ. Χαραλαμπάκη (Γλώσσα και εκπαίδευση) ότι το 1948 κάποιος Θ.Χ.Παπαβασιλείου εξέδωσε το βιβλίο «Γλωσσική και ορθογραφική αναρχία» στο οποίο ψέγει το σχολείο επειδή οι απόφοιτοι του δημοτικού έκαναν λάθη όπως: οι άνθρωπη, οι Ιταλή, ένεκα ο πόλεμος, ομολογώ εβάφτησεν, αντί ομολογώ εν βάπτισμα.

Και πιο παλιά, το 1928, καθηγητής πανεπιστημίου είχε διεκτραγωδήσει από τις στήλες των εφημερίδων τα ορθογραφικά λάθη των υποψηφίων στις εισιτήριες εξετάσεις του Πανεπιστημίου (θυμάμαι κάπου ένα χαρακτηριστικό, ίππσος αντί για ύψος), πράγμα που έδωσε στον Δημ. Γληνό το έναυσμα να γράψει στο περιοδικό Νέος Δρόμος σειρά άρθρων για το «κύμα της αγραμματοσύνης» (τα έχουμε παρουσιάσει εδώ) -και ο Γληνός θυμάται ότι και το 1900, όταν ήταν ο ίδιος φοιτητής, γίνονταν ανάλογα λάθη.

Οπότε, λάθη κάνουν πάντα οι μαθητές και οι φοιτητές. Είναι εξιδανίκευση του παρελθόντος να υποστηρίζουν κάποιοι πως παλιότερα δεν γίνονταν λάθη και μόνο τώρα γίνονται.

Θυμήθηκα λοιπόν ένα άρθρο, και έψαξα και το βρήκα, που είχε αρχικά δημοσιευτεί στο περιοδικό Εικόνες το 1958, και μετά αναδημοσιεύτηκε στο πολύ γουστόζικο βιβλίο «Το λιβάδι με τους μαργαρίτες» του Θανάση Φωτιάδη, που κυκλοφόρησε το 1965 με υπότιτλο «ήτοι ρήσεις τερπναί και εμμέσως ωφέλιμοι, ενδελεχώς ερανισθείσαι, χάριν του απανταχού φιλοπροόδου, φιλοσκώμονος, φιλογλώσσου, αλλά και ρηξικελεύθου ελληνισμού» [Ο Μέφρι έβαλε το χερι του, διότι ο φιλοσκώμμων θελει δύο μ!]

Ο Φωτιάδης λίγα αργότερα έβγαλε και «Περιβόλι με τους μαργαρίτες» ενώ αρκετά χρόνια αργότερα πήρε τη σκυτάλη ο γιος του, και εξέδωσε τρίτο βιβλίο, τον «Μπαχτσέ με τους μαργαρίτες».

Αν πέσει στα χέρια σας κάποιο από τα βιβλία αυτά να σπεύσετε να τα αγοράσετε/διαβάσετε, σας εγγυώμαι ότι θα το διασκεδάσετε. Αρκεί να πω ότι ο Θανάσης Φωτιάδης είναι αυτός που ψάρεψε το αρχικό μαργαριτάρι που γέννησε τον όρο «Νομανσλάνδη», που τόσο συχνά χρησιμοποιούμε στο ιστολόγιο.

Λοιπόν, από το Λιβάδι με τους μαργαρίτες του Θανάση Φωτιάδη αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο γραμμένο από τον καθηγητή Γεώργιο Θ. Κακριδή.

Ο Γεώργιος Κακριδής (1908-1959), πρέπει να είναι γιος του Θεοφάνη Κακριδη, του παλιού φιλόλογου, άρα αδελφός του Ιωάννη και θείος του Φάνη Κακριδή που έφυγε από τη ζωή στις αρχές του χρόνου. Ήταν Καθηγητής Θεωρητικής Ηλεκτροτεχνίας και Ειδικής Ηλεκτροτεχνίας για Πολιτικούς Μηχανικούς (1949-1959)

Το άρθρο έχει ως εξής (εκσυγχρονίζω τον τονισμό και ελαφρώς την ορθογραφία, όχι όμως και τα ορθογραφικά λάθη των υποψηφίων):

Ο μακαρίτης καθηγητής του Πολυτεχνείου Γ.Θ.Κακριδής έδωσε εις την δημοσιότητα αποτελέσματα εισαγωγικών εξετάσεων εις το Πολυτεχνείο, το 1958, όταν ήτο εξεταστής του μαθήματος της εκθέσεως. Το θέμα που εδόθη ήτο: Αναγράψατε, ερμηνεύσατε και αναλύσατε τα δύο πρώτα τετράστιχα του Εθνικού ημών ύμνου. Γράψατε τι γνωρίζετε περί του ποιητού αυτού και του μουσουργού, όστις τα εμελοποίησε. Ακούσατε απαντήσεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μαθητικά κείμενα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 232 Σχόλια »

Ο Τάσης Βασκαντήρας (διήγημα του Δημήτρη Κανελλόπουλου)

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα από τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Κανελλόπουλου «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες«, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη που μας πέρασε από τις εκδόσεις Κίχλη.

Πρόκειται για την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Κανελλόπουλου, που ως τώρα έχει τυπώσει ποιητικές συλλογές ενώ επίσης διευθυνει το λογοτεχνικό περιοδικό Οροπέδιο με το οποίο έχω συνεργαστεί μια φορά με ένα άρθρο για τον Ρώμο Φιλύρα (που αποσπάσματά του δημοσίευσα κι εδώ).

Τη συλλογή δεν την είχα αντιληφθεί όταν κυκλοφόρησε, αλλά μου τη σύστησε στις γιορτές η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου, που ως νεοελληνίστρια έχει πολύ καλή εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής. Η Βογιατζόγλου θεωρεί ότι το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι χαρακτηριστικό δείγμα της «νέας ηθογραφίας», όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ένα νέο ρεύμα στην πεζογραφία μας, των τελευταίων δεκαετιών, που ανανεώνει το είδος της ηθογραφίας και που πατάει γερά στην ύπαιθρο -την οποία όμως επισκέπτεται διαφορετικά.

Εννοούμε εδώ τον Μακριδάκη, τον Παπαμάρκο με το Γκιακ, πιο παλιά τον Σωτήρη Δημητρίου, και πολλούς ακόμα. Ένα χαρακτηριστικό του νεοηθογραφικού ρεύματος, που ενδιαφέρει και το ιστολόγιο, είναι ότι χρησιμοποιεί λέξεις της ντοπιολαλιάς -που βέβαια δυσκολεύουν το νεότερο κοινό, καθώς οι βίαιες κοινωνικές ανακατατάξεις των περασμένων δεκαετιών έχουν ξεκόψει τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων από λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν ακόμα κι οι πατεράδες τους. Φυσικά, κανείς απ΄όσους υποκριτικά ή καλοπροαίρετα θρηνούν για την υποτιθέμενη λεξιπενία των νέων δεν αναφέρεται στον χαμένο λαϊκό λεξιλογικό πλούτο -και οι δημοσιογράφοι τους οποίους εξαπέλυε ο Μπαμπινιώτης στα σταυροδρόμια για να χώνουν το μαρκούτσι τους στα μούτρα των ανυποψίαστων διαβατών ρωτώντας τους αν ξέρουν τη δείνα ή την τάδε λέξη, ποτέ δεν ρωτούσαν λέξεις λαϊκές, μόνο σκονισμένα «ασκαρδαμυκτί». Αλλά πλατειάζω.

Το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι μικρό -δέκα διηγήματα όλο κι όλο- και όλες οι ιστορίες εκτυλίσσονται στην Ηλεία, τον γενέθλιο τόπο του συγγραφέα. Και μάλιστα, υποψιάζομαι, αλλά δεν κάθισα να το ψάξω, όχι σε όλη την Ηλεία παρά σε ένα μόνο της κομμάτι γύρω από τη Νεμούτα, την ιδιαίτερη πατρίδα του, ίσως τη λεγόμενη ορεινή Ολυμπία. Βρήκα εξαιρετική δύναμη στην αφήγηση του Κανελλόπουλου, αισθάνθηκα γνήσια συγκίνηση διαβάζοντάς το, σίγουρα μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση απ’ οποιοδήποτε άλλο ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα τον τελευταίο χρόνο.

Κι αν ο τόπος είναι η Ηλεία, ο χρόνος είναι ο εικοστός αιώνας, κυρίως από τον μεσοπόλεμο ίσαμε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά με κάποιες αναφορές ίσαμε τη δεκαετία του 1980, ιδίως όταν ένοχα μυστικά φανερώνονται ύστερα από πολλές δεκαετίες. Έχει και φονικά το βιβλίο, έχει και αυτοκτονίες, έχει και κάποιες (καθόλου καθοριστικές όμως) αναφορές στον Εμφύλιο, κυρίως όμως έχει τη δύναμη της δωρικής γραφής του Κανελλόπουλου.

Χαρακτηριστικό της νέας ηθογραφίας όπως είπα είναι η χρήση στοιχείων της ντοπιολαλιάς. Ο Κανελλόπουλος στο τέλος του βιβλίου παραθέτει γλωσσάρι, με τις λέξεις που κρίνει ότι χρειάζονται εξήγηση, με κάπου 110 λήμματα. Από το γλωσσάρι αυτό αντιγράφω εδώ και παραθέτω στο τέλος όσες λέξεις εμφανίζονται στο συγκεκριμένο διήγημα.

Μονοτονίζω αν και μπορεί να μου ξέφυγε κάτι στο οσιάρ.

Ο Τάσης Βασκαντήρας

Στον Ηλία Λ. Παπαμόσχο

Ο Τάσης Βασκαντήρας είχε κάνα δυο χρόνια που άφησε το δασκαλίκι κι έπιασε τα έμπόρια. Έκανε τον τρελό κι έφυγε από την υπηρεσία. Κατάφερε να πάρει και σύνταξη. Γύρισε στο χωριό κι ανέλαβε το εμπορικό του πατέρα του, γιατί τ’ άλλα αδέρφια του, εκτός του Βασίλα, του μικρού που είχε βγάλει το σχολαρχείο, δεν κατέχαν τα γράμματα. Κάτι μήνες μετά που γύρισε, παντρεύτηκε τη Μάρθα του Μουστοβασίλη. Ήταν Αύγουστος του ’27. Κατόπιν, έβαλε τ’ αδέρφια του στη σειρά. Κάνανε εμπόριο χοντρικό και λιανικό.

Το μονό μήνα το καραβάνι —τ’ αδέρφια του μαζί με τους παραγιούς, γύρω στους δεκαπέντε νοματαίους— θα πούλαγε χοντρικά και λιανικά. Υφάσματα για το σπίτι: οργάντζες, μουσελίνες, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κι ακόμη λασέ, μεταξωτά, παραδοσιακά, λευκαδίτικα, βυζαντινά, σουφλιώτικα και ινδικά, εργόχειρα και λινά λευκά είδη, είδη προικός, ριχτάρια, παπλώματα, κουρτίνες. Αλλά και υφάσματα για ρούχα — όλων των ειδών και των κομποδεμάτων: κασμίρια εγγλέζικα, τσελβόλια και τσίτια. Κι οι βαντάκες ήσαν γιομάτες χάντρες, κουβαρίστρες, κλωστές ντεμισέ και βελόνες, ψαλίδια και ψαλιδάκια, κι ό,τι άλλο τράβαγε η ψυχή της νοικοκυράς.

Τόν άλλο μήνα, το ζυγό, θα εισπράττανε. Στην είσπραξη θα πήγαινε ο καθένας μόνος του, με δυο τρία ζώα το πολύ, μ’ εμπορεύματα για τις γυναίκες, ψιλολοΐδια. Μπορεί να ’παιρνε μαζί κι έναν παραγιό. Κανόνισε λοιπόν ο Τάσης να γίνεται ή πούληση ως έξης: ο Νικάκης θα εισέπραττε από τις Ράχες κι απάνω μέχρι τη Βέρβιτσα, όπως λέγανε τότε τα Τρόπαια, ο Ηρακλής θα ’πιανε την Πέρα Μεριά, το Νεμουτιάνικο μέχρι την Πετράδα και τ’ Άσπρα Σπίτια, κι ο Θοδωράκης την Κάτω Μεριά — Νιχώρι, Τρανή Λάκκα, Ντελαλή, Μπέλεσι, και στο γυρισμό τα χωριά της Ηραίας. Άφησε απέξω τον μικρότερο, γιατί τον ήθελε κοντά του. Ο ίδιος θα κράταγε το κουμάντο — τους παράδες και τις παραγγελίες. Και τις επαφές με τους μεγαλέμπορους στον Πύργο και στην Πάτρα. Είχε και δυο αδερφές. Τη Λούλα, που την πάντρεψε με τον Τσιόγκα στον Ξερόκαμπο, και την Ντίνα, που την έστειλε στην Αμέρικα να παντρευτεί ένα φίλο του από του Σπάθαρη.

Μένανε όλοι μαζί στο σπίτι, στο πάνω πάτωμα. Κάτω είχανε το μαγαζί, τα εμπόρια. Απάνω, στη μια μεριά ήταν ο όντάς. Εκεί τρώγανε τα μεσημέρια και στις γιορτές, σαν βρίσκονταν όλοι μαζεμένοι στο χωριό. Στην άλλη μεριά, τους έβαλε ο Τάσης και το χωρίσανε με τις μισάντρες. Δεν ήτανε σωστό να κοιμούνται οι παντρεμένοι με τους ανύπαντρους. Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Η γυναίκα του, η Μάρθα, βρήκε το δωμάτιο μικρό. Πέρναγε καλύτερα στου πατέρα της, έλεγε.

Βούλωσ’ το, της απαντούσε ο Τάσης. Βούλωσ’ το, και θα σε φάει το μαύρο φίδι. Δε θέλω έχτρες με τ’ αδέρφια μου.

Αυτή τίποτα. Όλο μουρμούριζε στα σιγανά.

Από μέρες ο Τάσης είχε πιάσει έναν καβγά με το Νικάκη. Ήτανε μαλακός με τους πελάτες, του ’χανε πάρει τον αέρα. Του ’λεγε να μη δανείζει, να μην ξανοίγεται στην πίστωση. Τίποτα ο Νικάκης. Όλο δικαιολογίες. Ύστερα, έλειπε κι ένα πεντακοσάρικο από τις εισπράξεις που ’φερε τον περασμένο μήνα. Έγραφε στο τεφτέρι: τέσσερις χιλιάδες εφτακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Στον πάγκο όμως άφησε τέσσερις χιλιάδες διακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Ο Νικάκης έλεγε ότι είχε κάνει λάθος κι έγραψε παραπάνω παράδες στο τεφτέρι, ο Τάσης όμως είδε το λογαριασμό περασμένον στο χαρτί, μα η υπογραφή στο πλάι ήταν δυσανάγνωστη. Τον έπιανε με το καλό, το γύριζε στη φοβέρα, δεν έλεγε να ομολογήσει ο Νικάκης.

 

Ο λόγος ήταν μια κρυφή αγάπη. Αγάπαγε ο Νικάκης. Αγάπαγε τη Δεσπω του Μουσουρούλια, αλλά δεν τολμούσε να το πει. Η οργή του Τάση θα ’πεφτε σαν κεραυνός. Δεν ταίριαζε να πάρει γυναίκα από φτωχόσογο. Κόρη καλατζή ήτανε ή Δέσπω. Με τα γανώματα πιάνονταν και τ’ αδέρφια της. Δύσκολα πράματα, δουλειές για ενα κομμάτι ψωμί, κι αυτό όχι πάντα. Και δε φτάνει που ήταν φτωχιά, είχε κι άρρωστο το μεγάλο της αδερφό, τον Αναγνώστη — χτικιό, λέγανε. Αυτός ήταν φίλος γκαρδιακός του Νικάκη, τον αγαπουσε πιο πολύ κι από τ’ αδέρφια του. Ήσαν φίλοι από μικρά παιδιά. Ύστερα τόν βάρεσε η αρρώστια.

Ήτανε φθινόπωρο προχωρημένο. Απο τη θάλασσα ερχόντουσαν κάτι μολυβένια σύννεφα γεμάτα νερό. Φόρτωνε ο καιρός κατά το Παναχαϊκό και ξεσπούσε δυνατή βροχή. Κάθε μέρα έβρεχε, είχε λασπώσει ο τόπος όλος. Η υγρασία ανυπόφορη, είχε βαλθεί να σακατέψει τα κόκαλα των ανθρώπων. Έριχνε πολύ νερό. Καλό για τους σποράδες, που σε λίγο θ’ αρχίζανε τη σπορά. Η βροχή σταμάτησε τη δουλειά -ήτανε να φύγει ο Νικάκης καταπάνω, για τα χωριά γύρω απ’ τα Τρόπαια, να εισπράξει απ’ τους εμπόρους και να πουλήσει τίποτα ψιλολόγια. Κόντευαν Χριστούγεννα· είχαν ανάγκη τα μετρητά, ν’ αγοράσουν εμπορεύματα.

Ήταν ο καιρός, ήτανε κι ο Τάσης που κάθε μέρα τον βασάνιζε με το πεντακοσάρικο. Τ’ Άι-Δημητριού την άλλη μέρα, ο Νικάκης σηκώθηκε νωρίς. Όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι. Αχάραγα έβαλε φωνή κι έκανε εγερτήριο. Πεταχτήκανε απ’ τα στρώματα οι παραγιοί, μαζί κι ο Βασίλας, κι άρχισαν να φορτώνουν τα ζώα. Ήθελε να φύγει πριν σηκωθεί ο Τάσης, μα δεν τα κατάφερε. Ο Τάσης σηκωνότανε πάντα χαράματα, κι είδε από το μπαλκόνι τις ετοιμασίες.

Κατέβηκε και ρώτησε το Νικάκη:

– Θα φύγεις;

– Ναί, Τάση μου.

– Μη θες να πάρεις και τον μικρό κοντά;

– Όχι, Τάση μου, θα το κάνω το κουμάντο, αποκρίθηκε ο Νικάκης κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Τον αγαπούσε πολύ και τον σεβότανε το μεγάλο του αδερφό.

– Να, λέω, επειδής είναι φορτωμένος ο καιρός.

– Κράτα το παιδί εδώ, να κάνει καμιά δουλειά. Θα πάω μονάχος μου εγώ.

– Καλά, κοίτα να μαζέψεις τίποτα, έχω να πάω στον Πύργο να φέρω εμπόρευμα για τις γιορτές. Μετρητά, ακούς; Μη φερεις πάλι γουρούνια και κοτερά. Δεν έχουμε πού να τα πουλήσουμε.

– Εντάξει, Τάση μου. Μετρητά, μετρητά.

– Έλα να σου ειπώ, είπε ο Τάσης τραβώντας τον παράμερα, κάτω από τη μουριά, να μην ακούνε οι γυναίκες και οι παραγιοί.

Το Νικάκη τον ζώσανε τα φίδια.

– Το πεντακοσάρικο κάπου το ’δωκες, το δάνεισες.

– Μα…, έκανε ο Νικάκης.

– Άσε τα μα και μου. Είμαστε μεγάλη φαμελιά, Νικάκη, τα ’χουμε ανάγκη τα λεφτά.

– Να το ’βρω από την Πατσουριά, Τάση μου. Σου λέω, δεν το ’δωκα, είπε ξαναμμένος ο Νικάκης.

– Μην ορκίζεσαι σε μένα, ρε, τον άντίκοψε ο Τάσης. Ή θα γενείτε αθρώποι ή παίρνω τη φαμελιά μου και φέγω. Θα φέρεις το πεντακοσάρικο τώρα που θα γυρίσεις και τέρμα!

Το μάτι του Τάση γυάλιζε.

Αφού τελειώσανε το φόρτωμα, ρίξανε πάνω από τις κασέλες και τις βαντάκες κάτι σαΐσματα από σπάρτο, που δεν τα πέρναγε η βροχή να καταστρέψει το εμπόρευμα. Τα δεσανε προσεχτικά, και κατόπιν ο Νικάκης έκανε το σταυρό του και κίνησε με τα φορτωμένα ζώα, δύο άλογα κι ένα μουλάρι.

– Καλή πούληση, Νικάκη, να δώκει ο Θεός να φέρεις παράδες, έλεγαν οι παραγιοί.

Οι γυναίκες με τα μικρά —η Μάρθα είχε δυο κι η Θεώνη του Θοδωράκη νεογέννητο, το Θανάση— κάνανε το σταυρό τους και σταυρώνανε το Νικάκη. Όμως η Μάρθα, φουρκισμένη, έβγαλε το φαρμάκι από μέσα της:|

– Τι να φέρει, παιδάκι μου; Ευτούνος μονάχα πεσκέσια στους χαραμοφάηδες ξέρει να δίνει…

 

Πήρε τη δημοσιά και στου Κουρσέση το ρέμα έκοψε αριστερά μέσα το& λόγγο· άρχισε να κατεβαίνει το φαρδύ μονοπάτι, κατά το Τουμπίτσι. Ακολουθούσε πάντα τόν ίδιο δρόμο. Του άρεσε μέσα στά πλατάνια ν’ ακούει τα πουλιά να κελαηδάνε και τα νερά να κελαρύζουν. Ηρέμησε, αν και τα μάτια του ήσαν υγρά ακόμη από το κλάμα.

Τη διαδρομή την ήξερε καλά, πέτρα πέτρα. Μετά το Τουμπίτσι πήρε το περικοπό κατά του Σπάθαρη. Ειχε μεγάλη ανηφόρά μέχρι ν’ ανέβει στην πλαγιά του Γκούτζιου και να φτάσει στο χωριό. Πέρασε κι απ’ του Ντελαλή. Ερημιά. Σπίτια μισογκρεμισμένα, τα είχαν πνίξει τ’ αλίσβατα και οι αντράκλες. Στάθηκε στο χωράφι του μπάρμπα του του αγαπημένου, του Γιώρη του Πουλή, που πέθανε τριάντα τριών χρονών, να ιδεί τις ελιές που ’χανε οι πρωτοξαδέρφες του, τα κορίτσια του συχωρεμένου. Γιομάτες ήτανε οι ευλογημένες. Θα το μηνύσω της Νικολιάς με τον Ηρακλή, σα γυρίσω, σκέφτηκε. Λίγο παραπάνω έκοψε αριστερά και το πήρε μονορούφι. Βάρεσε τ’ άλογο να κάνει γρήγορα, μην τόνε πιάσει ή βροχή· είχε μπροστά του μια ώρα δρόμο.

Έκεΐ στή στροφή, Γκορτσιά το λέγανε το μέρος, το μονοπάτι στένευε κι έπαιρνε κλίση απότομη. Το δάσος αγρίευε. Πλατάνια αιωνόβια και οξιές και σφεντάμια γιομάτα δροσιές, σφιχταγκαλιασμένα, δεν άφηναν το φως να περάσει ίσαμε κάτω τη χαράδρα. Δυσκόλευε η κατάβαση για τα φορτωμένα ζώα. Έβαλε πρώτα τον Τσίλη και μετά τη μούλα. Ο ίδιος πήγαινε τελευταίος, καβάλα στον Καρρά, άλογο συνετό και μυαλωμένο — είχε περάσει μαζί του αυτά τα γκρεμνά πολλές φορές, κάθε εποχή του χρόνου.

Κάτω έχασκε το ρέμα, βουερό και σκοτεινό. Αυτό ήταν το μέρος που το έλεγαν Πατσουριά. Πολλοί είχανε πνιγεί εκεί, περνώντας αμέριμνοι τη στενή του κοίτη σαν έπιανε ξαφνική βροχή. Τέτοιο ήταν το δέος, που, όταν ορκίζονταν οι άντρες, έλεγαν: «Να το ’βρω από την Πατσουριά». Κι όταν ήθελαν να καταραστούν οι γυναίκες, έλεγαν κι αυτές: «Να που να το ’βρεις από την Πατσουριά».

Καθώς κατέβαινε το σκοτεινό βάραθρο, ένας φόβος φώλιασε στα σωθικά του. Καλόπιανε τα ζώα, τους έλεγε γλυκόλογα, μην ιδούνε ή άκούσουνε τίποτα και προγκήξουνε. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν είχε γλιτωμό. Θα γινόταν ένα με τα εμπορεύματα και τα ζώα μέσα στον γκρεμό.

– Άιντε, Τσίλη μου, έλα καλώς τονε. Ήσυχα, πουλάκια μου, κι εγώ θα σας φιλέψω λουκουμάκια σα γυρίσουμε πίσω στο κονάκι…

Όταν κατέβηκε στο ρέμα και λίγο πριν φτάσει ο Τσίλης στην κοίτη, τον κράτησε. Ξεπέζεψε απ’ τον Καρρά και, πατώντας με προσοχή στην άκρια του μονοπατιού, έλυσε τον Τσίλη και του ’δωσε μια με το χέρι στο καπούλι. Σαν άνθρωπος το ζώο μπήκε στο χείμαρρο καί, με δυνατό βήμα, σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια, πέρασε μέσα από τα ορμητικά νερά κι άρχισε να σκαρφαλώνει το ανηφορικό μονοπάτι. Έπιασε σιγανή βροχή και το φως λιγόστεψε. Άστραψε, βρόντηξε και η βροχή δυνάμωσε. Ο Νικάκης φοβήθηκε κι εκανε το σταυρό του. Παναγία μου βόηθα…

Κράτησε τή μούλα που αλαφιαστηκε. Επρεπε να κάνει γρήγορα, γιατί το ρέμα θα κατέβαζε πολύ νερό. Έδεσε τή μούλα πίσω από τον Καρρά, και βάρεσε τ’ άλογο απαλά με την τριχιά στην κοιλιά.

– Έλα, Καρρά μου, έλα, λεβέντη μου, είπε και σφύριξε ένα σκοπό που άρεσε του αλόγου.

Εκείνο ρίχτηκε με δύναμη στο νερό. Από κοντά κι η μούλα. Τίποτα. Δεν μπόρεσε να κολλήσει άπέναντι. Άνθρωπος και άλογο γύρισαν πίσω. Ο Νικάκης ξεφόρτωσε βιαστικά τις βαντάκες και τις άφησε από τη μεριά πού.κατέβηκε.

Η αγωνία του μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα. Ο Καρράς πάτησε στην άκρη και μισανέβηκε. Η μούλα όμως δεν τα κατάφερνε και τον τράβαγε πίσω. Η βροχή δυνάμωνε. Είχε πέσει σκοτάδι, ίσα που ’βλεπε. Μια ησυχία θανάτου είχε απλωθεί στη χαράδρα. Κι ο Νικάκης όλο βάραγε το άλογο με την τριχιά στα καπούλια, να κάνει γρήγορα -δεν ήθελε πολύ για να κατεβάσει το ρέμα.

Μόλις φτάσανε τα ζώα στή ρίζα του γκρεμού και καβαλήσανε καταπάνω στή ράχη, εγινε χαλασμός. Ο Νικάκης είχε γυρίσει να πάρει τις βαντάκες στην πλάτη, μα δεν πρόλαβε. Μια βουή συντάραξε το βαθύ ρέμα και μια φουσκωμένη, κατακόκκινη θάλασσα, θολή, γιομάτη κούτσουρα και πέτρες, ήρθε από πάνω με ορμή, από τή μιά μεριά στην άλλη.

Είχαν ανοίξει οι ούρανοί κι άστραφτε ασταμάτητα. Χοντροί κορμοί δέντρων χτυπούσαν με μεγάλη ταχύτητα στις κορφές των πλατανιών, που τα είχαν καλύψει το νερο κι η λάσπη. Ο Νικάκης, αλαφιασμένος, δεν προλάβαινε ν’ ακολουθήσει τα ζώα. Προσπάθησε να γυρίσει στην πίσω μεριά, μα τον άρπαξε το θολό νερό. Τότε έβγαλε μια κραυγή:

– Τάσηηη!…

Μετά, τα σκέπασε ολα, για πολλή ώρα, η τρομερή βουή.

 

Τα ζώα, σαστισμένα, σαν να νιώθανε τη συμφορά που ξεσπούσε μέσα στο φαράγγι, έβαλαν ολη τους τη δύναμη κι ανέβηκαν την απόκρημνη πλαγιά. Πάλευαν ν’ απομακρυνθούν όσο γίνεται περισσότερο. Όταν έφτασαν πάνω στή ράχη, εκεί που το λένε «στου Τούρκου τ’ Ανάθεμα », η βροχή έκοψε. Σταθήκανε μουσκεμένα το ένα πλάι στο άλλο και φρουμιζαν. Τα σαΐσματα ήσαν δεμένα καλά και τα εμπορεύματα δε βράχηκαν καθόλου. Μόνο ο Καρράς ήταν ανήσυχος — κοίταζε συνέχεια κατά το ρέμα. Τώρα τ’ αφεντικό του ταξίδευε κατά τόν Λάδωνα και τον Ρουφιά· ίσως και στην Αγουλινίτσα. Κι από κεΐ, για τις βραγιές του Παραδείσου… Σε λίγο ξαστέρωσε. Ακουγόταν μόνο η βουή του νερού, κι ένα τετιντί που κελαηδούσε το μονότονο τραγούδι του:

Τετιντί, τετιντί
τ’ άλογό μου δεν μπορεί,
δώσ’ του βρώμη και ταή…

Δυο μέρες μετά, θα ’ταν μεσημεράκι, ώρα ανάπαυσης, ακούστηκαν ζώα να σταλιάζουνε κάτω απ’ την κρεβάτα των Βασκαντηραίων. Ο Βασίλας βγήκε ξυπόλυτος στο μπαλκόνι. Είδε τα ζώα να στέκονται και φώναξε:

– Νικάκη, γύρισες;

Απάντηση δεν πήρε. Άρχισε να φωνάζει: «Νικάκη, Νικάκη!». Μόλις κατέβηκε στο υπόστεγο και ειδε τα ζώα μες στη λάσπη κατάλαβε. Εν τω μεταξύ, σηκωθήκανε κι οι άλλοι. Όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεϊ.

– Το ’βρε από την Πατσουριά, είπε η Θεώνη.

Γύρω ξέσπασε βουβός θρήνος. Μονάχα η Μάρθα στάθηκε ψύχραιμη.

Το Νικάκη τον βρήκαν δέκα μέρες μετά, λίγο πριν το Μπέλεσι. Έφτασε ένα τηλεγράφημα στο χωριό από τή Διοίκηση Χωροφυλακής Πύργου. Πήγαν στο Μπέλεσι ο Τάσης με τον Ηρακλή και το Θοδωράκη. Είχανε βάλει τον πνιγμένο μέσα σε κάτι λινάτσες και τον είχανε σε μια καλύβα πλάι στο κοιμητήρι. Μύριζε. Από τα ξεσκισμένα ρούχα που τους δείξανε καταλάβανε ότι ήταν ο αδερφός τους. Πρόσωπο δεν υπήρχε. Τον πήρανε βουβοί, γυρίσανε στο χωριό και τον θάψανε.

 

Μέχρι τα σαράντα του συχωρεμένου ο Τάσης δεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα. Μόλις έκανε να τον πάρει ο ύπνος, πεταγόταν και κοίταζε γύρω του με αγωνία, σαν να ’ψάχνε κάποιον.

-Τι έχεις, άντρα; τον ρωτούσε η Μάρθα.

– Τίποτες, της έλεγε αύυός και γύριζε το άλλο πλευρό.

Το βράδυ πριν τα σαράντα, κοιμήθηκε έναν ύπνο ήσυχο, βαθύ. Πλάι του η Μάρθα ξενύχτησε απορημένη. Δεν το πίστευε ότι ηρέμησε ο άντρας της. Όλο τον καιρό μετά το χαμό του Νικάκη δεν έβγαλε μιλιά από το στόμα της, ούτε για το πεντακοσάρικο ούτε για τ’ άδέρφια του. Τον κρυφοκοίταζε που κοιμόταν. Επιτέλους ησύχασε, σκεφτόταν.

Την άλλη μέρα, πήγανε ολοι μαζί στην εκκλησιά. Με τις κοφίνες γιομάτες ψωμιά, με τα σπυριά φτιαγμένα από τις γυναίκες την προηγουμένη. Μόλις σχόλασε η εκκλησιά, ο Τάσης, πρώτη φορά μετά το θάνατο του αδερφού του, πηγε στο καφενείο. Ήταν ήρεμος, σαν να μην είχε περάσει τέτοια στεναχώρια. Φόραγε ρεπούμπλικα και το πένθος στο μπράτσο. Φρεσκοξυρισμένος, σωστός άρχοντας, έκατσε έξω από την πόρτα. Είχε λιακάδα, μαζεύτηκε κόσμος πολύς. Λίγο πιο πέρα καθόταν ο μοίραρχος με το δάσκαλο. Μετά ήρθε κι ο παπάς στην παρέα τους.

Έπινε τον καφέ του και φαινόταν βυθισμένος σέ σκέψεις. Κοίταγε πέρα κατά του Παλούμπα κι έκανε τάχα μου πως δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Κάποια στιγμή ήρθε στον καφενέ ο Αναγνώστης ο Μουσουρούλιας. Έπιασε μιάν άκρια και παράγγειλε καφέ. Δεν τον είχε δει τον Τάση. Έκατσε απέναντί του, από την άλλη μεριά, κατά το ρέμα. Ο Τάσης έκανε πως δεν τον είδε, τον παρακολουθούσε όμως με την άκρη του ματιού του. Μόλις αραίωσε ο κόσμος, πήγε στο τραπέζι του.

– Μουσουρούλια, είπε, πάω απέναντι στο μαγαζί μου. Έλα που σε θέλω να σου ειπώ, κι έφυγε.

Ο Αναγνώστης σηκώθηκε και πηγε στου Βασκαντήρα, στην πίσω μεριά που έβλεπε κατά τον Κάμπο. Η μεγάλη πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκε μέσα. Ο Τάσης στεκόταν πλάι σέ κάτι σακιά, έβαζε πράματα σε μια λινάτσα. Μόλις τον είδε, είπε:

– Άκου, Αναγνώστη, εγώ δεν κάνω παρέα με τους πεθαμένους. Ο αδερφός μου έφυγε. Μόνος του διάλεξε να κατεβεί στην Αλησμόνα. Δεν ήταν η ώρα για ταξίδι, δεν τ’ αποφασίσαμε μαζί. Κι εγώ τον πόνο μου τον έσβησα. Θέλω να ζήσω. Σαράντα μέρες τον έβλεπα κάθε βράδυ στον ύπνο μου και τον ρώταγα για το πεντακοσάρικο. Δεν εμίλαγέ. Εχτές το βράδυ, όμως, γονάτισε. Ήρθε και κάτσαμε απόξω, στην πεζούλα. «Συχώρα με, Τάση», είπε. Μου μολόγησε ότι αγάπαγε την αδερφή σου, κι εσένα κι ούλη τη φαμελιά σου. Εγώ δέν τον έκοψα. Ήξερα θα μου ’λεγε και για το πεντακοσάρικο.

«Να πας στον Αναγνώστη να το πάρεις», είπε, «είναι καλός άνθρωπος και θα σ’ το δώκει».

«Θα του το ειπώ», είπα, «κι όσο μπορώ θα τους βοηθάω να ζήσουνε…». Ο άδερφός μου έκλαψε και μου ’πε «ξαλάφρωσα τώρα». Το κλάμα στ’ όνειρο είναι καλό, λένε οι γυναίκες. Πάρε αυτό το σακί, σου ’βαλα λίγα πραματάκια να ’χετε. Κι όποτε μπορείς, να μου φέρεις το πεντακοσάρικο.

 

Ο Αναγνώστης έχασε τη λαλιά του. Μετά από λίγο είπε:

– Ποτές δεν ελογάριασα να μη σ’ το δώκω πίσω, Τάση μου. Έχουμε λίγο λάδι φέτο. Μόλις πουλήσω, θα σ’ το φέρω.

– Δεν είπα δε θα το ’φερνες. Το ξέρω, είσαι τίμιος. Αλλά εγώ είμαι έμπορος, δεν μπόραγα να το κάνω ζάφτι, θέλω να ξέρω τί έχω στην τσέπη μου. Πάρε τα πράματα και σύρε στή φαμελιά σου. Και μόλις πουλήσεις το λάδι, φέρε μου πίσω τα λεφτά. Εγώ, όσο ζω κι όσο μπορώ, μια φορά το μήνα θα σου δίνω από το περίσσεμά μου.

Ο Αναγνώστης, συγκινημένος, σηκώθηκε, πήρε το σακί κι έφυγε. Ύστερα, ο Τάσης σαμάρωσε τον Καρρά και τράβηξε πέρα στα Σιωματάκια. Εκεί, στου Γυφτάκου, μπήκε στο χωράφι τοϋ μπάρμπα του, του Γιώρη του Πουλή· πηγε στην κάτω μεριά, που έβλεπε την Ντοάνα κι απέναντί τη Νεμούτα. Εκεί ήτανε μια αριά, έκατσε από κάτω σε μια πέτρα κι έκλαψε ίσαμε το βράδυ.

Λεξιλόγιο

Αλησμόνα: κοιμητήρι, Κάτω Κόσμος
αλίσβατα: βάτα
αριά: είδος βελανιδιάς
βαντάκες: μικρά ντουλάπια με λίγα ράφια στο εσωτερικό τους, στα οποία τοποθετούσαν είδη ραπτικής, όπως βελόνες, κουβαρίστρες, δαχτυλήθρες κτλ.
κοτερά: τα πουλερικά
λασέ: δαντελένιος διάκοσμος
μισάντρα: ξύλινο χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
περικοπό: σύντομο μονοπάτι
σαΐσματα: χοντρές κουβέρτες από σπάρτο ή κατσικίσιο μαλλί
τετιντί: μικρό και όμορφο ωδικό πουλί

 

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , , , , | 263 Σχόλια »

Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2019

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφόρησε λίγο πριν από τις γιορτές από τις εκδόσεις Παπαζήση ένα βιβλίο σε επιμέλεια της καθηγήτριας Άννας Λυδάκη, μια συλλογή κειμένων, λογοτεχνικών και επιστημονικών, γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα. Συνολικά συμμετέχουν 80 συγγραφείς (εδώ τα περιεχόμενα).

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί απόψε, Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 19:00
στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» ( Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8).

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Κώστας Κατσουλάρης, Συγγραφέας
Αντώνης Καφετζόπουλος, Ηθοποιός
Ηλίας Μαγκλίνης, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας

Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσουν
οι ηθοποιοί: Αθηνά Μαξίμου, Κάρμεν Ρουγγέρη
και οι συγγραφείς: Ζυράννα Ζατέλη, Αλέξης Πανσέληνος

Συντονίζουν οι φοιτήτριες Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου: Ηλέκτρα Κατσίκη, Εύα Φρέντζου

Την εκδήλωση θα κλείσουν με τα τραγούδια τους οι Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης.

Πολύ λυπάμαι που, επειδή λείπω από την Αθήνα, δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω την εκδήλωση. Αν ήμουν, ασφαλώς θα πήγαινα, όχι μόνο επειδή το πάνελ έχει ενδιαφέρον αλλά και επειδή στον τόμο αυτό έχω την τιμή να συμμετέχω κι εγώ, με ένα κείμενο για τα φρασεολογικά των ζώων.

Πρόκειται, με μικρές διαφορές, για ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το 2011, και που μου φάνηκε ότι αξίζει να δημοσιευτεί. Βέβαια, κάθε αλλο παρά καλύπτει τη φρασεολογική μεταχείριση των ζώων, ήμερων και άγριων: βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτό το θέμα και ίσως κάποτε γραφτεί. Το άρθρο που θα διαβάσετε είναι απλώς μια ακροθιγής εισαγωγή.

Αρπαχτικά και κατοικίδια

Ο άνθρωπος είναι αχάριστο πλάσμα κι αυτό αντικατοπτρίζεται στη φρασεολογία του. Τα ζώα τα ήμερα, που τα έχει του χεριού του από την αρχή του χρόνου και που τα εκμεταλλεύεται αγρίως, τα αντιμετωπίζει, τουλάχιστον στη νεοελληνική γλώσσα, με έσχατη περιφρόνηση.

Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, ο σκύλος, έχει τη χειρότερη μεταχείριση: σκυλίσια ζωή, δουλεύει σαν σκύλος, ψόφησε σαν το σκυλί, έγινε ρεζίλι των σκυλιών, το σκυλομετάνιωσα. Σκυλί θεωρείται ο άνθρωπος ο ανάλγητος, ο σκληρός· άπιστα σκυλιά λέγαμε τους αγαρηνούς, κι εκείνοι έλεγαν τα ίδια και χειρότερα· ακόμα κι όταν πεις ότι κάποιος είναι σκυλί στη δουλειά, δηλαδή ακούραστος, με ανεξάντλητη αντοχή, στην ουσία τον θεωρείς καλό για να σε υπηρετεί μόνο. Ίδια γεύση πατερναλιστικού επαίνου αφήνει και το «πιστό σκυλί».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Επαναλήψεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 347 Σχόλια »

Η γλώσσα έχει κέφια στο Παλαιό Φάληρο

Posted by sarant στο 3 Ιανουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο είναι, φοβάμαι, περιαυτολογικό -έχω όμως καθιερώσει τη συνήθεια να ανεβάζω στο ιστολόγιο τις ομιλίες και άλλο υλικό από εκδηλώσεις στις οποίες συμμετέχω, κι έτσι, επειδή φέτος τα Χριστούγεννα έγιναν μερικές τέτοιες εκδηλώσεις, επόμενο είναι να δημοσιευτούν και τα αντίστοιχα άρθρα.

Λοιπόν, στις 20 Δεκεμβρίου, στο βιβλιοπωλείο Booktalks του Παλαιού Φαλήρου (που έχει καθιερωθεί και ως χώρος βιβλιοφιλικών εκδηλώσεων και με είχε φιλοξενήσει και για μιαν ανάλογη παρουσίαση πριν από τέσσερα χρόνια) έγινε η παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου μου «Η γλώσσα έχει κέφια». Η εκδήλωση ήταν πολύ πετυχημένη από άποψη προσέλευσης και χάρηκα πολύ επειδή είδα παιδικούς φίλους και φίλες από τη γειτονιά ενώ συμμετείχε και πολυμελές κλιμάκιο φίλων του ιστολογίου.

Την εκδήλωση τη διοργάνωσε η Ριζοσπαστική Αριστερή Κίνηση Παλαιού Φαλήρου, η δημοτική παράταξη που βρίσκεται στη μείζονα αντιπολίτευση του δήμου και που διοργανώνει συχνά πολιτιστικές εκδηλώσεις -πλησιάζουν βέβαια και οι δημοτικές εκλογές. Προλόγισε ο υποψήφιος δήμαρχος, ο φίλος Κώστας Μερκουράκης, ενώ στο πάνελ της παρουσίασης συμμετείχαν η φιλόλογος/ερευνήτρια Αμαλία Πορτάλιου και η συγγραφέας Ελένη Στεφανοπούλου.

Η δομή της εκδήλωσης είχε κάτι πρωτότυπο, που μάλιστα δεν ήταν προσχεδιασμένο αλλά το αποφασίσαμε λίγο πριν αρχίσει. Δηλαδή, μετά την πρώτη εισήγηση της Ελ. Στεφανοπούλου, αντί να μιλήσει η Α. Πορτάλιου και μετά εγώ, είχαμε διάλογο μεταξύ των δύο μας, με ερωτήσεις δικές της και απαντήσεις δικές μου. Αυτό έδωσε ζωντάνια στην εκδήλωση και έτερψε τους θεατές, αλλά έχει την παράπλευρη συνέπεια ότι δεν μπορώ να παραθέσω το κείμενο της συνομιλίας αυτής διότι δεν υπάρχει σε γραπτή μορφή.

Oπότε, στο σημερινό άρθρο θα παραθέσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει για την εκδήλωση και που μικρή σχέση έχει με όσα πράγματι ειπώθηκαν, αλλά και το ηχητικό αρχείο όλης της εκδήλωσης, ανεπιμέλητο βέβαια αλλά σε ποιότητα υποφερτή. Επίσης, το συνεργείο εξωτερικών μεταδόσεων του ιστολογίου φρόντισε για δύο σύντομα βίντεο από την εκδήλωση.

Ωστόσο, πριν προχωρήσω θα ήθελα να ξεχωρίσω ένα θέμα που αναδείχτηκε στην εκδήλωση. Παίρνοντας αφορμή από κάτι που είπε η Ελ. Στεφανοπούλου στην εισήγησή της, σχολίασα κάνοντας αναφορά στο αρχαίο αστείο για τον «άνθρωπο του Πλάτωνα». Ο Πλάτωνας, είπα, όρισε τον άνθρωπο ως ζώον δίπουν και άπτερον, οπότε ο κυνικός Διογένης πήρε έναν κόκορα, τον μάδησε και τον αμόλησε στην αγορά, λέγοντας «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνα». Οπότε, είπα, σύμφωνα με μια παράδοση, ο Πλάτων πρόσθεσε στον ορισμό και το «γελαστικόν». Το γέλιο, δηλαδή, είναι ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φαληρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 219 Σχόλια »

Μύηση στο ρεμπέτικο (κείμενο του «Παύλου Δημητρίου», 1959)

Posted by sarant στο 28 Δεκεμβρίου, 2018

Kυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σε επαυξημένη και ξαναδουλεμένη έκδοση το από καιρό εξαντλημένο βιβλίο «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο (1929-1959)» του Κώστα Βλησίδη.

Ο όρος «επαυξημένη» δεν είναι διαφημιστικό σχήμα λόγου: η προηγούμενη έκδοση είχε 260 σελίδες ενώ η τωρινή 420 -έχουν προστεθεί 52 νέα κείμενα! Επιπλέον, τα κείμενα της πρώτης έκδοσης έχουν ξανακοιταχτεί και, όπου χρειάζεται, έχει γίνει νέος σχολιασμός.

Τα κείμενα που επέλεξε ο Βλησίδης είναι, σχεδόν όλα, αδημοσίευτα και δυσεύρετα. Μία εξαίρεση γίνεται για τον γνωστό διάλογο περί ρεμπέτικου που δημοσιεύτηκε το 1947 στον Ριζοσπάστη, επειδή ο επιμελητής έφερε στην επιφάνεια ένα κείμενο που είχε ξεφύγει από την προσοχή των μελετητών.

Τα κείμενα παρατίθενται με χρονολογική σειρά, από το 1929 έως το 1959, για τα κείμενα της αρχικής έκδοσης, και ακολουθούν, επίσης σε χρονολογική σειρά, τα κείμενα του συμπληρώματος, δηλαδή αυτά που προστέθηκαν στη σημερινή επαυξημένη έκδοση -έτσι, όσοι έχουν διαβάσει την πρώτη έκδοση είναι πιο εύκολο να δουν τι προστέθηκε.

Ο σχολιασμός σε κάθε κείμενο είναι μάλλον λακωνικός, αλλά καίριος, ενώ όπου χρειάζεται δίνονται πληροφορίες για τους συντάκτες, που είναι στην πλειοψηφία τους δημοσιογράφοι ή δημοσιογραφούντες διανοούμενοι και λογοτέχνες. Βλέπουμε λοιπόν πώς αντιμετώπισε η διανόηση της εποχής το ρεμπέτικο τραγούδι -άλλοι το παρουσίασαν φολκλορικά, σαν κάτι το εξωτικό, άλλοι διέρρηξαν τα ιμάτιά τους για την απειλή που αντιπροσώπευε αυτό το είδος (κατηγορώντας το άλλοι για μη ελληνικό και άλλοι για σχέσεις με τον υπόκοσμο και τα ναρκωτικά).

Ωστόσο, δεν είναι μόνο τα 100+ κείμενα που ανθολογούνται -υπάρχουν επίσης πολλές φωτογραφίες και κυρίως δημοσιεύματα από έντυπα της εποχής (διαφημίσεις, αγγελίες, άρθρα κτλ.) που συμπληρώνουν καίρια την εικόνα που σχηματίζει ο αναγνώστης και αναδεικνύουν το βιβλίο σε υποχρεωτικό ανάγνωσμα για τον καθένα που ενδιαφέρεται για το ρεμπέτικο και για τον τρόπο που το προσέλαβε η διανόηση και η κοινωνία της εποχής. Εννοείται (πρέπει όμως να αναφερθεί) πως όλα τα κείμενα είναι άριστα τεκμηριωμένα, και πως όλος ο τόμος, μέχρι τις μικρές λεπτομέρειες, έχει τη σφραγίδα της ευσυνείδητης και οξυδερκούς ερευνητικής δουλειάς του Κώστα Βλησίδη, που θα την ξέρουν οι αναγνώστες του ιστολογίου από την εποχή που σχολίαζε εδώ με το ψευδώνυμο Spatholouro.

Διάλεξα να παρουσιάσω το κείμενο που έκλεινε την πρώτη έκδοση, που δημοσιεύτηκε το 1959 στο περιοδικό Εκλογή και υπογραφόταν από τον Παύλο Δημητρίου. Ο Βλησίδης το είχε τότε δημοσιεύσει με το εξής σχόλιο:

Κλείνουμε την ανθολόγηση με αυτό το εξαιρετικό κείμενο, το οποίο τοποθετεί αρκετά ζητήματα σε εύλογη βάση, οι δε ακροτελεύτιες διατυπώσεις του αποδείχτηκαν πικρά προφητικές.

Πράγματι, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση, αλλά το ενδιαφέρον του άρθρου δεν τελειώνει εκεί. Όπως αποκαλύφθηκε μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Βλησίδη, ο Παύλος  Δημητρίου ήταν ψευδώνυμο του Ρένου Αποστολίδη, και στη νεότερη έκδοση αυτό φυσικά δηλώνεται.

Την αποκάλυψη την έκανε ο γιος του Ρένου, ο Στάντης Αποστολίδης, σε βιβλιοκριτική του για την πρώτη έκδοση. Ωστόσο, λίγο αργότερα σε συνέντευξή του ο άλλος γιος του Ρένου, ο Ήρκος, εκφράστηκε περιφρονητικά για τον επιμελητή, υποστηρίζοντας πως έπρεπε να υποψιαστεί από το ύφος του κειμένου πως ήταν γραμμένο από τον Ρένο Αποστολίδη και να αναζητήσει το όνομα «Παύλος Δημητρίου» στο βιβλίο ψευδωνύμων του Ντελόπουλου. Τα αφηγείται αυτά ο Βλησίδης σε υποσημείωση της τωρινής έκδοσης που την αναπαράγω αυτούσια (προσθέτοντας τα λινκ που ο ίδιος δίνει). Προσωπικά κρίνω πως η επίθεση του υιού είναι εντελώς αδικαιολόγητη και δυσανάλογη προς το όποιο αστόχημα του επιμελητή και διαπιστώνω πως είναι μεγάλη ατυχία να κληρονομεί ο γιος μονάχα τα ψεγάδια του πατέρα.

Παραθέτω λοιπόν το κείμενο και στη συνέχεια την υποσημείωση του επιμελητή. Να σημειώσω ότι έχω εκσυγχρονίσει (όχι απόλυτα) την ορθογραφία και έχω μονοτονίσει.

Παύλος Δημητρίου

Μύηση στο ρεμπέτικο

Πολλών ειδών ρυθμοί και μελωδίες ανθίζουν στα χείλη των ανθρώπων κάθε καιρού και κάθε τόπου. Μα θα ’κανε μεγάλο λάθος να νομίσει κανείς πως είναι και πράγματι όσο φαίνεται αυθαίρετο και συμπτωματικό το τραγούδι που «κολλάει», όπως λένε, στα χείλη όλων και χιλιοτραγουδιέται, αλλάζοντας διαρκώς θέματα και μορφές, ποτέ όμως ουσία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , | 117 Σχόλια »

Αποσπάσματα από το δεύτερο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Δεκεμβρίου, 2018

Όπως σας έχω με πολλή χαρά ανακοινώσει, κυκλοφόρησε επιτέλους αυτές τις μέρες το βιβλίο του αείμνηστου πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια«, από τις εκδόσεις Αρχείο.

Στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει, το 2012-13, εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να βάλω κάτι και σήμερα, για να τιμήσω και τη μνήμη του, αφού αύριο συμπληρώνονται εφτά χρόνια από τον θάνατό του.

Παρουσιάζω λοιπόν αποσπάσματα από το «δεύτερο καλοκαίρι» (το δεύτερο από τα εφτά ευτυχισμένα του βιβλίου), το καλοκαίρι του 1939. Ο πατέρας μου είναι δέκα χρονών και βρίσκεται στη Σάμο, όπου έχει μετατεθεί ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή και έχουν μετακομίσει οικογενειακώς. Εκεί δέχονται την επίσκεψη ενός αδελφού του παππού, του θείου Γιώργου, και με την ευκαιρία ο πατέρας μου διηγείται διάφορες αστείες περιπέτειες της οικογένειας και ειδικά του θείου Γιώργου.

Τον θείο αυτόν τον πρόλαβα κι εγώ -και τον έλεγα κι εγώ βεβαίως «θείο» κι ας ήταν αδελφός του παππού μου, το σημειώνω επειδή πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση (όχι στο ιστολόγιο) για το πώς λέγεται αυτή η συγγένεια.

Εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου άφησε μουστάκι και φόρεσε μπερέ. Όχι όμως τον μπερέ των ζωγράφων και των καλλιτεχνών γενικά, σαν αυτόν που φορούσε ο κύριος Τουλ, ο διευθυντής της Τράπεζας, αλλά σαν αυτόν που φορούσαν οι ναυτικοί κι οι φορτηγατζήδες. Έτσι, απόχτησε όψη πολύ αγριωπή.

Μια μέρα ο ταχυδρόμος μάς έφερε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα με το οποίο ο θείος ο Γιώργος, ένας από τους αδερφούς του πατέρα μου, μας ανάγγειλε πως θα ερχόταν στο νησί για δουλειές, που θα τον κρατούσαν εδώ δυο βδομάδες. Χάρηκα πολύ σαν έμαθα πως ο θείος μου θα ’ρχόταν να μας επισκεφθεί στη νέα μας διαμονή. Τον θείο τον Γιώργο, που τα αδέρφια του τον έλεγαν Μαντράχαλο, γιατί ήταν ψηλός, ασουλούπωτος και έκανε συνεχώς ζημιές, τον αγαπούσα πολύ. Όσες φορές είχε έρθει να μας δει στο μητρικό μου νησί, μου έφερνε πάντοτε ακριβά δώρα, αλλά το κυριότερο ήταν πως ασχολιόταν μαζί μου, μου ’λεγε ιστορίες και μου μάθαινε διάφορα παιχνίδια, από εκείνα που παίζανε μικροί με τον πατέρα μου και τους θείους μου, όπως το «λουρί της μάνας», τη «μακριά γαϊδάρα» και άλλα, που διαφέρανε αρκετά από τα παιχνίδια που παίζαμε με τους φίλους μου. Με τον μπαμπά μου ήταν πολύ αγαπημένοι και ευχαριστιόμουν να τους ακούω να μιλάνε, γιατί η κουβέντα τους ήταν πάντοτε εύθυμη και γουστόζικη.

Ήρθε πράγματι και η πρώτη κουβέντα που είπε στον αδερφό του, όταν τον αντίκρισε μπαίνοντας στο γραφείο του στην Τράπεζα, ήταν:

«Φοράς μπερέ;»

Όπως του εξήγησε αργότερα, φτάνοντας στην πόλη, πήγε στη διεύθυνση που του είχανε δώσει, αλλά μπερδεύτηκε, όταν φτάνοντας κοντά στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας, ρώτησε ένα γείτονα αν ξέρει κάποιον κύριο Σαραντάκο.

«Πώς δεν τον ξέρω, αυτόν με τον μπερέ και το μουστάκι δεν λέτε;»

«Άλλος θα ’ναι», σκέφτηκε απογοητευμένος κι αποφάσισε να τον αναζητήσει στην Τράπεζα. Έτσι, βλέποντας ασκεπή αλλά μυστακοφόρο τον αδερφό του, το πρώτο πράμα που του ’ρθε να ρωτήσει ήταν αν φορούσε μπερέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »