Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρωδίες’ Category

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (άνοιξη 2020) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά που κυκλοφορεί δύο φορές τον χρόνο στη Λευκωσία. Ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου, που αυτόν τον καιρό επιμελείται μιαν ανθολογία σατιρικής ποίησης, είδε κάπου μια καβαφική παρωδία του παππού μου και μου ζήτησε να γράψω μια παρουσίαση του έργου του για το περιοδικό.

Τα περισσότερα ποιήματα που περιλαμβάνω στο σημερινό άρθρο είναι βέβαια γνωστά στο ιστολόγιο, αλλά δεν τα έχουμε βάλει συγκεντρωμένα. Ένας άλλος λόγος που συνηγορεί για τη σημερινή δημοσίευση στο ιστολόγιο είναι ότι μέσα στην εβδομάδα είχαμε την επέτειο του θανάτου του παππού μου (24.3.1977).

Εδώ παραθέτω την αρχική βερσιόν του άρθρου -στη δημοσιευμένη μορφή έγιναν συντομεύσεις.

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης (Νίκος Σαραντάκος, 1903-1977)

Άχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», δηλαδή άχρηστος άνθρωπος. Είναι και το ψευδώνυμο που διάλεξε ο παππούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος, και με αυτό δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά.

Παιδί πολυμελούς οικογένειας από τη Γέρμα της Μάνης, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στον Πειραιά, τελείωσε στα 15 του την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έπιασε δουλειά σε τράπεζες. Στρατιώτης στη Θεσσαλονίκη ήρθε σε επαφή με τις κομμουνιστικές ιδέες και τις ενστερνίστηκε. Ως τραπεζικός υπάλληλος στη Μυτιλήνη γνωρίστηκε με την ποιήτρια Ελένη Μυρογιάννη και την παντρεύτηκε.

Η Κατοχή τον βρήκε στη Μυτιλήνη στέλεχος της Αγροτικής Τράπεζας. Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και φυλακίστηκε από τους Γερμανούς και αργότερα από το μεταπελευθερωτικό καθεστώς για στάση, με αποτέλεσμα να απολυθεί από τη θέση του και να μετοικήσει στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στη σύνταξη της Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου.

Στα πρώτα του ποιήματα και χρονογραφήματα, ο Ν.Σ. χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα, όπως Βριάρεως ή Ηρόστρατος. Με αυτό το τελευταίο δημοσίευσε στο αριστερό λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Επιθεώρηση (τχ. 10, Οκτώβριος 1928) το ποίημα “Η κάσα”:

Η κάσα

Όγκος βαρής κι ασήκωτος τ’ αφέντη μας η κάσσα,
με ζηλεμένονε παρά σε στήθια σιδερένια.
Κι ανοιγοκλεί με σφυριχτήν -σα δουλευτής- ανάσα
κι ο αφέντης τής χαμογελά με σεβασμό κι ευγένεια.

Από μαντέμι δυνατό κι αστραφτερόν ατσάλι
-Το μέταλλο που φτιάνουνε της φυλακής τους κρίκους-
Σαν το καλύβι ενού φτωχού, μπορεί και πιο μεγάλη
και ξεπερνά σ’ αχορταγιά τους πεινασμένους Λύκους!

Κρύβει τ’ αργάτη τον ιδρό, το γαίμα του στρατιώτη
το μαύρο δάκρυ τ’ αρφανού, το στεναγμό της χήρας
του φαμελίτη το ψωμί, της πόρνης την αγνότη
και της γυναίκας την τιμή και την τιμή της λίρας!

Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, ο Μίλιος Χουρμούζιος (τότε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζευγάς) δημοσίευσε μεν το ποίημα, αλλά επέκρινε τον ποιητή για την επιλογή του ψευδωνύμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής (διήγημα του Τάσου Βουρνά εις ύφος Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 22 Δεκεμβρίου, 2019

Mπαίνουμε από σήμερα σε κλίμα χριστουγεννιάτικο. Για μένα τα Χριστούγεννα είναι δεμένα με τα έργα του Παπαδιαμάντη, και πολλά χριστουγεννιάτικα διηγήματά του έχω δημοσιεύσει εδώ όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα όμως θα βάλω (ή μάλλον: θα ξαναβάλω) ένα διήγημα όχι αυθεντικά παπαδιαμαντικό αλλά «εις ύφος Παπαδιαμάντη».

Όπως ο Καβάφης στα ποιήματα έτσι και ο Παπαδιαμαντης στα πεζά έχει ευτυχήσει να έχει δει πλήθος ομοτέχνους να γράφουν διηγήματα που μιμούνται το ύφος του, που είναι ίσως ο υπέρτατος φόρος τιμής σε συγγραφέα. Έχει μάλιστα εκδοθεί και βιβλίο με μερικές από τις  μιμήσεις αυτές. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει το διήγημα «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη» του Κώστα Βάρναλη.

Το σημερινό διήγημα, που αρχικά το είχαμε δημοσιεύσει το 2010, και που το αναδημοσιεύω σήμερα επειδή το έχω τάξει σε έναν φίλο, το έγραψε το 1964 ο Τάσος Βουρνάς. Δημοσιεύτηκε στην Αυγή ανήμερα τα Χριστούγεννα, 25.12.1964 και αναδημοσιεύτηκε, πάλι στην Αυγή, τα Χριστούγεννα του 1976, απ’ όπου το είχε βρει και πληκτρολογήσει ο φίλος Στρ. Μπουλαλάκης και το είχα ανεβάσει στον ιστότοπό μου. Στο μεταξύ, βρήκα και την πρωτότυπη δημοσίευση (δεν έχουν διαφορές), απ’ όπου πήρα και τις εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο.

Η αρχική δημοσίευση, του 1964, ήταν μια ακόμα έκκληση προς την κυβέρνηση Παπανδρέου να επιτρέψει τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων -κάτι που έμελλε να γίνει μόλις το 1983. Σήμερα μπορούμε να το δούμε απλώς ως άσκηση ύφους.

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής

του Τάσου Βουρνά

Βορράς χιονιστής είχεν ενσκήψει εις την μικράν κώμην της Πολωνίας, όπου είχον από τινων ετών εγκατασταθή Έλληνες πρόσφυγες εκ των ακρωρειών της Ελλάδος, φεύγοντες την λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου. Εκεί εις την φιλόξενον γην του Βορρά εύρον αποκούμπι και ανάπαυσιν κατόπιν των ταλαιπωριών τόσων ετών εις τα βουνά και εις τα ξένα. Τώρα, δόξα σοι ο Θεός, είχα απαγγιάσει, κατά το δη λεγόμενον. Και στέγην, και τροφήν, και εργασίαν, και περίθαλψιν εύρον και στοργήν από τους ξένους ανθρώπους – ας είναι καλά. Αλλά το ορεινόν και τραχύ χωρίον των, το σκαρφαλωμένον εις τας υπωρείας της Πίνδου, πού να το εύρουν εν μέσω της ατέρμονος πολωνικής πεδιάδος; Μάλιστα όταν ήλθον το πρώτον εδώ και ερρίζωσαν εις τον ξένον τόπον και έστησαν παραγώνι, είχον λάβει χώρα μερικά νόστιμα επεισόδια. Ο Ερυθρός Σταυρός της φίλης χώρας, ήτις εφιλοξένει τους τραχείς ορεσιβίους εξ Ελλάδος, έσπευσε να τους παραχωρήση ενδύματα εκ των λεγομένων ευρωπαϊκών και ανάλογα εσώρουχα. Θρήνος και οδυρμός εγένετο καθ’ όλον το χωρίον. Πώς ν’ αλλάξουν οι γέροντες τα ταμπάρα των και τα τσόχινα πανωβράκια των και αι γραίαι τα κοντογούνια των, τα από πεντηκονταετίας, ως προικιόν χορηγηθέντα υπό των μητέρων των, και ουδέποτε αλλαγέντων κατά την διάρκειαν ολοκλήρου βίου; Είδαν κι’ έπαθαν οι ξένοι άνθρωποι να τους πείσουν ν’ αλλάξουν την αρχαϊκήν των φορεσιάν και «να μπουν στα στενά», ήγουν να βάλουν τα ευρωπαϊκά και συγχρονισθούν οπωσούν με το ξένον περιβάλλον και τας συνηθείας του τόπου.

Βορράς, λοιπόν, χιονιστής είχε φυσήξει εις τα αρκτώα εκείνα μέρη, λήγοντος του έτους 1961, ότε η γραία Λαμπρινή, χήρα ωσεί εβδομηκοντούτις, έχουσα κόρην έγγαμον εις το χωρίον Σ* της Πίνδου και εγγόνια τα οποία δεν επρόφθασε να γνωρίση και να ταρναρίση ως μάμμη εις τα γόνατά της, απεφάσισε να υπάγη εις την πατρίδα. Ήκουσεν ότι διά να ταξιδεύση εχρειάζετο χαρτιά και σφραγίδας και υπογραφάς και εισιτήρια εις τον σιδηρόδρομον. Και τον μεν ναύλον ηδύνατο να πληρώση η γραία Λαμπρινή εκ της συντάξεως την οποίαν της παρείχον οι ξένοι άνθρωποι – ας είναι καλά.  Αλλά τα χαρτιά, τας σφραγίδας και τας υπογραφάς πού θα τας εύρισκαν; Οι λύκοι που εκυβέρνων «εκεί κάτω» εις την πατρίδα δεν της έδιδον την άδειαν. Και να ήτο μόνο αυτό; Το πατρογονικόν της σπίτι εις το χωρίον, εκεί όπου εγεννήθη και ανεστήθη, όπου υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα, το κατείχον ξένοι άνθρωποι. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα η γραία Λαμπρινή. Όλα τούτα της τα είχε γράψει καταλεπτώς η θυγάτηρ της, το Μαχώ, διά χειρός του πατρός Ιωάσαφ, του ιερέως του χωρίου. Είχε –λέει– ψηφισθή νόμος και την έσβησαν από το δημοτολόγιον και της εσήκωσαν την υπηκοότητα την ελληνικήν και της εδήμευσαν τον οικίσκον της και το χωράφι της και τα παρέδωσαν σε κάτι βερέμηδες, κακούς ανθρώπους, πρώην συνεργάτας των Γερμανών – φωτιά να τους κάψη! Και η γραία Λαμπρινή, μόνη κι έρημη εις τα ξένα ενοστάλγει την πατρικήν και συζυγικήν εστίαν, τον ταπεινόν οικίσκον της και το παραγώνι της, και τα εγγόνια της, φωτογραφίας των οποίων αρτίως τας είχε αποστείλει η θυγάτηρ της μέσα εις το πικραμένον της γράμμα. Τας είχε έκτοτε, ημέραν και νύκτα, εις τον κόρφον της και επεδείκνυεν εις τας άλλας ομοχωρίους της γερόντισσας και τας κατεφίλει δακρύουσα. Και από καιρού εις καιρόν παρεκάλει τους γραμματισμένους να  της διαβάσουν το φαρμακωμένον γράμμα της θυγατέρας της, ενώ κρουνοί δακρύων έβρεχον τας ρικνάς παρειάς της κάθε φοράν που ήκουε τα ίδια, τα πικρά λόγια: «Αγαπημένη μου μάνα, πρώτον ερωτώ διά την καλήν σας υγείαν. Αν ερωτάτε και δι’ ημάς καλώς υγιαίνομεν. Μάθε, μητέρα, ότι ο ένας τοίχος του σπιτιού μας εσάπισε και είναι έτοιμος να πέση. Προσέτι μίαν ημέραν επήρε φωτιά το παραγώνι κι εκόλλησε το φαγοπύρι φωτιά κι εκάηκε το νταβάνι. Ανέβη ο άντρας μου να το σβήση και έσπασαν όλα τα κεραμίδια. Κοντά σ’ αυτά με βρήκαν και άλλες καταδρομές. Η γειτόνισσά μας που σου κρατεί στανικώς το σπίτι εμάλωσε μαζί μου κι ύστερα πήγε εις την Αστυνομίαν και με κατεμήνυσε τάχα πως εγώ την είπα πείσα και δείξα, ενώ εκείνη μούπε τα χειρότερα. Τώρα πρέπει να πάω και στο δικαστήριο. Μού στείλανε τις προάλλες κλήση.

Κι άλλες δυστυχίες με σάστισαν, κατακαημένη μου μάνα. Η γίδα μας αρρώστησε και ψόφησε με τη βαρυχειμωνιά· ήταν κι εγκαστρωμένη. Έχασα και τη γίδα, έχασα και τα κατσίκια τα δυο, έχασα και το γάλα των παιδιών. Μόνο το νου μου δεν έχασα, καημένη μου μάνα…».

* * *

Το απεφάσισε, λοιπόν, η γραία Λαμπρινή. Θα έφευγε μόνη διά τον τόπον της και ας μην είχε χαρτιά και σφραγίδας από την βασιλικήν κυβέρνησιν. Ιδέαν περί συνόρων και λοιπών εμποδίων, όσα οι άνθρωποι εφεύρον διά να χωρισθούν μεταξύ των, δεν είχε. Θα τραβούσε προς νότον, αυτό το ήξευρεν. Έχουσα αριστερά της την ανατολήν και δεξιά την δύσιν, θα εβάδιζε την ημέραν και θα εκόνευε την νύκτα εις τα σπίτια των καλών Χριστιανών. Και κάποτε θα έφθανε. Και διά να γλυτώση την πεζοπορίαν, αν έβλεπε σιδηρόδρομον κατευθυνόμενον προς νότον, θα επλήρωνε τον ναύλον και θα επέβαινε, με το καλό ή με το άγριον.

Αφ’ εσπέρας έλαβε την απόφασιν να εκκινήση τα χαράματα. Χωρίς να είπη τίποτε εις τας άλλας γυναίκας τας ομοχωρίους της, απεσύρθη ενωρίς εις τον οικίσκον της, εμάζευσε τον ρουχισμόν της και μερικά κανίσκια τα οποία είχε προμηθευθή διά τα εγγονάκια της, τα έδεσεν όλα εις μπόγον, ενεδύθη και κατεκλίθη εις την κλίνην της, όπως ήτο, διά να κλέψη ένα ύπνο, πριν εκκινήση διά το μεγάλον ταξίδι.

Επί αρκετάς ώρας ελαγοκοιμήθη, έχουσα κατά νουν να ξυπνήση ολίγον προ της αυγής και να ολισθήση λάθρα έξω του χωρίου. Και ότε ηκούσθη το πρώτο λάλημα του πετεινού, η γραία Λαμπρινή ηγέρθη τάχιστα, ενίφθη κατά πρόσωπον, έκαμε τον σταυρόν της και εξεπόρτισε. Η νυξ ήτο ακόμη βαθεία και το χιόνι εφώτιζεν αμυδρώς τον δρόμον της με την ψυχράν ανταύγειάν του.

Άμα εξελθούσα εις τους ερημικούς κατ’ εκείνην την ώραν δρόμους του χωρίου, εβάδισε ταχέως προς τον σταθμόν του σιδηροδρόμου. Θα επεβιβάζετο της πρώτης αμαξοστοιχίας, η οποία θα διηθύνετο προς νότον, κατά το σχέδιόν της. Εις τούτο εστάθη τυχερή. Εμπορικός συρμός με ανοικτά βαγόνια έμφορτα μεγάλων ζώων, ήτο έτοιμος να εκκινήση. Και η θεία Λαμπρινή, ολισθήσασα κρυφίως, αφού πρώτον έρριψε τον μπόγον της εις το βαγόνι, εσκαρφάλωσεν είτα και αυτή και ετοποθετήθη αθορύβως μεταξύ οκτώ αγελάδων, αι οποίαι την υπεδέχθησαν με φιλικούς μηκυθμούς και την εθέρμαινον με την αναπνοήν των.

Το τραίνο εξεκίνησεν. Η γραία Λαμπρινή έκαμε άλλην μίαν φορά το σημείον του σταυρού και έλαβε κουράγιο. Ήδη το δυσκολότερον μέρος του ταξιδίου επραγματώνετο ευτυχώς. Ενόμιζεν ότι μετ’ ου πολύ θα έβλεπε την κορυφογραμμήν της Πίνδου, την τόσον οικείαν εις την μνήμην της, την χαμένην εις την αντάραν και το χιόνι. Και ότε εξημέρωσεν, η γραία επρόβαλε μετ’ άκρας επιφυλάξεως την κεφαλήν της από το παραπέτο του βαγονιού, προσπαθούσα να διακρίνη εις το αβέβαιον πρωϊνόν φως και ομίχλην, τα γνώριμα και αγαπημένα βουνά.

Αλλοίμονον! Η πατρίδα ήτο ακόμη αρκετά μακράν. Προ των ομμάτων της γραίας Λαμπρινής ηπλούτο ο ατελείωτος κάμπος, όσον που φθάνει το μάτι, σαβανωμένος με το χιόνι. Εταξίδευσεν ολόκληρον την ημέραν προς νότον και περί την βραδυνήν αμφιλύκην της εφάνη ότι διέκρινε μακράν τας σκιάς υψηλών βουνών. Η καρδιά της ελαχτάρησε. Να ήτο άραγε η Πίνδος, το προσφιλές βουνόν, όπου υπό την σκιάν του εγεννήθη, εμεγάλωσεν, υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα;

Όχι μόνον δεν ήτο η Γη της Επαγγελίας της, αλλά και περί το εσπέρας, ότε ο ήλιος έδυεν εις την παρυφήν του κάμπου, εβεβαιώθη ότι ο συρμός εστράφη προς την δύσιν. Εμάζευσεν εν βία τον μπόγον της και, όταν ο σιδηρόδρομος εστάθη δι’ ολίγα λεπτά, επήδησεν αθορύβως εις το έδαφος, αποφασισμένη να συνεχίση πεζή το ταξίδι της.

* * *

Άγνωστος τόπος το μέρος όπου ευρέθη. Εις την ακοήν της έφθαναν λόγια άγνωστα, διαφορετικά από την γλώσσαν του τόπου εις τον οποίον έζη μέχρι προ τινος. Η καρδία της εμούδιασε. Πού να υπάγη νύκτα ώραν, ξένη και άγνωστος, μόνη και έρημος γραία, αδύνατον μέρος; Όλον το θάρρος της την εγκατέλειψε και καθήσασα εις μίαν γωνίαν του σταθμού, ομού μετ’ άλλων επιβατών, ήρχισε να κλαίη με μαύρα δάκρυα. Πονετικοί άνθρωποι αυτοί οι ξένοι. Την περιεκύκλωσαν με ενδιαφέρον και την ηρώτων εις την άγνωστον γλώσσαν των διά την αφορμήν των δακρύων της. Τι να τους είπη; Πώς να συνεννοηθή; Πώς να τους ζωγραφίση τον πόνον της; Και έκλαιε με σιωπηλούς λυγμούς, ενώ γύρω της οι ξένοι άνθρωποι την παρετήρουν με ανείπωτον συμπάθειαν. Ήλθε, τέλος, και ένας άνθρωπος της εξουσίας. Με θερμόν χαμόγελον την επλησίασε, της ωμίλησε. Είδε και απόειδε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθεί. Αντήλλαξε μερικές λέξεις με τους πολίτας και λαβών ηρέμα την γραίαν εκ του βραχίονος, την ωδήγησε εις το γραφείον του σταθμού.

Εκ της ανταλλαγής των ολίγων λέξεων μετά της γραίας, ερωτωμένης εις την ξένην γλώσσαν και αποκρινομένης εις την γλώσσαν της στερεοτύπως «θέλω να πάω στο χωριό μ’», εξήχθη το συμπέρασμα από την ομήγυριν ότι επρόκειτο περί Ελληνίδος. Ο αστυνομικός ωμίλησεν εις το τηλέφωνον δι’ ολίγων και μετ’ ου πολύ κατέφθασαν ασθμαίνοντες δύο Έλληνες εκ των πολιτικών προσφύγων, των διαμενόντων εις την πολίχνην εκείνην της Τσεχοσλοβακίας. Διότι η γραία είχε διέλθει τα πολωνοτσεχικά σύνορα και ευρέθη, άνευ διαβατηρίου, εις την Τσεχίαν.

Οι δύο Έλληνες έσκυψαν έκπληκτοι πλησίον της γραίας:

–Από πού είσαι, μάνα μου;
–Από την Πίνδο…

Ακούσασα την πάτριον φωνήν έπαυσε πλέον αυτομάτως να κλαίη και ανέβλεψεν μετ’ ελπίδων προς τους νεοελθόντας.

–Και πού καθόσουν;
–Σα κει στην Πολωνία…

Έκαμαν οι άνθρωποι τον σταυρόν των, ενώ οι ξένοι συγκινηθέντες παρηκολούθουν εν μεταφράσει την συνομιλίαν.

–Και πώς ήρθες εδώ;
–Με το τραίνο, γιε μ’!
–Και πώς θα πας κάτου;
–Με το πόδι μ’! Βαστάου για ακόμ’!

Εγέλασαν γύρω οι άνθρωποι. Έλαβον την γραίαν μετά στοργής και την ωδήγησαν εις τους ελληνικούς καταυλισμούς, ενώ ταυτοχρόνως ετηλεγράφουν εις Πολωνίαν προς ησυχίαν των εκεί συμπατριωτών των.

Βεβαίως, το ταξίδι της γραίας Λαμπρινής προς το χωρίον της δεν επραγματώθη. Και στενάζουσα, αναμένει μετά των άλλων την ευλογημένην ώραν της επιστροφής της εις το πάτριον έδαφος. Αχ, δεν θάχουν, Θεέ μου, τελειωμόν οι πίκρες και τα βάσανα του κόσμου;

(Η Αυγή, 25.12.1964)

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , | 70 Σχόλια »

Πριν από 40 χρόνια: Ο Μποστ χαιρετίζει το Νόμπελ του Ελύτη

Posted by sarant στο 12 Δεκεμβρίου, 2019

Μια επέτειος που, αν δεν κάνω λάθος, πέρασε σχετικά απαρατήρητη, ήταν ότι προχτές συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από την απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Οδυσσέα Ελύτη. Εννοώ σαράντα χρόνια από την τελετή της απονομής, που έγινε στη Στοκχόλμη στις 10 Δεκεμβρίου 1979, διότι βέβαια, όπως με όλα τα βραβεία Νόμπελ, η ανακοίνωση του βραβείου είχε γίνει δυο μήνες νωρίτερα, στις 18 Οκτωβρίου. Εύλογα ίσως, η απονομή αποσπά τα φώτα της δημοσιότητας πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η βράβευση.

Θυμήθηκα το γεγονός -και την επέτειο- από ένα άρθρο που είδα σε ένα ιστολόγιο. Υπάρχουν, βλέπετε, ακόμα ιστολόγια· αν και πρέπει να πω ότι το άρθρο το πληροφορήθηκα μέσω Τουίτερ, που είναι κι αυτό ενδεικτικό.

Στο ιστολόγιο αγαπάμε τον Μποστ, έχουμε παρουσιάσει, με τη μια ή την άλλη αφορμή, πολλές δεκάδες σκίτσα του, και παλιότερα είχαμε βάλει αρκετά σκίτσα του σε μια ενότητα με τον γενικό τιτλο «Πριν από 50 χρόνια…» αλλά τον τελευταίο καιρό είναι η αλήθεια πως τον έχω παραμελήσει.

Οπότε, για να επανορθώσω, αποφάσισα να κλέψω την ιδέα από τον συνάδελφο, εννοώ το άλλο ιστολόγιο. Την ιδέα μόνο, διότι το σκίτσο το έχω κι εγώ στο αρχείο μου.

Να δούμε λοιπόν πώς χαιρέτισε ο Μποστ την τελετή απονομής του Νόμπελ στον Οδυσσέα Ελύτη:

 

Το σκίτσο δημοσιεύτηκε την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 1979 στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, με την οποία συνεργαζόταν τότε ο Μποστ (πρόκειται για την τελευταία τακτική και μακρόχρονη συνεργασία του με εφημερίδα). Στην Κυριακάτικη, ο Μποστ δημοσίευε συνεργασίες που συνήθως απαρτίζονταν από το σκίτσο επάνω, με εκτενές κείμενο από κάτω. Δεν υπήρχε το «κείμενο της μπορντούρας» περιμετρικά στο σκίτσο, που είχε καθιερώσει ο Μποστ στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Επίσης, η ιστορική τριάδα των ηρώων του έχει διασπαστεί: η μαμα-Ελλάς πρωταγωνιστεί τις περισσότερες φορές, η Ανεργίτσα εμφανίζεται σε αρκετά σκίτσα αλλά ο Πειναλέων ελάχιστα παρουσιάζεται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Μποστ, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 112 Σχόλια »

Οι μιμήσεις του Πλάτωνα Χαρμίδη

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 131 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. (Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος).

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, μέρα καθημερινή, παρόλο που το περιεχόμενό του ταιριάζει περισσότερο σε κυριακάτικο άρθρο.

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα θέμα όχι άγνωστο, που το έχω επίσης δημοσιεύσει εδώ και πολλά χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο (το λινκ είναι αυτό, αλλά προς το παρόν δεν λειτουργεί). Το συνδυάζω με ένα δοκίμιο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου, με τίτλο «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και η τέχνη της παρωδίας» που περιλαμβάνεται στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο της «Συνομιλίες ποιητών. Μεταπλάσεις, παρωδίες και αντίλογοι στη νεοελληνική ποίηση του 20ού αιώνα».

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσίεψε το 1938-1939 στο περιοδικό «Πνευματική ζωή» μια σειρά από ποιήματα γραμμένα à la manière de, στα οποία παρωδούσε το ύφος γνωστών ομοτέχνων του (Καβάφη, Καρυωτάκη, Καββαδία, έως τους νεότερους). Συνολικά οι μιμήσεις αυτές είναι έντεκα· χαρακτηριστικό είναι πως τις υπόγραφε με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης, που το είχε πρωτοχρησιμοποιήσει σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα για να υποβάλει ποιήματα σε έναν ποιητικό διαγωνισμό… στον οποίο ήταν επίσης μέλος της κριτικής επιτροπής.

Κατά πάσα πιθανότητα, τη χρήση ψευδωνύμου την επέβαλε η μεταξική λογοκρισία, η οποία είχε βάλει στα μαύρα κατάστιχα τον ποιητή ύστερα από το άσεμνο ποίημα Επεισόδιο του 1938 (παλιότερο άρθρο, που θα χρειαζόταν τροποποίηση).

Η πρώτη μίμηση (Καβάφης) συνοδευόταν και από το εξής σημείωμα του «Πλάτωνα Χαρμίδη»:

«Παίζοντας, προ κάμποσου καιρού (ίσως αυτό το “παίζοντας”, που γράφω, να μην είναι η λέξη που ταιριάζει, αλλ’ αφού την έγραψα, ας μένει), δοκίμασα να μιμηθώ το “στυλ” κάποιων μου ποιητών αγαπημένων. Δεν ήλπιζα ποτέ να δουν το φως, – είν’ απ’ αυτά που γράφονται για το συρτάρι μόνο: Ωστόσο, να που σήμερα το βλέπουν. Όσοι συμβεί να μην τα συμπαθήσουν, τουλάχιστον ας μου τα συγχωρήσουν. Εγώ δεν τα ’χω ακόμα συγχωρήσει, – αλλά δεν έπαυσα κι απ’ το να τ’ αγαπώ

Η Αθηνά Βογιατζόγλου χαρακτηρίζει «παρωδίες» τα έντεκα ποιητικά γυμνάσματα του Λαπαθιώτη, άλλοι μελετητές μιλούν για «μιμήσεις». Εγώ χρησιμοποιώ τους δυο όρους εναλλακτικά. Το θέμα της ορολογίας είναι αρκετά σύνθετο και θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο γι’ αυτό, αλλά προτιμώ να το αφήσω για άλλη φορά.

Όλες οι μιμήσεις είναι λίγο ή πολύ ειρωνικές αλλά πολύ πιο αιχμηρές για τους υπερρεαλιστές που ο Λαπαθιώτης αντιπαθούσε (Ελυτιότητες είχε χαρακτηρίσει μια επαινετική κριτική για ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη).

Οι παρωδίες από τον Λαπαθιώτη δεν ήταν οι μόνες· την ίδια εποχή, δηλ. προπολεμικά, δημοσιεύονταν άφθονες παρωδίες γνωστών ποιημάτων ακόμα και σε λαϊκά περιοδικά. Όχι πάντα πετυχημένες –αλλά ίσως να μαρτυρούν πόσο μεγαλύτερη διάδοση είχε τότε η ποίηση έξω από έναν κύκλο μυημένων. Οι καβαφικές παρωδίες γεμίζουν (και έχουν γεμίσει) βιβλίο.

Για να παρωδήσεις έναν ποιητή πρέπει να έχεις μελετήσει καλά το ύφος και το λεξιλόγιό του -και να είσαι κι εσύ ποιητής. Κάποτε το προϊόν της μίμησης/παρωδίας δεν ξεχωρίζει και πολύ από τα γνήσια ποιήματα του παρωδούμενου ποιητή.

Δείτε, ας πούμε, το ποίημα που έγραψε ο Λαπαθιώτης à la manière de Μαβίλη. Είναι φυσικά σονέτο:

ΣΟΝΕΤΤΟ

Την ώρα που βυθά το χλωμό δείλι,
κι αποτραβιέται ο γήλιος σ’ άλλους τόπους,
κι η νύχτα ανοί, σα μυστικό ασφοδίλι,
συλλογιέμαι τους δόλιους τους ανθρώπους,

καθώς γοργοπερνάν, οχτροί και φίλοι,
σε περίσσιους βαρειά δοσμένοι κόπους,
κάνοντας ο καθένας ό,τι οφείλει
και του βολεί, με τους δικούς του τρόπους…

Μα να που η νύχτα τον παραμονεύει,
κι ο Χάρος, φοβερό κι άπονο τέρας,
και τη στιγμή που αυτός ποθεί ν’ ανέβη,

μέσ’ στο φως και τη λάμψη της ημέρας,
και βλέπει από ψηλά τον κόσμο κάτου,
δίνει μια, και του σπάζει τα φτερά του!

Πλάτων Χαρμίδης (= Ναπολέων Λαπαθιώτης) Πνευματική ζωή τχ. 37, 10.12.1938

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 119 Σχόλια »

Ο Φυσικός Άνθρωπος (το κατά Γιάννη Μακριδάκη Ευαγγέλιο)

Posted by sarant στο 21 Απριλίου, 2019

Σήμερα είναι Κυριακή, μέρα που συνηθίζουμε να βάζουμε κάτι λογοτεχνικό. Είναι και η θλιβερή επέτειος της 21ης Απριλίου 1967, είναι ομως και η Κυριακή των Βαΐων. Βρισκόμουν σε δίλημμα ποιο από τα δύο θέματα να προτιμήσω, αλλά είδα στη σελίδα του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, που πολύ τον αγαπώ και έργα του έχω κατ’ επανάληψη παρουσιάσει εδώ, το αφήγημα που θα διαβάσετε και μου άρεσε και του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω -τον ευχαριστώ πολύ.

Πρόκειται όπως βλέπετε για μια παράφραση της Μεγάλης Εβδομάδας και των Παθών του Ιησού Χριστού. Τέτοιες παραφράσεις γνωρίζει αρκετές η λογοτεχνία μας -θα αναφέρω πρόχειρα την αρκετά γνωστή «Μεγάλη βδομάδα του πρεζάκη» του Μ. Καραγάτση. Φυσικά, η κατά Μακριδάκην Μεγαλοβδομάδα διαπνέεται από τις πεποιθήσεις του συγγραφέα για τον φυσικό ανθρωπο, που τις εχει εκφράσει και στις νουβέλες του, ίσως πιο καθαρά στο «Αντί Στεφάνου«.

Σχολιάζει ο Μακριδάκης:

Το έγραψα το 2017, μετά από παραγγελία του Γιώργου Κουμεντάκη, καλλιτεχνικού διευθυντή της Λυρικής Σκηνής, για την Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ. Αποτελεί παράφραση των Ιερών Ευαγγελίων της Μεγάλης Εβδομάδας και παρουσιάστηκε στην παράσταση Ημέρες Λατρευτικής Μουσικής – Παραφράσεις Ιερών Κειμένων, στο Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, στις 4 και 5 Απριλίου 2017, ερμηνευμένο από την ηθοποιό Ράνια Οικονομίδου συνοδεία των αυτοσχεδιασμών στο πιάνο του Αντώνη Ανισέγκου.

Παραθέτω το κείμενο χωρίς άλλα σχόλια:

Ο Φυσικός Άνθρωπος ή αλλιώς το κατά Γιάννη Μακριδάκη Ευαγγέλιο

Την νύχτα εκείνη ο Ιησούς και οι μαθητές Αυτού, εξόν του Ιούδα, μετέβησαν πέραν του χειμάρρου των Κέδρων και εισήλθαν εις τον ελαιώνα της Γεσθημανής όπως προσευχηθούν.

Τον τόπο εκείνον εγνώριζε ασφαλώς και ο Ιούδας, διότι είχαν μεταβεί πλείστες φορές εκεί μαζί με τον Ιησού. Κατέφθασε κατόπιν λοιπόν και ούτος εκεί, επικεφαλής πλήθους οργίλων Καταναλωτών τε και Δούλων του Συστήματος, εχόντων ανά χείρας δαυλούς, λύχνους, ξύλα και μάχαιρες, συνοδευόμενοι υπό πανόπλων Στρατιωτών και Φρουρών, οίτινες είχαν διαθέσει εις αυτόν οι Τραπεζίτες, οι Επενδυτές και οι Άρχοντες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παρωδίες, Πασχαλινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , | 133 Σχόλια »

Στην Ταράτσα του Φοίβου

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2018

Πήγα προχτές στην Ταράτσα του Φοίβου Δεληβοριά. Πήγα με την κόρη μου, που της αρέσει κι εκείνης πολύ, από τότε που ήταν μικρή και στις οικογενειακές εκδρομές άκουγε τα σιντάκια που έπαιζα στο αυτοκίνητο. Είναι η δεύτερη σεζόν που λειτουργεί η Ταράτσα, αλλά πέρυσι δεν μπόρεσα να πάω. Κάλλιο αργά πάντως.

Προχτές που πήγαμε ήταν καλεσμένη η Ελένη Βιτάλη, αλλά κάποιο πρόβλημα υγείας την εμπόδισε να εμφανιστεί. Ωστόσο, και έτσι η παράσταση ήταν πολύ πλούσια και μεγάλη σε διάρκεια, τρεις ώρες καθαρές, και τη χαρήκαμε και οι δυο μας, όπως φάνηκε να τη χαίρεται και το κοινό, που είχε σχεδόν γεμίσει τα τραπέζια της ταράτσας παρά την ακριβούτσικη τιμή του εισιτηρίου (23 ή 30 ευρώ το άτομο για σκέτη είσοδο, χωρίς ποτό). Στον εξώστη τα εισιτήρια είναι πιο προσιτά, 15 ευρώ και μια μπίρα δώρο. Βλέπεις όμως και την Ακρόπολη, καθώς η ταράτσα βρίσκεται στην αρχή της Ιεράς Οδού.

Η Ταράτσα είναι σχεδιασμένη στο πατρόν των παλιών αναψυκτηρίων, θέλει δηλαδή να αποτελέσει λαϊκό θέαμα. Με επιφύλαξη τις τιμές, το καταφέρνει, χάρη στη μεγάλη ποικιλία της παράστασης που επιστρατεύει πολλά είδη πάντα με άξονα το τραγούδι, καθώς και χάρη στο πλήθος των συντελεστών. Θα παρουσιάσω εδώ τις εντυπώσεις μου από την Ταράτσα, δίνοντας κάποια έμφαση στα στοιχεία που ενδιαφέρουν εμένα και το ιστολόγιο.

Ο Δεληβοριάς μού αρέσει, τόσο ο ίδιος ως τραγουδοποιός όσο και το είδος που εκπροσωπεί. Ωστόσο, λίγα σχετικά από τα τραγούδια της παράστασης είναι δικά του. Αν δεν κάνω λάθος ακούστηκαν μόνο τα εξής:

Το εισαγωγικό τραγούδι, που λέγεται Η ταράτσα του Φοίβου, το Κάθε Σεπτέμβρη, σε ντουέτο, η Όμορφη πόρτα, μεταπλασμένο σε νούμερο, ο Μπάσταρδος γιος, ο Καθρέφτης, Εκείνη και, για το φινάλε, Η Κική κάθε βράδυ.

Πριν ακόμα ανέβουν οι μουσικοί στη σκηνή και ενώ το κοινό πηγαίνει προς τις θέσεις του, δίνει παραγγελίες κτλ. ανεβαίνει στη σκηνή ένας πολύ καλός μίμος-μάγος και άλλα πολλά ονόματι Alex de Paris. Aν είναι βέρος Παριζιάνος δεν το ξέρω, διότι δεν θυμάμαι να τον άκουσα να μιλάει καθόλου, αλλά είναι εξαιρετικός.

Η πρώτη ενότητα της παράστασης παίρνει έναυσμα από τα μεταγλωττισμένα τραγούδια, ξένες επιτυχίες με ελληνικό στίχο. Παίζεται ένα τέτοιο τραγούδι, που ξέχασα ποιο είναι, και μετά ο Φοίβος ενημερώνει το κοινό πως στις δεκαετίες 60-70 ήταν της μόδας αυτά τα μεταφρασμένα τραγούδια, αναφέροντας για παράδειγμα ότι ο Πάριος έκανε επιτυχία με το Τώρα πια που ήταν το γαλλικό Tu t’en vas με ελληνικό στίχο, ενώ η Αλέκα Κανελλίδου είπε το Πόσο γλυκά με σκοτώνεις, που είναι το πασίγνωστο Killing me softly, αλλά μετά, στη δεκαετία του 80, λέει ο Φοίβος, έμαθε ο κόσμος αγγλικά (πήραμε Λόουερ, είπε) κι έτσι σταμάτησε αυτή η μόδα. Δεν ξέρω αν ισχύει αυτή η εξήγηση, νομίζω πως ξένα τραγούδια εξακολούθησαν να διασκευάζονται -ακόμα κι από τον Σαββόπουλο στο Ξενοδοχείο.

Πάντως αυτή η εισαγωγή δίνει πάσα στον Φοίβο για να πει ότι θέλησε να αναστήσει αυτή την τάση μεταφράζοντας νεότερα διεθνή σουξέ, πράγμα που το κάνει δήθεν στο φτερό, σε ντουέτο με την Νατάσα Φασουλή, από το SexBomb και το Another one bites the dust ίσαμε το MammaMia των Abba, που δεν είναι και τόσο καινούργιο, και κάποια άλλα που δεν τα ήξερα ενώ η κόρη μου, που τα ήξερε, φάνηκε να το χαίρεται πειρισσότερο. Στο μεταξύ έχουν ανέβει κι άλλοι από τον θίασο πάνω στη σκηνή, και κάπου εκεί ακούμε και το Δώδεκα του Νίκου Καρβέλα/Άννας Βίσση μεταφρασμένο στα ιταλικά και τραγουδισμένο πειστικά: Dodici… (Αν δεν κάνω φρικτό λάθος, δεν πρόκειται για μετάφραση ξένου αλλά για σύνθεση του Καρβέλα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεατρικά, Παρωδίες, Παραστάσεις, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 258 Σχόλια »

Από πότε υπάρχουν κοψοχέρηδες;

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2018

Το σημερινό σύντομο άρθρο έρχεται να διορθώσει μιαν ανακριβή πληροφορία που αντιλήφθηκα ότι κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο και για την οποία είμαι κι εγώ έμμεσα υπεύθυνος.

Ξέρουμε βέβαια τι είναι ο κοψοχέρης. Δεν είναι αυτός που έχει χάσει το χέρι του από κάποιο ατύχημα ή, παλιότερα, στον πόλεμο. Αυτός είναι ο μονόχειρας ή, αν θέλουμε να το πούμε πιο τραχιά, ο κουλοχέρης. Ο αείμνηστος Σάκης Καράγιωργας είχε χάσει τα δάχτυλα και την παλάμη του δεξιού χεριού του το 1969 όταν εξερράγη ο εκρηκτικός μηχανισμός που κατασκεύαζε ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς. Αργότερα, όταν το ΠΑΣΟΚ άρχισε να μεταλλάσσεται σε αρχηγικό κόμμα και ο Καράγιωργας εξέφραζε από το βήμα κάποιου κομματικού οργάνου τις διαφωνίες του, οι οπαδοί του αρχηγού τού φώναξαν «Κάτσε κάτω κουλοχέρη!».

Βέβαια, η λέξη «κουλοχέρης» πολύ περισσότερο χρησιμοποιείται για τα μηχανήματα των καζίνων, όπου στοιχηματίζεις ρίχνοντας κέρματα -και μετά τραβάς το μοχλό και, αναλόγως, κερδίζεις ή χάνεις. Κι επειδή συνήθως χάνεις, τα μηχανάκια αυτά λέγονται και «ληστές με το ένα χέρι».

Αλλά πλατειάζω. Κοψοχέρης, έλεγα, δεν είναι αυτός που έχει χάσει το χέρι του, αλλά, «αυτός που έχει μετανιώσει για την ψήφο που έδωσε, που θα προτιμούσε να είχε κόψει το χέρι του παρά να είχε κάνει τη συγκεκριμένη επιλογή». Το έβαλα σε εισαγωγικά, επειδή είναι ο ορισμός από το ΛΚΝ.

Ασφαλώς τον παλιό καιρό, στα μεσαιωνικά χρόνια που δημιουργήθηκε η λέξη, κοψοχέρης ήταν μόνο αυτός που του είχε κοπεί το χέρι, ο μονόχειρας. Όμως, η νεότερη σημασία του μετανιωμένου ψηφοφόρου, έχει εκτοπίσει την κυριολεκτική.

Λοιπόν, τις προάλλες, σε έναν ιστότοπο όπου δημοσιεύονται σύντομα ενδιαφέροντα γλωσσικά σημειώματα, είδα το εξής:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εφημεριδογραφικά, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Καβαφικά, Ονόματα, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 170 Σχόλια »

Στον πηγαιμό για την Ιθάκη

Posted by sarant στο 22 Αυγούστου, 2018

Από την Ιθάκη τελικά προτίμησε να εκφωνήσει ο πρωθυπουργός το διάγγελμά του για την έξοδο από τα μνημόνια.

Την Ιθάκη, που συμβολίζει την πολυπόθητη επιστροφή σε οικείο και αγαπητό περιβάλλον ύστερα από μια μακρά περίοδο περιπλάνησης και περιπετειών σε αφιλόξενα και αχαρτογράφητα νερά, όπως πράγματι οδυνηρές και από πολλές απόψεις πρωτόγνωρες για ευρωπαϊκή χώρα ήταν οι δοκιμασίες που πέρασε ο ελληνικός λαός στα οχτώ χρόνια που πέρασαν.

Κι έτσι ο Αλέξης Τσίπρας ενέδωσε στη γοητεία του ισχυρού συμβόλου, αντί, ας πούμε, να εκφωνήσει το διάγγελμά του από το πρωθυπουργικό γραφείο -οπότε ίσως δεν θα γράφαμε αυτό το άρθρο.

Και επειδή ο συμβολισμός είναι πανίσχυρος, στο κείμενο της ομιλίας υπάρχουν άφθονες ακόμα ομηρικές αναφορές, σε Οδύσσεια που πήρε τέλος, σε Συμπληγάδες, που τις αφήσαμε πίσω, σε Σειρήνες της ματαιότητας, σε Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, που στέκονταν απέναντί μας, σε λωτοφάγους (που δεν πρέπει να γίνουμε) και σε μνηστήρες που θέλουν να ξαναπάρουν την Ιθάκη στα χέρια τους. Συμπληγάδες στον Όμηρο; Ναι, γίνεται και γι’ αυτές λόγος, αν και όχι με το όνομα αυτό, στην Οδύσσεια.

Προσωπικά επιδοκιμάζω άλλα σημεία του διαγγέλματος, όπως την αναφορά στον ευτελισμό της δημοκρατίας στα μνημονιακά χρόνια, όταν «Τραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί και υπουργοί έγιναν τραπεζίτες», ένα φαινόμενο άλλωστε που δεν περιορίζεται στην Ελλάδα αφού επίσης χρησιμοποιήθηκε στην Ιταλία -κατά την ταπεινή μου γνώμη, με εξαίρεση τους υπηρεσιακούς πρωθυπουργούς, ο χειρότερος εκλεγμένος πρωθυπουργός είναι απείρως προτιμότερος από τον καλύτερο εξωκοινοβουλευτικό, μη εκλεγμένο πρωθυπουργό τύπου Παπαδήμου. Αλλά ας… επιστρέψουμε στην Ιθάκη.

Αν η Ιθάκη είναι ο προορισμός, υπάρχει και μια αφετηρία. Στο ομηρικό έπος η αφετηρία είναι η Τροία, αλλά η σύγχρονη ελληνική τραγωδία (κατά το κλισέ του διεθνούς τύπου) εγκαινιάστηκε με ένα άλλο πρωθυπουργικό διάγγελμα από ένα άλλο νησί, από το Καστελλόριζο όπου ο Γιώργος Παπανδρέου ανάγγειλε τον Μάιο του 2010. Κατά σύμπτωση, το Καστελλόριζο (με το νησιωτικό του σύμπλεγμα) είναι το ανατολικότερο άκρο της ελλαδικής επικράτειας, ενώ η Ιθάκη ένα από τα δυτικότερα σημεία της, αν και ασφαλώς όχι το δυτικότερο (που είναι τα Διαπόντια νησιά). Οπότε, από το Καστελλόριζο στην Ιθάκη μέσα σε οχτώ χρόνια, κάτι λιγότερο από τον ομηρικό Οδυσσέα (που όμως ναι μεν χρειάστηκε δέκα για τον δικό του νόστο, αλλά τα εφτά από αυτά τα πέρασε στην αγκαλιά της Καλυψώς).

Στην Ιθάκη, βέβαια, ο Οδυσσέας έφτασε μόνος του -όλοι οι άλλοι σύντροφοί του είχαν εξοντωθεί στον δρόμο, άλλοι από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, άλλοι από τους Λαιστρυγόνες, κάμποσοι από την τρικυμία που ξέσπασε όταν «μαζί τα έφαγαν» στην ακρογιαλιά του Ήλιου τ’ αργά γελάδια. Αυτό το στοιχείο του ομηρικού έπους φυσικά δεν τονίστηκε. (Να θυμηθούμε τι ωραία που έπιασε ο Λούτσιο Ντάλα και μετέπλασε ο Σαββόπουλος αυτή την λαϊκή οπτική).

Πάντως, και άλλες πολιτικές δυνάμεις σχολίασαν το πρωθυπουργικό διάγγελμα με ατάκες σχετικές με την Ιθάκη -οι Έλληνες δεν είναι λωτοφάγοι, τόνισε ο εκπρόσωπος τύπου του ΚΙΝ.ΑΛ. ενώ το γραφείο τύπου της Νέας Δημοκρατίας είχε σπεύσει πριν ακόμα γίνει το διάγγελμα να σχολιάσει τη φημολογούμενη επιλογή της τοποθεσίας με στίχους από τον Καβάφη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ένα μνημειώδες αυτογκόλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 211 Σχόλια »

Μνήμη Άχθου Αρούρη (1903-24.3.1977)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 40 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου, του Νίκου Δ. Σαραντάκου. Δεν είναι άγνωστος στο ιστολόγιο: έχω παρουσιάσει πολλά ποιήματά του και, κυρίως, πριν από 2-3 χρόνια δημοσίευσα σε συνέχειες το βιβλίο που έγραψε για τον παππού μου ο πατέρας μου, το «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης». Θέλω λοιπόν να κάνω σήμερα ένα μνημόσυνο στον Άχθο Αρούρη.

Αν είστε νεοφερμένοι στο ιστολόγιο, Άχθος Αρούρης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που είχε ο παππούς μου προπολεμικά στη Μυτιλήνη. Η έκφραση «άχθος αρούρης» είναι ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», παναπεί άχρηστος άνθρωπος. Να σημειώσουμε ωστόσο ότι ενώ στον Όμηρο η λέξη «άχθος» είναι βεβαίως ουδέτερο ουσιαστικό, ο παππούς το χρησιμοποιούσε σαν αρσενικό όνομα, άρα κλίνεται «Ο Άχθος, του Άχθου, τον Άχθο, ω Άχτε» -κάποτε και «ο Άχτος», από ειρωνικό υπερδημοτικισμό.

Από τον παππού μου επηρεάστηκα πολύ και πήρα πολλά πέρα από όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο (και αριθμό φορολογικού μητρώου, και είχα τραβήγματα με την εφορία, αλλά χαλάλι). Μερικές φορές, στο παρελθόν, δανείστηκα και το ψευδώνυμό του, αλλά το μετάνιωσα. Ο παππούς με αυτό το έξοχο ψευδώνυμο δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά. Συλλογή τυπωμένη δεν αξιώθηκε να δει, ετοίμαζε μία όταν τον βρήκε ο καρκίνος και μας τον πήρε. Την τύπωσαν οι δικοί μου μεταθανατίως κι έχει ποιήματα «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου.»

Το προοίμιο του βιβλίου αυτού είναι το ποίημά του «Η προσευχή του ταπεινού», που παίρνει ίσως έμπνευση από το ομότιτλο ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου αλλά δεν το παρωδεί καθόλου.

Η προσευχή του ταπεινού

Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σου
έτσι που εύσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.
Δεν είμαι τάχατες κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με την κατάσπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου, υποθέτω, σου ζητώ
μια κάποια λογικήν αποζημίωση
έτσι που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.

Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτό
ζητώ να βρουν οι κόποι μου δικαίωση.
Τι να την κάνω τη διαβεβαίωση
μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι.

Θεούλη μου σε βεβαιώ δεν με πειράζει
την κουρασμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου
αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει
δυο τρεις αυγούλες ροδαλές, ήλιο και φως αληθινό
και τη χαρά να τη χαρεί κάτω απ’ τον γήινο ουρανό.
Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.

(Μυτιλήνη, 1936. Περιλαμβάνεται σαν πρόλογος στη συλλογή Της Κατοχής και του Στρατόπεδου)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Κατοχή, Μυτιλήνη, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Το κρυφό τσιμπούσι, ο πρώτος γλωσσικός μύθος

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2017

Οι γλωσσικοί μύθοι είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα του ιστολογίου μας, και όχι άδικα αφού το Διαδίκτυο αποτελεί, δυστυχώς, προνομιακό χώρο διάδοσης των κάθε λογής μύθων, μαζί και των γλωσσικών, στους οποίους εμείς οι Έλληνες έχουμε μιαν ευπάθεια.

Ωστόσο, ο μύθος που θα δούμε σήμερα γεννήθηκε πολλές δεκαετίες πριν από το Διαδίκτυο, κατά πάσα πιθανότητα αρκετές δεκαετίες πριν και από τον «μύθο της μίας ψήφου«, που χρονολογείται μάλλον από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το σημερινό άρθρο θα μας φέρει πιο πίσω, στις αρχές του 20ού αιώνα.

Όσοι συζητούν σήμερα για το γλωσσικό ζήτημα, δύσκολα μπορούν να συλλάβουν την οξύτητα που είχε προσλάβει στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα η γλωσσική αντιπαράθεση. Η Ελλάδα μάλιστα έχει τη θλιβερή διάκριση να έχει θρηνήσει νεκρούς ύστερα από διαδηλώσεις που είχαν ως αφορμή το γλωσσικό ζήτημα, εννοώ τα Ευαγγελικά του 1901 και τα Ορεστειακά του 1903.

Για να θυμίσω τους όρους, Ευαγγελικά είναι οι ταραχές που ξέσπασαν με αφορμή τη δημοσίευση της μετάφρασης του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη στην εφημ. Ακρόπολις, ενώ Ορεστειακά οι αντίστοιχες ταραχές όταν ανεβηκε η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση. Για να περιοριστούμε στα Ευαγγελικά, που έθεταν και το πιο σύνθετο πρόβλημα, εφόσον άγγιζαν όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και τη θρησκεία, πρέπει να αναφέρουμε ότι είχε προηγηθεί, με ενθάρρυνση της βασίλισσας Όλγας, μια μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τη γραμματέα της, την Ιουλία Καρόλου, σε απλή καθαρεύουσα. Η μετάφραση αυτή συνάντησε τις αντιρρήσεις της Ιεράς Συνόδου, τελικά εκδόθηκε σε 1.000 αντίτυπα το 1900 που μοιράστηκαν σε νοσοκομεία κτλ. και γενικά πέρασε απαρατήρητη.

Δεν έγινε το ίδιο με τη μετάφραση του Πάλλη, που άρχισε να δημοσιεύεται στην Ακρόπολι του πρωτοπόρου Βλάση Γαβριηλίδη -όχι μόνο επειδή ο Πάλλης χρησιμοποιούσε ανόθευτη, ψυχαρική δημοτική -«μαλλιαρή» με την ορολογία της εποχής- αλλά και διότι οι άλλες εφημεριδες βρήκαν την ευκαιρία να χτυπήσουν την ανταγωνίστριά τους κι έτσι εξαπέλυσαν εκστρατεία εναντίον του «ατοπήματος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικοί μύθοι, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 236 Σχόλια »

Ερωτόκριτος

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2017

Μεθαύριο είναι του Αγίου Βαλεντίνου, γιορτή των ερωτευμένων υποτίθεται. Το ιστολόγιο άλλες χρονιές αδιαφορούσε για τη γιορτή, μια και το έθιμο, εμείς οι παλιότεροι, το μάθαμε όταν πια είχαμε μεγαλώσει -πέρυσι όμως βάλαμε ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων, και φέτος είπα να αφιερώσω ένα άρθρο στον Ερωτόκριτο, το αριστούργημα αυτό της κρητικής ποίησης, που όχι λίγοι λόγιοι το έχουν παραλληλίσει με την Ιλιάδα, όπως ο Μαλακάσης που τον αποκάλεσε «Όμηρο της Ρωμιοσύνης», ενώ ο Σεφέρης έγραψε ότι η γλώσσα του είναι «η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε ο μεσαιωνικός και ο νεότερος ελληνισμός».

Βέβαια πολλοί καθαρευουσιάνοι τον απέρριψαν. «Εξάμβλωμα» τον χαρακτήρισε ο Κοραής και τον παρομοίασε με την ασκημομούρα υπηρέτρια [δυσειδή θεράπαινα] που μόνο καλό έχει ότι μας μπάζει στην κάμαρα της πανέμορφης αρχοντοπούλας, της αρχαίας, ενώ ο Οικονόμος εξ Οικονόμων βρήκε πολλές αρετές στο έργο αλλά έψεξε την «ακάθαρτον και ακαλλιέργητον» γλώσσα του, την ίδια γλώσσα που ο Κοδρικάς αποκάλεσε «δυσειδή».Κάποιοι επιχείρησαν να τον μεταφράσουν στην καθαρεύουσα (Διονύσιος Φωτεινός, «Νέος Ερωτόκριτος», 1818 και αλλοι).

Ο Ροΐδης στα Είδωλα παινεύει τη γλώσσα του Ερωτόκριτου και γράφει: «Εις την μακροτέραν της Ιλιάδος εποποιίαν του Κορνάρου ούτε πεντήκοντα ηδυνήθημεν να σημειώσωμεν ξένας λέξεις…» Παραξενεύτηκε ο Πολυλάς, πώς χαρακτηρίζει τον Ερωτόκριτο (περίπου 10.000 στίχοι) μακρότερο από την Ιλιάδα (15.690), αλλά ο Ροΐδης απάντησε ότι 5600 στίχοι της Ιλιάδας είναι επαναλήψεις.

Ο Γ. Χατζηδάκης, καθαρευουσιάνος μεν αλλά κρητικός, παίνεψε το έργο του Κορνάρου και το παραλλήλισε κι αυτός με τον Όμηρο: «όπως ελέχθη περί του Ομήρου ότι απ’ αρχής μέχρι τέλους ‘έπαινος αρετής εστίν’, ούτω λεκτέον και περί του Ερωτοκρίτου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Κατσαριδοχτονία, μια μίμηση

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2017

Το ιστολόγιο αγαπά πολύ τις παρωδίες, τις παραφράσεις και τις μιμήσεις λογοτεχνικών έργων και έχουμε δημοσιεύσει αρκετές κατά καιρούς. Μια τέτοια θα δημοσιεύσω και σήμερα, μια εξαιρετικά πετυχημένη μίμηση της Ιλιάδας του Ομήρου και ειδικά της μετάφρασης του Αλέξανδρου Πάλλη (στην οποία θα άξιζε να αφιερώσουμε άρθρο κάποτε -μπορείτε πάντως να τη βρείτε στον Μικρό Απόπλου).

Τη μίμηση αυτή τη βρήκα σε απρόσμενο μέρος -στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού «Ο Μέντωρ» (τχ. 118, Οκτώβριος 2016) που είναι το «χρονογραφικό και ιστοριογραφικό δελτίο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας». Το συγκεκριμένο τεύχος είναι αφιερωμένο στην αρχαία ελληνική γλώσσα και τη σημασία της για τους σημερινούς Νεοέλληνες, ένα θέμα που προσεγγίζεται με διάφορους τρόπους. Τα κείμενα του τεύχους (πρέπει να) είναι όλα γραμμένα από τον Βασίλειο Πετράκο, Γ.Γ. της Εταιρείας και της Ακαδημίας Αθηνών,  και αιφνιδιάζουν ευχάριστα με τη φρεσκάδα της ματιάς τους καθώς κάθε άλλο παρά διαπνέονται από στείρα παρελθοντολατρία. Έχω σκοπό να αναδημοσιεύσω και άλλο ένα («σοβαρό») κείμενο αλλά διάλεξα να ξεκινήσω με το ευτράπελο -την κατσαριδοχτονία, δοσμένη σε ύφος ομηρικό.

Ευτράπελο αλλά με πολλή σοβαρότητα δουλεμένο, τόσο από τον παρωδό όσο και από τον Β. Πετράκο που σχολιάζει. Την ομηρική μίμηση τη σύνθεσε ο Σπύρος Ιακωβίδης, ο μεγάλος αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός (1923-2013) γύρω στα 1955, όπως μας πληροφορεί ο Πετράκος. Διηγείται πώς μαζί με τον Δημήτρη Γκόφα (καθηγητή του ελληνικού και ρωμαϊκού δικαίου, 1924-2003) σκότωσαν μια κατσαρίδα στο σπίτι του φίλου τους Ρόδη Ρούφου (του διπλωμάτη και λογοτέχνη, 1924-1972), κατσαρίδα που είχε τρομοκρατήσει την Αριέττα, τη γυναίκα τού Ρούφου.

Το πανέξυπνο εύρημα είναι ότι παρομοιάζουν την κατσαρίδα με φοβερό θεριό που λυμαίνεται τον τόπο και τους δυο φίλους με ατρόμητους ήρωες που αναλαμβάνουν την αποστολή να το σκοτώσουν. Οπότε, έπος: η Ιλιάδα, στο ύφος της μετάφρασης του Πάλλη, σε ρωμαλέα δημοτική, με δεκαπεντασύλλαβο, με τα σύνθετα ομηρικά επίθετα και τις μακροσκελείς ομηρικές παρομοιώσεις. Για να συμπληρωθεί το έπος, ο ραψωδός φιλοτέχνησε και μίμηση αγγειογραφίας, που την παραθέτω στο τέλος, μαζί με τα σχόλια του Βασ. Πετράκου.

ΚΑΤΣΑΡΙΔΟΧΤΟΝΙΑ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όμηρος, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 131 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Οι πολιτικές του πεποιθήσεις

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή πέμπτη, και είναι η τέταρτη του 11ου κεφαλαίου, που έχει τον τίτλο: Ένας επικούρειος στον καιρό μας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΜολονότι από το 1948 είχε πάψει να είναι οργανωμένος στο ΚΚΕ, ο ποιητής δεν έπαψε ποτέ του να είναι αριστερός. Από το 1951 ως το 1964 ψήφιζε ΕΔΑ. Η απριλιανή δικτατορία δεν τον πίκρανε ούτε τον φόβισε. Μάλ­λον τον εξόργισε, για το γεγονός ότι βρέθηκαν επίορκοι αξιωματικοί που με τα όπλα, που πλήρωσε και τους τα εμπιστεύτηκε ο ελληνικός λαός, έβαλαν το λαό στο γύψο. Είχε πει τότε προφητικά πως οι συ­νταγματάρχες τελικά θα καταστρέψουν αυτούς ακριβώς τους θε­σμούς που υποτίθεται ότι θέλησαν να υπερασπίσουν. Με αγαλλίαση είδε τους δικτάτορες να διώχνουν τον Κωνσταντίνο και εν συνεχεία να καταργούν τη Μοναρχία. Πολύ σύντομα είδε τη γελοία πλευρά της δικτατορίας και έγραψε γι’ αυτήν αρκετά σατιρικά ποιήματα, που τα κυκλοφορούσε στο στενό φιλικό του κύκλο. Όταν έγινε η απόπειρα του Παναγούλη, οι εφημερίδες είχαν γεμίσει από διατεταγμένες ευχές προς τον Παπαδόπουλο, επί τη διασώσει του, συνοδευόμενες από κατάρες ή ύβρεις για το δράστη. Ο ποιητής το σχολίασε από τη δική του σκοπιά:

Επί τη διασώσει σας συγχαίρει σύμπασα η Ελλάς
Ειλικρινώς ημέτερος (Εις εθνικόφρων πορτοφολάς)\

Του Παναγούλη αστόχησαν οι δολοφόνες σφαίρες
και σώον κι υγιαίνοντα οι Έλληνες σας είδον
χρόνια να κόβει μου ο Θεός και να σας δίνει μέρες
(Εις έντιμος προαγωγός αθώων κορασίδων)

 Σας φύλαξεν ο Ύψιστός ο πάντα προνοών
να χτίσετε τον ιερόν του Τάματος Ναόν
να φέξει λίγο και για μας, τους υπέρ Σας μοχθούντας
(Πεντέξι μεσολαβηταί στις μπίζινες της Χούντας)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αριστερά, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Καβαφικά, Παρωδίες, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , | 89 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Τα εγγόνια

Posted by sarant στο 10 Νοεμβρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή τέταρτη, και είναι η τρίτη του 11ου κεφαλαίου, που έχει τον τίτλο: Ένας επικούρειος στον καιρό μας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 60, αλλά η σημερινή συνέχεια εκτείνεται και στην επόμενη δεκαετία. Να πω ότι κανονικά η συνέχεια αυτή έπρεπε να δημοσιευτεί την προηγούμενη Τρίτη, αλλά το ανάβαλα.

Στην αυλή του σπιτιού του στο Φάληρο με τα δυο μεγαλύτερα εγγόνια του

Στην αυλή του σπιτιού του στο Φάληρο με τα δυο μεγαλύτερα εγγόνια του

Η ευτυχία του ποιητή ολοκληρώθηκε σαν άρχισαν να έρχονται τα εγγόνια. Το 1959 απόκτησε τον πρώτο του εγγονό, που κατά το έθιμο πήρε το όνομά του. Ο ποιητής λάτρεψε τον «συνώνυμο, συνεπώνυμο και συμπατρώνυμο» απόγονό του, ωσπου η γέννηση της πρώτης του εγγονής, το 1962, και της δεύτερης το 1968 τον έκαναν να μοιράσει ακριβοδίκαια στα τρία την αγάπη του.

Φάνηκε από την πρώτη πως κατείχε στην εντέλεια «την τέχνη του να είσαι παπούς», όπως λέει στους Αθλίους ο Ουγκώ. Ιδίως από τοτε που τα εγγόνια του άρχισαν να μιλάνε και να επικοινωνούν ανέλαβε σημαντικό μέρος της διαπαιδαγώγησή τους. Πολύ σύντομα το γραφείο του έγινε ο αγαπημένος τόπος όπου τα μικρά παίζανε και συχνά μάλωναν ή έκαναν τις σκανταλιές τους. Ο ίδιος, με την παροιμιώδη ηρεμία του ήταν ικανός να γράφει στίχους ανεπηρέαστος από τον ορυμαγδό των μικρών. Μια σκηνή είναι χαρακτηριστική. Τα δύο μεγαλύτερα εγγόνια πάλευαν σωρός κουβάρι στο πάτωμα του γραφείου ενώ το μικρότερο καβάλα στο σβέρκο του ποιητή τον χτένιζε ανάποδα. Την ίδια στιγμή ο Νίκος πανευτυχής και απόλυτα ήρεμος έγραφε έμμετρο ποίημα στο Στρατή τον Αναστασέλλη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 59 Σχόλια »