Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρωδίες’ Category

Ερωτόκριτος

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2017

Μεθαύριο είναι του Αγίου Βαλεντίνου, γιορτή των ερωτευμένων υποτίθεται. Το ιστολόγιο άλλες χρονιές αδιαφορούσε για τη γιορτή, μια και το έθιμο, εμείς οι παλιότεροι, το μάθαμε όταν πια είχαμε μεγαλώσει -πέρυσι όμως βάλαμε ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων, και φέτος είπα να αφιερώσω ένα άρθρο στον Ερωτόκριτο, το αριστούργημα αυτό της κρητικής ποίησης, που όχι λίγοι λόγιοι το έχουν παραλληλίσει με την Ιλιάδα, όπως ο Μαλακάσης που τον αποκάλεσε «Όμηρο της Ρωμιοσύνης», ενώ ο Σεφέρης έγραψε ότι η γλώσσα του είναι «η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε ο μεσαιωνικός και ο νεότερος ελληνισμός».

Βέβαια πολλοί καθαρευουσιάνοι τον απέρριψαν. «Εξάμβλωμα» τον χαρακτήρισε ο Κοραής και τον παρομοίασε με την ασκημομούρα υπηρέτρια [δυσειδή θεράπαινα] που μόνο καλό έχει ότι μας μπάζει στην κάμαρα της πανέμορφης αρχοντοπούλας, της αρχαίας, ενώ ο Οικονόμος εξ Οικονόμων βρήκε πολλές αρετές στο έργο αλλά έψεξε την «ακάθαρτον και ακαλλιέργητον» γλώσσα του, την ίδια γλώσσα που ο Κοδρικάς αποκάλεσε «δυσειδή».Κάποιοι επιχείρησαν να τον μεταφράσουν στην καθαρεύουσα (Διονύσιος Φωτεινός, «Νέος Ερωτόκριτος», 1818 και αλλοι).

Ο Ροΐδης στα Είδωλα παινεύει τη γλώσσα του Ερωτόκριτου και γράφει: «Εις την μακροτέραν της Ιλιάδος εποποιίαν του Κορνάρου ούτε πεντήκοντα ηδυνήθημεν να σημειώσωμεν ξένας λέξεις…» Παραξενεύτηκε ο Πολυλάς, πώς χαρακτηρίζει τον Ερωτόκριτο (περίπου 10.000 στίχοι) μακρότερο από την Ιλιάδα (15.690), αλλά ο Ροΐδης απάντησε ότι 5600 στίχοι της Ιλιάδας είναι επαναλήψεις.

Ο Γ. Χατζηδάκης, καθαρευουσιάνος μεν αλλά κρητικός, παίνεψε το έργο του Κορνάρου και το παραλλήλισε κι αυτός με τον Όμηρο: «όπως ελέχθη περί του Ομήρου ότι απ’ αρχής μέχρι τέλους ‘έπαινος αρετής εστίν’, ούτω λεκτέον και περί του Ερωτοκρίτου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 150 Comments »

Κατσαριδοχτονία, μια μίμηση

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2017

Το ιστολόγιο αγαπά πολύ τις παρωδίες, τις παραφράσεις και τις μιμήσεις λογοτεχνικών έργων και έχουμε δημοσιεύσει αρκετές κατά καιρούς. Μια τέτοια θα δημοσιεύσω και σήμερα, μια εξαιρετικά πετυχημένη μίμηση της Ιλιάδας του Ομήρου και ειδικά της μετάφρασης του Αλέξανδρου Πάλλη (στην οποία θα άξιζε να αφιερώσουμε άρθρο κάποτε -μπορείτε πάντως να τη βρείτε στον Μικρό Απόπλου).

Τη μίμηση αυτή τη βρήκα σε απρόσμενο μέρος -στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού «Ο Μέντωρ» (τχ. 118, Οκτώβριος 2016) που είναι το «χρονογραφικό και ιστοριογραφικό δελτίο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας». Το συγκεκριμένο τεύχος είναι αφιερωμένο στην αρχαία ελληνική γλώσσα και τη σημασία της για τους σημερινούς Νεοέλληνες, ένα θέμα που προσεγγίζεται με διάφορους τρόπους. Τα κείμενα του τεύχους (πρέπει να) είναι όλα γραμμένα από τον Βασίλειο Πετράκο, Γ.Γ. της Εταιρείας και της Ακαδημίας Αθηνών,  και αιφνιδιάζουν ευχάριστα με τη φρεσκάδα της ματιάς τους καθώς κάθε άλλο παρά διαπνέονται από στείρα παρελθοντολατρία. Έχω σκοπό να αναδημοσιεύσω και άλλο ένα («σοβαρό») κείμενο αλλά διάλεξα να ξεκινήσω με το ευτράπελο -την κατσαριδοχτονία, δοσμένη σε ύφος ομηρικό.

Ευτράπελο αλλά με πολλή σοβαρότητα δουλεμένο, τόσο από τον παρωδό όσο και από τον Β. Πετράκο που σχολιάζει. Την ομηρική μίμηση τη σύνθεσε ο Σπύρος Ιακωβίδης, ο μεγάλος αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός (1923-2013) γύρω στα 1955, όπως μας πληροφορεί ο Πετράκος. Διηγείται πώς μαζί με τον Δημήτρη Γκόφα (καθηγητή του ελληνικού και ρωμαϊκού δικαίου, 1924-2003) σκότωσαν μια κατσαρίδα στο σπίτι του φίλου τους Ρόδη Ρούφου (του διπλωμάτη και λογοτέχνη, 1924-1972), κατσαρίδα που είχε τρομοκρατήσει την Αριέττα, τη γυναίκα τού Ρούφου.

Το πανέξυπνο εύρημα είναι ότι παρομοιάζουν την κατσαρίδα με φοβερό θεριό που λυμαίνεται τον τόπο και τους δυο φίλους με ατρόμητους ήρωες που αναλαμβάνουν την αποστολή να το σκοτώσουν. Οπότε, έπος: η Ιλιάδα, στο ύφος της μετάφρασης του Πάλλη, σε ρωμαλέα δημοτική, με δεκαπεντασύλλαβο, με τα σύνθετα ομηρικά επίθετα και τις μακροσκελείς ομηρικές παρομοιώσεις. Για να συμπληρωθεί το έπος, ο ραψωδός φιλοτέχνησε και μίμηση αγγειογραφίας, που την παραθέτω στο τέλος, μαζί με τα σχόλια του Βασ. Πετράκου.

ΚΑΤΣΑΡΙΔΟΧΤΟΝΙΑ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όμηρος, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 131 Comments »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Οι πολιτικές του πεποιθήσεις

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή πέμπτη, και είναι η τέταρτη του 11ου κεφαλαίου, που έχει τον τίτλο: Ένας επικούρειος στον καιρό μας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΜολονότι από το 1948 είχε πάψει να είναι οργανωμένος στο ΚΚΕ, ο ποιητής δεν έπαψε ποτέ του να είναι αριστερός. Από το 1951 ως το 1964 ψήφιζε ΕΔΑ. Η απριλιανή δικτατορία δεν τον πίκρανε ούτε τον φόβισε. Μάλ­λον τον εξόργισε, για το γεγονός ότι βρέθηκαν επίορκοι αξιωματικοί που με τα όπλα, που πλήρωσε και τους τα εμπιστεύτηκε ο ελληνικός λαός, έβαλαν το λαό στο γύψο. Είχε πει τότε προφητικά πως οι συ­νταγματάρχες τελικά θα καταστρέψουν αυτούς ακριβώς τους θε­σμούς που υποτίθεται ότι θέλησαν να υπερασπίσουν. Με αγαλλίαση είδε τους δικτάτορες να διώχνουν τον Κωνσταντίνο και εν συνεχεία να καταργούν τη Μοναρχία. Πολύ σύντομα είδε τη γελοία πλευρά της δικτατορίας και έγραψε γι’ αυτήν αρκετά σατιρικά ποιήματα, που τα κυκλοφορούσε στο στενό φιλικό του κύκλο. Όταν έγινε η απόπειρα του Παναγούλη, οι εφημερίδες είχαν γεμίσει από διατεταγμένες ευχές προς τον Παπαδόπουλο, επί τη διασώσει του, συνοδευόμενες από κατάρες ή ύβρεις για το δράστη. Ο ποιητής το σχολίασε από τη δική του σκοπιά:

Επί τη διασώσει σας συγχαίρει σύμπασα η Ελλάς
Ειλικρινώς ημέτερος (Εις εθνικόφρων πορτοφολάς)\

Του Παναγούλη αστόχησαν οι δολοφόνες σφαίρες
και σώον κι υγιαίνοντα οι Έλληνες σας είδον
χρόνια να κόβει μου ο Θεός και να σας δίνει μέρες
(Εις έντιμος προαγωγός αθώων κορασίδων)

 Σας φύλαξεν ο Ύψιστός ο πάντα προνοών
να χτίσετε τον ιερόν του Τάματος Ναόν
να φέξει λίγο και για μας, τους υπέρ Σας μοχθούντας
(Πεντέξι μεσολαβηταί στις μπίζινες της Χούντας)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αριστερά, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Καβαφικά, Παρωδίες, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , | 89 Comments »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Τα εγγόνια

Posted by sarant στο 10 Νοεμβρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή τέταρτη, και είναι η τρίτη του 11ου κεφαλαίου, που έχει τον τίτλο: Ένας επικούρειος στον καιρό μας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 60, αλλά η σημερινή συνέχεια εκτείνεται και στην επόμενη δεκαετία. Να πω ότι κανονικά η συνέχεια αυτή έπρεπε να δημοσιευτεί την προηγούμενη Τρίτη, αλλά το ανάβαλα.

Στην αυλή του σπιτιού του στο Φάληρο με τα δυο μεγαλύτερα εγγόνια του

Στην αυλή του σπιτιού του στο Φάληρο με τα δυο μεγαλύτερα εγγόνια του

Η ευτυχία του ποιητή ολοκληρώθηκε σαν άρχισαν να έρχονται τα εγγόνια. Το 1959 απόκτησε τον πρώτο του εγγονό, που κατά το έθιμο πήρε το όνομά του. Ο ποιητής λάτρεψε τον «συνώνυμο, συνεπώνυμο και συμπατρώνυμο» απόγονό του, ωσπου η γέννηση της πρώτης του εγγονής, το 1962, και της δεύτερης το 1968 τον έκαναν να μοιράσει ακριβοδίκαια στα τρία την αγάπη του.

Φάνηκε από την πρώτη πως κατείχε στην εντέλεια «την τέχνη του να είσαι παπούς», όπως λέει στους Αθλίους ο Ουγκώ. Ιδίως από τοτε που τα εγγόνια του άρχισαν να μιλάνε και να επικοινωνούν ανέλαβε σημαντικό μέρος της διαπαιδαγώγησή τους. Πολύ σύντομα το γραφείο του έγινε ο αγαπημένος τόπος όπου τα μικρά παίζανε και συχνά μάλωναν ή έκαναν τις σκανταλιές τους. Ο ίδιος, με την παροιμιώδη ηρεμία του ήταν ικανός να γράφει στίχους ανεπηρέαστος από τον ορυμαγδό των μικρών. Μια σκηνή είναι χαρακτηριστική. Τα δύο μεγαλύτερα εγγόνια πάλευαν σωρός κουβάρι στο πάτωμα του γραφείου ενώ το μικρότερο καβάλα στο σβέρκο του ποιητή τον χτένιζε ανάποδα. Την ίδια στιγμή ο Νίκος πανευτυχής και απόλυτα ήρεμος έγραφε έμμετρο ποίημα στο Στρατή τον Αναστασέλλη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 59 Comments »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης -Ο Γρηγόρης

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή όγδοη και είναι η τέταρτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα, όπου ο παππούς μου έχει πιάσει δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου, έχει χτίσει το σπίτι του και τώρα ολοκληρώνει, ας πούμε, την αποκατάσταση, αγοράζοντας αυτοκίνητο -ένα κάπως ασυνήθιστο αυτοκίνητο, με όνομα και με πολεμικές περγαμηνές.

mimis_jpeg_χχsmallΤο όνομα αυτού ήταν Γρηγόρης, και ήταν ένα στρατιωτικό αγγλικό τζιπ, που στην οικογενειακή μυθολογία είχε πολεμήσει τον Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική. Τον Γρηγόρη τον πρόλαβα, αφού ο παππούς μου τον κράτησε ίσαμε τα τέλη των 60, για να τον αντικαταστήσει με άλλο αγγλικό αμάξι, αν και αυτό αριστεροτίμονο, ένα Άνγκλια Πρέφεκτ (που πήρε προς στιγμή το προσωνύμιο «Ο νομάρχης», αλλά χωρίς να πιάσει -δεν ήταν άλλωστε θρυλικό αμάξι, όπως ο Γρηγόρης). Θυμάμαι που ερχόταν καμιά φορά ο παππούς και μ’ έπαιρνε από το δημοτικό, και κατεβαίναμε την οδόν Αιόλου (στο Φάληρο: τότε οι δρόμοι ήταν όλοι διπλής κατεύθυνσης) με καναδυό συμμαθητές να στέκονται στο μαρσπιέ. Θυμάμαι επίσης ότι τα παράθυρα είχαν όχι τζάμι αλλά ένα είδος πλεξιγκλάς, και τα τζάμια δεν κατέβαιναν με μανιβέλα (ούτε, βεβαίως, με κουμπί όπως τα τωρινά), αλλά απλώς άνοιγαν κατά το ήμισυ με έναν μεντεσέ.

Αλλά ας δούμε την περιγραφή που κάνει ο πατέρας μου -και η σημερινή συνέχεια ολοκληρώνεται με δύο γρηγοριανές παρωδίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 133 Comments »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Μετακατοχικές περιπέτειες

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη (και σήμερα κατ’ εξαίρεση Τετάρτη), αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή και είναι η πρώτη του 9ου κεφαλαίου, που έχει ακριβώς τον τίτλο «Μετακατοχικές περιπέτειες». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στη Μυτιλήνη στις αρχές του 1945.

mimis_jpeg_χχsmallΣύλληψη με την κατηγορία του στασιαστή

Παρά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και της Πολιτοφυλακής και την κατάλυση της «Εαμοκρατίας», η κατάσταση στη Λέσβο δεν άλλαξε και πολύ. Η αποδοχή του ΕΑΜ από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού και το κύρος της εαμικής ηγεσίας, ιδίως μετά το χειρισμό της απόκρουσης των Άγγλων κατά τα Δεκεμβρια­νά, ήταν τόσο μεγάλες ώστε να συντηρείται το ίδιο υψηλό φρόνημα και η ατμόσφαιρα της έξαρσης των μεταπελευθερωτικών μηνών. Άλλωστε το 136 Τάγμα Εθνοφυλακής, αποτελούμενο από Λέσβιους έφεδρους και στελεχωμένο από ντόπιους αξιωματικούς, δεν προσφερόταν για την προώθηση των σκοπών που οι Άγγλοι σε συνεργασία με τους ακροδεξιούς της κυβέρνησης Βούλγαρη προωθούσαν: να σπρώξουν τη χώρα στον εμφύλιο σπαραγμό εξαπολύοντας άγρια τρομοκρατία κατά των αριστερών.

Μπήκε θέμα να απομακρυνθεί το 136 Τάγμα και να αντικατασταθεί με άλλη μονάδα εγγυημένης εθνικοφροσύνης. Το πρώτο βήμα ήταν η αντικατάσταση του διοικητή του, συνταγματάρχη Σοφοκλή Βουρνάζου, που ήταν Λέσβιος και συμπαθών το ΕΑΜ (είχε κάποτε διατελέσει μέλος του) με ξένο και εθνικόφρονα. Βέβαια ο νέος διοι­κητής, ο μανιάτης συνταγματάρχης Κυβέλος, ήταν άνθρωπος συνε­τός και μετρημένος. Ο ποιητής αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον παλιό του υπολοχαγό στη Θεσσαλονίκη και πήγε να τον δει. Η συνά­ντησή τους ήταν πολύ εγκάρδια. Και πάλι η Δεξιά δεν ικανοποιήθηκε. Η παραπληροφόρηση συνεχίστηκε. Οι αθηναϊκές εφημερίδες “Βραδυνή”, “Ακρόπολις”, “Ελληνικόν Αίμα” και άλλες άρχισαν να δημοσιεύουν κατασκευασμένες και ψευδείς ειδήσεις «περί τρομο­κρατίας των ελασιτών εις Λέσβον», ορισμένες από τις οποίες ξεπερνούσαν κάθε όριο. Όταν για παράδειγμα έφτασε στη Μυτιλήνη ο νέος νομάρχης έγιναν έντονες και οργανωμένες αποδοκιμασίες της κυβερ­νητικής πολιτικής και παρά την προστασία της Εθνοφυλακής ορισμέ­νοι χειροδίκησαν κατά δύο χωροφυλάκων της συνοδείας του νομάρ­χη. Το σχετικά ασήμαντο αυτό επεισόδιο μεταμορφώθηκε από τη “Βραδυνή” σε «κακοποίησιν και αιχμαλωσίαν του Νομάρχου από οπλισμένους ελασίτας, οι οποίοι τον μετέφερον εις άγνωστον τοπο­θεσίαν, ενδεχομένως δε τον έχουν ήδη εκτελέσει». Ο χαίρων άκρας υγείας και απολύτως ασφαλής στο γραφείο του Νομάρχης δεν έκρι­νε σκόπιμο να στείλει κάποια διάψευση. Τελικά πήρε άδεια και έφυγε στην Αθήνα. Τον αναπλήρωσε ο νομάρχης Χίου Σταματιάδης, άνθρωπος του Γεωργίου Παπανδρέου, φανατικός αντικομμουνιστής, που σε συνεργασία με τον νεοφερμένο εισαγγελέα Κωστόπουλο και τους τοπικούς εκπρόσωπους της δεξιάς σχεδίασαν μεθοδικά το χτύ­πημα του ΕΑΜ στο νησί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , | 48 Comments »

Ο Μποστ (και άλλοι) και η προεκλογική κινδυνολογία του 1964

Posted by sarant στο 23 Ιανουαρίου, 2015

Τις προάλλες, ένας παλιός δημοσιογράφος, στον τοίχο του στο Φέισμπουκ, παραλλήλισε τη σημερινή περίοδο με την προεκλογική περίοδο του 1964,  και συγκεκριμένα θυμήθηκε το παλιό σύνθημα «αυτή η δραχμή είναι δική σου», που ήταν το κεντρικό κινδυνολογικό σύνθημα της ΕΡΕ στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964.

Το ιστολόγιο αγαπάει τον Μποστ, το ίδιο και πολλοί αναγνώστες, και κάθε τόσο παρουσιάζουμε σκίτσα του. Μάλιστα, εδώ και καιρό ανεβάζω σκίτσα του Μποστ που έγιναν πριν από 50 χρόνια με αφορμή σημαντικά γεγονότα της εποχής. Σήμερα θα κάνω μια μικρή παρέκκλιση αφού από τις εκλογές του 1964 έχουν περάσει 51 χρόνια. Με την ευκαιρία, παρουσιάζω  κι άλλες δύο γελοιογραφίες της εποχής.

Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964, η νίκη του Γεωργίου Παπανδρέου ήταν σίγουρη και το μόνο διακύβευμα ήταν το εύρος της νίκης. Η ΕΡΕ, σε κατάσταση σχεδόν αποσύνθεσης μετά την αποχώρηση του Κ. Καραμανλή από την πολιτική, επέλεξε μια στρατηγική κινδυνολογίας με δύο άξονες, αφενός το Κυπριακό και αφετέρου τη σταθερότητα του εθνικού νομίσματος, της δραχμής.

Τον Ιανουάριο, ισχυροί οικονομικοί παράγοντες είχαν προβεί σε μαζικές αγορές χρυσής λίρας, θέλοντας να παρασύρουν σε πανικό τους απλούς πολίτες και να δημιουργήσουν κύμα απόσυρσης καταθέσεων. Παράλληλα, εμφανίστηκαν φέιγ βολάν με φωτογραφία μιας δραχμής και το σύνθημα «Αυτή η δραχμή είναι δική σου. Μην αφήσεις τον Παπανδρέου να σου την πάρει» ή «Αυτή η δραχμή είναι δική σου. Μην αφήσεις τον Παπανδρέου να την τινάξει στον αέρα». (Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω κάποια φωτογραφία της προκήρυξης, αλλά δεν χωράει αμφιβολία για την ύπαρξή τους διότι έγιναν μηνύσεις και το θέμα απασχόλησε και τη δικαιοσύνη).

Στην πρώτη γελοιογραφία που θα δούμε, ο Μποστ σατιρίζει την διθεματική κινδυνολογία:

mpostproek64a

Η γελοιογραφία δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 26 Ιανουαρίου, δηλαδή τρεις Κυριακές πριν από τις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου.  Ο Κανελλόπουλος με τον σύμμαχό του Σπύρο Μαρκεζίνη (σε εκείνες τις εκλογές η ΕΡΕ είχε συμμαχήσει με το μικρό Κόμμα Προοδευτικών) προσπαθούν να κρατήσουν την ισορροπία τους που κλονίζεται απο τις αντιφάσεις της κινδυνολογικής τους εκστρατείας -ενώ κραδαίνουν δύο πλακάτ με τα αντίστοιχα συνθήματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Επικαιρότητα, Εκλογές, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 100 Comments »

Ο Πολυκαισαρίης της κ. Παναγιωταρέα και άλλα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2014

Ξεκινώντας να διευκρινίσω ότι το σημερινό άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο διότι έχω φύγει από νωρίς για διήμερο ταξίδι (όχι επαγγελματικό, ούτε αναψυχής: μαζοχισμού) -και δεν είμαι βέβαιος ότι θα μπορώ να παρακολουθώ το ιστολόγιο, έστω και μόνο για να ξεμπλοκάρω όσα σχόλια έχει κρατήσει η σπαμοπαγίδα.

Τα σημερινά μεζεδάκια όμως δεν θα πάρουν τον τίτλο «ξενιτεμένα» ή «εκτός έδρας», για τον απλό λόγο ότι στην πιατέλα δεσπόζει ένα θηριώδες μαργαριτάρι, που θα άξιζε ίσως να το ανεβάσουμε σε ξεχωριστό άρθρο -και αυτό δίνει τον τίτλο. Όμως, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να κάνετε υπομονή. Πρώτα τα ορεκτικά και ύστερα το κυρίως πιάτο.

* Μια ακόμα περίπτωση σύγχυσης των τύπων στα σύνθετα του -άγω, αυτή τη φορά από το Βήμα. Σε ρεπορτάζ για τη νέα ακροδεξιά στροφή του Νικολά Σαρκοζί, διαβάζω: Μετά την εκλογή του το 2007 ο Νικολά Σαρκοζί είχε δεσμευτεί να εισάγει την πολιτική ένωση για άτομα του ιδίου φύλου, όμως δεν το έπραξε κατά τη διάρκεια της προεδρικής θητείας του.

Εδώ έχουμε μια πράξη που θα γινόταν μία φορά, δεν θα την θέσπιζε συνεχώς την πολιτική ένωση. Είχε δεσμευτεί να τη θεσπίσει αλλά δεν το έκανε. Άρα, το κανονικό είναι «είχε δεσμευτεί να εισάξει», για όσους ακολουθούν τον αναλογικό τύπο, που ακόμα δεν είναι πολύ διαδεδομένος αλλά είναι ο μόνος που θα λύσει το πρόβλημα της σύγχυσης -ή, «είχε δεσμευτεί να εισαγάγει» για όσους επιμένουν στον προβληματικό επίσημο τύπο.

* Αγγλικό μεζεδάκι απο το μπλογκ του Γιάνη Βαρουφάκη: In late 1946 France was persuaded by the United States to drop its insistence that German industry be raised to the ground …

Όχι όμως! Razed to the ground, να ισοπεδωθεί, «ες έδαφος φέρειν» που έλεγαν κάποιοι για τους αρχαίους ναούς. Όπως λέει ο φίλος που το έστειλε, «δεν πρέπει να εννοεί αυτούς«.

* Αδωνικό μαργαριτάρι, σε τηλεοπτικό παράθυρο: Αν ακούσετε το βίντεο, στο 1.10 λέει «Ο Γκράμσι πήγε στο σπίτι του Μεταξά…» Εντάξει, στον προφορικό λόγο μπορεί κανείς να μπερδέψει τον Γκράτσι με τον Γκράμσι, κι εγώ μπέρδεψα τις προάλλες τον Σολωμό με τον Βιζυηνό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευπρεπισμός, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 238 Comments »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η συνεργασία με την Παπαρούνα του Πωλ Νορ

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή είναι η δέκατη έκτη συνέχεια.  Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΒρισκόμαστε στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον γενικό τίτλο “Ένας μέτοικος στη Μυτιλήνη του μεσοπολέμου” και παρακολουθεί τη ζωή του παππού μου από το 1928 που παντρεύτηκε τη γιαγιά μου, την Ελένη Μυρογιάννη, και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη. Η σημερινή συνέχεια είναι η τελευταία του κεφαλαίου, κι επειδή είναι κάπως σύντομη σκέφτηκα να τη συμπληρώσω, στο τέλος, με μια παρουσίαση του περιοδικού Παπαρούνα, παρμένη από ένα άρθρο που είχα γράψει για τον παλιό μου ιστότοπο.

Αν η μισή καρδιά του ποιητή ήταν στη Μυτιλήνη η άλλη μισή στην Αθήνα βρίσκονταν. Νοσταλγούσε την μποέμικη παρέα του, τις αθηναϊ­κές νύχτες που περνούσαν με τη συζήτηση και τη ρετσίνα, τον ανοιχτόν ορίζοντα της πρωτεύουσας, που ήταν τότε μια πολύ όμορφη και σε ανθρώπινη κλίμακα πόλη, τον πεντακάθαρσν αττικόν ουρανό. Διέξο­δο σ’ αυτή τη νοσταλγία βρήκε στέλνοντας σατιρικά ποιήματα στην «Παπαρούνα», ένα εξαιρετικό, πλην βραχύβιο, σατιρικό περιοδικό, που εξέδωσε το 1933 ο Πωλ Νορ, δηλαδή ο Νίκος Νικολαΐδης.

Ο ποιητής υπέγραφε τα ποιήματα που έστελνε στην «Παπαρού­να» με το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης, που είχε ήδη καθιερώσει στον «Τρίβολο», γιατί στο «Δημοκράτη» χρησιμοποιούσε το Βριάρεως. Ένα από τα ποιήματα που δημοσίευσε η «Παπαρούνα» ήταν και μια ωραία παράφραση του Καβάφη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Καβαφικά, Παρωδίες, Περιοδικά, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , | 57 Comments »

Καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα ταμεία: η παρωδία του Καρχαρία Παπαφαταούλα

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2014

Tο άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής σε μια έκτακτη συνεργασία μου. Επειδή έχει θέμα φιλολογικό θα μπορούσα να το αφήσω για την επόμενη Κυριακή, αλλά τελικά αποφάσισα να το δημοσιεύσω σήμερα. Με την ευκαιρία της εδώ δημοσίευσης προσθέτω μερικά πράγματα που δεν χώρεσαν στο έντυπο άρθρο (που έχει, αναπόφευκτα, περιορισμό λέξεων, ενώ στο Διαδίκτυο μπορούμε να φλυαρούμε όσο τραβάει η καρδιά μας αφού τα ηλεδάση του Καναδά εξαντλούνται πολύ δυσκολότερα). Tο πορτρέτο του Παπαντωνίου, έργο του Γ. Μαυροΐδη, το πήρα από το ιστολόγιο των Ενθεμάτων.

papantoniouΜια ειδική κατηγορία της σατιρικής ποίησης είναι η παρωδία, η σατιρική μίμηση του ύφους ενός ποιητή ή ενός συγκεκριμένου ποιήματός του, είτε για να επικριθεί ο ποιητής είτε, συχνότερα, για να σχολιαστεί σατιρικά η επικαιρότητα. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, που η (έμμετρη) ποίηση είχε μεγαλύτερη θέση στη ζωή μας, η Αυγή φιλοξενούσε καθημερινά ένα στιχούργημα στην πρώτη σελίδα της, το οποίο κάποτε παρωδούσε κάποιο γνωστό ποίημα, του Καβάφη, ας πούμε, ή του Βάρναλη, για να σατιρίσει γεγονότα της επικαιρότητας, π.χ. την αναχώρηση του Καραμανλή από την Ελλάδα το 1963 ή την αποστασία του 1965.

Φυσικά, η αξία της παρωδίας εξαρτάται και από το ποιητικό μέγεθος όχι μόνο του παρωδού αλλά και του παρωδούμενου. Όταν και οι δυο είναι μάστορες, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι απολαυστικό και να αντέξει στο χρόνο, σε αντίθεση με τις παρωδίες της σειράς, που προορίζονται να ξεχαστούν. Μια τέτοια παρωδία θα παρουσιάσω σήμερα — θα δούμε πώς παρώδησε ο Κώστας Βάρναλης την «Προσευχή του ταπεινού» του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Το παρωδούμενο ποίημα παραμένει και σήμερα γνωστό, αλλά στην εποχή του είχε κάνει πάταγο. Πράγματι, το εκδοτικό γεγονός των Χριστουγέννων του 1931 ήταν η κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής Θεία δώρα του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Το βιβλίο δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο, επαινέθηκε δημόσια από πολιτικούς αρχηγούς όπως ο Αλέξ. Παπαναστασίου ή ο Γ. Καφαντάρης, αλλά είχε και εμπορική επιτυχία (όχι πάντοτε αυθόρμητη: γράφτηκε ότι η Εθνική Τράπεζα αγόρασε 2.000 αντίτυπα!) Αμέσως ξεχώρισε ένα ποίημα, «Η προσευχή του ταπεινού». Όχι άδικα:

 

Η προσευχή του ταπεινού

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου.
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ’ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάσταξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν’ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Είν’ ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
Άκουσα τη γλυκιά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.
Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ ’ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν’ αφανιστώ χωρίς να ξαναζήσω…
Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βάρναλης, Παρωδίες, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 53 Comments »

Άνω ποταμών η ελιά

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2014

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Όπως θα δείτε, επαναλαμβάνω κάποια πράγματα (για τη λέξη ‘ποτάμι’) που είχα ήδη γράψει εδώ στο ιστολόγιο. Επίσης, και το βασικότερο, επειδή η εφημερίδα έχει περιορισμούς χώρου, η λεξιλογική εξέταση γίνεται εντελώς ακροθιγώς -για την ελιά και το λάδι θα μπορούσε να γραφτεί (και έχει γραφτεί) βιβλίο- και κάθε άλλο παρά εξαντλεί το θέμα. Ίσως σε επόμενο άρθρο ασχοληθούμε πιο διεξοδικά. Στο τέλος προσθέτω μερικά για την παρωδία του ποιήματος του Μαβίλη. Η εικονογράφηση είναι αυτή που συνοδεύει το άρθρο στην εφημερίδα.

van-goghΔυο καινούργια (με ή χωρίς εισαγωγικά) κόμματα θα πάρουν μέρος, όπως όλα δείχνουν, στις ευρωεκλογές του Μαΐου, δυο κόμματα που έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι το όνομά τους δεν αναφέρεται ευθέως στην πολιτική, δηλαδή δεν είναι αρκτικόλεξο ή ακρωνύμιο, ούτε περιέχει λέξεις όπως κόμμα, κίνημα, συμμαχία, δημοκρατικός, δημοκρατία, ελληνικός, Ελλάδα, πανελλήνιος, αριστερά κτλ., αλλά συμπίπτει με κοινά ουσιαστικά που βέβαια έχουν τους δικούς τους συμβολισμούς –όπως άλλωστε συμβαίνει και με δυο κάπως παλαιότερα κόμματα των άκρων, τη ναζιστική Χρυσή Αυγή και την ακροφιλελεύθερη Δράση: το Ποτάμι και η Ελιά.

Η λέξη ποτάμι είναι μεσαιωνική· η αρχαία λέξη είναι ο ποταμός, ήδη στον Όμηρο. Ετυμολογικά, η λέξη παράγεται από ένα θέμα ποτ- που παραπέμπει στο ρήμα πίπτω• φαίνεται ότι η πρώτη σημασία της λέξης θα ήταν το ρεύμα νερού που πέφτει από ψηλά, ενώ το λατινικό flumen παραπέμπει περισσότερο στην ιδέα της άφθονης ροής –αλλά η Ελλάδα δεν διακρινόταν για τα μεγάλα, πλατιά της ποτάμια, μόνο για τα μικρά και ορμητικά. Χρησιμοποιούμε μεταφορικά τη λέξη ποτάμι ή ποταμός για να δηλώσουμε μεγάλες ποσότητες υγρών, αφού λέμε για «ποταμούς/ποτάμια αίματος» ή δακρύων ή ιδρώτα, ενώ υπάρχει και η αρχαία έκφραση «άνω ποταμών», που τη λέμε για εξωφρενικά και παράλογα πράγματα.

Με το ποτάμι έχουμε αρκετές νεότερες εκφράσεις και παροιμίες. Λέμε «τον πήρε το ποτάμι» για κάποιον που απέτυχε στις προσπάθειές του ή καταστράφηκε• ρωτάμε «να το πάρει το ποτάμι;» για να αποκαλύψουμε τη λύση ενός αινίγματος. Σιγανό ποτάμι λέμε τον άνθρωπο χαμηλών τόνων, που δεν εκδηλώνει τα συναισθήματά του, ιδίως όταν η φαινομενικά ήρεμη συμπεριφορά κρύβει αντίθετη δραστηριότητα• και η παροιμία συμβουλεύει τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι.

Τα ποτάμια από την αρχαιότητα τα χρησιμοποιούσαμε για να πλένουμε και να ξεπλένουμε, και ίσως δεν είναι τυχαία η ονομασία του νέου κόμματος αν σκεφτούμε ότι ο Σταύρος Θεοδωράκης και οι τηλεοπτικές εκπομπές του έχουν πάνω από μια φορά κατηγορηθεί, όχι άδικα φοβάμαι, ότι λειτούργησαν ως πλυντήριο, πρόσφατα των λιμενικών στο Φαρμακονήσι και παλιότερα της Χρυσής Αυγής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Παρωδίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 260 Comments »

Από τη Γη στη Σελήνη, ένα κόμικς του Κώστα Μητρόπουλου (1970)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2014

seliniΣήμερα το ιστολόγιο θα σας παρουσιάσει το κόμικς του Κώστα Μητρόπουλου «Από τη Γη στη Σελήνη». Όπως λέει ο τίτλος του, πρόκειται για μια διασκευή ή μάλλον για μια παρωδία του ομότιτλου μυθιστορήματος του Ιουλίου Βερν, που οι περισσότεροι της γενιάς μου (όπως και οι μεγαλύτεροι, και μάλλον και οι λίγο μικρότεροι) θα έχουν διαβάσει ή θα το έχουν δει σε μια από τις πολλές κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές μεταφορές του (για τους αρκετά πιο νέους, δηλ. τους σημερινούς σαραντάρηδες και κάτω, ας πούμε, δεν ξέρω αν διατηρήθηκε η συνήθεια να διαβάζουν Ιούλιο Βερν).

Είπα ότι είναι παρωδία μάλλον παρά διασκευή, επειδή ο Μητρόπουλος ακολουθεί χαλαρά την υπόθεση του μυθιστορήματος του Βερν (τουλάχιστον ώς ένα σημείο της ιστορίας), αλλά ο πρόδηλος σκοπός του είναι να κάνει πλάκα με τα πάντα, και δεν χάνει καμιά ευκαιρία. Με τα πάντα; θα ρωτήσουμε αστεριξοπρεπώς. Όχι ακριβώς. Το κόμικς δημοσιεύεται τον καιρό της χούντας, και μάλιστα πριν από την χαλάρωση της λογοκρισίας, οπότε λείπει η πολιτική σάτιρα, εκτός από κάποια υπονοούμενα. Κατά τα άλλα, ο υπότιτλος «ένα κόμικς αλαλούμ» είναι, θαρρώ, αρκετά ακριβής περιγραφή.

Το κόμικς δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο το 1969 ή το 1970 και μετά εκδόθηκε σε βιβλιαράκι (στην εικόνα βλέπετε το εξώφυλλό του). Το βιβλίο έχει περίπου 70 σελίδες και κάθε σελίδα έχει δυο σειρές από γελοιογραφίες συνήθως, ας πούμε 3-4 γελοιογραφίες στην επάνω σειρά και άλλες 3-4 στην κάτω σειρά. Ενώ θυμόμουν μάλλον καθαρά την υπόθεση, καθώς και μερικές ατάκες, δεν μπορώ καθόλου να θυμηθώ σε ποια μορφή είχε δημοσιευτεί στον Ταχυδρόμο, ίσως δύο σελίδες του βιβλίου να ήταν μία σελίδα του περιοδικού -αλλά αυτό είναι δευτερεύον.

Στην παρωδία του Μητρόπουλου, ο εμπνευστής του ταξιδιού στη Σελήνη δεν λέγεται Μπαρμπικέιν, όπως στο βιβλίο του Βερν, αλλά Μπαρμπ, συντομευμένο, όμως έχει γενειάδα όπως και στον Βερν.Εδώ είναι η πρώτη σελίδα του κόμικς, με τον Μπαρμπ να αναγγέλλει το εγχείρημα στα μέλη της Λέσχης -και ένας υπαινιγμός για την πολιτική κατάσταση, όταν αθώα αναφέρει ότι ο Μπαρμπ ήταν «εκλεγείς και ουχί διορισθείς».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κόμικς, Παρωδίες, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 128 Comments »

Και πάλι για τα παπαγαλάκια

Posted by sarant στο 22 Αυγούστου, 2013

Όπως έχουμε πει, φέτος το καλοκαίρι βάζουμε μια φορά την εβδομάδα επαναλήψεις παλιών άρθρωνπου τα διαλέγω με κριτήριο να έχουν περάσει τουλάχιστον δυο-τρία χρόνια από την αρχική τους δημοσίευση (κι έτσι ίσως κάποιοι να μην τα έχουν δει ή να μην τα θυμούνται) και να μην είχαν πάρα πολλά σχόλια την πρώτη φορά που δημοσιεύτηκαν. Το σημερινό άρθρο θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε επίκαιρο, μια και η λέξη ‘παπαγαλάκια’ ακούγεται διαρκώς. Ωστόσο, πρέπει να αναφέρω ότι το άρθρο που θα διαβάσετε αρχικά είχε δημοσιευτεί λίγο πριν από τις ευρωεκλογές του 2009 (δηλαδή πριν από τέσσερα και βάλε ημερολογιακά χρόνια που σε πολλούς φαίνονται σαν τέσσερις δεκαετίες), και αναφέρεται σε ένα προεκλογικό σποτ με παπαγαλάκια, που μου είχε δώσει την αφορμή για το αρχικό άρθρο.

budgieΠαρά το ότι δεν απέτρεψε την εκλογική ήττα του κόμματος, η διαφήμιση της Νέας Δημοκρατίας με τα παπαγαλάκια ήταν η μοναδική που συζητήθηκε στην προεκλογική εκστρατεία του 2009 (μάλλον δεν θα τη θυμάστε –μπορείτε να τη δείτε εδώ). Βέβαια, οι περισσότεροι την έκριναν αρνητικά, αλλά πάω στοίχημα πως ο διαφημιστής που την έφτιαξε θα αισθάνεται περήφανος. Όμως, δεν μπαίνω στα χωράφια άλλων· εγώ θέλω απλώς να ανιχνεύσω την ιστορία της λέξης.

Το παπαγαλάκι είναι φυσικά υποκοριστικό του παπαγάλου, αλλά έχει πάρει αυτόνομη σημασία. Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη (την τρίτη έκδοση) βρίσκουμε τη λέξη σε ιδιαίτερο λήμμα, με πρώτη σημασία την κυριολεκτική, τον μικρό παπαγάλο, και δεύτερη σημασία αυτόν που διασπείρει φήμες, συνήθως ανυπόστατες. Στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη, αντίθετα, το παπαγαλάκι δεν έχει δικό του λήμμα, ούτε καταγράφεται άλλη σημασία εκτός απ’ το υποκοριστικό. (Το γιατί, θα το δούμε πιο κάτω).

Η σημασία αυτή είναι πρόσφατη· το πόσο, θα το δούμε σε λίγο. Προς το παρόν, ας δούμε την ιστορία της λέξης παπαγάλος.

Στα αρχαία, ο παπαγάλος λεγόταν ψιττακός. Όπως το πουλί ήρθε με τις στρατιές του Μεγαλέξαντρου από την Ινδία, έτσι και η λέξη, κατά πάσα πιθανότητα. Η λέξη υπάρχει στα ελληνικά με διάφορες μορφές (ψιττακός, σιττακός, βίττακος, ψίττας, σίττας) κι έτσι δεν είναι εύκολο να βρούμε την αρχική ινδική λέξη. Η ελληνική λέξη πέρασε στα λατινικά, psittacus, αλλά στις ευρωπαϊκές γλώσσες έμεινε περιορισμένη στην επιστημονική ορολογία (αν και υπάρχει στα γερμανικά η λέξη Sittich).

Τα μεσαιωνικά χρόνια τους παπαγάλους τους εμπορεύονταν Άραβες (από την Ινδία) και τους ονόμαζαν babbagā ή babgā, μια λέξη που πιθανότατα είναι ονοματοποιία δηλ. προσπαθεί να αποδώσει τη φωνή του πουλιού. Η λέξη φτάνει στο Βυζάντιο ως παπαγάς. Με τις σταυροφορίες, το πουλί και η λέξη περνάνε στη Δύση· έχουμε το βορειοιταλικό papagá,  το οποίο με παρετυμολογική διασταύρωση με τη λέξη gallus (πετεινός) δίνει τον μεσαιωνικό λατινικό τύπο papagallus, από όπου το παλαιό ιταλικό papagallo (14ος αιώνας· η σημερινή ορθογραφία είναι pappagallo) από όπου επέστρεψε η λέξη στα ελληνικά ως αντιδάνειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , | 66 Comments »

Θυμήθηκα τον Αχιλλέα Παράσχο

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2013

350px-Αχιλλεύς_ΠαράσχοςΟ Αχιλλέας Παράσχος (1838-1895), γεννημένος στο Ναύπλιο από χιώτικη οικογένεια που μετοίκησε εκεί μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους, ήταν ο πρώτος «εθνικός ποιητής» του νεοελληνικού κράτους -ο τίτλος βέβαια είναι άτυπος, και αξίζει να δούμε ποιοι άλλοι έχουν χαρακτηριστεί έτσι, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλη συζήτηση. Ο Παράσχος ήταν ρομαντικός ποιητής της Α’ Αθηναϊκής σχολής, εξαιρετικά δημοφιλής όσο ζούσε· ήταν ο πρώτος ποιητής που μπορούσε να βιοπορίζεται από την πέννα του: η έκδοση των ποιημάτων του σε τρεις τόμους το 1881 λέγεται ότι του απέφερε έσοδα 50.000 δρχ., που πρέπει να ήταν πολύ μεγάλο ποσό, που όμως κατάφερε να το σπαταλήσει και να βρεθεί στην ανάγκη να ζητάει βοήθεια από φίλους του. Η κηδεία του ήταν πάνδημη, με είκοσι επικήδειους και με την παρουσία του βασιλιά Γεώργιου Α’, αλλά η ποίησή του γρήγορα ξεπεράστηκε, οι λεκτικές του και άλλες υπερβολές, ανεκτές στην εποχή του, άρχισαν να φαντάζουν κωμικές, κι έτσι τα ποιήματά του έγιναν αντικείμενο παρωδίας και διακωμώδησης. Παρ’ όλ’ αυτά, οι παλιότεροι από τους νεότερους (Παλαμάς, Ξενόπουλος κτλ.) εξακολουθούσαν να εκφράζονται με επαινετικά λόγια για τον Αχιλλέα Παράσχο.

Σήμερα ο Παράσχος έχει ξεχαστεί, φαντάζομαι, αν και πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια ο Πάνος Θεοδωρίδης παρουσίασε σε έναν τόμο μιαν ανθολογία από το έργο του με τίτλο Ερώτων λείψανα. Δεν το έχω δει το βιβλίο, αλλά ανθολογία χρειάζεται ο Παράσχος, διότι δεν έγραφε και λίγο. Οι τρεις τόμοι που ανάφερα πιο πάνω πιάνουν πάνω από 1000 σελίδες, ενώ μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν άλλοι δυο τόμοι με 600 ακόμα σελίδες (όλα αυτά μπορείτε να τα βρείτε ονλάιν στην Ανέμη, εδώ μαζί με τα ποιήματα του αδελφού του Γ. Παράσχου και ένα βιβλίο του απλώς συνώνυμου Κλέωνα Παράσχου). Εκτός αυτού, όπως συνηθίζεται με τους ρομαντικούς, τα ποιήματά του είναι πολύστιχα, πολυσέλιδα, φορτωμένα επαναλήψεις -και με όχι σπάνια τα τεχνικά ελαττώματα, αλλά και όχι χωρίς ταλέντο. Η γλώσσα άλλοτε είναι καθαρεύουσα, άλλοτε έχει παραχωρήσεις προς τη δημοτική.

Τον Παράσχο τον ήξερα από μικρός, διότι στίχους του συνήθιζε να απαγγέλλει -και να κοροϊδεύει- ο παππούς μου, ο οποίος, γεννημένος το 1903, ανήκε ακριβώς στη γενιά που έπαψε να σέβεται τον ρομαντικό ποιητή, αν και τον διάβαζε, έστω και μόνο στο σχολείο. Και σε σκίτσα του Μποστ (δεκαπέντε χρόνια νεότερος από τον παππού μου) έχουμε δει αναφορές σε στίχους του Παράσχου. Και βέβαια, οι αναφορές, ακόμα και οι ειρωνικές, ακόμα και η κοροϊδία, είναι ένδειξη κάποιας εκτίμησης -οι νεότεροι ούτε τον άκουσαν ούτε τον ξέρουν τον Παράσχο, αν και πολλοί θα έχουν ψιθυρίσει έναν στίχο του. Ούτε κι εγώ έχω ποτέ ασχοληθεί με τον ξεχασμένο ποιητή. Τις τελευταίες όμως μέρες, κατά περίεργο τρόπο, έτυχε να αναφερθώ πεντέξι φορές στο πρόσωπό του, τη μια επειδή έπεσε στα χέρια μου μια ανθολογία με μερικά ποιήματά του, την άλλη επειδή είχαμε την κουβέντα του με τον φίλο Γ. Ζεβελάκη, ώσπου προχτές, ψάχνοντας κάτι άλλο σε μια παλιά εφημερίδα βρήκα ένα κείμενο που αναφερόταν στον Παράσχο, κάτι αναμνήσεις του Μπάμπη Άννινου, οπότε το θεώρησα σημαδιακό και είπα να γράψω πεντέξι λόγια.

Για να πάρετε μια ιδέα, αντιγράφω ένα απόσπασμα από το κείμενο «Οι δυο Παράσχοι» του Μπ. Άννινου, δημοσιευμένο στο Νέον Άστυ τον Αύγουστο του 1906. Δυστυχώς σε καθαρεύουσα, που παρά το πνεύμα του Άννινου παραμένει ψυχρή (τη θέλει τη μετάφραση, θαρρώ). «Η ποίησις του Αχιλλέως Παράσχου ήτο υπέρ πάσαν άλλην ανταποκρινομένη εις τας ιδέας και τα αισθήματα της εποχής του. Όθεν και ο Αθηναίος ποιητής είχε τους περισσοτέρους θαυμαστάς και τους περισσοτέρους μιμητάς ποιητάς. Σχεδόν πάντες οι ως δόκιμοι εισερχόμενοι εις το τέμενος των Μουσών το ύφος αυτού εξέλεγον ως υπόδειγμα και ηκολούθουν τας ρομαντικάς παραφοράς του, συμμορφούμενοι ως και με αυτάς τας παραβάσεις των γραμματικών κανόνων, εις άς όχι σπανίως ησμενίζετο ο ποιητικός του οίστρος. Τότε εύρε πολιτογράφησιν εις πολλά λυρικά ποιήματα και η περίφημος μετοχή πεφιλμένος και πεφιλμένη, η προερχομένη από το στιχουργικόν εργοστάσιον του Αχιλλέως και μερικαί πτώσεις τριτοκλίτων ονομάτων ικαναί να εμβάλωσιν εις απελπισίαν και αυτούς τους μάλλον ανεξικάκους τών γραμματικών του κόσμου

Στη συνέχεια, ο Άννινος λέει ότι οι κριτικοί της εποχής επισήμαιναν τις ατέλειες του Παράσχου και ότι ο Βερναρδάκης είχε χαρακτηρίσει «γογγυρισμούς» (σικ) τις αλλόκοτα εμφαντικές εκφράσεις του, εννοώντας ότι θύμιζαν παρόμοια σχήματα του Ισπανού ποιητή Γκόγκορα. [Έβαλα «σικ» επειδή δεν ξέρω αν είναι σωστά μεταφερμένο, και μήπως ήθελε να πει «γογγορισμούς», αλλά μάλλον το «γογγυρισμός» του Βερναρδάκη είναι και λίγο ειρωνικό για να θυμίζει το «γογγυσμός»].  Συνεχίζει ο Άννινος λέγοντας ότι από τότε οι σατιρικοί είχαν βάλει στο στόχαστρο τον Παράσχο. Ας πούμε, λέει, ο Γ. Μαυρομιχάλης, εκδότης του «Τραμπούκου» (έχουμε αναφερθεί σε αυτή την εφημερίδα), είχε παρωδήσει το πασίγνωστο τότε δίστιχο του Παράσχου, που ήταν γεμάτο επαναλήψεις:
Γνωρίζει, δεν το αγνοεί, γνωρίζει πάσα Φρύνη
ότι εκείνη η γραμμή, ότ’ η γραμμή εκείνη

ως εξής:
Ήγουν, τουτέστι, δηλαδή, με άλλα λόγια, ήτοι
η Αφροδίτη είσαι συ, εσ’ είσ’ η Αφροδίτη
.

Η παρωδία είναι εξαιρετική… αλλά το παρωδούμενο δίστιχο δεν είναι έτσι! Παρόλο που ο Άννινος το έχει αναφέρει και σε βιβλίο του, ο πραγματικός στίχος του Παράσχου έχει πολύ λιγότερες επαναλήψεις. Θα παραθέσω μερικά τετράστιχα από το ποίημα (που πιάνει καμιά δεκαριά σελίδες), που λέγεται «Πέντε Απριλίου» για να πάρετε μια γεύση του ποιητή. Όπως και σε όλα τα επόμενα παραθέματα, έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία. Ο Παράσχος μιλάει για ένα θανατερό ραβασάκι:

ΠΕΝΤΕ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Ούτω λοιπόν! Μία γραμμή επί του χάρτου μονη
ως του Θεού ο κεραυνός χτυπά και θανατώνει!
Ως του Θεού! Και του Θεού πλειότερον ισχύει
αφού ό,τι συνήνωσεν Εκείνος διαλύει.

Μία γραμμή -απλή γραμμή- γραφείσα χωρίς πόνον
εις φύλλον χάρτου, και ουχί τι άλλο, τούτο μόνον.
Μόνον αυτό, έν αίσθημα βαθύ ως την θρησκείαν
να εκριζώσει δύναται με τόσην ευκολίαν!

Ω μόνον, μόνον η γυνή τοιαύτα πέμπει βέλη·
γραμμάς τοιαύτας δύναται να γράψει όσας θέλει…
Και ως τυχαίον γνώριμον ευκόλως αποβάλλει
εκείνον, όν ακόμη χθες θεόν της απεκάλει.

Μίαν αυγήν εγείρεται ψυχρά, καθώς η λήθη
και γράφει: «Είσ΄ ελεύθερος, λησμόνει με και ζήθι…»
και πέμπ’ εις φίλον παλαιόν, εις φίλον λατρευμένον
τον κεραυνόν εις φάκελον ευώδη κεκλεισμένον!

Ω αστασίας δύναμις, ω πόντος αναιδείας!
Την ύπαρξίν των αποσπούν εκ βάθους της καρδίας
χωρίς ουδέν να πάθωσι, μικρόν να ταραχθώσι,
ως μίαν εκ της κόμης των ταινίαν ν’ αποσπώσι…

Κι ηξεύρει, δεν το αγνοεί ποσώς εκάστη Φρύνη,
οπόσον η γραμμή αυτή η ελαφρά βαρύνει·
γνωρίζει ότι φίλου της τας φρένας θα σαλεύσει
και ότι ζώσαν δι’ αυτήν καρδίαν θα φονεύσει!

Το ποίημα δεν τελειώνει εδώ, ακολουθούν άλλες 11 τετράστιχες στροφές, αλλά νομίζω ότι και με τόσες χορτάσαμε. Το παρωδημένο δίστιχο είναι το πρώτο της τελευταίας στροφής -ο Άννινος τού χρεώνει πολύ περισσότερες επαναλήψεις, αλλά έτσι κι αλλιώς επαναλήψεις έχει αρκετές σε όλες τις προηγούμενες (και τις επόμενες) στροφές.

Λέγεται από πολλούς ότι οι παραπάνω στίχοι είναι γραμμένοι για κάποια Μαρία που τον χώρισε, για την οποία λένε ότι μετά τρελάθηκε αλλά ο Παράσχος δεν έπαψε να την αγαπάει. Μάλιστα, λένε πως ήταν σαντορινιά ή έμενε στη Σαντορίνη (βλ. π.χ. εδώ) και ότι γνωρίστηκαν όταν ο Παράσχος ήταν έπαρχος Θήρας. Αυτό το τελευταίο είναι ακριβές, αλλά για τα υπόλοιπα δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά. Λένε επίσης ότι για τη Μαρία είναι γραμμένο το περίφημο ποίημά του «Έρως» που περιέχει και τον ένα στίχο του Παράσχου που πολλοί έχουμε τραγουδήσει. Ολόκληρο το ποίημα το βρίσκετε εδώ, αλλά με λάθη. Αποσπώ την αρχή και διορθώνω:

Δεν θέλω κάλλος αύθαδες παρθένου αλαζόνος,
θρασείας εκ της καλλονής, ψυχράς εκ θωπευμάτων.
Βλέμμα δεν έρριψα ποτέ εις πτέρυγας ταώνος,
ουδ’ εις φιάλην στίλβουσαν, πλην στείραν αρωμάτων.
Δεν θέλω όψιν φλογεράν, δεν θέλω ρόδου στόμα·
είναι διέγερσις σαρκός το πορφυρώδες χρώμα.

Την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου ταχείαν,
ωχράν την θέλω και λευκήν ως νεκρικήν σινδόνην,
με είκοσι φθινόπωρα, με άνοιξιν καμίαν,
μ’ ολίγον σώμα – άνεμον σχεδόν – ολίγην κόνιν.
Την θέλω επιθάνατον μ’ αθανασίας μύρον,
κόρην και φάσμα, σάβανον αντί εσθήτος σύρον.

Ο στίχος αυτός, βέβαια, είναι το «με είκοσι φθινόπωρα με άνοιξιν καμίαν», που το ξέρουμε επειδή το δανείστηκε ο Γκάτσος σαν πρώτο στίχο της «Προσευχής της παρθένου«, τραγουδιού που το μελοποίησε ο Χατζιδάκις και το τραγούδησε η Μελίνα Μερκούρη. Κι εδώ πάντως ειρωνικός είναι ο δανεισμός.

Αλλά ας γυρίσουμε στον Παράσχο. Θα προσέξατε το «την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου ταχείαν», όπου το «ταχεία» είναι εντελώς ξεκρέμαστο. Δεν ξέρω τα ντεσού του ποιήματος, αλλά δεν αποκλείεται εδώ να κρύβεται γυναικείο όνομα (Μαρία, ας πούμε, όπως θέλει η διήγηση που είδαμε) που σκεπάστηκε τελευταία στιγμή.

Ένα άλλο ποίημα του Παράσχου που το έχουμε αναφέρει εδώ, έστω και παρεμπιπτόντως, είναι ο Μάιος, που και πάλι πιάνει το θέμα του ματαιωμένου έρωτα. Ολόκληρο εδώ, παραθέτω ένα απόσπασμα.

Ο ΜΑΪΟΣ

Δρέψατε πάλιν, ερασταί ευδαίμονες, ναρκίσσους
Eις του Mαΐου τους φαιδρούς κ’ ευώδεις παραδείσους,
Kαι την παρθένον στέψατε, ήτις ως άνθος κλίνει·
Eγώ δεν κόπτω, δι’ εμέ απέθανεν Eκείνη!

[…]
Kι εγώ ηγάπησα ποτέ, κι εγώ αντηγαπήθην,
Aλλά την ελησμόνησα, αλλά ελησμονήθην.
Δεν είναι ο βίος Mάιος αιώνια, δεν είναι·
Mαραίνονται κι αι ανθηραί του έρωτος μυρσίναι,
Kαι η νεότης μας πετά ως αστραπή ταχεία,
Ως ώρα σταθερότητος εις στήθη γυναικεία!…

Τον περίφημο στην εποχή του στίχο «Δεν είναι ο βίος Μάιος αιώνια, δεν είναι», πολλοί τον απάγγελναν, ραμονικώς, «Δεν είναι ο βίος Μάιος, Ιούνιος δεν είναι». Ο Μποστ, πάλι, όπως είδαμε σε παλιότερο άρθρο, τον είχε παρωδήσει «δεν είναι πτολεμάιοι, αιώνιοι δεν είναι».

Για να κάνω ένα αντιποιητικό διάλειμμα, στο άρθρο του Άννινου που είδαμε παραπάνω βρήκα, με έκπληξη ομολογώ, να γράφεται, σε εφημερίδα του 1906, η συχνότερη ελληνική τρισύλλαβη λέξη. Λέει ο Άννινος ότι «Περί τα τέλη του βίου του [Παράσχου], κάποιος εκ των λογίων, δυσαρεστηθείς διά δυσμενή κρίσιν του Αχιλλέως περί τινος θεατρικού του έργου, τον απεκάλεσεν εν τη οργή του μαλάκαν.
— Εγώ μαλάκας! απήντησεν εξαφθείς ο ποιητής. Και μου το λέγεις συ, ο Παδισάχ της μαλάκας!…»
Παναπεί, και τότε έβριζαν οι ποιητές αλλά δεν είχαν Φέισμπουκ να διαδίδει τα ξεκατινιάσματά τους στο πανελλήνιο.

Ο Παράσχος, χάρη στις πολιτικές του φιλίες, είχε κατά καιρούς υπηρετήσει σε ελαφρώς αργόμισθες θέσεις της διοίκησης, όπως έπαρχος Θήρας ή πρόξενος στο Ταϊγάνι, αλλά ως ποιητική φύση που ήταν δεν στέριωνε για πολύ. Ποιητής και υπάλληλος δεν γίνεται, πίστευε, και το έγραψε και στον φίλο του τον επίσης ποιητή, τον Βασιλειάδη, που ήταν ειρηνοδίκης. (Ολόκληρο το ποίημα εδώ, βάζω το τέλος):

Την λύραν σου εκρέμασες εις ειρηνοδικείον
Βασιλειάδη δυστυχή, κι εγώ εις επαρχείον.
Έρχεσαι, φίλε, έρχεσαι καλήν τινά πρωίαν,
έν λάκτισμά μας δίδοντες εις την υπαλληλίαν,
τας απηγχονισμένας μας να λάβωμεν οπίσω;
Εγώ το απεφάσισα· την λύραν δεν θ’ αφήσω.
Και αν θα έχω την πικράν των δύο Σούτσων μοίραν
θα φέρω κι εις τον τάφον μου παρήγορον την λύραν.―

Ω, σας αφήνω· χαίρετε, πρωτόκολλα, γραφεία·
Διότι σβήνετ’ η πυρά εις του λουτρού το κρύα!

Το «εις του λουτρού ΤΟ κρύα», παρότι ακούγεται λιγάκι σαν λόγια του Βεληγκέκα, δεν πρέπει να είναι  τυπογραφικό λάθος, διότι επαναλαμβάνεται σε όλο το ποίημα (τσεκάρισα και το πρωτότυπο). Μπορεί να είναι ιδιωματισμός της τότε Σαντορίνης, δεν ξέρω, όποιος ξέρει κάτι ανάλογο ας μας πει.

Στο Ταϊγάνι ήταν πρόξενος ο Παράσχος επειδή σε αυτή την πόλη της νότιας Ρωσίας (Ταγκανρόγκ στα ρώσικα) υπήρχε ακμαιότατη ελληνική παροικία (έδρασε εκεί και ο Βαρβάκης). Το Ταϊγάνι είναι και η γενέτειρα του μέγιστου Τσέχοφ, που βασανίστηκε με τα αρχαία στο ελληνικό σχολείο όπου φοίτησε, και έχει γράψει για το πώς το σαντορινιό γλυκό κρασί (την εποχή εκείνη αυτά τα κρασιά ταξίδευαν καλά) είχε αποκτηνώσει τους συμπατριώτες του. Ο Παράσχος πάντως δεν αγάπησε τη Ρωσία με το κρύο της (φανταστείτε να τον είχαν στείλει σε καμιά Μόσχα!). Την αποκαλούσε ‘Σκυθία’, και έχει γράψει ένα περίφημο ποίημα στο οποίο συνομιλεί με στίχους με έναν φίλο του, εγκατεστημένον εκεί, που προσπαθεί να τον πείσει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Παραθέτω μόνο το τελευταίο τετράστιχο -πιάνει και καμιά εκατοστή στίχους:

Έλα· μια μέρα, μια στιγμή, στην γη αυτή μη χάνεις
σε περιμένουν αδελφοί, λουλούδια, ήλιος, δρόσος.
Πάμε στην Μάνα, την καρδιά και πάλι να ζεστάνεις·
αν έλθεις, είσαι άνθρωπος· αν μείνεις, είσαι Ρώσος!
Ταϊγάνιον 1882

Ο τελευταίος στίχος, που υπονοεί πως οι Ρώσοι δεν είναι άνθρωποι, προκάλεσε σκάνδαλο στην εποχή του, λέει ο Άννινος στις αναμνήσεις που προαναφέραμε.

Προτιμώ να κρατήσω από τον Παράσχο ένα άλλο ποίημά του. Το έγραψε στα 23 του χρόνια, όταν είχε φυλακιστεί στον Μεντρεσέ, την παλιά φυλακή της Αθήνας που βρισκόταν στους Αέρηδες, για τη δράση του εναντίον του βασιλιά Όθωνα.Ο φυλακισμένος ποιητής απευθύνεται στον μεγάλο πλάτανο που δέσποζε καταμεσίς στην αυλή της φοβερής φυλακής (και στον οποίο πλάτανο πρέπει κάποτε να αναφερθούμε ξανά, διότι μερικοί υποστηρίζουν, αβάσιμα κατά τη γνώμη μου, ότι από εκεί προέρχεται η γνωστή έκφραση ‘χαιρέτα μου τον πλάτανο’). Ο Παράσχος θεωρεί τον πλάτανο σύμβολο της οθωνικής τυραννίας και του διωγμού των αγωνιστών του 21 επί βαβαροκρατίας. Παραθέτω αποσπάσματα:

ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟΝ ΤΟΥ ΜΕΝΔΡΕΣΕ

Ω Πλάτανε! του Μενδρεσέ στοιχειό καταραμένο
της τυραννίας τρόπαιο στη φυλακή υψωμένο·
συμμάζωξε τα φύλλα σου τα δακρυραντισμένα,
να ιδώ κομμάτι ουρανό και τ’ άστρα τα καημένα….
Αν είσαι δένδρο σπλαχνικό, ανθρώπους μη μιμείσαι,
μη δεσμοφύλακας κι εσύ ωσάν εκείνους είσαι!

Ναι! άφησε καμιά φορά να βλέπ’ από δω πέρα
τον ασημένιο ουρανό, την άσπρη την ημέρα·
κανένα σύννεφο μικρό που φεύγει ν’ αντικρίσω,
κανένα ταξιδιάρικο πουλάκι να ρωτήσω.
Να στείλω χαιρετίσματα στη μάνα που με κλαίγει
κι εκείνης οπού μ’ αγαπά χωρίς να μου το λέγει.

[…]
Πόσα, αχ πόσα μάντρωσες λιοντάρια πληγωμένα
ακόμη από τον πόλεμο και τη φωτιά βγαλμένα·
πόσους αϊτούς της Αμπλιανής, πόσα παιδιά του Φλέσσα,
ωσάν μανούλα τα’βαλες στην αγκαλιά σου μέσα.
Μη σου τους φάγει ενοιάζοσουν το κρύο και η πείνα
για να τους στείλεις ζωντανούς στη μαύρη γκιλοτίνα.
[…]
‘Οχι, δεν είναι Πλάτανε, ελληνική η σπορά σου·
από λαγκάδι σκοτεινό κατάγετ’ η γενιά σου.
Από τη γη του Μπαβαρού εδώ φυτεύθης πάλι·
κόρακας μαύρος σ’ έφερε, καιρού ανεμοζάλη,
κι εφούντωσες στα χώματα τα μοσχομυρισμένα,
κι έχεις από τον ήλιο μας τα φύλλα χρυσωμένα.

[…]

Θα έρθ’ η ώρα, Πλάτανε, αλλόθρησκη Βαστιλλη,
που ξυλοκόπους η οργή του έθνους θα σου στείλει.
Και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερος θ’ αστράψει·
δεν θα σε φαν γεράματα· φωτιά θενά σε κάψει.
Και γύρω θα χορέψομε στη σκόνη σου την κρύα,
όταν ανοίξει το χορό Πατρίς κι Ελευθερία.

(Έγραφον εκ των φυλακών του Μενδρεσέ, 1861.)

Το γούστο είναι βέβαια υποκειμενικό, αλλά μου φαίνεται πως απ’ όσα του Παράσχου διαβάσαμε, το ποίημα τούτο έχει γεράσει λιγότερο -άλλωστε, το αίτημα της απαλλαγής από την τυραννία, άλλην βέβαια τώρα, το αίτημα της ελευθερίας παραμένει επίκαιρο. Κάποτε θα χορέψουμε γύρω από τη στάχτη των γκρεμισμένων συμβόλων της τυραννίας….

ΥΓ Αυτοδιαφημιστικό υστερόγραφο: Έδωσα μια συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή και στον ιστότοπο diastixon.gr.

Posted in Εφημεριδογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 48 Comments »