Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Παρωδίες’ Category

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης -Ο Γρηγόρης

Posted by sarant στο 11 Αυγούστου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή όγδοη και είναι η τέταρτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα, όπου ο παππούς μου έχει πιάσει δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου, έχει χτίσει το σπίτι του και τώρα ολοκληρώνει, ας πούμε, την αποκατάσταση, αγοράζοντας αυτοκίνητο -ένα κάπως ασυνήθιστο αυτοκίνητο, με όνομα και με πολεμικές περγαμηνές.

mimis_jpeg_χχsmallΤο όνομα αυτού ήταν Γρηγόρης, και ήταν ένα στρατιωτικό αγγλικό τζιπ, που στην οικογενειακή μυθολογία είχε πολεμήσει τον Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική. Τον Γρηγόρη τον πρόλαβα, αφού ο παππούς μου τον κράτησε ίσαμε τα τέλη των 60, για να τον αντικαταστήσει με άλλο αγγλικό αμάξι, αν και αυτό αριστεροτίμονο, ένα Άνγκλια Πρέφεκτ (που πήρε προς στιγμή το προσωνύμιο «Ο νομάρχης», αλλά χωρίς να πιάσει -δεν ήταν άλλωστε θρυλικό αμάξι, όπως ο Γρηγόρης). Θυμάμαι που ερχόταν καμιά φορά ο παππούς και μ’ έπαιρνε από το δημοτικό, και κατεβαίναμε την οδόν Αιόλου (στο Φάληρο: τότε οι δρόμοι ήταν όλοι διπλής κατεύθυνσης) με καναδυό συμμαθητές να στέκονται στο μαρσπιέ. Θυμάμαι επίσης ότι τα παράθυρα είχαν όχι τζάμι αλλά ένα είδος πλεξιγκλάς, και τα τζάμια δεν κατέβαιναν με μανιβέλα (ούτε, βεβαίως, με κουμπί όπως τα τωρινά), αλλά απλώς άνοιγαν κατά το ήμισυ με έναν μεντεσέ.

Αλλά ας δούμε την περιγραφή που κάνει ο πατέρας μου -και η σημερινή συνέχεια ολοκληρώνεται με δύο γρηγοριανές παρωδίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Μετακατοχικές περιπέτειες

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη (και σήμερα κατ’ εξαίρεση Τετάρτη), αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή και είναι η πρώτη του 9ου κεφαλαίου, που έχει ακριβώς τον τίτλο «Μετακατοχικές περιπέτειες». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στη Μυτιλήνη στις αρχές του 1945.

mimis_jpeg_χχsmallΣύλληψη με την κατηγορία του στασιαστή

Παρά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και της Πολιτοφυλακής και την κατάλυση της «Εαμοκρατίας», η κατάσταση στη Λέσβο δεν άλλαξε και πολύ. Η αποδοχή του ΕΑΜ από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού και το κύρος της εαμικής ηγεσίας, ιδίως μετά το χειρισμό της απόκρουσης των Άγγλων κατά τα Δεκεμβρια­νά, ήταν τόσο μεγάλες ώστε να συντηρείται το ίδιο υψηλό φρόνημα και η ατμόσφαιρα της έξαρσης των μεταπελευθερωτικών μηνών. Άλλωστε το 136 Τάγμα Εθνοφυλακής, αποτελούμενο από Λέσβιους έφεδρους και στελεχωμένο από ντόπιους αξιωματικούς, δεν προσφερόταν για την προώθηση των σκοπών που οι Άγγλοι σε συνεργασία με τους ακροδεξιούς της κυβέρνησης Βούλγαρη προωθούσαν: να σπρώξουν τη χώρα στον εμφύλιο σπαραγμό εξαπολύοντας άγρια τρομοκρατία κατά των αριστερών.

Μπήκε θέμα να απομακρυνθεί το 136 Τάγμα και να αντικατασταθεί με άλλη μονάδα εγγυημένης εθνικοφροσύνης. Το πρώτο βήμα ήταν η αντικατάσταση του διοικητή του, συνταγματάρχη Σοφοκλή Βουρνάζου, που ήταν Λέσβιος και συμπαθών το ΕΑΜ (είχε κάποτε διατελέσει μέλος του) με ξένο και εθνικόφρονα. Βέβαια ο νέος διοι­κητής, ο μανιάτης συνταγματάρχης Κυβέλος, ήταν άνθρωπος συνε­τός και μετρημένος. Ο ποιητής αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον παλιό του υπολοχαγό στη Θεσσαλονίκη και πήγε να τον δει. Η συνά­ντησή τους ήταν πολύ εγκάρδια. Και πάλι η Δεξιά δεν ικανοποιήθηκε. Η παραπληροφόρηση συνεχίστηκε. Οι αθηναϊκές εφημερίδες “Βραδυνή”, “Ακρόπολις”, “Ελληνικόν Αίμα” και άλλες άρχισαν να δημοσιεύουν κατασκευασμένες και ψευδείς ειδήσεις «περί τρομο­κρατίας των ελασιτών εις Λέσβον», ορισμένες από τις οποίες ξεπερνούσαν κάθε όριο. Όταν για παράδειγμα έφτασε στη Μυτιλήνη ο νέος νομάρχης έγιναν έντονες και οργανωμένες αποδοκιμασίες της κυβερ­νητικής πολιτικής και παρά την προστασία της Εθνοφυλακής ορισμέ­νοι χειροδίκησαν κατά δύο χωροφυλάκων της συνοδείας του νομάρ­χη. Το σχετικά ασήμαντο αυτό επεισόδιο μεταμορφώθηκε από τη “Βραδυνή” σε «κακοποίησιν και αιχμαλωσίαν του Νομάρχου από οπλισμένους ελασίτας, οι οποίοι τον μετέφερον εις άγνωστον τοπο­θεσίαν, ενδεχομένως δε τον έχουν ήδη εκτελέσει». Ο χαίρων άκρας υγείας και απολύτως ασφαλής στο γραφείο του Νομάρχης δεν έκρι­νε σκόπιμο να στείλει κάποια διάψευση. Τελικά πήρε άδεια και έφυγε στην Αθήνα. Τον αναπλήρωσε ο νομάρχης Χίου Σταματιάδης, άνθρωπος του Γεωργίου Παπανδρέου, φανατικός αντικομμουνιστής, που σε συνεργασία με τον νεοφερμένο εισαγγελέα Κωστόπουλο και τους τοπικούς εκπρόσωπους της δεξιάς σχεδίασαν μεθοδικά το χτύ­πημα του ΕΑΜ στο νησί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , | 48 Σχόλια »

Ο Μποστ (και άλλοι) και η προεκλογική κινδυνολογία του 1964

Posted by sarant στο 23 Ιανουαρίου, 2015

Τις προάλλες, ένας παλιός δημοσιογράφος, στον τοίχο του στο Φέισμπουκ, παραλλήλισε τη σημερινή περίοδο με την προεκλογική περίοδο του 1964,  και συγκεκριμένα θυμήθηκε το παλιό σύνθημα «αυτή η δραχμή είναι δική σου», που ήταν το κεντρικό κινδυνολογικό σύνθημα της ΕΡΕ στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964.

Το ιστολόγιο αγαπάει τον Μποστ, το ίδιο και πολλοί αναγνώστες, και κάθε τόσο παρουσιάζουμε σκίτσα του. Μάλιστα, εδώ και καιρό ανεβάζω σκίτσα του Μποστ που έγιναν πριν από 50 χρόνια με αφορμή σημαντικά γεγονότα της εποχής. Σήμερα θα κάνω μια μικρή παρέκκλιση αφού από τις εκλογές του 1964 έχουν περάσει 51 χρόνια. Με την ευκαιρία, παρουσιάζω  κι άλλες δύο γελοιογραφίες της εποχής.

Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964, η νίκη του Γεωργίου Παπανδρέου ήταν σίγουρη και το μόνο διακύβευμα ήταν το εύρος της νίκης. Η ΕΡΕ, σε κατάσταση σχεδόν αποσύνθεσης μετά την αποχώρηση του Κ. Καραμανλή από την πολιτική, επέλεξε μια στρατηγική κινδυνολογίας με δύο άξονες, αφενός το Κυπριακό και αφετέρου τη σταθερότητα του εθνικού νομίσματος, της δραχμής.

Τον Ιανουάριο, ισχυροί οικονομικοί παράγοντες είχαν προβεί σε μαζικές αγορές χρυσής λίρας, θέλοντας να παρασύρουν σε πανικό τους απλούς πολίτες και να δημιουργήσουν κύμα απόσυρσης καταθέσεων. Παράλληλα, εμφανίστηκαν φέιγ βολάν με φωτογραφία μιας δραχμής και το σύνθημα «Αυτή η δραχμή είναι δική σου. Μην αφήσεις τον Παπανδρέου να σου την πάρει» ή «Αυτή η δραχμή είναι δική σου. Μην αφήσεις τον Παπανδρέου να την τινάξει στον αέρα». (Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω κάποια φωτογραφία της προκήρυξης, αλλά δεν χωράει αμφιβολία για την ύπαρξή τους διότι έγιναν μηνύσεις και το θέμα απασχόλησε και τη δικαιοσύνη).

Στην πρώτη γελοιογραφία που θα δούμε, ο Μποστ σατιρίζει την διθεματική κινδυνολογία:

mpostproek64a

Η γελοιογραφία δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 26 Ιανουαρίου, δηλαδή τρεις Κυριακές πριν από τις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου.  Ο Κανελλόπουλος με τον σύμμαχό του Σπύρο Μαρκεζίνη (σε εκείνες τις εκλογές η ΕΡΕ είχε συμμαχήσει με το μικρό Κόμμα Προοδευτικών) προσπαθούν να κρατήσουν την ισορροπία τους που κλονίζεται απο τις αντιφάσεις της κινδυνολογικής τους εκστρατείας -ενώ κραδαίνουν δύο πλακάτ με τα αντίστοιχα συνθήματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Επικαιρότητα, Εκλογές, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 100 Σχόλια »

Ο Πολυκαισαρίης της κ. Παναγιωταρέα και άλλα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2014

Ξεκινώντας να διευκρινίσω ότι το σημερινό άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο διότι έχω φύγει από νωρίς για διήμερο ταξίδι (όχι επαγγελματικό, ούτε αναψυχής: μαζοχισμού) -και δεν είμαι βέβαιος ότι θα μπορώ να παρακολουθώ το ιστολόγιο, έστω και μόνο για να ξεμπλοκάρω όσα σχόλια έχει κρατήσει η σπαμοπαγίδα.

Τα σημερινά μεζεδάκια όμως δεν θα πάρουν τον τίτλο «ξενιτεμένα» ή «εκτός έδρας», για τον απλό λόγο ότι στην πιατέλα δεσπόζει ένα θηριώδες μαργαριτάρι, που θα άξιζε ίσως να το ανεβάσουμε σε ξεχωριστό άρθρο -και αυτό δίνει τον τίτλο. Όμως, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να κάνετε υπομονή. Πρώτα τα ορεκτικά και ύστερα το κυρίως πιάτο.

* Μια ακόμα περίπτωση σύγχυσης των τύπων στα σύνθετα του -άγω, αυτή τη φορά από το Βήμα. Σε ρεπορτάζ για τη νέα ακροδεξιά στροφή του Νικολά Σαρκοζί, διαβάζω: Μετά την εκλογή του το 2007 ο Νικολά Σαρκοζί είχε δεσμευτεί να εισάγει την πολιτική ένωση για άτομα του ιδίου φύλου, όμως δεν το έπραξε κατά τη διάρκεια της προεδρικής θητείας του.

Εδώ έχουμε μια πράξη που θα γινόταν μία φορά, δεν θα την θέσπιζε συνεχώς την πολιτική ένωση. Είχε δεσμευτεί να τη θεσπίσει αλλά δεν το έκανε. Άρα, το κανονικό είναι «είχε δεσμευτεί να εισάξει», για όσους ακολουθούν τον αναλογικό τύπο, που ακόμα δεν είναι πολύ διαδεδομένος αλλά είναι ο μόνος που θα λύσει το πρόβλημα της σύγχυσης -ή, «είχε δεσμευτεί να εισαγάγει» για όσους επιμένουν στον προβληματικό επίσημο τύπο.

* Αγγλικό μεζεδάκι απο το μπλογκ του Γιάνη Βαρουφάκη: In late 1946 France was persuaded by the United States to drop its insistence that German industry be raised to the ground …

Όχι όμως! Razed to the ground, να ισοπεδωθεί, «ες έδαφος φέρειν» που έλεγαν κάποιοι για τους αρχαίους ναούς. Όπως λέει ο φίλος που το έστειλε, «δεν πρέπει να εννοεί αυτούς«.

* Αδωνικό μαργαριτάρι, σε τηλεοπτικό παράθυρο: Αν ακούσετε το βίντεο, στο 1.10 λέει «Ο Γκράμσι πήγε στο σπίτι του Μεταξά…» Εντάξει, στον προφορικό λόγο μπορεί κανείς να μπερδέψει τον Γκράτσι με τον Γκράμσι, κι εγώ μπέρδεψα τις προάλλες τον Σολωμό με τον Βιζυηνό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευπρεπισμός, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 239 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η συνεργασία με την Παπαρούνα του Πωλ Νορ

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή είναι η δέκατη έκτη συνέχεια.  Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΒρισκόμαστε στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον γενικό τίτλο “Ένας μέτοικος στη Μυτιλήνη του μεσοπολέμου” και παρακολουθεί τη ζωή του παππού μου από το 1928 που παντρεύτηκε τη γιαγιά μου, την Ελένη Μυρογιάννη, και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη. Η σημερινή συνέχεια είναι η τελευταία του κεφαλαίου, κι επειδή είναι κάπως σύντομη σκέφτηκα να τη συμπληρώσω, στο τέλος, με μια παρουσίαση του περιοδικού Παπαρούνα, παρμένη από ένα άρθρο που είχα γράψει για τον παλιό μου ιστότοπο.

Αν η μισή καρδιά του ποιητή ήταν στη Μυτιλήνη η άλλη μισή στην Αθήνα βρίσκονταν. Νοσταλγούσε την μποέμικη παρέα του, τις αθηναϊ­κές νύχτες που περνούσαν με τη συζήτηση και τη ρετσίνα, τον ανοιχτόν ορίζοντα της πρωτεύουσας, που ήταν τότε μια πολύ όμορφη και σε ανθρώπινη κλίμακα πόλη, τον πεντακάθαρσν αττικόν ουρανό. Διέξο­δο σ’ αυτή τη νοσταλγία βρήκε στέλνοντας σατιρικά ποιήματα στην «Παπαρούνα», ένα εξαιρετικό, πλην βραχύβιο, σατιρικό περιοδικό, που εξέδωσε το 1933 ο Πωλ Νορ, δηλαδή ο Νίκος Νικολαΐδης.

Ο ποιητής υπέγραφε τα ποιήματα που έστελνε στην «Παπαρού­να» με το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης, που είχε ήδη καθιερώσει στον «Τρίβολο», γιατί στο «Δημοκράτη» χρησιμοποιούσε το Βριάρεως. Ένα από τα ποιήματα που δημοσίευσε η «Παπαρούνα» ήταν και μια ωραία παράφραση του Καβάφη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Καβαφικά, Παρωδίες, Περιοδικά, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , | 57 Σχόλια »

Καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα ταμεία: η παρωδία του Καρχαρία Παπαφαταούλα

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2014

Tο άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής σε μια έκτακτη συνεργασία μου. Επειδή έχει θέμα φιλολογικό θα μπορούσα να το αφήσω για την επόμενη Κυριακή, αλλά τελικά αποφάσισα να το δημοσιεύσω σήμερα. Με την ευκαιρία της εδώ δημοσίευσης προσθέτω μερικά πράγματα που δεν χώρεσαν στο έντυπο άρθρο (που έχει, αναπόφευκτα, περιορισμό λέξεων, ενώ στο Διαδίκτυο μπορούμε να φλυαρούμε όσο τραβάει η καρδιά μας αφού τα ηλεδάση του Καναδά εξαντλούνται πολύ δυσκολότερα). Tο πορτρέτο του Παπαντωνίου, έργο του Γ. Μαυροΐδη, το πήρα από το ιστολόγιο των Ενθεμάτων.

papantoniouΜια ειδική κατηγορία της σατιρικής ποίησης είναι η παρωδία, η σατιρική μίμηση του ύφους ενός ποιητή ή ενός συγκεκριμένου ποιήματός του, είτε για να επικριθεί ο ποιητής είτε, συχνότερα, για να σχολιαστεί σατιρικά η επικαιρότητα. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, που η (έμμετρη) ποίηση είχε μεγαλύτερη θέση στη ζωή μας, η Αυγή φιλοξενούσε καθημερινά ένα στιχούργημα στην πρώτη σελίδα της, το οποίο κάποτε παρωδούσε κάποιο γνωστό ποίημα, του Καβάφη, ας πούμε, ή του Βάρναλη, για να σατιρίσει γεγονότα της επικαιρότητας, π.χ. την αναχώρηση του Καραμανλή από την Ελλάδα το 1963 ή την αποστασία του 1965.

Φυσικά, η αξία της παρωδίας εξαρτάται και από το ποιητικό μέγεθος όχι μόνο του παρωδού αλλά και του παρωδούμενου. Όταν και οι δυο είναι μάστορες, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι απολαυστικό και να αντέξει στο χρόνο, σε αντίθεση με τις παρωδίες της σειράς, που προορίζονται να ξεχαστούν. Μια τέτοια παρωδία θα παρουσιάσω σήμερα — θα δούμε πώς παρώδησε ο Κώστας Βάρναλης την «Προσευχή του ταπεινού» του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Το παρωδούμενο ποίημα παραμένει και σήμερα γνωστό, αλλά στην εποχή του είχε κάνει πάταγο. Πράγματι, το εκδοτικό γεγονός των Χριστουγέννων του 1931 ήταν η κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής Θεία δώρα του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Το βιβλίο δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο, επαινέθηκε δημόσια από πολιτικούς αρχηγούς όπως ο Αλέξ. Παπαναστασίου ή ο Γ. Καφαντάρης, αλλά είχε και εμπορική επιτυχία (όχι πάντοτε αυθόρμητη: γράφτηκε ότι η Εθνική Τράπεζα αγόρασε 2.000 αντίτυπα!) Αμέσως ξεχώρισε ένα ποίημα, «Η προσευχή του ταπεινού». Όχι άδικα:

 

Η προσευχή του ταπεινού

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου.
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ’ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάσταξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν’ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Είν’ ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
Άκουσα τη γλυκιά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.
Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ ’ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν’ αφανιστώ χωρίς να ξαναζήσω…
Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βάρναλης, Παρωδίες, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 53 Σχόλια »

Άνω ποταμών η ελιά

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2014

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Όπως θα δείτε, επαναλαμβάνω κάποια πράγματα (για τη λέξη ‘ποτάμι’) που είχα ήδη γράψει εδώ στο ιστολόγιο. Επίσης, και το βασικότερο, επειδή η εφημερίδα έχει περιορισμούς χώρου, η λεξιλογική εξέταση γίνεται εντελώς ακροθιγώς -για την ελιά και το λάδι θα μπορούσε να γραφτεί (και έχει γραφτεί) βιβλίο- και κάθε άλλο παρά εξαντλεί το θέμα. Ίσως σε επόμενο άρθρο ασχοληθούμε πιο διεξοδικά. Στο τέλος προσθέτω μερικά για την παρωδία του ποιήματος του Μαβίλη. Η εικονογράφηση είναι αυτή που συνοδεύει το άρθρο στην εφημερίδα.

van-goghΔυο καινούργια (με ή χωρίς εισαγωγικά) κόμματα θα πάρουν μέρος, όπως όλα δείχνουν, στις ευρωεκλογές του Μαΐου, δυο κόμματα που έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι το όνομά τους δεν αναφέρεται ευθέως στην πολιτική, δηλαδή δεν είναι αρκτικόλεξο ή ακρωνύμιο, ούτε περιέχει λέξεις όπως κόμμα, κίνημα, συμμαχία, δημοκρατικός, δημοκρατία, ελληνικός, Ελλάδα, πανελλήνιος, αριστερά κτλ., αλλά συμπίπτει με κοινά ουσιαστικά που βέβαια έχουν τους δικούς τους συμβολισμούς –όπως άλλωστε συμβαίνει και με δυο κάπως παλαιότερα κόμματα των άκρων, τη ναζιστική Χρυσή Αυγή και την ακροφιλελεύθερη Δράση: το Ποτάμι και η Ελιά.

Η λέξη ποτάμι είναι μεσαιωνική· η αρχαία λέξη είναι ο ποταμός, ήδη στον Όμηρο. Ετυμολογικά, η λέξη παράγεται από ένα θέμα ποτ- που παραπέμπει στο ρήμα πίπτω• φαίνεται ότι η πρώτη σημασία της λέξης θα ήταν το ρεύμα νερού που πέφτει από ψηλά, ενώ το λατινικό flumen παραπέμπει περισσότερο στην ιδέα της άφθονης ροής –αλλά η Ελλάδα δεν διακρινόταν για τα μεγάλα, πλατιά της ποτάμια, μόνο για τα μικρά και ορμητικά. Χρησιμοποιούμε μεταφορικά τη λέξη ποτάμι ή ποταμός για να δηλώσουμε μεγάλες ποσότητες υγρών, αφού λέμε για «ποταμούς/ποτάμια αίματος» ή δακρύων ή ιδρώτα, ενώ υπάρχει και η αρχαία έκφραση «άνω ποταμών», που τη λέμε για εξωφρενικά και παράλογα πράγματα.

Με το ποτάμι έχουμε αρκετές νεότερες εκφράσεις και παροιμίες. Λέμε «τον πήρε το ποτάμι» για κάποιον που απέτυχε στις προσπάθειές του ή καταστράφηκε• ρωτάμε «να το πάρει το ποτάμι;» για να αποκαλύψουμε τη λύση ενός αινίγματος. Σιγανό ποτάμι λέμε τον άνθρωπο χαμηλών τόνων, που δεν εκδηλώνει τα συναισθήματά του, ιδίως όταν η φαινομενικά ήρεμη συμπεριφορά κρύβει αντίθετη δραστηριότητα• και η παροιμία συμβουλεύει τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι.

Τα ποτάμια από την αρχαιότητα τα χρησιμοποιούσαμε για να πλένουμε και να ξεπλένουμε, και ίσως δεν είναι τυχαία η ονομασία του νέου κόμματος αν σκεφτούμε ότι ο Σταύρος Θεοδωράκης και οι τηλεοπτικές εκπομπές του έχουν πάνω από μια φορά κατηγορηθεί, όχι άδικα φοβάμαι, ότι λειτούργησαν ως πλυντήριο, πρόσφατα των λιμενικών στο Φαρμακονήσι και παλιότερα της Χρυσής Αυγής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Παρωδίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 260 Σχόλια »

Από τη Γη στη Σελήνη, ένα κόμικς του Κώστα Μητρόπουλου (1970)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2014

seliniΣήμερα το ιστολόγιο θα σας παρουσιάσει το κόμικς του Κώστα Μητρόπουλου «Από τη Γη στη Σελήνη». Όπως λέει ο τίτλος του, πρόκειται για μια διασκευή ή μάλλον για μια παρωδία του ομότιτλου μυθιστορήματος του Ιουλίου Βερν, που οι περισσότεροι της γενιάς μου (όπως και οι μεγαλύτεροι, και μάλλον και οι λίγο μικρότεροι) θα έχουν διαβάσει ή θα το έχουν δει σε μια από τις πολλές κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές μεταφορές του (για τους αρκετά πιο νέους, δηλ. τους σημερινούς σαραντάρηδες και κάτω, ας πούμε, δεν ξέρω αν διατηρήθηκε η συνήθεια να διαβάζουν Ιούλιο Βερν).

Είπα ότι είναι παρωδία μάλλον παρά διασκευή, επειδή ο Μητρόπουλος ακολουθεί χαλαρά την υπόθεση του μυθιστορήματος του Βερν (τουλάχιστον ώς ένα σημείο της ιστορίας), αλλά ο πρόδηλος σκοπός του είναι να κάνει πλάκα με τα πάντα, και δεν χάνει καμιά ευκαιρία. Με τα πάντα; θα ρωτήσουμε αστεριξοπρεπώς. Όχι ακριβώς. Το κόμικς δημοσιεύεται τον καιρό της χούντας, και μάλιστα πριν από την χαλάρωση της λογοκρισίας, οπότε λείπει η πολιτική σάτιρα, εκτός από κάποια υπονοούμενα. Κατά τα άλλα, ο υπότιτλος «ένα κόμικς αλαλούμ» είναι, θαρρώ, αρκετά ακριβής περιγραφή.

Το κόμικς δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο το 1969 ή το 1970 και μετά εκδόθηκε σε βιβλιαράκι (στην εικόνα βλέπετε το εξώφυλλό του). Το βιβλίο έχει περίπου 70 σελίδες και κάθε σελίδα έχει δυο σειρές από γελοιογραφίες συνήθως, ας πούμε 3-4 γελοιογραφίες στην επάνω σειρά και άλλες 3-4 στην κάτω σειρά. Ενώ θυμόμουν μάλλον καθαρά την υπόθεση, καθώς και μερικές ατάκες, δεν μπορώ καθόλου να θυμηθώ σε ποια μορφή είχε δημοσιευτεί στον Ταχυδρόμο, ίσως δύο σελίδες του βιβλίου να ήταν μία σελίδα του περιοδικού -αλλά αυτό είναι δευτερεύον.

Στην παρωδία του Μητρόπουλου, ο εμπνευστής του ταξιδιού στη Σελήνη δεν λέγεται Μπαρμπικέιν, όπως στο βιβλίο του Βερν, αλλά Μπαρμπ, συντομευμένο, όμως έχει γενειάδα όπως και στον Βερν.Εδώ είναι η πρώτη σελίδα του κόμικς, με τον Μπαρμπ να αναγγέλλει το εγχείρημα στα μέλη της Λέσχης -και ένας υπαινιγμός για την πολιτική κατάσταση, όταν αθώα αναφέρει ότι ο Μπαρμπ ήταν «εκλεγείς και ουχί διορισθείς».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Κόμικς, Παρωδίες, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Και πάλι για τα παπαγαλάκια

Posted by sarant στο 22 Αυγούστου, 2013

Όπως έχουμε πει, φέτος το καλοκαίρι βάζουμε μια φορά την εβδομάδα επαναλήψεις παλιών άρθρωνπου τα διαλέγω με κριτήριο να έχουν περάσει τουλάχιστον δυο-τρία χρόνια από την αρχική τους δημοσίευση (κι έτσι ίσως κάποιοι να μην τα έχουν δει ή να μην τα θυμούνται) και να μην είχαν πάρα πολλά σχόλια την πρώτη φορά που δημοσιεύτηκαν. Το σημερινό άρθρο θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε επίκαιρο, μια και η λέξη ‘παπαγαλάκια’ ακούγεται διαρκώς. Ωστόσο, πρέπει να αναφέρω ότι το άρθρο που θα διαβάσετε αρχικά είχε δημοσιευτεί λίγο πριν από τις ευρωεκλογές του 2009 (δηλαδή πριν από τέσσερα και βάλε ημερολογιακά χρόνια που σε πολλούς φαίνονται σαν τέσσερις δεκαετίες), και αναφέρεται σε ένα προεκλογικό σποτ με παπαγαλάκια, που μου είχε δώσει την αφορμή για το αρχικό άρθρο.

budgieΠαρά το ότι δεν απέτρεψε την εκλογική ήττα του κόμματος, η διαφήμιση της Νέας Δημοκρατίας με τα παπαγαλάκια ήταν η μοναδική που συζητήθηκε στην προεκλογική εκστρατεία του 2009 (μάλλον δεν θα τη θυμάστε –μπορείτε να τη δείτε εδώ). Βέβαια, οι περισσότεροι την έκριναν αρνητικά, αλλά πάω στοίχημα πως ο διαφημιστής που την έφτιαξε θα αισθάνεται περήφανος. Όμως, δεν μπαίνω στα χωράφια άλλων· εγώ θέλω απλώς να ανιχνεύσω την ιστορία της λέξης.

Το παπαγαλάκι είναι φυσικά υποκοριστικό του παπαγάλου, αλλά έχει πάρει αυτόνομη σημασία. Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη (την τρίτη έκδοση) βρίσκουμε τη λέξη σε ιδιαίτερο λήμμα, με πρώτη σημασία την κυριολεκτική, τον μικρό παπαγάλο, και δεύτερη σημασία αυτόν που διασπείρει φήμες, συνήθως ανυπόστατες. Στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη, αντίθετα, το παπαγαλάκι δεν έχει δικό του λήμμα, ούτε καταγράφεται άλλη σημασία εκτός απ’ το υποκοριστικό. (Το γιατί, θα το δούμε πιο κάτω).

Η σημασία αυτή είναι πρόσφατη· το πόσο, θα το δούμε σε λίγο. Προς το παρόν, ας δούμε την ιστορία της λέξης παπαγάλος.

Στα αρχαία, ο παπαγάλος λεγόταν ψιττακός. Όπως το πουλί ήρθε με τις στρατιές του Μεγαλέξαντρου από την Ινδία, έτσι και η λέξη, κατά πάσα πιθανότητα. Η λέξη υπάρχει στα ελληνικά με διάφορες μορφές (ψιττακός, σιττακός, βίττακος, ψίττας, σίττας) κι έτσι δεν είναι εύκολο να βρούμε την αρχική ινδική λέξη. Η ελληνική λέξη πέρασε στα λατινικά, psittacus, αλλά στις ευρωπαϊκές γλώσσες έμεινε περιορισμένη στην επιστημονική ορολογία (αν και υπάρχει στα γερμανικά η λέξη Sittich).

Τα μεσαιωνικά χρόνια τους παπαγάλους τους εμπορεύονταν Άραβες (από την Ινδία) και τους ονόμαζαν babbagā ή babgā, μια λέξη που πιθανότατα είναι ονοματοποιία δηλ. προσπαθεί να αποδώσει τη φωνή του πουλιού. Η λέξη φτάνει στο Βυζάντιο ως παπαγάς. Με τις σταυροφορίες, το πουλί και η λέξη περνάνε στη Δύση· έχουμε το βορειοιταλικό papagá,  το οποίο με παρετυμολογική διασταύρωση με τη λέξη gallus (πετεινός) δίνει τον μεσαιωνικό λατινικό τύπο papagallus, από όπου το παλαιό ιταλικό papagallo (14ος αιώνας· η σημερινή ορθογραφία είναι pappagallo) από όπου επέστρεψε η λέξη στα ελληνικά ως αντιδάνειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »

Θυμήθηκα τον Αχιλλέα Παράσχο

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2013

350px-Αχιλλεύς_ΠαράσχοςΟ Αχιλλέας Παράσχος (1838-1895), γεννημένος στο Ναύπλιο από χιώτικη οικογένεια που μετοίκησε εκεί μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους, ήταν ο πρώτος «εθνικός ποιητής» του νεοελληνικού κράτους -ο τίτλος βέβαια είναι άτυπος, και αξίζει να δούμε ποιοι άλλοι έχουν χαρακτηριστεί έτσι, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλη συζήτηση. Ο Παράσχος ήταν ρομαντικός ποιητής της Α’ Αθηναϊκής σχολής, εξαιρετικά δημοφιλής όσο ζούσε· ήταν ο πρώτος ποιητής που μπορούσε να βιοπορίζεται από την πέννα του: η έκδοση των ποιημάτων του σε τρεις τόμους το 1881 λέγεται ότι του απέφερε έσοδα 50.000 δρχ., που πρέπει να ήταν πολύ μεγάλο ποσό, που όμως κατάφερε να το σπαταλήσει και να βρεθεί στην ανάγκη να ζητάει βοήθεια από φίλους του. Η κηδεία του ήταν πάνδημη, με είκοσι επικήδειους και με την παρουσία του βασιλιά Γεώργιου Α’, αλλά η ποίησή του γρήγορα ξεπεράστηκε, οι λεκτικές του και άλλες υπερβολές, ανεκτές στην εποχή του, άρχισαν να φαντάζουν κωμικές, κι έτσι τα ποιήματά του έγιναν αντικείμενο παρωδίας και διακωμώδησης. Παρ’ όλ’ αυτά, οι παλιότεροι από τους νεότερους (Παλαμάς, Ξενόπουλος κτλ.) εξακολουθούσαν να εκφράζονται με επαινετικά λόγια για τον Αχιλλέα Παράσχο.

Σήμερα ο Παράσχος έχει ξεχαστεί, φαντάζομαι, αν και πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια ο Πάνος Θεοδωρίδης παρουσίασε σε έναν τόμο μιαν ανθολογία από το έργο του με τίτλο Ερώτων λείψανα. Δεν το έχω δει το βιβλίο, αλλά ανθολογία χρειάζεται ο Παράσχος, διότι δεν έγραφε και λίγο. Οι τρεις τόμοι που ανάφερα πιο πάνω πιάνουν πάνω από 1000 σελίδες, ενώ μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν άλλοι δυο τόμοι με 600 ακόμα σελίδες (όλα αυτά μπορείτε να τα βρείτε ονλάιν στην Ανέμη, εδώ μαζί με τα ποιήματα του αδελφού του Γ. Παράσχου και ένα βιβλίο του απλώς συνώνυμου Κλέωνα Παράσχου). Εκτός αυτού, όπως συνηθίζεται με τους ρομαντικούς, τα ποιήματά του είναι πολύστιχα, πολυσέλιδα, φορτωμένα επαναλήψεις -και με όχι σπάνια τα τεχνικά ελαττώματα, αλλά και όχι χωρίς ταλέντο. Η γλώσσα άλλοτε είναι καθαρεύουσα, άλλοτε έχει παραχωρήσεις προς τη δημοτική.

Τον Παράσχο τον ήξερα από μικρός, διότι στίχους του συνήθιζε να απαγγέλλει -και να κοροϊδεύει- ο παππούς μου, ο οποίος, γεννημένος το 1903, ανήκε ακριβώς στη γενιά που έπαψε να σέβεται τον ρομαντικό ποιητή, αν και τον διάβαζε, έστω και μόνο στο σχολείο. Και σε σκίτσα του Μποστ (δεκαπέντε χρόνια νεότερος από τον παππού μου) έχουμε δει αναφορές σε στίχους του Παράσχου. Και βέβαια, οι αναφορές, ακόμα και οι ειρωνικές, ακόμα και η κοροϊδία, είναι ένδειξη κάποιας εκτίμησης -οι νεότεροι ούτε τον άκουσαν ούτε τον ξέρουν τον Παράσχο, αν και πολλοί θα έχουν ψιθυρίσει έναν στίχο του. Ούτε κι εγώ έχω ποτέ ασχοληθεί με τον ξεχασμένο ποιητή. Τις τελευταίες όμως μέρες, κατά περίεργο τρόπο, έτυχε να αναφερθώ πεντέξι φορές στο πρόσωπό του, τη μια επειδή έπεσε στα χέρια μου μια ανθολογία με μερικά ποιήματά του, την άλλη επειδή είχαμε την κουβέντα του με τον φίλο Γ. Ζεβελάκη, ώσπου προχτές, ψάχνοντας κάτι άλλο σε μια παλιά εφημερίδα βρήκα ένα κείμενο που αναφερόταν στον Παράσχο, κάτι αναμνήσεις του Μπάμπη Άννινου, οπότε το θεώρησα σημαδιακό και είπα να γράψω πεντέξι λόγια.

Για να πάρετε μια ιδέα, αντιγράφω ένα απόσπασμα από το κείμενο «Οι δυο Παράσχοι» του Μπ. Άννινου, δημοσιευμένο στο Νέον Άστυ τον Αύγουστο του 1906. Δυστυχώς σε καθαρεύουσα, που παρά το πνεύμα του Άννινου παραμένει ψυχρή (τη θέλει τη μετάφραση, θαρρώ). «Η ποίησις του Αχιλλέως Παράσχου ήτο υπέρ πάσαν άλλην ανταποκρινομένη εις τας ιδέας και τα αισθήματα της εποχής του. Όθεν και ο Αθηναίος ποιητής είχε τους περισσοτέρους θαυμαστάς και τους περισσοτέρους μιμητάς ποιητάς. Σχεδόν πάντες οι ως δόκιμοι εισερχόμενοι εις το τέμενος των Μουσών το ύφος αυτού εξέλεγον ως υπόδειγμα και ηκολούθουν τας ρομαντικάς παραφοράς του, συμμορφούμενοι ως και με αυτάς τας παραβάσεις των γραμματικών κανόνων, εις άς όχι σπανίως ησμενίζετο ο ποιητικός του οίστρος. Τότε εύρε πολιτογράφησιν εις πολλά λυρικά ποιήματα και η περίφημος μετοχή πεφιλμένος και πεφιλμένη, η προερχομένη από το στιχουργικόν εργοστάσιον του Αχιλλέως και μερικαί πτώσεις τριτοκλίτων ονομάτων ικαναί να εμβάλωσιν εις απελπισίαν και αυτούς τους μάλλον ανεξικάκους τών γραμματικών του κόσμου

Στη συνέχεια, ο Άννινος λέει ότι οι κριτικοί της εποχής επισήμαιναν τις ατέλειες του Παράσχου και ότι ο Βερναρδάκης είχε χαρακτηρίσει «γογγυρισμούς» (σικ) τις αλλόκοτα εμφαντικές εκφράσεις του, εννοώντας ότι θύμιζαν παρόμοια σχήματα του Ισπανού ποιητή Γκόγκορα. [Έβαλα «σικ» επειδή δεν ξέρω αν είναι σωστά μεταφερμένο, και μήπως ήθελε να πει «γογγορισμούς», αλλά μάλλον το «γογγυρισμός» του Βερναρδάκη είναι και λίγο ειρωνικό για να θυμίζει το «γογγυσμός»].  Συνεχίζει ο Άννινος λέγοντας ότι από τότε οι σατιρικοί είχαν βάλει στο στόχαστρο τον Παράσχο. Ας πούμε, λέει, ο Γ. Μαυρομιχάλης, εκδότης του «Τραμπούκου» (έχουμε αναφερθεί σε αυτή την εφημερίδα), είχε παρωδήσει το πασίγνωστο τότε δίστιχο του Παράσχου, που ήταν γεμάτο επαναλήψεις:
Γνωρίζει, δεν το αγνοεί, γνωρίζει πάσα Φρύνη
ότι εκείνη η γραμμή, ότ’ η γραμμή εκείνη

ως εξής:
Ήγουν, τουτέστι, δηλαδή, με άλλα λόγια, ήτοι
η Αφροδίτη είσαι συ, εσ’ είσ’ η Αφροδίτη
.

Η παρωδία είναι εξαιρετική… αλλά το παρωδούμενο δίστιχο δεν είναι έτσι! Παρόλο που ο Άννινος το έχει αναφέρει και σε βιβλίο του, ο πραγματικός στίχος του Παράσχου έχει πολύ λιγότερες επαναλήψεις. Θα παραθέσω μερικά τετράστιχα από το ποίημα (που πιάνει καμιά δεκαριά σελίδες), που λέγεται «Πέντε Απριλίου» για να πάρετε μια γεύση του ποιητή. Όπως και σε όλα τα επόμενα παραθέματα, έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία. Ο Παράσχος μιλάει για ένα θανατερό ραβασάκι:

ΠΕΝΤΕ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Ούτω λοιπόν! Μία γραμμή επί του χάρτου μονη
ως του Θεού ο κεραυνός χτυπά και θανατώνει!
Ως του Θεού! Και του Θεού πλειότερον ισχύει
αφού ό,τι συνήνωσεν Εκείνος διαλύει.

Μία γραμμή -απλή γραμμή- γραφείσα χωρίς πόνον
εις φύλλον χάρτου, και ουχί τι άλλο, τούτο μόνον.
Μόνον αυτό, έν αίσθημα βαθύ ως την θρησκείαν
να εκριζώσει δύναται με τόσην ευκολίαν!

Ω μόνον, μόνον η γυνή τοιαύτα πέμπει βέλη·
γραμμάς τοιαύτας δύναται να γράψει όσας θέλει…
Και ως τυχαίον γνώριμον ευκόλως αποβάλλει
εκείνον, όν ακόμη χθες θεόν της απεκάλει.

Μίαν αυγήν εγείρεται ψυχρά, καθώς η λήθη
και γράφει: «Είσ΄ ελεύθερος, λησμόνει με και ζήθι…»
και πέμπ’ εις φίλον παλαιόν, εις φίλον λατρευμένον
τον κεραυνόν εις φάκελον ευώδη κεκλεισμένον!

Ω αστασίας δύναμις, ω πόντος αναιδείας!
Την ύπαρξίν των αποσπούν εκ βάθους της καρδίας
χωρίς ουδέν να πάθωσι, μικρόν να ταραχθώσι,
ως μίαν εκ της κόμης των ταινίαν ν’ αποσπώσι…

Κι ηξεύρει, δεν το αγνοεί ποσώς εκάστη Φρύνη,
οπόσον η γραμμή αυτή η ελαφρά βαρύνει·
γνωρίζει ότι φίλου της τας φρένας θα σαλεύσει
και ότι ζώσαν δι’ αυτήν καρδίαν θα φονεύσει!

Το ποίημα δεν τελειώνει εδώ, ακολουθούν άλλες 11 τετράστιχες στροφές, αλλά νομίζω ότι και με τόσες χορτάσαμε. Το παρωδημένο δίστιχο είναι το πρώτο της τελευταίας στροφής -ο Άννινος τού χρεώνει πολύ περισσότερες επαναλήψεις, αλλά έτσι κι αλλιώς επαναλήψεις έχει αρκετές σε όλες τις προηγούμενες (και τις επόμενες) στροφές.

Λέγεται από πολλούς ότι οι παραπάνω στίχοι είναι γραμμένοι για κάποια Μαρία που τον χώρισε, για την οποία λένε ότι μετά τρελάθηκε αλλά ο Παράσχος δεν έπαψε να την αγαπάει. Μάλιστα, λένε πως ήταν σαντορινιά ή έμενε στη Σαντορίνη (βλ. π.χ. εδώ) και ότι γνωρίστηκαν όταν ο Παράσχος ήταν έπαρχος Θήρας. Αυτό το τελευταίο είναι ακριβές, αλλά για τα υπόλοιπα δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά. Λένε επίσης ότι για τη Μαρία είναι γραμμένο το περίφημο ποίημά του «Έρως» που περιέχει και τον ένα στίχο του Παράσχου που πολλοί έχουμε τραγουδήσει. Ολόκληρο το ποίημα το βρίσκετε εδώ, αλλά με λάθη. Αποσπώ την αρχή και διορθώνω:

Δεν θέλω κάλλος αύθαδες παρθένου αλαζόνος,
θρασείας εκ της καλλονής, ψυχράς εκ θωπευμάτων.
Βλέμμα δεν έρριψα ποτέ εις πτέρυγας ταώνος,
ουδ’ εις φιάλην στίλβουσαν, πλην στείραν αρωμάτων.
Δεν θέλω όψιν φλογεράν, δεν θέλω ρόδου στόμα·
είναι διέγερσις σαρκός το πορφυρώδες χρώμα.

Την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου ταχείαν,
ωχράν την θέλω και λευκήν ως νεκρικήν σινδόνην,
με είκοσι φθινόπωρα, με άνοιξιν καμίαν,
μ’ ολίγον σώμα – άνεμον σχεδόν – ολίγην κόνιν.
Την θέλω επιθάνατον μ’ αθανασίας μύρον,
κόρην και φάσμα, σάβανον αντί εσθήτος σύρον.

Ο στίχος αυτός, βέβαια, είναι το «με είκοσι φθινόπωρα με άνοιξιν καμίαν», που το ξέρουμε επειδή το δανείστηκε ο Γκάτσος σαν πρώτο στίχο της «Προσευχής της παρθένου«, τραγουδιού που το μελοποίησε ο Χατζιδάκις και το τραγούδησε η Μελίνα Μερκούρη. Κι εδώ πάντως ειρωνικός είναι ο δανεισμός.

Αλλά ας γυρίσουμε στον Παράσχο. Θα προσέξατε το «την θέλω ασθενή εγώ την φίλην μου ταχείαν», όπου το «ταχεία» είναι εντελώς ξεκρέμαστο. Δεν ξέρω τα ντεσού του ποιήματος, αλλά δεν αποκλείεται εδώ να κρύβεται γυναικείο όνομα (Μαρία, ας πούμε, όπως θέλει η διήγηση που είδαμε) που σκεπάστηκε τελευταία στιγμή.

Ένα άλλο ποίημα του Παράσχου που το έχουμε αναφέρει εδώ, έστω και παρεμπιπτόντως, είναι ο Μάιος, που και πάλι πιάνει το θέμα του ματαιωμένου έρωτα. Ολόκληρο εδώ, παραθέτω ένα απόσπασμα.

Ο ΜΑΪΟΣ

Δρέψατε πάλιν, ερασταί ευδαίμονες, ναρκίσσους
Eις του Mαΐου τους φαιδρούς κ’ ευώδεις παραδείσους,
Kαι την παρθένον στέψατε, ήτις ως άνθος κλίνει·
Eγώ δεν κόπτω, δι’ εμέ απέθανεν Eκείνη!

[…]
Kι εγώ ηγάπησα ποτέ, κι εγώ αντηγαπήθην,
Aλλά την ελησμόνησα, αλλά ελησμονήθην.
Δεν είναι ο βίος Mάιος αιώνια, δεν είναι·
Mαραίνονται κι αι ανθηραί του έρωτος μυρσίναι,
Kαι η νεότης μας πετά ως αστραπή ταχεία,
Ως ώρα σταθερότητος εις στήθη γυναικεία!…

Τον περίφημο στην εποχή του στίχο «Δεν είναι ο βίος Μάιος αιώνια, δεν είναι», πολλοί τον απάγγελναν, ραμονικώς, «Δεν είναι ο βίος Μάιος, Ιούνιος δεν είναι». Ο Μποστ, πάλι, όπως είδαμε σε παλιότερο άρθρο, τον είχε παρωδήσει «δεν είναι πτολεμάιοι, αιώνιοι δεν είναι».

Για να κάνω ένα αντιποιητικό διάλειμμα, στο άρθρο του Άννινου που είδαμε παραπάνω βρήκα, με έκπληξη ομολογώ, να γράφεται, σε εφημερίδα του 1906, η συχνότερη ελληνική τρισύλλαβη λέξη. Λέει ο Άννινος ότι «Περί τα τέλη του βίου του [Παράσχου], κάποιος εκ των λογίων, δυσαρεστηθείς διά δυσμενή κρίσιν του Αχιλλέως περί τινος θεατρικού του έργου, τον απεκάλεσεν εν τη οργή του μαλάκαν.
— Εγώ μαλάκας! απήντησεν εξαφθείς ο ποιητής. Και μου το λέγεις συ, ο Παδισάχ της μαλάκας!…»
Παναπεί, και τότε έβριζαν οι ποιητές αλλά δεν είχαν Φέισμπουκ να διαδίδει τα ξεκατινιάσματά τους στο πανελλήνιο.

Ο Παράσχος, χάρη στις πολιτικές του φιλίες, είχε κατά καιρούς υπηρετήσει σε ελαφρώς αργόμισθες θέσεις της διοίκησης, όπως έπαρχος Θήρας ή πρόξενος στο Ταϊγάνι, αλλά ως ποιητική φύση που ήταν δεν στέριωνε για πολύ. Ποιητής και υπάλληλος δεν γίνεται, πίστευε, και το έγραψε και στον φίλο του τον επίσης ποιητή, τον Βασιλειάδη, που ήταν ειρηνοδίκης. (Ολόκληρο το ποίημα εδώ, βάζω το τέλος):

Την λύραν σου εκρέμασες εις ειρηνοδικείον
Βασιλειάδη δυστυχή, κι εγώ εις επαρχείον.
Έρχεσαι, φίλε, έρχεσαι καλήν τινά πρωίαν,
έν λάκτισμά μας δίδοντες εις την υπαλληλίαν,
τας απηγχονισμένας μας να λάβωμεν οπίσω;
Εγώ το απεφάσισα· την λύραν δεν θ’ αφήσω.
Και αν θα έχω την πικράν των δύο Σούτσων μοίραν
θα φέρω κι εις τον τάφον μου παρήγορον την λύραν.―

Ω, σας αφήνω· χαίρετε, πρωτόκολλα, γραφεία·
Διότι σβήνετ’ η πυρά εις του λουτρού το κρύα!

Το «εις του λουτρού ΤΟ κρύα», παρότι ακούγεται λιγάκι σαν λόγια του Βεληγκέκα, δεν πρέπει να είναι  τυπογραφικό λάθος, διότι επαναλαμβάνεται σε όλο το ποίημα (τσεκάρισα και το πρωτότυπο). Μπορεί να είναι ιδιωματισμός της τότε Σαντορίνης, δεν ξέρω, όποιος ξέρει κάτι ανάλογο ας μας πει.

Στο Ταϊγάνι ήταν πρόξενος ο Παράσχος επειδή σε αυτή την πόλη της νότιας Ρωσίας (Ταγκανρόγκ στα ρώσικα) υπήρχε ακμαιότατη ελληνική παροικία (έδρασε εκεί και ο Βαρβάκης). Το Ταϊγάνι είναι και η γενέτειρα του μέγιστου Τσέχοφ, που βασανίστηκε με τα αρχαία στο ελληνικό σχολείο όπου φοίτησε, και έχει γράψει για το πώς το σαντορινιό γλυκό κρασί (την εποχή εκείνη αυτά τα κρασιά ταξίδευαν καλά) είχε αποκτηνώσει τους συμπατριώτες του. Ο Παράσχος πάντως δεν αγάπησε τη Ρωσία με το κρύο της (φανταστείτε να τον είχαν στείλει σε καμιά Μόσχα!). Την αποκαλούσε ‘Σκυθία’, και έχει γράψει ένα περίφημο ποίημα στο οποίο συνομιλεί με στίχους με έναν φίλο του, εγκατεστημένον εκεί, που προσπαθεί να τον πείσει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Παραθέτω μόνο το τελευταίο τετράστιχο -πιάνει και καμιά εκατοστή στίχους:

Έλα· μια μέρα, μια στιγμή, στην γη αυτή μη χάνεις
σε περιμένουν αδελφοί, λουλούδια, ήλιος, δρόσος.
Πάμε στην Μάνα, την καρδιά και πάλι να ζεστάνεις·
αν έλθεις, είσαι άνθρωπος· αν μείνεις, είσαι Ρώσος!
Ταϊγάνιον 1882

Ο τελευταίος στίχος, που υπονοεί πως οι Ρώσοι δεν είναι άνθρωποι, προκάλεσε σκάνδαλο στην εποχή του, λέει ο Άννινος στις αναμνήσεις που προαναφέραμε.

Προτιμώ να κρατήσω από τον Παράσχο ένα άλλο ποίημά του. Το έγραψε στα 23 του χρόνια, όταν είχε φυλακιστεί στον Μεντρεσέ, την παλιά φυλακή της Αθήνας που βρισκόταν στους Αέρηδες, για τη δράση του εναντίον του βασιλιά Όθωνα.Ο φυλακισμένος ποιητής απευθύνεται στον μεγάλο πλάτανο που δέσποζε καταμεσίς στην αυλή της φοβερής φυλακής (και στον οποίο πλάτανο πρέπει κάποτε να αναφερθούμε ξανά, διότι μερικοί υποστηρίζουν, αβάσιμα κατά τη γνώμη μου, ότι από εκεί προέρχεται η γνωστή έκφραση ‘χαιρέτα μου τον πλάτανο’). Ο Παράσχος θεωρεί τον πλάτανο σύμβολο της οθωνικής τυραννίας και του διωγμού των αγωνιστών του 21 επί βαβαροκρατίας. Παραθέτω αποσπάσματα:

ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟΝ ΤΟΥ ΜΕΝΔΡΕΣΕ

Ω Πλάτανε! του Μενδρεσέ στοιχειό καταραμένο
της τυραννίας τρόπαιο στη φυλακή υψωμένο·
συμμάζωξε τα φύλλα σου τα δακρυραντισμένα,
να ιδώ κομμάτι ουρανό και τ’ άστρα τα καημένα….
Αν είσαι δένδρο σπλαχνικό, ανθρώπους μη μιμείσαι,
μη δεσμοφύλακας κι εσύ ωσάν εκείνους είσαι!

Ναι! άφησε καμιά φορά να βλέπ’ από δω πέρα
τον ασημένιο ουρανό, την άσπρη την ημέρα·
κανένα σύννεφο μικρό που φεύγει ν’ αντικρίσω,
κανένα ταξιδιάρικο πουλάκι να ρωτήσω.
Να στείλω χαιρετίσματα στη μάνα που με κλαίγει
κι εκείνης οπού μ’ αγαπά χωρίς να μου το λέγει.

[…]
Πόσα, αχ πόσα μάντρωσες λιοντάρια πληγωμένα
ακόμη από τον πόλεμο και τη φωτιά βγαλμένα·
πόσους αϊτούς της Αμπλιανής, πόσα παιδιά του Φλέσσα,
ωσάν μανούλα τα’βαλες στην αγκαλιά σου μέσα.
Μη σου τους φάγει ενοιάζοσουν το κρύο και η πείνα
για να τους στείλεις ζωντανούς στη μαύρη γκιλοτίνα.
[…]
‘Οχι, δεν είναι Πλάτανε, ελληνική η σπορά σου·
από λαγκάδι σκοτεινό κατάγετ’ η γενιά σου.
Από τη γη του Μπαβαρού εδώ φυτεύθης πάλι·
κόρακας μαύρος σ’ έφερε, καιρού ανεμοζάλη,
κι εφούντωσες στα χώματα τα μοσχομυρισμένα,
κι έχεις από τον ήλιο μας τα φύλλα χρυσωμένα.

[…]

Θα έρθ’ η ώρα, Πλάτανε, αλλόθρησκη Βαστιλλη,
που ξυλοκόπους η οργή του έθνους θα σου στείλει.
Και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερος θ’ αστράψει·
δεν θα σε φαν γεράματα· φωτιά θενά σε κάψει.
Και γύρω θα χορέψομε στη σκόνη σου την κρύα,
όταν ανοίξει το χορό Πατρίς κι Ελευθερία.

(Έγραφον εκ των φυλακών του Μενδρεσέ, 1861.)

Το γούστο είναι βέβαια υποκειμενικό, αλλά μου φαίνεται πως απ’ όσα του Παράσχου διαβάσαμε, το ποίημα τούτο έχει γεράσει λιγότερο -άλλωστε, το αίτημα της απαλλαγής από την τυραννία, άλλην βέβαια τώρα, το αίτημα της ελευθερίας παραμένει επίκαιρο. Κάποτε θα χορέψουμε γύρω από τη στάχτη των γκρεμισμένων συμβόλων της τυραννίας….

ΥΓ Αυτοδιαφημιστικό υστερόγραφο: Έδωσα μια συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή και στον ιστότοπο diastixon.gr.

Posted in Εφημεριδογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 49 Σχόλια »

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε τον Καβάφη

Posted by sarant στο 9 Δεκεμβρίου, 2012

Ο τίτλος του σημερινού φιλολογικού μας άρθρου είναι κάπως παραπλανητικός, αφού δεν εννοεί κυριολεκτική συνάντηση αλλά ποιητική. Εδώ που τα λέμε, δεν ξέρω αν οι δυο μεγάλοι ποιητές μας συναντήθηκαν ποτέ με σάρκα και οστά. Αν συναντήθηκαν, αυτό θα έγινε στην επίσκεψη του Καβάφη στην Αθήνα όταν ήταν άρρωστος από καρκίνο του λάρυγγα, έναν χρόνο πριν πεθάνει, το 1932. Ποιητικά όμως συναντήθηκαν τουλάχιστον δύο φορές και μία από αυτές θα δούμε σήμερα. Επίσης, πολλές φορές συναντήθηκαν φιλολογικά, δηλαδή πολλές φορές έγραψε ο Βάρναλης για τον Καβάφη, ενώ μια φορά υπέγραψε ο Καβάφης για τον Βάρναλη, ίσως τη μοναδική φορά στη ζωή του που υπέγραψε κείμενο διαμαρτυρίας.

Βοήθημα για το σημερινό μου άρθρο έχω ένα βιβλίο για το οποίο σας έχω ήδη μιλήσει, το βιβλίο του φίλου Ηρακλή Κακαβάνη “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του”, που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη από τις εκδόσεις “Εντός”. Το βιβλίο αυτό άλλωστε πρόκειται να παρουσιαστεί, την παραπάνω Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012, στις 7 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΕΔΟΕΑΠ (Σισίνη 18 & Ηριδανού, πίσω απ’ το Χίλτον). Θα μιλήσουν για το βιβλίο ο ηθοποιός Κώστας Καζάκος, ο Χρίστος Αλεξίου (καθηγητής νεοελλ. λογοτεχνίας στο Μπέρμινχαμ), η ποιήτρια και φίλη Σοφία Κολοτούρου και εγώ. Μελοποιημένα τραγούδια του Βάρναλη θα τραγουδήσει ο Γιώργος Σαρρής, ενώ θα παιχτεί και ένα σατιρικό σκετς που βασίζεται σε έναν διάλογο του Βάρναλη (που υπάρχει στο βιβλίο). Νομίζω πως θα είναι καλή ιδέα να ρθείτε. Αλλά ας προχωρήσω στις συναντήσεις Καβάφη και Βάρναλη.

Προπολεμικά, η Αίγυπτος, και ειδικά η Αλεξάνδρεια, ήταν μεγάλο πνευματικό κέντρο του ελληνισμού. Η ευμάρεια της ελληνικής παροικίας έδινε τη δυνατότητα να εκδίδονται λαμπρά περιοδικά, με τα οποία έσπευδαν να συνεργαστούν οι καλύτεροι ελλαδίτες λογοτέχνες -για κάποιους μάλιστα που βιοπορίζονταν από την πένα τους, όπως ο Δημ. Βουτυράς, τα αλεξαντριανά περιοδικά ήταν σημαντικό βοήθημα. Ο Βάρναλης συνεργαζόταν από παλιά με περιοδικά της Αλεξάνδρειας, και στην Αλεξάνδρεια εξέδωσε τα δυο πρώτα του βιβλία, την ποιητική σύνθεση «Το φως που καίει» (1922) και το πεζό «Ο λαός των μουνούχων» (1923), και τα δυο από τις εκδόσεις του Στέφανου Πάργα που έβγαζε και το περιοδικό «Γράμματα», και τα δυο με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας, θελημένα προκλητικό. Ψευδώνυμο, επειδή σαν δημόσιος υπάλληλος που ήταν, χρειαζόταν αυτό το φύλλο συκής -βέβαια, οι παροικούντες τη φιλολογική Ιερουσαλήμ ήξεραν με σιγουριά ποιος είναι ο Τανάλιας, αν και όχι όλοι. Ο Καζαντζάκης, ας πούμε, που δεν του άρεσε καθόλου το Φως που καίει, δυσκολεύτηκε να πιστέψει ότι ο Τανάλιας ήταν ο Βάρναλης.

Το 1924, ο Βάρναλης που είχε σταλεί στο Παρίσι με υποτροφία, επιστρέφει στην Αθήνα για να διδάξει στην Παιδαγωγική Ακαδημία, τον ένα από τους δύο πυλώνες της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που είχε δρομολογήσει η επανάσταση του 1922. Με διευθυντή τον Δημ. Γληνό, η Ακαδημία, στην οποία μετεκπαιδεύονταν καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης, ήταν το αντίπαλο δέος της συντηρητικότατης γλωσσικά και πολιτικά Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου. Δίδυμο ίδρυμα το Μαράσλειο Διδασκαλείο, με διευθυντή τον Αλέξ. Δελμούζο, εκπαίδευε δασκάλους της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα δυο ιδρύματα συστεγάζονταν. Ο Βάρναλης προσκλήθηκε στην Παιδ. Ακαδημία για να διδάξει νεοελληνική λογοτεχνία, αλλά λίγες μέρες μετά την έναρξη της λειτουργίας της, τον Νοέμβριο του 1924 (το Μαράσλειο είχε προηγηθεί), άρχισε από τις στηλες της Εστίας η πολεμική εναντίον της Ακαδημίας και του Γληνού, εστιασμένη στα «αντιπατριωτικά» γραφτά του Βάρναλη, δηλαδή σε επιλεγμένους στίχους από το Φως που καίει. Η επίθεση της Εστίας ήταν ένα σημείο καμπής, διότι ως τότε όλες οι επιθέσεις ενάντια στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και στον εκπαιδευτικό δημοτικισμό προέρχονταν από τη βασιλόφρονα παράταξη, ενώ η Εστία ήταν φιλικά διακείμενη προς τους βενιζελικούς. (Αυτό δεν ήταν καινούργιο: και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917-20 χτυπήθηκε και από βενιζελικές εφημερίδες).

Η Εστία στη συνέχεια γενίκευσε την επίθεση, και άρχισε να επισείει τον κίνδυνο του κομμουνισμού που είχε εισχωρήσει στην εκπαίδευση γενικά και στο συγκρότημα του Μαρασλείου ειδικότερα. Τοιούτους καθηγητάς, με σαφώς αναρχικάς και κομμουνιστικάς ιδεολογίας, έχει σήμερον το Μαράσλειον Διδασκαλείον, όπως –φευ!– τους έχει όλος ο επίσημος εκπαιδευτικός κλοιός. Και οι καθηγηταί ούτοι δεν παύουν να εκφράζουν δημοσία, κατά τρόπον προκαλούντα κοινόν σκάνδαλον, τας ιδεολογίας των αυτάς. Τότε ήταν που στάλθηκε και στον πρωθυπουργό, τον Ανδρ. Μιχαλακόπουλο, το Φως που καίει του Βάρναλη, με την επισήμανση «Το κτήνος είναι και κωφόν» και την υπόδειξη ποιες σελίδες να διαβάσει για να δει πόσο αντιπατριωτικός είναι ο Βάρναλης. Έχω γράψει για το θέμα αυτό, αν και γράφω κάτι που μπορεί να είναι λάθος. Βασισμένος σε πολύ μεταγενέστερη συνέντευξη του Βάρναλη, λέω ότι ο εθνικόφρων ρουφιάνος ήταν ο Ευστρ. Κουλουμβάκης, αλλά αν δείτε το εξώφυλλο του βιβλίου φαίνεται αν και ορνιθοσκαλισμένη η υπογραφή Κ. Ζηλεμένος.

Η τιμωρία του Βάρναλη προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες πολιτικών και λογοτεχνών, όχι μόνο αριστερών. Τον Απρίλιο του 1925 κυκλοφόρησαν δυο κείμενα διαμαρτυρίας, ένα από πολιτικούς και λογίους της Αθήνας, που το έχω ανεβάσει εδώ (υπογράφει και ο Γεώργιος Παπανδρέου), και άλλο ένα από λογίους της Αλεξάνδρειας, που μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ και που ο φίλος SpyrosZer είχε την καλοσύνη να το μεταγράψει και το παραθέτω στο τέλος (κι αν κάποιος φιλοτιμηθεί να τη μεταγράψει, ας το δηλώσει στα σχόλια κι ας μου στείλει το κείμενο να το ανεβάσω). Στο αλεξανδρινό κείμενο φιγουράρει και η υπογραφή του Κ.Π.Καβάφη -και είναι, απ’ όσο ξέρω, η μοναδική φορά που ο Καβάφης υπέγραψε συλλογικό κείμενο.

Διαβάζω στο βιβλίο του Κακαβάνη ένα απόσπασμα από άρθρο του Μαν. Γιαλουράκη, ο οποίος λέει ότι ο Καβάφης αρχικά δεν ήθελε να υπογράψει -πράγματι, τέτοια διαβήματα δεν ήταν στον χαρακτήρα του- αλλά οι φίλοι του τον μεταπείσανε όταν του θυμίσανε πόσο επαινετικά είχε εκφραστεί ο Βάρναλης για το έργο του. Ωστόσο, συνεχίζει ο Γιαλουράκης, ο Καβάφης έθεσε όρο να αμβλυνθεί το κείμενο, και μάλιστα το τροποποίησε ο ίδιος. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να βρίσκαμε την αρχική μορφή και να βλέπαμε ποιες τροποποιήσεις έκανε ο Καβάφης, αλλά μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ…

Ο Βάρναλης έδωσε πολύ μεγάλη σημασία στη στήριξη του Καβάφη. Έγραψε στον φίλο του τον Πάργα ευχαριστήρια επιστολή, οι δυο από τις τρεις παραγράφους της οποίας είναι αφιερωμένες στον Καβάφη: Κάμετέ μου τη χάριν να ευχαριστήσετε όλους από μέρους μου και ξεχωριστά το μοναδικό ποιητή Κ.Π.Καβάφη, για τον οποίον ο θαυμασμός μου είναι αδιάπτωτος από την πρώτη στιγμή που γνωρίσθηκα παιδί ακόμα με την τέχνη του.

Μέσα στην ομοιόμορφη νεοελληνική ποίησι, που κ’ εγώ είμαι ένας σαν τους άλλους, κανείς δεν μίλησε οικειότερον στην ψυχή μου από τον κ. Καβάφη…»

Δεν είναι και μικρό πράγμα τέτοιοι έπαινοι, και δεν οφείλονται στο αίσθημα ευγνωμοσύνης για τη στήριξη. Ο Βάρναλης και αργότερα δεν έπαψε να εκφράζεται πολύ επαινετικά για την ποίηση του Καβάφη -«Μοναδικός, ανόμοιαστος και ανεπανάληπτος» είναι ο τίτλος του άρθρου του στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1963. Και σε συνέντευξη του 1959 κάνει την εξής διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον ποιητή: Ο Καβάφης είναι πολύ βαθύς και πολύ ανθρώπινος ποιητής. Κατά βάθος βέβαια, πεσσιμιστής και αμοράλ, και όχι αγωνιστής.

Ο Βάρναλης έγραψε δυο ποιήματα που απαντούν άμεσα σε καβαφικά ποιήματα. Να πούμε εδώ ότι ο Καβάφης, το έχω ξαναγράψει, είναι με μεγάλη διαφορά, ο ποιητής μας εκείνος που τα ποιήματά του έχουν παρωδηθεί περισσότερο από κάθε άλλον. Άλλες παρωδίες ή μιμήσεις είναι χλευαστικές, όπως του Φώτου Πολίτη, άλλες είναι κολακευτικές, όπως του Λαπαθιώτη, ενώ άλλοι χρησιμοποίησαν το καβαφικό ύφος σαν όχημα για σάτιρα άλλων καταστάσεων, όπως ο Ξ. Κοκόλης, που τον χάσαμε πρόσφατα. Τα ποιήματα του Βάρναλη δεν είναι παρωδίες, ούτε μιμήσεις ύφους του Καβάφη, είναι ποιητικές απαντήσεις σε καβαφικά ποιήματα.

Το πρώτο ποίημα έχει τίτλο «Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906», που παραπέμπει απευθείας στον τίτλο του καβαφικού ποιήματος («27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.«) Δεν θα παραθέσω το βαρναλικό ποίημα, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Να προσεχτεί ότι το καβαφικό ποίημα δεν ανήκει στα 154 αναγνωρισμένα, το έφερε στην επιφάνεια ο Στρ. Τσίρκας και το δημοσίευσε στο τεύχος Δεκεμβρίου 1963 της Επιθεώρησης Τέχνης (που ήταν αφιερωμένο στον Καβάφη). Αυτή η δημοσίευση έδωσε στον Βάρναλη το έναυσμα για να συνθέσει το δικό του ποίημα, που δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό δυο μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1964, με υπότιτλο «ήγουν παντού τα πάντα κι όποιοι» και αφιέρωση στον Τσίρκα. Ο Βάρναλης αφηγείται το ίδιο γεγονός αλλά πολύ εκτενέστερα. Ο Καβάφης εστιάζεται στον θρήνο της μάνας και στο εφηβικό σώμα, ο Βάρναλης καταγγέλλει το έγκλημα των αποικιοκρατών.

Το δεύτερο ποίημα του Βάρναλη γράφτηκε ως απάντηση στο πασίγνωστο καβαφικό «Η πόλις» και χρησιμοποιεί σαν υπότιτλο τον γνωστότερο στίχο του, «δεν έχει πλοίο για σε δεν έχει οδό». Ο Βάρναλης το έγραψε τον Νοέμβριο του 1968 (ογδονταπέντε χρονών) και το χάρισε στον Γ. Σαββίδη. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Οργή λαού» που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του ποιητή σε επιμέλεια Σαββίδη, αλλά αποτελεί και οργανική συνέχεια της προηγούμενης συλλογής «Ελεύθερος κόσμος», όπως επισημαίνει ο Σαββίδης σε ένα άρθρο του. Όπως μας πληροφορεί ο Κακαβάνης, μια δεύτερη μορφή, με κάποιες αλλαγές, γράφτηκε τον Φλεβάρη του 1969 και δημοσιεύτηκε το 1972 στο λογοτεχνικό κυπριακό περιοδικό «Νέα εποχή».

Ο Βάρναλης διαφωνεί συμφωνώντας με τον Καβάφη. Και να μπορέσει να φύγει από την Πόλιν, τα ίδια θα βρει και αλλού, εκτός αν αλλάξει δρόμο στη ζωή του και ακολουθήσει την οδό της κοινωνικής αλλαγής.

Ο τίτλος, Ελευθερίης φάος ιρόν, δεν πρέπει να υπάρχει στην αρχαία γραμματεία ή τουλάχιστον δεν τον βρήκα πουθενά. (Ο Σαββίδης δεν αναφέρεται σ’ αυτό το θέμα). Θα πει, βέβαια, Ελευθερίας ιερό φως.

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΗΣ ΦΑΟΣ ΙΡΟΝ…»
           
                                    δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό
                                                                                    ΚΑΒΑΦΗΣ
 
 
            – Πια δεν μπορώ! Θα φύγω φτερωτός
            στον «ελεύθερον κόσμο του φωτός»!
            (Όχι Άφρικα κι Ασία! Καθημερνά
            φωτιά κι ατσάλι ο Αθάνατος κερνά.)
           
            Θα γεννηθώ ξανά, όπως θέλω, κι όσο
            μπορώ και θέλω εγώ να μεγαλώσω!
            (Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
            αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!)
           
            – Αν απ’ εδώ σ’ αφήσουν κι αν εκεί
            σε δεχτούνε, θ’ αλλάξεις φυλακή.
            Ανάσα πουθενά του δουλευτή
            που προσκυνά, ο φτωχός, να βολευτεί.
           
            Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω,
            φτηνά το κρέας πουλιέται τ’ ανθρωπίσο.
            Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
            δεν έχουνε πατρίδα, οχτροί και μούλοι!
           
            Όπου να πας, ξένος και δούλος, κι όπου
            σταθείς, θα χάνεις κάθε αξία τ’ ανθρώπου.
            Αλλού να γεννηθείς κι αλλού να πας,
            παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς!
           
            Πουθενά δε θα μείνεις. Κάθε λίγο
            θα παίρνεις το δισάκι σου: «Θα φύγω!»
            Οι αλυσίδες σου στο ’να το σακί,
            στ’ άλλο ο τάφος σου – κι ώρα σου κακή!
           
            Τι τα θέλεις φτερά και πλοία κι οδό;
            Ο «ελεύθερός σου κόσμος» είν’ εδώ.
            Κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού!
            Όλα τα ’χεις, γιατί να πας αλλού;
           
            (ψιθυριστά)
           
            Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκιο νόμο,
            δεν είν’ εκεί που πας. Ν’ αλλάξεις δρόμο!

Υ.Γ.

Το κείμενο διαμαρτυρίας των λογίων της Αλεξάνδρειας, που πληκτρολόγησε ο φίλος SpyrosZer, παρατίθεται εδώ (με διατήρηση της ορθογραφίας πλην πολυτονικού):

 

                                                   ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

                                                            ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΒΑΡΝΑΛΗ

   ΜΙΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Με κατάπληξη έμαθε μία μεγάλη μερίς των διανοουμένων Αλεξάνδρειας  ότι η Εκπαιδευτική Επιτροπή του Υπουργείου της  Παιδείας κατεδίκασε σε εξάμηνο παύση τον ποιητή Κώστα Βάρναλη, καθηγητή στο Διδασκαλείον Αθηνών, για το λόγο ότι, πριν 2 ή 3 χρόνια,  εδημοσίευσε σ’ ένα βιβλίο του «Το φως που καίει»,  μερικούς στίχους που θίγουν, κατά την αντίληψη των κριτών του,  την ιδέα της πατρίδας.

Διερωτώμεθα αν η πειθαρχική αυτή τιμωρία του ποιητού,  που κατέφθασε με μια τέτοια παράξενη αργοπορία,  σημαίνει την απαρχή στην Ελλάδα, διωγμών κατά του πνεύματος και της ελευθερίας του λόγου,  εάν έπρεπε να εγκαθιδρυθή στον τόπο μας το πολίτευμα της  «Ελευθερίας» και της «Προόδου», η Δημοκρατία, για να καταδιωχθεί ένας ποιητής, γιατί διετύπωσε μιαν ιδέα που δεν αρέσει στους επισήμους, εάν το κράτος εννοεί να νομοθετήση επίσημη έκφραση ωρισμένων ιδεών…

Και από την άλλη μεριά, με περιέργεια και ανησυχία θέλομε να μάθωμε εάν οι κύριοι δικασταί της Εκπαιδευτικής Επιτροπής ανεκάλυψαν,  για την ιδέα της πατρίδος, τον απαρασάλευτο τύπο του ορθόδοξου ορισμού και απάνω εις αυτόν εμέτρησαν την ποιητική έκφραση που της έδωσε ο Βάρναλης  και την βρήκαν λανθασμένη, εγκληματική ….

Ελησμόνησαν άραγε οι κύριοι δικασταί  ότι ανέκαθεν οι καταδικασθέντες για τις ιδέες τους  ελατρεύτηκαν ως θεοί ή ήρωες του πνεύματος, μερικούς αιώνες ή και μερικές γενεές μόνο, κατόπιν;

Εάν η ποιητική έκφρασις του Βάρναλη είναι λανθασμένη, δεν θ’ αρκούσαν για να το αποδείξουν, εμπρός στα μάτια του λαού οι επίσημοι και μη διανοούμενοι, και να καταστρέψουν έτσι την αίρεση, με τα ίδια τους όπλα;

Έπρεπε να διαταχθή κατά του ποιητού η σκληρή, βάρβαρη ποινή της εξαμήνου πείνας;

Έπρεπε να τιμωρηθή το πνεύμα γιατί, στην έρευνά του, διετύπωσε μιαν έκφραση που επλήγωσε ορθές ή στραβές αντιλήψεις  μερικών ανώτερων υπαλλήλων του Υπουργείου της Παιδείας που ανέλαβαν να την κρίνουν;

Διαμαρτυρόμεθα και εκφράζομε στον Κώστα Βάρναλη  όλη τη συμπάθειά μας γιατί, εργάτης του πνεύματος, υπακούσας  στη σκέψη του και την συγκίνησή του, εξέφρασε μίαν αντίληψή του και χτυπήθηκε γι’ αυτό με ανάρμοστη τιμωρία.

Υψώνομε την διαμαρτυρία μας προς το Κράτος και τους υπευθύνους και τους ζητούμε, για τη τιμή τους, ν’ ανακαλέσουν και ν’ ακυρώσουν την απόφαση της Εκπαιδευτικής Επιτροπής.

Αλεξάνδρεια 13 Απριλίου 1925

Υπέγραψαν:

Β. Αθανασόπουλος, Γλαύκος Αλιθέρσης, Αγ. Αριστοκλής, Γ. Βρισιμιτζάκης, Σ. Γιαννακάκης, Δρ. Θ. Γεωργίου, Δ. Ευαγγέλου, Κ. Π. Καβάφης, Γ. Κιτρόπουλος, Απόστολος Λεοντής, Δ. Λίτσας,  Κ. Δ. Μακρής, Τίμος Μαλάνος,  Αθανάσιος Μαρσέλος, Πόλυς Μοδινός, Παύλος Μύρτης, Νικόλαος Νικολαίδης, Θ. Ξανθόπουλος, Στεφ. Πάργας, Β. Πασχαλίδης, Β. Παυλίδης, Μ. Περίδης, Γ. Πετρίδης, Γ. Πιερίδης, Αλεκ. Σκούφας, Δρ. Α. Σκουφόπουλος.

 

Posted in Βάρναλης, Γλωσσικό ζήτημα, Δημοτικισμός, Εκπαίδευση, Εκδηλώσεις, Καβαφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 89 Σχόλια »

Γαργάλατα, η σχεδόν οριστική διαλεύκανση

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2012

 

Τις προάλλες στο Φέισμπουκ, οι φίλοι κάποιων φίλων (που δεν κινδυνεύουν να γίνουν και δικοί μου) ειρωνεύονταν ένα ποίημα του Τάσου Κουράκη, βουλευτή του Σύριζα, κατά πάσα πιθανότητα απλώς επειδή ήταν γραμμένο από πολιτικό πρόσωπο που δεν ανήκε στην παράταξή τους. Σχολίασα λοιπόν ότι θεωρώ πολύ φτηνό να χλευάζει κάποιος τα ποιήματα ενός πολιτικού του αντιπάλου για να εξευτελίσει μέσω αυτών τον πολιτικό αντίπαλο -και βέβαια αυτό το πιστεύω ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο ποιητής πολιτικός, γιατί δεν είναι ο Κουράκης το μοναδικό παράδειγμα, από τους εν ενεργεία πολιτικούς έχουμε τον Χυτήρη του ΠΑΣΟΚ και τον Κουβέλη της ΔΗΜΑΡ, αλλά σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι πολιτικοί που είχαν γράψει ποιήματα στη νεότητά τους -ή και που συνεχίζουν να γράφουν.

Και τον Χυτήρη παλιότερα τον είχαν κοροϊδέψει για τα ποιήματά του, π.χ. αυτό με τον υδραυλικό (το οποίο εμένα μ’ αρέσει). (Ο Κουράκης τα δικά του τα παρουσιάζει στον ιστότοπό του). Είναι άλλωστε κι ο χαρακτήρας της σύγχρονης ποίησης τέτοιος που πολύ εύκολα μπορείς να διακωμωδήσεις σχεδόν οποιοδήποτε ποίημα, φτάνει να έχεις μπόλικη κακή θέληση, λίγη ευρηματικότητα και αρκετή αναισθησία. Οπότε, εγώ προτιμώ να επικρίνω τους πολιτικούς για τις θέσεις τους και για τις πράξεις τους, και όχι για τα ποιήματά τους. (Βέβαια, το νόμισμα έχει και την αντίθετη όψη, ότι ο ποιητής πολιτικός προσελκύει κάποτε και κόλακες, πράγμα που έγινε και με τον Χυτήρη, αλλά αυτοί οι κόλακες είναι σπάνιοι και συνήθως ανήκουν στη σφαίρα των φιλολογούντων, δεν σκάνε μύτη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης).

Όμως, το κατεξοχήν παράδειγμα ποιητή πολιτικού ήταν ο Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, που ανέβηκε σε ανώτατα αξιώματα και στους δύο τομείς: ως Αθανασιάδης-Νόβας διετέλεσε  κατ’ επανάληψη βουλευτής και υπουργός και το 1965 έγινε πρωθυπουργός, και ως Γ. Αθάνας ήταν βραβευμένος ποιητής και πεζογράφος που έφτασε να γίνει ακαδημαϊκός. Βέβαια, σε αυτά τα ανώτατα αξιώματα έφτασε χωρίς να το αξίζει και τόσο· πρωθυπουργός έγινε εξαιτίας της αποστασίας τον Ιούλιο του 1965 και ακαδημαϊκός επειδή ήδη ήταν παράγοντας της δημόσιας ζωής· σκεφτείτε μόνο ποιοι ποιητές δεν έγιναν ακαδημαϊκοί. Ωστόσο, ως ποιητής (και πεζογράφος, συγγραφέας να πούμε γενικότερα) ο Αθάνας αξίζει μια καλή θέση στην ιστορία των γραμμάτων μας και κάποια από τα έργα του θα μείνουν (να ένα από αυτά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 91 Σχόλια »

Όταν ο Μποστ συνάντησε τον Καβάφη στα περίχωρα της Καισαρείας

Posted by sarant στο 16 Μαρτίου, 2012

Το 1957 ο Μποστ, που ως τότε εργαζόταν ως εικονογράφος στο περιοδικό Εικόνες, μεταπήδησε στον Ταχυδρόμο, που τότε είχε διευθυντή τον Γ. Π. Σαββίδη. Εκεί, ο Μποστ άρχισε να εικονογραφεί τις ιστορίες του Νίκου Τσιφόρου, που δημοσιεύονταν σε συνέχειες (και μετά εκδόθηκαν σε βιβλίο): πρώτα τα «Βιβλικά χαμόγελα» και μετά τις «Σταυροφορίες». Λέγεται μάλιστα ότι ανέλαβε αυτή την εικονογράφηση επειδή αρρώστησε ο Κ. Μητρόπουλος, που την έκανε ως τότε. Λέγεται επίσης ότι ο Τσιφόρος αρχικά είχε δυσφορήσει, μην όντας εξοικειωμένος με το στιλ του Μποστ.

Στην αρχή, το σκίτσο του Μποστ σχολίαζε όσα διηγιόταν στην ιστορία ο Τσιφόρος, αλλά αρκετά γρήγορα αυτονομήθηκε, ιδίως όταν άρχισαν οι «Σταυροφορίες» και μετατράπηκε σε έμμεσο σχολιασμό της επικαιρότητας. Για τον σημερινό αναγνώστη, κάποιοι υπαινιγμοί είναι αίνιγμα αξεδιάλυτο. Για παράδειγμα, όποιος σήμερα βλέπει στο σκίτσο του Μποστ τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο να φωνάζει «Είμαστε οι Ριχάρδοι και δέρνουμε», απορεί’ πού να θυμάται ότι το 1959 οι διαβόητοι αδελφοί Λινάρδοι είχαν δείρει κάποιον αντίπαλό τους στον κόσμο της νύχτας, φωνάζοντας «Είμαστε οι Λινάρδοι και δέρνουμε»; Όμως τα περισσότερα σκίτσα δεν έχουν επικαιρικούς υπαινιγμούς, γιατί ο σχολιασμός είναι, είπαμε, έμμεσος. Εντωμεταξύ, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται και οι ανορθογραφίες και τα λογοπαίγνια, όπως το εξαιρετικό «Σφαγή των υποτών ιππό των Τούρκων».

Καθώς το Κυπριακό βρισκόταν διαρκώς στην επικαιρότητα, μαζί και το αντιαγγλικό αίσθημα, τους πρώτους μήνες του 1959 ο Μποστ έκανε μια σειρά από σκίτσα στα οποία ειρωνεύεται τους Άγγλους επιστρατεύοντας το αγοραίο στερεότυπο του όχι και πολύ φανατικού άντρα: σχεδιάζει τους άγγλους Σταυροφόρους με κολλητά παντελόνια σαν κολάν και τροφαντά οπίσθια να έχουν ύποπτα νταραβέρια με μουστακαλήδες Οθωμανούς, ενώ το κείμενο συχνά καλαμπουρίζει στα όρια της χυδαιότητας, όπως γράφει (όχι επιτιμητικά) ο Ηλίας Πετρόπουλος. Μερικά από τα σκίτσα αυτά υπάρχουν στο Διαδίκτυο, ένα από αυτά, την Πρόσκλησι εις κωζερί, το έχω ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο. Σήμερα θα δούμε ένα άλλο σκίτσο της ίδιας σειράς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Καβαφικά, Μποστ, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , | 28 Σχόλια »

Ο παπαγάλος βάζει φόρους

Posted by sarant στο 9 Οκτωβρίου, 2011

 

Στο ιστολόγιο αγαπάμε τη λογοτεχνία και παλιότερα τις Κυριακές συνήθιζα να βάζω λογοτεχνικό υλικό. Αγαπάμε επίσης τα ποιητικά παιχνίδια, τις ποιητικές παραφράσεις, μιμήσεις και παρωδίες. Μας απασχολεί όμως και η επικαιρότητα, ιδίως όταν μας έχει πιάσει από το λαιμό, όπως τώρα. Το σημερινό σημείωμα συνδυάζει κατά κάποιο τρόπο όλα αυτά.

Υπάρχει ένα ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου, παιδικό αλλά από εκείνα τα παιδικά που διαβάζονται και από μεγαλύτερους. Λέγεται «Ο παπαγάλος»:

Σαν έμαθε τη λέξη»καλησπέρα»
ο παπαγάλος, είπε ξαφνικά:
Eίμαι σοφός, γνωρίζω ελληνικά.
Τι κάθομαι ‘δω πέρα;

Το υπόλοιπο, αν δεν το θυμάστε,μ μπορείτε να το διαβάσετε εδώ, ενώ μπορείτε και να το ακούσετε από τον Μίλτο Πασχαλίδη (σε μουσική της Φένιας Παπαδόδημα).

Ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, εμπνεύστηκε τις προάλλες από αυτό το ποίημα, και, ακολουθώντας μιαν οικογενειακή παράδοση (διότι και ο παππούς, ο Άχθος Αρούρης, είχε παρωδήσει Παπαντωνίου) σκάρωσε μιαν επίκαιρη παράφραση ή παρωδία (δεν ξέρω ποιος όρος ταιριάζει περισσότερο) του Παπαγάλου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επικαιρότητα, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 55 Σχόλια »