Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Πασχαλινά’ Category

Κοκκώνα θάλασσα (διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2020

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα τηρήσουμε το έθιμο, αλλά με κάποια τροποποίηση. Αφού το φετινό Πάσχα είναι κάπως ιδιαίτερο, διάλεξα ένα παπαδιαμαντικό διήγημα που είναι τυπικά μόνο πασχαλινό. Δηλαδή, ενώ εκτυλίσσεται τις μέρες του Πάσχα περιγράφει άλλου είδους βάσανα, ναυτικά -δεν είναι σαν τον Αλιβάνιστο ή τον Λαμπριατικο ψάλτη, δηλαδή. Πάντως, ένας άλλος υπότιτλος του διηγήματος είναι «Το Πάσχα του καπετάνιου» οπότε πασχαλινό χρώμα υπάρχει.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας». Το Ταϊγάνι, που αναφέρεται στο διήγημα, είναι το σημερινό Ταγκανρόγκ, ρωσική πόλη στη Μαύρη Θάλασσα όπου υπήρχε μεγάλη ελληνική εμπορική παροικία -και η γενετειρα του Αντόν Τσέχοφ, θα γράψουμε κάποτε.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη και μακάρι του χρόνου να μας βρει όλους με τους αγαπημένους μας!

ΚΟΚΚΩΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

ή ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ

-Μάινα κόντρα-φλόκο! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο! Μάινα όξου-φλόκο! Μπρούλια ράντα! μπρούλια μαΐστρα! μπρούλια τρίγκο.

Τις θα το επίστευεν, ότι από ένα μικρόν αμυδρόν μαυράδι έμελλε να εξέλθη τόση τρικυμία; Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!

Ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη, άπειρος κανδήλα, ολίγω πρότερον. Η θάλασσα εκουφόβραζε, ως γιγαντιαία χύτρα επάνω εις σιγανήν φωτιάν. Πέραν εκεί, εις την άκρην όπου έφθανε το όμμα, ήσαν τα «θεμέλια» του ορίζοντος. Εκεί ήσαν μερικά «καθίσματα». Εκεί είχε φανεί κάτι θολόν και μαύρον. Ητον εκείνο το ρύγχος της τρικυμίας. Ο καπετάν Τζώνης το είδε, το διέκρινε, και την ανεγνώρισεν. Ολίγα λεπτά παρήλθον, και η τρικυμία ενεφανίσθη πάνοπλος, με όλους τους βρόντους και τας ηχούς της, με όλα τα ρίγη και τας φρικιάσεις των ανθρώπων και των κυμάτων.

-Μάινα γάμπιες! μάινα μέσα-φλόκο! αλέστα!… Τίρα μόλα!… Στα πόστα σας!

Από την κανδήλαν την αχανή εκείνην κατήλθεν η βοή, ο ροίβδος της λαίλαπος, και από το κουφόβρασμα το ύπουλον ανέβη ο ρόχθος της θαλάσσης, ζευχθέντα εις φοβερόν υμέναιον, προσοχθούντα επί της ελεεινής σανίδος, ήτον ως βέλασμα οιονεί από χιλιάδας και μυριάδας ερίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων, τα έσπρωχνε και τα ήλαυνεν εμπρός, κατά τους βράχους πάντοτε και τας εσχατιάς· ζητούντα να εύρουν τέρμα και τέρμα δεν εύρισκον, ειμή την σανίδα την ταλαίπωρον· και την κατεπάτησαν, και την έκαμαν δρόμον, βόσκοντα την σκωρίαν της, λείχοντα τας πληγάς της, ροφώντα την δύναμίν της. Εν μέσω δε και υπεράνω όλης αυτής της πάλης και της βοής, την οποίαν συνετέλουν επαναβαίνοντα τ’ αχθοφόρα κύματα, αντήχει ως θρήνος οξύς το σφύριγμα των τροχαλιών όμοιον με την απηλπισμένην κραυγήν πτωχής ερημικής κόρης, σπαρασσομένης το δέμας, βιαζομένης την τιμήν, υπό φαύλων βιαστών εις έρημον τόπον, υπό το όμμα του πολυευσπλάχνου και παντοδυνάμου Κριτού του καθημένου επί των Χερουβίμ, του βλέποντος αβύσσους.

– Φίλα γάμπια! τιμόνι σοφράν!… Παίρνετε μπράτσα! ι-πόντα!

Από μπράτσο εις μπράτσο, από μαντάρι εις μαντάρι, επηδούσαν ακαταπαύστως οι ναύται, και ως αράχναι, ως μυίαι, εκολλούσαν στα διάφορα σχοινιά. Εν τοσοτούτω ο πλοίαρχος είχε διακρίνει μικρόν σημείον υφέσεως ήδη. Η φουρτούνα έμελλεν εξ άπαντος να «στρώσει». Θα ήτον ολιγώτερον σφοδρά και περισσότερον διαρκής.

-Πότζα-λα-μπάντα! Φίλα γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαΐστρα!

Η φουρτούνα έγινεν οριστικώς στρωτή, και επήλθε μικρά ανάπαυλα. Οι σύντροφοι εσπόγγιζον τον ιδρώτα των, την άχνην, τους αφρούς του κύματος.

Το βρίκιον έπλεε με μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια και πινά έτριζαν φοβερώς. Εφαίνοντο ότι «τώρα θα πέσουν».

Ο καπετάν Τζώνης ήναψε την πίπαν του, κι εστάθη ακουμβών επάνω στο παραπέτο της πρύμνης.

***

Δύο ναυτάκια επλησίασαν σιγά-σιγά κοντά εις τον πλοίαρχον. Δεν εφαίνοντο να ήσαν πολύ κουρασμένοι από την βάσανον, από την αγγαρείαν την οποίαν επέβαλεν η τρικυμία. Ήσαν ναυτομαραγκοί, από το Ταϊγάνι ερχόμενοι, μάλλον ως επιβάται.

-Ε, καπετάνιο, θα μας βγάλεις απ’ κάτ’ στην χώρα εμάς;

-Θα μας κάνεις, καπετάνιο, την χάρη;

-Κάλια τρίγκο!… Μόλα γάμπια, φλόκο! μόλα τρίγκο!

Ο πλοίαρχος ανέπνευσεν ανετώτερον, αφού έδωκε και το τελευταίον τούτο πρόσταγμα.

-Ε, καπετάνιο μ’ ;

-Να’ χεις πολλή ζωή, και καλά ταξίδια.

-Τι λέτε, παιδιά;

Ο καιρός είχε στρίψει, σοροκολεβάντης. Πώς να σηκώσει πλώρην το καράβι, να παραστρατίσει; Πώς να πλησιάσει εκεί που έλεγαν τα δύο ναυτόπουλα;

-Tώρα είναι καιρός, παιδιά, ν’ αρμενίζουμε καταπάν’ τον αέρα;

-Μας το’ ταξες, καπετάνιο.

-Μας το είπες, καραβοκύρη μ’.

-Ελέγαμε δα, αν ήτον καιρός, να μας πήγαινε σοφράν απ’ τα Ρημονήσια. Τότε, θα μας έδινε χέρι να ζυγώσουμε κατά ‘κει. Τώρα, ιδέτε πώς μας μπατάρει… και που μας σκαντζάρησε… και όλο μας ξεπέφτει.

Τα δύο ναυτομαραγκάκια έλαβον στάσιν. Ο ένας εκουνήθη επάνω εις το δεξιόν σκέλος του. Ο άλλος ετάνυσε τον αριστερόν βραχίονα.

-Αυτή δεν είναι καμμία φουρτούνα απ’ εκείνες, καπετάνιο, είπεν ο πρώτος, ο μεγαλύτερος και υψηλότερος των δύο, όστις έφερεν ήδη ψηλαφητόν μύστακα· αυτή δεν είναι μαύρη φουρτούνα, να ‘ρχεται από μακριά· είναι άσπρη φουρτούνα.

-Μάλιστα· αυτή είναι, συνεπλήρωσεν ο δεύτερος, ο έχων τον μύστακα επανθούντα – είναι άσπρη φουρτούνα, κι έρχεται από κοντά.

-Δεν είναι καμμιά φουρτούνα, κατάλαβες, αυτή, να ‘ρχεται απ’ αλάργα· κοίταξε τι κοκκώνα-θάλασσα, μπονάτσα-λάδι.

-Αλήθεια, υπεστήριξεν ο δεύτερος, άσπρη φορτούνα, μαθές· καμαρωμένη νύφη-θάλασσα.

Ο πλοίαρχος εμειδίασε λίαν καλόκαρδος. Αυτός ο οποίος ανεγνώριζε μακρόθεν το ρύγχος της τρικυμίας – τη μούρη της! – είχεν ανάγκην να λαμβάνει μαθήματα από τους νεωτέρους! Πλην δεν εθύμωσε.

-Χα χα χα! Πολλά ξέρετ’, εσείς τα Σκοπελιτάκια.

Οι δύο ναυτομαραγκοί κατήγοντο πράγματι από την Σκόπελον, την νήσον εκείνην ήτις εξασκεί γλυκείαν μαγείαν εφ’ όλων των τέκνων της, και μεταβάλλει εις φανατισμόν την αγάπην της πατρίδος· την νήσον, προς έπαινον της οποίας ο λόγιος και εμπνευσμένος υιός της Καισάριος ο Δαπόντες, συνέθεσε κατά την παρελθούσαν εκατονταετηρίδα ασματικόν κανόνα προς το Ανοίξω το στόμα μου, -κανόνα αρχόμενον από τας λέξεις «Κρασί Σκοπελίτικο».

Την νήσον των νοσταλγών, εις τους κόλπους της οποίας δια να επανέλθουν τα φιλόστοργα τέκνα της, επιβιβάζονται από το Ταϊγάνι, από την Βραΐλαν, από την Οδησσόν, πριν παγώσουν τα νερά, χειμώνα-καιρόν, ή ευρίσκουν άλλο μέσον πορείας, εάν επάγωσαν ήδη, και ταξιδεύουν δύο μήνας, τρεις μήνας – εις την εποχήν των ιστίων – μόνον δια ν’ αξιωθούν να φθάσουν εις την Σκόπελον δια να εορτάσουν τα Χριστούγεννα, ή διά να κάμουν αποκριές, και γίνουν «μουτσούνες».

Τώρα δεν ήρχοντο πλέον Χριστούγεννα, είχαν περάσει κι αι Απόκρεω. Ητο Μάρτιος μην, και ήρχετο το Πάσχα. Και πολλοί εκ των ξενιτευμένων είχον καταβεί εγκαίρως εις την πόλιν, όπως ημπόρεσαν.

Αν έκαμναν τόσην θυσίαν δια να προλάβουν την Απόκρεων, πόσω μεγαλυτέραν θα έκαμναν διά το Άγιον Πάσχα!

-Ας γίνει το θέλημα σας, είπε τέλος ο καπετάν Τζώνης. Έχετε ανθρώπους και σας καρτερούν, κι άμποτε να σας χαρούν, παιδιά… Εμένα, ποιός…

Εμορμύρισε, και πάραυτα εσιώπησε. Μικρόν νέφος μελαγχολίας εφάνη σκιάζον τους οφθαλμούς του· όμοιον μ’ εκείνο το οποίον γεννά την τρικυμίαν, και το οποίον οι Λυγκείς των θαλασσών βλέπουσιν εγκαίρως μακρόθεν.

-Τώρα θα κάμουμε – επανέλαβεν είτα ο πλοίαρχος – μια βόλτα ως τον κάβο εκεί, κι άλλη μια ως το νησάκι πέρα… κι εσείς αλέστα!… Πάρτε την σκαμπαβία, ρίξετε τα πράματα σας μέσα… πηδάτε σβέλτα κι εσείς και δυό κουπιά… και μεθαύριο, α θελ’ ο Θεός, μας στέλνετε τη σκαμπαβία πέρα, στο λιμάνι το δικό μας… Καλό κατευόδιο, παιδιά· με το καλό να κάνετε Λαμπρή!

-Ευχαριστούμε πολύ, καπετάνιο· με καλό να πας στο σπίτι σου· και καλά ταξίδια· μάλαμα το καρφί!

Υστερα από δύο ή τρεις βόλτες, τα δύο Σκοπελιτάκια κατεβίβασαν την αποσκευήν των εις την μεγάλην βάρκαν πηδώντες και χορεύοντες από την χαράν των, όσον και από την φουσκοθαλασσιάν των κυμάτων. Κατερριχήθησαν και αυτοί κάτω, έπτυσαν εις τας χείρας των, και έλαβον τας κώπας. Απείχον δύο ή τρία μίλια, καταντικρύ εις τον μώλον του λιμένος της πόλεώς των, και με σύντονον κωπηλασίαν δεν θ’ αργούσαν να φθάσουν.

–        Καλό κατευόδιο, παιδιά!

–        Καλά ταξίδια· και καλή Ανάσταση!

* * *

Όλην την νύκτα έπλεε το σκάφος με τα κύματα. Ο άνεμος είχε κοπάσει, και το απόγειον της νυκτός εφύσα ελαφρά! Το πρωί, με τα γλυκοχαράματα, ο πλοίαρχος εξημερώθη εις τον λιμένα της νήσου του.

Οι δύο εκείνοι γιγαντοφυείς αδελφοί, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, οίτινες είχον επιχειρήσει το πάλαι, ως διηγείται ο θείος Όμηρος, να βάλουν την Όσσαν επάνω εις τον Όλυμπον, και το Πήλιον επάνω εις την Όσσαν, διά να κάμουν σκάλαν ν’ ανεβούν εις τον ουρανόν, όταν ήσαν παιδία ανήλικα ακόμη, εγύμναζον τούς βραχίονάς των παίζοντες εις τον αιγιαλόν κάτω. Έπαιρναν μικρά χαλίκια πλακαρά, ανάλογα με το ανάστημά των και έκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταύτα εις την θάλασσαν, δια κυματοειδούς κινήσεως του πήχεος και της χειρός, ως διά σφενδόνης.

Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω εις τα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν, από τα «ψωμάκια» εκείνα εφύτρωσαν και ανέθορον αι Σποράδες νήσοι αι κοσμούσαι το σμαράγδινον πέλαγος· η Σκίαθος, η Πεπάρηθος, η Αλόννησος, και τόσαι άλλαι.

Εις την δευτέραν των νήσων τούτων, την αλλάξασαν το όνομα, είχον αποβιβασθεί την εσπέραν της χθες οι δύο ναυτομαραγκοί. Εις την άλλην, την τελευταίαν προς δυσμάς, κατέπλευσεν ο καπετάν Τζώνης με το σκάφος του.

* * *

Πριν αράξει ακόμα το βρίκιον, καθώς έφερνε βόλτες εμπρός εις τον λιμένα, ανάμεσα εις τα τρία νησιά, εις τον κάβον της Πούντας, και γύρω-γύρω στα Μυρμήγκια, τας νανοφυείς υφάλους, που προέχουν δειλά τας μαύρας μικράς κεφαλάς των εν ώρα αμπώτιδος – έφερνε και ο πλοίαρχος βόλτες επάνω στο κατάστρωμα, ανάμεσα εις το ταμπούκιο της πρύμνης, κι εις την χονδρήν μπούμα, και εις την υψηλήν υαλόφρακτον θήκην της πυξίδος.

Το βλέμμα του διευθύνετο απλανές προς έν σημείον, ανάμεσα εις τα λευκά σπιτάκια του ωραίου χωρίου, του εσπαρμένου γραφικώς επί του λόφου, όπου διέπρεπεν εις το μέσον, ως φρουρός όρθιος με την λόγχην του υψηλά, το κωδωνοστάσιον του ναού της Παναγίας, οπόθεν εκτείνεται εις όλην την κοίλην παραθαλασσίαν ένθεν και ένθεν προς βορράν, και πάλιν αναφέρει τα κράσπεδα προς ανατολάς, επί της εσχατιάς του άλλου βραχώδους λόφου, του επιστεφομένου από τον ναΐσκον του Αγ. Νικολάου του Θαλασσινού.

Η οικία του πλοιάρχου ευρίσκετο επί του δυτικού λόφου, εις την Άνω συνοικίαν. Εκεί δε προσηλούτο μάλλον κατηφές το βλέμμα του.

Καθώς άραξε το πλοίον, ενώ το πλήρωμα ησχολείτο εις την συστολήν των ιστίων και την λοιπήν διευθέτησιν του σκάφους, κατέβη ο Τζώνης εις τον κοιτώνα του, κάτω εις την πρύμνην, βεβαίως διά ν’ αλλάξει και φορέσει κοσμιώτερα ενδύματα, πριν αποβεί εις την ξηράν και παρουσιάσει τα ναυτιλιακά του έγγραφα.

Πλην δεν εβιάσθη αμέσως ν’ αλλάξει, εφαίνετο μάλλον αισθανόμενος μεγάλην απροθυμίαν προς τούτο, και ως να επεθύμει αναβολήν, ει δυνατόν, της αναγκαίας αποβιβάσεως εις την ξηράν.

Από ένα συρτάρι έλαβε μίαν μικράν θήκην εκ ψευδαργύρου, και απ’ αυτήν έβγαλεν ένα χαρτί διπλωμένον. Δεν ήτο ούτε η υγειονομική πιστοποίησις ή άδεια απόπλου ή φορτωτική τις, ούτε το ημερολόγιόν του.

Το πλοίον ήρχετο από την Πόλιν κενόν φορτίου, και προσήγγιζεν εις τον γενέθλιον τόπον, προσχήματι μεν διότι ήγγιζε το Πάσχα, πράγματι δε διότι ο πλοίαρχος ησθάνετο αόριστον ανησυχίαν ως προς τα οικιακά του πράγματα.

Το χαρτίον, το οποίον εξήχθη από την θήκην, ήτο αρκετά τριμμένον, κι εφαίνετο να είχε διαβασθή πολλάκις. Ο πλοίαρχος το εξεδίπλωσε και ήρχισε να το διαβάζει – ίσως δι’ εκατοστήν φοράν.

«Γαμβρέ μου καπετάν Τζώνη, σε χαιρετώ.

»Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια το αίσιον, κτλ. Εγώ, γαμβρέ μου, ενόμιζα, όταν σου έδωκα την κόρην μου, πως εσύ ήσουν άνθρωπος απ’ ανθρώπους, μα ως τόσο βγήκα γελασμένη, και τουλόου σου αποδείχθης πως δεν έχεις φιλότιμο. Εμένα το κορίτσι μου ήτον απ’ το πρώτο σόι, κι όπου αρωτήσεις, μας ξέρουν όλοι τι είμαστε· οι Καχιωταίοι, με τ’ όνομα. Κι εγώ θάρρεψα πως κάτι ήσουν, κι άνοιξα τις πόρτες, και σ’ έβαλα στο σπίτι μου, κι εσύ βγήκες ένας άνθρωπος άχαρος και ανωφέλευτος. Στο γράμμα που είχες στείλει, είδα να γράφεις πως βαρέθηκες πλια να στέλνεις της γυναίκας σου, επειδής μας έχει όλους στο σπίτι και μας ταΐζεις, εμένα και τις δύο κόρες μου, κι ότι πως τουλόου σου επίστεψες πως επήρες μιά κι’ επήρες τέσσερες… (Εδώ υπήρχε μία μεγάλη μουντζούρα, σχεδόν πέρα-πέρα, εις τα τρία τέταρτα ενός στίχου της επιστολής· εάν ο πλοίαρχος ήτον αρκετά περίεργος, θα διέκρινε τας λέξεις «που να σε πάρουν τέσσεροι.» Φαίνεται ότι η υπαγορεύουσα μετεμελήθη, και παρήγγειλεν εις την γράφουσαν να σβήσει την φράσιν.) κι ότι δε βαστάς ν’ ακούς να γελά ο κόσμος με τα καμώματά μας. Αγέλαστος κι αγλύκατος που είσαι! Και τι έστειλες, κακόμοιρε, της γυναίκας σου, και το χτυπάς; Μήπως έστειλες και συ δυό πήχες χρυσάφι, ή το ποδογύρι το χρυσό, ή το φουστάνι τ’ ατλαζένιο ή της έβαλες την κορώνα, ή της έστειλες κανένα ακριβό διαμαντικό ή άλλο τίποτες; Τόσα χρόνια, ασπρού πράμα από σένα δεν είδε. Κι αν είχες φιλότιμο, έπρεπε να το συλλογιστείς μόνος σου, να πεις, στο σπίτι που μβήκες, που δεν ήσουν άξιος να φιλήσεις το ψαθί του σκαλοπατιού.

»Καλά το λένε, ποτέ να μην κατεβαίνει ο άνθρωπος απ’ την σκάλα του. Εγώ θέλησα να κατεβώ, και σ’ επήρα σένανε, κι ενόμιζα πως θα βγεις άνθρωπος να μου το γνωρίσεις, μα γελάστηκα. Κι εσύ δεν έστειλες ούτε μισή ντουζίνα κουταλάκια του γλυκού της γυναίκας σου, και δεν της ψώνισες ποτέ σου μιαν ασημένια κούπα, έναν καλόν καθρέφτη, ένα σκρίνι, ένα λαχουρί, ένα τίποτες. Και δεν της πήρες ποτέ σου μιαν καλή καρφίτσα, ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρι, ή ένα μαλαμοκαπνισμένονε σταυρό, ή ένα βραχιόλι, ή άλλο τίποτες. Άλλο απ’ το ασημένιο δακτυλίδι, και το ρολόι με την καδένα, και μια καρφίτσα σκέτη, και τα σκουλαρίκια που την εφίλεψες πριν την στεφανωθείς, και τα βραχιόλια που της έστειλες την πρώτη χρονιά, και μια κούπα του γλυκού με δυο πιατάκια, και κουταλάκια αρζαντό, άλλο τίποτες δεν της ψώνισες.

»Και γράφεις ότι πως βαρέθηκες τάχα τα έξοδα, και πως τάχα μας ταΐζεις όλες στο σπίτι. Εμείς στο σπίτι της κόρης μου δεν καθόμαστε, μόνο συντροφιά της κάνουμε, να μην μένει μονάχη της με τα δυό μικρά παιδιά της· κι η κόρη μου μονάχη της κλαίει σαν κάμουμε να φύγουμε, και μας περικαλεί να μένουμε πάντα κοντά της. Και του λόου σου σαν έρχεσαι στο χωριό, πάλι εμείς συντροφιά τής κάνουμε, και στο σπίτι μας μαζωνόμαστε πάντα. Κι αν δεν σ’ αρέσει, κάνεις καλά να την χωρίσεις την κόρη μου, κι άφσε και τα δυό παιδιά, εμείς τ’ αναθρέφουμε. Ει δε μη και θέλεις πάλε να μένει μονάχη της στο σπίτι η γυναίκα σου, τότες φρόντισε να της πάρεις δούλα, να της στέλνεις και λίρες πολλές, για να ζωοθρέφεται αυτή και τα παιδιά της, με τη δούλα μαζί· γιατί εμείς όλες τις δουλειές τις κάνουμε τζάμπα, κι ασπρού πράμα απ’ αυτήν κι από τ’ εσένα ποτές μας δεν είδαμε. Αλλοιώς, φωτιά και μπούλμπερη ό,τι κι αν κάμεις, κι ο κόσμος θα γελάσει με τ’ εσένανε…»

Η επιστολή εξηκολούθει σχεδόν εις δύο σελίδας ακόμη με τον αυτόν τόνον, και εις παν ήμισυ σελίδος επανελάμβανεν ως έγγιστα τα αυτά. Πεντάκις τουλάχιστον υπήρχε εν τω κειμένω η υπόμνησις διά το «σόι» και την κοινωνικήν βαθμίδα. Ο χαρακτήρ ήτο λεπτός αλλ’ άκομψος, προφανώς κορασίδος, μαθητρίας του σχολείου, πλην δε άλλων ανορθογραφιών είχε γδό αντί δυό, παιγδά αντί παιδιά, μνά (μιά) και φωτχά (φωτιά).

Ο καπετάν Τζώνης και άλλοτε το είχεν αναγνωρίσει ότι ήτο «κοριτσίσιο γράψιμο», ίσως μάλιστα υπέθετε μετά βεβαιότητος και ποία μικρά γειτονοπούλα να το είχε γράψει, καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας. Και τώρα, μετά την τελευταίαν ανάγνωσιν, εψιθύρισεν:

-Επόμενο είναι, τώρα που βγαίνουν και τα κορίτσια μας φωστήρες απ’ τα σκολειά, να βρίσκουν κι οι πεθεράδες μας γραμματικούς για να γράφουν τέτοια γράμματα!

Δεν επανέφερε το χειρόγραφον εις την θήκην, εξ ης το είχε λάβει, αλλά το έβαλεν εις την από-μέσα τσέπην ενός καθαρίου μαύρου επανωφορίου, το οποίον εκρέματο πλησίον εκεί, δίπλα εις την κοκέταν του ύπνου του. Συγχρόνως δε ήρχισε ν’ αλλάζει τα ενδύματά του και συνεχίζων μεγαλοφώνως τους λογισμούς του επανέλαβε:

-Τώρα, αν ήξευρεν η ίδια γράμματα, θα έγραφε ποτέ τέτοιο γράμμα;… Η μήπως θα έγραφε… χειρότερο;

Ίσως ήθελε να είπει ότι ο υπαγορεύων, μη έχων συνείδησιν ότι γράφει κάτι τι, αλλά μόνον ότι το λέγει, δύναται να υπαγορεύει εύκολα ό,τι δήποτε· ενώ, ο γράφων καθ’ υπαγόρευσιν, και μάλιστα αν είναι ανήλικος, αδυνατεί να σταθμήσει την ευθύνην, ευρίσκει δε το πράγμα απλώς αστείον και καινοπρεπές. Ή μήπως τουναντίον συμβαίνει, και ο υπαγορεύων, επειδή εκφώνως απαγγέλλει, αισθάνεται τούτο ως χαλινόν εγκρατείας, ενώ αν ο ίδιος έγραφε, θα ησθάνετο ως να έπραττέ τι εν παραβύστω και άνευ μαρτύρων;

Εφόρεσε το ίδιον εκείνο επανωφόρι, εις το θυλάκιον του οποίου είχε βάλει το γράμμα της πενθεράς. Την ιδίαν στιγμήν, ως να μεταμελήθη, με βίαιον κίνημα ανέσυρε το γράμμα, το έσχισεν αμελώς, διπλωμένον όπως ήτον, εις τέμαχια, και τα έρριψε κάτω.

Φαίνεται ότι ο μούτσος, όταν κατέβη να σκουπίσει, μετά την αναχώρησιν του πλοιάρχου, εύρε τα τεμάχια, και τα εμάζεψεν. Επειδή δε είχε συνήθειαν να προσπαθεί να διαβάζει ό,τι βρει, διά να μη ξεχνά τον συλλαβισμόν, τον οποίον είχε μάθει εις το δημοτικόν σχολείον, συνηρμολόγησε τα τεμάχια, και ήρχισε να το συλλαβίζει.

Ο πλοίαρχος έλαβε τα ναυτιλιακά του έγγραφα, και ητοιμάσθη να εξελθη εις ξηράν, εκάλεσεν τον λοστρόμον, και του έκαμε συστάσεις να κρύψη ό,τι ήτον δια κρύψιμον, «επειδή τώρα-τώρα θα’ ρθουν τα φαραώνια· όπου κι’ αν είναι, πλάκωσαν!» – και να φυλάξει εις πρόχειρον μέρος μόνον γαλέτες και κρέας σαλάδο, και ό,τι άλλο είχαν, το οποίον δεν ημπορούσε χωρίς άλλο να γλυτώσει από τα «φαραώνια».

Ενώ ο λοστρόμος ησχολείτο εις τας ετοιμασίας αυτάς, κάτω εις τον θαλαμίσκον, ήκουσε κατά τινα στιγμήν τον πλοίαρχον να μορμυρίζει, μασών τας λέξεις:

-Το παπά και το λιλί!…λιλί και παπά!… μόνον αυτά έχουν στο νου τους!

-Τι λες, καπετάνιο; τον ηρώτησεν ο ναύκληρος.

Ο πλοίαρχος εδάγκασε τα χείλη, ως μην θέλων να προδώσει τους λογισμούς του· είτα πάλιν εφαιδρύνθη, και είπε:

-Τι να πω, καημένε γερο-Νικόλα, και συ; Να, ατλαζένιο φουστάνι, ποδογύρι χρυσό, βραχιόλια, σκουλαρίκια, χαλκάδες στη μύτη, και τα ρέστα… Της έφερες εσύ τίποτε απ’ όλα αυτά της γριάς σου ή της κόρης σου;

-Τώρα, μ’ αυτά τα κεσάτια, καπετάνιο! μήπως μπορεί κανείς να κάμει και τίποτα μπακοτίλια, να βγάλει κανένα λεπτό; Πώς να γλυτώσει απ’ τα φαραώνια, που έλεγες τώρα;

-Αλλοίμονο σου, κακόμοιρε! θα σε βγάλει έξω κι’ εσένα, καθώς…

Και έκοψεν αποτόμως την ομιλίαν.

Η βάρκα η μικρή, καθελκυσθείσα εις την θάλασσαν, επερίμενε τον πλοίαρχον. Κατέβη και με δύο κωπηλατούντας ναύτας προσήγγισεν εις την ξηράν.

Ο Δημήτρης της Σοφούλας – ούτως εκαλείτο κοινώς ο γερο-Φτελιανός – και αν επαύετο, δεν έφευγε ποτέ από την νήσον. Πρώην φύλαξ του υγειονομείου, του λοιμοκαθαρτηρίου, κτλ., και γνωρίζων από γραφειοκρατικήν αγγαρείαν, και τυραννίαν, εχρησίμευεν εις όλους τους λιμενάρχας, υγειονόμους και τελώνας, οίτινες τον είχον ως «δεξί χέρι». Ούτος επερίμενε τον πλοίαρχον εις την «καραντίναν». Ο Δημήτρης έβαλε τα γυαλιά του, έκυψε, και ανέγνωσε την πιστοποίησιν κτλ. χωρίς να θίξει το χαρτίον. Υπέβαλε τον πλοίαρχον εις τινας διατυπώσεις, του απηύθυνεν ερωτήσεις τινάς, και συγχρόνως εδήλωσεν ότι δεν χρειάζεται «εξομολόγησις» επειδή ο λόγος του πλοιάρχου αρκεί· είτα έτεινε την χείρα και προσείπε πρώτος το «Καλώς ώρισες».

Πάραυτα, με την επιστροφήν της βάρκας εις το πλοίον, επέβησαν επ’ αυτής τελωνοφύλακες, λιμενοφύλακες, και λοιποί· ούτοι ήσαν τα «φαραώνια», όπως τους ωνόμαζεν ο καπετάν Τζώνης, και απήρχοντο εις το πλοίον δια την απαραίτητον «επίσκεψιν». Είχον δε πολύ μεγάλα και πλατιά αμαυρού χρώματος μανδήλια, και τσέπες πολύ βαθειές. Τα μανδήλια ταύτα ήσαν το μόνον είδος το οποίον ηγόραζαν ποτέ· ελέγετο μάλιστα ότι τα παρήγγελλον ειδικώς, δεν ηξεύρω εις ποίον εργοστάσιον.

Ο πλοίαρχος θα επεθύμει μάλλον να επιστρέψει εν συνοδία αυτών οπίσω εις το πλοίον. Αλλ’ εκείνοι φιλοφρόνως του είπον:

– Μην πειράζεσαι, καπετάνιο, να’ ρθης τουλόγου σου· τα καταφέρνουμε πολύ καλά, εμείς, με το λοστρόμο· ίσως να θέλεις να πας στο σπίτι σου.

Να πάει στο σπίτι του! Καθώς πρωτύτερα θα επροτίμα να βραδύνει ν’ αποβιβασθεί εις την ξηράν, ούτω και τώρα θα ηύχετο ν’ αργήσει να πάει στο σπίτι του! Εκάθισεν εις το πρώτον καφενεδάκι της παραθαλασσίας, κι εδέχετο τας δεξιώσεις και τα «καλώς ωρίσατε» όλων των ανθρώπων της αγοράς, των συναδέλφων θαλασσινών και των χερσαίων, των εντοπίων και των ξένων. Εκάπνισεν ναργιλέν, έπιε δύο καφέδες, δεν ηθέλησε να πίει παραπάνω από ένα ρακί δια τα «μουσαφιρλίκια» – μ’ όλον ότι θα επεθύμει να ημπορούσε να πίει!

Τέλος «έκαμε καρδιά» κι εσηκώθη να πάει στο σπίτι του.

***

Ολίγας ημέρας μετά το Πάσχα, ο πλοίαρχος Τζώνης επεβιβάζετο εκ νέου διά ν’ αποπλεύσει.

Ο καιρός εφαίνετο άσχημος. Συννεφιασμένος ήτον ο ουρανός και άστατοι άνεμοι έπνεον. Την ώραν που έφθασεν ο πλοίαρχος εις το πλοίον, ενώ τούτο ήτον στα πανιά κι έκαμνε βόλτες, ο γερο-Νικόλας ο ναύκληρος ίστατο παρά την πρύμνην, κι εκοίταζεν ανήσυχος κατά τον κόλπον, όπου θα έστρεφε πρώραν μετ’ ολίγον το σκάφος.

-Μπουρίνια θα’ χουμε καπετάνιο, είπε.

-Μπουρίνια! τόσο καλύτερα είπεν ωσάν αφηρημένος ο πλοίαρχος.

-Τι λες!

-Θεός να μας φυλάει απ’ τις μπόρες της στεριάς, γερο-Νικόλα.

Ο ναύκληρος τον εκοίταξε περιέργως, επειδή κάτι ήξευρεν ή υπώπτευεν. Εν τούτοις δεν είχον γνωσθεί πολλά πράγματα εις το χωρίον, όσον αφορά τα οικιακά του πλοιάρχου. Ο ίδιος ήτον κρυφός, επειδή εντρέπετο τον κόσμον, και δεν ήθελε να γνωρίζουν οι άλλοι τίποτε όσον απέβλεπε τα της αριστεράς πλευράς του. Από την πεθεράν του κάτι θα ηδύνατο να διαδοθεί, αλλ’ ο καπετάν Τζώνης δεν εχωράτευε.

Διηγούντο ότι μίαν εσπέραν, τώρα τα Λαμπρόγιορτα, εις την οικίαν του, ο ίδιος είχε πιάσει την πεθεράν του από τον λαιμόν. Πλην δεν το έκαμε δια να την πνίξει, άπαγε! – καθώς διεμαρτύρετο ο ίδιος προς έναν φίλον του πολύ πιστόν και πολύ κριτικόν – αλλά μόνον δια να πνίξει τας φωνάς της. Επειδή έβγαζεν, η ευλογημένη, κάτι φωνάς οξείας, υστερικάς, ανοήτους. Ύστερον ηκούσθησαν κλαυθμοί, κατόπιν επήλθον πολλά σιούτ σιούτ πολύ σύντονα και επιτακτικά, και τέλος σιωπή άκρα.

Ολα ταύτα τα έκαμνε διά να μην τον ακούσει η γειτονιά και μάθει τίποτε ο κόσμος· επειδή η γειτονιά ουδέν άλλο είναι ειμή κατάσκοπος, και ο κόσμος τύραννος, βασανιστής ανηλεής – καθώς διεβεβαίου τον φίλον του – επειδή εντρέπετο, πολύ εντρέπετο τους φίλους και τον ίδιον εαυτόν του.

Και όλα ταύτα, όλαι αυταί αι οικιακαί σκηναί, δεν ήσαν μεγάλα πράγματα· ουδέ υπήρχε, την αλήθειαν να είπωμεν, μώμος τις ή βαθεία κηλίς εις την οικίαν. Μόνον μικρολογίαι, παράπονα, η αιωνία εχθρά της ησυχίας των ανδρογύνων, η γκρίνια, η απαίσιος γκρίνια!

Τέλος, τα πράγματα είχον ησυχάσει· και η σύζυγος υπεσχέθη εις το μέλλον να είναι φρονιμωτέρα από την μητέρα της. Και ο Τζώνης επεβιβάζετο εις το πλοίον του, διά να ταξιδεύσει.

-Τι με κοιτάζεις, γερο-Νικόλα; είπε. Μήπως δεν υπάρχουν τάχα μπόρες και στην στεριά;… Πιό καλή είν’ η θάλασσα… Κοκκώνα θάλασσα, μιά φορά!

Και ο πλοίαρχος εκάγχασε.

-Γιά θυμήσου, είπε, τα δύο εκείνα παιδιά, τα Σκοπελιτάκια, που τους δώκαμε την σκαμπαβία τις προάλλες στο πέλαγο, για να παν στον τόπο τους… Δεν τους άκουσες εσύ τι νόστιμα τα έλεγαν: «Ασπρη φουρτούνα, κοκκώνα θάλασσα, νύφη καμαρωμένη!» Πώς δεν είπαν και πεθερά!

Ο γερο-Νικόλας εγέλα.

-Τι γελάς; άκουσες κανένα παράξενο; Μάλιστα· κοκκώνα θάλασσα… πεθερά.

Ο ναύκληρος εκάγχασεν ακρατήτως.

-Μα τι γελάς; Μα βέβαια… κοκκώνα θαλ…

Ο πλοίαρχος ηθέλησε καταρχάς να είπει: «Κοκκώνα-θάλασσα, φουρτούνα-πεθερά».

Αλλ’ εδάγκασε την γλώσσαν του, και διώρθωσε μεγαλοφώνως:

-Μάλιστα· φουρτούνα-θάλασσα, κοκκώνα-πεθερά!

(1900)

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

Posted in Διηγήματα, Ναυτικά, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Λέξεις του Πάσχα, για μια ακόμα φορά

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2020

Εμείς εδώ λεξιλογούμε, ως γνωστόν -και τη Μεγαλοβδομάδα αναμενόμενο είναι να λεξιλογήσουμε πασχαλινά, ακόμα και φέτος που η πανδημία μάς έκλεψε το Πάσχα.

Βέβαια, αφου το φετινό είναι το δωδέκατο Πάσχα του ιστολογίου μας (ζωή νάχουμε!) επόμενο είναι τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά της Λαμπρής να τα έχουμε συζητήσει πάνω από μία φορά -και το σημερινό άρθρο είναι πολυεπανάληψη -τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει το 2016.

Δεν πειράζει όμως. Αφού φέτος το Πάσχα όλα σχεδόν είναι αλλαγμένα, ας μείνει τούτο το άρθρο ίδιο με αλλοτινούς καιρούς (όχι εντελώς ίδιο, άλλαξα κάποια πράγματα).

Ξεκινώντας την περιήγησή μας στις πασχαλινές λέξεις, πρώτα πρώτα έχουμε το ίδιο το Πάσχα, που είναι λέξη άκλιτη, δάνειο από το αραμαϊκό pasha και αυτό από το εβραϊκό pesah (πέσαχ είναι το σημερινό εβραϊκό Πάσχα), από τον αόριστο ενός ρήματος που σημαίνει «αυτός προσπέρασε». Και το «προσπέρασε» μας πηγαίνει στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, όπου στη δέκατη πληγή του Φαραώ ο άγγελος Κυρίου θανάτωσε τους πρωτότοκους γιους των Αιγυπτίων· πέρασε γραμμή τα σπίτια και έσπειρε τον όλεθρο, είχε όμως προηγουμένως ειδοποιήσει τους Εβραίους να σφάξουν ένα αρνάκι και να βάψουν με το αίμα του την πόρτα του σπιτιού τους για να τα προσπεράσει. Ή, όπως το λέει στην Έξοδο: και παρελεύσεται κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επὶ της φλιάς και επ’ αμφοτέρων των σταθμών͵ και παρελεύσεται κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολεθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. Άγρια πράγματα τα παλαιοδιαθηκικά, αλλά από εκεί θαρρώ προήλθε το αρνάκι που σουβλίζουμε –βέβαια με νέα σηματοδότηση μετά τη σταύρωση του Χριστού που ήταν ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.

(Για να απαντήσω και σε μια ερώτηση που έγινε σε πρόσφατο σχόλιο, επαναλαμβάνω πως το Πάσχα είναι άκλιτο -αν θελετε να το κλίνετε, να πείτε «η Πασχαλιά» ή «η Λαμπρή»).

Το Πάσχα το λέμε και Λαμπρή, μια και είναι η μεγαλύτερη γιορτή, και παρόμοια ονομασία υπάρχει στα βουλγάρικα, όπου επισήμως το Πάσχα λέγεται βελικντέν, δηλαδή «μεγάλη μέρα», ενώ στους δυτικούς σλάβους λέγεται συχνά «μεγάλη νύχτα» (π.χ. Wielkanoc στα πολωνικά και αναλόγως στα σλοβένικα ή στα τσέχικα) -στα σερβοκροάτικα λέγεται Uskrs, που υποψιάζομαι πως σημαίνει Ανάσταση. Στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες η ονομασία προήλθε από το ελληνικό, συνήθως μέσω λατινικών, κι έτσι έχουμε το γαλλικό Pâques ή το ιταλικό Pasqua, αν και στα αγγλικά έχουμε Εaster, που προέρχεται από μια παγανιστική γιορτή προς τιμήν μιας τευτονικής θεάς της άνοιξης και του φωτός, της ανατολής του ήλιου (άλλωστε east είναι η ανατολή). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα γερμανικά (Ostern).

Το φετινό Πάσχα πέφτει σχεδόν στο μέσο της περιοχής ημερομηνιών του (οι πιθανές ημερομηνίες του ορθόδοξου Πάσχα πηγαίνουν από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου) και έχει μία βδομάδα διαφορά από το καθολικό, που μόλις προηγήθηκε. Του χρόνου θα έχουν διαφορά 4 εβδομάδων, 4 Απριλίου οι Καθολικοί και 2 Μαΐου εμείς. Όπως είχε σχολιάσει εδώ παλιά ο φίλος Βιοάννης: Το ορθόδοξο Πάσχα από το δυτικό διαφέρουν 1, 4, 5 εβδομάδες (το ορθόδοξο πάντα έπεται) ή συμπίπτουν. Ποτέ δεν διαφέρουν 2 ή 3 εβδομάδες. Η διαφορά των 4 εβδομάδων είναι σπάνια, μόνο στο 5,2% των περιπτώσεων για τα έτη 1583-2100. Από το 1583 έχουμε διαφορά στις ημερομηνίες εορτασμού, μια και εμφανίστηκε το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Καθώς τα χρόνια θα περνούν και θα αποκλίνει το ορθόδοξο από την αστρονομική πραγματικότητα, θα εμφανιστούν και διαφορές 6 εβδομάδων (πρώτη φορά το 2437) και θα εξαφανιστεί η ταύτιση (τελευταία φορά το 2698), όπως και θα εμφανιστεί διαφορά 2 εβδομάδων (το 2725) όχι όμως διαφορά 3 εβδομάδων (έως το 4100, που το έχω ψάξει). Να πω ότι αυτά δεν τα έχω τσεκάρει προσωπικά, κι έτσι αν το 2437 δεν εμφανιστεί διαφορά έξι εβδομάδων μην μου κάνετε επικριτικά σχόλια, σας παρακαλώ. Αλλά αυτό θα το συζητήσουμε τότε.

Πάντως, επειδή ο τρόπος υπολογισμού του Πάσχα είναι περίπλοκος, η εκκλησία κάθε χρόνο βγάζει το πασχάλιον του σωτηρίου έτους τάδε, το οποίο αναφέρει όλες τις κινητές γιορτές –και από εκεί βγήκε και η φράση «έχασε τα πασχάλια του» που τη λέμε όταν κάποιος έχει περιέλθει σε πλήρη σύγχυση. Και επειδή το Πάσχα έχει συνδεθεί αξεχώριστα με τα κόκκινα αυγά, η παροιμιακή αυτή φράση συμφύρθηκε με την άλλη που λέει «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια», για όποιον έχει πάθει μεγάλη ζημιά, κι έγινε «έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια», που εκ πρώτης όψεως είναι «λάθος» αλλά απόλυτα εύλογο. (Περισσότερα για τις εκφράσεις αυτές εδώ, ενώ για τα κόκκινα αυγά ειδικώς έχουμε ανεβάσει το 2013 ένα κείμενο του Εμμ. Ροΐδη).

Πέρα από τα αυγά, το Πάσχα έχουμε και τον οβελία. Οβελίας αρχικά ήταν οτιδήποτε ψήνεται στη σούβλα (ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές κάνει λόγο για οβελίαν άρτον, ψωμί στη σούβλα), αλλά έχει επικρατήσει πια να τη λέμε για το αρνάκι. Η λέξη οβελός για τη σούβλα είναι αρχαία, ήδη ομηρική: οι ήρωες του Ομήρου κατ’ επανάληψη παρουσιάζονται να κόβουν κρέατα και να τα περνούν σε οβελούς. Και επειδή κάποτε θα χρησιμοποιήθηκαν μικροί οβελοί από μέταλλο ως μονάδες συναλλαγής, υπήρχε στην Αθήνα το νόμισμα οβολός που ήταν το ένα έκτο της δραχμής. Και με τον εξαίσιο συντηρητισμό της γλώσσας, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, κι ας έχει στο μεταξύ καταργηθεί η δραχμή, ακόμα μας ζητούν να συνεισφέρουμε τον οβολό μας (όταν δεν μας τον παίρνουν δηλαδή, με το έτσι θέλω και με φοροεπιδρομές). Να πούμε πάντως ότι και η Ιόνιος Πολιτεία το 1819 είχε θεσπίσει ως νόμισμα τον οβολό, με μικρότερο νόμισμα τον ημιώβολο -απ’ όπου και η παλιά φράση «δεν έχω μιώβολο», αλλά και τα όβολα, λαϊκή ονομασία για τα χρήματα.

Βέβαια, ο οβελίας είναι λέξη αναστημένη από τους λογίους. Η σούβλα, πάλι, είναι δάνειο λατινικό (από το subula, που σήμαινε χοντρή βελόνα ή το σουβλί των παπουτσήδων), λέξη που εμφανίζεται ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη γραμματεία σε διάφορες περιγραφές βασανιστηρίων, και που επικρατεί εκτοπίζοντας τον οβελό. Υποκοριστικό της το σουβλάκι, που ήταν στην αρχή το καλαμάκι στο οποίο περνούσαν το κρέας (και δεν θα μπω στη διαμάχη Βορρά-Νότου για το αν είναι «λάθος» να λέμε σουβλάκι το φαγητό με τυλιχτή πίτα και γύρο, αλλά θα παρατηρήσω ότι ο όρος πιτόγυρο που δεν συνηθιζόταν στην Αθήνα όταν ήμουν νέος διαδίδεται όλο και περισσότερο).

Για το αρνάκι που σουβλίζουμε, τα είπαμε· ετυμολογικά η λέξη είναι αρχαία (αρνίον, ήδη της κλασικής εποχής, υποκοριστικό του αρήν, αρνός = πρόβατο, λέξη που είχε και δίγαμμα μπροστά και που παράγωγά της βρίσκουμε και σε επιγραφές της γραμμικής Β’), όπως τόσες άλλες λέξεις της δημοτικής που η καθαρεύουσα τις περιφρονεί. Ωστόσο, δεν είναι πανελλήνιο έθιμο το σούβλισμα: σε κάποια μέρη φουρνίζουν το «κουτάλι» (ένα χεράκι αρνιού), σε άλλα ολόκληρο κατσικάκι αλλά στον φούρνο, κάποτε σκεπασμένο με ζύμη.

Τα γαστρονομικά του Πάσχα κλείνουν με τη λαμπροκουλούρα ή το τσουρέκι, που ως λέξη είναι τουρκικό δάνειο (çörek, λέξη που αρχικά σήμαινε το στρογγυλό ψωμί αλλά και άλλα στρογγυλά αντικείμενα). Παρόμοιες λέξεις (και γλυκίσματα) υπάρχουν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, μέχρι τα αρμένικα, όπου το λαμπρόψωμο λέγεται cheoreg και βάζουν μέσα και νόμισμα. Και πάλι, έχουμε τοπικές διαφορές: στην Κρήτη, πιθανώς και αλλού, λένε ή έλεγαν «κουλούρα» αυτό που οι Αθηνάιοι λένε «τσουρέκι», και αντίστροφα λένε «τσουρέκια» αυτά που εμείς θα λέγαμε κουλούρια.

Μπορεί ο Πόντιος Πιλάτος να ένιψε τας χείρας του (κάτι που έγινε παροιμιώδες, αν και δεν ξέρουμε κατά πόσον τας έπλυνε «πολύ σχολαστικά» όπως ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο πασίγνωστο πλέον αντικορονικό μήνυμα) και να δήλωσε αθώος από του αίματος τούτου, ωστόσο δεν απέφυγε την ηθική καταδίκη. Από το όνομά του προέρχεται το ρήμα «πιλατεύω», που έχει τη σημασία «ταλαιπωρώ, βασανίζω». Στο μεσαιωνικό λεξικό του ο Κριαράς δίνει και το «πιλατήριο» με σημασία «μαρτύριο, βασανιστήριο» αλλά και «φυλακή». Βέβαια, στη σημερινή γλώσσα «πιλατεύομαι» σημαίνει «ασκούμαι κάνοντας πιλάτες». Βασανιστήριο είναι κι αυτό αλλά ετυμολογικώς δεν συνδέεται άμεσα με τον Πιλάτο

Μια άλλη μεγαλοβδομαδιάτικη λέξη που έχει περάσει από τα Ευαγγέλια στη γλώσσα μας είναι ο Γολγοθάς. Γολγοθάς είναι ο λόφος της Ιερουσαλήμ όπου σταυρώθηκε, σύμφωνα με τους ευαγγελιστές, ο Ιησούς. Το όνομα παραδίδεται και στα τέσσερα Ευαγγέλια, π.χ. στον Ιωάννη: Παρέλαβον οὖν τὸν Ἰησοῦν·  καὶ βαστάζων αὑτῷ τὸν σταυρὸν ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου Τόπον, λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν. ἔγραψεν δὲ καὶ τίτλον Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον, Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Όπως μάς λέει ο Ιωάννης, Γολγοθά στα εβραϊκά σημαίνει «Κρανίου τόπος». Πράγματι, στα αραμαϊκά Gulgulthā είναι το κρανίο. Στην αρχή το γένος του Γολγοθά επαμφοτερίζει στα ελληνικά, αλλά τελικά σταθεροποιήθηκε στο αρσενικό: ο Γολγοθάς. Κάποιοι λένε ότι η ονομασία «Κρανίου τόπος» οφείλεται στο ότι ο Γολγοθάς ήταν ο «συνήθης τόπος εκτελέσεων», άλλοι ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι απλώς επειδή είχε σχήμα κρανίου· αυτή η δεύτερη εκδοχή ακούγεται συχνότερα. Η κάποια φωνητική ομοιότητα μεταξύ Γολγοθά και Γολιάθ γέννησε τον γλωσσικό μύθο ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι επειδή ο Δαβίδ έθαψε εκεί το κρανίο του Γολιάθ. Μύθος είναι.

Στα ελληνικά, έχει μείνει και η έκφραση «κρανίου τόπος», που τη λέμε για ένα εξαιρετικά ξερό και αφιλόξενο μέρος, χωρίς απαραίτητα να τη συνδέουμε στο μυαλό μας με τον Γολγοθά και το μαρτύριο του Ιησού. Λέμε επίσης κρανίου τόπο ένα μέρος που έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή και ερήμωση· συχνά το χρησιμοποιούμε για περιπτώσεις πυρκαγιάς (π.χ. κρανίου τόπος το φοινικόδασος της Πρέβελης), αλλά και πιο μεταφορικά, π.χ. ότι η ελληνική διαφημιστική αγορά είναι κρανίου τόπος λόγω της κρίσης. Η βιβλική αναφορά μεταφράστηκε Calvariae Locus στα λατινικά, που έδωσε το αγγλικό calvary και το γαλλικό calvaire, που επίσης σημαίνουν όχι μόνο τον Γολγοθά καθαυτόν αλλά και μια μεγάλη ταλαιπωρία, δοκιμασία –έναν γολγοθά μεταφορικά.

Φυσικά και στα ελληνικά χρησιμοποιούμε το κύριο όνομα σαν ουσιαστικό, δηλ. τον Γολγοθά μεταφορικά, σαν μια σειρά από ταλαιπωρίες και βάσανα που περνάει κάποιος, μια μακρά πορεία πόνου και ταπεινώσεων – «Ο Γολγοθάς μιας ορφανής» ήταν μια παλιά ελληνική ταινία. Βέβαια, με τον γλωσσικό πληθωρισμό που επικρατεί σε ορισμένους δημοσιογραφικούς κύκλους, διαβάζεις ότι κάποια σταρ περνάει Γολγοθά και δεν ξέρεις αν χαροπαλεύει ή αν απλώς πήρε δυο κιλά που δεν μπορεί να τα χάσει (και όλα τα ενδιάμεσα στάδια), ωστόσο γενικά ο Γολγοθάς δείχνει μια επώδυνη και μακρόχρονη διαδικασία.

Ο Γολγοθάς κατέληξε στη σταύρωση. Περιέργως, τόσα χρόνια δεν έχω γράψει άρθρο για τον σταυρό, ίσως επειδή το θέμα είναι πολύ εκτενές και με πιάνει δέος. Κάποτε θα το αποφασίσω, πού θα πάει. Πάντως, να πούμε προς το παρόν ότι στα αρχαία ελληνικά η λέξη «σταυρός» δεν δηλώνει το σημερινό σχήμα αλλά είναι, απλώς, ένας πάσσαλος. Πολλή συζήτηση γίνεται επίσης και για το σχήμα του ξύλου που πάνω του θανατώθηκε ο Ιησούς, αν συνέβη κάτι τέτοιο, δηλαδή αν ήταν πάσσαλος, δύο ξύλα σε σχήμα Τ ή δύο ξύλα σε σχήμα +.

Πριν από μερικές μέρες ο κ. Χαρδαλιάς ειπε ότι «σηκώνουμε τον Γολγοθά μας», ένα συγγνωστό λαθάκι. Τον σταυρό σηκώνουμε και ανεβαίνουμε στον Γολγοθά, αλλά το μπέρδεμα είναι εύκολο. Το πρόβλημα είναι ότι ο Γολγοθάς στον οποίο έχουμε μπει δεν προβλέπεται να τελειώσει μόλις βγούμε από την καραντίνα. Κάποιοι λένε ότι τότε αρχίζει. Προς το παρόν όμως ας ευχηθούμε καλές γιορτές σε όλους, όσο μας επιτρέψει ο κοροναϊκός περιορισμός.

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ημερολογιακά, Ιστορίες λέξεων, Λαογραφία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 275 Σχόλια »

Τρία κείμενα για το φετινό ζοφερό Πάσχα

Posted by sarant στο 16 Απριλίου, 2020

Έφτασε Μεγάλη Πέμπτη και ακόμα δεν έχουμε καταλάβει Πάσχα, τουλάχιστον στο ιστολόγιο. Θα επανορθώσουμε -από σήμερα θα περάσουμε σε πασχαλινό πρόγραμμα.

Σήμερα θα αναδημοσιεύσω τρία κείμενα που δημοσιευτηκαν την Κυριακή στην Καθημερινή, με τον γενικό τίτλο Πάσχα, Anno Domini 2020, έναν σχολιασμό για το φετινό ξεχωριστό Πάσχα από τον π. Βασίλειο Θερμό, τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και την Αγγέλα Καστρινάκη.

Δεν είναι μεγάλα και μπορούν ν’ αποτελέσουν βάση για συζήτηση -ή μπορείτε να πείτε εσείς πώς νιώθετε το φετινό Πάσχα, που είναι σίγουρα το πιο ξεχωριστό που γνωρίζει η χώρα μετά το Πάσχα του 1941.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ*
Συλλαβίζοντας τη γιορτή από την αρχή

Πώς γιορτάζεις τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα σε συνθήκες καραντίνας; Εξαρτάται τι εννοούμε με το «γιορτάζεις». Μήπως ήλθε η ευκαιρία για μια φρέσκια ματιά μέσω των ύμνων; «Τα άκακα παιδιά έτρεξαν να υποδεχθούν τον γαμπρό που έρχεται στον γάμο Του» (Ορθρος Κυριακής των Βαΐων). Πόσοι άραγε γνωρίζαμε ότι ο Χριστός βαδίζει προς το Πάθος Του σαν να βαδίζει προς τον γάμο Του; Ενα γάμο που, όταν ήλθε η ώρα να πραγματοποιηθεί, κανείς δεν μπόρεσε να πιστέψει πως θα ετελείτο με αυτό τον τρόπο. Ούτε και οι κοντινοί Του. Στην Αναστάσιμη νύχτα θα ακούσουμε το τροπάριο «ο Χριστός φανερώθηκε μέσα στην λάμψη Του σαν να βγαίνει μέσα από νυφικό δωμάτιο». Από τον τάφο Του! Μας προσεγγίζει ερωτικά ο Χριστός. Αρα διαζύγιο από τον Νυμφίο παίρνει μόνο όποιος δεν Τον θέλει. Ο Ιδιος δεν διώχνει κανέναν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Πασχαλινά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , | 172 Σχόλια »

Ο σταυρός (διήγημα του Γιάννη Παλαβού)

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό διάβασ\α τη συλλογή «Το παιδί» του Γιάννη Παλαβού και μου άρεσε, οπότε θα παρουσιάσω σήμερα ένα από τα διηγήματά της.

Nα πούμε όμως δυο λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα. Ο Γιάννης Παλαβός γεννήθηκε το 1980 στο Βελβεντό της Κοζάνης και είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα μικροδιήγημα από την προηγούμενη συλλογή του (εδώ, στο τέλος του άρθρου) η οποία βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος.

Κατά τη γνώμη μου, ο Γιάννης Παλαβός εντάσσεται στο ρεύμα που θα το χαρακτήριζα «ανανεωμένη ηθογραφία», που έχει εμφανιστεί τα τελευταία 10-15 χρόνια ή, αν προτιμάτε, στον αιώνα μας.

Στο ίδιο ρεύμα μπορούμε να εντάξουμε, τον καθένα με τις ιδιαιτερότητές του, συγγραφείς όπως ο Μακριδάκης, ο Παπαμάρκος, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και άλλοι, που έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι τοποθετούν τη δράση των διηγημάτων τους στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και χρησιμοποιούν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ντοπιολαλιάς (ο Παλαβός κάπως λιγότερο).

Το σημερινό διήγημα έχει πασχαλινό θέμα, αλλά αν περιμένω μέχρι του χρόνου σχεδόν σίγουρα θα το ξεχάσω. Οπότε, χωρίς άλλη εισαγωγή, το δημοσιεύω σήμερα:

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Κάποιος είπε ότι είδε τον νεωκόρο να αγοράζει κρασί. Ήμασταν τρεις που περιμέναμε. Είχα φέρει το γκέιμ μπόι, αλλά δεν το έβγαζα.

«Δεν περνάει», είπε ο Ντιζάς.

«Θα περάσει», είπε ο Γκόγκας.

Αυτός είχε δει τον νεωκόρο. Έμεναν στην ίδια γειτονιά. Ο Γκόγκας ήρθε τελευταίος. Η καμπάνα χτύπησε μία φορά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Η νοσταλγία του Γιάννη (πασχαλινό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 29 Απριλίου, 2019

Δεύτερη μέρα σήμερα του Πάσχα, μέρα αργίας. Συνεχίζουμε λοιπόν στο ιστολόγιο με ανάγνωσμα λογοτεχνικό και πασχαλινό -ή μάλλον μεταπασχαλινό, όπως θα δείτε.

Χτες βάλαμε αφήγημα για τον Παπαδιαμάντη, σήμερα θα δούμε ένα διήγημα του ίδιου του Παπαδιαμάντη, αλλά διαφορετικό από τα άλλα. Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα έχει την ιδιαιτερότητα ότι προστέθηκε στο παπαδιαμαντικό κόρπους τα τελευταία χρόνια, διότι ήταν αθησαύριστο και είχα τη μεγάλη χαρά και τιμή να το ανακαλύψω τυχαία, καθώς αναδιφούσα παλαιά σώματα του περιοδικού Οικογένεια. Όλη την ιστορία της ανακάλυψης την παρουσιάζω σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, το 2012 (τότε δεν είχε επιβεβαιωθεί απολύτως η γνησιότητα του διηγήματος).

Αργότερα, το διήγημα κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστό τομίδιο από τις εκδόσεις Ερατώ, και πλέον έχει προστεθεί και επίσημα στο σώμα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, η 172η ψηφίδα.

Το διήγημα εκτυλίσσεται στη Σκιάθο -αυτό δηλώνεται έμμεσα, από το τοπωνύμιο Βουρλίδια, που το βρίσκουμε και σε άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (πχ. στα «Συμβάντα στο μύλο») αλλά και από το πρόσωπο του ταβερνιάρη Σαραφιανού, ο οποίος επίσης εμφανίζεται σε άλλα διηγήματα (π.χ. στο «Σπιτάκι στο λιβάδι»). Ο Θωμάς Σαραφιανός ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Σε δημοσιογραφικό του άρθρο, ο Παπαδιαμάντης επαινεί το μοσχάτο κρασί που σερβίρεται στο «οινοπωλείον και παντοπωλείον Η Μουργιά του Θωμά Σαραφιανού εις την Σκίαθον».

Κατ’ εξαίρεση, το κείμενο το παραθέτω σε πολυτονικό. Ελπίζω αυτό να μην προκαλέσει πολλά προβλήματα σε όσους έχουν κινητές συσκευές -αλλά αυτοί μπορούν να το διαβάσουν και εδώ.

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 82 Σχόλια »

Πάσχα με τον Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2019

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα κάνουμε, όχι για πρώτη φορά, μια τροποποίηση στο έθιμο. Δεν θα δημοσιεύσουμε διήγημα του Παπαδιαμάντη, αλλά ένα αφήγημα του Κώστα Βάρναλη για τον Παπαδιαμάντη, δηλαδή με ήρωα, ας πούμε, τον Παπαδιαμάντη.

Κι άλλη φορά έχουμε στο ιστολόγιο δημοσιεύσει παπαδιαμαντικά κείμενα του Βάρναλη και ανάμεσά τους, πριν από τέσσερα χρόνια, «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη«. Όπως θα δείτε, το σημερινό κείμενο είναι διαφορετικό, συνδυάζει χρονογράφημα με προσωπικές αναμνήσεις, όταν ο νεαρός Βάρναλης (δεκαοχτάχρονος) είχε γνωρίσει στη Δεξαμενή τον γηραιό (πενηντάχρονο!) Παπαδιαμάντη.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος στις 8 Απριλίου 1950, Μεγάλο Σάββατο τότε. Λίγες μέρες αργότερα, ο Βάρναλης θα άρχιζε να δημοσιεύει καθημερινά χρονογράφημα σε αυτή την απογευματινή κεντροαριστερή εφημερίδα, μια συνεργασία που διάρκεσε ως το καλοκαίρι του 1953 -τότε ο Φιλελεύθερος έκλεισε και ο Βάρναλης άρχισε τη συνεργασία του με την Αυγή.

Πολλές ευχαριστίες οφείλω στον φίλο μας τον Νεοκίντ που πληκτρολόγησε το κείμενο. Έγινε εκσυγχρονισμός της ορθογραφίας.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

Πάσχα με τον Παπαδιαμάντη

Του κ. ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ

Το Πάσχα του καλού καιρού, το Πάσχα της Αγάπης, δε θα το βρούμε πουθενά στον αιώνα του Μίσους. Μονάχα στον Παπαδιαμάντη. Αυτές τις μέρες κάθε απελπισμένος, κάθε νοσταλγός των περασμένων, πρέπει να διαβάζει τα «Πασχαλινά διηγήματα» του μεγάλου Σκιαθίτη. Θα τον πάρουν οι άνεμοι της Άνοιξης γεμάτοι καλοσύνη και θα τον μεταφέρουν στο ειρηνικό νησί των Βορείων Σποράδων, αντίκρα στο χιονισμένο Πήλιο με τα γαλανά τ’ ακρογιάλια ,τις πράσινες πλαγιές, τους ανθισμένους κάμπους, στο μεθυσμένο από τ’ αρώματα και τα λιβανωτά. Ουτοπία – δεν υπάρχουνε πια τέτοιοι τόποι! – ανάμεσα στους ξαφνισμένους … Σεληναίους – δεν υπάρχουν πια στη γη μας τέτοιοι άνθρωποι! – και θα ζήσει για λίγες, αξέχαστες ώρες το μέγα «Άλλοθι» της Αγάπης, που χάθηκε από τον πλανήτη μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Πασχαλινά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 60 Σχόλια »

Πασχαλιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2019

Όπως και κάθε χρόνο, έτσι και φέτος το μόνο πρόβλημα που έχω για να τιτλοφορήσω το πολυσυλλεκτικό σαββατιάτικο άρθρο μας είναι να διαλέξω έναν τίτλο που να μην τον έχω χρησιμοποιήσει άλλη χρονιά. Λαμπριάτικα έχω πει, πασχαλινά ή και προπασχαλινά μεζεδάκια έχω πει, πασχαλιάτικα όχι, οπότε καπαρώνω τον τίτλο φέτος και του χρόνου βλέπουμε.

* Γλωσσικοί και σχετικοί με τη γλώσσα μύθοι δεν κυκλοφορούν, βεβαίως, μόνο στα καθ’ ημάς. Ιδού αυτό το αφισάκι, που παρουσιάζει έναν μύθο αρκετά διαδεδομένο σε νιου έιτζ κύκλους, ότι τάχα η αγγλική λέξη Easter προέρχεται από την Ιστάρ, τη θεά των πολιτισμών της Μεσοποταμίας.

Ή μάλλον το αφισάκι που βλέπετε παρουσιάζει την ανασκευή του μύθου αυτού, από τον φίλο Γιάννη Οικονόμου. Σκέφτομαι πως ίσως αυτός ο τρόπος ανασκευής είναι πιο επιδραστικός.

Όσο για την ετυμολογία της λέξης Easter, όπως έχουμε γράψει παλιότερα (και θα το επαναλάβουμε του χρόνου) «προέρχεται από μια παγανιστική γιορτή προς τιμήν μιας τευτονικής θεάς της άνοιξης και του φωτός, της ανατολής του ήλιου (άλλωστε east είναι η ανατολή). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα γερμανικά (Ostern)».

* Τελικά τι θα κάνουμε με τους τιμητές;

Σε πρόσφατο άρθρο της η ΕφΣυν αναφερεται στους «τιμητές του Μουσολίνι στο Μιλάνο«.

Δεν εννοεί αυτούς που επικρίνουν τον Μουσολίνι, αλλά τους ακροδεξιούς οπαδούς της Λάτσιο, που με την ευκαιρία κάποιου ποδοσφαιρικού αγώνα βρέθηκαν στο Μιλάνο και επισκέφτηκαν την Πιατσάλε Λορέτο, τον τόπο όπου οι παρτιζάνοι κρέμασαν ανάποδα, το 1945, τα πτώματα του Μουσολίνι και της Κλαρέτας Πετάτσι, και εκεί ύψωσαν πανό που έγραφε «Τιμή στον Μπενίτο Μουσολίνι».

Πολλές φορές έχουμε γράψει για τη λέξη αυτή, που σημαίνει τον δριμύ επικριτή σύμφωνα με τα λεξικά (μια χρήση που ανάγεται στα ρωμαϊκά χρόνια και στους κήνσορες) αλλά η οποία, έχοντας χάσει σημασιολογική διαφάνεια, θεωρείται από πολλούς ότι σημαίνει «οπαδός, υμνητής» -διότι, σου λέει ο άλλος, τιμητής είναι αυτός που τιμά.

Καθώς όμως εξακολουθεί να είναι ζωντανή και η αρχική σημασία της λέξης, δύσκολα θα δεχτούμε χρήσεις με τη νέα σημασία, εννοώ όσοι από εμάς είμαστε επαγγελματίες γραφιάδες και διορθώνουμε κείμενα -θα επισημαίνουμε το λάθος και θα το διορθώνουμε, ώσπου να γείρει η πλάστιγγα, αν ποτέ γείρει.

Ως τότε, ο τιμητής μπαίνει στην ίδια κατηγορία λέξεων με τον «ευάριθμο». Λέξεις που προτιμότερο είναι να αποφεύγονται, επειδή ούτε αυτός που τις γράφει ξέρει πώς θα τις εκλάβουν οι αναγνώστες του, ούτε αυτός που διαβάζει ξέρει πώς τις εννοεί ο συντάκτης.

* Στο ίδιο άρθρο της ΕφΣυν, διαβάζω ότι «Το πανό φέρει επίσης την υπογραφή των Irreducibles, μιας από τις ακροδεξιές ομάδες της Λάτσιο».

Ακροδεξιοί είναι οι οπαδοί, αλλά είναι Ιταλοί, οπότε δεν μπορεί να υπογράφουν Irreducibles. Θα υπογράφανε έτσι αν ήταν Άγγλοι. Οι Ιταλοί (και αφού είναι εθνικιστές, ένας λόγος παραπάνω να γράφουν στα ιταλικά) υπογράψανε ως Irriducibili. Πείτε το «Αδιάλλακτοι».

* Aριστερά βλέπετε την πασχαλινή ευχετήρια κάρτα του Ευκλείδη Τσακαλώτου.

Eίναι ένας πίνακας του Μεξικανού ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα. Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, ο τίτλος του πίνακα είναι «Η απελευθέρωση του Peon».

O αγγλικός τίτλος του πίνακα είναι Liberation of the Peon, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο Peon είναι κύριο όνομα (αν ήταν δεν θα είχε άρθρο). Πρόκειται για την ισπανική λέξη peón, που σημαίνει περίπου «κολλήγος». (Εδώ πιο αναλυτικά για το peonage).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κύπρος, Μύθοι, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , , , | 194 Σχόλια »

Ζωή χαρισάμενη και άλλες εκφράσεις από τη Μεγαλοβδομάδα, ξανά

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2019

Tελειώνει η Μεγαλοβδομάδα και λεξιλογικό πασχαλινό άρθρο δεν έχουμε βάλει. Επανορθώνουμε με το σημερινό -βέβαια, επειδή οι λέξεις και οι φράσεις της Μεγάλης Εβδομάδας είναι περιορισμένες, τις έχουμε ήδη καλύψει σχεδόν όλες, οπότε το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη, και μάλιστα πολυεπανάληψη: τελευταία φορά, το είχαμε δημοσιεύσει το 2016. Έβαλα πάντως και μερικά πράγματα ακόμη, ενσωματώνοντας σχόλιά΄σας.

Μια και βρισκόμαστε στη Μεγάλη Εβδομάδα, ταιριάζει να ασχοληθούμε με την επίδραση της εκκλησιαστικής γλώσσας στη φρασεολογία μας. Αν κοιτάξετε μια συλλογή ιδιωματικών ή παγιωμένων εκφράσεων (π.χ. το βιβλίο μου Λόγια του αέρα, για να κάνω και ρεκλάμα), θα δείτε ότι είναι πάρα πολλές οι λαϊκές εκφράσεις που προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα, πράγμα που οφείλεται στο ότι επί αιώνες όλος ο πληθυσμός εκκλησιαζόταν ταχτικά και οπωσδήποτε μέσα στη Μεγαλοβδομάδα. Όπως γράφει ο μεγάλος λαογράφος Δημ. Λουκάτος, στο άρθρο του «Οι ακολουθίες της Μεγ. Εβδομάδας και η επίδρασή τους στη νεοελληνική γλώσσα», από το οποίο αντλώ αρκετά στοιχεία του άρθρου μου:

Τα δώδεκα Ευαγγέλια και τα τροπάρια που ψάλλονται τη Μ. Εβδομάδα στην εκκλησία, έδωκαν στο λαό μας πολύ υλικό να πλουτίσει το λεξικό του. Είναι γνωστό πως ο κόσμος θέλει συχνά να λογιωτατίζει με αρχαϊκότερα ρητά, είτε για να στολίσει τις κουβέντες του, είτε για να τούς δώσει μεγαλύτερο κύρος. Και δανείζεται τότε λέξεις ή φράσεις ολόκληρες από κείμενα γνωστά, που έχουν πάρει κάποια επίσημη θέση στη συνείδησή του και που τα θεωρεί, χωρίς αμφιβολία, σοφά.

Ο λαός μας, ιδίως στα χρόνια της σκλαβιάς του, έζησε πολύ μέσα στο περιβάλλον της εκκλησίας και του εντυπώθηκε βαθιά κάθε τι που του διηγήθηκαν τα βιβλία της, τα Ευαγγέλια κι οι Υμνωδίες. Η φρασεολογία τους, πλαισιωμένη από θρησκόληπτο μυστικισμό, έπαιρνε την αίγλη μιας ανώτερης γλώσσας, θεόπνευστης και σοφής. Έτσι, ο λαός μεταχειριζόταν στις συζητήσεις του φράσεις και λέξεις εκκλησιαστικές, που του έκαναν ρητορικότερη την ομιλία, έστω κι αν δεν καταλάβαινε πολλές φορές τη σημασία τους. Τις χρησιμοποίησε στην αρχή σα για να παίξει ή να δείξει κάποια εγκυκλοπαιδική κατάρτιση στους άλλους. Μα σιγά-σιγά, οι ξένες αυτές έννοιες αφομοιώθηκαν κι έγιναν μέλη οργανικά της νεοελληνικής γλώσσας.

Παράδειγμα τέτοιας έκφρασης που δημιουργήθηκε από παρανόηση είναι η έκφραση «ζει/περνάει ζωή χαρισάμενη». Γεννήθηκε από το δοξαστικό της Ανάστασης, ένα από τα γνωστότερα εκκλησιαστικά τροπάρια, που το ξέρω ακόμα κι εγώ: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος. Χάρισε ζωή σ’ αυτούς που βρίσκονται στα μνήματα. Χαρισάμενος, μετοχή του χαρίζομαι, που τότε σήμαινε «χαρίζω», αλλά σήμερα επιβιώνει με τη σημασία «μεροληπτώ υπέρ κάποιου, δείχνω εύνοια, υποχωρώ», όπως όταν λέμε π.χ. ότι κάποιος πέρασε χαριστικά τις εξετάσεις.

Όπως εξηγεί ο Δ. Λουκάτος: Χαριτωμένες, όσο και αστείες, είναι μερικές παρεξηγήσεις που έκανε ο λαός σε ορισμένες φράσεις. Δεν κατάλαβε σε πολλές την έννοιά τους, και ή τις παραμόρφωσε ή τις μεταχειρίστηκε με άλλη έννοια. (…) Ανάλογη παρεξήγηση έγινε και στη φράση «ζωή χαρισάμενη», που είναι παρμένη από το Χριστός Ανέστη. Ο λαός πρόσεξε το «ζωή» και τις δυο πρώτες συλλαβές τού «χαρισάμενος» και βιάστηκε να δώσει την εξήγηση: ζωή γεμάτη χαρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εκκλησία, Πασχαλινά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 126 Σχόλια »

Η πασχαλιάτικη οδός Αιόλου το 1953 (άρθρο του Δημ. Λουκάτου)

Posted by sarant στο 25 Απριλίου, 2019

Μέρες που είναι, δημοσιεύω σήμερα ένα λαογραφικό κείμενο του κορυφαίου λαογράφου Δημήτρη Λουκάτου (1908-2003) που γράφτηκε το 1953 και περιγράφει την πασχαλιάτικη αγορά στο κέντρο της τότε Αθήνας, στην οδόν Αιόλου. Το κείμενο είχε αρχικά δημοσιευτεί στη Νέα Εστία και μετά στον τόμο «Πασχαλινά και της Άνοιξης» (εκδόσεις Φιλιππότη).

Η αγορά που περιγράφει ο Λουκάτος μάλλον δεν υπάρχει πια -και δεν ξέρω ποιος θα περιγράψει τη σημερινή κατάσταση. Ενδιαφέρον είναι ότι το κείμενο εστιάζει στη Μεγάλη Πέμπτη, δηλαδή στη σημερινή μέρα.

Μονοτόνισα αλλά σε γενικές γραμμές διατήρησα την ορθογραφία. Αξιοπρόσεκτη θεωρώ τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Λουκάτος, που δεν ήταν ακραίος δημοτικιστής -κι όμως γράφει «οι δέησες» και «ο Σταυρωμένος».

Κατά απίστευτη σύμπτωση, βρήκα στο Φέισμπουκ (σε αυτη τη σελίδα) μια φωτογραφία της οδού Αιόλου και της πασχαλιάτικης αγοράς της, βγαλμένη επίσης το 1953 -την προσθέτω πιο κάτω.

Ο Λουκάτος αργότερα έγραψε ανάλογο κείμενο για τη χριστουγεννιάτικη οδό Αιόλου -πρέπει να θυμηθώ να το ανεβάσω κάποια Χριστούγεννα.

Η ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ ΑΙΟΛΟΥ

(Μεγαλοβδόμαδο του 1953)

Η όδός Αίολου στην Αθήνα είναι ο πιο χαρακτηριστικός  δρόμος, για όσους θέλουν να μελετήσουν το πρωτευουσιάνικο φολκλόρ, στις δυο μεγάλες γιορτές του χρόνου, την Πρωτοχρονιά με τα Χριστούγεννα, και τη Λαμπρή με τη Μεγάλη Βδομάδα. Πάνω σε κείνα τα ομοιόμορφα τραπεζάκια, που στήνονται από επινοητικούς μικροεπιχειρηματίες, (οικογένειες συνήθως, που βοηθιούνται από τα μέλη τους η από νεαρούς συνεταίρους), βρίσκει κανείς συγκεντρωμένα όλα τα μικροπράγματα που απαιτούν σαν έθιμο οι μέρες αυτές, και που είναι η σύνθεση του πατροπαράδοτου με την επιχειρηματική επινοητικότητα των πουλητάδων. Και τα δύο είναι στοιχεία λαογραφικά. Έργο λαϊκό δεν είναι μόνο ό,τι δημιουργεί ο λαός, αλλά και ό,τι του φτιάχνουν οι άλλοι, μαντεύοντας τις προτιμήσεις του, και του αρέσει. Από τη συνεργασία μάλιστα αυτή βγαίνει συχνά και το χαρούμενο αποτέλεσμα της άνανέωσης μιας παράδοσης, που αλλιώς θα χανόταν με τις παλιότερες γενεές.

Για τα γιορταστικά μικροπράγματα, που σαν λατρευτικά σύνεργα αναζητιούνται τις μέρες αυτές από το λαό, η οδός Αιόλου είναι ένα ζεστό χωνευτήρι, όπου ανακατεύονται χρόνοι παλιοί και νεότεροι, επαρχίες απ’ όλη την Ελλάδα και την προσφυγική Ανατολή, ήθη, έθιμα κι επινοήσεις, όχι μονάχα ελληνικά αλλά κι ετρωπαϊκά και αμερικάνικα. Ο λαός πουλητής τα συγκεντρώνει όλα εκεί, αφού κάμει υποσυνείδητα την πρώτη επιλογή του, κι ο λαός αγοραστής ρυθμίζει με τις προτιμήσεις του και καθιερώνει το πέρασμα πολλών απ’ αυτά στή σύγχρονη εθνική ή πρωτευουσιάνικη παράδοσή του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Λαογραφία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , | 159 Σχόλια »

Ο Φυσικός Άνθρωπος (το κατά Γιάννη Μακριδάκη Ευαγγέλιο)

Posted by sarant στο 21 Απριλίου, 2019

Σήμερα είναι Κυριακή, μέρα που συνηθίζουμε να βάζουμε κάτι λογοτεχνικό. Είναι και η θλιβερή επέτειος της 21ης Απριλίου 1967, είναι ομως και η Κυριακή των Βαΐων. Βρισκόμουν σε δίλημμα ποιο από τα δύο θέματα να προτιμήσω, αλλά είδα στη σελίδα του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, που πολύ τον αγαπώ και έργα του έχω κατ’ επανάληψη παρουσιάσει εδώ, το αφήγημα που θα διαβάσετε και μου άρεσε και του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω -τον ευχαριστώ πολύ.

Πρόκειται όπως βλέπετε για μια παράφραση της Μεγάλης Εβδομάδας και των Παθών του Ιησού Χριστού. Τέτοιες παραφράσεις γνωρίζει αρκετές η λογοτεχνία μας -θα αναφέρω πρόχειρα την αρκετά γνωστή «Μεγάλη βδομάδα του πρεζάκη» του Μ. Καραγάτση. Φυσικά, η κατά Μακριδάκην Μεγαλοβδομάδα διαπνέεται από τις πεποιθήσεις του συγγραφέα για τον φυσικό ανθρωπο, που τις εχει εκφράσει και στις νουβέλες του, ίσως πιο καθαρά στο «Αντί Στεφάνου«.

Σχολιάζει ο Μακριδάκης:

Το έγραψα το 2017, μετά από παραγγελία του Γιώργου Κουμεντάκη, καλλιτεχνικού διευθυντή της Λυρικής Σκηνής, για την Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ. Αποτελεί παράφραση των Ιερών Ευαγγελίων της Μεγάλης Εβδομάδας και παρουσιάστηκε στην παράσταση Ημέρες Λατρευτικής Μουσικής – Παραφράσεις Ιερών Κειμένων, στο Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, στις 4 και 5 Απριλίου 2017, ερμηνευμένο από την ηθοποιό Ράνια Οικονομίδου συνοδεία των αυτοσχεδιασμών στο πιάνο του Αντώνη Ανισέγκου.

Παραθέτω το κείμενο χωρίς άλλα σχόλια:

Ο Φυσικός Άνθρωπος ή αλλιώς το κατά Γιάννη Μακριδάκη Ευαγγέλιο

Την νύχτα εκείνη ο Ιησούς και οι μαθητές Αυτού, εξόν του Ιούδα, μετέβησαν πέραν του χειμάρρου των Κέδρων και εισήλθαν εις τον ελαιώνα της Γεσθημανής όπως προσευχηθούν.

Τον τόπο εκείνον εγνώριζε ασφαλώς και ο Ιούδας, διότι είχαν μεταβεί πλείστες φορές εκεί μαζί με τον Ιησού. Κατέφθασε κατόπιν λοιπόν και ούτος εκεί, επικεφαλής πλήθους οργίλων Καταναλωτών τε και Δούλων του Συστήματος, εχόντων ανά χείρας δαυλούς, λύχνους, ξύλα και μάχαιρες, συνοδευόμενοι υπό πανόπλων Στρατιωτών και Φρουρών, οίτινες είχαν διαθέσει εις αυτόν οι Τραπεζίτες, οι Επενδυτές και οι Άρχοντες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παρωδίες, Πασχαλινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , | 133 Σχόλια »

Άρατε πύλας (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2018

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά. Φέτος, επιμένω με Σκιάθο αλλά διαλέγω τον άλλο Αλέξανδρο, τον εξάδελφο του Παπαδιαμάντη, τον Μωραϊτίδη.

Το διήγημα είναι και κατά κάποιο τρόπο (ιστολογικώς) επίκαιρο, αφού πριν από τέσσερις μέρες δημοσιεύσαμε άρθρο που αναφέρεται στο ίδιο θρησκευτικό δρώμενο που περιγράφει και ο Μωραϊτίδης στο διήγημα.

Το κείμενο υπάρχει στο Διαδίκτυο, εγώ το πήρα από το sansimera.gr όπου ήταν ήδη μονοτονισμένο. Έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και διόρθωσα κάμποσες αβλεψίες. Δεν εκσυγχρονίζω την ορθογραφία (που πάντως την έχει εκσυγχρονίσει κάπως ο Ν.Δ.Τ., π.χ. είνε σε είναι, έγεινε σε έγινε κτλ.) παρά μόνο το «κ'» σε «κι».

Η καθαρεύουσα του Μωραϊτίδη είναι πιο βαριά (και με πολυ λιγότερες ιδιωματικές ανάσες) από του Παπαδιαμάντη. Σημειώνω με αστερίσκο μερικές λέξεις που τις εξηγώ στο τέλος.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

«Άρατε πύλας…»

Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! Και μόνον η ανάμνησίς του με γοητεύει και τώρα ακόμη. Τι εύμορφον Πάσχα! Νομίζω ότι έκτοτε δεν είδα πλέον τοιούτο φαιδρόν, τοιούτο μελωδικόν κι ευώδες Πάσχα. Όλα εγελούσαν ως μικρά αθώα παιδία, όλα εμοσχοβολούσαν εις την μικράν εκείνην νήσον, όλα ήσαν λαμπροφορεμένα· τα περισσότερα παιδία είχαν φορέσει καινουργή τριζοκοπούντα υποδήματα, κι έκαμνον κρότον και κρότον επάνω εις τις πλάκες της Εκκλησίας. Τι εύμορφον Πάσχα! Την ψαλμωδίαν του, μοι φαίνεται, δεν την ήκουσα πλέον. Ίσως συνετέλεσε και η έκτακτος δροσερά άνοιξις του έτους εκείνου του αλησμονήτου. Τα αηδόνια είχαν έλθει τόσον εγγύς εις την κωμόπολιν, ώστε μερικά αφόβως εισέδυσαν και εις το πυκνόν του ναΐσκου κηπάριον και συνώδευον και εκείνα με την μαγευτικήν μελωδίαν των το γλυκύλαλον «Χριστός Ανέστη». Το καέν θυμίαμα, υπάρχουν στιγμαί, που νομίζω πως το αισθάνομαι ακόμη κατά τινα μυστικήν όλως απάτην. Έλεγαν πως ήτο θυμίαμα από την Αγίαν Άνναν, Σκήτην του Άθωνος, γνωστήν διά την αρετήν των ερημιτών αυτής. Αλλ’ ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του κηπαρίου της Εκκλησίας προσέφερον και αυτά εν αναλογία το άρωμά των το μεθυστικόν. Και ήσαν τόσα πολλά το έτος εκείνο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Ο Ιούδας όπως τον είδε ο Κώστας Βάρναλης

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2017

Ακόμα η πασχαλινή αύρα δεν έχει φύγει, η μέρα είναι αργία με χαλαρούς ρυθμούς, σαν Κυριακή, οπότε ταιριάζει μια αναφορά στον τρόπο που είδε η λογοτεχνία τον Ιούδα Ισκαριώτη, τον μαθητή που πρόδωσε τον Ιησού. Παίρνω αφορμή από κάποια σχόλια που έγιναν στο προχτεσινό μας άρθρο που ήταν αφιερωμένο στο απεχθές έθιμο του καψίματος του Ιούδα.

Πολλοί λογοτέχνες προχώρησαν πέρα από τα όσα παραδίδονται στα Ευαγγέλια, είδαν την πράξη του Ιούδα όχι σαν προδοσία για το χρήμα αλλά σαν αποτέλεσμα άλυτων εσωτερικών αντιφάσεων. Το θέμα είναι εκτενές και δεν έχω σκοπό να το αναλύσω, απλώς θα αναφέρω τον τρόπο που είδε τον Ιούδα ο Νίκος Καζαντζάκης στον Τελευταίο πειρασμό ή ο Μπόρχες στο διήγημά του για τα τρία πρόσωπα του Ιούδα.

Όμως αντί για φιλολογική ανάλυση, προτιμώ να παραθέσω ένα ολόκληρο ποίημα, που δείχνει την πρόσληψη του Ιούδα από τον Κώστα Βάρναλη.

Θα διαβάσουμε σήμερα την ενότητα «Η αγωνία του Ιούδα» από το πρώτο μέρος των Σκλάβων Πολιορκημένων του Βάρναλη, μια εισαγωγή σε (ποιητικό) πεζό ακολουθούμενη από 13 πεντάστιχες στροφές. Θεωρώ ότι πρόκειται για ποίημα εκτυφλωτικής ποιητικής αρτιότητας στο δύσκολο πεντάστιχο που κι άλλη φορά το έχει χρησιμοποιήσει ο Βάρναλης στην ίδια ποιητική σύνθεση, και ιδίως στους «Πόνους της Παναγιάς». Στο τέλος σχολιάζω κάποια λεξιλογικά.

Η Αγωνία του Ιούδα
Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφοβράση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.
Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθεια του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί. Και προσεύχονται.
Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ ένα λόφον από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να ’χει πολύ υποφέρει.
Για πρώτη φορά ο πόνος κι η απελπισιά καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.
Τα χείλη του, καθώς τα σφίγγει, παίρνουνε, θαρρείς, το σκήμα του φιλιού.

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, — αγκομαχώ!
Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,
ω βράδυ καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αυτή, που αστράβει.

Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι, —
την ερημιά βαρέθηκα κι η πόλη δε μας θέλει!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Πασχαλινά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 79 Σχόλια »

Παιδική Πασχαλιά (Αλέξ. Παπαδιαμάντης)

Posted by sarant στο 16 Απριλίου, 2017

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα. Διάλεξα σήμερα λοιπόν ένα του Παπαδιαμάντη, όπως και πέρυσι. Είναι αρκετά τα πασχαλιάτικα του Παπαδιαμάντη έστω κι αν τα χριστουγεννιάτικα είναι περισσότερα. Παρόλο που φέτος κάνω Πάσχα μακριά από το σπίτι, το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει -με αυτόματο πιλότο.

Το κείμενο το πήρα από το papadiamantis.org, έκανα μια πρόχειρη μετατροπή σε μονοτονικό (θα έμειναν τίποτα μονοσύλλαβα) και εκσυγχρόνισα λίγο ακόμα την (ήδη εκσυγχρονισμένη) ορθογραφία. Ιδιωματικές λέξεις δεν έχει το διήγημα, θαρρώ.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Καλή Ανάσταση!

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Τον υιόν της τον καπετάν Κομνιανόν τον επαντρολογούσεν ήδη η γρια-Κομνιανάκαινα, αν και δεν είχε χρονίσει ακόμη η νύμφη της, η μακαρίτις. Τα δύο ορφανά, μία κόρη οκταέτις και έν τετραετές παιδίον, εφόρουν μαύρα, κατάμαυρα, οπού εστενοχώρουν κιι εχλώμιαιναν τα πτωχά κάτισχνα κορμάκια των, και ήτον καημός καρδιάς να τα βλέπει τις. Ενθύμιζαν το δημώδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾽ απ᾽ τά σίδερα είναι τα μαύρα ρούχα,
γιατί τα φόρεσα κι εγώ για μιαν αγάπη πού ᾽χα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: | 96 Σχόλια »

Μεγαλοσαββατιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 15 Απριλίου, 2017

Άλλες φορές τα λέω «πασχαλινά», άλλοτε «προπασχαλινά», περιέργως δεν τα έχω ακόμα πει «μεγαλοσαββατιάτικα»: εννοώ τα μεζεδάκια που δημοσιεύονται το Μεγάλο Σάββατο, τόσα χρόνια που διαρκεί το έθιμο (των σαββατιάτικων μεζεδακιών, όχι του Πάσχα, διότι εκείνο διαρκεί περισσότερο).

Φέτος, πάντως, το άρθρο γράφεται ήδη από τη Μεγάλη Πέμπτη, και ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, μια και τις άγιες μέρες θα είμαι εκτός έδρας, στα πατρογονικά μου (κάποια από αυτά, τέλος πάντων: όχι όμως στη Μυτιλήνη, ούτε στην Αίγινα).

Εξαιτίας αυτού του ετεροχρονισμού, ίσως η σημερινή πιατέλα να είναι κάπως ελαφριά. Αλλά μεγαλοβδόμαδο είναι, ας μην το ρίξουμε στις καταχρήσεις.

* Η λαϊκή προφορά «Οκτώμβριος» είναι πολύ συνηθισμένη, δεν αξίζει να επισημαίνεται. Ωστόσο, φίλος της στήλης μού έστειλε τίτλο άρθρου από ημισοβαρόν ιστότοπο, στον οποίο αποτυπώνεται γραπτά η προφορά «ΣεΜΠτέμβριος» (και «σεμτέβριος» ακούγεται).

Σύμφωνα λοιπόν με το ρεπορτάζ, «Η Άντζελα Δημητρίου παντρεύει την κόρη της τον Σεμπτέμβριο«.

Πρόσεξα ότι το ρεπορτάζ είναι αντζελοστρεφές μέχρι παρεξηγήσεως. Το όνομα της Λαίδης μνημονεύεται τρεις φορές, του μέλλοντος γαμπρού άλλες τρεις, ενώ της μέλλουσας νύφης μόνο μία φορά. Και όταν λέω για παρεξήγηση, τι καταλαβαίνετε από αυτή τη διατύπωση;

Η αγαπημένη τραγουδίστρια ετοιμάζει μαζί με την κόρη της Όλγα Κιουρτσάκη το γάμο της με τον Φώτη Λιόση με τον οποίο είναι ζευγάρι πάνω από δέκα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Νόμος του Μέφρι, Νομανσλάνδη, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , , , | 149 Σχόλια »