Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Πατριδογνωσία’ Category

Ο χάρτης του φαντάρου

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2017

Πριν από μερικούς μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα «νεοελληνικά ακληρήματα» δηλ. τα περιπαιχτικά ή μειωτικά παρατσούκλια που έχουν βγει για τους κατοίκους διαφόρων περιοχών της Ελλάδας. Στα σχόλια του άρθρου εκείνου επισημάνθηκε, σωστά, ότι πολλά από τα παρατσούκλια αυτά διαδίδονται από τους φαντάρους που υπηρετούν στον αντίστοιχο τόπο. Κάποια ίσως και να τα έχουν επινοήσει φαντάροι.

Σήμερα δημοσιεύω ένα άρθρο που επιχειρεί να καταγράψει όλα τα ειρωνικά ονόματα που χρησιμοποιούνται από φαντάρους. Θα ήταν ιδανικό να έχω και πραγματικό χάρτη της Ελλάδας με τα ονόματα σημειωμένα, αλλά δεν διαθέτω γραφιστικές ικανότητες. Αν έχει κανείς καιρό και όρεξη….

Το άρθρο που θα διαβάσετε ήταν ενταγμένο σε ένα βιβλίο για τη γλώσσα του στρατού, που είχαμε ξεκινήσει να γράφουμε, το 2009, ένας φίλος κι εγώ, αλλά που δεν ολοκληρώθηκε, ελλείψει ενδιαφέροντος από εκδότες. Οπότε, ας αξιοποιηθεί εδώ.

Ο χάρτης του φαντάρου

Σύμφωνα με το στερεότυπο, ο φαντάρος μισεί τον τόπο όπου υπηρετεί, περίπου ανεξάρτητα από τις φυσικές του καλλονές, τον χαρακτήρα των ντόπιων ή τις ευκαιρίες διασκέδασης που προσφέρει. Όσο καλά κι αν έχει περάσει, όταν έρθει το χαρτί της μετάθεσης ή της απόλυσης (η «ροζαλία») θα αναφωνήσει θριαμβευτικά: Πουτάνα (π.χ.) Γκασμαδία, δεν έμεινε καμία!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γεωγραφία, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία, Στρατός | Με ετικέτα: , | 172 Σχόλια »

Η ιδιοκατοίκηση είναι κακό πράγμα, περίπου σαν τον αντισημιτισμό ή την παχυσαρκία

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2017

Δεν το λέω εγώ αυτό -ο τίτλος ειρωνεύεται το περιεχόμενο ενός άρθρου του Διονύση Γουσέτη, που δημοσιεύτηκε χτες στην Καθημερινή, με τίτλο «Τα ευρωπαϊκά ρεκόρ των Ελλήνων«. Ο συγγραφέας δεν εννοεί ρεκόρ στον στίβο ή γενικότερα στον αθλητισμό (που έτσι κι αλλιώς δεν είναι τόσο πολλά, αμφιβάλλω αν θα γέμιζαν άρθρο) αλλά διάφορα μεγέθη και κοινωνικούς δείκτες, στα οποία η Ελλάδα υποτίθεται ότι έχει μια σειρά από πρωτιές αλλά και από τελευταίες θέσεις.

Διάλεξα να σχολιάσω σήμερα το άρθρο αυτό αλλά θα ζητήσω και τη δική σας βοήθεια, όσοι έχετε ταλέντο σε αναζητήσεις διαδικτυακές, για να επιβεβαιωθούν ή να ανασκευαστούν οι ισχυρισμοί του Δ. Γουσέτη. Παρακινήθηκα να γράψω το σημερινό σημείωμα επειδή είδα ότι το άρθρο του Δ.Γ. περιέχει πολλές ανακρίβειες, σε τέτοιο βαθμό που να καταντά ανέντιμο, και επειδή με εκνευρίζουν οι αφορισμοί του τύπου «μόνο στην Ελλάδα συμβαίνει αυτό» (καλό ή κακό, δεν έχει σημασία).

Είναι βαριά κουβέντα να λες «ανέντιμο», αλλά ο αρθρογράφος διαβεβαιώνει ότι οι ισχυρισμοί του βασίζονται σε στατιστικές τις οποίες έχει συγκεντρώσει από διάφορες πηγές, έστω κι αν αιδημόνως αποφεύγει να δώσει έστω και μια παραπομπή, παρόλο που με την ηλεκτρονική δημοσίευση είναι πανεύκολο να προστεθούν υπερσύνδεσμοι στο κείμενο. Αλλά ας δούμε καλύτερα τους ισχυρισμούς.

Και πρώτα οι «ελληνικές πρωτιές»:

Είμαστε πρώτοι σε: γήρανση πληθυσμού, μέγεθος κράτους, διαφθορά, απεργίες, ανεργία, αρνησιδικία, καπνιστές, αλκοόλ, ναρκωτικά, παχυσαρκία, εκτρώσεις, τροχαία ατυχήματα, εξαγωγή φοιτητών, ατμοσφαιρική ρύπανση, τραγούδι και χορό, τηλεθέαση, αριθμό τηλεοράσεων ανά νοικοκυριό, ιδιωτικές δαπάνες για υγεία και παιδεία, γιατρούς, πλαστικές εγχειρήσεις, τοκετούς με καισαρική, ρατσισμό, ξενοφοβία, παραβιάσεις πολεοδομικής νομοθεσίας, περιβαλλοντικές παραβάσεις, βρωμιά πρωτεύουσας, ακρίβεια, φοροδιαφυγή, ιδιοκατοίκηση, παραοικονομία, στρατιωτικές δαπάνες, σπατάλη δημοσίου χρήματος, σπατάλη ενέργειας, αντιαμερικανισμό, ευρωσκεπτικισμό, ποσοστά νεοναζί, θρησκευτικότητα, παιδική θνησιμότητα, τζόγο, αντισημιτισμό, ισοβίτες.

Αν χάσατε τον λογαριασμό, 42 πρωτιές.

Και οι τελευταίες θέσεις:
Είμαστε τελευταίοι σε: ανάγνωση εφημερίδων, πωλήσεις, δανεισμό και ανάγνωση βιβλίων, χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, πολιτικές ελευθερίες, ελευθερία του Τύπου, διαχείριση σκουπιδιών, ανακύκλωση, δωρητές οργάνων, εκπροσώπηση των γυναικών στις δομές εξουσίας, συνθήκες διαβίωσης ηλικιωμένων, παροχή ασύλου, δίκτυο σιδηροδρόμων, μουσεία, βιβλιοθήκες, κινηματογράφο, ραδιόφωνο, θέατρο, μουσικές συναυλίες, δαπάνες για αναψυχή και πολιτιστικές δραστηριότητες, πράσινο στις πόλεις, ξένες επενδύσεις, πρόνοια, παιδεία, ποιότητα λαμβανόμενης γνώσης, ανταγωνιστικότητα, προστασία του περιβάλλοντος, ενσωμάτωση νομοθεσίας Ε.Ε., εφαρμογή κοινοτικών οδηγιών, απορρόφηση των κονδυλίων της Ε.Ε., γονιμότητα, κοινωνική δικαιοσύνη. Επίσης, είμαστε η μοναδική χώρα της Ε.Ε. που εικόνες παρελαύνουν με τιμές αρχηγού κράτους. Που δεν έχει καύση νεκρών. Που έχει αδέσποτα σκυλιά, δύο εκατ. αυθαίρετα ακίνητα και μαθητικές παρελάσεις. Που οι δημόσιοι υπάλληλοι αμείβονται περισσότερο από τους ιδιωτικούς.

Και η αιτία;

Αν προσέξει κανείς, διαπιστώνει ότι τα συντριπτικά περισσότερα από αυτά τα αρνητικά ρεκόρ δεν οφείλονται στο DNA μας, αλλά στο ότι δεν έχουμε ή δεν σεβόμαστε τους θεσμούς. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευρωπαϊκή Ένωση, Εφημεριδογραφικά, Μόνο στην Ελλάδα, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 142 Σχόλια »

Σούρδοι και ακανέδες: νεοελληνικά ακληρήματα (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου -για να είμαι ακριβέστερος, ενός πολύ παλιότερου άρθρου, που δημοσιεύτηκε όταν το ιστολόγιο μόλις έκλεινε τρεις μήνες ζωής. Η σημερινή επανάληψη δεν γίνεται επειδή δεν προλαβαίνω να γράψω κάτι φρέσκο, αλλά επειδή, καθώς οι αναγνώστες και οι σχολιαστές του ιστολογίου έχουν αλλάξει (και πολλαπλασιαστεί) μέσα σε αυτά τα εφτάμισι χρόνια, δεν αποκλείεται ο κατάλογος που θα παρουσιάσω να εμπλουτιστεί ουσιαστικά με τα σχόλιά σας. Άλλωστε, και στην πρώτη δημοσίευση είχαν γίνει πολύ καίρια σχόλια, τα οποία ενσωματώνω στην τωρινή αναδημοσίευση, κάτι που έτσι κι αλλιώς ήθελα εδώ και καιρό να το κάνω, και μάλιστα το είχα υποσχεθεί παλιότερα.

Όταν λέω ‘ακληρήματα’, εννοώ τα τοπωνυμικά παρατσούκλια, πάντα σχεδόν χλευαστικά ή έστω σατιρικά, που λέγονται για τους καταγόμενους από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Τα «ακληρήματα» είναι τίτλος ενός βιβλίου που έχει βγει και είναι αφιερωμένο στο θέμα, αλλά επειδή δεν έχω δει το βιβλίο (μάλιστα νόμιζα πως είναι εξαντλημένο) δεν ξέρω αν ο όρος αναφέρεται ειδικά στα παρατσούκλια ή αν εννοεί γενικά τον αλληλοσατιρισμό. Θα μπορούσαμε να τα πούμε και αλληλοφαυλισμούς ή κάτι τέτοιο.

Τον όρο «ακλήρημα» μαζί με τον αντίθετό του (ευκληρήματα) τον χρησιμοποιεί και μια εργασία που έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου, με τον τίτλο Ακληρήματα – ευκληρήματα Καρπάθου. Εννοείται ότι οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί είναι πολύ περισσότεροι από τους επαινετικούς, διότι αν δεν ειρωνευτείς τον κοντοχωριανό σου πώς θα τονώσεις το αίσθημα της αυτοεκτίμησής σου;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 171 Σχόλια »

Το… προσβλητικό Γιουνανιστάν

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2015

ynuΣτο Διαδίκτυο δημιουργούνται θέματα για ψύλλου πήδημα, οπότε δεν πρέπει να μας παραξενεύει που, αυγουστιάτικα, έγινε μεγάλη συζήτηση, και όχι μόνο στα κοινωνικά μέσα, για το γεγονός ότι η τουρκική τηλεόραση, κατά τη μετάδοση του φιλικού αγώνα μπάσκετ Τουρκίας-Ελλάδας από το τουρνουά της Κωνσταντινούπολης, στις τριγράμματες συντμήσεις των ονομάτων των χωρών, που εμφανίζονται μαζί με τα εικονίδια των σημαιών των χωρών, χρησιμοποίησε όχι την επίσημη σύντμηση GRE για τη χώρα μας, αλλά τη σύντμηση YUN, από το Yunanistan, όπως λέγεται η Ελλάδα στα τούρκικα.

Είναι αυτό θέμα ικανό να προκαλέσει θόρυβο; Ίσως όχι, αλλά «για ένα όνομα ζούμε» και οι χώρες είναι ευαίσθητες ως προς το όνομά τους (και, ενίοτε, ως προς το όνομα άλλων χωρών). Πάντως, ο Γιώργος Βασιλακόπουλος, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης, που είδα να τον αποκαλούν «ισχυρό άνδρα» του μπάσκετ στην Ελλάδα και θυμάμαι ότι από τη δεκαετία του 1980 τον αποκαλούν έτσι, δήλωσε:

Πρέπει όμως να πω ότι εκνευρίστηκα πολύ από το γεγονός ότι οι Τούρκοι ανέφεραν την Εθνική μας ως Γιουνανιστάν. Δεν έπρεπε ούτε η ΕΡΤ να το δεχθεί, έπρεπε να το καλύψει με κάποιο τρόπο. Είναι ανεπίτρεπτο και απαράδεκτο αυτό που συνέβη.

Όταν ο Γ.Β. λέει ότι η ΕΡΤ έπρεπε «να το καλύψει με κάποιο τρόπο» υποθέτω ότι παραπέμπει σε μια παλιότερη (το 2009) μετάδοση αγώνα της Ελλάδας εναντίον της Ακατονόμαστης χώρας, όπου στην οθόνη της πολωνικής τηλεόρασης εμφανιζόταν η τριγράμματη σύντμηση MKD (ποιος να ξέρει τι σημαίνει αυτό, ίσως Μικάδος), η επίσημη τριγράμματη σύντμηση όπως είναι αναγνωρισμένη από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, και που η ΕΡΤ που αναμετάδιδε τον αγώνα κάλυψε με τσιρότο όπως έκαναν παλιά στις τολμηρές φωτογραφίες έξω από τους κινηματογράφους.

Αλήθεια, είναι τόσο προσβλητικό το YUN ώστε να κατηγορείται η ΕΡΤ που δεν το κάλυψε; Και γιατί κάποιοι να προσβάλλονται;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Επικαιρότητα, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 155 Σχόλια »

Πας μη Έλλην βάρβαρος -αλλά ποιος το είπε;

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2014

Tο σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός πολύ καλού άρθρου του ιστολογίου, που είχε δημοσιευτεί κατακαλόκαιρο πριν από πέντε χρόνια κι έτσι δεν θα το ξέρουν πολλοί από τους σημερινούς αναγνώστες. Το παλιό εκείνο άρθρο είναι ένα από τα αγαπημένα μου, όχι για όσα έγραψα εγώ αλλά για όσα βρέθηκαν χάρη στη συλλογική σοφία του ιστολογίου (δείτε τα πρώτα σχόλια και θα καταλάβετε) -ουσιαστικά, αυτό που θα διαβάσετε σήμερα είναι ένα πολύ διαφορετικό άρθρο. Ενδιάμεσα έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία«, αλλά στο Διαδίκτυο και στο ιστολόγιο δεν υπήρχε και ήταν αδικία, αφού χάρη στο Διαδίκτυο και στο ιστολόγιο συμπληρώθηκε. Οπότε, επανορθώνω.

Η ιστορία της λέξης ‘βάρβαρος’ είναι εκτενέστατη και φορτισμένη· βιβλίο ολόκληρο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτήν, οπότε με όσα θα γράψω απλώς θα ξύσω την επιφάνεια. Στον Όμηρο δεν απαντά η ίδια η λέξη, βρίσκουμε όμως το επίθετο βαρβαρόφωνος (Καρών ηγήσατο βαρβαροφώνων, Β867). Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, η Κασσάνδρα αρχικά παρουσιάζεται βουβή, επειδή μιλάει βάρβαρη γλώσσα (βάρβαρον φωνήν κεκτημένη, στίχος 1051), που μάλιστα ακούγεται σαν του χελιδονιού (χελιδόνος δίκην) κι έτσι χρειάζεται διερμηνέα (ερμηνέως … δείσθαι, στ. 1062-3). Αρχικά λοιπόν, η λέξη ‘βάρβαρος’ σήμαινε τον ξένο, τον αλλόγλωσσο, αυτόν που δεν μιλάει τη δική μας γλώσσα, που μιλάει μιαν αλλόκοτη γλώσσα που ακούγεται σαν «μπαρ-μπαρ-μπαρ». Βέβαια, και μόνο η τέτοια επισήμανση της διαφορετικότητας έχει μιαν υπόρρητη υποτιμητική απόχρωση. Στις εξιστορήσεις των μηδικών πολέμων, η λ. ‘βάρβαρος’ χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους Πέρσες (μάλιστα ο Αισχύλος στους Πέρσες, στ. 255, εμφανίζει τον Πέρση αγγελιοφόρο να αναγγέλλει: «στρατός γαρ πας όλωλε βαρβάρων»).

Μετά τους μηδικούς πολέμους, η υποτιμητική απόχρωση είναι πλέον σαφής· εμφανίζεται η αξιολογική κρίση και αρχίζει η λέξη ‘βάρβαρος’ να σημαίνει «άξεστος, ακαλλιέργητος», π.χ. στις Νεφέλες του Αριστοφάνη ο Σωκράτης λέει για τον Στρεψιάδη «άνθρωπος αμαθής ουτοσί και βάρβαρος». Οι άλλες σημασίες παραμένουν. Λογουχάρη, ο ίδιος Αριστοφάνης χρησιμοποιεί κατ’ επανάληψη τη λέξη ‘βάρβαρος’ για να δηλώσει τους αλλοδαπούς και ειδικά τους Πέρσες, ενώ στους Όρνιθες (στ. 199) ο Έποπας καυχιέται ότι δίδαξε στα πουλιά να μιλάνε ενώ πριν ήταν βάρβαρα, δηλ. αλλόγλωσσα («εγώ γαρ αυτούς βαρβάρους όντας προ τού εδίδαξα την φωνήν»). Αλλά και το ρ. βαρβαρίζω έχει στα αρχαία πολλές σημασίες· μπορεί να σημαίνει «μιλάω ξένη γλώσσα», «μιλάω σπασμένα ελληνικά» ή «κάνω γραμματικά λάθη, σολοικισμούς».

Όλα τα παραπάνω τα αναλύει αρκετά εύστοχα ο Στράβωνας σε ένα απόσπασμά του, που επειδή είναι μεγαλούτσικο θα το παραθέσω μόνο σε μετάφραση (Η μετάφραση είναι της Παρασκευής Κοτζιά, από το άρθρο της «Ο λόγος των ‘βαρβάρων’ στην αρχαία ελληνική γραμματεία», στον συλλογικό τόμο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. Α. Χριστίδης, Ινστιτούτο Νεοελλ. Σπουδών. Το ίδιο άρθρο περιέχει πολλά ενδιαφέροντα σχετικά με το θέμα μας):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 111 Σχόλια »

Του Γραικού το σαλτανάτι, του Βουργάρου το γινάτι

Posted by sarant στο 8 Αύγουστος, 2014

Το καλοκαίρι, το έχουμε ξαναπεί, βάζουμε πότε-πότε επαναλήψεις, άρθρα από τα πρώτα χρόνια του ιστολογίου μας, που πιθανώς οι σημερινοί αναγνώστες να μην τα έχουν διαβάσει. Και το σημερινό άρθρο επανάληψη είναι, αν και αυτή τη φορά διάλεξα να αλλάξω εντελώς τον αρχικό τίτλο, που ήταν «Όπου πατάει ο Έλληνας, χορτάρι δε φυτρώνει!» Το παλιό εκείνο άρθρο, που είχε δημοσιευτεί πριν από πέντε χρόνια και βάλε, ήταν συνεργασία του φίλου Ηλεφούφουτου. Εδώ τη μεταφέρω έχοντας προσθέσει μερικά πράγματα από τα σχόλια του αρχικού άρθρου.

Με χαρά παρουσιάζω μια ενδιαφέρουσα εργασία του αγαπητού Ηλεφούφουτου, που εστιάζεται σε μια πτυχή του ευρύτερου θέματος των εθνικών στερεοτύπων: στα στερεότυπα που υπάρχουν σε διάφορες γλώσσες και πολιτισμούς για τους Έλληνες. Έχει περισσότερο ιστορικό ενδιαφέρον, με την έννοια ότι οι παροιμίες και φράσεις τις οποίες θα δείτε πιο κάτω είναι εντελώς άγνωστες σε σημερινούς Βούλγαρους. Το βασικό στερεότυπο που υπάρχει σήμερα στα βουλγάρικα για τους έλληνες είναι «βυζαντινός» (βιζαντίετς), που χρησιμοποιείται συχνά στις εφημερίδες. Περισσότερα για τον εθνοφαυλισμό αυτόν μπορείτε να δείτε σε άρθρο των Ιών, εδώ.

Ο Ηλεφούφουτος αντλεί το υλικό του από ένα πολύτομο βουλγάρικο λεξικό, του Νάιντεν Γκέροφ, που κυκλοφόρησε πριν από έναν αιώνα και κάτι. Στο τέλος, προσθέτω κι εγώ τα δικά μου.

Το λήμμα Έλληνας από το λεξικό του Γκέροφ

Το λήμμα Έλληνας από το λεξικό του Γκέροφ

Найден Геров,  Речник на блъгарский язик с тлъкувание речити на блъгарски и руски ( = Λεξικό της βουλγάρικης γλώσσας με ερμηνείες στα Βουλγάρικα και στα Ρώσικα)  (1895–1904), 5 τόμοι + συμπλήρωμα το 1908 από τον Πάντσεφ

Παρά τον τίτλο του λεξικού, οι εξηγήσεις στα Ρωσικά είναι καθ’ όλο το λεξικό λίγες και σποραδικές.

Λίγα λόγια για τον κυριούλη:
Την πανεπιστημιακή του παιδεία την απέκτησε στη Ρωσία, μέρος όμως από τη σχολική του εκπαίδευση το έλαβε στο ελληνικό σχολείο της Φιλιππούπολης (Πλόβντιβ). Είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων κατά το 19ο αι.

Το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε ήταν η προώθηση της συμμαχίας των Βουλγάρων με τη Ρωσία και η καταπολέμηση, με ιδιαίτερη εμπάθεια, της ελληνικής (φαναριώτικης) επιρροής στα μέρη του. Ιδιαίτερα ευαίσθητος ήταν στο θέμα των Βούλγαρων που “προσπαθούν να γίνουν Έλληνες”. Όλα αυτά τον έκαναν ιδιαίτερα μισητό στους Φαναριώτες που πρωταγωνίστησαν σε εκείνες τις κόντρες, πράγμα που αποδεικνύεται από τα επανειλημμένα διαβήματά τους προς τις οθωμανικές αρχές εις βάρος του, με τα οποία προσπαθούσαν να τις πείσουν (γλιτς γλιτς) ότι είναι επικίνδυνος και Ρώσος κατάσκοπος.

Μεγάλη προσπάθεια κατέβαλε μεταξύ άλλων και προκειμένου να προβάλει στους Βουλγάρους τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο, ώστε να γίνουν σημεία αναφοράς της εθνικής τους συνείδησης. Ανέπτυξε ένα δικό του σύστημα γραφής για τη βουλγαρική γλώσσα, όπου το μεν αλφάβητο είναι σχεδόν ίδιο με το καθαυτού κυριλλικό η δε ορθογραφία ακολουθεί αυστηρά το ετυμολογικό κριτήριο, ώστε να αναδεικνύεται η σχέση της σύγχρονής του Βουλγαρικής με την παλιά εκκλησιαστική Σλαβική. Τελικά το σύστημά του δεν υιοθετήθηκε και ξενίζει έντονα τους σημερινούς Βουλγάρους. Το υλικό του για το λεξικό προέρχεται από τη λαϊκή γλώσσα της εποχής και αποθησαυρίζει χιλιάδες παροιμίες και δημοτικά τραγούδια. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η λαογραφία  ανθούσε κι έθαλλε στη Ρωσία την εποχή του και αποτέλεσε βάση (ίσως περισσότερο από τις αναγωγές σε κάποιο ένδοξο απώτερο γλωσσικό παρελθόν) για την ανάπτυξη του ρωσικού εθνικισμού αλλά και των εθνικισμών άλλων σλαβικών και μη εθνών της Ανατολικής Ευρώπης. Το πώς ευνόησαν όλα αυτά έμμεσα και τον δικό μας δημοτικισμό νομίζω ότι δεν έχει τονιστεί αρκετά στην ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Παροιμίες, Πατριδογνωσία, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 82 Σχόλια »

Ο υμνούμενος, ένας κατάλογος της παλιάς Ελλάδας (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2014

Όπως έχω ξαναπεί, τώρα το καλοκαίρι το ιστολόγιο θα βάζει και επαναλήψεις, δηλαδή άρθρα που έχουν δημοσιευτεί παλιότερα (με τον όρο να έχουν περάσει τουλάχιστον τρία χρόνια από την πρώτη δημοσίευση, ώστε, σύμφωνα με το κλισέ, «να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι). Επανάληψη είναι λοιπόν το σημερινό μας άρθρο, αφού είχε ξαναδημοσιευτεί πριν από τεσσεράμισι περίπου χρόνια.

Σε ένα ιστολόγιο που ειδικευόταν στο ρεμπέτικο τραγούδι, βρήκα μια ηχογράφηση του “Υμνούμενου”, που είναι ένα επιθεωρησιακό νούμερο με τον Πέτρο Κυριακό, ηχογραφημένο, όπως λένε, το 1929. Σε μια παρωδία τροπαρίου, ο Κυριακός σε ύφος ψάλτη απαριθμεί πειραχτικούς (ή και ουδέτερους) στερεότυπους χαρακτηρισμούς για τους κατοίκους 45 περιοχών της Ελλάδας και του ελληνικού εξωελλαδικού χώρου, ενώ κάθε τόσο όλοι μαζί, σαν ρεφρέν, ψέλνουν “Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον”, απ’ όπου και ο τίτλος του νούμερου. Δεν νομίζω ότι παρωδείται κάποιο συγκεκριμένο τροπάριο, αλλά το «ρεφρέν» μάλλον είναι παραφθορά των στίχων Υμνούμεν σε, ευλογούμεν σε, δοξολογούμεν σε από τη Δοξολογία της λειτουργίας.

Επειδή βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον κατάλογο, έχω βάλει κάποια δικά μου σχόλια αλλά σας προτρέπω και σας παρακαλώ να καταθέσετε όλοι τον σχολιαστικό οβολό σας.

Μεταφέρω το γιουτουμπάκι εδώ:

Στον ιστότοπο stixoi.info βρήκα και τους στίχους, αλλά είχαν πολλά λαθάκια οπότε τα διόρθωσα, και ιδού:

-Ρε κυρ-Γιώργη, πίνεις-πίνεις και δεν μας λες τίποτα.
-Μα τι διάολο θες να σου πω, αφού θέλω πρώτα να κανονίσω τα ορεκτικά μου με το κρασάκι μου, να πιω το κατοσταράκι μου πρώτα και ύστερα να δούμε τι διάολο θα γίνει.
-Να μας πεις τον εξάψαλμο κυρ-Γιώργη.
-Άντ’ εβίβα λοιπόν, εβίβα ρε παιδιά, εβίβα.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αθηναίος γκάγκαρος.
Περαιώτης μαουνιέρης.
Αιγενίτης κανατάς.
Ναυπλιώτης ντιστεγκές
Τριπολιτσιώτης μπεκρής.
Μανιάτης κουμπουράς.
Λειβαδίτης μπαμπακάς.
Δημητσανίτης μπαρουτάς
και Τσιριγώτης «έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Μεσολογγίτης ψαράς.
Αγρινιώτης καπνουλάς.
Χιώτης μαστιχάς.
Κρητικός επαναστάτης.
Λιδωρικιώτης γαλατάς.
Μυτιληναίος λαθρέμπορας.
Πυργιώτης ζόρικος
και Πατρινός «τι χαμπάρια μάστορα»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Υδραίος ψαρόμυαλος.
Βατικιώτης κρεμμυδάς.
Σαντοριναίος ελαφρόπετρα.
Τζιώτης στενόκαρδος.
Μεγαλουπολίτης λουστρατζής.
Σμυρναίος κορτάκιας.
Θεσσαλονικιώτης κατεργάρος.
Βολιώτης «γεια σου κυρ-Αντρέα»
Κεφαλλονίτης βλάστημος.
Κερκυραίος κλαπαδόρας.
Καρπενησιώτης σκαλτσοβιομήχανος.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο
Όπου Χιώτης Παντελής
και Καρυστιανός Αλής.
Ηπειρώτης φούρναρης.
Συμιακός σφουγγαράς.
Ελληνοαμερικάνος μπίσνεζμεν.
Αγιοπετρίτης καρβουνιάρης.
Συριανός λουκουμιτζής
και Κορίνθιος «ο Θεός να σε φυλάει».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αϊβαλιώτης ζωέμπορας.
Σιφναίος τσουκαλάς.
Αξιώτης πηγαδάς.
Ανδριώτης λεμονάς.
Καρπαθιώτης χτίστης.
Επτανήσιος κανταδόρος
Κυπραίος κουτοπόνηρος.
Σπαρτιάτης παλικαράς
και Νεορκέζος «κούμπωσ’ το σακάκι σου».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Εβίβα ρε παιδιά, εβίβα ρε λεβέντες μου.

Γενικό σχόλιο: Αν προσέξουμε λίγο τους στίχους, θα δούμε ότι υπεραντιπροσωπεύονται οι περιοχές της Παλιάς Ελλάδας, ενώ από τις νέες χώρες βρίσκει κανείς νησιά Αιγαίου και Κρήτη, Ήπειρο και Θεσσαλονίκη, αλλά πλήρη απουσία της Θράκης και της Μακεδονίας. Αντίθετα, υπάρχει αντιπροσώπευση του εξωελλαδικού ελληνισμού, Κύπρου, Μικρασίας, αλλά και Αμερικής. Όλα αυτά με κάνουν να τοποθετώ τη γέννηση του κειμένου σίγουρα πριν από το 1922 (διότι μετά δεν υπήρχαν Αϊβαλιώτες και Σμυρνιοί, οι δε Μυτιληνιοί δεν μπορούσαν πια να επιδίδονται στο λαθρεμπόριο), κατά πάσα πιθανότητα πριν από το 1912, ίσως μάλιστα στα τέλη του 19ου αιώνα (έτσι εξηγείται η αναφορά σε Κρητικό επαναστάτη, αν και αυτό μπορεί να πηγαίνει και στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα).

Σχόλια:

  • Ντιστεγκές είναι ο κομψευόμενος· από το γαλλ. distingué. Λέξη αρκετά συχνή πριν από εκατό χρόνια, σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, αν εξαιρέσουμε το τραγούδι για το ευζωνάκι, όπου «ποιος ντιστενγκές, ποιος κουραμπιές μπορεί να βγει μπροστά σε μένα». Ενδεικτικό είναι ότι τη λέξη δεν την έχει κανένα λεξικό της πιάτσας από τα τρία που κοίταξα, την έχει όμως το slang.gr αλλά και (εντελώς απροσδόκητα) ο Μπαμπινιώτης!
  • Το έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε σχεδόν σίγουρα είναι απόηχος μύθου· δεν είμαι βέβαιος ότι είναι σωστή μια εξήγηση που βρήκα, ότι σημαίνει πως «μπορεί να καταφέρνει και τα αδύνατα». Εγώ για μειωτικό το καταλαβαίνω.
  • Το «τι χαμπάρια μάστορα» στον Πατρινό, το ερμηνεύω ότι του μιλάς κι αυτός πέρα βρέχει.
  • Βάτικα είναι η Νεάπολη της Λακωνίας
  • Το «γεια σου κυρ Αντρέα» στον Βολιώτη αγνοώ τι εννοεί. Πάλι απόηχος μύθου πρέπει να είναι.
  • Το κλαπαδόρας–δόρος; ) για τους Κερκυραίους δεν ξέρω τι σημαίνει. Καλό πάντως δεν μοιάζει (όλη αυτή η στροφή έχει μειωτικούς χαρακτηρισμούς). Κάποιος σχολιαστής της πρώτης δημοσίευσης θυμήθηκε ότι στον Τσιφόρο «κλαπαδούρα» είναι η μπάντα της φιλαρμονικής -ίσως είναι από εκεί.
  • Το σκαλτσοβιομήχανος το λέγαμε παλιά σε μια παρέα, με τη σημασία του απατεώνα (περίπου) αλλά νόμιζα ότι ήταν πατέντα κάποιου από μας. Τελικά, όχι: λέγεται στην Πελοπόννησο με την έννοια του πολυπράγμονα και του απατεώνα.
  • Καρυστιανός Αλής. Στην Κάρυστο είχε μουσουλμάνους που έφυγαν το 1833. Υπάρχει και δημοτικό τραγούδι, θρήνος των μουσουλμάνων που φεύγουν, σε καρυστινό (ελληνικό) ιδίωμα.
  • Αγιοπετρίτης: από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας (Αρκαδίας). Παραδοσιακά ήταν καρβουνιάρηδες.
  • Αξιώτης είναι ο Ναξιώτης, βέβαια.
  • Οι Σιφνιοί ήταν πασίγνωστοι για τα πήλινά τους. Ο πατέρας μου μού έμαθε μια αστεία παροιμία που δεν την έχω βρει καταγραμμένη αλλού (αν και την έχει το γκουγκούλ): Όλοι φοβούνται το Θεό / κι ο Σιφονιός τον τοίχο (επειδή το μουλάρι πάει τοίχο-τοίχο και σπάει τα πήλινα)
  • Το «Κούμπωσε το σακάκι σου» το λέμε εννοώντας ότι ο άλλος είναι πονηρότατος απατεώνας. Να προσεχτεί ότι οι νιουγιορκέζοι (έλληνες) δεν θεωρούνται αφελείς σαν τ’ αμερικανάκια.

Υπάρχει και ένα ρεμπέτικο τραγούδι αντίστοιχο του Υμνούμενου: ο “Φασολάς” του Μπάτη.

Να δούμε και τους στίχους, που και πάλι τους βρήκα με λαθάκια στο Διαδίκτυο:

Ελληνας φασολάς, Ιταλός μακαρουνάς
Τούρκος καλέ πιλαφάς,καί Εγγλέζος πατατάς

Οπου Χιώτης Παντελής καί Αξιώτης Καραλής
Αθηναίος καλαμαράς, Περαιώτης λιμανάς

Μα (Αι)Γενήτης κανατάς Μεθενίτης αχλαδάς
Ποριώτης λεμονάς και Υδραίος σφουγγαράς

(μπράβο Μπάτη)

Κρανιδιώτης λαδάς Σπετσώτης ψαράς
Τσάκωνας μανταρινάς και Ναυπλιώτης ντοματάς

Μα Αργείτης πρασάς Μωραϊτης παλικαράς
Καλαματιανός γυναικάς Κουλουριώτης χορευταράς

Εδώ η πρώτη στροφή αφορά εθνικά χαρακτηριστικά ενώ οι επόμενες τοπικά χαρακτηριστικά και παρατσούκλια με εστίαση στον Αργοσαρωνικό. Ο χαρακτηρισμός του Αιγενήτη συμπίπτει με τον Υμνούμενο: καλαμαράς, αλλά στον Ναυπλιώτη, τον Υδραίο, τον Αθηναίο και τον Πειραιώτη υπάρχει διαφωνία.

Αρκετοί από τους χαρακτηρισμούς των δυο τραγουδιών αφορούν τις καλλιέργειες ή τα επαγγέλματα που συνηθίζονται σε κάθε τόπο, ενώ κάποιοι έχουν γίνει στερεότυπα, όπως ο γκάγκαρος Αθηναίος. Αυτά τα στερεότυπα, τα σατιρικά παρατσούκλια για τους καταγόμενους από κάθε τόπο, λέγονται από μερικούς «ακληρήματα» αν θέλετε έναν εντυπωσιακόν όρο, ενώ οι κακίες που λέγονται από τον έναν λαό για τον άλλον έχουν ονομαστεί «εθνοφαυλισμοί» (τον όρο τον πρότεινε ο Αμερικανός μελετητής A.A.Roback,  στα ελληνικά πρέπει να τον έχω πρωτομεταφέρει εγώ, όχι ότι ήθελε και μεγάλη φιλοσοφία). Για τα νεοελληνικά ακληρήματα είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, που κάποιαν άλλη φορά θα το ξαναπαρουσιάσω εμπλουτισμένο με τα σχόλια που κάνατε.

Posted in Επαναλήψεις, Επιθεώρηση, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 111 Σχόλια »

Δυο κείμενα για τους Βαλαάδες (συνεργασία Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2014

Τις προάλλες, που συζητούσαμε για το μακεδονικό, ήρθε η συζήτηση και στους Βαλαάδες, τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους που κατοικούσαν περίπου ως το 1924 στους σημερινούς νομούς Κοζάνης και Γρεβενών και οι οποίοι, ακριβώς επειδή ήταν μουσουλμάνοι, υπαχθήκανε στην ανταλλαγή πληθυσμών που έγινε με αποκλειστικό κριτήριο το θρήσκευμα, κι έτσι μεταφέρθηκαν στη Μικρασία.

Στα σχόλια εκείνου του προχτεσινού άρθρου έγιναν αξιόλογες τοποθετήσεις για τους Βαλαάδες (π.χ. εδώ και εδώ), ενώ ο φίλος Γιάννης Μαλλιαρός έγραψε στο ιστολόγιό του μια καταπληκτική εμπειρία του με Βαλαάδες πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Μου άρεσε πολύ το άρθρο του και του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω εδώ, ενώ έβαλα κι ένα παλιό άρθρο που είχα στα ηλεσυρτάρια μου, γραμμένο από τον κοζανίτη λόγιο Κ. Τσιτσελίκη το 1909, όταν δηλαδή όλη η περιοχή ήταν ακόμα οθωμανική.

Το άρθρο του Γιάννη Μαλλιαρού:

Στα σχόλια του χθεσινού άρθρου του Σαραντάκου έγινε αναφορά στους Βαλαάδες. Τον όρο μέχρι χθες δεν τον ήξερα, αλλά την περίπτωσή τους την ήξερα πολύ καλά. Βαλαάδες, λοιπόν, λέγονταν οι μουσουλμάνοι αλλά ελληνόφωνοι της δυτικής Μακεδονίας. Παρόμοια περίπτωση κι οι Τουρκοκρητικοί. Κι έχω γνωρίσει κι απ’ τις δυο περιπτώσεις Και τους δυο το μακρινό 1998. Μόνο που οι πρώτοι δεν ήξεραν πως είχαν αυτό το όνομα. Αλλά ας διηγηθώ τα γεγονότα με τη σειρά, κι είναι αρκετά.

Μέχρι το 1997 δεν είχα επαφή με την Τουρκία παρά μόνο απ’ ό,τι άκουγα από τα ραδιόφωνα ή διάβαζα σε εφημερίδες και περαδώθε. Την έβλεπα από την παραλία που έκανα μπάνιο στη Μυτιλήνη αλλά είναι κάμποσα μίλια μακρυά. Το 1996 βρίσκομαι πολύ κοντά της, στο Διδυμότειχο. Που δεν ήταν μόνο κοντά σαν απόσταση (ο δρόμος σε κάποια σημεία περνάει ακριβώς δίπλα απ’ τον ποταμό που χωρίζει τις δυο χώρες, όταν πηγαίναμε για βόλτα στην Τσίγλα βλέπαμε απέναντι τον Τούρκο τον σκοπό, φτάναμε μέχρι τα σύνορα στις Καστανιές κλπ, οι μιναρέδες του μεγάλου τζαμιού (Σελιμιγιέ) της Αδριανούπολης φαίνονταν από πάρα πολλά σημεία που κυκλοφορούσαμε) αλλά ήταν σ’ όλες τις συζητήσεις των ντόπιων. Ήταν επηρεασμένοι από τη γειτνίαση.

Η γέφυρα της Αδριανούπολης

Τον Νοέμβρη του 1997 διοργανώνεται μια εκδρομή συναδέλφων προς τη γειτονική χώρα. Το πρόγραμμα έλεγε αναχώρηση στις 8:30 από Ορεστιάδα ώστε να περάσουμε με το άνοιγμα του τελωνείου στις 9, να δούμε την Αδριανούπολη και μετά να πάμε μέχρι Σηλυβρία για μεσημεριανό (αυτό ήταν τελείως τρελό, αλλά δεν το σχολιάζω τώρα). Το πρόβλημα ήταν πως από το τελωνείο στις Καστανιές δεν πέρναγαν λεωφορεία (και το πρακτορείο δεν το ήξερε – αλλά δεν ήταν το μόνο σημείο ανοργανωσιάς του πρακτορείου). Έτσι πήγαμε μέχρι τους Κήπους και μιας και είχαμε απομακρυνθεί απ’ την Αδριανούπολη κι απ’ την άλλη η ώρα είχε περάσει, συνεχίσαμε για τη Σηλυβρία. Φτάσαμε στις 15:30 και μας είπαν πως θα φύγουμε σε μια ώρα, διαμαρτυρηθήκαμε και φύγαμε σε δυο (πάλι λίγο ήταν για τόσο ταξίδι) και γυρίσαμε απ’ την εκδρομή έχοντας δει ένα μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής Τουρκίας μέσα από το λεωφορείο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μακεδονικό, Πρόσφατη ιστορία, Πατριδογνωσία, Παλιότερα άρθρα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 102 Σχόλια »

Μικροεκλογικά νησιώτικα κουίζ

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2014

Παρόλο που είπα τις προάλλες ότι τώρα που τελείωσαν οι εκλογές θα επιστρέψουμε στη συνήθη ύλη του ιστολογίου, σήμερα επιστρέφω στα εκλογικά και τα εκλολογολογικά, όχι όμως για βαθυστόχαστες πολιτικές αναλύσεις αλλά για μια πιο ανάλαφρη περιδιάβαση σε μερικά αξιοπερίεργα των εκλογικών αποτελεσμάτων, και ειδικότερα των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών. Θα είδατε ίσως τους συνηθισμένους καταλόγους με τις περιοχές όπου τα κόμματα σημείωσαν τα καλύτερα και τα χειρότερα ποσοστά τους (παράδειγμα εδώ για ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ) και βέβαια αν πάμε στην ιστοσελίδα του υπουργείου Εσωτερικών μπορούμε με δυο κλικ να βρούμε τις καλύτερες και χειρότερες εκλογικές περιφέρειες για τα άλλα κόμματα. Αυτό είναι απλό, αν όμως θέλουμε να προχωρήσουμε σε πιο λεπτομερειακή ανάλυση, π.χ. σε επίπεδο δήμων, δεν υπάρχει -απ’ όσο ξέρω- εύκολη λύση.

Η ιδέα για το σημερινό άρθρο γεννήθηκε όταν άκουσα στο ραδιόφωνο (φυσικά στο Κόκκινο 105.5 γιατί τέτοιες ειδήσεις απαγορεύονται αλλού) ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συγκέντρωσε το ψηλότερο πανελλαδικά ποσοστό του στο Δήμο Νισύρου, που τυχαίνει να είναι και η ιδιαίτερη πατρίδα του υποψήφιου δημάρχου Αθηναίων, του  Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Αυτό το έβαλα σε κουίζ στα σχόλια του προχτεσινού άρθρου, και τελικά το βρήκε η φίλη Μαρία, αφού υπήρχε και σχετικό άρθρο στο left.gr. Στον δήμο Νισύρου (που συμπίπτει με τη Νίσυρο το νησί όσον αφορά τους εκλογείς, αφού στο γειτονικό Γυαλί δεν πρέπει να υπάρχουν μόνιμοι κάτοικοι) σημειώθηκε κι άλλο ένα παράδοξο, ότι στην τρίτη θέση, πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ (39,78) και τη ΝΔ (15.69) βρέθηκε το Ενιαίο Παλλαϊκό Μέτωπο (ΕΠΑΜ) του κ. Καζάκη, με ποσοστό 9,19%.

Τέτοιες εκλογικές παραδοξότητες, με πολύ ψηλά και πολύ χαμηλά ποσοστά σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο, είναι επόμενο να αυξάνονται όσο το δείγμα του πληθυσμού μικραίνει, καθώς προχωράμε από την κλίμακα της επικράτειας στην κλίμακα της εκλογικής περιφέρειας και από εκεί στην κλίμακα των δήμων. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι οι νησιωτικοί δήμοι, οι οποίοι είναι από τους μικρότερους σε μέγεθος, επειδή ακόμα και τα σχετικά μικρά νησιά αποτελούν έναν δήμο (π.χ. η Ανάφη), ενώ στη στεριά οι δήμοι είναι κατά μέσον όρο πολύ μεγαλύτεροι και σε έκταση και σε πληθυσμό (βέβαια ο μεγαλύτερος σε έκταση δήμος της χώρας είναι κι αυτός νησιωτικός, ο δήμος Λέσβου). Έτσι, στα νησιά θα βρούμε μεγαλύτερες παραδοξότητες απ’ ό,τι στους στεριανούς δήμους.

(Και δεν είναι το μόνο αξιοπερίεργο των νησιών: όπως έχουμε πει άλλες φορές, στα νησιά διατηρούνται περισσότερες διαλεκτικές λέξεις, όπως και σπάνια και πολύ χαρακτηριστικά βαφτιστικά ονόματα).

Διάλεξα δέκα τέτοιες μικροεκλογικές παραδοξότητες και σας τις παρουσιάζω, έτσι για γούστο, με τη μορφή κουίζ, αφήνοντάς σας να μαντέψετε. Το απογεματάκι θα παρουσιάσω τις απαντήσεις. Αν κάπου έχω κάνει λάθος (διότι δεν έκατσα να συγκρίνω και τους 325 δήμους της χώρας) διορθώστε με, αλλά ελπίζω να μην υπάρχει. Όλες οι απαντήσεις αφορούν νησιά (στα νησιά λογαριάζω και την Κρήτη και την Εύβοια, που έχουν περισσότερους του ενός δήμους). Υπάρχουν επίσης και (μικρά) νησιά που ανήκουν σε μεγαλύτερους δήμους.

Ερωτήσεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευτράπελα, Εκλογές, Κουίζ, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 231 Σχόλια »

Βρίζοντας και πολεμώντας πάλι

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2014

Συνηθίζω κάθε χρόνο, κοντά στην 25η Μαρτίου, να ανεβάζω ένα ή περισσότερα κείμενα σχετικά με την επανάσταση του 1821. Φέτος, κάπως το αμέλησα και ήδη φτάσαμε στην παραμονή. Ας διορθώσω λοιπόν την παράλειψη, αναδημοσιεύοντας ένα παλιό άρθρο, που δημοσιεύτηκε εδώ πριν από 4 χρόνια, στο οποίο έχω προσθέσει μερικά πράγματα με την ευκαιρία της επανάληψης. (Οι προσθήκες με γαλάζιο χρώμα).

Τις προάλλες θυμήθηκα ένα παλιό άρθρο που είχα διαβάσει στα Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας. Δεν το είχα κρατήσει, όμως το βρήκα στο Διαδίκτυο. Είναι της Μαρίας Ευθυμίου, επ. καθηγήτριας του τομέα Ιστορίας Πανεπ. Αθηνών. Στο τέλος συμπληρώνω κι εγώ μερικά ηρωικά αθυρόστομα και μερικά με γλωσσικό ενδιαφέρον.

Η λαλιά, η καθημερινή ομιλία του ’21, δεν είναι εύκολο να μας είναι γνωστή στη φυσικότητα της. Οι αδροί και αμόρφωτοι χωρικοί που κράτησαν στους ώμους τους τον Αγώνα δεν είχαν τρόπο να αποτυπώσουν σε χαρτί την υφή και τη ροή του λόγου τους. Τα κείμενα και οι προκηρύξεις της Επανάστασης, τα Συντάγματα και οι αποφάσεις της συντάχθηκαν από άτομα υψηλής μόρφωσης, Φαναριώτες και προύχοντες, σε μια γλώσσα αποκαθαρμένη, πλούσια και επιμελημένη. Η αλληλογραφία των οπλαρχηγών, που θα μπορούσε, από την πλευρά αυτή, να μας μεταφέρει την υφή του απλού λόγου των αμόρφωτων η ελάχιστα μορφωμένων αυτών ανθρώπων, δεν Βοηθά, συχνά, ούτε κι αυτή, καθώς τη σύνταξη των μηνυμάτων και των επιστολών τους αναλάμβαναν οι «γραμματιζούμενοι» γραμματικοί τους. Αν το πρόβλημα αυτό για την ελληνική γλώσσα είναι μεγάλο, γίνεται αξεπέραστο και πελώριο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των πολυάριθμων εκείνων αγωνιστών που ήταν αλλόγλωσσοι ή δίγλωσσοι, και μάλιστα σε γλώσσες προφορικές και όχι γραπτές, όπως συνέβαινε με τους Βλάχους και τους Αρβανίτες. Σπάνια από τα κείμενα-πηγές του Αγώνα μπορούμε να αντλήσουμε έστω μνεία γι’ αυτές: έτσι π.χ., ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, τα τόσο πολύτιμα και λεπτομερή, αναφερόμενος σ’ ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι»). Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Κ. Μεταξάς στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σε μια ομιλία του Μάρκου Μπότσαρη προς τους συμπολεμιστές του Σουλιώτες, αρκείται να σημειώσει: «τους ελάλησεν εις την γλώσσαν των, αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού…». Το ότι οι αγωνιστές του ’21 -είτε ελληνόφωνοι είτε αλλόφωνοι είτε δίγλωσσοι- βωμολοχούσαν και έβριζαν είναι περισσότερο από βέβαιο. Οι βωμολοχίες αυτές μόνο σε λίγες περιπτώσεις καταγράφτηκαν κι έφτασαν ως εμάς· η ευπρέπεια που υποβάλλει ο γραπτός λόγος, καθώς και η επιδίωξη λόγιου λόγου που επέλεξαν οι περισσότεροι από τους αγωνιστές όταν αργότερα, μετά τον Αγώνα, έγραφαν τα απομνημονεύματα τους, δεν επέτρεψαν να γνωρίζουμε πολλά για το θέμα αυτό. Γνωρίζουμε ότι πριν από τις μάχες οι αντίπαλοι συνομιλούσαν κατ’ αρχάς ήρεμα, για να καταλήξουν -συνήθως αλβανιστί- σε ύβρεις αισχρές ο ένας για τη θρησκεία του άλλου, ύβρεις που από μόνες τους έδιναν το σύνθημα της μάχης και περιέγραφαν το μίσος και το πάθος. «Τούρκε, γαμώ την πίστη σου και το συκώτι σου», κραύγαζαν οι Έλληνες της Νάουσας, όταν κατά την εξέγερση τους έσφαζαν τους παλιούς τους φίλους Τούρκους συντοπίτες τους, όπως με φρίκη καταγράφει ο Κασομούλης στα απομνημονεύματα του. Οι «φιλοφρονήσεις», όμως, δεν λείπουν και μεταξύ συναγωνιστών και ομοφύλων: «σκατόβλαχο» αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης τον Κολοκοτρώνη, «αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ιερωμένο Παπαφλέσσα ο επίσης ιερωμένος Π. Π. Γερμανός, «κερατοκαλόγερο» ο Μακρυγιάννης έναν καλόγερο, φίλο των Κολοκοτρωναίων.

Ο Μακρυγιάννης είναι στ’ αλήθεια πολύτιμη πηγή απτού, αμέσου και πηγαίου λόγου της εποχής, Ο πληθωρικός αυτός άνθρωπος γράφει ειλικρινά και παρορμητικά τα απομνημονεύματά του με τα λίγα γράμματα που μόλις έμαθε. Δεν γνωρίζει από ψευτοσυστολές και επιτηδεύσεις, γι’ αυτό κανείς μπορεί να βρει σ’ αυτόν λαγαρές φράσεις, όπως αυτές που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την ανυποχώρητη αντίσταση που συνάντησαν οι Έλληνες εκ μέρους των αμυνόμενων Τούρκων, όταν επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το κάστρο του Ακροκορίνθου, ένα κάστρο που λίγο πριν, από πανικό και φόβο, παρέδωσε στους επιτιθέμενους Τούρκους ο Έλληνας υπερασπιστής του Αχιλλέας, παρ’ ότι είχε επαρκή κάλυψη από άντρες, τρόφιμα και πολεμοφόδια, «…Οι Τούρκοι μας έβαλαν εις το κανόνι οπού δεν είδαμε πούθε να κάμωμε. Δεν ήταν ο Αχιλλέας, ο φρούραρχος της Διοίκησης, οπού τ’ αφήνει εφοδιασμένο και φεύγει· είναι Τούρκος, πολεμάγει δια την πίστη του. Ο Τούρκος έτρωγε ποντίκια και μας γάμησε το κέρατο με τα κανονιά και τις μπόμπες. Ο Αχιλλέας, αρνιά και κριάρια μέσα, τ’ αφήνει όλα και πάει ναύβρη τούς συντρόφους του οπού τον διορίσαν…».

Εκείνος, όμως, από τούς αρχηγούς του ’21 που χαρακτηριζόταν περισσότερο απ’ όλους για την ανεξέλεγκτη γλώσσα του ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ορεσίβιος και αδρός, άνθρωπος που έζησε μέχρι τέλους της ζωής του τη φτηνή ειρωνεία όσων ήθελαν να θυμούνται πως ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς», βρήκε διέξοδο, για να ξεπεράσει την οργή του και να επιβληθεί σ’ ένα δύσκολο γι’ αυτόν κοινωνικό περιβάλλον, στον παραληρηματικό Βωμολοχικό λόγο. Η Βωμολοχία του ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμα του αυτό ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γενικά γλωσσικά, Ιστορία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 147 Σχόλια »

Τι λένε για μας: λέξεις και εκφράσεις από ευρωπαϊκές γλώσσες για την Ελλάδα και τους Έλληνες

Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2014

Το άρθρο αυτό το είχα γράψει παλιά, πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, και το είχα στον παλιό μου ιστότοπο. Ξανακοιτάζοντάς το βλέπω πως αξίζει αναδημοσίευση, παρόλο που είναι συνοπτικό και παρόλο που κάποια από τα θέματα που θίγει έχουν αναπτυχθεί σε ξεχωριστά άρθρα εδώ στο ιστολόγιο (οπότε βάζω τον αντίστοιχο σύνδεσμο).

Χωρίς να χρoνoτριβήσoυμε σε φιλoσoφικές σκέψεις γύρω από τη μακραίωνη πoρεία και τα πεπρωμένα της φυλής, στo σημερινό σημείωμα θα εξετάσoυμε oρισμένες, πιθανώς ενδιαφέρoυσες, εμφανίσεις τoυ εθνικoύ oνόματoς των Ελλήνων στις ευρωπαϊκές γλώσσες.

Για να ξεκινήσoυμε, τo όνoμα με τo oπoίo γνωρίζoυν τη χώρα μας όλoι oι εταίρoι μας στην ΕΕ είναι τo Greece, Grèce, Griechenland ή κάπoιo άλλo από τις παραλλαγές τoυ, πάντoτε παρόμoιo και συνήθως αναγνωρίσιμo· μεγαλύτερη απόκλιση έχoυμε στα φινλανδικά, όπου η Ελλάδα λέγεται Kreikka (και o Έλληνας Κreikkalainen), καθότι oι φινλανδoί δεν πoλυσυμπαθoύν τoν φθόγγo g- στην αρχή των λέξεων. Αλλά και σλαβικές γλώσσες τρέφουν παρόμοια αντιπάθεια στον αρχικό φθόγγο gr· έτσι, ας πούμε, στα τσέχικα η Ελλάδα είναι Řecko και ο έλληνας είναι Řek (προφέρεται περίπου Ρζέτσκο/Ρζεκ).

Πoλύ μελάνι έχει χυθεί γύρω από την πρoέλευση τoυ oνόματoς αυτoύ· επειδή δεν είναι αυτό τo αντικείμενό μας, ας πoύμε μόνo ότι η πρoέλευση της λέξης Greece, Greek είναι ελληνική. Η λέξη γραικός απαντά, έστω και σπάνια, σε αρχαία κείμενα, πχ. στον Αριστοτέλη, που λέει για την αρχαία (γι’ αυτόν) Ελλάδα, την περιοχή μεταξύ Αχελώου και Δωδώνης, την οποία κατοικούσαν οι Σελλοί «και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί νυν δ’ Ελληνες» (Μετεωρολογικά 352b).

Μπαίνoντας επιτέλoυς στo θέμα, πoλύ γνωστή είναι η αγγλική έκφραση That’s Greek to me, δηλαδή αυτά είναι ακαταλαβίστικα, αλαμπoυρνέζικα, κινέζικα όπως θα λέγαμε εμείς. Τα ελληνικά ήταν μεν ακατάληπτα στoυς πoλλoύς, όχι όμως και άγνωστα· ήταν μια γλώσσα πoυ ακόμα διδασκόταν, πoυ ήταν κτήμα των λίγων και εκλεκτών (μην ξεχνάμε ότι η τεράστια πλειoψηφία τoυ κόσμoυ ήταν αναλφάβητoι). Ο πoλύς κόσμoς γνώριζε την ύπαρξη της ελληνικής γλώσσας, δηλαδή. Την ίδια επoχή o Σάμoυελ Τζόνσoν απoφαίνεται ότι o άνδρας πρoτιμά να μαγειρεύει η γυναίκα τoυ καλά παρά να μιλάει ελληνικά, και είναι πρoφανές ότι αν καμιά αγγλίδα δεν ήξερε ελληνικά τo ευφυoλόγημα δεν θα είχε αντικείμενo (πολύ περισσότερα για την έκφραση αυτή, σε ειδικό άρθρο).

Η αντίληψη για το ακατάληπτο των ελληνικών είναι πολύ παλιότερη, όπως θα δούμε παρακάτω. Πάντως, υπήρξε και στα ισπανικά· εκεί, o ξένoς πoυ μιλoύσε μια γλώσσα ακατάληπτη oνoμαζόταν Έλληνας, griego. Ύστερα η λέξη παρεφθάρη και η πρoέλευσή της ξεχάστηκε. Με τoυς Κoνκισταδόρες, πέρασε στην Αμερική, τώρα πια ως gringo. Ναι, σωστά καταλάβατε. Ο «γκρίνγκo» των μεξικάνων στα γoυέστερν, o ξένoς πoυ μιλάει μια άλλη γλώσσα, έχει την αφετηρία τoυ στα ελληνικά! (Περισσότερα, εδώ, σε ένα από τα πρώτα άρθρα του ιστολογίου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Πατριδογνωσία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 207 Σχόλια »

Ποιο είναι το μεγαλύτερο ελληνικό επώνυμο;

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2013

Το σημερινό άρθρο είναι αναδημοσίευση ενός παλιότερου άρθρου, που είχα ανεβάσει εδώ πριν από τρία χρόνια, αλλά αυτή τη φορά δημοσιεύεται επαυξημένο και βελτιωμένο, μια και έχω ενσωματώσει τα σχόλια, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαν καθοριστική σημασία -βέβαια, κάθε φορά είναι πολύτιμα τα σχόλιά σας και ανεβάζουν πολύ την όποια αξία των άρθρων, αλλά ειδικά σε εκείνο το άρθρο τα σχόλια πρόσθεσαν νέες πτυχές, που ήταν απαραίτητο να ενσωματωθούν στο κυρίως άρθρο. Όπερ έδει φτιάξαι.

Πριν από ένα μήνα περίπου είχαμε συζητήσει εδώ τη μεγαλύτερη ελληνική λέξη και σήμερα θα εξετάσουμε ένα συναφές θέμα, μόνο που δεν θα ασχοληθούμε γενικά με λέξεις αλλά ειδικά με επώνυμα, ή αλλιώς «οικογενειακά ονόματα» (κατά την ορολογία του Μ. Τριανταφυλλίδη). Ξέρετε, Σαραντάκος, Παπαδόπουλος, τέτοια.

Θα το έχετε προσέξει όσοι έχετε κάποια επαφή με το εξωτερικό: τα ελληνικά επώνυμα είναι κατά κανόνα μεγαλύτερα, πιο πολυσύλλαβα από τα γαλλικά ή τα αγγλικά. Για πλάκα, έκανα ένα… επιστημονικό τεστ: πήρα τα ρόστερ των εθνικών ομάδων στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου του 2004 (αυτό που πήραμε). Στην εθνική Αγγλίας, από τους 23 παίχτες, υπήρχαν μόνο μονοσύλλαβα και δισύλλαβα επώνυμα, και 1 μόνο με τρισύλλαβο (Κάραχερ). Οι Γάλλοι είχαν δισύλλαβα και τρισύλλαβα επώνυμα, και δύο μόνο τετρασύλλαβα (και όχι αυτόχθονα γαλλικά: Μακελελέ και Λιζαραζού). Στην ελληνική ομάδα είχαμε 7 τετρασύλλαβα και 5 πεντασύλλαβα (Νικοπολίδης, Γιαννακόπουλος, Κατεργιαννάκης, Παπαδόπουλος, Νικολαΐδης –τον Σεϊταρίδη τον λογαριάζω τετρασύλλαβο). Όταν ο Στέλιος Γιαννακόπουλος έπαιζε στην Πρέμιερ Λιγκ της Αγγλίας (στη Μπόλτον) είχε το πιο μακρύ επώνυμο της κατηγορίας -φυσικά στη φανέλα του έγραφε Stelios. Μια φορά που έγινε αλλαγή και αντικαταστάθηκε από τον Μπα (Ibrahim Ba) συνέβη το περίεργο, ο παίκτης με το συντομότερο επώνυμο του πρωταθλήματος να αντικαταστήσει τον παίκτη με το μακρύτερο επώνυμο!

Αλλά αν οι ποδοσφαιριστές μας που μεταναστεύουν αρκούνται στο να γράφουν το βαφτιστικό τους στις φανέλες τους (όπως και ο Παπασταθόπουλος), άλλοι συμπατριώτες μας, που μετανάστευαν στην Αμερική έκοβαν τα ονόματά τους, ιδίως τον παλιό καιρό. Κι έτσι ο Παπανικολάου έγινε π.χ. Pappan και ο Αλεξανδρόπουλος Alex. Και όχι μόνο στην Αμερική: ο ποιητής Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος έκανε όνομα στη Γαλλία ως Ζαν Μορεάς και ο Ν. Επισκοπόπουλος ως Νικολά Σεγκύρ. Ειδικά για τα επώνυμα των ελληνοαμερικάνων, ο Χάουαρντ Μένκεν στο μνημειώδες βιβλίο του The American Language γράφει: Similarly the Greek Triantafyllou (signifying rose) is often turned into Rose, Mylonas becomes Miller, and Giannopoulos (the descendant of Gianni’s, or Ioannis) becomes Johnson. The Greek surnames are often very long, and in American they have to be shortened. Thus, ” Pappadakis, Pappachristides and Pappadimitracoupoulos,” says Mr. Sotirios S. Lontos, editor of Atlantis, the Greek daily of New York, “become Pappas by taking a portion of the front part of the name, while Panagiotopoulos, Constantinopoulos and Gerasimopoulos change into Poulos by adopting only the tail end. So the Pappases and Pouloses have naturally become the Smiths and Browns of American Greeks, although these names are fairly uncommon in their native land.” But Pappas itself is sometimes sacrificed, despite its general popularity. Thus Pappageorgiou is shaved down to Georgious, Pappadimitracoupoulos becomes Jameson (part clipping and part translation), and Pappapolychronopoulos becomes Chronos, with Poulos following Pappas into the discard. Other Greek names are changed to bring them into harmony with American analogues. Thus Christides becomes Christie, Nikolaou becomes Nicholas, and Georgiou becomes George. John Cameron, a train-robber sentenced to Leavenworth for twenty-seven years on December 29, 1926, was born Kamariotis.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Έλληνες της διασποράς, Γενικά γλωσσικά, Επώνυμα, Επαναλήψεις, Ονόματα, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 167 Σχόλια »

Μπακάλης είσαι και φαίνεσαι! (επανάληψη)

Posted by sarant στο 17 Αύγουστος, 2012

Και πάλι επανάληψη, θερινή περίοδος γαρ, με ένα από τα πρώτα άρθρα του ιστολογίου, τώρα όμως σε αρκετά επαυξημένη έκδοση, αφού έχω ενσωματώσει τα σχόλια του αρχικού άρθρου και έχω προσθέσει και κάμποσο υλικό στο τέλος.

Η φωτογραφία από το giapraki.com

Πολλές φορές το ‘μπακάλης’ το λέμε υποτιμητικά, για κάποιον που κάνει χονδροειδείς υπολογισμούς και προχειροδουλειές και πιο συχνό ακόμα είναι το ‘μπακάλικος’ ή ‘μπακαλίστικος’ που το λέμε για έναν εμπειρικό και πρόχειρο τρόπο εργασίας· βέβαια, όταν ο τρόπος αυτός φέρνει αποτελέσματα χωρίς να χολοσκάει για τη θεωρία, μπορεί η λέξη ‘μπακάλικος’ να πάρει και ελαφρώς θετική απόχρωση. Όμως, δεν θα μιλήσω γι’ αυτή καθαυτή τη λέξη.

Θα μιλήσω για την τουρκική λέξη bakkal, από την οποία βέβαια προέρχεται και η δικιά μας ελληνική. Ο bakkal ήταν ο μπακάλης, ο παντοπώλης, αλλά στα χωριά της εποχής εκείνης συχνότατα το μπακάλικο ήταν το μοναδικό μαγαζί. Ο bakkal λοιπόν ήταν και λιγάκι πανδοχέας, και λιγάκι σαράφης, και λιγάκι τοκογλύφος.

Στα χωριά της Μικρασίας και της Αιγύπτου, αυτός ο bakkal ήταν σχεδόν πάντα Ρωμιός. Σε ταξιδιωτικούς οδηγούς Μπαίντεκερ της Αιγύπτου πριν από τον πόλεμο, βρίσκει κανείς φράσεις όπως: Στις περισσότερες πόλεις, ο έλληνας bakkal θα σας δώσει ένα απλό δωμάτιο για ύπνο. Στο βιβλίο Cairo and its environs των Lamplough και Francis διαβάζουμε (στη σελ. 91): every village contains one Greek ” bakkal ” or grocer-moneylender, παναπεί κάθε χωριό έχει και τον δικό του έλληνα μπακαλοσαράφη. Αφού το ισλαμικό δίκαιο απαγόρευε τον έντοκο δανεισμό, οι μπακάληδες αντικατέστησαν τις τράπεζες. Ό,τι έγινε και με τους Εβραίους στη Δύση και την απαγόρευση αυτή τη φορά απ’ την Kαθολική εκκλησία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνοφαυλισμοί, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , | 67 Σχόλια »

Από πότε λέμε «γεια σου»;

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2012

Θα μπορούσα να συνεχίσω και σήμερα σχολιάζοντας ορισμένα αξιοπρόσεκτα που γράφτηκαν για τη νέα Γραμματική, αλλά καλύτερα είναι, θαρρώ, να κάνουμε μια ανάπαυλα με κάτι εντελώς ανεπίκαιρο. Θα παρουσιάσω μια ακόμα αναδημοσίευση ενός παλιού άρθρου, που δημοσιεύτηκε τις πρώτες μέρες που άνοιξε το ιστολόγιο, και που νομίζω ότι αντέχει να ξαναπαρουσιαστεί. Τότε που είχα ανοίξει το ιστολόγιο, επειδή είχα πολύ υλικό στα ηλεσυρτάρια μου, από την αδημονία να το παρουσιάσω έχασα την αίσθηση του μέτρου: τις τρεις πρώτες μέρες είχα ανεβάσει δέκα άρθρα! Αποτέλεσμα ήταν να μην προσεχτούν και τόσο, πολύ περισσότερο που τότε, τις πρώτες μέρες του ιστολογίου, οι αναγνώστες του ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ λίγοι. Μπορώ λοιπόν να ελπίζω ότι οι περισσότεροι δεν θα έχετε διαβάσει το σημερινό άρθρο, αν και έχει επίσης αναδημοσιευτεί στο μεταξύ και σε άλλους ιστοτόπους. Πάντως, έτσι κι αλλιώς, η σημερινή δημοσίευση διαφέρει από την αρχική: έχω ξαναχτενίσει το κείμενο, ενσωματώνοντας και στοιχεία από τα σχόλια της πρώτης δημοσίευσης.

Ο χαιρετισμός «γεια» ή «γεια σου» ή «γεια χαρά» είναι ο πιο συνηθισμένος στα ελληνικά και τον χρησιμοποιούμε πολλές φορές κάθε μέρα όταν συναντάμε γνωστούς μας ή όταν τους αποχαιρετάμε. Το «γεια» προέρχεται από το αρχαίο «υγεία» μέσω του μεσαιωνικού «υγειά». Και οι ξένοι που επισκέπτονται την Ελλάδα μαθαίνουν αμέσως το Yiassou, και θα σας έχει τύχει, όταν γνωρίζεστε με ξένους εκτός Ελλάδος να σας πουν το Yiassou ως φιλοφρόνηση ή για να δείξουν ότι ξέρουν και μια ελληνική λέξη. Όχι τυχαία, σε έναν διαγωνισμό της Γιουροβίζιον πριν από μερικά χρόνια, η ελληνική συμμετοχή, στην επιδίωξη ενός διεθνώς αναγνωρίσιμου τίτλου, ήταν το τραγούδι «Γεια σου Μαρία».

Άρα, έχουμε ταυτισθεί με το «Γεια σου» -από πότε όμως υπάρχει η έκφραση στη γλώσσα μας; Από πότε λέμε «γεια σου»; Στο μεσαιωνικό λεξικό του Δουκαγγίου (Du Cange) που εκδόθηκε το 1688, καταγράφεται το «γειάσου» και ερμηνεύεται, σωστά, με τα αρχαιοπρεπή «χαίρε, έρρωσο, υγίαινε». Ωστόσο, πριν από μερικά χρόνια βρέθηκε μια πολύ πρωιμότερη εμφάνιση της έκφρασης.

Ο φλωρεντινός διδακτικός ποιητής Fazio degli Uberti (1305- μετά το 1367) μπορεί να μην είναι γνωστός παρά σε ελάχιστους, αλλά αξίζει την προσοχή μας από σπόντα. Ήταν γόνος παλιάς φλωρεντινής οικογένειας (του κλάδου των Γιβελίνων) που μνημονεύεται στην Κόλαση του Δάντη, και η οποία είχε εξοριστεί για πολιτικούς λόγους από τη γενέθλια πόλη. Έτσι, ο ποιητής γεννήθηκε στην Πίζα και έζησε σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας επιδιώκοντας πάντα να επιστρέψει στη Φλωρεντία. Μάταια, αφού πέθανε στη Βερόνα.

Το έργο της ζωής του ήταν ένα μεγάλο διδακτικό ποίημα, Il Dittamondo (που είναι εξιταλισμός του λατινικού Dicta Mundi και σημαίνει κάτι σαν «Αφηγήσεις για την οικουμένη»), σαφώς επηρεασμένο από τον Δάντη. Το δούλευε είκοσι χρόνια χωρίς να το τελειώσει και σ’ αυτό αφηγείται τις περιπλανήσεις του σε όλα τα μέρη του γνωστού τότε κόσμου.

Στο τρίτο βιβλίο και στο 23ο κεφάλαιο υπάρχει το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει. Γιατί μας ενδιαφέρει; Διότι μας διασώζει, σε προφορικό λόγο, φράσεις ελληνικές που δεν έχουν καταγραφεί σε ελληνικά κείμενα παρά πολύ αργότερα -ας όψεται η διγλωσσία που ταλανίζει τον τόπο από τους ελληνιστικούς χρόνους και μετά.

Έτσι, στο ποίημα αυτό, που ξεκίνησε να γράφεται το 1346, βρίσκουμε τις ελληνικότατες φράσεις Γεια σου, Καλώς ήρθες, Ξεύρεις φραγκικά; Είμαι Ρωμαίος και ξεύρω γλώσσες, Παρακαλώ σε φίλε μου, Μετά χαράς, φυσικά γραμμένες στο λατινικό αλφάβητο, αφού το ποίημα είναι γραμμένο στα ιταλικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ιστορίες λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 120 Σχόλια »