Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Πεζογραφία’ Category

Άγγελοι πάνω από το Βερολίνο (ένα πεζογράφημα του Άγγελου Μανουσόπουλου)

Posted by sarant στο 4 Οκτωβρίου, 2020

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα μου το έστειλε ο φίλος μας ο Αλέξης, αλλά δεν είναι δικό του (παρόλο που έχουμε στο ιστολόγιο δημοσιεύσει συνεργασίες του Αλέξη, αν και όχι λογοτεχνικές).

Είναι γραμμένο από τον Άγγελο Μανουσόπουλο, ο οποίος ήταν δραστήριος μπλόγκερ τη χρυσή εποχή των μπλογκ (πριν από 12-15 χρόνια δηλαδή). Στη συνέχεια, εξέδωσε μια επιλογή από κείμενά του στο βιβλίο «Ο πόνος της επιστροφής» (δηλαδή: το άλγος του νόστου) που μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή εδώ, ενώ βλέπω ότι πέρυσι εξέδωσε και μυθιστόρημα.

Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι αντιπροσωπευτικό των πεζογραφημάτων που δημοσιεύονταν στα ιστολόγια της χρυσής εποχής (τότε που ο όρος ιστολόγιο δεν ηταν τόσο διαδεδομένος οσο τώρα). Μιας εποχής που σχεδόν δεν την πρόλαβε το δικό μας ιστολόγιο, αφού, όταν εμεις εμφανιστήκαμε στις αρχές του 2009 η ιστολογική παλίρροια είχε δώσει τη θέση της στην άμπωτη. Αλλά το δικό μας το ιστολόγιο δεν είναι αντιπροσωπευτικό της χρυσής εποχής, όπου η θεματολογία ήταν πολύ προσωπική, ένα είδος προσωπικού ημερολογίου.

Ποιο ενδιαφέρον έχει ένα προσωπικό ημερολόγιο, θα ρωτήσετε. Η απάντηση θαρρώ δίνεται από κείμενα σαν το σημερινό, όπου το θέμα είναι πώς δυο έφηβοι παρακολουθούν μια αρκετά γνωστή κινηματογραφική ταινία. Καλογραμμένο κείμενο, με χιούμορ, αντιπροσωπευτικό νομίζω των καλών δειγμάτων γραφής των ιστολογίων της εποχής του.

Να πούμε για την ταινία του Βέντερς, ότι ο γερμανικός τιτλος είναι «Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο» αλλά στα αγγλικά είχε κυκλοφορήσει ως Wings of Desire, και από εκεί πήραμε κι εμείς το ελαφρώς πιο αθώο «Τα φτερά του έρωτα». Δεν θυμάμαι αν το είχα δει στην Αθήνα ή στο Λουξεμβούργο, αλλά μάλλον στο Λουξεμβούργο. Όμως δεν θα πω περισσότερα, παραθέτω το πεζογράφημα. Η εικόνα δική μου.

Άγγελοι πάνω από το Βερολίνο

            Μαζί με τις ταινίες που παρακολούθησα υπό δύσκολες συνθήκες, η ταινία “Τα Φτερά του Έρωτα” του Βιμ Βέντερς αξίζει ιδιαίτερη μνεία – δηλαδή ξεχωριστό άρθρο.

            Η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 1988. Ένα Σάββατο απόγευμα εκείνης της χρονιάς, εγώ κι ο κολλητός μου, μαθητής δευτέρας λυκείου εγώ, της πρώτης εκείνος, στη Σαββατιάτικη έξοδό μας, στεκόμασταν μπροστά στη μαρκίζα ενός κινηματογράφου με τρεις αίθουσες για να αποφασίσουμε ποιο από τα τρία έργα θα βλέπαμε. Εγώ ήξερα τι εστί Βιμ Βέντερς έχοντας ήδη δει το “Παρίσι-Τέξας” που μου είχε αρέσει. Η συγκεκριμένη ταινία είχα διαβάσει ότι γνώρισε ενθουσιώδη υποδοχή από τους κριτικούς και ότι κέρδισε βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες. Ήθελα λοιπόν να τη δω, αλλά δεν τολμούσα να την προτείνω στον φίλο μου που δεν συμμεριζόταν καθόλου τις δικές μου καλλιτεχνικές ανησυχίες. Αυτός προτιμούσε περιπέτειες, κωμωδίες και σοφτ πορνό (αφού δεν μας έβαζαν ακόμα στα κανονικά). Καθώς οι άλλες δύο ταινίες δεν του έλεγαν τίποτα, πρότεινε ο ίδιος να πάμε στα “Φτερά του Έρωτα”. Τον ξεγέλασε ο τίτλος και μία φωτογραφία μιας γυμνής γυναίκας (γυμνής πλάτης για την ακρίβεια) και υπέθεσε ότι θα είχε και λίγη τσόντα. Εγώ εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και συμφώνησα, χωρίς να του εξηγήσω περί τίνος πρόκειται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Μεταμπλόγκειν, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 215 Σχόλια »

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ (αφήγημα της Άννας Ρόδη)

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2020

Δημοσιεύω σήμερα ένα αφήγημα δικού μου ανθρώπου, γραμμένο για έναν δικό του άνθρωπο. Η εξαδέλφη μου Άννα Ρόδη, από τη μεριά της μητέρας μου στην Αίγινα, μου έστειλε ένα αφήγημα που έγραψε για τον πατέρα της, που έφυγε φέτος από τη ζωή. Με συγκίνησε, κι επειδή πολύ λίγα αιγινήτικα έχω βάλει στο ιστολόγιο (ενώ μυτιληνιά ή μανιάτικα περισσότερα) το δημοσιεύω σήμερα.  Τη φωτογραφία της βυσσινιάς την πρόσθεσα εγώ. Μακάρι να είχα και κονιακοβύσσινο (ή βυσσινοκονιάκ;) αλλά έχει τελειώσει.

Διατηρώ τις υποσημειώσεις της Άννας -μου αρέσουν παρόλο που είναι ασυνήθιστες σε αφηγήματα. Για τα πομοντόρια και κομοντόρια δείτε και παλιότερο άρθρο.

Η Άννα Ρόδη γεννήθηκε το 1966, είναι δασκάλα και ζει με την οικογένειά της στην Αίγινα. Αρθρογραφεί εδώ και χρόνια σε περιοδικά όπως η Εκπαιδευτική Κοινότητα, τα Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, η Αιγιναία, στο διαδίκτυο και αλλού. Τα θέματα που την απασχολούν αφορούν κυρίως την εκπαίδευση, την ιστορία της εκπαίδευσης, την τοπική ιστορία και λαογραφία του νησιού της, κτλ.

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, τα περιβόλια και 18 βυσσινιές να… βρίσκονται

 

                                                                                       Στον πατέρα μου

 

                                                                              «Γεράσαμε, μας έφαγε η δουλειά και τίποτα δεν κερδίσαμε[1]»

 

   Ο πατέρας έφυγε νωρίς εκείνο το καλοκαίρι. Βρήκε καλό μπάρκο και δεν θέλησε να το χάσει. Τα γκαζάδικα δεν ήταν παίξε – γέλασε, τον περίμενε κι εκεί σκληρή δουλειά, να ψήνεται στις κουζίνες τους[2] και να κοιμάται στον προθάλαμο του ψυγείου, αναζητώντας λίγη δροσιά στην ανελέητη ζέστη της Σαουδικής Αραβίας[3].

Φέτος ήταν ένα… καλό καλοκαίρι κι εκείνος όπως πάντα δυνατός, δραστήριος, εργατικός. Από το προηγούμενο πλοίο είχε ξεμπαρκάρει την άνοιξη και οι αγροτικές δουλειές είχαν προχωρήσει καλά. Η τεράστια ρόδα του πηγαδιού με τους μεταλλικούς κουβάδες δεν σταματούσε να γυρίζει και να δροσίζει τα αχόρταγα περιβόλια, που ποτίζονταν όχι μόνο από το κρυστάλλινο νερό του αλλά και από τον ιδρώτα, που έρεε ποτάμι από την κάψα του ήλιου και τον σκληρό μόχθο του ίδιου και των ανθρώπων του. Πίσω από τους στάβλους έβοσκαν μακάρια δύο ήμερες λευκές φοράδες και ένα ατίθασο μαύρο άλογο, ενώ πιο πέρα μια γαϊδουρίτσα, η Πιτσίκα, κι ένα τζαναμπέτικο μουλάρι επιδίδονταν στην ίδια απολαυστική ασχολία. Η μια λευκή φοράδα και το μουλάρι την περίοδο αυτή έδειχναν πιο κουρασμένα και λιγότερο ζωηρά από τα υπόλοιπα, γιατί είχαν αναλάβει εκ περιτροπής την ασταμάτητη διαδικασία του γυρίσματος του μαγκανοπήγαδου σχεδόν μέρα – νύχτα με σκοπό να είναι πάντα γεμάτη η στέρνα και να μη σταματά για κανέναν λόγο το πότισμα. Η εκκλησούλα μας, η Παναγία Ελεούσα (η Σισίκα όπως την έλεγαν χαϊδευτικά οι Ρόδηδες), συμπαραστεκόταν με συγκαταβατική αυστηρότητα και τις ευλογίες της σε ανθρώπους και ζωντανά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 154 Σχόλια »

Μνήμη Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2020

Συμπληρώθηκαν χτες 64 χρόνια από τον θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή, στα 47 του χρόνια, στις 29 Αυγούστου 1956, προδομένος από την πάντοτε εύθραυστη υγεία του κι αφού είχε βασανιστεί σ’ όλη του τη ζωή από την ανέχεια, την ανέχεια που κατέτρυχε τον επαγγελματία γραφιά, όταν η μέση του δεν ήταν αρκετά εύκαμπτη ώστε να προσκολληθεί σε κάποιον ισχυρό και να βρει κάποιαν αργομισθία. Για να βιοπορίζεται, οταν έγινε οικογενειάρχης και αυξήθηκαν τα έξοδα, έκανε με πυρετώδη ρυθμό μεταφράσεις πολυσέλιδων κλασικών μυθιστορημάτων, για το Ρομάντζο: Άθλιοι, Παναγία των Παρισίων, Μαρία Στιούαρτ, Μπεν Χουρ, Οι τρεις σωματοφύλακες, καθώς και τυπογραφικές διορθώσεις μέχρι που η πολλή δουλειά, από τις 6 το πρωί ως τις 8 το βραδυ, τον νίκησε.

Με τον Κοτζιούλα συνέβη το παράδοξο, ο τωρινός αιώνας να έχει σταθεί ευνοϊκός στην υστεροφημία του, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο προηγούμενος. Ενώ τις πρώτες δεκαετίες μετά τον θάνατό του το έργο του είχε λίγο-πολύ ξεχαστεί, με εξαίρεση το βιβλίο του για τον Άρη Βελουχιώτη, και ενώ τα (όχι πλήρη) Άπαντά του, που εκδόθηκαν λίγο μετά τον θάνατό του, είχαν προ πολλού εξαντληθεί, σήμερα το έργο του κυκλοφορεί και διαβάζεται πολύ περισσότερο, ενώ, πέρα από τις επανεκδόσεις των εξαντλημένων βιβλίων, έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια πολλά ανέκδοτα έργα του, βεβαίως χάρη στις άοκνες προσπάθειες του γιου του, του Κώστα Κοτζιούλα αλλά και ορισμένων μελετητών που αγάπησαν το έργο του ποιητή από την Πλατανούσα.

Τα τελευταία χρόνια (2016-2020) έχουν εκδοθεί του Κοτζιούλα: 1. «Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα», Δρόμων, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 2. «Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα», Δρόμων, επιμέλεια Στέλιος Φώκος. 3. «Αντάρτες», Ασίνη, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 3. «Κριτικά Α΄ «Η ασυλία του πνεύματος», Δρόμων, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου και Κώστας Κοτζιούλας. 4. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας για τα Τζουμέρκα» (δημοτικά τραγούδια, λαογραφικές σελίδες, Κ. Κρυστάλλης), ΙΛΕΤ-Τζουμερκιώτικα Χρονικά, επιμέλεια Κώστας Μαργώνης και Κώστας Κοτζιούλας. 5. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει και σχολιάζει αρχαίους Έλληνες ποιητές», Οδυσσέας, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 6. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει γαλλόφωνους ποιητές», Σαΐτης, επιμέλεια Λητώ Αλεξάκη. Επίσης έχουν παραδοθεί για έκδοση τα Ημερολόγια (Σαραντάκος), τα Κριτικά Β, «Μορφές του πνεύματος» (Μελετίου και Κ. Κοτζιούλας). Παραδίδονται έτοιμα, σύντομα, οι «Ηπειρώτικες περιοδείες και άλλα διηγήματα (Κ. Μαργώνης και Γ. Γιαννάκης) και οι Συνεντεύξεις και Συνομιλίες (Κ. Κοτζιούλας).
Έχουν επίσης κυκλοφορήσει μελέτες και αφιερώματα για τον Κοτζιούλα: 1. Συλλογικό, Ο Γιώργος Κοτζιούλας και το συγγραφικό του έργο, Πρακτικά ημερίδας, Χανιά 16 Ιουλίου 2018, εκδ. Δρόμων – Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, επιμέλεια Ζώης Μπενάρδος. 2. Περιοδικό Eνεκεν, τεύχος 48-49, Συλλογικό, Αφιέρωμα στον  Γιώργο Κοτζιούλα, επιμέλεια Γιώργος Γιαννόπουλος 3. Κώστας Μιχαλάκης, «»Τα πάθη των Εβραίων» του Γιώργου Κοτζιούλα», Επέκεινα.
Τέλος, η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου έγραψε τη βιογραφία του, «Ποίηση και πολεμικη», Κίχλη 2015, που τιμήθηκε με το βραβείο δοκιμίου του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Λογοτεχνία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 123 Σχόλια »

Αρρώστια στην Αθήνα (διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά)

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2020

Άλλη μια φορά παρουσιάσαμε στο ιστολόγιο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), του μεγαλύτερου διηγηματογράφου μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου.

Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του, γι’ αυτό και έγραψε πάρα πολλά διηγήματα, πολλές εκατοντάδες, για περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ταυτόχρονα εξέδιδε και συλλογές διηγημάτων, πάνω από είκοσι βιβλία. Και δεν έζησε άνετα.

Το έργο του δεν έχει συγκεντρωθεί ακόμα. Ο φίλος Βάσιας Τσοκόπουλος έχει ξεκινήσει να τυπώνει τα Άπαντα Βουτυρά σε τόμους, αλλά η υπόθεση κόλλησε μετά τον πέμπτο τόμο (κάπου στο ένα τρίτο του συνολικού όγκου) και αφού δυο εκδοτικοί οίκοι που είχαν αναλάβει το εγχείρημα είχαν κλείσει. Άκουσα πριν απο καιρό ότι ήταν έτοιμος ο έκτος τόμος, αλλά σε τέτοιους δύσκολους καιρούς δεν είναι εύκολα τέτοια εγχειρήματα.

Ο Βουτυράς έχει λίγους αλλά φανατικούς φίλους στην εποχή μας. Κάποια διηγήματά του (π.χ. Παραρλάμα, Ο θρήνος των βοδιών) είναι πολύ γνωστά, τα περισσότερα όμως όχι. Ο εκδοτικός οίκος Φαρφουλάς, του φίλου Διαμαντή Καράβολα, πήρε τ’ όνομά του από ένα διήγημα του Βουτυρά και έχει εκδώσει και κάποια έργα του, όπως τη σατιρική-φανταστική νουβέλα Μέσα στην Κόλαση (ο Βουτυράς καλλιέργησε και τα δύο είδη).

Εγώ σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρίσκω πότε-πότε δημοσιεύματα του Βουτυρά, και κοιτάζω αν είναι θησαυρισμένα (μου έχει δώσει ο Τσοκόπουλος έναν κατάλογο των διηγημάτων που εχουν συμπεριληφθεί στις παλιές συλλογές), τα δε αθησαύριστα του τα στέλνω -αν και σχεδόν όλα τα έχει ήδη βρει ο ίδιος. Στον παλιό μου ιστότοπο έβαζα συχνά διηγήματα του Βουτυρά, που τα πληκτρολογούσαν φίλοι –εδώ τα έχω συγκεντρωμένα. Κάποια στιγμή λέω να βάλω μπροστά να πληκτρολογηθεί το κατοχικό ημερολόγιο του Βουτυρά, ή μάλλον τα αποσπάσματά του που είχε δημοσιεύσει στη δεκαετία του 1950 η Αυγή.

Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε αν το ιδιότυπο στιλ του Βουτυρά, που τόσο είχε προβληματίσει τους κριτικούς στην εποχή του -το λεγόμενο «πρόβλημα Βουτυρά»: πώς γίνεται ένας τόσο «άτεχνος» συγγραφέας να έχει τόση απήχηση στο κοινό- στέκεται καλά εκατό χρόνια μετά, στον σημερινό αναγνώστη.

Το σημερινό διήγημα δεν είναι άγνωστο, αλλά είναι επίκαιρο. Μας το προσφέρει ο φίλος μας ο Spiridione, που τον ευχαριστώ πολύ. Το διάλεξε επειδή αναφέρεται, ακριβώς, στην πανδημία της γρίπης του 1918, όπως την έζησαν στην Αθήνα τότε. Εκατό (και κάτι) χρόνια μετά, έχουμε μιαν άλλη πανδημία.

Tο διήγημα δημοσιευτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Ανθρωπότης, τεύχος Ζ’, Μάιος 1920 -απ’ όπου και το πήρε ο φίλος μας. Στη συνέχεια, συμπεριλήφθηκε στη συλλλογή «Η αριστοκρατική γειτονιά και άλλα διηγήματα», του 1924 καθώς και στον 5ο τόμο των Απάντων στην έκδοση του Τσοκόπουλου.

Στο κείμενο έχουν γίνει κάποιες ορθογραφικές προσαρμογές και έχει μονοτονιστεί. Επίσης έκανα μερικές αλλαγές, εντελώς δευτερεύουσες, με βάση το κείμενο που υπάρχει στα Άπαντα.

Οι Μαξιμαλιστές που αναφέρονται στην εφημερίδα είναι οι Μπολσεβίκοι -η Οκτωβριανή επανάσταση είχε μόλις γίνει.

 

Αρρώστια στην Αθήνα

Η βροχή χτυπούσε κάποτε στα παράθυρα, τα τυμπάνιζε, και ο άνεμος, η φωνή του, ακουγότανε να βουίζει, να βογκά…

Μαζεμένοι είμαστε σε μια γωνιά του μικρού δωματίου του καφενείου, και μιλούσαμε για την αρρώστια, που, από λίγες μέρες, είχε πέσει στην Αθήνα. Και μάλιστα αυτήν την ημέρα είχε γίνει θόρυβος γι’ αυτή πολύς. Τρομαχτικά πράγματα λέγανε.

Καθισμένος εγώ, κοντά στην κλειστή πόρτα, κοίταζα κάποτε, απ’ τα γυαλιά της, την άγρια νύχτα, έβλεπα κάτι δεντράκια που ήταν απ’ έξω απ’ το καφενείο, να σαλεύουν σα να δερνόντουσαν, να κλαίγανε κι αυτά για τη συμφορά, που ‘χε πέσει στην πόλη της Αθηνάς. Κι ερημιά, ερημιά στο δρόμο. Σπάνια να φανεί διαβάτης.

Και οι διηγήσεις για την αρρώστια, για τα χτυπήματα, που ‘δινε, αύξαναν, πλήθαιναν. Λέγανε για στρατιώτες που πλήθος πέθαιναν και δεν πρόφταναν να τους θάψουν, για οικογένειες που ξεκληρίστηκαν ολόκληρες σε δυο, ή τρεις μέρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πανδημικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 87 Σχόλια »

Ένας παππούς γράφει στο εγγονάκι του

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2020

Στο σημερινό μας λογοτεχνικό κυριακάτικο άρθρο θα δούμε το συγκινητικό γράμμα ενός παππού προς τον εγγονό του, που είναι ακόμα βρέφος.

Και παρόλο που τα αισθήματα που εκφράζει ο παππούς θα τα έχουν αισθανθεί αμέτρητοι παππούδες, το κείμενο που θα διαβάσετε δεν είναι πρόσφατο, είναι παλιό -σχεδόν χιλιόχρονο, αφού το έγραψε ο Μιχαήλ Ψελλός στα μέσα του 11ου αιώνα. Ο Ψελλός, σημαντικότατος βυζαντινός λόγιος, που η δράση του ως πολιτικού δεν ήταν δυστυχώς το ίδιο γόνιμη, γεννήθηκε πριν από χίλια χρόνια -το 1017 ή το 1018 και είναι κάπως περίεργο που η επέτειος αυτή πέρασε απαρατήρητη.

Το κείμενο το παρουσίασε στο ιστολόγιο τις προάλλες ο φίλος μας ο Μπλογκ, με αφορμή το άρθρο του φίλου μας του Άρη για τις μωρουδίστικες λέξεις. (Κάτι που, παρεμπιπτόντως, δείχνει την ανεκτίμητη αξία που προσθέτουν τα σχόλια και γενικά η παρουσία σας).

Άρεσε σε πολλούς, οπότε το πέρασα από OCR και το παρουσιάζω σήμερα, μαζί με το αρχαίο κείμενο. Η μετάφραση είναι του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Σε σχέση με τη μεταφραση, έχω μια παρατήρηση -και άλλη μία ο φίλος μας ο Κώστας, αλλά αυτά θα τα δούμε μετά το κείμενο, που είναι εδώ:

Λόγος του Μιχαήλ Ψελλού στον μικρό εγγονό του

Ίσως να μη σε ξαναδώ, μικρούλη μου, παιδί της ψυχής μου, ούτε στα εφηβικά σου χρόνια —είθε να δώσει ο Θεός να ζήσω τουλάχιστον ως τότε!— ούτε όταν θα ωριμά­σεις και θα γίνεις άνδρας· γιατί η ζωή μου κοντεύει να τελειώσει και πλησιάζει η στιγμή που θα κοπεί το νήμα του πεπρωμένου. Θα σου απευθύνω λοιπόν από τώρα το λόγο και θα ανταποδώσω την έμφυτη χάρη σου με μια κάποια χάρη των λόγων, Θα έπρεπε να είμαι άγνωμων και άμυαλος, αν σε μια στιγμή που oι αισθήσεις και οι σκέ­ψεις σου είναι ακόμα τόσο απλές και μόνο για μένα αντιπροσωπεύουν κάτι το τέλειο, σε μια στιγμή που ακούς τη φωνή μου και νιώθεις την αγάπη μου, που γαντζώνεσαι από το λαιμό μου και ρίχνεσαι στην αγκαλιά μου και με αφήνεις να σε σκεπάσω με φιλιά —θα ήμουν αγνώμων, λέω αν σε μια τέτοια στιγμή δεν ανταποκρινόμουν και εγώ με ένα δώρο από αυτά που μπορώ να δώσω πλουσιοπάροχα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Μεταφραστικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , | 154 Σχόλια »

Τι είναι η μυρτοφοβία;

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2020

Αν επιχειρήσετε να γκουγκλίσετε την περίεργη λέξη του τίτλου, δεν θα πάρετε κανένα αποτέλεσμα -ή θα πάρετε μόνο τούτο εδώ το άρθρο.

Είναι λοιπόν μια λέξη ανύπαρκτη; Θα το δούμε αυτό στο σημερινό μας σύντομο αρθράκι που αφορά ένα (κατά τη γνώμη μου, βέβαια) πολύ ενδιαφέρον μικροφιλολογικό θέμα, που θα εκπλαγώ πολύ αν δεν το έχει θίξει κανείς εδώ και τόσα χρόνια.

Αρχικά, είχα σκοπό να το εντάξω στα μεζεδάκια του Σαββάτου, όμως η σαββατιάτικη πιατέλα ήταν ήδη παραφορτωμένη, οπότε αποφάσισα να το αναβαθμίσω σε αυτοτελές άρθρο.

Μια φίλη του ιστολογίου, που λέγεται Μυρτώ, διάβαζε στα αγγλικά το Εν ψυχρώ (In cold blood) του Τρούμαν Καπότε.

Δεν το έχω διαβάσει, ξέρω όμως ότι πρόκειται για την αφήγηση ενός πραγματικού εγκλήματος, της δολοφονίας των μελών μιας οικογένειας στο Κάνσας. Το έγκλημα έγινε το 1959, ο Καπότε ασχολήθηκε χρόνια με την υπόθεση συλλέγοντας πρωτογενές υλικό, και το πεζογράφημα εκδόθηκε το 1966.

Σε κάποιο σημείο, ο συγγραφέας παραθέτει έναν κατάλογο με διάφορες σπάνιες λέξεις, που οι περισσότερες είναι ελληνογενείς, από αυτές που προβληματίζουν τους αγγλοσάξονες και μπαίνουν συχνά σε παιχνίδια τύπου τρίβιαλ, αλλά εμείς βέβαια δεν δυσκολευόμαστε και πολύ να καταλάβουμε τι σημαίνουν -συνήθως.

Αντιγράφω το απόσπασμα:

And there were half a hundred other items he had decided he must take with him, among them his treasure maps, Otto’s sketch­book, and two thick notebooks, the thicker of which con­stituted his personal dictionary, a non-alphabetically listed miscellany of words he believed “beautiful” or “useful,” or at least “worth memorizing.” (Sample page: “Thanatoid = deathlike; Omnilingual = versed in languages; Amerce = punishment, amount fixed by court; Nescient = ignorance; Facinorous = atrociously wicked; Hagiophobia = a morbid fear of holy places & things; Lapidicolous = living under stones, as certain blind beetles; Dyspathy = lack of sympathy, fellow feeling; Psilopher = a fellow who fain would pass as a philosopher; Omo­phagia = eating raw flesh, the rite of some savage tribes; Depredate = to pillage, rob, and prey upon; Aphrodisiac = a drug or the like which excites sexual desire; Megalodactylous = having abnormally large fingers; Myrtophobia = fear of night and darkness.”

14 λέξεις, που ο κάτοχος του σημειωματαρίου τις έβρισκε «όμορφες», «χρήσιμες» ή έστω ότι άξιζε να τις απομνημονεύσει κανείς. Από αυτές οι οχτώ ελληνογενείς. Αλλά, όχι παράλογα, η προσοχή της φίλης μας, που θυμίζω ότι λέγεται Μυρτώ, στράφηκε στην τελευταία λέξη του καταλόγου, στον όρο όρο myrtophobia -μυρτοφοβία;

Η φίλη γκούγκλισε τη λέξη και διαπίστωσε ότι στο απέραντο αγγλόφωνο Διαδίκτυο η λέξη myrtophobia έχει ελάχιστες ανευρέσεις, που μάλιστα όλες συνδέονται με το μυθιστόρημα του Καπότε, συνολικά κάπου 200, πολύ λιγότερες από τις άλλες σπάνιες λέξεις του καταλόγου.

Προσέξτε επιπλέον κάτι περίεργο, ότι η εξήγηση fear of night and darkness, φόβος για τη νύχτα και το σκοτάδι, δεν αντιστοιχεί καθόλου στο «μυρτοφοβία» -εμείς που ξέρουμε ελληνικά θα περιμέναμε, αν υπήρχε τέτοια λέξη, να δηλώνει κάποιο άλλο είδος φοβίας, ενώ θα περιμέναμε επίσης ο φόβος για τη νύχτα και το σκοτάδι να εκφράζεται ελληνιστί ως «νυκτοφοβία» και αγγλιστί nyctophobia, μια λέξη που υπάρχει άλλωστε.

Όλες οι άλλες λέξεις του καταλόγου είναι υπαρκτές και καταγράφονται και σε λεξικά, η myrtophobia όχι. Σε όλες τις άλλες λέξεις, η ερμηνεία που δίνεται από τον καταγραφέα είναι σωστή, στη myrtophobia δεν ταιριάζει καθόλου.

Κι εδώ πέφτει η δεκαρούλα -το υποψιάστηκε η φίλη του ιστολογίου και το βρίσκω όχι απλώς πιθανό αλλά σχεδόν βέβαιο.

Ο Καπότε έγραψε, χειρόγραφα ή δακτυλόγραφα, nyctophobia. Στο τυπογραφείο όμως, η σπάνια και αδιαφανής (για αγγλόφωνους) αυτή λέξη στραβοδιαβάστηκε ως myrtophobia!

Δύο μόνο γράμματα διαφέρουν και, ειδικά σε χειρόγραφο, είναι εύκολο να μπερδέψεις το m με το n και το r με το c.

Aπό την άλλη, είναι ποτέ δυνατόν στο μυθιστόρημα αυτό, που έγινε μπεστ σέλερ και διαβάστηκε πολύ και χάρισε την υστεροφημία στον συγγραφέα του, που έγινε αντικείμενο μελέτης απο πανεπιστήμια, να υπάρχει τέτοιο λάθος και κανείς από τα εκατομμύρια αναγνώστες του να μην έχει εντοπίσει την ανακολουθία; Πάνε 54 χρόνια που έχει εκδοθεί το βιβλίο του Καπότε, το έχουν διαβάσει τόσοι και τόσοι, δεν το πρόσεξε κανείς; Ή το πρόσεξε και το επισήμανε αλλά η επισήμανση έγινε τον παλιό καιρό και δεν γκουγκλίζεται σε σημερινές πηγές;

Δεν ξέρω. Μου φαίνεται απίθανο να μην το πρόσεξε κανείς τόσα χρόνια τώρα. Μάλλον θα το έχει προσέξει. Θα άξιζε να είχαμε κάποια σχολιασμένη έκδοση του In Cold Blood, να δούμε αν επισημαίνεται η ανακολουθία, όπως επίσης θα άξιζε να έβρισκε κανείς την ελληνική μετάφραση να δούμε πώς απέδωσε τη myrtophobia ο Έλληνας μεταφραστής, Δυστυχώς βλέπω ότι η έκδοση του Καστανιώτη (2010), μεταφρασμένη απο τον μάστορα Μιχάλη Μακρόπουλο, είναι εξαντλημένη.

Από την άλλη, επειδή ακριβώς πρόκειται για λέξη ελληνογενή, αδιαφανή στο 99,9% των αγγλοσαξόνων (υπάρχουν και μερικοί κλασικοί φιλόλογοι) δεν αποκλείω να πέρασε ως τώρα απαρατήρητη, να την προσπερνούσαν όλοι, αφού έτσι κι αλλιώς δεν προσδοκούσαν να κατανοήσουν τη λέξη.

To ιστολόγιο έχει πετύχει κάμποσες πρωτιές στα τόσα χρόνια που υπάρχει -αν, όσο κι αν είναι απίθανο, έχουμε δίκιο και είναι βάσιμη η διόρθωσή μας, πολύ θα χαρώ. Όποιος λοιπόν έχει επαφή με ειδικούς καποτολόγους, ας τους ενημερώσει για την ανύπαρκτη μυρτοφοβία!

 

Posted in Αγγλικά, Ετυμολογικά, Πεζογραφία, Τυπογραφικά λάθη | Με ετικέτα: , , , | 236 Σχόλια »

Για τα πανηγύρια

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2020

Tη φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό σημείωμα την πήρα απο ένα πρόσφατο άρθρο ειδησεογραφικού ιστοτόπου με τίτλο «Τρόμος για τα πανηγύρια». Δεν ξέρω αν είναι πρόσφατη, βγαλμένη από κάποιο μετακορονοϊκό πανηγύρι, σαν κι αυτά που έγιναν π.χ. στην Αλίαρτο ή αν είναι φωτογραφία αρχείου από το περσινό ή κάποιο άλλο προκορονοϊκό καλοκαίρι.

Διότι βέβαια, η εποχή των πανηγυριών είναι το καλοκαίρι -η σεζόν, θα λέγαμε, μόλις άρχισε. Και οι επιστήμονες άρχισαν να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, ζητώντας άλλοι αυστηρό έλεγχο στα πανηγύρια κι άλλοι την απαγόρευσή τους. Κανονικά τα πανηγύρια πρέπει να απαγορευτούν, υποστήριξε η πρόεδρος των νοσοκομειακών γιατρών, επισημαίνοντας το οφθαλμοφανές, ότι στα πανηγύρια δεν μπορεί να υπάρξει τήρηση αποστάσεων.

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε για το πανηγύρι. Η λεξη, λέει το ετυμολογικό λεξικό, ανάγεται στο ελληνιστικό πανηγύριον, υποκοριστικό του αρχαίου πανήγυρις, που το βρίσκουμε πρώτη φορά σε απόσπασμα του Αρχίλοχου, αρκετά παλιά δηλαδή: Δήμητρος ἁγνῆς καὶ Κόρης τὴν πανήγυριν σέβων.

Η λέξη αυτή είναι σύνθετη από το παν + άγυρις (με έκταση εν συνθέσει, Βακερνάγκελ γαρ) που συνδέεται με το ρήμα αγείρω (συναθροίζω δηλαδή). Από την ίδια ρίζα η αγορά και η ομήγυρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά, Πεζογραφία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 416 Σχόλια »

Αρνί και λιοντάρι. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ (αποσπάσματα από το Ταξιδι του Ψυχάρη)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2020

Xτες είχαμε την επέτειο της γέννησης του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929), οπότε ταιριάζει το σημερινό μας λογοτεχνικό άρθρο να το αφιερώσουμε σε αυτόν.

Θα παραθέσω αποσπάσματα από το Ταξίδι μου, ένα πεζογράφημα που κατέχει μιαν εντελώς ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα πεζό έργο που την ύπαρξή του την ξέρουν πάρα πολλοί, αφού και στα σχολικά βιβλία και στις ιστορίες της λογοτεχνίας μας μνημονεύεται, αλλά που ελάχιστοι θα το έχουν διαβάσει. Και ενώ σε μια ψηφοφορία νεοελληνιστών για τα σημαντικότερα νεοελληνικά έργα θα περίμενα το Ταξίδι μου να πάρει αρκετές ψήφους, η σημαντικότητα αυτή δεν απορρέει από τη λογοτεχνική του αξία, αλλά διότι ήταν το πρώτο πεζό νεοελληνικό έργο που γράφτηκε στη δημοτική -και μάλιστα, σε ανόθευτη δημοτική, αυτή που αργότερα ονομάστηκε μαλλιαρή ή ψυχαρική. Αυτά, το 1888.

Επιπλέον, η επιρροή που άσκησε το Ταξίδι ήταν τεράστια, σαν ένας μεγάλος βράχος που έπεσε -από μακριά, από τη Γαλλία- στη μικρή λιμνούλα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Όταν κατακάθισαν τα κύματα, είχαμε πεζογραφία στη δημοτική, μια γλωσσική ποικιλία που ως τότε ήταν ανεκτή μόνο στην ποίηση διότι ήταν κι εκείνος ο ανοικονόμητος Κόντες, και γενικά οι Επτανήσιοι, που δεν μπορούσε κανείς ν’ αγνοήσει.

Φυσικά, πολλοί χλεύασαν τον Ψυχάρη και το Ταξίδι του, ιδίως στις εφημερίδες, ενώ κάποιοι παραδέχτηκαν ότι «είναι κρίμα να γράφει τόσο ωραία πράγματα στη γλώσσα της ταβέρνας». Λίγοι το χαιρέτισαν αμέσως. Ένας από αυτούς, ο Ροΐδης, που έσπευσε να δημοσιεύσει και ευμενή κριτική, γραμμένη φυσικά σε άπταιστη περίτεχνη καθαρεύουσα -ξεσηκώνω ένα κομμάτι από την αρχή του έργου, όπου επαινεί τον Ψυχάρη για το θάρρος του να πάει κόντρα στο ρεύμα:

Η τοιαύτη περιφρόνησις της πλειονοψηφίας φαίνεται ουσα απαραίτητον εφόδιον παντός όρεγομένου. τελείας ειρήνης προς την συνείδησίν του ή επιθυμούντος ν’ αφήση μικρόν τι ή μέγα καλόν ως ίχνος της διαβάσεως αυτού διά του κόσμου τούτου. Όσα τω όντι επράχθησαν πράγματι ευεργετικά οφείλονται ουχί εις τους κυνηγούς δημοτικότητος, αλλ’ εις τους μη θεωρούντας μέγα δυστύχημα το να θεωρηθώσιν, επί τινα τουλάχιστον καιρόν, άφρονες παρά των μωρών, μύωπες παρά των τυφλών, απειρόκαλοι παρά των αγροίκων και αμαθείς παρά των αγραμμάτων. Τοιούτου τινός αφιλοκερδούς αισθήματος προϊόν είναι βεβαίως το εις χείρας ημών τελευταίον έργον του κ. Ψυχάρη. Όπως εν τω προλόγω και πολλαχού του έργου του ρητώς και σαφώς εξηγείται, υπ’ ουδεμιάς εβόσκετο ελπίδος ότι δύναται η γλώσσα του ‘Ταξιδιού’ ν’ αρέση εις τους σήμερον Αθηναίους ή να εύρη παρ’ αυτοίς υπερμάχους. Απεναντίας ήτο εξίσου πεπεισμένος ότι θέλει αποδοκιμασθή και χλευασθή παρά των ημετέρων δημοσιογράφων, όσον είναι βέβαιοι και οι ιεραπόστολοι, οι πρώτοι αποβαίνοντες εις απάτητόν τινα νήσον του Ωκεανού, ότι αντί να χριστιανίσωσι τους ιθαγενείς θέλουσιν αφεύκτως φαγωθή υπ’ αυτών. Ελατήριον της αυτοθυσίας των είναι ουχί η ελπίς αμέσου επιτυχίας, αλλά μόνη η πεποίθησις εις το σωτήριον του κηρύγματος και τον βέβαιον τελικόν θρίαμβον της αληθείας.

Παρόλο που δεν έχουμε άγνωστες λέξεις, είναι κάπως κουραστική η ανάγνωση, κι ας είναι άριστος στιλίστας ο Ροΐδης.

Ο Ψυχάρης, βέβαια, μεγάλος λογοτέχνης δεν ήταν. Γλωσσολόγος ήταν, όσο κι αν δεν στερούνται χάρη τα γραφτά του -έγραψε πολλά αμιγώς λογοτεχνικά, στα επόμενα χρόνια.

Με τον φίλο Γιάννη Π. είχαμε ανεβάσει (βασικά η δουλειά ήταν δική του) στον παλιό μου ιστότοπο και στη συνέχεια στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο κάμποσα έργα του Ψυχάρη, ανάμεσά τους και ολόκληρο το «Ταξίδι μου«.

Διαλέγω για σήμερα δυο κεφάλαια που αναφέρονται στο ταξίδι στην Πόλη, το μέρος όπου έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο Ψυχάρης και όπου ζούσε η οικογένειά του (είχε γεννηθεί στην Οδησσό, με καταγωγή από τη Χίο). Στο πρώτο, περιγράφει τον αδερφό του τον Γιάννη, αρνί και λιοντάρι μαζί, με ύφος θαρρώ επηρεασμένο από τον Γαργαντούα. Στο δεύτερο, ένα στιγμιότυπο από ταξίδι με το πλοίο στον Βόσπορο, με γλωσσικό ενδιαφέρον αλλά και που αφήνει να φανεί μίσος του Ψυχάρη για τους Τούρκους -όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής του, πίστευε στον εθνικισμό και στη Μεγάλη Ιδέα και δεν ήταν επαναστάτης στα πολιτικά, το αντίθετο μάλιστα.

Λένε για τη γλώσσα του Ψυχάρη πως δεν είναι κατανοητή σήμερα. Νομίζω πως κάθε άλλο παρά ισχύει αυτό. Θα έχουμε κάποιες άγνωστες λέξεις, ιδίως εκεί όπου αναφέρεται ο κατάλογος των φαγητών, ή κάποια τούρκικα δάνεια, αλλά θαρρώ πως πολύ πιο εύκολα γίνεται κατανοητό αυτό το κείμενο στον σημερινό αναγνώστη παρά το προηγούμενο απόσπασμα του Ροΐδη ή όποιο άλλο καθαρευουσιάνικο της εποχής του.

 

Ι. Αρνί και λιοντάρι

Είχα χρόνια να διω τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνει. Ήτανε πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγαντα δε θα διείτε στη ζωή σας· τουλάχιστο τρεις πήχες αψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κοντέβανε τα ντουβάρια να γκρεμίσουνε. Έπρεπε να σκύψει, ώσπου να γίνει μισός, για να περάσει από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοί­ταζες και θυμόσουνε τους στίχους του Ακρίτα·

Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει,
Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δέντρα.

Το χέρι του ήτανε βράχος, κι άμα σου έπιανε το χέρι να το σφίξει, κόντεβε να σου το κάμει κομμάτια· ήτανε για να σου δείξει φιλία. Ποιος δε φοβότανε τη φωνή του; Τόσο δυ­νατή δεν ήτανε άλλη φωνή· ήξερε ο κόσμος πως μπορούσε ν’ ακουστεί από το Ταξίμι, ίσα με το Κατάστενο, ίσα με τη Μάβρη θάλασσα, ίσα με τη Ρουσσία — ίσα με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, ήτανε άξιος μοναχός του να ρίξει κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε άλλος Ακρί­τας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητικιά του· ήτανε κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν το βουνό. Τρέχει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγει· κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψόφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλιο· «Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»

Τέτοιος ήτανε κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώσει και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός— προτού ξεσπάσει — στεκότανε ήσυχος μια στιγμή, σαν καρ­φωμένος στο χώμα· λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκανε· στρα­βοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν ήτανε άθρωπος, διάβολος δεν ήτανε που να μπορέσει τότες να βαστάξει την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας· είναι το μπαρούτι του Ρωμιού.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Ήτανε αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σου έλεγε λόγο να σε πειράξει. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Ρωμιός, λέει, είναι περή­φανος και σωπαίνει. Τα βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίσει, το ποτάμι. Μόνο, χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό,τι του έλεγες, νό­μιζε πως ήτανε τάχα για να τον περιπαίξεις, ή πως τα ’λεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πεις· — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπιζόσουνε κι ήθελες να πνιγείς — ή πως το ’λεγες για να του δώσεις να καταλάβει.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, ήτανε καλός να το ξεχάσει. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός ήτανε τα χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Τα βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αν η γριά μας η παραμάνα δεν καθότανε πλάγι του στην καρέγλα, να του λέει, και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχανε οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και το λέγανε πού και πού, να γελάσουνε. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερ­φός μου ο Γιάννης ήτανε αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυ­φερή και μαλακή σαν μπαμπάκι· τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήσει. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σωστός Ρωμιός — βέρος Πολίτης. Μπορούσε να σηκώσει τον κόσμο στα ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμει, μπορούσε πύργους να γκρεμίσει, και κάστρα να πάρει μοναχός του. Ωστόσο στρωνότανε ήσυχα ήσυχα στο ζεστό του το κρεβατάκι — ν’ ακούει παραμύθια.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα ένοιωθε πως ήσουνε μαζί του και πως κάποιος τόνε βαστούσε από το χέρι, μπορούσε να γίνει φωτιά, να ξεχάσει και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι· δεν ήτανε πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ’ αγγίξει, δεν έπρεπε κανείς να μου πει λέξη· στρα­βοκοίταζε, ανάφτανε τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) — μα ήξερε την αγάπη που του είχα, κατα­λάβαινε πως γύρεβα την προκοπή του, κι έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο, τίποτις δε φοβόμουνε, όλα μου φαινόνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στεκότανε πλάγι μου· ασκέρια δεν έτρεμα τότες· μπορούσα και στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανιζόντανε τ’ ασκέρια, ορμούσε σαν το θεριό κι έκοφτε κεφάλια. Δεν άφηνε ζωή. Ήτανε το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάει· τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.

Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρ­φια αγαπημένα. Τι γέλια που τα πετούσαμε, τι κουβέντες που τις κάναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύχτα. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης έπρεπε να φάει το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ το βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες· πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες· πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βόδινο, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σωτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, συκώ­τια, λαδερά κι εντράδες ένα σωρό· ορεχτικά, χαβιάρι, ραδί­κια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη· λακέρ­δα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια· στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες· χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασού­λια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελήσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια· φρούτα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπό­νια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φρυγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα· έντεκα οκάδες αλάτι και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θά­λασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέ­δες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώει σα δράκος. Τα κατέ­βαζε όλα σαν ποτήρι νερό.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβιρίζανε — ήτανε καμιά κατοσταριά — πέφτανε κατά γης. Και δεν του χρειάζόντανε πολλά να γελάσει. Έφτανε μια λέξη να του πεις με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέει ξεκαρδιζότανε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψει. Για κάθε πράμα που έκανε και ρωτούσες γιατί το ’κανε έτσι κι όχι αλλιώς — ή για κανένα τσιγάρο που άναφτε, ή για κανένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλο του — σου αποκρινότανε πάντοτες· — «Συνήθεια γάρ επεκράτησε παρ’ ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο· — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ’ έκαμε να γνω­ρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες, μπαξεβάνηδες και καϊξήδες. Όσο μιλούσανε, τσίτωνα εγώ τ’ αφτιά μου, για να μη μου φύγει καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κι η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τα νοιώσανε ακόμα οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να τ’ αλλάξω.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν ήτανε περήφανος· με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλια, αμέ­σως του πετούσε κι ένα— «Δούλος σας ταπεινότατος», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθεί. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό,τι θέλεις, κάθε φορά που κανένας φτωχός ερχότανε κάτι να του ζητήσει· ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκανε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτεί, να μη δείξει άξαφνα πως τον καταφρονεί για τη φτώχεια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.

Του άρεζε όμως και να παίζει. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε για παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπού­τσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ’ ένα έ σαράντα πήχες μακρύ· «μιαρέ-έ-έ-έ» και κρυβότανε ο χατζής. Παράσιτους έχουμε ακόμη και σήμερα· νταλκαβούκης, που λένε στην Πόλη, ήτανε κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε· «Πρόσταξον, αυθέντα», με μια φωνή που βούλιαζε ο χατζής. Και μ’ αφτά γλέντιζε.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ’ εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογάριθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέ­δαση. Πολύ προκομμένος δεν ήτανε και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει· ήτανε από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση, και δίχως να ξέρει πολλά, έκοφτε το κεφάλι του· πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε· τους βαριότανε και χολόσκανε· ήτανε του λαού. Κάποτες ερχόταν ένας δάσκαλος να του μιλήσει, και το κάτω κάτω να του χτυπήσει παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του· — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλείς και μη με σκοτίζεις· εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δά­σκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμει;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτα ψέφτικο δεν είχε· όλα του φυσικά, ήτανε όπως τον έκαμε ο Θεός κι απ’ όξω τίποτα δεν είχε· δεν είχε τίποτα φτιαστό, τεχνητό. Ήτανε σαν το φρούτο, προτού γίνει ακόμη και το τσιμπήσουνε τα πουλιά· έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα· ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαξεβάνης τα κλα­διά, κι έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του κα­θενός. Εκεινού, η ψυχή του γυάλιζε σαν καθρέφτης, σαν κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες να ’χει κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και σφανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τα ’χει όλα μεγάλα και καλά—ή κάλλια τίποτα να μην έχει. Μισά πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρει με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πούνε πως ήτανε ο πρώτος στον τόπο του· τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πει πλούσιο, έπρεπε να ’χεις μιλλιούνια· αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτα. Τι σωστός Ρωμιός που ήτανε, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!

Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ’ όλους του τους φί­λους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσική, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψέλνει περίφημα, κι όταν καθότανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κι έψελνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμει κανείς, κι άλλο από εκκλησιαστικά και θρησκεφτικά δεν έχουνε άδεια να συλλογιστούνε οι Πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.

Γνώρισα, εκείνο τον καιρό, και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών.» Τον είχανε οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή· για να το ξεβγενίσει, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατόρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε· «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσαμε κει το πήγανε οι δασκάλοι· δεν ξέρουνε τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φορτώσανε στη γλώσσα και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο που δε φταίει ο λαός· φταίνε κείνοι. Βαριόμουνε και γω τ’ όνομά του, γιατί και γω είμαι του λαού· δεν ήξερα πως να τον πω, Τέλαμον, Τελα­μών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπόν κι απόφεβγα τη συντρο­φιά του.

Έμενα μου άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ’ όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές στη ζωή μου δε γέλασα τόσο. Ο Πλατανίσσης ήτανε άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστή­σω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να του μοιάζει; Με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρείτε μου καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση· πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, ήτανε όλο φάρδος και πάχος· ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! Μυλόπετρα! Κι ο ίδιος πια καμάρωνε· Πλούσιος δεν ήτανε ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο· δεν παραπονιότανε ποτές· του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό,τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σου πει πως κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδιά του την τζέπη — η τσέπη του ήτανε πια μαγαζί! — ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μο­λύβι ή κουμπί και μας το ’δειχνε· — «Διέστε το, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά όπου κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα· — «Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας λέει, κι η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»

Δε σου αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με δια­βάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Ρωμιός και να πετάξεις το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Ρωμιός — κι ας μην έχει τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά· τ’ άλλα δεν αξίζουνε. Ο Πλατανίσσης όμως έβρι­σκε κάπου να σου πει κι έναν έπαινο για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γλήγορα φιλία· το φίλο του σου τον ανέβαζε ίσα με τον ουρανό· — «Δεν ξέρεις τι παιδί! Διαμάντι!» Μα… ερχότανε και το μα. Το διαμάντι ξαναγινότανε κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που μου φάνηκε πλάτανος. Πρι να μου πει τίποτα, του λέω· — «Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήσει κι από τότες αδερφωθήκαμε πια. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσεις το Ρωμιό, ποτέ σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.

Τους έκανα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν πιάνανε τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχανε. Ο Πλατανίσσης έφτιανε κάτι φράσες δικές του· τα λόγια του ήτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σου έβγαζε κι ένα·— «Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «μας γίνεται λόγος» έπαιρνε κι έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σου έλεγε τίποτα για κανένα μεγάλο ή σημαν­τικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέει και το «κάποιος.» Όταν του ρωτούσανε τ’ όνομά του ή όταν ο ίδιος σου μιλούσε για λόγου του, αμέσως σου πετούσε κι ένα· — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, το ’κανε κιόλας· — «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Αφτός όμως ο «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξη ζαφτιέδες. Χαρά στο παλληκάρι!

Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλα­τανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γίγαντες τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα πως δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να του κάνω χάδια· ο αδερφός μου ο Γιάννης το ’παιρνε ανά­ποδα· — «Γιατί τάχα τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»

Για την ώρα, ήτανε όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάναμε ένα γλέντι που δεν ήτανε άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολίτικα. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξε­ρες να τον πιάσεις· θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώσει. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης ήτανε αρνί· ήτανε όμως και λιοντάρι.

 

ΙΒ’. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ

Αφότου ήμουνε στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κι έχουνε άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει· κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να σου το πει. Οι δασκάλοι θαρρούνε πως τα μάθανε όλα· δε μάθανε όμως ακόμη πως πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσα με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουνε όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουνε όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουνε, πολεμούνε, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τ’ ακούσανε. Οι σοφοί κι οι γλωσσολόγοι θυμώνουνε που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουνε από μας, κι οι δασκάλοι τι κάνουνε; Ίσια ίσια για να μην έχουνε οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουνε, κλαδέβουνε, ξεπαστρέβουνε, καθαρίζουνε τα γεωγραφικά ονό­ματα, τα συγυρίζουνε, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουνε ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουνε την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμεις λοιπό με τέτοια… κεφάλια;

Εγώ λέω να μην κάμεις τίποτα και να σύρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ’ αρέσει Κατάστενο να το λέω· έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο μου φτάνει. Μ’ αρέσει και Μπογάζι να τ’ ακούω· όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, μου φαίνεται καλό να ’χουμε κι αφτό τ’ όνομα — για να μην ξεχνούμε.

Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διω κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέττο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούγντερε. Μ’ αφτό τ’ όνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουνε. Τις δοτικές τις σκορπίζουνε όπου μπορούνε· εν Ταταούλοις θα σου πούνε, εν Βλαχέρναις κι άλ­λες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούγντερε αδύνατο να χώσουνε και μια κατάληξη αρχαία· τ’ όνομα τούτο δεν κλί­νεται. Το Μπουγιούγντερε τους το κάνει πείσμα. Το Μπου­γιούγντερε μοναχό του ρίχνει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουνε πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πλη­θυντικές δοτικές· φτάνει το Μπουγιούγντερε να δείξει τη μυτίτσα του, να ξετρυπώσει ξαφνικά και να βγει στη μέση. Βλέπουμε αμέσως τι τρέχει, καταλαβαίνουμε πως ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, τ’ αληθινό μας το ρωμαίικο χώμα.

Πόσο τ’ αγαπώ αφτό το Μπουγιούγντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουνε άξαφνα Βαθυρρύαξ, κι οι ίδιοι δε θα καταλάβουνε τι λένε. Πρέπει να το πούνε Μπουγιούγ­ντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουνε όσες ελληνικούρες έχουνε όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάσει το γάλα την κάτασπρη θωριά του, φτάνει να πέσει μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα· άμα βάλεις μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία· τίποτα δεν είναι. Του κάκου πολεμούνε οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουνε! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη· τη γεμίζουνε καθαρό νερό και την καμαρώνουνε οι ίδιοι. Για να θολώσει το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξεις μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούγντερε, ας είναι κι ένα άφαντο να. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κι η καθαρέβουσα λασπώνεται.

Οι δασκάλοι δε βλέπουνε και ποτές δε θα διούνε, πως για όποιονε τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα εμπόδισε κάπου να βάλουνε, ένα έγινε να τους ξεφύγει, ένα ηξεύρω να πούνε, ένα τίποτε να γράψουνε, πάνε όλα! Μεγαλύτερο το κακό παρά αν ήτανε όλα βάρ­βαρα, σαν που τα λένε· αν ήτανε όλα βάρβαρα, θα φαινό­τανε τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.

Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο βαπόρι και να πάω στο Μπουγιούγντερε. Ο καμαρότος, άμα μ’ είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήσει, να μου δώσει την καλύτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρότος ήτανε Αρμένης. Πού να μιλήσει ρωμαίικα, αφού οι Αρμένηδες (1) και τη γλώσσα τους δε θέλουνε πια να μάθουνε, και λένε πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ’ ήθελε. Δεν είχε και πολλά να μου πει. Μου έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα όπου συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Εκείνη την ώρα ο καπε­τάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τ’ άλλο το μέρος. Κάθησα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρισκότανε από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουα τις ρόδες που γυρίζανε. Έβλεπα δεξιά τον καπε­τάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρότος μου έφερε ένα σκαμνί για το πανωφόρι μου, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να μου βάλει καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρό­σωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλιο, στάθηκε μια στιγμή κι ά­πλωσε το χέρι, τάχα για να μου δώσει να καταλάβω πως θα βλέπω λαμπρά στη θέση όπου καθόμουνε και να μου δείξει τη θέα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κι έφυγε.

Ήτανε η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέ­παζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μου έδειχνε καινού­ρια μεγαλεία. Πιότερο από καθετίς άλλο μου αρέζανε τα νερά του· στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με τ’ άπειρο το νερό. Νερό έχει το Μπογάζι όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξει κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε· μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε πως μπορούνε καμιά μέρα να λυσσιάξουνε, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέσει να μας γιατρέψει. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάνει. Έχει κάτι μέσα του εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάσει αφτή τη θάλασσα για να ’ρθει στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθεί κανείς, πρέπει να βρεθεί στην Πόλη, δίχως να ’χει περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παρά­ξενο πράμα!

Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθει από τη γεωγραφία του σκολειού, χωρίζει Ασία κι Εβρώπη, πάει να πει πως βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Ωστόσο στην Πόλη κάθουνται Ασία κι Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη· αφτό το περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας. Ανεβαίνοντας δεξιά μεριά έβλεπα την Ανατολή, και να πω την αλήθεια, μ’ όσα είχα μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω πού ήτανε Ασία, και πού ήταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα μ’ έκαμε ν’ απορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στεκόντανε τόσα τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο Τούρκος, άμα χτίσει σπίτι — κι άμα κάμει τίποτα — το βαριέται· είναι μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή σαν που λέμε, κατσιβέλοι. Ο Τούρκος ένα ένα σιχαίνεται τα σπίτια που κάνει, νοιώθει πως είναι περαστικά τ’ αγαθά του, κι άμα σιχαθεί ένα πράμα αμέσως τ’ αφήνει. Τ’ α­φήνει και δε γυρίζει πια να το διει — σα να μην ήτανε ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήσει ή τοίχο να σιάξει, ή ταβάνι να διορθώσει, ή πέτρες να ξαναβάλει, όπου πέσουνε. Το χτίριο που κάμει δεν έμαθε να το διατηρεί· δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβεις τι θα πει βάρβαρος και τι θα πει πολιτισμένος.

Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήσει τα χρήματα, έφκολα τα ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμει· αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα βγάλει να δώσει πολλά, ή τίποτα δε θα δώσει. Ο πλούσιος που δεν έδωσε δυο γρόσια του ράφτη του για να του ράψει ένα κουμπί, δε θα μείνει πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς τέ­τοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει τέτοιο να ’ναι το κέφι του, κι αν έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνει ανάγκη να λογαριάσει πόσοι παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλει μια πέτρα, να σιάξει ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν αξίζει, λέει. Το κεφάλι του δε ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν είναι να χαρεί τίποτα, πρέπει να το χαρεί αμέ­σως, αμέσως να γίνει το πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό,τι του αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει· παρέκει δεν πάει ο νους του. Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμει σπίτι, κάθε μέρα θα φροντίσει για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψει, θα το ’χει έννοια, θα προσπαθήσει μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλει δυο σκαλοπά­τια μαρμαρένια, παντού να ρίξει σίδερα και πέτρα, για να γίνει, λέει, το σπίτι πιο γερό. Ο Ρωμιός όλα αιώνια τα θέλει.

Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γλήγορα γλήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα να ’τρεχε στα κύματα μέσα. Η θά­λασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάσει, νομίζει τότες πως μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψει δρόμο μεγάλο. Η φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι· ο νους φουσκώνει τα πανιά του. Έτσι το ’παθα και γω. Θα πάμε και μεις ομ­πρός, έλεγα μέσα μου, ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά μέρα σαν τον Κο­λόμπο θ’ ανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη, ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουνε τα έργα και τ’ όνομά μας.

Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρότος. Ήρθε κοντά μου και μου έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ν’ αλλάξω θέση. Ο καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος όπου καθόμουνε· έπρεπε να περάσει ζερβιά. Ο τό­πος ήτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε κι οι δυο μαζί· ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγει. Ο καμαρότος, για να τον καταλάβω καλύτερα, μου το είπε μάλιστα τούρ­κικα· — «Να σηκωθείς, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά γκελίορ»

Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μου είπε ο άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες μου χτυπήσανε τόσο παράξενα στ’ αφτί. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ τον άκουγα και μου φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο καπετάνιος ήτανε Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός· έμοιαζε σα να ήτανε όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Μου φάνηκε πως στα μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά. Τέτοιος θα ήτανε, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε αφτό το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαού­ρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου. Να τος που έρχεται, ο καπετάνιος! Ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο χέρι, στ’ άλογό του καβαλάρης, ερχότανε ο Τούρκος, ερ­χότανε ο καπετάνιος — κι έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγει.

Σα να καταλάβαινα πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε μπροστά μου πρώτη φορά. Μου φάνηκε πως βλέπανε τα μάτια μου τώρα κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγές. «Σήκω, σήκω, χριστιανέ από κει που καθόσουνε ήσυχος και θάμαζες τη φύση με τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κι έ­παιρνε η φαντασία σου δρόμο. Σήκω· η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διω, όπου σε βρω, όπου φανείς, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διω, όπου βρω, όπου φανεί τίποτα δικό σου — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι — όλα όλα πρέπει να μου τ’ αφήσεις. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου να ρουφήξω. Άμα σου ζητήσω αίμα και ζωή, θα μου δώσεις τη ζωή σου, και το αίμα σου θα μου το φέρεις. Από το στόμα σου λέξη να μη βγει. Δε χωρατέβω. Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθεις. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς σου, η τρο­μάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω, φύγε, γιατί έρχουμαι· σήκω, φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα πράματα να τα μεγαλώνει· τον ποντικό τον κάνει γιανίτσαρο. Η φαντασία μου μου χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο Μπουγιούγντερε. Μόλις πρόφτασα να διω τους φίλους μου, να πάω στο σκολειό, ν’ ακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθει στα χωριατόπουλα τις εβγένειες της γλώσσας μας. Ήμουνε όλο συλλογισμένος, βαρεμέ­νος· είχα μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι, Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ’ είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κι οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγει πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο με τις κουβέντες, με τα γέλια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια! Και πάλε τ’ απόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα τα βαπόρι. Μα δεν κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτα, μήτε Μπο­γάζι, μήτε θάλασσα, μήτε ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, όπου δεν ήτανε κανείς. Η ίδια φράση όλο μου έδερνε το νου, όλο μου έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα μέσα μου σιγά σιγά· «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

(1) Σημείωση του Ψυχάρη στη 2η έκδοση: Ντρέπουμαι που το ’γραψα τότες και παρα­καλώ, ύστερις από κείνα που είδαμε, να με συχωρέσουνε τ’ αδέρφια μας οι Αρμένηδες για τ’ άνοστο χωρατό.

 

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Κωνσταντινούπολη, Πεζογραφία, Ταξιδιωτικά, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , | 76 Σχόλια »

Οδοιπορικό του 43 (του Γιάννη Μπεράτη, απόσπασμα)

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2020

Ο Γιάννης Μπεράτης (1904-1968) είναι πιο γνωστός για το βιβλίο του «Το πλατύ ποτάμι», που το έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο. Σε εκείνο το έργο, αφηγείται τον πόλεμο του 40-41. Ωστόσο, το 1943 ο Μπεράτης έφυγε αντάρτης με τον ΕΔΕΣ στην Ήπειρο.

Απόρροια των περιπετειών του είναι το «Οδοιπορικό του 43», ένα έργο πολύ λιγότερο γνωστό. Όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η δημοσίευση του Οδοιπορικού, το 1946, προκάλεσε την απόλυση του Μπεράτη από το Υπουργείο Τύπου -με αποτέλεσμα ο αγώνας για τον βιοπορισμό να τον εμποδίσει να γράψει ένα τρίτο έργο που σχεδίαζε, για το ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα στο Πλατύ ποτάμι και στο Οδοιπορικό του 43.

Γιατί απολύθηκε ο Μπεράτης; Όχι πάντως επειδή στο βιβλίο του εκθειάζει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Αντίθετα, τις λίγες φορές που παρουσιάζει Ελασίτες τούς χρωματίζει μάλλον αρνητικά -αλλά φαίνεται ενόχλησε το ότι δεν τους παρουσιάζει σαν αιμοσταγή τέρατα. Περισσότερο θα ενόχλησε ότι όχι μόνο εκφράζεται απαξιωτικά για τον Ναπ. Ζέρβα αλλά και πουθενά δεν περιγράφει ηρωικές πράξεις των ΕΔΕΣιτών -αντίθετα, τον περισσότερο καιρό περνούσαν άπραγοι στους Σκιαδάδες- ενώ συνεχώς εκφράζει τη λύπη του για τις εμφύλιες συγκρούσεις.

Το βιβλίο του Μπεράτη δεν το ήξερα. Τυχαία το βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο πέρυσι (βλεπω βέβαια ότι βρίσκεται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα), το διάβασα, μου άρεσε, ήθελα να το παρουσιάσω στο ιστολόγιο στις 28 Οκτωβρίου, αλλά το αμέλησα. Προχτές που έψαχνα κάτι άλλο βρέθηκε το βιβλίο μπροστά μου οπότε είπα να το βάλω στο σημερινό άρθρο κι ας μην είναι «επίκαιρο». Οπότε, θα παρουσιάσω ένα σχετικά εκτενές απόσπασμα από το Δέκατο τετράδιο.

Δυο λόγια για να σας κατατοπίσω: Οι Γερμανοί κάνουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και έχουν επιτεθεί στο χωριό Σκιαδάδες, όπου βρισκόταν ο Μπεράτης άρρωστος. Ο Μπεράτης με έναν σύντροφό του ξεκόβουν από τους άλλους αντάρτες και χάνονται. Τελικά βρίσκουν στο δρόμο μια οικογένεια Εβραίων (αντρόγυνο και τον αδελφό της γυναίκας) που έχουν ταυτότητες χριστιανικές στο όνομα Καραμάνης, κι έναν χωροφύλακα από κοντινό χωριό, και οι έξι τους προσπαθούν να κατευθυνθούν προς την Καλαμπάκα όταν τούς συλλαμβάνουν οι Γερμανοί. Δεν λέω περισσότερα προς το παρόν.

Μονοτονίζω και διατηρώ την ορθογραφία.

………………………………………………………

Ανασήκωσα ελάχιστα το κεφάλι μου, και στο μονο­πάτι, ψηλά, είδα ένα Γερμανό με το αυτόματο να σημαδεύει τους άλλους τέσσερις συντρόφους μου που ’χαν πέ­σει τόσο άτσαλα που ενώ νόμιζαν πως είναι κρυμμένοι με το κεφάλι κάτω και δεν αφορά αυτούς η σφυριξιά, παρουσιάζαν στα φόρα όλα τα πισινά τους ακριβώς απέ­ναντι στο σκοπευτή. Ήταν μια στιγμή, ένα δευτερόλε­πτο, να σου κοπεί η ανάσα — ξανασφύριξε — δεν κουνηθήκαν — έγερνε το κεφάλι του έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη — όταν ξεπετάχτηκα ξάφνου με σηκωμένα τα δυο χέρια και φώναξα — και κείνος ξαφνιασμένος γύρι­σε προς τα μένα το αυτόματο, κάνοντάς μου συγχρόνως βίαια νοήματα να προχωρήσω γρήγορα σ’ αυτόν.

Τώρα πίσω του ήταν κι άλλοι πολλοί Γερμανοί που μας βάζανε όλοι τους στο σημάδι και σε κάθε παραπάτημα ή πέσιμό μας που κατεβάζαμε αναγκαστικώς τα χέρια για να συγκρατηθούμε, αγριεύανε και φοβερίζανε, όλοι μαζί, να μας την ανάψουν αμέσως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 49 Σχόλια »

Τρία στιγμιότυπα από το Λουξεμβούργο

Posted by sarant στο 1 Δεκεμβρίου, 2019

Σημερα έχουμε Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία, έχουμε όμως και πρώτη του μηνός -μέρα του μηνολογίου. Άλλοτε υποχωρεί το ένα, άλλοτε το άλλο θέμα μας. Διάλεξα να κρατήσω τη λογοτεχνική ύλη και να μεταθέσω το μηνολόγιο για αύριο, 2 του μηνός, δεν χάλασε ο κόσμος για μια μέρα.

Θα σας παρουσιάσω λοιπόν σήμερα τρία σύντομα πεζογραφήματα από ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε και που πρόκειται να παρουσιαστεί την Παρασκευή -ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, ο προβολέας μας βρίσκεται όχι στην Ελλάδα αλλά στο Λουξεμβούργο. Το βιβλίο στο Λουξεμβούργο κυκλοφόρησε και εδώ θα παρουσιαστεί, οπότε μόνο όσοι της παροικίας με διαβάζουν θα μπορέσουν να έρθουν στην παρουσίαση.

Πρόκειται για το βιβλίο Luxembourg, Vol. II (Λουξεμβούργο, τόμος 2) με φωτογραφίες του φίλου Νίκου Ζόμπολα. Το βιβλίο το συνοδεύουν ορισμένα σύντομα κείμενα στα γαλλικά και στα αγγλικά, από τα οποία θα παραθέσω σήμερα τρία, του συγγραφέα Ian de Toffoli, σε μετάφραση της φίλης Βασιλικής Κνήτου, μαζί με τις φωτογραφίες στις οποίες αντιστοιχούν.

Αν θέλετε να δείτε ένα μεγαλύτερο δείγμα από τη φωτογραφική δουλειά του Νίκου Ζόμπολα, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του.

Όσο για τους παρεπιδημούντες στο Λουξεμβούργο, η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου, ώρα 18.30, στο auditorium της Εθνικής Βιβλιοθήκης (νέο κτίριο, Κίρσμπεργκ). Εδώ η πρόσκληση.

Παρουσιάζω λοιπόν τρεις φωτογραφίες του Νίκου Ζόμπολα και τρία μικρά κείμενα του Ian de Toffoli που περιγράφουν τρία στιγμιότυπα από το Λουξεμβούργο.

1. Πράγματα που δεν πρέπει να χάσεις

Remich

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λουξεμβούργο, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , | 124 Σχόλια »

Το 93 του Ουγκό

Posted by sarant στο 10 Νοεμβρίου, 2019

Μ’ αρέσει κάθε τόσο, ανάμεσα στα σύγχρονα βιβλία που διαβάζω, άλλα επειδή με ενδιαφέρουν κι άλλα επειδή πέσανε στα χέρια μου ή επειδή «πρέπει» να τα διαβάσω, να παρεμβάλλω κι ένα κλασικό έργο πεζογραφίας του 19ου αιώνα -και να περνάω από την τύρβη στην αιωνιότητα.

Δεν θυμάμαι με ποιαν αφορμή, αναζήτησα το 93 του Ουγκό, το τελευταίο μυθιστόρημα του Γάλλου γίγαντα. Το βρήκα μόνο σε μία έκδοση, της Σύγχρονης Εποχής -είχε και μιαν άλλη στη Βιβλιονέτ, αλλά δεν την βρήκα στο βιβλιοπωλείο. Η μετάφραση είναι του Παναγή Αθανασάτου, δική του και η σύντομη μα καλογραμμένη εισαγωγή. Μου άρεσε ο στιβαρός τρόπος με τον οποίο μεταφράζει τον Ουγκό, σε σημείο που, μετά, έψαξα και βρήκα την άλλη μετάφραση που έχει κάνει, σε ένα του Μπαλζάκ, για να το διαβάσω κι αυτό κάποτε.

Το 93 είναι βέβαια το 1793, η πέμπτη χρονιά της γαλλικής επανάστασης, στην περίοδο που ονομάστηκε Τρομοκρατία (και που είχε, μέσα σ’ ένα χρόνο, τα ίδια περίπου ανθρώπινα θύματα, ή και λιγότερα, απ’ όσα η ματωμένη βδομάδα της Κομμούνας του 1871).

Στο μυθιστόρημα του Ουγκό υπάρχουν κεφάλαια που εκτυλίσσονται στο Παρίσι, διάλογοι ανάμεσα στον Ροβεσπιέρο, τον Μαρά και τον Νταντόν, καθώς και ένα κεφάλαιο που περιγράφει μια συνεδρίαση της Συντακτικής Συνέλευσης, αλλά ο φακός δεν εστιάζει εκεί παρά μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, στην παραθαλάσσια περιοχή που λέγεται Βανδέα αλλά και πιο πάνω, στη Βρετάνη, στα μέρη που, υποκινούμενα από τους Άγγλους και τους βασιλόφρονες, (αντ)επαναστάτησαν κόντρα στη γαλλική επανάσταση του 1789, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που στοίχισε δεκάδες χιλιάδες θύματα, την ίδια στιγμή που τα παλαιά βασίλεια της Ευρώπης από βορρά, από νότο και από ανατολάς προσπαθούσαν να πνίξουν στο αίμα την επανάσταση που τόλμησε να στείλει στην γκιλοτίνα τον Λουδοβίκο.

Από τότε έμεινε να αποκαλείται «Βανδέα» κάθε αντεπαναστατική κίνηση -τον όρο τον χρησιμοποιεί αρκετά ο Μαρξ.

Δεν θα αναλύσω διά μακρών το μυθιστόρημα του Ουγκό. Κυριακή είναι σήμερα και αξίζει να διαβάσουμε κάτι. Διάλεξα ένα απόσπασμα που έχει μια σχετικήν αυτοτέλεια, και που περιγράφει, με την απλοχωριά που είναι χαρακτηριστική για τον 19ο αιώνα, ένα επεισόδιο στη θάλασσα. Μια αγγλική κορβέτα, επανδρωμένη με βασιλόφρονες Γάλλους, έχει ξεκινήσει από τα νησιά της Μάγχης για να περάσει απέναντι, στη Βρετάνη, και να αποβιβάσει εκεί τον μαρκήσιο Λαντενάκ (που ταξιδεύει ινκόγνιτο) προκειμένου να ηγηθεί στον στρατό της αντεπανάστασης. Ξαφνικά, συμβαίνει ένα απρόοπτο, που θα διαβάσουμε τι ήταν και πώς αντιμετωπίστηκε.

Παραθέτω τρία κεφάλαια (4 έως 6) από το πρώτο βιβλίο του πρώτου μέρους (σελ. 52-65). Στο τέλος αφηγούμαι σύντομα την υπόθεση στη συνέχεια -σπόιλερ, που λέμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Μυθιστόρημα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 152 Σχόλια »

Ο Τάραχος (διήγημα του Κώστα Μάκιστου)

Posted by sarant στο 6 Οκτωβρίου, 2019

Πριν από τρεις εβδομάδες, είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα Το μπουρίνι του μυτιληνιού λογοτέχνη Κώστα Μάκιστου. Ο φίλος Άρης Γαβριηλίδης, που το είχε πληκτρολογήσει, μας προσφέρει σήμερα ένα ακόμα διήγημα του Μάκιστου από την ίδια συλλογή, και μάλιστα το διήγημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή, «Ο Τάραχος».

Ο Κώστας Μάκιστος (1895-1984) ήταν Μυτιληνιός λογοτέχνης -από την Αγία Παρασκευή, το κεντρικό κεφαλοχώρι του νησιού. Παπαχαραλάμπους το πραγματικό του επώνυμο. Τον είχα γνωρίσει γιατί ήταν γείτονάς μας και είχε φιλικές σχέσεις με τον παππού και τη γιαγιά μου.

Περισσότερα δεν θα γράψω, αφού ο φίλος μας ο Άρης εχει και δικό του πρόλογο:

Ύστερα από την πρόσφατη δημοσίευση του διηγήματος του Κώστα Μάκιστου «Το μπουρίνι», όπως είχα υποσχεθεί, δακτυλογράφησα και το άλλο του διήγημα, «Ο τάραχος», από την ομότιτλη συλλογή του διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 1957 σε 1000 αντίτυπα, σε ιδιωτική έκδοση. Είχε περάσει από το σπίτι μας, στον Πειραιά, το 1958, όταν ήμουν δέκα χρονών, αλλά λείπαμε, και το άφησε σε μια γειτόνισσα να μας το δώσει, με αφιέρωση στον πατέρα μου: «Στον αγαπητό μου Νίκο Γαβριλέλλη με αγάπη ο θείος του Κώστας Μάκιστος».

Αυτό ήταν το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ποτέ. Μολονότι η ηλικία μου δεν μου επέτρεπε να το καταλαβαίνω πλήρως, με μάγεψαν η γλώσσα, η ατμόσφαιρα και η θεματολογία του. Ίσως αυτό να ήταν το μπόλι για να γράψω, πολύ αργότερα μεταξύ άλλων τα δικά μου διηγήματα.

Ακολουθεί το διήγημα. Μετά το τέλος του, πρόσθεσα ορισμένα σχόλια που ίσως φανούν ενδιαφέροντα.

 

Ο Τάραχος

(του Κώστα Μάκιστου)

Τον καλόγερο, το Γρηγόρη, σαν τον έβλεπες, έλεγες πως είναι αρκούδα. Το κεφάλι του αναμαλλιασμένο, τουφωτό· μαλλιά, γένια, μουστάκια μπερδεμένα στο ίδιο κουβάρι· πηχτές και μεγαλότριχες κι οι φρυδάρες, τριχωτά και τα χουνιά των αφτιών, κι απ’ όλη τούτη τη δασωμένη τόπα να ξεχωρίζει μονάχα η χοντρή μύτη και τα φουσκωτά μικρά μάτια. Ήταν κι η κορμάρα του χοντροδεμένη – ασουλούπωτη κι η περπατησιά του.

Σαν πέθανε ο γέρο-Μπάρλας, είπαν πως έπρεπε να γράψουν στο γιο του το Γιώργη, μα κανένας δεν ήξερε πού βρίσκεται. Ήρθε μονάχος του την Άνοιξη κι ήταν καλόγερος. Πήγε, χωρίς να περάσει από το χωριό, ίσια στη δασωμένη ντερεδιά, στο πατρικό του ρουμάνι, κι εκεί έκαμε τη μονιά του. Μερεμέτισε την καλύβα του πατέρα του, συγύρισε τα σύνεργα, την αξίνα, το φτυάρι, το τσεκούρι, και βάλθηκε στη δουλειά. Ξαναφανέρωσε την παλιά νερομάνα κι έκαμε σιμά της περιβολάκι. Ξεχέρσωσε την πλατωσιά, παράμερα στην καλύβα, για καμίνι, και εκεί στοίβαζε τα ξύλα, τα κούτσουρα, τα κλαδιά, τις ρίζες. Κει κοντά έχτισε κι ένα μικρό φούρνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Εκκλησία, Μυτιλήνη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 140 Σχόλια »

Η πάμπα του νίτρου, του Πάμπλο Νερούδα (εις μνήμην Αμαλίας Βασιλακάκη)

Posted by sarant στο 29 Σεπτεμβρίου, 2019

Προχτές χάσαμε την αγαπημένη μας Cronopiusa, την Αμαλία μας, που ομόρφαινε το ιστολόγιο με τις μουσικές και τις εικόνες της. Τη μνημονέψαμε στα σχόλια εκείνης της ημέρας. Σήμερα Κυριακή θα ταίριαζε να βάλω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κάρλος Φουέντες «Σε αυτά πιστεύω» που είχε μεταφράσει, αλλά πρακτικά δεν είναι δυνατόν. Επιφυλάσσομαι για άλλη φορά.

Στη μνήμη της θα δημοσιεύσω σήμερα ένα κείμενο που θα της άρεσε. Πρώτα όμως, μεταφέρω δυο λόγια που έγραψαν για την Αμαλία οι συναγωνιστές της από το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα:

Αν κάποιος ήθελε να δώσει τον ορισμό του τι είναι ένας άνθρωπος που φέρνει με τη δράση του την αλλαγή στην καθημερινότητα, θα μπορούσε να αναφέρει απλώς την Αμαλία Βασιλακάκη. Η Αμαλία μάς άφησε χτες πρόωρα. Πρόλαβε όμως να αξιοποιήσει το μεγάλο δώρο τη ζωής με αγώνα, αλληλεγγύη, καλοσύνη και αγάπη.

Για δεκαπέντε χρόνια υπήρξε η ψυχή των Πίσω Θρανίων και του Στεκιού Μεταναστών. Δίδαξε ελληνικά σε εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες. Ταυτόχρονα τους έδωσε την ευκαιρία να κάνουν τη γνωριμία τους με την ελληνική κουλτούρα μέσα από το λαϊκό τραγούδι και τον κινηματογράφο. Η Αμαλία ήταν μια έξοχη εκπαιδευτικός που έβλεπε την Παιδεία σαν μέσο για να αλλάξει ο κόσμος. Παρούσα με συνέπεια και κέφι στα κινήματα, από τη «Μεσοποταμία» στο Μοσχάτο έως την Τσιάπας στο Μεξικό, είχε κάνει στάση ζωής τον αγώνα για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Η Αμαλία μας δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο. Πέτυχε όμως να αλλάξει τις ζωές πολλών ανθρώπων, να κάνει καλύτερες τις ζωές μας.

Το κείμενο του Πάμπλο Νερούδα λέγεται «Η πάμπα του νίτρου» και μιλάει για τις απέραντες εκτάσεις στην έρημο της Χιλής όπου υπάρχουν τα ορυχεία του νίτρου. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε ως Επίμετρο στη νουβέλα Αφηγήτρια ταινιών, του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, που εκδόθηκε φέτος από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Στη νουβέλα, μια φτωχή οικογένεια εργατών νίτρου δεν έχει χρήματα για να βγάλουν ολα της τα μέλη εισιτήρια για τον κινηματογράφο που είναι η μοναδική διασκέδαση στον οικισμό. Στέλνουν λοιπόν την κόρη, η οποία αφηγείται με τόσο ταλέντο και τόσο παραστατικά τις διάφορες ταινίες που τελικά αρχίζουν να την προσκαλούν και από άλλα σπίτια. Δεν λέω πιο πέρα, να πάρετε το βιβλίο.

Ο φίλος Κώστας Σπαθαράκης, ο εκδότης των Αντιπόδων, ίσως επειδή η νουβέλα είναι σύντομη, είχε την καλή ιδέα να προσθεσει το άρθρο του Νερούντα ως Επίμετρο. Του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 189 Σχόλια »

Το σύγνεφο (διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα)

Posted by sarant στο 15 Αυγούστου, 2019

Μέρα γιορτής σημερα, αργία. Ταιριάζει να βάλουμε, εκτάκτως και μεσοβδόμαδα, κάτι λογοτεχνικό. Διάλεξα λοιπόν όχι κάτι σχετικό με τη θρησκευτική γιορτή αλλά κάτι σχετικό με την εποχή, τον Αύγουστο, και μάλιστα ένα διήγημα που έτυχε να το αναφέρουμε προχτές, στο άρθρο για τη σταφίδα.

Θα διαβάσουμε λοιπόν σήμερα το διήγημα «Το σύγνεφο», του Ανδρέα Καρκαβίτσα (1865-1922), του τρίτου μεγάλου διηγηματογράφου στο γύρισμα του 20ού αιώνα μετά τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό. Ο Καρκαβίτσας φέρνει στο μυαλό μας τα Λόγια της πλώρης, που κι εδώ τα έχουμε παρουσιάσει, αλλά το σημερινό διήγημα είναι από τα νεανικά του, γραμμένο το 1887, πριν ο συγγραφέας απορρίψει την καθαρεύουσα (για την οποία έγραψε αργότερα: «Της ρίχνεις χρυσάφι και σου βγάζει κάρβουνο· της ρίχνεις φωτιά και σου βγάζει στάχτη· της ρίχνεις αίμα και σου βγάζει λαχανόζουμο.»). Έτσι, η αφήγηση είναι σε απλή καθαρεύουσα ενώ στους διαλόγους έχουμε δημοτική.

Ο Καρκαβίτσας γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Λεχαινά, οπότε τις χαρές και τις αγωνίες του σταφιδοκαλλιεργητή τις γνώρισε εξ απαλών ονύχων και από πρώτο χέρι.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Διηγήματα του γυλιού». Το πήρα, εκσυγχρονισμένο στην ορθογραφία, από το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο, όπου έχει δημοσιευτεί ολόκληρη η συλλογή, καθώς και πολλά άλλα έργα του Καρκαβίτσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »