Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Πεζογραφία’ Category

Μίμης Φωτόπουλος: Στο δρόμο για την Ελ Ντάμπα

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2021

Θα διαβάσουμε σήμερα ένα απόσπασμα, τις πρώτες εφτά σελίδες, από το χρονικό «Ελ Ντάμπα» που έγραψε ο ηθοποιός Μίμης Φωτόπουλος (1913-1986). Ο τίτλος του άρθρου είναι δικός μου, δεν υπάρχει στο βιβλίο.

Ο αγαπημένος κωμικός του παλιού ελληνικού κινηματογράφου είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ και στα Δεκεμβριανά πιάστηκε και στάλθηκε αιχμάλωτος στην Ελ Ντάμπα, βρετανικό στρατιωτικό αεροδρόμιο στην Αίγυπτο, 180 χιλιόμετρα δυτικά από την Αλεξάνδρεια, μαζί με άλλους 8-10.000 Έλληνες αριστερούς. Ο εγκλεισμός διάρκεσε μήνες -ο Φωτόπουλος επέστρεψε τέλη Μαρτίου, άλλοι αργότερα.

Αυτή την περιπέτεια την αφηγείται ο Μίμης Φωτόπουλος στο σύντομο χρονικό Ελ Ντάμπα, από το οποίο θα διαβάσουμε σήμερα τις πρώτες σελίδες, που περιγράφουν τη σύλληψή του. (Άλλα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο μπορείτε να βρείτε και εδώ).

Ο Φωτόπουλος έγραφε και ποιήματα -η πρώτη του συλλογή, Μπουλούκια, κυκλοφόρησε το 1940 ενώ ακολούθησαν και άλλες, όπως και αυτοβιογραφικά έργα. Επίσης έφτιαχνε και κολλάζ χρησιμοποιώντας γραμματόσημα.

Το χρονικό του για την Ελ Ντάμπα το είχα διαβάσει παλιά, σε έκδοση της Σύγχρονης Εποχής. Στο πρόσφατο φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο είδα πως έχει επανεκδοθεί από τα 24 γράμματα, όπως και το σύνολο του έργου του Φωτόπουλου, και το πήρα.

Για την Ελ Ντάμπα έχει γράψει και ο Δημήτρης Χριστοδούλου, μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο.

Μεταφέρω το κείμενο χωρίς αλλαγές στην ορθογραφία (ήταν ήδη μονοτονικό, αν και υποθέτω ότι στην πρώτη έκδοση θα είχε πολυτονικό).

 

-Και καλά, το σπίτι μας το κάψανε οι Εγγλέζοι;

-Ναι.

Αυτό το «ναι» μου ’φυγε σαν πονεμένη ανάσα. Το ’πα σιγανά, θλιμμένα. Μα στ’ αφτιά της μητέρας μου έφτασε σαν κραυγή απελπισίας μέσα στη νύχτα πνιγμένη από καταιγίδα. Ακούμπησε πάνω μου τη ματιά της γεμάτη θλιμμένη εγκαρτέρηση και μου ψιθύρισε έτσι, σαν ψαλμό, σαν μοιρολόι:

-Καλά, εμείς τι κάναμε στους Εγγλέζους και μας κά­ψανε το σπίτι;

-Τίποτα. Είχαμε, μάλιστα, στην καλύτερη μεριά του σπιτιού μας κρεμασμένο κι ένα χαρτόνι που είχε κολλη­μένα πάνω του τα πλαδαρά μάγουλα του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ.

-Τότε, γιατί;

-Ε, να, οι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ να μας ελευθερώ­σουν.

-Από τους Γερμανούς;

-Όχι, αυτοί τους… ενοχλούσαν, μα τους αντέχανε…

-Τότε από ποιους;

-Ήρθαν να μας ελευθερώσουμε από τον «ΕΛΑΣ».

-Κι ο ΕΛΑΣ γιατί ήρθε;

-Να μας ελευθερώσει από τους Εγγλέζους.

-Δεν καταλαβαίνω.

-Ούτε κι εγώ. Όλ’ αυτά μαζί λέγονται «Πολιτική».

-Και το σπίτι μας το κάψανε για την πολιτική;

-Όχι, για την ελευθερία.

-Ποια ελευθερία;

-Πού να ξέρω ποια απ’ όλες! Γιατί οι ελευθερίες εί­ναι πολλές, όσες και οι μάρκες των σαπουνιών. Και από

αρχαιοτάτων χρόνων σκοτώσουνε ανθρώπους και καίνε πολιτείες και σπίτια εν ονόματι της ελευθερίας.

Τότε μπήκες στην κουβέντα και η γιαγιά μου, που, καθισμένη σαν παιδί σταυροπόδι σε μια κουρελού, καθά­ριζε κάτι σκουληκιασμένα ρεβίθια, για το μεσημέρι.

-Καλά, παιδάκι μου, αυτοί οι Εγγλέζοι που λες, από πού ήρθαν και μας κάψανε το σπίτι μας;

-Από την Αγγλία!

-Και μετά πού πέφτει αυτή η Αγγλία;

-Είναι πολλά μερόνυχτα από δω, γιαγιά. Αλλά έτσι και μυριστεί ψοφίμι -κι έχει μια μύτη που μυρίζεται από πολύ μακριά- αμολάει αεροπλάνα και καράβια, και πέ­φτει σαν κοράκι στο καημένο το θύμα.

-Χριστός και Παναγιά! Κι ήρθανε από τόσο μακριά, που λες, τα κοράκια, να κάψουνε το δικό μας σπίτι; Καλά, δεν έχουνε σπίτια εκεί, κοντά τους, να τα κάψουνε;

-Ε, είναι ιδιότροποι, βλέπεις, και τους αρέσει να καί­νε τα ξένα, και τα πολύ μακρινά σπίτια.

Έκανε το σταυρό της η γριά και ξανάρχισε να καθαρί­ζει τα ρεβίθια της. Η μάνα μου βούλιαξε, σιγά σιγά, σε μια καρέκλα, με τα μάτια απλωμένα στο κενό, κι εγώ άναψα ένα τσιγάρο. Μια παράξενη βουβαμάρα απλώθηκε μέσα στο υπόγειο, όπου μέναμε μιας πολυκατοικίας, στο Κολωνάκι. Ο θυρωρός της, ένας μακρινός μας συγγενής μας φιλοξενούσε στο δωμάτιό του.

Ύστερα από ατέλειωτα μπλόκα στρατιωτών, αστυ­νομικών, εθνοφυλάκων και «πατριωτών», είχαμε… διεκπεραιωθεί στο Κολωνάκι, φορτωμένοι με μια κουβέρτα. Μακριά από την πρώτη γραμμή του πυρός, που ήταν στην οδό Ιπποκράτους. Εγγλέζικα τανκς είχανε σταθεί στη γωνιά του σπιτιού μας, και ρίχνανε. Όλοι οι ένοικοι είχαμε μαζευτεί στο πλυσταριό. Οι καρδούλες των παι­διών κοντεύανε να σπάσουνε. Και μόλις σταμάτησε η… μάχη φύγαμε τρομοκρατημένοι, αφήνοντας έρημο το σπίτι μας, δεν υπήρχε πια! Και δε γίνεται πιο τρομακτικό πράμα στη ζωή του ανθρώπου από το να καεί το σπίτι του. Δεν μπορεί να το πιάσει με τον νου του όποιος δεν το δοκίμασε. Ένα μεγάλο «ρήγμα» στην ζωή του. Κάτι σπάει μέσα σου και ξαφνικά σαν να γίνεσαι κι εσύ αλλι­ώτικος. Κάτι έχει καεί μέσα σου μαζί με το σπίτι σου. Σε μας τους μικροαστούς, τα μικρά, δύσκολα αποκτημένα πράγματα, είναι στέρεα δεμένα με τη μικρή μας ζωή. Μια παλιά φωτογραφία του πατέρα μας, ένα «κεντητό» της γιαγιάς μας, ένα σπάνιο βιβλίο, τα γράμματα της πρώτης μας αγάπης, ένα σπαθί από το Γαριβαλδινό Σώμα, που μας το άφησε «ενθύμιον» ο θείος μας…

Κι όλες τούτες οι «μικρές ευτυχίες» γίνανε στάχτη μέσα σε μια νύχτα. Όλο το μικρονοικοκυριό μας, που ήτανε το κέρδος ενός αγώνα τριάντα χρονών. Βρεθήκαμε στο δρόμο σχεδόν γυμνοί, χωρίς τίποτα, ουδέ καν ελπί­δες και, προπαντός, χωρίς προπολεμικό ενοίκιο.

Βουβή κάθισε η οικογένεια στο τραπέζι. Καθένας βούλιαζε στις δικές του σκέψεις, κι αφηρημένα μασούσε κάτι πανάθλια ρεβίθια, που τα είχαμε αγοράσει με «μέ­σον» πανάκριβα.

Η γιαγιά μου ήταν δακρυσμένη· της χάιδεψα τα κά­τασπρα μαλλιά. Οι φτωχοί, συνήθως, έχουνε και γιαγι­άδες· είναι κι αυτές μια από τις μικρές ευτυχίες τους. Οι πλούσιοι δεν έχουνε τέτοιες χαρές. Ακούσατε ποτέ τον Ωνάση ή τον Παναγή Κανελλόπουλο να μιλάνε για την γιαγιά τους;

Κι οι μάχες στην Αθήνα συνεχίζονταν, για ν’ αφήσουνε κι άλλο κόσμο ξεσπίτωτο.

 

 

Και περνούσαν οι μέρες μέσα στη ρημαγμένη στη μα­τωμένη, στην πεινασμένη Αθήνα, ανάμεσα σε εγγλέζικα τανκς, που ξερνούσανε θάνατο, ανάμεσα σε εγγλέζικα αεροπλάνα κι γαζώνανε με σφαίρες τα σπίτια, ανάμεσα σε μαυραγορίτες και παραρτήματα. Πού και πού άκουγες πως κάποιον γνωστό σου τον… έφαγε μια «αδέσποτη». Το φουκαρά! Έκανε τόσον αγώνα να γλιτώσει από την πείνα, από τους Γερμανούς, από τους τσολιάδες, από τα μπλόκα και τώρα, στο τέλος, να πάει από μιαν αδέσποτη! Μόνο λίγες σταγόνες αίμα είχανε ραντίσει το πεζοδρό­μιο, που σε λίγο θα τις πατούσανε και θα σβήνανε κι αυ­τές για πάντα. Μπορεί και να ’ναι καλύτερα έτσι… Ποιος ξέρει, τι θα τραβήξουμε εμείς ακόμα.

Από τις δώδεκα ως τις δύο, το μεσημέρι, ήταν δυο ώρες «ανακωχής», στην Αθήνα. Κι έπαιρνα τους δρό­μους… Κάθε τόσο άκουγα γύρω μου: «Πιάστε τον, πιάστε τον» κι ένα έξαλλο πλήθος ορμούσε πάνω σε έναν άνθρωπο.

-Τι ’ναι, βρε παιδιά;

-Κουκουές.

-Πιάστε τον!

Έφτανε κάποιος να πετάξει τη λέξη «Κουκουές», και ριχνόντουσαν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» να σε λιντσά­ρουνε. Ωραίες, αξέχαστες εποχές!

Ο περίπατός μου ήτανε πάντα ως το καμένο μου σπίτι. Ένα καθημερινό προσκύνημα. Δεν ήθελα να το πιστέψω ακόμα, πως το κάψανε, νόμιζα πως όλη τούτη η ιστορία ήταν ένας εφιάλτης που θα περνούσε γρήγορα. Ξεκλεί­δωνα την πόρτα, (γιατί οι Εγγλέζοι του ’χάνε ρίξει από πάνω εμπρηστικές, κι απέξω είχε μείνει σχεδόν ανέπαφο) κι έμπαινα στα ερείπια. Ο ουρανός έριχνε αρκετό φως, κι εγώ έψαχνα μέσα στις στάχτες, κι όλο ανασκάλευα μη και βρω «κάτι». Τι να ’βρισκα! Δεν υπήρχε περίπτωση να βρω τίποτα, γιατί, φυσικά, πολύτιμους λίθους, που δεν καιγόντουσαν, δεν είχαμε ποτέ στο σπίτι μας. Ωστόσο, έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, με μιαν ήρεμη απελπισία…

 

 

Κι ήρθε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς… Μεσημέρι, καθώς γύριζα από το καθημερινό προσκύνημα στο κα­μένο μου σπίτι, στάθηκα στην Πλατεία Κολωνακίου και κοιτούσα κάτι τραπεζάκια με πρωτοχρονιάτικα παιχνίδια. Και το Δεκέμβρη του σαραντατέσσερα, το Κολωνάκι δεν εννοούσε ν’ αφήσει καμιάν από τις παλιές του συνήθει­ες. Κοίταζα αυτά τα θλιβερά παιχνίδια και το μυαλό μου ταξίδευε σε άλλες εποχές, ειρηνικές. Ποτέ πιτσιρίκος, δεν

είχα αποκτήσει τα παιχνίδια που ήθελα, κι ωστόσο, όλες οι φτωχές μου Πρωτοχρονιές, καθώς τις σκεφτόμουνα, μπροστά σε τούτη δω μου φαινόντουσαν τρισευτυχισμέ­νες. Το όνειρό μου ήταν πάντα ένα ωραίο πατίνι, μα ποτέ δεν μπόρεσα να τα’ αποκτήσω και μου ’χε μείνει ο καη­μός του. Αυτό ακριβώς σκεφτόμουνα, και χαμογελούσα πικρά…

Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυ­ρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Δεν είχαμε δουλέψει ποτέ στο ίδιο θέατρο, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, μα τον ήξερα «εξ όψεως» και «εκ φήμης». Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του Θεάτρου, ο «Αποστόλης». Αυτόν τον άνθρωπο, και χωρίς να τον ξέρεις, μόνο να τον έβλεπες, ανατρίχιαζες από αηδία. Μιλούσε και σκόρπαγε κύματα αντιπάθειας, κι όταν σου χαμογελούσε, ένιωθες ανακατωσούρα στο στομάχι σου, και στο πετσί σου περπατούσανε κοπάδια σαρανταποδαρούσες.

-Τι τρέχει, κύριε Αποστόλη; Του λέω.

-Τίποτα, μου λέει… μια μικρή ανάκριση, κι έκανε σινιάλο σ’ έναν ανθυπολοχαγό που τον συνόδευε.

Εκείνος, που το πηλήκιό του είχε ένα στέμμα που έμοιαζε με μεγάλο καβούρι, έβγαλε μια πιστόλα δυο σπι­θαμές, τη γύρισε καταπάνω μου, με βάλανε μπροστά, και προχωρήσαμε. Σε κανέναν από τους γύρω δεν έκα­νε εντύπωση, το γεγονός, συνηθισμένα πράματα, εκείνη την εποχή.

Μόλις προχωρήσαμε κάμποσα μέτρα, ο Αποστόλης έγνεψε στον ανθυπολοχαγό, να βάλει στη θήκη του το πιστόλι και του ’δωσε να καταλάβει, πως δεν ήμουνα και τόσο επικίνδυνος! Έτσι γλίτωσα το ρεζιλίκι της πομπής μου, μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα στους δρόμους.

Μπρος, λοιπόν, εγώ, πίσω οι… ήρωες, φτάσαμε, κά­ποτε, στο σπίτι της Μαρίκας Κοτοπούλη, που στο ισόγειό ί ου είχε εγκατασταθεί το συσσίτιο των ηθοποιών. Εκείνη την ώρα την περιμένανε κάτι ν’ αρπάξουν, πεντέξι απο­τυχημένοι ηθοποιοί κι ένας… επιτυχημένος υποβολέας. Ο Αποστόλης κάτι… υπέβαλε στο αφτί του υποβολέα, κι αυτός, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια, γιατί ντρεπότανε, φαίνεται -είχαμε συνεργαστεί αρμονικά πολλές φορές-,του είπε ένα «ναι». Κανένας από τους «αποτυχημένους» δεν μου μίλησε.

-Μα τι συμβαίνει, κύριε Αποστόλη; Ξαναρωτάω.

-Προχώρα! Ήταν η απάντηση.

Είχε πάρει… γραμμή από τον υποβολέα, και ήτανε αινιγματικά χαρούμενος. Όλοι όσοι δουλεύουν κοντά στους ηθοποιούς, στο βάθος τους μισούνε. Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο, μα ποτέ δε μ’ απασχόλησε ιδιαίτερα, ώστε να καθίσω να το αναλύσω.

Προχώρησα με τη συνοδεία μου, ελπίζοντας πως μπορεί και να συναντούσαμε κανέναν… πετυχημένο ηθοποιό, κανένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου μας, να… μ’ ελευθερώσει από τον ταξιθέτη, του κάκου όμως. Κανείς στον ορίζοντα.

Φτάσαμε στην οδό Ακαδημίας, ανοίξανε μια πόρτα, ανεβήκαμε κάτι σκάλες και μπήκαμε σε μιαν ευρύχωρη κάμαρα, που στο βάθος της, μπροστά σε’ ένα γραφείο, καθόταν ένας αξιωματικός. Συζητούσε με δυο κυρίες, που καπνίζανε με πάθος, έχοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Κάνω έτσι και, μνήσθητί μου Κύριε! Τι είδα; Ήτανε δυο ηθοποιές, γηράσασαι εν πολλαίς αμαρτίαις, και πολύ εθνικόφρονες κι οι δυο τους. Φυσικό, δα. Η μια, πριν από λίγο καιρό, είχε φίλο έναν Καραμπινιέρο… βλάχο, που ασφαλώς θα παρασημοφορήθηκε μόνο και μόνο γιατί το μπορούσε κι έκανε… παρέα μαζί της. Δυο τρεις φορές βρεθήκαμε σε ίδιο θίασο, με την εν λόγω «κυρία», μα γύ­ρισε αλλού το κεφάλι της, μόλις με αντίκρισε. Ο Αποστόλης, εξυπηρετικότατος, έτρεξε και κάτι υπέβαλε στ’ αφτί του αξιωματικού. Εκείνος έκοψε αμέσως το κωμικό χαμό­γελο του Δον Ζουάν, που είχε απλωθεί στα χείλη του, τα σούφρωσε, με κοίταξε παγερά, και μου σφύριξε σαν φίδι:

-Ώστε έτσι, λοιπόν; Λαοκρατία;

-Εσύ δεν φώναξες μέσα στους δρόμους «Λαοκρα­τία!»;

-Ποτέ. Όχι, πως δεν ήθελα να φωνάξω, αλλά αντιπα­θώ, γενικά, τις φωνές. Μου αρέσει, να μιλάω λίγο, σιγά και απλά.

-Εδώ, βρε, το βεβαιώνει αξιόπιστος μάρτυς.

-Ο κύριος Αποστόλης;

-Μάλιστα!

-Μα αυτός ήτανε στο ΕΑΜ του θεάτρου.

-Ήτανε, αλλά προχθές… ανένηψε…

-Κατάλαβα…

-Πάρτε τον!

Και με πήρανε. Οι… κυρίες είχανε μείνει βουβές.

Η μικρή πορεία μας στην περιοχή Κολωνακίου συ­νεχίστηκε. Αμίλητοι πάντα, και οι τρεις, φτάσαμε στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα, στην οδό Βαλαωρίτου. Εδώ, ο Απο­στόλης ήτανε πιο γνωστός, είχε περισσότερο θάρρος, και γρήγορα, για να τελειώνει με μένα, κόλλησε πάλι στ’ αφτί ενός αστυνόμου. Εκείνος με παράδωσε σε έναν αρχιφύλακα να μου κάνει έρευνα. Έγραψε τα στοιχεία μου σε ένα κατάστιχο, ακουμπισμένο σαν ευαγγέλιο σε ένα προσκυνητάρι, και με πλησίασε βαρετά. Θα ’χε κουραστεί, φαίνεται, από τις… έρευνες. Ήτανε ψηλός και μαύρος, σαν βυζαντινός καλόγερος, κακόγευστος σαν μεταλλικό νερό, και πικρός σαν κινίνο. Μια στιγμή, σταμάτησε το ψάξιμο αγριεμένος:

-Τι είναι αυτό;

-Ποιο;

-Αυτό το κόκκινο κομμάτι που βγαίνει από το παντε­λόνι σου… Τι είναι; Ξαναβρυχήθηκε.

-Α, αυτό; Η πιτζάμα μου, κύριε πόλισμαν!

-Αρχιφύλαξ!

-Μάλιστα, κύριε αρχιφύλακα, δεν είναι κόκκινη ση­μαία!

-Και γιατί φοράς κόκκινη πιτζάμα;

-Δεν είναι μόνο κόκκινη, έχει και μαύρα και άσπρα. Κατοχή, βλέπετε, είχε μια παλιά ρόμπα η μάνα μου, και μου την έραψε πιτζάμα. Κι επειδή, σήμερα, κρύωνα πολύ, ι ην άφησα από μέσα. Να κιόλας που θα μου χρειαστεί. Και ξεκούμπωσα το παντελόνι μου για να δει και τα’ άλλα χρώματα να ησυχάσει.

Ο Αποστόλης, αφού τον βάλανε και υπέγραψε κάτι, ίφυγε γρήγορα γρήγορα, για να πάει να ψαρέψει κι άλ­λους. Ο Ανθυπολοχαγός στάθηκε λίγο και με κοίταξε.

-Θέλεις, μου λέει, να πάω σπίτι σου να πω τίποτα;

Περίεργο! Όταν με έπιασε με τον Αποστόλη, ήταν

άγριος σαν τον Μεγαλέξανδρο. Τώρα, είχε γίνει γλυκός σαν λουκούμι. Δεν καταλαβαίνω καλά τι μου συμβαίνει! Το ίδιο και οι σκύλοι, από μακριά με γαβγίζουνε, κι όταν με πλησιάσουνε μου κουνάνε χαρούμενοι την ουρά τους.

-Σ’ ευχαριστώ, του λέω. Τι να τους πεις… πες τους πως με πιάσανε. Μένω προσωρινά εκεί, στην οδό Καρνεάδου…

Posted in Αναμνήσεις, Εμφύλιος, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Προς Ουρανούπολιν (διήγημα του Αλέξανδρου Υδάτη)

Posted by sarant στο 3 Οκτωβρίου, 2021

Τον Φεβρουάριο είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το διήγημα Τα σαράντα του καρεκλά, του Αλέξανδρου Υδάτη, που μας είχε γενικά αρέσει πολύ. Ο Υδάτης (είναι ψευδώνυμο βέβαια) κατοικεί στους Αμπελοκήπους Θεσσαλονίκης, όπως και ο φίλος μας ο Κώστας, και άλλωστε μέσω του Κώστα πλησίασε το ιστολόγιό μας. Πριν από καιρό, ο συγγραφέας μού έστειλε τρία άλλα διηγήματά του για να διαλέξω και να δημοσιεύσω κάποιο εδώ.

Το ένα από αυτά ήταν ουσιαστικά νουβέλα, σχεδόν 12.000 λέξεις, με θέμα από τον Εμφύλιο. Δείλιασα όμως, όχι για το θέμα (μάλιστα, η πραγμάτευσή του ήταν ενδιαφέρουσα) αλλά για την έκταση -σε συνέχειες; αυτοτελές; Ήμουν δίβουλος, και τελικά αποφάσισα να το αφήσω για κάποια αργία, και προς το παρόν να παρουσιάσω ένα από τα δύο μικρότερα διηγήματα, που έχουν πιο ματζόβολο μέγεθος.

Προς Ουρανούπολιν λοιπόν, Χαλκιδική όπως θα καταλάβατε. Στο δρόμο.

Το διήγημα έχει κάποιες διακειμενικές αναφορές που είμαι βέβαιος ότι θα τις αναγνωρίσετε. Επειδή ο συγγραφέας έχει ιδιότυπη στίξη, μεταφέρω το κείμενό του κοπιπαστάδα, χωρίς να διορθώνω όπως κάνω συνήθως. Εντύπωσή μου είναι πάντως ότι ο Έλιοτ το γράφει cruellest, αλλά νομιζω ότι και οι δυο ορθογραφίες είναι δεκτές στα αγγλικά. Έτσι κι αλλιώς, ο Απρίλης στα ελληνικά είναι σκληρός.

 

Πρός Ουρανούπολιν

 

 

— » Αpril is the cruelest month»,

— » o Mάιος είναι ο μήνας των ερώτων και της πολιτικής»,

— » Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε»,

— » μέρα Μαγιού μου μίσεψες»… φράσεις – στίχοι απο αγαπημένα του ποιήματα κάμανε κατοχή του μυαλού του, όπως συχνά του συμβαίνει, σε τυχαίες στιγμές.

— » Μα Απρίλιος είναι τούτος ή Μάιος;» συλλογίστηκε οδηγώντας με 140, μόνος στον αυτοκινητόδρομο προς Χαλκιδική. «Μπερδεύτηκαν οι εποχές μπερδεύτηκαν κι οι μήνες. «Pollution» η αιτία, που λέει κι η {φωτοδότρα} δύση, τρύπα όζοντος, Greenpeace… Παράξενο είναι νά ‘χεις δεκαοχτώ – είκοσι βαθμούς θερμοκρασία, τεσσεράμισυ τα ξημερώματα 25 Απριλίου… ή μήπως είναι Μαϊου;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Οι πόλεις του νεαρού Μίκη (απόσπασμα από τους Δρόμους του Αρχάγγελου)

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2021

Καθώς τιμούμε ακόμα τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη, σκέφτηκα για σήμερα, στο καθιερωμένο λογοτεχνικό μας κυριακάτικο άρθρο, να δημοσιεύσω ένα δικό του κείμενο. Από το δίτομο αυτοβιογραφικό του έργο «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου», που είχε κυκλοφορήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1980 από τον Κέδρο, διάλεξα ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι από την αρχή (σελίδες 15-25 του πρώτου τόμου). Σημειώνω ότι έχει κυκλοφορήσει και δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση της αυτοβιογραφίας του Μίκη, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, αλλά δεν ξέρω κατά πόσον υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στο απόσπασμα που δημοσιεύω εδώ.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο απόσπασμα αυτό διηγείται τις επαρχιακές πόλεις που γνώρισε στα παιδικά του χρόνια και τα ταξίδια που έκανε με το πλοίο, καθώς, επειδή ο πατέρας του ήταν ανώτερος υπάλληλος, είχαν αλλάξει πολλές φορές τόπο διαμονής στις δεκαετίες του 20 και του 30.

Οι απόψεις για την καθυστέρηση και την κακή εικόνα που παρουσίαζαν οι επαρχιακές πόλεις του μεσοπολέμου ίσως φανούν υπερβολικές, διασταυρώνονται όμως από άλλα κείμενα της εποχής και αφηγήσεις άλλων παρατηρητών, το ίδιο και η άποψη για τα πιο πολιτισμένα Επτάνησα.

Σημειώνω ακόμα ότι ο Γιαννάκης, ο αδελφός του συνθέτη, δηλαδή ο δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, που έχει γράψει μερικούς εξαιρετικούς στίχους τραγουδιών του Μίκη, ήταν επτά χρόνια νεότερος.

Μετέτρεψα σε μονοτονικό αλλά άφησα ως επί το πλείστον την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Όλο και κάποιο λαθάκι θα έχει ξεφύγει όμως, το κείμενο είναι μεγάλο.

Ας μην ξεγελιόμαστε… Από κείνο που λέμε «μουσική υποδομή», η Ελλάδα, ιδιαίτερα εδώ και μισό αιώνα, δεν είχε ίχνος… Συμφωνικές ορχήστρες. Χορωδίες. Συναυλίες. Ωδεία. Μουσικές εκδόσεις. Όλ’ αυτά, πράγματα άγνωστα στην ελληνική επαρχία.

Ούτε φυσικά υπήρχε και ραδιόφωνο, για να έχεις, όπως σήμερα, διάφορα μουσικά ακούσματα. Kι εγώ υπήρξα γέννημα θρέμμα αυτής της άγνωστης γης, της μυθικής χώρας, που λέγεται ελληνική επαρχία. Δείτε πίνακα πόλεων και ημερομηνιών για να καταλάβετε καλύτερα: Γεννήθηκα στη Χίο. Έτος 1925. Μετά: Μυτιλήνη, 1925-1928. Σύρος και Αθήνα, 1929. Γιάννενα, 1930-32. Αργοστόλι, 1933-36. Πάτρα, 1937-38. Πύργος, 1938-39. Τρίπολη, 1939-43. Αθήνα, 1943.

Mόνο σ’ ένα καπρίτσιο -να πρόσθετα τη φράση «παρά φύσιν»;- θα μπορούσε να αποδοθεί το γεγονός, ότι ένα παιδί, που έζησε από τη Χίο έως την Αθήνα τα πρώτα του δεκαοχτώ χρονιά, οδηγήθηκε στη μουσική… Επομένως, συμπέρασμα πρώτον: η περίπτωσή μου παρουσιάζει κοινωνιολογικό ενδιαφερον… Εμείς, απ’ όπου περάσαμε, δεν είχαμε σχέση ούτε με τις «κομ­πανίες», που έπαιζαν «λαϊκή μουσική» — ο Θεός ξέρει ποιος τις ήξερε τότε – δεν ξέραμε τα λαϊκά όργανα, μπουζούκι, μπαγλα­μά ή βιολί. Συμφωνικές ορχήστρες, ναι, είδαμε στα 1942, στο πανί του κινηματογράφου και τότε «αλλάξαμε ζωή» — αλλά αυτά για αργότερα. Με τα σημερινά μέτρα, δεν υπάρχει ελληνι­κό χωριό να συγκριθεί με την ελληνική πόλη του 1930 ή του 1940… Μόνο στην Αφρική, στην Ασία και στη Νότια Αμερική θα βρούμε σήμερα απομακρυσμένα χωριά, που να μοιάζουν με τα Γιάννενα του 1932 ή με την Τρίπολη του 1942…

Όταν πρωτομπήκα στο δημοτικό στα Γιάννενα, όλα τα παιδιά ήταν ξυπόλυτα και παρ’ ότι τα κεφάλια τους περασμένα με την «ψιλή», οι ψείρες έτρεχαν λεφούσια. Οι τούρκικοι μαχαλάδες, ή τα καντούνια, είχαν λάσπες χαρμάνι με κατρουλιά, γιατί φυσι­κά υπόνομοι και τέτοια ήταν άγνωστα πράγματα για την εποχή. Φαντάσου τι ήταν τότε το ελληνικό χωριό. Ο πατέρας μου, Γενικός Γραμματέας στη Γενική Διοίκηση Ηπείρου, περνούσε τον πιο πολύ καιρό του στην ύπαιθρο. Συναισθηματικός, καλόψυ­χος που λέμε, είχε βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει δρόμους «για να πάει ο πολιτισμός», να φτιάξει υδραγωγεία και γενικώς αρδευτικά έργα και, σε καμιά ακραία περίπτωση, να πάει και το ηλεκτρικό. Μ’ έπαιρνε μαζί του στη Βήσσανη, στην Παραμυθιά, στο Μέτσοβο, με το μοναδικό αυτοκίνητο, κουπέ Φορντ, που υπήρχε τότε σε όλη την Ήπειρο, με σοφέρ το Βάνια, κι όταν σταματάγαμε στην πλατεία, μια βαθιά σιωπή έπεφτε στο χωριό. Οι μεγάλοι γουρλώνανε τα μάτια τους και τα παιδιά τρέχανε να κρυφτούνε. Τί θηρίο ήταν αύτό! Όπως μια κοπέλα που πήραμε στην Πάτρα —ως δεκαπέντε χρονών έβοσκε γίδια- και μόλις είδε πλοίο στη θάλασσα, έβαλε τις φωνές… Μιλάμε δηλαδή για τερατώδη γεγονότα, Ας μη λέμε λοιπόν εξυπνάδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Μεσοπόλεμος, Πόλεις, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 104 Σχόλια »

Η καθαρόγλωσση (διήγημα του Θεόδ. Μοσχονά)

Posted by sarant στο 29 Αυγούστου, 2021

Θα δημοσιεύσω σήμερα κάτι το αξιοπερίεργο. Eδώ που κάνω τα μπάνια μου, έχω μια παλιά βιβλιοθήκη του παππού μου, με εξίσου παλιά βιβλία. Και καθώς σκάλιζα τις προάλλες, έπιασα ένα βιβλιαράκι με διηγήματα που δεν το είχα προσέξει άλλη φορά, τα Σκίτσα της φτωχολογιάς, κάποιου Θ.Δ.Μοσχονά.

Όπως βλέπετε, έχει εκδοθεί το 1924 στην Αλεξάνδρεια, από τις εκδόσεις Γράμματα του Στ. Πάργα που τόσο σημαντική επιρροή άσκησαν στα πνευματικά μας πράγματα στις αρχές του αιώνα και στον μεσοπόλεμο.

Τα εφτά διηγήματα του βιβλίου δεν είναι διηγήματα κοινωνικής καταγγελίας, όπως ίσως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από το εξώφυλλο, του Μίμη Παπαδημητρίου, ή από τον τίτλο, αλλά μάλλον νατουραλιστικές περιγραφές.

Επίσης, δεν υπάρχουν σαφείς νύξεις για τον τόπο στον οποίο εκτυλίσσονται τα διηγήματα. Θα σκεφτόταν κανείς την Αίγυπτο, όπου εκδόθηκε το βιβλίο, αλλά δεν είδα καμιάν αναφορά στον πολυεθνικό χαρακτήρα του τόπου ούτε καν στα κλιματολογικά του στοιχεία, μόνο σε ένα διήγημα ο συγγραφέας μάς πληροφορεί ότι το «μαγερειό» του τίτλου δεν είναι «κανένα γκριλ-ρουμ».

Ο Θεόδωρος Μοσχονάς, ο συγγραφέας, ήταν Λεριός και βρίσκουμε στη βιβλιογραφία του έργα για την ιστορία του νησιού. Στα «έργα του ιδίου» που προτάσσονται στο βιβλιαράκι που κρατάω στα χέρια μου, βρίσκω το «Κόκκινο Πάσχα», αλλά μην πάει το μυαλό σας σε κομμουνιστικά. Το βιβλίο «περιγράφει την τραγωδία των Δώδεκα Νησιών» δηλ. την προσάρτησή τους από την Ιταλία. Μαθαίνουμε πάντως ότι ήταν γραμματέας του προξενείου στο Μάντσεστερ και αργότερα εγκατέλειψε την Αγγλία και έζησε στην Αίγυπτο. Τον βρισκω, σε επόμενα χρόνια, να αναφέρεται ως Υπομνηματογράφος & Βιβλιοφύλαξ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

Το διήγημα περιγράφει μια παράξενη γυναίκα που μένει σε μια σοφίτα στη φτωχογειτονιά και καταδυναστεύει τη γειτονιά με τη γλώσσα της. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δημοτική, διανθισμένη όμως με πολλά καθαρευουσιάνικα στοιχεία, που τα επιστρατεύει και για να προσδώσει ειρωνεία. Το διήγημα έχει κάποιο γλωσσικό ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων και στους διαλόγους με την Κυπραία. Ο τίτλος, Η καθαρόγλωσση, επίσης έχει ενδιαφέρον -χρησιμοποιείται μάλλον ειρωνικά, για το ιδιότυπο γλωσσικό ιδίωμα της ηρωίδας αλλά και τις βρισιές της.

Δεν είμαι βέβαιος ότι η λογοτεχνική αξία του διηγήματος θα δικαιολογούσε να το ανασύρουμε από τη λήθη, σχεδόν 100 χρόνια μετά από τότε που εκδόθηκε -αλλά, όπως είπα το διήγημα είναι αξιοπερίεργο μάλλον παρά αξιόλογο. Για να διατηρήσω μάλιστα το εξωτικό κλίμα, δεν άλλαξα καθόλου την ορθογραφία, εκτός από το μονοτονικό. Άφησα όλα τα άλλα όπως είναι, παρόλο που κάποιες γραφές μπορεί να είναι απλώς ορθογραφικά λάθη και όχι επιλογές του συγγραφέα. Επιλογή του συγγραφέα πρέπει να είναι και η αποφυγή του τελικού ν πριν από π, κ, τ (π.χ. τη τραγιάσκα, το πατέρα), και φυσικά δεν οφείλεται σε δημοτικισμό.

Δεν εξηγώ τις πολλές δύσκολες λέξεις, που πολλές δεν τις ξέρω κιόλας. Στα σχόλια ίσως.

Πολλά είπα, ιδού η Καθαρόγλωσση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 117 Σχόλια »

Οδός Αφάντων (ένα αφήγημα του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου)

Posted by sarant στο 25 Ιουλίου, 2021

Μου έστειλαν προ καιρού το πρώτο τεύχος ενός νέου λογοτεχνικού περιοδικού, με τίτλο Αντίθετα Ρεύματα, με εκδότη τον Λεωνίδα Ιωαννίδη.

Το περιοδικό εκδίδεται στη Χαλκίδα, κάτι που το υπαινίσσεται και ο τίτλος του. Όπως αναφέρει ο εκδότης στο σημείωμά του: Σαλπάρουμε λοιπόν απ’ το λιμάνι μας -τη Χαλκίδα, και πλέουμε καταμεσής στα επικίνδυνα αντίθετα ρεύματα του Εύριπου, που πολλά βαπόρια έχουνε παρασύρει στα βράχια. Αλλά εμείς τα ξορκίσαμε. Βαφτίσαμε το καραβάκι «Αντίθετα Ρεύματα».

Το περιοδικό θα είναι τριμηνιαίο («περίπου», κατά το σημείωμα του εκδότη) οπότε ίσως αυτές τις μέρες να κυκλοφορήσει και δεύτερο τεύχος, αν και ομολογώ πως δεν βρήκα κάποια παρουσία του περιοδικού στον Ιστό για περισσότερες πληροφορίες.

Στο πρώτο τεύχος υπάρχουν αρκετές αξιόλογες συνεργασίες, όπως του Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη με τέσσερα ποιήματα και συνέντευξη -το ένα από τα ποιήματα το βρήκα να αναδημοσιεύεται εδώ.

Στο οπισθόφυλλο, δυο στροφές από το ποίημα «Φαντασία» του Γιάννη Σκαρίμπα.

Διάλεξα να παρουσιάσω ένα σύντομο αφήγημα του πολύ αγαπητού Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, επειδή μου αρέσουν τα πεζά με αναμνήσεις και τα πολεογραφικά κείμενα, και αυτό το αφήγημα συνδυάζει τα δυο αυτά στοιχεία. Αγαπώ βέβαια και τον Παπαδιαμάντη, όπως και τον Σκαρίμπα, οπότε το καλό τριτώνει διότι ο Τριανταφυλλόπουλος έχει εντάξει παπαδιαμαντικές και σκαριμπικές λέξεις στα κείμενά του γενικώς, και στο πεζό αυτό ειδικώς.

Κεντρικός δρόμος της Χαλκίδας είναι η οδός Αβάντων. Ο Τριανταφυλλόπουλος παίρνει αφορμή από το λάθος κάποιου (μη Χαλκιδαίου, βεβαίως) που την πληκτρολόγησε «Αφάντων» και θυμάται πώς ήταν στο παρελθόν ο δρόμος αυτός καθώς και πολλούς γνωστούς και φίλους του, που τον περπατούσαν, και που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Οπότε, μας λέει, τελικά δικαιολογείται η παρονομασία.

Όπως λέει ο εκδότης στο σημείωμά του, το περιοδικό δέχεται το σύστημα τονισμού που προτιμά ο κάθε συνεργάτης, κι έτσι το πεζογράφημα του Ν.Δ.Τ. τυπώθηκε σε πολυτονικό αλλά σχεδόν όλα τα άλλα κείμενα είναι στο μονοτονικό. Στο δικό μας ιστολόγιο γενικά προτιμάμε το μονοτονικό, αλλά εδώ μονοτόνισα το κείμενο και για τεχνικούς λόγους. Κατά τα άλλα, διατήρησα την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Στο τέλος του άρθρου, παραθέτω χάρτη της Χαλκίδας με σημειωμένη την οδό Αβάντων.

 

Oδός Αφάντων

Γελάσαμε στην αρχή η Λαμπρινή κι ελόγου μου με την παρανάγνωση Αφάντων αντί Αβάντων, ύστερα όμως σοβαρευτήκαμε. Πώς είχα την απαίτηση ο φοιτητής καν η φοιτήτρια που πληκτρο­λόγησαν το περί Σκαρίμπα παλαιό κείμενό μου να γνωρίζουν, εκεί στην Πάτρα, τους ομηρικούς Άβαντες της Χαλκίδας και την φερώνυμή τους οδό της πόλης;

Κατόπι χαμογέλασα αλλιώς: όσο και αν φαίνεται οξύμωρο, η παρανάγνωση ήταν σωστή. Τουλάχιστον για έμενα και ενδεχομένως για όσους κουβαλούν χρόνια περισσότερα από ογδόντα. Ναι, οδός Αφάντων προσώπων, κτισμάτων και καταστάσεων.

*

Στα σχολικά, τα φοιτητικά και τα ναυτικά μου χρόνια η Αβάντων ήταν η κεντρική αρτηρία -η λέξη να εννοηθεί ανατομικά- της πόλης. Για τους περισσότερους συμπολίτες εκείνου του καιρού «νυφοπάζαρο». Χαρακτηρισμός απολύτως αποδεκτός από τη νε­ολαία των μεγάλων τάξεων των τότε Εξαταξίων Γυμνασίων Αρρένων και Θηλέων, από τούς λογής λογής φοιτητές -εκείνοι των στρατιωτικών σχολών με τις στολές τους- από τούς νεόκοπους μόνιμους ή έφεδρους αξιωματικούς, τούς ποδοσφαιριστές και κάθε είδους αθλητές της στεριάς και της θαλάσσου. Πού ’ναι τους τώρα;

Για εμένα, απελπισμένον από τούς δίχως ανταπόκριση έρωτές μου, η Αβάντων ήταν το μεγάλο αντιφάρμακο, αληθινά «οδός ονείρων», που δεν ήταν άλλα από τα βιβλία και τα περιοδικά. Εκεί το βιβλιοπωλείο του Πανταζή όπου γνώρισα τον Ιούλιο Βερν και λίγο παραπέρα, σχεδόν απέναντι από το ιερό του Αγίου Νικολάου, το νεώτερο του Μόσχου. Η προθήκη του, που θα λήστευα δίχως τύ­ψεις αν ήμουν θαρραλέος, ιρίδιζε χάρη στα μαγικά εξώφυλλα των νεανικών εκδόσεων Αλικιώτη. Παρέκει το κατάστημα Σιαμέλα, πού δεν το στιμάριζα για τα καραμελοειδή του αλλά γιατί ήταν πρα­κτορείο Τύπου. Φλετούραγε η καρδιά μου όταν, ε-πι-τέ-λους, έφτανε το πολυπόθητο νέο τεύχος, πάντοτε με συναρπαστικό εξώφυλλο, των κατά δυστυχίαν άτακτων και βραχύβιων «Προσκοπικών Σελίδων». Ωστόσο για τους αναγνωστικούς μου έρωτες εκείνων των χρόνων έχω αλλού μιλήσει. Τώρα απομένει να πω ότι τα κτίσματα και όσοι στεγάζονταν εκεί, οι διαμεσολαβητές των ονείρων μας, έχουν έκλείψει «ωσεί χόρτος».

Είπα «τα κτίσματα». Στην Αβάντων, εκεί που διασταυρώνεται με τη Βώκου, ήταν το σπίτι της Φιγιέττας Πνευματικού, ιδεατής και ιδανικής ερωμένης του Σκαρίμπα, που απήλθε νέα, αφού του πήρε τον νου. Μυθολογείται πως η αρχόντισσα κυρά τον δέχτηκε μια φορά στο σπίτι -ναι, εκεί στην Αβάντων- και τον έκαμε να χάσει τη λαλιά του με ένα «καλημέρα σας, κύριε Σκαρίμπα» και εκείνος κατέβηκε τις σκάλες με τα γόνατα να τρέμουν, πανευτυχής και τρισδυστυχισμένος. Φευγάτος πια κι αυτός, φευγάτο και το σπίτι.

Στην Αβάντων η Alliance Française, όπου φοίτησα χρόνια και χρόνια δίχως να προκόψω, κι ας πήρα την πρώτη χρονιά από τα χέρια του φιλοπαπαδιαμαντικού Οκταβίου Μερλιέ το πρώτο βραβείο. Στεγαζόταν η A.F. σε κτίριο που ήταν δίπλα στο Γυμνάσιο Αρρένων. Απέναντι από την πόρτα του Γυμνασίου το ποδηλατά­δικο του Παρασκευά, όπου χώνονταν κρυφά οι τελειόφοιτοι για να φουμάρουν. Πάει το ποδηλατάδικο, ο καιρός έδιωξε την A.F., αφά­νισε τον χώρο του Β’ Γυμνασίου Αρρένων.

Ωστόσο κάποτε ο χρόνος αποφασίζει να παίξει. Κολλητή σχεδόν στο αρχοντικό της Φιγιέττας ήταν μια παράγκα, όπου στεγαζόταν ο μικροπωλητής Παπίγκης. Δυστυχής άνθρωπος. Η στέγη της παράγκας, από λαμαρίνα, δεχόταν βροχή τις πέτρες της αλαναρίας που συνοδεύονταν από τον έμμετρο εμπαιγμό:

Σιδεροκέφαλε Παπίγκη Καραγκιόζη.

Η παράγκα σώζεται! Ό παλιός της όμως ένοικος και οι βασανιστές του ταξιδέψαν ανεπίστροφα.

 

*    *

Κατηφορίζω συχνά την Αβάντων. Μια κατεβασιά διαφορετική από εκείνη της παράλληλης Νεοφύτου. Στη Νεοφύτου τραγουδώ εντός μου προσκοπικά τραγούδια – εκεί βρίσκονταν η Πρώτη και η Τρίτη ομάδα Προσκόπων. Όταν κατεβαίνω, τώρα, την Αβάντων, παίζω τύμπανο με τη γλώσσα και τα δόντια μου. Φτάνοντας στο σημείο του πάλαι ποτέ αρχοντικού της Φιγιέττας, κάμνω νοερά στροφή της κεφαλής δεξιά, για να τιμήσω όχι το ίνδαλμα του Σκαρίμπα, αλλά την οικογένεια του Καλλισθένη Μουστάκα, που η θελκτική κόρη του Ασπασία παντρεύτηκε τον γοητευτικότατο αρχιτυμπανιστή της πόλης Χρήστο Αστερίου. Έτσι, τυμπανίζοντας, κατέβαινε κι εκείνος την Αβάντων με το σχολείο, μπορεί και να την ανέβαινε με τη φιλαρμονική, και ξέροντας ότι η Ασπασία ήταν πίσω από την χαραμάδα των παντζουριών έκανε τα μαγικά του με τα τυμπανόξυλα. Έφυγαν με τα σύννεφα.

Εξακολουθώ να κατηφορίζω. Στη μέση περίπου της Αβάντων, δεξιά όπως την κατεβαίνουμε, ήταν μια μάντρα όπου έπαιζε Καραγκιόζη ο Μάνθος ο Ψηλέας. Το φόρτε του ήταν οι ηρωικές παραστάσεις και οι «αποθεώσεις». Πού πήγαν εκείνα τα παλληκάρια;

Απόμεινε τάχα κανένας που να θυμάται ότι μ’ ένα φύσημα του Μπαρμπαγιώργου όλη ή φρουρά του σαραγιού – κι ο αρχηγός της Πεπόνιας- στρώνονταν στο χώμα;

 

*    *  *

Ανεβοκατεβαίνω και τώρα την Αβάντων. Πού και πού με χαιρετάει κάποιος ή κάποιοι, παλαιοί μαθητές και μαθήτριές μου. Οι συμμαθητές μου στο Α’ Γυμνάσιο Αρρένων άμοροι όλοι τους. Χρό­νια έχω ν’ αντιπλωρίσω έστω και έναν. Από το Β’ Γυμνάσιο βλέπω τους κάπως μεγαλύτερούς μου Απόστολο Τούντα, έφεδρο σημαι­οφόρο του Βασιλικού Ναυτικού όπως κι ελόγου μου και τον Γιάννη Καλαμακίδη, δικηγόρο και κάποτε σπουδαίο παίχτη του Ολυμπια­κού Χαλκίδος. Ευγνώμονες μαθητές του πατέρα μου. Συναντώ συχνά τον Νίκο Καθαροσπόρη, καλόν στα νιάτα παίχτη της καλα­θοσφαίρισης -στο ίδιο θρανίο της Όγδοης Γυμνασίου- και τον Παναγιώτη Μάγειρα, ποδοσφαιριστή το πάλαι και τραγουδιστή. Οι άλλοι πού δρα-να-πέ-τε-ψαν;

Ναι, ναι, το πέτυχε όποιος ή όποια πληκτρολόγησε το κείμενό μου! Οδός Αφάντων…

 

 

Posted in Αναμνήσεις, Παπαδιαμάντης, Περιοδικά, Πεζογραφία, Πολεογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 95 Σχόλια »

Η ρεβάνς (διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα)

Posted by sarant στο 18 Απριλίου, 2021

Διήγημα του Σκαριμπα δεν έχουμε βάλει ποτέ στο ιστολόγιο. Την παράλειψη αυτή τη θεραπεύουμε σήμερα χάρη στην πρωτοβουλία του φίλου μας του Κόρτο, που μας δίνει μάλιστα ένα διήγημα δυσεύρετο, τουλάχιστο σε αυτή τη μορφή που το δημοσιεύουμε. Αφορμή ήταν η αναφορά, στο ιστολόγιο, στο ρεμπέτικο τραγούδι «Γίνομαι άντρας» του Παναγιώτη Τούντα.

Ο Κόρτο έδωσε ολοκληρωμένη δουλειά, με πρόλογο δικό του, οπότε του δίνω αμέσως τον λόγο.

Το ακόλουθο διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα με τίτλο «η Ρεβάνς» εντοπίστηκε στον τόμο «Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1955», ο οποίος ανήκε σε μία σειρά ετησίων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών εκδόσεων υπό την διεύθυνση του Αρ. Ν. Μαυρίδη με έδρα την Αθήνα (Θεμιστοκλέους 11). Ο εν λόγω τόμος είναι ο 12ος της σειράς.

Κατόπιν διερευνήσεως διαπιστώθηκε ότι το εκεί δημοσιευμένο διήγημα του Σκαρίμπα αποτελεί την πρωταρχική μορφή μίας μεταγενέστερης εκδοχής του, με τίτλο «Πατς και Απαγάι», η οποία περιλαμβάνεται σήμερα στην έκδοση «Ο κύριος του Τζακ/ Πατς κι απαγάι», από τις εκδόσεις Νεφέλη (1996, Αθήνα) με σκίτσα του ίδιου του συγγραφέα και σε επιμέλεια της κ. Κατερίνας Κωστίου.

Από το πλούσιο και κατατοπιστικό σημείωμα της επιμελήτριας στην έκδοση της Νεφέλης μαθαίνουμε ότι η τελική μορφή του διηγήματος (ως «Πατς και απαγάι») δημοσιεύθηκε το 1957. Πρόκειται για μία εκδοχή πιο κατεργασμένη, με πιο συνεκτική δομή, χωρίς περιττές παρεκβάσεις και χωρίς λεπτομέρειες οι οποίες στην αρχική μορφή του διηγήματος ενδεχομένως προκαλούν απορίες. Από την κα Κωστίου μαθαίνουμε επίσης ότι ο ίδιος ο Σκαρίμπας είχε αντιρρήσεις σε σχέση με την επανέκδοση αρχικών μορφών των έργων του, όταν είχε ήδη προβεί σε δημοσίευση μίας τελικής, πιο κατασταλαγμένης εκδοχής. Μάλιστα όταν το 1976 οι εκδόσεις «Κάκτος» εξέδωσαν το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» σε μία ξεπερασμένη κατά τον συγγραφέα εκδοχή του 1960 (και εφόσον είχαν μεσολαβήσει στο μεταξύ δύο νέες επεξεργασμένες εκδόσεις, το 1961 και το 1973), ο συγγραφέας οργίστηκε με τον εκδότη και απαίτησε επανόρθωση του λάθους. Ας σημειωθεί ότι το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το πρώτο μέρος του «Πατς και Απαγάι» (ή τέλος πάντων της «Ρεβάνς»). Τα δύο κείμενα γίνονται πιο κατανοητά, τόσο ως προς την πλοκή, όσο και ως προς την λογοτεχνική τους συνάφεια, όταν διαβαστούν με την σειρά –ωστόσο η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή της «Ρεβάνς» μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομο ανάγνωσμα.

Ωστόσο χωρίς να παραβλεφθούν τα παραπάνω, με επιφύλαξη έστω, θεωρήθηκε σκόπιμο να δημοσιοποιηθεί η αρχική μορφή του διηγήματος, («η Ρεβάνς») παρά τις πιθανές ατέλειές του σε σχέση με την μεταγενέστερη εκδοχή («Πατς και Απαγάι»), διότι αποτελεί ένα σπουδαίο φιλολογικό τεκμήριο: Η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή είναι πολύ εκτενέστερη από την μεταγενέστερη και συνεπώς το διήγημα, έστω και ακατέργαστο, πέραν της λογοτεχνικής του αξίας, μάς παραδίδει έναν σημαντικό πλούτο λαογραφικών και γλωσσικών στοιχείων, κυρίως όσον αφορά την μάγκικη αργκό και τις εικόνες ενός Πειραιά, στα τελειώματα μιας εποχής κατά την οποία επιζούσαν ακόμη τα στερεότυπα μοτίβα του μεσοπολεμικού υποκόσμου. Αποτελεί δηλαδή ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα επιδράσεως της λαϊκής ή λαϊκότροπης καλλιτεχνικής παραγωγής (ρεμπέτικο τραγούδι, επιθεώρηση, μάγκικα χρονογραφήματα κλπ) στην λόγια μεταπολεμική λογοτεχνία. Χαρακτηριστικό προς αυτήν την κατεύθυνση είναι και το γεγονός ότι στο διήγημα αναφέρονται δύο γνωστά λαϊκά/ ρεμπέτικα τραγούδια της επώνυμης δημιουργίας.

Οι υποσημειώσεις με αστερίσκο ανήκουν στον ίδιον τον Σκαρίμπα. Οι υποσημειώσεις με αριθμούς είναι δικές μου. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Το σκίτσο που συνοδεύει το κείμενο είναι έργο του Μιχάλη Νικολινάκου και απεικονίζει τον Σκαρίμπα. Ο Μιχάλης Νικολινάκος (1923-1994) υπήρξε διάσημος ηθοποιός του θεάτρου αλλά και του κινηματογράφου, μαθητής του Δημήτρη Ροντήρη. Συγχρόνως υπήρξε ικανότατος ζωγράφος και σκιτσογράφος, συνεργάτης διαφόρων εντύπων. Ξεχωρίζουν οι καρικατούρες του και τα πορτραίτα του, ιδίως προσώπων του καλλιτεχνικού χώρου και της πολιτικής.

 

Η ΡΕΒΑΝΣ

Εκείνο τ’ απόγιεμα ήσαν όλα γλυκά κι’ όλ’ ανάκατα. Πού ήταν – τούτη- κρυμμένη η χαρά; Μα ήταν μια τρέλλα να της ξαναπαρουσιαστώ πάλι έτσ’ όμορφος –έτσι καγκελοφρύδης, σπαθάτος –σα νάχα κρυφά ξεκαρφιτσωθεί (και δραπέτεψα) από κάνα κουτί ζαχαράτων. Η μέση μου –δαχτυλένια- με χώριζε σαν καμμιά σφήκα στα δύο μου, και τα μαλλιά μου (τσουλούφι –φλου- με αφέλειες) μ’ έδειχναν σαν κοριτσίστικο αγόρι… Αμάν, αδερφάκι· το πρόσωπό μου είχε το σχήμα καρδιάς.

Ξεμπαρκάροντας, άναψα κι’ ένα –μεγκλάν- τσιγαράκι.

Στη στροφή του δρόμου –εκεί- κοντοστάθηκα, κι’ έρριξα τη ματιά μου του μάκρου. Η θάλασσα εβόα. Οι γλάροι πάνωθε βούταγαν κάθετα, ίδιες βολίδες, στα κύματα, και στο Νοτιά τα πρώτα σύννεφα ανέβαιναν πάνω απ’ τα όρη σαν χνώτα. Σκέφτηκα τον καπτα-Γκίκα, στο κόττερο: «Νοτιοανατολικά, χαμηλόν φράγμα νεφών. (Θα κατέγραφε στο «Ημερολόγιό» του σκυμμένος). Δύσις, απειλητική…»

Και ξανάειδα, το καράβι μου -αρόδο. Γύρωθέ του, ο Σαρωνικός αφρολόγαε, στις χλαλοές του λεβάντε, ενώ αυτό –φουνταριστό- σκαμπανεύενε τραβερσομένο σταβέντο.

Τράβηξα μια βαθειά ρουφηξιά και τόξεψα τον καπνό –όξω- ίσια. Απέξαπόστειλα σφυριχτό –μπρος- το σάλιο μου. Σύγχρονα και τα βιολιά του φτινοπώρου, άρχισαν το σιγανό κούρντισμά τους. Το όλον μου, εμίλειε…

Ωστόσο, δεν παραστεκόμαν καλά. Είχ’ από ψες που σαν νάχα –λες- «τσιμπηθεί» που –Θέ μου και σχώρνα με- ένοιωθα κάποια λαχτάρα έσωθέ μου. Νάταν λες μόνο η ιδέα μου; Ή μην το «ύφον» μου έμπαινε ως είδος μόλυνση εντός μου; Θού Κύριε φυλακήν και λοιπά… Το φαΐ που με τάισε, ανάδινε μια ταγκίλα απ΄ το λάδι της, και τα ρούχα της «σπίρτιζαν» γιαχνισμένο κρεμμύδι.

Κι’ εγώ –τι οίστρος!- την τύλωσα εκειχάμω, σελέμης!…Κεφτεδάκια και πατσαδάκι γιαχνί: «Βρε Σταυρούλα, βρε κύλα μου κι’ άλλο κατοσταράκι ρετσίνα»…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 85 Σχόλια »

Trivia Homerica (συνεργασία από ΣτοΔγιαλοΧτηνος)

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2021

Το κείμενο που δημοσιεύουμε σήμερα είναι γραμμένο από τον φίλο μας ΣτοΔγιαλοΧτηνος. Πριν από τρία χρόνια είχαμε δημοσιεύσει ένα άλλο δικό του πεζό, που το είχαμε χαρακτηρίσει διήγημα επιστημονικής φαντασίας ενώ πέρυσι παρουσιάσαμε ένα δοκίμιο παιγνιώδους λεξικογραφίας. Τα δυο σημερινά πεζά έχουν αναφορές στα ομηρικά έπη. Δεν είναι εκτενή αλλά τα πεζά του Χτήνους είναι όπως τα στρείδια του Αστερίξ.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ  ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ

Ας μπούμε αμέσως στο θέμα, αντιπαρερχόμενοι  τις ανυπόστατες κακοήθειες που θέλουν  τον ακάματο πλάστη και τα συμπαγή, ευθύβολα συζυγικά τσόκαρα να έχουν πολλά να διηγηθούν σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες πολύτιμος χρόνος επιστημονικής έρευνας θυσιάστηκε στον βωμό της ματαιοδοξίας, απλώς για να  αποσπαστεί η συναίνεση του δυστυχούς Ερρίκου στην απαθανάτιση της εριτίμου Κυρίας Σοφίας στολισμένης με τα κρεματζούλια και τα τζοβαϊρικά της Ωραίας Ελένης.

Και το θέμα είναι πως το αμείλικτο ερώτημα παραμένει: γι αυτό ιδροκοπούσε νύκτωρ με το πτυοσκάπανο στον κάμπο της Τρωάδας ο τραγικά ανεπαρκής χερ Σλήμαν? Για μια χούφτα χρυσά μπιχλιμπίδια? Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια φωτογραφία?

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, δυστυχώς ναι. Φευ, θα μπορούσε να είχε κάνει πολύ, πολύ πιο μεγάλα πράγματα.

Ας σοβαρευτούμε κι ας το σκεφτούμε επιστημονικά, με  ψυχρή, τετράγωνη λογική, επιδεικνύοντας  μηδενική ανοχή σε φτηνά κουτσομπολιά και παιδιάστικες ονειροφαντασίες.  Ελάτε, ας πιάσουμε το άθραυστο νήμα του ατράνταχτου συλλογισμού, αυτό που απέτυχε να ακολουθήσει ο υπερεκτιμημένος Τεύτων:

Εφόσον ο σεβάσμιος, αόμματος γέρων μας διαβεβαιώνει πως οι τολμητίες Δαναοί οι κρυμμένοι μέσα στην κοιλιά του Δούρειου Ίππου είχαν την προστασία της Παλλάδας, δεν μας μένει παρά να συμφωνήσουμε. Τουλάχιστον η ταπεινή γραφίδα του υποφαινομένου  δεν έχει ούτε την πρόθεση, ούτε πολύ περισσότερο τη σκευή να αμφισβητήσει τον γεραρό Πατριάρχη της Ελληνικής Ποίησης.

Η ως άνω παραδοχή μας οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι μάλλον ανησυχούσαν λιγότερο για την πιθανότητα να τους αντιληφθούν οι Τρώες και περισσότερο για τα φίλια, μεθανιούχα  πυρά που θα εξαπέλυε -φωνάχτε αμέσως τον Αλή-  μέσα σε εκείνον τον ασφυκτικά περιορισμένο χώρο κάποιος από τους έγκλειστους  Επιλέκτους. Ω της δυσωδίας, της πνιγμονής και του ολέθρου! Και τι άδοξος, βρομερός επίλογος για το κορυφαίο Έπος της Ελληνικής Γραμματείας! Δύσοσμο, θανατηφόρο υδρόθειο αντί δοξαστικής, ευωδιαστής κνίσας! Ας μην αναφερθεί  καν ο συνακόλουθος αιώνιος στιγματισμός των Ελλήνων ως των επονείδιστων -αν και ακούσιων- εφευρετών του πρώτου θαλάμου αερίων! Οποία ανεξάλειπτος καταισχύνη για το Γένος!

Με δεδομένη εν τούτοις τη γνωστή επιτυχή έκβαση της επιχείρησης, το επόμενο λογικό συμπέρασμα είναι ότι θα πρέπει να θεωρείται απολύτως βέβαιη η λήψη σχετικών μέτρων από το Ανώτατο Στρατηγείο των Αχαιών, το οποίο με Κατεπείγον Άκρως  Απόρρητο  Σήμα Ειδικού Χειρισμού  θα όριζε  τον αποκλεισμό από τη διανομή των λαφύρων -πιθανώς δε και την καταναγκαστική επ’ αόριστον απασχόληση στα αποχωρητήρια του στρατοπέδου-  ως ποινή για τους ιδιοκτήτες αφρόνων  αφεδρώνων που θα εξέθεταν σε θανάσιμο κίνδυνο τους συμμετέχοντες στο παράτολμο εγχείρημα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευτράπελα, Πεζογραφία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου (απόσπασμα από τη νουβέλα του Εντουάρ Λουί)

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2021

Θα δημοσιεύσω σήμερα ενα απόσπασμα από τη νουβέλα του Εντουάρ Λουί «Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου» που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις Αντίποδες σε μετάφραση Στέλας Ζουμπουλάκη. Είναι το τρίτο βιβλίο του νεότατου (γενν. 1992) Εντουάρ Λουί (Edouard Louis), ένας μονόλογος με τον πατέρα του, που ήταν εργάτης σε εργοστάσιο μέχρι τη στιγμή που ένα εργατικό ατύχημα τον άφησε ανάπηρο.

Ο Λουί γεννήθηκε στην Πικαρδία, στη βόρεια Γαλλία, μια από τις πιο σκληρά χτυπημένες από την κρίση περιοχές της χώρας -όπου η Λεπέν συγκεντρώνει από τα μεγαλύτερα ποσοστά της. Στο χωριό του, το Αλανκούρ των 1200 κατοίκων, όλοι δούλευαν για το ίδιο κοντινό εργοστάσιο.

Το όνομά του ήταν Εντύ Μπελγκέλ, αλλά το έχει αλλάξει επίσημα σε Εντουάρ Λουί. Το πρώτο του βιβλίο, που σας συνιστώ επίσης να διαβάσετε, πάλι από τους Αντίποδες, έχει ακριβώς τον τίτλο Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, και σ’ αυτό περιγράφει τα παιδικά του χρόνια, πώς μεγαλώνει ένα ομοφυλόφιλο αγόρι της εργατικής τάξης μέσα στη φτώχεια, τον ρατσισμό και την ομοφοβία.

Το έργο του Λουί είναι απερίφραστα πολιτικό -στρατευμένο, θα λέγαμε- ενώ συγγενεύει και με την κοινωνιολογία. «Θέλω να κάνω τη μπουρζουαζία να ντρέπεται» είχε δηλώσει. Το βιβλίο απ’ όπου θα διαβάσουμε σήμερα ένα απόσπασμα είναι ουσιαστικά ένας μονόλογος του συγγραφέα, που απευθύνεται στον πατέρα του. Σε κάποιο βιβλιοφιλικό μας άρθρο, είχα παραθέσει ένα μικρό κομμάτι από το τελευταίο βιβλίο του Λουί. Σήμερα παρουσιάζω όλην αυτή την ενότητα.

Να σημειωθεί ότι λίγο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2017, ο Λουί είχε δημοσιεύσει στη Νιου Γιορκ Τάιμς ένα άρθρο με τίτλο «Γιατί ο πατέρας μου ψηφίζει τη Μαρίν Λε Πεν» (εδώ, με δωρεάν συνδρομή) και στο οποίο εξηγεί την άνοδο της Λεπέν με το ότι η Αριστερά έχει σταματήσει να αγωνίζεται για τους αδύνατους.

Ευχαριστώ τον φίλο Κώστα Σπαθαράκη, των εκδόσεων Αντίποδες, που μου έδωσε την άδεια (και μου έστειλε και το αρχείο κειμένου, κι έτσι γλίτωσα το σκανάρισμα):

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ (απόσπασμα, σελ. 60-69)

Τα προβλήματα άρχισαν στο εργοστάσιο που δούλευες. Τα έχω πει στο πρώτο μου μυθιστόρημα, το Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, ένα απόγευμα μας τηλεφώνησαν και μας είπαν πως ένα φορτίο σε καταπλάκωσε. Η μέση σου τσακίστηκε, διαλύθηκε, μας είπαν πως δεν θα μπορούσες πια να περπατήσεις για χρόνια, δεν θα μπορούσες πια να περπατήσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Εργατικό κίνημα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 142 Σχόλια »

Ήλιος με δόντια, του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 29 Νοεμβρίου, 2020

Στην Ελληνική Λέσχη Ανάγνωσης Λουξεμβούργου ορίζουμε στην αρχή της χρονιάς ποια βιβλία θα διαβάσουμε (κάνουμε ψηφοφορία ανάμεσα στις προτάσεις που έχουν γίνει) κι ύστερα γίνεται μια παρουσίαση περίπου κάθε μήνα. Τώρα με τον κορονιό οι παρουσιάσεις γίνονται εξ αποστάσεως, με το Ζουμ, που δεν είναι ιδανικό, αφού δεν έχεις την άμεση επαφή, ούτε τη συνέχεια μετά, αλλά από την άλλη μπορεί να πάρει μέρος και κάποιος που βρίσκεται εκτός έδρας.

Πριν από δεκαπέντε μέρες παρουσίασα το μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη «Ήλιος με δόντια», που το είχα προτείνει εγώ. Δημοσιεύω εδώ το κείμενο της παρουσίασης. Στο αχανές Διαδικτυο και πιο συγκεκριμένα στη σελίδα Φέισμπουκ της Ελ.Λε.Α.Λ. υπάρχει και το βίντεο της παρουσίασης, αλλά δεν ξέρω πώς να το εμφανίσω εδώ -και, εδώ που τα λέμε, έτσι όπως είναι παρμένο από την κάμερα του Ζουμ είναι λιγάκι χάλια οπότε δεν επέμεινα και πολύ να μάθω πώς να το βάλω εδώ.

Ο Μακριδάκης είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας από τους ενεργούς, και κάθε καινούργιο του βιβλίο το αναζητώ αμέσως μόλις κυκλοφορήσει και μερικά από αυτά τα έχω παρουσιάσει σε ειδικό άρθρο του ιστολογίου: τις Βάρδιες των πουλιών πέρυσι, το «Όλα για καλό» το 2017, το «Αντί Στεφάνου» το 2015 και το «Του Θεού το μάτι» το 2013.

Ήλιος με δόντια, του Γιάννη Μακριδάκη

Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Το 1997 ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό «Πελινναίο». Ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, ενώ ταυτόχρονα διοργανώνει λογοτεχνικά εργαστήρια και αγροτουρισμό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λουξεμβούργο, Μυθιστόρημα, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 86 Σχόλια »

Άγγελοι πάνω από το Βερολίνο (ένα πεζογράφημα του Άγγελου Μανουσόπουλου)

Posted by sarant στο 4 Οκτωβρίου, 2020

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα μου το έστειλε ο φίλος μας ο Αλέξης, αλλά δεν είναι δικό του (παρόλο που έχουμε στο ιστολόγιο δημοσιεύσει συνεργασίες του Αλέξη, αν και όχι λογοτεχνικές).

Είναι γραμμένο από τον Άγγελο Μανουσόπουλο, ο οποίος ήταν δραστήριος μπλόγκερ τη χρυσή εποχή των μπλογκ (πριν από 12-15 χρόνια δηλαδή). Στη συνέχεια, εξέδωσε μια επιλογή από κείμενά του στο βιβλίο «Ο πόνος της επιστροφής» (δηλαδή: το άλγος του νόστου) που μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή εδώ, ενώ βλέπω ότι πέρυσι εξέδωσε και μυθιστόρημα.

Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι αντιπροσωπευτικό των πεζογραφημάτων που δημοσιεύονταν στα ιστολόγια της χρυσής εποχής (τότε που ο όρος ιστολόγιο δεν ηταν τόσο διαδεδομένος οσο τώρα). Μιας εποχής που σχεδόν δεν την πρόλαβε το δικό μας ιστολόγιο, αφού, όταν εμεις εμφανιστήκαμε στις αρχές του 2009 η ιστολογική παλίρροια είχε δώσει τη θέση της στην άμπωτη. Αλλά το δικό μας το ιστολόγιο δεν είναι αντιπροσωπευτικό της χρυσής εποχής, όπου η θεματολογία ήταν πολύ προσωπική, ένα είδος προσωπικού ημερολογίου.

Ποιο ενδιαφέρον έχει ένα προσωπικό ημερολόγιο, θα ρωτήσετε. Η απάντηση θαρρώ δίνεται από κείμενα σαν το σημερινό, όπου το θέμα είναι πώς δυο έφηβοι παρακολουθούν μια αρκετά γνωστή κινηματογραφική ταινία. Καλογραμμένο κείμενο, με χιούμορ, αντιπροσωπευτικό νομίζω των καλών δειγμάτων γραφής των ιστολογίων της εποχής του.

Να πούμε για την ταινία του Βέντερς, ότι ο γερμανικός τιτλος είναι «Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο» αλλά στα αγγλικά είχε κυκλοφορήσει ως Wings of Desire, και από εκεί πήραμε κι εμείς το ελαφρώς πιο αθώο «Τα φτερά του έρωτα». Δεν θυμάμαι αν το είχα δει στην Αθήνα ή στο Λουξεμβούργο, αλλά μάλλον στο Λουξεμβούργο. Όμως δεν θα πω περισσότερα, παραθέτω το πεζογράφημα. Η εικόνα δική μου.

Άγγελοι πάνω από το Βερολίνο

            Μαζί με τις ταινίες που παρακολούθησα υπό δύσκολες συνθήκες, η ταινία “Τα Φτερά του Έρωτα” του Βιμ Βέντερς αξίζει ιδιαίτερη μνεία – δηλαδή ξεχωριστό άρθρο.

            Η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 1988. Ένα Σάββατο απόγευμα εκείνης της χρονιάς, εγώ κι ο κολλητός μου, μαθητής δευτέρας λυκείου εγώ, της πρώτης εκείνος, στη Σαββατιάτικη έξοδό μας, στεκόμασταν μπροστά στη μαρκίζα ενός κινηματογράφου με τρεις αίθουσες για να αποφασίσουμε ποιο από τα τρία έργα θα βλέπαμε. Εγώ ήξερα τι εστί Βιμ Βέντερς έχοντας ήδη δει το “Παρίσι-Τέξας” που μου είχε αρέσει. Η συγκεκριμένη ταινία είχα διαβάσει ότι γνώρισε ενθουσιώδη υποδοχή από τους κριτικούς και ότι κέρδισε βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες. Ήθελα λοιπόν να τη δω, αλλά δεν τολμούσα να την προτείνω στον φίλο μου που δεν συμμεριζόταν καθόλου τις δικές μου καλλιτεχνικές ανησυχίες. Αυτός προτιμούσε περιπέτειες, κωμωδίες και σοφτ πορνό (αφού δεν μας έβαζαν ακόμα στα κανονικά). Καθώς οι άλλες δύο ταινίες δεν του έλεγαν τίποτα, πρότεινε ο ίδιος να πάμε στα “Φτερά του Έρωτα”. Τον ξεγέλασε ο τίτλος και μία φωτογραφία μιας γυμνής γυναίκας (γυμνής πλάτης για την ακρίβεια) και υπέθεσε ότι θα είχε και λίγη τσόντα. Εγώ εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και συμφώνησα, χωρίς να του εξηγήσω περί τίνος πρόκειται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Μεταμπλόγκειν, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 215 Σχόλια »

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ (αφήγημα της Άννας Ρόδη)

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2020

Δημοσιεύω σήμερα ένα αφήγημα δικού μου ανθρώπου, γραμμένο για έναν δικό του άνθρωπο. Η εξαδέλφη μου Άννα Ρόδη, από τη μεριά της μητέρας μου στην Αίγινα, μου έστειλε ένα αφήγημα που έγραψε για τον πατέρα της, που έφυγε φέτος από τη ζωή. Με συγκίνησε, κι επειδή πολύ λίγα αιγινήτικα έχω βάλει στο ιστολόγιο (ενώ μυτιληνιά ή μανιάτικα περισσότερα) το δημοσιεύω σήμερα.  Τη φωτογραφία της βυσσινιάς την πρόσθεσα εγώ. Μακάρι να είχα και κονιακοβύσσινο (ή βυσσινοκονιάκ;) αλλά έχει τελειώσει.

Διατηρώ τις υποσημειώσεις της Άννας -μου αρέσουν παρόλο που είναι ασυνήθιστες σε αφηγήματα. Για τα πομοντόρια και κομοντόρια δείτε και παλιότερο άρθρο.

Η Άννα Ρόδη γεννήθηκε το 1966, είναι δασκάλα και ζει με την οικογένειά της στην Αίγινα. Αρθρογραφεί εδώ και χρόνια σε περιοδικά όπως η Εκπαιδευτική Κοινότητα, τα Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, η Αιγιναία, στο διαδίκτυο και αλλού. Τα θέματα που την απασχολούν αφορούν κυρίως την εκπαίδευση, την ιστορία της εκπαίδευσης, την τοπική ιστορία και λαογραφία του νησιού της, κτλ.

Ο άνθρωπος που δεν ξεκουραζόταν ποτέ, τα περιβόλια και 18 βυσσινιές να… βρίσκονται

 

                                                                                       Στον πατέρα μου

 

                                                                              «Γεράσαμε, μας έφαγε η δουλειά και τίποτα δεν κερδίσαμε[1]»

 

   Ο πατέρας έφυγε νωρίς εκείνο το καλοκαίρι. Βρήκε καλό μπάρκο και δεν θέλησε να το χάσει. Τα γκαζάδικα δεν ήταν παίξε – γέλασε, τον περίμενε κι εκεί σκληρή δουλειά, να ψήνεται στις κουζίνες τους[2] και να κοιμάται στον προθάλαμο του ψυγείου, αναζητώντας λίγη δροσιά στην ανελέητη ζέστη της Σαουδικής Αραβίας[3].

Φέτος ήταν ένα… καλό καλοκαίρι κι εκείνος όπως πάντα δυνατός, δραστήριος, εργατικός. Από το προηγούμενο πλοίο είχε ξεμπαρκάρει την άνοιξη και οι αγροτικές δουλειές είχαν προχωρήσει καλά. Η τεράστια ρόδα του πηγαδιού με τους μεταλλικούς κουβάδες δεν σταματούσε να γυρίζει και να δροσίζει τα αχόρταγα περιβόλια, που ποτίζονταν όχι μόνο από το κρυστάλλινο νερό του αλλά και από τον ιδρώτα, που έρεε ποτάμι από την κάψα του ήλιου και τον σκληρό μόχθο του ίδιου και των ανθρώπων του. Πίσω από τους στάβλους έβοσκαν μακάρια δύο ήμερες λευκές φοράδες και ένα ατίθασο μαύρο άλογο, ενώ πιο πέρα μια γαϊδουρίτσα, η Πιτσίκα, κι ένα τζαναμπέτικο μουλάρι επιδίδονταν στην ίδια απολαυστική ασχολία. Η μια λευκή φοράδα και το μουλάρι την περίοδο αυτή έδειχναν πιο κουρασμένα και λιγότερο ζωηρά από τα υπόλοιπα, γιατί είχαν αναλάβει εκ περιτροπής την ασταμάτητη διαδικασία του γυρίσματος του μαγκανοπήγαδου σχεδόν μέρα – νύχτα με σκοπό να είναι πάντα γεμάτη η στέρνα και να μη σταματά για κανέναν λόγο το πότισμα. Η εκκλησούλα μας, η Παναγία Ελεούσα (η Σισίκα όπως την έλεγαν χαϊδευτικά οι Ρόδηδες), συμπαραστεκόταν με συγκαταβατική αυστηρότητα και τις ευλογίες της σε ανθρώπους και ζωντανά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 157 Σχόλια »

Μνήμη Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2020

Συμπληρώθηκαν χτες 64 χρόνια από τον θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή, στα 47 του χρόνια, στις 29 Αυγούστου 1956, προδομένος από την πάντοτε εύθραυστη υγεία του κι αφού είχε βασανιστεί σ’ όλη του τη ζωή από την ανέχεια, την ανέχεια που κατέτρυχε τον επαγγελματία γραφιά, όταν η μέση του δεν ήταν αρκετά εύκαμπτη ώστε να προσκολληθεί σε κάποιον ισχυρό και να βρει κάποιαν αργομισθία. Για να βιοπορίζεται, οταν έγινε οικογενειάρχης και αυξήθηκαν τα έξοδα, έκανε με πυρετώδη ρυθμό μεταφράσεις πολυσέλιδων κλασικών μυθιστορημάτων, για το Ρομάντζο: Άθλιοι, Παναγία των Παρισίων, Μαρία Στιούαρτ, Μπεν Χουρ, Οι τρεις σωματοφύλακες, καθώς και τυπογραφικές διορθώσεις μέχρι που η πολλή δουλειά, από τις 6 το πρωί ως τις 8 το βραδυ, τον νίκησε.

Με τον Κοτζιούλα συνέβη το παράδοξο, ο τωρινός αιώνας να έχει σταθεί ευνοϊκός στην υστεροφημία του, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο προηγούμενος. Ενώ τις πρώτες δεκαετίες μετά τον θάνατό του το έργο του είχε λίγο-πολύ ξεχαστεί, με εξαίρεση το βιβλίο του για τον Άρη Βελουχιώτη, και ενώ τα (όχι πλήρη) Άπαντά του, που εκδόθηκαν λίγο μετά τον θάνατό του, είχαν προ πολλού εξαντληθεί, σήμερα το έργο του κυκλοφορεί και διαβάζεται πολύ περισσότερο, ενώ, πέρα από τις επανεκδόσεις των εξαντλημένων βιβλίων, έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια πολλά ανέκδοτα έργα του, βεβαίως χάρη στις άοκνες προσπάθειες του γιου του, του Κώστα Κοτζιούλα αλλά και ορισμένων μελετητών που αγάπησαν το έργο του ποιητή από την Πλατανούσα.

Τα τελευταία χρόνια (2016-2020) έχουν εκδοθεί του Κοτζιούλα: 1. «Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα», Δρόμων, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 2. «Με τον κόμπο στο λαιμό και άλλα διηγήματα», Δρόμων, επιμέλεια Στέλιος Φώκος. 3. «Αντάρτες», Ασίνη, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 3. «Κριτικά Α΄ «Η ασυλία του πνεύματος», Δρόμων, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου και Κώστας Κοτζιούλας. 4. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας για τα Τζουμέρκα» (δημοτικά τραγούδια, λαογραφικές σελίδες, Κ. Κρυστάλλης), ΙΛΕΤ-Τζουμερκιώτικα Χρονικά, επιμέλεια Κώστας Μαργώνης και Κώστας Κοτζιούλας. 5. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει και σχολιάζει αρχαίους Έλληνες ποιητές», Οδυσσέας, επιμέλεια Σωτηρία Μελετίου. 6. «Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφράζει γαλλόφωνους ποιητές», Σαΐτης, επιμέλεια Λητώ Αλεξάκη. Επίσης έχουν παραδοθεί για έκδοση τα Ημερολόγια (Σαραντάκος), τα Κριτικά Β, «Μορφές του πνεύματος» (Μελετίου και Κ. Κοτζιούλας). Παραδίδονται έτοιμα, σύντομα, οι «Ηπειρώτικες περιοδείες και άλλα διηγήματα (Κ. Μαργώνης και Γ. Γιαννάκης) και οι Συνεντεύξεις και Συνομιλίες (Κ. Κοτζιούλας).
Έχουν επίσης κυκλοφορήσει μελέτες και αφιερώματα για τον Κοτζιούλα: 1. Συλλογικό, Ο Γιώργος Κοτζιούλας και το συγγραφικό του έργο, Πρακτικά ημερίδας, Χανιά 16 Ιουλίου 2018, εκδ. Δρόμων – Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, επιμέλεια Ζώης Μπενάρδος. 2. Περιοδικό Eνεκεν, τεύχος 48-49, Συλλογικό, Αφιέρωμα στον  Γιώργο Κοτζιούλα, επιμέλεια Γιώργος Γιαννόπουλος 3. Κώστας Μιχαλάκης, «»Τα πάθη των Εβραίων» του Γιώργου Κοτζιούλα», Επέκεινα.
Τέλος, η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου έγραψε τη βιογραφία του, «Ποίηση και πολεμικη», Κίχλη 2015, που τιμήθηκε με το βραβείο δοκιμίου του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Λογοτεχνία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 123 Σχόλια »

Αρρώστια στην Αθήνα (διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά)

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2020

Άλλη μια φορά παρουσιάσαμε στο ιστολόγιο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), του μεγαλύτερου διηγηματογράφου μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου.

Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του, γι’ αυτό και έγραψε πάρα πολλά διηγήματα, πολλές εκατοντάδες, για περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ταυτόχρονα εξέδιδε και συλλογές διηγημάτων, πάνω από είκοσι βιβλία. Και δεν έζησε άνετα.

Το έργο του δεν έχει συγκεντρωθεί ακόμα. Ο φίλος Βάσιας Τσοκόπουλος έχει ξεκινήσει να τυπώνει τα Άπαντα Βουτυρά σε τόμους, αλλά η υπόθεση κόλλησε μετά τον πέμπτο τόμο (κάπου στο ένα τρίτο του συνολικού όγκου) και αφού δυο εκδοτικοί οίκοι που είχαν αναλάβει το εγχείρημα είχαν κλείσει. Άκουσα πριν απο καιρό ότι ήταν έτοιμος ο έκτος τόμος, αλλά σε τέτοιους δύσκολους καιρούς δεν είναι εύκολα τέτοια εγχειρήματα.

Ο Βουτυράς έχει λίγους αλλά φανατικούς φίλους στην εποχή μας. Κάποια διηγήματά του (π.χ. Παραρλάμα, Ο θρήνος των βοδιών) είναι πολύ γνωστά, τα περισσότερα όμως όχι. Ο εκδοτικός οίκος Φαρφουλάς, του φίλου Διαμαντή Καράβολα, πήρε τ’ όνομά του από ένα διήγημα του Βουτυρά και έχει εκδώσει και κάποια έργα του, όπως τη σατιρική-φανταστική νουβέλα Μέσα στην Κόλαση (ο Βουτυράς καλλιέργησε και τα δύο είδη).

Εγώ σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρίσκω πότε-πότε δημοσιεύματα του Βουτυρά, και κοιτάζω αν είναι θησαυρισμένα (μου έχει δώσει ο Τσοκόπουλος έναν κατάλογο των διηγημάτων που εχουν συμπεριληφθεί στις παλιές συλλογές), τα δε αθησαύριστα του τα στέλνω -αν και σχεδόν όλα τα έχει ήδη βρει ο ίδιος. Στον παλιό μου ιστότοπο έβαζα συχνά διηγήματα του Βουτυρά, που τα πληκτρολογούσαν φίλοι –εδώ τα έχω συγκεντρωμένα. Κάποια στιγμή λέω να βάλω μπροστά να πληκτρολογηθεί το κατοχικό ημερολόγιο του Βουτυρά, ή μάλλον τα αποσπάσματά του που είχε δημοσιεύσει στη δεκαετία του 1950 η Αυγή.

Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε αν το ιδιότυπο στιλ του Βουτυρά, που τόσο είχε προβληματίσει τους κριτικούς στην εποχή του -το λεγόμενο «πρόβλημα Βουτυρά»: πώς γίνεται ένας τόσο «άτεχνος» συγγραφέας να έχει τόση απήχηση στο κοινό- στέκεται καλά εκατό χρόνια μετά, στον σημερινό αναγνώστη.

Το σημερινό διήγημα δεν είναι άγνωστο, αλλά είναι επίκαιρο. Μας το προσφέρει ο φίλος μας ο Spiridione, που τον ευχαριστώ πολύ. Το διάλεξε επειδή αναφέρεται, ακριβώς, στην πανδημία της γρίπης του 1918, όπως την έζησαν στην Αθήνα τότε. Εκατό (και κάτι) χρόνια μετά, έχουμε μιαν άλλη πανδημία.

Tο διήγημα δημοσιευτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Ανθρωπότης, τεύχος Ζ’, Μάιος 1920 -απ’ όπου και το πήρε ο φίλος μας. Στη συνέχεια, συμπεριλήφθηκε στη συλλλογή «Η αριστοκρατική γειτονιά και άλλα διηγήματα», του 1924 καθώς και στον 5ο τόμο των Απάντων στην έκδοση του Τσοκόπουλου.

Στο κείμενο έχουν γίνει κάποιες ορθογραφικές προσαρμογές και έχει μονοτονιστεί. Επίσης έκανα μερικές αλλαγές, εντελώς δευτερεύουσες, με βάση το κείμενο που υπάρχει στα Άπαντα.

Οι Μαξιμαλιστές που αναφέρονται στην εφημερίδα είναι οι Μπολσεβίκοι -η Οκτωβριανή επανάσταση είχε μόλις γίνει.

 

Αρρώστια στην Αθήνα

Η βροχή χτυπούσε κάποτε στα παράθυρα, τα τυμπάνιζε, και ο άνεμος, η φωνή του, ακουγότανε να βουίζει, να βογκά…

Μαζεμένοι είμαστε σε μια γωνιά του μικρού δωματίου του καφενείου, και μιλούσαμε για την αρρώστια, που, από λίγες μέρες, είχε πέσει στην Αθήνα. Και μάλιστα αυτήν την ημέρα είχε γίνει θόρυβος γι’ αυτή πολύς. Τρομαχτικά πράγματα λέγανε.

Καθισμένος εγώ, κοντά στην κλειστή πόρτα, κοίταζα κάποτε, απ’ τα γυαλιά της, την άγρια νύχτα, έβλεπα κάτι δεντράκια που ήταν απ’ έξω απ’ το καφενείο, να σαλεύουν σα να δερνόντουσαν, να κλαίγανε κι αυτά για τη συμφορά, που ‘χε πέσει στην πόλη της Αθηνάς. Κι ερημιά, ερημιά στο δρόμο. Σπάνια να φανεί διαβάτης.

Και οι διηγήσεις για την αρρώστια, για τα χτυπήματα, που ‘δινε, αύξαναν, πλήθαιναν. Λέγανε για στρατιώτες που πλήθος πέθαιναν και δεν πρόφταναν να τους θάψουν, για οικογένειες που ξεκληρίστηκαν ολόκληρες σε δυο, ή τρεις μέρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πανδημικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 87 Σχόλια »

Ένας παππούς γράφει στο εγγονάκι του

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2020

Στο σημερινό μας λογοτεχνικό κυριακάτικο άρθρο θα δούμε το συγκινητικό γράμμα ενός παππού προς τον εγγονό του, που είναι ακόμα βρέφος.

Και παρόλο που τα αισθήματα που εκφράζει ο παππούς θα τα έχουν αισθανθεί αμέτρητοι παππούδες, το κείμενο που θα διαβάσετε δεν είναι πρόσφατο, είναι παλιό -σχεδόν χιλιόχρονο, αφού το έγραψε ο Μιχαήλ Ψελλός στα μέσα του 11ου αιώνα. Ο Ψελλός, σημαντικότατος βυζαντινός λόγιος, που η δράση του ως πολιτικού δεν ήταν δυστυχώς το ίδιο γόνιμη, γεννήθηκε πριν από χίλια χρόνια -το 1017 ή το 1018 και είναι κάπως περίεργο που η επέτειος αυτή πέρασε απαρατήρητη.

Το κείμενο το παρουσίασε στο ιστολόγιο τις προάλλες ο φίλος μας ο Μπλογκ, με αφορμή το άρθρο του φίλου μας του Άρη για τις μωρουδίστικες λέξεις. (Κάτι που, παρεμπιπτόντως, δείχνει την ανεκτίμητη αξία που προσθέτουν τα σχόλια και γενικά η παρουσία σας).

Άρεσε σε πολλούς, οπότε το πέρασα από OCR και το παρουσιάζω σήμερα, μαζί με το αρχαίο κείμενο. Η μετάφραση είναι του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Σε σχέση με τη μεταφραση, έχω μια παρατήρηση -και άλλη μία ο φίλος μας ο Κώστας, αλλά αυτά θα τα δούμε μετά το κείμενο, που είναι εδώ:

Λόγος του Μιχαήλ Ψελλού στον μικρό εγγονό του

Ίσως να μη σε ξαναδώ, μικρούλη μου, παιδί της ψυχής μου, ούτε στα εφηβικά σου χρόνια —είθε να δώσει ο Θεός να ζήσω τουλάχιστον ως τότε!— ούτε όταν θα ωριμά­σεις και θα γίνεις άνδρας· γιατί η ζωή μου κοντεύει να τελειώσει και πλησιάζει η στιγμή που θα κοπεί το νήμα του πεπρωμένου. Θα σου απευθύνω λοιπόν από τώρα το λόγο και θα ανταποδώσω την έμφυτη χάρη σου με μια κάποια χάρη των λόγων, Θα έπρεπε να είμαι άγνωμων και άμυαλος, αν σε μια στιγμή που oι αισθήσεις και οι σκέ­ψεις σου είναι ακόμα τόσο απλές και μόνο για μένα αντιπροσωπεύουν κάτι το τέλειο, σε μια στιγμή που ακούς τη φωνή μου και νιώθεις την αγάπη μου, που γαντζώνεσαι από το λαιμό μου και ρίχνεσαι στην αγκαλιά μου και με αφήνεις να σε σκεπάσω με φιλιά —θα ήμουν αγνώμων, λέω αν σε μια τέτοια στιγμή δεν ανταποκρινόμουν και εγώ με ένα δώρο από αυτά που μπορώ να δώσω πλουσιοπάροχα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Μεταφραστικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , | 154 Σχόλια »