Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Πεζογραφία’ Category

Λειψή Μεγαλοβδομάδα (μαρτυρία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 17 Νοέμβριος, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 44 χρόνια από τις 17 Νοεμβρίου 1973, τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο.

Το ιστολόγιο παρουσιάζει με συγκίνηση ένα αφήγημα του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου για τις μέρες εκείνες. Πιο σωστά, μια μαρτυρία -μια και ο Δημήτρης συμμετείχε στην εξέγερση, όντας τότε τεταρτοετής φοιτητής στη σχολή Χημικών Μηχανικών.

Δεν είναι ανάγκη να πω περισσότερα, δινω τον λόγο στον Δημήτρη και χαίρομαι που οι συζητήσεις στο ιστολόγιο ενδέχεται να τον παρακίνησαν να γράψει -διότι το αφήγημα γράφτηκε πριν από λίγες μέρες.

Εἶχα σκεφτεῖ κι ἄλλες φορὲς νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸ Πολυτεχνεῖο, ἀλλὰ δὲν τ᾿ ἀποφάσιζα. Ἄλλωστε ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ κι ἀπὸ πολλούς. Παλιότερα, τέτοιες μέρες, οἱ ἐφημερίδες γέμιζαν μὲ ἀφιερώματα, φωτογραφίες, ἀφηγήσεις τῶν πρωταγωνιστῶν καὶ πολιτικὲς ἀναλύσεις τῶν γεγονότων. Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς γιὰ νὰ δικαιολογήσουν -οἱ ἀναλυτές- τὴν μετέπειτα πολιτική τους πορεία. Χώρια οἱ τηλεοπτικὲς ἐκπομπὲς καὶ οἱ ταινίες ποὺ γυρίστηκαν.

Συνήθως τὰ ἐπετειακὰ γράφονται σὲ κάποια «στρογγυλὴ» χρονικὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸ γεγονός· δεκάχρονα, εἰκοσάχρονα, εἰκοσιπεντάχρονα καὶ τὰ σχετικά. Αὐτὴ τὴ δικαιολογία ἔβρισκα κι ἐγώ, τὶς λίγες φορὲς ποὺ  σκεφτόμουν σοβαρὰ νὰ γράψω κάτι, καὶ τ᾿ ἄφηνα γιὰ κάποιαν ἄλλη, «στρογγυλὴν» ἐπέτειο καὶ πάντα τὸ ξεχνοῦσα.

Φέτος ὅμως τ᾿ ἀποφάσισα, κι ἂς μὴν εἶναι εἶναι «στρογγυλὴ» ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τότε· ἐξ ἄλλου, τὰ σαραντατέσσερα εἶναι «ἕνα καντάρι1  χρόνια» πού ᾿λεγε κι ὁ πατέρας μου.

Μὴν περιμένετε τίποτα περισπούδαστες πολιτικοκοινωνικὲς ἀναλύσεις, οὔτε περιγραφές ἡρωικῶν πράξεων. Μιὰ προσωπικὴ ματιὰ στὰ γεγονότα θὰ δώσω· αὐτὰ ποὺ ἔτυχε νὰ ζήσω, ὅσο πιὸ ἀληθινὰ μπορῶ.   

14-15/11/2017

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑ ΛΕΙΨΗ

Ἐκεῖνες οἱ μέρες τοῦ Νοέμβρη ἔχουν καταγραφεῖ στὸ μυαλό μου σὰν μιὰ Μεγαλοβδομάδα· μιὰ Μεγαλοβδομάδα λειψή, χωρὶς Βάγια καὶ χωρὶς Ἀνάσταση. Δὲν ξέρω ἂν φταῖνε γι᾿ αὐτὸ οἱ Πασχαλιάτικες παιδικές μου μνῆμες ἀπ᾿ τὸ χωριό -τὸ σπίτι μας ἦταν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ καὶ ζούσαμε ὅλες τὶς ὧρες τῆς Μεγαλοβδομάδας μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ τὶς μυρωδιές της- μαζὶ μὲ τὸν γλυκὸ καιρὸ ἐκείνου τοῦ Νοέμβρη πού ᾿μοιαζε ἀνοιξιάτικος. Μεγάλη πάντως ἦταν· τοὐλάχιστον γιὰ μένα καὶ γι᾿ ἄλλους πολλούς ποὺ βρεθήκαμε ἐκεῖ καὶ τὰ ζήσαμε ἀπὸ πρῶτο χέρι.

ΤΕΤΑΡΤΗ

Ἡ δική μας Μεγαλοβδομάδα ξεκίνησε τὴν Τετάρτη, στὶς δεκατέσσερις τοῦ Νοέμβρη. Ἀπὸ τὸ πρωὶ εἴχαμε γενικὲς συνελεύσεις σὲ ὅλες τὶς σχολὲς τοῦ Πολυτεχνείου γιὰ τὴν προκύρηξη φοιτητικῶν ἐκλογῶν καὶ ἐκλογὴ ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἡ Χούντα ἔκανε τὴν ἀπόπειρα τῆς δῆθεν φιλελευθεροποίησης μὲ τὴν κυβέρνηση τοῦ Μαρκεζίνη. Ἐκεῖνες τὶς μέρες, μάλιστα, εἶχαν πάρει προσωρινὸ ἀπολυτήριο ἀπ᾿ τὸ στρατὸ οἱ συνδικαλιστὲς φοιτητές· αὐτοὶ ποὺ πῆγαν φαντάροι τὸν προηγούμενο χειμώνα, ἐπειδὴ τοὺς ἔκοψαν τὴν ἀναβολή. Νωρὶς τὸ ἀπόγευμα, τελειώνοντας οἱ γενικὲς συνελεύσεις, εἴχαμε βγεῖ καὶ κουβεντιάζαμε μπουλούκια-μπουλούκια στὴν αὐλή· μερικοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ φεύγουν, ὅταν, ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Πατησίων, μπουκάρισε μιὰ μεγάλη ὁμάδα φοιτητῶν ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο. Αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ κάνουν συνελεύσεις, ἐπειδὴ βρῆκαν κλειστὲς τὶς πόρτες τῶν σχολῶν τους καὶ ἦρθαν στὸ Πολυτεχνεῖο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 153 Σχόλια »

Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο

Posted by sarant στο 5 Νοέμβριος, 2017

Την Τρίτη συμπληρώνονται 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση, που έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1917 με το παλιό ημερολόγιο, 7 Νοεμβρίου δηλαδή με το ημερολόγιο που ισχύει σήμερα -και, όπως έχουμε πει, επειδή αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων υιοθετήθηκε το νέο ημερολόγιο, στην πραγματικότητα η Οκτωβριανή επανάσταση ουδέποτε γιορτάστηκε Οχτώβρη μήνα στη χώρα όπου έγινε.

Αυτόπτης μάρτυρας της επανάστασης ήταν κι ένας Αμερικανός, ο δημοσιογράφος και ακτιβιστής Τζον Ριντ (John Reed), που κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο Δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο (Ten Days that Shook the World), το οποίο εκδόθηκε το 1919. Τον Οκτώβριο του 1920 ο Ριντ πέθανε, έχοντας προσβληθεί από τύφο, στα 33 χρόνια του και τάφηκε στα τείχη του Κρεμλίνου, μια τιμή που έχει γίνει σε ελάχιστους Αμερικανούς. Η ζωή και το έργο του Ριντ μεταφέρθηκαν αρκετές φορές στον κινηματογράφο, με γνωστότερη την ταινία Reds (1981) του Γουόρεν Μπίτι, που υποδύθηκε τον Ριντ.

Για να τιμήσω την επέτειο παρουσιάζω ένα εκτενές απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης» (συγκεκριμένα την αρχή, σελ 131-140, και το τέλος, σελ. 172-177, του κεφαλαίου). Διαλεξα το απόσπασμα από την έκδοση της Σύγχρονης Εποχής και… αφού σκανάρισα τις σελίδες αντιλήφθηκα ότι το έργο έχει δημοσιευτεί σε συνέχειες το 1997 στον Ριζοσπάστη και υπήρχε ονλάιν, οπότε τις πήρα από εκεί.

Αξιοπερίεργο αυτής της έκδοσης είναι πως δεν αναφέρεται όνομα μεταφραστή. Αυτό εν μέρει εξηγείται επειδή το κείμενο βασίζεται στη μετάφραση που είχε γίνει το 1961 από τις «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», τον εκδοτικό οίκο που είχε το ΚΚΕ στις σοσιαλιστικές χώρες την εποχή της παρανομίας του. Στο οπισθόφυλλο διαβάζω πως τώρα η μετάφραση ειναι ξανακοιταγμένη και βελτιωμένη, αλλά δεν βρήκα το όνομα ούτε του αρχικού μεταφραστή ούτε του θεωρητή. Πείτε με συντεχνιακό, αλλά νομίζω πως θα έπρεπε να αναφέρονται και τα ονόματά τους, εφόσον αναφέρονται τα ονόματα των συντελεστών της τυπογραφικής διόρθωσης, της εκτύπωσης του εξωφύλλου ή της βιβλιοδεσίας.

Ωστόσο, αυτά είναι δευτερεύοντα. Σήμερα, το κράτος που ίδρυσαν οι μπολσεβίκοι πριν από 100 χρόνια, αφού μετατράπηκε από καθυστερημένη μισοφεουδαρχική χώρα σε υπερδύναμη, αφού τσάκισε τον ναζισμό και αφού έφτασε μέχρι το Διάστημα, κατέρρευσε λίγα χρόνια μετά τα εβδομηντάχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης. Όμως το ενδιαφέρον για το κομμουνιστικό πείραμα παραμένει και ασφαλώς δεν έχουμε φτάσει στο τέλος της ιστορίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης

Την Τετάρτη στις 7 του Νοέμβρη (25 του Οχτώβρη) σηκώθηκα πολύ αργά. Οταν βγήκα στη λεωφόρο Νέβσκι στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ βρόντηξε μεσημεριάτικα το κανόνι. Η μέρα ήταν υγρή και κρύα… Απέναντι στις κλειδωμένες πόρτες της κρατικής τράπεζας στέκονταν κάμποσοι στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη.

«Ποιοι είστε σεις;» ρώτησα. «Με την κυβέρνηση είστε;», «Δεν υπάρχει πια κυβέρνηση!» απάντησε με χαμόγελο ένας στρατιώτης. «Δόξα τω Θεώ!» Αυτό ήταν όλο που κατάφερα να μάθω απ’ αυτόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Επετειακά, ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 135 Σχόλια »

Ξαναδιαβάζοντας τον Πέδρο Καζάς

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2017

Εκεί που είχα πάει για παραθερισμό, υπάρχει μια μικρή βιβλιοθήκη με βιβλία του παππού μου, από τη δεκαετία του 1920 τα περισσότερα, ελληνική λογοτεχνία ή ξένη σε μετάφραση. Μια μέρα έπιασα και διάβασα τον Pedro Cazas του Φώτη Κόντογλου, σε ένα μικρού σχήματος τομίδιο, που έχει στη δεύτερη σελίδα του την υπογραφή του θείου του Μιχάλη, αδελφού του παππού μου. Πιο σωστά, τον ξαναδιάβασα, μια και τη νουβέλα του Κόντογλου την είχα ξαναδιαβάσει πριν από πολλά χρόνια σε νεότερη έκδοση και την έχω μάλιστα δημοσιεύσει ολόκληρη στον παλιό μου ιστότοπο.

Το βιβλιαράκι που είχα στα χέρια μου είναι έκδοση του 1923, από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Χ. Γανιάρη. Είχε προηγηθεί μια έκδοση το 1920. Πράγματι, στην τελευταία σελίδα του τομιδίου βρίσκω την εξής σημείωση:

.

Ο Pedro Cazas είχε τυπωθή στο Παρίσι προ τρία χρόνια σε 250 αντίτυπα για τους φίλους του συγγραφέα.

Οι δυο εικονογραφίες είναι απ’ το χέρι του.

.

Ωστόσο, στο άρθρο της Βικιπαίδειας αλλά και αλλού βρίσκω ότι η πρώτη έκδοση έγινε στη γενέτειρα του Κόντογλου, το Αϊβαλί, το 1920, στο σύντομο διάστημα που η Ιωνία βρισκόταν υπό ελληνικό έλεγχο. Μπορεί να υπάρχει αντίφαση, μπορεί πάλι η εκτύπωση να έγινε όντως στο Παρίσι αλλά το βιβλίο να κυκλοφόρησε και να διατέθηκε στην Ιωνία. Πάντως η νουβέλα γράφτηκε στο Παρίσι, όπου έμενε ο νεαρός (γεννημένος το 1895) Κόντογλου από το 1914.

Η τρίτη έκδοση της νουβέλας έγινε το 1944, με κάποιες αλλαγές στη γλώσσα -ανάμεσα στ’ άλλα ο τίτλος ελληνογράφεται, από Pedro Cazas σε Πέδρο Καζάς. Το κείμενο που έχω ανεβάσει ονλάιν είναι από την τρίτη έκδοση. Στα βιβλιοπωλεία θα βρείτε τον Πέδρο Καζάς μαζί με τη Βασάντα, το δεύτερο βιβλίο του Κόντογλου.

Ο Πέδρο Καζάς, σύμφωνα με την προμετωπίδα της πρώτης/δεύτερης έκδοσης είναι «η πρωτάκουστη ιστορία του Εσπανιόλου κουρσάρου που είτε έζησε τρακόσα χρόνια είτε γύρισε απ’ τον Άδη. Τυπωμένη από ένα παράξενο πορτουγέζικο χειρόγραφο που έπεσε στα χέρια του Φώτη Κόντογλου στο Oporto». Στις επόμενες εκδόσεις υπάρχουν μικροδιαφορές στη διατύπωση της φράσης αυτής.

Το βιβλίο έχει έναν πρώτο πρόλογο που τον υπογράφει ο Κόντογλου (μάλιστα: Κόντογλους), κι έναν δεύτερο που τον υπογράφει ο αφηγητής, με την υποτιθέμενη τοποχρονολόγηση «Setubal, 1887». Με τους αλλεπάλληλους προλόγους, ο Κόντογλου  αποστασιοποιείται από τον αφηγητή του και από την αφήγησή του, αποποιείται την ιδιότητα του συγγραφέα του κειμένου και παρουσιάζεται σαν απλός μεταγραφέας του «παράξενου χειρόγραφου», ένα λογοτεχνικό τέχνασμα που και άλλοι έχουν χρησιμοποιήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Ναυτικά, Πεζογραφία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Μια ιστορία του αυτοκινήτου (Ιλιά Έρενμπουργκ)

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

b137944Μια και προχτές είχαμε ένα άρθρο για τα αυτοκίνητα, έστω και λεξιλογικό, ταιριάζει σήμερα στο φιλολογικό ραντεβού μας να διαβάσουμε ένα πεζογράφημα αφιερωμένο στα αυτοκίνητα -στην ιστορία του αυτοκινήτου. Το έγραψε το 1929 ο αγαπημένος μου Ιλιά Έρενμπουργκ, ο εβραίος σοβιετικός συγγραφέας που κι άλλες φορές έχω παρουσιάσει έργα του εδώ.

Για το βιβλίο αυτό είχα διαβάσει στην αυτοβιογραφία του, και μια φορά που είχα πάει στο Λονδίνο, χαζεύοντας σε ένα βιβλιοπωλείο, είχα δει πως είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Το αγόρασα, και το πρότεινα σε έναν εκδότη -γύρω στο 2000 πρέπει να έγινε αυτό. «Οι σοβιετικοί δεν πουλάνε πια», αποφάνθηκε αυτός και το απέρριψε. Δεν ασχολήθηκα άλλο με το θέμα. Όπως βλέπετε, ο εκδοτικός οίκος Ύψιλον είχε ευτυχώς άλλη άποψη ως προς τους σοβιετικούς συγγραφείς, κι έτσι το 2008 εξέδωσε το βιβλίο, μεταφράζοντάς το από τ’ αγγλικά. Μπράβο τους, διότι το βιβλίο αξίζει.

Το χαρακτήρισα πεζογράφημα, διότι δεν είναι μυθιστόρημα -είναι είδος ρεπορτάζ, πολύ μοντέρνο στη γραφή του. «Χρονογράφημα» το χαρακτηρίζει ο Έρενμπουργκ στην εισαγωγή αλλά έχω την εντύπωση πως κάτι χάθηκε στη μετάφραση και πως θα ταίριαζε να το πει «χρονικό». Ο Ερενμπουργκ, που εκείνα τα χρόνια ζούσε στο Παρίσι, γράφει το 1929, που το αυτοκίνητο έχει ήδη φέρει την επανάσταση στην καθημερινή ζωή του δυτικού κόσμου: παρακολουθεί λοιπόν τις αλλαγές αυτές παντού: στο εργοστάσιο, στις συγκοινωνίες, στην καθημερινή ζωή, στο χρηματιστήριο. Και δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τελικό προϊόν, αλλά και για τα ελαστικά, το πετρέλαιο, τις οδικές υποδομές. Δεν γράφει όμως πολιτική μπροσούρα, ούτε οικονομικό δοκίμιο -κάνει λογοτεχνία, παρόλο που από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ο Χένρι Φορντ, ο Σιτροέν, διάφοροι μεγιστάνες του πετρελαίου και του καουτσούκ, πολιτικοί όπως ο Τσόρτσιλ, αλλά και ιστορικές μορφές του εργατικού κινήματος, πλάι σε ήρωες της μυθοπλασίας.

Από τον 3ο τόμο των Απομνημονευμάτων του Έρενμπουργκ (μτφ. Άρη Αλεξάνδρου) αντιγράφω από το 20ό κεφάλαιο ορισμένα σχετικά με το βιβλίο αυτό και με μερικά ακόμα της ίδιας νοοτροπίας που έγραψε ο Έρενμπουργκ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 147 Σχόλια »

Καβγάς (πεζογράφημα του Μιχαήλ Μητσάκη)

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2016

Τις προάλλες,  ο φίλος μας ο Αφώτιστος Φιλέλλην έκανε λόγο, σε κάποιο σχόλιο, για τον Μιχαήλ Μητσάκη (1868-1916), μιαν από τις παραγνωρισμένες μορφές της λογοτεχνίας μας -και μού θύμισε ότι στο ιστολόγιο δεν έχω βάλει καθόλου κείμενα του Μητσάκη, αν και είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο.

Οπότε, παρακάλεσα τον φίλο μας τον Σκύλο να μου πληκτρολογήσει ένα μικρό αθηναϊκό αφήγημα του Μητσάκη, με τον τίτλο Καβγάς, που το παρουσιάζω σήμερα.

Ο Μητσάκης, όπως θα δείτε, περιγράφει με τέχνη και οξυδέρκεια έναν καβγά κουτσαβάκηδων, πιθανότατα στην πλατεία Κουμουνδούρου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η γλώσσα είναι βαριά καθαρεύουσα, αλλά οι διάλογοι δίνονται στο μάγκικο ιδίωμα της εποχής.

Το αφήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Αττικόν Μουσείον στο τεύχος 9 του 1890 (Σεπτέμβριος 1890). Εγώ το πήρα από τον τόμο «Μιχαήλ Μητσάκης. Πεζογραφήματα» του εκδ. οίκου Νεφέλη, αλλά κοίταξα και το πρωτότυπο, το οποίο στη μαγική εποχή μας υπάρχει ονλάιν, κι έτσι διορθώνω το «λαμβάνων ούτω στάσεις παλαιστών» που υπήρχε στην έκδοση της Νεφέλης (σελ. 140-141) σε «λαμβάνουν ούτω στάσεις παλαιστών». Διορθώνω επίσης ένα πολύ σοβαρότερο λάθος που είχε η έκδοση της Νεφέλης, στη σελ. 143, όπου το «αναγκαζόμεν’ ίσως να ενθυμηθούν και άκοντες» το έχει κάνει «και ανήκοντες» και δεν βγαίνει νόημα.

Εκσυγχρόνισα λιγάκι την ορθογραφία -δηλαδή στην υποτακτική αν και όχι στο πρώτο πληθυντικό της- πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα. Εννοείται ότι μονοτονίζω, όχι μόνο από πεποίθηση αλλά και από ανάγκη -ποιος να πληκτρολογήσει σε πολυτονικό, χώρια που τα σκουληκάκια δεν διαβάζονται στις ταμπλέτες. Βέβαια, σε μια βαριά καθαρεύουσα όπως του Μητσάκη τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης του πολυτονικού είναι ισχυρότερα -και ακόμα περισσότερο της υπογεγραμμένης σε κάποιες δοτικές. Αλλά είναι και τεχνικοί οι λόγοι, όπως είπα.

Δεν είναι όμως η έλλειψη της υπογεγραμμένης το βασικό πρόβλημα για την κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη, αλλά η βαριά καθαρεύουσα. Λογαριάζω να το συζητήσουμε και με ευκαιρία ένα άρθρο του Ζουμπουλάκη για τον Παπαδιαμάντη, αλλά όλο και περισσότερο πιστεύω ότι δεν πρέπει να αποκλείουμε την ιδέα της μετάφρασης των αξιόλογων κειμένων που είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα του 19ου αιώνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Καθαρεύουσα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 175 Σχόλια »

Τριήμερο στα κάγκελα (Φώντας Κονδύλης)

Posted by sarant στο 13 Νοέμβριος, 2016

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της 17 του Νοέμβρη σκέφτηκα να βάλω κάποιο πεζογράφημα γραμμένο για την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Παρουσιάζω ένα εκτενές απόσπασμα από το χρονικό του Φώντα Κονδύλη «Τριήμερο στα κάγκελα»: την πρώτη μέρα.

Το απόσπασμα αυτό το είχα ανεβάσει το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο, μαζί με πολλά άλλα λογοτεχνικά έργα, ποιήματα τα περισσότερα, για τις 17 του Νοέμβρη. Σε αυτά να προσθέσουμε και το αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Ο τοίχος με τα κάγκελα» που το δημοσιεύσαμε εδώ πρόπερσι.

Ο Φώντας Κονδύλης (1939-2002) ήταν ηθοποιός και συγγραφέας, αλλά και συνάδελφος, μεταφραστής, με πολύ και αξιόλογο μεταφραστικό έργο. Είχε αντιδικτατορική δράση και είχε πάρει μέρος στα γεγονότα τότε.

ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΣΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ –
Πρώτη μέρα, Τετάρτη 14 Νοέμβρη 1973

Χαράματα

Ξύπνησα από ΄ναν εφιάλτη. Δεν ήταν τόσο το φίδι που με τρόμαξε, όσο η αίσθηση πως αν τολμούσα ν΄ ανοίξω τα μάτια μου, θάκανε μια «χραπ» και θα με καταβρόχθιζε, γιατί το φίδι, βόας τεράστιος, πύθωνας των τροπικών, βρισκόταν κουλουριασμένο στο κέντρο της μικρής μου κάμαρας, χοντρό, με το κεφάλι του στητό κοιτάζοντάς με καθώς κοιμόμουν, έτοιμο να με καταπιεί μόλις άνοιγα τα μάτια μου. Δεν μπορούσα να φανταστώ τις διαστάσεις του. Μπορούσα όμως με κλειστά τα μάτια να ζωγραφίσω τα χρώματά του, ιθαγενής εγώ στον τοίχο των σπηλαίων, με μόνο ξόρκι τις βαφές – οι φίλοι μου τ΄ αγριοβότανα. Κλειστά τα μάτια και τα χρώματα να ορμούν απ΄ όλες τις γωνιές στο κοίλον του πανικού μου. Αν καταφέρω να σε ζωγραφίσω, αν σ΄ αποδώσω πιστά, μ΄ όλη σου τη φριχτή μεγαλοπρέπεια, τότε θ΄ ανοίξω τα μάτια μου, φίδαρε, γιατί τότε θα μπορώ να σε σκοτώσω άκοπα, ακινητοποιημένος καθώς θάσαι στον τοίχο, έργο του τρόμου μου, μ΄ ένα όργανο αιχμηρό, στο κεφάλι, θα σου λιώσω το κεφάλι με την πέτρα, πρώτα αυτό, κι εσύ δε θα κουλουριαστείς στο κορμί μου, δε θα μπορέσεις, θα σούχω λιώσει κιόλας το κεφάλι, θα σε γδάρω μετά, με υπομονή, θα βρω τα εργαλεία, σιγά σιγά, το δέρμα σου, απ΄ το κεφάλι ως την ουρά, κι έπειτα θα φορέσω το δέρμα σου, και θάχω ψεύτικο κεφάλι. Τότε θ΄ ανοίξω τα μάτια μου, φίδι, πύθωνα, δράκε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 64 Σχόλια »

Να είσαι και να μην είσαι (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2016

Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε προχτές στα 74 χρόνια του. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, είχε ζήσει αρκετά χρόνια στη (Δυτική, τότε) Γερμανία για σπουδές και κάνοντας διάφορες δουλειές και τα πρώτα του έργα αφηγούνταν εμπειρίες από τη ζωή του αυτή. Εννοώ τα μυθιστορήματα «Οι συμπαίχτες» και «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι» και τις συλλογές διηγημάτων «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» και «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου», που εκδόθηκαν από το 1977 έως το 1985.

Μου είχαν αρέσει πάρα πολύ αυτά τα βιβλία, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, και νομίζω ότι σε ένα βαθμό έχουν επηρεάσει τα διηγήματα που έγραψα τότε. Ύστερα, ξενιτεύτηκα εγώ στην Ευρώπη και ήρθα να ζήσω στο περιβαλλον των βιβλίων του Σουρούνη ενώ εκείνος συνέχισε με ελλαδική θεματολογία -και περιέργως ή όχι τα έργα του μου άρεσαν λιγότερο. Εννοώ το Πάσχα στο χωριό, ενώ τον Γκας τον γκάγκστερ δεν μπόρεσα να τον αρχίσω, ίσως όμως να φταίω εγώ. Μου είπε ένας φίλος που τον εμπιστεύομαι ότι το Μονοπάτι στη θάλασσα, γραμμένο το 2006, όπου περιγράφει τα παιδικά του βιώματα από τη Θεσσαλονίκη, είναι εξαιρετικό, ενώ δεν έχω διαβάσει τον Χορό των ρόδων, που πήρε κρατικό βραβείο.

Αλλά και μόνο τους Συμπαίχτες και τα Μερόνυχτα Φραγκφούρτης να ‘χε γράψει, θα είχε κερδίσει μιαν από τις πρώτες θέσεις στον λογοτεχνικό μας κανόνα.

Τα Μερόνυχτα δεν τα έχω εδώ μαζί μου, οπότε διάλεξα σήμερα να παρουσιάσω το διήγημα «Να είσαι και να μην είσαι» από τα Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου -με εμπειρίες όχι πια από τη Γερμανία και τη χαρτοπαιξία, αλλά από τα χρόνια που δούλεψε ναυτικός. Μονοτονίζω.

 

Να είσαι και να μην είσαι

Ξαναμέτρησα τα λεφτά μου. Δεν είχε άλλάξει τίποτα — ήταν πάντα εννιά δολάρια. Ούτε και σε μένα είχε αλλάξει τί­ποτα — ήμουν ακόμα στην Κωνστάντζα. Για να φτάσω στη Θεσσαλονίκη και να χαρώ τον κόλπο της και τον κόλπο τής Σοφίας, έπρεπε να διασχίσω ολόκληρη Ρουμανία και Γιουγ­κοσλαβία. Αποφάσισα να μη βγω και να πέσω για ύπνο. Ή­μουν υπεύθυνος γι’ αυτό το ανήλικο ποσό και είχα καθή­κον να το προστατέψω από τις κακοτοπιές, πού σίγουρα θα παρασυρόταν μαζί μου.

Ξύπνησα πολύ νωρίς και μέτρησα πάλι τα δολάρια· τουλάχιστον ήταν ακόμη εννιά. Βγήκα στο αποχωρητήριο του διαδρόμου και γυρνώντας σκόνταψα πάνω σε μια γυ­ναίκα που σφουγγάριζε.

— Συγνώμη…

Σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Έλληνας είσαι, γιε μου;

— Μάλιστα.

— Από πού είσαι, παιδί μου;

— Από τη Θεσσαλονίκη.

—  Άαα, τη θυμάμαι τη Θεσσαλονίκη… Εγώ είμαι από τη Δράμα. Ναυτικός είσαι;

— Μάλιστα.

— Και γυρίζεις τώρα στην Πατρίδα, κανακάρη μου;

— Αν θέλει ο Θεός, θεία…

— Ο Θεός πάντα θέλει, γιε μου. Οι άλλοι δεν θέλουν…

Είχε δίκιο. Σηκώθηκε και μ’ ακολούθησε στο δωμάτιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Ναυτικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »

Χασικλίδικη λογοτεχνία – Τοξικομανείς (Κώστας Βάρναλης)

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2016

Δημοσιεύω σήμερα ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Κώστα Βάρναλη «Άνθρωποι», και συγκεκριμένα από την ενότητα «Αληθινοί άνθρωποι», που περιλαμβάνει το υλικό από ένα εκτενές ρεπορτάζ στο Δημόσιο Ψυχιατρείο, στο Δαφνί, που είχε κάνει το 1938 ο Βάρναλης για λογαριασμό της εφημερίδας «Πρωία». Οι τοξικομανείς κλείνονταν κι αυτοί στο Ψυχιατρείο, τότε. 

Ο φίλος μας ο Corto είχε την πρωτοβουλία να προτείνει τη δημοσίευση και να πληκτρολογήσει το κείμενο, και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Το μεταφέρω όπως μου το έστειλε διότι δυστυχώς αυτή τη στιγμή δεν έχω πρόσβαση στο πρωτότυπο για να ελέγξω κάποιες γραφές που μου φαίνονται αμφίβολες.

Να σημειωθεί ότι το 1942 ο Βάρναλης χρησιμοποίησε υλικό από το ρεπορτάζ του σε ένα του χρονογράφημα («Τοξικομανείς», Πρωία, 5 Αυγούστου 1942) Παραθέτω λοιπόν και αυτό το χρονογράφημα, το οποίο θα συμπεριληφθεί στον τόμο «Αττικά χρονογραφήματα» που λογαριάζω να κυκλοφορήσει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο με 400 χρονογραφήματα του Κ. Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια.

ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Από τους ψυχοπαθείς δε μιλούνε καθόλου ή μιλούνε πολύ λίγο οι ηλίθιοι, οι μελαγχολικοί και οι υστερικοί. Οι ηλίθιοι έχουν άδειο το κεφάλι τους, οι μελαγχολικοί είναι βυθισμένοι στη λύπη τους κι οι υστερικοί, όταν δε βρίσκονται στην περίοδο της κρίσης τους, είναι αφηρημένοι.

Μιλούν όμως πολύ οι μανιακοί κάθε λογής, όταν μάλιστα βρίσκονται σε κατάσταση παροξυσμού. Τότε παθαίνουν «ιδεόρροια», δηλαδή πλήθος ιδέες έρχονται όλες μαζί στο κεφάλι τους κι ο άρρωστος μεταπηδάει από τη μια στην άλλη.

Όμως έξω από τους ηλίθιους, όλοι τους είναι γραφομανείς. Γράφουν κι όσοι ξέρουνε γράμματα κι όσοι… δεν ξέρουν. Αυτοί οι τελευταίοι πιάνουν τους άλλους αρρώστους ή τους γιατρούς ή τους επισκέφτες και τους λένε: «Γράφε»! Κι αρχίζουν να υπαγορεύουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 114 Σχόλια »

Στο μουσείο (Από τα Αυτόματα του Κώστα Περούλη)

Posted by sarant στο 10 Ιουλίου, 2016

b206355Συνήθως τις Κυριακές βάζω κάποιο φιλολογικό θέμα που αναφέρεται στο παρελθόν ή κάποιο παλιότερο λογοτεχνικό κείμενο, αλλά σήμερα είπα να πρωτοτυπήσω. Θα παρουσιάσω λοιπόν ένα διήγημα, το πρώτο από τα δέκα της συλλογής Αυτόματα του Κώστα Περούλη, που εκδόθηκε πέρυσι στο τέλος του χρόνου από τον φιλικό εκδοτικό οίκο Αντίποδες.

Το βιβλίο μου άρεσε πολύ και ήθελα καιρό να το παρουσιάσω, αλλά με τούτα και με κείνα το αμέλησα. Τώρα εμφανίζομαι επιμηθέας, αφού πρόσφατα στον διαγωνισμό του ηλεπεριοδικού «Ο αναγνώστης» το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα (στον ίδιο διαγωνισμό, θυμίζω, τιμήθηκε επίσης το βιβλίο της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Ποίηση και πολεμική – μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα, στο οποίο έχω συμβάλει κι εγώ).

Τα Αυτόματα μού άρεσαν επειδή από το πρώτο διήγημα με συνεπήρε και με καθήλωσε η γραφή του Περούλη, τραχιά, ρυθμική, λαχανιασμένη, συντονισένη στον αμείλικτο ρυθμό της δουλειάς. Τα δέκα διηγήματα της συλλογής είναι διηγήματα της δουλειάς, παρουσιάζουν ανθρώπους που αφοσιώνονται ο καθένας στο επάγγελμά του, όχι πάντα χειρωνακτικό -ο πρώτος, που θα δούμε σε λίγο, είναι συγκολλητής, αλλά στο δεύτερο διήγημα πρωταγωνιστεί ένας αμπελουργός που βάζει εργάτες, στο τρίτο μια κοπέλα ηθοποιός που παίζει σε παιδικούς θιάσους, σε κάποιο άλλο ένας πολιτικός μηχανικός, ένας καπετάνιος, ένας έφηβος που τζογάρει μετοχές από το Διαδίκτυο.

Παρόλο που τα διηγήματα είναι γραμμένα τα τελευταία χρόνια, η κρίση δεν πρωταγωνιστεί, οι όποιες αναφορές σ’ αυτήν είναι παρεμπίπτουσες. Ο συγγραφέας, όπως εξηγεί, επιδίωξε να απεμπλακεί από τη συγκυρία και να επικεντρωθεί «σε δομές και σχέσεις εργασίας που χαρακτηρίζουν γενικότερα την εποχή μας».

Στο αυριανό άρθρο, εκτός απροόπτου, θα συζητήσουμε προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι. Μία από αυτές θα είναι και τα Αυτόματα του Κώστα Περούλη, που έτυχε να το παρουσιάσω εδώ εκτενέστερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εργατικά, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Η δόξα του σκαπανέα (απόσπασμα)

Posted by sarant στο 6 Δεκέμβριος, 2015

Έκλεισε χτες ένας χρόνος από τον τραγικό θάνατο του Μένη Κουμανταρέα. Για να τιμήσω τη μνήμη του, διάλεξα ένα απόσπασμα από ένα νεανικό του έργο, τη νουβέλα «Η δόξα του σκαπανέα», γραμμένο το 1963. Ο Κουμανταρέας είχε εμφανιστεί στα γράμματα τον προηγούμενο χρόνο, με τα Μηχανάκια, μια συλλογή διηγημάτων. Σε μεταγενέστερες εκδόσεις εντάχθηκε στο βιβλίο και η Δόξα του σκαπανέα, που έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τα άλλα τρία διηγήματα.

skap1Ο σκαπανέας είναι ειδικότητα του στρατού, ιδίως στο Μηχανικό, και η λέξη χρησιμοποιείται και για κάθε στρατιώτη του Μηχανικού. Στη νουβέλα, ο σκαπανέας είναι ένας δειλός φαντάρος, ο Δημητρούλης Καρδακαρέας, που πείθεται να δηλώσει ανακατάταξη αλλά τελικά εξεγείρεται -και συνθλίβεται. Η πρωτοτυπία της αφήγησης βρίσκεται στο ότι παρουσιάζεται σαν πειραματική εκπαιδευτική ταινία για τους νεοσυλλέκτους.

Επειδή πρακτικά ήταν δύσκολο, αλλά και δεοντολογικά δεν θα ήταν σωστό, να μεταφέρω στο ακέραιο τη νουβέλα, διάλεξα ένα μεγάλο κομμάτι από την αρχή (χοντρικά πρέπει να είναι το ένα τρίτο ή το ένα τέταρτο). Έτσι, θα σας αφήσω αναγκαστικά με τη γλύκα, εκτός κι αν παρακινηθείτε να βρείτε το βιβλίο για να συνεχίσετε την ανάγνωση.

Δεν είχα πρόχειρο το βιβλίο κι έτσι πήρα την πρώτη δημοσίευση, στην Επιθεώρηση Τέχνης, στο τεύχος Ιουνίου 1963 (και Ιουλίου 1963 η δεύτερη συνέχεια). Από εκεί και οι δυο εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο, του Νίκου Παραλη (δεν ξέρω πού τονίζεται). Έτσι, το κείμενο του βιβλίου μπορεί να έχει κάποιες διαφορές. Μονοτόνισα και προσάρμοσα την ορθογραφία στα σημερινά.

Στα πραγματολογικά, η δυνατότητα να ζητήσεις ανακατάταξη στον στρατό δεν ξέρω αν υπάρχει πια (θυμάμαι κάτι αξιωματικούς μακράς ανακατατάξεως, που διαμαρτύρονταν στα χρόνια του 80, αλλά αυτοί είναι άλλη κατηγορία). Επίσης, έχω απορία αν το Μάρμω είναι χαϊδευτικό όνομα ή επίσημο.

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΚΑΠΑΝΕΑ

Ο ΧΕΙΡΙΣΤΗΣ μπήκε στην αίθουσα προβολής, χαιρέτησε, κρέμασε το μπερέ του και πήρε θέση πίσω από τη μηχανή.

— Η ταινία που θα δείτε, είπε με καθαρή, αμέτοχη φωνή, βρίσκεται στο στάδιο της τελικής επεξεργασίας. Λείπουν ακόμα μερικοί ήχοι κι η μουσική.

—   Τόσο καιρό τί κάνατε; γκρίνιαξε ο στρατηγός αναπαυμένος στο βάθρο του και περιστοιχισμένος από τους ανώτερους αξιωματικούς. Καλά… καλά… Φροντίστε το ταχύτερο. Έχουμε ανάγκη από μια καλή ταινία εκπαιδευτικού περιεχομένου, κατάλληλη για τους νεοσυλλέκτους. Η έλλειψή της οσημέραι καθίσταται οδυνηρότερη. Χειριστή, πάμε…

Η μηχανή ρουθούνισε, ο προβολέας γάζωσε το σκοτάδι κι η οθόνη γέμισε τίτλους:

skap3

(*) Οποιαδήποτε ομοιότητα προσώπων και γεγονότων που αναφέρονται στην ταινία, με πρόσωπα και γεγονότα της πραγματικής ζωής, είναι απολύτως συμπτωματική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Πεζογραφία, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 98 Σχόλια »

Ο εκβιαστής κελαηδούσε υπέροχα

Posted by sarant στο 11 Νοέμβριος, 2015

Το καλοκαίρι διάβασα λιγότερα βιβλία απ’ όσα είχα σχεδιάσει, όμως ένα από αυτά ισοδυναμούσε με πέντε ή έξι. Εννοώ το μυθιστόρημα του Μπαλζάκ «Χαμένες ψευδαισθήσεις», σε μετάφραση του μακαρίτη Μπάμπη Λυκούδη (αδελφού του πολιτικού) από τις εκδόσεις Εξάντας. Όταν πήγα να το αγοράσω, δίστασα ποιαν έκδοση να προτιμήσω, και τελικά διάλεξα του Εξάντα επειδή ανήκε σε μια γνωστή σειρά και ήταν σε έναν τόμο, ενώ μια άλλη μετάφραση ήταν δίτομη, κάτι που είναι μειονέκτημα για μυθιστόρημα (έστω κι αν το έργο του Μπαλζάκ αρχικά είχε κυκλοφορήσει σε τρεις τόμους). Η έκδοση του Εξάντα είναι κομψή και το βιβλίο δεν δείχνει καθόλου τις 770+ σελίδες του.

Ο Μπαλζάκ, θα το ξέρετε, συνηθίζει στα βιβλία του να εμφανίζει ήρωες που έχουν πρωταγωνιστήσει σε προηγούμενα μυθιστορήματά του, κι έτσι στις Χαμένες ψευδαισθήσεις ξαναβρίσκουμε τον Ραστινιάκ και τον Βοτρέν από τον Μπαρμπα Γκοριό, αν και ο πρώτος ελάχιστα εμφανίζεται ενώ ο δεύτερος παρουσιάζεται στο τέλος υποδυόμενος έναν Ισπανό καλόγερο και δεν αποκαλύπτει την ταυτότητά του καθόλου, δίνει όμως τη λύση αφού εμποδίζει τον Λυσιέν, τον κεντρικό ήρωα, να αυτοκτονήσει. Και οι δυο τους συνεχίζουν στο Splendeurs et misères de courtisanes, που δεν το έχω ακόμα αγοράσει ίσως επειδή ο ελληνικός τίτλος δεν με προδιάθεσε καλά (Λαμπρότητες και αθλιότητες εταιρών, το βρίσκω άκομψο, και μόλις καλύτερο το Μεγαλεία και δυστυχίες των κουρτιζάνων). Κοινό πρόσωπο και στα δυο έργα είναι και ο Αλσατός τραπεζίτης βαρόνος Νυσενζέν, που ο Μπαλζάκ του έχει αφιερώσει και το Ο οίκος Νυσενζέν, που έχω αρχίσει να το διαβάζω τώρα, είναι μικρό σε μέγεθος. Ο Νυσενζέν (Nucingen) στη μετάφραση του ΜπαρμπαΓκοριό έχει αποδοθεί Νύσινγκεν, αν θυμάμαι καλά, χωρίς αυτό να είναι απαραιτήτως λάθος, αφού οι Γάλλοι τα γερμανοπρεπή επώνυμα δεν έχουν ενιαίον τρόπο να τα προφέρουν -άλλοι τα προφέρουν γαλλοπρεπώς και άλλοι γερμανοπρεπώς, ας πούμε άλλοι Reiser προφέρονται Ραϊζέρ και άλλοι (όπως ο σκιτσογράφος) Ρεζέρ. Αλλά πλατειάζω.

Η μετάφραση του Λυκούδη δεν είναι κακή -είναι καλή, αλλά τα έχει τα χρονάκια της και φαίνεται πως δεν την έχει δει δεύτερο μάτι. Βρήκα κάμποσα σημεία που ήθελα να τα κοιτάξω να δω πώς είναι στο πρωτότυπο, και μερικά που τα κοίταξα και βρήκα πως ο μεταφραστής έχει αστοχήσει. Ήθελα να γράψω ένα σημείωμα, μετά βαρέθηκα. Στο κάτω κάτω, σε 770 σελίδες από κείμενο που κοντεύει να κλείσει 200 χρόνια όλο και κάποια λάθη θα βρεθούν, μακάρι να τόχει μεταφράσει κι ο Θεός ο ίδιος. Από κάτι δείγματα που είδα, ίσως είναι καλύτερη η μετάφραση του Κώστα Σφήκα, που είναι σε δύο τόμους και που την απέρριψα γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Ο Σφήκας δεν ήταν μεταφραστής, σκηνοθέτης ήταν κυρίως, και τη μετάφραση αυτή (που της έχει δώσει τον τίτλο Χαμένα όνειρα) τη δούλευε, λένε, δέκα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Ιστορίες λέξεων, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 73 Σχόλια »

Οι Χαλασοχώρηδες και η εκλογική διαφθορά (Μελέτη του Μάκη Πασχαλίδη)

Posted by sarant στο 23 Αύγουστος, 2015

Ο φίλος του ιστολογίου Μάκης Πασχαλίδης, συνταξιούχος από τη Θεσσαλονίκη, μού έστειλε μια μελέτη του για τους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη, ένα διήγημα που μπορείτε να το διαβάσετε στον παλιό μου ιστότοπο. Το θέμα είναι διπλά επίκαιρο, αφενός επειδή και την περασμένη Κυριακή είχαμε διήγημα του Παπαδιαμάντη και αφετέρου, και κυρίως, διότι η χώρα οδεύει σε πρόωρες εκλογές -και, αν θυμάστε, θέμα του διηγήματος είναι, ακριβώς, οι κομματάρχες και η διαφθορά στις εκλογές της εποχής, σε σημείο που ο Παπαδιαμάντης (που οι απόψεις του στο διήγημα εκφράζονται από το άλτερ έγκο του, τον Λέανδρο Παπαδημούλη) αποκάλεσε «μικρά μελέτη» το διήγημά του.

Α. Κομματάρχες, ψηφοθήρες, δωροδόκοι, μ. ά.

Χαλασοχώρηδες «εκαλούντο οι του κόμματος  του Λάμπρου» (Βατούλα), του «άλλου κόμματος ωνομάσθησαν οι ανδρογυνοχωρίστρες» (του Μανόλη Πολύχρονου).

Με ποιο τρόπο ενεργούσαν οι κομματάρχες Λάμπρος Βατούλας και Μανόλης Πολύχρονος;

Ο Παπαδιαμάντης γράφει: «… είχαν το λύειν και το δεσμείν [το να λύνουν και να δένουν][1] εις τα δύο κόμματα, που έταζαν “φούρνους με καρβέλια”… μεθ’ όλας τας ραδιουργίας και διαβολάς… Πού επερίσσευε τραμπούκος[2] απ’ αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κι οι άλλοι, οι παραμικροί;… πέφτουν με τα μούτρα στη λαδιά, στο μούχτι… κι ηξεύρουν πώς να κυνηγούν το πλιάτσικο [λεία, λάφυρο]. Έχουν βλέπεις αυτοί οι διάβολοι τον τρόπον να τα κάμνουν πλακάκια [συγκαλύπτουν σκανδαλώδη υπόθεση]. Αν ερωτάς κι από κοντραπούντους κι από μπουλούκια… κανείς δεν μπορεί να βγάλει πλώρη μαζί τους. Είναι εις όλα πρώτο νούμερο…Ο Μανώλης και ο Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες. Παντού ελάμβανον κ’ έδιδαν λιπαράς διαβεβεβαιώσεις και υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς… Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου αναλογιζόμενος ότι, αν υπήρχον πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα αλλά υποσχόμενοι, ουχί όπως ο μπαρμπα – Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, κατ’ ευχήν θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα από μίαν εκλογήν.

Εφθόνει δε και τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όστις ήξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκει απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους…       …πληρώσαντες αυτοίς, εις βάρος των υποψηφίων τους ναύλους και τα χασομέρια των…» [μ. ά., καθώς και τον κάπηλο, στο ταμείο-γραφείο του οποίου:] «το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ’ εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου, μία μία εισερχόμεναι ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι….».

Επιπλέον ενεργούσαν τις δωροδοκίες στα δυο πρακτορεία:

«Έξω, ου μακράν του τόπου της εκλογής, τα πρακτορεία ειργάζοντο δραστηρίως. Το πρακτορείον των Χαλασοχώρηδων έκειτο απέναντι ακριβώς του δημοτικού σχολείου και η μία θύρα αντίκρυζε με την θύραν του σχολείου, η άλλη ήτο κρυφή. Διά της δευτέρας εισήρχοντο οι εκλογείς, επλησίαζον, οδηγούμενοι υπό του Λάμπρου εις γραφείον τι με καινουργή κάγκελλα, αχρωμάτιστα, έσωθεν των οποίων εκάθητο εν μέσω καταστίχων και πλησίον ημιανοίκτου συρταρίου ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος. Εκεί, «οι εκλογείς ήκουον “τον κρυφό το λόγο”, εφωδιάζοντο με δύο ή τρία φυσέκια

Οι πλείστοι, είτε διότι είχαν επισκεφθεί ήδη και το άλλο πρακτορείον, είτε διότι δεν τους επέτρεπεν η συνείδησίς των να λάβωσι και από τα δύο μέρη “κουκουλόσπορο[3]. Ο “βαμβακόσπορος”, τον οποίον έδιδαν τα δύο κόμματα εις τους ψηφοφόρους, ανεβοκατέβαινεν από δύο φυσέκια έως τέσσαρα και πέντε ή από μίαν σιχνάτσα έως τρεις και τέσσαρας.

Οι πονηρότεροι των ψηφοφόρων μη απαξιούντες να λάβωσι “βαμβακόσπορο” και από τα δύο κόμματα έβαινον μετά της υστεροβουλίας, όπως επισκεφθώσι και το άλλο πρακτορείον, το οποίον έκειτο κατέμπροσθεν του εκλογικού τμήματος. Τινές δε, αν και δεν το επεθύμουν χάριν του διπλού χορηγήματος, αλλ’ εφοβούντο τα μίση και τους κατατρεγμούς, και δεν ήθελον να εκτεθώσι και απέναντι του κόμματος των Χαλασοχώρηδων. (δεν σου λέγω, είναι άλλοι που καίονται στα πολιτικά κι έχουν κρεμασμένο δια τας εκλογάς το ζουνάρι τους… κι είναι πάλιν άλλοι που ξέρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, παίρνοντας λεπτά κι από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το έν, πότε το άλλο κι εβγαίνοντες πάντοτε λάδι».) [κατόρθωναν ν’ αποδεικνύουν την αθωότητά τους].

Συνομιλία και αντικείμενα της συναλλαγής (τα χρήματα μ. ά. της δωροδοκίας):

«Οι άλλοι συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικαί λέξεις υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε ποικίλλουσαι και πάντοτε αυταί·

Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;
Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε…
– Χωρίς πεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.
– Ας φέξει!
– Χρειάζεται και λιγάκι βοτάνι.
– Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.
– Τι λες και συ, Άγγουρε;… που να ρημάξει το κεφάλι σου!
– Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.
– Θέλουμε και προικιά.
– Το τράχωμα, που λένε.
– Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ [μισθός που έπαιρναν επί τουρκοκρατίας οι αρματολοί, φιλοδώρημα ή δωροδοκία]… Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν τις μαύρες…
– Μη μπας και θα με διορίσει εμένα σε θέση ο Καψιμαΐδης, πώς τον λένε, κι ο Αλικιάδης τους;
– Ή ο Αβαρίδης κι ο Γεροντιάδης;

Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήσει μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονίων οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διά τον Κώσταν τον Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να τρέχει πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο ίδιος. Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής: θα ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες και θα έδιδαν τας λοιπάς 10, ως και τα τσαρούχια, εις τον Κώσταν τον Άγγουρον. “Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω”, εβεβαίου ο μπαρμπα-Γιώργης. Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο-Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβεί εις δραχμάς 170 μετρητάς, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου και ζεύγος τσαρουχίων διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του παγουρίου της ρακής. Βραδύτερον, περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150 και ζεύγος τσαρουχίων, παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες και 10 δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος πλέον του ζεύγους των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα οι τέσσαρες εταίροι εφυλάττοντο καλώς ν’ αναφέρωσι το ποσόν. Ούτος καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια υπέθετεν ότι εζήτουν απλώς δύο εικοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να δώσωσι ψήφον. Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκατό είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν εννόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.»

Β. Οι υποψήφιοι βουλευτές

Β.1 Γεροντιάδης

«διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα»

«δια το καλόν της πατρίδος»

Ποια ρουσφέτια; Με ποια μέσα; (μετέρχονται κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο)

«Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον.
Ψήφοι-διπλά τάλληρα.
Ψηφοφόροι-δεκάρικα (1100 ψήφους x 1200 δεκάρικα=12.000 από 11 δρχ. κατ’ ακριβολογίαν από 10,91 η ψήφος)».

Συντάξεις:
«Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχει δι’ όλες τις παλιοκαϊάσσες, όσοι εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το Απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον».

Ενοικιάσεις δημοσίων κτηρίων:
«Ενοικίασις μιας οικίας ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον … κατώρθωσε ν’ ακυρώσει δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων και να ενοικιάσει μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχώς δεν είχεν άλλας οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν».

Διορισμοί:
«Έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων. Όσον δια την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε τη συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το “Σχολείο της Αμαλίας”, ως ασφαλέστερον, μη  ευρών άλλο πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγει».
Εις μικράς ή μεγάλας θέσεις [διόρισε] όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους, ως και δύο κουμπάρους και τον υιόν της κουμπάρας του και τον αδελφόν της υπηρετρίας του και άλλους».

Β.2 Αλικιάδης

«..όστις επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων».

Τα λεφτά:

«Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος και τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ημπορούσε να του βγάλεις λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το “παρασούβλι”. Δεν έδιδε πέντε χωρίς να είναι βέβαιος ότι θα λάβει δέκα. Εβραίος σωστός.
Ήτον ικανός να εξοδεύσει και δέκα πέντε χιλιάδας και είκοσι χιλιάδας διά να επιτύχει. Αλλά δεν επετούσε τα λεπτά «στο βρόντο». Ήτο βέβαιος ότι εκλεγόμενος βουλευτής, θα ωφελείτο είκοσι πέντε ή τριάντα χιλιάδας το ολιγώτερον! ήτο πολύ “κωλοπετσωμένος”[καταφερτζής]. Εν πρώτοις, όταν επρόκειτο να διορίσει υπάλληλον, θα του έλεγε “μ’ δίνεις τα μισά;”, πριν αποφασίσει να δώσει μπιλιέτο. Νέτα-σκέτα, “σίγουρες δουλειές”. Και αν κανείς κακομοίρης ετύγχανε να του χρεωστεί από παλαιόν καιρόν τίποτε ψωροδραχμές, θα τον διώριζεν, εξαναγκάζων αυτόν να υπογράψει εκ προκαταβολής πολλών μηνών αποδείξεις διά τους μισθούς του, με χρονολογίας ημερών μήπω ανατειλασών μέχρις υπερεξοφλήσεως».

Τα δημόσια έργα:

«Εν πρώτοις, υπήρχεν η εθνική οδός, η προκηρυσσομένη εκάστοτε ως μέλλουσα να κατασκευασθεί παρά την πρωτεύουσαν της επαρχίας πόλιν. Εκείθεν, αν εξελέγετο βουλευτής, θα είχε την μερίδα του λέοντος. Από τώρα είχεν αρχίσει να συνεταιρίζεται κρυφά με τους εργολάβους.                                                                                                             Κατά την πρώτην βουλευτείαν του ολόκληρον δάσος το είχε κάμει ιδικόν του, δικαιώματι κατακτήσεως.
Με τον έφορον, τον οποίον είχε φέρει εις την επαρχίαν του, είχε προεξηγηθεί σαφέστατα: “θα σε διορίσω, αλλά φόρον δεν θα βεβαιώσεις από την ξύλευσιν του δάσους”.
Έπειτα ήτο ο λιμήν, ο λιμήν της βορειοανατολικής πόλεως. Α! αυτός ο λιμήν είχεν όλους τους μυθολογικούς χαρακτήρας, ούς ηδύνατό τις να επιθυμήσει διά μεγάλην επιχείρησιν. Ωμοίαζε με το παλάτι των Σαράντα Δράκων ή με το Κάστρο της Ωριάς. Εις κάθε νέας εκλογάς επροκηρύσσετο η εργολαβία· εις κάθε διάλειμμα μεταξύ δύο εκλογών η εργολαβία εγκατελείπετο. Ερρίπτοντο ακριβώς τόσαι πέτραι προς μόλωσιν της θαλάσσης κατά τας παραμονάς εκάστης εκλογής, όσαι, αν υπελογίζετο ότι θα είχομεν βουλευτικάς εκλογάς κατά παν έτος, θα ήρκουν όπως, μετά τρεις αιώνας, μετά πέντε αιώνας το πολύ, συντελεσθεί το έργον. Αλλά την φοράν ταύτην ο Αλικιάδης είχεν απόφασιν “αμέτ Μουαμέτ”, να βάλει τη δουλειά εμπρός. Α! δεν τον εγελούσαν αυτόν με το σήμερα και με το αύριο οι εργολάβοι. Ήθελεν εκ παντός τρόπου να φανεί χρήσιμος εις την επαρχίαν του».

Β.3 Γιαννάκος ο Χαρτουλάρης

«Εφυσούσε» (είχε λεφτά, ήταν πλούσιος):
«Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακριά! Σωστός Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά-σκυλιά τίποτε.Εφυσούσε”. (Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι’ ελαφρού φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του δείκτου, υπό το φως του φαναρίου, την λέξιν: “Φυσάει-φυσάει”). Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν;»

Κολληγιές συνυποψήφιων:

«Τον παλαιόν καιρόν οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιές. Επειδή όμως εκάστοτε ο έτερος των συνδυαζομένων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν, εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κι έκρινον καλόν να μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των εις τον ιδικόν των, εξέλιπεν η εμπιστοσύνη, και οι συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου ολοσχερώς κατηργήθησαν.
      Τώρα, ο καημένος ο Γιαννάκος, επειδή, καθώς σας είπα, ήρχετο από μακριά, εζήτησεν εν τη αθωότητί του να συνδυασθεί με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως τον εδέχετο. Άλλοι όμως πονηρότεροί του τού άνοιξαν τα μάτια, κι έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. “Τόσο το καλύτερο για μας, παιδιά”. Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε το οικονομικόν μέρος και θα του έτρωγε τα λεφτά χωρίς να του δώσει ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ’ ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανόλης ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ’ ο Λάμπρος θα είχε τον νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν ημπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστή ψήφους (εκείνος βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι ας το είχε σίγουρο, μόνον για το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους επουλούσαν προς 15, ας είναι και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην τύχη τους!».

Γ. Τοκογλύφος, κομματάρχης, εμποροπαντοπώλης, κτηματίας και σύμβουλος του δήμου (“ευκολίας” εις τους χωρικούς, “διάφορο κεφάλι” και ο ορισμός του δικολάβου, μ. ά. )

«Ήτο δε ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος “καλός νοικοκύρης”, εμποροπαντοπώλης και κτηματίας και σύμβουλος του δήμου ισόβιος, τόσον, ώστε μίαν φοράν μόνον, ότε ήλθε δέκατος τέταρτος, ήτοι δεύτερος παραπληρωματικός, ο ίσκιος του ή η καλή του τύχη “εψωμόφαγε” μετ’ ολίγας εβδομάδας δύο των προ αυτού πλειοψηφησάντων και ούτως εισήλθεν εις το δημοτικόν συμβούλιον ως ενεργόν μέλος.
Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι ήξευρε να κάμνει “ευκολίας” εις τους χωρικούς….
Δι’ όλων αυτών των μέσων, ως και διά τινων χρηματικών δανείων, τα οποία εδάνειζεν εις τους χωρικούς “το διάφορο κεφάλι[4], είχεν αποκτήσει ου μικράν περιουσίαν, δημοπρατήσας τας οικίας ή τας αμπέλους χωρικών τινων, οίτινες ουδ’ έλειψαν έκτοτε από πλησίον του, ούτε έχθραν ή μνησικακίαν εφαίνοντο τρέφοντες προς αυτόν, αλλά τουναντίον μάλιστα εφαίνοντο ως να του ήσαν υπόχρεοι. Τούτο δε, διότι εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις οι πτωχοί άνθρωποι δεν έχουσι κανέν μέσον πώς να γλυτώσουν από τας χείρας των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. Αυτοί οι τύραννοί των είναι και οι προστάται των. Ο ίδιος, όστις επώλησε χθες τον βουν ή τον αγρόν του δείνος γεωργού, ο ίδιος θα δανείσει αύριον τον αυτόν γεωργόν ή θα τον πιστώσει, επιφυλαττόμενος μετ’ ου πολύ να του πωλήσει την οικίαν ή την άμπελον. Και μετά τινα χρόνον, ότε δεν θα έχει πλέον ούτε αγρόν, ούτε βουν, ούτε άμπελον, ούτε οικίαν, αυτός πάλιν ο τύραννος, αυτός ο προστάτης θα τον μισθώσει, όπως καλλιεργεί αντί ευτελούς αμοιβής τον κατεσχημένον, τον πρώην ιδικόν του αγρόν ή άμπελον…
Το αυτό και χειρότερον συμβαίνει, αν ο χωρικός εδοκίμαζεν εις το ήμισυ της οδού να απαλλαχθεί του πρώτου καλοθελητού, ορφανευμένος από τον βουν και τον αγρόν, σώζων την οικίαν και άμπελον. Θα αντικαθίστα απλώς τον καλοθελητήν, θα ήλλαζε προστάτην και τύραννον αλλά δεν θα εγλύτωνεν ούτε την άμπελον ούτε την οικίαν. Ο νέος καλοθελητής θα εφήρμοζεν απλώς το αυτό σύστημα με την επί το χείρον διαφοράν προς ζημίαν του χωρικού, ότι θα ησθάνετο ολιγώτερον προς αυτόν οίκτον. Τρίτος τρόπος θα ήτο να καταφύγει ο χωρικός εγκαίρως προς τον δικολάβον[5]. Αλλ’ ο δικολάβος είναι το χείριστον κακόν. Θα εδίδασκε τον χωρικόν την στρεψοδικίαν και το ψεύδος, θα τον έπειθε να ψευδορκήσει, θα του μετέδιδε τα πρώτα σπέρματα της δικομανίας και της φυγοπονίας και θα του έτρωγεν επίσης τον βουν, τον αγρόν ή την οικίαν και την άμπελον…».

Δ. «Βαθεία των πραγμάτων μελέτη», περί δωροδοκίας και «άλλων πολύ χειρότερων εκλογικών διαφθορών» (συναλλαγή, ρουσφέτια, δημόσιο και ιδιωτικό χρήμα, πλουτοκρατία, φόροι, μ. ά.)

(πηγή: κεφ. ΙΑ΄, ό. π. και στα ΆΠΑΝΤΑ, τ.2, σελ. 451-456)

«… Τώρα, δεν τους βλέπεις και τα δύο κόμματα διά ποίων μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού, δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των, δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν των λογιστηρίων; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να μετρούν δεκάρες;
Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν του γέροντα χωρικόν, όστις, εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων, είχε σταθεί ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον έσχισε κι εμέτρα, διά να ίδει αν ήσαν σωστές οι δεκάρες. Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί του: “Τέσσαρες δραχμές βάσταξ’ η ψυχή του;… τέσσαρες, όχι παραπάνω… έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες, πέντε, εξ, εφτά, οχτώ, εννιά… μία δραχμή… Έχουμε και λέμε…” Κι επειδή ευκόλως έχανε τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.
– Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.
– Τους βλέπω, απήντησεν ο ομολητής του.
– Λοιπόν, αύριον, να έχεις όρεξιν ν’ ακούεις τα παράπονα των ηττημένων. Όσοι θα είναι εν αποτυχία θα χαλάσουν τον κόσμον με τις φωνές, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών μέσων, θα υποβάλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το κύρος της εκλογής, λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτει η συνείδησις επί τω ότι και αυτοί μετήλθον το αυτό μέσον…
Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύεις ότι την βδελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είναι άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί. Το κατ’ εμέ, φρονώ ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν.
– Το μικρότερον κακόν; επανέλαβεν ο ξένος.
– Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν… Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είναι τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτει εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην….   …διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι τόσον κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin, veut les moyens. Η ηθική δεν είναι επάγγελμα και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθει, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί και αληθώς πονεί τον τόπον του και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να πολιτευθεί…
Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.
– Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είναι μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος…
-…. Αλλ’ ιδού επανέρχομαι εις το προκείμενον. Ο λόγος, δι’ όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το μικρότερον κακόν είναι ότι ως είδος εκλογικής διαφθοράς την υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είναι η εν πρυτανείω σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα ρουσφέτια. Συναλλαγή είναι και η εις παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή είναι και η προς παραγραφήν οφειλομένων φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή είναι και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είναι ιπποτικώτερος; Εκείνος όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; Εκείνος όστις πληρώνει εκ του θυλακίου του ή εκείνος όστις πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα και σκοτεινά; Ποίος είναι πλέον γαλαντόμος;
– Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του, απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος.||
– Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η δωροδοκία είναι καλόν τι, λέγω ότι είναι το ολιγώτερον κακόν. Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράσει ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθεί. Πριν κατέλθει εις τον αγώνα, θα υποδυθεί την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέσει την δημοτικότητα ως κόθορνον[6]. Θα φροντίσει ν’ αποδώσει μέρος των όσων ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ των δύο αντιπάλων, μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχει εκείνος, όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κι επιδεξιώτερον τον κόθορνον.
Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είναι δεδομένον τι και αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγεννήθη, πώς γεννάται φυσικώς η δωροδοκία.
Υπόθεσε, φίλε, ότι σ’ εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γίνεις βουλευτής διά να υπηρετήσεις το έθνος. Διά να επιθυμήσεις τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είναι η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είναι των πεινασμένων το νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον και παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της ψήφου των. Αλλ’ είσαι άραγε εις θέσιν να ηξεύρεις πόσοι εκ των προσφιλών συμπολιτών σου είναι χορτάτοι και πόσοι δεν είναι; Μην αμφιβάλλεις ότι οι πλείστοι είναι πεινασμένοι, διότι αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας διά να γίνουν βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι ευρίσκονται τινές, εις, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να υπάγει άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύει την κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχει την δύναμιν να ίσταται και να βαδίζει, πώς απαιτείς τοιούτος άνθρωπος να υπάγει να ψηφοφορήσει εις την κάλπην σου και να σου δώσει μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είναι, αφού θα λάβει τον κόπον προς χάριν σου, να του δώσεις τουλάχιστον να φάγει δι’ εκείνην την ημέραν.
Εάν δεν του δώσεις χρήματα, θα του προσφέρεις γεύμα. Και τούτο δωροδοκία δεν είναι; Ή θα του στείλεις κατ’ οίκον βακαλιάρον και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσεις εγκαίρως συ, θα σε προλάβει ο αντίπαλός σου, όστις θα φορεί τον κόθορνον της φιλανθρωπίας αμφιδεξιώτερον.
Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρωνται διά τον Καψιμαΐδην και τον Γεροντιάδην αν θα γίνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είναι χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα, φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν. Αλλ’ αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του βαλαντίου των.
Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είναι άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ’ αποκτώνται τ’ αξιώματα; Πράγμα το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είναι κτητόν… Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτευτής εις τα μέρη ταύτα.
– Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος.
– Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας. Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γίνει τις υπουργός, βουλευτής γείτονος επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα κουρεία των, οι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προχειρισθεί εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελλάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Ο Θεός μάς ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθεί επιφανής τις εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρριπτον έξω τα πλοία των, οι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσεις ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν[7], τον κουτσαβακισμόν[8], την εις τους νόμους απείθειαν… Η δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είναι κατ’ εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί επί ταύτη ας μη μετέχει του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς μήτε ως εκλέξιμος…».

Ε. Ο Παπαδιαμάντης ως συγγραφεύς:

«…(συγγραφεύς, όστις εστοχάσθη να γράψει ηθογραφικήν μελέτην επί εκλογικού θέματος, οφείλει να είναι ο αυτός και υποψήφιος κομματάρχης και ψηφοφόρος και διαλογεύς και κήρυξ του εξαγομένου της ψηφοφορίας)…»

Στ. Παρέκβαση: Παπαδιαμάντης και Μπαλζάκ (ρεαλισμός και λεπτομέρειες, συμπτώσεις σχεδόν σύγχρονες)

Εισαγωγικά:

Στο διήγημα αυτό του Παπαδιαμάντη υπάρχουν ορισμένες λεπτομέρειες (βλ. το κεφ. Γ. για τον τοκογλύφο παραπάνω) που συμπίπτουν μ’ αυτές του Μπαλζάκ στο βιβλίο του: οι χωριάτες (Γκοβόστης 1987)[9]. Οι δυο συγγραφείς αναφέρονται με μια αντικειμενικότητα κι ένα ρεαλισμό των «πραγματικών σχέσεων» (Μαρξ για τον Μπαλζάκ στο άρθρο), τις οποίες και κριτικάρουν. Υπάρχουν ακόμη λεπτομέρειες των συναλλαγών με συγκεκριμένα ποσά χρημάτων, γεγονός που δείχνει ρεαλιστικά την «αξία» αυτών των συναλλαγών, την οποία τοποθετούν εντός της πραγματικότητας (κατά τη γνώμη μας).
Το παραπάνω απόσπασμα Ε (: Ο Παπαδιαμάντης ως συγγραφεύς…) είναι παρεμφερές μ’ αυτό του Μπαλζάκ, ο οποίος έγραψε για το «δίκιο της κάθε παράταξης» (πλούσιοι και φτωχοί), καθώς και για την ισότητα «μπροστά στην πένα».
Οι αναφορές στους βουλευτές στον Παπαδιαμάντη είναι συγκεκριμένες ενώ στον Μπαλζάκ είναι γενικές (εμφανίζονται στο «δίχτυ» των μεσαζόντων).

Δάνεια, υποθήκες, μεσάζοντες, τοκογλύφοι, μ. ά.:

Περιγράφεται κι από τους δυο συγγραφείς η καταχρέωση του αγρότη με τις υποθήκες, τους πλειστηριασμούς και τις δημοπρατήσεις οικιών και χωραφιών, την τοκογλυφία των μικρεμπόρων, των μικροκεφαλαιούχων και των δικολάβων. «Αυτοί οι τύραννοι είναι και προστάται των» των πτωχών και χωρικών, όπως έγραψε παραπάνω ο Παπαδιαμάντης, γεγονός που χαρακτήρισε ο Μπαλζάκ ως «κράτος μεσαζόντων» («εις τα χωρία και εις τας μικράς πόλεις») και «αόρατη συμμαχία και έξυπνη τυραννία» (και οι δυο συγγραφείς χρησιμοποιούν την ίδια λέξη!). Επισημαίνεται και από τους δυο, η απόσπαση των χωρικών από το χωράφι και εντέλει η χαμηλή αμοιβή του για το ίδιο χωράφι (επισημαίνεται και από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο, τ.3, βλ. στο άρθρο). Οι δυο τοκογλύφοι του Μπαλζάκ (Ριγκού και Γκωμπερτέν) και αυτός του Παπαδιαμάντη (ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος), που εμφανίζονται στις σκηνές, ενεργούσαν ως προς τα παραπάνω με τα ίδια «ανήθικα» μέσα και με σκοπό το κέρδος. Το σύστημα μεσαζόντων (συμπεριλαμβανομένων των κομματαρχών και βουλευτών), περιλαμβάνει την εύνοια προς συγγενείς και φίλους («νεποτισμός»), τον «πατριωτισμό», τον «τοπικισμό» (αφορά την μικρή επαρχιακή πόλη), τις συναλλαγές για τις δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις μ. ά., πράξεις που ισχύουν μέχρι σήμερα.

Αν αντικαταστήσουμε αυτούς τους τύραννους (τοκογλύφους κλπ.) με τους σημερινούς τραπεζίτες, τότε οι λεπτομέρειες των δυο συγγραφέων είναι σχεδόν σύγχρονες και οι σημερινοί τραπεζίτες μπορούν ν’ αναζητήσουν, σ’ αυτούς τους δυο συγγραφείς, τους προκατόχους τους στο 19ο αιώνα. «Δεν θα δυσκολευτεί, επίσης, ο μέσος Ελλην τραπεζίτης να αναγνωρίσει στο πρόσωπο του κυρ Μανουήλου του Στεριωμένου («Οι Χαλασοχώρηδες») έναν εκ των ενδόξων προγόνων του από το σπέρμα των οποίων προέκυψε:…» (Δ. Γκιώνης στο: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2008-12-20&s=diaxronika 20.12.2008).

—————————

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Γλωσσάρι

[ πηγή: «Γλωσσάρι» , Άπαντα, Παπαδιαμάντη, τ. 2 http://papadiamantis.net/%E1%BC%8D%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CE%94%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%85-pdf : Ἅπαντα-Δόμου.

«Σημείωση [του επιμελητή Ν.Δ.Τ., ό. π.]: Ορισμένες λέξεις και φράσεις, ιδιαίτερα των Χαλασοχώρηδων, δεν εξηγούνται ικανοποιητικά στο Γλωσσάρι του τόμου αυτού, και θα ήταν μεγάλη χαρά για μένα, αν γίνονταν αντικείμενο έρευνας και συζήτησης. Συχνότατα αντιγράφω αυτολεξεί τον Ρήγα. Αυτολεξεί επίσης παραθέτω, κατά κανόνα, και τις εξηγήσεις των Σκιαθιτών συνεργατών μου, προπάντων όταν η σημασία είναι αμφίβολη», σελ. 679 ό. π.. Στον τ. 5 (δεύτερη επανέκδοση 2005) έχουν «διορθωθεί ή βελτιωθεί αρκετά λήμματα» μ. ά., σελ. 407 ό. π.)

Ορισμένες λέξεις με πλάγια γράμματα στο πρωτότυπο ερμηνεύονται από τα εξής: α. Μείζον Ελληνικό Λεξικό (ΜΕΛ) των Τεγόπουλου-Φυτράκη (έντυπο και ηλεκτρονικό), β. Δημητράκος, Νέον Λεξικόν (ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν όλης της ελληνικής γλώσσης), επιτομή…, Εκδόσεις «Περγαμηναί» 1957 και γ. ΑΠΘ, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) 1998.

Αναπνέω: «μεταφ. ανακουφίζομαι οικονομικώς».
Βαμβακόσπορος: ο, χρήματα, χρηματικό ποσό για δωροδοκία.
Βοτάνι : χρειάζεται και λιγάκι βοτάνι, «ας δώσει χρήματα».
Διάφορο: κέρδος, το διάφορο κεφάλι : o ανατοκισμός, ο τόκος που γίνεται κεφάλαιο.
Κοντραπούντους: «Αντί για “κοντραπούντους” της πρώτης δημοσίευσης και των προηγούμενων εκδόσεων, ο ΝΔΤ διορθώνει σε “κοντραμπάντους” που το ερμηνεύει στο Γλωσσάρι “λαθρέμποροι, πειρατές”. Νομίζω ότι αυτοί λέγονται “κοντραμπαντιέρηδες”. Τι μπορεί να σημαίνει το “κοντραπούντους” δεν το ξέρω, ίσως κάτι σχετικό με το “πούντους” (πόντους που λέμε σήμερα).»  Πηγή:.
Κουκουλόσπορος (μεταφ.), τα χρήματα, ιδιαίτερα όταν διατίθενται για δωρο­δοκία.
Λαδιά: με τα μούτρα στη λαδιά, στο «ψητό».
Λιανά, τα: τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα, «πίνουμε, πίνουμε κρασί, μα χρήματα τίποτε», «κάνομε    κόπους, άλλα χρήματα δε βλέπομε».
Μουαμέτ· Αμέτ Μουαμέτ: αμετατρέπτως, ανυποχωρήτως. («Το ΄χ΄ αμέτ Μουαμέτ. Έχει σκοπό αμετάτρεπτο»).
Μούχτι: «τα πολλά χρήματα» , πέφτω με τα μούτρα στο μούχτι.
Μπουλούκια: ή πρώτη δημοσίευση και οι εκδόσεις παρέχουν την lectio difficilior μπουκλούκια, που κατά τα δελτία του Ι.Λ.Α. σημαίνει «κοπριά γουρουνιών, κοπριά στάβλου, σκουπίδια, τόπος απορρίψεως σκουπιδιών», κατά τόν Κουκκίδη «ακαθαρσία, κόπρος, κοπρών, δυσχέ­ρεια» και κατά τον Φραγκούλα «μπερδεμένα».
(Ε)Ξωμερίτης: ο αγρότης , αυτός που διαμένει στην εξοχή.
Ονόρε: για το ονόρε, για τη δόξα, για να τιμηθεί.
Παλιοκαϊάσα, η: κυριολ. παλιοκάικο, σαπιοκάικο, μεταφ. χούφταλο, ερείπιο.
Παρασούβλι: «άσπρο πανί δεμένο στο άκρο γάντζου (καλαμιάς). Το φέρνουν γύρω στο θαλάμι του χταποδιού κι εκείνο βγαίνει έξω (ψεύτικο δόλωμα)».
Πεκούν(ν)ια : τα, χρήματα.
Ρηγάλο: δώρο, φιλοδώρημα.
Σαλπάρω: κλέβω, αρπάζω.
Σιχνάτσα: η, παλιό γαλλικό χαρτονόμισμα μικρής αξίας.
Σκάλα: κοινωνική τάξη.
Σμιγός: ψήφους σμιγούς, ψήφους μεικτούς, με «ναι» και «όχι».
Τραμπούκος: φιλοδώρημα, ιδιαίτερα σε εκλογέα ή κομματάρχη.
Τράχωμα: προίκα σε μετρητά, «μέτρημα».
Τσομπανοφλοέρα: χωριάτης, αγροίκος.
Φέγγω: ας φέξει, ας πέσει χρήμα.
Φυσάω: έχω λεφτά, είμαι πλούσιος.
Φυσέκι: κύλινδρος κερμάτων τυλιγμένων σε χαρτί με σχήμα φυσιγγίου.
Ψιλούρια: λεφτά, λιανά.
Ψωμοτρώω: «συνηθίζεται στη φράση: Θα τον ψωμοφάει = θα γίνει αιτία να αποθάνει άδικα»
qui veut la fin, veut les moyens: όποιος θέλει να πετύχει κάτι είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει τα ανάλογα μέσα.

[1] Τα πλάγια γράμματα είναι στο πρωτότυπο, ερμηνεύονται εντός αγκυλών, [σύμφωνα με το ΜΕΛ, το Δημητράκο και το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, βλ. το Γλωσσάρι στο τέλος], επίσης κάποιες λέξεις υπάρχουν σε εισαγωγικά στο πρωτότυπο, στο οποίο στηρίχτηκε το παρόν κείμενο και είναι όλο σε εισαγωγικά (σε συντομευμένη μορφή, λόγω έκ τασης του παρόντος κειμένου και γι αυτό καλύτερα να το διαβάσει κανείς στο πρωτότυπο). Σημειώνω ότι πολλές λέξεις τις ερμηνεύει ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης στην επόμενη ακριβώς πρόταση. Εκτός εισαγωγικών είναι οι επικεφαλίδες, οι υπότιτλοι, οι υποσημειώσεις καθώς η παρέκβαση στο τέλος.

[2] Οι λέξεις με τονισμένα γράμματα ερμηνεύονται στο γλωσσάρι στο τέλος και είναι χαρακτηριστικές του παρόντος αντικειμένου. Θα σημείωνα ότι στις λέξεις αυτές (κλειδιά) βασίζεται το παρόν κείμενο.

[3] Επειδή αυτή η λέξη, όπως και η λέξη βαμβακόσπορος παρακάτω, αναφέρεται στη δωροδοκία [σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής: η προσφορά υλικών ωφελημάτων σε κάποιον, με σκοπό την εξαγορά της συνείδησής του.], παρατίθεται η ερμηνεία του δωροδόκος, (που υπάρχει στον τίτλο, από το ΜΕΛ): αυτός που ενεργεί δωροδοκία σύμφωνα με το Λεξικό του Δημητράκου: ο δια δώρων διαφθειρόμενος και ο δια δώρων διαφθείρων] και δωροδοκώ : προσφέρω σε κάποιον δώρο, για να παραβεί το καθήκον του | διαφθείρω με χρήματα (συνώνυμα: εξαγοράζω, λαδώνω)[ σύμφωνα με το Δημητράκο: λαμβάνω δώρα προς παράβασιν καθήκοντος κ. παθ. διαφθείρομαι δια δώρων κ. επί πραγμάτων : εκτελούμαι κατόπιν δωροδοκίας].Βλ. επίσης στο κεφ. Δ. παρακάτω.

[4] Το «διάφορο» (κέρδος) και το «διάφορο κεφάλι» (ανατοκισμός, ο τόκος που γίνεται κεφάλαιο) αποτελούν λέξεις κλειδιά για την περίπτωση των τοκογλύφων, αναφέρονται δε και σε άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη: Στο «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου» (πρόσφατα αναρτημένο εδώ, βλ. επίσης: Δ. Γκιώνης, «Πλουτοκρατία, ο μόνιμος άρχων» [«Η τοκογλυφία στο έργο του Παπαδιαμάντη»] στο: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2008-12-20&s=diaxronika). Στο διήγημα «Τα Δυο τέρατα» γράφει: «Τα θαλασσοδάνεια, βλέπετε, είχαν τριανταέξ τοις εκατόν και το “διάφορο κεφάλι“». Στο ποσοστό αυτό και στα θαλασσοδάνεια επανέρχεται στα διηγήματα «Ο Γαγάτος και τ’ άλογο», «Τα Βενέτικα» και στο «Νεκρός ταξιδιώτης». Στο «διάφορο κεφάλι» αναφέρεται και στο διήγημα «Το Σπιτάκι στο Λιβάδι». Τέλος σε μια σειρά διηγημάτων αναφέρεται στα δάνεια, στις υποθήκες, καθώς και στους κομματάρχες με τα ρουσφέτια, για τα οποία δε χρειάζονται σχόλια (είναι γνωστά από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Για το ΣΥΡΙΖΑ δε ξέρω, θα δείξει…πάντως τα μνημόνια φέρνουν φτώχεια μ. ά. στους «ψηφοφορούντες»…). Όλες οι παραπάνω αναφορές γίνονται με χιούμορ και ειρωνεία, αλλά και ρεαλισμό των «πραγματικών σχέσεων» (βλ. και την Παρέκβαση του παρόντος κειμένου) στο θέμα που εξετάζουμε και αξίζει κανείς να τα διαβάσει στο πρωτότυπο.

[5] Επισημαίνεται ότι η λέξη δικολάβος αναφέρεται σε διάφορα σημεία του κειμένου και εδώ στην επόμενη πρόταση ερμηνεύεται από τον ίδιο τον Παπαδιαμάντη.

[6] [υπόδημα, που φορούσαν οι ηθοποιοί της αρχαίας τραγωδίας, για να φαίνονται ψηλότεροι | (μτφ.) άνθρωπος αναξιόπιστος (ΜΕΛ). Σύμφωνα με το Δημητράκο: ειδικόν βαρύ υπόδημα δια κυνηγούς ή ιππείς, ως σήμερον ή μπόττα, επιθ., άνθρωπος ευμετάβολος, άνευ χαρακτήρος.]

[7] Η λέξη τραμπούκος υπάρχει στο γλωσσάρι ως φιλοδώρημα (ιδιαίτερα σε εκλογέα ή κομματάρχη). [Στο (ΜΕΛ) ερμηνεύεται: (ο) ουσ. αυτός που υπηρετεί με αμοιβή ανέντιμους σκοπούς πολιτικής ή παράνομης παράταξης | μπράβος πολιτικού, νταής. Ο τραμπουκισμός ερμηνεύεται: ως η συμπεριφορά τραμπούκου, πράξη, ενέργεια που ταιριάζει σε τραμπούκο.]

[8] [Κουτσαβάκης ερμηνεύεται ως ψευτοπαλ[λ]ι[η]καράς (συνώνυμα: μάγκας, νταής). Κουτσαβάκικος είναι επίθ. που ταιριάζει σε κουτσαβάκη, μάγκικος (ΜΕΛ)].

[9] Στηριζόμαστε στο πρόσφατο άρθρο (υπό δημοσίευση στις Θέσεις) με τίτλο: «Η ταξική σύγκρουση των μικροαγροτών (του πρώτου μισού του δέκατου ένατου αιώνα [όχι και τόσο μακρινού] στη Γαλλία, σύμφωνα με τους Μπαλζάκ, Λούκατς και Μαρξ)». Οι παραπομπές σ’ αυτό θα γίνονται με τη λέξη άρθρο.

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης, Πεζογραφία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Η χαμένη άνοιξη του Στρατή Τσίρκα (αποσπάσματα)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2015

Καθώς αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 50 χρόνια από τα Ιουλιανά του 1965, σκέφτηκα το σημερινό φιλολογικό μας άρθρο να είναι αφιερωμένο σε ένα λογοτέχνημα που να αναφέρεται στις ταραγμένες εκείνες μέρες. Θα πρέπει να υπάρχουν κι άλλα, αλλά το εμβληματικό λογοτεχνικό έργο για τα Ιουλιανά είναι το μυθιστόρημα του Στρατή Τσίρκα «Η χαμένη άνοιξη» (1976). Χαρακτηριστικό είναι ότι η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται από τις 4 Ιουλίου έως τις 23 Ιουλίου 1965, που είναι η μέρα της ταφής του Σωτήρη Πέτρουλα.

Ο Στρατής Τσίρκας (1911-1980, κατά κόσμον Γιάννης Χατζηανδρέας), γεννημένος στο Κάιρο και αργότερα κάτοικος της Αλεξάνδρειας για πολλά χρόνια, είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα από το 1963, επομένως τα γεγονότα τα έζησε από κοντά. Είχε συλλάβει τη «Χαμένη άνοιξη» σαν το πρώτο έργο μιας τριλογίας, της δεύτερης έπειτα από τις Ακυβέρνητες πολιτείες, που θα έπιανε και την περίοδο της δικτατορίας, μιας τριλογίας που την είχε τιτλοφορήσει Δίσεχτα χρόνια, που είναι και ο υπέρτιτλος της Χαμένης άνοιξης. Ωστόσο, το σχέδιό του έμεινε στα χαρτιά -ο Τσίρκας πέθανε το 1980 και η Χαμένη άνοιξη ήταν το τελευταίο του έργο. Χωρίς να φτάνει τις Ακυβέρνητες πολιτείες, διαβάστηκε πολύ και μεταφέρθηκε και στην τηλεόραση.

Διάλεξα τα αποσπάσματα που αναφέρονται στην είδηση του θανάτου και μετά στην κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα. Ο Πέτρουλας, 22 χρονών, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος των Λαμπράκηδων βρήκε το θάνατο από δακρυγόνο ή από στραγγαλισμό το βράδυ της 21 προς 22 Ιουλίου, ενώ συμμετείχε σε διαδήλωση και σε συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις, στη γωνία της οδού Σταδίου με τη Χρήστου Λαδά -αργότερα τοποθετήθηκε εκεί μια αναμνηστική πλάκα, που κατά καιρούς βανδαλίζεται από καθάρματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Πρόσφατη ιστορία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 69 Σχόλια »

Στήσιμο ξένου περιπτέρου (εις μνήμην Καρόλου Τσίζεκ)

Posted by sarant στο 14 Δεκέμβριος, 2014

Συμπληρώνεται σήμερα ένας χρόνος από τον θάνατο του Κάρολου Τσίζεκ (1929-2013). Ο Τσίζεκ, γεννημένος στη Μπρέσια από Τσέχους γονείς, έζησε από το 1929 στη Θεσσαλονίκη και ήταν από τις εμβληματικές πνευματικές μορφές της -ζωγράφο θα τον λέγαμε αν θέλαμε να τον χαρακτηρίσουμε με μια λέξη. Το αφήγημα που παραθέτω σήμερα, που το πληκτρολόγησε η φίλη Μαρία, περιλαμβάνεται στη συλλογή Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις (Κίχλη 2013).

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι η λέξη «τσίμπουλκα», όπως είναι στα τσέχικα το κρεμμυδάκι, είναι ομόρριζη με το γαλλ. ciboulette, το ιταλ. cipolla, το ισπανικό cebolla, το γερμ. Zwiebel. Όλα ανάγονται στο λατιν. cepa. Περισσότερα όμως για τα κρεμμύδια, σε παλιό μας άρθρο.

ΣΤΗΣΙΜΟ ΞΕΝΟΥ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥ

Τσίζεκ 3Τσίμπουλκα στα τσέχικα σημαίνει κρεμμυδάκι ή και Κρεμμυδάκης, αν πρόκειται για επώνυμο. Για τα ελληνικά αυτιά ωστόσο το επώνυμο αυτό ηχούσε Τσιμπούκας. Κι έτσι φωνάζαμε αυτόν που το είχε οι λίγοι ντόπιοι που δουλεύαμε στο στήσιμο του ξένου περιπτέρου στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Η παρερμηνεία οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος και στη συνήθειά του να καπνίζει πίπα. Ο Τσίμπουλκα ή Τσιμπούκας ήταν ένας πρόσχαρος γέρος Τσέχος μαραγκός. Με την ευκαιρία του ερχομού του στην πόλη των αδελφών ιεραποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου, λαχταρούσε να επισκεφθεί το Άγιον Όρος. Εκτός από αυτό, υπέφερε από δυσκοιλιότητα. Όταν τελικά η εκδρομή στο Άγιον Όρος ματαιώθηκε, έδειχνε απαρηγόρητος. Ήταν το όνειρο της ζωής του. Όσο για τη δυσκοιλιότητα, του έδωσαν καθαρτικό. Την επομένη, όταν συνάδελφοί του τον ρωτούσαν περιπαιχτικά, αλλά χωρίς κακία: «Τσίμπουλκο» (κλητική του Τσίμπουλκα), «πώς πάει ο κωλαρίκος σου;» εκείνος απαντούσε περιχαρής: «Νάιλον!» εννοώντας «φίνα». Και σήκωνε το χέρι με τον δείκτη και τον αντίχειρα να σχηματίζουν κύκλο και τα υπόλοιπα τρία δάχτυλα σε σχήμα βεντάγιας στον αέρα.

Για το προσωπικό των ξένων περιπτέρων η Διεθνής Έκθεση διοργάνωνε πότε πότε εκδρομές, ιδίως στους αρχαιολογικούς χώρους και τη Χαλκιδική. Τη δεκαετία του ΄50, στην οποία αναφέρομαι, το οδικό δίκτυο της χερσονήσου ήταν υποτυπώδες. Αυτό προσέδιδε μια πρωτόγνωρη και σχεδόν εξωτική γοητεία στις ακρογιαλιές της, που άρεζαν ιδιαίτερα στον διευθυντή Δαμιανό Γαλαζούδη. Όμως οι σχετικές ανακοινώσεις, με μεγάλη μου δυσφορία (δούλευα στο περίπτερο σαν διερμηνέας και μεταφραστής), καταχωνιάζονταν ανεξήγητα στα συρτάρια της διεύθυνσης του περιπτέρου. Κάποιος απ’ το προσωπικό μου εξήγησε, τελικά το λόγο: «Οι διευθυντές δεν θέλουν τις εκδρομές. Φοβούνται μήπως κάποιος από μας το σκάσει και βρουν το μπελά τους. Μην επιμένετε, κύριε Τσίζεκ, να μας ενημερώνετε, θα μπλεχτείτε άσχημα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Θεσσαλονίκη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 135 Σχόλια »