Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Πεζογραφία’ Category

Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους (διήγημα του Μαρσέλ Αιμέ)

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2019

Τις προάλλες που συζητούσαμε στα σχόλια αν η παριζιάνικη Montmartre αποδίδεται Μονμάρτη ή Μονμάρτρη στα ελληνικά, είχαμε κάνει λόγο και για δυο διηγήματα φαντασίας του Μαρσέλ Αιμέ. Θα παρουσιάσω σήμερα το ένα από αυτά, το «Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους». Μια φίλη του ιστολογίου, που έχει ζήσει στο Παρίσι, το είχε μεταφράσει τότε, και μου το έστειλε. Παρόλο που, όπως λέει, η μετάφρασή της είναι ερασιτεχνική, νομίζω ότι διαβάζεται πολύ καλά και ελάχιστα άλλαξα καθώς τη διάβαζα. Πάντως, το πρωτότυπο είναι εδώ.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε σε περιοδικό το 1941 και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1943. Τα ονόματα των δρόμων που αναφέρονται είναι υπαρκτά. Έχω βάλει κάποια λινκ. Ο Μαρσέλ Αιμέ έζησε πολλά χρόνια στη Μονμάρτη, ακριβώς στη λεωφόρο Ζινό για την οποία γίνεται λόγος στο διήγημα. Μάλιστα, υπάρχει και πλατεία στο όνομά του, στην οποία μπορεί κανείς να δει ένα γλυπτό εμπνευσμένο από το διήγημα που θα διαβάσετε -φωτογραφία στο τέλος.

Η αναφορά σε «εγγλέζικη εβδομάδα» εννοεί την πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, που τότε ήταν ακόμη νεωτερισμός στη Γαλλία ενώ εφαρμοζόταν στην Αγγλία.

Περιμένω από τους ειδήμονες σε θέματα επιστημονικής φαντασίας να μας πουν αν το διήγημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ΕΦ. Νομίζω όχι. Μάλλον χιουμοριστικό θα το πούμε ή φανταστικό διήγημα.

 

Μαρσέλ Αιμέ

Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’τους τοίχους

Ζούσε στη Μονμάρτη, στον τρίτο όροφο της οδού ντ’Ορσάπ 75Β ένας εξαιρετικός άνθρωπος με το όνομα  Ντιτιγέλ, που είχε το μοναδικό χάρισμα να περνάει χωρίς πρόβλημα ανάμεσα απ’ τους τοίχους. Φορούσε γυαλιά, είχε μικρό μαύρο υπογένειο και ήταν τριτοβάθμιος  υπάλληλος στο Υπουργείο Καταστίχων. Το χειμώνα πήγαινε στο γραφείο του με το λεωφορείο και την άνοιξη έκανε τη διαδρομή με τα  πόδια φορώντας το μελόν καπέλο του.

Ο Ντιτιγέλ μόλις είχε πατήσει τα σαραντατρία, όταν του αποκαλύφτηκε η δύναμή του. Ένα βράδυ, μια σύντομη διακοπή ρεύματος τον βρήκε στο χωλ του μικρού εργένικου διαμερίσματός του. Περπάτησε για λίγο ψηλαφητά μες στα σκοτάδια και, όταν το ρεύμα επανήλθε, βρέθηκε στο πλατύσκαλο του τρίτου ορόφου. Καθώς η πόρτα του διαμερίσματος ήταν κλειδωμένη από μέσα, το συμβάν τον έβαλε σε σκέψεις και, παρά τις επιταγές της λογικής του, αποφάσισε να ξαναμπεί με τον τρόπο που είχε βγει, διασχίζοντας δηλαδή τον τοίχο. Αυτή η παράξενη ικανότητα, που καθώς φαίνεται δεν ήταν μέσα στις επιδιώξεις του, δεν έπαψε να τον ανησυχεί κάπως, και την επαύριο, Σάββατο, επωφελήθηκε από την «εγγλέζικη» εβδομάδα και πήγε να βρει ένα γιατρό της γειτονιάς, για να του εκθέσει την περίπτωσή του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γαλλία, Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Παρίσι, Πεζογραφία, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Ο Φυσικός Άνθρωπος (το κατά Γιάννη Μακριδάκη Ευαγγέλιο)

Posted by sarant στο 21 Απρίλιος, 2019

Σήμερα είναι Κυριακή, μέρα που συνηθίζουμε να βάζουμε κάτι λογοτεχνικό. Είναι και η θλιβερή επέτειος της 21ης Απριλίου 1967, είναι ομως και η Κυριακή των Βαΐων. Βρισκόμουν σε δίλημμα ποιο από τα δύο θέματα να προτιμήσω, αλλά είδα στη σελίδα του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, που πολύ τον αγαπώ και έργα του έχω κατ’ επανάληψη παρουσιάσει εδώ, το αφήγημα που θα διαβάσετε και μου άρεσε και του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω -τον ευχαριστώ πολύ.

Πρόκειται όπως βλέπετε για μια παράφραση της Μεγάλης Εβδομάδας και των Παθών του Ιησού Χριστού. Τέτοιες παραφράσεις γνωρίζει αρκετές η λογοτεχνία μας -θα αναφέρω πρόχειρα την αρκετά γνωστή «Μεγάλη βδομάδα του πρεζάκη» του Μ. Καραγάτση. Φυσικά, η κατά Μακριδάκην Μεγαλοβδομάδα διαπνέεται από τις πεποιθήσεις του συγγραφέα για τον φυσικό ανθρωπο, που τις εχει εκφράσει και στις νουβέλες του, ίσως πιο καθαρά στο «Αντί Στεφάνου«.

Σχολιάζει ο Μακριδάκης:

Το έγραψα το 2017, μετά από παραγγελία του Γιώργου Κουμεντάκη, καλλιτεχνικού διευθυντή της Λυρικής Σκηνής, για την Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ. Αποτελεί παράφραση των Ιερών Ευαγγελίων της Μεγάλης Εβδομάδας και παρουσιάστηκε στην παράσταση Ημέρες Λατρευτικής Μουσικής – Παραφράσεις Ιερών Κειμένων, στο Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, στις 4 και 5 Απριλίου 2017, ερμηνευμένο από την ηθοποιό Ράνια Οικονομίδου συνοδεία των αυτοσχεδιασμών στο πιάνο του Αντώνη Ανισέγκου.

Παραθέτω το κείμενο χωρίς άλλα σχόλια:

Ο Φυσικός Άνθρωπος ή αλλιώς το κατά Γιάννη Μακριδάκη Ευαγγέλιο

Την νύχτα εκείνη ο Ιησούς και οι μαθητές Αυτού, εξόν του Ιούδα, μετέβησαν πέραν του χειμάρρου των Κέδρων και εισήλθαν εις τον ελαιώνα της Γεσθημανής όπως προσευχηθούν.

Τον τόπο εκείνον εγνώριζε ασφαλώς και ο Ιούδας, διότι είχαν μεταβεί πλείστες φορές εκεί μαζί με τον Ιησού. Κατέφθασε κατόπιν λοιπόν και ούτος εκεί, επικεφαλής πλήθους οργίλων Καταναλωτών τε και Δούλων του Συστήματος, εχόντων ανά χείρας δαυλούς, λύχνους, ξύλα και μάχαιρες, συνοδευόμενοι υπό πανόπλων Στρατιωτών και Φρουρών, οίτινες είχαν διαθέσει εις αυτόν οι Τραπεζίτες, οι Επενδυτές και οι Άρχοντες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παρωδίες, Πασχαλινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , | 133 Σχόλια »

Οι τρεις αρτοποιοί, ο Χαριτόπουλος κι ο Βάρναλης

Posted by sarant στο 7 Απρίλιος, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου «Πειραιάς βαθύς» που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες. Το βιβλίο αυτό είναι το τρίτο της «πειραιώτικης τριλογίας» του Χαριτόπουλου και έχει ως υπότιτλο «Εγκλήματα και φόνοι», που είναι ακριβής περιγραφή του περιεχομένου του, αφού το βιβλίο είναι μια συλλογή εγκλημάτων και υποθέσεων του αστυνομικού δελτίου που συνέβησαν πραγματικά και που τα διηγείται ο Χαριτόπουλος.

Τα δύο προηγούμενα βιβλία της τριλογίας δεν τα έχω διαβάσει, ίσως επειδή με ενοχλεί ο στόμφος με τον οποίο προβάλλεται ο συγγραφέας, στόμφος έκδηλος και στο οπισθόφυλλο τούτου του βιβλίου: Όλα αυτά έγιναν. Έγιναν κι άλλα που δεν θα μάθουμε ποτέ. Είναι κόσμος υπόγειος. Όσοι ξέρουν δεν μιλάνε. Κι όσοι μιλάνε δεν ξέρουν.

Όμως η δημοσίευση ενός φίλου στο Φέισμπουκ, που το γούστο του στη λογοτεχνία το εμπιστεύομαι, με παρακίνησε να αναζητήσω το βιβλίο -και δεν το μετάνιωσα.

Όπως είπα και πιο πάνω, τα εγκλήματα, οι φόνοι, τα συμβάντα του αστυνομικού δελτίου που αφηγείται ο Χαριτόπουλος στο βιβλίο αυτό δεν είναι μυθοπλασία. Είναι πραγματικά γεγονότα, αν και δεν αποκλείω ο συγγραφέας να πήρε κάποιες ελευθερίες  στην αφήγησή του. Ανατρεπτικά βέβαια λειτουργεί και η καθαρεύουσα την οποία διάλεξε ο συγγραφέας ειδικά για τους τίτλους των πεζογραφημάτων (τους βλέπετε εδώ) και που μένει μόνο στους τίτλους, αφού τα κείμενα είναι γραμμένα σε στρωτή δημοτική, με κάποιες αργκοτικές λέξεις, όχι πολλές (καμιά εξηνταριά), που τις συγκεντρώνει στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας σε γλωσσάρι και τις επεξηγεί.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το βιβλίο του Χαριτόπουλου. Δεν διάλεξα το καλύτερο, ούτε το πιο συναρπαστικό -το διάλεξα επειδή μου δίνει την ευκαιρία να σκηνοθετήσω μια συνάντηση του Διονύση Χαριτόπουλου με τον Κώστα Βάρναλη, μια και ο Βάρναλης έχει κι αυτός αναφερθεί, σε χρονογραφήματά του, στην «ανεπίλυτον τριπλή σφαγήν εις το Χατζηκυριάκειον», στη δολοφονία των τριών αρτοποιών που μας διηγείται εδώ ο Χαριτόπουλος:

Η ανεπίλυτος τριπλή σφαγή εις το Χατζηκυριάκειον

Οι φουρναραίοι κάνουν αγαθή δουλειά.

Κάθε απόγεμα πιάνουν μαγιές και τη νύχτα όσο εμείς κοιμόμαστε αυτοί ιδρώνουν και τσιγαρίζονται· ζυμώνουν, πλάθουν, ψήνουν ψωμιά, κουλούρια, τυρόπιτες. Πάμε εμείς το πρωί και τα βρίσκουμε όλα έτοιμα, ζεστά και μοσχομυριστά σαν να τα ετοίμασε η μάνα μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 137 Σχόλια »

Πάνος Κουτρουμπούσης (1937-2019)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2019

Μεσοβδόμαδα πέθανε ο συγγραφέας, μεταφραστής και εικαστικός Πάνος Κουτρουμπούσης, γεννημένος στη Λιβαδειά το 1937, μορφή του κινήματος μπητ, του αντεργκράουντ και άλλων πρωτοποριακών κινημάτων.

Από έφηβος συμμετείχε στην παρέα των υπαρξιστών, στην περίφημη Παράγκα του Σίμου στην οδό Σαρρή -ο Λεωνίδας Χρηστάκης μάλιστα, διαβάζω σε άρθρο του Φώντα Τρούσσα, τον είχε ανακηρύξει υπαρχηγό του Σίμου αν και τον περιγράφει «ένα κοντό βατραχοειδές υποκείμενο». Συμμετείχε με τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Νάνο Βαλαωρίτη και άλλους στην έκδοση του περιοδικού Πάλι το 1963, με τη δικτατορία έφυγε για το εξωτερικό όπου μεταξύ άλλων σχεδίαζε εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων στο Λονδίνο (δείτε τι γράφει εδώ ο Φώντας Τρούσας, που έχει κι άλλα άρθρα του για τον Κουτρουμπούση)

Ο Κουτρουμπούσης εμφανιστηκε στα γράμματα με ένα ποίημα, στο τεύχος 10 (Μάιος-Αύγουστος 1958) του περιοδικου Αθηναϊκά Γράμματα που το έβγαζε ο Δημήτρης Βαρουτσής:

Ζήτημα πρώτον

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τι μένει;
Μένει κάτι
Κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
. . . μένει:
Μισή μποτίλια αλκοολικού παρασκευάσματος

ο ήλιος του καλού Θεού
και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το φεγγάρι
Πανσεληνο.

Ωστόσο, στη συνέχεια ο Κουτρουμπούσης κυρίως ως πεζογράφος παρουσιάστηκε. Πρώτο του βιβλίο, το 1978, το Εn αγκαλιά de Κρισγιαούρτι y otros ταχυδράματα y otros historias περίεργες, ενώ ακολούθησε το «Στο θάλαμο του Μυθογράφφ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Περιοδικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 54 Σχόλια »

Θεσσαλία (διήγημα του Κων. Νταϊφά)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2019

Μέσα στην επόμενη βδομάδα έχουμε την επέτειο της 6ης Μαρτίου 1910, του αγροτικού ξεσηκωμού στο Κιλελέρ της Θεσσαλίας. Επετειακά, το ιστολόγιο δημοσιεύει το διήγημα «Θεσσαλία» του Κώστα Νταϊφά, παρμένο από ανθολογια διηγηματογράφων που κυκλοφόρησε το 1923 σε επιμέλεια του Αδαμαντίου Παπαδήμα. Το διήγημα το παίρνω από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, στο οποίο προστέθηκε πρόσφατα -ο Γιάννης συνεχίζει ακαταπόνητος να προσθέτει υλικό από παλιές ανθολογίες.

Ο Κώστας Νταϊφάς στο βιογραφικό που υπάρχει στην ανθολογία εμφανίζεται να έχει γεννηθεί το 1893, αλλά σε άλλες πηγές βρίσκουμε και άλλες χρονολογίες από 1891 έως 1895. Ήταν δημοσιογράφος, ποιητής και πεζογράφος, ενταγμένος στο κίνημα του δημοτικισμού. Δημοσίευσε ποιήματά του στον «Νουμά» καθώς και τα βιβλία «Θεσσαλία» και «Οι Άνθρωποι του βάλτου». Ίδρυσε εφημερίδα Πρόοδος στη Λάρισα και στον Βόλο ενώ το 1926 ομότιτλη εφημερίδα στην Αθήνα (με την οποία συνεργάστηκε ο Βάρναλης στις ανταποκρίσεις που έχω συγκεντρώσει στον τόμο Γράμματα από το Παρίσι). Πέθανε το 1957 ή το 1958, ούτε σε αυτό ομοφωνούν οι πηγές.

 

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Πολλές φορές ο Στάθης ο Χαρούλης απόρεσε, αν έτσι θα περνούσε όλη του τη ζωή, αλέτρι, χωράφι, θέρος κι αλώνι. Πολλές φορές το σκέφτηκε, μα δεν αποζήτησε να βρει λύση, ούτε σκέση της ζωής και βίου. Κι έφτανε τα σαράντα ο Στάθης ο Χαρούλης. Όμως ούτε ο πατέρας του, ούτε ο παππούς του ποτές του δώσανε αφορμή να σκεφτεί παραπέρα απ’ ό,τι έβλεπε. Η ζωή του περνούσε ίδια κάθε χρόνο· ίδια και απαράλλαχτη.
Παντρέφτηκε ο παππούς του, όπως είχε παντρεφτεί και ο πατέρας του, όπως έπρεπε να παντρεφτεί κι ο γιος του κι άλλοι γιοί. Και θα πέθαινε μια μέρα, όπως πέθανε ο παππούς του, όπως θα πεθάνει κι ο πατέρας του, κι όπως πρέπει μια μέρα να πεθάνει κι ο γιος του— γιατί έτσι: όποιος ζει θα πεθάνει.
Όλα, μα όλα, γενικά, έπρεπε να γίνουνται, ακριβώς έτσι πως γίνουνται. Όπως η ζωή, έτσι και ο θάνατος, έτσι και η δουλειά: Να δουλεύουν επί ζωής στα ίδια χωράφια, να κάθουνται στα ίδια σπίτια, να τρώνε το ίδιο ψωμί.
Μόνο προ λίγα χρόνια γίνηκε μια μεταβολή —δυο μεταβολές· μια ο σ ι δ ε ρ ό δ ρ ο μ ο ς, και μια που αλλάξανε α φ έ ν τ η. Μα και αυτά τα συνήθισαν, ή κάλλιο δεν τα πολυσυνήθισαν. Με την ίδια περιέργεια που είδανε πρώτη φορά σιδερόδρομο, τονέ βλέπουν κάθε μέρα, που σκίζει ουρλιάζοντας τον κάμπο, εφτά ώρες μακριά ‘πό το χωριό· με την ίδια αδιαφορία δεχτήκανε το νέο αφεντικό. Ούτε με τον πρώτο μιλούσαν Τούρκικα, ούτε με τούτονε ρωμαίικα.
Όλα ίδια στη ζωή τους. Μια φορά το χρόνο σπορά —μια Χριστούεννα· μια Πασκαλιά— μια θέρος.
     Κάθε καλοκαίρι αλώνισμα και θέρμες…
Όλα ίδια στη ζωή του Στάθη του Χαρούλη, όχι μονάχα αυτουνού, μα και των άλλων συχωριανώ του κι αυτό δε γινότουν μόνο στου Χαρούλη το χωριό το Δεξοχώρι μα και σ’ όλα του Κάμπου τα χωριά. Κι ήτανε φχαριστημένοι απ’ τη ζωή τους όλοι οι Δεξοχωρίτες κι οι Καμπίσιοι· γιατί δεν είχανε με τίποτα δυσαρεστηθεί· γιατί δεν νιώθαν αν ειμπόρειε να είναι διαφορετικότερα· γιατί ακόμα φαντάζονται πως όλος ο κόσμος έτσι είναι — γιατί έτσι πρέπει να ‘ναι…
Όλ’ οι Καμπίσιοι, όλ’ οι Δεξοχωρίτες και ο Στάθης ο Χαρούλης έτσι φαντάζονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγροτικά, Διηγήματα, Επετειακά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Στ’ αμπέλια με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2018

Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο από τις εκδόσεις Πόλις το αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια«.

Πρόκειται για ένα μικρό σε έκταση, ούτε 90 σελίδες, αλλά πυκνό και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1953, περιγράφει εννιά καλοκαίρια που τα πέρασε στο πατρικό χωριό, τη Συκιά Λακωνίας, από το 1959 έως και το 1967.

Ο Ζουμπουλάκης γεννήθηκε στο χωριό, αλλά το 1959 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, στα Κουπόνια, για να μπορέσουν να μορφωθούν τα παιδιά. Σαν παιδί είχε ένα πρόβλημα υγείας και ήταν πολύ αδύνατος και γι’ αυτό τον έστελναν όλο το καλοκαίρι, μονάχο του, στο χωριό, στους θείους του, με την ελπίδα ότι θα έπαιρνε 3-4 κιλά.

Αυτά τα καλοκαίρια αφηγείται ο συγγραφέας. Όχι με ημερολογιακή σειρά, όχι λεπτομερειακά, χωρίς να διηγείται εντυπωσιακές ιστορίες. Απολογισμό κάνει και παρουσιάζει συμπεράσματα, ενώ επίσης σκιαγραφεί με πολλή αγάπη τη ζωή του παπά πατέρα του, του επίσης παπά παππού του και άλλων προγόνων του.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι παραπλανητικός, με την έννοια ότι η Συκιά, το λέει και τ’όνομά της, δεν είχε εκτεταμένους αμπελώνες. Το βασικό προϊόν τους ήταν τα σύκα. Όμως ο κάθε χωρικός, για να μην πηγαινόρχεται στο χωράφι την εποχή που έπρεπε να μαζευτούν τα σύκα, μετακόμιζε οικογενειακώς εκεί, και έμεναν σε πρόχειρα καλυβάκια ή μικρά σπιτάκια μονόχωρα (καμάρες) -κι έλεγαν ότι πηγαίνουν «στ’ αμπέλια» κι ας μην υπήρχαν παρά ελάχιστα ή και καθόλου κλήματα εκεί. Κάποιος, διηγείται ο Ζουμπουλάκης, άφηνε στο χωριό τη γάτα για να μην πληθύνουν τα ποντίκια, και μια φορά την εβδομάδα ανέβαινε στο χωριό και της έριχνε ένα μεγάλο κριθαρένιο παξιμάδι. Για την υπόλοιπη τροφή της, έπρεπε να φροντίσει μόνη της. Ήταν κάτισχνη.

Φυσικά, ο συγγραφέας περιγράφει πώς μάζευαν τα σύκα, πώς τα ξέραιναν στη λιάστρα και πώς τα πήγαιναν στο αποστειρωτήριο. Περιγράφει επίσης διάφορες άλλες αγροτικές εργασίες που ήταν απαραίτητες σε εκείνη την οικονομία της αυτάρκειας και που σήμερα δεν τις διανοούμαστε -δεν αγόραζαν τα σαρώματα (σκούπες) αλλά έσπερναν το χόρτο και τα έφτιαχναν. Και ο κόπος για να φτιαχτεί ένα μέτρο λινό ύφασμα ήταν αφάνταστος, όπως υπονοεί η παροιμία για του λιναριού τα πάθη.

Όμως, όλα αυτά ο Ζουμπουλάκης τα θυμάται με συγκίνηση μεν αλλά χωρίς νοσταλγία. Όπως λέει σε κάποιο σημείο προς το τέλος:

Εμένα αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας -δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά- αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων του ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Τι να νοσταλγήσεις; Τη φτώχεια, την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εντελώς απροστάτευτη απέναντι στην παραμικρή αρρώστια ζωή; Τη φυσική και ψυχική βία εις βάρος των μικρών παιδιών και των γυναικών; Το κουτσομπολιό, την κακολογία και τον ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής -τρόπος του λέγειν- ζωής; Τη δεισιδαιμονία και τον αναλφαβητισμό; Οι γυναίκες του χωριού, όταν ήθελαν να πάνε από τη μια ρούγα στην άλλη, δεν περνούσαν μέσα απ’ την αγορά, δεν τη διασχίζανε, αλλά έκαναν κύκλο και την παρακάμπτανε. Ήταν τόπος απαγορευμένος γι’ αυτές. Η ενδυματολογία τους από μια ηλικία και πέρα, μέσα στα μαύρα, με τα τσεμπέρια και τις γάζες -έτσι λέγονταν οι λεπτοί, αγανοί κεφαλόδεσμοι- δεν διέφερε και πολύ από των μουσουλμάνων γυναικών. Αυτό τον κόσμο τον νοσταλγεί μόνο όποιος δεν τον έχει γνωρίσει. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 124 Σχόλια »

Η (αληθινή) ιστορία του Πέτρου και του λύκου – Rio de Janeiro blues (δυο ιστορίες του Χρήστου Τσατσαρώνη)

Posted by sarant στο 25 Νοέμβριος, 2018

Θα παρουσιάσω σήμερα δυο διηγήματα του φίλου μας Χρήστου Τσατσαρώνη, που μου τα έστειλε για να τα δημοσιεύσω στο ιστολόγιο, να τα αναδημοσιεύσω πιο σωστά αφού έχουν δημοσιευτεί παλιότερα στο ιστολόγιο του συγγραφέα. Ο Χρήστος σχολιάζει και στο ιστολόγιο, αν και όχι τόσο συχνά, οπότε το όνομά του θα είναι γνωστό στους ταχτικούς αναγνώστες, όχι όμως και το έργο του.

Τα διηγήματά του ο Χρ. Τσατσαρώνης τα αποκαλεί «Ιστορίες μακρόχρονης και δυσβάστακτης θλίψης» (badsadstories είναι η διεύθυνση του ιστολογίου του) αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν αξίζουν την προσοχή μας. Και στα δύο διηγήματα προτάσσεται μια σύντομη εισαγωγική παράγραφος του συγγραφέα με πλάγιους χαρακτήρες.

Η (αληθινή) ιστορία του Πέτρου και του λύκου

Διότι, μόνον εγώ αγαπητοί αναγνώστες, όπως και σε άλλα κείμενα θα έχετε διαπιστώσει, μόνον εγώ ξέρω – μα και έχω το θάρρος να σας λέω – την αλήθεια! Ιδού:

Όταν ο Πέτρος μπήκε στην εφηβεία, το συμβούλιο του χωριού (μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας – κολλεκτίβας), αποφάσισε να του αναθέσει πιο υπεύθυνα καθήκοντα στις κοινές εργασίες. Και συγκεκριμένα, να βοσκά τα πρόβατα στο βουνό. Ο Πέτρος ήταν ένα έξυπνο, εργατικό και φιλότιμο παιδί. Είχε όμως ένα φοβερό ελάττωμα. Ήτανε ψεύτης φοβερός, τερατολόγος, παραμυθάς. Τους είχε φλομώσει στο ψέμμα όλους. Κι ήτανε και καλός ο μπαγάσας. Όλοι την πατάγανε και τον πιστεύαν. Είπανε «Άσε, θα μεγαλώσει και θα του περάσει. Άσε, με τη δουλειά θα του περάσει».

Μα πού; Από την πρώτη μέρα, εκεί που βόσκαγε τα πρόβατα, μπήκε ο διάβολος μέσα του, πήγε μέχρι την άκρη του γκρεμού, έκανε τα χέρια του χωνί και βάλθηκε να φωνάζει προς τα κάτω, στον κάμπο, στο χωριό:

«Λύκος! Λύκος!»

Τρελλάθηκαν οι χωρικοί. Αρπάξαν τα μπαστούνια, αρπάξαν τα τουφέκια. Τρέξανε πάνω στο βουνό. Μα όταν φτάσανε πουθενά λύκος. Τα προβατάκια βοσκούσαν ήσυχα κι ο Πέτρος κυλιόταν κάτω από τα γέλια. Του κάνανε σοβαρή παρατήρηση και φύγαν θυμωμένοι.

Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια. Φώναξε ο Πέτρος με φωνή σπαρακτική:

«Λύκος! Αλήθεια μωρέ τούτη τη φορά σας λέω, λύκος, λύκος, λύκος!»

Θέλοντας και μη οι χωρικοί, αρπάξαν τις μαγκούρες, αρπάξανε τα δίκαννα, τρέξανε πάνω. Πάλι τα ίδια. Λύκος πουθενά κι ο Πέτρος ξελιγωμένος από τα γέλια. Ο πρόεδρος τοις κοινοτικής συνέλευσης, βράζοντας από θυμό, του έκανε δριμεία παρατήρηση και του δήλωσε ξεκάθαρα πως θά ‘χε μία μόνο, τελευταία ευκαιρία. Με ένα ακόμα λάθος θα τον διώχναν από το χωριό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , | 92 Σχόλια »

Λειψή Μεγαλοβδομάδα (μαρτυρία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 17 Νοέμβριος, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 44 χρόνια από τις 17 Νοεμβρίου 1973, τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο.

Το ιστολόγιο παρουσιάζει με συγκίνηση ένα αφήγημα του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου για τις μέρες εκείνες. Πιο σωστά, μια μαρτυρία -μια και ο Δημήτρης συμμετείχε στην εξέγερση, όντας τότε τεταρτοετής φοιτητής στη σχολή Χημικών Μηχανικών.

Δεν είναι ανάγκη να πω περισσότερα, δινω τον λόγο στον Δημήτρη και χαίρομαι που οι συζητήσεις στο ιστολόγιο ενδέχεται να τον παρακίνησαν να γράψει -διότι το αφήγημα γράφτηκε πριν από λίγες μέρες.

Εἶχα σκεφτεῖ κι ἄλλες φορὲς νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸ Πολυτεχνεῖο, ἀλλὰ δὲν τ᾿ ἀποφάσιζα. Ἄλλωστε ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ κι ἀπὸ πολλούς. Παλιότερα, τέτοιες μέρες, οἱ ἐφημερίδες γέμιζαν μὲ ἀφιερώματα, φωτογραφίες, ἀφηγήσεις τῶν πρωταγωνιστῶν καὶ πολιτικὲς ἀναλύσεις τῶν γεγονότων. Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς γιὰ νὰ δικαιολογήσουν -οἱ ἀναλυτές- τὴν μετέπειτα πολιτική τους πορεία. Χώρια οἱ τηλεοπτικὲς ἐκπομπὲς καὶ οἱ ταινίες ποὺ γυρίστηκαν.

Συνήθως τὰ ἐπετειακὰ γράφονται σὲ κάποια «στρογγυλὴ» χρονικὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸ γεγονός· δεκάχρονα, εἰκοσάχρονα, εἰκοσιπεντάχρονα καὶ τὰ σχετικά. Αὐτὴ τὴ δικαιολογία ἔβρισκα κι ἐγώ, τὶς λίγες φορὲς ποὺ  σκεφτόμουν σοβαρὰ νὰ γράψω κάτι, καὶ τ᾿ ἄφηνα γιὰ κάποιαν ἄλλη, «στρογγυλὴν» ἐπέτειο καὶ πάντα τὸ ξεχνοῦσα.

Φέτος ὅμως τ᾿ ἀποφάσισα, κι ἂς μὴν εἶναι εἶναι «στρογγυλὴ» ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τότε· ἐξ ἄλλου, τὰ σαραντατέσσερα εἶναι «ἕνα καντάρι1  χρόνια» πού ᾿λεγε κι ὁ πατέρας μου.

Μὴν περιμένετε τίποτα περισπούδαστες πολιτικοκοινωνικὲς ἀναλύσεις, οὔτε περιγραφές ἡρωικῶν πράξεων. Μιὰ προσωπικὴ ματιὰ στὰ γεγονότα θὰ δώσω· αὐτὰ ποὺ ἔτυχε νὰ ζήσω, ὅσο πιὸ ἀληθινὰ μπορῶ.   

14-15/11/2017

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑ ΛΕΙΨΗ

Ἐκεῖνες οἱ μέρες τοῦ Νοέμβρη ἔχουν καταγραφεῖ στὸ μυαλό μου σὰν μιὰ Μεγαλοβδομάδα· μιὰ Μεγαλοβδομάδα λειψή, χωρὶς Βάγια καὶ χωρὶς Ἀνάσταση. Δὲν ξέρω ἂν φταῖνε γι᾿ αὐτὸ οἱ Πασχαλιάτικες παιδικές μου μνῆμες ἀπ᾿ τὸ χωριό -τὸ σπίτι μας ἦταν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ καὶ ζούσαμε ὅλες τὶς ὧρες τῆς Μεγαλοβδομάδας μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ τὶς μυρωδιές της- μαζὶ μὲ τὸν γλυκὸ καιρὸ ἐκείνου τοῦ Νοέμβρη πού ᾿μοιαζε ἀνοιξιάτικος. Μεγάλη πάντως ἦταν· τοὐλάχιστον γιὰ μένα καὶ γι᾿ ἄλλους πολλούς ποὺ βρεθήκαμε ἐκεῖ καὶ τὰ ζήσαμε ἀπὸ πρῶτο χέρι.

ΤΕΤΑΡΤΗ

Ἡ δική μας Μεγαλοβδομάδα ξεκίνησε τὴν Τετάρτη, στὶς δεκατέσσερις τοῦ Νοέμβρη. Ἀπὸ τὸ πρωὶ εἴχαμε γενικὲς συνελεύσεις σὲ ὅλες τὶς σχολὲς τοῦ Πολυτεχνείου γιὰ τὴν προκύρηξη φοιτητικῶν ἐκλογῶν καὶ ἐκλογὴ ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἡ Χούντα ἔκανε τὴν ἀπόπειρα τῆς δῆθεν φιλελευθεροποίησης μὲ τὴν κυβέρνηση τοῦ Μαρκεζίνη. Ἐκεῖνες τὶς μέρες, μάλιστα, εἶχαν πάρει προσωρινὸ ἀπολυτήριο ἀπ᾿ τὸ στρατὸ οἱ συνδικαλιστὲς φοιτητές· αὐτοὶ ποὺ πῆγαν φαντάροι τὸν προηγούμενο χειμώνα, ἐπειδὴ τοὺς ἔκοψαν τὴν ἀναβολή. Νωρὶς τὸ ἀπόγευμα, τελειώνοντας οἱ γενικὲς συνελεύσεις, εἴχαμε βγεῖ καὶ κουβεντιάζαμε μπουλούκια-μπουλούκια στὴν αὐλή· μερικοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ φεύγουν, ὅταν, ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Πατησίων, μπουκάρισε μιὰ μεγάλη ὁμάδα φοιτητῶν ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο. Αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ κάνουν συνελεύσεις, ἐπειδὴ βρῆκαν κλειστὲς τὶς πόρτες τῶν σχολῶν τους καὶ ἦρθαν στὸ Πολυτεχνεῖο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 154 Σχόλια »

Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο

Posted by sarant στο 5 Νοέμβριος, 2017

Την Τρίτη συμπληρώνονται 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση, που έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1917 με το παλιό ημερολόγιο, 7 Νοεμβρίου δηλαδή με το ημερολόγιο που ισχύει σήμερα -και, όπως έχουμε πει, επειδή αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων υιοθετήθηκε το νέο ημερολόγιο, στην πραγματικότητα η Οκτωβριανή επανάσταση ουδέποτε γιορτάστηκε Οχτώβρη μήνα στη χώρα όπου έγινε.

Αυτόπτης μάρτυρας της επανάστασης ήταν κι ένας Αμερικανός, ο δημοσιογράφος και ακτιβιστής Τζον Ριντ (John Reed), που κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο Δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο (Ten Days that Shook the World), το οποίο εκδόθηκε το 1919. Τον Οκτώβριο του 1920 ο Ριντ πέθανε, έχοντας προσβληθεί από τύφο, στα 33 χρόνια του και τάφηκε στα τείχη του Κρεμλίνου, μια τιμή που έχει γίνει σε ελάχιστους Αμερικανούς. Η ζωή και το έργο του Ριντ μεταφέρθηκαν αρκετές φορές στον κινηματογράφο, με γνωστότερη την ταινία Reds (1981) του Γουόρεν Μπίτι, που υποδύθηκε τον Ριντ.

Για να τιμήσω την επέτειο παρουσιάζω ένα εκτενές απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης» (συγκεκριμένα την αρχή, σελ 131-140, και το τέλος, σελ. 172-177, του κεφαλαίου). Διαλεξα το απόσπασμα από την έκδοση της Σύγχρονης Εποχής και… αφού σκανάρισα τις σελίδες αντιλήφθηκα ότι το έργο έχει δημοσιευτεί σε συνέχειες το 1997 στον Ριζοσπάστη και υπήρχε ονλάιν, οπότε τις πήρα από εκεί.

Αξιοπερίεργο αυτής της έκδοσης είναι πως δεν αναφέρεται όνομα μεταφραστή. Αυτό εν μέρει εξηγείται επειδή το κείμενο βασίζεται στη μετάφραση που είχε γίνει το 1961 από τις «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», τον εκδοτικό οίκο που είχε το ΚΚΕ στις σοσιαλιστικές χώρες την εποχή της παρανομίας του. Στο οπισθόφυλλο διαβάζω πως τώρα η μετάφραση ειναι ξανακοιταγμένη και βελτιωμένη, αλλά δεν βρήκα το όνομα ούτε του αρχικού μεταφραστή ούτε του θεωρητή. Πείτε με συντεχνιακό, αλλά νομίζω πως θα έπρεπε να αναφέρονται και τα ονόματά τους, εφόσον αναφέρονται τα ονόματα των συντελεστών της τυπογραφικής διόρθωσης, της εκτύπωσης του εξωφύλλου ή της βιβλιοδεσίας.

Ωστόσο, αυτά είναι δευτερεύοντα. Σήμερα, το κράτος που ίδρυσαν οι μπολσεβίκοι πριν από 100 χρόνια, αφού μετατράπηκε από καθυστερημένη μισοφεουδαρχική χώρα σε υπερδύναμη, αφού τσάκισε τον ναζισμό και αφού έφτασε μέχρι το Διάστημα, κατέρρευσε λίγα χρόνια μετά τα εβδομηντάχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης. Όμως το ενδιαφέρον για το κομμουνιστικό πείραμα παραμένει και ασφαλώς δεν έχουμε φτάσει στο τέλος της ιστορίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης

Την Τετάρτη στις 7 του Νοέμβρη (25 του Οχτώβρη) σηκώθηκα πολύ αργά. Οταν βγήκα στη λεωφόρο Νέβσκι στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ βρόντηξε μεσημεριάτικα το κανόνι. Η μέρα ήταν υγρή και κρύα… Απέναντι στις κλειδωμένες πόρτες της κρατικής τράπεζας στέκονταν κάμποσοι στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη.

«Ποιοι είστε σεις;» ρώτησα. «Με την κυβέρνηση είστε;», «Δεν υπάρχει πια κυβέρνηση!» απάντησε με χαμόγελο ένας στρατιώτης. «Δόξα τω Θεώ!» Αυτό ήταν όλο που κατάφερα να μάθω απ’ αυτόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Επετειακά, ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 146 Σχόλια »

Ξαναδιαβάζοντας τον Πέδρο Καζάς

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2017

Εκεί που είχα πάει για παραθερισμό, υπάρχει μια μικρή βιβλιοθήκη με βιβλία του παππού μου, από τη δεκαετία του 1920 τα περισσότερα, ελληνική λογοτεχνία ή ξένη σε μετάφραση. Μια μέρα έπιασα και διάβασα τον Pedro Cazas του Φώτη Κόντογλου, σε ένα μικρού σχήματος τομίδιο, που έχει στη δεύτερη σελίδα του την υπογραφή του θείου του Μιχάλη, αδελφού του παππού μου. Πιο σωστά, τον ξαναδιάβασα, μια και τη νουβέλα του Κόντογλου την είχα ξαναδιαβάσει πριν από πολλά χρόνια σε νεότερη έκδοση και την έχω μάλιστα δημοσιεύσει ολόκληρη στον παλιό μου ιστότοπο.

Το βιβλιαράκι που είχα στα χέρια μου είναι έκδοση του 1923, από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο Χ. Γανιάρη. Είχε προηγηθεί μια έκδοση το 1920. Πράγματι, στην τελευταία σελίδα του τομιδίου βρίσκω την εξής σημείωση:

.

Ο Pedro Cazas είχε τυπωθή στο Παρίσι προ τρία χρόνια σε 250 αντίτυπα για τους φίλους του συγγραφέα.

Οι δυο εικονογραφίες είναι απ’ το χέρι του.

.

Ωστόσο, στο άρθρο της Βικιπαίδειας αλλά και αλλού βρίσκω ότι η πρώτη έκδοση έγινε στη γενέτειρα του Κόντογλου, το Αϊβαλί, το 1920, στο σύντομο διάστημα που η Ιωνία βρισκόταν υπό ελληνικό έλεγχο. Μπορεί να υπάρχει αντίφαση, μπορεί πάλι η εκτύπωση να έγινε όντως στο Παρίσι αλλά το βιβλίο να κυκλοφόρησε και να διατέθηκε στην Ιωνία. Πάντως η νουβέλα γράφτηκε στο Παρίσι, όπου έμενε ο νεαρός (γεννημένος το 1895) Κόντογλου από το 1914.

Η τρίτη έκδοση της νουβέλας έγινε το 1944, με κάποιες αλλαγές στη γλώσσα -ανάμεσα στ’ άλλα ο τίτλος ελληνογράφεται, από Pedro Cazas σε Πέδρο Καζάς. Το κείμενο που έχω ανεβάσει ονλάιν είναι από την τρίτη έκδοση. Στα βιβλιοπωλεία θα βρείτε τον Πέδρο Καζάς μαζί με τη Βασάντα, το δεύτερο βιβλίο του Κόντογλου.

Ο Πέδρο Καζάς, σύμφωνα με την προμετωπίδα της πρώτης/δεύτερης έκδοσης είναι «η πρωτάκουστη ιστορία του Εσπανιόλου κουρσάρου που είτε έζησε τρακόσα χρόνια είτε γύρισε απ’ τον Άδη. Τυπωμένη από ένα παράξενο πορτουγέζικο χειρόγραφο που έπεσε στα χέρια του Φώτη Κόντογλου στο Oporto». Στις επόμενες εκδόσεις υπάρχουν μικροδιαφορές στη διατύπωση της φράσης αυτής.

Το βιβλίο έχει έναν πρώτο πρόλογο που τον υπογράφει ο Κόντογλου (μάλιστα: Κόντογλους), κι έναν δεύτερο που τον υπογράφει ο αφηγητής, με την υποτιθέμενη τοποχρονολόγηση «Setubal, 1887». Με τους αλλεπάλληλους προλόγους, ο Κόντογλου  αποστασιοποιείται από τον αφηγητή του και από την αφήγησή του, αποποιείται την ιδιότητα του συγγραφέα του κειμένου και παρουσιάζεται σαν απλός μεταγραφέας του «παράξενου χειρόγραφου», ένα λογοτεχνικό τέχνασμα που και άλλοι έχουν χρησιμοποιήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Ναυτικά, Πεζογραφία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Μια ιστορία του αυτοκινήτου (Ιλιά Έρενμπουργκ)

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

b137944Μια και προχτές είχαμε ένα άρθρο για τα αυτοκίνητα, έστω και λεξιλογικό, ταιριάζει σήμερα στο φιλολογικό ραντεβού μας να διαβάσουμε ένα πεζογράφημα αφιερωμένο στα αυτοκίνητα -στην ιστορία του αυτοκινήτου. Το έγραψε το 1929 ο αγαπημένος μου Ιλιά Έρενμπουργκ, ο εβραίος σοβιετικός συγγραφέας που κι άλλες φορές έχω παρουσιάσει έργα του εδώ.

Για το βιβλίο αυτό είχα διαβάσει στην αυτοβιογραφία του, και μια φορά που είχα πάει στο Λονδίνο, χαζεύοντας σε ένα βιβλιοπωλείο, είχα δει πως είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Το αγόρασα, και το πρότεινα σε έναν εκδότη -γύρω στο 2000 πρέπει να έγινε αυτό. «Οι σοβιετικοί δεν πουλάνε πια», αποφάνθηκε αυτός και το απέρριψε. Δεν ασχολήθηκα άλλο με το θέμα. Όπως βλέπετε, ο εκδοτικός οίκος Ύψιλον είχε ευτυχώς άλλη άποψη ως προς τους σοβιετικούς συγγραφείς, κι έτσι το 2008 εξέδωσε το βιβλίο, μεταφράζοντάς το από τ’ αγγλικά. Μπράβο τους, διότι το βιβλίο αξίζει.

Το χαρακτήρισα πεζογράφημα, διότι δεν είναι μυθιστόρημα -είναι είδος ρεπορτάζ, πολύ μοντέρνο στη γραφή του. «Χρονογράφημα» το χαρακτηρίζει ο Έρενμπουργκ στην εισαγωγή αλλά έχω την εντύπωση πως κάτι χάθηκε στη μετάφραση και πως θα ταίριαζε να το πει «χρονικό». Ο Ερενμπουργκ, που εκείνα τα χρόνια ζούσε στο Παρίσι, γράφει το 1929, που το αυτοκίνητο έχει ήδη φέρει την επανάσταση στην καθημερινή ζωή του δυτικού κόσμου: παρακολουθεί λοιπόν τις αλλαγές αυτές παντού: στο εργοστάσιο, στις συγκοινωνίες, στην καθημερινή ζωή, στο χρηματιστήριο. Και δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τελικό προϊόν, αλλά και για τα ελαστικά, το πετρέλαιο, τις οδικές υποδομές. Δεν γράφει όμως πολιτική μπροσούρα, ούτε οικονομικό δοκίμιο -κάνει λογοτεχνία, παρόλο που από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ο Χένρι Φορντ, ο Σιτροέν, διάφοροι μεγιστάνες του πετρελαίου και του καουτσούκ, πολιτικοί όπως ο Τσόρτσιλ, αλλά και ιστορικές μορφές του εργατικού κινήματος, πλάι σε ήρωες της μυθοπλασίας.

Από τον 3ο τόμο των Απομνημονευμάτων του Έρενμπουργκ (μτφ. Άρη Αλεξάνδρου) αντιγράφω από το 20ό κεφάλαιο ορισμένα σχετικά με το βιβλίο αυτό και με μερικά ακόμα της ίδιας νοοτροπίας που έγραψε ο Έρενμπουργκ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 147 Σχόλια »

Καβγάς (πεζογράφημα του Μιχαήλ Μητσάκη)

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2016

Τις προάλλες,  ο φίλος μας ο Αφώτιστος Φιλέλλην έκανε λόγο, σε κάποιο σχόλιο, για τον Μιχαήλ Μητσάκη (1868-1916), μιαν από τις παραγνωρισμένες μορφές της λογοτεχνίας μας -και μού θύμισε ότι στο ιστολόγιο δεν έχω βάλει καθόλου κείμενα του Μητσάκη, αν και είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο.

Οπότε, παρακάλεσα τον φίλο μας τον Σκύλο να μου πληκτρολογήσει ένα μικρό αθηναϊκό αφήγημα του Μητσάκη, με τον τίτλο Καβγάς, που το παρουσιάζω σήμερα.

Ο Μητσάκης, όπως θα δείτε, περιγράφει με τέχνη και οξυδέρκεια έναν καβγά κουτσαβάκηδων, πιθανότατα στην πλατεία Κουμουνδούρου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η γλώσσα είναι βαριά καθαρεύουσα, αλλά οι διάλογοι δίνονται στο μάγκικο ιδίωμα της εποχής.

Το αφήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Αττικόν Μουσείον στο τεύχος 9 του 1890 (Σεπτέμβριος 1890). Εγώ το πήρα από τον τόμο «Μιχαήλ Μητσάκης. Πεζογραφήματα» του εκδ. οίκου Νεφέλη, αλλά κοίταξα και το πρωτότυπο, το οποίο στη μαγική εποχή μας υπάρχει ονλάιν, κι έτσι διορθώνω το «λαμβάνων ούτω στάσεις παλαιστών» που υπήρχε στην έκδοση της Νεφέλης (σελ. 140-141) σε «λαμβάνουν ούτω στάσεις παλαιστών». Διορθώνω επίσης ένα πολύ σοβαρότερο λάθος που είχε η έκδοση της Νεφέλης, στη σελ. 143, όπου το «αναγκαζόμεν’ ίσως να ενθυμηθούν και άκοντες» το έχει κάνει «και ανήκοντες» και δεν βγαίνει νόημα.

Εκσυγχρόνισα λιγάκι την ορθογραφία -δηλαδή στην υποτακτική αν και όχι στο πρώτο πληθυντικό της- πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα. Εννοείται ότι μονοτονίζω, όχι μόνο από πεποίθηση αλλά και από ανάγκη -ποιος να πληκτρολογήσει σε πολυτονικό, χώρια που τα σκουληκάκια δεν διαβάζονται στις ταμπλέτες. Βέβαια, σε μια βαριά καθαρεύουσα όπως του Μητσάκη τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης του πολυτονικού είναι ισχυρότερα -και ακόμα περισσότερο της υπογεγραμμένης σε κάποιες δοτικές. Αλλά είναι και τεχνικοί οι λόγοι, όπως είπα.

Δεν είναι όμως η έλλειψη της υπογεγραμμένης το βασικό πρόβλημα για την κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη, αλλά η βαριά καθαρεύουσα. Λογαριάζω να το συζητήσουμε και με ευκαιρία ένα άρθρο του Ζουμπουλάκη για τον Παπαδιαμάντη, αλλά όλο και περισσότερο πιστεύω ότι δεν πρέπει να αποκλείουμε την ιδέα της μετάφρασης των αξιόλογων κειμένων που είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα του 19ου αιώνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Καθαρεύουσα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 175 Σχόλια »

Τριήμερο στα κάγκελα (Φώντας Κονδύλης)

Posted by sarant στο 13 Νοέμβριος, 2016

Καθώς πλησιάζει η επέτειος της 17 του Νοέμβρη σκέφτηκα να βάλω κάποιο πεζογράφημα γραμμένο για την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Παρουσιάζω ένα εκτενές απόσπασμα από το χρονικό του Φώντα Κονδύλη «Τριήμερο στα κάγκελα»: την πρώτη μέρα.

Το απόσπασμα αυτό το είχα ανεβάσει το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο, μαζί με πολλά άλλα λογοτεχνικά έργα, ποιήματα τα περισσότερα, για τις 17 του Νοέμβρη. Σε αυτά να προσθέσουμε και το αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Ο τοίχος με τα κάγκελα» που το δημοσιεύσαμε εδώ πρόπερσι.

Ο Φώντας Κονδύλης (1939-2002) ήταν ηθοποιός και συγγραφέας, αλλά και συνάδελφος, μεταφραστής, με πολύ και αξιόλογο μεταφραστικό έργο. Είχε αντιδικτατορική δράση και είχε πάρει μέρος στα γεγονότα τότε.

ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΣΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ –
Πρώτη μέρα, Τετάρτη 14 Νοέμβρη 1973

Χαράματα

Ξύπνησα από ΄ναν εφιάλτη. Δεν ήταν τόσο το φίδι που με τρόμαξε, όσο η αίσθηση πως αν τολμούσα ν΄ ανοίξω τα μάτια μου, θάκανε μια «χραπ» και θα με καταβρόχθιζε, γιατί το φίδι, βόας τεράστιος, πύθωνας των τροπικών, βρισκόταν κουλουριασμένο στο κέντρο της μικρής μου κάμαρας, χοντρό, με το κεφάλι του στητό κοιτάζοντάς με καθώς κοιμόμουν, έτοιμο να με καταπιεί μόλις άνοιγα τα μάτια μου. Δεν μπορούσα να φανταστώ τις διαστάσεις του. Μπορούσα όμως με κλειστά τα μάτια να ζωγραφίσω τα χρώματά του, ιθαγενής εγώ στον τοίχο των σπηλαίων, με μόνο ξόρκι τις βαφές – οι φίλοι μου τ΄ αγριοβότανα. Κλειστά τα μάτια και τα χρώματα να ορμούν απ΄ όλες τις γωνιές στο κοίλον του πανικού μου. Αν καταφέρω να σε ζωγραφίσω, αν σ΄ αποδώσω πιστά, μ΄ όλη σου τη φριχτή μεγαλοπρέπεια, τότε θ΄ ανοίξω τα μάτια μου, φίδαρε, γιατί τότε θα μπορώ να σε σκοτώσω άκοπα, ακινητοποιημένος καθώς θάσαι στον τοίχο, έργο του τρόμου μου, μ΄ ένα όργανο αιχμηρό, στο κεφάλι, θα σου λιώσω το κεφάλι με την πέτρα, πρώτα αυτό, κι εσύ δε θα κουλουριαστείς στο κορμί μου, δε θα μπορέσεις, θα σούχω λιώσει κιόλας το κεφάλι, θα σε γδάρω μετά, με υπομονή, θα βρω τα εργαλεία, σιγά σιγά, το δέρμα σου, απ΄ το κεφάλι ως την ουρά, κι έπειτα θα φορέσω το δέρμα σου, και θάχω ψεύτικο κεφάλι. Τότε θ΄ ανοίξω τα μάτια μου, φίδι, πύθωνα, δράκε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 64 Σχόλια »

Να είσαι και να μην είσαι (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2016

Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε προχτές στα 74 χρόνια του. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, είχε ζήσει αρκετά χρόνια στη (Δυτική, τότε) Γερμανία για σπουδές και κάνοντας διάφορες δουλειές και τα πρώτα του έργα αφηγούνταν εμπειρίες από τη ζωή του αυτή. Εννοώ τα μυθιστορήματα «Οι συμπαίχτες» και «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι» και τις συλλογές διηγημάτων «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» και «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου», που εκδόθηκαν από το 1977 έως το 1985.

Μου είχαν αρέσει πάρα πολύ αυτά τα βιβλία, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, και νομίζω ότι σε ένα βαθμό έχουν επηρεάσει τα διηγήματα που έγραψα τότε. Ύστερα, ξενιτεύτηκα εγώ στην Ευρώπη και ήρθα να ζήσω στο περιβαλλον των βιβλίων του Σουρούνη ενώ εκείνος συνέχισε με ελλαδική θεματολογία -και περιέργως ή όχι τα έργα του μου άρεσαν λιγότερο. Εννοώ το Πάσχα στο χωριό, ενώ τον Γκας τον γκάγκστερ δεν μπόρεσα να τον αρχίσω, ίσως όμως να φταίω εγώ. Μου είπε ένας φίλος που τον εμπιστεύομαι ότι το Μονοπάτι στη θάλασσα, γραμμένο το 2006, όπου περιγράφει τα παιδικά του βιώματα από τη Θεσσαλονίκη, είναι εξαιρετικό, ενώ δεν έχω διαβάσει τον Χορό των ρόδων, που πήρε κρατικό βραβείο.

Αλλά και μόνο τους Συμπαίχτες και τα Μερόνυχτα Φραγκφούρτης να ‘χε γράψει, θα είχε κερδίσει μιαν από τις πρώτες θέσεις στον λογοτεχνικό μας κανόνα.

Τα Μερόνυχτα δεν τα έχω εδώ μαζί μου, οπότε διάλεξα σήμερα να παρουσιάσω το διήγημα «Να είσαι και να μην είσαι» από τα Τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου -με εμπειρίες όχι πια από τη Γερμανία και τη χαρτοπαιξία, αλλά από τα χρόνια που δούλεψε ναυτικός. Μονοτονίζω.

 

Να είσαι και να μην είσαι

Ξαναμέτρησα τα λεφτά μου. Δεν είχε άλλάξει τίποτα — ήταν πάντα εννιά δολάρια. Ούτε και σε μένα είχε αλλάξει τί­ποτα — ήμουν ακόμα στην Κωνστάντζα. Για να φτάσω στη Θεσσαλονίκη και να χαρώ τον κόλπο της και τον κόλπο τής Σοφίας, έπρεπε να διασχίσω ολόκληρη Ρουμανία και Γιουγ­κοσλαβία. Αποφάσισα να μη βγω και να πέσω για ύπνο. Ή­μουν υπεύθυνος γι’ αυτό το ανήλικο ποσό και είχα καθή­κον να το προστατέψω από τις κακοτοπιές, πού σίγουρα θα παρασυρόταν μαζί μου.

Ξύπνησα πολύ νωρίς και μέτρησα πάλι τα δολάρια· τουλάχιστον ήταν ακόμη εννιά. Βγήκα στο αποχωρητήριο του διαδρόμου και γυρνώντας σκόνταψα πάνω σε μια γυ­ναίκα που σφουγγάριζε.

— Συγνώμη…

Σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Έλληνας είσαι, γιε μου;

— Μάλιστα.

— Από πού είσαι, παιδί μου;

— Από τη Θεσσαλονίκη.

—  Άαα, τη θυμάμαι τη Θεσσαλονίκη… Εγώ είμαι από τη Δράμα. Ναυτικός είσαι;

— Μάλιστα.

— Και γυρίζεις τώρα στην Πατρίδα, κανακάρη μου;

— Αν θέλει ο Θεός, θεία…

— Ο Θεός πάντα θέλει, γιε μου. Οι άλλοι δεν θέλουν…

Είχε δίκιο. Σηκώθηκε και μ’ ακολούθησε στο δωμάτιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Ναυτικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »