Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Πεζογραφία’ Category

Αρνί και λιοντάρι. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ (αποσπάσματα από το Ταξιδι του Ψυχάρη)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2020

Xτες είχαμε την επέτειο της γέννησης του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929), οπότε ταιριάζει το σημερινό μας λογοτεχνικό άρθρο να το αφιερώσουμε σε αυτόν.

Θα παραθέσω αποσπάσματα από το Ταξίδι μου, ένα πεζογράφημα που κατέχει μιαν εντελώς ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα πεζό έργο που την ύπαρξή του την ξέρουν πάρα πολλοί, αφού και στα σχολικά βιβλία και στις ιστορίες της λογοτεχνίας μας μνημονεύεται, αλλά που ελάχιστοι θα το έχουν διαβάσει. Και ενώ σε μια ψηφοφορία νεοελληνιστών για τα σημαντικότερα νεοελληνικά έργα θα περίμενα το Ταξίδι μου να πάρει αρκετές ψήφους, η σημαντικότητα αυτή δεν απορρέει από τη λογοτεχνική του αξία, αλλά διότι ήταν το πρώτο πεζό νεοελληνικό έργο που γράφτηκε στη δημοτική -και μάλιστα, σε ανόθευτη δημοτική, αυτή που αργότερα ονομάστηκε μαλλιαρή ή ψυχαρική. Αυτά, το 1888.

Επιπλέον, η επιρροή που άσκησε το Ταξίδι ήταν τεράστια, σαν ένας μεγάλος βράχος που έπεσε -από μακριά, από τη Γαλλία- στη μικρή λιμνούλα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Όταν κατακάθισαν τα κύματα, είχαμε πεζογραφία στη δημοτική, μια γλωσσική ποικιλία που ως τότε ήταν ανεκτή μόνο στην ποίηση διότι ήταν κι εκείνος ο ανοικονόμητος Κόντες, και γενικά οι Επτανήσιοι, που δεν μπορούσε κανείς ν’ αγνοήσει.

Φυσικά, πολλοί χλεύασαν τον Ψυχάρη και το Ταξίδι του, ιδίως στις εφημερίδες, ενώ κάποιοι παραδέχτηκαν ότι «είναι κρίμα να γράφει τόσο ωραία πράγματα στη γλώσσα της ταβέρνας». Λίγοι το χαιρέτισαν αμέσως. Ένας από αυτούς, ο Ροΐδης, που έσπευσε να δημοσιεύσει και ευμενή κριτική, γραμμένη φυσικά σε άπταιστη περίτεχνη καθαρεύουσα -ξεσηκώνω ένα κομμάτι από την αρχή του έργου, όπου επαινεί τον Ψυχάρη για το θάρρος του να πάει κόντρα στο ρεύμα:

Η τοιαύτη περιφρόνησις της πλειονοψηφίας φαίνεται ουσα απαραίτητον εφόδιον παντός όρεγομένου. τελείας ειρήνης προς την συνείδησίν του ή επιθυμούντος ν’ αφήση μικρόν τι ή μέγα καλόν ως ίχνος της διαβάσεως αυτού διά του κόσμου τούτου. Όσα τω όντι επράχθησαν πράγματι ευεργετικά οφείλονται ουχί εις τους κυνηγούς δημοτικότητος, αλλ’ εις τους μη θεωρούντας μέγα δυστύχημα το να θεωρηθώσιν, επί τινα τουλάχιστον καιρόν, άφρονες παρά των μωρών, μύωπες παρά των τυφλών, απειρόκαλοι παρά των αγροίκων και αμαθείς παρά των αγραμμάτων. Τοιούτου τινός αφιλοκερδούς αισθήματος προϊόν είναι βεβαίως το εις χείρας ημών τελευταίον έργον του κ. Ψυχάρη. Όπως εν τω προλόγω και πολλαχού του έργου του ρητώς και σαφώς εξηγείται, υπ’ ουδεμιάς εβόσκετο ελπίδος ότι δύναται η γλώσσα του ‘Ταξιδιού’ ν’ αρέση εις τους σήμερον Αθηναίους ή να εύρη παρ’ αυτοίς υπερμάχους. Απεναντίας ήτο εξίσου πεπεισμένος ότι θέλει αποδοκιμασθή και χλευασθή παρά των ημετέρων δημοσιογράφων, όσον είναι βέβαιοι και οι ιεραπόστολοι, οι πρώτοι αποβαίνοντες εις απάτητόν τινα νήσον του Ωκεανού, ότι αντί να χριστιανίσωσι τους ιθαγενείς θέλουσιν αφεύκτως φαγωθή υπ’ αυτών. Ελατήριον της αυτοθυσίας των είναι ουχί η ελπίς αμέσου επιτυχίας, αλλά μόνη η πεποίθησις εις το σωτήριον του κηρύγματος και τον βέβαιον τελικόν θρίαμβον της αληθείας.

Παρόλο που δεν έχουμε άγνωστες λέξεις, είναι κάπως κουραστική η ανάγνωση, κι ας είναι άριστος στιλίστας ο Ροΐδης.

Ο Ψυχάρης, βέβαια, μεγάλος λογοτέχνης δεν ήταν. Γλωσσολόγος ήταν, όσο κι αν δεν στερούνται χάρη τα γραφτά του -έγραψε πολλά αμιγώς λογοτεχνικά, στα επόμενα χρόνια.

Με τον φίλο Γιάννη Π. είχαμε ανεβάσει (βασικά η δουλειά ήταν δική του) στον παλιό μου ιστότοπο και στη συνέχεια στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο κάμποσα έργα του Ψυχάρη, ανάμεσά τους και ολόκληρο το «Ταξίδι μου«.

Διαλέγω για σήμερα δυο κεφάλαια που αναφέρονται στο ταξίδι στην Πόλη, το μέρος όπου έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο Ψυχάρης και όπου ζούσε η οικογένειά του (είχε γεννηθεί στην Οδησσό, με καταγωγή από τη Χίο). Στο πρώτο, περιγράφει τον αδερφό του τον Γιάννη, αρνί και λιοντάρι μαζί, με ύφος θαρρώ επηρεασμένο από τον Γαργαντούα. Στο δεύτερο, ένα στιγμιότυπο από ταξίδι με το πλοίο στον Βόσπορο, με γλωσσικό ενδιαφέρον αλλά και που αφήνει να φανεί μίσος του Ψυχάρη για τους Τούρκους -όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής του, πίστευε στον εθνικισμό και στη Μεγάλη Ιδέα και δεν ήταν επαναστάτης στα πολιτικά, το αντίθετο μάλιστα.

Λένε για τη γλώσσα του Ψυχάρη πως δεν είναι κατανοητή σήμερα. Νομίζω πως κάθε άλλο παρά ισχύει αυτό. Θα έχουμε κάποιες άγνωστες λέξεις, ιδίως εκεί όπου αναφέρεται ο κατάλογος των φαγητών, ή κάποια τούρκικα δάνεια, αλλά θαρρώ πως πολύ πιο εύκολα γίνεται κατανοητό αυτό το κείμενο στον σημερινό αναγνώστη παρά το προηγούμενο απόσπασμα του Ροΐδη ή όποιο άλλο καθαρευουσιάνικο της εποχής του.

 

Ι. Αρνί και λιοντάρι

Είχα χρόνια να διω τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνει. Ήτανε πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγαντα δε θα διείτε στη ζωή σας· τουλάχιστο τρεις πήχες αψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κοντέβανε τα ντουβάρια να γκρεμίσουνε. Έπρεπε να σκύψει, ώσπου να γίνει μισός, για να περάσει από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοί­ταζες και θυμόσουνε τους στίχους του Ακρίτα·

Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει,
Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δέντρα.

Το χέρι του ήτανε βράχος, κι άμα σου έπιανε το χέρι να το σφίξει, κόντεβε να σου το κάμει κομμάτια· ήτανε για να σου δείξει φιλία. Ποιος δε φοβότανε τη φωνή του; Τόσο δυ­νατή δεν ήτανε άλλη φωνή· ήξερε ο κόσμος πως μπορούσε ν’ ακουστεί από το Ταξίμι, ίσα με το Κατάστενο, ίσα με τη Μάβρη θάλασσα, ίσα με τη Ρουσσία — ίσα με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, ήτανε άξιος μοναχός του να ρίξει κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε άλλος Ακρί­τας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητικιά του· ήτανε κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν το βουνό. Τρέχει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγει· κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψόφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλιο· «Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»

Τέτοιος ήτανε κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώσει και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός— προτού ξεσπάσει — στεκότανε ήσυχος μια στιγμή, σαν καρ­φωμένος στο χώμα· λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκανε· στρα­βοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν ήτανε άθρωπος, διάβολος δεν ήτανε που να μπορέσει τότες να βαστάξει την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας· είναι το μπαρούτι του Ρωμιού.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Ήτανε αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σου έλεγε λόγο να σε πειράξει. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Ρωμιός, λέει, είναι περή­φανος και σωπαίνει. Τα βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίσει, το ποτάμι. Μόνο, χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό,τι του έλεγες, νό­μιζε πως ήτανε τάχα για να τον περιπαίξεις, ή πως τα ’λεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πεις· — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπιζόσουνε κι ήθελες να πνιγείς — ή πως το ’λεγες για να του δώσεις να καταλάβει.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, ήτανε καλός να το ξεχάσει. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός ήτανε τα χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Τα βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αν η γριά μας η παραμάνα δεν καθότανε πλάγι του στην καρέγλα, να του λέει, και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχανε οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και το λέγανε πού και πού, να γελάσουνε. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερ­φός μου ο Γιάννης ήτανε αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυ­φερή και μαλακή σαν μπαμπάκι· τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήσει. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σωστός Ρωμιός — βέρος Πολίτης. Μπορούσε να σηκώσει τον κόσμο στα ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμει, μπορούσε πύργους να γκρεμίσει, και κάστρα να πάρει μοναχός του. Ωστόσο στρωνότανε ήσυχα ήσυχα στο ζεστό του το κρεβατάκι — ν’ ακούει παραμύθια.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα ένοιωθε πως ήσουνε μαζί του και πως κάποιος τόνε βαστούσε από το χέρι, μπορούσε να γίνει φωτιά, να ξεχάσει και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι· δεν ήτανε πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ’ αγγίξει, δεν έπρεπε κανείς να μου πει λέξη· στρα­βοκοίταζε, ανάφτανε τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) — μα ήξερε την αγάπη που του είχα, κατα­λάβαινε πως γύρεβα την προκοπή του, κι έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο, τίποτις δε φοβόμουνε, όλα μου φαινόνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στεκότανε πλάγι μου· ασκέρια δεν έτρεμα τότες· μπορούσα και στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανιζόντανε τ’ ασκέρια, ορμούσε σαν το θεριό κι έκοφτε κεφάλια. Δεν άφηνε ζωή. Ήτανε το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάει· τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.

Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρ­φια αγαπημένα. Τι γέλια που τα πετούσαμε, τι κουβέντες που τις κάναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύχτα. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης έπρεπε να φάει το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ το βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες· πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες· πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βόδινο, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σωτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, συκώ­τια, λαδερά κι εντράδες ένα σωρό· ορεχτικά, χαβιάρι, ραδί­κια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη· λακέρ­δα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια· στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες· χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασού­λια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελήσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια· φρούτα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπό­νια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φρυγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα· έντεκα οκάδες αλάτι και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θά­λασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέ­δες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώει σα δράκος. Τα κατέ­βαζε όλα σαν ποτήρι νερό.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβιρίζανε — ήτανε καμιά κατοσταριά — πέφτανε κατά γης. Και δεν του χρειάζόντανε πολλά να γελάσει. Έφτανε μια λέξη να του πεις με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέει ξεκαρδιζότανε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψει. Για κάθε πράμα που έκανε και ρωτούσες γιατί το ’κανε έτσι κι όχι αλλιώς — ή για κανένα τσιγάρο που άναφτε, ή για κανένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλο του — σου αποκρινότανε πάντοτες· — «Συνήθεια γάρ επεκράτησε παρ’ ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο· — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ’ έκαμε να γνω­ρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες, μπαξεβάνηδες και καϊξήδες. Όσο μιλούσανε, τσίτωνα εγώ τ’ αφτιά μου, για να μη μου φύγει καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κι η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τα νοιώσανε ακόμα οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να τ’ αλλάξω.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν ήτανε περήφανος· με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλια, αμέ­σως του πετούσε κι ένα— «Δούλος σας ταπεινότατος», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθεί. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό,τι θέλεις, κάθε φορά που κανένας φτωχός ερχότανε κάτι να του ζητήσει· ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκανε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτεί, να μη δείξει άξαφνα πως τον καταφρονεί για τη φτώχεια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.

Του άρεζε όμως και να παίζει. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε για παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπού­τσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ’ ένα έ σαράντα πήχες μακρύ· «μιαρέ-έ-έ-έ» και κρυβότανε ο χατζής. Παράσιτους έχουμε ακόμη και σήμερα· νταλκαβούκης, που λένε στην Πόλη, ήτανε κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε· «Πρόσταξον, αυθέντα», με μια φωνή που βούλιαζε ο χατζής. Και μ’ αφτά γλέντιζε.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ’ εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογάριθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέ­δαση. Πολύ προκομμένος δεν ήτανε και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει· ήτανε από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση, και δίχως να ξέρει πολλά, έκοφτε το κεφάλι του· πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε· τους βαριότανε και χολόσκανε· ήτανε του λαού. Κάποτες ερχόταν ένας δάσκαλος να του μιλήσει, και το κάτω κάτω να του χτυπήσει παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του· — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλείς και μη με σκοτίζεις· εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δά­σκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμει;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτα ψέφτικο δεν είχε· όλα του φυσικά, ήτανε όπως τον έκαμε ο Θεός κι απ’ όξω τίποτα δεν είχε· δεν είχε τίποτα φτιαστό, τεχνητό. Ήτανε σαν το φρούτο, προτού γίνει ακόμη και το τσιμπήσουνε τα πουλιά· έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα· ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαξεβάνης τα κλα­διά, κι έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του κα­θενός. Εκεινού, η ψυχή του γυάλιζε σαν καθρέφτης, σαν κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες να ’χει κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και σφανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τα ’χει όλα μεγάλα και καλά—ή κάλλια τίποτα να μην έχει. Μισά πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρει με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πούνε πως ήτανε ο πρώτος στον τόπο του· τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πει πλούσιο, έπρεπε να ’χεις μιλλιούνια· αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτα. Τι σωστός Ρωμιός που ήτανε, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!

Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ’ όλους του τους φί­λους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσική, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψέλνει περίφημα, κι όταν καθότανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κι έψελνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμει κανείς, κι άλλο από εκκλησιαστικά και θρησκεφτικά δεν έχουνε άδεια να συλλογιστούνε οι Πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.

Γνώρισα, εκείνο τον καιρό, και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών.» Τον είχανε οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή· για να το ξεβγενίσει, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατόρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε· «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσαμε κει το πήγανε οι δασκάλοι· δεν ξέρουνε τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φορτώσανε στη γλώσσα και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο που δε φταίει ο λαός· φταίνε κείνοι. Βαριόμουνε και γω τ’ όνομά του, γιατί και γω είμαι του λαού· δεν ήξερα πως να τον πω, Τέλαμον, Τελα­μών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπόν κι απόφεβγα τη συντρο­φιά του.

Έμενα μου άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ’ όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές στη ζωή μου δε γέλασα τόσο. Ο Πλατανίσσης ήτανε άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστή­σω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να του μοιάζει; Με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρείτε μου καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση· πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, ήτανε όλο φάρδος και πάχος· ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! Μυλόπετρα! Κι ο ίδιος πια καμάρωνε· Πλούσιος δεν ήτανε ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο· δεν παραπονιότανε ποτές· του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό,τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σου πει πως κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδιά του την τζέπη — η τσέπη του ήτανε πια μαγαζί! — ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μο­λύβι ή κουμπί και μας το ’δειχνε· — «Διέστε το, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά όπου κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα· — «Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας λέει, κι η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»

Δε σου αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με δια­βάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Ρωμιός και να πετάξεις το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Ρωμιός — κι ας μην έχει τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά· τ’ άλλα δεν αξίζουνε. Ο Πλατανίσσης όμως έβρι­σκε κάπου να σου πει κι έναν έπαινο για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γλήγορα φιλία· το φίλο του σου τον ανέβαζε ίσα με τον ουρανό· — «Δεν ξέρεις τι παιδί! Διαμάντι!» Μα… ερχότανε και το μα. Το διαμάντι ξαναγινότανε κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που μου φάνηκε πλάτανος. Πρι να μου πει τίποτα, του λέω· — «Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήσει κι από τότες αδερφωθήκαμε πια. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσεις το Ρωμιό, ποτέ σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.

Τους έκανα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν πιάνανε τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχανε. Ο Πλατανίσσης έφτιανε κάτι φράσες δικές του· τα λόγια του ήτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σου έβγαζε κι ένα·— «Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «μας γίνεται λόγος» έπαιρνε κι έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σου έλεγε τίποτα για κανένα μεγάλο ή σημαν­τικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέει και το «κάποιος.» Όταν του ρωτούσανε τ’ όνομά του ή όταν ο ίδιος σου μιλούσε για λόγου του, αμέσως σου πετούσε κι ένα· — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, το ’κανε κιόλας· — «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Αφτός όμως ο «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξη ζαφτιέδες. Χαρά στο παλληκάρι!

Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλα­τανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γίγαντες τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα πως δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να του κάνω χάδια· ο αδερφός μου ο Γιάννης το ’παιρνε ανά­ποδα· — «Γιατί τάχα τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»

Για την ώρα, ήτανε όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάναμε ένα γλέντι που δεν ήτανε άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολίτικα. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξε­ρες να τον πιάσεις· θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώσει. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης ήτανε αρνί· ήτανε όμως και λιοντάρι.

 

ΙΒ’. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ

Αφότου ήμουνε στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κι έχουνε άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει· κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να σου το πει. Οι δασκάλοι θαρρούνε πως τα μάθανε όλα· δε μάθανε όμως ακόμη πως πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσα με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουνε όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουνε όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουνε, πολεμούνε, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τ’ ακούσανε. Οι σοφοί κι οι γλωσσολόγοι θυμώνουνε που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουνε από μας, κι οι δασκάλοι τι κάνουνε; Ίσια ίσια για να μην έχουνε οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουνε, κλαδέβουνε, ξεπαστρέβουνε, καθαρίζουνε τα γεωγραφικά ονό­ματα, τα συγυρίζουνε, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουνε ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουνε την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμεις λοιπό με τέτοια… κεφάλια;

Εγώ λέω να μην κάμεις τίποτα και να σύρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ’ αρέσει Κατάστενο να το λέω· έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο μου φτάνει. Μ’ αρέσει και Μπογάζι να τ’ ακούω· όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, μου φαίνεται καλό να ’χουμε κι αφτό τ’ όνομα — για να μην ξεχνούμε.

Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διω κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέττο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούγντερε. Μ’ αφτό τ’ όνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουνε. Τις δοτικές τις σκορπίζουνε όπου μπορούνε· εν Ταταούλοις θα σου πούνε, εν Βλαχέρναις κι άλ­λες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούγντερε αδύνατο να χώσουνε και μια κατάληξη αρχαία· τ’ όνομα τούτο δεν κλί­νεται. Το Μπουγιούγντερε τους το κάνει πείσμα. Το Μπου­γιούγντερε μοναχό του ρίχνει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουνε πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πλη­θυντικές δοτικές· φτάνει το Μπουγιούγντερε να δείξει τη μυτίτσα του, να ξετρυπώσει ξαφνικά και να βγει στη μέση. Βλέπουμε αμέσως τι τρέχει, καταλαβαίνουμε πως ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, τ’ αληθινό μας το ρωμαίικο χώμα.

Πόσο τ’ αγαπώ αφτό το Μπουγιούγντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουνε άξαφνα Βαθυρρύαξ, κι οι ίδιοι δε θα καταλάβουνε τι λένε. Πρέπει να το πούνε Μπουγιούγ­ντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουνε όσες ελληνικούρες έχουνε όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάσει το γάλα την κάτασπρη θωριά του, φτάνει να πέσει μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα· άμα βάλεις μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία· τίποτα δεν είναι. Του κάκου πολεμούνε οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουνε! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη· τη γεμίζουνε καθαρό νερό και την καμαρώνουνε οι ίδιοι. Για να θολώσει το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξεις μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούγντερε, ας είναι κι ένα άφαντο να. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κι η καθαρέβουσα λασπώνεται.

Οι δασκάλοι δε βλέπουνε και ποτές δε θα διούνε, πως για όποιονε τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα εμπόδισε κάπου να βάλουνε, ένα έγινε να τους ξεφύγει, ένα ηξεύρω να πούνε, ένα τίποτε να γράψουνε, πάνε όλα! Μεγαλύτερο το κακό παρά αν ήτανε όλα βάρ­βαρα, σαν που τα λένε· αν ήτανε όλα βάρβαρα, θα φαινό­τανε τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.

Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο βαπόρι και να πάω στο Μπουγιούγντερε. Ο καμαρότος, άμα μ’ είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήσει, να μου δώσει την καλύτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρότος ήτανε Αρμένης. Πού να μιλήσει ρωμαίικα, αφού οι Αρμένηδες (1) και τη γλώσσα τους δε θέλουνε πια να μάθουνε, και λένε πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ’ ήθελε. Δεν είχε και πολλά να μου πει. Μου έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα όπου συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Εκείνη την ώρα ο καπε­τάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τ’ άλλο το μέρος. Κάθησα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρισκότανε από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουα τις ρόδες που γυρίζανε. Έβλεπα δεξιά τον καπε­τάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρότος μου έφερε ένα σκαμνί για το πανωφόρι μου, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να μου βάλει καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρό­σωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλιο, στάθηκε μια στιγμή κι ά­πλωσε το χέρι, τάχα για να μου δώσει να καταλάβω πως θα βλέπω λαμπρά στη θέση όπου καθόμουνε και να μου δείξει τη θέα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κι έφυγε.

Ήτανε η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέ­παζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μου έδειχνε καινού­ρια μεγαλεία. Πιότερο από καθετίς άλλο μου αρέζανε τα νερά του· στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με τ’ άπειρο το νερό. Νερό έχει το Μπογάζι όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξει κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε· μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε πως μπορούνε καμιά μέρα να λυσσιάξουνε, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέσει να μας γιατρέψει. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάνει. Έχει κάτι μέσα του εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάσει αφτή τη θάλασσα για να ’ρθει στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθεί κανείς, πρέπει να βρεθεί στην Πόλη, δίχως να ’χει περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παρά­ξενο πράμα!

Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθει από τη γεωγραφία του σκολειού, χωρίζει Ασία κι Εβρώπη, πάει να πει πως βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Ωστόσο στην Πόλη κάθουνται Ασία κι Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη· αφτό το περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας. Ανεβαίνοντας δεξιά μεριά έβλεπα την Ανατολή, και να πω την αλήθεια, μ’ όσα είχα μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω πού ήτανε Ασία, και πού ήταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα μ’ έκαμε ν’ απορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στεκόντανε τόσα τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο Τούρκος, άμα χτίσει σπίτι — κι άμα κάμει τίποτα — το βαριέται· είναι μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή σαν που λέμε, κατσιβέλοι. Ο Τούρκος ένα ένα σιχαίνεται τα σπίτια που κάνει, νοιώθει πως είναι περαστικά τ’ αγαθά του, κι άμα σιχαθεί ένα πράμα αμέσως τ’ αφήνει. Τ’ α­φήνει και δε γυρίζει πια να το διει — σα να μην ήτανε ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήσει ή τοίχο να σιάξει, ή ταβάνι να διορθώσει, ή πέτρες να ξαναβάλει, όπου πέσουνε. Το χτίριο που κάμει δεν έμαθε να το διατηρεί· δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβεις τι θα πει βάρβαρος και τι θα πει πολιτισμένος.

Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήσει τα χρήματα, έφκολα τα ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμει· αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα βγάλει να δώσει πολλά, ή τίποτα δε θα δώσει. Ο πλούσιος που δεν έδωσε δυο γρόσια του ράφτη του για να του ράψει ένα κουμπί, δε θα μείνει πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς τέ­τοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει τέτοιο να ’ναι το κέφι του, κι αν έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνει ανάγκη να λογαριάσει πόσοι παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλει μια πέτρα, να σιάξει ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν αξίζει, λέει. Το κεφάλι του δε ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν είναι να χαρεί τίποτα, πρέπει να το χαρεί αμέ­σως, αμέσως να γίνει το πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό,τι του αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει· παρέκει δεν πάει ο νους του. Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμει σπίτι, κάθε μέρα θα φροντίσει για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψει, θα το ’χει έννοια, θα προσπαθήσει μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλει δυο σκαλοπά­τια μαρμαρένια, παντού να ρίξει σίδερα και πέτρα, για να γίνει, λέει, το σπίτι πιο γερό. Ο Ρωμιός όλα αιώνια τα θέλει.

Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γλήγορα γλήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα να ’τρεχε στα κύματα μέσα. Η θά­λασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάσει, νομίζει τότες πως μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψει δρόμο μεγάλο. Η φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι· ο νους φουσκώνει τα πανιά του. Έτσι το ’παθα και γω. Θα πάμε και μεις ομ­πρός, έλεγα μέσα μου, ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά μέρα σαν τον Κο­λόμπο θ’ ανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη, ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουνε τα έργα και τ’ όνομά μας.

Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρότος. Ήρθε κοντά μου και μου έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ν’ αλλάξω θέση. Ο καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος όπου καθόμουνε· έπρεπε να περάσει ζερβιά. Ο τό­πος ήτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε κι οι δυο μαζί· ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγει. Ο καμαρότος, για να τον καταλάβω καλύτερα, μου το είπε μάλιστα τούρ­κικα· — «Να σηκωθείς, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά γκελίορ»

Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μου είπε ο άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες μου χτυπήσανε τόσο παράξενα στ’ αφτί. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ τον άκουγα και μου φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο καπετάνιος ήτανε Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός· έμοιαζε σα να ήτανε όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Μου φάνηκε πως στα μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά. Τέτοιος θα ήτανε, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε αφτό το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαού­ρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου. Να τος που έρχεται, ο καπετάνιος! Ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο χέρι, στ’ άλογό του καβαλάρης, ερχότανε ο Τούρκος, ερ­χότανε ο καπετάνιος — κι έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγει.

Σα να καταλάβαινα πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε μπροστά μου πρώτη φορά. Μου φάνηκε πως βλέπανε τα μάτια μου τώρα κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγές. «Σήκω, σήκω, χριστιανέ από κει που καθόσουνε ήσυχος και θάμαζες τη φύση με τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κι έ­παιρνε η φαντασία σου δρόμο. Σήκω· η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διω, όπου σε βρω, όπου φανείς, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διω, όπου βρω, όπου φανεί τίποτα δικό σου — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι — όλα όλα πρέπει να μου τ’ αφήσεις. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου να ρουφήξω. Άμα σου ζητήσω αίμα και ζωή, θα μου δώσεις τη ζωή σου, και το αίμα σου θα μου το φέρεις. Από το στόμα σου λέξη να μη βγει. Δε χωρατέβω. Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθεις. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς σου, η τρο­μάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω, φύγε, γιατί έρχουμαι· σήκω, φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα πράματα να τα μεγαλώνει· τον ποντικό τον κάνει γιανίτσαρο. Η φαντασία μου μου χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο Μπουγιούγντερε. Μόλις πρόφτασα να διω τους φίλους μου, να πάω στο σκολειό, ν’ ακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθει στα χωριατόπουλα τις εβγένειες της γλώσσας μας. Ήμουνε όλο συλλογισμένος, βαρεμέ­νος· είχα μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι, Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ’ είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κι οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγει πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο με τις κουβέντες, με τα γέλια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια! Και πάλε τ’ απόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα τα βαπόρι. Μα δεν κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτα, μήτε Μπο­γάζι, μήτε θάλασσα, μήτε ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, όπου δεν ήτανε κανείς. Η ίδια φράση όλο μου έδερνε το νου, όλο μου έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα μέσα μου σιγά σιγά· «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

(1) Σημείωση του Ψυχάρη στη 2η έκδοση: Ντρέπουμαι που το ’γραψα τότες και παρα­καλώ, ύστερις από κείνα που είδαμε, να με συχωρέσουνε τ’ αδέρφια μας οι Αρμένηδες για τ’ άνοστο χωρατό.

 

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Κωνσταντινούπολη, Πεζογραφία, Ταξιδιωτικά, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , | 76 Σχόλια »

Οδοιπορικό του 43 (του Γιάννη Μπεράτη, απόσπασμα)

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2020

Ο Γιάννης Μπεράτης (1904-1968) είναι πιο γνωστός για το βιβλίο του «Το πλατύ ποτάμι», που το έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο. Σε εκείνο το έργο, αφηγείται τον πόλεμο του 40-41. Ωστόσο, το 1943 ο Μπεράτης έφυγε αντάρτης με τον ΕΔΕΣ στην Ήπειρο.

Απόρροια των περιπετειών του είναι το «Οδοιπορικό του 43», ένα έργο πολύ λιγότερο γνωστό. Όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η δημοσίευση του Οδοιπορικού, το 1946, προκάλεσε την απόλυση του Μπεράτη από το Υπουργείο Τύπου -με αποτέλεσμα ο αγώνας για τον βιοπορισμό να τον εμποδίσει να γράψει ένα τρίτο έργο που σχεδίαζε, για το ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα στο Πλατύ ποτάμι και στο Οδοιπορικό του 43.

Γιατί απολύθηκε ο Μπεράτης; Όχι πάντως επειδή στο βιβλίο του εκθειάζει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Αντίθετα, τις λίγες φορές που παρουσιάζει Ελασίτες τούς χρωματίζει μάλλον αρνητικά -αλλά φαίνεται ενόχλησε το ότι δεν τους παρουσιάζει σαν αιμοσταγή τέρατα. Περισσότερο θα ενόχλησε ότι όχι μόνο εκφράζεται απαξιωτικά για τον Ναπ. Ζέρβα αλλά και πουθενά δεν περιγράφει ηρωικές πράξεις των ΕΔΕΣιτών -αντίθετα, τον περισσότερο καιρό περνούσαν άπραγοι στους Σκιαδάδες- ενώ συνεχώς εκφράζει τη λύπη του για τις εμφύλιες συγκρούσεις.

Το βιβλίο του Μπεράτη δεν το ήξερα. Τυχαία το βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο πέρυσι (βλεπω βέβαια ότι βρίσκεται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα), το διάβασα, μου άρεσε, ήθελα να το παρουσιάσω στο ιστολόγιο στις 28 Οκτωβρίου, αλλά το αμέλησα. Προχτές που έψαχνα κάτι άλλο βρέθηκε το βιβλίο μπροστά μου οπότε είπα να το βάλω στο σημερινό άρθρο κι ας μην είναι «επίκαιρο». Οπότε, θα παρουσιάσω ένα σχετικά εκτενές απόσπασμα από το Δέκατο τετράδιο.

Δυο λόγια για να σας κατατοπίσω: Οι Γερμανοί κάνουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και έχουν επιτεθεί στο χωριό Σκιαδάδες, όπου βρισκόταν ο Μπεράτης άρρωστος. Ο Μπεράτης με έναν σύντροφό του ξεκόβουν από τους άλλους αντάρτες και χάνονται. Τελικά βρίσκουν στο δρόμο μια οικογένεια Εβραίων (αντρόγυνο και τον αδελφό της γυναίκας) που έχουν ταυτότητες χριστιανικές στο όνομα Καραμάνης, κι έναν χωροφύλακα από κοντινό χωριό, και οι έξι τους προσπαθούν να κατευθυνθούν προς την Καλαμπάκα όταν τούς συλλαμβάνουν οι Γερμανοί. Δεν λέω περισσότερα προς το παρόν.

Μονοτονίζω και διατηρώ την ορθογραφία.

………………………………………………………

Ανασήκωσα ελάχιστα το κεφάλι μου, και στο μονο­πάτι, ψηλά, είδα ένα Γερμανό με το αυτόματο να σημαδεύει τους άλλους τέσσερις συντρόφους μου που ’χαν πέ­σει τόσο άτσαλα που ενώ νόμιζαν πως είναι κρυμμένοι με το κεφάλι κάτω και δεν αφορά αυτούς η σφυριξιά, παρουσιάζαν στα φόρα όλα τα πισινά τους ακριβώς απέ­ναντι στο σκοπευτή. Ήταν μια στιγμή, ένα δευτερόλε­πτο, να σου κοπεί η ανάσα — ξανασφύριξε — δεν κουνηθήκαν — έγερνε το κεφάλι του έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη — όταν ξεπετάχτηκα ξάφνου με σηκωμένα τα δυο χέρια και φώναξα — και κείνος ξαφνιασμένος γύρι­σε προς τα μένα το αυτόματο, κάνοντάς μου συγχρόνως βίαια νοήματα να προχωρήσω γρήγορα σ’ αυτόν.

Τώρα πίσω του ήταν κι άλλοι πολλοί Γερμανοί που μας βάζανε όλοι τους στο σημάδι και σε κάθε παραπάτημα ή πέσιμό μας που κατεβάζαμε αναγκαστικώς τα χέρια για να συγκρατηθούμε, αγριεύανε και φοβερίζανε, όλοι μαζί, να μας την ανάψουν αμέσως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 49 Σχόλια »

Τρία στιγμιότυπα από το Λουξεμβούργο

Posted by sarant στο 1 Δεκεμβρίου, 2019

Σημερα έχουμε Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία, έχουμε όμως και πρώτη του μηνός -μέρα του μηνολογίου. Άλλοτε υποχωρεί το ένα, άλλοτε το άλλο θέμα μας. Διάλεξα να κρατήσω τη λογοτεχνική ύλη και να μεταθέσω το μηνολόγιο για αύριο, 2 του μηνός, δεν χάλασε ο κόσμος για μια μέρα.

Θα σας παρουσιάσω λοιπόν σήμερα τρία σύντομα πεζογραφήματα από ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε και που πρόκειται να παρουσιαστεί την Παρασκευή -ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, ο προβολέας μας βρίσκεται όχι στην Ελλάδα αλλά στο Λουξεμβούργο. Το βιβλίο στο Λουξεμβούργο κυκλοφόρησε και εδώ θα παρουσιαστεί, οπότε μόνο όσοι της παροικίας με διαβάζουν θα μπορέσουν να έρθουν στην παρουσίαση.

Πρόκειται για το βιβλίο Luxembourg, Vol. II (Λουξεμβούργο, τόμος 2) με φωτογραφίες του φίλου Νίκου Ζόμπολα. Το βιβλίο το συνοδεύουν ορισμένα σύντομα κείμενα στα γαλλικά και στα αγγλικά, από τα οποία θα παραθέσω σήμερα τρία, του συγγραφέα Ian de Toffoli, σε μετάφραση της φίλης Βασιλικής Κνήτου, μαζί με τις φωτογραφίες στις οποίες αντιστοιχούν.

Αν θέλετε να δείτε ένα μεγαλύτερο δείγμα από τη φωτογραφική δουλειά του Νίκου Ζόμπολα, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του.

Όσο για τους παρεπιδημούντες στο Λουξεμβούργο, η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου, ώρα 18.30, στο auditorium της Εθνικής Βιβλιοθήκης (νέο κτίριο, Κίρσμπεργκ). Εδώ η πρόσκληση.

Παρουσιάζω λοιπόν τρεις φωτογραφίες του Νίκου Ζόμπολα και τρία μικρά κείμενα του Ian de Toffoli που περιγράφουν τρία στιγμιότυπα από το Λουξεμβούργο.

1. Πράγματα που δεν πρέπει να χάσεις

Remich

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λουξεμβούργο, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , | 124 Σχόλια »

Το 93 του Ουγκό

Posted by sarant στο 10 Νοεμβρίου, 2019

Μ’ αρέσει κάθε τόσο, ανάμεσα στα σύγχρονα βιβλία που διαβάζω, άλλα επειδή με ενδιαφέρουν κι άλλα επειδή πέσανε στα χέρια μου ή επειδή «πρέπει» να τα διαβάσω, να παρεμβάλλω κι ένα κλασικό έργο πεζογραφίας του 19ου αιώνα -και να περνάω από την τύρβη στην αιωνιότητα.

Δεν θυμάμαι με ποιαν αφορμή, αναζήτησα το 93 του Ουγκό, το τελευταίο μυθιστόρημα του Γάλλου γίγαντα. Το βρήκα μόνο σε μία έκδοση, της Σύγχρονης Εποχής -είχε και μιαν άλλη στη Βιβλιονέτ, αλλά δεν την βρήκα στο βιβλιοπωλείο. Η μετάφραση είναι του Παναγή Αθανασάτου, δική του και η σύντομη μα καλογραμμένη εισαγωγή. Μου άρεσε ο στιβαρός τρόπος με τον οποίο μεταφράζει τον Ουγκό, σε σημείο που, μετά, έψαξα και βρήκα την άλλη μετάφραση που έχει κάνει, σε ένα του Μπαλζάκ, για να το διαβάσω κι αυτό κάποτε.

Το 93 είναι βέβαια το 1793, η πέμπτη χρονιά της γαλλικής επανάστασης, στην περίοδο που ονομάστηκε Τρομοκρατία (και που είχε, μέσα σ’ ένα χρόνο, τα ίδια περίπου ανθρώπινα θύματα, ή και λιγότερα, απ’ όσα η ματωμένη βδομάδα της Κομμούνας του 1871).

Στο μυθιστόρημα του Ουγκό υπάρχουν κεφάλαια που εκτυλίσσονται στο Παρίσι, διάλογοι ανάμεσα στον Ροβεσπιέρο, τον Μαρά και τον Νταντόν, καθώς και ένα κεφάλαιο που περιγράφει μια συνεδρίαση της Συντακτικής Συνέλευσης, αλλά ο φακός δεν εστιάζει εκεί παρά μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα δυτικότερα, στην παραθαλάσσια περιοχή που λέγεται Βανδέα αλλά και πιο πάνω, στη Βρετάνη, στα μέρη που, υποκινούμενα από τους Άγγλους και τους βασιλόφρονες, (αντ)επαναστάτησαν κόντρα στη γαλλική επανάσταση του 1789, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που στοίχισε δεκάδες χιλιάδες θύματα, την ίδια στιγμή που τα παλαιά βασίλεια της Ευρώπης από βορρά, από νότο και από ανατολάς προσπαθούσαν να πνίξουν στο αίμα την επανάσταση που τόλμησε να στείλει στην γκιλοτίνα τον Λουδοβίκο.

Από τότε έμεινε να αποκαλείται «Βανδέα» κάθε αντεπαναστατική κίνηση -τον όρο τον χρησιμοποιεί αρκετά ο Μαρξ.

Δεν θα αναλύσω διά μακρών το μυθιστόρημα του Ουγκό. Κυριακή είναι σήμερα και αξίζει να διαβάσουμε κάτι. Διάλεξα ένα απόσπασμα που έχει μια σχετικήν αυτοτέλεια, και που περιγράφει, με την απλοχωριά που είναι χαρακτηριστική για τον 19ο αιώνα, ένα επεισόδιο στη θάλασσα. Μια αγγλική κορβέτα, επανδρωμένη με βασιλόφρονες Γάλλους, έχει ξεκινήσει από τα νησιά της Μάγχης για να περάσει απέναντι, στη Βρετάνη, και να αποβιβάσει εκεί τον μαρκήσιο Λαντενάκ (που ταξιδεύει ινκόγνιτο) προκειμένου να ηγηθεί στον στρατό της αντεπανάστασης. Ξαφνικά, συμβαίνει ένα απρόοπτο, που θα διαβάσουμε τι ήταν και πώς αντιμετωπίστηκε.

Παραθέτω τρία κεφάλαια (4 έως 6) από το πρώτο βιβλίο του πρώτου μέρους (σελ. 52-65). Στο τέλος αφηγούμαι σύντομα την υπόθεση στη συνέχεια -σπόιλερ, που λέμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Μυθιστόρημα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 152 Σχόλια »

Ο Τάραχος (διήγημα του Κώστα Μάκιστου)

Posted by sarant στο 6 Οκτωβρίου, 2019

Πριν από τρεις εβδομάδες, είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα Το μπουρίνι του μυτιληνιού λογοτέχνη Κώστα Μάκιστου. Ο φίλος Άρης Γαβριηλίδης, που το είχε πληκτρολογήσει, μας προσφέρει σήμερα ένα ακόμα διήγημα του Μάκιστου από την ίδια συλλογή, και μάλιστα το διήγημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή, «Ο Τάραχος».

Ο Κώστας Μάκιστος (1895-1984) ήταν Μυτιληνιός λογοτέχνης -από την Αγία Παρασκευή, το κεντρικό κεφαλοχώρι του νησιού. Παπαχαραλάμπους το πραγματικό του επώνυμο. Τον είχα γνωρίσει γιατί ήταν γείτονάς μας και είχε φιλικές σχέσεις με τον παππού και τη γιαγιά μου.

Περισσότερα δεν θα γράψω, αφού ο φίλος μας ο Άρης εχει και δικό του πρόλογο:

Ύστερα από την πρόσφατη δημοσίευση του διηγήματος του Κώστα Μάκιστου «Το μπουρίνι», όπως είχα υποσχεθεί, δακτυλογράφησα και το άλλο του διήγημα, «Ο τάραχος», από την ομότιτλη συλλογή του διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 1957 σε 1000 αντίτυπα, σε ιδιωτική έκδοση. Είχε περάσει από το σπίτι μας, στον Πειραιά, το 1958, όταν ήμουν δέκα χρονών, αλλά λείπαμε, και το άφησε σε μια γειτόνισσα να μας το δώσει, με αφιέρωση στον πατέρα μου: «Στον αγαπητό μου Νίκο Γαβριλέλλη με αγάπη ο θείος του Κώστας Μάκιστος».

Αυτό ήταν το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ποτέ. Μολονότι η ηλικία μου δεν μου επέτρεπε να το καταλαβαίνω πλήρως, με μάγεψαν η γλώσσα, η ατμόσφαιρα και η θεματολογία του. Ίσως αυτό να ήταν το μπόλι για να γράψω, πολύ αργότερα μεταξύ άλλων τα δικά μου διηγήματα.

Ακολουθεί το διήγημα. Μετά το τέλος του, πρόσθεσα ορισμένα σχόλια που ίσως φανούν ενδιαφέροντα.

 

Ο Τάραχος

(του Κώστα Μάκιστου)

Τον καλόγερο, το Γρηγόρη, σαν τον έβλεπες, έλεγες πως είναι αρκούδα. Το κεφάλι του αναμαλλιασμένο, τουφωτό· μαλλιά, γένια, μουστάκια μπερδεμένα στο ίδιο κουβάρι· πηχτές και μεγαλότριχες κι οι φρυδάρες, τριχωτά και τα χουνιά των αφτιών, κι απ’ όλη τούτη τη δασωμένη τόπα να ξεχωρίζει μονάχα η χοντρή μύτη και τα φουσκωτά μικρά μάτια. Ήταν κι η κορμάρα του χοντροδεμένη – ασουλούπωτη κι η περπατησιά του.

Σαν πέθανε ο γέρο-Μπάρλας, είπαν πως έπρεπε να γράψουν στο γιο του το Γιώργη, μα κανένας δεν ήξερε πού βρίσκεται. Ήρθε μονάχος του την Άνοιξη κι ήταν καλόγερος. Πήγε, χωρίς να περάσει από το χωριό, ίσια στη δασωμένη ντερεδιά, στο πατρικό του ρουμάνι, κι εκεί έκαμε τη μονιά του. Μερεμέτισε την καλύβα του πατέρα του, συγύρισε τα σύνεργα, την αξίνα, το φτυάρι, το τσεκούρι, και βάλθηκε στη δουλειά. Ξαναφανέρωσε την παλιά νερομάνα κι έκαμε σιμά της περιβολάκι. Ξεχέρσωσε την πλατωσιά, παράμερα στην καλύβα, για καμίνι, και εκεί στοίβαζε τα ξύλα, τα κούτσουρα, τα κλαδιά, τις ρίζες. Κει κοντά έχτισε κι ένα μικρό φούρνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Εκκλησία, Μυτιλήνη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 140 Σχόλια »

Η πάμπα του νίτρου, του Πάμπλο Νερούδα (εις μνήμην Αμαλίας Βασιλακάκη)

Posted by sarant στο 29 Σεπτεμβρίου, 2019

Προχτές χάσαμε την αγαπημένη μας Cronopiusa, την Αμαλία μας, που ομόρφαινε το ιστολόγιο με τις μουσικές και τις εικόνες της. Τη μνημονέψαμε στα σχόλια εκείνης της ημέρας. Σήμερα Κυριακή θα ταίριαζε να βάλω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κάρλος Φουέντες «Σε αυτά πιστεύω» που είχε μεταφράσει, αλλά πρακτικά δεν είναι δυνατόν. Επιφυλάσσομαι για άλλη φορά.

Στη μνήμη της θα δημοσιεύσω σήμερα ένα κείμενο που θα της άρεσε. Πρώτα όμως, μεταφέρω δυο λόγια που έγραψαν για την Αμαλία οι συναγωνιστές της από το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα:

Αν κάποιος ήθελε να δώσει τον ορισμό του τι είναι ένας άνθρωπος που φέρνει με τη δράση του την αλλαγή στην καθημερινότητα, θα μπορούσε να αναφέρει απλώς την Αμαλία Βασιλακάκη. Η Αμαλία μάς άφησε χτες πρόωρα. Πρόλαβε όμως να αξιοποιήσει το μεγάλο δώρο τη ζωής με αγώνα, αλληλεγγύη, καλοσύνη και αγάπη.

Για δεκαπέντε χρόνια υπήρξε η ψυχή των Πίσω Θρανίων και του Στεκιού Μεταναστών. Δίδαξε ελληνικά σε εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες. Ταυτόχρονα τους έδωσε την ευκαιρία να κάνουν τη γνωριμία τους με την ελληνική κουλτούρα μέσα από το λαϊκό τραγούδι και τον κινηματογράφο. Η Αμαλία ήταν μια έξοχη εκπαιδευτικός που έβλεπε την Παιδεία σαν μέσο για να αλλάξει ο κόσμος. Παρούσα με συνέπεια και κέφι στα κινήματα, από τη «Μεσοποταμία» στο Μοσχάτο έως την Τσιάπας στο Μεξικό, είχε κάνει στάση ζωής τον αγώνα για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Η Αμαλία μας δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο. Πέτυχε όμως να αλλάξει τις ζωές πολλών ανθρώπων, να κάνει καλύτερες τις ζωές μας.

Το κείμενο του Πάμπλο Νερούδα λέγεται «Η πάμπα του νίτρου» και μιλάει για τις απέραντες εκτάσεις στην έρημο της Χιλής όπου υπάρχουν τα ορυχεία του νίτρου. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε ως Επίμετρο στη νουβέλα Αφηγήτρια ταινιών, του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, που εκδόθηκε φέτος από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Στη νουβέλα, μια φτωχή οικογένεια εργατών νίτρου δεν έχει χρήματα για να βγάλουν ολα της τα μέλη εισιτήρια για τον κινηματογράφο που είναι η μοναδική διασκέδαση στον οικισμό. Στέλνουν λοιπόν την κόρη, η οποία αφηγείται με τόσο ταλέντο και τόσο παραστατικά τις διάφορες ταινίες που τελικά αρχίζουν να την προσκαλούν και από άλλα σπίτια. Δεν λέω πιο πέρα, να πάρετε το βιβλίο.

Ο φίλος Κώστας Σπαθαράκης, ο εκδότης των Αντιπόδων, ίσως επειδή η νουβέλα είναι σύντομη, είχε την καλή ιδέα να προσθεσει το άρθρο του Νερούντα ως Επίμετρο. Του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 189 Σχόλια »

Το σύγνεφο (διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα)

Posted by sarant στο 15 Αυγούστου, 2019

Μέρα γιορτής σημερα, αργία. Ταιριάζει να βάλουμε, εκτάκτως και μεσοβδόμαδα, κάτι λογοτεχνικό. Διάλεξα λοιπόν όχι κάτι σχετικό με τη θρησκευτική γιορτή αλλά κάτι σχετικό με την εποχή, τον Αύγουστο, και μάλιστα ένα διήγημα που έτυχε να το αναφέρουμε προχτές, στο άρθρο για τη σταφίδα.

Θα διαβάσουμε λοιπόν σήμερα το διήγημα «Το σύγνεφο», του Ανδρέα Καρκαβίτσα (1865-1922), του τρίτου μεγάλου διηγηματογράφου στο γύρισμα του 20ού αιώνα μετά τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό. Ο Καρκαβίτσας φέρνει στο μυαλό μας τα Λόγια της πλώρης, που κι εδώ τα έχουμε παρουσιάσει, αλλά το σημερινό διήγημα είναι από τα νεανικά του, γραμμένο το 1887, πριν ο συγγραφέας απορρίψει την καθαρεύουσα (για την οποία έγραψε αργότερα: «Της ρίχνεις χρυσάφι και σου βγάζει κάρβουνο· της ρίχνεις φωτιά και σου βγάζει στάχτη· της ρίχνεις αίμα και σου βγάζει λαχανόζουμο.»). Έτσι, η αφήγηση είναι σε απλή καθαρεύουσα ενώ στους διαλόγους έχουμε δημοτική.

Ο Καρκαβίτσας γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Λεχαινά, οπότε τις χαρές και τις αγωνίες του σταφιδοκαλλιεργητή τις γνώρισε εξ απαλών ονύχων και από πρώτο χέρι.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Διηγήματα του γυλιού». Το πήρα, εκσυγχρονισμένο στην ορθογραφία, από το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο, όπου έχει δημοσιευτεί ολόκληρη η συλλογή, καθώς και πολλά άλλα έργα του Καρκαβίτσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »

Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2019

Κυριακή σήμερα, μέρα ανάγνωσης -καλοκαιρινή Κυριακή μάλιστα. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αφήγημα με έμμεσο καλοκαιρινό χρώμα, αφού εκτυλίσσεται σε μια μικρή νησιωτική πόλη, που δεν κατονομάζεται ρητά αλλά είναι το Πλωμάρι της Μυτιλήνης.

Πρόκειται για το βιβλίο «Το ουζερί», του Μυτιληνιού συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη (1940-), που γεννήθηκε στο Πλωμάρι αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη.

Το Πλωμάρι είναι πανελλήνια γνωστό για το ούζο που παράγει, ωστόσο ο συγγραφέας μάς λέει πως η λέξη «ουζερί» ήταν άγνωστη στην πόλη έως το 1952 που άρχισε να λειτουργεί ένα τέτοιο μαγαζί. Και με κέντρο το μαγαζί αυτό, ο Μαυραγάνης περιγράφει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1950, αφήνοντας τη διήγηση ελεύθερη να περνάει από το ένα θέμα στο άλλο.

Παραθέτω λοιπόν ένα εκτενές απόσπασμα από τις σελίδες 55-66 του βιβλίου. Συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλιο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ βρήκα και μια ραδιοφωνική του συνέντευξη.

Το ουζερί (απόσπασμα)

Πολύ γρήγορα έγινε γνωστό το Ουζερί και πολύ πέρα από τα σύνορα της μικρής μας πόλης και για τους εξαιρετικούς μεζέδες που πρόσφερε. Γιατί, έξω από τα γνωστά και τετριμμένα, χταπόδι στη σχάρα ή ξιδάτο, παστά, ελιές, κεφτέδες και λοιπά, απόκτησε ειδικότητα, ίσως και μοναδικότητα, στα θαλασσινά και στα όστρακα, που του έρχονταν ειδικά από τον κόλπο της Καλλονής. Τα περίφημα χτένια, που τα πρόσφερε ωμά με μπόλικο λεμόνι ή πολύ ελαφρά ψημένα όσο ν’ ανοίξει το καύκαλό τους, με μπόλικο επίσης λεμόνι, πίνες τηγανητές ή μεταμορφωμένες σε πινοκεφτέδες, σουπιές και καλαμαράκια ολοζώντανα στη σχάρα ή τηγανητά, καραβίδες και φυσικά αστακούς και τις εκπληκτικές αστακοκαραβίδες, γνωστές και με το όνομα «κωλοχτύπες», που βεβαίως ορισμένες εποχές απαγορευόταν η αλίευσή τους, φαίνεται όμως πως για το Ουζερί γίνονταν κάποιες εξαιρέσεις.

Όλα αυτά, όμως, μαζί με τους κεφτέδες, χορτοκεφτέδες, συκώτια αρνίσια ή κατσικίσια τηγανητά ή ψητά στο κάρβουνο, σφουγγάτα, ντολμαδάκια γιαλαντζί ή με κρέας, σουγάνια, δηλαδή κρεμμυδοντολμάδες, τα περίφημα και περιζήτητα γεμιστά κολοκυθολούλουδα και πολλά άλλα, συνοδεύοντάς τα με τα αξεπέραστα ξινά του. Που υπήρχαν, βέβαια, και στους μεζέδες των καφενείων, αλλά στο Ουζερί λεγόταν πως είχαν άλλη γεύση.

Σε μια ατέλειωτη σειρά γυάλινων βάζων τοποθετημένων σ’ ένα μεγάλο ράφι πάνω από την κουζίνα μπορούσες να βρεις κάπαρη, ξινήθρα -αξνίθρα στην τοπική μας διάλεκτο- κρίταμο που σκέπαζε όλες τις βραχώδεις ακτές και που μέχρι σήμερα λίγοι το ξέρουν και το εκτιμούν, αγουρίδα, τρυφερούς βλαστούς αμπελιών, αρκόμπλα, τσάγαλα, ήτοι μικρά πριν προλάβει ακόμα να γίνει ξύλο η εξωτερική τους επιφάνεια, αμύγδαλα και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια. Κι όλα αυτά στην άλμη, με μια ιδέα ξίδι στο διάλυμα της συντήρησής τους. Όλα, για να νοστιμίζουν τους άλλους εξαιρετικής ποιότητας μεζέδες και να διευκολύνουν την κατάποση μεγαλύτερων ποσοτήτων απ’ αυτούς.

Τα μούσμουλα στην άρμη ήταν μια απ’ τις πιο θελκτικές λιχουδιές εμάς των μικρών. Αλλά πέρα απ’ αυτά που τρώγαμε από τα βάζα των μανάδων μας -πόσα, άραγε, θα μπορούσαν να έχουν στις κουζίνες τους;- ήταν κι εκείνα που αγοράζαμε από τους πλανόδιους πωλητές, τον Μάρκο ή τον Φώτη ή τον Αριστείδη τον Ντιν-Νταν. Όχι πως είχε καμιά ιδιορρυθμία ο άνθρωπος ή ιδιαιτερότητα, αλλά το παρατσούκλι τού το κόλλησαν γιατί μ’ ένα μικρό κουδουνάκι, που κρατούσε στο χέρι, έκανε γνωστή την παρουσία του στους παντοειδείς πελάτες του. Κλασικός μικροπωλητής του δρόμου ο Ντιν-Νταν, διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς. Λαχεία, καραμέλες, μικρές σοκολατίτσες της μπουκιάς, λουκουμάκια, παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί. Όλοι αυτοί μάς πουλούσαν τα μούσμουλα στην άρμη μέσα σε μικρά χωνάκια από φύλλα εφημερίδων, που μούλιαζαν σχεδόν αμέσως και διαλύονταν μέσα στα χέρια σου, με κίνδυνο απώλειας του περίφημου μεζέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 170 Σχόλια »

Στις 14 Ιουλίου….

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2019

Το ιστολόγιο ελάχιστα έχει ασχοληθεί με τη γαλλική επανάσταση του 1789, μεταξύ άλλων επειδή οι περισσότεροι σχολιαστές ήταν αγέννητοι τότε. Καθώς σήμερα έχουμε την επέτειο της Άλωσης της Βαστίλλης, που σηματοδοτεί την επανάσταση, σκέφτηκα να βάλω ένα κομμάτι από το αφήγημα του Ερίκ Βουγιάρ «14η Ιουλίου», στο οποίο είχα αναφερθεί σε πολύ πρόσφατο άρθρο του ιστολογίου.

Διάλεξα, κάπως ιδιόρρυθμα, να παρουσιάσω όχι ένα ολόκληρο κεφάλαιο αλλά το τέλος του κεφαλαίου «Το Αρσενάλ» και την αρχή του επόμενου κεφαλαίου «Η κινητή γέφυρα».

Όπως θα δείτε, στο πρώτο μέρος του αποσπάσματος που παρουσιάζω, παρουσιάζεται ο Ζαν Ροσινιόλ, τότε άγνωστος νέος, που εξελίχθηκε σε στρατηγό της επανάστασης για να πεθάνει εξόριστος στον Ινδικό ωκεανό.

Για να προλάβω τυχόν ερώτημα, η γέφυρα Ροσινιόλ στα Σεπόλια δεν νομίζω να έχει πάρει το όνομά της από τον Γάλλο επαναστάτη. Αλλά από πού εχει πάρει το όνομά της;

Rossignol στα γαλλικά θα πει αηδόνι. Κάποιοι λένε ότι η γέφυρα ονομάστηκε έτσι από το κέντρο διασκέδασης Ροσινιόλ που βρισκόταν στην περιοχή μετά τον πόλεμο. Η Βικιπαίδεια πάλι γράφει ότι η γέφυρα πήρε το όνομά της από τον Γάλλο Σομπλάν Ροσινιόλ, που ζούσε στην Αθήνα και ήταν μέλος της παρέας που ίδρυσε τον Ατρόμητο Περιστερίου. Ο Ροσινιόλ, λέει, πολύ αγαπητός στους φίλους του, αυτοκτόνησε το 1936 πέφτοντας από αυτή τη γέφυρα η οποία στη συνέχεια ονομάστηκε έτσι από τους κατοίκους της περιοχής.

Ωστόσο, όπως πειστικά επισημαίνει σεπολιώτικο ιστολόγιο, το άρθρο της Βικιπαίδειας δεν δίνει καμία πηγή, ούτε υπάρχει πουθενά ίχνος του μυστηριώδους Γάλλου διανοούμενου ποδοσφαιριστή. Από την άλλη, το κέντρο διασκέδασης Ροσινιόλ δεν βρίσκεται και τόσο κοντά στη γέφυρα Ροσινιόλ. Οπότε, το όνομα της γέφυρας παραμένει μυστήριο αν και προσωπικά βρίσκω πιθανότερη την εκδοχή του κέντρου διασκέδασης.

Στο ιστολόγιο συνηθίζεται να ξεστρατίζει η συζήτηση στα σχόλια -σήμερα, κατ’ εξαίρεση, ξεστράτισε ήδη από τον πρόλογο του άρθρου! Αφού μου συγχωρέσετε το ξεστράτισμα αυτό, ας δούμε τι γράφει ο Ερίκ Βουγιάρ (ή Βυιγιάρ, αν προτιμάτε) για τον Ζαν Ροσινιόλ και τους επαναστατες συντρόφους του και τα όσα έγιναν στις 14 Ιουλίου 1789.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Γαλλία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 174 Σχόλια »

Τα ιστορικά αφηγήματα του Ερίκ Βουγιάρ

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2019

Όπως έγραψα και τις προάλλες, από την έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκης, τον Μάιο, έφυγα με μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία (η αλήθεια είναι ότι μου χάρισαν και πολλά). Θα έλεγε κανείς ότι έτσι κάλυψα τις αναγνωστικές μου ορέξεις, αλλά καμιά φορά διαβάζοντας ένα βιβλίο ανοίγεις λογαριασμούς -δηλαδή νιώθεις τον πειρασμό να βρεις και τα υπόλοιπα του ίδιου συγγραφέα. Σ’ αυτόν τον πειρασμό συνήθως ενδίδω, η πείρα έχει δείξει πως αξίζει τον κόπο.

Κι έτσι, ενώ από την έκθεση είχα αγοράσει την Ημερήσια διάταξη του Eric Vuillard, μόλις το διάβασα, τελευταία μέρα πριν φύγω για τα ξένα, έσπευσα να βρω και τα άλλα δύο του ίδιου συγγραφέα που έχουν κυκλοφορήσει, πάντοτε από τις εκδόσεις Πόλις: τη 14η Ιουλίου και το Κονγκό.

Ο Βουγιάρ μάς βάζει σε μπελάδες ήδη από τα αποδυτήρια -πώς θα μεταγράψουμε το όνομά του στα ελληνικά; Ο εκδοτικός οίκος προτίμησε το Βυϊγιάρ, που είναι και το πιο ακριβές, τουλάχιστον αν έχουμε συμφωνήσει ότι το υ το χρησιμοποιούμε για να αποδώσουμε το γαλλικό u (και το γερμανικό ü) αλλά η αλληλουχία αυτή των φθόγγων είναι κάπως δύσκολη για τα ελληνικά λαρύγγια. Κι αφού οι Γάλλοι λένε Αλκιντίς τον Χαλκίδη και Τομοπουλός τον Θωμόπουλο, θαρρώ πως μπορούμε κι εμείς, κάπως αγροτικά, να πούμε Βουγιάρ τον Vuillard. Πάντως, αν επιμένετε στο Βυϊγιάρ, τα διαλυτικά χρειάζονται, αλλιώς το υι θα πρέπει να προφερθεί ι, όπως στην υιοθεσία.

Δεύτερος μπελάς, πιο σοβαρός. Σε ποιο είδος ανήκουν τα πεζά του Βουγιάρ; Λογοτεχνία ή ιστορία; Ο ίδιος βέβαια το έχει ξεκαθαρίσει, και το γράφει και φαρδιά-πλατιά στο εξώφυλλο της Ημερήσιας διάταξης: Αφήγημα, Récit στα γαλλικά. Όχι το αφήγημα που το έχουν κάνει ψωμοτύρι οι κλισεδιάρηδες των εφημερίδων και δεν θέλει να το ακούει ο κ. Μπαμπινιώτης -εδώ η λέξη χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική της έννοια.

Ο Βουγιάρ σε κάθε του βιβλίο αφηγείται μιαν ιστορία -μιαν ιστορία από την ιστορία. Θα το καταλάβατε ότι η 14η Ιουλίου μιλάει για την κατάληψη της Βαστίλλης το 1789, το Κονγκό την αποικιακή κατάληψη της περιοχής και γενικότερα το μοίρασμα των αποικιών, όσο για την Ημερήσια διάταξη είναι η εξιστόρηση του Άνσλους, της κατάληψης της Αυστρίας από τον Χίτλερ το 1938.

Τα αφηγείται με ξεχωριστή μαστοριά, ο μπαγάσας. Θα παραθέσω πιο κάτω ένα δείγμα, αλλά πρέπει να το τονίσω, η γραφή του είναι απολαυστική. Άλλωστε η Ημερήσια διάταξη βραβεύτηκε με το Γκονκούρ, που δίνεται σε λογοτεχνικά έργα.

Όμως, στην Ημερήσια διάταξη (αλλά και στα άλλα δύο βιβλία) δεν υπάρχουν μυθιστορηματικοί ήρωες. Όταν διαβάζουμε για τις αφόρητες πιέσεις που ασκούσε ο Χίτλερ στον Αυστριακό καγκελάριο Σούσνιγκ για να τον καταφέρει να ενδώσει στο Άνσλους και τι σκεφτόταν ο καθένας τους, ή όταν ο Βουγιάρ μας διηγείται πώς ο Ρίμπεντροπ κατάφερε, φλυαρώντας περί ανέμων και υδάτων σε ενα επίσημο δείπνο, να καθυστερήσει τις αντιδράσεις της βρετανικής διπλωματίας μετά το Άνσλους, περιγράφονται ιστορικά γεγονότα στα οποία παίρνουν μέρος ιστορικά πρόσωπα -το στοιχείο της μυθοπλασίας βρίσκεται στην ατμόσφαιρα, στην περιγραφή των χώρων και των σκέψεων. Αλλά πιο κάτω θα παραθέσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο οπότε θα δείτε περί τίνος πρόκειται.

Και επειδή ακριβώς τα βιβλία του Βουγιάρ (ο οποίος δεν είναι ιστορικός) κινούνται στο μεταίχμιο ιστορίας και λογοτεχνίας, ξέσπασε και μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους κριτικούς. Ο διάσημος ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον στο New York Review of Books επέκρινε την Ημερήσια διάταξη κατηγορώντας τον Βουγιάρ ότι δεν κάνει λογοτεχνία αλλά ιστορία και ότι δεν είναι ουδέτερος, ότι επιλέγει να περιγράψει (έστω, με μπρίο) ορισμένες μόνο σκηνές, ορισμένα γεγονότα από την ιστορία του Άνσλους παραλείποντας άλλα και ότι αυτό που κάνει θα ηταν αποδεκτό μόνο αν χρησιμοποιούσε μυθιστορηματικούς ήρωες. Αλλά και ο (επίσης ιστορικός) Robert Tombs, κριτικός του Times Literary Supplement έκρινε ότι το έργο του Βουγιάρ είναι ένα υβρίδιο λογοτεχνίας και ιστορίας που δεν πείθει ούτε ως λογοτέχνημα ουτε ως ιστορικό εργο, κι αν διακρίνεται ένα γενικό θέμα αυτό είναι ότι το μεγάλο κεφάλαιο χρηματοδότησε τον ναζισμό και ωφελήθηκε από αυτόν, κάτι που είναι μισή αλήθεια και όχι πολύ πρωτότυπο. (Ο φίλος μας ο Ρογηρος μου έστειλε δυο σελίδες από το περιοδικό Histoires, που τις συνόψισα στα προηγούμενα -τις έχω ανεβάσει εδώ για όποιον θέλει να τις διαβάσει).

Δύσκολο να πάρει κανείς θέση σε αυτή τη διαμάχη. Ωστόσο, νομίζω πως αυτό που αθωώνει τον Βουγιάρ είναι το έξοχο γράψιμό του -εννοώ ότι ο αναγνώστης έχει επίγνωση πως δεν διαβάζει ιστορικό δοκίμιο αλλά λογοτέχνημα. Ο συγγραφέας επέλεξε να ρίξει τον φακό του σε ορισμένα επεισόδια τα οποία τα αφηγείται μένοντας πιστός στην ιστορική αλήθεια και να δώσει (διατύπωση του Πιέρ Ασουλίν) «μια υποκειμενική θεώρηση της ιστορίας, σκηνοθετημένη και μετουσιωμένη από τη λογοτεχνία».

Τα τρια βιβλία του Βουγιάρ δεν είναι μεγάλα. Η Ημερήσια διάταξη πιάνει 150 σελίδες (με απλόχωρο στήσιμο σελίδας), κάτι που έκανε τον Πάξτον να ειρωνευτεί «το πιο φτενό βραβείο Γκονκούρ που δοθηκε ποτέ», η 14η Ιουλίου μόλις φτάνει τις 200 σελίδες ενώ το Κονγκό δεν φτάνει τις 120. Πάντως διαβάζονται με απόλαυση -και ήδη αδημονώ να πιάσω στα χέρια μου τον Πόλεμο των φτωχών, που επίσης ετοιμάζεται.

Θα μπορούσα βέβαια να τον διαβάσω στα γαλλικά, αλλά έχει κάποιο νόημα να στηρίζουμε και τις ελληνικές εκδόσεις και τη δουλειά μας -εννοώ τη μετάφραση. Η μετάφραση των βιβλίων είναι καλή, αν και έχω κάποιες διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, ελάσσονες όμως. Για παράδειγμα (και θα περιοριστώ στην Ημερήσια διάταξη) με ξένισαν κάποιες μάλλον λόγιες επιλογές λέξεων και τύπων όπως το «οιδαλέο σουλούπι» ή «αυτό το κάλεσμα, το αναμφίβολα κάπως αύθαδες» ή η άτσαλη γενική «είχε αρχίσει την επαγγελματική του καριέρα ως εισαγωγέας σαμπανιών Mumm και Pommery» (σαμπάνιας θα έβαζα ή θα απέφευγα τη γενική).

Κι έπειτα μια φράση που τη συζήτησα και στη Λεξιλογία:

Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα…

πρωτότυπο: il devait être trop bien renseigné pour ne pas trouver un peu curieuse cette promenade

που θα το απέδιδα αλλιώς, πχ πρέπει να ήταν τόσο καλά πληροφορημένος ώστε αποκλείεται να μην του φάνηκε κάπως παράξενη αυτή η βόλτα...

Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες.

Και παρόλο που στάθηκα περισσότερο στην Ημερήσια διάταξη, ίσως η προτίμησή μου να βρίσκεται στην 14η Ιουλίου. Αλλά αφού κυρίως αυτό το έργο παρουσίασα, παραθέτω και ένα ολόκληρο κεφάλαιο από αυτό, με τίτλο Επίσκεψη αβροφροσύνης (σελ. 27-32 στο βιβλίο).

Επίσκεψη αβροφροσύνης

Ένα σκοτεινό ένστικτο μιας παρέδωσε στον εχθρό, παθητικούς και περιδεείς. Από τότε, τα βιβλία μας της Ιστορίας επανέρχονται ξανά και ξανά σε αυτό το τρομακτικό γεγονός, στο οποίο φαίνεται πως συναρμόστηκαν ο αιφνιδιασμός με τη λογική. Έτσι, άπαξ και προσηλυτίστηκαν οι βαρόνοι της βιομηχανίας και των τραπεζών, κι έπειτα οι αντιτιθέμενοι φιμώθηκαν, οι μοναδικοί σοβαροί αντίπαλοι του καθεστώτος ήταν οι ξένες δυνάμεις. Oι τόνοι ανέβαιναν ολοένα και περισσότερο με τη Γαλλία και την Αγγλία, με τα ωραία λόγια και τις επιδείξεις δύναμης να εναλλάσσονται. Και σε αυτό το πλαίσιο, τον Νοέμβριο του 1937, ανάμεσα σε δύο ξεσπάσματα οργής, έπειτα από μερικές διαμαρτυρίες καθαρά τυπικού χαρακτήρα για το θέμα της προσάρτησης του Ζάαρλαντ, της επαναστρατίωτικοποίησης της Ρηνανίας ή του βομβαρδισμού της Γκερνίκα από τη λεγεώνα Κόνδωρ, ο Χάλιφαξ, λόρδος πρόεδρος του Συμβουλίου, πήγε ιδιωτικά στη Γερμανία, έπειτα από πρόσκληση του Χέρμαν Γκαίρινγκ, υπουργού της Αεροπορίας, αρχηγού της Λουφτβάφε, υπουργού του Ράιχ για τα δάση και το κυνήγι, προέδρου του συγχωρεμένου του Ράιχσταγκ – δημιουργού της Γκεστάπο. Δεν είναι και λίγα όλα αυτά, και όμως ο Χάλιφαξ δεν ενοχλείται, δεν του φαίνεται περίεργος αυτός ο λυρικός και πληθωρικός τύπος, ο διαβόητος αντισημίτης, με πλάκα τα παράσημα. Και δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι τον Χάλιφαξ τον τύλιξε κάποιος που κρατούσε κλειστά τα χαρτιά του, ότι δεν παρατήρησε πως ντυνόταν σαν δανδής, δεν παρατήρησε τους ατελείωτους τίτλους, την παραληρηματική, δυσνόητη ρητορική, το οιδαλέο σουλούπι· όχι. Εκείνη την εποχή ήμασταν ήδη πολύ μακριά από τη σύσκεψη της 20ής Φεβρουάριου, οι ναζί είχαν χάσει κάθε αυτοσυγκράτηση. Κι επιπλέον, πήγαν κυνήγι παρέα, γέλασαν παρέα, δείπνησαν παρέα· και ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, που δεν ήταν φειδωλός σε εκδηλώσεις τρυφερότητας και καλοσύνης, εκείνος που μάλλον είχε ονειρευτεί να γίνει ηθοποιός και που με τον τρόπο του είχε εντέλει γίνει, μπορεί και να του είχε δώσει ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, ίσως και να τον είχε λοιδορήσει λιγάκι, τον γερο-Χάλιφαξ, και να του είχε πετάξει κατάμουτρα και κάτι διφορούμενα παραμύθια, από αυτά που αφή-νουν τον αποδέκτη τους άναυδο, κάπως αμήχανο, όπως όταν αφήνεις σεξουαλικά υπονοούμενα.

Να τον είχε τυλίξει ο Μέγας Κυνηγεσιάρχης στην εσάρπα του από καταχνιά και σκόνη; Ωστόσο, ο λόρδος Χάλιφαξ, όπως βέβαια και οι είκοσι τέσσερις βαρόνοι της γερμανικής βιομηχανίας, δεν μπορεί παρά να ήξερε αρκετά πράγματα για τον Γκαίρινγκ, δεν μπορεί παρά να γνώριζε έστω και λίγο την ιστορία του, τη ζωή του ως πραξικοπηματία, την αγάπη του για τις φανταχτερές στολές, τη μορφινομανία του, τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο στη Σουηδία, τη με συντριπτικά στοιχεία διάγνωση περί βίαιης συμπεριφοράς, νοητικών διαταραχών, κατάθλιψης, τις αυτοκτονικές του τάσεις. Δεν ήταν δυνατόν να στέκεται μόνο στον ήρωα των αιθέρων, στον πιλότο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στον έμπορο αλεξίπτωτων, στον βετεράνο στρατιώτη. Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα, στη διάρκεια της οποίας διακρίνονται οι δυο τους, σε μία μικρή ταινία, να θαυμάζουν το πάρκο με τους βίσονες και όπου ένας Γκαίρινγκ, απίστευτα χαλαρός, δίνει μαθήματα ευεξίας. Δεν μπορεί να μην έχει διακρίνει το γελοίο μίικρό φτερό που έχει στο καπέλο του, τον γούνινο γιακά, την αλλόκοτη γραβάτα. Ίσως και να του αρέσει και εκείνου το κυνήγι, του Χάλιφαξ, όπως άρεσε στον γέρο πατέρα του, και τότε σίγουρα θα ευχαριστήθηκε στο Σορφχάιντε, αλλά δεν μπορεί να μην είδε το παράξενο δερμάτινο μπουφάν που φορούσε ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, ούτε το στιλέτο στη ζώνη του, να μην άκουσε τα απαίσια υπονοούμενα που κρύβονταν κάτω από χοντροκομμένα αστειάκια. Ίσως και να τον είδε να ρίχνει βέλη, μεταμφιεσμένος σε σαλτιμπάγκο· πιθανότατα είδε και τα άγρια ζώα που είχε εξημερώσει, το λιονταράκι που ήρθε να γλείψει το πρόσωπο του αφεντικού του. Αλλά ακόμα και αν δεν είδε τίποτε απ’ όλα αυτά, ακόμα και αν πέρασε μονάχα ένα τέταρτο με τον Γκαίρινγκ, είχε αναμφίβολα ακούσει για τα παιδικά ηλεκτρικά τρενάκια που κυκλοφορούσαν παντού στο υπόγειο του σπιτιού του και τον άκουσε αναπόφευκτα να ψιθυρίζει ένα σωρό ανοησίες. Κι έπειτα, αυτή η γριά αλεπού ο Χάλι-φαξ δεν ήταν δυνατόν να μην έλαβε υπόψη την παραληρηματική του εγωπάθεια· μπορεί, μάλιστα, και να τον είδε να αφήνει ξαφνικά το τιμόνι του καμπριολέ του και να ουρλιάζει στον άνεμο! Ναι, δεν είναι δυνατόν να μη διέκρινε κάτω από το πλαδαρό και πρησμένο προσωπείο τον τρομακτικό πυρήνα. Κι έπειτα συνάντησε και τον Φύρερ· ούτε εκεί δεν είδε τίποτα ο Χάλιφαξ! Παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Ήντεν, άφησε μάλιστα να εννοηθεί στον Χίτλερ ότι οι γερμανικές αξιώσεις στην Αυστρία και ένα μέρος της Τσεχοσλοβακίας δεν φαίνονταν αθέμιτες στην κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος, υπό τον όρο ότι αυτό θα γινόταν ειρηνικά καί μετά από δίαβούλευση. Έχει κοινωνικότητα ο Χάλιφαξ. Αλλά μία ακόμα πινελιά δίνει την πλήρη εικόνα του ανθρώπου. Μπροστά στο Μπέρχτεσγκαντεν, όπου τον άφησαν, ο λόρδος Χάλιφαξ διέκρινε μία σιλουέτα δίπλα στο αυτοκίνητο, την οποία πέρασε για υπηρέτη. Φαντάστηκε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε έρθει προς το μέρος του για να τον βοηθήσει να ανεβεί τα σκαλοπάτια του πρόθυρου. Οπότε, ενώ του άνοιγαν την πόρτα, του έδωσε το παλτό του. Αλλά, αμέσως, ο φον Νόιρατ ή κάποιος άλλος, μπορεί κι ένας υπηρέτης, του ψιθύρισε στ’ αυτί με βραχνή φωνή: «Ο Φύρερ!» Ο λόρδος Χάλιφαξ σήκωσε το βλέμμα. Πράγματι, ήταν ο Χίτλερ. Τον είχε περάσει για λακέ! Ο λόγος ήταν ότι δεν είχε καταδεχτεί να σηκώσει το κεφάλι, όπως θα αναφέρει ο ίδιος αργότερα στο βιβλιαράκι μιε τα απομνημονεύμιατά του, Πληρότητα των ημερών: αρχικά είδε ένα παντελόνι και κάτω κάτω ένα ζευγάρι παπούτσια. Το ύφος είναι ειρωνικό, ο λόρδος Χάλιφαξ θέλει να μας κάνει να γελάσουμε. Αλλά αυτό εγώ δεν το βρίσκω αστείο. Ο Αγγλος αριστοκράτης, ο διπλωμάτης που στέκει περήφανα ως ο τελευταίος μιας ολόκληρης σειράς θεόκουφων, βλαμμένων, στενόμυαλων προγόνων, είναι κάτι που με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι, άλλωστε, ο εντιμότατος πρώτος υποκόμης Χάλιφαξ που ως υπουργός Οικονομικών αντιτάχθηκε σθεναρά σε κάθε πρόσθετη βοήθεια προς την Ιρλανδία, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του; Ο λιμός είχε ως αποτέλεσμα ένα εκατομμύριο νεκρούς. Και ο εντιμότατος δεύτερος υποκόμης, ο πατέρας του Χάλιφαξ, εκείνος που ήταν αξιωματούχος στην υπηρεσία του βασιλιά, συλλέκτης ιστοριών φαντασμάτων, τις οποίες δημοσίευσε, μετά τον θάνατό του, ένας από τους γιους-φαντάσματα που είχε, μπορεί άραγε να οχυρωθεί κανείς πίσω από τέτοιους ανθρώπους; Επιπλέον, αυτή η αδεξιότητα δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, δεν πρόκειται για την γκάφα κάποιου επιπόλαιου γέρου, μαρτυρεί κοινωνική τύφλωση, μαρτυρεί έπαρση. Από την άλλη, όμως, σε ό,τι έχει να κάνει με ιδέες, ο Χάλιφαξ είναι ελάχιστα σεμνότυφος. Έτσι, για τη συνάντησή του με τον Χίτλερ, θα γράψει στον Μπάλντουιν: «Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός είναι ισχυρές δυνάμεις, αλλά δεν τις θεωρώ ούτε παρά φύσιν, ούτε ανήθικες!»· και λίγο αργότερα; «Δεν αμφιβάλλω ότι αυτοί οι άνθρωποι μισούν πραγματικά τους κομμουνιστές. Και σας διαβεβαιώνω ότι αν ήμασταν στη θέση τους, θα αισθανόμασταν το ίδιο πράγμα». Τέτοια ήταν τα προμηνύματα αυτού που και σήμερα ακόμα ονομάζουμε πολιτική κατευνασμού.

Οπότε, λέω, ίσως να ενόχλησαν και αυτά που λέει ο Βουγιάρ.

 

Posted in Ιστορία, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Ο σταυρός (διήγημα του Γιάννη Παλαβού)

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό διάβασ\α τη συλλογή «Το παιδί» του Γιάννη Παλαβού και μου άρεσε, οπότε θα παρουσιάσω σήμερα ένα από τα διηγήματά της.

Nα πούμε όμως δυο λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα. Ο Γιάννης Παλαβός γεννήθηκε το 1980 στο Βελβεντό της Κοζάνης και είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα μικροδιήγημα από την προηγούμενη συλλογή του (εδώ, στο τέλος του άρθρου) η οποία βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος.

Κατά τη γνώμη μου, ο Γιάννης Παλαβός εντάσσεται στο ρεύμα που θα το χαρακτήριζα «ανανεωμένη ηθογραφία», που έχει εμφανιστεί τα τελευταία 10-15 χρόνια ή, αν προτιμάτε, στον αιώνα μας.

Στο ίδιο ρεύμα μπορούμε να εντάξουμε, τον καθένα με τις ιδιαιτερότητές του, συγγραφείς όπως ο Μακριδάκης, ο Παπαμάρκος, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και άλλοι, που έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι τοποθετούν τη δράση των διηγημάτων τους στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και χρησιμοποιούν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ντοπιολαλιάς (ο Παλαβός κάπως λιγότερο).

Το σημερινό διήγημα έχει πασχαλινό θέμα, αλλά αν περιμένω μέχρι του χρόνου σχεδόν σίγουρα θα το ξεχάσω. Οπότε, χωρίς άλλη εισαγωγή, το δημοσιεύω σήμερα:

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Κάποιος είπε ότι είδε τον νεωκόρο να αγοράζει κρασί. Ήμασταν τρεις που περιμέναμε. Είχα φέρει το γκέιμ μπόι, αλλά δεν το έβγαζα.

«Δεν περνάει», είπε ο Ντιζάς.

«Θα περάσει», είπε ο Γκόγκας.

Αυτός είχε δει τον νεωκόρο. Έμεναν στην ίδια γειτονιά. Ο Γκόγκας ήρθε τελευταίος. Η καμπάνα χτύπησε μία φορά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Η κάρτα (διήγημα του Μαρσέλ Αιμέ)

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2019

Πριν από τρεις Κυριακές είχαμε δημοσιεύσει το φανταστικό-χιουμοριστικό διήγημα «Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους» του Μαρσέλ Αιμέ. Όπως είχαμε τότε αναφέρει, η φίλη που έκανε τη μετάφραση έχει επίσης μεταφράσει κι ένα ακόμα διήγημα του Αιμέ -και το παρουσιάζουμε σήμερα.

Όπως και το προηγούμενο, έτσι κι αυτό το διήγημα του Αιμέ γράφτηκε μέσα στην Κατοχή και δημοσιεύτηκε το 1943 σε βιβλίο -στην ίδια συλλογή διηγημάτων, που μπορείτε να τη βρείτε εδώ στα γαλλικά.

Το διήγημα έχει τη μορφή αποσπασμάτων από το ημερολόγιο ενός συγγραφέα. Θεσπίζεται ένας νέος νόμος βάσει του οποίου το δικαίωμα ύπαρξης χορηγείται με δελτίο και ο Αιμέ περιγράφει τα όσα γκροτέσκα ακολουθούν. Περιέργως, το διήγημα πέρασε από τη γερμανική λογοκρισία -θα θεωρήθηκε φανταστικό.

Το διηγημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά παλιότερα, με τίτλο «Το δελτίο». Η φίλη που το μετέφρασε προτίμησε να ακολουθήσει το πρωτότυπο, που κάνει λόγο για carte (κάρτα, και πιο πέρα carte de temps-χρονοκάρτα), η οποία περιέχει 24 δελτία (tickets).

Στο διήγημα εμφανίζονται διάφορα υπαρκτά πρόσωπα, γνωστά στο Παρίσι και ειδικά στη Μονμάρτη στην εποχή. Ο Σελίν είναι γνωστός, τον Ζεν Πωλ τον αναφέραμε στο προηγούμενο διήγημα, ενώ στα άλλα πρόσωπα έχω βάλει λίκνους. Ο Τεντέν (Tintin) πιθανώς είναι ο Tonton, δηλαδή ο Gaston Baheux, που τον βλέπουμε στη φωτογραφία στο κέντρο, ενώ πίσω του με τα μαύρα γυαλιά είναι ο Μαρσέλ Αιμέ.

Το λουλούδι αγριολίζα είναι η pervenche.

Tο όνομα του κεντρικού ήρωα είναι Flegmon, που παραπέμπει στη διπλότυπη λόγια λέξη flegme/phlegme (φλέγμα) και στον ιατρικό όρο phlegmon (φλεγμονή).

Ο γέρος γείτονάς του λέγεται Roquenton, παραλλαγή του roquentin μειωτικού χαρακτηρισμού για γέρο που παλιμπαιδίζει. Στη Ναυτία του Σαρτρ, που κυκλοφόρησε  το 1938 και έχει επίσης ημερολογιακό χαρακτήρα, ο συγγραφέας του ημερολόγιου ονομάζεται Roquentin παρ’ ότι νέος.

 

            Η κάρτα

Αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Ιούλιου Φλεγκμόν

10 Φεβρουαρίου. Κάτι παράλογο ψιθυρίζεται στη γειτονιά για νέα περιοριστικά μέτρα. Θα προχωρούσαν, λέει, στη θανάτωση των μη παραγωγικών καταναλωτών, γερόντων, συνταξιούχων, εισοδηματιών, άνεργων και άλλων άχρηστων στομάτων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ένδεια και να διασφαλίσουν την καλύτερη απόδοση στο εργαζόμενο κομμάτι του πληθυσμού.

Κατά βάθος βρίσκω το μέτρο αρκετά δίκαιο. Συνάντησα λίγο αργότερα μπροστά στο σπίτι μου το γείτονά μου Ροκαντόν, τον παράφορο εβδομηντάρη, που παντρεύτηκε πέρσι μια νεαρή εικοσιτεσσάρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Κατοχή, Παρίσι, Πεζογραφία, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους (διήγημα του Μαρσέλ Αιμέ)

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2019

Τις προάλλες που συζητούσαμε στα σχόλια αν η παριζιάνικη Montmartre αποδίδεται Μονμάρτη ή Μονμάρτρη στα ελληνικά, είχαμε κάνει λόγο και για δυο διηγήματα φαντασίας του Μαρσέλ Αιμέ. Θα παρουσιάσω σήμερα το ένα από αυτά, το «Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους». Μια φίλη του ιστολογίου, που έχει ζήσει στο Παρίσι, το είχε μεταφράσει τότε, και μου το έστειλε. Παρόλο που, όπως λέει, η μετάφρασή της είναι ερασιτεχνική, νομίζω ότι διαβάζεται πολύ καλά και ελάχιστα άλλαξα καθώς τη διάβαζα. Πάντως, το πρωτότυπο είναι εδώ.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε σε περιοδικό το 1941 και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1943. Τα ονόματα των δρόμων που αναφέρονται είναι υπαρκτά. Έχω βάλει κάποια λινκ. Ο Μαρσέλ Αιμέ έζησε πολλά χρόνια στη Μονμάρτη, ακριβώς στη λεωφόρο Ζινό για την οποία γίνεται λόγος στο διήγημα. Μάλιστα, υπάρχει και πλατεία στο όνομά του, στην οποία μπορεί κανείς να δει ένα γλυπτό εμπνευσμένο από το διήγημα που θα διαβάσετε -φωτογραφία στο τέλος.

Η αναφορά σε «εγγλέζικη εβδομάδα» εννοεί την πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, που τότε ήταν ακόμη νεωτερισμός στη Γαλλία ενώ εφαρμοζόταν στην Αγγλία.

Περιμένω από τους ειδήμονες σε θέματα επιστημονικής φαντασίας να μας πουν αν το διήγημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ΕΦ. Νομίζω όχι. Μάλλον χιουμοριστικό θα το πούμε ή φανταστικό διήγημα.

 

Μαρσέλ Αιμέ

Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’τους τοίχους

Ζούσε στη Μονμάρτη, στον τρίτο όροφο της οδού ντ’Ορσάπ 75Β ένας εξαιρετικός άνθρωπος με το όνομα  Ντιτιγέλ, που είχε το μοναδικό χάρισμα να περνάει χωρίς πρόβλημα ανάμεσα απ’ τους τοίχους. Φορούσε γυαλιά, είχε μικρό μαύρο υπογένειο και ήταν τριτοβάθμιος  υπάλληλος στο Υπουργείο Καταστίχων. Το χειμώνα πήγαινε στο γραφείο του με το λεωφορείο και την άνοιξη έκανε τη διαδρομή με τα  πόδια φορώντας το μελόν καπέλο του.

Ο Ντιτιγέλ μόλις είχε πατήσει τα σαραντατρία, όταν του αποκαλύφτηκε η δύναμή του. Ένα βράδυ, μια σύντομη διακοπή ρεύματος τον βρήκε στο χωλ του μικρού εργένικου διαμερίσματός του. Περπάτησε για λίγο ψηλαφητά μες στα σκοτάδια και, όταν το ρεύμα επανήλθε, βρέθηκε στο πλατύσκαλο του τρίτου ορόφου. Καθώς η πόρτα του διαμερίσματος ήταν κλειδωμένη από μέσα, το συμβάν τον έβαλε σε σκέψεις και, παρά τις επιταγές της λογικής του, αποφάσισε να ξαναμπεί με τον τρόπο που είχε βγει, διασχίζοντας δηλαδή τον τοίχο. Αυτή η παράξενη ικανότητα, που καθώς φαίνεται δεν ήταν μέσα στις επιδιώξεις του, δεν έπαψε να τον ανησυχεί κάπως, και την επαύριο, Σάββατο, επωφελήθηκε από την «εγγλέζικη» εβδομάδα και πήγε να βρει ένα γιατρό της γειτονιάς, για να του εκθέσει την περίπτωσή του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Παρίσι, Πεζογραφία, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Ο Φυσικός Άνθρωπος (το κατά Γιάννη Μακριδάκη Ευαγγέλιο)

Posted by sarant στο 21 Απριλίου, 2019

Σήμερα είναι Κυριακή, μέρα που συνηθίζουμε να βάζουμε κάτι λογοτεχνικό. Είναι και η θλιβερή επέτειος της 21ης Απριλίου 1967, είναι ομως και η Κυριακή των Βαΐων. Βρισκόμουν σε δίλημμα ποιο από τα δύο θέματα να προτιμήσω, αλλά είδα στη σελίδα του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, που πολύ τον αγαπώ και έργα του έχω κατ’ επανάληψη παρουσιάσει εδώ, το αφήγημα που θα διαβάσετε και μου άρεσε και του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω -τον ευχαριστώ πολύ.

Πρόκειται όπως βλέπετε για μια παράφραση της Μεγάλης Εβδομάδας και των Παθών του Ιησού Χριστού. Τέτοιες παραφράσεις γνωρίζει αρκετές η λογοτεχνία μας -θα αναφέρω πρόχειρα την αρκετά γνωστή «Μεγάλη βδομάδα του πρεζάκη» του Μ. Καραγάτση. Φυσικά, η κατά Μακριδάκην Μεγαλοβδομάδα διαπνέεται από τις πεποιθήσεις του συγγραφέα για τον φυσικό ανθρωπο, που τις εχει εκφράσει και στις νουβέλες του, ίσως πιο καθαρά στο «Αντί Στεφάνου«.

Σχολιάζει ο Μακριδάκης:

Το έγραψα το 2017, μετά από παραγγελία του Γιώργου Κουμεντάκη, καλλιτεχνικού διευθυντή της Λυρικής Σκηνής, για την Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ. Αποτελεί παράφραση των Ιερών Ευαγγελίων της Μεγάλης Εβδομάδας και παρουσιάστηκε στην παράσταση Ημέρες Λατρευτικής Μουσικής – Παραφράσεις Ιερών Κειμένων, στο Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, στις 4 και 5 Απριλίου 2017, ερμηνευμένο από την ηθοποιό Ράνια Οικονομίδου συνοδεία των αυτοσχεδιασμών στο πιάνο του Αντώνη Ανισέγκου.

Παραθέτω το κείμενο χωρίς άλλα σχόλια:

Ο Φυσικός Άνθρωπος ή αλλιώς το κατά Γιάννη Μακριδάκη Ευαγγέλιο

Την νύχτα εκείνη ο Ιησούς και οι μαθητές Αυτού, εξόν του Ιούδα, μετέβησαν πέραν του χειμάρρου των Κέδρων και εισήλθαν εις τον ελαιώνα της Γεσθημανής όπως προσευχηθούν.

Τον τόπο εκείνον εγνώριζε ασφαλώς και ο Ιούδας, διότι είχαν μεταβεί πλείστες φορές εκεί μαζί με τον Ιησού. Κατέφθασε κατόπιν λοιπόν και ούτος εκεί, επικεφαλής πλήθους οργίλων Καταναλωτών τε και Δούλων του Συστήματος, εχόντων ανά χείρας δαυλούς, λύχνους, ξύλα και μάχαιρες, συνοδευόμενοι υπό πανόπλων Στρατιωτών και Φρουρών, οίτινες είχαν διαθέσει εις αυτόν οι Τραπεζίτες, οι Επενδυτές και οι Άρχοντες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παρωδίες, Πασχαλινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , | 133 Σχόλια »