Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Πελοπόννησος’ Category

Κείμενα του Εικοσιένα – 6: «Και τους εβάρεσα καλά». Ο Κολοκοτρώνης περιγράφει τη νίκη στα Δερβενάκια

Posted by sarant στο 23 Μαρτίου, 2021

Μια και μπήκαμε στη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, πριν από λίγο καιρό σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Σκοπεύω να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις τουλάχιστον έως τα τέλη Μαρτίου αλλά και πιθανώς ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το έκτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Μια και βρισκόμαστε πολύ κοντά στην 25η Μαρτίου, την ημέρα που συμβατικά θεωρείται η εναρκτήρια του ξεσηκωμού, διάλεξα για σήμερα ένα κείμενο που θα μας θυμίσει μιαν από τις μεγαλύτερες αλλά και τις κρισιμότερες νίκες του Εικοσιένα: τη μάχη στα Δερβενάκια, που απάλλαξε για τρία χρόνια τον Μοριά από τον βραχνά μιας τουρκικης επίθεσης.

Όπως έχω γράψει σε παλιότερο άρθρο ειδικά αφιερωμενο στη «νίλα του Δράμαλη»:

Μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Εικοσιένα ήταν η εκστρατεία του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη στο Μοριά το καλοκαίρι του 1822. Ο Δράμαλης είχε πολύ στρατό και είχε σκοπό να συντρίψει την επανάσταση -και σημείωσε μια πρώτη απρόσμενη επιτυχία όταν ο φρούραρχος του Ακροκόρινθου, που μάταια είχε πάρει το παρατσούκλι Αχιλλέας, πανικοβλήθηκε βλέποντας το ασκέρι και εγκατέλειψε το φρούριο «αντουφέκηγο» που έγραψε κι ο Μακρυγιάννης.

Αν ο Δράμαλης έστεκε στην Κόρινθο και εγκαθιστούσε εκεί το στρατηγείο του, τα πράγματα μπορεί να είχαν εξελιχτεί πολύ δυσάρεστα για τους επαναστάτες, αλλά μεθυσμένος από τις πρώτες επιτυχίες θέλησε να τελειώνει γρήγορα. Ο Κολοκοτρώνης εφάρμοσε πολιτική καμένης γης, γνωρίζοντας από αναφορές ανιχνευτών ότι το ασκέρι του Δράμαλη έχει «χασνέδες [χρήματα] και εφόδια πολεμικά αρκετά, πλην από ζαερέδες [προμήθειες σε τρόφιμα] υστερούνται». Στον αργολικό κάμπο άρχισε να τους βασανίζει η ζέστη και η δυσεντερία, καθώς οι Έλληνες μόλυναν και τις πηγές, και θελησαν να αναδιπλωθούν -αλλά στα στενά των Δερβενακιών (ντερβένι είναι το στενό) στα τέλη Ιουλίου ο Κολοκοτρώνης τους πετσόκοψε. Λίγοι σώθηκαν από το μεγαλο ασκέρι κι ο ίδιος ο Μαχμούτ Πασάς πέθανε ειτε από τη λύπη του είτε απο τύφο στην Κόρινθο στις 26 Οκτωβρίου 1822.

Το περιστατικό επιβεβαιώνει μια παρατήρηση που έχουν κάνει ίσως αρκετοί αλλά σίγουρα ο Κ. Παπαγιώργης, ότι οι μεγάλες νίκες του Εικοσιένα οφείλονται όλες σε ενέδρα ή αιφνιδιασμό ή εκμετάλλευση του πεδίου της μάχης ή φθορά του αντιπάλου με κλεφτοπόλεμο και όχι σε κατά μέτωπο σύγκρουση. Όποτε οι Έλληνες θέλησαν να αντιπαρατεθούν στους Τούρκους «ευρωπαϊκά», σε ανοιχτό πεδίο, υπέστησαν επώδυνες ήττες: Πέτα, Κρεμμύδι, Ανάλατος.

Θα παρουσιάσω σήμερα μια επιστολή του Κολοκοτρώνη προς τον Βαρνακιώτη και άλλους οπλαρχηγούς σταλμένη στις 6 Αυγούστου 1822, περίπου 15 μέρες μετά τη μάχη, από τους Μύλους Ναυπλίου. Ο Γέρος του Μοριά περιγράφει τη μάχη, όπως και τα όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν. Φυσικά, το γράφει ο γραμματικός του, οπότε η γλώσσα είναι επιμελημένη -όμως ουσιαστικά είναι δημώδης. Κρατάω την ορθογραφία (αλλά αρχίζω με κεφαλαίο μετά από τελεία ενώ στο πρωτότυπο αρχίζει με πεζό και χωρίζω σε παραγράφους).

Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο του Νεκτ. Φυσεντζίδη «Ανέκδοτοι αυτόγραφοι επιστολαί των επισημοτέρων Ελλήνων οπλαρχηγών», που βασικά περιέχει κείμενα από το αρχείο Βαρνακιώτη. Το έχει επίσης παραθέσει ο Βακαλόπουλος στις Επίλεκτες βασικές ιστορικές πηγές της ελληνικής επαναστάσεως, τόμ. Β’.

Τοις γενναιοτάτοις αδελφοίς Κ. Γεωργάκη Βαρνακιότη, Κ. Ζόγκα και λοιποίς αδελφοίς Καπεταναίοις

Εις την δυτικήν Ελλάδα

Αδελφέ μου Καπ. Γεωργάκη Βαρνακιότη, Καπ. ζόγκα, και λοιποί αδελφοί μου Καπεταναίοι της δυτικής Ελλάδος πέρα και πέρα σάς ασπάζομαι ειλικρινώς μ’ όλην την αδελφικήν αγάπην.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Κείμενα, Παλιότερα ελληνικά, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , , | 101 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 8 (τέλος)

Posted by sarant στο 2 Σεπτεμβρίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη και τελευταία. Η προηγούμενη, έβδομη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της, ενώ επίσης μαθαίνουν ότι υπήρξε ένας προδότης στην ομάδα των ανταρτών που έδρασε στο χωριό στην τελευταία φάση των εκκαθαρίσεων το 1949.

Σήμερα έχουμε το τέλος του διηγήματος.

 

ΠΕΝΤΕ

Το πρωί, κατά τις εννέα, αφού πήραμε όλοι μαζί το πρωινό μας, αποχαιρετήσαμε τους οικοδεσπότες μας, τους ευχαρίστησα εκ μέρους του Συλλόγου μας για τη φιλοξενία τους και υποσχέθηκα να στείλουμε σύντομα άλλο συνεργείο να ολοκληρώσει την καταγραφή των αρχείων. Με την Αναστασία πήραμε τη Ματίνα και φύγαμε. Το αυτοκίνητο της Ματίνας ήταν μικρό αλλά με δυνατή μηχανή, καινούργια λάστιχα και αξιόπιστα φρένα. Εξοικειώθηκα με την πρώτη στο χειρισμό του. Είπα στην Αναστασία να καθίσει δίπλα μου, στη θέση του συνοδηγού, αλλά εκείνη ζήτησε να καθίσει μαζί με τη Ματίνα στις πίσω θέσεις. Την έβλεπα από το καθρεφτάκι του οδηγού να την φροντίζει με αληθινή τρυφερότητα.

Η Ματίνα δεν είχε αλλάξει ούτε στάση ούτε έκφραση. Αφηνόταν στις φροντίδες μας χωρίς καμιά αντίδραση Τις κουβέντες που έκανα με την Αναστασία σα να μην τις άκουγε, αλλά όπως είχα παρατηρήσει χτες και όπως με διαβεβαίωσε ο γιατρός, η ακοή της ήταν περίφημη. Όταν σε μιαν ισόπεδη διασταύρωση με το τρένο σταθήκαμε περιμένοντας τον συρμό, παρατήρησα πως όταν άκουσε το σφύριγμά του στράφηκε αμέσως προς το μέρος από όπου ακούστηκε και όταν πέρασε μπροστά μας, τα μάτια της το παρακολούθησαν ώσπου χάθηκε.

Η Αναστασία, χωρίς να πάψει να έχει στο νου της τη Ματίνα, μιλούσε συνεχώς. Ίσως από αντίδραση στην κατάθλιψη που ένοιωσε μ΄ αυτό που έγινε, ίσως γιατί ενδόμυχα χαιρόταν που θα γύριζε στην Αθήνα και την παρέα της, κελαηδούσε ασταμάτητα. Και σε μένα έκανε καλό ν΄ακούω τη φωνή της και τα όσα έλεγε.

«Που λέτε κύριε Δημήτρη, τόσον καιρό στο Σύλλογο, δεν είχα καταλάβει πόσο σπουδαία γυναίκα είναι η Ματίνα. Στη διαδρομή που ερχόμαστε, αλλά και στο χωριό την κατάλαβα. Με περνάει τόσα χρόνια, που θα μπορούσε να ήταν όχι μάνα μου αλλά και γιαγιά μου κι όμως σε πολλά σημεία είναι πιο νέα από μένα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 98 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 7

Posted by sarant στο 18 Αυγούστου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη, έκτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της.

Σήμερα ολοκληρώνουμε το τέταρτο κεφάλαιο. Ακολουθεί το πέμπτο και τελευταίο -σήμερα λοιπόν έχουμε την προτελευταία συνέχεια.

Η συζήτηση με τον οικοδεσπότη μας ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά εγώ ήθελα να μάθω τι απέγινε ο γιος του. Δίσταζα όμως να τον ρωτήσω. Σα να μάντεψε τις σκέψεις μου, μου είπε τη συνέχεια

«Το χωριό μας ήταν έδρα τάγματος της 54ης Ταξιαρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Τώρα, μεταξύ μας, τι τα θέλανε αυτά; Πήγαν να φτιάξουν κανονικό στρατό χωρίς να διαθέτουν αξιωματικούς. Τους έμπειρους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ, οι ίδιοι τους έστειλαν να τεθούν στη διάθεση του Στρατού κι αυτοί τους εξόρισαν στη Νάξο, απ΄ όπου μια χούφτα μόνο δραπέτευσαν, με τον συνταγματάρχη Κούκουρα επικεφαλής  και κατάφεραν και βγήκαν στο βουνό. Οι άλλοι μείνανε στη Νάξο και μετά τους έστειλαν στη Μακρόνησο. Ο Βλάσης μου δεν ήταν της Σχολής Ευελπίδων, ούτε είχε κάνει αξιωματικός στον παλιό στρατό. Ήταν άλλωστε πολύ μικρός τότε. Είχε όμως πολεμήσει στον ΕΛΑΣ και με πρόταση της διοικήσεως της Μεραρχίας πήγε στη Σχολή Αξιωματικών, η οποία λειτουργούσε στο κοντινό χωριό, το Μοναστήρι, και ονομάστηκε ανθυπολοχαγός.

»Είχα την τύχη να γνωρίσω τον διοικητή της Σχολής, τον Κώστα τον Κανελλόπουλο, ένα πραγματικό παλικάρι. Ήταν υπολοχαγός του Στρατού, πολέμησε στην Αλβανία, συνέχισε με τον ΕΛΑΣ και κατόπιν με τον Δημοκρατικό Στρατό. Τέρας μορφώσεως, πολύ ζεστός άνθρωπος  και ταυτόχρονα πολύ διορατικός και οξύνους. Όπως μου είχε εκμυστηρευθεί, όταν μετά τη Βάρκιζα άρχισαν οι διωγμοί των Χιτών κατά των αριστερών είχε προτείνει στην ηγεσία της Αριστεράς στην Πελοπόννησο να οργανώσουν ένα είδος Αυτοάμυνας, όχι απέναντι της Χωροφυλακής και του Στρατού, αλλά εναντίον των παρακρατικών. Είχε προτείνει τότε να απευθύνουν τελεσίγραφο προς τους Χίτες: «Έναν δικό μας σκοτώνετε; Δύο δικούς σας θα σκοτώνουμε εμείς. Έναν πιάνετε και φυλακίζετε; Δύο θα πιάνουμε ομήρους εμείς». Δυστυχώς η τότε ηγεσία είχε αυταπάτες για ομαλές εξελίξεις και απέρριψε την εισήγησή του ως εξτρεμιστική. Αυτά έγιναν το 1946. Ύστερα τον έστειλαν στο Μπούλκες, από όπου επανήλθε με τον Γκιουζέλη και το επιτελείο του. Στην αρχή ήταν επιτελάρχης της Μεραρχίας αλλά, μετά την αποτυχία των επιθέσεων κατά της Δημητσάνας και της Ζαχάρως, ο Γκιουζέλης τον υποβίβασε, αναθέτοντας του τη Διοίκηση της Σχολής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , | 123 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 6

Posted by sarant στο 4 Αυγούστου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη. Η προηγούμενη, πέμπτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της.

Σήμερα μπαίνουμε στο τέταρτο κεφάλαιο, που και αυτό θα το χωρίσω σε δυο συνέχεις. Ακολουθεί το πέμπτο και τελευταίο.

4

Την επομένη, ειδοποιημένος από τον κύριο Στάθη, ήρθε ξανά να μας δει ο γιατρός. Ήταν περίπου τριανταπέντε χρονών, τέλειωνε το αγροτικό του και έλπιζε να διοριστεί στο Κέντρο Υγείας της Βυτίνας.

«Τι να σας πω. Εγώ είμαι γενικός παθολόγος και παρόμοιο περιστατικό δεν έχω ξανασυναντήσει. Κλινικώς δεν παρουσιάζει καμία βλάβη. Είμαι δε βέβαιος πως βλέπει και ακούει περίφημα. Μόνο που δεν συμμετέχει σε τίποτα. Δέχθηκε τις εξετάσεις που της έκανα, χωρίς καμιά αντίδραση, αλλά και χωρίς καμιά δικιά της ανταπόκριση. Φοβάμαι πως αντιμετωπίζουμε περίπτωση βαριάς αντιδραστικής κατάθλιψης ή κάποια σοβαρή μορφή καταληψίας. Μήπως θα έπρεπε να την πάμε μερικές μέρες στο νοσοκομείο της Τρίπολης, να την παρακολουθήσουν νευρολόγοι ή ψυχίατροι, που δε διαθέτει το Κέντρο Υγείας;»

«Νομίζω πως είναι καλύτερα να τη μεταφέρουμε στην Αθήνα, όπου και καλύτερη περίθαλψη θα έχει και κοντά στους δικούς της θα βρίσκεται».

«Μου φαίνεται πως έχετε δίκιο. Πάντως μπορεί να ταξιδέψει και τέσσερις και πέντε ώρες, χωρίς κίνδυνο».

Το τελευταίο εικοσιτετράωρο στη Δροσοπηγή το περάσαμε με την Αναστασία εξετάζοντας τις φωτογραφίες και κάποια σχετικά μ΄ αυτές έγγραφα, που ανακαλύψαμε στο αρχείο. Για ολοκλήρωση της μελέτης του αρχείου και καταγραφής του δεν γινόταν φυσικά λόγος. Για την ώρα περιοριστήκαμε να ταχτοποιήσουμε φωτογραφίες και έγγραφα, χωρίσαμε όσα είχαν ψηφιοποιηθεί και αποθηκευθεί στο σκληρό δίσκο του φορητού υπολογιστή και στην ψηφιακή κάμερα, από όσα μέναν αθησαύριστα. Ίσως να έρχονταν αργότερα κάποιοι άλλοι από το Σύλλογο για να την συμπληρώσουν την καταγραφή.

 

Η Δροσοπηγή ήταν έδρα τάγματος της 54ης Ταξιαρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Ο Κώστας είχε βαθμό υπολοχαγού και διοικούσε μια διλοχία και ο Βλάσης ήταν ανθυπολοχαγός και υποδιοικητής. Σε ένα έγγραφο, που είχε τον χαρακτηρισμό «απόρρητο», μια παράγραφός του μου έκανε εντύπωση, όπως θα έκανε εντύπωση και σε κάποιον άλλον που τη διάβασε πριν από μένα, γιατί ήταν υπογραμμισμένη με κόκκινο μολύβι:

«Χρειάζεται ιδιαίτερη επαγρύπνηση, αναφορικά με τους επιστρατευόμενους αλλά ακόμη περισσότερη με τους εθελοντές ή τους αυτόμολους. Πληροφορίες από άλλες μονάδες αναφέρουν περιπτώσεις ατόμων, που παρουσιάστηκαν σαν εθελοντές ή αυτόμολοι, στην πραγματικότητα όμως ήταν κατάσκοποι ή πράκτορες των Μ/Φ».

Η τελευταία συντομογραφία σήμαινε βεβαίως «μοναρχοφασιστών». Αναλόγως στην άλλη πλευρά για τους αντάρτες χρησιμοποιούσαν τη συντομογραφία Κ/Σ, δηλαδή «κομμουνιστοσυμμορίται». Όπως γράφει κάποιος ιστορικός της εποχής, ο πόλεμος γινόταν με συντομογραφίες.

Ξεφύλλισα και το μικρό τεφτεράκι, όπου κατέγραφε, δίκην ημερολογίου, τις σκέψεις του ο Βλάσης. Σε ένα σημείο του διάβασα.

Μυστήριος μου φαίνεται ο καινούργιος μαχητής. Όλο ρωτά για πρόσωπα και πράματα. Όταν δεν έχει υπηρεσία, όλο κινείται. Άλλοτε τριγυρίζει στα γραφεία κι άλλοτε φέρνει γύρα το χωριό, σαν κάτι ή κάποιον να αναζητά. Ενημέρωσα τη Διοίκηση και είπα στον Ηλία και το Δημητρό να μην τον χάνουν από τα μάτια τους. Ο Κώστας όμως με διαβεβαιώνει πως πρέπει να είναι εντάξει. Τον ξέρει από την Κατοχή. Εδώ που τα λέμε, παρά τις επιφυλάξεις μου, και σε μένα δεν έχει κάνει άσκημη εντύπωση. Είναι πειθαρχικός, πρόθυμος, εύθυμος, ξέρει ένα σωρό τραγούδια του αγώνα και έχει ωραία φωνή.

Στα διαλείμματα κουβέντιαζα με τους οικοδεσπότες μας. Είχαν πάρει ενεργό μέρος στην Αντίσταση και υπέφεραν στον Εμφύλιο κατά τον οποίο φυλακίστηκε ο Στάθης και λεηλατήθηκε το σπίτι τους. Γλίτωσαν χάρη στις γνωριμίες του πεθερού του, του στρατηγού. Με κάποια έκπληξη διαπίστωσα πως και οι τρεις οικοδεσπότες μας ζούσαν σε μια κατάσταση ψευδαισθήσεων. Γι΄ αυτούς ο αγώνας, που ξεκίνησε από την Αντίσταση και συνεχίστηκε με τον Εμφύλιο, δεν έχει τελειώσει. Τον συνεχίζουν κάποιοι, μεταξύ των οποίων ο Βλάσης, που γι΄ αυτούς εξακολουθεί να ζει, κάπου στην Κούβα ή στη Λατινική Αμερική. Και αυτές τις ψευδαισθήσεις τις διατηρούσε όχι μόνο η κυρία Ουρανία, που οπωσδήποτε από χρόνια τώρα ζει αποτραβηγμένη στον κόσμο της, αλλά και η πρακτική και ρεαλίστρια Παρασκευή, ακόμα και ο κύριος Στάθης κι ας βεβαίωνε πως ήταν αθεράπευτα ορθολογιστής. Όπως μου είπε σε μια από αυτές τις συζητήσεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 111 Σχόλια »

Τα φέικ νιουζ του Εικοσιένα

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2020

Στον πόλεμο, το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια, δεν θυμάμαι ποιος το έχει πει αυτό. Το βλέπουμε και στην εποχή μας, όπου, παρ’ όλες τις δυνατότητες της τεχνολογίας (ή ίσως: χάρη στις δυνατότητες της τεχνολογίας) ο κορμοράνος του Περσικού κόλπου έπεισε χιλιάδες ανθρώπους, για να περιοριστώ σε ένα παράδειγμα.

Τα ίδια ίσχυαν και σε προηγούμενες εποχές, ίσως από την αρχαιότητα. Φήμες και διαδόσεις οργίαζαν ανέκαθεν, είναι στη φυση του ανθρώπου αυτό. Και στον Όμηρο θα πρέπει να υπάρχει κάτι. Αλλά να μην πάμε τόσο πίσω. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα κείμενο από τον ξεσηκωμό του 1821, που δείχνει -για να μιλήσουμε με τη σημερινή ορολογία- τα φέικ νιουζ στη υπηρεσία της Επανάστασης.

Για το ενδιαφέρον αυτό θέμα, έχει γράψει μια πολύ κατατοπιστική εργασία ο Απόστολος Βακαλόπουλος, η οποία κάπου κυκλοφορεί σε pdf αλλά μπορείτε να τη βρείτε και σε αυτό το ιστολόγιο. Εκεί υπάρχει και το απόσπασμα μιας επιστολής του Κολοκοτρώνη προς τον Κεχαγιάμπεη, στην οποία ο Γέρος του Μοριά αραδιάζει τη μια μετά την άλλη τις τερατολογίες, θέλοντας έτσι να σπάσει το ηθικό του αντίπαλου.

Εγώ θα βάλω ολόκληρη την επιστολή, που υπάρχει στον Φιλήμονα, τόμ. 3, σελ. 279 κε. Την βρήκα επίσης στον Κόκκινο και έκανα OCR από εκεί επειδή είναι πιο καθαρή η εκτύπωση, αλλά ο Κόκκινος έχει επιφέρει μπόλικες διορθώσεις (και αρκετά λάθη) στο κείμενο του Φιλήμονα και ίσως μού ξέφυγε κάποια.

Βρισκόμαστε στα μεσα Μαΐου 1821, και ο κεχαγιάμπεης Μουσταφάς έχει κατεβεί στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης τον νικάει στην πολύ σημαντική μάχη του Βαλτετσιού οπότε οι Τούρκοι αποσύρονται στην Τριπολιτσά. Τότε ο Κολοκοτρώνης στέλνει στον Μουσταφά το γράμμα που θα διαβάσουμε σήμερα στο οποίο, επιστρατεύοντας ένα σωρό τερατώδη ψέματα, επιδιώκει να σπάσει το ηθικό του αντίπαλου -όχι τόσο του ίδιου του Κεχαγιάμπεη, που ήταν, όπως ο ίδιος τον περιγράφει «καλά τερτιπλής και πολεμικός», αλλά γενικά των αγάδων της Τριπολιτσάς.

Μονοτονίζω και συμμαζευω λίγο την ορθογραφία. Στο τέλος επεξηγώ μερικές λέξεις και τοπωνύμια:

Από εμένα τον Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη, άρχοντα των ακαταμαχήτων ελληνικών στρατευμάτων εις εσένα τον Μουσταφά Κεχαγιά βεγή.

Σου φανερώνω, ότι την αλήθεια είσαι αξιοκατάκριτος από το γένος των όμοπίστων σου Τουρκών, και ζητείς άδικα να τους πάρεις στον λαιμό σου. Εσύ εγνώρισες καλά την απόφασιν του Υψίστου Θεού και την απόφασιν όλων των με­γάλων Δυνάμεων της Ευρώπης, διά να ελευθερωθεί το γένος των Χριστιανών από τες αδικίες και τυραννίαν σας, ηξεύροντας τας ανδραγαθίας των Χριστιανών εις την Ρούμελην.

Πλην εστοχάσθης, ότι απερνώντας με ολίγους λουφετσήδες επάνω εις τον Μορέα, πως εύκολα ήθελε φοβίσεις τα ανδρεία άρματά μας· και το εύκολον απέρασμά σου από την Βοστίτσαν έως αυτού διά την απροφυλαξίαν των εκεί μερών, εις καιρόν οπού και εις το Άργος ευρεθέντες τότε ολίγοι στρατιώται σού επροξένησαν πολλά κακά, σε έκαμαν να φθάσεις εις μίαν κακήν υπερηφάνειαν, και να τολμήσεις εναντίον των ελληνικών στρατευμάτων μας κατά το Βαλτέτσι, διά να πάθεις όσα έπαθες και να πάρεις εις τον λαιμόν σου τόσους ομοπίστους σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, φέικ νιουζ, Όχι στα λεξικά, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , , , | 108 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 5

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη, τέταρτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό.

Bρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο όπου ο αφηγητής επισκέπτεται την Αρκαδία και το σπίτι όπου φιλοξενείται η άρρωστη Ματίνα. Γνωρίζονται με την Αναστασία, τη νεαρή συνεργάτρια της Ματίνας, και τους γηραιούς οικοδεσπότες, τον Στάθη και την Ουρανία.

Καθώς συζητούσαμε με την Αναστασία ήρθε και ο οικοδεσπότης. Σηκώθηκα να τον χαιρετίσω. Ήταν ένας ψηλός ξερακιανός γέρος, ευθυτενής, με ζωηρό βλέμμα, που δεν πρόδιδε τα χρόνια του, γιατί υπολόγισα πως θα πλησίαζε τα ενενήντα.

«Έχω ακούσει για σας και για την προσπάθεια που κάνετε με τον Σύλλογό σας, για να διασωθεί η ιστορική μνήμη. Η καημένη η Ματίνα με ενημέρωσε πλήρως».

Κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα μου. Είχε διάθεση για κουβέντα.

«Δεν ξέρετε πόσο καλό μάς έκανε η παρουσία της Ματίνας και της Αναστασίας στο σπίτι μας. Τα τελευταία χρόνια μένουμε μονάχα οι τρεις μας η Ουρανία, η Παρασκευή κι εγώ. Τρεις κούκοι, τρεις γέροι κούκοι για την ακρίβεια. Η επίσκεψή τους μας έκανε πολύ καλό, γιατί δεν ήταν μονάχα η παρουσία νέων ανθρώπων, ήταν η ζωντάνια και η ανοιχτή καρδιά τους. Σας λέω, ξαναζωντανέψαμε. Και δεν ήταν μόνο η παρουσία τους, ήταν και το αντικείμενο της επίσκεψης τους. Εμείς όλα αυτά τα ντοκουμέντα και τις φωτογραφίες τα φυλάγαμε τόσα χρόνια τώρα ως κόρην οφθαλμού. Όχι μόνο σαν αγαπημένα ενθύμια, πιο πολύ σαν ιερά κειμήλια. Είναι βλέπετε ό,τι χειροπιαστό μας έμεινε από μιαν αξέχαστη περίοδο της ζωής μας. Κάποιοι συγχωριανοί μου φιλοδοξούν να φτιάσουν κάποτε μουσείο της εποχής εκείνης και να τα βάλουν εκεί. Γι΄ αυτό και στην τηλεφωνική επικοινωνία με τον κύριο πρόεδρο του Συλλόγου σας, του τόνισα πως δε θα ήθελα να τα αποχωριστώ, αλλά προθύμως να τα θέσω στη διάθεσή σας εδώ, επί τόπου. Έτσι, ήρθαν οι καλές αυτές κοπέλες. Και τώρα να τύχει αυτό το ακατανόητο».

Τον μονόλογό του διέκοψε η εμφάνιση της γυναίκας του. Ήταν μια αδύνατη, μάλλον μικροκαμωμένη γριούλα, που εντούτοις στο ρυτιδωμένο πρόσωπό της διασώζονταν ίχνη παλιάς ομορφιάς. Συμπέρανα πως στα νιάτα της θα πρέπει να ήταν καλλονή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 74 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, τρίτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό.

Αφού κάναμε κάποιες αναδρομές στο παρελθόν, σήμερα περνάμε στο τρίτο κεφάλαιο όπου ο αφηγητής επισκέπτεται την Αρκαδία και το σπίτι όπου φιλοξενείται η άρρωστη Ματίνα. Και αυτό το κεφάλαιο είναι μεγάλο, οπότε το χωρίζουμε σε δύο μέρη.

Την Παρασκευή το μεσημέρι, αφού έφαγα κάτι ελαφρό και πήρα μαζί μου τα σάντουιτς και το θερμός με τον καφέ, που μου ετοίμασε η Κική, πήγα στην αφετηρία των υπεραστικών  λεωφορείων Πελοποννήσου, στη λεωφόρο Κηφισού και βρήκα θέση στο λεωφορείο που έφευγε στις δύο. Η διαδρομή δεν ήταν κουραστική, μάλλον ευχάριστη, αν εξαιρέσεις την άθλια μουσική που ακουγόταν συνεχώς από το μεγάφωνο του λεωφορείου. Τα καινούργια λεωφορεία των ΚΤΕΛ είναι πολύ άνετα και οι δρόμοι, τουλάχιστον ώς την Τρίπολη, καλοφτιαγμένοι.

Σε όλη τη διαδρομή συλλογιζόμουνα τι μπορεί να έπαθε η Ματίνα. Ο γιατρός απέκλεισε το εγκεφαλικό, αλλά μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σ’ έναν νεαρό που κάνει το αγροτικό του; Να έπαθε ξαφνικά άνοια; Δεν ήξερα αν αυτό το παθαίνει κανείς απότομα ή είναι αποτέλεσμα βραδείας εξέλιξης. Πίστευα πως συνήθως το δεύτερο συμβαίνει. Και το μόνο που δε θα μπορούσα να φανταστώ ήταν να πάθει άνοια η Ματίνα. Θυμήθηκα τις συζητήσεις που είχαμε τα τελευταία χρόνια.

«Τι τα θες» μου είχε πει μια φορά, «δε θα μπορέσω ποτέ να συμβιβαστώ με όσα γίνονται γύρω μας. Όσο δούλευα, οι απαιτήσεις της δουλειάς και οι άλλες δραστηριότητές μου, με απορροφούσαν και δεν έδινα σημασία στα εκφυλιστικά φαινόμενα, που πάνε να κυριαρχήσουν στην κοινωνία μας. Δεν είμαι γκρινιάρα λόγω ηλικίας, σαν κάποιους συνομηλίκους μας, που επικρίνουν τη νεολαία για το φέρσιμο, το ντύσιμο ή τη φρασεολογία της. Όχι, αυτά τα καταλαβαίνω και τα αποδέχομαι. Άλλωστε στον καιρό μας κάπως ανάλογα φερνόμασταν κι εμείς. Εκείνο που με στεναχωρεί είναι η φυγοπονία και ο ευδαιμονισμός που έχουν κυριεύσει τους νέους. Φοβάμαι πως αυτό εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους.

»Στο Σύλλογο πάλι η αναδρομή στα αρχεία και τα ντοκουμέντα εκείνης της εποχής, από τη μια με αναζωογονεί –είναι κάτι που μ’ αρέσει– κι από την άλλη με πικραίνει. Δε σου κρύβω πως ώρες ώρες σκέφτομαι “τι θες και τα ανασκαλεύεις; Καλύτερα να τα ξεχάσουμε. Ποιόν ενδιαφέρουν τώρα πια οι ήρωες και οι εξάρσεις;” Ύστερα όμως θυμάμαι τα μάτια του Κώστα, όταν με αποχαιρετούσε, θυμάμαι τη ζωντάνια και το κέφι όλων αυτών των παιδιών που χάθηκαν και λέω πως δεν είναι δυνατό, δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε. Αν ξεχάσουμε αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους, θα είναι σαn να σκοτώθηκαν για δεύτερη φορά. Δεν είναι κρίμα; Γι’ αυτό κάποτε σκέφτηκα ν’ ασχοληθώ με το γράψιμο. Είναι ένα είδος φυγής. Νιώθω να πνίγομαι έτσι που ζω. Είναι κάτι που δεν το αντέχω. Και συ μου λες πως είμαι μια χαρά βολεμένη…»

Και το πρόσωπό της πήρε μιαν έκφραση τέτοιας θλίψης, που πάντα θα τη θυμάμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 142 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 5 (τέλος)

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2020

Πριν από δυο μήνες άρχισα, κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. H προηγούμενη τέταρτη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Σήμερα το διήγημα τελειώνει με το τέταρτο κεφάλαιο. Θυμίζω ότι οι οι τρεις φίλοι αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, έλεγαν ιστορίες με φαντάσματα και στη συνέχεια συζήτησαν για τον εμφύλιο στην Πελοπόννησο. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε κι ένας παράξενος γεράκος.

4

Το πρωί της άλλης μέρας ξυπνήσαμε κι οι τρεις πιασμένοι. Όσο κοιμόμασταν τα κούτσουρα στη σόμπα είχαν καεί και από το κρύο είχαμε γίνει σαν αρχαία αγάλματα. Θυμήθηκα τον νυχτερινό τρελόγερο αλλά κοιτάζοντας γύρω δεν τον είδα πουθενά. Θα πήγε σπίτι του να κοιμηθεί, συμπέρανα. Ο καφετζής, που αποδείχτηκε πως την έβγαλε πολύ ωραία σκεπασμένος με μια βελέντζα σ’ ένα ντιβάνι, στο πίσω μέρος του μαγαζιού, άναψε τη σόμπα και μας έφτιαξε τσάι του βουνού, που μας το σέρβιρε με μέλι, παξιμάδια, ελιές και τυρί φέτα. Το ζεστό ποτό μας συνέφερε κάπως.

«Πώς τη βγάλατε;» μας ρώτησε γελαστός.

«Πώς ήθελες να τη βγάλουμε; Σπαρτιάτικα» του απάντησε κακόκεφα ο Γιάννης.

«Θα τη θυμάμαι αυτή τη νύχτα στην Ασφάκα» είπε ο Ουμβέρτος.

Εκείνη την ώρα μπήκε κι ο νταλικέρης, φρέσκος φρέσκος και κεφάτος.

«Καλημερίζω την παρέα» μάς λέει και κάθισε στη σόμπα. «Φτιάξε μου ένα διπλό καφέ με ολίγη» παράγγειλε.

Θυμήθηκα τότε πως ο γέρος είχε μπει μόλις έφυγε ο νταλικέρης.

«Εκείνος ο γέρος, πού να πήγε; Φαίνεται πως έφυγε την ώρα που κοιμόμουνα. Αλήθεια, ντόπιος είναι;» ρώτησα τον καφετζή

«Ποιος γέρος;» απόρησε αυτός.

«Εκείνος ο κοντός, που μπήκε μόλις βγήκε το παλικάρι από δω» του λέω δείχνοντας τον οδηγό.

«Δεν καταλαβαίνω, δεν μπήκε κανένας. Είδες εσύ κανένα γέρο να μπαίνει την ώρα που έβγαινες;» ρώτησε τον νταλικέρη.

«Ψυχή δεν είδα. Όταν ανέβηκα στην καμπίνα όλο το χωριό κοιμόταν. Τα σπίτια ήταν κατασκότεινα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: | 38 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2020

Πριν από ένα μήνα άρχισα, κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. H προηγούμενη τρίτη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Τελειώσαμε το δεύτερο κεφάλαιο, όταν οι τρεις φίλοι αναγκάζονται να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, λένε ιστορίες με φαντάσματα και στη συνέχεια συζητούν για τον εμφύλιο στην Πελοπόννησο.

3

Η κουβέντα δεν προχώρησε άλλο. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο Γιάννης καταλάγιασαν λίγο την έξαρσή μας. Νυστάζαμε κιόλας. Κόντευαν μεσάνυχτα.

Επηρεασμένος από αυτά που μόλις είχα ακούσει, έπεσα σε συλλογή. Σκεφτόμουνα πως τα σπίτια έχουν ένα είδος προσωπικότητας, κάτι σαν «ζωή». Όχι τίποτα το μεταφυσικό, αλλά στη συνείδηση ή το υποσυνείδητο των ανθρώπων που έζησαν μέσα ή κοντά σε ένα σπίτι, πρέπει να  έχει απομείνει κάτι από τα συμβάντα που έγιναν σ’ αυτό. Είτε χαρούμενα: γλέντια, γάμοι και χαρές, παιχνίδια παιδιών, είτε λυπητερά: αρρώστιες και θάνατοι, σκοτωμοί και βασανιστήρια. Έχω δει πολλά σπίτια, κλειστά και έρημα, που αποπνέουν όμως κάτι σαν γαλήνη, έναν αέρα ευτυχίας θα έλεγες και άλλα πάλι, επίσης κλειστά και έρημα, που σε τρομάζουν, με την ατμόσφαιρα της αγριότητας που τα περικυκλώνει. Αυτή την εντύπωση μου έκανε το κατάκλειστο, μεγάλο σκοτεινό σπίτι, μόλις το πρωτοείδα, έστω κι αν δεν το παρατήρησα προσεχτικά.

Στο μεταξύ ο νταλικέρης σηκώθηκε, έκλεισε καλά το τζάκετ του, σήκωσε τα πέτα του, φόρεσε το κασκέτο του, κατέβασε τα πλευρικά αυτιά του, μας καληνύχτισε και βγήκε. Καθώς άνοιξε την πόρτα ένα παγωμένο ρεύμα αέρα τρύπωσε στο καφενείο. Ανατρίχιασα. Ευτυχώς η πόρτα έκλεισε αμέσως. Έριξα ένα κούτσουρο στη σόμπα και τράβηξα την καρέκλα μου πιο κοντά της. Ο Γιάννης κοίταξε προς την πόρτα, που είχε κλείσει πίσω από τον νταλικέρη και είπε μονάχα:

«Θα ξεπαγιάσει μέσα στο φορτηγό, ο φουκαράς».

Ο Ουμβέρτος δεν απάντησε. Είχε αποκοιμηθεί πάνω στην καρέκλα του. Ο καφετζής, που  λαγοκοιμόταν κι αυτός ακουμπισμένος πάνω στο τεζιάκι του, σήκωσε το κεφάλι του κι είπε νυσταγμένα:

«Έχει κουβέρτες μέσα στην καμπίνα του».

Κι αμέσως ξανακοιμήθηκε. Σε λίγο είδα τον Γιάννη να κουτουλάει από τη νύστα. Ίσως να αποκοιμόμουν κι εγώ πάνω στην άβολη καρέκλα μου, αν δεν άκουγα ξαφνικά μιαν άγνωστη φωνή να λέει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: | 68 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2020

Πριν από ένα μήνα άρχισα, έστω και κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά η προηγούμενη δεύτερη συνέχεια κατ’ εξαίρεση είχε δημοσιευτεί Πέμπτη.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Bρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, όταν οι τρεις φίλοι αναγκάζονται να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, λένε ιστορίες με φαντάσματα.

[Είδα πως η συζήτηση βάρυνε και ο νταλικέρης έδειχνε να αδημονεί ακούγοντάς τους. Πιστός στο πνεύμα της «ομάδας των αποβλήτων» προσπάθησα να λαφρύνω λίγο την κουβέντα μας.]

«Μια που το έφερε η κουβέντα στα φαντάσματα, στο δικό μου χωριό, ξέρετε, βγαίνουνε τρία φαντάσματα ή ξωτικά, όπως τα λένε εκεί. Το ένα είναι ενός χωριανού, που ύστερα από ένα φόνο που έκανε στα νιάτα του, έφυγε στην Αμερική αλλά εκεί έγινε γκάνγκστερ και στο τέλος τον απελάσανε και τον ξαναστείλανε πίσω και κάποιος τον εσκότωσε σ’ ένα γδικιωμό. Το φάντασμά του το έβλεπε ταχτικά ο Μήτσακας που είχε μια ταβέρνα στο χωριό. Όπως έλεγε του θείου μου, το φάντασμα ερχόταν να τον δει αργά το βράδυ, σαν έφευγε και ο τελευταίος πελάτης, την ώρα που αυτός, πιωμένος κανονικά, έκλεινε την ταβέρνα. Πιάνανε κουβέντα ανηφορίζοντας προς το σπίτι του. Όταν πλησιάζανε εκεί, γινότανε ταραχή. Το μουλάρι χλιμίντριζε, τα βόδια μουκανίζανε, τα σκυλιά αλυχτούσαν και οι κούροι [κόκορες] κράζανε. Απ’ όξω από το σπίτι το φάντασμα σταματούσε. “Να μην έρθω πιο κοντά και σκιαχτεί η γυναίκα σου” έλεγε και χανόταν στο σκοτάδι.

»Το δεύτερο φάντασμα ήταν ένα “τυλιχταρούδι”, ένα βρέφος φασκιωμένο δηλαδή, που έβγαινε τη νύχτα, όταν είχε πανσέληνο, στη ρεματιά δίπλα στο χωριό μας. Αλίμονο στον ανύποπτο διαβάτη που θα προσπαθούσε να το πάρει στα χέρια του. Έχανε τα συλλοϊκά του.

»Το τρίτο τέλος φάντασμα ήταν “μεσημερίτης”, από κείνα δηλαδή που παρουσιάζονται ντάλα μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, σε χαλάσματα ή βράχους που πυρπολεί ο ήλιος ή στις σπάνιες πηγές του τόπου. Ο δικός μας μεσημερίτης εμφανιζόταν στη βρύση, που είναι κοντά στο μοναστήρι του Αϊ-Νικόλα. Ήταν ένας γέρος με μακριά γένια, που πρόβαλε μέσα από το νερό κι αν έκανες το λάθος και του μιλούσες, αυτός μεν χωνόταν πίσω στην πηγή και χανόταν, εσύ δε έχανες τη μιλιά σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 2 Απριλίου, 2020

Πριν από δυο βδομάδες άρχισα, έστω και κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, οπότε η σημερινή δεύτερη συνέχεια ήταν να δημοσιευτεί προχτές, μετατέθηκε όμως εξαιτίας της ανάγκης να αποδοθεί τιμή στον Μανώλη Γλέζο.

Η πρώτη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Σήμερα μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο.

2

Πληρώσαμε το λογαριασμό και μπήκαμε στο αμάξι. Ο Γιάννης κάθισε δίπλα μου και έχοντας έρθει στο κέφι από το κρασί που ήπιε, άρχισε να σιγοτραγουδά . Ως Πειραιώτης και μάλιστα από τα Ταμπούρια, έρεπε προς το ρεμπέτικο. Έτσι ξεκίνησε σότο βότσε με Τσιτσάνη και εμείς τον σιγοντάραμε. Ένα άλλο κοινό σημείο μας, που συνέβαλε πολύ στη φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ μας, εκτός από το αίσθημα του χιούμορ, που διαθέταμε και οι τρεις σε επάρκεια, ήταν πως μας άρεσαν το τραγούδι και το κρασί.

Στο μεταξύ όμως ο καιρός χάλασε. Ο λαμπρός και ζεστός ήλιος σκεπάστηκε με σύννεφα και σε λίγο άρχισε να βρέχει.

«Αυτό ήταν εκτός προγράμματος» γκρίνιαξε ο Ουμβέρτος. Το πρωί στην Αθήνα ήταν σχεδόν καλοκαίρι κι εδώ θαρρείς πως είμαστε στο Δεκέμβριο».

Στο μεταξύ η βροχή όλο και δυνάμωνε και στο τέλος έβρεχε με το τουλούμι. Οδηγούσα πολύ προσεχτικά, με τους υαλοκαθαριστήρες να δουλεύουνε στο φουλ και τελικά άναψα το καλοριφέρ, γιατί οι ανάσες μας είχαν θαμπώσει τα τζάμια. Η βροχή δεν έδειχνε τάσεις ύφεσης. Αντίθετα οι συνεχείς αστραπές και βροντές δείχνανε πως θα συνεχιζόταν με την ίδια ένταση.

Τα πράματα χειροτέρεψαν όταν βγήκαμε από τον κύριο δρόμο Τρίπολης – Καλαμάτας και ακολουθήσαμε τον επαρχιακό που θα μας οδηγούσε στον προορισμό μας. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες και σε μισή ώρα βρεθήκαμε σε ένα απροσδόκητο μποτιλιάρισμα. Μπροστά μας πήγαιναν με πολύ μικρή ταχύτητα τουλάχιστον έξι αυτοκίνητα, δυο ΙΧ, τρία αγροτικά και μια νταλίκα. Περάσαμε εν πομπή τους δρόμους ενός πανάθλιου χωριού και στο τέλος ακινητοποιηθήκαμε, δυο χιλιόμετρα πιο κάτω. Βλαστημώντας μέσα μου για την αναποδιά, έριξα πάνω μου την καμπαρντίνα και βγήκα να δω τι συμβαίνει. Το ίδιο φαίνεται πως είχαν σκεφτεί και οι οδηγοί των προπορευόμενων οχημάτων, ο δε οδηγός της νταλίκας, που πήγαινε μπροστά μπροστά, μας εξήγησε την αιτία.

«Τα νερά πήρανε τη γέφυρα. Βρε ατυχία!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Ογδόνταζ, Παραεπιστήμη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 120 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 1

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2020

Κάπως «κόντρα στην επικαιρότητα», αρχίζω από σήμερα να δημοσιεύω, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Ήδη δημοσιεύσαμε το πρώτο διήγημα του βιβλίου, τη νουβέλα «Χθόνια Οδύσσεια» (εδώ η τελευταία συνέχεια). Τούτο το δεύτερο διήγημα είναι μικρότερο, λογαριάζω πως θα χρειαστεί 5 συνέχειες περίπου.

Η σημερινή πρώτη συνέχεια, που είναι όλο το πρώτο κεφάλαιο, έχει έντονο αυτοβιογραφικό χρώμα -τέτοια ήταν τα επαγγελματικά ταξίδια που έκανε ο πατέρας μου με την ομάδα των «απόβλητων», των μηχανικών της Αγροτικής Τράπεζας, ενώ και τα ονόματα των δυο συναδέλφων του είναι τα πραγματικά -άλλωστε αφιερώνει το διήγημα στη μνήμη του ενός, του Γιάννη Δαλέζιου. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985.

Το ξέρω βέβαια ότι άλλον καημό δεν είχαμε από το να διαβάζουμε για συναδελφικά καλαμπούρια και παρατσούκλια, αλλά ίσως η αφήγηση αυτή μας περισπάσει από τη ζοφερήν επικαιρότητα -που άλλωστε θα την ξαναβρούμε αμέσως μετά, και στη ζωή μας και στο ιστολόγιο.

ΝΥΧΤΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ

 Στη μνήμη του Γιάννη Δαλέζιου

1

Εμένα, τον Γιάννη και τον Ουμβέρτο, στην Τράπεζα που δουλεύαμε μας έλεγαν «απόβλητους», όχι για κανέναν υποτιμητικό λόγο, αλλά γιατί αποτελούσαμε ομάδα εργασίας για την επεξεργασία των αποβλήτων των γεωργικών βιομηχανιών. Mας άρεσε πολύ η δουλειά που κάναμε και στάθηκε αφορμή να δεθούμε με κάτι περισσότερο από συναδελφικότητα, με αληθινή φιλία, μ’ όλο που και οι τρεις μας διαφέραμε τελείως, σχεδόν σε όλα: στον χαρακτήρα, στα γούστα, στη νοοτροπία και στην πολιτική τοποθέτηση. Εκεί που ταιριάζαμε ήταν στο ενδιαφέρον που είχαμε για τη δουλειά μας, καθώς συνδύαζε την έρευνα με την εφαρμογή. Μπορούσαμε να δούμε πολύ σύντομα τα αποτελέσματα των σχεδιασμών μας και επί πλέον μας έδινε την ευκαιρία να κάνουμε πολλά ταξίδια.

Στα τρία χρόνια που είχαμε συγκροτήσει αυτή την ομάδα, αλωνίσαμε την Ελλάδα. Ένα άλλο πλεονέκτημα που είχε η δουλειά μας, και για το οποίο μας ζήλευαν οι άλλοι συνάδελφοί,  ήταν η απόλυτη ελευθερία μας στον προγραμματισμό και την οργάνωση των υπηρεσιακών μεταβάσεών μας. Αφού συνεννοούμασταν με τη Βιομηχανία ή τον Συνεταιρισμό ή την Ένωση Συνεταιρισμών, που παρουσίαζαν σχετικό πρόβλημα, είχαμε το ελεύθερο να πράξουμε ό,τι κρίναμε απαραίτητο, ενημερώνοντας απλώς τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Τεχνικών Έργων της Τράπεζας, για το πού θα πηγαίναμε και πόσο θα λείπαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in παρατσούκλια, Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Ογδόνταζ, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 114 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Ολοκληρώνουμε σήμερα το δεύτερο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, έχουν καταφύγει στη σπηλιά.

Βέβαια, επειδή σήμερα έχουμε και τη γιορτή του Αγιαννιού, που γιορτάζει η μισή Ελλάδα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά στους Γιάννηδες και τις Ιωάννες, στον Γιάννη Ιατρού και όλους τους άλλους φίλους που γιορτάζουν, με ένα παλιό άρθρο.

Σιγά σιγά οργανώσαμε τη ζωή μας μέσα στη σπηλιά. Ευτυχώς είχαμε τρόφιμα, άφθονο νερό και ζεστά ρούχα. Μονάχα φως δεν είχαμε κι αυτό στην αρχή μας κόστιζε πολύ. Ζωή τυφλοπόντικων κάναμε. Το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό που μόλις το διαπερνούσε το φέγγος από το ένα φανάρι και δεν τολμούσαμε να ανάψουμε τα άλλα τρία. Θα σωνότανε το πετρέλαιο κι ύστερα τι θα κάναμε;  Τα σπερματσέτα θα τέλειωναν κι αυτά πολύ γρήγορα.

«Ώρες είναι να στραβωθούμε, έτσι που ζούμε στο σκοτάδι» λέω μια μέρα του Γρηγόρη.

«Εσύ δεν έχεις ανάγκη, αφού βγαίνεις κάθε τόσο και βλέπεις ήλιο» με παρηγόρησε.

Πραγματικά, επιχείρησα άλλες τρεις κατοπτεύσεις έξω από τη σπηλιά, μόνο που στην πρώτη, όταν βγήκα, ήταν νύχτα. Βλέπεις δεν μπορούσαμε ούτε κατά προσέγγιση να υπολογίσουμε το χρόνο. Αν δεν είχαμε τα ρολόγια μας θα ήταν σα να μην κυλούσε καθόλου. Αλλά κι αυτά δε μας βοηθούσαν σε τίποτα. Δείχνανε να πούμε οχτώ, αλλά αν ήταν οχτώ το πρωί ή οχτώ το βράδυ, δεν το ξέραμε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οδυνηρό είναι το αίσθημα πως ο χρόνος έχει σταματήσει. Τελικά ο Γρηγόρης προσπάθησε να υπολογίσει τις μέρες που ήμασταν θαμμένοι, με βάση τη συχνότητα που μας ερχόταν η όρεξη να φάμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2019

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Παρά το ότι σήμερα είναι παραμονή Χριστουγέννων, προτίμησα να μη διακόψω τη δημοσίευση, αφού και η επόμενη Τρίτη είναι εξίσου σημαδιακή και μάλιστα από τώρα καπαρωμένη αφού την άλλη Τρίτη θα δημοσιευτούν τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ακόμα ψηφίσει, μπορείτε να το κάνετε τώρα!

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Σήμερα περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο της νουβέλας.

2

Έμεινε για λίγην ώρα σιωπηλός και συλλογισμένος. Εμείς, μ’ όλο που μας είχε συναρπάσει η αφήγησή του δεν λέγαμε λέξη. Περιμέναμε τη συνέχεια.

Είχαμε απομείνει απ’ όλο το τάγμα πέντε. Ο Πρεκεζές σκοτώθηκε, το ίδιο κι ο Καμαρινός, όπως μάθαμε τότε…

«Για στάσου» τον διέκοψα, «ο Καμαρινός, ο Αρίστος Καμαρινός εννοώ, γλίτωσε».

Το ξέρω πως γλίτωσε, τότε όμως είχαμε ακούσει πως σκοτώθηκε. Αργότερα μάθαμε την αλήθεια, πως έμεινε κρυμμένος δεκατρία ολόκληρα χρόνια στο υπόγειο του σπιτιού ενός φίλου του, μέσα στην Καλαμάτα! Σκοτώθηκαν όμως όλοι οι άλλοι ηγέτες του αντάρτικου, ο Σταθάκης, ο Κανελλόπουλος, ο Σφακιανός, ο Ρογκάκος, ο Μπασακίδης, ο Πέρδικας, όλοι. Δύο μονάχα παραδόθηκαν, ο Μπελάς και ο Κονταλώνης. Ο στρατός, αφού ξεκαθάρισε τη βόρεια Πελοπόννησο, ήρθε στα μέρη μας και αυτή τη φορά μας διέλυσε. Δεν ήταν μονάχα η τρομακτική διαφορά σε μαχητές και πολεμικό υλικό, ήταν πως δεν είχαμε πια κανένα έρεισμα στα χωριά, ακόμα και στα τελείως δικά μας.

Ο κόσμος είχε τρομοκρατηθεί. Δεν ήταν μαζί μας. Φοβόντουσαν να μας δώσουν την παραμικρή πληροφορία, γιατί θα τους χαρακτήριζαν «αυτοαμυνίτες» ή «καπαπίτες» και τους περίμενε ντουφέκι. Ούτε νερό μας δίνανε, μην τους πούνε «ληστοτρόφους», οπότε θα τους έστελναν εξορία.  Πίσω από το Στρατό αλωνίζανε οι χιτομάυδες. Εσείς που είχατε πάει στην Αθήνα, δεν μπορείτε να συλλάβετε αυτά που γίνονταν εδώ. Δεν πιάνανε πια αιχμαλώτους. Μόλις τους έπιαναν τους εκτελούσαν. Πολλούς αξιωματικούς μας τους λυντσάρανε ή τους έκαψαν ζωντανούς. Γέμισαν οι στύλοι και τα δέντρα με κομμένα κεφάλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 82 Σχόλια »