Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Περιοδικά’ Category

Το φλερτ, το κόρτε, η εργολαβία

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2017

Συνεχίζοντας από το χτεσινό άρθρο κινούμαστε και πάλι σε κλίμα ερωτικό, μια και αύριο έχουμε τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Επειδή όμως εμείς στο ιστολόγιο αύριο έχουμε τους Αριμασπούς, το σχετικό με τη γιορτή των ερωτευμένων άρθρο μπαίνει σήμερα.

Οι τρεις λέξεις του τίτλου είναι τρεις όροι για την ερωτοτροπία, την εκδήλωση της ερωτικής συμπάθειας, όπως γινόταν σε κάπως παλιότερες εποχές, όπου την πρωτοβουλία για την εκδήλωση την είχε αποκλειστικά ή σχεδόν ο άντρας. Και οι τρεις όροι τα έχουν τα χρονάκια τους, αλλά ο πρώτος, το φλερτ, χρησιμοποιείται πολύ και σήμερα, ενώ οι άλλοι δυο έχουν πια παλιώσει.

Περισσότερο βέβαια έχει παλιώσει η εργολαβία, η οποία τον 19ο αιώνα σήμαινε τόσο το φλερτάρισμα όσο και την ερωτική σχέση. Από τα τρία μεγάλα λεξικά μας, μόνο το ΛΚΝ αναφέρει ακόμα τη σημασία «ερωτική σχέση», σημειώνοντας ότι είναι «παρωχημένη» ενώ και στο λήμμα εργολάβος παραθέτει, επίσης ως ‘παρωχημένη’, τη σημασία «εραστής».

Για παράδειγμα, στην Μετανάστι του Παπαδιαμάντη, διαβάζουμε:

-Και είναι πολύ ωραία προς τούτοις, και εις αυτήν την ηλικίαν αι νέαι είναι επικίνδυνοι.
-Λοιπόν θα είπης;
-Και τας πολιορκούν πολλοί εργολάβοι.

Να σημειωθεί και ο λαϊκότερος τύπος «αργολαβία». Πάλι από τον Παπαδιαμάντη και το διήγημα «Απόλαυσις στη γειτονιά» με καταγραφή κουτσομπολιού:

Εκείνη εκοίταζε πολλούς· είχε αργολάβους. Έκανε αργολαβίες με το μεροκάματο.

Εργολάβοι βέβαια είναι και τα γλυκά, και η σχέση ανάμεσα στους εργολάβους-εραστές και τους εργολάβους-γλυκά μάς είχε απασχολήσει παλιότερα στο ιστολόγιο (δείτε εδώ τα σχόλια από 204 και μετά) αλλά και στη Λεξιλογία. Θα προσπεράσω το ακανθώδες ερώτημα, αν το γλύκισμα «εργολάβοι» είναι αυτό που λέγεται και «μακαρόν», διότι δεν ξέρω την απάντηση. Πάντως, δεν ισχυει αυτό που έχει γραφτεί, ότι το γλύκισμα πήρε την ονομασία του επειδή προσφερόταν ως τρατάρισμα όταν υπογράφονταν τα συμβολαια της αντιπαροχής στη δεκαετία του ’60 ανάμεσα στους  ιδιοκτήτες και τον εργολάβο, διότι γλύκισμα με την ονομασία αυτή υπήρχε από τον 19ο αιώνα στην Αθήνα.

Στη «Συναγωγή νέων λέξεων», το 1900, ο Στέφανος Κουμανούδης καταγράφει τη λέξη «εργολάβος» με ερωτική σημασία ήδη σε κείμενο του 1867, σημειώνοντας ότι η νέα αυτή σημασία έχει ηλικία μερικές δεκαετίες, ενώ εδώ και μερικές δεκαετίες έχουν επίσης ονομαστεί «εργολάβοι» κάποια γλυκίσματα.

Γιατί ονομάστηκε «εργολαβία» η ερωτική πολιορκία, το φλερτάρισμα, και «εργολάβος» ο επίδοξος εραστής ή ο εραστής; Ο Κουμανούδης παραθέτει εξήγηση που δόθηκε το 1889 στο Δελτίον της Εστίας, ότι γύρω στο 1855 κάποιοι νεαροί κομψευόμενοι συχνοπερνούσαν κάτω από τα παραθύρια μιας κοπέλας και, όταν τους ζήτησαν το λόγο, απάντησαν ότι έχουν πάρει εργολαβία τον δρόμο -κι επειδή έγινε επεισόδιο, και δίκη, η σημασία αυτή της λέξης στέριωσε. Ο ίδιος ο Κουμανούδης, χωρίς να απορρίπτει την εξήγηση, σημειώνει ότι δεν έχει ακούσει τέτοιο επεισόδιο, παρόλο που κατοικεί μισόν αιώνα στην Αθήνα.

Να μη σταθούμε στο συγκεκριμένο επεισόδιο, δεν το έχουμε ανάγκη για να γεννηθεί η φράση, μας αρκεί η γενική εικόνα. Ο εργολάβος που έχει αναλάβει μια δουλειά, περνάει καθημερινά από τον τόπο των εργασιών για να τις ελέγχει. Έτσι, ο νέος που αγαπούσε μια κόρη και περνούσε καθημερινά από το σπίτι της, κάτι που γινόταν βέβαια αντιληπτό και στους γείτονες, είναι πολύ λογικό να ονομάστηκε ειρωνικά ‘εργολάβος’ από τη γειτονιά και να έλεγαν στο πέρασμά του ότι «έχει εργολαβία».

Γιατί το γλύκισμα ονομάστηκε έτσι, δεν το ξέρω. Να τα πρόσφεραν οι ‘εργολάβοι’ (εραστές) όταν επιτέλους προχωρούσαν σε επίσκεψη στο σπίτι της Δουλτσινέας τους; Δεν το βρίσκω πιθανό. Σημειώνω πάντως ότι και οι δυο σημασίες (εργολάβοι-εραστές και εργολάβοι-γλυκά) παρουσιάζονται περίπου την ίδια εποχή, αν πιστέψουμε τον Κουμανούδη.

Πάμε τώρα στο κόρτε, λέξη η οποία ολοφάνερα είναι δάνειο. Είναι δάνειο από τα ιταλικά, όπου fare la corte σημαίνει ‘ερωτοτροπώ, φλερτάρω’ ίδια όπως και η γαλλική faire la cour.

Στα ιταλικά corte είναι η αυλή -αλλά και η Αυλή, και παρόμοια το cour στα γαλλικά. Κι επειδή στις αυλές των παλατιών οι αυλικοί συνομιλούσαν με λόγια ευγενικά και με πολλές περικοκλάδες, η έκφραση far la corte, από την αρχική σημασία «μιλάω όπως οι αυλικοί, μιλάω ευγενικά» πήρε τελικά τη σημασία «φλερτάρω» και πέρασε έτσι και στα ελληνικά.

Να πούμε εδώ σε παρένθεση ότι η σύνδεση ανάμεσα στις αυλές των ευγενών και στους καλούς τρόπους υπάρχει σε πολλές γλώσσες. Στα γερμανικά, Hof είναι η αυλή και höflich σημαίνει «ευγενικά», ενω από εκεί (μέσω των μεσαιωνικών hofesch, hübesch) προέρχεται και το hübsch = όμορφος. Αλλά και στα αγγλικά court (η αυλή) ως ρήμα σημαίνει ‘ερωτοτροπώ’ και courteous είναι ο ευγενικός.

Στα ελληνικά είπαμε κόρτε, κορτάρω το ρήμα και κορτάκιας αυτός που κορτάρει συχνά και πολύ, που φλερτάρει συνεχώς, με τη μία και με την άλλη. Η χροιά είναι σαφώς αρνητική, όπως και στις περισσότερες λέξεις που έχουν το επίθημα -άκιας.

Στον Υμνούμενο, το διάσημο επιθεωρησιακό νούμερο του Π. Κυριακού που το έχουμε παρουσιάσει κι εδώ, κορτάκηδες θεωρούνται οι Σμυρνιοί. Οι μάγκες, πάλι, δεν θα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κομψευόμενους και παρφουμαρισμένους κορτάκηδες -οι «Πέντε μάγκες» του Γιοβάν Τσαούς, όταν παραπονιούνται στον τεκετζή που τους έδωσε να φουμάρουν νοθευμένο πράμα, του λένε «εσύ νόμισες πως έχεις τίποτα κορτάκηδες».

Αν έχει εμφανίσεις η λέξη «κόρτε» στο ρεμπέτικο τραγούδι δεν ξέρω, αρμοδιότερος γι’ αυτό το θέμα είναι, αν μη τι άλλο λόγω… χρηστωνύμου, ο φίλος μας ο Κόρτο!

Οι μάγκες, είπαμε, δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κορτάκηδες, αλλά ένας Γιάννης Μάγκας (μάλλον ψευδώνυμο) έβγαζε το Κόρτε. Κόρτε ονομαζόταν ένα «τολμηρό» περιοδικό που έβγαινε στις αρχές του 20ού αιώνα, που δημοσίευε γελοιογραφίες με ημίγυμνες καλλονές, πονηρά ανέκδοτα, ερωτικά διηγηματάκια κτλ. Ιδού ένα εξώφυλλο του 1904:

korte-23-1904-08-19-1flert-29-1904-05-023

Την ίδια όμως περίοδο εκδιδόταν κι άλλο ένα περιοδικό, στο ίδιο σχήμα και με την ίδια ακριβώς ύλη, το Φλερτ, κι έτσι περνάμε στην τρίτη λέξη μας.

Το φλερτ είναι δάνειο από τα αγγλικά, flirt. Παλιότερα είχα διαβάσει ότι η αγγλική λέξη προέρχεται από το παλιό γαλλικό ρήμα fleureter (πετάω από λουλούδι σε λουλούδι / λέω γλυκόλογα). Κατά τους ετυμολόγους, το flirt, που είχε αρχική σημασία ‘μορφάζω, κάνω απότομες κινήσεις’ μπορεί να είναι εκφραστική λέξη ηχομιμητικής αρχής, αλλά στη διαμόρφωση της σημασίας ‘ερωτοτροπώ’ μπορεί πράγματι να έπαιξε ρόλο η γαλλική λέξη.

Κλείνοντας σημειώνω και την έκφραση «κάνω τον έρωτα», η οποία σε κείμενα του 19ου αιώνα και παλιότερα σήμαινε, ακριβώς, ερωτοτροπώ -το ίδιο όπως και το ιταλικό fare all’amore. Βέβαια, ο Σεφέρης και ο Θεοτοκάς, και άλλοι της ίδιας γενιάς, έγραφαν «κάνω τον έρωτα» εννοώντας τη σεξουαλική πράξη, αυτό που λέγαμε στη δική μου εποχή «κάνω έρωτα», αλλά παλιότερα δεν ήταν έτσι.

Για παράδειγμα, η Λιαλιώ, η Νοσταλγός του Παπαδιαμάντη, λέει «Αν ήθελα να κάμω τον έρωτα, το σιγουρότερο θα ήτο να μένω σιμά στον μπαρμπα-Μοναχάκη» -προφανώς εννοεί «να φλερτάρω».

Ακόμα πιο καθαρά, στον Υπάλληλο του Χουρμούζη, υπάρχει ο διάλογος:

— Την αλήθεια πες μας, σα φίλος· πόσος καιρός είναι οπού κάμετε τον έρωτα.

— Σχεδόν σχεδόν δύο χρόνια· από τον καιρό όμως οπού αρχίσαμε την αλληλογραφία είναι χρόνος.

Κάνουν τον έρωτα (δηλαδή θα άλλαζαν ματιές στο σεργιάνι) δυο χρόνια, αλλά μόνο ένα χρόνο άρχισαν και να αλληλογραφούν. Αν και στις μέρες μας η διαδικασία έχει επιταχυνθεί πολύ.

 

 

Posted in Επετειακά, Ερωτικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Όταν ο Καραγάτσης συνομιλούσε με τους Πρωτοπόρους

Posted by sarant στο 23 Οκτώβριος, 2016

Ποιους Πρωτοπόρους, θα ρωτήσετε. Με τον τίτλο αυτόν («Πρωτοπόροι») κυκλοφόρησε το 1930-31 ένα «περιοδικό της προχωρημένης διανόησης», όπως ήταν ο υπότιτλός του, που εκδιδόταν από ομάδα αριστερών λογοτεχνών-καλλιτεχνών, με ψυχή τους τον Πέτρο Πικρό και με την υποστήριξη του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1931 το ΚΚΕ ήρθε σε σύγκρουση με τον Πικρό κατηγορώντας τον (όχι τελείως αβάσιμα) ότι χρησιμοποιεί το περιοδικό για προσωπική προβολή του, οπότε η υπόλοιπη συντακτική ομάδα αποχώρησε και εξέδωσε το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», με το οποίο συνεργάστηκαν πολλοί αριστεροί και κομμουνιστές λογοτέχνες και διανοούμενοι, έως το 1936 που το περιοδικό έκλεισε με τη δικτατορία του Μεταξά.

Τον Αύγουστο του 1943 με πρωτοβουλία του ΕΑΜ εκδόθηκαν πάλι οι Πρωτοπόροι, φυσικά παράνομοι, αλλά με χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε νόμιμο έντυπο: τακτική κυκλοφορία, τιμή πώλησης, ακόμα και στήλη αλληλογραφίας.

prot4

Επειδή όμως το περιοδικό ήταν παράνομο, οι συνεργάτες του υπέγραφαν με ψευδώνυμα, εκτός από όσους είχαν βγει στο αντάρτικο. Έτσι, ας πούμε, μπορεί ο Γιώργος Λαμπρινός να υπέγραφε με το όνομά του, αλλά οι περισσότερες συνεργασίες ήταν ή ανυπόγραφες ή ψευδώνυμες: ως Μ. Αλκαίος υπογράφει ένα διήγημά του ο Ηλίας Βενέζης, ως Α. Ταπεινός έδωσε το ποίημα «Αθήνα 1943» ο Νίκος Καββαδίας, ενώ ο Μάρκος Αυγέρης, που ήταν στυλοβάτης του περιοδικού υπέγραφε Μ. Στεφανίδης (ψευδώνυμο του ψευδωνύμου, αφού το κανονικό του όνομα ήταν Παπαδόπουλος).

Οι Πρωτοπόροι εξέδωσαν πέντε τεύχη, έως τον Δεκέμβριο του 1943. Δεν ξέρω για ποιον λόγο διακόπηκε η έκδοση, αν δηλαδή υπήρξαν τεχνικές δυσκολίες ή αν έγινε η επιλογή να διοχετευτούν οι προσπάθειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό Καλλιτεχνικά Νέα που κυκλοφορούσε νόμιμα.

Πέρα από ποιήματα και διηγήματα, οι Πρωτοπόροι δημοσίευαν και κριτικά κείμενα. Σε κάποια από αυτά γίνεται καλοπροαίρετη κριτική σε λογοτέχνες οι οποίοι δεν ανήκαν στην Αριστερά, σε μια προσπάθεια συζήτησης, προσέγγισης ή προσεταιρισμού τους. Έτσι, στο 3ο τεύχος δημοσιεύτηκε κριτική στο «Δαιμόνιο» του Γ. Θεοτοκά, ενώ στο 2ο τεύχος δημοσιεύτηκε μια συνολική κριτική του έργου του Μ. Καραγάτση, η οποία προκάλεσε, στο 4ο τεύχος, την απάντηση του ενδιαφερόμενου, έστω και με ψευδώνυμο -δήθεν ότι πρόκειται για «φίλο του Καραγάτση».

Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα αυτή την ανταλλαγή απόψεων μέσα στην Κατοχή, και θα δημοσιεύσω εδώ τα δύο κείμενα, που τα πληκτρολόγησαν η Σουμέλα και ο Σκύλος -τους ευχαριστώ πολύ. Να σημειώσω ότι δεν είναι, βεβαίως, αθησαύριστα ή άγνωστα -αλλά, από την άλλη, δεν είναι και πολύ γνωστά, και πάντως δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Την επιστολή Καραγάτση την έχει σχολιάσει ο Αλέξ.Αργυρίου στο Αντί (τχ. 768-9/2002) και από εκεί αντλώ επίσης κάποια στοιχεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Περιοδικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 109 Σχόλια »

Μπίλυ Γεράνης, ο πρώτος Έλληνας ντετέκτιβ

Posted by sarant στο 14 Αύγουστος, 2016

Το όνομα Μπίλυ Γεράνης μάλλον δεν σας είναι γνωστό, ωστόσο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας: έτσι ονομάζεται ο πρώτος Έλληνας μυθιστορηματικός αστυνομικός, ο πρώτος ντετέκτιβ της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, μερικά χρόνια πριν από τον δικαίως πολύ διασημότερο αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή.

Ο Μπίλυ Γεράνης είναι δημιούργημα του Πέτρου Μακρυνού, και εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 1942 στο περιοδικό Μπουκέτο, πρωταγωνιστής έξι αστυνομικών διηγημάτων που δημοσιεύτηκαν σε δυο ή τρεις συνέχειες. Απ’ όσο ξέρω, ήταν τα πρώτα κείμενα που εμφανίζονταν στο Μπουκέτο με την υπογραφή αυτή -αλλά και τα τελευταία. Όλα δείχνουν ότι το όνομα Πέτρος Μακρυνός ήταν λογοτεχνικό ψευδώνυμο. Έχω κάνει μια εικασία για την ταυτότητα του συγγραφέα, αλλά είναι εντελώς στα κουτουρού και δεν την ανακοινώνω.

Τα έξι διηγήματα εκτυλίσσονται στην Αθήνα γύρω στο 1920. Ο Μπίλυ Γεράνης είναι νεαρός, 20-21 χρονών, και μικροδείχνει ακόμα περισσότερο. Υπηρετεί στο 5ο αστυνομικό τμήμα και ονομάζεται Βασίλης Γεράνης, αλλά οι συναδελφοί του τού έχουν κολλήσει το παρατσούκλι Μπίλυ επειδή είναι μανιώδης αναγνώστης αγγλοσαξονικών αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Θα σας παρουσιάσω σήμερα το πρώτο αστυνομικό διήγημα με ήρωα τον Μπίλυ Γεράνη, «Το μυστήριο της λεωφόρου Ακαδημίας» (έτσι έλεγαν την οδό Ακαδημίας προπολεμικά). Όπως θα δείτε, οι λογοτεχνικές του αρετές δεν είναι μεγάλες, θα έλεγα ότι πρόκειται για μάλλον απλοϊκό διήγημα με προβλέψιμο τέλος -αλλά δεν παύει να είναι το πρώτο με ήρωα Έλληνα ντετέκτιβ.

Απ’ όσο ξέρω, τα έξι διηγήματα του Πέτρου Μακρυνού δεν έχουν αναδημοσιευτεί ποτέ -αλλά μπορεί να κάνω λάθος. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μια επισκόπηση των πρώτων βημάτων της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, πριν από τον Γιάννη Μαρή, γραμμένη από τον Φίλιππο Φιλίππου.

Το Μπουκέτο, όπου δημοσιεύτηκαν τα διηγήματα, είναι το γνωστό ποιοτικό λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης που κυριάρχησε στο είδος πριν από τον πόλεμο, φέρνοντας την καλή λογοτεχνία σε επαφή με πλατύτερες μάζες. Διέκοψε την κυκλοφορία του με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα αλλά την ξανάρχισε λίγους μήνες αργότερα. Παρόλο που το κατοχικό Μπουκέτο από πλευράς εμφάνισης και μέσων ήταν φτωχός συγγενής του προπολεμικού, κατάφερε, υπό τη διεύθυνση του Μήτσου Παπανικολάου, να διατηρήσει αρκετά καλό επίπεδο. Bέβαια, η ποικίλη ύλη του ήταν κατοχική -για παράδειγμα, πλάι στο διήγημα του Μακρυνού διαβάζουμε συνταγές για σάλτσα χωρίς λάδι.

Ευχαριστώ τη φίλη Σουμέλα για την πληκτρολόγηση. Έχω μονοτονίσει το κείμενο και εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

Ο μοίραρχος, διοικητής του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος Αθηνών κ. Δούκας φόρεσε το μανδύα του  και το πηλήκιό του και, γυρίζοντας προς ένα νεαρό ενωμοτάρχη που στεκόταν όρθιος λίγο πιο πέρα του είπε:

-Λοιπόν, Μπίλυ, εγώ πηγαίνω. Δεν πιστεύω να ’χουμε απόψε τίποτε το εξαιρετικό. Εξ άλλου όπου να ’ναι θα ’ρθει ο αξιωματικός της υπηρεσίας. Η μπόρα, φαίνεται, τον έκανε ν ’αργήσει. Πάντως εγώ βασίζομαι σε σένα, Μπίλυ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Αθησαύριστα, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Μια ώρα με τον κ. Κώστα Βάρναλη (συνέντευξη του 1932)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2016

Το ιστολόγιο ασχολείται συχνά με τον ποιητή Κώστα Βάρναλη και ακόμα πιο συχνά με τον Γιώργο Κοτζιούλα. Στο σημερινό φιλολογικό άρθρο συνδυάζω αυτούς τους δυο αγαπημένους συγγραφείς, αφού παρουσιάζω μια φιλολογική τους συνάντηση, και συγκεκριμένα μια συνέντευξη που πήρε ο δεύτερος από τον πρώτο.

Το 1932 ο Γιώργος Κοτζιούλας δημοσίευσε στο περιοδικό Μπουκέτο τρεις συνεντεύξεις με φτασμένους λογοτέχνες:  τον Κωστή Παλαμά, τον Κώστα Βαρναλη και την ποιήτρια Αιμιλία Δάφνη, ενώ είχε προηγηθεί, τον Οκτώβριο του 1931, συνέντευξη με τον Λάμπρο Πορφύρα. Οι τρεις συνεντεύξεις του 1932 είχαν τον γενικό τίτλο «Φιλολογικές εκστρατείες» και καθώς δημοσιεύτηκαν με τακτική συχνότητα (κάθε δεκαπέντε μέρες) δίνεται η εντύπωση ότι ο Κοτζιούλας είχε σκοπό να συνεχίσει και με άλλες συνεντεύξεις: ωστόσο, λίγο αργότερα έπαθε νευρική κατάρρευση και γύρισε στο χωριό του, την Πλατανούσα για να αναρρώσει, ενώ τον ίδιο καιρό ήρθε και σε ρήξη με το επιτελείο του Μπουκέτου -ίσως γράψουμε άλλη φορά γι αυτό το θέμα. Έτσι, οι συνεντεύξεις αυτές διακόπηκαν.

Ο Κοτζιούλας ήταν 23 χρονών την εποχή εκείνη, φοιτητής της Φιλοσοφικής, και είχε αρχίσει να ακούγεται στα ελληνικά γράμματα, τόσο ως ποιητής (στις αρχές του 1932 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Εφήμερα) όσο και ως κριτικός (με τακτική συνεργασία σε διάφορα έντυπα). Ο Βάρναλης, από την άλλη, είχε τα διπλά χρόνια του Κοτζιούλα (και κάτι παραπάνω, ήταν 48) και βρισκόταν στο τέλος της δημιουργικής δεκαετίας του (όπως την ονόμασε, εκ των υστέρων βέβαια, ο Γιάννης Δάλλας), τη δεκαετία 1923-33 μέσα στην οποία δημοσίευσε τα περισσότερα μεγάλα έργα του που του χάρισαν την καταξίωση. Λίγο καιρό πριν παρθεί η συνέντευξη, ο Κοτζιούλας είχε δημοσιεύσει στο λογοτεχνικό περιοδικό Μελέτη-Κριτική μια ευνοϊκή αλλά και ουσιαστική κριτική για την Αληθινή απολογία του Σωκράτη του Βάρναλη. Επιπλέον, οι δυο τους ήταν και ομοϊδεάτες -αν και ο Κοτζιούλας δεν είχε δημόσια εκδηλωθεί για αριστερός.

Έχει ενδιαφέρον να αναδημοσιεύουμε σήμερα, 84 χρόνια μετά, μια συνέντευξη, ένα είδος που, εν πάση περιπτώσει, είναι μάλλον εφήμερο; Πιστεύω πως ναι και όχι μόνο για τους μελετητές, αφού ο Βάρναλης εξακολουθεί, και δίκαια, να διαβάζεται από ευρύ κοινό. Οπότε σκέφτηκα να την ψηφιοποιήσω για να είναι προσιτή -το Μπουκέτο υπάρχει βέβαια ονλάιν (έως το 1934) αλλά σε αρχεία pdf χωρίς δυνατότητα αναζήτησης.

Μεταφέρω σε μονοτονικό και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

kotzbarn

Μετά τον κ. Κωστή Παλαμά, το γενάρχη και το σχολάρχη, όπως τον ονόμασαν, των ποιη­τών μας, έρχεται σήμερα η σειρά του κ. Κώστα Βάρναλη, ποιητή όχι της τελευταίας ώρας (αυτοί συνηθίζουν να σβύνουνται με την ίδια ευκολία που επιβάλλονται), αλλά της πρωτοπορίας. Ο παραπάνω τίτλος, τόσο ζηλευτός και τιμητικός για την ανήσυχη κι αεικίνητη εποχή μας, αξίζει ολωσδιόλου δίκαια να του δοθεί, γιατί ο Βάρναλης δεν αντιπροσωπεύει και δεν πραγματοποιεί μονάχα μια απλή ποιη­τική αναζήτηση, από τις πολύ φυσικές και συ­νηθισμένες στην ιστορία της τέχνης, αλλά βρίσκεται επικεφαλής —στον τομέα βέβαια της ιδικής του ασχολίας— ενός κινήματος με γενικότερη σημασία και με απροσδιόριστα ακόμη αποτελέσματα. Γι’ αυτό και οι σημερινοί νέοι, οι φυσικοί σημαιοφόροι, και πρόμαχοι κάθε καινούργιας ιδέας, καλλιτεχνικής ή κοινωνικής, που δεν έπιασε ακόμη ρίζες μες στο χώμα, αναγνωρίζουν στον ποιητή του «Καλού πολίτη» τον αποκλειστικό ποιητή τους, μ’ ένα φανατισμό ολότελα νεανικό, φτάνοντας κάποτε ως την αδικία με το να μην παραδέχονται κανέναν άλλον επί γης. Οι «Μοιραίοι» του, που μες στους καπνούς και τις βρισιές της υπόγειας ταβέρνας κλαίνε την τύχη τους κι ανιστοράνε τις κακομοιριές των, έχουν γίνει ένα από τα δημοτικότερα ποιήματα της νέας γενεάς κι έχουν ανυψωθεί σε αληθινό σύμβολο, μολονότι, εδώ που το ’φερε ο λόγος, δεν πρόκειται παρά για ένα ποίημα με μέτρια τεχνική αξία, από τα παλιότερ’ άλλωστε του ποιητή.

kbmpoukΓια το Βάρναλη κυκλοφορεί η φήμη πως περνάει τον καιρό του στα κρασο­πουλειά, άμα δε ραχατεύει στον καφενέ της Δεξαμενής παίζοντας τάβλι, και πως σπάνια μπορείς να τον πετύχεις αλλού πουθενά. Όμως η διάδοσις αυτή, όπως κι όλες τους, είναι υπερβολική και μπορώ, νομίζω, να την διαψεύσω. Εγώ τουλάχιστο ομολογώ πως δεν εδυσκολεύτηκα καθόλου να τον ανταμώσω και πως κατόρθωσα να του πάρω τη συνέντευξη από την πρώτη στιγμή που τον είδα και τον εγνώρισα. Τον εβρήκα στο σπίτι του, ένα καθόλου πολυτελές ανώγειο της οδού Ζαλοκώστα, το μεσημέρι την ώρα που είχε στρωμένο το τραπέζι κι έτρωγε…  ντολμάδες. Ομοτράπεζός του ήταν η κυρία του, με το πατρικό ό­νομα Μοάτσου, που υπηρετεί στην Α­θήνα ως καθηγήτρια της γαλλικής και γράφει και η ίδια στίχους —έχει εκδώσει κιόλας μια συλλογή— ολότελα βέ­βαια διαφορετικούς από τους επαναστα­τικούς και υπέροχους του αντρός της.

Η ώρα ήταν ακατάλληλη φυσικά για τη δουλειά που πήγα εγώ —ο άνθρωπος πεινούσε κι ήθελε να φάει— αλλά ο ποιητής πρόθυμος κι ευγενικός, μου ’δωσε την άδεια ν’ αρχίσω. Κι έτσι μαζί με τις μπουκιές του… κατάπινε και τις ερωτήσεις μου.

— Θα σάς ρωτήσω ό,τι θυμηθώ και θα μου απαντήσετε όπως σας αρέσει. Θα σας ακούω και δε θα κρατώ ση­μειώσεις…

— Σύμφωνοι. Λέγετε!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Περιοδικά, Συνεντεύξεις, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , | 118 Σχόλια »

Τα σύννεφα, αδερφάκια μου θλιμμένα

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2016

Θα μπορούσα να το βάλω και για κουίζ -ποιητικό: ποιος γνωστός ποιητής έγραψε τον παραπάνω στίχο; Θα ήταν καλό κουίζ, διότι προς το παρόν ο στίχος δεν γκουγκλίζεται  («Λάθος!», ακούγεται μια φωνή από ψηλά, «τώρα γκουγκλίζεται!») αλλά αφενός κουίζ βάλαμε τις προάλλες και αφετέρου θέλω να γράψω το άρθρο. Όμως, αν θέλετε μπορείτε να σκεφτείτε ποιος ποιητής θα μπορούσε να είναι, και όταν θα προχωρήσετε την ανάγνωση του άρθρου θα δείτε αν μαντέψατε σωστά.

Τον στίχο αυτόν, τον βρήκα σε ένα χρονογράφημα του Βάρναλη -και σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν είναι του Βάρναλη, πιο κάτω θα φανερώσω τον ποιητή. Κι ενώ ο Βάρναλης στο χρονογράφημά του αναφέρει ποιού ποιητή είναι, στάθηκε πολύ δύσκολο να βρω το συγκεκριμένο ποίημα. Και ίσως έχει κάποιο ενδιαφέρον αυτή η φιλολογική αναζήτηση -αν πάλι τη βρίσκετε βαρετή, ελπίζω να σας αρέσει το χρονογράφημα που θα αναδημοσιεύσω.

Αυτόν τον καιρό, πρέπει να το έχω ξαναπεί, ετοιμάζω έναν τόμο με τα «Αττικά» χρονογραφήματα του Βάρναλη (θα βγει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο). Με τον όρο αυτό εννοώ τα χρονογραφήματα που έχουν ως θέμα τους την Αθήνα, τα προάστια και τις εξοχές της Αττικής, γραμμένα στην περίοδο 1939-1958. Στον τόμο αυτόν έχω εντάξει και τα «μετεωρολογικά» χρονογραφήματα, εκείνα δηλαδή που έχουν θέμα τους τον καιρό, επειδή συνήθως οι αναφορές στον καιρό και οι αναφορές στην πόλη συμφύρονται. Στον καιρό είναι αφιερωμένο και το σημερινό χρονογράφημα, στο οποίο ο Βάρναλης (διότι αυτός είναι ο ήρωας του χρονογραφήματος) χαίρεται μιαν απρόσμενη ιουνιάτικη βροχή και νοσταλγεί το φθινόπωρο καλοκαιριάτικα.

Τα χρονογραφήματα του Βάρναλη είναι γεμάτα από φιλολογικές αναφορές, και μια από τις ευχάριστες δυσκολίες που έχω σαν επιμελητής των κειμένων είναι να βρω όσο περισσότερες μπορώ -όλες, ει δυνατόν.

Το χρονογράφημα που θα δούμε σήμερα δημοσιεύτηκε στις 25 Ιουνίου 1942 στην Πρωία, με την οποία συνεργαζόταν ο Βάρναλης από τη δεκαετία του 1930, έχοντας αναλάβει από το 1939 και το καθημερινό χρονογράφημα. Μέσα στην κατοχή, βέβαια, η θεματολογία των χρονογραφημάτων ήταν αναγκαστικά περιορισμένη, κι έτσι είναι αυξημένο το ποσοστό των κειμένων που έχουν ως αντικείμενο τον καιρό και παρόμοια θέματα. Και η υπόλοιπη εφημερίδα άλλωστε, καθώς η ειδησεογραφία της σχετικά με τον πόλεμο ερχόταν από τους Γερμανούς ενώ η εσωτερική πολιτική επικαιρότητα ήταν ανύπαρκτη, είχε αυξημένο ποσοστό φιλολογικής ύλης.

Ας δούμε λοιπόν το χρονογράφημα του Βάρναλη που έχει, Ιούνιο μήνα, τον παράταιρο τίτλο «Φθινόπωρο». Έχω μονοτονίσει το κείμενο και έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν αντικατόπτριζε τις προτιμήσεις του Βάρναλη αλλά της εφημερίδας. Έχω προσθέσει και τρεις υποσημειώσεις, ενώ μια τέταρτη, αυτή για τον στίχο του τίτλου, θα τη συζητήσουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

-«Όνειρον φθινοπωρινής νυκτός και πρωίας»! Πρωτοβρόχια στην καρδιά του καλοκαιριού. Δροσιές και ρίγη –λουτρό της ψυχής!

Έτσι μουρμούριζε στην ταράτσα του προχτές το απόγευμα ο κεραυνωμένος των κυνικών καυμάτων, τσίτσιδος, μονάχα με το βρακάκι του μπάνιου. Και χτυπούσε χαρούμενος τα χέρια του στο στήθος, καθώς τον κατάβρεχε το ουράνιο ποτιστήρι και το κορμί του έπινε τη βροχή, όπως το διψασμένο χώμα! Γύρω οι κήποι, τα δέντρα και προπαντός τα ξερά χορτάρια κι η γης ολάκερη μοσκοβολούσανε τη χαρακτηριστική μυρωδιά της βρεμένης εξοχής, που κανείς Βιργίλιος δεν μπόρεσε να την τραγουδήσει. Ακόμα κι οι στέρφες ντοματιές του μπαλκονιού του ζωηρέψανε, σταθήκανε ντούρες, κι ενώ ήταν έτοιμος να τις ξεριζώσει, τις άφησε να παίξουν το διακοσμητικό τους ρόλο στο πανηγύρι της πλάσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »

Υπέρ δικτατορίας (Μποστ)

Posted by sarant στο 21 Απρίλιος, 2016

Συμπληρώνονται σήμερα 49 χρόνια από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. Η στρογγυλή επέτειος θα είναι του χρόνου, μισός αιώνας, αλλά και φέτος, όπως κάναμε και προηγούμενες χρονιές, θα αφιερώσουμε το άρθρο στο γεγονός που σημάδεψε τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Κάποια επετειακά άρθρα τα αφιερώσαμε στο πώς βιώσαμε την 21η Απριλίου εμείς, που τη ζήσαμε τότε παιδιά, ή έστω νέοι -παράδειγμα, το αντίστοιχο άρθρο του 2011. Αυτό μπορεί να γίνει και στο σημερινό άρθρο, μπορείτε δηλαδή να αναφέρετε στα σχόλιά σας τι θυμάστε από εκείνη τη μέρα -ιδίως αν δεν είχατε σχολιάσει πριν απο πέντε χρόνια.

Ωστόσο, το σημερινό άρθρο το συνδυάζω με μιαν είδηση ευχάριστη για τους φιλέρευνους και τους κυβερνοπόντικες, που τέτοιους έχουμε πολλούς στο ιστολόγιο. Το Πάντειο Πανεπιστήμιο ανακοίνωσε ότι έχει ψηφιοποιήσει (σχεδόν) το σύνολο των τευχών του περιοδικού ΑΝΤΙ. Το περιοδικό ΑΝΤΙ κυκλοφόρησε μέσα στη δικτατορία, τον Μάιο του 1972. Το πρώτο τεύχος ήταν ιδιαίτερα τολμηρό για την εποχή, αφού ανάμεσα στ’ άλλα περιείχε μελέτη του Μίκη Θεοδωράκη, άρθρο του Γεωργίου-Αλέξανδρου Μαγκάκη για τη δημοκρατία, ευθυμογράφημα του Μποστ με τίτλο «Υπέρ Δικτατορίας» κ.ά. Δεύτερο τεύχος ετοιμάστηκε αλλά δεν πρόλαβε να βγει διότι η Χούντα έδρασε σε δύο επίπεδα: αφενός με την προσπάθεια να διασπάσει το επιτελείο του περιοδικού και, όταν αυτό δεν έπιασε, με τη σύλληψη του εκδότη του περιοδικού, του Χρήστο Παπουτσάκη, ο οποίος δοκίμασε και τα βασανιστήρια του καθεστώτος.

Το περιοδικό ξανακυκλοφόρησε στις 7 Σεπτεμβρίου 1974, ενάμιση μόλις μήνα μετά την κατάρρευση της χούντας, πάλι με τεύχος αριθ. 1, και για να τιμήσει το πρώτο ηρωικό εκείνο τεύχος στο εξώφυλλο είχε την ένδειξη «Περίοδος Β΄». Σταμάτησε την έκδοσή του το 2008 και είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια είχε μπει σε φάση παρακμής.

Τα σκαναρισμένα τεύχη του ΑΝΤΙ από το Πάντειο βρίσκονται εδώ. Είναι σχεδόν όλα, από τα δύο τεύχη αριθ. 1 έως το τεύχος 919 (το 2008) -πρέπει να λείπουν καμιά εικοσαριά τεύχη. Ο Νίκος ο Λίγγρης στη Λεξιλογία είχε την καταπληκτική έμπνευση να βάλει τα τεύχη στη σειρά, από εδώ και πέρα.

Το πρώτο τεύχος του ΑΝΤΙ του 1972 το βρίσκετε εδώ. Από το τεύχος αυτό αποσπώ και δημοσιεύω πιο κάτω το ευθυμογράφημα «Υπέρ δικτατορίας» που δημοσίευσε ο Μποστ στο σημαδιακό εκείνο τεύχος, με τη γνωστή του άγνοια κινδύνου. Το είχα ανεβάσει σε μορφή εικόνας στον παλιό μου ιστότοπο σε ανύποπτο χρόνο, αλλά τώρα το δημοσιεύω σε κείμενο -κρατώντας βέβαια την ορθογραφία του Μποστ, αν και δεν αποκλείω να μου έχουν ξεφύγει μερικά λαθάκια, δηλαδή σωστά.

Δεν επιχείρησα να ξεδιαλύνω και να επεξηγήσω τους πάμπολλους υπαινιγμούς και τις μπηχτές του κειμένου για την επικαιρότητα της εποχής και τη χούντα. Όποιος εντοπίσει κάτι, το λέει στα σχόλια. Να προσέξουμε επίσης ότι ο Μποστ έχει και μια αλφαβητική εμμονή: επιμένει ότι οι δικτάτορες έχουν ονόματα που αρχίζουν από τα τελευταία γράμματα του αλφαβήτου, από το Μ και μετά. Το 1973, όταν με τη χαλάρωση της λογοκρισίας ξανάρχισε να δημοσιεύει σκίτσα στον Ταχυδρόμο, εξειδίκευσε αυτή την ιδέα εστιάζοντας εύγλωττα στο γράμμα Π (ο Παπαντόκ, ο Πινοσέτ, ο Πάγκαλος και ο Περόν απέδειξαν το γράμμα Π πως είναι τυχερόν). Κάποτε θα τα δημοσιεύσουμε κι αυτά τα σκίτσα.

Προς το παρόν, όμως, ας δούμε το Υπέρ Δικτατορίας.

dik

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Ευτράπελα, Μποστ, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , | 204 Σχόλια »

Ένα Χριστιανόπουλο γράφει στο Ελληνόπουλο

Posted by sarant στο 15 Νοέμβριος, 2015

Κυριακή σήμερα, ας προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε το φονικό του Παρισιού. Βοηθάει η μέρα, βοηθάει και το φιλολογικό ή λογοτεχνικό θέμα που συνηθίζω να βάζω τις Κυριακές. Οπότε, λέω να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο, εβδομήντα χρόνια πίσω, και πίσω στην παιδική ηλικία, όχι τη δική μας παρά ενός σημαντικού Έλληνα ποιητή.

Την περασμένη Κυριακή είχα δημοσιεύσει την ομιλία που είχα κάνει στην παρουσίαση του βιβλίου «Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά» του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου. Το κορυφαίο ίσως παιδικο και νεανικό περιοδικό των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων ήταν το Ελληνόπουλο, και το βιβλίο του Τριανταφυλλόπουλου του αφιερώνει αρκετές σελίδες, παρόλο που ο συγγραφέας ως παιδί δεν ήταν τακτικός αναγνώστης του αλλά μάλλον περιστασιακός.

Στα σχόλια εκείνου του προηγούμενου άρθρου, έγινε λόγος για τις αναμνήσεις του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου από το Ελληνόπουλο, στο οποίο ήταν συνδρομητής  -αυτές ακριβώς τις αναμνήσεις θα παρουσιάσω σήμερα, συνοδεύοντάς τις από ντοκουμέντα για τη συμμετοχή του Χριστιανόπουλου στο περιοδικό, καθώς από αγαθή τύχη έχω στο αρχείο μου τον πρώτο τόμο του Ελληνόπουλου.

Χαριτολογώντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος οφείλει τα πάντα στο περιοδικό Ελληνόπουλο. Όχι ο ποιητής, αλλά… το ψευδώνυμο. Εννοώ ότι ο έφηβος Κώστας Δημητριάδης, δεκατεσσάρων χρονών το 1945, χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Χριστιανόπουλο» για τη συμμετοχή του στην εσωτερική ζωή του περιοδικού (μικρές αγγελίες, λογοτεχνικές συνεργασίες κτλ.) και αυτό στάθηκε έναυσμα να υιοθετήσει αργότερα ως ποιητής το ψευδώνυμο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Αλλά ας τον αφήσουμε να τα πει ο ίδιος, καταρχάς συνοπτικά σε συνέντευξη:

14 χρονών, πάμπτωχος και διάβαζα ένα παιδικό περιοδικό, το «Ελληνόπουλο». Το περιοδικό είχε μια στήλη συνεργατών, στην οποία για να δημοσιεύσεις έπρεπε να είχες καταθέσει ψευδώνυμο, η επιτροπή του περιοδικού να εγκρίνει το ψευδώνυμο και μετά ν αρχίσει να σου δημοσιεύει μόνο με το ψευδώνυμο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 90 Σχόλια »

Για τα Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου

Posted by sarant στο 8 Νοέμβριος, 2015

Την περασμένη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου είχα πάει στη Χαλκίδα όπου πήρα μέρος στην παρουσίαση του βιβλίου «Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά» του Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αντίποδες, έναν καινούργιο εκδοτικό οίκο που έχει ήδη δώσει μερικά πολύ καλά βιβλία (ένα από τα οποία είχαμε παρουσιάσει παλιότερα εδώ, το περίφημο Γκιακ του Παπαμάρκου).

Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης ο ερευνητής του ΕΙΕ Κώστας Τσικνάκης και ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, πρώην διευθυντής της Νέας Εστίας (όπου είχαν αρχικά δημοσιευτεί τα κείμενα που αποτέλεσαν το κυρίως σώμα του βιβλίου).

xalkis

Στο τέλος της εκδήλωσης μίλησε και ο ΝΔΤριανταφυλλόπουλος, που τον βλέπουμε πρώτο από αριστερά στη φωτογραφία (δεύτερος ο Κ. Τσικνάκης, τρίτος ο Στ. Ζουμπουλάκης).

Το καλό βιβλιοπωλείο Διάμετρος γέμισε με κόσμο και στο τέλος έγινε και ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Παραθέτω σήμερα την ομιλία μου στην εκδήλωση της Χαλκίδας -ακριβέστερα, μεταφέρω το κείμενο που είχα γράψει, που δεν είναι εντελώς ίδιο με αυτό που εκφώνησα αφού σε κάποια σημεία έκανα παρεκβάσεις ενώ καναδυό σημεία του γραπτού τα παρέλειψα επειδή μου φάνηκε πως είχα αργήσει. Κάποιαν άλλη φορά ίσως απομαγνητοφωνήσω μερικά από όσα είπε ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος στο τέλος για τις συνήθειες των παιδιών που πέρασαν την εφηβεία τους στα πρώτα μετακατοχικά χρόνια.

(Μια σύμβαση: στο γραπτό κείμενο αναφέρομαι στον Νίκο Τριανταφυλλόπουλο με το τριγράμματο αρκτικόλεξο ΝΔΤ, αλλά βέβαια στην ομιλία έλεγα ολόκληρο το επώνυμό του ή «ο συγγραφέας»).

Μεταπολεμικά νεανικά περιοδικά

Είναι για μένα μεγάλη τιμή και μεγάλη χαρά που παίρνω μέρος στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, ενός συγγραφέα που συστηματικά παρακολουθώ (αν και συστηματικά δεν θα πει ανελλιπώς, διότι είναι πολυγραφότατος) και που τον εκτιμώ βαθύτατα για το έργο που έχει προσφέρει. Είναι επίσης η ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά διότι ως τώρα η επικοινωνία μας γινόταν γραπτώς ή τηλεφωνικώς. Ο ΝΔΤ είναι γνωστός βέβαια για το παπαδιαμαντικό του έργο, έργο ζωής, και όταν είχα την τύχη, σκαλίζοντας παλιά περιοδικά, να βρω έναν αθησαύριστο διήγημα του Παπαδιαμάντη, τη Νοσταλγία του Γιάννη, στον Τριανταφυλλόπουλο απευθύνθηκα για να πιστοποιήσει την πατρότητά του. Ωστόσο, ο ΝΔΤ δεν έχει γράψει μόνο για τον Παπαδιαμάντη, και το σημερινό βιβλίο δεν είναι παρά ένα από τα πολλά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , , | 48 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Ο φωνιάς

Posted by sarant στο 20 Οκτώβριος, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή τρίτη, και είναι η δεύτερη του 11ου κεφαλαίου, που έχει τον τίτλο: Ένας επικούρειος στον καιρό μας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 με αρχές δεκαετίας του 60, στην Αθήνα, αν και η σημερινή συνέχεια, που αναγκαστικά είναι σύντομη εξαιτίας του θέματός της, εκτείνεται έως τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ίσως και τις αρχές της επόμενης. Ο τίτλος δεν είναι ανορθογραφία. Το επώνυμο του εκδότη του περιοδικού μπορείτε να το βρείτε στο Διαδίκτυο, αλλά αφού ο πατέρας μου επέλεξε να γράψει μόνο το αρχικό του γράμμα, ακολουθώ την επιθυμία του.

mimis_jpeg_χχsmallΟ ποιητής δούλευε ακόμα στον Ήλιο, όταν τον επισκέφθηκε ένας περίεργος τύπος. Ψηλός, ξερακιανός, αγέλαστος είχε μια περίεργη όσο και ενδιαφέρουσα προϊστορία. Ο Δημήτρης Κ. κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου γυρνούσε στα χωριά και τις πόλεις της υπαίθρου εγγράφοντας συνδρομητές σε περιοδικά του τύπου «Η Φωνή της Βασιλικής Χωροφυλακής», «Με τα φτερά της Νίκης», «Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια» και παρόμοια. Η κατάσταση ευνοούσε την επιτυχία της εξόρμησης. Κανείς δεν κοτούσε να αρνηθεί να γραφτεί συνδρομητής και ο Δ.Κ. με τα ποσοστά του εξασφάλιζε καλό μεροκάματο.

Φυσικά, μετά τη λήξη του Εμφυλίου και τη σχετική ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής οι περισσότεροι συνδρομητές αρνήθηκαν να συνεχίσουν να πληρώνουν συνδρομή σε περιοδικά που τα πετούσαν χωρίς καν να τα ξεφυλλίσουν και ο Δ.Κ. είδε τα εισοδήματα του να περιορίζονται δραματικά. Έχοντας όμως από την τετράχρονη εμπειρία του πεισθεί ότι το έντυπο έχει ψωμί, αποφάσισε να βγάλει δικό του περιοδικό, το οποίο ονόμασε «Η Φωνή της Ειρήνης». Ηταν τότε στην αρχή της η ειρηνιστική κίνηση, που λίγα χρόνια μετά θα κορυφωνόταν με τις μεγάλες εκείνες πορείες και τις λοιπές εκδηλώσεις.

Όντας τελείως απαίδευτος απευθύνθηκε σε δημοσιογράφους της σειράς, που με τη σειρά τους αποτάθηκαν στα γραφεία τύπου των διαφόρων πρεσβειών, οι οποίες τους έστελναν άφθονο πληροφοριακό όσο και προπαγανδιστικό υλικό. Φυσικά η ύλη του περιοδικού ήταν συρραφή των πιο ετερόκλητων κειμένων, χωρίς την παραμικρή επεξεργασία, με πλούσια και εντυπωσιακή εικονογράφηση, που όμως έκαμε μπαμ ότι ήταν καθαρά προπαγανδιστική. Όπως ήταν επόμενο το περιοδικό δεν περπατούσε, όταν κάποιος του μίλησε για τον ποιητή.

Ο Σαραντάκος στην αρχή αντιμετώπισε την πρόταση του Δ.Κ. με χιούμορ μεν αλλά αρνητικά. Ύστερα όμως αποφάσισε να καταπιαστεί με την έκδοσή του βάζοντας όμως τους όρους του, τους οποίους ο εκδότης αποδέχτηκε πλήρως. Οι όροι ήταν:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοπαίγνια, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , | 114 Σχόλια »

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας και η Διάπλασις των Παίδων

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2015

Η Διάπλασις των Παίδων είναι το μακροβιότερο ελληνικό περιοδικό για παιδιά, αφού κόντεψε να κλείσει έναν αιώνα ζωής: άρχισε να κυκλοφορεί το 1879 και πρέπει να τερμάτισε τον βίο της λίγο πριν ή λίγο μετά το 1970. Ωστόσο, έχει (και δίκαια) συνδεθεί με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ο οποίος ανέλαβε διευθυντής της από το 1896 και έμεινε στο τιμόνι του περιοδικού αρκετές δεκαετίες. Φυσικά, η Διάπλασις πρόσφερε στους αναγνώστες της την κατεστημένη εθνική ηθική διαπαιδαγώγηση, ωστόσο δεν παρέλειπε τα εκλεκτά λογοτεχνικά έργα (την πρώτη περίοδο, πολλά μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν μεταφράζονταν στη Διάπλαση αμέσως μετά την κυκλοφορία τους στη Γαλλία) αλλά ίσως η μεγαλύτερη προσφορά της να ήταν ότι έδινε στους συνδρομητές της την ευκαιρία να πάρουν μέρος σε μια κοινότητα φίλων όπου ο καθένας χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο, να δοκιμάσουν την τύχη τους σε διαγωνισμούς κτλ., να ανταλλάξουν τετράδια με «Μικρά Μυστικά» και γενικά να επικοινωνήσουν με άλλους χρήστ… άλλους συνδρομητές ήθελα να γράψω, αλλά παρασύρθηκα: πράγματι, η ομοιότητα της τότε αλληλεπίδρασης με αυτήν που γίνεται σήμερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι εντυπωσιακή. Άλλωστε, ατού –και πηγή εσόδων-του περιοδικού ήταν οι χιλιάδες συνδρομητές του, και το μοντέλο της Διάπλασης το ακολούθησαν αργότερα και άλλα νεανικά περιοδικά.

Εγώ όπως είπα τη Διάπλαση την πρόλαβα στα τελευταία της, και σε αυτή την κοινότητα ελάχιστα πήρα μέρος. Θυμάμαι ότι πήρα ψευδώνυμο αλλά… δεν θυμάμαι ποιο ήταν· ωστόσο, διατηρώ στη μνήμη μου την πρώτη και μοναδική αγγελία που έστειλα: Άσπρε Αράπη, ζητώ τη φιλία σου.

Συνδρομητές της Διάπλασης ήταν ως παιδιά ή έφηβοι αρκετοί γνωστοί λογοτέχνες, όπως ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (με το ψευδώνυμο Αιθήρ και αργότερα ως Όψιμος Κρίνος), ο Ρώμος Φιλύρας (Κορινθιακό Κύμα), ο Κλέων Παράσχος (Αφροστεφανωμένο Κύμα), ο Πέτρος Χάρης (Κυανόλευκο Λάβαρο), ο Νίκος Καββαδίας (Μικρός Ποιητής) κτλ.

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας δεν έγινε συνδρομητής της Διάπλασης ως παιδί. Στην Πλατανούσα του νομού Ιωαννίνων, όπου γεννήθηκε, ελάχιστα έντυπα έφταναν τον μεσοπόλεμο, και πάντως όχι παιδικά περιοδικά –εφημερίδες κυρίως, στις οποίες είχε προνομιακή πρόσβαση αφού ο πατέρας του ήταν ταχυδρόμος. Ούτε και αργότερα, όταν πήγε στην Άρτα για να φοιτήσει στο γυμνάσιο [με την παλιά έννοια του όρου, που αντιστοιχεί στη σημερινή Γ’ Γυμνασίου και στο Λύκειο] δεν γράφτηκε συνδρομητής στη Διάπλαση –από τη μια δεν περίσσευαν χρήματα για τη συνδρομή, κι από την άλλη ίσως να την είχε ξεπεράσει, να είχε στραφεί σε περιοδικά για μεγάλους. Θυμάται στο αυτοβιογραφικό του Από μικρός στα γράμματα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μεσοπόλεμος, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 97 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η συνεργασία με την Παπαρούνα του Πωλ Νορ

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή είναι η δέκατη έκτη συνέχεια.  Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΒρισκόμαστε στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον γενικό τίτλο “Ένας μέτοικος στη Μυτιλήνη του μεσοπολέμου” και παρακολουθεί τη ζωή του παππού μου από το 1928 που παντρεύτηκε τη γιαγιά μου, την Ελένη Μυρογιάννη, και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη. Η σημερινή συνέχεια είναι η τελευταία του κεφαλαίου, κι επειδή είναι κάπως σύντομη σκέφτηκα να τη συμπληρώσω, στο τέλος, με μια παρουσίαση του περιοδικού Παπαρούνα, παρμένη από ένα άρθρο που είχα γράψει για τον παλιό μου ιστότοπο.

Αν η μισή καρδιά του ποιητή ήταν στη Μυτιλήνη η άλλη μισή στην Αθήνα βρίσκονταν. Νοσταλγούσε την μποέμικη παρέα του, τις αθηναϊ­κές νύχτες που περνούσαν με τη συζήτηση και τη ρετσίνα, τον ανοιχτόν ορίζοντα της πρωτεύουσας, που ήταν τότε μια πολύ όμορφη και σε ανθρώπινη κλίμακα πόλη, τον πεντακάθαρσν αττικόν ουρανό. Διέξο­δο σ’ αυτή τη νοσταλγία βρήκε στέλνοντας σατιρικά ποιήματα στην «Παπαρούνα», ένα εξαιρετικό, πλην βραχύβιο, σατιρικό περιοδικό, που εξέδωσε το 1933 ο Πωλ Νορ, δηλαδή ο Νίκος Νικολαΐδης.

Ο ποιητής υπέγραφε τα ποιήματα που έστελνε στην «Παπαρού­να» με το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης, που είχε ήδη καθιερώσει στον «Τρίβολο», γιατί στο «Δημοκράτη» χρησιμοποιούσε το Βριάρεως. Ένα από τα ποιήματα που δημοσίευσε η «Παπαρούνα» ήταν και μια ωραία παράφραση του Καβάφη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Καβαφικά, Παρωδίες, Περιοδικά, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , | 57 Σχόλια »

Ένα αθησαύριστο ποίημα του Μήτσου Παπανικολάου από τη «Νεολαία»

Posted by sarant στο 5 Ιανουαρίου, 2014

Αθησαύριστο λέγεται το κείμενο ενός συγγραφέα που έχει μεν δημοσιευτεί σε κάποιο έντυπο αλλά δεν έχει συμπεριληφθεί σε συγκεντρωτική έκδοση των έργων του συγγραφέα ούτε έχει καταγραφεί στη βιβλιογραφία του. Αν το κείμενο, ποίημα ας πούμε ή διήγημα, είναι εντελώς αδημοσίευτο, και έχει βρεθεί στο αρχείο του συγγραφέα, τότε θα το πούμε ανέκδοτο ή αδημοσίευτο και θα το κατατάξουμε σε άλλην κατηγορία.

Καθώς μου αρέσει να σκαλίζω παλιά έντυπα, συχνά βρίσκω σκόρπια κείμενα λογοτεχνών που αγαπώ, οπότε ελέγχω αν περιλαμβάνονται στη συγκεντρωτική έκδοση των έργων τους, και μερικές φορές είμαι τυχερός και το εύρημά μου είναι πράγματι αθησαύριστο. Τα αθησαύριστα που βρίσκω συνήθως τα παρουσιάζω στο ιστολόγιο· το κόσμημα της συλλογής μου είναι το αθησαύριστο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η νοσταλγία του Γιάννη«, έχω όμως βρει κι άλλα διαμαντάκια, όπως το ποίημα του Βάρναλη «Στα εγκαίνια της κοριτσίστικης ελικιάς«, άλλα του Φιλύρα κτλ. Από συγγραφείς με τους οποίους ασχολούμαι πιο συστηματικά, όπως ο Λαπαθιώτης ή ο Κοτζιούλας, έχω βρει πολλά αθησαύριστα. Φυσικά, όσο πιο πολύ έχει μελετηθεί, αναλυθεί, καταγραφεί το έργο ενός συγγραφέα, τόσο πιο δύσκολο να βρεις αθησαύριστο κείμενό του -του Καβάφη, ας πούμε, ή του Σεφέρη θα ήταν μάλλον αδύνατο να βρεθεί.

Προσθέτουν κάτι τα αθησαύριστα στην εικόνα μας για έναν ποιητή, έναν συγγραφέα γενικότερα; Ασφαλώς κάτι προσφέρουν, έστω και μια ψηφίδα σ’ ένα τεράστιο και πανέμορφο ψηφιδωτό. Εξίσου ασφαλώς, είναι σπάνιο να αλλάξει άρδην η εικόνα που έχουμε για τον συγγραφέα από ένα ή περισσότερα αθησαύριστα που θα έρθουν στην επιφάνεια. Να θυμίσω πάντως ότι και η Γυναίκα της Ζάκυθος αθησαύριστη ήταν για κάμποσες δεκαετίες, αφού δημοσιεύτηκε κάπου εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σολωμού και την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των έργων του από τον Πολυλά -αλλά ο Σολωμός είναι ιδιαίτερη περίπτωση.

Και το σημερινό μας αθησαύριστο, ένα ποίημα του Μήτσου Παπανικολάου, δεν πρόκειται να αλλάξει ριζικά την εικόνα που έχουμε γι’ αυτό τον «ποιητή του σκιόφωτος«. Το βρήκα στο περιοδικό «Νεολαία», για το οποίο θα ήθελα να πω δυο λόγια. Ήταν το όργανο της ΟΚΝΕ, της Ομοσπονδίας των Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδος, άρχισε να εκδίδεται το 1922 και συνέχισε τη νόμιμη έκδοσή της, με αρκετές διακοπές και απαγορεύσεις, έως τη δικτατορία του Μεταξά το 1936.  Η έσχατη ειρωνεία ήταν ότι «Νεολαία» ήταν και ο τίτλος του περιοδικού που εξέδωσε η ΕΟΝ, η νεολαιίστικη οργάνωση του τεταρταυγουστιανού καθεστώτος!

Η (κομμουνιστική) «Νεολαία» δεν υπάρχει συγκεντρωμένη ολόκληρη σε κάποια βιβλιοθήκη, απ’ όσο ξέρω. Σκόρπια τεύχη της είχα δει μονάχα από τη δεκαετία του 1930, ήξερα όμως ότι στα πρώτα χρόνια, στη δεκαετία του 1920, το περιοδικό είχε, πέρα από την πολιτική, και αξιόλογη λογοτεχνική ύλη -για παράδειγμα, στη Νεολαία πρωτοδημοσιεύτηκαν, το 1922, οι Μοιραίοι του Βάρναλη. Πρόσφατα, ο φίλος Γιώργος Πετρόπουλος, ο ιστορικός, μού υπέδειξε ότι στη Βιβλιοθήκη της Βουλής υπάρχει ένας τόμος της Νεολαίας, οπότε πήγα και τον είδα: είναι ένας μικρός τόμος με τα τεύχη του δεύτερου εξαμήνου του 1923. Την περίοδο εκείνη η Νεολαία έβγαινε κάθε 15 μέρες, σε οχτασέλιδα τεύχη σε σχήμα τέταρτο. Η πρώτη σελίδα είχε μια ζωγραφική σύνθεση, σαν αυτήν εδώ, ενώ συχνά οι σελίδες του περιοδικού είχαν κενές στήλες εξαιτίας της λογοκρισίας -εδώ βλέπετε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπου από όλη την τελευταία σελίδα έχει διασωθεί μόνο ένα ποίημα στην κάτω δεξιά γωνία, καθώς και το διαφημιστικό του τυπογράφου, που προτείνει τυπογραφικές εργασίες για εργατικά σωματεία «εις τιμάς λογικάς και με επιμεμελημένην εκτύπωσιν». Η λογοτεχνική ύλη της Νεολαίας, στα τεύχη που είδα, δεν είχε μόνο «στρατευμένα» λογοτεχνήματα, αλλά και έργα με πιο πλατύ χαρακτήρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Μεσοπόλεμος, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , | 22 Σχόλια »

Φιλολογικός καβγάς για μια γαλοπούλα

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2013

Την προηγούμενη Κυριακή παρουσίασα ένα αφήγημα του Μιλτιάδη Μαλακάση, δημοσιευμένο στο Μπουκέτο τα Χριστούγεννα του 1930, με αναμνήσεις από την παρέα της Δεξαμενής, στο γύρισμα του 20ού αιώνα, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας λόγιος, ο φοβερός Ευρυσθένης Τσανάκας, και μια γαλοπούλα, την οποία ο Τσανάκας βρήκε ξεκομμένη από το κοπάδι της και την μετέτρεψε σε χριστουγεννιάτικο έδεσμα, έναν πειρασμό στον οποίο ακόμα και ο άγιος των γραμμάτων μας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, δεν μπόρεσε ν΄ αντισταθεί, ίσως επειδή το κρασί του κυρ-Γιάννη, του καφετζή της Δεξαμενής, ήταν αγνό και γλυκόπιοτο, «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός», όχι σαν το πετρέλαιο των άλλων καφενείων!

Όμως η ιστορία δεν τελείωσε εδώ. Ένας σημαντικός λόγιος αναγνώρισε τον εαυτό του στο πρόσωπο του Ευρυσθένη Τσανάκα και αντέδρασε με ένα βίαιο κείμενο που θα δούμε στη συνέχεια, στο οποίο όχι μόνο καταγγέλλει τον Μαλακάση ότι διαστρέβλωσε την αλήθεια σχετικά με το περιστατικό της γαλοπούλας, αλλά και περνάει σε αντεπίθεση διατυπώνοντας βαρύτατες κατηγορίες για το ποιόν και την ηθική συγκρότηση του «Θανάση», όπως παρονομάζει τον Μαλακάση, αφού τον κατηγορεί ότι συνδεόταν με πλούσιες γυναίκες για να τους απομυζά την περιουσία. Ο λόγιος αυτός ήταν ο Γιάννης Βλαχογιάννης, στον οποίο χρωστάμε, ανάμεσα στ’ άλλα, το ότι ανέδειξε τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.

Όπως ήταν φυσικό, ο Μαλακάσης αντέδρασε, και σε μια σύντομη επιστολή του έκανε λόγο για μήνυση -που δεν ξέρω αν έγινε, και τι απέγινε. Στο περιοδικό δημοσιεύτηκε και μια άλλη σύντομη επιστολή, του Κώστα Πασαγιάνη, ο οποίος αναφέρθηκε από τον Μαλακάση ως μάρτυρας του περιστατικού, αλλά διέψευσε ότι συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο. Κι έτσι τελείωσε αυτός ο φιλολογικός καβγάς πριν από 83 χρόνια, ένας καβγάς που θα παρακολουθήσετε τώρα εσείς στα επόμενα.

Τα κείμενα έχουν εκσυγχρονιστεί ορθογραφικά. Ευχαριστώ πολύ τον Σκύλο της Βάλιας Κάλντας και τον Αλέξη για την πληκτρολόγηση.

ΑΜΟΛΑ!
[Δημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο, 15.1.1931, με το εξής εισαγωγικό κείμενο του περιοδικού: Στο φύλλο των χριστουγέννων δημοσιεύτηκε μια φιλολογική σελίς, με τον τίτλο «Ένα γεύμα την παραμονή των Χριστουγέννων». Στη σελίδα αυτή απαντά σήμερα δια των κατωτέρω ο γνωστός λογογράφος, ιστορικός και Διευθυντής των Αρχείων του Κράτους κ Γιάννης Βλαχογιάννης]

(Κριτική όχι φιλολογική, μα κριτική αληθινή, σωφρονιστική και επανορθωτική του συγγραφέα του αριστουργηματικού και μόνου πεζογραφήματος περί Γαλοπούλας, γραμμένου από τον περίφημο στα Ελλ. Γράμματα Καζανόβα, εσχάτως επονομασθέντα και Θανάση, άρχοντα ξεπεσμένο, ποιητή χρεωμένο και πνευματικώς χρεοκοπημένο από τα Μποχωρογάλατα, κριτική συρραφείσα και εις βούρδουλα ματαβληθήσα από τον πεθαμένο κριτικό Τσανάκα, αργήσασα εξ αγνοίας του, αλλά τέλος φθάσασα από τα ύψη της Δεξαμενής).

Ο Καζανόβας ο νεότερος τρέμει τους ζωντανούς, ας είναι και «θρασύδειλοι». Γι΄αυτό παρασταίνει στο διήγημά του των ήρωα Τσανάκα πεθαμένο, και αφίνει ζωντανό τον άλλο ήρωα το Θανάση, δηλ. τον εαυτό του, να μιλεί ακράτητα. Αυτοί είναι οι δύο ήρωές του οι αριστουργηματικοί· ο ένας, σαν πεθαμένος, δε μιλεί, κι΄ο Θανάσης γενναία τα παραλέει, γιατί φαντάζεται πως δεν φοβάται τίποτα απ΄ τον πεθαμένο. Ο Δον Κισώτος έπλαθε φανταστικούς εχθρούς κι ύστερα τους πολεμούσε αλλά ο Καζανόβας ή Θανάσης, τους πεθαίνει πρώτα με το νου του, κι ύστερα τους πολεμάει. Μ΄αυτό τον τρόπο έχει την πλάνη πως είναι σίγουρος απ΄το κακό, σαν κάτι ζούδια που κρύβουν το κεφάλι τους στην τρύπα και λουφάζουν, ήσυχα πια για τη μικρή τους ύπαρξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Παλιότερα άρθρα, Περιοδικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Ο Όψιμος Κρίνος και η πρώτη ζωή του Πλάτωνα Χαρμίδη

Posted by sarant στο 3 Νοέμβριος, 2013

Τις Κυριακές συνηθίζουμε να βάζουμε φιλολογικά άρθρα και αφού την Πέμπτη που μας πέρασε είχαμε τα 125 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου Ν. Λαπαθιώτη είναι επόμενο σήμερα να βάλω ένα φιλολογικό άρθρο αφιερωμένο στον Λαπαθιώτη, όπως βάζω κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. Το άρθρο που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος (αριθ. 34) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας.

lapaefedrosΟι μελετητές της ζωής και του έργου του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη ξέρουν ότι ο ποιητής ως έφηβος ήταν συνδρομητής, όπως και πολλοί άλλοι λόγιοι της εποχής του, στο περιοδικό Διάπλασις των Παίδων του Γρηγ. Ξενόπουλου και συμμετείχε στην εσωτερική ζωή του περιοδικού, με το ψευδώνυμο Αιθήρ, από το 1897 ως το 1906, δηλαδή από 9 ως 18 χρονών. (Κάποια στοιχεία για τη δραστηριότητα αυτή υπάρχουν σε παλιότερο άρθρο μου).

Λιγότερο γνωστό είναι ότι ο Λαπαθιώτης αργότερα επέστρεψε στους κύκλους των συνδρομητών του περιοδικού, με το χαρακτηριστικό ψευδώνυμο Όψιμος Κρίνος[1]. Την πληροφορία την δίνει η Αλίκη Παληοδήμου, στο άρθρο της «Χρονοβιογραφία» Λαπαθιώτη, στο αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω[2] και στη συνέχεια επαναλαμβάνεται σε άλλα συγγράμματα για τον Λαπαθιώτη, χωρίς πουθενά να προσδιορίζονται η χρονική περίοδος και το περιεχόμενο της συμμετοχής του ενήλικου πια Λαπαθιώτη στο περιοδικό.

Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης γνωστό ότι ο Λαπαθιώτης χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης για να δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, μια σειρά από μιμήσεις γνωστών ποιητών (συμπεριλαμβανομένου… του εαυτού του) στο περιοδικό Πνευματική ζωή το 1938-39. Λέγεται, και δεν αποκλείεται να είναι σωστό, ότι μετά το «σκάνδαλο» που είχε προκαλέσει ο Λαπαθιώτης με το «άσεμνο» ποίημά του «Επεισόδιο» στη συνέντευξή του στα Νεοελληνικά Γράμματα[3], η λογοκρισία του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου δεν του επέτρεπε να δημοσιεύσει με το όνομά του, αν και αργότερα αυτή η απαγόρευση, αν υπήρξε, άρθηκε.

Επίσης γνωστό, αν και κάπως λιγότερο, είναι ότι ο Λαπαθιώτης είχε χρησιμοποιήσει ξανά το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης (με διεύθυνση «Αθήναι, Οδός Μεθώνης») για να πάρει μέρος στον ποιητικό διαγωνισμό του περιοδικού Πολιτισμός στα τέλη του 1921. Σε μια τυπικά λαπαθιωτική χειρονομία, ήταν επίσης… μέλος της επιτροπής που έκρινε τα ποιήματα! Το ένα ποίημα του Πλάτωνος Χαρμίδη  «Ξένοι καημοί» πήρε το δεύτερο βραβείο, ενώ το «Πέρασμα» απέσπασε έπαινο.

Αυτό που δεν είναι γνωστό ως τώρα, είναι η σχέση του «Όψιμου Κρίνου» με τον «Πλάτωνα Χαρμίδη» και με την Κύπρο· θα τα δούμε στο σημερινό σημείωμα. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά και ας ξεκινήσουμε με τον Όψιμο Κρίνο.

Ένα κλειδί για να χρονολογήσουμε την παρουσία του Όψιμου Κρίνου στη ζωή των συνδρομητών της Διαπλάσεως των Παίδων μας το προσφέρει η μαρτυρία του Νίκου Τουτουντζάκη, που δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα Λαπαθιώτη στο περιοδικό Λέξη[4], αλλά δεν έχει προσεχτεί και τόσο.

Ο Τουτουντζάκης ήταν συνδρομητής της Διαπλάσεως ως μαθητής γυμνασίου στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και αλληλογραφούσε με πολλούς άλλους συνδρομητές, ανάμεσα στους οποίους και τον Όψιμο Κρίνο. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, βρέθηκε πρόσφυγας στην Αθήνα όπου, παρά τις δύσκολες συνθήκες, η αλληλογραφία συνεχίστηκε. Όταν κάποτε θέλησαν να γνωριστούν, ο Όψιμος Κρίνος τού έδωσε ραντεβού στο Μπάγκειον, γνωστό φιλολογικό στέκι, με την εντολή να ρωτήσει το γκαρσόνι ποιος είναι ο κ. Λαπαθιώτης.

Με βάση την πληροφορία ότι ο Όψιμος Κρίνος ήταν συνδρομητής το 1922, ανέτρεξα στο σώμα της Διαπλάσεως και μπόρεσα να καταγράψω ολόκληρη τη διαδρομή του.

Ο Όψιμος Κρίνος γράφεται συνδρομητής στη Διάπλασι στα τέλη του 1921· το ψευδώνυμό του γίνεται δεκτό στο τεύχος της 18.12.1921, με τη μνεία ότι πρόκειται για αγόρι (ένα αρχικό «α.») και ότι τα αρχικά του πραγματικού του ονόματος είναι Π.Χ. Κατά σύμπτωση, στο ίδιο τεύχος εγκρίνεται και το ψευδώνυμο «Ρίτα» που αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ανήκει στη Μαργαρίτα Μπούμη, τη μετέπειτα γνωστή ποιήτρια Ρίτα Μπούμη-Παπά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επετειακά, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογία, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , | 39 Σχόλια »