Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Περιοδικά’ Category

Αλτ και αλίμονο σε αμαξιτή οδό – του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2019

Τις προάλλες η φίλη μας η Έφη έδωσε παραπομπή σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του φίλου Χριστόφορου Χαραλαμπάκη στο ηλεπεριοδικό Ο Χάρτης.

Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο είχαμε παρουσιάσει, στις αρχές του χρόνου, το παρθενικό άρθρο του Χ.Χαραλαμπάκη στο πρώτο τεύχος της νέας περιόδου του Χάρτη. Ωστόσο, ο Χάρτης συνέχισε να ηλεκδίδεται, ο δε Χαραλαμπάκης συνεχίζει τα γλωσσικά του άρθρα, που μάλιστα έχουν πάρει τον γενικό τίτλο «Γλωσσολογικά και λεξικογραφικά». Στα άρθρα αυτά, ο κορυφαίος γλωσσολόγος κάνει κάτι πολύ ενδιαφέρον: παρουσιάζει σχολιασμένα τα σχόλια που είχε κάνει ο Στέφανος Κουμανουδης στην περίφημη Συναγωγή νέων λέξεων… πριν από εκατόν τόσα χρόνια.

Πράγματι, ο Κουμανούδης δεν αρκέστηκε στο να καταγράφει ξερά λέξεις που αποδελτίωνε από εφημερίδες και συγγράμματα. Κάθε τόσο, όχι τόσο συχνά που να καταντάνε περισπασμός αλλά αρκετά συχνά ώστε να γίνονται αισθητά, αφήνει τον εαυτό του ελεύθερο να κάνει γενικότερα γλωσσικά ή κοινωνικά σχόλια. Κάπου έχω μαζέψει μερικές τέτοιες «λεξικογραφικές ανάσες» και σκόπευα να τις κάνω άρθρο. Ο Χαραλαμπάκης κάνει κάτι πιο ουσιαστικό, παίρνει αυτά τα σχόλια ένα προς ένα και με αλφαβητική σειρά και τα σχολιάζει εκτενώς.

Στο προτελευταίο τεύχος του Χάρτη, ο Χ.Χ. δημοσιεύει το έβδομο άρθρο με «Σχόλια στα σχόλια του Στέφανου Κουμανούδη». Το  μεταφέρω εδώ ολόκληρο και στο τέλος επιτρέπω στον εαυτό μου μια διόρθωση στον σοφό φίλο μου.

Σχόλια στα σχόλια του Στέφανου Κουμανούδη (7)

αλήμων ώ. Ο Σκαρλάτος Βυζάντιος εν τω λεξικώ του της καθ’ ημάς Ελληνικής διαλέκτου, 1835 ούτως έγραψεν το κοινώς παρ’ ημίν γραφόμενον επίρ. αλλοίμονον, κρίνας αυτό παρεφθαρμένον εκ του εν τη Γαλεομαχία «Ιαλέμων ω» του Θεοδώρου Προδρόμου. Ούτω και εν τω Γαλλοελληνικώ λεξικώ του, 1856. – Αλλά πόσους έπεισεν;

*

Με τις τρεις τελευταίες λέξεις ο Κουμανούδης θέτει μια ρητορική ερώτηση η απάντηση της οποίας είναι ασυζητητί «Δεν έπεισε κανένα». Ο Βυζάντιος παραθέτει το παράδειγμα: Αλήμων ω εις εμένα τον ταλαίπωρον! με τα αρχαιοελληνικά ερμηνεύματα Οίμοι τω ταλαιπώρω!, ω τάλας! Στο λήμμα αλλοιμονώτερον, Ακρόπολις, 25 Μαΐου 1889, ο Κουμανούδης επαναλαμβάνει τα όσα γράφει στο αλήμων ω, χωρίς εσωτερική παραπομπή στο λήμμα αυτό. Γνωρίζει, επίσης, τη μη πιθανή ετυμολογία του Ν. Γ. Πολίτη (1898) από το ηλί ηλί, αλίμονο < αλί + μόνον.

 

Η ετυμολογία του επιφωνήματος αλίμονο –αυτή η ορθογράφηση, ως απλούστερη, έχει καθιερωθεί–, με μακρά παράδοση στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας, παραμένει αβέβαιη, όπως δείχνουν οι διαφορετικές ορθογραφικές αναπαραστάσεις της λέξης.[1]
Με βάση τη στατιστική συχνότητα της μηχανής αναζήτησης Google (6 Ιουνίου 2019) παρουσιάζονται οι ακόλουθες μορφές: αλίμονο (459.000 παραδείγματα), αλλοίμονο (109.000), αλοίμονο (36.000), αλλίμονο (7.110), αλήμονο (459), αλλήμονο (160), αλλείμονο (9), αλείμονο (5). Στο Ιστορικό λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, λήμμα αλλοίμονο, με την μη πειστική αναγωγή στο αρχαίο λλ’ οἴμοι, καταγράφονται 35 μορφολογικοί τύποι, όπως αγλοίμονο αϊλοίμονο και αλοίσμονο από την Κρήτη, αλλοί, ναλλοί και ναϊλλοί από τον Πόντο κ.ά. Το αλλοί στην ουσία είναι το αλί (βλ. αλί και τρισαλί), ήδη μεσαιωνικό, το οποίο σε όλα τα λεξικά καταγράφεται ως χωριστό λήμμα. Το επιφώνημα αλλοιμονάκι αναπτύσσεται στο Ιστορικό λεξικό ως αυτόνομο λήμμα, ενώ πρόκειται για ευκαιριακό σχηματισμό που εξυπηρετεί μετρικές ανάγκες.[2] Για τα επώνυμα Αλλοίμονος και Αλλοιμονάκις, με απωσιώπηση των απλούστερων ορθογραφήσεων Αλίμονος και Αλιμονάκης, παραθέτει ενδιαφέροντα στοιχεία ο Δικαίος Βαγιακάκος.[3]

Σχόλιο Ν.Σ.: Για το αλίμονο και την ορθογραφία του έχουμε γράψει και στο ιστολόγιο. Για την υποσημ. 2 έχω μια επισήμανση στο τέλος.

*

αλτ! … Κανονισμός ασκήσεων πεζικού, 1876. – Μιχαήλ Ν. Δαμιράλης εν μεταφράσει του Σαιξπηρείου Άμλετ, 1890. – Ακρόπολις 11 Φεβρουαρίου 1895. – Ηναγκάσθην δυστυχώς να καταχωρίσω εδώ και την ακράτως ξένην ταύτην λέξιν, επειδή λόγιοι την κατεδέχθησαν και την εισήγαγον όχι μόνον εις τον στρατόν ως κέλευσμα, αλλά και άλλως και εις τα ποιήματα. Το στάσου, ή στάσ’, δεν τους ήρεσεν.

*

Ενδιαφέρουσα είναι η υπόρρητη θέση του Κουμανούδη ότι το ξενικό επιφώνημα είναι ανεκτό ως στρατιωτικό κέλευσμα. Πράγματι με τη σημασία αυτή αποτελεί διεθνισμό. Ξεκίνησε ως γερμανισμός: προστακτική halt του ρήματος halten «σταματώ» με επιφωνηματική σημασία. Το ιταλικό alt είναι γνωστό από το 1482. Στη γαλλική, απ’ όπου εισήλθε στη γλώσσα μας, και στην αγγλική ως halt, μαρτυρείται το επιφώνημα halte! ως στρατιωτικός όρος από το 1636. Το Λεξικό Δημητράκου ετυμολογεί το αλτ αόριστα από το γερμανικό halten και το ερμηνεύει με το αρχαϊστικό «στήθι ή στήτε». Τα συνώνυμα «ακίνητος», «σταμάτησε», «στάσου», «στοπ» δεν εναλλάσσονται κατά το δοκούν. Μπορεί να πει κάποιος σε έναν που δεν είναι στρατιώτης αλτ! με την απειλητική σημασία «ακίνητος!» ή χαριεντιζόμενος, δεν ταυτίζεται όμως υφολογικά με το στάσου! Θα ήταν γελοίο να αντικατασταθεί αυτή η προστακτική με το αλτ στο εξαιρετικό λ.χ. στιχούργημα του Άκου Δασκαλόπουλου (1937-1998), μελοποιημένο από τον Μίμη Πλέσσα, Κορίτσι στάσου να σου πω/στάσου λιγάκι./Δεν βλέπεις πόσο σ’ αγαπώ/χελιδονάκι.
Το γαλλικό halte έλαβε μεταφορική σημασία και ταυτίστηκε με το stop: Dire halte à la guerre. (Πείτε στοπ στον πόλεμο). Χρησιμοποιείται, επίσης, σε ελλειπτικές προτάσεις: Halte aux essais nucléaires! (στοπ στις πυρηνικές δοκιμές). Αντίστοιχη σημασιολογική εξέλιξη, έστω και σε περιορισμένη χρήση, παρουσιάζει το αλτ.[4]
Τα μονοσύλλαβα αλτ και στοπ προσφέρονται για προτάσεις-συνθήματα: αλτ (= τέρμα) στη φοροδιαφυγή. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι γραφικές απεικονίσεις: «Διαστ-ΑΛΤ(!)-ικά». Διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 16 του Συντάγματος που απαγορεύει τη σύσταση ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Με σαφή προειδοποίηση να σταματήσει η προσπάθεια κατάργησης του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης.[5]
Αξιοπρόσεκτα είναι και ορισμένα ακρωνύμια τα οποία αποτελούν πια παρελθόν, αφού η γλώσσσα και η κοινωνία αλλάζουν διαρκώς. ΑΛΤ σημαίνει Αποκλειστικές Λωρίδες Ταξί.[6] Κατά τις λεωφορειολωρίδες και τις αποκλειστικές λωρίδες λεωφορείων (ΑΛΛ) σχηματίστηκε ad hoc ένα άτυπο, αλλά υπαρκτό ακρωνύμιο. Το 1998 δημιουργήθηκε η ομάδας της Άμεσης Δράσης «ΑΛΤ» που σημαίνει Αντιμετώπιση Ληστειών Τραπεζών. Μόλις διαλύθηκε η ομάδα, εξαφανίστηκε και το ακρωνύμιο.
Ο Κουμανούδης δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η μικρή αυτή λέξη όχι μόνο θα παγιωνόταν στο στρατιωτικό λεξιλόγιο, αλλά θα αποκτούσε και άλλες χρήσεις.
Από το 1981 μπήκε ένα καινούργιο αλτ στη ζωή μας που έχει σχέση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Λημματογραφήθηκε πρώτη φορά στο Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών. Πρόκειται για το αμερικανικό alt(ernate key), πλήκτρο που μπορεί να πατηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλο για την εκτέλεση εναλλακτικής λειτουργίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Λαπαθιώτης, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Σπονδή στον Θάνο Αστρίτη (μια συνεργασία του Βένιου Αγγελόπουλου)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2019

Σήμερα, 6 Μαΐου, είναι η επέτειος του θανάτου του δημοσιογράφου και εκδότη Στέλιου Ανεμοδουρά (1917-2000), που οι περισσότεροι τον ξέρουμε ως τον συγγραφέα του θρυλικού «Μικρού ήρωα». Ο φίλος μας ο Βένιος Αγγελόπουλος μου έστειλε το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα, στο οποίο μάς θυμίζει το πρώτο εγχειρημα του Ανεμοδουρά όταν, με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης, ξεκίνησε από το 1951 να γράφει τις περιπέτειες του Υπεράνθρωπου. Το άρθρο του Βένιου έχει παλιότερα δημοσιευτεί στο Red Notebook και μετά στο ιστολόγιό του.

Με την ευκαιρία, βρήκα ένα σχετικά καινούργιο ιστολογικό αφιέρωμα στον Υπεράνθρωπο, απ’ όπου πήρα και την εικόνα του εξωφύλλου του πρώτου τεύχους που βλέπετε πιο κάτω. Αν κατάλαβα καλά, μπορείτε να κατεβάσετε σκαναρισμένα και τα 48 τεύχη του περιοδικού. Εγώ τον Υπεράνθρωπο δεν τον γνώρισα, πάντως, ήμουν αγέννητος όταν βγήκε. Μόνο τον Μικρό Ήρωα.

Σπονδή στο Θάνο Αστρίτη

Ο Θάνος Αστρίτης, κατά κόσμον Στέλιος Ανεμοδουράς, που μας άφησε γεια πριν 19 χρόνια (6 Μαΐου 2000), είναι γνωστός κυρίως ως συγγραφέας του Μικρού Ήρωα, οι περιπέτειες του οποίου κράτησαν 16 χρόνια (πολύ περισσότερα από την ίδια την Κατοχή). Αρκετά έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και τους ήρωές του, αλλά νομίζω όχι όσα θα του άξιζαν. Ας προσθέσω λοιπόν μια μικρή συμβολή από προσωπική μνήμη.

Πριν από το Γιώργο Θαλάσση κυκλοφορούσε κάθε βδομάδα ο Υπεράνθρωπος (από το 1951 – μετά ήρθαν κι άλλοι ήρωες, αλλά είχα πια μεγαλώσει). Τον διαβάζαμε στη γειτονιά, σε ένα μοναδικό αντίτυπο που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, με προσοχή – συνήθως εκτός σπιτιού: Ενώ οι άλλοι παίζαν μπάλλα, αποτραβιόσουν σε έναν ίσκιο και διάβαζες, ίσως με κάποιον άλλον πάνω απ’ τον ώμο σου ή εσύ πάνω απ’ τον ώμο του άλλου.

Ήταν λοιπόν ο Υπεράνθρωπος ένας ατρόμητος υπερασπιστής του Καλού, που γρήγορα απόχτησε παιδιά (και πολύ αργότερα εγγόνια), όλοι προικισμένοι με υπερφυσικές δυνάμεις, σίδερο το χέρι, άσσοι στη μπουνιά και ιπτάμενοι. Στην παρέα προστέθηκε κι ένας Έλληνας νέος επιστήμονας, ο Ελ Γκρέκο[1], που παντρεύτηκε την κόρη του Υπεράνθρωπου, την Αστραπή. Ως επιστήμονας είχε κάνει πολλές εφευρέσεις αλλά δύο έχουν σχέση με την ιστορία μας. Η μία είναι ένα φάρμακο που το ήπιε και τον προίκισε κι αυτόν με υπερφυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορεί κι αυτός να παίρνει μέρος στις μάχες. Η άλλη, ένα μπιστόλι με πολλές διαφορετικές σκανδάλες: η μία έστελνε πολικό ψύχος, η άλλη φοβερή φλόγα, η τρίτη ιονική ακτινοβολία (δεν υπήρχε η λέξη λέιζερ τότε), κτλ. Ανάλογα με τον εχθρό, πάταγε και τη σκανδάλη που θα του έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά.

Οι εχθροί τώρα, δεν ήταν τίποτα φτηνιάρηδες. Ήταν κι αυτοί πανίσχυροι και βεβαίως δαιμονικοί. Απ’ όσο θυμάμαι, μετά το Σατούρ και τη κόρη του τη Σατούρνα, που άντεξαν πεντ’ έξι τεύχη, εμφανίστηκε ο διαβολικός δόκτωρ Φάουστ, επιστήμονας και κακάσχημος, με μια κόρη πανέμορφη, τη Φαούστα, διαβολική κι αυτή. Κρατάει μερικά τεύχη ο καβγάς, και καταφέρνουν οι καλοί να τον σκοτώσουν, καπούτ, πάει ο δόκτωρ, διαφεύγει η Φαούστα, προσπαθεί να εκδικηθεί στο επόμενο τεύχος (κι η Σατούρνα το ίδιο είχε κάνει όταν της είχαν σκοτώσει τον πατέρα, νορμάλ) αλλά δε φτουράει, το σκάει κι εξαφανίζεται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφηβική λογοτεχνία, Εις μνήμην, Περιοδικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 129 Σχόλια »

Ο Μποστ πριν από το μποστάνι του – 3

Posted by sarant στο 12 Απρίλιος, 2019

Την προπερασμένη Παρασκευή άρχισα να δημοσιεύω μια μικρή σειρά τεσσάρων άρθρων με γελοιογραφίες του Μποστ που δημοσιεύτηκαν τους πρώτους μήνες του 1959 στο περιοδικό Ταχυδρόμος, υποτίθεται ως εικονογράφηση του εύθυμου αφηγήματος «Σταυροφορίες» του Νικ. Τσιφόρου που δημοσιευόταν σε συνέχειες στο περιοδικό.

Λέω «υποτίθεται», επειδή, όπως είπα και στο πρώτο άρθρο, τα σκίτσα του Μποστ αυτονομούνται, στην αρχή δειλά και στη συνέχεια απροκάλυπτα. Κάποια από αυτά τα σκίτσα έχουν στόχο τους Άγγλους και με τα σημερινά κριτήρια μπορεί και να τα λέγαμε ομοφοβικά. Να θυμόμαστε ότι το 1959, με τη συμφωνία της Ζυρίχης στην επικαιρότητα, το αντιαγγλικό αίσθημα στην Ελλάδα ήταν έντονο.

Το δεύτερο άρθρο της σειράς αυτής δημοσιεύτηκε εδώ. Σήμερα συνεχίζουμε με το τρίτο άρθρο. Ωστόσο, επειδή είχα μετρήσει λάθος τα σκίτσα, τελικά θα έχουμε πέντε συνολικά συνέχειες, όχι τέσσερις. Όσοι δεν συμπαθούν πολύ τον Μποστ, ας κάνουν υπομονή.

Στη σημερινή δημοσίευση θα δούμε τρία σκίτσα. Και ξεκινάμε.

Το πρώτο σκίτσο της σειράς δημοσιεύτηκε, πάντοτε στον Ταχυδρόμο, στις 28 Φεβρουαρίου 1959. Εικονογραφούσε τη συνέχεια των Σταυροφοριών που είχε τίτλο «Καρδιά λιονταριού, μυαλό κοκόρου» κι έτσι, για μια φορά, μπορούσε να πει κανείς πως ο Μποστ έμενε πιστός στο θέμα της ιστορίας του Τσιφόρου:

Επιφανειακά, λοιπόν, το σκίτσο έχει θέμα σχετικό, αφού το κεφάλαιο του Τσιφόρου παρουσιάζει πράγματι τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, ωστόσο η ατάκα του Ριχάρδου, η ιστορική φράση «Είμαστε οι Ριχάρδοι και δέρνουμε» κάνει λογοπαίγνιο με ένα μικροσυμβάν της επικαιρότητας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 113 Σχόλια »

Ο Μποστ πριν από το Μποστάνι του (2)

Posted by sarant στο 5 Απρίλιος, 2019

Την περασμένη Παρασκευή άρχισα να δημοσιεύω μια μικρή σειρά τεσσάρων άρθρων με γελοιογραφίες του Μποστ που δημοσιεύτηκαν τους πρώτους μήνες του 1959 στο περιοδικό Ταχυδρόμος, υποτίθεται ως εικονογράφηση του εύθυμου αφηγήματος «Σταυροφορίες» του Νικ. Τσιφόρου που δημοσιευόταν σε συνέχειες στο περιοδικό.

Λέω «υποτίθεται», επειδή, όπως είπα και στο πρώτο άρθρο, τα σκίτσα του Μποστ αυτονομούνται, στην αρχή δειλά και στη συνέχεια απροκάλυπτα. Κάποια από αυτά τα σκίτσα έχουν στόχο τους Άγγλους και με τα σημερινά κριτήρια μπορεί και να τα λέγαμε ομοφοβικά. Να θυμόμαστε ότι το 1959, με τη συμφωνία της Ζυρίχης στην επικαιρότητα, το αντιαγγλικό αίσθημα στην Ελλάδα ήταν έντονο.

Το πρώτο σκίτσο της σημερινής δημοσίευσης (και πέμπτο συνολικά) δημοσιευτηκε στον Ταχυδρόμο στις 31 Ιανουαρίου 1959 και εικονογραφούσε το κεφάλαιο «Ιερουσαλήμ – Τέρμα».

Ένα ακόμα σκίτσο που αναπαράγει τα στερεότυπα περί βρετανικής ομοφυλοφιλίας, και που σήμερα θα ενοχλούσε.

Παρ’ όλ’ αυτά, να επισημάνουμε το έξοχο λογοπαίγνιο «τι είν’ αυτό που το λένε αράπη», πάνω στο πασίγνωστο τραγούδι «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη«, καθώς και την παράτονη ρίμα «Χαλιμάς – το χάλι μας».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Μεγάλη Βρετανία, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , , | 89 Σχόλια »

Οι τελευταίες συνεργασίες του Λαπαθιώτη στο Μπουκέτο

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2019

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 45 (άνοιξη 2019) του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά, με το οποίο συνεργάζομαι τακτικά. Αφορά βέβαια ένα είδος, το πεζό ποίημα ή πεζοτράγουδο, που δεν καλλιεργείται σχεδόν καθόλου στις μέρες μας.

Οι τελευταίες συνεργασίες του Ναπ. Λαπαθιώτη στο Μπουκέτο

Στα σχεδόν σαράντα χρόνια παρουσίας του στον λογοτεχνικό στίβο, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης συνεργάστηκε με πάρα πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Ωστόσο, δύο από αυτά ξεχωρίζουν, για τον όγκο και τη χρονική διάρκεια της συνεργασίας: η Νέα Εστία και το Μπουκέτο. Και με τα δύο αυτά περιοδικά, ο Λαπαθιώτης συνεργάστηκε από την αρχή της έκδοσής του έως το τέλος της ζωής του.

Κι αν η συνεργασία με τη Νέα Εστία, τη ναυαρχίδα των λογοτεχνικών περιοδικών την περίοδο του μεσοπολέμου (και στη συνέχεια) ήταν αυτονόητη, ο σημερινός αναγνώστης ίσως θα παραξενευτεί διαπιστώνοντας ότι ο ποιητής, ένας από τους κορυφαίους του μεσοπολέμου, είχε ακόμα πιο πυκνή και μακρόχρονη συνεργασία με το “λαϊκό” Μπουκέτο, ένα ταπεινό περιοδικό ποικίλης ύλης.

Ωστόσο, το Μπουκέτο, παρόλο που συχνά κατατάσσεται στα περιοδικά ποικίλης ύλης (ή “οικογενειακά περιοδικά”), αδικείται από την ταξινόμηση αυτή. Όχι τόσο επειδή το ίδιο αυτοπροσδιοριζόταν “Εβδομαδιαία εικονογραφημένη φιλολογική επιθεώρησις”, αλλά διότι πράγματι το περιοδικό, τουλάχιστον στη χρυσή εποχή του (από το 1924 έως το 1933 περίπου) διατηρούσε ανοιχτή επαφή με τη μεγάλη λογοτεχνία, ελληνική και ξένη και σε αυτό δημοσίευσαν έργα τους οι κορυφαίοι λογοτέχνες της εποχής (Παλαμάς, Νιρβάνας, Ουράνης, Πορφυρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Μυρτιώτισσα, Φιλύρας, Ξενόπουλος). Χαρακτηριστική για την επίδραση που είχε το Μπουκέτο στο νεανικό και στο αμύητο κοινό είναι η ανάμνηση του Γιώργου Κοτζιούλα, ο οποίος θυμάται πως όταν πρωτοείδε, έφηβος μαθητής Γυμνασίου στην Άρτα, τεύχος του, του φάνηκε σαν “Ευαγγέλιο της λογοτεχνίας”.

Ο Λαπαθιώτης συνεργάστηκε με το Μπουκέτο από το πρώτο τεύχος του (24.7.1924 με το πεζοτράγουδο “Μίσος”). Στο Μπουκέτο δημοσίευσε δεκάδες ποιήματα (πολλά σε πρώτη δημοσίευση), τα περισσότερα διηγήματά του, πολλά πεζά ποιήματα, στοχασμούς και άλλα κείμενα, αλλά και δύο εκτενή σημαντικά πεζογραφήματά του σε συνέχειες: τη νουβέλα Το τάμα της Ανθούλας το 1932 και την Αυτοβιογραφία του το 1940.

Η συνεργασία του χαρακτηρίζεται από περιόδους πυκνών δημοσιεύσεων, όπου σε κάθε τεύχος του περιοδικού ή σχεδόν υπάρχει κείμενο του Λαπαθιώτη, ακολουθούμενες από παρατεταμένες παύσεις και από νέα περίοδο πυκνής συνεργασίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες (π.χ. του Γ. Κοτζιούλα) υπήρχαν περίοδοι που ο Λαπαθιώτης περνούσε σχεδόν κάθε βράδυ από τα γραφεία του περιοδικού “περισσότερο για κουβέντα παρά για συνεργασία”.

Ωστόσο, υπήρξαν και περίοδοι που ο Λαπαθιώτης συγκρούστηκε με τους ανθρώπους του περιοδικού, πράγμα που εξηγεί και τις πολύχρονες διακοπές της συνεργασίας. Παρά τους καβγάδες όμως, ο Λαπαθιώτης τελικά πάντοτε επέστρεφε και ξανάδινε συνεργασία. Ίσως είχε βρει στο Μπουκέτο ένα εκφραστικό βήμα για να φτάνουν τα κείμενά του σε πλατύτερα στρώματα, ένα βήμα που διατηρούσε ένα ελάχιστο επίπεδο ποιότητας που άλλα λαϊκά περιοδικά, στα οποία ο Λαπαθιώτης είχε περιστασιακά δώσει συνεργασία, δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν.

Η συνεργασία του Λαπαθιώτη με το Μπουκέτο στην αρχή αγνοήθηκε: στο πρώτο αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Λαπαθιώτη, αμέσως μετά τον θάνατό του, το 1944, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στο περιοδικό, ούτε καν στην εκεί δημοσίευση της αυτοβιογραφίας του. Αλλά και ο Άρης Δικταίος έκανε το 1964 τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λαπαθιώτη χωρίς να έχει δει τα σώματα του Μπουκέτου, κάτι που εξηγεί ένα μέρος από τις ελλείψεις της έκδοσής του.

Σήμερα η συνεργασία του Λαπαθιώτη με το Μπουκέτο έχει γίνει γνωστή και έχει αξιοποιηθεί και εκδοτικά, με εξαίρεση την τελευταία περίοδο του περιοδικού. Πράγματι, το Μπουκέτο διέκοψε την έκδοσή του μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα το 1941, ωστόσο προς τα τέλη του χρόνου άρχισε πάλι να εκδίδεται, σκιά πλέον του εαυτού του, με πολύ λιγότερες σελίδες. Σε αυτή τη νέα περίοδο, από την οποία δεν έχουμε εντελώς πλήρη σώματα, οι συνεργασίες του Λαπαθιώτη είναι αρχικά σποραδικές. Στο 1943, και ενώ σταδιακά οι σελίδες του περιοδικού αυξάνονται και η ύλη βελτιώνεται, ο Λαπαθιώτης δίνει για δημοσίευση δύο διηγήματά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Περιοδικά, Πεζό ποίημα, Φιλολογία | Με ετικέτα: , | 80 Σχόλια »

Ο Μποστ πριν από το Μποστάνι του (1)

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2019

Το 1959 συνέβησαν διάφορα σημαντικά γεγονότα που σημάδεψαν τον ρου της ιστορίας και την πορεία της ανθρωπότητας. Ένα από αυτά ήταν ότι γεννήθηκα εγώ, αλλά από μετριοφροσύνη θα αναφερθώ σε ένα άλλο: μέσα στο 1959 ο Μποστ έκανε το καθοριστικό βήμα από την εικονογράφηση στην αυτοτελή πολιτική γελοιογραφία και την ίδια χρονιά γέννησε τους κοσμαγάπητους ήρωές του: μαμα-Ελλάς, Πειναλέοντα και Ανεργίτσα.

Πράγματι, το 1959 βρίσκει τον Μποστ να συνεργάζεται με τον Ταχυδρόμο, όπου εικονογραφεί διάφορα διηγήματα που δημοσιεύει το περιοδικό καθώς και τις Σταυροφορίες του Ν. Τσιφόρου. Ολοένα και περισσότερο, όμως, ο σκιτσογράφος δείχνει ν’ ασφυκτιά στα στενά περιθώρια της εικονογράφησης, όπου είναι υποχρεωμένος να σχολιάζει κείμενα άλλου, και εκδηλώνει τάσεις αυτονόμησης και σχολιασμού της πολιτικής επικαιρότητας. Τελικά, στις αρχές Μαΐου ολοκληρώνονται οι Σταυροφορίες και από τον Ιούνιο ο Μποστ αποκτά τη δική του στήλη, με μία γελοιογραφία την εβδομάδα και με τίτλο Το Μποστάνι του Μποστ. Εκεί θα δημιουργήσει τους ήρωές του που θα τους ξεδιπλώσει καταρχάς στον Ταχυδρόμο και μετά (1960-63) στην Ελευθερία και στη Μακεδονία (1960) και αργότερα στην Αυγή (1963-66).

Σε μια σειρά τεσσάρων άρθρων λογαριάζω να παρουσιάσω τα σκίτσα που δημοσίευσε ο Μποστ στον Ταχυδρόμο πριν από το Μποστάνι, τους πρώτους 4 μήνες του 1959, σκίτσα που υποτίθεται πως εικονογραφούν τις Σταυροφορίες του Τσιφόρου αλλά αυτονομούνται, στην αρχή δειλά και στη συνέχεια απροκάλυπτα. Κάποια από αυτά τα σκίτσα έχουν στόχο τους Άγγλους και με τα σημερινά κριτήρια μπορεί και να τα λέγαμε ομοφοβικά. Το 1959, με τη συμφωνία της Ζυρίχης στην επικαιρότητα, το αντιαγγλικό αίσθημα στην Ελλάδα ήταν έντονο.

Να σημειώσω ότι, όπως λέγεται, ο Νίκος Τσιφόρος δεν καλόβλεπε τις τάσεις αυτονομίας του εικονογράφου του. Αν αυτό ισχύει δεν το ξέρω, αλλά το βέβαιο είναι πως οι Σταυροφορίες εκδόθηκαν σε βιβλίο με σκίτσα (λιγοστά και χωρίς λόγια) του Κώστα Μητρόπουλου.

Ξεκινάμε λοιπόν, σε αυστηρά χρονολογική σειρά.

Το πρώτο σκίτσο δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο το Σάββατο 3 Ιανουαρίου 1959 και εικονογραφούσε το κεφάλαιο «Μισσίρ, η χώρα της πλούσιας λάσπης» των Σταυροφοριών.

Τυπικά πρόκειται για πειθαρχημένη εικονογράφηση, αφού παρουσιάζει Σταυροφόρους να γευματίζουν. Ωστόσο, αν το προσέξουμε βλέπουμε ήδη τον προσανατολισμό προς την επικαιρότητα αφού το θέμα του σκίτσου αναφέρεται όχι στο κείμενο του Τσιφορου (όπου δεν υπάρχει τίποτα το χριστουγεννιάτικο) αλλά στις γιορτές των Χριστουγέννων και του νέου έτους -που μάλιστα σκιτσογραφική αδεία (πάνω αριστερά) είναι το 1159.

Το λογοπαίγνιο είναι σχεδόν αναπόφευκτο: Γάλοι τρώγοντες γάλον.

Το δεύτερο σκίτσο δημοσιεύτηκε στις 10 Ιανουαρίου 1959 και εικονογραφούσε το κεφάλαιο Ακόμα ένα ταξιδάκι.

Και πάλι επιφανειακά έχουμε πειθαρχημένη εικονογράφηση αλλά ήδη το «άσεμνο» λογοπαίγνιο του τίτλου ξεκινάει την ανατροπή που την ολοκληρώνει ο παιγνιώδης διάλογος.

Το τρίτο από τα σημερινά σκίτσα δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου 1959 και είναι το πρώτο από τα αντιαγγλικά της σειράς. Εικονογραφεί το κεφάλαιο «Ο Βαλδουίνος νούμερο τέσσερα» αλλά ουδεμία σχέση εχει με τον Βαλδουίνο.

Ο Βαλδουίνος βεβαια δεν ήταν Άγγλος αλλά ο Μποστ βαζει Τούρκους (και όχι Άραβες) να έχουν πιάσει αιχμάλωτον έναν γενναίο Άγγλο ο οποίος αρνείται να αλλάξει την πίστη του και προφέρει τη μνημειώδη ατάκα: Εγώ Άγγλος εγεννήθην και ως τοιούτος θα αποθάνω! Δεν ξέρω αν χρειάζεται, για τους νεότερους, να επισημάνω ότι «τοιούτος» ήταν, την εποχή εκείνη, ο κατεξοχήν μη χυδαίος (αλλά υποτιμητικός πάντοτε) όρος αναφοράς σε ομοφυλόφιλο άντρα.

Και το τέταρτο και τελευταίο για σήμερα σκίτσο, που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 24ης Ιανουαρίου 1959 εικονογραφώντας το κεφάλαιο Αρτσιβούρτσι και λουλάς.

Eδώ δεν έχουμε μόνο λογοπαίγνια με υπαινιγμούς αλλά και οι Άγγλοι σταυροφόροι αποκτούν όλοι στρουμπουλά και τροφαντά οπίσθια.

Ανοιχθώμεν κουνηθώμεν, δύσκολα παραδοθώμεν. Τόσον ωραίοι και τόσον άγριοι. Σώμα προς σώμα -οι ατάκες των Άγγλων είναι, θαρρώ, εύγλωττες.

Και το σκίτσο αυτό εισάγει και μιαν άλλη πρωτοτυπία που αργότερα έμελλε να καθιερωθεί ως τακτικό στοιχείο των μποστικών γελοιογραφιών: το κείμενο της μπορντούρας.

Εδώ, το κείμενο της μπορντουρας αρχικά αναπαράγει τα λόγια των στρατιωτών του σκίτσου ενώ μετά προσθέτει:

Enedra stisomen – Ton Tourcon exantlisomen
Prin mas fagi mavro xoma – Palesomen soma pros soma
Das katastasis ist zer apelpistiche – Und alles trexomen eis parkensen.

Δηλαδή, το σκίτσο αυτό διεκδικεί και μιαν άλλη πρωτιά: είναι η πρώτη γελοιογραφία που έχει λεζάντα σε γκρίκλις.

Με την ευκαιρία, βλέπουμε την ολέθρια επίπτωση των γκρίκλις, για την οποία μας προειδοποιεί και ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης. Ώσπου να κάνει το σκίτσο αυτό, ο Μποστ ήταν άριστος στην ορθογραφία. Μόλις όμως χρησιμοποίησε γκρίκλις πήρε τον κατήφορο και ξέχασε οσα είχε μάθει, σε σημείο που το όνομά του να γίνει συνώνυμο της ανορθογραφίας. Να το έχουμε στο νου μας αυτό.

Πολύ σύντομα, η δεύτερη συνέχεια των σκίτσων του Μποστ πριν από το Μποστάνι!

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 92 Σχόλια »

Πάνος Κουτρουμπούσης (1937-2019)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2019

Μεσοβδόμαδα πέθανε ο συγγραφέας, μεταφραστής και εικαστικός Πάνος Κουτρουμπούσης, γεννημένος στη Λιβαδειά το 1937, μορφή του κινήματος μπητ, του αντεργκράουντ και άλλων πρωτοποριακών κινημάτων.

Από έφηβος συμμετείχε στην παρέα των υπαρξιστών, στην περίφημη Παράγκα του Σίμου στην οδό Σαρρή -ο Λεωνίδας Χρηστάκης μάλιστα, διαβάζω σε άρθρο του Φώντα Τρούσσα, τον είχε ανακηρύξει υπαρχηγό του Σίμου αν και τον περιγράφει «ένα κοντό βατραχοειδές υποκείμενο». Συμμετείχε με τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Νάνο Βαλαωρίτη και άλλους στην έκδοση του περιοδικού Πάλι το 1963, με τη δικτατορία έφυγε για το εξωτερικό όπου μεταξύ άλλων σχεδίαζε εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων στο Λονδίνο (δείτε τι γράφει εδώ ο Φώντας Τρούσας, που έχει κι άλλα άρθρα του για τον Κουτρουμπούση)

Ο Κουτρουμπούσης εμφανιστηκε στα γράμματα με ένα ποίημα, στο τεύχος 10 (Μάιος-Αύγουστος 1958) του περιοδικου Αθηναϊκά Γράμματα που το έβγαζε ο Δημήτρης Βαρουτσής:

Ζήτημα πρώτον

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τι μένει;
Μένει κάτι
Κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
. . . μένει:
Μισή μποτίλια αλκοολικού παρασκευάσματος

ο ήλιος του καλού Θεού
και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το φεγγάρι
Πανσεληνο.

Ωστόσο, στη συνέχεια ο Κουτρουμπούσης κυρίως ως πεζογράφος παρουσιάστηκε. Πρώτο του βιβλίο, το 1978, το Εn αγκαλιά de Κρισγιαούρτι y otros ταχυδράματα y otros historias περίεργες, ενώ ακολούθησε το «Στο θάλαμο του Μυθογράφφ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Περιοδικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 54 Σχόλια »

Το «σωστό» και το «λάθος» στη γλώσσα (άρθρο του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη)

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα ένα πολύ αξιόλογο άρθρο του φίλου γλωσσολόγου Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, που δημοσιεύεται στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Χάρτης (Ιανουάριος 2019).

Το θέμα του, όπως καταλαβαίνετε και από τον τίτλο, βρίσκεται ακριβώς μέσα στον κύκλο ενδιαφερόντων του ιστολογίου μας. Ο Χαραλαμπάκης θίγει ζητήματα αρκετά από τα οποία τα έχουμε συζητήσει και στο ιστολόγιο και που ασφαλώς θα τα συζητήσουμε ξανά και ξανά -και επιπλέον το άρθρο του έχει το καλό ότι δεν περιορίζεται να αναφέρει γενικές αρχές αλλά εξετάζει συγκεκριμένα 15 περιπτώσεις «λαθολογίας», που τις αντικρούει, επιχειρηματολογώντας με φρέσκια ματιά και κάνοντας παρατηρήσεις διεισδυτικές: παραδέχομαι ότι πολλά από αυτά που γράφει δεν τα είχα επισημάνει αν και με το θέμα αυτό ασχολούμαι κι εγώ εδώ και χρόνια.

Οπότε, το άρθρο αξίζει αναδημοσίευση και συζήτηση. Όμως, πριν το παρουσιάσω πρέπει να πω δυο λόγια για το περιοδικό Χάρτης. Αφού ειναι το πρώτο τεύχος του, που τώρα κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο, θα έλεγε κανείς πως είναι καινούργιο περιοδικό.

Είναι καινούργιο. Και δεν είναι. Το περιοδικό Χάρτης εκδόθηκε πρώτη φορά το 1982, από τον Δημήτρη και την Έλενα Καλοκύρη. Ήταν δίμηνο λογοτεχνικό περιοδικό, αν και στην πράξη εκδιδόταν σε πιο αραιά χρονικά διαστηματα.  Είχε πολύ αξιόλογη λογοτεχνική και δοκιμιακή ύλη, ενώ θυμάμαι πολύ ζωντανά κάποιους ομηρικούς καβγάδες για μεταφραστικά θέματα στις στήλες της αλληλογραφίας του, όπως για τη μετάφραση του Μόμπι Ντικ. Είχα απο τότε κλίση προς τη μετάφραση ή έκανα τα πρώτα μου βήματα και διάβαζα με απληστία τη σχετική αντιπαράθεση. Επίσης, ο Χάρτης ήταν πολύ διαφορετικός από τα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά από εικαστική-τυπογραφική πλευρά.

Μέσα στα 6 χρονια της κυκλοφορίας του, ο Χάρτης της πρώτης περιόδου εξέδωσε 26 τεύχη, κάποια διπλά και επηρέασε όχι λίγο τα λογοτεχνικά μας πράγματα. Τώρα, το περιοδικό επανεκδίδεται -σε δεύτερη περίοδο, τούτη τη φορά σε ηλεκτρονική μορφή.

Βλέπετε, έχουμε περάσει στην εποχή όπου όλο και περισσότερα «ειδικά» περιοδικά εγκαταλείπουν την έγχαρτη έκδοσή τους και κυκλοφορούν μονάχα σε ηλεκτρονική μορφή. Εμείς οι παλιότεροι δεν αισθανόμαστε και πολύ άνετα (εκτός από λίγους που έχουν εξοικειωθεί απόλυτα με την ηλεκτρονική ανάγνωση). Από την άλλη, για οικονομικούς και μόνο λόγους η έντυπη έκδοση του Χάρτη θα ήταν ίσως αδύνατη. Τον (ηλεκτρονικό) Χάρτη μπορείτε να τον διαβάσετε εδώ, ενώ από τον ιστότοπο του Δημήτρη Καλοκύρη μπορείτε να διαβάσετε λίγο περισσότερα πράγματα για τον Χάρτη της πρώτης περιόδου.

Το άρθρο του Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, λοιπόν:

Το «σωστό» και το «λάθος» στη γλώσσα

Η νεοελληνική γλώσσα, όπως κάθε γλώσσα, εξελίσσεται διαρκώς παρακολουθώντας τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές που συμβαίνουν στην κοινωνία, διαπίστωση την οποία ορισμένοι δεν θέλουν να παραδεχτούν. Στο διαδίκτυο κυκλοφορούν εκατοντάδες άρθρα με θέμα «Γλωσσικά λάθη», «Επισημάνσεις ποικίλων γραμματικών και εκφραστικών λαθών», κ.τ.ό., συχνά όμως οι αναπαραγόμενες «οδηγίες και συμβουλές» των υποτιθέμενων ειδικών στηρίζονται σε εσφαλμένη βάση. Πρόκειται κατά κανόνα για μονόπλευρες και ατεκμηρίωτες θέσεις, χωρίς το απαραίτητο θεωρητικό υπόβαθρο. Το «σωστό» και το «λάθος» στη γλώσσα έχει σχετική αξία, όπως θα φανεί από την αντίκρουση των παρακάτω υποδείξεων.

1. Το ουσ. λάθος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός: λανθασμένη άποψη (και όχι: λάθος άποψη).

Το ουσιαστικό λάθος χρησιμοποιείται ευρύτατα ως επίθετο κυρίως στον προφορικό λόγο. Συγγνώμη, πήρα λάθος νούμερο θα ανταπαντήσει κάποιος στο άγνωστο πρόσωπο που σήκωσε το τηλέφωνο. Από την αφηρημάδα μου πήρα λάθος λεωφορείο θα πει κάποιος αυθόρμητα. Αν πει: Πήρα λανθασμένο λεωφορείο θα βάλει τα γέλια όποιος το ακούσει.

2. Κακώς χρησιμοποιούνται αδόκιμες λέξεις όπως: νεολαίος, πισωγύρισμα, αντιπαλότητα κλπ.

Γιατί είναι αδόκιμες οι λέξεις αυτές; Οι νεολαίοι του κόμματος θα πούμε, όχι οι νέοι. Το πισωγύρισμα ανήκει στον προφορικό λόγο, εκτός του ότι παραπέμπει σε συγκεκριμένο κομματικό λεξιλόγιο. Θα διαγράψουμε με μια μονοκοντυλιά την αντιπαλότητα επειδή δεν αρέσει σε κάποιον η λέξη; Η χρησιμότητά της φαίνεται με μια πρώτη ματιά στο σχετικό λήμμα του Χρηστικού Λεξικού της Νεοελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2014: Εθνικό Τυπογραφείο. [εφεξής ΧρΛεξ]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , | 225 Σχόλια »

Πίσω απ’ τον κόσμο – αθησαύριστο ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 20 Αύγουστος, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αθησαύριστο ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα (1909-1956), που έχει και λεξιλογικό ενδιαφέρον μια και περιέχει αρκετούς ιδιωματικούς τύπους και λέξεις.

Είναι αθησαύριστο με την έννοια ότι δεν περιλαμβάνεται στα Άπαντα του ποιητή που εκδόθηκαν με τη φροντίδα της γυναίκας του της Εμορφίας και φίλων του μετά τον πρόωρο θάνατό του.

Εγώ το βρήκα στο περιοδικό Διανοούμενος, τχ. 3, Δεκέμβριος 1962. Το περιοδικό αυτό το εξέδιδε ο Στέφανος Χατζημιχελάκης, αριστερός διανοούμενος (τροτσκιστής μάλιστα) και στενός φίλος του Κοτζιούλα, με τον οποίο είχε συνεργαστει μεταπολεμικά σε διάφορα περιοδικά που εξέδιδε.

Στο συγκεκριμένο τεύχος, ο Χατζημιχελάκης δημοσιεύει το ποίημα που θα παρουσιάσω, συνοδευόμενο από σκίτσο του Κοτζιούλα (που το βλέπετε εδώ αριστερά) και από μια σειρά σχόλια που είχε γράψει ο Κοτζιούλας το 1952 για τη λογοτεχνική επικαιρότητα και τα προόριζε για το περιοδικό Νέος Νουμάς (που έβγαζε τότε ο Χατζημιχελάκης) αλλά που δεν δημοσιεύτηκαν τότε διότι διακόπηκε η έκδοση του περιοδικού.

Πάντως, το ποίημα που θα δούμε δεν είναι άγνωστο, με την έννοια ότι το χειρόγραφό του υπάρχει στο Αρχείο του ποιητή, όπως με ενημέρωσε ο γιος του, ο Κώστας Κοτζιούλας.

Το ποίημα φέρει χρονολογική σήμανση 2.5.1944, είναι δηλαδή γραμμένο μέσα στην Κατοχή. Το 1944 ο Κοτζιούλας βρίσκεται στην 8η Μεραρχία του ΕΛΑΣ. Κάνει τις προετοιμασίες για να συγκροτήσει τον θίασο των ανταρτών, τη Λαϊκή Σκηνή, που από τα τέλη Ιουνίου ως το φθινόπωρο περιόδευσε τα χωριά της Ηπείρου παίζοντας κυρίως έργα που έγραψε επί τούτου ο Κοτζιούλας.

Ο Κοτζιούλας στο ποίημά του περιγράφει τον αποκλεισμό του από την πρωτομαγιάτικη κακοκαιρία στο Ραντοβίζι, χωριό ή ομάδα χωριών του ν. Ιωαννίνων (Ραδοβίζι σήμερα). Από το ποίημα μού δημιουργείται η εντύπωση ότι είχε πάει εκεί με κάποια αποστολή, και θα διακινδυνεύσω την εικασία ότι ίσως η επίσκεψή του σε εκείνα τα μέρη να είχε να κάνει με τη συγκρότηση του αντάρτικου «Αποσπάσματος Καραϊσκάκη», ενός σώματος του ΕΛΑΣ που συγκροτήθηκε με ιδιότυπο τρόπο -το απάρτισαν νεαροί που υποδείχτηκαν από τις Επιτροπές Γερόντων των χωριών, με αποτέλεσμα να μην περιλαμβάνει μόνο εθελοντές. Την ιδέα αυτής της ιδιότυπης στρατολόγησης την είχε ο καπετάν Κόζιακας (Θωμάς Πάλλας, 1917-1949). Η συγκρότηση του σώματος αυτού έγινε τον Μάιο-Ιούνιο του 1944. Ωστόσο, είναι απλή εικασία μου ότι ο Κοτζιούλας βρέθηκε γι’ αυτή τη δουλειά στο Ραντοβίζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθησαύριστα, Εθνική αντίσταση, Περιοδικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »

Το φλερτ, το κόρτε, η εργολαβία

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2017

Συνεχίζοντας από το χτεσινό άρθρο κινούμαστε και πάλι σε κλίμα ερωτικό, μια και αύριο έχουμε τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Επειδή όμως εμείς στο ιστολόγιο αύριο έχουμε τους Αριμασπούς, το σχετικό με τη γιορτή των ερωτευμένων άρθρο μπαίνει σήμερα.

Οι τρεις λέξεις του τίτλου είναι τρεις όροι για την ερωτοτροπία, την εκδήλωση της ερωτικής συμπάθειας, όπως γινόταν σε κάπως παλιότερες εποχές, όπου την πρωτοβουλία για την εκδήλωση την είχε αποκλειστικά ή σχεδόν ο άντρας. Και οι τρεις όροι τα έχουν τα χρονάκια τους, αλλά ο πρώτος, το φλερτ, χρησιμοποιείται πολύ και σήμερα, ενώ οι άλλοι δυο έχουν πια παλιώσει.

Περισσότερο βέβαια έχει παλιώσει η εργολαβία, η οποία τον 19ο αιώνα σήμαινε τόσο το φλερτάρισμα όσο και την ερωτική σχέση. Από τα τρία μεγάλα λεξικά μας, μόνο το ΛΚΝ αναφέρει ακόμα τη σημασία «ερωτική σχέση», σημειώνοντας ότι είναι «παρωχημένη» ενώ και στο λήμμα εργολάβος παραθέτει, επίσης ως ‘παρωχημένη’, τη σημασία «εραστής».

Για παράδειγμα, στην Μετανάστι του Παπαδιαμάντη, διαβάζουμε:

-Και είναι πολύ ωραία προς τούτοις, και εις αυτήν την ηλικίαν αι νέαι είναι επικίνδυνοι.
-Λοιπόν θα είπης;
-Και τας πολιορκούν πολλοί εργολάβοι.

Να σημειωθεί και ο λαϊκότερος τύπος «αργολαβία». Πάλι από τον Παπαδιαμάντη και το διήγημα «Απόλαυσις στη γειτονιά» με καταγραφή κουτσομπολιού:

Εκείνη εκοίταζε πολλούς· είχε αργολάβους. Έκανε αργολαβίες με το μεροκάματο.

Εργολάβοι βέβαια είναι και τα γλυκά, και η σχέση ανάμεσα στους εργολάβους-εραστές και τους εργολάβους-γλυκά μάς είχε απασχολήσει παλιότερα στο ιστολόγιο (δείτε εδώ τα σχόλια από 204 και μετά) αλλά και στη Λεξιλογία. Θα προσπεράσω το ακανθώδες ερώτημα, αν το γλύκισμα «εργολάβοι» είναι αυτό που λέγεται και «μακαρόν», διότι δεν ξέρω την απάντηση. Πάντως, δεν ισχυει αυτό που έχει γραφτεί, ότι το γλύκισμα πήρε την ονομασία του επειδή προσφερόταν ως τρατάρισμα όταν υπογράφονταν τα συμβολαια της αντιπαροχής στη δεκαετία του ’60 ανάμεσα στους  ιδιοκτήτες και τον εργολάβο, διότι γλύκισμα με την ονομασία αυτή υπήρχε από τον 19ο αιώνα στην Αθήνα.

Στη «Συναγωγή νέων λέξεων», το 1900, ο Στέφανος Κουμανούδης καταγράφει τη λέξη «εργολάβος» με ερωτική σημασία ήδη σε κείμενο του 1867, σημειώνοντας ότι η νέα αυτή σημασία έχει ηλικία μερικές δεκαετίες, ενώ εδώ και μερικές δεκαετίες έχουν επίσης ονομαστεί «εργολάβοι» κάποια γλυκίσματα.

Γιατί ονομάστηκε «εργολαβία» η ερωτική πολιορκία, το φλερτάρισμα, και «εργολάβος» ο επίδοξος εραστής ή ο εραστής; Ο Κουμανούδης παραθέτει εξήγηση που δόθηκε το 1889 στο Δελτίον της Εστίας, ότι γύρω στο 1855 κάποιοι νεαροί κομψευόμενοι συχνοπερνούσαν κάτω από τα παραθύρια μιας κοπέλας και, όταν τους ζήτησαν το λόγο, απάντησαν ότι έχουν πάρει εργολαβία τον δρόμο -κι επειδή έγινε επεισόδιο, και δίκη, η σημασία αυτή της λέξης στέριωσε. Ο ίδιος ο Κουμανούδης, χωρίς να απορρίπτει την εξήγηση, σημειώνει ότι δεν έχει ακούσει τέτοιο επεισόδιο, παρόλο που κατοικεί μισόν αιώνα στην Αθήνα.

Να μη σταθούμε στο συγκεκριμένο επεισόδιο, δεν το έχουμε ανάγκη για να γεννηθεί η φράση, μας αρκεί η γενική εικόνα. Ο εργολάβος που έχει αναλάβει μια δουλειά, περνάει καθημερινά από τον τόπο των εργασιών για να τις ελέγχει. Έτσι, ο νέος που αγαπούσε μια κόρη και περνούσε καθημερινά από το σπίτι της, κάτι που γινόταν βέβαια αντιληπτό και στους γείτονες, είναι πολύ λογικό να ονομάστηκε ειρωνικά ‘εργολάβος’ από τη γειτονιά και να έλεγαν στο πέρασμά του ότι «έχει εργολαβία».

Γιατί το γλύκισμα ονομάστηκε έτσι, δεν το ξέρω. Να τα πρόσφεραν οι ‘εργολάβοι’ (εραστές) όταν επιτέλους προχωρούσαν σε επίσκεψη στο σπίτι της Δουλτσινέας τους; Δεν το βρίσκω πιθανό. Σημειώνω πάντως ότι και οι δυο σημασίες (εργολάβοι-εραστές και εργολάβοι-γλυκά) παρουσιάζονται περίπου την ίδια εποχή, αν πιστέψουμε τον Κουμανούδη.

Πάμε τώρα στο κόρτε, λέξη η οποία ολοφάνερα είναι δάνειο. Είναι δάνειο από τα ιταλικά, όπου fare la corte σημαίνει ‘ερωτοτροπώ, φλερτάρω’ ίδια όπως και η γαλλική faire la cour.

Στα ιταλικά corte είναι η αυλή -αλλά και η Αυλή, και παρόμοια το cour στα γαλλικά. Κι επειδή στις αυλές των παλατιών οι αυλικοί συνομιλούσαν με λόγια ευγενικά και με πολλές περικοκλάδες, η έκφραση far la corte, από την αρχική σημασία «μιλάω όπως οι αυλικοί, μιλάω ευγενικά» πήρε τελικά τη σημασία «φλερτάρω» και πέρασε έτσι και στα ελληνικά.

Να πούμε εδώ σε παρένθεση ότι η σύνδεση ανάμεσα στις αυλές των ευγενών και στους καλούς τρόπους υπάρχει σε πολλές γλώσσες. Στα γερμανικά, Hof είναι η αυλή και höflich σημαίνει «ευγενικά», ενω από εκεί (μέσω των μεσαιωνικών hofesch, hübesch) προέρχεται και το hübsch = όμορφος. Αλλά και στα αγγλικά court (η αυλή) ως ρήμα σημαίνει ‘ερωτοτροπώ’ και courteous είναι ο ευγενικός.

Στα ελληνικά είπαμε κόρτε, κορτάρω το ρήμα και κορτάκιας αυτός που κορτάρει συχνά και πολύ, που φλερτάρει συνεχώς, με τη μία και με την άλλη. Η χροιά είναι σαφώς αρνητική, όπως και στις περισσότερες λέξεις που έχουν το επίθημα -άκιας.

Στον Υμνούμενο, το διάσημο επιθεωρησιακό νούμερο του Π. Κυριακού που το έχουμε παρουσιάσει κι εδώ, κορτάκηδες θεωρούνται οι Σμυρνιοί. Οι μάγκες, πάλι, δεν θα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κομψευόμενους και παρφουμαρισμένους κορτάκηδες -οι «Πέντε μάγκες» του Γιοβάν Τσαούς, όταν παραπονιούνται στον τεκετζή που τους έδωσε να φουμάρουν νοθευμένο πράμα, του λένε «εσύ νόμισες πως έχεις τίποτα κορτάκηδες».

Αν έχει εμφανίσεις η λέξη «κόρτε» στο ρεμπέτικο τραγούδι δεν ξέρω, αρμοδιότερος γι’ αυτό το θέμα είναι, αν μη τι άλλο λόγω… χρηστωνύμου, ο φίλος μας ο Κόρτο!

Οι μάγκες, είπαμε, δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους κορτάκηδες, αλλά ένας Γιάννης Μάγκας (μάλλον ψευδώνυμο) έβγαζε το Κόρτε. Κόρτε ονομαζόταν ένα «τολμηρό» περιοδικό που έβγαινε στις αρχές του 20ού αιώνα, που δημοσίευε γελοιογραφίες με ημίγυμνες καλλονές, πονηρά ανέκδοτα, ερωτικά διηγηματάκια κτλ. Ιδού ένα εξώφυλλο του 1904:

korte-23-1904-08-19-1flert-29-1904-05-023

Την ίδια όμως περίοδο εκδιδόταν κι άλλο ένα περιοδικό, στο ίδιο σχήμα και με την ίδια ακριβώς ύλη, το Φλερτ, κι έτσι περνάμε στην τρίτη λέξη μας.

Το φλερτ είναι δάνειο από τα αγγλικά, flirt. Παλιότερα είχα διαβάσει ότι η αγγλική λέξη προέρχεται από το παλιό γαλλικό ρήμα fleureter (πετάω από λουλούδι σε λουλούδι / λέω γλυκόλογα). Κατά τους ετυμολόγους, το flirt, που είχε αρχική σημασία ‘μορφάζω, κάνω απότομες κινήσεις’ μπορεί να είναι εκφραστική λέξη ηχομιμητικής αρχής, αλλά στη διαμόρφωση της σημασίας ‘ερωτοτροπώ’ μπορεί πράγματι να έπαιξε ρόλο η γαλλική λέξη.

Κλείνοντας σημειώνω και την έκφραση «κάνω τον έρωτα», η οποία σε κείμενα του 19ου αιώνα και παλιότερα σήμαινε, ακριβώς, ερωτοτροπώ -το ίδιο όπως και το ιταλικό fare all’amore. Βέβαια, ο Σεφέρης και ο Θεοτοκάς, και άλλοι της ίδιας γενιάς, έγραφαν «κάνω τον έρωτα» εννοώντας τη σεξουαλική πράξη, αυτό που λέγαμε στη δική μου εποχή «κάνω έρωτα», αλλά παλιότερα δεν ήταν έτσι.

Για παράδειγμα, η Λιαλιώ, η Νοσταλγός του Παπαδιαμάντη, λέει «Αν ήθελα να κάμω τον έρωτα, το σιγουρότερο θα ήτο να μένω σιμά στον μπαρμπα-Μοναχάκη» -προφανώς εννοεί «να φλερτάρω».

Ακόμα πιο καθαρά, στον Υπάλληλο του Χουρμούζη, υπάρχει ο διάλογος:

— Την αλήθεια πες μας, σα φίλος· πόσος καιρός είναι οπού κάμετε τον έρωτα.

— Σχεδόν σχεδόν δύο χρόνια· από τον καιρό όμως οπού αρχίσαμε την αλληλογραφία είναι χρόνος.

Κάνουν τον έρωτα (δηλαδή θα άλλαζαν ματιές στο σεργιάνι) δυο χρόνια, αλλά μόνο ένα χρόνο άρχισαν και να αλληλογραφούν. Αν και στις μέρες μας η διαδικασία έχει επιταχυνθεί πολύ.

 

 

Posted in Επετειακά, Ερωτικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 216 Σχόλια »

Όταν ο Καραγάτσης συνομιλούσε με τους Πρωτοπόρους

Posted by sarant στο 23 Οκτώβριος, 2016

Ποιους Πρωτοπόρους, θα ρωτήσετε. Με τον τίτλο αυτόν («Πρωτοπόροι») κυκλοφόρησε το 1930-31 ένα «περιοδικό της προχωρημένης διανόησης», όπως ήταν ο υπότιτλός του, που εκδιδόταν από ομάδα αριστερών λογοτεχνών-καλλιτεχνών, με ψυχή τους τον Πέτρο Πικρό και με την υποστήριξη του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1931 το ΚΚΕ ήρθε σε σύγκρουση με τον Πικρό κατηγορώντας τον (όχι τελείως αβάσιμα) ότι χρησιμοποιεί το περιοδικό για προσωπική προβολή του, οπότε η υπόλοιπη συντακτική ομάδα αποχώρησε και εξέδωσε το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», με το οποίο συνεργάστηκαν πολλοί αριστεροί και κομμουνιστές λογοτέχνες και διανοούμενοι, έως το 1936 που το περιοδικό έκλεισε με τη δικτατορία του Μεταξά.

Τον Αύγουστο του 1943 με πρωτοβουλία του ΕΑΜ εκδόθηκαν πάλι οι Πρωτοπόροι, φυσικά παράνομοι, αλλά με χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε νόμιμο έντυπο: τακτική κυκλοφορία, τιμή πώλησης, ακόμα και στήλη αλληλογραφίας.

prot4

Επειδή όμως το περιοδικό ήταν παράνομο, οι συνεργάτες του υπέγραφαν με ψευδώνυμα, εκτός από όσους είχαν βγει στο αντάρτικο. Έτσι, ας πούμε, μπορεί ο Γιώργος Λαμπρινός να υπέγραφε με το όνομά του, αλλά οι περισσότερες συνεργασίες ήταν ή ανυπόγραφες ή ψευδώνυμες: ως Μ. Αλκαίος υπογράφει ένα διήγημά του ο Ηλίας Βενέζης, ως Α. Ταπεινός έδωσε το ποίημα «Αθήνα 1943» ο Νίκος Καββαδίας, ενώ ο Μάρκος Αυγέρης, που ήταν στυλοβάτης του περιοδικού υπέγραφε Μ. Στεφανίδης (ψευδώνυμο του ψευδωνύμου, αφού το κανονικό του όνομα ήταν Παπαδόπουλος).

Οι Πρωτοπόροι εξέδωσαν πέντε τεύχη, έως τον Δεκέμβριο του 1943. Δεν ξέρω για ποιον λόγο διακόπηκε η έκδοση, αν δηλαδή υπήρξαν τεχνικές δυσκολίες ή αν έγινε η επιλογή να διοχετευτούν οι προσπάθειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό Καλλιτεχνικά Νέα που κυκλοφορούσε νόμιμα.

Πέρα από ποιήματα και διηγήματα, οι Πρωτοπόροι δημοσίευαν και κριτικά κείμενα. Σε κάποια από αυτά γίνεται καλοπροαίρετη κριτική σε λογοτέχνες οι οποίοι δεν ανήκαν στην Αριστερά, σε μια προσπάθεια συζήτησης, προσέγγισης ή προσεταιρισμού τους. Έτσι, στο 3ο τεύχος δημοσιεύτηκε κριτική στο «Δαιμόνιο» του Γ. Θεοτοκά, ενώ στο 2ο τεύχος δημοσιεύτηκε μια συνολική κριτική του έργου του Μ. Καραγάτση, η οποία προκάλεσε, στο 4ο τεύχος, την απάντηση του ενδιαφερόμενου, έστω και με ψευδώνυμο -δήθεν ότι πρόκειται για «φίλο του Καραγάτση».

Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα αυτή την ανταλλαγή απόψεων μέσα στην Κατοχή, και θα δημοσιεύσω εδώ τα δύο κείμενα, που τα πληκτρολόγησαν η Σουμέλα και ο Σκύλος -τους ευχαριστώ πολύ. Να σημειώσω ότι δεν είναι, βεβαίως, αθησαύριστα ή άγνωστα -αλλά, από την άλλη, δεν είναι και πολύ γνωστά, και πάντως δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο. Την επιστολή Καραγάτση την έχει σχολιάσει ο Αλέξ.Αργυρίου στο Αντί (τχ. 768-9/2002) και από εκεί αντλώ επίσης κάποια στοιχεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Περιοδικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 109 Σχόλια »

Μπίλυ Γεράνης, ο πρώτος Έλληνας ντετέκτιβ

Posted by sarant στο 14 Αύγουστος, 2016

Το όνομα Μπίλυ Γεράνης μάλλον δεν σας είναι γνωστό, ωστόσο κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας: έτσι ονομάζεται ο πρώτος Έλληνας μυθιστορηματικός αστυνομικός, ο πρώτος ντετέκτιβ της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, μερικά χρόνια πριν από τον δικαίως πολύ διασημότερο αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή.

Ο Μπίλυ Γεράνης είναι δημιούργημα του Πέτρου Μακρυνού, και εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 1942 στο περιοδικό Μπουκέτο, πρωταγωνιστής έξι αστυνομικών διηγημάτων που δημοσιεύτηκαν σε δυο ή τρεις συνέχειες. Απ’ όσο ξέρω, ήταν τα πρώτα κείμενα που εμφανίζονταν στο Μπουκέτο με την υπογραφή αυτή -αλλά και τα τελευταία. Όλα δείχνουν ότι το όνομα Πέτρος Μακρυνός ήταν λογοτεχνικό ψευδώνυμο. Έχω κάνει μια εικασία για την ταυτότητα του συγγραφέα, αλλά είναι εντελώς στα κουτουρού και δεν την ανακοινώνω.

Τα έξι διηγήματα εκτυλίσσονται στην Αθήνα γύρω στο 1920. Ο Μπίλυ Γεράνης είναι νεαρός, 20-21 χρονών, και μικροδείχνει ακόμα περισσότερο. Υπηρετεί στο 5ο αστυνομικό τμήμα και ονομάζεται Βασίλης Γεράνης, αλλά οι συναδελφοί του τού έχουν κολλήσει το παρατσούκλι Μπίλυ επειδή είναι μανιώδης αναγνώστης αγγλοσαξονικών αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Θα σας παρουσιάσω σήμερα το πρώτο αστυνομικό διήγημα με ήρωα τον Μπίλυ Γεράνη, «Το μυστήριο της λεωφόρου Ακαδημίας» (έτσι έλεγαν την οδό Ακαδημίας προπολεμικά). Όπως θα δείτε, οι λογοτεχνικές του αρετές δεν είναι μεγάλες, θα έλεγα ότι πρόκειται για μάλλον απλοϊκό διήγημα με προβλέψιμο τέλος -αλλά δεν παύει να είναι το πρώτο με ήρωα Έλληνα ντετέκτιβ.

Απ’ όσο ξέρω, τα έξι διηγήματα του Πέτρου Μακρυνού δεν έχουν αναδημοσιευτεί ποτέ -αλλά μπορεί να κάνω λάθος. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε μια επισκόπηση των πρώτων βημάτων της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, πριν από τον Γιάννη Μαρή, γραμμένη από τον Φίλιππο Φιλίππου.

Το Μπουκέτο, όπου δημοσιεύτηκαν τα διηγήματα, είναι το γνωστό ποιοτικό λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης που κυριάρχησε στο είδος πριν από τον πόλεμο, φέρνοντας την καλή λογοτεχνία σε επαφή με πλατύτερες μάζες. Διέκοψε την κυκλοφορία του με την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα αλλά την ξανάρχισε λίγους μήνες αργότερα. Παρόλο που το κατοχικό Μπουκέτο από πλευράς εμφάνισης και μέσων ήταν φτωχός συγγενής του προπολεμικού, κατάφερε, υπό τη διεύθυνση του Μήτσου Παπανικολάου, να διατηρήσει αρκετά καλό επίπεδο. Bέβαια, η ποικίλη ύλη του ήταν κατοχική -για παράδειγμα, πλάι στο διήγημα του Μακρυνού διαβάζουμε συνταγές για σάλτσα χωρίς λάδι.

Ευχαριστώ τη φίλη Σουμέλα για την πληκτρολόγηση. Έχω μονοτονίσει το κείμενο και εκσυγχρονίσει την ορθογραφία.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

Ο μοίραρχος, διοικητής του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος Αθηνών κ. Δούκας φόρεσε το μανδύα του  και το πηλήκιό του και, γυρίζοντας προς ένα νεαρό ενωμοτάρχη που στεκόταν όρθιος λίγο πιο πέρα του είπε:

-Λοιπόν, Μπίλυ, εγώ πηγαίνω. Δεν πιστεύω να ’χουμε απόψε τίποτε το εξαιρετικό. Εξ άλλου όπου να ’ναι θα ’ρθει ο αξιωματικός της υπηρεσίας. Η μπόρα, φαίνεται, τον έκανε ν ’αργήσει. Πάντως εγώ βασίζομαι σε σένα, Μπίλυ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Αθησαύριστα, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Μια ώρα με τον κ. Κώστα Βάρναλη (συνέντευξη του 1932)

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2016

Το ιστολόγιο ασχολείται συχνά με τον ποιητή Κώστα Βάρναλη και ακόμα πιο συχνά με τον Γιώργο Κοτζιούλα. Στο σημερινό φιλολογικό άρθρο συνδυάζω αυτούς τους δυο αγαπημένους συγγραφείς, αφού παρουσιάζω μια φιλολογική τους συνάντηση, και συγκεκριμένα μια συνέντευξη που πήρε ο δεύτερος από τον πρώτο.

Το 1932 ο Γιώργος Κοτζιούλας δημοσίευσε στο περιοδικό Μπουκέτο τρεις συνεντεύξεις με φτασμένους λογοτέχνες:  τον Κωστή Παλαμά, τον Κώστα Βαρναλη και την ποιήτρια Αιμιλία Δάφνη, ενώ είχε προηγηθεί, τον Οκτώβριο του 1931, συνέντευξη με τον Λάμπρο Πορφύρα. Οι τρεις συνεντεύξεις του 1932 είχαν τον γενικό τίτλο «Φιλολογικές εκστρατείες» και καθώς δημοσιεύτηκαν με τακτική συχνότητα (κάθε δεκαπέντε μέρες) δίνεται η εντύπωση ότι ο Κοτζιούλας είχε σκοπό να συνεχίσει και με άλλες συνεντεύξεις: ωστόσο, λίγο αργότερα έπαθε νευρική κατάρρευση και γύρισε στο χωριό του, την Πλατανούσα για να αναρρώσει, ενώ τον ίδιο καιρό ήρθε και σε ρήξη με το επιτελείο του Μπουκέτου -ίσως γράψουμε άλλη φορά γι αυτό το θέμα. Έτσι, οι συνεντεύξεις αυτές διακόπηκαν.

Ο Κοτζιούλας ήταν 23 χρονών την εποχή εκείνη, φοιτητής της Φιλοσοφικής, και είχε αρχίσει να ακούγεται στα ελληνικά γράμματα, τόσο ως ποιητής (στις αρχές του 1932 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Εφήμερα) όσο και ως κριτικός (με τακτική συνεργασία σε διάφορα έντυπα). Ο Βάρναλης, από την άλλη, είχε τα διπλά χρόνια του Κοτζιούλα (και κάτι παραπάνω, ήταν 48) και βρισκόταν στο τέλος της δημιουργικής δεκαετίας του (όπως την ονόμασε, εκ των υστέρων βέβαια, ο Γιάννης Δάλλας), τη δεκαετία 1923-33 μέσα στην οποία δημοσίευσε τα περισσότερα μεγάλα έργα του που του χάρισαν την καταξίωση. Λίγο καιρό πριν παρθεί η συνέντευξη, ο Κοτζιούλας είχε δημοσιεύσει στο λογοτεχνικό περιοδικό Μελέτη-Κριτική μια ευνοϊκή αλλά και ουσιαστική κριτική για την Αληθινή απολογία του Σωκράτη του Βάρναλη. Επιπλέον, οι δυο τους ήταν και ομοϊδεάτες -αν και ο Κοτζιούλας δεν είχε δημόσια εκδηλωθεί για αριστερός.

Έχει ενδιαφέρον να αναδημοσιεύουμε σήμερα, 84 χρόνια μετά, μια συνέντευξη, ένα είδος που, εν πάση περιπτώσει, είναι μάλλον εφήμερο; Πιστεύω πως ναι και όχι μόνο για τους μελετητές, αφού ο Βάρναλης εξακολουθεί, και δίκαια, να διαβάζεται από ευρύ κοινό. Οπότε σκέφτηκα να την ψηφιοποιήσω για να είναι προσιτή -το Μπουκέτο υπάρχει βέβαια ονλάιν (έως το 1934) αλλά σε αρχεία pdf χωρίς δυνατότητα αναζήτησης.

Μεταφέρω σε μονοτονικό και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

kotzbarn

Μετά τον κ. Κωστή Παλαμά, το γενάρχη και το σχολάρχη, όπως τον ονόμασαν, των ποιη­τών μας, έρχεται σήμερα η σειρά του κ. Κώστα Βάρναλη, ποιητή όχι της τελευταίας ώρας (αυτοί συνηθίζουν να σβύνουνται με την ίδια ευκολία που επιβάλλονται), αλλά της πρωτοπορίας. Ο παραπάνω τίτλος, τόσο ζηλευτός και τιμητικός για την ανήσυχη κι αεικίνητη εποχή μας, αξίζει ολωσδιόλου δίκαια να του δοθεί, γιατί ο Βάρναλης δεν αντιπροσωπεύει και δεν πραγματοποιεί μονάχα μια απλή ποιη­τική αναζήτηση, από τις πολύ φυσικές και συ­νηθισμένες στην ιστορία της τέχνης, αλλά βρίσκεται επικεφαλής —στον τομέα βέβαια της ιδικής του ασχολίας— ενός κινήματος με γενικότερη σημασία και με απροσδιόριστα ακόμη αποτελέσματα. Γι’ αυτό και οι σημερινοί νέοι, οι φυσικοί σημαιοφόροι, και πρόμαχοι κάθε καινούργιας ιδέας, καλλιτεχνικής ή κοινωνικής, που δεν έπιασε ακόμη ρίζες μες στο χώμα, αναγνωρίζουν στον ποιητή του «Καλού πολίτη» τον αποκλειστικό ποιητή τους, μ’ ένα φανατισμό ολότελα νεανικό, φτάνοντας κάποτε ως την αδικία με το να μην παραδέχονται κανέναν άλλον επί γης. Οι «Μοιραίοι» του, που μες στους καπνούς και τις βρισιές της υπόγειας ταβέρνας κλαίνε την τύχη τους κι ανιστοράνε τις κακομοιριές των, έχουν γίνει ένα από τα δημοτικότερα ποιήματα της νέας γενεάς κι έχουν ανυψωθεί σε αληθινό σύμβολο, μολονότι, εδώ που το ’φερε ο λόγος, δεν πρόκειται παρά για ένα ποίημα με μέτρια τεχνική αξία, από τα παλιότερ’ άλλωστε του ποιητή.

kbmpoukΓια το Βάρναλη κυκλοφορεί η φήμη πως περνάει τον καιρό του στα κρασο­πουλειά, άμα δε ραχατεύει στον καφενέ της Δεξαμενής παίζοντας τάβλι, και πως σπάνια μπορείς να τον πετύχεις αλλού πουθενά. Όμως η διάδοσις αυτή, όπως κι όλες τους, είναι υπερβολική και μπορώ, νομίζω, να την διαψεύσω. Εγώ τουλάχιστο ομολογώ πως δεν εδυσκολεύτηκα καθόλου να τον ανταμώσω και πως κατόρθωσα να του πάρω τη συνέντευξη από την πρώτη στιγμή που τον είδα και τον εγνώρισα. Τον εβρήκα στο σπίτι του, ένα καθόλου πολυτελές ανώγειο της οδού Ζαλοκώστα, το μεσημέρι την ώρα που είχε στρωμένο το τραπέζι κι έτρωγε…  ντολμάδες. Ομοτράπεζός του ήταν η κυρία του, με το πατρικό ό­νομα Μοάτσου, που υπηρετεί στην Α­θήνα ως καθηγήτρια της γαλλικής και γράφει και η ίδια στίχους —έχει εκδώσει κιόλας μια συλλογή— ολότελα βέ­βαια διαφορετικούς από τους επαναστα­τικούς και υπέροχους του αντρός της.

Η ώρα ήταν ακατάλληλη φυσικά για τη δουλειά που πήγα εγώ —ο άνθρωπος πεινούσε κι ήθελε να φάει— αλλά ο ποιητής πρόθυμος κι ευγενικός, μου ’δωσε την άδεια ν’ αρχίσω. Κι έτσι μαζί με τις μπουκιές του… κατάπινε και τις ερωτήσεις μου.

— Θα σάς ρωτήσω ό,τι θυμηθώ και θα μου απαντήσετε όπως σας αρέσει. Θα σας ακούω και δε θα κρατώ ση­μειώσεις…

— Σύμφωνοι. Λέγετε!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Περιοδικά, Συνεντεύξεις, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , | 118 Σχόλια »

Τα σύννεφα, αδερφάκια μου θλιμμένα

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2016

Θα μπορούσα να το βάλω και για κουίζ -ποιητικό: ποιος γνωστός ποιητής έγραψε τον παραπάνω στίχο; Θα ήταν καλό κουίζ, διότι προς το παρόν ο στίχος δεν γκουγκλίζεται  («Λάθος!», ακούγεται μια φωνή από ψηλά, «τώρα γκουγκλίζεται!») αλλά αφενός κουίζ βάλαμε τις προάλλες και αφετέρου θέλω να γράψω το άρθρο. Όμως, αν θέλετε μπορείτε να σκεφτείτε ποιος ποιητής θα μπορούσε να είναι, και όταν θα προχωρήσετε την ανάγνωση του άρθρου θα δείτε αν μαντέψατε σωστά.

Τον στίχο αυτόν, τον βρήκα σε ένα χρονογράφημα του Βάρναλη -και σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν είναι του Βάρναλη, πιο κάτω θα φανερώσω τον ποιητή. Κι ενώ ο Βάρναλης στο χρονογράφημά του αναφέρει ποιού ποιητή είναι, στάθηκε πολύ δύσκολο να βρω το συγκεκριμένο ποίημα. Και ίσως έχει κάποιο ενδιαφέρον αυτή η φιλολογική αναζήτηση -αν πάλι τη βρίσκετε βαρετή, ελπίζω να σας αρέσει το χρονογράφημα που θα αναδημοσιεύσω.

Αυτόν τον καιρό, πρέπει να το έχω ξαναπεί, ετοιμάζω έναν τόμο με τα «Αττικά» χρονογραφήματα του Βάρναλη (θα βγει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο). Με τον όρο αυτό εννοώ τα χρονογραφήματα που έχουν ως θέμα τους την Αθήνα, τα προάστια και τις εξοχές της Αττικής, γραμμένα στην περίοδο 1939-1958. Στον τόμο αυτόν έχω εντάξει και τα «μετεωρολογικά» χρονογραφήματα, εκείνα δηλαδή που έχουν θέμα τους τον καιρό, επειδή συνήθως οι αναφορές στον καιρό και οι αναφορές στην πόλη συμφύρονται. Στον καιρό είναι αφιερωμένο και το σημερινό χρονογράφημα, στο οποίο ο Βάρναλης (διότι αυτός είναι ο ήρωας του χρονογραφήματος) χαίρεται μιαν απρόσμενη ιουνιάτικη βροχή και νοσταλγεί το φθινόπωρο καλοκαιριάτικα.

Τα χρονογραφήματα του Βάρναλη είναι γεμάτα από φιλολογικές αναφορές, και μια από τις ευχάριστες δυσκολίες που έχω σαν επιμελητής των κειμένων είναι να βρω όσο περισσότερες μπορώ -όλες, ει δυνατόν.

Το χρονογράφημα που θα δούμε σήμερα δημοσιεύτηκε στις 25 Ιουνίου 1942 στην Πρωία, με την οποία συνεργαζόταν ο Βάρναλης από τη δεκαετία του 1930, έχοντας αναλάβει από το 1939 και το καθημερινό χρονογράφημα. Μέσα στην κατοχή, βέβαια, η θεματολογία των χρονογραφημάτων ήταν αναγκαστικά περιορισμένη, κι έτσι είναι αυξημένο το ποσοστό των κειμένων που έχουν ως αντικείμενο τον καιρό και παρόμοια θέματα. Και η υπόλοιπη εφημερίδα άλλωστε, καθώς η ειδησεογραφία της σχετικά με τον πόλεμο ερχόταν από τους Γερμανούς ενώ η εσωτερική πολιτική επικαιρότητα ήταν ανύπαρκτη, είχε αυξημένο ποσοστό φιλολογικής ύλης.

Ας δούμε λοιπόν το χρονογράφημα του Βάρναλη που έχει, Ιούνιο μήνα, τον παράταιρο τίτλο «Φθινόπωρο». Έχω μονοτονίσει το κείμενο και έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν αντικατόπτριζε τις προτιμήσεις του Βάρναλη αλλά της εφημερίδας. Έχω προσθέσει και τρεις υποσημειώσεις, ενώ μια τέταρτη, αυτή για τον στίχο του τίτλου, θα τη συζητήσουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

-«Όνειρον φθινοπωρινής νυκτός και πρωίας»! Πρωτοβρόχια στην καρδιά του καλοκαιριού. Δροσιές και ρίγη –λουτρό της ψυχής!

Έτσι μουρμούριζε στην ταράτσα του προχτές το απόγευμα ο κεραυνωμένος των κυνικών καυμάτων, τσίτσιδος, μονάχα με το βρακάκι του μπάνιου. Και χτυπούσε χαρούμενος τα χέρια του στο στήθος, καθώς τον κατάβρεχε το ουράνιο ποτιστήρι και το κορμί του έπινε τη βροχή, όπως το διψασμένο χώμα! Γύρω οι κήποι, τα δέντρα και προπαντός τα ξερά χορτάρια κι η γης ολάκερη μοσκοβολούσανε τη χαρακτηριστική μυρωδιά της βρεμένης εξοχής, που κανείς Βιργίλιος δεν μπόρεσε να την τραγουδήσει. Ακόμα κι οι στέρφες ντοματιές του μπαλκονιού του ζωηρέψανε, σταθήκανε ντούρες, κι ενώ ήταν έτοιμος να τις ξεριζώσει, τις άφησε να παίξουν το διακοσμητικό τους ρόλο στο πανηγύρι της πλάσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »