Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ποίηση’ Category

Γιαννιώτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2021

Στην αρχή σκεφτόμουν να τα πω διακεκαυμένα μεζεδάκια ή μεζεδάκια του καύσωνα ή κάτι άλλο τέλος πάντων που να εκφράζει τα σαραντάρια που βασανίζουν πολλούς, ιδίως όσους έχουν απομείνει στα αστικά κέντρα.

Χτες το πρωί όμως μαθεύτηκε το χρυσό μετάλλιο του κωπηλάτη Στέφανου Ντούσκου, ενός σεμνού αθλητή που χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς ν’ απασχολεί τους προβολείς των μέσων ενημέρωσης κατάφερε να πάρει την πρώτη θέση, και μάλιστα με ολυμπιακό ρεκόρ, στο μονό σκιφ ανδρών -οπότε, προς τιμήν του χρυσού ολυμπιονίκη, τα σημερινά μεζεδάκια βαφτίζονται γιαννιώτικα, αφού ο Ντούσκος είναι αθλητής του Ν.Ο.Ιωαννίνων και συνεχίζει τη μεγάλη παράδοση που έχουν, λόγω και της λίμνης, τα Γιάννενα στην κωπηλασία.

Να θυμίσω και το ωραίο δοξαστικό τετράστιχο που σκάρωσε χτες ο φίλος μας ο ΓΤ:

Το ποτήρι υψώνω μπρούσκο
για τον Στέφανο τον Ντούσκο
Είν’ αμέτρητοι οι κόποι
για να πας καλά στην κώπη

Όσο για το αγωνισμα του Στέφανου, που τον στεφάνωσε, λέγεται «σκιφ», ενώ στα αγγλικά λέγεται scull (και όχι skull, που είναι το κρανίο). Εμείς θα το πήραμε από τα γαλλικά, όπου είναι skiff, λέξη αγγλικής προέλευσης μάλιστα.

* Kαι ξεκινάμε με μια ανακάλυψη των δαιμόνιων ντετέκτιβ που κατάφεραν να σπάσουν τους μυστικούς κωδικούς συνεννόησης της συμμορίας των κακοποιών που ανατίναζαν ΑΤΜ.

Λοιπόν, Bro θα πει «αδελφέ» -ποιος να το φανταζόταν!

Μια απορία που έχω στο ίδιο θέμα, είναι τι σημαίνει «τράπερ» και ποια η σχέση του με τον ράπερ. Αλλά αυτό θα μου το πείτε εσείς.

* Συνεχίζω με μιαν άλλη απορία, όχι δική μου ή μάλλον όχι μόνο δική μου.

Ο φίλος μας ο Νίκος Νικολάου, που τόσα άρθρα έχει γράψει για το ιστολόγιο, παρέπεμψε σε μένα και στη συλλογική σοφία του ιστολογίου την εξής απορία:

Πότε και από ποιούς επινοήθηκε το «ούνα φάτσα ούνα ράτσα»;

Κατ’ αρχάς, επινοήθηκε από ιταλούς, ή από έλληνες ως ψευδοϊταλισμός; Η ομοιοκαταληξία δεν ισχύει στα στάνταρ ιταλικά (faccia razza), αν και δεν ξέρω τι συμβαίνει με τις διαλέκτους. Συνήθως λένε στο διαδίκτυο πως η φράση είναι άγνωστη στην Ιταλία, αν και βρίσκω αρκετές περιπτώσεις και una faccia una razza και  stessa faccia stessa razza, ώστε να αμφιβάλλω. Και το «μία φάτσα μία ράτσα» στα ελληνικά ακουγόταν παλαιότερα.

Και πότε; Βλέπω αρκετές φορές τον ισχυρισμό πως επινοήθηκε ως Μουσολινική προπαγάνδα προς τα Δωδεκάνησα, ακόμα και από ιστορικούς· αλλά τεκμήρια δεν βλέπω, και δεν βρήκαμε στο Google Books αναφορές πριν τη δεκαετία του 60.

Αν ξέρεις τίποτα παραπάνω, ευπρόσδεκτο· ή και αν θα μπορούσες να θέσεις το ζήτημα στο αναγνωστικό σου κοινό…

Ομολογώ ότι, αν και έψαξα λίγο, δεν βρηκα παλαιότερες του 1960 αναφορές του «ούνα φάτσα ούνα ράτσα», αν και θυμάμαι π.χ. τον παππού μου να το λέει.

Οπότε, ελπίζω η συλλογική σοφία του ιστολογίου να κάνει (για μιαν ακόμα φορά) το θαύμα της.

* Aν σας ζητήσουν να αναφέρετε ένα παράδειγμα τυπογραφικού λάθους που δεν το πιάνει ο κορέκτορας, και δεν έχετε κανένα πρόχειρο, ιδού ένα φρέσκο:

Ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας, μιλώντας στον ΑΝΤ1, έκανε λόγο για ένα ακόμη ακραίο καιρικό φαινόμενο, σημειώνοντας ότι η κλιματική αλλαγή έχει γίνει κλιματική απειλεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ποίηση, Το είπε/δεν το είπε, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 177 Σχόλια »

Αυγουστίνος, περιπατητής στον χώρο και στον χρόνο (εις μνήμην Αυγουστίνου Τσιριμώκου)

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2021

Για να τιμήσουμε τον ένα χρόνο από τον αδόκητο θάνατο του ξεχωριστού μας φίλου Αυγουστίνου Τσιριμώκου (1954-2020), το ιστολόγιο δημοσιεύει σήμερα ανέκδοτα κείμενά του, από το προσωπικό τετράδιο του Αυγουστίνου, σκόρπιες σκέψεις, παιχνίδια με λέξεις / ακροστιχίδες  και σχέδια για ποιήματα και πεζά, που τα περισσότερα δεν ολοκληρώθηκαν, ούτε έχουν δημοσιευθεί, σε συνδυασμό με κείμενα της αγαπημένης του Αναστασίας Ζέππου.

Τη σκηνοθεσία των κειμένων την έκανε η φίλη μας η Λουκρητία, η οποία ζητάει συγγνώμη διότι για τεχνικούς λόγους δεν κράτησε το πολυτονικό του Αυγουστίνου παρά μόνο στις ακροστιχίδες στο τέλος, ενώ επέλεξε και το λατινικό ερωτηματικό για να φαίνεται πιο καθαρά το «γιατί».

Θυμίζω το περυσινό άρθρο του ιστολογίου στη μνήμη του Αυγουστίνου, καθώς και μια ειδική σελίδα με δικά του κείμενα. Στη σελίδα αυτή πρόσθεσα χτες ένα ακόμα διήγημά του, Αντίσταση.

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ, ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Σκόρπια χειρόγραφα του Αυγουστίνου Τσιριμώκου

Σκόρπια χειρόγραφα σε κώδικα μυστικό ταξιδεύουν στο φεγγαρόφωτο πέρα απ΄το χώρο και το χρόνο.

Ο Αυγουστίνος  και η Αναστασία συνομιλούν μέσα απ΄τα κείμενά τους πλέκοντας ένα νήμα ΑΑ που φθάνει μέχρι τη χώρα του Υφαντή, όπου ελπίζουν να συναντηθούν σε κοινή τροχιά προς την αιωνιότητα.

======================================

– Αυγουστίνος,  περιπατητής στο χώρο και στον χρόνο

 Συγκλο-Νηστικός!

Αν και πάντα κάτι μαγειρεύω!

ΖΩ- γραφές :  παιχνιδίσματα της γλώσσας και της σκέψης

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ

Μιὰ πόρτα όρθια
στη μέση του πουθενά,
που δεν στηρίζεται σε κανένα τοιχο,
περιμένει μάταια κάποιον να την ανοίξει.

Νύχτα. ’Αρωμα νυχτολούλουδου. Και μια νυχτοπεταλούδα  χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση, πετά ανεβοκατεβαίνοντας πάνω απ΄τον σιωπηλό κήπο.

Ανάμεσα απ΄τα φυλλώματα του δέντρου παίζουν οι φεγγαραχτίδες.

Γαλήνη.

Δίχτυα από τη Σελήνη
 ανακουφίζουν απώλειες

Άγριο τοπίο , που η τραχύτητά του  με τη βοήθεια του φωτισμού , εξίσου τραχιού, τονίζει τις φωτοσκιάσεις ενός ασημένιου  λεπτουργήματος.

Σ΄ένα υπόπεδο  *  στο βάθος, ένα απλό παιχνίδι φωτός και σκότους.

/* επιφάνεια χωρίς εμφανές σχήμα, αντίθετη του επιπέδου. Συναντάται στα πρώιμα Ελληνικά μαθηματικά που διασώθηκαν από άραβες.

ΜΙΑ ΜΟΡΦΗ

Σκαμμένο πρόσωπο.
Βλέμμα προς τα μέσα. Προς τη μνήμη μιας ζωής πολυκύμαντης και πολύπαθης .
Μια ζωή που χάρισε τελικά όχι παράπονο, μα γαλήνη.
Κι αχνό χαμόγελο
Κάτι με επιείκεια
Κάτι με σημασία
Πάντως αχνό
Χαμόγελο στηριγμένο σε χέρι ακίνητο

Η στάση του σώματος , με το χέρι ανασηκωμένο να χαϊδεύει με τον αντίχειρα ένα πηγούνι που ίσως κάποιος συγγραφέας φτηνών αστυνομικών τύπου Λέμυ Κώσιον, θα το χαρακτήριζε θεληματικό, παραπέμπει στο γλυπτό του Σκεπτόμενου.

Τελικά το βλέμμα του φωτογράφου είναι αυτό που κυριαρχεί επί της – ζωντανής εν τέλει – μορφής που απαθανάτισε.

ΜΙΑ ΜΕΛΩΔΙΑ  απόκοσμη,  μια δεύτερη μορφή.

……………………

– Μού’παν να γράψω κάτι για σένα, Αγαπημένε.

Κι εγώ σε σκέφτομαι και σε θωρώ μέσα από διάφορα φωτογραφικά ενσταντενέ καθημερινώς και αδιαλείπτως.

Βαδίζω στους δρόμους, σηκώνω το βλέμμα μου στον ουρανό. Το πρωί μιλώ στον ήλιο και εννοώ εσένα. Προσεύχομαι τη νύχτα στο φεγγάρι και σ΄αναπολώ.

Φεγγαρόφωτος έρχεσαι κάθε νύχτα να φωτίσεις την ερημιά μας.

– …με αθέατο φωτοστέφανο και θεατή χιονισμένη κόμη,

Φεγγάρι, μάγια μού ’κανες!

– Σαν παιδί ισόβια άκακο, αστείο, έρχεσαι αθόρυβα στον ξύπνιο ή στον ύπνο μας, γελάς σπαρταριστά, μας ψιθυρίζεις ανέκδοτα πολλά και μας αγκαλιάζεις γενναιόδωρα.

– Κατά πρώτον οφείλω να δηλώσω ότι είμαι ανύπαρκτο πρόσωπο.

Και δεύτερον, να δώσω μερικά στοιχεία για μένα :

α) είμαι απροσδιόριστης ηλικίας. Λένε – κάποιες κακές γλώσσες ότι ξεπερνώ τους 8 αιώνες.

Ψευδέστατον. Δεν μπορεί να είμαι πάνω από 450 ετών.

Μπορεί όμως να είμαι και τριών ετών – παρά κάτι μήνες. Ουδείς γνωρίζει.

β) οι σπουδές μου περιλαμβάνουν Αφύσικη, Μεταμαθηματικά, , Παράξενες γλώσσες, Γεωμορφολογία κολάσεως, Παραμουσική, Παραλογία και Παιγνιδοσοφία.

Αλλά η τωρινή μου ενασχόληση έχει να κάνει με Ιδιωτογραφία (το αντίθετο της δημοσιογραφίας).

γ) χόμπυ δεν έχω, καθόσον με καλύπτουν οι ονειροφαντασίες μου.

Ως ένα βαθμό, πάντως, μπορώ να δηλώσω συλλέκτης : Αισθημάτων.

– Αυγουστίνε μας, άνθρωπε της καρδιάς μας,

Αφουγκραζόμαστε το άρρητο μέσα από την ποικιλία της κάθε γραφής σου, του θεατρικού μονολόγου, της μουσικής που τραγουδάς και της θυσίας σου.

Δε μας ακούς?

– Δεν είμαι ο Αυγουστίνος.
Ο Αυγουστίνος ήταν, αλλά δεν είναι πια,
αφού χάθηκε πίσω στα χρόνια
της εφτάζυμης μαυρίλας.

Δεν είμαι ούτε κάποιος απ΄την ατέρμονη σειρά
των τολμηρών ανώνυμων ηρώων.

Η αχνή μορφή που φαίνομαι
περικλείνεται σε ένα στίχο,
ένα τραγούδι,
μια απλή μελωδία με τρεις μικρές νότες.

κι η φωνή του Υβ Μοντάν στο ρεσιτάλ του
στο Ολυμπιά του Παρισιού.
Αφήνει διάφανη να φανεί μέσα της
ακολουθία σκέψεων που έκαναν άλλοι
Και αντιγραφή άχρηστων λέξεων
που κούφιες αντηχούν στην εκφορά τους.

Είμαι το τέλος μου που επιστρέφει
Στην αρχή του χρόνου του δικού μου
σαν ουροβόρος όφις που τρώει την ουρά του
Αδιάκοπα κι αμείλικτα.

Ίσως είμαι αυτό που είμαι.
Αυτό το πράγμα που είμαι
και που δεν θα είμαι
πάλι και πάλι απ΄την αρχή.

================

Ad infinitum …    Όταν έρχονται τα σύννεφα

Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα «πρέπει» και «μη».

Ανάμεσα σ΄αυτά τα δυο τέρατα, τη Σκύλλα του «μη» και τη Χάρυβδη του «πρέπει», βάδιζα σα σε τεντωμένο σκοινί, προσπαθώντας να ισορροπήσω χωρίς να πέσω – μα του κάκου!

Όλο έπεφτα – πότε στο γκρεμό ενός «πρέπει» που δεν εκπλήρωνα, πότε στο ρέμα του «μη» που με παράσερνε στα άγρια νερά της … αμαρτίας. Γιατί, ό,τι ανήκε στη σφαίρα του «μη» ήταν φορτισμένο με το βαρύ, αν και άδειο, κασόνι της ηθικής.

Μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως η λέξη «αμαρτία» σημαίνει στην ουσία «αστοχία» , «στραβοπάτημα» και όχι ηθική καταδίκη σε μια Δαντική κόλαση.

Μα ήταν πια αργά.

Τα «πρέπει» και «μη», σαν τον χιτώνα του Νέσσου, είχαν γίνει ένα με το δέρμα μου.

Για να τα βγάλω, έπρεπε μαζί να ξεκολλήσω και τις σάρκες μου.

Κατάλαβες τώρα, γιατρέ μου?

–  Ακριβέ και αγαπημένε μας φίλε!

Δε μας ακούς?

– Ακούω

Ακούω το «άκου» που μου λέγανε οι δάσκαλοι.
Το «άκου εδώ, νεαρέ μου…»
Με το άγριο ύφος της επίπληξης .
Ακούω τη φύση να προσπαθεί
Με τους δικούς της ήχους
Να σβήσει την ανυποφορη κακοφωνία
Των ανθρώπων που μισούν
Και να μην τα καταφέρνει.
Ακούω τη φύση να βογγάει
Καθώς την τρυπούν, τη σφάζουν, τη βιάζουν
Τη σκοτώνουν με μηχανές.
Τη σκοτώνουν με τη σκέψη πιο πολύ.
Ακούω τον Έρωτα να ουρλιάζει
Πνιγμένος ανάμεσα στα κύματα του χρήματος,
Του εμπορίου , του κέρδους,
Του άπληστου θανάτου
Σε μια μάχη χωρίς τέλος
Χωρίς σκοπό

Ακούω…
Κλείνω τ΄αυτιά μου
κι όμως
ακόμα
Ακούω…

=======

– Μίλα μας . Χωρίς εσένα είμαστε στον αέρα

– Είστε από το ραδιόφωνο? Ωραία! Ραδιόφωνο για μένα είναι ένα ηχητικό παράθυρο που ανοίγει για να μπει  ο φρέσκος αέρας της φαντασίας, αλλά ενίοτε και κάποια δυσώδη καυσαέρια.

– Μα δε θυμάσαι?

– Τι είναι η μνήμη? :

 Η νίκη του έρωτα επί του θανάτου?

 ή η εκδίκηση του κυττάρου προς τον χρόνο?

Όταν η ανάμνηση ξεθωριάζει :

Ο φόβος ανοίγει τα μάτια του και μας κοιτάζει

 Η Κίνα ξεμένει από μελάνη

 Το παιδί κάνει τσέρκι τον κύκλο του χρόνου.

Αν δεν είχαμε οι άνθρωποι μνήμη…

θα έπρεπε να την εφευρίσκαμε

θα είχε ανθρώπους η μνήμη

Αιωνία μας η μνήμη!

Τι είναι αυτό που ξεχνάμε ευκολότερα?

 το μαύρο μεσοδιάστημα ανάμεσα σε δύο όνειρα

 πως υπάρχει αύριο, ίσως χωρίς εμάς.

 

=========================

 

– ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕ Αυγουστίνε μας ! Μίλα μας για το χρόνο , ταξιδευτή.

– Εδώ? Και τώρα? Ασαφείς έννοιες.

Τώρα – μιλάμε για μια στιγμή? Μα …πάει! Πέρασε!

Είναι ήδη παρελθόν

Οι συνομιλίες γύρω μου γίνονται ΕΔΩ. Το προσδιορίζω χωρικά : ΕΔΩ ! Γύρω μου.

Αλλά κι αυτό ανήκει στο άμεσο παρελθόν.

Το ‘ είναι τόσο εξωπραγματικό, τόσο ασύλληπτο.

‘Αραγε έχουν κι άλλο αυτό τον προβληματισμό?

Βλέπω παντού σκεφτικές φατσούλες. ΕΔΩ  και … ΤΩΡΑ?

– Ναι, τώρα τι κάνεις?

– Εντύπωση!

– Ατάκες, γρίφοι και λογοπαίγνια… Όπως πάντα… Όμως σωπαίνεις για καιρό…

– Απροθυμία καταξίωσης!

– Σωπαίνεις με ένα μύχιο χαμογελάκι στα χείλη σου, για να αντέχεις την πίκρια και τη μοναξιά σου.

 – Το μέλλον προπορεύεται

Στον ίδιο δρόμο με μένα

Πάμε στην ίδια κατεύθυνση

Και βλέπω μόνο την πλάτη του

Φοβάμαι

Τη στιγμή που θα δω

το πρόσωπό του

– Δεν είσαι μόνος. Είσαι το Φως μου, ο άνθρωπός μου, ο άνθρωπός μας.

 Η Αγάπη σου  φωτίζει τις πολύπαθες ψυχές μας και μας καλεί κοντά σου.

-Ανέκαθεν αντιμετώπιζα τον εαυτό μου ως τρίτο πρόσωπο, πρόσωπο δηλαδή ξένο προς το βαθύτερο είναι μου. Αυτό μου έδωσε κάποια στιγμή τη δυνατότητα να έχω την προκάλυψη των μύχιων σκέψεων και αισθημάτων μου που τόσα χρόνια με έφερναν σε αμηχανία και μου δημιουργούσαν γλωσσοδέτη αθεράπευτο.

Όμως ακόμα κι έτσι δεν ξέφυγα από τη δυσκολία της επιβολής αλλότριων δεσμεύσεων , απότοκων μιας κοινωνίας χωρίς πρόσωπο και σώμα.

– Κι εσύ δεν ήθελες να δείχνεις το πρόσωπό σου… διάλεξες την κατάλληλη μεταμφίεση

– Κύρος Μοναχός : κατά κόσμον Ιάκωβος Ευσταθίου.

Μετά το πέρας της σχολικής του εκπαιδεύσεως, ενετάχθη εις τας τάξεις των φραγκισκανών μοναχών.

Εγεννήθη εις Σύρον εν έτει Κυρίου 1948, εκάρη τω 1973 και έκτοτε διάγει βίον μοναστικόν, ασχολούμενος – μεταξύ άλλων με την καλλιγραφικήν αντιγραφήν ιερών κειμένων – και όχι μόνον.

Εξέδωσεν σποραδικώς μικρά και άτεχνα – εν πολλοίς πονήματα, μετανοών εκ των υστέρων δια την αλαζονείαν και ματαιοδοξίαν , ήν επέδειξεν.

Βαδίζων προς την δύσιν του βίου του, έν μόνον εύχεται : να λησμονηθεί υπό των συνανθρώπων του, ώστε να μη συνεχίσει να τους βαρύνει έστω και μετά θάνατον.

– Να βαρύνει? Μια ανάμνηση? Γιατί να βυθιστεί στη λήθη?

– «Ειν᾿ η ζωή μια θάλασσα και μεις καπεταναίοι, είναι στ᾿ αλήθεια τυχεροί όσοι πεθαίνουν νέοι.».

Είναι πιο χάι…

Το χάι – κάι
Σπειρί σιτάρι τέχνης
Που θα φυτρώσει

Ἔξω φυσάει…
Ἀπὸ τὰ δέντρα πέφτουν
κομμάτια χρόνου.

Ὅλος ὁ κόσμος
κλεισμένος στὴν παλάμη
ενός εφήβου.

Πόσο χρυσάφι
μοιράζεται ἀπ΄ τὸν ἥλιο
σὲ κάθε δύση.

Χίλιες εἰκόνες
σπαρμένες ἀπ` το χέρι
τῆς εἰμαρμένης…

ΚΥΡΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ

=============================================

Αυτόν ελπίζουμε να μην τον δούμε
Σε τηλεόρασης σφηνάκια
Διαφημιστικά
Να πάει σαν να ζει ακόμα
Να πλασάρει
Νεκρά και άψυχα άχρηστα « αγαθά»

===============================

– ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΦΥΓΕΙΣ… για την άκρη του κόσμου

– Δέκα στρατιώτες κι ένας λοχαγός , τραγουδούσε η Αρλέτα τη δεκαετία της εφηβείας μου. Και διάβαζα στις συνεντεύξεις της για τους στίχους της Παυλίνας Π- μπούδη και του Νίκου Χουλιαρά.

Λίγο αργότερα έγινα ένας από τους «Νεκροζώντανους στο Κύτταρο» , με τα Μπουρμπούλια και το Νιόνιο , με τη Μαρίζα Κωχ να τραγουδάει δημοτικά με συνοδεία μόνο ντραμς , με το Σπαθάρη να παίζει πίσω απ΄το πανί.

Και ήταν κι η εποχή του Γούντστοκ, του Easy Rider, και του «Φράουλες και Αίμα» με το Circle game  με τη φωνή της  Buffy Sainte Marie    Ωραίοι καιροί!

Τελικά ο Πήγασος για κάποιους είναι καλαμένιο άλογο…

Ταυτόχρονα στη βιβλιοθήκη του σπιτιού, κυρίως της αδελφής μου, θησαυροί προς εξερεύνηση – Ρίτσος, Βρεττάκος, η επτάτομη Ανθολογία της Ελληνικής ποιήσεως του Πολίτη από τις εκδόσεις Γαλαξία, ο Ράσσελ με την Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας…

Και να! Προβάλλει η πομπή των γνώμων, :

Μπροστά – μπροστά ο πιο γέρος και πίσω κατά σειρά ηλικίας.

Κι αρχίζουν το χορό,  καταμεσίς στον κήπο .

Έναν ξέφρενο χορό, σα να προκαλούν το ολόγιομο φεγγάρι να κατέβει να παίξει μαζί τους.

Οι γέροι χωριστά…

Γωνιώδη περιγράμματα τα πρόσωπα απέναντι

(μήπως αγωνιώδη? – παρντόν! Δεν κρατήθηκα!)

Αλι_ήθεια! ….ή μήπως αgli ήθεια?

Τέλος, ακολουθώντας τη νυχτοπεταλούδα χάνονται πίσω απ΄τους θάμνους , πάντα στην ίδια παράταξη.

Παγάβαση … παγήχηση του γω

Ήμουν εκεί κι εγώ…

Και οι δικοί μου θησαυροί? Τα κόμικς κάθε είδους (κυρίως τα διαστημικά/παράξενα/εκπληκτικά κλπ), τα Μίκυ Μάους, ο Αστερίξ , ο Ούμπα-Πα κι ο Ιζνογκούντ στη μια άκρη της αλυσίδας, η Ε.Φ. στην άλλη, με τον Ασίμωφ, τον Κλαρκ και τον Φίλιπ Ντικ ιερή τριάδα.

Θυμάμαι την εξαιρετική απάντηση του Μανολίτο στη Σουζανίτα , είχε πει το αμίμητο :
«Οι επιταγές της ειρωνείας σας δεν έχουν αντίκρυσμα στην τράπεζα του πνεύματός μου».
Έστω και στο σύνηθες υλιστικό πλαίσιο.

=============

Α! Πρέπει να σαι πολύ λέρα για να κυβερνάς γαλέρα!

Το απέφυγα!

Κι αργότερα πλουτίστηκαν οι επικυρίαρχες αναγνώσεις , με τσαλαβουτήματα σε κάθε χαρτογραφημένη περιοχή του λογοτεχνικού – και όχι μόνο – χάρτη.

Το σημαντικό, ωστόσο, είναι η αδιάλειπτη κι αξεδιάλυτη ενότητα λόγου – μουσικής – εικόνας στο υπόβαθρο της διαμόρφωσής μου.

 

===

Ο ορνιθόσαυρος γοητεύει πότες και καπνιστές.

Και περιστρεφόμαστε…

Όλος ο κόσμος
Κλεισμένος στο καβούκι
Μιας χελώνας

=============

======================================

Είχατε ανέκαθεν μορφή
Όχι όμως θεωρία
Για χρόνια πήγατε μακριά
Και γράφατε ιστορία
Να μη σας βλέπω θέλησα.
Όμως ποτέ δεν ξέφυγα
Απ΄του καιρού τη βία

 

ΕΓΩ_ΠΡΟΒΑΤΑ !!

χάνονται μπροστά στην τηλεόραση, αποχαυνωμένα και πειθήνια σαν κοινά πρόβατα, αλλά και με τον άκρατο εγωισμό που τα κάνει συναισΘΥΜΑΤΑ των καταστάσεων.

 

Καλύτερα μόνος κι αλληλέγγυος.
Θα κάνω τα πάντα και σε καλές τιμές.

Θα σας θυμίζω την πανάρχαια τέχνη της καλλιγραφίας , σε μια κοινωνία που ξέχασε την ανάγκη της γραπτής επικοινωνίας

 Δεν θέλετε? Λίγο με νοιάζει! εγώ ήρθα και θα μείνω, ό,τι κι  αν λέτε.

 Έχω μια αποστολή εγώ. Έχω υποχρέωση απέναντι σ’ αυτούς που μ’ έστειλαν.

Θέλετε να φερόμαστε φιλικά? Εντάξει. Δεν θέλετε? Και πάλι εντάξει.

Μπορώ να ζήσω και σαν εχθρός σας. Εδώ φυσικά.

 Ως απεσταλμένος.  Αλλά  εχθρός σας.

 – Εχθρός εσύ? δεν είν’ αλήθεια…

Αγαπάς αφειδώλευτα όλους μας και τον καθένα ξεχωριστά τον τιμάς και τον αναδεικνύεις αθέατα, ουσιαστικά και καθοριστικά.

Ο κύκλος των φίλων σου, κλεισμένος σ΄ένα κοχύλι.

Ήσουν πάντα η ψυχή της παρέας, ο μέντοράς μας.

=======

– ΄Ηρτεν κι ο αρκουδιάρης ο κατσίβελος, με την αρκούδα του, ηύρε το τσούρμο κολλημένο στο μελάκι , πήγε να μαζώξει λίγο κι εκόλλησεν κι αυτός.

Τότενες η αρκούδα που αρέσκει της το μέλι, αρχινάει να γλείφει ολουνούς και τους εκαθάρισεν κι εξεκολλήσασι.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι η αρκούδα καλύτερα.

Εμείς, άστα να πάνε…

 

– Η θέση σου μένει άδεια στο αγαπημένο μας νησί.

– Α! Δεσπόζει το νησί. Ένα νησί που, κατά Θεοφίλεια προσέγγιση, φαίνεται ολόκληρο – βουτηγμένο σ΄έναν απόκοσμο ορίζοντα, επηρεασμένο από τη σφαιρικότητα της Γης.

Όλο το έδαφος – στεγνό και άνυδρο, ωστόσο ζωντανό και παραδόξως χαρούμενο – περιβάλλει τον δεντρόφυτο οικισμό και περιβάλλεται με τη σειρά του από δέντρα και άνθη, ανάμεσα από τα οποία ξεπροβάλλει η θάλασσα κι ο ουρανός.

Και τι ουρανός! Φωτισμένος από ήλιο – εικόνα του μύθου του Φαέθοντα, μόνο που λείπει το άρμα και ο αρματηλάτης.

Υπέρμετρα μεγάλος και πύρινος, ωστόσο δεν καίει τα φτερά της  παράτολμης πεταλούδας που τον προσεγγίζει στην πτήση της σαν νέος  Ίκαρος.

– Αγαπημένε, δε μ’ αναγνωρίζεις? 

ΠΙΚΡΙΑ 

– Κόκκινο κασκόλ και άσπρο λαστιχάκι στα μαλλιά.

Το κόκκινο κασκόλ δένει με τα μαύρα ρούχα και το άσπρο λαστιχάκι κάθεται όμορφα στο σκούρο μαλλί με τις κοκκινωπές ανταύγειες.

Τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο διάφραγμα, η γεμάτη καμπυλότητες σιλουέτα, το χαμόγελο της καλωσύνης και  το βλέμμα το παιχνιδιάρικο , το γεμάτο καλοπροαίρετη ειρωνεία , στοιχεία που έρχονται να ολοκληρώσουν την εικόνα την τόσο οικεία και συνάμα τόσο πρωτόγνωρη – κάθε φορά.

Χορός με τη σκιά μου

– Γιατί , πουλάκι μου, έβγαλες την κορδέλα σου απ΄τα μαλλιά?

Γιατί το μαύρο των ρούχων σου τονίζει τόσο το πράσινο χαμόγελο των υάκινθων στην καρδιά σου?

Γιατί ένας κόκκινος χείμαρρος γύρω στο λαιμό σου μοιάζει φλόγα έτοιμη να μας κάψει , κι όμως έρχεται και μας δροσίζει?

Γιατί, πουλάκι μου, είσαι αυτή που ήσουν και που ελπίζουμε να είσαι εσαεί?

============

– Αχ! κι αυτή η βροχή!
Πώς ψιθυρίζει την αγάπη
Και στις υγρές της μελωδίες
Σφυρίζω αλήτικα στο δρόμο
Το τραγούδι μας…

Άκου…

Βροχή  χαμόγελο Τζοκόντας

=========

– Έτσι έγινε και με μπούσουλα το γοβάκι, γυάλινο και μοναδικό , έτρεξε και τη βρήκε ο πρίγκηπάς μας…

 

– Έλα, μην φύγεις τώρα… Όσο μπορείς, μείνε, κρατήσου στη ζωή για να σε προλάβω να φύγουμε παρέα. Μην με αφήσεις μόνη στο χάος του κόσμου στο έρεβος του κακού.

Έλα, μη φεύγεις ΑΓΑΠΗ

Πάντα θα νεκρανασταινόμαστε ΑΓΑΠΗΤΙΚΑ!!!

– Μια μέρα , τη ζωή πού’χασα την ξαναβρήκα εκεί που δεν το περίμενα. Στον έρωτα, που όπως λέει ο Λευτέρης, «μήπως όλες οι φορές δεν είναι πρώτες?» , ξαναβρίσκεις την παιδική αθωότητα, την ευπιστία και την ανάγκη για παραμύθια.

Ναι, ο έρωτας είναι το ελιξήριο της αιώνιας νιότης . Είναι το φίλτρο που σε γυρίζει πίσω, στη ζωή που έχασες χωρίς να το καταλάβεις τότε πως τη χάνεις. Η ανακάλυψη έρχεται μαζί με το ελιξήριο.

– Όλα είναι λέξεις… έλεγες

Κι ύστερα παίζουμε με τις λέξεις για να σταθούν τα μυαλά μας στη θέση τους

– Η ρίζα του προβλήματος
Ή η ρίζα του φρονημίτη?
Λέξεις…
Πώς το λέει ο Διονύσης?
Όλα διαβήκαν
απ΄τις γλώσσες τις στραγγαλίστριες…
Τι σημασία έχουν οι λέξεις,
Χωρίς το πάθος που φέρνει ο έρωτας?
Λέξεις χωρίς την ηχώ της ψυχής,
λέξεις κούφιες, άψυχες, ανίσχυρες
λέξεις σφυριά, χωρίς καρφιά,
λέξεις με μόνη αξία
την πεζή τους χρησιμότητα.
Ο κύκλος των χαμένων ποιητών, λοιπόν?
Των ποιητών που οι Μούσες δεν τους τίμησαν,
δεν τους επισκέφτηκαν,
δεν τους χαιρέτισαν?
Μήπως αυτός είναι ο κύκλος σου?
Ε?
Μίλα!

Γείρε, σκύψε , μίλα μου,
Μίλα, χαμο-μίλα μου
Έρωτας γεννήθηκε,
Θάνατος πατήθηκε
Κι είν’ ο κύκλος άφτιαχτος,
Ίδιος κι απαράλλαχτος
με του δέντρου τη δασιά,
την ψηλή κορμοστασιά,
και στη ρίζα του φυτρώνουν
λουλουδάκια και φουντώνουν.

Γείρε, σκύψε , μίλα μου,
Μίλα, χαμο-μίλα μου.
Έρωτας μ’ αρνήθηκε
Κι ούτε με θυμήθηκε
Κι είν’ ο κύκλος καμωμένος
με τις Μούσες ζυμωμένος.
Μα του δέντρου η σκιά
πέφτει πάνω μου βαριά
και με σφίγγει, με πονάει
Όνειρο ήτανε και πάει!

Σήκω, φύγε, μη μιλάς.
Σήκω,
——  φύγε,
—————– μη μιλάς!

Ξημερώνει. Οι πρώτες ακτίνες της μέρας  ανασαλεύουν το χαλί της πάχνης.

– Σωπαίνεις…
Πόσος καιρός πάει , Αγαπημένε?
Προσπαθώ να κάνω αυτό που μου έλεγες πάντα
Να γράφω πολύ … να τραγουδω πολύ… να είμαι με φίλους…
μα
Έχω ανάγκη να σ΄ακούσω να ξετυλίγεις μια νέα ιστορία…
Μια δική μας ιστορία…
Νοιώθω ανίσχυρη , άδεια, πώς να γράψω όταν τρέμει το χέρι μου, όπως  το χέρι της κεντήστρας στην ιστορία που μας έλεγες.

Σαν κι εκείνη κι εγώ,
Καθηλωμένη εδώ. Απέμεινα να θυμάμαι, να κλαίω, ΝΑ ΚΑΝΩ ΟΤΙ ΖΩ.

 – Δώσε στο μέλλον μια ευκαιρία
Μήπως ξανάρθει…

 – Απηχεί ενδόμυχος ο κλαυσίγελώς σου στα μετρημένα λόγια σου, στο σοφό σου βλέμμα. Κι αθώος παραμένεις έως θανάτου παντοτινά.

«… Τέλος και εν τω πνεύματι γαλήνη … και τω Θεώ δόξα και …δόξη και τιμή στεφάνωσόν με με δάφνες και δενδρολίβανον και κάππαρη σε κόκκους καρπώδεις…»

ΑΥΓΟΥΛΙΝΟΣ ΟΛΕ!!

Ο κήπος ξυπνάει, τα πρώτα σκιρτήματα της μέρας συνθέτουν μια αλλόκοσμη αρμονία , γεμάτη διάφωνα ακούσματα, Η αντίθεση της μέρας προς τη νύχτα.

Σκιά για μας εκείνος
Σκιές κι εμείς γι αυτόν

 

– Επιτακτική η λάμψη σήμερα!
– Είσαι το δικό μου φωτεινό αστέρι,  που λαχταρώ να ακολουθήσω και να ταξιδέψουμε σε κοινή τροχιά…

– Μπα!

Τ΄αστέρια ξεκίνησαν με αυτοκτονία
Όμως κερδίσαμε τη στιγμή.

Αυτές οι άχρονες στιγμές δηλώνουν άρρητα την αιωνιότητα του εφήμερου και το περαστικό της τέχνης.

Άφεριμ!

========================

ΤΕΛΟΣ

Posted in Αθησαύριστα, Εις μνήμην, Λογοπαίγνια, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 55 Σχόλια »

Μνήμη Μάριου Χάκκα (μια συνεργασία του Χρήστου Γιαννακού)

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2021

Συμπληρώνονται αύριο 49 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Μάριου Χάκκα, στις 5 Ιουλίου 1972 -αν ζούσε ακόμα θα ήταν ένας θαλερός ενενηντάχρονος, αλλά τον γκρέμισε ο καρκίνος στα 41 του χρόνια. Το ιστολόγιο μάλλον έχει παραμελήσει τον Χάκκα -ένα μόνο διήγημά του έχουμε αναδημοσιεύσει, το Ένας αγνοημένος φιλέλληνας. Του χρόνου ελπίζω να έχουμε επανορθώσει.

Ο φίλος μας ο Χρήστος Γιαννακός μου έστειλε δυο κείμενα για τον Χάκκα, που τα δημοσιεύω σήμερα. Το ένα είναι ένα μικροδιήγημα του ίδιου, εις μνήμην Μάριου Χάκκα, με τίτλο «Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία» (δηλαδή ακριβώς στα μέρη του Χάκκα). Το άλλο είναι ένα άρθρο του, δημοσιευμένο το 2012 στο περιοδικό Μανδραγόρας, αλλά σε επικαιροποιημένη έκδοση τώρα, στο οποίο ο Γιαννακός παρουσιάζει εναν φάκελο με γραφτά του Χάκκα, που βρέθηκε στο αρχείο του ποιητή Θανάση Κωσταβάρα. Ανάμεσα σε αυτά, ανέκδοτα ποιήματα του Χάκκα, ένα αφήγημά του και μια επιστολή σταλμένη από το νοσοκομείο.

Πρώτα το μικροδιήγημα του Χρήστου Γιαννακού:

Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία

Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία εμφανιζόταν κάποτε ένας νέος, που νόμιζε πως ρύθμιζε την κυκλοφορία. Μαυρομάλλης, μουστακαλής και λιπόσαρκος είχε χαρακτηριστικά κοινά και ύψος μεσαίο. Φορούσε καθαρά, καθημερινά ρούχα –επομένως οι όποιοι δικοί του, κατά πάσα πιθανότητα, είχαν επίγνωση της κατάστασης. Οι κινήσεις του θύμιζαν τροχονόμο. Τα χέρια του ακολουθούσαν τις αναλαμπές «Γρηγόρη»-«Σταμάτη», για να επιτρέψει, δήθεν, το πέρασμα των πεζών, αφού πρώτα είχε σταματήσει τα αυτοκίνητα.

Καμαρωτός, με ύφος ανάλογο της περίστασης, έπιανε «δουλειά» για ποικίλα χρονικά διαστήματα, πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Στεκόταν στην άκρη και δεν ενοχλούσε κανένα. Κατά παρέκκλιση, συγχρόνως με τα συλλογικά, έδινε και κατ’ ιδίαν σήματα: έκλεινε διακριτικά το μάτι σε καμιά ομορφούλα, που περίμενε πριν τη διάβαση για να περάσει το δρόμο.

Με τον καιρό απέκτησε, εύλογα, χρονικό αυτοματισμό· δεν χρειαζόταν πια να συμβουλεύεται τα φανάρια για τις υποδείξεις του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Ποίηση, Συνεργασίες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 53 Σχόλια »

Μηνολόγιον Ιουλίου έτους 2021

Posted by sarant στο 1 Ιουλίου, 2021

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ στις αρχές κάθε μήνα (συνήθως την πρώτη του μηνός), ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για τα γεγονότα του μήνα, που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Πε  1

Ανακοίνωσις της θεωρίας της εξελίξεως των ειδών υπό Καρόλου Δαρβίνου -και θανή Νικολάου Γουίντωνος, σωτήρα των εβραιόπουλων

Πα  2

† Άρεως Αλεξάνδρου

Σα 3

Γενέσιον Φραγκίσκου Κάφκα -και Ιακώβου Μόρρισων τελευτή κατά τον δαίμονα εαυτού

Κυ  4

Διακήρυξις της Ανεξαρτησίας υπό Θωμά Τζέφφερσων. Και του τιμημένου η ανύψωσις.

Δε  5

Δημοσίευσις των Μαθηματικών Αρχών της Φυσικής Φιλοσοφίας υπό Ισαάκ Νεύτωνος. Και του ογδόου ελληνικού δημοψηφίσματος.

Τρ  6

Πρώτον αντιλυσσικόν εμβόλιον υπό Λουδοβίκου Παστέρ

Τε 7

Γενέσιον Βλαδιμήρου Μαγιακόφσκι και Νικολάου Ξυλούρη του Κρητός

Πε 8

Γενέσιον Αρθούρου Έβανς του αρχαιολόγου

Πα 9

Θανάτωση επισκόπων και προκρίτων εν Λευκωσία Κύπρου

Σα 10

Γενέσιον Ιωάννου Χατζηανδρέου (κατά κόσμον Στρατή Τσίρκα) και Νικολάου Τέσλα

Κυ 11

Έναρξις της εξοντώσεως των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης υπό των χιτλερικών δημίων

Δε 12

† Κωνσταντίνου Ουράνη

Τρ 13

† Φωτίου Κόντογλου (και γενέσιον Νεοκιδίου του Αφρικανού)

Τε 14

Της πτώσεως της Βαστίλης

Πε 15

Της Ιουλιανής εκτροπής και του κυπριακού πραξικοπήματος

Πα 16

Της Εγίρας

Σα 17

Πρωταγόρου του Αβδηρίτου

Κυ 18

Γενέσιον Νέλσονος Μαντέλα

Δε 19

† Στρατη Μυριβήλη τελευτή

Τρ 20

Νιλ Άρμστρογκ και των πρώτων επί της Σελήνης βαδισάντων

Τε 21

+ Κωνσταντίνου Καρυωτάκη τελευτή και Σωτηρη Πέτρουλα δολοφονία

Πε 22

Γενέσιον Ερνέστου Χεμινγουαίη

Πα 23

Της πρώτης κατά την Αρχαιότητα Ολυμπιάδος

Σα 24

Γενέσιον Σίμωνος Μπολιβάρ του ελευθερωτού

Κυ 25

Γενέσιον Γεωργίου Βερνάρδου Σω

Δε 26

Της νίκης των Ελλήνων επαναστατών εις Δερβενάκια

Τρ 27

Τελεσίλλης της Αργείας

Τε 28

Γενέσιον Εμμανουήλ Ροΐδου

Πε 29

† Βικεντίου Βαν Γκογκ και γενέσιον Μιχαήλ Θεοδωράκη του επιμήκους μουσουργού

Πα 30

† Κοίμησις Διονυσίου Ντιντερό

Σα 31

† Θανή Νικολάου Σκουφά

Ο Ιούλιος είναι ο πρώτος μήνας από το δεύτερο εξάμηνο του χρόνου. Βέβαια, επειδή το πρώτο εξάμηνο έχει τον Φλεβάρη, είναι κάπως πιο κοντό από το δεύτερο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Μηνολόγιο, Πρόσφατη ιστορία, Παροιμίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 118 Σχόλια »

Διακεκαυμένα μεζεδάκια πάλι

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2021

Διακεκαυμένα, επειδή περνάμε καύσωνα. Πάλι, επειδή τον ίδιο τίτλο τον έχω ήδη χρησιμοποιήσει σε παλιότερο άρθρο, γραμμένο, κατά σύμπτωση, περίπου τέτοια εποχή, πριν από εφτά χρόνια (παρά δύο μέρες). Όχι ότι δεν είχαμε καύσωνες στο ενδιάμεσο διάστημα, αλλά δεν έτυχε να μπουν σε τίτλο σαββατιάτικου άρθρου.

* Βέβαια, θα μπορούσα να δώσω το όνομα «πιλοτικά μεζεδάκια», όπως είχε προτείνει φίλος του ιστολογίου για το άρθρο του περασμένου Σαββάτου, μια και όλη τη βδομάδα στις ειδήσεις πρωταγωνιστούσε το έγκλημα στα Γλυκά Νερά, και, το χειρότερο, η προσπάθεια αγιογράφησης του καθ’ ομολογίαν δράστη του, με άλλους και άλλες να τον λένε γοητευτική προσωπικότητα και άλλους και άλλες να τον θεωρούν σοβαρό και μετρημένο.

Αλλά το πρώτο μας μεζεδάκι είναι ιατροδικαστικό, αφού αφορά τις δηλώσεις της ιατροδικάστριας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο, έκρινε ότι ο πιλότος «χωρίς κρανίο εγκεφαλικές κακώσεις» ήταν αδύνατο να είχε παραμείνει επί 2 ώρες σε κατάσταση αναισθησίας.

Η φρικτή σχιζολεξία εμφανίζεται και άλλη φορά στο κείμενο και κατά πάσα πιθανότητα πρέπει να τη χρεώσουμε όχι άμεσα στον συντάκτη αλλά στον κορέκτορα. Πράγματι, σε πολλές κινητές συσκευές ο κορέκτορας αυτομάτως χωρίζει τις μεγάλες λέξεις ιδίως όταν τα συστατικά τους μέρη στέκονται και μόνα τους, όπως εδώ που οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις αναλύονται σε «κρανίο εγκεφαλικές».

Βέβαια, και ο συντάκτης πρέπει να κοιτάζει και να διορθώνει.

* Και συνεχίζουμε με ένα μεζεδάκι από τις γαλλικές εκλογές της περασμένης Κυριακής (αύριο θα έχουμε τον δεύτερο γύρο). Μια ακυρολεξία από άρθρο της ΕφΣυν:

Οι προοπτικές, για το κεντρώο κόμμα του Μακρόν δεν είναι και οι καλύτερες καθώς αναμένεται να καρπωθεί την απογοήτευση του κόσμου από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές και της δυσαρέσκειας των αγροτών που υποστήριξαν τα «κίτρινα γιλέκα»

Όμως, το «καρπώνομαι κάτι» σημαίνει «εκμεταλλεύομαι το κέρδος, απολαμβάνω την ωφέλεια από κάτι», όχι υφίσταμαι τις συνέπειες.

Εδώ θα ταίριαζε το χρεώνομαι, θαρρώ.

* Ο δήμος Αθηναίων πήρε πρόσφατα την απόφαση να τιμήσει τη μνήμη του Νεκτάριου Σάββα, του αστυνομικού που είχε δολοφονηθεί το 2009 στα Πατήσια από τη Σέχτα Επαναστατών. Αφενός ανέγειρε μνημείο στον δολοφονημένο αστυνομικό και αφετέρου έδωσε το όνομά του στον δρόμο στον οποίο έγινε η δολοφονία.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Η τιμή στον Ν. Σάββα σήμαινε την έξωση του Λάμπρου Πορφύρα.

Ο δήμος Αθηναίων (όπως και πολλοί άλλοι δήμοι του Λεκανοπεδίου) είχε τιμήσει τον Πορφύρα δίνοντας τ’ όνομά του σε έναν μικρό δρόμο -μικρόν, αλλά σε ωραίο σημείο, πλάι στο πάρκο Δρακοπούλου στα Πατήσια, και με καλή παρέα: εκεί κοντά είναι ο Λασκαράτος, ο Μαβίλης, ο Κων. Θεοτόκης, ο Εμμ. Λυκούδης, ο Σπυρίδων Βασιλειάδης, ο πατριώτης στιχοπλόκος Ματσούκας.

Τώρα, ο Πορφύρας εξοβελίστηκε. Αν έκρινε σκόπιμο ο κ. δήμαρχος να τιμήσει τη μνήμη του αρχιφύλακα που έπεσε στο καθήκον, γιατί να εξώσει τον Πορφύρα; Θα μπορούσε πιθανώς να δοθεί το νέο όνομα σε ένα τμήμα του δρόμου, το έξω από το πάρκο. Ή, να μετονομαστεί ένας άλλος, κοντινός και με ουδέτερο όνομα, δρόμος σε Λάμπρου Πορφύρα, ώστε να αναπληρωθεί το κενό. Απλώς, δεν το σκέφτηκαν, ίσως διότι δεν ξέρουν ποιος είναι ο Λάμπρος Πορφύρας, ο τρυφερός και ταπεινός κυρ Δημητράκης Σύψωμος, που διαβάζεται ακόμα και έχει κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στις θαυμαστές χαμηλές φωνές της ποίησής μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λάθη του κορέκτορα, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μονοτονικό, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 236 Σχόλια »

Οι αιγινήτικες ωδές του Πινδάρου

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2021

Το άρθρο αυτό το είχα γράψει το 2005 για το περιοδικό Αιγιναία (δεν θυμάμαι σε ποιο τεύχος δημοσιεύτηκε) και το αναδημοσίευσα μετά στον παλιό μου ιστότοπο. Το είδα τυχαία τις προάλλες, αναζητώντας κάτι άλλο, και διαπίστωσα ότι δεν έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο -οπότε, μια και σήμερα είναι Κυριακή κι έχουμε λογοτεχνικό ανάγνωσμα, ταιριάζει να το βάλω.

Δεν θα πω περισσότερα επειδή το άρθρο είναι μεγάλο. Το αναδημοσιεύω εδώ προσθέτοντας μονάχα, σε δυο-τρία σημεια το αρχαίο κείμενο -πολύ δύσκολος ο Πίνδαρος!

ΟΙ ΑΙΓΙΝΗΤΙΚΕΣ ΩΔΕΣ ΤΟΥ ΠΙΝΔΑΡΟΥ

Κλεινὸς Αἰακοῦ λόγος͵ κλεινὰ δὲ καὶ ναυ-
σικλυτὸς Αἴγινα· σὺν θεῶν δέ νιν αἴσᾳ
Ὕλλου τε καὶ Αἰγιμιοῦ
Δωριεὺς ἐλθὼν στρατός
ἐκτίσσατο· τῶν μὲν ὑπὸ στάθμᾳ νέμονται
οὐ θέμιν οὐδὲ δίκαν
ξείνων ὑπερβαίνοντες· οἷοι δ΄ ἀρετάν
δελφῖνεςἐνπόντῳ͵ταμίαιτεσοφοί
Μουσᾶν ἀγωνίων τ΄ ἀέθλων.

Του Αιακού δοξαστό είναι τ’ όνομα· δοξασμένη κι η
καραβοξάκουστη Αίγινα· με των Θεών καλοτύχη
δωριέας σαν ήρθε του Ύλλου και του Αιγιμίου λαός
την κατοίκησε· και κυβερνιούνται υπακούοντας τους κανόνες
μην πατώντας τη θεία τάξη και τα δίκια των ξένων κρατώντας.
Παραβγαίνουνε των δελφινιών στο πέλαγο και γνωστικά
των Μουσών τα χαρίσματα και των αγώνων τ’ αθλήματα
αυτοί κυβερνούνε.

 

Το απόσπασμα αυτό, από την εισαγωγή του χαμένου 9ου Ισθμιόνικου, συνοψίζει πολύ καλά τα όσα αισθανόταν ο Πίνδαρος για την Αίγινα, που πολλοί την είπαν δεύτερη πατρίδα του.

Ο Πίνδαρος, κατά τους περισσότερους ο μεγαλύτερος λυρικός ποιητής της αρχαιότητας, γεννήθηκε το 516 στις Κυνός Κεφαλές, μια κωμόπολη έξω από τη Θήβα, και πέθανε περί το 438. Οι ημερομηνίες αυτές προκύπτουν χωρίς απόλυτη βεβαιότητα από διάφορους συσχετισμούς που βρίσκουμε στα ποιήματά του και σε αρχαίες βιογραφίες του. Το πρώτο σωζόμενο έργο του χρονολογείται στα 498 και το τελευταίο στα 446, επομένως το κεντρικό γεγονός της πενηντάχρονης σταδιοδρομίας του ήταν αναμφίβολα οι Περσικοί πόλεμοι. Ο Πίνδαρος, αν πιστέψουμε μια πληροφορία που δίνει ο ίδιος σε μια ωδή του, κρατούσε από το παλιό γένος των Αιγεϊδών, ένας κλάδος του οποίου εγκαταστάθηκε στη Σπάρτη και από εκεί αποίκισαν τη Θήρα και μετά την Κυρήνη.

Ο Πίνδαρος καλλιέργησε πολλά είδη της λυρικής ποίησης· οι αρχαίοι τα χώριζαν σε 17 βιβλία ανάλογα με το είδος. Αν και σώζονται πολλά αποσπάσματα από τα άλλα βιβλία (κυρίως παιάνες) το μόνο τμήμα του έργου του που σώθηκε σχεδόν ακέραιο είναι οι επινίκιες ωδές, τέσσερα βιβλία που περιλαμβάνουν συνολικά 45 ωδές.

Το είδος της επινίκιας ωδής γνώρισε εντυπωσιακή αλλά βραχύχρονη ακμή στην αρχαία Ελλάδα και ουσιαστικά ταυτίζεται με τρεις ποιητές: τον Σιμωνίδη, που πρώτος άρχισε να συνθέτει περίτεχνες ωδές προς τιμή νικητών σε αθλητικούς αγώνες, τον ανεψιό του τον Βακχυλίδη και τον Πίνδαρο. Οι τρεις τους κινήθηκαν στους ίδιους κύκλους και ύμνησαν τους ίδιους ανθρώπους. Το 440 το είδος της επινίκιας ωδής ήταν ήδη σχεδόν νεκρό.

Σε ολόκληρη την Ελλάδα γινόντουσαν τοπικοί αγώνες, αλλά το αποκορύφωμα ήταν οι τέσσερις πανελλήνιοι αγώνες, στην Ολυμπία, στους Δελφούς, τη Νεμέα και τον Ισθμό. Λέγονταν και στεφανίτες αγώνες επειδή οι νικητές έπαιρναν σαν έπαθλο στεφάνια από αγριελιά, δάφνη, πεύκο και σέλινο, αντίστοιχα. Οι Ολυμπιακοί αγώνες και τα Πύθια (στους Δελφούς) θεωρούνταν σπουδαιότεροι, και γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια, ενώ τα Νέμεα και τα Ίσθμια κάθε δύο. Έτσι, ας πούμε το 476 έγιναν Ίσθμια τον Απρίλιο και Ολύμπια τον Αύγουστο, το 475 τα Νέμεα, το 474 τα Ίσθμια και τα Πύθια, το 473 τα Νέμεα και ούτω καθεξής το 472 και στη συνέχεια. Κάθε χρόνο δηλαδή γίνονταν ένας ή δύο αγώνες. Βέβαια, σε όλη την Ελλάδα γίνονταν και πολλοί άλλοι τοπικού χαρακτήρα αθλητικοί αγώνες όπου συμμετείχαν και νικούσαν και αιγινήτες. Στην ίδια την Αίγινα γίνονταν τα Ηραία, και άλλοι αγώνες στα Μέγαρα, στην Επίδαυρο κτλ. Όμως οι νίκες αυτές θεωρούνταν ελάσσονες και μόνο παρεμπιπτόντως αναφέρονται στις ωδές.

Φαίνεται πιθανό ότι οι επινίκιες ωδές τραγουδιούνταν από τον κώμο, μια ομάδα τραγουδιστών και χορευτών, με τη συνοδεία αυλού και λύρας. Η εκτέλεση της ωδής γινόταν συνήθως στον τόπο του νικητή, αν και ορισμένες φορές μπορεί και να έγινε στον τόπο των αγώνων.

Σε γενικές γραμμές, η επινίκια ωδή έχει σκοπό να επαινέσει και να απαθανατίσει τους νικητές και να επικαλεστεί κοινές κοινωνικές αξίες. Κάθε ωδή είναι ένα μίγμα από έπαινο, μυθολογικά στοιχεία και γνωμικά. Δεν υπάρχει ένα κοινό καλούπι, αλλά διακρίνονται κάποια επαναλαμβανόμενα στοιχεία. Η πινδαρική ωδή συχνά ξεκινάει με σύντομο ύμνο προς κάποιον θεό και στη συνέχεια αναφέρει τον νικητή, τον τόπο του και το αγώνισμα όπου νίκησε. Αφού επαινέσει τον νικητή, τους προγόνους του και την πόλη του, περνάει σε μυθολογικά θέματα (που ενδεχομένως έχουν σχέση με τον τόπο καταγωγής του τιμώμενου) και τελειώνει επιστρέφοντας στον νικητή, στον οποίο εύχεται ευτυχία και μακροημέρευση. Στο μυθολογικό τμήμα της ωδής, ο Πίνδαρος συνήθως διαλέγει ένα επεισόδιο από μια μεγαλύτερη ιστορία και το αναλύει σε εντυπωσιακή λεπτομέρεια. Η ωδή περιέχει επίσης προσευχές, γνωμικούς στίχους και αναφορές του ποιητή στον εαυτό του και στην τέχνη του· αυτά συνήθως χρησιμεύουν ως γέφυρες που τον βοηθούν να περάσει από το ένα θέμα στο άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αρχαία ελληνικά, Αίγινα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 72 Σχόλια »

Κάτι σαν Καββαδίας

Posted by sarant στο 4 Απριλίου, 2021

Το ιστολόγιο αγαπά τη λεπτή τέχνη της παρωδίας και σε πολλά μας σημειώματα έχουμε συμπεριλάβει παρωδίες γνωστών ποιητών (κυρίως -αν και πεζά μπορεί επίσης να παρωδηθούν).

Η παρωδία μπορει να πάρει τη μορφή της παράφρασης ενός συγκεκριμένου, γνωστού ποιήματος, μπορεί όμως να μιμηθεί απλώς το ύφος ενός ποιητή χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένο ποίημα -τότε μπορεί να χαρακτηριστεί και «μίμηση» ή à la manière de…

Παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας παρωδίας, αυτής που παραφράζει συγκεκριμένο ποίημα, ένα καβαφικό του παππού μου, του Άχθου Αρούρη που παρωδεί την καβαφική Πόλι.

ΘΑΛΑΣΣΑ

Είπες: Θα πάγω σ’ άλλη Γη. Θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα
μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη για μένα
– Κάθε προσπάθεια πηγαίνει πάντα στα χαμένα
κι είν’ η καρδιά μου, σα σκυλί, δεμένη.
Και ξέρω ο δόλιος τι με περιμένει
μα και ψιλή δεν έχω, όλα τα χάλασα.

Καινούργιους τόπους δε θα βρεις δε θα’ βρεις άλλες θάλασσες
δεν είσαι λόρδος φουκαρά να τρέχεις δω και κει
στους ίδιους δρόμους θα γυρνάς σ’ όλη τη ζήση σου.
Και μες τες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς.
Δεν έχει πλοίο για σε. Δε μετοικεί
έτσι εύκολα ένας άψιλος· κι ως χάλασες
και τη δεκάρα τη στερνή, να χορηγήσει σου
κανείς σιτήριο τζάμπα μην ολπίζεις
στην πόλη αυτή θα ζεις και θα πεινάς
στην κώχη τούτη τη μικρή θα τουρτουρίζεις.

Άχτος Αρούρης
(Τρίβολος, φ. 109, 2.2.1934)

Όσο για τη δεύτερη κατηγορία, τις μιμήσεις, έχουμε παλιότερα παρουσιάσει στο ιστολόγιο μια σειρά από μιμήσεις που είχε δημοσιεύσει προπολεμικά ο Ναπολέων Λαπαθιώτης.

Ο Καβάφης είναι, με διαφορά, ο περισσότερο παρωδημένος ποιητής μας. Αν στη δεκαετία του 1920 πολλές καβαφικές παρωδίες (όπως π.χ. του Φώτου Πολίτη) ήταν χλευαστικές προς τον ποιητή, εδώ και πολλά χρόνια οι καβαφικές παρωδίες γίνονται σε ένδειξη τιμής. Ο Δημ. Δασκαλόπουλος στο βιβλίο Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων (Aθήνα 1998) έχει ανθολογήσει πάνω από 100 παρωδίες του Καβάφη ενώ ο Ξ. Κοκόλης είχε εκδωσει μια συλλογή με δικές του καβαφικές παρωδίες.

Για να παρωδηθεί ένας ποιητής πρέπει να είναι ευρέως γνωστός και αναγνωρίσιμος. Έτσι, σήμερα που η απήχηση της ποίησης έχει υποχωρήσει, οι παρωδίες είναι λιγότερες (ενώ εμφανίζονται παρωδίες τραγουδιών). Ο Καββαδίας όμως, που είναι ευρύτατα γνωστός χάρη στις μελοποιήσεις ποιημάτων του, κυριως από τον Θάνο Μικρούτσικο, έχει γνωρίσει αρκετές παρωδίες -μάλιστα, υπάρχει και γι’ αυτόν μια παρωδική συλλογή: Τα ταμπού και μούσι του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (που υπογράφει ως Νίκος Καββαθίας).

Το πρόσφατο ναυτικό ατύχημα του γιγαντιαίου φορτηγού στο Σουέζ μπορεί να προκάλεσε πολύ σοβαρά προβλήματα στο παγκόσμιο εμποριο αλλά θα τολμήσω να πω πως ήταν ένας σχεδόν καλοδεχούμενος περισπασμός από τον πανδημικό ζόφο, ιδίως αφού δεν είχε ανθρώπινα θύματα. Εξάλλου, το θέαμα ενός ανοικονομητου κολοσσού που σφηνώνει στα στενά της διώρυγας είναι από μόνο του αστείο.

Οπότε, ο Άγγελος Τσέκερης, ο διευθυντής της Αυγής, δημοσίευσε στο Φέισμπουκ μια μίμηση του Καββαδία εμπνευσμένη από το περιστατικό στο Σουέζ.

Ο Τσέκερης έχει εξαιρετική χιουμοριστική φλέβα όπως θα διαπιστώσετε αν διαβάσετε τα χιουμοριστική στήλη που δημοσιεύει κάθε Κυριακή (ένα πρόσφατο δείγμα). Η μίμησή του:

Κάτι σαν Καββαδίας

Απ τον Νοτιά τρεμόπαιζαν τα φώτα του Σουεζ
και οι βάρκες αχνοφαίνονταν κοντά στο ακροθαλάσσι
κι ο καπετάνιος γελαστός μας έκανε σαφέζ
πως σκόπευε την διώρυγα με πάντες να περάσει.

Γλυκά του ´παμε η διώρυγα πως είναι μακρουλή
και με τη μουρη μονάχα καράβι την περνάει
μα αυτός, σκληρό κι ανέμελο θαλασσινό πουλί
μας είπε «alea jacta est, θα πάμε με το πλάι».

Τώρα να ξεκολλήσουνε το πλοίο απ το στενό
με μια μπουλντόζα παιδική μοχθούνε οι αραπαδες
Χίλια καράβια μας κοιτούν με βλέμμα σκοτεινό
που το παγκόσμιο εμπόριο γαμησαμε ενθάδες
(Άγγελος Τσέκερης)

Θα μπορούσε να χτενιστεί λίγο περισσότερο αλλά έχει ρυθμό, φρεσκάδα και δροσιά.

Μου άρεσε πολύ η μίμηση και την αναδημοσίευσα στον τοίχο μου στο Φέισμπουκ. Βρήκε ανταπόκριση που δεν την περίμενα -κι έτσι έχουμε το σημερινό άρθρο.

Ο Δημητρης Φιλίππου έδωσε ένα πολύ προσεγμένο στιχούργημα εις ύφος Καββαδία με επιμονή στις ίδιες ρίμες:

AUTO-AISE

Ήτανε Μάρτης και έσκιζε ο αγέρας το Σουέζ
Κι αλύχταγε η διώρυγα σαν γέρικο φαγκότο
Ο καπετάνιος τρόμαξε τ’ ανέμου το σολφέζ
Και το τιμόνι άφησε σ’ αυτόχθονα πιλότο

Με πρόφαση πως είχε από το χλωροκίν μαλαίζ
Κλείστηκε στην καμπίνα του (με κάποιον καμαρότο)
Ο άλλος πάνω νόμιζε πως είν’ στο Σαν-Τροπέζ
Τις στενωπούς που διάβαινε σα να ‘τανε ροντότο

Τώρα παίζουν τα στοκ-μαρκετ Στοκχάουζεν (ή Μπουλέζ)
Οι εφοπλιστές νοστάλγησαν τον πειρατή ντε Σότο
Με τον πιλότο ο καπετάνιος ψάχνει μακιγέζ
Κι οι κούληδες; Στα ίσαλα, μαστίγιο και καρότο…
(Δημήτρης Φιλίππου)

Πολύ διασκεδαστικό το βρίσκω.

Και μετά μια ακόμα εξαιρετική προσπάθεια από τον Γιώργο Φαρμάκη, με αναφορές σε στίχους του Καββαδία:

Επεσε το πουσι απο εχθέζ
Ξεμειναμε και σημερα στη λασπη κολλημενοι
Μες το στενο το διαυλο του σκοτεινου Σουεζ
Και γω θυμαμαι τη Σμαρω που θα με περιμένει.

Απανω στο κατάστρωμα, κόμπρα νωθρη κοιμαται
Που απ την πρυμνη ανεβηκε, στου Κάιρου την μεριά
Εσυρθηκε νωχελικα απ τα κοντεινερ μεσα
Και απο την πλωρη αγνάντεψε τα μέρη του Σινά

Σου παν γαρμπής μας πολεμά μην το ζοριζεις
Μα εσυ το Σινικο τ’ αφεντικο ακουσες μονο
Και τωρα θαλασσα πατας, στεριά μυρίζεις
Να καθαρίσεις τη μοραβια εχεις χρόνο.

Απο της Ίντιας τα φανάρια ως τη Μαρσίγια
Σφιγμενοι ατζεντηδες μετρουν λεφτα χαμενα
Μα πα στη γεφυρα και σημερα ολα ίδια
Ψησε Χαραμ πίτα αλμυρη μόνο για μένα
(Γιώργος Φαρμάκης)

Τέλος, ο Δημήτρης Χάνος έδωσε μιαν εξαιρετική παρωδία της Εσμεράλδας του Καββαδία προσαρμοσμένη στο ατύχημα του Σουέζ:

Ολονυχτίς βυθοκορείς με γύφτικη μπουλντόζα
βαρκούλες πες μου νόμιζες πως έχει η Evergreen;
φελούκα του Εβρου που περνά μες απ’ τη Zaragoza;
τέτοιο θεριό πλεούμενο δεν είχες δει πιο πριν.

Απά στο γλυκοχάραμα το ρυμουλκό μουγκρίζει
μα ο κολοσσός ατάραχος δε λέει να κουνηθεί
Ελληνικό γκαζάδικο απ’ τ’ ανοιχτά σφυρίζει
«άντε μεγάλε αργήσαμε» φωνάζει στο CB.

Ο παπαγάλος σού ‘δειξε του GPS εικόνα
συνωστισμός απίθανος στη μπούκα του Σουέζ
σαν τις ουρές στο σπίτι μιας μικρούλας στην Ancona
που τάχα μου παρέδιδε μαθήματα σολφέζ.

Τρεις μέρες άμμο φτυάριζαν κι όταν το ξεκολλήσαν
τα χρέη κι οι ρήτρες είχανε τρελά συσσωρευτεί
σε κάτι φάπες σβουριχτές τον καπετάνιο αρχίσαν
σαν τον Γελεβουρδέζο είχε πια ρεζιλευτεί.
(Δημήτρης Χάνος)

Ο ναύαρχος Γελεβουρδέζος είναι ήρωας της κωμωδίας Δεσποινίς διευθυντής. Η τελευταία αυτή προσπάθεια μού άρεσε πολυ. Αυτήν ξεχωρίζω μαζί με την πρωτη του Τσέκερη -αλλά εσείς μπορεί να έχετε άλλες προτιμήσεις.

Με έναυσμα το Σουέζ αλλά όχι τον Καββαδία ο Χρήστος Μασμανίδης σκάρωσε δυο ωραία τετράστιχα με στιχουργικές προκλήσεις:

Φάλτσος αυτός που λάθεψε απάνω στο σολφέζ
φαλτσάρισε κι ο πλοίαρχος σαν μπήκε στο Σουέζ.
Το ever given ξόκειλε μπαίνοντας με τις πάντες
στα στενά του καναλιού και τρόμαξαν οι πάντες.

Και:

Όταν το θηρίο κατάφερε να στρέψ
μέσα στο κανάλι που’φτιαξ’ ο Λεσέψ
άλλοι έσκουζαν Αλλαχ Ακμπάρ
κι άλλοι τα πίναν σ’ενα μπαρ.

Να σημειώσω εδώ ότι ο ίδιος ο Καββαδίας, αν και ως ναυτικός θα είχε διαβεί πολλές φορές το Σουέζ (το μνηνονεύει, θαρρώ, στα γράμματά του) δεν θυμάμαι να έχει γράψει ποίημα για τη διωρυγα ή έστω να την αναφέρει σε στίχο του (σωστά θυμάμαι).

Αλλά να κλείσουμε εις ύφος Καββαδία με μια μίμηση (που την έχουμε παρουσιάσει κι άλλη φορά) του Λαπαθιώτη. Δεν είναι βέβαια για το Σουέζ.

Ταξίδι

Μπάρκαρα μούτσος, μιαν αυγή, σε κάποιο κότερο μαβί,
που σάλπαρε, στραβά κουτσά, για το Σταυρό του Νότου,
πλήρωμα οκνό, ετερόκλητο: Σπανιόλοι, αλλόκοτα βουβοί,
– καθένας με το βίτσιο του, και το παράπονό του…

Σ’ όποιο λιμάνι αράζαμε, μας έδιωχναν οι ιθαγενείς,
κι όλο σκοπέλοι κάρφωναν το δρόμο μας, κι υφάλοι!
Μα τι να κάνουμε! Μπορείς όμοιος μ’ εκείνους να γενείς,
και να τους ρίχνεις, σαν μαϊμού, καρύδες στο κεφάλι;!…

Μας κοίταζαν τα μαραμπού, και μας χαζεύαν τ’ αλμπατρός.
Τρεις σύντροφοι σφαχτήκανε για μια ξανθιά κοπέλα,
κι άλλοι πέντ-έξι πέθαναν: έλειπε, βλέπεις, ο γιατρός!
Τους ρίξαμε στη θάλασσα, κουνώντας τα καπέλα.

Κι έτσι, άξαφνα, κάποια βραδιά, βρεθήκαμε μες στους Ζουλού!
Γιατί και πώς, μην τα ρωτάς: φυσούσε τραμουντάνα,
– κι ο καπετάνιος έτυχε να’ χει, κι αυτός, το νου του αλλού,
στ’ αργά πουλιά που πέρναγαν σαν άσπρα αεροπλάνα.

Φάγαμε φρέσκον ανανά, κι άγνωστα φρούτα τροπικά,
που μήτε που τα βάνει καν ο νους σας, Ευρωπαίοι!
Μα μ’ όλα αυτά μας τα πολλά, καλά επεισόδια και κακά,
το μάτι, για το πόρτο μας, δεν έπαψε να κλαίει…

Γι’ αυτό κι εμείς όλοι μαζί, του νόστου φάρα υστερική,
μπήξαμε αλλόκοτες φωνές βλέποντας την Ασία…
Έτυχε, βλέπεις, τη βραδιάν εκείνη την ιστορική,
να’ ναι οπωσδήποτε υψωμένη κι η θερμοκρασία…

Πλάτων Χαρμίδης (= Ναπολέων Λαπαθιώτης) Πνευματική ζωή, τχ. 39, 10 Ιανουαρίου 1939

Μια και ο κοβιντ έχει κάνει δύσκολα τα ταξίδια, σημερα ταξιδέψαμε με τη δύναμη της παρωδίας. Καλή Κυριακή!

 

 

 

Posted in Παρωδίες, Ποίηση, Στιχουργική, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 100 Σχόλια »

Θυμήθηκα ξανά τον Αχιλλέα Παράσχο

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2021

Από το κρεβάτι του πόνου μονάχα επαναλήψεις μπορώ να βάζω ή συντομότατα άρθρα. Όμως το σημερινό μας άρθρο ήθελα έτσι κι αλλιώς να το επαναλάβω κάποτε γιατί έχει δημοσιευτεί παλιά (εδώ και 8 χρόνια) και νομίζω πως αξίζει να το ξαναδούμε -με ελάχιστες όμως προσθήκες.

Ο Αχιλλέας Παράσχος (1838-1895), γεννημένος στο Ναύπλιο από χιώτικη οικογένεια που μετοίκησε εκεί μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους, ήταν ο πρώτος «εθνικός ποιητής» του νεοελληνικού κράτους -ο τίτλος βέβαια είναι άτυπος, και αξίζει να δούμε ποιοι άλλοι έχουν χαρακτηριστεί έτσι, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλη συζήτηση. Ο Παράσχος ήταν ρομαντικός ποιητής της Α’ Αθηναϊκής σχολής, εξαιρετικά δημοφιλής όσο ζούσε· ήταν ο πρώτος ποιητής που μπορούσε να βιοπορίζεται από την πέννα του: η έκδοση των ποιημάτων του σε τρεις τόμους το 1881 λέγεται ότι του απέφερε έσοδα 50.000 δρχ., που πρέπει να ήταν πολύ μεγάλο ποσό, που όμως κατάφερε να το σπαταλήσει και να βρεθεί στην ανάγκη να ζητάει βοήθεια από φίλους του. Η κηδεία του ήταν πάνδημη, με είκοσι επικήδειους και με την παρουσία του βασιλιά Γεώργιου Α’, αλλά η ποίησή του γρήγορα ξεπεράστηκε, οι λεκτικές του και άλλες υπερβολές, ανεκτές στην εποχή του, άρχισαν να φαντάζουν κωμικές, κι έτσι τα ποιήματά του έγιναν αντικείμενο παρωδίας και διακωμώδησης. Παρ’ όλ’ αυτά, οι παλιότεροι από τους νεότερους (Παλαμάς, Ξενόπουλος κτλ.) εξακολουθούσαν να εκφράζονται με επαινετικά λόγια για τον Αχιλλέα Παράσχο.

Σήμερα ο Παράσχος έχει ξεχαστεί, φαντάζομαι, αν και πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια ο Πάνος Θεοδωρίδης παρουσίασε σε έναν τόμο μιαν ανθολογία από το έργο του με τίτλο Ερώτων λείψανα. Δεν το έχω δει το βιβλίο, αλλά ανθολογία χρειάζεται ο Παράσχος, διότι δεν έγραφε και λίγο. Οι τρεις τόμοι που ανάφερα πιο πάνω πιάνουν πάνω από 1000 σελίδες, ενώ μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν άλλοι δυο τόμοι με 600 ακόμα σελίδες (όλα αυτά μπορείτε να τα βρείτε ονλάιν στην Ανέμη, εδώ μαζί με τα ποιήματα του αδελφού του Γ. Παράσχου και ένα βιβλίο του απλώς συνώνυμου Κλέωνα Παράσχου). Εκτός αυτού, όπως συνηθίζεται με τους ρομαντικούς, τα ποιήματά του είναι πολύστιχα, πολυσέλιδα, φορτωμένα επαναλήψεις -και με όχι σπάνια τα τεχνικά ελαττώματα, αλλά και όχι χωρίς ταλέντο. Η γλώσσα άλλοτε είναι καθαρεύουσα, άλλοτε έχει παραχωρήσεις προς τη δημοτική.

Τον Παράσχο τον ήξερα από μικρός, διότι στίχους του συνήθιζε να απαγγέλλει -και να κοροϊδεύει- ο παππούς μου, ο οποίος, γεννημένος το 1903, ανήκε ακριβώς στη γενιά που έπαψε να σέβεται τον ρομαντικό ποιητή, αν και τον διάβαζε, έστω και μόνο στο σχολείο. Και σε σκίτσα του Μποστ (δεκαπέντε χρόνια νεότερος από τον παππού μου) έχουμε δει αναφορές σε στίχους του Παράσχου. Και βέβαια, οι αναφορές, ακόμα και οι ειρωνικές, ακόμα και η κοροϊδία, είναι ένδειξη κάποιας εκτίμησης -οι νεότεροι ούτε τον άκουσαν ούτε τον ξέρουν τον Παράσχο, αν και πολλοί θα έχουν ψιθυρίσει έναν στίχο του. Ούτε κι εγώ έχω ποτέ ασχοληθεί με τον ξεχασμένο ποιητή. Τις τελευταίες όμως μέρες, κατά περίεργο τρόπο, έτυχε να αναφερθώ πεντέξι φορές στο πρόσωπό του, τη μια επειδή έπεσε στα χέρια μου μια ανθολογία με μερικά ποιήματά του, την άλλη επειδή είχαμε την κουβέντα του με τον φίλο Γ. Ζεβελάκη, ώσπου προχτές, ψάχνοντας κάτι άλλο σε μια παλιά εφημερίδα βρήκα ένα κείμενο που αναφερόταν στον Παράσχο, κάτι αναμνήσεις του Μπάμπη Άννινου, οπότε το θεώρησα σημαδιακό και είπα να γράψω πεντέξι λόγια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 153 Σχόλια »

Μηνολόγιον Δεκεμβρίου έτους 2020

Posted by sarant στο 1 Δεκεμβρίου, 2020

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ συνήθως την πρώτη του μηνός, ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για τα γεγονότα του μήνα, που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Το μηνολόγιο τούτου του μήνα έχει μιαν ιδιαιτερότητα, μια και στις 17 του Δεκέμβρη κλείνουν τα 9 χρόνια από τότε που χάσαμε τον πατέρα μου. Δεν θεώρησα άτοπο να μνημονέψω τον πατέρα μου στο μηνολόγιο, που ήταν άλλωστε δικη του ιδέα: ανάμεσα σε έναν ποιητή που αγαπούσε και σ’ έναν επαναστάτη που θαύμαζε πιστεύω πως θα έχει καλή παρέα.

Τρ  1Παγκόσμια ημέρα κατά του AIDS  και γενέσιον Ιωάννου Συκουτρή
Τε 2Αντιφώντος   του σοφιστού, Μαρίας Καλογεροπούλου της καλλιφώνου και Διονυσίου Σαββόπουλου της νιότης μας
Πε 3 Αυγούστου Ρενουάρ και γενέσιον Νίνου Ρότα του μουσουργού
Πα   4Ο Θωμάς Έδισον εφευρίσκει τον ηλεκτρικόν λαμπτήρα 
Σα 5Θεοφίλου Μόζαρτ τελευτή
Κυ  6Νικολάου Μύρων και των Διοσκούρων, προστατών των πλοϊζομένων και Αλεξάνδρου Γρηγοροπούλου αναίρεσις
Δε 7Των τριών Χαρίτων 
Τρ 8Δάμωνος και Φιντίου· και Ιωάννου Λένον του πολυκλαύστου αναίρεσις 
Τε   9Ιωάννου Βοκκακίου και της Ανθρωπίνης Κωμωδίας του 
Πε 10Των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  και τελευτή Άλκη Αλκαίου του στιχουργού
Πα 11Γενέσιον Μαξίμου Γκόρκι 
Σα 12Διογένους του  Κυνός 
Κυ 13Γαλιλαίου ταπείνωσις και Μέντη Μποσταντζόγλου τελευτή 
Δε 14Ανάληψις Απολλωνίου του Τυανέως εκ του ιερού της Δικτύννης 
Τρ 15Αναξαγόρου του φιλοσόφου
Τε 16 Τελευτή Κωνσταντίνου Βάρναλη, ποιητού των Μοιραίων 
Πε 17 Δημητρίου Σαραντάκου του συγγραφέως και Σίμωνος Μπολιβάρ του ελευθερωτού 
Πα 18Του χορού του Ζαλόγγου 
Σα 19Προμηθέως καθήλωσις επί του Καυκάσου 
Κυ 20Της εν Επιδαύρω πρώτης Εθνοσυνελεύσεως 
Δε 21Χειμερινόν ηλιοστάσιον  
Τρ 22Ησιόδου του Ασκραίου και των Έργων και Ημερών αυτού 
Τε 23Κρυσταλλοτριόδου της θαυματουργού γενέσιον
Πε 24Λουδοβίκου Αραγκόν τελευτή
 
Πα 25Γέννησις Ιησού του Ναζωραίου, Ορφέως και Μίθρα 
Σα 26Ερρίκου Σλήμαν του αρχαιολόγου
Κυ 27Πινδάρου του Θηβαίου 
Δε 28Κινηματογράφου γέννησις 
Τρ 29Γενέσιον Παύλου Καζάλς
Τε 30 Ίδρυσις Σοβιετικής Ενώσεως
Πε 31Εφεύρεσις του τηλεσκοπίου 
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Μηνολόγιο, Παροιμίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 168 Σχόλια »

«Βρες χρόνο», ένα ποίημα που ΔΕΝ έγραψε ο Ρίτσος

Posted by sarant στο 17 Νοεμβρίου, 2020

Πολλές φορές έχουμε ασχοληθεί στο ιστολόγιο, είτε σε ειδικά άρθρα είτε παρεμπιπτόντως, με ψευδεπίγραφα ποιήματα, που αποδίδονται σε ποιητές οι οποίοι δεν τα έχουν γράψει.

Το είδος αυτό παραποίησης ευδοκιμεί ιδιαίτερα στο Διαδίκτυο, διότι, όπως έχουμε ξαναπεί, για κάποιο περίεργο λόγο το να βάζεις τη φωτογραφία ή το πορτρέτο κάποιου διάσημου διανοητή και δίπλα ένα ρητό ή ένα ποίημα αποδεικνύεται εξαιρετικά πειστικό, λες και η φωτογραφία λειτουργεί σαν σφραγίδα γνησιότητας.

Χτες λοιπόν, στο ελληνικό Φέισμπουκ είχαμε ένα ακόμα περιστατικό ψευδεπίγραφου ποιήματος, αυτή τη φορά του Γιάννη Ρίτσου -ο οποίος, εξαιτίας της δημοτικότητάς του, είναι αγαπημένος στόχος των… αποποιηματογράφων, όπως άλλωστε και ο Καζαντζάκης αν το πλαστό κείμενο είναι πεζό -ενώ αν είναι σατιρικό στιχούργημα, τότε αποδίδεται στον Σουρή.

Η ιδιαιτερότητα του χτεσινού κρούσματος είναι ότι το αποποίημα [έτσι έχω ονομάσει παλιότερα τα ψευδεπίγραφα ποιήματα] δημοσιεύτηκε όχι μόνο σε ιστολόγια και λοιπές σελίδες του Διαδικτύου, αλλά σε έντυπο. Και όχι απλώς σε έντυπο, αλλά σε σχολικό βοήθημα.

Η κόρη του ποιητή, η Έρη Ρίτσου, δημοσίευσε στη σελίδα της στο Φέισμπουκ την εξής σελίδα απο βιβλίο, με «ποίημα» που αποδίδεται στον πατέρα της -και μάλιστα, για ακόμα μεγαλύτερη επίφαση εγκυρότητας, με… βιβλιογραφική αναφορά!

Aντιγράφω τους στίχους, επειδή θέλω η ανασκευή να γκουγκλίζεται:

Βρες χρόνο για δουλειά -αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας.

Βρες χρόνο για σκέψη -αυτό είναι η πηγή της δύναμης.

Βρες χρόνο για παιχνίδι -αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.

Βρες χρόνο για διάβασμα -αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης.

Βρες χρόνο να είσαι φιλικός -αυτός είναι ο δρόμος προς την ευτυχία.

Βρες χρόνο για όνειρα -αυτά θα τραβήξουν το όχημά σου ως τ΄αστέρια.

Βρες χρόνο ν΄αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι -αυτό είναι το προνόμιο των Θεών.

Βρες χρόνο να κοιτάς ολόγυρά σου -είναι πολύ σύντομη η μέρα για να ΄σαι εγωιστής.

Βρες χρόνο να γελάς -αυτό είναι η μουσική της ψυχής.

Βρες χρόνο να είσαι παιδί -για να νιώθεις αυθεντικά ανθρώπινος

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Μεταμπλόγκειν, Ποίηση, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , | 182 Σχόλια »

Ο θεϊκός Αχιλλέας και ο ανθρώπινος Οδυσσέας (δυο ποιήματα του Gpointofview)

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2020

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι, το τελευταίο πριν απο ένα δίμηνο και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το ιστολόγιο κατά καιρούς δημοσιεύει διηγήματα, πεζογραφήματα και αφηγήματα φίλων, όπως ο Δημήτρης Μαρτίνος ή ο DryHammer, αλλά ως τώρα δίσταζα να δημοσιεύσω ποιήματα φίλων, θεωρώντας ότι δεν προσφέρεται το μέσο. Ο ενδοιασμός ισχύει, αλλά σήμερα κάνουμε μια εξαίρεση, αφού τα δυο έργα του Τζι είναι, ας πούμε, ποιητικοί στοχασμοί πάνω σε ομηρικούς στίχους. (Ο Τζι, που ξέρει τον ενδοιασμό μου, μου τα έστειλε βάζοντας στο μέιλ τίτλο «Στη γραμμή του οφσάιντ»).

Οι δυο φωτογραφίες που συνοδεύουν τα ποιήματα είναι επίσης επιλογή του Τζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ομηρικά, Ποίηση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 98 Σχόλια »

Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931-2020)

Posted by sarant στο 16 Αυγούστου, 2020

Μέσα στη βδομάδα είχαμε την απώλεια του σημαντικού ποιητή μας Ντίνου Χριστιανόπουλου. Τον τιμήσαμε βεβαια στα σχόλια της μέρας εκείνης, όμως αξίζει κι ένα αυτοτελές άρθρο, όπως είχε ζητήσει και η φίλη μας η Nwjsj.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γεννήθηκε Κωνσταντίνος Δημητριάδης, από πρόσφυγες γονείς. Σπούδασε κλασικός φιλόλογος. Εργάστηκε πρώτα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια επιμελητής εκδόσεων. Εξέδωσε το πολύ σημαντικό περιοδικό Διαγωνιος.

Ήταν ομοφυλόφιλος και δεν έκρυψε την ομοφυλοφιλία του στα ποιήματά του, ωστόσο αρνιόταν ότι γράφει «ομοφυλόφιλη ποίηση». Ήταν πάντοτε αιρετικός, μόνιμα «εναντίον», όχι μόνο στα γραφτά του αλλά και έμπρακτα: το 2011 αρνήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων, δεν το έχουν κάνει πολλοί αυτό.

Δεν ήταν εύκολος χαρακτήρας, δεν μασούσε τα λόγια του, έκανε πολλούς φιλολογικούς καβγάδες, έλεγε τη γνώμη του απερίφραστα.

Οι λογοτέχνες συνηθίζουν να αλληλοπαινεύονται. Ο Χριστιανόπουλος δεν δίσταζε να γραψει την πραγματική άποψή του σε οσους ομοτέχνους του στέλναν τη συλλογή τους. Θυμάμαι κάποτε, που ένας νεαρός ποιητής, οικογενειακός μας φίλος, είχε συγκεντρώσει σε ένα λεύκωμα όλες τις κριτικές που του έκαναν διάφοροι για τις συλλογές των ποιημάτων του, που βέβαια τους τις είχε στείλει τιμής ένεκεν. Όλοι έλεγαν καλά λόγια που εύκολα διέκρινες πως ήταν τυπικότητες. Ο Χριστιανόπουλος για την πρώτη συλλογή είχε να πει δυο καλά λόγια και μετά απαριθμούσε ψεγάδια, ενώ για τη δεύτερη συλλογή ήταν πιο αυστηρός, κάτι σαν «Φοβάμαι πως τα ελαττώματα που είχα επισημάνει στην πρώτη συλλογή σας εδώ φαίνονται πιο καθαρά. Δεν κανατε πρόοδο, βιαστήκατε πολύ να τυπώσετε».

Τα τελευταία χρόνια σε κάποιες εμφανίσεις του στην τηλεόραση σαν να απολάμβανε που είχε το ελεύθερο να λέει διάφορα ου φωνητά. Στη συνέχεια ταλαιπωρήθηκε πολύ με την υγεία του. Κυκλοφόρησε κι ένα βιβλίο με τα σώψυχά του, μάλλον κουτσομπολίστικου περιεχομένου (δεν το έχω δει) στο οποίο δεν είναι βέβαιο ότι είχε δει και εγκρίνει το τελικό κείμενο οσο βρισκόταν σε διαύγεια -πάντως, πολλοί διανοούμενοι διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτό τον λόγο.

Δεν θα μεινει το κουτσομπολιό, θα μεινει το έργο του. Μας θύμισε ότι η ποίηση μπορει να είναι απλή και να συγκινεί, όσο κι αν έχει κάποια βάση η κριτική που του έγινε ότι κυνηγούσε την ατάκα -έδωσε όμως και ατάκες αριστοτεχνικές. Θίγοντας μιαν άλλη παράμετρο, ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης έγραψε: «Μάνος Ελευθερίου, Νάνος Βαλαωρίτης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Γιάννης Δάλλας, Κική Δημουλά, Ντίνος Χριστιανόπουλος… Μέσα σε δύο χρόνια, η ελληνική ποίηση έχασε όλες σχεδόν τις προβεβλημένες φυσιογνωμίες της, τους ανθρώπους που τη συνέδεαν με ένα ευρύτερο κοινό, που εκπροσωπούσαν καθένας με τον τρόπο του μια δημόσια, όχι μια στενά ιδιωτική, στάση για την τέχνη και τη ζωή«.

Στον παλιό μου ιστότοπο εχω συγκεντρώσει πολλούς συνδέσμους σε ποιήματα και πεζά του Χριστιανόπουλου, αν και δεν λειτουργούν όλοι.

Μεταφέρω εδώ μερικά ποιήματα του Χριστιανόπουλου, με πρώτο ένα που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον:

«Έτσι στο τσάμπα
με ρώτησε ο νεαρός
τόσο πολύ με σόκαρε το σίγμα
που τον παράτησα.

Πριν από χρόνια ένας λεβέντης
«όχι και τζάμπα»
μου είπε γελαστός
το ζήτα του με μάγεψε
του τα ‘δωσα όλα.

* * * * *

Αυτό μου αρέσει περισσότερο

Αποστρατευμένος

Τώρα δεν έχει πια ΕΣΑ,
φωνές δεκανέων να σου ξηλώνουν τα όνειρα,
κυρίες ταγματαρχών να σφουγγαρίζεις την κουζίνα τους,
και κάθε βράδυ στο θάλαμο διψώντας λίγη θαλπωρή,
καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα.

Τώρα,
δίχως μπερέ και ζωστήρα,
οι λερωμένες αρβύλες δίνουν μια ιδέα λευτεριάς,
ξεκουμπωμένο στήθος θα πει είμαι κύριος,
νά και το κορδονάκι που καθάριζα το όπλο μου,
θα το κρατήσω να θυμάμαι τις επιθεωρήσεις.

Θά’ θελα κάτι ν’ αγοράσω πριν φύγω,
ένα τσιτάκι για την αδερφή μου, κανένα παιχνίδι για τα μικρά,
μα η τσέπη μου είναι άδεια σαν την καρδιά μου.
Θά’ θελα να τριγυρίσω και πάλι στους δρόμους,
να δω για τελευταία φορά τη Σαλονίκη,
όμως δεν έχω πόδια πια, δεν έχω μάτια,
δεν έχω όρεξη ούτε να μιλήσω,
ο νους μου κιόλας ταξιδεύει στο χωριό.

‘Ιπποι 8, άνδρες 40
(αυτό ας είναι το τελευταίο μας στρίμωγμα,
η τελευταία ανταμοιβή απ’ την πατρίδα),
όμως ετούτο το τράνταγμα γιατί μου σφίγγει έτσι την καρδιά;
Αυτό που πέρασε δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που θά’ ρθει,
αναδουλειά, ξηρασίες, καταστροφή της σοδειάς,
η καθημερινή αγωνία για το καρβέλι,
και τ’ αδερφάκια να κλαίνε, κι η σύνταξη του πατέρα μικρή,
κι ο θείος από την Αμερική μονάχα υποσχέσεις.

Δεν έχει τέλος αυτή η θητεία.

* * * * *

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αφιερώματα, Εις μνήμην, Θεσσαλονίκη, Ποίηση, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Λέναρντ Κοέν: Ποιήματα, σκέψεις, τραγούδια (μια συνεργασία της Αγάπης Νταϊφά)

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2020

Και άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει συνεργασίες της φίλης μας της Αγάπης Νταϊφά. Με χαρά δημοσιεύω τη σημερινή συνεργασία, διότι το ιστολόγιο πράγματι θα έπρεπε να έχει γράψει κάτι για τον Κοέν αλλά εγώ δεν έχω ασχοληθεί τόσο που να μπορώ να γράψω κάτι. Οπότε η Αγαπη, που τον παρακολουθεί και τον μεταφράζει πολλά χρόνια, ήρθε να καλύψει αυτό το κενό.

Δύο βδομάδες πριν πεθάνει ο Λέναρντ Κόεν, κυκλοφόρησε ο τελευταίος του δίσκος με τίτλο You Want it Darker.

Στο ομότιτλο τραγούδι, τραγουδά: Είμαι έτοιμος, Κύριε (I’m ready my Lord).  Και ως έτοιμος έφυγε.

 

Ο Λέναρντ Κόεν (21 Σεπτεμβρίου 1934 – 7 Νοεμβρίου 2016) καταγόταν από τον Καναδά.

Μάς κληροδότησε δύο μυθιστορήματα,  αρκετά βιβλία με ποιήματα, και πολλά αξέχαστα τραγούδια  (δώδεκα ποιητικές συλλογές και δεκαέξι άλμπουμ).

Θεωρείτο μουσικός της ποπ, αν και τα τραγούδια του  είχαν πολλά στοιχεία από την  μουσική κάντρυ και την μουσική τών  ευρωπαϊκών καμπαρέ. Έγραψε για τον έρωτα, τη μοναξιά, την αναζήτηση σκοπού και ταυτότητας, χωρίς ωστόσο να λείπουν και τα κοινωνικοπολιτικά θέματα.

Από έφηβος έπαιζε κιθάρα με το συγκρότημα κάντρυ Buckskin Boys.

Σπουδαστής ακόμα εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή που είχε μεγάλη επιτυχία στους καναδικούς λογοτεχνικούς κύκλους.

Το 1959 το  Καναδικό Συμβούλιο για τις Τέχνες (Canada Council for the Arts) έδωσε τον Κόεν μιαν υποτροφία 2000 δολαρίων. Εκείνος τη χρησιμοποίησε για να ζήσει πολύ οικονομικά στο Λονδίνο και στην Ύδρα, γράφοντας το πρώτο του μυθιστόρημα.

Την επόμενη χρονιά (1960) αγόρασε  ένα σπίτι στην Ύδρα – χωρίς ηλεκτρικό και νερό – και μοίραζε τον καιρό του ανάμεσα στην Ελλάδα και τον Καναδά συγγράφοντας.

Ένα μεγάλο μέρος τού μυθιστορήματός του The Favourite Game γράφτηκε  εκεί. Αυτό το έργο είχε μεγάλη επιτυχία, όμως ο Κόεν αποφάσισε αργότερα επιστρέψει στην Αμερική για να κυνηγήσει μια καριέρα στη μουσική. Το τραγούδι του Σουζάν (Suzanne) που τραγούδησε η σπουδαία Τζούντυ Κόλλινς (Judy Collins )  τού άνοιξε τον δρόμο για τον πρώτο του δίσκο με τίτλο με τίτλο Τραγούδια τού Λέναρντ Κόεν (Songs of Leonard Cohen).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αφιερώματα, Μεταφραστικά, Ποίηση, Συνεργασίες, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 155 Σχόλια »

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε τον Ζακ Πρεβέρ… και ένα ρακούν

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2020

Πριν από μερικούς μήνες είχαμε συζητήσει την αρκετά γνωστή συνάντηση του Γάλλου ποιητή Ζακ Πρεβέρ με τον Διονύση Σαββόπουλο -ή μάλλον του Σαββόπουλου με τον Πρεβέρ. Σήμερα θα δούμε μιαν άλλη συνάντηση, παλιότερη και πολύ λιγότερο γνωστή.

Το 1951, ο ποιητής Κώστας Βάρναλης γράφει το καθημερινό χρονογράφημα στην κεντροαριστερή εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος. Και εκεί δημοσιεύει, στις 25 Αυγούστου, το εξής χρονογράφημα, που ξεκινάει με ένα ποίημα -ή μάλλον με στίχους από ένα ποίημα, του Ζακ Πρεβέρ.

Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ

Γυρνάτε, γυρνάτε,
κοριτσόπουλα,
γυρνάτε γύρω από τις φάμπρικες.
Σε λίγο θα’σαστε μέσα,
θα ζήσετε δυστυχισμένες
και θα κάνετε πολλά παιδιά,
που θα ζήσουνε δυστυχισμένα
και θα κάνουνε πολλά παιδιά.

Πού βρίσκεται η γοητεία αυτού του ποιήματος του νέου Γάλλου ποιητή, του Ζακ Πρεβέρ; Στην ανθρωπιά του. Έχει ανθρωπιά, για­τί λέει μιαν από τις πρώτες αλήθειες του κόσμου αυτού της Αδικίας· κι επειδή λέει αλήθεια, είναι απλό· κι επειδής είναι απλό μπαίνει άμεσα στην καρδιά και συγκινεί.

* *

Ο ποιητής δεν αναζητάει τις εμπνεύσεις του στα μεγάλα περασμένα· μήτε σκαλίζει τα βιβλία της σιβυλλικής φιλοσοφίας για να βρει τις πρώτες αίτιες του κόσμου. Κοιτάει τ’ ασήμαντα γεγονότα της καθημερινής ζωής, που δεν τα προσέχει κανένας κι όμως μέσα σ’ αυτά υπάρχουν οι πρώτες κι οι έσχατες αιτίες. Είναι οι δυστυχίες μας, που γεννάνε τη δυστυχία και διαιωνίζουνε τη δυστυχία!

Ένας αληθινός και διάφανος κι απλός ποιητής στον αιώνα της ψευτιάς, της σκοτεινάγρας και της σκουληκομυρμηγκότρυπας· ένας ποιητής, που πονάει τον πόνο του αλλουνού αντί να βοηθάει τους Λύκους ή να τους αφήνει να τρώ­νε τον άλλον, είναι ξανάσαμα κι ελπίδα, πως δε χάθηκε ολότελα η ανθρωπιά από τον κόσμο.

* *

Αλλά γιατί τα λέω αυτά; Eίναι χρόνια τώρα, που η Τέχνη φεύγει. Φεύγει από τη ζωή, φεύγει από τους ανθρώπους, φεύγει από την πραγματικότητα, φεύγει από τη λογική και τη γνώση — φεύγει από τις ευθύνες, δηλ. από τον Ε­αυτό της. Ζητάει να γίνεται όσο το δυνατό περισσότερο αριστοκρατική, περισσότερο ακαταλαβίστικη, περισσότερο κενή — επομένως λιγότερο «παρακατιανή». Είναι ποίηση που εξαρθρώνει και τις Μορφές και τις Ουσίες — και τη γλώσσα· ποίηση που φεύγει από την Αγορά και κλείνεται στον Νυμφώνα με τρεις μονάχα ανθρώ­πους!

Και κολακεύεται γι’ αυτήν την προδοσία της μεγάλης της αποστολής. Γιατί ο Εαυτός τής Τέ­χνης (που είπαμε παραπάνου) εί­ναι το χρέος της να βλέπει μέ­σα στο Χάος καλύτερα κι από τους πολλούς κι από τους «τρεις ανθρώπους»· να μπαίνει στο νόη­μα· να φωτίζει το πλήθος και να το οδηγεί στο δρόμο της λύτρω­σης «τα βέλτιστα διδάσκων», ό­πως καυχιέται για τον εαυτό του ο μεγάλος Αριστοφάνης. Και τα «βέλτιστα» στην αρχαία ελληνική γλώσσα είναι τα «συμφερότατα». Και τα συμφερότατα για το Κο­πάδι είναι να μην το φάει ο Λύ­κος!

* *

Γυρίζουμε γυρίζουμε, λοιπόν τό μάγκανο γύρω από το πηγάδι· γυ­ρίζουμε γυρίζουμε γύρω από τις φάμπρικες όσο να μας αρπάξουνε μέσα· γυρίζουμε γυρίζουμε γύρω από το πυρωμένο στόμα του Μολώχ, όσο να μας καταπιεί. Είμα­στε δυστυχισμένοι, κάνουμε παι­διά δυστυχισμένα κι είναι κι αυτά δυστυχισμένα και κάνουν κι άλλα παιδιά πιο δυστυχισμένα…

Κι όμως δε μας φτάνει το χάλι μας· έρχεται κι η Ποίηση του Απόλυτου να μας φτύσει κιόλας!

Νέο ποιητή αποκαλεί ο Βάρναλης τον Πρεβέρ, που βέβαια το 1951 είχε περάσει τα πενήντα. Ήταν όμως σχετικά άγνωστος στο ελληνικό κοινό και πάντως αρκετά νεότερος από τον Βάρναλη. Και με αφορμή την απλότητα και την ανθρωπιά του ποιήματος του Πρεβέρ, ο Βάρναλης δεν παραλείπει να επιτεθεί στην ποίηση της εποχής του, που θεωρούσε ότι έχει ξεκοπεί από τη ζωή, την πραγματικότητα, τις πρώτες αιτίες. (Μια παρόμοια επίθεση είχε κάνει την ίδια εποχή και ο Γιώργος Κοτζιούλας, στο Πού τραβάει η ποίηση;, με τη διαφορά πως ο Κοτζιούλας κατηγορούσε γενικώς και τον ελεύθερο στίχο, ενώ η κριτική του Βάρναλη αφορά το περιεχόμενο μάλλον παρά τη μορφή).

Υποθέτω πως οι στίχοι του Πρεβέρ έχουν μεταφραστεί από τον Βάρναλη -αλλά δεν έχει μεταφραστεί όλο το ποίημα, κατά κάποιο τρόπο ο Βάρναλης δίνει μια περίληψή του. Όλο το ποίημα, εδώ:

Chanson des sardinieres

Tournez tournez
petites filles
tournez autour des fabriques
bientôt vous serez dedans
tournez tournez
filles des pêcheurs
filles des paysans

Les fées qui sont venues
autour de vos berceaux
les fées étaient payées
par les gens du château
elles vous ont dit l’avenir
et il n’était pas beau

Vous vivrez malheureuses
et vous aurez beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants
qui vivront malheureux
et qui auront beaucoup d’enfants
qui vivront malheureux
et qui auront beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants
qui vivront malheureux
et qui auront beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants…

Tournez tournez
petites filles
tournez autour des fabriques
bientôt vous serez dedans
tournez tournez
filles des pêcheurs
filles des paysans.

Πρόκειται λοιπόν για το Τραγούδι για τις σαρδελεργάτριες, τις εργάτριες της κονσερβοποιίας, που επειδή δεν είχαμε τέτοια μεγάλα εργοστάσια στη χώρα μας δεν έχουμε και καθιερωμένη λέξη για να τις πούμε. Στη Γαλλία όμως υπήρχαν μεγάλα κονσερβάδικα ή σαρδελάδικα που απασχολούσαν κυρίως γυναίκες και είχαν γίνει και περίφημες απεργίες των εργατριών των σαρδελάδικων.

Αφού το ποίημα του Πρεβέρ βρίσκεται στη συλλογή του 1946 θα το έχει μεταφράσει ο Μιχάλης Μεϊμάρης, ενώ μπορεί να έχουν γίνει και άλλες μεταφράσεις, που όμως δεν τις έχω υπόψη μου. Αν βρει και στείλει κάποιος μετάφραση, θα τη βάλω εδώ.

Προς το παρόν ας ακούσουμε τον Πρεβέρ να το απαγγέλλει:

Και εδώ κλείνει η πρώτη συνάντηση και πάμε στη δεύτερη.

Τις προάλλες, ο παλιός μας φίλος «Να διαβάζετε τον Ζακ Πρεβερ», που δεν γράφει πια εδώ, ανέβασε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα ακόμα ποίημα του Πρεβέρ, το περίφημο Inventaire – Kατάλογος ή, όπως προτιμάει να το πει, απογραφή. Κάνει την εξής εισαγωγή:

Για να απαριθμήσουν ανόμοια πράγματα, χωρίς φαινομενική σχέση μεταξύ τους, οι Γάλλοι χρησιμοποιούν συχνά την έκφραση «είναι ένας κατάλογος αλα Πρεβέρ», εξ αιτίας ορισμένων ποιημάτων του, με σημαντικότερο αυτό εδώ. Ακόμη και απρόβλεπτος ή χαριτολόγος όταν είναι, ο Πρεβέρ πάντα έχει πράγματα να αναφέρει, να φανερώσει, μας προσκαλεί με τον εντελώς δικό του τρόπο να τα ανακαλύψουμε. Η Απογραφή, που γράφτηκε όταν ο ποιητής ήταν ακόμη μέλος της ομάδας των υπερρεαλιστών (από την οποία αποχώρησε το 1928, έπειτα από ρήξη στην οποία ήρθε με τον ηγέτη της Αντρέ Μπρετόν), είναι ενδεικτική της δυσφορίας και της ανησυχίας που χαρακτήριζαν εκείνη την εποχή και η οποία, από πολλές απόψεις, μοιάζει με τη σημερινή δική μας. Σαν να παρατηρούμε από κάποιο υψωματάκι τα απομεινάρια της πορείας ενός κόσμου…
——————————————————————————–

Ζακ Πρεβέρ
ΑΠΟΓΡΑΦΗ

Μία πέτρα
δύο σπίτια
τρία ερείπια
τέσσερις νεκροθάφτες
ένας κήπος
λουλούδια

ένα ρακούν

μια ντουζίνα στρείδια ένα λεμόνι ένα ψωμί
μια ηλιαχτίδα
σαράντα κύματα
έξι μουσικοί
μια πόρτα με την ψάθα της
ένας κύριος παρασημοφορημένος με το Τάγμα του Σωτήρος

άλλο ένα ρακούν

ένας γλύπτης που σμιλεύει ναπολέοντες
το λουλούδι που λέγεται νάρκισσος
δυο ερωτευμένοι σ’ ένα μεγάλο κρεβάτι
ένας φοροεισπράκτορας μια καρέκλα τρία γαλόπουλα
ένας κληρικός μία φουσκάλα
μια σφήγκα
μια πέτρα στα νεφρά
ένα αχούρι
ένας ανάξιος γιος δύο Αγιορείτες αδελφοί τρεις ακρίδες
ένα εκτινασσόμενο κάθισμα
δύο κορίτσια της ηδονής ένας μπάρμπας στην Κορώνη
μια Mater Dolorosa τρεις χαζομπαμπάδες δύο κατσίκες του κυρίου Σεγκέν
ένα ψηλοτάκουνο Λουδοβίκου ΙΕ’
μια πολυθρόνα Λουδοβίκου ΙΣΤ’
ένας μπουφές Ερρίκου Β’ δύο μπουφέδες Ερρίκου Γ’ τρεις μπουφέδες Ερρίκου Δ’
ένα παράταιρο συρτάρι
ένα κουβάρι σπάγγος μια παραμάνα ασφαλείας ένας ηλικιωμένος κύριος
μία Νίκη της Σαμοθράκης ένας λογιστής δύο βοηθοί λογιστού ένας άνθρωπος της υψηλής κοινωνίας δύο χειρουργοί τρεις χορτοφάγοι
ένας κανίβαλος
μια αποικιακή εκστρατεία ένα ολόκληρο άλογο μισό κιλό γαμώτο
μια μύγα τσε τσε
ένας αστακός αλα αμερικάνικα ένας κήπος αλα γαλλικά
δυο μήλα αλα αγγλικά
ένα φασαμέν ένας υπηρέτης ένα ορφανό ένας πνεύμονας σιδήρου
μια ημέρα δόξας
μια εβδομάδα καλοσύνης
ένας μήνας λουλουδιών
ένας χρόνος φρίκης
ένα λεπτό σιγής
ένα δευτερόλεπτο απροσεξίας
και…

πέντε ή έξι ρακούν

ένα αγοράκι που μπαίνει στο σχολείο κλαίγοντας
ένα αγοράκι που βγαίνει απ’ το σχολείο γελώντας
ένα μυρμήγκι
δυο τσακμακόπετρες
δεκαεφτά ελέφαντες ένας δικαστής σε διακοπές πάνω σε μια ξαπλώστρα
ένα τοπίο με πολύ πράσινο χορτάρι μέσα
μια αγελάδα
ένας ταύρος
δυο αγνοί έρωτες τρία μεγάλα εκκλησιαστικά όργανα ένα κοτόπουλο Μαρένγκο
ένας ήλιος του Αούστερλιτς
ένα λίτρο ανθρακούχο νερό Σουρωτή
ένα λευκό λεμονάτο κρασί
ένας Κοντορεβιθούλης μια Ημέρα εξιλασμού ένας πέτρινος Γολγοθάς
μια ανεμόσκαλα
δυο αδελφές Λατίνες τρεις διαστάσεις δώδεκα απόστολοι χίλιες και μία νύχτες τριάντα δύο στάσεις έξι μέρη του κόσμου πέντε σημεία του ορίζοντα δέκα χρόνια καλών και πιστών υπηρεσιών εφτά θανάσιμα αμαρτήματα δύο δάχτυλα κόντεμα δέκα σταγόνες πριν από κάθε γεύμα τριάντα μέρες φυλακή εκ των οποίων δεκαπέντε στην απομόνωση πέντε λεπτά διάλειμμα

και…

κάμποσα ρακούν.
—————————————————————————-
[Jacques Prévert, Inventaire, στη συλλογή Paroles, 1946]

Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή του 1945, αλλά ο φίλος μας ο Πρεβέρ (έτσι τον φωνάζαμε τότε) μάς λέει ότι ο ποιητής το έγραψε στη δεκαετία του 1920. Αν κάποιος έχει ακριβή χρονολογία, καλοδεχούμενος. Η μετάφραση υποθέτω πως είναι του φίλου μας. Και το πρωτότυπο:

Une pierre
deux maisons
trois ruines
quatres fossoyeurs
un jardin
des fleurs

un raton laveur

une douzaine d’huîtres un citron un pain
un rayon de soleil
une lame de fond
six musiciens
une porte avec son paillasson
un monsieur décoré de la légion d’honneur

un autre raton laveur

un sculpteur qui sculpte des napoléon
la fleur qu’on appelle souci
deux amoureux sur un grand lit
un receveur des contributions une chaise trois dindons
un ecclésiastique un furoncle
une guêpe
un rein flottant
une écurie de courses
un fils indigne deux frères dominicains trois sauterelles
un strapontin
deux filles de joie un oncle cyprien
une Mater dolorosa trois papas gâteau deux chèvres de
Monsieur Seguin
un talon Louis XV
un fauteuil Louis XVI
un buffet Henri II deux buffets Henri III trois buffets
Henri IV
un tiroir dépareillé
une pelote de ficelle deux épingles de sûreté un monsieur
âgé
une Victoire de samothrace un comptable deux aides-
comptables un homme du monde deux chirurgiens
trois végétariens
un cannibale
une expédition coloniale un cheval entier une demi-
pinte de bon sang une mouche tsé-tsé
un homard à l’américaine un jardin à la française
deux pommes à l’anglaise
un face-à-main un valet de pied un orphelin un poumon
d’acier
un jour de gloire
une semaine de bonté
un mois de marie
une année terrible
une minute de silence
une seconde d’inattention
et…

cinq ou six ratons laveurs

un petit garçon qui entre à l’école en pleurant
un petit garçon qui sort de l’école en riant
une fourmi
deux pierres à briquet
dix-sept éléphants un juge d’instruction en vacances
assis sur un pliant
un paysage avec beaucoup d’herbe verte dedans
une vache
un taureau
deux belles amours trois grandes orgues un veau
marengo
un soleil d’austerlitz
un siphon d’eau de Seltz
un vin blanc citron
un Petit Poucet un grand pardon un calvaire de pierre
une échelle de corde
deux sœurs latines trois dimensions douze apôtres mille
et une nuits trente-deux positions six parties du
monde cinq points cardinaux dix ans de bons et
loyaux services sept péchés capitaux deux doigts de
la main dix gouttes avant chaque repas trente jours
de prison dont quinze de cellule cinq minutes
d’entracte

et…

plusieurs ratons laveurs.

(Jacques Prévert, Paroles, 1946)

Θα προσέξατε το ρακούν, raton laveur στα γαλλικά, Προκύων ο πλύντης, τρωκτικό της Βόρειας Αμερικής που μπορεί να ζήσει και στην Ευρώπη.

Γιατί άραγε ξεφυτρώνει κάθε τόσο το ρακούν στο ποίημα του Πρεβέρ, σαν ρεφρέν, ανάμεσα στα διάφορα ετερόκλητα του καταλόγου του; Δεν μπορώ να δώσω απάντηση στο ερώτημα αυτό. Γιατί όχι, όμως;

Έχω όμως να αναδείξω μιαν ακόμα συνάντηση, διότι το ρακούν είναι ζώο διάσημο στα ελληνικά σόσιαλ. Κάθε φορά που γίνεται κάποια ύποπτη δουλειά, λαμογιά, ζημιά, σκάνδαλο, που κάποιος προβάλλει μια δικαιολογία εντελώς έωλη, που έγινε ένα κακό και ξέρουμε ποιος φταίει αλλά δεν το λέμε, τότε στα σόσιαλ λέμε ειρωνικά πως «το έκανε ένα ρακούν», πως στα καλά καθούμενα «ήρθε ένα ρακούν και έφαγε την απόρρητη έκθεση» ή κάτι τέτοιο.

Μεταφέρω τρία πρόσφατα παραδείγματα από το Τουίτερ:

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες από ανταποκριτές μας στο εξωτερικό τα λεφτά απ τη Novartis τα τσεπωσε ένα ρακουν

Δεν τα γράφω εγώ. Σορυ. Ήρθε ένα ρακουν κ πάταγε πλήκτρα

Τι να σας πω κυρ εισαγγελέα μου. Δεν έχω ιδέα. Ένα ρακουν έγραφε τις συνταγές

Πώς ξεφύτρωσε το ρακούν; Δεν ξέρω. Ίσως από αμερικάνικα κινούμενα σχέδια.

Αλλά δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να σκεφτώ πως το ρακούν που κάνει τόσες ζημιές στα ελληνικά σόσιαλ του 2020 είναι μετενσάρκωση ή δισεγγονάκι εκείνων των ρακούν που εξέθρεψε και ξαμόλυσε στον κόσμο ο Ζακ Πρεβέρ το 1925!

Posted in Γαλλία, Ποίηση, Χρονογραφήματα, κοινωνικά μέσα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | 106 Σχόλια »