Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ποίηση’ Category

Αφού μας θύμισαν την Οδύσεια του Καζαντζάκη…

Posted by sarant στο 14 Μαΐου, 2017

Άλλο φιλολογικό άρθρο είχα σκοπό να δημοσιεύσω σήμερα, αλλά με άρπαξε από το μανίκι η επικαιρότητα -δεν γίνεται κάθε μέρα (παρα)πολιτικός καβγάς για ένα λογοτεχνικό έργο! Εννοώ βέβαια την Οδύσεια του Καζαντζάκη, που πολυτελές ομοιότυπο της πρώτης έκδοσης του 1938 χάρισε ο Αλέξης Τσίπρας στους Κινέζους επισήμους στο Πεκίνο. Το όλο θέμα θα περνούσε απαρατήρητο (ποιος προσέχει τα δώρα των επισήμων και ποιος τα θυμάται; ) αν δεν ήταν η παχυλή αμάθεια και η αντιπολιτευτική εμμονή των ανάξιων εραστών της αριστείας, που με μπροστάρη τον Σκάι και διάφορα στελέχη της ΝΔ βγήκαν στα κεραμίδια για να κράξουν τον… ανορθόγραφο τίτλο του βιβλίου ή το κακέκτυπο αντίτυπο που χάρισε ο Τσίπρας, δείχνοντας έτσι ότι αγνοούσαν πως ο Καζαντζάκης, πέρα από τη μετάφραση που έκανε στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου μαζί με τον Κακριδή, που είναι πασίγνωστη επειδή πολλές γενιές μαθητών τη διδάχτηκαν στο Γυμνάσιο, είχε επίσης γράψει κι ένα δικό του ποίημα, την Οδύσεια, ένα μνημειώδες αν μη τι άλλο για το μέγεθός του έργο με 33.333 στίχους (δηλαδή εκτενέστερο από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου μαζί).

Αυτήν την Οδύσεια ο Καζαντζάκης την έγραφε πολλά πολλά χρόνια -αν διαβάσετε τα 400 γράμματά του στον Πρεβελάκη θα δείτε τον διαρκή αγώνα και την αγωνία του. Ακόμα κι όταν έγραφε άλλα έργα, δούλευε παράλληλα και την Οδύσεια -για παράδειγμα, στην επιστολή αρ. 55, σταλμένη τον Ιούνιο του 1928 από τη Μόσχα, «Δουλεύω καλά και κάποτε γράφω σκορπιστά μερικούς στίχους Οδύσεια«. Ή, τον Ιούνιο του 1931 από το Gottesgab (Μπόζι Νταρ στα τσέχικα, πόλη της τότε Τσεχοσλοβακίας στα σύνορα με τη Γερμανία): «Γαλήνη, ήλιος, έλατα, μυρωδιά νιοθέριστου χόρτου -και μπροστά μου πάλι το πέλαγο της Οδύσειας«. Εφτά φορές θαρρώ έγραψε όλο το έργο από την αρχή, ώσπου να εκδοθεί το 1938, σε 301 αντίτυπα, σε μονοτονικό σύστημα και με απλοποιημένη ορθογραφία -χωρίς διπλά σύμφωνα, χωρίς αυ και ευ. Γι’ αυτό, Οδύσεια.

Στην Β’ έκδοση του 1957, τηρήθηκε η ορθογραφία της εποχής, άρα πολυτονικό, διπλά σύμφωνα, αυ και ευ. Δεν είμαι ειδικός στον Καζαντζάκη και δεν ξέρω για ποιο λόγο έγινε αυτό. Την επιμέλεια την είχε ο Ε. Κάσδαγλης, πάντως, στον οποίο ο Καζαντζάκης έστελνε διαρκώς γράμματα από το εξωτερικό, δίνοντάς του εντολή να αλλάξει τον τάδε ή τον δείνα στίχο, ενώ του είχε δώσει και το ελεύθερο να κάνει μικροαλλαγές για λόγους μέτρου στο κείμενο. Από τότε, Οδύσσεια -στην τρέχουσα έκδοση που θα βρείτε στα βιβλιοπωλεία. Αλλά η πολυτελής επανεκτύπωση της πρωτης έκδοσης, που έγινε το 2006, κράτησε φυσικά τον αρχικό τίτλο -και αυτό το αντίτυπο δωρίστηκε στο Πεκίνο.

Δεν ξέρω αν έχει γίνει σύγκριση της πρώτης με τη δεύτερη έκδοση για να φανούν οι αλλαγές, ούτε αν έχουν σωθεί όλα τα προηγούμενα σχεδιάσματα του έργου. Κάποια αποσπάσματα έχουμε από τις προηγούμενες μορφές και για να πάρετε μια ιδέα, δίνω στο τέλος του άρθρου ένα μικρό κομμάτι. Οπωσδήποτε, το τεράστιο μέγεθος του έργου δυσχεραίνει τέτοιες μελέτες. Ούτε υπάρχει, θαρρώ, πλήρες γλωσσάρι της Οδύσειας, που θα ήταν ηράκλειο έργο. Ο Πρεβελάκης ξεκίνησε το 1932 να κάνει γλωσσάρι και τελείωσε το πρώτο μισό (ραψωδίες Α-Κ) βασισμένος όμως σε χειρόγραφο της Οδύσειας που τελικά υπέστη αρκετές τροποποιήσεις ώσπου να τυπωθεί. Έτσι το γλωσσάρι του, που μπορείτε να το βρείτε στο Διαδίκτυο ενταγμένο σε πανεπιστημιακή διατριβή, καταχωρεί και λέξεις που δεν συμπεριλήφθηκαν τελικά στην έκδοση του 1938.

Με την ευκαιρία, μια διευκρίνιση για τις λέξεις του Καζαντζάκη. Χτες, σε κάποια διαδικτυακή συζήτηση, είδα να διατυπώνεται η άποψη ότι «ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί χιλιάδες δικές του λέξεις». Δεν είναι ακριβές αυτό, παρά μόνο στις σύνθετες και παράγωγες λέξεις, όπου πράγματι ο Καζ. όπως και κάθε συγγραφέας φτιάχνει δικές του λέξεις -ας πούμε, δροσόκορμος (με δροσάτο κορμί) ή κυπαρισσοφραγή (φράχτης από κυπαρίσσια). Αλλά οι απλοί όροι είναι όλοι τους (όσους έχω τσεκάρει, τουλάχιστον) υπαρκτές λέξεις της νεοελληνικής και των διαλέκτων της. Σε κάποιο γράμμα προς τον Πρεβελάκη λέει ότι το πολύ να έχει πλάσει δέκα δικές του λέξεις στην Οδύσεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επικαιρότητα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 229 Σχόλια »

Ο Ιούδας όπως τον είδε ο Κώστας Βάρναλης

Posted by sarant στο 17 Απρίλιος, 2017

Ακόμα η πασχαλινή αύρα δεν έχει φύγει, η μέρα είναι αργία με χαλαρούς ρυθμούς, σαν Κυριακή, οπότε ταιριάζει μια αναφορά στον τρόπο που είδε η λογοτεχνία τον Ιούδα Ισκαριώτη, τον μαθητή που πρόδωσε τον Ιησού. Παίρνω αφορμή από κάποια σχόλια που έγιναν στο προχτεσινό μας άρθρο που ήταν αφιερωμένο στο απεχθές έθιμο του καψίματος του Ιούδα.

Πολλοί λογοτέχνες προχώρησαν πέρα από τα όσα παραδίδονται στα Ευαγγέλια, είδαν την πράξη του Ιούδα όχι σαν προδοσία για το χρήμα αλλά σαν αποτέλεσμα άλυτων εσωτερικών αντιφάσεων. Το θέμα είναι εκτενές και δεν έχω σκοπό να το αναλύσω, απλώς θα αναφέρω τον τρόπο που είδε τον Ιούδα ο Νίκος Καζαντζάκης στον Τελευταίο πειρασμό ή ο Μπόρχες στο διήγημά του για τα τρία πρόσωπα του Ιούδα.

Όμως αντί για φιλολογική ανάλυση, προτιμώ να παραθέσω ένα ολόκληρο ποίημα, που δείχνει την πρόσληψη του Ιούδα από τον Κώστα Βάρναλη.

Θα διαβάσουμε σήμερα την ενότητα «Η αγωνία του Ιούδα» από το πρώτο μέρος των Σκλάβων Πολιορκημένων του Βάρναλη, μια εισαγωγή σε (ποιητικό) πεζό ακολουθούμενη από 13 πεντάστιχες στροφές. Θεωρώ ότι πρόκειται για ποίημα εκτυφλωτικής ποιητικής αρτιότητας στο δύσκολο πεντάστιχο που κι άλλη φορά το έχει χρησιμοποιήσει ο Βάρναλης στην ίδια ποιητική σύνθεση, και ιδίως στους «Πόνους της Παναγιάς». Στο τέλος σχολιάζω κάποια λεξιλογικά.

Η Αγωνία του Ιούδα
Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφοβράση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.
Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθεια του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί. Και προσεύχονται.
Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ ένα λόφον από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να ’χει πολύ υποφέρει.
Για πρώτη φορά ο πόνος κι η απελπισιά καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.
Τα χείλη του, καθώς τα σφίγγει, παίρνουνε, θαρρείς, το σκήμα του φιλιού.

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, — αγκομαχώ!
Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,
ω βράδυ καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αυτή, που αστράβει.

Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι, —
την ερημιά βαρέθηκα κι η πόλη δε μας θέλει!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Πασχαλινά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 79 Σχόλια »

Ο Γεώργιος Σουρής εχθρός της μοναρχίας (άρθρο του Νίκου Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2017

Ποιανού Νίκου Σαραντάκου όμως; Αν ήταν δικό μου δεν θα το επισήμαινα, βέβαια. Είναι ένα άρθρο του παππού μου, του επίσης Νίκου Σαραντάκου του Δημητρίου (πρέπει να πάμε στο μητρώνυμο για να ξεχωρίσουμε, την προγιαγιά μου τη λέγανε Ισαβέλλα), που το έγραψε τις μέρες πριν από το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου 1974 -δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 7 Δεκεμβρίου, την παραμονή του δημοψηφίσματος.

Δεν νομίζω βέβαια το άρθρο για τους αντιμοναρχικούς στίχους του Γ. Σουρή να βάρυνε ιδιαίτερα στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, και δεν είναι γι’ αυτό τον λόγο που το αναδημοσιεύω σήμερα. Αν έχει κάποιαν επικαιρότητα αυτό το άρθρο, είναι επειδή προχτές είχαμε τα 40 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου, ενώ φέτος συμπληρώνονται (σε λίγες μέρες, μάλιστα) 120 χρόνια από τον πόλεμο του 1897, ένα γεγονός που έδωσε στον Σουρή την ευκαιρία για τσουχτερή αντιβασιλική σάτιρα.

Στα τέλη της δεκαετίας του 60 ανατυπώθηκε και κυκλοφόρησε ξανά ο Ρωμηός του Σουρή και το εκδοτικό αυτό τόλμημα στέφθηκε με επιτυχία διότι η έκδοση, όπως διάβασα, εξαντλήθηκε. Ο πατέρας μου, που ήξερε πως ο παππούς μου αγαπούσε πολύ τον Σουρή, αγόρασε μια σειρά (εφτά τόμοι ήταν) και του τη χάρισε.

Στο άρθρο που θα διαβάσετε, εξαιτίας των περιορισμών χώρου της εφημερίδας, δίνονται μικρά αποσπάσματα από τα ποιήματα. Μια και τα ηλεδάση είναι απέραντα, το δικό μας μέσο δεν έχει τέτοιους περιορισμούς, οπότε συμπλήρωσα τα αποσπάσματα και κάνω και μερικά ακόμα σχόλια. Οι δικές μου προσθήκες είναι με κόκκινο χρώμα.

Ο Γεώργιος Σουρής εχθρός της Μοναρχίας

ΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΣΑΤΙΡΑΣ

Ο Σουρής παραμένει χωρίς αμφιβολία και σήμερα ακόμα ο Έλληνας ποιητής που τα ποιήματά του τα διαβάζουν όλοι οι Έλληνες γραμματισμένοι και αγράμματοι.

Επί 36 ολόκληρα χρόνια χωρίς διακοπή, πράγμα που αποτελεί ρεκόρ για ελληνική εφημερίδα ο»Ρωμηός («εφημερίς που τη γράφει ο Σουρής», γραμμένη έμμετρα από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να εξαιρούνται ούτε οι ημερομηνίες, ο αριθμός του φύλλου και οι μικρές αγγελίες), διαβαζόταν σ’ όλη την Ελλάδα, ελεύθερη και υπόδουλη, και στις παροικίες των ομογενών, σε πόλεις και χωριά, σε καφενεία και σε μπακάλικα, δυνατά για να τον απολαμβάνουν και οι αγράμματοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »

Μνήμη Άχθου Αρούρη (1903-24.3.1977)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 40 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου, του Νίκου Δ. Σαραντάκου. Δεν είναι άγνωστος στο ιστολόγιο: έχω παρουσιάσει πολλά ποιήματά του και, κυρίως, πριν από 2-3 χρόνια δημοσίευσα σε συνέχειες το βιβλίο που έγραψε για τον παππού μου ο πατέρας μου, το «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης». Θέλω λοιπόν να κάνω σήμερα ένα μνημόσυνο στον Άχθο Αρούρη.

Αν είστε νεοφερμένοι στο ιστολόγιο, Άχθος Αρούρης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που είχε ο παππούς μου προπολεμικά στη Μυτιλήνη. Η έκφραση «άχθος αρούρης» είναι ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», παναπεί άχρηστος άνθρωπος. Να σημειώσουμε ωστόσο ότι ενώ στον Όμηρο η λέξη «άχθος» είναι βεβαίως ουδέτερο ουσιαστικό, ο παππούς το χρησιμοποιούσε σαν αρσενικό όνομα, άρα κλίνεται «Ο Άχθος, του Άχθου, τον Άχθο, ω Άχτε» -κάποτε και «ο Άχτος», από ειρωνικό υπερδημοτικισμό.

Από τον παππού μου επηρεάστηκα πολύ και πήρα πολλά πέρα από όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο (και αριθμό φορολογικού μητρώου, και είχα τραβήγματα με την εφορία, αλλά χαλάλι). Μερικές φορές, στο παρελθόν, δανείστηκα και το ψευδώνυμό του, αλλά το μετάνιωσα. Ο παππούς με αυτό το έξοχο ψευδώνυμο δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά. Συλλογή τυπωμένη δεν αξιώθηκε να δει, ετοίμαζε μία όταν τον βρήκε ο καρκίνος και μας τον πήρε. Την τύπωσαν οι δικοί μου μεταθανατίως κι έχει ποιήματα «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου.»

Το προοίμιο του βιβλίου αυτού είναι το ποίημά του «Η προσευχή του ταπεινού», που παίρνει ίσως έμπνευση από το ομότιτλο ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου αλλά δεν το παρωδεί καθόλου.

Η προσευχή του ταπεινού

Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σου
έτσι που εύσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.
Δεν είμαι τάχατες κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με την κατάσπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου, υποθέτω, σου ζητώ
μια κάποια λογικήν αποζημίωση
έτσι που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.

Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτό
ζητώ να βρουν οι κόποι μου δικαίωση.
Τι να την κάνω τη διαβεβαίωση
μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι.

Θεούλη μου σε βεβαιώ δεν με πειράζει
την κουρασμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου
αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει
δυο τρεις αυγούλες ροδαλές, ήλιο και φως αληθινό
και τη χαρά να τη χαρεί κάτω απ’ τον γήινο ουρανό.
Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.

(Μυτιλήνη, 1936. Περιλαμβάνεται σαν πρόλογος στη συλλογή Της Κατοχής και του Στρατόπεδου)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Κατοχή, Μυτιλήνη, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Ποιήματα για τη μέρα της ποίησης -και πάλι

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2017

Η άνοιξη ξεκίνησε από χτες, διάβασα, αλλά η σημερινή μέρα, κι αν δεν είναι η πρώτη μέρα της άνοιξης είναι όμως η Παγκόσμια μέρα της ποίησης. Το ιστολόγιο, καθώς έχει προγραμματικό αντικείμενο «τη γλώσσα, τη λογοτεχνία» και μετά όλα τα άλλα, έχει κι άλλες χρονιές τιμήσει τη μέρα τούτη, άλλοτε με ποιητικό κουίζ και άλλοτε  με αθησαύριστα ποιηματα.

Για φέτος λέω να επαναλάβω κάτι που έκανα πριν από τρία χρόνια: θα βάλω εγώ τρία ποιήματα, που είναι (σχεδόν) αγκούγκλιστα, δηλαδή δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο ή τουλάχιστον δεν βγαίνουν αν κάνεις αναζήτηση στο Γκουγκλ -δεν βγαίνουν, να διευκρινίσω, τώρα που γράφω το άρθρο, αφού σε λίγες ώρες από τώρα τα ποιήματα αυτά θα γκουγκλίζονται, καθώς θα τα έχει καταγράψει το αδηφάγο και παντεποπτικό μάτι του γκουγκλ· αλλά αυτός είναι ο σκοπός μου, να αυξηθεί έστω και λίγο η παρουσία της ποίησης στο Διαδίκτυο.

Ωστόσο, για να το κάνω αυτό χρειάστηκε να ψάξω κάμποσην ώρα, ν’ ανοίξω κιτάπια -δεν έχουν όλοι τη δική μου την πετριά. Οπότε, ενώ σας προσκαλώ να βάλετε στα σχόλια ένα ή περισσότερα ποιήματα που αγαπάτε, δεν βάζω σαν όρο να μην γκουγκλίζονται. Αν τα ποιήματα που διαλέξατε δεν είναι και πολύ γνωστά, αυτό αρκεί. Και γνωστά να είναι, δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας, άλλωστε είναι και υποκειμενικό το τι είναι γνωστό -ε, δεν θα βάλετε και την Ιθάκη, φαντάζομαι 🙂

Εγώ θα ξεκινήσω με ένα ποίημα του Λαπαθιώτη, βέβαια. Ο Λαπαθιώτης έχει πολύ έντονη παρουσία στο Διαδίκτυο -είναι άλλωστε από τους περισσότερο μελοποιημένους ποιητές μας- κι έτσι δυσκολεύτηκα αρκετά να βρω κάποιο δικό του που να μ’ αρέσει και να μην υπάρχει ήδη στον κυβερνοχώρο. Βρήκα ένα από τα πολύ πρώτα του ποιήματα, που «γκουγκλίζεται εν μέρει», με την έννοια ότι υπάρχουν αποσπάσματά του στο διαδίκτυο. Μάλιστα, το είχαμε αναφέρει στη Λεξιλογία διότι περιέχει τον πληθυντικό τύπο «οδύνες», που συγχέεται με τον τύπο «ωδίνες».

Πρόκειται για το ποίημα «Στα περασμένα», που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1906, όταν ο Λαπαθιώτης ήταν 18 χρονών:

ΣΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ

Μας ξεπλανάτε σε όνειρα σαν τις Σειρήνες,
στο εξωτικό τρεμόσβημα θλιμμένης δύσης,
και μας μεθάτε με γλυκύτατες οδύνες!
Ανάθεμά σας, κολασμένες αναμνήσεις!

Ο δρόμος σας δε χάνεται βαθιά στη λήθη,
και το φως σας την τυφλή σκέψη ξαναπάγει
στα μαγικά και στα φαρμακερά σας βύθη…
Πνιγείτε πια στης νύχτας τα βουβά πελάγη!…

Μας γκρεμίζει μια δύναμη, τρομερή που ’ναι,
στους ροδινούς σας κόσμους, που δε γυρνούν πίσω.
Γύρω θωρώ τόσες ψυχές που λησμονούνε:
γιατί κι εγώ να μη μπορώ να λησμονήσω;

Ω μνήμη! Τη φτωχή την ύπαρξή μου, αχ, άσε!
Σε λήθης μαύρα κύματα καταποντίσου!
Καρδιά τρελή, πολύπαθη, γιατί θυμάσαι;
Στου χρόνου τους χειμάρρους πνίξε την ορμή σου!

Ένα φιλί σας στέλνω, αγάπες μου! Είστε οι ξένοι,
που βιάζονται η ώρα της φυγής τους να σημάνει.
Η λάμψη σας θαμπώθηκε, σιγά πεθαίνει…
Ας ήταν κι η καρδιά μου να σιγοπεθάνει!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επετειακά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 126 Σχόλια »

Το μυστηριώδες Ιφ

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2017

Tο άρθρο που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά Τετράδια 23, τεύχος αφιερωμένο στη μνήμη του Σάββα Παύλου, το οποίο κυκλοφόρησε μαζί με το τεύχος 41 (Άνοιξη 2017) του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά. Με τα Μικροφιλολογικά συνεργάζομαι εδώ και αρκετά χρόνια και τις συνεργασίες μου τις δημοσιεύω συνήθως τις Κυριακές. Σήμερα κάνω μια εξαίρεση επειδή το άρθρο δεν είναι αμιγώς μικροφιλολογικό αλλά επίσης λεξικογραφικό-λαογραφικό.

mft23Ο Σάββας Παύλου (1951-2016) ήταν συνιδρυτής των Μικροφιλολογικών -από την αρχική τριάδα μένει τώρα ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου. Πέρυσι που πέθανε, είχα γράψει λίγα λόγια, ανάμεσα στα οποία για ένα χρέος που όφειλα να ξεπληρώσω -και που είναι τούτο το άρθρο.

 

Το μυστηριώδες Ιφ

Στη μνήμη του Σάββα Παύλου

Δεν εννοώ το αγγλικό If, που είναι και τίτλος του πασίγνωστου, πολυμεταφρασμένου και πολυπαραφρασμένου ποιήματος του Κίπλινγκ, ούτε το νησί Ιφ που το μάθαμε από τον Κόμη Μοντεκρίστο του Δουμά, αλλά το επιφώνημα των βλάμηδων και κουτσαβάκηδων, που, αν διεκδικεί μια θέση στη γραμματεία μας, είναι επειδή το απαθανάτισε ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, βάζοντάς το στον τίτλο ενός   «κουτσαβάκικου», όπως το λέει, ποιήματός του, που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1904, αφιερωμένο στον Αλέξ. Πάλλη (τεύχος 106, 25.7.1904):

ΙΦ

Έλα να φύγουμε μαζί
μωρή μαργκόλφω κοπελιά,
και μη με βάλεις σε μπελιά,
να ζει η μανούλα σου, να ζει
έλα να φύγουμε μαζί.

Για οικονομία του χώρου δεν θα παραθέσω ολόκληρο το ποίημα (ολόκληρο υπάρχει εδώ), που αποτελείται από εφτά πεντάστιχες στροφές, παρά μόνο την πέμπτη στροφή, όπου εμφανίζεται η λέξη του τίτλου:

Ιφ, κι α δεν κάμεις ράι, ναρθείς
απόψε βράδυ στο στενό,
μα το Σταβρό, που προσκυνώ,
ταχιά δε θα ξημερωθείς,
και θα χαθώ, μα θα χαθείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Λαογραφία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 174 Σχόλια »

Κωστής Παλαμάς ακατάλληλος δι’ ανηλίκους

Posted by sarant στο 17 Φεβρουαρίου, 2017

Το σημερινό άρθρο έπρεπε να δημοσιευτεί χτες, που ήταν Τσικνοπέμπτη, μέρα που αφηνόμαστε στις κάθε λογής καταχρήσεις, τις γαστριμαργικές και τις άλλες. Χτες όμως είχαμε τα όγδοα γενέθλια του ιστολογίου, και με παιδιά οχτώ χρονών δεν παίζεις -απαιτούν να σβήσουν κεράκια, δεν παίρνουν από λόγια. Οπότε το άρθρο που ήτανε για χτες, δημοσιεύεται σήμερα Τσικνοπαρασκευή, κι ας κινδυνεύει να βρεθεί εκτός κλίματος, καθότι πέρασε πια η βραδιά της κραιπάλης, και ίσως σήμερα η τσίκνα να μας ενοχλεί.

Οπότε, προειδοποιώ πως το σημερινό άρθρο είναι ακατάλληλο δι’ ανηλίκους -το έβαλα και στον τίτλο για να μην έχουμε παρεξηγήσεις.

Θα μου πείτε, γιατί αποκαλώ ακατάλληλο δι’ ανηλίκους τον Παλαμά, τον μεγάλο ποιητή μας, που βέβαια, είναι η αλήθεια, στις μέρες μας διαβάζεται αρκετά λιγότερο. Ο χαρακτηρισμός δεν έχει να κάνει με τον ίδιο τον ποιητή ή με το έργο του, αλλά παραπέμπει σε ένα εφηβικό ευφυολόγημα, που συνηθίζαμε να λέμε τον καιρό που πήγαινα στο Γυμνάσιο, στη δεκαετία του 1970, και που νομίζω πως λέγεται και σήμερα -αν και αυτό θα μου το επιβεβαιώσετε εσείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Λαογραφία, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 323 Σχόλια »

Ερωτόκριτος

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2017

Μεθαύριο είναι του Αγίου Βαλεντίνου, γιορτή των ερωτευμένων υποτίθεται. Το ιστολόγιο άλλες χρονιές αδιαφορούσε για τη γιορτή, μια και το έθιμο, εμείς οι παλιότεροι, το μάθαμε όταν πια είχαμε μεγαλώσει -πέρυσι όμως βάλαμε ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων, και φέτος είπα να αφιερώσω ένα άρθρο στον Ερωτόκριτο, το αριστούργημα αυτό της κρητικής ποίησης, που όχι λίγοι λόγιοι το έχουν παραλληλίσει με την Ιλιάδα, όπως ο Μαλακάσης που τον αποκάλεσε «Όμηρο της Ρωμιοσύνης», ενώ ο Σεφέρης έγραψε ότι η γλώσσα του είναι «η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε ο μεσαιωνικός και ο νεότερος ελληνισμός».

Βέβαια πολλοί καθαρευουσιάνοι τον απέρριψαν. «Εξάμβλωμα» τον χαρακτήρισε ο Κοραής και τον παρομοίασε με την ασκημομούρα υπηρέτρια [δυσειδή θεράπαινα] που μόνο καλό έχει ότι μας μπάζει στην κάμαρα της πανέμορφης αρχοντοπούλας, της αρχαίας, ενώ ο Οικονόμος εξ Οικονόμων βρήκε πολλές αρετές στο έργο αλλά έψεξε την «ακάθαρτον και ακαλλιέργητον» γλώσσα του, την ίδια γλώσσα που ο Κοδρικάς αποκάλεσε «δυσειδή».Κάποιοι επιχείρησαν να τον μεταφράσουν στην καθαρεύουσα (Διονύσιος Φωτεινός, «Νέος Ερωτόκριτος», 1818 και αλλοι).

Ο Ροΐδης στα Είδωλα παινεύει τη γλώσσα του Ερωτόκριτου και γράφει: «Εις την μακροτέραν της Ιλιάδος εποποιίαν του Κορνάρου ούτε πεντήκοντα ηδυνήθημεν να σημειώσωμεν ξένας λέξεις…» Παραξενεύτηκε ο Πολυλάς, πώς χαρακτηρίζει τον Ερωτόκριτο (περίπου 10.000 στίχοι) μακρότερο από την Ιλιάδα (15.690), αλλά ο Ροΐδης απάντησε ότι 5600 στίχοι της Ιλιάδας είναι επαναλήψεις.

Ο Γ. Χατζηδάκης, καθαρευουσιάνος μεν αλλά κρητικός, παίνεψε το έργο του Κορνάρου και το παραλλήλισε κι αυτός με τον Όμηρο: «όπως ελέχθη περί του Ομήρου ότι απ’ αρχής μέχρι τέλους ‘έπαινος αρετής εστίν’, ούτω λεκτέον και περί του Ερωτοκρίτου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Πώς το λέτε το αυτοκίνητο;

Posted by sarant στο 3 Φεβρουαρίου, 2017

Προσοχή, δεν σας ρωτάω πώς λέτε το δικό σας αυτοκίνητο -αν και είναι κι αυτό ένα θέμα που έχει το δικό του ενδιαφέρον: ο παππούς μου, λογουχάρη, το πρώτο αυτοκίνητο που αγόρασε, ένα μετασκευασμένο βρετανικό στρατιωτικό τζιπ, το είχε βαφτίσει Γρηγόρη, κι επειδή ήταν μερακλής άνθρωπος του είχε γράψει και τραγούδια (παράδειγμα)

Όμως το δικό μου ερώτημα είναι άλλο: πώς λέτε το αυτοκίνητο γενικώς; Δηλαδή, αναρωτιέμαι, το λέτε (και) κάπως αλλιώς εκτός από «αυτοκίνητο»;

Σκεφτόμουν τις προάλλες, ακούγοντας έναν διάλογο στα γαλλικά, ότι οι Γάλλοι έχουν το automobile, που είναι ας πούμε η επίσημη ονομασία, αλλά τη χρησιμοποιούν σε επίσημο κυρίως λόγο -σε τρέχουσες χρήσεις θα πουν voiture, ενώ στην καθομιλουμένη/αργκό το λένε bagnole.

Το automobile αντιστοιχεί ακριβώς στο αυτοκίνητο. Επίθετο «αυτοκίνητος» είχαν κι οι αρχαίοι -αλλά αυτοκίνητα δεν είχαν βέβαια. Ο Γαληνός, ας πούμε, χαρακτηρίζει «αυτοκίνητα» τα (αυτόματα) δημιουργήματα του Ηφαίστου, ενώ σε βυζαντινό νομικό κείμενο βρίσκω τα περιουσιακά στοιχεία να διακρίνονται σε «κινητά, ακίνητα και αυτοκίνητα» -υποθέτω πως έτσι χαρακτηρίζει ο νομοθέτης τα ζώα που είχε κάποιος στην ιδιοκτησία του.

Στα νεότερα χρόνια, οι Γάλλοι έφτιαξαν τον όρο voiture automobile για να περιγράψουν αυτή την καινούργια εφεύρεση που έμελλε να φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή μας: αυτοκίνητο αμάξι, κατά λέξη, αφού voiture ήταν το αμάξι με άλογα, η άμαξα. Από τους Γάλλους το είπαμε κι εμείς αυτοκίνητο(ν), ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα, τοτε που το αυτοκίνητο ήταν καινοτομία, λέγανε και οτομομπίλ, χρησιμοποιώντας ατελώνιστον τον γαλλικό όρο.

Κι οι Άγγλοι το automobile το είπαν στην τρέχουσα γλώσσα car, μια λέξη που τα παλιά χρόνια σήμαινε το τροχοφόρο όχημα, το κάρο ειδικότερα, και ύστερα χρησιμοποιήθηκε στη σιδηροδρομική ορολογία, αλλά από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, όταν δεν χρησιμοποιείται σκέτο, χωρίς άλλο προσδιοριστικό, εννοεί το αυτοκίνητο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αυτοκίνηση, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 278 Σχόλια »

Ο έπαινος των γυναικών (Ακατάλληλον δι’ ανηλίκους)

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από τον «Έπαινο των γυναικών», όπως λέγεται ένα από τα πρώιμα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ένα απόσπασμα που το χαρακτήρισα «ακατάλληλον δι’ ανηλίκους» επειδή έχει ως θέμα του τις εξωσυζυγικές περιπέτειες των γυναικών, που τις περιγράφει χωρίς περιφράσεις και περιστροφές.

Από μια άποψη, το σημερινό άρθρο συναρτάται με το πρόσφατο άρθρο μας για τα συζυγικά κέρατα, ενώ έμμεσα σχετίζεται και με το άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει την προπερασμένη Κυριακή για την ανάγκη ή όχι μεταγλώττισης ή μετάφρασης του Παπαδιαμάντη.

Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. «Ο έπαινος των γυναικών» είναι ένα ανώνυμο δημώδες στιχούργημα που υπολογίζεται ότι γράφτηκε στα τέλη του 15ου αιώνα (την περίοδο 1485-1500) στην Κρήτη, αλλά μας παραδίδεται από ένα και μοναδικό χειρόγραφο που βρέθηκε στην Κέρκυρα και πάντως περιέχει σχετικά λίγους κρητικούς ιδιωματισμούς. Αποτελείται από 735 οχτασύλλαβους στίχους, γενικά ομοιοκατάληκτους.

Ο ανώνυμος ποιητής στο προοίμιο δηλώνει ότι σκοπός του είναι να εξετάσει «τα κακά τα’χουν [που έχουν] εις τα φυσικά τους» οι γυναίκες, και για να τις εξετάσει τις χωρίζει σε τρεις κατηγορίες: ανύπαντρες κοπέλες, παντρεμένες γυναίκες, και χήρες. Ωστόσο η μερίδα του λέοντος, περίπου 450 στίχοι από τους συνολικούς 735, αφιερώνεται στις παντρεμένες γυναίκες. Ο ανώνυμος ποιητής ξεκινάει από το ελάττωμα της φιλαρέσκειας και προχωράει σε άλλα «τυπικά γυναικεία» ελαττώματα και χαρακτηριστικά, όπως η συζυγική απιστία, η φιληδονία ή η κακία και η πονηριά. Βλέπουμε δηλαδή ότι ο τίτλος είναι ειρωνικός: πουθενά δεν επαινεί τις γυναίκες ο ανώνυμος ποιητής, μόνο τις κακολογεί.

«Αντιγυναικεία» έργα του τύπου αυτού υπάρχουν αρκετά στη δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, αλλά δεν έχει βρεθεί κάποιο που να αποτέλεσε το πρότυπο του «Επαίνου». Πάντως, όσο υπερβολικό κι αν είναι το κατηγορητήριο κατά των γυναικών, δείχνει ότι το έργο είναι γραμμένο σε μια εποχή όπου η γυναίκα είχε αρχίσει να αμφισβητεί την πατρική και συζυγική εξουσία -και ταυτόχρονα κινείται ολοφάνερα σε αστικό περιβάλλον, μάλλον στον Χάνδακα, στο σημερινό Ηράκλειο πρέπει να γράφτηκε.

b189802Όπως θα δείτε, το στιχούργημα δεν διεκδικεί δάφνες για την τέχνη του, ούτε και για την τεχνική του. Είναι αξιόλογο επειδή υπάρχει, θα λέγαμε. Πάντως δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία, όσο κι αν πρέπει να τα φιλτράρουμε, παίρνοντας υπόψη την υπερβολή και την προκατάληψη του ποιητή.

Η γλώσσα του ποιήματος είναι η δημώδης γλώσσα των αρχών των Νεότερων χρόνων -μια γλώσσα μικτή, όπου στον καμβά της πρώιμης νεοελληνικής υπάρχουν λόγια στοιχεία καθώς και κάποιοι αρχαϊσμοί. Ιδιωματικοί τύποι όπως είπαμε υπάρχουν, αλλά είναι μάλλον λιγοστοί.

Ο Έπαινος των γυναικών κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια σε υποδειγματική έκδοση από το πρωτοπόρο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών της Θεσσαλονίκης, σε πλουσιότατη επιμέλεια της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου. Η έκδοση είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», πέμπτος τόμος της σειράς. Εγώ ομολογώ ότι το έργο το πληροφορήθηκα από κάποια αποσπάσματα που δημοσίευσε πριν από κανένα χρόνο ο φίλος Τάσος Καπλάνης στην Αυγή, όταν για ένα μήνα είχε αναλάβει την εκ περιτροπής θέση του ανθολόγου. Ο Τάσος έχει κάνει και κάποια εργασία για τον Έπαινο, αλλά δεν την έχω δει.

Φυσικά υπάρχει εκτενής πρόλογος, πλούσια εικονογράφηση, επίμετρο με παράλληλα κείμενα, ενώ ανάμεσα στις ενότητες του ποιήματος η επιμελήτρια παρεμβάλλει μικρά, πολύ ενδιαφέροντα δοκίμια που φωτίζουν διάφορα θέματα που θίγονται στο ποίημα. Ξαναλέω, πρόκειται για έκδοση υποδειγματική, όπως όλες σχεδόν του ΙΝΣ -αν ήταν να επισημάνω μια έλλειψη, θα ανέφερα ότι δεν υπάρχει γλωσσάρι και ότι το γλωσσικό-λεξιλογικό τμήμα αναπτύσσεται πολύ λιγότερο από το πραγματολογικό. Η ετυμολογία απουσιάζει εντελώς.

Αλλά δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για γλωσσάρι, για τον απλό λόγο ότι η επιμελήτρια έκανε μια ασυνήθιστη επιλογή: αντικριστά στο κείμενο παραθέτει μετάφρασή του στη σημερινή νεοελληνική -γι’ αυτό είπα ότι το σημερινό άρθρο συνδέεται με εκείνο για τη μεταγλώττιση του Παπαδιαμάντη. Αναδημοσιεύω κι εγώ τη μετάφραση πλάι στο πρωτότυπο (με τη βοήθεια του Στάζιμπου για τα τεχνικά) κι εσείς θα κρίνετε αν είναι περιττή, απαραίτητη ή απλώς χρήσιμη.

Σκόρπιους στίχους του Επαίνου μπορείτε να βρείτε στο Διαδίκτυο, κυρίως εδώ. Προτίμησα να μην κορφολογήσω στίχους και αποσπάσματα, αλλά να παραθέσω ένα ενιαίο εκτενές απόσπασμα, τους στίχους 208 έως 325, δηλαδή σχεδόν το ένα έκτο του συνόλου. Έτσι θα πάρετε μια αντικειμενική εικόνα -βέβαια, το ενιαίο απόσπασμα είναι πιο βαρετό από τα κορφολογήματα. Να σημειωθεί ότι δεν έκανα μετατροπή σε μονοτονικό, για τον απλό λόγο ότι το βιβλίο είναι ήδη τυπωμένο μονοτονικά, όπως άλλωστε πρέπει να τυπώνονται τα πρώιμα νεοελληνικά κείμενα. Το φως σε ό,τι αφορά τη φιλολογία στην Ελλάδα έρχεται από τον Βορρά, εδώ και 90 χρόνια. Στο τέλος λέω μερικά λεξιλογικά.

Και άλλες όταν παντρευτούν,
θέλουν δια να ποπευτούν
δοκιμάζουν και άλλους θέλουν,
να σκολάσουν πλέο δε θέλουν.
Φαίνεται της σαν το μέλι
και γοργά πάει εις το μπουρδελι,
νέον, γέρον, δεν την μέλει,
βάνει και μικρόν κοπέλι
και τον άνδρα της ου θέλει,
επειδή τον έχει ως τρέλη.
Και όσες έναι οπού το κάμαν
τούτο το κακόν το πράμαν,
δύσκολα δια να το αφήσουν,
ειμή μόνο ν’ αστοχήσουν
ή να πάρουσιν ζουλιάρην
ή κακόν μαλωματάρην
ή κανένα παλληκάριν
να ’χει φρόνεσην και χάρην
και καλά να την φυλάσσει
ότι να μη τον γελάσει.
Αμή, όσα θέλει ας την φυλάει,
δεν μπορεί να το απαλλάγει
και τον κόπον μόνον χάνει,
αμή αυτήν δεν τηνε πιάνει,
ειμή μόνο αν εστεκέτο
πάντα να μη κοιμιζέτο
και να την αγκαλιαζέτο,
μετά κείνην να σφαλιέτο,
εις σετούκι να έμπει απέσω.
Και να πει ότι: «Θε να πέσω»,
ή ότι: «Κόπτει με να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να την πει: «Κάμε το αυτού
ένα και άλλον, και ας κτυπούν.»
Και αν ειπεί: «Να κατουρήσω,
δεν πορώ δια να τουρήσω»,
να την λέει ώς και αυτό:
«Εδαυτού σε το κρατώ,
πάντα σου δια να το κάμνεις
και από την μοιχείαν να λείπεις.»
Και αν ειπεί: «Και αν πεινάσω
και καμπόσο να διψάσω,
πού να το εύρω να χορτάσω
εδώ μέσα οπό πλαντάσσω;»,
να την πει: «Εγώ, μά τ’ άγια,
και μά τα μυστήρια τα άγια,
δύνομαι να σε χορταίνω
και σφικτά να σε βασταίνω.»
Κι αν αυτή το στεργηθεί
εκεί μέσα να σταθεί,
πρέπει να μη κοιμηθεί
και ποσώς μη πλανεύει,
ώστα ζει να την θωρεί,
νύκτα ημέρα ως ημπορεί,
και έτοιμος με το σπαθί
να την κρατεί, μη γαμηθεί·
τότες έναι δυνατό
να μηδέν κερατωθεί.
Αμή αλλέως δεν έχει φύση
άνθρωπος να την κρατήσει
την γυνήν την πομπεμένην
και την μουτζοπαντρεμένην
και την άλλην την καμένην
οπού ευρέθη εγκαστρωμένη.
Αμή αν θέλεις να κοιμάσαι,
πάντοτες αυτή πλανά σε.
Μερικές εις το κρεβάτι
έχουν καύχους, και κτυπά τη,
και τον άνδρα ωσάν προβάτο
έχει τον και ωσάν κτημάτο.
Άτυχος, ουδέ γρικά τη
‘τι μαγεύει τον με κάτι,
και πίσω άλλος πελεκά τη.
Λέει το ότι δοικά τη,
αμή εκείνη λέει πάντα:
«Βάρει! Μόνον αν επλάντα!
Ο κρουσμένος σαν κοιμάται,
ως το ξύλον δεν γρικάται.»
Δεν σας λέγω όταν λείπει
ο άνδρας εις την μαύρην λύπη
τότε έχει τον καιρόν
να χορεύει τον χορόν·
βλέπει τον ωσάν ξερόν,
λέγει: «Θε να ’βρω να χαρώ
με άλλον, νέον τρυφερόν,
να με ποίσει ωσάν πτερό
‘λαφρικήν και γλυκασμένην
την καρδιά μου την καμένην.»
Την αλήθεια, τέτοιον πράγμα
δεν εφάνηκεν εις γράμμα,
οπού κάμνουν οι γυναίκες,
να ’ναι ξενοπηδημένες.
‘Δέτε μόνο αν έχει γνώση
η γυναίκα να μετρήσει
ένα, δύο και τα τρία
(ναι, μα την Οδηγητρία!),
ήγουν την ζωήν που ζούμεν
και το πλέον, οπού γρικούμεν,
και το τρίτον, την τιμήν τους,
πόναι πλέο από την ζωήν τους.
Αμή εκείνες ’δέ θυμούνται,
ουδέ τάσσου, ουδέ φοβούνται
να μηδέν τας εγρικήσουν
και τας κάρας τους τσακίσουν,
ήγου οι βαριομοιριασμένοι,
οι άνδρες των οι μαγεμένοι.
Μόνον λέγουν ας χορτάσουν,
κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν,
δεν φοβούνται να τας πιάσουν,
ουδέ καν να τας γρικήσουν,
και εντροπήν ουδέν ψηφούν
να ποπεύονται κρυφά.
Και όταν έλθει να την φτάσει,
θέλει διά να την πιάσει,
έναι νόμος δια να χάσει
το προικιόν της, αν πλαντάζει·
τότες απομένει γδούρια
και πηδούν τη τα γαδούρια.
Και άλλες, όταν παντρευτούν,
το πάνε φιρί φιρί να ντροπιαστούν·
δοκιμάζουν και άλλους ποθούν,
δεν θέλουν πια να σταματήσουν.
Της φαίνεται σαν το μέλι
και γρήγορα καταλήγει στο μπουρδέλο,
νέο, γέρο, δεν τη νοιάζει,
παίρνει και μικρό αγόρι·
και ο άντρας της δεν της αρέσει,
επειδή τον θεωρεί τρελό.
Και όσες το έκαναν
τούτο το κακό το πράμα,
δύσκολο να το αφήσουν,
παρά μόνο αν κάνουν λάθος
και πάρουν άντρα ζηλιάρη
ή κακό καβγατζή
ή κανένα νεαρό
που να έχει σύνεση και δύναμη
και να τη φυλάει
καλά για να μην τον απατήσει.
Αλλά, όσο θέλει ας τη φυλάει,
δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτό
και μόνο χάνει τον κόπο του,
αυτή δεν τη συγκρατεί,
παρά μόνο αν στεκόταν
πάντα ξύπνιος
και την αγκάλιαζε
και κλεινόταν μαζί της
κι έμπαινε μέσα σε σεντούκι.
Και αν του έλεγε «Θα ξαπλώσω»,
ή «Μου έρχεται να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να της απαντούσε: «Κάνε το εδώ
και το ένα και το άλλο, κι ας χτυπούν απέξω.»
Και αν έλεγε «Να κατουρήσω,
δεν μπορώ να αντέξω»,
να της έλεγε ακόμη κι αυτό:
«Ορίστε, εδώ σου το κρατώ,
πάντα να το κάνεις
και να αποφεύγεις τη μοιχεία.»
Και αν έλεγε: «Κι άμα πεινάσω
και διψάσω πολύ,
πού θα βρω να χορτάσω
εδώ μέσα που πλαντάζω;»,
να της απαντούσε: «Εγώ, μά τα ιερά,
και μά τ’ άγια μυστήρια,
μπορώ να σε χορταίνω
και να σε βαστάω σφιχτά.»
Και αν εκείνη το δεχτεί
να μείνει εκεί μέσα,
πρέπει αυτός να μην κοιμάται
και καθόλου να μην ξεγελιέται,
να την προσέχει όσο ζει,
νύχτα μέρα, όπως μπορεί,
κι έτοιμος με το σπαθί
να την κρατάει, για να μη γαμηθεί·
τότε είναι δυνατό
να μη φορέσει κέρατα.
Μα, αλλιώς, δεν έχει φυσική δύναμη
ο άντρας να την κρατήσει
τη γυναίκα την ξευτελισμένη
και τη διαπομπευμένη σύζυγο
και την άλλη την καημένη
που βρέθηκε γκαστρωμένη.
Πάντως, αν θέλεις να κοιμάσαι,
αυτή πάντα θα σε εξαπατά.
Μερικές στο κρεβάτι
έχουν αγαπητικούς, και την πηδάνε,
και τον άντρα της σαν πρόβατο
τον έχει και σαν ζώο.
Ο κακότυχος, ούτε καν την ακούει,
γιατί τον μαγεύει με κάτι,
και ύστερα άλλος την κανονίζει.
Λέει ότι την εξουσιάζει,
αλλά εκείνη λέει συνέχεια:
«Απαύτωνέ με! Αχ, και μόνο να ψοφούσε!
Ο κερατάς όταν κοιμάται,
είναι αναίσθητος σαν το ξύλο.»
Δεν σας λέω τί γίνεται όταν λείπει
ο άντρας της· στη μαύρη λύπη μέσα
τότε έχει τον καιρό
να χορεύει τον ερωτικό χορό·
βλέπει τον άντρα της σαν ψοφίμι,
λέει: «Θα βρω για να χαρώ
άλλον, νέο τρυφερό,
να μου κάνει σαν φτερό
ελαφριά και γλυκαμένη
την καρδιά μου την καημένη.»
Αλήθεια, τέτοιο πράγμα
δεν έχει γραφτεί ακόμα,
αυτό που κάνουν οι γυναίκες,
που πηδιούνται με ξένους.
Δείτε μόνο αν έχει μυαλό
η γυναίκα να μετρήσει
το ένα, δύο και τρία
(ναι, μά την Παναγιά την Οδηγήτρια!),
δηλαδή πρώτον τη ζωή που ζούμε,
δεύτερον την αντίληψη που έχουμε,
και, τρίτον, την τιμή τους,
που είναι πιο πάνω κι από τη ζωή τους.
Αλλά εκείνες τίποτε δεν λογαριάζουν,
ούτε υπόσχονται, ούτε φοβούνται
μήπως τις πάρουν είδηση
και τσακίσουν τα κεφάλια τους,
εννοώ οι κακότυχοι
οι άντρες τους οι μαγεμένοι.
Το μόνο που λένε είναι οι ίδιες να χορτάσουν,
κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται,
δεν φοβούνται μήπως τις τσακώσουν,
ούτε καν μήπως τις πάρουν χαμπάρι,
και καθόλου δεν θεωρούν ντροπή
το να ξευτελίζονται κρυφά.
Μα όταν συμβεί να τη βρει,
και να την πιάσει στα πράσα,
ο νόμος είναι να χάσει
την προίκα της, αν σκάσει από πόθο·
τότε απομένει φτωχή
και την πηδούν τα γαϊδούρια.
208
 
210
 
 
 
 
 
 
 
 
 
220
 
 
 
 
 
 
 
 
 
230
 
 
 
 
 
 
 
 
 
240
 
 
 
 
 
 
 
 
 
250
 
 
 
 
 
 
 
 
 
260
 
 
 
 
 
 
 
 
 
270
 
 
 
 
 
 
 
 
 
280
 
 
 
 
 
 
 
 
 
290
 
 
 
 
 
 
 
 
 
300
 
 
 
 
 
 
 
 
 
310
 
 
 
 
 
 
 
 
 
320
 
 
 
 
325

Μερικά λεξιλογικά:

* Στον στίχο 324, στην απόδοση, παραλείπω την επεξηγηματική προσθήκη της επιμελήτριας: [και συνουσιαστεί με άλλον] επειδή μου χαλάει τη στοίχιση.

* Μια γενική παρατήρηση, ότι σε πολλές περιπτώσεις τα μπ, ντ γράφονται π, τ (ποπευτούν αντί πομπευτούν, σετούκι αντί σεντούκι, πορώ αντί μπορώ και άλλα πολλά). Δεν είδα κάπου μια αναφορά σε αυτό το φαινόμενο ή μια εξήγησή του, αν είναι δηλαδή σύμβαση της γραφής ή αν έχει πραγματική βάση -ίσως όμως να υπήρχε αναφορά και να μην την πρόσεξα.

* Στίχος 217, «επειδή τον έχει ως τρέλη». Η επιμελήτρια μεταφράζει «επειδή τον θεωρεί τρελό». Δεν ξέρω αν ο τύπος «τρέλης» υπάρχει ή αν έγινε για χάρη της ομοιοκαταληξίας, αλλά αναρωτιέμαι γιατί απορρίφθηκε ο απλός παρατονισμός (που τέτοιους έχει πολλούς χάρη της ρίμας στο ποίημα) δηλαδή «επειδή τον έχει ως τρελή». Αλλά λέξη «τρέλλης» υπάρχει όπως με πληροφορεί το σχ. 21 οπότε εδώ μάλλον κακώς αναρωτήθηκα.

* Στίχος 243, «να τουρήσω». Πρόκειται πάλι για τη γραφή τ αντί για ντ. Ο τύπος είναι «να ντουρήσω», από το ρήμα «ντουρώ», αντέχω, και αλλού «διατηρούμαι», που είναι δάνειο από το βενετικό durar, ιταλικό durare. Να σημειώσουμε ότι και το κοινό «φτουράω» προέρχεται μάλλον από το λατ. obduro.

* 269 «μουτζοπαντρεμένη» Σύνθετο που μας θυμίζει την πρακτική της διαπόμπευσης των μοιχαλίδων -φυσικά για τη μούντζα αξίζει να γραφτεί άρθρο, να δούμε πότε θ’ αξιωθώ.

* 275 «καύχους». Καύκος και καύχος ο αγαπητικός, καύκα και καύχα η αγαπητικιά. Και για τη λέξη αυτή αξίζει άρθρο, μεταξύ άλλων επειδή η ετυμολογία της είναι σκληρό καρύδι που αντιστέκεται -μπορεί πάντως να έχει σχέση με το ποτήρι τον καύκο (του γνωστού βυζαντινού συνθήματος Πάλιν τον καύκον έπιες…) Στην Κύπρο οι λέξεις καύκος και καύκα είναι σε χρήση -ο αστικός μύθος λέει ότι το 1970 το τελωνείο απέρριψε βιβλίο του Κάφκα που ερχόταν από Ελλάδα επειδή το θεώρησαν άσεμνο αφού μιλούσε για ερωμένες (καύκα, νόμισε ο τελώνης).

* 275 «κτυπά τη» – μια από τις πολλές λέξεις για την ερωτική πράξη. Βλ. και «βαράει» ή «πελεκάει» αμέσως πιο κάτω, ενώ ο κερατωμένος σύζυγος λέγεται «κρουσμένος»

* 309 «ουδέ τάσσου» [τάσσουν] Η επιμελήτρια το μεταφράζει «υπόσχονται», και εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται λογικό, αφού τάσσω = τάζω, αλλά το νόημα δεν βγαίνει. Στον στίχο  315 πιο κάτω, το «κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν» αποδίδεται πειστικά «κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται», οπότε εικάζω ότι αυτό είναι και εδώ το νόημα, οι γυναίκες «δεν σκέφτονται/νοιάζονται, δεν φοβούνται». Δυστυχώς η έκδοση του μεσαιωνικού λεξικού του Κριαρά δεν έχει φτάσει ως το Τ ακόμα (ο 19ος τόμος τελειώνει στο σιργ-) οπότε δεν μπορώ να ανατρέξω εκεί, βρίσκω όμως την ίδια σημασία, τάσσω= σκέφτομαι, νοιάζομαι και στον Πόλεμο της Τρωάδας:

Ἐξ ὅ, τι καὶ ἂν ἐχάσασιν οἱ Ἕλληνες ἀπάρτι,
ὅλον ἐλησμονῆσαν το, τίποτε δὲν τὸ τάσσουν

οπότε πείθομαι ότι το διαβάζω σωστά.

* 324 «απομένει γδούρια», αποδίδεται «φτωχή», αλλά είναι λιγάκι πιο έντονο. Γδούρης είναι ο πάμφτωχος, που δεν του έχει απομείνει τίποτα, που τον «έχουν γδάρει» μεταφορικά. Αυτή είναι άλλωστε και η ετυμολογία της λέξης, αφού προέρχεται από το εκδόριον, εκδούριν και το κδ τρέπεται σε γδ. Εδώ, η μοιχαλίδα που σκάει από τον πόθο και συνουσιάζεται με άλλον βάσει του νόμου χάνει την περιουσία της (και την προικώα, υποθέτω) οπότε μένει επί ξύλου κρεμάμενη, τσίτσιδη, όχι απλώς φτωχή. Στο Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, του Π. Κουσαθανά, βρίσκω ότι «γδούρι» σημαίνει α) κουρεμένος γουλί, β) γυμνός, ολότελα χαμένος σε τυχερό παιχνίδι.

Οπότε, το μοναδικό παράπονο από αυτή την έξοχη έκδοση είναι πως δεν είχε δέκα σελιδούλες παραπάνω με μερικά γλωσσικά σχόλια σαν κι αυτά που σημείωσα.

 

 

Posted in Αθυροστομίες, Δύο φύλα, Κρήτη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 136 Σχόλια »

Και πάλι Λαπαθιώτης

Posted by sarant στο 8 Ιανουαρίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 73 χρόνια από την αυτοκτονία του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στις 8 Ιανουαρίου 1944. Κάθε χρόνο, τέτοια (περίπου) μέρα ανεβάζω στο Διαδίκτυο ένα άρθρο για τον ποιητή, συνήθως με κάποιο δυσεύρετο ή αθησαύριστο κείμενό του. Αυτό σκοπεύω να κάνω και σήμερα, οπότε ο τίτλος «Και πάλι Λαπαθιώτης» ταιριάζει. Είναι ακριβώς ο τίτλος ενός άρθρου για τον Λαπαθιώτη, που δημοσιεύτηκε πριν από 20 χρόνια στο Αθηναϊκό Ημερολόγιο 1997 των εκδόσεων Φιλιππότη.

Το άρθρο αυτό το αγνοούσα μέχρι πρόσφατα που μου το έστειλε φίλος -και, εκτός λάθους, και κανείς άλλος μελετητής του Λαπαθιώτη δεν το είχε προσέξει. Είναι σημαντικό διότι περιέχει δύο άγνωστα πρωτόλεια του Λαπαθιώτη, που δεν έχουν συμπεριληφθεί σε καμιά έκδοση ποιημάτων του, καθώς και κάποιες σημαντικές βιογραφικές του πληροφορίες. Το άρθρο το υπογράφει η κυρία Ιουλία Βαγενά, συγγενής του ποιητή από τη μεριά της μητέρας του. Τα ποιήματα καθαυτά δεν έχουν ίσως μεγάλη αξία, αλλά καλό είναι να καταγραφούν κι εδώ ώστε να συμπεριληφθούν σε μελλοντική έκδοση των Απάντων του Λαπαθιώτη. Είναι, όπως είπαμε, πρωτόλεια: το πρώτο το έγραψε ο Λαπαθιώτης στα 13 χρόνια του, ή ίσως 2-3 χρόνια αργότερα, ενώ το δεύτερο, αν κρίνω από τον γραφικό χαρακτήρα, πρέπει να έχει γραφτεί την περίοδο 1905-1907, όταν ο ποιητής (γενν. 1888) ήταν περίπου 18 χρονών.

Παραθέτω το άρθρο της Ιουλίας Βαγενά, με κάποια δικά μου σχόλια μέσα σε αγκύλες [,]

ΙΟΥΛΙΑ ΒΑΓΕΝΑ

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Αγαπητέ κ. Καιροφύλα, στο τελευταίο Ημερολόγιό σας του 1996, το οποίο διάβασα με πολύ ενδιαφέρον λόγω της εξαιρετικής όντως ύλης του και των περιόπτων επωνύμων τα οποία περικλείει, είδα κι ένα κομμάτι του Καθηγητού του Πανεπιστημίου κ. Καρόλου Μητσάκη «Μικρή Συμβολή στην ζωή και το έργο του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη». [Tο άρθρο αυτό είναι γνωστό]

Το διάβασα με κομμένη ανάσα, διότι μ’ ενδιαφέρει αφάνταστα ό,τι γράφεται και λέγεται δι’ Αυτόν.

lap-tafos2Είμαι στενή συγγενής του, δηλαδή η Μητέρα του Βασιλική Παπαδοπούλου (κόρη Αντωνίου Παπαδοπούλου και Καλλιρόης Ραζηκώτσικα) και μετέπειτα Λαπαθιώτη, ήτο αδελφή του πάππου μου Νικολάου Παπαδοπούλου, ανωτάτου αξιωματικού του Πυροβολικού, ως εκ τούτου έχω κι εγώ ορισμένας αναμνήσεις από τον θείο μου Ναπολέοντα.

Σχετικά με την αυτοκτονία του και το ερωτηματικό δια το όργανο που προκάλεσε την βαθιά πληγή στο στήθος, έχω ν’ αναφέρω το εξής: Πρώτον ότι στο συγγενικό του περιβάλλον τότε κυκλοφόρησε η εκδοχή της δια περιστρόφου αυτοκτονίας του. Δεύτερον επειδή έχω την τιμή να τον φιλοξενώ στον Οικογενεικό μας Τάφο στο Α’Νεκροταφείο, τμήμα Α’, τάφο της οικογένειας του πάππου μου ως αναφέρω ανωτέρω Νικολάου Παπαδοπούλου, όπου είναι χαραγμένο και το όνομα του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη, μπορώ να επιβεβαιώσω απόλυτα την εκδοχή της διά περιστρόφου αυτοκτονίας από το εξής περιστατικό: Όταν εχρειάσθη στον ως άνω τάφο να γίνη εκταφή του ποιητού για να ταφεί ο άλλος θείος μου Ναύαρχος Ιωάννης Ραζηκώτσικας κι έγινε ανακομιδή των οστών του Ναπολέοντος, ο επιστατήσας εις την θλιβεράν αυτή διαδικασία αδελφός της μητέρας μου αξιωματικός Πυροβολικού Κωνσταντίνος Ν. Παπαδόπουλος (πρώτος εξάδελφος το Ναπολέοντος), διεπίστωσε ότι μεταξύ των οστών ευρέθη και η σφαίρα με την οποία είχε τελευτήσει ο αυτόχειρ. [Η εκδοχή της αυτοκτονίας με περίστροφο είναι και η επίσημη, αλλά ο Μάριος Βαϊάνος έχει προβάλει την εκδοχή ότι ο Λαπαθιώτης είχε χρησιμοποιήσει μαχαίρι]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Ποίηση | Με ετικέτα: , | 162 Σχόλια »

Η Αγαπώ του Παντελή Μπουκάλα

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2017

«Περάστε τις γιορτές συντροφιά μ’ ένα βιβλίο» έλεγε κάποιο παλιό διαφημιστικό σύνθημα των εκδοτών ή βιβλιοπωλών. Εγώ τις φετινές γιορτές τις πέρασα, κατά μεγάλο μέρος, με απολαυστική συντροφιά, με το καινούργιο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα, που μου άρεσε πολύ και που θέλω να το παρουσιάσω στο σημερινό άρθρο.

mpoukalasagapwΟ τίτλος του βιβλίου είναι κάπως μακροσκελής: Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών.

Των δημοτικών τραγουδιών, βεβαίως. Ο φίλος Παντελής μελετάει εδώ και πολλά χρόνια το δημοτικό τραγούδι -αυτό το ήξερα και το είχαμε αναφέρει πριν από μερικούς μήνες που παρουσιάσαμε εδώ τη συλλογή δίστιχων του Λασκαράτου που την εξέδωσε πρόσφατα ο Μπουκάλας μαζί με τον καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Αυτό που δεν ήξερα και που μου προκάλεσε δέος είναι το πλάτος και το βάθος, αλλά και η γνώση της ενασχόλησης. Ο Μπουκάλας μας δίνει έναν τόμο σχεδόν 600 σελίδων, από τις οποίες οι 200 είναι σημειώσεις, κάτι που δείχνει πόσο πολλή λεπτοδουλειά έχει κάνει. Στον τόμο αυτό αναλύει διάφορες πτυχές της γλώσσας όπως εκφράζονται μέσα από τα δημοτικά τραγούδια αλλά και από την επώνυμη ποίηση, έχοντας σαν κεντρικό θέμα του την ποιητική υπέρβαση των ορίων και των κανόνων της γλώσσας και σαν εμβληματικό παράδειγμα αυτής της υπέρβασης τη μετατροπή ενός ρήματος, του ρήματος αγαπώ σε ουσιαστικό: η αγαπώ, η αγαπημένη δηλαδή, αλλά και η πολυαγαπώ, ουσιαστικό που κλίνεται (της αγαπώς) και βεβαίως παρουσιάζεται και σε αρσενικό τύπο (ο αγαπός και άλλες παραλλαγές).

Ο Μπουκάλας εξετάζει αναλυτικά τον μετασχηματισμό του ρήματος σε όνομα που, όπως είπαμε, κλίνεται και, επειδή γράφει σε εκδοτικόν οίκο που κρατάει το πολυτονικό, αναφέρεται επιτροχάδην και σε ένα πρόβλημα που εμάς δεν θα μας απασχολούσε, δηλαδή τι τόνο πρέπει να πάρει το ουσιαστικό «η αγαπώ», και προκρίνει την οξεία (λέει και γιατί), αν και βέβαια στη γενική πτώση βάζει περισπωμένη. Παραδείγματα στίχων:

Ζωγράφε που ζωγράφιζες τον άγιο στην Αττάλεια
ζωγράφισε την αγαπώ μες στα δικά μου αγκάλια.

Ο νιος τον άρρωστο έκανε στης αγαπώς την πόρτα.

Άγρια περιστεράκια μου εις στο σκολειό να μπείτε,
και πέμπω χαιρετίσματα της ααπώς να πείτε (Καρπάθικο, όπου το γ πέφτει ανάμεσα σε δυο φωνήεντα).

Τον αγαπώ παντρεύουνε κι εμέ παρηγορούνε
κι όση παρηγοριά έχω γω τόσο καλό να δούνε.

Κάθε Σαββατοκύριακο που’ν’όμορφο το φόρος,
σκολάζουν οι γραμματικοί, σκολάζουν κι οι νοδάροι,
σκολάζει κι ο πολυαγαπώ ‘που το χρυσό κοντύλι,
κι απού την πόρτα μας περνά για να τ’ ανατρανίσω,
κι εγώ δεν αναντράνισα για να τον τυραννήσω
[Κρητικό -για τα λεξιλογικά αυτού του πεντάστιχου μπορεί να γραφτεί αρθράκι]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 171 Σχόλια »

Όταν ο Μπομπ Ντίλαν συνάντησε τον Βάρναλη

Posted by sarant στο 16 Οκτώβριος, 2016

Με τον τίτλο που διάλεξα να βάλω, υπάρχει φόβος να μου πείτε ότι επιδιώκω να προσελκύσω αναγνώστες με εντυπωσιακούς αλλά παραπλανητικούς τίτλους. Συναντήθηκαν ποτέ ο Κώστας Βάρναλης με τον Μπομπ Ντίλαν; Παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας, θα μπορούσαν -θεωρητικά- να έχουν συναντηθεί, ας πούμε στη δεκαετία του 1960, αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ. Χρησιμοποιώ μεταφορικά τον όρο «συνάντηση», κάτι που συμβαίνει συχνά όταν αναφερόμαστε σε συγγραφείς και γενικότερα σε ανθρώπους της τέχνης -συναντήθηκαν μέσα από το έργο τους.

Δεν νομίζω ότι ο ένας ήξερε το έργο του άλλου -η συνάντηση που λέω έγινε σε ουδέτερο έδαφος, σε ένα μνημόσυνο, αφού κι οι δυο αφιέρωσαν ένα έργο τους, ποίημα ο Βάρναλης και τραγούδι ο Ντίλαν, στον ίδιο νεκρό, σε έναν δεκατετράχρονο μαύρο που έπεσε θύμα άγριας ρατσιστικής δολοφονίας στην πολιτεία του Μισισιπή, τον Έμετ Τιλ.

Η δολοφονία του Έμετ Λιούις Τιλ έγινε στα τέλη Αυγούστου του 1955. Ο δεκατετράχρονος μαύρος, που κατοικούσε στο Σικάγο, είχε πάει για το καλοκαίρι σε συγγενείς στον Μισισιπή. Μαζί με άλλους μαύρους έφηβους μπήκε στο μπακάλικο του χωριού, που το κρατούσε η 21χρονη (λευκή) Καρολίνα Μπράιαντ, και της μίλησε με οικειότητα, ενώ φεύγοντας σφύριξε κολακευτικά (αργότερα μαθεύτηκε ότι ο Τιλ είχε σοβαρό πρόβλημα με το τραύλισμα και γι’ αυτό σφύριζε τα λόγια του).

emmit_till_bodyΤέτοια τόλμη, από έναν ξενοφερμένο, έκανε αίσθηση στη μικρή κοινωνία όπου ο φυλετικός διαχωρισμός βασίλευε. Μερικές μέρες αργότερα, επέστρεψε ο σύζυγος της μπακάλισσας, που έλειπε σε εκδρομή για ψάρεμα, και όταν έμαθε τα καθέκαστα πήγε, μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του στο σπίτι όπου φιλοξενιόταν ο Έμετ Τιλ. Μπήκαν μέσα στις 2 το πρωί της 28ης Αυγούστου, άρπαξαν τον νεαρό, τον φόρτωσαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Τον βασάνισαν, τον χτύπησαν, τον πυροβόλησαν, τον έριξαν στο ποτάμι. Δυο-τρεις μέρες αργότερα το παραμορφωμένο πτώμα του ανέβηκε στην επιφάνεια και βρέθηκε. Το κεφάλι του ήταν ένας άμορφος πρησμένος όγκος, και οι αρχές ήθελαν να θαφτεί χωρίς να ανοιχτεί το φέρετρο -αλλά η μητέρα του επέμεινε κι έτσι όλοι είδαν το φρικτό θέαμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, ΗΠΑ, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Ρατσισμός, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 125 Σχόλια »

Ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2016

Το ιστολόγιό μας έχει υπότιτλο «για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τα άλλα» και, πράγματι, αφιερώνει στη λογοτεχνία ικανό μερίδιο της ύλης του, κι όμως, μέχρι τώρα, στα εφτάμισι χρόνια της ύπαρξής του δεν έχει σχολιάσει ποτέ την απονομή κάποιου Νόμπελ λογοτεχνίας, από τα εφτά που έχει δει να απονέμονται (και τα θυμίζω: 2009 – Χέρτα Μύλερ, 2010 – Μάριο Βάργκας Γιόσα, 2011 – Τόμας Τρανστρέμερ, 2012 – Μο Γιαν, 2013 – Άλις Μάνρο, 2014 – Πατρίκ Μοντιανό, 2015 – Σβετλάνα Αλεξίεβιτς).

Για το φετινό Νόμπελ θα κάνουμε εξαίρεση -διότι το Νόμπελ λογοτεχνίας του 2016 είναι ένα Νόμπελ αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Όπως θα ξέρετε, χτες ανακοινώθηκε η βράβευση του Μπομπ Ντίλαν, του Αμερικανού τραγουδοποιού που εξέφρασε το αντιπολεμικό κίνημα της δεκαετίας του 1960 και επηρέασε βαθύτατα τις επόμενες γενιές της αμφισβήτησης.

Σπάνια η απονομή ενός βραβείου Νόμπελ έχει προκαλέσει τόση αίσθηση -εγώ δεν θυμάμαι καμιά άλλη βράβευση που να συζητήθηκε τόσο, τουλάχιστον μετά τη βράβευση του Κίσινγκερ. Εδώ που τα λέμε, πρόκειται για όνομα διάσημο, ενώ κάποιοι από τους βραβευμένους των τελευταίων ετών ήταν παγκοσμίως άγνωστοι όταν βραβεύτηκαν -και τουλάχιστον ένας έμεινε και μετά.

Φυσικά η διασημότητα δεν είναι κριτήριο της αξίας ενός λογοτέχνη και ούτε όλες οι αντιδράσεις στην ανακοίνωση της βράβευσης του Ντίλαν ήταν επιδοκιμαστικές. Πολλοί εξεπλάγησαν από τη βράβευση, αρκετοί εξέφρασαν διαφωνία ενώ κάποιοι αντέδρασαν με θυμηδία -γιατί όχι και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είπε κάποιος· η Μαντόνα, είπε κάποιος άλλος.

Βλέπετε, ο Ντύλαν βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ είναι τραγουδοποιός, γράφει τραγούδια. Στην απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας τονίζεται ότι βραβεύεται «για τη δημιουργία νέων δρόμων ποιητικής έκφρασης μέσα στη μεγάλη παράδοση του αμερικανικού τραγουδιού». Πρωτη φορά βραβεύεται τραγουδοποιός με την ανώτατη διάκριση για έναν λογοτέχνη κι αυτό, εύλογα, ξένισε πολλούς.

Εύλογα ξένισε, αν και το όνομα του Ντίλαν δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία -όσοι παρακολουθούν κάπως τα βραβεία Νόμπελ θα θυμούνται ότι και παλιότερα είχε αναφερθεί το όνομά του και είχαν υπάρξει αντιδράσεις υπέρ και κατά ενός τέτοιου ενδεχόμενου (ο φίλος Δαεμάνος στη Λεξιλογία μού θύμισε ένα άρθρο του 2013 υπέρ της βράβευσης του Ντίλαν).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 221 Σχόλια »