Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ποίηση’ Category

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος γράφει για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη και γι’ άλλους που έφυγαν

Posted by sarant στο 14 Απρίλιος, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε θέμα λογοτεχνικό -που σημαίνει ότι σχεδόν πάντα βάζουμε πεζά ή, σπανιότερα, ποιήματα κάποιου παλιού ποιητή, ας πούμε του αγαπημένου μου Λαπαθιώτη ή του επίσης αγαπημένου μου Κοτζιούλα. Δεν θυμάμαι να έχουμε αφιερώσει ποτέ κυριακάτικο άρθρο σε σύγχρονο ποιητή, ενώ για σύγχρονους πεζογράφους δεν είναι σπάνια τα άρθρα έστω και με απλή ασχολίαστη παράθεση κάποιου έργου τους. Κάτι λέει αυτό ή για τα δικά μου γούστα ή για τη θέση της σύγχρονης ποίησης.

Σήμερα θα κάνω μιαν εξαίρεση και θα παρουσιάσω ποιήματα από ένα σχετικά καινούργιο βιβλίο, την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή ενός από τους αξιόλογους ποιητές μας, του Δημήτρη Κοσμόπουλου, το Θέριστρον, συλλογή που κυκλοφόρησε πριν από έξι μήνες περίπου σε πολύ προσεγμένη έκδοση από τις εκδόσεις Κέδρος. Είναι το ένατο ποιητικό βιβλίο του Κοσμόπουλου, που εδώ βλέπετε σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμά του.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, πρέπει να σχολιάσουμε και τον τίτλο της συλλογής. Τι είναι το θέριστρον; Δεν είναι λεξιπλασία, όπως ίσως θα φανταζόταν κανείς. Η λέξη υπάρχει, στην αρχαία γραμματεία. Στον πληθυντικό, τα θέριστρα είναι η αμοιβή που πληρώνει κανείς στους εργάτες που θερίζουν. Στον ενικό όμως η λέξη έχει άλλες δύο σημασίες. Αφενός σημαίνει το εργαλείο του θερισμού, το δρεπάνι, από την άλλη όμως σημαίνει επίσης ένα ελαφρό θερινό ένδυμα. Και οι δυο λέξεις μαρτυρούνται στην ίδια πηγή, στους Εβδομήκοντα και επειδή ο Κοσμόπουλος είναι ποιητής με βαθιά χριστιανική πνευματικότητα έχει σημασία η πηγή. Νομίζω πως συνειδητά διάλεξε μια λέξη με δυο σημασίες -το δρεπάνι βέβαια παραπέμπει στον θάνατο, αλλά το καλοκαίρι, η θερινή στολή, στην αέναη συνέχεια.

Τις τελευταίες δεκαετίες συμβαίνει ένα αξιοπρόσεκτο φαινόμενο στα ποιητικά μας πράγματα, κι αυτό είναι η αναβίωση του παραδοσιακού, ισόμετρου στίχου. Το κίνημα αυτό ξεκίνησε, αν δεν σφάλλω, με την τριάδα Καψάλη-Λάγιου-Κοροπούλη και συνεχίστηκε από άλλους, ανάμεσά τους και νεότεροι, σαν τη φίλη μας Σοφία Κολοτούρου, ακόμα και νεότατοι, όπως ο μυστηριώδης Ααρών Μνησιβιάδης και ο εξαιρετικά ταλαντούχος Θάνος Γιαννούδης. Και εδώ ανήκει, βέβαια, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ηλικιακά πιο κοντά στην πρώτη τριάδα, αν και λιγάκι νεότερος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 66 Σχόλια »

Σκούφια, η παροιμιακή

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2019

Μπήκε πια η άνοιξη, αλλά στα βορειότερα κλίματα το κρύο ακόμα δαγκώνει τα πρωινά. Προχτές χρειάστηκε να βγω νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο και σκέφτηκα πως βιάστηκα ν’ αποστρατεύσω το σκουφί που κουβαλάω στο σακκίδιό μου τους χειμωνιάτικους μήνες. Αυτή όμως η παράλειψη μού θύμισε πως κάτι χρωστάω.

Βλέπετε, το σημερινό άρθρο το έχω υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που έγραψα το άρθρο για τις τραγιάσκες και την ετυμολογία τους. Τις τραγιάσκες τις πετούσαν στον αέρα ζητωκραυγάζοντας οι Ρουμάνοι φοιτητές, οπότε είχα τότε γράψει: Πράγματι, τον καιρό που ο κόσμος φορούσε καπέλα ήταν πολύ συνηθισμένο όταν ζητωκραύγαζαν ή πανηγύριζαν, να πετάνε και τα καπέλα τους στον αέρα. Αυτό το βλέπουμε και στην έκφραση «πετάει τη σκούφια του για…» όταν κάποιος δείχνει πολύ ενθουσιασμό για ενα θέμα. Φαίνεται πως και το καπέλο τύπου ρεπούμπλικα πήρε από ανάλογους πανηγυρισμούς το όνομά του (στην Ιταλία, και μας ήρθε μαζί με το όνομα). Στα σχόλια έγινε λόγος και για άλλες εκφράσεις με τη σκούφια, και είπα πως χρωστάω άρθρο για τη λέξη.

Στο λεξικό θα βρούμε τρεις βασικούς τύπους της λέξης: σκούφια, σκουφί και σκούφος. Φαίνεται πως η σκούφια είναι ο παλιότερος τύπος, και ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται και στις διάφορες παροιμίες, αλλά στη σημερινή γλώσσα εντύπωσή μου είναι πως για να αναφερθούμε κυριολεκτικά στο κάλυμμα της κεφαλής μας θα πούμε «σκουφί» κυρίως ή «σκούφος» αν είναι κάπως μεγαλύτερος ή για ειδικές χρήσεις, και πιο σπάνια θα πούμε «σκούφια». Τη σκούφια την κρατάμε για τις παροιμίες.

Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.

Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

Είπαμε ήδη ότι «πετάω τη σκούφια μου για κάτι» σημαίνει ότι δείχνω μεγάλο ενθουσιασμό για ένα θέμα. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης δίνει έναν πλατυσμό (που θέλει ο φίλος Πέπε) της έκφρασης, αν και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα μπορούμε να σκεφτούμε και την κυριολεξία:

Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν.

Πάντως, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. Συχνά, με το «για…», π.χ. πετάει τη σκούφια του για εκδρομές. Τη βρίσκω επίσης συχνά σε τίτλους αθλητικών ειδήσεων: Πετάει τη σκούφια του για να γυρίσει στην τάδε ομάδα ο τάδε προπονητής. Τον Ιούλιο του 2015 ο Ν. Φίλης του ΣΥΡΙΖΑ είχε δηλώσει ότι «δεν πετάμε τη σκούφια μας» για τη συμφωνία με τους δανειστές -τον οδυνηρό συμβιβασμό: δεν είμαστε και ενθουσιασμένοι.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η γνωστότερη παροιμιακή έκφραση με τη σκούφια. Νομίζω πως σαφώς πιο διαδεδομένη είναι «από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια του», που συνήθως εκφέρεται αρνητικά: δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του: λέγεται, συνήθως με μια δόση καχυποψίας, για κάποιον του οποίου αγνοούμε πλήρως την καταγωγή και την προϊστορία. Πρέπει να είναι εξέλιξη της παλιότερης έκφρ. «από τι μαλλί βαστάει η σκούφια του» την οποία παραθέτει ο Βενιζέλος με το ερμήνευμα «επί των καθ’ όλα αγνώστων».

Γράφει, ας πούμε, ο Πικρός στα Χαμένα κορμιά: … το Τζούλιο Τζάκομο τον εραστή της, έναν Ιταλό που δεν ξέρει κανείς από πού βαστά η σκούφια του και που λέει πως είναι κόντες.  Ή, ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν: Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα …           

Σπάνια θα δούμε να χρησιμοποιείται η έκφρ. στο πρώτο πρόσωπο και καταφατικά, δηλ. π.χ. «η σκούφια μου κρατάει από τη Μάνη». Είπαμε, είναι έκφραση που κρύβει καχυποψία για την προέλευση του λεγάμενου -όπως στα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά:

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανένα δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·

Πάντως, η εφαρμογή που βρίσκει σε ποιες περιοχές της χώρας επιχωριάζει κάθε επώνυμο, που συχνά τη χρησιμοποιούμε εδώ, λέγεται «Από πού κρατάει η σκούφια σου»

Μια τρίτη έκφραση με τη σκούφια, που καταγράφεται στο ΛΚΝ, είναι «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με». Σημαίνει: μη με κατηγορείς για κάτι που το κάνεις κι εσύ.

Νόμιζα ότι η έκφραση αυτή έχει παλιώσει, αλλά βλέπω ότι γκουγκλίζεται κάμποσο και καταγράφεται και στο slang.gr, όπου θα δείτε και τις ομοιότητες και τις διαφορές της από την παρεμφερή φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Από το σλανγκρ ξεσηκώνω το παράδειγμα χρήσης: Όταν ο Επίτιμος είχε πει κάποτε – ως κακέκτυπο του Αριστοτέλους – «πολιτική δεν νοείται χωρίς ηθική», η μόνη απάντηση που ήρμοζε, αρμόζει και θα αρμόζει είναι, στεντορεία τη φωνή: βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με, καραγκιόζη. [Άραγε αν μας διαβάζει κανείς σε π.χ. 20 χρόνια θα καταλάβει ποιος είναι ο Επίτιμος;]

Το μόνο που δεν λέει το σλανγκρ είναι η προέλευση της φράσης. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εξήγηση, η έκφραση γεννήθηκε από έναν ευτράπελο μύθο. Σε κάποιο μοναστήρι, ο ηγούμενος είχε κλειστεί στο κελί του με μια γυναίκα. Ενώ όμως βγάζανε τα μάτια τους, ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο καλόγερους, που πιάστηκαν στα χέρια. Οι άλλοι καλόγεροι χτύπησαν την πόρτα του κελιού του γούμενου για να τον ειδοποιήσουν, οπότε αυτός, πάνω στη βιασύνη του έκανε λάθος, και αντί για το καλογεροσκούφι φόρεσε το βρακί της λεγάμενης. Όταν βγήκε έξω, εξοργισμένος που τον είχαν διακόψει, άρχισε να μαλώνει τους πρωταίτιους της φασαρίας και να μοιράζει επιτίμια, οπότε ένας από αυτούς του λέει «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με».

Μια τέταρτη έκφραση με τη σκούφια, πάντα στο ΛΚΝ, είναι: βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι, κυρίως επειδή έχουμε εξασφαλιστεί οικονομικά. Ωστόσο, πιο συχνά λέμε «φοράω στραβά το καπέλο μου».

Πάμε τώρα στις λιγότετρο συχνές εκφράσεις με τη σκούφια, που είναι μισοξεχασμένες.

  • παρακαλώ εγώ κι η σκούφια μου: αστεία μορφή παράκλησης, που οφείλεται στο ότι όταν παρακαλούσαν έβγαζαν συνήθως, σε ένδειξη σεβασμού, και το κάλυμμα της κεφαλής
  • πάρε τη σκούφια μου συχαρίκια: όταν μας αναγγείλουν κάτι ασήμαντο -αλλά ήδη η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει αλλάξει και σημαίνει «συγχαρητήρια» και όχι την αμοιβή που δίνουμε σε όποιον μας αναγγείλει ευχάριστο νέο
  • είναι με τρύπια σκούφια: πάμπτωχος. Την έκφρ. την έχει ο Μακρυγιάννης.
  • γύρισε η σκούφια του ανάποδα: όταν κάποιος μένει εμβρόντητος από δυσάρεστη είδηση
  • τάφερε ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια ή: … κι η σκούφια του Μιχάλη. Ευτράπελος πλατειασμός. Υπάρχει και τραγούδι του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, Η σκούφια του Μιχάλη, όπου: Ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή να μου ανοίξει άλλη.
  • αγέννητο το παιδί, αγορασμένη η σκούφια -παραλλαγή του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε»
  • μέτρα κεφάλια και κόψε σκούφιες, φράση που λεγόταν παλιά σε καφενεία όταν παράγγελνε κανείς καφέδες ή ρακές ή ποτό για όλη την παρέα. Ο καφετζής ρωτούσε «πόσους;» και ο παραγγέλνων και πλερώνων απαντούσε έτσι, εννοώντας «όσοι είμαστε». Η φράση δεν λέγεται πια, αφού για να παραγγείλεις σήμερα καφέ πρέπει να δώσεις λεπτομερέστατες προδιαγραφές, οπότε οι παραγγελίες εξατομικεύονται.
  • και τέλος, μια παροιμία που την έλεγε η συχωρεμένη η πεθερά μου, «Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι». Μάλλον την έχω εξευγενίσει, διότι η πεθερά μου την έλεγε: τι του λείπ’ του κασιδιάρη; Σκούφια με το μαργαριτάρι, έτσι με το άρθρο, όπως συνήθιζαν παλιά οι λαϊκοί άνθρωποι σε ορισμένα μέρη, π.χ. έφτιαξα αρνί με το σπανάκι. Βέβαια, του Κασιδιάρη του λείπει κι ένα ευρύχωρο, η δημοκρατία δεν εκδικείται, κελί.

Όλες αυτές οι παροιμίες για τη σκούφια, και σχεδόν καμία για το σκουφί ή τον σκούφο, αν εξαιρέσουμε το «ούφο με σκούφο», που τη θυμάμαι από τα νιάτα μου, αλλά την έχει και το slang.gr, ως επιτατικό του απλού ούφο.

Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό, κοινώς η καπότα, εξού και ο ξεσκούφωτος με αυτή τη σημασία, ενώ υπάρχει και το κλοτσοσκούφι, που λέγεται για κάποιον που όλοι τον περιφρονούν και κανείς δεν τον υπολογίζει, όπως στο τραγούδι που λέει η Βουγιουκλάκη, από την παλιά συνήθεια των παιδιών να παίζουν μπάλα με μια παλιά σκούφια που την είχαν γεμίσει με κουρέλια. Βέβαια, κλοτσοσκούφι είναι και περιφρονητική ονομασία για το ποδόσφαιρο, είτε γενικά ως άθλημα («πάλι κλοτσοσκούφι θα δούμε;») είτε ειδικά για το κακό ποδόσφαιρο («από τότε που ήρθε ο καινούργιος προπονητής, δεν παίζουμε ποδόσφαιρο, παίζουμε κλοτσοσκούφι».

Πρασινοσκούφηδες είναι οι στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων, αλλά ο όρος «μαυροσκούφηδες» μπορεί να αναφέρεται είτε στους φαντάρους των τεθωρακισμένων (και «τέθωρες») από τον μαύρο μπερέ τους, είτε στους θρυλικούς έφιππους σωματοφύλακες του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, που φορούσαν ένα χαρακτηριστικό μαύρο καλπάκι. Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά το καλπάκι αυτό αρχικά το φορούσαν οι Λεγεωνάριοι του Διαμάντη, οι βλαχόφωνοι αυτονομιστές του Πριγκιπάτου της Πίνδου -όταν τους εξόντωσε ο ελασίτης καπετάνιος Νάκος Μπελλής πήρε λάφυρο μερικά καλπάκια που τα χάρισε στον Άρη.

Από παρατσούκλι θα προήλθε και το επώνυμο Αλογοσκούφης, όπως λεγόταν ο σήμερα σχεδόν ξεχασμένος «τσάρος της οικονομίας» επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.

Αλλά αυτά είναι αλλουνού σκούφια. Η δική μας επισκόπηση τελειώνει εδώ!

 

 

 

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Ποιήματα για τον Στάλιν

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2019

Την Τρίτη που μας πέρασε συμπληρώθηκαν 66 χρόνια από τον θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν, του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης που σύνδεσε το όνομά του με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, με τη συντριβή του φασισμού και του ναζισμού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και με εγκλήματα, εκκαθαρίσεις της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων και παραβιάσεις της σοσιαλιστικής νομιμότητας και με το φαινόμενο που ονομάστηκε προσωπολατρία και που δύσκολα συμβιβάζεται με το απελευθερωτικό όραμα του κομμουνισμού.

Ο Στάλιν πέθανε πριν απο 66 χρονια, αλλά το όνομά του ακούγεται ολοένα και περισσότερο στις μέρες μας, πολύ περισσότερο απ’ όσο ακουγόταν π.χ. στη δεκαετία του 1980. Αφενός ακούγεται πολύ επειδή το ΚΚΕ έχει ας πούμε αποκαταστήσει το όνομά του, έχει επανεκδώσει τα έργα του και τον τιμά μέσα από τα έντυπά του, σε αντίθεση με το ΚΚΕ της περιόδου Φλωράκη, κατά την οποια ο Ριζοσπάστης σπανιότατα εκανε λόγο για τον Στάλιν.

Κυρίως όμως ο Στάλιν και ο σταλινισμός ακούγεται σαν σκιάχτρο, από τους αντίπαλους της αριστεράς, που τον χρησιμοποιούν για να συκοφαντήσουν συλλήβδην την αριστερά για ανελεύθερη, αυταρχική και αιμοβόρα. Βέβαια, όταν όλοι οι καταπιεστές και οι απατεώνες της εποχής μας χρησιμοποιούν τον Στάλιν με τον τρόπο αυτό, κάθε τίμιος άνθρωπος αισθάνεται τον πειρασμό να συμπεράνει πως δεν θα ήταν και τόσο κακός ο σύντροφος με το μουστάκι.

Σήμερα όμως είναι Κυριακή, μέρα λογοτεχνίας. Οπότε, σκέφτομαι πως δεν θα ήταν κακή ιδέα να δούμε μερικά ποιήματα που γράφτηκαν για τον Στάλιν.

Το έναυσμα μού το έδωσε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, που έγραψε προχτές επιφυλλίδα, ακριβώς, με τίτλο «Πέθανε ή δεν πέθανε ο Στάλιν;» στην οποία αναφέρεται περιπαιχτικά στα ποιήματα που έγραψαν μεγάλοι ποιητές, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, για τον θάνατο του Στάλιν. Οπότε, σκέφτηκα να δώσω στον κύριο Τάκη την ευκαιρία να ειρωνευτεί και άλλα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας.

Το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου για τον θάνατο του Στάλιν είναι πασίγνωστο χωρίς κανείς να το έχει διαβάσει, κυκλοφορεί σε διάφορα σημεία του Διαδικτύου, αν και απ’ όσο ξέρω ο ποιητής δεν το συμπεριέλαβε σε κάποιο βιβλίο του. Υπάρχει, για παράδειγμα, εδώ, αλλά δεν ξέρω αν είναι ολόκληρο.

Λιγότερο γνωστό είναι το ποίημα που έγραψε με την ίδια ευκαιρία ο Τάσος Λειβαδίτης. Είναι λιγότερο γνωστό επειδή ο Λειβαδίτης μετά τη μεταπολίτευση δεν ήταν χρήσιμος στόχος. Ο Ρίτσος ήταν στόχος, που είχε ταχθεί με το ΚΚΕ, που, αντίστροφα απ’ό,τι τώρα, ήταν το πιο ενοχλητικό κόμμα της Αριστεράς.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε στην Αυγή την Κυριακή 8 Μαρτίου 1953. Δεν το βρήκα ολόκληρο κάπόυ, οπότε το παραθέτω σε μορφή εικόνας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ, Εις μνήμην, Κομμουνιστικό κίνημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 150 Σχόλια »

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της Αυγής, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Στην εδώ αναδημοσίευση προσθέτω ορισμένα περί κουρελούς όπως και τη φωτογραφία.

Η κουρελού τραγουδάει ακόμα

Ο μήνας που μας πέρασε ήταν γεμάτος γεγονότα. Η συμφωνία των Πρεσπών στάθηκε καταλύτης για το διαζύγιο των κυβερνητικών εταίρων και δρομολόγησε εξελίξεις -όχι μόνο την ψήφο εμπιστοσύνης αλλά και την ανασύνθεση των πολιτικών δυνάμεων. Τελικά, η Συμφωνία ψηφίστηκε από τη Βουλή μάλλον άνετα, αλλά η αξιωματική (και όχι μόνο) αντιπολίτευση μίλησε προσβλητικά για κυβέρνηση-κουρελού και χαρακτήρισε “ρετάλια” τους βουλευτές εκτός ΣΥΡΙΖΑ που έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης ή στήριξαν τη Συμφωνία των Πρεσπών στη Βουλή.

Κουρελού είναι υφαντό στο οποίο ως υφάδι έχουν χρησιμοποιηθεί λεπτές λουρίδες διάφορων υφασμάτων και το οποίο χρησιμεύει ως πρόχειρο χαλί ή στρωσίδι. Από την άποψη αυτή, ο χαρακτηρισμός “κουρελού” για την κυβερνητική πλειοψηφία δεν είναι πολύ ακριβής, αφού η κουρελού αποτελείται από πολλά μικρά κομμάτια και όχι από ένα μεγάλο και πολλά μικρά -αλλ’ ας το προσπεράσουμε αυτό.

Το κουρέλι δεν είναι λέξη ελληνικής ετυμολογίας· οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν το ράκος, λέξη ήδη ομηρική (π.χ. στην Οδύσσεια όταν ο Οδυσσέας εμφανίζεται στο παλάτι του ως ζητιάνος, φοράει ράκη: ζώσατο μὲν ῥάκεσιν περὶ μήδεα, “έζωσε τα κουρέλια του τριγύρω στα κρυφά του” στη μετάφραση του Σίδερη). Από εκεί έχει επιβιώσει ο ρακοσυλλέκτης. Όμως το κουρέλι είναι μεσαιωνικό δάνειο από το λατινικό coriellum, που ανάγεται στο corium, δέρμα και πετσί ζώου. Πάντως, σε μεσαιωνικά κείμενα βρίσκει κανείς κουρέλιν να λέγεται και το κοράλλι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 295 Σχόλια »

Φύσηξε βοριάς…, εις μνήμην Φάνη Κακριδή (1933-2019)

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2019

Με μια πολύ σημαντική απώλεια για τα γράμματά μας άνοιξε το 2019: τον θάνατο του κλασικού φιλόλογου Φάνη Κακριδή, ομότιμου καθηγητή κλασικής φιλολογίας στην Αθήνα και τα Γιάννινα.

Ο Κακριδής προερχόταν από οικογένεια φιλολόγων και πανεπιστημιακών καθώς ήταν εγγονός του καθηγητή Θεοφάνη Κακριδή και γιος του Ιωάννη Κακριδή -αλλά και της Όλγας Κομνηνού-Κακριδή, που όπως είναι λιγότερο γνωστό έχει μεταφράσει και αυτή την Ιλιάδα, μετάφραση που κυκλοφορεί από τον Ζαχαρόπουλο και είναι και πολύ καλή: ο Φάνης Κακριδής μάλλον θα πρέπει να είναι ο μοναδικός άνθρωπος στην ιστορία της ανθρωπότητας που οι γονείς του μετάφρασαν και οι δυο την Ιλιάδα, όχι όμως μαζί παρά σε δυο διαφορετικές εκδοχές.

Ο Κακριδής ομως είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στον δημόσιο στίβο με την αρθρογραφία του για θέματα εκπαίδευσης και γλώσσας. Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιέψει ένα άρθρο με διάλεξή του για τη διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο. Καθώς ήταν δεινός κλασικός φιλόλογος, έβλεπε καθαρά πόσο καταστροφική ηταν η αντιμεταρρύθμιση του 1992 που επανέφερε τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο.

Στο ιστολόγιο έχουμε φιλοξενήσει κι άλλο ένα άρθρο του Φ. Κακριδή, περυσινό, από το περιοδικό Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργαζόμασταν και οι δυο. Στα άρθρα που έδινε στα Μικροφιλολογικά, ο Κακριδής εξέταζε κάθε φορά ένα μοτίβο όπως εμφανίζεται στην αρχαία γραμματεία και στα νεότερα χρόνια.

Για να τιμήσω τη μνήμη του, διάλεξα να αναδημοσιεύσω σήμερα ένα ακόμα άρθρο από τη σειρά των Μικροφιλολογικών, όπου εξετάζεται το μοτίβο του αέρα που σηκώνει το φουστάνι μιας κοπέλας. Ανάλαφρο θέμα, προφανώς -αλλά νομίζω πως ταιριάζει, κι ας είναι πένθιμη η συγκυρία. Βλέπετε, ο Φ. Κακριδής δεν περιφρονούσε και τα ανάλαφρα -είναι άλλωστε γνωστό ότι έχει μεταφράσει και περιπέτειες του Αστερίξ στα αρχαία ελληνικά. Μάλιστα, προς στιγμή σκέφτηκα να παρουσιάσω μια τέτοια μετάφρασή του, όμως ήθελε πολλή δουλειά κι έτσι το ανέβαλα για άλλη, πιο πρόσφορη στιγμή.

Το σύντομο άρθρο που θα διαβάσουμε δημοσιεύτηκε στο τεύχος 36 των Μικροφιλολογικών (φθινόπωρο 2014). Εγώ χάρηκα όχι μόνο το πλάτος των αναφορών, από τον Νόννο τον Πανοπολίτη ίσαμε την Κέιτ Μίντλετον, αλλά και τη θαυμάσια γλώσσα -μαζί και κάποιους τύπους που σήμερα θεωρούνται τολμηροί, όπως «δημοσιέψει», «κατάγραψαν», «περίγραψε».

 

Φύσηξε βοριάς..

… και της σήκωσε το ποδοφούστανό της
και της φάνηκε ο ποδαστράγαλός της!

Να ήξερε η χιώτισσα μικρή παπαδοπούλα πόσες νιες είχαν προηγηθεί και πόσες θα την ακολουθούσαν σε παρόμοια παθήματα, και να ήξερε ο λαϊκός τραγουδιστής πόσοι ποιητές είδαν ή φαντάστηκαν και κατάγραψαν πριν και μετά από αυτόν το ίδιο βίωμα!

Είναι χαρακτηριστικό του ανέμου να γυμνώνει, πότε τους λόφους και τις επιθυμίες, όπως στη «Μαρίνα των βράχων» του Οδυσσέα Ελύτη,1 πότε τα κόκκαλα απτη σάρκα, όπως στο Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, πότε τον χώρο και τα σχήματα /και τις ιδέες, όπως στην ποίηση του Μανώλη Γλέζου, πότε τις κολόνες του Ποσειδώνα, όπως στο «Σούνιο» του Κώστα Στεργιόπουλου· και πρόκειται πάντα για υπαλλαγή, όταν ο άνεμος παρουσιάζεται όχι να γδύνει αλλά να τον γδύνουν τα πόδια των κοριτσιών, όπως στο «Με τα δόντια» του ίδιου ποιητή, ή γυμνωμένος, όπως στις «Μέρες του φθινοπώρου» του Νίκου Κρανιδιώτη. Ιδιαίτερα αγαπητή στους ποιητές περίπτωση, όταν φυσώντας ο άνεμος αποκαλύπτει κάποιο από τα μυστικά του γυναικείου κορμιού.

Χρονολογικά, πρώτο γνωστό μας κείμενο είναι το αδέσποτο αλεξανδρινό ελεγειακό δίστιχο της Ελληνικής Ανθολογίας (5,38):

Εἴθ’ ἄνεμος γενόμην, σὺ δὲ δὴ στείχουσα παρ’ αὐγὰς
στήθεα γυμνώσαις καί με πνέοντα λάβοις.

Αγέρας να γινόμουνα, κι εσύ φωτολουσμένη
να γύμνωνες τα στήθη σου, να πάρεις την πνοή μου.

Αιώνες αργότερα, ο ίδιος λαϊκός τύπος της ανεκπλήρωτης ευχής2 απαντά και στην τρίτη στροφή από το ιδιότυπο ερωτικό ποίημα “Πόθος”, που δημοσίεψε το 1811 ο Αθανάσιος Χριστόπουλος:

Ας ήμουν αεράκης / και όλος να κινήσω
στα στήθη σου να πέσω / να σου τα αερίσω.

Στην αρχαία λογοτεχνία ανήκουν ακόμα τα Διονυσιακά του Νόννου, επικού ποιητή από την αιγυπτιακή Πανόπολη, που τον 6° μ.Χ. αιώνα, ανάμεσα σε πολλά άλλα μυθολογικά επεισόδια, περίγραψε και το θαλασσινό ταξίδι της Ευρώπης, τότε που ως ταύρος ο Δίας την άρπαξε και την οδήγησε από τη Φοινίκη στην Κρήτη. Τη φαντάστηκε καθισμένη στην πλάτη του μεταμορφωμένου θεού, να κρατιέται φοβισμένη από ένα του κέρατο…

καὶ δολόεις Βορέης γαμίῃ δεδονημένος αὔρῃ
φᾶρος ὅλον κόλπωσε δυσίμερος, ἀμφοτέρῳ δὲ   
ζῆλον ὑποκλέπτων ἐπεσύρισεν ὄμφακι μαζῷ.

Κι ο δολερός Βοριάς, από την αύρα τη γαμήλια ερεθισμένος,
το ρούχο της εκόλπωσε ο κακόγαμπρος, και με κλεμμένο πόθο
τ’ άγουρα στήθια εχάιδεψε σφυρίζοντας, κρυφά, τα διδυμάρια.

Η εικόνα της Ευρώπης να ταξιδεύει στη θάλασσα απαντά συχνά σε λογοτέχνες, και όχι μόνο σ’ αυτούς· ήταν όμως αποκλειστική έμπνευση του Νόννου ν’ αποδώσει στον Βοριά πρόθεση, και μάλιστα πονηρή.3

Πολυ κοντά στο δημοτικό της προμετωπίδας βρέθηκε ο Δημοσθένης Βουτυράς, όταν στο διήγημα «Το παιδί της βουβής» (1920) ξάγρυπνος ο Φύκος φαντάζεται πως μια κόρη με θαλασσί φόρεμα περνά· ο άνεμος της φυσά το φόρεμα καί φαίνεται ένα μεσοφοράκι άσπρο… Λιγότερο συγκρατημένος, αλλά πάλι υπαινικτικός, ο Κωνσταντίνος Σταλίδης στο «Εικόνα» μιλά για τα κορίτσια: ορθόστηθες Αφροδίτες / κόρφος αναχυτός / και … / το μισάνοιχτο πουκάμισο / ανεμίζει παντού / την κρυμμένη λαχτάρα.4 Παρόμοια ο κύπριος συνθέτης Μιχάλης Χατζηγιάννης τραγούδησε στην «Εκδρομή» (2002) τους στίχους της Ελεάνας Βραχάλη: Θα ’θελα ξανά να με θες / θα ’θελα αέρας να γίνεις / να περνάω τις νύχτες που καις / το πουκάμισό μου ν’ ανοίγεις.

Αναμφίβολα, όσα συμβαίνουν στη ζωή είναι πάντα πιο άμεσα και δραστικά. Η γνωστή σκηνή από το κινηματογραφικό Επτά χρόνια φαγούρα (Seven years itch, 1955), όπου η Marilyn Monroe πασχίζει να συγκρατήσει τη φούστα της, ξεσηκωμένη από τον ζεστό αέρα που αναδίνουν οι σχάρες του Μετρό, ανήκει ακόμα στην έντεχνη μίμηση·5 όμως το βοριαδάκι που αποκάλυψε πρόσφατα τα πριγκιπικά οπίσθια της Kate Middleton (Καθημερινή, 1.6.2014) ήταν πραγματικό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους /Γύμνωσε την επιθυμία σου το κόκαλο… Αυτή η εικόνα θα τριγύριζε και στον νου του Κ. Στεργιόπουλου, όταν στο “Χωρίς τα πρόσωπα” έγραψε ότι Άνεμος ποντοπόρος πάνω απ’ τα κεφάλια μας / γυμνώνει τις αητοφωλιές…

2 Βλ. Φ. Κακριδής, «Ευχή ανεκπλήρωτη», Πεπραγμένα Συνεδρίου Η κρητική μαντινάδα, Ακρωτήρι, Δήμος Ακρωτηρίου, 2002, σσ. 131-141.

3 Μόσχος, Ευρωπ. 129, Λουκιανός, Ενάλ. διάλ. 15,2, Αχιλλ. Τάτ. 1,1,12, κ.ά.· βλ. τη σημείωση του F. Vian στην έκδοση των Διονυσιακών, Παρίσι, Belles Lettres, 1976, σ. 139.

4 «Στην Πυρκαγιά των υδάτων», Θεσσαλονίκη, Μυγδονία, 2007, 22012, σ. 41.

5 Θαυματουργή και η φούστα της χορεύτριας, όπως περιγράφεται στο “Billet à Whistler” του Stephane Mallarmé, όπου η τελευταία στροφή: … Sinon rieur que puisse l’air / de sa jupe éventer Whistler.

Φάνης I. Κακριδής

Posted in Αρχαία ελληνικά, Εις μνήμην, Εκπαίδευση, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 221 Σχόλια »

Το οποίο σκουλήκι…

Posted by sarant στο 15 Νοέμβριος, 2018

Ήταν μια φορά, λέει, ένας καθηγητής της Ζωολογίας, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη των σκουληκιών και ήταν παγκόσμια αυθεντία στον τομέα αυτόν. Κι έτσι, στις εξετάσεις έβαζε πάντοτε θέματα σχετικά με τα σκουλήκια. Οι φοιτητές, φυσικά, που ήξεραν το πάθος του, μελετούσαν εξαντλητικά για τα σκουλήκια και μόνο και δεν διάβαζαν τίποτε άλλο και περνούσαν όλοι με άριστα. Κάποια φορά, αποφάσισε να αλλάξει τακτική και να ρωτάει και για άλλα θέματα. Όταν μπήκε ο πρώτος φοιτητής μέσα (αυτά γίνονταν τον παλιό καιρό που οι εξετάσεις ήταν προφορικές στο γραφείο του καθηγητή) τον ρώτησε τι ξέρει για την κότα.

Ο φοιτητής αιφνιδιάστηκε βέβαια, αφού περίμενε ερώτηση για τα σκουλήκια, αλλά γρήγορα ανέκτησε την ψυχραιμία του. «Η κότα», άρχισε να λέει, «είναι ΄πτηνό, εξημερωμένο, που τρέφεται με σκουλήκια. Τα οποία σκουλήκια…» και συνεχίζει να λέει νεράκι όσα ήξερε για τα σκουλήκια κι ο καθηγητής, ευχαριστημένος που άκουγε το αγαπημένο του θέμα, όχι απλώς δεν τον έκοψε αλλά του έβαλε άριστα.

Τον δεύτερο φοιτητή τον ρώτησε για τον ελέφαντα. «Ο ελέφαντας είναι ένα πολύ μεγαλο ζώο», είπε αυτός, «που ζει στην Αφρική και που έχει μια μεγάλη προβοσκίδα αντί για μύτη, η οποία μοιάζει με σκουλήκι. Το οποίο σκουλήκι….» και συνέχισε το τροπάρι περί σκουληκιών και πήρε άριστα κι αυτός.

Τον τρίτο τον ρώτησε για τη φάλαινα. Ίδρωσε και ξίδρωσε αυτός, αλλά τελικά βρήκε τη λύση: «Η φάλαινα είναι ένα μεγάλο κήτος, που ζει μέσα στη θάλασσα, και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση έχει με τα σκουλήκια. Τα οποία σκουλήκια….»

Τα οποία σκουλήκια θα μας απασχολήσουν στο σημερινό άρθρο, χωρίς να υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος γι’ αυτό. Έτσι έτυχε.

Βέβαια, εδώ δεν ζωολογούμε -κι έτσι δεν θα εξετάσουμε το σκουλήκι όπως ο καθηγητής του ανεκδότου μας, που ασφαλώς θα είχε πολλά να μας πει, αλλά θα το εξετάσουμε γλωσσικά κυρίως και πολιτισμικά δευτερευόντως.

Στη φρασεολογία μας χρησιμοποιούμε διάφορα ζώα ως μειωτικούς χαρακτηρισμούς -κι εκεί δείχνουμε την αχαριστία μας, μια και ο σκύλος είναι, υποτίθεται, ο πιο πιστός μας φίλος, ενώ ο γάιδαρος στάθηκε πολύτιμο υποζύγιο επί χιλιετίες, κι όμως είναι βρισιά, βαριά σε ορισμένους πολιτισμούς, να χαρακτηρίσεις κάποιον σκύλο ή γιο σκύλου ή γάιδαρο. Ωστόσο, νομίζω πως ο πιο υποτιμητικός χαρακτηρισμός με ζώο που υπάρχει είναι να αποκαλέσεις κάποιον «σκουλήκι» -τον χαρακτηρίζεις ταυτόχρονα τιποτένιο και σιχαμερό.

Ολοφάνερα, δεν το έχουμε σε εκτίμηση το μικροσκοπικό ασπόνδυλο, δεν μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί του, στους περισσότερους προκαλεί απέχθεια -συν τοις άλλοις επειδή είναι ταυτισμένο με τη σήψη και τον θάνατο κι επειδή ξέρουμε πως μια μέρα εκείνα θα μας φάνε, κι όχι εμείς αυτά. Ίσως μόνο οι ψαράδες, που το χρησιμοποιουν για δόλωμα, να μπορούν να εκτιμήσουν τα σκουλήκια και τις μεταξύ τους διαφορές -και να τα μεταχειρίζονται χωρίς ν’ αηδιάζουν.

Η λέξη σκουλήκι είναι μετεξέλιξη της αρχαίας «σκώληξ», μέσω του ήδη αρχαίου υποκοριστικού «σκωλήκιον». Η λέξη σκώληξ, με τη χαρακτηριστική κατάληξη -ηξ, που τη βρίσκουμε και στη λ. μύρμηξ, ανάγεται σε αμάρτυρο *σκώλος (= καμπύλη, κυρτότητα) και σε ρίζα από την οποία προήλθαν επίσης οι λ. σκέλος και σκολιός,

Στο Ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη λέγεται ότι ο σκώληξ είναι λέξη που μαρτυρείται από τον 5ο αιώνα, αλλά τη βρισκω στον Όμηρο, στο Ν της Ιλιάδας, όπου όταν σκοτώνεται στη μάχη ο Αρπαλίων, ένας Παφλαγόνας σύμμαχος των Τρώων, «ὥς τε σκώληξ ἐπὶ γαίῃ κεῖτο ταθείς» – και στην γην ξαπλώθη τεντωμένος ωσάν σκουλήκι, μεταφράζει ο Πολυλάς.

Απο το σκωλήκιον έχουμε το μεσαιωνικο σκουλήκιν, με έντονη παρουσία στην κρητική λογοτεχνία, και από εκεί τη σημερινή λέξη. Να σημειωθεί και ο σκούληκας, συχνά με μεγεθυντική σημασία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Ζωολογία, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, Μονοτονικό, Ποίηση, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , , | 243 Σχόλια »

Το κονυζόχι και τα άλλα βότανα του Σεφέρη

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2018

Κάποια στιγμή το καλοκαίρι, ο Σταμάτης Κραουνάκης μου είχε ζητήσει να του βρω μερικές πληροφορίες για τα φυτά που μνημονεύονται στο εξής απόσπασμα:

και να τους φέρνω όλα τα λουλούδια απ’ το βουνό, όλα τα βότανα από το λόγγο: το θυμάρι και την αφάνα, την αλυγαριά και το κονιζόχι, τη λαγοκοιμηθιά, το πολυκόμπι… που τα πηδάει τ’ αρχοντικό τραγί, που τα πηδάει το πυρό ταυρόπουλο…

Θα ανέβαζαν στο Λονδίνο, όπως μου είπε, τις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, του Σεφέρη, σε θεατρική διασκευή -και είχε στον ρόλο του αυτά τα λόγια και ήθελε να ξέρει λίγα πράγματα για το κάθε βότανο.

Πράγματι, έγραψα ένα σημείωμα, και του το έστειλα. Η παράσταση πήγε μια χαρά, μου είπε. Σκέφτηκα λοιπόν να δημοσιεύσω κι εδώ το σημείωμα με  τα πέντε φυτά που αναφέρει ο Σεφέρης (για το θυμάρι δεν έγραψα, το θεώρησα πολύ γνωστό) -ίσως το βρείτε ενδιαφέρον. Πάντως προσθέτω και μερικά πράγματα τώρα που μεταφέρω το κείμενο.

Φυσικά δεν έχω γράψει πραγματεία για κάθε βότανο, απλώς δυο τρία χαρακτηριστικά πράγματα. Επίσης, δεν μπόρεσα να συμβουλευτώ το Βυσσινί τετράδιο, το βιβλίο του Φώτη Δημητρακόπουλου που έχει διάφορα ενδιαφέροντα για τις λέξεις και τα πράγματα του Σεφέρη.

Τέλος, ένα πρόβλημα που συναντούμε όταν συζητάμε για φυτά, είναι πως το καθένα είναι γνωστό με πολλές διαφορετικές λαϊκές ονομασίες, που άλλοτε χρησιμοποιούνται ως συνώνυμα και άλλοτε για να περιγράψουν κάποιο συγγενικό φυτό ή μια ποικιλία της ίδιας οικογένειας, και δεν είναι πάντοτε εύκολο να καταλάβεις τι ισχύει κάθε φορά -χωρια οι τοπικές ονομασίες των φυτών.

  1. Η αφάνα

Η αφάνα είναι χαμηλός αγκαθωτός θάμνος, είδος αγριοτριανταφυλλιάς. Η επίσημη ονομασία του είναι Poterium spinosum, και στα ελληνικά Ποτήριον το ακανθώδες ή Σαρκοποτήριον το ακανθώδες.

Λέγεται επίσης: στοίβη και στοιβή σε αρχαίους συγγραφείς (Θεόφραστο, Διοσκουρίδη), αστοιβίδα, αχυροστοιβάδα, πίσουρο.

Παλιά το χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν πρόχειρες σκούπες και για προσάναμμα. Τα φύλλα του και ο καρπός του θεωρούνται φαρμακευτικά.

Σύμφωνα με έναν μύθο, ξυπόλητη η Αφροδίτη πάτησε μιαν αφάνα και το αίμα που έσταξε χρωμάτισε κόκκινα τα άνθη του θάμνου.

Η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά για όσους έχουν φουντωτά σγουρά μαλλιά -συχνά για ποδοσφαιριστές, όπως πρόσφατα τον Φελαϊνί και παλιότερα εκείνον τον Κολομβιανό. Το ξέρω εξ ιδίας πείρας διότι στα νιάτα μου άφηνα τα μαλλιά μου να μεγαλώσουν και με λέγανε κι εμένα «αφάνα». Τώρα, περασμένα μεγαλεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Θεατρικά, Ποίηση, Φυτά | Με ετικέτα: , , , , | 162 Σχόλια »

Όταν ο Λαπαθιώτης συνάντησε τον Παλαμά -και τον Πόε

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2018

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα ξεπήδησε από μια συζήτηση που έγινε στο Φέισμπουκ στις αρχές Αυγούστου. Λόγω του καλοκαιρινού κλίματος, δεν θέλησα ή δεν μπόρεσα να το γράψω τότε, οπότε το γράφω τώρα.

Η συνάντηση του τίτλου είναι φιλολογική. Στην πραγματική ζωή ο Κωστής Παλαμάς (1859-1943) και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944) είχαν συναντηθεί πολλές φορές, αν και βέβαια η μεγάλη διαφορά της ηλικίας (29 χρόνια νεότερος ο Λαπαθιώτης, κι ας πέθαναν με ένα χρόνο διαφορά) δεν τους άφησε να γίνουν φίλοι. Στην εφηβεία και την πρώτη νιότη του ο Λαπαθιώτης ήταν φίλος με τον γιο του Παλαμά, τον Λέαντρο, και ανήκαν και οι δυο τους στην ομάδα των δέκα νεαρών ποιητών (μαζί με Φιλύρα και Βάρναλη, μεταξύ άλλων) που έκδωσαν το 1907 το πρωτοποριακό ποιητικό περιοδικό Ηγησώ -που το βάφτισε ο Κωστής, ο οποίος συνεργαζόταν με το περιοδικό, όπως συνεργάστηκε άλλωστε και με την «αμαρτωλή» Ανεμώνη το 1910 (εδώ εξηγώ γιατί τη λέω αμαρτωλή).

Στην αλληλογραφία του ο Λαπαθιώτης αναφέρεται πότε-πότε στον Παλαμά και σε συναντήσεις τους, και μάλιστα σε ένα σημείο μάς λέει ότι ο Παλαμάς είχε παινέψει πολύ ένα ποίημα του έφηβου Λαπαθιώτη, όταν ο τελευταίος το είχε απαγγείλει σε μια συγκέντρωση στο σπίτι του Νικ. Πολίτη, που οι δυο γιοι του, ο Φώτος και ο Γιώργος, ήταν περίπου συνομήλικοι και φίλοι με τον Ναπολέοντα. Το ποίημα αυτό, «Ο τρελός» δεν έχει βρεθεί πουθενά -μάλλον δεν δημοσιεύτηκε οπότε για να το μάθουμε θα πρέπει μάλλον να ανοίξουν κάποτε οι αδελφοί Παπανδρέου το μυθικό αρχείο Λαπαθιώτη που έχουν ιδιοκτησία τους και να εκδοθούν τα περιεχόμενά του. Αλλά πλατειάζω.

Αργότερα ο Λαπαθιώτης πήρε απερίφραστα το μέρος του Καβάφη στη μεγάλη διαμάχη που δίχασε τη φιλολογούσα Ελλάδα από το 1924 και μετά: Παλαμάς ή Καβάφης; Έτσι, ήρθε σε σφοδρή σύγκρουση με τους παλαμικούς, αν και όχι με τον ίδιο τον Παλαμά.

Εδώ όμως θα δούμε μια ποιητική τους συνάντηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 164 Σχόλια »

Νοικοκυραίοι και νοικοκύρηδες

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2018

Η θανάτωση του Ζακ Κωστόπουλου έφερε ξανά στη δημόσια συζήτηση τον όρο «νοικοκυραίοι».

Σταχυολογώ τίτλους πρόσφατων δημοσιευμάτων: Οι «νοικοκυραίοι» και το τέρας, στην ΕφΣυν, Ο Ζακ ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος που τον δολοφόνησαν οι «νοικοκυραίοι» της Μαρίας Λούκα στην Popaganda, Οι άριστοι «νοικοκυραίοι» και οι απειλές για την κοινωνία τους στο altsantiri, Φονιάδες των λαών νοικοκυραίοι στον Provocateur (το σύνθημα προϋπήρχε) με τη λέξη αυτή, που τη βρίσκω επίσης και σε πόλλά άλλα άρθρα, καθώς και σε αμέτρητες δημοσιεύσεις στο Φέισμπουκ.

Σπεύδω να διευκρινίσω πως δεν συμφωνώ κατ΄ανάγκη με το περιεχόμενο των άρθρων (δεν τα έχω άλλωστε διαβάσει όλα), ούτε δέχομαι υποχρεωτικά ότι τον Ζακ τον δολοφόνησαν νοικοκυραίοι εντός ή εκτός εισαγωγικών -δύο-τρία άτομα άλλωστε είδαμε να τον κλωτσούν με δύναμη στο κεφάλι, όχι κάποιο πλήθος.

Αλλά προς το παρόν εδώ λεξιλογούμε. Και θα λεξιλογήσουμε για τη λέξη «νοικοκυραίοι» και τη διαφορά της, αν υπάρχει, από τους νοικοκύρηδες.

Ν’ αρχίσουμε από την αρχή. Ο νοικοκύρης είναι λέξη που εμφανίστηκε στα μεσαιωνικά χρόνια. Ανάγεται στο οικοκύριος > οικοκύρης. Και από τον οικοκύρη, ακριβώς με τη συνεκφορά «τον οικοκύρη» που οδήγησε σε επανανάλυση: «τον οικοκύρη» –> «το νοικοκύρη» πλάστηκε η νέα ονομαστική νοικοκύρης. Αυτή η επανανάλυση έχει επίσης δώσει τύπους όπως μπαλάσκα (την παλάσκα), γκαμήλα (την καμήλα), κτλ. αλλά ο νοικοκύρης είναι το μοναδικό παράδειγμα της κοινής νεοελληνικής όπου από την επανανάλυση προστίθεται αρχικό νι σε λέξη από φωνήεν. Λέω «της κοινής» διότι σε διαλέκτους ή στην αργκό έχουμε κι άλλα παραδείγματα, π.χ. ο νώμος (τον ώμο).

Ο νοικοκύρης σχηματίζει τον πληθυντικό «οι νοικοκύρηδες» και, σε πιο ανεπίσημο ύφος, «οι νοικοκυραίοι». Αυτός ο πληθυντικός σε -αίοι έχει ενδιαφέρον.

Το παραγωγικό τέρμα -αίοι έχει την αφετηρία του σε αρχαία επίθετα πχ αγοραίος, κορυφαίος, τελευταίος, που παράγονταν από ουσιαστικά σε -α (ή σε α μακρό που είχε τραπεί σε η στην αττική και ιωνική διάλεκτο) με το επίθημα -ιος. Εμφανίστηκε κατ’ αρχάς ως πατριδωνυμικό: Αθηναίοι, Ρωμαίοι. Φυσικά, εδώ ο ενικός είναι Αθηναίος, Ρωμαίος.

Από τα μεσαιωνικά χρόνια αρχίζει να εμφανίζεται το επίθημα -αίοι στον πληθυντικό λέξεων που δεν έχουν ενικό σε -αίος, πχ καβαλαραίοι, Σαρακηναίοι, κι έτσι αυτονομήθηκε.

Σήμερα, εμφανίζεται καταρχάς ως επίθημα σε πληθυντικούς οικογενειακών ονομάτων, και μάλιστα πολλές φορές με τη σημασία όλων των μελών μιας ευρύτερης οικογένειας, για το σόι δηλαδη, π.χ. οι Κολοκοτρωναίοι. Λέγεται βέβαια και για μια πυρηνική οικογένεια, πχ μας έκαναν επίσκεψη οι Παπαδοπουλαίοι. Από εκεί και τα πάμπολλα τοπωνύμια σε -αίικα (ή -έικα αν προτιμάτε).

Επίσης, το -αίοι εμφανίστηκε ως επίθημα για τον σχηματισμό παράλληλων τύπων του πληθυντικού αρσενικών ουσιαστικών, συνήθως σε -ης, που δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα: μουσαφιραίοι (παράλλ. τ. του μουσαφίρηδες), τσαγκαραίοι, φουρναραίοι, νοικοκυραίοι, καπεταναίοι. Κάποτε ο τύπος αυτός είναι σαφώς μειωτικός (π.χ. σκουπιδιαραίοι), κάποτε όχι. Οι νοικοκυραίοι ως πρόσφατα δεν είχαν μειωτική χροιά. Πάντως, οι τύποι σε -αίοι είναι λαϊκότεροι, οικειότεροι. Προσθέστε αν θέλετε στον κατάλογο και άλλους τύπους πληθυντικού σε -αίοι (που να μην έχουν ενικό σε -αίος, δηλ. όχι οι νεολαίοι).

Να προσεχτεί ότι ο πληθυντικός αυτός δεν έδινε -τουλάχιστον ως τώρα- νέο ενικό, δηλαδή λέμε μεν οι μουσαφιραίοι αλλά όχι ο μουσαφιραίος. Πρέπει επίσης να αναφέρουμε τη λέξη «οι νοματαίοι», χωρίς ενικό, όπου ο παράλληλος τύπος υπερτερεί σαφώς έναντι του «κανονικού» τύπου «οι νομάτοι» (Η λέξη έχει ενδιαφέρουσα ετυμολογία: τα ονόματα -> οι ονομάτοι -> οι νομάτοι -αξίζει αρθράκι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 313 Σχόλια »

Υπήρξε «Εξηκονταρχία Πρεβέζης»;

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο γεννήθηκε από μια συζήτηση σε ομάδα του Φέισμπουκ όπου συμμετέχουν φιλόλογοι. Επειδή από τη συζήτηση φάνηκε ότι πολλοί αγνοούσαν την πληροφορία που θα παρουσιάσω, αποφάσισα να γράψω το άρθρο. Βέβαια, θα πω πράγματα που είναι γνωστά στους καρυωτακικούς, που ίσως με κατηγορήσουν ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αλλά δεν πειράζει. Δεν είναι όλοι οι αναγνώστες φανατικοί με τον Καρυωτάκη, οπότε ας το φέρουμε το καημένο το κουκουβαγιέλι, δεν πειράζει κανέναν και τρώει και τα ενοχλητικά έντομα.

Η Πρέβεζα είναι το τελευταίο ποίημα του Κ. Γ. Καρυωτάκη και ένα από τα δημοφιλέστερα ελληνικά ποιήματα -το 18ο στο γκάλοπ που είχε κάνει πριν από μερικά χρόνια ο Αντώνης Πετρίδης. Η μελοποίησή του από τον Δήμο Μούτση και τον Γιάννη Γλέζο ασφαλώς συνέβαλε στη δημοτικότητά του. Ας το θυμηθούμε:

Πρέβεζα

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Για να αφηγηθώ τηλεγραφικά την ιστορία, ότι ο Καρυωτάκης, δημόσιος υπάλληλος, έχοντας έρθει σε σύγκρουση με τον υπουργό Εσωτερικών Μιχ. Κύρκο (πατέρα του Λεωνίδα) μετατέθηκε δυσμενώς στην Πάτρα και από εκεί αποσπάστηκε στην Πρέβεζα. Φτάνει στην Πρέβεζα στις 18 Ιουνίου 1928. Στις 21 Ιουλίου, 33 μέρες μετά, αυτοκτονεί.

Το ποίημα «Πρέβεζα» το έστειλε αρχικά στον εξάδελφό του Κ.Δ.Καρυωτάκη την 1η Ιουλίου. Είχε τίτλο «Επαρχία» και όχι «Πρέβεζα». Στο γράμμα αυτό λέει στον ξάδερφο: Σου εσωκλείω ένα ποίημα για να γελάσεις και να πληροφορηθείς καλύτερα.

Από την πυκνή αλληλογραφία του Καρυωτάκη με συγγενείς και φίλους βλέπουμε φράσεις στα γράμματά του, που τις μετέπλασε ποιητικά και τις έβαλε στο ποίημα. Έτσι, στις 22 Ιουνίου γράφει στον εξάδελφό του Θόδωρο Καρυωτάκη:

Απόψε το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. Ο κ. Α΄ Γραμματεύς επήγαινε δώθε-κείθε ανήσυχος. Ποιος είναι μέσα; Ο Νομάρχης; Ο Γεν. Διοικητής ή καμιά άλλη προσωπικότης; Επιτέλους τώρα εξηκριβώθη ότι του πλοίου επέβαινε ο Σεβασμιότατος Ιωαννίνων (την ευχήν του να ‘χεις). Και τότε επέσαμε πάλι στη νάρκη μας.
Αυτά είναι τα νεώτερα της Πρεβέζης. Άλλη είδηση, η οποία ελπίζω να σ’ ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που του έφεραν στο ξενοδοχείο, επειδή την ήβρε ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ’ ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την εξεδίπλωσε, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε.

Σε άλλη επιστολή, στις 24 Ιουνίου, γράφει στη Μαρία Πολυδούρη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πόλεις, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 167 Σχόλια »

Στον πηγαιμό για την Ιθάκη

Posted by sarant στο 22 Αύγουστος, 2018

Από την Ιθάκη τελικά προτίμησε να εκφωνήσει ο πρωθυπουργός το διάγγελμά του για την έξοδο από τα μνημόνια.

Την Ιθάκη, που συμβολίζει την πολυπόθητη επιστροφή σε οικείο και αγαπητό περιβάλλον ύστερα από μια μακρά περίοδο περιπλάνησης και περιπετειών σε αφιλόξενα και αχαρτογράφητα νερά, όπως πράγματι οδυνηρές και από πολλές απόψεις πρωτόγνωρες για ευρωπαϊκή χώρα ήταν οι δοκιμασίες που πέρασε ο ελληνικός λαός στα οχτώ χρόνια που πέρασαν.

Κι έτσι ο Αλέξης Τσίπρας ενέδωσε στη γοητεία του ισχυρού συμβόλου, αντί, ας πούμε, να εκφωνήσει το διάγγελμά του από το πρωθυπουργικό γραφείο -οπότε ίσως δεν θα γράφαμε αυτό το άρθρο.

Και επειδή ο συμβολισμός είναι πανίσχυρος, στο κείμενο της ομιλίας υπάρχουν άφθονες ακόμα ομηρικές αναφορές, σε Οδύσσεια που πήρε τέλος, σε Συμπληγάδες, που τις αφήσαμε πίσω, σε Σειρήνες της ματαιότητας, σε Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, που στέκονταν απέναντί μας, σε λωτοφάγους (που δεν πρέπει να γίνουμε) και σε μνηστήρες που θέλουν να ξαναπάρουν την Ιθάκη στα χέρια τους. Συμπληγάδες στον Όμηρο; Ναι, γίνεται και γι’ αυτές λόγος, αν και όχι με το όνομα αυτό, στην Οδύσσεια.

Προσωπικά επιδοκιμάζω άλλα σημεία του διαγγέλματος, όπως την αναφορά στον ευτελισμό της δημοκρατίας στα μνημονιακά χρόνια, όταν «Τραπεζίτες έγιναν πρωθυπουργοί και υπουργοί έγιναν τραπεζίτες», ένα φαινόμενο άλλωστε που δεν περιορίζεται στην Ελλάδα αφού επίσης χρησιμοποιήθηκε στην Ιταλία -κατά την ταπεινή μου γνώμη, με εξαίρεση τους υπηρεσιακούς πρωθυπουργούς, ο χειρότερος εκλεγμένος πρωθυπουργός είναι απείρως προτιμότερος από τον καλύτερο εξωκοινοβουλευτικό, μη εκλεγμένο πρωθυπουργό τύπου Παπαδήμου. Αλλά ας… επιστρέψουμε στην Ιθάκη.

Αν η Ιθάκη είναι ο προορισμός, υπάρχει και μια αφετηρία. Στο ομηρικό έπος η αφετηρία είναι η Τροία, αλλά η σύγχρονη ελληνική τραγωδία (κατά το κλισέ του διεθνούς τύπου) εγκαινιάστηκε με ένα άλλο πρωθυπουργικό διάγγελμα από ένα άλλο νησί, από το Καστελλόριζο όπου ο Γιώργος Παπανδρέου ανάγγειλε τον Μάιο του 2010. Κατά σύμπτωση, το Καστελλόριζο (με το νησιωτικό του σύμπλεγμα) είναι το ανατολικότερο άκρο της ελλαδικής επικράτειας, ενώ η Ιθάκη ένα από τα δυτικότερα σημεία της, αν και ασφαλώς όχι το δυτικότερο (που είναι τα Διαπόντια νησιά). Οπότε, από το Καστελλόριζο στην Ιθάκη μέσα σε οχτώ χρόνια, κάτι λιγότερο από τον ομηρικό Οδυσσέα (που όμως ναι μεν χρειάστηκε δέκα για τον δικό του νόστο, αλλά τα εφτά από αυτά τα πέρασε στην αγκαλιά της Καλυψώς).

Στην Ιθάκη, βέβαια, ο Οδυσσέας έφτασε μόνος του -όλοι οι άλλοι σύντροφοί του είχαν εξοντωθεί στον δρόμο, άλλοι από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, άλλοι από τους Λαιστρυγόνες, κάμποσοι από την τρικυμία που ξέσπασε όταν «μαζί τα έφαγαν» στην ακρογιαλιά του Ήλιου τ’ αργά γελάδια. Αυτό το στοιχείο του ομηρικού έπους φυσικά δεν τονίστηκε. (Να θυμηθούμε τι ωραία που έπιασε ο Λούτσιο Ντάλα και μετέπλασε ο Σαββόπουλος αυτή την λαϊκή οπτική).

Πάντως, και άλλες πολιτικές δυνάμεις σχολίασαν το πρωθυπουργικό διάγγελμα με ατάκες σχετικές με την Ιθάκη -οι Έλληνες δεν είναι λωτοφάγοι, τόνισε ο εκπρόσωπος τύπου του ΚΙΝ.ΑΛ. ενώ το γραφείο τύπου της Νέας Δημοκρατίας είχε σπεύσει πριν ακόμα γίνει το διάγγελμα να σχολιάσει τη φημολογούμενη επιλογή της τοποθεσίας με στίχους από τον Καβάφη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ένα μνημειώδες αυτογκόλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , , | 210 Σχόλια »

Μηνολόγιον Αυγούστου έτους 2018

Posted by sarant στο 1 Αύγουστος, 2018

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ στις αρχές κάθε μήνα (συνήθως την πρώτη του μηνός), ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για τα γεγονότα του μήνα, που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως είναι αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Τε  1

Αυτοκτονία Νίκου Ζαχαριάδη στο Σουργκούτ της Σιβηρίας

Πε  2

† Ερρίκου Καρούζο

Πα  3

Κοίμησις Ιωάννου Παπαϊωάννου του μελωδού και Ανδρέου Εμπειρίκου του υπερρεαλιστού

Σα 4

† Ιωάννου Χριστιανού Άντερσεν, του μυθοποιού

Κυ 5

 Κοίμησις Μέριλυν Μονρόε, Ρίτσαρντ Μπάρτον, σερ Άλεκ Γκίνες. Και γενέσιον Άννης-Σίλιας της διαδικτυακής φίλης. Και του ενός εκ των δύο αριστουργημάτων που εποίησε ο Νικοκύρης.

Δε 6

Γενέσιον Αλεξάνδρου Φλέμιγκ, του ευεργέτου της ανθρωπότητος. Και των εν Χιροσίμα αμάχων.

Τρ 7

Ηρακλείτου, του Εφεσίου φιλοσόφου

Τε 8

Του Ινδού διανοητού Ραμπιτρανάθ Ταγκόρ

Πε 9

Ανάληψις Απολλωνίου του Τυανέως εκ του ιερού της Δικτύννης. Και των νεκρών στο Ναγκασάκι.

Πα 10

† Κωνσταντίνου Χριστοφορίδη, πατρός της αλβανικής φιλολογίας

Σα 11

† Θανή Ιωάννου Ουνιάδου

Κυ 12

Παγκόσμια Ημέρα Νεολαίας

Δε 13

Των εν Μαραθώνι, Ελλήνων προμαχούντων Αθηναίων και Παγκόσμια Ημέρα των Αριστεροχείρων. Και γενέσιον Φιδέλ του Κουβανού επαναστάτη.

Τρ 14

Κοίμησις Βερτόλδου Μπρεχτ, του δραματοποιού

Τε 15

Θουκυδίδου Ολόρου Αλιμουσίου

Πε 16

Πρώτη εγγραφή εις δίσκον της ανθρωπίνης φωνής υπό Θωμά Έδισον

Πα 17

Γενέσιον Πέτρου Φερμά, του μαθηματικού

Σα 18

† Θανή Ονωρίου Μπαλζακ

Κυ 19

Εκτέλεσις του ποιητού Φρειδερίκου Γκαρθία Λόρκα

Δε 20

Των εν Θερμοπύλαις πεσόντων Σπαρτιατών και Θεσπιέων

Τρ 21

Ιωάννου Κωνσταντινίδη-Κώστα Γιαννίδη, του γλυκυτάτου μουσουργού

Τε 22

Γενέσιον Δημητρίου Γληνού, του μεγάλου διδασκάλου

Πε 23

Διεθνής ημέρα κατά του δουλεμπορίου

Πα 24

Μαρτύριον Κοσμά του Αιτωλού και γενέσιον Λέο Φερρέ

Σα 25

Αλκιδάμαντος του ρήτορος

Κυ 26

Κομφουκίου του φιλοσόφου
Δε 27 Διακήρυξις των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Και κοίμησις Σωτηρίας Μπέλλου.
Τρ 28 Γενέσιον Ιωάννου Γκαίτε
Τε 29 † Κοίμησις Αττίκ (κατά κόσμον Κλέωνος Τριανταφύλλου) και Γεωργίου Κοτζιούλα, του κατατρεγμένου ποιητού.
Πε 30 Ρογήρου Βάκωνος

Πα 31

Πλινίου του πρεσβυτέρου

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Λαογραφία, Μηνολόγιο, Παροιμίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 148 Σχόλια »

Τα πεύκα τα χρυσόπευκα;

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2018

Ο χαρακτηρισμός δεν είναι δικός μου, είναι του Βάρναλη, από τον πρόλογο στο Φως που καίει, «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα…»

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά

Αλλά το πεύκο είναι το δέντρο το πιο τραγουδισμένο από τους ποιητές μας. Στην Ανεμόσκαλα, τον ιστότοπο που περιέχει συμφραστικούς πίνακες των λέξεων που χρησιμοποιούνται από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές, βρίσκω σχεδόν 200 εμφανίσεις των διαφόρων τύπων της λέξης «πεύκο» και των παραγώγων τους. Μόνο η ελιά πλησιάζει τέτοια έντονη παρουσία, ενώ τα άλλα δέντρα ακολουθούν με μεγάλη διαφορά.

Πεύκα υπάρχουν στο ελληνικό τοπίο από τα πανάρχαια χρόνια -και μαζί η λέξη που τα περιγράφει, ή πιο σωστά οι λέξεις, διότι υπάρχουν δύο βασικές λέξεις για το δέντρο και τα διάφορα είδη του, πεύκη και πίτυς, όπως υπάρχουν και πολλά είδη πεύκου από τα οποία τα πιο διαδεδομένα είναι η πεύκη η κοινή ή χαλέπιος (Pinus halepensis) και η πεύκη η πίτυς (Pinus pinea) ή κουκουναριά.

Και οι δύο λέξεις, πίτυς και πεύκη, είναι ομηρικές.

Όπως έχουμε δει και σε άλλες περιπτώσεις δέντρων, τα ονόματα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι δεν έμεναν σταθερά. Ο Π. Γεννάδιος αναφέρει ότι στον Όμηρο «πεύκαι» ονομάζονταν τα πεδινά είδη και «πίτυες» τα ορεινά, αλλά στην εποχή του Θεοφράστου το όνομα «πεύκαι» δήλωνε τα ορεινά είδη και «πίτυες» τα πεδινά και παράλια, όπως δείχνουν και τα διάφορα τοπωνύμια νησιών και παράλιων πόλεων π.χ. Πιτυούσα, Πιτύα, Πιτυούς κτλ. (Το είχαμε συζητήσει και σε παλιότερο άρθρο: Πιτυούσα οι Σπέτσες, Πιτυόνησος το Αγκίστρι). Το πεύκο πράγματι μπορεί να ευδοκιμήσει μέχρι και την ακτή, αρκεί να μη φυσάνε σφοδροί άνεμοι την άνοιξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τοπωνύμια, Φυτά | Με ετικέτα: , , , , , , | 221 Σχόλια »

Μιλώντας για τον Κοτζιούλα στα Χανιά

Posted by sarant στο 22 Ιουλίου, 2018

Το περασμένο σαββατοκύριακο πετάχτηκα στα Χανιά, όπου τη Δευτέρα είχα την ευκαιρία να πάρω μέρος σε ημερίδα για τον αγαπημένο μου ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα. Πολύ χάρηκα τη σύντομη εκδρομή, είδα και φίλους παλιούς και καινούργιους, πέρασα το φαράγγι της Σαμαριάς, πήγα για μπάνιο, όλα ωραία και καλά. Ταξίδεψα με Ράιαν από ένα μικρό βέλγικο αεροδρόμιο, το αεροπλάνο γεμάτο ντόπιους πολύ χαρούμενους για το ταξίδι τους -και δεν καταλαβαίνω την περιφρονητική ατάκα που διάβασα κάπου, λίγο πριν ταξιδέψω, ότι με τις φτηνές εταιρείες έχουν, λέει, γεμίσει οι ελληνικές παραλίες με νοσοκόμες από το Λέστερ.

Τέλος πάντων, σήμερα είναι Κυριακή οπότε έχουμε θέμα λογοτεχνικό και, όπως συνηθίζω, θα δημοσιεύσω την ομιλία μου στην ημερίδα που έγινε, μαζί με μερικές από τις εικόνες που πρόβαλα σε διαφάνειες. Μίλησα για τα Ημερολόγια του Γιώργου Κοτζιούλα, που τα έχω παρουσιάσει και εδώ. Έκανα μια παρουσίαση του περιεχομένου των Ημερολογίων, που πρόκειται να εκδοθούν σε βιβλίο τα Χριστούγεννα.

(Αυτό που δεν είπα, αλλά το αναφέρω καταλεπτώς και με ονόματα στην εισαγωγή του βιβλίου, είναι ότι στη μεταγραφή ορισμένων εξαιρετικά φθαρμένων και δυσανάγνωστων σελίδων των ημερολογίων με βοήθησαν καθοριστικά μερικοί φίλοι του ιστολογίου -είχαμε τότε φτιάξει ένα μικρό κρυφό ιστολόγιο όπου συζητούσαμε σελίδα προς σελίδα τη μεταγραφή).

Η ημερίδα, κακά τα ψέματα, δεν είχε τόσο πολύ κόσμο, αφού έγινε σε εργάσιμη μέρα και κατακαλόκαιρο -μερικές εισηγήσεις πάντως ήταν πολύ καλές, ενώ είχα τη χαρά να γνωρίσω δύο φίλους του ιστολογίου που ζουν στα Χανιά. Και βέβαια η συζήτηση στην ταβέρνα που ακολούθησε ήταν επίσης πολύ διασκεδαστική.

Τα ημερολόγια του Γιώργου Κοτζιούλα

Καλημέρα σας

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές, το Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, την Περιφερειακή Ενότητα Χανίων και τον Σύλλογο Ηπειρωτών του Νομού Χανίων για την τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να πάρω μέρος σε αυτή την εκδήλωση, και βέβαια ευχαριστώ όλους εσάς που μας κάνατε την τιμή να έρθετε να μας ακούσετε αντί να ενδώσετε στα θέλγητρα της παραλίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκδηλώσεις, Ημερολόγια, Κρήτη, Ποίηση, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 93 Σχόλια »