Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ποίηση’ Category

Με και χωρίς γραβάτα

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2018

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στη μηνιαία στήλη μου στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Εδώ προσθέτω κάμποσα πράγματα που ή δεν χωρούσαν στο όριο λέξεων της εφημερίδας ή δεν προσφέρονταν για συμβατικό, χάρτινο μέσο, καθώς και την εικονογράφηση. Αν κάποια πράγματα σάς φαίνονται γνωστά, είναι επειδή έχουμε ξαναγράψει στο ιστολόγιο για τα λεξιλογικά της γραβάτας.

Κάποιος γνωστός μου έλεγε χαριτολογώντας ότι αν υπάρχει μία κατηγορία επαγγελματιών που να έχει πληγεί καίρια από την ξαφνική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής είναι αναμφίβολα όσοι κατασκευάζουν, εισάγουν ή εμπορεύονται γραβάτες, αφού ο ενδυματολογικός κώδικας τον οποίο ακολουθεί ο πρωθυπουργός αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των στελεχών του κυβερνητικού κόμματος αποφεύγει τον λαιμοδέτη. Και επιπλέον, το παράδειγμα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ το έχουν ακολουθήσει και στελέχη των άλλων κομμάτων, οπότε δεν είναι σπάνιο στα τηλεοπτικά παράθυρα η πλειονότητα των αρρένων συζητητών να εμφανίζονται χωρίς αυτό το κάποτε απαραίτητο συμπλήρωμα της ανδρικής αμφίεσης. Αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία η γραβάτα έχει υποχωρήσει, εκτός βέβαια από τις αίθουσες των δικαστηρίων όπου τα ισχύοντα ήθη και έθιμα δεν επιτρέπουν στους δικηγόρους να παρίστανται αγραβάτωτοι ακόμα και με καύσωνα. Οπότε, δικαίως παραπονούνται οι γραβατοπώλες.

Ωστόσο, στην πρόσφατη ομιλία του στο Ζάππειο, ο Αλέξης Τσίπρας ανέλυσε τα πλεονεκτήματα της πρόσφατης απόφασης του Γιούρογκρουπ φορώντας μια κοκκινωπή, αν πρόσεξα καλά, γραβάτα. Το είχε άλλωστε προαναγγείλει πως με τη ρύθμιση του χρέους θα φορούσε γραβάτα, αν και δεν ήταν αυτή που του χάρισε ο Ζόραν Ζάεφ στις Πρέσπες. Για την απόφαση του Γιούρογκρουπ θα μιλήσουν άλλοι ειδικότεροι. Η στήλη όπως ξέρουμε λεξιλογεί και σήμερα θα λεξιλογήσει για τη γραβάτα που έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και ετυμολογία.

Η γραβάτα είναι λέξη εισαγόμενη, αλλά η απαρχή της δεν βρίσκεται στη Δύση, παρά στα Βαλκάνια, όσο κι αν εκ δυσμών ήρθε στα μέρη μας. Τον 17ο αιώνα, για παράδειγμα στον Τριακονταετή πόλεμο, στη Γαλλία χρησιμοποιούσαν σώματα ελαφρού ιππικού απαρτιζόμενα κυρίως από Κροάτες μισθοφόρους. Αυτοί οι Κροάτες ιππείς είχαν, ως εξάρτημα της στολής τους, έναν λαιμοδέτη, ο οποίος φαίνεται πως έκανε εντύπωση. Τους μισθοφόρους τούς έλεγαν Cravates, δηλαδή Κροάτες (που ίσως είναι δάνειο κατευθείαν από το hrvat το κροατικό, ίσως όμως μεσολάβησε και το γερμανικό διαλεκτικό Krawat), κι έτσι ονομάστηκε cravate και ο λαιμοδέτης. Για ένα διάστημα δηλαδή η γαλλική λέξη cravate δηλώνει τα κροατικά άλογα και τους κροάτες ιππείς, και μετά, περίπου από το 1650, τους λαιμοδέτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επικαιρότητα, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 176 Σχόλια »

Μηνολόγιον Ιουλίου 2018

Posted by sarant στο 1 Ιουλίου, 2018

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ στις αρχές κάθε μήνα (συνήθως την πρώτη του μηνός), ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για τα γεγονότα του μήνα, που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Φέτος η πρώτη του μηνός πέφτει Κυριακή, μέρα που συνήθως έχουμε θέμα λογοτεχνικό. Μερικές φορές, σε τέτοιες περιπτώσεις, μεταθέτουμε το μηνολόγιο για τις 2 του μηνός, άλλοτε το λογοτεχνικό θέμα αναβάλλεται. Αυτό επέλεξα να κάνω σήμερα, για τεχνικούς, ας πούμε, λόγους.

 

Κυ  1

Ανακοίνωσις της θεωρίας της εξελίξεως των ειδών υπό Καρόλου Δαρβίνου -και θανή Νικολάου Γουίντωνος, σωτήρα των εβραιόπουλων

Δε  2

† Άρεως Αλεξάνδρου

Τρ 3

Γενέσιον Φραγκίσκου Κάφκα -και Ιακώβου Μόρρισων τελευτή κατά τον δαίμονα εαυτού

Τε  4

Διακήρυξις της Ανεξαρτησίας υπό Θωμά Τζέφερσον. Και του τιμημένου η ανύψωσις.

Πε  5

Δημοσίευσις των Μαθηματικών Αρχών της Φυσικής Φιλοσοφίας υπό Ισαάκ Νεύτωνος. Και του ογδόου ελληνικού δημοψηφίσματος.

Πα  6

Πρώτον αντιλυσσικόν εμβόλιον υπό Λουδοβίκου Παστέρ

Σα 7

Γενέσιον Βλαδιμήρου Μαγιακόφσκι και Νικολάου Ξυλούρη του Κρητός

Κυ 8

Γενέσιον Αρθούρου Έβανς του αρχαιολόγου

Δε 9

Θανάτωση επισκόπων και προκρίτων εν Λευκωσία Κύπρου

Τρ 10

Γενέσιον Ιωάννου Χατζηανδρέου (κατά κόσμον Στρατή Τσίρκα) και Νικολάου Τέσλα

Τε 11

Έναρξις της εξοντώσεως των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης υπό των χιτλερικών δημίων

Πε 12

† Κωνσταντίνου Ουράνη

Πα 13

† Φωτίου Κόντογλου (και γενέσιον Νεοκιδίου της Αραβίας)

Σα 14

Της πτώσεως της Βαστίλης

Κυ 15

Της Ιουλιανής εκτροπής και του κυπριακού πραξικοπήματος

Δε 16

Της Εγίρας

Τρ 17

Πρωταγόρου του Αβδηρίτου

Τε 18

Γενέσιον Νέλσονος Μαντέλα

Πε 19

† Στρατή Μυριβήλη τελευτή

Πα 20

Νιλ Άρμστρογκ και των πρώτων επί της Σελήνης βαδισάντων

Σα 21

+ Κωνσταντίνου Καρυωτάκη τελευτή

Κυ 22

Γενέσιον Ερνέστου Χεμινγουαίη

Δε 23

Της πρώτης κατά την Αρχαιότητα Ολυμπιάδος

Τρ 24

Γενέσιον Σίμωνος Μπολιβάρ του ελευθερωτού

Τε 25

Γενέσιον Γεωργίου Βερνάρδου Σω

Πε 26

Της νίκης των Ελλήνων επαναστατών εις Δερβενάκια

Πα 27

Τελεσίλλης της Αργείας

Σα 28

Γενέσιον Εμμανουήλ Ροΐδου

Κυ 29

† Βικεντίου Βαν Γκογκ και γενέσιον Μιχαήλ Θεοδωράκη του επιμήκους μουσουργού

Δε 30

† Κοίμησις Διονυσίου Ντιντερό

Τρ 31

† Θανή Νικολάου Σκουφά

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Μηνολόγιο, Πρόσφατη ιστορία, Παροιμίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 96 Σχόλια »

Εικοσιτέσσερα χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2018

Συμπληρώνονται σήμερα εικοσιτέσσερα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι. Το ιστολόγιο δεν έχει ασχοληθεί με το έργο του, ίσως επειδή εμεις εδώ ασχολούμαστε κυρίως με τη γλώσσα και τη λογοτεχνία -καιρός λοιπόν να διορθώσουμε την παράλειψη αυτή και ταυτόχρονα να παρουσιάσουμε μια μάλλον άγνωστη πτυχή της ζωής του.

Βέβαια, ασχοληθήκαμε με μια πτυχή της δραστηριότητας του Μάνου Χατζιδάκι, πριν από τέσσερα χρόνια, πάλι την επέτειο του θανάτου του, όταν παρουσιάσαμε τη σύγκρουσή του με τον θριαμβεύοντα αυριανισμό της δεκαετίας του 1980. Τότε, ο μεγάλος συνθέτης είχε μπει στο στόχαστρο της εφημερίδας του Ταύρου και είχε δεχτεί τόνους δύσοσμης λάσπης από την Αυριανή. Το χειρότερο όμως είναι ότι δεκάδες πολιτικοί, και όχι μόνο από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, είχαν συνταχθεί με την αυριανική επίθεση εναντίον του Μάνου Χατζιδάκι, ανάμεσά τους ακόμα και η Μελίνα Μερκούρη ή ο Μανώλης Γλέζος. Προς τιμήν της, η Αριστερά, και ιδίως το ΚΚΕ, συμπαραστάθηκαν στον Μάνο Χατζιδάκι. Το δισέλιδο της ντροπής, με τίτλο «Ολοι εναντίον του Χατζιδάκι» μπορείτε να το δείτε εδώ (πρώτη και δεύτερη σελίδα). Και επειδή το κασέ της εφημερίδας φαινόταν να αποδίδει στον Φώτη Κουβέλη τις φιλοαυριανιστικές δηλώσεις ενός βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, χρειάστηκε να γράψουμε και δεύτερο άρθρο.

Αλλά Χατζιδάκις σημαίνει τραγούδια. Θα βάλω ένα μόνο τραγούδι του Χατζιδάκι -περιμένω στα σχόλιά σας από ένα δικό σας. (Και χρειάζεται αυτή η ανάπαυλα από την όξυνση της πρότασης ευπιστίας).

Θα διαλέξω ένα τραγούδι από τον δίσκο Τα παράλογα (1976) σε στίχους Νίκου Γκάτσου, το Cundu luna vini, Κούντου λούνα βίνι. Ο τίτλος είναι στα βλάχικα, σημαίνει «Όταν βγαίνει το φεγγάρι».

Όταν οι κόρες μου ήταν μικρές, τις νανούριζα τραγουδώντας τους το Κούντου λούνα βίνι, με αλλαγμένους στίχους, που δεν είναι ανάγκη να τους δημοσιεύσω εδώ, και το τραγούδι αυτό, το δικό τους, το έμαθαν και το έλεγαν ώσπου μεγάλωσαν. Όταν συνειδητοποίησαν ότι ήταν κανονικό, υπαρκτό τραγούδι, κάπως απογοητεύτηκαν γιατί ως τότε νόμιζαν πως ήταν γραμμένο ειδικά γι’ αυτές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επετειακά, Εθνική αντίσταση, Εις μνήμην, Παιδικά, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 112 Σχόλια »

Θεοί και ποιητές μάταια παλεύουν με του Έρωτα τα βέλη

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2018

Τα Χριστούγεννα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα ο δεύτερος τόμος από τη σειρά δοκιμίων του φίλου Παντελή Μπουκάλα με τιτλο «Το αίμα της αγάπης – Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση«. Ο πρώτος τόμος, (Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών) είχε κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 2016 και τον ειχα παρουσιάσει εδώ στο ιστολόγιο στις αρχές του Γενάρη 2017. Σκόπιμα καθυστέρησα την παρουσίαση του δεύτερου τόμου για να συμπέσει με την αρχή του καλοκαιριού, που οι περισσότεροι έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Να πω παρενθετικά ότι σε καναδυο βδομάδες θα δημοσιευτει στο ιστολόγιο και το σχεδόν καθιερωμένο τέτοια εποχη βιβλιοφιλικό άρθρο, με προτασεις βιβλίων για το καλοκαιρι, όμως εκρινα πως το βιβλίο του Μπουκάλα αξίζει αυτοτελή παρουσίαση.

Αξίζει αυτοτελή παρουσίαση επειδή νομίζω ότι αυτά τα δοκίμια του Μπουκάλα υποσχονται να αποτελέσουν σημαντικότατο όχι εκδοτικό αλλά πνευματικό γεγονός. Ο γενικός τίτλος της σειράς είναι «Πιάνω γραφη να γράψω – Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι» και ο χαλκέντερος Παντελής σχεδιάζει να την ολοκληρώσει σε δέκα τόμους, που οι περισσότεροι έχουν αρχίσει να γράφονται.

Και όταν λέμε για τομους, κυριολεκτούμε. Ο δεύτερος τόμος της σειράς, που θα παρουσιάσω σήμερα, φτανει τις 832 σελίδες από τις οποίες το ένα τρίτο είναι σημειώσεις -ο πρώτος τόμος έπιανε «μόνο» 600 σελίδες με την ίδια αναλογία. Ο επιβλητικός όγκος μπορει να προκαλει δέος και να αποθαρρύνει επίδοξους αναγνωστες -αλλά θα ήταν λάθος, διότι το βιβλίο του Μπουκάλα δεν σε αναγκάζει να το διαβάσεις απο την αρχή ως το τέλος, αφού τα επιμέρους κεφάλαια και υποκεφάλαια είναι σε μεγαλο βαθμό αυτοτελή.

Όπως είχα γράψει και για το πρώτο βιβλίο της σειράς: Έχουμε δηλαδή μια σειρά από ημιανεξάρτητα δοκίμια, που διαβάζονται και αυτοτελώς αλλά συνδέονται και μεταξύ τους και που οδηγούν αργά αλλά σταθερά, και απολαυστικά, στην κορύφωση.

Το περιεχόμενο του δεύτερου τόμου είναι η άγρια και σκοτεινή πλευρά του έρωτα, όπως εκφράζεται μέσα απο τα δημοτικά τραγούδια αλλά και την επώνυμη ποίηση. Ο πόθος, που συνήθως εκλαμβάνεται σαν πάλη, είναι αντικείμενο του πρώτου μέρους, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο Εμπόλεμος έρωτας. Στα επομενα δύο μέρη, Ο έρωτας σαν εκούσια σφαγή, και Το σφαγείο του έρωτα, τα πράγματα σοβαρεύουν και το αίμα ρέει ποτάμια. Στο τέταρτο μέρος, Το όνομα, το αίτημα, το αίμα, με όχημα το δημοτικό τραγούδι του Δήμου και με εξαντλητική μελέτη των μοτίβων του, ολοκληρώνεται η εξέταση του θέματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημοτικά τραγούδια, Ερωτικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 122 Σχόλια »

Καταραμένε Ελληνα(ρα)! (συνεργασία του Κώστα)

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο είναι συνεργασία του φίλου μας του Κώστα, που παλιότερα σχολίαζε συχνά στο ιστολόγιο αλλά τελευταία σπανίως σχολιάζει. Ο Κώστας, δεινός γερμανομαθής, ανασκευάζει στο σημερινό άρθρο ένα «αποποίημα» του Σίλερ, δηλαδή ένα ποίημα που αποδίδεται στον Σίλερ από ελληνοκεντρικούς κύκλους και που κυκλοφορεί πολύ στο ελληνόφωνο διαδίκτυο, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι δικό του και είναι μάλλον κατασκευασμένο από γερμανομαθή Έλληνα.

Χαίρομαι πολύ όταν παίρνω έτοιμες αξιόλογες συνεργασίες, και ασφαλώς τέτοιο είναι το άρθρο του Κώστα -που μου το έστειλε έτοιμο και μορφοποιημένο. Ο Κώστας δεν αρκείται στο να διαπιστώσει ότι το δήθεν ποίημα του Σίλερ δεν είναι δικό του επειδή δεν περιέχεται στα Άπαντά του -αναλύει εξαντλητικά το κείμενο, σχεδόν σαν ντετέκτιβ, και αποδεικνύει για ποιον λόγο δεν θα μπορούσε να είναι δικό του.

Δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο, δίνω τον λόγο στον Κώστα και στον ψευδοΣίλερ.

Τον «Καταραμένο Έλληνα», γερμανιστί «Verdammter Grieche» (ή κατά άλλην εκδοχή: «Verfluchter Grieche»), λίγο πολύ όλοι τον γνωρίζουμε· πρόκειται για ένα ποιητικό κείμενο σε ελεύθερο στίχο, που κυκλοφορεί τουλάχιστον από το 2011 στο Διαδίκτυο και αποδίδεται στον μεγάλο Γερμανό ποιητή και συγγραφέα Φρίντριχ Σίλερ.

Το μεταφέρω αυτούσιο, όπως παρατίθεται στην παλαιότερη εκδοχή που μπόρεσα να εντοπίσω[1], μαζί με την αντίστοιχη μετάφραση που συνήθως το συνοδεύει:

Verdammter Grieche Καταραμένε Έλληνα,
Wohin ich mein Denken drehe, όπου να γυρίσω τη σκέψη μου,
wohin ich meine Seele wende όπου και να στρέψω τη ψυχή μου,
sehe ich dich, finde ich dich μπροστά μου σε βρίσκω!
sehne ich mich nach Kunst, Poesie, Theater, Architektur, Αν τέχνη λαχταρώ, ποίηση, θέατρο, αρχιτεκτονική,
bist du davor, erster, unübertroffen. εσύ μπροστά μου, πρώτος και αξεπέραστος…
Suche ich nach Wissenschaft, Mathematik, Philosophie, Medizin, Αν επιστήμη αναζητώ, μαθηματικά, φιλοσοφία, ιατρική,
bist du führend und unüberwindbar. κορυφαίος και ανυπέρβλητος…
Durste ich nach demokratie, Fairness und Gleichheit, Αν για δημοκρατία διψώ, ισονομία και ισότητα,
bist du vor mir, unachahmbar konkurrenzlos. εσύ ξανά μπροστά μου, ασυναγώνιστος και ανεπισκίαστος.
Verfluchter Grieche … Verfluchtes Wissen Καταραμένε Έλληνα… Καταραμένη γνώση.
Warum soll ich dich Berühren? Γιατί να σε αγγίξω;
Um zu spüren, wie klein ich bin, unwichtig, unbedeutend? Για να αισθανθώ πόσο μικρός είμαι, ασήμαντος, μηδαμινός;
Warum lassen Sie mich nicht in mein Elend und in meine Sorglosigkeit? Γιατί δεν με αφήνετε στη δύστυχη ανεμελιά μου;

Πηγή: lexilogia

Το ποίημα διανθίζεται δε συχνά από ένα παρόμοια διατυπωμένο τσιτάτο, απόφθεγμα κι αυτό, υποτίθεται, του Σίλερ:

Καταραμένε Έλληνα, τα βρήκες όλα, φιλοσοφία, γεωμετρία, φυσική, αστρονομία, τίποτα δεν άφησες για εμάς!

Η αυθεντικότητα του «Καταραμένου Έλληνα» ως έργου του Σίλερ δεν άργησε να αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης[2]. Ο λόγος εύλογος: το κείμενο εμφανίζεται σχεδόν μόνο στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο, ενώ στις ελάχιστες περιπτώσεις ξενόγλωσσου ιστοχώρου οι συγγραφείς, όπως μαρτυρούν τα στοιχεία τους, είναι Έλληνες ή συνδέονται, εν πάση περιπτώσει, με το ελληνικό πολιτισμικό περιβάλλον. Το «Verdammter Grieche», πάντως, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ανατρέχοντας στην εργογραφία του ποιητή, δεν περιλαμβάνεται σε καμία γνωστή συλλογή, σε καμία βιβλιογραφική αναφορά, σε καμία άμεση ή έμμεση πηγή· ούτε ως τίτλος ούτε κατά το περιεχόμενο[3]. Είναι απλά ανύπαρκτο. Δεν υπάρχει. Κυριολεκτικά. Κάτι που νομοτελειακά συμπαρασύρει στην ανυπαρξία και το έτερο κατασκεύασμα: το υποτιθέμενο απόφθεγμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Ελληνοβαρεμένοι, Μύθοι, Πατριδογνωσία, Ποίηση, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Τα μωσαϊκά των στίχων

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2018

Σήμερα έχουμε 21 Μαρτίου, τη μέρα με την οποία συμβατικά μπαίνει η άνοιξη. Συμβατικά, σήμερα είναι κι η μέρα της εαρινής ισημερίας. Ωστόσο, η ισημερία δεν φυλακίζεται σε συμβάσεις -κι έτσι φέτος μας ήρθε απο χτες κιόλας.

Οι άνθρωποι δεν μπορούν να τιθασέψουν απόλυτα τα αστρονομικά φαινόμενα, μπορούν όμως να κυριαρχήσουν στους θεσμούς που φτιάχνουν οι ίδιοι -κι έτσι, ενώ η ισημερία είναι άστατη και μπορεί να πέσει είτε στις 20 είτε στις  21 είτε στις 22 του μηνος, η σημερινή μέρα είναι σταθερά και μόνιμα αφιερωμένη σε ένα από τα μεγάλα ανθρώπινα δημιουργήματα: είναι η Ημέρα της Ποίησης.

Το ιστολόγιο, καθώς ενδιαφέρεται «για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τ’ άλλα» αγαπά και την ποίηση, και αρκετές φορές έχουμε αφιερώσει άρθρο σε ποιήματα -είτε στις 21 Μαρτίου (όπως πέρυσι αλλά και παλιότερα) είτε άλλες μέρες.

Πριν από δυο χρόνια και κάτι είχα παρουσιάσει εδώ ένα άρθρο με τίτλο «Το ριμάριο των ομωνύμων«, στο οποίο παρουσίαζα ποιήματα και στίχους στα οποία οι ομοιοκαταληξίες αφορούσαν ομόηχες λέξεις, ας πούμε στα Τείχη του Καβάφη:

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

Οι ομοιοκαταληξίες «αιδώ: εδώ» και «τείχη : τύχη» αφορούν ομόηχες λέξεις (ομώνυμες στη φιλολογική ορολογία).

Στο άρθρο εκείνο το προπέρσινο έγραφα:

Συναφείς με τις ομοιοκαταληξίες ομωνύμων είναι οι ρίμες-μωσαϊκό (όρος του Κοκόλη) ή ρίμες καλαμπούρια που τις είπε ο Σεφέρης αποδίδοντας το αγγλικό rhyme puns. Εδώ, έχουμε πάλι ομόηχα, αλλά στη μια περίπτωση έχουμε περισσότερες από μία λέξεις: μετάξι – με τάξη, όπως στο ποίημα του Καβάφη «Του μαγαζιού«:

Τα ντύλιξε προσεκτικά, με τάξι
σε πράσινο πολύτιμο μετάξι.

Αυτές όμως θα τις αφήσουμε για άλλο άρθρο.

Ε, σήμερα ήρθε η ώρα γι’ αυτό το άλλο άρθρο. Θα δούμε ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκά, όπως τις αποκάλεσε ο μακαρίτης Ξ. Κοκόλης, όπου υπάρχει ομοηχία, αλλά τουλάχιστον στον ένα στίχο (ή και στους δύο) έχουμε όχι μία αλλά περισσότερες λέξεις όπως στο με τάξη : μετάξι.

Ενώ οι ομοιοκαταληξίες με ομόηχες λέξεις  είναι σχετικά συχνές, ίσως επειδή η ελληνική γλώσσα έχει πολλά ομόηχα, η ειδική περίπτωση των μωσαϊκών είναι μάλλο σπάνια γι’ αυτό και οι περιπτώσεις που θα παρουσιάσω είναι μετρημένες στα δάχτυλα.

Εννοείται ότι αφού μιλάμε για ομοιοκαταληξίες περιοριζόμαστε στα ποιήματα με παραδοσιακό στίχο ή στα τραγούδια. Επιπλέον, τόσο οι ρίμες με ομόηχα όσο και οι ρίμες-μωσαϊκά δινουν την εντυπωση παιχνιδιού (ο Σεφέρης τις έλεγε ρίμες-καλαμπούρια) κι έτσι εμφανίζονται περισσότερο στη σατιρική ποίηση.

Αν και όχι αποκλειστικά. Ο Καβάφης ειδικευόταν τόσο στις ρίμες με ομόηχα όσο και στην υποπερίπτωσή τους, τα μωσαϊκά. Μάλιστα, ένα από τα Κρυμμένα ποιήματά του, το Μεγάλη εορτή στου Σωσιβίου, καταρρίπτει κάθε ρεκόρ, αφού όλες του οι ρίμες είναι με ομόηχες λέξεις και μία από αυτές είναι ρίμα-μωσαϊκό:

δεν έμεινε μες στην φιάλη μου μια στάλα.
Είν’ η ώρα να στραφούμεν, οίμοι!, στ’ άλλα.

Έχουμε ομόηχη ρίμα (στάλα-στ’ άλλα), που είναι μωσαϊκό επειδή ο ένας όρος της ομοιοκαταληξίας δεν είναι μία λέξη, αλλά δύο. Κατά σύμπτωση, την ιδια ρίμα (μες στ’ άλλα – ζει κι η στάλα) τη χρησιμοποιεί και ο Μιλτιάδης Μαλακάσης στο ποίημα «Ανοιξιάτικη μπόρα«.

Η διασημότερη ρίμα-μωσαϊκό είναι βέβαια στην Πόλι του Καβάφη:

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κι είν’ η καρδιά μου —σαν νεκρός— θαμμένη.
Ο νους μου ώς πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους.
Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού —μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κόχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Η ρίμα που μας ενδιαφέρει είναι θαμμένη : θα μένει.

Στα μωσαϊκά μπορεί, ακόμα πιο σπάνια, το ένα σκέλος της ρίμας να απαρτίζεται όχι από δύο αλλά από τρεις λέξεις. Παράδειγμα από το τραγούδι Οι ιππόται πότε πότε:

Αι ωραίαι δεσποσύναι
ολο πίνανε κι εκείναι
κι απ’ το πίνε πινε πίνε
δες πώς – δες πώς – δες πώς είναι.

Το μωσαϊκό ειναι η ρίμα «δεσποσύναι : δες πώς είναι». Το ίδιο τραγουδάκι εχει και μια ρίμα με ομόηχα, πόται : πότε, ενώ η ρίμα «ιππόται : πόται» λέγεται ρίμα-ηχώ επειδή η μια λέξη «αγκαλιάζει» την άλλη, όπως στην αντήχηση -αλλά αυτή την κατηγορία θα την αφήσω για άλλο άρθρο.

Τέλος, ένα πιο περίπλοκο μωσαϊκό έχουμε όταν και τα δυο σκέλη της ομοιοκαταληξίας είναι περισσότερες από μία λέξεις, όπως στο εξής κομψοτέχνημα του Αθ. Κυριαζή:

Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.

Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.

Σε οχτώ στίχους ο Κυριαζής χώρεσε μια ρίμα με ομόηχα (ανέμοι : ανέμη), ένα απλο μωσαϊκό (τραγουδιστά – τραγούδι στα), ένα σύνθετο μωσαϊκό (τι λιγοστή – τυλίγω στη), ενώ ο τρίτος στίχος και στις δύο στροφές έχει έναν από τους τολμηρότερους διασκελισμούς που αντέχει η ελληνική γλώσσα. Αλλά για τους διασκελισμούς θα γράψουμε άλλη φορά.

Συγκεντρώνω εδώ, σε χαλαρή αλφαβητική σειρά, όλες τις ρίμες μωσαϊκά που έχω βρει είτε σε ποιήματα είτε σε τραγούδια.

δεσποσύναι : δες πώς είναι

Αι ωραίαι δεσποσύναι
ολο πίνανε κι εκείναι
κι απ’ το πίνε πινε πίνε
δες πώς – δες πώς – δες πώς είναι.
(Τραγούδι «Οι ιππόται πότε πότε«, στίχοι Σταμάτης Δαγδελένης)

θαμμένη : θα μένει
κι είν’ η καρδιά μου —σαν νεκρός— θαμμένη.
Ο νους μου ώς πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
(Καβάφης, Η πόλις)

Ιάπωνες : οι άπονες
κι οι κοπελιές οι άπονες
ερωτευτήκαν τους Ιάπωνες
(Μανούσος Φάσσης = Μαν. Αναγνωστάκης)

Ισπανοί : οι σπανοί: εις πανί / ισπανικό : εις πανικό

Οι σπανοί
Ισπανοί
ζωγραφίσαν εις πανί
ιππικόν Ισπανικόν
εις πανικόν.
(Ευτράπελο στιχούργημα)

Κάντο : καν’ το
Άλλο το να γράφεις Canto
κι άλλο να σου λένε: κάν’ το
(Μανούσος Φάσσης = Μαν. Αναγνωστάκης)

μεγάλα : με γάλα

Τα μάτια της μαργιόλισσας δεν είν’ τόσο μεγάλα
μόνο μικρά και νόστιμα, μέλι μαζί με γάλα
(Ερωτικό δίστιχο της συλλογής Passow)

μετάξι : με τάξη
Τα τύλιξε προσεκτικά, με τάξι
σε πράσινο, πολύτιμο μετάξι.
(Καβάφης, Του μαγαζιού)

στάλα : στ’ άλλα
δεν έμεινε μες στην φιάλη μου μια στάλα.
Είν’ η ώρα να στραφούμεν, οίμοι!, στ’ άλλα.
(Καβάφης, Μεγάλη εορτή στου Σωσιβίου)

τι λιγοστή : τυλίγω στη
Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.
(Αθ. Κυριαζής)

τ’ όχι : το ‘χει
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει
(Καβάφης, Che fece … il gran rifiuto)
* βέβαια, ο Καβάφης γράφει «το Όχι» αλλά στο διάβασμα προφέρουμε μαλλον τ’ Όχι.

τραγουδιστά : τραγούδι στα
Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.
(Αθ. Κυριαζής)

Μάλλον πενιχρή η συγκομιδή μας, μόλις δέκα λήμματα. Μπορείτε να την εμπλουτίσετε με δυο τρόπους. Ο ένας είναι να βρείτε ποιήματα ή τραγούδια που να έχουν ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκά, αν και αυτό ίσως φανεί δύσκολο.

Ο άλλος τρόπος είναι να φτιάξετε εσείς δικές σας ομοιοκαταληξίες. Για παράδειγμα, στο προπέρσινο άρθρο, ο φίλος μας ο Πάνος (με πεζά) είχε φτιάξει δυο ωραία μωσαϊκά:

Θα μου πείτε, Μήτρο, Πάνο,
αν ακούτε Μητροπάνο;

Θα μου πείτε, ω φελλοί,
το κρασί πού ωφελεί;

Να βάλω κι ένα δικό μου, που το σκάρωσα τώρα:

Μου λέει: έχω ιδανικά
του λέω: δικά σου ή δανεικά;

Ή μπορείτε να βάλετε όποιο ποίημα θέλετε στα σχολια, μέρα της ποίησης είναι!

 

 

 

Posted in Καβαφικά, Λογολογία, Ομόηχα, Ομοιοκαταληξία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 180 Σχόλια »

Οι Δώδεκα του Αλέξανδρου Μπλοκ σε δυο μεταφράσεις κι ένα απόσπασμα

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2018

Πριν από δυο μήνες έκλεισαν 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το σημερινό μας άρθρο έρχεται να τιμήσει μιαν άλλη επέτειο, φιλολογική, που είναι αποτέλεσμα της προηγούμενης: τα 100 χρόνια από το ποίημα «Οι Δώδεκα» του Αλέξανδρου Μπλοκ, που θεωρειται το εμβληματικό ποίημα της Οχτωβριανής Επανάστασης και που δημοσιεύτηκε ακριβώς τον Ιανουάριο του 1918.

Κορυφαία μορφή του ρωσικού συμβολισμού, ο Αλέξανδρος Μπλοκ γεννήθηκε το 1880 στην Πετρούπολη, σε οικογένεια διανοούμενων, ανατράφηκε αριστοκρατικά, παντρεύτηκε την κόρη του διάσημου χημικού Μεντελέγιεφ και είχε δραστήρια συμμετοχή στο ποιητικό κίνημα του συμβολισμού και στην πνευματική ζωή της προεπαναστατικής Ρωσίας. Σε αντίθεση με τους περισσότερους φίλους του αλλά και με το κοινό του, αγκάλιασε την Οκτωβριανή επανάσταση, που την έβλεπε σαν κάτι το μεσσιανικό. Γρήγορα απογοητεύτηκε από τα πάντα, σταμάτησε να γράφει και πέθανε το 1921 από απροσδιόριστη αρρώστια. (Βρίσκω πως ο αγαπημένος μου Ναπολέων Λαπαθιωτης, συμβολιστής κι αυτος, έχει πολλά κοινά στη ζωή του).

Ο Μπλοκ θεωρούσε πως οι Δώδεκα ήταν το αριστούργημά του. Παρουσιάζει 12 μπολσεβίκους στρατιώτες που διασχίζουν στους δρόμους της επαναστατημένης Πετρούπολης μέσα στη χιονοθύελλα, κάπως σαν τους Δώδεκα Αποστόλους. Χρησιμοποιεί γλώσσα σε διάφορα επίπεδα ύφους, δανείζεται εκφράσεις από την αργκό των προλεταριακών στρωμάτων ή μοτίβα από λαϊκά τραγούδια, δίνει τρομερή σημασία στις παρηχήσεις και στον ρυθμο και γι’ αυτό η μετάφρασή του είναι πρόκληση.

Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές έχει μεταφράσει και παρουσιάσει στο ιστολόγιο κείμενα ρωσικής λογοτεχνίας (παράδειγμα) μού έστειλε το ποίημα του Μπλοκ σε δική της μετάφραση, με αντικριστό το ρωσικό πρωτότυπο, αλλά και στη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα. Θα ήθελα να παρουσιάσω τα τρία κείμενα (πρωτότυπο και δύο μεταφράσματα) σε τρίστηλο, όπως μού τα έστειλε η Ρανέλε, για να είναι πιο ευχερής η αντιπαραβολή, αλλά δεν μπορώ να μεταφέρω καλά τον πίνακα ώστε να διατηρείται η στοίχιση στην οθόνη. Έτσι, έσπασα τον τρίστηλο πίνακα σε δύο δίστηλους πίνακες, πρώτα η μετάφραση της Ρανέλε και δίπλα το πρωτότυπο και μετά το πρωτότυπο με τη μετάφραση του Μπλάνα. H Ρανέλε μου έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου, το τέλος του ποιήματος. Αυτό το παραθέτω μόνο του, στο τέλος.

Επειδή από html και πίνακες είμαι ανίδεος, η παρουσίαση δεν βγήκε όπως το ήθελα, και δυσκολεύει το διάβασμα του ποιήματος. Ζητώ συγγνώμη.

 

Οι Δώδεκα, Αλεξάντρ Μπλοκ, μτφρ. Ranele

 

1

Μαύρο, μαύρο βράδυ.
Άσπρο χιόνι σαν το χάδι.
Ο αέρας το ρημάδι
ρίχνει καταγής, ξυρίζει σαν ξυράφι!
Ο αέρας το ρημάδι
λυσσομανά σ΄ολόκληρη την πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Σκούζει ο βοριάς σαν το σκυλί
Παντού το χιόνι το λευκό
Από κάτω κρύβει το γυαλί
Ολισθηρό, σκληρό
Όποιος περνά, γλιστρά
– βρε, τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Ανάμεσα στα κτήρια αντικρινά
Έχει τεντωθεί ένα σκοινί.
Στο σκοινί κρέμεται ένα πανό ψηλά:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση!»
Μια γριούλα απορεί, μοιρολογεί
Τι σημαίνουν τούτα στο μυαλό της δεν χωρεί,
Για τούτο το ακαταλαβίστικο πανό
Γιατί χαλάστηκε τόσο πανί γερό;
Ένα σωρό φασκιά
θα΄βγαιναν για τα παιδιά.
Αφού υπάρχουν τόσα ξυπόλυτα και γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Η γριούλα αδέξια σαν την κλώσα
Τσαλαβουτά η καημένη μες στις χιονοστιβάδες
-Παναγιά προστάτιδα, βοήθα!
-Οι Μπολσεβίκοι θα μας βάλουν σε μπελάδες!Ο αέρας μαστιγώνει!
Το κρύο δυναμώνει!
Ένας αστός πάνω στο σταυροδρόμι
Τη μύτη του χώνει μες στο πανωφόρι.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος είναι αυτός ο μαλλιάς
Που ρητορεύει χαμηλόφωνα;
–          Προδοσία!
–          Πάει η Ρωσία!
Θα΄ναι κανένας γραφιάς,
ο μπλαμπλάς…Νάτος και ένας ρασοφόρος –
Σούρνεται άκρη άκρη κλεφτά…
Από τι δεν είσαι ελπιδοφόρος,
Σύντροφε παπά;Θυμάσαι τα παλιά
Πίσω εσύ, η κοιλιά μπροστά
με το σταυρό να λαμποκοπά
προχωρούσες ανάμεσα στο λαό αλαζονικά;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να και μια δεσποινίς με το γουναρικό
Παραπονιέται και ρωτάει το διπλανό:
– Κλαίμε σερί, τι θα απογίνουμε χωρίς…
Γλίστρησε και τσουπ  πάρ΄την κάτω
Ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά καταγής
-Άους! -Τράβα, σήκωσέ την, να χαρείς!Ο αέρας όλο ζαβολιά
Φυσάει άγρια και χαρωπά
Σηκώνει τους ποδόγυρους
Θερίζει τους περαστικούς
Σκίζει, τσαλακώνει,
Παίρνει και σηκώνει
Ένα τεράστιο πανό που διακηρύσσει:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση»…
Και κάτι σπαράγματα λόγων στριφογυρίζει:
…Ιδρύσαμε κι εμείς συνδικάτο, αδερφάκι…
…Να μες στο σπίτι με το κόκκινο φαναράκι…
… Συζητήσαμε –
αποφασίσαμε:
δεκάρικο για μια ωρίτσα,
για μια νύχτα, κορίτσα–
χωρίς παζάρι
ένα κοσιπεντάρι …
…Και άντε στο κρεβατάκι
να πιάσουμε το παραδάκι…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Σκοτεινιάζει.
Ο δρόμος αδειάζει.
Ένας αλήτης
Καμπουριάζει.
Ο αέρας περουνιάζει…
Βρε, το φουκαρά!
Έλα πιο κοντά –
Δώσ΄μου δυο φιλιά…
Πρώτα το ψωμί ή τα λεφτά!
Τα θες μπροστά;
Έμπα μέσα, φουκαρά!Μαύρος κατάμαυρος ο ουρανός.
Μαύρη, θλιβερή οργή
Βράζει μες στην ψυχή…
Μαύρη, ιερή οργή…Σύντροφε! Μάτια
Τέσσερα!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2
Ο αγέρας σεριανίζει,
Το χιονάκι πεταρίζει.
Μια ντουζίνα ανθρώπων βαδίζει.
Μαύρες τελαμώνες σταυρωτά
Όλα τα φώτα της πόλης ανοιχτά…Μες στο στόμα τσιγαράκι,
Βαλμένο μόρτικα το καπελάκι.
θα΄ταν του σκοινιού και του παλουκιού παλιά!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Κρυώνω, σύντροφοι, πολύ!
2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Ο Βάνια και η Κάτια καλοπερνούν στο καπηλειό…
– Εκείνη έχει κομπόδεμα γερό!
-Και ο Βάνια δεν είναι πια κάνα μπατιράκι…
-Ήταν δικός μας, μα σε άλλους πήγε φανταράκι!- Για τόλμα,  Βάνκα, μπάσταρδε, αστέ,
να φιλήσεις το δικό μου το αμόρε!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Η Κατίνα με τον Βάνια έχουνε δουλειά –
Τι δουλειά; Τι δουλειά;
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!
— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Παντού τριγύρω αναμμένα φώτα
Πάνω στους ώμους τελαμώνα…
Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!Σύντροφε, μη δειλιάζεις, κράτα γερά
Στην Αγία Ρούσια ας ρίξουμε καμιά τουφεκιά –
Στην πατροπαράδοτη και οπισθοδρομικιά
Στην καλυβένια και ξυλένια
Στην καλοθρεμμένη με τα οπίσθια παχιά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3
Σαν πήγανε παιδιά φαντάροι
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Να χάσουν το θερμό κεφάλι!
Αχ, μωρέ, τι συφορά,
Η ζωή είναι γλυκιά!
Τρύπες, μπαλώματα στη χλαίνη,
Τουφέκι αυστριακό στο χέρι!Για να σκάσουν επιτέλους οι αστοί
Φωτιά στον κόσμο θα βάλουμε χιαστί,
Φωτιά στο αίμα και στα μπατζάκια σας –
Κύριε, ελέησον μας!
3
Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!
4Το χιόνι στροβιλίζεται,
Ο αμαξάς ωρύεται,
Ο Βάνκα με την Κάτια
Στ΄αμάξι  χαριεντίζεται –
Φαναράκι μου λαμπρό,
Φέγγε τον κοσμάκη μην πατώ…
Άκρη, βρε τον παλαβό!Μες στη χλαίνη στρατιωτική
Έχει φάτσα μουρόχαβλη
Στρίψε, στρίψε το μουστάκι,
Μπας και γίνεις πιο αντράκι.
Πες κανένα αστειάκι,
Να γελάσει το γκομενάκι.Κοίτα πως κορδώνεται!
Κοίτα πως καμώνεται!
Αγκαλιάζει τη χαζούλα,
Ξεμυαλίζει την Καιτούλα…Γέρνει πίσω το κεφάλι,
Στα δοντάκια μαργαριτάρι
Αχ Κατίνα, Κατινάκι
Παχουλό γλυκό μουτράκι…
4Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…
5.

Αχ, Κατίνα μου γλυκιά,
στο λαιμό δεν έχει γιάνει
Η ουλή απ΄το σουγιά.
Και στον κόρφο σου ματώνει
Εκείνη κει η γρατσουνιά!

Πω, πω, πω,
χορεύει το μωρό!
Τι κορμί, θα τρελαθώ!

Νταντελένια κιλοτάκια
φόραγε ακόλαστα –
Με τα αξιωματάκια
Γλένταγε  αχόρταγα –
Κατίνα μου γλυκιά,
πάν΄όλ΄αυτά!

Πω, πω, πω,
κάνει νάζι το μωρό!
Πάει η καρδιά μου, θα χαθώ!

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμήσου, Κατινάκι,  το γαλονά –
Που για σένα έφαγε τη μαχαιριά…
Μπας και τα ξέχασες, μωρή χαζοβιόλα;
Μπας και τά΄χασες τα μυαλά σου όλα;Πω, πω, πω,
κάνε μου το ψυχικό!
Να πλαγιάσω με μωρό!Κάλτσες μάλλινες φορούσε,
Σοκολάτες μασουλούσε,
Με ευέλπιδες γλεντούσε –
Τώρα ξέπεσε πιο χαμηλά
Με φαντάρους το γλεντά;Πω, πω, πω,
Είσαι κόλαση, κουκλί!
Βούτα μες στην αμαρτία
ν΄αλαφρώσει η ψυχή!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
… Και πάλι καλπάζει ο αμαξάς.
Τρέχει, ωρύεται ο φωνακλάς…
Σταμάτα, σου λένε,  κερατά!
Πετράκη, πίσω, Αντρέα μπροστά!…Μπαμ , πέφτει ο πυροβολισμός!
Σύννεφο χιονιού ο κουρνιαχτός! …
Σβέλτα! Ο Βάνια γίνεται μπουχός…
Ρίξ΄του ξανά! Σημάδεψέ τον ακριβώς!…
Μπαμ , να σου γίνει μάθημα το πάθημα,
………………………………………………………………
Μη σαλιαρίζεις με του αλλουνού το αίσθημα!…
Φτου! Την έκανε το ρεμάλι του κερατά,
Σε κανονίζω αύριο, βρε μασκαρά!Πού΄ναι η Κατίνα; – Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στην κεφαλή!
Δε μιλάς, Κατίνα; – Μουγκό  το στόμα…
Καλά να πάθεις, παλιοβρόμα!Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Οι δώδεκα πάλι πιάνουν βήμα σταθερό,
Πίσω από τους ώμους ένα τουφέκι φονικό.
Μοναχά ο δόλιος ο φονιάς
Έχασε το κέφι του μεμιάς…Τρέχει να ξεφύγει από το κακό
Το βήμα βιάζει, χαλάει το ρυθμό
Έδεσε το μαντίλι γύρω από το λαιμό –
Πού να συνέλθει από τον καημό;…-Τι συμβαίνει, φιλαράκο;
-Σύντροφε, τι δε μιλιέσαι;
-Πού΄ν’το κέφι σου, Πετράκο;
Την Κατίνα συλλογιέσαι;
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, συντρόφοι μου καλοί,
Την κοπελιά αυτήν
πολύ την λαχταρούσα
Νύχτα μαύρη μεθυστική
Αγκαλιά με αυτήν
Συχνά πυκνά γλυκοπερνούσα…-Με μεθούσε η τσαχπινιά
Μες στα μάτια της τα φλογερά
Και η κόκκινη ελιά,
Πάνω στον ώμο της δεξιά,
Πάει, την σκότωσα, ο καταραμένος,
Απ΄τη ζήλια τυφλωμένος!-Κοίτα τον, τι λέει ο βλάκας,
Μπας και είσαι ντιπ μαλάκας;
-Είναι ώρα για κουβέντα;
Τι την μπλέκεις την ψυχή;
-Ίσιαξε το κορμί σου σβέλτα
-Κράτα ψηλά την κεφαλή!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν είναι ώρα για νταλκάδες,
Ούτε για το ντάντεμα, μωρέ,
Μη μας βάζεις σε μπελάδες
Σύντροφέ μας, ακριβέ!Ο Πετρής επιβραδύνει
Τα γοργά του βήματα…
Τους νταλκάδες τους αφήνει
Ξαναβρίσκει της  χαράς πατήματα …Βρε! Κάπου να ξεσπάσουμε
την πλάκα μας να σπάσουμε!Βρε, κόσμε, αμπαρώστε τα νοικοκυριά,
Απόψε θα πλιατσικολογήσουμε γερά!
Ξεκλειδώστε τα κελάρια με τα κρασιά-
Απόψε θα  τα σπάσει όλα η φτωχολογιά!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8
Αχ, αμάν! Φαρμάκι η ζωή
Αχ, αμάν! Βαρεμάρα βαρετή
Βαρεμάρα που ανοίγει πληγή!Για να ξεχαστώ
Θα γλεντήσω τον καιρό…Για να ξεχαστώ
Το κεφάλι θα χτυπώ…Για να ξεχαστώ
πασατέμπο θα μασουλώ…Για να ξεχαστώ
Το σουγιά μου θα μεταχειριστώ! …Βρε αστέ, με του σπουργίτη την καρδιά!
Άι φεύγα! Μην τραβήξω καμιά μαχαιριά
Για να ξεχάσω την αγάπη μου παλιά,
Με τα φρύδια μαύρα και καμαρωτά…

Γαλήνευσον, Κύριε, την ψυχήν του δούλου σου…

Ρύσαι με εκ της πλήξεως τρομερής !

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης δεν ηχεί,
Πάνω απ΄τον πύργο του Νέβα απλώνεται σιγή
Δεν υπάρχει πια η αστυφυλακή
Σπάστε τα, παιδιά, χωρίς κρασί!
Στο σταυροδρόμι στέκεται ένας αστός
Μες στο παλτό του ζαρώνοντας τα μέλη
Και δίπλα του τρίβεται ένας βρομερός
Κοπρίτης με την ουρά στα σκέλη.

Στέκεται λοιπόν ο αστός σαν τον κοπρίτη νηστικός,
Σάμπως ερωτηματικό βουβός ζαρώνοντας τα μέλη
Και σαν κοπρίτης ο κόσμος ο παλιός
Κρύβεται πίσω του με την ουρά στα σκέλη.

9
Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.
10
Δυναμώνει ο χιονιάς
Δυσκολεύουν τα πατήματα!
Από το χιόνι δε θωράς
Μες στα δυο βήματα!Απάνω το χιόνι σηκώνεται,
Ο χιονοστρόβιλος ορθώνεται…-Πω τι θύελλα ΄ναι αυτή, σώσον μας, Χριστέ!
-Βρε,  Πετρή! Τα΄χεις χάσει!
Τάχα πότε σε έχει σώσει, βρε αδερφέ,
Το χρυσό εικονοστάσι;Πόσο ανερμάτιστος πες να΄σαι,
Σκέψου κομματάκι  λογικά-
Ή τα χέρια σου δε στάζουν αίμα
Για της Κατίνας την αγκαλιά;-Κράτα βήμα επαναστατικό!
Κυνήγα τον άγρυπνο εχθρό!
Εμπρός, εμπρός, ωρέ
Εργαζόμενε λαέ!
10Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!
11
…Προχωρούν χωρίς όσια και ιερά
Και οι δώδεκα μπροστά.
Έτοιμοι για όλα τα στραβά,
Δίχως λύπηση καμιά…Τα σιδερένια τους τουφέκια
Σημαδεύουν τον αόρατο εχθρό …
Μες στα σκοτεινά σοκάκια,
Όπου η χιονοθύελλα λυσσομανά
Μες στις στοιβάδες από χιόνια –
Όπου το πόδι πατά στα μαλακά…
Ως σταθερός προσανατολισμός
Η κόκκινη παντιέρα τους καλεί
Ο ρυθμικός τους βηματισμός
Γύρω γύρω αντηχεί
Ο άσπονδος εχθρός
Όπου να΄ναι θα φανεί…Η θύελλα τους τυφλώνει
Τους ρίχνει μες στα μάτια χιόνι
μέρα νύχτα τους παγώνει …Εμπρός, εμπρός ωρέ
Ω εργαζόμενε λαέ!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά…
– Άλτ! Ποιος σαλεύει εκεί πέρα;
Κανείς. Είν΄ το παιχνίδι του αέρα
που φλερτάρει χαρωπά
με την κόκκινη παντιέρα…

Μπροστά ορθώνεται  βουνό το χιόνι,
– Φανερώσου όποιος κρύβεται εκεί!…
Ενώ ξοπίσω τους χωλαίνει
Μονάχα ένα ψωριάρικο θεονήστικο σκυλί…

-Ξεκουμπίσου, χολεριασμένο,
Αλλιώς δε γλιτώνεις από ξιφολόγχη αιχμηρή!
Ρε παλιέ κόσμε, σαν το σκυλί αρρωστημένο
Χάσου, αλλιώς σε περιμένει η στιβαρή πυγμή!

Ο σκύλος ξεπαγιασμένος χωρίς αφεντικά –
Γρυλλίζει σαν τον πεινασμένο λύκο απειλητικά –
Με την ουρά στα σκέλη τους ακολουθεί από κοντά…
-Βρε μίλα, ποιος είσαι; Αναφέρσου κανονικά!

12
… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?
– Ποιος ανεμίζει άραγε την κόκκινη παντιέρα;
– Πού να τον δεις  με τούτο το σκοτάδι,
– Νάτος! Κινείται σαν τον ίσκιο εκεί πέρα,
Κρύβεται πίσω απ΄τα σπίτια, το ρημάδι;-Θα σε πιάσω πού θα μου πας,
Κάλλιο παραδώσου ζωντανός
-Ρε άνθρωπε, μη μου το χαλάς,
Βγες, αλλιώς θα πέσει ο πυροβολισμός!Μπαμ αναμπάμ ! – μονάχα η ηχώ
Αντιλαλεί στο δρόμο σκοτεινό
Και η θύελλα σφυρά μελωδικά
Γελώντας μαζί τους μοχθηράΜπαμ- μπαμ – αναμπάμ!
Μπαμ- μπαμ – αναμπάμ…
… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά –
Από πίσω το θεονήστικο σκυλί τους ακολουθά,
Μπροστά με την ματοβαμμένη παντιέρα ψηλά
Αόρατος  μες στο χιονιά
Άτρωτος στην τουφεκιά
Μες στη θύελλα με την ανάλαφρη πατημασιά
Πάνω  στου χιονιού την μαργαριταρένια απλωσιά
Στεφανωμένος με τα ρόδα τα λευκά
Ο Ιησούς Χριστός φαντάζει αμυδρά.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

Και τώρα πάλι σε δίστηλο, η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα (εκδ. Γκοβόστης) μαζί με το ρωσικό πρωτότυπο:

 

Δώδεκα, Αλέξανδρος Μπλοκ, μτφρ. Γ. Μπλάνας

1

Μαύρη ΄ναι η νύχτα
Λευκό το χιόνι.
Λυσσάει ο άνεμος, λυσσάει: πάει
Να σε σωριάσει
Χάμω – σαρώνει
Απ΄άκρη σ΄άκρη τη Θεία Πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Λυσσάει, σηκώνει
Ψηλά το αφράτο
Χιόνι: από κάτω πάγος σκληρός
Και γλιστερός.
Πάτα γερά!
Πρόσεχε! Έπεσε! Τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Από σπίτι σε σπίτι
Απλωμένο,
το πανό γερά δεμένο:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Από κάτω μια γριά κοιτάει
Δεν ξέρει τι σημαίνει
Αυτό το πράγμα – μοιρολογεί!
Πάει χαμένο τόσο πανί!
Τόσο πανί για ένα πανό!
Ένα σωρό ποδοφάσκια θα΄χα βγάλει για τα δύστυχα παιδιά,
Τριγυρίζουν ξυπόλυτα, γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Σαν την πουλάδα η γριά
Πιλαλάει μες στον χιονιά.
-Βοήθα, Παρθένα μου! Οι Μπολσεβίκοι
Θα μας σφάξουν σαν τα ζα!Δαγκώνει ο άνεμος!
Δεν πάει πίσω η παγωνιά!
Για δες εκεί στη διασταύρωση τον μπουρζουά:
βαθιά χωμένη η μύτη στον γιακά.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος να΄ναι; Η κόμη του λυτή
Στους ώμους και μονολογεί!
-Αληταρία!
-Πάει η Ρωσία!
Κάνας συγγραφέας θα΄ναι –
Απ΄ αυτούς που όλο μιλάνε και μιλάνε…Μεγαλοσχήμων ίσκιος προβαίνει
Μέσα στο χιόνι – πάει μουλωχτά…
Δύσκολες μέρες ψωμί δε βγαίνει,
Ε, σύντροφε παπά;Θυμάσαι τότε που τριγυρνούσες καμαρωτός:
Μπροστά σαν τούμπανο η κοιλιά,
Κι άστραφτε πάνω της σταυρός
Να λάβει φώτιση ο λαός;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να μια δεσποινίς με Αστραχάν
Και γυρίζει, λέει στην συνοδό της:
-Κλαίγαμε, κλαίγαμε…
Και ξαφνικά γλιστράει
-Αμάν! Πάρ΄την κάτω σαν σακί!
Πω, πω! Τι τούμπα ήταν αυτή!
Δώστε ένα χέρι να σηκωθεί!Ο άνεμος παλαβώνει.
Μια χαϊδεύει, μια δαγκώνει
Σηκώνει φούστες και παλτά
Θερίζει τους διαβάτες σαν σπαρτά.
Πιάνει, σκίζει, κουρελιάζει το τεράστιο πανό
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Σκορπίζουν τα λόγια από δω κι από κει.
…Είχαμε κι εμείς «συντακτική»
…σ΄αυτό το κτήριο, εκεί…
…τα συζητήσαμε-
Τα συμφωνήσαμε:
Δέκα την ώρα – διανυκτέρευση ΄κοσ΄πέντε…
…ντάγκα-ντάγκα…
…και βουρ στο κρεβάτι με τον μάγκα…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Αργά το βράδυ.
Άδειος ο δρόμος.
Ένας αλήτης βαδίζει
Βαριά, σκυφτά,
Ο άνεμος σφυρίζει…
Ψιτ, Ομορφούλα!
Είσαι για ένα
Φιλί στη ζούλα;Ψωμί!
Πού πάμε!
Προχώρα!Μαύρος, μαύρος ουρανός.
Θυμός, θυμός σκοτεινός
Βράζει βαθιά στο στήθος: στυγνός, ιερός…Σύντροφε! Τα μάτια σου
Πάντα ανοιχτά!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2

Λυσσάει ο άνεμος, φτεροκοπάει το χιόνι σαν τρελό.
Δώδεκα αυτοί και προχωρούν μέσα στον χαλασμό.
Χιαστί των τουφεκιών μαύρα λουριά
Κι όλα γύρω φωτιά…Τσιγάρο βαρύ στα χείλια οι παίδες
Τους λείπουν μόνο οι χειροπέδες!

Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!

Μπαμ, μπαμ, μπαμ!

Τι ψοφόκρυο είναι, σύντροφοι, αυτό!

2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Αλλά ο Βάνια και η Κάτια στην ταβέρνα είναι ωραία…
– Στην καλτσοδέτα, του Κέρενσκη το πληθωριστικό!
-Τα κονόμησε ο Βάνια τελευταία…
-Ήταν δικός μας, αλλά πήγε στον στρατό!-Κάθαρμα, Βάνια, μπουρζουά έλα αποδώ
Αν σου βαστάει να δεις φιλιά!Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Την κάνει η Κάτια στον Βάνια την δουλειά
-κανονικά!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Όλα γύρω φωτιά…
Στον ώμο τα τουφέκια κρεμασμένα…
Προχωρείτε, επαναστάτες – πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
Σύντροφε, βάρα στο ψαχνό
Την Αγία Ρωσία –
Την χωραφού
Την καλυβού,
Την κωλαρού!
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3

Καμαρωτοί οι λεβέντες μας πήγαν να πολεμήσουν
Στον Κόκκινο Στρατό –
Στον Κόκκινο Στρατό –
Για την τιμή της εργατιάς το αίμα τους να χάσουν!Πικρός ο κόρφος σου ζωή,
τ΄αχείλι σου γλυκό!
Έχω μια χλαίνη κουρελιασμένη
κι ένα τουφέκι αυστριακό!

Τρομάζει, τρέχει, σκούζει ο μπουρζουάς.
Τον κόσμο θα τον κάψουμε
Στο αίμα θα το βάψουμε –
Κύριε, ελέησον ημάς!

3

Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!

Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!

4

Το χιόνι στροβιλίζεται, ουρλιάζει ο αμαξάς,
Ο Βάνια και η Κάτια προελαύνουν –
Μπροστά φανάρια ηλεκτρικά…
Φευγάτε, ρε, μην σας πατήσει!
Χα, χα, χα!Χλαίνη στρατιωτική, βλακοφυσιογνωμία-
Στρίβει, στρίβει το μουστάκι με μανία
Το κατσαροτσιγκελώνει
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Γεια σου Βάνια μπρατσαρά!
Γεια σου Βάνια φαφλατά!
Την χαζή Κάτια χουφτώνει,
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Τον κοιτάζει τάχατες μου ντροπαλά:
Δυο σειρές μαργαριτάρια τα δοντάκια,
Αχ, εσύ,Κάτια μου, γλυκιά μου Κάτια
Αχ, αφράτο μου κουκλί…

4

Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…

Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…

Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…

5

Στον λαιμό σου, η μαχαιριά,
Κάτια μου, έχει γίνει ουλή.
Όμως κάτω απ΄ το βυζί
Είναι φρέσκια, αιμορραγεί!
Ε, ρε, γλέντια και χοροί!
Παναγιά μου, ένα παιδί!

Με δαντελωτά βρακιά
Έκανες την τσάρκα σου-
Και οι αξιωματικοί
Γλένταγαν την σάρκα σου.

Πού΄ναι τώρα τα βρακιά σου
Και τα καβαλήματά σου;

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμάσαι κείνον τον γαλονά-
Του΄χωσες την μαχαιριά…
Θυμήσου, Κάτια μου, θυμήσου τα όλα!
Τι έγινε –τα ξέχασες μωρή παλιοκαριόλα;
Θα τα θυμηθείς, ωστόσο,
Όλα, όταν σε κουτουπώσω!
Μου φορούσες γκρι μποτάκια,
Έτρωγες σοκολατάκια,
Και δεν έπαιρνες κανέναν,
αν δεν ήταν βαθμοφόρος ευγενής.
Τώρα γύρισε η τύχη
κι έπεσες στους σκαπανείς.
Γλέντα, Κάτια η αμαρτία
Σώζει –είναι ευλογία!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
…Να τους πάλι –καλπάζουν, σαρώνουν το χιόνι
Μουγκρίζει, ουρλιάζει, ο αμαξάς, μαστιγώνει…
Αλτ! Απάνω τους Αντριούχα!
Χύνεται μπροστά ο Πετριούχα!
Μπαμ, μπαμ! Σύννεφο το χιόνι:
Στ΄ουρανού κατά τα μέρη άσπρη, παγωμένη σκόνη! …Κόβει λάσπη ο αμαξάς –με τον Βάνια… Τι κοιτάς;
Όπλισε και ξαναρίξε! Θα μας φύγει ο κερατάς!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Πάρ΄τα κορτάκια,
…………………………………………………………..
Για να μην ξανακολλήσεις σ΄αλλωνών τα γκομενάκια!
Έφυγες, παλιοκαθίκι! Δεν τελειώσαμε εδώ!
Είσαι τελειωμένος λέρα! Κάπου θα σε ξαναβρώ!Μα η Κάτια … Πού είναι η Κάτια; Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στο κεφάλι, αιμορραγεί!Είσαι καλά, Κάτια μου, τώρα;
Είσαι ικανοποιημένη;
Δεν μου κελαηδάς, ε;
Μείνε τώρα κούκλα μου εκεί, σαν κουρούνα παγωμένη!Προχωρείτε επαναστάτες –πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Ξαναπιάνουν οι δώδεκα το ρωμαλέο ρυθμό
της πορείας τους. Μόνο ο φτωχός
δολοφόνος βαδίζει βουβός,
σκυθρωπός, σκοτεινός…
Προχωρά νευρικά, σαν να θέλει να φύγει
Στον λαιμό το μαντίλι τον πνίγει
Το τραβάει να το λύσει-
Θέλει μα δεν μπορεί να λησμονήσει…-Τι έγινε, ρε σύντροφε, που πας;
-Ρε φιλαράκο, γιατί δε μιλάς;
-Ρε Πετρούχα, λυπάσαι την Κάτια; Ντροπή!
-Ψηλά το κεφάλι, ρε συ!
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, αδέρφια, σύντροφοί μου,
Το αγαπούσα το κορίτσι –ήταν δική μου …
Πόσα βράδια σκοτεινά στην αγκαλιά της,
Μέθυσα με τα φιλιά της…-Για λάμψη ειρωνική
Στο φλογερό της βλέμμα
Για ένα σημάδι πορφυρό
Στον ώμο της τον δεξιό,
Της πήρα ο άθλιος τη ζωή,
την έπνιξα, ο τρελός στο αίμα!-Άσε τα κλαψουρίσματα, ρε Πέτια!
Είσαι καμιά λιπόψυχη, πορδόλυσσα γριά;
Χάζεψες, ρε ζωντόβολο; Λυπήσου την ψυχή σου!
Σταμάτα να την σκέφτεσαι –ξύπνα! Έλεος πια!
Θάρρος, μωρέ: στήθος μπροστά, μέσα η κοιλιά σου!
-Δείξε το ανάστημά σου!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν μας παίρνει
Να νταντεύουμε κανέναν, τέτοια ώρα!
Μας κολλάει, μας μποδάει, μας βαραίνει,
Σύντροφε –κατάλαβέ το, πάρε ανάσα και προχώρα!Ο Πετρούχα κοντοστέκεται και αρχίζει
Να βαδίζει με ρυθμό κανονικό…
Το κεφάλι ψηλά, το ηθικό
Ακμαιότατο… Βρήκε το κέφι του πάλι…Βρε, άντε από κει!
Δεν είναι ντροπή να γλεντάς τη ζωή!Κλείστε δώμα και κατώγι
Έρχονται οι πλιατσικολόγοι!
Ντου στου κελαριού το έμπα –
Να το τσούξει και η πλέμπα!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8

Μαύρη μαυρίλα!
Βαριεστημάρα, πικροπικρίλα
Και θανατίλα!Έχω ένα κάρο χρόνο
Να σκοτώσω τον σκοτώνω…

Έχω κούτρα και την ξύνω
Και την ξύνω και την ξύνω…

Βρίσκω και κάνα σποράκι,
Το μασάω και το φτύνω…

Έχω κι ένα σουγιαδάκι, το ανοίγω και στην δίνω!

Πίσω, μπουρζουά, ζουλάπι!
Τρέχα το αίμα θα σου πιω
Για την όμορφη μου αγάπη
Με το κορακόφρυδο…

Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου εν…
Βαριεστημάρα!

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης εξέλιπε. Σιωπή
Ύπερθεν του ακρόπυργου της Νιέβσκι εξηπλούτο.
Σώπασαν οι μπάτσοι, από νωρίς «εξέλιπε» το κνούτο-
Γλεντήστε τώρα, μάγκες μου, δίχως γουλιά κρασί!

Στο σταυροδρόμι ο μπουρζουάς: χωμένη στο γιακά
Η μύτη του κι ένα σκυλί τρισάθλιο, φαγωμένο
Από τους ψύλλους, κάθεται δίπλα του παγωμένο
Με την ουρά στα σκέλια και γρυλίζει σιγανά.

Σαν το σκυλί ο μπουρζουάς, ψωριάρης πεινασμένος
Στέκεται εκεί: ένα βουβό ερωτηματικό.
Και δίπλα ο κόσμος ο παλιός, γρυλίζει κουρνιασμένος,
Με την ουρά στα σκέλη μπας και βρει παρηγοριά

9

Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.

Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.

10

Παίρνει πάλι να φυσάει
Ο χιονιάς –λυσσάει, λυσσάει!
Ούτε τη μύτη τους δε βλέπουν –πόσο μάλλον
Ο ένας τον άλλον.Στροβιλίζεται το χιόνι: ένα χωνί
Και στο κέντρο του προβάλλει μια μορφή σατανική…

Τι χαλασμός! Λυπήσου μας ο εν τοις ουρανοίς!
-Κατούρα μας, ρε Πέτια! Δεν πρόκειται να δεις
Καλό απ΄το σταυρί κι από την αγιαστούρα!
Είσαι χαζός; Σκέψου τι λες και συγκεντρώσου-

Βάλε κάτω το νιονιό σου!
-Έβαψες τα χέρια σου με αίμα,
Για την Κάτια, για ένα ψέμα;
-Εμπρός με βήμα σταθερό, επαναστατικό!
Μην υποτιμάτε τον εχθρό!

Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
τιμημένη εργατιά!

10

Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…

— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?

— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!

11
…και προχωρούν χωρίς θεό
Κι αγίους. Προχωρούν:
Δώδεκα-κι όλα τα ζητούν,
και τίποτα δε συγχωρούν …Έχουν ατσάλι πυρωμένο
για τον αόρατο εχθρό…
που κρύβεται μες στα σκοτάδια
σε κάθε έρημο στενό…
αχόρταγο ζητάει το χιόνι
τις μπότες τους να καταπιεί…Κόκκινη σαν τη σημαία
Ανεμίζει η ματιά τους.Βροντούν, μουγκρίζουν
Τα βήματά τους.Οι εχθροί! Προσέξτε!
Οπλίστε! Να τους!Και το χιόνι που τους ζώνει
Μέρα- νύχτα τους τυφλώνει!…Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
Τιμημένη εργατιά!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

…Προχωρούν μαχητικά…
-Ποιος είναι εκεί; Έβγα μπροστά!
Σιωπή – μονάχα ο άνεμος χτυπά
Την κόκκινη σημαία με μανία…

Μπροστά τους ένα ψήλωμα από χιόνι,
-Βγες, αλλιώς δεν σε γλυτώνει τίποτα! Ξανά σιωπή!
Και προβάλει πεινασμένο, σέρνοντας, ξεπαγιασμένο,
Ένα ψωραλέο σκυλί…

Ξου, κοπρίτη! Αλλιώς σε σφάζω
Με την ξιφολόγχη! Χάσου
Κόσμε παλιέ, αλλιώς σε βάζω
Κάτω και τρώω τα σωθικά σου!

…δείχνει τα δόντια του, γρυλίζει – σαν λύκος πεινασμένος-
Η ουρά στα σκέλια – δε σαλεύει-
Ένας σκύλος δίχως σπίτι – ένας σκύλος παγωμένος…
-Μίλα, ρε, ποιος είναι εκεί;

12

… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…

— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!

… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη σημαία;
-Τι μαυρίλα είναι, ρε σύντροφοι, αυτή!
-Ποιος πηγαίνει τοίχο-τοίχο, σαν σκιά;
Γιατί βιάζεσαι; Ωραία, θα σου δείξω εγώ…
– Ρε συ, όσο είσαι ζωντανός.
Έβγα έξω μην σε βγάλω πεθαμένο!
Ρε τι πράγμα είναι αυτός!
Ε, δεν θα σε περιμένω…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Η τουφεκιά
Πόρτα πόρτα αντιλαλεί… Ύστερα όλα σιωπηλά…
Μόνο η θύελλα λυσσάει γύρω τους – και ξαφνικά…
Ναι – γελάει γελάει, γελάει σου χιονιού την ερημιά…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!…Προχωρούν μαχητικά-
Πίσω ο σκύλος πεινασμένος και μπροστά
-με την κόκκινη σημαία αιματωμένη-
Άγγιχτη από τις σφαίρες και τον άγριο χιονιά,
-μ΄ ένα μαργαριταρένιο
Πέπλο άσπιλου χιονιού
Και λευκά ρόδα στεμμένη-
Μ΄ αλαφρό πόδι προβαίνει
Η μορφή του Ιησού Χριστού.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

 

Η μετάφραση της Ranele μού φαίνεται πιο πιστή, αλλά βρίσκω πως ο Μπλάνας έχει συνολικά πιο πετυχημένες ποιητικές επιλογές -αν και σε ορισμένα σημεία μού αρέσουν περισσότερο οι λύσεις που βρήκε η Ranele.

Η οποία μού έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου -το τέλος του ποιήματος. Νομίζω πως το φινάλε του Ρίτσου, με το «Ιησούς Χριστός» απαραιτητα στην ονομαστική, όπως και στα ρώσικα, είναι το πιο πετυχημένο από τα τρία.

Οι Δώδεκα [απόσπασμα]

[απόδοση: Γιάννης Ρίτσος]

 

Πρώτος, δεύτερος, τρίτος,
τέταρτος, πέμπτος, έκτος,
έβδομος, όγδοος, ένατος,
δέκατος, ενδέκατος…
Δώδεκα.

Με βήμα σίγουρο, βαδίζουν πέρα… Πέρα…

-Τις ει; Τις ει; Έβγα όξω!
Τσιμουδιά!…

Ο άνεμος μόνο με την κόκκινη παντιέρα, παίζει μπροστά…
Μπροστά το χιόνι, στοίβες χιόνι, παγωμένο.

-Τις ει;

Ποιος είναι μες στο χιόνι; Έβγα από κει.

Τίποτα, μόνο ένα σκυλί ξεπηδισμένο
τραβάει κουτσαίνοντας, ψωριάρικο σκυλί…
-Όξω σου λέω, για ξεκουμπίσου κασιδιάρη
μ’ αυτή τη λόγχη το λαιμό σου γαργαλώ!
Κόσμε παλιέ, σκύλε μαγκούφη και ψωριάρη
χάσου από μπρος μου, αλλιώς στο χώμα σε πατώ.
Δείχνει τα δόντια, όμοιος με πεινασμένο λύκο
πεσμένη η ουρά του, μα ούτε ρούπι παρακεί.
-Σκύλε ορφανέ, σκύλε λιμάρη,
Ε, άιντε σήκω,
Έι, αποκρίσου το λοιπόν…

Τις ει; Τις ει;

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη παντιέρα;
…Για κοίτα ντε… τι σκοτεινιά, τι σκοτεινιά…
-Ποιος με το βήμα έτσι γοργό φτάνει από πέρα
τοίχο τον τοίχο στων σπιτιώνε τη σκιά;

Δε μου γλιτώνεις
σού μυρίζεται κουμπούρα
τη ζωή σου αν θες, κάλλιο τα χέρια σου ψηλά
Έι! ΄Ει! συντρόφι, σού το λέω, θάν τα βρεις σκούρα
έβγα σού λέω
αλλιώς θα ρίξω στα στραβά,

Τραχ ταχ ταχ …
Κι αντηχεί, Θέ μου, μόνο η ηχώ, σπίτι το σπίτι…
μόνο ο σαρκασμός του ανέμου
σβήνει στου χιονιού την κοίτη…
Τραχ, ταχ, ταχ…
Τράχ, ταχ, ταχ…
Με το βήμα το πλατύ, βαδίζουν πέρα…
Πίσω, ο πεινασμένος σκύλος…
Μπρος, μ’ αιμάτινη παντιέρα
άφαντος πίσω απ’ το χιόνι…
κι ούτε σφαίρα τον λαβώνει
πάνω από την καταιγίδα
μ’ ένα βήμα πουπουλένιο
σ’ ένα σπίθισμα νιφάδων μαργαριταρένιο
με στεφάνι από άσπρα ρόδα…
σιωπηλός…
πάει μπροστά
ο Ιησούς Χριστός!

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ, Μεταφραστικά, Ποίηση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 68 Σχόλια »

Εάν αποσυνδέσεις ή αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα;

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2018

Ένα απόφθεγμα του Οδυσσέα Ελύτη που το ακούμε να επαναλαμβάνεται αρκετά συχνά, και μάλιστα έχει δώσει και αφορμή να δημιουργηθούν και παρωδίες του, είναι:

Εάν αποσυν*έσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

Το απόφθεγμα εμφανίζεται στον Μικρό Ναυτίλο, στην ενότητα XIV η οποία ξεκινάει ως εξής: Τα ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

Και η πρώτη «μαθηματική πράξη» είναι αυτή που είδαμε με την Ελλάδα, την ελιά, το αμπέλι και το καράβι.

Θα προσέξατε όμως ότι το πρώτο ρήμα του αποφθέγματος το έγραψα χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο για μπαλαντέρ: αποσυν*εσεις. Που σημαίνει: αποσυνδέσεις ή αποσυνθέσεις;

Ε, αυτό θα είναι το θέμα του σημερινού μας σημειώματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ευτράπελα, Διαδίκτυο, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 184 Σχόλια »

Αξίζουμε καλύτερα άρθρα για τη γλώσσα

Posted by sarant στο 16 Νοέμβριος, 2017

Πριν από μερικές μέρες ο ποιητής Γιάννης Υφαντής δημοσίευσε στο tvxs.gr ένα άρθρο για την ελληνική γλώσσα με τον τίτλο «Οι Έλληνες αξίζουν καλύτερα ελληνικά«. Δυο-τρεις φίλοι μού το προώθησαν και μου ζήτησαν να το σχολιάσω. Ομολογώ πως αν δεν ήταν οι δικές τους παραινέσεις, μάλλον θα το προσπερνούσα, διότι είναι άχαρο να προσπαθείς να σχολιάσεις και να αντικρούσεις ένα άρθρο σαν κι αυτό του Υφαντή, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, χωρίς κάποιον ειρμό στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων, που διαρκώς δίνει στον αναγνώστη την εντύπωση ότι οι παράγραφοι του κειμένου έχουν τοποθετηθεί με τυχαία σειρά. Αλλά οι φίλοι επέμεναν, οπότε έγραψα το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα. Θα παραθέσω εκτενή αποσπάσματα από το άρθρο του Υφαντή, που άλλωστε μπορείτε να το βρείτε στον παραπάνω σύνδεσμο.

Ο Υφαντής ξεκινάει επισημαίνοντας έναν κατά τη γνώμη του μεγάλο κίνδυνο που απειλεί την ελληνική γλώσσα: η χωρίς καμιάν ανάγκη επιρρηματοποίηση των επιθέτων στη γλώσσα μας, έχοντας κρατήσει για πολύ κι έχοντας μια τάση διαρκώς αυξητική, κατάντησε να είναι μήτρα βαρβαρισμών και σολοικισμών…. Διαφορετικά, δεν υπάρχει πρόβλημα, μπορούμε, άνετοι μες στην γλωσσική αναισθησία μας, να λέμε και να ξαναλέμε διαρκώς: «Είπαμε προηγούμενα» αντί του σωστού «είπαμε προηγουμένως», «τον πήραν βίαια», αντί του σωστού «τον πήραν βιαίως ή με τη βία». 

Από τα παραδείγματα που δίνει, βλέπουμε ότι με τον καινοφανή όρο «επιρρηματοποίηση των επιθέτων», ο Υφαντής φαίνεται να εννοεί την τάση, που έχει ξεκινήσει από τα μεσαιωνικά χρόνια, τα επιρρήματα σε -ώς να τρέπονται και να παίρνουν κατάληξη σε -ά, μια τάση που είναι μεν δεσπόζουσα αλλά με κανένα τρόπο γενικευμένη, αφού υπάρχουν επιρρήματα σε -ώς που κανείς δεν θα τα τρέψει σε -ά εκτός αν θέλει να αστειευτεί (σαφώς, αμιγώς, προφανώς), υπάρχουν άλλα που έχουν αναπτύξει διτυπίες (εκτάκτως/έκτακτα κτλ.), άλλα όπου επικρατεί ο τύπος σε -ως αλλά ακούγεται και ο τύπος σε -ά (όπως το προηγουμένως), και άλλα, τα περισσότερα θα έλεγα, όπου είναι συχνότερος ο τύπος σε -ά (καλά έκανες, υπερβολικά μεγάλο νούμερο, μίλα καθαρά).

Θα μπορούσαμε να γράψουμε άρθρο για τα επιρρήματα, αλλά δεν θα το κάνω τώρα, μεταξύ άλλων επειδή ο Υφαντής δεν ξεκαθαρίζει αν τάσσεται εναντίον όλων των επιρρημάτων σε -ά ή αν απλώς τον ενοχλεί η κατάχρησή τους. Υποθέτω το δεύτερο, αλλά ακόμα και τότε, δεν μπορώ με τίποτα (ή με τίποτε, διότι φαίνεται πως η διαφορά των δύο τύπων έχει διαστάσεις κοσμοϊστορικές!) να δεχτώ ότι ο τύπος «βιαίως» είναι «ο σωστός» (και άρα ο τύπος «βίαια» λανθασμένος).

Αρκεί να σημειώσω ότι ο Σεφέρης, τον οποίο δίκαια (ή δικαίως) εκθειάζει παρακάτω ο Υφαντής, χρησιμοποιεί αβίαστα (να πούμε «αβιάστως»;) στα κείμενά του, πεζά και ποιητικά, τα επιρρήματα σε -ά/α, τα «επιρρηματοποιημένα επίθετα» που τόσο ενοχλούν τον Υφαντή. Κατά σύμπτωση μάλιστα, σε μια μετάφρασή του, που υπάρχει στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, ο Σεφέρης χρησιμοποιεί το… αφορεσμένο επίρρημα «βίαια»: ανέβηκες βίαια στο καράβι μας. Αν με ρωτάτε, θα έβρισκα κωμικό το «βιαίως» εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσαμύντορες, Γλωσσικό ζήτημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , | 151 Σχόλια »

Βάο, γάο, δάο: ένα υπερσουρεαλιστικό σονέτο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 29 Οκτώβριος, 2017

Μεθαύριο συμπληρώνονται 129 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες συνηθίζω να δημοσιεύω κάτι σχετικό με τον Λαπαθιώτη, συνήθως κάποιο όχι πολύ γνωστό έργο του ή κάτι σχετικό με μια πτυχή της ζωής του.

Θα συνεχίσω βέβαια και φέτος την παράδοση με το σημερινό άρθρο, αν και κατ’ εξαίρεση θα το αφιερώσω σε ένα αρκετά γνωστό έργο ή μάλλον πάρεργο του Λαπαθιώτη. Αφενός επειδή ό,τι είναι γνωστο στους φανατικούς λαπαθιωτιστές δεν είναι και ευρύτερα γνωστό και αφετέρου επειδή θέλω να διορθωθεί στη Βικιπαίδεια μια ανακρίβεια, στη διάδοση της οποίας ίσως κι έχω κι εγώ ακούσια συμβάλει, αφού πρώτα διαλευκάνουμε (εδώ λογαριάζω και στη βοήθεια τη δική σας) καναδυό λεπτομέρειες.

Λοιπόν, στο τεύχος 271 της Νέας Εστίας (1 Απριλίου 1938, σελ. 485-6), στη σελίδα της Αλληλογραφίας αναγνωστών, δημοσιεύτηκε η εξής επιστολή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη:

Πέραν του Συρρεαλισμού

Αγαπητέ μου Χάρη,

θα ξέρεις, βέβαια, ότι είμαι ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος των αποκαλυπτικών εμπνεύσεων και καινοτομιών. Αν δεν το ξέρεις, μάθε το, λοιπόν, σήμερα! Μελετώντας, άρρωστος, αυτές τις μέρες, τη φιλοσοφία του Συρρεαλισμού, που, λογικά, καταργεί τη λογική, σκέφτηκα τούτο: Αφού, καλά ή κακά, φτάσαμε στο σημείο, λυτρωμένοι από το ζυγό του ειρμού, στις σημερινές ποιητικές συνθέσεις μας, να ζητήσουμε την έμπνευση στην ίδια της πηγή, που ήταν πάντα, έμμεσα, και είναι τώρα, άμεσα, το υποσυνείδητο, γιατί τάχα να μην κάνουμε ακόμα ένα βήμα, – το τελευταίο ίσως δυνατό προς την κατεύθυνση αυτή, και να λυτρωθούμε κι από τη συμβατικότητα της γλώσσας, κάθε γλώσσας; Γιατί να μην άρομε και το τελευταίο εμπόδιο προς την κατάκτηση της άμεσής του επαφής, που μας προβάλλουν οι καθιερωμένοι γλωσσικοί τύποι με τα έτοιμα καλούπια τους; Γιατί να μην αφήσομε το υποσυνείδητο εντελώς ελεύθερο να δημιουργήσει και τους γλωσσικούς εκφραστικούς του τρόπους, ανάλογα, κάθε φορά, με τις μυστηριώδεις απαιτήσεις του; Φαντάζομαι, τότε, τη λαμπρή προοπτική που διανοίγεται στο μέλλον της Ποιήσεως από μια τέτοια ριζική της χειραφέτηση! Σου παραθέτω, για δείγμα, ένα σονέτο, που μου υπαγόρευσε το υποσυνείδητό μου, ώστε να χρησιμεύσει σαν αφετηρία στην ανυπολόγιστη αυτή μελλοντική κίνηση… Διάβασε, και καμάρωσε:

ΣΟΝΕΤΟ ΥΠΕΡΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ευτράπελα, Λαπαθιώτης, Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 88 Σχόλια »

Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια ξανά

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2017

Πάλι έπεσαν διάφορα και δεν πρόλαβα να ετοιμάσω άρθρο, πάλι ανεβάζω αναδημοσίευση -ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί εδώ πριν από εξίμισι χρόνια, την άνοιξη του 2011 και ανήκε στη σειρά άρθρων με τα «φρούτα εποχής» που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις». Η σημερινή αναδημοσίευση διαφέρει αρχικά απο την αρχική, διότι έχω ενσωματώσει αρκετό υλικό από το αντίστοιχο άρθρο του βιβλίου, που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση.

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Προφανώς, η ονομασία «εσπεριδοειδή» ανάγεται στον μύθο με τα μήλα των Εσπερίδων, τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μήλα των Εσπερίδων ήταν εσπεριδοειδή –τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι έχουμε πιάσει σωστά τη γεωγραφία του μύθου και ο κήπος των Εσπερίδων ήταν προς τα δυτικά, κάπου στο σημερινό Μαρόκο, διότι όπως φαίνεται τα εσπεριδοειδή ήρθαν στην Αφρική πολύ αργότερα.

Τα φρούτα αυτά είναι ιθαγενή της Ινδίας και της Κίνας. Το πρώτο που ήρθε προς τα δικά μας μέρη είναι το λιγότερο διαδεδομένο ίσως, το κίτρο, που έφτασε στους ελληνιστικούς χρόνους –και το είπαν, στην αρχή, μηδικόν μήλον, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν να χρησιμοποιούν το μήλο σαν γενικό όρο για τα οπωρικά.

Τον όρο μηδικόν μήλον τον χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., που το ήξερε το κίτρο, έστω κι αν δεν είχε αρχίσει ακόμα να καλλιεργείται στα μέρη τα δικά μας. Αντίθετα, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η καλλιέργειά του έχει πλέον διαδοθεί, κι έτσι ο Διοσκουρίδης γράφει «τα δε μηδικά λεγόμενα ή περσικά ή κεδρόμηλα, ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Ο κατασκευασμένος Σουρής και η Athens Review of Books

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2017

Η προεργασία και η συγκέντρωση υλικού για το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα έγινε στις αρχές Αυγούστου. Όμως, έκρινα καλύτερο να αναβάλω τη δημοσίευση για μετά τις διακοπές, όχι μόνο επειδή έτσι θα διάβαζαν το άρθρο περισσότεροι αλλά, επίσης, και κυρίως, με την ελπίδα ότι από τον σχολιασμό σας θα φωτίζονταν κάποια σημεία που δεν έχουν αποσαφηνιστεί. Βέβαια, με την επιλογή αυτή το άρθρο έχασε σε επικαιρότητα, αλλά δεν νομίζω πως αυτό είναι το κυρίαρχο.

Το διπλό καλοκαιρινό τεύχος (τχ. 86, Ιούλιος-Αύγουστος 2017) της βιβλιοφιλικής επιθεώρησης Athens Review of Books περιέχει ένα μικρό αφιέρωμα στον Γεώργιο Σουρή. Αν βρείτε το τεύχος σε κάποιο βιβλιοπωλείο που στοκάρει τα τεύχη αξίζει να το φυλλομετρήσετε. Μπορεί το άρθρο του καθηγητή Δ. Δημηρούλη («Εθνικός ποιητής άνευ χαρτοφυλακίου») να είναι μάλλον διεκπεραιωτικό, αλλά μας αποζημιώνει μια συνέντευξη του Σουρή στον Μήτσο Χατζόπουλο και, κυρίως, ένα ενδιαφέρον άρθρο του Σωτήρη Τσέλικα για τις σχέσεις Σουρή και Ροΐδη -μακάρι να αξιωθώ κάποια Κυριακή να το παρουσιάσω σχολιασμένο.

Ωστόσο, πλάι σ’ αυτά τα αδιάφορα ή ενδιαφέροντα, το περιοδικό περιλαμβανει και μια σελίδα με ανθολόγηση ποιημάτων του Σουρή, και αυτή θα μας απασχολήσει στο σημερινό σημείωμα. Και θα μας απασχολήσει επειδή ο «ανθολόγος» του περιοδικού, αντί να ανοίξει ένα βιβλίο, ας πούμε μιαν ανθολογία ποίησης, και να διαλέξει ποιήματα του Σουρή, προφανώς εναπόθεσε τις ελπίδες του στο Γκουγκλ και παρέθεσε ό,τι ψάρεψε από το Διαδίκτυο -στίχους του Σουρή, βεβαίως, αλλά και παραποιημένους στίχους του Σουρή, όπως επίσης και ψευδεπίγραφους στίχους, που αποδίδονται στον Σουρή ενώ δεν είναι δικοί του.

Όπως έχουμε ξαναγράψει, αν γενικά στο Διαδίκτυο υπάρχει η τάση να αποδίδονται διάφορα βαθυστόχαστα αποφθέγματα σε ανθρώπους που ποτέ δεν τα είπαν (αυτά τα λέμε «αποφεύγματα» στο ιστολόγιο), στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο υπάρχει μια παράπλευρη τάση να αποδίδεται το οποιοδήποτε χιουμοριστικό (βάλτε και όσα εισαγωγικά θέλετε) στιχούργημα στον Γεώργιο Σουρή. Κάποιες φορές η παραχάραξη είναι εύκολο να αποκαλυφθεί, όπως πριν απο μερικά χρόνια που ο δημοσιογράφος Ηλίας Κανέλλης είχε αποδώσει στον Σουρή κάποιους πασίγνωστους στίχοςυ του Αλέξ. Σούτσου. Αυτό ανασκευάστηκε εύκολα. Άλλα πλαστουργήματα αποδεικνύονται σκληρότερα καρύδια, όπως το κατασκευασμένο ποίημα «Ποιος είδε κράτος λιγοστό», που κυκλοφορεί από το 2011 στο Διαδίκτυο και αποτελεί συρραφή από στίχους του Σουρή και άλλους που δεν έχει διαπιστωθεί σε ποιον ανήκουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Σουρής, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 160 Σχόλια »

Σκάκι στην εξορία και στις φυλακές

Posted by sarant στο 8 Οκτώβριος, 2017

Αυτόν τον τίτλο είχε ένα αφιέρωμα που επρόκειτο να παρουσιαστεί χτες στο φεστιβάλ Σπούτνικ, της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, στο άλσος Στρατού, στο Γουδί. Ο σκακιστής Κοσμάς Κέφαλος, που ήταν υπεύθυνος του αφιερώματος, μου είχε ζητήσει να παρευρεθώ, αλλά δεν μπόρεσα επειδή δεν βρίσκομαι στην Αθήνα. Λυπήθηκα πολύ, μια και εκτός των άλλων, θα απαγγελλόταν, από τον Στέφανο Ληναίο, και ένα ποίημα του παππού μου ακριβώς με θέμα το σκάκι πίσω από τα σύρματα. Το φεστιβάλ Σπούτνικ θα συνεχιστει και σήμερα, και σας συνιστώ να πάτε -μάλιστα οι σκακιστές θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν στις 7 μ.μ. διαγωνισμό λύσης προβλημάτων, ο οποίος γίνεται με καινούργια φόρμουλα, πολύ θεαματική, σε στιλ νοκάουτ -στην εποχή μου δεν είχαμε τέτοιες μοντερνιές. Γενικά το σκάκι είχε περίοπτη θέση στα φεστιβάλ των νεολαιών, ιδίως των νεολαιών της Αριστεράς, και κάθε χρόνο έχει τη θέση του στο φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.

Αναδημοσιεύω εδώ, με κάποιες μικρές διορθώσεις και προσθήκες, το προχτεσινό δημοσίευμα του Κ. Κέφαλου στην εφημερίδα Αυγή, με τίτλο «Ψυχή σε στρατό απο ψίχα». Στο τέλος προσθέτω και μερικά ακόμα.

Σκακιστικό σχολειό ο Αϊ – Στράτης

Ο Στέλιος Ευκαρπίδης εκτοπίστηκε στα 18 του, το 1947, στον Αϊ – Στράτη. Οι σκηνές τους ήταν σε μια ρεματιά γεμάτη υγρασία. Θυμάται πως οι αφάνες που έβαζαν κάτω από την κουβέρτα είχαν γίνει σώμα συμπαγές, σαν στρώμα.

Συνθήκες άθλιες, αλλά και ένα δώρο: ο νεαρός Στέλιος βρέθηκε στην ίδια σκηνή με τον Θανάση Βασίλα (1908-1956), έναν λαμπρό επιστήμονα -με καθοριστική συμβολή στον πολεοδομικό σχεδιασμό χωριών της ανατολικής Χαλκιδικής, μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1932- και έναν από τους καλύτερους βορειοελλαδίτες σκακιστές της εποχής εκείνης. Ο χρόνος περίσσευε, το μυαλό σε αυτές τις ηλικίες είναι «σφουγγάρι», ο δάσκαλος ήταν πρόθυμος να τον μυήσει στο παιχνίδι και η οικογένεια έστελνε, παρά την οικονομική ανέχεια, σκακιέρες και βιβλία για μελέτη. Γρήγορα έγινε πολύ καλός σκακιστής και, εκτός από τον δάσκαλο, άρχισε να παίζει και με άλλους. Όπως θυμάται, το σκάκι ήταν πολύ διαδεδομένο στον Αϊ – Στράτη. Έμεινε εκεί για περισσότερο από τρία χρόνια.

Αντιθέτως, το 1950, που τον πήγαν στη Μακρόνησο, αντιμετώπισε μια πολύ πιο σκληρή κατάσταση. Έφυγε με σπασμένα πλευρά και αιμοπτύσεις…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αριστερά, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , , , | 103 Σχόλια »

Το Παρίσι και ο ανεκπλήρωτος πόθος

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2017

Τούτο το σαββατοκύριακο είπα να πεταχτώ μέχρι το Παρίσι -με τα καινούργια τρένα, η μετάβαση απ’ το Δουκάτο διαρκεί μόλις δύο ώρες, λίγο λιγότερο απ’ όσο κάνει το αεροπλάνο από την Ελλάδα.

Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Τον μεσοπόλεμο, ας πούμε, που το Παρίσι μεσουρανούσε, το ταξίδι από την Ελλάδα βαστούσε μέρες, το συνηθέστερο με πλοίο ως τη Μασσαλία κι από εκεί με τρένο. Αλλά το βασικό εμπόδιο δεν ήταν ο χρόνος μα το κόστος του ταξιδιού.

Τότε, ένα ταξίδι στο Παρίσι ήταν όνειρο ζωής. Πολλοί είχαν καταφέρει να το εκπληρώσουν, αλλά ο Ορέστης Λάσκος έγραψε ένα ποίημα, που έγινε άλλωστε διάσημο, για κάποιον που δεν θέλησε να εκπληρώσει τον πόθο του ενώ μπορούσε:

Το Παρίσι

Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί
για το Παρίσι
στην συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει.

Λένε γι’ αυτόν
πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει,
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι.

Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε
τ’ ονειρεμένο αυτό ταξίδι
που ποθούσε.

Παντού για κείνο συζητούσε·
μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε·
τόσο, που ο πόθος του με τον καιρό
του ’γινε μες στην ύπαρξή του ένα στολίδι
λαμπρό.

Να πάει στο Παρίσι…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Τραγούδια, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 88 Σχόλια »