Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ποίηση’ Category

Μεζεδάκια εξ αποστάσεως

Posted by sarant στο 4 Απριλίου, 2020

Θα μου πείτε, πάντοτε εξ αποστάσεως δεν είναι τα μεζεδάκια μας; Πώς μου ήρθε και διάλεξα ειδικά τώρα αυτόν τον τίτλο;

Βαφτίζω έτσι το σημερινό πολυσυλλεκτικό μας άρθρο επειδή ο τίτλος αυτός μας εισάγει, πολύ εύκολα, στο πρώτο μεζεδάκι της πιατέλας.

Ο όρος «εξ αποστάσεως» ακούγεται πάρα πολύ στους πανδημικούς καιρούς που ζούμε καθώς όλο και περισσότερες δραστηριότητες εκτελούνται από απόσταση -τα είχαμε πει και σε ένα άρθρο πριν από λίγο καιρό. Και βλέπει κανείς πότε-πότε, ακόμα και σε επίσημα κείμενα, να γράφεται το εξ με απόστροφο, «*εξ’ αποστάσεως», όπως για παράδειγμα εδώ, σε ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας. Νομίζω πως το έχω δει και σε κείμενο του Υπουργείου Παιδείας, αλλά δεν παίρνω όρκο.

Λοιπόν, το εξ είναι δεύτερος τύπος της πρόθεσης «εκ» όταν ακολουθεί φωνήεν, τόσο σε ελεύθερη μορφή (εξ αδιαιρέτου) όσο και στη σύνθεση (εξυμνώ, εξαργυρώνω). Απόστροφος δεν δικαιολογείται, διότι δεν υπήρχε κάποιο φωνήεν που να έχει σιγηθεί (να έχει φύγει) όπως πχ στις φράσεις «απ’ όλα», «τ’ άλογο, τ’ άλογο» ή «σ’ όλους». Μπορεί να βάζουν μερικοί την απόστροφο, όπως ο συγγραφέας Χ. Χωμενίδης, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται πιο επίσημο το κείμενο, αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

(Έχω ακούσει ότι τον παλιό καιρό κάποιος καθηγητής της Νομικής έκοβε χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον υποψήφιο έβαζε απόστροφο στο εξ -που τότε, λόγω της καθαρεύουσας, ήταν και πολύ πιο συχνό. Δεν είναι ανάγκη να φτάσουμε ως εκεί -αρκεί να αποφεύγουμε την απόστροφο. Ούτε χρειάζεται βέβαια απόστροφος στο «εκ» ή στο «εν» όπως έχω δει κάποιους λίγους να βάζουν).

* Και συνεχίζουμε με μεζεδάκια πανδημικά. Πολύ γέλασα με αυτό το εξώφυλλο, με αυτούς που «σώζουν την Ελλάδα». Και καλά ο πρωθυπουργός, ο Τσιόδρας και ο Χαρδαλιάς -βρίσκονται, ο πρώτος έτσι κι αλλιώς κι οι άλλοι δύο λόγω του ρόλου τους, στην πρώτη γραμμή της μάχης. Αλλά ο κ. Πατούλης, από πού κι ως πού μας σώζει κι αυτός;

— Είναι γιατρός, γι’ αυτό -είπε φίλος του ιστολογίου σαρκαστικά, όταν εξέφρασα την ίδια απορία στο Τουίτερ

Αλλά προφανώς ο εκδότης του εντύπου (το οποίο δεν έχει κάποια οργανική σχέση με την ΚΕΔΕ, απλώς έχει αυτοδιοικητική ύλη) προσβλέπει σε κάποια ενίσχυση από την Περιφέρεια Αττικής, στην εθνική προσπάθεια για να ενημερωθούν οι πολίτες για την πανδημία και να ξεκοκαλίσουν οι ημέτεροι τα σχετικά κονδύλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Ευπρεπισμός, Θεσσαλονίκη, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μιμίδια, Ποίηση, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , , | 102 Σχόλια »

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (άνοιξη 2020) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά που κυκλοφορεί δύο φορές τον χρόνο στη Λευκωσία. Ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου, που αυτόν τον καιρό επιμελείται μιαν ανθολογία σατιρικής ποίησης, είδε κάπου μια καβαφική παρωδία του παππού μου και μου ζήτησε να γράψω μια παρουσίαση του έργου του για το περιοδικό.

Τα περισσότερα ποιήματα που περιλαμβάνω στο σημερινό άρθρο είναι βέβαια γνωστά στο ιστολόγιο, αλλά δεν τα έχουμε βάλει συγκεντρωμένα. Ένας άλλος λόγος που συνηγορεί για τη σημερινή δημοσίευση στο ιστολόγιο είναι ότι μέσα στην εβδομάδα είχαμε την επέτειο του θανάτου του παππού μου (24.3.1977).

Εδώ παραθέτω την αρχική βερσιόν του άρθρου -στη δημοσιευμένη μορφή έγιναν συντομεύσεις.

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης (Νίκος Σαραντάκος, 1903-1977)

Άχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», δηλαδή άχρηστος άνθρωπος. Είναι και το ψευδώνυμο που διάλεξε ο παππούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος, και με αυτό δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά.

Παιδί πολυμελούς οικογένειας από τη Γέρμα της Μάνης, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στον Πειραιά, τελείωσε στα 15 του την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έπιασε δουλειά σε τράπεζες. Στρατιώτης στη Θεσσαλονίκη ήρθε σε επαφή με τις κομμουνιστικές ιδέες και τις ενστερνίστηκε. Ως τραπεζικός υπάλληλος στη Μυτιλήνη γνωρίστηκε με την ποιήτρια Ελένη Μυρογιάννη και την παντρεύτηκε.

Η Κατοχή τον βρήκε στη Μυτιλήνη στέλεχος της Αγροτικής Τράπεζας. Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και φυλακίστηκε από τους Γερμανούς και αργότερα από το μεταπελευθερωτικό καθεστώς για στάση, με αποτέλεσμα να απολυθεί από τη θέση του και να μετοικήσει στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στη σύνταξη της Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου.

Στα πρώτα του ποιήματα και χρονογραφήματα, ο Ν.Σ. χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα, όπως Βριάρεως ή Ηρόστρατος. Με αυτό το τελευταίο δημοσίευσε στο αριστερό λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Επιθεώρηση (τχ. 10, Οκτώβριος 1928) το ποίημα “Η κάσα”:

Η κάσα

Όγκος βαρής κι ασήκωτος τ’ αφέντη μας η κάσσα,
με ζηλεμένονε παρά σε στήθια σιδερένια.
Κι ανοιγοκλεί με σφυριχτήν -σα δουλευτής- ανάσα
κι ο αφέντης τής χαμογελά με σεβασμό κι ευγένεια.

Από μαντέμι δυνατό κι αστραφτερόν ατσάλι
-Το μέταλλο που φτιάνουνε της φυλακής τους κρίκους-
Σαν το καλύβι ενού φτωχού, μπορεί και πιο μεγάλη
και ξεπερνά σ’ αχορταγιά τους πεινασμένους Λύκους!

Κρύβει τ’ αργάτη τον ιδρό, το γαίμα του στρατιώτη
το μαύρο δάκρυ τ’ αρφανού, το στεναγμό της χήρας
του φαμελίτη το ψωμί, της πόρνης την αγνότη
και της γυναίκας την τιμή και την τιμή της λίρας!

Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, ο Μίλιος Χουρμούζιος (τότε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζευγάς) δημοσίευσε μεν το ποίημα, αλλά επέκρινε τον ποιητή για την επιλογή του ψευδωνύμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Οι δρασκελιές της ποίησης

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2020

Μέρες πανδημίας, σίγουρα, αλλά χτες είχαμε και τη Μέρα της ποίησης, στις 21 Μαρτίου, που συμπίπτει περίπου με την ανοιξιάτικην ισημερία και κατά κάποιο τρόπο εγκαινιάζει την άνοιξη.

Δύσκολη άνοιξη η φετινή, σε καιρούς καραντίνας -αλλά να μην ξεχάσουμε την ποιηση. Οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ένα άρθρο, μάλλον τεχνικό, που όμως θα μας δώσει την ευκαιρία να θυμηθούμε μερικά ποιήματα. Το άρθρο το είχα εδώ και καιρό στο νου μου αλλά το τελικό έναυσμα μου το έδωσε μια συζήτηση που είχαμε πριν από μερικές μέρες με τον φίλο μας τον Τζι για τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες.

Να διευκρινίσω εδώ ότι μιλώ για την παραδοσιακή ποίηση, δηλαδή με στίχο έμμετρο, με ομοιοκαταληξία. Ίσως και στον ελεύθερο στίχο να παρατηρούνται κάποιες αναλογίες, αλλά έχουν διαφορετικό χαρακτήρα. Άλλωστε, τα παραδείγματα τα παίρνω κυρίως από το βιβλίο Η ομοιοκαταληξία του Ξ. Κοκόλη και από τη Νεοελληνική μετρική του Θρ. Σταύρου, που και τα δυο αναφέρονται κατεξοχήν στην ισόμετρη ποίηση.

Να δούμε, για παράδειγμα, το εξής απόσπασμα από το ποίημα «Ο Νυμφίος» του Γρυπάρη (ολόκληρο το βρίσκετε εδώ)

κι εδώ, όπου ασυντρόφιαστη και μόνη
αποτραβιούμαι, νιώθω να ζυγώνει
το σύγκρυο αναφτέριασμα του τρόμου.

Η ομοιοκαταληξία μόνη-ζυγώνει είναι ευχάριστη και ξαφνιάζει, λέει ο Κοκόλης, επειδή οι λέξεις της ρίμας έχουν διαφορετική συντακτική λειτουργία (θα ήταν λιγότερο ευχάριστη αν πχ είχε δυο ρήματα, ζυγώνει-θυμώνει), και επειδή και οι δυο στίχοι παρουσιάζουν διασκελισμό.

Διασκελισμός είναι το φαινόμενο της στιχουργικής κατά το οποίο ένας στίχος δεν κλείνει μέσα του ολόκληρο νόημα, αλλά η συντακτική ενότητα που το εκφράζει συνεχίζεται και στον επόμενο στίχο -αυτός είναι ο ορισμός που δίνει ο Θρασύβουλος Σταύρου.

Πράγματι, στον πρώτο από τους τρεις παραπάνω στίχους η πρόταση δεν τελειώνει στο τέλος του στίχου («μόνη») αλλά συνεχίζεται στον επόμενο: όπου ασυντρόφιαστη και μόνη αποτραβιούμαι».

Παρομοίως, στον δεύτερο στίχο, το «νιώθω να ζυγώνει» μένει ανολοκλήρωτο και μας δημιουργεί την προσμονή να δούμε τι είναι αυτό που ζυγώνει -και το βλεπουμε διαβάζοντας τον τρίτο στίχο.

Ο διασκελισμός είναι χαρακτηριστικό της προσωπικής ποίησης, Στη δημοτική και λαϊκή ποίηση ο κανόνας είναι κάθε στίχος να κλείνει ολόκληρο το νόημα, και αυτό το βλέπουμε στα δημοτικά τραγούδια πολύ καθαρά:

Του Λιβίνη

Τρία μεγάλα σύγνεφα στο Καρπενήσι πάνε,
τό ‘ να φέρνει αστραπόβροντα, τ’ άλλο χαλαζοβρόχια,
το τρίτο το μαυρύτερο μαντάτα του Λιβίνη
Σε σένα, Μήτρο μου γαμπρέ, Σταθούλα ψυχογιέ μου,
αφήνω τη γυναίκα μου, το δόλιο μου το Γιώργη,
που ‘ ναι μικρός για φαμελιά κι άπ’ άρματα δεν ξέρει
Και σα διαβεί τα δεκαννιά και γίνει παλικάρι,
ελάτε να ξεθάψετε τα δόλια τ’ άρματά μου,
που τά ‘χωσα στην εκκλησιά, μέσα στο άγιο βήμα,
να μη τα πάρουν τα σκυλιά κι ο Τουρκοκωσταντάκης

Οι διασκελισμοί που υπάρχουν εδώ οφείλονται μόνο στο ότι η προταση δεν μπορεί να χωρέσει στις δεκαπέντε συλλαβές, δεν έχουν γίνει από στιχουργική επιλογή. Αντίθετα, στην προσωπική ποίηση, ο διασκελισμός είναι θελημένος, για να χρωματιστεί εντονότερα μια λέξη ας πούμε. Επίσης, ο διασκελισμός σπάει τη μονοτονία.

Συνηθισμένοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το ρήμα από το αντικείμενο ή το υποκείμενό του. Για παράδειγμα, στο σονέτο του Μαβίλη «Έρμονες»,

την ωραία αντιφεγγίδα σου στοιχειώνει
η ακύμαντη άρμη…

εχουμε το υποκείμενο (ακύμαντη άρμη) σε άλλον στίχο από το ρήμα και το αντικείμενο.

Πιο έντονοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το επίθετο από το ουσιαστικό, πχ πάλι σε σονέτο του Μαβίλη, το Καρδάκι:

ΚΑΡΔΑΚΙ

Τ΄ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι
χορταριασμένα κοίτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Κια λέω που ακόμα απ΄ την κορφή του ωραίου
βουνού στ΄ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνερο, σε βλέπω γιατί μ΄ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ΄ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα τόχει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.-

Στον πρώτο στίχο έχουμε τέτοιον διασκελισμό (αρχαίου / ναού), όπως και στον πέμπτο στίχο (ωραίου / βουνού). Να προσέξουμε επίσης ότι και ο ένατος στίχος έχει έντονο διασκελισμό αφού χωρίζει το βοηθητικό ρήμα από τη μετοχή (έχει / μαγέψει).

Όταν διαβάζουμε φωναχτά / απαγγέλλουμε ένα ποίημα, πρέπει να προσέχουμε τον διασκελισμό. Ο Κοκόλης συνιστά: Ο διασκελισμός πρέπει να ακολουθείται από μια αναγνωστική παύση που θα τη λέγαμε «μετέωρη»· μια παύση δηλαδή που να δείχνει ότι το νόημα δεν έχει ολοκληρωθεί· που να κρατάει «στον αέρα» τη συμπλήρωση του νοήματος.

Υπάρχουν και ακόμα πιο έντονοι τύποι διασκελισμού.

Ας δούμε ένα άτιτλο οχτάστιχο ποίημα του Αθ. Κυριαζή (1887-1950):

Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.

Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.

Αυτό το κομψοτέχνημα, σωστό μπιζουδάκι στιχουργικό, το έχουμε ήδη παρουσιάσει στο ιστολόγιο σε ένα παλιότερο άρθρο μας (Τα μωσαϊκά της ποίησης) επειδή παρουσιάζει δυο ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκό (τι λιγοστή : τυλίγω στη και τραγουδιστά : τραγούδι στα).

Στον τρίτο στίχο της κάθε στροφής έχουμε διασκελισμό που χωρίζει το άρθρο από το όνομά του (στη / χρυσή και στα / χαμένα). Κατά τον Κοκόλη, πρόκειται για «τον εντονότερο ίσως διασκελισμό που ανέχεται η γλώσσα μας».

Πράγματι ανάμεσα στο άρθρο και στο όνομα έχουμε ύψιστο βαθμό συνοχής, όπως επίσης ύψιστο βαθμό συνοχής έχουμε ανάμεσα στο ρήμα και στα αρνητικά μόρια δεν και μη.

Εντονότατος διασκελισμός με το «δεν» υπάρχει π.χ. στη Χαρά του Λαπαθιώτη:

Κι ὅλα τ᾿ ἄκουγα νὰ λέν,
μ᾿ ἕνα τρόπο πλάνο,
πὼς τ᾿ ἀγάπησα καὶ δὲν
πρέπει νὰ πεθάνω...

Ανάλογος διασκελισμός με το «μη» στο ποίημα του Ζαλοκώστα «Εις την αποδημούσαν ψυχήν του«:

Χύσε, ψυχή, μια δέηση στους ουρανούς και στάσου
και μη στο μαύρο χώμα, μη
αφήνεις τ’ όμορφο κορμί
και τα ξανθά μαλλιά του.

Παρόμοια, πολύ έντονοι είναι οι διασκελισμοί που πέφτουν πάνω σε άλλα μόρια όπως τα δίχως, όπου, εκτός, έως -τα οποία, επειδή δεν τα λογαριάζουμε για κανονικές λέξεις αλλά πιο πολύ για «δείκτες λειτουργίας», όπως τα πρόσημα στην άλγεβρα, έχουν μέγιστη συνοχή με τη λέξη που ακολουθεί -άρα, ο διασκελισμός στις περιπτώσεις αυτές προκαλεί μεγάλο αιφνιδιασμό.

Διασκελισμό με το «έως» έχουμε στον Βάρναλη, στον Ορέστη. Το βάζω ολόκληρο γιατί είναι πολύ περίτεχνο σονέτο, χαρακτηριστικό της νεανικής του περιόδου:

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.

Διασκελισμός με το «δίχως» στον Παλαμά:

Χωρίς φούντωμα, δίχως
άνθος, χλόισμα, καρπό,
κάθε κλώνος σου στίχος
τραγουδιού π’ αγαπώ.

Διασκελισμός με το «να» στον Λαπαθιώτη, στο ίδιο ποίημα που είδαμε πιο πάνω:

Κι ἂν τυχαίνει κι ὁ νοῦς νὰ
κάνει σκέψην ἄλλη,
δὲ κρατεῖ πολὺ καὶ νὰ
πάλι αὐτὴ προβάλλει…

Διασκελισμός με το «εχτός» στις Εστιάδες του Γρυπάρη:

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

Διασκελισμός με το «όμως» στον Δροσίνη, στην «Απόκριση στον Παλαμά«:

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο διασκελισμός διακόπτει την κανονική, την προσδοκώμενη ροή του λόγου και προκαλεί ένα ξάφνιασμα, κάτι το απροσδόκητο. Και όταν συμβεί στο πρώτο σκέλος της ομοιοκαταληξίας, τότε προκαλεί, μαζί με το ξάφνιασμα, και την περιέργεια: πώς θα συνεχιστεί το νόημα ώστε να συμπληρωθεί η ρίμα;

Οπότε, η δρασκελιά της ποίησης είναι ένα απροσδόκητο στοιχείο που εξάπτει την περιέργεια.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, κάποιοι προχώρησαν τον διασκελισμό στο μη περαιτέρω, στη… διάσπαση του ατόμου. Δηλαδή όχι απλώς χωρίζουν λέξεις που έχουν μεγάλη συντακτική συνοχή, όπως άρθρο και όνομα ή μόριο και ρήμα, αλλά χωρίζουν την ίδια τη λέξη.

Εδώ έχουμε το παράδειγμα του Σολωμού, που έχει έναν και μοναδικό τέτοιον υπερδιασκελισμό, στον Ύμνο εις την ελευθερία.

Τόσα πέφτουνε τα θέρι
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Επειδή πρόκειται για ξεχωριστό και αξιοπερίεργο στιχουργικό τέχνασμα, δεν θα πω άλλα για αυτόν τον «ενδολεκτικό» διασκελισμό, παρά μόνο ότι τον συνήθιζε ο Σκαρίμπας και από τους νεότερους ο Γιώργος Κεντρωτής. Ελπίζω κάποια στιγμή, πχ του χρόνου τέτοια εποχή, να γράψω ένα σχετικό άρθρο.

Και θα κλείσω με ένα ποίημα του καιρού μας, γραμμένο στη χιλιετία μας, που παρουσιάζει έναν έντονο διασκελισμό, ανάμεσα σε αόριστο άρθρο και σε όνομα, το Αντισονέττο του Θοδωρή Ρακόπουλου, γραμμένο το 2012. Έχει κάμποσους διασκελισμούς βέβαια -και με το «μια» στον προτελευταίο στίχο.

ΑΝΤΙΣΟΝΕΤΤΟ
Ξέρω πως την περιφρονείς αυτή την τέχνη. Δεν έχεις
κι άδικο. Λέξεις, η μια μετά την άλλη, και στο τέλος
μια ομοιοκαταληξία. Σπουδαίο πράμα… «Να προσέχεις»,
λένε οι φιλόλογοι, «τους δεκαπεντασύλλαβους, το μέλος
κι –όταν μπορείς– και τον ρυθμό». Μα τότε μένει η ποίηση
απλά μια τεχνική… Γι’ αυτό σου λέω, Μικρή Αλεπού,
φέρε τον χρόνο και την διάθεση να γίνει μες στην κίνηση
εικόνα το γραπτό, να αποτυπωθεί σαν όραμα αλλού,
σε κάποιον τοίχο ή σκοτεινή αίθουσα… ίσως ακόμη μες
στο θερινό της επαρχίας, με τα ζευγάρια που αγκαλιά
κοιτάνε το πανί, και λεν «καλά, το έργο είναι μεγάλο».
Βέβαια, νά πως να το πω, δήθεν μου έλειψες προχτές
και σκάρωσα αυτό εδώ, για να σου δείξω μια
περίπτωση σονέτου! Ας πάω τώρα να κάνω κάτι άλλο.

 

 

 

 

 

 

 

Posted in Ομοιοκαταληξία, Ποίηση, Στιχουργική | Με ετικέτα: , , , , , , | 129 Σχόλια »

Νταβίντ Ντιόπ και Γουόλε Σογίνκα (συνεργασία της Αγάπης Νταϊφά)

Posted by sarant στο 8 Μαρτίου, 2020

Η φίλη μας Αγάπη Νταϊφά μετέφρασε και μου έστειλε ποιήματα Αφρικανών ποιητών. Από αυτό το υλικό διάλεξα δύο ποιητές που τους παρουσιάζω σήμερα, έναν γαλλόφωνο κι έναν αγγλόφωνο.

Η εισαγωγή είναι επίσης της Αγάπης. Πρόσθεσα φωτογραφίες.

Ο Νταβίντ Ντιοπ γεννήθηκε στο Μπορντώ τής Γαλλίας, από πατέρα Σενεγαλέζο και μητέρα Καμερουνέζα.

Μετά τον θάνατο τού πατέρα του, τον μεγάλωσε η μητέρα του. Έζησε τη ζωή  τών ξεριζωμένων μοιράζοντας τους μήνες του ανάμεσα  στη Γαλλία και τη Δυτική Αφρική. Έλαβε τη βασική εκπαίδευση στη Σενεγάλη.

Εθεωρείτο από τους πλέον ελπιδοφόρους ποιητές τής Δυτικής Αφρικής. Στη σύντομη ζωή  του βίωσε έντονα τον πόθο για την Αφρική και την αλληλεγγύη του με όσους αγωνίστηκαν ενάντια  στη γαλλική αποικιοκρατία. Το έργο του φανερώνει το μίσος του για τους καταπιεστές και την αλληλεγγύη για τους καταπιεσμένους.

Άρχισε να γράφει ποίηση όταν ήταν ακόμα στο σχολείο και πρωτοδημοσίευσε, δεκαπεντάχρονος ακόμα, στις εκδόσεις Présence Africaine που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο κίνημα τής λεγόμενης νεγροσύνης (négritude). Αρκετά ποιήματά του κυκλοφόρησαν στη διάσημη ανθολογία  τού Λεοπόλ Σενγκόρ, που αποτέλεσε ορόσημο τής σύγχρονης αφρικανικής γραφής στα γαλλικά.

Χρησιμοποίησε  ηθελημένα αφρόντιστο και  αφηγηματικό ύφος εγκαινιάζοντας, έτσι, ένα καινούριο ύφος στην ποίηση διαμαρτυρίας.

Το 1960 ο Ντιοπ και η σύζυγός του σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα επιστρέφοντας  από το Ντακάρ στο Παρίσι. Το μεγαλύτερο μέρος τού αδημοσίευτου έργου του πιστεύεται πως χάθηκε στο δυστύχημα. Τα μόνα του ποιήματα που σώζονται είναι τα είκοσι δύο που δημοσίευσε όσο ζούσε στην συλλογή Coups de Pilon  το 1956 και μεταφράστηκαν στα αγγλικά το 1971.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αφρική, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 132 Σχόλια »

Όταν ο Σαββόπουλος συνάντησε τον Ζακ Πρεβέρ

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2020

Το σημείωμα που διαβάζετε σήμερα έπρεπε να το βάλω την προηγούμενη εβδομάδα, που ήταν η επέτειος της γέννησης του μεγάλου Γάλλου ποιητή Ζακ Πρεβέρ (γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1900), αλλά για τεχνικούς λόγους δεν στάθηκε αυτό μπορετό -οπότε, το διαβάζετε σήμερα, ανεπίκαιρο. Ας το αφιερώσω στον παλιό μας φίλο που δεν γράφει πια και που είχε το χρηστώνυμο «Να διαβάζετε τον Ζακ Πρεβέρ».

Κάποιοι θα μου πουν ότι κομίζω γλαύκα στην Αθήνα με το άρθρο, αφού θα ασχοληθώ με ένα θέμα που είναι πασίγνωστο -αλλά προηγούμενη πείρα από το ιστολόγιο έχει δείξει πως το πασίγνωστο για τον έναν είναι άγνωστο για άλλους (και τούμπαλιν). Επίσης, έχω να εισφέρω μιαν άγνωστη ψηφιδούλα στη σχετική συζήτηση, οπότε το σημερινό άρθρο ίσως δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, περιττό.

Αλλά να ξεκινήσουμε από την αρχή. Ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια της πρώτης περιόδου του Διονύση Σαββόπουλου είναι, θαρρώ, το «Ήλιε, ήλιε αρχηγέ» που περιλαμβάνεται στον πρώτο του δίσκο, Το φορτηγό.

Ας το ακούσουμε:

Και ας θυμηθούμε τα λόγια:

Ήλιος κόκκινος ζεστός στάθηκε στην κάμαρά μου.
Ξύπνησε όλη η πολιτεία κάτω απ’ τα παράθυρά μου.
Το παιδί πάει στο σχολειό του κι ο εργάτης στην δουλειά.
Πρωινά δυο μάτια ανοίγει όμορφη μια κοπελιά.
Ε, ε, Ήλιε, ήλιε, αρχηγέ,
δώσ’ το σύνθημα εσύ κι η χαρά θ΄αναστηθεί.
Ε, ε, το σκοτάδι θα πεθάνει και θ’ ανάψ’ η χαραυγή.
Ο εργάτης βλαστημάει και τραβάει για τον σταθμό.
Να, ο ήλιος ανεβαίνει σαν σημαία στον ουρανό.
Μπρος στης φάμπρικας την πύλη ο εργάτης σταματά.
Όμορφη η μέρα γνέφει κι απ’ το ρούχο τον τραβά.
Ε, ε, σύντροφέ μου, αχ τι κακό,
μέρα μ᾿ ήλιο σαν κι αυτό να την τρώει τ’ αφεντικό.
Σήκω ήλιε πιο ψηλά να σε δούνε τα παιδιά
δες χορεύει η κοπελιά με στεφάνι στα μαλλιά
τα παιδιά θα μεγαλώσουν θ’ αγαπούν την κοπελιά
κι όλα τότε θα `ν’ δικά μας: ήλιος, ουρανός, χαρά.
Ε, ε, Ήλιε, ήλιε, αρχηγέ,
δώσ’ το σύνθημα εσύ κι η χαρά θ΄αναστηθεί.
Ε, ε, το σκοτάδι θα πεθάνει κι θ’ ανάψ’ η χαραυγή.

Και μόνο αυτό το τραγούδι να είχε γράψει κάποιος, θα κέρδιζε μια θέση στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Περιοδικά, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 213 Σχόλια »

Ο Μποστ και οι λαπάδες

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2020

Πήγα τις προάλλες στο θέατρο Θησείον και είδα τη Μήδεια του Μποστ, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη.

Βρήκα πολύ διασκεδαστική την παράσταση, πολύ κεφάτη -με τον Μάκη Παπαδημητρίου να είναι θαυμάσιος στον ρόλο της Μήδειας, ενώ κι ο Γεράσιμος Σκαφίδας έπαιζε γυναικείο ρολο, την Τροφό, με δυο υπερμεγέθη μαστάρια· αξύριστος ο ένας, με γένια ο άλλος. Πολύ καλή και η Μίνα Αδαμάκη στον ρόλο της καλόγριας Πολυξένης.

Δεν φαίνεται πολύ καλά στη φωτογραφία, αλλά ο θρόνος της Μήδειας στο βάθος είναι κέλυφος μυδιού ενώ μύδια υπάρχουν και πάνω στη σκηνή.

Εύκολο λογοπαίγνιο, θα πείτε. Πάντως η παράσταση είναι μια ομοβροντία από λογοπαίγνια, είτε του Μποστ είτε της διασκευής, ενώ επίσης βρήκα εξαιρετική την κίνηση των ηθοποιών, που συνεχώς επιδίδονται σε μελετημένους «αυτοσχεδιασμούς» (χρειάζονται εδώ τα εισαγωγικά).

Στη Μήδεια ο Μποστ παίζει με τα ομόηχα. Όπως στη Φαύστα έχει τον Παναγιώτου που πούλησε το γιο του (ή το γιοτ του) έτσι στη Μήδεια έχει τον Κρητικό μνηστήρα της Πόλυς που είναι κριτικός καθώς και τους δυο παπάδες (ο ένας είναι επώνυμο).

Να πούμε επίσης, για όσους δεν έχουν δει το έργο, ότι ο Μποστ παρωδεί ασύστολα τη Μήδεια του Ευριπίδη, αλλά παίρνει το ελεύθερο να βάλει στην υπόθεση και τον Οιδίποδα στον Κολωνό.

Αλλά εμείς εδώ δεν θεατρολογούμε -δεν εχω ούτε τα φόντα ούτε τη διάθεση να κάνω θεατρική κριτική, αρκεί να πω ότι χάρηκα τις δυο ώρες που πέρασα στο Θησείον.

Μίλησα πιο πάνω για διασκευή. Δεν θυμόμουν καλά την κλασική παράσταση του 1993 κι έτσι δεν μπορώ να ξέρω σε ποια σημεία επενέβη ο Χανιωτάκης που έχει κάνει τη διασκευή του κειμένου, πάντως υπήρχαν αναφορές σε πράγματα που δεν είχαν εμφανιστεί ή δεν είχαν διαδοθεί το 1993, όπως τα κινητά τηλέφωνα, που πρέπει να είναι νεότερη προσθήκη. Αλλά και το σημείωμα του σκηνοθέτη στο πρόγραμμα της παράστασης είναι γραμμένο εμμετρο, σε μποστιάζοντες δεκαπεντασύλλαβους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αποφθέγματα, Θεατρικά, Λογοπαίγνια, Μποστ, Ομόηχα, Ποίηση, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Ολοκληρώνουμε σήμερα το δεύτερο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, έχουν καταφύγει στη σπηλιά.

Βέβαια, επειδή σήμερα έχουμε και τη γιορτή του Αγιαννιού, που γιορτάζει η μισή Ελλάδα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά στους Γιάννηδες και τις Ιωάννες, στον Γιάννη Ιατρού και όλους τους άλλους φίλους που γιορτάζουν, με ένα παλιό άρθρο.

Σιγά σιγά οργανώσαμε τη ζωή μας μέσα στη σπηλιά. Ευτυχώς είχαμε τρόφιμα, άφθονο νερό και ζεστά ρούχα. Μονάχα φως δεν είχαμε κι αυτό στην αρχή μας κόστιζε πολύ. Ζωή τυφλοπόντικων κάναμε. Το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό που μόλις το διαπερνούσε το φέγγος από το ένα φανάρι και δεν τολμούσαμε να ανάψουμε τα άλλα τρία. Θα σωνότανε το πετρέλαιο κι ύστερα τι θα κάναμε;  Τα σπερματσέτα θα τέλειωναν κι αυτά πολύ γρήγορα.

«Ώρες είναι να στραβωθούμε, έτσι που ζούμε στο σκοτάδι» λέω μια μέρα του Γρηγόρη.

«Εσύ δεν έχεις ανάγκη, αφού βγαίνεις κάθε τόσο και βλέπεις ήλιο» με παρηγόρησε.

Πραγματικά, επιχείρησα άλλες τρεις κατοπτεύσεις έξω από τη σπηλιά, μόνο που στην πρώτη, όταν βγήκα, ήταν νύχτα. Βλέπεις δεν μπορούσαμε ούτε κατά προσέγγιση να υπολογίσουμε το χρόνο. Αν δεν είχαμε τα ρολόγια μας θα ήταν σα να μην κυλούσε καθόλου. Αλλά κι αυτά δε μας βοηθούσαν σε τίποτα. Δείχνανε να πούμε οχτώ, αλλά αν ήταν οχτώ το πρωί ή οχτώ το βράδυ, δεν το ξέραμε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οδυνηρό είναι το αίσθημα πως ο χρόνος έχει σταματήσει. Τελικά ο Γρηγόρης προσπάθησε να υπολογίσει τις μέρες που ήμασταν θαμμένοι, με βάση τη συχνότητα που μας ερχόταν η όρεξη να φάμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Μηνολόγιον Δεκεμβρίου έτους 2019

Posted by sarant στο 2 Δεκεμβρίου, 2019

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ συνήθως (αλλά όχι σήμερα) την πρώτη του μηνός, ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για τα γεγονότα του μήνα, που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Φέτος, κατ’ εξαίρεση, το μηνολόγιο δημοσιεύεται στις 2 του μηνός επειδή χτες Κυριακή είχαμε λογοτεχνικό άρθρο.

Το μηνολόγιο τούτου του μήνα έχει μιαν ιδιαιτερότητα, μια και στις 17 του Δεκέμβρη κλείνουν τα οχτώ χρόνια από τότε που χάσαμε τον πατέρα μου. Δεν θεώρησα άτοπο να μνημονέψω τον πατέρα μου στο μηνολόγιο, που ήταν άλλωστε δικη του ιδέα: ανάμεσα σε έναν ποιητή που αγαπούσε και σ’ έναν επαναστάτη που θαύμαζε πιστεύω πως θα έχει καλή παρέα. Θυμίζω ότι πέρυσι κυκλοφόρησε το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια».

 

Κυ  1 Παγκόσμια ημέρα κατά του AIDS  και γενέσιον Ιωάννου Συκουτρή
Δε 2 Αντιφώντος   του σοφιστού, Μαρίας Καλογεροπούλου της καλλιφώνου και Διονυσίου Σαββόπουλου της νιότης μας
Τρ 3 Αυγούστου Ρενουάρ και γενέσιον Νίνου Ρότα του μουσουργού
Τε   4 Ο Θωμάς Έδισον εφευρίσκει τον ηλεκτρικόν λαμπτήρα  
Πε 5 Θεοφίλου Μόζαρτ τελευτή
 
Πα   6 Νικολάου Μύρων και των Διοσκούρων, προστατών των πλοϊζομένων και Αλεξάνδρου Γρηγοροπούλου αναίρεσις
 
Σα 7 Των τριών Χαρίτων  
Κυ 8 Δάμωνος και Φιντίου· και Ιωάννου Λένον του πολυκλαύστου αναίρεσις  
Δε   9 Ιωάννου Βοκκακίου και της Ανθρωπίνης Κωμωδίας του  
Τρ 10 Των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  και τελευτή Άλκη Αλκαίου του στιχουργού
Τε 11 Γενέσιον Μαξίμου Γκόρκι  
Πε 12 Διογένους του  Κυνός  
Πα 13 Γαλιλαίου ταπείνωσις και Μέντη Μποσταντζόγλου τελευτή  
Σα 14 Ανάληψις Απολλωνίου του Τυανέως εκ του ιερού της Δικτύννης  
Κυ 15
Αναξαγόρου του φιλοσόφου
Δε 16  Τελευτή Κωνσταντίνου Βάρναλη, ποιητού των Μοιραίων  
Τρ 17 Δημητρίου Σαραντάκου του συγγραφέως και Σίμωνος Μπολιβάρ του ελευθερωτού  
Τε 18 Του χορού του Ζαλόγγου  
Πε 19 Προμηθέως καθήλωσις επί του Καυκάσου  
Πα 20 Της εν Επιδαύρω πρώτης Εθνοσυνελεύσεως  
Σα 21 Χειμερινόν ηλιοστάσιον   
Κυ 22 Ησιόδου του Ασκραίου και των Έργων και Ημερών αυτού  
Δε 23 Κρυσταλλοτριόδου της θαυματουργού γενέσιον
 
Τρ 24 Λουδοβίκου Αραγκόν τελευτή
  
Τε 25 Γέννησις Ιησού του Ναζωραίου, Ορφέως και Μίθρα  
Πε 26 Σωτηρίας Μπέλλου της υμνωδού  
Πα 27 Πινδάρου του Θηβαίου  
Σα 28 Κινηματογράφου γέννησις  
Κυ 29 Γενέσιον Παύλου Καζάλς
Δε 30   Ίδρυσις Σοβιετικής Ενώσεως
Τρ 31 Εφεύρεσις του τηλεσκοπίου  

 

Ο Δεκέμβριος ή Δεκέμβρης είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ημερολογίου μας, παρόλο που το όνομά του παραπέμπει ολοφάνερα στον αριθμό δέκα, decem. Για την ανακολουθία φταίνε οι Ρωμαίοι -διότι τα ονόματα των μηνών, όλα, είναι δάνειο από τα λατινικά. Το παλιό ρωμαϊκό μηνολόγιο άρχιζε από τον Μάρτιο και ο Decem-ber ήταν ο δέκατος μήνας. Όταν αργότερα μεταρρυθμίστηκε το ημερολόγιο και μπήκαν στις δυο πρώτες θέσεις ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος, η αντιστοιχία χάλασε και ο Δεκέμβρης είναι πλέον δωδέκατος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Μηνολόγιο, Παροιμίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 103 Σχόλια »

Οι μιμήσεις του Πλάτωνα Χαρμίδη

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 131 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. (Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος).

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, μέρα καθημερινή, παρόλο που το περιεχόμενό του ταιριάζει περισσότερο σε κυριακάτικο άρθρο.

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα θέμα όχι άγνωστο, που το έχω επίσης δημοσιεύσει εδώ και πολλά χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο (το λινκ είναι αυτό, αλλά προς το παρόν δεν λειτουργεί). Το συνδυάζω με ένα δοκίμιο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου, με τίτλο «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και η τέχνη της παρωδίας» που περιλαμβάνεται στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο της «Συνομιλίες ποιητών. Μεταπλάσεις, παρωδίες και αντίλογοι στη νεοελληνική ποίηση του 20ού αιώνα».

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσίεψε το 1938-1939 στο περιοδικό «Πνευματική ζωή» μια σειρά από ποιήματα γραμμένα à la manière de, στα οποία παρωδούσε το ύφος γνωστών ομοτέχνων του (Καβάφη, Καρυωτάκη, Καββαδία, έως τους νεότερους). Συνολικά οι μιμήσεις αυτές είναι έντεκα· χαρακτηριστικό είναι πως τις υπόγραφε με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης, που το είχε πρωτοχρησιμοποιήσει σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα για να υποβάλει ποιήματα σε έναν ποιητικό διαγωνισμό… στον οποίο ήταν επίσης μέλος της κριτικής επιτροπής.

Κατά πάσα πιθανότητα, τη χρήση ψευδωνύμου την επέβαλε η μεταξική λογοκρισία, η οποία είχε βάλει στα μαύρα κατάστιχα τον ποιητή ύστερα από το άσεμνο ποίημα Επεισόδιο του 1938 (παλιότερο άρθρο, που θα χρειαζόταν τροποποίηση).

Η πρώτη μίμηση (Καβάφης) συνοδευόταν και από το εξής σημείωμα του «Πλάτωνα Χαρμίδη»:

«Παίζοντας, προ κάμποσου καιρού (ίσως αυτό το “παίζοντας”, που γράφω, να μην είναι η λέξη που ταιριάζει, αλλ’ αφού την έγραψα, ας μένει), δοκίμασα να μιμηθώ το “στυλ” κάποιων μου ποιητών αγαπημένων. Δεν ήλπιζα ποτέ να δουν το φως, – είν’ απ’ αυτά που γράφονται για το συρτάρι μόνο: Ωστόσο, να που σήμερα το βλέπουν. Όσοι συμβεί να μην τα συμπαθήσουν, τουλάχιστον ας μου τα συγχωρήσουν. Εγώ δεν τα ’χω ακόμα συγχωρήσει, – αλλά δεν έπαυσα κι απ’ το να τ’ αγαπώ

Η Αθηνά Βογιατζόγλου χαρακτηρίζει «παρωδίες» τα έντεκα ποιητικά γυμνάσματα του Λαπαθιώτη, άλλοι μελετητές μιλούν για «μιμήσεις». Εγώ χρησιμοποιώ τους δυο όρους εναλλακτικά. Το θέμα της ορολογίας είναι αρκετά σύνθετο και θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο γι’ αυτό, αλλά προτιμώ να το αφήσω για άλλη φορά.

Όλες οι μιμήσεις είναι λίγο ή πολύ ειρωνικές αλλά πολύ πιο αιχμηρές για τους υπερρεαλιστές που ο Λαπαθιώτης αντιπαθούσε (Ελυτιότητες είχε χαρακτηρίσει μια επαινετική κριτική για ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη).

Οι παρωδίες από τον Λαπαθιώτη δεν ήταν οι μόνες· την ίδια εποχή, δηλ. προπολεμικά, δημοσιεύονταν άφθονες παρωδίες γνωστών ποιημάτων ακόμα και σε λαϊκά περιοδικά. Όχι πάντα πετυχημένες –αλλά ίσως να μαρτυρούν πόσο μεγαλύτερη διάδοση είχε τότε η ποίηση έξω από έναν κύκλο μυημένων. Οι καβαφικές παρωδίες γεμίζουν (και έχουν γεμίσει) βιβλίο.

Για να παρωδήσεις έναν ποιητή πρέπει να έχεις μελετήσει καλά το ύφος και το λεξιλόγιό του -και να είσαι κι εσύ ποιητής. Κάποτε το προϊόν της μίμησης/παρωδίας δεν ξεχωρίζει και πολύ από τα γνήσια ποιήματα του παρωδούμενου ποιητή.

Δείτε, ας πούμε, το ποίημα που έγραψε ο Λαπαθιώτης à la manière de Μαβίλη. Είναι φυσικά σονέτο:

ΣΟΝΕΤΤΟ

Την ώρα που βυθά το χλωμό δείλι,
κι αποτραβιέται ο γήλιος σ’ άλλους τόπους,
κι η νύχτα ανοί, σα μυστικό ασφοδίλι,
συλλογιέμαι τους δόλιους τους ανθρώπους,

καθώς γοργοπερνάν, οχτροί και φίλοι,
σε περίσσιους βαρειά δοσμένοι κόπους,
κάνοντας ο καθένας ό,τι οφείλει
και του βολεί, με τους δικούς του τρόπους…

Μα να που η νύχτα τον παραμονεύει,
κι ο Χάρος, φοβερό κι άπονο τέρας,
και τη στιγμή που αυτός ποθεί ν’ ανέβη,

μέσ’ στο φως και τη λάμψη της ημέρας,
και βλέπει από ψηλά τον κόσμο κάτου,
δίνει μια, και του σπάζει τα φτερά του!

Πλάτων Χαρμίδης (= Ναπολέων Λαπαθιώτης) Πνευματική ζωή τχ. 37, 10.12.1938

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 119 Σχόλια »

Η πορεία προς το μέτωπο (από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη)

Posted by sarant στο 27 Οκτωβρίου, 2019

Μέρες που είναι, στο σημερινό μας λογοτεχνικό άρθρο είπα να βάλω κάτι σχετικό με τον πόλεμο του 40. Και διάλεξα την ενότητα «Η πορεία προς το μέτωπο» από το Άξιον Εστί, του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος είχε πολεμήσει ως ανθυπολοχαγός στην Αλβανία -κι έγραψε επίσης και το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.

Το κείμενο είναι πολύ γνωστό, αφού διδάσκεται και στο σχολείο -αν και στα χρόνια μου δεν διδασκόταν. Ωστόσο, ευκαιρία είναι να το επισκεφτούμε ξανά και να χαρούμε τη γλώσσα του. Το κείμενο που παραθέτω το πήρα από το ηλεκτρονικό βιβλίο του Ψηφιακού σχολείου, ωστόσο στο τέλος επισημαίνω ότι στο βιβλίο της Ε’ Δημοτικού το απόσπασμα που διδάσκεται έχει κάποιες αποκλίσεις από το κείμενο του ποιητή. Τέλος, εστιάζομαι σε μια λέξη του κειμένου.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Εκπαίδευση, Λογοτεχνία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »

Φθινοπωρινό

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2019

Το γκουγκλ μάς πληροφορεί (αν βάλετε «φθινόπωρο») ότι στο Βόρειο Ημισφαίριο το φθινόπωρο αρχίζει στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, δηλαδή σήμερα, ενώ από άλλους ιστοτόπους μαθαίνουμε ειδικότερα πως στην Ελλάδα το φθινόπωρο αρχίζει στις 10.51 το πρωί (ώρα Ελλάδος).

Επομένως, το σημερινό άρθρο κάποιοι θα αρχίσουν να το διαβάζουν καλοκαίρι αλλά… θα το τελειώσουν φθινόπωρο (μα τόσο αργά διαβάζουν;) Και βέβαια, αφού είναι τέτοια η μέρα, δεν θα παραξενευτείτε αν αφιερώσουμε το άρθρο στο φθινόπωρο που αρχίζει. Θα έλεγα μάλιστα πως το παράξενο είναι που ως τώρα δεν είχαμε βάλει άρθρο για το φθινόπωρο, αφού το φετινό είναι το δέκατο ιστολογικό μας φθινόπωρο.

Το φθινόπωρο είναι η τρίτη εποχή του χρόνου, η εποχή ανάμεσα στο καλοκαίρι και στον χειμώνα: η γέφυρα που οδηγεί από το καλοκαίρι προς τον χειμώνα, θα ελεγε κανείς.

Θ’ ακούσετε συχνά να λένε ότι «έτσι οπως κατάντησε το κλίμα, δεν υπάρχουν πια τέσσερις εποχές αλλά δύο: χειμώνας και καλοκαίρι». Είναι κοινός τόπος της συζήτησης ότι τα τελευταία χρόνια έχουν χαθεί οι ενδιάμεσες εποχές, η άνοιξη και το φθινόπωρο.

Νομίζω όμως ότι οι ενδιάμεσες εποχές ανέκαθεν βρίσκονταν σε υποδεέστερη θέση ως προς το χειμώνα και το καλοκαίρι. Η παροιμία τι λέει; Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα -παναπεί, η λαϊκή ψυχολογία έχει μια τάση να παραβλέπει τις αποχρώσεις: εστιάζει στο βασικό. Δυο είναι οι εποχές, από αυτή την οπτική γωνία: η καλή και η κακή. Με λίγη καλή θέληση τους ενδιάμεσους μήνες τους βολεύουμε στο ένα ή στο άλλο άκρο.

Εμείς ομως εδώ λεξιλογούμε και δεν αναφερθήκαμε ακόμα στη λέξη φθινόπωρο. Η λέξη είναι αρχαία, από τον 5ο κιόλας αιώνα π.Χ. Θα αναγνωρίσατε τα συνθετικά της, φθίνω (λιγοστεύω, ελαττώνομαι) και οπώρα. Οπώρα είναι σήμερα το φρούτο, το οπωρικό, και οπωρικά εμφανίζονται ολοχρονίς, οπότε χρειάζεται κάποια εξήγηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαπαθιώτης, Παροιμίες, Ποίηση, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 123 Σχόλια »

Περαστικός απ’ τα Μετέωρα (αφήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα)

Posted by sarant στο 1 Σεπτεμβρίου, 2019

Κυριακή και πρώτη του μηνός σήμερα οπότε έχουμε σύγκρουση λογοτεχνικής ύλης (διότι Κυριακή) και μηνολογίου (διότι πρώτη του μηνός). Συνήθως στη σύγκρουση αυτή υποχωρεί η λογοτεχνική ύλη, σήμερα όμως θα κάνουμε εξαίρεση και θα μεταθέσουμε το μηνολόγιο για αύριο. Ο λόγος είναι πως θέλω να τιμήσω μιαν επέτειο.

Στις 29 Αυγούστου 1956 είχαμε τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, στα 47 του χρόνια, όταν η καρδιά του δεν άντεξε τους εξοντωτικούς ρυθμούς δουλειάς του επαγγελματία γραφιά. Ο γιος του μού στέλνει ένα άγνωστο αφήγημα του Κοτζιούλα, στο οποίο ο ποιητής αφηγείται πώς έφυγε από τη χειμαζόμενη Αθήνα τον πρωτο χειμώνα της Κατοχής, τον Νοέμβρη του 1941, για να αποφύγει τον σχεδόν βέβαιο θάνατο από πείνα. Η γενέθλια Πλατανούσα, αν και πάμφτωχη, μπορούσε να του εξασφαλίσει την επιβίωση.

Ο Κοτζιούλας δημοσίευσε το αφήγημά του το 1948 σε συνθήκες εμφυλίου. Ίσως γι’ αυτό να αναφέρει πως δεν ξαναπέρασε από την Καλαμπάκα μετά το 1941. Από τα ημερολόγιά του, που σύμφωνα με τις ενδείξεις θα εκδοθούν επιτέλους φέτος, ξέρουμε ότι μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, στη συντεταγμένη αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τα Γιάννενα, φυσικά μέσω Κατάρας, πέρασε και από την Καλαμπάκα. Εκτός αν εννοεί ότι τη δεύτερη φορά δεν έμεινε εκεί.

Τα μπακέτα για τα οποία γίνεται λόγος στο αφήγημα είναι πακέτα καπνό που έφερνε στον πατέρα του.

Γ. Κοτζιούλας, Περαστικός απ’ τα Μετέωρα, Μετέωρα*, τεύχ. 2 (1948) 62-64.

* Περιοδικό του ΕΜΟΤ (Εκδρομικός Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων).

Θυμάμαι τον πρώτο χειμώνα της σκλαβιάς και της πείνας, το μαύρο χειμώνα του 41. Τότε μ’ έφερε η τύχη να περάσω κι εγώ για πρώτη φορά απ’ την Καλαμπάκα. Τότε ανέβηκα κι εγώ, προσκυνητής της περίστασης, στα φημισμένα Μετέωρα.

Σαν πουλιά που τα κυνηγάει ανεμική, έφευγαν οι άνθρωποι μπουλούκια απ’ τη ρημαγμένη πρωτεύουσα, που φτωχομάνα των επαρχιωτών ως τα χτες, είχε καταντήσει τώρα με τους Γερμανούς κολασμένο στρατόπεδο, κοιλάδα των δακρύων. Πουλούσαν ό,τι είχαν ο καθένας κι όσο όσο, κοιτάζοντας όπως μπορούσαν να βγάλουν την άδεια απ’ τους Ιταλούς για να πάρουν τα μάτια τους μια ώρα αρχύτερα και να ζητήσουν άσυλο στις πρώτες φωλιές τους, στις φτωχούλες πατρίδες που καρτερούσαν όλο στοργή τα κακότυχα παιδιά τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Κατοχή, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Γεώργιος Σουρής, 100 χρόνια μετά

Posted by sarant στο 25 Αυγούστου, 2019

Κάποια μέρα, το φθινόπωρο του 1969, ήμουν δέκα χρονών, το βραδάκι, μου λέει ο παππούς μου «θα κατέβεις να δούμε τηλεόραση; Έχει μια εκπομπή για τον Σουρή, είναι τα 50 χρόνια από τον θάνατό του». Να κατέβω, διότι τότε δεν είχαμε ακόμα τηλεόραση στο δικό μας σπίτι.

Ο παππούς λάτρευε τον Σουρή, απάγγελνε από μνήμης πολλούς στίχους του και την αγάπη αυτή την είχε μεταδώσει και σε μένα. Όμως εκείνο το βράδυ είχαμε κανονίσει να πάμε να δούμε μιαν από εκείνες τις φρικαλέες εθνωφελείς ταινίες του Τζέιμς Πάρις, νομίζω πως ήταν οργανωμένο από όλη μας την τάξη, με τον δάσκαλο μαζί -δικτατορία είχαμε, δεν θα μας πήγαιναν σε Αϊζενστάιν. Με την αμεριμνησία του παιδιού, είπα στον παππού μου «Δεν πειράζει, του χρόνου θα ξαναέχει εκπομπή» και πήγα με τους συμμαθητές να δούμε τον Φερνάντο Σάντσο και τον Χρήστο Πολίτη.

Τότε ήταν τα 50 χρόνια, αύριο είναι τα 100 από τον θάνατο του Σουρή, οπότε σκέφτηκα να τιμήσω τη μνήμη του και να επανορθώσω την παιδική μου ασυνέπεια. Βέβαια, επειδή από τον παππού μου έχω κληρονομήσει την αγάπη προς τον μεγάλο σατιρικό, το ιστολόγιο έχει κατ’ επανάληψη παρουσιάσει ποιήματά του και πολλά άρθρα έχουμε αφιερώσει στον Σουρή και στην εφημερίδα του, τον Ρωμηό, που εκδιδόταν από το 1883 ως το 1918 και ήταν έμμετρη από τον τίτλο (Ο Ρωμηός εφημερίς – που τη γράφει ο Σουρής) ίσαμε τις διαφημίσεις και τις μικρές αγγελίες.

Έμμετρη αναγγελία της συνεργασίας του Σουρή με το Άστυ, 1885

Ο Σουρής έγραφε τον Ρωμηό μόνος του (μονάχα στην αρχή βοηθούσαν και ο Δημ. Κόκκος και ο Ιω. Πολέμης αλλά για μικρό διάστημα), αλλά ο Σουρής δεν είναι μόνο ο Ρωμηός. Έγραψε και αυτοτελή ποιήματα και ποιητικές συνθέσεις, έμμετρες κωμωδίες, μετέφρασε πολύ επιδέξια τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, ενώ εκτός από τον Ρωμηό, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της έκδοσής του, συνεργαζόταν και με άλλα έντυπα, σατιρικά κυρίως, όπως τον Ασμοδαίο, τον Ραμπαγά, το Μη Χάνεσαι και το Άστυ.

Αυτό σημαίνει ότι ήταν πολύ δύσκολη η συγκέντρωση των Απάντων του Σουρή. Ο Γ. Βαλέτας το επιχείρησε αλλά ομολογημένα δεν επιδίωξε την πληρότητα. Έχω στη βιβλιοθήκη μου μια οχτάτομη έκδοση, ενώ υπάρχει και μια άλλη πεντάτομη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά περισσότερο ανθολογία μπορεί να χαρακτηριστεί -από αυτό καταλαβαίνει κανείς τον εντυπωσιακό όγκο του έργου του Σουρή.

Ο Σουρής ήταν δημοφιλέστατος στην εποχή του -πολύ χαρακτηριστικό, τόσο για την απήχηση που είχε, όσο και για την έλλειψη μέτρου των συμπατριωτών μας, είναι ότι προτάθηκε, από πανεπιστημιακούς και άλλους, πέντε φορές για το Βραβείο Νόμπελ την περίοδο 1907-1912. Αλλά άντεξε και στον χρόνο, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η ανατύπωση σε 7 τόμους των 1442 φύλλων του Ρωμηού περί το 1970 είχε εμπορική επιτυχία και ότι κωμικοί όπως ο Χάρρυ Κλυνν τραγούδησαν μελοποιημένα του ποιήματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αφιερώματα, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , | 117 Σχόλια »

Ανήμποροι σαρκασμοί για την 4η Αυγούστου

Posted by sarant στο 4 Αυγούστου, 2019

Κυριακή σημερα, μέρα με λογοτεχνική ύλη. Μια και σήμερα είναι η επέτειος της ανακηρυξης της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά το 1936, διάλεξα να βάλω σχετικό λογοτεχνικό υλικό -συγκεκριμένα, μια ομάδα σατιρικών ποιημάτων που τα έγραψε το 1938, λίγο πριν πεθάνει, ο καλός ποιητής Μάρκος Τσιριμώκος (1872-1939, γνωστός και με το ψευδώνυμο Στέφανος Ραμάς) χωρίς βέβαια να τα κυκλοφορήσει -έμεναν να διαβάζονται σε κύκλους φίλων και δημοσιεύτηκαν μετά την κατοχή, στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχος 7, 23.6.1945).

Αδελφός του πολιτικού Γιάννου Τσιριμώκου, που το όνομά του έχει συνδεθεί με τη γλωσσική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917, ο Μ. Τσιριμώκος, αξιωματικός του ναυτικού, ήταν μαχόμενος δημοτικιστής από τα πρώτα χρόνια, με τη μερίδα των εθνικιστών και όχι των σοσιαλιστών. Τα χρόνια της κυριαρχίας των βενιζελικών ανέλαβε και νομάρχης. Από τα ποιήματά του υπάρχει τουλάχιστον ένα που το ξέρουν πολλοί χωρίς να ξέρουν πως είναι δικό του: Τ’όμορφο νησί, που το μελοποίησε ο Βασίλης Τενίδης και το τραγούδησε ο Γιώργος Ζωγράφος. Έψαξα λίγο να βρω φωτογραφία του, αλλά δεν βρήκα.

Πολλοί έχουν ασχοληθεί, και θ’ άξιζε κάποτε να αναφερθούμε στο ιστολόγιο, με την ανοχή που έδειξαν πολλοί λογοτέχνες στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, με την έννοια ότι συνεργάστηκαν με έντυπα του καθεστώτος ή συμμετείχαν σε επίσημες εκδηλώσεις. Φυσικά, υπήρχε καταστολή και, ειδικά στον χώρο της τέχνης, λογοκρισία, που θύματά της ήταν κυρίως οι κομμουνιστές (ο Βάρναλης, ας πούμε, δεν δημοσίευσε τίποτα με το όνομά του) ή οι περιθωριακοί όπως ο Λαπαθιώτης. Αλλά οι πολλοί άνθρωποι του πνεύματος έδειξαν ευμενή ουδετερότητα, κι αυτό είναι που έκανε τον Τσιριμώκο να γράψει τους σαρκασμούς του, με ψυχικό σπαραγμό όπως λέει.

Δυστυχώς, ο ποιητής δίνει μία μόνο υποσημείωση για πρόσωπα και πράγματα της εποχής, οπότε κάποια σημεία είναι δύσκολο να τα κατανοήσουμε ολότελα, αν και είναι εύκολο να υποθέσουμε τι αφορούν. Βάζω κι εγώ κάποια σχόλια. Μονοτονίζω αλλά κρατάω την ιδιότυπη ορθογραφία του Τσιριμώκου, που αποφεύγει τα διπλά σύμφωνα.

Υστερογραφικά σημειώνω πως, παρόλο που η σημερινή μέρα είναι αποφράδα για τη χώρα, αφού είναι η επέτειος μιας δικτατορίας, για μένα προσωπικά είναι σημαντική, αφού μια τέτοια μέρα γνωρίστηκαν οι γονείς μου.

 ΣΑΡΚΑΣΜΟΙ

 Σημείωμα του ποιητή   Οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν από την ανάγκη να ξεθυμαίνω πού και πού. Γιατί τους έγραφα παρακολουθώντας με ψυχικό σπαραγμό από το Νοέμβρη του 1938 την πολιτική και κοινωνική κατάντια της Ελλάδας. Τέλος τους αντέγραψα προσεχτικά στο τετράδιο τούτο με την ελπίδα πως κάποτε θα δημοσιευθούν είτε από μένα τον ίδιο, είτε – αν εγώ δεν υπάρχω πια – από κάποιον φίλο μου. Όπου είναι απαραίτητες ιστορικές πληροφορίες, για να δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα για την κατανόηση του στιχουργήματος, τις δίνω σε υποσημείωμα.

  

                   ΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ήμουνα με τον εαυτό μου αντάμα,
κι απ’ το παράθυρό μου τ’ ανοιχτό,
στα χίλια κ’ ενιακόσια τριάντα οχτώ,
είδα μεγάλο στην Αθήνα θάμα.

Με πράσινα πουκάμισα ντυμένοι
και παντελόνια κίτρινο χακί,
σαν παλικάρια πούφαγαν φακή,
στεκόντουσαν ορθοί και κορδωμένοι

νιοι και κοπέλες κάμποσες χιλιάδες,
κοιτάζοντας με βλέματ’ απαθή,
τη Λευθεριά, με ξύλινο σπαθί,
δεξά-ζερβά να κάνει τεμενάδες.

 

                 ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ

Εμπρός! για νέα εξόρμηση παιδιά,
πάμε στα πράσιν’ άλογα καβάλα,
πράσινα να φυτέψουμε κλαδιά
και δέντρα πράσινα μικρά-μεγάλα.

Το πράσινο! το πράσινο! παιδιά
του νέου μας Κράτους σύμβολο να γίνει.
Και πράσο-πράσο η πράσινη καρδιά
στον κόσμο θα χαρίσει τη γαλήνη.

Πρέπει ο καθείς ελιά ή κι απιδιά,
χαμόδεντρο ή και πεύκο να φυτέψει,
αλλ’ όχι και συκιά, γιατί παιδιά
το φύλο της στο νου φέρνει τη σκέψη

του ξεπεσμού και της ντροπής,
του πειρασμού θυμίζει τα τερτίπια,
κι άλλο πούναι αμαρτία να τα πεις
γιατί γεννούν στα στήθια καρδιοχτύπια…

Εμπρός! στη νέα εξόρμηση, παιδιά,
πάμε στα πράσιν’ άλογα καβάλα
τα πράσα-πράσα- πράσινα κλαδιά
θάναι απ’ τα έργα μου τα πιο μεγάλα.

Σχόλιο δικό μου: Στη ρητορική και στις εκδηλώσεις της ΕΟΝ κατείχαν εξέχουσα θέση οι εκστρατείες για το πράσινο και τα δάση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημοτικισμός, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , | 83 Σχόλια »