Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ποίηση’ Category

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε τον Ζακ Πρεβέρ… και ένα ρακούν

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2020

Πριν από μερικούς μήνες είχαμε συζητήσει την αρκετά γνωστή συνάντηση του Γάλλου ποιητή Ζακ Πρεβέρ με τον Διονύση Σαββόπουλο -ή μάλλον του Σαββόπουλου με τον Πρεβέρ. Σήμερα θα δούμε μιαν άλλη συνάντηση, παλιότερη και πολύ λιγότερο γνωστή.

Το 1951, ο ποιητής Κώστας Βάρναλης γράφει το καθημερινό χρονογράφημα στην κεντροαριστερή εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος. Και εκεί δημοσιεύει, στις 25 Αυγούστου, το εξής χρονογράφημα, που ξεκινάει με ένα ποίημα -ή μάλλον με στίχους από ένα ποίημα, του Ζακ Πρεβέρ.

Η ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ

Γυρνάτε, γυρνάτε,
κοριτσόπουλα,
γυρνάτε γύρω από τις φάμπρικες.
Σε λίγο θα’σαστε μέσα,
θα ζήσετε δυστυχισμένες
και θα κάνετε πολλά παιδιά,
που θα ζήσουνε δυστυχισμένα
και θα κάνουνε πολλά παιδιά.

Πού βρίσκεται η γοητεία αυτού του ποιήματος του νέου Γάλλου ποιητή, του Ζακ Πρεβέρ; Στην ανθρωπιά του. Έχει ανθρωπιά, για­τί λέει μιαν από τις πρώτες αλήθειες του κόσμου αυτού της Αδικίας· κι επειδή λέει αλήθεια, είναι απλό· κι επειδής είναι απλό μπαίνει άμεσα στην καρδιά και συγκινεί.

* *

Ο ποιητής δεν αναζητάει τις εμπνεύσεις του στα μεγάλα περασμένα· μήτε σκαλίζει τα βιβλία της σιβυλλικής φιλοσοφίας για να βρει τις πρώτες αίτιες του κόσμου. Κοιτάει τ’ ασήμαντα γεγονότα της καθημερινής ζωής, που δεν τα προσέχει κανένας κι όμως μέσα σ’ αυτά υπάρχουν οι πρώτες κι οι έσχατες αιτίες. Είναι οι δυστυχίες μας, που γεννάνε τη δυστυχία και διαιωνίζουνε τη δυστυχία!

Ένας αληθινός και διάφανος κι απλός ποιητής στον αιώνα της ψευτιάς, της σκοτεινάγρας και της σκουληκομυρμηγκότρυπας· ένας ποιητής, που πονάει τον πόνο του αλλουνού αντί να βοηθάει τους Λύκους ή να τους αφήνει να τρώ­νε τον άλλον, είναι ξανάσαμα κι ελπίδα, πως δε χάθηκε ολότελα η ανθρωπιά από τον κόσμο.

* *

Αλλά γιατί τα λέω αυτά; Eίναι χρόνια τώρα, που η Τέχνη φεύγει. Φεύγει από τη ζωή, φεύγει από τους ανθρώπους, φεύγει από την πραγματικότητα, φεύγει από τη λογική και τη γνώση — φεύγει από τις ευθύνες, δηλ. από τον Ε­αυτό της. Ζητάει να γίνεται όσο το δυνατό περισσότερο αριστοκρατική, περισσότερο ακαταλαβίστικη, περισσότερο κενή — επομένως λιγότερο «παρακατιανή». Είναι ποίηση που εξαρθρώνει και τις Μορφές και τις Ουσίες — και τη γλώσσα· ποίηση που φεύγει από την Αγορά και κλείνεται στον Νυμφώνα με τρεις μονάχα ανθρώ­πους!

Και κολακεύεται γι’ αυτήν την προδοσία της μεγάλης της αποστολής. Γιατί ο Εαυτός τής Τέ­χνης (που είπαμε παραπάνου) εί­ναι το χρέος της να βλέπει μέ­σα στο Χάος καλύτερα κι από τους πολλούς κι από τους «τρεις ανθρώπους»· να μπαίνει στο νόη­μα· να φωτίζει το πλήθος και να το οδηγεί στο δρόμο της λύτρω­σης «τα βέλτιστα διδάσκων», ό­πως καυχιέται για τον εαυτό του ο μεγάλος Αριστοφάνης. Και τα «βέλτιστα» στην αρχαία ελληνική γλώσσα είναι τα «συμφερότατα». Και τα συμφερότατα για το Κο­πάδι είναι να μην το φάει ο Λύ­κος!

* *

Γυρίζουμε γυρίζουμε, λοιπόν τό μάγκανο γύρω από το πηγάδι· γυ­ρίζουμε γυρίζουμε γύρω από τις φάμπρικες όσο να μας αρπάξουνε μέσα· γυρίζουμε γυρίζουμε γύρω από το πυρωμένο στόμα του Μολώχ, όσο να μας καταπιεί. Είμα­στε δυστυχισμένοι, κάνουμε παι­διά δυστυχισμένα κι είναι κι αυτά δυστυχισμένα και κάνουν κι άλλα παιδιά πιο δυστυχισμένα…

Κι όμως δε μας φτάνει το χάλι μας· έρχεται κι η Ποίηση του Απόλυτου να μας φτύσει κιόλας!

Νέο ποιητή αποκαλεί ο Βάρναλης τον Πρεβέρ, που βέβαια το 1951 είχε περάσει τα πενήντα. Ήταν όμως σχετικά άγνωστος στο ελληνικό κοινό και πάντως αρκετά νεότερος από τον Βάρναλη. Και με αφορμή την απλότητα και την ανθρωπιά του ποιήματος του Πρεβέρ, ο Βάρναλης δεν παραλείπει να επιτεθεί στην ποίηση της εποχής του, που θεωρούσε ότι έχει ξεκοπεί από τη ζωή, την πραγματικότητα, τις πρώτες αιτίες. (Μια παρόμοια επίθεση είχε κάνει την ίδια εποχή και ο Γιώργος Κοτζιούλας, στο Πού τραβάει η ποίηση;, με τη διαφορά πως ο Κοτζιούλας κατηγορούσε γενικώς και τον ελεύθερο στίχο, ενώ η κριτική του Βάρναλη αφορά το περιεχόμενο μάλλον παρά τη μορφή).

Υποθέτω πως οι στίχοι του Πρεβέρ έχουν μεταφραστεί από τον Βάρναλη -αλλά δεν έχει μεταφραστεί όλο το ποίημα, κατά κάποιο τρόπο ο Βάρναλης δίνει μια περίληψή του. Όλο το ποίημα, εδώ:

Chanson des sardinieres

Tournez tournez
petites filles
tournez autour des fabriques
bientôt vous serez dedans
tournez tournez
filles des pêcheurs
filles des paysans

Les fées qui sont venues
autour de vos berceaux
les fées étaient payées
par les gens du château
elles vous ont dit l’avenir
et il n’était pas beau

Vous vivrez malheureuses
et vous aurez beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants
qui vivront malheureux
et qui auront beaucoup d’enfants
qui vivront malheureux
et qui auront beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants
qui vivront malheureux
et qui auront beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants
beaucoup d’enfants…

Tournez tournez
petites filles
tournez autour des fabriques
bientôt vous serez dedans
tournez tournez
filles des pêcheurs
filles des paysans.

Πρόκειται λοιπόν για το Τραγούδι για τις σαρδελεργάτριες, τις εργάτριες της κονσερβοποιίας, που επειδή δεν είχαμε τέτοια μεγάλα εργοστάσια στη χώρα μας δεν έχουμε και καθιερωμένη λέξη για να τις πούμε. Στη Γαλλία όμως υπήρχαν μεγάλα κονσερβάδικα ή σαρδελάδικα που απασχολούσαν κυρίως γυναίκες και είχαν γίνει και περίφημες απεργίες των εργατριών των σαρδελάδικων.

Αφού το ποίημα του Πρεβέρ βρίσκεται στη συλλογή του 1946 θα το έχει μεταφράσει ο Μιχάλης Μεϊμάρης, ενώ μπορεί να έχουν γίνει και άλλες μεταφράσεις, που όμως δεν τις έχω υπόψη μου. Αν βρει και στείλει κάποιος μετάφραση, θα τη βάλω εδώ.

Προς το παρόν ας ακούσουμε τον Πρεβέρ να το απαγγέλλει:

Και εδώ κλείνει η πρώτη συνάντηση και πάμε στη δεύτερη.

Τις προάλλες, ο παλιός μας φίλος «Να διαβάζετε τον Ζακ Πρεβερ», που δεν γράφει πια εδώ, ανέβασε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα ακόμα ποίημα του Πρεβέρ, το περίφημο Inventaire – Kατάλογος ή, όπως προτιμάει να το πει, απογραφή. Κάνει την εξής εισαγωγή:

Για να απαριθμήσουν ανόμοια πράγματα, χωρίς φαινομενική σχέση μεταξύ τους, οι Γάλλοι χρησιμοποιούν συχνά την έκφραση «είναι ένας κατάλογος αλα Πρεβέρ», εξ αιτίας ορισμένων ποιημάτων του, με σημαντικότερο αυτό εδώ. Ακόμη και απρόβλεπτος ή χαριτολόγος όταν είναι, ο Πρεβέρ πάντα έχει πράγματα να αναφέρει, να φανερώσει, μας προσκαλεί με τον εντελώς δικό του τρόπο να τα ανακαλύψουμε. Η Απογραφή, που γράφτηκε όταν ο ποιητής ήταν ακόμη μέλος της ομάδας των υπερρεαλιστών (από την οποία αποχώρησε το 1928, έπειτα από ρήξη στην οποία ήρθε με τον ηγέτη της Αντρέ Μπρετόν), είναι ενδεικτική της δυσφορίας και της ανησυχίας που χαρακτήριζαν εκείνη την εποχή και η οποία, από πολλές απόψεις, μοιάζει με τη σημερινή δική μας. Σαν να παρατηρούμε από κάποιο υψωματάκι τα απομεινάρια της πορείας ενός κόσμου…
——————————————————————————–

Ζακ Πρεβέρ
ΑΠΟΓΡΑΦΗ

Μία πέτρα
δύο σπίτια
τρία ερείπια
τέσσερις νεκροθάφτες
ένας κήπος
λουλούδια

ένα ρακούν

μια ντουζίνα στρείδια ένα λεμόνι ένα ψωμί
μια ηλιαχτίδα
σαράντα κύματα
έξι μουσικοί
μια πόρτα με την ψάθα της
ένας κύριος παρασημοφορημένος με το Τάγμα του Σωτήρος

άλλο ένα ρακούν

ένας γλύπτης που σμιλεύει ναπολέοντες
το λουλούδι που λέγεται νάρκισσος
δυο ερωτευμένοι σ’ ένα μεγάλο κρεβάτι
ένας φοροεισπράκτορας μια καρέκλα τρία γαλόπουλα
ένας κληρικός μία φουσκάλα
μια σφήγκα
μια πέτρα στα νεφρά
ένα αχούρι
ένας ανάξιος γιος δύο Αγιορείτες αδελφοί τρεις ακρίδες
ένα εκτινασσόμενο κάθισμα
δύο κορίτσια της ηδονής ένας μπάρμπας στην Κορώνη
μια Mater Dolorosa τρεις χαζομπαμπάδες δύο κατσίκες του κυρίου Σεγκέν
ένα ψηλοτάκουνο Λουδοβίκου ΙΕ’
μια πολυθρόνα Λουδοβίκου ΙΣΤ’
ένας μπουφές Ερρίκου Β’ δύο μπουφέδες Ερρίκου Γ’ τρεις μπουφέδες Ερρίκου Δ’
ένα παράταιρο συρτάρι
ένα κουβάρι σπάγγος μια παραμάνα ασφαλείας ένας ηλικιωμένος κύριος
μία Νίκη της Σαμοθράκης ένας λογιστής δύο βοηθοί λογιστού ένας άνθρωπος της υψηλής κοινωνίας δύο χειρουργοί τρεις χορτοφάγοι
ένας κανίβαλος
μια αποικιακή εκστρατεία ένα ολόκληρο άλογο μισό κιλό γαμώτο
μια μύγα τσε τσε
ένας αστακός αλα αμερικάνικα ένας κήπος αλα γαλλικά
δυο μήλα αλα αγγλικά
ένα φασαμέν ένας υπηρέτης ένα ορφανό ένας πνεύμονας σιδήρου
μια ημέρα δόξας
μια εβδομάδα καλοσύνης
ένας μήνας λουλουδιών
ένας χρόνος φρίκης
ένα λεπτό σιγής
ένα δευτερόλεπτο απροσεξίας
και…

πέντε ή έξι ρακούν

ένα αγοράκι που μπαίνει στο σχολείο κλαίγοντας
ένα αγοράκι που βγαίνει απ’ το σχολείο γελώντας
ένα μυρμήγκι
δυο τσακμακόπετρες
δεκαεφτά ελέφαντες ένας δικαστής σε διακοπές πάνω σε μια ξαπλώστρα
ένα τοπίο με πολύ πράσινο χορτάρι μέσα
μια αγελάδα
ένας ταύρος
δυο αγνοί έρωτες τρία μεγάλα εκκλησιαστικά όργανα ένα κοτόπουλο Μαρένγκο
ένας ήλιος του Αούστερλιτς
ένα λίτρο ανθρακούχο νερό Σουρωτή
ένα λευκό λεμονάτο κρασί
ένας Κοντορεβιθούλης μια Ημέρα εξιλασμού ένας πέτρινος Γολγοθάς
μια ανεμόσκαλα
δυο αδελφές Λατίνες τρεις διαστάσεις δώδεκα απόστολοι χίλιες και μία νύχτες τριάντα δύο στάσεις έξι μέρη του κόσμου πέντε σημεία του ορίζοντα δέκα χρόνια καλών και πιστών υπηρεσιών εφτά θανάσιμα αμαρτήματα δύο δάχτυλα κόντεμα δέκα σταγόνες πριν από κάθε γεύμα τριάντα μέρες φυλακή εκ των οποίων δεκαπέντε στην απομόνωση πέντε λεπτά διάλειμμα

και…

κάμποσα ρακούν.
—————————————————————————-
[Jacques Prévert, Inventaire, στη συλλογή Paroles, 1946]

Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή του 1945, αλλά ο φίλος μας ο Πρεβέρ (έτσι τον φωνάζαμε τότε) μάς λέει ότι ο ποιητής το έγραψε στη δεκαετία του 1920. Αν κάποιος έχει ακριβή χρονολογία, καλοδεχούμενος. Η μετάφραση υποθέτω πως είναι του φίλου μας. Και το πρωτότυπο:

Une pierre
deux maisons
trois ruines
quatres fossoyeurs
un jardin
des fleurs

un raton laveur

une douzaine d’huîtres un citron un pain
un rayon de soleil
une lame de fond
six musiciens
une porte avec son paillasson
un monsieur décoré de la légion d’honneur

un autre raton laveur

un sculpteur qui sculpte des napoléon
la fleur qu’on appelle souci
deux amoureux sur un grand lit
un receveur des contributions une chaise trois dindons
un ecclésiastique un furoncle
une guêpe
un rein flottant
une écurie de courses
un fils indigne deux frères dominicains trois sauterelles
un strapontin
deux filles de joie un oncle cyprien
une Mater dolorosa trois papas gâteau deux chèvres de
Monsieur Seguin
un talon Louis XV
un fauteuil Louis XVI
un buffet Henri II deux buffets Henri III trois buffets
Henri IV
un tiroir dépareillé
une pelote de ficelle deux épingles de sûreté un monsieur
âgé
une Victoire de samothrace un comptable deux aides-
comptables un homme du monde deux chirurgiens
trois végétariens
un cannibale
une expédition coloniale un cheval entier une demi-
pinte de bon sang une mouche tsé-tsé
un homard à l’américaine un jardin à la française
deux pommes à l’anglaise
un face-à-main un valet de pied un orphelin un poumon
d’acier
un jour de gloire
une semaine de bonté
un mois de marie
une année terrible
une minute de silence
une seconde d’inattention
et…

cinq ou six ratons laveurs

un petit garçon qui entre à l’école en pleurant
un petit garçon qui sort de l’école en riant
une fourmi
deux pierres à briquet
dix-sept éléphants un juge d’instruction en vacances
assis sur un pliant
un paysage avec beaucoup d’herbe verte dedans
une vache
un taureau
deux belles amours trois grandes orgues un veau
marengo
un soleil d’austerlitz
un siphon d’eau de Seltz
un vin blanc citron
un Petit Poucet un grand pardon un calvaire de pierre
une échelle de corde
deux sœurs latines trois dimensions douze apôtres mille
et une nuits trente-deux positions six parties du
monde cinq points cardinaux dix ans de bons et
loyaux services sept péchés capitaux deux doigts de
la main dix gouttes avant chaque repas trente jours
de prison dont quinze de cellule cinq minutes
d’entracte

et…

plusieurs ratons laveurs.

(Jacques Prévert, Paroles, 1946)

Θα προσέξατε το ρακούν, raton laveur στα γαλλικά, Προκύων ο πλύντης, τρωκτικό της Βόρειας Αμερικής που μπορεί να ζήσει και στην Ευρώπη.

Γιατί άραγε ξεφυτρώνει κάθε τόσο το ρακούν στο ποίημα του Πρεβέρ, σαν ρεφρέν, ανάμεσα στα διάφορα ετερόκλητα του καταλόγου του; Δεν μπορώ να δώσω απάντηση στο ερώτημα αυτό. Γιατί όχι, όμως;

Έχω όμως να αναδείξω μιαν ακόμα συνάντηση, διότι το ρακούν είναι ζώο διάσημο στα ελληνικά σόσιαλ. Κάθε φορά που γίνεται κάποια ύποπτη δουλειά, λαμογιά, ζημιά, σκάνδαλο, που κάποιος προβάλλει μια δικαιολογία εντελώς έωλη, που έγινε ένα κακό και ξέρουμε ποιος φταίει αλλά δεν το λέμε, τότε στα σόσιαλ λέμε ειρωνικά πως «το έκανε ένα ρακούν», πως στα καλά καθούμενα «ήρθε ένα ρακούν και έφαγε την απόρρητη έκθεση» ή κάτι τέτοιο.

Μεταφέρω τρία πρόσφατα παραδείγματα από το Τουίτερ:

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες από ανταποκριτές μας στο εξωτερικό τα λεφτά απ τη Novartis τα τσεπωσε ένα ρακουν

Δεν τα γράφω εγώ. Σορυ. Ήρθε ένα ρακουν κ πάταγε πλήκτρα

Τι να σας πω κυρ εισαγγελέα μου. Δεν έχω ιδέα. Ένα ρακουν έγραφε τις συνταγές

Πώς ξεφύτρωσε το ρακούν; Δεν ξέρω. Ίσως από αμερικάνικα κινούμενα σχέδια.

Αλλά δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να σκεφτώ πως το ρακούν που κάνει τόσες ζημιές στα ελληνικά σόσιαλ του 2020 είναι μετενσάρκωση ή δισεγγονάκι εκείνων των ρακούν που εξέθρεψε και ξαμόλυσε στον κόσμο ο Ζακ Πρεβέρ το 1925!

Posted in Γαλλία, Ποίηση, Χρονογραφήματα, κοινωνικά μέσα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | 106 Σχόλια »

Μηνολόγιον Ιουλίου έτους 2020

Posted by sarant στο 1 Ιουλίου, 2020

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ στις αρχές κάθε μήνα (συνήθως την πρώτη του μηνός), ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για τα γεγονότα του μήνα, που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

 

Τε  1

Ανακοίνωσις της θεωρίας της εξελίξεως των ειδών υπό Καρόλου Δαρβίνου -και θανή Νικολάου Γουίντωνος, σωτήρα των εβραιόπουλων

Πε  2

† Άρεως Αλεξάνδρου

Πα 3

Γενέσιον Φραγκίσκου Κάφκα -και Ιακώβου Μόρρισων τελευτή κατά τον δαίμονα εαυτού

Σα  4

Διακήρυξις της Ανεξαρτησίας υπό Θωμά Τζέφερσον. Και του τιμημένου η ανύψωσις.

Κυ  5

Δημοσίευσις των Μαθηματικών Αρχών της Φυσικής Φιλοσοφίας υπό Ισαάκ Νεύτωνος. Και του ογδόου ελληνικού δημοψηφίσματος.

Δε  6

Πρώτον αντιλυσσικόν εμβόλιον υπό Λουδοβίκου Παστέρ

Τρ 7

Γενέσιον Βλαδιμήρου Μαγιακόφσκι και Νικολάου Ξυλούρη του Κρητός

Τε 8

Γενέσιον Αρθούρου Έβανς του αρχαιολόγου

Πε 9

Θανάτωση επισκόπων και προκρίτων εν Λευκωσία Κύπρου

Πα 10

Γενέσιον Ιωάννου Χατζηανδρέου (κατά κόσμον Στρατή Τσίρκα) και Νικολάου Τέσλα

Σα 11

Έναρξις της εξοντώσεως των Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης υπό των χιτλερικών δημίων

Κυ 12

† Κωνσταντίνου Ουράνη

Δε 13

† Φωτίου Κόντογλου (και γενέσιον Νεοκιδίου της Αραβίας)

Τρ 14

Της πτώσεως της Βαστίλης

Τε 15

Της Ιουλιανής εκτροπής και του κυπριακού πραξικοπήματος

Πε 16

Της Εγίρας

Πα 17

Πρωταγόρου του Αβδηρίτου

Σα 18

Γενέσιον Νέλσονος Μαντέλα

Κυ 19

† Στρατή Μυριβήλη τελευτή

Δε 20

Νιλ Άρμστρογκ και των πρώτων επί της Σελήνης βαδισάντων

Τρ 21

+ Κωνσταντίνου Καρυωτάκη τελευτή και Σωτηρη Πέτρουλα δολοφονία

Τε 22

Γενέσιον Ερνέστου Χεμινγουαίη

Πε 23

Της πρώτης κατά την Αρχαιότητα Ολυμπιάδος

Πα 24

Γενέσιον Σίμωνος Μπολιβάρ του ελευθερωτού

Σα 25

Γενέσιον Γεωργίου Βερνάρδου Σω

Κυ 26

Της νίκης των Ελλήνων επαναστατών εις Δερβενάκια

Δε 27

Τελεσίλλης της Αργείας

Τρ 28

Γενέσιον Εμμανουήλ Ροΐδου

Τε 29

† Βικεντίου Βαν Γκογκ και γενέσιον Μιχαήλ Θεοδωράκη του επιμήκους μουσουργού

Πε 30

† Κοίμησις Διονυσίου Ντιντερό

Πα 31

† Θανή Νικολάου Σκουφά

Ο Ιούλιος είναι ο πρώτος μήνας από το δεύτερο εξάμηνο του χρόνου. Βέβαια, επειδή το πρώτο εξάμηνο έχει τον Φλεβάρη, είναι κάπως πιο κοντό από το δεύτερο αν και φέτος που το έτος είναι δίσεκτο έχουμε ισότητα των δύο εξαμήνων.

Ο Ιούλιος επίσης είναι ένας από τους δυο μήνες που πήραν τ’ όνομά τους από ιστορικό πρόσωπο -φυσικά από τον Ιούλιο Καίσαρα. Προηγουμένως ονομαζόταν Quintilis, πέμπτος μήνας δηλαδή στο παλιό ρωμαϊκό ημερολόγιο. Η ονομασία δεν άλλαξε όταν προστέθηκαν ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος στην αρχή, κι έτσι ο Quintilis ήταν πια έβδομος μήνας. Όταν όμως δολοφονήθηκε ο Ιούλιος Καίσαρας, έγινε προς τιμή του η  μετονομασία. Ίσως όχι άδικα, αφού ο Ιούλιος Καίσαρας είχε εισηγηθεί τη μεταρρύθμιση του ρωμαϊκού ημερολογίου, με κατάργηση του εμβόλιμου μήνα -άλλωστε γι΄αυτό ονομάζεται Ιουλιανό ημερολόγιο, και είναι το ημερολόγιο που είχαμε στην Ελλάδα ως το 1923 (το λεγόμενο “παλιό ημερολόγιο”).

Ο Ιούλης έχει τις λαϊκές ονομασίες Αλωνάρης (επειδή τότε γίνεται το αλώνισμα, τουλάχιστο στη νότια Ελλάδα), που είναι και η πιο διαδεδομένη, καθώς και τις Αηλιάς και Αηλιάτης (από τη γιορτή τ’ Άη Λιος στις 20 του μήνα), ενώ σε κάποια κυκλαδονήσια λέγεται Γυαλινός, ίσως επειδή τότε αρχίζουν να γυαλίζουν οι ρώγες των σταφυλιών. Λέγεται επίσης Δευτερογιούνης (όπου Πρωτογιούνης είναι φυσικά ο Ιούνιος: ο λαός αντιπαθούσε τα σχεδόν ομόηχα Ιούνης και Ιούλης και ονόμασε πρωτογιούνη τον ένα και δευτερογιούνη τον άλλο, αφού κιόλας είναι πρώτος και δεύτερος μήνας του καλοκαιριού. Αλλού πάλι ονομάζεται Πρωτογιούλης ο Ιούνιος και Δευτερογιούλης ο Ιούλιος).

[Παρένθεση: για κάποιο λόγο, η δημοτική ονομασία των μηνών «Ιούνης» και «Ιούλης» και οι αντίστοιχες γενικές «του Ιούνη» ή «του Ιούλη» ενοχλούν πολλούς· περιέργως, μόνο αυτοί οι δύο, και όχι π.χ. ο Σεπτέμβρης ή ο Μάης· ασφαλώς περί ορέξεως ουδείς λόγος, αλλά οι καθαρολόγοι που λέγαμε υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν λαϊκοί τύποι Ιούνης/Γιούνης και Ιούλης/Γιούλης αλλά μόνο Θεριστής και Αλωνάρης, και ότι τα Ιούνης/Γιούνης και Ιούλης/Γιούλης είναι ψυχαρικές επινοήσεις ή/και κομμουνιστική ξύλινη γλώσσα. Δεν είναι ακριβές αυτό, αν και αξίζει ειδικό άρθρο, πάντως τύποι Ιούνης/Γιούνης υπάρχουν σε δημοτικά τραγούδια (π.χ. ο Γιούνης με τα μήλα στη συλλογή του Πολίτη), ενώ τύπος «Ιούλης» υπάρχει (για όνομα, όχι για τον μήνα) στη Ριμάδα του Μεγαλέξαντρου, αλλά και σε επιγραφή στο νέο μουσείο της Ακρόπολης, όμως δεν βρίσκω τώρα τη φωτογραφία που είχα τραβήξει). Επομένως, οι τύποι «Ιούλης, Ιούνης» (που χρησιμοποιούνται, μου λένε, πάρα πολύ στην Κύπρο, ακόμα από τον Μαχαιρά, αλλά και στις Κυκλάδες) δεν έχουν κάτι το εγγενώς κατακριτέο και είναι θέμα γούστου. Προσωπικά, όταν μιλάω βρίσκω πολύ πιο εύηχο το «δύο του ιούλη» παρά το «δύο του ιουλίου» με τα κατ’ εμέ κακόηχα αλλεπάλληλα ίου-ίου· είπαμε: περί ορέξεως… και κλείνει η παρένθεση].

Υπάρχει και επώνυμο Γιούλης, με μεγαλύτερη συχνότητα στα Πράμαντα Ιωαννίνων.

Ο Ιούλιος έχει χάρη στον Καίσαρα το Ιουλιανό ημερολόγιο, έχει βέβαια και τα Ιουλιανά, την εκτροπή του 1965 με τον εξαναγκασμό του εκλεγμένου πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου σε παραίτηση, την αποστασία βουλευτών της Ένωσης Κέντρου και τις καθημερινές διαδηλώσεις λαού επί 70 μέρες στο κέντρο της Αθήνας. Το ιστολόγιο έχει κατ’ επανάληψη ασχοληθεί με το θέμα, οπότε δεν θα πούμε περισσότερα, έστω κι αν τον φετινό Ιούλιο έχουμε πρωθυπουργό τον γιο του πρωταγωνιστή των γεγονότων του 1965. Μόνο να αναφέρω (αν και μάλλον το έχω ξαναπεί) ότι προπολεμικά είχαν ονομαστεί Ιουλιανά τα γεγονότα που έγιναν στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 1920, όταν ανακοινώθηκε η απόπειρα δολοφονίας του Ελευθ. Βενιζέλου στο Παρίσι. Το πλήθος κατέστρεψε τα γραφεία όλων των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων, το Μέγαρο Σκουλούδη και τα σπίτια άλλων επιφανών αντιβενιζελικών, ενώ δολοφονήθηκε ο Ίων Δραγούμης από κρητικούς χωροφύλακες με αρχηγό τον διαβόητο Γύπαρη στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, περίπου απέναντι στο Χίλτον (τότε λεγόταν οδός Κηφισιάς). Ο λογαριασμός εκείνων των Ιουλιανών πληρώθηκε την 1η Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου.

Ο Ιούλης είναι βέβαια και ο πρώτος μήνας των καλοκαιρινών διακοπών ή τέλος πάντων ήταν ο πρώτος μήνας των καλοκαιρινών διακοπών την εποχή πριν από την κρίση και πριν από την πανδημία, τότε που ο κόσμος μπορούσε να πηγαίνει διακοπές. Στη Γαλλία “Ιουλιανοί” (Juilletistes) λέγονται όσοι πηγαίνουν διακοπές τον Ιούλιο, οι άλλοι, που είναι και περισσότεροι, λέγονται φυσικά Αυγουστιανοί (Aoûtiens). Το μαύρο σαββατοκύριακο, όταν φεύγουν οι δεύτεροι και επιστρέφουν οι πρώτοι είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του γαλλικού φολκλόρ. Κατά σύμπτωση σήμερα ανοίγουν και τα ελληνικά αεροδρόμια σε πτήσεις από τρίτες χώρες μετά τον κορονοϊό.

Στις παροιμίες για τον Ιούλιο συνήθως ονοματίζεται ο Αλωνάρης, για παράδειγμα: που μοχτάει τον χειμώνα, χαίρεται τον Αλωνάρη ή Αλωνάρης αλωνίζει, στάρι το χωριό γεμίζει. Μια διαιτολογική παροιμία που ομολογώ πως δεν την έχω καταλάβει, λέει «κότα πίτα τον Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη». Μια μετεωρολογική – παρετυμολογική παροιμία ισχυρίζεται πως «Τ’ Αϊ-Λιος γυρίζει ο καιρός αλλιώς».

Ο Καβάφης πάντως είχε γράψει για τον «θείο Ιούλιο μήνα» που πυρώνει, ενώ ο Μίλτος Σαχτούρης προειδοποιούσε ότι «Έρχεται έρημος με φωτιά ο Ιούλιος / να κάψει τις μοναχικές ψυχές μέσα στην πόλη». Πιο γνωστός, καθότι μελοποιημένος, είναι ο στίχος του Ελύτη «Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου». Ο Σεφέρης έχει γράψει, αλλά σε κάποια επιστολή του ή στις Μέρες, το χαϊκού «Πλατεία Ομονοίας»: Ήλιος κι Ιούλιος / στα πεζοδρόμια βγήκαν/ βυζιά κοπάδια -αν θυμάμαι καλά.

Να θυμηθούμε κι έναν άλλο ελυτικό Ιούλη, που μας τον είχε αναφέρει πέρυσι η αξέχαστη φίλη μας η Αμαλία, η Κρονοποιούσα:

Γυμνός, Iούλιο Μήνα Ελύτης Oδυσσέας

(από το O μικρός ναυτίλος, Ίκαρος 1985)

Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.

Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που ‘ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

Στη Λιλιπούπολη ένας από τους «δώδεκα μήνες αθλητές» είναι και «ο Ιούλιος ο χίπης με μπλουτζίν και χαϊμαλιά».

Πέρσι ο Ιούλιος ήταν προεκλογικός, φέτος είναι πανδημικός -έστω και μετά τον περιορισμό. Η πρώτη του μήνα φέτος σηματοδοτεί και το άνοιγμα στον τουρισμό από το εξωτερικό. Μακάρι να επικρατήσει, φέτος τουλάχιστον, η θερινή ραστώνη, ιδίως στα επιδημιολογικά νέα εσωτερικού.

Κλείνουμε με ένα συμπαθητικό τραγούδι που δεν το ήξερα, από συντελεστές που δεν τους ήξερα, με τον τίτλο 16 Ιούλη:

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Μηνολόγιο, Πρόσφατη ιστορία, Παροιμίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 107 Σχόλια »

Μεθυσμενάκι, μια ανακεφαλαίωση

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2020

Το σημερινό μας άρθρο κάνει ανακεφαλαίωση μιας συζήτησης που είχαμε κάνει πέρσι μέσα στο κατακαλόκαιρο (δεκαεξαύγουστο, να φανταστείτε) για ένα θέμα που ήρθε ξανά στην επιφάνεια από ένα βιντεάκι του Κουραφέλκυθρου.

Ίσως όμως δεν ξέρετε τον Κουραφέλκυθρο ή τα Κουραφέλκυθρα -και δεν σας αδικώ, διότι «δεν είναι καν λέξη» όπως λέει ο δημιουργός της, ο κομίστας Αντώνης Βαβαγιάννης ή Κουραφέλκυθρος. Τα κόμικς που δημοσιεύει στη σειρά Κουραφέλκυθρα ξεχωρίζουν για το σουρεαλιστικό χιούμορ και τα έξυπνα λογοπαίγνια που δείχνουν οξύ αισθητήριο. Μπορείτε να τα βρείτε στην ειδική σελίδα του Φέισμπουκ.

Πριν από λίγο καιρό, μου είχε αρέσει πολύ ένα στριπ των Κουραφέλκυθρων που είχε γλωσσικό ενδιαφέρον. Σκεφτόμουν να το παρουσιάσω εδώ αλλά το αμέλησα -δεν είναι όμως επίκαιρο οπότε επιφυλάσσομαι. Προχτές όμως, ο Αντώνης Βαβαγιάννης ανέβασε όχι κόμικς αλλά ένα βίντεο που πάλι έχει γλωσσικό ενδιαφέρον, αφού υποστηρίζει ότι «Η λέξη μεθυσμενάκι δεν υπάρχει».

Το βίντεο μπορείτε να το δείτε στη σελίδα του στο Φέισμπουκ, αλλά και στο YouTube.

Καταπιάνεται λοιπόν ο Κουραφέλκυθρος με τη λέξη «μεθυσμενάκι», παρουσιάζοντας τα πορίσματα ενδελεχών ερευνών που κατατείνουν στο συμπέρασμα της Επιτροπής Αποκατάστασης της Αλήθειας πως «Δεν υπάρχει λέξη μεθυσμενάκι».

Στο βίντεο βλέπουμε τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου από τη Τζαμάικα, από τον αξέχαστο δίσκο Θαλασσογραφίες σε μουσική Μάνου Λοΐζου, έναν δίσκο που κλείνει φέτος μισόν αιώνα ζωής και τα τραγούδια του ακούγονται πάντοτε.

Το ρεφρέν της Τζαμάικας το έχουμε σίγουρα τραγουδήσει:

Κι αρμενίζαμε στα πέλαγα αγάπη μου παλιά
Κι ύστερα το βραδάκι μεθυσμενάκι στα καπηλειά
Σ’ έπινα κοριτσάκι σαν το κρασάκι γουλιά γουλιά

Ας το ακούσουμε:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαπαθιώτης, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Ποίηση, Στιχουργική, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 146 Σχόλια »

Άουσβιτς, ένα ποίημα του Θάνου Γιαννούδη

Posted by sarant στο 20 Απριλίου, 2020

Τελειώνει σημερα αυτή η αλλόκοτη πασχαλινή περίοδος. Την αποχαιρετάμε με κάτι λογοτεχνικό, με μια ποιητική σύνθεση του Θανου Γιαννούδη που ολοκληρώθηκε τώρα, επομένως είναι επηρεασμένη από το κλίμα της πανδημίας (έστω κι αν είχε αρχίσει να γράφεται νωρίτερα).

Ο φίλος Θάνος Γιαννούδης είναι σημαντικός νεότατος ποιητής μας, που ξεχωριζει από το ότι γράφει σε παραδοσιακό στίχο, όπως και αρκετοί άλλοι -τα πέτρινα χρόνια της ισόμετρης ποίησης έχουν περάσει και δεν είναι πια δακτυλοδεικτούμενοι όσοι γράφουν έτσι.

Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο την πρώτη ποιητική συλλογή του Γιαννούδη. Τώρα μου στέλνει την ποιητική του σύνθεση, που έχει κάτι το ιδιαίτερο στην τεχνική της αν και δεν θα το προσέξουν όλοι.

Το ιδιαίτερο είναι ότι η ποιητική σύνθεση είναι γραμμένη σε δακτυλικό ρυθμό, που είναι αρκετά σπάνιος. Δακτυλικός είναι ο ρυθμός στον οποίο ο στίχος παίρνει τόνο στην πρώτη συλλαβή του τρισύλλαβου μέτρου, δηλ. στην 1η, την 4η, την 7η, την 10η και την 13η (οι στίχοι του Γιαννούδη είναι πεντάμετρα). Η 1η συλλαβή μπορεί κάποτε να μένει ατόνιστη.

Τον δακτυλικό ρυθμό τον ξέρουμε από τους αρχαίους, αφού το δακτυλικό εξάμετρο (σε 17σύλλαβο στίχο) είναι το μέτρο της ομηρικής και γενικότερα της επικής ποίησης. Ο δάκτυλος είναι δύσκολος ρυθμός, διότι, όπως λέει ο Θρασύβουλος Σταύρου στη Νεοελληνική μετρική «το αδιάκοπο ξαναγύρισμα του τόνου σε κάθε τριάδα συλλαβών δίνει στον στίχο ένα βάδισμα τόσο χτυπητό και μονότονο που στο τέλος κουράζει».

Οπότε, το στοίχημα είναι να τηρηθεί ο μετρικός περιορισμός αλλά και να κυλάει ομαλά το ποίημα. Νομίζω πως ο Γιαννούδης το κερδίζει το στοίχημα αυτό.

 

Άουσβιτς

‘’…το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου’’
– Κ. Καρυωτάκης

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεσσαλονίκη, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 101 Σχόλια »

Μεζεδάκια εξ αποστάσεως

Posted by sarant στο 4 Απριλίου, 2020

Θα μου πείτε, πάντοτε εξ αποστάσεως δεν είναι τα μεζεδάκια μας; Πώς μου ήρθε και διάλεξα ειδικά τώρα αυτόν τον τίτλο;

Βαφτίζω έτσι το σημερινό πολυσυλλεκτικό μας άρθρο επειδή ο τίτλος αυτός μας εισάγει, πολύ εύκολα, στο πρώτο μεζεδάκι της πιατέλας.

Ο όρος «εξ αποστάσεως» ακούγεται πάρα πολύ στους πανδημικούς καιρούς που ζούμε καθώς όλο και περισσότερες δραστηριότητες εκτελούνται από απόσταση -τα είχαμε πει και σε ένα άρθρο πριν από λίγο καιρό. Και βλέπει κανείς πότε-πότε, ακόμα και σε επίσημα κείμενα, να γράφεται το εξ με απόστροφο, «*εξ’ αποστάσεως», όπως για παράδειγμα εδώ, σε ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας. Νομίζω πως το έχω δει και σε κείμενο του Υπουργείου Παιδείας, αλλά δεν παίρνω όρκο.

Λοιπόν, το εξ είναι δεύτερος τύπος της πρόθεσης «εκ» όταν ακολουθεί φωνήεν, τόσο σε ελεύθερη μορφή (εξ αδιαιρέτου) όσο και στη σύνθεση (εξυμνώ, εξαργυρώνω). Απόστροφος δεν δικαιολογείται, διότι δεν υπήρχε κάποιο φωνήεν που να έχει σιγηθεί (να έχει φύγει) όπως πχ στις φράσεις «απ’ όλα», «τ’ άλογο, τ’ άλογο» ή «σ’ όλους». Μπορεί να βάζουν μερικοί την απόστροφο, όπως ο συγγραφέας Χ. Χωμενίδης, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται πιο επίσημο το κείμενο, αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

(Έχω ακούσει ότι τον παλιό καιρό κάποιος καθηγητής της Νομικής έκοβε χωρίς δεύτερη κουβέντα όποιον υποψήφιο έβαζε απόστροφο στο εξ -που τότε, λόγω της καθαρεύουσας, ήταν και πολύ πιο συχνό. Δεν είναι ανάγκη να φτάσουμε ως εκεί -αρκεί να αποφεύγουμε την απόστροφο. Ούτε χρειάζεται βέβαια απόστροφος στο «εκ» ή στο «εν» όπως έχω δει κάποιους λίγους να βάζουν).

* Και συνεχίζουμε με μεζεδάκια πανδημικά. Πολύ γέλασα με αυτό το εξώφυλλο, με αυτούς που «σώζουν την Ελλάδα». Και καλά ο πρωθυπουργός, ο Τσιόδρας και ο Χαρδαλιάς -βρίσκονται, ο πρώτος έτσι κι αλλιώς κι οι άλλοι δύο λόγω του ρόλου τους, στην πρώτη γραμμή της μάχης. Αλλά ο κ. Πατούλης, από πού κι ως πού μας σώζει κι αυτός;

— Είναι γιατρός, γι’ αυτό -είπε φίλος του ιστολογίου σαρκαστικά, όταν εξέφρασα την ίδια απορία στο Τουίτερ

Αλλά προφανώς ο εκδότης του εντύπου (το οποίο δεν έχει κάποια οργανική σχέση με την ΚΕΔΕ, απλώς έχει αυτοδιοικητική ύλη) προσβλέπει σε κάποια ενίσχυση από την Περιφέρεια Αττικής, στην εθνική προσπάθεια για να ενημερωθούν οι πολίτες για την πανδημία και να ξεκοκαλίσουν οι ημέτεροι τα σχετικά κονδύλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Ευπρεπισμός, Θεσσαλονίκη, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μιμίδια, Ποίηση, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , , | 234 Σχόλια »

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (άνοιξη 2020) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά που κυκλοφορεί δύο φορές τον χρόνο στη Λευκωσία. Ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου, που αυτόν τον καιρό επιμελείται μιαν ανθολογία σατιρικής ποίησης, είδε κάπου μια καβαφική παρωδία του παππού μου και μου ζήτησε να γράψω μια παρουσίαση του έργου του για το περιοδικό.

Τα περισσότερα ποιήματα που περιλαμβάνω στο σημερινό άρθρο είναι βέβαια γνωστά στο ιστολόγιο, αλλά δεν τα έχουμε βάλει συγκεντρωμένα. Ένας άλλος λόγος που συνηγορεί για τη σημερινή δημοσίευση στο ιστολόγιο είναι ότι μέσα στην εβδομάδα είχαμε την επέτειο του θανάτου του παππού μου (24.3.1977).

Εδώ παραθέτω την αρχική βερσιόν του άρθρου -στη δημοσιευμένη μορφή έγιναν συντομεύσεις.

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης (Νίκος Σαραντάκος, 1903-1977)

Άχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», δηλαδή άχρηστος άνθρωπος. Είναι και το ψευδώνυμο που διάλεξε ο παππούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος, και με αυτό δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά.

Παιδί πολυμελούς οικογένειας από τη Γέρμα της Μάνης, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στον Πειραιά, τελείωσε στα 15 του την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έπιασε δουλειά σε τράπεζες. Στρατιώτης στη Θεσσαλονίκη ήρθε σε επαφή με τις κομμουνιστικές ιδέες και τις ενστερνίστηκε. Ως τραπεζικός υπάλληλος στη Μυτιλήνη γνωρίστηκε με την ποιήτρια Ελένη Μυρογιάννη και την παντρεύτηκε.

Η Κατοχή τον βρήκε στη Μυτιλήνη στέλεχος της Αγροτικής Τράπεζας. Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και φυλακίστηκε από τους Γερμανούς και αργότερα από το μεταπελευθερωτικό καθεστώς για στάση, με αποτέλεσμα να απολυθεί από τη θέση του και να μετοικήσει στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στη σύνταξη της Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου.

Στα πρώτα του ποιήματα και χρονογραφήματα, ο Ν.Σ. χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα, όπως Βριάρεως ή Ηρόστρατος. Με αυτό το τελευταίο δημοσίευσε στο αριστερό λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Επιθεώρηση (τχ. 10, Οκτώβριος 1928) το ποίημα “Η κάσα”:

Η κάσα

Όγκος βαρής κι ασήκωτος τ’ αφέντη μας η κάσσα,
με ζηλεμένονε παρά σε στήθια σιδερένια.
Κι ανοιγοκλεί με σφυριχτήν -σα δουλευτής- ανάσα
κι ο αφέντης τής χαμογελά με σεβασμό κι ευγένεια.

Από μαντέμι δυνατό κι αστραφτερόν ατσάλι
-Το μέταλλο που φτιάνουνε της φυλακής τους κρίκους-
Σαν το καλύβι ενού φτωχού, μπορεί και πιο μεγάλη
και ξεπερνά σ’ αχορταγιά τους πεινασμένους Λύκους!

Κρύβει τ’ αργάτη τον ιδρό, το γαίμα του στρατιώτη
το μαύρο δάκρυ τ’ αρφανού, το στεναγμό της χήρας
του φαμελίτη το ψωμί, της πόρνης την αγνότη
και της γυναίκας την τιμή και την τιμή της λίρας!

Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, ο Μίλιος Χουρμούζιος (τότε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζευγάς) δημοσίευσε μεν το ποίημα, αλλά επέκρινε τον ποιητή για την επιλογή του ψευδωνύμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Οι δρασκελιές της ποίησης

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2020

Μέρες πανδημίας, σίγουρα, αλλά χτες είχαμε και τη Μέρα της ποίησης, στις 21 Μαρτίου, που συμπίπτει περίπου με την ανοιξιάτικην ισημερία και κατά κάποιο τρόπο εγκαινιάζει την άνοιξη.

Δύσκολη άνοιξη η φετινή, σε καιρούς καραντίνας -αλλά να μην ξεχάσουμε την ποιηση. Οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ένα άρθρο, μάλλον τεχνικό, που όμως θα μας δώσει την ευκαιρία να θυμηθούμε μερικά ποιήματα. Το άρθρο το είχα εδώ και καιρό στο νου μου αλλά το τελικό έναυσμα μου το έδωσε μια συζήτηση που είχαμε πριν από μερικές μέρες με τον φίλο μας τον Τζι για τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες.

Να διευκρινίσω εδώ ότι μιλώ για την παραδοσιακή ποίηση, δηλαδή με στίχο έμμετρο, με ομοιοκαταληξία. Ίσως και στον ελεύθερο στίχο να παρατηρούνται κάποιες αναλογίες, αλλά έχουν διαφορετικό χαρακτήρα. Άλλωστε, τα παραδείγματα τα παίρνω κυρίως από το βιβλίο Η ομοιοκαταληξία του Ξ. Κοκόλη και από τη Νεοελληνική μετρική του Θρ. Σταύρου, που και τα δυο αναφέρονται κατεξοχήν στην ισόμετρη ποίηση.

Να δούμε, για παράδειγμα, το εξής απόσπασμα από το ποίημα «Ο Νυμφίος» του Γρυπάρη (ολόκληρο το βρίσκετε εδώ)

κι εδώ, όπου ασυντρόφιαστη και μόνη
αποτραβιούμαι, νιώθω να ζυγώνει
το σύγκρυο αναφτέριασμα του τρόμου.

Η ομοιοκαταληξία μόνη-ζυγώνει είναι ευχάριστη και ξαφνιάζει, λέει ο Κοκόλης, επειδή οι λέξεις της ρίμας έχουν διαφορετική συντακτική λειτουργία (θα ήταν λιγότερο ευχάριστη αν πχ είχε δυο ρήματα, ζυγώνει-θυμώνει), και επειδή και οι δυο στίχοι παρουσιάζουν διασκελισμό.

Διασκελισμός είναι το φαινόμενο της στιχουργικής κατά το οποίο ένας στίχος δεν κλείνει μέσα του ολόκληρο νόημα, αλλά η συντακτική ενότητα που το εκφράζει συνεχίζεται και στον επόμενο στίχο -αυτός είναι ο ορισμός που δίνει ο Θρασύβουλος Σταύρου.

Πράγματι, στον πρώτο από τους τρεις παραπάνω στίχους η πρόταση δεν τελειώνει στο τέλος του στίχου («μόνη») αλλά συνεχίζεται στον επόμενο: όπου ασυντρόφιαστη και μόνη αποτραβιούμαι».

Παρομοίως, στον δεύτερο στίχο, το «νιώθω να ζυγώνει» μένει ανολοκλήρωτο και μας δημιουργεί την προσμονή να δούμε τι είναι αυτό που ζυγώνει -και το βλεπουμε διαβάζοντας τον τρίτο στίχο.

Ο διασκελισμός είναι χαρακτηριστικό της προσωπικής ποίησης, Στη δημοτική και λαϊκή ποίηση ο κανόνας είναι κάθε στίχος να κλείνει ολόκληρο το νόημα, και αυτό το βλέπουμε στα δημοτικά τραγούδια πολύ καθαρά:

Του Λιβίνη

Τρία μεγάλα σύγνεφα στο Καρπενήσι πάνε,
τό ‘ να φέρνει αστραπόβροντα, τ’ άλλο χαλαζοβρόχια,
το τρίτο το μαυρύτερο μαντάτα του Λιβίνη
Σε σένα, Μήτρο μου γαμπρέ, Σταθούλα ψυχογιέ μου,
αφήνω τη γυναίκα μου, το δόλιο μου το Γιώργη,
που ‘ ναι μικρός για φαμελιά κι άπ’ άρματα δεν ξέρει
Και σα διαβεί τα δεκαννιά και γίνει παλικάρι,
ελάτε να ξεθάψετε τα δόλια τ’ άρματά μου,
που τά ‘χωσα στην εκκλησιά, μέσα στο άγιο βήμα,
να μη τα πάρουν τα σκυλιά κι ο Τουρκοκωσταντάκης

Οι διασκελισμοί που υπάρχουν εδώ οφείλονται μόνο στο ότι η προταση δεν μπορεί να χωρέσει στις δεκαπέντε συλλαβές, δεν έχουν γίνει από στιχουργική επιλογή. Αντίθετα, στην προσωπική ποίηση, ο διασκελισμός είναι θελημένος, για να χρωματιστεί εντονότερα μια λέξη ας πούμε. Επίσης, ο διασκελισμός σπάει τη μονοτονία.

Συνηθισμένοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το ρήμα από το αντικείμενο ή το υποκείμενό του. Για παράδειγμα, στο σονέτο του Μαβίλη «Έρμονες»,

την ωραία αντιφεγγίδα σου στοιχειώνει
η ακύμαντη άρμη…

εχουμε το υποκείμενο (ακύμαντη άρμη) σε άλλον στίχο από το ρήμα και το αντικείμενο.

Πιο έντονοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το επίθετο από το ουσιαστικό, πχ πάλι σε σονέτο του Μαβίλη, το Καρδάκι:

ΚΑΡΔΑΚΙ

Τ΄ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι
χορταριασμένα κοίτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Κια λέω που ακόμα απ΄ την κορφή του ωραίου
βουνού στ΄ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνερο, σε βλέπω γιατί μ΄ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ΄ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα τόχει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.-

Στον πρώτο στίχο έχουμε τέτοιον διασκελισμό (αρχαίου / ναού), όπως και στον πέμπτο στίχο (ωραίου / βουνού). Να προσέξουμε επίσης ότι και ο ένατος στίχος έχει έντονο διασκελισμό αφού χωρίζει το βοηθητικό ρήμα από τη μετοχή (έχει / μαγέψει).

Όταν διαβάζουμε φωναχτά / απαγγέλλουμε ένα ποίημα, πρέπει να προσέχουμε τον διασκελισμό. Ο Κοκόλης συνιστά: Ο διασκελισμός πρέπει να ακολουθείται από μια αναγνωστική παύση που θα τη λέγαμε «μετέωρη»· μια παύση δηλαδή που να δείχνει ότι το νόημα δεν έχει ολοκληρωθεί· που να κρατάει «στον αέρα» τη συμπλήρωση του νοήματος.

Υπάρχουν και ακόμα πιο έντονοι τύποι διασκελισμού.

Ας δούμε ένα άτιτλο οχτάστιχο ποίημα του Αθ. Κυριαζή (1887-1950):

Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.

Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.

Αυτό το κομψοτέχνημα, σωστό μπιζουδάκι στιχουργικό, το έχουμε ήδη παρουσιάσει στο ιστολόγιο σε ένα παλιότερο άρθρο μας (Τα μωσαϊκά της ποίησης) επειδή παρουσιάζει δυο ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκό (τι λιγοστή : τυλίγω στη και τραγουδιστά : τραγούδι στα).

Στον τρίτο στίχο της κάθε στροφής έχουμε διασκελισμό που χωρίζει το άρθρο από το όνομά του (στη / χρυσή και στα / χαμένα). Κατά τον Κοκόλη, πρόκειται για «τον εντονότερο ίσως διασκελισμό που ανέχεται η γλώσσα μας».

Πράγματι ανάμεσα στο άρθρο και στο όνομα έχουμε ύψιστο βαθμό συνοχής, όπως επίσης ύψιστο βαθμό συνοχής έχουμε ανάμεσα στο ρήμα και στα αρνητικά μόρια δεν και μη.

Εντονότατος διασκελισμός με το «δεν» υπάρχει π.χ. στη Χαρά του Λαπαθιώτη:

Κι ὅλα τ᾿ ἄκουγα νὰ λέν,
μ᾿ ἕνα τρόπο πλάνο,
πὼς τ᾿ ἀγάπησα καὶ δὲν
πρέπει νὰ πεθάνω...

Ανάλογος διασκελισμός με το «μη» στο ποίημα του Ζαλοκώστα «Εις την αποδημούσαν ψυχήν του«:

Χύσε, ψυχή, μια δέηση στους ουρανούς και στάσου
και μη στο μαύρο χώμα, μη
αφήνεις τ’ όμορφο κορμί
και τα ξανθά μαλλιά του.

Παρόμοια, πολύ έντονοι είναι οι διασκελισμοί που πέφτουν πάνω σε άλλα μόρια όπως τα δίχως, όπου, εκτός, έως -τα οποία, επειδή δεν τα λογαριάζουμε για κανονικές λέξεις αλλά πιο πολύ για «δείκτες λειτουργίας», όπως τα πρόσημα στην άλγεβρα, έχουν μέγιστη συνοχή με τη λέξη που ακολουθεί -άρα, ο διασκελισμός στις περιπτώσεις αυτές προκαλεί μεγάλο αιφνιδιασμό.

Διασκελισμό με το «έως» έχουμε στον Βάρναλη, στον Ορέστη. Το βάζω ολόκληρο γιατί είναι πολύ περίτεχνο σονέτο, χαρακτηριστικό της νεανικής του περιόδου:

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.

Διασκελισμός με το «δίχως» στον Παλαμά:

Χωρίς φούντωμα, δίχως
άνθος, χλόισμα, καρπό,
κάθε κλώνος σου στίχος
τραγουδιού π’ αγαπώ.

Διασκελισμός με το «να» στον Λαπαθιώτη, στο ίδιο ποίημα που είδαμε πιο πάνω:

Κι ἂν τυχαίνει κι ὁ νοῦς νὰ
κάνει σκέψην ἄλλη,
δὲ κρατεῖ πολὺ καὶ νὰ
πάλι αὐτὴ προβάλλει…

Διασκελισμός με το «εχτός» στις Εστιάδες του Γρυπάρη:

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

Διασκελισμός με το «όμως» στον Δροσίνη, στην «Απόκριση στον Παλαμά«:

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο διασκελισμός διακόπτει την κανονική, την προσδοκώμενη ροή του λόγου και προκαλεί ένα ξάφνιασμα, κάτι το απροσδόκητο. Και όταν συμβεί στο πρώτο σκέλος της ομοιοκαταληξίας, τότε προκαλεί, μαζί με το ξάφνιασμα, και την περιέργεια: πώς θα συνεχιστεί το νόημα ώστε να συμπληρωθεί η ρίμα;

Οπότε, η δρασκελιά της ποίησης είναι ένα απροσδόκητο στοιχείο που εξάπτει την περιέργεια.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, κάποιοι προχώρησαν τον διασκελισμό στο μη περαιτέρω, στη… διάσπαση του ατόμου. Δηλαδή όχι απλώς χωρίζουν λέξεις που έχουν μεγάλη συντακτική συνοχή, όπως άρθρο και όνομα ή μόριο και ρήμα, αλλά χωρίζουν την ίδια τη λέξη.

Εδώ έχουμε το παράδειγμα του Σολωμού, που έχει έναν και μοναδικό τέτοιον υπερδιασκελισμό, στον Ύμνο εις την ελευθερία.

Τόσα πέφτουνε τα θέρι
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Επειδή πρόκειται για ξεχωριστό και αξιοπερίεργο στιχουργικό τέχνασμα, δεν θα πω άλλα για αυτόν τον «ενδολεκτικό» διασκελισμό, παρά μόνο ότι τον συνήθιζε ο Σκαρίμπας και από τους νεότερους ο Γιώργος Κεντρωτής. Ελπίζω κάποια στιγμή, πχ του χρόνου τέτοια εποχή, να γράψω ένα σχετικό άρθρο.

Και θα κλείσω με ένα ποίημα του καιρού μας, γραμμένο στη χιλιετία μας, που παρουσιάζει έναν έντονο διασκελισμό, ανάμεσα σε αόριστο άρθρο και σε όνομα, το Αντισονέττο του Θοδωρή Ρακόπουλου, γραμμένο το 2012. Έχει κάμποσους διασκελισμούς βέβαια -και με το «μια» στον προτελευταίο στίχο.

ΑΝΤΙΣΟΝΕΤΤΟ
Ξέρω πως την περιφρονείς αυτή την τέχνη. Δεν έχεις
κι άδικο. Λέξεις, η μια μετά την άλλη, και στο τέλος
μια ομοιοκαταληξία. Σπουδαίο πράμα… «Να προσέχεις»,
λένε οι φιλόλογοι, «τους δεκαπεντασύλλαβους, το μέλος
κι –όταν μπορείς– και τον ρυθμό». Μα τότε μένει η ποίηση
απλά μια τεχνική… Γι’ αυτό σου λέω, Μικρή Αλεπού,
φέρε τον χρόνο και την διάθεση να γίνει μες στην κίνηση
εικόνα το γραπτό, να αποτυπωθεί σαν όραμα αλλού,
σε κάποιον τοίχο ή σκοτεινή αίθουσα… ίσως ακόμη μες
στο θερινό της επαρχίας, με τα ζευγάρια που αγκαλιά
κοιτάνε το πανί, και λεν «καλά, το έργο είναι μεγάλο».
Βέβαια, νά πως να το πω, δήθεν μου έλειψες προχτές
και σκάρωσα αυτό εδώ, για να σου δείξω μια
περίπτωση σονέτου! Ας πάω τώρα να κάνω κάτι άλλο.

 

 

 

 

 

 

 

Posted in Ομοιοκαταληξία, Ποίηση, Στιχουργική | Με ετικέτα: , , , , , , | 129 Σχόλια »

Νταβίντ Ντιόπ και Γουόλε Σογίνκα (συνεργασία της Αγάπης Νταϊφά)

Posted by sarant στο 8 Μαρτίου, 2020

Η φίλη μας Αγάπη Νταϊφά μετέφρασε και μου έστειλε ποιήματα Αφρικανών ποιητών. Από αυτό το υλικό διάλεξα δύο ποιητές που τους παρουσιάζω σήμερα, έναν γαλλόφωνο κι έναν αγγλόφωνο.

Η εισαγωγή είναι επίσης της Αγάπης. Πρόσθεσα φωτογραφίες.

Ο Νταβίντ Ντιοπ γεννήθηκε στο Μπορντώ τής Γαλλίας, από πατέρα Σενεγαλέζο και μητέρα Καμερουνέζα.

Μετά τον θάνατο τού πατέρα του, τον μεγάλωσε η μητέρα του. Έζησε τη ζωή  τών ξεριζωμένων μοιράζοντας τους μήνες του ανάμεσα  στη Γαλλία και τη Δυτική Αφρική. Έλαβε τη βασική εκπαίδευση στη Σενεγάλη.

Εθεωρείτο από τους πλέον ελπιδοφόρους ποιητές τής Δυτικής Αφρικής. Στη σύντομη ζωή  του βίωσε έντονα τον πόθο για την Αφρική και την αλληλεγγύη του με όσους αγωνίστηκαν ενάντια  στη γαλλική αποικιοκρατία. Το έργο του φανερώνει το μίσος του για τους καταπιεστές και την αλληλεγγύη για τους καταπιεσμένους.

Άρχισε να γράφει ποίηση όταν ήταν ακόμα στο σχολείο και πρωτοδημοσίευσε, δεκαπεντάχρονος ακόμα, στις εκδόσεις Présence Africaine που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο κίνημα τής λεγόμενης νεγροσύνης (négritude). Αρκετά ποιήματά του κυκλοφόρησαν στη διάσημη ανθολογία  τού Λεοπόλ Σενγκόρ, που αποτέλεσε ορόσημο τής σύγχρονης αφρικανικής γραφής στα γαλλικά.

Χρησιμοποίησε  ηθελημένα αφρόντιστο και  αφηγηματικό ύφος εγκαινιάζοντας, έτσι, ένα καινούριο ύφος στην ποίηση διαμαρτυρίας.

Το 1960 ο Ντιοπ και η σύζυγός του σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα επιστρέφοντας  από το Ντακάρ στο Παρίσι. Το μεγαλύτερο μέρος τού αδημοσίευτου έργου του πιστεύεται πως χάθηκε στο δυστύχημα. Τα μόνα του ποιήματα που σώζονται είναι τα είκοσι δύο που δημοσίευσε όσο ζούσε στην συλλογή Coups de Pilon  το 1956 και μεταφράστηκαν στα αγγλικά το 1971.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αφρική, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 132 Σχόλια »

Όταν ο Σαββόπουλος συνάντησε τον Ζακ Πρεβέρ

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2020

Το σημείωμα που διαβάζετε σήμερα έπρεπε να το βάλω την προηγούμενη εβδομάδα, που ήταν η επέτειος της γέννησης του μεγάλου Γάλλου ποιητή Ζακ Πρεβέρ (γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1900), αλλά για τεχνικούς λόγους δεν στάθηκε αυτό μπορετό -οπότε, το διαβάζετε σήμερα, ανεπίκαιρο. Ας το αφιερώσω στον παλιό μας φίλο που δεν γράφει πια και που είχε το χρηστώνυμο «Να διαβάζετε τον Ζακ Πρεβέρ».

Κάποιοι θα μου πουν ότι κομίζω γλαύκα στην Αθήνα με το άρθρο, αφού θα ασχοληθώ με ένα θέμα που είναι πασίγνωστο -αλλά προηγούμενη πείρα από το ιστολόγιο έχει δείξει πως το πασίγνωστο για τον έναν είναι άγνωστο για άλλους (και τούμπαλιν). Επίσης, έχω να εισφέρω μιαν άγνωστη ψηφιδούλα στη σχετική συζήτηση, οπότε το σημερινό άρθρο ίσως δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, περιττό.

Αλλά να ξεκινήσουμε από την αρχή. Ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια της πρώτης περιόδου του Διονύση Σαββόπουλου είναι, θαρρώ, το «Ήλιε, ήλιε αρχηγέ» που περιλαμβάνεται στον πρώτο του δίσκο, Το φορτηγό.

Ας το ακούσουμε:

Και ας θυμηθούμε τα λόγια:

Ήλιος κόκκινος ζεστός στάθηκε στην κάμαρά μου.
Ξύπνησε όλη η πολιτεία κάτω απ’ τα παράθυρά μου.
Το παιδί πάει στο σχολειό του κι ο εργάτης στην δουλειά.
Πρωινά δυο μάτια ανοίγει όμορφη μια κοπελιά.
Ε, ε, Ήλιε, ήλιε, αρχηγέ,
δώσ’ το σύνθημα εσύ κι η χαρά θ΄αναστηθεί.
Ε, ε, το σκοτάδι θα πεθάνει και θ’ ανάψ’ η χαραυγή.
Ο εργάτης βλαστημάει και τραβάει για τον σταθμό.
Να, ο ήλιος ανεβαίνει σαν σημαία στον ουρανό.
Μπρος στης φάμπρικας την πύλη ο εργάτης σταματά.
Όμορφη η μέρα γνέφει κι απ’ το ρούχο τον τραβά.
Ε, ε, σύντροφέ μου, αχ τι κακό,
μέρα μ᾿ ήλιο σαν κι αυτό να την τρώει τ’ αφεντικό.
Σήκω ήλιε πιο ψηλά να σε δούνε τα παιδιά
δες χορεύει η κοπελιά με στεφάνι στα μαλλιά
τα παιδιά θα μεγαλώσουν θ’ αγαπούν την κοπελιά
κι όλα τότε θα `ν’ δικά μας: ήλιος, ουρανός, χαρά.
Ε, ε, Ήλιε, ήλιε, αρχηγέ,
δώσ’ το σύνθημα εσύ κι η χαρά θ΄αναστηθεί.
Ε, ε, το σκοτάδι θα πεθάνει κι θ’ ανάψ’ η χαραυγή.

Και μόνο αυτό το τραγούδι να είχε γράψει κάποιος, θα κέρδιζε μια θέση στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Περιοδικά, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 213 Σχόλια »

Ο Μποστ και οι λαπάδες

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2020

Πήγα τις προάλλες στο θέατρο Θησείον και είδα τη Μήδεια του Μποστ, σε διασκευή και σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη.

Βρήκα πολύ διασκεδαστική την παράσταση, πολύ κεφάτη -με τον Μάκη Παπαδημητρίου να είναι θαυμάσιος στον ρόλο της Μήδειας, ενώ κι ο Γεράσιμος Σκαφίδας έπαιζε γυναικείο ρολο, την Τροφό, με δυο υπερμεγέθη μαστάρια· αξύριστος ο ένας, με γένια ο άλλος. Πολύ καλή και η Μίνα Αδαμάκη στον ρόλο της καλόγριας Πολυξένης.

Δεν φαίνεται πολύ καλά στη φωτογραφία, αλλά ο θρόνος της Μήδειας στο βάθος είναι κέλυφος μυδιού ενώ μύδια υπάρχουν και πάνω στη σκηνή.

Εύκολο λογοπαίγνιο, θα πείτε. Πάντως η παράσταση είναι μια ομοβροντία από λογοπαίγνια, είτε του Μποστ είτε της διασκευής, ενώ επίσης βρήκα εξαιρετική την κίνηση των ηθοποιών, που συνεχώς επιδίδονται σε μελετημένους «αυτοσχεδιασμούς» (χρειάζονται εδώ τα εισαγωγικά).

Στη Μήδεια ο Μποστ παίζει με τα ομόηχα. Όπως στη Φαύστα έχει τον Παναγιώτου που πούλησε το γιο του (ή το γιοτ του) έτσι στη Μήδεια έχει τον Κρητικό μνηστήρα της Πόλυς που είναι κριτικός καθώς και τους δυο παπάδες (ο ένας είναι επώνυμο).

Να πούμε επίσης, για όσους δεν έχουν δει το έργο, ότι ο Μποστ παρωδεί ασύστολα τη Μήδεια του Ευριπίδη, αλλά παίρνει το ελεύθερο να βάλει στην υπόθεση και τον Οιδίποδα στον Κολωνό.

Αλλά εμείς εδώ δεν θεατρολογούμε -δεν εχω ούτε τα φόντα ούτε τη διάθεση να κάνω θεατρική κριτική, αρκεί να πω ότι χάρηκα τις δυο ώρες που πέρασα στο Θησείον.

Μίλησα πιο πάνω για διασκευή. Δεν θυμόμουν καλά την κλασική παράσταση του 1993 κι έτσι δεν μπορώ να ξέρω σε ποια σημεία επενέβη ο Χανιωτάκης που έχει κάνει τη διασκευή του κειμένου, πάντως υπήρχαν αναφορές σε πράγματα που δεν είχαν εμφανιστεί ή δεν είχαν διαδοθεί το 1993, όπως τα κινητά τηλέφωνα, που πρέπει να είναι νεότερη προσθήκη. Αλλά και το σημείωμα του σκηνοθέτη στο πρόγραμμα της παράστασης είναι γραμμένο εμμετρο, σε μποστιάζοντες δεκαπεντασύλλαβους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αποφθέγματα, Θεατρικά, Λογοπαίγνια, Μποστ, Ομόηχα, Ποίηση, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Ολοκληρώνουμε σήμερα το δεύτερο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, έχουν καταφύγει στη σπηλιά.

Βέβαια, επειδή σήμερα έχουμε και τη γιορτή του Αγιαννιού, που γιορτάζει η μισή Ελλάδα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά στους Γιάννηδες και τις Ιωάννες, στον Γιάννη Ιατρού και όλους τους άλλους φίλους που γιορτάζουν, με ένα παλιό άρθρο.

Σιγά σιγά οργανώσαμε τη ζωή μας μέσα στη σπηλιά. Ευτυχώς είχαμε τρόφιμα, άφθονο νερό και ζεστά ρούχα. Μονάχα φως δεν είχαμε κι αυτό στην αρχή μας κόστιζε πολύ. Ζωή τυφλοπόντικων κάναμε. Το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό που μόλις το διαπερνούσε το φέγγος από το ένα φανάρι και δεν τολμούσαμε να ανάψουμε τα άλλα τρία. Θα σωνότανε το πετρέλαιο κι ύστερα τι θα κάναμε;  Τα σπερματσέτα θα τέλειωναν κι αυτά πολύ γρήγορα.

«Ώρες είναι να στραβωθούμε, έτσι που ζούμε στο σκοτάδι» λέω μια μέρα του Γρηγόρη.

«Εσύ δεν έχεις ανάγκη, αφού βγαίνεις κάθε τόσο και βλέπεις ήλιο» με παρηγόρησε.

Πραγματικά, επιχείρησα άλλες τρεις κατοπτεύσεις έξω από τη σπηλιά, μόνο που στην πρώτη, όταν βγήκα, ήταν νύχτα. Βλέπεις δεν μπορούσαμε ούτε κατά προσέγγιση να υπολογίσουμε το χρόνο. Αν δεν είχαμε τα ρολόγια μας θα ήταν σα να μην κυλούσε καθόλου. Αλλά κι αυτά δε μας βοηθούσαν σε τίποτα. Δείχνανε να πούμε οχτώ, αλλά αν ήταν οχτώ το πρωί ή οχτώ το βράδυ, δεν το ξέραμε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οδυνηρό είναι το αίσθημα πως ο χρόνος έχει σταματήσει. Τελικά ο Γρηγόρης προσπάθησε να υπολογίσει τις μέρες που ήμασταν θαμμένοι, με βάση τη συχνότητα που μας ερχόταν η όρεξη να φάμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Μηνολόγιον Δεκεμβρίου έτους 2019

Posted by sarant στο 2 Δεκεμβρίου, 2019

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ συνήθως (αλλά όχι σήμερα) την πρώτη του μηνός, ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για τα γεγονότα του μήνα, που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Φέτος, κατ’ εξαίρεση, το μηνολόγιο δημοσιεύεται στις 2 του μηνός επειδή χτες Κυριακή είχαμε λογοτεχνικό άρθρο.

Το μηνολόγιο τούτου του μήνα έχει μιαν ιδιαιτερότητα, μια και στις 17 του Δεκέμβρη κλείνουν τα οχτώ χρόνια από τότε που χάσαμε τον πατέρα μου. Δεν θεώρησα άτοπο να μνημονέψω τον πατέρα μου στο μηνολόγιο, που ήταν άλλωστε δικη του ιδέα: ανάμεσα σε έναν ποιητή που αγαπούσε και σ’ έναν επαναστάτη που θαύμαζε πιστεύω πως θα έχει καλή παρέα. Θυμίζω ότι πέρυσι κυκλοφόρησε το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια».

 

Κυ  1 Παγκόσμια ημέρα κατά του AIDS  και γενέσιον Ιωάννου Συκουτρή
Δε 2 Αντιφώντος   του σοφιστού, Μαρίας Καλογεροπούλου της καλλιφώνου και Διονυσίου Σαββόπουλου της νιότης μας
Τρ 3 Αυγούστου Ρενουάρ και γενέσιον Νίνου Ρότα του μουσουργού
Τε   4 Ο Θωμάς Έδισον εφευρίσκει τον ηλεκτρικόν λαμπτήρα  
Πε 5 Θεοφίλου Μόζαρτ τελευτή
 
Πα   6 Νικολάου Μύρων και των Διοσκούρων, προστατών των πλοϊζομένων και Αλεξάνδρου Γρηγοροπούλου αναίρεσις
 
Σα 7 Των τριών Χαρίτων  
Κυ 8 Δάμωνος και Φιντίου· και Ιωάννου Λένον του πολυκλαύστου αναίρεσις  
Δε   9 Ιωάννου Βοκκακίου και της Ανθρωπίνης Κωμωδίας του  
Τρ 10 Των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  και τελευτή Άλκη Αλκαίου του στιχουργού
Τε 11 Γενέσιον Μαξίμου Γκόρκι  
Πε 12 Διογένους του  Κυνός  
Πα 13 Γαλιλαίου ταπείνωσις και Μέντη Μποσταντζόγλου τελευτή  
Σα 14 Ανάληψις Απολλωνίου του Τυανέως εκ του ιερού της Δικτύννης  
Κυ 15
Αναξαγόρου του φιλοσόφου
Δε 16  Τελευτή Κωνσταντίνου Βάρναλη, ποιητού των Μοιραίων  
Τρ 17 Δημητρίου Σαραντάκου του συγγραφέως και Σίμωνος Μπολιβάρ του ελευθερωτού  
Τε 18 Του χορού του Ζαλόγγου  
Πε 19 Προμηθέως καθήλωσις επί του Καυκάσου  
Πα 20 Της εν Επιδαύρω πρώτης Εθνοσυνελεύσεως  
Σα 21 Χειμερινόν ηλιοστάσιον   
Κυ 22 Ησιόδου του Ασκραίου και των Έργων και Ημερών αυτού  
Δε 23 Κρυσταλλοτριόδου της θαυματουργού γενέσιον
 
Τρ 24 Λουδοβίκου Αραγκόν τελευτή
  
Τε 25 Γέννησις Ιησού του Ναζωραίου, Ορφέως και Μίθρα  
Πε 26 Σωτηρίας Μπέλλου της υμνωδού  
Πα 27 Πινδάρου του Θηβαίου  
Σα 28 Κινηματογράφου γέννησις  
Κυ 29 Γενέσιον Παύλου Καζάλς
Δε 30   Ίδρυσις Σοβιετικής Ενώσεως
Τρ 31 Εφεύρεσις του τηλεσκοπίου  

 

Ο Δεκέμβριος ή Δεκέμβρης είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ημερολογίου μας, παρόλο που το όνομά του παραπέμπει ολοφάνερα στον αριθμό δέκα, decem. Για την ανακολουθία φταίνε οι Ρωμαίοι -διότι τα ονόματα των μηνών, όλα, είναι δάνειο από τα λατινικά. Το παλιό ρωμαϊκό μηνολόγιο άρχιζε από τον Μάρτιο και ο Decem-ber ήταν ο δέκατος μήνας. Όταν αργότερα μεταρρυθμίστηκε το ημερολόγιο και μπήκαν στις δυο πρώτες θέσεις ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος, η αντιστοιχία χάλασε και ο Δεκέμβρης είναι πλέον δωδέκατος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Μηνολόγιο, Παροιμίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 103 Σχόλια »

Οι μιμήσεις του Πλάτωνα Χαρμίδη

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 131 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. (Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος).

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, μέρα καθημερινή, παρόλο που το περιεχόμενό του ταιριάζει περισσότερο σε κυριακάτικο άρθρο.

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα θέμα όχι άγνωστο, που το έχω επίσης δημοσιεύσει εδώ και πολλά χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο (το λινκ είναι αυτό, αλλά προς το παρόν δεν λειτουργεί). Το συνδυάζω με ένα δοκίμιο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου, με τίτλο «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και η τέχνη της παρωδίας» που περιλαμβάνεται στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο της «Συνομιλίες ποιητών. Μεταπλάσεις, παρωδίες και αντίλογοι στη νεοελληνική ποίηση του 20ού αιώνα».

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δημοσίεψε το 1938-1939 στο περιοδικό «Πνευματική ζωή» μια σειρά από ποιήματα γραμμένα à la manière de, στα οποία παρωδούσε το ύφος γνωστών ομοτέχνων του (Καβάφη, Καρυωτάκη, Καββαδία, έως τους νεότερους). Συνολικά οι μιμήσεις αυτές είναι έντεκα· χαρακτηριστικό είναι πως τις υπόγραφε με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης, που το είχε πρωτοχρησιμοποιήσει σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα για να υποβάλει ποιήματα σε έναν ποιητικό διαγωνισμό… στον οποίο ήταν επίσης μέλος της κριτικής επιτροπής.

Κατά πάσα πιθανότητα, τη χρήση ψευδωνύμου την επέβαλε η μεταξική λογοκρισία, η οποία είχε βάλει στα μαύρα κατάστιχα τον ποιητή ύστερα από το άσεμνο ποίημα Επεισόδιο του 1938 (παλιότερο άρθρο, που θα χρειαζόταν τροποποίηση).

Η πρώτη μίμηση (Καβάφης) συνοδευόταν και από το εξής σημείωμα του «Πλάτωνα Χαρμίδη»:

«Παίζοντας, προ κάμποσου καιρού (ίσως αυτό το “παίζοντας”, που γράφω, να μην είναι η λέξη που ταιριάζει, αλλ’ αφού την έγραψα, ας μένει), δοκίμασα να μιμηθώ το “στυλ” κάποιων μου ποιητών αγαπημένων. Δεν ήλπιζα ποτέ να δουν το φως, – είν’ απ’ αυτά που γράφονται για το συρτάρι μόνο: Ωστόσο, να που σήμερα το βλέπουν. Όσοι συμβεί να μην τα συμπαθήσουν, τουλάχιστον ας μου τα συγχωρήσουν. Εγώ δεν τα ’χω ακόμα συγχωρήσει, – αλλά δεν έπαυσα κι απ’ το να τ’ αγαπώ

Η Αθηνά Βογιατζόγλου χαρακτηρίζει «παρωδίες» τα έντεκα ποιητικά γυμνάσματα του Λαπαθιώτη, άλλοι μελετητές μιλούν για «μιμήσεις». Εγώ χρησιμοποιώ τους δυο όρους εναλλακτικά. Το θέμα της ορολογίας είναι αρκετά σύνθετο και θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο γι’ αυτό, αλλά προτιμώ να το αφήσω για άλλη φορά.

Όλες οι μιμήσεις είναι λίγο ή πολύ ειρωνικές αλλά πολύ πιο αιχμηρές για τους υπερρεαλιστές που ο Λαπαθιώτης αντιπαθούσε (Ελυτιότητες είχε χαρακτηρίσει μια επαινετική κριτική για ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη).

Οι παρωδίες από τον Λαπαθιώτη δεν ήταν οι μόνες· την ίδια εποχή, δηλ. προπολεμικά, δημοσιεύονταν άφθονες παρωδίες γνωστών ποιημάτων ακόμα και σε λαϊκά περιοδικά. Όχι πάντα πετυχημένες –αλλά ίσως να μαρτυρούν πόσο μεγαλύτερη διάδοση είχε τότε η ποίηση έξω από έναν κύκλο μυημένων. Οι καβαφικές παρωδίες γεμίζουν (και έχουν γεμίσει) βιβλίο.

Για να παρωδήσεις έναν ποιητή πρέπει να έχεις μελετήσει καλά το ύφος και το λεξιλόγιό του -και να είσαι κι εσύ ποιητής. Κάποτε το προϊόν της μίμησης/παρωδίας δεν ξεχωρίζει και πολύ από τα γνήσια ποιήματα του παρωδούμενου ποιητή.

Δείτε, ας πούμε, το ποίημα που έγραψε ο Λαπαθιώτης à la manière de Μαβίλη. Είναι φυσικά σονέτο:

ΣΟΝΕΤΤΟ

Την ώρα που βυθά το χλωμό δείλι,
κι αποτραβιέται ο γήλιος σ’ άλλους τόπους,
κι η νύχτα ανοί, σα μυστικό ασφοδίλι,
συλλογιέμαι τους δόλιους τους ανθρώπους,

καθώς γοργοπερνάν, οχτροί και φίλοι,
σε περίσσιους βαρειά δοσμένοι κόπους,
κάνοντας ο καθένας ό,τι οφείλει
και του βολεί, με τους δικούς του τρόπους…

Μα να που η νύχτα τον παραμονεύει,
κι ο Χάρος, φοβερό κι άπονο τέρας,
και τη στιγμή που αυτός ποθεί ν’ ανέβη,

μέσ’ στο φως και τη λάμψη της ημέρας,
και βλέπει από ψηλά τον κόσμο κάτου,
δίνει μια, και του σπάζει τα φτερά του!

Πλάτων Χαρμίδης (= Ναπολέων Λαπαθιώτης) Πνευματική ζωή τχ. 37, 10.12.1938

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 119 Σχόλια »

Η πορεία προς το μέτωπο (από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη)

Posted by sarant στο 27 Οκτωβρίου, 2019

Μέρες που είναι, στο σημερινό μας λογοτεχνικό άρθρο είπα να βάλω κάτι σχετικό με τον πόλεμο του 40. Και διάλεξα την ενότητα «Η πορεία προς το μέτωπο» από το Άξιον Εστί, του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος είχε πολεμήσει ως ανθυπολοχαγός στην Αλβανία -κι έγραψε επίσης και το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.

Το κείμενο είναι πολύ γνωστό, αφού διδάσκεται και στο σχολείο -αν και στα χρόνια μου δεν διδασκόταν. Ωστόσο, ευκαιρία είναι να το επισκεφτούμε ξανά και να χαρούμε τη γλώσσα του. Το κείμενο που παραθέτω το πήρα από το ηλεκτρονικό βιβλίο του Ψηφιακού σχολείου, ωστόσο στο τέλος επισημαίνω ότι στο βιβλίο της Ε’ Δημοτικού το απόσπασμα που διδάσκεται έχει κάποιες αποκλίσεις από το κείμενο του ποιητή. Τέλος, εστιάζομαι σε μια λέξη του κειμένου.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Εκπαίδευση, Λογοτεχνία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »