Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ποίηση’ Category

Οι Δώδεκα του Αλέξανδρου Μπλοκ σε δυο μεταφράσεις κι ένα απόσπασμα

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2018

Πριν από δυο μήνες έκλεισαν 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το σημερινό μας άρθρο έρχεται να τιμήσει μιαν άλλη επέτειο, φιλολογική, που είναι αποτέλεσμα της προηγούμενης: τα 100 χρόνια από το ποίημα «Οι Δώδεκα» του Αλέξανδρου Μπλοκ, που θεωρειται το εμβληματικό ποίημα της Οχτωβριανής Επανάστασης και που δημοσιεύτηκε ακριβώς τον Ιανουάριο του 1918.

Κορυφαία μορφή του ρωσικού συμβολισμού, ο Αλέξανδρος Μπλοκ γεννήθηκε το 1880 στην Πετρούπολη, σε οικογένεια διανοούμενων, ανατράφηκε αριστοκρατικά, παντρεύτηκε την κόρη του διάσημου χημικού Μεντελέγιεφ και είχε δραστήρια συμμετοχή στο ποιητικό κίνημα του συμβολισμού και στην πνευματική ζωή της προεπαναστατικής Ρωσίας. Σε αντίθεση με τους περισσότερους φίλους του αλλά και με το κοινό του, αγκάλιασε την Οκτωβριανή επανάσταση, που την έβλεπε σαν κάτι το μεσσιανικό. Γρήγορα απογοητεύτηκε από τα πάντα, σταμάτησε να γράφει και πέθανε το 1921 από απροσδιόριστη αρρώστια. (Βρίσκω πως ο αγαπημένος μου Ναπολέων Λαπαθιωτης, συμβολιστής κι αυτος, έχει πολλά κοινά στη ζωή του).

Ο Μπλοκ θεωρούσε πως οι Δώδεκα ήταν το αριστούργημά του. Παρουσιάζει 12 μπολσεβίκους στρατιώτες που διασχίζουν στους δρόμους της επαναστατημένης Πετρούπολης μέσα στη χιονοθύελλα, κάπως σαν τους Δώδεκα Αποστόλους. Χρησιμοποιεί γλώσσα σε διάφορα επίπεδα ύφους, δανείζεται εκφράσεις από την αργκό των προλεταριακών στρωμάτων ή μοτίβα από λαϊκά τραγούδια, δίνει τρομερή σημασία στις παρηχήσεις και στον ρυθμο και γι’ αυτό η μετάφρασή του είναι πρόκληση.

Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές έχει μεταφράσει και παρουσιάσει στο ιστολόγιο κείμενα ρωσικής λογοτεχνίας (παράδειγμα) μού έστειλε το ποίημα του Μπλοκ σε δική της μετάφραση, με αντικριστό το ρωσικό πρωτότυπο, αλλά και στη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα. Θα ήθελα να παρουσιάσω τα τρία κείμενα (πρωτότυπο και δύο μεταφράσματα) σε τρίστηλο, όπως μού τα έστειλε η Ρανέλε, για να είναι πιο ευχερής η αντιπαραβολή, αλλά δεν μπορώ να μεταφέρω καλά τον πίνακα ώστε να διατηρείται η στοίχιση στην οθόνη. Έτσι, έσπασα τον τρίστηλο πίνακα σε δύο δίστηλους πίνακες, πρώτα η μετάφραση της Ρανέλε και δίπλα το πρωτότυπο και μετά το πρωτότυπο με τη μετάφραση του Μπλάνα. H Ρανέλε μου έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου, το τέλος του ποιήματος. Αυτό το παραθέτω μόνο του, στο τέλος.

Επειδή από html και πίνακες είμαι ανίδεος, η παρουσίαση δεν βγήκε όπως το ήθελα, και δυσκολεύει το διάβασμα του ποιήματος. Ζητώ συγγνώμη.

 

Οι Δώδεκα, Αλεξάντρ Μπλοκ, μτφρ. Ranele

 

1

Μαύρο, μαύρο βράδυ.
Άσπρο χιόνι σαν το χάδι.
Ο αέρας το ρημάδι
ρίχνει καταγής, ξυρίζει σαν ξυράφι!
Ο αέρας το ρημάδι
λυσσομανά σ΄ολόκληρη την πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Σκούζει ο βοριάς σαν το σκυλί
Παντού το χιόνι το λευκό
Από κάτω κρύβει το γυαλί
Ολισθηρό, σκληρό
Όποιος περνά, γλιστρά
– βρε, τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Ανάμεσα στα κτήρια αντικρινά
Έχει τεντωθεί ένα σκοινί.
Στο σκοινί κρέμεται ένα πανό ψηλά:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση!»
Μια γριούλα απορεί, μοιρολογεί
Τι σημαίνουν τούτα στο μυαλό της δεν χωρεί,
Για τούτο το ακαταλαβίστικο πανό
Γιατί χαλάστηκε τόσο πανί γερό;
Ένα σωρό φασκιά
θα΄βγαιναν για τα παιδιά.
Αφού υπάρχουν τόσα ξυπόλυτα και γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Η γριούλα αδέξια σαν την κλώσα
Τσαλαβουτά η καημένη μες στις χιονοστιβάδες
-Παναγιά προστάτιδα, βοήθα!
-Οι Μπολσεβίκοι θα μας βάλουν σε μπελάδες!Ο αέρας μαστιγώνει!
Το κρύο δυναμώνει!
Ένας αστός πάνω στο σταυροδρόμι
Τη μύτη του χώνει μες στο πανωφόρι.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος είναι αυτός ο μαλλιάς
Που ρητορεύει χαμηλόφωνα;
–          Προδοσία!
–          Πάει η Ρωσία!
Θα΄ναι κανένας γραφιάς,
ο μπλαμπλάς…Νάτος και ένας ρασοφόρος –
Σούρνεται άκρη άκρη κλεφτά…
Από τι δεν είσαι ελπιδοφόρος,
Σύντροφε παπά;Θυμάσαι τα παλιά
Πίσω εσύ, η κοιλιά μπροστά
με το σταυρό να λαμποκοπά
προχωρούσες ανάμεσα στο λαό αλαζονικά;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να και μια δεσποινίς με το γουναρικό
Παραπονιέται και ρωτάει το διπλανό:
– Κλαίμε σερί, τι θα απογίνουμε χωρίς…
Γλίστρησε και τσουπ  πάρ΄την κάτω
Ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά καταγής
-Άους! -Τράβα, σήκωσέ την, να χαρείς!Ο αέρας όλο ζαβολιά
Φυσάει άγρια και χαρωπά
Σηκώνει τους ποδόγυρους
Θερίζει τους περαστικούς
Σκίζει, τσαλακώνει,
Παίρνει και σηκώνει
Ένα τεράστιο πανό που διακηρύσσει:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική Συνέλευση»…
Και κάτι σπαράγματα λόγων στριφογυρίζει:
…Ιδρύσαμε κι εμείς συνδικάτο, αδερφάκι…
…Να μες στο σπίτι με το κόκκινο φαναράκι…
… Συζητήσαμε –
αποφασίσαμε:
δεκάρικο για μια ωρίτσα,
για μια νύχτα, κορίτσα–
χωρίς παζάρι
ένα κοσιπεντάρι …
…Και άντε στο κρεβατάκι
να πιάσουμε το παραδάκι…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Σκοτεινιάζει.
Ο δρόμος αδειάζει.
Ένας αλήτης
Καμπουριάζει.
Ο αέρας περουνιάζει…
Βρε, το φουκαρά!
Έλα πιο κοντά –
Δώσ΄μου δυο φιλιά…
Πρώτα το ψωμί ή τα λεφτά!
Τα θες μπροστά;
Έμπα μέσα, φουκαρά!Μαύρος κατάμαυρος ο ουρανός.
Μαύρη, θλιβερή οργή
Βράζει μες στην ψυχή…
Μαύρη, ιερή οργή…Σύντροφε! Μάτια
Τέσσερα!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2
Ο αγέρας σεριανίζει,
Το χιονάκι πεταρίζει.
Μια ντουζίνα ανθρώπων βαδίζει.
Μαύρες τελαμώνες σταυρωτά
Όλα τα φώτα της πόλης ανοιχτά…Μες στο στόμα τσιγαράκι,
Βαλμένο μόρτικα το καπελάκι.
θα΄ταν του σκοινιού και του παλουκιού παλιά!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Κρυώνω, σύντροφοι, πολύ!
2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Ο Βάνια και η Κάτια καλοπερνούν στο καπηλειό…
– Εκείνη έχει κομπόδεμα γερό!
-Και ο Βάνια δεν είναι πια κάνα μπατιράκι…
-Ήταν δικός μας, μα σε άλλους πήγε φανταράκι!- Για τόλμα,  Βάνκα, μπάσταρδε, αστέ,
να φιλήσεις το δικό μου το αμόρε!
Λευτεριά, λευτεριά,
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Η Κατίνα με τον Βάνια έχουνε δουλειά –
Τι δουλειά; Τι δουλειά;
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!
— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Παντού τριγύρω αναμμένα φώτα
Πάνω στους ώμους τελαμώνα…
Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!Σύντροφε, μη δειλιάζεις, κράτα γερά
Στην Αγία Ρούσια ας ρίξουμε καμιά τουφεκιά –
Στην πατροπαράδοτη και οπισθοδρομικιά
Στην καλυβένια και ξυλένια
Στην καλοθρεμμένη με τα οπίσθια παχιά!
Ώπα Ώπα Ωπαπά!
Χωρίς την εκκλησιά και τον παπά!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3
Σαν πήγανε παιδιά φαντάροι
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Στην Κόκκινη Φρουρά –
Να χάσουν το θερμό κεφάλι!
Αχ, μωρέ, τι συφορά,
Η ζωή είναι γλυκιά!
Τρύπες, μπαλώματα στη χλαίνη,
Τουφέκι αυστριακό στο χέρι!Για να σκάσουν επιτέλους οι αστοί
Φωτιά στον κόσμο θα βάλουμε χιαστί,
Φωτιά στο αίμα και στα μπατζάκια σας –
Κύριε, ελέησον μας!
3
Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!
4Το χιόνι στροβιλίζεται,
Ο αμαξάς ωρύεται,
Ο Βάνκα με την Κάτια
Στ΄αμάξι  χαριεντίζεται –
Φαναράκι μου λαμπρό,
Φέγγε τον κοσμάκη μην πατώ…
Άκρη, βρε τον παλαβό!Μες στη χλαίνη στρατιωτική
Έχει φάτσα μουρόχαβλη
Στρίψε, στρίψε το μουστάκι,
Μπας και γίνεις πιο αντράκι.
Πες κανένα αστειάκι,
Να γελάσει το γκομενάκι.Κοίτα πως κορδώνεται!
Κοίτα πως καμώνεται!
Αγκαλιάζει τη χαζούλα,
Ξεμυαλίζει την Καιτούλα…Γέρνει πίσω το κεφάλι,
Στα δοντάκια μαργαριτάρι
Αχ Κατίνα, Κατινάκι
Παχουλό γλυκό μουτράκι…
4Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…
5.

Αχ, Κατίνα μου γλυκιά,
στο λαιμό δεν έχει γιάνει
Η ουλή απ΄το σουγιά.
Και στον κόρφο σου ματώνει
Εκείνη κει η γρατσουνιά!

Πω, πω, πω,
χορεύει το μωρό!
Τι κορμί, θα τρελαθώ!

Νταντελένια κιλοτάκια
φόραγε ακόλαστα –
Με τα αξιωματάκια
Γλένταγε  αχόρταγα –
Κατίνα μου γλυκιά,
πάν΄όλ΄αυτά!

Πω, πω, πω,
κάνει νάζι το μωρό!
Πάει η καρδιά μου, θα χαθώ!

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμήσου, Κατινάκι,  το γαλονά –
Που για σένα έφαγε τη μαχαιριά…
Μπας και τα ξέχασες, μωρή χαζοβιόλα;
Μπας και τά΄χασες τα μυαλά σου όλα;Πω, πω, πω,
κάνε μου το ψυχικό!
Να πλαγιάσω με μωρό!Κάλτσες μάλλινες φορούσε,
Σοκολάτες μασουλούσε,
Με ευέλπιδες γλεντούσε –
Τώρα ξέπεσε πιο χαμηλά
Με φαντάρους το γλεντά;Πω, πω, πω,
Είσαι κόλαση, κουκλί!
Βούτα μες στην αμαρτία
ν΄αλαφρώσει η ψυχή!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
… Και πάλι καλπάζει ο αμαξάς.
Τρέχει, ωρύεται ο φωνακλάς…
Σταμάτα, σου λένε,  κερατά!
Πετράκη, πίσω, Αντρέα μπροστά!…Μπαμ , πέφτει ο πυροβολισμός!
Σύννεφο χιονιού ο κουρνιαχτός! …
Σβέλτα! Ο Βάνια γίνεται μπουχός…
Ρίξ΄του ξανά! Σημάδεψέ τον ακριβώς!…
Μπαμ , να σου γίνει μάθημα το πάθημα,
………………………………………………………………
Μη σαλιαρίζεις με του αλλουνού το αίσθημα!…
Φτου! Την έκανε το ρεμάλι του κερατά,
Σε κανονίζω αύριο, βρε μασκαρά!Πού΄ναι η Κατίνα; – Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στην κεφαλή!
Δε μιλάς, Κατίνα; – Μουγκό  το στόμα…
Καλά να πάθεις, παλιοβρόμα!Επαναστατικό κρατήστε βήμα!
Τσακίστε των εχθρών το κύμα!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Οι δώδεκα πάλι πιάνουν βήμα σταθερό,
Πίσω από τους ώμους ένα τουφέκι φονικό.
Μοναχά ο δόλιος ο φονιάς
Έχασε το κέφι του μεμιάς…Τρέχει να ξεφύγει από το κακό
Το βήμα βιάζει, χαλάει το ρυθμό
Έδεσε το μαντίλι γύρω από το λαιμό –
Πού να συνέλθει από τον καημό;…-Τι συμβαίνει, φιλαράκο;
-Σύντροφε, τι δε μιλιέσαι;
-Πού΄ν’το κέφι σου, Πετράκο;
Την Κατίνα συλλογιέσαι;
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, συντρόφοι μου καλοί,
Την κοπελιά αυτήν
πολύ την λαχταρούσα
Νύχτα μαύρη μεθυστική
Αγκαλιά με αυτήν
Συχνά πυκνά γλυκοπερνούσα…-Με μεθούσε η τσαχπινιά
Μες στα μάτια της τα φλογερά
Και η κόκκινη ελιά,
Πάνω στον ώμο της δεξιά,
Πάει, την σκότωσα, ο καταραμένος,
Απ΄τη ζήλια τυφλωμένος!-Κοίτα τον, τι λέει ο βλάκας,
Μπας και είσαι ντιπ μαλάκας;
-Είναι ώρα για κουβέντα;
Τι την μπλέκεις την ψυχή;
-Ίσιαξε το κορμί σου σβέλτα
-Κράτα ψηλά την κεφαλή!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν είναι ώρα για νταλκάδες,
Ούτε για το ντάντεμα, μωρέ,
Μη μας βάζεις σε μπελάδες
Σύντροφέ μας, ακριβέ!Ο Πετρής επιβραδύνει
Τα γοργά του βήματα…
Τους νταλκάδες τους αφήνει
Ξαναβρίσκει της  χαράς πατήματα …Βρε! Κάπου να ξεσπάσουμε
την πλάκα μας να σπάσουμε!Βρε, κόσμε, αμπαρώστε τα νοικοκυριά,
Απόψε θα πλιατσικολογήσουμε γερά!
Ξεκλειδώστε τα κελάρια με τα κρασιά-
Απόψε θα  τα σπάσει όλα η φτωχολογιά!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8
Αχ, αμάν! Φαρμάκι η ζωή
Αχ, αμάν! Βαρεμάρα βαρετή
Βαρεμάρα που ανοίγει πληγή!Για να ξεχαστώ
Θα γλεντήσω τον καιρό…Για να ξεχαστώ
Το κεφάλι θα χτυπώ…Για να ξεχαστώ
πασατέμπο θα μασουλώ…Για να ξεχαστώ
Το σουγιά μου θα μεταχειριστώ! …Βρε αστέ, με του σπουργίτη την καρδιά!
Άι φεύγα! Μην τραβήξω καμιά μαχαιριά
Για να ξεχάσω την αγάπη μου παλιά,
Με τα φρύδια μαύρα και καμαρωτά…

Γαλήνευσον, Κύριε, την ψυχήν του δούλου σου…

Ρύσαι με εκ της πλήξεως τρομερής !

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης δεν ηχεί,
Πάνω απ΄τον πύργο του Νέβα απλώνεται σιγή
Δεν υπάρχει πια η αστυφυλακή
Σπάστε τα, παιδιά, χωρίς κρασί!
Στο σταυροδρόμι στέκεται ένας αστός
Μες στο παλτό του ζαρώνοντας τα μέλη
Και δίπλα του τρίβεται ένας βρομερός
Κοπρίτης με την ουρά στα σκέλη.

Στέκεται λοιπόν ο αστός σαν τον κοπρίτη νηστικός,
Σάμπως ερωτηματικό βουβός ζαρώνοντας τα μέλη
Και σαν κοπρίτης ο κόσμος ο παλιός
Κρύβεται πίσω του με την ουρά στα σκέλη.

9
Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.
10
Δυναμώνει ο χιονιάς
Δυσκολεύουν τα πατήματα!
Από το χιόνι δε θωράς
Μες στα δυο βήματα!Απάνω το χιόνι σηκώνεται,
Ο χιονοστρόβιλος ορθώνεται…-Πω τι θύελλα ΄ναι αυτή, σώσον μας, Χριστέ!
-Βρε,  Πετρή! Τα΄χεις χάσει!
Τάχα πότε σε έχει σώσει, βρε αδερφέ,
Το χρυσό εικονοστάσι;Πόσο ανερμάτιστος πες να΄σαι,
Σκέψου κομματάκι  λογικά-
Ή τα χέρια σου δε στάζουν αίμα
Για της Κατίνας την αγκαλιά;-Κράτα βήμα επαναστατικό!
Κυνήγα τον άγρυπνο εχθρό!
Εμπρός, εμπρός, ωρέ
Εργαζόμενε λαέ!
10Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!
11
…Προχωρούν χωρίς όσια και ιερά
Και οι δώδεκα μπροστά.
Έτοιμοι για όλα τα στραβά,
Δίχως λύπηση καμιά…Τα σιδερένια τους τουφέκια
Σημαδεύουν τον αόρατο εχθρό …
Μες στα σκοτεινά σοκάκια,
Όπου η χιονοθύελλα λυσσομανά
Μες στις στοιβάδες από χιόνια –
Όπου το πόδι πατά στα μαλακά…
Ως σταθερός προσανατολισμός
Η κόκκινη παντιέρα τους καλεί
Ο ρυθμικός τους βηματισμός
Γύρω γύρω αντηχεί
Ο άσπονδος εχθρός
Όπου να΄ναι θα φανεί…Η θύελλα τους τυφλώνει
Τους ρίχνει μες στα μάτια χιόνι
μέρα νύχτα τους παγώνει …Εμπρός, εμπρός ωρέ
Ω εργαζόμενε λαέ!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά…
– Άλτ! Ποιος σαλεύει εκεί πέρα;
Κανείς. Είν΄ το παιχνίδι του αέρα
που φλερτάρει χαρωπά
με την κόκκινη παντιέρα…

Μπροστά ορθώνεται  βουνό το χιόνι,
– Φανερώσου όποιος κρύβεται εκεί!…
Ενώ ξοπίσω τους χωλαίνει
Μονάχα ένα ψωριάρικο θεονήστικο σκυλί…

-Ξεκουμπίσου, χολεριασμένο,
Αλλιώς δε γλιτώνεις από ξιφολόγχη αιχμηρή!
Ρε παλιέ κόσμε, σαν το σκυλί αρρωστημένο
Χάσου, αλλιώς σε περιμένει η στιβαρή πυγμή!

Ο σκύλος ξεπαγιασμένος χωρίς αφεντικά –
Γρυλλίζει σαν τον πεινασμένο λύκο απειλητικά –
Με την ουρά στα σκέλη τους ακολουθεί από κοντά…
-Βρε μίλα, ποιος είσαι; Αναφέρσου κανονικά!

12
… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?
– Ποιος ανεμίζει άραγε την κόκκινη παντιέρα;
– Πού να τον δεις  με τούτο το σκοτάδι,
– Νάτος! Κινείται σαν τον ίσκιο εκεί πέρα,
Κρύβεται πίσω απ΄τα σπίτια, το ρημάδι;-Θα σε πιάσω πού θα μου πας,
Κάλλιο παραδώσου ζωντανός
-Ρε άνθρωπε, μη μου το χαλάς,
Βγες, αλλιώς θα πέσει ο πυροβολισμός!Μπαμ αναμπάμ ! – μονάχα η ηχώ
Αντιλαλεί στο δρόμο σκοτεινό
Και η θύελλα σφυρά μελωδικά
Γελώντας μαζί τους μοχθηράΜπαμ- μπαμ – αναμπάμ!
Μπαμ- μπαμ – αναμπάμ…
… Την πορεία συνεχίζουν στιβαρά –
Από πίσω το θεονήστικο σκυλί τους ακολουθά,
Μπροστά με την ματοβαμμένη παντιέρα ψηλά
Αόρατος  μες στο χιονιά
Άτρωτος στην τουφεκιά
Μες στη θύελλα με την ανάλαφρη πατημασιά
Πάνω  στου χιονιού την μαργαριταρένια απλωσιά
Στεφανωμένος με τα ρόδα τα λευκά
Ο Ιησούς Χριστός φαντάζει αμυδρά.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

Και τώρα πάλι σε δίστηλο, η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα (εκδ. Γκοβόστης) μαζί με το ρωσικό πρωτότυπο:

 

Δώδεκα, Αλέξανδρος Μπλοκ, μτφρ. Γ. Μπλάνας

1

Μαύρη ΄ναι η νύχτα
Λευκό το χιόνι.
Λυσσάει ο άνεμος, λυσσάει: πάει
Να σε σωριάσει
Χάμω – σαρώνει
Απ΄άκρη σ΄άκρη τη Θεία Πλάση!

Александр Блок, ДВЕНАДЦАТЬ

1
Черный вечер.
Белый снег.
Ветер, ветер!
На ногах не стоит человек.
Ветер, ветер —
На всем Божьем свете!

Λυσσάει, σηκώνει
Ψηλά το αφράτο
Χιόνι: από κάτω πάγος σκληρός
Και γλιστερός.
Πάτα γερά!
Πρόσεχε! Έπεσε! Τον φουκαρά!
Завивает ветер
Белый снежок.
Под снежком — ледок.
Скользко, тяжко,
Всякий ходок
Скользит — ах, бедняжка!
Από σπίτι σε σπίτι
Απλωμένο,
το πανό γερά δεμένο:
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Από κάτω μια γριά κοιτάει
Δεν ξέρει τι σημαίνει
Αυτό το πράγμα – μοιρολογεί!
Πάει χαμένο τόσο πανί!
Τόσο πανί για ένα πανό!
Ένα σωρό ποδοφάσκια θα΄χα βγάλει για τα δύστυχα παιδιά,
Τριγυρίζουν ξυπόλυτα, γυμνά…
От здания к зданию
Протянут канат.
На канате — плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию!»
Старушка убивается — плачет,
Никак не поймет, что значит,
На что такой плакат,
Такой огромный лоскут?
Сколько бы вышло портянок для ребят,
А всякий — раздет, разут…
Σαν την πουλάδα η γριά
Πιλαλάει μες στον χιονιά.
-Βοήθα, Παρθένα μου! Οι Μπολσεβίκοι
Θα μας σφάξουν σαν τα ζα!Δαγκώνει ο άνεμος!
Δεν πάει πίσω η παγωνιά!
Για δες εκεί στη διασταύρωση τον μπουρζουά:
βαθιά χωμένη η μύτη στον γιακά.
Старушка, как курица,
Кой-как перемотнулась через сугроб.
— Ох, Матушка-Заступница!
— Ох, большевики загонят в гроб!Ветер хлесткий!
Не отстает и мороз!
И буржуй на перекрестке
В воротник упрятал нос.
Ποιος να΄ναι; Η κόμη του λυτή
Στους ώμους και μονολογεί!
-Αληταρία!
-Πάει η Ρωσία!
Κάνας συγγραφέας θα΄ναι –
Απ΄ αυτούς που όλο μιλάνε και μιλάνε…Μεγαλοσχήμων ίσκιος προβαίνει
Μέσα στο χιόνι – πάει μουλωχτά…
Δύσκολες μέρες ψωμί δε βγαίνει,
Ε, σύντροφε παπά;Θυμάσαι τότε που τριγυρνούσες καμαρωτός:
Μπροστά σαν τούμπανο η κοιλιά,
Κι άστραφτε πάνω της σταυρός
Να λάβει φώτιση ο λαός;
А это кто? — Длинные волосы
И говорит вполголоса:
— Предатели!
— Погибла Россия!
Должно быть, писатель —
Вития…А вон и долгополый —
Сторонкой — за сугроб…
Что нынче невеселый,
Товарищ поп?Помнишь, как бывало
Брюхом шел вперед,
И крестом сияло
Брюхо на народ?
Να μια δεσποινίς με Αστραχάν
Και γυρίζει, λέει στην συνοδό της:
-Κλαίγαμε, κλαίγαμε…
Και ξαφνικά γλιστράει
-Αμάν! Πάρ΄την κάτω σαν σακί!
Πω, πω! Τι τούμπα ήταν αυτή!
Δώστε ένα χέρι να σηκωθεί!Ο άνεμος παλαβώνει.
Μια χαϊδεύει, μια δαγκώνει
Σηκώνει φούστες και παλτά
Θερίζει τους διαβάτες σαν σπαρτά.
Πιάνει, σκίζει, κουρελιάζει το τεράστιο πανό
«Όλη η εξουσία στην Συντακτική!»
Σκορπίζουν τα λόγια από δω κι από κει.
…Είχαμε κι εμείς «συντακτική»
…σ΄αυτό το κτήριο, εκεί…
…τα συζητήσαμε-
Τα συμφωνήσαμε:
Δέκα την ώρα – διανυκτέρευση ΄κοσ΄πέντε…
…ντάγκα-ντάγκα…
…και βουρ στο κρεβάτι με τον μάγκα…
Вон барыня в каракуле
К другой подвернулась:
— Ужь мы плакали, плакали…
Поскользнулась
И — бац — растянулась!
Ай, ай!
Тяни, подымай!Ветер веселый
И зол, и рад.
Крутит подолы,
Прохожих косит,
Рвет, мнет и носит
Большой плакат:
«Вся власть Учредительному Собранию»…
И слова доносит:
… И у нас было собрание…
… Вот в этом здании…
… Обсудили —
Постановили:
На время — десять,
на ночь — двадцать пять…
… И меньше — ни с кого не брать…
… Пойдем спать…
Αργά το βράδυ.
Άδειος ο δρόμος.
Ένας αλήτης βαδίζει
Βαριά, σκυφτά,
Ο άνεμος σφυρίζει…
Ψιτ, Ομορφούλα!
Είσαι για ένα
Φιλί στη ζούλα;Ψωμί!
Πού πάμε!
Προχώρα!Μαύρος, μαύρος ουρανός.
Θυμός, θυμός σκοτεινός
Βράζει βαθιά στο στήθος: στυγνός, ιερός…Σύντροφε! Τα μάτια σου
Πάντα ανοιχτά!
Поздний вечер.
Пустеет улица.
Один бродяга
Сутулится,
Да свищет ветер…
Эй, бедняга!
Подходи —
Поцелуемся…
Хлеба!
Что впереди?
Проходи!Черное, черное небо.
Злоба, грустная злоба
Кипит в груди…
Черная злоба, святая злоба…Товарищ! Гляди
В оба!
2

Λυσσάει ο άνεμος, φτεροκοπάει το χιόνι σαν τρελό.
Δώδεκα αυτοί και προχωρούν μέσα στον χαλασμό.
Χιαστί των τουφεκιών μαύρα λουριά
Κι όλα γύρω φωτιά…Τσιγάρο βαρύ στα χείλια οι παίδες
Τους λείπουν μόνο οι χειροπέδες!

Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!

Μπαμ, μπαμ, μπαμ!

Τι ψοφόκρυο είναι, σύντροφοι, αυτό!

2

Гуляет ветер, порхает снег.
Идут двенадцать человек.
Винтовок черные ремни,
Кругом — огни, огни, огни…

В зубах — цыгарка, примят картуз,
На спину б надо бубновый туз!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Тра-та-та!
Холодно, товарищи, холодно!

-Αλλά ο Βάνια και η Κάτια στην ταβέρνα είναι ωραία…
– Στην καλτσοδέτα, του Κέρενσκη το πληθωριστικό!
-Τα κονόμησε ο Βάνια τελευταία…
-Ήταν δικός μας, αλλά πήγε στον στρατό!-Κάθαρμα, Βάνια, μπουρζουά έλα αποδώ
Αν σου βαστάει να δεις φιλιά!Λευτεριά, λευτεριά,
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Την κάνει η Κάτια στον Βάνια την δουλειά
-κανονικά!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
— А Ванька с Катькой — в кабаке…
— У ей керенки есть в чулке!
— Ванюшка сам теперь богат…
— Был Ванька наш, а стал солдат!— Ну, Ванька, сукин сын, буржуй,
Мою, попробуй, поцелуй!
Свобода, свобода,
Эх, эх, без креста!
Катька с Ванькой занята —
Чем, чем занята?..
Тра-та-та!
Όλα γύρω φωτιά…
Στον ώμο τα τουφέκια κρεμασμένα…
Προχωρείτε, επαναστάτες – πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
Σύντροφε, βάρα στο ψαχνό
Την Αγία Ρωσία –
Την χωραφού
Την καλυβού,
Την κωλαρού!
Διάολε, χωρίς Σταυρό!
Кругом — огни, огни, огни…
Оплечь — ружейные ремни…
Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!Товарищ, винтовку держи, не трусь!
Пальнем-ка пулей в Святую Русь —
В кондовую,
В избяную,
В толстозадую!
Эх, эх, без креста!
3

Καμαρωτοί οι λεβέντες μας πήγαν να πολεμήσουν
Στον Κόκκινο Στρατό –
Στον Κόκκινο Στρατό –
Για την τιμή της εργατιάς το αίμα τους να χάσουν!Πικρός ο κόρφος σου ζωή,
τ΄αχείλι σου γλυκό!
Έχω μια χλαίνη κουρελιασμένη
κι ένα τουφέκι αυστριακό!

Τρομάζει, τρέχει, σκούζει ο μπουρζουάς.
Τον κόσμο θα τον κάψουμε
Στο αίμα θα το βάψουμε –
Κύριε, ελέησον ημάς!

3

Как пошли наши ребята
В красной гвардии служить —
В красной гвардии служить —
Буйну голову сложить!Эх ты, горе-горькое,
Сладкое житье!
Рваное пальтишко,
Австрийское ружье!

Мы на горе всем буржуям
Мировой пожар раздуем,
Мировой пожар в крови —
Господи, благослови!

4

Το χιόνι στροβιλίζεται, ουρλιάζει ο αμαξάς,
Ο Βάνια και η Κάτια προελαύνουν –
Μπροστά φανάρια ηλεκτρικά…
Φευγάτε, ρε, μην σας πατήσει!
Χα, χα, χα!Χλαίνη στρατιωτική, βλακοφυσιογνωμία-
Στρίβει, στρίβει το μουστάκι με μανία
Το κατσαροτσιγκελώνει
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Γεια σου Βάνια μπρατσαρά!
Γεια σου Βάνια φαφλατά!
Την χαζή Κάτια χουφτώνει,
Και μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλαμπλά…

Τον κοιτάζει τάχατες μου ντροπαλά:
Δυο σειρές μαργαριτάρια τα δοντάκια,
Αχ, εσύ,Κάτια μου, γλυκιά μου Κάτια
Αχ, αφράτο μου κουκλί…

4

Снег крутит, лихач кричит,
Ванька с Катькою летит —
Елекстрический фонарик
На оглобельках…
Ах, ах, пади!..Он в шинелишке солдатской
С физиономией дурацкой
Крутит, крутит черный ус,
Да покручивает,
Да пошучивает…

Вот так Ванька — он плечист!
Вот так Ванька — он речист!
Катьку-дуру обнимает,
Заговаривает…

Запрокинулась лицом,
Зубки блещут жемчугом…
Ах ты, Катя, моя Катя,
Толстоморденькая…

5

Στον λαιμό σου, η μαχαιριά,
Κάτια μου, έχει γίνει ουλή.
Όμως κάτω απ΄ το βυζί
Είναι φρέσκια, αιμορραγεί!
Ε, ρε, γλέντια και χοροί!
Παναγιά μου, ένα παιδί!

Με δαντελωτά βρακιά
Έκανες την τσάρκα σου-
Και οι αξιωματικοί
Γλένταγαν την σάρκα σου.

Πού΄ναι τώρα τα βρακιά σου
Και τα καβαλήματά σου;

5

У тебя на шее, Катя,
Шрам не зажил от ножа.
У тебя под грудью, Катя,
Та царапина свежа!

Эх, эх, попляши!
Больно ножки хороши!

В кружевном белье ходила —
Походи-ка, походи!
С офицерами блудила —
Поблуди-ка, поблуди!

Эх, эх, поблуди!
Сердце екнуло в груди!

Θυμάσαι κείνον τον γαλονά-
Του΄χωσες την μαχαιριά…
Θυμήσου, Κάτια μου, θυμήσου τα όλα!
Τι έγινε –τα ξέχασες μωρή παλιοκαριόλα;
Θα τα θυμηθείς, ωστόσο,
Όλα, όταν σε κουτουπώσω!
Μου φορούσες γκρι μποτάκια,
Έτρωγες σοκολατάκια,
Και δεν έπαιρνες κανέναν,
αν δεν ήταν βαθμοφόρος ευγενής.
Τώρα γύρισε η τύχη
κι έπεσες στους σκαπανείς.
Γλέντα, Κάτια η αμαρτία
Σώζει –είναι ευλογία!
Помнишь, Катя, офицера —
Не ушел он от ножа…
Аль не вспомнила, холера?
Али память не свежа?Эх, эх, освежи,
Спать с собою положи!Гетры серые носила,
Шоколад Миньон жрала,
С юнкерьем гулять ходила —
С солдатьем теперь пошла?Эх, эх, согреши!
Будет легче для души!
6
…Να τους πάλι –καλπάζουν, σαρώνουν το χιόνι
Μουγκρίζει, ουρλιάζει, ο αμαξάς, μαστιγώνει…
Αλτ! Απάνω τους Αντριούχα!
Χύνεται μπροστά ο Πετριούχα!
Μπαμ, μπαμ! Σύννεφο το χιόνι:
Στ΄ουρανού κατά τα μέρη άσπρη, παγωμένη σκόνη! …Κόβει λάσπη ο αμαξάς –με τον Βάνια… Τι κοιτάς;
Όπλισε και ξαναρίξε! Θα μας φύγει ο κερατάς!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Πάρ΄τα κορτάκια,
…………………………………………………………..
Για να μην ξανακολλήσεις σ΄αλλωνών τα γκομενάκια!
Έφυγες, παλιοκαθίκι! Δεν τελειώσαμε εδώ!
Είσαι τελειωμένος λέρα! Κάπου θα σε ξαναβρώ!Μα η Κάτια … Πού είναι η Κάτια; Είναι νεκρή!
Με μια σφαίρα στο κεφάλι, αιμορραγεί!Είσαι καλά, Κάτια μου, τώρα;
Είσαι ικανοποιημένη;
Δεν μου κελαηδάς, ε;
Μείνε τώρα κούκλα μου εκεί, σαν κουρούνα παγωμένη!Προχωρείτε επαναστάτες –πάντα εμπρός!
Δεν κοιμάται ποτέ ο εχθρός!
6
… Опять навстречу несется вскачь.
Летит, вопит, орет лихач…
Стой, стой! Андрюха, помогай!
Петруха, сзаду забегай!..Трах, тарарах-тах-тах-тах-тах!
Вскрутился к небу снежный прах!..
Лихач — и с Ванькой — наутек…
Еще разок! Взводи курок!..
Трах-тарарах! Ты будешь знать,
………………………………………………………………
Как с девочкой чужой гулять!..
Утек, подлец! Ужо, постой,
Расправлюсь завтра я с тобой!А Катька где? — Мертва, мертва!
Простреленная голова!
Что Катька, рада? — Ни гу-гу…
Лежи ты, падаль, на снегу!Революцьонный держите шаг!
Неугомонный не дремлет враг!
7
Ξαναπιάνουν οι δώδεκα το ρωμαλέο ρυθμό
της πορείας τους. Μόνο ο φτωχός
δολοφόνος βαδίζει βουβός,
σκυθρωπός, σκοτεινός…
Προχωρά νευρικά, σαν να θέλει να φύγει
Στον λαιμό το μαντίλι τον πνίγει
Το τραβάει να το λύσει-
Θέλει μα δεν μπορεί να λησμονήσει…-Τι έγινε, ρε σύντροφε, που πας;
-Ρε φιλαράκο, γιατί δε μιλάς;
-Ρε Πετρούχα, λυπάσαι την Κάτια; Ντροπή!
-Ψηλά το κεφάλι, ρε συ!
7
И опять идут двенадцать,
За плечами — ружьеца.
Лишь у бедного убийцы
Не видать совсем лица…Все быстрее и быстрее
Уторапливает шаг.
Замотал платок на шее —
Не оправиться никак…— Что, товарищ, ты не весел?
— Что, дружок, оторопел?
— Что, Петруха, нос повесил,
Или Катьку пожалел?
-Αχ, αδέρφια, σύντροφοί μου,
Το αγαπούσα το κορίτσι –ήταν δική μου …
Πόσα βράδια σκοτεινά στην αγκαλιά της,
Μέθυσα με τα φιλιά της…-Για λάμψη ειρωνική
Στο φλογερό της βλέμμα
Για ένα σημάδι πορφυρό
Στον ώμο της τον δεξιό,
Της πήρα ο άθλιος τη ζωή,
την έπνιξα, ο τρελός στο αίμα!-Άσε τα κλαψουρίσματα, ρε Πέτια!
Είσαι καμιά λιπόψυχη, πορδόλυσσα γριά;
Χάζεψες, ρε ζωντόβολο; Λυπήσου την ψυχή σου!
Σταμάτα να την σκέφτεσαι –ξύπνα! Έλεος πια!
Θάρρος, μωρέ: στήθος μπροστά, μέσα η κοιλιά σου!
-Δείξε το ανάστημά σου!
— Ох, товарищи, родные,
Эту девку я любил…
Ночки черные, хмельные
С этой девкой проводил…— Из-за удали бедовой
В огневых ее очах,
Из-за родинки пунцовой
Возле правого плеча,
Загубил я, бестолковый,
Загубил я сгоряча… ах!— Ишь, стервец, завел шарманку,
Что ты, Петька, баба что ль?
— Верно, душу наизнанку
Вздумал вывернуть? Изволь!
— Поддержи свою осанку!
— Над собой держи контроль!
-Δεν μας παίρνει
Να νταντεύουμε κανέναν, τέτοια ώρα!
Μας κολλάει, μας μποδάει, μας βαραίνει,
Σύντροφε –κατάλαβέ το, πάρε ανάσα και προχώρα!Ο Πετρούχα κοντοστέκεται και αρχίζει
Να βαδίζει με ρυθμό κανονικό…
Το κεφάλι ψηλά, το ηθικό
Ακμαιότατο… Βρήκε το κέφι του πάλι…Βρε, άντε από κει!
Δεν είναι ντροπή να γλεντάς τη ζωή!Κλείστε δώμα και κατώγι
Έρχονται οι πλιατσικολόγοι!
Ντου στου κελαριού το έμπα –
Να το τσούξει και η πλέμπα!
— Не такое нынче время,
Чтобы няньчиться с тобой!
Потяжеле будет бремя
Нам, товарищ дорогой!И Петруха замедляет
Торопливые шаги…
Он головку вскидавает,
Он опять повеселел…Эх, Эх!
Позабавиться не грех!Запирайте етажи,
Нынче будут грабежи!
Отмыкайте погреба —
Гуляет нынче голытьба!
8

Μαύρη μαυρίλα!
Βαριεστημάρα, πικροπικρίλα
Και θανατίλα!Έχω ένα κάρο χρόνο
Να σκοτώσω τον σκοτώνω…

Έχω κούτρα και την ξύνω
Και την ξύνω και την ξύνω…

Βρίσκω και κάνα σποράκι,
Το μασάω και το φτύνω…

Έχω κι ένα σουγιαδάκι, το ανοίγω και στην δίνω!

Πίσω, μπουρζουά, ζουλάπι!
Τρέχα το αίμα θα σου πιω
Για την όμορφη μου αγάπη
Με το κορακόφρυδο…

Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου εν…
Βαριεστημάρα!

8
Ох ты, горе-горькое!
Скука скучная,
Смертная!Ужь я времячко
Проведу, проведу…Ужь я темячко
Почешу, почешу…Ужь я семячки
Полущу, полущу…Ужь я ножичком
Полосну, полосну!..Ты лети, буржуй, воробышком!
Выпью кровушку
За зазнобушку,
Чернобровушку…Упокой, Господи, душу рабы Твоея…

Скучно!

9

Ο θόρυβος της πόλης εξέλιπε. Σιωπή
Ύπερθεν του ακρόπυργου της Νιέβσκι εξηπλούτο.
Σώπασαν οι μπάτσοι, από νωρίς «εξέλιπε» το κνούτο-
Γλεντήστε τώρα, μάγκες μου, δίχως γουλιά κρασί!

Στο σταυροδρόμι ο μπουρζουάς: χωμένη στο γιακά
Η μύτη του κι ένα σκυλί τρισάθλιο, φαγωμένο
Από τους ψύλλους, κάθεται δίπλα του παγωμένο
Με την ουρά στα σκέλια και γρυλίζει σιγανά.

Σαν το σκυλί ο μπουρζουάς, ψωριάρης πεινασμένος
Στέκεται εκεί: ένα βουβό ερωτηματικό.
Και δίπλα ο κόσμος ο παλιός, γρυλίζει κουρνιασμένος,
Με την ουρά στα σκέλη μπας και βρει παρηγοριά

9

Не слышно шуму городского,
Над невской башней тишина,
И больше нет городового —
Гуляй, ребята, без вина!Стоит буржуй на перекрестке
И в воротник упрятал нос.
А рядом жмется шерстью жесткой
Поджавший хвост паршивый пес.

Стоит буржуй, как пес голодный,
Стоит безмолвный, как вопрос.
И старый мир, как пес безродный,
Стоит за ним, поджавши хвост.

10

Παίρνει πάλι να φυσάει
Ο χιονιάς –λυσσάει, λυσσάει!
Ούτε τη μύτη τους δε βλέπουν –πόσο μάλλον
Ο ένας τον άλλον.Στροβιλίζεται το χιόνι: ένα χωνί
Και στο κέντρο του προβάλλει μια μορφή σατανική…

Τι χαλασμός! Λυπήσου μας ο εν τοις ουρανοίς!
-Κατούρα μας, ρε Πέτια! Δεν πρόκειται να δεις
Καλό απ΄το σταυρί κι από την αγιαστούρα!
Είσαι χαζός; Σκέψου τι λες και συγκεντρώσου-

Βάλε κάτω το νιονιό σου!
-Έβαψες τα χέρια σου με αίμα,
Για την Κάτια, για ένα ψέμα;
-Εμπρός με βήμα σταθερό, επαναστατικό!
Μην υποτιμάτε τον εχθρό!

Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
τιμημένη εργατιά!

10

Разыгралась чтой-то вьюга,
Ой, вьюга́, ой, вьюга́!
Не видать совсем друг друга
За четыре за шага!Снег воронкой завился,
Снег столбушкой поднялся…

— Ох, пурга какая, Спасе!
— Петька! Эй, не завирайся!
От чего тебя упас
Золотой иконостас?
Бессознательный ты, право,
Рассуди, подумай здраво —
Али руки не в крови
Из-за Катькиной любви?

— Шаг держи революцьонный!
Близок враг неугомонный!
Вперед, вперед, вперед,
Рабочий народ!

11
…και προχωρούν χωρίς θεό
Κι αγίους. Προχωρούν:
Δώδεκα-κι όλα τα ζητούν,
και τίποτα δε συγχωρούν …Έχουν ατσάλι πυρωμένο
για τον αόρατο εχθρό…
που κρύβεται μες στα σκοτάδια
σε κάθε έρημο στενό…
αχόρταγο ζητάει το χιόνι
τις μπότες τους να καταπιεί…Κόκκινη σαν τη σημαία
Ανεμίζει η ματιά τους.Βροντούν, μουγκρίζουν
Τα βήματά τους.Οι εχθροί! Προσέξτε!
Οπλίστε! Να τους!Και το χιόνι που τους ζώνει
Μέρα- νύχτα τους τυφλώνει!…Εμπρός, πάντα εμπρός, σταθερά,
Τιμημένη εργατιά!
11
… И идут без имени святого
Все двенадцать — вдаль.
Ко всему готовы,
Ничего не жаль…Их винтовочки стальные
На незримого врага…
В переулочки глухие,
Где одна пылит пурга…
Да в сугробы пуховые —
Не утянешь сапога…В очи бьется
Красный флаг.
Раздается
Мерный шаг.
Вот — проснется
Лютый враг…И вьюга́ пылит им в очи
Дни и ночи
Напролет…
Вперед, вперед,
Рабочий народ!
12

…Προχωρούν μαχητικά…
-Ποιος είναι εκεί; Έβγα μπροστά!
Σιωπή – μονάχα ο άνεμος χτυπά
Την κόκκινη σημαία με μανία…

Μπροστά τους ένα ψήλωμα από χιόνι,
-Βγες, αλλιώς δεν σε γλυτώνει τίποτα! Ξανά σιωπή!
Και προβάλει πεινασμένο, σέρνοντας, ξεπαγιασμένο,
Ένα ψωραλέο σκυλί…

Ξου, κοπρίτη! Αλλιώς σε σφάζω
Με την ξιφολόγχη! Χάσου
Κόσμε παλιέ, αλλιώς σε βάζω
Κάτω και τρώω τα σωθικά σου!

…δείχνει τα δόντια του, γρυλίζει – σαν λύκος πεινασμένος-
Η ουρά στα σκέλια – δε σαλεύει-
Ένας σκύλος δίχως σπίτι – ένας σκύλος παγωμένος…
-Μίλα, ρε, ποιος είναι εκεί;

12

… Вдаль идут державным шагом…
— Кто еще там? Выходи!
Это — ветер с красным флагом
Разыгрался впереди…Впереди — сугроб холодный,
— Кто в сугробе — выходи!..
Только нищий пес голодный
Ковыляет позади…

— Отвяжись ты, шелудивый,
Я штыком пощекочу!
Старый мир, как пес паршивый,
Провались — поколочу!

… Скалит зубы — волк голодный —
Хвост поджал — не отстает —
Пес холодный — пес безродный …
— Эй, откликнись, кто идет?

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη σημαία;
-Τι μαυρίλα είναι, ρε σύντροφοι, αυτή!
-Ποιος πηγαίνει τοίχο-τοίχο, σαν σκιά;
Γιατί βιάζεσαι; Ωραία, θα σου δείξω εγώ…
– Ρε συ, όσο είσαι ζωντανός.
Έβγα έξω μην σε βγάλω πεθαμένο!
Ρε τι πράγμα είναι αυτός!
Ε, δεν θα σε περιμένω…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Η τουφεκιά
Πόρτα πόρτα αντιλαλεί… Ύστερα όλα σιωπηλά…
Μόνο η θύελλα λυσσάει γύρω τους – και ξαφνικά…
Ναι – γελάει γελάει, γελάει σου χιονιού την ερημιά…
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!
Μπαμ, μπαμ, μπαμ!…Προχωρούν μαχητικά-
Πίσω ο σκύλος πεινασμένος και μπροστά
-με την κόκκινη σημαία αιματωμένη-
Άγγιχτη από τις σφαίρες και τον άγριο χιονιά,
-μ΄ ένα μαργαριταρένιο
Πέπλο άσπιλου χιονιού
Και λευκά ρόδα στεμμένη-
Μ΄ αλαφρό πόδι προβαίνει
Η μορφή του Ιησού Χριστού.
— Кто там машет красным флагом?
— Приглядись-ка, эка тьма!
— Кто там ходит беглым шагом,
Хоронясь за все дома?— Все равно, тебя добуду,
Лучше сдайся мне живьем!
— Эй, товарищ, будет худо,
Выходи, стрелять начнем!Трах-тах-тах! — И только эхо
Откликается в домах…
Только вьюга долгим смехом
Заливается в снегах…
Трах-тах-тах!
Трах-тах-тах…
… Так идут державным шагом —
Позади — голодный пес,
Впереди — с кровавым флагом,
И за вьюгой невидим,
И от пули невредим,
Нежной поступью надвьюжной,
Снежной россыпью жемчужной,
В белом венчике из роз —
Впереди — Исус Христос.

 

Η μετάφραση της Ranele μού φαίνεται πιο πιστή, αλλά βρίσκω πως ο Μπλάνας έχει συνολικά πιο πετυχημένες ποιητικές επιλογές -αν και σε ορισμένα σημεία μού αρέσουν περισσότερο οι λύσεις που βρήκε η Ranele.

Η οποία μού έστειλε επίσης ένα μικρό απόσπασμα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου -το τέλος του ποιήματος. Νομίζω πως το φινάλε του Ρίτσου, με το «Ιησούς Χριστός» απαραιτητα στην ονομαστική, όπως και στα ρώσικα, είναι το πιο πετυχημένο από τα τρία.

Οι Δώδεκα [απόσπασμα]

[απόδοση: Γιάννης Ρίτσος]

 

Πρώτος, δεύτερος, τρίτος,
τέταρτος, πέμπτος, έκτος,
έβδομος, όγδοος, ένατος,
δέκατος, ενδέκατος…
Δώδεκα.

Με βήμα σίγουρο, βαδίζουν πέρα… Πέρα…

-Τις ει; Τις ει; Έβγα όξω!
Τσιμουδιά!…

Ο άνεμος μόνο με την κόκκινη παντιέρα, παίζει μπροστά…
Μπροστά το χιόνι, στοίβες χιόνι, παγωμένο.

-Τις ει;

Ποιος είναι μες στο χιόνι; Έβγα από κει.

Τίποτα, μόνο ένα σκυλί ξεπηδισμένο
τραβάει κουτσαίνοντας, ψωριάρικο σκυλί…
-Όξω σου λέω, για ξεκουμπίσου κασιδιάρη
μ’ αυτή τη λόγχη το λαιμό σου γαργαλώ!
Κόσμε παλιέ, σκύλε μαγκούφη και ψωριάρη
χάσου από μπρος μου, αλλιώς στο χώμα σε πατώ.
Δείχνει τα δόντια, όμοιος με πεινασμένο λύκο
πεσμένη η ουρά του, μα ούτε ρούπι παρακεί.
-Σκύλε ορφανέ, σκύλε λιμάρη,
Ε, άιντε σήκω,
Έι, αποκρίσου το λοιπόν…

Τις ει; Τις ει;

Ποιος ανεμίζει εκεί την κόκκινη παντιέρα;
…Για κοίτα ντε… τι σκοτεινιά, τι σκοτεινιά…
-Ποιος με το βήμα έτσι γοργό φτάνει από πέρα
τοίχο τον τοίχο στων σπιτιώνε τη σκιά;

Δε μου γλιτώνεις
σού μυρίζεται κουμπούρα
τη ζωή σου αν θες, κάλλιο τα χέρια σου ψηλά
Έι! ΄Ει! συντρόφι, σού το λέω, θάν τα βρεις σκούρα
έβγα σού λέω
αλλιώς θα ρίξω στα στραβά,

Τραχ ταχ ταχ …
Κι αντηχεί, Θέ μου, μόνο η ηχώ, σπίτι το σπίτι…
μόνο ο σαρκασμός του ανέμου
σβήνει στου χιονιού την κοίτη…
Τραχ, ταχ, ταχ…
Τράχ, ταχ, ταχ…
Με το βήμα το πλατύ, βαδίζουν πέρα…
Πίσω, ο πεινασμένος σκύλος…
Μπρος, μ’ αιμάτινη παντιέρα
άφαντος πίσω απ’ το χιόνι…
κι ούτε σφαίρα τον λαβώνει
πάνω από την καταιγίδα
μ’ ένα βήμα πουπουλένιο
σ’ ένα σπίθισμα νιφάδων μαργαριταρένιο
με στεφάνι από άσπρα ρόδα…
σιωπηλός…
πάει μπροστά
ο Ιησούς Χριστός!

Advertisements

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ, Μεταφραστικά, Ποίηση, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 68 Σχόλια »

Εάν αποσυνδέσεις ή αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα;

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2018

Ένα απόφθεγμα του Οδυσσέα Ελύτη που το ακούμε να επαναλαμβάνεται αρκετά συχνά, και μάλιστα έχει δώσει και αφορμή να δημιουργηθούν και παρωδίες του, είναι:

Εάν αποσυν*έσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

Το απόφθεγμα εμφανίζεται στον Μικρό Ναυτίλο, στην ενότητα XIV η οποία ξεκινάει ως εξής: Τα ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

Και η πρώτη «μαθηματική πράξη» είναι αυτή που είδαμε με την Ελλάδα, την ελιά, το αμπέλι και το καράβι.

Θα προσέξατε όμως ότι το πρώτο ρήμα του αποφθέγματος το έγραψα χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο για μπαλαντέρ: αποσυν*εσεις. Που σημαίνει: αποσυνδέσεις ή αποσυνθέσεις;

Ε, αυτό θα είναι το θέμα του σημερινού μας σημειώματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ευτράπελα, Διαδίκτυο, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 184 Σχόλια »

Αξίζουμε καλύτερα άρθρα για τη γλώσσα

Posted by sarant στο 16 Νοέμβριος, 2017

Πριν από μερικές μέρες ο ποιητής Γιάννης Υφαντής δημοσίευσε στο tvxs.gr ένα άρθρο για την ελληνική γλώσσα με τον τίτλο «Οι Έλληνες αξίζουν καλύτερα ελληνικά«. Δυο-τρεις φίλοι μού το προώθησαν και μου ζήτησαν να το σχολιάσω. Ομολογώ πως αν δεν ήταν οι δικές τους παραινέσεις, μάλλον θα το προσπερνούσα, διότι είναι άχαρο να προσπαθείς να σχολιάσεις και να αντικρούσεις ένα άρθρο σαν κι αυτό του Υφαντή, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, χωρίς κάποιον ειρμό στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων, που διαρκώς δίνει στον αναγνώστη την εντύπωση ότι οι παράγραφοι του κειμένου έχουν τοποθετηθεί με τυχαία σειρά. Αλλά οι φίλοι επέμεναν, οπότε έγραψα το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα. Θα παραθέσω εκτενή αποσπάσματα από το άρθρο του Υφαντή, που άλλωστε μπορείτε να το βρείτε στον παραπάνω σύνδεσμο.

Ο Υφαντής ξεκινάει επισημαίνοντας έναν κατά τη γνώμη του μεγάλο κίνδυνο που απειλεί την ελληνική γλώσσα: η χωρίς καμιάν ανάγκη επιρρηματοποίηση των επιθέτων στη γλώσσα μας, έχοντας κρατήσει για πολύ κι έχοντας μια τάση διαρκώς αυξητική, κατάντησε να είναι μήτρα βαρβαρισμών και σολοικισμών…. Διαφορετικά, δεν υπάρχει πρόβλημα, μπορούμε, άνετοι μες στην γλωσσική αναισθησία μας, να λέμε και να ξαναλέμε διαρκώς: «Είπαμε προηγούμενα» αντί του σωστού «είπαμε προηγουμένως», «τον πήραν βίαια», αντί του σωστού «τον πήραν βιαίως ή με τη βία». 

Από τα παραδείγματα που δίνει, βλέπουμε ότι με τον καινοφανή όρο «επιρρηματοποίηση των επιθέτων», ο Υφαντής φαίνεται να εννοεί την τάση, που έχει ξεκινήσει από τα μεσαιωνικά χρόνια, τα επιρρήματα σε -ώς να τρέπονται και να παίρνουν κατάληξη σε -ά, μια τάση που είναι μεν δεσπόζουσα αλλά με κανένα τρόπο γενικευμένη, αφού υπάρχουν επιρρήματα σε -ώς που κανείς δεν θα τα τρέψει σε -ά εκτός αν θέλει να αστειευτεί (σαφώς, αμιγώς, προφανώς), υπάρχουν άλλα που έχουν αναπτύξει διτυπίες (εκτάκτως/έκτακτα κτλ.), άλλα όπου επικρατεί ο τύπος σε -ως αλλά ακούγεται και ο τύπος σε -ά (όπως το προηγουμένως), και άλλα, τα περισσότερα θα έλεγα, όπου είναι συχνότερος ο τύπος σε -ά (καλά έκανες, υπερβολικά μεγάλο νούμερο, μίλα καθαρά).

Θα μπορούσαμε να γράψουμε άρθρο για τα επιρρήματα, αλλά δεν θα το κάνω τώρα, μεταξύ άλλων επειδή ο Υφαντής δεν ξεκαθαρίζει αν τάσσεται εναντίον όλων των επιρρημάτων σε -ά ή αν απλώς τον ενοχλεί η κατάχρησή τους. Υποθέτω το δεύτερο, αλλά ακόμα και τότε, δεν μπορώ με τίποτα (ή με τίποτε, διότι φαίνεται πως η διαφορά των δύο τύπων έχει διαστάσεις κοσμοϊστορικές!) να δεχτώ ότι ο τύπος «βιαίως» είναι «ο σωστός» (και άρα ο τύπος «βίαια» λανθασμένος).

Αρκεί να σημειώσω ότι ο Σεφέρης, τον οποίο δίκαια (ή δικαίως) εκθειάζει παρακάτω ο Υφαντής, χρησιμοποιεί αβίαστα (να πούμε «αβιάστως»;) στα κείμενά του, πεζά και ποιητικά, τα επιρρήματα σε -ά/α, τα «επιρρηματοποιημένα επίθετα» που τόσο ενοχλούν τον Υφαντή. Κατά σύμπτωση μάλιστα, σε μια μετάφρασή του, που υπάρχει στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, ο Σεφέρης χρησιμοποιεί το… αφορεσμένο επίρρημα «βίαια»: ανέβηκες βίαια στο καράβι μας. Αν με ρωτάτε, θα έβρισκα κωμικό το «βιαίως» εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσαμύντορες, Γλωσσικό ζήτημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , | 151 Σχόλια »

Βάο, γάο, δάο: ένα υπερσουρεαλιστικό σονέτο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 29 Οκτώβριος, 2017

Μεθαύριο συμπληρώνονται 129 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες συνηθίζω να δημοσιεύω κάτι σχετικό με τον Λαπαθιώτη, συνήθως κάποιο όχι πολύ γνωστό έργο του ή κάτι σχετικό με μια πτυχή της ζωής του.

Θα συνεχίσω βέβαια και φέτος την παράδοση με το σημερινό άρθρο, αν και κατ’ εξαίρεση θα το αφιερώσω σε ένα αρκετά γνωστό έργο ή μάλλον πάρεργο του Λαπαθιώτη. Αφενός επειδή ό,τι είναι γνωστο στους φανατικούς λαπαθιωτιστές δεν είναι και ευρύτερα γνωστό και αφετέρου επειδή θέλω να διορθωθεί στη Βικιπαίδεια μια ανακρίβεια, στη διάδοση της οποίας ίσως κι έχω κι εγώ ακούσια συμβάλει, αφού πρώτα διαλευκάνουμε (εδώ λογαριάζω και στη βοήθεια τη δική σας) καναδυό λεπτομέρειες.

Λοιπόν, στο τεύχος 271 της Νέας Εστίας (1 Απριλίου 1938, σελ. 485-6), στη σελίδα της Αλληλογραφίας αναγνωστών, δημοσιεύτηκε η εξής επιστολή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη:

Πέραν του Συρρεαλισμού

Αγαπητέ μου Χάρη,

θα ξέρεις, βέβαια, ότι είμαι ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος των αποκαλυπτικών εμπνεύσεων και καινοτομιών. Αν δεν το ξέρεις, μάθε το, λοιπόν, σήμερα! Μελετώντας, άρρωστος, αυτές τις μέρες, τη φιλοσοφία του Συρρεαλισμού, που, λογικά, καταργεί τη λογική, σκέφτηκα τούτο: Αφού, καλά ή κακά, φτάσαμε στο σημείο, λυτρωμένοι από το ζυγό του ειρμού, στις σημερινές ποιητικές συνθέσεις μας, να ζητήσουμε την έμπνευση στην ίδια της πηγή, που ήταν πάντα, έμμεσα, και είναι τώρα, άμεσα, το υποσυνείδητο, γιατί τάχα να μην κάνουμε ακόμα ένα βήμα, – το τελευταίο ίσως δυνατό προς την κατεύθυνση αυτή, και να λυτρωθούμε κι από τη συμβατικότητα της γλώσσας, κάθε γλώσσας; Γιατί να μην άρομε και το τελευταίο εμπόδιο προς την κατάκτηση της άμεσής του επαφής, που μας προβάλλουν οι καθιερωμένοι γλωσσικοί τύποι με τα έτοιμα καλούπια τους; Γιατί να μην αφήσομε το υποσυνείδητο εντελώς ελεύθερο να δημιουργήσει και τους γλωσσικούς εκφραστικούς του τρόπους, ανάλογα, κάθε φορά, με τις μυστηριώδεις απαιτήσεις του; Φαντάζομαι, τότε, τη λαμπρή προοπτική που διανοίγεται στο μέλλον της Ποιήσεως από μια τέτοια ριζική της χειραφέτηση! Σου παραθέτω, για δείγμα, ένα σονέτο, που μου υπαγόρευσε το υποσυνείδητό μου, ώστε να χρησιμεύσει σαν αφετηρία στην ανυπολόγιστη αυτή μελλοντική κίνηση… Διάβασε, και καμάρωσε:

ΣΟΝΕΤΟ ΥΠΕΡΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ευτράπελα, Λαπαθιώτης, Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 88 Σχόλια »

Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια ξανά

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2017

Πάλι έπεσαν διάφορα και δεν πρόλαβα να ετοιμάσω άρθρο, πάλι ανεβάζω αναδημοσίευση -ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί εδώ πριν από εξίμισι χρόνια, την άνοιξη του 2011 και ανήκε στη σειρά άρθρων με τα «φρούτα εποχής» που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις». Η σημερινή αναδημοσίευση διαφέρει αρχικά απο την αρχική, διότι έχω ενσωματώσει αρκετό υλικό από το αντίστοιχο άρθρο του βιβλίου, που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση.

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Προφανώς, η ονομασία «εσπεριδοειδή» ανάγεται στον μύθο με τα μήλα των Εσπερίδων, τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μήλα των Εσπερίδων ήταν εσπεριδοειδή –τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι έχουμε πιάσει σωστά τη γεωγραφία του μύθου και ο κήπος των Εσπερίδων ήταν προς τα δυτικά, κάπου στο σημερινό Μαρόκο, διότι όπως φαίνεται τα εσπεριδοειδή ήρθαν στην Αφρική πολύ αργότερα.

Τα φρούτα αυτά είναι ιθαγενή της Ινδίας και της Κίνας. Το πρώτο που ήρθε προς τα δικά μας μέρη είναι το λιγότερο διαδεδομένο ίσως, το κίτρο, που έφτασε στους ελληνιστικούς χρόνους –και το είπαν, στην αρχή, μηδικόν μήλον, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν να χρησιμοποιούν το μήλο σαν γενικό όρο για τα οπωρικά.

Τον όρο μηδικόν μήλον τον χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., που το ήξερε το κίτρο, έστω κι αν δεν είχε αρχίσει ακόμα να καλλιεργείται στα μέρη τα δικά μας. Αντίθετα, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η καλλιέργειά του έχει πλέον διαδοθεί, κι έτσι ο Διοσκουρίδης γράφει «τα δε μηδικά λεγόμενα ή περσικά ή κεδρόμηλα, ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Ο κατασκευασμένος Σουρής και η Athens Review of Books

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2017

Η προεργασία και η συγκέντρωση υλικού για το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα έγινε στις αρχές Αυγούστου. Όμως, έκρινα καλύτερο να αναβάλω τη δημοσίευση για μετά τις διακοπές, όχι μόνο επειδή έτσι θα διάβαζαν το άρθρο περισσότεροι αλλά, επίσης, και κυρίως, με την ελπίδα ότι από τον σχολιασμό σας θα φωτίζονταν κάποια σημεία που δεν έχουν αποσαφηνιστεί. Βέβαια, με την επιλογή αυτή το άρθρο έχασε σε επικαιρότητα, αλλά δεν νομίζω πως αυτό είναι το κυρίαρχο.

Το διπλό καλοκαιρινό τεύχος (τχ. 86, Ιούλιος-Αύγουστος 2017) της βιβλιοφιλικής επιθεώρησης Athens Review of Books περιέχει ένα μικρό αφιέρωμα στον Γεώργιο Σουρή. Αν βρείτε το τεύχος σε κάποιο βιβλιοπωλείο που στοκάρει τα τεύχη αξίζει να το φυλλομετρήσετε. Μπορεί το άρθρο του καθηγητή Δ. Δημηρούλη («Εθνικός ποιητής άνευ χαρτοφυλακίου») να είναι μάλλον διεκπεραιωτικό, αλλά μας αποζημιώνει μια συνέντευξη του Σουρή στον Μήτσο Χατζόπουλο και, κυρίως, ένα ενδιαφέρον άρθρο του Σωτήρη Τσέλικα για τις σχέσεις Σουρή και Ροΐδη -μακάρι να αξιωθώ κάποια Κυριακή να το παρουσιάσω σχολιασμένο.

Ωστόσο, πλάι σ’ αυτά τα αδιάφορα ή ενδιαφέροντα, το περιοδικό περιλαμβανει και μια σελίδα με ανθολόγηση ποιημάτων του Σουρή, και αυτή θα μας απασχολήσει στο σημερινό σημείωμα. Και θα μας απασχολήσει επειδή ο «ανθολόγος» του περιοδικού, αντί να ανοίξει ένα βιβλίο, ας πούμε μιαν ανθολογία ποίησης, και να διαλέξει ποιήματα του Σουρή, προφανώς εναπόθεσε τις ελπίδες του στο Γκουγκλ και παρέθεσε ό,τι ψάρεψε από το Διαδίκτυο -στίχους του Σουρή, βεβαίως, αλλά και παραποιημένους στίχους του Σουρή, όπως επίσης και ψευδεπίγραφους στίχους, που αποδίδονται στον Σουρή ενώ δεν είναι δικοί του.

Όπως έχουμε ξαναγράψει, αν γενικά στο Διαδίκτυο υπάρχει η τάση να αποδίδονται διάφορα βαθυστόχαστα αποφθέγματα σε ανθρώπους που ποτέ δεν τα είπαν (αυτά τα λέμε «αποφεύγματα» στο ιστολόγιο), στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο υπάρχει μια παράπλευρη τάση να αποδίδεται το οποιοδήποτε χιουμοριστικό (βάλτε και όσα εισαγωγικά θέλετε) στιχούργημα στον Γεώργιο Σουρή. Κάποιες φορές η παραχάραξη είναι εύκολο να αποκαλυφθεί, όπως πριν απο μερικά χρόνια που ο δημοσιογράφος Ηλίας Κανέλλης είχε αποδώσει στον Σουρή κάποιους πασίγνωστους στίχοςυ του Αλέξ. Σούτσου. Αυτό ανασκευάστηκε εύκολα. Άλλα πλαστουργήματα αποδεικνύονται σκληρότερα καρύδια, όπως το κατασκευασμένο ποίημα «Ποιος είδε κράτος λιγοστό», που κυκλοφορεί από το 2011 στο Διαδίκτυο και αποτελεί συρραφή από στίχους του Σουρή και άλλους που δεν έχει διαπιστωθεί σε ποιον ανήκουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Σουρής, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 160 Σχόλια »

Σκάκι στην εξορία και στις φυλακές

Posted by sarant στο 8 Οκτώβριος, 2017

Αυτόν τον τίτλο είχε ένα αφιέρωμα που επρόκειτο να παρουσιαστεί χτες στο φεστιβάλ Σπούτνικ, της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, στο άλσος Στρατού, στο Γουδί. Ο σκακιστής Κοσμάς Κέφαλος, που ήταν υπεύθυνος του αφιερώματος, μου είχε ζητήσει να παρευρεθώ, αλλά δεν μπόρεσα επειδή δεν βρίσκομαι στην Αθήνα. Λυπήθηκα πολύ, μια και εκτός των άλλων, θα απαγγελλόταν, από τον Στέφανο Ληναίο, και ένα ποίημα του παππού μου ακριβώς με θέμα το σκάκι πίσω από τα σύρματα. Το φεστιβάλ Σπούτνικ θα συνεχιστει και σήμερα, και σας συνιστώ να πάτε -μάλιστα οι σκακιστές θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν στις 7 μ.μ. διαγωνισμό λύσης προβλημάτων, ο οποίος γίνεται με καινούργια φόρμουλα, πολύ θεαματική, σε στιλ νοκάουτ -στην εποχή μου δεν είχαμε τέτοιες μοντερνιές. Γενικά το σκάκι είχε περίοπτη θέση στα φεστιβάλ των νεολαιών, ιδίως των νεολαιών της Αριστεράς, και κάθε χρόνο έχει τη θέση του στο φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.

Αναδημοσιεύω εδώ, με κάποιες μικρές διορθώσεις και προσθήκες, το προχτεσινό δημοσίευμα του Κ. Κέφαλου στην εφημερίδα Αυγή, με τίτλο «Ψυχή σε στρατό απο ψίχα». Στο τέλος προσθέτω και μερικά ακόμα.

Σκακιστικό σχολειό ο Αϊ – Στράτης

Ο Στέλιος Ευκαρπίδης εκτοπίστηκε στα 18 του, το 1947, στον Αϊ – Στράτη. Οι σκηνές τους ήταν σε μια ρεματιά γεμάτη υγρασία. Θυμάται πως οι αφάνες που έβαζαν κάτω από την κουβέρτα είχαν γίνει σώμα συμπαγές, σαν στρώμα.

Συνθήκες άθλιες, αλλά και ένα δώρο: ο νεαρός Στέλιος βρέθηκε στην ίδια σκηνή με τον Θανάση Βασίλα (1908-1956), έναν λαμπρό επιστήμονα -με καθοριστική συμβολή στον πολεοδομικό σχεδιασμό χωριών της ανατολικής Χαλκιδικής, μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1932- και έναν από τους καλύτερους βορειοελλαδίτες σκακιστές της εποχής εκείνης. Ο χρόνος περίσσευε, το μυαλό σε αυτές τις ηλικίες είναι «σφουγγάρι», ο δάσκαλος ήταν πρόθυμος να τον μυήσει στο παιχνίδι και η οικογένεια έστελνε, παρά την οικονομική ανέχεια, σκακιέρες και βιβλία για μελέτη. Γρήγορα έγινε πολύ καλός σκακιστής και, εκτός από τον δάσκαλο, άρχισε να παίζει και με άλλους. Όπως θυμάται, το σκάκι ήταν πολύ διαδεδομένο στον Αϊ – Στράτη. Έμεινε εκεί για περισσότερο από τρία χρόνια.

Αντιθέτως, το 1950, που τον πήγαν στη Μακρόνησο, αντιμετώπισε μια πολύ πιο σκληρή κατάσταση. Έφυγε με σπασμένα πλευρά και αιμοπτύσεις…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αριστερά, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , , , | 103 Σχόλια »

Το Παρίσι και ο ανεκπλήρωτος πόθος

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2017

Τούτο το σαββατοκύριακο είπα να πεταχτώ μέχρι το Παρίσι -με τα καινούργια τρένα, η μετάβαση απ’ το Δουκάτο διαρκεί μόλις δύο ώρες, λίγο λιγότερο απ’ όσο κάνει το αεροπλάνο από την Ελλάδα.

Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Τον μεσοπόλεμο, ας πούμε, που το Παρίσι μεσουρανούσε, το ταξίδι από την Ελλάδα βαστούσε μέρες, το συνηθέστερο με πλοίο ως τη Μασσαλία κι από εκεί με τρένο. Αλλά το βασικό εμπόδιο δεν ήταν ο χρόνος μα το κόστος του ταξιδιού.

Τότε, ένα ταξίδι στο Παρίσι ήταν όνειρο ζωής. Πολλοί είχαν καταφέρει να το εκπληρώσουν, αλλά ο Ορέστης Λάσκος έγραψε ένα ποίημα, που έγινε άλλωστε διάσημο, για κάποιον που δεν θέλησε να εκπληρώσει τον πόθο του ενώ μπορούσε:

Το Παρίσι

Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί
για το Παρίσι
στην συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει.

Λένε γι’ αυτόν
πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει,
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι.

Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε
τ’ ονειρεμένο αυτό ταξίδι
που ποθούσε.

Παντού για κείνο συζητούσε·
μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε·
τόσο, που ο πόθος του με τον καιρό
του ’γινε μες στην ύπαρξή του ένα στολίδι
λαμπρό.

Να πάει στο Παρίσι…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Τραγούδια, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 88 Σχόλια »

Πολυσύλλαβα τραγουδιστά

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2017

Την Πέμπτη που μας πέρασε είχα πάει σε ένα γλέντι, εδώ στην ξενιτειά, και πολύ το χάρηκα διότι είχε όργανα κι έτσι βρήκα την ευκαιρία να τραγουδήσω -ξεπλένεται το μέσα σου όταν τραγουδάς. Λέγαμε λοιπόν, ανάμεσα στ’ άλλα, το τραγούδι του Τσιτσάνη «Μη μου ξαναφύγεις πια» που το ακούμε εδώ με τη Σωτηρία Μπέλλου:

Στη δεύτερη στροφή, λέει:

Ήταν άδικος ο χωρισμός και ανυπολόγιστα σκληρός

και για κάποιο λόγο, ενώ το τραγούδι το ξέρω δεκαετίες, προχτές στάθηκα στη λέξη «ανυπολόγιστα», που αφενός είναι ένα σκαλοπάτι πιο λόγια από το υπόλοιπο τραγούδι και αφετέρου είναι εξασύλλαβη.

Σκέφτηκα λοιπόν αν υπάρχουν υπερπολυσύλλαβες λέξεις σε τραγούδια ή σε ποιήματα, και πόσο μεγάλες είναι.

Στον γραπτό πεζό λόγο, που προορίζεται να διαβαστεί, γίνονται ανεκτές, έστω κι αν είναι πολύ σπάνιες, ακόμα και δεκασύλλαβες λέξεις ή και παραπάνω. Έχουμε φυσικά ειδικό άρθρο για τις μεγάλες ελληνικές λέξεις, όπου βλέπουμε ότι το ρεκόρ στις λεξικογραφημένες λέξεις το έχει η λέξη «δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό» (οξύ, το DNA) με 23 γράμματα. Ένα σκαλοπάτι πιο κάτω, με 22, το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. Και χάλκινο μετάλλιο, με 21, τα κοινωνιογλωσσολογικός, αλληλοεξουδετερώνομαι, ενώ εκτός λεξικών βρίσκουμε πολύ πιο εντυπωσιοακά μακρινάρια -αν και τα περισσότερα είναι ευκαιριακές κατασκευές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ρεκόρ, Ποίηση, Στιχουργική, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Χακεμένος Μπρεχτ, Ρεμπώ με το ζόρι

Posted by sarant στο 30 Αύγουστος, 2017

Καθώς το Διαδίκτυο, και γενικότερα το ψηφιακό σύμπαν, καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο χώρο στον κόσμο μας, ερχόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με νέα φαινόμενα, πρωτόγνωρα, από τα πιο σοβαρά ως τα ασήμαντα. Με ένα όχι πολύ σημαντικό θα ασχοληθώ σήμερα -ή μάλλον και σήμερα, αφού είναι από τα αγαπημένα θέματα του ιστολογίου. Εννοώ την κατασκευή ψευδών αποφθεγμάτων, την εσφαλμένη απόδοση φράσεων ή και ολόκληρων κειμένων σε γνωστούς συγγραφείς, ενώ δεν τα έγραψαν εκείνοι.

Όταν πρόκειται για ψευδή αποφθέγματα, χρησιμοποιώ τον όρο αποφεύγματα (η πατρότητα ανήκει στον Νίκο Λίγγρη). Το κλασικό παράδειγμα αποφεύγματος, που έπαιξε και καταλυτικό ρόλο για να ανοίξω το ιστολόγιο, ήταν η ψεύτικη ρήση του Ισοκράτη τον Δεκέμβριο του 2008 που φιγουράρισε στο εξώφυλλο του Ελεύθερου Τύπου.

Σήμερα όμως θα ασχοληθούμε όχι με πλαστά αποφθέγματα, αλλά με ψευδεπίγραφα κείμενα, που και αυτά αφθονούν στο Διαδίκτυο -τόσο στο διεθνές (θα θυμάστε τη συγκινητική αποχαιρετιστήρια επιστολή του Γκαρσία Μαρκές) όσο και το ελληνικό (με τρανό παράδειγμα το δήθεν ποίημα του Σουρή περί λιγοστού κράτους, που μελοποιήθηκε από τον Ζουγανέλη και σε λίγο θα μπει και στα σχολικά βιβλία).

Αλλά να μου επιτρέψετε να μην ασχοληθώ σήμερα με το παραποίημα του Σουρή και να σας παρακαλέσω κι εσείς να το αγνοήσετε στα σχόλιά σας, για τον απλούστατο λόγο ότι μέσα σε 10-15 μέρες θα αφιερώσω ειδικό άρθρο στο θέμα με νέα στοιχεία που έχω συγκεντρώσει.

Στο σημερινό άρθρο θα δούμε άλλες δύο περιπτώσεις ψευδεπίγραφων λογοτεχνικών κειμένων. Στη μία από αυτές μάλιστα εμπλέκεται και γνωστός μας, ο φίλος μας ο Νοσφεράτος, κατά κόσμον Πέτρος Θεοδωρίδης, που σχολιάζει αριά και πού και στο ιστολόγιο αλλά έχει και το δικό του, τη Σπηλιά του Μοντεχρήστου.

Το 2008 λοιπόν ο Νοσφεράτος, συζητώντας σε ένα άλλο ιστολόγιο (το Πόντιοι και Αριστερά) δημοσίευσε μια σειρά από σχόλια περί βλακείας και κακίας, μιμούμενος το ύφος του Μπρεχτ στις πασίγνωστες ιστορίες του κ. Κόινερ. Στη συνέχεια, ενοποίησε τα σχόλια αυτά σε μια ανάρτηση στο δικό του μπλογκ. Η αρχική ανάρτηση τροποποιήθηκε στη συνέχεια, και η τελευταία μορφή της είναι εδώ.

Δείγμα γραφής:

το μυστικό όπλο του βλάκα
ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα -ρώτησαν κάποτε τον κ Κοινερ – αυτό που τον κάνει ακατανίκητο , ανυπέρβλητα Κακό και ΠΑΝΤΑ νικητή;

– Το μεγάλο μυστικό του Βλάκα- χμμ- για να σκεφτώ λίγο …- Ε ..μάλλον ότι ΔΕΝ του περνά καν από το μυαλό , δεν διανοείται ότι μπορεί έστω για μια στιγμή ναχει Άδικο..Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το Μυαλό Γρήγορα τη διώχνει ;Αυτός Βλάξ; Ποτες των Ποτών . Οι άλλοι Είναι ΠΑΝΤΑ…-Έτσι γίνεται Αδίσταχτα Θρασύς , Υπέροχα επικίνδυνος , ανυπέρβλητα Αλαζονικός . Και πείθει ..Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί Βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφικά ..Αυτό είναι το μυστικό όπλο του ΒΛΑΚΑ.

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Λαθροχειρίες, Μεταμπλόγκειν, Ποίηση, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , , , , | 145 Σχόλια »

Συνάντηση με δυο ποιητές στην Αθήνα του 1936

Posted by sarant στο 27 Αύγουστος, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο «Εξόριστοι στο Αιγαίο» (εκδόσεις Φιλίστωρ, 2002). Στο συγκεκριμένο απόσπασμα (σελ. 110-119), ο Αυστραλός δημοσιογράφος και ποιητής Μπερτ Μπερτλς (Bert Birtles, 1900-1994) περιγράφει τη συνάντησή του με τον Κώστα Βάρναλη και τον Γιώργο Σεφέρη (που τον αποκαλεί με το πραγματικό του όνομα, Σεφεριάδη) στην Αθήνα το 1936, και στη συνέχεια αναλύει την ποιητική σύνθεση «Φως που καίει» του Βάρναλη.

Το βιβλίο αξίζει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε, διότι είναι μια πολυ ενδιαφέρουσα εικόνα της Ελλάδας στη δεκαετία του 30 και ειδικότερα της ζωής των εξορίστων στην Ανάφη και τη Γαύδο -δυο νησιά που κατάφερε να επισκεφτεί ο επίμονος Μπερτλς παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες και να συζητήσει με τους εκεί κομμουνιστές εξόριστους.

Βέβαια, ο Μπερτλς είχε ήδη βρεθεί από το Σίδνεϊ στην Αθήνα, μέσω Νιουκάστλ, οπότε δεν τον τρόμαζαν οι περιπέτειες. Μαζί με τη σύζυγό του Ντόρα (1900-1992) πέρασαν περίπου ένα χρόνο στην Ελλάδα, έμαθαν τη γλώσσα και συζήτησαν με επώνυμους και ανώνυμους. Ανήκαν και οι δυο στον κύκλο της λογοτεχνίζουσας αριστερής μποεμίας του Σίδνεϊ. Έγραφαν και οι δυο ποιήματα -και μάλιστα, όπως βλέπω στο βιογραφικό σημείωμα του Μπερτλς, ο Μπερτ αποβλήθηκε οριστικά από το πανεπιστήμιο επειδή έγραψε ένα (ερωτικό) ποίημα, η δε Ντόρα τιμωρήθηκε με αποβολή δύο ετών για τον ίδιο λόγο!

Το βιβλίο του Μπερτλς το διάβασε πρόσφατα στο στερούμενο διαδικτύου ερημητήριό του ο φίλος μας ο Σκύλος -αυτός διάλεξε το απόσπασμα και επίσης το πληκτρολόγησε αφού μια πρώτη προσπάθεια με OCR απέτυχε ανεξήγητα. Τον ευχαριστούμε πολύ.

Σε κάποια σημεία ομολογώ ότι έχω επιφυλάξεις για τη μετάφραση -π.χ. ο αρχειοφύλακας που αναφέρεται είναι μάλλον κάτι άλλο (δεν έχω το αγγλικό πρωτότυπο), ενώ σε κάμποσα σημεία υπάρχουν αδεξιότητες, που πάντως δεν ενοχλούν πολύ. Από την άλλη, νομίζω ότι στον μεταφραστή Γιάννη Καστανάρα χρωστάμε την ανακάλυψη του βιβλίου, που κυκλοφόρησε προπολεμικά στα αγγλικά αλλά έμεινε στην αφάνεια επί 60 χρόνια μέχρι που ανασύρθηκε στην ελληνική του έκδοση.

Από τα συμφραζόμενα βγαίνει ότι οι συναντήσεις με τον Βάρναλη έγιναν στις αρχές του 1936 η πρώτη, αφού ως τα τέλη του 1935 ήταν στην εξορία, και λίγους μήνες μετά (αλλά πριν από τον Αύγουστο) η δεύτερη. Με αρκετό ψάξιμο, που δεν έχω χρόνο να κάνω, θα μπορούσε να εντοπιστεί πότε έγινε η εκδήλωση προς τιμή του Ρομέν Ρολάν, που αναφέρεται στο κείμενο. Ο Βάρναλης τότε ήταν 52 χρονών, δεν «κόντευε τα 50» όπως τον υπολογίζει ο Μπερτλς. Η Περσεφόνη Βλάσση, που την αναφέρει ο συγγραφέας ότι τον βοήθησε στη μετάφραση του ποιήματος του Βάρναλη, είναι γνωστότερη ως Πέρσα Βλάση, και ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής των Πρωτοπόρων, του λογοτεχνικού περιοδικού που πρόσκειταν στο ΚΚΕ τον μεσοπόλεμο. Γνωστότερη είναι η αδελφή της, η Αύρα Βλάση-Παρτσαλίδου. Δυστυχώς δεν υπάρχει ένα πλήρες βιογραφικό λεξικό του ελληνικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος (το βιβλίο του Γ. Αλεξάτου δεν έχει την Πέρσα Βλάση και έχει ελλιπές βιογραφικό για την Αύρα) κι έτσι δεν μπορώ να εξηγήσω τη διαβεβαίωση του Μπερτλς ότι η Πέρσα είχε μητρική της γλώσσα τα αγγλικά.

Όμως έγραψα πολλά, δίνω τον λόγο στον Μπερτλς:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Πίσω απ’ τον κόσμο – αθησαύριστο ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα

Posted by sarant στο 20 Αύγουστος, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αθησαύριστο ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα (1909-1956), που έχει και λεξιλογικό ενδιαφέρον μια και περιέχει αρκετούς ιδιωματικούς τύπους και λέξεις.

Είναι αθησαύριστο με την έννοια ότι δεν περιλαμβάνεται στα Άπαντα του ποιητή που εκδόθηκαν με τη φροντίδα της γυναίκας του της Εμορφίας και φίλων του μετά τον πρόωρο θάνατό του.

Εγώ το βρήκα στο περιοδικό Διανοούμενος, τχ. 3, Δεκέμβριος 1962. Το περιοδικό αυτό το εξέδιδε ο Στέφανος Χατζημιχελάκης, αριστερός διανοούμενος (τροτσκιστής μάλιστα) και στενός φίλος του Κοτζιούλα, με τον οποίο είχε συνεργαστει μεταπολεμικά σε διάφορα περιοδικά που εξέδιδε.

Στο συγκεκριμένο τεύχος, ο Χατζημιχελάκης δημοσιεύει το ποίημα που θα παρουσιάσω, συνοδευόμενο από σκίτσο του Κοτζιούλα (που το βλέπετε εδώ αριστερά) και από μια σειρά σχόλια που είχε γράψει ο Κοτζιούλας το 1952 για τη λογοτεχνική επικαιρότητα και τα προόριζε για το περιοδικό Νέος Νουμάς (που έβγαζε τότε ο Χατζημιχελάκης) αλλά που δεν δημοσιεύτηκαν τότε διότι διακόπηκε η έκδοση του περιοδικού.

Πάντως, το ποίημα που θα δούμε δεν είναι άγνωστο, με την έννοια ότι το χειρόγραφό του υπάρχει στο Αρχείο του ποιητή, όπως με ενημέρωσε ο γιος του, ο Κώστας Κοτζιούλας.

Το ποίημα φέρει χρονολογική σήμανση 2.5.1944, είναι δηλαδή γραμμένο μέσα στην Κατοχή. Το 1944 ο Κοτζιούλας βρίσκεται στην 8η Μεραρχία του ΕΛΑΣ. Κάνει τις προετοιμασίες για να συγκροτήσει τον θίασο των ανταρτών, τη Λαϊκή Σκηνή, που από τα τέλη Ιουνίου ως το φθινόπωρο περιόδευσε τα χωριά της Ηπείρου παίζοντας κυρίως έργα που έγραψε επί τούτου ο Κοτζιούλας.

Ο Κοτζιούλας στο ποίημά του περιγράφει τον αποκλεισμό του από την πρωτομαγιάτικη κακοκαιρία στο Ραντοβίζι, χωριό ή ομάδα χωριών του ν. Ιωαννίνων (Ραδοβίζι σήμερα). Από το ποίημα μού δημιουργείται η εντύπωση ότι είχε πάει εκεί με κάποια αποστολή, και θα διακινδυνεύσω την εικασία ότι ίσως η επίσκεψή του σε εκείνα τα μέρη να είχε να κάνει με τη συγκρότηση του αντάρτικου «Αποσπάσματος Καραϊσκάκη», ενός σώματος του ΕΛΑΣ που συγκροτήθηκε με ιδιότυπο τρόπο -το απάρτισαν νεαροί που υποδείχτηκαν από τις Επιτροπές Γερόντων των χωριών, με αποτέλεσμα να μην περιλαμβάνει μόνο εθελοντές. Την ιδέα αυτής της ιδιότυπης στρατολόγησης την είχε ο καπετάν Κόζιακας (Θωμάς Πάλλας, 1917-1949). Η συγκρότηση του σώματος αυτού έγινε τον Μάιο-Ιούνιο του 1944. Ωστόσο, είναι απλή εικασία μου ότι ο Κοτζιούλας βρέθηκε γι’ αυτή τη δουλειά στο Ραντοβίζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθησαύριστα, Εθνική αντίσταση, Περιοδικά, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »

Η Δυναστεία των Τραγουδιών και άλλα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2017

Τυχαίνει μερικές φορές ένα από τα μεζεδάκια της πιατέλας να μου φανεί τόσο γουστόζικο ή τόσο χοντρό που να μνημονευτεί και στον τίτλο του άρθρου -και κάτι τέτοιο συμβαίνει και σήμερα.

Λογικό είναι να ξεκινήσουμε ακριβώς από αυτό το μεζεδάκι τη σημερινή μας περιήγηση στα σημεία και τα τέρατα του γραπτού και ηλεκτρονικού τύπου.

Λοιπόν, σύμφωνα με άρθρο του skai.gr, αρχαιολόγοι στην Κίνα έφεραν στο φως μια αρχαία επιγραφή από τη… Δυναστεία των Τραγουδιών.

Ποια ήταν όμως αυτή η δυναστεία και γιατί δεν την αναφέρουν τα βιβλία της ιστορίας; Να είναι τίποτα περιφημοι τραγουδιστές σαν τους Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης; Αλλά αυτοί συντεχνία είχαν, όχι δυναστεία.

Απλώς, το αγγλικό άρθρο από το οποίο άντλησε υλικό, ας πούμε, ο δαιμόνιος συντάκτης του Σκάει (μάλλον είναι αυτό), ανέφερε: the Song Dynasty.

Και αφού στα αγγλικά song θα πει τραγούδι, δεν κάθισε ο άνθρωπος να το πολυψειρίσει, έπλασε την καινούργια δυναστεία -κι άσε τους Κινέζους να επιμένουν ότι η Δυναστεία Σονγκ διάρκεσε απο το 960 ως το 1279. (Επί των ημερών της μάλιστα εκδόθηκαν πρώτη φορά χαρτονομίσματα).

Παρακαλείται το περιοδεύον συμβούλιο του ιστολογίου να αποφασίσει αν η Δυναστεία των Τραγουδιών θα γραφτεί στα κατάστιχα της Νομανσλάνδης ή της Απωνίας.

* Διαβάζω άρθρο για την πρόσφατη συνέντευξη του Αλ. Τσίπρα στη Γκάρντιαν, όπου ο πρωθυπουργός αναφέρει μεταξύ άλλων: προχώρησα με ένα πρόγραμμα βαθέων μεταρρυθμίσεων.

Το λάθος αυτό είναι συχνό, το κάνουν πολλοί, αλλά δεν παύει να είναι λάθος. Δεν εννοώ τις… μεταρρυθμίσεις, εννοώ τη γενική πληθυντικού «των βαθέων» που δεν μπορεί να είναι θηλυκού γένους. Το θηλυκό του «βαθύς» είναι ή «βαθιά» ή, λογιότερα, «βαθεία». Στη μία περίπτωση η γενική πληθυντικού είναι «βαθιών μεταρρυθμίσεων» (το προτιμώ), στη δεύτερη περίπτωση «βαθειών μεταρρυθμίσεων» (ίσως το προφέρετε ασυνίζητο) -πάντως σε καμιά περίπτωση δεν είναι «βαθέων».

Πολύ συχνό λαθάκι της ιδιας κατηγορίας είναι το «παχέων αγελάδων» -ή «παχειών» ή «παχιών». Το παχέων μόνο σε ταύρους ταιριάζει.

* Ωστόσο, σε ποιον θα χρεώσουμε το μαργαριτάρι; Στον Τσίπρα; Μάλλον όχι, η συνέντευξη δόθηκε στα αγγλικά. Στον μεταφραστή της ΕφΣυν; Ίσως, αλλά ίδια διατύπωση βρίσκω και σε άλλες πηγές. Ίσως δόθηκε έτσι από το ΑΠΕ, ίσως από το γραφείο του πρωθυπουργού.

* Παρεμπιπτόντως, η Γκάρντιαν χαρακτηρίζει τον Τσίπρα The longest-serving Greek prime minister since the economic crisis began, τον μακροβιότερο Έλληνα πρωθυπουργό από τότε που άρχισε η κρίση. Δεν είμαι σίγουρος ότι το μετράει σωστά. Από τις 26 Ιανουαρίου 2015 μέχρι τις 23 Ιουλίου 2017 που δόθηκε η συνέντευξη έχουμε 910 μέρες, και μάλλον πρέπει να αφαιρεθούν και οι περίπου 25 ημέρες της υπηρεσιακής κυβέρνησης Θάνου τον Αύγουστο-Σεπτέμβρίο του 2015. Όμως η κυβέρνηση Σαμαρά διάρκεσε από τις 21.6.2012 έως τις 26.1.2015, που μας κάνει 950 μέρες (δεν τις μετράω μία-μία, υπάρχει σάιτ που τα λογαριάζει).

Προφανώς οι Άγγλοι ξέρουν ότι θα εξαντλήσει την τετραετία.

* Ως επιστημονικός κλάδος, οι γλωσσολόγοι δεν έχουν πολύ μεγάλο γόητρο στο ευρύ κοινό -άλλοι επιστήμονες απολαμβάνουν περισσότερο τη δημοσιότητα. Ωστόσο, πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με τον εντυπωσιακό τίτλο «Ο γλωσσολόγος ήταν σχεδόν τέλειος»

Ο αγγλικός τίτλος, βέβαια, είναι εντελώς διαφορετικός: Double negative, ήγουν «διπλή άρνηση». Εμείς εδώ στο ιστολόγιο έχουμε ασχοληθεί αρκετά με τη διπλή άρνηση -που είναι υποχρεωτική στα νέα ελληνικά, π.χ. «δεν θέλω τίποτα» αλλά θεωρείται λάθος στα αγγλικά- και έχουμε καυτηριάσει και τον σουσουδίστικο «τρόμο της διπλής άρνησης» διάφορων δημοσιογράφων που σκέφτονται στα αγγλικά και την αποφεύγουν.

Φαίνεται ότι και ο εκδότης του βιβλίου φοβήθηκε τη διπλή αρνηση κι έτσι έβαλε τον γλαφυρό αυτόν τίτλο, ο οποίος πάντως δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία αλλά ακριβής μετάφραση του γαλλικού τίτλου. (Η επιλογή του τίτλου είναι προνόμιο του εκδότη, όχι ευθύνη του μεταφραστή) Το βιβλίο δεν το έχω δει, αλλά αν κρίνω από το οπισθόφυλλο που δημοσιεύεται εδώ, τα ελληνικά του είναι λίγο περίεργα: Ο Τζέρεμυ Κουκ είναι η ιδιοφυΐα του Ινστιτούτου Ουόμπας, μιας ιντελιγκέντσιας γλωσσολόγων της νότιας Ιντιάνα που παρέχουν τις υπηρεσίες τους και στον προσαρτημένο παιδικό σταθμό. Ιντελιγκέντσια γλωσσολόγων; Τι θα πει αυτό;

* Δεν ξέρω αν έχει δίκιο η Άννα-Μισέλ Ασημακοπούλου στην αντιπαράθεσή της με τον Ν. Παππά, αλλά στα λατινικά τα θαλάσσωσε, μάνεντ είναι το σωστό και όχι το όι όι μάνεμ που έγραψε.

Και δεν μάνεντ μόνο τα σκρίπτα. Και τα τιτιβίσματα μάνεντ, και τα βλέπουμε και γελάμε.

* Στον ιστότοπο της ΕΡΤ δημοσιεύτηκε άρθρο για τις πολικές αρκούδες του ζωολογικού κήπου του Λάπλαντ, στη βόρεια Φινλανδία, οι οποίες ζεσταίνονται διότι κάνει 25 βαθμούς λέει.

Μόνο που αυτό το Λάπλαντ νομίζω πως εντώ στο Ελλάντα το λέμε Λαπωνία.

* Σε άλλη συνέντευξή του, στον Άλφα, ο Αλέξης Τσίπρας είπε, ανάμεσα στ’ άλλα, ότι «θέσαμε τα θεμέλια -σας μιλάω σαν μηχανικός».

Είδα στο Φέισμπουκ έναν γνωστό μου, αντίθετο πολιτικά με τον Τσίπρα, να ειρωνεύεται αυτή τη σύνταξη, διότι, λέει, σημαίνει ότι «μιλάει σαν να είναι μηχανικός, άρα δεν είναι».

Θα υπερασπιστώ όχι τον Τσίπρα, που έρχεται και παρέρχεται, αλλά τη νεοελληνική γλώσσα από τη μπαμπινιώτικη διαστρέβλωση που της γίνεται. Ακόμα και όσοι τηρούν τη διάκριση «σαν» και «ως» (διότι άλλοι θεωρούμε ότι ουσιαστικά έχει πάψει να υφίσταται) έχουν κατά νου ότι το «σαν» δεν εισάγει μόνο παρομοιώσεις, αλλά χρησιμοποιείται και ως αιτιολογικό.

Ήδη το 1946 ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, στη μνημειώδη «Νεοελληνική σύνταξι» ενώ επικρίνει χρήσεις όπως «αναγνωρίστηκε η Ελλάδα σαν κράτος ανεξάρτητο» (δέχεται μόνο το ‘ως’), δέχεται το «σαν» όταν (σελ. 242 του β’ τόμου): «επέχει θέση κατηγορηματικού προσδιορισμού, προκειμένου όχι για παρομοίωση, παρά για μια πραγματική σχέση ή κατάσταση ή ιδιότητα, η οποία προβάλλεται ως αιτιολογία, για κείνο που λέγεται στην πρόταση αυτή».

Και δίνει ο Τζάρτζανος παραδείγματα αποδεκτών χρήσεων όπως:

  • να μεταλάβεις κι εσύ γιε μου, σα Χριστιανός [= σα Χριστιανός που είσαι, αφού είσαι Χριστιανός]
  • να μου δηλώσεις ορθά-κοφτά, σαν κόρη του Ζάρκα, αν θα μείνεις [σαν κόρη του Ζ. που είσαι, αφού είσαι κόρη του Ζ.]
  • να κρίνετε κι εσείς σα σπουδασμένος άνθρωπος [σα σπουδασμένος άνθρωπος που είστε, εφόσον είστε σπουδασμένος]

Ολόιδια περίπτωση είναι και το «σας μιλάω σαν μηχανικός» [που είμαι] του Τσίπρα.

* Σε ανακοίνωσή του ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι το ΕΣΡ «πρέπει να διεξάγει άμεσα» τον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικες άδειες.

Συμφωνώ. Όμως, σύντροφοι, δεν θα τον διεξάγει πολλές φορές τον διαγωνισμό. Μία φορά θα τον διεξαγάγει. Κι αν σας ενοχλεί το -αγαγ- βάλτε άλλο ρήμα: να πραγματοποιήσει, ας πούμε. Ή να οργανώσει. Ή να δρομολογήσει.

Ή, όπως θα λέγανε οι κουμπάροι στην Κύπρο, «πρέπει να διεξάξει άμεσα». Καλύτερο το βρίσκω, παρά το λάθος «να διεξάγει».

* Tα γλωσσικά μουστάκια της εβδομάδας, σε άρθρο του αντιδήμαρχου της Χερσονήσου, με αφορμή το περιστατικό με το «αέριο γέλιου» και τη βρετανίδα τουρίστρια, και μάλιστα στην πρώτη-πρώτη πρόταση:

Σχετικά με το πρόσφατο ατυχές και θλιβερό γεγονός, με τη 18χρονη Βρετανίδα επισκέπτη μας στα Μάλια…

Γιατί «η Βρετανίδα επισκέπτης» και όχι «επισκέπτρια»;

Στο ίδιο άρθρο διαβάζουμε για το «υπάρχων μοντέλο» στα Μάλια. Έχει και άλλα σημεία προβληματικά το άρθρο, όποιος έχει όρεξη τα βρίσκει.

* Και κλείνω με μια φωτογραφία που κυκλοφορεί στη μπλογκόσφαιρα -δεν ξέρω αν είναι αυθεντική, νομίζω πως αναφέρθηκε ότι είναι από κατάλογο ζαχαροπλαστείου κάπου στη Θράκη -αλλά όπως επισημάνθηκε στα σχόλια, κατά πάσα πιθανότητα είναι από τη Βουλγαρία ο κατάλογος.

Όπως βλέπετε, η Coca Cola Light αποδόθηκε κόκα κόλα Φως. Βέβαια, είναι περίεργο να έγινε τέτοιο λάθος, διότι το λάιτ σε φαγητά και ποτά το ξέρουμε καλά, γι’ αυτό και έχω επιφυλάξεις για την αυθεντικότητα.

.

* Ή μάλλον, να κλείσουμε με ένα ποίημα, διότι το ζητάει η μέρα.

Βλέπετε, η σημερινή μέρα, 29 Ιουλίου, είναι μια από τις λίγες ημερομηνίες της χρονιάς που έχει το δικό της ποίημα, δηλαδή ποίημα με τίτλο «29 Ιουλίου».

Πρόκειται για ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005), ο οποίος γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1919:

29 Ιουλίου

29 Ιουλίου, αποφράδα ημέρα
της μη γεννήσεώς μου
βρίσκομαι βαθιά μες στα νερά
της θάλασσας του Πόρου
νεοφώτιστος
συντροφιά με τους φίλους μου
τα ψάρια.

Posted in Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ποίηση, Τίτλοι | Με ετικέτα: , , , , , , | 116 Σχόλια »

Η μέρα με τα δεκαεφτάρια

Posted by sarant στο 17 Ιουλίου, 2017

Σήμερα ο μήνας έχει δεκαεφτά, έχουμε δηλαδή 17 Ιουλίου του 2017, ή αλλιώς 17/7/17, μια μέρα με δύο δεκαεφτάρια, ή ίσως δυόμισι, αν θεωρήσουμε ότι και το 7 είναι ένα εκκολαπτόμενο δεκαεφτάρι. Με το σημερινό άρθρο συνεχίζουμε μια παράδοση του ιστολογίου.

Οι ταχτικοί θαμώνες ίσως να θυμούνται ότι στις 12 Δεκεμβρίου του 2012 (στις 12/12/12) είχα γράψει ένα άρθρο για τη Μέρα με τα τρία δωδεκάρια, συνεχίζοντας μια παράδοση που ήδη μετρούσε τέταρτο χρόνο, αφού στις 11/11/2011 είχαμε τη μέρα με τα τρία εντεκάρια, στις 10/10/ 2010 είχαμε γράψει για τη  μέρα με τα τρία δεκάρια και στις 9/9/2009 για  την αντίστοιχη μέρα με τα τρία εννιάρια. Η ωραία αυτή παράδοση κινδύνεψε να σταματήσει το 2013, διότι μέρα με τρία 13άρια δεν υπάρχει, αφού δεν έχουμε δέκατο τρίτο μήνα, τελικά όμως σκέφτηκα ότι η 13/3/13 ήταν μια καλή προσέγγιση κι έτσι έγραψα το άρθρο για τα δεκατριάρια, και στο ίδιο πατρόν το 2014 το άρθρο για τα δεκατεσσάρια, στις 14/4/14. Στις 15/5/15 αγρόν ηγόραζα, κι έτσι το αντιστοιχο άρθρο με τα δεκαπεντάρια το έβαλα τελικά στις 15 Οκτωβρίου, αλλά πέρυσι επανήλθα στην κανονικότητα κι έτσι είχαμε το άρθρο για τα δεκαεξάρια στις 16/6/16.

Σε αντίθεση με τους δύο προηγούμενους αριθμούς που είδαμε, το 15 και το 16, ο αριθμός δεκαεφτά είναι πρώτος, δηλαδή διαιρείται μόνο από τον εαυτό του και από τη μονάδα. Μάλιστα, η δεύτερη δεκάδα των ακέραιων αριθμών έχει τέσσερις πρώτους (11, 13, 17, 19) που είναι και το μάξιμουμ που μπορεί να έχει οποιαδήποτε δεκάδα μετά την πρώτη (1 έως 10) αφού εξ ορισμού αποκλείονται όλοι οι άρτιοι και το πολλαπλάσιο του 5. Νομίζω ότι μονάχα δυο δεκάδες ακόμα έχουν τόσο πολλούς πρώτους (βρείτε τις) αλλά δεν μπορώ να το αποδείξω διότι δεν προλαβαίνω, όπως έλεγε και ο Φερμά. Και μια και μνημονέψαμε τον Φερμά, να πούμε ότι ο 17 είναι και πρώτος κατά Φερμά, διότι ισούται με 22n + 1 (για n=2) και για το λόγο αυτό μπορούμε να κατασκευάσουμε δεκαεφτάγωνο με τον κανόνα και με τον διαβήτη (αλλά δεν ξέρω πώς ούτε τι να το κάνω μετά).

(Ενημέρωση: Aυτό με τις τετράδες πρώτων αριθμών που έγραψα είναι βλακεία, όπως μου υπέδειξε φίλος).

Διάβασα στη Βικιπαίδεια ότι σύμφωνα με μελέτες, το 17 είναι ο «λιγότερο τυχαίος» αριθμός μεταξύ 1 και 20, με την έννοια ότι αν ζητήσετε από μια ομάδα ανθρώπων να σας ονομάσουν στην τύχη έναν αριθμό μεταξύ 1 και 20, η συχνότερη επιλογή θα είναι το 17.

Όσο για την ετυμολογία της λέξης, φαίνεται πολύ απλή, αφού το δεκαεφτά ή δεκαεπτά  προέρχεται οφθαλμοφανώς από το δέκα και το επτά. Δεν είναι όμως τόσο απλό, διότι οι αρχαίοι δεν έλεγαν από νωρίς το «δεκαεπτά», έλεγαν «επτακαίδεκα». Η λέξη «δεκαεπτά» εμφανίζεται στην ελληνιστική περίοδο -Στράβωνας, Γαληνός, Πλούταρχος.

Στα λατινικά, το 17 είναι ο πρώτος αριθμός που εκφράζεται μη μονολεκτικά: diecem et septem, ενώ ως το 16 έχουμε μονολεκτικά ονόματα των αριθμών και τη μονάδα να προηγείται της δεκάδας, π.χ. quindecim, sedecim. Για τον λόγο αυτό, στις ρωμανικές γλώσσες επίσης ο αριθμός 17 εκφέρεται με τη δεκάδα πρώτη και με σύνθετο όνομα, πχ. dix-sept στα γαλλικά, diecisiete στα ισπανικά κτλ. Στις σαξονικές γλώσσες προηγείται η μονάδα (7-10) και έχουμε seventeen, siebzehn κτλ. Στα τούρκικα το 17 είναι on yedi, όπου on το δέκα και γεντί το εφτά, που το ξέρουμε από το Γεντικουλέ, παναπεί το Επταπύργιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Αριθμολογία, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »