Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ποιο από τα δυο;’ Category

Εσείς κλοτσάτε ή κλωτσάτε;

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2022

….όχι βεβαίως γατάκια στην Αιδηψό! Αλλά το σημερινό άρθρο παίρνει αφορμή από τα δύο προηγούμενα. Από το χτεσινό μας άρθρο, για το γατάκι στην Αιδηψό, δανείστηκα το ρήμα (και μόνο). Και από το προχτεσινό μας άρθρο, για το αν γράφετε Φρανκφούρτη ή Φραγκφούρτη, δανείζομαι τη δομή του ερωτήματος, σαν σφυγμομέτρηση πες.

Διότι, βλέπετε, η λέξη κλοτσάω (και όλες της οικογένειας: κλότσος, κλοτσιά, κλοτσηδόν, κλοτσοσκούφι κτλ.) αποτελεί ένα από τα γνωστά παραδείγματα ορθογραφικής διτυπίας στη γλώσσα μας.

Παλιότερα οι λέξεις αυτής της οικογένειας γράφονταν με ωμέγα: κλωτσιά, κλωτσάω, κλωτσοσκούφι, όπως στην ταινία με τη Βουγιουκλάκη.

Κι έτσι, ενώ η επίσημη (εννοώ τη σχολική) ορθογραφία θέλει τη λέξη με όμικρον, και με όμικρον τη γράφουν όλα τα λεξικά, πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, τη γράφουν με ωμέγα. Όπως έμαθαν; Νομίζω ότι και νεότεροι, που ασφαλώς τη διδάχτηκαν με όμικρον στο σχολείο, θα τη γράφουν με ωμέγα -αλλά αυτό θα το δούμε στα σχόλια (και βεβαια, οι λέξεις της οικογένειας αυτής δεν έχουν πολλές ευκαιρίες να εμφανιστούν γραμμένες σε σχολικό κείμενο).

Η λέξη «κλοτσάω» δεν έχει ελληνική ετυμολογία. Οι αρχαίοι έλεγαν «λακτίζω», απ’ όπου έχει μείνει και το εναρκτήριο λάκτισμα στο ποδόσφαιρο (και με μεταφορική σημασία).

Σύμφωνα με τα ετυμολογικά λεξικά, γενάρχης, ας πούμε, της οικογένειας είναι η λέξη «κλότσος», που αποτελεί δάνειο από το ιταλικό calcio (λάκτισμα, φτέρνα) το οποίο ανάγεται στο λατινικό calx, φτέρνα. Στα ιταλικά, όπως θα ξέρουν οι φίλαθλοι, calcio είναι και το ποδόσφαιρο. Οι παλαιοί, όπως ο Κοραής, ήθελαν τη λατινική λέξη calx να προέρχεται από το αρχαίο «λαξ» (πρβλ. πυξ λαξ) αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ορθογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , | 134 Σχόλια »

Φραγκφούρτη ή Φρανκφούρτη; Πώς το γράφετε;

Posted by sarant στο 3 Μαΐου, 2022

Στην αρχή είχα πει να βάλω μόνο το πρώτο ερώτημα του τίτλου, αλλά τελικά άλλαξα γνώμη και πρόσθεσα και το δεύτερο για να υπονοήσω ότι δεν με ενδιαφέρει να υποδείξω το σωστό (υπάρχει σωστό;) αλλά να καταγράψω προτιμήσεις και επιχειρήματα.

Και παρόλο που έβαλα και τη φωτογραφία (για να μην είναι ξερό και ρέκαλο το άρθρο), το ερώτημα φυσικά δεν αφορά μόνο την οικονομική πρωτεύουσα της Γερμανίας (αν είναι ακόμα), την πόλη στον ποταμό Μάιν (ή και τη συνονόματή της στον ποταμό Όντερ) αλλά όλες τις λέξεις, είτε κοινές λέξεις είτε κύρια ονόματα, που περιλαμβάνουν ή που μπορεί να περιλαμβάνουν το δίγραφο /νκ/.

Το έναυσμα για τη συζήτηση δόθηκε στο πρόσφατο άρθρο του φίλου μας του Ρογήρου για την Υπερδνειστερία. Εκεί, ο Ρογήρος επεκτάθηκε, σε σχόλιό του, στην Υπερκαρπαθία και παρατήρησε: Δεύτερη σε σπουδαιότητα πόλη της Υπερκαρπαθίας είναι το Μουκάτσεβο (έως το 2017 οι Ουκρανοί το ονόμαζαν Μουκάτσεβε/ για τους Ούγγρους ήταν και είναι το Μούνκατς), μεταγράφοντας το ουγγρικό Munkács

Διαφώνησε ο φίλος μας ο SearchPeloponnese: Τόσα χρόνια μαθαίναμε στο σχολείο ότι ο Υψηλάντης φυλακίστηκε στο Μούγκατς. Τώρα… άλλαξαν τα πράγματα…

Μοιραία, η συζήτηση επεκτάθηκε σε όλες τις (δάνειες) λέξεις που περιέχουν το σύμπλεγμα /νκ/, όπως και στα σχετικά τοπωνύμια ή κύρια ονόματα.

Κι επειδή έγινε μεγάλη συζήτηση, όμως περιορισμένη στα σχόλια ενός άσχετου άρθρου κι έτσι δυσπρόσιτη αλλά και αφανής για όσους δεν την είχαν πάρει είδηση, είπα να αφιερώσω το σημερινό άρθρο για να τη φέρω στο προσκήνιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Λεξικογραφικά, Μεταγραφή ξένων ονομάτων, Ορθογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , , , , | 152 Σχόλια »

Ξινά ξίδια και οξείδια

Posted by sarant στο 16 Δεκεμβρίου, 2021

Ο τίτλος του σημερινού μας άρθρου θα μπορούσε να είναι και διλημματικός:

Ξίδι ή ξύδι, πώς το γράφετε εσείς;

Πριν από ένα μήνα περίπου είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο ένα άρθρο με έναν παρόμοιο διλημματικό τίτλο:

Τρένο ή τραίνο: Πώς το γράφετε εσείς;

Τότε λοιπόν, κάποιος φίλος στο Τουίτερ σχολίασε την ορθογραφία της λέξης «ξίδι/ξύδι» -και υποσχέθηκα να γράψω κάτι. Ε, σήμερα έρχεται η ώρα να εκπληρώσω την υπόσχεση.

Να πούμε εδωπέρα ότι το άρθρο θα εστιαστεί κυρίως στα ορθογραφικά του ξιδιού -όχι στα πλουσιότατα λεξιλογικά, παροιμιολογικά και φρασεολογικά του, που εδώ θα τα αναφέρω παρεμπιπτόντως και ακροθιγώς, επιφυλασσόμενος για άλλο, ειδικό άρθρο.

Το αστείο είναι ότι πριν από τρία χρόνια είχα αναφερθεί σε μερικές λέξεις οι οποίες στη μεν επίσημη ορθογραφία γράφονται με γιώτα, το ίδιο και σε όλα τα λεξικά, αλλά συχνά τις βρίσκει κανείς γραμμένες με ύψιλον και μάλιστα σε ορισμένες η γραφή με υ επικρατεί στη συχνότητα. Ήταν οι λέξεις: μπίρα, φιστίκι, ρεβίθι, σινάφι, σιντριβάνι. Στο άρθρο λοιπόν εκείνο για «το επίμονο ύψιλον» είχα ξεχάσει να αναφερθώ στο ξίδι (ή ξύδι), όπως μου θύμισε ο φίλος μας ο Πάνος. Οπότε, ένας λόγος παραπάνω για το σημερινό άρθρο.

Διότι, πράγματι, και στο ξίδι/ξύδι η παλιά γραφή, με ύψιλον, εξακολουθεί να είναι πολύ συχνή. Στο γκουγκλ μάλιστα, ο τύπος «ξύδι» εμφανίζεται να έχει 3-4 φορές περισσότερες ανευρέσεις από το «ξίδι». Από την άλλη, στα ράφια των σουπερμάρκετ, εννοώ στις ετικέτες των μπουκαλιών με ξίδι, συχνότερα βρίσκω την επίσημη γραφή, παρόλο που και οι δυο υπάρχουν (ενώ στα μπουκάλια της μπίρας υπερτερεί καθαρά ο τύπος «μπύρα»).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επώνυμα, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , | 193 Σχόλια »

Στο έφερα στο σπίτι ή σ’ το έφερα στο σπίτι;

Posted by sarant στο 22 Νοεμβρίου, 2021

Την αφορμή για το σημερινό άρθρο την πήρα από μια συζήτηση που έγινε στο ιστολόγιο.

Χτες, εκεί που σχολιάζαμε κάποιο παλιότερο άρθρο, κάποιος σχολιαστής έγραψε «να στο δώσουν» ή κάτι ανάλογο και κάποιος άλλος τού υπέδειξε ότι το σωστό είναι «να σ’ το δώσουν» (ή κάτι ανάλογο). Δεν το πολυσυνηθίζουμε στο ιστολόγιο να κάνουμε ο ένας στον άλλο ορθογραφικές διορθώσεις, και προσωπικά δεν το βρίσκω και πολύ ευγενικό, αλλά ο πρώτος σχολιαστής είχε πρόσφατα κάνει δυο-τρεις τέτοιες υποδείξεις, οπότε η υπόδειξη του αστοχήματός του, αν είναι αστόχημα, ήταν θαρρώ απόλυτα θεμιτή.

Αλλά αυτά δεν ενδιαφέρουν και τόσο πολύ -το θέμα είναι ότι από αυτό το μικρό επεισόδιο εγώ βρήκα θέμα για το σημερινό μας άρθρο.

Μάλιστα, χτες που έγινε η συζήτηση αυτή, σχολίασα ότι κάποτε θα γράψω ένα σχετικό άρθρο. Τις περισσότερες φορές, όταν λέω «κάποτε θα γράψω» ή «αξίζει να γράψουμε άρθρο» ή κάτι ανάλογο, η εκπλήρωση της υπόσχεσης (αν θεωρηθεί υπόσχεση) αργεί πολύ -σήμερα, έτσι γι’ αλλαγή, έρχεται αμέσως.

Λοιπόν, ας δούμε τις φράσεις του τίτλου. Αν γράψουμε:

Στο έφερα στο σπίτι

έχουμε δυο ομώνυμους (ή ομόηχους) και ομόγραφους τύπους, που όμως δεν ταυτίζονται. Άλλο είναι το πρώτο «στο» και άλλο το δεύτερο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Ορθογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , , | 220 Σχόλια »

Αναζωπύρωση, λέξη που μας τρόμαξε

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2021

Όταν άρχισα χτες να γράφω το σημερινό, στην Αττική οι πυρκαγιές φαίνονταν να έχουν τεθεί υπό έλεγχο, αλλά η Εύβοια εξακολουθούσε να καίγεται, από την παραλία του Ευβοϊκού ίσαμε τις ακτές που βλέπουν στο Αιγαίο. Πρώτη φορά στα χρονικά με τέτοιο πλάτος η καταστροφή στο νησί. Τις προηγούμενες μέρες, οι τίτλοι στους ειδησεογραφικούς ιστοτόπους έκαναν να φαντάζει απειλητική μια λέξη που δεν μας είχε ως τώρ’ ακουστεί δυσοίωνη.

Αγωνία για τις αναζωπυρώσεις στην Αττική, ο ένας τίτλος. Η αναζωπύρωση στην περιοχή της Νεμούτας (στην Ηλεία είναι) οδήγησε σε μεγάλο μέτωπο, σεγοντάρει ο άλλος.

Να αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο, που δεν θα είναι και μεγάλο, σ’ αυτή τη λέξη.

Αναζωπύρωση, λέει το λεξικό, είναι το ξαναφούντωμα της φωτιάς, που προηγουμένως βρισκόταν σε ύφεση ή που είχε τεθεί υπό έλεγχο. Αυτή η απαίσια κυριολεκτική σημασία μάς ταλαιπωρεί τόσες μέρες -από τότε που η φωτιά της Βαρυμπόμπης, που είχε τεθεί υπό έλεγχο, ξαναφούντωσε και έκαψε πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις.

Αλλά η λέξη έχει και μεταφορικές σημασίες, που αυτές συνήθως ακούμε τον καλό τον καιρό, και που δεν έχουν αμιγώς αρνητική χροιά.

Αναζωπύρωση λοιπόν είναι και η εκ νέου ενίσχυση της έντασης ενός φαινομένου που είχε ατονήσει ή και που κινδύνευε να χαθεί. Μπορεί να μιλήσουμε για αναζωπύρωση του εθνικισμού, των πολιτικών παθών, των ταραχών ή του πληθωρισμού, αλλά εξίσου μπορεί να κάνουμε λόγο για αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος ή της ζήτησης. Χαρακτηριστικά, το ΜΗΛΝΕΓ δίνει σαν συνώνυμα της αναζωπύρωσης την αναμόχλευση, για τις πρώτες χρήσεις, αλλά την αναζωογόνηση για τις δεύτερες. Υπάρχει και η αναθέρμανση, που χρησιμοποιείται κυρίως με θετική χροιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Υπέρ το δέον και υπέρ του δέοντος

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2019

Τις προάλλες, σε μια συζήτηση στο Φέισμπουκ, συζητούσαμε για το usus norma loquendi, ότι η χρήση φτιάχνει τους κανόνες της γλώσσας.

Και μια φίλη ρώτησε:

Δηλαδή θα δεχτούμε για σωστό και το «υπέρ του δέοντος», που το χρησιμοποιούν οι περισσότεροι αντί για το «υπέρ το δέον»;

Η αλήθεια είναι ότι η χρήση της έκφρασης «υπέρ του δέοντος» με τη σημασία «περισσότερο από όσο πρέπει» είναι συχνή, αν και δεν νομίζω πως αυτή η «λανθασμένη» (βάλτε πολλά εισαγωγικά) χρήση είναι η επικρατέστερη. Είναι επίσης αλήθεια ότι το μπέρδεμα αυτό συγκαταλέγεται στα «συνήθη γλωσσικά λάθη» που επισημαίνονται, καταγγέλλονται ή αποδοκιμάζονται σε διάφορα λαθολόγια που φιλοδοξούν να διδάξουν τα «σωστά ελληνικά» και σε συναφή άρθρα.

Να δούμε όμως τι σημαίνουν αυτές οι φράσεις.

Το δέον είναι το ουδέτερο μετοχής του αρχαίου ρήματος δέω, με τη σημασία του απροσώπου δει (χρειάζεται). Ο δέων (η δέουσα, το δέον) είναι ο αναγκαίος, ο απαιτούμενος, αυτός που ταιριάζει. Δεν μίλησε με τον δέοντα σεβασμό. Αντιμετώπισε το θέμα με τη δέουσα προσοχή. Πρέπει να ληφθούν τα δέοντα μέτρα.

Το ουδέτερο, στον πληθυντικό, χρησιμοποιείται καμιά φορά και ουσιαστικοποιημένο -τα δέοντα. Έπραξε τα δέοντα. Ένας παλιομοδίτικος χαιρετισμός ήταν «τα δέοντα στην κυρία σας», όπως θα λέγαμε «τα σέβη μου στην κυρία σας». Αμφιβάλλω αν κάποιος σημερινός νέος (με την ευρύτατη έννοια του όρου, κάτω από τα σαράντα ας πούμε) λέει, στα σοβαρά «τα δέοντα στη μητέρα σου», ας πούμε. Εγώ το λέω καμιά φορά για πλάκα.

Με το δέον έχουμε τη φράση «υπέρ το δέον», που σημαίνει «παραπάνω απ’ όσο πρέπει», σε υπερβολικό βαθμό. Η φράση καλύτερα να χρησιμοποιείται επιρρηματικά, δηλαδή να προσδιορίζει επίθετο, πχ Υπήρξε υπέρ το δέον αυστηρός με τον γιο του. (Μπορεί να συνταχθεί και με ουσιαστικό, όπως π.χ. η υπέρ το δέον εμπορευματοποίηση, αλλά δεν στέκεται πολύ καλά σε όλες τις φράσεις με ουσιαστικά. Πολύ πιο στρωτό το απλό: η υπέρμετρη/υπερβολική εμπορευματοποίηση. Δείτε λίγο περισσότερα σε παλιά συζήτηση στη Λεξιλογία).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , , | 315 Σχόλια »

Το θησαυροφυλάκιο και το υποθηκοφυλακείο

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2018

Συνεχίζω με τούτο το σύντομο άρθρο την εξόφληση… χρεών ή έστω υποσχέσεων που έχω δώσει.

Πριν από ένα εξάμηνο, σε μία ομιλία που είχα κάνει στις Βρυξέλλες, όταν ήρθε η ώρα της συζήτησης με ρώτησε μια κυρία για ποιο λόγο λέμε «θησαυροφυλάκιο, οστεοφυλάκιο» αλλά «υποθηκοφυλακείο». Της απάντησα ότι και τα δύο είναι σωστά, ότι δεν έχω πρόχειρη την απάντηση και ότι θα γράψω άρθρο στο ιστολόγιο. Μετά όμως το ξέχασα.

Τις προάλλες, φίλος μού έστειλε το εξής μήνυμα -διατηρώ την ορθογραφία του:

Να σας ρωτήσω κάτι; Γιατί λέμε θησαυροφυλάκειο ενώ λέμε υποθηκοφυλακείο; Εγώ έλεγα υποθηκοφυλάκειο μέχρι χθες που βρέθηκα σε ένα και οι υπάλληλοι το τονίζαν στην παραλήγουσα. Μου έκανε άσχημη εντύπωση, αλλά μπορεί εγώ να έχω λάθος.

Οι γραφές «-φυλάκειο» δεν είναι σωστές, αλλά πολλοί τις συνηθίζουν. Απάντησα στον φίλο σύντομα και του υποσχέθηκα εκτενέστερο άρθρο, που τώρα το διαβάζετε κι εσείς. Εκτενέστερο, αλλά όχι και πολύ εκτενές, αφού αφορά ένα συγκεκριμένο ερώτημα.

Πολύς κόσμος ταλαιπωρείται στα υποθηκοφυλακεία, ιδίως όταν έχει μπερδεμένες υποθέσεις κληρονομιάς, αλλά το υποθηκοφυλακείο μάς ταλαιπωρεί και από μιαν άλλη άποψη, ως λέξη, αφού πολλοί το λένε και το γράφουν προπαροξύτονο, *υποθηκοφυλάκιο (ή, όπως ο φίλος παραπάνω, *υποθηκοφυλάκειο).

Εδώ που τα λέμε, η λέξη «φυλάκιο» είναι πολύ οικεία τουλάχιστον σε όσους έχουν υπηρετήσει στο στρατό, αλλά και πολλά σύνθετά της τα συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή: το θησαυροφυλάκιο, το οστεοφυλάκιο, τον υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου.

Αυτές οι τέσσερις λέξεις είναι βασικές, αρκετά συχνές, ενώ υπάρχουν και μερικές ακόμα όπως: ιματιοφυλάκιο, οπλοφυλάκιο, αρτοφυλάκιο, σκευοφυλάκιο, ιεροφυλάκιο.

Από την άλλη πλευρά, η λέξη «φυλακείο» δεν υπάρχει στη σημερινή γλώσσα, ενώ από τα λιγοστά σύνθετά της μόνο το υποθηκοφυλακείο έχει κάποια σημαντική παρουσία. Στο Αντίστροφο Λεξικό, της Άννας Συμεωνίδη, που περιέχει και πολύ σπάνιες λέξεις, βρίσκουμε τις εξής σε -φυλακείο: αρχαιοφυλακείο, δεσμοφυλακείο, νεκροφυλακείο, δασοφυλακείο, μεταγραφοφυλακείο. Υπάρχει και το αρχιφυλακείο, όπως το λέγαμε στον στρατό, ίσως ανεπίσημα.

Οπότε, μπροστά στο βάρος και τη συχνότητα των λέξεων σε -φυλάκιο είναι λογικό που κάποιοι το μπερδεύουν και λένε «*υποθηκοφυλάκιο», αφού δεν υπάρχει αντίβαρο διαδεδομένων λέξεων σε -φυλακείο. Ιδίως όσοι έχουν υπηρετήσει μέρος της θητείας τους σε φυλάκιο έχουν την κατάληξη εντυπωμένη στη μνήμη τους.

Γιατί όμως υπάρχουν και -φυλάκια και -φυλακεία;
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , | 160 Σχόλια »