Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ποτά’ Category

Υποθήκες για το κρασί (δυο χρονογραφήματα του Βάρναλη)

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2020

Καθώς έχουμε χαλαρώσει τους περιορισμούς έχουν πια ανοίξει εστιατόρια και ταβέρνες, που τα τιμήσαμε στο ιστολόγιο με το άρθρο της περασμένης Δευτέρας. Συνεχίζουμε λοιπόν σήμερα στο ίδιο κλίμα. Για κυριακάτικο λογοτεχνικό ανάγνωσμα σάς προτείνω δυο χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, δημοσιευμένα στην περίοδο της Κατοχής, που τώρα τα συμπεριέλαβα στον τόμο «Συμποσιακά», και είναι κατεξοχήν συμποσιακά, αφού ο Βάρναλης παρουσιάζει δυο αντικρουόμενες απόψεις για το πώς πρέπει να πίνει κανείς κρασί.

Παραξενεύεται κανείς λίγο όταν διαπιστώνει ότι στην πιο βαθιά στιγμή της Κατοχής, τον Σεπτέμβρη του 1942, θα μπορούσαν οι υπόδουλοι να προβληματίζονται για την καλύτερη οργάνωση των κρασοκατανύξεων -αλλά ο πεινασμένος παρηγοριέται καρβέλια ονειρεύοντας (σικ, ρε).

Το πρώτο χρονογράφημα (Πρωία, 17 Σεπτεμβρίου 1942)

Υποθήκαι

—Το να πιεις ένα καλό κρασί δεν είναι απλή δουλειά. Πρέπει πρώτα να «ανακαλύψεις» το κρασί. Και για να το ανακαλύψεις δεν αρκεί να είσαι μονάχα μερακλής, που δεν μπορείς να υποφέρεις τα «δεύτερα» πράματα παρά και να μη λυπάσαι τους κόπους. Ρωτώντας πας στην Πόλη, κρασί όμως δεν βρίσκεις. Οι περισσότεροι δεν το μολογάνε, για να μην τελειώσει ή γιατί ο κάπελας δε θέλει πελατεία. Θα βάλεις αυτί στην διπλανή παρέα των κρασοπατέρων στο καφενείο και είναι αδύνατο κάποιος απ’ αυτούς σε μια στιγμή να μη φέρει τη κουβέντα στο ενδιαφέρο θέμα. Απ’ αυτούς θ’ ακούσεις πού πηγαίνουν τα βράδια ή αν δεν τ’ ακούσεις, θα τους παρακολουθήσεις μόλις σηκωθούν. Ή θα ιδείς πρωί πρωί τον μπάρμπα-Σκουρά να κατεβαίνει τρεκλίζοντας τα σκαλιά της οδού Πλουτάρχου (από τα ύψη του Λυκαβηττού): «πού τα έπινε»; Απάνω στο μεθύσι του θα σου πει την αλήθεια (από τρελό κι από μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια).

Αλλ’ άμα το βρεις, δεν τελείωσε η υπόθεσις. Πρέπει να ξέρεις και πώς θα το πιεις. Πολλά προβλήματα υπάρχουν προς λύσιν, που οι ατζαμήδες του ποτηριού δεν τα υποψιαστήκανε ποτές. Μακάριοι άνθρωποι! Είναι τα προβλήματα του μεζέ, της ώρας και της παρέας.

Πολλές πλάνες επικρατούν και σ’ αυτόν τον τομέα της ανθρώπινης γνώσης. Οι πλάνες είναι γενικά αμέτρητες—και τις πιστεύουν όλοι από γενιά σε γενιά. Οι αλήθειες είναι λίγες —και λίγοι τις ξέρουν. Η επιστήμη λέει, πως καμιά τροφή κατ’ αρχήν δε βλάπτει. Βλάπτει ο συνδυασμός των τροφών. Με ποια λοιπόν τροφή θα συνδυάσεις το κρασί; Πολλοί νομίζουν πως ο μεζές πρέπει να είναι αρμυρός, για να προκαλεί δίψα: σαρδέλες, ρέγγες! Μα τη δίψα πρέπει να την έχεις από πριν. Και δεν είσαι ποτέ διψασμένος για κρασί, αν δεν πεινάς αβάσταγα. Η πρώτη λοιπόν προπαρασκευή για τον αγώνα του ποτηριού είναι να δημιουργήσεις πείνα. Είτε να δουλέψεις πολύ στο ύπαιθρο είτε ν’ ανεβείς στο βουνό, είτε να κολυμπήσεις πρωί στη θάλασσα. Και να μη βάλεις τίποτα στο στόμα σου. Όποιος από την παρέα σου τρώγει σταφύλια ή παξιμάδι ή πασατέμπο πριν κάτσει στο τραπέζι, είναι απόβλητος. Αυτός δε θα έχει όρεξη και θα σκοτώσει με την ακεφιά του το ζήλο των αλλωνών. Λοιπόν ο καλύτερος μεζές είναι η σούπα. Σούπα ρωμαλέα είτε μοσκαριού είτε γαλοπούλας είτε ψαριού, πηχτή πηχτή με μπόλικη ντομάτα και μανέστρα ή πατσάς. «Μετά τη σούπα κούπου»(*) λέει ο λαός. Ύστερα από τη σούπα έρχονται στην πρώτη γραμμή οι σκάρες, ύστερα οι γκιουβετσάδες και τελευταία τα τηγάνια —όχι συκωτάκια ή σουπιές. Δεν τα έχεις όλα αυτά; Θα αρκεσθείς στα κριθαρένια παξιμάδια, στα στραγάλια και στο τυρί. Όχι ωμές σαλάτες ή μαγιονέζες ή σκορδαλιές —δεν συνδυάζονται με το κρασί και με την μπίρα. Χαλούνε το στομάχι.

Άλλο πρόβλημα είναι της ώρας. Κι εδώ κυριαρχεί η πλάνη, πως οι καλύτερες ώρες για κρασί είναι οι βραδινές. Όχι. Είναι οι μεσημεριανές. Ο οργανισμός πρέπει να είναι ξεκούραστος, να μην έχει προηγηθεί άλλο γεύμα εντός της ημέρας. Έτσι η όρεξη για φαγί είναι μεγαλύτερη, άρα και η όρεξη για κρασί μεγαλύτερη. Καλύτερα να πίνεις από το μεσημέρι ως το βράδυ παρά από το βράδυ ως το πρωί. Στην πρώτη περίπτωση η ζωτικότητα του ανθρώπου όλο και μεγαλώνει, στη δεύτερη όλο κι ελαττώνεται.

Το τρίτο πρόβλημα είναι της παρέας. Κρασί χωρίς παρέα δεν έχει γούστο. Και γι’ αυτό δεν έχει διάρκεια. Αλλά ποια είναι η καλύτερη παρέα; Οι φίλοι —λέει η πλάνη. Μα φίλοι δεν υπάρχουν. Κι απάνου στο κρασί δείχνουν όλοι τα κρυμμένα τους πάθη ο ένας εναντίον του άλλου. Οι λεγόμενες «παρεξηγήσεις» είναι απλώς απότομες εκδηλώσεις παλιών μυχίων αντιπαθειών. Ούτε οι φιλενάδες κάνουνε για παρέα. Δεν ξέρουν να πίνουν, κουράζονται γρήγορα και σε απασχολούν από το κύριο θέμα. Την καλύτερη παρέα την κάνουν οι άγνωστοι άνθρωποι του λαού που τους βρίσκεις στην ταβέρνα, κάθεσαι στο διπλανό τραπέζι κι από κουβέντα σε κουβέντα σε καλούνε να κάτσεις στο τραπέζι τους. Δεν τους ξέρεις, δε σε ξέρουν—αυτό είναι το μέγα «άλλοθι». Κι αυτό ζητάς, όταν πηγαίνεις να πιεις: να λησμονήσεις και να λησμονηθείς!

Σημείωσέ τα αυτά γιατί δε θέλω άμα πεθάνω, να περπατάει η ανθρωπότητα στο σκότος!

(*) Έτσι είναι τυπωμένο. Πιθανώς τυπογραφικό λάθος αντί για “κούπα”.

Πέντε μέρες αργότερα, στις 22 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύτηκε το δεύτερο χρονογράφημα, που είναι βασισμένο κυρίως στην επιστολή αναγνώστη, ο οποίος διαφωνεί με τον «υποθηκοφύλακα» του πρώτου χρονογραφήματος.

«Ένας που πίνει»

Η ένωση κάνει τη δύναμη, μα η διαίρεση αποδεικνύει τη ζωτικότητα της δυνάμεως. Όσο περισσότερες «αιρέσεις» παρουσιάζονται σ’ ένα κίνημα (δογματικό, επιστημονικό, κοινωνικό), τόσο σπουδαιότερη και γενικότερη η σημασία του και τόσο πιο επίκαιρη η γέννησή του.

Ένα τέτοιο ζήτημα είναι και του κρασιού. Όχι γιατί τώρα είναι η εποχή, που πατιούνται τα σταφύλια και βαρελιάζονται οι μούστοι. Αυτό είναι απλό επεισόδιο στην όλην υπόθεση. Το κρασί είναι επίκαιρο και ζωτικότατο εδώ κι αμέτρητους αιώνες, από τότε που ο άνθρωπος εστάθηκε κάπου κι οργάνωσε την πρώτη αγροτική κοινωνία.

Λοιπόν. Αμέτρητους αιώνες πίνει ο άνθρωπος το αίμα του αμπελιού, για να «ευφρανθεί η καρδία του» —όπως εντέλλεται η Γραφή. Αλλά ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να ευφρανθεί; Δεν πρέπει να ξεχνούμε και την κοινωνική πλευρά του ζητήματος. Κάθε εποχή «ευφραίνεται» με το δικό της τρόπο. Θα μπορούσε κανείς να γράψει την ιστορία των λαών γράφοντας την ιστορία της κρασοποσίας των. Αλλά και κάθε άτομο «ευφραίνεται» με το δικό του τρόπο. Αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια της ομαδικής «συνήθειας».

Λοιπόν. Ένας που πιστεύει πως ξέρει να πίνει, ή μάλλον που χαριτολογεί απάνου σ’ αυτό το θέμα, μας έδωσε τις «υποθήκες» του πριν από λίγες μέρες σ’ αυτήν τη στήλη για το ποιος είναι ο καλύτερος μεζές, η καλύτερη ώρα κι η καλύτερη παρέα για το κρασί. Και μας είπε πως ο καλύτερος μεζές είναι η σούπα· οι καλύτερες ώρες το μεσημέρι (ως το βράδυ) κι η καλύτερη παρέα οι απλοί άνθρωποι του λαού, που κατά τύχην σε προσκαλούν να καθίσεις στο τραπέζι τους, άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Αλλά κάποιος αναγνώστης, που υπογράφεται «ένας που πίνει», δεν συμφωνεί μ’ αυτές τις «υποθήκες» του χαριτολόγου φίλου μας. Είναι οπαδός της κλασικής παράδοσης και δε φαίνεται να έχει αντιρρήσεις απλώς «για να γίνεται κουβέντα», παρά γιατί έχει και πείρα και γνώση του ζητήματος. Είμαστε υποχρεωμένοι να φιλοξενήσουμε τις γνώμες του —κι ας κάνει καλά μαζί του ο «υποθηκοφύλαξ» των νέων ιδεών.

«Ούτε με σαρδέλες, ούτε με ρέγγες πίνεται το κρασί. Ούτε και με σούπα και νερά. Η σούπα τρώγεται μετά το γλέντι και μάλιστα τα ξημερώματα της άλλης μέρας, όταν σφάζεται ο κόκορας και μπαίνει στο τέντζερη. Και τότε τρώγεται με λίγο κρασάκι μονάχα.

Βέβαια στην πρώτη γραμμή έρχονται οι σκάρες —όχι ψάρι, γιατί το κρασί δεν πίνεται με ψάρι— παρά με κρέας: παϊδάκια, μπριζόλα χοιρινή με μπόλικο λεμόνι ή βραστό χωρίς ζουμί.

Το γκιουβέτσι δεν είναι μεζές, αλλά φαγί. Το γκιουβέτσι είναι καλό για μεγάλη παρέα. Αλλ’ η μεγάλη παρέα είναι εχθρός του κρασιού. Ένας, που θέλει να πιει σε ταβέρνα, ποτές δεν πάει με περισσότερους από τρεις.

Επίσης έχετε λάθος, πως οι ωμές σαλάτες κι η σκορδαλιά δεν συνδυάζονται με το κρασί. Γιατί ειδικά το σκόρδο, είναι ωραίος μεζές.

Όσον αφορά για την ώρα, νομίζω πως οι καλύτερες ώρες είναι οι βραδινές. Γιατί το βράδυ ο άνθρωπος είναι κουρασμένος από τις δουλειές της ημέρας και ζητάει ξεκούραση στην ταβέρνα.

Έχω επίσης τη γνώμη, πως το κρασί πρέπει να το πίνεις μόνος όταν ξέρεις να κάνεις παρέα  με τον εαυτό σου. Τότε όλες οι ώρες είναι καλές κι όλοι οι μεζέδες περίφημοι…»

Δεν πιστεύω να έχει σπουδαίες αντιρρήσεις σ’ όλα αυτά ο «υποθηκοφύλαξ των νέων ιδεών». Για έναν που έχει κέφι και σεκλέτια, όλες οι ώρες κι όλοι οι μεζέδες είναι καλοί —και μάλιστα όταν δεν βρίσκει κι εκείνο κι αυτούς όποτε και όπως τα θέλει. Ο «υποθηκοφύλαξ» μίλησε για τους καλύτερους όρους να πίνουν κρασί οι «αριστοθήραι», οι μερακλήδες κι όχι απλώς να το πίνουν, παρά να το γλεντάνε.

Απ’ όλες τις γνώμες του επιστολογράφου μας η τελευταία του είναι η πιο αξιοσημείωτη: πως την καλύτερη παρέα την κάνει ο εαυτός μας. «Ο ένας που πίνει» είναι άνθρωπος «που πίνει ένας» δηλαδή μοναχός του. Κι ο ένας είναι ο «δυνατός», που λέει ο Ίψεν ο ατομικιστής. Είναι δυνατός όμως όχι γιατί είναι ένας, παρά γιατί μπορεί να τα έχει καλά με τον εαυτό του. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε φοβάται τίποτε και δεν πελαγώνει ποτέ. Αλλά πόσοι είναι οι τέτοιοι; Οι περισσότεροι πίνουν για να ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Είναι άρα οι άνθρωποι που δεν τα έχουν καλά με τον εαυτό τους. Αυτοί ξεχνούνε και ξεχνιούνται μονάχα με παρέα αγνώστων· και κάθε φορά σε άλλη ταβέρνα, με άλλους αγνώστους.

Δεν ξέρουμε αν ο πρώτος βαρελόφρων εκφράζει την άποψη του Βάρναλη ή αν ο Βάρναλης είναι απλός διαιτητής ανάμεσα στους δύο, όπως φαίνεται στο δεύτερο χρονογράφημα. Πάντως ο Βάρναλης το τιμούσε δεόντως το κρασί!

 

Posted in Βάρναλης, Ποτά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 230 Σχόλια »

Συμποσιακά, ο τρίτος τόμος χρονογραφημάτων του Κώστα Βάρναλη!

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2019

Μόλις κυκλοφόρησε, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου επιμέλεια, ο τόμος Συμποσιακά, με 154 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, εμπνευσμένα από το καφενείο και την ταβέρνα, τον καφέ και το τσιγάρο, το πιοτό και το φαΐ, από τις παρέες και από τη συλλογική ευωχία.

Είναι ο τρίτος τόμος με χρονογραφήματα του Βάρναλη που εκδίδω, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο. Προηγήθηκαν, το 2016 τα «Αττικά», με χρονογραφήματα για την Αθήνα και την Αττική, και το 2017 τα «Αστυνομικά«, με χρονογραφήματα από γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, ενώ από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει παλιότερα δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ.

Σκοπός μας είναι, όσο αντέχουμε, να βγάλουμε κι άλλους τόμους με χρονογραφήματα του Βάρναλη, πάντοτε σε θεματική κατάταξη. Αν όλα πάνε καλά, του χρόνου θα βγουν τα Πολεμικά, γραμμένα με την ευκαιρία του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Εδώ μπορείτε να δείτε τους τίτλους των 154 χρονογραφημάτων -και να παραγγείλετε το βιβλίο αν θέλετε 🙂

Τα χρονογραφήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο Συμποσιακά δημοσιεύτηκαν σε πέντε εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1957, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944

Ηνωμένος Τύπος, 1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1957

Χρειάζεται να πω δυο λόγια για τη δεύτερη από τις εφημερίδες αυτές. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1944, όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες αναγκάστηκαν να κλείσουν, λόγω έλλειψης στο δημοσιογραφικό χαρτί και στη θέση τους εκδόθηκαν δύο μόνο εφημερίδες, μία πρωινή και μία απογευματινή, ο Ηνωμένος Τύπος και τα Βραδυνά Νέα. Ο Βάρναλης ανέλαβε το χρονογράφημα στον Ηνωμένο Τύπο, ένδειξη του κύρους του. Δεν έχω βρει πουθενά πλήρες σώμα της βραχύβιας άλλωστε αυτής έκδοσης αλλά στο αρχείο Βάρναλη σώζονται 2-3 χρονογραφήματα, ένα από τα οποία περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο. Βέβαια, αυτή η λύση ανάγκης δεν κράτησε πάνω από 2-3 εβδομάδες.

Η μερίδα του λέοντος των χρονογραφημάτων του τόμου ανήκουν στη περίοδο της Κατοχής. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται περίεργο, αφού στην Κατοχή ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Ωστόσο, εξηγείται: Αφενός, εξαιτίας της λογοκρισίας μια σειρά από θέματα απαγορεύονταν, με αποτέλεσμα τα χρονογραφήματα να προτιμούν θέματα εκ πρώτης όψεως ανώδυνα όπως οι ταβέρνες  ή το κάπνισμα. Αφετέρου, λειτουργεί κάποιο αίσθημα αναπλήρωσης. Ακριβώς επειδή οι Αθηναίοι περνούσαν περίοδο ακραίων στερήσεων και δοκιμασιών, η τέχνη ανέλαβε να αναπληρώσει όσα δεν μπορούσε να δώσει η ζωή -κι έτσι, σε κάποια από τα χρονογραφήματα του Βάρναλη που θα διαβάσετε σε αυτόν τον τόμο θα βρείτε να περιγράφονται γενναία τραπεζώματα, ακόμα και λουκούλλεια γεύματα.

Δεν λείπουν πάντως οι αναφορές στις δυσκολίες της περιόδου: στη μαγειρική των περιστάσεων, στην έλλειψη γνήσιου καφέ (“ο βαρύς γλυκός έχει γίνει ελαφρός σκέτος”), στην επιβολή περιορισμών στην πώληση τσιγάρων, στη μετατροπή της παραδοσιακής ταβέρνας σε “κέντρο πολυτελείας” και βέβαια στη μαύρη αγορά, τόσο στα τσιγάρα όσο και στα τρόφιμα. Υπάρχει κι ένας “άφρων μαυραγορίτης” που σκάει από το πολύ φαΐ όταν γιορτάζει την απόκτηση της πρώτης του πολυκατοικίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Κατοχή, Παρουσίαση βιβλίου, Ποτά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 124 Σχόλια »

Έγινε φέσι: οι 50 αποχρώσεις της μέθης

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2018

Σε μια συζήτηση τις προάλλες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια στο Φέισμπουκ, ένας φίλος διηγήθηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια πολυεθνική παρέα, οι Έλληνες της παρέας έλεγαν για κάποιον που μέθυσε πολύ, που έγινε τύφλα στο μεθύσι, που έγινε φέσι, που έγινε ντίρλα, και χρησιμοποίησαν την έκφραση «έγινε κομοδίνο». Τότε ένας Τούρκος συνάδελφός τους γελώντας τούς εξήγησε ότι στα τούρκικα χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό komodin για κάποιον άχρηστο, αυτόν που δεν έχει άλλη αξία παρά να στέκεται διακοσμητικός σε μια άκρη. «Γιατί πολεμάμε με αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.

Ομως το σημερινό άρθρο δεν έχει σκοπό να προβληματιστεί για τα κοινά στοιχεία Ελλήνων και Τούρκων ούτε να κάνει κήρυγμα για τη φιλία των λαών, αλλά να διερευνήσει το κομοδίνο και τις άλλες 50 (να είναι τόσες; ή περισσότερες;) αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια στον τίτλο δεν έβαλα την έκφραση «έγινε κομοδίνο» επειδή δεν είναι τόσο κοινή, προτίμησα να βάλω γνωστότερες. Για να πω μάλιστα την αλήθεια, την έκφραση αυτή, το λέω χωρίς να κοκκινίζω, δεν την ήξερα -ο φίλος που τη χρησιμοποίησε είναι αρκετά νεότερος, και κάθε γενιά έχει (και) δικές της λέξεις για να περιγράψει το μεθύσι. Μεθάμε κι εμείς οι γεροντότεροι αλλά το περιγράφουμε αλλιώς.

Γιατί κομοδίνο ο μεθυσμένος; Δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσεις πώς γεννήθηκε μια έκφραση, αλλά ο φίλος θεωρεί ότι βγήκε επειδή περιγράφει κάποιον «που έχει πιει τόσο, που οι διανοητικές του λειτουργίες είναι σε κατάσταση επίπλου». Πιθανώς την ίδια προέλευση να έχει και μια άλλη έκφραση που αναφέρθηκε στην ίδια συζήτηση, το «έγινε μπαούλο».

Σκέφτηκα να συγκεντρώσω λοιπόν σε αυτό το άρθρο όλες τις εκφράσεις που βρήκα και που θυμήθηκα για την περιγραφή των μεθυσμένων, πάντοτε της μορφής «έγινε Χ» ή «είναι Χ» ή «Χ στο μεθύσι». Σημειώνω και μερικές παλιότερες, ως και αρκετά παλιότερες. Η αργκό, το είπαμε και χτες, γερνάει γρήγορα και ανανεώνει γρήγορα το λεξιλόγιό της, οπότε οι νεότεροι δεν θα ξέρουν πολλές από τις εκφράσεις του καταλόγου. Ρώτησα και τις κόρες μου, τι λένε όταν μεθάνε, και μου είπαν κάποιες μάλλον κοινές εκφράσεις όπως έγινε ντίρλα, σκνίπα, φέσι, κώλος, χώμα, τάπα.

Από την άλλη, στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση βρήκα τις εξής εκφράσεις: έγινε βαποράκι, γκον, κουρούνα, κουτούκι, μούσκεμα, σκνίπα, σκρου, στουπί, στύφα, τάβλα, τύφλα, φέσι. Στο λεξικό των συνωνύμων του, ο Δαγκίτσης προσθέτει και το παπόρι. Περίπου τα ίδια έχει και ο Βλαστός στα Συνώνυμα και συγγενικά: κουτουκι, τύφλα, τάβλα, στουπί, τάπα, σκρου, φέσι, σκνίπα· κουρούνα, μούσκεμα. Βαποράκι.

Η σκνίπα, το στουπί, η τύφλα και το φέσι είναι σε χρήση και σήμερα, καναδυό ακόμα μπορεί να είναι γνωστές, κάποιες δεν θα τις ξέρετε.

Στο λεξικό συνωνύμων του Μπαμπινιώτη δίνονται: σκνίπα, τύφλα, πίτα, στουπί, τάβλα, κουδούνι, σταφίδα, χώμα, φέσι.

Περισσότερες εκφράσεις καταγράφονται στο Λεξικό της περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει και ονλάιν αλλά δεν βρήκα τρόπο να λινκάρω στη σελίδα των αποτελεσμάτων της αναζήτησης, ενώ αρκετές υπάρχουν στο Πιπέρι στο στόμα, τη μελέτη για τις λέξεις-ταμπού που έχουμε παρουσιάσει κι εδώ. Από διαδικτυακές πηγές, το slang.gr έχει φυσικά πολλές εκφράσεις, που επίσης τις έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο.

Πρέπει να πούμε ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για το μεθύσι αλλά και για την κατανάλωση ουσιών ή ακόμα και για τη σωματική εξάντληση π.χ. η «είμαι χώμα». Κάποιες βέβαια είναι μόνο για το μεθύσι, όπως εκείνες που δηλώνουν διαβροχή (έγινε στουπί). Σε πολλές από τις εκφράσεις ο μεθυσμένος παρομοιάζεται με αλοιφή ή συναφές υλικό, σε άλλες με ζώο ή έντομο, σε άλλες με έπιπλο.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα συνενώνοντας όσα υπάρχουν στις πηγές που ανέφερα παραπάνω, χωρίς να σημειώνω ολες τις παραπομπές. Πρόσθεσα μερικά που έχω αποδελτιώσει απο τη λογοτεχνία.

Ας δούμε λοιπόν τον κατάλογο με κάποιο σχολιασμό για κάποιες εκφράσεις. Σε αλφαβητική σειρά:

  1. έγινε/είναι αλιάδα (Κάτος)
  2. έγινε/είναι άλογο (slang.gr)
  3. έγινε/είναι αλοιφή (Κάτος)
  4. είναι αποκαής. Παπαδιαμαντικό. Το βάζω τιμής ένεκεν, αν και διαφέρει λίγο αφού περιγράφει την ειδική κατάσταση του μεθύστακα που με ελάχιστη ποσότητα μεθάει πάλι, όπως ο φούρνος που μόλις έχει αρχίσει να κρυώνει.
  5. έγινε/είναι βαποράκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) Ανεξάρτητα από τη χρήση βαποράκι = αυτός που μεταφέρει λαθραία, ιδίως ναρκωτικά, για λογαριασμό άλλου.
  6. έγινε/είναι γκάιντα (Κάτος)
  7. έγινε/είναι Γκόγκολ (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «γκολ»
  8. έγινε/είναι γκολ (slang.gr, Κάτος) Εικάζω ότι είναι εξέλιξη του «έγινε γκον», όταν χάθηκε η διαφάνειά του
  9. έγινε/είναι γκον (Κάτος, Δαγκίτσης) Ο Κ. Καραποτόσογλου, «Δυσετυμολόγητα της νέας Ελληνικής» ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 15 (1989), το ετυμολογεί από το gone=drunk, dead drunk, υποστηρίζοντας ότι «πέρασε στην ελληνική είτε από τους μετανάστες που γύριζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, είτε από τους διαλόγους των κινηματογραφικών ταινιών». Το βρίσκω πειστικό. Ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολόγηση του Ζάχου από το γκογκ, που ο Καραποτόσογλου τη βρίσκει «πληρέστερη αλλά όχι και απόλυτα πειστική».
  10. είναι «εν τη δόξη του». Παπαδιαμαντικό, τιμής ένεκεν.
  11. έγινε/είναι ένα με τη γη (Κάτος)
  12. έγινε/είναι ένα με το χώμα (Κάτος)
  13. έγινε/είναι ζάντα (slang.gr)
  14. έγινε/είναι ζάντα φε (slang.gr)
  15. έγινε/είναι ζούνα. Παπαδιαμαντικό. Ήτο αγγλικόν ρούμι, και με ολίγας δόσεις εγένετο κανείς «ζούνα». (Βαρδιάνος στα σπόρκα).
  16. έγινε/είναι κόκαλο (slang.gr)
  17. έγινε/είναι κομμάτια (slang.gr) Βέβαια η έκφρ. «κομμάτια να γινει» έχει άλλη σημασία.
  18. έγινε/είναι κομοδίνο (Υπογλώσσια)
  19. έγινε/είναι κουδούνι (Κάτος)
  20. έγινε/είναι κουνουπίδι (slang.gr, Κάτος). Περί τη μία μεταμεσονύχτιο διαλύθηκαν -κουνουπίδι απαξάπαντες- για να μεταβούν έκαστος εις τα ίδια (Καραγάτσης, Το 10).
  21. έγινε/είναι κουρούνα (Δαγκίτσης, Βλαστός) κι οι σκαπανείς μαζευονται απ το κρασί κουρούνα, στίχος του Σουρή περί το 1880
  22. έγινε/είναι Κουστώ (slang.gr) Διότι έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.
  23. έγινε/είναι κουτούκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) …είμαι κουτούκι, σε στίχο του Σουρή, 1882
  24. έγινε/είναι κωλίδι (slang.gr)
  25. έγινε/είναι κώλος (slang.gr)
  26. έγινε/είναι λάσπη (slang.gr, Κάτος)
  27. έγινε/είναι λέσι (Κάτος)
  28. έγινε/είναι λιάδα (Κάτος)
  29. έγινε/είναι λιάρδα (slang.gr) Κατά το σλανγκρ, από το αρβανίτικο λιάρδα που σημαίνει λιώμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι από το «λιάδα» δηλαδή αλιάδα, δηλαδή σκορδαλιά.
  30. έγινε/είναι λιώμα (slang.gr, Κάτος)
  31. έγινε/είναι μανουάλι (slang.gr)
  32. έγινε/είναι μούσκεμα (Δαγκίτσης,, Βλαστός)
  33. έγινε/είναι μπαούλο (Υπογλώσσια)
  34. έγινε/είναι Μπομπ Ντίρλαν (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «έγινε ντίρλα»
  35. έγινε/είναι ντέφι (Κάτος)
  36. έγινε/είναι ντίρλα (slang.gr, Κάτος). Εικάζω ότι προέρχεται από το Ντιρλαντά-ντιρλανταντά.
  37. έγινε/είναι ντούρλα. Ίσως παραλλαγή της ντίρλας. Κι ένα βράδυ, που ήταν υπηρεσία στη μονάδα, αφού πρώτα έγινε ντούρλα στο μεθύσι, βγήκε «εφόδου», και δεν ήξερε πού πάν’ τα τέσσερα. (Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων).
  38. έγινε/είναι παϊτόνι (Κάτος)
  39. έγινε/είναι παπόρι (Δαγκίτσης)
  40. έγινε/είναι πατάτα (Κάτος)
  41. έγινε/είναι πίτα (slang.gr, Κάτος) Και πίτας (Κάτος)
  42. έγινε/είναι σκατά (Κάτος)
  43. έγινε/είναι σκνίπα (slang.gr, Κάτος, Δαγκίτσης) Και σκνίπας (Κάτος) Ίσως επειδή οι σκνίπες διαγράφουν τροχιές που θυμίζουν το περπάτημα του μεθυσμένου με οχτάρια. Οι ξυλένιοι φαφλατάδες από το μεθύσι σκνίπες, στίχος του Σουρή.
  44. έγινε/είναι σκρου (Δαγκίτσης, Βλαστός)
  45. έγινε/είναι σούπα (Κάτος)
  46. έγινε/είναι σούρα (Κάτος)
  47. έγινε/είναι σπανακόπιτα (Κάτος)
  48. είναι στα πράματα. Παπαδιαμαντικό.
  49. έγινε/είναι σταφίδα (Κάτος, Μπαμπινιώτης)
  50. έγινε/είναι στειλιάρι. Κι εγώ στηλιάρι έγινα με κόκκινο κρασί στίχος του Σουρή στον Ρωμηό, 1889,
  51. έγινε/είναι στουπί (Κάτος, Δαγκίτσης)
  52. έγινε/είναι στύφα (Δαγκίτσης) Υπάρχει και η παραλλαγή: στούφα στο μεθύσι.
  53. έγινε/είναι τάβλα (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός)
  54. έγινε/είναι τάπα (Κάτος, Βλαστός) «ένας μόρταρος … από το μεθύσι τάπα» σε στιχούργημα του Λαπαθιώτη, 1933.
  55. έγινε/είναι τέζα (Κάτος)
  56. έγινε/είναι τούνγκα (Κάτος)
  57. έγινε/είναι τούντζι. Του Καραγάτση, π.χ. Σύντομα γίνηκαν τούντζι απαξάπαντες («Γιούγκερμαν»)
  58. έγινε/είναι τούρνα (Κάτος)
  59. έγινε/είναι τύφλα (Κάτος, Δαγκίτσης). Και τύφλας (Κάτος) Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβήσιμο τ’ ακριβού της. Καρκαβίτσας, Αρχαιολόγος
  60. έγινε/είναι φέσι (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός).
  61. έγινε/είναι φέτα (Κάτος)
  62. έγινε/είναι χάλια (Κάτος)
  63. έγινε/είναι χημείο (slang.gr)
  64. έγινε/είναι χέσμα (slang.gr)
  65. έγινε/είναι χότζας (Κάτος)
  66. έγινε/είναι χύμα (Κάτος)
  67. έγινε/είναι χώμα (slang.gr)
  68. έγινε/είναι ψάθα (Πιπέρι στο στόμα) Είναι η παλαιότερα καταγραμμένη από τις εκφράσεις, αφού τη βρίσκουμε σε ποίημα του Σούτσου, 1835: Κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα

Είχα πει για 50 αποχρώσεις αλλά πλησιάζουμε τις εβδομήντα και δεν αποκλείεται, μαζί με τα σχόλια, να ξεπεράσουμε και τις εκατό.

Περιμένω λοιπόν να πλουτίσετε τον κατάλογο στα σχολια!

 

 

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης, Ποτά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Το νερό της ζωής

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2017

Μια και κοντεύει η άνοιξη (δεν γράφω «ήρθε» για να μην την πάθω σαν τη γριά της παροιμίας) είπα να κάνω μιαν εκκαθάριση στα μπουκάλια με τα ποτά, και τα μάζεψα για μιαν αναμνηστική φωτογραφία, πριν τα πάω στην ανακύκλωση, σαν τους παλιούς συντρόφους που με τον ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας τους βγάζουν μια τελευταία φωτογραφία πριν αποσυρθεί ο καθένας στο χτηματάκι του. Όταν λέω εδώ ποτά, εννοώ εκείνα που έχουν μεγάλο οινοπνευματικό βαθμό, όχι κρασιά και μπίρες, που καταναλώνονται άλλωστε σε μια καθισιά ή σε λίγες καθισιές.

Στη φωτογραφία πλειοψηφούν τα μπουκάλια με μακρύ λαιμό, που είναι όλα τους αποστάγματα, τα πιο πολλά από φρούτα, με πρώτο το απόσταγμα μιραμπέλας που είναι το εθνικό μας φρούτο εδώ στη Λοθαριγγία -ένα είδος κορόμηλο είναι, πολύ όμοιο με το πράουστο της Σαμοθράκης.

Αλλά εδώ λεξιλογούμε, οπότε με αφορμή το ανοιξιάτικο ξεκαθάρισμα που έκανα θα γράψω μερικά ετυμολογικά και λεξιλογικά για τα αποστάγματα αυτά. Επίσης, για λόγους μεθοδολογικούς, ας πούμε, δεν θα αναφερθώ από ετυμολογική άποψη στα ελληνικά αποστάγματα, ρακή, τσίπουρο, τσικουδιά και ούζο, επειδή αξίζουν ξεχωριστό άρθρο. Βέβαια ρακή, τσικουδιά και τσίπουρο είναι ουσιαστικά το ίδιο ποτό (περιμένω σχόλια υπέρ και κατά της άποψης).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ποτά | Με ετικέτα: , , , , | 360 Σχόλια »