Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ρεμπέτικα’ Category

Πεθαμένοι που ανασαίνουν (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 18 Νοέμβριος, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, που είναι καρπός των αναδιφήσεών του σε σώματα παλιών εφημερίδων. Ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο, με αρκετό γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Θυμίζω πως ο Κόρτο μας είχε δώσει πριν από μερικούς μήνες μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο.

Επειδή το κείμενο είναι εκτενές αλλά και πλήρες, με την έννοια ότι ο Κόρτο έχει και εισαγωγή αλλά και γλωσσάρι, δεν κρίνω σκόπιμο να πω κάτι άλλο. Σχόλια δικά μου μέσα στο κείμενο είναι σε αγκύλες. Αν και πιστεύω ότι η ορθογραφία σε τέτοια κείμενα είναι καλύτερο να εκσυγχρονίζεται, ομολογώ ότι από τεμπελιά το άφησα όπως το είχε ο Κόρτο, δηλ. με την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού.

 

ΟΙ «ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ»,

ΕΝΑ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ

Τα αποσπάσματα τα οποία ακολουθούν προέρχονται από ένα εκτενές κείμενο με γενικό τίτλο «Πεθαμένοι που ανασαίνουν» και υπότιτλο «από το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου που πέθανε μέσα στη φυλακή από φυματίωσι», το οποίο δημοσιεύτηκε σε 29 συνέχειες στην εφημερίδα Απογευματινή, από την 9η Ιουλίου έως την 6η Αυγούστου 1926. Το συνολικό κείμενο διαρθρώνεται σε ένα σύντομο προοίμιο και τρία κυρίως κεφάλαια, άνισα σε έκταση και χωρισμένα σε επιμέρους υποκεφάλαια με ξεχωριστούς τίτλους το καθένα. Πρόκειται για δημοσίευμα μικτού χαρακτήρα, δημοσιογραφικού και συγχρόνως λογοτεχνικού, στο οποίο περιγράφονται σε πρώτο πρόσωπο οι εντυπώσεις ενός υποδίκου από τις πρώτες μέρες της εισόδου του στην φυλακή και ενόσω αυτός βρίσκεται σε αναμονή για έκδοση αποφυλακιστηρίου, το οποίο φαίνεται ότι περιμένει ματαίως. Στο προοίμιο του κειμένου εκδηλώνεται σε δραματικό τόνο ο πόνος των φυλακισμένων και καταδικάζεται η αναλγησία του Νόμου. Στο πρώτο και στο τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η κύρια διήγηση, ενώ επίσης αποδίδονται εκτενείς διάλογοι του πρωταγωνιστή με κρατουμένους, οι οποίοι αφηγούνται εντυπωσιακές ιστορίες της φυλακής. Ενδιαμέσως στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας παραθέτει μία έκθεση των συνολικών προβλημάτων τα οποία μαστίζουν τους φυλακισμένους, κατακρίνει με φλογερό λόγο την άθλια κατάσταση των σωφρονιστικών καταστημάτων, υποδεικνύει τους υπαιτίους και προτείνει άμεσες λύσεις.

Σκίτσο της 10.7.1926

Υπό αυτήν την έννοια, καθώς το δημοσίευμα συνδυάζει στοιχεία προκλητικής αφήγησης αφενός, καταγγελίας αφετέρου, οι «πεθαμένοι που ανασαίνουν» θα μπορούσαν να ταξινομηθούν στην ευρύτερη σειρά των ρεπορτάζ λογοτεχνικού ύφους τα οποία συνέταξαν γνωστοί Έλληνες συγγραφείς (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Μιχαήλ Μητσάκης, Πέτρος Πικρός, Κώστας Βάρναλης, Θέμος Κορνάρος κλπ) ύστερα από επισκέψεις τους σε φυλακές ή άσυλα. Ωστόσο ο συντάκτης του εν λόγω κειμένου είναι ανώνυμος. Η φυλακή όπου διαδραματίζεται η αφήγηση δεν κατονομάζεται ευθέως (πιθανότατα πρόκειται για την Παλιά Στρατώνα), ούτε αναφέρεται ο ακριβής χρόνος εισόδου του αφηγητή στην φυλακή· παραλείπεται επίσης η αναφορά του παραπτώματος για το οποίο κατηγορείται. Συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί άμεσα αν τα περιγραφόμενα του κειμένου αποτελούν προϊόν πραγματικής εμπειρίας προσωποκράτησης, δημοσιογραφικής αυτοψίας σε κάποιον χώρο φυλακής ή ενδεχομένως γέννημα λογοτεχνικής φαντασίας.

Σε κάθε περίπτωση το κείμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον από λαογραφικής και κοινωνιολογικής απόψεως, διότι οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες, έστω και αν δεν προέρχονται από αυθεντική μαρτυρία, οπωσδήποτε αντικατοπτρίζουν τους στερεότυπους συνειρμούς του εγγράμματου κόσμου για την ζωή των φυλακισμένων κατά την διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Οπωσδήποτε ορισμένα μοτίβα τα οποία συναντώνται στο κείμενο εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Για παράδειγμα το θέμα της εισαγωγής απαγορευμένων ειδών στην φυλακή με την βοήθεια μίας γυναίκας εμφανίζεται ήδη στην «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1903): «Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, προς παρηγορίαν του φυλακισμένου» (βλ. ιστοχώρος Α. Παπαδιαμάντης). Παρόμοια εικόνα απαντάται στο διήγημα «Η γυναίκα του Μαλή» του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1927): «Με τέτοιον τρόπο έμπαζε ούζο για τους φυλακισμένους μέσα στο ψωμί και μέσα στα ρούχα της» (Παπαντωνίου, 2011, σελ.159). Θεματικές αναλογίες εντοπίζονται βεβαίως και στην μεταγενέστερη λογοτεχνία, όπως η σκηνή ενθάρρυνσης του παλιού κρατούμενου προς τον νεοφερμένο, στο ευθυμογράφημα του Νίκου Τσιφόρου «ο μοδίστρας» (1962): «Έλα, ρε, μη το κρεμάς βαρίδι το πράμα. Φυλακή είναι, καλά περνάμε και δίνουνε και γάλα στο αναρρωτήριο.» (Τσιφόρος 2013, σελ.19). Ειδικότερα στο δημοσίευμα της «Απογευματινής» η τυποποιημένη απόδοση της ζωής των φυλακισμένων ενισχύεται και από μία σειρά συνοδευτικών σκίτσων, τα οποία είναι μάλλον γελοιογραφικού ύφους, μολονότι το ίδιο το κείμενο δεν διακρίνεται από χιουμοριστικό τόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Λαογραφία, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Φυλακή | Με ετικέτα: , , , , | 27 Σχόλια »

Τζιμάνι, μια ανακεφαλαίωση

Posted by sarant στο 7 Νοέμβριος, 2018

Στο σημερινό άρθρο θα πούμε πράγματα γνωστά στους ταχτικούς και στους ισχυρομνήμονες αναγνώστες του ιστολογίου, αφού θα ανακεφαλαιώσουμε πράγματα που έχουν ήδη γραφτεί σε σχόλια. Ανακεφαλαίωση σημαίνει και ανακύκλωση, σ’ ένα βαθμό, γι’ αυτό και ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη που θα διαβάσετε πράγματα που τα έχουμε ξαναπεί και μάλιστα πολύ πρόσφατα.

Ωστόσο, η ανακεφαλαίωση είναι απαραίτητη κατά τη γνώμη μου, επειδή η αρχική συζήτηση είχε γίνει στα σχόλια ενός εντελώς άσχετου άρθρου, η δε αναφορά που έκανα προχτές δεν ήταν πλήρης. Με τη σημερινή ανακεφαλαίωση παρουσιάζεται πλήρης η εικόνα της ετυμολογίας της λέξης «τζιμάνι» έτσι ώστε να μπορεί κανείς να βρει σε ένα μέρος όλα όσα έχουμε πει και να τα σχολιάσει, ενώ ελπίζω ότι με τα σχόλιά σας μπορεί να ξεκαθαρίσουν μια-δυο εκκρεμότητες που υπάρχουν. Και άλλα άρθρα του ιστολογίου χρειάζονται τέτοιο νοικοκύρεμα.

Πράγματι, η αρχική συζήτηση είχε γίνει πριν από δυόμισι χρόνια, σε ένα άρθρο για τις λέξεις γέμελος και μπινιάρης (σημαίνουν και οι δυο «δίδυμος»). Εκεί, ο φίλος μας ο Κόρτο είχε αναρωτηθεί αν η λέξη «τζεμάλι», παράλληλος τύπος της γνωστότερης «τζιμάνι», μπορεί να προέρχεται από την ιταλική  gemelli (δίδυμοι).

Η εικασία αυτή δεν ήταν σωστή, αλλά αναπόφευκτα τέθηκε στη συζήτηση η ετυμολογία της λέξης «τζιμάνι». Βγάλαμε ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία τα ανέφερα την περασμένη Παρασκευή, πολύ περιληπτικά, στην ομιλία μου για τα Ληξιαρχεία της γλώσσας, που αναδημοσιεύτηκε και εδώ προχτές. Η αναδημοσίευση προκάλεσε νέες συζητήσεις καθώς και κάποια ερωτήματα -που θα τα συζητήσουμε σήμερα.

Το αρχικό ερώτημα του Κόρτο είναι πολύ καλά διατυπωμένο:

Τζεμάλι: τζιμάνι ή τζεμάνι, ο πολύ ικανός, που καταπιάνεται με όλα και τα καταφέρνει όλα.
Γνωστή η λέξη από το τραγούδι του Αντώνη Νταλγκά το μπαγλαμαδάκι σπάσε:

«Ήτανε παιδί τζεμάλι, πρώτος στον λουλά
και τον εζηλεύαν όλοι μες τη γειτονιά».

Επίσημη ετυμολογία: αγγλ. g-man `ειδικός πράκτορας του FBI

Δεν πείθομαι ιδιαιτέρως με τον πράκτορα του FBI στην προπολεμική Ελλάδα. Υπάρχει καμιά άλλη προσέγγιση; Ίσως κάποια σχέση με τον γέμελο;

Να προσέξουμε ότι για το τζιμάνι όλα τα λεξικά: ΛΚΝ, Μπαμπινιώτη (Γενικό αλλά και Ετυμολογικό), Χρηστικό, αλλά και το πρόσφατο ΜΗΛΝΕΓ, δίνουν την ίδια ετυμολογία, με την ίδια διατύπωση. Αυτή η ομοφωνία είναι βέβαια σημαντικό στοιχείο, αλλά όποιος έχει λεξικογραφική πείρα ξέρει ότι πολλές φορές δεν σημαίνει και πάρα πολλά: όταν δεν έχει προβληθεί κάποια εναλλακτική άποψη, τα λεξικά συνηθίζουν να υιοθετούν τις ετυμολογίες των προγενέστερων -είναι ανθρωπίνως αδύνατο να κάνεις ειδική ετυμολογική έρευνα για κάθε μία από τις χιλιάδες λέξεις του λεξικού σου, οπότε φυλάς τους πορους σου για τις αμφισβητούμενες περιπτώσεις. Για τη λέξη «τζιμάνι» δεν είχε εγερθεί ως τώρα αμφισβήτηση.

Ώστε τζιμάνι ο τζι-μαν, ο πράχτορας του FBI, ικανός, έξυπνος και γενναίος, που λογικό είναι να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού, και που θα μπορούσε να έχει περάσει και στην ελληνική γλώσσα μέσα από τις ταινίες του υποκόσμου και τα περιοδικά τύπου Μάσκας. Αυτή την εξήγηση την δεχόμουν κι εγώ, κι αν ανατρέξετε στη συζήτηση στο προπέρσινο άρθρο θα δείτε ότι αρχικά αυτήν υποστήριζα και ήμουν δύσπιστος σε εναλλακτικές εξηγήσεις -όμως, επειδή έχω μάθει πια να μην ερωτεύομαι ετυμολογίες και θεωρίες, όταν είδα ότι τα στοιχεία υπέρ της εναλλακτικής θεωριας ήταν παραπάνω από πειστικά, αναθεώρησα.

Διότι, το βασικό εδώ είναι η χρονολόγηση, και το λέει θαυμάσια ο Κόρτο πιο πάνω: δεν πείθει ιδιαίτερα ο πράκτορας του FBI στην προπολεμική Ελλάδα. Στη μεταπολεμική, θα έπειθε. Αφενός επειδή, με εξαίρεση τις ναυτικές λέξεις, είναι ελάχιστες οι λέξεις που πέρασαν απευθείας από τα αγγλικά στα ελληνικά, χωρίς δηλ. να μεσολαβήσει η γαλλική ή η ιταλική, πριν από το 1945.

Για να γενικεύσω λίγο, νομίζω ότι αυτός ο εμπειρικός κανόνας έχει ισχύ σχεδόν αξιώματος: δεν υπάρχουν λαϊκά δάνεια απευθείας από τα αγγλικά στην προπολεμική γλώσσα, εκτός ναυτικών λέξεων και ειδικής ορολογίας (πχ. σπορ). Κάποιοι προτείνουν σαν πιθανό δίαυλο δανεισμού τους μετανάστες, που κάποιοι από αυτούς (λίγοι πάντως) επέστρεφαν ήδη από τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, αλλά δεν ξέρω καμιά λέξη που να μπήκε στην ελληνική γλώσσα από τους ελληνοαμερικάνους μετανάστες πριν το 1940. Ξέρετε εσείς;

Αυτό θα αρκουσε, αλλά υπάρχει και μια επιπρόσθετη δυσκολία, ότι και τα αγγλικά ο όρος G-man, από τον οποίο υποτίθεται ότι φτιάχτηκε η ελληνική λέξη, εμφανίζεται μάλλον αργά. Το 1930 κατά το etymonline που επαναλαμβάνει την αναφορά του OED (η παλαιότερη ανεύρεση του 1917 αφορά ιρλανδική χρήση και δεν μας ενδιαφέρει), το 1928 κατά τo Merriam-Webster. Μιλάμε για πρώτες ανευρέσεις, αλλά ο όρος έγινε γνωστός και ευρέως διαδεδομένος αργότερα, ίσως στα χρόνια του Β’ Παγκ. Πολέμου (απ’ όπου και η αφίσα αριστερά).

Είναι δύσκολο μέσα σε λίγα χρόνια από την πρώτη εμφάνισή του, ενώ καλά καλά δεν είχε διαδοθεί ευρέως ο όρος στην Αμερική, να πέρασε στην Ελλάδα, και ειδικά και μόνο στην Ελλάδα χωρίς να περάσει σε άλλες χώρες. Δεν είναι αδύνατο, αλλά είναι πολύ δύσκολο.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γιώργος Κάτος, στο λεξικό της περιθωριακής γλώσσας, γράφει για τη λέξη τζιμάνι: ότι διαδόθηκε στην Ελλάδα μεταπολεμικά από τα αμερικανικά αστυνομικά έργα όπου πρωταγωνιστής, δηλ. τζίμαν, ήταν ο αστυνομικός Λέμι Κόσιον που τον ερμήνευε ο Έντι Κονσταντίν. Ο Κάτος είναι καλός ερευνητής αλλά δεν είναι ιστορικός γλωσσολόγος και εδώ αστοχεί διότι η λέξη «τζιμάνι» έχει μπει στη γλώσσα μας πριν από το 1945.

Καιρός όμως να ανατρέξουμε στα σώματα κειμένων, να δούμε πότε εμφανίζεται ο τύπος «τζιμάνι» και ο παράλληλος τύπος «τζιμάλι» και «τζεμάλι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανακεφαλαιώσεις, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , | 148 Σχόλια »

Στην Ταράτσα του Φοίβου

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2018

Πήγα προχτές στην Ταράτσα του Φοίβου Δεληβοριά. Πήγα με την κόρη μου, που της αρέσει κι εκείνης πολύ, από τότε που ήταν μικρή και στις οικογενειακές εκδρομές άκουγε τα σιντάκια που έπαιζα στο αυτοκίνητο. Είναι η δεύτερη σεζόν που λειτουργεί η Ταράτσα, αλλά πέρυσι δεν μπόρεσα να πάω. Κάλλιο αργά πάντως.

Προχτές που πήγαμε ήταν καλεσμένη η Ελένη Βιτάλη, αλλά κάποιο πρόβλημα υγείας την εμπόδισε να εμφανιστεί. Ωστόσο, και έτσι η παράσταση ήταν πολύ πλούσια και μεγάλη σε διάρκεια, τρεις ώρες καθαρές, και τη χαρήκαμε και οι δυο μας, όπως φάνηκε να τη χαίρεται και το κοινό, που είχε σχεδόν γεμίσει τα τραπέζια της ταράτσας παρά την ακριβούτσικη τιμή του εισιτηρίου (23 ή 30 ευρώ το άτομο για σκέτη είσοδο, χωρίς ποτό). Στον εξώστη τα εισιτήρια είναι πιο προσιτά, 15 ευρώ και μια μπίρα δώρο. Βλέπεις όμως και την Ακρόπολη, καθώς η ταράτσα βρίσκεται στην αρχή της Ιεράς Οδού.

Η Ταράτσα είναι σχεδιασμένη στο πατρόν των παλιών αναψυκτηρίων, θέλει δηλαδή να αποτελέσει λαϊκό θέαμα. Με επιφύλαξη τις τιμές, το καταφέρνει, χάρη στη μεγάλη ποικιλία της παράστασης που επιστρατεύει πολλά είδη πάντα με άξονα το τραγούδι, καθώς και χάρη στο πλήθος των συντελεστών. Θα παρουσιάσω εδώ τις εντυπώσεις μου από την Ταράτσα, δίνοντας κάποια έμφαση στα στοιχεία που ενδιαφέρουν εμένα και το ιστολόγιο.

Ο Δεληβοριάς μού αρέσει, τόσο ο ίδιος ως τραγουδοποιός όσο και το είδος που εκπροσωπεί. Ωστόσο, λίγα σχετικά από τα τραγούδια της παράστασης είναι δικά του. Αν δεν κάνω λάθος ακούστηκαν μόνο τα εξής:

Το εισαγωγικό τραγούδι, που λέγεται Η ταράτσα του Φοίβου, το Κάθε Σεπτέμβρη, σε ντουέτο, η Όμορφη πόρτα, μεταπλασμένο σε νούμερο, ο Μπάσταρδος γιος, ο Καθρέφτης, Εκείνη και, για το φινάλε, Η Κική κάθε βράδυ.

Πριν ακόμα ανέβουν οι μουσικοί στη σκηνή και ενώ το κοινό πηγαίνει προς τις θέσεις του, δίνει παραγγελίες κτλ. ανεβαίνει στη σκηνή ένας πολύ καλός μίμος-μάγος και άλλα πολλά ονόματι Alex de Paris. Aν είναι βέρος Παριζιάνος δεν το ξέρω, διότι δεν θυμάμαι να τον άκουσα να μιλάει καθόλου, αλλά είναι εξαιρετικός.

Η πρώτη ενότητα της παράστασης παίρνει έναυσμα από τα μεταγλωττισμένα τραγούδια, ξένες επιτυχίες με ελληνικό στίχο. Παίζεται ένα τέτοιο τραγούδι, που ξέχασα ποιο είναι, και μετά ο Φοίβος ενημερώνει το κοινό πως στις δεκαετίες 60-70 ήταν της μόδας αυτά τα μεταφρασμένα τραγούδια, αναφέροντας για παράδειγμα ότι ο Πάριος έκανε επιτυχία με το Τώρα πια που ήταν το γαλλικό Tu t’en vas με ελληνικό στίχο, ενώ η Αλέκα Κανελλίδου είπε το Πόσο γλυκά με σκοτώνεις, που είναι το πασίγνωστο Killing me softly, αλλά μετά, στη δεκαετία του 80, λέει ο Φοίβος, έμαθε ο κόσμος αγγλικά (πήραμε Λόουερ, είπε) κι έτσι σταμάτησε αυτή η μόδα. Δεν ξέρω αν ισχύει αυτή η εξήγηση, νομίζω πως ξένα τραγούδια εξακολούθησαν να διασκευάζονται -ακόμα κι από τον Σαββόπουλο στο Ξενοδοχείο.

Πάντως αυτή η εισαγωγή δίνει πάσα στον Φοίβο για να πει ότι θέλησε να αναστήσει αυτή την τάση μεταφράζοντας νεότερα διεθνή σουξέ, πράγμα που το κάνει δήθεν στο φτερό, σε ντουέτο με την Νατάσα Φασουλή, από το SexBomb και το Another one bites the dust ίσαμε το MammaMia των Abba, που δεν είναι και τόσο καινούργιο, και κάποια άλλα που δεν τα ήξερα ενώ η κόρη μου, που τα ήξερε, φάνηκε να το χαίρεται πειρισσότερο. Στο μεταξύ έχουν ανέβει κι άλλοι από τον θίασο πάνω στη σκηνή, και κάπου εκεί ακούμε και το Δώδεκα του Νίκου Καρβέλα/Άννας Βίσση μεταφρασμένο στα ιταλικά και τραγουδισμένο πειστικά: Dodici… (Αν δεν κάνω φρικτό λάθος, δεν πρόκειται για μετάφραση ξένου αλλά για σύνθεση του Καρβέλα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Θεατρικά, Παρωδίες, Παραστάσεις, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 258 Σχόλια »

Πολυσυλλαβικό κουίζ

Posted by sarant στο 31 Αύγουστος, 2018

Καιρό δεν έχουμε να βάλουμε κουίζ; Οπότε, ας αποχαιρετήσουμε τον Αύγουστο με ένα κουίζ, που έχει να κάνει με πολυσύλλαβες λέξεις -αλλά όχι όποιες κι όποιες λέξεις.

Λοιπόν, τις προάλλες άκουγα το τραγούδι του Τσιτσάνη «Μη μου ξαναφύγεις πια». Ας το ακούσουμε -είναι ένα από τα πολλά του Τσιτσάνη που μ’ αρέσουν πολύ. Δεν είναι η πρώτη εκτέλεση αυτή, στην πρώτη τραγουδάει ο Τσιτσάνης με σεγόντο την Ελένη Γεράνη, αλλά εγώ το έχω συνδέσει με τη φωνή της Μπέλλου.

Στο  δεύτερο κουπλέ, η Μπέλλου λέει: Ήτανε άδικος ο χωρισμός και ανυπολόγιστα σκληρός.

Τη λέξη «ανυπολόγιστα» δεν θα την περιμέναμε ίσως σε ρεμπέτικο, αλλά ο Τσιτσάνης ήταν μορφωμένος, είχε φτάσει στη Νομική, χρησιμοποιούσε στα τραγούδια του και λόγιες λέξεις και μάλιστα με τον τρόπο του μορφωμένου, όχι όπως ο λαϊκός άνθρωπος (διότι και ο Μάρκος έχει λόγιες λέξεις στους στίχους του). Είναι άλλωστε κι ένα θέμα ορισμού, αν το τραγούδι αυτό, ηχογραφημένο το 1951, θεωρείται ρεμπέτικο ή λαϊκό, αλλά ας μη μπλέξουμε σ’ αυτό το ζήτημα που διχάζει τους μελετητές.

Λοιπόν, ανυπολόγιστα, 6 συλλαβές.

Το ερώτημα του  κουίζ είναι αν μπορούμε να βρούμε λέξεις με περισσότερες από 6 συλλαβές, σε στίχους τραγουδιών, ή σε στίχους δημοτικών τραγουδιών ή σε στίχους προσωπικής ποίησης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επώνυμα, Κουίζ, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 214 Σχόλια »

Φρεγάδες στο Αιγαίο

Posted by sarant στο 27 Απρίλιος, 2018

Συζητήθηκε τις τελευταίες μέρες η είδηση για τις δύο γαλλικές φρεγάτες, που αρχικά ανακοινώθηκε ότι θα νοικιάζαμε από τη Γαλλία για το καλοκαίρι, με χρηματοδοτική μίσθωση μάλιστα, μια συμφωνία που όμως ακυρώθηκε τελικά.

Η ιστορία φαίνεται ότι έχει παρασκήνιο που δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει, αν πιστέψουμε τουλάχιστον τα ρεπορτάζ που κάνουν λογο για γερμανική ενόχληση από την ελληνογαλλική συμφωνία και τη σύνδεσή της με τις γαλλικες προτάσεις για ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Μάλιστα, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, και το 2011 ο τότε πρόεδρος Ολάντ είχε θελήσει να μας νοικιάσει τις ίδιες φρεγάτες, αλλά και τότε η συμφωνία ματαιώθηκε έπειτα από γερμανική παρέμβαση.

Το ιστολόγιο δεν σκαμπάζει πολλά πράγματα από όπλα και οπλικά συστήματα, οπότε δεν θα σχολιάσω αν οι δυο γαλλικές φρεγάτες ήταν απαραίτητες για το Πολεμικό Ναυτικό μας και τι εναλλακτικές υπάρχουν. Πάντως, η ιστορία αυτή έδειξε για μια ακόμα φορά πόσο μικρά είναι τα περιθώρια κινήσεων που έχει η οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση.

Φρεγάτες βεβαίως διαθέτει το πολεμικό ναυτικό, τέσσερις τον αριθμό, τύπου ΜΕΚΟ (αγνοώ τι ειναι αυτό). Μία απο αυτές, νομίζω την Ύδρα, βλέπετε στη φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο. Στη στρατιωτική ορολογία, η σύντμηση για τις φρεγάτες είναι Φ/Γ.

Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε σημερα για τη φρεγάτα.

Σύμφωνα με το Χρηστικο Λεξικό, η φρεγάτα είναι «πολεμικό πλοίο μεσαίου μεγέθους», ενώ το ΛΚΝ προσθέτει ότι είναι πλοίο «συνοδείας», άλλων πλοίων εννοείται. Ωστόσο, αυτή είναι η σημερινή σημασία της φρεγάτας. Τα λεξικά καταγράφουν επίσης, την παλαιότερη σημασία «τρικάταρτο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο». Βλέπετε, η γλώσσα είναι πράγμα συντηρητικο και η ίδια λέξη μπορεί μέσα στους αιώνες να περιγράφει πολύ διαφορετικά πράγματα.

Φρεγάτα ήταν και ένα απο τα πλοία που αγοράστηκαν με το δεύτερο πολεμικό δάνειο της Επανάστασης, το 1826, η Ελλάς. Μάς κόστισε ο κούκος αηδόνι και ελάχιστα πολέμησε -τελικά την έκαψε ο Μιαούλης το 1831 στον ναύσταθμο του Πόρου, στην ανταρσία κατά του Καποδίστρια κι ενας Θεός ξέρει ως πότε την πληρώναμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ραμόνια, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »

Νταλκάς

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2018

Σύμφωνα με το ανέκδοτο, όταν ρωτάνε, ας πούμε στα διάφορα τηλεοπτικά παιχνίδια ή στα καλλιστεία «Ποιο είναι το χειρότερο ελάττωμά σου», οι περισσότερες απαντήσεις των διαγωνιζόμενων αναφέρουν διάφορα «τιμητικά» δήθεν ελαττώματα, όπως «είμαι τελειομανής», «δεν ανέχομαι την υποκρισία», «δείχνω υπερβολική εμπιστοσύνη στους ανθρώπους».

Πάντως, αν εμένα με ρωτήσετε ποιο είναι το μεγάλο μου ελάττωμα ως γραφιά, θα παραδεχτώ ευθαρσώς πως είμαι φλύαρος. Αυτό φαίνεται και από τα αρθρα του ιστολογίου τα οποία, φέτος, με πληροφορεί η WordPress, έχουν κατά μέσον όρο 1869 λέξεις το καθένα -αν και βέβαια εδώ κλέβω αφού πολλές από τις λέξεις αυτές είναι παραθέματα από κείμενα άλλων (καλά το έλεγε ο Κομφούκιος πως από τότε που βγήκε η κοπυπάστη χάθηκε το φιλότιμο).

Όπως λέω πότε-πότε, τα ηλεδάση του Καναδά είναι ανεξάντλητα, εννοώντας ότι στο Διαδικτυο, ιδιως αν η σελίδα ειναι δική σου, μπορείς να γράψεις οσο βαστάει η καρδιά σου -και η υπομονή των αναγνωστών σου βέβαια- όσο κι αν αυτό φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με το άλλο αξίωμα, ότι το Διαδίκτυο δεν θέλει εκτενή άρθρα αλλά τηλεγραφικά.

Από την άλλη, όταν γράφω σε εφημερίδα ή σε άλλο έντυπο, ο χώρος είναι περιορισμενος, κάποτε αδήριτα. Τα μηνιαία άρθρα μου στην Αυγή έχουν υποχρεωτικά έκταση 600-800 λέξεις -και συνήθως ακουμπάνε στο επάνω όριο και πολύ συχνά πρέπει να διαλέξω, να βγαλω αυτό για να βάλω εκείνο το στοιχείο. Στις αναδημοσιευσεις που κάνω εδώ στο ιστολόγιο, κάποτε προσθέτω επιπλέον πραγματα που δεν χώρεσαν στο έντυπο.

Αλλά οι περιορισμοί έχουν και τη χάρη τους. Όταν έγραφα τις Λέξεις που χάνονται, είχαμε αποφασίσει με τον εκδότη το κάθε λήμμα να μην ξεπερνάει τις 200 λέξεις. Μετά αποφάσισα και οργανωσα όλα τα λήμματα ώστε να έχουν τρεις παραγράφους το καθένα και τολμω να πω ότι το τελικό αποτέλεσμα μου αρέσει αρκετά, όσο κι αν, εξαιτίας του ορίου των 200 λέξεων, σε πολλα λήμματα ηταν δύσκολο να διαλέξω τι θα αφήσω έξω.

Ο φλύαρος αυτός πρόλογος γίνεται για να σας πω ότι πριν απο καμιά δεκαπενταριά μέρες μού ζήτησαν να γράψω ένα μικρό σημείωμα για το ένθετο περιοδικό της εφημεριδας Ντοκουμέντο, που επρόκειτο να έχει αφιέρωμα για τον νταλκά. Περιέργως δεν είχαμε γράψει κάτι στο ιστολόγιο για το θέμα. Είπα λοιπόν ότι θα γράψω ένα κειμενάκι γύρω στις 250 λέξεις και έτσι έγινε και δημοσιεύτηκε στο φύλλο της περασμένης Κυριακής (δηλαδή πριν απο 8 μέρες, διότι δεν είμαστε Γαλλοι να λέμε le dimanche passé σήμερα Δευτέρα και να εννοούμε χτες. Και οι Άγγλοι θαρρω έτσι το λένε, ίσως αξίζει άρθρο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Ουσίες, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 144 Σχόλια »

Γιατί την περνάμε κοτσάνι;

Posted by sarant στο 22 Φεβρουαρίου, 2018

Ένα από τα καλύτερα μεταπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη είναι το «Τα βάσανα μες στη ζωή», που κυκλοφόρησε το 1953 σε πρώτη εκτέλεση με τον Τσιτσάνη, τη Σωτηρία Μπέλλου και τον Αθαν. Γιαννόπουλο αν και είναι πιο γνωστό με τη δεύτερη εκτέλεσή του, με τη Μαρίκα Νίνου και τον συνθέτη.

Να θυμηθούμε την πρωτη εκτέλεση:

Αξίζει να προσέξουμε τους στίχους, που είναι κι αυτοί του Τσιτσάνη:

Τα βάσανα μες στη ζωή
θα τα περάσουμε μαζί
μαζί τις πίκρες, τις χαρές,
μαζί και τις αναποδιές.
Θα τη βγάλουμε αντάμα
πότε γέλιο, πότε κλάμα.

Θα μανουβράρουμε μαζί
την ακατάστατη ζωή
μια σφαίρα είναι ο ντουνιάς
και θα γυρίσει και για μας.
Σε παλάτια, σε τσαντίρια
θα τα πιούμε τα ποτήρια.

Θα ξημερώσει και για μας,
μην είσαι άπιστος Θωμάς
τα μονοπάτια τα παλιά
θα τα περάσουμ’ αγκαλιά.
Πίκρες και χαρές χαρμάνι
θα τη βγάλουμε κοτσάνι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Κύπρος, Ρεμπέτικα, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 172 Σχόλια »

Ο Τζογές της Βραδυνής και οι λέξεις του (συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, αφιερωμένη σε μια ευθυμογραφική στήλη που έτερψε τους αναγνώστες επί δεκαετίες και που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον: τη στήλη του Τζογέ, που εμφανιζόταν προπολεμικά στην εφημερίδα Βραδυνή. Πρόκειται για εύθυμα κείμενα, περίπου σαν χρονογραφήματα, που τα έγραφε ο Σώτος Πετράς.

Η φιγούρα του Τζογέ στα χρονογραφήματα του 1925

Ο Κόρτο διερευνά το θέμα πολύ αναλυτικά, οπότε όσο λιγότερα πω εγώ τόσο καλύτερα. Να πω μόνο ότι ο Τζογές δεν είναι η πρώτη στήλη που υπογράφεται από κουτσαβάκη, μάγκα ή βλάμη, είναι όμως από τις μακρόβιες και πολύ πετυχημένες -μαλιστα επιλογή χρονογραφημάτων είχε βγει σε βιβλίο, που είδα να κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο.

Τζογές ήταν και τυπικό όνομα του μάγκα στις επιθεωρήσεις, ενώ έτσι ειναι και το παρατσούκλι του «καλού πολίτη» στο ποίημα του Βάρναλη:

Εγώ ’μαι ο Νικολός. Σταμάτα!
Το παρατσούκλι μου Τζογές.
Είχα συμπέθερο το Ρίζο
κι είχα το γάδαρο τον γκρίζο.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι ο Τζογές ονομάστηκε έτσι από το τζογέ πανταλόνι που ήταν το σήμα κατατεθέν των παλιών κουτσαβάκηδων. Τζογέ ή τρόμπα: φαρδύ επάνω, στενό κάτω, σωλήνας περίπου.

Ο Κόρτο έχει και γλωσσάρι του Τζογέ, στο οποίο προσθέτω μέσα σε αγκύλες κάποια δικά μου σχόλια. Αλλά πολλά ειπα εγώ.

Ο ΤΖΟΓΕΣ ΤΗΣ ΒΡΑΔΥΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ

Η στήλη του Τζογέ υπήρξε σειρά εύθυμων χρονογραφημάτων τα οποία γράφονταν από τον επιθεωρησιογράφο και θεατρικό κριτικό Σώτο Πετρά1 και δημοσιεύονταν στον αθηναϊκό τύπο κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στην εφημερίδα Βραδυνή η στήλη εμφανίζεται ήδη από το φύλλο της 5ης Ιουνίου 1925, είναι σχεδόν καθημερινή κατά τα έτη 1926 έως 1930 και συνεχίζει να δημοσιεύεται σε άτακτα διαστήματα τουλάχιστον μέχρι και τον πρώτο χρόνο της Κατοχής.

Στα ευθυμογραφήματα αυτά, ο Πετράς ζωντανεύει και κατά κάποιον τρόπο υποδύεται τον Τζογέ, έναν κωμικό λογοτεχνικό χαρακτήρα, ο οποίος αφηγείται ευτράπελα περιστατικά, στηλιτεύει τις κοινωνικές στρεβλώσεις της εποχής του και σχολιάζει την επικαιρότητα, με έμφαση στο αστυνομικό δελτίο της εποχής, αλλά πάντα με σατιρικό πνεύμα.

Τόσο από τις αφηγήσεις, όσο και από τα σχόλιά του, προκύπτει ότι ο Τζογές είναι ο λαϊκός τύπος του μεσοπολέμου, αισθηματίας, γλεντζές, λάτρης της ξέγνοιαστης ζωής, του κρασιού και της ταβέρνας, της κιθάρας και της καντάδας. Είναι παθιασμένος υμνητής και συγχρόνως σφοδρός κατήγορος του έρωτα. Νοσταλγεί την παλιά Αθήνα και τις ομορφιές της, ενώ παραπονιέται συνεχώς για την κατάντια της εποχής του και την έκλυση των ηθών. Είναι παλαιών αρχών και γκρινιάζει για τους μοντερνισμούς, την μόδα και την τεχνολογία. Συχνά αναφέρεται σε μία σειρά συμπρωταγωνιστών: στην ερωμένη του την Κατινίτσα, στην οποία συνήθως απευθύνει τα γραφόμενά του, σε κάποια πρόσωπα της γειτονιάς, αλλά προπαντός σε μία παρέα από θαμώνες της ταβέρνας (τον Λάθουρα, τον Νίκουρδα, τον Μπρούτζο, τον Χαμπλεχούρα κλπ) μαζί με τους οποίους στις διάφορες κρασοκατανύξεις γράφουν στιχάκια, τραγουδούν, καλαμπουρίζουν ή πηγαίνουν για καντάδες. Ενίοτε όμως περιγράφει συναντήσεις και με επώνυμα πρόσωπα, κυρίως καλλιτέχνες της εποχής από τον χώρο της επιθεώρησης και του τραγουδιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 229 Σχόλια »

Αυτοβιογραφία Μάρκου Βαμβακάρη: αναψηλάφηση δύο εξιστορήσεων (συνεργασία από Spatholouro)

Posted by sarant στο 9 Νοέμβριος, 2017

Το ιστολόγιο αγαπάει και το ρεμπέτικο και την αναδίφηση σε παλιές εφημερίδες και αρχειακό υλικό. Το σημερινό άρθρο συνδυάζει αυτές τις δυο πτυχές, αφού φωτίζει δυο περιστατικά της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη, συμπληρώνοντας τα όσα γνωρίζουμε από την αυτοβιογραφία του Μ.Β. και από το πρόσφατο έργο του Δ. Βαρθαλίτη. Η συνεχής έρευνα του Spatholouro σε παλιές εφημερίδες, άχαρη δουλειά θα την έλεγε κάποιος ή δουλειά μυρμηγκιού κάποιος άλλος, έβγαλε στο φως πολύτιμες πληροφορίες που συμπληρώνουν ή ανατρέπουν τις εξιστορήσεις του Μάρκου.

Το άρθρο λοιπόν γράφτηκε από τον φίλο μας Spatholouro, και δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό «συλλογές» (τχ. 386, Σεπτέμβριος 2017, σελ. 1021-1024) του Αργύρη Βουρνά. Επειδή το περιοδικό αυτό είναι περιορισμένης κυκλοφορίας (κυρίως μέσω συνδρομητών) έκρινα ότι αξίζει και η διαδικτυακή δημοσίευσή του εδώ. Παρόμοια αναδημοσίευση είχαμε κάνει πριν από μερικούς μήνες στο άρθρο για τα Βούρλα.

Μια και το άρθρο είναι μεγάλο, ας μην φλυαρήσω περισσότερο. Δίνω τον λόγο στο Spatholouro.

Αυτοβιογραφία Μάρκου Βαμβακάρη: αναψηλάφηση δύο εξιστορήσεων

Η Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη (επιμ. Αγγελική Βέλλου Κάιλ), που πρωτοεκδόθηκε το 1973, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κείμενο, όχι μόνο για όσους ενδιαφέρονται ειδικότερα για το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και για όσους ενδιαφέρονται για μία ζέουσα και συναρπαστική αφήγηση ζωής ενός εμβληματικού εκπροσώπου της λαϊκής τάξης και του λαϊκού πολιτισμού στην Ελλάδα. Το καίριο αυτό κείμενο έτυχε δικαίως μεγάλης διάδοσης στο ελληνικό κοινό, ενώ πρόσφατα ξεκίνησε την καριέρα του και στο ξένο κοινό, καθώς μεταφράστηκε στα αγγλικά (Markos Vamvakaris: The Man and the Bouzouki. Autobiography, μτφρ. Noonie Minogue, 2015).

Σκόπιμο είναι, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η τελική μορφή του κειμένου που έχει στα χέρια του ο αναγνώστης δεν είναι ακριβώς αυτή που είτε έγραψε με το χέρι του ο ίδιος ο Βαμβακάρης είτε υπαγόρευσε στους φοιτητές (π.χ. Ν. Γεωργιάδη, Π. Κουνάδη, Κ. Καλαμαρά κ. ά.) που τον ανακάλυψαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η επιμελήτρια της έκδοσης, Αγγελική Βέλλου Κάιλ, συναρμολόγησε κατά την κρίση της το ποικίλο αυτοβιογραφικό υλικό που προέκυψε, τόσο από τα χειρόγραφα τετράδια του Μάρκου Βαμβακάρη και τις απομαγνητοφωνημένες προφορικές εξιστορήσεις του, όσο και από όσα αυτός υπαγόρευσε στους κατά καιρούς «γραμματικούς» του. Έτσι, ο αναγνώστης δεν μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος για την έκταση κατά την οποία ενδεχόμενες παρεμβάσεις της επιμελήτριας έχουν ασκήσει μικρή ή μεγαλύτερη επιρροή στην όλη φυσιογνωμία του τελικού κειμένου.

Ένας άλλος προβληματισμός που ενυπάρχει, όσον αφορά γενικότερα τις βιογραφικές αφηγήσεις (άρα προεχόντως και τις ρεμπετοαφηγήσεις), είναι κατά πόσον αυτές μπορεί να θεωρηθούν ότι παρέχουν αξιόπιστη πρόσβαση αφενός στις παντοειδείς βιωμένες πραγματικότητες των υποκειμένων και αφετέρου στην εξωκειμενική πραγματικότητα. Η σχετική προβληματική μεταξύ πραγματικού και επινοημένου είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά δεν θα επεισέλθουμε. Αρκεί να υπογραμμιστεί, πάντως, ότι ο αναγνώστης καλό είναι να τοποθετείται κριτικά απέναντι σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, προκειμένου για τον κατά δύναμη διαχωρισμό μεταξύ εξωκειμενικής πραγματικότητας, υποκειμενικής βίωσής της και ενδεχόμενων κατασκευών. Εδώ, άλλωστε, έχουν τη θέση τους τόσο οι μνημονικές παρεμβάσεις όσο και η ίδια η κειμενοποίηση της ρεμπέτικης προφορικότητας, που ενδέχεται να αλλοιώνουν το πραγματολογικό και ιστορικό πεδίο. Η υποψιασμένη αναγνωστική αυτενέργεια θα πρέπει πάντα να διασταυρώνει ό,τι αυτοβιογραφικό διαβάζει με όσα τεκμηριωτικά στοιχεία μπορεί να εντοπίσει, προκειμένου να δοκιμάζει την αξιοπιστία οιασδήποτε αφήγησης ζωής έχει προ οφθαλμών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοβιογραφία, Αναδημοσιεύσεις, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 249 Σχόλια »

Η χωριατοπούλα Ρετζινέλα για άλλη μια φορά

Posted by sarant στο 27 Οκτώβριος, 2017

Έφτασε η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου και επετειακό άρθρο δεν έχουμε βάλει (εκτός απο το διήγημα του Κ. Λώλου την Κυριακή) -την παράλειψη αυτή θα τη διορθώσω σήμερα, όχι όμως με φρέσκο άρθρο, διότι έχω ταξίδι, παρά με επανάληψη (η επανάληψη διορθώνει την παράλειψη και ριμάρει μαζί της παρόλο που δεν έχουν κοινή ετυμολογία).

Και μάλιστα με επανάληψη επανάληψης, αφου το άρθρο που θα δημοσιεύσουμε έχει ξαναμπεί άλλες τρεις φορές στο ιστολόγιο, πάλι τέτοιες μέρες (εδώ η προηγούμενη). Το αξίζει όμως, είναι από τα καλά άρθρα του ιστολογίου, και επιπλεον είναι καρπός συνεργασίας -το είχα γράψει μαζί με τον αείμνηστο Αλλού Φαν Μαρξ, τον άρχοντα της Μπλογκοσλοβακίας, που μας άφησε στις αρχές του 2014.

Το 1938 ο Ιταλός συνθέτης Έλντο ντι Λάτσαρο (di Lazzaro, 1902-1968) γράφει, σε λόγια του Κ. Μπρούνο, ένα τραγούδι στο οποίο παίνευε τα κάλλη μιας ωραίας χωριατοπούλας από τα βουνά των Αμπρούτσι, της Ρετζινέλας. Το τραγούδι λέγεται Reginella Campagnola, Η χωριατοπούλα Ρετζινέλα (όπως έχουμε γράψει, στα ιταλικά campagna είναι η ύπαιθρος, η εξοχή). Οι στίχοι είναι σύμφωνοι με τις προδιαγραφές του φασιστικού καθεστώτος: υμνούν την αγνή ζωή της υπαίθρου και την ευημερία των αγροτών, αν και γράφτηκαν μέσα στη βουή της μιλανέζικης μεγαλούπολης. Η μουσική έχει κάτι που σε κάνει να την προσέξεις αμέσως. Ο ντι Λάτσαρο (1902-1968) είχε κάνει κι άλλες μεγάλες επιτυχίες που είχαν ηρωίδες κοπέλες από διάφορες περιοχές της Ιταλίας, και είχε την τύχη να μη γράψει τραγούδι ανοιχτά προπαγανδιστικό για το φασιστικό καθεστώς.  (Ωστόσο, ο πρώτος τραγουδιστής της Ρετζινέλας, ο Κάρλο Μπούτι, είναι αυτός που τραγούδησε και τη Faccetta nera, τον ύμνο των φασιστών).

Να τα λόγια:

All’alba quando spunta il sole,
là nell’Abruzzo tutto d’or…
le prosperose campagnole
discendono le valli in fior.

O campagnola bella,
tu sei la Reginella.
Negli occhi tuoi c’è il sole
c’è il colore delle viole,
delle valli tutte in fior!…

Se canti la tua voce,
è un’armonia di pace,
che si diffonde e dice:
“se vuoi vivere felice
devi vivere quassù!…”

Quand’è la festa del paesello,
con la sua cesta se ne va…
trotterellando l’asinello,
la porta verso la città.

O campagnola bella…
………………………………..

Ma poi la sera al tramontare,
con le sue amiche se ne va…
è tutta intenta a raccontare,
quello che ha veduto là in città.

O campagnola bella…
………………………………..

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία, Ρεμπέτικα, Σατιρικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 55 Σχόλια »

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Ο Κώστας Μπέζος για τον Μάρκο Βαμβακάρη

Posted by sarant στο 20 Νοέμβριος, 2016

Πριν από δυο Κυριακές είχα ανεβάσει εδώ ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, γραμμένο το 1943, που ήταν νεκρολογία του Κώστα Μπέζου, του ιδιοφυούς και πολυτάλαντου συνθέτη, σκιτσογράφου, δημοσιογράφου, τραγουδιστή και μποέμ, που πέθανε στα 38 του χρόνια μέσα στην Κατοχή.

Το χρονογράφημα εκείνο το είχε πληκτρολογήσει ο φίλος μας ο Corto, και μου το είχε στείλει μαζί με ένα άλλο κείμενο, αυτή τη φορά του ίδιου του Μπέζου, γραμμένο για τον Μάρκο Βαμβακάρη. Το κείμενο αυτό είχα πει πως θα το έβαζα κάποια άλλη φορά, οπότε σκέφτηκα να το βάλουμε σήμερα.

Το χρονογράφημα το πήρε ο Κόρτο από το περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι όπου αναδημοσιεύτηκε το 2005 (τεύχος 11 – Απρίλιος 2005). Η πρώτη του δημοσίευση δεν ξέρουμε σε ποιο έντυπο έγινε, διότι δεν αναφερόταν στο περιοδικό. Ωστόσο, σε ένα ιστολόγιο που πρέπει να το έχει κάποιος συντελεστής του περιοδικού δημοσιεύτηκε πρόπερσι ένα σχόλιο για το άρθρο του Μπέζου μαζί με φωτογραφία του αποκόμματος της πρώτης δημοσίευσης -δείτε την. Υποψιάζομαι πως είναι από την Πρωία, όπου ήταν συνεργάτης ο Μπέζος και η οποία κατά καιρούς δημοσίευε στη δεύτερη σελίδα της (ή και στην πρώτη) τέτοια άρθρα, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος.

Προσθήκη: Όπως επισημαίνεται σε σχόλιο του Σπαθόλουρο, η δημοσίευση του άρθρου του Μπέζου έγινε στην εφημ. Ελευθερία στις 25 Φεβρουαρίου 1945 (άλλος φίλος μού έστειλε με μέιλ το απόκομμα). Βέβαια, το 1945 ο Μπέζος είχε αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο -και επειδή, παρά τα σπάνια ταλέντα του, μάλλον δεν μπορούσε να στέλνει ανταποκρίσεις από το Υπερπέραν, ή η Ελευθερία είχε στα χέρια της ανέκδοτα κείμενά του ή το κείμενο είχε δημοσιευτεί πριν από τον θάνατο του Μπέζου σε άλλο έντυπο που λανθάνει.

Χλευάζει ο Μπέζος τον Μάρκο Βαμβακάρη όπως γράφτηκε -ή απλώς παρουσιάζει με ελαφρό χιούμορ ένα θέμα που θα ήταν εξωτικό για μια μερίδα του αναγνωστικού του κοινού, πειράζοντας ταυτόχρονα έναν εκλεκτό ομότεχνο; Διαβάστε και πείτε τη γνώμη σας.

Αναπαράγω τα σκίτσα του αρχικού άρθρου, που είναι βεβαίως φτιαγμένα και αυτά από τον Μπέζο, εκσυγχρονίζω την ορθογραφία και ευχαριστώ πολύ τον Κόρτο για τη σημερινή προσφορά.

ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΚΙΤΣΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΑΤΡΑΞΙΟΝ

Από τους κλασικούς συνθέτας και την υψηλή μουσική στον «Μεμέτη» και στον «Μποχώρη»

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΜΙΑ ΤΑΒΕΡΝΑ

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 200 Σχόλια »

Ο Κώστας Βάρναλης για τον Κώστα Μπέζο (1943)

Posted by sarant στο 6 Νοέμβριος, 2016

85140Θα θυμηθούμε με το σημερινό άρθρο έναν ξεχασμένο πια, αλλά σημαντικό στην εποχή του, καλλιτέχνη, τον Κώστα Μπέζο (1905-1943), έναν πολυτάλαντο δημιουργό: ήταν σκιτσογράφος, δημοσιογράφος, συνθέτης, κιθαρίστας, τραγουδιστής. Είχε δικό του συγκρότημα με χαβάγιες, τα Άσπρα πουλιά.

.

Αρκετά από τα τραγούδια του, που ισορροπούσαν ανάμεσα στο ρεμπέτικο, στο επιθεωρησιακό και στο ελαφρό, είναι γνωστά και σήμερα, αν και δεν είναι πάντοτε γνωστό πως είναι δικά του. Έγραψε επίσης και καθαρόαιμα ρεμπέτικα, με το ψευδώνυμο Α. Κωστής.

.

Είχαμε κάνει λόγο για τον Μπέζο πριν από αρκετόν καιρό, και ο φίλος μας ο Corto προθυμοποιήθηκε να πληκτρολογήσει δυο κείμενα, ένα του Μπέζου για τον Μάρκο Βαμβακάρη κι ένα του Κώστα Βάρναλη, χρονογράφημα στην Πρωία γραμμένο για τον θάνατο του Κώστα Μπέζου, ενώ επίσης βρήκε και αρκετό συνοδευτικό υλικό.

mpezos080241

Γελοιογραφία του Μπέζου στην Πρωία, 8.2.1941

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω τη νεκρολογία αυτή του Μπέζου που έγραψε ο Βάρναλης και το κείμενο του Μπέζου για τον Βαμβακάρη θα το δούμε κάποιαν άλλη φορά. Ο Βάρναλης ήταν συνάδελφος του Μπέζου στην Πρωία, της οποίας ο Μπέζος ήταν ο βασικός σκιτσογράφος. Παρουσιάζω επίσης γελοιογραφίες του Μπέζου, που μου έστειλε ο Corto ή από το αρχείο μου.

Επίτηδες δεν αναφέρομαι στα τραγούδια του Μπέζου, το αφήνω σε σας να παραθέσετε γιουτουμπάκια στα σχόλια. Κάτι άλλο που αφήνω στη συλλογική σοφία του ιστολογίου, επειδή δεν ξέρω την απάντηση, είναι να εξακριβωθεί ποια συγγένεια υπάρχει (αν υπάρχει) με τον σημερινό καλλιτέχνη Γιάννη Μπέζο.

Το χρονογράφημα του Βάρναλη δημοσιεύτηκε στην Πρωία το Σάββατο 16 Ιανουαρίου 1943. Εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

Κώστας Μπέζος

Μιαν εξαιρετική φυσιογνωμία έχασε ο καλλιτεχνικός κόσμος της Αθήνας κ’ έναν πολύτιμο συνεργάτη η «Πρωία», τον Κώστα Μπέζο. Νέος ακόμα νικήθηκε από την ύπουλη αρρώστεια, που τον έφθειρε χρόνια και τώρα τελευταία τον έρριξε χάμου, για να μη σηκωθεί πια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Εις μνήμην, Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 132 Σχόλια »

Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση 1946-1990 (Συνεργασία από Spatholouro)

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2016

Το ιστολόγιο φιλοξενεί σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Spatholouro, με το πολύ ενδιαφέρον θέμα «Ρεμπέτικο και αριστερά» ή, για να δώσω τον ακριβή τίτλο, «Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση 1946-1990″.

Όπως σημειώνει ο ίδιος, πρόκειται για «Ομιλία που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2015 στο πλαίσιο του Κύκλου Ανοικτών Μαθημάτων Ιστορίας και Φιλοσοφίας στο Κοινωνικό-Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα «Η Λαμπηδόνα» (συντονιστής: Κώστας Στεργιόπουλος). Ίσως δεν παρέλκει να σημειωθεί ότι ο ομιλητής εντρέπεται τις τέτοιες δημόσιες εμφανίσεις και δεν κάνει ποτέ. Ας όψεται ο εξαίρετος Κ. Στεργιόπουλος που με συγκίνησε τόσο με τη δουλειά που κάνει εκεί, ώστε να αφήσω προς στιγμήν το underground».

Είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε έκταση άρθρα που έχω δημοσιεύσει στο ιστολόγιο -σκέφτηκα προς στιγμή να το βάλω σε δύο συνέχειες, αλλά κάτι τέτοιο δεν βολεύει για τα σχόλια. Οπότε, μονοκοπανιά. Κυριακή είναι, υπάρχει ελπίζω περισσότερη άνεση.

Μια και το άρθρο είναι ήδη πολύ μεγάλο, εγώ δεν θα πω τίποτα. Ο λόγος στο spatholouro.

Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση (1946-1990)

Το ιστορικό που ακολουθεί επιχειρεί να αναδείξει τη διακύμανση του αριστερού λόγου για το ρεμπέτικο τραγούδι,για τη χρονική περίοδο 1946-1990. Το 1946 επιλέχθηκε ως αφετηρία, γιατί τότε είναι, όσο γνωρίζουμε, που γίνονται οι πρώτες αριστερές νύξεις για το ρεμπέτικο, ενώ το 1990 είναι ο «τερματικός» σταθμός μας, καθώς σφραγίζεται με τις απόψεις ενός εμβληματικού αριστερού μουσουργού και διανοητή, του Αλέκου Ξένου.

Πρώτη περίοδος (1946-1967)

Για αναλυτικούς, αλλά και πραγματολογικούς λόγους, διακρίνουμε τρεις «υποπεριόδους»:

  • 1946-1949: οριοθετείται από το εμφυλιοπολεμικό κλίμα και τη διάλεξη Χατζιδάκι,
  • 1950-1959: συμπίπτει με το μετεμφυλιακό κλίμα,
  • 1960-1967: εδώ τον τόνο δίνει το εγχείρημα Θεοδωράκη με τον Επιτάφιο.

 

α) 1946-1949

Οι πρώτες νύξεις περί ρεμπέτικου αφορούν τη χασισική του συνιστώσα. Πρόκειται για άρθρα καταγγελίας των κινδύνων διαφθοράς που απειλούν τη νεολαία της εποχής, καθώς η Αθήνα τότε φέρεται να βρίθει από χασισοποτεία, πορνεία, ύποπτα μπαρ κλπ. Ο Γραμματέας της ΕΠΟΝ Θ. Λιακόπουλος (Ελεύθερη Ελλάδα, 10-1-1946) μέμφεται την ελεύθερη κυκλοφορία τραγουδιών, όπως το «Όταν καπνίζει ο λουλάς», ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο Χρ. Πασ. (Νέα Γενιά,  τχ. 67, Μάρτ. 1946), καταγγέλλοντας ότι σε τέτοιους χώρους δημιουργούνται και τα «κουτσαβάκικα τραγούδια (Όταν καπνίζει ο λουλάς κ.ά)». Στο άρθρο αυτό γίνεται λόγος και για τη σχετική δράση της ΕΠΟΝ επί Κατοχής,  που εκτεινόταν από την έκδοση σχετικών «διαταγών» να κλείσουν τα διάφορα πορνεία, τεκέδες και λέσχες, έως και την καταστροφή των ανυπάκουων κέντρων. Εθεωρείτο ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται  στο πλαίσιο των «γνωστών σατανικών σχεδίων για την εξόντωση του λαού», ενώ κατονομάζονται οι ύμνοι του χασίς «Όταν καπνίζει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες, κέντρα, δρόμους και πλατείες… Ως προς τα ραδιοφωνικά ακροάματα, ο Μ. Βάρβογλης (Ριζοσπάστης, 7-7-1946) φιλοξενεί επιστολή διαμαρτυρίας εναντίον των μοιρολογιών, των αμανέδων, των ταγκο- σουινκοτράγουδων και λοιπών «μπεκροσέρτικων», για να εισηγηθεί λογοκρισία σε στίχους που «είναι ζήτημα αν θα τ’ άκουγε κανείς σε υπόγειους παραδείσους ή σε δυσώνυμους οίκους!». Η πρώτη παρεμπίπτουσα αναφορά του Φ. Ανωγειανάκη (Ριζοσπάστης, 15-8-1946) στα «σύγχρονα λαϊκά τραγούδια» θα τα θεωρήσει ως συνέχεια των δημοτικών, από τα οποία όμως λείπει ο δημιουργικός όρος της ομαδικότητας και κοινής ψυχικής ζωής. Είναι πάντως μια «ζωντανή πραγματικότητα» άξια μελέτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 241 Σχόλια »