Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ρεμπέτικα’ Category

Το Ουζερί Τσιτσάνης και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 8 Ιουνίου, 2017

Το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα ένας φίλος μού ζήτησε να του φέρω το «Ουζερί Τσιτσάνης», οπότε πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και το πήρα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως δεν θυμόμουν αν μου είχε ζητήσει το βιβλίο ή την ταινία σε DVD, και του τηλεφώνησα για να επιβεβαιώσω. Για να χαρεί ο Μέρφι, ο φίλος ήθελε την ταινία, οπότε το βιβλίο το κράτησα εγώ, μια και δεν το είχα. Αναζήτησα το ντιβιντί και αφού σε καναδυό μεγάλα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν τελικά έκανα τη θυσία να μπω στο Πάμπλικ του Συντάγματος και να το πάρω από εκεί. Έτσι, διάβασα το βιβλίο και μετά ο φίλος μού δάνεισε το ντιβιντί και είδα και την ταινία.

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο συγγραφέας του βιβλίου, μου αρέσει αν και δεν έχω όλα του τα βιβλία. Νομίζω πως το φόρτε του είναι τα μικρά διηγήματα, είναι από τους μάστορες του είδους. Το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε εδώ είναι βέβαια και πρόκληση -να περιγράψει την κατοχική Θεσσαλονίκη και να πλάσει μια ιστορία στην οποία συνδυάζονται ιστορικά πρόσωπα (ο Τσιτσάνης, ο Μουσχουντής) με μυθιστορηματικά- ήταν όμως κι ένα θέμα πιασάρικο, όχι με την κακή έννοια, ένα θέμα στο οποίο ένας μάστορας έχει σχεδόν εξασφαλισμένη την επιτυχία.

Ο Σκαμπαρδώνης δηλώνει στο προοίμιο ότι δεν κάνει ιστορικό μυθιστόρημα και παραδέχεται ότι έχει κάνει κάποιους αναχρονισμούς, που ένας είναι, θαρρώ, ότι τοποθετεί τη σύνθεση της Συννεφιασμένης Κυριακής μέσα στην Κατοχή. Ωστόσο, αναφέρει καταλεπτώς τις πηγές του -και είναι σαφές ότι έχει μελετήσει την εποχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Εβραϊσμός, Θεσσαλονίκη, Κατοχή, Κινηματογράφος, Μυθιστόρημα, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Ο Κώστας Μπέζος για τον Μάρκο Βαμβακάρη

Posted by sarant στο 20 Νοέμβριος, 2016

Πριν από δυο Κυριακές είχα ανεβάσει εδώ ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, γραμμένο το 1943, που ήταν νεκρολογία του Κώστα Μπέζου, του ιδιοφυούς και πολυτάλαντου συνθέτη, σκιτσογράφου, δημοσιογράφου, τραγουδιστή και μποέμ, που πέθανε στα 38 του χρόνια μέσα στην Κατοχή.

Το χρονογράφημα εκείνο το είχε πληκτρολογήσει ο φίλος μας ο Corto, και μου το είχε στείλει μαζί με ένα άλλο κείμενο, αυτή τη φορά του ίδιου του Μπέζου, γραμμένο για τον Μάρκο Βαμβακάρη. Το κείμενο αυτό είχα πει πως θα το έβαζα κάποια άλλη φορά, οπότε σκέφτηκα να το βάλουμε σήμερα.

Το χρονογράφημα το πήρε ο Κόρτο από το περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι όπου αναδημοσιεύτηκε το 2005 (τεύχος 11 – Απρίλιος 2005). Η πρώτη του δημοσίευση δεν ξέρουμε σε ποιο έντυπο έγινε, διότι δεν αναφερόταν στο περιοδικό. Ωστόσο, σε ένα ιστολόγιο που πρέπει να το έχει κάποιος συντελεστής του περιοδικού δημοσιεύτηκε πρόπερσι ένα σχόλιο για το άρθρο του Μπέζου μαζί με φωτογραφία του αποκόμματος της πρώτης δημοσίευσης -δείτε την. Υποψιάζομαι πως είναι από την Πρωία, όπου ήταν συνεργάτης ο Μπέζος και η οποία κατά καιρούς δημοσίευε στη δεύτερη σελίδα της (ή και στην πρώτη) τέτοια άρθρα, αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος.

Προσθήκη: Όπως επισημαίνεται σε σχόλιο του Σπαθόλουρο, η δημοσίευση του άρθρου του Μπέζου έγινε στην εφημ. Ελευθερία στις 25 Φεβρουαρίου 1945 (άλλος φίλος μού έστειλε με μέιλ το απόκομμα). Βέβαια, το 1945 ο Μπέζος είχε αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο -και επειδή, παρά τα σπάνια ταλέντα του, μάλλον δεν μπορούσε να στέλνει ανταποκρίσεις από το Υπερπέραν, ή η Ελευθερία είχε στα χέρια της ανέκδοτα κείμενά του ή το κείμενο είχε δημοσιευτεί πριν από τον θάνατο του Μπέζου σε άλλο έντυπο που λανθάνει.

Χλευάζει ο Μπέζος τον Μάρκο Βαμβακάρη όπως γράφτηκε -ή απλώς παρουσιάζει με ελαφρό χιούμορ ένα θέμα που θα ήταν εξωτικό για μια μερίδα του αναγνωστικού του κοινού, πειράζοντας ταυτόχρονα έναν εκλεκτό ομότεχνο; Διαβάστε και πείτε τη γνώμη σας.

Αναπαράγω τα σκίτσα του αρχικού άρθρου, που είναι βεβαίως φτιαγμένα και αυτά από τον Μπέζο, εκσυγχρονίζω την ορθογραφία και ευχαριστώ πολύ τον Κόρτο για τη σημερινή προσφορά.

ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΚΙΤΣΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΑΤΡΑΞΙΟΝ

Από τους κλασικούς συνθέτας και την υψηλή μουσική στον «Μεμέτη» και στον «Μποχώρη»

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΜΙΑ ΤΑΒΕΡΝΑ

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 200 Σχόλια »

Ο Κώστας Βάρναλης για τον Κώστα Μπέζο (1943)

Posted by sarant στο 6 Νοέμβριος, 2016

85140Θα θυμηθούμε με το σημερινό άρθρο έναν ξεχασμένο πια, αλλά σημαντικό στην εποχή του, καλλιτέχνη, τον Κώστα Μπέζο (1905-1943), έναν πολυτάλαντο δημιουργό: ήταν σκιτσογράφος, δημοσιογράφος, συνθέτης, κιθαρίστας, τραγουδιστής. Είχε δικό του συγκρότημα με χαβάγιες, τα Άσπρα πουλιά.

.

Αρκετά από τα τραγούδια του, που ισορροπούσαν ανάμεσα στο ρεμπέτικο, στο επιθεωρησιακό και στο ελαφρό, είναι γνωστά και σήμερα, αν και δεν είναι πάντοτε γνωστό πως είναι δικά του. Έγραψε επίσης και καθαρόαιμα ρεμπέτικα, με το ψευδώνυμο Α. Κωστής.

.

Είχαμε κάνει λόγο για τον Μπέζο πριν από αρκετόν καιρό, και ο φίλος μας ο Corto προθυμοποιήθηκε να πληκτρολογήσει δυο κείμενα, ένα του Μπέζου για τον Μάρκο Βαμβακάρη κι ένα του Κώστα Βάρναλη, χρονογράφημα στην Πρωία γραμμένο για τον θάνατο του Κώστα Μπέζου, ενώ επίσης βρήκε και αρκετό συνοδευτικό υλικό.

mpezos080241

Γελοιογραφία του Μπέζου στην Πρωία, 8.2.1941

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω τη νεκρολογία αυτή του Μπέζου που έγραψε ο Βάρναλης και το κείμενο του Μπέζου για τον Βαμβακάρη θα το δούμε κάποιαν άλλη φορά. Ο Βάρναλης ήταν συνάδελφος του Μπέζου στην Πρωία, της οποίας ο Μπέζος ήταν ο βασικός σκιτσογράφος. Παρουσιάζω επίσης γελοιογραφίες του Μπέζου, που μου έστειλε ο Corto ή από το αρχείο μου.

Επίτηδες δεν αναφέρομαι στα τραγούδια του Μπέζου, το αφήνω σε σας να παραθέσετε γιουτουμπάκια στα σχόλια. Κάτι άλλο που αφήνω στη συλλογική σοφία του ιστολογίου, επειδή δεν ξέρω την απάντηση, είναι να εξακριβωθεί ποια συγγένεια υπάρχει (αν υπάρχει) με τον σημερινό καλλιτέχνη Γιάννη Μπέζο.

Το χρονογράφημα του Βάρναλη δημοσιεύτηκε στην Πρωία το Σάββατο 16 Ιανουαρίου 1943. Εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

Κώστας Μπέζος

Μιαν εξαιρετική φυσιογνωμία έχασε ο καλλιτεχνικός κόσμος της Αθήνας κ’ έναν πολύτιμο συνεργάτη η «Πρωία», τον Κώστα Μπέζο. Νέος ακόμα νικήθηκε από την ύπουλη αρρώστεια, που τον έφθειρε χρόνια και τώρα τελευταία τον έρριξε χάμου, για να μη σηκωθεί πια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Εις μνήμην, Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 132 Σχόλια »

Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση 1946-1990 (Συνεργασία από Spatholouro)

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2016

Το ιστολόγιο φιλοξενεί σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Spatholouro, με το πολύ ενδιαφέρον θέμα «Ρεμπέτικο και αριστερά» ή, για να δώσω τον ακριβή τίτλο, «Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση 1946-1990″.

Όπως σημειώνει ο ίδιος, πρόκειται για «Ομιλία που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2015 στο πλαίσιο του Κύκλου Ανοικτών Μαθημάτων Ιστορίας και Φιλοσοφίας στο Κοινωνικό-Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα «Η Λαμπηδόνα» (συντονιστής: Κώστας Στεργιόπουλος). Ίσως δεν παρέλκει να σημειωθεί ότι ο ομιλητής εντρέπεται τις τέτοιες δημόσιες εμφανίσεις και δεν κάνει ποτέ. Ας όψεται ο εξαίρετος Κ. Στεργιόπουλος που με συγκίνησε τόσο με τη δουλειά που κάνει εκεί, ώστε να αφήσω προς στιγμήν το underground».

Είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε έκταση άρθρα που έχω δημοσιεύσει στο ιστολόγιο -σκέφτηκα προς στιγμή να το βάλω σε δύο συνέχειες, αλλά κάτι τέτοιο δεν βολεύει για τα σχόλια. Οπότε, μονοκοπανιά. Κυριακή είναι, υπάρχει ελπίζω περισσότερη άνεση.

Μια και το άρθρο είναι ήδη πολύ μεγάλο, εγώ δεν θα πω τίποτα. Ο λόγος στο spatholouro.

Η πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση (1946-1990)

Το ιστορικό που ακολουθεί επιχειρεί να αναδείξει τη διακύμανση του αριστερού λόγου για το ρεμπέτικο τραγούδι,για τη χρονική περίοδο 1946-1990. Το 1946 επιλέχθηκε ως αφετηρία, γιατί τότε είναι, όσο γνωρίζουμε, που γίνονται οι πρώτες αριστερές νύξεις για το ρεμπέτικο, ενώ το 1990 είναι ο «τερματικός» σταθμός μας, καθώς σφραγίζεται με τις απόψεις ενός εμβληματικού αριστερού μουσουργού και διανοητή, του Αλέκου Ξένου.

Πρώτη περίοδος (1946-1967)

Για αναλυτικούς, αλλά και πραγματολογικούς λόγους, διακρίνουμε τρεις «υποπεριόδους»:

  • 1946-1949: οριοθετείται από το εμφυλιοπολεμικό κλίμα και τη διάλεξη Χατζιδάκι,
  • 1950-1959: συμπίπτει με το μετεμφυλιακό κλίμα,
  • 1960-1967: εδώ τον τόνο δίνει το εγχείρημα Θεοδωράκη με τον Επιτάφιο.

 

α) 1946-1949

Οι πρώτες νύξεις περί ρεμπέτικου αφορούν τη χασισική του συνιστώσα. Πρόκειται για άρθρα καταγγελίας των κινδύνων διαφθοράς που απειλούν τη νεολαία της εποχής, καθώς η Αθήνα τότε φέρεται να βρίθει από χασισοποτεία, πορνεία, ύποπτα μπαρ κλπ. Ο Γραμματέας της ΕΠΟΝ Θ. Λιακόπουλος (Ελεύθερη Ελλάδα, 10-1-1946) μέμφεται την ελεύθερη κυκλοφορία τραγουδιών, όπως το «Όταν καπνίζει ο λουλάς», ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο Χρ. Πασ. (Νέα Γενιά,  τχ. 67, Μάρτ. 1946), καταγγέλλοντας ότι σε τέτοιους χώρους δημιουργούνται και τα «κουτσαβάκικα τραγούδια (Όταν καπνίζει ο λουλάς κ.ά)». Στο άρθρο αυτό γίνεται λόγος και για τη σχετική δράση της ΕΠΟΝ επί Κατοχής,  που εκτεινόταν από την έκδοση σχετικών «διαταγών» να κλείσουν τα διάφορα πορνεία, τεκέδες και λέσχες, έως και την καταστροφή των ανυπάκουων κέντρων. Εθεωρείτο ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται  στο πλαίσιο των «γνωστών σατανικών σχεδίων για την εξόντωση του λαού», ενώ κατονομάζονται οι ύμνοι του χασίς «Όταν καπνίζει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες, κέντρα, δρόμους και πλατείες… Ως προς τα ραδιοφωνικά ακροάματα, ο Μ. Βάρβογλης (Ριζοσπάστης, 7-7-1946) φιλοξενεί επιστολή διαμαρτυρίας εναντίον των μοιρολογιών, των αμανέδων, των ταγκο- σουινκοτράγουδων και λοιπών «μπεκροσέρτικων», για να εισηγηθεί λογοκρισία σε στίχους που «είναι ζήτημα αν θα τ’ άκουγε κανείς σε υπόγειους παραδείσους ή σε δυσώνυμους οίκους!». Η πρώτη παρεμπίπτουσα αναφορά του Φ. Ανωγειανάκη (Ριζοσπάστης, 15-8-1946) στα «σύγχρονα λαϊκά τραγούδια» θα τα θεωρήσει ως συνέχεια των δημοτικών, από τα οποία όμως λείπει ο δημιουργικός όρος της ομαδικότητας και κοινής ψυχικής ζωής. Είναι πάντως μια «ζωντανή πραγματικότητα» άξια μελέτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 240 Σχόλια »

Χασικλίδικη λογοτεχνία – Τοξικομανείς (Κώστας Βάρναλης)

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2016

Δημοσιεύω σήμερα ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Κώστα Βάρναλη «Άνθρωποι», και συγκεκριμένα από την ενότητα «Αληθινοί άνθρωποι», που περιλαμβάνει το υλικό από ένα εκτενές ρεπορτάζ στο Δημόσιο Ψυχιατρείο, στο Δαφνί, που είχε κάνει το 1938 ο Βάρναλης για λογαριασμό της εφημερίδας «Πρωία». Οι τοξικομανείς κλείνονταν κι αυτοί στο Ψυχιατρείο, τότε. 

Ο φίλος μας ο Corto είχε την πρωτοβουλία να προτείνει τη δημοσίευση και να πληκτρολογήσει το κείμενο, και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Το μεταφέρω όπως μου το έστειλε διότι δυστυχώς αυτή τη στιγμή δεν έχω πρόσβαση στο πρωτότυπο για να ελέγξω κάποιες γραφές που μου φαίνονται αμφίβολες.

Να σημειωθεί ότι το 1942 ο Βάρναλης χρησιμοποίησε υλικό από το ρεπορτάζ του σε ένα του χρονογράφημα («Τοξικομανείς», Πρωία, 5 Αυγούστου 1942) Παραθέτω λοιπόν και αυτό το χρονογράφημα, το οποίο θα συμπεριληφθεί στον τόμο «Αττικά χρονογραφήματα» που λογαριάζω να κυκλοφορήσει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο με 400 χρονογραφήματα του Κ. Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια.

ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Από τους ψυχοπαθείς δε μιλούνε καθόλου ή μιλούνε πολύ λίγο οι ηλίθιοι, οι μελαγχολικοί και οι υστερικοί. Οι ηλίθιοι έχουν άδειο το κεφάλι τους, οι μελαγχολικοί είναι βυθισμένοι στη λύπη τους κι οι υστερικοί, όταν δε βρίσκονται στην περίοδο της κρίσης τους, είναι αφηρημένοι.

Μιλούν όμως πολύ οι μανιακοί κάθε λογής, όταν μάλιστα βρίσκονται σε κατάσταση παροξυσμού. Τότε παθαίνουν «ιδεόρροια», δηλαδή πλήθος ιδέες έρχονται όλες μαζί στο κεφάλι τους κι ο άρρωστος μεταπηδάει από τη μια στην άλλη.

Όμως έξω από τους ηλίθιους, όλοι τους είναι γραφομανείς. Γράφουν κι όσοι ξέρουνε γράμματα κι όσοι… δεν ξέρουν. Αυτοί οι τελευταίοι πιάνουν τους άλλους αρρώστους ή τους γιατρούς ή τους επισκέφτες και τους λένε: «Γράφε»! Κι αρχίζουν να υπαγορεύουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 114 Σχόλια »

Η μέρα με τα δεκαεξάρια

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2016

Σήμερα ο μήνας έχει δεκαέξι, έχουμε δηλαδή 16 Ιουνίου του 2016, ή αλλιώς 16/6/16, μια μέρα με δύο δεκαεξάρια, ή ίσως δυόμισι, αν θεωρήσουμε ότι και το 6 είναι ένα εκκολαπτόμενο δεκαεξάρι και με το σημερινό άρθρο συνεχίζουμε μια παράδοση του ιστολογίου.

Οι ταχτικοί θαμώνες ίσως να θυμούνται ότι στις 12 Δεκεμβρίου του 2012 (στις 12/12/12) είχα γράψει ένα άρθρο για τη Μέρα με τα τρία δωδεκάρια, συνεχίζοντας μια παράδοση που ήδη μετρούσε τέταρτο χρόνο, αφού στις 11/11/2011 είχαμε τη μέρα με τα τρία εντεκάρια, στις 10/10/ 2010 είχαμε γράψει για τη  μέρα με τα τρία δεκάρια και στις 9/9/2009 για  την αντίστοιχη μέρα με τα τρία εννιάρια. Η ωραία αυτή παράδοση κινδύνεψε να σταματήσει το 2013, διότι μέρα με τρία 13άρια δεν υπάρχει, αφού δεν έχουμε δέκατο τρίτο μήνα, τελικά όμως σκέφτηκα ότι η 13/3/13 ήταν μια καλή προσέγγιση κι έτσι έγραψα το άρθρο για τα δεκατριάρια, και πρόπερσι το άρθρο για τα δεκατεσσάρια, στις 14/4/14. Πέρυσι στις 15/5/15 αγρόν ηγόραζα, κι έτσι το αντιστοιχο άρθρο με τα δεκαπεντάρια το έβαλα τελικά στις 15 Οκτωβρίου. Φέτος επανέρχομαι στην κανονικότητα.

Ο αριθμός 16 είναι τετράγωνο άλλου αριθμού, του 4, που και αυτός είναι τετράγωνο του 2, κι έτσι το 16 (2^4, μια και δεν ξέρω πώς να εμφανίσω εκθέτες) είναι ο μικρότερος ακέραιος που είναι τετράγωνο τετραγώνου. Είναι και ο μοναδικός ακέραιος Ν για τον οποίο υπάρχουν δυο διαφορετικοί αριθμοί μ και ν τέτοιοι ώστε να ισχύει μ^ν = ν^μ = Ν.

Επειδή ακριβώς είναι η τέταρτη δύναμη του 2, όπως λέει και η Βικιπαίδεια, το 16 παίζει ρόλο στις μονάδες βάρους, ας πούμε η αγγλική λίβρα (pound) έχει 16 ουγγιές. Τον παλιό καιρό που ζυγίζανε με ζυγαριές με 2 τάσια, ήταν πολύ πιο εύκολο να διαιρέσεις π.χ. έναν σωρό στάρι σε δεκάξι περίπου ίσα μέρη παρά σε 10: αρκούσε να το διαιρέσεις στα δύο τέσσερις φορές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Αριθμολογία, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 198 Σχόλια »

Ο θερμαστής με τις έξι φωτιές

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2016

Καιρό ήθελα να γράψω το σημερινό άρθρο, αλλά δίσταζα επειδή όσα είχα να πω ήταν μάλλον γνωστά (τουλάχιστον στους παροικούντες). Τελικά τις προάλλες παρακολούθησα μια σχετική συζήτηση στο Φέισμπουκ και τότε αποφάσισα να γράψω το άρθρο, διότι οι συζητήσεις στο Φέισμπουκ πολύ γρήγορα σκεπάζονται από τις επόμενες και ούτε γκουγκλίζονται, άρα λίγο-πολύ χάνονται.

Θα το καταλάβατε από τον τίτλο, το σημερινό μας άρθρο είναι αφιερωμένο σε ένα τραγούδι, ένα από τα σημαντικότερα ρεμπέτικα τραγούδια: τον Θερμαστή του Γιώργου Μπάτη.

Ας το ακούσουμε λοιπόν:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ποίηση, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »

Μόρτηδες και απόλοιμοι (μια συνεργασία του Spiridione)

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2015

Η προεκλογική αντιπαράθεση έχει φτάσει στην κορύφωσή της αλλά το ιστολόγιο έχει και τις δικές του προτεραιότητες. Έτσι, σήμερα δημοσιεύω με καμάρι ένα άρθρο που θεωρώ ότι είναι από τα καλύτερα που έχουν αναρτηθεί στο ιστολόγιο όλα αυτά τα χρόνια, παρόλο που (ή: επειδή) είναι εντελώς ανεπίκαιρο. Δίνει όμως μια κατά τη γνώμη μου εύλογη απάντηση σε ένα ετυμολογικό πρόβλημα, και ταυτόχρονα μάς χαρίζει ένα γοητευτικό ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο.

Η λέξη «μόρτης» έχει ταλαιπωρήσει αρκετά τους ετυμολόγους της ελληνικής γλώσσας. Ο φίλος μας Spiridione, που μάς έχει δώσει και άλλα εξαιρετικά άρθρα, παρουσιάζει εδώ μια πλήρη ιστορία της λέξης από την οποία προκύπτει μια πειστική, κατά τη γνώμη μου, ετυμολογία της. Το άρθρο είναι δικαιολογημένα εκτενές και τόσο καλογραμμένο που ελάχιστα έχω να προσθέσω -τα βάζω σε σχόλια με πλάγιους χαρακτήρες.

Αξίζει να κάνω μια μικρή περίληψη του άρθρου, αν και σας συνιστώ θερμά να το διαβάσετε ολόκληρο: Στις επιδημίες πανούκλας του Μεσαίωνα, συνηθιζόταν κάποιοι πρώην ασθενείς, από τα κατώτερα στρώματα, που είχαν αναπτύξει ανοσία (αν και όχι πλήρη) στην ασθένεια, να σχηματίζουν ομάδες και να παρέχουν πολύτιμες και αδρά αμειβόμενες υπηρεσίες στην κοινότητα: να μαζεύουν και να επιτηρούν τους ασθενείς, και να θάβουν τους νεκρούς. Παραδίδονται με διάφορα ονόματα ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο: θαφιάδες, μανιόρδοι, πιτσιγαμόρτοι, και τέλος τον 19ο αιώνα μόρτηδες και απόλοιμοι, που ήταν η θεσμική ονομασία επί νεοελληνικού κράτους. Οι μόρτηδες αυτοί, παρά την πολύτιμη προσφορά τους, εξαιτίας της χαμηλής κοινωνικής τους θέσης, του τρόμου που ενέπνεε η αρρώστια και του ρόλου τους ως συμβόλων του θανάτου, απέκτησαν κακό όνομα και τους αποδόθηκαν πολλές, συνήθως ανυπόστατες, κατηγορίες. Έτσι, ιδίως όταν τον 19ο αιώνα η πανούκλα γνώρισε ύφεση, η λέξη «μόρτης» έχασε την παλιά της σημασία και μετέπεσε στη σημασία «αλήτης, μάγκας» κτλ. Είναι πολύ πιθανό ο μόρτης να προκύπτει από τον πιτσιγαμόρτο, πιτσικαμόρτη (< ενετ. pizzicamorte) με αποκοπή. Η λ. πιτσικαμόρτης διατηρείται και σήμερα στο κερκυραϊκό ιδίωμα με τη σημασία του νεκροπομπού.

Μόρτηδες και απόλοιμοι

Η λέξη μόρτης ανήκει σε μία ομάδα λέξεων που έχει συνδεθεί με το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά επιπλέον έχει και μία ενδιαφέρουσα ιστορία, ορισμένα στιγμιότυπα της οποίας, γλωσσικά και ιστορικά, επιχειρεί το σημείωμα αυτό να ξεδιπλώσει.

Ο μόρτης, λοιπόν, θα λέγαμε ότι είναι το μικρό αδελφάκι του μάγκα, με την έννοια ότι έχει την ίδια σημασία, αλλά χρησιμοποιείται πιο σπάνια σήμερα. Η λέξη αυτή τις προηγούμενες δεκαετίες είχε τη χαρακτηριστική αμφισημία που συναντάμε και σε μερικές άλλες παρεμφερείς λέξεις (όπως π.χ. μάγκας και ρεμπέτης), αμφισημία που είχε σχέση με την κοινωνική θέση του ομιλητή, την εποχή του, τις πολιτισμικές του προτιμήσεις ή τις διαθέσεις του.  Στη λαϊκή μάγκικη γλώσσα (ή στα μόρτικα αν θέλετε) προσδιορίζει τα άτομα της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, του κόσμου της μαγκιάς, με θετική, φυσικά, σημασία, όπως, για παράδειγμα, σε αυτούς τους στίχους του Μιχάλη Σκουλούδη: «Άιντε ρε μόρτη, ρε Περαιώτη, / με τ’ άσπρο ζουναράκι σου και με τον κόφτη, / αυτή την τόση, τη λεβεντιά σου, / ποτέ δε λείπει γκόμενα από κοντά σου», ή όταν ο Μάρκος τραγουδά «τζούρα δώσε του Μπάτη μας, / του μόρτη, του μπερμπάντη μας»∙ εκτός, βέβαια, αν ο μόρτης παρεκκλίνει από τις βασικές αρχές του κώδικα συμπεριφοράς του, οπότε η λέξη χρωματίζεται αρνητικά, όπως, ας πούμε, συμβαίνει με έναν μόρτη φιγουρατζή στο ομώνυμο τραγούδι του Ανέστη Δελιά. Σε πολλούς δίσκους που είχαν κυκλοφορήσει προπολεμικά είχε χρησιμοποιηθεί η ένδειξη «μόρτικο» (τραγούδι ή χορός), εμπλέκεται δηλαδή και η μουσική βιομηχανία στη διαμόρφωση της σημασίας της, όπως είχε συμβεί και με τη λέξη ρεμπέτικο. Στην κοινή ελληνική γλώσσα της εποχής η ίδια λέξη προσδιορίζει τα άτομα του λεγόμενου περιθωρίου από την οπτική γωνία των ανθρώπων που είναι έξω απ’ αυτό∙ συνήθως, έχει μειωτική ή και υβριστική απόχρωση, εκφράζει ένα αρνητικό και αντικοινωνικό, για τα κατεστημένα ήθη, πρότυπο συμπεριφοράς.  Στο Λεξικό του Δημητράκου διαβάζουμε στο λήμμα μόρτης:  αγυιόπαις, αλήτης, αλάνης, μάγκας, χαμίνι / γεν. άνθρωπος ουτιδανός, μπερμπάντης. Αυτές τις αρνητικές σημασίες μπορούμε να τις δούμε σε άρθρα εφημερίδων των αρχών του προηγούμενου αιώνα αστυνομικού ρεπορτάζ ή ηθικολογικού περιεχομένου, αλλά και σε λογοτεχνικά έργα, όπως για παράδειγμα στα «Σατυρικά Γυμνάσματα» του Παλαμά: «Ζαγάρια και τσακάλια και κοκόροι, σηκωτοί κάθε τόσο στο ποδάρι, μόρτηδες, λούστροι, αργοί, λιμοκοντόροι». Χαρακτηριστικό είναι και ένα απόσπασμα κριτικής του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ανδρέα Σκιά, όπου μέμφεται το βιβλίο «Τα ψηλά βουνά» του Ζ. Παπαντωνίου διότι περιέχει «…βδελυράς και βωμολόχους αστειότητας, τας οποίας ασμένως μεταχειρίζονται οι μόρτηδες, οι χασισοπόται, οι λωποδύται και εν γένει οι φαυλόβιοι». Με το πέρασμα του χρόνου αναπτύσσονται και διάφορες μεταφορικές σημασίες, θετικής ή αρνητικής απόχρωσης (που τις βλέπουμε καλύτερα στη λέξη μάγκας), δηλαδή ο μόρτης μπορεί να είναι ο ψευτοπαλληκαράς, ο πονηρός, αλλά και ο έξυπνος, ο καταφερτζής ή ο ντόμπρος στη φράση «ξηγιέμαι μόρτικα». Έχει ενδιαφέρον, για μένα τουλάχιστον, το ερώτημα πώς ακριβώς προέκυψαν αυτές οι σημασίες, δηλαδή αν προηγήθηκε ο αυτοπροσδιορισμός μέσα στις περιθωριακές ομάδες και στη συνέχεια ακολούθησε ο ετεροπροσδιορισμός από την αστική κοινωνία ή το αντίθετο.  Άλλες παράγωγες λέξεις είναι το μορτάκι, που υπάρχει και στον στίχο του Ελύτη «μορτάκι του σύννεφου», ο μόρταρος ή αρχιμόρταρος σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη (ο Φοραμπάλλας στο διήγημα «Κοινωνική Αρμονία»), και η μορταρία, δηλαδή μια ομάδα από μόρτηδες, συνήθως παιδιά, που συναντάμε π.χ. σε μυθιστορήματα που Κοσμά Πολίτη. 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 131 Σχόλια »

Ένα φεγγάρι του Λαπαθιώτη για τη χτεσινή πανσέληνο

Posted by sarant στο 30 Αύγουστος, 2015

Χτες, καθώς γυρνούσαμε από τη Θεσσαλονίκη, αντικρίσαμε ξαφνικά ένα τεράστιο φεγγάρι να κάθεται πάνω στο Καλλίδρομο, και συνειδητοποιήσαμε πως ήταν πανσέληνος -δυο φεγγάρια τον Αύγουστο που έλεγε κι εκείνη η ταινία. Για το φεγγάρι έχουν γραφτεί αμέτρητα ποιήματα και τραγούδια, που σε πιάνει δέος ακόμα και να σκεφτείς πως θα τα ανθολογήσεις, οπότε θα περιορίσω το πεδίο μου στον αγαπημένο μου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Ο Λαπαθιώτης έχει γράψει πολλά ποιήματα για το φεγγάρι, σήμερα όμως θα διαλέξω να παρουσιάσω ένα πεζό του με αυτόν ακριβώς τον τιτλο – Φεγγάρι. Ένα πεζό σχεδόν σαν ποίημα, με τη γνωστή ρυθμική πρόζα του Λαπαθιώτη, που το είχα παρουσιάσει και στον παλιό μου ιστότοπο κι ύστερα το συμπεριέλαβα στον πρώτο τόμο των διηγημάτων του Λαπαθιώτη (Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες). Πρώτη του δημοσίευση, τον Αύγουστο του 1922 στο περιοδικό «Μούσα».

Να πούμε εδώ ότι ενώ το φεγγάρι είναι συχνότατο μοτίβο στα λαπαθιωτικά ποιήματα, όχι σπάνια είναι λυπημένο και χλωμό ή άλλες φορές μάλλον εχθρικό, αλλόκοτο, προκαλεί φόβο: Έν’ αλλόκοτο φεγγάρι, σαν ένα κομμάτι πάγου, / πεθαμένο και στημένο μες στη μέση του πελάγου (Τοπίο χειμωνιάτικο) ή το παράξενο φεγγάρι περπατούσε μυστικά (Μια νύχτα πόθου μαγική) ή ακόμα και τερατώδες: Απόψε πρόβαλε γυμνή, σαν τέρας, η Σελήνη (Εκάτης πάθη). Ωστόσο, στο πεζό που θα παρουσιάσουμε σήμερα, το φεγγάρι μπορεί να είναι πελώριο και παράξενο, αλλά κάνει τη νύχτα απαλότατη και τους ανθρώπους να φαίνονται σχεδόν καλοί καλούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαπαθιώτης, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , | 83 Σχόλια »

Ο Μάρκος, ο Λόντος και ο Κόλα Κβαριάνι (ή Κοριάνι)

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι προέκταση ή διασκευή ενός άρθρου του αξέχαστου φίλου Αλλού Φαν Μαρξ, που πέθανε πέρυσι αλλά είναι πάντα παρών στη μπλογκόσφαιρα μέσα από το ιστολόγιό του. Το αρχικό άρθρο του Αλλουφάνη είχε δημοσιευτεί το 2008, και σε ανύποπτο χρόνο του είχα πει «αυτό θα σου το κλέψω» εννοώντας πως θα το αναδημοσίευα, επειδή μου άρεσε πάρα πολύ. Στο μεταξύ, σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρήκα κάμποσα ενδιαφέροντα στοιχεία για το θέμα, οπότε τελικά αποφάσισα να γράψω ένα δικό μου άρθρο, που όμως αντλεί υλικό από το άρθρο του αείμνηστου φίλου. Μπορούμε να το πούμε συνεργασία αυτό άραγε;

Πέρα από τις λέξεις, έχουν και τα τραγούδια τη δική τους ιστορία -σε κάποιες περιπτώσεις απλή και τετριμμένη, σε άλλες συναρπαστική. Το τραγούδι που θα δούμε σήμερα έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, αν και δεν είναι από τα πιο γνωστά του μέγιστου Μάρκου Βαμβακάρη. Ο τίτλος του είναι «Λόντος και Κοριάνι».

Οι στίχοι, που θα τολμήσω να πω ότι είναι κάπως άτσαλοι:

Πάρ’την αιμοβορία σου και τράβα στην πατρίδα σου, αγαπητέ Κοριάνι
που σ’ έστειλε ο Λόντος μας, σε μακρινό σιργιάνι

Ήρθες απ΄την πατρίδα σου τον ζόρικο να κάνεις,
κι ο κόσμος αν δεν σε γλίτωνε, κόντεψες να πεθάνεις.

Να ήσουνα μονάχα συ, κομμάτια πια να γίνει,
μα όσοι ευρεθήκανε, την πάθανε κι εκείνοι.

Κι έτσι λοιπόν ο Λόντος μας βρέθηκε παλικάρι,
κι όλος ο κόσμος τον αγαπά, του Άργους το καμάρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Κινηματογράφος, Πρόσφατη ιστορία, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 81 Σχόλια »

Η χωριατοπούλα Ρετζινέλα ταξιδεύει και πάλι

Posted by sarant στο 24 Οκτώβριος, 2014

Καθώς πλησιάζει η 28η Οκτωβρίου, αναδημοσιεύω ένα επετειακό άρθρο που το είχα γράψει αρχικά σε συνεργασία με τον αείμνηστο Αλλού Φαν Μαρξ το 2007, και είχε δημοσιευτεί στο δικό του ιστολόγιο. Τότε δεν είχα ανοίξει το ιστολόγιο, αλλά και εδώ το έχω βάλει άλλες δυο φορές, πάντοτε τέτοιες μέρες, μία το 2009 και μία το 2012. Οι λόγοι που επαναλαμβάνω τη δημοσίευση είναι τρεις. Πρώτον, είναι πολύ καλό άρθρο. Δεύτερον, τα λινκ προς τα τραγούδια έχουν απενεργοποιηθεί οπότε ήταν ευκαιρία να τα ανανεώσω. Τρίτο και ίσως κυριότερο, ευκαιρία είναι να θυμηθούμε τον Αλλουφάνη που μας άφησε στις αρχές του χρόνου…

Για πολύ κόσμο, η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου είναι άρρηκτα δεμένη με το Κορόιδο Μουσολίνι. Απ’ όσους το τραγουδούν σήμερα, λίγοι θα ξέρουν ότι πρόκειται για τραγούδι Ιταλού συνθέτη.

reginella002Το 1938 ο Ιταλός συνθέτης Έλντο ντι Λάτσαρο (di Lazzaro, 1902-1968) γράφει, σε λόγια του Κ. Μπρούνο, ένα τραγούδι στο οποίο παίνευε τα κάλλη μιας ωραίας χωριατοπούλας από τα βουνά των Αμπρούτσι, της Ρετζινέλας. Το τραγούδι λέγεται Reginella Campagnola, Η χωριατοπούλα Ρετζινέλα (κατά σύμπτωση στο προχτεσινό μας άρθρο είδαμε ότι στα ιταλικά campagna είναι η ύπαιθρος, η εξοχή). Οι στίχοι είναι σύμφωνοι με τις προδιαγραφές του φασιστικού καθεστώτος: υμνούν την αγνή ζωή της υπαίθρου και την ευημερία των αγροτών, αν και γράφτηκαν μέσα στη βουή της μιλανέζικης μεγαλούπολης. Η μουσική έχει κάτι που σε κάνει να την προσέξεις αμέσως. Ο ντι Λάτσαρο (1902-1968) είχε κάνει κι άλλες μεγάλες επιτυχίες που είχαν ηρωίδες κοπέλες από διάφορες περιοχές της Ιταλίας, και είχε την τύχη να μη γράψει τραγούδι ανοιχτά προπαγανδιστικό για το φασιστικό καθεστώς.  (Ωστόσο, ο πρώτος τραγουδιστής της Ρετζινέλας, ο Κάρλο Μπούτι, είναι αυτός που τραγούδησε και τη Faccetta nera, τον ύμνο των φασιστών).

Να τα λόγια:

All’alba quando spunta il sole,
là nell’Abruzzo tutto d’or…
le prosperose campagnole
discendono le valli in fior.

O campagnola bella,
tu sei la Reginella.
Negli occhi tuoi c’è il sole
c’è il colore delle viole,
delle valli tutte in fior!…

Se canti la tua voce,
è un’armonia di pace,
che si diffonde e dice:
“se vuoi vivere felice
devi vivere quassù!…”

Quand’è la festa del paesello,
con la sua cesta se ne va…
trotterellando l’asinello,
la porta verso la città.

O campagnola bella…
………………………………..

Ma poi la sera al tramontare,
con le sue amiche se ne va…
è tutta intenta a raccontare,
quello che ha veduto là in città.

O campagnola bella…
………………………………..

Και ας το ακούσουμε εδώ από τoν Κάρλο Μπούτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Πρόσφατη ιστορία, Ρεμπέτικα, Σατιρικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 166 Σχόλια »

Βασίλης Τσιτσάνης, 30 χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2014

… και 99 από τη γέννησή του, μια και ο Τσιτσάνης (1915-1984) ανήκει στην αρκετά σπάνια ομάδα ατόμων που πέθαναν την ίδια μέρα με τη γέννησή τους (ένας άλλος είναι ο Καβάφης), αν και η αλλαγή του ημερολογίου το 1923 περιπλέκει κάπως τα πράγματα. Βέβαια, η επέτειος είναι αύριο, αλλά επειδή το Σάββατο είναι αφιερωμένο στα μεζεδάκια σκέφτηκα να επισπεύσω το αναμνηστικό άρθρο κατά μία ημέρα. Με την ευκαιρία λοιπόν της διπλής επετείου, ανεβάζω εδώ ένα άρθρο που είχα γράψει τότε, επιστρέφοντας από την κηδεία του Τσιτσάνη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΗΧΟΣ & HI-FI (στο τεύχος Φεβρουαρίου 1984), με το οποίο συνεργάστηκα σχεδόν για ένα χρόνο το 1984 γράφοντας κριτικές ελληνικών δίσκων (μετά πήγα φαντάρος). Δεν έχω αλλάξει τίποτα από το αρχικό άρθρο, μόνο έχω βάλει λίκνους σε γιουτουμπάκια μερικών τραγουδιών γιατί θα ήταν χαζομάρα να μην εκμεταλλευτώ τις δυνατότητες που δίνει το νέο μέσο. Αν έγραφα σήμερα δεν θα το έγραφα έτσι, φυσικά, κι αν σε μερικά σημεία ακούγομαι απόλυτος ή στομφώδης επικαλούμαι το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας.

TSITSANIS8Το Σάββατο εκείνο, 21 του Γενάρη, μόνο συννεφιασμένο δεν ήτανε. Αμέτρητος ο κόσμος ανάμεσα στα μνήματα, να ’χει από νωρίς πιάσει τις θέσεις τις επίκαιρες, έτσι πού οι επόμενοι, για να μπορέσουν να πάρουν έστω μυρωδιά την τελετή, να ανεβαίνουν ομάδες-ομάδες σε υπερυψωμένους τάφους, οικογενειακούς συνήθως, και οι πιο νέοι σε δέντρα, σέ ψηλώματα, σε αγάλματα που πολλά εκεί υπάρχουν, να κάθονται στην αγκαλιά τού μαρμάρινου ευεργέτη ή στα φτερά τού αγγέλου ν’ ακροβατούν, χωρίς κάνεις από τους γύρω να διανοηθεί να διατυπώσει ένσταση για κάποια δήθεν βεβήλωση της ιερότητας τού χώρου. Και τα όργανα της τάξης ματαίως προσπαθούσαν να διευθετήσουν το κύμα του πλήθους που διαρκώς συνέρρεε. Γέροι με τραγιάσκες και χοντρά γυαλιά πρεσβυωπίας, νοικοκυρές στα μαύρα, φάτσες εργατικές, νέα ζευγάρια με νήπια, μαθητές -αυτοί αποχαιρέτησαν τον Τσιτσάνη κι όπως από νωρίς είχανε συναχτεί, άρχισε πάλι, σέ χιλιάδες πηγαδάκια, εκείνη η ατέλειωτη συζήτηση για τα παρελθόντα και τα μέλλοντα του έθνους, πού ήμασταν και πού πηγαίνουμε, μνήμες ανασύρθηκαν και διασταυρώθηκαν, χρονολογίες, απόψεις, αντιρρήσεις, εφ’ όλης της ύλης η κουβέντα και απ’ του δέντρου τα κλαριά σκαρφαλωμένος κάποιος να αναμεταδίδει τις αφίξεις των επωνύμων … ήρθε ο τάδε, νάτος, τώρα μπαίνει, ο ψηλός… ο Πάγκαλος ήταν ή ο Κονδύλης πού έκοψε τα πενηντάρικα στη μέση;… όχι, αυτό έγινε το ’26, το ’30 είχαμε Βενιζέλο… εμείς ήρθαμε στην Αθήνα μετά τον εμφύλιο… από τη Σάμο κρατούμε… το έκλεισα το παντοφλάδικο, δεν τράβαγε… όχι, δεν είχε φλεγμονή, τον ξορκισμένο είχε… μην ανεβαίνετε κι εσείς κυρία μου, θα σπάσει το μάρμαρο και θα βρεθούμε όλοι μες τον τάφο… ρε φίλε μη βάζεις εκεί τα στέφανα και δεν βλέπουμε… ποιος είν’ αυτός; όχι, αυτός ο χοντρός… είναι που έχει το γραφείο κηδειών, πολλά λεφτά… μου φαίνεται πως τονε φέρνουνε…

Γιατί βεβαίως η κηδεία του Τσιτσάνη πένθιμη δεν ήταν ακριβώς, κι αυτό δεν οφειλόταν μονάχα στον ανοιξιάτικο, χαρούμενο καιρό· όχι πως ο κόσμος είχε πάει για να περάσει την ώρα του, να καλαμπουρίσει, να «δει». Ο κόσμος είχε, ήδη απ’ την Τετάρτη, πολλές φορές πέσει σέ βαθιά συλλογή μαθαίνοντας – κι υστέρα συνειδητοποιώντας – το χαμό· αλλά, ήταν τόσο διαρκής και ζωντανή η παρουσία του, δεκάδες χρόνια τώρα, με τις μουσικές του αδιόρατα να διαχέονται και να ’χουν διαποτί­σει όλη την Ελλάδα, που δεν σου πήγαινε να θρηνήσεις· ποια απουσία άλλωστε, που ο Τσιτσάνης νίκησε το θάνατο κι είναι μαζί μας, τις πρώτες μέρες στα βιαστικά αφιερώματα των μέσων ενημέρωσης και τού τύπου -ούτε την ηλικία του δε βρήκανε σωστή – αλλά και ύστερα, για πάντα, σταθερά και μόνιμα, κοντά μας θα ’ναι.

Κοντά μας και γνωστός στον καθένα, έτσι που αρκεί να πεις τ’ όνομά του για να συγκατανεύ­σει ο άλλος μ’ ένα χαμόγελο σαν κλείσιμο ματιού, έτσι οικείος ήταν σ’ όλους, κι αυτός και τα τραγούδια του, πανταχού παρών κι ας μη θυμόμασταν την ημερομηνία γέννησής του, κι ας αγαπούσαμε πολλά τραγούδια του χωρίς να ξέρουμε πως αυτός ήταν ο συνθέτης – γιατί με τον Τσιτσάνη αυτό γινόταν, και στα ραδιοφωνι­κά αφιερώματα, οι πενιές από κάποιο αγαπη­μένο σουξέ συνοδεύονται από τα θαυμαστικά «βρε, κι αυτό δικό του είναι!» του κόσμου. Αόριστα, κι όμως τόσο πολύ γνωστός. Αλλά η δεοντολογία επιτάσσει να δώσουμε και πιο συγκεκριμένα στοιχεία για  το φαινόμενο που λέγεται Βασίλης Τσιτσάνης. Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Γενάρη του 1915 – πέθανε τη μέρα των γενεθλίων του -, από το ’37 στη ρεμπέτικη την πιάτσα, έγραψε αμέτρητα τρα­γούδια, άλλοι λένε χίλια, άλλοι χίλια τετρακό­σια -έχουνε μείνει κάπου 300 ανέκδοτα, σύμφωνα με μαρτυρία τής κόρης του – αρι­θμός που από μόνος του προκαλεί κατάπληξη, ισοδυναμώντας, ούτε λίγο ούτε πολύ με πάνω-κάτω εκατό μεγάλους δίσκους και η κατάπλη­ξη γίνεται δέος αν σκεφτούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία απ’ τα τραγούδια αυτά είναι καταπληκτικά· ξεπερνούν τις εκατό οι πολύ μεγάλες του επιτυχίες, αυτές πού είναι τόσα χρόνια στην πρώτη γραμμή και τραγουδιούνται οπουδήποτε, από τις συναυλίες του καλοκαι­ριού μέχρι τις παρέες που ψιλομουρμουρίζουν σε κάποια ταβέρνα. Τέτοιο πάντρεμα της ποσότητας με την ποιότητα ουδέποτε άλλοτε έχει δείξει το ελληνικό τραγούδι, κι όχι μονάχα το ρεμπέτικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Επετειακά, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Η ρεμπέτα, οι ρεμπέτες και το ρεμπέτικο

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2013

Το σημερινό άρθρο, για την ετυμολογία των λέξεων «ρεμπέτης» και «ρεμπέτικο», λογαριάζω να το γράψω εδώ και πολύν καιρό, από τότε που, σε μια συζήτηση πριν από ένα χρόνο και βάλε, ένας επισκέπτης υποστήριξε (σχόλιο αριθ. 103 εδώ) ότι: «Η λέξη “ρεμπέτικος” είναι παραφθορά της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης λογίας “ρεμβαστικός” και προέρχεται από το ρήμα “ρέμβω” ή “ρεμβάζω” απ’ όπου και ο ρέμπελος = ο σπαταλών τον χρόνον αναιτίως, άρα αραχτός και αντικοινωνικός…». Στη συνέχεια έγραψε για το θέμα ο αγαπητός Δύτης των Νιπτήρων, σε ένα δικό του εξαιρετικό άρθρο αλλά και στα έξοχα σχόλια που έγιναν, οπότε θα έλεγε κανείς ότι εξαντλήθηκε το θέμα. Ύστερα όμως ο φίλος Σπύρος Ζερβόπουλος, που έχει εξελιχτεί σε δεινό αναδιφητή των σωμάτων κειμένων, μου έστειλε με ηλεμήνυμα ένα σωρό χρήσιμες πληροφορίες, που θα ήταν κρίμα να μη δημοσιευτούν, ενώ η πλάστιγγα έγειρε οριστικά όταν πριν από μερικές μέρες ένας παλιός γνωστός μού ζήτησε τη γνώμη μου για την ετυμολογία της λέξης, επειδή τη χρειαζόταν ένας φοιτητής του σε μια εργασία του. Έτσι, αποφάσισα να γράψω κι εγώ για την ετυμολογία του ρεμπέτη, συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν. Ωστόσο, ο έπαινος αξίζει στον Δύτη και στους σχολιαστές του καθώς και στον Σπ. Ζερβόπουλο: εγώ απλώς συνοψίζω.

Πριν προχωρήσουμε, ένα διαφημιστικό διάλειμμα: συνεχίζεται η υποβολή προτάσεων για τη Λέξη της χρονιάς, έχετε καιρό ίσαμε σήμερα στις 11 μ.μ. (ώρα Ελλάδος).

Ξεκινώντας, και πριν μπούμε στο θέμα μας, εύκολα μπορούμε να καταρρίψουμε την «ετυμολογία» που είχε προτείνει ο αρχικός επισκέπτης, ότι τάχα η λέξη ρέμπελος είναι ομόρριζη με τον ρεμπέτη και προέρχεται από το ρήμα «ρέμβω» ή «ρεμβάζω». Ο ρέμπελος είναι βενετικό δάνειο που ανάγεται τελικά στο λατινικό rebellare, από το bellum, πόλεμος. Η λέξη μαρτυρείται αδιατάρακτα στα ιταλικά από τον μεσαίωνα. Αυτή είναι η ομόφωνα αποδεκτή άποψη και δεν μπορεί να κλονιστεί από την ηχητική ομοιότητα ή επειδή σε κάποιον φάνηκε ότι οι ρεμπέτες είναι και ρέμπελοι. Άλλωστε, ρεμπελιό στα μεσαιωνικά ελληνικά δεν σημαίνει αραλίκι αλλά εξέγερση (π.χ. το ρεμπελιό των ποπολάρων).

Πάμε τώρα στο κυρίως θέμα, την ετυμολογία των λέξεων ‘ρεμπέτης’ και ‘ρεμπέτικο’. Όπως είδαμε, ο επισκέπτης πιο πάνω υποστηρίζει την προέλευση από το ρήμα «ρέμβω» (που σήμαινε, στην αρχαιότητα, μεταξύ άλλων, «περιφέρομαι, περιπλανώμαι»), μια άποψη που, αν και δεν τη δέχεται κανένα μεγάλο λεξικό μας, ακούγεται αρκετά, κυρίως από μελετητές του ρεμπέτικου, σαν τον Κ. Φέρρη, οι οποίοι επιπλέον επικαλούνται το λεξικό του Δουκάγγιου (1688) όπου υπάρχει το λήμμα «ρεμπιτός» (με τη σημασία «πλανημένος»), παραφθορά του «ρεμβός» (ο αναιτίως πλανώμενος). Πηγή του Δουκαγγίου είναι ο Μέρσιος (Meursius ή Johannes van Meurs), o Φλαμανδός ελληνιστής που έγραψε στις αρχές του 17ου αιώνα.

Κοντά σε αυτά, υπάρχει και το ρήμα «ρέμπομαι», πιθανώς μετεξέλιξη του «ρέμβομαι», που υπάρχει και στον Ερωτόκριτο, αλλά και σήμερα στην κρητική διάλεκτο, και που έχει πάρει άλλες σημασίες, κυρίως «νέμομαι» ή και «περηφανεύομαι». Ας πούμε, στον Ερωτόκριτο, «επέτετο κι ερέμπετο στην αρχοντιά την τόση» ή «μα ρέμπεται στις αφεντιές, στα πλούτη ντου καυκάται».

Το κακό με τη «θεωρία των ρεμπετολόγων» είναι ότι αφενός λείπουν εντελώς οι ενδιάμεσοι τύποι από το «ρέμπομαι» και το «ρεμπιτός» του Μεσαίωνα ως τον ρεμπέτη, και αφετέρου ότι η σημασιακή απόσταση μεταξύ του «ρέμπομαι» και του «ρεμπέτης» είναι αρκετά μεγάλη. Την απόσταση αυτή προσπαθούν να τη γεφυρώσουν με κατασκευές όπως ότι «ρέμπομαι» σήμαινε τάχα «ζω μποέμικα», αλλά αυτό δεν προκύπτει από τα κείμενα παρά (μου) φαίνεται σκέτος υποκειμενισμός.

Στη μελέτη του Περί της λέξεως «ρεμπέτικο» το ανάγνωσμα…, ο Πάνος Σαββόπουλος (απλή συνωνυμία με τον Διονύση) απαριθμεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, 15 θεωρίες για την προέλευση της λέξης. Ο Σαββόπουλος τις απορρίπτει και τις δεκαπέντε για να προτείνει μια δέκατη έκτη, η οποία προσπαθεί να θεραπεύσει τα ελαττώματα της «θεωρίας των ρεμπετολόγων», δηλαδή της προέλευσης από το «ρέμπομαι» και/ή το «ρεμπιτός». Αφού επισημάνει ότι η λέξη ρεμπέτικο πρωτοεμφανίζεται στην ετικέτα ενός δίσκου γραμμοφώνου γύρω στο 1910, προτείνει την εξής ιδέα: ότι τη λέξη «ρεμπέτικο» την έπλασε κάποιος έξυπνος διευθυντής εταιρείας δίσκων (ή στέλεχος εταιρείας) στην Πόλη το 1910, που ήταν διαβασμένος και ήξερε το ρέμπομαι και το ρεμπιτός, στο μοντέλο μποέμης -μποέμικο, ρέμπομαι-ρεμπιτός-ρεμπέτικο, και ότι η λέξη «ρεμπέτης» (που άλλωστε, κατά την καταγραφή του Σαββόπουλου, δεν είναι τόσο συχνή στα τραγούδια της πρώτης εποχής) προήλθε υποχωρητικά από τον εμπορικό όρο «ρεμπέτικο». Επισημαίνει επίσης ο Σαββόπουλος ότι τα τραγούδια που πρωτοχαρακτηρίστηκαν «ρεμπέτικα» δεν ήταν ρεμπέτικα (κατά τη δική του γνώμη και ταξινόμηση, βέβαια -ένα από τα δύο τραγούδια ήταν το γνωστό Τικιτάκ, που το ακούμε εδώ σε μεταγενέστερη δωρική εκτέλεση από τον Μάρκο).

Η ιδέα του Σαββόπουλου είναι ευφυέστατη, δεδομένου ότι ξεμπερδεύει μια και καλή με την απουσία ενδιάμεσων τύπων και τη σημασιακή απόσταση: αφού είναι εμπορική ονομασία, πλάσμα της λεξιπλαστικής φαντασίας ενός έξυπνου και μορφωμένου αστού, όλα (ή σχεδόν) επιτρέπονται! Η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως η ευφυής θεωρία του Σαββόπουλου περιέχει και το κλειδί για την ανασκευή της: αν η λέξη πλάστηκε «εκ του μηδενός» από έναν λόγιο το 1910, είναι φανερό πως αν βρούμε τη λέξη «ρεμπέτικο» (ή και τη λέξη «ρεμπέτης», που είναι παράγωγό της κατά Σαββόπουλον) σε κείμενο παλιότερο από το 1910 η θεωρία καταρρέει (σαν χάρτινος πύργος, αν σας αρέσουν τα κλισέ).

Τέτοιο κείμενο βρέθηκε (και όχι μόνο ένα), οπότε μπορούμε να βάλουμε στο αρχείο τη θεωρία του Σαββόπουλου. Όπως φανέρωσε πρώτος στο ιστολόγιο του Δύτη των Νιπτήρων ο χρήστης με το ψευδώνυμο spatholouro, που είναι γνωστός μελετητής και συγγραφέας, αλλά δεν θα αποκαλύψω την ταυτότητά του αν εκείνος δεν το θέλει, σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1871 εμφανίζεται κατ’ επανάληψη η λέξη «ρεμπέτα». Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Οι μυστηριώδεις νυκτοκλέπται» του Μηνά Χαμουδόπουλου  (1843-1908), που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σμύρνη αλλά μετά το 1880 έζησε στην Πόλη και που βρίσκω να χαρακτηρίζεται, σε ένα βιβλίο του, «Μέγας ρήτωρ της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, δημοσιογράφος, ιστορικός, γεωγράφος, πολιτικός, φορέας της ελληνορθοδόξου παραδόσεως». Ο Χαμουδόπουλος ήταν βεβαίως όλα αυτά, αλλά στα νιάτα του έγραψε και το λαϊκό αυτό μυθιστόρημα, τους Νυκτοκλέπτες, που εντάσσεται στην παράδοση των απόκρυφων μυθιστορημάτων, που διηγούνται με αρκετήν εντυπωσιοθηρική διάθεση ιστορίες με πρωταγωνιστές από τον υπόκοσμο, όπως ήταν τα Μυστήρια των Παρισίων, και που για να γραφτούν χρειάζονταν αστική συγκρότηση, γι’ αυτό και στη γλώσσα μας πρωτοεμφανίστηκαν στη Σμύρνη και στην Πόλη και όχι στην Αθήνα. Νυκτοκλέπται είναι αυτοί που μπαίνουν τη νύχτα σε κοσμηματοπωλεία και άλλα καταστήματα ή σπίτια με πλούσια λεία και κλέβουν. Διαρρήκτες θα τους λέγαμε σήμερα.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που αν δεν το εκδώσει κανείς άλλος σκέφτομαι να το εκδώσω εγώ στο κοντινό μέλλον γιατί έχει φοβερό γλωσσικό ενδιαφέρον και μπορεί να ανατρέψει αρκετές ετυμολογήσεις -ίσως γράψω ειδικό άρθρο για το θέμα. Πιστός στα θέσμια της εποχής, ο Χαμουδόπουλος χρησιμοποιεί αρχαΐζουσα καθαρεύουσα στην αφήγηση και τις περιγραφές, αλλά στους διαλόγους διασώζει (ενδεχομένως) τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην πιάτσα της εποχής, φιλτραρισμένη βέβαια. Δείγμα γραφής:

Ο κάπηλος, όστις εν τω μεταξύ καταλιπών το λογιστήριόν του είχεν έλθει και λάβει μέρος ως ακροατής εις τον διάλογον των δύο τούτων, παρεισέδυ και αυτός εις την ομιλίαν επίκουρος του γέροντος:

— Άκουσε, Παναγιώτη, του είπε, τον Δεσποτόπουλο. Αυτός από πενήντα χρόνια κι εδώθε είναι από τους πρώτους της ρεμπέτας και τ’ όνομά του είναι ξακουσμένο μέσα ‘στην Ανατολή και ‘στα Εφτάνησα. Πίστευσέ τον ό,τι σου λέγει, διότι κι ο διάβολος δεν ξέρει όσα ο Παπούς (όνομα χαϊδευτικόν του Δεσποτόπουλου προσαγορευόμενον ούτω υπό των συντρόφων του νυκτοκλεπτών).

Ο Παπούς λοιπόν είναι «από τους πρώτους της ρεμπέτας», και αμέσως καταλαβαίνουμε ότι ρεμπέτα, λέξη που εμφανίζεται δεκάδες φορές στο μυθιστόρημα, είναι η πιάτσα, ο υπόκοσμος, ή, όπως το ορίζει ο Χαμουδόπουλος, «το σύνολον των νυκτοκλεπτών», σε επεξήγηση που δίνει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του.

Θα προσέξατε βέβαια ότι ο Χαμουδόπουλος δεν καταγράφει τους τύπους «ρεμπέτης, ρεμπέτικο», αλλά αυτό μικρή σημασία έχει σε πρώτο επίπεδο. Όταν από το 1870 τουλάχιστον (και πιθανότατα από πολλές δεκαετίες νωρίτερα) υπάρχει εδραιωμένη στη σμυρνέικη αργκό η λέξη «ρεμπέτα», είναι πολύ φυσιολογικό να παράχθηκε από εκεί ο ρεμπέτης, κατά το σχήμα «η ρεμπέτα – ο ρεμπέτας – ο ρεμπέτης – το ρεμπέτικο», που το έχουμε ξαναδεί στην παραγωγή «η μάγκα [ομάδα άτακτων πολεμιστών, το θέμα αξίζει άρθρο] – ο μάγκας» και είναι απολύτως αδύνατο, κατά τη γνώμη μου, να υπάρχει άλλη προέλευση του ρεμπέτη εκτός από τη ρεμπέτα.

Να σημειωθεί οτι η λέξη «ρεμπέτα» καταγράφεται και στα μεγάλα λεξικά της δεκαετίας του 1930, τον Δημητράκο και την Πρωία, με τη σημασία «άνθρωπος φυγόπονος και διεφθαρμένος, ρεμπεσκές». Ο Δημητράκος καταγράφει και τον τύπο «ο ρεμπέτας», ενώ κανένα από τα δύο λεξικά δεν καταγράφει τις λέξεις «ρεμπέτης» και «ρεμπέτικο».

Από πού όμως ετυμολογείται η λέξη «ρεμπέτα»; Δύο είναι οι επικρατέστερες θεωρίες. Η μια πιθανή προέλευση είναι από το τουρκικό rabιta, που σημαίνει δεσμός, αδελφική φιλία. Το κακό με την άποψη αυτή είναι η αλλαγή τονισμού, αφού η τουρκική λέξη τονίζεται στη λήγουσα, οπότε θα περίμενε κανείς να δώσει στα ελληνικά μια λέξη σαν *ραμπουτάς (όπως από το samata έχουμε ‘σαματάς’). Η άλλη, που τη δέχεται το ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη (αν και κατευθείαν για τη λ. ρεμπέτης, χωρίς να αναφέρει τίποτα για τη ρεμπέτα) είναι η προέλευση από τη λέξη rιbat, που σήμαινε ‘στρατιωτικός καταυλισμός, ιδίως μεθοριακός’ αλλά στη συνέχεια, στην ανατολική Μεσόγειο του 19ου αιώνα είχε πάρει τη σημασία «ξενώνας, καραβανσεράι» και «τεκές, άσυλο». Αν σκεφτούμε ότι το τουρκικό rιbat δεν προφέρεται «ριμπάτ» αλλά κάπου ανάμεσα σε «ρεμπάτ» και «ρουμπάτ», δεν απέχουμε πολύ ούτε φωνητικά ούτε σε σημασία. Πάντως, αν δεχτούμε, όπως όλα δείχνουν, ότι ο αρχικός τύπος είναι «η ρεμπέτα» (και μετά «ο ρεμπέτης»), τότε η προέλευση από το rabιta φαίνεται πιθανότερη.

Μια ένσταση που θα μπορούσε να προβληθεί στην προέλευση του ρεμπέτη/ρεμπέτικου από τη ρεμπέτα θα ήταν ίσως ότι οι λέξεις αυτές εισήχθησαν σχετικά όψιμα στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπως υποστηρίζει ο Π. Σαββόπουλος στην μελέτη του που ανέφερα πιο πάνω, αλλά και ο καθηγητής Στάθης Gauntlett, ο οποίος, νωρίτερα από τον Σαββόπουλο, είχε επίσης υποστηρίξει ότι ο όρος ρεμπέτικο είναι κατασκευή του τμήματος μάρκετινγκ των δισκογραφικών εταιρειών (Rebetika as a marketing construct). Ωστόσο, αν αναδιφήσουμε τα σώματα κειμένων βρίσκουμε πολλές και στέρεες αναφορές στη ρεμπέτα, που γεφυρώνουν το χρονικό και γεωγραφικό χάσμα από το 1870 και τη Μικρασία ως το 1920 και την ηπειρωτική Ελλάδα. Τα περισσότερα απ’ όσα θα παραθέσω στη συνέχεια, σχεδόν όλα μάλιστα, τα χρωστάω στις έρευνες του δαιμόνιου Spyroszer.

Μετά τον Χαμουδόπουλο βρίσκουμε τη λέξη ρεμπέτα, στο θηλυκό γένος πάντα, στον Ρωμηό του Σουρή.

Στο τεύχος της 16-9-1889, ο Σουρής βάζει τον Τρικούπη να:
Φωνάζει ταγματάρχας και άλλους ανωτέρους,
εδώ κι εκεί σαλπίζει με χίλιαις δυο τρουμπέταις,
κι αμέσως της Ελλάδος καλεί τους Γρεναδιέρους
και τους θωρακοφόρους και όλαις της ρεμπέταις
*
Προσέξτε εδώ: όλες τις ρεμπέτες -> οι ρεμπέτες -> ο ρεμπέτης, να ένας πιθανός τρόπος παραγωγής.

Λίγο αργότερα, στο τεύχος της 29-11-1889, ο Σουρής περιγράφει, με τον δικό του τρόπο, μια θυελλώδη συνεδρίαση της Βουλής:
Αλλά εν μέσω, Περικλή, της θηριώδους πάλης
ως ίππος οιστρηλατηθείς εξώρμησε κι ο Ράλλης
πλην εις την τόσην του ορμήν μια κουτρουβάλα κάνει
και ρίχνει κάτω το κερί του γαύρου Δεληγιάννη,
κι ολίγου δειν του Θοδωρή να κάψη της μπαρμπέταις
για να χαρούν της δεξιάς η παστρικαίς ρεμπέταις.

Και πάλι από τον Ρωμηό, το 1894:
Έξω το πηλίκιον,
το σαχλόν κι ανοίκειον,
κι η κόκκινη γιακέτα
και καθεμιά ρεμπέτα

Και, αρκετά αργότερα, το 1909:
Σ΄ επήραν τα γεράματα, βρε Φασουλή ρεμπέτα,
κι ακόμα για φουστάνια λες και για χορών παρκέτα.

Στην εφημερίδα της Κεφαλλονιάς Ο Κολόμπος, που εξέδιδε το 1891 ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Μολφέτας, σε ηλικία 20 ετών, και συγκεκριμένα στο τεύχος της 6-10-1891, αναγγέλεται η απόφαση του ποιητή να φύγει για την Αθήνα, για να σπουδάσει στη Νομική όπως ήθελε ο πατέρας του, καθώς και η πρόθεσή του να εκδώσει εκεί άλλη σατιρική εφημερίδα, τον Αίσωπο, με τους εξής στίχους:
Σιγά – σιγά θα δης και τον Μολφέτα
να γίνη ένας άνθρωπος τρανός
θ’ αφήση πλέον τη ρεμπέτα
και θα γίνη συγγραφέας κλεινός
και τον Αίσωπο θα βγάνη στην Αθήνα

(αν δεν το κάτση καθώς η Ταορμίνα).
Βλέπουμε εδώ ότι η ρεμπέτα έχει τη σημασία της ανέμελης, της ρέμπελης ζωής, και δεν είναι χαρακτηρισμός προσώπου.

Μετά τον Χαμουδόπουλο, η επόμενη καταγραφή της λέξης ρεμπέτα σε λογοτεχνικό βιβλίο είναι στο Ο Κύριος Πρόεδρος – πρωτότυπον κοινωνικο-πολιτικόν μυθιστόρημα του Γεράσιμου Βώκου (1893, στην Ανέμη).
..Ενθυμείται μίαν φοράν εις τα νειάτα του επί Κουμουνδούρου, όταν ήτο ανθυπολοχαγός και τον είχαν τοποθετήσει στη Βόνιτζα, τι θραύσι έκανε! Τους ετσάκισεν όλους πέρα – πέρα. Καλπονοθεύσεις θέλετε κερατάδες, να καλπονοθεύσεις! Αναποδογύρισε της κάλπαις, τους έβγαλεν όλους έξω και κατόπιν η κάλπαις των υποψηφίων της Κυβερνήσεως ευρέθησαν όλαις γεμάταις από άσπρα, και των αλλωνώνε ντίγκα στα μαύρα, να μα το Χριστό! Αυτό μονάχα; Υπήρχαν χίλια δυο άλλα μέσα. Στα χωριά προ πάντων να έχης ανθρώπους δικούς σου, παλληκαράδες, όχι τίποτα όρνια, τίποτα ρεμπεσκέδες, χουχου! τους φέρνεις όλους άνω – κάτω και με χαστουκιαίς από ‘δώ και με κοντακιαίς από ‘κεί, τον βλέπεις τον χωριάτη και πάει κατ’ ευθείαν με σκυφτό κεφάλι και σε ψηφίζει λέγοντας και ευχαριστώ. Αλλ’ είπεν ο Κούδουνας! Χρειάζονται τα κατάλληλα πρόσωπα, ειδεμή βάλ’ του ρήγανι, δε βγαίνει τίποτε.
Ο αρχειοφύλαξ συνεφώνει πληρέστατα. Η εξουσία! η εξουσία! Ήτο το ασφαλέστερον μέσον επιτυχίας. Φοβίζεις τον κόσμον του παίρνεις τον αέρα! Φαντάσου τώρα εδώ στην Αθήνα μια καλή αστυνομία. Μαζεύη της ρεμπέταις του ο Φερεκίδης να κάνη διαδηλώσεις να φωνάζουν οι λούστροι και οι αφερέγγυοι; Έρχεται η αστυνομία, η έφιππος χωροφυλακή, τους διαλύει αμέσως…     

(σελ. 299-300 του βιβλίου)
Εδώ ο Βώκος χρησιμοποιεί τη λέξη ρεμπέτες, ενικ. η ρεμπέτα, ισοδύναμα με άλλες παρεμφερείς λέξεις όπως κουτσαβάκηδες (σελ. 108), τραμπούκοι (σελ. 181, 182, 307) κλπ.

Σημαντικό είναι κι ένα απόσπασμα από την Πόλη, που το εντόπισε πρώτος ο Νέαρχος Γεωργιάδης (που πρόσφατα έφυγε από τη ζωή), γραμμένο το 1895, μια περιγραφή ενός πανηγυριού στη Σηλυβρία: «…-Λύσε τον κουρσέ σου, αποτείνεται κυρία τις προς την απέναντι αυτής καθημένην,
αυτό είναι μάτια μου παναΰρι ρεμπέτα, όλα λυμένα…» Παναΰρι ρεμπέτα, που επεξηγείται «άτακτο, χωρίς κανόνες, καθωσπρεπισμούς και επισημότητα».

Να προσθέσω ότι τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, στην Πόλη, κάποιος αρθρογράφος, ο Μιχάλης Σώφρων, υπέγραφε με το ψευδώνυμο ο Ρεμπέτας στο σατυρικόν και γελοιογραφικόν ημερολόγιον Καλλικάντζαρος 1918, που εξέδωσε ο Απ. Μελαχρινός, και σε άλλα έντυπα της Πόλης εκείνης της εποχής. Είναι η πρώτη καταγραφή του αρσενικού τύπου «ο ρεμπέτας» στην ονομαστική. Να σημειώσουμε ότι στις παραδόσεις του Νικολάου Πολίτη ένα πρόσωπο μιας ιστορίας ονομάζεται «ο Γιάννης ο Ρεμπέτης». Η ιστορία προέρχεται από το Λίμπερδο Γυθείου («Ο Μαμαλιάς ο βρικόλακας», αριθ. 958 στις παραδόσεις), αλλά δεν μαθαίνουμε τίποτε διαφωτιστικό για το πρόσωπο αυτό.

Δεν έχουν μπει όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας στη θέση τους, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει αμφιβολία για την γενική προέλευση της λέξης. Όπως όλα δείχνουν, από την οικογένεια αυτή εμφανίστηκε πρώτα η ρεμπέτα, αρχικά με τη σημασία του Χαμουδόπουλου (ο υπόκοσμος) μέσα στη σμυρνέικη αργκό, και μετά ως πανελλήνια πια λέξη στις μεταγενέστερες σημασίες του ανθρώπου που δεν τηρεί κανόνες, που ζει ανέμελα, του φυγόπονου. Η λέξη ρεμπέτικο εμφανίζεται, όπως είπαμε, το 1910 στη δισκογραφία, ενώ η λέξη «ο ρεμπέτης» καταγράφεται ακόμα πιο αργά, αν εξαιρέσουμε τον περίεργο «Γιάννη Ρεμπέτη» στις παραδόσεις του Πολίτη.

Τελειώσαμε; Ναι και όχι. Όχι, επειδή έχουμε αφήσει αρκετές άκρες, που ίσως συγυριστούν στη συζήτηση και στα σχόλιά σας, όμως ναι, διότι  νομίζω ότι πειστικά ανιχνεύτηκε η προέλευση των λέξεων «ρεμπέτης, ρεμπέτικο» από τη «ρεμπέτα» και η προέλευση της λ. «ρεμπέτα» από τα τούρκικα, μάλλον από τη λ. rabιta.

Από την άλλη, δεν είπαμε τίποτα για τη φράση «ρεμπέτ ασκέρ», που δεν υπάρχει στα τούρκικα και πρέπει να είναι ελληνικός τουρκοπρεπής σχηματισμός (κατά τις έρευνες του Spyroszer καταγράφεται πρώτη φορά σε εφημερίδα το 1916), ούτε για τη λ. ρεμπεσκές, που σύμφωνα με μια θεωρία προέρχεται από το ρεμπέτ ασκέρ με συμφυρμό -αλλά, όπως θα προσέξατε στο απόσπασμα του Βώκου, απαντά ήδη το 1893, και όχι μόνο εκεί. Και επειδη η εικασία, που τη δέχεται και το λεξικό Μπαμπινιώτη, προυποθέτει ότι η λέξη ρεμπέτης ή ρεμπέτα είχε γίνει ευρέως γνωστή, στη συνέχεια απ’ αυτήν πλάστηκε η ψευδότουρκη φράση ρεμπέτ ασκέρ και ακολούθως προήλθε απ’ αυτην η λ. ρεμπεσκές, μάλλον πρέπει να την απορρίψουμε.

Αλλά ας το αφήσουμε αυτό για κάποια άλλη φορά, ήδη έχουμε πει πάρα πολλά!

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ρεμπέτικα, Σώματα κειμένων, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 112 Σχόλια »

Από την Ιατρική στο Πολυτεχνείο (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 2 Απρίλιος, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το τέταρτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα τέλη του 1947 και ο αφηγητής είναι πρωτοετής στην Ιατρική σχολή, αλλά διαπιστώνει ότι δεν είναι φτιαγμένος για αυτό τον κλάδο. 

Να σημειώσω πάντως ότι ο πατέρας μου στις αναμνήσεις του κάνει έναν μικρό αναχρονισμό: το 1947 η «Βαλεντίνα» του Μητσάκη δεν είχε γραφτεί, είναι τραγούδι του 1950.

mimis_jpeg_χχsmallΤελικά η Ιατρική δε μου άρεσε. Είχαμε κι έναν καθηγητή, ονόματι Αποστολάκη, που αξίωνε με εκβιαστικό τρόπο να αγοράζουν οι φοιτητές το “Σύγγραμμά” του, σε πολύ τσουχτερή τιμή. Εγώ φυσικά δεν το είχα αγοράσει και όταν με σήκωσε με άλλους τρεις να μας εξετάσει προφορικά και οι δύο πρώτοι δεν απάντησαν σωστά, μας έκοψε και τους τέσσερις. Οι δύο τελευταίοι, εγώ κι ο άλλος, δεν είχαμε αγοράσει το “Σύγγραμμα”.

Γενικά δεν είχα πολύ έντονη επιθυμία να γίνω γιατρός. Στη ζωή μου δυο λειτουργήματα εκτιμούσα πολύ, αλλά δεν τα ήθελα για μένα: του γιατρού και του δικαστή. Δε θα άντεχα τις ευθύνες τους. Έτσι από τον Δεκέμβριο άρχισα στα σοβαρά να σκέφτομαι να παρατήσω την Ιατρική.

Με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα μου και τη λευκή ψήφο της μητέρας μου αποφάσισα να δώσω στο Πολυτεχνείο, χημικός μηχανικός. Οι εξετάσεις για το Πολυτεχνείο θεωρούνταν τότε οι πιο δύσκολες. Οι φίλοι μου στη Νέα Σμύρνη, ο Μητσάκης, ο Θεόφιλος, ο Νίκος κι ο Στρατής, θεωρούσαν μεγάλη βλακεία να παρατήσω τη σιγουριά της Ιατρικής για να χτυπήσω έναν τέτοιο δυσπρόσιτο στόχο, εγώ όμως θυμόμουν “τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε” του Καβάφη και επέμεινα.

Πήγα στο φροντιστήριο του Κανέλλου, στην οδό Αριστοτέλους, που είχε τη φήμη του καλύτερου, (δεν ήταν πλέον). Εκεί γνώρισα το Στρατή, πατριωτάκι, μια που ήταν Μυτιληνιός από τη Σκαμιά, τον Μιχάλη, άλλο πατριωτάκι, από την άλλη μου γενιά, Μανιάτη από τα Άλικα και τον Θρασύβουλο, Λευκαδίτη. Οι τέσσερις μας γίναμε σε λίγο αχώριστοι, καθώς μάλιστα ήμασταν και επονίτες. Αποτελέσαμε μιαν εύθυμη και θορυβώδη τετράδα. Μια φορά τη βδομάδα, συνήθως Σαββάτο βράδυ, πηγαίναμε “μπουρδελότσαρκα” στα πορνεία που αφθονούσαν τότε στην Αριστοτέλους, στη Στουρνάρα, στην Αχαρνών και στους δρόμους γύρω από τη Βάθη. Συνήθως πηγαίναμε για πλάκα, γιατί δεν είχαμε λεφτά να πάρουμε γυναίκα. Κουβεντιάζαμε με τις κοπέλες, πειράζαμε κανέναν αφελή πελάτη και στο τέλος, καθώς κάναμε σαματά χωρίς να διαλέγουμε καμιά γυναίκα, η μαντάμα έστελνε τον μπράβο του σπιτιού και μας πετούσε έξω. Εμείς βγαίναμε γελώντας και μπαίναμε σε άλλο μαγαζί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »