Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ρωσικά’ Category

Ακόμα δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 13 Αύγουστος, 2017

Την περασμένη Κυριακή παρουσιάσαμε δυο ιστορίες από τα Ουράλια, του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, σε μετάφραση της φίλης μας Ranele από τα ρώσικα. Συνεχίζω και τελειώνω σήμερα με τις άλλες δύο.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω στην πρώτη από τις δύο σημερινές ιστορίες είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος.

Το πέτρινο λουλούδι

Δεν ήτανε μονάχα οι λιθοξόοι από το εργοστάσιο μαρμάρου που ήτανε ξακουστοί για την τέχνη τους. Λένε, πως την ίδια τέχνη κατείχαν και στα δικά μας τα εργοστάσια. Η μόνη διαφορά ήτανε πως οι δικοί μας δουλεύανε περισσότερο τον μαλαχίτη, επειδής ήτανε υψηλής ποιότητας πέτρα και βρισκότανε σε αφθονία στα μέρη μας. Από τούτον τον μαλαχίτη σκαλίζανε και διάφορα ταιριαστά πράματα που φορές, άκου το, απορούσες πώς τα΄χανε συλλάβει με τη φαντασία τους.

Εκείνα τα χρόνια ζούσε ένας μάστορας ονόματι Προκόπιτς. Σε τούτην την τέχνη ήτανε πρώτος. Κανείς δεν μπόραγε να του παραβγεί. Όμως είχε τα χρονάκια του.

Έτσι, λοιπόν, ο εργοστασιάρχης διέταξε τον επιστάτη να του βρει τίποτες νεαρά μαστορούλια για να τα μάθει την τέχνη του.

-Ας τους παραδώκει όλα του τα μυστικά ως και το τελευταίο του κόλπο.

Μόνο που ο Προκόπιτς, είτε ήτανε σφιχτός στο να μοιραστεί τα μυστικά της τέχνης του, είτε συνέβαινε τίποτες άλλο, τέλος πάντων δεν ξεβγήκε καθόλου καλός δάσκαλος. Ήτανε νευρικός και βίαιος. Πρώτα στόλιζε το κεφάλι του αγοριού με καρούμπαλα, πάγαινε να του ξεριζώσει και τ΄αφτιά του ύστερις το απαράταγε και έλεγε στον επιστάτη:

-Δεν μου κάμνει του λόγου του… Δεν έχει μήτε μάτι ικανό, μήτε χέρι που να πιάνει. Χαμένος κόπος.

Ως φαίνεται ο επιστάτης διατάχθηκε να ικανοποιεί την κάθε παραξενιά του γερο-μάστορα σε τούτο το ζήτημα.

-Ό, τι ειπείς, αφού δεν κάμνει ετούτος… θα σου δώκουμε άλλονε… – Και του ΄στελνε άλλο παλικαράκι.

Τα αγόρια σαν μάθανε τι γίνεται στου Προκόπιτς… από νωρίς ξεσηκώνανε θρήνο μην πέσουνε στα χέρια του. Μήτε οι πατεράδες μήτε οι μανάδες στέργανε να στείλουνε τα παιδούλια τους στα κάτεργα που δε βγάζανε πουθενά. Αρχίνησε, λοιπόν, ο καθείς όπως μπόραγε να γλιτώνει το τέκνο του. Να ειπούμε και του στραβού το δίκιο το να δουλεύεις μαλαχίτη ήτανε σκάρτη τέχνη, σκέτο φαρμάκι. Γι΄αυτό ο κοσμάκης φυλαγότανε. Ο επιστάτης όμως δεν αλησμονούσε την εντολή του εργοστασιάρχη –  συνέχισε να του στέλνει μαθητούδια. Εκείνος με τη σειρά του παίδευε το παλικαράκι και ύστερα το γύριζε πίσω στον επιστάτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαογραφία, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 86 Σχόλια »

Δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 6 Αύγουστος, 2017

Η φίλη μας η Ranele, που μας είχε στείλει πριν από δυο μήνες τη μετάφραση ενός κεφαλαίου από το μυθιστόρημα Σάνκια του Ζαχάρ Πριλέπιν, μου έστειλε τέσσερις ιστορίες από τα Ουράλια του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, πάλι σε δική της μετάφραση. Το συνολικό κείμενο είναι πολύ μεγάλο, οπότε αποφάσισα να τις παρουσιάσω σε δύο δόσεις, δύο ιστορίες τούτη την Κυριακή και τις δύο άλλες την επόμενη. Βοηθάει σ’ αυτό το γεγονός ότι η πρώτη και η δεύτερη ιστορία συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, το ίδιο και οι δυο επόμενες.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω σε δικό του κείμενο, που θα το δούμε την επόμενη Κυριακή, είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη. Η Ranele μού έστειλε κι ένα δικό της εκτενές σημείωμα για τη ζωή και το έργο του, αλλά επειδή ήδη το κείμενο ήταν πολύ μεγάλο αποφάσισα να μην το δημοσιεύσω.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος. Ο μαλαχίτης, που πρωταγωνιστεί στις ιστορίες, είναι ορυκτό του χαλκού με χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα. Στα Ουράλια υπάρχουν τα μεγαλύτερα κοιτάσματά του.

 

 

Η Κυρά του Χάλκινου Βουνού

Κάποτε δύο άντρες από το εργοστάσιό μας πάγαιναν στα λιβάδια τους να ιδούν αν έφτασε ο καιρός για κόσισμα(*).

Η νομή(*) τους βρισκότανε κάπως μακριά, κάπου πιο πέρα από το ποτάμι Σεβερούσκα.

Ήτανε γιορτή και σχόλη. Είχε δυνατό λιοπύρι και μια κουφόβραση άλλο πράμα. Και οι δυο τους δουλεύανε μες στα ορυχεία των Αλωνιών. Σπάγανε τον μαλαχίτη και τον αζουρίτη – μεταλλεύματα πλούσια σε χαλκό. Πού και πού βρίσκανε και αυτοφυή χαλκό σε κόκκους ή σε περίτεχνους κρυστάλλους, καμιά φορά τους τυχαίνανε κι άλλα πετρώματα.

Ένας από αυτούς, ο νεαρός, ήτανε ανύπαντρος, μα τα μάτια του ήδη είχανε πάρει μιαν πράσινη μαλαχιτένια απόχρωση. Ενώ ο άλλος, ο μεγαλύτερος, είχε σκεβρωθεί τελείως από τη χαμαλίκα των ορυχείων. Τα μάτια του, αλλά και τα μάγουλά του, είχαν αποχτήσει ακόμη πιο γκριζοπράσινη απόχρωση ωσάν της μούχλας. Και έβηχε σερί εκείνος ο κακομοίρης.

Μες στο δάσος ήταν σκέτη καλοσύνη. Τα πουλάκια τιτίβιζαν χαρμόσυνα, η γης ανέδιδε μια λεπτή ευωδιά. Εκεί που λες, τους έπιασε νύστα. Με τα πολλά με τα λίγα φτάσανε ίσαμε το ορυχείο του Κόκκινου Βράχου. Εκείνον τον καιρό αυτού μέσα βγάζανε μεταλλεύματα σιδήρου. Με το που ξάπλωσανε χάμω στο χορτάρι κάτω από μια σουρβιά, ευθύς τους πήρε ο ύπνος. Μόνο που ο νεαρός κάποια στιγμή πετάχτηκε απάνου σαν να του΄δωκε κανείς μια γερή σπρωξιά στα παΐδια. Κοίταξε ολόγυρα και τι να ιδεί; Ακριβώς μπροστά του απάνω σε ένα σωρό από πέτρες, σιμά στο μεγάλο βράχο καθότανε μια γυναίκα. Καθότανε αυτού με την πλάτη της γυρισμένη στο νεαρό, μα από την πλεξούδα της ήτανε ολοφάνερο πως επρόκειτο για νεαρή κοπέλα. Η πλεξούδα της ήτανε μαύρη κατράμι και δεν πήγαινε πέρα δώθε όπως στα κορίτσια μας, σάμπως ήτανε γερά κολλημένη πάνω στη ράχη της. Στο τελείωμά της είχε κορδέλες που φαντάζανε άλλοτε κόκκινες και άλλοτε πράσινες. Λάμπανε και κουδουνίζανε σαν ελάσματα χαλκού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαογραφία, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Ζαχάρ Πριλέπιν – Εικόνες εγκατάλειψης (απόσπασμα από το Σάνκια)

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2017

Σήμερα δημοσιεύω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Ζαχάρ Πριλέπιν «Σάνκια». Ο Ζαχάρ Πριλέπιν, 42 χρονών, είναι ίσως ο πιο πολυδιαβασμένος Ρώσος συγγραφέας της γενιάς του, της μετασοβιετικής δηλαδή γενιάς. Τον έχουν παρομοιάσει με τον Χεμινγουέι και με τον Τολστόι. Είχε επισκεφτεί πριν από δυο-τρεις μήνες την Ελλάδα και έδωσε μια συνέντευξη που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ο Πριλέπιν πολέμησε στην Τσετσενία κατά τη θητεία του στον στρατό, ενώ για ένα διάστημα υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις της ομοσπονδιακής αστυνομίας. Είναι ή ήταν μέλος του εθνικομπολσεβικικού κόμματος του επίσης συγγραφέα Εντουάρντ Λιμόνοφ, είναι αντίπαλος του Πούτιν και τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στο Ντονμπάς όπου μάχεται με το μέρος των αυτονομιστών, ας τους ονομάσουμε έτσι.

Πριν από μια βδομάδα είχαμε δημοσιεύσει ένα αφήγημα του φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το μετασοβιετικό Μούρμανσκ. Λίγες μέρες αργότερα, πήρα ηλεμήνυμα από αναγνώστρια του ιστολογίου, με το ψευδώνυμο Ranele, που μου είπε ότι έχει μεταφράσει, για να δοκιμάσει τις δυνάμεις της, κομμάτια από ένα μυθιστόρημα του Πριλέπιν, που δίνουν παρόμοιες εικόνες εγκατάλειψης όπως το αφήγημα για το Μούρμανσκ και μου έστειλε ένα απόσπασμα, αν ήθελα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο.

Το ενδιαφέρον είναι πως η Ranele, αν και πρέπει να έχει σπουδάσει στην Ελλάδα, δεν έχει μητρική της γλώσσα τα ελληνικά, όπως μού διευκρίνισε, πράγμα που κάνει τη δουλειά της ακόμα πιο δύσκολη. Έκανα κάποιες μικροεπεμβάσεις στη μετάφρασή της, κακώς ίσως. Δεν είχα διαβάσει Πριλέπιν, διότι δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά το δείγμα που θα δείτε μου άρεσε, όσο κι αν είναι καταθλιπτικό και πνιγηρό.

Το μυθιστόρημα «Σάνκια», απ’ όπου είναι παρμένο το απόσπασμα που θα διαβάσετε, είναι το πρώτο του Πριλέπιν και κυκλοφόρησε το 2006. Έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, έχει βραβευτεί και έχει γίνει ταινία. Το Σάνκια είναι όνομα, αρσενικό, συχνά παιδικό. Είναι χαϊδευτικό του Σάσα, το οποίο με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του Αλεξάντρ. Ο ήρωας λέγεται Σάσα Τίσιν, αλλά η γιαγιά και ο παππούς του τον φωνάζουν Σάνκια. Εδώ μπορείτε να δείτε τον ιστότοπο του μυθιστορήματος (από τα σφυροδρέπανα θα καταλάβετε ότι ο Σάσα ανήκει σε μια αριστερή μαχητική οργάνωση) και εδώ τον ιστότοπο του Πριλέπιν. Βέβαια, όλα αυτά τα καλούδια είναι χρήσιμα κυρίως σε ρωσομαθείς. Το απόσπασμα που παραθέτουμε είναι το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου. Παρουσιάζει την επιστροφή του Σάσα στο χωριό του που αργοπεθαίνει.

Για τους ρωσομαθείς, έχω ανεβάσει εδώ σε δίστηλο κείμενο το πρωτότυπο με τη μετάφραση της Ranele (χωρίς τις δικές μου επεμβάσεις). Το κείμενο είναι αρκετά μεγάλο (πάνω από 9000 λέξεις) αλλά δεν θέλησα να το περικόψω. Οφείλω να πω ότι συγκινήθηκα διαβάζοντας τους χωρικούς της Ρωσίας να μιλούν με ιδιωματισμούς του θεσσαλικού κάμπου.

Το κείμενο που θα διαβάσετε είναι βέβαια αδημοσίευτο, αφού πρόκειται για μια μεταφραστική δοκιμή της Ranele. Στο μεταξύ, διαβάζω ότι έχει αναγγελθεί η έκδοση του μυθιστορήματος του Πριλέπιν από τις εκδόσεις «Τόπος», σε άλλη μετάφραση, οπότε λογικά ο «Σάνκια» θα κυκλοφορήσει μέσα στο χρόνο, αλλά εσείς θα μπορέσετε να πάρετε μια ιδέα από τώρα, έστω και σε ανεπίσημη μετάφραση.

Κεφάλαιο Β΄

Ο δρόμος μέχρι το χωριό ως συνήθως είχε πολύ τράνταγμα και κούνημα. Το φτηνιάρικο «Λάντα της δεκάρας» έτριζε ολόκληρο, στο παρμπρίζ στη θέση του σήματος κρεμόταν ένα ημερολόγιο με μεγάλα ψηφία της φετινής χρονιάς, το ημερολόγιο έπρεπε να μπερδεύει τους φύλακες των δρόμων. Στο δρόμο προς το χωριό συνάντησαν μόνο ένα μπλόκο, ο τροχονόμος έριξε μια περιφρονητική ματιά στο «Λάντα της δεκάρας» και γύρισε αλλού το βλέμμα του.

Ο συγχωριανός σ΄ όλη τη διαδρομή δεν έβγαλε κουβέντα, κάποιες φορές έστηνε το αυτί του για να ακούσει διάφορους ήχους και τριγμούς που έκανε το αμάξι. Τις εναλλαγές αυτών των ήχων ο Σάσα τις άκουγε ως εντελώς τυχαίες ενώ ο συγχωριανός φαινόταν να ξεχωρίζει την παραμικρή συνιστώσα αυτής της κακοφωνίας.

Περνώντας από το μπλόκο της τροχαίας, ο οδηγός σφίχτηκε σχεδόν ανεπαίσθητα, το βλέμμα του έγινε πιο βαρύ, έσφιξε πιο γερά το τιμόνι και στύλωσε τα μάτια του στο δρόμο, φοβούμενος ακόμα κι ένα φευγαλέο βλέμμα του να διασταυρωθεί με τον τροχονόμο, λες και επρόκειτο για κάνα στοιχειό ανήμερο. Στο επόμενο δευτερόλεπτο αφότου πέρασαν το μπλόκο ο οδηγός χαλάρωσε. Το ίδιο μάλλον και ο Σάσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 113 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 7 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 30 Αύγουστος, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ομάδα των τριών» και γνωρίσαμε το τρίτο μέλος της ομάδας που θα αναλάβει την έκδοση του τόμου, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Γερμιώτη, καθώς και άλλους συνεργάτες της εγκυκλοπαίδειας.

mimis_jpeg_χχsmallΥλοποιώντας την εντολή του Βελή, αποφάσισα να μαζευτούμε ένα βραδάκι οι τρεις μας να βάλουμε μπρος τη δουλειά. Προηγουμένως όμως θέλησα να ξεκαθαρίσω το ζήτημα του Χρήστου. Κάτι δε μου πήγαινε καλά μαζί του. Από επιστήμονα με τα δικά του προσόντα και από αριστερό με τέτοιο αγωνιστικό παρελθόν, δεν περίμενα να βάλει έτσι το θέμα της αμοιβής. Εγώ τους ανθρώπους αυτούς, τους παλιούς μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, τους έχω πολύ ψηλά στην εκτίμησή μου. Ίσως γιατί εγώ έκατσα στ΄ αυγά μου και την έβγαλα σχετικά καθαρή.  Όχι βέβαια αβρόχοις ποσίν, και το αναλογούν ξύλο έφαγα στην Ασφάλεια και τη μισή θητεία μου στη Μακρόνησο την έκανα, (όταν όμως τα δύσκολα είχαν πια περάσει)  και δύο φορές απολύθηκα από τη δουλειά μου και όλα τα σχετικά. Αυτοί όμως πέρασαν από φωτιά και σίδερο. Ο Χρήστος με τη στάση του λέρωνε την εικόνα που είχα σχηματίσει. Αποφάσισα να ζητήσω πληροφορίες από το Γιώργο, το μοναδικό πολιτικό πρόσφυγα της Τασκένδης που ξέρω καλά.

Ο Γιώργος Σ. είναι άλλη περίπτωση. Τριατατικός, είχε σοβαρή ανάμιξη στην Αντίσταση και υπήρξε ένας από τους συντελεστές της νίκης των ανταρτών στο Φαρδύκαμπο, τότε που πιάστηκαν αιχμάλωτοι εξακόσιοι Ιταλοί με τον οπλισμό τους και μαζί τους όλα τα αρχεία της μεραρχίας Τζούλια. Κι αυτό το σαραντατρία, όταν  ο Άξονας κυριαρχούσε σ’ όλη την Ευρώπη. Καταδικάστηκε τότε σε θάνατο από τους Γερμανούς, αλλά γλίτωσε, γιατί, με τη βοήθεια του δεσπότη, του Ιωακείμ, δραπέτευσε μέσα από την Γκεστάπο της Κοζάνης και βγήκε στο βουνό. Μετά τη Βάρκιζα είχε το σχετικό μερίδιο στο κυνηγητό και, όταν οι αντάρτες μπήκαν στη Νάουσα, πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Πολέμησε ως το τέλος και με την υποχώρηση βρέθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Στην Τασκένδη σπούδασε χημικός και πήρε διδακτορικό. Επαναπατρίστηκε το ΄66. Αποδείχτηκε πως ήξερε καλά το Χρήστο, αλλά από την πρώτη μου μίλησε πολύ επιφυλακτικά για τον παλιό μου συμμαθητή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Ιστορία, Κομμουνιστικό κίνημα, Μυθιστόρημα, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , | 81 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Και πάλι για τον Βόρη Φεδέρωφ

Posted by sarant στο 30 Δεκέμβριος, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τριακοστή δεύτερη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Στην προηγούμενη συνέχεια είχαμε αναφερθεί στη γνωριμία του Άχθου Αρούρη με τον Ρώσο εμιγκρέ Βόρη Φεδέρωφ, και σήμερα  συνεχίζουμε στο ίδιο θέμα.

mimis_jpeg_χχsmallΒέβαια, το σημερινό άρθρο φαντάζει εντελώς αταίριαστο καθώς είναι τόσο φορτωμένη η επικαιρότητα, τόσο με το δυστύχημα της Αδριατικής, όσο και με τις πρόωρες εκλογές μετά την αποτυχία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Αλλά ας αφήσουμε και λίγο χώρο στην ανεπικαιρότητα, γιορτές έχουμε.

Τέλος, θυμίζω ότι σήμερα στις 6 το απόγευμα ολοκληρώνεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς. Αν δεν έχετε ακόμα ψηφίσει, σπεύσατε (εδώ)

Ο Φεδέρωφ ήταν πραγματικός πατριώτης, μισούσε τους Γερμανούς, πονούσε για την προέλασή τους τόσο βαθιά στη χώρα του και καμάρωνε για τις νίκες του Ρωσικού Στρατού, αδιαφορώντας αν τώρα λεγόταν Κόκκινος Στρατός και αρχιστράτηγός του δεν ήταν ο Κουτούζωφ ή ο Σουβόρωφ αλλά ο στρατάρχης Στάλιν. Μετά το Στάλινγκραντ φάνηκε σαν να ψήλωσε μια πιθαμή. Διηγόταν ανέκδοτα από τον πόλεμο κατά του Ναπολέοντα, για τη μάχη του Μποροντινό και για τον στρατηγό Μπαγκρατιόν, που τραυματισμένος σοβαρά αρνήθηκε να του κόψουν το πόδι κι έτσι πέθανε από σηψαιμία «αλλά ακέραιος». Τους περιέγραψε επίσης το «Πανόραμα της Μάχης του Μποροντινό», ένα κτίσμα στο κέντρο της Μόσχας, όπου είχε κατα­σκευαστεί πανοραμική και στερεοσκοπική αναπαράσταση του πε­δίου της μάχης, με συνδυασμό ζωγραφικών πινάκων, ανάγλυφων απεικονίσεων και αληθινών αντικειμένων.

Ο Φεδέρωφ μύησε τον Σαραντάκο στην ποίηση του Πούσκιν, του Λέρμοντωφ, του Νεκράσωφ, του Τιούτσεφ και του Μερεζκόφοκι, που ο φίλος του αγνοούσε παντελώς. Ο ποιητής μαγεύτηκε από το ρωμα­λέο στίχο του Πούσκιν. Ένα πρωί, ένα χρόνο αργότερα, διάβασε στο Βόρη τις μεταφράσεις των ποιημάτων του Πούσκιν Αντσάρ και Αδελφοί ληστές που με μεγάλο κόπο αλλά και περίσσιο ταλέντο είχε κά­νει. Ο Βόρης ενθουσιάστηκε. Βρήκε πως ο Άχθος Αρούρης είχε πετύχει να αποδώσει σωστά όχι μόνο το νόημα αλλά και τη μουσική των στίχων του Πούσκιν. Ξέροντας από στήθους ολόκληρο σχεδόν τον Πούσκιν άρχισε να απαγγέλλει τους Αδελφούς ληστές στα ρωσικά ενώ ο φίλος του διάβαζε το ίδιο κείμενο στα ελληνικά.

Εκτός από τα παραπάνω ποιήματα του Πούσκιν, στον Άχθο Αρούρη άρεσαν επίσης Ο θάνατος του Ολέγκ, ο Ναπολέων και η αρχή από τον Ευγένιο Ονιέγκιν καθώς και τα ποιήματα Εξοχή του Λέρμοντοφ και Σάκυα Μούνι του Μερεζκόφσκι. Το τελευταίο το μετέφρασε αργότερα και είχε καθιερωθεί να το απαγγέλλει σε κάθε περίσταση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Ποίηση, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , | 56 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η εκμάθηση της Ρωσικής και η γνωριμία με τον Β.Ν.Φεδέρωφ

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τριακοστη πρώτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στην Κατοχή.

Να προσθέσω ότι αύριο συμπληρώνονται τρία χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου. Τον θυμόμαστε πάντοτε.

mimis_jpeg_χχsmallΤον πρώτο κιόλας χειμώνα της Κατοχής, ενώ οι Γερμανοί είχαν φτάσει έξω από τη Μόσχα και το Λένινγκραντ, ο ποιητής καταπιάστηκε να μάθει ρωσικά.

«Όταν θα κατηφορίσει κατά δω ο Κόκκινος Στρατός, θα τον προσφωνήσω στη γλώσσατου», έλεγε στον μπατζανάκη του που τα ’χε βάψει μαύρα με την προέλαση των χιτλερικιύν. Ο ίδιος ούτε στιγ­μή δεν αμφέβαλλε πως τελικά οι Ρώσοι θα νικούσαν τον Χίτλερ και πως θα λευτέρωναν την Ευρώπη. Οι νίκες των Γερμανών το καλοκαίρι δεν μπόρεσαν να μειώσουν ούτε στο ελάχιστο την αισιοδοξία του.

«Στρατηγικό σχέδιο του Μουστάκια είναι η υποχώρηση. Έτσι έκαναν οι Σκύθες με τον Δαρείο, έτσι έκαναν αργότερα οι Ρώσοι με τον Κάρολο XII της Σουηδίας και με το Ναπολέοντα. Ο Χίτλερ θα πάθει χειρότερη νίλα».

Οι φίλοι του, που δε συμμερίζονταν την αισιοδοξία του, τον είχαν βγάλει «επιτελάρχη του Κόκκινου Στρατού».

Δεν ήταν μονάχα η ιδεολογική του τοποθέτηση που τον έσπρωξε να μάθει ρωσικά. Εξ απαλών ονύχων είχε αγαπήσει τη ρωσική λογο­τεχνία. Θαύμαζε απεριόριστα τον Ντοστογιέφσκι, αγαπούσε πολύ τον Γκόγκολ, τον Τσέχωφ και τον Γκόρκι, καθώς και τους ελάσσονες, τον Κορολένκο, τον Τουργκένιεφ, τον Αρτσιμπάτσεφ, τον Αντρέιεφ, ενιύ αντίθετα ο Τολστόι δεν του άρεσε. Βέβαια δεν είχε διαβάσει τότε το Πόλεμος και Ειρήνη, που δεν είχε μεταφραστεί ακόμα στα ελλη­νικά, αλλά στο εξώφυλλο της Ανάστασης είχε σημειώσει σαν υπότιτ­λο: «Βιβλίον ιδιαζόντως ηλίθιον». Στη βιβλιοθήκη του είχε όλα τα βι­βλία του Ντοστογέφσκι και των άλλων συγγραφέων που είχαν μετα­φραστεί στα ελληνικά, τα περισσότερα από τα γαλλικά και από ανώ­νυμους κι αδόκιμους μεταφραστές, σε εκδόσεις του Βασιλείου, του Γανιάρη, του Φέξη και άλλων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 151 Σχόλια »