Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ρωσικά’ Category

Αλογίσιο όνομα και Ο εγκληματίας -δυο διηγήματα του Τσέχοφ

Posted by sarant στο 3 Φεβρουαρίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό είχα αναφερθεί στην παράσταση του Γιώργου Κιμούλη με τον Θείο Βάνια του Τσέχοφ. Τέσσερα από τα θεατρικά έργα του Τσέχοφ θεωρούνται αριστουργήματα και παίζονται συχνότατα (Θείος Βάνιας, Βυσσινόκηπος, Ο Γλάρος και Τρεις αδελφές) αλλά ίσως σημαντικότερη προσφορά στην παγκόσμια λογοτεχνία αποτελούν τα διηγήματα και οι νουβέλες του.

Το έργο του Τσέχοφ είναι και ποσοτικά εντυπωσιακό, ιδίως αν σκεφτούμε πως πέθανε πολύ νέος (γεννήθηκε το 1860 και πέθανε από φυματίωση το 1904) ενώ παράλληλα σπούδασε γιατρός και άσκησε την ιατρική πολλά χρόνια.

Ο Τσέχοφ γεννήθηκε στο Ταγκανρόγκ ή Ταϊγάνι που το λέμε εμείς, αφού σε αυτό το λιμάνι της Αζοφικής θάλασσας υπήρχε από παλιά ακμαία ελληνική παροικία -εκεί έζησε για ένα διάστημα και ο Βαρβάκης. Ο νεαρός Τσέχοφ φοίτησε σε ελληνικό σχολείο και σε κάποιο διήγημά του, που θα το ανεβάσω κάποτε, διηγείται τον τρόμο ενός μαθητή για τα αρχαία ελληνικά: ασφαλώς βιωματικό, αφού έχασε μια χρονιά επειδή απορρίφθηκε στα αρχαία ελληνικά! Ο Τσέχοφ έμεινε στη γενέθλια πόλη έως το 1879 και δεν αποκλείεται να διασταυρώθηκε κάποια στιγμή με τους δημοφιλέστερους Έλληνες ποιητές του καιρού τους, τον Αχιλλέα Παράσχο και τον Γ. Σουρή, που συνέπεσε να βρίσκονται τότε στο Ταϊγάνι, ο πρώτος ως πρόξενος και ο δεύτερος μαθητευόμενος σε έναν πλούσιο συγγενή του. Μετά, εγκαταστάθηκε στη Μόσχα όπου σπούδασε, ενώ παράλληλα συντηρούσε την κατεστραμμένη οικονομικά οικογένειά του γράφοντας διηγήματα και άλλα σύντομα πεζά που τα πουλούσε σε εφημερίδες και περιοδικά.

Συλλογές με διηγήματα του Τσέχοφ κυκλοφορούν πολλές στα ελληνικά, αλλά επειδή τα διηγήματα είναι πάρα πολλά είναι δύσκολο να τα βρει κανείς όλα και συγκεντρωμένα. Τα δύο διηγήματα που θα παρουσιάσω σήμερα προέρχονται από μια συλλογή με τίτλο «Η κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα», που κυκλοφόρησε το 1990 από τη Σύγχρονη Εποχή σε μετάφραση Νίκου Παπανδρέου.

Να κάνω και μιαν αναφορά στον αξιόλογο αυτό διανοούμενο και αγωνιστή. Ο Νίκος Παπανδρέου γεννήθηκε το 1922 στον Βόλο, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, τον έστειλαν στρατιώτη στη Μακρόνησο, και στη συνέχεια πέρασε στον Δημοκρατικό Στρατό και από εκεί στην πολιτική προσφυγιά. Επαναπατρίστηκε το 1974 και δημοσίευσε μυθιστορήματα και διηγήματά του ενώ επίσης έκανε πολλές μεταφράσεις από τα ρωσικά για τη Σύγχρονη Εποχή. Πέθανε το 1998. Εδώ ένα βιογραφικό του και εδώ η εργογραφία του, που οσον αφορά τις μεταφράσεις δεν είναι πλήρης, αφού δεν περιλαμβάνει τις παλαιότερες από το 1985.

Ο Νίκος Παπανδρέου ήταν εκείνος που έκρινε θετικά και εισηγήθηκε να εκδοθεί η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων «Μετά την αποψίλωση» «Για μια πορεία» το 1984. Στη συνέχεια συνεργάστηκα με τη Σύγχρονη Εποχή ως μεταφραστής και από άλλες απόψεις και γνώρισα καλά τον Νίκο Παπανδρέου, που μου έδωσε αρκετές χρήσιμες συμβουλές.

Από τη συλλογή αυτή διάλεξα δυο διηγήματα που θα τα παρουσιάσω στη συνέχεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 124 Σχόλια »

Δυο σοβιετικοί συγγραφείς στη Νέα Υόρκη (η Ranele μεταφράζει Ιλφ και Πετρόφ)

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2019

Πριν από κάμποσο καιρό είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα εύθυμο διήγημα των αγαπημένων μου σοβιετικών σατιρικών συγγραφέων Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ, το «Ένας σοβιετικός ροβινσώνας«. Στα σχόλια της συζήτησης εκείνης θα βρείτε και ένα διήγημα που περιέχει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Ιλφ και Πετρόφ από την Ελλάδα.

Όπως είχα γράψει παλιότερα, ο Ιλφ και ο Πετρόφ έδωσαν τους δίδυμους ήλιους της σοβιετικής σάτιρας, τα εξαιρετικά μυθιστορήματα «Οι δώδεκα καρέκλες» και «Το χρυσό μοσχάρι». Στο πρώτο, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, ο αριστοκράτης Βορομπιάνινοφ αναζητά έναν θησαυρό που είναι κρυμμένος σε μία από τις δώδεκα καρέκλες της πάμπλουτης θείας του. Συνεταιρίζεται με τον γοητευτικό απατεώνα Οστάπ Μπέντερ, και αφού διατρέξουν τη μισή Σοβιετική Ένωση βρίσκουν -ή δεν βρίσκουν- τον θησαυρό. Στο «Χρυσό μοσχάρι» ο Οστάπ είναι αρχηγός μιας μικρής σπείρας απατεώνων που αναζητούν έναν σοβιετικό εκατομμυριούχο -και πάλι, τον βρίσκουν αλλά… Η συνέχεια επί της οθόνης, θα έλεγα, αφού κάποτε θα παρουσιάσω τα κλασικά αυτά έργα.

Και τα δυο ονόματα είναι ψευδώνυμα, ο Ιλφ λεγόταν Φάινζιλμπεργκ, ο Πετρόφ: Κατάγιεφ -αδελφός του είναι ο γνωστός συγγραφέας Βαλεντίν Κατάγιεφ. Γεννημένοι κι οι δυο στην Οδησσό, στο Χρυσό Μοσχάρι την αποκαλούν Τσερνομόρετς αν θυμάμαι καλά, κι έχουν κι έναν Έλληνα, τον Βαλιάδη, στην παρέα των γέρων με τα πικέ γιλέκα. Ο Ιλφ πέθανε από φυματίωση το 1937, τον Πετρόφ τον ρίξαν οι Γερμανοί το 1942, όταν, πολεμικός ανταποκριτής, επέστρεφε αεροπορικώς από την πολιορκημένη Σεβαστούπολη.

Τα δυο τους μυθιστορήματα γνώρισαν αξεπέραστη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό και πλούτισαν τη ρωσική γλώσσα με κάμποσες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Από τότε που διάβαζα, νέος, τις Δώδεκα καρέκλες και το Χρυσό μοσχάρι, είχα μάθει ότι οι δυο συγγραφείς, πέρα από αμέτρητα διηγήματα, είχαν επίσης γράψει ένα ακόμα βιβλίο μαζί, τη «Μονώροφη Αμερική», ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την επίσκεψή τους στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Μέσα στα απειράριθμα σχέδια που κάνει κανείς σε νεαρή ηλικία, είχα κι εγώ το σχέδιο να βρω, να διαβάσω, να μεταφράσω ή να αναθέσω τη μετάφραση και να εκδώσω το βιβλίο αυτό.

Σήμερα έρχομαι κοντά στην κατά κάποιο τρόπο εκπλήρωση εκείνου του νεανικού σχεδίου. Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές μάς έχει δώσει μεταφράσεις της από τα ρωσικά (παράδειγμα) μού έστειλε πριν από λίγο καιρό μεταφρασμένα τα πέντε πρώτα κεφάλαια της Μονώροφης Αμερικής, του βιβλίου των Ιλφ και Πετρόφ και εδώ σας παρουσιάζω το δεύτερο κεφάλαιο, το πρώτο βράδυ των συγγραφέων στη Νέα Υόρκη. Δεν διάλεξα το πρώτο κεφάλαιο, επειδή περιγράφει το (πολυήμερο) ταξίδι με το υπερωκεάνειο Νορμανδία κι έτσι δεν αναφέρεται στις ΗΠΑ.

Ο Ιλφ και ο Πετρόφ έμειναν στις Ηνωμένες Πολιτείες 10 εβδομάδες και τις διέσχισαν με αυτοκίνητο, μεταξύ άλλων πάνω στον θρυλικό αυτοκινητόδρομο 66, φτάνοντας ως τη Δυτική Ακτή. Δημοσίευσαν τις εντυπώσεις τους στο περιοδικό Ογκανιόκ, με φωτογραφίες σαν κι αυτή, από τη μηχανή Λάικα του Πετρόφ. Το βιβλίο εκδόθηκε, όπως είπαμε, το 1936 και ήταν το κύκνειο άσμα του συγγραφικού διδύμου, αφού ο Ιλφ πέθανε τον επόμενο χρόνο.

Η Ranele μού έστειλε τις μεταφράσεις της σε δίστηλη μορφή, αντικριστά με το πρωτότυπο, αλλά προτίμησα να παρουσιάσω εδώ μόνο το ελληνικό κείμενο, αφού, κακά τα ψέματα, η δίστηλη παρουσίαση ελάχιστους αναγνώστες θα ενδιέφερε, τους ρωσομαθείς μόνο. Όμως, επειδή στο ιστολόγιο έχουμε και ρωσομαθείς, αρκετούς μάλιστα, μπορούν να βρουν τη ρωσική μετάφραση εδώ, ή, ακόμα καλύτερα, την αντικριστή παρουσίαση σε δίστηλο, εδώ.

Η Ρανέλε είναι Ρωσίδα που ζει στην Ελλάδα, οπότε η ελληνική δεν είναι η μητρική της γλώσσα. Μπορεί να έχουν ξεφύγει μεταφραστικά λάθη ή κάποιες αδέξιες χρήσεις. Έκανα κι εγώ μερικές διορθώσεις στο κείμενό της.

 

Κεφάλαιο Β΄. Το πρώτο βράδυ στη Νέα Υόρκη

Η αίθουσα του τελωνείου της αποβάθρας «Γαλλικές Γραμμές» ήταν τεράστια. Ψηλά κάτω από την οροφή κρέμονταν μεγάλα σιδερένια γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Ο κάθε επιβάτης έπιανε θέση κάτω από το γράμμα με το οποίο ξεκινούσε το επίθετό του. Εδώ πέρα θα κατέφθαναν από το πλοίο οι βαλίτσες του και εδώ πέρα θα περνούσαν κιόλας από τον έλεγχο.

Οι φωνές των άρτι αφιχθέντων και αυτών που τους υποδέχονταν, τα γέλια και τα φιλιά αντηχούσαν μες στην αίθουσα, οι απογυμνωμένες σωληνώσεις και οι παροχές της οποίας την έκαναν να μοιάζει με πτέρυγα εργοστασίου που κατασκευάζει τουρμπίνες.

Δεν είχαμε ειδοποιήσει κανέναν για την άφιξή μας, συνεπώς δεν μας περίμενε κανείς. Στριφογυρίζαμε κάτω από τα γράμματά μας περιμένοντας τον υπάλληλο του τελωνείου. Επιτέλους εκείνος κατέφτασε. Ήταν ένας ήρεμος και διόλου βιαστικός άνθρωπος. Δεν τον άγχωνε καθόλου το γεγονός ότι είχαμε διασχίσει ολόκληρο τον ωκεανό για να του δείξουμε τις βαλίτσες μας. Εκείνος από ευγένεια μόλις που ακούμπησε με τα ακροδάχτυλά του την απάνω στρώση των ρούχων μας χωρίς καν να μπει σε κόπο να κοιτάξει τίποτα άλλο. Ύστερα έβγαλε τη γλώσσα του, μια εντελώς συνηθισμένη, σαλιωμένη γλώσσα, που δεν ήταν εξοπλισμένη με κάποιον ειδικό μηχανισμό, σάλιωσε δύο μεγάλες ετικέτες και τις κόλλησε πάνω στις βαλίτσες μας.

Είχε βραδιάσει όταν επιτέλους τελειώσαμε με τις διατυπώσεις. Ένα λευκό ταξί με τρία αναμμένα φωτάκια στην οροφή, που έμοιαζε με παλιομοδίτικη άμαξα, μας πήγαινε στο ξενοδοχείο. Στην αρχή μας βασάνιζε η σκέψη ότι λόγω της απειρίας μας επιβιβαστήκαμε σε ένα απαρχαιωμένο, της κακιάς ώρας ταξί, ότι φαινόμαστε γελοίοι σαν τους επαρχιώτες. Μα κοιτάζοντας δειλά δειλά από το παράθυρο, είδαμε ότι προς όλες τις κατευθύνσεις έτρεχαν αυτοκίνητα με τα ίδια γελοία φαναράκια που υπήρχαν και στο δικό μας ταξί. Τότε μονάχα ηρεμήσαμε λιγάκι. Μόνο αργότερα καταλάβαμε ότι τα φαναράκια στην οροφή καθιερώθηκαν ώστε τα ταξί να ξεχωρίζουν πιο πολύ ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα αυτοκίνητα. Για τον ίδιο λόγο τα ταξί βάφονταν στα πιο χτυπητά χρώματα – πορτοκαλί, καναρινί, λευκό.

Η προσπάθειά μας να απολαύσουμε την πόλη της Νέας Υόρκης από το ταξί απέτυχε. Διασχίζαμε αρκετά μουντούς και σκοτεινούς δρόμους. Πού και πού κάτι βρυχιόταν διαβολεμένα κάτω απ΄τα πόδια μας, πού και πού κάτι βροντούσε πάνω από τα κεφάλια μας. Όταν σταματούσαμε στα φανάρια, τα φτερά των αυτοκινήτων που βρίσκονταν δίπλα μας μάς έκρυβαν όλη τη θέα. Ο οδηγός είχε γυρίσει κάμποσες φορές προς τα πίσω για να ξαναρωτήσει τη διεύθυνση. Προφανώς τον προβλημάτιζαν τα Αγγλικά που μιλούσαμε. Κάποιες φορές μας κοίταζε ενθαρρυντικά και στο πρόσωπό του διάβαζες: «Δεν πειράζει, δε θα χαθείτε! Στη Νέα Υόρκη κανείς δε χάνεται».

Τα τριάντα δύο πατώματα του τούβλινου ξενοδοχείου μας ορθώνονταν για να καρφωθούν μες στον κοκκινωπό νυχτερινό ουρανό.

Όσην ώρα συμπληρώναμε τις σύντομες κάρτες εγγραφής, δύο άτομα από το προσωπικό του ξενοδοχείου φύλαγαν με αφοσίωση τις αποσκευές μας. Ένας από αυτούς είχε περασμένο στο λαιμό του έναν αστραφτερό κρίκο με το κλειδί του δωματίου που είχαμε επιλέξει. Το ασανσέρ μας ανέβασε ως τον εικοστό έβδομο όροφο. Ήταν ένα ευρύχωρο και ήσυχο ασανσέρ ενός ξενοδοχείου ούτε πολύ παλιού ούτε πολύ καινούργιου, ούτε πολύ ακριβού, και δυστυχώς, ούτε πολύ φτηνού.

Το δωμάτιό μας μάς άρεσε, μα δεν το πολυεξερευνήσαμε. Βιαζόμασταν να βγούμε έξω, να παραδοθούμε στην πόλη και στους θορύβους της. Οι κουρτίνες στα παράθυρα ανέμιζαν από τη φρεσκάδα της θαλασσινής αύρας. Αφήσαμε τα πανωφόρια μας στον καναπέ, βγήκαμε τρέχοντας στο στενό διάδρομο, στρωμένο με τη χρωματιστή μοκέτα. και το ασανσέρ με ένα απαλό τρίξιμο μας πήγε προς τα κάτω. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με νόημα. Πράγματι ήταν ένα σπουδαίο γεγονός! Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα πηγαίναμε βόλτα στη Νέα Υόρκη.

Μια λεπτή, σχεδόν διαφανής αστερόεσσα κυμάτιζε πάνω από την είσοδο του ξενοδοχείου μας. Στο δρόμο απέναντι ορθωνόταν το γυαλιστερό παραλληλεπίπεδο του ξενοδοχείου «Γουόλντορφ-Αστόρια». Σε τουριστικά προσπέκτους παρουσιαζόταν ως το καλύτερο ξενοδοχείο του κόσμου. Τα παράθυρα του «καλύτερου του κόσμου» έλαμπαν εκτυφλωτικά και πάνω στην είσοδο κυμάτιζαν όχι μία, μα δύο εθνικές σημαίες. Πάνω στο πεζοδρόμιο, κοντά στο κράσπεδο κείτονταν φρέσκα τεύχη εφημερίδων. Οι περαστικοί έσκυβαν, έπαιρναν τη «Νιου Υορκ Τάιμς» ή την «Γκέραλντ Τριμπιούν» [χαρακτηριστική ρωσική προφορά του δασέος H – ν.σ.] και έβαζαν κάτω δίπλα στις εφημερίδες δυο σεντς. Ο εφημεριδοπώλης είχε πάει κάπου. Οι εφημερίδες συγκρατούνταν στο πεζοδρόμιο με ένα κομμάτι τούβλο με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι γριές Μοσχοβίτισσες που πουλούν εφημερίδες σε καφασωτά κιόσκια.  Στις γωνίες που σχημάτιζε η διασταύρωση ήταν τοποθετημένοι οι κυλινδρικοί κάδοι απορριμμάτων. Μέσα από τον έναν έβγαινε μια τεράστια γλώσσα φλόγας. Προφανώς κάποιος είχε πετάξει μέσα ένα μισοσβησμένο αποτσίγαρο και τα σκουπίδια της Νέας Υόρκης, που αποτελούνται κατά κύριο λόγο από εφημερίδες, αμέσως έπιασαν φωτιά. Οι γυαλιστεροί τοίχοι του «Γουόλντορφ –Αστόρια» αντιφέγγιζαν τις ανήσυχες κόκκινες φλόγες. Οι περαστικοί χαμογελούσαν  σχολιάζοντάς καθοδόν το γεγονός. Ένας αστυνομικός με πρόσωπο αποφασιστικό ήδη κατευθυνόταν στο σημείο του συμβάντος. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το ξενοδοχείο μας δεν κινδύνευε από τη φωτιά, προχωρήσαμε παρακάτω.

Και τότε μας συνέβη κάτι δυσάρεστο. Είχαμε κατά νου να περπατάμε αργά κοιτάζοντας προσεκτικά δεξιά αριστερά, ας το πούμε, μελετώντας, παρατηρώντας, ρουφώντας και ούτω καθεξής. Μα η Νέα Υόρκη δεν είναι από εκείνες τις πόλεις όπου οι άνθρωποι κινούνται αργά. Γύρω μας οι άνθρωποι δεν περπατούσαν, μα έτρεχαν. Οπότε κι εμείς βαλθήκαμε να τρέχουμε. Και από κει και πέρα δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε. Στη Νέα Υόρκη μείναμε για ένα μήνα και όλον τον καιρό κάπου τρέχαμε σαν παλαβοί, έχοντας τόσο σοβαρή και πολυάσχολη έκφραση που θα μας ζήλευε κι ο ίδιος ο Τζον Πίερποντ  Μόργκαν τζούνιορ. Με τέτοιους ρυθμούς θα είχε βγάλει γύρω στα εξήντα εκατομμύρια δολάρια εκείνο το μήνα.

Έτσι λοιπόν βαλθήκαμε να τρέχουμε κι εμείς. Είχαμε προσπεράσει τρέχοντας τις φωτεινές επιγραφές που έγραφαν: «Καφετέρια», ή «Γιουνάιτεντ σίγκαρε», ή «Ντραγκ –σόδα», ή κάτι άλλο το ίδιο ελκυστικό, μα προς το παρόν ακατανόητο. Έτσι τρέχοντας φτάσαμε μέχρι την 42ή οδό και κει σταματήσαμε.

Στις βιτρίνες των καταστημάτων της 42ής οδού ο χειμώνας βρισκόταν στο ζενίθ. Σε μια βιτρίνα είχαν στηθεί επτά κομψές κέρινες κυρίες με ασημιά πρόσωπα. Όλες τους ήταν ντυμένες με πολυτελέστατες γούνες από αστραχάν και έριχναν η μία στην άλλη ματιές όλο μυστήριο. Στη διπλανή βιτρίνα είχε μια ντουζίνα τέτοιες κυρίες που φορούσαν αθλητικές φόρμες και στηρίζονταν σε μπαστούνια του σκι. Τα μάτια τους ήταν μπλε, τα χείλη κόκκινα ενώ τα αφτιά ροζ. Σε άλλες βιτρίνες υπήρχαν νεαρά ανδρικά μανεκέν με γκρίζα μαλλιά ή περιποιημένοι κέρινοι κύριοι ντυμένοι με οικονομικά, πλην όμως απίστευτα κομψά κοστούμια. Παρόλα αυτά εμείς δε δίναμε την παραμικρή σημασία σε όλη αυτή την εμπορική πανδαισία. Την προσοχή μας την τράβηξε κάτι άλλο.

Σε όλες τις μεγαλουπόλεις του κόσμου πάντα μπορείς να βρεις ένα μέρος όπου οι άνθρωποι παρατηρούν το φεγγάρι με το τηλεσκόπιο. Εκεί, στη 42η οδό επίσης υπήρχε ένα τηλεσκόπιο που ήταν εγκαταστημένο πάνω σε ένα όχημα.

Το τηλεσκόπιο ήταν στραμμένο προς τον ουρανό. Το χειριζόταν ένας απλοϊκός άνθρωπος ίδιος με εκείνους που μπορείς να βρεις δίπλα στο τηλεσκόπιο είτε στην Αθήνα είτε στη Νάπολη είτε στην Οδησσό. Είχε την ίδια δυσαρεστημένη όψη που έχουν όλοι οι χειριστές των υπαίθριων τηλεσκοπίων σε όλον τον κόσμο.

Το φεγγάρι φαινόταν ανάμεσα σε δύο κτίρια εξήντα ορόφων. Κι όμως ένας περίεργος που κόλλησε στο σωλήνα του τηλεσκοπίου δεν κοίταζε το φεγγάρι, μα σημάδευε πολύ πιο πάνω από αυτό, – κοίταζε λοιπόν, την κορυφή του «Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ», ενός κτιρίου εκατόν δύο ορόφων. Στο φως του φεγγαριού η ατσαλένια κορυφή του «Εμπάιρ» φαινόταν λες και ήταν χιονισμένη. Πιανόταν η ψυχή σου στη θέα ενός μεγαλόπρεπου, λιτού και επιβλητικού κτιρίου που λαμποκοπούσε σαν παγοκολόνα. Καθόμασταν πολλή ώρα εκεί πέρα με σηκωμένα πάνω τα κεφάλια μας. Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης εμπνέουν ένα αίσθημα περηφάνιας για τους ανθρώπους της επιστήμης και του μόχθου που έχουν χτίσει αυτά τα επιβλητικά κτίρια. Βραχνιασμένα ξεφώνιζαν οι εφημεριδοπώλες. Και κάθε φορά που το έδαφος έτρεμε κάτω από τα πόδια μας,  από τις σχάρες του πεζοδρομίου σαν από κάνα μηχανοστάσιο έφερνε το ζεστό αέρα. Όλα έδειχναν ότι κάτω από τη γη έτρεχε η αμαξοστοιχία του νεοϋορκέζικου μετρό, του σάμπγουει δηλαδή, όπως το αποκαλούσαν εκεί.

Μέσα από κάποια φρεάτια του οδοστρώματος καλυμμένα με στρόγγυλα μαντεμένια καπάκια αναδυόταν ο ατμός. Για πολλή ώρα δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από πού έβγαινε αυτός ο ατμός. Πάντως τα κόκκινα φώτα των διαφημίσεων τού προσέδιδαν μια φαντασμαγορική όψη σαν σε παράσταση όπερας. Φαινόταν λες και από στιγμή σε στιγμή θα άνοιγε το φρεάτιο και από κει θα αναδυόταν ο Μεφιστοφελής και αφού πρώτα θα έβηχε για να καθαρίσει το λαιμό του αμέσως μετά θα άρχιζε να τραγουδά με φωνή βαρύτονου την άρια απ’ την όπερα του «Φάουστ»: «Έχω σπαθί, φορώ καπέλο με φτερό, το βαλάντιο μου είναι παχυλό και είμαι τυλιγμένος σε έναν πολύτιμο μανδύα».

Εμείς και πάλι βαλθήκαμε να τρέχουμε μπροστά έχοντας ξεκουφαθεί από τα ξεφωνητά των εφημεριδοπωλών. Εκείνοι ωρύονται τόσο δυνατά που σύμφωνα με την έκφραση του Λεσκώφ [Ρώσος διηγηματογράφος], μετά χρειάζεται να φτυαρίζεις επί μια βδομάδα σερί  για να απομακρύνεις τούτη τη φωνή απ΄τ΄αφτιά σου.

Δεν μπορείς να πεις ότι ο φωτισμός της 42ης οδού ήταν μέτριος. Παρ΄όλα αυτά το Μπρόντγουεϊ, φωταγωγημένο με εκατομμύρια, μπορεί και δισεκατομμύρια ηλεκτρικά λαμπιόνια, γεμάτο από περιστρεφόμενες και χοροπηδητές διαφημίσεις φτιαγμένες από χιλιόμετρα χρωματιστών σωλήνων νέον, εμφανίστηκε μπροστά μας το ίδιο αναπάντεχα με τη Νέα Υόρκη η οποία είχε αναδυθεί ενώπιον μας μέσα απ΄ την απέραντη ερημιά του Ατλαντικού ωκεανού.

Καθόμασταν πάνω στην πιο δημοφιλή διασταύρωση των ΗΠΑ, εκεί που διασταυρώνεται η 42η οδός με το Μπρόντγουεϊ. Μπροστά μας ανοιγόταν «ο μέγας λαμπερός δρόμος», όπως τιμητικά αποκαλείται από τους Αμερικανούς το Μπρόντγουεϊ,.

Εδώ ο ηλεκτρισμός έχει υποβιβαστεί (ή έχει αναχθεί, αν θέλετε) στο επίπεδο ενός εκπαιδευμένου ζώου του τσίρκου. Εδώ τον ανάγκασαν να χορεύει, να κάνει τσαλιμάκια, να υπερπηδά τα εμπόδια, να ανοιγοκλείνει τα ηλεκτρικά του μάτια. Τον ήσυχο ηλεκτρισμό του Έντισον τον έχουν μετατρέψει σε θαλάσσιο λέοντα από το τσίρκο του Ντούροβ [διάσημος σοβιετικός εκπαιδευτής ζώων -ν.σ.] που πιάνει με τη μουσούδα του το τόπι, κάνει τον ζογκλέρ, παριστάνει τον πεθαμένο, ανασταίνεται, εκτελεί οτιδήποτε τον προστάξουν. Η παρέλαση των ηλεκτρικών φώτων δεν σταματάει ποτέ. Τα φώτα των διαφημίσεων ανάβουν, περιστρέφονται και σβήνουν ώστε αμέσως μετά να λάμψουν και πάλι, τα γράμματα μεγάλα και μικρά, πράσινα και κόκκινα, χωρίς σταματημό περνάνε φευγαλέα ώστε μετά από ένα δευτερόλεπτο να επιστρέψουν και να ξαναρχίσουν το τρελό τους τρεχαλητό.

Στο Μπρόντγουεϊ βρίσκονται συγκεντρωμένα  τα θέατρα, οι κινηματογράφοι και οι χορευτικές λέσχες της πόλης. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κινούνται στα πεζοδρόμια. Η Νέα Υόρκη είναι μια από τις ελάχιστες πόλεις του κόσμου όπου οι κάτοικοι βολτάρουν σε έναν συγκεκριμένο δρόμο. Οι είσοδοι των κινηματογράφων έχουν τόσα φώτα που αν κάποιος πρόσθετε ακόμα μια λάμπα, θα γινόταν έκρηξη από τον υπερβολικό φωτισμό και τα πάντα θα πήγαιναν κατά διαβόλου. Μα δεν υπάρχει μέρος να χωρέσεις αυτή τη λάμπα, δεν περισσεύει ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό στο χώρο. Οι εφημεριδοπώλες ξεσηκώνουν τέτοια ωρυγή που, για να απομακρύνεις τη φωνή τους θα χρειαζόσουν όχι μια βδομάδα, μα χρόνια εντατικού φτυαρίσματος. Ψηλά στον ουρανό, σ΄έναν από τους αναρίθμητους ορόφους του ουρανοξύστη «Παραμάουντ», λάμπει ένα ηλεκτρικό ρολόι. Δεν βλέπεις ούτε τα αστέρια ούτε το φεγγάρι. Το φως από τις διαφημίσεις θαμπώνει τα πάντα γύρω τους. Τα αυτοκίνητα τρέχουν σιωπηλά. Στις βιτρίνες ανάμεσα σε καρό γραβάτες περιστρέφονται, κάνουν ακόμα και τούμπες, οι μικρές φωτιζόμενες ταμπελίτσες με τις τιμές. Είναι πια κάτι σαν μικροοργανισμοί μέσα στο σύμπαν του ηλεκτρισμού του Μπρόντγουεϊ. Ανάμεσα σε όλη αυτή την τρομερή φασαρία ένας ήρεμος ζητιάνος παίζει το σαξόφωνό του. Ένας κύριος με ημίψηλο κατευθύνεται στο θέατρο συνοδεύοντας μια κυρία που φορά μια βραδινή τουαλέτα με ουρά. Σαν υπνοβάτης κινείται ένας τυφλός με το σκύλο-οδηγό του. Μερικοί νεαροί σουλατσάρουν ασκεπείς. Είναι της μόδας. Κάτω από τα φανάρια γυαλίζουν τα γλειμμένα τους μαλλιά. Ο αέρας μυρίζει πούρα, και φτηνά και ακριβά.

Με το που σκεφτήκαμε το πόσο μακριά βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή από τη Μόσχα, μας περιέλουσαν τα φώτα του κινηματογράφου «Καμέο» όπου προβαλλόταν η σοβιετική ταινία «Ο νέος Γκιούλιβερ».

Η παλίρροια του Μπρόντγουεϊ μας παρέσυρε κάμποσες φορές μπρος πίσω και τέλος μας ξέβρασε σε έναν παράλληλο δρόμο.

Δεν είχαμε μάθει ακόμα τίποτα για την πόλη. Γι΄αυτό δε συγκρατήσαμε τα ονόματα των δρόμων. Θυμόμαστε μονάχα ότι βρισκόμασταν κάπου κάτω από μια σιδηροδρομική γέφυρα. Δίπλα περνούσε ένα λεωφορείο κι εμείς δίχως δεύτερη σκέψη με έναν πήδο βρεθήκαμε μέσα.

Ακόμα και ύστερα από πολλές ημέρες, όταν πια μάθαμε να προσανατολιζόμαστε μες στη δίνη της Νέας Υόρκης, δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε πού μας είχε πάει εκείνο το λεωφορείο την πρώτη μας βραδιά μες στην πόλη. Μας φάνηκε ότι ήταν η Τσάινα Τάουν της Νέας Υόρκης. Μπορεί όμως να ήταν και η Μικρή Ιταλία ή ακόμα και η εβραϊκή συνοικία.

Βαδίζαμε σε στενούς βρόμικους δρόμους. Όχι, το ηλεκτρικό εδώ ήταν από τα συνηθισμένα, δεν ήταν εκπαιδευμένο. Εξέπεμπε ένα μουντό φως και δεν χοροπηδούσε καθόλου. Ένας πελώριος αστυνομικός καθόταν ακουμπώντας στον τοίχο ενός κτιρίου. Στο πηλίκιο πάνω από το φαρδύ και επιβλητικό του πρόσωπο έλαμπε το ασημένιο έμβλημα της πόλης της Νέας Υόρκης. Έχοντας προσέξει το δισταγμό με τον οποίο προχωρούσαμε στο δρόμο, εκείνος κατευθύνθηκε προς το μέρος μας, αλλά μιας και δεν τον ρωτήσαμε κάτι, πάλι στάθηκε κοντά στον τοίχο, ένας επιβλητικός και άψογος εκπρόσωπος των οργάνων της τάξης.

Από ένα κτίριο της κακιάς ώρας ακουγόταν μια άχρωμη, μονότονη ψαλμωδία. Ο άνθρωπος που καθόταν στην είσοδο μάς είπε ότι ήταν καταφύγιο για αστέγους, του Στρατού της Σωτηρίας.

-Ποιος μπορεί να διανυκτερεύσει εδώ μέσα;

-Οποιοσδήποτε. Κανείς δεν πρόκειται ούτε να του ζητήσει το επίθετό του ούτε να ενδιαφερθεί για τις δουλειές του και το παρελθόν του. Εδώ πέρα οι άστεγοι παίρνουν δωρεάν κλινοσκεπάσματα, καφέ και ψωμί. Το πρωί επίσης τους προσφέρουν δωρεάν καφέ και ψωμί. Ύστερα είναι ελεύθεροι να φύγουν. Η μόνη προϋπόθεση είναι η συμμετοχή τους στην εσπερινή και στην πρωινή προσευχή.

Η ψαλμωδία που ακουγόταν από το οίκημα μαρτυρούσε ότι εκείνη την ώρα εκτελείτο αυτή η μοναδική προϋπόθεση. Μπήκαμε μέσα.

Παλιά, πριν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μέσα σ΄αυτό το χώρο βρισκόταν ένα κινέζικο καπνιστήριο οπίου. Κάποτε λοιπόν ήταν ένα βρόμικο και σκοτεινό καταγώγιο. Από τότε ο χώρος αυτός είχε γίνει πιο καθαρός, αλλά έχοντας χάσει τον εξωτικό του χαρακτήρα δεν είχε γίνει λιγότερο ζοφερός. Στο υπερώο αυτού του παλιού καταγωγίου λάμβανε χώρα η προσευχή, κάτω βρισκόταν ο κοιτώνας. με γυμνούς τοίχους, γυμνό πέτρινο δάπεδο και ράντζα εκστρατείας από καραβόπανο. Ο αέρας μύριζε φτηνό καφέ και υγρασία· η τελευταία πάντα συνοδεύει την πάστρα νοσοκομείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Με άλλα λόγια, ήταν σαν να βλέπεις το έργο του Γκόρκι «Στο βυθό» σε αμερικανική σκηνοθεσία.

Σε μια άθλια σάλα, πάνω στους πάγκους που κατέβαιναν αμφιθεατρικά σε μια μικρή εξέδρα, κάθονταν κοκαλωμένοι καμιά διακοσαριά άστεγοι. Με το που τέλειωσε η ψαλμωδία, άρχισε το επόμενο νούμερο του προγράμματος.

Ανάμεσα στην αμερικανική εθνική σημαία που ήταν στημένη πάνω στην εξέδρα και τις βιβλικές περικοπές που κρέμονταν στους τοίχους πηδούσε σαν τον σαλτιμπάγκο ένας ροδομάγουλος γεροντάκος με μαύρο κοστούμι. Ο τύπος αυτός μιλούσε και χειρονομούσε με τέτοιο πάθος σάμπως ήθελε να πουλήσει κάτι. Στην πραγματικότητα αφηγούνταν τη διδακτική ιστορία της ζωής του για τη θεάρεστη μεταστροφή που του συνέβη όταν εκείνος απευθύνθηκε από τα βάθη της καρδιάς του στο θεό.

Ο ρήτορας είχε κάποτε υπάρξει αλήτης («ίδιος με σας, μάγκες μου, ένας αλήτης του κερατά !»), συμπεριφερόταν απαίσια, βλασφημούσε («φίλοι μου, θυμηθείτε τις συνήθειές σας!»), έκλεβε, -ναι, όλα αυτά δυστυχώς υπήρχαν στη ζωή του. Τώρα έχει ξεκόψει οριστικά με αυτά. Τώρα έχει δικό του σπίτι, ζει σαν καθωσπρέπει άνθρωπος («ο θεός μας δημιούργησε κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωση, έτσι δεν είναι;»). Πρόσφατα είχε αγοράσει και ραδιόφωνο. Και όλα αυτά τα απέκτησε μόνο και μόνο χάρη στη βοήθεια του θεού.

Ο γέρος αγόρευε με μεγάλη άνεση και προφανώς έδινε παράσταση για πολλοστή φορά, αν όχι για χιλιοστή. Κροτάλιζε με τα δάχτυλα, φορές ξεσπούσε σε δυνατό βραχνιασμένο γέλιο, έψελνε εκκλησιαστικά τροπάρια και επιτέλους ολοκλήρωσε το λογύδριό του λέγοντας με μεγάλο ενθουσιασμό:

-Ας ψάλουμε, αδέλφια!

Και πάλι ακούστηκε η ίδια μονότονη, βαρετή ψαλμωδία. Οι άστεγοι είχαν φριχτή όψη. Σχεδόν όλοι τους ήταν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Αξύριστοι, με θαμπά μάτια, λικνίζονταν πάνω στους χοντροκομμένους πάγκους. Έψελναν υποτακτικά και τεμπέλικα. Κάποιοι δεν μπορούσαν να αντιπαλέψουν την κούραση της ημέρας και αποκοιμιόντουσαν.

Φανταστήκαμε πολύ ζωηρά τις περιπλανήσεις τους στα φριχτά μέρη της Νέας Υόρκης, τις μέρες που ξεροστάλιαζαν δίπλα σε γέφυρες και αποθήκες, ανάμεσα στα σκουπίδια, μέσα στην αιώνια ομίχλη της ανθρώπινης κατάπτωσης. Το να κάθεσαι μετά από αυτό στο καταφύγιο για αστέγους και να ψέλνεις ύμνους ήταν σκέτο βασανιστήριο.

Ύστερα μπροστά στο ακροατήριο εμφανίστηκε ένας τύπος που έχαιρε άκρας υγείας. Είχε μαβιά μύτη, όπως στο βοντεβίλ, και χαρακτηριστική φωνή καπετάνιου.

Φερόταν με μεγάλη ελευθεριότητα. Ξεκίνησε μια καινούργια ιστορία για την ωφέλεια της στροφής στο θεό. Αποδείχτηκε ότι και ο καπετάνιος υπήρξε κάποτε μεγάλος αμαρτωλός. Δεν είχε πολλή φαντασία και τελείωσε δηλώνοντας ότι τώρα χάρη στη θεϊκή βοήθεια και εκείνος απέκτησε ένα ραδιόφωνο.

Πάλι πιάστηκαν να ψέλνουν. Ο καπετάνιος κουνούσε τα χέρια του επιδεικνύοντας ουκ ολίγη μαεστρική εμπειρία. Διακόσιοι άνθρωποι καταρρακωμένοι απ΄τη ζωή πάλι άκουγαν αυτές τις ξεδιάντροπες κουταμάρες. Σ΄αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους δεν πρότειναν δουλειά, τους πρότειναν το θεό, έναν θεό αμείλικτο και απαιτητικό σαν το διάβολο.

Οι άστεγοι δεν έφερναν αντίρρηση. Ο θεός με ένα φλιτζάνι καφέ και ένα ξεροκόμματο, πάει κι έρχεται. Ας ψάλουμε, αδέρφια, δοξάζοντας το θεό του καφέ!

Και τα λαρύγγια που για πενήντα χρόνια ξερνούσαν μονάχα ένα άθλιο βρισίδι, βάλθηκαν να μουγκρίζουν νυσταλέα δοξάζοντας τον Κύριο.

Συνεχίσαμε την περιπλάνησή μας βαδίζοντας ανάμεσα σε κάτι τρώγλες χωρίς να ξέρουμε πού βρισκόμασταν. Με σπίθες και μπουμπουνητά περνούσαν αστραπιαία οι συρμοί πάνω στις σιδερένιες γέφυρες του επίγειου σιδηρόδρομου. Νεαροί άντρες με ανοιχτόχρωμα καπέλα συνωστίζονταν έξω από φαρμακεία ανταλλάσσοντας μεταξύ τους σύντομες φράσεις. Οι τρόποι τους ήταν ίδιοι και απαράλλαχτοι με αυτούς των νεαρών που σύχναζαν στην οδό Κραχμάλναγια της Βαρσοβίας. Στη Βαρσοβία πιστεύουν ότι ένας τζέντλεμαν από την Κραχμάλναγια δεν είναι δα κάνα κελεπούρι. Στην καλύτερη περίπτωση θα είναι ένας κοινός κλέφτης, μπορεί όμως να είναι και κάτι πολύ χειρότερο.

Αργά τη νύχτα γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Δεν ήμασταν ούτε απογοητευμένοι ούτε ενθουσιασμένοι από τη Νέα Υόρκη, για την ακρίβεια ήμασταν αναστατωμένοι από το μέγεθος, τον πλούτο και τη φτώχεια της.

Posted in ΕΣΣΔ, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσικά, Συνεργασίες, Σατιρικά, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Μουντιαλόφσκι

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2018

Μπήκαμε πια στην τελική ευθεία για το φετινό Μουντιάλ, καιρός λοιπον να βάλει το ιστολόγιο ένα μουντιαλικό άρθρο, για να εκφραστούν νομίμως τα φίλαθλα αισθήματα του φιλοθεάμονος κοινού.

Το Μουντιάλ του 2018 είναι το τρίτο Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργανώνεται όσο υπάρχει το ιστολόγιο και είχαμε και στο παρελθόν ασχοληθεί, με περισσότερα από ένα άρθρα μαλιστα, πολύ περισσότερο που το 2010 και το 2014 είχαμε και ελληνική συμμετοχή. Μοιραία, θα επαναλάβω σήμερα υλικό από ένα άρθρο που είχα βάλει και το 2010 και το 2014, φυσικά με τις απαραίτητες προσαρμογές. Γκάλοπ για το Μουντιάλ δεν θα κάνω τώρα, ίσως όμως βάλω ένα πριν αρχίσει η φάση των 16. Πρέπει πάντως να ομολογήσω ότι τον τελευταίο καιρό δεν παρακολουθώ και πολύ ποδόσφαιρο και μάλιστα τώρα συνειδητοποιησα ότι για τη μέρα του τελικού (που γίνεται και νωρίς, στις 6 το απόγευμα) έχω κανονίσει εκδρομή.

Το φετινό Μουντιάλ γίνεται στη Ρωσία, πρώτη φορά σε χώρα του πρωην υπαρκτού σοσιαλισμού -που, όσο υπήρξε, πρόφτασε να φιλοξενήσει μόνο την Ολυμπιάδα του 1980. Ο επίσημος τίτλος της διοργανωσης είναι 2018 FIFA World Cup και σε κάποιες ραδιοφωνικές διαφημισεις για κληρώσεις με βραβείο εισιτηρια για κάποιο παιχνιδι της διοργάνωσης άκουσα να χρησιμοποιείται αυτό το άκρως δυσκολοπρόφερτο μακρινάρι (το «2018» στα ελληνικά, το υπολοιπο αγγλιστί).

Ο ρώσικος τίτλος είναι Чемпиона́т ми́ра по футбо́лу 2018, και αναγνωρίζετε την πρώτη λέξη, τσεμπιόνατ, εδώ (που μοιαζει με γαλλικό δάνειο, αλλά μάλλον είναι αγγλικό, από το champion) και την τελευταία, φουτμπόλ. Η δεύτερη λέξη, μιρ, ειναι ο κόσμος -και η ειρήνη, мир: μιρ μίρου που το λέγαμε παλιότερα θα πει «ειρήνη στον κόσμο». Οι Ρώσοι, δηλαδή, μιλούν για παγκόσμιο πρωτάθλημα, όπως και οι Γερμανοί (Fußball-Weltmeisterschaft) ενώ στις περισσότερες άλλες γλώσσες μιλάνε για Κύπελλο. Παρεμπιπτόντως, στα τούρκικα η επίσημη ονομασία του παγκοσμίου κυπέλλου θυμίζει εκείνα τα ανέκδοτα με τις ψευτοτουρκικές λέξεις, αφού είναι ΦΙΦΑ Ντουνιά Κουπασί (ντουνιάς ο κόσμος, κούπα το κύπελλο, βέβαια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , | 269 Σχόλια »

Ακόμα δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 13 Αύγουστος, 2017

Την περασμένη Κυριακή παρουσιάσαμε δυο ιστορίες από τα Ουράλια, του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, σε μετάφραση της φίλης μας Ranele από τα ρώσικα. Συνεχίζω και τελειώνω σήμερα με τις άλλες δύο.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω στην πρώτη από τις δύο σημερινές ιστορίες είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος.

Το πέτρινο λουλούδι

Δεν ήτανε μονάχα οι λιθοξόοι από το εργοστάσιο μαρμάρου που ήτανε ξακουστοί για την τέχνη τους. Λένε, πως την ίδια τέχνη κατείχαν και στα δικά μας τα εργοστάσια. Η μόνη διαφορά ήτανε πως οι δικοί μας δουλεύανε περισσότερο τον μαλαχίτη, επειδής ήτανε υψηλής ποιότητας πέτρα και βρισκότανε σε αφθονία στα μέρη μας. Από τούτον τον μαλαχίτη σκαλίζανε και διάφορα ταιριαστά πράματα που φορές, άκου το, απορούσες πώς τα΄χανε συλλάβει με τη φαντασία τους.

Εκείνα τα χρόνια ζούσε ένας μάστορας ονόματι Προκόπιτς. Σε τούτην την τέχνη ήτανε πρώτος. Κανείς δεν μπόραγε να του παραβγεί. Όμως είχε τα χρονάκια του.

Έτσι, λοιπόν, ο εργοστασιάρχης διέταξε τον επιστάτη να του βρει τίποτες νεαρά μαστορούλια για να τα μάθει την τέχνη του.

-Ας τους παραδώκει όλα του τα μυστικά ως και το τελευταίο του κόλπο.

Μόνο που ο Προκόπιτς, είτε ήτανε σφιχτός στο να μοιραστεί τα μυστικά της τέχνης του, είτε συνέβαινε τίποτες άλλο, τέλος πάντων δεν ξεβγήκε καθόλου καλός δάσκαλος. Ήτανε νευρικός και βίαιος. Πρώτα στόλιζε το κεφάλι του αγοριού με καρούμπαλα, πάγαινε να του ξεριζώσει και τ΄αφτιά του ύστερις το απαράταγε και έλεγε στον επιστάτη:

-Δεν μου κάμνει του λόγου του… Δεν έχει μήτε μάτι ικανό, μήτε χέρι που να πιάνει. Χαμένος κόπος.

Ως φαίνεται ο επιστάτης διατάχθηκε να ικανοποιεί την κάθε παραξενιά του γερο-μάστορα σε τούτο το ζήτημα.

-Ό, τι ειπείς, αφού δεν κάμνει ετούτος… θα σου δώκουμε άλλονε… – Και του ΄στελνε άλλο παλικαράκι.

Τα αγόρια σαν μάθανε τι γίνεται στου Προκόπιτς… από νωρίς ξεσηκώνανε θρήνο μην πέσουνε στα χέρια του. Μήτε οι πατεράδες μήτε οι μανάδες στέργανε να στείλουνε τα παιδούλια τους στα κάτεργα που δε βγάζανε πουθενά. Αρχίνησε, λοιπόν, ο καθείς όπως μπόραγε να γλιτώνει το τέκνο του. Να ειπούμε και του στραβού το δίκιο το να δουλεύεις μαλαχίτη ήτανε σκάρτη τέχνη, σκέτο φαρμάκι. Γι΄αυτό ο κοσμάκης φυλαγότανε. Ο επιστάτης όμως δεν αλησμονούσε την εντολή του εργοστασιάρχη –  συνέχισε να του στέλνει μαθητούδια. Εκείνος με τη σειρά του παίδευε το παλικαράκι και ύστερα το γύριζε πίσω στον επιστάτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαογραφία, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 86 Σχόλια »

Δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 6 Αύγουστος, 2017

Η φίλη μας η Ranele, που μας είχε στείλει πριν από δυο μήνες τη μετάφραση ενός κεφαλαίου από το μυθιστόρημα Σάνκια του Ζαχάρ Πριλέπιν, μου έστειλε τέσσερις ιστορίες από τα Ουράλια του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, πάλι σε δική της μετάφραση. Το συνολικό κείμενο είναι πολύ μεγάλο, οπότε αποφάσισα να τις παρουσιάσω σε δύο δόσεις, δύο ιστορίες τούτη την Κυριακή και τις δύο άλλες την επόμενη. Βοηθάει σ’ αυτό το γεγονός ότι η πρώτη και η δεύτερη ιστορία συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, το ίδιο και οι δυο επόμενες.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω σε δικό του κείμενο, που θα το δούμε την επόμενη Κυριακή, είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη. Η Ranele μού έστειλε κι ένα δικό της εκτενές σημείωμα για τη ζωή και το έργο του, αλλά επειδή ήδη το κείμενο ήταν πολύ μεγάλο αποφάσισα να μην το δημοσιεύσω.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος. Ο μαλαχίτης, που πρωταγωνιστεί στις ιστορίες, είναι ορυκτό του χαλκού με χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα. Στα Ουράλια υπάρχουν τα μεγαλύτερα κοιτάσματά του.

 

 

Η Κυρά του Χάλκινου Βουνού

Κάποτε δύο άντρες από το εργοστάσιό μας πάγαιναν στα λιβάδια τους να ιδούν αν έφτασε ο καιρός για κόσισμα(*).

Η νομή(*) τους βρισκότανε κάπως μακριά, κάπου πιο πέρα από το ποτάμι Σεβερούσκα.

Ήτανε γιορτή και σχόλη. Είχε δυνατό λιοπύρι και μια κουφόβραση άλλο πράμα. Και οι δυο τους δουλεύανε μες στα ορυχεία των Αλωνιών. Σπάγανε τον μαλαχίτη και τον αζουρίτη – μεταλλεύματα πλούσια σε χαλκό. Πού και πού βρίσκανε και αυτοφυή χαλκό σε κόκκους ή σε περίτεχνους κρυστάλλους, καμιά φορά τους τυχαίνανε κι άλλα πετρώματα.

Ένας από αυτούς, ο νεαρός, ήτανε ανύπαντρος, μα τα μάτια του ήδη είχανε πάρει μιαν πράσινη μαλαχιτένια απόχρωση. Ενώ ο άλλος, ο μεγαλύτερος, είχε σκεβρωθεί τελείως από τη χαμαλίκα των ορυχείων. Τα μάτια του, αλλά και τα μάγουλά του, είχαν αποχτήσει ακόμη πιο γκριζοπράσινη απόχρωση ωσάν της μούχλας. Και έβηχε σερί εκείνος ο κακομοίρης.

Μες στο δάσος ήταν σκέτη καλοσύνη. Τα πουλάκια τιτίβιζαν χαρμόσυνα, η γης ανέδιδε μια λεπτή ευωδιά. Εκεί που λες, τους έπιασε νύστα. Με τα πολλά με τα λίγα φτάσανε ίσαμε το ορυχείο του Κόκκινου Βράχου. Εκείνον τον καιρό αυτού μέσα βγάζανε μεταλλεύματα σιδήρου. Με το που ξάπλωσανε χάμω στο χορτάρι κάτω από μια σουρβιά, ευθύς τους πήρε ο ύπνος. Μόνο που ο νεαρός κάποια στιγμή πετάχτηκε απάνου σαν να του΄δωκε κανείς μια γερή σπρωξιά στα παΐδια. Κοίταξε ολόγυρα και τι να ιδεί; Ακριβώς μπροστά του απάνω σε ένα σωρό από πέτρες, σιμά στο μεγάλο βράχο καθότανε μια γυναίκα. Καθότανε αυτού με την πλάτη της γυρισμένη στο νεαρό, μα από την πλεξούδα της ήτανε ολοφάνερο πως επρόκειτο για νεαρή κοπέλα. Η πλεξούδα της ήτανε μαύρη κατράμι και δεν πήγαινε πέρα δώθε όπως στα κορίτσια μας, σάμπως ήτανε γερά κολλημένη πάνω στη ράχη της. Στο τελείωμά της είχε κορδέλες που φαντάζανε άλλοτε κόκκινες και άλλοτε πράσινες. Λάμπανε και κουδουνίζανε σαν ελάσματα χαλκού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαογραφία, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Ζαχάρ Πριλέπιν – Εικόνες εγκατάλειψης (απόσπασμα από το Σάνκια)

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2017

Σήμερα δημοσιεύω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Ζαχάρ Πριλέπιν «Σάνκια». Ο Ζαχάρ Πριλέπιν, 42 χρονών, είναι ίσως ο πιο πολυδιαβασμένος Ρώσος συγγραφέας της γενιάς του, της μετασοβιετικής δηλαδή γενιάς. Τον έχουν παρομοιάσει με τον Χεμινγουέι και με τον Τολστόι. Είχε επισκεφτεί πριν από δυο-τρεις μήνες την Ελλάδα και έδωσε μια συνέντευξη που μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ο Πριλέπιν πολέμησε στην Τσετσενία κατά τη θητεία του στον στρατό, ενώ για ένα διάστημα υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις της ομοσπονδιακής αστυνομίας. Είναι ή ήταν μέλος του εθνικομπολσεβικικού κόμματος του επίσης συγγραφέα Εντουάρντ Λιμόνοφ, είναι αντίπαλος του Πούτιν και τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στο Ντονμπάς όπου μάχεται με το μέρος των αυτονομιστών, ας τους ονομάσουμε έτσι.

Πριν από μια βδομάδα είχαμε δημοσιεύσει ένα αφήγημα του φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το μετασοβιετικό Μούρμανσκ. Λίγες μέρες αργότερα, πήρα ηλεμήνυμα από αναγνώστρια του ιστολογίου, με το ψευδώνυμο Ranele, που μου είπε ότι έχει μεταφράσει, για να δοκιμάσει τις δυνάμεις της, κομμάτια από ένα μυθιστόρημα του Πριλέπιν, που δίνουν παρόμοιες εικόνες εγκατάλειψης όπως το αφήγημα για το Μούρμανσκ και μου έστειλε ένα απόσπασμα, αν ήθελα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο.

Το ενδιαφέρον είναι πως η Ranele, αν και πρέπει να έχει σπουδάσει στην Ελλάδα, δεν έχει μητρική της γλώσσα τα ελληνικά, όπως μού διευκρίνισε, πράγμα που κάνει τη δουλειά της ακόμα πιο δύσκολη. Έκανα κάποιες μικροεπεμβάσεις στη μετάφρασή της, κακώς ίσως. Δεν είχα διαβάσει Πριλέπιν, διότι δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά το δείγμα που θα δείτε μου άρεσε, όσο κι αν είναι καταθλιπτικό και πνιγηρό.

Το μυθιστόρημα «Σάνκια», απ’ όπου είναι παρμένο το απόσπασμα που θα διαβάσετε, είναι το πρώτο του Πριλέπιν και κυκλοφόρησε το 2006. Έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, έχει βραβευτεί και έχει γίνει ταινία. Το Σάνκια είναι όνομα, αρσενικό, συχνά παιδικό. Είναι χαϊδευτικό του Σάσα, το οποίο με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του Αλεξάντρ. Ο ήρωας λέγεται Σάσα Τίσιν, αλλά η γιαγιά και ο παππούς του τον φωνάζουν Σάνκια. Εδώ μπορείτε να δείτε τον ιστότοπο του μυθιστορήματος (από τα σφυροδρέπανα θα καταλάβετε ότι ο Σάσα ανήκει σε μια αριστερή μαχητική οργάνωση) και εδώ τον ιστότοπο του Πριλέπιν. Βέβαια, όλα αυτά τα καλούδια είναι χρήσιμα κυρίως σε ρωσομαθείς. Το απόσπασμα που παραθέτουμε είναι το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου. Παρουσιάζει την επιστροφή του Σάσα στο χωριό του που αργοπεθαίνει.

Σημείωση, Μάρτιος 2018

Μετά την κυκλοφορία του μυθιστορήματος σε βιβλίο, αποσύρω τη μεταφραστική δοκιμή της Ranele.

 

Posted in Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 114 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 7 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 30 Αύγουστος, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ομάδα των τριών» και γνωρίσαμε το τρίτο μέλος της ομάδας που θα αναλάβει την έκδοση του τόμου, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Γερμιώτη, καθώς και άλλους συνεργάτες της εγκυκλοπαίδειας.

mimis_jpeg_χχsmallΥλοποιώντας την εντολή του Βελή, αποφάσισα να μαζευτούμε ένα βραδάκι οι τρεις μας να βάλουμε μπρος τη δουλειά. Προηγουμένως όμως θέλησα να ξεκαθαρίσω το ζήτημα του Χρήστου. Κάτι δε μου πήγαινε καλά μαζί του. Από επιστήμονα με τα δικά του προσόντα και από αριστερό με τέτοιο αγωνιστικό παρελθόν, δεν περίμενα να βάλει έτσι το θέμα της αμοιβής. Εγώ τους ανθρώπους αυτούς, τους παλιούς μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, τους έχω πολύ ψηλά στην εκτίμησή μου. Ίσως γιατί εγώ έκατσα στ΄ αυγά μου και την έβγαλα σχετικά καθαρή.  Όχι βέβαια αβρόχοις ποσίν, και το αναλογούν ξύλο έφαγα στην Ασφάλεια και τη μισή θητεία μου στη Μακρόνησο την έκανα, (όταν όμως τα δύσκολα είχαν πια περάσει)  και δύο φορές απολύθηκα από τη δουλειά μου και όλα τα σχετικά. Αυτοί όμως πέρασαν από φωτιά και σίδερο. Ο Χρήστος με τη στάση του λέρωνε την εικόνα που είχα σχηματίσει. Αποφάσισα να ζητήσω πληροφορίες από το Γιώργο, το μοναδικό πολιτικό πρόσφυγα της Τασκένδης που ξέρω καλά.

Ο Γιώργος Σ. είναι άλλη περίπτωση. Τριατατικός, είχε σοβαρή ανάμιξη στην Αντίσταση και υπήρξε ένας από τους συντελεστές της νίκης των ανταρτών στο Φαρδύκαμπο, τότε που πιάστηκαν αιχμάλωτοι εξακόσιοι Ιταλοί με τον οπλισμό τους και μαζί τους όλα τα αρχεία της μεραρχίας Τζούλια. Κι αυτό το σαραντατρία, όταν  ο Άξονας κυριαρχούσε σ’ όλη την Ευρώπη. Καταδικάστηκε τότε σε θάνατο από τους Γερμανούς, αλλά γλίτωσε, γιατί, με τη βοήθεια του δεσπότη, του Ιωακείμ, δραπέτευσε μέσα από την Γκεστάπο της Κοζάνης και βγήκε στο βουνό. Μετά τη Βάρκιζα είχε το σχετικό μερίδιο στο κυνηγητό και, όταν οι αντάρτες μπήκαν στη Νάουσα, πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Πολέμησε ως το τέλος και με την υποχώρηση βρέθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Στην Τασκένδη σπούδασε χημικός και πήρε διδακτορικό. Επαναπατρίστηκε το ΄66. Αποδείχτηκε πως ήξερε καλά το Χρήστο, αλλά από την πρώτη μου μίλησε πολύ επιφυλακτικά για τον παλιό μου συμμαθητή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Ιστορία, Κομμουνιστικό κίνημα, Μυθιστόρημα, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , | 81 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Και πάλι για τον Βόρη Φεδέρωφ

Posted by sarant στο 30 Δεκέμβριος, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τριακοστή δεύτερη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Στην προηγούμενη συνέχεια είχαμε αναφερθεί στη γνωριμία του Άχθου Αρούρη με τον Ρώσο εμιγκρέ Βόρη Φεδέρωφ, και σήμερα  συνεχίζουμε στο ίδιο θέμα.

mimis_jpeg_χχsmallΒέβαια, το σημερινό άρθρο φαντάζει εντελώς αταίριαστο καθώς είναι τόσο φορτωμένη η επικαιρότητα, τόσο με το δυστύχημα της Αδριατικής, όσο και με τις πρόωρες εκλογές μετά την αποτυχία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Αλλά ας αφήσουμε και λίγο χώρο στην ανεπικαιρότητα, γιορτές έχουμε.

Τέλος, θυμίζω ότι σήμερα στις 6 το απόγευμα ολοκληρώνεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς. Αν δεν έχετε ακόμα ψηφίσει, σπεύσατε (εδώ)

Ο Φεδέρωφ ήταν πραγματικός πατριώτης, μισούσε τους Γερμανούς, πονούσε για την προέλασή τους τόσο βαθιά στη χώρα του και καμάρωνε για τις νίκες του Ρωσικού Στρατού, αδιαφορώντας αν τώρα λεγόταν Κόκκινος Στρατός και αρχιστράτηγός του δεν ήταν ο Κουτούζωφ ή ο Σουβόρωφ αλλά ο στρατάρχης Στάλιν. Μετά το Στάλινγκραντ φάνηκε σαν να ψήλωσε μια πιθαμή. Διηγόταν ανέκδοτα από τον πόλεμο κατά του Ναπολέοντα, για τη μάχη του Μποροντινό και για τον στρατηγό Μπαγκρατιόν, που τραυματισμένος σοβαρά αρνήθηκε να του κόψουν το πόδι κι έτσι πέθανε από σηψαιμία «αλλά ακέραιος». Τους περιέγραψε επίσης το «Πανόραμα της Μάχης του Μποροντινό», ένα κτίσμα στο κέντρο της Μόσχας, όπου είχε κατα­σκευαστεί πανοραμική και στερεοσκοπική αναπαράσταση του πε­δίου της μάχης, με συνδυασμό ζωγραφικών πινάκων, ανάγλυφων απεικονίσεων και αληθινών αντικειμένων.

Ο Φεδέρωφ μύησε τον Σαραντάκο στην ποίηση του Πούσκιν, του Λέρμοντωφ, του Νεκράσωφ, του Τιούτσεφ και του Μερεζκόφοκι, που ο φίλος του αγνοούσε παντελώς. Ο ποιητής μαγεύτηκε από το ρωμα­λέο στίχο του Πούσκιν. Ένα πρωί, ένα χρόνο αργότερα, διάβασε στο Βόρη τις μεταφράσεις των ποιημάτων του Πούσκιν Αντσάρ και Αδελφοί ληστές που με μεγάλο κόπο αλλά και περίσσιο ταλέντο είχε κά­νει. Ο Βόρης ενθουσιάστηκε. Βρήκε πως ο Άχθος Αρούρης είχε πετύχει να αποδώσει σωστά όχι μόνο το νόημα αλλά και τη μουσική των στίχων του Πούσκιν. Ξέροντας από στήθους ολόκληρο σχεδόν τον Πούσκιν άρχισε να απαγγέλλει τους Αδελφούς ληστές στα ρωσικά ενώ ο φίλος του διάβαζε το ίδιο κείμενο στα ελληνικά.

Εκτός από τα παραπάνω ποιήματα του Πούσκιν, στον Άχθο Αρούρη άρεσαν επίσης Ο θάνατος του Ολέγκ, ο Ναπολέων και η αρχή από τον Ευγένιο Ονιέγκιν καθώς και τα ποιήματα Εξοχή του Λέρμοντοφ και Σάκυα Μούνι του Μερεζκόφσκι. Το τελευταίο το μετέφρασε αργότερα και είχε καθιερωθεί να το απαγγέλλει σε κάθε περίσταση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Ποίηση, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , | 56 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η εκμάθηση της Ρωσικής και η γνωριμία με τον Β.Ν.Φεδέρωφ

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τριακοστη πρώτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στην Κατοχή.

Να προσθέσω ότι αύριο συμπληρώνονται τρία χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου. Τον θυμόμαστε πάντοτε.

mimis_jpeg_χχsmallΤον πρώτο κιόλας χειμώνα της Κατοχής, ενώ οι Γερμανοί είχαν φτάσει έξω από τη Μόσχα και το Λένινγκραντ, ο ποιητής καταπιάστηκε να μάθει ρωσικά.

«Όταν θα κατηφορίσει κατά δω ο Κόκκινος Στρατός, θα τον προσφωνήσω στη γλώσσατου», έλεγε στον μπατζανάκη του που τα ’χε βάψει μαύρα με την προέλαση των χιτλερικιύν. Ο ίδιος ούτε στιγ­μή δεν αμφέβαλλε πως τελικά οι Ρώσοι θα νικούσαν τον Χίτλερ και πως θα λευτέρωναν την Ευρώπη. Οι νίκες των Γερμανών το καλοκαίρι δεν μπόρεσαν να μειώσουν ούτε στο ελάχιστο την αισιοδοξία του.

«Στρατηγικό σχέδιο του Μουστάκια είναι η υποχώρηση. Έτσι έκαναν οι Σκύθες με τον Δαρείο, έτσι έκαναν αργότερα οι Ρώσοι με τον Κάρολο XII της Σουηδίας και με το Ναπολέοντα. Ο Χίτλερ θα πάθει χειρότερη νίλα».

Οι φίλοι του, που δε συμμερίζονταν την αισιοδοξία του, τον είχαν βγάλει «επιτελάρχη του Κόκκινου Στρατού».

Δεν ήταν μονάχα η ιδεολογική του τοποθέτηση που τον έσπρωξε να μάθει ρωσικά. Εξ απαλών ονύχων είχε αγαπήσει τη ρωσική λογο­τεχνία. Θαύμαζε απεριόριστα τον Ντοστογιέφσκι, αγαπούσε πολύ τον Γκόγκολ, τον Τσέχωφ και τον Γκόρκι, καθώς και τους ελάσσονες, τον Κορολένκο, τον Τουργκένιεφ, τον Αρτσιμπάτσεφ, τον Αντρέιεφ, ενιύ αντίθετα ο Τολστόι δεν του άρεσε. Βέβαια δεν είχε διαβάσει τότε το Πόλεμος και Ειρήνη, που δεν είχε μεταφραστεί ακόμα στα ελλη­νικά, αλλά στο εξώφυλλο της Ανάστασης είχε σημειώσει σαν υπότιτ­λο: «Βιβλίον ιδιαζόντως ηλίθιον». Στη βιβλιοθήκη του είχε όλα τα βι­βλία του Ντοστογέφσκι και των άλλων συγγραφέων που είχαν μετα­φραστεί στα ελληνικά, τα περισσότερα από τα γαλλικά και από ανώ­νυμους κι αδόκιμους μεταφραστές, σε εκδόσεις του Βασιλείου, του Γανιάρη, του Φέξη και άλλων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 151 Σχόλια »