Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Σατιρικά’ Category

Δυο σοβιετικοί συγγραφείς στη Νέα Υόρκη (η Ranele μεταφράζει Ιλφ και Πετρόφ)

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2019

Πριν από κάμποσο καιρό είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα εύθυμο διήγημα των αγαπημένων μου σοβιετικών σατιρικών συγγραφέων Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ, το «Ένας σοβιετικός ροβινσώνας«. Στα σχόλια της συζήτησης εκείνης θα βρείτε και ένα διήγημα που περιέχει τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Ιλφ και Πετρόφ από την Ελλάδα.

Όπως είχα γράψει παλιότερα, ο Ιλφ και ο Πετρόφ έδωσαν τους δίδυμους ήλιους της σοβιετικής σάτιρας, τα εξαιρετικά μυθιστορήματα «Οι δώδεκα καρέκλες» και «Το χρυσό μοσχάρι». Στο πρώτο, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, ο αριστοκράτης Βορομπιάνινοφ αναζητά έναν θησαυρό που είναι κρυμμένος σε μία από τις δώδεκα καρέκλες της πάμπλουτης θείας του. Συνεταιρίζεται με τον γοητευτικό απατεώνα Οστάπ Μπέντερ, και αφού διατρέξουν τη μισή Σοβιετική Ένωση βρίσκουν -ή δεν βρίσκουν- τον θησαυρό. Στο «Χρυσό μοσχάρι» ο Οστάπ είναι αρχηγός μιας μικρής σπείρας απατεώνων που αναζητούν έναν σοβιετικό εκατομμυριούχο -και πάλι, τον βρίσκουν αλλά… Η συνέχεια επί της οθόνης, θα έλεγα, αφού κάποτε θα παρουσιάσω τα κλασικά αυτά έργα.

Και τα δυο ονόματα είναι ψευδώνυμα, ο Ιλφ λεγόταν Φάινζιλμπεργκ, ο Πετρόφ: Κατάγιεφ -αδελφός του είναι ο γνωστός συγγραφέας Βαλεντίν Κατάγιεφ. Γεννημένοι κι οι δυο στην Οδησσό, στο Χρυσό Μοσχάρι την αποκαλούν Τσερνομόρετς αν θυμάμαι καλά, κι έχουν κι έναν Έλληνα, τον Βαλιάδη, στην παρέα των γέρων με τα πικέ γιλέκα. Ο Ιλφ πέθανε από φυματίωση το 1937, τον Πετρόφ τον ρίξαν οι Γερμανοί το 1942, όταν, πολεμικός ανταποκριτής, επέστρεφε αεροπορικώς από την πολιορκημένη Σεβαστούπολη.

Τα δυο τους μυθιστορήματα γνώρισαν αξεπέραστη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό και πλούτισαν τη ρωσική γλώσσα με κάμποσες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Από τότε που διάβαζα, νέος, τις Δώδεκα καρέκλες και το Χρυσό μοσχάρι, είχα μάθει ότι οι δυο συγγραφείς, πέρα από αμέτρητα διηγήματα, είχαν επίσης γράψει ένα ακόμα βιβλίο μαζί, τη «Μονώροφη Αμερική», ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την επίσκεψή τους στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Μέσα στα απειράριθμα σχέδια που κάνει κανείς σε νεαρή ηλικία, είχα κι εγώ το σχέδιο να βρω, να διαβάσω, να μεταφράσω ή να αναθέσω τη μετάφραση και να εκδώσω το βιβλίο αυτό.

Σήμερα έρχομαι κοντά στην κατά κάποιο τρόπο εκπλήρωση εκείνου του νεανικού σχεδίου. Η φίλη μας η Ranele, που αρκετές φορές μάς έχει δώσει μεταφράσεις της από τα ρωσικά (παράδειγμα) μού έστειλε πριν από λίγο καιρό μεταφρασμένα τα πέντε πρώτα κεφάλαια της Μονώροφης Αμερικής, του βιβλίου των Ιλφ και Πετρόφ και εδώ σας παρουσιάζω το δεύτερο κεφάλαιο, το πρώτο βράδυ των συγγραφέων στη Νέα Υόρκη. Δεν διάλεξα το πρώτο κεφάλαιο, επειδή περιγράφει το (πολυήμερο) ταξίδι με το υπερωκεάνειο Νορμανδία κι έτσι δεν αναφέρεται στις ΗΠΑ.

Ο Ιλφ και ο Πετρόφ έμειναν στις Ηνωμένες Πολιτείες 10 εβδομάδες και τις διέσχισαν με αυτοκίνητο, μεταξύ άλλων πάνω στον θρυλικό αυτοκινητόδρομο 66, φτάνοντας ως τη Δυτική Ακτή. Δημοσίευσαν τις εντυπώσεις τους στο περιοδικό Ογκανιόκ, με φωτογραφίες σαν κι αυτή, από τη μηχανή Λάικα του Πετρόφ. Το βιβλίο εκδόθηκε, όπως είπαμε, το 1936 και ήταν το κύκνειο άσμα του συγγραφικού διδύμου, αφού ο Ιλφ πέθανε τον επόμενο χρόνο.

Η Ranele μού έστειλε τις μεταφράσεις της σε δίστηλη μορφή, αντικριστά με το πρωτότυπο, αλλά προτίμησα να παρουσιάσω εδώ μόνο το ελληνικό κείμενο, αφού, κακά τα ψέματα, η δίστηλη παρουσίαση ελάχιστους αναγνώστες θα ενδιέφερε, τους ρωσομαθείς μόνο. Όμως, επειδή στο ιστολόγιο έχουμε και ρωσομαθείς, αρκετούς μάλιστα, μπορούν να βρουν τη ρωσική μετάφραση εδώ, ή, ακόμα καλύτερα, την αντικριστή παρουσίαση σε δίστηλο, εδώ.

Η Ρανέλε είναι Ρωσίδα που ζει στην Ελλάδα, οπότε η ελληνική δεν είναι η μητρική της γλώσσα. Μπορεί να έχουν ξεφύγει μεταφραστικά λάθη ή κάποιες αδέξιες χρήσεις. Έκανα κι εγώ μερικές διορθώσεις στο κείμενό της.

 

Κεφάλαιο Β΄. Το πρώτο βράδυ στη Νέα Υόρκη

Η αίθουσα του τελωνείου της αποβάθρας «Γαλλικές Γραμμές» ήταν τεράστια. Ψηλά κάτω από την οροφή κρέμονταν μεγάλα σιδερένια γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Ο κάθε επιβάτης έπιανε θέση κάτω από το γράμμα με το οποίο ξεκινούσε το επίθετό του. Εδώ πέρα θα κατέφθαναν από το πλοίο οι βαλίτσες του και εδώ πέρα θα περνούσαν κιόλας από τον έλεγχο.

Οι φωνές των άρτι αφιχθέντων και αυτών που τους υποδέχονταν, τα γέλια και τα φιλιά αντηχούσαν μες στην αίθουσα, οι απογυμνωμένες σωληνώσεις και οι παροχές της οποίας την έκαναν να μοιάζει με πτέρυγα εργοστασίου που κατασκευάζει τουρμπίνες.

Δεν είχαμε ειδοποιήσει κανέναν για την άφιξή μας, συνεπώς δεν μας περίμενε κανείς. Στριφογυρίζαμε κάτω από τα γράμματά μας περιμένοντας τον υπάλληλο του τελωνείου. Επιτέλους εκείνος κατέφτασε. Ήταν ένας ήρεμος και διόλου βιαστικός άνθρωπος. Δεν τον άγχωνε καθόλου το γεγονός ότι είχαμε διασχίσει ολόκληρο τον ωκεανό για να του δείξουμε τις βαλίτσες μας. Εκείνος από ευγένεια μόλις που ακούμπησε με τα ακροδάχτυλά του την απάνω στρώση των ρούχων μας χωρίς καν να μπει σε κόπο να κοιτάξει τίποτα άλλο. Ύστερα έβγαλε τη γλώσσα του, μια εντελώς συνηθισμένη, σαλιωμένη γλώσσα, που δεν ήταν εξοπλισμένη με κάποιον ειδικό μηχανισμό, σάλιωσε δύο μεγάλες ετικέτες και τις κόλλησε πάνω στις βαλίτσες μας.

Είχε βραδιάσει όταν επιτέλους τελειώσαμε με τις διατυπώσεις. Ένα λευκό ταξί με τρία αναμμένα φωτάκια στην οροφή, που έμοιαζε με παλιομοδίτικη άμαξα, μας πήγαινε στο ξενοδοχείο. Στην αρχή μας βασάνιζε η σκέψη ότι λόγω της απειρίας μας επιβιβαστήκαμε σε ένα απαρχαιωμένο, της κακιάς ώρας ταξί, ότι φαινόμαστε γελοίοι σαν τους επαρχιώτες. Μα κοιτάζοντας δειλά δειλά από το παράθυρο, είδαμε ότι προς όλες τις κατευθύνσεις έτρεχαν αυτοκίνητα με τα ίδια γελοία φαναράκια που υπήρχαν και στο δικό μας ταξί. Τότε μονάχα ηρεμήσαμε λιγάκι. Μόνο αργότερα καταλάβαμε ότι τα φαναράκια στην οροφή καθιερώθηκαν ώστε τα ταξί να ξεχωρίζουν πιο πολύ ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα αυτοκίνητα. Για τον ίδιο λόγο τα ταξί βάφονταν στα πιο χτυπητά χρώματα – πορτοκαλί, καναρινί, λευκό.

Η προσπάθειά μας να απολαύσουμε την πόλη της Νέας Υόρκης από το ταξί απέτυχε. Διασχίζαμε αρκετά μουντούς και σκοτεινούς δρόμους. Πού και πού κάτι βρυχιόταν διαβολεμένα κάτω απ΄τα πόδια μας, πού και πού κάτι βροντούσε πάνω από τα κεφάλια μας. Όταν σταματούσαμε στα φανάρια, τα φτερά των αυτοκινήτων που βρίσκονταν δίπλα μας μάς έκρυβαν όλη τη θέα. Ο οδηγός είχε γυρίσει κάμποσες φορές προς τα πίσω για να ξαναρωτήσει τη διεύθυνση. Προφανώς τον προβλημάτιζαν τα Αγγλικά που μιλούσαμε. Κάποιες φορές μας κοίταζε ενθαρρυντικά και στο πρόσωπό του διάβαζες: «Δεν πειράζει, δε θα χαθείτε! Στη Νέα Υόρκη κανείς δε χάνεται».

Τα τριάντα δύο πατώματα του τούβλινου ξενοδοχείου μας ορθώνονταν για να καρφωθούν μες στον κοκκινωπό νυχτερινό ουρανό.

Όσην ώρα συμπληρώναμε τις σύντομες κάρτες εγγραφής, δύο άτομα από το προσωπικό του ξενοδοχείου φύλαγαν με αφοσίωση τις αποσκευές μας. Ένας από αυτούς είχε περασμένο στο λαιμό του έναν αστραφτερό κρίκο με το κλειδί του δωματίου που είχαμε επιλέξει. Το ασανσέρ μας ανέβασε ως τον εικοστό έβδομο όροφο. Ήταν ένα ευρύχωρο και ήσυχο ασανσέρ ενός ξενοδοχείου ούτε πολύ παλιού ούτε πολύ καινούργιου, ούτε πολύ ακριβού, και δυστυχώς, ούτε πολύ φτηνού.

Το δωμάτιό μας μάς άρεσε, μα δεν το πολυεξερευνήσαμε. Βιαζόμασταν να βγούμε έξω, να παραδοθούμε στην πόλη και στους θορύβους της. Οι κουρτίνες στα παράθυρα ανέμιζαν από τη φρεσκάδα της θαλασσινής αύρας. Αφήσαμε τα πανωφόρια μας στον καναπέ, βγήκαμε τρέχοντας στο στενό διάδρομο, στρωμένο με τη χρωματιστή μοκέτα. και το ασανσέρ με ένα απαλό τρίξιμο μας πήγε προς τα κάτω. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με νόημα. Πράγματι ήταν ένα σπουδαίο γεγονός! Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα πηγαίναμε βόλτα στη Νέα Υόρκη.

Μια λεπτή, σχεδόν διαφανής αστερόεσσα κυμάτιζε πάνω από την είσοδο του ξενοδοχείου μας. Στο δρόμο απέναντι ορθωνόταν το γυαλιστερό παραλληλεπίπεδο του ξενοδοχείου «Γουόλντορφ-Αστόρια». Σε τουριστικά προσπέκτους παρουσιαζόταν ως το καλύτερο ξενοδοχείο του κόσμου. Τα παράθυρα του «καλύτερου του κόσμου» έλαμπαν εκτυφλωτικά και πάνω στην είσοδο κυμάτιζαν όχι μία, μα δύο εθνικές σημαίες. Πάνω στο πεζοδρόμιο, κοντά στο κράσπεδο κείτονταν φρέσκα τεύχη εφημερίδων. Οι περαστικοί έσκυβαν, έπαιρναν τη «Νιου Υορκ Τάιμς» ή την «Γκέραλντ Τριμπιούν» [χαρακτηριστική ρωσική προφορά του δασέος H – ν.σ.] και έβαζαν κάτω δίπλα στις εφημερίδες δυο σεντς. Ο εφημεριδοπώλης είχε πάει κάπου. Οι εφημερίδες συγκρατούνταν στο πεζοδρόμιο με ένα κομμάτι τούβλο με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι γριές Μοσχοβίτισσες που πουλούν εφημερίδες σε καφασωτά κιόσκια.  Στις γωνίες που σχημάτιζε η διασταύρωση ήταν τοποθετημένοι οι κυλινδρικοί κάδοι απορριμμάτων. Μέσα από τον έναν έβγαινε μια τεράστια γλώσσα φλόγας. Προφανώς κάποιος είχε πετάξει μέσα ένα μισοσβησμένο αποτσίγαρο και τα σκουπίδια της Νέας Υόρκης, που αποτελούνται κατά κύριο λόγο από εφημερίδες, αμέσως έπιασαν φωτιά. Οι γυαλιστεροί τοίχοι του «Γουόλντορφ –Αστόρια» αντιφέγγιζαν τις ανήσυχες κόκκινες φλόγες. Οι περαστικοί χαμογελούσαν  σχολιάζοντάς καθοδόν το γεγονός. Ένας αστυνομικός με πρόσωπο αποφασιστικό ήδη κατευθυνόταν στο σημείο του συμβάντος. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το ξενοδοχείο μας δεν κινδύνευε από τη φωτιά, προχωρήσαμε παρακάτω.

Και τότε μας συνέβη κάτι δυσάρεστο. Είχαμε κατά νου να περπατάμε αργά κοιτάζοντας προσεκτικά δεξιά αριστερά, ας το πούμε, μελετώντας, παρατηρώντας, ρουφώντας και ούτω καθεξής. Μα η Νέα Υόρκη δεν είναι από εκείνες τις πόλεις όπου οι άνθρωποι κινούνται αργά. Γύρω μας οι άνθρωποι δεν περπατούσαν, μα έτρεχαν. Οπότε κι εμείς βαλθήκαμε να τρέχουμε. Και από κει και πέρα δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε. Στη Νέα Υόρκη μείναμε για ένα μήνα και όλον τον καιρό κάπου τρέχαμε σαν παλαβοί, έχοντας τόσο σοβαρή και πολυάσχολη έκφραση που θα μας ζήλευε κι ο ίδιος ο Τζον Πίερποντ  Μόργκαν τζούνιορ. Με τέτοιους ρυθμούς θα είχε βγάλει γύρω στα εξήντα εκατομμύρια δολάρια εκείνο το μήνα.

Έτσι λοιπόν βαλθήκαμε να τρέχουμε κι εμείς. Είχαμε προσπεράσει τρέχοντας τις φωτεινές επιγραφές που έγραφαν: «Καφετέρια», ή «Γιουνάιτεντ σίγκαρε», ή «Ντραγκ –σόδα», ή κάτι άλλο το ίδιο ελκυστικό, μα προς το παρόν ακατανόητο. Έτσι τρέχοντας φτάσαμε μέχρι την 42ή οδό και κει σταματήσαμε.

Στις βιτρίνες των καταστημάτων της 42ής οδού ο χειμώνας βρισκόταν στο ζενίθ. Σε μια βιτρίνα είχαν στηθεί επτά κομψές κέρινες κυρίες με ασημιά πρόσωπα. Όλες τους ήταν ντυμένες με πολυτελέστατες γούνες από αστραχάν και έριχναν η μία στην άλλη ματιές όλο μυστήριο. Στη διπλανή βιτρίνα είχε μια ντουζίνα τέτοιες κυρίες που φορούσαν αθλητικές φόρμες και στηρίζονταν σε μπαστούνια του σκι. Τα μάτια τους ήταν μπλε, τα χείλη κόκκινα ενώ τα αφτιά ροζ. Σε άλλες βιτρίνες υπήρχαν νεαρά ανδρικά μανεκέν με γκρίζα μαλλιά ή περιποιημένοι κέρινοι κύριοι ντυμένοι με οικονομικά, πλην όμως απίστευτα κομψά κοστούμια. Παρόλα αυτά εμείς δε δίναμε την παραμικρή σημασία σε όλη αυτή την εμπορική πανδαισία. Την προσοχή μας την τράβηξε κάτι άλλο.

Σε όλες τις μεγαλουπόλεις του κόσμου πάντα μπορείς να βρεις ένα μέρος όπου οι άνθρωποι παρατηρούν το φεγγάρι με το τηλεσκόπιο. Εκεί, στη 42η οδό επίσης υπήρχε ένα τηλεσκόπιο που ήταν εγκαταστημένο πάνω σε ένα όχημα.

Το τηλεσκόπιο ήταν στραμμένο προς τον ουρανό. Το χειριζόταν ένας απλοϊκός άνθρωπος ίδιος με εκείνους που μπορείς να βρεις δίπλα στο τηλεσκόπιο είτε στην Αθήνα είτε στη Νάπολη είτε στην Οδησσό. Είχε την ίδια δυσαρεστημένη όψη που έχουν όλοι οι χειριστές των υπαίθριων τηλεσκοπίων σε όλον τον κόσμο.

Το φεγγάρι φαινόταν ανάμεσα σε δύο κτίρια εξήντα ορόφων. Κι όμως ένας περίεργος που κόλλησε στο σωλήνα του τηλεσκοπίου δεν κοίταζε το φεγγάρι, μα σημάδευε πολύ πιο πάνω από αυτό, – κοίταζε λοιπόν, την κορυφή του «Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ», ενός κτιρίου εκατόν δύο ορόφων. Στο φως του φεγγαριού η ατσαλένια κορυφή του «Εμπάιρ» φαινόταν λες και ήταν χιονισμένη. Πιανόταν η ψυχή σου στη θέα ενός μεγαλόπρεπου, λιτού και επιβλητικού κτιρίου που λαμποκοπούσε σαν παγοκολόνα. Καθόμασταν πολλή ώρα εκεί πέρα με σηκωμένα πάνω τα κεφάλια μας. Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης εμπνέουν ένα αίσθημα περηφάνιας για τους ανθρώπους της επιστήμης και του μόχθου που έχουν χτίσει αυτά τα επιβλητικά κτίρια. Βραχνιασμένα ξεφώνιζαν οι εφημεριδοπώλες. Και κάθε φορά που το έδαφος έτρεμε κάτω από τα πόδια μας,  από τις σχάρες του πεζοδρομίου σαν από κάνα μηχανοστάσιο έφερνε το ζεστό αέρα. Όλα έδειχναν ότι κάτω από τη γη έτρεχε η αμαξοστοιχία του νεοϋορκέζικου μετρό, του σάμπγουει δηλαδή, όπως το αποκαλούσαν εκεί.

Μέσα από κάποια φρεάτια του οδοστρώματος καλυμμένα με στρόγγυλα μαντεμένια καπάκια αναδυόταν ο ατμός. Για πολλή ώρα δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από πού έβγαινε αυτός ο ατμός. Πάντως τα κόκκινα φώτα των διαφημίσεων τού προσέδιδαν μια φαντασμαγορική όψη σαν σε παράσταση όπερας. Φαινόταν λες και από στιγμή σε στιγμή θα άνοιγε το φρεάτιο και από κει θα αναδυόταν ο Μεφιστοφελής και αφού πρώτα θα έβηχε για να καθαρίσει το λαιμό του αμέσως μετά θα άρχιζε να τραγουδά με φωνή βαρύτονου την άρια απ’ την όπερα του «Φάουστ»: «Έχω σπαθί, φορώ καπέλο με φτερό, το βαλάντιο μου είναι παχυλό και είμαι τυλιγμένος σε έναν πολύτιμο μανδύα».

Εμείς και πάλι βαλθήκαμε να τρέχουμε μπροστά έχοντας ξεκουφαθεί από τα ξεφωνητά των εφημεριδοπωλών. Εκείνοι ωρύονται τόσο δυνατά που σύμφωνα με την έκφραση του Λεσκώφ [Ρώσος διηγηματογράφος], μετά χρειάζεται να φτυαρίζεις επί μια βδομάδα σερί  για να απομακρύνεις τούτη τη φωνή απ΄τ΄αφτιά σου.

Δεν μπορείς να πεις ότι ο φωτισμός της 42ης οδού ήταν μέτριος. Παρ΄όλα αυτά το Μπρόντγουεϊ, φωταγωγημένο με εκατομμύρια, μπορεί και δισεκατομμύρια ηλεκτρικά λαμπιόνια, γεμάτο από περιστρεφόμενες και χοροπηδητές διαφημίσεις φτιαγμένες από χιλιόμετρα χρωματιστών σωλήνων νέον, εμφανίστηκε μπροστά μας το ίδιο αναπάντεχα με τη Νέα Υόρκη η οποία είχε αναδυθεί ενώπιον μας μέσα απ΄ την απέραντη ερημιά του Ατλαντικού ωκεανού.

Καθόμασταν πάνω στην πιο δημοφιλή διασταύρωση των ΗΠΑ, εκεί που διασταυρώνεται η 42η οδός με το Μπρόντγουεϊ. Μπροστά μας ανοιγόταν «ο μέγας λαμπερός δρόμος», όπως τιμητικά αποκαλείται από τους Αμερικανούς το Μπρόντγουεϊ,.

Εδώ ο ηλεκτρισμός έχει υποβιβαστεί (ή έχει αναχθεί, αν θέλετε) στο επίπεδο ενός εκπαιδευμένου ζώου του τσίρκου. Εδώ τον ανάγκασαν να χορεύει, να κάνει τσαλιμάκια, να υπερπηδά τα εμπόδια, να ανοιγοκλείνει τα ηλεκτρικά του μάτια. Τον ήσυχο ηλεκτρισμό του Έντισον τον έχουν μετατρέψει σε θαλάσσιο λέοντα από το τσίρκο του Ντούροβ [διάσημος σοβιετικός εκπαιδευτής ζώων -ν.σ.] που πιάνει με τη μουσούδα του το τόπι, κάνει τον ζογκλέρ, παριστάνει τον πεθαμένο, ανασταίνεται, εκτελεί οτιδήποτε τον προστάξουν. Η παρέλαση των ηλεκτρικών φώτων δεν σταματάει ποτέ. Τα φώτα των διαφημίσεων ανάβουν, περιστρέφονται και σβήνουν ώστε αμέσως μετά να λάμψουν και πάλι, τα γράμματα μεγάλα και μικρά, πράσινα και κόκκινα, χωρίς σταματημό περνάνε φευγαλέα ώστε μετά από ένα δευτερόλεπτο να επιστρέψουν και να ξαναρχίσουν το τρελό τους τρεχαλητό.

Στο Μπρόντγουεϊ βρίσκονται συγκεντρωμένα  τα θέατρα, οι κινηματογράφοι και οι χορευτικές λέσχες της πόλης. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κινούνται στα πεζοδρόμια. Η Νέα Υόρκη είναι μια από τις ελάχιστες πόλεις του κόσμου όπου οι κάτοικοι βολτάρουν σε έναν συγκεκριμένο δρόμο. Οι είσοδοι των κινηματογράφων έχουν τόσα φώτα που αν κάποιος πρόσθετε ακόμα μια λάμπα, θα γινόταν έκρηξη από τον υπερβολικό φωτισμό και τα πάντα θα πήγαιναν κατά διαβόλου. Μα δεν υπάρχει μέρος να χωρέσεις αυτή τη λάμπα, δεν περισσεύει ούτε ένα τετραγωνικό εκατοστό στο χώρο. Οι εφημεριδοπώλες ξεσηκώνουν τέτοια ωρυγή που, για να απομακρύνεις τη φωνή τους θα χρειαζόσουν όχι μια βδομάδα, μα χρόνια εντατικού φτυαρίσματος. Ψηλά στον ουρανό, σ΄έναν από τους αναρίθμητους ορόφους του ουρανοξύστη «Παραμάουντ», λάμπει ένα ηλεκτρικό ρολόι. Δεν βλέπεις ούτε τα αστέρια ούτε το φεγγάρι. Το φως από τις διαφημίσεις θαμπώνει τα πάντα γύρω τους. Τα αυτοκίνητα τρέχουν σιωπηλά. Στις βιτρίνες ανάμεσα σε καρό γραβάτες περιστρέφονται, κάνουν ακόμα και τούμπες, οι μικρές φωτιζόμενες ταμπελίτσες με τις τιμές. Είναι πια κάτι σαν μικροοργανισμοί μέσα στο σύμπαν του ηλεκτρισμού του Μπρόντγουεϊ. Ανάμεσα σε όλη αυτή την τρομερή φασαρία ένας ήρεμος ζητιάνος παίζει το σαξόφωνό του. Ένας κύριος με ημίψηλο κατευθύνεται στο θέατρο συνοδεύοντας μια κυρία που φορά μια βραδινή τουαλέτα με ουρά. Σαν υπνοβάτης κινείται ένας τυφλός με το σκύλο-οδηγό του. Μερικοί νεαροί σουλατσάρουν ασκεπείς. Είναι της μόδας. Κάτω από τα φανάρια γυαλίζουν τα γλειμμένα τους μαλλιά. Ο αέρας μυρίζει πούρα, και φτηνά και ακριβά.

Με το που σκεφτήκαμε το πόσο μακριά βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή από τη Μόσχα, μας περιέλουσαν τα φώτα του κινηματογράφου «Καμέο» όπου προβαλλόταν η σοβιετική ταινία «Ο νέος Γκιούλιβερ».

Η παλίρροια του Μπρόντγουεϊ μας παρέσυρε κάμποσες φορές μπρος πίσω και τέλος μας ξέβρασε σε έναν παράλληλο δρόμο.

Δεν είχαμε μάθει ακόμα τίποτα για την πόλη. Γι΄αυτό δε συγκρατήσαμε τα ονόματα των δρόμων. Θυμόμαστε μονάχα ότι βρισκόμασταν κάπου κάτω από μια σιδηροδρομική γέφυρα. Δίπλα περνούσε ένα λεωφορείο κι εμείς δίχως δεύτερη σκέψη με έναν πήδο βρεθήκαμε μέσα.

Ακόμα και ύστερα από πολλές ημέρες, όταν πια μάθαμε να προσανατολιζόμαστε μες στη δίνη της Νέας Υόρκης, δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε πού μας είχε πάει εκείνο το λεωφορείο την πρώτη μας βραδιά μες στην πόλη. Μας φάνηκε ότι ήταν η Τσάινα Τάουν της Νέας Υόρκης. Μπορεί όμως να ήταν και η Μικρή Ιταλία ή ακόμα και η εβραϊκή συνοικία.

Βαδίζαμε σε στενούς βρόμικους δρόμους. Όχι, το ηλεκτρικό εδώ ήταν από τα συνηθισμένα, δεν ήταν εκπαιδευμένο. Εξέπεμπε ένα μουντό φως και δεν χοροπηδούσε καθόλου. Ένας πελώριος αστυνομικός καθόταν ακουμπώντας στον τοίχο ενός κτιρίου. Στο πηλίκιο πάνω από το φαρδύ και επιβλητικό του πρόσωπο έλαμπε το ασημένιο έμβλημα της πόλης της Νέας Υόρκης. Έχοντας προσέξει το δισταγμό με τον οποίο προχωρούσαμε στο δρόμο, εκείνος κατευθύνθηκε προς το μέρος μας, αλλά μιας και δεν τον ρωτήσαμε κάτι, πάλι στάθηκε κοντά στον τοίχο, ένας επιβλητικός και άψογος εκπρόσωπος των οργάνων της τάξης.

Από ένα κτίριο της κακιάς ώρας ακουγόταν μια άχρωμη, μονότονη ψαλμωδία. Ο άνθρωπος που καθόταν στην είσοδο μάς είπε ότι ήταν καταφύγιο για αστέγους, του Στρατού της Σωτηρίας.

-Ποιος μπορεί να διανυκτερεύσει εδώ μέσα;

-Οποιοσδήποτε. Κανείς δεν πρόκειται ούτε να του ζητήσει το επίθετό του ούτε να ενδιαφερθεί για τις δουλειές του και το παρελθόν του. Εδώ πέρα οι άστεγοι παίρνουν δωρεάν κλινοσκεπάσματα, καφέ και ψωμί. Το πρωί επίσης τους προσφέρουν δωρεάν καφέ και ψωμί. Ύστερα είναι ελεύθεροι να φύγουν. Η μόνη προϋπόθεση είναι η συμμετοχή τους στην εσπερινή και στην πρωινή προσευχή.

Η ψαλμωδία που ακουγόταν από το οίκημα μαρτυρούσε ότι εκείνη την ώρα εκτελείτο αυτή η μοναδική προϋπόθεση. Μπήκαμε μέσα.

Παλιά, πριν καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μέσα σ΄αυτό το χώρο βρισκόταν ένα κινέζικο καπνιστήριο οπίου. Κάποτε λοιπόν ήταν ένα βρόμικο και σκοτεινό καταγώγιο. Από τότε ο χώρος αυτός είχε γίνει πιο καθαρός, αλλά έχοντας χάσει τον εξωτικό του χαρακτήρα δεν είχε γίνει λιγότερο ζοφερός. Στο υπερώο αυτού του παλιού καταγωγίου λάμβανε χώρα η προσευχή, κάτω βρισκόταν ο κοιτώνας. με γυμνούς τοίχους, γυμνό πέτρινο δάπεδο και ράντζα εκστρατείας από καραβόπανο. Ο αέρας μύριζε φτηνό καφέ και υγρασία· η τελευταία πάντα συνοδεύει την πάστρα νοσοκομείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Με άλλα λόγια, ήταν σαν να βλέπεις το έργο του Γκόρκι «Στο βυθό» σε αμερικανική σκηνοθεσία.

Σε μια άθλια σάλα, πάνω στους πάγκους που κατέβαιναν αμφιθεατρικά σε μια μικρή εξέδρα, κάθονταν κοκαλωμένοι καμιά διακοσαριά άστεγοι. Με το που τέλειωσε η ψαλμωδία, άρχισε το επόμενο νούμερο του προγράμματος.

Ανάμεσα στην αμερικανική εθνική σημαία που ήταν στημένη πάνω στην εξέδρα και τις βιβλικές περικοπές που κρέμονταν στους τοίχους πηδούσε σαν τον σαλτιμπάγκο ένας ροδομάγουλος γεροντάκος με μαύρο κοστούμι. Ο τύπος αυτός μιλούσε και χειρονομούσε με τέτοιο πάθος σάμπως ήθελε να πουλήσει κάτι. Στην πραγματικότητα αφηγούνταν τη διδακτική ιστορία της ζωής του για τη θεάρεστη μεταστροφή που του συνέβη όταν εκείνος απευθύνθηκε από τα βάθη της καρδιάς του στο θεό.

Ο ρήτορας είχε κάποτε υπάρξει αλήτης («ίδιος με σας, μάγκες μου, ένας αλήτης του κερατά !»), συμπεριφερόταν απαίσια, βλασφημούσε («φίλοι μου, θυμηθείτε τις συνήθειές σας!»), έκλεβε, -ναι, όλα αυτά δυστυχώς υπήρχαν στη ζωή του. Τώρα έχει ξεκόψει οριστικά με αυτά. Τώρα έχει δικό του σπίτι, ζει σαν καθωσπρέπει άνθρωπος («ο θεός μας δημιούργησε κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωση, έτσι δεν είναι;»). Πρόσφατα είχε αγοράσει και ραδιόφωνο. Και όλα αυτά τα απέκτησε μόνο και μόνο χάρη στη βοήθεια του θεού.

Ο γέρος αγόρευε με μεγάλη άνεση και προφανώς έδινε παράσταση για πολλοστή φορά, αν όχι για χιλιοστή. Κροτάλιζε με τα δάχτυλα, φορές ξεσπούσε σε δυνατό βραχνιασμένο γέλιο, έψελνε εκκλησιαστικά τροπάρια και επιτέλους ολοκλήρωσε το λογύδριό του λέγοντας με μεγάλο ενθουσιασμό:

-Ας ψάλουμε, αδέλφια!

Και πάλι ακούστηκε η ίδια μονότονη, βαρετή ψαλμωδία. Οι άστεγοι είχαν φριχτή όψη. Σχεδόν όλοι τους ήταν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Αξύριστοι, με θαμπά μάτια, λικνίζονταν πάνω στους χοντροκομμένους πάγκους. Έψελναν υποτακτικά και τεμπέλικα. Κάποιοι δεν μπορούσαν να αντιπαλέψουν την κούραση της ημέρας και αποκοιμιόντουσαν.

Φανταστήκαμε πολύ ζωηρά τις περιπλανήσεις τους στα φριχτά μέρη της Νέας Υόρκης, τις μέρες που ξεροστάλιαζαν δίπλα σε γέφυρες και αποθήκες, ανάμεσα στα σκουπίδια, μέσα στην αιώνια ομίχλη της ανθρώπινης κατάπτωσης. Το να κάθεσαι μετά από αυτό στο καταφύγιο για αστέγους και να ψέλνεις ύμνους ήταν σκέτο βασανιστήριο.

Ύστερα μπροστά στο ακροατήριο εμφανίστηκε ένας τύπος που έχαιρε άκρας υγείας. Είχε μαβιά μύτη, όπως στο βοντεβίλ, και χαρακτηριστική φωνή καπετάνιου.

Φερόταν με μεγάλη ελευθεριότητα. Ξεκίνησε μια καινούργια ιστορία για την ωφέλεια της στροφής στο θεό. Αποδείχτηκε ότι και ο καπετάνιος υπήρξε κάποτε μεγάλος αμαρτωλός. Δεν είχε πολλή φαντασία και τελείωσε δηλώνοντας ότι τώρα χάρη στη θεϊκή βοήθεια και εκείνος απέκτησε ένα ραδιόφωνο.

Πάλι πιάστηκαν να ψέλνουν. Ο καπετάνιος κουνούσε τα χέρια του επιδεικνύοντας ουκ ολίγη μαεστρική εμπειρία. Διακόσιοι άνθρωποι καταρρακωμένοι απ΄τη ζωή πάλι άκουγαν αυτές τις ξεδιάντροπες κουταμάρες. Σ΄αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους δεν πρότειναν δουλειά, τους πρότειναν το θεό, έναν θεό αμείλικτο και απαιτητικό σαν το διάβολο.

Οι άστεγοι δεν έφερναν αντίρρηση. Ο θεός με ένα φλιτζάνι καφέ και ένα ξεροκόμματο, πάει κι έρχεται. Ας ψάλουμε, αδέρφια, δοξάζοντας το θεό του καφέ!

Και τα λαρύγγια που για πενήντα χρόνια ξερνούσαν μονάχα ένα άθλιο βρισίδι, βάλθηκαν να μουγκρίζουν νυσταλέα δοξάζοντας τον Κύριο.

Συνεχίσαμε την περιπλάνησή μας βαδίζοντας ανάμεσα σε κάτι τρώγλες χωρίς να ξέρουμε πού βρισκόμασταν. Με σπίθες και μπουμπουνητά περνούσαν αστραπιαία οι συρμοί πάνω στις σιδερένιες γέφυρες του επίγειου σιδηρόδρομου. Νεαροί άντρες με ανοιχτόχρωμα καπέλα συνωστίζονταν έξω από φαρμακεία ανταλλάσσοντας μεταξύ τους σύντομες φράσεις. Οι τρόποι τους ήταν ίδιοι και απαράλλαχτοι με αυτούς των νεαρών που σύχναζαν στην οδό Κραχμάλναγια της Βαρσοβίας. Στη Βαρσοβία πιστεύουν ότι ένας τζέντλεμαν από την Κραχμάλναγια δεν είναι δα κάνα κελεπούρι. Στην καλύτερη περίπτωση θα είναι ένας κοινός κλέφτης, μπορεί όμως να είναι και κάτι πολύ χειρότερο.

Αργά τη νύχτα γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Δεν ήμασταν ούτε απογοητευμένοι ούτε ενθουσιασμένοι από τη Νέα Υόρκη, για την ακρίβεια ήμασταν αναστατωμένοι από το μέγεθος, τον πλούτο και τη φτώχεια της.

Advertisements

Posted in ΕΣΣΔ, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσικά, Συνεργασίες, Σατιρικά, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Χάρρυ Κλυνν, κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης (1940-2018)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2018

Η θλιβερή είδηση του θανάτου του αγαπημένου Χάρρυ Κλυνν μαθεύτηκε χτες το μεσημέρι -τον μνημονέψατε βέβαια στα σχόλιά σας στο άρθρο της ημέρας, απο τα οποία αντλώ κάποιο υλικό εδώ, αλλά το ιστολόγιο αισθάνεται ότι χρωστάει ένα καθώς πρέπει μνημόσυνο στον κωμικό που συντρόφεψε τόσες γενιές και που εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα της δεκαετίας του 80, αφού η χρυσή εποχή του είναι από λίγο πριν έως λίγο μετά τη δεκαετία αυτή, από το 1978 έως το 1992 ας πούμε -αν και με την οριοθέτηση αυτή ίσως τον αδικώ.

Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε στην Καλαμαριά το 1940 από φτωχή οικογένεια. Από πολύ νέος έδειξε ταλέντο μίμου και σε ηλικία 10 ετών, όπως αποκάλυψε αργότερα σε μια συνέντευξη που αξίζει να τη δείτε (εδώ, στο 2.04) πήρε το ψευδώνυμό του, όταν μιμήθηκε στην αυλή του δημοτικού σχολείου τα ξιφομαχικά κατορθώματα του Έρολ Φλυν -για κάποιο λογο, στις επευφημίες των συμμαθητών του, το «Φλυν» παραλλάχτηκε σε «Κλυν». Χάρη στον Γιώργο Οικονομίδη, κατέβηκε στην Αθήνα για σπουδές σε δραματική σχολή ενώ παράλληλα εμφανιζόταν σε αναψυκτήρια και κοσμικά κέντρα. Εικοσάχρονος πρωταγωνίστησε στην κωμική ταινία μικρού μήκους «Σύγχυσις«, ήδη με το ψευδώνυμό του, όπου ήδη δείχνει ότι ξέρει να δημιουργεί έναν τύπο. Οι περισσότεροι θα τον θυμούνται σε χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους στις ταινίες Γάμος αλά ελληνικά και 201 Καναρίνια, και οι δυο του 1964.

Τότε έφυγε για την Αμερική, όπου έζησε και δούλεψε μια δεκαετία. Όπως γράφει ο φίλος Φώντας Τρούσσας, «καλλιτεχνικά ανδρώθηκε στην Αμερική, στα underground μαγαζιά της Νέας Υόρκης, του Σικάγου και του Μόντρεαλ, πέφτοντας μέσα στην ακμή της πάντα πολιτικά ανορθόδοξης stand-up comedy (στο καθοριστικό διάστημα για τα πάντα-όλα, από τα late sixties μέχρι και τα early seventies).
Οι βασικές του επιρροές δεν ήταν οι δικοί μας κωμικοί του ’50 και του ’60 (φυσικά), αλλά ο Lenny Bruce (που πιθανώς να τον είδε και ζωντανό), ο George Carlin και κυρίως και πάνω απ’ όλους ο μαύρος κωμικός και πολιτικο-κοινωνικός ακτιβιστής Dick Gregory. Από τον Gregory πήρε ο Χάρρυ Κλυνν το δούναι και λαβείν του μονολόγου, την επικοινωνία με το κοινό δηλαδή, και τον τρόπο μέσω του οποίου θα επιτυγχανόταν η λεκτική κορύφωση, που θα πυροδοτούσε και τη γενικότερη έκρηξη (του ακροατηρίου)«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Εις μνήμην, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Ογδόνταζ, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 199 Σχόλια »

Κωνσταντίνου και Ελένης λοιπόν

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2018

Εδώ στην Εσπερία σήμερα είναι αργία και όπως έγραψα προχτές έχω πάει μια μικρή εκδρομή. Στην Ελλάδα, πάλι, δεν είναι αργία (αν και ήταν πολύ παλιότερα) ωστόσο γιορτάζει η μισή Ελλάδα κατά το κοινώς λεγόμενο: Κωνσταντίνου και Ελένης, λίγες θα είναι οι οικογένειες που δεν θα έχουν κάποιον ή κάποια που να γιορτάζει (εγώ έχω την αδερφή μου, χώρια θείους και ξαδέρφια). Οπότε, αφού άρθρο δεν προλαβαίνω να γράψω, επαναλαμβάνω ένα εορταστικο παλιότερο που τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει πριν από τρια χρόνια και παρακαλώ τους ισχυρομνήμονες να με συγχωρησουν για την επανάληψη (αν γιορτάζουν, δεν δικαιούνται να παραπονεθούν όμως).

Λοιπόν, σήμερα έχουμε μεγάλη γιορτή, μιαν από τις σπουδαιότερες στο εορτολόγιό μας. Αν πιστέψουμε τον πίνακα συχνοτήτων των ελληνικών ονομάτων του Χάρη Φουνταλή, βρίσκουμε τον Κωνσταντίνο στην τρίτη θέση, πολύ κοντά στον δεύτερο Δημήτρη και στον τέταρτο Γιάννη -πρωτος μακράν είναι ο Γιώργος-  και την Ελένη επίσης δεύτερη στα γυναικεία πίσω από την αναμφισβήτητη πρωταθλήτρια Μαρία. Δεν ξέρω αν η κατάταξη αυτή είναι απόλυτα σωστή, αλλά δίνει μια ιδέα της σχετικής συχνότητας των ονομάτων και της εορτολογικής σπουδαιότητας της μέρας. Και μην ξεχνάμε ότι και η Κωνσταντίνα είναι αρκετά διαδεδομένο όνομα, 14ο στον γυναικείο κατάλογο -ο Έλενος βέβαια είναι σπανιότατος (αν είναι το αρσενικό της Ελένης) κι έτσι κι αλλιώς γιορτάζει τον Νοέμβριο, όπως κι ο Λένος. Οπότε, σπουδαία γιορτή η σημερινή και να πω και χρόνια πολλά στην αδερφή μου τη Λένα και στον θείο και τον ξάδερφό μου τον Κώστα, αν διαβάζουν, και σε όλους τους άλλους εορτάζοντες φίλους του ιστολογίου, είτε φανερούς είτε ψευδώνυμους. Όμως θα προειδοποιήσω ότι είναι αδύνατο να εξαντλήσω όλες τις πτυχές των δυο ονομάτων, θα κορφολογήσω μερικές και θα αφήσω ενδεχομένως σε σας τη συμπλήρωση.

Ο λόγος που τα δυο ονόματα γιορτάζουν μαζί, είναι βέβαια ότι η αγία Ελένη ήταν η μητέρα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, που έπαιξαν κι οι δυο τον καθοριστικό ρόλο που ξέρουμε στην επικράτηση του χριστιανισμού, γι’ αυτό άλλωστε και η εκκλησία τούς θεωρεί ισαπόστολους, παραβλέποντας, καλώς ή κακώς δεν θα σταθούμε, ότι ο αυτοκράτορας δολοφόνησε τον γιο του και (με εντολή της μητέρας του) τη σύζυγό του. Και στις καλύτερες οικογένειες άλλωστε συμβαίνουν τέτοια μικροκαβγαδάκια.

Αν όμως το όνομα του Κωνσταντίνου έγινε διάσημο από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα, της Ελένης ήταν ήδη ξακουστό από την πανέμορφη βασίλισσα της Σπάρτης και της Τροίας.

Διότι, παρόλο που εορτολογικά συμπίπτουν, ετυμολογικά τα δυο ονόματα διαφέρουν: το όνομα Ελένη είναι αρχαίο ελληνικό, το Κωνσταντίνος λατινικό. Η Ελένη έχει άγνωστη ετυμολογία και ήδη από την αρχαιότητα είχαν διατυπωθεί παρετυμολογικές εξηγήσεις και συσχετίσεις, π.χ. με τη σελήνη, ενώ ο Κωνσταντίνος προέρχεται από το λατινικό επίθετο constans (σταθερός), δηλαδή ετυμολογικά ο Κώστας είναι ένα είδος εξευρωπαϊσμένου Στάθη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Λαπαθιώτης, Ονόματα, Σατιρικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Οι εικονοκλάστες (μια «απόκρυφη ιστορία» του Κάρελ Τσάπεκ)

Posted by sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2018

Θα σας παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα του Τσέχου συγγραφέα Κάρελ Τσάπεκ (1890-1938), που το πήρα από το βιβλίο του «Απόκρυφες ιστορίες», ένα βιβλίο που το αγόρασα τότε που κυκλοφόρησε, πριν από 30 χρόνια περίπου, και που μου αρέσει να το φυλλομετράω ξανά και ξανά και να διαβάζω ένα-δυο διηγήματα, και που βλέπω ότι βρίσκεται ακόμα σε κυκλοφορία.

Περιέργως, δεν έχω παρουσιάσει τόσα χρονια κανένα απο τα διηγήματα αυτά του Τσάπεκ στο ιστολόγιο -που είναι «απόκρυφες ιστορίες», δηλαδή φανταστικά στιγμιότυπα από την παγκόσμια ιστορία που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, αλλά χωρίς αξιώσεις ιστοριογραφίας ή εναλλακτικής ιστορίας, παρά σατιρικές βινιέτες πάνω σ’ έναν γνωστό από την ιστορία καμβά.

Ήρωες των ιστοριών είναι πρόσωπα πασίγνωστα από την ιστορία και τη λογοτεχνία: ο Θερσίτης, ο Μεγαλέξανδρος, ο Πιλάτος, ο Λάζαρος, ο Αττίλας, ο Ναπολέων, ο Άμλετ, αλλά και άγνωστοι όπως ένας φούρναρης τον καιρό που ο Ιησούς έμπαινε στα Ιεροσόλυμα (να θυμηθώ να παρουσιάσω την έξοχη αυτή βινιέτα την Κυριακή των Βαΐων!) ή όπως οι πρωταγωνιστές της σημερινής «απόκρυφης ιστορίας» που διαδραματίζεται στο Βυζάντιο την εποχή της εικονομαχίας.

Δεν πρόκειται για ιστορικό διήγημα και δεν έχει ιστορική ακρίβεια -για παράδειγμα, δεν υπήρχε «κρητική σχολή» στη βυζαντινή ζωγραφική τον 8ο αιώνα, όμως είναι εύστοχη η επιλογή του Τσάπεκ να κάνει κρητικό, δηλαδή κάπως εξωτικό, τον νεωτεριστή αγιογραφο Παπαναστασίου.

Να θυμισω ότι στον Τσάπεκ, συγγραφέα επιπέδου Νόμπελ, χρωστάει η ανθρωπότητα τη λέξη «ρομπότ». Συστήνω να διαβάσετε, αν τη βρείτε, τη σατιρική δυστοπία του «Ο πόλεμος με τις σαλαμάνδρες».

Η μετάφραση είναι του Κώστα Κουντούρη.

ΟΙ ΕΙΚΟΝΟΚΛΑΣΤΕΣ

Κάποιος Προκόπιος, πασίγνωστος ως ικανός τεχνοκριτικός και μανιώδης συλλέκτης βυζαντινών έργων τέχνης, είχε πάει να επισκεφθεί τον Νικηφόρο, ηγού­μενο του μοναστηριού του Αγίου Συμεών. Ο Προκό­πιος ήταν φανερά ταραγμένος καθώς περίμενε να δει τον γέροντα και έκοβε βόλτες στο προαύλιο του μονα­στηριού. Όμορφες κολόνες έχουν εδώ πέρα, σκεφτό­ταν, πρέπει να είναι αναμφισβήτητα του 5ου αιώνα. Ο Νικηφόρος είναι ο μόνος που μπορεί να μάς βοηθήσει. Έχει μεγάλη επιρροή στην Αυλή και ήταν κάποτε αγιογράφος κι ο ίδιος. Και ο γέρος δεν ήταν κακός ως αγιογράφος. Θυμάμαι πως παλιά έφτιαχνε σχέδια για τα κεντήματα της Αυτοκράτειρας κι επίσης τής ζω­γράφιζε εικόνες. Γι’ αυτό και τον κάνανε ηγούμενο όταν τα χέρια του παραμορφώθηκαν απ’ τους ρευματι­σμούς και δεν μπορούσε να κρατήσει το πινέλο. Και λένε πως ο λόγος του εξακολουθεί να έχει βάρος στην Αυλή. Αχ, Θεέ μου, τι όμορφο κιονόκρανο! Ναι, ο Νι­κηφόρος θα μας βοηθήσει. Ευτυχώς που τον σκεφτήκαμε.

«Καλώς ήρθες, Προκόπιε», ακούστηκε μια σιγανή φωνή πίσω του.

Ο Προκόπιος γύρισε απότομα. Πίσω του στεκόταν ένας ρυτιδωμένος ευγενικός γεράκος με τα χέρια του χωμένα στα μανίκια του. «Όμορφο κιονόκρανο, ε;» είπε. «Αρχαίο, απ’ τη Νάξο.»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Διηγήματα, Ιστορία, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , | 381 Σχόλια »

Βάο, γάο, δάο: ένα υπερσουρεαλιστικό σονέτο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 29 Οκτώβριος, 2017

Μεθαύριο συμπληρώνονται 129 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες συνηθίζω να δημοσιεύω κάτι σχετικό με τον Λαπαθιώτη, συνήθως κάποιο όχι πολύ γνωστό έργο του ή κάτι σχετικό με μια πτυχή της ζωής του.

Θα συνεχίσω βέβαια και φέτος την παράδοση με το σημερινό άρθρο, αν και κατ’ εξαίρεση θα το αφιερώσω σε ένα αρκετά γνωστό έργο ή μάλλον πάρεργο του Λαπαθιώτη. Αφενός επειδή ό,τι είναι γνωστο στους φανατικούς λαπαθιωτιστές δεν είναι και ευρύτερα γνωστό και αφετέρου επειδή θέλω να διορθωθεί στη Βικιπαίδεια μια ανακρίβεια, στη διάδοση της οποίας ίσως κι έχω κι εγώ ακούσια συμβάλει, αφού πρώτα διαλευκάνουμε (εδώ λογαριάζω και στη βοήθεια τη δική σας) καναδυό λεπτομέρειες.

Λοιπόν, στο τεύχος 271 της Νέας Εστίας (1 Απριλίου 1938, σελ. 485-6), στη σελίδα της Αλληλογραφίας αναγνωστών, δημοσιεύτηκε η εξής επιστολή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη:

Πέραν του Συρρεαλισμού

Αγαπητέ μου Χάρη,

θα ξέρεις, βέβαια, ότι είμαι ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος των αποκαλυπτικών εμπνεύσεων και καινοτομιών. Αν δεν το ξέρεις, μάθε το, λοιπόν, σήμερα! Μελετώντας, άρρωστος, αυτές τις μέρες, τη φιλοσοφία του Συρρεαλισμού, που, λογικά, καταργεί τη λογική, σκέφτηκα τούτο: Αφού, καλά ή κακά, φτάσαμε στο σημείο, λυτρωμένοι από το ζυγό του ειρμού, στις σημερινές ποιητικές συνθέσεις μας, να ζητήσουμε την έμπνευση στην ίδια της πηγή, που ήταν πάντα, έμμεσα, και είναι τώρα, άμεσα, το υποσυνείδητο, γιατί τάχα να μην κάνουμε ακόμα ένα βήμα, – το τελευταίο ίσως δυνατό προς την κατεύθυνση αυτή, και να λυτρωθούμε κι από τη συμβατικότητα της γλώσσας, κάθε γλώσσας; Γιατί να μην άρομε και το τελευταίο εμπόδιο προς την κατάκτηση της άμεσής του επαφής, που μας προβάλλουν οι καθιερωμένοι γλωσσικοί τύποι με τα έτοιμα καλούπια τους; Γιατί να μην αφήσομε το υποσυνείδητο εντελώς ελεύθερο να δημιουργήσει και τους γλωσσικούς εκφραστικούς του τρόπους, ανάλογα, κάθε φορά, με τις μυστηριώδεις απαιτήσεις του; Φαντάζομαι, τότε, τη λαμπρή προοπτική που διανοίγεται στο μέλλον της Ποιήσεως από μια τέτοια ριζική της χειραφέτηση! Σου παραθέτω, για δείγμα, ένα σονέτο, που μου υπαγόρευσε το υποσυνείδητό μου, ώστε να χρησιμεύσει σαν αφετηρία στην ανυπολόγιστη αυτή μελλοντική κίνηση… Διάβασε, και καμάρωσε:

ΣΟΝΕΤΟ ΥΠΕΡΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Ευτράπελα, Λαπαθιώτης, Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογικοί καβγάδες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 88 Σχόλια »

Η χωριατοπούλα Ρετζινέλα για άλλη μια φορά

Posted by sarant στο 27 Οκτώβριος, 2017

Έφτασε η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου και επετειακό άρθρο δεν έχουμε βάλει (εκτός απο το διήγημα του Κ. Λώλου την Κυριακή) -την παράλειψη αυτή θα τη διορθώσω σήμερα, όχι όμως με φρέσκο άρθρο, διότι έχω ταξίδι, παρά με επανάληψη (η επανάληψη διορθώνει την παράλειψη και ριμάρει μαζί της παρόλο που δεν έχουν κοινή ετυμολογία).

Και μάλιστα με επανάληψη επανάληψης, αφου το άρθρο που θα δημοσιεύσουμε έχει ξαναμπεί άλλες τρεις φορές στο ιστολόγιο, πάλι τέτοιες μέρες (εδώ η προηγούμενη). Το αξίζει όμως, είναι από τα καλά άρθρα του ιστολογίου, και επιπλεον είναι καρπός συνεργασίας -το είχα γράψει μαζί με τον αείμνηστο Αλλού Φαν Μαρξ, τον άρχοντα της Μπλογκοσλοβακίας, που μας άφησε στις αρχές του 2014.

Το 1938 ο Ιταλός συνθέτης Έλντο ντι Λάτσαρο (di Lazzaro, 1902-1968) γράφει, σε λόγια του Κ. Μπρούνο, ένα τραγούδι στο οποίο παίνευε τα κάλλη μιας ωραίας χωριατοπούλας από τα βουνά των Αμπρούτσι, της Ρετζινέλας. Το τραγούδι λέγεται Reginella Campagnola, Η χωριατοπούλα Ρετζινέλα (όπως έχουμε γράψει, στα ιταλικά campagna είναι η ύπαιθρος, η εξοχή). Οι στίχοι είναι σύμφωνοι με τις προδιαγραφές του φασιστικού καθεστώτος: υμνούν την αγνή ζωή της υπαίθρου και την ευημερία των αγροτών, αν και γράφτηκαν μέσα στη βουή της μιλανέζικης μεγαλούπολης. Η μουσική έχει κάτι που σε κάνει να την προσέξεις αμέσως. Ο ντι Λάτσαρο (1902-1968) είχε κάνει κι άλλες μεγάλες επιτυχίες που είχαν ηρωίδες κοπέλες από διάφορες περιοχές της Ιταλίας, και είχε την τύχη να μη γράψει τραγούδι ανοιχτά προπαγανδιστικό για το φασιστικό καθεστώς.  (Ωστόσο, ο πρώτος τραγουδιστής της Ρετζινέλας, ο Κάρλο Μπούτι, είναι αυτός που τραγούδησε και τη Faccetta nera, τον ύμνο των φασιστών).

Να τα λόγια:

All’alba quando spunta il sole,
là nell’Abruzzo tutto d’or…
le prosperose campagnole
discendono le valli in fior.

O campagnola bella,
tu sei la Reginella.
Negli occhi tuoi c’è il sole
c’è il colore delle viole,
delle valli tutte in fior!…

Se canti la tua voce,
è un’armonia di pace,
che si diffonde e dice:
“se vuoi vivere felice
devi vivere quassù!…”

Quand’è la festa del paesello,
con la sua cesta se ne va…
trotterellando l’asinello,
la porta verso la città.

O campagnola bella…
………………………………..

Ma poi la sera al tramontare,
con le sue amiche se ne va…
è tutta intenta a raccontare,
quello che ha veduto là in città.

O campagnola bella…
………………………………..

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία, Ρεμπέτικα, Σατιρικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 55 Σχόλια »

Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας (Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ)

Posted by sarant στο 1 Οκτώβριος, 2017

Μια και σε λίγες μέρες έχουμε τα εκατόχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης, είπα σήμερα να βάλω κάτι σοβιετικό. Είχα δει τις προάλλες σε έναν ιστότοπο φιλικό προς τη μνήμη της ΕΣΣΔ μια αναδρομή στη σοβιετική σάτιρα, που μου φάνηκε να υστερεί, αφού δεν ανέφερε τις δυο κορυφές της σοβιετικής προπολεμικής σάτιρας, τον Ηλία Ιλφ και τον Ευγένιο Πετρόφ -ουσιαστικά μία κορυφή, αφού οι δυο αυτοί δαιμόνιοι χιουμορίστες έγραφαν πάντοτε μαζί.

«Πώς γράφετε μαζί;» τους ρωτούσαν συχνά οι δημοσιογράφοι. «Όπως οι αδελφοί Γκονκούρ», απαντούσαν εκείνοι. «Ο ένας κυνηγούσε τους εκδότες να κλείσει καινούργιο συμβόλαιο και ο άλλος έμενε σπίτι προσέχοντας μην μπει κανένας ανταγωνιστής και κλέψει τα χειρόγραφα».

Ο Ιλφ και ο Πετρόφ έδωσαν τους δίδυμους ήλιους της σοβιετικής σάτιρας, τα εξαιρετικά μυθιστορήματα «Οι δώδεκα καρέκλες» και «Το χρυσό μοσχάρι». Στο πρώτο, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, ο αριστοκράτης Βορομπιάνινοφ αναζητά έναν θησαυρό που είναι κρυμμένος σε μία από τις δώδεκα καρέκλες της πάμπλουτης θείας του. Συνεταιρίζεται με τον γοητευτικό απατεώνα Οστάπ Μπέντερ, και αφού διατρέξουν τη μισή Σοβιετική Ένωση βρίσκουν -ή δεν βρίσκουν- τον θησαυρό. Στο «Χρυσό μοσχάρι» ο Οστάπ είναι αρχηγός μιας μικρής σπείρας απατεώνων που αναζητούν έναν σοβιετικό εκατομμυριούχο -και πάλι, τον βρίσκουν αλλά… Η συνέχεια επί της οθόνης, θα έλεγα, αφού κάποτε θα παρουσιάσω τα κλασικά αυτά έργα.

Και τα δυο ονόματα είναι ψευδώνυμα, ο Ιλφ λεγόταν Φάινζιλμπεργκ, ο Πετρόφ: Κατάγιεφ -αδελφός του είναι ο γνωστός συγγραφέας Βαλεντίν Κατάγιεφ. Γεννημένοι κι οι δυο στην Οδησσό, στο Χρυσό Μοσχάρι την αποκαλούν Τσερνομόρετς αν θυμάμαι καλά, κι έχουν κι έναν Έλληνα, τον Βαλιάδη, στην παρέα των γέρων με τα πικέ γιλέκα. Ο Ιλφ πέθανε από φυματίωση το 1937, τον Πετρόφ τον ρίξαν οι Γερμανοί το 1942, όταν, πολεμικός ανταποκριτής, επέστρεφε αεροπορικώς από την πολιορκημένη Σεβαστούπολη.

Τα δυο τους μυθιστορήματα γνώρισαν αξεπέραστη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό και πλούτισαν τη ρωσική γλώσσα με κάμποσες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Σε κάποιαν ανθολογία χιούμορ της δεκαετίας του 60 που είχαμε στο σπίτι όταν ήμουν έφηβος, υπήρχε και το διήγημα «Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας» του Ιλφ και του Πετρόφ. Το βιβλίο αυτό δεν ξέρω πού έχει καταλήξει, πάντως τώρα δεν το έχω. Ομως το συγκεκριμένο διήγημα είναι αρκετά γνωστό, και στο απέραντο Διαδίκτυο μπόρεσα να βρω όχι μία, αλλά δύο αγγλικές μεταφράσεις του, οπότε κάθισα και το μετέφρασα ξανά.

Το (όχι και τόσο, εδώ που τα λέμε) περίεργο ήταν ότι οι δυο μεταφράσεις είχαν αρκετές διαφορές. Στηρίχτηκα περισσότερο στη μία, αλλά σε δυο -τρία σημεία κράτησα εκφράσεις της παλιάς ελληνικής μετάφρασης όπως τις θυμόμουν επειδή μ’ άρεσαν περισσότερο. Κράτησα επίσης τον τίτλο της παλιάς ελληνικής μετάφρασης, αφού οι αγγλικές μεταφράσεις έχουν τον σχοινοτενή τίτλο «Πώς γράφτηκε ο σοβιετικός Ροβινσώνας Κρούσος».

Τέλος πάντων, από δεύτερο χέρι όλο και κάτι θα χάθηκε στο πάρε-δώσε, ελπίζω όμως να σας αρέσει το διήγημα, που πιστεύω ότι δεν προδίδει το χιούμορ των συγγραφέων. Σημειώνω πως το διήγημα είναι γραμμένο το 1933.

Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας

Η συντακτική επιτροπή του δεκαπενθήμερου εικονογραφημένου περιοδικού Ο κόσμος της περιπέτειας παραπονιόταν για έλλειψη λογοτεχνικής ύλης. Έλειπαν τα λογοτεχνήματα που θα τραβούσαν και θα διατηρούσαν την προσοχή των νεαρών αναγνωστών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, ΕΣΣΔ, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Το μανιφέστο του Κόμματος της Μετριοπαθούς Προόδου εντός των Ορίων του Νόμου

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2017

Υπάρχει τέτοιο κόμμα; θα ρωτήσετε. Δεν ξέρω να υπάρχει τώρα, αλλά υπήρξε στο παρελθόν -όχι στην Ελλάδα όμως. Βέβαια, ιδρύθηκε για πλάκα, για κοροϊδία των εκλογών -για τρολάρισμα, θα λέγαμε σήμερα, αβάν λα λετρ βεβαίως διότι το κόμμα αυτό ιδρύθηκε πριν από εκατό και βάλε χρόνια, το 1911.

Και τι μας ενδιαφέρει; θα πείτε. Δικαίως θα το πείτε, αλλά ψυχή του κόμματος αυτού ήταν ένας από τους πιο λαμπρούς χιουμορίστες όλων των εποχών, ο μέγιστος Γιαροσλάβ Χάσεκ (1883-1923), ο πατέρας του Καλού Στρατιώτη Σβέικ, που περιέργως δεν του έχω αφιερώσει άρθρο του ιστολογίου. Ο Χάσεκ ήταν οικογενειακή μας αγάπη: θυμάμαι τον πατέρα μου και τον παππού μου να απαγγέλλουν από στήθους αποσπάσματά του. Τον Σβέικ τον διάβασα πρώτη φορά έφηβος και φοιτητής διάβασα και άλλα του Χάσεκ, στα ελληνικά ή τα αγγλικά, κι αργότερα αξιώθηκα να επιμεληθώ και μια μετάφραση διηγημάτων του.

Ο Χάσεκ ήταν αναρχικός και μποέμ (δυο φορές μποέμ, καθότι βοημός) και με την παρέα του ίδρυσαν το Κόμμα της Μετριοπαθούς Προόδου για να κοροϊδέψουν τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Δημοσιογράφος και διηγηματογράφος, πολέμησε στον μεγάλο πόλεμο, πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Ρώσους, και όπως πολλοί Τσέχοι αυτομόλησε στους Ρώσους και εντάχθηκε στην Τσεχική Λεγεώνα. Όταν όμως μετά την Οκτωβριανή επανάσταση η Λεγεώνα στράφηκε εναντίον των Μπολσεβίκων, ο Χάσεκ έφυγε (δεύτερη φορά αυτόμολος) και πήγε με τους Μπολσεβίκους. Πολέμησε στον ρωσικό εμφύλιο, κυρίως με την πένα του, και το 1920 επέστρεψε στην Πράγα, όπου πολλοί τον θεωρούσαν προδότη.

Αρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες τον Σβέικ, όμως η υγεία του είχε καταπονηθεί πολύ κι έτσι δεν μπόρεσε να τελειώσει το έργο -πέθανε πριν κλείσει τα σαράντα του χρόνια. Εκτός από το μισοτελειωμένο αριστούργημα, άφησε περίπου 1500 διηγήματα.

Πώς και θυμήθηκα τον Χάσεκ, θα πείτε. Πριν από μερικές μέρες, σε μια συζήτηση στο Φέισμπουκ, κάποιος άγνωστός μου θυμήθηκε το Κόμμα της Μετριοπαθούς Προόδου κτλ. αναφέροντας πως είχε διαβάσει το μανιφέστο του (αυτό που θα δείτε) πριν από πολλά χρόνια σε κάποιο περιοδικό. Έτσι το θυμήθηκα κι εγώ κι έψαξα τα κιτάπια μου και το βρήκα. Το διήγημα το είχα μεταφράσει από τα αγγλικά και είχε δημοσιευτεί στο τεύχος 36-38 του περιοδικού Πολιτιστική, του αείμνηστου Αντώνη Στεμνή, το 1986.

Καναδυό χρόνια αργότερα ασχολήθηκα πιο πολύ με τον Χάσεκ, όταν επιμελήθηκα το βιβλίο «Τα μυστικά της παραμονής μου στη Ρωσία». Κακώς η Βιβλιονέτ λέει ότι είναι δική μου η μετάφραση -εγώ έκανα θεώρηση της μετάφρασης που είχε κάνει ο Λυσίμαχος Παπαδόπουλος, πολιτικός πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία, και επιμέλεια του κειμένου. Τσέχικα δεν ήξερα βέβαια, αλλά είχα νεανική άγνοια κινδύνου κι έπειτα το πρόβλημα στη μετάφραση ήταν κυρίως τα κάπως σκουριασμένα ελληνικά εξαιτίας της αναγκαστικής υπερορίας του μεταφραστή. Είχα ως βοήθημα την αγγλική μετάφραση σε πολλά από τα διηγήματα, αλλά επειδή σε κάποια σημεία είχα αμφιβολία ζήτησα τη βοήθεια του φίλου μου Γιώργου Κ. που τον είχα γνωρίσει στον στρατό. Αυτός είχε σπουδάσει στην Πράγα και ήξερε τσέχικα. Τελικά το βιβλίο βγήκε πολύ καλό, αν το βρείτε να το πάρετε.

Κατά σατανική σύμπτωση, προχτές επικοινώνησε μαζί μου ύστερα από τόσα χρόνια ο παλιός φίλος ο Γιώργος Κ., που άκουσε τον κουμπάρο του να λέει ότι διαβάζει καθημερινά το ιστολόγιό μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Μεταφραστικά, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 80 Σχόλια »

Ο Γεώργιος Σουρής εχθρός της μοναρχίας (άρθρο του Νίκου Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2017

Ποιανού Νίκου Σαραντάκου όμως; Αν ήταν δικό μου δεν θα το επισήμαινα, βέβαια. Είναι ένα άρθρο του παππού μου, του επίσης Νίκου Σαραντάκου του Δημητρίου (πρέπει να πάμε στο μητρώνυμο για να ξεχωρίσουμε, την προγιαγιά μου τη λέγανε Ισαβέλλα), που το έγραψε τις μέρες πριν από το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου 1974 -δημοσιεύτηκε στην Αυγή στις 7 Δεκεμβρίου, την παραμονή του δημοψηφίσματος.

Δεν νομίζω βέβαια το άρθρο για τους αντιμοναρχικούς στίχους του Γ. Σουρή να βάρυνε ιδιαίτερα στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, και δεν είναι γι’ αυτό τον λόγο που το αναδημοσιεύω σήμερα. Αν έχει κάποιαν επικαιρότητα αυτό το άρθρο, είναι επειδή προχτές είχαμε τα 40 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου, ενώ φέτος συμπληρώνονται (σε λίγες μέρες, μάλιστα) 120 χρόνια από τον πόλεμο του 1897, ένα γεγονός που έδωσε στον Σουρή την ευκαιρία για τσουχτερή αντιβασιλική σάτιρα.

Στα τέλη της δεκαετίας του 60 ανατυπώθηκε και κυκλοφόρησε ξανά ο Ρωμηός του Σουρή και το εκδοτικό αυτό τόλμημα στέφθηκε με επιτυχία διότι η έκδοση, όπως διάβασα, εξαντλήθηκε. Ο πατέρας μου, που ήξερε πως ο παππούς μου αγαπούσε πολύ τον Σουρή, αγόρασε μια σειρά (εφτά τόμοι ήταν) και του τη χάρισε.

Στο άρθρο που θα διαβάσετε, εξαιτίας των περιορισμών χώρου της εφημερίδας, δίνονται μικρά αποσπάσματα από τα ποιήματα. Μια και τα ηλεδάση είναι απέραντα, το δικό μας μέσο δεν έχει τέτοιους περιορισμούς, οπότε συμπλήρωσα τα αποσπάσματα και κάνω και μερικά ακόμα σχόλια. Οι δικές μου προσθήκες είναι με κόκκινο χρώμα.

Ο Γεώργιος Σουρής εχθρός της Μοναρχίας

ΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΣΑΤΙΡΑΣ

Ο Σουρής παραμένει χωρίς αμφιβολία και σήμερα ακόμα ο Έλληνας ποιητής που τα ποιήματά του τα διαβάζουν όλοι οι Έλληνες γραμματισμένοι και αγράμματοι.

Επί 36 ολόκληρα χρόνια χωρίς διακοπή, πράγμα που αποτελεί ρεκόρ για ελληνική εφημερίδα ο»Ρωμηός («εφημερίς που τη γράφει ο Σουρής», γραμμένη έμμετρα από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να εξαιρούνται ούτε οι ημερομηνίες, ο αριθμός του φύλλου και οι μικρές αγγελίες), διαβαζόταν σ’ όλη την Ελλάδα, ελεύθερη και υπόδουλη, και στις παροικίες των ομογενών, σε πόλεις και χωριά, σε καφενεία και σε μπακάλικα, δυνατά για να τον απολαμβάνουν και οι αγράμματοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , | 104 Σχόλια »

Το σύνεργο που δεν μου αρέσει να κουβαλάω

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2016

umbrella_rainΕτοιμάζομαι για ένα μικρό διήμερο ταξίδι και φτιάχνω το σακ βουαγιάζ μου και μοιραία θα πάρω μαζί μου και ομπρέλα -στην Εσπερία το σύνεργο αυτό είναι απαραίτητο, βλέπετε. Δεν μου αρέσει να κουβαλάω ομπρέλα και ακόμα λιγότερο να τη χρησιμοποιώ -την έχω μαζί μου πιο πολύ αποτροπαϊκά, για ξόρκι. «Γιατί δεν ανοίγεις την ομπρέλα; Βρέχει» μου λέει η γυναίκα μου συχνά. «Μα τι λες; Αν την ανοίξω θα βραχεί», της απαντάω. Προτιμώ να ανεβάσω κουκούλα, ας πούμε -άλλωστε, όταν φυσάει δεν έχει νόημα η ομπρέλα.

Δεν μου αρέσει να τη χρησιμοποιώ, αλλά θα της αφιερώσω το σημερινό άρθρο.

Τη χαρακτήρισα «σύνεργο» που είναι μάλλον λάθος, μια και με τα σύνεργα (ή τα εργαλεία) φτιάχνουμε κάτι, αλλά πώς θα τη λέγατε εσείς; Κατά το λεξικό, η ομπρέλα είναι «φορητό αντικείμενο που αποτελείται από αδιάβροχο ύφασμα στερεωμένο επάνω σε ένα σκελετό με λαβή και χρησιμεύει για ατομική προστασία από τη βροχή ή τον ήλιο». Κυρίως από τη βροχή, βέβαια, διότι στην Ελλάδα, κι ας καίγεται από τον ήλιο, κυρίως απωανατολίτες τουρίστες βλέπουμε να χρησιμοποιούν ομπρέλες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πορτοκαλισμοί, Σατιρικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 183 Σχόλια »

Η σάτιρα και τα όριά της

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2016

Κάπως αθόρυβα, διότι έπεσε στο τέλος του γιορταστικού δωδεκάμερου, αλλά κι επειδή από τότε έχουν συμβεί άλλα κι άλλα, συμπληρώθηκε πριν από μια βδομάδα ένας χρόνος από το μακελειό στο Σαρλί Εμπντό, όταν δυο τρελαμένοι ισλαμοφασίστες μπήκαν στα γραφεία του σατιρικού περιοδικού και εκτέλεσαν όσους βρήκαν μπροστά τους, ανάμεσά τους τον Σαρμπ, τον διευθυντή του περιοδικού, τον Βολίνσκι, μια από τις κορυφαίες μορφές της γαλλικής γελοιογραφίας, και άλλους, που το μόνο έγκλημά τους ήταν ότι συμμετείχαν στην έκδοση ενός περιοδικού που με τη σάτιρά του ενοχλούσε.

Από τότε, κύλησε πολύ αίμα στο αυλάκι, με αποκορύφωμα τις φονικές επιθέσεις των τζιχαντιστών στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου, ενώ στο δεύτερο μισό της περασμένης χρονιάς είχαμε την όξυνση της προσφυγικής κρίσης και τη συνακόλουθη εκμετάλλευσή της από πολιτικάντες και ακροδεξιά κινήματα -που ταυτίζουν πρόσφυγες με τζιχαντιστές. Στο μεταξύ το περιοδικό, αφού πρόσκαιρα έγινε αντικείμενο ειλικρινούς τιμής από ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και ξεδιάντροπης καπηλείας από πολιτικούς ηγέτες, αφού πούλησε ένα τεύχος σε αστρονομικό τιράζ, διέκοψε την έκδοσή του για κάμποσο καιρό, προσπάθησε να επουλώσει τις πληγές του και ξανάρχισε να εκδίδεται -και να ενοχλεί.

Charlie-Hebdo-janvier-2016-un-anΓια να τιμήσει τον ένα χρόνο από το μακελειό, το περιοδικό κυκλοφόρησε με ένα άσεβο εξώφυλλο, στο οποίο παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο με μακριά γενειάδα, τρελό βλέμμα και ματωμένα ράσα, ολοφάνερα τον Θεό, οπλισμένο με καλάσνικοφ, να τρέχει, και με τη λεζάντα «Ο δολοφόνος παραμένει ασύλληπτος» (L’assassin court toujours, κατά λέξη: τρέχει πάντοτε).

Διαμαρτυρήθηκαν κάποιοι για το εξώφυλλο αυτό, αλλά όχι πολλοί και όχι πολύ. Αντίθετα, ένα σκίτσο του επόμενου (θαρρώ) τεύχους έχει προκαλέσει μεγάλο θόρυβο.

Θα το παρουσιάσω στη συνέχεια και θα ζητήσω τη γνώμη σας, αν και κάποιοι τακτικοί φίλοι του ιστολογίου ήδη έκαναν χτες λόγο για το σκίτσο, με σχόλιά τους στο χτεσινό άρθρο, και εξέφρασαν τη γνώμη τους -διότι, είπαμε, η υπόθεση συζητιέται πολύ. Με τα δόντια τούς κράτησα να μην δώσουν συνέχεια στη συζήτηση αφού είχα σκοπό να το συζητήσουμε σήμερα -και τους ευχαριστώ για την αυτοσυγκράτηση που έδειξαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Επικαιρότητα, Ελευθερία του λόγου, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , | 314 Σχόλια »

Ο Σεφέρης και οι αμαλάκες

Posted by sarant στο 13 Δεκέμβριος, 2015

Κατά πάσα πιθανότητα, η τελευταία λέξη του τίτλου θα σας είναι άγνωστη. Ίσως να σκεφτήκατε πως έχει κάποια σχέση με τη συχνότερη ελληνική βρισιά, και σχέση υπάρχει αλλά όχι ετυμολογική ή εγγενής, δηλαδή οι αμαλάκες δεν είναι οι μαλάκες με άλφα στερητικό, δηλαδή οι μη μαλάκες. Τη λέξη την έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο, αλλά θαμμένη σε κάποια σχόλια του άρθρου για τον Σι Μαλάκας, τον προκατακλυσμιαίο (ελληνικής καταγωγής όπως δείχνει τ’ όνομά του) γενάρχη των Φιλιππινέζων, οπότε λίγοι θα τη θυμούνται.

Οι αμαλάκες, καταρχάς, είναι γένους θηλυκού. Η αμαλάκα λοιπόν είναι οπωροφόρο δέντρο της Ινδίας, Phyllanthus emblica το επιστημονικό της όνομα. Η λέξη έχει σανσκριτική ετυμολογία, και το δέντρο με τον καρπό του έχουν κάποια πολιτισμική και θρησκευτική σημασία στα μέρη εκείνα.

Τι σχέση έχει ο Σεφέρης με τις αμαλάκες, θα αναρωτηθείτε. Η λέξη υπάρχει σε ένα σατιρικό στιχούργημα του Σεφέρη, γραμμένο το 1931, που βρέθηκε στα χαρτιά του και σήμερα περιλαμβάνεται στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, ένα στιχούργημα που έχει τον τίτλο Ινδικό παραμύθι, και που, όπως θα δείτε, βρίθει από ινδοπρεπείς λέξεις.

Ινδικό παραμύθι

Κάτω απ’ τις κουβαροσουκιές
κάθεται η λωτομάτα
κόβει ντομάτα για σαλάτα
καδάμπες και γαντζιές.

Πώς τραγουδεί τζιντζιριστά
κι οι μπαμπουκαλαμιώνες
με τους αμπανοζιοδεντρώνες
γνέφουνται στα λιμνιά …

Ω, φρίκη! ξάφνου απ’ τους δρυμούς
πηδήσανε οι αρτζούνες!
Με κάτι φλογερές μουτσούνες
και με κακούς σκοπούς

κινήσανε κοπαδιαστά
να βρουν τον άσο κούπα
της κόρης πού ηταν σαν τουλούπα
στου Γάγγη τα νερά …

Μα η διαλεχτή των Νισχιαντχών
αρτζούνες δεν εσκιάχτη
και στο κοπάδι έβγαλε τ’ άχτι
τ’ αψύ των Βινταρμπχών.

Κι όταν εφύγαν μουλωχτά
πέρα στις αμαλάκες
είπε: «Α’ στο διάολο μαλάκες!..»
κι έφαγε ανόρεχτα.

Λονδίνο, 7. 11. 1931

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 59 Σχόλια »

Ένας σουρεαλιστής από την Αμοργό;

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2015

Η Αμοργός έχει κερδίσει μια προνομιούχα θέση στη γεωγραφία του ελληνικού σουρεαλισμού αφού έτσι διάλεξε να τιτλοφορήσει την ποιητική του σύνθεση ο Νίκος Γκάτσος. Ωστόσο, ο Γκάτσος δεν καταγόταν από την Αμοργό (αλλά από την Ασέα της Αρκαδίας), οπότε δεν είναι αυτός ο σουρεαλιστής του τίτλου μας.

Εδώ που τα λέμε, ο Γεώργιος Εξαρχόπουλος, διότι γι΄αυτόν πρόκειται να μιλήσουμε σήμερα, δεν είναι καν σουρεαλιστής με την αυστηρή -ίσως και με καμία- έννοια του όρου, κι αν είναι θα είναι avant la lettre, που λένε κι οι Γάλλοι, μιας και ο ποιητής από την Αμοργό έδρασε και πέθανε πολύ πριν εμφανιστεί ο σουρεαλισμός σαν καλλιτεχνικό ρεύμα, πολύ πριν γεννηθεί ο Αντρέ Μπρετόν ή ακόμα και ο πατέρας του Μπρετόν. Να προειδοποιήσω πως οι περισσότεροι που έχουν ασχοληθεί μαζί του, σχεδόν όλοι, τον θεωρούν απλώς παλαβό, ψώνιο, έναν από τους τύπους της παλιάς Αθήνας στα χρόνια του Όθωνα.

Ο Εξαρχόπουλος γεννήθηκε στην Αμοργό γύρω στο 1780 -δεν έχω πρόχειρη εγκυκλοπαίδεια να κοιτάξω να δω αν αναφέρει το ακριβές έτος γεννήσεώς του, και μεταξύ μας δεν ξέρω καν αν έχει αξιωθεί να αποκτήσει λήμμα σε εγκυκλοπαίδεια: αν ήταν να στοιχηματίσω, θα έλεγα πως όχι. Τη χρονολογία που δίνω τη συνάγω από το ότι στα 1803 τον βρίσκουμε ακόλουθο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, ηγεμόνα της Βλαχίας. Στα 1820 φαίνεται πως μυήθηκε στη Φιλικήν Εταιρία και είχε αξιόλογη δράση ως φιλικός. Όταν ξέσπασε η επανάσταση στη Μολδοβλαχία πήρε μέρος στις μάχες του Σκουλενίου και του Δραγατσανίου, όπου τραυματίστηκε. Μετά, κατέβηκε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Διάβασα ότι έδωσε την περιουσία του για τον αγώνα. [Προσθήκη: Τα όσα ακολουθούν έχουν ένα σοβαρό λάθος. Όπως επισήμαναν αρκετοί σχολιαστές και τελικά επιβεβαίωσε πέρα από κάθε αμφιβολία φίλος που έχει σχέση με την Αμοργό, στο άρθρο συγχέονται δύο πρόσωπα με το ίδιο ονοματεπώνυμο. Ο αγωνιστής της Επανάστασης Γεώργιος Εξαρχόπουλος του Μάρκου και ο εκκεντρικός ποιητής Γεώργιος Εξαρχόπουλος του Ματθαίου. Ο αγωνιστής ζούσε ακόμα το 1848 αλλά είχε πεθάνει το 1865.]

Έζησε στην Αθήνα στα χρόνια του Όθωνα, και το 1842 εξέδωσε τη μοναδική ποιητική του συλλογή, που θα την παρουσιάσω εδώ σήμερα. Πέθανε στην Αμοργό, μετά το 1856 αλλά πότε ακριβώς δεν ξέρω. Κατά πάσα πιθανότητα, έγραψε και άλλα ποιήματα αλλά δεν ξέρω αν σώζονται. Δεν αποκλείεται κάποια από όσα αποδίδονται σε αυτόν να είναι φτιαχτά, όχι δικά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 19ος αιώνας, Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 143 Σχόλια »

Σεπτεμβρίου εορτολόγιο, πριν 125 χρόνια

Posted by sarant στο 2 Σεπτεμβρίου, 2015

rmartyr3Από τον Οκτώβριο πέρσι άρχισα να παρουσιάζω κάθε αρχή του μηνός το Ημερολόγιο του Ρωμηού 1889. Τα ημερολόγια αυτά ήταν ένα πολύ συνηθισμένο είδος εντύπου από το 1880 ως το 1930 περίπου. Κυκλοφορούσαν τον Δεκέμβριο και είχαν το ημερολόγιο της επόμενης χρονιάς, συνήθως με μια σελίδα για κάθε μήνα, διανθισμένο με διάφορες χρήσιμες πληροφορίες και με κάποια στιχουργήματα ή ανέκδοτα. Σταδιακά, προστέθηκε και φιλολογική ύλη, κι έτσι στα επόμενα ημερολόγια το ημερολογιακό στοιχείο είχε περάσει στο περιθώριο ή και απουσίαζε εντελώς -όπως, ας πούμε, στο Ημερολόγιο του Μπουκέτου, που έβγαλε γύρω στα 8 ετήσια τεύχη από το 1925 έως το 1932 (το έχω παρουσιάσει εδώ).

Ημερολόγια τέτοια βγαίνουν ακόμα, πολυσέλιδα και φιλολογικά. Με ένα από αυτά, το Λεσβιακό ημερολόγιο, έχω συνεργαστεί κι εγώ ως εκ πατρός Λέσβιος.

Ο Σουρής, όσο έβγαζε τον Ρωμηό, την έμμετρη εβδομαδιαία εφημερίδα του, έβγαλε και μερικά “Ρωμηού ημερολόγια”, αν και όχι κάθε χρόνο (Στην Ανέμη υπάρχουν τρία ή τέσσερα). Το “Ρωμηού ημερολόγιον με το μαρτυρολόγιον” του 1889, που λογικά θα κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1888.

Γραμμένο ολόκληρο από τον Σουρή (“Εργασία του Σουρή τύποις αδελφών Περρή) είχε 36 σελίδες και απαρτιζόταν μόνο από το έμμετρο και σατιρικό “μαρτυρολόγιο” του κάθε μήνα (“Των μηνών η δωδεκάς / με προσθέσεις μερικάς”), με λίγα σκίτσα από τον σκιτσογράφο του Ρωμηού, χωρίς να έχει καν σελίδες με ημερολόγιο.

Όπως μπορείτε να δείτε, ήταν όλο έμμετρο, από τον τίτλο ίσαμε την αναφορά της τιμής στο οπισθόφυλλο: Εις μεν το εσωτερικόν λεπτά πενήντα η τιμή εις δε το εξωτερικόν εξήντα με προπληρωμή.

Αυτά τα «εορτολογικά-μαρτυρολογικά» άρθρα τα έβαζα άλλοτε την πρώτη του μηνός, ίδια μέρα με το Μηνολόγιο, άλλοτε την επόμενη, όταν δεν προλάβαινα να γράψω κάτι άλλο, όπως συμβαίνει σήμερα. Χρησιμοποιώ χρόνο αόριστο, επειδή με το σημερινό άρθρο τελειώνει ο κύκλος των 12 μηνών (είχαμε αρχίσει τον Οκτώβριο του 2014) οπότε εδώ σταματάει η δημοσίευση του εορτολογίου του Σουρή εκτός αν ανακαλύψω έμμετρα εορτολόγια άλλης χρονιάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εορτολόγιο, Ημερολόγια, Λαπαθιώτης, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , , , | 55 Σχόλια »