Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Στιχουργική’ Category

Οι δρασκελιές της ποίησης

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2020

Μέρες πανδημίας, σίγουρα, αλλά χτες είχαμε και τη Μέρα της ποίησης, στις 21 Μαρτίου, που συμπίπτει περίπου με την ανοιξιάτικην ισημερία και κατά κάποιο τρόπο εγκαινιάζει την άνοιξη.

Δύσκολη άνοιξη η φετινή, σε καιρούς καραντίνας -αλλά να μην ξεχάσουμε την ποιηση. Οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ένα άρθρο, μάλλον τεχνικό, που όμως θα μας δώσει την ευκαιρία να θυμηθούμε μερικά ποιήματα. Το άρθρο το είχα εδώ και καιρό στο νου μου αλλά το τελικό έναυσμα μου το έδωσε μια συζήτηση που είχαμε πριν από μερικές μέρες με τον φίλο μας τον Τζι για τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες.

Να διευκρινίσω εδώ ότι μιλώ για την παραδοσιακή ποίηση, δηλαδή με στίχο έμμετρο, με ομοιοκαταληξία. Ίσως και στον ελεύθερο στίχο να παρατηρούνται κάποιες αναλογίες, αλλά έχουν διαφορετικό χαρακτήρα. Άλλωστε, τα παραδείγματα τα παίρνω κυρίως από το βιβλίο Η ομοιοκαταληξία του Ξ. Κοκόλη και από τη Νεοελληνική μετρική του Θρ. Σταύρου, που και τα δυο αναφέρονται κατεξοχήν στην ισόμετρη ποίηση.

Να δούμε, για παράδειγμα, το εξής απόσπασμα από το ποίημα «Ο Νυμφίος» του Γρυπάρη (ολόκληρο το βρίσκετε εδώ)

κι εδώ, όπου ασυντρόφιαστη και μόνη
αποτραβιούμαι, νιώθω να ζυγώνει
το σύγκρυο αναφτέριασμα του τρόμου.

Η ομοιοκαταληξία μόνη-ζυγώνει είναι ευχάριστη και ξαφνιάζει, λέει ο Κοκόλης, επειδή οι λέξεις της ρίμας έχουν διαφορετική συντακτική λειτουργία (θα ήταν λιγότερο ευχάριστη αν πχ είχε δυο ρήματα, ζυγώνει-θυμώνει), και επειδή και οι δυο στίχοι παρουσιάζουν διασκελισμό.

Διασκελισμός είναι το φαινόμενο της στιχουργικής κατά το οποίο ένας στίχος δεν κλείνει μέσα του ολόκληρο νόημα, αλλά η συντακτική ενότητα που το εκφράζει συνεχίζεται και στον επόμενο στίχο -αυτός είναι ο ορισμός που δίνει ο Θρασύβουλος Σταύρου.

Πράγματι, στον πρώτο από τους τρεις παραπάνω στίχους η πρόταση δεν τελειώνει στο τέλος του στίχου («μόνη») αλλά συνεχίζεται στον επόμενο: όπου ασυντρόφιαστη και μόνη αποτραβιούμαι».

Παρομοίως, στον δεύτερο στίχο, το «νιώθω να ζυγώνει» μένει ανολοκλήρωτο και μας δημιουργεί την προσμονή να δούμε τι είναι αυτό που ζυγώνει -και το βλεπουμε διαβάζοντας τον τρίτο στίχο.

Ο διασκελισμός είναι χαρακτηριστικό της προσωπικής ποίησης, Στη δημοτική και λαϊκή ποίηση ο κανόνας είναι κάθε στίχος να κλείνει ολόκληρο το νόημα, και αυτό το βλέπουμε στα δημοτικά τραγούδια πολύ καθαρά:

Του Λιβίνη

Τρία μεγάλα σύγνεφα στο Καρπενήσι πάνε,
τό ‘ να φέρνει αστραπόβροντα, τ’ άλλο χαλαζοβρόχια,
το τρίτο το μαυρύτερο μαντάτα του Λιβίνη
Σε σένα, Μήτρο μου γαμπρέ, Σταθούλα ψυχογιέ μου,
αφήνω τη γυναίκα μου, το δόλιο μου το Γιώργη,
που ‘ ναι μικρός για φαμελιά κι άπ’ άρματα δεν ξέρει
Και σα διαβεί τα δεκαννιά και γίνει παλικάρι,
ελάτε να ξεθάψετε τα δόλια τ’ άρματά μου,
που τά ‘χωσα στην εκκλησιά, μέσα στο άγιο βήμα,
να μη τα πάρουν τα σκυλιά κι ο Τουρκοκωσταντάκης

Οι διασκελισμοί που υπάρχουν εδώ οφείλονται μόνο στο ότι η προταση δεν μπορεί να χωρέσει στις δεκαπέντε συλλαβές, δεν έχουν γίνει από στιχουργική επιλογή. Αντίθετα, στην προσωπική ποίηση, ο διασκελισμός είναι θελημένος, για να χρωματιστεί εντονότερα μια λέξη ας πούμε. Επίσης, ο διασκελισμός σπάει τη μονοτονία.

Συνηθισμένοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το ρήμα από το αντικείμενο ή το υποκείμενό του. Για παράδειγμα, στο σονέτο του Μαβίλη «Έρμονες»,

την ωραία αντιφεγγίδα σου στοιχειώνει
η ακύμαντη άρμη…

εχουμε το υποκείμενο (ακύμαντη άρμη) σε άλλον στίχο από το ρήμα και το αντικείμενο.

Πιο έντονοι διασκελισμοί είναι εκείνοι που χωρίζουν το επίθετο από το ουσιαστικό, πχ πάλι σε σονέτο του Μαβίλη, το Καρδάκι:

ΚΑΡΔΑΚΙ

Τ΄ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι
χορταριασμένα κοίτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Κια λέω που ακόμα απ΄ την κορφή του ωραίου
βουνού στ΄ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνερο, σε βλέπω γιατί μ΄ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ΄ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα τόχει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.-

Στον πρώτο στίχο έχουμε τέτοιον διασκελισμό (αρχαίου / ναού), όπως και στον πέμπτο στίχο (ωραίου / βουνού). Να προσέξουμε επίσης ότι και ο ένατος στίχος έχει έντονο διασκελισμό αφού χωρίζει το βοηθητικό ρήμα από τη μετοχή (έχει / μαγέψει).

Όταν διαβάζουμε φωναχτά / απαγγέλλουμε ένα ποίημα, πρέπει να προσέχουμε τον διασκελισμό. Ο Κοκόλης συνιστά: Ο διασκελισμός πρέπει να ακολουθείται από μια αναγνωστική παύση που θα τη λέγαμε «μετέωρη»· μια παύση δηλαδή που να δείχνει ότι το νόημα δεν έχει ολοκληρωθεί· που να κρατάει «στον αέρα» τη συμπλήρωση του νοήματος.

Υπάρχουν και ακόμα πιο έντονοι τύποι διασκελισμού.

Ας δούμε ένα άτιτλο οχτάστιχο ποίημα του Αθ. Κυριαζή (1887-1950):

Η αγάπη μας, τι λιγοστή!
ρόδο που μάδησαν οι ανέμοι.
Τη θύμιση τυλίγω στη
χρυσή της νύχτας την ανέμη.

Και θα την πω τραγουδιστά
σε παραμύθια φτερωτά μου
Το πιο πικρό τραγούδι στα
χαμένα χρόνια του έρωτά μου.

Αυτό το κομψοτέχνημα, σωστό μπιζουδάκι στιχουργικό, το έχουμε ήδη παρουσιάσει στο ιστολόγιο σε ένα παλιότερο άρθρο μας (Τα μωσαϊκά της ποίησης) επειδή παρουσιάζει δυο ομοιοκαταληξίες-μωσαϊκό (τι λιγοστή : τυλίγω στη και τραγουδιστά : τραγούδι στα).

Στον τρίτο στίχο της κάθε στροφής έχουμε διασκελισμό που χωρίζει το άρθρο από το όνομά του (στη / χρυσή και στα / χαμένα). Κατά τον Κοκόλη, πρόκειται για «τον εντονότερο ίσως διασκελισμό που ανέχεται η γλώσσα μας».

Πράγματι ανάμεσα στο άρθρο και στο όνομα έχουμε ύψιστο βαθμό συνοχής, όπως επίσης ύψιστο βαθμό συνοχής έχουμε ανάμεσα στο ρήμα και στα αρνητικά μόρια δεν και μη.

Εντονότατος διασκελισμός με το «δεν» υπάρχει π.χ. στη Χαρά του Λαπαθιώτη:

Κι ὅλα τ᾿ ἄκουγα νὰ λέν,
μ᾿ ἕνα τρόπο πλάνο,
πὼς τ᾿ ἀγάπησα καὶ δὲν
πρέπει νὰ πεθάνω...

Ανάλογος διασκελισμός με το «μη» στο ποίημα του Ζαλοκώστα «Εις την αποδημούσαν ψυχήν του«:

Χύσε, ψυχή, μια δέηση στους ουρανούς και στάσου
και μη στο μαύρο χώμα, μη
αφήνεις τ’ όμορφο κορμί
και τα ξανθά μαλλιά του.

Παρόμοια, πολύ έντονοι είναι οι διασκελισμοί που πέφτουν πάνω σε άλλα μόρια όπως τα δίχως, όπου, εκτός, έως -τα οποία, επειδή δεν τα λογαριάζουμε για κανονικές λέξεις αλλά πιο πολύ για «δείκτες λειτουργίας», όπως τα πρόσημα στην άλγεβρα, έχουν μέγιστη συνοχή με τη λέξη που ακολουθεί -άρα, ο διασκελισμός στις περιπτώσεις αυτές προκαλεί μεγάλο αιφνιδιασμό.

Διασκελισμό με το «έως» έχουμε στον Βάρναλη, στον Ορέστη. Το βάζω ολόκληρο γιατί είναι πολύ περίτεχνο σονέτο, χαρακτηριστικό της νεανικής του περιόδου:

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σα να ’ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
γιά το αίμα της μητρός σου γιά η ντροπή σου.

Διασκελισμός με το «δίχως» στον Παλαμά:

Χωρίς φούντωμα, δίχως
άνθος, χλόισμα, καρπό,
κάθε κλώνος σου στίχος
τραγουδιού π’ αγαπώ.

Διασκελισμός με το «να» στον Λαπαθιώτη, στο ίδιο ποίημα που είδαμε πιο πάνω:

Κι ἂν τυχαίνει κι ὁ νοῦς νὰ
κάνει σκέψην ἄλλη,
δὲ κρατεῖ πολὺ καὶ νὰ
πάλι αὐτὴ προβάλλει…

Διασκελισμός με το «εχτός» στις Εστιάδες του Γρυπάρη:

Κι είναι γραμμένη του χαμού η Πολιτεία· εχτός
αν, πρι ο καινούριος ο ήλιος ανατείλει,
κάμει το θάμα του ο ουρανός, και στ’ άωρα της νυχτός
μακρόθυμος τον κεραυνό του κάτω στείλει.

Διασκελισμός με το «όμως» στον Δροσίνη, στην «Απόκριση στον Παλαμά«:

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο διασκελισμός διακόπτει την κανονική, την προσδοκώμενη ροή του λόγου και προκαλεί ένα ξάφνιασμα, κάτι το απροσδόκητο. Και όταν συμβεί στο πρώτο σκέλος της ομοιοκαταληξίας, τότε προκαλεί, μαζί με το ξάφνιασμα, και την περιέργεια: πώς θα συνεχιστεί το νόημα ώστε να συμπληρωθεί η ρίμα;

Οπότε, η δρασκελιά της ποίησης είναι ένα απροσδόκητο στοιχείο που εξάπτει την περιέργεια.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, κάποιοι προχώρησαν τον διασκελισμό στο μη περαιτέρω, στη… διάσπαση του ατόμου. Δηλαδή όχι απλώς χωρίζουν λέξεις που έχουν μεγάλη συντακτική συνοχή, όπως άρθρο και όνομα ή μόριο και ρήμα, αλλά χωρίζουν την ίδια τη λέξη.

Εδώ έχουμε το παράδειγμα του Σολωμού, που έχει έναν και μοναδικό τέτοιον υπερδιασκελισμό, στον Ύμνο εις την ελευθερία.

Τόσα πέφτουνε τα θέρι
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Επειδή πρόκειται για ξεχωριστό και αξιοπερίεργο στιχουργικό τέχνασμα, δεν θα πω άλλα για αυτόν τον «ενδολεκτικό» διασκελισμό, παρά μόνο ότι τον συνήθιζε ο Σκαρίμπας και από τους νεότερους ο Γιώργος Κεντρωτής. Ελπίζω κάποια στιγμή, πχ του χρόνου τέτοια εποχή, να γράψω ένα σχετικό άρθρο.

Και θα κλείσω με ένα ποίημα του καιρού μας, γραμμένο στη χιλιετία μας, που παρουσιάζει έναν έντονο διασκελισμό, ανάμεσα σε αόριστο άρθρο και σε όνομα, το Αντισονέττο του Θοδωρή Ρακόπουλου, γραμμένο το 2012. Έχει κάμποσους διασκελισμούς βέβαια -και με το «μια» στον προτελευταίο στίχο.

ΑΝΤΙΣΟΝΕΤΤΟ
Ξέρω πως την περιφρονείς αυτή την τέχνη. Δεν έχεις
κι άδικο. Λέξεις, η μια μετά την άλλη, και στο τέλος
μια ομοιοκαταληξία. Σπουδαίο πράμα… «Να προσέχεις»,
λένε οι φιλόλογοι, «τους δεκαπεντασύλλαβους, το μέλος
κι –όταν μπορείς– και τον ρυθμό». Μα τότε μένει η ποίηση
απλά μια τεχνική… Γι’ αυτό σου λέω, Μικρή Αλεπού,
φέρε τον χρόνο και την διάθεση να γίνει μες στην κίνηση
εικόνα το γραπτό, να αποτυπωθεί σαν όραμα αλλού,
σε κάποιον τοίχο ή σκοτεινή αίθουσα… ίσως ακόμη μες
στο θερινό της επαρχίας, με τα ζευγάρια που αγκαλιά
κοιτάνε το πανί, και λεν «καλά, το έργο είναι μεγάλο».
Βέβαια, νά πως να το πω, δήθεν μου έλειψες προχτές
και σκάρωσα αυτό εδώ, για να σου δείξω μια
περίπτωση σονέτου! Ας πάω τώρα να κάνω κάτι άλλο.

 

 

 

 

 

 

 

Posted in Ομοιοκαταληξία, Ποίηση, Στιχουργική | Με ετικέτα: , , , , , , | 129 Σχόλια »

Πολυσύλλαβα τραγουδιστά

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2017

Την Πέμπτη που μας πέρασε είχα πάει σε ένα γλέντι, εδώ στην ξενιτειά, και πολύ το χάρηκα διότι είχε όργανα κι έτσι βρήκα την ευκαιρία να τραγουδήσω -ξεπλένεται το μέσα σου όταν τραγουδάς. Λέγαμε λοιπόν, ανάμεσα στ’ άλλα, το τραγούδι του Τσιτσάνη «Μη μου ξαναφύγεις πια» που το ακούμε εδώ με τη Σωτηρία Μπέλλου:

Στη δεύτερη στροφή, λέει:

Ήταν άδικος ο χωρισμός και ανυπολόγιστα σκληρός

και για κάποιο λόγο, ενώ το τραγούδι το ξέρω δεκαετίες, προχτές στάθηκα στη λέξη «ανυπολόγιστα», που αφενός είναι ένα σκαλοπάτι πιο λόγια από το υπόλοιπο τραγούδι και αφετέρου είναι εξασύλλαβη.

Σκέφτηκα λοιπόν αν υπάρχουν υπερπολυσύλλαβες λέξεις σε τραγούδια ή σε ποιήματα, και πόσο μεγάλες είναι.

Στον γραπτό πεζό λόγο, που προορίζεται να διαβαστεί, γίνονται ανεκτές, έστω κι αν είναι πολύ σπάνιες, ακόμα και δεκασύλλαβες λέξεις ή και παραπάνω. Έχουμε φυσικά ειδικό άρθρο για τις μεγάλες ελληνικές λέξεις, όπου βλέπουμε ότι το ρεκόρ στις λεξικογραφημένες λέξεις το έχει η λέξη «δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό» (οξύ, το DNA) με 23 γράμματα. Ένα σκαλοπάτι πιο κάτω, με 22, το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. Και χάλκινο μετάλλιο, με 21, τα κοινωνιογλωσσολογικός, αλληλοεξουδετερώνομαι, ενώ εκτός λεξικών βρίσκουμε πολύ πιο εντυπωσιοακά μακρινάρια -αν και τα περισσότερα είναι ευκαιριακές κατασκευές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ρεκόρ, Ποίηση, Στιχουργική, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Ο Σουρής για τη φοιτήτρια Ροκά -πριν από 120 χρόνια

Posted by sarant στο 8 Μαρτίου, 2015

Το άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο -εγώ έχω φύγει ανήλιαγα αλλά θα γυρίσω το βραδάκι.

Μια και σήμερα είναι η διεθνής ημέρα της γυναίκας, σκέφτηκα να βάλω ένα στιχούργημα του Γ. Σουρή, γραμμένο πριν από 120 χρονια, που σχολιάζει ένα γεγονός πρωτοφανές τότε και κοινότατο σήμερα, την εμφάνιση μιας φοιτήτριας στο ανδροκρατούμενο τότε Πανεπιστήμιο Αθηνών, το λεγόμενο και «φλογερό καμίνι». Πρόκειται για τη Θηρεσία Ροκά, φοιτήτρια της Φιλοσοφικής.

Η Ροκά δεν ήταν η πρώτη Ελληνίδα φοιτήτρια. Ο τιμητικός αυτός τίτλος ανήκει στην Ιωάννα Στεφανόπολι, που γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή το 1890, αφού προηγουμένως η αίτησή της έφερε σε αμηχανία τη Σύγκλητο του Αθήνησι, η οποία παρέπεμψε το θέμα στην Κυβέρνηση. Έγιναν και αλλες αιτήσεις υποψήφιων φοιτητριών, αλλά δεν εγκρίθηκαν. Το 1892, δύο χρόνια αργότερα, τέσσερις άλλες κοπέλες εγγράφονται στο πανεπιστήμιο: οι αδελφές Αλεξάνδρα και Αγγελική Παναγιωτάτου στην Ιατρική σχολή, η Φλωρεντία Φουντουκλή στη Μαθηματική σχολή και η Θηρεσία Ροκά στην Φιλοσοφική.

Ο Σουρής δεν έγραψε για τη Ροκά με την ευκαιρία που άρχισε τις σπουδές της, αλλά τρία χρόνια αργότερα. Πράγματι, στις αρχές του 1895, είχαν γίνει φοιτητικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για την παύση του καθηγητή της Αρχαιολογίας Αντώνη Οικονόμου. Ο Οικονόμου, που ήταν πολύ αγαπητός στους φοιτητές, είχε κατηγορηθεί για λογοκλοπή και απολύθηκε από τον υπουργό Άγγελο Βλάχο (εδώ και εδώ βλέπετε δυο άρθρα εφημερίδων της εποχής). Στις κινητοποιήσεις συμμετείχε και η Θηρεσία Ροκά. Δεν νομίζω να είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στα επεισόδια -υποθέτω ότι και μόνη η είδηση της συμμετοχής μιας γυναίκας αρκούσε για να την προαγάγει σε πρωταγωνίστρια.

Το στιχούργημα που θα δείτε δημοσιεύτηκε στον Ρωμηό, την εφημερίδα του Σουρή, στο τχ. 501, στις 25 Φεβρουαρίου 1895 -πριν απο 120 χρόνια και κάτι μέρες. Ήδη η έμμετρη ένδειξη της ημερομηνίας αναφέρει: Πέμπτη κι εικοστή Φλεβάρη / κι οι γυναίκες στο ποδάρι, ενώ το σχετικό ποίημα τιτλοφορείται «Πανεπιστημιακά – κι η φοιτήτρια Ροκά». Φυσικά ο Σουρής επαναλαμβάνει όλα τα στερεότυπα για τις γυναίκες στο στιχούργημά του, ενώ (φαίνεται να) θεωρεί ότι η συμμετοχή μιας γυναίκας στις φοιτητικές κινητοποιήσεις αποτελεί τον προάγγελο κοσμοϊστορικών εξελίξεων και ότι η τελική κατάληξη θα είναι μια πλήρης ανατροπή των πατροπαράδοτων, με τις γυναίκες να αναλαμβάνουν τα ηνία και τους άντρες να μένουν στο σπίτι και μάλιστα να θηλάζουν τα μωρά.

Όσο για τη Θηρεσία Ροκά, πήρε το πτυχίο της (ή αναγορεύθηκε σε διδάκτορα, που δεν ξέρω τι σήμαινε αυτός ο όρος τότε) το 1898. Εδώ βλέπουμε μια φωτογραφία της από ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1899 στο Ημερολόγιον Σκόκου, στο οποίο πληροφορούμαστε ότι ήδη διορίσθηκε «καθηγητής» στο Αρσάκειο -και όχι «καθηγήτρια»! (Τόσο αστείο θα φαίνεται και στα εγγόνια μας να λέμε για γυναίκες βουλευτές και δικαστές).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δύο φύλα, Εκπαίδευση, Στιχουργική, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Μια έμμετρη ικανοποίηση

Posted by sarant στο 10 Νοεμβρίου, 2013

Το σημερινό μας άρθρο, φιλολογικό όπως συνήθως τις Κυριακές, θα είναι σύντομο, διότι την τελευταία στιγμή διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να γράψω το θέμα που είχα αρχικά στο μυαλό μου -έλειπαν πηγές, που λέμε. Οπότε, γράφω κάτι πρόχειρο -αλλά έχουν και τα πρόχειρα τη χάρη τους.

Για τον Γεώργιο Σουρή έχουμε γράψει κάμποσες φορές -το έργο του μού είναι πολύ οικείο επειδή ο παππούς μου τον αγαπούσε πολύ και έχω κατά κάποιο τρόπο γαλουχηθεί με τους στίχους του. Βέβαια, κάποια άρθρα του ιστολογίου έχουν στόχο να δείξουν ότι το ένα ή το άλλο στιχούργημα ΔΕΝ είναι του Σουρή, σε αντίθεση με όσα διαδίδονται στο Διαδίκτυο.

Ο Σουρής, όπως θα ξέρετε, εξέδιδε από το 1883 έως το 1918 την έμμετρη εφημερίδα «Ο Ρωμηός» . Κι όταν λέμε έμμετρη, εννοούμε έμμετρη σε όλα, από τον τίτλο (Ο Ρωμηός εφημερίς – που την γράφει ο Σουρής) έως την ημερομηνία, τον αριθμό του φύλλου ή τις μικρές αγγελίες και τις διαφημίσεις. Λίγο περισσότερα γι’ αυτή την εφημερίδα είχα γράψει σε ένα παλιό άρθρο του ιστολογίου και σε ένα άλλο ειδικότερα για τις ημερολογιακές ρίμες του Σουρή.

Ο Ρωμηός κυκλοφόρησε επί 35 χρόνια, αλλά διέκοπτε κάθε καλοκαίρι την κυκλοφορία του για μερικές εβδομάδες, ενώ στην ιστορία του υπήρξαν και δυο μεγαλύτερες διακοπές, πολύμηνες αυτές: η πρώτη, πολύ γνωστή, στην αρχή της έκδοσής του, όταν ο Σουρής διέκοψε την έκδοση για να μελετήσει για τις πτυχιακές εξετάσεις της Φιλοσοφικής -και ευτυχώς «απερρίφθη μετά πολλών επαίνων», και η δεύτερη, μάλλον άγνωστη, λίγο πριν από το τέλος της, όταν ο Ρωμηός έπεσε θύμα της ακροδεξιάς επιστρατικής τρομοκρατίας μετά τα Νοεμβριανά του 1916.

Στο πρώτο φύλλο μετά την πρώτη πολύμηνη διακοπή, στις 23 Ιουνίου 1884, στο τέλος της 4ης (και τελευταίας) σελίδας υπήρχε η εξής έμμετρη ειδοποίηση:

romaddress

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Στιχουργική, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , | 22 Σχόλια »

Σμαραγδένιος ανηφορίζων

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2013

Το σμαράγδι είναι πολύτιμος λίθος με βαθυπράσινο χρώμα. Στα ελληνικά η λέξη υπάρχει από την ελληνιστική εποχή (σμαράγδιον) και, παρά τις διάφορες θεωρίες των Βυζαντινών λογίων, που ήθελαν να ετυμολογείται από άλλες ελληνικές λέξεις (π.χ. από το σμαραγή = πάταγος), φαίνεται ότι προέρχεται από το σανσκρ. marakatam, άλλωστε υπάρχει και ο τύπος «μάραγδος». Η ελληνική λέξη πέρασε στα λατινικά (smaragdus), και από εκεί στις λατινογενείς γλώσσες, όπου άλλαξε όχι λίγο -ας πούμε στα γαλλικά είναι émeraude, στα αγγλικά emerald. αν και στα γερμανικά έχει μείνει Smaragd. Στα ισπανικά είναι esmeralda, γένους θηλυκού, και από εκεί το όνομα Εσμεράλδα, ενώ και στα ελληνικά έχουμε όνομα γυναικείο Σμαράγδα ή Σμαραγδή, απ’ όπου πρέπει να είναι και το χαϊδευτικό Σμαρώ.

Το επώνυμο Σμαραγδής ανήκει στην όχι πολύ πολυμελή ομάδα επωνύμων που έχουν σχηματιστεί από ονόματα γυναικών, που λέγονται μητρωνυμικά, όπως είναι ο Γαρουφαλιάς, ο Ελένης, ο Αφέντρας, αλλά και ο Θανάσαινας ή ο Γιαννάκαινας (αρχικά, γιος της Θανάσαινας, της γυναίκας του Θανάση, κτλ.) Έτσι και ο Σμαραγδής προήλθε από κάποιον γιο κάποιας Σμαραγδής. Κι έτσι φτάσαμε στο κυρίως θέμα της ανάρτησης, διότι σήμερα δεν θα λεξιλογήσουμε για το σμαράγδι, παρόλο που και οι πολύτιμοι λίθοι έχουν μεγάλο ετυμολογικό και γενικά γλωσσικό ενδιαφέρον, αλλά θα αναφερθώ, σύντομα, σε δύο πράγματα που ειπώθηκαν προχτές όταν ο πρωθυπουργός τίμησε τον σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή.

Το άρθρο θα είναι σύντομο επειδή δεν έχω πολλά να πω και επειδή σε ένα τουλάχιστον σημείο θέλω να μου λύσετε εσείς μιαν απορία, είναι κάτι που εγώ δεν το ξέρω.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Προχτές στην Πύλο, ο πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς τίμησε δύο πρόσωπα, αφενός τον ντόπιο ναυτικό Βέλιο Καραβία (1948-2009), που με ηρωισμό έσωσε 29 ναυτικούς από ένα φλεγόμενο δεξαμενόπλοιο, και αφετέρου τον (όχι ντόπιο, αλλά Κρητικό) σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή, που έχει κάνει πολλές γνωστές ταινίες, με τελευταία το «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι», η οποία βιογραφεί τον Ιωάννη Βαρβάκη.

Θα τα πω κι εγώ, αλλά στο βιντεάκι μπορείτε να δείτε όσα διαμείφθηκαν:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Λογοτεχνία, Ονόματα, Στιχουργική | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »

Δελτίον φορο-θυέλλης

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2011

Μια και το μεσοπρόθεσμο ψηφίστηκε και ακολουθεί η εξίσου συνοπτική ψήφιση του εφαρμοστικού νόμου, που θα εξαπολύσει φοροκαταιγίδα πάνω στους ίδιους και τους ίδιους, πιστεύω πως ταιριάζει να αναδημοσιεύσω εδώ ένα ποίημα που έγραψε, αν και πρόχειρα, ένας εκλεκτός φίλος του ιστολογίου, ο αγαπητός Κορνήλιος, διότι μου φαίνεται κρίμα να μένει καταχωνιασμένο τέτοιο ωραίο στιχούργημα στο μισοσκόταδο των σχολίων, όπου αρχικά εμφανίστηκε. Πραγματικά μου αρέσει πολύ -και σκέφτομαι πως αν έβγαινε ακόμα ο Ρωμηός του Σουρή αυτό το ποίημα θα ήταν το σημερινό του πρωτοσέλιδο!

Επειδή ο φίλος Κορνήλιος (για όσους δεν τον ξέρουν) είναι φανατικός οπαδός του πολυτονικού, το ποίημά του το έγραψε με δασείες και περισπωμένες. Το παραθέτω όπως το έγραψε και πιο κάτω το αντιγράφω χωρίς σκουληκάκια, για όσους δεν μπορούν να τα εμφανίσουν  στον υπολογιστή τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ποίηση, Στιχουργική, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 75 Σχόλια »

Το λημέρι με τα λιμερίκια

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2010

Η παροιμία λέει, μην τάξεις σ’ άγιο κερί και σε παιδί κουλούρι. Εγώ έχω τάξει, εδώ και κάμποσες μέρες, όχι σε άγιο αλλά σε ιάγο, ότι «μετά τις εκλογές» θα ανεβάσω ένα άρθρο –τούτο δω που διαβάζετε– για τα λιμερίκια. Περάσαν οι εκλογές, ήρθε ο καιρός να πληρωθεί το ρηθέν.

Τα λιμερίκια είναι η ελληνική απόδοση του αγγλικού limericks, λίμερικ. Είναι πεντάστιχα ποιήματα, με ομοιοκαταληξία ΑΑΒΒΑ, με σατιρικό, άσεμνο ή ανόητο θέμα –είναι μια άσκηση στην αθυροστομία και στη σαχλαμάρα, αλλά έχει γούστο.

Λέγονται έτσι, επειδή (φαίνεται ότι) ξεκίνησαν από την ιρλανδική πόλη Λίμερικ, ή τουλάχιστον έτσι λένε τα κιτάπια. Μεγάλος λιμερικογράφος ήταν ο εγγλέζος ποιητής Έντουαρντ Ληρ (1812-1888). Θα δούμε ένα λιμερίκι του Ληρ από την Βικιπαίδεια γιατί είναι τυπικό της φόρμας του στιχουργήματος:

There was an Old Man of Aosta
Who possessed a large Cow, but he lost her;
But they said, ‘Don’t you see,
she has rushed up a tree?
You invidious Old Man of Aοsta!’

(προειδοποίηση: παρακάτω έχει (και) άσεμνα στιχάκια, αν σας ενοχλούν μην προχωρήσετε).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ευτράπελα, Στιχουργική | Με ετικέτα: , , , , | 200 Σχόλια »