Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Στρατός’ Category

Πρώτο νούμερο το καλό (διήγημα του Άγγελου Αρόρα)

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2021

Το σημερινό διήγημα μού το έστειλε ο φίλος του ιστολογίου Άγγελος Αρόρα, που μας παρακολουθεί εδώ και 3-4 χρόνια και έχει σχολιάσει ελάχιστες φορές χρησιμοποιώντας ένα ψευδώνυμο αντλημένο από τον Μπόρχες. Είναι, όπως θα καταλάβατε μάλλον από τον τίτλο, διήγημα εμπνευσμένο από τα χρόνια του στρατού -στο τρίγωνο Καστελόριζο, Ρω, Στρογγύλη όπως λέει ο φίλος μας.

Μια και έχω κι εγώ γράψει διηγήματα για την εποχή που ήμουν φαντάρος, είχα έναν παραπάνω λόγο για να με ενδιαφέρει το διήγημα του Άγγελου. Το πρώτο νούμερο στη σκοπιά ήταν καλό και στα χρόνια μου.

Βέβαια, στη δική μου εποχή δεν υπήρχαν «επόπια» (δηλαδή ΕΠΟΠ, οι οπλίτες πενταετούς θητείας) -όσο για την έκφραση «φάγαμε μπιφτέκι» δεν την είχαμε μεν, αλλά τυχαίνει να την έχω μάθει. Λέγεται (ή λεγόταν, τέλος πάντων) για τον σκοπό που αργεί να έρθει ο επόμενος σκοπός, που θα τον αλλάξει.

Πρώτο νούμερο το καλό

Σ’ αυτό το μπουρδέλο δεν παλιώνεις ποτέ. Ποτέ. Δέκα ΕΣΣΟ να περάσουν κι ακόμη θα είσαι νέος. Στα μάτια τους ένα στραβάδι, κεφάλι γυμνό κουρεμένο κοντό, άσχημο, που θα εξέχουν τ’ αυτιά του και δεν θα χωρούν κάτω απ’ το τζόκεϊ. Δεν παλιώνεις ποτέ. Τα πόδια σου βγάζουν κάλους κι όλη η πατούσα έχει πάρει χρώμα λευκοκόκκινο απ’ το κάψιμο της αρβύλας. Κάθε βήμα σου κι ένα βάσανο. Όταν είσαι τυχερός δεν σε χτυπάνε στο γόνατο, όταν είσαι τυχερός φοράς ήδη τις κάλτσες και πηδάς από το κρεβάτι να τις βάλεις γρήγορα, να τις δέσεις καλά, μην βγεις συναγερμό τελευταίος και φάτε καμπάνα ή περιμετρικό. Η εξάρτυση κρέμεται στο δεξί σίδερο του κρεβατιού. Το κράνος σαν κατσαρόλα μεσαίου μεγέθους καπακώνει το μι-εβδομηνταένα. Και γρήγορες κινήσεις, ακούς, γρήγορες κινήσεις, κλειδιά στο χιτώνιο, όπλο και γραμμή έξω, παράταξη. Μηχανικές κινήσεις, όλα θα πάνε καλά, τις κάνεις μήνες τώρα. Το ποίημα το θυμάσαι. Προσοχή δυνατή. Στρατιώτης Πεζικού (όνομα), τυφεκιοφόρος, σε περίπτωση συναγερμού παραλαμβάνω…Θα το θυμηθείς, θα το πεις χωρίς να κομπλάρεις, δεν είσαι μαλάκας εσύ σαν τους άλλους να βγαίνουν αναφορά και να τραυλίζουν.

“Δυνατά με φωνή ακούτε; Το Σαββατοκύριακο ο Διοικητής έρχεται στο γραφείο του κανονικά κι ακούει, κι αν θέλετε να πάρετε καμιά άδεια, δυνατά, και σαββατοκύριακα γιατί η θέση του στρατοπέδου βλέπετε, δυνατά– μετά το εμβατήριο που είναι το αγαπημένο του”. Του κάθε της εχθρού ο σκληρός τιμωρός. Θα φανούν γενναία τα ηρωικά μας νιάτα και φέτος.

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Διηγήματα, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 119 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα λοιπόν;

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2020

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, επαναλαμβάνω ένα εορταστικό άρθρο που το δημοσιεύω στο ιστολόγιο σε τακτά χρονικά διαστήματα τέτοιες μέρες (τελευταία χρονιά το 2017). Ομολογώ πως επειδη φέτος η χρονιά είναι ιδιαίτερη, σκέφτηκα να καινοτομήσω στον τίτλο και να γράψω «κορονοκουραμπιέδες ή κορονομελομακάρονα;» αλλά δεν μου άρεσε να βλέπω το στίγμα της κορόνας δυο φορές, οπότε το διόρθωσα -κι ας χάνει η ΥΤΧ μας (υπερτρισχιλιετής, να ξέρετε) δυο λέξεις έτσι.

Επίσης, να θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ψηφίσει, γιατί δεν το κάνετε τώρα και μετά να διαβάσετε απερίσπαστοι το άρθρο; Ψηφίζετε στην ειδική μας σελίδα.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο, αλλά κι αυτό έχει πια παλιώσει) είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”

Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά έχουν πια ξεθωριάσει και έχουν πάψει να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Στο διήγημα του Εμμ. Ροΐδη “Ιστορία μιας γάτας”, ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος. Αναφορά σε κουραμπιέδες υπάρχει και στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η τύχη απ’ την Αμέρικα» (οι πεθεράδες που θα μας κουβαλούν ζαχαροχαμαλιά και κουραμπιέδες…)

Ένα χρονογράφημα που βρήκα παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο που θρηνεί την κατάργηση του κουραμπιέ, δήθεν επειδή λερώνει, αλλά στην πραγματικότητα επειδή οι (τότε) νεότερες γενιές δεν μπορούν να τον φτιάξουν. Και δεν μπορούν διότι “Το βούτυρο της εποχής σας είναι νοθευμένο όπως η πολιτική σας, οι έρωτές σας, οι ιδέες σας, η ζωή σας. Η ζάχαρή σας είναι αστεία. Και η γυναίκα σας, η γυναίκα της εποχής σας … δεν είναι μέσα στην κουζίνα της. Είναι στο πιάνο και στην οδόν Ερμού”. Επίτηδες εκσυγχρόνισα την απλή καθαρεύουσα του κειμένου, γιατί, αν εξαιρέσουμε την αναφορά στο πιάνο, τέτοιες γεροντογκρίνιες θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε και σήμερα, ή, έστω, στη δεκαετία του 1950, αλλά το χρονογράφημα που σας λέω είναι δημοσιευμένο το 1904 στο Σκριπ (το υπογράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και ο γέρος που παρουσιάζει θυμάται τους κουραμπιέδες της νεότητάς του, επί Όθωνα, και ανακηρύσσει τον κουραμπιέ σε σύμβολο “σπιτισμού, ελληνισμού, χριστιανισμού”. Πάντως, παρ’ όλα όσα λέει ο νοσταλγός του Όθωνα, οι κουραμπιέδες άντεξαν στο χρόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , | 251 Σχόλια »

Πιλάφι

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2020

Πριν από μερικές μέρες (ανα)δημοσιεύσαμε και συζητήσαμε εκτενώς ένα άρθρο ξένου ιστοτόπου για το εθνικό φαγητό της κάθε χώρας, φυσικά δίνοντας περισσότερο έμφαση στο αν πράγματι είναι εθνικό μας φαγητό στην Ελλάδα αυτό που αναφερόταν στο άρθρο (ο μουσακάς).

Από τα περίπου 200 φαγητά (ένα για κάθε χώρα) που έχει το άρθρο αυτό, αναφέραμε τα εθνικά πιάτα περίπου 20 χωρών. Σήμερα θα εστιάσω σε κάποια άλλα.

Το εθνικό φαγητό του Αζερμπαϊτζάν, σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο, είναι το Plov. Eίναι ένα από τα (όχι πολλά) πιάτα που το ξέρω, εννοώ το έχω δοκιμάσει, μια και το έφτιαχνε ένας φίλος που είναι παιδί πολιτικών προσφύγων και γεννηθηκε και μεγάλωσε στην Τασκένδη. Η Τασκένδη βέβαια βρίσκεται στο Ουζμπεκιστάν, και στο άρθρο για εθνικό φαγητό του Ουζμπεκιστάν δίνεται μια σούπα με κρέας, shurpa, που πρέπει να είναι της ίδιας ρίζας με τον τσορβά, αλλά γειτονικές χώρες είναι όλες αυτές, δεν έχει σύνορα το φαγητό. Στη φωτογραφία, που είναι από τη Βικιπαίδεια, μαγειρεύουν πλοβ στο δρόμο, στην Τασκένδη.

Αν πάμε λίγο πιο πέρα, στο Αφγανιστάν, θα βρούμε ότι το εθνικό φαγητό είναι το Kabuli palaw, κι αυτό με βάση το ρύζι. Δεν κοίταξα ολες τις χώρες της περιοχής, ίσως να έβρισκα και άλλες παραλλαγές. Γενικά, στα εθνικά φαγητά του άρθρου τη σχετική, ίσως και την απόλυτη, πλειοψηφία την έχουν τα πιάτα με βάση το ρύζι, το οποίο το βρίσκει κανείς και στην Άπω αλλά και στην Εγγύς Ανατολή, και στην Ινδία, και στην Αφρική, αλλά και στην Κεντρική και Νότια Αμερική.

Τι κοινό έχουν το ουζμπέκικο ή αζέρικο πλοβ με το αφγανικό παλάου; Όχι μόνο μοιάζουν στα συστατικά τους αλλά και ετυμολογικώς συνδέονται, ανήκουν στην ίδια οικογένεια λέξεων, μιαν οικογένεια όπου βρίσκεται και το δικό μας το πιλάφι. Το πιλάφι είναι ρύζι «που έχει βράσει σε νερό ή ζωμό, έχει στραγγιστεί ή έχει αφυδατωθεί από τα υγρά του και έχει ζεματιστεί με βούτυρο ή λάδι» (ο ορισμός από το ΜΗΛΝΕΓ). Δεν είναι λοιπόν πιλάφι κάθε ρύζι, αλλά τους μαγειρικούς ορισμούς τους αφήνω σε εκείνους που μαγειρεύουν. Πάντως, η αγγλική Βικιπαίδεια επισημαίνει ότι στο πιλάφι το ρύζι είναι σπυρωτό, δηλ. οι κόκκοι διακρίνονται σαφώς ο ένας από τον άλλον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ισλάμ, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 248 Σχόλια »

Η Νίτσα, η μανιόλια και τα χόρτα της (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι τον Νοέμβριο, και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Στο σημερινό διήγημα η δράση εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1970, οπότε έτσι εξηγείται που η ηρωίδα επιμένει να απαντά «Νίτσα με λένε» -σήμερα, όλα αυτά τα γυναικεία υποκοριστικά, τα θεωρούμενα λαϊκά, όπως Λίτσα, Νίτσα, Ρούλα και τα λοιπά έχουν υποχωρήσει αισθητά.

Επίσης, επειδή λεξιλογούμε, να πω ότι το λουλούδι εγώ το ξέρω μανόλια, έστω κι αν το διεθνές του όνομα είναι magnolia (από τον βοτανολόγο Pierre Magnol). Αλλά, a rose by any other name…

Το όνομά της ήταν Νίτσα χωρίς να διευκρινισθεί η προέλευσή του. Το Ελένη και Ουρανία ήταν τα πιο πιθανά αλλά σε κάθε ερώτηση των νεαρών αξιωματικών η απάντηση ήταν κοφτή «Νίτσα με λένε».

Ηταν κάθε μέρα καθισμένη μπροστά στη γραφομηχανή της, μέσα στο άσπρο κεντητό πουκάμισό της, με τον κλασσικό κότσο στα μαλλιά και τον χρυσό σταυρό να κρέμεται στο στήθος της, που φυσικά «νικούσε κι όλα τα κακά σκορπούσε». Φούστα φαρδειά και μακριά, τσάντα μεγάλη κι ούτε κραγιόν από καλλυντικά. Υφος ψυχρό κι ενοχλημένο, βλέμμα απόμακρο αλλά με κάποιες σπιθίτσες αμφιβολίας για τους προσεκτικούς παρατηρητές. Η μιλιά της, τυπική.

Μοιραζότανε με τους τρεις νεοφερμένους αξιωματικούς θητείας, την αίθουσα καθηγητών της σχολής που ήταν φανερά διακοσμημένη στο γούστο της, με εικόνες του Χριστού και αγίων και σεμνά αγριολούλουδα στα βάζα. Το κέντρο εκπαίδευσης μονίμων υπαξιωματικών ναυτικού χρησιμοποιούσε για τα μαθήματα κλασσικής παιδείας στρατεύσιμους πτυχιούχους, κατα προτίμηση βαθμοφόρους γιατί οι μαθητές, οι ναυτόπαιδες, ήταν ζόρικοι. Ενα μεγάλο ποσοστό από αυτούς ήταν ανεπιθύμητα παιδιά από διαλυμένες οικογένειες που τα «παρκάρανε» δωρεάν στις στρατιωτικές σχολές. Το καταλάβαινε κάποιος όταν είχαν εξόδου κι έβλεπε πολλά παιδιά να μην βγαίνουν γιατί δεν είχαν πού να πάνε. Τον καθηγητή δεν τον φοβότουσαν αλλά τους βαθμοφόρους τούς έτρεμαν μην τους ρίξουν φυλακή. Ενας φρέσκος στρατεύσιμος αξιωματικός κάποτε ρώτησε ένα από αυτά τα παιδιά:

– Εχεις μητέρα ;

– Οχι, απάντησε το παιδί, έχει πεθάνει.

– Κι ο πατέρας σου ; ξαναρώτησε.

– Είναι φυλακή.

– Γιατί ;

– Γιατί σκότωσε τη μάνα μου !

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Ονόματα, Στρατός | Με ετικέτα: | 172 Σχόλια »

Χαλαρά στις κάλπες

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2019

Χτες ταξίδευα, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω συνήθως στη λύση της αναδημοσίευσης κάποιου παλιότερου άρθρου -και αυτό θα κάνω και σήμερα. Κι επειδή μεθαύριο έχουμε εκλογές, αναδημοσιεύω ένα άρθρο εκλογικό ή μάλλον λεξιλοεκλογικό, που αρχικά είχε δημοσιευτεί μερικές μέρες πριν από τις εκλογές του 2014. Το έχω επικαιροποιήσει βέβαια σε σχέση με τις αναφορές στα πολιτικά πράγματα.

Μεθαύριο ψηφίζουμε, και όχι σε μία αλλά σε τρεις ή τέσσερις κάλπες: ψηφίζουμε για τις ευρωπαϊκές εκλογές και για τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών. Και οι μεν αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν τοπικό χαρακτήρα, αν εξαιρέσουμε τους μεγάλους δήμους και τις περιφέρειες, αλλά στις ευρωεκλογές συμμετέχουν τα πολιτικά κόμματα, που πρόκειται να αναμετρηθούν και στις βουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου.

Λένε για τις ευρωπαϊκές εκλογές, σε αντιδιαστολή με τις βουλευτικές, ότι χαρακτηρίζονται από τη λεγόμενη «χαλαρή ψήφο». Εφόσον δεν θα αναδείξουν δηλαδή κυβερνηση της χώρας, θεωρείται ότι ο ψηφοφόρος ψηφίζει σε αυτές πιο ελεύθερα, χωρίς να σκέφτεται διλήμματα. Κι αυτό ίσως επιβεβαιώνεται αν πάμε με το λεξικό, αφού η βασική μεταφορική σημασία της λέξης χαλαρός είναι «αυτός που αφήνει περιθώρια ανεξαρτησίας, ελευθερίας ή ελευθεριότητας».

Πρόσφατα ο Κ. Μητσοτάκης διαφώνησε με την ιδέα της χαλαρής ψήφου και υποστήριξε ότι «σε αυτή την κάλπη δεν έχει θέση η χαλαρή ψήφος» ενώ αλλού γράφτηκε ότι «χαλαρή ψήφος σημαίνει ψήφος στον Τσίπρα». Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, δηλαδή.

Επειδή όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, θα πούμε λίγο περισσότερα για τη λέξη ‘χαλαρός’. Είναι αρχαία λέξη και διατηρήθηκε μέσα στα χρόνια απαράλλαχτη τόσο στη μορφή της όσο και στην κυριολεκτική σημασία της, κάτι που δεν συμβαίνει με πάρα πολλές νεοελληνικές λέξεις που υπάρχουν και στα αρχαία (περισσότερες είναι εκείνες που έχουν αλλάξει σημασία λίγο ή πολύ). Η λέξη χαλαρός στα αρχαία παράγεται από το ρήμα «χαλάω, χαλώ», το οποίο επίσης υπάρχει στα νέα ελληνικά αλλά είναι παράδειγμα λέξης που άλλαξε σημασία, διότι αρχικά σήμαινε ‘χαλαρώνω, λύνω’.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εκλογές, Στρατός, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Οι γκαζές της γκαζόζας γκαζώνουν αγκαζέ στο γκαζόν

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο το ζητήσατε εσείς. Το περασμένο Σάββατο είχαμε τα Μεζεδάκια της γκαζόζας, με αφορμή τη διάσημη πια ατάκα του βουλευτή Αριστείδη Φωκά, που, όπως δικαιολογήθηκε, έχασε την ονομαστική ψηφοφορία επειδή είχε πιει μια γκαζόζα και αισθάνθηκε την ανάγκη να πάει εκεί που και οι βουλευτές πηγαίνουν μόνοι τους. Στα σχόλια εκείνου του άρθρου αρκετοί γκαζοζολογήσατε και ζητήσατε «μετ’ επιτάσεως» που λέει και το κλισέ να αφιερωθεί άρθρο στη γκαζόζα.

Αμ’ έπος αμ’ έργον λοιπόν.

Το άρθρο περιέχει τοποθέτηση προϊόντος, επειδή μου χρειαζόταν μια εικόνα και δεν έβρισκα καμία χωρίς μάρκα επάνω.

Η γκαζόζα, σύμφωνα με το ΛΚΝ, είναι «εμφιαλωμένο αεριούχο αναψυκτικό». Νομίζω πως ο ορισμός πάσχει, αν δεχτούμε ότι η γκαζόζα πρέπει να έχει γεύση λεμονιού (όχι να περιέχει λεμόνι). Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας προσδιορίζει «που περιέχει κιτρικό οξύ».

Πράγματι, η γκαζόζα της εικόνας έχει τα εξής συστατικά: Νερό, Ζάχαρη, Διοξείδιο Άνθρακα, Μέσο Οξίνισης: Κιτρικό Οξύ, Αντιοξειδωτικό: Ασκορβικό Οξύ, Συντηρητικό: Σορβικό Κάλιο, Ρυθμιστής Οξύτητας: Κιτρικό Νάτριο, Φυσικές Αρωματικές Ύλες, ενώ η λεμονάδα περιέχει και χυμό λεμονιού.

Μ’ άλλα λόγια, η γκαζόζα δεν είναι λεμονάδα.

Η γκαζόζα είναι λαϊκό αναψυκτικό. Όπως είχα γράψει στο προηγούμενο άρθρο, σε μια παλιά ερωτική ταινία (σοφτ) που είχε γυρίσει προδικτατορικά, ο Κώστας Γκουσγκούνης αποδίδει την επιτυχία του στις γυναικες στο γεγονός ότι είναι χουβαρντάς. Και αμέσως μετά εμφανίζεται να πηγαίνει με μια κοπέλα στο ζαχαροπλαστείο και να τη ρωτάει «Να σε κεράσω μια γκαζόζα;». Ο Φρέντι Γερμανός είχε ειρωνευτεί την τόση γαλαντομία (στο «Γράψτο όπως το λέω»).

Ο Μπαμπινιώτης, αλλά και το Χρηστικό Λεξικό, υποστηρίζουν ότι η γκαζόζα ετυμολογείται από το ιταλικό gassosa, θηλυκό του gassoso, αεριώδης ή αεριούχος. H θεωρία αυτή προσκρούει στο ότι στα ιταλικά λέγεται gazzosa, που προφέρεται γκατσόζα.

Νομίζω πως δίκιο έχει το ΛΚΝ, που θεωρεί ότι τη γκαζόζα την πήραμε από το τουρκικό gazoz, το οποίο βέβαια έχει μάλλον γαλλική αρχή (από το eau gazeuse).

Tο απόκομμα που βλέπετε αριστερά, από εφημερίδα του 1901, που μιλάει για «φιάλες γκαζόζ» μάλλον δικαιώνει οριστικά το ΛΚΝ.

Δεν ξέρω αν θα το περιμένατε, όμως βρίσκω τη γκαζόζα 16 φορές σε ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, που του αρέσει να τη χρησιμοποιεί σε εικόνες με λαϊκούς ανθρώπους, π.χ. Στο καφενείο η γκουβερνάντα πίνει τη γκαζόζα της, το μωρό είναι ήσυχο μέσα στο καροτσάκι του. Υπάρχει μια φορά και στον Σεφέρη, στο Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη: Κάνει ζέστη βαθιά ώς τη νύχτα, τ’ άστρα πετάνε σκνίπες, πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , | 318 Σχόλια »

Τα στρατολογικά του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2018

Συμπληρώνονται σήμερα 130 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. (Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος Κάνιγγος).

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα είτε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος. Και επειδή η περασμένη Κυριακή ήταν η 28η Οκτωβρίου και είχαμε επετειακό άρθρο, το λαπαθιωτικό δημοσιεύεται σήμερα, μέρα καθημερινή, παρόλο που το περιεχόμενό του ταιριάζει περισσότερο σε κυριακάτικο άρθρο.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο 44o τεύχος του περιοδικού Μικροφιλολογικά, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε -και έχει ιδιαίτερο λαπαθιωτικό ενδιαφέρον αφού συνοδεύεται με χωριστό τεύχος αφιερωμένο στις συνεργασίες του Λαπαθιώτη με την εφημερίδα Έθνος, σε επιμέλεια του Τραϊανού Μάνου.

Στο άρθρο διερευνώ μια λεπτομέρεια της ζωής του Λαπαθιώτη: πού και πώς υπηρέτησε στον στρατό, ανασκευάζοντας την άποψη που είχε παλιότερα διατυπωθεί, ότι είχε αποφύγει τη στράτευση ως το 1914 επειδή ο πατέρας του, ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ήταν ανώτερος αξιωματικός. Παρόλο που υπάρχουν άφθονα στοιχεία που ανασκευάζουν την άποψη αυτή, θέλησα να έχω και την οριστική διαβεβαίωση και απευθύνθηκα στην αρμόδια υπηρεσία του ελληνικού στρατού -προς έκπληξή μου, πήρα πολύ γρήγορα την απάντηση που αναζητούσα, όπως θα δείτε στο άρθρο.

 

Τα στρατολογικά του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Στο περίφημο «τεύχος Λαπαθιώτη» του περιοδικού Η λέξη (τχ. 33, Μάρτης-Απρίλης 1984) φιλοξενείται, ανάμεσα στ’ άλλα, άρθρο του Τάσου Μουμτζή με τίτλο «Τα στρατιωτικά χρόνια του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη». Στο άρθρο αυτό προτάσσεται εισαγωγή του Τάσου Κόρφη, ο οποίος άλλωστε είχε προτρέψει τον Μουμτζή να καταγράψει τις λαπαθιωτικές αναμνήσεις του.

Ο συντάκτης του άρθρου, γεννημένος το 1894, αφηγείται ότι ήταν προπαιδευτής του Λαπαθιώτη όταν αυτός παρουσιάστηκε στον 8ο Λόχο του 1ου Πεζικού Συντάγματος στις αρχές του 1914 για να υπηρετήσει τη θητεία του ως κληρωτός της κλάσεως 1914 γεννηθείς το 1895. Ο επιλοχίας του λόχου, ο ονομαστός Κ. Νέρης, είχε αμέσως καλέσει κατά μέρος τον Μουμτζή και τον είχε παρακαλέσει να θέσει υπό την προστασία του τον νεοσύλλεκτο Λαπαθιώτη, καθώς ήταν γιος του στρατηγού Λεωνίδα Λαπαθιώτη. Αφού περιγράψει τη γνωριμία του με τον Λαπαθιώτη και τους γονείς του, ο Μουμτζής προσθέτει ότι λίγο αργότερα ο ίδιος στάλθηκε να φοιτήσει στον Ουλαμό Εφέδρων Αξιωματικών και έχασε τα ίχνη του Ναπολέοντα, τον οποίο δεν τον ξαναείδε παρά στη Θεσσαλονίκη το 1916, «ως… επαναστάτη έφεδρο ανθυπολοχαγό διερμηνέα, μαζί με τον Στρατηγό πατέρα του».

Τελειώνοντας το άρθρο, ο Μουμτζής διατυπώνει την υποψία ότι ο Λαπαθιώτης δεν θα ήταν γεννημένος το 1895 αλλά νωρίτερα και ότι είχε μείνει αδήλωτος στα στρατολογικά μητρώα, όπως και άλλοι πολλοί γόνοι μεγάλων οικογενειών, για να αποφύγει να πολεμήσει στους βαλκανικούς του 1912-13. Και κλείνει ο Μουμτζής διερωτώμενος πώς μπόρεσε ο άσπιλος στρατηγός Λαπαθιώτης «να υποπέσει στο ολίσθημα της αποφυγής στρατεύσεως του παιδιού του στα 1912».

Ο Τάσος Κόρφης, που ξέρει ότι ο Λαπαθιώτης είχε γεννηθεί το 1888, υιοθετεί πλήρως αυτή την «καθόλου τιμητική για τον ποιητή», όπως λέει, εκδοχή του Μουμτζή στο εισαγωγικό του σημείωμα. Οι αναμνήσεις του Μουμτζή μαζί με το εισαγωγικό σημείωμα του Κόρφη αναδημοσιεύονται αυτολεξεί στο σημαντικό βιβλίο του Τάσου Κόρφη Ναπολέων Λαπαθιώτης: συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του (1985).

Το 1985 δεν είχαν έρθει στο φως πολλά στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Λαπαθιώτη, οπότε είναι συγγνωστό το αστόχημα του Κόρφη. Διότι βέβαια πρόκειται για αστόχημα, αφού σήμερα ξέρουμε ότι ο ισχυρισμός του Μουμτζή δεν ισχύει και ότι ο Λαπαθιώτης υπηρέτησε κανονικά και σύννομα τη στρατιωτική του θητεία και δεν απέφυγε την επιστράτευση στους βαλκανικούς πολέμους.

Ωστόσο, επειδή το πολύ αξιόλογο κατά τα άλλα βιβλίο του Κόρφη, όπως και το αφιερωματικό τεύχος της Λέξης εξακολουθούν να κυκλοφορούν, χρήσιμο θα είναι να ανασκευαστούν οι σχετικοί ισχυρισμοί οριστικά. Πέρα από τα άλλα στοιχεία, θα παρουσιάσω ένα άγνωστο ντοκουμέντο: το απόσπασμα του βιβλίου στρατολογικών μεταβολών που αφορά τον Ν. Λαπαθιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Α' παγκόσμιος πόλεμος, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , | 153 Σχόλια »

Για τον Βάρναλη στη Γεννάδειο

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2018

Χτες είχαμε την παρουσίαση των πιο πρόσφατων βιβλιων του εκδοτικού οίκου Αρχείο στην αίθουσα Cotsen Hall της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, ανάμεσά τους και του τόμου «Αστυνομικά» με χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχουν θέμα τους γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, που τον έχω επιμεληθεί εγώ.

Ήταν πολύ πετυχημένη εκδήλωση, με μεγάλη προσέλευση. Με χαρά μου είδα φίλους από το ιστολόγιο, τόσο παλιούς γνωστούς όσο και τακτικούς αναγνώστες που δεν σχολιάζουν.

Όσες ομιλίες κάνω σε δημόσιες εκδηλώσεις τις δημοσιεύω και εδώ. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα, θα δημοσιεύσω τη χτεσινή μου παρέμβαση στην εκδήλωση. Ή μαλλον, θα δημοσιεύσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει -στην πράξη, παρέλειψα μερικά πράγματα επειδή είχε αναφερθεί σε αυτά η κυρία Ναταλία Βογκέικωφ-Brogan, υπεύθυνη του Αρχείου της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (όπου φυλάσσεται και το αρχείο Βάρναλη), η οποία με αιφνιδίασε ευχάριστα, μια και αναφέρθηκε εκτενώς στα προηγούμενα βαρναλικά βιβλία που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο -έτσι, στη δική μου ομιλία παρέλειψα τη σύντομη αναφορά που είχα σκοπό να κάνω.

Προσθήκη: Ολόκληρο το βίντεο της ομιλίας, εδώ. (Η δική μου παρέμβαση από 12.50 εως 25.)

Παραθέτω λοιπόν το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου.

Καλησπέρα, θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε εδώ και να ευχαριστήσω και τις εκδόσεις Αρχείο για την υποδειγματική εκδοτική συνεργασία που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια.

Νομίζω πως είναι πολύ ταιριαστό που η σημερινή παρουσίαση γίνεται εδώ, και που αρχίζει με ένα βιβλίο του Κώστα Βαρναλη, και αυτό διότι είναι πολλά εκείνα που συνδέουν τον ποιητή με τον χώρο.

Καταρχάς, το αρχείο Βάρναλη φυλάσσεται ακριβώς στη Γεννάδειο –και πρέπει να πούμε ότι και σε αυτό το βιβλίο όπως και στα προηγούμενα τρία βιβλία του Βάρναλη που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο, η συμβολή του αρχείου Βάρναλη και του αρχειονομικού προσωπικού της Γενναδείου υπήρξε καθοριστική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα για φέτος;

Posted by sarant στο 21 Δεκεμβρίου, 2017

Επειδή το ζήτησε ο φίλος μου ο Πάτροκλος, αναδημοσιεύω ένα άρθρο του 2014 που αναφέρεται στο αιώνιο δίλημμα των χριστουγεννιάτικων γιορτών.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο για ξεκάρφωμα), είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”  Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά ξεθωριάζουν και παύουν να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

829 Αποθήκη Καυσίμων, ένα φανταρίστικο διήγημα

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2017

Σήμερα είπα να βλογήσω τα γένια μου και να βάλω ένα δικό μου διήγημα, κάτι που δεν κάνω συχνά, αφού σε 8 χρόνια ιστολογικής δραστηριότητας ζήτημα είναι αν έχω ανεβάσει πέντε διηγήματά μου.

Το διήγημα που διάλεξα λέγεται «829 Αποθήκη Καυσίμων» και παρόλο που περιγράφει μία πλήρη στρατιωτική θητεία (από τις παλιές, που κρατούσαν δύο χρόνια) δεν είναι βιωματικό: δεν υπηρέτησα σε Αποθήκη Καυσίμων έξω από την Κοζάνη αλλά σε Λόχο Μεταφορών σε εντελώς άλλο σημείο. Το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή (φανταρίστικων) διηγημάτων «Μετά την αποψίλωση» (Σύγχρονη Εποχή, 1987, 2η έκδοση 1989).

Τώρα που ξανακοιτάζω το διήγημα βλέπω ότι ίσως είναι φλύαρο -αλλά και η θητεία εχει αλλάξει, ιδίως έχει συντομευθεί πολύ, χώρια την επανάσταση στην επικοινωνία με κινητά και διαδίκτυο. Επίσης, μετά το 1990 η Δυτική Μακεδονία-Ήπειρος δεν είναι εντελώς αδιάφορη στρατιωτικά όπως ήταν στη δεκαετία του 80.

Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει τα εξής διηγήματά μου:

Το φάντασμα στα πορτοκάλια

Οι τρεις κι εμείς

Γκάλοπ

Το Νοέμβρη, λοιπόν

ενώ κάποια από αυτά και ένα-δυο ακόμα υπάρχουν και στον παλιό μου ιστότοπο.

829 ΑΠΟΘΗΚΗ ΚΑΥΣΙΜΩΝ

 

«Ήρθανε ρε! Ήρθανε!»
«Πάλι;»
«Τώρα ήρθανε στ’ αλήθεια! Μου το ’πε ο ταχυδρόμος απ’ το επιτελικό!»
«Και προχτές, αυτός σου το ’χε πει»
«Το ’πε ρε κι ο Χριστόπουλος που ’χει θείο στο ΓΕΣ»
«Άμα το ’πε κι ο Χριστόπουλος, μπορεί»

Ο λόγος για τις μεταθέσεις μας· είχαμε πήξει πια στο κέ­ντρο να τις περιμένουμε να ’ρθούνε. Κάθε μέρα έβγαινε η φήμη πως είχε φτάσει απ’ την Αθήνα το χαρτί και κάθε μέρα έβγαινε άκυρον. Κι αυτή η αγωνία, να ξέρεις, είν’ απ’ όλες η χειρότερη: έβλεπες παιδιά τζιμάνια, δυνατά, που Χάρο ή λο­χαγό δε φοβούνταν, να τους έχουν σπάσει απ’ την αναμονή τα νεύρα και όλο αυτό να συζητάνε κι άλλο τίποτα. Και η χειρότερη κατάρα ήτανε κάτι «έγκυρες πηγές»· ο ένας είχε μέσον υπάλληλο στο ΓΕΣ, ο άλλος ταξίαρχο στη στρατολο­γία, ο τρίτος βουλευτή κι ο τέταρτος φαντάρο γραφέα —το πιο σίγουρο δηλαδή. Καταπώς τα λέγανε, όλοι τους Σαλονί­κη και στα πέριξ θα πήγαιναν, «αν και, απ’ ότι έμαθα σειρά, οι πολλές οι θέσεις είναι για Έβρο και νησιά», σα να σου ’λεγε «θα πήξεις, έρμε».

Πάντως, τώρα είχαν έρθει. Πήγε ο Στέλιος η γάτα στο 1ο Γραφείο, διέρρευσε το χαρτί μια μέρα πρωτύτερα, κι άρχισε ο κλαυθμός κι ο οδυρμός. Εγώ, αργά το πήρα χαμπάρι. Πάω τελευταίος στην ουρά των ολοφυρομένων, σπρώχνομαι, φτάνω στο χαρτί, κοιτάω, πλάι στ’ όνομά μου έγραφε «829 Α.Κ.». Οι μεταθέσεις, τώρα, γράφουν μεν τη μονάδα που σε στέλνουν, τον τόπο όμως όπου είναι η μονάδα δεν το γρά­φουν —το μαθαίνεις απ’ το φύλλο πορείας αυτό. Ρωτάω δω, ρωτάω κει, κανείς δεν ήξερε, άσε που με βρίσανε και κανα- δύο που θάρρεψαν πως παίζω με τον πόνο τους που παγαίναν Γκατζολία. Έμαθα πάντως πως τ’ αρχικά σημαίναν Αποθή­κη Καυσίμων. «Πήγαινε στο σιτιστή», με συμβούλεψε ένας πιο ήρεμος.

Είχαμε τώρα ένα σιτιστή παλιό, ο οποίος φημιζόταν ότι ήξερε τα πάντα· θες επειδή είχε πάρε-δώσε με πολλές μονά­δες, θες που ήταν από φυσικού του κουτσομπόλης, ο γερο- Θαλής (λόγω τιμής, Θαλή τον λέγανε το σιτιστή) ήτανε σω­στός κομπιούτερ: ήξερε όλες τις μονάδες, μέχρι και τις πιο κρυφές, πού είναι η καθεμιά, ποια είναι καλή και ποια βρω­μάει, πόσες σκοπιές έχει, τι καπνό φουμάρει ο διοικητής κι αν δίνει οδοιπορικά στις άδειες, τα πάντα σου λέω. «Ρε σεις», καμάρωνε καμιά φορά, «ένα κατοστάρικο την πληρο­φορία να ’παιρνα, θα ’χα τώρα Μερσεντές.» Μια και δυο λοιπόν, πάω στο Θαλή.

«Έξω απ’ την Κοζάνη είναι, νέος. Εκεί πας; Αφάσια μο­νάδα, τυχερέ. Διοικητής σωστός, φαντάροι λίγοι, μια σκο­πιά έχουνε, εσύ λοχίας, κάθε μέρα έξοδο θα έχεις.» Τότε κοντοστάθηκε, με ξανακοίταξε, με είδε που ’μαι μεγάλος στα χρόνια και με γυαλιά, και: «Ρε συ, μπας κι είσαι τίποτα χημι­κός;»

«Ναι»
«Κι Αθηναίος;»
«Ναι»
«Αμ τότε, σειρούλα, δεν είναι και τόσο καλά τα πράμα­τα. Μάλλον την πάτησες»
«Γιατί ρε;»
«Γιατί θα πάρεις απόσπαση για το κλιμάκιο στο Αντλιο­στάσιο, να γιατί»
«Ε και;»
«Ε και, όποιος λοχίας χημικός πάει εκεί, από κει απο­λύεται. Δε λέω, εκεί δεν είναι μονάδα, βιλίτσα είναι· μες τα πλατάνια και τα κρύα τα νερά, σανατόριο σκέτο· αλλά μετά­θεση μια φορά, δεν παίρνεις»
«Και πού τα ξέρεις όλ’ αυτά ρε Θαλή;»
«Πρώτον, ο παλιός τα ξέρει όλα. Δεύτερον, αυτός που είναι τώρα εκεί, που θα πας να τον αλλάξεις, σειρά μου είναι. Αυτός, μέχρι και υπουργό έβαλε μπας και φύγει και ακόμα εκεί είναι». Ύστερα, σα για να με παρηγορήσει: «Τα παρα­λέω, σειρούλα. Υφυπουργό έβαλε».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Στρατός | Με ετικέτα: | 81 Σχόλια »

Ο χάρτης του φαντάρου

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2017

Πριν από μερικούς μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα «νεοελληνικά ακληρήματα» δηλ. τα περιπαιχτικά ή μειωτικά παρατσούκλια που έχουν βγει για τους κατοίκους διαφόρων περιοχών της Ελλάδας. Στα σχόλια του άρθρου εκείνου επισημάνθηκε, σωστά, ότι πολλά από τα παρατσούκλια αυτά διαδίδονται από τους φαντάρους που υπηρετούν στον αντίστοιχο τόπο. Κάποια ίσως και να τα έχουν επινοήσει φαντάροι.

Σήμερα δημοσιεύω ένα άρθρο που επιχειρεί να καταγράψει όλα τα ειρωνικά ονόματα που χρησιμοποιούνται από φαντάρους. Θα ήταν ιδανικό να έχω και πραγματικό χάρτη της Ελλάδας με τα ονόματα σημειωμένα, αλλά δεν διαθέτω γραφιστικές ικανότητες. Αν έχει κανείς καιρό και όρεξη….

Το άρθρο που θα διαβάσετε ήταν ενταγμένο σε ένα βιβλίο για τη γλώσσα του στρατού, που είχαμε ξεκινήσει να γράφουμε, το 2009, ένας φίλος κι εγώ, αλλά που δεν ολοκληρώθηκε, ελλείψει ενδιαφέροντος από εκδότες. Οπότε, ας αξιοποιηθεί εδώ.

Ο χάρτης του φαντάρου

Σύμφωνα με το στερεότυπο, ο φαντάρος μισεί τον τόπο όπου υπηρετεί, περίπου ανεξάρτητα από τις φυσικές του καλλονές, τον χαρακτήρα των ντόπιων ή τις ευκαιρίες διασκέδασης που προσφέρει. Όσο καλά κι αν έχει περάσει, όταν έρθει το χαρτί της μετάθεσης ή της απόλυσης (η «ροζαλία») θα αναφωνήσει θριαμβευτικά: Πουτάνα (π.χ.) Γκασμαδία, δεν έμεινε καμία!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γεωγραφία, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία, Στρατός | Με ετικέτα: , | 176 Σχόλια »

Ένα παιδί οχτώ χρονώ

Posted by sarant στο 16 Φεβρουαρίου, 2017

Σήμερα έχουμε Τσικνοπέμπτη, οπότε το έθιμο θέλει ίσως κάποιο άρθρο πικάντικο, αλλά δεν θα το τηρήσω διότι προηγείται ένα άλλο έθιμο, πιο σημαντικό για το ιστολόγιο αν και ομολογουμένως όχι για τον υπόλοιπο κόσμο. Βλέπετε, σήμερα έχουμε γενέθλια: το ιστολόγιο κλείνει τα οχτώ του χρόνια, μια και έκανε τα πρώτα του βήματα στις 16 Φεβρουαρίου του 2009. Οπότε, παρακαλώ να μου συγχωρήσετε την αυτοαναφορικότητα του σημερινού άρθρου, όσο για το τσικνοπεμπτικό άρθρο θα το διαβάσετε αύριο που είναι Τσικνοπαρασκευή.

Θα συμφωνήσετε μαζί μου, πιστεύω, πως για ένα πλάσμα οχτώ χρονώ η μέρα των γενεθλίων του είναι κάτι το εντελώς ξεχωριστό που αξίζει να γιορτάζεται. Βέβαια, δεν είναι ίδια όλα τα γενέθλια. Το οχτάχρονο παιδί, που πηγαίνει στη δεύτερη τάξη του δημοτικού, που ολημέρα παίζει και τρέχει πέρα-δώθε αεικίνητο, βρίσκεται ακόμα στην αρχή της παιδικής ηλικίας. Από την άλλη, τα οχτάχρονα ιστολόγια μάλλον έχουν περάσει στην τρίτη ηλικία τους -αιωνόβια σχεδόν με ανθρώπινα μέτρα.

Στα οχτώ λοιπόν χρόνια που είμαστε μαζί,  έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο συνολικά 2959 άρθρα (με το σημερινό) στις 2923 μέρες ζωής του. Στην όγδοη χρονιά του ιστολογίου (από τις 17.2.2016 έως σήμερα) δημοσιέψαμε ένα άρθρο κάθε μέρα, χωρίς ποτέ να διακοπεί το σερί -αλλά αυτό είχε συμβεί και τις προηγούμενες δύο χρονιές, αφού το σερί της καθημερινής δημοσίευσης βαστάει αδιάλειπτο από τις 29.1.2014.

Συνολικά μέσα στην οχταετία έχετε κάνει σχεδόν 396.000 σχόλια, ενώ το ιστολόγιο έχει δεχτεί 14.600.000 επισκέψεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Επετειακά, Περιαυτομπλογκίες, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 181 Σχόλια »

Οι νεοσύλλεκτοι με το σήμα του αετού

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2017

aetoΣυζητήθηκε πολύ στη μπλογκόσφαιρα χτες και προχτές η είδηση για τους εφτά νεοσύλλεκτους του Μεσολογγιού που έβγαλαν φωτογραφία να σχηματίζουν με τα χέρια τους το σήμα του αετού -που είναι βέβαια και το σύμβολο που κοσμεί την αλβανική σημαία.

Πρόκειται προφανώς για παιδιά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, από γονείς Αλβανούς μετανάστες. Για να είναι τώρα νεοσύλλεκτοι πρέπει να γεννήθηκαν γύρω στο 1996. Τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν και σπούδασαν στην Ελλάδα, επέλεξαν να γίνουν Έλληνες πολίτες, κάτι που ασφαλώς μας περιποιεί τιμή, και ως συνοδευτική υποχρέωση για την επιλογή τους αυτή κλήθηκαν να υπηρετήσουν στον Ελληνικό στρατό.

Διάβασα στα κοινωνικά μέσα μερικές οργίλες αντιδράσεις συμπολιτών μας, που ζητούν όχι απλώς την παραδειγματική τους πειθαρχική τιμωρία αλλά και να… αφαιρεθεί η ιθαγένεια από τους εφτά νεαρούς (μέτρο που μόνο επί χούντας είχε εφαρμοστεί) και να απελαθούν στην Αλβανία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Μετανάστες, Στρατός, Σημαίες | Με ετικέτα: , , | 270 Σχόλια »

Ολίγα περί κοπάνας

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2016

Κάτι άλλο ήθελα να γράψω σήμερα, αλλά καθώς φυλλομετρούσα το πρωί κάτι παλιές εφημερίδες έπεσα τυχαία πάνω σ’ ένα χρονογράφημα που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον, και είπα να το παρουσιάσω εδώ, αφού συνδέεται και με συζητήσεις που κάναμε πρόσφατα, όταν συζητήσαμε πριν από μερικές μέρες τα στιχάκια του στρατού.

Θα παρουσιάσω λοιπόν ένα χρονογράφημα, που δημοσιεύτηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα Πρωία, στη στήλη «Της εποχής», στις 21 Αυγούστου 1939, δέκα μέρες πριν ξεσπάσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ενώ στην Ελλάδα είχαμε τη δικτατορία της Τετάρτης Αυγούστου. Το υπογράφει ο Γ.Ν.Δ. ο οποίος είναι ο δημοσιογράφος Γεώργιος Δρόσος.

Τεχνικοί όροι – Ολίγα περί κοπάνας

Οι δύο νέοι συνηντήθησαν κατά τας οκτώ το βράδυ εις το κοσμικόν κέντρον. Φρεσκοξυρισμένοι, φρεσκοκτενισμένοι, φρεσκοσιδερωμένοι, άψογοι, τέλος πάντων, μοιραίοι και ολέθριοι και ηλικίας περί τα τρι­άκοντα, εχαιρετίσθησαν θορυβωδώς και ήρχισαν υψηλοφώνως την συζήτησιν, όπως κάνουν όλοι όσοι έ­χουν την πεποίθησιν ότι λέγουν πο­λύ ενδιαφέροντα πράγματα και δεν θέλουν να στερήσουν αυτών τους γείτονάς των. Έτεινε, λοιπόν, το ους το άκροατήριον, ηκκίσθησαν ένα-δύο δεσποινάρια, τα οποία εκάθηντο πλησίον, διεκόπησαν αι άλ­λαι συνομιλίαι, και το ακρόαμα ήρχισε. Αλλά τι συνομιλία ήτο αυτή και τι πράγματα έλεγαν μεταξύ των οι δύο νέοι; Οι καθήμενοι εις τα γειτονικά τραπεζάκια αλληλοεκοιτάζοντο κατάπληκτοι:

—Τι σου συνέβη καημένε; ερωτά ο πρώτος τον δεύτερον.

— Άστα! την έσκασα κοπάνα, μ’ ετσίμπησαν, έφαγα τεσσάρα και εμαύρισε το μάτι μου, ώσπου να ιδεί άσφαλτο!

—Τι λες… και εκτός από τον πε­ριορισμό είχες και αγγαρείες;

—Βέβαια. Κάθε πρωί, τις χαβάγιες στο χέρι και δρόμο. Κάναμε σε όλη την αυλή σαχλαμάρα και μετά στα εστιατόρια.

—Και ο Πέτρος, τι γίνεται;

—Τυχερός αυτός. Βγήκε μπρεγκές και γλίτωσε.

Το ένα δεσποινίδιο έσκυψε προς το άλλο και εξήγησε:

—Μάγκικα μιλάνε.

—Όχι, κορακίστικα.

—Πάντως δεν εκατάλαβα γρυ!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 228 Σχόλια »